ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΑ

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1974 και έκτοτε έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης , ένα με πεζά κείμενα και ένα με μεταφράσεις. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας και έχει συμπεριληφθεί σε ανάλογες ανθολογίες. Γραμματολογικά έχει τοποθετηθεί στη λεγόμενη γενιά του ’70, αν και νεότερες κριτικές θεωρήσεις εκτιμούν ότι τα χαρακτηριστικά των τελευταίων της έργων τη συνδέουν περισσότερο με τη γενιά του ’80. Το βιβλίο της «Ελάχιστα Πριν» (Νεφέλη 2005) συμπεριελήφθη στον βραχύ κατάλογο υποψηφίων για το κρατικό βραβείο ποίησης του 2006, ενώ για το βιβλίο της «Λιμός» (Νεφέλη 2007) της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο ποίησης του 2008.Το 2015 της απονεμήθηκε το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης». Το 2018 της απονεμήθηκε το βραβείο «Ζαν Μορεάς» από το Γραφείο Ποίησης για το βιβλίο της «Παράκτιος Οικισμός», «2017» . Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2017) Παράκτιος οικισμός, Μελάνι
(2014) Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι
(2012) Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Εκδόσεις Πατάκη
(2010) Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Εκδόσεις Πατάκη
(2007) Λιμός, Νεφέλη
(2005) Ελάχιστα πριν, Νεφέλη
(1999) Προς τα κάτω, Νεφέλη
(1997) Φορτίο, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Ακτή στο φως του χειμώνα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Το κυπαρίσσι των εργατικών, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1991) Η προσευχή του αναιδούς, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1985) Χώμα, Κέδρος
(1979) Ηγησώ, Τυπογραφείο «Κείμενα»
(1974) Τα άλογα του μυροβλήτου, Ιδιωτική Έκδοση

 

Παράκτιος οικισμός (2017)

 

ΠΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι.
Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει.
Τώρα η αχρησία το πάγωνε
Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.

Στο χαλί είχε απομείνει ένα πάτημα
Δεύτερο πόδι σαν να μην υπήρχε.
Εκτός κι αν αβαρές κι ανεμπόδιστο
Συμβάδισε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι
Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.
Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,
Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.

Αλλά δεν είδα ούτε τον φόνο ούτε τον δραπέτη.
Μόνο του φεγγαριού το κεφάλι.
Μπαινόβγαινε με πλήξη εδώ μέσα
Χωρίς να κλείνει τα παραθυρόφυλλα.

Έτσι, γευμάτισα με τον εαυτό μου
Κι έγειρα πια στο μαξιλάρι. 

 

ΦΙΛΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ας δώσουμε όνομα στον λόφο εκείνο!
Ανασηκώνεται απ’ τη γη κατάπληκτος
Σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του.
Ας ονομάσουμε την εγκατάλειψη έλξη.
Χρόνο τον χρόνο η θνητότητα απλώνεται
Πάνω στο πρόσωπο σαν ανήσυχο όνειρο
Κι ο ύπνος συνεχίζεται γύψινος
Πάνω από στρέμματα σκόνης.
Λοιπόν, ας πούμε και την έγερση θρύλο.
Όλο και κάποιος θα μας έχει αγαπήσει,
Ώστε να τον κρατήσει ζωντανό.

 

ΛΟΒΟΤΟΜΗ

Αύριο θα συναντηθούν δυο αγόρια.
Θ’ αποτελειώσουν τον καβγά
Σ’ ένα χαμόσπιτο από κόκκινη λάσπη.
Καθένας έχει κιόλας στα μάτια του
Τον αποκεφαλισμό μιας γάτας.
Μα απόψε σμίγουν και τα δυο κουλουριασμένα
Στην αγκαλιά της ακατάδεχτης Μαίρης.
Θαμπό φεγγάρι τη μελαγχολεί
Και, μ’ έναν στεναγμό, τους παραδίνεται.

Αν ζήσουν, το πολύ να γίνουν άντρες.
Με χρήματα ή χωρίς. Σχεδόν ζωόφιλοι.
Να γεύονται το πατροπαράδοτο γεύμα
Σε σπίτι όλο ανεξιχνίαστους θορύβους.
Με αιμορροΐδες και προσβεβλημένη σύζυγο.
Τόσο θ’ αστράφτει πάνω απ’ τα ποτήρια το φεγγάρι
Που ολόκληρη η ωμή εφηβεία θα ημερεύει
Όσο κι ένα τουφεκισμένο γεράκι
Που το βαλσάμωσαν με τα φτερά ανοιχτά.

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,
Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους,
Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες
Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές
Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου,
Να δω την πάνδημη κηδεία μου.

Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο.
Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,
Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.
Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε
Σαν να ‘χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.
Με κάτι κέρματα ασήκωτα
Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.
Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε, ιδρωμένα,
Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.

Τέλος, να ‘μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου!
Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!
Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα
Κι ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.

Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές
Ακολουθούν στο ρυθμό της μπάντας
Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο
Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται
Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.

Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,
Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.

 

ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΔΩΡΟ

Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,
Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,
Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο
Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,
Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.

Τα πλουμιστά τα πράγματα δεν τ’ αγαπάω.
Όμως δεν κάνει να ‘ναι δίχως ανταπόδοση
Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης.
Λοιπόν, μια τέτοια νύχτα, ας συρθούνε
Και τα μεταξωτά στα χορτάρια.
Κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο
Ψηλαφεί την γη που τον έχει
Χτυπώντας του διακριτικά την πόρτα.
Όταν μου ανοίξει, θα ‘μαστε κι οι δυο
Ντυμένοι απέριττα το λάλημα του γκιόνη.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μ’ έναν κόκκο σιταριού
Μοιάζει να ‘χει συντηρηθεί το κοπάδι.
Αρμαθιασμένα πάνω στο κλαδί
Άλλα επιζούν, άλλα ψόφησαν,
Άλλα στέκουν μαδημένα, μισότυφλα.
Πίσω τους χάσκει αποβλακωμένος ο χειμώνας
Και τίποτε άλλο δεν μπορεί να κουνηθεί.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Η θάλασσα. Η αστρική της νύστα.
Η δόνηση της άπαυτης πνοής της.
Τ’ ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια.
Ω, προσπαθώ να διώξω από τον νου μου
Τη μαύρη πόλη της καταγωγής μου.
Μα έχει το ύφος απαιτητικού ζητιάνου
Που κολλάει τη μύτη του στο τζάμι
Και κοιτάζει μέσα στο σπίτι σου,
Όταν του κλείσεις την πόρτα.

Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας
Το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι.
Πόσο να πούμε το ψωμί προορισμό μας
Χωρίς ντροπή.
Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους
Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι,
Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων,
Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα
Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία
Να ξαναπείς ψυχή.

 

ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ακουμπισμένη σε παχιά μαξιλάρα
Άσαρκη κεφαλή πατέρα
Που τον γηροκομούν βαρυγκωμώντας,
Μιλώντας του καθώς σε μωρό.
Έτσι στέκει ακόμη στην Πιερία
Το θρυλικό βουνό. Ως τον χειμώνα
Στον τόπο του θα ‘ναι μια απέραντη πεδιάδα,
Υποσέντονο ενός γέρου πεισματάρη
Που δεν πεθαίνει. Επιμένει να γερνά.

 

Η ΚΥΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ

Την πένθησαν ειλικρινά.
Μα με τα χρόνια
Παρηγορήθηκαν αυτοί που την αγάπησαν.
Μόνη της κάθεται πια στα σκαλοπάτια |
Και γευματίζει κίτρινα λουλούδια πελώρια
Τείνοντας στους περαστικούς τη βεντάλια:
«Προφυλαχτείτε! Με τον θερμόν αέρα
Λιώνουν τα πρόσωπα από παγωτό
Που τόσο λαίμαργα, τόσο απολαυστικά
Καταβροχθίζει ο έρωτας..»
Παιδάκια παίζουν μες στη βρόμικη ζάχαρη,
Αυτοκίνητα φρενάρουν στα φανάρια,
Κάποιος εντέλει θα ενοικιάσει
Αυτό το σπίτι με τα κίτρινα αποφάγια
Που έχουν μια τέτοια εγκάρδια μυρωδιά.

 

ΚΟΤΣΙΔΑΚΙΑ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟ

Όταν τα δάχτυλα χτυπάνε ώρα στο τραπέζι
Και το κεφάλι μου ζυγίζει σίδερο,
Όταν το κινητό στέκει αχρείαστο στη θήκη,
Τσόφλι ενός τζίτζικα που ‘χει στεγνώσει,
Όταν η σκέψη μου είναι ρύζι με στάχτη,
Εξαίσιο έδεσμα για ψάρια,
Τότε αρχίζει να γελά από το κάδρο του
Ο πατέρας μου ο συχωρεμένος,
Ερασιτέχνης τενόρος και αντάρτης,
Που, αφού γέρασε στη ραπτική,
Έκαμε έξι χρόνια στο κρεβάτι,
Πριν παραδώσει την ψυχή.

Σκέφτομαι πόσο λίγο του ‘χω μοιάσει.
Και φάλτσα κι ούτε ένα κουμπί να ράψω.
Κι ούτε που σήκωσα ποτέ κεφάλι
Παρά μόνο για να φανταστώ τη φλόγα
Που κατακαίει τη σπηλιά του ουρανού.
Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν
Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες
Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους.
Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε
Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι.

 

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

Με κάτι σαν αρχόμενη άνοια
Ή ίσως επειδή τα δάχτυλά της
Τα είχε η αρθρίτιδα παραμορφώσει
Τσαλάκωσε το ένταλμα πληρωμής
Και τραύλισε: «Δεν οφείλω».

Ω, αν ήμουν κάτω από αστρική βροχή
Κι είχα το θάνατο ξεχάσει,
Θ’ άκουγα κάθε σταγόνας το σφύριγμα
Σαν σήμα από τη θεϊκή φλυαρία.
Μα μπήκα απλώς στην ουρά με παλιόκαιρο.
Τρέχουνε σαν ν’ ανοίξανε τα νεφρά τους
Οι στοιβαγμένες οι ομπρέλες πλάι στην πόρτα.
Και το χαρτί που τσαλακώνουν φριχτά δάχτυλα
Ο μόνος κρότος από την καύση των άστρων.
Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι
Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο.

 

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Αυτός ο αδελφός, αυτή η αδελφή μού γεννήθηκαν
Με πρόσωπο από πηλό σε σώμα δέντρου,
Με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου,
Φουσκωμένη από ένα έρημο φως.

Δεν έχω πώς να θρέψω αυτά τ’ αδέλφια.
Ψίχουλα για πουλιά έμειναν στο ερμάρι.
Όλο μου το ψωμί φαγώθηκε, όλο το λάδι.
Το Αλλόκοτο θα μείνει πάλι νηστικό
Μέσα στη βουλιμία του Γελοίου.

Λάμπουν όμως οι παλμοί μες στο στήθος μου
Τρέφοντας τη συγγένειά μου με τη λάσπη.
Με δάχτυλα επιτήδεια την πλάθω
Σε βλέμμα αγάπης, σε αδελφικό παιχνίδι
Ανάμεσα σε κορμούς που χρόνια υψώνονται
Για να συναντηθούν κάτω απ’ το χώμα.

 

ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ

Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,
Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί
Με αστραφτερή οδοντοστοιχία.
Πέφτει, όπως πάντα, σιγανή βροχή
Και κάποιες βόμβες σε νοσοκομεία.
Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά
Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα.
Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του
Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά…

 

Η ΣΠΙΘΑ

Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο,
Όπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα.
Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα
Και φέρνει πάνω τα θνητά.
Τ’ άλλα πηδούν και πάλι στο ποτάμι
Προς την απέραντη χαρά.
Είμαι τα ανέσπερα καντήλια
Που κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα.
Και είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα
Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα.

Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα
Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα.
Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη,
Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα;
Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα
Που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα.
Πώς τη ζωή μου τόσο φως κάνει στάχτη;

 

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (2014)

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας,
Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.
Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.
Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος
Που να μπορεί να την περιμαζέψει.
Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος
Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,
Αφού μ’ έφερε ως εδώ ολομόναχος,
Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.
Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,
Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος
Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου
Μέσα στ’ αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.

 

ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ

Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Καθαρίζοντας το ποτήρι μου εγκαταλείπω το στόμα.
Λησμονώντας
Εδώ τα ψίχουλα, εκεί τα κοράκια,
Μια ολόκληρη γενναία μέρα
Πενθώ.

Η θεία Ειρήνη επιστρέφει με το τσάι.
Μιλά για την επικράτεια των μηνυμάτων
Που θα ’πρεπε να τυλιχτούν σε ιώδιο.
«Τα τραύματα μιας κούπας», επιμένει
Ρουφώντας μια γουλιά, «τιμούνε
Την κούπα ως φέρετρο του γιασεμιού».

Στέκομαι όρθια σαν μαθήτρια
Επάνω στα ξεκοιλιασμένα μου μποτάκια.
Προνόμιο δεν υπάρχει στα πρόσωπα.
Είναι όλα ακριβή σαν το χάος.
Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης
Προσεύχομαι να κόβουμε στα δυο.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Γέλια σαν άτακτα κρίνα
Απ’ το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου
Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης
Που δεν καταφέρνω να δέσω.
Σκόρπια τ’ αφήνω στο μελάνι
Αυτών των αβέβαιων στίχων.

0 κόσμος χαμογελά μουδιασμένα
Μπροστά στο θέαμα της πληγής.
Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος
Ή δεν φαντάζεται τίποτε,
Αγάπησε τ’ άνθη του τάφου του.
Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,
Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,
Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια
Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.

Μ’ έναν καγχασμό σαν βηχάκι
Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη…
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
Όλη η πόλη κατάμονη.

 

ΣΥΣΣΙΤΙΑ

Εκεί αφημένο, πάνω στην καρέκλα,
Το σακάκι που κουβάλησε τη μέρα μου
Το ένα μανίκι ρίχνει προς το πάτωμα
Σαν σκύλος μακριά παρατημένος
Που σκάβει με το πόδι του να κρύψει
Το φρέσκο κόκαλο της εξορίας.
Αλλά δεν άφησα στις τσέπες παρά κέρματα.
Αύριο θα ’χω να πληρώσω τα δάχτυλα
Που δίνουνε τα εισιτήρια στο ποτάμι
Με τέτοιους φλύαρους κορυδαλλούς απ’ το δάσος,
Απ’ όπου πέρασε το ένστικτο της ομίχλης
Αναβοσβήνοντας το φως.
Με το σκοτάδι το βαθύ του κυνηγού
Θα βγει η αλεπού απ’ τις παντόφλες.
Ύπνο κακό, σώμα με σώμα,
Οσφραίνεται ανάμεσα στα παπλώματα.
Περνάνε, λέει, πάνω απ’ τ’ απάτητα φύλλα
Κάποιοι που πάνε για συσσίτιο
Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους,
Μήπως κλαπούν, μήπως τ’ αναστατώσει
Αέρας από κρύα πανωφόρια,
Καθώς γυρνάνε σε σπίτι χρεωμένο
Να κοιμηθούνε μέσα στα κλαριά… 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ ΙΙ

Έχει μιαν όψη που μπορείς να τυπώσεις
Σε γραμματόσημο.
Θα έδειχνε το ίδιο σπουδαίος
Σε μικροσκοπική εκδοχή.
Αβίαστα θα του απέδιδαν
Ιστορικά υπουργήματα
Και όχι μόνο το περιστρεφόμενο κάθισμα
Πίσω από το τζάμι του γκισέ.

Καημένος άνθρωπος… Ο καθένας
Χρειάζεται ένα ακλόνητο βασίλειο,
Αν είναι να διασχίσει σχολώντας
Πλατεία σκεπασμένη με χιόνι
Και το τρίξιμο της πόρτας του να ενθουσιάσει
Μόνο τον πεινασμένο γάτο του.

 

Ο ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ

Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο
Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,
Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου
Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:
Θα έπρεπε να λείπω απ’ εδώ!

Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή
Μέσα σ’ ανατιναγμένα τζάμια.
Χαρτιά σφραγίζονται μ’ ένα φτυάρι,
Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,
Σ’ ένα πηγάδι ξερό.
Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.
Του χώνουν ένα μαντίλι στο στόμα,
Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.

 

ΚΟΥΙΝΤΕΣ

Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας
Ο ήρωας του δράματός του.
Παίρνει μαζί του στα βαθιά
Το ρημαγμένο ηθικό του.
Αύριο πάλι θα κρατήσω
Τα παγωμένα χέρια σου.
Θ’ ανάβουν πάνω στα βουνά
Σε συστοιχίες οι φλόγες.
Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα
Ό,τι εγώ θα σου ψιθύριζα στ’ αυτί σου.
Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων
Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα
Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.

 

Η ΠPOTOMH

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.

Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.

Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δυο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

 

ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ

Στη Σμαράγδα

Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου
Δεν ξέρει να αναγνωρίζει…
Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,
Κάποια ψελλίσματα επιστροφής
Σε πράγματα πολύ λυπημένα.
Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι
Μ’ ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη
Από χαμένη επιστολή.
Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,
Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες
Βηματίζοντας διακεκομμένα
Από τον ύπνο της στο δικό μου.
Κάθε μάθημα της είναι αρεστό.
Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια
Αποθέτει στα μακριά της δάχτυλα,
Περιποιείται το δειλό νερό
Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.
Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα
Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.
Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!
Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…

 

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου
Με μια ζακέτα από λέπια
Κι ένα ζευγάρι ασημένια γόνατα.
Η θάλασσα μετρούσε στα πόδια του
Χαρτονομίσματα,
Επέμενε να τον εξαγοράσει
Αυτόν τον ανυπόφορο Ύπνο.

 

ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΖΩΑ

Κρότος σαν δάχτυλο παιδιού στο τζάμι
Κι όμως δεν πέρασε άλλος απ’ τη λύπη μου
Κι αυτή δεν έμοιαζε μικρή μα σεβάσμια,
Μια λέαινα μετά το χάδι.
Ήθελα να προσηλωθώ, ν’ ακούσω
Αλλά μου έπεφταν τα γυαλικά,
Άλλαζε ο άνεμος συνέχεια βήμα,
Κάτι έψαχνε σ’ αυτές τις σπηλιές.

Όταν το σπίτι ησύχασε, την είδα
Τη δαχτυλιά στον ουρανό της ζούγκλας.
Καμπουριασμένος πάνω απ’ τ’ αγρίμια του
Άκουγε τα πολλά τους παράπονα.

Και μένα κάποιος μ’ άκουσε λοιπόν.

 

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

Αν μου δοθεί ο πρώτος στίχος,
Η κυρία η ηλικιωμένη στον δεύτερο
Θα ξαναγίνει η μητέρα μου.
Ουδέποτε γνωστή κι όμως τι θλίψη
Αυτά τα βαριά της γεράματα…

Κάποτε προσηνής και σβέλτη
Μπαινόβγαινε σ’ αλλεπάλληλα οχτάωρα
Υπακοή, παραγωγή, αποταμίευση
Κι ένα μαύρο κουρτινάκι ανάμεσα
Σε πρώτη και δεύτερη κόρη.

Τώρα απλωμένη σε στρωσίδια δύσκαμπτα
Θερμαίνει με μια σόμπα χαλαζία
Ένα άδικα μεγάλο δωμάτιο.
Υπολογίζοντας με γουλιές αναπνοής
Πόσα μερόνυχτα υγείας
Εξασφαλίζει με αβέβαιη σύνταξη.

Κι ενώ η αρρώστια προχωρεί κατά το νόμο,
Ανάμεσα από τις θορυβημένες θυγατέρες
Παράνομα τρυπώνει η απλή φροντίδα
Ενός μεσημεριού με χρυσόσκονη.
Πλούσια πασπαλίζει το πάπλωμα
Σαν να είναι η πρησμένη γερόντισσα
Μια Αικατερίνη της μακράς δυναστείας
Που έφερε ένα έθνος ως τη θάλασσα,
Προτού φέρει με οικονομία το γιατρό.

 

ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΟ

(Διαβάζονται τραγουδιστά ή παραδίδονται
στη συγκατάβαση των πεζογράφων)

Ι Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Δέντρο του βάλτου ο κύριος Τιμόθεος,
Όταν η κόρη του πουδραριστεί
Και η γυναίκα του παχύνει,
Θα ψάξει για κλεμμένο χρυσό
Και μες στην οδοντοστοιχία του θα ’βρει.
Μα τώρα είναι τόσο χαρούμενος.
Βγαίνει ολοταχώς απ’ το φλοιό του.
Σκαρφαλώνει
Στα πάνω κλαριά του θανάτου του.
Θέλει να κελαηδήσει γλυκά
Τα τέσσερα ευαγγέλια των προγόνων.
Φλοπ! Φλοπ! Πηδάνε οι βάτραχοι
Όλο και πιο κοντά στη ρίζα…

Έχει το σπίτι του έξω απ’ την πόλη,
Τον φτωχό του έξω απ’ την πόρτα του,
Τον δικηγόρο του κατά του θεού,
Αν βγει μπροστά του λιμασμένος.
«Α, τι ανόητοι όσοι δεν προνόησαν
Και τους γαυγίζει απ’ τη μια η εκκλησία
Κι από την άλλη το καμπαναριό…»

 

ΙΙ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Απέναντι απ’ την παλιά εκκλησία
Στέκει ένα φόρτωμα κάρβουνο.
Και κάμποσοι μαρμαρωμένοι ανθρακωρύχοι
Που πέθαναν από την προσευχή.
0 ιερέας μ’ έναν πετεινό στον ώμο
Στην πίσω αυλή φυτεύει πιπερίτσες.
Κάθε τόσο του περνάν υποψίες.
Αγριοκοιτάζει προς το υπερπέραν
Και πάλι φταρνίζεται υπάκουα.

Το βράδυ, γεμάτο αγριοκέρασα
Μπαίνει μες στο χωριό όπου να ’ναι.
Μυξοκλαίνε του ήλιου τα χάλκινα.
«Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί», μουρμουρίζουν,
«Κάτω απ’ τα κεραμίδια αυτά».
Δεν ακούν, τα φαντασμένα, δεν ακούνε
Το κλάμα του μωρού, τη χήρα,
Τη μαία την έμπιστη που κλείνει
Το παράθυρο αυτού του ποιήματος.

 

III Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

«Τους πιο πολλούς τους μάντρωσαν στο κάτεργο.
Δυο τρεις τρυπώσανε στην εκκλησία»,
Ψιθύρισε στον παπαγάλο του,
Μόνο σύντροφο και αδελφό στην παράνοια,
0 Αδικημένος με το τρίτο χέρι.
Ανάμεσα στα χοντρά βιβλία του
Φτερούγιζε μια τόση δα προσδοκία,
Αγγελική, φουριόζα, οξύθυμη
Σαν το κρασί στην κανάτα.

«Στα χωράφια τα κουκουλωμένα με λάσπη
Αποτραβιούνται τα νερά»,
Απάντησε ο παπαγάλος.
«Βγαίνουνε από σπίτια οι Άλλοι.
Είναι εργατικοί. Κακομούτσουνοι
Από τη θλίψη και την άγρια νύχτα.
Κι όχι δυο τρεις. Παραπάνω.
Αλίμονο σου, ξαναχτίζουνε
Τον ουρανό στεγνό
Με κόκκινα, μεγάλα μάρμαρα».

 

ΤΟ ΣΟΦΟ ΔΕΙΠΝΟ

Είχε το ράμφος μιας ασήμαντης στιγμής
Καρφωμένο πάνω στην αγάπη του.
Τη σιγότρωγε χωρίς να την πιστεύει,
Ώσπου ξημέρωσε απρόθυμα
Με μια μικρή λιποθυμία.

Αναπνοή από την καφετιέρα
Κι ένας δυο άγγελοι απ’ τη μνήμη του
Κατοίκησαν κάτω απ’ το ταβάνι.
Με το φτερούγισμά τους το αργό
Πάλι βάφτηκαν με αίμα τα μάγουλα.

Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα
Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο…
Σαν εκείνους τους πέντε άρτους
Η ερημιά γεμίζει τα ερμάρια
Για χιλιάδες ώρες μαζί…

 

Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Καημένε αέρα, τρύπησε η σόλα σου
Πάνω από τη σαββατιάτικη Λάρισα
Και πάτησες το καρφί της βλαστήμιας
Που τίναζε στον ουρανό…
Όταν θα μπεις σε άλλη πόλη πληγωμένος,
Βγάλε τα αυτά τα παλιοπάπουτσα.
Και όχι επάνω απ’ τις ταράτσες τρεκλίζοντας
Αλλά ξυπόλητος μέσα απ’ τους δρόμους να περάσεις
Σαν χορευτής από λεπτή μεμβράνη
Που αφήνει πίσω του ελαφρύ αναστεναγμό,
Όχι πάνω στα ξαφνιασμένα κεφάλια,
Κυριακάτικα, τα χνάρια της πληγής σου.

 

ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ

Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της,
Βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα
Πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα,
Περνά η πομπή των συλληφθέντων
Πίσω της με τη γλώσσα έξω
Αγέλη βακτηρίων και ιών.

Εμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο,
Μωρά με αφέψημα παπαρούνας
Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου
-Βρέχει μελάνι… – καταγράφουμε
Την επιστήμη της δολιοφθοράς.

Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια.

 

ΧΑΡΤΗΣ ΑΤΑΦΩΝ

Τι είναι ακριβώς αυτό το πένθος,
Ένα φουστάνι κατακόκκινο
Φορεμένο από ένα σκυλί;

Το ίδιο το μούτρο τού αφέντη του
Πουδραρισμένο με χόρτα;

Να κάθεται η καλόγρια μ’ ανοιγμένα
Τα ράσα της στα νερόφιδα
Και ν’ αφανίζει το σκουλήκι μήλα
Με την τρομπέτα του σάλιου του;

Τι είναι αυτό το καρναβάλι του θρήνου,
Γιατί αργοπορεί και ξεφτιλίζεται
Ανάμεσα σε τόσους μπεκρήδες;

Χωρίς κωδωνοστάσιο χυμένος
Όλος ο μούστος απ’ τα κρασοβάρελα
Μες στο μελάνι της σταματημένης καρδιάς;
Και να ρίχνει ο ουρανός την κοιλιά του
Έξω απ’ το βρώμικο πουκάμισο;

Τι χωριά είναι αυτά όπου ο θάνατος
Δεν έχει αρχοντιά κι έχει πάχος;
Σπίτια που βάζουνε το φέρετρο στο αλάτι
Και γνέφουν με το δάχτυλο «σώπασε!»
Στο άστρο που γρούζει πλάι στα γέρικα γατιά;

Τι πόλεις σε κηδεία ξεμανίκωτες
Σαν να τις κέρωσε μ’ ένα χαστούκι η ρεκλάμα
Και το σώμα διατιμημένο τυλίγει
Την ακαμψία μ’ ένα ρούχο τού συρμού;

Πώς σέρνεται η ακολουθία η νεκρώσιμη
Σαν πληθυσμός που σφουγγαρίζει στα γόνατα
Το χιονόνερο της άλλης ζωής του;

Και προς τα πού; Και γιατί; Κι ως πότε;
Και με ποιον κρότο τα μεγάλα πουλιά;

 

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στον λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.

Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι.
Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

Από τα μέρη όπου οι σιδεράδες
Κάποτε φτιάχνανε με το φεγγάρι τα πέταλα
Κι όπου γινότανε το καλντερίμι μούσκεμα
Από τον κρότο φοβερών σφυριών,
Όπου άφαντοι, με την αναπνοή πιωμένη,
Κρυφοκοιτάζανε οι μικροί με τα καρφιά,
Από κει πέρασα με την προσήλωση πιστού.
Μέσα στο νου μου μοσκοβόλαγαν τα κίτρα
Σαν άστρα αυλής μοναστηριού.
Αν έφτανα στη χάρη Του θ’ άναβε
Λέξη προς λέξη τα καμπαναριά του στους βράχους…

Χαμογελώ… Ποιος ποτέ μετανιώνει,
Αν απατήθηκε αρκετά, ώστε να διασχίσει
Άφοβα τέτοιον ουρανό…

 

Ο ΚΟΥΑΣΙΜΟΔΟΣ ΩΣ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΛΟΓΙΟΣ

Πέταξα το τετράδιο απ’ τα χέρια μου
Σαν να βρήκα στις σελίδες του ένα φίδι.
Μα ήταν μόνο το κουμπί μιας τελείας
Που κούμπωνε ως το λαιμό την παράγραφο.
Την έπνιξε ο γιακάς την ηρωίδα μου
Κι ο χρόνος της έπαθε λόξυγκα.

Έτσι περνώ τις χιονισμένες νύχτες,
Καμπούρης με κεφάλι καιόμενο.
Στη ράχη μου οι φιδοφωλιές φορτωμένες
Σφυρίζουν όλες γύρω από τ’ αυτιά μου.
«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,
«Γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι»,
Και δωσ’ του τα χαρτιά μου γεμάτα
Από τις άτσαλες πατημασιές ενός δύσμορφου.
«Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.
Μπα, η μοίρα μου είναι. Ράβει τα κουμπιά της…

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ

Πενικιλίνη και θνητότητα
Και κάτι παλαιό και παράλογο
Καταγράφουν τα βιβλία μπροστά μου.
Τα μολύβια μου σαν βελόνη πυξίδας
Στρέφονται τρέμοντας προς το βορρά
Κάθε φορά που το γραφείο μου διατρέχει
Ο χλευασμός μιας καλής ιδέας.
Θα έγραφα ανεπανάληπτο έπος,
Αν δεν είχα αρχίσει να γερνώ.

Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται
Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Σαν να ’χα το δικαίωμα να ελπίζω
Σ’ έναν καταυγασμό της συνείδησης
Από άλλον κι όχι αυτόν που ζούσα βίο,
Σαν μου όφειλε το άστρο αλάτι
Για το ψωμί των ηρώων μου,
Την ώρα που μπαγιάτευε δίπλα μου
Το μυστήριο της έρημης νύχτας…

Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα
Οποιονδήποτε στίχο…
Καθένας μόνος του αξιώνει
Μια κλονισμένη υγεία και κυρίως
Την ηλικία που έχει απόψε ο ουρανός…

 

 

Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012)

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τρύπωσε θυμωμένος στη γωνιά του
Της ημέρας ο κάματος:
Να έχεις επί ώρες εκθέσει
Ψυχή και σώμα στη δημοσιότητα,
Να έχεις διαφημίσει το πνεύμα σου
—Πλην, με ελεγχόμενη προθυμία
Για κάθε πιθανό συμβιβασμό—
Και να πετάς απλώς τα παπούτσια σου
Προτού χωθείς στην πολυθρόνα…

Μια παλάμη σαρώνει τον αέρα
Με τον κόλαφο ενός πονοκέφαλου.
Τρέχουν με τα μποτάκια τους στον τοίχο
Τα τρένα από τις μυρμηγκοφωλιές.
Δεν θα σε πάρουν. Τι μεγάλος που είσαι,
Πλατύς και θλιβερός σαν πεταλούδα
Με μαύρα, φτερωτά επιφωνήματα…
Είσαι ένα στόμα που βυζαίνει το δάχτυλο,
Ένα κακό μωρό κουκουλωμένο.
Ποιος να σε θέλει μες στο χιόνι
Εκτός από το σουρωτήρι όπου κάθεσαι
Κι απ’ όπου τρέχουν και λεκιάζουν το χαλί
Τα εξαιρετικά σου προσόντα. 

 

ΕΠΑΙΤΗΣ

Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.
Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα
Και νιώθει παντελώς αγράμματος
Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.

Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.
Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.
Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.
Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.

Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο
Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.
Σκιαγραφούμενος σ’ ένα γραμμάτιο
Περνά κατευθείαν στον Χάρο.

Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα
Να ζητιανέψει τα ναύλα.

 

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ

Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο
Δραπετεύουν σαν τις κατσαρίδες τα γράμματα.
Μελετώ αχόρταγα λευκές σελίδες:
Ο λόγος, ο αντίλογος και ο θρήνος
Καταγράφονται με τ’ ανεπαίσθητα νεύματα
Ενός τυφλού που αισθάνεται να τον βλέπουν
Εκείνοι που έφυγαν απ’ το δωμάτιο.

Κάθε φορά που μετρώ με τα δάχτυλα
Ποτέ δεν μου χρειάζονται όλα.
Υπάρχουν λίγα ή λείπουν πολλά
Αυτό θα το αποφασίσει ο αέρας
Που ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.

Κινώ τον μικροσκοπικό μου θεό
Από τη μικροσκοπική του κλωστίτσα.
Τον συντηρώ με γλυκίσματα
Στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.
Χρήσιμος, αβαρής και ιπτάμενος
Στη σμίκρυνση του σύμπαντος πλεονάζει.

Ω λίμνη με το καθαρό ασήμι.
Ω ουρανέ με τα γιγάντια φτερά.

 

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

Σκέφτεται, προσμετρά, σταθμίζει
(Ρυτίδα κάθετη στο κούτελο),
Το αποφασίζει τελικά και μου δίνει
Ο τοκογλύφος το ελιξίριο νεότητας.
Γυαλίζει το εύσαρκο πρόσωπό του
Ως ένδειξη των καλών του προθέσεων
Και με υγρή παλάμη σφίγγει
Το χέρι μου, σχεδόν αδελφός.

Και να, η τούρτα γενεθλίων!
Η νύχτα με την αστρική κουρελαρία της,
Ο κρότος των μπαστουνιών των γερόντων.
Να, οι πνιχτές βλαστήμιες των γιατρών,
Οι ουρές μπροστά στα φαρμακεία,
Τα μάτια που καίνε σε βυθό μελανιού.
Να, ο συνωστισμός, τα σπρωξίματα, η ντροπή,
Τα δαγκωμένα τρόφιμα, η σκόνη,
Να, το απορριμματοφόρο του Δήμου
Που μαζεύει το πρωτογενές πλεόνασμα…

 

ΕΘΝΗ

I.

Άνθρωποι με χαρτιά καθαρά
Κι άλλοι με κάποιο ποινικό μητρώο,
Τελειόφοιτοι με πιστοποιητικό σπουδών
Και πιο πολλοί με δίπλωμα οδήγησης,
Χαπακωμένοι και νηφάλιοι,
Χρόνια μαζί και διαζευγμένοι,
Όλα τα έθνη στην ουρά ν’ απολαύσουνε
Τον Παρθενώνα με φεγγάρι.
Μέσα τους σαν από θαύμα
0 κολικός καταπραΰνεται.
Ώσπου να ξημερώσει θα ’ναι
Οι κληρονόμοι.
Θα μοιραστούν το γαλαξιακό υγρό.

II.

Τα έγγραφα και τα μητρώα,
Πτυχία και προγνωστικά,
Αρχές και θραύσματα αισθημάτων,
Τα εξιτήρια και οι διαγνώσεις,
Όλα τα έθνη στην ουρά να εισπράξουνε
Το επίδομα της ανεργίας.
Γύρω τους τα νερά δεν τραβήχτηκαν.
Ώσπου η πόλη να στεγνώσει θα ’ναι
Όρθιοι.
Σε κανέναν
Δεν θα παραχωρήσουν τη σειρά.

 

ΟΙ ΚΟΥΚΛΕΣ

Δεν είναι νεκρές! Δεν είναι νεκρές!
Είναι οι τσακισμένες κούκλες.
Ψυχές από ξύλο και πίτουρα.
Βλέπουνε με ζωγραφιστά ματάκια στο σκοτάδι.
Ανήμπορες να μετακινηθούν ψηλώνουν
Μέσα σε ρούχο από γυαλί.
Όταν θα κλείσουνε τα δώδεκα, θα σπάσει.

Κάθε τους βήμα
Τραβάει από τη γη το γρασίδι.
Είναι ο λαός των γάτων με τ’ άρβυλα.
Είναι ο Πινάκιο με τα χίλια αδέλφια.
Με αίμα πριονίζουν τη μύτη τους.
Αλείφουν το ψωμί τους με σάλιο.
Κόβουν τη φέτα στα δυο.
Σπάζουν τη θλιβερή εφηβεία τους.
Ίσως και να μιλούν ακόμη
Στη λησμονημένη γλώσσα των ανθρώπων.

 

ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
Ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
Και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα.

 

ΝΑ ΞΕΡΩ

Χαράματα … τι όμορφη λέξη …
Αισθάνεσαι και τη ρωγμή και τον κρότο.
Κι ας τα διακρίνεις μετά βίας σε μια πόλη
Που κρύβει σαν ντροπή τα σκοτάδια της.
Ρίχνει η μέρα μέσα από το τζάμι
Τα πρώτα ντροπαλά αιμοπετάλια
Κι η αρρώστια σε καταλλαγή και επιφύλαξη
Στρώνει επάνω της τη νυχτικιά της
Περιμένοντας με ευπρέπεια το φως.

Να ‘μουν σ’ έν’ άλλο πρωινό με τα κλαδιά του
Καθώς τρέχουν να κρυφτούν τα ξωτικά.
Να κρέμονταν από τα φύλλα
Τα δακρυσμένα μου ψέματα.
Και με βλέμμα γηραιών γιατρών οι σπίνοι
Να μου φανέρωναν όλη την αλήθεια.

 

ΘΡΑΚΗ

Χτυπώ το χέρι στο κούτελο.
Πώς σκάβει την πληγή το φιλότιμο…
Αυτά τα λόγια είναι πένθιμα.
Σκύψε προς το μέρος μου, ιερέα.
Άσε το φτυάρι σου στα κυκλάμινα.
Μόνος σφυρίζω το αλληλούια.

Ακούω το νήμα που καίγεται.
Ό,τι θυμάμαι, με βλάπτει.
Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει εδώ.
Κρατάει την ψαλτική το ποτάμι.
Θυμιάζουν τα φτερά του στις όχθες
Και αγκαλιάζουν το σώμα μου.

Θα ήθελα μια Τρίτη του μύθου
Να σπάσουν τα ράμματα της χλόης.
0 Νέστος ν’ ανασηκωθεί στην αφθονία του.
Κανένα μάτι να μην καταφέρει να βρει
Το μέρος όπου θ’ αφήσει τ’ αυγά του
Κι όλος ο κάμπος να σταθεί ζεστός.

 

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

A, κατεστάλη η εργάσιμη εξέγερση!
Το άστρο της νύχτας ενθρονίζεται.
Βηματίζω κατά το τύμπανό του.

θα κρύψει η λάμπα το άτριχο κεφάλι της
Μέσα στο πλήθος των παρατηρητών.
0 ύμνος των ροχαλητών θ’ αρχίσει.

0’ ανασυρθούν με τα παράσημά τους
Και φύκια στα λαμπρά υποδήματα
Δικαστικοί και τροπαιούχοι.

Και αυτό τι είναι; Η τήβεννος;
Το σάβανο; Το πάπλωμά μου;
Ακούω τον κρότο των κλωστών.

Μπα, ξεκινάει ρυθμικά η πνοή μου.
Δίνει το σύμπαν τον καθορισμένο χρόνο
Στον ατμό που βγαίνει απ’ το στόμα μου.

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ

Όλοι αυτοί οι γηραιοί Τιτάνες,
Όλες αυτές οι Μούσες οι ανδρόγυνες,
Όλη αυτή η συνοχή και η κομψότης
Περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιό μας.
Έχουν τη δύναμη των πόθων μας,
Το φύλο των μυστικών μας,
Το γούστο που θα επιβραβευτεί.

Είναι ο τυφλός που με διαύγεια κρυστάλλου
Μεταφράζει το κορμί σε γεράματα.
Το νου σε σφηκοφωλιά φωνηέντων.
Τον σύντροφο σε σκόνη στο πέτο.
Το ίδιο το στόμα σε τροφή.

Κάθε τους κόκαλο σαπίζει στην τσέπη μας.
Κάθε τους νεύμα καταγράφεται
Ως η μία όψη του νομίσματος μας.
Η άλλη ο κρόκος του Συμπαντικού Αυγού.

 

Η ΚΑΝΤΑΔΑ

«Αυτό που βρέθηκε, αυτό που αποθηκεύτηκε,
Αυτό θα χαθεί.
Αυτό που ήχησε, αυτό που σήμανε,
Αυτό θα σωπάσει».
Πες το, πες το, το χαζό τραγουδάκι σου
Με μάτια κόκκινα και με πρησμένη γλώσσα.
Εσύ είσαι ο τροβαδούρος της κάνουλας.
0 ψάλτης από το κελάρι.

«Ό,τι χτίστηκε, στα κλαριά χτίστηκε.
Σε ράχη σκύλου».
Δεν θα σε πάρουνε στα σοβαρά, τραγούδα.
Είσαι ο άχρηστος και ο χαριτωμένος.
Μέσα στην κόλαση παραπατάς.

Λέγε το εσύ: «Είμαστε μόνοι.
Ό,τι σπάρθηκε, φυτρώνει σε κρανίο.
Βήχει ο χρόνος μας, το μαξιλάρι ιδρώνει».
Ε, μέθυσες, μέθυσες κάτω από την επιφάνεια.
Ωραία πάντα ταξιδεύει η ήπειρος
Πάνω στο γάλα των ωκεανών της.

 

ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Ησύχασε. Πιες λίγο νερό και ησύχασε.
Πράγματι, είναι ο ήλιος των δώδεκα,
Αυτός που εξαφανίζει τους ίσκιους.
Γύρω σου είναι οι Λευκές Κυρίες,
Η Προγιαγιά, η Αναπνοή και η Λήθη.
Ναι, πιες λίγο νερό ακόμη.

Είναι απλώς ένας χορός. Όταν εργάζονται οι άλλοι.
Το δάπεδο με σατινένια λάμψη.
Ήρθανε να κρατήσουν το χέρι σου.
Να δοκιμάσουνε τα πέλματά τους.
Δεν σε λησμόνησαν ανάμεσα σ’ αυτούς.

Κι εσύ για όλο το γιγαντιαίο λεπτό
Που οι δυο δείχτες ακουμπούν στο μεσημέρι
Χτύπα τα δάχτυλα και γείρε το κεφάλι.
Άσε τη μουσική ν’ αναστατώσει
Τ’ άσπρα μαλλιά τους, τ’ άσπρα τους πουκάμισα.
Κι ας σε φθονούν οι λυπημένοι συνάδελφοι
Που έχεις φαμίλια, που ανασαίνεις, που ξεχνάς…

 

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ

Στην αδελφή μου

Όταν τ’ άστρα ξεκουμπώνουν τα παράθυρα
Και μου δείχνουνε το δρόμο προς το πάρκο,
Βλέπω στο βάθος το πρόσωπο.
Τα άγρια μάτια, τα υγρά του μάγουλα.
Οσμή καπνού και μακρινά τριζόνια.

Στρίβω στην πόρτα το κλειδί: Νοστάλγησε…
Έφυγε νέος. Ως τις πρώτες λεύκες
Διστάζει ακόμη. Μένει πίσω μου.
Μωρουδιακά στο γρασίδι.

Τολμώ να του μιλώ με τ’ όνομά του:
«Απόστολε,
Χτες που ξεσκόνιζα την ωραία σου εικόνα,
Το τοπίο τού σερβάν σ’ αναγνώρισε».
Φλοίσβος στο ρούμι, αλάτι στο κερί.

Σβήνει ο θυμός κι οι δισταγμοί. Χαίρεται
Που είναι ανάμεσα σε τέτοια πλατάνια.
Για όλους μας ρωτά, έναν έναν.
«Αχ», λέει, τέλος, και κουνά
Σ’ αποχαιρετισμό το ναυτικό κασκέτο.
Χρυσός στα νύχια, ρόδινο γυαλί.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΕΡΓΩΝ

Γνωρίζουν άριστα την τέχνη τους,
Εκείνος με το πράο μέτωπο εκ πείρας,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.
Και οι δύο την ασκούσαν αρτίως,
Εκείνος με το πράο μέτωπο συχνά,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια βίου.

Και οι δύο δεν θα την ασκούνε στο εξής.
Τους φόρεσαν το σιδερένιο γάντι.
Πρέπει σε μέση ηλικία
Να πιστωθούνε στα νήπια.
Κάποιος αφανής κερματοδέκτης
(Εάν απλώνουν σταθερό το χέρι)
Θα τους προσπορίζει τα κόμιστρα
Από τον κεραυνό ως το χώμα.

Επ’ ελάχιστον, βέβαια. Ως την ώρα
Που τ’ άστρα, τα παιδιά και οι σύζυγοι
Θα τους κοιτάξουν με τη δυσπιστία του πένθους,
Με τα πελώρια μάτια της ποινής.

Α, τότε ποιος θα τους ακούσει να κλοτσάνε
Κάτω απ’ τα πόδια τους το ίδιο αυτό σκαμνί
Που κατασκεύασε ο ένας εκ πείρας
Κι ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.

 

Η ΦΩΤΙΑ

Υπάρχουν κηπουροί που απεχθάνονται
Όλους τους κήπους που καλούνται να φροντίσουν
Πλην μίας γλάστρας με κοινά γαρύφαλλα
Που κάποτε είχαν δει ζωγραφισμένη.
Υπάρχει μία πρίμα μπαλαρίνα
Που έχει απολαύσει την πολυετή λατρεία
Αλλά είναι βέβαιη πως δεν την αγαπά
Το βραδινό της μαξιλάρι.

Α, θα ήταν μακρύς ο κατάλογος
Των κεραυνών που θρυμματίζονται αόρατοι,
Των πρώτων ή των τελευταίων τριγμών
Μιας πυρκαγιάς που κατακαίει τα δάση.
Θέλει ο δρυμός μια ακόμη αιωνιότητα,
Για να ομολογήσει την απληστία της θλίψης.

 

Η ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ

Η μονιμότητα της σκιάς πάνω στο πρόσωπο,
0 ανεξίτηλος λεκές του φουστανιού της,
Η τελευταία χάρη που είχε κάνει
Σε φίλο ή εχθρό με ανιδιοτέλεια,
Όλα εγγράφονταν στο φάκελό της,
Δεμένο με μαύρα βλέμματα.

Η κερασιά; Το θαλασσί γοβάκι;
Η μητέρα συνεχώς κουρασμένη;
Κι αυτά, κι αυτά! Και το λεωφορείο
Προσπερνώντας τους τάφους να παίρνει
Στροφή για σπουδές στην πρωτεύουσα.

Εμείς την ξέρουμε; Την ξέρετε.
Προσθέστε κάθε δυνατή εξέλιξη
Ως τη στιγμή που έκλεισε πίσω της
Οριστικά η πόρτα του γραφείου.
Και μόλις τελειώσει το ποίημα
Γράψτε από κάτω το όνομά της. 

 

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Κλείνει τα πέταλά της η σονάτα.
Νυστάζει η ευωδιά της φυγής.
Μία μία παραιτούνται οι νότες,
Νοστάλγησαν την επιστροφή στον Θεό.
Μα έχω σωθεί. Ούτε χώμα στα χέρια
Ούτε πια βρόμικο πουκάμισο.
Σοφός, καθαρός, βαθιά θλιμμένος
Κατοικώ στον λιγοστό ουρανό
Που μου άξιζε από καταβολής κόσμου.

 

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΑΣ ΖΗΤΑΤΕ

Περίπλοκο ρητό. Τι σημαίνει,;
Το αγκάθι ενός χειροφιλήματος; Πληγή από τούλι;
«Να έχετε με τους αγοραστές λεπτούς τρόπους».

Πώς, δηλαδή, να τους φερθούμε; Φιλόξενα;
Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους;
Μέσα σε πνεύμα Μουσικής και Δημοκρατίας;
Ή, αφού ο πελάτης έχει πάντα δίκιο,
Να βγάλουμε απλώς το σκασμό;

 

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Για τον μεγάλο ποιητή Καβάφη
Λένε : «Απόσταση, ειρωνεία, έρωτας».
Για τον μεγάλο ποιητή Ελύτη
«Ο ήλιος, ο Θεός, ο τόπος».
Άσε πια για τον Σολωμό ή τον Κάλβο.
Όσο πιο πίσω, τόσο πιο εύκολο.

Γι’ αυτό και οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Τους πνίγει η αγανάκτηση και αποφασίζουν
Να ζουν αιώνια και να υπερασπίζονται οι ίδιοι
Την τιμή τους από τα κουτσομπολιά του κόσμου.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ

Τι γάμος! Ήρθε σύσσωμη η αδελφότητα
Των γαμπρών με τη νυχτερίδα στο πέτο!
Ποτήρια σαν αστερισμοί στην τροχιά τους,
Δάκρυα βροχή επί βουνού εδεσμάτων
Και στα ψυγεία, σε τρυφερή επαγρύπνηση
Κάτω απ’ το πέπλο, τα τεμάχια της νύφης.

 

ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΡΕΣ

Δυο δυο περνούν οι Δεσποινίδες Έλεος.
Γέρνουν γλυκά την κεφαλή στο γαλάζιο.
Τη διαδρομή σχεδίασαν με χαμόγελο.
Το κρύβουν πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους.

Κι αν λιώσουν απ’ τον πόθο τα τακούνια τους,
Πιρουέτες με υποδήματα Κίροφ.
Κι αν η καλή τους η καρδιά πρηστεί,
Λίμπιντο γιασεμιού, αβρή μνηστεία.

Να τις προσβάλουμε με τον εκνευρισμό μας; Όχι!
Να τις θολώσουμε πλησιάζοντας στο τζάμι; Ποτέ!
Καθώς πέφτουνε δυο δυο απ’ το Ζάλογγο, επιβάλλεται
Να χειροκροτήσουμε το θεαματικό φινάλε.

 

ΤΟ ΓΕΝΟΣ

Με μια πλερέζα ως το πιγούνι το βουνό
Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.
Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.
Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.

Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ’ την πόλη,
Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,
Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.
Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,
Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας
Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.

Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.
Καθένας όλο του το σόι.

 

Ο ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΦΤΑΙΧΤΗΣ

Ποιον έχουμε προδώσει και γιατί;
Γιατί φοβόμαστε ένα τέλος στην αγχόνη;
Γιατί ρίχνουμε το πρόσωπο στα χέρια μας
Όπως στην κατσαρόλα το αλάτι;
Σσστ! Έρχονται καταιγιστικές εξελίξεις.
Το φως θα κάνει τις κάμαρες στάχτη.
Θα βαδίζουμε προσεχτικά. Ένα ένα
Θα πατικώνουμε τα λουλουδάκια του τάφου
Στην καταισχύνη των γραφών και των τόκων.
Εδώ μια πίστωση, εκεί μια ομολογία,
Πιο πέρα μια επενδυτική στρατηγική.
Είμαστε ανθεκτικοί και αναλώσιμοι
Όσο και τα στατιστικά μας στοιχεία.
Ε, το ψωμί που γεύεται ο Ιούδας
Τα δάχτυλα του θείου προσώπου το ‘χουν κάψει
Με δυο Διαθήκες, υπογραφές και σφραγίδα.

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
Του φοιτητή του Ντοστογιέφσκι.

Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας
Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

 

ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΜΕ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

I.

Θυμάμαι ακριβώς το πρόσωπό της:
Μάτια έως θανάτου κατάπληκτα.
Μπρος σ’ ένα χάδι θ’ απόμενε άπραγη
Και η λιγοστή του πνεύματός της ευφράδεια.

Κρατούσε ένα καλό κομμάτι κρέας.
Μέσα στην πούδρα από τ’ ασπρόμαλλα δάση
Σπίτια φτιαγμένα με τις χούφτες
Και γύρω νηστικά σκυλιά.

Προτού πηδήξει μέσα, στράφηκε
Και με τη χάρη έκπτωτης βασίλισσας
Επέδειξε το βιβλιάριο ενσήμων.

 

II.

Η μυρωδιά στρέφει το βλέμμα δεξιά,
Σ’ ένα πανέρι μυριστικά φρεσκοκομμένα
Και μέσα το κεφάλι του θύματος
Σαν υλικά μαγειρικής ή θυσίας.

Τα αποστρέφεσαι. Ο ανθρωπισμός επιβάλλει
Να στρέψεις το βλέμμα απέναντι,
Εκεί που ένας μικρός καταρράκτης
Πλένει τα πόδια της νεαρής.

Αλλά ο κορμός της άφαντος.
Τόσα ημερομίσθια, τόσες κρατήσεις
Δεν έπεισαν τον λαμπρό καλιτέχνη
Να ξαναβάλει το σώμα της στο πλάνο.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Κοιτάζω το άγραφο ποίημα
Όπως κοιτάζετε τα τελευταία ψιλά σας.
Πώς θα τη βγάλουμε ως το τέλος του μήνα
Και να τρέχουν οι λογαριασμοί της ψυχής …
Άλλοτε, πάλι, χαμηλώνω το βλέμμα.
Καλώς. Δεν μπορεί να γραφεί.
Άλλος, αξιότερος, θα αφήσει για μένα
Τα έξοδα ενός μωρού
Με ζιπουνάκι του θανάτου.

 

ΣΤΟ ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ

Αντίο, προς το παρόν, Εριφύλη.
Αντίο, Ρεβέκκα, Μιχαήλ, Χριστόφορε.
Αν τώρα αποσιωπώ το σώμα σας,
Στο λίγο φως, διαψεύδονται οι προσδοκίες
Να βρω για σας τον αρμόδιο στίχο.

 

 

Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010)

 

Ι ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ

Όταν ανοίγω τον ουρανό, το βρίσκω
Το κρύο ρόδο που μ’ έσπειρε.
Μα όταν τον κλείνω, τίποτε.
Ούτε άνθισα ούτε έχω γεννηθεί.

 

ΟΙ ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ

Θυμάμαι εκείνους τους Λάρητες του Καβάφη,
Ανίσχυρους οικιακούς θεούς.
Θυμάμαι εκείνη την κλίση των ώμων μου
Μπροστά σε κάθε νέα δυσκολία.

Υπάρχει πάντα μια προσωπική αθεΐα
Που εκφράζεται με τη στάση του σώματος.
Πιο άκαμπτη, πιο ευθυτενής
Όσο το εικονοστάσιο αδειάζει.
Όταν πλέον συνοψιστείς σε μια κάθετο
Γερά μπηγμένη επί των πελμάτων,
Τότε επανέρχεται η καβαφική παρεούλα,
Φτωχοί αλλά περήφανοι συγγενείς.
Στασίδι βέβαια δεν τολμούν να ζητήσουν.
Στέκουν εκεί, γερμένοι πάνω στα μπαστούνια τους,
Και κάτι λένε ανάμεσα απ’ τα δόντια τους
Με το βλέμμα προς το κέντρο της γης.

 

ΟΛΟΙ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΥ

Το βρίσκει προφανώς γραφικό,
Μια τρυφερότης που επιδοκιμάζεται,
Να ταΐζει τα υπερτροφικά περιστέρια,
Να συνωθούνται αυτά προς τα σπόρια
Ανίκανα να μεταχειριστούν τα φτερά τους.
Εκπεπτωκότες δεινόσαυροι
Που μασουλάνε ψυχαναγκαστικά τζάμπα κόλλυβα
Από τον Άγνωστο εκείνο Στρατιώτη,
Άβολα ξαπλωμένου στο μνήμα του.
Τι οσφυαλγία, ο δυστυχής, στους αιώνες,
Με τι αγανάκτηση θ’ ανασταινόταν,
Για να γλιτώσει από τον Αφανή Πρωθυπουργό,
Που τροφοδοτεί των πουλιών τις δαγκάνες…

 

Ο ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ας δούμε πώς μουντζουρώνεται,
Πώς πάει δαρμένος ως τον προσωπάρχη
Να καταγγείλει τη βία της άνοιξης
Ο θυμωμένος ουρανός.
Αυτή η μπόρα πρέπει να ξεσπάσει,
Αν θέλουμε να λειτουργούνε απρόσκοπτα
Οι φυσικοί μηχανισμοί
Και τις προσλήψεις του να συνεχίζει ασκόπως
Το σύμπαν.

Στους λογαριασμούς μου στάχτες.
Στις αναμνήσεις μου σκώμματα.
Και στα ελάχιστα τα μεγαλοπρεπή μου
0 τελευταίος πυρετός.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Εχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ένα κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τύλιξαν μέσα.

 

ΑΚΑΔΗΜΙΑ

Αυτός ο υπερήφανος λαός μας
Με τέτοια πείρα στα οικιακά του
Κι όλο ξαφνιάζεται και όλο βάζει τις φωνές
Σαν νιόπαντρη νοικοκυρά που εντοπίζει
Μυρωδιά καμένου άστρου στο τηγάνι της.

 

Ο ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ

Ήρεμος. Σαν παπάς στην επαρχία.
Δυνατός. Σαν διεθνής τραπεζίτης.
Αστραφτερός. Σαν γαμήλιο πάρτι.
Κακός. Αλλά όχι άθλιος.
Ραδιούργος αλλά όχι ατάλαντος.
Θα είναι ως και συμπαθής σε κάποιους
Πρόθυμους πάντοτε να ευεργετηθούν.

 

ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ

Ας φανταστούμε ένα λαό πανάρχαιο, γεννήτορα επιστημών, αιώνιων
θεσμών και εξαίσιας τέχνης, να κάθεται, σεβάσμιος γέροντας, πάνω
σε μια μεγάλη πέτρα και να ποιμαίνει βιβλικό κοπάδι μέσα σε
αμφίσημους συλλογισμούς: Μαλλί ή γάλα; Τροχός ή αθάνατος θεός;
Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά του πλέει σχεδία μ’ ένα ναυαγό.
Το πεισματάρικο σκαρί τον θέλγει. Προσηλώνει το βλέμμα στον
πλου και, παρ’ όλα τα κουδούνια και τα βελάσματα, ξεχωρίζει τον
ναύτη που σιγοσφυρίζει την ακατανόητη λεξούλα «άτη». Διακρίνει
τη σκιά του επερχόμενου κυκλώνα να βαδίζει με θλιμμένη κομψότητα
κατά μήκος της σκελετωμένης ακτής. Ρήμα ή θάνατος; Πνιγμός
ή πτήση;
Τώρα την κίτρινη ομίχλη ας φέρει η νύχτα. Είμαι μόνος σαν τα
φαντάσματα, ένα άροτρο στον ουρανό. Στην πίσω πλευρά τον κρανίου
μου κρυώνει η σκέψη τον καλύτερον εαυτού μου. Ασσύριος ή Ναβαταίος; Έλληνας ή φανατικός; Α, τίποτα, στουπί και λινάρι, ένα
σημάδι στον κρόταφο, μια χώρα που θα γίνει νερό.

 

ΔΕΥΤΕΡΑ

Με πιπέρι και κρόκο
Και με μάτια ανυπόφορα
Μαγειρεύει ο θάνατος.
Την κεφαλή, το στομάχι μου
Με το βρασμό αναλίσκει
Και τη λύπη μου ωμή
Την αφήνει στο μάρμαρο.
Με τα δάχτυλα γεύομαι
Τον εαυτό μου.

 

ΤΡΙΤΗ

Γηραιά, με τις δερματικές κηλίδες
Σκεπασμένες πού και πού με λίγη πούδρα,
Αποφασισμένη να περάσει στο άγαλμά της
Ως -τάχατες- πνοή του καλλιτέχνη
Και έτσι κάποιον ακόμη θαυμασμό να αποσπάσει
Ολοκληρώνεται η Σταδιοδρομία μου ως δασκάλας 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα ψίχουλα, το κερί, το ιμάτιο,
Το δέντρο που αισθάνεται μια Παρουσία,
Αυτά να τα κρατήσω στον εφιάλτη μου
Ή να τα παραδώσω στην αστυνομία;

 

ΠΕΜΠΤΗ

Πέμπτη με το μελάνωμα και τον ιβίσκο.
Ο κηπουρός μού το μαρτύρησε: Θα βρέξει.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Με τυραννούσαν τα νερά
Μετακινώντας απλώς τις βλεφαρίδες τους.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ

Τηλεφώνησέ μου, βουή των κοχυλιών.
Γράψε μου κάτι στο μέτωπο.

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ

Το πρόβατο το απολωλός. Η Τραβιάτα.
Η Κυριακή με τις καμέλιες.
Για τον Κύριο σταθερή μέρα ακροάσεων.
Για τον Απόλλωνα των ρεμπετών Συννεφιασμένη.
Για μένα δυο πακέτα εφημερίδες
Με προφητείες για πνιγμένους και κουφούς.

 

ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Γράφουν με το αίμα τους αλλά και μ’ ένα πινέλο
Στους τοίχους οι αδικημένοι άνθρωποι.
Έχουν και εργαλείο και αλφάβητο
Αλλά ποτέ αρκετό αίμα.

Πώς μένουν αποσβολωμένοι, συντρίμμια,
Όταν τους περισσεύουν τα λόγια
Ενώ αδειάζει ο κουβάς
Μέχρι σταγόνα…

Του δίνουν μια και τον πετάνε τότε
Τον άχρηστο κουβά, το τομάρι τους.
Τι να κηδέψεις τώρα;
Τα πινέλα;

Και μένουν άθαφτα αυτά και συσσωρεύονται
Ένα βουνό, ένας τύμβος από βούρτσες.
Το μνήμα της ξεραμένης βαφής.

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ

Ποιος ξέρει πού γυρίζει, τέτοια νύχτα,
Του πατέρα μου η παιδική ηλικία.
Χωρίς φωνή και χωρίς βάδιση κι όμως,
Αν κρίνω από τα δάκρυα του, ο θεός
Του επιτρέπει να τη θυμάται,
Ο στυγερός, αφού τον κρέμασε πρώτα
Μ’ ένα καρφί από το πίσω τού κρανίου του. 

 

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Εάν βαλθείς να επιλέξεις Νομάρχη,
Το αίμα, η ουρά και τα κέρατα
Δεν πρέπει να περιέχουν χρυσό!

 

ΕΞΩΣΗ

Την πόρτα μου άνοιξα και ήταν εκεί:
Πανύψηλος, με την καμπούρα ενός κύματος
Και στηριγμένος σε χοντρό ραβδί.

Με όλους συγκατοικεί κανείς, θλίψη, στέρηση,
Ακόμη και ο θάνατος μπορεί ν’ αφήσει
Χώρο για τους ζωντανούς μες στο σπίτι.
Μόνον ο πόνος του σώματος
Μετράει, ντούκου ντούκου, κάθε πόντο
Από την οροφή ως το πάτωμα
Και τέλος σε πετάει στο δρόμο
Ως νόμιμος ιδιοκτήτης. 

 

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ

Θυμός τα ορατά διατρέχει..
Είδαν που πέρασε από τα δωμάτια
Κακόπιστος οφειλέτης.

Δεν θα επιστρέφει όσα πήρε.
Και δεν γιατρεύει, όπως διατείνονται,
Ο Χρόνος.

Αλλά από κάποιο άλλο χέρι υφαρπάσσονται
Τα απολεσθέντα
Και σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει
Αγνοούνται.

Ας του ζητούν. Δεν έχει τι να δώσει.
Μόνο επιστρέφει το χρεόγραφο
Κατάστικτο από διαδρομές εντόμων.
Αυτό πιστοποιεί νομίμως ότι

Εξόφλησες.

 

ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΧΑΡΤΙ

Με άνθος στην κομβιοδόχη
(Τέτοια φιγούρα ποιος θυμάται…)
Και με θλιμμένη συμπεριφορά
Μπροστά σ’ ένα ποτήρι μπίρα.
Κάπως δανδής, παλαιάς κοπής, δικής μας,
Κάπως περιπλανώμενος πότης.
Μ ένα συγκεχυμένο ιπποτισμό
Και μια ακόμη πιο θολή αυτοκατάκριση.

Δώστε του ένα όνομα, κάτι,
Η δική μου η πενιχρότητα των μέσων
Να μην τον σύρει στον αφανισμό.
Καθένας κατά βάθος ονειρεύεται
Μια τόσο απλή Δευτέρα Παρουσία. 

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

(ή πώς παίρνονται οι αληθινές αποφάσεις)

Σαν τους ιχθύς και τους άρτους
Λίγος θάνατος πολλούς χορταίνει
Αποκαλύπτοντας τη θεία παρέμβαση
Με ακρίβεια διαιτολόγου.

Σπάνιο έδεσμα, ποιος το ’χει κάθε μέρα
Εν επιγνώσει… Όλοι ανίδεοι
Μεταβολίζουν τις φριχτές ουσίες.

Μια έκλαμψη όμως, ένα σκίσιμο στομάχου,
Κάνει συχνά τον πεινασμένο όχλο ομήγυρη,
Συντρόφους που μοιράζονται το τίποτε
Με αδελφική δικαιοσύνη.

Τότε κι η λίμνη λάμπει ολόκληρη απ’ τα ψάρια.
Τότε κι η αφθονία του κακού φαντάζει
Ωραιότης…

 

ΕIΣ TO ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ, ΠΑΤΕΡΑ

Με βλέμμα εξεταστικό Τον ατένιζες
Σαν να σκεφτόσουν: «Εσύ είσαι;
Πράγματι εσύ; Χμ… Βεβαίως».
Κι ούτε αγωνία ούτε πανικός: Αναγνώριση
Ενός αγγέλου αυτοκρατορικού από έναν άλλο,
Φτωχό, με τα φτερά του πάνω στο κρεβάτι.

Κι αν κατάπινες με γρήγορες γουλιές
Το τελευταίο σου μερίδιο αέρα,
Και αν, τέλος, έμεινε ορθάνοιχτο το στόμα,
Δεν ήταν βουλιμία ζωής ούτε τρόμος.
Μόνο φροντίδα να υποδείξεις το σπήλαιο
Απ’ όπου αρχίζει η οδός του μέλλοντος μου. 

 

 ΙΙ Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΥ

«Μπορούμε να συμβαίνουμε μόνοι μας πάνω σ’ έναν τιποτένιο πλανήτη!
Ένα κεφάλι κουβαλά ό,τι και μια κοιλιά, τίποτε άλλο. Μπροστά
μας τα βουνά των εδεσμάτων αναδίνουν τις ερεθιστικές τους
οσμές ως βαναυσότητα προς την πείνα αλλά και ως κόλαφο στον
κορεσμό. Δικαιοσύνη. Η πρώτη όψη της θειότητάς μας. Η άλλη
είναι η τροφή. Μόνοι μας πλάθουμε την τροφή που τρώμε, από το
οικείο χώμα και το νερό, εμφυσώντας τους τη θρεπτική αξία με μία
και μοναδική εκπνοή. Αλλά ως μελαγχολικά υποκείμενα τούτο το
λέμε βλασφημία. Γενικά το αποτιμούμε ως πνεύμα, ενώ είναι παραγωγή.
Ντροπαλά ανασαίνει ενίοτε ένα κλωνάκι βασιλικός. Τότε
ξυπνάει μέσα μας η τέλεια αδιαφορία. Αν η αφή μας μπορούσε να
συλλάβει τις ποιότητες όλων των αγγιγμάτων, όλα θα μας εγκατέλειπαν
άτρωτους. Διασχίζουμε το νερό με αγνότητα. Άλλοι μετά θα
το φορέσουν, ένα υγρό βεστιάριο, που φιλοξένησε την απομάκρυνσή
μας. Για λίγο ελεύθεροι, δεν νοσταλγούμε! Όσο να μαραθεί ο κλώνος
τα δάκρυα μόνο διαιρούν το πρόσωπο, άπαυτα και απαλά σαν
ποτάμι, αλλά αυτό δεν είναι υποδούλωση. Είναι η πληρότης των
ωρών. Ύστερα μας ειδοποιούν οι Μοίρες. Αρπάζουν σφιχτά το στομάχι
μας, η καρδιά μας χτυπά ακατάστατα, γινόμαστε επινοητικοί
και λαίμαργοι, καθένας κι ένας πίδακας ιδεών. Παραγεμίζουμε το
στήθος με χόρτα, με λουλούδια και χρυσαφικά του αγρού, με κάθε
μανιτάρι τον κρύου. Λάμπουμε από το θυμό και τον πλούτο, σαν να
είμαστε αληθινά νοήματα, σαν να είμαστε αποδεικτικοί συλλογισμοί.
Άλλοι παχύσαρκοι από βεβαιότητα κι άλλοι σκελετωμένοι από πείσμα
καταστρώνουμε ωραιότατους βίους ή τους πενθούμε με αλαζονική
διάρκεια, ενώ συμβαίνει μόνο το εξής: Θα εκραγεί το ηφαίστειο
της Θήρας και θα αφανίσει το Μινωικό πολιτισμό αύριο το πρωί,
εννιά και δέκα. Αλλά δεν έχουμε τον αναγκαίο χρόνο, για να κατανοήσουμε
τη γη. Απ’ το παράπονο ως την ωμοφαγία η έκρηξη των
γεννητριών, μια διανοητική φαντασμαγορία, τα λαμπιόνια της πιο
κομψής Πομπηίας, ο θόρυβος της αγοράς. Κανένα καταχθόνιο ρεύμα.
Αύριο, γύρω στις εννιά, τα ουράνια θα είναι στη θέση τους,
λεπτοδείχτες σε πλήξη, θα ζυμώνουμε την τροφή του εγκεφάλου μας
μέσα σε παραδείσια αύρα. Καμία ενοχή. Καθόλου δάκρυα. Κανένα
αρωματικό κλωνάρι». Κάπου θα υπάρχει ένα στιλό. Προσυπογράψτε
αυτό το μανιφέστο τώρα. Ποιος θα προλάβει ν’ αρνηθεί συγκατάθεση
στα δέκα τελευταία λεπτά…

 

Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

«Έλα, σκοτάδι, τίναξε το αλεύρι σου, κι εσείς, παιδιά, σπρώξτε τον
χοντρό παρακάτω! Πέθανε, δεν θα φέρει αντίρρηση» μας φώναξε
σβήνοντας με τις λιωμένες παντόφλες τον τις πατημασιές του
πεθαμένου. «Οι ηλικιωμένοι να καλυφθούν με χαρτί! Οι γυναίκες και
τα παιδιά με τα φύλλα! Η ζάχαρη και οι σταφίδες εδώ, θα φουρνίσουμε
τις συλλογικές αποφάσεις!» συνέχισε στεντορεία τη φωνή και
χτυπώντας το μπαστούνι τον στο τούβλο, που τον είχαν βάλει για να
στέκεται.
Σκύψαμε το κεφάλι υπάκουα κι αρχίσαμε να σκάβουμε για λίρες.
Θα πιάναμε τα φτυάρια και χωρίς την παρότρυνση, όμως η τόση
ένταση της φωνής υπεδείκνυε κίνδυνο θανάτου. Το φεγγάρι ρουθούνιζε
πάνω μας σαν το γουρουνάκι στο στάβλο και οι καλαμιές, καμένες,
τρυπώνανε απ’ τα δοκάρια της σκεπής ως τη γούρνα, όπου
κυλιότανε το φως. Εκεί μονάχα ο παπάς του χωριού τολμούσε, που
λες, να πλησιάσει, γιατί τα ζώα είχανε δαιμονιστεί και απαντούσαν
με πνιχτές βρισιές στα πνεύματα! Σκάβαμε χωρίς την παραμικρή
διακοπή, χωρίς νερό, τροφή ή ανάπαυλα, κι όποιον τον πρόδιδε η
αρρώστια του ή το πάχος τού σβήνανε τα χνάρια με τις παντόφλες,
για να μη γίνει η απογραφή, που θα επέβαλλε την επιδότηση του
ρόγχου ή χρονοδιάγραμμα επί των ιών.
Με τέτοια, λοιπόν, οργανωμένη εργασία, με τέτοιο συντονισμό
των φτυαριών, βρήκε η γενιά μας τις χιλιάδες λίρες, αυτές που τώρα
βρίσκετε εσείς μες στα δόντια μας, καθώς, σε ύπτια κολύμβηση,
ταξιδεύουμε ένας ένας γαλήνια προς τις αγέρωχες Ηράκλειες Στήλες
εκεί που χύνεται όλη η θάλασσα κάτω και αρχίζει η Νέα Σχολική
σας Χρονιά!

 

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ήσυχα έπεφτε το βράδυ, σαν το κακό να μην υπήρχε στον κόσμο. Η
Θέληση, παγιδευμένη στ’ όνομά της, έσφιγγε γύρω από τους ώμους
την εσάρπα της, για να κρύψει κάτω από το θάλπος μια ράθυμη κι
αδύναμη καρδιά. Μπροστά της άκμαζαν κομμένα χρυσάνθεμα, που
έπρεπε να μπούνε στο νερό. Πήρε, λοιπόν, ένα μεγάλο βάζο και, πριν
τακτοποιήσει τα άνθη, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του, όπου ένα
δαχτυλάκι υγρό χνούδι περιέτρεχε βυθό και τοιχώματα. Το όμορφο
πήλινο σκεύος έμοιαζε ανεστραμμένη κατοικία. Η πύλη ορθάνοιχτη
προς τον ουρανό, όπου είχαν κιόλας ανατείλει τ’ άστρα. Ο αόρατος
ιδιοκτήτης της είχε επιστρώσει τους τοίχους με μια στρώση θαλάσσιο
βελούδο, αν όχι με τα άλατα της εκπνοής. Έτσι, η Θέληση άνοιξε
τη βρύση και άφησε να συμβεί εκεί μέσα, σ’ αυτήν τη χειροποίητη
κοιλότητα, ό,τι συνέβη πριν εκατομμύρια χρόνια, όταν, τη θεία βουλήσει,
λένε, τα αιφνιδίως βυθισμένα φαράγγια δέχτηκαν χιλιάδες
τόνους νερού. Στα διάσπαρτα, τρομοκρατημένα βουνά τους θα σκάλωναν
κάποτε τα καράβια του ιερού κατακλυσμού. Εκείνη τώρα,

θεός του ανθοδοχείου της, είδε τη μικροσκοπική του θάλασσα να
ισορροπεί λίγο κάτω από το στόμιο σε εμφατική αναμονή. Σήκωσε
τότε την ανθοδέσμη μα, πριν την εμβαπτίσει εκεί, πρόλαβε να
παρατηρήσει κατάπληκτη, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά, πόσο
βομβούσαν λαμπερά τα χρυσάνθεμα, τα μόλις προ ολίγου θανατωθέντα.
Σαν να μην ήταν ο ακρωτηριασμός τους παρά ένα τίμημα για
τον παράδεισο και τώρα, μες στο δροσερό καθαρτήριο, να περιμένουν
πάνω στο τραπέζι τη μετάλλαξή τους σε ιδέες, που η πρώτη πρώτη
ευλογία του κόσμου θα φιλοξενήσει εγκάρδια.
Όταν εν τελεί έγιναν όλα σωστά και όλο το δωμάτιο διακοσμήθηκε
με τον κλασικό αυτόν τρόπο, η Θέληση ένιωσε πως δεν κρύωνε
πλέον, μπορούσε να χαλαρώσει την εσάρπα της και να επιτρέψει στο
χτύπο της καρδιάς της να υπακούσει στον κρυφό τον ρυθμό. Στερέωσε
τα μαλλιά ψηλά μ’ ένα μολύβι, φτιάχνοντας μια καινούρια εικόνα
της μπροστά στον απορημένο καθρέφτη. Εκείνος πάλι δεν μπορούσε
να συμμεριστεί την ψευδαίσθηση μιας τόσο τετριμμένης αλληλουχίας:
Ώμοι που τρέμουν, δυνατές αρτηρίες, ένα μπουκέτο προγραμμένο
στο νερό! Με άκρα λεπτότητα επομένως έστρεψε τον υδράργυρο
του προς τα μέσα. Παρατηρούσε εντατικά το βυθό. Έτσι απέδωσε το
νέο της είδωλο μόλις στο ασαφές περίγραμμά του. Η Θέληση δεν
θύμωσε γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω η σαφήνεια ενός προσώπου… ω,
θεέ μου, ύλη από υποθέσεις, σύνθεση από μικροτραύματα. Ας δει ο
καθρέφτης ένα σκίτσο. Ας δει και η Θέληση στον καθρέφτη μια
κόμμωση αρχαϊκή κατορθωμένη μ’ ένα μέσο γραφής. Κι οι δυο
απεικονίζουν εκείνο που υποθέτουν πως μπορούν να δουν.
Κι ενώ επήλθε συμφιλίωση ανάμεσα σε δυο τρυφερά και δυο
ατσάλινα μάτια και τα εκατέρωθεν βλέμματα διέσχισαν τα αντίπαλα
προσωπεία ανεκτικά, ακούστηκαν τα πρώτα βήματα της νύχτας. Σε
λίγο μπήκε και η ίδια στο δωμάτιο σαν το κακό να μην υπήρχε στον
κόσμο. Άπλωσε τη δροσιά, επέβαλε τάξη, εξαφάνισε κάθε διακόσμηση
και απορρόφησε την ακάματη Θέληση σε ύπνο αναγεννητικό μες
στην καρδιά της.

 

 

Λιμός (2007)

Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008

 

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.
Των επίκτητων αποθερισμός,
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.

 

ΕΚΔΟΧΗ

Συνετός άνθρωπος και να ‘ναι εκτός εαυτού;
Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.
Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,
Ν’ αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες
Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων
Σαν να ήταν από πτητική μελάνη.

Κι αυτό θα δούμε κι άλλα.
Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ’ τη χώρα,
Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα
πάνω από τον βρυχηθμό της πνοής μας.

Τα κρύα προβατάκια των άστρων
να βόσκουνε μια τέτοια βροχή
Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων
Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.

Έτσι μπορεί να τελειώσουν όλα.
Και ν’ απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:
Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι
Μες στο Χάος.

 

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,
Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,
Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,
Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,
Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.
Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές
Ένα αηδόνι!
Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν
Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του
Που όλο μου το σώμα μεταφράζει
Τρέμοντας κάτω απ’ τα βαριά μου ρούχα.

 

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Η Εύνοια έχει ορθώσει μέγα τείχος.
Άπαρτο από κάτι στίφη ακραίων σαν κι εμάς
Με αγνότητα βαρβαρική
Και τα μονόξυλα της στιχουργίας.
Πίσω του οι λαοί οι πολιτισμένοι
Λατρεύουνε τον αυστηρό θεό τους, εμπορεύονται
Και με εξαίσιους ύμνους μάς χλευάζουν,
Τους αδαείς, με την αβυσσαλέα πείνα.

Μη φαντάζεστε ότι θα συναινέσει η Εύνοια
Να μας εξαποστείλουν οι ιερείς τους μ’ ανταλλάγματα.
Το θέαμα και μόνον τέτοιου τείχους
Τα τρώει τα κόκαλα των βαρβάρων.

Αν και τη νιώθω τη λύσσα σας, αδέλφια,
-Πράγματι αξίζει να ’σαι και πιστός και πλούσιος-
Δεν είναι τάχα γελοίο αυτό το πετροβόλημα;
Δεν είναι αξιοδάκρυτο τέτοιο πείσμα;
Και τι είναι η Εύνοια μπροστά στο σκοτάδι;

Α, εγώ θα πάρω έναν υπνάκο εν ώρα μάχης…

 

ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, I.

Ο κόσμος χαμηλώνει τα φώτα.
Περνάει μέσα στον ατμό της η άνοιξη.
Μ’ ένα ουρλιαχτό μισοσφαγμένου
Σέρνει πίσω της το καλοκαίρι.

Κάποιος μαζεύει μέσα τα παιδιά.
Κάποιος άλλος τα δέρνει αλύπητα.
Τι θέλουνε στο δρόμο τέτοια ώρα;
Από παντού φυτρώνουν βρωμολούλουδα.
Άμα τα πιάσεις, θρυμματίζεσαι
Ή μένεις μόνο με την κοιλιά.

Κι εκείνα πίσω απ’ της γιαγιάς το φουστάνι
Ρουφάνε περίλυπα τη μύξα τους
Που δεν θα φτιάξουνε ξανά με το δεκανίκι τους
Ωραία κάστρα στην άμμο.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Κάποιος κατέβηκε από τη σκάλα.

Κάποιος άγγιξε το ποτήρι,

Κάποιος είδε τον ουρανό και τρέκλισε.

Κάποιος μου πρόσφερε μια ασπιρίνη.

Ένας κουβάς με απόνερα αδειάστηκε
Πάνω στις θεριεμένες τσουκνίδες.

Θα έχουμε ένα ήσυχο βράδυ.
Τα άστρα θα σκονιστούν απ’ την ανάσα μας.
Θα πούμε με του παπουτσιού τη μύτη
Ερωτόλογα στο χώμα της κάμαρας.

Κι ύστερα θα σε ντύσω με βιαστικές δαχτυλιές.
Θα σε ντύσω με το μάγουλο μου πάνω σου.
Θα σε ντύσω με σανίδες, με τίποτα.

Κάτι απ’ όσα έχω θα σου κάνει,
Καθώς θ’ ακούμε να πετά για πάντα η στέγη
Προς το δικό της τον προορισμό.

 

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΘΕΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Σπίτια από λάσπη μες στον ουρανό χωμένα
Κατοικημένα από γενναία σώματα
Που άφησαν την ψυχή τους στα χέρια μου
Και την μεγάλωσα σαν δικό μου παιδί.

Όλοι οι χωρισμοί μ’ εμπιστεύτηκαν.
Και τα λουλούδια μ’ ένα τράνταγμα απ’ τη ρίζα
Τραβηγμένα απ’ το στήθος μου τα πήραν μαζί τους.
Αλλά μου είπαν : Σκέπασε τη γούβα.

Να κρατάς σε χαμηλή φωτιά τα αρώματα.
Και τα γέλια, τις πεταλούδες, τα ξαφνιάσματα
Σ’ ένα μικρό ποτηράκι.
Όταν γυρίσουμε θα πιούμε.

Έχω την κατοικία μου εδώ κάτω πλήρη
Με φυσαλίδες από φως παιχνιδιάρικο,
Τέτοιες ασώματες φωνές καλοαναθρεμμένες,
Που στάζουνε χυμό οι γυμνοί τοίχοι
Στο βιολετί και ιερό τους ασβέστωμα.

Και καμιά τους δεν αφήνω εγώ να κλάψει
Όταν κοιτά τον ουρανό.

 

ΠΕΡΣΕΑΣ ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ

Και τώρα; Τι ακριβώς να το κάνεις
Το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας;

Δεν νιώθεις θριαμβευτής που το έκοψες.
Δεν σε λυτρώνει που δεν έχεις μαρμαρώσει.
Δεν σου είναι καν αποτρόπαιο, όπως κοιμούνται
Ήσυχα ήσυχα τα νικημένα φιδάκια.

Κοιτάς δεξιά – αριστερά, κανένας
Που να μην σε κοιτάζει εμβρόντητος.
Πρόσεχε, πρόσεχε, μη βάλεις τα κλάματα
Μπρος στις ζητωκραυγές του πλήθους.

Βρήκες το θάρρος, και οι θεοί συνέργησαν,
Είχες δεν είχες, το σκότωσες το τέρας.
Γιατί κοιτιέσαι τώρα μες στο καθρεφτάκι σου
Σαν να είχες εκκενωθεί από σπλάχνα;

Παράδωσέ το πια. Πάρε το έπαθλο.
Δεν είπα «πρόδωσε». Είπα «παράδωσέ το».
Εγώ δεν είμαι αυστηρή με τους ήρωες.
Θα τους κοίμιζα και μες στην αγκαλιά μου.
Μόνοι ακούν αυτό που θέλουνε ν’ ακούσουν.

Έλα, προχώρα προς την αποθέωση. Έτσι είναι.
Ήρωας ή όχι, πού να ξέρει ο άνθρωπος
Τι πάει κάθε φορά και σκοτώνει…

 

ÉGALITE

Έχω δει σ’ έναν μέτριο πίνακα
Μια λεπτομέρεια αριστουργηματική : ένα δέντρο
Φτιαγμένο από αληθινή σοφία και άνεμο.
Και σ’ ένα υποδειγματικής τέχνης τοπίο
Έναν πρόχειρο, αδικαίωτο λοφίσκο.

Πόσο αδελφικά συνυπάρχουν
Τις δυνατότητες και τα όρια μας σημαδεύοντας
Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή δημοκρατία
Όπου θεία πνοή
Ή θεία κλωτσιά
Μας έχει ρίξει ….

 

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Με τα δόντια του να στάζουν αίμα, αθώος,
Βουτάει όλος στα νερά.
Ως τα πέρατα το μουγκρητό του.
Σπίθες παντού πανικόβλητες,
Κυνηγημένες νυχτερίδες.
Τρελαμένος, ανυπεράσπιστος
Κουτρουβαλούσε την πλαγιά με τ’ αγκάθια του
Παμμέγιστος σκαντζόχοιρος πυρπολημένος.
Για να γλιτώσει τέτοιον απερίγραπτο πόνο
Ποιος δεν θα δάγκωνε ό,τι βρει μπροστά του;

Έτσι που έγινε, μια σφαίρα από εγκαύματα,
Έτσι που μαρτύρησε ανάμεσα μας,
Θα δώσει μια και θα μας τραβήξει μαζί του

Εκεί που τώρα χώνεται μ’ απόγνωση.

 

ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ

Αν είναι δυνατό να μη γκρινιάζει,
Να μην είναι αστραφτερός και πανέξυπνος,
Να βλέπει τα πόδια του και να ντρέπεται,
Τότε και μόνο ίσως, τώρα πια,
Θα πρέπει να τον γράψω αυτόν τον στίχο.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

 

Η ΤΡΟΧΙΑ

Κάποιος με το σεισμό των κραυγών του
Περνάει ξυστά από τον ύπνο μου.

Προς μια οδύνη τόσο οριακή
Έλκεται η ύπαρξη ντροπιασμένη

Την κλίση της τη φυσική προς τον νόμο
Και κάθε θαλπωρή αποτρέποντας.

Αλλά κλείνω τα μάτια ανέτοιμη:
Σκισμένος απ’ την κεφαλή ως τα νύχια.

Όταν τ’ ανοίγω, είναι πάλι εκεί.
Θα λάβει την ηλικία της Γαίας,

Ώσπου να σπάσουνε των αυτιών μου τα τύμπανα
Και να ξυπνήσω μες στο ίδιο τούτο σπίτι.

Κουφή και στο νερό και στο γάλα.

 

ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΩΝ ΜΥΡΩΝ

Πατρίδα μου είναι η αρχαία πόλη Τίσις.
Από τα ρόδα της το φημισμένο άρωμα παράγεται
Που φορούν κατά τη μετενσάρκωση οι πότες,
Όταν περνούν από το αλκοόλ στη συγγνώμη.

Ασκώ το επάγγελμα του σκλάβου.
Α, ναι. Προσδίδεται αξιοπρέπεια στη Μοίρα,
Όταν κανείς την υπακούει αδιαμαρτύρητα
Καταφρονώντας την από τα βάθη της καρδιάς του.

Από τους κόπους μου ένα κομπόδεμα έχω:
Διαμάντια που ομοιοκαταληκτούν με τη νύχτα,
Μια καλλιεργημένη – αοιδού – φωνή
Κι ένα συκώτι που δεν το ‘καψα τελείως.

Έζησα και δεν έζησα. Όπως όλοι.
Κάμποσο η γέννησή μου τιμωρήθηκε
Και κανέναν δεν θα ωφελήσει ο θάνατός μου.
Άρα, καιρός να παρφουμαριστώ και να βγω έξω,

Να πάω να πιω, να γίνω λιώμα.

 

Ο ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ

Ένας κορμός κυριολεκτικός.
Με τραχύ φλοιό, ρίζες και κλώνους.
Το φύλλωμα είναι μεταφορικό.
Άλλοτε εννοούμε αυτό, άλλοτε το άλλο
Και δώσ’ του μια εικόνα να αξίζει χίλιες λέξεις…

Μα ο κορμός κυριολεκτεί.
Έχει τα δαχτυλίδια, τις κουφάλες, τους ρόζους του
Ως και κάμποσων κεραυνών τα κούρβουλα
Ενσωματωμένα
Στα άλλα τα αποτυπώματα του χρόνου.
Και ασφαλώς αντιστέκεται παλικαρίσια στον άνεμο
Ως την ημέρα που θα πέσει.

Έτσι αγαπώ εγώ μα ποιος ξέρει
Αν θα ’ναι τόση η γενναιοδωρία των άστρων
Ώστε να στιχουργήσω κάποτε έτσι.

 

ΚΑΝΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ

Θα τα τακτοποιήσω όλα ένα-ένα
Στο ράφι του ή στο σωστό συρτάρι.
Κι εκεί θα μείνουν σαν θαμμένα στο χώμα.
Ενώ μπορώ ασφαλώς να κάνω πλούσιο
Εκείνον που η θεία πλευρά μου επιθυμεί.

Τι θλιβερό να διευθετεί η θνητότητά μας
Με πνεύμα σύνεσης και οικιακής οικονομίας
Όσα θα έπρεπε να σπαταληθούν ως το θαύμα
Και να μην έχουμε, οι σκιές οι τιποτένιες,
Το θάρρος του έμφυτου πλούτου μας.

(Κι εσύ, που ήσουν στα μέτρα της ψυχής μου,
Κι εσύ να ψεύδεσαι σαν κάθε τίμιο άνθρωπο…)

 

Ο ΛΙΜΟΣ

Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,
Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.
Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου
Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.
Ή το θυμό μιας άδικης τύχης
(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).

Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,
Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,
Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα
Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,

Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …

 

…ΚΑΙ ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑ

Να με συνοδεύσετε; Χαριτωμένο.
Πρώτα να κάνετε θυσίες για μένα.
Κι όποιον κάνει τις πιο πολλές θα διαλέξω,
Μικρά μου αστραποβόλα πελαργόπουλα.

Θ’ ανέβω μ’ ένα σάλτο στα φτερά του.
Το βάρος μου εξαφανίζει η αγάπη.
Θα είμαι ελαφρύτερη κι από το πιο μικρό του σμήνους
Καθώς θα αποδημώ προς τα μέρη σας.

Κι όπως το ράμφος του θα σημαδεύει τον ορίζοντα,
Κι όπως τα σύννεφα θα υποχωρούν ένα-ένα,
Στους ώμους μου θα συντελείται το θαύμα:
Λίγο πριν μπούμε, θα πετώ με τα φτερά μου.

Μπρος απ’ την πύλη, πριν γυρίσει στα Έργα του,
Ας μου δώσει το φιλί της καληνύχτας.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΤΑΙΩΝ

Ρόδινη πόλη σε πανί βαμβακερό
Εδώ κι εκεί σταγμένο από μελάνι.
Οι στέγες από μαύρη ζάχαρη
Κι οι δρόμοι από λυπημένο αλάτι.

Πουλιά, αν περάσουν, θα ‘ναι από χαρτί.
Το πρόσωπο ενός γάτου για φεγγάρι.
Αλλά, αν περάσει ένα μωρό κουδουνίζοντας,
Πετρέλαιο φωτιστικό και κανέλλα
Θα το οδηγήσουν προς το στέκι του κινδύνου.
Εκεί θεοί, αντίπαλοι στα ζάρια,
Τα βρίσκουνε στη μοιρασιά και ρίχνουν πάλι.
Φουσκώνουνε τα χρυσαφένια παράθυρα
Από τους στεναγμούς της θείας ρουτίνας.
Τέλος, διπλώνουνε του μαντιλιού τις άκρες
Κάτι φιλότιμοι με τρίδιπλα παπούτσια
Κι η πόλη χώνεται όλη μες στο σάβανο
Εκτός από μια ροζ κηλίδα που σου μοιάζει.

Αυτή Η Κηλίδα Δεν Μπορεί Να Σβήσει.

 

ΤΟ ΑΙΤΙΟ

Στέκω αμήχανη κι ακούω και με ξαφνιάζει
Πώς πέφτει αιώνες στη σκεπή μου το χαλάζι.

Μα ούτε προφήτης ούτε υμνωδός:
Ένας που υπήρξε κι ένας άλλος εαυτός.

Ν’ αποκαλύψω, να εφεύρω, να εκφράσω;
Εγώ απλώς τα ιμάτιά μου να μοιράσω.

Κι αυτό ντροπή… καμώματα στημένα.
Ε, δεν σταυρώθηκα πιο πάνω απ’ τον καθένα…

Μα είτε καρφιά το πεις είτε χαλάζι είτε τριγμό,
Στέκω αμήχανη κι ακούω το ρυθμό.

 

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

ΙΙΙ. (Πρόπλασμα για τη μάσκα της)

Απλώνεις απαλά τη μαρμαρόσκονη
Με το δέρμα το ζεστό να δέσει,
Και με την κίνηση που αλλάζουμε σελίδα
Την αφαιρείς, για να δεις την αλήθεια:
Βλέφαρα που ανοίγουν στο βυθό.

V. (Προσφιλή εδέσματα)

Καθώς σέρνουνε τα δίχτυα οι ψαράδες
Και τα σπλάγχνα του βυθού αποκαλύπτονται
Και η ψαριά μετράει το χρόνο σπαρταρώντας
Κι όλοι εκδικούνται και μελαγχολούν και αγοράζουν,

Καθώς κι αυτό το σύνηθες άθλημα
Από θανατηφόρα κέρδη επιστέφεται
Και εργασία και χαρά και γραφικότης
Στάζουν μικρούς μεταλλικούς νεκρούς μ’ ανοιχτό στόμα,

Αρχίζουν οι χαρές των διακοπών.
Τα όστρακα, οι χαρόντειες βαρκάδες
Με το πανάκι στο μελτέμι και τη γεύση στα κάρβουνα
Από τα κόκκινα τα βράγχια υψηλής τιμής
Ολόφρεσκα από το μαρτυρικό τους τέλος.

 

Η ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΜΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

I.

Ένας άνθρωπος, κτήμα του εαυτού του και άθυρμα, καθώς βάδιζε
γύρω-γύρω απ’ το φως του, το είδε ξάφνου να πυκνώνει σε ύλη και
να πλάθει από εξουθενωμένα φωτόνια το ακόλουθο ηρωικό τοπίο:

Ποτέ πια σε χιόνι οπάλινο.
Ποτέ πια σε φλογερές αχτίνες.
Χαρτί, κιμωλία, κονίαμα.
Και το πιο μελαγχολικό λουλούδι
Είναι το τελικό μου πρόσωπο
Δευτερόλεπτα πριν από την εξέγερση του,
Όταν με πολεμοχαρή αξιοπρέπεια
Το πνεύμα στον εχθρό παραδίδει
Και ο βρυχηθμός της οργής της ανίσχυρης
Του γίνεται ο απαράμιλλος στίχος.

II.

Άλλος άνθρωπος μπρος στη σωρό των παθών του μέχρι καυτών δα-
κρύων καγχάζει επαιρόμενος ότι των γερόντων το ανάθεμα την τάξη
του φωτός δεν διασαλεύει:

Όπως το φως ως πεμπτουσία διατρέχει
Χώρο και χρόνο και ύλη και ενέργεια
Έτσι ο χρόνος μου δαγκώνει τα χείλη
Και χώρος μου η κοιλιά στο χώμα.
Ύλη μου οι στυγεροί μασητήρες
Που ύλη και ενέργεια άλεσαν
Σ’ απαρασάλευτο, κατάφωτο κενό.

ΙΙΙ

Άλλος άνθρωπος, ταραχών συνονθύλευμα, με απροσποίητη οικειότητα
θανάτου, γνωρίζοντας ότι οι νεφροί στάζουν αίμα, θέλγεται να απαντά
προς τους δαίμονες με κοσμικότητα επιχειρηματία:

Παρακαλώ, σπαρασσόμενα πνεύματα,
Μπορείτε σαν σε ουρανό να σιτίζεστε
Στου εγκεφάλου μου το ελάχιστο.
Τη διαχείριση των ακατάπαυστων δηγμάτων
Κάμποσο φως θ’ απαλύνει.
Ώστε με το υπόλοιπο να φαίνομαι
Σαν να μη λέρωσα με σας τα δυο μου χέρια.

IV.

Άνθρωποι που γεννούν τα γεγονότα και άνθρωποι που τα αποδέχονται
συνωστίζονται κάτω από το δέρμα ενός τυμπανιαίου ανθρώπου,
που τέτοιους προαιώνιους ομίλους καρτερικά κοιλοπονά και μ’ ένα
σπασμό του πλακούντα ή απλώς μια σύγκρουση πλακών και οι μεν
και οι δε ανέρχονται στο φως, εξίσου νεαροί και οι δύο για κάθε
πιθανή αγριότητα:

Μπορεί επομένως να σκίζεται,
Μπορεί να σπάζει στον αυχένα,
Να φέρει κακώσεις και μώλωπες,
Να όζει αιθυλικής αλκοόλης,
Την ώρα που το αναγγέλλει ο ορίζοντας,
Αυτό το φως που κυματίζει.

VII.

Άλλος άνθρωπος με ψευδαισθήσεις, που τροφοδότησε η ερμηνεία του
κόσμου και η αυταρέσκεια της κβαντικής φυσικής, συνοψίζει μια
ανεξάντλητη ποικιλία τρόμων σ’ ένα θριαμβευτικά μικρό αριθμό
δυνατοτήτων να ηγηθεί ο νους των πλασμάτων του:

Δεν θα είμαστε αιμοσταγείς μα δημοκράτες.
Θα κατανείμουμε τον πλούτο σαν τα όνειρα.
Όλοι θα έχουν και τροφή και εφιάλτες.
Δεν θα καταπονούμε το θώρακα:
Θα έρχεται η αναπνοή και θα φεύγει
Με την άνεση παλαιού αισθήματος
Που η μνήμη το κρατάει ζωντανό.
Και ποτέ, ποτέ δεν θα πεθάνουμε
Τινάζοντας τα πόδια στον αέρα.

VIII.

Ένας άνθρωπος δια βίου μαχόμενος με τον ένοικο του σφιγμένου του
στήθους (όχι δαίμονα ούτε ψυχή μα έναν κανονικό μικρό άνθρωπο,
σχεδόν παιδί) επιλέγει τη μοίρα του αυτόχειρα, με σκοπό να τον πάρει
μαζί του, δειλιάζοντας όμως μπροστά στο σκοτάδι κάνει μια ύστατη
προσπάθεια να συνδιαλλαγεί:

Θα ήθελες, μικρέ μου Πινόκιο,
Αν κατάφερνα ν’ ανοίξω τα σαγόνια μου
Και με δύναμη να πιέσω τους πνεύμονες
Σ’ όλη την έκταση της κραυγής μου,
Να βγεις κολυμπώντας στο φως;
Και ν’ αφήσεις να ενηλικιωθεί ακατοίκητο
Το περίλυπο κήτος;
Κι εγώ σαν άυπνος που εν τέλει αποκοιμήθηκε
Να σύρω πάνω μου τον ωκεανό κουρασμένο;

 

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ

Ο άνδρας εκείνος θέλγεται απ’ την αδιάλλακτη εικόνα του μέσα στους
στίχους μου και εκτιμά ότι η βάση τους είναι οι νόμοι του αληθούς
και όχι του ωραίου. Η γυναίκα του, λιμναία και ευθύβολη, διαγράφει
αποφασιστικά τέτοιους στίχους απατώμενη ότι έτσι διαγράφεται και
η συντριβή της μαχητικής της προαίρεσης. Ένα παιδί συμπληρώνει
ασφαλώς αυτήν την πυρηνική οικογένεια. Αυτό το αποκαλούν
«παιδί- θαύμα» για την πρώιμη μαθηματική του δεινότητα, την οποία η
στιχουργική μου παραφράζει σε απερίγραπτη κατάθλιψη ή, πάντως,
σε στέρηση των λύσεων που, αντί της άλγεβρας, η ποίηση παρέχει.
Και οι τρεις επιβιβάζονται τώρα με πλήρη θερινή εξάρτυση σε πλοίο
που πηγαίνει στα νησιά και το οποίο παρακάτω εξαφανίζω. Τι μοίρα
θα τους δίνατε, φίλοι μου; Τα κύματα τους ωθούν σε μια μοίρα που
δεν θα ήθελα να συμπληρώσω μόνη, αφού δεν μου ανήκουν περισσότερο
απ’ όσο σε σας οι δικοί σας, οι σύζυγοι, εννοώ, και τα τέκνα
μέσα στην οργιώδη τους βλάστηση. Καθώς η γη δια της περιστροφής
της φθείρεται, θα μπορούσε να ελαττώνεται η θάλασσα και το
πλοίο να προσαράξει σε μη δηλούμενο στο χάρτη ύφαλο, πλασμένο
από ακαταμάχητες ρίμες. Εκεί ο άνδρας θα αποδείκνυε ότι δικαίως
τις εμπνέει καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες να συνδράμει το
κατάπληκτο πλήρωμα. Η γυναίκα του θα συγκρατεί την οργή της,
γιατί ποτέ δεν είχε συγκατατεθεί στην ιδέα ενός κοινού προορισμού.
Υποχώρησε για μια φορά και ιδού που επήλθε προσάραξη. Και ποιος
κατανοεί τέτοιες ρίμες, ερμητικές και τάχα παιγνιώδεις, και στην
ουσία χρήσιμες απλώς για να ταλαιπωρήσουν το πλοίο; Ο μικρός
μπορεί να λογαριάζει και, λίγο πριν τετραγωνίσει τον κύκλο, να τον
πλημμυρίζουν τα δάκρυα και να μουσκεύει ανεπανόρθωτα πλέον τις
-δυνητικά- ιστορικές σημειώσεις. Αλλά δεν επιδιώκω, πιστέψτε με,
τη χειραγώγηση της συλλογιστικής σας, δίνω απλώς ένα κοινότοπο
παράδειγμα, μέχρι κεραίας προβλέψιμο από τα δεδομένα των στίχων.
Καθένας το αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι παρά αθώα παρακίνηση,
και ας μην το καταλογίσει με το πρώτο στα μέσα τα πενιχρά της
φαντασίας μου.
Ενώ λοιπόν εκείνος μάχεται και συνεργάζεται με κάθε μέσον, ενώ
εκείνη σιωπά και μαίνεται, ενώ το παιδί φυσάει με θόρυβο τη μύτη
του σ’ ένα χαρτομάντιλο μουντζουρωμένο από τους μόνους άβροχους
λογαριασμούς του, αποσύρομαι από κάθε συνέχεια και σβήνω, όπως
προανήγγειλα, και το πλοίο και αφήνω να εικάσετε ελεύθερα το πώς
οι γυάλινες τούτες φιγούρες θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν την πείρα
σας απ’ τη ζωή και τις εκπεφρασμένες ή άδηλες θέσεις σας για τον
οικογενειακό θεσμό. Θα καταλάβετε ότι η ποιητική τέχνη είναι κοινό
ταμείο του θείου ή, απλούστερα, η μόνη ελπίδα μας να κατοικήσου-
με τον ουρανό, αφού πολύ επιδέξια μας απαλλάσσει από το βάρος
το απελπιστικό της συσσώρευσης. Από την απέραντη αθλιότητα της
διαδικασίας συγκρατεί τη ματαιότητα του στόχου και της προσδίδει
ηθική και ιερότητα, γιατί αυτή είναι το ίδιον του ανθρώπου και όχι
-όπως η βιολογία διατείνεται- ο νους και η ορθία στάση.
Βέβαιη πως θα συνεχίσετε με αποτελέσματα απείρως λαμπρότερα
από τα δικά μου και υπερήφανη που απελευθέρωσα από τους δισταγ-
μούς τους εκατοντάδες επίδοξους ποιητές συνεισφέρω στο κοινό ταμείο
που λέγαμε τους παρακάτω αξεπέραστους στίχους:

«…φύκια ’ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…»

 

 

Ελάχιστα πριν (2005)

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου.
Τρώω χώμα, πίνω φόβο,
Καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα.
Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά.
Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον
Άλλος τρόπος να γράψω στίχους

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Ψηλάφησα τον τοίχο.
Έκανα τόμους θεϊκών γραπτών
Ένα πτώμα.
Και κάτι ραψωδίες αναπνοής
Για το ακροατήριο των χοίρων.

 

ΦΑΓΙΟΥΜ

Αυτός ο κύριος με το μελιτζανί κουστούμι
Δεν είναι, βέβαια, το πνεύμα του λαχανόκηπου.
Με τόσο αιματώδη μάγουλα
Μάλλον, θα έλεγα, κρεατοφάγος.
Και η κυρία με το ακριβό περιλαίμιο
Δεν γέρνει έτσι το κεφάλι
Επειδή είναι σκύλος αλλ’ απλούστατα
Από το βάρος της κοκεταρίας.
Ο σατανάς που τους περιποιείται
Δεν είναι σατανάς αλλά ένα γκαρσόνι
Που βάλθηκε με υπερβάλλοντα ζήλο
Να αποσπάσει πουρμπουάρ.
Κι αυτό το θαλασσί φεγγαράκι
Που ανεβοκατεβαίνει σαν γιο-γιο στη δύση
Είναι η ματαιωμένη προσδοκία τους
Για ένα παιδί.

Όσο κι αν αυτοδιασυρθούν, δεν κρύβουν
Την αγιότητα των ονείρων τους.
Τόση απόγευση της ζωής, τόση αποστράγγιση
Τους κάνει άτρωτους στο γελοίο
Σαν ξόανα λησμονημένα σε τέμενος
Αποκλεισμένο από την άγρια βλάστηση
Με πρόσωπα μαύρα από τα κεριά
Προσκυνητών που έχουν όλοι πεθάνει.

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

Τέτοια βροχή…
Δεν ξέρω αν έχει πράγματι
Κάτι να πει ο ουρανός
Μ’ αυτό το παραληρηματικό ξέσπασμα του.
Κάποτε ήταν μια ιδέα της ομορφιάς
Αυτή η μεταφυσική της φύσης.
Τώρα σκέτη βροχή.
Ούτε ωφέλιμη ούτε ανώφελη
Η προβολή συναισθημάτων.
Μου αρκεί να βλέπω αυτόν τον παχουλό, εκεί, στη στάση.
Έχει φορέσει μια σακούλα να προφυλαχθεί.
Τόσο απροετοίμαστο σε βρίσκει πάντα η ασφυξία.
Τόσο γεμάτο ελπίδες στο τυχαίο.
Με τόση εμπιστοσύνη σε πράγματα
Άσχημα και ευτελή.
Προσεύχομαι να με βρει ο θάνατος
Κάτω από μια κομψότατη ομπρέλα
Συνδυασμένη άριστα με το ταγιέρ.
Και να μην παίρνει ο φακός τις γαλότσες.

 

ΠΑΛΑΙΕΣ ΦΙΛΕΣ

Κυρίες ηλικιωμένες, θελκτικές.
Μαλλιά προς το ανεπαίσθητα γαλάζιο,
Λίγα κοσμήματα, άρωμα ακριβό,
Αν και βαρύ για τέτοιαν ώρα,
Τόσο πρωί, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Το κύμα σκάει σχεδόν μπροστά στο τραπεζάκι τους
Κι αν λύσουνε με μια ευχή τα παλαμάρια,
Θα ταξιδέψουνε μ’ αυτό στ’ ανοιχτά
Η Σμαραγδή κι η Δομινίκη.

 

FAMILY SHOW

Κάθομαι μες στον εαυτό μου
Όπως μέσα στο βυθό.
Και αν η φύση μπορούσε να το αντέξει,
Θα έλουζε με φως την εγκατοίκηση,
Θα έλαμπε η ιερή σπηλιά,
Θα κρέμονταν μες στα νερά
Τα πόδια των αρχαίων πλασμάτων.

Βάναυσες άλλες αξιώσεις
Με ανασύρουν. Με πετάνε εδώ.
Κι αρχίζει η επιδρομή των ανθρώπων.

Όχι, δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ.
Δεν χρειάζεται να μεταλάβω.
Θα έμενα και με λίγη υγρασία.
Δεν έχω πια δική μου θέληση.

Δεν πείθονται. Υποχωρώ.
Είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι.
Χτυπούν την πλάτη μου, με ενθαρρύνουν,
Με δείχνουν μ’ ενθουσιασμό μεταξύ τους,
Μου δίνουν χάπια, χάπια, χάπια.

Υποκριτές, που σας ταράζει το Τίποτα.
Κολυμβητές με τα κρανία στο χέρι.
Επιχειρηματίες του Τρόμου… 

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΣΤΕΓΟΥ

Αν είχα ένα σπίτι το χειμώνα,
Μέσα η φωτιά παντοδύναμη,
Έξω η θάλασσα να δέρνεται,
Θα πέθαινα χαμογελώντας.
Όχι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου.
Αυτά είναι της ζωής, τα εναγώνια.
Χρειάζεσαι έναν ωραίο χώρο να πεθάνεις.
Κήπο μ’ ερωτιδείς στα σιντριβάνια,
Κούνιες στο δάσος με τις μηλιές,
Λησμονημένους περιπατητές
Ανάμεσα στα κουρεμένα παρτέρια.
Πρέπει να σε περιστοιχίζουν πράγματα όμορφα,
Πορσελάνη, κρύσταλλο, συνθέσεις με άνθη,
Παμπάλαιες επιστολές δεμένες, αρχειοφύλακας
(Αυτός με στολή και με γάντια)
Κι ένα άγνωστο στην οικογένεια χαμίνι
Σκαρφαλωμένο στη βελανιδιά.
Αφού τα δεις όλα αυτά και τόσα άλλα,
Έτσι σκόρπια κι αστραφτερά, χωρίς έγνοια
Να τα δέσεις σ’ ένα έλλογο σύνολο
– Είναι ώρα χαράς, όχι τάξης – ,
Μπορείς να πεις χωρίς μελαγχολία:
Για δες, υπάρχει, επιτέλους, υπάρχει,
Υπάρχει ένα ντεκόρ παραδείσου!
Απλώς, με το φωτισμό τον επόμενο
Δεν με περιλαμβάνει πλέον.

 

ΣΤΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ

Εδώ, ο τόμος των προβάτων.
Λήμμα «σφαγή»,
Διαβάζουμε:
Σφαγή.

Κι εδώ ο τόμος των Κρεοπωλών.
Διαβάζουμε το φριχτό πρόσωπο τους.
Τα κατακόκκινα αυτιά, τον επίδεσμο.
Τα χέρια αλειμμένα με κερί,
Τις ποδιές τις τριμμένες με στάχτη.
Και τη στάχτη.

Λεπτομερής περιγραφή και όμως
Κανείς
Ποτέ
Δεν έμαθε κάτι.

 

ΟΙ ΝΟΜΟΙ

Υπήρξαν και βασιλείς και βασίλεια.
Υπήρξε εποχή που η νεότητα
Επέτρεπε ένα βίο αφιλοσόφητο.
Τώρα η απόλυτη δημοκρατία.
Όλοι μετριοπαθείς, όλοι πένητες,
Όλοι στην εποπτεία των πραγμάτων.
Λες και τα πράγματα, καθώς κυλούν και σπάζουν,
Δίνουν δεκάρα τσακιστή.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

Γεννήθηκε από γονείς αναμενόμενους. Παρά τα όνειρα του,
Δεν θα αξίωνε από αστάθμητους παράγοντες
Μία λαμπρότερη καταγωγή.
Έκανε τις αναμενόμενες σπουδές. Παρά την επίπονη προσπάθεια,
Έλαβε αναμενόμενο βαθμό πτυχίου.
Παρά τη φυσική του ενδοτικότητα,
Ευτύχησε σε ρόλο Ροβεσπιέρου,
Πράγμα εντελώς αναμενόμενο
Απ’ όσους γνώριζαν την προσήλωσή του
Στις θεσμικές αξίες του έρωτα.
Συνταξιοδοτήθηκε, παρά τη βεβαιότητά του
Ότι είχε πολλά να δώσει ακόμη στο λειτούργημα.
Και, πράγμα ασφαλώς αναμενόμενο,
Αποσύρθηκε στην όμορφη Πρέβεζα.
Εκεί, στην παραλία, στη βόλτα,
Διασταυρώθηκε με τη σκιά του Καρυωτάκη
Και του φίλησε με δάκρυα τα χέρια,
Κάτι ελάχιστα αναμενόμενο.

 

ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ

Επέζησα. Μα δεν θυμάμαι πια από τι.
Η μνήμη καταφέρνει να εντοπίσει μόνο
Βαριές συνέπειες από αίτια χαμένα.

Κάτι ξεσπούσε και τα σάρωνε όλα.
Άρχιζα απ’ το μηδέν. Ξεσπούσε άλλο.
Όχι αναπάντεχο. Το άκουγα να καγχάζει
Από μακριά. Δεν το ‘βαζα στα πόδια.
Πεισμάτωνα αφελώς. Οχυρωνόμουν.

Τώρα προσέρχομαι στο πεδίο της μάχης
Με το περιβραχιόνιο του νοσοκόμου.
Με προσοχή περισυλλέγω τους νεκρούς.
Κόσμια τους ενταφιάζω.
Μα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν.
Τόσα όμορφα παιδιά σκοτωμένα
Θα άξιζαν κάτι περισσότερο
Από αυτήν εδώ την χούφτα χώμα.
Θα ‘πρεπε να μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Την υπερήφανη Μητέρα – Επιθυμία
Που τα ‘στείλε στο μακελειό.
Να μπορώ να χτυπήσω μια πόρτα
Να παραδώσω τα λιγοστά τους κειμήλια.

Ας είναι… Κι αν προσκαλώ στο θρήνο το φεγγάρι,
«…Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά…».
Οι επιζώντες με το πορτατίφ του γραφείου.

 

ΨΗΦΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Πραγματικά, εξαίρετη ομιλία,
Σαν κοιμητήριο όπου κοσμούνται τα μνήματα
Με τα έργα περιωνύμων καλλιτεχνών

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Σέρνεται σαν χαμένη ευκαιρία
Η τελευταία ώρα του απογεύματος.

Τέλος, το παίρνει απόφαση. Φεύγει.

Τρέμω μη στραφεί να δει πίσω της
Και μείνω εδώ για πάντα
Με φανερή ακόμη την ταπείνωση
Και χωρίς την προστασία της νύχτας.

 

ΠΑΡΕΕΣ

Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;
Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει
Και οι ποιητικές μας αξιώσεις.
Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε
Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι
Και τιτιβίζετε και σιγανοπετάτε
Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία
Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή.

 

Η ΡΟΗ TOΥ ΧΡΟΝΟΥ

Φως πρωινού χωρίς πολλή υγρασία.
Χαρτιά, καφές, κάποια τηλεφωνήματα.
0 κόσμος σε ειρηνική προχειρότητα.

Έπειτα, τα χιλιόμετρα εργασίας.
Τάξη και μόχθος. Έχει κάποιο αποτέλεσμα:
Γυμνάζεσαι σ’ ένα πηγάδι.

Τέλος, ένας λεκές τεράστιος.
Πέφτεις ολόκληρος επάνω, τρίβεις, τρίβεις.
Τα παρατάς, σβήνεις το φως και κοιμάσαι.

 

ΤΕΛΕΤΗ

Τα σκέφτομαι. Όλα μακριά…
Τα διαμάντια δεμένα με λευκόχρυσο,
Εκείνο το πένθιμο τσάι,
Η αναίδεια μιας ριπής του αέρα,
Το αιφνιδιασμένο παράθυρο,
Η βιαστική αποκατάσταση της θερμοκρασίας
Σ’ ένα δωμάτιο απ’ όπου
Η ζεστασιά είχε φύγει.

Όλα τόσο μακριά.
Η ευπρέπεια του αποχαιρετισμού,
Τα ψίχουλα από τα μπισκότα,
Το χάος.

Ύστερα η ζωή μέρα νύχτα,
Τούβλο πάνω στο τούβλο, ώσπου να χτίσεις

Αυτό το ρούχο που φοράς.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ

Πότε λάμπουν, πότε σωπαίνουν.
Πότε φτύνουν την ψυχή τους.
Αλλά ποτέ δεν σε κοιτούν με τρόπο
Που να επιτρέπει κάποια προσδοκία,
Μια διάθεση συναλληλίας, κάτι…
Τόση επιφύλαξη δεν είναι αλαζονεία.
Είναι η ξεκούραση της ερημιάς,
Είναι της μοναξιάς το ραχάτι,
Παραίτηση από κάθε κόπο
Νέο.

Θέλω να τα κοιτώ αυτά τα μάτια
Ξέρω να κρύβομαι κι εγώ μέχρι θανάτου.
Ξέρω ν’ αφήνω να θεριεύουν και να φθίνουν
Τ’ ανέκφραστα.
Πάντα αποθηκεύει το μισόφωτο
Όσα ποτέ δεν ζητήθηκαν.
Και τρέφεται απ’ αυτά με οικονομία,
Ώσπου να μείνουν κάτω από το κούτελο
Δύο τελευταίες κουταλιές σκοτάδι

 

ΑΤΙΤΛΟ

«Αγαπημένο μου παιδί,
Πρέπει να αντέχεις το Τέλος.
Δεν θα ’ναι ανάρμοστο, στο βεβαιώνω.
Θα ’ναι μια νύχτα χωρίς εφιάλτες.
Ο καιρός θα ’ναι δροσερός, η τροφή όση πρέπει
Ίσως και να μην έχει καν φανεί στη γωνία
Ο νυχτερινός αστυνόμος.
Η ψυχή θερμή ακόμη από το σώμα
Θα συμφωνεί με κάθε εγκατάλειψη.
Και ευγνωμόνως προς την μακρά φιλοξενία
Θ’ αφήνει άθιχτη την ομορφιά σου.
Ποια ομορφιά; Μα τα πελώρια μάτια
Με τη λύπη, με την εξέγερση,
Την καταβύθιση σε τυραννική ευφυΐα.
Τώρα κλειστά, σκεπασμένα
Σαν δίδυμα μωρά στην κούνια
Θα βλέπουν σε αθωότατο όνειρο
Άγραφους στίχους από ατόφιο χρυσάφι»

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

«Αν έχει η θλίψη θάνατο; Έχει.
Όταν γεννιέται μία άλλη.
Και τι θα πει πώς τη γνωρίζεις τότε;
Τό σήμα δεν είναι ό,τι λέτε εσείς χαρά
(Αν πούμε πως υπάρχει κάποια
Που δεν μπορεί ένα κύμα να σαρώσει).
Είναι ο σφυγμός σου, όταν η γη βογγάει
Κάτω από τόσα χοντροπάπουτσα».

 

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ

Ο νόμος είναι σαφής: Χωρίς εξαίρεση
Όσοι ανήκουμε στην εποχή τον λίθου
Θα εγκαταλείψουμε απόψε τα σπήλαια
Και εντός των προσεχών ωρών θα εμφανιστούμε
Ενώπιον των Αρχών.
Ενώπιον; Πώς «ενώπιον»;
Αυτοί ποτέ δεν βγαίνουν απ’ το Διοικητήριο.
Θα συρθούμε με τις προβιές και τα τόξα μας
Ενώπιον του πλήθους των συγχρόνων.
Θ’ αστράψουνε τα φλας των φωτογράφων.
Θα μαγνητοσκοπηθεί κάθε μας κίνηση,
Κάθε μας γραφική χειρονομία.
Θα εκθέσουνε τα τριχωτά μας γυναικόπαιδα
Στον γελοίο φόβο των παιδιών τους,
Στη συγκατάβαση των ειδικών επιστημόνων.
Αυτοί διαβλέπουν στο σφραγισμένο μας στόμα
Προάγγελο γραφής.
Θα τη διαβάσουν για τους εκπροσώπους του τύπου.
Ύστερα τσούρμο θα οδηγηθούμε
Σε κάποιο από τα μεταγενέστερα οικήματα.
Θα μας κλειδώσουν και θ’ αφήσουν πια στο χρόνο
Την προσδοκώμενη εξέλιξη.
Και μόνον όποιος επιμένει
Ν’ αποτυπώνει τις παλάμες του στον τοίχο,
Ν’ ανάβει μέσα ‘κει τη φωτιά του,
Μόνον αυτός θα δει, εν τέλει, τις Αρχές,
Αλίμονο, ενώπιος ενωπίω.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

«Αίμα της δύναμης, νερό του φόνου,
Οργή της ομορφιάς, αταξία:
Αυτά τα τέσσερα πώς θα συντάξεις, βασιλιά μου,
Δεν το γνωρίζω.
Διαβάζω, όπως όλοι οι σοφοί,
Τα προφανή. Τα υπάρχοντα.
Όσα θροούν στα μελαγχολικά σου χείλη,
Όταν κοιμάσαι μοναχός,
Ενώ σκεπάζεται η βασίλισσα
Με τα φιλιά του κάθε κατεργάρη.
Έχεις μια ζωή πίσω σου
Κι άλλη μια, ακόμη παραπίσω,
Εκεί που δυο ποτάμια συγκλίνουνε
Προς το Στερέωμα της ύπαρξής σου.
Κι άλλες πιο πίσω και πιο πίσω,
Μέχρι το χέρι του Θεού, αν είναι.
Με ποιες ζαριές ρίχτηκαν τόσα άστρα
Κανείς δεν ξέρει, βασιλιά – Γαλαξία.
Σκέπασε το περιδινούμενό σου φως
Κάτω απ’ το πάπλωμα με πούπουλα χήνας.
Και σαν να είχες κάποιο βάρος
Κάνε τη γούβα σου στο μαξιλάρι.
Πρωί πρωί θα λάβεις αποφάσεις ειλημμένες.
Θα κάνεις κάμποσο από το καλό που φαντάζεσαι
Και όλο το κακό που μπορείς»

 

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Πέρα απ’ τη γη, ίσως.
Κάτω απ’ τη γη, οπωσδήποτε.
Μιλώ για τη ζωή που υπάρχει .
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Το στήθος μας δεν χωρά τον αέρα.
Ούτε και ο αέρας μάς ανέχεται.
Είμαστε τα πουλιά του Άδη,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Ε, και; Δεν μου λείπουν οι άλλοι.
Δεν έχουν χρόνο να μας αναστήσουνε.
Μόνο ο δικός μας χωρισμός με θλίβει,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Είσαι η πεταλούδα που τρέμει
Στα δάχτυλα μου: Σ’ αφήνω.
Θυμήσου με όπου πας. Σου δίνω ζάχαρη,
Για ν’ απαλύνω τη θνητότητα σου.

Ακόμη λίγο απ’ το φτερό σου θα βλέπω. 

 

 

Προς τα κάτω (1999)

 

(Απόσπασμα 1 σ.11)

(Δωμάτιο υποδειγματικά καθαρό λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Το κρεβάτι, το κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα στηριγμένη στα μαξιλάρια καταστρώνει το σχέδιο αποχαιρετιστήριας επιστολής. Όσο της επιτρέπει η ημικρανία. Γράφει υπερβολικά αργά. Αλλά με ασφάλεια. Κατευθύνεται από την προσδοκία ότι η γη κάποια στιγμή θα σταματήσει να γυρίζει: επ’ ελάχιστον. Τόσο μόνο όσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να πηδήξει σε μια Άλλη. Αυτή η διανοητική προσπάθεια καταγράφεται σ’ έναν καθρέφτη.)

– Πολύ λίγο φυσάει- όμως δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Ο κήπος έξω είναι τόσο υπαρκτός, φύλλα, κλαδιά, έντομα… μια
συμπαγής φυτική παρουσία. Πρωτόγονο, δεν είναι για μένα. Ελάχιστος αέρας μού φτάνει, μια σύνοψη εισπνοής-εκπνοής.
Ανασαίνω πολύ διακριτικά. Όπως ταιριάζει σε κληρονόμο που αποποιείται την κληρονομιά. Έβρισκα πάντοτε φτωχόν εκείνον που χαιρόταν υπερβολικά με τη βλάστηση.
Δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Λίγα πράγματα εξαπατούνε τόσο. Μπορώ ακόμη να αισθανθώ οργή, αν είναι για την ησυχία μου. Εκεί έξω ματαιοπονούν, αν και αθόρυβα. Μ’ ενοχλεί που πιστεύουν πως έτσι θα με σύρουνε στην εκκλησία της φύσης. Θέλω τη φύση όπως τη φαντάστηκα: άσιτη, ωχρή από αγάπη.
Η ακινησία μού θυμίζει κάτι. Ίσως γιατί δεν είναι αληθινή. Όταν ήμουν παιδί, ζούσα μέσα σ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα και κατά την αδιάκοπη περιφορά χαιρόμουνα, καθώς οι όγκοι του νερού μετακινούνταν και τα πανάρχαια τοπία άλλαζαν, ενώ εγώ παρέμενα εκεί μέσα, ένα θαυμάσια βολεμένο τζίνι. «Ας κρατούμε», επαναλάμβανα, «σιωπή». Στο σπίτι που γεννήθηκα αργότερα, η σιωπή ήταν, εξάλλου, νόμος και μόνο η λίμνη που σχημάτιζαν τα πρόσωπα —οι συγγενείς μου είχαν ρευστές φυσιογνωμίες— έκανε έναν υποδόριο θόρυβο όχι ικανό να με ταράξει. Αγνοούσα, με συνείδηση αθωότητας, ακόμη και ένα σκύψιμο κεφαλιού προς το μέρος μου, όταν αυτό φορτωνόταν αγγέλματα, όταν έβριθε από σημασίες. Στάθηκα απίστευτα προνομιούχα: κανείς ποτέ δεν μ’ εντόπισε. 

 

(Απόσπασμα 2 σ.26)

— Φίλοι διασχίζουνε το δάσος προς το μέρος μου. Η σκέψη τους μου φέρνει απέραντη θλίψη. Τόσο ριγμένοι στις αισθήσεις τους σαν να χουν μπει μες στο σάκο κι ό,τι απέμεινε από την ενσάρκωσή τους είναι εκείνο που τους κουβαλά. Τι πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν; Βαδίζουν θαυμάσια όπως μια μύγα ανεβοκατεβαίνει στο μπουκάλι με την επίμονη και τις συνήθειες μύγας. Το πώμα αργεί πολύ να επηρεάσει τη φυσική της κατάσταση. Σε άλλες εποχές θα περνούσα τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά τους. Αλλά η πίστη στην τρυφερότητα προϋποθέτει το χρόνο, ώρες, ημέρες, νύχτες, χρόνια που θα μπορούσαν να λικνιστούν απαλά, σαν τις βαρκούλες στη θάλασσα. Μια βεβαιότητα ήρεμης εναλλαγής της εργασίας με την ανάπαυση. Σε ποιο φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο εμπράγματη απόλαυση, στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; Ο θάνατος είναι τίποτε, αν δεν ήταν, θα τον είχα γλιτώσει, ο καθένας θα μπορούσε να γλιτώσει αν συναντούσε κάπου το θάνατο. Μα πρέπει να βαλθείς να τον πιάσεις, να τον καρφιτσώσεις σαν έντομο, και να μπορείς να τον παρατηρείς κάπου κάπου. Εγώ δεν τις προσέχω πια τις λεπτομέρειες της φύσης. Ακούω τον βόμβο των εντόμων, ένα βρασμό από σταθερά ζουζουνίσματα και οι σκέψεις μου δεν μπορούν να διασώσουν ούτε τη μνήμη ούτε τη θέληση. Με το παράθυρο κλειστό θα μπορούσα να μεταφράσω αυτόν το θόρυβο σε λαλήματα, κελαηδισμούς, πεταρίσματα… Μια συνωμοσία σημάτων που αποζητούν την πρωτοβουλία μου. Πρέπει να μάθω αν χωρίς το χρόνο κάποια ελευθερία είναι δυνατή. Αν η θάλασσα μετεωρίζεται μέσα στο δίχτυ που την έχει ολόκληρη ψαρέψει. Θα είναι τόσο ειδυλλιακά να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου; Αναμφίβολα οι άλλοι υπάρχουν. Μια ιδέα αλάτι μένει πάντα στο δέρμα μετά από έναν περίπατο. Εξάλλου είναι τόσο ασαφείς, κάθονται πάνω στα βράχια και περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό: χρειάζονται πράγματα που δεν είναι δικά μου και πρέπει να ζω για να τα βρίσκω. Πρέπει πολύ προσεχτικά να μετακινώ τον ορίζοντα, ώστε η αχανής θέα να περιορίζεται σ’ ελάχιστα τετράγωνα. Ανεπαίσθητα, όπως την ώρα που ο ήλιος γίνεται κάθετος. Τέτοια ώρα τους νανουρίζω σε μια κούνια κρεμασμένη από τις μασχάλες μου. Τα μωρά μου, τα καλά μου τα μωρά, θα βρω εγώ τη μητερούλα σας, θα σας περιθάλψω από μένα, αυτήν εδώ θα την θάψουμε, νάνι, ο…ο…ο, θα την θάψουμε εκεί που κατοικούν οι ρίζες. Νάνι… το λένε ύπνο αυτό… ύπνος είναι, με
το μίσχο του ως πάνω πάνω, μια συλλαβή συρτή από σύμφωνα, δεμένα σαν ουρά από το φεγγάρι. Νάνι, σας φρόντισα, σας έχω
φροντίσει, δεν πρέπει να ντραπώ τώρα στο τέλος, δεν το αντέχω να ντρέπομαι, όλη μου η ψυχή κοκκινίζει. Θέλω να φύγω χωρίς σεμνότητα, με όλη την αδιαντροπιά μου, να σας προσβάλω αποσύροντας τον εαυτό μου από την τάξη. Τι πείσμα
είν’ αυτό, τι παράνοια, ε, ναι, η συγκατάβαση εξέλιπε — πώς θα μπορούσα να επιβιώσω με αδιάλειπτη ημικρανία;

(Δεύτερο χαμόγελο. Σπηλαίου. Ο καθρέφτης το ανταποδίδει σκίζοντας το πρόσωπό της στα δυο.)
— Το αύριο, αγέρωχη προοπτική, μου διαλύει στο νερό ασπιρίνες.

 

(Απόσπασμα 3 σ.47)

(Κάνει βήματα μες στο δωμάτιο. Κάτι φορά. Ανακαλύπτει μες στη τσέπη ένα
απίστευτα μικρό, απίστευτο παραπονεμένο πράγμα. Το περιτρέχει αναγνωριστικά με τα δάχτυλα.)

Έρχεται ένας νέος αιώνας. Το άκουσα, το έχω διαβάσει. Τον φαντάζομαι; Τυμπανιαίο πάνω στα γυάλινα γοβάκια του. Μια λεπίδα προχωρεί μπροστά, κόβει τα χόρτα κι εκείνος πατάει, πολύ πολύ προσεχτικά, με μικρά βογγητά δυσφορίας. Όπως ένας σνομπ αυλικός που επισκέπτεται για λόγους πολίτικης τα εργαστήρια των ανακτόρων. «Γιατί θα έπρεπε να είμαι εγώ το θύμα αυτής της δοκιμασίας;»: αλλά οι σκέψεις του δεν διατρυπούν το κέλυφος ενός αυγού που κρεμασμένο από μια κλωστή ταλαντεύεται μες στο κρανίο του με τη συνέπεια εκκρεμούς που επωάζει τη στιγμή της αλήθειας. Είναι πατρικός και επιεικής, σφίγγει τα χέρια, παραγγέλλει στους γραμματείς σημειώσεις. Εκείνοι πάλι δεν γνωρίζουν γράμματα, άξεστοι που εξαγόρασαν τίτλους. Καμιά αμηχανία εντούτοις· η εθιμοτυπία δίνει μόνη της τα σήματα το ίδιο αποτελεσματικά και πρωτόγονα με το ταμ ταμ σ’ έναν άλλο πλανήτη, όπου η Μουσική και η Ζούγκλα καταγράφονταν σε βιβλία βαριά. Παρατηρώ τους τεχνίτες στους πάγκους τους, αναρωτιέμαι αν αυτός εκεί κάτω είναι νεκρός ή ζωντανός. Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, διαθέτει την αξιοπρέπεια να υποκρίνεται, εμφανίζει ως σεμνότητα, ως ήρεμη αποδοχή της ιεραρχίας, την πιθανότητα να μην υπάρχει. Το βλέμμα του δεν μαρτυρά. Γαλακτώδες και διάτρητο από επαγγελματικές φιλοδοξίες κρατά τα μυστικά της συντεχνίας. Αν και καθόλου δεν θυμάται πια τους λόγους που αυτός κι οι σύντροφοί του οδηγήθηκαν σ’ αυτήν την ποινή, κάτι απ’ τη θλίψη της ανθίζει μέσα του με μεγάλα άσπρα λουλούδια. Μια γεύση από ζαχαρωτά επιμνημόσυνα, μια ζήλεια (αναπάντεχης έντασης!) για τους προγόνους του που, μετά τη βάρδια, έσβηναν τη δίψα τους στα μπαρ. Πόση εργασία, τι χιονόπτωση! Κι όμως χωριά δεν αποκλείστηκαν, δεν διεκόπησαν οι συγκοινωνίες. Ο αιώνας μπορεί να συνεχιστεί, μπορεί, αν θέλει, και να προελάσει, δεν θα διασπάσω γι’ αυτό την αλληλουχία των σκέψεων μου. Η μια δεν πηγάζει από την άλλη, η μια επικαλύπτει την άλλη, στρώσεις διαδοχικές, από σκέψεις, που προσπαθούν να πείσουν πως ο μηχανισμός που λειτουργεί υπάρχει. Εγώ ασφαλώς τη λειτουργία τη βλέπω, δεν βλέπω όμως το μηχανισμό. Δεν είναι σόφισμα αυτό, και η Αλίκη έβλεπε το χαμόγελο μόνο του, το πρόσωπο απουσιάζει πάντα, αν κι εγώ τώρα βλέπω μορφασμό. Σκέφτομαι πως δεν θα ’μαι εκεί όταν αποκρυσταλλωθεί η φιγούρα και αυτό με ανακουφίζει τόσο, που ο πονοκέφαλος υποχωρεί. Αέρας διατρέχει το στήθος μου, οι πνεύμονές μου δουλεύουν εμψυχωμένοι, αισθάνομαι το πέρασμα της ευεξίας σε πλήρη φιλική διαδρομή. Έζησα αρκετά αυτό που οι φίλοι μού περιγράφουν ως τον
τρυφερότερο εαυτό τους. Το ότι δεν συμφιλιώθηκα δεν φαίνεται να είναι μόνο πρόβλημα γηραιάς εποχής. Θυμάμαι, κάποτε, φορτωμένη χρυσάνθεμα, στάθηκα κάτω από έναν φανοστάτη. Ηρωίδα μιας φιλόδοξης αφήγησης διεκδικούσα χώρο στη σελίδα. Τρόμαξα όταν είδα ότι κρατούσα το γιο μου εκεί, μέσα σε ξαφνική κακοκαιρία, με μόνη του κουβέρτα εκείνο το δημόσιο φως. Αν είχα υπάρξει παιδί, θα ήξερα ίσως τι να κάνω, το βασικό μητρικό χρέος, πώς σώζει κανείς μια ψυχή από ένα γερό κρυολόγημα. Υπάρχει, μου είχαν πει, ένας κήπος των υπερβάσεων ολάνθιστος από λουλούδια του Οκτωβρίου, που τον διασχίζουν ζαλισμένες εκατοντάδες άλλες εποχές. Εκεί βαδίζεις σ’ απαλά δευτερόλεπτα που κάνουν την περιστροφή ενός έτους να διαρκεί πολύ περισσότερο. Διαθέτεις αναρίθμητους μήνες, ώσπου να τελειώσει η άνοιξη. Δεκάδες Μάρτιοι συνεχίζονται, αν και κυλούνε ήδη οι Αύγουστοι και αυτοί πολλαπλασιάζονται άπαυτα, παρόλο που οι πρώτοι Σεπτέμβρηδες έχουν αρχίσει να τους προσπερνούν. Και μόνον, έλεγαν, ο Οκτώβριος είναι Ένας: τριάντα αδιατάραχτες μέρες που δεν θα επανέλθουν ποτέ. Τέτοια αγαλμάτινα εικοσιτετράωρα έχουν τη μυρωδιά των βρεφών που η γένεση των νέων κυττάρων κάνει το σώμα τους εύοσμο. Τότε ακριβώς με μια κίνηση τρόμου πρέπει να διώξεις μακριά τους τις μέλισσες. Έμοιαζε πειστικό, καμιά επίσκεψη στο ιατρείο, καμιά υποψία αθεράπευτης μητρότητας. Με μέσα πρόχειρα προστάτεψα το δέρμα μου απ’ τον οξύτατο πόνο της επαφής με το φως, με κάποια, ας πούμε εξουθενωμένη ψιχάλα ανασυρμένη βιαστικά από το μπαούλο και σφιγμένη γύρω από τους ώμους μου ώστε αβίαστα να αποδίδεται η πλαστοπροσωπία της ομορφιάς. Το βέλο χαμηλά χαμηλά, μία κυρία αγέραστη, ένα προϊόν τεμαχισμού, ένα πορτοκάλι στα δύο: «Εσύ είσαι, μαμά; Εσύ είσαι;» Τραυλός ομιλητής μπροστά σε μια εκκεντρική φιγούρα. Το φως είχε εξαλείψει το περίγραμμα, όμως εκείνος άκουγε τους κρότους: «Θλίψη, να τι σε συμβουλεύω εγώ». «Μαμά; Θλίψη;» Ω, ομορφιά των αγρών των καλλιεργημένων αιώνες… Ω, τεχνικές των αρδεύσεων… φιλάνθρωπα μαθηματικά των σωλήνων… Αυτό το αγόρι είχε ίσκιο μες στο σπίτι του, θα ’πρεπε να χει φυγαδευτεί από εδώ, στις εξοχές με τους ανθρώπους που στέκουν με τα πόδια ανοιχτά και κοιτάζουν ακατάδεχτα προς τις πόλεις. Πώς θα με δει όταν βεβαιωθεί ότι η μόνη μητρική αρετή είναι ν απαρνηθείς τη θλίψη; Αν το είχε πάρει κάποιος ως εκεί… αν το είχε απασχολήσει κάποιος… θα άφηνα τώρα το κεφάλι στο βάρος του, αυτή η σακούλα με τον πονοκέφαλο θα μπορούσε να πεταχτεί κάπου. Κάτω απ’ το δέρμα μου διακρίνονται οι προαναγγελίες μία μία, αυτές που αλήθεψαν και οι άλλες, στοχασμοί μ’ εξωφρενικό αντικείμενο, την πιθανότητα, ας πούμε, ο άνθρωπος να μπορεί να ζήσει για έναν άλλο. Κάτω απ’ το δέρμα μου κολυμπάω και ακέφαλη, το εγκάρδιο, έντιμο πρόσωπο μπορεί να παραμένει στο μαξιλάρι. Εκείνος ο κολυμβητής διατηρεί όραση, θυμάται τον πολιτισμό του εγκεφάλου, τίποτε, τίποτε αποτρόπαιο στις απλωτές μου εκεί κάτω. Όμως εδώ πώς μπορώ να εξασφαλίσω τις πεποιθήσεις της διάρκειας, μια πιθανότητα αστραποβόλα, μια πλήρη νύχτα Χριστουγέννων; Θα πρέπει κάτι να έχω να του πω, το πόσο σεβασμό κατακτούμε με την πολυσχιδή
δραστηριότητα, ότι συχνά υπάρχουν κίνητρα ευγενή που θερμαίνουν δυνατά την έμπνευσή μας… Ότι ειλικρινά ταυτιζόμαστε με αισθήματα που μοιάζουν δικά μας… ότι η άγνοια μπορεί και να είναι ένα ελαφρυντικό για τους γελοίους. Εξάλλου είμαστε εργατικοί, ενθουσιάζουμε το κοινό μας. Το προτρέπουμε σε σταυροφορική αφοσίωση προς Ομορφιές που τρελαίνουν. Τις υποψιαζόμαστε, τις διανοούμαστε, τις οσμιζόμαστε. Αυτή η οσμή μας συντρίβει, ένα άρωμα οργασμικό, μία ευωδιά δηλητηριώδης. Δεν έχουμε άλλη εξιλέωση από το να παρακινούμε τους άλλους, να διαδίδουμε με φλόγα αποστόλου την πίστη. Είναι σαν να έχουμε αντικρίσει τον Άγιο στο δευτερόλεπτο του εξαγιασμού του: χνώτο θερμό, διπλό πεπρωμένο, μισό θνητού, μισό αθανάτου, και μια θαυματουργή παρέμβαση τα ενώνει σε καρπό θεοφιλίας. Ένα αιφνίδια ανεστραμμένο πηγάδι που εκχέει κρουνούς θυμιάματος. Μέσα τους η Σάρκα λάμπει. Α, πρέπει να μπορώ να το πω αυτό, πως θέλουμε να πέσουμε στα πόδια Του, να φιλήσουμε την άκρη του ρούχου Του, να υποσχεθούμε μ’ όλα μας τα δάκρυα αιώνια τύψη για τον εαυτό μας. Υπηρετούμε αυτόν τον ενθουσιασμό υποδυόμενοι με ειλικρίνεια τους μύστες. Ίσως κι αυτό να είναι ένα ελαφρυντικό αν κάποιος κάποτε μας κρίνει. Αν δει στα χρωμοσώματά μας τα ελάχιστα ψήγματα χρυσού. Αλλά οι ίδιοι πώς να επιτρέψουμε τέτοιες ανέσεις στη Βιολογία; Υποψιαζόμαστε, διανοούμαστε, οσμιζόμαστε. Δεν είναι αυτά βιολογικές λειτουργίες; Η υποψία δεν σκίζει τα ρούχα, δεν αποκαλύπτει τα όμορφα σώματα; Η σκέψη δεν επινοεί το τοπίο, δεν επιπλώνει το διαμέρισμα, δεν οργανώνει τις ιδανικές συναντήσεις; Η όσφρηση δεν ξεσηκώνει τον πόθο, δεν απλουστεύει τον προσανατολισμό; Ποια Ιατρική μπορεί να συγχωρέσει την απουσία της ψυχής; Δεν έχει εκεί αρμοδιότητα. Αυτός ο πόνος δεν την αφορά. Είναι τυφλή και ανίδεη μπροστά σε μια πληγή από γνώση. Εγώ συχνά παρηγορούμαι με την ελπίδα πως ένας πειστικός θάνατος επί σκηνής εμπνέει την ελπίδα της Ανάστασης. Πως θα υπέβαλλα
κάποιες τέτοιες ελπίδες. Θα πρέπει να το κρύψω αυτό; Δεν θέλω. Δεν θέλω να συρθώ στην καταξίωση. Θέλω να κάψω το συκώτι μου. Είναι ένας πλούτος να περιφρονείς τον εαυτό σου, είναι μια δύναμη να φτύνεις τα μούτρα σου. Η περιφρόνησή μου με τιμά, έχει την ηλικία της αφροσύνης μου, τη φρεσκάδα της αίρεσής μου. Αν ο κόσμος δεν μπορεί να είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;

 

(Απόσπασμα 4 σ.82)

Κατεβαίνω. Πολύ προσεχτικά και αργά. Η σκάλα εντελώς κατακόρυφη κι αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες… Όμως θέλω να είμαι ωραία. Το πέρασμα από τέτοια πασαρέλα πρέπει να είναι πραγματικά μεγαλόπρεπο. Πίσω μου η λίμνη θροεί παιχνιδιάρικα, ένα κάπως μελαγχολικό κουτσομπολιό. Το μονόξυλο αραγμένο στα καλάμια απορροφά την κλίση του τοπίου. Μπορώ να παρακολουθώ το διαβήτη να διευρύνει συνεχώς τους κύκλους του χωρίς να σκύβω πάνω απ’ το νερό. Κρατώ τη μία άκρη του σπάγκου, στην άλλη είναι το πρόσωπο ενός φίλου που είναι αδύνατο να θυμηθώ. Τον αγαπώ; Α, ναι, πάντα. Κάτι εντοπίζω κάτω από το στήθος μου… συγχέεται με το χτύπο της γόβας κάθε φορά που αλλάζω σκαλί. Προσπαθώ να το μεταφέρω… κατεβαίνοντας λικνιστικά. Ένας κοασμός με τρομάζει… ύστερα βλέπω την αθώα ύπαρξη να επαναλαμβάνει το σάλτο της… μια χούφτα σκούρα πράσινη σάρκα που την ξαφνιάζει η επίσκεψή μου. Και τ’ άλλα πνεύματα μοιάζουν ανήσυχα, ακούγεται το κλάμα του λύκου. Έχω την αίσθηση πως οι άκρες των δαχτύλων μου μου κρύβουν μια πληροφορία… πως έχουν ψηλαφίσει πόντο πόντο το μέτωπο, τα ζυγωματικά, το πιγούνι… πως, αν μπορούσα να τα βουτήξω στο νερό, το πρόσωπο εμβαπτισμένο στο διάλυμα, θα εμφανιζότανε σιγά σιγά, όπως στο θάλαμο του φωτογράφου. Αλλά δεν θέλω να το σπαταλήσω έτσι… το μόνο, που διατηρώ, αποτύπωμα. Κατεβαίνω ακόμη πιο βαθιά… με μια ακόμη πιο έξοχη κίνηση. Από το κέντρο της γης βλέπω τους προβολείς αναμμένους.

 

 

Φορτίο (1997)

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ

Κουβάλησε στη ράχη του ως εδώ
Τέτοιες πέτρες.
Το νερό, την άμμο, το φτυάρι.
Χάραξε στη γη το σκαρίφημα.
Λογάριασε τα εργατικά.

0 καημένος… Τώρα, που έκλεισε τα μάτια του, ας του πλέξω
Εγώ ένα γελεκάκι από λουλούδια,
Μαργαρίτες, σπάρτα, κυκλάμινα.
Ύστερα θα βαδίσω πάλι.
Μπορεί ένας λύκος με το βόλι στο πόδι του
Να ’ρθει εδώ πάνω, να τελειώσει κάποτε
Το σπίτι του.
Μα κι έτσι, ο σωρός των υλικών
Κάποια κατοικία τού γίνονται,
Ένα καλό, στον άνεμο, μνημείο.

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μπορώ να τον εξαπατήσω αυτόν, συλλογίστηκε.
Είναι καινούριος στα μέρη μας.
Κρύβεται από τους ανθρώπους.

Αλλά του γύρισε ο καθρέφτης ένα πρόσωπο
Ντόπιο, με γένια άγρια, πρησμένα μάτια.
Δεν ήταν μέσα ‘κεί χωροφυλάκοι.
Είχαν ξεμείνει στον καφενέ.
Για έναν σαν κι αυτόν δεν θ’ άφηναν
Χωρίς κρασί την κρύα νύχτα.

Λοιπόν, περίμενε στο πατρικό του σπίτι
Μονάχα τη φωτιά εξαπατώντας
Ως το πρωί.
Κάνα δυο ξύλα και της έδινε ζωή.
Και τη ζωή του, που ποτέ δεν ήρθε,
Λησμονούσε.
Κι άκουγε που γαβγίζανε δεμένα
Των μεθυσμένων τα σκυλιά.

 

ΥΙΟΘΕΣΙΑ

Η θάλασσα είχε δυο παιδιά.
Το ένα το βρήκε με το πρόσωπο στο βούρκο.
Τριγύρω τα κατάπληκτα ψάρια.
Το γύρισε, το ακούμπησε στην πέτρα
Και το μεγάλωσε.
Το άλλο, ξυπόλυτο, γυρνούσε στο γιαλό
Και φώναζε τον αδελφό του.

Όποιος νομίζει ότι δεν μπορεί η θάλασσα
Να γίνει μάνα
Έχει σφαίρα ξεχασμένη στο θώρακα,
Σε στρώμα δεν μπορεί να γείρει,
Πάει καιρός που χέρι δεν μετράει
Τον πυρετό του στο κούτελο.

Γι ’ αυτόν απόψε οι σπηλιές οι υποθαλάσσιες
Θ’ ανάψουν όλα τα καντήλια.
Θ’ ανεβαίνουνε με την ανάσα του
Οι φυσαλίδες της μητρικής προσευχής.
Ώσπου το βόλι το προδοτικό να σκουριάσει
Και να σκεπάσει χούφτα αλάτι
Το τρυπημένο μέρος της καρδιάς.

 

ΟΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Ακολουθώντας το κυνηγημένο ζώο
Βρήκαν το σπήλαιο με τους σταλακτίτες
Α, πόσο άδικο είν’ αυτό…

Εκείνου τ’ άνοα μάτια ήξεραν
Να μετρούν σταγόνα σταγόνα
Το πέτρωμα του νερού.
Πώς όλοι αυτοί με τα γυαλιά
Διώχνουν το Χρόνο από την τρύπα του;

Ανήμεροι, με την ψυχή όλο νύχια,
Φωτίζουν, μετρούν, ερμηνεύουνε.
Ούτε τα δάκρυα του Κυρίου ακούνε
Που κατέρχονται
Ούτε απ ’ τη γη τις κρύες στήλες
Των αρχαίων των ψυχών που τα υποδέχονται.

Μόνο αν περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια τους
Καμιά φορά νυχτερίδα περίτρομη,
Πέφτει ο φακός από το χέρι τους
Κι απελπισμένοι βλέπουνε το φως του
Να το ρουφάει αθόρυβα ως τον πάτο
Πλωτό, μεγάλο, προαιώνιο σκοτάδι.

 

ΤΟ ΛΑΓΟΥΜΙ

Κάτω απ’ τη γη περνούσε το μήνυμα.
Μα πάνω τίποτα δεν ακουγόταν.
Οι τυφλοπόντικες το πήγαιναν έντρομοι
Ο ένας στον άλλο.

Πάνω δεν ακουγότανε τίποτα.
Αιθρία. Είχαν οι γυναίκες βγει
Κι άπλωναν ρούχα.
Άλλες, μικρότερες, με τη φρεσκάδα του ύπνου,
Γερνάν επάνω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα,
Πράσινα, καταπράσινα θεριεύανε
Κλαριά και φύλλα.

Πέρα, μια ταχτική καμπάνα
Ξαναπερνούσε από τον ουρανό.
Κι έσκιζε με την ουρά το χελιδόνι
Την πουπουλένια την πρωτομηνιά

Αχ, κρυφέ μου πόνε, αχ, θλίψη μου,
Άσ’ την να ταξιδεύει ασύλληπτη
Η χαρωπή οικουμένη.
Άσε τα πανιά να φουσκώνουν
Του άσαρκου καλοκαιριού.
Εμείς εδώ, κρυφακούοντας
Το θαμμένο τον τηλέγραφο
Του κρύου.

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Η βία είναι το χέρι μου
Όπως υπάρχει:
Το στόμα σου σφραγίζω και μετά
Σε παραδίνω.
Εγώ, εγώ σε παραδίνω,
Που ήρθες και μου τ’ ομολόγησες
Πώς τίποτα δεν είδες άλλο
Παρά τη γέννηση σου στον ύπνο σου
Σαν μια και μόνη μαχαιριά.

Όχι, δεν θέλω πάρε-δώσε μαζί σου:
Σ’ αυτούς να πας με τα στιβάλια
Τα φορτωμένα λασπουριά.
Σε κρίνουν φτύνοντας κουκούτσια,
Κλοτσώντας το σκυλί του ταβερνιάρη.
Το ματωμένο μάτι σκύβουν στο λαρδί
Κι αποφασίζουν.

Πάψε λοιπόν να γυρεύεις για λόγου σου
Καλή ζωή,
Εγώ και να σε σκότωνα θα μπορούσα,
Για να μην ακούω το κλάμα σου.
Πάψε να κρέμεσαι από πάνω μου ρωτώντας
Πού σε τραβάνε οι μεθύστακες.
Κρεμασμένο στο καρφί το σακάκι σου
Ποτίζεται καπνό.
Σαν κι εκείνους θα βρωμοκοπάς
Αν βγεις ποτέ από ’δώ μέσα.

Δεν έχω το κουράγιο, δεν μπορώ
Εγώ να ζήσω.
Έζησα κάποτε κουβαλώντας σε
Κάτω απ’ το ρούχο μου σαν σκύμνο.
Μασούσα τη τροφή και σου ’δινα,
Έδιωχνα με φωτιές τα πνεύματα.
Το σώμα μου γέμισε νυχιές.
Για δες πού μ ’ έσυραν με το φορτίο μου:
Με μια λερή ποδιά μέρα νύχτα
Να γεμίζω τις κούπες τους.

Λοιπόν, ας έρθει ο θάνατος να μας δικάσει
Και σένανε και μένα, αγαπημένε μου.
Από την μπόχα που δεν σ’ έσωσα
Εκείνος μπορεί να σε σώσει
Και την αβάσταχτη απορία σου
Να σβήσει μ’ ένα στεναγμό.
Και, όπως ταιριάζει σ’ έναν που σε πρόδωσε,
Σε μένα να ορίσει ζωή αιώνια
Εδώ, μες στα σκαμνιά τα τσακισμένα,
Μες στα βαρέλια και στις κάνουλες,
Μες στις γροθιές που κοπανάνε τα τραπέζια
Κι όλο ζητούν να ζω, να ζω.

 

ΗΜΕΡΕΣ ΔΟΞΑΣ

Πώς πρέπει λοιπόν να ζήσουμε,
Αναρωτήθηκε ο Αυτοκράτορας
Ρίχνοντας το πρόσωπο στα χέρια του.
Ούτε ο καμπούρης του απάντησε, ούτε ο Επίσκοπος
Ούτε η βαριά από το μαργαριτάρι
Νύφη.

Μέσα τον μια λιμνούλα έλαμπε στον ήλιο,
Αν και ο ήλιος δεν περνούσε από κει
Παρά μόνο σαν το κομμένο κεφάλι
Που είχε κυλιστεί στις σκάλες.

Έλαμπε, έλαμπε και γύρω στα καλάμια
Ξυπόλυτα μπαινόβγαιναν
Παιδιά του λαού.
Κάτι όμορφες είχαν απλώσει μπουγάδα.
Άχνιζε λουλάκι και νάρκισσος.

Φτωχέ… Γιατί δεν ρίχνεις στη φωτιά
Την Αυτοκρατορία…
Γιατί δεν ρίχνεις στάχτες στα μαλλιά σου…
Βαθιά, στον πάτο του νερού, κοιμάσαι
Όπως σε γέννησε η μάνα σου,
Ένα μωρό ανθρώπου, ένα γιο
Σπαργανωμένο με φύκια.

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Δες πώς συσσωρεύεται η κτίση
Κάτω απ’ το βλέμμα του ανθρώπου.
Τι απομένει… Έν’ απέραντο σεντόνι.
Τις άκρες του θα σηκώσει μονάχος.
Τον μπόγο θα φτιάξει της κατοικημένης γης,
Ακόμη και της στέπας και της θάλασσας.
Στον ώμο του θα τον φορτώσει
Και θα φύγει.

 

ΤΟ ΗΧΕΙΟ

Κι όπως πήρε το χώμα και το φύσηξε,
Ζωή δεν ήρθε. Μα ένα σφύριγμα
Όπως μέσα από κούφιο καλάμι.

Αλλά ένας ταπεινός επενόησε
Τον αυλό.
Κι ένας άλλος
Το στρόβιλο του αέρα μέσα από ένα
Χρόνια παρατημένο χωριό
Και πώς, περνώντας ο ταξιδιώτης
Κάτω από τα κρεμασμένα παράθυρα,
Σφίγγεται, σφίγγεται στο σακάκι του
Κι όλο σφυρίζει ένα σκοπό
Που ο κουρνιαχτός κουκουλώνει.

 

ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ

Δεν έχω να βαδίσω αλλού
Παρά μόνο πάνω στα βήματά μου.
Έχουν από ώρα γυρίσει πίσω.
Άλλα -τώρα δα- ξεκινάνε.
Πάντα βαδίζει γύρω μου
Ο εαυτός μου.

Αλλά εσύ, μουσική, φοράς πούπουλα.
Δεν γράφεις χνάρι στον αέρα.
Κανείς ποτέ δεν θα μάθει
Τους περιπάτους μας.

 

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Πεθαίνοντας το γιγάντιο πεύκο
Μου έγνεψε να πάω κοντά του
Και, πριν να σωριαστεί, μου παρέδωσε
Αυτό που κρατώ.

Στα χέρια μου λοιπόν δεν θα σπάσει.
Πάω σε τόπο που βλαστάνουν μόνο θάμνοι,
Σε σπίτια χτισμένα στον καπνό.
Εκεί, κανείς δεν σε ρωτάει.
Μόνο δουλεύουν όλοι, μέρα νύχτα,
Τσεκούρια, πλήκτρα, τρύπανα, σφυριά.
Μ’ όλο που δεν μπορώ να πιάσω ελεύθερα
Ούτε τα εργαλεία της δουλειάς μου,
Συχνά ούτε κι αυτό το ψωμί,
Αυτό δεν θα σπάσει στα χόρια μου.

Βάρος ασήκωτο στην καρδιά μου
Ν’ αφήσω τ’ ασήκωτο βάρος του.
Μ’ όλο που σπρώχνει ο κόσμος βιαστικά
(Ούτε και που το βλέπουνε, νομίζω),
Μόνο στον τάφο μου θα τ’ ακουμπήσω, κι εκεί πάλι
Θα το κρατώ με το σωρό της γης που θα ’μαι.

Ω, ταπεινή και φιλότιμη
Αιωνιότητα των ανθρώπων
Που τίποτε δεν αξιώθηκαν,
Που δεν τους δόθηκε καμιά δωρεά,
Μια μέρα θα το πάρεις στα χόρια σου
Με δάχτυλα τρυφερά και έμπειρα.
Και με ξόρκια στα πουλιά, μ’ ελπίδα,
Το βλέμμα θα ρίξεις τριγύρω.
Ας είναι τότε να περνά απ’ τον κόσμο πάλι
Η κουρασμένη μου ψυχή.

 

Η ΠΑΡΕΑ

Κάθισαν γύρω γύρω οι φίλοι
Κι ανάμεσα τους πέρασε ο κισσός
Και λίγος θόρυβος του δρόμου.
Όταν καλά τους έδεσαν οι έλικες
Και σκόρπισε η τελευταία σκόνη,
Σήκωσε ο πρώτος το ποτήρι του
Κι ευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια
Να τους σκεπάζει πάντα ο ουρανός
Με τη μεγάλη σοδειά του.

Δεν τους γνωρίζω. Τους φαντάστηκα
Σαν μια φυλή πεζοπόρων
Που πότε πότε σταματούν και μοιράζονται
Τα λιγοστά υπάρχοντά τους.
Συγκατανεύουν ο ένας στου άλλου την εξήγηση
Κι ύστερα, με του καπνού τα δαχτυλίδια,
Στέλνει ο καθένας στεναγμό στο πρόσωπο
Που τον κοιτάζει πάνω απ’ τ’ άστρα.

Δεν έχουν βέβαια όψη ανδρών σοφών.
Μοιάζουνε πιο πολύ συστάδα δέντρων
Γύρω από μια, ριγμένη από ψηλά,
Γιγάντια πέτρα.
Αυτήν την πέτρα ψηλαφώντας με τα δάχτυλα,
Διαβάζουν του Θεού το ζάρι.

Έτσι θα ’ταν καλά. Κι αν ακόμη
Δεν είναι η ζαριά παρά ένας
Και τελειωτικός πυροβολισμός.
Κι αν, αντί για το πέτρινο ιερό της,
Ανοίγει μοναχά μια τρύπα.
Κι αν όλοι οι φίλοι δεν είναι παρά ένας
Χτυπημένος άνθρωπος,
Έτσι θα ’ναι καλά. Μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει.
Μπορεί να βαδίσει χιλιόμετρα
Δανείζοντας τα δάκρυά του
Σε κάθε ίσκιο που τον προσπερνά.

 

Η ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Ο νεκρός με το γαλήνιο πρόσωπο
Μαθαίνω ότι είναι ο Ήλιος.
Ο άλλος, που ένας μορφασμός τον σφίγγει,
Είναι ο βράχος κάτω από τον ήλιο
Με μια και μόνη στην κορυφή
Ανθρώπινη κατοικία.

Μέσα κεί ζουν οι κατώτερες φυλές.
Με τα ζώα τους μαζί, σαν σε στάβλο.
Ανίδεοι αν γύρω απ’ την πέτρα
Σπάει το κύμα.

Όσες φορές ανοίγουν το παράθυρο
Ή βγάζουν για βοσκή τα πρόβατά τους,
Όλο ψηλά κοιτούν και θλίβονται.
Χώνονται πάλι μέσα βιαστικά
Και τρώνε τη ζωή τους στα δάκρυα.

Αλαζονεία ή σοφία δεν το ξέρω,
Αυτοκτονία ή ευπρέπεια.
Μα τόση φωτεινή παγερότατα,
Τόση διαφάνεια της φλεγόμενης μάζας,
Που καθησύχασε τα εκρηκτικά υλικά
Και φόρεσε αδαμάντινο καύκαλο
Πάνω στο πρόσωπο της αγάπης,
Δεν θα γίνε χωρίς τη θέληση μας.
Για να τελειώσουν όλα όπως τελείωσαν,
Πολύ θα έχουμε εργαστεί.

Όσοι με τρόμο κρύψαμε απ’ τα μάτια μας
Το τερατώδες φύλο της καρδιάς μας,
Όσοι χωρίς περιουσία δανείσαμε
Χρυσό απ’ των άλλων τα έσχατα όνειρα,
Εδώ τώρα, με τα ζωντανά και με τ’ άχερα,
Συνωστιζόμαστε.
Όσο και να μορφάζει η στέγη,
Όσο και η πέτρα να συρρικνώνεται,
Τα βροντώδη τα βλέφαρα έκλεισε.
Δεν μας βλέπει, δεν μπορεί να μας δει
Ο νεκρός εκεί πάνω.
Τις φλόγες του αργά αργά
Σαν πόνο που κανείς δεν εννόησε
Καταπίνει.
Την ξοδεμένη άπειρη ζέστα
Αφήνει στα περαστικά βουνά.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

2

(… όπου ο ποιητής μένει
ακατοίκητος )

Η θεία έμπνευση σ’ εγκατέλειψε, φίλε μου.
Τι σου μένουν πια; Οι επιθυμίες…
Μ’ αυτές δεν πας μακριά.
Το πολύ
Ως την εκπλήρωσή η τη διάψευση τους.

Αλλιώς, αλλιώς είναι
Όταν έρχεται να κατοικήσει μέσα σου
Των δαιμόνων το σόι.
Σέρνουν μαζί τους σαν δεμένο με φωτιά
Τον αργό θάνατό σου.

Είναι χαρούμενοι μες στα σπλάχνα σου.
Κάτω απ’ το στήθος σου είναι ζεστά.
Τρώνε από σένα και σκεπάζονται.
Έξω χειμώνας βαρύς.

Δεν είναι ότι θέλουνε να σ’ αφανίσουν.
Μα, όπως γίνεται ένας σεισμός
Κι αλλάζει ο θαμμένος πλευρό
Για να βολέψει τις αλυσίδες του,
Έτσι κουνάν και σπάνε τη σκέψη σου
Κι ερείπια κάνουν τα καλά σου έργα.

Λένε οι φίλοι: «Δέστε ένα πουλί!»
Λένε οι εχθροί: «Δέστε το κλουβί του».
Μα σένανε σε τρώνε οι δαίμονες
Και στον εαυτό σου, μοναχά σ’ αυτόν,
Σε μεταμορφώνουν.

Και τι είσαι τάχα χωρίς θεία έμπνευση;
Κάποιος που θ’ αγαπηθεί από τους ανθρώπους.
Κάποιος που όλα τα δώρα της νιότης του
Θα τα ξοδέψει.
Ή, αν είσαι απ’ τους πολύ λυπημένους.
Κάποιος που έκρυψε από το φως του ήλιου
Των δακρύων του τα μαργαριτάρια.

Με την έμπνευση διώκεσαι.
Δεν κυνηγούν το φόνο μα το πένθος.
Θέλει σπηλιές να βρίσκεις και ρουμάνια.
Θέλει να μη μοιραστείς ποτέ
Το ψωμί σου.

Έλα τώρα, μη σκαλίζεις τα χαρτιά σου.
Άλλο μην ταπεινώνεσαι.
Το βράδυ κλείνει τα παράθυρά του.
Κλάψε.

 

5

(… όποιος αγαπά την αλήθεια
εμένα δεν μ’ αγαπά )

Ω, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τούτη τη λίμνη
Μες στο χλομό αντιφέγγισμα
Του φθινοπώρου.

Η αστραπή ενσαρκώνεται.
Το κίτρινο φύλλο μουσκεύει.
Κατάκοπος απ’ την ανάστασή του
Ο πνιγμένος.

Το άνθος πάνω στο νερό, μες στον κύκλο του,
Είναι το πραγματικό πρόσωπό του.
Για να αναστηθεί, το εγκατέλειψε.
Μα τώρα, όπως περίλυπο επιπλέει,
Στρέφει σ’ αυτό με συμπάθεια
Το νέο του βλέμμα.

Καμιά, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τη σιγανή βροχή.
Αυτή λιχνίζει πάνω απ’ το γυαλί τα τιτιβίσματα.
Ψιθύρους ασαφών υποθέσεων
Πως τάχα φως θανάτου υπάρχει
Και έγερση από θλίψη απέραντη.

Ήχους αμφιβολίας, βήματα,
Κρύα σκόνη στον αέρα.
Ώσπου η οσμή των σταφυλιών
Πάλι το φόβο κάνει μέθη.
Γεύση από δεμένα στον ήλιο
Κι αραδιασμένα, μιλιά μακριά, σ’ ένα πιάτο,
Μαύρα, καλοπλυμένα τσαμπιά.

Τίποτε πιο αναληθές, πιο ταπεινό
Απ’ την αλήθεια.
Αν είναι ο ουρανός γεμάτος σύννεφα,
Τα σύννεφα είναι γεμάτα σπίτια.
Εκεί οι μέρες των μηνών κατοικούνε
Πριν κατεβούνε να ταφούν εδώ,
Καθώς, αιώνες πριν ξενιτευτούν,
Έχουν τάξει.
Ποτέ, ποτέ είκοσι τέσσερις ώρες
Δεν ερμηνεύουν τόσο βάρος στο στήθος μας.
Ω, από πόσο μακριά
Τις αποσκευές κουβαλάνε…

Κι αν έχουμε αγαπηθεί, αυτό δεν είναι
Πραγματικότητα.
Κι αν έχουμε αγαπήσει, αυτό δεν είναι
Όλη η αλήθεια.
Πρόσωπο νούφαρο και πρόσωπο στους ώμους
Ένας καθρέφτης από ασήμι τα διαιρεί
Και το πνεύμα επινοεί το τοπίο:
Εδώ τα φύκια, εκεί ο βυθός,
Πιο κάτω ο οικισμός που πλημμύρισε.
Παντού το ρύζι του ψιλόβροχου.
Πουθενά το ψωμί της αλήθειας.

Ακύμαντη από όχθη σε όχθη
Αντανακλά το εκτυφλωτικό ενδεχόμενο.
Ένας συλλογισμός την εμψυχώνει.
Οι κλωστές του ψαλιδίζονται στον αέρα
Κι ακούω το μέταλλο στο μέταλλο
Σαν προσευχή που επαίρεται
Βουίζοντας από υδρόβια δράση.
Ποιος γνωρίζει αν είναι μονάχος
Ή αν συνεχίζει τους περιπάτους του
Ο Άλλος πάνω στο νερό…

 

7

(… όπου τελειώνουνε κι αυτές
οι ιστορίες)

Ω, μέριμνα, ω, ερημιά…
Ας μαζέψω τα κουρέλια
Των πρώτων μου σκέψεων.
Ας δώσω περιθώρια να στρωθεί
Χαλί από χλόη.
Την αίθουσα του σύμπαντος διασχίζει
Κατήφεια και υπομονή.

Έφυγαν από τα σπίτια τους
Οι όψεις των πραγμάτων
Εδώ σκορπώντας μοναχά
Το φεγγοβόλημα,
Όλα εκείνα τα παμπάλαια σήματα
Που ξέρω ότι έχουν σωπάσει,
Τ’ ακούω όμως σαν φασματική
Οικουμένη των φίλων.

Ο θόλος κάτοπτρο απ’ όπου
Βρίσκει ο καπνός τα περάσματα.
Δρόμους ηχηρούς και απόκρημνους
Προς τη Χάρη.
Τέλματα στον αέρα, όπου βυθίζονται
Σε στρώματα διαδοχικά τα βλέμματά Του.
Μα εδώ μονάχα η Μουσική, κάποιοι τόνοι
Απ’ τις τροχιές των παρασίτων
Επάνω στα στεκούμενα νερά.

Ω, φροντίδα για το τίποτα.
Των καθημερινών συνήθειων
Διωκόμενα έθνη,
Ας ησύχαζε αυτός ο αέρας.
Τα βήματα των ενδυμάτων αφουγκράζομαι
Καθώς, φευγάτα από βαριές ντουλάπες,
Πάνε κατά το βάλτο.
Οικοδομήματα που αποκαλύπτουν άλλα
Κι αυτά άλλα και άλλα οικοδομήματα
Διαλύουν σαν από αχνό
Τέτοιοι φθόγγοι.
Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ κι αδειάζουνε
Από κάθε σημασία τ’ αυτιά μου.

Δεν μπορώ, δεν μπορώ να καταλάβω.
Το κρουστό από τόσους ψιθύρους
Κάνει την αντοχή μου να σαλεύει.
Θα ’πρεπε να ’μουν αθάνατη
Πριν δω τις κορυφές τις χιονισμένες
Σαν σώματα που σκέπασαν για πάντα
Κάθε τους άγγιγμα…
Σαν τόσους αγαπημένους που θέλησαν
Να μου στρέψουν τη ράχη.

Σε μια κηλίδα κρότου που απλώνει
Τα βουνά θεμελιώνουν τους θρόνους τους.
Και κάτω τουρτουρίζουνε τα φώτα
Των βιομηχανιών.
Πυκνές διασχίζουνε τη στέπα
Συγκοινωνίες.
Πάνε κι έρχονται οι συρμοί.
Πτήσεις ανάβουν και χάνονται
Στο χαλάζι.
Τι θα ’πρέπε να ξέρω εγώ
Από μια τέτοια κακεντρέχεια,
Από μια τόσο υπεροπτική
Θεομηνία;

Κάποτε ζούσαν τα πρόσωπα
Όσο χρόνο ζει το φεγγάρι.
Η μπάλα ξέφευγε στα κύματα
Σαν μέσα από θεοσκότεινη κάμαρα
Και γύριζα να δω γιατί
Το πέλαγος σήκωνε το σπίτι.
Άκουγα το παφλασμό από το ηχείο,
Γέλιο ενός Τρίτωνα που απόμεινε εκεί κάτω,
Μες στα γκρεμίσματα των ανακτόρων του,
Μες στα σαβανωμένα κοριτσάκια
Που τίναζαν το τόπι πίσω στη στεριά.
Σήμαινε αυτό: θα χάσω έναν άνθρωπο.
Τη θέση του θα πάρω στο τραπέζι.
Ω, δεν θα τον αφήσω ποτέ
Να δειπνήσει ολομόναχος.

Τι σημαίνει, λοιπόν, τι σημαίνει
Αυτή η άηχη αναρρόφηση…
Χοάνη που σέρνει στο κέντρο της
Οικοσκευή και βιβλία.
Τέτοιο τραπεζομάντιλο, τόσα άνθη,
Με μια και μόνη κίνηση
Σηκώνει ο αέρας.
Μαγνητισμένα, με το σημάδι στο κούτελο,
Ακολουθούν στο ανάστροφο ποτάμι
Όσα σώθηκαν άδολα ζώα,
Λαγοί και πέρδικες κι ένας θλιμμένος
Ύπνος χειμερινός της αρκούδας.
Τα χνάρια τους, τα βαριά πέλματά τους
Το ρεύμα θάβει τραβώντας το δίχτυ του.
Τίποτα εδώ εκτός από τη σκέψη μου
Πλυμένη από την ψυχή μου.

Τι είναι; Τι είναι αυτό; Δεν έχει νόημα.
Αυτό δεν μιλά και δεν βλέπει.
Σαν μέσα σ’ ένα μπουκάλι
Το βόμβο κλείνει του κόσμου.
Νιάτα του σώματος, πόνος μυαλού,
Θνητή κι αθάνατη φιλονικία
Ούτε γνωρίζονται ούτε απαντούν.
Ένα σφυρί μονάχα το καρφί του
Μπήγει στο βουνό
Αλλάζοντας χρονολογίες.
Και κάθομαι κι ακούω και μετρώ
Τυχαία πάνω κάτω στο άπειρο.
Ώσπου κι αυτή η αντίσταση να γίνει
Μια μηχανική φλυαρία
Κάποιου που έχασε από χρόνια
Κάθε ακοή

 

 

Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995)

 

ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΕΝΟΣ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Φως μικρό από μια παλάμη.
Χλόη στα σκεπάσματα.
Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Τα θρύψαλα από τα γυαλιά του,
Η σκόνη από το σακάκι του,
Οι άσπροι αστράγαλοι, το πουπουλένιο στρώμα,
Όλα είναι ακόμη εδώ.

Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Άκου που έρχεται το απόγευμα.
Κι ο θόρυβος από κηπουρικές φροντίδες
Και τα ψίχουλα τ’ αραδιασμένα στα πουλιά
Κι η μυρωδιά άδειας φωλιάς, το ποτιστήρι,
Συνήθειες ευλάβειας, τύποι ιδεών,
Το απερχόμενο νόημα
Ενός μικρού κιβώτιου μ’ εργαλεία,
Όλα είναι πάντα εδώ κι ακόμη
Η βουή μιας ύπαρξης που σήκωσε
Χέρια σαν δέντρο, ανάστημα καπνού.

«Αν οι πράξεις μας γυρεύουνε άφεση,
Αυτό είν’ όνομα καλό για την αγάπη.
Όσοι δεν είναι γύρω μου είναι μέσα μου.
Κι εγώ έχω το κουράγιο να τους βρω».
Έτσι γράφει το χαρτί που μας άφησε.
Βέβαια, δεν πήρε το πενάκι του.
Τα λυπημένα του ορθογραφικά.
Μα ό,τι είναι ορθό έναν ολόκληρο χειμώνα
Ζωή και θάνατος μεταμορφώνουν
Σαν τα μάτια που πετάει μια κλάρα,
Σαν το μπόλι, που μόλις πάει να δέσει
Επάνω στη σωστή χαρακιά.

Αλλά και πάλι θα μας γράφει. Θα μας γράφει…
Τις νέες ποικιλίες υακίνθων,
Μια πιο εγκάρδια βλάστηση αρωμάτων,
Τα υβρίδια των πηγών, τα πέτρινα πέταλα
Μιας εξαιρετικής διπτέρου ανεμώνης
Και πώς, με άπραγα τα χέρια πια,
Μόνος ο νους καλλιεργεί και συλλέγει,
Άκαρπο μόχθο, τρυφερότατο βλαστό,
Την απορία, τη θλίψη, την ευθύνη.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ

Ο στρατιώτης πήγαινε μπροστά.
Σφύριζε με χάλκινους πνεύμονες
Πως είναι η ανελέητη εκδίκηση
Η πιο σοφή, η πιο παρθένα Δικαιοσύνη.
Τον ουρανό μαστίγωνε η παντιέρα του
Και χιόνι έπεφτε καινούριο.
Τη γούβα που άνοιγε το πάτημά του
Χιόνι δεν τόλμαγε να τη σκεπάσει.

Η Μοίρα του βάδιζε πίσω του.
Δούλα, που έχουν αχρηστέψει τα γεράματα.
Τα ρούχα της κουρέλια, κεφαλή σκυφτή.
Στη θέλησή του τέλεια υποταγμένη.

Όλη τη μέρα ανέβαινε, ώσπου
Κατάμαυρο, κρουστό μεταξωτό,
Τεντωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη του ορίζοντα,
Σκίστηκε ξάφνου από εκατομμύρια άστρα.
Χέρια πατέρα τού άπλωσαν τα γέρικα έλατα.
Με σεμνό πόθο τον ετύλιξε η σελήνη.

Όχι, δεν βρήκε το θάνατο.
Όχι, δεν τον χτύπησαν κατάστηθα.
Ούτε χωσιά, ούτε ενέδρα, ούτε ατύχημα,
Ποντικοί, κάτι χοντροί αρουραίοι,
Είχαν εχθρούς και φίλους αφανίσει,
Είχαν ρημάξει τα σπαρτά.
Τύφλα, στουπί, κάθε βράδυ τον μαζεύει
Η δούλα του από τα σοκάκια.
Τρίζουν τα γέρικά της κόκαλα
Ως να τον βάλει στο κρεβάτι.
Σαν αποκοιμηθεί, του βρέχει το κεφάλι.
Κούτσα κούτσα τού φέρνει γιατρικά.

«Βαρύ είναι, γιε μου, το κεφάλι σου στα πόδια μου.
Βαρύτερο είν’ έξω το φεγγάρι.
Τρεκλίζει πάνω στην ταράτσα.
Τρομάζει το γάτο και τα πουλιά.
Γείρε. Ησύχασε. Καλά το ξέρω
Τρεις μέρες μόνο μένεις κάτω, στα σκοτάδια.
Τρεις μέρες.
Θα περάσουν πια».

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΚΑΡΗ

Η βάρκα του περίμενε δεμένη.
Μύριζε κερί και σάπια φύλλα
Και μια πανάρχαιη λακκούβα φως.

Μετά τόση οδοιπορία κουρασμένος,
Κάθισε λίγο, έβαλε τα πόδια του
Στο υποταγμένο ποτάμι.
Αναρίθμητες φυλές ψυχών ακολουθούσαμε.
Οσμή σπηλαίου μούσκευε τα ρούχα μας.
Μα άναβε ακόμη ο φώσφορος των ματιών
Γι’ αυτά που δεν θα ξαναβλέπαμε,
Μια πάπια αδιάφορη, που αγρυπνούσε,
Εκατομμύρια αεικίνητα έντομα,
Μια κλωστή από ασήμι
Γύρω από το παρατημένο ψαροκάλυβο.

Ύστερα, όλοι μπήκαμε στη βάρκα.
Σαν να μη χτύπαγε τον ποταμό κουπί…
Σαν να κυλούσε μαύρο μέλι…
Τις μακρινές πατημασιές μας στην όχθη
Μια μια τις άσπριζε το φεγγάρι.
Με το στήθος βαρύ από αγάπη
Μόνο ο βαρκάρης τραγουδούσε
Τόσο παρήγορα, τόσο γλυκά,
Που πια δεν κοιτάζαμε πίσω. 

Τώρα δεν θέλω να ταράξω άλλο τον ύπνο σου
Μόνο, όταν έρχεσαι εκεί που κοιμάμαι,
Δεν θέλω πια τ’ αγαπημένα σου δάκρυα
Μα το τραγούδι αυτό του βαρκάρη.
Σκύβω στ’ αυτί να σου το μάθω.
Μυρίζω πάλι τα μαύρα σου μαλλιά.

 

ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Τα πρώτα φύκια της αυγής.
Το πρώτο λυχνάρι ενός χαμόγελου.
Τα πρώτα θρύψαλα ενός κύκνου.

Αλλά όχι. Είναι τα βήματα
Της χτεσινής βροχής.
Η επιφύλαξη
Ενός φίλου που άλλαξε.
Μια υγρή κορδέλα, κλεισμένο στο φάκελο.
Η απορία
Μιας χούφτας γεμάτης νερό.

Μα πιο πολύ
Είναι αυτός ο κρόταφος
Αυτή η κλίση του λαιμού
Αυτά τα πλήκτρα.
Είναι το δίχτυ από βλέμματα ομίχλης
Στο τέλος μιας μεγάλης ημέρας
Μπροστά σε φρούτα φρεσκοκομμένα,
Σε μια μικρή κούπα γάλα.
Είν’ ο κρυφός περίπατος της σκέψης,
Η φλαμουριά, το κιγκλίδωμα,

Η αθεράπευτη χηρεία της καρδιάς.

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Έζησα χρόνους στη στεριά.
Καιρός να γυρίσω στη θάλασσα
Κι ούτε έχω πια να φοβηθώ
Μια γριά φουρτούνα σαν τη μάνα μου».

Αλλά η μάνα σου ήταν έλατο
Σ’ ένα βουνό επάνω στ’ άλλο.
Το φορτίο του χιονιού ανασήκωνε.
Έκρυβε το ζεστό χυλό στα κόκαλά της
Κι όταν ξεσπούσαν στον καιρό τους τα νερά
Με ρίζες άσειστες κρατούσε στεγνά
Σπίτι λαγού, φαμίλια της χελώνας.

Όπου και να γυρίσεις, όπου και να πας,
Η μάνα σου δεν είναι φουρτούνα
Μα η στεριανή, γεμάτη χνούδι υγρό, ζεστή σελήνη,
Που σ’ έχει στην αθανασία ταμένο
Και ξενυχτάει και σε μελετά. 

 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Κλείνουν στο κιόσκι τα φανάρια τα βιβλία τους.
Καθώς το σπίτι κατεβαίνει στα βαθιά
Σαν μυρωδιά ψωμιού που σβήνει
Απλώνεται το γεναριάτικο φεγγάρι.

Άραγε ακόμη ο κρεμασμένος είναι μόνος του…
Ν’ ακούστηκε το σπρώξιμο του σκαμνιού…
Να έλειψε η βραδινή του καληνύχτα…

 

ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ

Αθόρυβα, με πόδι πελεκάνου,
Πάνω στην άμμο που μισοκοιμάται
Φτάνει το πλήρωμα των ημερών.

Περνούν τα ψαροκάικα γεμάτα.

Δεν ζούνε πια αλλά κρίνουν
Ο ουρανός και η γη.

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΝΥΧΤΕΡΙ

II

Βροχή ερχόταν: ο άπαυτος μουγγός της βρυχηθμός
μαζευότανε πίσω απ’ τα κοπάδια. Αφήσαμε το
άρρωστο κορίτσι καταγής κι ύστερα κάτσαμε κατάκοποι
στο χώμα. Καθώς τα ζώα σκορπίζονταν τριγύρω
μας, τ’ απορημένα τους μουγκανητά διώχναν τις σαύρες,
που έπλεναν στην αστραπή την ουρά τους: καθώς
χωνόντουσαν στις πέτρες, στάζανε πίσω τους τα ξέφτια
μιας ακατανόητης οργής. Βραδυκίνητο σαν αρκούδα
στο χιόνι πατούσε λόφο λόφο το φεγγάρι κι η
φουσκωμένη του κοιλιά, που κοπανιότανε εδώ κι εκεί
στα ερημοκλήσια, έσκασε τέλος σε δριμύ αγιάζι, λίγο
πριν έρθει το πολύ νερό και δέματα, κιβώτια, σάκοι
συρθούνε μες στη λασπουριά. Άχρηστοι από τον
πυρετό και την ανία ακούγαμε να πλατσουρίζει εκεί
πάνω κάτι που αναίτια είχε επινοηθεί και υπάρξει,
δέντρο ή άνθρωπος ή ερπετό. Η αρκούδα του χιονιού
μετάλλαζε σιγά σιγά σε μέγα πρόσωπο γυναίκας, που
όλο έσφιγγε στο στόμα το μαντίλι της κι όλο κουνούσε
το κεφάλι. Τέλος σκύβει και με μπράτσα γερά σηκώνει
το κορίτσι από το χώμα, διώχνει τις μύγες από
το πρόσωπό του και μπαίνει στο καμένο σπίτι, εκεί,
περνώντας με γαλήνια προσοχή πάνω από τα
γκρεμισμένα ντουβάρια.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα αρφανό από νου,
Άκαμπτο πάνω στ τραπέζι,
Γι λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι
Την ευπρέπεια το απόρρητου βίου του.
Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται
Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι
Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.

Μα ἡ ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,
Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε
Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα
Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,
Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.
Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο
Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.

Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι
Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.
Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,
Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.

Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,
Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,
Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές, σπρώξ’ τον πέρα
Αυτόν τον άθλιο ουρανό.

 

Ο ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

Μες στα βαρύτιμα του ρούχα, ισχνός. Υπέργηρος
Τα δάχτυλά του, φορτωμένα δαχτυλίδια,
Στην πολυθρόνα του ακουμπούν.
Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει τ’ αγριοπούλι
Σκοντάφτοντας στα λαβωμένα του φτερά,
Ώσπου δύο χούφτες μουσκεμένα πούπουλα
Να σκεπάσουν
Κούφια, μικρά, λεπτοκέλυφα κόκαλα.

Πες μου, τώρα, εσύ, κεφαλάκι του κρόκου,
Καρδιά της βιολέτας, χέρια και πόδια του άνηθου
Φουντωμένα μαλλιά του ανθισμένου αγκαθιού,
Πες μου εσύ, καρπερή οικογένεια
Του αραπόσιτου και του ρυζιού,
Την ύπαρξή μου ακολουθώ ή το Νόμο,
Το στήθος μου ή τον κρύο βοριά…

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια,
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναικείο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμία φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΙΤΙΑ

Την τροφή σου, την τροφή σου πού τη σέρνεις;

Εσύ μπορείς να ταφείς εδώ,
Με τις ανόητες τιμές των οικείων σου,
Σαν να ’σουν σ’ οτιδήποτε χρήσιμος.

Μα η τροφή σου, α, η τροφή θα μείνει άταφη.
Για τόση τροφή χώρος δεν υπάρχει.
Άρτων βουνά, εξωτικοί καρποί, γλυκίσματα.
Θα μείνουν στα σκυλιά και στα ποντίκια.

Να δούμε τώρα πώς θ’ αντέξει η ψυχή σου,
Ατροφική και αποστεωμένη,
Εξόριστου μακρά οδοιπορία,
Κάτεργο πείνας, βούρδουλα λιμού,
Πού θα ’βρεις, να γλυκάνεις τα χείλη σου,
Ψίχουλο που ούτε το πουλί χορταίνει.

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

I

Κατέβαινε πέτρα την πέτρα απ’ το ποτάμι.
Λίγο στεκότανε ν’ αναπαυτεί στις όχθες
Και πάλι έπαιρνε το υγρό του μονοπάτι.

Όσο κι αν θες να θυμηθείς, δεν θα φτάσει
Ποτέ ως εδώ. Όσο κι αν σκύψεις στα χαρτιά σου.
Κι αν σε τυλίξει μυρωδιά από ρούχο γνώριμο,
Τα βήματά του δεν θ’ ακούσεις πια.

Αλλού περνά. Πλάι στα φλύαρα καλάμια.
Ανάμεσα απ’ τις ξαφνιασμένες πέστροφες.
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πουλιών
Που πάνε κι έρχονται για τα μικρά τους.

Εδώ μια μόλις τραβηγμένη κουρτίνα,
Τα σπίρτα, το κερί, το κηροπήγιο.
Όλα όσα τίποτε δεν υποδέχονται
Κι όμως πανέτοιμα περιμένουν. 

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

II

Μια πολυθρόνα σκεπασμένη με κουβέρτα.
Σταχτοδοχεία γεμάτα, άπλυτα ποτήρια.

Έζησε εδώ; Είδε το κεφαλάκι μιας κυρίας
Γερμένο με χάρη στον ώμο του;
Συνομίλησε με τη γαλάζια ψυχή της;

Φυσάει. Τα δέντρα δέρνονται.
Κάτω στο μόλο δεμένα τα καράβια.

Ποιον είδανε, λοιπόν, οι τοίχοι;
Ποιος σήκωσε τους ώμους μπρος απ’ το παράθυρο
Και στάθηκε να δει την προκυμαία;

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μ’ αδέξιο βλέμμα και θνητό χαμόγελο
Και τα βρεγμένα ρούχα του στο χέρι
Στέκει εκεί, στο βάθος, ώρες,
Σαν να ’ρχεται πρώτη φορά στη ζωή.

Κι όμως πολλές φορές
Τέτοιο κορμί ξανάχτισε απ’ το τίποτα.
Φέγγει τώρα απτό και θελημένο
Σαν διπλή αγκαλιά τριαντάφυλλα.

Μα εγώ δεν μπορώ πια να πεθάνω.
Σκέπασαν τα μαλλιά τους ώμους μου.
Σκέπασε ο πάγος τα νερά.
Και κάτω ο χρυσός των ρευμάτων
Σπρώχνει τα ξύλα απ’ τα καράβια
Βαθιά, στην αδιατάρακτη νεότητα,
Όπου και η χαρά και η θλίψη οδηγούνε.

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη
Θ’ ακούς τη βοή της χλόης,
Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει
Τα ρείκια, τα νερά, τα βελάσματα.
Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα
Πάνω απ’ το σώμα μιας μικρής κοπέλας,
Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος
Τη μαχαιριά στο λαιμό της.
Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι.
Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα
Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της
Ένας απαρηγόρητος ήλιος.

Μα όταν οι πρώτες βροχές
Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων,
Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα
Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας
Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα,
Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι
Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη.
Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό
Πάνω από τ’ απαλά της στήθη,
Για ένα τύλιγμα γύρω απ’ τη μέση της,
Για μια λιγόζωη χλιδή.

 

ΚΟΡΙΝΘΙΑ

Ι

Απλώθηκε το μεσημέρι του Νοέμβρη
Επάνω στα φρεσκοπλυμένα λεμονόδεντρα
Κι ο γάτος, δεινά μουσκεμένος,
Τινάχτηκε με ρίγος και βάλθηκε
Να λιάζεται σε μια προσήλια πέτρα.

Άμεμπτα είναι τα έργα του Θεού,
Σιγοτραγούδαγε ο καπνός από τις στέγες.

 

ΛΙΓΟ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ

Στα κράσπεδα μιας γυάλινης εκκλησίας
Σκόρπιο λιβάνι της λύπης.
Φλόγα τρέμουσα της χαράς.
Ψωμάκι με το σταυρό του θανάτου μου,
Βαθιά ρυτίδα μιας λίμνης από σμάλτο.
Όταν απ’ το καμπαναριό κυλάνε τ’ άγρια ρόδα
Ως τη χελιδονοφωλιά του αντικρινού του μπαλκονιού,
Με κουρασμένα βήματα παίρνει το δρόμο
0 γέρικος ψαλμός κι ο ψυχογιός του,
Ένα λυπητερό τραγουδάκι,
Για τα μεγάλα μαύρα μάτια του Χριστού.

 

Ω, ΠΟΛΗ…

Μια αρχαιότατη έκδοση του Ομήρου,
Το χάδι ενός Σλάβου πρίγκιπα,
Ένα ασημένιο κουταλάκι άπραγο
Πλάι σε φίνα πορσελάνη
Κι αυτός ο αργός ρυθμός να σέρνει
Τα βήματά της
Από το υπνοδωμάτιο στο γραφείο.

Αυτά έχουν μείνει από εκείνη,
Τη διδασκάλισσα, την κόρη διδασκάλων,
Εκ Κωνσταντινουπόλεως. Και βεβαίως
Η εύνοια των θλιμμένων, που τη νύχτα
Γλιστρούν στο ταπεινό της κατάλυμα
Με τη θερμή, ψιθυριστή διαβεβαίωση
Ότι μπορεί, απ’ το μετέωρο παλάτι τους,
Να βλέπει, ως να σβήσουν τ’ άστρα,
Ανατολή και δειλινό στον Κεράτιο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ

Ο τίμιος άνθρωπος πεθαίνει στο χώμα.
Το μάγουλό του πάνω στα λουλούδια,
Μια χούφτα χιόνι μες στις τσέπες του.

Είδες ποτέ πώς ανοίγει τα βλέφαρα
Έν’ αστροφώτιστο μεσονύχτι
Στο μαξιλάρι επάνω ενός βουνού
Σπαρμένου ως την κορυφή του;
Είδες πώς ανηφορίζει στις βραγιές
Ο μαύρος όγκος της σοδειάς που ετοιμάζεται;
Πώς ζουν στα σκοτεινά χαμόκλαδα
Τα μάτια του πετρίτη;

Έτσι πορεύεται όσο ζει ο τίμιος άνθρωπος
Και βρίσκεις σπίτι του ένα σπίτι,
Στο κασελάκι του κοπίδι και σφυρί.
Πρωί αλλάζει με υπομονή τον επίδεσμο
Και νύχτα βγάζει με προφύλαξη
Απ’ το υπόγειο το βαρυποινίτη.
Την αγελάδα ξεγεννά, κηδεύει
Τον γκρίζο γάτο, μόνο του συγκάτοικο.

Όσο γερνάει, τόσο πιο σκληρά εργάζεται.
Καθώς τσουγκρίζει το ποτήρι στην καράφα
Στο βροχερό, κυριακάτικο τραπέζι του,
Ανησυχεί, που πίσω του θ’ αφήσει
Κόπους που κανείς δεν θ’ αναλάβει.
Ξέρει τι θάνατος τον περιμένει.
Όταν ανάβουνε τα φώτα του δρόμου,
Τον βλέπει πάντα εκεί, στην κολόνα,
Χωμένον στο πηλήκιο και τη χλαίνη του.

Αλλ’ όταν του χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει.
Θροΐζοντας σαν τον αυλό της κρύας χλόης
Σηκώνεται από τη γη ο τίμιος άνθρωπος,
Δίχως βιάση καθετί συγυρίζει
Και μ’ ένα σήκωμα των ώμων φεύγει μόνος
Για τ’ οργωμένο, το κατάφυτο βουνό.

Ύστερα μπαίνει η χωροφυλακή στο σπίτι
Και, τι παράξενο, και δίχως νοικοκύρη
Γεμίζει μόνο του με κρασί το ποτήρι,
Ένα φανάρι κάτω στο υπόγειο
Στο ζώο που κοιλοπονά παραστέκεται
Κι ασύλληπτο ανηφορίζει στις βραγιές
Το μεσονύχτι.

 

 

Η προσευχή του αναιδούς (1991)

 

Ι ΟΡΥΧΕΙΟ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Εδώ αρχίζει το ταξίδι.
Από τούτες τις πλαγιές που ανασαίνουν
Χωρίς ψυχή. Απ’ αυτά τα δέντρα
Που μου τα χουν όλα από καιρό συγχωρέσει
Κι άλλο δεν ακούνε παρά
Το πέρασμα του νερού στο φαράγγι.

Θα πάω. Έχω τη μάταιη χάρη
Πως άκουσα το λόγο του Θεού:
Περπατούσε ακόμη στα κύματα.
Έκλαιγε, ώσπου τα νερά ανεβήκαν.
Όταν τραβήχτηκαν, δε βρήκα
Παρά τα πούπουλα από τα φτερά.

Εδώ αρχίζει η φιλική αιωνιότητα
Όπου κάθε στεναγμός εκπληρώνεται
Όπου το αίμα χαμογελά πικραμένο
Και κάθε στέρηση σωπαίνει
Και το πουλί στο κλουβί θυμάται
Μια καστανιά με ρίζες στο ποτάμι
Μέχρι τις πρώτες μακρινές τουφεκιές.

Κι αν αγάπησα, κι αν δεν είχα
Πού ν’ ακουμπήσω δίκαια τη ζωή μου,
Η φυλή μου έχει ευγένεια.
Έχει η καταγωγή μου χρυσό.
Θ’ ακούσω τώρα από κοντά το φεγγάρι
Τους οκνηρούς καπνούς των πλοίων
Που εκεί αράζουν.
Φοβάται
Αυτός που έχει λουλούδια στο στήθος
Εκείνος με τ’ άσπρα μάγουλα.

Αλλά εσείς, ακριβοί μου φίλοι,
Κόμποι του χορταριού, μαργαριταρένιοι,
Που θέλησα σώμα σας και ψυχή σας
Και στη δούλεψή σας έκλαψα,
Πού θα ’στε σεις σ’ αυτήν την τιμωρία
Σ’ αυτήν τη γαλήνια βία
Όπου δεν έχουν φίλους τα βουνά…

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Κάτω απ’ τη ροδακινιά καθόταν ένας
Που ήθελε ν’ αγαπήσει ξανά.

Να του πάμε ένα πανέρι με κλωσόπουλα.
Να του πάμε το πληγωμένο κουνέλι.
Και με το χέρι μας μέσα στα μαλλιά του
Να του πούμε τις συμβουλές της αγάπης.

Τη νύχτα να ’σαι ανήσυχος για κείνη.
Να κρατάς στο προσκέφαλό της
Την κουδουνίστρα των στεναγμών.
Κάθε μέρα να λιώνεις για χάρη της
Τρία ζευγάρια σιδεροπάπουτσα.
Ό,τι θέλει να μην της δώσεις
—Εσύ δεν είσαι φτωχός, μα πλούσιος—
Παρά, όσα δε βάζει ο νους της.
Και πάλι εσύ να χρωστάς
Ως το θάνατο.

Κι αν ποτέ δεν έρθει,
Τότε να βάλεις τα καλά σου.
Τότε ρίξε στραβά το καπέλο σου
Κι έλα εδώ, στην αμμουδιά, το βραδάκι,
Να βλέπουμε όλη νύχτα από πάνω μας
Το βασιλικό φεγγάρι.

 

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Ακούγονται τα βήματά μου.
Φάνηκε η μαύρη μου βαλίτσα.
Δυνάμωσε η οσμή της γης.
Στη λάσπη πάω μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
Από τα ωραία λουλούδια της χώρας μας.

Ποιος δε με γνώρισε, συμπατριώτες;
Ποιος κρύβεται πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα;
Ποιος πιάνει τάχα βιαστική δουλειά;
Εγώ είμαι. Χειμώνιασε κι έρχομαι.

Ωραία, θα περπατήσω μόνος.
Αν είχε η αγάπη φως, δε θα τρέματε
Που ζείτε μέσα στην ντροπή.
Αν ξέρατε ο ένας τον άλλον,
Θα ’χαν οι πόθοι μας αξίωση.
Κάθε καλό μάς είναι ξένο,
Χωμένοι ως τ’ άστρα μες στα γηρατειά.

Κάθομαι σκεφτικός στην πλατεία.
Βλέπω το παρατημένο ποδήλατο.
Εδώ έπρεπε να ’χει ένα δέντρο
Και γύρω άλλα, μικρότερα.
Το πόδι μου μισό στα νερά.
Το πανωφόρι μου κουδουνίζει.
Μα εσείς φοβάστε το Θεό
Και σέβεστε τους υπουργούς του. 

Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε.
Πού; Στο ζεστό μας κορμί.
Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει.
Έρχεται μπόρα. Τα πουλιά ταράζονται.
Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό.
Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας.
Τα μάτια μου κλαίνε για σας.

Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους.
Πίσω μένουν τα κλαριά.
Το κάθε ορατό σιγοφέγγει
Μες στην κρυφή του χρήση ακέραιο,
Μες στον προορισμό του φιλικό.
Ποια πόρτα θα μ’ αφήσει απ’ έξω,
Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου…
Εγώ θα πω: αυτά είναι τα βουνά.
Αυτά τα σπίτια.
Εκεί κάτω φουσκώνει η. θάλασσα.
Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι
Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;

Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου.
Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗ ΝΙΚΗ

Για τα κορίτσια που αγαπούν τη νίκη
Ασώπαστο κωδωνοστάσιο.
Βιολέτες ναι, βιολέτες όχι.

Έχουν μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια,
Θαρρείς πως έχουν, μα δεν έχουν, σώμα,
Οι πυργοδέσποινες των απορρήτων.

Έλα γι’ αυτές να πούμε, τριζόνι
Κι εσύ σοφή γιαγιά κουκουβάγια,
Κι εσύ τριφύλλι κι εσύ ασπραγκάθι
Κι εσύ απαρηγόρητο εκκλησάκι.

Ανάμεσά μας αλλά πιο ψηλά.
Μόλις που αγγίζουμε το φόρεμά τους.
«Νιώθω μια δύναμη να φεύγει από μένα»,
Λέει μαζί τους η βελανιδιά.
Τρομάζει η πηγαδίσια αράχνη.

Και κείνες πάντα για τη νίκη,
Πολύ νεαρές, πολύ θλιμμένες,
Ενάρετες ποτέ.
Αγνές.

Τι ποδαράκι στο γυαλί… 

Τι μακρινή βρυσομάνα…

Ψύχρα ιερού μεσονυκτίου.

Υπερουράνια χλαλοή.

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Εκεί, στο δάσος με τα κυπαρίσσια,
Είν’ ένα μυστικό βενζινάδικο
Όπου άγρυπνά ο χοντρός με το σκύλο.
Δεν περνούν από κει μεγάλοι δρόμοι.
Μονάχα λύκοι νηστικοί
Και μερικοί νυχτερινοί φορτηγατζήδες
Με τα σπασμένα τζάμια στο κούτελο.

Πέρα, στην έρημη λεωφόρο,
Γυρνούν οι ρόδες στον αέρα
Βαρύ τραγούδι των τροχών
Για κείνον που αδιάφορος κοιμάται
Με μάτια ορθάνοιχτα στο κρύο
Για τη βροχή που ξέσπασε κουφός.

Ω, μακρινά βουνά του πόνου,
Όπου γεννήθηκαν και ζήσαν οι οδηγοί
Και κάτι απόχτησαν
Άλλοτε σαν εργατικά μυρμήγκια
Κι άλλοτε με την μπίρα και τα χαρτιά,
Ένας λιγότερος απόψε.
Πέφτει η δροσιά της νύχτας
Σαν μοναχής γυναίκας νυχτικιά.
Ένας λιγότερος. Κανείς ως το πρωί δε θα το μάθει
Εξόν από το νυσταλέο σκύλο,
Που υποδέχεται τον αθόρυβο ίσκιο τους.
Τ’ αθάνατά τους φορτηγά τ’ αφήνουν
Πρώτη φορά για μια μικρή πεταλούδα.
Και μες στη μυρωδιά της βενζίνας
Αχούνε που γλιστρούν κυπαρισσόμηλα.
Ο γέρος δεν κουνιέται από τη θέση του.
Ξέχειλος μες στην πέτρινή του πολυθρόνα
Εισπράττει.

Απόψε να κουρνιάσει η χελώνα.
Έντομο μην ανάψει κάτω απ’ τ’ άστρα.
Γιατί είναι κάτι σπίτια που περιμένουνε
Στου φεγγαριού το αραιό λιβάνι
Κι εκείνος που μετρούσε την αϋπνία τους
Δε θα ξανάρθει πια από το πρατήριο.
Τώρα χαϊδεύει μια γριά αλεπού.
Μιλάει τη γλώσσα του γκιώνη.

Πλένε το δρόμο, βροχή.
Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΟ

Ο ηγέτης δε φορεί τα καλά του.
Τα καλά φορούν τον ηγέτη τους.

Ο δούλος φορεί τα καλά του.
Και τα καλά τον δείχνουνε πιο δούλο.

Ο ηγέτης είν’ αφεντικό και δούλος.
Δούλος του Αφεντικού κι αφεντικό των δούλων.

Ο δούλος είναι πάντα δούλος.
Και μόνο τύραννος στον άλλο δούλο.

Μια μέρα ο δούλος βάδιζε σ’ ένα χωράφι.
Είδε στο βάθος ένα σπίτι.
Τα παράθυρά του λάμπαν σαν νερό.
Έφεγγε η στέγη.
Ένα πουλί τού είπε: Μην πας.
Έν’ άλλο: Πήγαινε, τρέχα.
Το τρίτο έπαιζε με τα μικρά του
Στα χαμηλά κλαριά, στα λουλούδια.
Κι είπε ο δούλος: «Θα ’χουμε άνοιξη.
Θα ’χει γεμίσει το ποτάμι.
Δουλειές που θα ’χουνε σ’ αυτό το σπίτι…
Μετέωρο αυλάκι η σκόνη του ήλιου
Θα μπαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο
Και μια κοπέλα με τα πόδια γυμνά
Θ’ ανεβοκατεβαίνει συνεχώς τις σκάλες».
Κοίταξε τότε κι είδε τα ρούχα του.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Η κερασιά φοράει τα κεράσια της.
Η πλαγιά τα μυστικά της.
Ένα σύννεφο το υγρό του χνούδι.
«Ούτε το δέρμα σου δε φοράς, φουκαρά μου.
Ούτε ενός πουλιού το φτέρωμα.
Ούτε μιας ακρογιαλιάς τις άσπρες πέτρες.
Ρούχα φοράς. Τα καλά σου.
Και φυσάει το μαρτιάτικο αεράκι.
Εδώ κι εκεί
Σιγοπετάει η τελευταία υγρασία.
Τα ξύλα, που ’ναι για να μαζευτούνε πια, στεγνώνουν.
Κουδουνίζουνε στη μέση της κοπέλας
Πλήθος τα κλειδιά της αποθήκης,
Κυδώνια, μήλα, καπνιστά.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Άλλο δέντρο δεν υπάρχει στο χωράφι.
Άλλο δε θα μου μιλήσει πουλί».

Σπίτι, που λάμπουν τα παράθυρά σου,
Φέγγε του δουλευτή να βαδίζει,
Φέγγε του δέντρου να μην κοιμηθεί.

 

ΤΟ ΦΩΣ

Έχασε εκείνον που αγαπούσε
Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.
Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.
Μες στο κλειστό το φόρεμά της
Σαν μες στη χλόη κολυμπά
Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα
Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή
Από χαρούμενο κρεβάτι.
Παιδιά δεν της άφησε ο χρόνος
Ή δεν απόχτησε ποτέ.
Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.
Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.
Δεν περιμένει να γυρίσουμε.
Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.
Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους
Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.
Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,
Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.
Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,
Περπατάει με διάκριση μέσα μας
Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.
Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια
Και δείχνουνε υπομονή,
Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε
Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει
Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.
Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.
Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-
Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,
Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι
Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,
Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.
Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.
Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.
Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.
Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία
Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.
Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται
Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα
Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,
Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.
Να είναι τάχα αυτά μηνύματα
Κάποιου οριστικού χωρισμού
(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)
Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη…
Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη
Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές
Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε
Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,
Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,
Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο
Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,
Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι
Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.

 

Ο ΑΠΟΙΚΟΣ

Εκείνος ο δύσμοιρος άνθρωπος,
Που βαδίζει με τον μπόγο στην πλάτη
Χρόνια τώρα,
Έχει ακόμα δύναμη. Το λέει η καρδιά του.
Οι ώμοι, βέβαια, έχουν πια κυρτώσει.
Πέσαν, αραίωσαν τα μαλλιά.
Τραυλίζει αντί να μιλά.
Τα ρούχα του άλλαξαν πολλές φορές επάνω του
Όπως το δέρμα του φιδιού.
Περνάει από χωριά.
Ψυχές ντυμένες τ’ αλλοκαιρινά τους
Τριγυρνούν εκεί εργαζόμενες
Έναν άκαρπο μόχθο.
Περνά από πόλεις. Μες στο βρώμικο θόρυβο
Μόλις που οσφραίνονται τη φτώχεια του,
Μόλις που ακούν το πέρασμά του
Σαν νόμισμα παλιό που ζυγίζεται
Κι όλο ζυγίζεται απ’ το χρυσοχόο.
Σαν ένα μικρό ξάφνιασμα (αυτό φτάνει)
Από γεροντική, ενός πατέρα ίσως, κατάρα.
Άδικη. Που είχαν φοβηθεί. Κι είχαν ξεχάσει.
Πολλές φορές έχει σταθεί μπρος στη θάλασσα.
Λέγοντας: «Θα περάσω
Πατώντας πάνω. Με φτερά».
Κι ύστερα μένει στους ίσκιους μέσα.
Δένει το ξεσκισμένο του φλάμπουρο
Στο καλάμι του για δισάκι.
Δύσμοιρος, δύσμοιρος άνθρωπος.
Χωρίς φίλους, χωρίς απογόνους.
Μες στο ξεπατωμένο του καπέλο
Συχνά φωλιάζει —τι άλλο— η ξιπασιά.
Την άπατη γεμίζοντας κοιλιά του εδώ κι εκεί,
Ούτε υπόληψη θυμάται πια, ούτε αισχύνη.
Σώμα και νου παραδίνει
Στην κούραση, στην οργή, στο χρήμα.
Αυτά του σκάβουνε το πρόσωπο.
Τόσο νωθρό τον κάνουν, τόσο γέρο,
Που κι οι άσαρκες πνοές των ξωτικών
Να παρασέρνουνε τη θέλησή του,
Να του σκορπούν τα λίγα υπάρχοντα,
Γελοία να τον κάνουνε να τρέχει
Πίσω από κείνο το καπέλο.
Κι αλίμονο. Στη μαύρη νύχτα μέσα
Θυμάται που ήτανε συμπατριώτης
Ενός γερακιού.
Μ’ ενός αγγέλου το παιδί στην αγκαλιά
Πως βάδισε από τη Σμύρνη στην Αθήνα.
Πως χώθηκε ως τη μέση στο χιόνι
Μετά.
Πως κρύφτηκε στα ρουμάνια.
Πως σκότωσε με το μαχαίρι.
Και πως σπιτώθηκε όπως όπως
Μετά. Αυτός. Ένα γεράκι.
Τώρα βαδίζει με τον κουρελομπόγο του
Σχεδόν τυφλός. Σχεδόν χορτάτος.
Στ’ αντικρινά βουνά
Μια τόση δα γραμμούλα φως, νομίζει,
Ή, μοναχά, ένα κοινό ξημέρωμα
Που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει.
Όπως και να ’ναι, έχει ακόμη δύναμη.
Το λέει, το λέει η καρδιά του.

 

ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΑΛΗ

Σ’ ένα μαγαζί κλειστό, φωτισμένο άτονα πίσω από
τα βαριά ρολά του, το πανωφόρι μιας μικρής υπαλλήλου.
Μέσα στην τσέπη της το πορτοφόλι και κει η
φωτογραφία της στα χιόνια με το χοντρό σκουφί της
εκδρομής.
Έλα τώρα, νύχτα εσύ, και σύρε
Τα γκρίζα σύννεφα στο ταβάνι.
Ψιλό ψιλό το χιόνι, αφράτο ύστερα,
Άρχισε να το στρώνεις στα υφάσματα,
Να κουκουλώνεις ένα ένα τα τόπια,
Ν’ απλώνεις σε πάγκους και βιτρίνες
Τις κρύες τούφες της αδιάκοπης σιωπής.
Ναι, θα κατέβουμε ως το θάνατο,
Πώς σκύβεις πάνω απ’ το πηγάδι.
Θ’ ακούσουμε το νυχτοπούλι
Να κράζει, αραιά και πού, αμετάπειστο,
Το ταίρι του μες στα βουνά.
Κι ύστερα, μες στο γενναριάτικο φεγγάρι,
Κάτω απ’ αυτόν το χιονισμένο λόφο,
Θα ’ρθει η κοπέλα για το μεροκάματο
Τρέμοντας σαν από το φως μιας πορσελάνης
Που ονειρεύτηκε. Σαν από το φλοιό ενός
Ανεκτίμητου βλέμματος αγάπης.

 

ΗΧΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ

Ονειρεύτηκα μια βαρκούλα.
Πίσω της έτρεχε ο σκύλος.
Έξω τα δίχτυα μπάλωνε
Το φεγγάρι.

Μέσα στο φάρο κατοικούσε
Μονάχη της η ψυχή του φύλακα.
Κουβάλαγε ένα βαζάκι μέλι
Ψάχνοντας πού να τ’ απιθώσει, χωρίς
Να ταράξει τον ύπνο μου.

Έλα, καλέ μου φίλε, να το πούμε
Αυτό το σονέτο για νυχτοπούλια
Πάνω στο ίδιο μαξιλάρι.
Ξημερώνει.
Ο κόσμος που θέλησε ο Θεός
Θα δει ξανά το φως χωρίς λόγο.
Όσο κρύωνα, να μην κρυώνω
Είναι τάχα ασυγχώρητη έπαρση;

 

ΙΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ

(Απόσπασμα)

Άνθρωποι του Θεού, ψίχουλα του Διαβόλου.
Μετά το χιόνι κατεβαίνουν τα σπουργίτια
Και χορταίνουνε.

Στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού, πάντα πνιγμένου
στις ομίχλες, ανέβαινε σιγά σιγά ένας γεροντάκος κι
ο σκύλος του μαζί, μια μπρος, μια πίσω.
Στη σκάλα ενός παλιού σπιτιού ανέβαινε σιγά σιγά
μια πλύστρα με τους μπόγους της δεξιά κι αριστερά
και στον καθένα πάνω το σαπούνι.
Στο μπαλκονάκι της Ιουλιέτας ανέβαινε σιγά σιγά
ένας φαντάρος με τα κορδόνια στ’ άρβυλα λυτά και
φυλλαράκια στο γιακά του.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θ’ ανέβαινα ως την αυλή σου
Κρατώντας τον στην αγκαλιά μου ακόμη
Εκείνον που είχα αγαπήσει.
Βάρος δε θα ’τανε τ’ ωραίο σώμα
Αλλά ο σωπασμένος νους, ύπνος μιας βρύσης.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θα ζήταγα να μην ξεχάσω.
Τι κλίση που έχουν στην αθανασία
Ο κρύος αέρας, τα πατήματα στην άμμο…
Φρέσκα, θαρρείς, τα πάντα ξεκινούν
Για το σκοτάδι
Και μοναχά το χέρι ενός Εχθρού
Με γερνά και τη μνήμη μου παίρνει.
Ω, Κύριε,
Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου.
Δε θ’ άφηνα να μπεις μες στην κάμαρα.
Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα
Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου
Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει.
Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ εγώ
Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις…
Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο,
Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι.
Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου,
Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου
Κι όχι αγάπη.
Εξόν κι αν ήταν έρωτας. Γιατί λένε
Πως είσαι καλός
Κι η χάρη σου τα τελευταία δέντρα μεγαλώνει.
Γιατρεύεις τα πουλιά και τα κρατάς
Στη χούφτα σου όταν πετούνε.
Μήπως, λοιπόν, είσαι αθώος; Μήπως θέλεις να χαρείς;
Μήπως έχεις
Πολύ μεγάλη φαντασία για μένα;
Όμως, γιατί να σ’ το χαρίσω και τούτο
Το τελευταίο κουρέλι, την αλαζονεία μου,
Εσένα, που χωρίς ζέστη και κρύο
Αιώνια ζεις;
Κύριε, αν δε με ήθελες έτσι,
Γιατί ακούω απόψε το τριζόνι,
Επίμονο παρά ποτέ, να ψάλλει
Το Θόρυβο της ύπαρξής του;
Λέει πως είναι κάτω εκεί ένα σπιτάκι
Μονάχο κι όμως πλούσιο σαν μια πόλη.
Όσο σε χίλιους δρόμους περπατάς
Μες στους διαδρόμους του.
Τόσος είναι ο συνωστισμός της απουσίας,
Που ο αέρας γίνεται υφάδι και τον σέρνεις
Εδώ κι εκεί.
Λέει, δε γίνεται αυτή τη γάζα να τραβήξεις
Χωρίς γυμνός να μείνει ο διπλανός σου.
Αν κι είναι μίλια μακριά, ανασαίνει
Σαν τριαντάφυλλο.
Γιατί η αναπνοή του ακούραστη εκεί μένει
Που έζησε.
Αν ήταν, Κύριε, να προσευχηθώ,
Θα ’σκιζα εκείνο το πανί, κείνη τη γάζα,
Να ξαναδώ όχι το ρόδο, μα το πρόσωπο,
Τα χείλη, τα μάτια, τη φωνή.
Μια μια θα ξήλωνα τις κλωστές
Από τα μάγουλα, το λαιμό, το στήθος,
Όπως ο κηπουρός που ανοίγει αυλάκια
Και σωστά μοιράζει το νερό.
Αχ, Κύριε, δεν έχεις δίκιο
Που την ψυχή κυνηγάς, έναν αέρα.
Εύθυμη, μυρωδάτη είν’ η ψυχή
Σαν τη φτερνούλα ενός μωρού, που του κάνουν
Χαρές τα μεγαλύτερά του αδέλφια.

 

 

Χώμα (1985)

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

Αν ζούσε ο θεός θα μετρούσε το χρόνο με τη μουσική, τη
βλάστηση με το γάλα του σύκου, το θάνατο με το μοναχογιό του.
Ο γέρος θα γελούσε ακράτητος θρυμματίζοντας τα ίδια
του τα δόντια.
Και τα βουνά, τρελά, θα κουτουλούσαν με πείσμα την
ουράνια πλάκα.

Φυσούσε λίγο κι οι μνηστήρες εκοιτούσαν το αίθριο
μελαγχολικοί να γεμίζει από περαστικά κίτρινα φύλλα.
Πέρα, στα βασιλικά βοσκοτόπια, τα ζωντανά θα είχανε πλαγιάσει.
Δούλοι σαρώνανε χωρίς μιλιά τα ψίχουλα από τα τραπέζια.
Έσβηνε ή χαμηλή φωτιά κι έπινε ή νύστα την πρώτην
ελαφριά ψυχρούλα. Ο αργαλειός της δεν ακουγόταν.
Από ώρα, είχε αρχίσει πια να ξηλώνει.

Δεν εφοβότανε τα μαύρα χόρτα ακόμη. Την έγλειφε θερμός
αφρός και την εμάλασσε ένα λαίμαργο σφουγγάρι,
ατμός της εβύζαινε τα μικρά στήθη. Στο βάθος μόνο, στον
ιδρωμένο καθρέφτη, ένα λιβάδι μ’ ένα δίπατο σπίτι και
μπρος μια αυλή όπου κυμάτισε ξάφνου παχύ παχύ
κατάμαυρο χορτάρι.

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥΣ

(σε δίστιχα για σφυρίχτρα οδοιπόρου)

Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή
και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια.

Ο γάτος της τής έγλειψε τους αστραγάλους,
το φίδι την έκλαιγε στα δοκάρια.

Ο διάβολος πολύ χαριτωμένος
με τ’ οργανέτο ακολουθούσε στη σκιά:

«Ανδριανή, έλεος των κάκτων,
καλοσύνη του ακάθαρτου νερού

η σηκωμένη σου μυτούλα στο βάλτο
το καλαμένιο πόδι στον πηλό.»

Παράθυρα ανοιγοκλείνουν δίχως κρότο,
Γειτόνισσες και χωρικές μάς κοιτούν:

«Ποιος παίρνει με κορμί διψασμένο
δρόμο που δεν τον πάει στον ουρανό;

Οσμή από πουλί σκοτωμένο
φτερό από χαμένο καιρό.»

Άρχισε να φυσά στο νυφικό της
στις λεμονιές μια σιγανή βροχή.

Τέφρα της μέλισσας αδάκρυτη
την πάει στην υποψία του ρυθμού.

Θυμάται να μετρά ένα ένα
τα πηγάδια που μας άνοιγε η ηχώ.

Τέλος τινάζεται σαν από ύπνο
και οι φτέρνες της αγγίζουν το νερό.

Εκεί την έχασα και πάω μονάχος
με τ’ οργανέτο μου να παίζει τυφλό.

(σε τετράστιχα για τον ανήφορο)

Μην κλαίτε πια, ψιθύρισα απ’ τη φυλακή μου,
στην άλαλη οικουμένη των παθών
μόνο οι ξαφνικές καταιγίδες
κλαίνε τα κόκαλα των δυνατών.

Προσκεκλημένη σε φιλική πανδαισία
μ’ ένα πολλαπλασιασμένο κορμί
θα βρω τη φίλη του τρελού, τη δική μου
κι από τις έντιμες κοπέλες τη μικρή.

Ως εκείνη την ανεκπλήρωτη άνοιξη,
ταπεινές μελωδίες, ντροπαλή μιμική.

Η θάλασσα χωρίς ορίζοντα ανασαίνει
όπως η μνήμη μετά τη βροχή.
Την άγονη πατρίδα μου θ’ αφήσω
προς μιαν ανέσπερη δροσερή διαμονή.

Εκεί, οι υπερήφανοι βασιλεύουν
το φως ανάβει ερημική μεταλαμπή
κι ό,τι επέζησε, θριαμβεύει
ό,τι αντέχει, θα στεφανωθεί.

 

Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ

Στη Στυλιανή

Σκεφτόταν η μητέρα του Χριστού τα ρημαγμένα της νιάτα
και πώς η θεϊκή σπορά κατάκαψε τα σωθικά της. Από το
ανοιχτό της πορτόφυλλο το ποτάμι της βουνοπλαγιάς
έμπαινε σπίτι και μια καρδιά προφήτη στα εικονίσματα
χτυπούσε ακριβώς την ώρα.
Σκεφτόμουνα κι εγώ τί βιάζει την πασχαλίτσα πάνω στη
μολόχα την ώρα που οκνός γλιστράει στον ύπνο του ο
ουρανός του Μαΐου.
Αν έχει, ας πει ο αέρας κάτι.

 

ΑΡΓΑ

στην Ειρήνη

Το σπίτι ζούσε κει αιώνες
και μόνο το παράθυρό του κυμάτιζε
σαν την παλάμη του Θεού όταν διώχνει
τη θλίψη από τα βλέφαρά του.

Το ’βλεπε με το κιάλι ο καπετάνιος
κι όσο το πλοίο γλιστρούσε στο βυθό
τόσο καλύτερα άκουε τη μουσική του.

Θάλασσα, θάλασσα,
καρένα του καραβιού, μουσκεμένο πηδάλιο,
ρεύμα τρεμάμενο της ράθυμης άμμου.

Μικρός σαν πάντα λιμνάζει
όσος απάνω απ’ το κεφάλι μου ουρανός.

 

ΣΥΜΒΙΑ

Ονομάζομαι ’Ιωάννα
ήμουν σύζυγος του ποιμένος
που βόσκει τις αγέλες των προβάτων του
ανά τα όρη και τις πεδιάδες,
Εκείνος έκαμε το σώμα μου
ένα θαλάσσιο ψάρι
που η θάλασσα το γλείφει πάνω κάτω.
Τόσο λευκό όσο κι ο ουρανός
τις μέρες που χάνει το χρώμα του.
Μια τέτοια μέρα είπε θα ’ρθει να με βρει
κι ακόμα…

 

ΜΕ ΤΑΞΗ

Στρατιώτη με τον κατάφορτο σάκο
έχεις ένα νόμισμα ανάμεσα στα δόντια.

Ο βοριάς τσακίζει τις ψαρόβαρκες,
γεμίζει ξύλα τα νερά, μουσκεύει
το αγριεμένο σκυλί στην προκυμαία.

Δε θα με δεις λοιπόν, δε θα μ’ ακούσεις;
Έχεις μια κόκκινη επιστολή στο αμπέχονο.

Ο σκύλος μπορεί να τη διαβάσει.
Μπορεί με τη λαχανιασμένη του γλώσσα
να σπρώξει το κεφάλι σου κάτω από τη λάμπα.

Δίνεις καλό σημάδι εκεί, στρατιώτη.
Ακόμη και ο άνεμος της πατρίδας
θα σ’ αναγνώριζε απ’ τα χρυσά κουμπιά.

 

ΑΜΜΟΣ

Ω ανήμερη Βαβυλώνα,
τη νυφούλα αυτή να τη δεχτείς
σ’ ένα καπηλειό φωτισμένο
αλλά χωρίς τον κάπελα τον τυχοδιώκτη
και με την κάνουλα του βαρελιού κλειστή.

Οι άκακοι εραστές ακόμη
μέσα στη σκόνη τη ζητούν.
Ποιος με δαδί και ποιος με πυροφάνι.
Αλλά κανένας με τη μουσική.

Κι όταν αναπαυτεί απ’ το δρόμο
μια λέαινα ας σπρώξει την πόρτα
ή ακόμα κι ένας μικρός σκόρπιός.
Κι ας της το πει: ξεθεμελιώθηκε η πόλη.
Κάθεσαι κάτω από ’να δέντρο.

Κάθομαι κάτω από ’να δέντρο
Γράφω στο σκύλο μου να ’ρθει:
Σημάδι ο καπνός· θα τον βλέπεις
στ’ αριστερά σου πίσω απ’ τα βουνά.

 

ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

I

Είν’ ο τρελός μελισσοκόμος;
Είναι το καμίνι των αριθμών;
Είναι ο στυλοβάτης του άλσους;
Είναι ο τύραννος της κυψέλης;
Είναι ο σταθερός χαλασμός;
Ή ένας κύριος με ντέφι;

II

Κατεβαίνεις από το αυτοκίνητό σου
με το τιμόνι στην κοιλιά.
Ακόμη συνεπής και χρήσιμος
μόνο λιγάκι ξαφνιασμένος.

IΙΙ

Η θρυαλλίδα, η επιμελής, η σύντομη.
Άλλες θυμίζουν την ισχνή Βερονίκη
και άλλες την τρελή Βασιλική.
Μπορώ να κάτσω στη σκιά σου κλαμένη
με τα κορίτσια μου σιωπηλά.
Αρκεί να μου έρχεσαι πότε πότε
και να μου γνέφεις φιλικά.

IV

Όποιος ξοδεύει το άστρο του πού θα κατοικήσει;
Μαρμαρωμένοι πυροβολισμοί σημαίνουν τις στροφές προς
τη Δύση.

V

Η μητερούλα θαρρεί πως μεγάλωσα
Μου θυμίζει τα καθήκοντά μου.

Ω δούκα των σιντριβανιών!
Ω εξοχότητες των άστρων!

VI

Παρακαλώ να μη σ’ αγαπήσουν
παρά μόνο με θερμή αφοσίωση.
Επειδή εγώ σ’ αγαπούσα
με τη ρομφαία μου.

VII

Ο στρατηγός μες στο κάρο
η χήρα στην παρέλαση
και ο φαντάρος που τραυλίζοντας συγχωρεί.

 

ΧΕΛΙΔΟΝΑ

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Μ’ ένα φύσημα του άνεμου
το σώμα σου έγινε νερό.
Χώνευε ο ουρανός τη θράκα του
για σένα κλαίγοντας, χαρούμενέ μου,
που κρυώνεις μέσα στο βουνό.

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Όλη μέρα περπατούσα και δε σ’ έβρισκα.
Έχασα τα μαλλιά και τα ρούχα μου.
Σφύριζα σαν ένα καλάμι, γοερά.
Ξύπνησε ο βάτραχος και με κοιτούσε
όπως κοιτούνε μες στα σωθικά των
όσοι ακούσαν το χτύπο του Βορρά.

Τι παγωμένη άνοιξη, τι αέρας…
Η θάλασσα γέμισε φύλλα
ένα που κολυμπούσε με τ’ άνθος του
κι εν’ άλλο, χλωρό, με την κλάρα
σαν να σ’ άκουγε μες στον αφρό.

Ξημερώνοντας φάνηκαν τα πρώτα σπίτια.
Η στέγη τους ακόμη στα νερά, μα ολοένα
φαινόταν το παράθυρό των.
Ήθελαν κάτι να μου πουν; Δε θα μάθω.
Όταν θα φτάσω
χαμομήλια θα κυνηγιούνται τριγύρω στην καρδιά σου.
Τακ τακ! Το χρυσό της σκαθάρι
θα ξεδιπλώνει τα φτερά.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

στην ‘Ελένη

Ήθελα να ’μουν αδελφή σου
Να ’χα τα μαλλιά και τα μάτια σου
Το κεφάλι σου στον ώμο μου το χειμώνα
κι εξουσία στις επιστολές σου.

Έρχεται η μυρωδιά του τσαγιού
Κατιτί σαν κουτάλι στο φλιτζάνι,
Εκεί δίπλα μια μοναχοκόρη
αρχίζει το απόγευμά της.

 

ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Η συντριβή είν’ η αρχή του ονείρου
η μέρα που γεννάται το βουνό
και πάνω στην ψηλή κορυφή του
κάθεται μια κατοπινή μητέρα
με τη φτερούγα της στο ανεμοβρόχι.

Εσύ, αγάπη μου, να με θυμάσαι
Να με κοιτάζεις απ’ τα σκοτεινά
Κι όταν βουίζει ο αέρας, κι όταν πέφτει.
Κι όταν χωρίς αιτία
χτυπάνε τα παράθυρά σου.

Να με καλείς με τ’ όνομά μου
εδώ ψηλά που μεγαλώνω
σαν το δέντρο.

 

ΚΤΙΣΜΑ

Φθινόπωρο, αρχή αρχή, τις μέρες που οι βροχές εξελίσσονται
σε ξαφνικές καταιγίδες, η αδελφή μου Θεοδώρα
φέρνει συνήθως στον κόσμο το καινούριο παιδί της. Η
αδελφή μου είναι γερή και ωραία κι οι δυνατές βροχές την
καρπίζουν αντί να πνίγουν τις μυριάδες των σπόρων, τα
πλήθη των ριζών και των βολβών της. Αυτή η εξαιρετική
ωραιότητα μεγαλώνει τη νύχτα της γέννας, όταν το αίμα
της, γεμάτο, ξεκινά τη χαρωπή τελετή. Με το πρόσωπο
κολλημένο στο τζάμι η Θεοδώρα βλέπει ώρες και ώρες το
νερό να κατεβαίνει κρουνηδόν. Πράγματα απέξω ελάχιστα
διακρίνει, λίγο το δρόμο, τις κατοικίες κάπως, όσες ακόμη
διατηρούν το φώς. Ορυμαγδός από σύννεφα πού
συγκρούονται την κρατάει σε πλούσια ταραχή. Θυμάται… Το
φθινόπωρο στην πόλη μας έχει την ορμή του θέρους στο
χωριό της. Όπως εδώ η βροχή, εκεί το φώς ξεσπά σε
δέσμες πλατιές, ανάμεσα από ελιές και κυπαρίσσια κι οι
κότες φτερακίζουν μακριά του ξαφνιασμένες. Μπαίνει ο
λίβας από τα ρουθούνια, τα τζιτζίκια σταματούν τα μεσάνυχτα
και κλαίνε τα σκυλιά από τη δίψα. Η ρίζα της ελιάς
τρελαίνεται, χτυπά σε λίγες ώρες φλέβα κι όταν τα
ξημερώματα, φυσάει – φρύγανα και σιγοκαμένα κλαράκια – οι
ετοιμόγεννες που έχουνε κακονυχτήσει ξυπνούν με μάτια
υγρά, στεφανωτά και καλόκαρδα, μάτια σκυλιού που
κλαίει από δίψα. Μα ούτε το θέρος έπληξε ποτέ τη
Θεοδώρα. Δροσιά που έρχεται ολόισια από τους αστραφτερούς
της ώμους, της ανεβάζει ως τ’ όμορφο πρόσωπο
υγρήν αχλή από τελειωμένα χάδια, που την κρατούνε
δροσερή και ωραία. Όταν ο ήλιος καίει το χόρτο, γι’ αυτήν
γλυκαίνει τα σταφύλια, που τα κρουστά και ζουμερά
τσαμπιά των αρμέγουν δίχως χορτασμό από το κούρβουλο
όλα τα υλικά της ζωής των. Μα το κούρβουλο και χωρίς το
τσαμπί του, μες’ από κάμποσα κρυφά δαχτυλίδια δουλεύει
ώστε να σαλεύουν ολόγερες οι ζωντανές, γαλακτερές κλωστές
του. Έτσι, όταν πιάνει παιδί η Θεοδώρα, κάθεται το
μεσημεράκι στην αυλή της, το φώς της κάνει διάφανη την
κοιλιά της και το παιδί, καλά βολεμένο, χουζουρεύει στην
ξαφνική ζεστασιά ρουφώντας απ’ τον ομφαλό τις τροφές
της μάνας και τινάζοντας πότε πότε το πόδι του από
χτυποκάρδι περαστικό. Παχύς και μαλακός νότιος άνεμος
φουσκώνει τη σιωπή της αγροικίας και τρυπώνουνε τα
ζούδια ζαλισμένα κάτω από τ’ αναμμένα λιθαράκια. Σέρνουν
με τα ψιλούτσικα πόδια των σώσματα από λασπερή
δροσιά μες’ απ’ τα φύλλα και τότε παίρνουν να φουσκώνουν
τα στήθη της, να γίνονται κατάφυτα, να υψώνουν το
μοναδικό καμπαναριό των κι αφήνουν να κυλήσει απ’ τα
φυλλώματα θερμή οσμή της ερημίας. Πέφτει το κυπαρισσόμηλο
απ’ την κλάρα και φέρνει ξαφνικό χαμό στο μυρμήγκι
και τότε αρχίζουνε οι ρώγες της να στάζουν, σταυρώνει
τ’ αφράτα χέρια πάνω στην κοιλιά της κι η σιγανή
αναπνοή του μωρού της τυλίγει τα χωματερά βουνά σε
νεφελάκια: ακούει αμίλητη να περνούνε μες’ απ’ τα σωθικά
της κοιτάσματα νερού που σιγοθρέφουν βολβούς, χορτάρι
κι αφανέρωτες ρίζες. Ο τοκετός έρχεται τέλος με την
ορμή της βλάστησης: σύντομοι, δυνατοί σπασμοί και σε λίγο
κλαίει το παιδί ξαφνιασμένο ανάμεσα στα παχιά της
πόδια. Η Θεοδώρα απλώνει το χέρι, βρίσκει το φύλο του
μωρού με τη χούφτα και ήρεμα μας ψιθυρίζει: «άλλος
ένας…».

 

 

Ηγησώ (1979)

 

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ

Υπό τα κόκκινα νερά το φεγγάρι
Αφαιρεί το πτίλωμα των νεκρών.

 

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Χώματα το στόμα σου. Μυρωδιά από χώμα.
Θρύμματα κόκκινου ήλιου και ξερά μαλλιά.
Ό,τι πιάνω είναι στεγνό. Δεν πονάει.

 

ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΣ

Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της.
Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν
Σαν θηρία κύματα που τα καράβια
Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας
Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια
Και τα ρουφούν μετά ξύλο – ξύλο.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

«Ω σπάνια, σπάνια πράσινα κορίτσια
Με φούστες κόκκινες και χρυσά δαχτυλίδια.
Μυρίζουν πράσινο σαπούνι και μελάνι.
Πρωί τα πάνε για περιτομή οι μαμάδες
Μέσα απ’ αυτά τα σκονισμένα μονοπάτια»

Έλεγαν κλαίγοντας τα κυπαρίσσια.

 

ΣΑΥΡΑ

Πλίθινα ανάκτορα. Κουφά υπερώα.
Έκαιε ο ήλιος. Πλίθινοι κολλήγοι.
Το νήπιο τότε
Μ’ ένα τυφλό αναφιλητό μπουσουλάει
Από την εποχή του Χαλκού
Στην εποχή του Σιδήρου. 

 

ΙΩ

Μεγάλη γαλάζια θάλασσα. Ουρανός των αιώνων
Γαλάζιοι λόφοι άσπροι λόφοι.

Μακριά μακριά τ’ άσπρα χαλίκια
Που τα σαρώνω με την μαύρη μου φτερούγα.

 

ΕΠΑΡΧΙΑ

Απόβροχο υφαίνοντας την πνοή των βάλτων
Αέναος περιοδεία της Αυγούστας
Και στο μαντρί να λευκαίνονται
Τα οστά των προβάτων. 

 

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ

Βρήκε τον θάνατο και την παραμυθία
Ο ήρως το ευλογημένο αγόρι
Που θα ‘φερνε τα λάφυρα των αρετών.
Μου γράφουν το φεγγάρι τον ταράζει
Μ’ ένα στρόβιλο θαλασσινών αριθμών.
Και καθ’ ομοίωση των ταπεινών λυπάται.
Έλα εσύ γυναίκα με τα στήθη
Κανάκεψε το το εριφάκι του χάρου. 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ

— Σε κλαίω κοπέλα μου.
— Όχι έμενα.
Τις κόκκινες πλεξούδες μου.

— Τα σπουργίτια ψάχνουν για ψίχουλα.
— Όχι εκείνα.
Ο πέτρινος, ο νηστικός χειμώνας. 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γλυκιά μου άνοιξη σε λέω. Γιατί εσύ θα δεις
Τον ουρανό να σιγοκαίει πάνω απ’ τα δουλεμένα χωράφια.
Και τα φυτά ν’ αλλάζουν φτέρωμα.
Ορθώνεις θυμωμένο το κεφάλι
Ένα δέντρο γεμάτο πουλιά
Κι από το μαύρο φύλλωμα αναθρώσκουν
Οι καπνοί και τα βούκινα της φυλής σου
Κι η άχνα η γαλακτερή της πρωίας.

 

ΣΦΗΚΑ

Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης
Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα
Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό
Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

«Μα κύριέ μου, κύριέ μου ο καιρός
Σακάτεψε την ξυλεία μας. Γι’ αυτό
Βρυχάται η ανύπαντρη Μαρία».

Παραπονιόταν ο μικρός Χριστός
Που τον εράβδιζεν ο άπληστος πατριός του.

 

ΑΠΛΟΙΑ

Σαν ήτανε κορίτσι η Ιφιγένεια
Λέρωσε το φαντό της μεσοφόρι
Με μια σταγόνα αίμα. Από τότε
Καραβιές για την Αυλίδα τα κορίτσια.

 

ΕΠΟΧΕΣ

Πάνω στο χιόνι, λένε. Στις κρύες πέτρες.
Κι ύστερα με το ματωμένο του στόμα
Την έκαμε και την ξανάκαμε γυναίκα.

 

ΕΛΛΗΝΑΣ

Με τον θάνατο του πατέρα έχασε το φως του
Λένε, με τον δικό του θάνατο το ξαναβρίσκει.
Αλλά, χρόνια στο σκοτάδι, αλλιώς
Σχημάτισε όρη πρόσωπα και σκεύη
Κι ανάμεσα στα πράγματα και τη σκιά τους
Συχνά έρχεται η σκιά τον σκοτωμένου
Και ζητιανεύει σε κατάφωτους δρόμους.

 

ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Ζω μακριά απ’ τον Άρειο Πάγο, τα σχολεία.
Έκπτωτος αρχιτέκτων των ουρανών.
Ιδές παιδί, δεν βρέχει στην πατρίδα.
Δεν ακούει η ψυχή σύρσιμο χυμών.
Ιδρωμένα πρόβατα με μάτι σφαγμένου
Ελιά που τηνε χτύπησε δάκος
Κι από βαθιά ανάκτορα
Τα στήθη που θηλάσαμε κι έχω φιλήσει.

 

ΘΕΜΙΣ

Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος
Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.
Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει
Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. 

 

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Θέλησε να της κάμει δώρα. Αλλ’ εκείνη
Εσκέπαζε με τα μεγάλα της φτερά
Το εφηβαίο.

 

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Επιμένοντας να μάθει την φωνή του
Τιτίβισε σιγανά στον αιώνα.

Η πόλη ζει και μεγαλώνει τα παιδιά της.

 

 

Τα άλογα του μυροβλήτου (1974)

Τη Βερενίκη προσεύχομαι

Η παρρησία των εποχών
ανθοφορία των βρύων
πάνω στο βράχο που κοιμούνται
τα άλογα τού Μυροβλήτου•
όπως κειμήλια πενθίμων ενιαυτών
όπως Δευτερονόμιο ερήμων ήχων.

Απεδήμησαν. Δεν περπατούν απόγευμα στην πλατεία
οι νεαρές εκείνες κυρίες.
Μόνο κάτω από τη γαλάζια μου ομπρέλα
αγαπούν κάποτε να μειδιούν.
Πώς θα κρατήσω τα ωραία των όμικρον;
Τί φτερά τα παίρνουν… Βαδίζω.
Το βαθύ μου φόρεμα
πάνω από παλαιές εκκλησίες
όπως τα στέφανα του υμεναίου στα χόρτα.
Τα στέφανα του υμεναίου
στο σκοτεινό νερό.

Το Δεσποτάτο.
Ψηφίδες.
Αίμα θα ρεύση. Μαύρο άλογο
δρασκέλισε το ιερό.
Αίμα θα ρεύση.

Ω δεν μπορώ. Θα πεθάνω στο σώμα μου; Θα πεθάνω μακριά
από το σώμα μου σ’ έναν αγρό όπου οι γεννήτορες μου φθάσουνε
με κάνιστρα αυλούς και σμύρνα -ωραίοι όπως νεόνυμφοι
στο ενθύμιό των- και θα ακολουθεί η καλή μου μάμμη με τις
πευκοβελόνες και το κουκούλι της μουριάς• και εγώ ακόμη δεν
θάχω τελειώσει να ξεφυλλίζω το αραποσίτι και θα χαμογελάσουν
και θα μου πουν, το όνομά σου σημαίνει γη μητέρα, και
θα αγαπήσω όλα τα ομοιώματα που εσχεδίαζα νυχθημερόν
ένα κομμάτι κεραμίδι και θα ακολουθήσω και θα πω λ ά μ ν ω
Λάμνω στον έμορφο πόντο.

Ενώ αναπαύονταν οι θεριστές για δείπνο και άπλωναν ήδη το
πολύχρωμο ύφασμά των ούριος άνεμος διέδωσε το νέο με τον
απόκτυπο σημάντρων και εφρικίασε η τρυγόνα η πορφυρά πώς
θάπινε νερό σαράντα μύρων.
Ένα γυμνό παιδί και η γυμνή του μητέρα.

Τ’ ανάλεκτα τ’ αρίφνητα τ’ ανομολόγητα.
Τί αχλή λαδιού η αναπνοή των ελαιώνων…
Ω Ρουθ αγάπη μου, σαν θέαινα,
στην κλίνη των μικρών λατόμων, σαν σπαθί της Δαμασκού.
(Ανοίγονται και το πέλαγος τρέχει
στον βαθύ ομφαλό του κήτους, πώς
σμίγεις σαν πέρδικα με τα φιλήματά σου;)
Εδώ κοιμούνται οι κάλυκες των ποταμών. Το άγος.

Μην απατάσθε σκανδαλίζεται ο Κύριλλος μ’ εκείνους τους
ωραίους άνδρες. Με τους κοχλίες των καλούν όχι το ζεύγος
νεογνά ορτύκια που ετίναξαν τα ράμφη των προς τους μαστούς
της Παρθένου. Αλλά καλούν το όψιμο φως που ήδη διέρρηξε
τα ιμάτιά του τινάζοντας και στον τέταρτο άνεμο το καπέλο
των με τα παρόχθια άνθη. Στον Τροπικό των αστερισμών
διανοίγουν τώρα τούς πλόες των όπου οι γυναίκες της οπώρας
και των τόσων φύλλων πλέον δεν σεμνύνονται για το σώμα
των, πλέον δεν πετούν βαθύχροες στα έκπαγλα στηθαία όπου
οι κισσοί των ερώτων μας αναρριχώνται, αλλά ορθούνται με
τους ώμους των οι θόλοι των θαλασσινών σπηλαίων, καθώς
αναγεννούν οι αστερίες τα άκρα των και διανοίγονται τα όστρακα
σε στίλβοντες γόνους. Την ώρα εκείνη λάβετε τα δρέπανα
και θερίσατε τον ξανθό θησαυρό των ώστε οι λόγοι μας να
ρεύσουν όπως πρώτα ηλιοφάνεια του χειμώνος, όταν τα βρέφη
θα έχουν λευκανθή υπέρ χιόνα θηλάζοντας τον οδυρμό. Και
τα πένθη.

Τόσο νέοι. Κτερίσματα για την νεότητά των.

Κάτω από τις κερασιές ερημικού νυμφώνος
ψυχή του ποθητού αδελφού μου
θρύμματα του μεσονυκτίου από
το μυθικό τρικάταρτο Νικηφόρος
και μητέρα μου στο Βόσπορο
με το κύμα με το ερύθημα
της ταπεινής Υπερμάχου
γυναίκα δίχως μυστικά
στα νηπενθή της ηλικίας των φύλλων,
τα αρσενικά παιδιά της ελάφου
αιφνιδιάζουν τις πηγές χωρίς αιδημοσύνη.

Περιώνυμος άνεμος
σχήμα της χελιδόνας, σκεύος
μικρό χαλκούν
και η μητέρα μου στο κοιμητήριο,
ιδού η εικόνα μαχομένων αγγέλων
ιδού ακόμη το πλατύτερο κύμα
των ουρανών και οι αρραβώνες με τα ξίφη
Μαχητική εποχή ζεύγη των ήχων
που θρυλούνται

Λεξιτόκος η ρωγμή των οραμάτων.

Η ψυχή μου ερημική και πολύφθογγη• ευδόκιμη πολυανθής
νεοτάτη. Η ψυχή μου ανηλεής η ψυχή μου αέτωμα περίγλυπτο
Κυκλαδικό όπου ακούονται οι  φτερουγισμοι των αχτίδων
και έπειτα χάνονται ανεπίληπτοι προς τους βαθείς ευκαλύπτους.
Η ψυχή μου αρτιγέννητο άλογο, στους χαλινούς του
τα λεπτότατα άνθη και τα ηδυπαθή παρωνύμια των βορεινών
οροπεδίων, που δύο σπάνιοι ποταμοί περιρρέουν, ενώ οι κατοικίες
με τις γκρίζες στέγες αραιές περιίπτανται στην αχλή των.
Η ψυχή μου ο βαπτιστής με την θεία ένδεια που αναχωρεί επί
τα ίχνη των οραμάτων των νεκρών Εμμανουήλ και ήδη παλινωδεί
με τους θυσάνους των από την υγρασία μιας νεκρής πολίχνης.
Πλέον δεν πενθώ εσαεί θα λευκαίνονται
τα οστά ωραιότατης ελευθερίας.
Με τα χείλη της σπεύδω στην αιδώ
προσευχόμενων νηπίων.
Τα συλλογίζομαι. Τί εξαιρετική ώρα χιονιού
και όχι άνεμων. Ένας επαινετός θάνατος
βαθαίνει αυτό το μεγαλοπρεπές βελούδο. Άνθη και μικροί
θησαυροί.
Γνωρίζω ακόμη την ιστορία του νέου
και της χρυσής άμμου που τον εσκέπασε. θα ήταν άνοιξη
Αλλά φοβάστε πλέον τις εποχές; Πώς σάς νέμονται
Με τα ρίγη των; Με το σπαθί των.

Όπως τα πετεινά του χειμώνος όπως οι αυτόχειρες με τους
αμαράντους οι νεκροί μας συλλέγουν μεθυστικά ιστορήματα
σημειούμενα επί κυλίνδρων διφθέρας περί την λόχμη ενός άνυδρου
τόπου, οπού οι πόες των επιτύμβιων γαλακτώνουν το εφηβαίο
των γονιμικών θεοτήτων. Βαθειά στην κρυπτή των εγκωμίων
εγκυμονούν οι αλησμόνητες πέρδικες πίνοντας το αναφιλητό
των τεθνεώτων με τα κοσμήματα της υπερμάχου μέθης.
Οι νεκροί μένουν ένα δίφυλλο γέρμα πάνω από τον κλαυθμό
των εφήβων και, όταν βαπτίζωνται, αλγεινοί αστέρες περιφέρουν
τις λυχνίες των καίουσες είτε χαράσσουν σκαριφήματα
πάθους ανά τα ερείπια ανεξήγητων κτισμάτων, όπου κατέλυσαν
οι απανταχού κωπηλάτες με τα φληναφήματα και τους
νυγμούς των μυστικών των.

Οι χάριτες των συλλαβών δεν ανατρέπουν
την αλγεινή μυθολογία των.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ

Αφιερωμένο στην αδελφή μου

«Με τα μαλλιά βαριά από χώμα
Κι ένα χαμόγελο χτιστό
Γέρνει το πρόσωπό της πάνω μου,
Να με φιλήσει μια για πάντα.
Είναι η φυσική μου Θλίψη
( Ο θησαυρός του καθενός).
Μα σ’ ένα μάρμαρο γαλάζιο
Αφήνει αυτόν τον ασπασμό.
Εγώ, με κάμποσα άγρια κρίνα
( Ήδη χλωμά απ’ το βίαιο κόψιμο ),
Και του πατέρα μου τις φαρδιές πλάτες
Χρόνια απλωμένες καταγής,
Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια
Πλεγμένη απ’ τ’ άσπρα μου μαλλιά.
Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του,
Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα
Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της
Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης.
Για χάρη τους με τα ζεστά μου χείλη
Σιγοσφυρίζω στο Θεό:
Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου
Μου σκίζει το σαγόνι στα δυο,
Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο,
Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο».

 

ΠΑΤΡΙΚΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ

Είναι οι ώρες του απογεύματος
Που ο ήλιος κάθεται μες στη ζεστή του στάχτη
Τόσο παχύς και τόσο απελπισμένος
Όσο ο καθένας μες στην πολυθρόνα του,
Όταν βλέπει μόνος το ματς
Κι ανοίγει τη δεύτερη μπίρα του.
Απλώνεται μια λαδιά στον ουρανό
Από μικροχαρές, μικροβλαστήμιες
Και τα μισόλογα των νυσταγμένων περιστεριών
Που τα μπουκώνουν σπόρια οι τουρίστες,
Προτού κι αυτοί και ο Άγνωστος Στρατιώτης
Φωτογραφηθούν με τον χάρο.

Κάτω απο τον υμένα ενός απόβροχου
Ένας μικροβυθός. Ατλαντίδα τσέπης.
Σπίτια, αρνιά προκατακλυσμιαία,
Πνιγμένα ανάμεσα σε κριάρια Τελωνείων.
Αόρατα έντομα της Πυροσβεστικής
Τρίζουνε στον αρχαίο ρυθμό τα έλυτρά τους
Και το γέρικο μαμούθ σαστισμένο
Σαρώνεται από το βαρύ νερό.
Έχει ένα πρόσωπο γιγάντιου μωρού που αντικρίζει
Πρώτη φορά ηλιοβασίλεμα
Και δεν μπορεί, στην υδαρή του κουνουπιέρα,
Να φανταστεί Ανατολή.

 

ΑΣΤΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Λένε,τον Πύργο Τηλεπικοινωνιών
Καίτοι νεόδμητο, τον τύλιξαν οι φλόγες.
Λαμπάδιασε ως τον έκτο, λένε,
Με μια ριπή Δρακόμορφου Θεού!
Ανοησίες. Αν καίγεται, δεν θα ‘ναι από κατάρα
Αλλά από κάποιο ταπεινό βραχυκύκλωμα.
Γιατί θα πρέπει να διαφεντεύει τον κόσμο
Κάτι χειρότερο από τη λάσπη του;
Ποιος σε γεννά και δεν σε καταπίνει…

Και πράγματι, εκατέρωθεν τέτοιας λαμπάδας
( Φαντάσου, από κράσπεδα ως κεραία!),
Τόνοι βροχής, λασποκαταρράχτες,
Σαν να υγροποιούνται τα καημένα τ’ άστρα
Και μέσα σε υγρές από το κρύο νυχτικιές
Αλλάζουν οι άνθρωποι πλευρό προς το φεγγάρι,
Λιωμένο πια, ένας λεκές στη μαξιλάρα.
(Φωτιά, σου λέει, και ριπές τεράτων…)

Πώς να σωθούμε, απελπισμένη καρδιά μου,
Πού να τρυπώσει αυτό το μούτρο,αυτό το τρέμουλο;
Μου τρίβεται σαν το παλιό χαρτί
Κάθε που ρίχνω το πρόσωπο στα χέρια.
Πού είναι άλλα σπλάχνα σε μια κούπα στάχτη;
Άλλο στόμα σαστισμένο απ’ την πείνα του;
Άλλη σφυρίχτρα αέρα από ψηλά;

 

ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Εργάζομαι,ψυχαγωγούμαι, μελετώ
Σαν να δειπνώ πλάι σε κομμένο κεφάλι.
Την κάθε ταραχή αποκρύπτω
Υψώνοντας τακτικά το ποτήρι
Στην πρόποση που μου ‘μαθε ο θεός:
“Ας υγιαίνουν οι πενθούντες”, γιατί αυτοί
Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει,
Θα τους διατρέξει από τα πόδια ως το κεφάλι
Ένα ανήμερο πουλί και στο τέλος
Θα στέψει με τα ολάνοιχτα φτερά του
Τον ακέφαλο συμπότη της ζωής.

Πού είναι τώρα ένας ποταμός δακρύων,
Την ώρα αυτή που κάποιος θα μετράει
Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα,
Που ένα χωριό το μαρμαρώνει το χιόνι;
Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα,
Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του,
Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό.

Ω, ανήσυχη, δειλή μου προσευχή,
Πότε τελειώνει αυτός ο δείπνος
Να σηκωθώ από ‘δω, να πάω στη θάλασσα
Μ’ όλα των στίχων μου τ’ αναμμένα καντήλια,
Μήπως και πράγματι, καθώς τα σπρώξω στο νερό,
Παρηγορήσουν οι μικρές φλογίτσες…

 

ΠΑΥΣΗ

Είχε αράξει στην πολυθρόνα του
Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω
Μόνος σαν γέρικο έθνος
Λησμονημένο μέσα στα βουνά.

Κάτι σύννεφα που μύριζαν τσάι
Περνούσαν πάνω απ’ το σπίτι του.
Τακτοποιούσε την μπερδεμένη του σκέψη
Αυτή η ευωδιαστή μεταμφίεση.

Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα
Στα καλαμπόκια και τις ντοματιές του
Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει.
Αλλά θερμή, γεμάτη κουδουνίσματα
Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα
Ξημέρωνε σε μακρινή επικράτεια.
Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.

Τότε θυμήθηκε που επάνω στο ρούχο του
Η προσευχή του αποκοιμήθηκε σαν μέλισσα
Και με το χέρι ακόμη πρόθυμο
Δοκίμασε να την ξυπνήσει.
Η ζωή δεν μπορεί να ‘ναι εγκατάλειψη,
Η τροφή δεν θα ‘ναι πλεκτάνη.
Ίσως αρχίσει να ξαναγυρίζει η γη λίγο λίγο,
Αν σηκωθεί και πάει να βάλει
Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά.

 

ΕΠΕΙΓΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Ο πόνος κάθισε στο στήθος μου
Σαν θεός με πρόσωπο λύκου.
Έστρεψε το κεφάλι και γρύλλισε
Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι.
Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας
Του ασθενοφόρου που περνούσε απ’ τα στενά.

Ω, μη σέρνεσαι, βρωμοσαλίγκαρο της καρδιάς!
Η άσπρη κλωστή σου με τραβάει απ’ τα πόδια.
Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο,
Κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα,
Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει
Ένα νησί φορτωμένο φύκια.
Γρυλλίζουν και ο οδηγός και ο νοσοκόμος
Καθώς τυλίγουνε με γάζα τόσο βάρος.
Αντί στους γιατρούς, στους γλάρους
Προλαβαίνουν ν’ αποδώσουν την ψυχή.

Μπροστά, σιωπηλό μαύρο μετάξι,
Η άσφαλτος λειαίνεται εγκάρδια.
Πατούνε οι τροχοί – ω, μη φοβάσαι! –
Σε παρατεταμένες δαχτυλιές ενός αγγέλου.
Τινάζει τα φτερά και σημαδεύει
Πορεία πάνω στο πολύτιμο ύφασμα.
Να δεις που θα ‘ναι η ιαχή της σειρήνας
Το καλωσόρισμα στην ανθισμένη γη.

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ

Πρώτα πέσανε τα τείχη δυτικά.
Φάνηκε η θάλασσα με μια λεπίδα.
Το πλοίο είχε αράξει μες στη νύστα του.
Κι από τη χαρακιά του ονείρου του το σκάγανε
Καραβάνια φοβισμένα ποντίκια.
Σ’ όλο το μήκος της ακτογραμμής διασταυρώνονταν
Φαντάροι με μπανταρισμένα κεφάλια.
Κρώζανε πότε πότε βραχνά
Αιρέσεις, πεποιθήσεις, τραγουδάκια,
Τυφλά παιδιά με τη φωνή του γλάρου.

Σιγά σιγά δεν έμεινε πέτρα.
Μπορώ πια να σ’ αγαπάω, πατρίδα,
Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δυο.
Σαν φεγγάρι από μισοσβησμένη στάχτη
Που πλέει πάνω από τον αεροδιάδρομο.
Εκεί φουσκώνει σαν ζυμάρι ο τάφος μου.
Κι ο ναύτης ο χλομός βαλσαμωμένος
Με τον γαλαζωπό καπνό του φουγάρου του
Μου γνέφει από τ’ αντικρινά νερά.
Μείναμε εμείς και τα θαλασσοπούλια.
Αυτά τραβούν από τ’ αμπέχονο και θάβουν
Τους νεαρούς της πατρίδος φρουρούς.

Φλοπ! Φλοπ! Αραιές αστραπές
Ξεδιπλώνουν τις μεγάλες παντιέρες.

 

Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΩΝ

Καθώς περνούσαν της Ησυχίας τ’ απόνερα
Έριξα τη βαλίτσα μου μέσα.
Έβλεπα να την παίρνει το ρεύμα
Μ’ όλα τ’ αηδόνια του ρουχισμού πεθαμένα.
Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα
Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο
Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.
Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.

Γύρω η πεδιάδα. Τα διάσπαρτα
Σπίτια από σάρκα πελιδνή στο απόβραδο.
Ο σκελετός του πάρκου μαυρισμένος,
Τον πλένει με υπομονή το χιόνι.
Το γέρικο αεροδρόμιο
Στην επαρχιακή του καρτερία.
Κοτσύφια, κάργιες, δρυοκολάπτες,
Η γλώσσα πέτρινη, το ράμφος ανοιχτό.

Με κάθε περαστικό παζαρεύω
Τον λυγμό, τον βήχα, το μούγκρισμα,
Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα
Που, όταν κυλά, αγοράζει.
Αλλά όταν κλωτσάει ο άνεμος
Σαν άρρωστο σκυλί την καρδιά μου,
Με το ουρλιαχτό που γεννήθηκα
Μ’ αυτό απαντάω στα μουγκά πουλιά.

 

ΑΕΝΑΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

Έφτασα νύχτα στην καμένη πόλη
Μ’ άλλους πολλούς που ακολουθούσαν το σήμα της:
Μια τρίλια διαπεραστικής κραυγής
Σαν τραύλισμα σακατεμένου σκύλου.
Στους δρόμους βούιζε ανειρήνευτο πλιάτσικο.
Μιλιούνια τρέχαν στα χαλάσματα που κάπνιζαν.
Λεηλατήθηκαν ναοί και υπουργεία.
Λάφυρο ως και του πρωθυπουργού
Οι λινομέταξες παντόφλες.
Γάτοι με τις ουρές αναμμένες
Χώνονταν έξαλλοι στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Φυτίλια οι τόμοι της Παλιγγενεσίας μας.

Ως και το Θέατρο καιγόταν ακόμη.
Ωστόσο απ’ τα παράθυρά του κυμάτιζε
Με μια γιγάντια χειρονομία ένα ποτάμι.
Εκεί πετούσαν απ’ το μαυρισμένο βεστιάριο
Κουστούμια άκαυτα, βαριά βελούδα,
Μεταξωτά σαν τα φτερά των αγγέλων.
Και τα γοβάκια, οι πουέντ, οι κόθορνοι
Χόρευαν με αυστηρή κομψότητα
Κατά τις εντολές αρχαίων στίχων.
Τέλος, με την περούκα του άθιχτη,
Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε
Επάνω στα νερά ο Πρώτος Ρόλος.

 

Η ΓΥΑΛΙΝΗ

Ξημερώνει κουρασμένος Γενάρης.
Με τον πρώτο καφέ ξεσπά η μπόρα.
Φτιάχνει η βροχή γυναίκα από γυαλί
Στημένη πάνω από ένα κενοτάφιο.
Έξω η πόλη επιμεταλλώνεται.
Τ’ αστέρια εγγράφονται στον ουρανό
Μ’ ευκρίνεια αλουμινίου.
Σπάζει τότε η γυναίκα και ενσαρκώνεται
Μαζεύοντας μ’ ένα φαράσι τα γυαλιά της.

«Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας
Μ’ ένα χαμόγελο που μοιράζει
Πρώιμα μήλα με την γεύση του ουρανού.
Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ’ επιμέλεια
Αφού σάρωσε ό,τι ήταν να σαρώσει,
Και το σώμα βαρύ από την ύλη του
Να κάνει το επόμενο βήμα».

Αμμοβολή από αναρίθμητα τζάμια
Τον ψίθυρό της αποκρυσταλλώνει.
Σαύρες τρέχουνε μακριά απ’ τα θραύσματα,
Το μνήμα τις πανικοβάλλει.
Έτσι, τα τραύματα ηρεμούν κατά τη φύση τους.
Και μέσα από την αναπάντεχη διαφάνεια
Φέρνει το σάρωθρο την τάξη των δακρύων,
Που λάμπουν όσο προχωράει το φως.

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ

Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω
Αυτήν την νύχτα, πεσμένη κατάχαμα.
Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα
Το πρόσωπο με τα ίδια μου τα χέρια.
Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται
Στη θλίψη, στη βιασύνη, στα χρήματα
Όπως ένα πουλί πλανιέται ανάμεσα
Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.

Σήκω, καλή μου, σήκω, σκοτεινή μου!
Όρθια δες των εγκοσμίων το θέαμα:
Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.
Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης
Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα
Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας
Και μες στ’ αποκαϊδια ψάχνουν
Οι υπουργοί τα βραβεία τους.

Να ορθώσεις μέτωπο και ανάστημα
Σαν βασιλιάς που τον θρυμμάτισε η μοίρα του.
Ό,τι αγαπήθηκε ν’ αγαπιέται για πάντα.
Όπως εκείνες οι ριπές χελιδονιών
Που διατρυπούν την ουράνια πλάκα
Προς τ’ ανοιγμένα στόματα των μικρών τους
Και μες στο πρωινό αντιφέγγισμα
Στήνουν θρηνητικό πανηγύρι.

 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

Κοιμάται η πατρίς πάνω στον χάρτη της
Σαν παχύσαρκη γριά που ξεχειλίζει απ’ το φέρετρο.

Κρεμάει ο νεωκόρος πάνω της
Του φεγγαριού την κερένια μάζα
Κι εκείνο στάζει, στάζει ως τη χάση του
Με τη βελούδινη ματιά του σκλάβου
Που υπηρετεί χωρίς να δίνει συγχώρεση.

Κι αυτό θ’ αποσυρθεί, αφού λιώσει,
Στο πρώτο σκοτάδι της Γένεσης.

Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα
Τα κουφάρια των οικισμών και των θερέτρων.
Κρεμασμένος από τη δοκό του δημαρχείου
Ταλαντεύεται μετρώντας δευτερόλεπτα
Ο αιρετός κοινοτάρχης.
Περιμένουμε να σημάνει χαράματα
Μ’ ένα τίναγμα των λουστρινιών του.

Κι όπως στη μούχλα που γλείφει τους τοίχους
Οι σιλουέτες των αγγέλων εμφανίζονται,
Παρατημένα τα άμφιά τους στα στασίδια
Σαν ν’ άλλαξαν πουκάμισο τα φίδια
Σήπονται αργά κατά τους νόμους της αλήθειας
Όταν κανείς αλήθεια δεν χρειάζεται.
Όταν κάνει η απάτη ακατανόητο
Τον θάνατο ενός υπέρβαρου θεού.

 

ΠΕΖΑ

Ακτή στο φως του χειμώνα (1996)

Ι
ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Μια φωτεινή παραβολή
Για συμπολίτες, εραστές και φίλους

(Τρία αποσπάσματα)

Το κορίτσι

Πιστέψτε με, έφτασε χθες βράδυ, άκουσα καθαρά —εσείς κοιμόσασταν ήδη, εγώ τελείωνα για λογαριασμό μου το βιβλίο που σας διαβάζω— άκουσα καθαρά τον κραδασμό από το αγκυροβόλημα της πλατείας, κατέβηκα μάλιστα στο υπόγειο να δω μην έμπασε νερά. Όταν ανέβηκα, πήρα την πολυθρόνα μου από πλάι σας και τη μετέφερα σιγά σιγά στο παράθυρο. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Κι ύστερα ξέρετε πια πόσο αγαπώ το χειμώνα, τίποτε δεν μου κάνει συντροφιά γλυκύτερη από τις αστραπές και το κρύο. Τράβηξα λοιπόν την κουρτίνα, εσείς είχατε κουκουλωθεί ως τ’ αυτιά. Και τότε τον είδα. Ανέβαινε φανερά κουρασμένος προς την ΑΚΤΗ, θα γνώριζα το βήμα του, το σουλούπι του, ακόμη και μετά από άλλα τόσα χρόνια, ακόμη και στο πιο πηχτό σκοτάδι. Τώρα όμως οι λάμπες του δρόμου έκαναν ακόμη αρκετή δουλειά. Έσερνε κάποιο δέμα ή κιβώτιο, κάθε τόσο τ’ ακουμπούσε και το εξέταζε. Δεν ήθελα ούτ’ εγώ να το πιστέψω, μ’ έπιασε τρέμουλο, δείτε, και τώρα ακόμη τρέμω. Όμως στ’ αλήθεια πήγε στην ΑΚΤΗ, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
   Η πρώτη σκέψη μου, τ’ ομολογώ, ήταν να τρέξω κοντά του. Σας πονάω τώρα, μα δεν πρέπει να φαντάζεστε ότι σκέφτηκα να σας εγκαταλείψω. Θα γύριζα, θα σας ξυπνούσα, ξέρω γω; Αλλά δοκίμασα να σηκωθώ από την πολυθρόνα κι ήταν αδύνατο. Είχα βαρύνει σαν να μ’ είχαν δέσει με βαρίδια. Τα πόδια, τα χέρια, τη μέση μου, τα ’νιωθα εντελώς αγκυλωμένα. Το μόνο που δούλευε εντατικά ήταν ο νους μου: τον έβλεπα να προχωρεί στη ρεσεψιόν, να συναντά τον κύριο Ισίδωρο —αυτός τον αγαπούσε, κυρία, ποτέ δεν συμμερίστηκε την αποστροφή σας— ο κύριος Ισίδωρος θα τον θυμόταν, θα τον αναγνώριζε οπωσδήποτε, θα έβγαινε από τον πάγκο του σίγουρα, θα του άνοιγε τη γέρικη αγκαλιά του και δεν θα τον οδηγούσε στο δωμάτιο πριν από ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Τώρα θ’ ανέβαινε με το κουτί του στην κάμαρα, θα ήτανε ζεστά εκεί μέσα, και λίγο πριν να κλείσει τα μάτια του θα περνούσα ξανά από το μυαλό του. Γιατί δεν αμφιβάλλετε βέβαια, όσο κι αν αυτό σας τρομάζει, ότι για μένα γύρισε, για μένα.
   Καθώς τα φανταζόμουν όλ’ αυτά βιδωμένη στην πολυθρόνα μου, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Α, τι καλό σημάδι αυτό! Θα πέσουν οι αέρηδες, θα ησυχάσουμε, θα ομορφύνει όλος ο τόπος. Αν δεν φοβόμουνα μη σας ξυπνήσω, θα άρχιζα να σιγοτραγουδώ. Το ’κανα βέβαια από μέσα μου, ένα γλυκό, χαρούμενο τραγούδι που σκάρωνα εκείνη τη στιγμή και που μιλούσε —τι παράξενο!— για ένα φτερό πουλιού που ξέκοψε, λέει, από το σώμα του μονάχο κι άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα. Ξέρω, ήταν το χιόνι που έβλεπα, οι εμπνεύσεις μου είναι πάντα τόσο φτωχές, ποτέ δεν κατάφερα να φτιάξω τραγούδια σαν εκείνα που γράφουν τα βιβλία σας, εκείνα με τα οποία μ’ έχετε αναθρέψει, όμως έχω πάντα καλή φωνή και δεν καταδέχτηκα ποτέ να τη δανείσου στα μεγαλεία των άλλων. «Τραγούδα μου ό,τι λέει η ψυχή σου», αυτό δεν μου λέγατε πάντα; Γιατί όμως, γιατί, Θεέ μου, όταν τραγουδούσα γι’ αυτόν, κλείνατε τα παράθυρά μας; Καλά, καλά, μην ταράζεστε, όμως ποτέ δεν έχει ακούσει τη φωνή μου, κανέναν δεν αφήνατε να μ’ ακούσει, και για τους άλλους ποιος σκοτιζότανε, όμως αυτός δεν έπρεπε να ξέρει αυτό το μεγάλο μου χάρισμα; Ω, δεν αγανακτώ, μην ταράζεστε, ποτέ δεν λησμονώ τι σας χρωστάω, δεν είναι μόνο ευγνωμοσύνη, σύμφωνοι, είν’ αγάπη. Νομίζετε ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που σας πρωτοείδα στην πόρτα του σπιτιού μας εκείνο το απόγευμα… Ο πατέρας μου είχε μόλις πεθάνει, ο σκύλος του τον παράστεκε εμβρόντητος με το μουσούδι πάνω απ’ το προσκέφαλό του. Εγώ καθόμουν έξω, στο σκαλί, μασουλούσα το ψωμί μου κι έφτυνα πότε πότε τα ψίχουλα για να τραγουδήσω κάτι. Σας βλέπω τότε με το μπλε σας φόρεμα και τα μαλλιά σας σηκωμένα ψηλά σαν μια φωλιά πάνω σε δέντρο. Με το λευκό σας μπαστουνάκι, αντί να βρίσκετε το δρόμο σας, κρατούσατε το ρυθμό του τραγουδιού μου. Πήρατε λίγο χώμα, μπήκατε, ρίξατε ήσυχα επάνω του κι ύστερα στραφήκατε σ’ εμένα. «Εσύ θα ’ρθεις μαζί μου. Πάμε». Καθόλου δεν με τρόμαζαν τα μάτια σας, ολότελα λευκά σχεδόν κι όμως με κάποιο ιδιαίτερο βλέμμα. Τα προτιμούσα από τ’ άγρια μάτια του πατέρα μου, ύστερα κατακόκκινα απ’ τον πυρετό, τέλος σβησμένα. Τα δικά σας ήταν δυο σταλαξιές πηγμένο γάλα. Ακολούθησα. Θυμάμαι κάθε λουλουδάκι και κάθε αγκάθι που πάτησα κατεβαίνοντας από το βουνό. «Τα πόδια σου θα ξαναγίνουν τρυφερά», μου είπατε, «θα φορέσεις παπούτσια». Δεν ξέρω γιατί, αυτό με φόβισε, μ’ άρεσε να σκουπίζω την πατούσα μου με την παλάμη πριν να κοιμηθώ, πρασινισμένη από τα χορτάρια, ήξερα άλλωστε πια να αποφεύγω τις κακοτοπιές. Όμως κατέβαινα στην πόλη πίσω από ένα τεράστιο μπλε φόρεμα κι έβρισκα το βήμα μου στο ρυθμό του μπαστουνιού σας και σε λίγο θα ήμουν εκεί που λένε πως κουνιούνται οι δρόμοι και πως περνάνε μεγάλα νερά κάτω ακριβώς από τα σπίτια, πως έχει μήλα στα καφάσια αντί στα δέντρα και πως οι άνθρωποι φτιάχνουν με τα χέρια τους πράγματα που πουλάνε αντί να τρώνε. Δεν θα ξανάβλεπα ποτέ, ποτέ, το μεγάλο τριχωτό χέρι του πατέρα μου να σπρώχνει μπρος μου το πιάτο μου κι ύστερα να γυρίζει τη ράχη του βουλιάζοντας μπροστά στη φωτιά.
Α, ποιος ξέρει πώς θα ήταν να πατήσω εκεί που υπάρχουνε μάρμαρα.
   Ήταν κρύα. Πολύ κρύα. Γι’ αυτό και όχι, εδώ που τα λέμε, επειδή εσείς επιμένατε, δέχτηκα και φόρεσα παπούτσια. Ω, δεν σημαίνει βέβαια αυτό ότι μπορούσε να σας αρνηθώ και κάτι. Και ποιος μπορεί; Όλοι αυτοί οι λογιστές κι οι δικηγόροι με τα γυαλιά και τα γκρίζα μουστάκια, όλοι αυτοί οι προμηθευτές της ΑΚΤΗΣ, που, σφίγγοντας τις τεράστιες κοιλιές τους μέσα στα σκούρα κοστούμια τους, περνούνε χρόνια τώρα από το σπίτι μας, δεν σας αρνήθηκαν ποτέ τους τίποτε, λένε όλο ναι και δίνουν εξηγήσεις και ούτε τολμούν να σηκώσουν τα μάτια τους προς το πηγμένο σας βλέμμα.
Κι έτσι δεν 
έχουν δει ποτέ καλά κι εμένα, από παιδί με κρατούσατε όρθια πίσω σας, μπορούσανε να βλέπουν μόνο τα κουμπιά της μπλούζας μου κι ωστόσο κάμποσοι τα κοίταζαν και αυτά κι έτσι σιγά σιγά με βάλατε καθιστή να σκύβω πάνω από το εργόχειρό μου. Αλλά πάλι μου τρέμαν τα δάχτυλα, τα χάρτινα λουλούδια σκίζονταν ή γίνονταν κακότεχνα τότε, κι αυτό μπορούσε να σημάνει για σας το λόγο μιας ολονύχτιας θλίψης. Δεν τολμούσα να τρυπώσω στην αγρύπνια σας, λυπόμουν να σας φαντάζομαι όρθια μέσα στο δωμάτιό σας όλη νύχτα, πότε μπροστά στον καθρέφτη σας, πότε μπροστά στο τζάμι. Ωστόσο δεν τολμούσα να μπω, ήξερα ότι βλέπατε καλά το πρόσωπό σας τη νύχτα, ότι μελετούσατε μία μία τις ρυτίδες του, ότι περνούσατε και σκουπίζατε συνέχεια ένα κραγιόν πάνω στα χείλη. Κανείς καλύτερα από σας δεν θα μπορούσε να διακρίνει την κίνηση της νύχτας στο δρόμο, ποιος έμπαινε, ποιος έβγαινε στην ΑΚΤΗ, ποιος περπατούσε στους δρόμους. Εσείς, κρατώντας με τρυφερά από τους ώμους, με πήρατε μια νύχτα στο κρεβάτι σας και αραδιάζοντας πάνω στα σεντόνια μεταξωτά χαρτιά, πέρλες και κρέμες, βαζάκια με τονωτικά κι αρώματα, με μυήσατε στην τρομερή δύναμή σας. Μην κλαίτε, ξέρω, το ’χω χάσει πια το χάρισμα, εσείς πιστεύετε ότι εκείνος μου το πήρε, ίσως και να ’ναι αλήθεια αυτό, μα πώς αλλιώς θα τον έβλεπα αν δεν σήκωνα λιγάκι το κεφάλι μου μέσα στο φως της ημέρας, την ώρα, αχ Θεέ μου, την ώρα που ακουμπούσα τις τσάντες μπρος από τον πάγκο του κυρίου Ισίδωρου κι εκείνος, βιαστικός όπως πάντα, ετοιμαζότανε να βγει
προς τα εμπορικά;

 

Το αγόρι

Κάθε φορά που χάνω το σώμα μου, ξέρω πως το ’χει πάρει αυτός. Ποτέ δεν θα σταματήσει λοιπόν να με κλείνει μες στη βαλίτσα του; Τι λογής πατέρας είν’ αυτός, που ποτέ δεν λογάριασε τη θέλησή μου; Ένα οποιοδήποτε πρωινό σηκώνεται, ετοιμάζεται, φεύγει. Πού πας; Δουλειές. Τι δουλειές; Τ’ άλλα παιδιά ξέρουνε όλα τι δουλειά κάνει ο πατέρας τους, πολλά τον έχουν κιόλας δει να δουλεύει. Εγώ απομένω εδώ όσο λείπει και δεν ξέρω. Νιώθω μονάχα συνεχώς το κούνημα καθώς με κουβαλάει εδώ κι εκεί, με τον καιρό ξεχωρίζω πια κι αν μπαίνουμε σε τρένο ή σε πλοίο. Το πιο πολύ σε πλοίο μπαίνουμε, ακούω τη βουή της θάλασσας, είναι κάτι τεράστιο, κι αυτό κλεισμένο σε μια μεγαλύτερη βαλίτσα, στο μαντίλι μάλλον ενός γίγαντα που τύλιξε εκεί μέσα τα πάντα, να βγει μια βόλτα στην εξοχή. Όπως μου τύλιγε κάποτε τα σταφιδόψωμα η κυρία Θεώνη. Η κυρία Ήβη δεν ξέρει από τέτοια, τίποτε δεν ξέρει αυτή, ούτε να στρώσει σωστά ένα τραπέζι, μ’ αφήνει και τα κάνω όλα μόνος μου, κανένας δεν το ξέρει αυτό, πως τα κάνω όλα μοναχός μου. Όλο παράπονα είναι το μάτι τους, πως τα κάνω όλα λάθος, πως δεν βγάζω το ψωμί που μου δίνουνε, πως μ’ έχουνε μαζέψει από τους δρόμους και να μην είμαι τεμπέλης κι αχάριστος. Δεν είμαι. Δεν είμαι! Εγώ τα κάνω όλα σωστά, όπως μου τα ’μάθε η κυρία Θεώνη, προσέχω εγώ, η κυρία Ήβη όμως ποτέ της δεν ευχαριστιέται, θέλει να μ’ έχει δεμένο στη φούστα της, να δίνει όλο διαταγές, όλο θυμώνει η κυρία Ήβη. Δεν θέλει να της μιλάω λέει, εντάξει, δεν θέλει να της μιλάω, όμως σε ποιον να μιλάω εγώ; Χθες το ’σκασα, πήγα στα σπιτάκια που έχουνε βάλει τους φίλους μου, κάθισα απ’ έξω, στο πεζούλι, και τους μίλησα. Σήμερα όμως χιονίζει, πού να πάω. Αν βάλω το παλτό και το σκούφο μου, θα τα λεκιάσει το χιόνι, και να στεγνώσουν, μένει ο λεκές. Κανείς δεν καθαρίζει τα ρούχα μου, δεν μπορώ να τα φοράω λερωμένα, γίνονται πιο βαριά και δεν μπορώ πια να τα σηκώσω, θα με σκεπάσουν όλο καμιά μέρα. Πώς πετάμε τα άπλυτα το ένα πάνω στο άλλο, ποιος θυμάται ποιο είναι κάτω κάτω… Πώς θα με βρει ποτέ ο πατέρας μου; Εκείνος ήθελε να είμαι καθαρός, με χτένιζε, έστρωνε προσεχτικά τη χωρίστρα, «Είσαι ένα όμορφο, καλό παιδί», μου ’λεγε, μ’ έπαιρνε από το χέρι και βγαίναμε μεγάλη βόλτα μέσα στην πόλη. Τι όμορφα που ήτανε τότε, τα μαγαζιά ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα, τόσα μαγαζιά φωτισμένα, με ψεύτικους ανθρώπους πίσω από τα τζάμια να φοράνε καπέλα και γραβάτες, αληθινά καπέλα και γραβάτες. Άλλα με ψεύτικα πουλιά και δέντρα, στις μύτες τους κρατούσαν δαχτυλίδια, δύο μάλιστα κρατούσαν απ’ τις άκρες του ένα αληθινό περιδέραιο. Πιο κάτω ήταν ένα με παιχνίδια, ακατανόητα παιχνίδια από πηλό, σπάζανε αμέσως, όλοι το ’ξέραν, κανείς δεν τ’ αγόραζε, -πήλινα αλογάκια ή κάρα, κάτι μεγάλες πήλινες μέλισσες, ο πατέρας τις έλεγε σκαραβαίους. Κανένας δεν τα αγόραζε, τους έσπαζαν, του πατέρα δεν του σπάσανε ποτέ, τα ’παίρνε τυλιγμένα στο χαρτί, μου τα ξετύλιγε, «Παίξε», μου έλεγε, «είναι για να παίζουμε. Παίξε». Πώς να παίξω μέσα στο δρόμο, τουλάχιστον αν ήταν κι οι φίλοι μου, μ’ έπιανε μια ντροπή, τι να κάνω, κατέβαζα τα μάτια στη γη, ντρεπόμουνα να παίζω ολομόναχος εκεί, καταμεσής του δρόμου. Όταν ξανασήκωνα τα μάτια, δεν ήταν πια εκεί τα πήλινα έντομα, ούτε το χέρι του πατέρα μου ένιωθα, με κρατούσε ακόμη κι ωστόσο ήταν σαν να το είχε χώσει μες στην τσέπη. Συνεχίζαμε τον περίπατό μας, τώρα στεκόμασταν μπροστά στα υφασματάδικα, χιλιάδες τόπια αραδιασμένα στα ράφια, μπαίναμε μέσα να αναζητήσουμε ύφασμα για μια φορεσιά για μένα. Δεκάδες γυναίκες εκεί, όλο γυναίκες συνωστίζονταν εκεί μέσα, νέες με τούλι στα καπέλα τους, άλλες ώριμες, μ’ ένα βαρύ γουναρικό γύρω από τους ώμους, άλλες σχεδόν αφανισμένες από τα γεράματα κι όμως στημένες πάνω στα μαύρα τους μποτίνια, ψάχναν με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια την ποιότητα ενός υφάσματος. Υπάλληλοι μικροσκοπικοί και γρήγοροι τους κατέβαζαν πότε το ’να, πότε τ’ άλλο, χαμογελούσανε ζωγραφιστά, όπως οι πήλινοι σκαραβαίοι, ψαλίδιζαν, μετρούσαν, διπλώνανε. Όταν εμείς μπαίναμε μέσα, στην αρχή δεν άλλαζε τίποτε, λίγα λεπτά μετά όμως, η μία μετά την άλλη, όλες κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα, πάλι γύριζαν στη δουλειά τους, πάλι τον κοιτάζανε, οι υπάλληλοι αργοπορούσαν. Έσβηνε σιγά σιγά το μπογιατισμένο τους χαμόγελο, εγώ καλά καλά δεν τους έβλεπα πίσω από μια τέτοια μουντζούρα, όλοι κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα. Το ήξερα πως ήτανε όμορφος, εγώ όμως δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί, κι εγώ είχα ίδια μαλλιά, ίδια μάτια, κανείς δεν με κοιτούσε εμένα, με σπρώχνανε, τάχα αθέλητα, για να βρεθούνε λίγο πιο κοντά του. Μπορεί στ’ αλήθεια και να μη με βλέπανε, τόσο στένευε γύρω μας ο κύκλος που δεν τους έβλεπα κι εγώ, μόνο φούστες μεταξωτές ή βελούδινες, μαύρα λεία παλτά, παπούτσια και παπούτσια με κουμπώματα χρυσά και με φιόγκους. Τραβούσα τότε το σακάκι του, ήθελα να με πάρει αγκαλιά, δεν μπορούσα να ανασάνω εκεί κάτω. Ποτέ δεν με πήρε. Σερνόμουν όπως όπως στα πόδια του, τραβούσα το σακάκι του, άκουγα να ’ρχεται από ψηλά η φωνή του: «Θέλω κάτι πολύ απαλό
για το 
παιδί, κάτι πολύ ελαφρύ, κάτι που να μη λερώνει». Ποτέ δεν φόρεσα εγώ καινούριο ρούχο. Πάντα μ’ αυτά περπατούσαμε, μ’ αυτά που φοράω και τώρα, μένουνε πάντα καθαρά γιατί ποτέ δεν βγαίνω έξω όταν χιονίζει ή όταν βρέχει, δεν κάθομαι να παίζω καταγής. Από το δήμαρχο δεν ζήτησα άλλα, με βάλαν στη δουλειά και δεν μου φτιάξανε μια φορεσιά για τη δουλειά μου, η κυρία Ήβη φορά, φορά την κάτασπρη ποδιά της κυρίας Θεώνης. Η δύστυχη η κυρία Θεώνη… «Πρέπει ν’ αφήσεις το παιδί ήσυχο», του έλεγε, «ή παρ’ το πια μαζί σου για πάντα. Κοίτα τα μάτια του, αυτό κλαίει, κρυφά από σένα κλαίει, δεν καταλαβαίνεις;» Έσκυβε αυτός το κεφάλι και δεν μίλαγε, ποτέ του δεν της απαντούσε, καθόταν εκεί, πλάι στον πάγκο της, με το κεφάλι σκυμμένο. Άνοιγε τότε το ντουλάπι και του ’δίνε κάτι που μύριζε γλυκύτατα, του ’σπρώχνε μπρος του ένα ποτήρι κρασί, εκείνος σήκωνε τα μάτια του —δεν ξέρω, νόμιζα πως τη φιλούσε τότε— και τα χαμήλωνε χωρίς ν’ απαντήσει. «Άφησε το παιδί ή παρ’ το», του ’λεγε πάλι εκείνη σιγανά, «θες δε θες, ο καιρός θα περάσει. Δες, εγώ απόκτησα κόρη κι η κόρη μου άλλη,
να τη εκεί, 
αυτό το παχουλό κουτό κορίτσι». Τότε καθότανε κι εκείνη, φαινότανε κουρασμένη ξαφνικά, με τράβαγε γλυκά πάνω στα πόδια της κι άρχιζε αργά αργά να με χορεύει μουρμουρίζοντας κάτι θολό. Ο πατέρας μου έριχνε το κεφάλι πάνω στον πάγκο της, έβλεπε μοναχά τα μαλλιά του, πυκνά κατάμαυρα μαλλιά, κανένας άλλος άντρας μες στην πόλη δεν είχε τα μαλλιά του πατέρα μου. Οι μυρωδιές κι οι άχνες της κουζίνας σταματούσανε στον αέρα και τους τρεις μας, μονάχα τους τρεις μας, μας κούναγε γλυκά κάτι τεράστιο, κάτω απ’ το πάτωμα περνούσε, το άκουγα, κάτι κλεισμένο στο μαντίλι ενός γίγαντα, που ’χε τυλίξει μέσα κει τα πάντα και πήγαινε μια βόλτα στην εξοχή.

 

Ο κύριος Ισίδωρος

Κοιμηθείτε. Ύπνο γλυκό, χρυσά μου, ύπνο γλυκό. Εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε. Τώρα γυρίζει πίσω στη μάνα του, Αύριο πάλι. Άλλη δεν έχει αυτός στον κόσμο από την Ήβη, ας τον μαλώνει, κάνει η Ήβη για μάνα του, με το
καιρό θ’ αγαπηθούνε οι δυο, θα δείτε. Αυτή γι’ αυτόν, εγώ για σας. Ύπνο γλυκό, εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε, Αύριο πάλι, αύριο πάλι, χαζοπούλια μου. Κοιμηθείτε. Το μέτωπο στη γη, όοολοι, έτσι…

 

 

ΙΙ
ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΚΑΤΩ

Δέκα σκοτεινά παραμύθια
Για ζώα, για πουλιά και για κτίσματα

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Οταν ψόφησε το άλογό μας, πήγε η ψυχή του στο Θεό και του ’πε: «Πού είναι το δικό μου παχνί;» Ο Θεός χαΐδεψε τα μακριά του γένια ντροπιασμένος: ολόκληρος κήπος και δεν είχε ούτε μια γωνιά για το άλογο. «Σύρε», του λέει, «κι όπου βρεις, να μείνεις». Βάδιζε, βάδιζε το άλογο, βρήκε ανάμεσα σε δύο σύννεφα μια βρύση. Γύρω δεν έβλεπε ψυχή. «Όχι εδώ», λέει τότε, «δεν θα με βρει εδώ ο αφέντης μου». Πίνει και φεύγει. Βάδιζε, βάδιζε, φτάνει στη μέση τ’ ουρανού, βρίσκει ανάμεσα σε δύο σύννεφα τα χάμουρά του πεταμένα. Σκύβει θλιμμένο να τα οσμιστεί, γλιστρούν εκείνα, πέφτουν, πέφτουν, φτάνουνε πάλι στη γη. Να τα, μπροστά μου εδώ, τα παίρνω και τα κρατώ και τα κοιτώ και το ξέρω: το άλογό μου είναι πάντα πάνω κει.

 

Ο ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΣ

Μόλις που είχαμε προλάβει να κλείσουμε την καταπακτή και να τραβήξουμε από πάνω της το χαλί και το κρεβάτι του αρρώστου, όταν μπήκαν οι στρατιώτες στο σπίτι. Χτύπησαν πρώτα βροντερά την πόρτα κι όσο να πω να ξεκλειδώσω, είχανε ήδη ορμήσει μέσα με τα όπλα τους καταπάνω μας. «Πού είναι;» φώναζε ο επικεφαλής. «Πού είναι;» «Δεν ξέρω», ψιθύρισε η μητέρα, ενώ τα δύο μικρά κρύβονταν κιόλας με κλάματα στις φούστες της. Ο επικεφαλής ήρθε με μια δρασκελιά κοντά μου, μ’ άρπαξε από τα μαλλιά, κόλλησε το κεφάλι μου στον τοίχο. «Πού είναι;» Η μάνα σκέπασε με τις παλάμες της τα μάτια των μικρών και στύλωσε πάνω μου τα δικά της. «Δεν ξέρω», ψιθύρισα. Βρέθηκα μ’ έναν μπάτσο καταγής, σηκώθηκα, ακούμπησα ξανά στον τοίχο. Ο επικεφαλής πλησίασε στο κρεβάτι. «Είναι άρρωστος», του είπε καθαρά η μάνα. Αυτός του σήκωσε απότομα τα μαξιλάρια, τον έφερε κάτω από το πρόσωπό του. Καθώς τα χέρια του αρρώστου κρεμάστηκαν και ο ρόγχος του δυνάμωσε αμέσως, τον άφησε να πέσει πάλι με μια έκφραση βαθιάς αποστροφής. «Πού είναι;» ούρλιαξε ξανά. «Όλοι τον είδαν που τριγύρναγε εδώ, ήτανε πληγωμένος γερά, δεν μπορεί να ’χει πετάξει». Και μ’
ένα νεύμα διέταξε τους στρατιώτες του ν’ αρχίσουν.
   Το καθετί μέσα στο σπίτι ρημάχτηκε. Πετάχτηκε έξω ως κι ο ρουχισμός απ’ τις ντουλάπες, τα κάδρα από τους τοίχους ξεκρεμάστηκαν, ψηλάφησαν, έψαξαν ρημάζοντας κουζίνα, υπνοδωμάτια, δώμα. Ύστερα βγήκαν στην αυλή, ξήλωσαν την αποθήκη σε σανίδες, πέταξαν σπίρτο κι άναψαν φωτιά. Άρχισαν να πετούν εκεί μέσα τα πράγματα που δεν είχαν σπάσει, έπιπλα, αγαλματίδια, βιβλία, ως και πιατικά. «Πού είναι;» ούρλιαζαν. «Πού είναι; Τον βρήκατε, τον περιποιηθήκατε, εδώ είναι. Ζωντανός στο βουνό δεν θα γυρίσει». Η μάνα έσφιγγε κοντά της τα μικρά και τα χε καταφέρει να
σωπάσουν, όταν άρχισαν να πετούν στη φωτιά ένα ένα τα ζώα της αυλής μας, όσα δεν πρόλαβαν να το σκάσουν. Κάηκαν ζωντανά τα κλωσόπουλα, που έπαιζε ο Απόστολος, και το κουνέλι της Μαρίας, ενώ το άλογο το πυροβόλησαν πρώτα.
   Θα είχε έρθει κι η σειρά μας, όταν έσβησε στο προσκέφαλό του ο άρρωστος. Οι στρατιώτες ειδοποίησαν το διοικητή κι εκείνος έδωσε την εντολή: «Πάρτε από δω το κουφάρι!» Τον σήκωσαν με το κρεβάτι του μαζί, θέλοντας, ποιος ξέρει πώς, να τον προσβάλουν, το χαλί μπλέχτηκε στα πόδια τους και φάνηκε η καταπακτή. Μ’ απίστευτα ουρλιαχτά και χάχανα στριμώχτηκαν επάνω απ’ το κρικέλι. Με δύο πυροβολισμούς στον αέρα ο διοικητής επέβαλε την τάξη. Ύστερα αστράφτοντας από οργή και ευτυχία το τράβηξε δυνατά. Στο άνοιγμα της καταπακτής —Θεέ μου, Θεέ μου, αν έφτιαξες τους αγγέλους για μας…— ο αετός μας ήταν κιόλας εκεί, γραπωμένος με τ’ αγκίστρια των νυχιών του από τη δοκό, με τις τεράστιες φτερούγες του ορθάνοιχτες, με μάτι ζωηρό, ολόλαμπρο, με το βασιλικό λοφίο του ανάτριχο, με το γάντζο του ράμφους του ανοιχτό. Άστραφτε μες στο μισοσκόταδο πάνω στα ολόφτερα, παντοδύναμα πόδια, σάμπως να ήτανε μόλις λουσμένος σε όλη τη δροσιά των αστραπών, σάμπως μόλις να ’χε τινάξει από το σκοτεινόξανθό του φτέρωμα το φρέσκο γεναριάτικο χιόνι. Τινάχτηκαν όλοι τους πίσω. Ο αετός μας —Θεέ μου, Θεέ μου, δεν ακούς πια, δεν βλέπεις, δεν νοιάζεσαι…— όρμησε, γιατρεμένος πια, προς το άνοιγμα, πλαταγίζοντας τις σπάθες των φτερών του πάνω από τους πεσμένους διώκτες του. Διέσχισε το δωμάτιο, χύθηκε έξω. Χτυπώντας πάντα τα φτερά σαν φοινικόκλαδα, υψώθηκε στον αέρα και χάθηκε προς το βουνό το φορτωμένο πάγους, προς το δάσος. Τρέξανε πίσω του εκείνοι τουφεκώντας με απόγνωση, ώσπου έγιναν κάτι κουκίδες που τις ξεχώριζες μονάχα από τους κρότους και τη λάμψη των πυκνών τους πυροβολισμών.
   Το σπίτι μας γίνηκε στάχτη. Εμείς, αφού θάψαμε τον πεθαμένο, πήραμε ένα μπιτόνι νερό και ξεκινήσαμε πεζή για το δάσος.

 

ΜΥΡΩΔΑΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μόλις γύρισε από τη δουλειά ο θείος Ισίδωρος, πέταξε παλτό και παπούτσια, έπλυνε πρόσωπο και χέρια με θόρυβο κι ύστερα στάθηκε στη μέση της κουζίνας και είπε: «Θα τον στείλουμε πίσω, στ’ αδέλφια του». Η θεία πήγε να σβήσει. «Τι λες;» ψέλλισε. «Τι λες τώρα;» «Είπα, θα πάει με τους άλλους». «Και θ’ αφήσουμε το σπίτι ορφανό;» «Το σπίτι είναι ορφανό», ύψωσε τη φωνή ο θείος Ισίδωρος και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
   Η θεία κάθισε κι εκείνη. Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανείς. «Βάλε να φάμε», μουρμούρισε τέλος ο θείος. Η θεία, σαν σε ομίχλη, υπάκουσε. Κανένας τους δεν άγγιζε το πιάτο. «Είναι μήνας τώρα που τον έχουμε εδώ. Θα συνηθίσει. Θα γυρεύει να μείνει». «Ας μείνει. Τόπο δεν πιάνει». «Οι άλλοι τον γυρεύουνε, το ξέρεις. Κλαίνε και τον γυρεύουνε. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε τα παιδιά». «Δεν τα χωρίσαμε εμείς, Ισίδωρε». Χτύπησε το χέρι, του στο τραπέζι: «Μη μιλάς πια γι’ αυτό σου είπα. Τώρα είναι όλοι πάλι μαζί. Και μόνο τούτος είναι χώρια». Η θεία έσκυψε το κεφάλι. Πέρασε ώρα. Τέλος η σιωπή μύρισε από το πουκάμισό μου. «Το πουκάμισό του μοσκοβολάει», τόλμησε πάλι η θεία. Ο θείος έριξε το πρόσωπο στα χέρια του. «Άννα», είπε σιγανά τώρα, «δεν είναι εδώ μέρος για παιδιά. Είμαστε γέροι πια, δεν το βλέπεις;» «Όχι και τόσο γέροι, Ισίδωρε. Σε πήραν στη δουλειά, το είδες». «Δεν έχουν άλλους τώρα». «Εμένα η μάνα μου έζησε πολύ». «Κι εμένα». «Βλέπεις; Άσ’ το παιδί στο σπίτι, Ισίδωρε». «Το παιδί το γυρεύουν τ’ αδέλφια του σου είπα». «Η μάνα κι ο πατέρας του όμως όχι». «Δεν έχω μήνυμά τους, είν’ αλήθεια. Μα για να το γυρεύουν τ’ αδέλφια του…» «Η αδελφή σου θέλει που είναι εδώ, το νιώθω. Κι αυτό το θέλει. Μύρισε! Μύρισε!» Του άρπαξε το χέρι και το ’σφίξε. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Το πουκάμισό μου μοσκοβολούσε πάλι δυνατά. Ο θείος Ισίδωρος έσπρωξε το πιάτο του. Έκανε την καρέκλα του πίσω. Η θεία τα μάζεψε όλα και τα γύρισε ξανά μες στην κατσαρόλα. Άρχισε να του φτιάχνει τον καφέ του. Του τον έφερε και μαζί τα τσιγάρα του. «Καλό παιδί», ψιθύρισε ο θείος Ισίδωρος τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά. Άναψε αργά το τσιγάρο. «Καλό παιδί», είπε κι εκείνη μ’ ελπίδα. «Μας νοιάζεται, μας τιμά. Μας έχει καλύτερα από μάνα και πατέρα». Ο καπνός γυρόφερε λίγο την καράφα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ψηλά. Τα φρύδια του θείου έσμιξαν σε σκέψη που δεν κατάφερνε να ξεμπλεχτεί. «Πάψε. Σε τύφλωσε ο εγωισμός. Το παιδί θέλει τ’ αδέλφια του». Έσβησε το τσιγάρο του μισό και ήπιε με θόρυβο το νερό του. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του». Έλυσε τότε την ποδιά η θεία Άννα και την απίθωσε στη ράχη της καρέκλας. Ύστερα κρέμασε το κεφάλι της στο στήθος κι άρχισε ένα κλάμα μουγγό, χτυπώντας μόνο πότε πότε τα χέρια της πάνω στα γόνατα. Ο θείος Ισίδωρος ξανάναψε τσιγάρο και στύλωσε το βλέμμα του στο μάρμαρο του νεροχύτη. Σε μια ραγισματιά μαζευότανε σκουριά και αλάτι. Πέρασε τα χοντρά του δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, στέναξε κι έσβησε πάλι το τσιγάρο του μισό. Ύστερα σηκώθηκε δύσκολα κι άνοιξε το μικρό παράθυρο, ακόμη νοτισμένο από την κατσαρόλα. Μπήκε αγιάζι τσουχτερό. Η θεία Άννα σφίχτηκε στο σάλι της. Εκείνος ξανακάθισε βουβός. Βάλθηκε να σουρώνει με τα δάχτυλα μια γωνιά της ξεχασμένης του πετσέτας. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του», ξανάπε τέλος.
   Εισπνέοντας τότε άπληστα τον καθαρό γεναριάτικο αέρα, φούσκωσε το πουκάμισό μου, μοσκοβόλησε και, οδηγημένο από τη λαχτάρα του γυρισμού, μα πιο πολύ από συμπόνια κι αγάπη, άπλωσε τα μανίκια και άρχισε να πετά προς το ανοιχτό παραθύρι.
Τους αποχαιρετούσα περνώντας πάνω από τα γκρίζα κεφάλια τους, που ανάγειραν να μ’ αντικρίσουν μια τελευταία φορά, κι ανακατώνοντας μια ιδέα τα μαλλιά τους. Ύστερα βγήκα απ’ το παράθυρο, διέσχισα τη μισοκαμένη πόλη κι αφού ταξίδεψα ώρες και ώρες, έφτασα κάποτε στο λόφο όπου βρισκόμουνα κι εγώ κι η μάνα κι ο πατέρας και τ’ αδέλφια μου και δώδεκα συχωριανοί μου που δεν άντεξαν ημερών πορεία στο χιόνι,
όπως μας 
σήκωσαν απ’ τα κρεβάτια μας, μόνο με τα πουκάμισά μας. Βρήκα και σκάλωσα στο θάμνο, απ’ όπου μ’ έσυρε στην ξενιτιά η θεία Άννα. Παράξενο, ήταν ακόμη γεμάτος με τα μικρά μικρά θαλασσιά λουλουδάκια του.

 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ

Μετά τις πρώτες βροχές ακολούθησε μεγάλη κατολίσθηση κι όλος ο οικισμός καταπλακώθηκε μαζί με τους λιγοστούς του κατοίκους. Τα συνεργεία διάσωσης μόχθησαν δυο τρεις μέρες, ύστερα οι νέες βροχές ματαίωσαν κάθε άλλη προσπάθεια και μόνο μήνες αργότερα, όταν ο τόπος στέγνωσε και καθαρίστηκε, ο ιερέας του γειτονικού χωριού φρόντισε για την ταφή των οστών των θυμάτων. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα ερείπιά του και ο τόπος παραδόθηκε στη βοσκή.
Το χειμώνα, που έφευγαν τα κοπάδια, νερά και χιόνια ανανέωσαν το χόρτο και σύντομα ούτε τα ερείπια δεν διακρίνονταν, το καθετί καταχώθηκε κι ο αέρας ακουμπούσε θάμνους. Μόνος που σώθηκε ένας φούρνος. Χτισμένος πάνω σε μικρό βράχο που ξεφύτρωνε, φαίνεται, μέσα στην ίδια την αυλή του πλακωμένου σπιτιού, δεν απειλήθηκε από τα χόρτα. Κι όταν ο τόπος όλος έγινε μια χορταριασμένη μαγούλα, ο φούρνος απόμεινε έξω, παράταιρος, με σκουριασμένη πια την πόρτα του αλλά το μάνταλό της στη θέση του. Βέβαια, αν το άγγιζε απρόσεχτο δάχτυλο, θα γινότανε κι εκείνο σκόνη.
Όταν το φούρνο τον σκεπάζανε τα χιόνια, όπως το καθετί τριγύρω, η πόρτα αυτή θαρρούσες ότι έφραζε λαγούμι προς την καρδιά του βουνού, όπου, αν χωνόσουν, έφτανες σε τόπο μαύρο και πυρακτωμένο. Το καλοκαίρι όμως έμοιαζε φιλόξενος, καθώς τον σκαρφαλώναν τα κατσίκια και στέκονταν για λίγο στην καμπούρα του σαν σε καλό παρατηρητήριο, απ’ όπου μπορούσανε να μετρήσουνε ένα ένα τα ραδίκια μες στα σπάρτα. Η φυσική του πέτρινη βάση, κάποτε ασπρισμένη κι αυτή, ξανάχε πάρει με τα χρόνια τα χρώματα των πετρωμάτων της. Κουβάλαγε μ’ απέραντη εγκαρτέρηση το άχρηστο χτίσμα, σαν να ήξερε πως δεν θα το σκεπάσουν παρά οι αράχνες που θα βγουν από μέσα του όταν ολόκληρο κατοικηθεί.
   Χειμώνα καλοκαίρι, χειμώνα καλοκαίρι αυτό, ένα πρωί η σκουριασμένη πόρτα έπεσε. Μια γραμμή από αραιή κόκκινη σκόνη μονάχα έφραζε τώρα το στόμιο. Κι όπως φυσούσε ένα βοριαδάκι, καθόλου ασυνήθιστο τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη, γρήγορα σκόρπισε εδώ κι εκεί τη σκόνη, εκτός από κάτι μικρά κομμάτια από το άγκιστρο του σύρτη. Αυτά είχανε κάμποση ύλη ακόμη μέσα τους για ένα κουδούνισμα πάνω στο βράχο. Παράξενο, δεν είχε αράχνες. Το φως, τρυπώνοντας ανυπόμονα μέσα στο σκοτεινό του κουβούκλιο, το ’δείχνε καθαρό καθαρό, σχεδόν σαν μόλις σκουπισμένο, εκτός από μια δυο χούφτες στάχτη, κι αυτή όμως καλά σαρωμένη σ’ ένα μικρούλη σωρό. Νοικοκυρεμένα πυρότουβλα, όπως έπρεπε αρμοσμένα, μαύρα βέβαια από την παλιά τους χρήση, κλείνανε γύρω γύρω κι από πάνω ένα πρώτης τάξεως σπίτι, τουλάχιστον για τα τεμπέλικα ζώα, και η φουσκωμένη, στρεβλή μα όχι σάπια ακόμη πινακωτή, που είχε αποτεθεί στην άκρη, μπορούσε να ’ναι μια χαρά το κρεβάτι τους.
   Όταν ο φούρνος κατοικήθηκε πάλι, όλος ο οικισμός πέρασε πλέον σε νέα φάση της ιστορίας του. Μόνο που δεν την ξέρουμε ακόμη, γιατί όταν τρώμε το ψωμί, μόνο την πείνα μας χορταίνουμε.

 

 Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 07/02/2018

«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι»

Η ιδιαίτερη η γραφή της ΔΧ αποτυπωμένη με ένα καθ’ όλα προσωπικό ύφος που μπορεί να ανιχνεύει μέσα από τις λέξεις έννοιες που αξιολογούν τις αιτίες και τα αιτιατά της ανθρώπινης ψυχής.
Ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας δεν μπορεί να μην καταγράψει από την εξωτερική όψη των πραγμάτων την εσωτερική τους διάσταση.
Με επίγνωση του μάταιου επικοινωνεί συνειρμικά με τις λέξεις που παρά τη συμβολική τους λειτουργία, το σύνολο του κάθε ποιήματος παραμένει ευθύ, θερμό και ανοιχτό ανασύροντας μέσα από τις επείγουσες βουλές του -που χαρακτηρίζονται από διαύγεια, δραματική ένταση και αισθητική ποιότητα- την προσέγγιση κάποιων αισθήσεων που ασφυκτιούν μέσα στις συμβατικότητες της καθημερινότητας.
Γλώσσα που ταιριάζει απόλυτα στο ύφος των πολλαπλών αποχρώντων εννοιών με τόνο που γίνεται ολοένα και πιο επιβλητικά καταιγιστικός ο ρυθμός δυναμώνοντας τις εντυπώσεις που δημιουργούν εικόνες να τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα και ν’ αφήνουν την εντύπωση ότι η δυναμική αυτή στο σύνολο των ποιημάτων εμπεριέχει μια κραυγή αγωνίας.
Σε ετούτο αναμφίβολα συμβάλει που κάθε στίχος ξεκινάει με κεφαλαίο γράμμα ακόμα κι όταν λείπει κάποιο σημείο στίξης δίνοντας την έμφαση μιας αυτόνομης δυναμικής μέσα στο σύνολο του ποιήματος

Από το ποίημα: Το τσίμπημα

Μακριά στη γραμμή του ορίζοντα,/ Είναι το σπίτι μου. Βαδίζω, φεύγει./Στα παράθυρα του ο ήλιος/ Μοιάζει θλιμμένο παχουλό μωρό/ Που του ανεβαίνει ο πυρετός του.

Κι άλλο ένα παράδειγμα από το ποίημα: Περί το τέλος της ημέρας

Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι/ Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει./ Τώρα η αχρησία το πάγωνε/ Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.

Η δραματική ένταση των ποιημάτων αποδίδουν επ’ ακριβώς τη συγκινησιακή φόρτιση ως να πρόκειται η ποιήτρια να έχει αποκτήσει τη συνείδηση του μάταιου και εφήμερου των ανθρώπινων πραγμάτων και να προσπαθεί, χωρίς όμως να αφήνεται, ούτε για μια στιγμή, να παρασυρθεί από την απογοήτευση μέσα στα αδιέξοδα τους. Αντίθετα, με λόγο καθαρά υπολογιστικό και υπολογίσιμο δίνει το προσωπικό της στίγμα στο εφιαλτικό παρόν ενός κόσμου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στην εσωτερική του απομόνωση και, με πένα σαν καταφύγιο καταφέρνει να προφυλάσσει το όνειρο μέσα στην ποίηση της, με Το κατάλληλο δώρο

Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,/ Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,/ Σέρνω απόψε τα βήματα μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.

Στην ποικιλότροπη γραφή της, η ποιήτρια, κατορθώνει να δώσει νόημα και πνοή στη μοναδικότητα των στιγμών. Με λεκτική ευχέρεια καταγράφει ότι σαν σκέψη, βίωμα ή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό της.
Οι στίχοι της εμπεριέχουν όλα τα νοήματα που μπορούν να υπάρξουν γιατί παρουσιάζονται αυτούσια και δυνατά σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες των ανθρώπων, ακόμη και σ’ ένα παράκτιο οικισμό με κυματίζουσα θάλασσα.

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 24/12/2017

Μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα

Ο Παράκτιος οικισμός, όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση, μου άφησε στον νου αυτή την εικόνα:

Ένα πορτοκαλί φως, όπως όταν βραδιάζει κι ανάβουν τα πρώτα φώτα. Θάλασσα σκούρη γκρίζα που συναντά έναν βαρύ ουρανό. Σπίτια άσπρα, κάπως σκυφτά, κολλημένα μεταξύ τους, και σαν σκεφτικά. Λεπτομέρεια: το φως να διαχέεται μέσα από τα στενά παράθυρα αλλά και στην ατμόσφαιρα.

O Παράκτιος οικισμός της Δήμητρας Χριστοδούλου δεν έχει τουριστικό χαρακτήρα ούτε χαρούμενα χρώματα και life style ατμόσφαιρα. Θα αναλύσουμε τα στοιχεία του στη συνέχεια.
Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής ανοίγει με μια εικόνα: τη θάλασσα με την «αστρική της νύστα», τη δόνηση από την άπαυτη πνοή της, τα «ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια». Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στην πόλη της καταγωγής που θέλει να ξεχάσει, αλλά η μνήμη επιμένει.
Θα πρότεινα το ποίημα αυτό να διαβαστεί παράλληλα με το ποίημα «Ανεπιστρεπτί». Το ποιητικό υποκείμενο μεταφέρεται βίαια στον γενέθλιο τόπο από έναν άγριο άνεμο που χαστουκίζει. Εικόνες γεμάτες αλάτι και αλμύρα και στα δυο ποιήματα. Εικόνες- μεταφορές που έχουν κέντρο κάτι οικείο και αποκτούν στη συνέχεια εξωπραγματικές διαστάσεις, κρατώντας κάτι από την αρχική οικειότητα. Όπως το ελεεινό τηγάνι στο οποίο ρίχνουμε την καρδιά ενός τεράστιου κήτους, και μπαίνουμε ύστερα στη σειρά με καραβάνα («Παράκτιος οικισμός», σ. 27) Ή η αίσθηση πως παστώνει μια κομπρέσα αρμύρα τον τρόμο σου, / Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων/ Όπου μουσκεύεις φουρνιστό ψωμί («Ανεπιστρεπτί», σ. 19).
Ας είναι οι παραπάνω αναφορές παραδείγματα για τον τρόπο που δουλεύονται οι εικόνες-μεταφορές από την ποιήτρια –θα επανέλθω ωστόσο.
Από εκεί και πέρα μια βροχή θαμπώνει τα τζάμια, μουσκεύει μνήμες και παλιές φωτογραφίες, γίνεται γλιστερό το βάδισμα κατά μήκος του χρόνου και πώς να κρατηθεί το ποιητικό υποκείμενο. Όμως, ευτυχώς, μικρή η ζημιά, μόνο το λούκι κάπου θα μάτωσε, / Ακούω που κλαψουρίζει απ’ έξω/ Κατεβάζοντας νερά απ’ την ταράτσα. («Η καλή παρέα», σ. 35)
Να ορίσουμε, λοιπόν, κεντρικό άξονα της συλλογής τον χρόνο. Η παράμετρος «χρόνος» σπάει σε τρεις διακλαδώσεις: «μοναξιά», «συνομιλία με τους απόντες», «κοινωνική έγνοια», που φυσικά τέμνονται και μπλέκονται μεταξύ τους. Προϋπόθεση πάντα η μνήμη.
Φυσάει ένας αέρας μυστήριος, φέρνει το ποιητικό υποκείμενο στην άκρη της μοναξιάς. Τη μοναξιά που είτε τη διαπιστώνει σε άλλους και την περιγράφει ως ευαίσθητος παρατηρητής είτε τη βιώνει το ίδιο. Παραδείγματα:
Και οι μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο στον λόφο/ Που έτσι καταντάει κανείς μες στο κρύο/ Περιμένοντας ένα τηλεφώνημα. («Το Πάσχα των άλλων», σ. 32)
Ή Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε/ Που ενθουσίαζαν οικογενειακά στιγμιότυπα/ Και παρατάσσονταν οι συγγενείς σε δείπνο […] Είμαι τόσο υπέροχα μόνη! («Συναπτά έτη», σ. 36)

Έτσι φθάνει εκεί που συνομιλεί με απόντες αγαπημένους.
[…] Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια./ Τα πλουμιστά πράγματα δεν τ’ αγαπάω./ Αλλά δεν κάνει να ’ναι χωρίς ανταπόδοση/ Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης. («Το κατάλληλο δώρο», σ. 21)
Ταυτόχρονα, η αίσθηση ενός τέλους αρχίζει να φαίνεται απέναντι. Απειλή; Στοχασμός, ψύχραιμη αντιμετώπιση και σαρκασμός, μαύρο χιούμορ. «Μετά το σινεμά μια μπύρα» λέγεται το ποίημα, και το ποιητικό υποκείμενο συμπληρώνει Ίσως και δεύτερη. Μα ως εκεί/ Επιστροφή στο σπίτι. Ένα βιβλίο,/ Η τηλεόραση χωρίς τον ήχο, ανοιχτή. […]
Στο δωμάτιο όμως υπάρχει ένας περίεργος επισκέπτης, «Αυτός», με «τα μαλαματένια ρούχα». Ένας καπνός, άφαντος, από σιγοκαμμένα γράμματα Τον κάνει πράο. Σχεδόν βρέχει/ Το κρύο σακάκι του με κάποιο δάκρυ,/ Ο Υποκριτής! Όσο να γελαστείς/ Πως σκύβει πάνω σου απλώς/ Για να του διηγηθείς την ταινία (σ.17)
Σε έναν περίγυρο λαϊκού πανηγυριού, των παλαιότερων χρόνων, το ποιητικό υποκείμενο βλέπει, σαν σε ονειροφαντασιά, την πάνδημη κηδεία του. Ανάμεσα σε μικροπωλητές, ζαχαρωτά, πλαστικά παιχνίδια, μικροτάματα, παιδάκια και τον απαραίτητο άγγελο, εμφανίζεται με ένα φόρεμα αστρικό, ιδιαίτερα χλωμή ωστόσο. Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές/ Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας/ Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο/ Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται/ Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα./ Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου, Να γράψω στίχους σαν και τούτους. Μάταιους. («Το πανηγύρι», σ. 18)
Ο τελευταίος στίχος να διαβαστεί μέσα στο πλαίσιο του σαρκασμού, για το αναπόφευκτο της ζωής τέλος. Ταυτόχρονα, να προσεχθεί ο ρυθμός και η επιλογή των λέξεων, ως εξαιρετικό δείγμα για το πώς η ποίηση αντιμάχεται αυτή τη ματαιότητα.
Στα σημεία που ο χρόνος συναντά τους απόντες και η μνήμη ορίζει τη δική της οπτική, αναδύονται οι τρυφερές λεπτομέρειες.
«Κοτσιδάκια με φιόγκο» επιγράφεται το ποίημα που αναφέρεται στον πατέρα, σαφέστατος υπαινιγμός στην τρυφερή σχέση, μόλο που τώρα οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους βαδίζουν πάνω στ’ αποκαΐδια της φλόγας του ουρανού, συντελεσμένος ο θάνατος του πατέρα. Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν/ Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες/ Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους./Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε/ Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι. (σ.37)
Η κοινωνική έγνοια της ποιήτριας εκφράζεται παραστατικά με μια ματιά στην πόλη που ξεπέφτει, σαν υπέργηρη με άνοια, την Αθήνα («Καρτ ποστάλ, σ.16). Υπερήλικας και ίσως με αρχόμενη άνοια, πραγματικά και όχι μεταφορικά, και η γυναίκα που τσαλακώνει το ένταλμα πληρωμής. Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι/ Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο («Κοσμογονία», σ.40)

Κι αφού το ταπεινό ανάγεται στο σύμπαν –προσέχουμε και τον τίτλο «Κοσμογονία», φοβερός σαρκασμός για έναν θεό που νίπτει τας χείρας του στις συμφορές των υπηκόων του στο ποίημα «Μοιρασμένα καθήκοντα»:
Μα αφού ευθύνονται για τη δεινή παιδεία τους,/ Για τους θανάτους των κοπαδιών και των παιδιών τους,/ Αντιπαρέρχεται την οχληρή μουρμούρα τους/ Το έργο του είναι ν’ απλωθεί σοφά η νύχτα,/ Ας κάνει κι η αστυνομία τη δουλειά της. (σ. 41)
Μια εικόνα από την καθημερινότητα έρχεται να συμπληρώσει τον προβληματισμό: Μπρος από το μηχάνημα της τράπεζας/ Κυλάει ένας ασώματος ιδρώτας («Δώδεκα», σ. 45)
Οπότε το σύντομο εξαιρετικό ποίημα-εικόνα που εστιάζει σε έναν άνδρα που καπνίζει, μαζί με τους σαρκαστικούς στοχασμούς του ποιητικού υποκειμένου για τη σύγχρονη θλίψη, δίνουν μια φέτα ζοφερότητας ενός κόσμου σε κρίση, της δυστυχίας που αυξάνεται, της ανήμπορης αντίδρασης.
Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία. […] Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά/ Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα./ Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του/ Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά… («Καλή εβδομάδα», σ.47)
Χαμηλόφωνα και διακριτικά, χωρίς ηχηρές φωνές και διατυπώσεις, η Χριστοδούλου μπλέκει τον ατομικό με τον συλλογικό πόνο, καθώς το άτομο και τα πάθη του είναι το παράδειγμα που λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στη σκέψη.
Ωστόσο, θεματικοί άξονες, υπερώνυμα και υπώνυμα δεν θα είχαν τη σημασία που παίρνουν στα ποιήματα της συλλογής, αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη γλώσσα που τα εκφράζει. Ποιητική γλώσσα δυνατή, που τα εκφραστικά μέσα την υπηρετούν και την αναδεικνύουν, χωρίς να την οδηγούν στην εκζήτηση. Λέξεις από διαφορετικά επίπεδα λόγου: καθημερινές ή πιο σπάνιες, τρυφερές, μεταξένιες ή σκληρές, πάντα διαλεγμένες προσεχτικά, τοποθετημένες στον στίχο με τρόπο που τίποτα να μην περισσεύει. Έτσι, το ατομικό ενώνεται με το σύμπαν. Το μικρό και καθημερινό ντύνεται με την αστρική σκόνη. Ο εσωτερικός ρυθμός πάντοτε παρών. Θέλω να δώσω ένα δώσω ακόμη ένα παράδειγμα, δυο στίχους που δείχνουν τη δύναμη των εικόνων, των εκφραστικών μέσων, των λέξεων: Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι/ Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου («Περί το τέλος της ημέρας», σ. 9)
Συγκεφαλαιώνοντας: Όλα μοιάζουν να κινούνται στο μεταίχμιο: η αθωότητα και η ενοχή, το φως και το σκοτάδι, η κοινωνική έγνοια και η υπαρξιακή αναζήτηση – πασπαλισμένες με ειρωνεία, για να φύγει το μεγάλο βάρος. Μικρές τρυφερές λεπτομέρειες και μνήμες γίνονται εικόνες και κρατούν από το χέρι την οδύνη της πραγματικότητας.

Ποίηση σμιλεμένη στο έπακρο
Ο Παράκτιος οικισμός, χτισμένος σε ένα όριο με το άγνωστο απέναντι, είναι ο στοχασμός του ποιητικού υποκειμένου για το όριο αυτό, με το βλέμμα στο παρελθόν, στο παρόν αλλά και στο μέλλον, στοχασμός καθόλου πεισιθάνατος, μελαγχολικός ωστόσο, με επίγνωση, σαρκασμό του χρόνου και των συνεπειών του αλλά και με φως γι’ αυτό που ακόμα υπάρχει. Το ποιητικό υποκείμενο, μολονότι αντιλαμβάνεται το απέναντι, εντούτοις εμμένει στο εδώ, με όλες του τις αντιξοότητες.
Την ίδια στιγμή, η συγγραφέας αγγίζει ένα συγγραφικό όριο. Ο παράκτιος οικισμός της γραφής της είναι ένας σταθμός στην, επώδυνη πάντα, πορεία των κειμένων, αποτελεί όμως και το πέρασμα σε μια γραφή ωριμότητας, είναι ένα γύρισμα σελίδας με ποίηση που περιμένουμε.
Χαμηλώνουν τα φώτα. Το πορτοκαλί του δειλινού χάνεται, γίνεται σκούρο γκρίζο. Ο αέρας εξακολουθεί να φυσάει, δυνατά. Αγριεύει η θάλασσα. Ένας δρόμος φιδοσέρνεται ως τη μεγάλη πόλη. Ένα ταμιακό μηχάνημα λήψεως χρημάτων αγρυπνά μόνο. Η σκόνη αιωρείται τριγύρω. Στο δωμάτιο, ένα κοριτσάκι ντυμένο αστρική σκόνη, έχει ανοιχτό μπροστά του ένα τετράδιο, και γράφει, στίχους, ποιήματα. Ένα κόκκινο καραμελωμένο μήλο στερεωμένο στο ποτήρι, δίπλα της.
[Το κείμενο παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή στην εκδήλωση για το βιβλίο που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, στις 10 Νοεμβρίου 2017. Ο στίχος του τίτλου προέρχεται από το ποίημα της συλλογής «Το τσίμπημα», σ. 16.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ 14/5/2017

Τα θαυματουργά δάχτυλα που αναπλάθουν

Ο οικισμός είναι παράκτιος. Η θάλασσα του Γκέρχαρντ Ριχτερ διατρέχει το εξώφυλλο και ξεβράζει γυρίνους τους στίχους μέσα στο βιβλίο. Μέσα στην συλλογή υπάρχει ένα μαχαίρι σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι, γιατί οι στίχοι της Δήμητρας Χριστοδούλου αφήνουν μικρές επιδέξιες χαρακιές τόσο στο μυαλό όσο και στην καρδιά. Στην κοσμογονία του σύμπαντος της συλλογής υπάρχουν άλλοτε ένα μισοφέγγαρο στον γάντζο του, άλλοτε ένας ήλιος, θλιμμένο, παχουλό μωρό και μερικές φορές ένα μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη. Έντεχνα και με μεγάλη δεξιοτεχνία η ποιήτρια κτίζει το σκηνικό μέσα στο οποίο θα εξελιχθούν τα σαράντα ποιήματα της δέκατης τέταρτης ποιητικής συλλογής της.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο παράκτιος οικισμός του τρόμου, που τις νύχτες θάβεται κάτω από την θάλασσα; Ένα είναι σίγουρο γράφει η Δήμητρα Χριστοδούλου. Δεν είναι πια ο τόπος μας. Ερημιά. Η εφηβεία στραγγαλίζεται, οι νέοι υφίστανται την λοβοτομή των ελπίδων και των προσδοκιών τους. Αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι εκποίησης που μοιάζει με κηδεία, που είναι η κηδεία, στην οποία τα όνειρα θάβονται με την συνοδεία της μπάντας είναι πια ξένη γη. Οι αξιοπρεπείς αστοί πηγαίνουν στην όπερα, ενώ ζητιάνοι κατακλύζουν τους δρόμους. Ένας καθεδρικός ναός ξεκοιλιάζεται. Μπροστά σε έναν αδιάφορο θεό-Πόντιο Πιλάτο τα κοπάδια και τα παιδιά θανατώνονται. Νέοι πλανήτες θα συνωστίζονται υπερήλικες στα δημόσια ταμεία. Όσο για την αστυνομία, αυτή θα κάνει πάλι όπως πάντα την δουλειά της. Η ίδια η ποίηση γραμμένη σε δυσανάγνωστες πινακίδες, προορισμένη μόνο για τα νυχτοπούλια.

Και από την άλλη η εσωτερική μοναξιά. Ένα ζευγάρι πλουμιστές παντόφλες, το δώρο ενός φίλου που έφυγε. Ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε ποτέ. Ένας μαλαματένιος άντρας που σε περιμένει όταν γυρνάς από το σινεμά και σκύβει πάνω σου υποκριτικά για να του διηγηθείς τάχα την ταινία, ενώ στα χέρια του κρατάει την θηλιά.

Υπάρχουν νεκροί στο βιβλίο, φέρετρα, φαντάσματα παιδιών, η δασκάλα με το ασημί ταγιέρ σαν φιδόδερμα, ο πατέρας που γελά από το κάδρο του, κοριτσάκια κρεμασμένα από το γύψινο μανίκι των πατεράδων που επιζητούν μία απάντηση στην επίμονη ερώτησή τους. Κινούνται αργά όπως μέσα σε υδράργυρο και μας γνέφουν. Υπάρχουν παρουσίες που πάλλονται μέσα στα χαρτόδετα βιβλία τους και κατακλύζουν την κάμαρα με σπλάχνα από το αλκοόλ καμένα. Αυτή η αδελφοσύνη των ποιητών που υπήρξαν και αυτών που θα υπάρξουν, των ανθρώπων που είναι μάρτυρες, που καταγράφουν με τον δικό τους τρόπο τις εποχές.

Η Δήμητρα Χριστοδούλου σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Η ειρωνεία της είναι λεπτή, αλλά σκληρή. Να δεις που θα έχω ένα εύθυμο τέλος/Ως κάποιος που του τραβάνε την καρέκλα του/ Και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα. Μιλάει για τα ανείπωτα, για τον Ιερό Τρόμο, για το Μεγάλο Τελικό Ανέκδοτο. Για την έρημη χώρα, για την απονέκρωση, για την μοναξιά. Για την ματαιότητα. Και ταυτόχρονα για την αλληλεγγύη του πηλού, την μαγεία της δημιουργίας, την αδελφότητα των ευαίσθητων ανθρώπων. Μιλάει για το πώς όλα περνούν και χάνονται. Αλλά και για το πώς μπορούν να διασωθούν.

Η Δήμητρα Χριστοδούλου είναι μία ποιήτρια που παρατηρεί γύρω της, δεν ομφαλοσκοπεί, δεν περιεργάζεται από μέσα τα τοιχώματα του μικρόκοσμου της. Οι κεραίες της είναι ευαισθητοποιημένες, μεταφέρει στιγμιότυπα της ασφυκτικής και απάνθρωπης καθημερινότητας διαθλασμένα όμως από την καλειδοσκοπική ματιά της ποίησης. Τα φουσκωμένα λεωφορεία, η γραφειοκρατία, η απελπισία, η φτώχια, η ανεργία περνούν από τον εύκαμπτο σωλήνα της ποίησης και μετασχηματίζονται σε κοχλάζουσες εικόνες, που ζωντανεύουν πάνω στο χαρτί. Ο φακός της δεν καταγράφει, αλλά μεταμορφώνει την πραγματικότητα, χωρίς να την ωραιοποιεί, την μετουσιώνει σε τέχνη. Και αυτή ακριβώς είναι η ελπίδα που προτάσσει η ποιήτρια.

Τον επαναπροσδιορισμό της πραγματικότητας μέσα από την τέχνη. Καινούργια όρια, καινούργια γη.

 

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ13 Νοεμβρίου 2017

Μια ανάγνωση
Στα μέρη μας, με τόση άγρια βλάστηση,
Έτσι απλά ενσαρκώνεται όποιος λείπει.
Φοράει την πέτσινη ποδιά, τις γαλότσες,
Τις αποσιωπήσεις, τη θαμμένη οργή, τη θλίψη,
Κλωτσάει τα σαπισμένα ξύλα προς το μέρος μας,
Παραμερίζει τις τσουκνίδες και το βλέμμα του
Μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια».

(Ο ξεναγός).

Όλη η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου “μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια”. Ο Ξεναγός μας στον “Παράκτιο οικισμό” της, είναι η ίδια, και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Είναι ένας κουρασμένος έως απαυδισμένος κηπουρός-ξεναγός, συνεχώς μου θύμιζε τον Κάρολο Μπωντλαίρ, που αρκετά γνωρίζω, μιας και το περιβόλι της αρδεύουν επίσης τέσσερα πέντε Spleen, η βαθύτατη μελαγχολία της ποιήτριας, σπαρακτική και σχεδόν κατασπαράσσουσα το υποκείμενο “ποιήτρια”, αφού αφορά σχεδόν τα πάντα και μοιάζει με αποχαιρετισμό. Θαρρείς πως αισθάνθηκε στη στροφή ετούτη της ζωής και της τέχνης της το απόλυτο “μάταιον” του κόσμου, και κατόρθωσε να βρει και τις λέξεις για να το πει.

Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της
Με το ανάστροφο βλέμμα του αρρώστου
Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χωνί.

…………………………………………..

Το καναρίνι ακουγόταν ακούραστο
Με τον ενθουσιασμό του σκλάβου που πείστηκε
Πως είναι εδώ το σίγουρο τέλος.

(Διασπορά)

Ή στο “Κατά κανόνα”:

Βγήκα λοιπόν να δω το μαύρο άστρο
Που είχε κρεμαστεί ψηλά. Τα ρουθούνια του
Πάλλονταν μ’ ανυπόφορη θλίψη.

Με τέτοια τελεσιδικία απόγνωσης και συμπερασμάτων οφείλεις να τα βγάλεις πέρα διαβάζοντας την καινούρια της δουλειά στον “Παράκτιο Οικισμό”. Αυτό που σε κρατά είναι μονάχα η ομορφιά των στίχων της. Αληθινή ‘πηγή λαλέουσα’ η Δ.Χ., θα εξορύξει την λέξη και θα την ενθέσει εκεί που είναι χρειαζούμενη και μόνο. Χαρά της ανάγνωσης λοιπόν, σπάνιο αίσθημα στις μέρες μας, που θάλλει μέσα στην απόλυτη, σχεδόν ασυμβίβαστη, θλίψη των ημερών και των στίχων ήδη από το εισαγωγικό ποίημα:

Μια φωνή απ την κοιλιά ως το λαρύγγι
Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.
Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,
Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.

( Περί το τέλος της ημέρας)

Στα δυο αστικά ποιήματα, “Καρτ Ποστάλ” και “Μετά το σινεμά μια μπύρα”, ο σπαραγμός για την “ακατοίκητη πατρίδα” ανεβαίνει περισσότερο, “τρέμει ξεδοντιασμένο το χτενάκι της Ακρόπολης” και “η Αθήνα με το βλέμμα της άνοιας”….

παιδιά κι εγγόνια δεν γνωρίζει πια
μόνο τον υδαρή πολτό θορύβων
που παρατείνει τον βίο της…

ώσπου η ποιήτρια θα τολμήσει πλέον “Το πανηγύρι”, μ’ ένα εγώ που οικτείρει ειρωνικά την ιδιότητά του:

Να δω την πάνδημη κηδεία μου
…………………………………..
Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,
Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.

Κι αν εδώ κυριαρχεί ο αυτοσαρκασμός, όσο και η καρυωτακική μνήμη της διασκέδασης στην κηδεία του ποιητή, πλην ανεστραμμένη και πανηγυριώτικη, μέχρι και των μικρών παιδιών ασχολία με “Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,” “Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά”, στο επόμενο ποίημα “Ανεπιστρεπτί”,

Ακούς τη θάλασσα να χτυπάει
Κι ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός
…………………………………………..
Παστώνει μια κομπρέσσα αρμύρα τον τρόμο σου
Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων

Η μεταφορά και η μετωνυμία, η πρωτοτυπία της εικόνας που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη της, είναι τα όπλα της Δήμητρας στον “μάταιο”, όπως τον λέει, αγώνα της για αφύπνιση, πηγή τους όμως είναι η βαθύτατη απόγνωση ενός ανθρώπου που αρνείται να παραμυθιαστεί και να παραμυθιάσει, επειδή δεν αντέχει πια την βαριά αλυσίδα της αυταπάτης. “Ντυμένη απέριττα το λάλημα του γκιώνη” (Το κατάλληλο δώρο), γίνεται η Κασσάνδρα μας,

Έτσι κι αλλιώς, πίσω από κάθε ταυτότητα
Κρύβεται μια πικρή ιστορία χλεύης

Κι όμως, κι όμως, στο ποίημα που τιτλοφορεί την συλλογή, το “Παράκτιος οικισμός”, αποκαλύπτεται με απόλυτη σαφήνεια το «γιατί» αυτής της απόγνωσης. Είναι η απώλεια “της ψυχής” αυτή “η αλητεία” που την σπρώχνει, αυτή η υλική προσήλωση “στο ψωμί προορισμό μας/ χωρίς ντροπή”, “στην καραβάνα”, που την εξοργίζει, αυτή η αδηφαγία, κι εκείνη η λήθη “Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι”. Κι εκεί βρήκα, εγώ τουλάχιστον, τον όμοιό μου, την αδερφική της φωνή να υψώνεται ρωμαλέα, όσο και πικρή, για όσα χάνονται και κινδυνεύουν σαν οριστικά από τα πολύτιμα. Κι εδώ η καρδιά του μικρού αλλά σημαντικού αυτού βιβλίου.
Ώσπου φτάνουμε στο εξαιρετικό “Συλλείτουργο”, όπου όλα θα κορυφωθούν για να αθωωθούν,

Μ’ ένα χαστούκι του παλιού θεού
Κυλάει απ’ το καμπαναριό η καμπάνα
Στη σκοτεινή μου κάμαρα

όπου ο σκληρός άγιος και ο υπότροπος μέθυσος θα οδηγηθούν μέσα από τα κλάματά τους, και την ποίησή της, σε μια συμφιλίωση σε αυτό το «… μέταλλο βαριά ταπεινωμένο” με έναν “ανεπαίσθητο παλμό εγκαρδίωσης” “Νταν Νταν, άλλος δεν έμεινε στη γη”.

Και, Αφήνει στο κομό τον Ντοστογιέφσκι στο “Συμβαίνουν αυτά”.
Ακολουθεί η “Καλή Παρέα” όπου «μικρούληδες άνθρωποι σαν εμένα, αθροιζόμαστε σαν τα σπουργίτια πίσω από το τζάμι «, Τα κοτσιδάκια με φιόγκο”, και το καταπληκτικό “Το τελετουργικό”:

Ήθελε να σημάνει κάτι αλλά
Μέσα στην υπνηλία της αλήθειας
Χανόταν του ονείρου η εγρήγορση.

Δεν θέλω να πω άλλα, η πολλή ανάλυση βλάπτει την καλή ποίηση, ελπίζω να σας κέντρισα τόσο που να την διαβάσετε.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

ΑΥΓΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 24/9/17

Μ’ όλη τη θνητότητα, ένας λόγος

Με το τελευταίο της ποιητικό πόνημα, η ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου, στην οποία έχει αποδοθεί ήδη μια ιδιαίτερη θέση μέσα στη γυναικεία ελληνική γραμματεία, εκθέτει για μια ακόμα φορά τις σταθερές ορίζουσές της που εμπεριέχουν μια υπαρξιακή και μια κοινωνική συνιστώσα, σε σφιχτοδεμένους πάντα πλοχμούς.
Με το πρώτο κιόλας ποίημα “Περί το τέλος της ημέρας” που διαλέγει να παρουσιάσει και που, με τον τίτλο του, δεν αποτελεί μόνο αρχή, αλλά συμπέρασμα και τελείωμα, καταδηλώνεται η απουσία και η μοναξιά. Κανένα ίχνος προσώπου που πέρασε από το δωμάτιο δεν υπάρχει και μόνη συντροφιά το αδιάφορο φεγγάρι. Πρωτύτερα το μαχαίρι που κείται στο τραπέζι σαν πτώμα, έχει κόψει ή τραυματίσει. Μια σπαρακτική φωνή του ποιητικού υποκειμένου αυλακώνει τη νύχτα. Σε αυτό το πρώτο, αλλά και στα περισσότερα επόμενα ποιήματα της συλλογής, μια δραματική σκηνοθεσία καθιστά φανερή την οδύνη της ύπαρξης, τη μόνωση του ανθρώπινου όντος που παλεύει με σχέσεις αδιέξοδες και με τον εαυτό του, ο οποίος όμως είναι τελικά η μόνη αξιόπιστη συντροφιά, κάτι που φυσικά στο πρόσωπο της ποιήτριας μας αφορά όλους. Οι άνθρωποι μακρινοί και ξένοι, “δυο χωριστά μνημεία από αλάτι” ακόμα και την θεωρητικά πιο ευτυχισμένη τους στιγμή (όπως απεικονίζονται π.χ. στις φωτογραφίες του γάμου τους), αλλού ένας άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο μόνος του, ή το κινητό κάποτε “στέκει αχρείαστο στη θήκη”, η ποιήτρια γευματίζει με τον εαυτό της, ακόμα και οι χειρονομίες αγάπης μεταξύ προσώπων, κάποτε είναι δυνατόν να αποβούν άστοχες. Τα όντα ανταλλάσσουν μόνο το ακίνητο βλέμμα τους σε μια βουβή προσπάθεια επικοινωνίας. Οι μέρες μοιάζουν άρρωστες. Η έλευση και της ίδιας της άνοιξης μοιάζει σαν απλό αστείο, όταν δεν μπορεί να είναι εικόνα της καρδιάς, ο ήλιος “θλιμμένο μωρό που του ανεβαίνει ο πυρετός του”, οι “μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο”, ελάχιστες οι ενδείξεις αρμονίας και ευεξίας. Το σκηνικό είναι κυριολεκτικά πεισιθάνατο.

Πάρα πολλές, στα σαράντα ποιήματα της συλλογής οι εκφράσεις που υπενθυμίζουν διαρκώς το αναπότρεπτο, το κραταιό γεγονός. “Δαχτυλίδι σε λειψανοθήκη”, “θάφτηκε στη μορφίνη της γύρης”, “ο λόφος σηκώνεται…σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του”, “η θνητότητα απλώνεται”, “σαπισμένα ξύλα”, “ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός”, “κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο”, “προσκυνητές θαμμένοι σε χοντρά βιβλία”, το βουνό που στέκεται “σαβανώνοντας” τις γενιές, η σκέψη “ρύζι με στάχτη”. “Αν είχα το θάνατο ξεχάσει” λέει κάπου η ποιήτρια, προφανώς στην περίπτωσή της αυτό δεν είναι δυνατό, η ματαιότητα είναι το σαράκι του πνεύματος, που δεν ανακουφίζεται ούτε με την Τέχνη. Διότι τι είναι η Τέχνη -εκτός των άλλων- από μια λήστευση αθανασίας; Αλλά εδώ, φαίνεται ότι η Τέχνη στιγμές-στιγμές πιο πολύ υπενθυμίζει αυτή την οδύνη, παρά την αποσιωπά και την ημερεύει. Το κεντρί της μέλισσας που αισθάνεται να έχει κάτω από το δέρμα η δημιουργός, αποτελεί έκφραση που καταδεικνύει την διαρκή ανησυχία και αγωνία της.
Παρόντα επίσης το γήρας και η φθορά, με αναφορές πχ στην αρθρίτιδα και στην άνοια. Σε άσκηση μιας φιλοσοφικής μελέτης θανάτου, θα δοκιμάσει να φανταστεί τη μέρα της κηδείας της, σαν να κοίταζε από ψηλά την αναχώρηση ενός τρίτου. Τότε πάλι η τραγική διαπίστωση για τη ματαιότητα ακόμα και των στίχων. Των στίχων που “και ο θάνατος και η αθανασία θα χλευάσουν”. Ύστερα, σε άλλο σημείο όμως, μοιραία η αντιστροφή, επειδή :“Μ’ όλη του τη θνητότητα ένας λόγος/ Τη φλόγα του ψελλίζει ανάμεσά μας”. Ναι λοιπόν: η Τέχνη μας είναι ακριβή. Η επίγνωση της συγγένειας με το χώμα, οδηγεί σε εξομοίωση των ανθρωπίνων υπάρξεων και στην τεταμένη ενσυναίσθηση. Τη συμπόνοια προς όλα τα ομοιοπαθή όντα, την αδελφοποίηση. “Να πατώ με συμπόνοια/ Ανάμεσα από τις κεφαλές/ Τόσων σωμάτων βυθισμένων στο χώμα.” διαβάζομε κάπου, ή “με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου”, όταν μιλάει για τα θεωρούμενα αδέλφια της. Ακόμα και τα ζώα που υφίστανται κάποτε το αποτέλεσμα της ανθρώπινης διαστροφής (ο κρεμασμένος σκύλος, η αποκεφαλισμένη γάτα, το τουφεκισμένο γεράκι), υπεισέρχονται στον κόσμο του οίκτου της ποιήτριας. Γι’ αυτά, όπως και για τον άνθρωπο όμως, η σωτηρία είναι προσωρινή. Όπως άλλωστε προσωρινή και η ζωή.
Στο πλαίσιο της κοινωνικής συνιστώσας συναντάμε εμβόλιμα στίχους για ουρές με καραβάνες (ο σχετικός συνειρμός οδηγεί στη χώρα της οικονομικής κρίσης), την εξ ανάγκης ονομασία του ψωμιού σαν προορισμό (ενώ προφανώς δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος), για πατέρες που τους γηροκομούν βαρυγκωμώντας, παρούσα επομένως θεωρώ και η αξιακή κρίση (διότι δεν φαίνεται εδώ να ομιλεί απλώς για ένα βουνό), πουλιά που συντηρούνται με ένα κόκκο σιταριού (προτείνοντας θεωρώ και εδώ εικόνες αλληγορικές), τοπία με καμμένα σπίτια και ξεχασμένα φονικά, υπερήλικες που συνωστίζονται στα δημόσια ταμία, μηχανήματα τράπεζας που συμμετέχουν στην ταλαιπωρία των ανθρώπων, ένα έθνος άπραγο που περιμένει τη βοήθεια των θεών, μετρά τα τελευταία του τσιγάρα (τις τελευταίες δυνατότητες ή πόρους που διαθέτει), ενώ τα παιδιά του γερνούν χωρίς ελπίδα. Διαπιστώνει την περιρρέουσα μιζέρια, εντοπίζει τα προβλήματα, συμπάσχει. Εκφράζοντας έτσι με μέσα καθαρά ποιητικά -και χωρίς ποτέ αυτό να το απεμπολεί προς χάριν των σημαινομένων- τη μεγάλη μερίδα του κόσμου που υποφέρει. Ίσως λοιπόν ο τίτλος του βιβλίου, εκτός από τον τόπο του ομώνυμου ποιήματος, να αφορά ολόκληρη την με άφθονες ακτογραμμές χώρα μας που αυτή τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε δυσκολία και στέρηση. Θα έλεγε κανείς ότι και η αναφορά στον Πλάτωνα σε κάποιο σημείο του κειμένου -υπό την σκιά του ανδριάντα του οποίου τελούνται τα τεκταινόμενα- αποτελεί μια διερώτηση εάν ο κόσμος των ιδεών έχει χρεοκοπήσει. Ή πάλι -και όπως τα moto που επιλέγει για την αρχή του βιβλίου αφήνουν να εννοηθεί- ίσως ο τίτλος να αφορά την αγωνιώδη προοδευτική προσέγγιση ενός αναπόφευκτου τέλους που ήδη το κατοικούμε, ή μας κατοικεί.
Η ποιήτρια -με τον καθιερωμένο ήδη από ετών ιδιαίτερο τρόπο γραφής της- πλέκει τους στίχους της χρησιμοποιώντας πολλαπλές εναλλαγές εικόνων και σκέψεων, μη διστάζοντας να στολίζει κατά περίσταση τα ουσιαστικά της με καίρια επίθετα, που θα αναδείξουν τις σημασίες της. Αναμειγνύει σε αξεδιάλυτο σώμα εικόνες της καθημερινής πραγματικότητας της εποχής με άλλες κατασκευασμένες στη φαντασία και με τολμηρές μεταφορές και αφηγηματικούς ελιγμούς προχωρεί στις επισημάνσεις της αποφεύγοντας να γίνεται άμεσα διδακτική. Μάλιστα οι εναλλαγές αυτές συχνά οικοδομούν μια κρυπτικότητα των επί μέρους θεμάτων της προς όφελος όμως της ποιητικότητας του κειμένου. Αλλά καμία ευφορία δεν αποδίδει σε αυτή τη συλλογή η ποιητική γραφίδα. Ελάχιστες οι στιγμές της χαράς και διακόπτονται σχεδόν πάντα από το αντίθετό τους. Ένα “γλυκό φως φεγγαριού” συνοδεύεται από “χρήσιμες ενοχές”, κάποιος “κλαίει χαρούμενος” την πιο όμορφη μέρα, η άνθηση συμπορεύεται με τη δυσμορφία και μόνο κάπου κάπου μια τρυφερή εικόνα γλυκαίνει την καρδιά, πχ. η θύμηση της ηλικιωμένης δασκάλας, ή του πατέρα με το κοριτσάκι του που βαδίζουν παρέα “με πέδιλα από λευκές πεταλούδες”. Εν μέσω ενός δυστοπικού ρεαλιστικού περίγυρου, μόνο στον ύπνο, δηλαδή στα όνειρα, επιτρέπεται η πολυτέλεια “μιας πηγής με κυκλάμινα”, η πολυτέλεια δηλ. της ακέραιας ομορφιάς.
Σημειώνω επίσης (σε αυτήν μα και σε προγενέστερες συλλογές της) τη χρήση συχνά λέξεων όπως πάπλωμα, παντόφλες, νυχτικό, ρόμπα, μαξιλάρια, σεντόνια (αλλά όχι αυτά του έρωτα), και πίσω της να κλειδώνονται οι πόρτες, που παραπέμπουν σε οικείο περιβάλλον και επιτρέπουν ίσως την κειμενική δόμηση ενός ασφαλούς εσωτερικού χώρου κατάλληλου για την περίσκεψη που το ποιητικό υποκείμενο απαιτεί από τον εαυτό του, ή θέλοντας έτσι να υπονοήσει και εν συνεχεία να εξορκίσει έναν εφησυχασμένο εαυτό, που ωστόσο καθόλου στα δικά μας μάτια δεν είναι τέτοιος. Μετρώντας τις ώρες της, νοιώθει αδύναμο ανδρείκελο και βαριά τη σκιά της ευθύνης, “φοβάται όλα αυτά που αντέχει”, επειδή μάλλον θεωρεί ότι η αντοχή τελικά την αδρανοποιεί, ενώ η στάση της προς το ανώτατο ον -που, αν και αόρατο και φάντασμα, κατά συνεπαγωγή όντως υπάρχει- μοιάζει να είναι η γνωστή μιας θεοδικίας, αφού τα πλάσματα φαίνονται αφημένα στη δυσκολία και το θάνατο. Αλλού όμως και μόνο το φως του ήλιου φέρνει δάκρυα χαράς.
Καθώς, με τον τρόπο της ποίησης και “υπέροχα μόνη” συνεχίζει να αγωνίζεται -και σε αυτό το βιβλίο- η Δ. Χριστοδούλου στον επίπονο στοχαστικό της στίβο, ανακαλούνται στη μνήμη μας τα λόγια του συναδέλφου της, παλαιότερου ποιητή Γιώργου Σαραντάρη- ότι “Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ”.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ

BOOKPRESS 18/8/2017

«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο»

«Ξυπνώ απ’ το γάβγισμα. Μετά/ Διακρίνω αμυδρά ένα πρόσωπο./ Θερμαίνεται με εξωανθρώπινο χρώμα./ Μοιάζει αργόσχολο και περιττό/ Σαν φως πάνω σε πατημένο χιόνι…» (Η κυρία με το σκυλάκι, σελ. 10).

«Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της/ Με το ανάστροφο βλέμμα τού αρρώστου/ Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χαρτί…» (Διασπορά, σελ. 11)

«Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία…» (Καλή εβδομάδα, σελ. 47)

Κάνοντας τη μικρή αυτή αναφορά στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ξεκινώ από τρία χαρακτηριστικά δείγματα ποιημάτων της στα οποία στήνει εξαρχής ένα δυνατό σκηνικό και μπάζει μέσα σ’ αυτό τον αναγνώστη. Απ’ όπου στη συνέχεια τον ξεναγεί πότε σ’ έναν κόσμο απόντων (Η κυρία με το σκυλάκι), πότε στα μυστήρια του χρόνου (Περί το τέλος της ημέρας), άλλοτεσε καταστάσεις καθημερινές (Μετά το σινεμά μια μπίρα), στη ματαιότητα της γραφής (Το πανηγύρι) και στο χώρο και την ιστορία (Παράκτιος Οικισμός). Ενίοτε με αυτοσαρκασμό (Κοτσιδάκια με φιόγκο) . Πάντως όχι με νοσταλγία ούτε με τη θλίψη του επερχόμενου τέλους, ούτε καν με την αίσθηση μιας ματαιότητας. Αλλά με τη βεβαιότητα ότι «πάντα ρει». π.χ.: «Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο / Μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι. /Θα το ’χε σκάσει από καμένα σπίτια/ Ή από κάποιο ξεχασμένο φονικό/ Και τάχα ήθελε μια πρόσκαιρη ανακούφιση,/ Να παραστήσει μιαν επιτραπέζια λάμπα,/ ένα κουτό, παλιό φωτιστικό/ Που γέρασε ήσυχα σε τίμιο σπίτι. Τα χαρτιά μου αναρρίπισε ο ερχομός του/ Με την αναπνοή της Τέχνης./ Με τόσο γλυκό φως, τόσο γνώριμο/ Να σβήνει την αιωνιότητά του/ Και κάθε ενοχή να κάνει χρήσιμη / Σιγολάμποντας πάνω απ’ το πιάτο/ Όπου απόμειναν μικρές μπουκιές!/ Α, φαίνεται, αυτό θα λένε εκεί ψηλά/ Αθανασία.» (Ένας ρόλος, σελ. 31)
«Οι λέξεις της –μία και μία– συγκροτούν μια γλώσσα κρουστή, δυνατή. Σαν τη φυσική πνοή. Γι’ αυτό έχει κανείς την εντύπωση ότι παρακολουθεί έναν αγώνα αντοχής όπου το ποιητικό υποκείμενο κρατάει τον δυναμικό του ρυθμό αδιάπτωτο, ώσπου να φτάσει στο τέλος της ποιητικής του αφήγησης και να μπει η τελεία.» (Στην επόμενη ποιητική σύνθεση, το ίδιο).

Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου είναι χαμηλόφωνη αλλά με εσωτερική ένταση που οφείλεται, πιστεύω, σε δύο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: Πρώτον στην καθαρότητα των εικόνων της και δεύτερον στην ικανότητα να αφηγείται μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος με τη μέγιστη δυνατή ελλειπτικότητα, αλλά τόσο όσο να φτάνει ο ποιητικός λόγος στον αναγνώστη της και να τον κερδίζει.
Μιλώντας γενικά, έχω την εντύπωση ότι κάθε ποιητική συλλογή είναι ένα πέρασμα μέσα σε δάσος. Σε άγνωστους, σκοτεινούς χώρους. Μπορεί να βγεις στο ξέφωτο αλλά μπορεί και να χαθείς. Και προκειμένου να τριγυρνάς άσκοπα έως βασανιστικά, πολλές φορές διακόπτεις τη δοκιμασία και σταματάς στη μέση την πορεία. Το ταξίδι σ’ ένα άλλον κόσμο έχει αποτύχει και ξαναγυρνάς στις γνώριμές σου βεβαιότητες. Στον ποιητικό κόσμο της Δήμητρας Χριστοδούλου μπαίνω πάντα με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΤΑ ΝΕΑ 10/06/2017

Λυρική καταγγελία, σφυροκόπημα ενοχής

«Παράκτιος οικισμός», η δέκατη τρίτη συλλογή της πολυβραβευμένης ποιήτριας, είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της

Η ταυτότητα του ευκίνητου, εξομολογητικού υποκειμένου, το οποίο μεταβαίνει όντως με ιδιαίτερη άνεση από το ένα γένος στο άλλο, συμπεριλαμβανομένου του ουδετέρου, παρέχεται με υποδειγματική σαφήνεια στο επιλογικό κομμάτι της συλλογής. Η ομολογία επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, το ποιητικό ήθος, το οποίο συνέχει το κείμενο από την υποβλητική του έναρξη ώς το εγκαυστικό τέλος του. Ασφαλώς το κύκνειο άσμα θα μπορούσε να διαβαστεί και στη θέση του προλόγου, αποδεικνύοντας αμέσως στην πράξη την αυστηρή κυκλική συνέπεια, η οποία διέπει το όλο έργο. Παραθέτω επί λέξει τα εξής χαρακτηριστικά αποσπάσματα για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο, / Οπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα. / Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα / Και φέρνει πάνω τα θνητά […] Είμαι τα ανέσπερα καντήλια / Πού κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα. / Κι είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα / Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα […] Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη, / Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα; / Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα / που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα». Η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του εξειδικευμένου ποιητικού τολμήματος: η καθ’ όλα παραγωγική αυτή ώσμωση διαφαίνεται από την πρώτη κιόλας, επιμελή προσέγγιση και του παρόντος εγχειρήματος. Ο λόγος, φρονώ, ακούγεται με τη φυσικότητα, φέρ’ ειπείν, του φλοίσβου. Η επαναφορά ιδρύει ακουστική ηδύτητα. Η δε επαφή με την πραγματικότητα προβλέπει, μεταξύ άλλων, την επαναδιαπραγμάτευση του προσώπου με ό,τι το ίδιο πιστεύει ότι είναι χρόνος. Εξού και η έντονη αίσθηση της ροής, η οποία σπεύδει την κατάλληλη στιγμή να επιστρέψει στην πηγή της. Ο ρυθμός αποτελεί το πρώτο μέλημα της σύνθεσης. Είναι το σφυροκόπημα μιας συλλογικής ενοχής. Αντιλαμβάνομαι ότι η διαρκής υπόμνηση του χρέους απέναντι στον Εαυτό προκαλεί τη διέγερση του ρήματος. Το κάθε ποίημα προοικονομεί εμμέσως πλην σαφώς το άλλο. Το επόμενο σχεδόν τεκμαίρεται, ενώ το προηγηθέν αφορά κατά κανόνα το κοντινό ή και απώτερο μέλλον.
Οι τρεις τρόποι
Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να μελετήσουμε το σημερινό πολλαπλό μήνυμα της δικαίως πολυβραβευμένης αυτής δημιουργού, χαρακτηριστικής εκπροσώπου της πολυφωνικής γενιάς του ’70, όπως κατατίθεται στην πρόσφατη αυτή, δέκατη τρίτη κατά σειρά, συλλογή της των σαράντα ποιημάτων. Πρώτον, ως λυρική καταγγελία για τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεύτερον, ως εκ βαθέων εξομολόγηση μιας αναστοχαζόμενης ύπαρξης για τα όσα την αφορούν κατ’ αποκλειστικότητα. Δηλαδή, άμεσα και διαχρονικά. Και τρίτον, ως μονόπρακτο δράμα του ανθρώπου εν γένει, ο οποίος πασχίζει να αποδείξει ότι όντως είναι ο ζωτικός φορέας πολιτισμικών αξιών. Πολλές μάσκες ακυρώνονται από τη δράση της εμπνευσμένης αποδόμησης, εδώ και τώρα. Από την άποψη αυτή, η εν λόγω συλλογή είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου. Τα ποιήματα συνοψίζουν, κατά τα άλλα, τα κυριότερα κεφάλαια της βιοτής, όπως τη σπουδάζει ένας ομολογουμένως βαθύνους παρατηρητής. Συγκρατώ ότι η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του συγκεκριμένου δημιουργικού λόγου εξακολουθεί να διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με τάξη. Η προσήλωση στις προδιαγραφές της επιδέξιας συνύπαρξης χαρακτηριστικών δεδομένων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας και των προϊόντων αμιγώς φαντασιακής υφής αποδίδει και πάλι καρπούς. Το τελικό αισθητικό προϊόν δεν αντανακλά, όπως θα περίμενε ο βιαστικός αναγνώστης, τη θλίψη ενός ισοπεδωτικού αφανισμού τού εγώ, αλλά την προοπτική της επανεμφάνισής του, μέσα από τα παρ’ ολίγον ερείπιά του, ως του δικαιότερου κριτή των όσων δοκίμασαν να το παγιδεύσουν. Πρόκειται για την πνευματική αλκή, η οποία παραμένει αλώβητη και άφθιτη παρά τα όσα ενάντια έχουν κατά καιρούς υψωθεί. Εξού και η πτήση στην κατακλείδα του ποιήματος που τιτλοφορείται «Δώδεκα». Ητοι: «Κατακόκκινα σαν ρόδα σε κόλλυβα / Χώνονται στον αέρα δευτερόλεπτα. / Αν ήμασταν πουλιά, αν πετούσαμε, / Με ράμφη πεινασμένα καταπάνω τους / Πόσες ψυχές θα είχαμε σώσει». Ανάλογα ισχύουν για την ανάκτηση του πολυτιμότερου υλικού που διαθέτει εξ ορισμού η ύπαρξη, δηλαδή: «Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους / Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι, / Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων, / Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα / Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία / να ξαναπείς ψυχή».
Η αίσθηση της διαστολής
Επισημαίνω ότι η «ακατοίκητη πατρίδα» και η «κατάκοιτη χώρα», όπως ακριβώς προκύπτουν στο τρίτο και ενδέκατο κατά σειρά ποίημα, με τίτλους αντιστοίχως «Διασπορά» και «Ανεπιστρεπτί», εντοπίζονται ασφαλώς σε κάθε σημείο του πλανήτη μας, όπου η αλλοτρίωση, ο ατελεύτητος εξανδραποδισμός του ατόμου, προσπαθεί να αντικαταστήσει τη γνώση του όντος. Δεν ξεχνώ βέβαια ότι η ποιήτρια διακρίνεται τόσο για τις ευρύτερες υφολογικές της μέριμνες στο πεδίο των προωθημένων κειμενικών εμπεδώσεων όσο και για τη χρόνια τριβή της με θέματα της γενικής λογοτεχνίας. Εξού και η επιμονή μου να διαβάζω τον «Παράκτιο οικισμό» σαν να ήταν γραμμένος και για μια χώρα της Εγγύς Ανατολής, του Ειρηνικού Ωκεανού ή ακόμα και της Νότιας Αμερικής. Υφίσταται άλλωστε έντονη σε πλείστα σημεία και η αίσθηση της διαστολής της σκηνής, της διεύρυνσης των δεικτών σε ασυνήθη πέρατα, σε μια χωροταξία έξω από τα κατά κανόνα ισχύοντα στον χώρο της τρέχουσας παραγωγής στίχων. Εννοώ: «Μακρυά, στη γραμμή του ορίζοντα, / Ανοιγοκλείνει ένα στόμα. / Βλέπω την κόκκινη γλώσσα / Που πλαταγίζει στον φάρυγγα / Μιαν άυλη μπουκιά από κρότους». Το δε «μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη», το οποίο απαντά σε κρίσιμο σημείο της συλλογής, θα μπορούσε να φανεί με την ίδια ευκολία και στο οπτικό πεδίο ενός κατοίκου των Αντιπόδων. Η εμβέλεια του ποιητικού ρήματος συνιστά αδιαμφισβήτητο κεκτημένο, κοντολογίς, η ταχύτητα πρόσληψης της ουσίας των σχέσεων που μας συνδέουν με τα πρόσωπα αλλά και με τα πράγματα ασφαλώς και αυξάνεται, όταν αξιοποιείται στο έπακρο το δίδαγμα από ποιητικές αποκρυσταλλώσεις, όπως αυτές τις οποίες παρέχει η ποιότητα των εκφάνσεων του «Παράκτιου οικισμού».

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Η ΑΥΓΗ 8/11/2015

Σαν να υπήρχε λόγος

Διακρίνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τους εξής ενδεικτικούς αφορισμούς από το «Συνεκτικό υλικό», το εξηκοστό πέμπτο ποίημα του βιβλίου: « …ένα σύμπαν αναίτιο. / Ένα ανομολόγητο σφάλμα. / Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος. / Να πεθάνουμε σαν ν΄ αξίζει τον κόπο. / Να πειθαναγκαστεί η αιωνιότητα / Να ριχτεί για τα καλά στη βιοπάλη». Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να διαβάσουμε την ειδική πρόταση της πολυβραβευμένης Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, όπως κατατίθεται στην ως άνω, πλέον πρόσφατη, συλλογή της. Πρώτον ως διερμηνεία ενός φαινομένου ατομικής και συλλογικής πτώσης, με εμφανείς όμως αναλαμπές ηθικής ανόρθωσης, η οποία ακυρώνει προσώρας την ολική ματαίωση του υποκειμένου. Δεύτερον ως εμπέδωση της παραγωγικής, απρόσκοπτης συνάρθρωσης του αβαρούς, ενίοτε διφορούμενου γράμματος με την ad hoc βαρύνουσα ποιητική έννοια. Και τρίτον ως ευθεία αναγωγή του τρέχοντος κρίσιμου ή δήθεν ασήμαντου συμβάντος σ΄ ένα σταθερό δείκτη νοσταλγίας των πρωτογενών κοιτασμάτων του εγώ.
Στο θέατρο της γλώσσας, η δυναμική του σωματικού ρήματος της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου παραμένει το υπογραμμίζω αυτό, αμείωτη. Με ιδιαίτερη συνέπεια τηρεί τις υφολογικές δεσμεύσεις, τις οποίες η ίδια θεωρεί ικανές και αναγκαίες εκ προοιμίου. Μόνιμος στόχος παραμένει η γόνιμη διαχείριση ακόμη και του ελάχιστου υλικού, ώστε μέσω αυτού να προκύψει το μέγα ποθούμενο, ήτοι το εννοιολογικά μείζον. Ο στίχος διατηρεί φανατικά τα του εαυτού, αρνούμενος ν΄ απεμπολήσει το παραμικρό από όσα δικαιωματικά του ανήκουν. Εξ ου και η ασφάλεια των εκφορών του καθοριστικού, καλώς συγκερασμένου λόγου. Ο τελευταίος γνωρίζει πώς να συνέχει το παρόν έργο σε όλη του την έκταση. Η οιονεί επιγραμματική, αποφθεγματική έκφανση εμπεριέχει, βάσει συγκεκριμένου προγράμματος της λεκτικής δράσης, τόσο την πανθομολογούμενη όσο και την άλλη, την απόκρυφη βάσανο ενός εξόφθαλμα ανορθολογικού βίου. Το ποίημα συνιστά κατά συνέπεια σκεύος οδύνης. Το δε απόθεμα των συναφών μαρτυριών κατανέμεται με γραμματική και συντακτική προσοχή. Άλλωστε η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του ποιητικού τολμήματος. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό χωρίο από την κομβική «Διαθέσιμη ύλη»: «Πόνος μού κάθεται στο στήθος / Όπως αρνί μες στο χιόνι / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ΄ ένα θέρετρο / Kάτω από μαλακή βραχνάδα /Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι,/ Δυο πατημασιές και μια τρύπα». Τα ισόβαρα φορτία επιβεβαιώνουν στην πράξη την επιμέλεια που έχει ασκηθεί σε μακροχρόνια, είναι φανερό, βάση. Σκαρί επιτήδειο, εξειδικευμένο σε μεταφορές σημαινόντων, το ποίημα αποτελεί διακριτή ετεροτοπία.
Η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με εργαλειακό μέτρο, με προσήλωση δηλαδή στις προδιαγραφές αρμονικών συσχετισμών. Κι εδώ ακριβώς η πολιτική της σύνθεσης στο Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης συναντά ένα μέρος του συντάγματος των παλαμικών κανόνων, όπως διατυπώθηκαν το 1925. Εστιάζομαι στα εξής: «την ποίηση αδυνατώ να τη συλλάβω έξω από το στίχο. Και με την αντίληψη αυτήν, τα ζητήματα της μετρικής τέχνης είναι στην προοπτική μου ισομέγεθα και ισοδύναμα με τα προβλήματα της ποιητικής πνοής, είναι ομοούσια ή ομοιοούσια». Όπως έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των δημιουργικών αποστάξεων των λογοτεχνών της γενιάς του εβδομήντα, η διεξοδική γραφή της Δ.Χ. Χριστοδούλου, στους αντίποδες των προσπαθειών πολλών ετέρων, οι οποίοι έμειναν οργανικά μάλλον ανεξέλικτοι, προβάλλει δεόντως την προσέγγιση μιας διαφορετικής πτυχής του προσώπου του κόσμου, ο οποίος κατ΄ ανάγκη μας περιβάλλει. Επιστρατεύεται βεβαίως, μεταξύ άλλων: οι αθέλητες μνήμες, οι εποικοδομητικοί συγκερασμοί ποικίλων αντιφάσεών μας, οι απαραίτητοι υπαινιγμοί, οι αποκρυπτογραφήσεις αρκετών μηνυμάτων από τον χώρο του υπέρλογου, οι επανακτήσεις αρκετών από όσα νοούνται ως αγαθά, οι άκρως φιλελεύθερες χρήσεις των συνειρμών, οι επινοήσεις φιλίων συντεταγμένων ονείρου, οι αποδελτιώσεις στιγμών έκστασης ενός χρόνου που δεν σπαταλήθηκε πλήρως. Η αλήθεια, η απόδοση της ταυτότητας, η οριοθέτηση της ατομικότητας συνιστούν εν τέλει εδώ υποθέσεις μουσικής.

Από τον ένα τίτλο στον άλλο εξελίσσονται, επαναδιαμορφώνονται, ακινητοποιούνται προφανώς για να αυτοσυγκεντρωθούν, επανακάμπτουν, τυποποιούνται και αλληλοϋποστηρίζονται διαδοχικώς τα διαβήματα εκείνα της ύπαρξης, τα οποία θέλουν να την αναβαθμίσουν, παρά τις όποιες δεδηλωμένες, εγγενείς αδυναμίες, σε όντως Πρόσωπο. Στο μεταξύ, η γραφή στην προκειμένη περίπτωση συνεχίζει να υποστηρίζει ακράδαντα ότι οι όποιες αξίες, οι όποιες παράμετροι των ποιοτήτων του βίου διερμηνεύονται, αποκαθίστανται και κατοχυρώνονται πάντα στο πρόσφορο έδαφος της εξ υποκειμένου θέασης του περιρρέοντος είναι. Διακρίνω τα εξής από τη «Διαστρωμάτωση», το κατά σειρά εξηκοστό έκτο ποίημα της συλλογής: «Εμείς οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, / Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου / – Βρέχει μελάνι…- καταγράφουμε / Την επιστήμη της δολιοφθοράς. / Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια». Όσο κι αν οι αισθήσεις μάς παγιδεύουν σε καθημερινή βάση, θα υφίσταται πάντα η δυνατότητα της απεμπλοκής του ένδον ψεύδους και της ακόλουθης προαγωγής της βιωμένης αλήθειας σε βάθρο αντοχής. Ό,τι δηλαδή καταδηλώνει σε μια προσέγγιση δεύτερου βαθμού το Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Oanagnostis 23/4/2015

Πριν κοπάσει ο απόηχος της συζήτησης για τον Τρόμο ως απλή μηχανή (Πατάκης 2012) η Δήμητρα Χριστοδούλου (ΔΧ) επανέρχεται με Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης από τις εκδόσεις Μελάνι. Από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής γίνεται φανερό πως η σκέψη της ποιήτριας εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια δημιουργική εμπλοκή με την υπαρξιακή αγωνία, τη μοναχικότητα, το περιθώριο της ζωής, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δηλαδή με θέματα καθόλου νεόκοπα, που κατά τεκμήριο απασχολούν την ποίηση διαχρονικά, και μάλιστα σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά την έντεχνη γενικώς παραγωγή της εποχής μας. Άρα, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, η ΔΧ από την άποψη του περιεχομένου κινείται σε χώρο γνώριμο και χιλιοδουλεμένο από πολλούς συμπορευόμενους εργάτες του λόγου. Γι’ αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνηθεί το κατά πόσο με την παρούσα προσθήκη της βελτιώνονται τα ζητήματα ποίησης ή κατατίθεται κάποια ανατρεπτική πρόταση. Μάλλον όμως είναι νωρίς για να εκτιμηθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε, η ίδια η ποιήτρια μας καθοδηγεί, αφού δεν αποφεύγει να εμπλέξει την άκρως ευαισθητοποιημένη σκέψη της με τους άστεγους, τους πρόσφυγες, τους πεινασμένους, τους φτωχούς, τους ανίσχυρους ταλαιπωρημένους της τρίτης ηλικίας, τους εγκλωβισμένους στο θλιβερό διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας, τους λυπημένους, για να στραφεί σε κάτι επαναστατικό που πιθανόν δεν θα αντιπροσωπεύει τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία σχετίζονται τόσο στενά με τις αγωνίες της, που δε λένε να κοπάσουν: Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια, / Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια. / Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι. / Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη / Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας. (σ. 83) Ωστόσο, από τους πρώτους στίχους των ποιημάτων μάς κατακλύζει μια διαφορετική αίσθηση, που καθιστά διακριτά τα ποιήματα της συλλογής: είναι η μοναδικότητα με την οποία εκφράζονται οι αναφορές της για πράξεις ασήμαντες και γεγονότα επουσιώδη που κατά συρροή εξελίσσονται δίπλα μας καθημερινά χωρίς να έλκουν την προσοχή μας. Παρατηρούμε δηλαδή με αμείωτο ενδιαφέρον τη ΔΧ να χρησιμοποιεί ως προσφιλές μέσο διατύπωσης την αποσταθεροποίηση της φυσικής κατάστασης των πραγμάτων, στα οποία αποδομεί την κλασική λειτουργία και με ευρηματικότητα να εκθέτει τα νοήματα ή να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα με βάση την αντιστροφή της συμβατικότητας του λόγου: Ένα ζευγάρι βολικά παπούτσια / Βόσκουν ανάστροφα το νήμα στο χαλί / μηρυκάζοντας την πανίδα του σκώρου. (σ. 12) Ή Ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο / Ο Ύπνος το απίθωσε στη χλόη / Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο / που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα. (σ. 65) Φαίνεται ότι για τη ΔΧ ποίηση δεν είναι μόνο «η άλλη γλώσσα», είναι μια διαρκής ανατροπή των συμβάσεων και ορισμένες φορές μια σκόπιμη νέφωση των νοημάτων για να αποκαλυφθεί το άλγος και ο ζόφος που καταλαμβάνουν τον ατομικό και κοινωνικό μας βίο: Αυτό είναι χαρτόνι. Αυτό γύψος. / Αυτό ποτήρι που αναποδογύρισε. / Έχει γεύση συντηρημένου συμβάντος, / Σχήμα διαλυτό στο κρύο, / Φωνή πουλιού που επαναλαμβάνει / Κάποιο παράγγελμα: / Κάποιος πρέπει να εργαστεί με άγρια χέρια // Πόνος μου κάθεται στο στήθος / όπως αρνί στο χιόνι. / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ’ ένα θέρετρο / Κάτω από μαλακή βραχνάδα / Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι, // Δυο πατημασιές και μια τρύπα. («Διαθέσιμη ύλη», σ. 33)

Η ΔΧ σε πλείστες περιπτώσεις επιδιώκει να πραγματοποιήσει ένα μοναχικό ταξίδι στο χρόνο, θεωρώντας ότι η ταύτισή της με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφει εμπλουτίζει τη μελαγχολική εικόνα της ποίησής της: Ήμουνα πάντα ένα άχαρο παιδί / Με μια βαλίτσα στο χέρι. / Άφηνα πίσω μου ένα απόγευμα / Χλωμό σαν γάλα στο πιατάκι της γάτας / Και μετακόμιζα σ’ ενηλικίωση / πιο ακατοίκητη απ’ τον ουρανό. Ακόμη και την ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, να αντιμετωπίζει με στωικότητα τους κινδύνους, τη φθορά, το απευκταίο, την κατατάσσει σε μια ψευδεπίγραφη γενναιότητα, που προκύπτει από φρούδες ελπίδες για κατάκτηση του Παραδείσου: Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν, / Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε. / […] / Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα, Κάθε πρωί σκύβει στ’ αυτί τους η Κόλαση. / Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους, / Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι… (σ. 71)

Ο ρόλος της στην εξέλιξη της αφήγησης είναι μαρτυρικός. Ενώ ως πρόσωπο βιώνει τη θλίψη και την απομόνωση από το γκρίζο περιβάλλον της πόλης και της, εν πολλοίς, πληγωμένης φύσης που την περιβάλλει, έστω κι αν την αναπολεί από το περίκλειστο διαμέρισμα που διαμένει, ταυτόχρονα διατηρεί το βλέμμα της στραμμένο με τη μέγιστη συμπάθεια στην περιπέτεια των ανίσχυρων συνανθρώπων της, όχι μόνο οικείων, όπως η υπέργηρη μητέρα της, αλλά και όσων τα πάθη προβάλλονται στην κονίστρα της καθημερινότητας και στηλιτεύει τους συμπολίτες για την αδιαφορία τους: Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της, / βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα / πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα, / περνά η πομπή των συλληφθέντων […] // Εμείς οι ελεύθεροι στο οστεοφυλάκιο / [ …] // Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια. (σ. 77) Υποφέρει για τις ιδιαιτερότητές της στον ίδιο βαθμό που υποφέρει για τους άλλους. Ίσως υποφέρει περισσότερο επειδή υποφέρουν οι άλλοι. Όπως και να ’χει το πράγμα η πληγή βρίσκεται στο δικό της σώμα όπως και στο σώμα της πάσχουσας κοινωνίας. Ενώ η ματιά της είναι στραμμένη ενδοσκοπικά στον εαυτό της, στον κόσμο της, παρατηρεί τα κατάβαθα της ψυχής της και ανακαλύπτει πως εκεί συγκατοικούν μαζί της όλοι οι πάσχοντες, οι αδύναμοι, οι αποκλεισμένοι. Είναι ένα κομμάτι από εκείνους κι εκείνοι είναι κομμάτι από αυτήν. Η ποίηση που παράγει αφορά όλους, κι εκείνη και τους άλλους. Αφορά και τον τόπο, την πόλη, η οποία άλλοτε είναι προέκταση και άλλοτε αντικατοπτρισμός των δυστυχισμένων κατοίκων της: Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη / που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια… Η καταβύθισή της σε μια αποπνικτική σκοτοδίνη έχει μοναδική διέξοδο τον ποιητικό λόγο όπως αναβλύζει σύντομος, δραματικός, συχνά άκρως αλληγορικός, έμμεσα εξομολογητικός, μια απλοϊκή μεταφορά σχεδιασμένη / Αδέξια στα χαρτιά ενός εγκλείστου.

Η ποίηση της ΔΧ λάμπει από ανεπιτήδευτη καθαρότητα ζώντας σε μια εσωτερική μοναξιά. Εξαιτίας της ομολογεί ότι Γράφω για να ιδρύσω χειμώνα. (σ. 84) και λίγο μετά συμπληρώνει «Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι / «Γράψεις δε γράψεις, φαρμακώνεσαι» (σ. 88) Και μόνο γι’ αυτή τη συμπληρωματική στις προηγούμενες αναφορές στάση προς τη γραφή-ζωή αξίζει την προσοχή μας.

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

BOOKPRESS 22 /3/2015

Ποιητικά τοπία εν κινήσει

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, η 12η ποιητική κατάθεση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ύστερα από «σαράντα χρoνάκια ρίσκου», όπως εκείνη επιμένει να δηλώνει, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ποιητικής συμπύκνωσης και αισθητικής. Ήδη η λέξη ελάχιστο στον τίτλο και η δυνατή μεταφορά ενός λιμασμένου και πάσχοντος υπαρξισμού σε κοινωνικό πλαίσιο δίνουν το στίγμα. Ο ποιητικός λόγος, γέννημα ή απόηχος της εποχής του, είναι δυνατόν να «κοινωνικοποιηθεί» και να κοινωνηθεί με τη δυναμική και ανατρεπτική του παρουσία, ως σχόλιο θέασης του κόσμου, χωρίς να εξαρτάται απαραίτητα από μία κραυγαλέα θεματική «καταγραφής της καθημερινότητας», για να τοποθετηθεί απέναντι στην εποχή του.

H θεματική της ποιήτριας, υπαρξιακή και κοινωνική, έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει έμμεσες διόδους και διακριτικούς διαύλους, για να υπηρετήσει τους στόχους της. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση, που συνάδει και με μία προσωπική άποψη για την Αισθητική, ότι δεν είναι η ιδέα της «στρατευμένης» ή έντονα πολιτικοποιημένης, με την έννοια ενός μανιφέστου, ποίησης, που ανατρέπει, αλλά ο τρόπος της ποίησης που ανατρέπει την ιδέα, εισάγοντάς την σε έναν ιδεατό χώρο, που αντιτίθεται σε αυτόν από τον οποίο προέρχεται.

Και ακριβώς σε αυτήν την κλίμακα τοποθετείται η ποιητική γραφή της Χριστοδούλου. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να ανατραπεί η ιδέα, όταν ο τρόπος παρουσίασής της είναι στερεοτυπικός; Είναι σαν να πολεμούμε, ζωγραφίζοντας όπλα στο τετράδιο! Από τι είδους ποίηση, λοιπόν, έχουμε ανάγκη σήμερα όσοι αγαπούμε την ποιητική γραφή και ποια θέση καταλαμβάνει, άραγε, ο λόγος της Δήμητρας Χριστοδούλου; Έχουμε ανάγκη από τη στρατευμένη ποίηση, από την καθαρά κοινωνική ποίηση, από την ποίηση που διαμαρτύρεται προτάσσοντας ένα οργισμένο θυμικό και δημιουργώντας «στυλ», από την απέλπιδα ποίηση που κλείνεται στον εαυτό της θρηνώντας την απώλεια του υποκειμένου με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους, από εύθραυστους έως καθαρά παραληρηματικούς; Καθένας, ασφαλώς, μπορεί να δώσει την απάντησή του αναλόγως με τον τρόπο που ο ίδιος καθρεφτίζεται στην ποίηση που επιλέγει για να «αναμετρηθεί» μαζί της. Η όποια, ωστόσο, προσωπική προτίμηση δεν μας εμποδίζει να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που δίνουν, άλλωστε, και τον πολύ ιδιαίτερο τόνο στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ελληνίδες ποιήτριες.

Η συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (πολυσχιδής τόσο στη σύλληψή της όσο και στις επιλογές των τρόπων της, ώστε να μην μετατρέπεται σε απλοϊκή, πεζόμορφη, εγκεφαλική, στεγνή, επιθετική, απολογητικά αφηγηματική ή αφηγηματικά απολογητική, χλιαρή ή υπερβολικά συναισθηματική) λειτουργεί στον άξονα μιας ιδιαίτερης και αξιοσημείωτης προσωπικής διαλεκτικής. Σε αυτόν του λιτού-ανοίκειου.

Στην παρούσα συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να αφηγηθεί με δύο τρόπους: είτε παρουσιάζει μία ανοίκεια ιστορία με λιτό τρόπο, ή μία λιτή, με την έννοια του οικείου, ιστορία, με ανοίκειο τρόπο. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ποίημα Ένοικοι βυθού, αν και το συμβάν για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος είναι υπερρεαλιστικό, οι περιγραφές είναι απλές, μεστές, δανεισμένες από εικόνες της καθημερινότητας. Σε 23 στίχους οι γλωσσικές ανατροπές είναι ελάχιστες, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, που δημιουργεί μία ιδιαίτερα εικόνα (Ήρθε η γυναίκα, με κλωστές στα δόντια) και την ψυχολογική ανατροπή των στίχων: Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό. Αντιθέτως στη Διαστρωμάτωση, ποίημα με τίτλο, θα λέγαμε, άκρως τεχνοκρατικό και με τραχύ επίσης ήχο, ίσως και «αντιποιητικό», παρατηρείται ένας καταιγισμός από μαγικές εικόνες και ανατροπές, που καταφέρνουν να περάσουν τις γλωσσικές αποφάνσεις από το υλικό στο άυλο, από το πραγματικό στο φαντασιακό, από την εξωτερική πραγματικότητα στο συναίσθημα και εν τέλει στη συνείδηση. Κι όλα αυτά ισορροπημένα με λεπτότητα και ακρίβεια. Στη Διαστρωμάτωση, επιπλέον, διαφαίνονται καθαρά και με ποικίλους τρόπους τόσο η μαεστρία όσο και οι διαφορετικές τεχνικές της ποιήτριας. Ακολουθούν ενδεικτικά 3 στίχοι: Eμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, /Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερολέπτου.

Κύρια είναι η χρήση απλών αλλά δυνατών ρημάτων, που δημιουργούν κίνηση και ήχο, ενεργοποιώντας τις αισθήσεις και δίνοντας ώθηση στη δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ποιήματα της συλλογής στίχο με στίχο μετατρέπονται εντέλει στο σύνολό τους σε πίνακες, φωτογραφίες ή σκηνικά θεάτρου. Η Χριστοδούλου εν ολίγοις δημιουργεί και, εν συνεχεία, σκηνοθετεί ποιητικά τοπία εν κινήσει. Ο τόπος της ποίησης αποκτά χρόνο, διά μέσου των μεταβλητών στοιχείων του, ενώ ο χρόνος της δράσης του ποιητικού υποκειμένου ορίζεται σε έναν τόπο, διά μέσου μιας εμπράγματης οροθέτησής του με πολύ απλά και καθημερινά υλικά.

Εκ παραλλήλου δημιουργούνται ατμόσφαιρες, ακούγονται φωνές, βήματα, λόγια, σταλαγματιές, φτυσιές∙ τα φώτα χαμηλώνουν, ανάβουν κεριά, ήλιοι, φακοί, ζωγραφίζονται γαλάζιοι ουρανοί, σκούρες βροχές… με την τεχνική της εισαγωγής σε κάθε στίχο του υλικού εκείνου που μας ανοίγει με ένταση την πόρτα για την ιστορία/σκηνικό ήδη από τον πρώτο στίχο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα έναρξης της δράσης:

Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Κάθε μέρα επισκέπτομαι τον τάφο σου
Άρχισε πάλι να σκουραίνει η βροχή
Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Aντί να μιλάς, φταρνίζεσαι
Πέταξα το τετράδιο από τα χέρια μου
Λεκιάζει η Έμιλυ το Φόρεμά της
Μουσκεύει τα χαρτιά του στη θάλασσα
alt

Αυτή ακριβώς η ποιητική επιλογή συνιστά και μία θέση ανατροπής: Το λιτό προσυπογράφει μια γεμάτη και τρισδιάστατη θέαση της Αισθητικής. Θα ήταν άστοχο να προσπαθήσουμε να ονοματίσουμε την ποιητική εικόνα που παράγεται ως ιμπρεσσιονιστική, ρομαντική, ρεαλιστική ή υπερρεαλιστική, για τον απλό λόγο ότι ο αναγνώστης βρίσκεται κάθε φορά απέναντι σε διαφορετικά σύμπαντα, που δημιουργούνται περισσότερο από την επιλεκτική μείξη υλικών που ανήκουν σε διαφορετικές συλλήψεις, οπτικές και κατ’ επέκτασιν απεικονίσεις της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, μια ρεαλιστική εικόνα μπορεί να αναμιχθεί κάλλιστα με μία υπερρεαλιστική θέαση, η οποία πολύ συνειδητά κουβαλά ένα καλά προστατευμένο –από άποψη ποιητικής δόμησης– συναίσθημα και ταυτόχρονα το αναποδογύρισμα που προκαλεί την έκπληξη, και μας γαντζώνει αδύναμους στη δυνατότητα της γλώσσας:

Οι άνθρωποι με τρύπα στο γάντι τους/ Κάνουν ανθοκομία στο χιόνι
Και τα κοκόρια μεθυσμένα τραβούν / Από τις νυχτικιές τα φαντάσματα…
Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο / Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο
Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό
Δεν απουσιάζουν οι νεολογισμοί που εξυπηρετούν τη δημιουργία κυρίως της εικόνας:

Πείτε μου αν ζει ο φεγγαρόσκυλος του πόθου (…)
Είναι ακόμη εκεί ο αραχνοκέφαλος/ Με τα μαυρόφυλλα της τράπουλας στο χέρι;(…)
Η ποιήτρια δεν διστάζει, επίσης, να δημιουργήσει με τη μεταφορά και τους εκρηκτικούς συνδυασμούς ένα καινούργιο σύμπαν χρησιμοποιώντας απλά υλικά, υλικά, όμως, που από μόνα τους είναι κοινότοπα.

Oλόκληρο οικοδομικό τετράγωνο/ Ο ύπνος το απίθωσε στη χλόη/ Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο/ Που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα (…)

Εκείνο που ωστόσο είναι σημαντικό, στην προσπάθεια δημιουργίας ανατρεπτικής εικόνας, και που τοποθετεί την ποίηση της Χριστοδούλου σε υψηλά επίπεδα Αισθητικής, είναι η επανανοηματοδότηση του υλικού μέσα στο ποίημα.

Το φεγγάρι με άγρια κολόνια/ Τρίβει τις δακρυσμένες μουντζούρες/ Και φτερουγίζει μ’ όλα της τ’ αρώματα/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η αστροφεγγιά (…)

Είναι οι άξονες όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποκτά νόημα και διανοίγεται για ερμηνεία στον αναγνώστη. Πρόκειται για μία μεγάλη αρετή της ποίησης της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθώς κατορθώνει να βρίσκει το μέτρο και την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα, που είναι αντιμέτωπο με τη λογική, και στην Αισθητική, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία. Ελάχιστοι ενασχολούμενοι με την ποίηση κατορθώνουν να συνδυάσουν με επιτυχία και τις δύο παραμέτρους, δίνοντας από τη μία έναν φρέσκο και πρωτότυπο αέρα στην ποίηση και έχοντας τη δυνατότητα, από την άλλη, να διαφυλάξουν στο ακέραιο τεχνικά το οικοδόμημα. Είτε βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, ενώπιον κοινότοπων και άνοστων αποφάνσεων είτε παραληρηματικών. Είναι, βεβαίως, εμφανής η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των ποιημάτων και η έμφαση στη λεπτομέρεια, διότι πρόκειται πραγματικά περί ποιητικής κατασκευής και όχι περί «προσωπικής εκτονωτικής διαδικασίας».

Είναι γνωστό ότι η ποίηση γράφεται κυρίως με ρήμα και ουσιαστικό, ενώ υποδέχεται φειδωλά, χωρίς να τα απορρίπτει, τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης αποτελεί, κατά την άποψή μου, μία ποιητική συλλογή, η οποία, με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με ξεχασμένα χαρακτηριστικά της ποίησης, λόγω εκείνης της ιδιαιτερότητας του δημιουργού, ο οποίος μετασχηματίζει με δύναμη τον κόσμο διά μέσου μίας αυστηρά προσωπικής, και γι’ αυτό αναγνωρίσιμης, σφραγίδας. Βασικές αρχές του ποιητικού λόγου, που συνιστούν εν τέλει και ζητούμενο, είναι αυτές της αμεσότητας, της μεστότητας και του καίριου, που οδηγούν στην πολυπόθητη, πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη, σε πλείστες περιπτώσεις, έννοια της «σαφήνειας». Πού μπορούμε, άραγε, να τοποθετήσουμε την παρούσα συλλογή σε σχέση με τα προαναφερόμενα και για ποιου είδους «σαφήνεια» μπορούμε να συζητάμε, όταν αγγίζουμε το πεδίο της Αισθητικής; Είναι αυτός ο ίδιος τύπος της σαφήνειας που αγγίζει ένα δοκίμιο, μια ομιλία, ένα άρθρο, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, έναν κατάλογο εστιατορίου; Eίναι, άραγε, η απόρριψη του ερμητικού και η αποδοχή ενός λόγου καθημερινού· η απόρριψη μιας ανατρεπτικής μεταφοράς και χρήσης μιας ιδιότυπης λέξης προς χάριν μιας κοινότοπης; Η απόρριψη μιας φιλοσοφικής ιδέας προς χάριν μιας εκλαϊκευμένης ιδεολογικής γενίκευσης; Η απόρριψη ενός συναισθήματος που παγιώνεται σε εξπρεσιονιστικές ή υπερρεαλιστικές εικόνες προς χάριν μιας «απλής» και «λιτής» ονομαστικής του παράθεσης;

Θα έλεγα ότι αυτά συνιστούν ψευτοδιλήμματα και αμήχανες, εν ολίγοις, θέσεις όταν προσπερνάμε αβασάνιστα το χώρο της Αισθητικής, αποδίδοντας μέγιστη σημασία στο «νόημα», σαν να εφηύραμε την ποίηση για να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο μέσα στην ασχήμια του! «Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης», αναφέρει ο Walter Benjamin. Και, κατά τον ίδιο τρόπο, για να περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας –ειδικά ύστερα από τη μεταμοντέρνα αποδόμηση–, και για την άμεση εξυπηρέτηση κάποτε «αδύναμων» προσωπικών επιλογών, δημιουργήσαμε μία καινούργια «θεωρία περί απλότητας», παρερμηνεύοντας κάποτε τα λόγια ταλαντούχων δημιουργών, που θέλουν την ποίηση «απλή», δηλαδή απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και ρητορείες κούφιες, όχι όμως και απαλλαγμένη από υψηλή και ραφιναρισμένη γλώσσα, όχημα υψηλών ταυτόχρονα νοημάτων· όχι όμως απαλλαγμένη από ήχους, συνδυασμούς, εικόνες, που σηματοδοτούν πολλαπλά το συγκείμενο, απαιτώντας αυξημένη ευαισθησία, φαντασία, ανατρεπτικό πνεύμα, συναισθηματική και πνευματική ωριμότητα.

Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος διαπλοκής των εξωτερικών με τα εσωτερικά τοπία, καθώς δανείζουν το ένα στο άλλο την ετερότητά τους, η οποία στην ουσία συνιστά την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος, τη στάμπα του κόσμου στο εγώ και του εγώ στον κόσμο, ιδωμένα όμως μέσα από το κάτοπτρο της Αισθητικής, που μόνον η ευαισθησία και η τολμηρή παρατήρηση του κόσμου μπορούν να εγγυηθούν. Στην παρούσα συλλογή, άλλωστε, διαφορετικές όψεις αναπτύσσονται σε ομάδες ποιημάτων, που είτε συνομιλούν μεταξύ τους είτε εξερευνούν μία διαφορετική οπτική ή λεπτομέρεια του ίδιου θέματος.

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε. / Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου. / Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου, / Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα, / Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά / Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι. / Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση, / Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…. (Απόσπασμα από το ποίημα Ήταν πάντοτε έτσι)

Tέλος, δεν είναι σπάνιες οι στιγμές υποδόριας ειρωνείας και αυτοσαρκασμού του ποιητικού υποκειμένου, που προσπαθεί να «εγγραφεί» στο χώρο διά μέσου του λόγου, απομυθοποιώντας μεν τη ρομαντική πλευρά της ποιητικής πράξης, αναδεικνύοντας δε την ίδια ακριβώς στιγμή το μεγαλείο της μέσα από τη δημιουργία ενός μακάβριου πίνακα εξαιρετικής ομορφιάς όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως φυσιολάτρης λόγιος, απ’ όπου και ο στίχος: «Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

«Η Αυγή», 1.3.2015

Υπαρξιακή και κοινωνική αγωνία

Αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου (Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012), μιλούσα για έναν περίτεχνο διακριτικό συγκερασμό που επιχειρούσε -και επιτυχώς πραγματοποιούσε- δύο στοιχείων ή, αλλιώς, δύο στάσεων ζωής εκ πρώτης όψεως αντίθετων μεταξύ τους και ασύμπτωτων, όπως είναι η υπαρξιακή αγωνία και ο εναγώνιος κοινωνικός προβληματισμός. Κι επισήμαινα ότι η αναμφισβήτητη ιδιοτυπία και η υψηλής στάθμης δραματικότητα που χαρακτηρίζει την ποίησή της οφείλεται, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, στο γεγονός ότι οι συνεχείς καταβυθίσεις που πραγματοποιεί στα έγκατα της ύπαρξης -κάποτε και της ανυπαρξίας, αν σκεφτεί κανείς τη συλλογή της με τον δηλωτικό τίτλο Προς τα κάτω, 1999- δεν της περιορίζουν τη «θέα» προς τον κόσμο που την περιβάλλει και μέσα στον οποίο ζει και βιώνει την ατομικότητα και την κοινωνικότητά της, την υπαρξιακή μοναξιά της και την, δι’ αυτής, συμμετοχικότητα στα δρώμενα της εποχής της.

Όπως τότε, έτσι και τώρα, τα δύο αυτά στοιχεία, η αγωνία της ύπαρξης και ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελούν δύο ομόκεντρα, ακατάπαυστα αλληλοκαλυπτόμενα πεδία, στις μεταβαλλόμενες διαστάσεις των οποίων η ποιήτρια εναποθέτει το προσωπικό της πάθος, επιδέξια και πειστικά ενσαρκωμένο, παρά το επίφοβο και επίβουλο υλικό που είναι οι λέξεις. Μόνο που τώρα δεν πλαγιοσκοπείται απλώς, με λέξεις σύμβολα και λέξεις-οδοδείκτες, η νοσηρή πραγματικότητα, αλλά διεμβολίζεται κάποτε άμεσα και επιθετικά, με σαφή την πρόθεση να καταδειχτούν τα αίτια αλλά, κυρίως, οι δυσβάσταχτες, λανθάνουσες ή προφανείς, συνέπειες μιας κοινωνικής ασχημίας ή ενός σκοτεινού μηχανισμού που αδιαλείπτως παράγει και στοιβάζει στο κέντρο και στις παρυφές της πόλης τα κοινωνικά του απόβλητα: επαίτες, λαθρομετανάστες, άστεγους, που «πάνε για συσσίτιο / Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους», άνεργους, υποσιτισμένους ή νηστικούς, εγκαταλελειμμένους συνταξιούχους, ρακένδυτες ψυχές και άλλους αναξιοπαθούντες, θύματα της εποχής, που αναγκάζονται να εφευρίσκουν νέους τρόπους για την αντιμετώπιση παλιών, πάγιων αναγκών τους, με το ενεχυροδανειστήριο να προηγείται του αρτοποιείου και του θεραπευτήριου.

Σε ένα της ποίημα μάλιστα δηλώνει ευθέως, απερίσπαστα, την αλλαγή, τη ρήξη μάλλον που αισθάνεται να έχει συντελεστεί μέσα της, με τη βίαιη εισβολή στη ζωή της εικόνων και ήχων μιας πραγματικότητας που σίγουρα γνώριζε την ύπαρξή της, της ήταν δύσκολο, ωστόσο, να τη φανταστεί τόσο κοντά της, τόσο στενά συνυφασμένη με την καθημερινότητά της και ως αιτία εσωτερικών ρωγμών και ανατροπών, που θα την οδηγούσαν σε υπαρξιακής βαρύτητας αναθεωρήσεις της σχέσης της με τον εαυτό της και με τους άλλους. Λέει: «Είχα κάποτε καταγωγή θηρίου, / Ορμούσα στην αθανασία ασυλλόγιστα, […] / Τώρα σηκώνω τον ξένο πόνο / Όσο και τον δικό μου. Έκανα / Ξανά θνητό το ηλιοβασίλεμα». Κατόπιν αυτού στρέφεται προς τις μικρές, ασήμαντες αιωνιότητες της κάθε μέρας αφήνεται στους ακατάπαυστους, ρυθμικούς ήχους των πράξεων και των πικρών σκέψεων των ανώνυμων ηρώων της «μουτζουρωμένης πόλης», «που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια», καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις της ζωής τους, πλην όμως όχι όπως ακριβώς συμβαίνουν, αλλά παρατηρώντας τες από την πίσω μεριά της οθόνης της πραγματικότητας, αναπλασμένες κατά τις επιταγές της συνείδησης και της δεσπόζουσα υπαρξιακής της αγωνίας.

Κάθε ποίημα, τουλάχιστον κάθε ποίημα απ’ αυτά που ανταποκρίνονται στο κυρίαρχο πνεύμα της συλλογής, δημιουργώντας το κιόλας, είναι και μια λυπημένη μπαλάντα γραμμένη για ανθρώπους ηττημένους, χαμένους στον βυθό της πόλης, που είναι σαν «κυβάκια της ζάχαρης / Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο». Ακόμα και όταν γίνεται απολύτως προσωπική, ακόμα και όταν βυθοσκοπεί -όπως πολύ καλά ξέρει και κάνει- ακόμα και τότε αισθάνεται κανείς να παρεμβάλονται, φανερά ή υποδορίως, σκηνές, ήχοι ή απόηχοι της καθημερινότητας φοβισμένων απλών ανθρώπων, που εναγωνίως επιζητούν να αυτοεπιβεβαιωθούν ως υπάρξεις μέσα από τα μάτια των άλλων. Και δεν σταματάει να επιχειρεί αφηγηματικές προσεγγίσεις πτυχών της αιωνιότητας, όπως και όπου διαισθητικά την εντοπίζει στην καρδιά και των πιο ασήμαντων εκδοχών της κάθε μέρας, στον «σπαραγμό των φαινομένων», στα «λόγια ανθρώπων που κρύβουν το πρόσωπο». Τη στέργει σ’ αυτό η ενδιάθετη μελαγχολία της, που η ίδια χαρακτηρίζει «αρπακτικό» «Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι / Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών», για να μπορεί να σκεπάζει και να θάλπει τον πόνο των άλλων.

Τα ποιήματα της συλλογής, όπως επισήμανα ήδη, δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό, συχνά και ιδιαιτέρως συγκινητικό, συνδυασμό προσωπικής οδύνης, υπαρξιακής και κοινωνικής αγωνίας. Και ο αναγνώστης τους δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί με την καθαρότητα με την οποία αποδίδεται, μάλλον δημιουργείται μία ατμόσφαιρα ζόφου, καθώς η απελπισία τείνει να γίνει μία αρραγής και συμπαγής ουσία που όμως, παρά το συμπαγές της ουσίας της, μοιάζει να γίνεται ευπρόσβλητη σε κάποιες αιφνίδιες ριπές νοσταλγίας για κάποιαν άλλη εποχή, για μιαν εποχή αθωότητας, όπου τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονταν προστατευτικά από το ακόμη ανόθευτο όνομά τους. Επίσης, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από το πόσο περίτεχνα και με πόση νηφαλιότητα η ποιήτρια χειρίζεται, αντιμετωπίζει ένα πραγματικά επικίνδυνο υλικό, στην καρδιά του οποίου συναντώνται και συνυπάρχουν αρμονικά διαφορετικής προέλευσης αγωνίες, διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικά πάθη διαφορετικών ανθρώπων. Κυρίως όμως δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από τη σπάνια καθαρότητα της έκφρασής της, από το πόσο αδιαμαρτύρητα οι λέξεις προσαρμόζονται στο κειμενικό τους περιβάλλον, σαν οικειοθελώς υποταγμένες στις προθέσεις της, με απώτερη συνέπεια να μη φαίνεται μόνο το μέσον απόλυτα κατακτημένο, αλλά και ο εκάστοτε στόχος να είναι ευκρινής στο κέντρο ακριβώς του πεδίου στόχευσης.

 

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

diastixo.gr, 18.2.2015

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης,

Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…

Νοσηλεία, τροφή, ποίηση και η εξάντληση… θάνατος. Αυτή η θεματική πύκνωση, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει (δεν τολμώ να πω αντιπροσωπεύει) στην τελευταία, προσώρας, ποιητική συλλογή τής, βραβευμένης με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Λιμός, το 2008, Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, επίμονης φιλολόγου αλλά και εμπνευσμένης σκηνοθέτιδος επαγγελματικά ερασιτεχνικών παραστάσεων, επιβραβευμένων, με τη σειρά τους, τόσο με την πάντα ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού όσο και με την άκρως επαινετική κριτική συναδέλφων επαγγελματιών του θεατρικού χώρου. Η Χριστοδούλου, βέβαια, δεν επαναπαύεται σε οποιουδήποτε είδους δάφνες. Όχι μόνον διότι είναι περισσότερο σεμνή ή μετριόφρων από όσο συνηθίζεται, αλλά διότι ο λόγος για τον οποίο ασχολείται με τη γραφή δεν συνιστά μια στοχευμένη διαδικασία αλλά συνιστά ανάγκη υπαρξιακή, ανάγκη επικοινωνίας με τους λίγους ευτυχισμένους δυστυχείς που απολαμβάνουν το ίδιο το γεγονός της συν-εννόησης, μέσα στην τύρβη ενός κόσμου ελλιπούς νοήματος· με εκείνους, δηλαδή, με τους οποίους η Χριστοδούλου προσεύχεται να κόβει «το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης στα δυο».
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να επιχειρήσω να σας εισαγάγω, έστω επί τροχάδην (ή μήπως είναι καλύτερα έτσι;), σε μία ποίηση η οποία, αν και φαίνεται συχνά κλεισμένη στον εαυτό της, διψά να παραδοθεί και, τελικά, παραδίδεται σε εκείνον και εκείνην που θα θελήσουν αληθινά να την πάρουν στα χέρια τους σαν ψωμί ζεστό, παρηγοριάς και αντοχής σημάδι.

Το ψωμί «που μας καίγεται στην πόρτα του φούρνου», στο, αντλημένο από την ποιητική συλλογή Οι μαύροι μαντατοφόροι του Σέσαρ Βαγιέχο, μότο, στέκεται επικεφαλής, ως έναυσμα, μιας σειράς αναφορών στην τροφή, υλική, πνευματική, ψυχική, και την έλλειψή της (ένα ανάλογο εγχείρημα, με τις δικές του συντεταγμένες, ήταν ο προαναφερθείς Λιμός), είτε αυτά σημαίνονται ήδη από τον τίτλο («Συσσίτια») είτε υπάρχουν στο σώμα του ποιήματος: «Μ’ αυτά προσφέρω ένα έδεσμα/ Από μέλι και ζύμη κατάκοπη./ Δεν είναι λίγα, πίστεψέ με,/ Τα πουλιά που μαζεύονται γύρω μου». Ταυτόχρονα, τέτοιες αναφορές είναι φανερό πως λειτουργούν και ως δείκτες ποιητικής, με την έννοια της άμεσης εξομολόγησης της ποιήτριας σχετικά με τα εργαλεία της και τα «προϊόντα» τους, προϊόντα τα οποία, κάποτε, κοιτά με σαρκασμό και, άρα, βαθιά περίσκεψη: «Να τι απομένει απ’ τις βαρύτιμες εκδόσεις,/ Μόχθος, γεμάτες αποθήκες, θάνατος». Ο θεματικός άξονας της Χριστοδούλου, ωστόσο, δεν εγκαθιδρύεται ποτέ μόνον στο ποιητικό υποκείμενο (κάτι το οποίο, εξάλλου, είναι αναπόφευκτο – όπως αναπόφευκτο είναι, αν όχι και επιθυμητό, να αποτίσει η ποιήτρια φόρο τιμής, ονομαστικά ή τεχνοτροπικά, στους ομοτέχνους που έβαλαν τη σφραγίδα τους στο έργο της), αλλά εξακτινώνεται με καθαρή, και γι’ αυτό άφοβη, σατιρική ματιά στο ανθρώπινο περιβάλλον του, καταγράφοντας παρελάσεις αστέγων και αποικίες μικρών ανθρώπων.

Είναι όμως, πλέον, κοινός τόπος ότι τέτοιες εξακτινώσεις γίνονται ακόμα πιο ουσιαστικές, όταν περνούν μέσα από την προσωπική εμπειρία. Και η περί ης ο λόγος εδώ εμπειρία περιλαμβάνει, βέβαια, τι άλλο, την οδύνη της απώλειας και την, εξίσου μεγάλη, οδύνη της νοσηλείας ενός αγαπημένου προσώπου. Αναρωτιέμαι: ποιος θα είχε το κουράγιο να επιλέξει για τη γιορτή της μητέρας ένα ποίημα σαν το «Αυτοκρατορίες» ή το «Μέρα με τη μέρα». Και η οδύνη, βέβαια, γνωρίζει καλά πώς να ανανεώνεται, παρόμοια με το ρολόι: «Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,/ Εξαντλείται και πάλι ακέραιο/ Επιπλέει». Στον χρόνο του καθενός μας, φυσικά, η προαναφερθείσα «εξάντληση» σημαίνει θάνατο, από τον οποίο μόνο για αστείο μπορεί κανείς να σκεφτεί «να το σκάσει».

Με αυτήν τη συλλογή, αν όχι ήδη από νωρίτερα, η Χριστοδούλου εμφανίζεται αποστομωτικά σίγουρη για τα καλλιτεχνικά μέσα τα οποία διαθέτει, χάρη, αφενός, στην προίκα που της έδωσε η φύση και, αφετέρου, στην επιμέλεια με την οποία η ίδια εργάστηκε για να αξιοποιήσει το τάλαντο. Αυτή η κατακτημένη, πλέον, τέχνη δεν αποδεικνύεται μόνον μέσω των συμβόλων, ταυτόχρονα διάφανων και προσωπικών, που στίζουν, συγκροτώντας και συγχρόνως αναλύοντας, το έργο της, όπως το φίδι, τα γόνατα, τα βατράχια, οι κύβοι της ζάχαρης, το πουδραρισμένο πρόσωπο, τα κουμπιά των ρούχων, τα δόντια, το ποτάμι· ούτε μόνον μέσω μιας, συντελεσμένης εδώ, αποφθεγματικότητας, που προσφέρει στίχους όπως οι ακόλουθοι: «Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν/ Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε./ Με μάτια διάπλατα και υγρές βλεφαρίδες/ Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα,/ Κάθε πρωί σκύβει στ’ αυτί τους η Κόλαση./ Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους,/ Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι…». Αποδεικνύεται και μέσω του χιούμορ, το οποίο η ποιήτρια χειρίζεται τόσο επιδέξια, ώστε αυτό να ανάβει και να σβήνει σαν διακόπτης φωτός (δείτε, επί παραδείγματι, τη συνομιλία των τριών τελευταίων στίχων από τα ποιήματα «Προσκυνήματα» και «Κατασκευαστής σε εξορία / Προσκυνήματα ΙΙ»). Και, βέβαια, αποδεικνύεται μέσω της, πραγματικά θαυμαστής, συνεκτικότητας της συλλογής της, η οποία μοιάζει να μην κάνει άλλο παρά να επεξηγεί τον τίτλο της, αλιευμένον εκ των υστέρων, όπως διαβάζουμε, από φίλη πολύτιμη. Έτσι, ο τίτλος εμπλουτίζεται ακατάπαυστα, με σχεδόν κάθε ποίημα που προστίθεται καθώς περνούν οι σελίδες και με κάθε καινούργια ανάγνωση των ήδη διαβασμένων. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης φωτίζεται από το «Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι», αλλά και, κομίζοντας διαφορετικές αποχρώσεις, ή και χρώματα, κάθε φορά, από τα «Μετά τη νύχτα», «Αρτοκλασία», «Χώμα και νερό», «Λαίμαργη φλόγα», «Διαθέσιμη ύλη», «Κουίντες», «Η τροφός», «Η προτομή», «Το σοφό δείπνο», «Ένα σώμα δεν ήθελε να κουβαλήσει την ψυχή του». Στο συνοπτικά περιγεγραμμένο από τα προαναφερθέντα ποιήματα νοηματικό δέντρο, τα έτερα της συλλογής συμπληρώνουν τα κλαδιά, τα παρακλάδια και τα φύλλα.

Και επειδή η αληθινή ποίηση φωλιάζει βαθιά μέσα μας, και στους αναγνώστες και στους δημιουργούς, και τα σήματά της είναι ό,τι συγκεχυμένα προβάλλεται στην αμάθητη φαντασία μας (εμάς των αναγνωστών), το δέντρο που σας προανέφερα φανταστείτε το και κάπως έτσι: «Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε./ Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/ Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου./ Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,/ Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,/ Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά/ Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι./ Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,/ Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…» Το έξοχο «Δέντρο του χειμώνα» του Μανώλη Αναστασάκου στο εξώφυλλο θα έλεγε κανείς πως εικονογραφεί, ιδανικά σχεδόν, την ως άνω, ποιητικά μεταγεγραμμένη, υπαρξιακή συνθήκη.

 

2012 Ο ΤΡΟΜΟΣ ΩΣ ΑΠΛΗ ΜΗΧΑΝΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

«Το Βήμα»/ «Βιβλία», 10.3.2013

Από τον γαλλικό Μάη ως την ελληνική κρίση

Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προέρχεται από τους νεότερους κλώνους της γενιάς του 1970 και το ποιητικό της κλίμα θα πιάσει ευθύς εξαρχής το νήμα της εσωτερικής αναζήτησης για να καταλήξει πολλές φορές (ιδίως με τις συλλογές της Λιμός και Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2007-2010) σε συνθέσεις υψηλού δραματικού σπαραγμού.

Με το Ο τρόμος ως απλή μηχανή η Χριστοδούλου θα δοκιμάσει ένα τολμηρό βήμα προς τον εξωτερικό κόσμο προσπαθώντας να συμπυκνώσει σε ορισμένες καίριες ποιητικές στιγμές τα συμπτώματα των καταστάσεων που ζούμε στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια. Παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διάθεση στιγματισμού και καταγγελίας και βασισμένη σε μιαν απογυμνωμένη εικονοποιία που μετατρέπει τις ανθρώπινες φιγούρες της σε σιωπηλά συμβολικά ράκη, η ποιήτρια θα μιλήσει με στίχους τους οποίους θα αρδεύσει ένα απρόσμενο και ταυτοχρόνως παραλυτικό ρίγος: «Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι/ Και κάνεις τη βουτιά. Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα/ Σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».

Η κρίση έχει χάσει εν προκειμένω την πολιτική της επικαιρότητα, αλλά όχι και το βάθος με το οποίο αποτυπώνεται στην καθημερινή μας συνείδηση. Δουλειά του ποιητή δεν είναι να στηλιτεύσει τους οποιουσδήποτε υπεύθυνους, αλλά να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα γεννηθεί το τέρας στην καρδιά των αθώων.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 2.3.2013

Εμείς και ο τρόμος

Η ενδέκατη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έρχεται πέντε χρόνια μετά τον τιμημένο με Κρατικό Βραβείο Ποίησης «Λιμό» και μόλις δύο μετά την προηγούμενη συλλογή της «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Θαρρώ πως τα τρία αυτά βιβλία –μαζί με το «Ελάχιστα πριν» του 2005– αποτελούν την επισφράγιση βαθιάς ωρίμανσης μιας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 αλλά και μία σαφή –θα έλεγα οριστική– αλλαγή τόνου από τον κομψό, εγκεφαλικό λυρισμό των πρώτων της έργων προς την τολμηρή μέθοδο ενός σαρκαστικού ελέους.
Αν στους «Ασσύριους», η Χριστοδούλου επικεντρώθηκε στην απαξίωση της ύπαρξης μέσα από το πρόσχημα της εξαφάνισης πολιτισμών, στη νέα συλλογή εστιάζει στο επαχθές εδώ και τώρα της ελληνικής (και παγκόσμιας) κατάστασης, διατηρώντας και πάλι ως θέμα της την πτώση. Η οικονομική παράμετρος της κρίσης χρησιμοποιείται ως εύκαιρος κοινωνικός και πολιτικός διαθλαστικός φακός, που διανοίγει και πάλι το δράμα της ύπαρξης προς την οντολογία του πάντοτε («Πώς θα ισοσκελίσω τις δαπάνες / Με τόσο χώμα στις τσέπες μου;»). Το ανεπίδοτο του ανθρώπου έρχεται πια και φωλιάζει μες στη στυγνή επικαιρότητα, η οποία γίνεται έτσι –σαν κατά τύχη– μοχλός ανάδειξής του. Η οικονομική θεομηνία επιτείνει τον αβίωτο βίο και τον άδικο μόχθο, για τα οποία η Χριστοδούλου έχει ξαναμιλήσει στο παρελθόν. Αλλά είναι η συντριβή της ατομικής ηθικής συνείδησης και η εξοικείωσή μας με τον τρόμο (να η δόλια ιδιότητα του τρόμου ως απλής μηχανής) που οδηγεί μια χώρα στην απονέκρωση. Η Χριστοδούλου μοιάζει να προτείνει πως δεν είναι πια το άτομο που πεθαίνει σαν χώρα, αλλά η χώρα που πεθαίνει σαν άτομο. («Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς. / Καθένας όλο του το σόι».)
Ετσι, στα 94 ποιήματα της συλλογής ακτινογραφείται η άστεγη και απαρηγόρητη φύση του ανθρώπου στην άθρησκη ξηρότητα του 21ου αιώνα. Μέσα στον βιό-τοπο αυτόν –όπου το προσωπικό και το πολιτικό βρίσκονται σε αλληλοεγκόλπωση–, ο καθημερινός άνθρωπος και οι αφανείς του βίοι κατέρχονται έναν Αδη, γελοίοι και γελασμένοι («Τι κωμωδία των περιστάσεων… / Ποιος είναι ποιος; Τι εννοεί το ποίημα; Ποια γλώσσα ονομάζει τι; Ποιο καθεστώς και ποια αθανασία;»). Εδώ, ο άνεργος στέκει οντολογικά άεργος και αμήχανος απέναντι στον έσω-έξω τρόμο μιας αιωνίως νέας κατάστασης πραγμάτων.
Στα ποιήματα αυτά –μέσω εναλλαγής περιστατικών, εξομολογήσεων, σπαραγμάτων αφήγησης, μονολόγων θεατρικής εκφοράς– θριαμβεύει η πολυεστιακή οπτική γωνία: όχι μόνο το πρώτο, αλλά και το τρίτο ενικό και πληθυντικό πρόσωπο της ποίησης. («Πάνω απ’ όλα μ’ ενδιαφέρει / Αυτός που δεν είμαι εγώ».) Ομως τώρα η Χριστοδούλου τείνει και προς το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του «εσείς»: η συλλογή κατέχεται από το ήθος μιας πολυφωνικής μαρτυρίας, η οποία καταλήγει σχεδόν σ’ ένα σπασμένο χορικό, χτισμένο για να μας εμπεριέχει.
Παρά τη δυσκολία της θεματικής, που θα μπορούσε να εκτραπεί προς τη μεμψιμοιρία και τη συναισθηματολογία, και αν εξαιρέσει κανείς μια υποψία περίσσειας στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η ματιά της Χριστοδούλου παραμένει θαυμαστά ακριβής, κυνικά ψύχραιμη και μαζί συμπάσχουσα. Το ειρωνικό, (αυτο)σαρκαστικό –σε περιπτώσεις ακόμη και σατιρικό–, απόθεμα αυτού του βλέμματος παράγει ποιήματα για τη συντριπτική θλίψη, που δεν θρηνωδούν ούτε γογγύζουν. Πυκνότητα ύφους, κυμαινόμενος ρυθμός, αναζήτηση της δραστικής μεταφοράς, μετωνυμική εκτίναξη των λέξεων, καβαφικού τύπου ειρωνεία και οικονομία, καθώς και μια κομψή αποφθεγματικότητα που πλησιάζει μάλλον την Ντίκινσον παρά τη Δημουλά. Ενδιαμέσως, η Χριστοδούλου επιτρέπει σοφά στο βιβλίο της μεμονωμένα ιντερμέδια κάλλους: λυρικές ή κρυπτικές εκτροπές που κατατείνουν προς την ομορφιά. Μια ομορφιά, ωστόσο, που τρομάζει και αυτή να εδραιωθεί ή να επιμείνει στη λυρική της βεβαιότητα.
Προς το κλείσιμο της συλλογής επικρατεί αποκλιμάκωση, ένα coitus interruptus θαυμάσια ταυτισμένο με το θέμα της. Η Χριστοδούλου, με αυτοσπαρασσόμενο σαρκασμό, δηλώνει ανήμπορη να παράσχει για μιας τον τελικό αρμόδιο στίχο. Εχει όμως προλάβει να φτάσει στον επίφοβο στόχο. Λογαριάζω αυτή την εθελούσια ομολογία «αδυναμίας» ως ένα είδος ουσιαστικής φιλευσπλαχνίας προς όλους, αλλά και ως δυνάμει επαναστατική πράξη: Αποσυρόμενη, μας βοηθά να μείνουμε μόνοι και να καθρεφτιστούμε στον καθρέφτη μας, ώστε να αντέξουμε το άγριο είδωλό μας ανάμεσα στο φάρμακο και στο φαρμάκι.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

«Το Βήμα», 11.11.2012

Το άλυτο πρόβλημα

Το προκείμενο συντάχθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο (3-4 τρέχοντος μηνός), απηχεί επομένως συνθήκες ενός διημέρου τόσης και τέτοιας πολιτικής ασυναρτησίας, που δύσκολα αντέχεται, αν δεν έχεις ατσάλινα νεύρα. Συνέπεσε εξάλλου και το κατακούτελο σοκ της διεθνικής Οδύσσειας στο Εθνικό Θέατρο, επιδεινώνοντας την γενική παραζάλη, που εμποδίζει ν’ ακουστούν εγκαίρως κάποια μετωπικά σχόλια. Αντ’ αυτού προκρίνεται ένα γενναίο ποίημα, που μπορεί, καθυστερημένα έστω, να τα εκμαιεύσει. Επιγράφεται «Η απλότητα του τρόμου»:
«Είναι απλό: Δεν σε πεθαίνει ο τρόμος. / Ο τρόμος μόνο σε ξεγεννάει. / Βγάζει το φίδι απ’ την κοιλιά σου. / Ο μαιευτήρας σού χαμογελά, / που ζεις μια τέτοια αιθέρια νύχτα.
Είναι απλό. Ο τρόμος δεν σε ταπεινώνει. / Σε αίρει στο ύψος των περιστάσεων. / Απλώς πατάς πάνω στον εαυτό σου. / Ο τρόμος δεν επείγεται. Σε περιμένει. / Μπορείς σκεπτόμενος να διαφύγεις. / Απλώς δεν μπορείς να σκεφτείς. / Στον τρόμο ένα κι ένα κάνουν δύο. / Απλώς δεν βρίσκεις το πρώτο και το δεύτερο: / τη στιγμή αυτή ο ένας σε ψάχνει / κι ο δεύτερος του φανερώνει τη θέση σου. / Ο τρόμος προνοεί. Ο τρόμος είναι ψύχραιμος. / Εξάλλου ξέρετε κι οι δυο τί θ’ αξιώσει. / Πίνει ακόμη μια γουλιά απ’ τον καφέ του / κι απλώς σηκώνει τα μάτια του πάνω σου.
Είναι απλό. Η φωνή του αέρα, / οι ψίθυροι οι σοφοί των ερειπίων, / το κουρέλι από την υγρασία που απομένει / σε κάποια σκιερή γωνιά του πυρετού, / όλα γλιστράνε μέσα στο φρεάτιο. / Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι / και κάνεις τη βουτιά. / Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα / σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».
Επεται ένα πεζό (ομόλογο όμως) παράθεμα, από την άλλη όχθη, με τίτλο ερωτηματικό: «Πιστεύεις στα θαύματα;» Το παραθέτω: «Αν από θαύμα, δηλαδή, η κρίση γινόταν αύριο το πρωί πικρή ανάμνηση, τι θα είχε αλλάξει στη χώρα από εκείνα που θα έπρεπε αλλάξουν, από εκείνα που μας οδήγησαν στη σημερινή δεινή θέση; Η σύντομη απάντηση είναι: τίποτε».
Το ποίημα είναι της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, και λειτουργεί ως πρόγραμμα της τελευταίας αποκαλυπτικής συλλογής της, που επιγράφεται Ο τρόμος ως απλή μηχανή. Αυτοσυστήνεται εξάλλου απερίφραστα στο συνημμένο δελτίο Τύπου: «Οταν ο τρόμος φαντάζει οικείος, καθημερινός ή και μοιραίος, όταν το αποτρόπαιο επιβάλλεται με την απλότητα φυσικού νόμου, τότε μπορεί κάποιος να μιλά για «κρίση» ή, ακόμη πιο στενοκέφαλα, για «οικονομική κρίση». Η ποίηση όμως έχει το δικαίωμα, αναζητώντας τη δραστική μεταφορά, να προσπεράσει κάθε μίζερη κυριολεξία προς την κατεύθυνση της πιο καθολικής αποτύπωσης του θανάτου μιας χώρας, μέσα από τη φοβική συντριβή των συνειδήσεων».
Το δεύτερο παράθεμα ανήκει σε άρθρο του Παύλου Τσίμα, δημοσιευμένο στο Σαββατοκύριακο 3-4 Νοεμβρίου των «Νέων», και επαναλαμβάνεται στο τέλος οξύτερα: «Αν αύριο το πρωί, λοιπόν, από θαύμα, η κρίση τέλειωνε, τι στ’ αλήθεια θα είχε αλλάξει στη χώρα; Πόσα βήματα θα είχε κάνει προς την κατεύθυνση του πραγματικού, του πολιτικού δηλαδή προβλήματός της;».
Προφανώς για άλυτο πολιτικό πρόβλημα τελικώς μιλούν και τα δύο παραθέματα, καθένα με τον τρόπο του. Σχολιάζοντας κι εγώ τις προάλλες προφορικά την περί απλού τρόμου συλλογή της Χριστοδούλου, βαθύτατα πολιτική, αναγνώρισα την τολμηρή πρωτοτυπία της και σ’ αυτό το κρίσιμο κεφάλαιο: αντιστέκεται σθεναρώς σε κάποιες βολικές διχοτομίες της πλήθουσας ποιητικής μας παραγωγής, όπου εφαρμόζεται, ως υποχρεωτική, η διαφορά ανάμεσα στον ποιητικό λόγο και στον πολιτικό βίο, μήπως και χάσει την αυταξία και την ακεραιότητά της η ποίηση. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει στις μέρες μας και με την παραπαίουσα πολιτική μας πρακτική, όπου ο πολιτικός λόγος φαίνεται να έχει πάρει διαζύγιο από τον πολιτικό βίο, ο οποίος βαίνει μάλλον προς κατάργηση. Αποτέλεσμα: έχουμε έλλειμμα πολιτικού βίου, αλλά πλεόνασμα παραπολιτικού λόγου, έντυπου και ηλεκτρονικού. Αυτή ωστόσο η σκόπιμη διάζευξη των δύο όρων οδηγεί εντέλει στην παραποίηση, τόσο στην περιοχή του λόγου όσο και στην περιοχή του βίου (ποιητικού και πολιτικού). Αποτέλεσμα: ο πολιτικός λόγος ολισθαίνει στον λαθραίο παραλογισμό, ενώ ο πολιτικός βίος καταλήγει αβίωτος.
Το δυστύχημα είναι ότι η διπλή αυτή παραποίηση ασκείται και στο απόκομμα της Δημοκρατικής Αριστεράς, παρότι φάνηκε πως είχε υποχωρήσει στο μεταξύ, ύστερα από την απερίσκεπτη εφαρμογή της στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Μαΐου, με τα γνωστά (μοιραία μάλλον) αποτελέσματα. Τώρα δυστυχώς επαναλαμβάνεται, με την απόφασή της να μην ψηφίσει στο σύνολό τους τα (δυσβάστακτα πράγματι αλλά αναπόφευκτα πλέον) προτεινόμενα μέτρα, παραμένοντας όμως συνάμα σύμμαχο μέλος της τρικομματικής κυβέρνησης.
Πρόκειται για πραγματο-λογική αντίφαση, που δικαιώνει όσους πιστεύουν ότι ο πολιτικός μας βίος χρειάζεται γενικώς και επειγόντως βιοψία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

«Το Βήμα», 26.8.2012

Άτυπη στάση,

Από όλους τους όρους που έχουν τα τελευταία χρόνια πολιτογραφηθεί για να επονομάσουν όψεις, κατόψεις και προσόψεις της οικονομικής μας εξαθλίωσης (κατά σειρά εμφανίσεως: κρίση, μνημόνιο, τρόικα, λιτότητα, χρεοκοπία, κούρεμα, επί-ανά-διά-πραγμάτευση, επιμήκυνση) κόλλησε στο μυαλό μου περισσότερο η άγνωστή μου ως χτες ακόμη έκφραση «άτυπη στάση». Απωθώντας γρήγορα τη συνημμένη γενική «πληρωμών» και το παυσίπονο ματζούνι ότι δεν σταματούν ακόμη οι μισθοί και οι συντάξεις, έστω κι αν πετσοκόβονται, πήρα να αναρωτιέμαι τι μπορεί άραγε να σημαίνει μόνη της η δίλεξη αυτή διατύπωση, ψάχνοντας πιθανές και απίθανες εκδοχές και εφαρμογές της.
Στην αρχή φαντάστηκα πως πρόκειται για κόλπο της Τροχαίας: να κόβει πρόστιμο σε όποιον παρκάρει πάνω σε διάβαση. Μετά πήρα φωτιά και φόρα: άτυπη στάση, είπα, είναι να κοιμάσαι όρθιος, να στέκεσαι στο ένα πόδι, να κυκλοφορείς γυμνός, να γράφεις «απολίτιστα μονοτονικά». Εντέλει προσγειώθηκα, παίρνοντας το λεξικό στο χέρι, να δω τι πάει να πει η καθεμιά από τις δύο λέξεις.
Πρώτα το «άτυπη», ως διαφυγή από το δίλημμα ανάμεσα στο «παράτυπη» και στο «τυπική». Υστερα η «στάση», ως ανάπαυλα μετά από υποχρεωτική ή προαιρετική κούρσα. Καταλήγοντας στα νερά μου, μουρμούρησα εντέλει μέσα μου: υπάρχει εντούτοις ένας τύπος άτυπης συμπεριφοράς (έκφρασης, ομιλίας, γραφής) πλάι στον τυπικό και τον συνηθισμένο. Σ’ αυτόν ανήκουν πολλά άλλα παράδοξα, αλλά και η παραβατική λογοτεχνία• η γνήσια ποίηση κατεξοχήν.
Οπότε έσκυψα στην τελευταία ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου, που επιγράφεται «Ο τρόμος ως απλή μηχανή», αποκαλύπτοντας την άτυπη όψη-κόψη τόσο του τρόμου όσο και της μηχανής του. Οδηγός πρώτης ανάγνωσης το επόμενο ποίημα, υπό τον τίτλο «Νέα Πίστη»:
«Αφού δεν είναι βέβαιο το φύλο μας, / Ας είναι τότε η φυλή μας. / Ας ανήκουμε στο δυνατό συνδικάτο / Που χορηγεί στα χρωμοσώματα οικόσημο, / Που πλένει το νερό με το κάρβουνο / Και σβήνει τη δίψα της τιμής… // Αφού δεν είναι ασφαλής η αίρεση, / ας είναι τότε η πυρά της αλήθειας. / Ας σφίξουμε το λαιμό του με τα χέρια μας / Εκείνου που μας εγκαταλείπει. / Που τολμά με τα πεταγμένα του μάτια / να βλέπει στα έγκατα της μοναξιάς».
Χρειάστηκε στο μεταξύ ένα ακόμη ποίημα, από την ίδια συλλογή: τυπωμένο και στο οπισθόφυλλο, σαν διαμαρτυρία ή μανιφέστο. Τίτλος του κεφαλαιογράμματος: ΕΠΑΙΤΗΣ.
«Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι. / Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα / Και νιώθει παντελώς αγράμματος / Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του. // Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του. / Μισεί και ντρέπεται και φοβάται./ Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια. / Δεν προσδοκά καθαρό αέρα. // Ολη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο / Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του. / Σκιαγραφούμενος σ’ ένα γραμμάτιο / Περνά κατευθείαν στον Χάρο. // Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα / Να ζητιανέψει τα ναύλα».
Αυτό είναι σίγουρα άτυπη ποίηση, σπάνια και γενναία. Που θα μπορούσε να την πει κανείς και «άτυπη αντίσταση». Υπό τον όρο πως αντιστέκεται καταρχήν στον εαυτό της. Μια στάση-αντίσταση δηλαδή, που βγαίνει θεληματικά έξω από τον οχυρωμένο χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να την στεγάσει και να την προστατέψει. Εισβάλλοντας σε μια περιοχή που δεν ανήκει σε κανέναν, παραπέμποντας σ’ ένα περίεργο κενό, όπου αράζει ο τρόμος της απλής μηχανής, που λέγεται αλλιώς και χρόνος.
Είπα «κενό» κι ο νους μου πήγε αυτόματα στο πιο σημαντικό ίσως ποίημα του Σεφέρη, που πολύ τον παίδεψε, ώσπου να βρει το σχήμα της υποδοχής του. Ο λόγος για τον «Βασιλιά της Ασίνης», όπου η λέξη «κενό» ακούγεται δύο φορές. Την πρώτη στον πρώιμο στίχο 20: «Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα». Τη δεύτερη, λίγο πριν φτάσει το ποίημα στην έξοδό του. Αντιγράφω επακριβώς τις ερωτήσεις που καταλήγουν, χωρίς ενδιάμεση στίξη, στην κρίσιμη λέξη:
«υπάρχουν άραγε / εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς / υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής / εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας / αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου / ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος / η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής / εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας / σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας / ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στον βούρκο / εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής. / Ο ποιητής ένα κενό».
Στο μεταξύ γεμίζει ο Αύγουστος το δεύτερο φεγγάρι του, αδειάζοντας ένα δύστροπο, άτυπο καλοκαίρι, πνιγμένο στους καύσωνες.

 

 

ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 632, 4.12.2010

Με τα εύρετρα της ποιητικής τέχνης για κτερίσματα από άλλες εποχές, «

Ουράνια σώματα που λειτουργούν ως προκλήσεις ή προσκλήσεις της θνητής φύσης της ποιήτριας για/σε παράδοξες υπερβάσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων της παρέχεται η δυνατότητα να ψαύσει ή να διαισθανθεί σκοτεινές πτυχές της πνευματικής της υπόστασης (κι αν τις χαρακτήρισα παράδοξες, είναι επειδή, ενώ ώς τώρα θεωρούσα την υπέρβαση συνώνυμο της αναβάσεως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, συχνά την αισθάνθηκα -την υπέρβαση- να πραγματοποιείται διά της καταβάσεως). Συμπαντική αντίληψη της ζωής και του κόσμου (η οποία δημιουργείται από την κατόπτευση επιμέρους στοιχείων της μιας και του άλλου), με όλα να τελούν υπό την εποπτεία ενός επίβουλου και επίφοβου Αγνώστου. Μπεκετικές εκδοχές γύρω από το ζήτημα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, με τις δύο αυτές να εναλλάσσονται, όχι αντιμαχόμενες, αλλά σαν συναποφασισμένες να διασαλεύουν και να θέτουν σε δοκιμασία την εσωτερική τάξη τού μονίμως εν απορία διατελούντος ανίσχυρου υποκειμένου. Διασάλευση των, ούτως ή άλλως, συγκεχυμένων διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο ύψος και το βάθος -ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω ανάμεσα στο ύψος και στον βυθό του;-, ανάμεσα στο εν μέρει γνωστό και ανοίκειο εδώ και στο διαισθητικά συλλαμβανόμενο, άγνωστο, κι όμως περισσότερο οικείο, εκεί.

Αυτές είναι μερικές μόνον από τις σκέψεις που έκανα διαβάζοντας τα ποιήματα της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χριστοδούλου, ενώ, παράλληλα, ένιωσα να επιβεβαιώνονται όσα είχα σημειώσει για την υφολογική της ιδιαιτερότητα, αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της, Λιμός (2007): «Πρόκειται για έναν λόγο εντελώς ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο -παρατηρούσα-, έτσι καθώς διατυπώνεται-εκδιπλώνεται σαν προστατευτικός του δονούμενου σώματος και της ακατάπαυστα ταλανιζόμενης σκέψης του ποιητικού υποκειμένου. Χωρίς να είναι χαμηλόφωνος, ελάχιστα απέχει από τη σιωπή· σχεδόν την αγγίζει, ενστερνίζεται την αμφισημία της και είναι φορές που, θερμαινόμενος απ’ αυτήν, αποκτά κάτι από την υφή του ονείρου. Είναι σταθερός, χωρίς, ωστόσο, η σταθερότητά του να τον εμποδίζει να διαχέεται μουσικά· μοιάζει αβέβαιος, αλλά δεν είναι, δεν κλυδωνίζεται μέσα στην αβεβαιότητα· απλώς διατηρεί το λίκνισμα κάποιων λυγμικών συναισθημάτων, αβίαστα και διακριτικά υποταγμένων στη νόηση, ενώ στις κλειδώσεις των αρμών που τον συνέχουν διακρίνονται ζωηρές ανταύγειες ενός υπερκόσμιου φόβου, αλλά ενός φόβου αποφασισμένου να μην παραδοθεί, ούτε να αφεθεί να παρασυρθεί στα/από τα αίτια που τον προκάλεσαν».

Το πράγμα, ωστόσο, δεν σταματάει εδώ. Υπάρχουν και πολλά πρωτοφανέρωτα -στα νέα ποιήματα της Χριστοδούλου- στοιχεία, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με τη βιολογική και, κατ’ επέκταση πνευματική της ωρίμανση, η οποία την ωθεί σε ιλιγγιώδεις μετεωρισμούς, ανάμεσα σε αντιθετικά μεταξύ τους δίπολα σχήματα, όπως ζωή-θάνατος, ύπαρξη-ανυπαρξία, φως-σκοτάδι, πραγματικότητα-κόσμος του ονείρου και της φαντασίας, εδώ- επέκεινα κ.λπ., καθώς και με μιαν έντονη διάθεση να επαναπροσδιορίσει πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που διαδραμάτισαν ή που εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλο στη ζωή της και να επαναπροσδιοριστεί σε σχέση με αυτά. Υπάρχουν επίσης νέα στοιχεία που οφείλονται στην πρόθεσή της να επανεκτιμήσει ρόλους και θυσίες που επέλεξε και δέχτηκε να κάνει, ενεχυριάζοντας τον εαυτό της στην υπόθεση της ποίησης, παρακινημένη από τη σαγηνευτική ψευδαίσθηση ότι ίσως έτσι θα της δινόταν η δυνατότητα να επικοινωνήσει με το «υπέρτερο»· για να καταλήξει στην επώδυνη απομυθοποίηση των τροφοδοτικών της ποιητικής της διάθεσης ψευδαισθήσεων· ψευδαισθήσεων απολύτως συνυφασμένων με μία ομολογημένη ή τεκμαιρόμενη αίσθηση ανωτερότητας και με έναν αμετάκλητα ματαιωμένο πνευματικό ναρκισσισμό. Και άλλα, ακόμα, ενδεικτικά της προσπάθειάς της να ακινητοποιήσει και να συγκεκριμενοποιήσει στιγμιότυπα-φάσεις της υπαρξιακής αγωνίας που τη διακατέχει μπροστά στα επικείμενα· αγωνίας που την καθηλώνει στη μετέωρη στάση του αποχωρισμού ή του αποχαιρετισμού, που τη στερεί από κάθε κατακτημένη ή νομιζόμενη βεβαιότητα και την ωθεί σε συνεχείς επαναδιαπραγματεύσεις των όρων της ζωής. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρωτεργάτης της αποκαθηλωτικής διαδικασίας των βεβαιοτήτων, η διαίσθηση, όσο κι αν συμβάλλει στη διάβρωση του στερεώματος του ορθού λόγου, δεν κατορθώνει να τον κατακρημνίσει, με συνέπεια ο ίσκιος του, τα έστω συγκεχυμένα και διαρκώς μετακινούμενα όρια του ίσκιου του, να διαδραματίζουν ρόλο προστατευτικό και συγκρατητικό των αισθημάτων και των ενίοτε απειλητικών συγκινησιακών φορτίσεων.

Εχει κανείς την αίσθηση ότι η ποιήτρια, κινούμενη με μοναδικό εφόδιο τις βεβαιωμένες της αβεβαιότητες, κινείται και συμπεριφέρεται ως καλόπιστη, πλην όμως αναποφάσιστη και διχασμένη, οφειλέτρια, που δεν ξέρει πού οφείλει τα περισσότερα και τα ουσιωδέστερα: στη ζωή ή στον θάνατο· στον λόγο ή στη σιωπή. Σε αντίθεση με τον χρόνο, ο οποίος είναι ένας πιστοποιημένα κακόπιστος οφειλέτης, που ποτέ δεν επιστρέφει τα οφειλόμενα, κι αν, καμιά φορά, τα επιστρέψει (ένα «χρεόγραφο κατάστικτο από διαδρομές εντόμων»), είναι τόσο αλλοιωμένα που ο δανειστής αδυνατεί να τα αναγνωρίσει. Η ίδια, ωστόσο, φροντίζει να είναι απολύτως συνεπής απέναντι στον χρόνο· περιβάλλεται υποτακτικά τα δέρματα όλων των ηλικιών που διάνυσε, χωρίς ποτέ καμιά να απαρνηθεί και να εγκαταλείψει απόδειξη ότι η παρούσα, η διανυόμενη ηλικία της, είναι το αξεδιάλυτο -κι ωστόσο με αναγνωρίσιμα τα επιμέρους γνωρίσματα της καθεμιάς- άθροισμά τους. Ευφρόσυνα την αποδέχεται, μολονότι το ξέρει και το διαισθάνεται, ότι σ’ αυτήν είναι που ο πόνος θα εγκαθιδρύσει την οριστική δυναστεία του, θα γίνει μόνιμος εγκάτοικος του σώματός της και, σιγά σιγά, ο μοναδικός ιδιοκτήτης του.

Ο χρόνος, ο πόνος και, βέβαια, η φθορά και ο θάνατος -αυτός ο αμείλικτος και αδέκαστος ρυθμιστής των πάντων, που ερευνά, εντοπίζει και ψαύει τις πλέον ευπρόσβλητες πλευρές του καθενός για να εναποθέσει τις προϋποθέσεις του-, μπορεί να τείνουν στην κατάργηση της ζωής, παράλληλα όμως την πιστοποιούν και τη μεγαλύνουν και, το παράδοξο: παρά την παντοδυναμία τους, όχι μόνο δεν μπορούν να στερήσουν τον φθαρτό και καθημερινό άνθρωπο από την ασίγαστη, κάποτε παράλογη, πίστη στο ενδεχόμενο ενός προσωπικού θαύματος, αλλά τον ωθούν προς αυτήν και του την ενισχύουν. Μάλιστα ο ονομαστικός θάνατος, θέλω να πω ο θάνατος ως συντελεσθείσα απώλεια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, επιτελεί και έναν ακόμα, επιπρόσθετο, σημαντικότατο προορισμό: κινητοποιεί τους επιζώντες, γεννώντας, με τον φόβο του, πρόσκαιρα συναισθήματα τρυφερότητας και αλληλεγγύης και ενισχύοντάς τους την, έστω φευγαλέα, βεβαιότητα ότι υπάρχουν. Ο συγκεκριμενοποιημένος θάνατος του ενός στερεώνει τη ζωή των επιζώντων και ξυπνά μέσα τους το ένστικτο ή την αίσθηση του χορτασμένου ζώου.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα ποιήματα της τελευταίας συλλογής της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου είναι, στην πλειονότητά τους, ποιήματα λυπημένα («και πότε -άλλωστε- δεν ήσαν;»), χωρίς, ωστόσο, να χάνουν την εγκαρδιότητά τους και χωρίς να βυθίζονται στο πένθος και στην ασάφεια των, όχι πάντα προσδιορίσιμων αισθημάτων που τα προκάλεσαν. Ισως γιατί μονίμως ηνιοχούνται από την πρόθεση της ποιήτριας να αποδείξει και να καταδείξει τα βαθύτερα, υπαρξιακής υφής, αίτια που την υποκινούν και την κινητοποιούν ποιητικά. Οι στίχοι της μπορεί να είναι μελαγχολικοί, ο ήχος τους ωστόσο δεν είναι μονοδιάστατα μελαγχολικός· διαπερνάται, εμπλουτίζεται και απαλύνεται από κάτι εντελώς ιδιότυπους, προσωπικούς ιριδισμούς, συναισθηματικούς και της νόησης. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και εκφράζεται μπροστά στο αχανές των κατακερματισμένων βεβαιοτήτων της, είναι ένας τρόπος καταργητικός του μαύρου· διασταλτικός της συμπαγούς και της αρραγούς ουσίας του, όσο χρειάζεται για τη δημιουργία ρωγμών, από τις οποίες διαπερνούν ακατάπαυστα χρώματα που, ίσως για λόγους σεμνότητας, υποδύονται το γκρίζο, κρύβοντας, αλλά όχι αποβάλλοντας τη χρωματική τους ένταση. Η ποίηση της Χριστοδούλου είναι μια ποίηση ποικίλων χρωματικών αποχρώσεων -της σκέψης και των συναισθημάτων της-, υποσκαπτικών του, νομιζόμενου αμετακίνητου και δεσπόζοντος, μαύρου.

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 614, 31.7.2010

Με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, που σηματοδοτούν μια τριακονταπενταετή παρουσία στα γράμματα, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προχωρεί από καιρό σταθερά προς την ωριμότητά της, έχοντας δοκιμάσει ήδη κάποιες κρίσιμες (αν και τελείως αφανείς ή αθόρυβες) τροποποιήσεις στην οπτική και στη σύνθεση της στιχουργικής της. Αν, επί παραδείγματι, για ένα μεγάλο διάστημα κατά την εξέλιξη της πορείας της, το οποίο ξεκινάει με τα «Αλογα του Μυροβλήτου» (1974), σταθμεύει στην «Ηγησώ» (1979) και στο «Χώμα» (1985) και φτάνει μέχρι το «Κυπαρίσσι των εργατικών» (1995), το «Προς τα κάτω» (1999) και το «Ελάχιστα πριν» (2005), η ποιήτρια δουλεύει τα κομμάτια της με βάση ένα σκηνικό χέρσας γης, όπου κάθε ελπίδα και απαντοχή έχουν στραφεί προς έναν στεγνό ουρανό (η ελπίδα τρέφεται για να χάσει τα φτερά της προτού προλάβει να πάρει σάρκα και οστά), στον «Λιμό», που δημοσιεύεται το 2007, εκπροσωπώντας την προτελευταία δουλειά της, ο κόσμος της παύει να ιεραρχείται από πάνω προς τα κάτω (το κάτω μηδενίζει το πάνω και το πάνω συντρίβει έως στραγγαλισμού το κάτω), ενώ ο θρήνος για την απώλεια της ύπαρξης τείνει να παραχωρήσει τη θέση του στη σμίλευση ενός σαφώς αποδραματοποιημένου κλίματος, διαποτισμένου από μιαν έντονη απροσδιοριστία και ρευστότητα. Το τοπίο του «Λιμού» κυριαρχείται από αμφίρροπες και μονίμως εκκρεμείς εικόνες ή καταστάσεις, οι οποίες βαθμιαία σχηματίζουν ένα υπαινικτικό (ακόμη και κρυπτικό) τοπίο, όπου η ποίηση της Χριστοδούλου ανακαλύπτει έναν καινούργιο τρόπο αναπνοής και λειτουργίας: την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό.

Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η ατμόσφαιρα της αιώρησης και της αμφισημίας, σε συνδυασμό με τη διακίνηση μιας σειράς διφυών υποστάσεων, που άλλοτε εμφανίζονται με έναν καθαρώς συμβολικό ρόλο και άλλοτε υπέχουν αποφασιστική θέση στην ανέλιξη της πλοκής, αποτελούν τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της καινούριας συλλογής τής Χριστοδούλου, η οποία τιτλοφορείται «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Το βιβλίο πιάνει κατά τόπους επαφή, όπως φροντίζει να μας προειδοποιήσει ο τίτλος, και με δύο σαφώς καινούρια στοιχεία σε ό,τι αφορά την προγενέστερη αγωγή της ποιήτριας: το άλογο και το παράλογο.

Απαγορευμένη διαφυγή

Υπάρχει εκ νέου στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» ο εγκλωβισμός τού εγώ σ’ έναν περίκλειστο και αδιέξοδο χώρο, από τον οποίο η οποιαδήποτε διαφυγή έχει απαγορευτεί ως παραπλανητική προσδοκία. Το υποκείμενο συνθλίβεται για μία ακόμη φορά από τις μυλόπετρες της εξωτερικής του απομόνωσης (της απομάκρυνσης από τους άλλους) και της εσωτερικής του αφυδάτωσης (του καταναγκαστικού περιορισμού στην ιδιωτική του περίμετρο), σε μια τροχιά η οποία δεν καταφέρνει να εγγυηθεί το παραμικρό για την πραγματική του επιβίωση. Κι αν τα πράγματα μοιάζει να πονούν και πάλι λιγότερο επειδή τείνουν να χάσουν το σχήμα τους μέσα στην ομίχλη, η οποία τα περιβάλλει, αλλά και εξαιτίας του ειρωνικού τονισμού τους, που σπεύδει να αποκαθηλώσει το αίσθημα ελευθερίας, το οποίο τυχόν τα συνέχει, ο τελικός τους ορίζοντας δεν παύει να παραμένει βαρύς και αποπνιχτικός. Οσο για τις διφυείς υποστάσεις, τις οποίες συναντούμε κυρίως στο δεύτερο, αφηγηματικό μέρος της συλλογής (τιτλοφορημένο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών»), συναιρούν κάποια στιγμή τη συμβολική και τη σκηνική τους δράση σε μια παγωμένη επιφάνεια, κάτω από την κρούστα της οποίας σαλεύει ένα εξαιρετικά ανησυχαστικό ρίγος.

Ενάντια στην έξαρση

Οσο πολεμά η Χριστοδούλου, από συλλογή σε συλλογή και από στίχο σε στίχο, την αισθηματική και την εκφραστική έξαρση του λόγου της τόσο μεγαλώνει το πεδίο της υπαρξιακής της δυσφορίας. Η ανάγκη για περιστολή της διάτασης σε βαθμό εκμηδενισμού οδηγεί στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» σ’ έναν διακριτικό εναγκαλισμό με το άλογο και το παράλογο. Οπως το έλεγα πρωτύτερα, πρόκειται για έναν καινούριο προσανατολισμό, με τις ποιητικές παραστάσεις να διασπούν κατ’ επανάληψη τη συνέχεια και τη συνοχή τους, διαλύοντας οριστικά τους δεσμούς του ποιητικού εγώ με τον περίγυρό του. Αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε τη διαρκή εναλλαγή αλόγου και παραλόγου σ’ ένα τόξο το οποίο αποφεύγει εσκεμμένα τον αιφνιδιασμό και την έκπληξη (η καταστρατήγηση της λογικής έχει εν προκειμένω μπεκετική και όχι υπερρεαλιστική ή λετριστική καταγωγή), το συμπέρασμα προκύπτει μάλλον αβίαστα. Το άλογο και το παράλογο υπερβαίνουν, παραποιούν ή διαστρέφουν την πραγματικότητα, όχι για να αποκαλύψουν και να στιγματίσουν τη βασανιστική μορφή της, αλλά για να εξοικειωθούν με τα βαθύτερα, οργανικά γνωρίσματά της, που ηθελημένα ή αθέλητα έχουν πλέον ενσωματωθεί στον καθημερινό ψυχισμό του υποκειμένου, γεννώντας ένα είδος δεύτερης φύσης. Οπως το θέλει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο ποίημα «Ο απόστολος» (από το πρώτο μέρος της συλλογής υπό τον τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος»):

Απ’ το παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο

Κι απ’ το φαράγγι που βλέπει στο Γενάρη

Πέρασε μισοσκόταδο κι αέρας.

Γύρω από τη μούχλα της πηγής

Ακούστηκαν ταραγμένα ποτήρια.

Θα έλθω στον ύπνο σου και θα’μαι βρόμικος.

Θα έχω στα νύχια μου χώμα.

Θα αστράφτουν σαν θρυμματισμένος πάγος τα σεντόνια σου.

Κι ο κρότος της σπονδυλικής σου στήλης θα αλλάξει.

Σε μια σειρά δαχτυλιδάκια του καπνού.

Θες δεν θες, θα ξυπνήσεις και θα δεις.

Με λέξεις που έχουν καταλήξει σε ατόφιο κρύσταλλο ή σε κοφτερό γυαλί, με εικόνες που συνταιριάζουν τα ετερογενή και τα ανόμοια ψηφία τους δίχως να διαταράσσουν τη βαθύτερη ενότητά τους (γεγονός το οποίο ενισχύει την αίσθηση του παραλογισμού), με πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, το όνειρο και το παραμύθι, με ποιητικές ιστορίες που φ