ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Η Κατερίνα Κατσίρη γεννήθηκε στο Ελαιοχώρι Αρκαδίας και ζει στην Αθήνα.
Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές. Ασχολείται επίσης με τη ζωγραφική και τη μουσική.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αιώρηση, (Αθήνα 2005)
Μικρές Σκιές, (Αθήνα 2006)
Παγιδευμένοι Κύκλοι, (Αθήνα 2006)
Αόρατα Τοπία, (Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2007)
Αόρατα Τοπία Φωτός και Σκιάς, (ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ 2007)
ΖΟΖΕΤ Αθώο Μαύρο, (Α.Α. ΑΙΒΑΝΗΣ 2008)
Αναγκαία λήθη, (Οδός Πανός 2009)
Αν είσαι λέξη, (Οδός Πανός 2012)
Ηλίβατος Πέτρη (Γκοβόστη 2018)

 

 

 

ΗΛΙΒΑΤΟΣ ΠΕΤΡΗ (2018)

 

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Η πανικόβλητη φυγή των γλάρων σαλπίζει ανάμεσα στις πέτρες, που
βυθίζουν ορθή την πρύμνη των αποστάσεων
Οι θάλασσες πνίγονται σε μια νύχτα
Κοντά κοντά στριμώχνονται σκυλιά ύπουλα
άλλα τρώνε και πίνουν την απόσταση ξερνώντας πνιγμένους
άλλα αραδιάζουν διά της αναπνοής μικρές λιμνούλες αίμα
και μέσα ζωές, πολλές ζωές
έτσι οικοδομώντας την έρημο της Ιστορίας
Ήρθε ο καιρός
που μέσα στις θάλασσες αυτές
μόνο το βάρος του θανάτου θα κρατά σε αναμονή την Ιστορία

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ήταν αργά, πολύ αργά στο χώμα και στην όλη
με τ’ αλλήθωρα σκυλιά της επιβίωσής μου
να φέρνουν καταστροφή στα διορατικά ποιήματα
που μοιάζουν κάποτε πιο αιχμηρά, αντιφεγγίζοντας
τον θάνατο ολάνοιχτο
Ποτέ δε μπόρεσα να με λυτρώσω στο κρανίο
εγώ που μιλώ καμιά γραφή
τα τραγούδια μου νάρκες αμείλικτες σέρνουν την πένα
και διαρκούν μιαν επανάσταση στα δάχτυλα
Τι θ’ απογίνω; Εντεινόμενος ο βόμβος
στις αγωνίες
και στη μνήμη του γέρικου ποιητή

 

 

ΗΛΙΒΑΤΟΣ ΠΕΤΡΗ

Μέσα σ’ αυτή τη φωνή, μόνο πέτρες φυτρώνουν
άγριες, καυτερές
που διεγείρουν τραύματα της μνήμης
σαν ηφαίστεια κεκραμένων ψυχών
προπαντός τη δυσκολότερη συνείδηση
λύοντας όλους τους τοκετούς της γυναικός
Δεν υπάρχουν πέτρες
Γλώσσες γεννήτορες που αλαλάζουν
σφίγγοντας αινιγματικά τη μοναξιά του ιερού κενού
Μέσα σ’ αυτή τη φωνή δεν έχω τίποτε άλλο
μια πέτρη ηλίβατος
θρέφει ζεστό το αίμα κόκκινο
στα χέρια που έχω κρύψει κάτω απ’ το ρόδο

 

 

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΞΗ (2012)

 

ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

Μόνο ένα ποίημα γεννιέται και ξαναγεννιέται στο στήθος
με λόγια όχι θηλυκά
Ποίημα σχοινοβάτης, μοναξιά και επαγρύπνηση
Α, λέει, θα σου μάθω την πιο μικρή απόσταση ανάμεσα
στα δάχτυλα
Γυναίκα,
που επινοείς ονόματα τριαδικά για την ανάμνηση
των αδελφών σου
για το θεό που ειπώθηκε πως είναι της ανάστασης
και όλο πεθαίνει
και πεθαίνει
Για τις φωτιές που μεταφέρουν ζεστά τα δώρα
στον θεό
και σβήνουν κάθε μέρα θάλασσες
χρόνους
Εμάς
Έχω τους ωκεανούς σχεδόν ευλογημένους
Το χώμα
μην πεις πως είναι του θεού σου
Γεννιέται επί τέλους από μήτρες και από σταυρό
για να παντρεύονται οι άγνοιες της μοναξιάς

Γυναίκα
Μη με διαψεύσεις

Το ποίημα του άπειρου σου δίνω

 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ Τ’ΟΥΡΑΝΟΥ

Καταμεσής του σώματος ο βράχος
με την οδύνη οι άλλες πέτρες
βαθύτερη απ’ του καιρού την πτώση

Ιδρός
τόσο λεπτός νεκρός
εξαϋλώνοντας το χέρι μέρα μεσημέρι

Μόνο το αίμα
μυρωδιά τοπίου

σαν έτοιμο να σπάσει τη φορητή συνείδησή μας:
Καθάρματα, μαζέψτε το Θεό απ’ τα σκατά

 

ΟΤΑΝ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΟΠΑΣΕΙ

Όταν ο άνεμος κοπάσει στη γέφυρα του τρίτου χρόνου
η σιωπή που θ’ ακολουθάει τις θάλασσες και τα φεγγάρια
θα ’ναι βαριά, βαριά και η φωνή των γέρων
από του ήλιου το μέτωπο
Και το αίμα του παιδιού, που άνοιξε το στόμα του
να χτυπήσει τα θηρία
στο τέλος απαρηγόρητο θα σκοτώσει το παιδί
Και ούτε καν θα ψιθυρίσουμε γιατί
Που άγγιξε στα χρόνια του τόσο φαρμάκι

Άλλοι θα λεν πως τα παιδιά
δεν πρέπει να μεγαλώνουν τόσο μέσα στους δρόμους
αφήνοντας το στόμα ανοιχτό
και μια στάλα αίμα
στο λιόγερμα
Άλλοι θα χαμογελούν γαβγίζοντας με τα παιδιά
που συναντήσαμε, όταν ακόμα είχαμε τα κουπιά μας
σε μέρες ολόκληρες
και το χαμόγελο θα μένει δηλητήριο πηχτό
στις ρίζες και στα φύλλα
Οι περισσότεροι, θα κλείνουν μόνο τα μάτια
για να ξεχνούν πού οδηγούν οι ρίζες
κι οι ώρες στα φύλλα της καρδιάς
θα κλαίνε από μνήμης τα παιδιά

Μα δεν θα τελειώσει έτσι ο κόσμος
Τα παιδιά, οι ψυχές τους
θα κατέβουν ίσως πολλές φορές
πίσω από τα κουρασμένα μέτωπά μας
εκεί θα γυρέψουν
τη σάρκα τους
σαν πληγή

Και τότε θα σωπάσει ο καθένας

 

ΑΣΦΑΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ

Ποια μάτια, να ξυπνήσεις μ’ ένα ρόδισμα το δέντρο
να κατοικήσεις στον εαυτό σου
ή ένα κλάμα καθαρό να στάξει την ελπίδα στα ξερά πηγάδια
Ούτε καινούργια χείλη να γελάσεις, σαν να ήσουνα θεός
στο νόημα που διοχετεύει ο εαυτός σου
Να παγιδεύσεις με το νου όλες αυτές τις θεϊκές σκιές
να δώσεις ένα σύμπαν στη ζωή

Για κάτι μικρές βαμβακερές αναγκαιότητες γράφεις μονάχα
μουρμουρίζοντας
που σβήνουν-ξεριζώνουν τ’ αγριολούλουδα χαράματα

Είσαι εν τέλει ασφαλής στην απουσία

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τόσες διαύγειες φύτρωναν κάποτε στις ρώγες
της κοιλιάς
υλοτομώντας τις μελαγχολίες του αφαλού
και τις σκιές στο χαμηλό
που σε κατάτρωγαν φθείροντας τη γέννα
Έδωσες, όμως, σφραγισμένο σώμα και σπασμένο μάτι
που μέτραγε με ακρίβεια τα χώματα
Έλυσες και τα ρούχα ως τον αστράγαλο
Έχε το νου, οι λαίμαργες των πηγαδιών ot πέτρες
με την ωορρηξία αναρριχώνται και το βάρος της
Τη μνήμη και την υγρασία της φοβάσαι
Και φεύγεις κολυμπώντας στη σιωπή
Ωστόσο δε μπορείς ν’ απαλλαγείς τελείως
από το διάνυσμα που έχει η υγρασία
Φοβάσαι να τα πεις μαζί του
Σαν τότε που ταξίδευες τις έρημους ως σμήνος
Μπορεί να μπει παντού σαν άνθρωπος
με χέρια
με κουπιά
με στόμα
Κι οι άνθρωποι σε γδύνουν αναίδεια στις λεπτομέρειες

 

ΘΕΑΤΡΟ ΠΡΩΤΟ

Η σάρκα αγαπούσε το λαιμό, αυτή την αθώα τρυφερότητα
των φθόγγων και των χρησμών
Νύχτες και νύχτες την αγαπούσε ως τα σπλάχνα
βαθιά
των βράχων και των ρωγμών
που φορούσαν μελανό τρίξιμο από μέσα
όταν φυσούσε η θλίψη

Ο άντρας τους δαιμόνιους δεσμούς
Και θάνατο αρρίζωτο πάνω απ’ τις γυναίκες

Όλη τη νύχτα παραφυλάς
το στήθος που περίσσευε αθώο στο μητρικό το στήθος

Θα ’λεγες, πως ο αέρας φοβάται, ως τον Αύγουστο των προγόνων
Αναγνωρίζει τη στιγμή που ελλοχεύεις στη φλέβα των ματιών

Ω! Γυναίκα σώμα μελισσών
αθώα βάθη τα αρτεσιανά μαλλιά σου!

Καθώς βυθίζει στην ψυχή της δίχως τύψη μέλισσα βασιλική
γέμισαν πια τα μάτια της πολύστιχο μελίσσι

 

ΘΕΑΤΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η μάνα συνέχεια
Κατέβαινε
Πιωμένη κλειστές πεταλούδες
Μάτια γεμάτα
Μέλισσες
Και πελεκούσε με το πάθος
Κερί λιωμένο στα μαλλιά της

Μέλισσες χιλιάδες απ’ τη θάλασσα
Διψασμένες
Και μια μεγάλη
-θε να ’ναι ο θάνατος;—
Σα μαχαιριά χαϊδεύοντας
Το κρύο μας πλευρό
Ω Μέλισσα, Μέλισσα αγαπημένη!
Απόσχισε απ’ τα φτερά σου αίμα
Στο άπειρο μιας μάνας να διαιρεθώ
Απόσχισε κι από το θάνατο μια λέξη
Λέξη προς λέξη να ξεσκεπάσω το θεό

Έπειτα, μια παράξενη -η πλέον άγρια-
ξέφυγε από τα στήθη της Αρχής
Ανοίγοντας με τέχνασμα
Διαφυλαγμένη φαντασία
Να με τσιμπά στις παρυφές
Του σώματος, αναρτημένη αγωνία
Και μόλις ύψωνα το στήθος συναρμολογημένο
Στην πράξη μέσα θάνατος
Έσχατος του θανάτου
Και ας με χάιδευε στις εσοχές
Ηδονικά
Της μέλισσας η γλώσσα

 

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩ

Δεν Θέλω να ονειρευτώ. Δε θέλω μέσα στον ύπνο
κάθε τόσο να μπαίνω γυμνή και να θυμάμαι τον τόπο
των παιδικών μου χρόνων
Κάθε τόσο να θυμάμαι έναν άνθρωπο
ένα παιδί
ή τη μάνα τριγυρισμένη φράχτες του σπιτιού
να γελά μαζεύοντας από τα περιστέρια φτερουγίσματα
Και τις μέλισσες που πετούσαν παραληρώντας
και δάγκωναν σφιχτά τα δάχτυλά της
να τις ζωντανεύει στη γλώσσα της, κρυστάλλινες, χρυσές
Δεν Θέλω να ονειρευτώ τ’ όνομα του κοριτσιού
στο χωριό με την εκκλησία πέτρινη στην ανηφόρα
και τις καμπάνες που φωλιάζουν σ’ όλα τα ξωκλήσια
Θεέ μου, σάμπως να στάθηκε αίμα από χιόνι στις φλέβες μου
και το μοναδικό κομμάτι πορφυρό
οι προεκτάσεις που τρέχουνε τα λόγια μου
Κι εγώ, που δε μπορώ να τα κρατήσω
δροσερά, στον ύπνο που ζεσταίνομαι
Δεν Θέλω να ονειρευτώ. Όλα τα όνειρα
ορθάνοιχτα του αίματος

 

ΣΙΔΕΡΟΧΡΩΜΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Στα μάγουλά μου ανθίζει μια σκληρότητα
α, σ’ αγαπώ, ύπαρξη με το μέταλλο
στρογγυλό στο πνεύμα να παρουσιάζεσαι
Ίσως να φταίει ο Αύγουστος
που ακολουθεί το δρόμο των πνευμόνων σου
και φεύγετε μαζί
Ίσως να φταίει πάλι ο Νοτιάς
όταν σαλεύει το φουστάνι πάνω κάτω
αλλάζοντας τον αέρα που ’χα σκεφτεί
στα ένστικτά μου

Ένα κλαδί
πεθαίνει στο κυμάτισμα της ύπαρξης

Με σκληραίνει θαρρώ μ’ αυτά τα ξερά κλαδιά
το φουστάνι μου
Κλαδιά τσακισμένα αράδα

Σαν προκηρύξεις τα σκορπάω τώρα πια
τζάμπα τα δίνω με το στόμα μου

 

ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ ΤΑ ΠΛΑΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΣΑΣ

Μαχαίρια. Ανάμεσα στο φαγωμένο μου φουστάνι
ως κάτω το λευκό δέρμα
Απ’ το φθινόπωρο μ’ ακολουθούν, ίσως και από πάντα
να κόψουν τα δυο μου χέρια
χωρίς συγγνώμη
για τη γυναίκα
Μαχαίρια, βουλιάξτε λίγο ακόμα σε τούτη τη φαντασία
που σταμάτησε ανεπαίσθητα ένα ναυάγιο του χρόνου
σφίγγοντας την κόμμωση των χεριών
Του χεριού μου τα χέρια
τσακίστε
χάμω
δεν θα φωνάξω
τσακίστε τσούρμο δάχτυλα
που ’ναι φτιαγμένα να σχηματίζουν τον σταυρό
βάφοντας τα χαρτιά σας
Στο διάβολο τα πλαστά χαρτιά σας

28-1-2010

 

ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΤΟ ΑΝΤΙΟ

Το πέρασμα της θημωνιάς
Όπου μπορείς να κοιτάξεις τις μνήμες
που αναπηδούν κάθε στιγμή, καθώς η γη μπαίνει μέσα τους

Η γη κάτω απ’ τη σκιά σου

παίρνεις το πρόσχημα της λησμονιάς

Ω να μάθεις το αντίο

πες ζωή μου αντίο, δεν υπάρχει πέρασμα του κορμιού

 

ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Γυναίκα, της σιωπής διολισθαίνεις, στάλα-στάλα τον ιδρώτα
όπως ξεχύνεται
άλλοτε με τη φύση σου, άλλοτε με χέρια πιστά, πολύ πιστά
των λυγμών

θανάσιμος κίνδυνος πληγή μου
αυτές οι αντιλήψεις των ψιθύρων

αίμα στο μάγουλο

Τη βλέπω την πληγή μου
-εύθραυστη κίνηση της φύσης

δεν είμαι τυφλή

Μια γυναίκα μου δένει τα μάτια

 

 

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ (2009)

 

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

τα σήμαντρα δε μιλούν,
μ’ ένα νταν τρεμάμενο ριγούν
ανεπαισθήτως τη σιγή

Κι απόμεινα βαθιά διψασμένη μιλώντας
για κρινολούλουδα Αγγέλων, όλη νύχτα ύψωνα φωνή
εκφωνώντας ολάκερη σύλληψη στην απόλυτη ματαιότητά μου
Και φοβόμουν να τα φιλήσω, που έφτιαχναν μπάλες χιονιού
στρογγυλές πάνω στους φανοστάτες
αργότερα στο πάτωμα που κοιμάμαι μ’ ένα μικρό φακό
στον εγκέφαλο στριμωγμένο
Απόμεινα μια έρημος φριχτή, δίχως την έρημο των αγριμιών
ήξερα πως ήταν αργά ξετυλίγοντας αυτόν το στίχο για παιδιά

Πού είναι αλήθεια τα δικά μου παιδιά
δε στέκονται μήτε σε δρόμο, μήτε σε ουρλιαχτό γυναίκας
Καραδοκώ σα φάντασμα
μπροστά σε όλα τα κυρτώματα
αν γινόταν να πλημμύριζα το σπίτι που επιστρέφουν
με ύμνους ζωντανούς απ’ τις αλλόκοτες χορδές της λύρας μου
να μην τα βρει λυγμός φλογώδης

Κι απόμεινα ένα δάχτυλο διαβάζοντας στίχους προφητικούς
για την εποχή της άνοιξης και του καλοκαιριού
που δε φάνηκαν επάνω σε ταράτσες
Βλέπεις εκείνη η ελπίδα, συχνά επιστρέφει μόνη
συχνά γκρεμίζει όλα τα στηθαία
αναζητώντας τα παιδιά τη νύχτα

Τα παιδιά μεταξοσκώληκες σε τρίσβαθο τρόμου
καθώς σκυλί ουρλιάζει βόσκοντας τις αυλές μας
Πού βρίσκεις ήρεμα ύδατα υδάτων
να ζευγαρώσουν τα παιδιά με κρυσταλλένια νύχτα;

Αλλά τα μάτια τους εξάπαντος
που ερωτεύονταν μόλις πρασίνιζε τη χλόη
διδάσκοντας στο πρόσωπό μας τον τρόπο που αντέχει
τις οχιές μες στο χορτάρι
δεν μπορώ να καληνυχτίσω
Τα μάτια των παιδιών φοβάμαι ύστερα στα χρόνια
Δεν τα ψηλάφισα με φίλημα τα περασμένα βράδια

Τα παιδιά, αγέρηδες ονείρων στου τόπου την Ιδέα
κρατούν πια στην κραυγή μαχαίρι
παίρνοντας τη συνείδηση της ενοχής μας
Παιδιά που μοιάζουν βρέφη από της θάλασσας τη μήτρα

Ω ανήσυχοι ουρανοί, με τι Πλειάδες ν’ αναφτερώσω
τον ολόλευκο τους μίσχο
σε όραμα λιγότερο χαμένο;

Τα είδα τα σώματα των παιδιών – μερικές φορές
να πεθαίνουν την πρώτη τους αλήθεια, παλεύοντας
με άγριο τον κίνδυνο
Όχι στο χρώμα της σημαίας μήτε στο μεγαλείο μιας συγκίνησης
που ψεύτικα σχεδιάζαμε να τ’ αποχαιρετήσουμε
Διάφανα καθώς ήταν, διαπερνούσαν ουρανό
γελώντας για τον πόνο
Σκοτωμένα παιδιά στην ηλικία που φορούν τη μάνα
χωρίς αίμα να φυτρώσει το χορτάρι

Είδα και τη γυναίκα!
Κατέβαινε σαν το σκυλί, κλαίγοντας το φουστάνι της,
για να θερίσει τον κισσό και το μέρος όπου οι φτερούγες των
παιδιών
ανατριχιάζουν κάθε μέρα
Αλλά την περιστοίχιζαν πράγματα που μεγαλώνουν κόκαλα
σκιώδη και άστατο τον άνεμο στη μνήμη
Κοίταζα πώς πάλευε τις ηλικίες του πόνου με θειάφι
και δεν ανέβαινε ψηλότερα από το χέρι των παιδιών
Τι δύναμη χρειαζόταν
ν’ αφήνει ένα βλέμμα σχίζοντας το χώμα, κόπηκε εκείνη
σαν πέρασε το σώμα της να μείνει ως το θάνατο
μέσα κανείς, ένα κενό. Διόλου δεν πέθαναν τα παιδιά

 

2008 μ.Χ. – ΑΘΗΝΑ

Ευτυχώς που ακόμα γεννιούνται
παιδιά ζωντανοί ποιητές
και γκρεμίζουν εμάς που χυδαία ποιούμε

Ο Μαέστρος έγραφε το χρονικό των αδύναμων ημερών
μεγαλώνοντας τον πόνο από ώρα σε ώρα
με ρέκβιεμ και μικρές ωδές
Όχι για τους απλούς ποιητές, που έσβησαν τριάντα τριών ετών
με βήματα αυτόχειρα
– εκείνοι πήγαν σε πρώιμο θάνατο, αξεχώριστα
ερμηνεύοντας το θάνατό τους
Παραδίπλα οι μπάτσοι μπήγουν στην άσφαλτο μια φυλακή
– μπορεί να εκραγεί ως τα κόκκινα τούβλα της
αν μετρήσω τα μουχλιασμένα νοήματα της τάξης
με ωριμότητα διαίσθησης

Ένα παιδί άγουρο ύστερα χτυπά της πέτρας την επιθυμία
παίζοντας με τους σπιούνους ως το κόκαλο
Τόσο αλλόκοτα ωραίο στην αρχή και μετά λύπη
αδυσώπητη, κρυμμένη στ’ αναπάντητα
Καημένο παιδί, αγανακτείς διδάσκοντας συνείδηση
στο τσιμέντο και στη μοναξιά της οδού Ακαδημίας!
Βίασε στο μυαλό τους την αιτία, καθώς πετά σκουριές
στ’ αγάλματα και σπάζει τα μικρά τους δαχτυλάκια
Δυο ολόξανθα άλογα τουλάχιστον
ακολουθούν και το παίρνουν αγκαλιά στα στενά και στις πλατείες

Όμως τώρα το παιδί ξετέλειωσε με τα χτυπήματα στα χάσματα
Ζωγραφίζει, αχ πως ζωγραφίζει με σωστή γραφή τίμιους πεθαμένους
να τυλίγουν σαν ένδυμα σφιχτά το ρέκβιεμ, τα χέρια
σε κανέναν και λίγο πιο ψηλά μέλισσες
Δεν έχουν μάτια, μόνο χείλη υγρά, που απειλούν
θαρραλέα το θεό
Η τελευταία μάλιστα ξεχώριζε απ’ το ρυθμό στα πόδια
Γυμνά χτυπούν τον αέρα, αλλάζοντας στα κεφάλια ψυχές
και στα μάρμαρα τις άγνοιες των αιμάτων

Αέρας δε φυσούσε να μείνει στενός ο δρόμος
κι οι μέλισσες, στο φόβο προσπερνώντας το θεό
με πήραν παιδί μαζί τους
Μάζευαν οι φίλοι την ψιλή βροχή
που έπαιρνε το χώμα από τα πόδια του ύπνου
μα εγώ έτρεχα στους ανθρώπους που μάζευαν σκόνη
κάτω απ’ τον καιρό
με ξεγυμνωμένες ανάσες
Βγήκα χιλιόμετρα, τα χείλη μου αγγίζοντας στ’ αγάλματα το δέρμα
με πολλά άγουρα μυρμήγκια να τριγυρνούν για το στέγνωμα καιρού
Κι είχανε μαζευτεί φύλλα υγρά στην κοιλιά
κι όλη η γύμνια της ζωής που δε βαστούσε πια
τον κόσμο που γλιστρούσε
Κάτω στις πικροδάφνες ό,τι άφησα
να στεγνώνει τα φύλλα του φεγγαριού
Τούτο το φεγγάρι με στάζει κιόλας αίμα στα νερά

*

Πέτρινη η βροχούλα στον κήπο
γυρόφερνε το σπίτι με τις σκάλες που κοιμόταν ήσυχα
στα μικρά νυχτωμένα χεράκια σου
Εκείνο το βράδυ
ως αργά ακουγόταν μέσα στην κάμαρη
– η κάμαρη ολότελα δική σου
στο ίδιο σημείο πάντα βρέχοντας ανάσα
Πέτρινη η βροχούλα, επίμονη στα σταρένια γόνατα
Αέρα δεν είχε να πετάξεις

*

Πότε πότε τις νύχτες, ένα έρημο σοκάκι
έρχεται στον ύπνο μου με σύρσιμο παιδιού και με ρωτά:
«Είσαι η γη;»
Εκατό αντάμωσα στα χέρια που κινιέται το κορμί
– αυτά τα χέρια που κρύβονται στ’ αδειανά μου
φορέματα και σχεδόν νιώθω ντροπή
που μπορεί να ’ρθουν κι εκείνα που δεν έχουν συνηθίσει
τις ματαιότητες από το μαλακό μου ρούχο
Η πιο μικρή τους κίνηση πνίγεται σε μεταξένια πτώση
Σώζεται ένα μικρό σοκάκι που τα παιδιά τραβούν
από φύλλο σε φύλλο με τα ελαφρά τους πόδια
μετά πέφτει χάμω στη λάσπη ή το χειρότερο κλεισμένο
στη μεγάλη κιτρινισμένη μου ντουλάπα;
Σώζεσαι κι εσύ αίμα
-κοίτα πώς στέκεις σαν αράχνη στο βάθος των οδοφραγμάτων
ποτέ στα ίδια μου τα χέρια—
με το χώμα μεταφερμένο κάπως να μοιάζει τόπος να βουίζεις;
Μα, απείραχτο έρχεται στον ύπνο μου, πλαγιάζει
διακόπτει μάλιστα τα όνειρα, παίζοντας με το χώμα του στο νου
Απείραχτο έρχεται μες στο βλέμμα
σπάνια να ’ναι και παιδιά γυρωτριγύρω σε παιγνίδι

*

Θα καεί ετούτο το μεσημέρι που σπέρνει βρέφη προδοσίας, είπες
Όλα θα καούν με λιωμένο χειμώνα κι ένα λεπτό ρετσίνι
Στάλες θα κυλούν στο χώμα
σχεδόν εκεί στο κέντρο της κοιλιάς ζυμώνοντας κρυφά
τα βρέφη, που μεγάλωσαν μ’ ατσάλινα τα βλέφαρα
Ίσως αφήσουν το νανούρισμα στο τέλος
να ζωντανέψει η καμπάνα πέφτοντας
τους αγριεμένους
Σε λίγο θα μιλήσουν οι πληγές της μνήμης

*

Υπήρχε θάνατος στο τραγούδι
Και τι μ’ αυτό;
Η φωνή ως το πρωί πότιζε της αυλής του
το πηγάδι
Υπήρχε θάνατος στη φωνή
Και τι μ’ αυτό;
Με μια περίεργη ιδέα του Σοπέν
τον εμπνευσμένο θάνατο χορεύει

*

Από τη μια δύση ως την άλλη χαμήλωνε το φως
κι ο τόπος που γυρίζουν τα χελιδόνια
έμοιαζε απεγνωσμένα με θάλασσα
Όμως βραδιάζει στα ευαίσθητα βράχια
που λιώνουν σα λουλούδια
βλέποντας στο βάθος ένα κόκκινο άγαλμα
γερμένο να μιλάει στο κενό
Το φως χαμήλωσε
κι ένας κόμπος κλαίει τους γερανούς που έφυγαν

*

Ποιος είδε καταμεσήμερα το δέντρο
της συνομωσίας και δεν ήθελε να το πιάσει μια φορά
απ’ τα κλαδιά του, να το φυτέψει
στου μαχαιριού την παρθένια
Μια φορά να το λύγιζε μακριά από τις σάρκες των νηπίων
που παίζουν σφίγγοντας το χώμα
Έτσι όπως λυγίζουν τα γόνατα
σαν αρχίζει να βρέχει εμβατήρια η βροχή
ή μεροκάματα οι σκοτωμοί
Ποιος δεν έσφιξε μια φορά ολάκερο το δέντρο
με φλέβες απ’ το στήθος του
γιατί είναι ο μόνος τρόπος
να το πεθαίνεις με θηλιά

 

2008 μ.Χ. – ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Τώρα που το φεγγάρι
βάρυνε ανεξήγητα
κι ο ήλιος συμπλέκεται στο χώμα
με γραμμική σύμπτωση
ας στοιχηθούμε στο χάος

Όταν μπήκε ο ουρανός στο μικρό πόνο
το κρασί έλειψε απρόβλεπτα σε πολιτείες ολόκληρες
και το νερό κρύφτηκε απ’ τα πολλά θαύματά του
Δύσβατη η άμμος των λάμψεων
γιατί αλίμονο, εκείνοι που δεν πέθαναν ακόμα
επιστρέφουν τα ουρλιαχτά στο μυαλό, τυλιγμένα γύρω
απ’ το μυαλό μου τα παιδιά τους, θέλουν να με συλλάβουν
Το γνωρίζω, από το άλογο που έρχεται αθόρυβο οχτώ η ώρα το πρωί
ντυμένο άραβας Παλαιστίνιος, να παίξει μαζί μου
Θα με λιώσει, στο υπόγειο που θάφτηκα καλλιεργώντας
προέδρους και τοξικά μικρόβια, σύντομα να κρυφτώ
στα κάγκελα του δικού μου Εβραίου, όχι μην του ανοίξει κανείς
ανατινάζοντας την πόρτα που επιμελώς λαδώνω

Γαβγίστε με στοιχειά της ποίησης
καθώς προσπερνώ τους μολυσμένους αιχμαλώτους
και στεγνώνω τα λεφτά που πήρα με το μεγάλο μου στόμα
οφείλω να ταΐσω ψέματα τα παιδιά μου
ίσως κόψω και το χέρι επικίνδυνα από τα γένια των παιδιών
το ίδιο χέρι που στο παρελθόν δολοφόνησε το μωρό της Ιντιφάντα
με «καλοκαιρινή βροχή»
Τώρα παίζω χτενίζοντας το Θεό
εκατομμύρια θεούς που χρειάζομαι για προστασία

Θεέ μου, είμαι πολύ κουρασμένος
γλέντησα για τα καλά ανατινάζοντας όλα τα βιβλία της Γένεσης
Πήρανε τον ήλιο πάνωθέ τους και σπηλιές σεπτές της στεριάς
για το πνεύμα που ξεριζώθηκε μ’ εξαπατήσεις
πηγαίνοντας αόριστα ανατολικά
Τα ρόδα τ’ άφησαν ολάσπρα στις καλύβες, μα οι βιολέτες ιερότατες
κάτω απ’ τα βλέφαρά τους
Έτσι πήρανε και το νερό, γονατιστοί πέσανε και το κρατούσαν
πότε ήρθε η σκόνη ρημάζοντας το πέρασμα;
Το παιδί, με πόνο και ιδρώτα
συμμαζευόταν στο κορμάκι του
θαρρείς εκατοντάδες ήττες πυροβολώντας το στην πλάτη
μια μέρα κόκκινη που σας μιλώ, για την πρόθεση
που άνοιξε ήττες η σκόνη πάνω απ’ τον κόσμο

*

Σκόνη περίφοβη και ίσκιοι που εκτόξευαν τον οφθαλμό
του θεού με θάνατο χωρίς αθανασία
Τώρα θα ορμήσουν πάνω τους, σκέφτηκα
σχηματίζοντας σκιάδες ως τις γαίες της γονιμότητας
θα τσακίσουν με μαστίγια και αλυσίδες
τα φορτωμένα κύματα
-όμορφες γεννήσεις για να περνά το μάτι του θνητού-

Άλλαξε δρόμο, είπα σιγανά, μοιάζουν πολύ στο κοίταγμα
με τις κόρες των προγόνων, δεν είναι ιστός λείος ζωντανός
κι ας μιλούν σωστή τη νύχτα
Σκέπασε το παιδί, θα ξεραθεί αν καταπιεί τη δική τους μάνα

Ύστερα πνίγηκαν, ξημέρωνε η κόλαση

*

Ξημέρωνε. Κανείς δεν ήξερε πώς
– μόνο νύχτες έβλεπαν ουρανό να υπερασπίσουν με το θάνατο αίμα
Ποτέ δε χόρτασαν αυγές
Ερχόταν κάθε φορά μια πικρή πατρίδα
και μαύρα κομμάτια βασιλικό προδίδοντας το στήθος τους
Έξω οι πυρκαγιές άναβαν οιμωγές από το ένα παιδί στ’ άλλο
δέκα ακούς με τις καμπάνες συναγερμού
ποιος να φέρει νερό τα σώματα να σβήσει…

Ξημέρωνε. Με οδοφράγματα τις σάρκες
Εμείς προσευχόμασταν σε κύπελλα κρασιού
κρύβοντας μέσα μας τον εχθρό
Φοβόμασταν να κοιτάξουμε το κρασί
το ρίχναμε στα σωθικά, κοιτάζοντας το πάτωμα
Εκρήξεις αγριεύουν στο κρανίο
προσπερνώντας πληγές και οδοφράγματα
στο πάτωμα χυμένο το κρασί
ο θεός καταχωνιασμένος βαθιά στο μισόγυμνο δωμάτιο καίγεται

Ξημέρωνε. Την ακόλουθη ημέρα
Οι πληγές της Γάζας δεν μας κοιτούν, καρπίζουν άνθη με το αίμα
Το αίμα κλαίει μέσα μας
ο θεός κλαίει άρρωστος μέσα μας

*

Ένας ένας σίμωνε την κάμαρη και λυγούσε
με το κυματιστό πουκάμισό σου, στη θέση που κανείς δεν κοίταζε
Των δεκαεννιά ετών αγόρι με το σκισμένο αμπέχονο
και τα μαλλιά που αιμορραγούσαν ανεπαισθήτως
ρόδα πορφυρά κι ας ήταν ο θάνατος βαρύς

Έσκυψε το φεγγάρι και φώναζε στα κορίτσια να κρατήσουν
την πληγή ανάμεσα στον πόνο που γεννήθηκαν
για την υπερήφανη άνθιση της φυλής
πονώντας έτσι, ολόκληρη την οδύνη που αντίφεγγε σμιλεύοντας
τη μορφή σου
Ποιος να φωνάξει να φύγουν οι σφήκες με τα μήλα
της επιστροφής;

Στα πεταμένα χάμω χέρια σου εγώ ώρες βροντοχτυπούσα θυμωμένη
να τις κουμπώσεις δίχως συγχώρεση στον κόσμο της ταραχής
Ω Φραντζέσκο, οι σφήκες αμφισβητούν τα πόδια του χρησμού
πώς να ξεκολλήσω από πάνω σου τα λουλούδια τους
που με δαγκώνουν άγρια
με δαγκώνουν και τα σκυλιά της σημαίας
στην ανοιγμένη μπλούζα μου της επανάστασης

Ένας ένας έμπαιναν στην κάμαρη, για μια στιγμή
Σε τέτοιες κάμαρες, μόνο οι καμπάνες στα στηρίγματά τους
όλες μαζί χτυπούν

*

Σηκωνόταν σιγά και γδυνόταν την οργισμένη του γροθιά
εκείνο το μεσημέρι, που ο ίδιος χρόνος
σκέπαζε τις βιολέτες με ήλιο
και στην πόλη της Γάζας ζητούσε ο χρόνος να εξατμιστεί
Είχε μια ελπίδα, ετούτο το χέρι που έλουζε τα παιδιά του
να βρεθεί κοντά στην αμμουδιά
και με τα σπλάχνα του να σταματήσει το αίμα
στα θεμέλια της γης του
– κάποτε τον έβλεπες να χτυπάει τις ακτές του κορμιού
κι ο πόνος οξύς ως το γόνατο της στυλωμένης κάλτσας του
Φορές φορές, ανηφορούσε τον πόνο στο κρανίο
και άρχιζε να κλαίει ετοιμοθάνατα π’ ανάθρεψε παιδιά
Τον περίμεναν το δίχως άλλο
στο σχήμα της καμπάνας
που άκουε τη νύχτα και λαχάνιαζε
Λίγο πιο οδυνηρά έκλαιγε στο αύριο που σκότωσαν
το δέντρο της αυλής του
Ποιος να γράψει για τούτο το δέντρο
που γλίστρησε απ’ τις ομίχλες
Ίσως και πάει χάθηκε

*

Είναι τόσο ήσυχα πάνω. Όχι στον ουρανό
στο χέρι σου που άφησα να ζεσταθεί
– τρέμοντας λιάζεται στην ανοιγμένη φλέβα του
μα δεν πονά, ας το ζώνουν δυο φόβοι στο αίμα κλεισμένοι
Μόνο όταν βραδιάζει σιωπή, το βρίσκω
να μεγαλώνει φωτιά
και στην άλλη γέλιο κανονικό για να μπορούν
να κοιμηθούν παιδιά
Θα σ’ άφηνα και δυο σταγόνες νερό
-όσο να ’ναι από τη μία άκρη ως την άλλη τ’ ουρανού διψάς
όλες οι πυρκαγιές διψούν—
αλλά μαζί μ’ εσένα κι εγώ το κλάμα μου έχω χάσει
Ποιος ζει λοιπόν
για τα παιδιά στη γη της Παλαιστίνης;
Έναν ολόκληρο θεό περπατήσαμε
στους κεντρικούς δρόμους του γκρεμισμένου σπιτιού
προτού να τραβήξουμε τις κάμαρες
απ’ τα ντουβάρια
και τα πνιγμένα λουλούδια πέντε δέκα χρόνια παραπέρα
Νιφτήκαμε το χώμα και τις πέτρες
μετρώντας τα δευτερόλεπτα που απλώνονταν
στο μυαλό μας πραγματικά επικίνδυνα, έως μέσα στα βάθη
κολνώντας το αίμα, που μύριζε τρία σκυλιά και δύο βόμβες

Ξαπλώναμε ανάσκελα
και ζυγιάζαμε τις πόρτες, όλες καμωμένες από πράξεις
ρητές. Εμπόδιο στέκονταν στη μνήμη, ξερνώντας σπέρματα
εξαρθρωμένα, σχεδόν ανεπαισθήτως καταπίνοντας
του βίου μας τη σκόνη
Αλλά θεέ, τα βήματα του σπλάχνου σου
δε βρήκαμε, ανάμεσά μας δε βρισκόσουν θεέ της βεβαιότητας

 

ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

επισκέπτες όλοι μας
στα μάτια της…

Όλοι καίγονταν στο μέσον
από μια ιδιοτροπία όμορφης γυναικός
που έβαφε τα σεντόνια της χάραμα
των πόθων
Διότι έτσι μόνον οι άγκυρες
και τ’ άλλα σύνεργα του λιμανιού
αρμάτωναν καράβι και κατάρτι
Εκείνη άλλωστε
σειρές τις άγκυρες παρθένες
με τα νοήματα κινούσε

Το σπίτι παλιό, κατασκότεινο που λαχταρούσες
να το λυτρώσεις κάμποσα χρόνια πριν, αυθάδικα
συνωμοτώντας στη σοφίτα
Η πόρτα γεμάτη ισορροπία, αλλά τα σκαλοπάτια
με κάμψεις ως το έδαφος
Κάποτε, ένα ξεκόλλησε για μια ολόκληρη μέρα και στην κάμαρη
η γυναίκα να φλογίζεται
να βροντά τον άνεμο που ξεκόλλησε το ανέβασμα του στήθους
παρηγορήσου να γελούν οι απέξω
αργότερα τυλίχτηκε σαν ένδυμα επάνω του, να ξεχνάει
όλο να ξεχνάει τους καβαλάρηδες που έσκαψαν
τα νύχια των ποδιών της
Είναι και τα παράθυρα, βλάφτουν πολύ τον άνεμο του σπιτιού
Το χρώμα τους μισό της μοναξιάς
-ποιος να τους φέρει λουλούδια το χρώμα να συλλάβουν-
κι απ’ το στεφάνι τους ξεφεύγει μια λεκιά
λες να σκοτώσει νιότη
Μόνο το φουστάνι του κορμιού της, πάντα δεκαοχτώ χρονών
σαν κατεβαίνει από τη σάρκα στους μηρούς
υγραίνοντας τα φωτοστέφανα του έθνους

*

Ήταν πολύ πρωί και η πόρτα χανόταν στο δρόμο
που ίσως να πονούσε, με το κλειδί γυρίζοντας
εκείνον το διεστραμμένο τρόπο
να την ερεθίσει μέρα μεσημέρι
Πονούσε και η γυναίκα ανασαίνοντας την κίνηση
ανάσαινε και κρατούσε τα περίστροφα στήθη της γεμάτα
– πόσο πείσμωνε όταν τα πλήθη σφύριζαν στο κορμί της
με ένοπλα ξερολίθαρα και κανένα αλαφρό άγγελο
Ήταν πολύ πρωί, ωστόσο τα σημάδια
στο τρίξιμο της σκάλας
Ακίνητη στο δώμα η γυναίκα
Τα στήθια δεν αντέχουν όταν ξεντύνονται να τρίζουν απειλές
Πάνω στο χέρι ενδεχόμενα –το μόλεμα στο αίμα της πονά–
κρατά την κίνηση σιγά, στο τελευταίο ενδεχόμενο
περίστροφα γελά με το τσιγάρο μαστιγώνοντας
την άδεια τους κοιλιά

*

Ένας τοίχος με κλειστά παράθυρα
-δε δείχνει παρά μόνο τη μαύρη κάμαρη από πίσω-
και μια γυναίκα
που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα γεράματα
Κι ένα στρώμα, που ήθελε πάντα στη συνωμοσία
να ζυγίζει το σώμα, ακόμα και την απόδειξη του στήθους
Ο τοίχος αγαπούσε τη γυναίκα
κι ας την τραυμάτιζε με ρωγμές καμιά φορά
ξυπνώντας τα παράθυρα ανοιχτά
Αγαπούσε να λείπουν τα τετράγωνα ανοίγματα
της πίκρας της
Την αγαπούσε χτες, αύριο
στο λησμόνησέ με, αγκάλιασέ με
τρυφερά ως τη εικόνα της γέννησης
Την αγαπούσε πολύτιμα με την αρχή των υδάτων
Σαν κλειδί σοφίας του έρωτα

 

ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΚΑΠΟΤΕ

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ‘σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

 

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η νύχτα είναι πόλεμος
Σηκώθηκες του σκοταδιού ελπίζοντας
το αίμα που σκορπίζεται
να κρατηθώ μόνο λέω μακριά
το σώμα, από τα πράγματα που κατεβαίνεις
να κρυφτώ απ’ το κλειδί της πόρτας με μια σκόνη
ή μια φωνή απέξω
Άκουσα τη φωνή, μάρτυρας εγώ τη νύχτα αυτή
με τη στροφή του αγέρα παντού
πιασμένη απ’ το αίμα
τι ν’ απομείνει φώναξα
τις άλλες ώρες την ακούω
να μετράει κόκαλα
Η νύχτα είναι θάνατος
Αν είχα ένα χάος
αγέννητο στο αίμα
νύχτα είμαι η νύχτα θα σου φώναζα
στήθος με δαίμονα του χάους

 

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

Η μάνα πεσμένη στο πάτωμα
έπλενε και καθάριζε αίμα από τους απεργούς της ποίησης
Κι ο Μάλντερ -έχετε ακούσει για το γαλανομάτη έφηβο
που μόλευε ποιήματα
σφάζοντας τα υγρά τους «λ»-
να γελά, αχ πως γελούσε το γκρίζο του αυτί
γραπώνοντας φωνήεντα από τα σαπφικά χειρόγραφα
Έτριβε ξανά και ξανά τις απολήξεις τους
μέσα σε στεγνωτήρια, έτσι ώστε να πίνει ολωσδιόλου
μόνος τρισένδοξους ποιητές
Δυο φορές έξυσε με θυμό ολόκληρη βιβλιοθήκη
ο διεστραμμένος!
Δεν άντεχε τόσους ποιητές κρυμμένους στο μυαλό της
Ο Μάλντερ πέθανε αργότερα
Καθ’ υπαγόρευση της γραφομηχανής του

 

ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Εξαρχής έφτιαξα τα οστά μου πεινασμένα
Τους δίνω λίγη ζωή να ξεκινούν τη γέννηση
και μία λέξη σύμβολο στο αίμα
Εξαρχής μ’ έφτιαξα πεινασμένη
Κοίτα πόσο ικανοποιώ
τη λιγοστή σας προσμονή
με την έξαψη που δοκιμάζει η φαντασία
καθώς διηγούμαι το κορμί μου τυλιγμένο σε λέξεις

*

Η μικρή εμμονή με χρειαζόταν
Εξαιτίας της δουλεύω πάλι ανάμεσα στις πέτρες
Γνωρίζετε τι σημαίνει εμμονή σ’ έναν τοίχο άρνησης
που μου γελάει κατάμουτρα τη λέξη που τον χτίζω;
Γνωρίζετε πόσες σκέψεις ήσυχα ψιθυρίζω
στο πέτρινο βάρος του
πριν η τελευταία πέτρα γυμνό τον χτίσει
όπως ήταν;

*

Είναι ώρες που απομένω στις παλάμες
βαριά άνθρωπος και τίποτε άλλο
Όλα τ’ άλλα στο δρόμο κοιμούνται και ξυπνάνε
Δεν τα ορίζω εκείνα τ’ άλλα που ξεφεύγουν σε μια μορφή
με αχτένιστα μαλλιά και μια βάρκα ξεχασμένη στον ώμο
Κάτω κάτω οι ρυτίδες
-θα μου ’φτάνε να τις δείξω απλωμένες
για να πω πως δεν πέθανα-
κι η μνήμη που βάρυνε στο νωρίς
Είναι ώρες π’ απομένω στο νωρίς
κι ο αέρας αλλάζει όλο αλλάζει την ιστορία μου
Έτσι ξέχασα το θάνατο

*

Με τρία στήθη κάθε βράδυ καταπίνω ενδοφλεβίως
αίμα
φωτιά
και το νερό της μάνας μου
Ως ένα σημείο, έτσι οσφραίνομαι και τον ετοιμοθάνατο
θάνατο, που βγάζει κρυφά το καρφί
καταναλίσκοντας αέρα απ’ τη σκέψη μου
Όλες οι διαιρέσεις μου σε τρεις χειρονομίες κρεμασμένες
Κι αυτός ο ουρανός να τις ταιριάζει ανάποδα
να τις βάζει έτσι του φόβου
που να ασθμαίνει όλο μου το αίμα
σε μια εξέλιξη μυαλού

*

Ποιος θα το πίστευε πως η μοναξιά μου συνέχεια γελάει
καθώς με παίρνει ο ύπνος
Κάθεται πάνω στο στόμα μου μ’ ένα κόκκινο χαρτί
-κόβω μια ειλικρίνεια ανάμεσα-
κι ο εαυτός της γελάει κάτω απ’ την ειλικρίνεια
κάτω απ’ το δικό μου στόμα
Τούτη η αλαφρότατη μοναξιά λεπτομέρεια είναι
για να αποκαλύψω τα παλιά μου μάτια
και μέσα τους βαθύτερα εμένα

*

Με τα μάτια περπατάω τη βροχή
με τα μάτια γράφω πίνοντας τις αποστάσεις της
και δεν ησυχάζω
Για σένα λυπάμαι, που καίγεσαι σε καθίζηση καιρού
την όραση του αίματος άχρηστη-άχρηστη
Και πού να πηγαίνεις άραγε μυρίζοντας συνείδηση
σ’ ενδιάμεσα νερά
Ο θάνατος βλέπεις δεν είναι θάνατος που ψηλαφείς
στη φωνή με αέρα
Στο αίνιγμα του κύματος μετριέται με βροχή
Μ’ αυτήν μετριέται και στις αποστάσεις

*

Επειδή έχτισα το σπίτι μου
στο κέντρο του στήθους
κάποιοι γελάτε με τα κόκκινα παράθυρα
όλων των προθέσεων μου
Ευτυχώς που εγώ δεν μπορώ να σας ακούσω
ευτυχώς που μετακόμισα το σπίτι
λιγάκι πιο βαθιά
με δίχως τα παράθυρα
Σκότωσα όλα τα σκυλιά σας
τουλάχιστον στις ραφές του κρανίου με τ’ αγάλματα
κι ακόμα μ’ ακολουθείτε μυρίζοντας αίμα βαριά
Για ποιο λόγο δεν ξέρω
Κι ούτε κατάλαβα πώς γαβγίζετε
άνθρωποι εσείς
και τα σκυλιά σας άχρηστα τα βρήκα

*

Θέλω να βγω από το παραλήρημα
που με υπονομεύει κάτω κάτω της πέτρας
και με μπερδεύει στους νεκρούς
Χρειάζομαι απλώς μια μικρή αγράμματη αναρχία
αστράφτοντας την εξαγρίωση
στα παιδικά μου βρέφη
Και ύστερα αντίθετα να δοκιμάσω μοιρολόγια
ουρλιάζοντας:
Τυχάρπαστοι θάνατοι
σας πλήγωσα με άνθρωπο

*

Κάποια μέρα
θα ζωγραφίσω σκοτωμένα ποιήματα
με μέλη του σώματός μου
Έτσι, με σκίτσα κομματιασμένα
θ’ αραιώνω το κενό του δέρματος

*

Όταν πήρε την κατηφόρα
Σ’ εκείνη την ανελέητη σιγανή φθορά
είπε: θέλω να κατοικήσω τώρα
Έσκυψε και μίκρυνε-μίκρυνε ως το σάπισμα
κι αυτό το τελευταίο το ανέβασε
εφηβικό στο πρόσωπο
Ο θάνατος άλλωστε ήταν δικός του

 

ΘΕΑΤΡΟ ΔΡΟΜΟΥ

(για τον Κωνσταντίνο
που μάτωσε στη σκόνη του δρόμου
τα όνειρά του και το θέατρο)

Άγνωστο ήταν το σχήμα της πληγής
με την πτώση ακριβώς στη σκόνη του δρόμου
και το δαχτυλίδι ασυμβίβαστο να τρέχει αίμα
στο μισό του δάχτυλο

Αίμα και ουρανός και άλλα όνειρα
επικίνδυνο ρυάκι της πτώσης

Τα όνειρα δεν είναι γεννημένα για την πτώση
είναι το ύψος που σ’ αρπάζει
-βάλε τα όνειρα σε νύχτα ζωντανή
βάλε τα όνειρα στο μέτωπο-

Ύστερα, τρύπωσαν και δάκρυα
μικρές αιμάτινες πτώσεις
στο δρόμο πέντε παρά κάτι

Πού είναι το αγόρι;
Μόνη ακούω στο θέατρο την απουσία του
Πού είναι το αγόρι;
Όλοι Απόντες…

 

ΔΕ ΜΕ ΒΟΗΘΑΝΕ ΠΙΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Θαρρώ πως δε με βοηθάνε πια τα λόγια
να μαντεύω τον καιρό
Δεν ακούω μήτε τη φωνή μου
μήτε των ήλιων που παλεύαμε στις πλαγιές να γεννήσουν
μήλα. Τοπία πάνε κι έρχονται άσκοπα
στα βουνά και τα δίκια που γυρέψαμε τάχα να κρατήσουν
τον καιρό ανοιχτό, ανατολικά και αριστερότερα
βουρκόνερα σαπίζοντας τη βλάστηση. Τελευταία φορά
που ξάπλωσα σιγανά
κουβεντιάζοντας για τη θάλασσα, τ’ αγριόχορτα,
τελευταία φορά σ’ ένα χωμάτινο λιθάρι, που γίνηκε αίμα
πίσω απ’ τον άγκωνα πολέμου

 

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΕΘΑΝΕ

Βραδιάζει στα πολύχρωμα ποιήματα
και τα λεπτά δάχτυλα που σκαρφάλωναν ανεπαίσθητα
μελισσοφάγους έρωτες από το στήθος της ψυχής
-παράφοροι έρωτες-
θα λιώσουν δίχως όπλο για τη λησμονιά
Ένας ποιητής πέθανε
Που οι φίλοι, οι γνωστοί σαν από καιρό κρέμασαν
σε κλειστό παράθυρο να ξημερώνει τις φαντασίες του
Που θα μπορούσε να φυτέψει
και στο θάνατο λησμονιά

 

ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ (2008)

 

ΑΠΕΛΠΙΔΑ ΒΡΕΦΗ

I.

Μήνες τώρα
βλέπω μιαν άγνωστη μάνα
να διασχίζει την αυλή της φυλακής
στάζοντας του καρπού της βρέφη

Κλειστή από φεγγάρι η φυλακή μου
κι όμως κινώντας φλέβα έρχεται
από την πύλη των φρουρών
και ανεβάζει κίτρινα πουλιά

Την ακούω
σαν τα φανάρια που μπαίνουν κρυφά
στον πάγο αυτής της φυλακής
κι ανοίγει νοσταλγίες στα κελιά
και με κοιτάζει στους βοστρύχους λέγοντας:
ξανάρθα, γιόκα μου,
ξανάρθα

Δεν μπορεί,
αυτή η άγνωστη πια σ’ όλους από χρόνια
δεν είναι για μένα εδώ
στα γόνατα εκλιπαρούσα
δεν είναι
σας παρακαλώ

Αχ Μάνα γερασμένη,
με πόσο θρήνο δάκρυα καυτά
η μνήμη να σβηστεί

 

ΕΓΩ ΚΙ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ

Όλη μέρα παίζω με το σπίτι
Κάθομαι στην απαλή ζέστη του
και κυλώ τις πέτρες
που συγκρατούν τους τοίχους

Οι τοίχοι
έχουν παιδιάστικες πέτρες
που τους αρέσει να ταλαντεύονται
με το παράθυρο ανοιχτό.
Καμιά φορά έχω την αίσθηση
ότι τρυπώνουν βαθιά στο μυαλό μου
και με ρωτούν ποια είμαι

Αυτή η ταλάντευση
δεν έχει τελειωμό

Κάποτε τέντωσα το παράθυρο
και τις ακούμπησα στην πάνω ελευθερία
με τρία σύμφωνα από τη δύναμή μου

Ο άνεμος γέμισε πέτρες
κι ας ήταν η πόλη ανηφορική

Κοίταξα ψηλά
τον τοίχο που κουνιόταν
Ο τοίχος άσπρος
κι εγώ αποκοιμήθηκα
δίχως κενά τριγύρω 

***

Έχω πολλές πέτρες
Συνήθως τις φορώ προτού ξαπλώσω
και κλείνω τις αιμορραγίες
στα πέτρινα πατώματα

Έχω και μετρημένες ανεικόνιστες
που ανεβαίνουν λοξά όλη νύχτα
με πρόσωπο καλυμμένο
στην πλάτη

Εξόντωση τις ονομάζω
Για τους πολλούς νεκρούς
μέσα μου που ξυπνούνε

***

Καμιά φορά κουλουριάζομαι στο σπίτι
και κατεβάζω τους τοίχους
τον ένα μετά τον άλλον
με δυνατούς προβολείς

Καταπίνω τη μισοφωτισμένη σκόνη
κι έπειτα μ’ ένα τίναγμα
ανοίγω τον ανεμοθώρακα
και ρέω τις διαφάνειες μιας λήθης

Μεταμορφώνομαι σιγά σιγά
ξέρεις
διαμπερής αθωότητα
και γεμίζω τα κενά στο σπίτι

Αν σταματούσα
και μεγάλωνα στους τοίχους
το βλέφαρο που αποσφραγίζει το μηδέν
το σπίτι μισοτελειωμένο θα πνιγόταν
μ’ ένα τεράστιο κενό αγρύπνιας

***

Εγώ και οι πέτρες,
σ’ αυτό
ή σ’ άλλο σπίτι αδειανό
συγκατοικούμε χρόνια
εις τ’ όνομα του αρραβώνα μας

κι ακόμα
η μνήμη,
που ουρλιάζει λοξά του κρεβατιού
σε ποιο θεό να σε γυρέψει

Πού ξέρεις,
μπορεί με τον καιρό
τα σκόρπια μέλη μας
να ενωθούν με έρωτα

***

Συλλογιέμαι, τι ψάχνω άραγε
ραμφίζοντας τους τοίχους
με τα χειροποίητα συμπτώματα της αμαρτίας
και τις άσωτες ασυνέπειες της ύλης
που βλασφημούν του χρόνου την αιωνιότητα

Πράγματι, τι γυρεύω
ανοίγοντας τα πάθια τους
που άλλοτε αδειάζουν
ολάνοιχτο το ευαγγέλιο στο δέρμα
και άλλοτε αοριστία του θανάτου στο σταυρό

Εγώ, μια λέξη νήστις
στις κλειδώσεις του νερού
πώς να ξεριζώσω με απλά σκαψίματα
των τοίχων την παραφροσύνη…

ΕΠΤΑ ΑΠΕΙΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

1.

Τον ακολούθησε κατά κάποιον τρόπο
ως το αίτιον της σκιάς
αλλάζοντας του σώματος
την αγωνία

Τον ακολούθησε ολάκερη ως το σημείο
των φοβουμένων την αγάπη
η κόρη απ το μόχθο των αγίων
που σώμα για το θάνατο
δεν εζωγράφισε στους τοίχους

Τον ακολούθησε
ως δωδεκάτειχη σάρκα
αλλ’ όμως έτρεμεν η όραση
από τον τρόπο που τα τρυφερά της μέλη
συντρίβονταν στο μοβ

Επτά οι φλέβες που υπέκυψαν
Επτά κι οι απειλές
από το νόημα της ύλης

2

Άνθιζαν οικειότητα οι κτύποι
στο ενδόμυχο Άλφα
Τους ένιωθες να πατούν με τις ώρες
στην αναπνοή
και να ροδώνουν του βραδιού τους οίνους
Και οι κραυγές απ’ τις κραυγές μου
να τρίζουν άγριο κοντσέρτο εντός
κι εγώ να πίνομαι ως το αίμα της σπονδής
σβήνοντας το λευκό της θλίψης

Αχ, αθώα μου γραπτή σιγή
που ξύπνησες με πρόκληση στα λόγια
πάρε τα χείλη της αγάπης
να πούμε ψέμα στους θεούς

 

ΑΧ, ΔΕΝΤΡΟ ΜΟΥ

Πάντα σε φανταζόμουν
να μεταμορφώνεσαι σε δέντρο
λίγο πριν φέξει
Να εφάπτεσαι κάτω απ’ το δέρμα
μ’ εκείνη την ανταύγεια της τέχνης
και να μιλάς στων πόλεων
την αστική συνήθεια

Βέβαια το ξέρω
πως τα συναισθήματά σου εγκλωβίζονται
στις εισόδους της πόλης
κι η προσευχή σου
κινείται αργά και παγωμένη
στα αδιέξοδα των τοίχων

Ακόμα και τώρα
που δεν υπάρχουν άνθρωποι
να στηρίζονται στα δέντρα
κατά κάποιον τρόπο σε φαντάζομαι
να υπερβαίνεις τα όρια στα μάτια τους
και ν’ αλλάζεις τη γεύση που τα ναρκώνει
με ρίζες απ’ τις λέξεις σου

***

Το ταξίδι κατάκαιε τώρα το καράβι
Με σπάραχνα, όπως οι άνθρωποι
άνοιξε τον αέρα
και φύσηξε το αίμα ηδυόνειρο
στα σπέρματα των ημερών

και γέννησε μακριά και μακρύτερα
ελάφια που ’τρεχαν
και γέννησε αστραπές
που ’διναν όλη τους την αγάπη στο νερό
και ρίζες πράσινες της μοίρας
στα ποταμίσια του μαλλιά

Αγγελικό μου ταξίδι!
Τώρα που ο αέρας πάλλει
όλο πηγαίνω
πηγαίνω
ώσπου ν’ αδειάσω με συγχώρεση
το βάρος στο νερό

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

α.

Η μέρα τελείωνε στην αφή της ακρόπολης
κλαίγοντας σαν αμαρτία
Τόσο χρυσάφι λουλουδιασμένο
να βυθιστεί στην ταπείνωση
και στο δρόμο
ένα φεγγάρι βουνίσιο
που αγριεύει από ψηλά τα κάστρα

Φτωχά τρίφτωχα κάστρα
με την πλάτη
δυο τρία μέτρα φυλακή έξω από τη θάλασσα
και μπόλικο νερό στην πανάρχαια σκάλα
της περηφάνιας

Κι αυτός ο ήχος του άλλοτε
που πότιζε τον ιδρώτα φιλότητα
και πλούτιζε το πάθος της φυλής
τις μήτρες μεγεθύνει δυο φορές
με τον αέρα που μισεί τις θύμησες
και φτιάχνει στήθη με το Δεν

Γι’ αυτό και φούντωσε άγριο το σούρουπο
στα πέντε κάστρα των Ελλήνων
και εξελίσσεται σε κίνδυνο
καθώς βάφει μ’ αλάτι μονόφθαλμο το χώμα
και ξηλώνει τις ηλιόλουστες πέτρες των ονείρων
Έχουμε βέβαια παρηγοριά τη θάλασσα
που καρπίζει τα μάτια
με θεούς
και τα χείλη μ’ Αγγέλους τ’ Απρίλη

Μέρα και νύχτα δε λυγίζει
κι ας βρέχεται στα σωθικά της
από φεγγάρι των νεφών

β.
Και ήρθαν κάποτε τόσοι νεκροί
μέσα απ’ τους αιώνες
να ζητήσουν τους όρκους που δώσαμε
και δεν κρατήσαμε

Και ήρθαν άνεμοι λαβωματιές
από την ανοιχτή παλάμη του χεριού
-τόσοι γυναίκες άντρες
π’ αναστήθηκαν-
κι η θάλασσα
μια μαύρη λάσπη
εμπόριο για την ψυχή που χτίσαμε

Κάποτε
σύρθηκαν τόσοι νεκροί
στην επίσημη πρόσοψη του σπιτιού μας
και ψάλλανε για την ακρίβεια
εφτά σκοπούς
Και ήταν τότε
που νιώσαμε το κρύο απερίγραπτο
στο πρόσωπο της μνήμης
Όχι γιατί αρχίναγε η θυσία
των νεκρών
Παρά γιατί η μνήμη μια αποτυχία
να δώσει πρόσωπο στη μνήμη

γ.

Και τίποτα δεν έμενε
να θυμίζει τα μάτια των κοριτσιών
που σχεδίασαν τα βουνά ένα ένα
μες στη χλόη
και τα ρυάκια
με τη φωνή τους

Τίποτα και στα χέρια των δέντρων
που φυτεύτηκαν από αγκαλιές νηπίων
σ’ αυτούς τους τόπους
για να κλείσουν τη βαθιά
ανάσα των ψυχών

Αριστερά
πάνω στο γέλιο του παράθυρου
να διαλύεται ένα φεγγάρι τρομαγμένο
προς τη λευκή σκόνη της μοναξιάς
κι ένα φιλί βαθύτερα
να ψιθυρίζει στα μαλλιά σου
για τα προσχήματα
που μετακίνησαν τον ουρανό

 

ΑΛΛΟΚΟΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

I.

Εκείνη τη νύχτα
που δεν υπήρχε στάλα φεγγάρι
να κρατηθείς
έσταξε το σκοτάδι εγκαύματα

Γύρω η μαύρη γη ν’ ανατριχιάζει με το πάτημα
κι ύστερα πέτρες που μετατοπίζανε τον ήχο
κι ύστερα φόβος και σιωπή
κι εγώ να κρυώνω βυθισμένη
σε τόσες καταχνιές

Κρυώνεις κι εσύ
πηχτό Σκοτάδι, φώναξα,
που στάλαξες την αγωνία στη φωνή;

Κρυώνεις κι εσύ Άγγελε θανατερέ
που στάλαξες μια θλίψη
κι ανατριχιάζει η ψυχή;

Εκείνη τη νύχτα
όλο πάθος ούρλιαζα:
νύχτα, νύχτα, νύχτα
μήτε λουλούδι για νεκρό
ξανά δε σου χαρίζω…

 

Ο ΧΑΛ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Όλο χαμήλωνες τα μάτια εντός
και άνοιγες
τι δρόμους θε μου
μ’ ένα μαχαίρι γράμματα
Κι αναρωτιόσουν:
αν σχίσω το δικό μου στήθος
θα μ’ αγαπήσεις ύστερα σιωπή
ακέραιο στη μοναξιά μου;

Όλο χαμήλωνες τα μάτια
χανόσουν
και λέγαμε:
θα σωθεί, δεν μπορεί
πάντα η ψυχή από τη μοναξιά της σώνεται

Κι έπειτα
εσύ γυρνούσες με το φευγάτο της σαρκός
και φώναξες μέσα στο πνεύμα:
κλείστε τα τζάμια
ω άνθρωποι
ξόδι θεού τα μάτια

***

Ο Χαλ! Σπέρμα του χρόνου
που έκαιγε τα αινίγματα με φως
Μονάχα στα ποιήματα υπάρχω,
μου ‘λεγε,
μονάχα
μες στη μνήμη του φωτός!

***

Ω, έτσι ταξίδευε ο Χαλ,
μονάχος ολομόναχος δάγκωνε τον αέρα
κι ο ήλιος έσκυβε
μες στο κορμί του να χωθεί

Ω, έτσι τον έφεραν στη γη τα πόδια του
έτσι και στην αυγή της απουσίας

***

Στον Μίλτο Σαχτούρη

Πολλά βράδια ερχόταν σιγά
στη μεγάλη εξώπορτα
τακ τακ τακ
κι άρπαζε απ’ το τασάκι μου
ένα τσιγάρο
κι έλεγε:
αυτό θα κάψει ζωντανούς

και γελούσε σαν τρελός
και γέμιζε τα σεντόνια μου
μελάνι
τους τοίχους με ποιήματα

Μου μιλούσε τότε
καθώς μ’ έπιανε στο χέρι
για βαπόρια
και ναύτες
για τις τωρινές άδειες θάλασσες
και το μικρό πουλί
που κελαηδούσε στο μπαλκόνι του
αλλά στα μαντίλια του κάτι άσπριζε από μέσα
και μου πάγωνε την καρδιά…


ούτε που ξαναφάνηκε
η τελευταία του διεύθυνση…

 

Στον Αλέξη Τραϊανό

Κρύφτηκε το φεγγάρι
κι ούτε μια λέξη
για σένα
εδώ κάτω

ακούς;

ούτε μια λέξη
μισοσβησμένη
σε τούτη την πολιτεία
με τα βαθιά υπόγεια
και τα μπορντέλα

χτες
αυτοκτόνησες…

επνίγηκαν
ακόμα
κι οι κουβέντες σου
μες στις φτυσιές

 

8-6-2007 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το φως γυάλιζε
πάνω στα φορέματα των ηθοποιών
και στα σώματα
που είχαν το σχήμα των γεφυριών
και μ’ έκαναν όλο να γελάω και να κλαίω
Τα σώματα
όλα λογισμένα απ’ το πάθος
όλα μελαγχολικά κι ελεύθερα
να βγαίνουν στα σκαλοπάτια της σκηνής
με τα μπράτσα
κι οι ίσκιοι ξετρελαμένοι
ανάμεσα στη γραμμή ελευθερίας
και στη φυλακή της τσέπης μας

Ήταν τα κορμιά πάνω στη σκηνή
που ξέχναγαν τα χέρια
και τα πόδια
κι έκοβαν το σκοτάδι μ’ ένα βιολί
κι εγώ
με τα κλάματα στη νύχτα
της μεταμόρφωσης
εγώ αδέξια
και γερτή
να σκοντάφτω στα χλιαρά μου χέρια

 

ZOZET

Κατά το χάραμα ξαναγύρισα
επάνω στο τραπέζι
εγώ η Ζοζέτ, που πάντα αποκοιμιέμαι
με το βάρος ενός μεγάλου άνεμου
στο ξύλινο σώμα
και με το θλιβερότερο καρπό
στο ρόλο του προσώπου

ούτε καν ένα αντικείμενο ξεχασμένο
να με περιμένει
να προσποιηθεί πως γλείφει τα σκόρπια μου κόκαλα
να φορέσει έστω το χρώμα μου
το κεντημένο με τη λέρα ετών
να διακοσμήσει κάποια του γωνιά

Ένας γύρος
και ξαναγύρισα εδώ κοκκινωπή
στο τραπέζι με το τέλειο σχήμα των τιποτένιων πραγμάτων
και δεν έχω πια ύπνο
στη μυρωδιά της πατούσας μου

στ’ αλήθεια είμαι η Ζοζέτ
ν’ αφήσω ίχνη
κι αλλάζω θέση στο τραπέζι
και παρακολουθώ όλη νύχτα κάποιον
που ίσως καθόταν δίπλα του
ναι, ναι
ίσως κάποιο φυτό δηλητηριασμένο
π’ αναρριχάται τον ύπνο μου που δεν ήρθε
να ξυπνήσει
το τραπέζι είναι ωραίο μέρος
έστω κανέναν δεν πειράζει
αχ η επιθυμία μου κάθε βράδυ
να με ξαναπιεί
να στραγγίσει μέσα μου
το παιδί που πέθανε και βρέθηκε λειψό
κάτω από τη σάρκα της Ζοζέτ

II.

Θα πουλήσω μια διαμονή
στις καθημερινές συνήθειες
την πιο βαθιά εξορία
στων ημερών μου τη σάρκα

Θα φορέσω
και τ’ άσπρο μου λινό
εκείνο που χαϊδεύει την καρδιά
με δίχως δαχτυλίδια
και θα κατέβω στα σταυροδρόμια του πλήθους
που επινόησα

Ξέρω πως η Ζοζέτ
σιγανόφωνα θα με δεχτεί στα γεύματα
χωρίς να μου ζητά μια σάρκα αθωότερη
στο παιδικό μου πρόσωπο
το σφαγμένο 

Όμοια κι η ψυχή στο μάκρος του κορμιού της
γεμάτη μαστιγώματα παλιά
και υπογραφές από αγκώνες αρπαγμένους

Ω! Ναι, θα κατέβω πολύ κοντά
ως την άσπρη μου στιγμή
και θα καθίσω στα χείλη μου απάνω
μια αστιγμή
και κανείς θνητός τη γεύση της
δε θα μπορεί να σπάσει

III.

Ο αέρας
κινιόταν ύπουλα στο δωμάτιο
με τις δύο γυάλινες πόρτες
και τον άσπρο τοίχο
που χιόνιζε όλο το βράδυ
Έβλεπα την ανάσα του
ν’ αγγίξει τις λίγες κουβέντες
που αιωρούνταν
στο λυγισμένο χέρι της Ζοζέτ

Μπορεί να τη σκοτώσει, σκέφτηκα
Ο άντρας
που σηκώθηκε σαν αέρας
επιθυμιών
θα τη σκοτώσει
αν αγγίξει την καρδιά της

 

ΤΕΜΝΟΝΤΑΣ

Ανακαινίζω στα φωναχτά τελευταία
μια νύκτωρα αιώρηση με στεγανές διάρκειες
τέμνοντας ανελέητα το «Κ»
που λαγνεύει τη φθαρμένη μου αιτιότητα
και ουρλιάζω «αθεότης»

Βέβαια!
Λίγη αθεότητα χρειάζομαι στο κλειστό μου άζωτο
να βλέπω κι απ’ τις δύο όφεις
την οξυνόμενη δίεση
που με θνήσκει
Να αναπαύομαι με την αφή μου ως γυναίκα
κι οι χορωδιακοί παπάδες
να μην ακούγονται πως ψάλλουν
το οξυγόνο φαλλικά

Βέβαια,
ούτε ερώτηση αιφνίδια
δε θα σπουδάσω
απ’ τα μάτια σας

Ολισθηρή θα υπερβώ τα διάφωνα
π’ αναρριχήθηκα

Ύπαρξη στις αρθρώσεις μην ακούω

 

ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ

Ο δρόμος
άεργος έμοιαζε
να μπλέκει με τα χέρια
του θεού
Δρόμος μακρύς
στου σώματος το σώμα
να τον βλέπεις δίχως άνθρωπο
δίχως άγγελο μνηστήρα
από το αύριο της προφητείας

Κι ύστερα
το κορίτσι
ο μόνος θάνατος π’ άλλαζε τη φωνή
να βγαίνει συχνά στο χώμα
και να ζυγίζει την αγάπη
απ’ τις ανάγκες
των θεών

Όμορφο κορίτσι
των ανθρώπων
να τραγουδά τώρα μονάχη
με θάνατους κι αθόρυβους θεούς
και ποια φωνή της ταπεινώσεως
το αίμα της να σώσει;

Ατέλειωτος ο δρόμος στο κορμί
του κοριτσιού
Έρωτας
Θάνατος
Αμάρτημα

 

ΕΙΔΩΛΑ

Κάποτε
τρεις εποχές θα ψάλλω
περιζωσμένη πάγο
και φωτιά
κι απ’ τους θεούς
κύμβαλα χαλκοπάρια τ’ ανέμου

Η μια,
κόρη βαρύτονη του σώματος
με την οργή λυμένη

Η δεύτερη,
παρθένα ακροχορεύτρια
στ’ αριστερά κρατώντας μου τα νώτα

Κι η τρίτη
πιο κακότροπη
ίσως και πιο θλιμμένη

Γιατί σε τρέμω δαίμονα
τριγύρω μου φθινόπωρα
εσέ
αγροίκε άντρα 

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Εσένα πώς σε λένε;

είπε η φωνή
κουβαλώντας ήλιο
από μαύρο αίμα

Πώς λεν τα μάτια σου
θάλασσα
ή φωτιά;

Πες μου αλήθεια
πώς σε λένε
νύχτα μου χθεσινή…

 

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

1.

Θα ‘πρεπε να ξεχύσουμε κάτι
στην κατάληξη του ποιήματος
Όχι βέβαια το άλφα
του άγιου θανάτου
που φουσκώνει και ξαναφουσκώνει τις φωτιές
και παίζουμε μελόδραμα
Ίσως κάτι ανάερο της τρυφερότητος
ανάμεσα στο άλφα και στο ρο
Θες με δική σου λεπτομέρεια
θες με δικό μου καταγόμενο
Όμως,
να λησμονήσουμε κατάληξη
τώρα που είμαστε

2.

Τώρα που το κορμί σου
δεν απέχει καθόλου από την ύλη
της δωροδοκίας
θα τάξω την άβυσσο στο παιγνίδι
Την ερωμένη άβυσσο της αποκάλυψης
δίχως τη μήτρα της να βγάλω
Αγάλλομαι, θυμήσου
όταν με δελεάζουν στο κορμί
δολοφονίες σπλαχνικές
Για το κακό του έρωτα αρκεί!

3

Να βγω στους δρόμους
με κυκλοφορία αίματος
προς όλες τις κατευθύνσεις
να βγω μια πολύωρη γυναίκα
κι εσύ που αγαπάς τόσο πολύ
τα πράγματα που ερωτεύεσαι
ν’ αποστηθίσεις πεταλούδας την αφή
Να βγω με σταγόνες έρωτα
στα γόνατα
να κατηφορίσουν πάνω μου
μεγάλες χηρείες της ζωής
και το χειρότερο
μία βαρύτητα
από το δαίμονα της νίκης
Αλήθεια, θα ‘θελα να βγω
έτσι ανάποδα
στα σκληρά σας πορνεία
δεν είναι παράξενο;
έτσι ανάποδα επάνω σας
τον έρωτα να ξεχειλώσω

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όλες οι μνήμες πια θε να πάρουνε τέλος
Καθώς προβάλλουν όπου κοιμούμαι
και υποφέρω ανωφέλευτα
απ’ τη φρικτή μου ποίηση

Ας τελειώσουν και οι γλώσσες του φαντάσματος
Που νομίζουν πως είμαι η ίδια εγώ
και πλάγιασα μαζί τους με νωχέλεια
χαϊδεύοντας
το χνούδι του σκεπάσματος

Παράξενο που δεν το συλλογίστηκα
να χαμηλώσω ολοένα στο πλευρό μου
τίποτα
κι από κοντά του να περνώ γυναίκα

να χάσει πια το χρώμα της
η μνήμη,
πίνοντας νύχτα απ’ τη γυναίκα

 

 

ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ (2007)


ΔΡΟΜΟΙ

I

Με καίνε οι δρόμοι
με τα ξερά τους όρια
που ξετυλίγονται
και ξετυλίγονται
σαν μακριές πεθαμένες ψυχές
και προσπαθούν τη γέννα μας να πιάσουν
και καταπίνουν τους λεπτούς μας ήχους

Πήρα μαζί μου
ένα δρόμο μια φορά
κι η πείνα του σαν προδοσία
ρουφούσε το λευκό τραγούδι μου
και η πρησμένη σκόνη του
κρύωνε τη ζωή μου

Καχεκτικοί δρόμοι
που θρέφετε τη γύμνια σας μ’ εμάς

Κατευθείαν στηθήκατε
στ’ αλώνι
και καρτερείτε
μέχρι να γίνει θρύψαλο
η γέννα που φυλάγω στο μυαλό

 

IΙΙ

Ω αγαπημένε μου,
αν έσφιξα στα χέρια μου τη νύχτα
είναι γιατί χάνομαι
ανάμεσα στους δρόμους
που τρέχουν στο μάγουλό μου
ωραία μπλε δάχτυλα
και ύπουλα χαϊδεύουν την καρδιά

Το ξέρω
πως τα γκρίζα δευτερόλεπτα
δεν έχουν στις αντανακλάσεις τους
λευκό
μα τόσοι ψίθυροι του πλήθους
έγιναν βάρος κι απειλή
μες στις σκληρές μου φλέβες

Δε με βαραίνει η νύχτα,
αγαπημένε μου,
και η κραυγή μου
που ξανάρθε πίσω

Ένας νεκρός που αναδίπλωσα
σε σχήμα ατιμώρητο
αυτός ανεβαίνει και κατεβαίνει
τις προσόψεις του σπιτιού μου
και με το βάρος του
λερώνει τις κραυγές μου

 

IV

Πάνω στο δρόμο
οι δυο σου μνήμες
κρεμασμένες από λυγμό
και από θάλασσα

και τα χέρια σου
που τρίζουν υπόκωφα
ψάχνοντας για ένα χρώμα
για μια λέξη
για ένα κάτι

ετούτα τα χέρια που αφέθηκαν να φθαρούν
φτιάχνοντας τόνους σάρκας ακόρεστης

V

Χτες βράδυ
τι γέλιο πέταξα ψηλά
στην καρδιά των μαύρων δρόμων
που παγιδέψανε τη γη

Η τήβεννός μου αμολημένη
αγγέλους έβρεχε τρελούς
το ίδιο κι η μαντίλα μου
στοιχειώνοντας σοκάκια και θεούς

Χτες βράδυ
μες στης νυχτός τα σάπια
με παράχωσα
λεκιάζοντας στο μάκρος
το κορμί της
με αίμα απ’ το γέλιο μου

 

ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ

I

Μια κηλίδα με κουκούλα ήταν
που αποτύπωσε η μηχανή μου
εκεί στη στροφή της οδού Ακαδημίας…

Βρισκόμουν πολύ κοντά της
και μου ’δώσε την ιδέα
να τη μεγαλώσω δοκιμαστικά
εγώ μία ασήμαντη φωτογράφος
σαν πόρνη να ψάξω την άλλη πλευρά
να μαντέψω που έκρυβε το φόβο

Κείνη την ώρα έτρεμα θαρρώ
ωστόσο οι φλέβες μου σκληρές πάλλονταν
και ξεγύμνωναν τις ράφτρες
που φιλούσαν κοιλιές
και σκαρφάλωναν στα ραβασάκια
που έμπαιναν στις εκκλησιές
κι έβαζαν υποψηφιότητα
να ονοματίσουν της μάγισσας τα πανιά
που έδεσαν τα μάγια στο εσωτερικό

Κι ήμουν παρακινημένη
από μια ιδέα μέγιστης αλήθειας
καθώς κύλησα μέσα στην ύφανσή της
και πλησίασα το θρέμμα της
Τι σκηνικό!!!

Εγώ και τα μαλλιά μου
στριμωγμένα λίγο
στο μαύρο λάφυρο
να ονοματίζουμε στη διαπασών
την πανούργα καπέλου
και η κηλίδα σκόρπια κάτω απ’ το τραπέζι
να χειροκροτεί την τιμή που πουλήθηκε
στην ώρα του αθεϊσμού

 

ΙΙ

Η ώρα ήτανε για δαίμονες
λένε,
που σφάζουν με τα χέρια
την κηδεία του θεού
όταν το κορμί της γυναίκας πύκνωσε
τον αέρα
με την αγγιγμένη της σινδόνη

όταν μες στην ανάγκη του
ξετυλιγμένη χύθηκε
κι ο τόπος γέμισε
της ήβης της το μαύρο
και μολεμένα σωθικά

Έτσι
ξανά
στα χέρια του
ανέβηκε
ο θάνατος

 

ΜΕ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ

I

Είναι πολύ πιθανό
αν συνεχίσεις να μου μιλάς
σαν μια ολοζώντανη αγαπημένη
θα τυλίξω το κορμί μου
στα όνειρά σου
να γίνω της νύχτας σου καρπός

Θα μεταμορφωθώ κι εγώ
σε κοχύλι
να τρυπώ τους κακοήθεις ασβεστόλιθους
με έρωτα
και έρωτα

Είναι πιθανό
να φτάσω με ακρίβεια
ως το τέλος
αναβιώνοντας
μέρες
νύχτες
όνειρα
με έρωτα
και έρωτα

Κι η μια φούχτα άμμος
που θα σταματά
σε μάκρη
και σε πλάτη
με την καρδιά σου που χτυπά
μέσα σε όμορφη γυναίκα
ανώφελους θησαυρούς θα φυλά
γιατί ο έρωτας μας
με άλλο χρόνο θα εκφράζεται…

Αν συνεχίσεις
να μιλάς
με έρωτα
και έρωτα…
IV

Μ’ αρέσεις
έτσι ακριβώς
π’ ανεβαίνεις σιγά σιγά
με την ιδανική ομορφιά σου
στα μύρια της γης

έτσι ακριβώς
αόρατε άνεμε
όταν ψάχνεις
μες στην ανάσα του κόσμου
να με βρεις

Ω!!!
Αληθινά σου λέγω
μ’ αρέσεις
έτσι που γίνεσαι
σιωπή
μέσα στο σμάλτο
των ονείρων μου

 

V

Αλλά εγώ θα σβήσω
τη δίψα μου
σε μια σταγόνα σου
βροχής
έρωτά μου

θα με ταξιδέψω
με τη φωνή σου
στα πέλαγα

ολόκληρη θα με χτίσω
με την κραυγή
της γέννησής σου

τη μοίρα μου
γυμνή θα περπατήσω
σε πορφυρή χαρά
ετούτη τη φωτιά σου
δοκιμάζοντας…

 

Ο ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

I

Τι με ρωτάς, ω Κύριε,
για τη ματωμένη πολιτεία του Μάλντερ
για το κάθε σταυροδρόμι που προβάλλει δισταχτικά
γεμάτο σκούρες κηλίδες
για τους κακούς ανέμους
που ήρπαγαν τ’ αγαθά της
Ομίχλη παγερή δοκιμασίας η νέα βλάστηση
ενώ εμείς πίνουμε και γευόμαστε
πικρούς καρπούς στα χείλη
και όστια απ’ του θάνατου το σώμα

Τι με ρωτάς για τα σύννεφα
που κυλούνε τα δάκρυά μας
και σέρνουν φθόνους πίσω απ’ τα νερά
και τις κλειστές γροθιές
παράτολμα στο φως

Ω Κύριε,
οι πεθαμένοι δύσκολα ανασαίνουν εδώ
με τον άγγελο ατιμώρητο
που ’κόψε με δρεπάνι σκουριασμένο
τα βλαστάρια,
σαν αμαρτίες τάχα για τη σωτηρία μας

Αν είχε τη μοίρα του ανθρώπινη
θα τον είχαμε συγχωρήσει
Κύριε,
θα λησμονούσαμε τη χάλκινη καμπάνα
Αλλά μεταμορφωμένος παραμόνευε
να μη βλέπουμε
να μην ακούμε
και γύρισε του τάφου τη σειρά

Και σαν έπαιρνε τη μεγάλη στροφή
της αρνησιάς οι προφητείες
το δαίμονα ξαναγέννησαν

 

IV

Τυλιγμένοι τη νύχτα, το σκοτάδι
ας παίξουμε, άγγελε.

Ας παίξουμε σταυρούς
και κρεμάλες
και τον ίδιο το θεά
στη φωνή

ίσως και μια ανάσταση
έτσι ταπεινά
σε διδαχή καινούρια καρτερίας.

Ας παίξουμε,
άγγελε ατιμώρητε,
προτού η αστραπή
το δαίμονα στο πρόσωπό σου αποκαλύψει

 

ΕΤΩΝ ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ

A’

Τα σημάδια στην κορνίζα
σκέπαζαν παντού τα ρίγη
από οίκτο σταύρωναν τους δυο μαστούς
και κλείδωναν στο εσωτερικό
τον ορίζοντα των διαρροών

δεν έμενε τίποτα από το μηρό της
παρά μια αρωματισμένη ντροπή
στα σεντόνια
κι οι καταμετρημένοι έρωτες
να διευρύνουν
το σκορπισμένο φόρεμα,
Ετών Δεκατριών

όμως η έβδομη εικόνα της
αυτή που προκάλεσε την οργή της φαντασίας
είχε διπλασιαστεί στων λουλουδιών
το πουδραρισμένο λευκό

 

ΠΕΡΙΦΡΑΓΜΕΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Η κάμαρη χλιαρή
μα ο πίνακας μισανοιγμένος
χρωμάτιζε την περιφραγμένη μοναξιά
μ’ ένα κόκκινο παντού

το κρεβάτι απέναντι
με την τύψη στο κέντρο
το τραπέζι
το τυλιγμένο με κουρέλια
την μπολιασμένη
μ’ ανατριχιάσματα ξεθωριασμένα νύχτα

Ποτέ τόσο πολύπλοκο κόκκινο
δεν εκρεμάστηκε σε τοίχο
φουντώνοντας τη δίψα
στις ρωγμές…

ποτέ τόσο γεμάτο χρώμα
στα μάτια μίας πόρνης…

 

Η ΕΝΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Αίφνης
εκεί στη δύση
επόθησα
την όρασή μου να θυσιάσω
βρεγμένος από σπέρμα
έφηβης πορφύρας

Εκεί στ’ ολίγον του γκρεμού
ωσάν πόθος νηπίου
να γείρω
να χυθώ
να πριονίσω τους πυθμένες
και τις σταγόνες που μοιρολογούνε
στην άκρη της οδύνης

Ω Αγαπημένη των λόφων,
άλλαξα φως
στο πρόσωπό μου
και ανεβαίνω το ζωγραφισμένο άπειρο
πιο πέρα
ως την αιμάτινη καμπύλη σου

Επάνω σου γράφομαι
ως άσημος ποιητής
τον αθωότερο πόθο μου
στο σώμα σου γλιστρώ
πυρπολημένο με φυτρώνω
μες στη δική σου ύλη

 

ΣΑΝ ΠΡΑΞΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Ένας μακρύς διάδρομος
με άγαρμπη οροφή
οι τοίχοι φαγωμένοι απ’ το σκόρο
και το δέρμα που στριφογυρνά

ανεβοκατεβαίνει τους τέσσερις τοίχους
σπρώχνεται πάνω στην πόρτα
-μια σκούρα δαχτυλιά-
και παχύρρευστο αρχίζει να χύνεται
πίσω από την κλειδαρότρυπα

Αγωνίζομαι
-σαν μια πράξη τελευταία-
την πόρτα ν’ ανοίξω
μα βρίσκομαι κιόλας κλειδωμένη μέσα μου
και κάποιος
το γυμνό μου φόρεμα
πάνω στο πέρασμα π’ απότυχα σηκώνει

Έτσι το είδα
για πρώτη φορά

να φουσκώνει ορθάνοιχτο
κρεμασμένο
φανερώνοντας πως εγώ απομακρύνθηκα
από τις σκόνες που το δαγκώνουν 

 

ΑΚΡΙΒΟΘΩΡΗΤΟ ΤΟΠΙΟ ΜΟΥ

Τι χρώμα να ’χεις άραγε
στη φωνή
όταν στάζεις φεγγάρια
στη φαντασία των δέντρων
και αρραβώνα με τον ήλιο

Χρόνους μακραίνω την προσμονή μου
και με γδέρνουν οι βράχοι
κάθετοι
στήνοντας πέρασμα
μα στης κορφής σου τη στοργή
τα μάτια μου δε φτάνω

Τι χρώμα να ’χεις άραγε
στα χέρια
όταν στάζεις ελεημοσύνες
στις σιωπές
κι όλες τις ηδονές σου στα φαράγγια;

Ακριβοθώρητο τοπίο μου
έτσι που στέριωσες τις πλάτες σου
στο χέρι των θεών
πως να σε φτάσει
τ’ ανθρώπινό μου ριζικό…

 

ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ

Μια μέρα
τούτη η θάλασσα θα μιλήσει
με το σωστό της χρώμα…
θα μιλήσει παραβλέποντας
συνήθειες
τόπο
χρόνο
ξαφνικά αποκαλύπτοντας
παραχαράκτες
που πλένουν τις ελλείψεις τους
με παραγράφους
από τη χάση του φεγγαριού
και γεμίζουν κυκλικές συφορές
τα βήματά της
Μια μέρα
κάθε σταγόνα της θα ξοδεύει
στα φύλλα των βιβλίων
το θάνατό τους να πιστοποιεί
τις σκουριασμένες φλέβες τους
αδειάζοντας
μέσα σε υπονόμους
Ω!Η Ναι… Μια μέρα παραχαράκτες
από το ίδιο σας καρφί
θα κρεμαστείτε…

 

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

I

Όλοι φυτεύανε δέντρα.
Με τα δάχτυλα ψηλαφούσανε τη γη
και μοιράζανε χιλιάδες ρίζες
με φύλλα πράσινα
και άσπρους κλώνους

Δεν ξέρω αν είχαν και του νερού τη δύναμη
στις ρίζες γαντζωμένη
εμένα με γήτευε
που θρέφανε τη γη με δέντρα κύκλους
με γήτευε π’ έσκαβαν με τα νύχια
άλλες φορές ως το νύχτωμα

Στο μεταξύ εσύ
αφουγκραζόσουν ως εκεί που έφταναν τα χέρια τους
κι έσφιγγες στην παλάμη με χτυποκάρδι
κάτι φωτογραφίες κιτρινισμένες

Έσφιγγες και τις ρίζες
μέσα στην ίδια την καρδιά τους
γιατί δεν άντεχες τα δέντρα ζωντανά

Εσύ
που δεν μπόρεσες να φυτρώσεις
ούτ’ ένα χέρι
στο νερό

 

IV

Το ’θελε να φύγει
κι εγώ επίσης σκεφτόμουν

Να με χωρίσω
από τον τόπο της κόλασης
γιατί απόκαμα να χασομεράω
οτων ημερών του την τρέλα

Το ’θελες να φύγεις
κι εγώ επίσης σου φώναξα

Ω!Π Πόσο γρήγορα ακούω
άλλων περιστεριών τον ήχο

 

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Ι

Δικές μου όλες οι βροντές, τους είπα.
Δική μου και η φωτιά,
που καπνίζει σχεδιασμένη από αδάκρυτο βλέμμα.
Να τελειώνουμε,
αφού ο βρομερός σανιδότοιχος
βιδώθηκε για πάντα στην πόρτα του νοτιά

Ω τρέμουλα των παντζουριών, μη φοβάστε!
Η μοίρα σας απόξω διπλομετρημένη
όπως κι οι ώρες των αστείων

Ανάμεσά μας κοιμήθηκε ο προθάνατος,
το ‘νιωσα
από τον όγκο του αέρα.
Αγκάλιασε την πόρτα μας
σε όλες τις αισθήσεις
δεν ακούτε το κραυγαλέο φευγιό
στο αίμα και τις φλέβες της;

Ω, ας τελειώνουμε
ας πάψουμε τις πόρτες
στα σχήματα
στα λόγια
ας ανοίξουμε τα παραθύρια
προς ανατολάς

Ας περάσουμε τις τελευταίες λέξεις
αυτού του πνεύματος
μία γραμμή πιο πέρα
από τους σανιδότοιχους

 

2007 ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΙΑΣ
(Ζωγραφική Άννα Κανατά)

Σφυρίζουν σταυρωμένα τα χρώματα
σε μια νύχτα αλλόκοτη
που τα δάχτυλα ζυγίζονται σαν άγγελοι
ως απάνω στο στήθος
τη μνήμη σου να ζωγραφίσουν

Ανοίγουν
διπλώνονται κι ανοίγουν
και μακραίνουν
κι εδώ με βρίσκουν
εδώ μ’ αφήνουν να μαλώνω με το μαύρο 

Σφυρίζουν γύρω μου κι οι φλόγες
οι κόκκινες ακολουθώντας
την ψυχή
οι κόκκινες
φορές μου καίγοντας το χρώμα
Και πως να σε ζωγραφίσω
με γυμνό σπαθί
που βρέχεις ήχο ελαφιού
στα μυστικά σου ύψη
και στο νερό
ανοιχτό γέλιου το παράθυρο;

Πως μεσοφέγγαρο
που ανεβοκατεβαίνεις κύκλο
το σώμα σου
στο μοβ
πως να σε αναγγείλω στη ματιά

θάνατο
πόνο
ή αγάπη;

Πες μου
νερό ζωγραφισμένο
στα δάχτυλα τα χρώματα
πως να μετρήσω;

Untitled.FR12 - 0002

***

Μας μετρούσε όλους
ξανά και ξανά απ’ την αρχή
με μια λάμψη στα μάτια
βλέποντας πως λείπει δέντρο ένα

Μας μετρούσε δέντρα πολλά
δέντρα για το χειμώνα
και για τις ώρες που γελάς
δέντρα που κοιμούνταν στην άμμο
που μιλούσαν
που διάβαζαν
που ………. δεν έχει σημασία τι
αλλά μας έβλεπε και μας μετρούσε
και στο χλωμό της πρόσωπο, το φοβισμένο
φώναζε η στιγμή:

Έφυγε… το δέντρο το δικό μου λείπει…

Έλειπε δέντρο Ένα…

Untitled.FR12

***

Ω! Άγγελε των Αγγέλων
που πληθαίνεις τον καιρό των φύλλων
με άνεμους ελευθερίες
και όρκους απ’ τον ήλιο

Εδώ που η νύχτα άνεμος πνέει στο σώμα
και τ’ άνθη μυρίζουν χώμα
και μεγάλες σκιές
εδώ
στ’ ανθρώπινα στάξε
τον ήλιο ανθισμένο

Εδώ
στα τέρματα της ψυχής
σαν την πηγή κοιμήσου
κι είμαι θνητός
που μοιάζει των αγγέλων

Untitled.FR12 - 0003

***

Όλη νύχτα
πάλευε με τ’ αλάτι των χεριών του
να δέσει τις πληγές

Τα χέρια του
ανεστραμμένα
να γελούν πολύ μες στις πληγές
κι οι ήχοι
να γεμίζουν αίμα

Τι μοναξιά, τι μοναξιά!
Η νύχτα γέμισε ρωγμές
κι απάνω τους
δυο χέρια σταυρωμένα

Untitled.FR12 - 0004

***

Ύστερα το φεγγάρι ξέφυγε
από τη νύχτα
και γαντζώθηκε στο πρόσωπο
της γυναίκας
μεταμορφώνοντας τα μάτια της σε κίνδυνο

Έτσι,
προτού να γεννηθεί η μέρα
δύο σταλαγματιές φεγγάρι
τίποτε άλλο
τον κάψανε μες στο κορμί

Έτσι,
σε δυο σταλαγματιές φεγγάρι
κρέμασε το λυγμό της
κι η γυναίκα…

Εκείνη.
με τα τρία δέντρα
και τα αινίγματα απ’ τα βουνά

Untitled.FR12 - 0005

***

Όλο τύλιγε το κορμί του
στην ανηφόρα

και σφύριζε
μ’ εκείνο το πράσινο
από τις ρίζες των φύλλων

σφύριζε και στις πέτρες
που στρίβανε λαχανιασμένες
με πόδια ριζωμένα στο ρυθμό του

κι η ανηφόρα
όλο να τον τυλίγει

ούτε μια δύναμη ευθεία
δεν ήθελε δική του

Untitled.FR12 - 0006

***

Το φεγγάρι!
Αυτό έστριψε τις ρίζες του δέντρου
κατά το νότο
και τις κατάπιε η πέτρα
που σκοντάφτω

Το φεγγάρι που μου ‘λεγες
πως αν κατέβει χαμηλά
στο δέντρο που είναι σπίτι μου
θα λάξευε φως σε όλα τα παλιά χαρτιά
και δίπλα ο ίσκιος θα χανόταν

Και το μυαλό,
που φτιάχνω τα ποιήματα.
Θα πνίξει μέσα του
ένα κάμπο πέτρες
και ίσως την πείνα που κρέμεται στο σφυγμό
και ζωντανεύει τις φωνές
που καίνε

Μ’ αυτό το φεγγάρι
διάβασα στην άδεια κάμαρη
και φαγώθηκα στο πρόσωπο
κι ήμουνα
αίμα φως

Untitled.FR12 - 0007

***

Και χυνόταν
αχ, έρημος στο εικονοστάσι
με μοβ βαθύ συντετριμμένο
κι απάνω στην καρδιά
με λίγο-λίγο θάνατο
αρχαία προφητεία

Δεν είχε καύμα
η γυμνότη
τα χρώματα
κινούμενα ψυχής

Αχ, Άγγελε Τιμωρημένε
για σένα ο Πρώτος
θάνατος
αντίλευκος γυρίζει

Untitled.FR12 - 0008

Άνοιξε τα μάτια, ξεδιπλώνοντας ένα χιόνι
που μας κάρφωνε όλους, όλους
ανάμεσα στον άπιστο καιρό
Εμάς
που ξεκινήσαμε τον κύκλο
τυφλά στριφογυρίζοντας
τον άλλο φόνο

Η πέτρα
η ριζωμένη στη σιωπή,
και είναι πια δική μου

Untitled.FR12 - 0009

***

Έτσι όπως άρχισε
να σ’ ερωτεύεται το φεγγάρι
έμπασες ολόκληρη την ψυχή στον
ουρανό
και πίσω
να μην ακούγεται τίποτα πια
φιλί κανένας να μη βλέπει

Έτσι έμαθε ο κόσμος
Ασημιά μου
πως σκαλιστή απάνω στα νερά
κι από νερό τίποτα

Και το δέντρο της μηλιάς
μόλις πήγες ν’ αδράξεις τη σελήνη
να ρίχνει στο κατώφλι κόκκινο
που το ξεχάσανε στη ρίζα του ξερό

Έτσι Ασημιά μου
έτσι σ’ έφτασες εκεί ψηλά

Untitled.FR12 - 0010

 

 

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ 2006


ΠΡΑΞΗ ΑΟΡΑΤΗ

Δεν είναι ο φόβος
που παρατείνει τις βροχάδες
και νοσεί η όρασή μου

μια πράξη αόρατη
αναγυρίζει συνεχώς
και αριθμεί απεγνωσμένα
οπτικά ζητήματα… 

 

ΩΣ ΝΑ ’ΤΑΝ ΑΠ’ ΤΗ ΘΥΕΛΛΑ…

Μέρες τώρα
σαν πουλιά κρέμονται
κινήσεις απ’ το στήθος μου
και η αφή μου
αργά αργά τανιέται
στην άβυσσο βουβών πεζοδρομίων

ως να ’ταν
από τη θύελλα
την πολλή
μες στου θεού τους κάμπους
σάμπως
από ιζήματα ψιθύρων
της πιο οικείας προσευχής

μέρες τώρα
γίνεται πάταγος
πολύ κοντά σου
γείτονα θεέ,.. 

 

Σ’ ΑΒΕΒΑΙΟ ΥΨΟΣ

I.

Καρτερικά ανέβαινε ανέβαινε
με τη μικρή ξύλινη σκάλα στους ωμούς
και τα φτωχά του χέρια μαραμένα
και τα μάτια θολά
σημάδευαν την ψυχή
στ’ αβέβαιο ύψος

και πέρα
το στήθος του
δεν περίμενε τη σκάλα
ούτε τον άνθρωπο
γιατί στο βάθος ήξερε
πως οι άκρες των καμένων του χεριών
θα προδώσουν τα μάτια
και τη σκάλα…

 

Το σημάδι
τόσο ζεστό πλησίαζε τη σκάλα
χυνόταν μαζί της
αγνοώντας τη σιδερένια της στροφή
κι έφτανε σωστά στη ρίζα του
κι έπειτα
σκαρφάλωνε ψηλά
χωρίς ίχνος αίμα σκοτωμένο
και κατοικούσε διάπλατα ανοιχτό
ως πάνω στο σώμα
κοκκινίζοντας τις μνήμες της καρδιάς

μα εσύ
που κυλάς τα άκρα σου ανάσκελα
στ’ απέναντι μπαλκόνι
για ένα μέταλλο υγρό
εκολυμπούσες μέσα στις αποχρώσεις
του νοήματος
με άλιωτο το χρώμα των δοντιών σου
και τα νύχια σου έσπαγαν
στη φωνή που έχασκε απ’ το στόμα σου
μονολογώντας,

Ω!!! Σάπιο μου Σημάδι
να αίμα
να αίμα
βύζαξε…

 

VI.

Όχι πως δε θυμάμαι τη σκάλα
π’ ανέβαινε στο νερό ακατανόητη ξένη
να σπάσει τα δίχτυα
με πόση απληστία σάλευε το κύμα
δίπλα στην πηγή

εκείνα τα ξύλινα σπλάχνα της
που ήθελαν να φορέσουν σταυρό
στου πέλαου το πόδι
στα βράχια π’ άχνιζαν ολόλευκα
δυσοίωνα μαντεία

κι ούτε λόγος
για τα χέρια που ξοδεύουμε τη ζωή μας

δάχτυλα βιασμένα
από το δίχτυ της φθοράς της…

 

ΡΩΓΜΕΣ

I.

Κάθισα σήμερα στη γυμνή πλαγιά
σαν ένας βράχος περήφανος
που τεντώνει το πρόσωπό του
ξέσκεπο
στη μήτρα της γης
και την καρφώνει με χίλιες ρωγμές

στεκόμουν ασάλευτη
ανάμεσα σε μια λάμψη
που ταυτίστηκε με τις γραμμές μου

ανάμεσα σε μια στιγμή
που ο χρόνος όλος
πήδησε στο στήθος μου

κι έκλεισα θαρρώ
στο μέσο της γης
τη μια ρωγμή
π άνοιγε το περίγραμμά μου…

 

ΙΙ.

Και θα περνούσε τάχα
κατά το σούρουπο
σάμπως για να γνέψει
πως έχει χρόνο ακόμα
με αίμα να γεμίσει τις ρωγμές του

θα περνούσε
σάμπως ολότελα ανοιξιάτικη
στο στόμα του να συρθεί
μέσα του να εισρεύσει
σα να ’ταν τ’ όνομα κυκλάμινου

Ω!!! Βράχε του ακρογιαλιού

Στ’ αλήθεια
ίσως ο θάνατος σου γερασμένος
μα η ελπίδα όλη
απάνω στις ρωγμές
έχει κολλήσει ..

 

IV

Ο νωπός θάνατος
σε μια φιάλη σφραγισμένος
αφηγείται για τη γυμνή σκουροπρόσωπη
γυναίκα
που κάλυψε τη στιγμή της
μ’ ένα Ω

Κι εσύ
ένα πόντο παραπέρα
ρωγμές ανοίγεις στα πλευρά μου
να δεις πως έθαψα
τα στοιχειωμένα ρούχα
και τον τάφο της… 

 

ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ Ν’ ΑΠΛΩΣΕΙΣ

Αν μπορούσες να γίνεις έκλειψη
θα το ’βλεπες
πως ‘γυραν οι πλάτες
και γιόμιζαν το φεγγάρι
θα ’βλεπες έναν αγέρα στήθος
που ξύπνησε φαίνεται
μ ένα μυρτόκλαδο στο χέρι
και άδειαζε τις φλέβες του
να πέσει χρώμα ρουμπινί

Θα ‘σκυβες κιόλας στον τοίχο
βαθύτερα να φτιάξεις ένα τίποτα
την πράξη του
από κοντά να δεις

Αν μπορούσες μια κίνηση
στις παρθένες πλαγιές
ν’ απλώσεις
το τίποτα να ρέει ίσα προς τα έξω
θα σαστίζαμε κι οι δυο ακίνητοι
που μία πλάτη
χώρεσε ολόρθη στο στερέωμα
και τους αρμούς από το φως
στρέφει κατά τον κόσμο…

 

ΛΥΜΕΝΗ ΘΥΕΛΛΑ

Σώπασε για μια στιγμή
το βούισμα στο χρόνο
μα στο χέρι μου μοιάζει
σα να ’χει μόλις
θύελλα ανάψει

μια θύελλα κρύα
στην παλάμη μου
σαν την αφή που έχουν τα χείλη σου
όταν τον ήλιο ξεριζώνουν

Η μαύρη σου θύελλα λυμένη
άραγε πόσους ύπνους
αύριο
θα κρεμάσει.,. 

 

ΜΝΗΜΕΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Η μέρα κινιόταν σιδερωμένη
στις πύλες της εισόδου
μα στο λόφο
οι αναχωρήσεις των πλοίων
όλο μεγάλωναν προς τα μέσα
και στα σπασμένα
πόδια χέρια
εκείνα που πονούσαν
απ’ τη φύση τους
κυλούσαν ρόδες
μνήμες φυλακής

κινιόταν και το «σημάδι»
και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση
πως κάτι θα συμβεί
και διπλωνόταν μ’ όλο του το βάρος
στο στόμα που γευόταν
το δείπνημα της μποτιλιαρισμένης
πλήξης

πικρό το στόμα
και το σημάδι κόλλησε
στους σκελετούς των ρολογιών
αντίς για χρόνο
κλεμμένα κόκαλα γυρνούσε…

 

{ΑΤΙΤΛΟ}

Κανείς δεν υποψιαζόταν
το μικρό τεντωμένο χέρι
στο piano
όταν σταμάτησε ξαφνικά
κι έσπρωξε αέρα κοφτερό
στη φωτογραφία

μπήκε με πόνο φοβερό
στα δυο σου μάτια
αλίμονο
καρφώνοντας το μπλε
που ζωγράφισαν τα παιδιά

κοίτα…
είσαι νεκρός
σαν το νεκρό βιβλίο μας
επάνω στη σοφίτα…

 

ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ

Ονειρεύεσαι τους νεκρούς
κοιτάζοντας το τριαντάφυλλο κρεμασμένο
στον αντιλυρικό ορίζοντα
και το κορμί σου
φευγάτο αύριο στην ολόιδια φορά

πιάνεις κουβέντα για τον καιρό
περιγράφοντας το θόρυβο της βροχής
των πουλιών
της πεταλούδας
μα οι δυο νύχτες
σιγοκαίουν στη μνήμη μου
ότι για τους νεκρούς
μπορώ να θυμηθώ

Ω!!! Ας ορίσουμε τα υπόλοιπα
ολότελα διαφορετικά
πάνω απ’ όλους τους κανόνες

Ας μιλήσουμε
πριν την εξάπλωσή σου στους νεκρούς
γιατί το «κενό»
δεν θα μας λύσει τα κενά…

 

{ΑΤΙΤΛΟ}

Πυκνά σύννεφα
βροχή
και νεκροί
όλο τ’ απόγευμα στην αυλή
αδιάκοπα το χώμα ροκανίζουν

πάνω στα πράσινα φύλλα
στο πρόσωπό μου
που γύρευε νερό
και το παίρνουν τα κλάματα
να μη στερέψει η μέρα…

Αχ… δέκα χειμώνες
που ερημώσατε τα υγρά χείλη
κι αφήσατε τους αγγέλους γυμνούς

τυλίγω το μέτωπό μου
όλο κλειστό
κι έπειτα ξεψυχώ
’γγίζοντας κάποιες δροσοσταλίδες…

 

ΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΒΗΣΤΑ

Αυτό ήσουν πάντα
χαρτί που γλιστρούσες σιγά σιγά
σε σκουριασμένη εικόνα
απ’ το πολύ συννέφιασμα
που είχες μέσα

να τραβάς έτσι
στην ερημιά
λυπόμουνα
κυρίως
τα τελευταία σου χρόνια
που ποτέ δε βρήκα

Έτσι ήσουν πάντα
φωτογραφία
με τα φώτα της σβηστά
στη λάσπη να ματώνει… 

 

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΟΥ

Τα σεντόνια
τα χέρια
ο ύπνος σου
απόλυτα στολισμένα
μ’ άσπρο χρώμα
που εμποδίζουν
να φτιάξεις ένα θάνατο
ευπρεπή

Είναι τρομακτικό
να στολίζεσαι με τόσα γραμμάρια
κενότητας
και στη μισογυρισμένη της πλευρά
τους σπόνδυλους του μυαλού σου
να τυλίγεις

Άξαφνα
ενώ εγώ αναρρώνω
να γλιστράς μόνο μ’ αυτά τα πέπλα
στον πυθμένα της μεταμόρφωσης
και να ορίζεις των μολυβιών σου το ατύχημα
γύρω απ’ το λαιμό μου

Ω!Π Επίδεσμε
λευκής Σελήνης
πόσο ελεύθερος
νοιώθεις έτσι;

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Και να ’μαι τώρα
στ’ ανάστροφα κράσπεδα
που μελανιάζουν μέχρι πρωίας
τη μαλακότερη άβυσσο
να σκάβω με το βελόνι μου
και να κατατρώγω με σοβαρότητα
το σκοτάδι π’ ακροπατεί
στο κάτασπρο δέρμα

Μες στο τυχαίο
να τέμνω μονάχα με την ανάσα
μια την αγκύλωση της νύχτας
μια ολάκερο το μέλλον
που κομίζει ποιήματα τρισκόταδα
και να τα σύρω στ’ αρχεία
του αιμάτου

Το ποίημα
που μοιάζει με σύνολο του μυαλού μου
και αξόδευτη με διώχνει
σε κατακόμβη βουβαμάρας

Και να ‘μαι τώρα
μια σχέση που αιωρείται μ’ αλαζονεία
στο μέλλον των χρωμάτων
για να εξουσιάσω κάποτε
του θανάτου τη στίξη

***

Τι να την κάνεις
τόση Άνοιξη
με το φόβο των φιδιών
να πληθύνεται
σ’ απόσταση ενεστώτα πανικού

Παρθένα φίδια
που αναπτύσσονται όρθια
στην άκρη της πραγματικότητας
σαν ιώδη αλληλούια
επάνω σ’ άγιου επίθετα
κι εκείθε στα λιθόστρωτα
μια σύνθετη κόλαση
να λύνει το θεό από τα ύψη

Ω!!! Κραυγή
πεσμένη στο χώμα
σ’ ετούτο τον τόπο
των χρεών
ποτέ δε φτούρησε ο ψαλμός…

***

Απόψε ονειρεύτηκες
εσένα
μόνον εσένα
στον πίνακα του Λερτ
ζωγραφισμένο αλληγορικά

Σκληρότατο το μέγεθος
του πίνακα
με μία αποκάλυψη-
στ’ αχτένιστο μυαλό σου
μια παύλα σκόνη

Τι κουράγιο ξένο
να μοιάζει άνθρωπος
αυτό το σχήμα
το τυλιγμένο
με το σκελετό σου… 

***

Εικόνισες
τα πρώτα σου γράμματα
μ’ αλλόκοτο κόκκινο
ετοίμασες επίσημους σωρούς
στης οικογένειας
τη βίβλο
μα θυμωμένο το περίγραμμα
που έκτισες τόσο βιαστικά
τα χέρια του προσώπου τους…

θυμωμένο
που έκτισες τη σάρκα τους
από ζητιάνους
κι από πένητες
λες
και το λίγο νεύρο
στο πρώτο αμάρτημα
θα οδηγούσε…

έκτιζες
κι έγραφες
Κεφάλαιο Πρώτο
μα θε μου
σε τούτο το πυρρό βαφής
στένεψες τόσο την ψυχή… 

***

Με κόκκινο ερευνούσε
τις στιγμές του
λησμονώντας
το χώμα
τους ανθρώπους
το μοβ
απέναντι στη θάλασσα

κι η κραυγή του
επτά αμαρτήματα
ανοιχτά
κι όλη η μνήμη
απ’ τη χυμένη μας
καρδιά

με κόκκινο έσυρε τα σημάδια
πολλές φορές
πριν η ψυχή
στα ρούχα των αγγέλων
κλειδωθεί…

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΚΙΕΣ (2006)


Μεσημεριάζει θε μου

και η γυναίκα
θα ’πρεπε κιόλας να ’χε χαράξει
το γράμμα
που τη γέννησε

θα ‘πρεπε κιόλας
να χει σβήσει
και τα εφτά γδαρσίματα
στη μνήμη

Ω!!! Θε μου
πως να το πω στους άλλους
για το κομμένο χέρι της

* * *

Εφτά παλίρροιες έπινε
τους φύλακες
που φορούσαν αποκλειστικά
το σκούφο του
και μασούσαν αδιάγνωστες λεπτομέρειες

Μετά
πήρε έναν ήλιο
υστερικό στη μοίρα του
κι άρχισε να πουλά
τους αγγέλους της συλλογής
πολύ μετά
σ’ ένα προσάρτημα της
μνήμης
μαύρους δαιμόνους κρέμασε
σαν το γαμπριάτικο κοστούμι του

Και στον εξώστη
ανεκτέλεστο το νυφικό
να σπάζει
το λευκό κλειδί του

* * *

Ω Δέντρο μου
έτσι π άφησες ρίζες
ίσαμε τα δόντια

ο καθένας νομίζει
σαν τους ανθρώπους
δε μιλούμε

* * *

Ω!!! Εσύ…
θα μπορούσα και να σ’ αγαπήσω
-αυτά τα λευκά χείλη
ανάμεσα
στις προκυμαίες των στοιχειών

ο δαίμονας
που καίει στο πρόσωπό σου
αλίμονο
μου παραλύει την αγάπη

* * *

Είπαν πως δεν είσαι σχήμα
δέκατο τρίτο τρόμου
που χωνεύει ανά πάσα στιγμή
των ματιών μου τις κόρες

και τα μάτια που κρατώ
σπαραγμένα
χλωμά
αλήθεια
για μολόχες τα μετράνε;

* * *

Σε στήσαμε
στο δρόμο
ν’ ανασάνεις

και σωρός
κόκαλα και σκουπίδια
στην εξώπορτα

* * *

Πίστεψε
πως αν έσωνε στο τζάκι
δυο φωτιές

τα μάτια του
δεν θα σβηστούν
ποτέ

* * *

Ήπιος ο καιρός
αφηρημένος
στο πλαίσιο του σπιτιού
στο κέντρο των ανθρώπων

μια χυδαιότητα
ήπιας ησυχίας

* * *

Χρόνια τα μάτια προσηλωμένα
στο σημάδι

Άσε τουλάχιστον
τις φλέβες ζωντανές
πριν το μελάνι λιγοστέψει

* * *

Αυτό το πράσινο σκουλήκι
στο αίμα σου
μεταξύ μας
μια αηδία είναι

όπως κι η μούχλα
στον πυρήνα της καρδιάς σου

* * *

Κρεμόταν πάνω
απ’ το πορτρέτο σου
δίνοντας ολοκαίνουργιο φως

παρ’ όλα αυτά
το πάτωμα μύρισε θάνατο

* * *

Υπάρχουν άνθρωποι
ακατοίκητοι
που σχεδόν λιποθυμούν
στη θέα της αγάπης

φτάνει να δεις
στα μάτια τους τον τρόμο
καθώς τον ουρανό κοιτάζουν

σκέφτονται τι θα κάνουν
αν κι άλλο χαμηλώσει

* * *

Πιο πέρα απ’ τα βουνά
λυπημένος ανέβαινε
ο ίσκιος

κάθε φορά μικρότερος
από τη γεύση
των χεριών μας

* * *

Και να τώρα
δεν ξέρω αν είσαι Εσύ
η Άνοιξη
στο χέρι μου

ή μόνο ένα ναρκωμένο
λούλουδο
που γίνηκε ζωή
από τον Έρωτα

* * *

Εκ γενετής
στο στήθος της
κόκκοι πορφύρας
δάκρυζαν

οι φίλοι
και ο θάνατος
ποτέ

* * *

Λένε
εκεί ψηλά
στο Κάστρο τ’ Αναπλιού
νεκρώσιμο φεγγάρι
ρίζωσε

όπως κι ο ύπνος
στις πέτρες της Ασίνης
ερημία

να σφάξουμε ένα θάνατο
η νύχτα να γεμίσει αίμα

* * *

Αίφνης
γέμισε το κορμί του
κίτρινα αινίγματα

όλοι το ’κλαιγαν
το μάρμαρο απάνω στις Μυκήνες

Εκείνο πάλι
με λαμπερά ξυράφια
ακόνιζε κατάλευκα ποιήματα

* * *

Έδεσε τις πληγές του
με δέρμα ξεραμένο
για να ’ναι η μαχαιριά
ολάκερη

ο ψυχοπαθής
που μάζωνε στη φούχτα του
αδερφούς
και σκότωσε το στήθος του

* * *

Ήρεμα διαιρούσε τον έρωτα
με τη σπονδυλική του στήλη
για να τραφεί το κέντρο
της αποτυχίας του

αίφνης
έμεινε με το δάχτυλο
νεκρό
να δείχνει στην ψυχή του
τρύπες

* * *

Κι ύστερα τάχα
δερνόταν
πάλευε
ξερίζωνε του πρωτομάστορα
χέρια

πρώτα ετσάκισε
τον ίσκιο του θανάτου της
πάνω στα βρώμικά του
χρόνια

* * *

Την τελευταία στιγμή
δεν άντεξε το φως

Πρήστηκε

Μισοτιμής την όραση
αγορασμένη

* * *

Πώς να πεθάνει
κανείς δεν ήξερε
σ’ αυτήν την πόλιν

μονάχα η γυναίκα
με το παράξενο κακό
εκπλήρωσε τον έρωτα στην πράξη

* * *

Ξοπίσω του πάντα έσερνε
το σκοινί
να δένει τάχα
τις κραυγές της ρίμας του

στο τέλος
εκρεμάστηκε
από τον ψεύτικο του θρήνο

* * *

Είχε όλο το χρόνο
φορτωμένο
ν’ ανάψει μες στα χέρια του
μιαν Άνοιξη

ώσπου οι σκώροι της συνήθειας
κατάφαγαν τις φτέρνες του

* * *

Ω αν είχα το κρασί που φιλεύει
τη θάλασσα
νερό
στο θεό θα το πουλούσα
για το βαθύ χορό του χρόνου μου

έτσι άγρια να μ’ έπαιρνε
και να με σφράγιζε
σε δυο σταγόνες του
το θάνατο στα δυο
να κόψω

* * *

Μια μέρα
θ’ ακουμπάμε το χέρι στη γη
και θα μαζεύουμε συνωστισμούς
πτωμάτων

και λίγους αγνοούμενους
από συντροφική σιωπή

* * *

Σε τούτη την Πολιτεία
πόσα αγριόσκυλα
με λύσσα
ανοίγουνε πληγές

δεν επαρκούμε να χορτάσουν

* * *

Ω αγάπη μου
πόσο πελιδνή είσαι
της είπε

μετρώντας στη σελίδα
πνιγμένη τη γυναίκα
που έφτυσε τον έρωτα

* * *

Ένα μαρτύριο το πρόσωπό του
ξερό και ανοιχτό
στο κράσπεδο γλιστρούσε

ποιος ξέρει
με πόσες πόρνες έτοιμες
αντάλλαξε τις λεπτομέρειες

* * *

Ω θαρρώ πως αν αιφνίδια μεταλάβω
τα λουλούδια
που γεννούν ύπουλες σουβλερές
φωτιές

ίσως έρθουν τα περιστέρια
γιομάτα
με κινήσεις βλάστησης

* * *

…συνήθειο που το ’χουνε
οι θάμνοι

ν αλλάζουνε το σχήμα και το χρώμα τους
μ’ ένα αιδοίο…

* * *

Πλήθος ολάκερο
τραβηγμένο στη στεριά
και τίποτα πράο γύρω τους

μόνο
η αναχώρηση που κρέμεται
από το χέρι

το χέρι
λεπτό σαν του παιδιού

εκείνο που έπρεπε
να μένει πίσω

* * *

Έπειτα
νοσταλγώντας κόκκινη βοή
τα ρόδα έσφαξε
κι έστρωσε ποίημα στη γη

έπειτα
το κόκκινο ξεχύθηκε
με την ηχώ
της ίδιας της ζωής

Εμείς που ψηλαφίσαμε
τα ίχνη της
νοιώσαμε τη φλεγόμενη στιγμή

* * *

Σκέπασες κι εσύ τις αμαρτίες σου
τόσο προσεχτικά

που κανείς δεν το κατάλαβε
πως σ’ έλιωσαν
και σ’ έφαγαν
κάτω απ’ τα παπλώματα

* * *

έτσι στο βούρκο
που ακούμπησε
επίμονος

έτσι ακριβώς
αναποδογυρισμένος
πιάστηκε σ’ ένα θάνατο
πνιγμό

* * *

Κατόπιν
η στροφή βγήκε απ’ το λεωφορείο
κι αυτό ήταν όλο

ένας δρόμος που πνιγόταν
κρεμάστηκε σαν τρόπαιο
μες στα κρανία μας

* * *

0 μικρός Άγγελος
είχε γράψει στο βράχο:

Πλήθος πουλιά
μεταφέρουν στα πόδια τους
το θάνατο

ωστόσο
ένα ζευγάρι μοβ περιστέρια
αντανακλούν στο αίμα μου
το θρήνο

 * * *

Ω Θεέ μου
δεν έχει τίποτε άλλο
να πιει

επτώχευσε η σάρκα του
από χλιδή

 

ΑΙΩΡΗΣΗ (2005)

 

ΘΥΜΑΣΑΙ???

Σε μια νύχτα αγάπης
στεκόμασταν ποιητές
στεκόμασταν στο κέντρο της
κόκκινοι
και σπάζαμε με λέξεις μας
χρόνο
και ήχους ήχων…

θυμάσαι???

το κορμί μας
έκαιγε
μόλις η βιόλα
ανάσαινε
και μεθούσε τον αέρα της γης
και σιγοτρέμαμε
στ’ άρωμα δίπλα
της μελαγχολίας της…

θυμάσαι τι μου είπες???

για τον έρωτα
να γράφεις…
για τον έρωτα…

για μας
ποτέ
να μη μιλάς…

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Αχ… αυτά τα μάτια σου με
με την παράξενη θελκτική
γεύση
που τα δανείζεις
σε κάθε ουρανό
παραφορτωμένο με πόνο
που τα κάνεις να βρέχουν
συγνώμες
για κάθε γη που σκοτώνει…

όμοια μ’ ανθρώπου
μπλε
ή μαύρα
ή πράσινα
-άγνωστο-
πιο φωτεινά
διάφανα
καθαρά…

αυτά τα μάτια σου
που γλιστρούν
σε ακτίνα λευκή

άραγε
σε άγγελο αθάνατο
ή στο βαθύ
του έρωτα σημάδι μου
ανήκουν??? 

 

ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ

Πέρα δώθε
όλη νύχτα
έτρεχε

όλη νύχτα
σα να φοβόμουν
στο γυμνό μου στήθος μέσα
που σε φυλάω…..

πως ήταν άλογο
έλεγα
που πηδά τις ράχες
των βουνών
και σκοντάφτει
στις τυφλές νυχτερίδες

πως ήταν κύμα
απόμαχο
θαλασσινό
που βγήκε στη στεριά
μα του ‘λειπαν τα χέρια
κι έκπληκτο με κοιτά
απ’ τον αγέρα
κρεμασμένο…

κι ήταν
λάσπη
μου πες
και κακός καιρός
κι ήταν βροχή
π’ άνοιγε
στο σκοτάδι τρύπες

όπως πάντα
είπες
ετούτος ο καιρός
αλόγατα γεννά
ετούτος ο αγέρας
περπατεί βροχή
του κόσμου
πως λαβώνει
τον πόνο τον πολύ…

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΙΑΣ ΑΝΕΜΩΝΗΣ..

Είπες
πως δε σε νοιάζει
η βροχή
άμα στα χέρια σου
κρατάς μιαν ανεμώνη…

το κόκκινο της
αγαπάς
μα ξέχασες
πόσο το αίμα σε φοβίζει…

Αχ… μάτια μου…
η ανεμώνη
έχει ολάνοιχτες
πληγές
και τ’ ακροδάχτυλα
στο αίμα
πλημμυρίζει…

 

ΑΙΩΡΗΣΗ…

Άνεμος
Πέλαγος
και στο κέντρο
η σιωπή
της βαθιάς σου
ύπαρξης
πάνω της
να πλαγιάζει
ο στεναγμός…

αν σου πουν
πως γεννήθηκε
από ανθρώπου στέγη
αν σου δείξουν
κάτω απ’ τη στέγη
εσένα
ν’ ανεβαίνεις
σαν άνεμος να τραγουδάς
μήτε πως λένε
ψέματα
να χαμογελάσεις…

το χορό σου
μες στην αιώρηση
για κάθε χείλι
άσε
συντροφιά…

 

…ΚΑΤΙ ΕΛΕΙΠΕ..

Σ’ ένα κύκλο κόκκινο
δίπλα – δίπλα με το φως
γυάλιζες
τ’ αληθινό σου σώμα…

σα να μην το ‘ξερες
πως κάτι έλειπε
έλειπαν τα δυο σου
μάτια
ναι
έλειπε κάτι από το πρόσωπό σου…

απορείς που το προσέχω
μα σ’ αυτόν τον τόπον
με τα λίγα δέντρα
ξεχνάς
πως το χαμόγελο
είναι το μόνο φως
ακόμα που μιλάει…

 

…ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ…

Το ίδιο όπως άλλοτε
Φύγανε

εκείνη
μαύρη σαν το μελάνι
ν’ ακολουθεί τεράστια πουλιά
των θαλασσών
να σέρνει τα χέρια της
στο πλάι σαν κουπιά
κι η Θάλασσα να γίνεται εβένινη…

εκείνος
σ’ αυτό το μαύρο ωκεανό
τ’ άρωμά της ν’ ακολουθάει
μέσα στον ήχο του να πνίγεται
κι αλάθητα
τη σπάνια ομορφιά της ν’ αγαπάει..

σαν άλλοτε
φύγανε

ποιος ξέρει
αν θα βρουν
και πάλι
τη στεριά…

 

ΤΕΜΠΗ

…ο χρόνος απόψε
πολύ βαρύς
σε κάθε μητέρας
ανάσα…

κι εσύ Αγγελούδι μου
σ’ εκείνη την πλαγιά
με τσακισμένα τα όνειρά σου
στο χώμα μισοσκορπισμένα…

Άσε με
Άγγελε μου
τη μυρωδιά της γης σου
ν’ ασπαστώ
και πες μου
πως δε θα πας μακριά…

 

ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ…

Η βροχή
στο τέλος του δρόμου
άστραφτε
ξυπόλητη στο τέλος του δρόμου
και στα μάτια της…

είδα τα μάτια της…

τι εύθραυστη που ήταν
μάτια του έρωτα
και του θανάτου…

έκλαιγα
εγώ
που υπήρξα κάποτε
πληγωμένη
σε μακρύ φθινόπωρο
σα δάκρυ
ή βροχή
μέσα του που ‘χε
πέσει…

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟΙ…

…βλέπαμε πως είμαστε λίγοι
λίγοι εμείς
που ονειρευόμαστε
στις όχθες του αιώνα

όμως
έπρεπε να πετάξουμε
να πετάξουμε έστω και επικίνδυνα
και χωρίς προμήθειες
μας περίμεναν όνειρα τρυφερότητας…

έπρεπε να πετάξουμε
να ελευθερωθούμε
να ξυπνήσουμε προπαντός

έστω εμείς οι λίγοι
οι μαζεμένοι
σε τούτη την ακτή…

 

ΕΑΡ

Ω !!! Εαρ
αιθρία όντως
έως την δύσιν
η κόρη
και τηκόμενοι
εν άστει
οι πάγοι…
αιθρία όντως
λέξεων
επί του στερεώματος
των ήχων
και η μόνη επείγουσα
αποστολή
ανάφλεξης χειλιών…

Ω Φως…
οσάκις τα φύλλα
των ματιών σου
ατενίζω
εκ των ένδον
ανύποπτοι εφορμούν
ποταμοί αγαλλιάσεως
χρώματος έρωτος
φλογούντος…

 

ΑΤΙΤΛΟ

…είναι παράξενο
πάνω απ’ την πόλη να βρέχει
κι. εσύ
με κομμάτια ήλ,ου
στα μάτια σου
να τρέχε ς το γέλιο
να τρέχεις
ώσπου τα σύννεφα να σκεπάσεις…

…κι είναι αλήθεια παράξενο
να στέκεσαι
κάτω απ’ αυτό τον ουρανό
και οι σταγόνες
να ξεκολλούν από τα φύλλα
να ψιθυρίζουν στην καρδιά σου
σ’ αγαπώ…

 

…ΕΝΑΝ ΑΝΕΜΟ…

Μ’ αρέσει στο κορμί μου
να νοιώθω τον άνεμο
το νοτιοδυτικό άνεμο
που μυρίζει ξανθό κύμα
και ήλιο
και άνθη βερικοκιάς

ξάφνου
να γεμίζει τα μανίκια μου
να παίρνει το σχήμα
των χεριών μου
και μες στο στόμα μου
η ανάσα του
ν αδειάζει μονομιάς…

μ’ αρέσει
έτσι που σκίζει
και κόβει βαθιά
τις λέξεις μου
γεμίζοντάς τε πυρές
και αίμα
και πτήσεις
αρμυρών πουλιών

έτσι που κάποια μέρα
έναν άνεμο
στο μέρος της καρδιάς
να ‘βρουν…

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ…

Ι.

Ο δρόμος μύριζε δεντρολίβανο
μύριζε μυστικά
και πάνω πάνω
μυρωδιά
απ’ το νυχτερινό κορμί σου…

Ταΐζεις το δρόμο
μ’ εσένα
και γεμίζεις τους πόρους
της νύχτας
με αίματος ταραχή
κι εγώ
παραπατώντας
να βρικολακιάζω
στη νύχτα των ματιών σου
που ξεχάστηκα…

 

ΙΙ

Έλεγα από μέσα μου
δε μπορεί
οι δυνατές φασκομηλιές
απόψε
θα σπάσουν τα σκοτάδια
την καρδιά σου που τρώνε

δε μπορεί
το λυπημένο απόβραδο
θα λυγίσει
απ’ τα γαλήνια περιβόλια
π’ ανθούν ρόδα
στα χείλη σου γλυκάδα
θα σταλάξουν…

κι ως έβανα στο χέρι μου
μια στάλα
χρώμα της αυγής
την άδεια σου ψυχούλα
να γεμίσω

στο φεγγάρι εσύ
κρυφάναβες κερί
κατάκαρδα τη λύπη
αγαπούσες…

 

ΙΙΙ

Δεν θα φύγει κάποτε
η θλίψη που μας πύρε
προχτές
τους άνθους
από τα βράδια τ’ Αττικά???

έτσι ανώφελα
να μη δινόμαστε
σε νυχτοπούλια που κρατούν
τραγούδια
και αραδιάζουν
καημό μεσονυχτιού ψυχής…

αχ… καρδούλα μου
οι στίχο, μου αλλόκοτοι
κι αλλόκοτα
μου σιγοτραγουδώ
κοιτώντας το σκοτάδι

μα δεν υπάρχει
φεγγάρι
απόψε
τα μάτια
π’ αγαπήσαμε…

 

...ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΤΟΣΟ ΨΕΥΤΙΚΕΣ…

Να σε ξεκουράσω
έλεγε
το σπασμένο τζάμι
να σε ξεκουράσω
να μην έχεις ανάγκη
τη θάλασσα
στα μάτια σου
να μπορέσεις να στοιχειώσεις
κι η σύζευξή σου με τη γη
να σφραγιστεί…

το φεγγάρι
το φεγγάρι δεν είναι πια εκεί
φώναζε
στους εφτά ουρανούς-
δες
πίσω μου απλώνεται
λίγο τυφλό
μα δες
κοκκινισμένο απ’ τα κρύσταλλα
αδιάκριτα
που έγραψαν στα χέρια του…

και μην κοιτάς
το λερωμένο χρώμα
μέσα μου
τη γκρίζα πείνα
που διαβάζεις στην ψυχή μου…

σφετεριστές σου λέω
σφετεριστές
κατακαθίζουν ξοδεμένες στάχτες
στη μορφή μου…

Ω !!! Θαρρώ
μεγίστη η απώλεια
μικρή Σαχραζάτ
μέγιστη
άμα τα μάτια σου
σε τούτα τα σπασμένα κρύσταλλα
αδιάκριτα αφήσεις…

θαρρώ
απ’ τα μηνύματα που στέλνουνε
ταράζεσαι
θαρρώ πως είν’ απώλεια
κραγιόν
από σφραγίδες
τόσο ψεύτικες
να ντύνεσαι…

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΠΟΙΗΤΗ…

Άνοιξη που με πληγώνεις
χίλιες ακτίνες σαν πετάς
και τρυπάς
τον καθρέφτη του μυαλού μου

σβήσε τα μάτια μου
καθώς τους στίχους μου
ανάβω
πάνω στην τρυφερή αλήθεια
τ’ ουρανού

μ’ αυτούς
μονάχα
να κρατήσω
τ’ όνομά μου ζωντανό…

 

Ω !!! ΓΥΝΑΙΚΑ…

Η ακτή
έδινε κομμάτια από χρυσό
και γαλανό
καθώς πλησίασε
η κόρη της φωτιάς
φλογίζοντας τα μονοπάτια
με τα γυμνά της πόδια
μ’ έναν ερωτισμό
που μόνον χορευτές τυμπάνων
ξέρουν..

το κορμί της
λάμποντας νότιζε το χώμα
με ιδρώτα
και η εικόνα της
ως τον άνεμο έφτανε
αναπηδούσε στα νερά
γλιστρούσε
ανάμεσα στις όχθες
διαχέοντας αντανακλάσεις
οι κινήσεις της…

Ω !!! Γυναίκα
γενιών και γενιών
στα πνεύματα ν’ απευθυνθώ
να περιλούσει μ’ ευχές
τη φυλή σου… 

Ω !!! Γυναίκα
που σημαδεύεις μονοπάτια
καθώς τα πόδια σου
γυμνά χορεύουν
τη μορφή σου
με χρώμα μου μοναδικό
θε να χαράξω
για το πάθος των κυμάτων
μορφή με χρώμα
Golden Blue…

 

…ΤΟ ΗΞΕΡΕΣ…

Ερημη έστεκε η θάλοσσα
το ήξερες
πως κάθε δειλ
σπασμένη της η εικόνα
κι ας ήμουν κι εγώ
εκεί…

το ήξερες πως
φεύγοντας τόσο
δρόμο
το φως
δεν έφτανε
ως αυτήν
κι ας έγερνες
πέρα
να σε θωρήσει ολόκληρο
στα νερά…

το ήξερες
πως οι κύκλοι
όπου
τα κύματά της
πλανιούνταν
χύνονταν σε χλωμούς
αφρούς
και η στεριά
με ίσκιους θύμησης
την κάμαρή της
τυραννούσε…

a !!! Ναι
το ήξερες
πως λέξη
όπως
σύννεφο
δεν έπρεπε
στου δρόμου τα μισά
ν’ αφή σεις…

…το ήξερες
κι όμως
στα μπράτσα της
ολόκληρη
βροχή
εκύλησες…

 

ΕΙΣΑΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ???

Οι δυο τους
-εκείνη τρελλό κορίτσι
εκείνος με φόβο στο σύνολό του
ωστόσο το ίδιο τρελός-
ανταμώσανε στο αύριο
κάτω απ’ τη μεγάλη πυραμίδα
με το συνταίριασμα
του οικείου
σαν γράμματα π’ αναγνώρισαν
τη σωστή λέξη…

Είσαι να μιλήσουμε για τα σύννεφα???
τη ρώτησε…

εκείνος το ‘θελε πολύ
ν’ ακούσει το στεναγμό της
τ’ όνομα εκείνης
ώρες συννεφιασμένες
μέσα του να σβήσει

ίσως και να ομολογούσε
πως χρόνια με το φιλί του έσπερνε
το άρωμα μελαγχολίας
στα σκοτεινά δάση
εκείνη να το δει
απ’ τα δικά του σύννεφα
το άρωμα βροχής του ν’ ανασάνει… 

είσαι να μιλήσουμε για τη βραχύ???
τη ρώτησε…
εκείνος
ο πιο θλιμμένος
από τα μαύρα σύννεφα
είσαι
ν’ αγαπήσουμε
τη βροχή μαζί???

Οι δυο τους
-εκείνος ποιητής
όλο πάθος
εκείνη μια φωνή
που σιγοτρέμει-
αποκοιμήθηκαν
για σύννεφα μιλώντας
για βροχή
γι’ αγάπη…

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΙΜΠΑΣ

Μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ποιητικές φωνές.
Η γραφή της χαρακτηρίζεται από έντονα συμβολικά στοιχεία
χωρίς να διστάζει να μας προσφέρει και έξοχα,
συνήθως μικρά, ποιήματα με έμφαση
στην άμεση καταγραφή των συναισθημάτων της.

 

Αναγκαία λήθη

ΠΑΝΟΣ ΑΪΒΑΛΗΣ

Αρκαδικό Βήμα

«Αναγκαία λήθη», Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη, όπου καταφέρνει με όλα τα «άλγη της» να προβάλλει μια μορφή ποίησης που κινείται πέρα από τα «γνωστά» όρια. Μια ποίηση διαρκούς εσωτερικής συντριβής, τα θραύσματα της οποίας αναγεννώνται με τέτοια ταχύτητα, ώστε: όρια παρασύρονται, παραμορφώσεις νομιμοποιούνται, συμβατικότητες καταργούνται, απελευθερώνοντας δυνάμεις αρχέγονες άλλοτε καταστροφικές, άλλοτε αναγεννητικές, πάντοτε όμως με τον ρυθμό αυτόν, που μας παραπέμπει σε λουτρό εξιλασμού

 

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

Από τις «Εκδόσεις Οδός Πανός» τον Οκτώβριο του 2009 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη, «Αναγκαία λήθη».
Μια ευτυχισμένη στιγμή για την ποιήτρια,
που με επίγνωση, ωριμότητα, ανασκευάζει τις λέξεις στις οάσεις της γραφής, περνά μέσα από σφυρήλατες διαδρομές, με την φωνή υψωμένη, να επιτάξει μέσα στην σοδειά των βιωμάτων που έχουν προηγηθεί, το ταξίδι στα χρόνια, με εκτελεσμένες πράξεις για να φθάσουν ως την «αναγκαία λήθη».
Πόσο αναγκαία είναι τελικά μια λήθη που όμως δεν καταργεί, αντίθετα γεμίζει και ξαναγεμίζει τον ασκό της ψυχής, με όλα εκείνα που έπρεπε να ξεχαστούν κι όμως σε σιγαλιές, αναπλάσσονται κι επανέρχονται βασανιστικά, για να λυτρώσουν την μνήμη, από άλυτο αίνιγμα, συλλέγοντας μια-μια τις πράξεις και τα γεγονότα που καθόρισαν πληγές του χτες.
Δίχως οίκτο αφήνει τις άκρες να περιπλανηθούν στα περιθώρια των γραμμών.Κάθε ανάγνωση στα σώματα των ποιημάτων, έχει να κάνει με τον πόνο και τις αιμορραγούμενες πληγές, που πληρώνονται με καταθέσεις στα κυρτώματα, επαναλαμβάνοντας την ματαιότητα, θέλοντας να ερμηνεύσει την αυτοχειρία των ποιητών,σε πρώιμους θανάτους με μεταξένιες πτώσεις.
Είναι η γυναίκα σε επιθανάτιες σιωπές, με το αίμα να πονά πάνω στο στρώμα, σε αναπόδεικτες συνωμοσίες, κρύβοντας σκοπούς προδοσίας, με την οδύνη στο στήθος να ξεντύνεται την απειλή μιας πληγής, που δεν σταματά στο ανεξόφλητο ρωγμών ονείρων, με ενσώματες ενστάσεις στην αφηγηματική των ποιημάτων.

«Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ‘σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ‘χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή»

Στη γεωγραφία της γραφής, διδάσκεται ποιητικά η ανατομία της γυναίκας, σε όλες τις περιόδους της ζήσης της.
Κορίτσι- Γυναίκα-Μητέρα στις γενέθλιες εμπειρίες, σε κατευθύνσεις και προσανατολισμούς που άλλοτε συναρμολογεί κι άλλοτε συναρμολογείται στο κενό, με σώμα κατάλληλο να δεχθεί ουρανό και λησμονιά φορτίου, γεννημένου όχι απαραίτητα από την ίδια, με την ψυχή σύννεφο που ταξιδεύει και θρηνεί θανάτους.
Παραπαίει και μιλά στο φτερό της ανάστασης εκείνου του χρόνου, με την αγωνία του πολέμου της νύχτας, τότε που το αίμα σκορπά και κρύβεται στη σκόνη, διώχνοντας όσο μπορεί σκιές και φαντάσματα, φώτα και ήλιους, επιμένοντας στο ατελείωτο που τρυπά την ψυχή κι αφήνει σημάδια σε μνήμη ένοχη.

«ΑΤΙΤΛΟ (Ι)

Πενήντα τρία χρόνια με συναρμολογούσες
δίχως να σέβεσαι τα στήθια μου
που δεν έχουν πατέρα να ζητιανέψουν το αίμα ακόμα νωπό
στα χρόνια της εμμηνόπαυσης
μήτε παιδί αχόρταγο να μουρμουρίσει μια συγνώμη
‘λαφρώνοντας το εκφραστικό μου γάλα
Πενήντα τρεις μορφές τσαλάκωσες την τρυφερή μου σάρκα
να λαμπυρίζουν ιδρώτα που με διαψεύδει
κι εγώ ολόγυμνη να ξερνώ το παιδί που πούλησα
και σου ‘μοιαζε
Ερεθιζόσουν να συναρμολογείς τα μάτια μου που έλιωναν
πέφτοντας σαν χαρτοπολτός στο πάτωμα
κακόμοιρε, τούτα τα μάτια υπομονετικά περίμεναν τις βαθιές
υποκλίσεις κάθε 08.15΄ που γαντζώνεσαι και κλαις
στους κόσμους των θεών
και σε φοδράρισαν σε μοναστήρι εξωσμένο»

Δεν υπάρχει χώρος για δάκρυα, αν κι όλα αιμάτινα αναβλύζουν πόνο κι άλλες φορές οργή και πίκρα στην συνένωση του κύκλου.
Ξεπερνά όσο μπορεί εκείνο που δεν τελειώνει, καθώς σκίζουν κι αγριεύουν ώρες περίεργες, συναισθήματα ματωμένα που βάφονται και ξαναβάφονται και βαφτίζονται και ξαναβαφτίζονται στου μυαλού την εκδίκηση ενός γυρισμού, σε κείνο το παίδεμα με λέξεις φωτιάς, στον πόλεμο του αναπότρεπτου και ταυτόχρονα ανατρεπτικού.
Διάμετροι τέμνονται στην διχοτόμηση του κρυπτού μιας αντοχής που όμως δεν φταίει, δεν ορίζει συναισθήματα στους άγνωστους χάρτες σημαντικών ερώτων.
Με δοκιμασίες απόστασης από το όνειρο, σε χρόνο με ποιήματα να καταγράφουν την ανασφάλεια ύμνων στο κρυφτό με τον παιδεμό μιας υποκρισίας αφημένης, θυσιασμένης στον βωμό, που φρενάρει αισθήσεις σε ατελεύτητες προσμονές.

«Το ποίημα επάνω στο τραπέζι

Έτσι ακίνητη δεν μπορώ. Να σε φτάσω που μιλάς προπάντων του μυαλού
Παράξενο που διάλεξες τα ποιήματα του ύπνου
να συναντηθούμε, μέρα που τα ενδεχόμενα κολυμπούν σιωπηλά
δεν είμαι σίγουρη αν το σώμα που ‘βαλες
αντίκρυ στο φως, έχει τη μυρωδιά του πόνου στο κορμί
ή το αλάτι που μοιράζαμε στα ίχνη της θάλασσας
Το ποίημα επάνω στο τραπέζι, το άγγιξες, το ξέρω
δεν υπάρχει στάλα νερό μέσα του να παλέψω το φως, να ξαναγυρίσεις
στο πρόσωπο, όλο κοιτάζεις κάτω, το πάτωμα μου ‘λεγες δεν τρομάζει
αν μια γυναίκα όμορφη το εμπιστεύεται γυμνή
Δεν μπορώ ούτε να σου φωνάξω,τούτο το σπίτι δεν ακούγεται
στο ξύλο που μυρίζαμε παιδιά, ούτε στο ποίημα να παραμερίσω το σάπισμα
που έρχεται τρίζοντας στο κεφάλι, όλα έρχονται τρίζοντας
στον καθημερινό μου ύπνο, χέρια, πόδια, βουνά, επιμένω να σε φτάσω
φοβάμαι που χάνονται όλα μαζί, το ποίημα επάνω στο τραπέζι»

Η ποιήτρια μας καλεί, να ακολουθήσουμε στων ματιών τους καθρέφτες τις αντανακλάσεις, πούναι κρυμμένες οι λέξεις και ν’ αποκωδικοποιήσουμε όλα εκείνα στ’ αστρονήσια της γραφής της, που δεν κοιμάται η μνήμη στην αγράμματη αναρχία, καθώς υψώνεται στων ποιητών τη χώρα.
Καλοτάξιδοι καθρεφτισμοί στο όνειρο…

 

Αόρατα Τοπία

ΕΛΕΝΗ ΚΟΤΙΝΗ – ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

«Δύο καυτές σταγόνες αίμα»

Σε μια αποπροσανατολισμένη εποχή η ποιήτρια, κ. Κατερίνα Κατσίρη, βγαίνει, αυτή την φορά, στο προσκήνιο με την ποιητική της συλλογή, που φέρει τον τίτλο : «Αόρατα Τοπία». Οι πολύχρωμες ομπρέλες, οι οποίες αποτελούν την συναρπαστική φωτογραφία του εξωφύλλου με την αδιαφάνειά τους, καλύπτουν τα ορατά τοπία και τα μετατρέπουν σε αόρατα. Όπως ένα αραχνοΰφαντο πέπλο καλύπτει, πολλές φορές, και τα όμορφα και τα άσχημα στοιχεία, έτσι ακριβώς και η ψυχή του ανθρώπου, που βιώνει καταστάσεις παντός είδους, τις καταγράφει στα τρίσβαθά της. Όμως, η Κατερίνα Κατσίρη, με την δυναμική της τέχνης της, ξέρει να τις αποκαλύπτει με πλήρη διαφάνεια και αχαλίνωτη εκφραστικότητα.
Με τόλμη και δυναμισμό εισβάλλει μέσα στα «αόρατα» τοπία και εκφράζει το πέρασμα από τη ζωή με τους παρακάτω στίχους της, όπως :
«Με καίνε οι δρόμοι / με τα ξερά τους όρια / που ξετυλίγονται / και ξετυλίγονται / σαν μακριές πεθαμένες ψυχές»,
«Πήρα μαζί μου/ ένα δρόμο μια φορά»,
«….χάνομαι / ανάμεσα στους δρόμους»,
«Ανεβαίνω στη μέση των δρόμων»,
«… στην καρδιά των μαύρων δρόμων»,
«Πάνω στο σιωπηλό μου Κ ανεβαίνω / κι απλώνομαι σαν νύξη σκέψης / και να το Κ αλλαγμένο / των δρόμων τα περάσματα ματώνει…».
Είτε από Έρωτα είτε από Θάνατο το καυτό αίμα της καρδιάς, από όπου περνάει, βάφει τα πάντα κόκκινα. Είναι ο πόνος δυνατός. Και όσο πιο δυνατός είναι ο πόνος της καρδιάς, τόσο πιο σιωπηλός ο κτύπος της, τόσο πιο αόρατα τα συναισθήματα. Συναισθήματα που ξεχειλίζουν σαν ποτάμια, σαν το πλούσιο νερό μιας ξεχασμένης ανοιχτής βρύσης. Συναισθήματα δυνατά και ποικίλα, που πλημμυρίζουν το είναι της, ενώ προσπαθεί η ίδια να τα καταπραΰνει, να τα τιθασεύει. Αγωνίζεται να περιχαρακωθεί γύρω από τον εαυτόν της, να σώσει ό,τι θα μπορούσε να σώσει και να σωθεί, συνάμα, και η ίδια. Βλέπομε να κυλάει άφθονο το καυτό αίμα της καρδιάς της και να ξεχειλίζει μέσα στους διάσπαρτους στίχους της :
«… έτσι απ’ την καρδιά / να στάξει αίμα ζωηρό / το καρφωμένο στόμα να γεμίσει»,
«ενώ το αίμα έβρεχε τα σούρουπα…»,
«εγώ το αίμα άδειασα»,
«και χυνόταν ως το φεγγάρι / πάλι το αίμα»,
«… μέσα στο αίμα της κόρης χυμένη / που ίδρυε αγάπη»,
«λεκιάζοντας στο μάκρος / το κορμί της / με αίμα απ’ το γέλιο μου»,
«… έτσι για να ’χει / όπλα, αίμα / χωρίς εντόσθια παιδιού»,
«πάνω σε τούτη την τροχιά / ένα τριαντάφυλλο μαύρο / χυνόταν σε αίμα / και αποχαιρετούσε / το λυγερό κορμί σου…».
Τόσο το αίμα όσο και οι δυνατοί κτύποι της καρδιάς συγχρονίζονται με τις κραυγές της, όπως διαβάζομε χαρακτηριστικά : «… και η κραυγή μου / που ξανάρθε πίσω» ή «ένας νεκρός…/ με το βάρος του / λερώνει τις κραυγές μου».
Αλλά, η ακουστική του ποιητικού οίστρου της συμπληρώνεται, ταυτοχρόνως, με την ηχώ των λυγμών και των δακρύων της. Τα δάκρυά της είναι αιματηρά και πύρινα, γιατί είναι «η γλώσσα της καρδιάς» και το «αίμα της καρδιάς». Η ηρωίδα των δακρύων, με πάμπολλες παρομοιώσεις και άλλους τόσους συμβολισμούς, εκφράζει τους πόνους και τους καημούς της στους παρακάτω στίχους :
«και κλαίγω στα μουλωχτά / με προσποιητή ανάπαυση / ανακαλύπτοντας / σκουριασμένα λουλούδια»,
«… και θα καμώνεται / ένα πνιχτό κλάμα / απ’ των αγγέλων τη σιωπή»,
«Α… φλάουτα / που θρηνείτε / φλάουτα που δακρύζετε / τυλιγμένα / στο σκοτεινό κουβάρι / της ομίχλης…»,
«… ακόμα και στο ρουμπινί αίμα / του λαιμού / επίμονα ρέοντας κλάμα βιολετί».
«… τις πύλες σπάζοντας / και σχηματίζοντας βωμούς δακρύων / στο όνειρό του να υποκλιθούν».
«… κυλούνε τα δάκρυά μας / και σέρνουν φθόνους…».
«… κι έκλαψα για το δάκρυ μου / στα μάτια του που ζούσε…».
Η Κατερίνα Κατσίρη σκύβει στο βιβλίο της αυτό με τρυφερότητα και σοφία και το μετατρέπει σε ένα ποτάμι από δάκρυα, διότι είναι ο πόνος της, που μετουσιώνεται σε δάκρυα. Και τότε ακριβώς τα δάκρυα έχουν την δυνατότητα να ανακουφίσουν την καρδιά, που πονάει. Τρέχουν τα ποτάμια των δακρύων της, όταν βυθίζεται σε πικρή απόγνωση χωρίς την παρηγοριά της ελπίδος. Άλλοι είπαν, ότι «τα δάκρυα είναι η σιωπηλή γλώσσα της θλίψεως» και άλλοι πάλι «η βουβή διάλεκτος του πόνου». Άλλωστε, η πορεία μας στη γη είναι δακρύβρεκτη. Από τον πλανήτη της γης δεν πέρασε κανείς, που να μην ανάβλυσαν λίγα ή πολλά δάκρυα στους κανθούς των ματιών του.
Οι δακρύβρεκτοι στίχοι της μας παραπέμπουν άμεσα στα λόγια του Αισχύλου: «επικουφίζεται γαρ τοίς δακρύοις η συμφορά», καθώς επίσης και του Επίκτητου : «Οι δυστυχισμένοι έχουν για παρηγοριά τους τα δάκρυα, την θλιβερωτάτη αυτή ηδονή». Ο δε Jean Jaque Rousseau γράφει, ότι «Δεν άναψε ποτέ πυρκαγιά στο βάθος της καρδιάς μου, που να μην μπόρεσε ένα δάκρυ να την σβήσει», ενώ η Ιφιγένεια, όταν πληροφορείται την τραγική είδηση, πως πρέπει να θυσιασθεί, προσφεύγει στα δάκρυά της.
Στο τόσο πλούσιο υγρό στοιχείο, το οποίον διαπερνά τις περισσότερες σελίδες της ποιητικής της συλλογής, η Κατερίνα Κατσίρη συμπεριλαμβάνει και το νερό σε διάφορα σχήματα και ποικίλες μορφές της φύσης, σύμφωνα με τις παρακάτω εκφράσεις : «στ’ αδάκρυτα νερά», «στην όχθη του ποταμού», «τις σταγόνες που μοιρολογούνε», «μεσ’ απ’ την βροχή», «πάνω στη λίμνη», «ο βυθός στο νερό», «τη δύναμη του νερού», «τούτη η θάλασσα». Το νερό, ως βασικό στοιχείο της ζωής, συνδέεται με αυτήν από την πρώτη κι όλας στιγμή της γέννησης. Ο Οδυσσέας Ελύτης μας θυμίζει την αρχέγονη λατρεία του νερού, με την οποίαν συνδέονται οι Ελληνικές Παραδόσεις, με τους γνωστούς στίχους του : «… ήπιαμε νερό… φρέσκο που
ξεπήδαγε από τους αιώνες».
Βλέπομε, λοιπόν, ότι με τον ποιητικό της λόγο, η Κατερίνα Κατσίρη σπάει την σιωπή, οδοιπορώντας ακούραστα μέσα στον ψυχοφθόρο ρυθμό της αστικής ζωής και αποκαλύπτοντας τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο. Και όταν η σιωπή σμιλεύεται από τον λόγο, η αποκάλυψη γίνεται, σιγά – σιγά, απόλυτα συνειδητή, όπου την θέση του παίρνει το αληθινό και όχι τα υποκατάστατα του αληθινού. Ο λόγος της είναι άμεσα σχετικός με την πραγματικότητα, ενώ, αντίθετα, ο λόγος του Τύπου είναι, σε πολλές περιπτώσεις, μια ασύστολη βιομηχανία ψυχολογικών εντυπώσεων, προσπαθώντας να καθηλώσει τον άνθρωπο και, εν συνεχεία, να τον παραπέμψει σε πλασματικά και φαντασιώδη υποκατάστατα του πραγματικού. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την αφθονία του δημοσιοποιημένου λόγου, έχομε μπροστά μας τον ζωντανό λόγο της πνευματικής δημιουργίας, της ρεαλιστικής αποτίμησης και της καλής εννοουμένης επαναστατικής και ανατρεπτικής έκφρασης, άρα και σκέψης της Κατερίνας Κατσίρη.
Όντως ασυμβίβαστη δεν θεωρεί την ποίηση υποκατάστατο της ζωής. Τουναντίον, στέκεται απέναντί της και ανοίγει διάλογο μαζί της, διότι γι’ αυτήν η ποίηση είναι κάτι αναγκαίο στη ζωή και δίνει την αίσθηση, ότι η ποίηση είναι μία μοίρα, από την οποία η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει. Ξέρει δε, πολύ καλά, ότι η ζωή είναι προϊόν επιλογών και συμπτώσεων, τις οποίες χορογραφεί πολύ έντεχνα, για να λειτουργήσουν και να φέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στη σκέψη και την ψυχή του αναγνωστικού κοινού.
Με τους παρακάτω επιλεγμένους στίχους της ποιητικής της συλλογής :
«… να τρυπώ τους κακοήθεις ασβεστόλιθους»,
«… μα εγώ πήρα το κάστρο και έτρεχα»,
«… πάνω στις λαβωματιές του κάστρου»,
«Ακόμα και οι πόθοι / που κούρνιαζαν στων βράχων τις ρωγμές»,
«τις πέτρες των πληγών»,
«γλώσσες κομμένων βράχων»,
«και με γδέρνουν οι βράχοι / κάθετοι»
η Κατερίνα Κατσίρη αναρριχάται, άλλοτε θαρραλέα και άλλοτε αποθαρρυμένη, στα ανεμοδαρμένα και θαλασσοδαρμένα ύψη. Χαίρεται λυπούμενη και λυπάται όντως χαρούμενη. Είναι ο δρόμος της ζωής, που περνάει μέσα από τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Είναι η πορεία, που οδηγεί στο αδιέξοδο, σε μια κατάσταση χωρίς χαρά, χωρίς ελπίδα, χωρίς ευτυχία. Γράφοντας στο πρώτο πρόσωπο, το εγώ, θλιμμένη και απαισιόδοξη, απαντά, ότι το μέλλον του κόσμου υπόσχεται απογοητεύσεις, προβλέπει άπελπεις προσπάθειες και διαβλέπει ατέρμονους αγώνες και αγεφύρωτες τραυματικές καταστάσεις.
Η ποιήτρια δεν παραμένει σε ένα καλά οχυρωμένο μεσαιωνικό κάστρο, ούτε ενδίδει σε παντός είδους κλισέ, ούτε τρέφει ψευδαισθήσεις. Έχει την αίσθηση της πραγματικότητος. Στα «αόρατα τοπία» των στίχων της θέτει, με τον δικό της τρόπο, το θέμα της αναζήτησης του φωτός, δηλαδή της Αλήθειας και του προορισμού της ανθρώπινης ζωής. Γράφει χαρακτηριστικά :
«θ’ ανέβω στο μεγάλο παιχνίδι / απ’ το πλατάγισμα ιστίων / και θα πνίξω αυτό τον ουρανό / που κωπηλατεί τόνους βαριάς ομίχλης / στων σύννεφων τα χείλη»,
«Νύχτα ήταν», «Εμπρός ίσκιοι πίσω κάτι ημισέληνες γέφυρες»,
«… τυλίγοντας την σιωπή ως τη μέση – σιωπή που ενεδρεύει πίσω από τους χυμούς τω δένδρων»,
«Ομίχλη παγερή. Κι ο κόσμος αλαφιασμένος στους δρόμους».
Εδώ, θίγει το μεγάλο διαχρονικό και υπαρξιακό ερώτημα σ’ αυτούς, που ψάχνουν για την Αλήθεια. Άλλωστε, ο άνθρωπος υπήρξε αναζητητής της Αλήθειας και του φωτός. Αναζητητής του υψηλού και του θείου, του ωραίου και του μεγάλου, του υπερκόσμιου και ουράνιου. Είναι φοβερό, την ίδια στιγμή, που νοιώθεις κατάκοπος από την πορεία, να βρίσκεσαι, ταυτοχρόνως, στο σκοτάδι. Μας θυμίζει το κλασσικό έργο του Βερίτη : «Ζητώντας το φως». Οι οδοιπόροι της ζωής τι ψάχνουν ολημερίς και ολονυχτίς; Οι διαβάτες τι ζητάνε; Ζητάνε το Φως. Αυτός είναι ο βαθύς πόθος κάθε ανθρώπινης ψυχής, διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για το φως. Το σκοτάδι το απεχθάνεται. Λένε, ότι ο Goethe, τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, έλεγε : «Φως, περισσότερο φως».
Η Κατερίνα Κατσίρη γράφει για το κεκαλυμμένο ψέμα, γιατί επιζητεί την αλήθεια, γράφει για την αποσιώπηση της βίας και του μίσους, γιατί οραματίζεται την αλληλεγγύη και την αγάπη. Είναι γεγονός, ότι οι κοινωνίες των ανθρώπων, μεγαλύτερες ή μικρότερες, έχουν ως χαρακτηριστικά τους την αγριότητα, την αδικία, την εγκληματικότητα, την αδιάκοπη αναταραχή, την απέραντη αβεβαιότητα και την αγιάτρευτη ανασφάλεια. Η αντικοινωνική συμπεριφορά, ο αμοραλισμός και η διαφθορά στο έσχατο σημείο και η ξεδιάντροπη στάση επιθετικότητος είναι τα αποτελέσματα μιας τέτοιου είδους κοινωνίας, που επέρχονται αναπότρεπτα. Τότε, οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι, όταν εξευτελίζονται οι αξίες της ζωής, διερχόμαστε από τα διάφορα στάδια μιας μαρτυρικής παρωδίας. Εδώ ακριβώς, η κραυγή της Κατερίνας Κατσίρη «ω Κύριε», σε επαναληπτικό tempo, δεν απευθύνεται παρά μονάχα στον ταπεινό διδάσκαλο της Τιβεριάδος, που παρουσίασε στους ανθρώπους την Αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο. Η ποιήτρια θέλει να μας υπογραμμίσει, ότι δεν πρέπει να τρέφομε ψευδαισθήσεις και μας ρωτά έμμεσα τι άλλο θα μπορούσαμε να περιμένουμε, για να απογοητευθούμε;
Μα η ευθύνη του δημιουργού σε έναν δύσκολο κόσμο διαμορφωμένο και βασισμένο στο ψέμα, την τρομοκρατία, το μίσος, την αδιαφορία, την προχειρότητα και την δυστυχία, είναι προφανής. Ποιητής και αφηγητής η ίδια, επιχειρεί την ρεαλιστική καταγραφή των παθών του σύγχρονου ανθρώπου. Οι επιλεγμένες λέξεις και εκφράσεις, που απηχούν φρικαλέες έννοιες με κυρίως αρνητικό υπόβαθρο, βγαίνουν και καταγράφονται αυθόρμητα και απροκάλυπτα, χωρίς ντροπή και δειλία, χωρίς καθυστερημένο δισταγμό, χωρίς περιελίξεις και περιστροφές. Με αυτό το επιλεγμένο λεξιλόγιο διαγράφει τα ιδανικά και την συνειδητή εκφραστικότητα του «νέου ανθρώπου» με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή του ανθρώπου, που αναπτύσσεται και προβάλλεται, σιγά – σιγά, στο κατώφλι του καινούργιου αιώνα, που μόλις έχει ανατείλει. Στην πραγματικότητα, θέλει να δώσει το αντίθετο, διότι θέλει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, χαρούμενο, γαλήνιο, αλληλέγγυο, ειρηνικό.

Μέσα σ’ αυτή την τραγωδία και την πτώση η ωμή ειλικρίνεια της Κατερίνας Κατσίρη σοκάρει και, συγχρόνως, προκαλεί ποικίλες σκέψεις και πρωτόγνωρα συναισθήματα, ενώ η τέχνη των καιρών μας βασανίζεται και εμπνέεται από την αναζήτηση των ορίων του εαυτού μας, των σημείων επαφής με τον άλλον και της αυτονόητης εξάρτησής μας από την Δημιουργία. Η Δημιουργία, με τα ποικίλα στοιχεία της, δεν είναι παρά το φυσικό περιβάλλον με την τόση ομορφιά, την θεϊκή σοφία και παντοδυναμία. Αυτό χρησιμοποιεί η ποιήτρια ως σκηνικό, μέσα στο οποίον γεννιέται, αναπτύσσεται και πεθαίνει ο άνθρωπος, το τέλειο δημιούργημα του Θεού. Η ποίησή της έρχεται σε επαφή με την μητέρα – γη, το άγγιγμα του χώματος, τα χρώματα και τα αρώματα των λουλουδιών, τα μπουμπούκια που σκάνε, ξαφνικά, ένα πρωϊνό, τα φύλλα που μαραίνονται το Φθινόπωρο. Το θαύμα της γέννησης και η σιγουριά του θανάτου. Είναι, με άλλα λόγια, ο κύκλος της ζωής, που επαναλαμβάνεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας, η αίσθηση του φθαρτού και, συνάμα, του αιώνιου.
Η Κατερίνα Κατσίρη αισθάνεται έντονα την παρουσία της θεϊκής δύναμης και καθοδήγησης, όταν είναι στη φύση και βαδίζει μόνη σε τοπία ερημικά. Εκεί, κάθε εικόνα, κάθε ήχος, κάθε μυρουδιά της θυμίζει τον Δημιουργό. Όταν μάλιστα περιορίζει τον νου της στην ωραία πραγματικότητα, στην ομορφιά της φύσης, η καρδιά της ανοίγει και ξεπηδούν από μέσα της τα όμορφα λόγια από το ποίημα με τον τίτλο : «Μια θάλασσα». Εδώ την ποιητική της τέχνη την μετατρέπει σε ζωγραφικούς πίνακες αναρτημένους σαν μέσα σε πινακοθήκες, ενώ, σε άλλα σημεία της ποιητικής της συλλογής, την μελοποιεί και την προβάλλει μεγαλόφωνα σαν μέσα σε αίθουσες συναυλιών.
Η ποιητική της συλλογή «Αόρατα Τοπία» σηματοδοτεί την πορεία μιας νέας εποχής. Το όλο ποιητικό της οικοδόμημα φέρει, αναμφισβήτητα, την πατέντα μιας ποιήτριας, η οποία υπόσχεται πολλά εις το μέλλον. Αλλαγές εις το ποιητικό της οπλοστάσιο, όπου θα υιοθετήσει, ενδεχομένως, άλλους τρόπους έκφρασης και δομής, που θα εκπλήξουν το αναγνωστικό της κοινό και θα το ανταμείψουν, οπωσδήποτε, πλουσιοπάροχα. Η Κατερίνα Κατσίρη είναι μία δυνατή φωνή του 21ου αιώνα με έντονη ποιητική προσωπικότητα ήδη διαμορφωμένη από την νεαρή της κι όλας ηλικία. Εκτιμώ, ότι συνεχίζει και θα συνεχίσει να διευρύνει τον ποιητικό της λόγο τόσον ως προς την θεματική όσον και ως προς το ποιητικό ιδίωμα.
Η ποιήτρια, απόλυτα συνδεδεμένη με το παρόν και έχοντας σχέσεις, στενές ή απόμακρες, με τους ανθρώπους και με τα αντικείμενα γύρω της, δεν πιστεύει, ότι πλάθει έναν άλλο ιδεατό κόσμο. Η ποίησή της ούτε διακοσμεί ούτε ωραιοποιεί. Αντίθετα, είναι οδυνηρή, διότι δείχνει την ουσία, που χάνουμε εμείς οι άνθρωποι μέσα από την καθημερινότητα. Είναι η βαθύτατα ειλικρινής κατάθεσή της προς την κατεύθυνση της ανασύνθεσης των αληθινών πραγμάτων.
Ο ποιητικός της λόγος την οδηγεί να ανοιχθεί προς τον έξω κόσμο και να στήσει γέφυρες αισθαντικές με αυτόν. Έτσι, τον βλέπομε, μέσα από τα «αόρατα» και «αθέατα» τοπία, άλλοτε να φέρει, με ένα ειρωνικό χιούμορ, επί σκηνής τις απόκρυφες αχίλλειες πτέρνες των ανθρώπων και να εκθέτει τα κακώς κείμενα της σημερινής εποχής και άλλοτε, πάλι, να εμφανίζεται οργισμένος, προκαλώντας, προτρέποντας ή σαρκάζοντας. Ο σαρκασμός ως ανθρωπόμορφη ιεροτελεστία, η σιωπή ως πρελούδιο έκρηξης, η κραυγή ως μέσον επανάστασης, το αίμα ως σύμβολο πικρόγλυκης αίσθησης, το νερό ως πηγή ζωής, το κλάμα ως τρόπος αποφόρτισης και λύτρωσης, η θάλασσα ως εργαλείο οραματισμού και η πυκνή σκιερή βλάστηση ως στοιχείο σκεπτικισμού είναι μερικά από τα υλικά, που συσσωρευτικά επιστρατεύει η Κατερίνα Κατσίρη για να μας περάσει τα μηνύματά της, στην πραγματικότητα, χωρίς προσχήματα και αγκυλώσεις, χωρίς επιφυλάξεις και υπαινιγμούς.
Η Κατερίνα Κατσίρη γράφει για τον εαυτόν της, γιατί γι’ αυτήν η ποίηση είναι λύτρωση και, τελικά, στέκει αμήχανη, προς στιγμήν, μπροστά σε ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Πέραν, όμως, αυτού, κάνει την ποίησή της ιαχή μας και παιάνα μας, διότι δροσίζει την ψυχή μας και φωτίζει τον νου μας. Είναι ένας ποιητικός πλούτος με συναίσθηση ευθύνης βγαλμένος από τα βάθη της καρδιάς της, διαμορφωμένος μέσα από τα όνειρά της και ακουμπισμένος επάνω στα οράματά της.

Δοκίμιο της Ελένης Κοτίνη – Παναγοπούλου
Φιλολόγου – Δοκιμιογράφου – Κριτικού

 

Μικρές σκιές

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

04-07-2012

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στη μέση της ερήμου, κάτω από τον καυτό ήλιο και ψάχνουμε για μια σκιά, που θα μας δροσίσει και θα μας ξεκουράσει. Ας μεταφέρουμε τώρα αυτή την εικόνα και ας βάλουμε στη θέση της ερήμου την πεζότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Η σκιά είναι μια όμορφη ποιητική συλλογή και εδώ έχουμε το βιβλίο της Κατερίνας Κατσίρη: «Μικρές σκιές», που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του καθώς πρόκειται για αρκετές μικρές σκιές, που ξεφεύγουν από την πεζότητα και μας περιβάλλουν με την ποιητική δροσιά τους. Ποίηση λιτή, με έξυπνα νοήματα, που έλκουν τον αναγνώστη χωρίς να τον κουράζουν. Γνήσια, ποιητική γραφή, εμπνευσμένη τόσο από τα αδιέξοδα της σύγχρονης κοινωνίας όσο και από τον κοινωνικό εκφυλισμό του σύγχρονου ανθρώπου: «Υπάρχουν άνθρωποι / ακατοίκητοι / που σχεδόν λιποθυμούν / στη θέα της αγάπης / φτάνει να δεις / στα μάτια τους τον τρόμο / καθώς τον ουρανό κοιτάζουν / σκέφτονται τι θα κάνουν / αν κι άλλο χαμηλώσει».

Σε ορισμένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Μικρές σκιές» η Κατερίνα Κατσίρη μας εκπλήσσει με το τελείωμα των ποιημάτων της, όπου υπάρχει ένα ξάφνιασμα, μια συγκλονιστική στιγμή, που έρχεται να ταρακουνήσει το νου και να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της κοινωνικής μας πεζότητας: «Σε στήσαμε / στο δρόμο / νʼ ανασάνεις / και σωρός / κόκαλα και σκουπίδια / στην εξώπορτα» και αλλού: «Χρόνια τα μάτια προσηλωμένα / στο σημάδι. / Άσε τουλάχιστον / τις φλέβες ζωντανές / πριν το μελάνι λιγοστέψει».

Σε άλλα σημεία της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Κατσίρη, παρατηρούμε τη φιλοσοφία της για τη ζωή και το θάνατο, μια φιλοσοφία, που δίνει έναν σχετικά μακάβριο τόνο και μια συνειδητοποίηση της ματαιότητας, ιδιαίτερα όταν όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με τη ματαιοδοξία: «Κρεμόταν πάνω / απʼ το πορτρέτο σου / δίνοντας ολοκαίνουργιο φως / παρʼ όλα αυτά / το πάτωμα μύρισε θάνατο» και αλλού: «Εκ γενετής / στο στήθος της / κόκκοι πορφύρας / δάκρυζαν / οι φίλοι / και ο θάνατος / ποτέ».

Ο έρωτας, στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη «Μικρές σκιές», είναι τρόπος ζωής και θανάτου, ερώτηση και απάντηση μαζί, πρόβλημα, που τη λύση καλείται να βρει η ποιήτρια και σε τελευταία ανάλυση ο ίδιος ο αναγνώστης: «Και να τώρα / δεν ξέρω αν είσαι Εσύ / η Άνοιξη / στο χέρι μου / ή μόνο ένα ναρκωμένο / λούλουδο / που γίνηκε ζωή / από τον Έρωτα» και αλλού: «Πώς να πεθάνει / κανείς δεν ήξερε / σʼ αυτήν την πόλιν / μονάχα η γυναίκα / με το παράξενο κακό / εκπλήρωσε τον έρωτα στην πράξη».

Υπάρχουν, όμως και ορισμένα ποιήματα, όπου η κοινωνική αδικία και η προδοσία των φίλων, παρουσιάζονται με μελανά χρώματα. Η ποιήτρια ξεσπαθώνει ενάντια στα συντροφικά μαχαιρώματα και αγανακτεί με τα αγριόσκυλα, που οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες επιβάλουν στον σημερινό άνθρωπο: «Μια μέρα / θʼ ακουμπάμε το χέρι στη γη / και θα μαζεύουμε συνωστισμούς / πτωμάτων / και λίγους αγνοούμενους / από συντροφική σιωπή» και αλλού: «Σε τούτη την Πολιτεία / πόσα αγριόσκυλα / με λύσσα / ανοίγουνε πληγές / δεν επαρκούμε να χορτάσουν».

Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη «Μικρές σκιές», παραθέτοντας ένα ακόμα συγκλονιστικό ποίημα: «Πλήθος ολάκερο / τραβηγμένο στη στεριά / και τίποτα πράο γύρω τους / μόνο / η αναχώρηση που κρέμεται / από το χέρι / το χέρι / λεπτό σαν του παιδιού / εκείνο που έπρεπε / να μένει πίσω».

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 

Αιώρηση

 

ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η Συμβολή των Αρκάδων στη Νεοελληνική Ποίηση

Υπάρχουν πολλοί νέοι ποιητές, που υπόσχονται πολλά για το μέλλον, όπως, για παράδειγμα, η νέα ποιήτρια Κατερίνα Κατσίρη, από το Ελαιοχώρι, που με την πρόσφατη, πρώτη ποιητική συλλογή της «Αιώρηση», τη γεμάτη από λυρική δύναμη, εκφραστική στιβαρότητα και κρουστή εικονοποιητική ευχέρεια, δείχνει πως διαθέτει πηγαίο ταλέντο, αρκετή τεχνική δεξιότητα, και σίγουρα την αναμένουν ψηλότερες κορφές.

http://www.arcadians.gr/

 

Κωνσταντινίδης Νεκτάριος

Κωνσταντινίδης Νεκτάριος 2

 

 

 

17

18 εφ Αρκαδία

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ

ΘΑΣΙΤΗΣ

 

Γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Προερχόταν από οικογένεια ναυτικών. Το 1930 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Ενώ ήταν φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα» με το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας (15 Φεβρουαρίου – 15 Οκτωβρίου 1944, αρχισυντάκτης ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης), ενώ ήταν και αρχισυντάκτης (1943-1944) του περιοδικού «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε η ΕΠΟΝ. Την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 1945 σε συνεργασία με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Γιώργο Καφταντζή εξέδωσαν το περιοδικό «Φοιτητής».
Το πρώτο έργο που παρουσίασε ήταν το ποίημα «Έτσι είναι πάντα», στο «Ξεκίνημα» (τεύχος 1, 15 Φεβρουαρίου 1944). Λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Την περίοδο 1962-1964 ήταν μέλος του δ.σ. του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986.
Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπυ υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης.
Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετέσχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώθηκε στην πόλη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Το 1983 συμμετέσχε στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Ήταν μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964). Ακόμη υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού «Βαλκανικό Θέατρο» (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι ο συντάκτης της πρώτης μελέτης εφαρμοσμένου κριτικού λόγου για το «Άξιον Εστί» του Ελύτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης (Η συνείδηση του ελληνικού μύθου)» το 1961.
Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Δίχως κιβωτό (1951)
Πράγματα (1957)
Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962)
Εκατόνησος (1971)
Ελεεινόν Θέατρον… (1980)
Σχιστολιθικά (1974-1979)
Γύρος στην ποίηση (1966, δοκίμια)
7 δοκίμια για την ποίηση (1979)
Τα δοκίμια 1957-1983 (1990)

βιβλιο

 

ΔΙΧΩΣ ΚΙΒΩΤΟ (1945-1949)

 

ΠΡΩΙΝΟ

Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
’Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπότακτο βυζί.

 

ΕΦΗΒΙΚΟ

Είσαι το σχήμα ανάμεσα στη νύχτα και στον άνεμο
Είσαι το βούισμα του ίσκιου μου που σέρνεται μεσάνυχτα
Πλάι σ’ αυτές τις θεόκουφες ράχες των σπιθών
Το κουρέλι είσαι της χίμαιρας που το κρατώ στα χέρια μου
Χωρίς να το βλέπω.

Είσαι τα εκατομμύρια φιλήματα μιας θάλασσας χειλιών
Ογρής πυρωμένης
Που φλοισβίζει στο μάγουλό μου το σκαμμένο.

Εσένα φωνάζουν είκοσι χρόνια τώρα
Κάτι αμολόγητοι στίχοι που ανεμίζουν τεντωμένοι στης φλέβας το σκοινί
Και σε γυρεύουν σ’ όλα τα παραθύρια της άνοιξης
Σ’ όλες τις καταιγίδες
Σ’ όλα των προγόνων τ’ αγκαλιάσματα
Να ’ρθεις να σαρκώσεις τον ίσκιο μου
Για να ’σαι ο ίδιος ο εαυτός μου
Κι όταν εσύ πεθάνεις να πεθάνω.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

’Έρχεσαι δυνατή ζεστή αγαπημένη
Σαν τη νοτιά μεσάνυχτα του Αυγούστου
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

Έρχεσαι χορεύοντας
Πάνω στα γυμνά στιλέτα του πάθους σου
Ξεντύνεσαι τους ίσκιους
Κι ολόγυμνη σαν το κύμα ζυγώνεις
Αλαφροτρέμοντας.

Έρχεσαι! Έρχεσαι!
Όμως εγώ είμ’ ένα πνεμάτι αράχνης στη μασχάλη του φθινοπώρου
Που δε μπορεί ν’ αγγίξει ο ερχομός σου
Αν και περνάς από μέσα μου γλυκοσφυρίζοντας
Αν και τα μάτια σου παρακαλάνε
Χαμηλώνοντας κατά τη μαλακιά δοξαριά του δέρματός σου
Αν και κάθε αυγή
Δένω τις σπασμένες κλωστές μου
Και περιμένω να ξανάρθεις και να ξαναφύγεις
Σαν τη νοτιά
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Πρέπει να ’ρθει η άνοιξη με τ’ αμέτρητα άγουρα στηθάκια της
Και με τα σκουλαρίκια της τα κρυσταλλένια
Με τα γοργά της βήματα που ξυπνάνε τις ελπίδες
Με τη γαλάζια κραυγή της
Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω
Κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις
Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου
Όπου παγώνει ασάλευτη το σχήμα της η απελπισία
Για το νεκρό σου δέρμα για τα νεκρά μαλλιά σου
Για του κρεβατιού σου τα τέσσερα σίδερα
Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο σαν τ’ άδεια ρούχα
εκείνων που πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα.

 

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μεσ’ από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει· γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

 

ΜΕΡΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ’ τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ’ από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ’ απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

 

ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Εδώ, στα χαμηλά, τελειώνουν τ’ άστρα
Εδώ και τ’ απόσταγμα κάθε χαρούμενης ώρας σου
Εδώ τραβιέται και μαυρίζει το πρόσωπο του Μάη
Τάξε
Θα το βρεις μες στα κουφά νερά.

Αν θυμηθείς, έλα στις στέρφες όχθες τους που δε σε περιμένουν·
Εδώ, κάτω απ’ τις φυλλωσιές της λάσπης με κάτι κατάστιχτα
Σκισμένα λείψανα
Θα στήσεις πάλι τον πιο παλιό ουρανό σου
Τον πιο γλυκό.

Άλλα ποτάμια τυλιγμένα σ’ ασημένιες γούνες
Κλέβουν τα όνειρά σου
Άλλα ποτάμια κλέβουν τα όνειρά σου
Κι εδώ καθίζει το αίμα σου αχρηστεμένο
Δίχως καμιά περιττή φωνή.

Ακάθαρτο νεύρο!
Πότε βουερό πότε παράλυτο
Αδιάφορο κερδίζεις τους αιώνες
Μαγνήτη άγγελε σε κάθε τέρμα.
Τώρα μ’ ένα πρόσωπο τόσο κάθετο
Τόσο γυμνό από έλεος και υποταγή
Ακούω τ’ ανάβρυσμά σου μέσα στο πιο διάφανο κρύσταλλο
Πάω να πιάσω τ’ άσπρο μήνυμα καθ’ ελπίδας
Σ’ ακούω να ξυπνάς και να φτάνεις.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Ένα κορίτσι πέθανε π.χ.
Τα πλήθη τ’ απατούν και τα προδίνουν
Το σύμβολο του αυτόχειρα νύχτα πατά στις στέγες σα σειρήνα
Και δείχνει το δρόμο στους απελπισμένους.
Τόσο παλιά όλ’ αυτή η ιστορία μιας αναπότρεπτης ατυχίας
Κι όμως πάλι την ακούς
Σα μια φωνή ραγισμένη που έρχεται από πολύ μακριά.

Μόνος σ’ αυτό τον κάβο της σιωπής
Μακριά απ’ τον αιώνα και το σώμα μου
Πέρα απ’ τη νεκρή πληγή που άνοιξα στον χάρτινο ουρανό
Σε βρίσκω θλίψη μου
Παντέρημο απολίθωμα τόσης περασμένης δυστυχίας
Πικρή αιωνιότητα
Να χάνεσαι στο μέλλον μαζί μου.

 

ΑΠΟΓΕΜΑ

Ανεπίληπτος ουρανός
Ακίνητος
Τέλειος σαν κύκλος: απελπίζει
Απρόσιτη απόλαψη για μένα που τον βλέπω
Μες από ένα ύφασμα
Όπου καθίζει η στέρηση κι η φρίκη.

Και στο βάθος αόριστα
Να περνάς ανάγλυφο κατ’ απ’ το χνούδι τ’ ουρανού
Σαν αιφνίδια ταραχή πίσω απ’ τις κουρτίνες
Σώμα αγαπημένο
Πιο μακρινό πιο ανύπαρχτο απ’ τ’ απόγεμα που σβήνει.

 

ΘΥΜΗΣΟΥ ΦΙΛΕ

θυμήσου φίλε τις πικρές νύχτες της αλητείας
Δίχως σκοπό δίχως καπνό δίχως στέγη
Μέσα στους δρόμους να γυρνούμε διαλυμένοι
Και τα κλειστά παράθυρα τα φωτισμένα
Να κοσκινίζουν θαλπωρές τόσο κοντά
Και τόσο αφάνταστα μακριά μας.

θυμήσου τα ξένα δωμάτια που κοιμηθήκαμε
-Ήταν όλα τόσο ξένα!
Χιλιάδες άγνωστοι πριν από μας
Είχαν αφήσει μέσα τους μια αίσθηση δρόμου
Τις απόμαχες πόρνες μπρος σ’ ένα τζιν φτηνό θυμήσου
Ν’ ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας χάη ερημιάς.

θυμήσου φίλε το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Κάποτε τόσο ελεύθερο
Με ιδανικά με κοσμοθεωρία με αέρα
Αχ το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Μέσα στα σκέλη του αθλητή
Στο Ξενοδοχείο των Ρόδων να εξοκείλει.

θυμήσου αυτά τα πράγματα κι αυτά τα πρόσωπα μιας παρακμής
θυμήσου μια ζωή που αγάπησες και μίσησες
Μαζί μου.

 

ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γυρίζει ο καιρός
Πάλι βροχή
Σ’ αυτό το λυπημένο σταυροδρόμι των ανέμων
Οι ελπίδες φεύγουν σα βρεγμένα σύννεφα
Κι η νιότη μας μια παγωμένη σκόνη πια.

Γυρίζει ο καιρός γυρίζει
Ένα κουβάρι άνεμοι χορεύουν μεθυσμένοι στην αντένα
Και μας ξεκουφαίνουν.
Πάλι μπορεί να πέσει μπορεί να πέσουμε κι εμείς
—Μ’ όλο το αίμα μου θα βάψω τ’ άσπρο φουστάνι που φορείς.
Τα πλευρά μας άνοιξαν οι βροχές μας δέρνουν
—Απάνεμοι κύκλοι πηγαδιού σε φέρνουν και σε παίρνουν.

Απλό μαχαίρι τ’ ουρανού
Ρίχνει τη στέγη μας.
Ρίξε το πρόσωπο στα χέρια
Τίποτα πια δε μένει.
Όμως μην κλάψεις:
Θα ’ναι πάρα πολύ.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Αύριο δε θα ’χουμε μήτε ένα ξένο σπίτι
Μήτε ψωμί μήτε φίλους.
Διάβηκε η ζωή μες απ’ τα χέρια μας
Και μας τα πήρε.

Δεν ξέρω αν είμαστε οι πιο δυνατοί οι πιο περήφανοι
Οι πιο αγνοί
Και μείναμε σαν δέντρα η σαν κάμποι
Στην ερημιά
Πιστοί στον εαυτό μας, οι τελευταίοι μιας εποχής…
—Ποιος τα ρωτάει αυτά;
Κι άλλωστε τι ακριβώς ήταν αυτός ο εαυτός μας
Έτσι μοιρασμένος σε σκοπούς και σχέδια αντιφατικά;

Σαν όλους τους νικημένους κουρασμένοι και κουραστικοί
Βέβαιοι για τη μάταιην ιστορία μας
Που διάβηκε παράξενα, απλώς παράξενα
Σα γέροι πελαργοί θα μείνουμε κρυφά στα βαλτοτόπια
Κοιτάζοντας για τελευταία φορά στον ουρανό, της νιότης μας τους
παγωμένους δρόμους
Μόνοι μ’ έναν θάνατο που κανείς τη θλίψη του δε θα τη μάθει.

Ήχοι συρτοί «χαμαί πέσαι… Φοίβος… απέσβετο»
Σαν καταχνιά παγώνουνε τα γόνατά μας.

 

ΒΥΘΟΣ

Ας μην τραγουδώ
Ας μη βλέπω πια τη χλόη που ήρεμη ανασαίνει μες στους
κάμπους
Μήτε τα πρόσωπα των γυναικών με το φανταστικό τους βάθος
Μήτε τη ζωή με τις μεταρρυθμίσεις.
Ξέρω τώρα την καταγωγή των θλιμμένων πηγών
Γιατί κλαίει η τόλμη μπρος σε μιαν απόσταση δίχως όνομα
Γιατί πέρα από κάθε ύψος αρχίζει νέο ύψος νέα απελπισία.

Οι παλιές ελπίδες: άσπρες φυλακές
Ελεύθερος πια δεν ελπίζω.

Πίσω απ’ την αιώνια τη χαρούμενη αυταπάτη των επιφανειών
Ο δίδυμος Αδάμ σηκώνει τα μεσάνυχτα ανεμόσκαλες
Γυρεύοντας χαμένους πλανήτες, την ουσία του κόσμου
Που σωπαίνει σα φεγγαρίσιο φέγγος
Μες σε πηγάδια μυστικά.

Νικητής και νικημένος σταματώ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα η αύριο
Απ’ αυτόν το δρόμο που γυρνάει στην αρχή του
Περνώντας από τη ζωή στο θάνατο ολοένα
Με θρήνο και με σιωπή παγωμένος η καμένος
Ζώνοντας μ’ άπειρο ρίγος τους αιώνες
Γεμάτος παράξενους οδοιπόρους.

…Πάνω σε πεδιάδες απ’ ασβέστη με το σχέδιο μιας νέας θλίψης μέσα μου
Όμοιος με μια σταλιά καφέ
’Αδιάκοπα απλώνω.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (1950)

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ενθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο τού κόσμου αληθινό.

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.

 

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο…

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μείς δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι ανακαλύπτουμε μια μέρα κάτι
χάνουμε κάτι
δίνουμε και παίρνουμε τις ίδιες μαχαιριές.
Όμοια τα στίγματα στα πρόσωπά μας.

Αλήθεια,
θα μπορούσε να ’μαστέ φίλοι, θα μπορούσε…
Αν σε μιαν ελάχιστη στιγμή
μαύρο ξαφνικό λεπίδι δε χώριζε τη συντροφιά μας
στα δυο·
εγώ απ’ εδώ, σ’ ενός έρημου κύκλου τη μέση
τρομαγμένος
χαμένος
απελπισμένος
κλαίοντας γοερά πάνω σε νεκρούς που δεν ξέρετε
ή που σκοτώσατε οι ίδιοι•
και σεις εκείθε ανέπαφοι, αφάνταστα μακριά μου.

Δεν ήρθαμε
Δε θα φύγουμε μαζί.

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τούς αστερισμούς.

Απ’ τούς εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.

 

ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

Χωρίς να καταλάβω με βρήκε η νύχτα πάλι,
όλη τη μέρα πόσο περίμενα να ’ρθει
κάτι καινούριο θα ’ρθει μαζί της είχα ελπίσει,
«ή νύχτα πάντα φέρνει κάτι καινούριο» είχα σκεφτεί.
Η αυγή με βρίσκει πάλι, μέσα στους δρόμους μόνο
μπροστά μου ξένα σπίτια, θαμμένα αποβραδίς,
σπασμένος φωνογράφος μέσα στο καφενείο
όλη τη νύχτα το ’λεγε «ζητιάνος της ζωής…».

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Ήταν ένας δρόμος φωτεινός και καθαρός,
κι όμως ένιωθα τα κράσπεδά του -ήταν- σαπισμένα,
βαριά από λείψανα φριχτά.

Το πρόσωπό μου ηλιόλουστο, όμως κομμένο στα δυο
και στη βαθιά ρωγμή του μέσα
ο Γ. Φ. ο γίγας «η πλούσια καρδιά»
βρέθηκε τάλληρα γεμάτη και ποιήματα δεκάρας·
ο Κ. Μ. ο σιωπηλός, ο αδάμας, ο υπεράνω
τώρα κύριος μιας βρωμερής περιοχής
οδεύει σε λόφους σκουπιδιών και σκούζει:
παρίσταται κρίση συνειδήσεως
υπό το φως της σελήνης,
ακόμα!

Στα σπίτια η ζωή συνεχίζεται.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ακούω ακόμη τη φωνή της -είν’ ένας άνθρωπος κάθε φωνή-
«γύρισε!»
Με κρατούσε κι ένιωθα πως κρατούσε τη ζωή της.

Τώρα παντού η τρομερή φωνή της
τρύπα τους τοίχους, τρύπα το χρόνο,
αποσύρεται, επιστρέφει, αποσύρεται.
Τώρα παντού το φτωχό της είδωλο τ’ αγαπημένο
που συναντώ τα βράδια και το χάνω μες στους δρόμους.

Σ’ όλο τον κόσμο το βάρος ενός ανθρώπου
που ήρθε τόσο κοντά μας.

 

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ

Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές·
-μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού·
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά -οι έμποροι είχαν φύγει·
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ’ ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ’ το φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο·
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
η ν’ άπατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής·
Αποσυρόμαστε νικώντας -νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν να ’ρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι».

 

ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ

Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό·
πουλάρι του δρυμού γλύφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής·
τ’ άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.

Το ποτάμι περνάει απ’ εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ’ αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ’ άλογα ξεδιψάει
ποτίζει -όσο μπορεί- τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια·
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.

 

ΕΛΠΙΔΑ

Υπάρχουν οι πηγές που γεννούν τοσ’ αεράκια
υπάρχουν δάση όπου τ’ αθώα πρωινά ανασαίνουν φίλοι·
οι πνοές τους φθάνουν ως εμάς και μας γλιτώνουν
φέρνουν μηνύματα της χλόης και του νερού
φέρνουν την ακοή των δέντρων που τα κρατούν απ’ τη μασχάλη
παραμύθια, τα βαριά παπούτσια τους τα λιώνουν
αέρας μπαινοβγαίνει στα ριζά τους
τα κλαδιά τους γέμισαν πανιά,
οι βυθοί της θάλασσας ξυπνούνε μες στα δάση
αλλάζει τάξη ο κόσμος, αγκαλιάζεται σφικτά
χαίρεται η φωνή μας φίλοι
δικό της το φάρδος της ημέρας
Θα ’βρει πίστη και θα ζήσει·
υπάρχουν παντού ο ουρανός και τα παιδιά.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2) – ΑΡΙΘΜΟΙ
(1958-1960)

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2)

Ο ΣΟΒΑΣ

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια·
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκόρπισαν τα φτερά τους
κι είπαν -φωνάζαν- πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

 

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν υπάρχει φωνή
Δε λάμπει φωτιά· η νύχτα
είναι σκοτάδι και το πιάνεις.
Ο αέρας στέκεται -θύρα κλειστή
Οι άνθρωποι στέκονται, γνωρίζονται
από τις πλάτες τους· τη μέρα μιλούν
καθένας μόνο τη σιωπή του ακούει.

Φαίνονται από το κιγκλίδωμα πίσω
τεμαχισμένοι.
Ένα μακρύ σίδερο, από ώμο σε ώμο πέρα ως πέρα,

Το κεφάλι τους.

 

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα· στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως·
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει, ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντες μου!…»

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήρθαν τα νερά
κι ο κόσμος του νερού,
τον πήραν
στους αιώνες των αιώνων.

Η άμμος του πήρε
τα μάτια,
βουβά της αχιβάδας μάρμαρα
σκεπάζουν
το κορμί του.

Το φως του ήλιου
σώθηκε, όμως εν’ άλλο φως
γεννιέται εδώ κάτω·
αόρατοι βασιλικοί καθρέφτες το συνάζουν
αμέτρητα πουλιά το μοιράζουν παντού.

Τιμωρά πελαγίσια τύμπανα
το αγγέλλουν.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
-κανένας δεν το βλέπει-
λείψανα απ’ τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
-κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτε δε μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα
Άνεμος πάλι μας σκορπά.

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

-Είναι πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά;
Στέκεται ή περπατεί μπροστά ή πίσω πάει;
Μέσα στα ρούχα του είναι ή στον ίσκιο του μέσα
κι είναι δικός του ο ίσκιος
είν’ αληθινός -μια μαύρη ψαλιδιά που χαίνει
στ’ άσπρο και το ξεγυμνώνει;

Και τ’ άσπρο, υπάρχει τ’ άσπρο;

Βρίσκεται δω που στεκόμαστε δενόμαστε χτιζόμαστε
επιμένουμε ως το απαίσιο τέλος
συνεχιζόμαστε κι αρχίζει πάλι ο πανάρχαιος γύρος
Ή εδώ ποτέ δεν ήταν;

Αυτό που λες ή αυτό που κρύβεις είναι;
Η αόριστη κατατομή, ιερή, πίσω από τον βαθύ της Νύχτας τοίχο
που μαντεύεις η ό,τι ορατό θριαμβεύει, πάνω απ’ όλους
τους ορίζοντες ψηλά;
Ποιο το χρώμα και η φύση του
Πούθε αρχίζει ποιο το τέλος του
Είναι ψάρι πουλί ή φωτιά;

-Ηχώ των όλων, πίσω απ’ του φεγγαριού τις μάντρες
Αόρατες,

Η αλήθεια.

 

ΑΡΙΘΜΟΙ

Διάφανες υδρίες τ’ ουρανού
παραμυθούνε τη λειψή ζωή μας,
σμίγοντας μες ατό παρθένο φως
το χρόνο με τη στάχτη·
στα λίκνα των στοιχείων τ’ άλυπα
κοιμίζοντας, για λίγο, τις βαριές
ανάποδες ψυχές μας.

Ι

Του ήλιου η νέα λάμψη φτάνει.
Όμως ακόμη το παλιό του φως, επάνω
στις ασάλευτες μορφές των νομισμάτων.
Το νέο φως να ‘ρθεί!
Απ’ άλλον ουρανό, μαζί με τους τυφλούς
αλύγιστους αγγέλους.
Να τραβηχτούν οι στέγες μας, οι τοίχοι
που μας χώρισαν να πέσουν, πάλι στους δρόμους
να βρεθούμε· στ’ αχνάρια των πηγών
να βρούμε πάλι τη φωνή μας, αρχαία
φωνή των αριθμών
όμοια με κείνη που έλαμψε
μες απ’ τη φλεγομένη βάτο.
«Να μην αγαπήσεις Πηγάδι η αγάπη
δροσίζει και πνίγει Το μίσος
πηγάδι που πνίγει
Μην επιθυμήσεις Όσα βαθιά λαχταρούμε είναι τα όνειρα
Ίσκιοι πουλιών τα όνειρα
φευγάτοι
Μην πιστέψεις Άσωτη σε ζώνει νύχτα
Ο δαυλός το φανάρι ο λαμπτήρας
τη μετατοπίζουν
Λοφοσειρές τα σώματα
ένα μες στ’ άλλο από το φως
στη σκιά περνούν
Βαθιά σαλεύει ο πηλός, του πηλού η φωνή,
το πήλινο αίμα
Τ’ άνθη είναι τ’ ουρανού
κι ο ουρανός τα παίρνει».

II

Ας αρχίσουμε πάλι από τη γέννηση
απ’ τ’ άστρο και το φως του· μ’ εσένα
που ακόμη τώρα άντρας
μες στο βαθύ γυαλί του μέλλοντος
ορθός, ορθός ακόμη
ευαγγελίζεσαι τη βλάστησή του.

III

Ιδού αγαπητός των ευθειών
των ουρανογραμμένων.
Χαλινάρι των κυμάτων ποτάμιο στέρνο
εξώστης της καρδιάς,
ασίγητης,
από την άβατη τάξη των αστέρων
ο Μοναχός ο Νέος φάνηκε.
Το χιόνι κοίμισε τον κόσμο έλιωσε τα φώτα
μόνη σώζεται η φωνή Του
σώτειρα.
Απ’ τον καιρό μας ως το δικό του που αγγέλλεται καιρό,
η τρομερή ανταύγεια του μέλλοντος
πυκνό φως των μετάλλων που αισθάνονται
-η μουσική της πέτρας κάθετη απογυμνώνει
τον ουρανό-
Διδαχή του αιθέρα στα ορθογώνια δάση

Αθανασία των στοιχείων
η κωφάλαλη.

VI

Ύλη από γιασεμί και χαλκό κοιμωμένη
σε περιοχές X
Βιομηχανικό πεδίο του άλλου αιώνα
όπου θα γεννηθώ και θα πεθάνω άνθρωπος·
Με λόγια που δε δύνονται να σε φανταστούν,
με εικόνες και πράγματα απ’ το καλύβι
αυτού του αιώνα, σε υποθέτω
Και με το φως της χαραμάδας,
οπού τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται
το φάσμα του καιρού
αναποδογυρισμένο
Σε πλάθω Ήλιε.

VII

Γυμνό το πρίσμα του ατσαλιού ανατέλλει
Ανώδυνη Αφροδίτη,
μες απ το βόμβο που εκατομμύρια σκέψεις κάνουν.
Δίπλα στην τρομερή την κόψη του φωτός
με σιδερένια πέδιλα διαβαίνει ο νέος χρόνος.
Σταθερός αλλ’ απαλός, ακίνδυνος ο χρόνος,
γυρνώντας και γυρνώντας στων αριθμών τις σέρες
τις κλειστές.
Ανάμεσα στο φως και στην πηγή του
υπάρχουμε πρώτη φορά.

Ερημιά! Όμως αγνή φίλη
του φωτός ερημιά που το σκοτάδι λεηλατεί.
Ερημιά της δικαιοσύνης. Γαλήνη.
(Μισός στο σκοτάδι μισός στη σκιά,
διαβαίνει δ πρίγκιπας της σήψης
σέρνοντας το μακρύ πτώμα της παλιάς μουσικής,
αθροίζοντας στα φονικά του μάτια τ’ άνθη.
—’Αγέρωχη ευωδιά του χρόνου
στα υψηλά δώματα μείνε.

Μακριά απ’ αυτόν).

IX

Τα φωτεινά μας είδωλα είν’ οι άγγελοι
που τα ποντίσαμε στον ουρανό
απ’ τα ανοιχτά παράθυρά μας·
και τώρα ακούεται ο βόμβος τους
στ’ αστέρια γύρω
-η άλλη ποθητή ζωή μας.

Ουρανός υπάρχει γιατί υπάρχει γη
κι άνθρωποι τη στολίζουν.

X

’Άπειρο πεδίο του χιονιού και του ασβέστη
όπου τ’ άνθη σιωπηλά κι αιώνια θάλλουν,
όραμα των έμπιστων αριθμών
-πάνω στ’ αμάξια τους παιδιά ταξιδεύουν
μοναξιά των στοιχείων,
αίσθηση πρώτη όταν το νερό και το χώμα
πρωτοξυπνούσε εν ζωή,
της αγνότητας ιδέα στον ουρανό θαμμένη.

Σας εγγίζω πάλι καθώς χαράζω πρώτος
πάνω στο χιόνι των γενεών.

XI

Σαν το νερό στο χώρο και στο χρόνο· ίδιο
στη πηγή και στην κοίτη σε θάλασσα και σ’ ουρανό
σαν το νερό ας πάει κι η ψυχή μας
να γίνει άγριος ποταμός, λιμνίσια φίλη.

Σαν το νερό στην άμμο να σβηστεί.

 

ΕΚΑΤΟΝΗΣΟΣ
(1966-1968)

 

ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Η θάλασσα, η θάλασσα κι η θάλασσα.
Τ’ ανώνυμο χαλίκι, απλουστεμένο απ’ τον καιρό,
πλάι σ’ αμέτρητα όμοια πλάσματα του νερού και της πέτρας.
Άχνη τ’ αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων,
η εργάτρια πανίδα, γύρω-γύρω στο κρυφό περιγιάλι.
Ο μη αναθρώσκοντας, μη καπνός.
Η νεόφυτη σελήνη, στη μέση του όρμου που μισοϋπάρχει.
Το νερό ζυγώνει ήσυχα,
μπορεί να σε πάρει·
τα μαγνητικά, τα φωσφορούχα χείλη της αγάπης…

Ωστόσο κάθε πρωί το γυαλί σταματά στον πνιγμένο,
στην άγκυρα, στο λιωμένο σκοινί.
Σκίζεται ο πόντος,
σηκώνονται οι θρήνοι που δε φτάξαν πουθενά,
σταματημένοι για πάντα,
στους άσπρους τοίχους του μεσημεριού.

Αυτά είν’ ο πυρήνας -ο χαμένος καθώς λέτε.
Δε θα με βρείτε ποτέ έτσι.
Τώρα η μουσική, το φεγγάρι απ’ την ταράτσα,
η τεχνητή αναπαραγωγή της νύχτας,
η πόλη, ο σωστός δρόμος, το σπίτι, τα λόγια
που πολλαπλασιάζουν τα λόγια.
Τώρα είμαστε πάλι εμείς. Προσαρμοσμένοι, αλληγορικοί,
μιλούμε πολλές γλώσσες,
συγκατανεύουμε να κρύψουμε το φόνο.

Εδώ, σας περιμένω αλλιώτικα,
μαζί με τον κ. Προύθ, την κ. Πούθ
και την κόρη τους Ούθ.

 

Η ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΗ

Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ’ το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζεις,
τίποτα πια δεν περνάει.

Μαρμαρωμένη βουλιάζεις άλλου

 

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις πίσω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ’ απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ’ έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους
Για σένα πιο βαθιά, η σφαγή.

Το άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγώνια φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

 

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

Εσύ ήσουν η αγάπη .Ίριδα ανοιχτή, απ’ το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ’ άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά -ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πως σταματούνε
το μυαλό, πως το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος·
και τ’ αυλάκι για το αίμα κομμένο·
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο
φευγάτη· , ,
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ’ ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι’ αυτό που λένε φως· τ’ άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά

 

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…»
(α’ 1961-63, β’ 1974-76)

α’

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Είμαστε φίλοι κάποτε, όμως -διστάζω να στο πω-
κάτω από διαφορετικές συνθήκες άλλης εποχής
και προπαντός πιο νέοι, Βασιλάκη.

Δε σού ’κοψα την καλημέρα βέβαια, σε χαιρετώ
όταν αναποφεύκτως συναντιόμαστε στο δρόμο.
Σου δίνω τσιγάρο, συμβουλές και δανεικά -όταν μπορώ-
εν ονόματι τόσων και τόσων που ακόμα μας δένουν,
όμως ανεπίστρεπτα παρελθόντων.

Και τα σύκα-σύκα για να πούμε -όσο είναι δυνατό ή πρέπει ακόμα
τα λέμε- είσαι κουραστικός, λιγάκι απηρχαιωμένος,
επιμένοντας, μόνος, στο ’41 ή στο ’47 η στα καινούρια που μας βρήκαν,
ταράζοντας με ψευτοφανατισμούς -ξεπερασμένους-
την κατά τ’ άλλα ευχάριστη συζήτησή μας.

Ξυπνώντας -ανυπόφορα- τα φαντάσματα
μιας -δήθεν- προδομένης νιότης.

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική -αυτό το παραδέχονται όλοι.
Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε -κι εν μέρει είμαστε-
και φιλελεύθεροι και εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ’ τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν η έστω κάνουν που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό -με μέτρο.

Εμείς, στενά δεν ερμηνεύουμε τ’ άγια των άγιων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ’ ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ’ αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

-Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

 

ΑΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΙΓΟ

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν υπόπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;
Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι -και δικαίως τέτοιοι που ’ναι-
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
-την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας-
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
-όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τούς έξυπνους μας κάνουν τώρα;

 

ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΕΣ

Άγομεν ήλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμε
Ορθώς καθήμεθα -και ασφαλώς-
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι -και τρομεροί αν χρειαστεί- τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και -φυσικά- γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία-‘Ήλιο.

 

ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει -και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε -το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη για την κακιά την ώρα.
Σα μας χτυπούν την πόρτα, δεν ρωτάμε «δίκαιος η άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε.
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιους μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι -και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στον διάβολο.
Ναι, κι όταν ναι δεν υπάρχει:
Είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

 

β’

ΙΣΤΟΡΙΑ (1941 – )

Εχθροί -έτσι τους λέγαν άλλοι- πατήσανε τη χώρα
Λυπήθηκα πολύ. Όμως δεν τα ’βαψα και μαύρα.

Πρώτες αβέβαιες μέρες, το μαγαζί κλειστό
Μετά, όλα καθώς πριν κανονικά.
Αγόραζα-πουλούσα με λεφτά
και βέβαια το κέρδος-ΚΕΡΔΟΣ.

Το «Ελευθερία η θάνατος» -τι δίλημμα γελοίο!-
ουδόλως μ’ αφορούσε.
«Καίνε, σκοτώνουν, ξεριζώνουν», φωνάζανε τις νύχτες με χωνιά
Πρωί, το μαγαζί απείραχτο. Ψεύδη λοιπόν
ασύστολα κι αυτά.
Όμως κι αλήθεια αν ήταν -που δεν ήταν-
θα γίνανε αλλού και σ’ άλλους -που τ’ άξιζαν.

Έτσι ο καιρός ευχάριστά -σχεδόν- περνούσε.
«Σχεδόν»… Θα το παρέλειπα κι αυτό.
Αλλ’ όσο να πεις, υπήρξε κι ενοχλούσε κι απειλούσε
κείνο το μυστήριο συνοθύλευμα, το κινδυνώδες κι αλητήριο
εαμελασεπόν…
Τελικά, δε λέω, βγήκε κι αυτό απ’ τη μέση
-Ελλάς και Συμμαχία το γκρέμισαν εκ βάθρων-
Μα παρατρίχα να μας χέσει.

Τα ίδια, φυσικά, κι εν συνεχεία

 

«ΕΠΙΠΛΕΩ»

Όχι πώς έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
δεν το προκαλώ ποτέ.
Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

«’Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
-μες στις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες-
με την ψυχή στα δόντια -ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

 

ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΟΛΙΓΗ…

Ήμουν κι εγώ ενάρετος.
Χρόνια και χρόνια
στην έρημο του καλού κ’ αγαθού.
Βιδωμένος στο κενό.
Κατεψυγμένος.

Όμως θα ξέρεις από βιολογία
για το αίμα μας που δεν αλλάζει
την αυτοσυντήρηση, την αναπαραγωγή, το κατούρημα
τα θηλυκά, τις κενώσεις
-γι’ αυτά τ’ ανθρώπινα απ’ τα πιο ανθρώπινα.

Άρχισε και το εποικοδόμημα να με πιέζει.
Μια θέση κι εγώ, δίπλα σε τόσους άλλους
ν’ αποφύγω τα χτυπήματα -πέφταν βροχή στον καιρό μου-
να επιβιώσω, με τα εν χρήσει μέσα να επιπλεύσω.
Πατώντας εν τέλει αυτά που όλοι πατούν
λέγοντας τα ίδια αναπόφευκτα ψέματα
κρύβοντας τις ίδιες, πάγκοινες αλήθειες.

Με τόλμη ολίγη.
Και -κατ’ ανάγκη- λιγότερη αρετή.

 

ΓΕΝΕΣΗ 2

Σώσον -πάλι- Κύριε το λαό σου
Άνοιξέ του τα μάτια
Κάνε τη μέρα-μέρα
Νύχτα τη νύχτα
Στάσου στη μέση, κράτησέ τες -σαν πρώτα –
Χωριστά.

Πού το φως
Πού το σκοτάδι
Να ξέρουμε.

-Εμείς, οι πιστοί σου τελοσπάντων!

 

«ΠΕΡΝΩ»

«Δεν θα περάσουν!…».
Κι όμως
οι φασίστες
πέρασαν.

Όμως αργά, με τον καιρό, τα παιδιά ξανάρχισαν
«No passeran, no passeran… ».
Τα βουβαμένα τύμπανα ξυπνούσαν στον αέρα.
Άναβαν πάλι στις στοές
μια-μια οι θρυμματισμένες λάμπες.
Τα φυτίλια ένα-ένα.

Κι οι πορθητές, με τον καιρό
σαπίσαν
και ταφήκαν
στη Μαδρίτη.

«Περνώ» λοιπόν Senor καθίκι
δε σημαίνει μετακίνηση στο χώρο.

 

ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΙΚΑ
(1974-1979)

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

οδός Εγνατία

Ι

Χρόνια περιμένεις εδώ· στο ίδιο σημείο.

Βραχιόλια σκουλαρίκια χρωματιστά μαντίλια κι ο μάγος ακονιστής.
Πουλιά και φίδια επίχρυσα, μικροπράγματα για τη χαρά
και την ανάγκη μιας στιγμής -είν’ η στιγμή που κάνει
και ξεκάνει τη ζωή σου- θα λάμψουν νύχτα στο τσίτι της φτωχής.
Σαββάτο βράδυ στα παραπήγματα, πλάι στη θάλασσα, πλάθει μιαν άλλη ζωή.
Δεν θα ’ναι ποτέ η δική της.
«Πυρακτωμένα φώτα στη σειρά και σε τυφλώνουν, μικρή Ελένη.
Κάθεσαι και παίζεις και δε βλέπεις τ’ άσπρο δρεπάνι ψηλά
-βγήκε και σε γυρεύει κρυμμένο στο νέο φεγγάρι.
Μήτε προσέχεις το τεφρό μάτι του ιδιοκτήτη στη γωνιά.
Πάνω στη λαμαρίνα η περιστροφική ίρις παίρνει
και ξαναφέρνει απείραχτο -νομίζεις- το κεφάλι του νέου τραγουδιστή»

Εδώ ο βίος του Αγίου Γεωργίου, το δίκαιο κοντάρι το κακό θηρίο.
Ο Μυροβλύτης, χλωρός ακόμη στο ψηφί.
Ο γαλάζιος σταυρός, παυσίπονα, αναισθητικά κενά της τελευταίας σελήνης.
Κι ο γιατρός στ’ άσπρα κι οι ωοθήκες της στον κουβά.
Χρόνια περιμένεις εδώ.
Είν’ ο μεγάλος πολυχρονεμένος δρόμος που περνούν τους πεθαμένους
Μαβιές κορδέλες και λουλούδια, ονόματα κι αποχαιρετισμοί στα χρυσά
στριμμένες πομπές -θα κατεβείς κι εσύ, θα πάρεις μέρος.
IV

Εδώ σιγά σιγά συνάχτηκε η ζωή σου.

Δύσκολο να μιλήσεις, αν δεν κατέβεις τη σκάλα του καιρού.
Μες στον αχνό να ξεχωρίσεις την παιδική μορφή στον καθρέφτη
ν’ αντέξεις αγγίζοντας τον ζωντανό δίσκο
ρόδινα μπαμπακερά χέρια. Να ψηλαφίσεις τ’ αχνάρι των χειλιών
να φανταστείς τη δική σου φωνή, τα πρώτα λόγια στον ουρανίσκο.
Πίσω πάλι στις ροδοδάφνες όπου χάθηκες παιδί.
Στον κόρφο της μητέρας που τη χωνεύει το χώμα.
Στο καλό και στην πηγή του καλού.
Να σταθείς στην καγκελόπορτα που έφραζε τον κήπο,
στον κήπο που έκρυβε το σπίτι. Ανάμεσα στ’ αρώματα
και στη χρυσή σκόνη και στα πέπλα που σου ξεφεύγουν.

 

τα νησιά oι πατρίδες

I

Γύρω γύρω θάλασσα και στη μέση πέτρες πονετικές.
Σπίτια-φυτά κι ανοιγοκλείναν
άνθρωποι από πηλό, έργα του χεριού και της αγάπης.

Αίμα χρυσό του ήλιου τρέφει κι ωριμάζει τους καρπούς
το φεγγάρι προφταίνει ξαφνικά του κοριτσιού το χέρι
-γα μέλαινα- τη στιγμή π’ αγκαλιάζει.
Μυστήρια του ανθρώπου φανερωμένα μια στιγμή στου γιασεμιού τη λάμψη.

Απ’ τον ανθό της πασχαλιάς ως το έρεβος, η εργάτρια κλωστή της μέλισσας
ενώνει τον καιρό.

 

οι σύντροφοι

Ι

Όπου και να κοιτάξουμε ραγίζ’ η εικόνα και πηδά το αίμα των συντρόφων.

Στον λίγο ίσκιο που το μεσημέρι αφήνει γύρω απ’ τις ρίζες των σπιτιών
δώθε απ’ το καμένο χώμα και τα πελυκοφόρα αμάξια που περνούσαν,
καθώς τρυπάνια σύρματα και κινητήρες αλλάζανε την πόλη,
ήρθαν κρυφά και στάθηκαν η Φλώρινα η Πρέσπα η Κοζάνη κι η Κατερίνη,
χωριά σβησμένα, γλώσσες πλουμιστές μια φορά σαν τα φτερά του παγωνιού.
Ήρθαν η χλωρή γκορτσιά, η λεύκα το κορίτσι, ο πρίνος και το κατσίκι
ο χρυσός καπνός και δίπλα
με λερή χλαίνη η Μίρκα η χλόη ξεσκισμένη,
ήσυχα γλιστρώντας στο θολό ρείθρο.
—Ξέρεις, εμείς πήγαμε πιο μακριά. Το δύσκολο είν’ η απόφαση.
Το δυο και δυο τέσσερα. Ύστερα, όλα τραβούν μοναχά τους.
Κι αυτός εκεί ανάμεσα σας, ένας ήσυχος άνθρωπος με την εφημερίδα
και τα λαχανικά, ίσως αυτός, ένας Γιάννης που σας συνήθισε και τον συνηθίσατε,
βαστούσε το μαχαίρι που με μοίρασε.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Φίλε, πως βρέθηκες εδώ, πως στριμώχτηκες
πως σβήνεις.

Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
Μπορεί να μη θυμάσαι πια, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
λιγόστευες ολοένα, κηλίδες κλέβαν την εικόνα
μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νου.
Με κάθε χιόνι, πέθαινε κι ένα κλαδί στο δέντρο.
Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.

Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
Μυρίζοντας φύκια, ελεείς την ψυχή σου που λείπει.

Άφησε πια τη θάλασσα .Έχει τελειώσει.
Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
είν’ η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά όχθη
στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
λίγα δέντρα και πεθαίνουν
γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.

Τώρα τα καλοκαίρια καίγονται μακριά.
Το παράθυρο βλέπει στον αντικρινό τοίχο και πρέπει να συνηθίσεις
Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στ’ άλλο τετράγωνο
ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.

 

ΒΡΕΧΕΙ

Il pleut de vois de femmes…
G. APOLLINAIRE

Βρέχει απ’ το πρωί.
Βρέχει στ’ αυτοκίνητα, στα πλαστικά υπόστεγα των δρόμων.
Στο δράκο καπνοσυλλέκτη ψηλά στην ταράτσα
στο λεπρό δάσος με τις αντένες.

Βρέχει και δε βλέπεις τη βροχή
στο γραφείο 405 από βροχή δεν ξέρεις.
Βρέχει έξω από τις αίθουσες των μυστικών συσκέψεων
τους κύλινδρους των στεγνοκαθαριστηρίων έξω.
Βρέχει και δε βρέχεσαι, αδύνατο να βραχείς
να ‘ρθεις να περπατήσεις κάτω απ’ τη βροχή μαζί μου.

Βρέχει στον τελευταίο σταθμό της βενζίνης, στο χαλασμένο
λάστιχο του φορτηγού
στο νεκροταφείο της ακτής, στην κρεμασμένη θάλασσα
στους πεθαμένους ουρανούς των διυλιστηρίων
στις τρομερές σημαίες των διεθνών εταιρειών.
Βρέχει στους σκουπιδότοπους.
Στ’ ασθενοφόρο που σε παίρνει.

Βρέχει συνέχεια.
Μήτε φωνές γυναικών

Μήτε τίποτα.

 

Τ’ ΑΔΕΣΠΟΤΑ


ΦΕΓΓΑΡΙ- ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

I

Στον ουρανό βγήκε το τελευταίο φεγγάρι.
Πήδα μέσα τώρα.
Τώρα που περνάει απ’ το μπαλκόνι.

II

Το φεγγαράκι έπαιξε κι έχασε όλο τ’ ασήμι του
στην πισίνα. Για μια γυμνή ψευτο-Ελένη.
Έναν Ποσειδώνα εκσκαφέα.

Τώρα πείνα και κλαίει μετανιωμένο.
Πλανιέται άδειο στον ουρανό.
—Μικρό κουτό φεγγάρι.
Σε φτιάξαμε ασημένιες καρδούλες
καρφίτσες, φουρκέτες, παραμάνες.

‘Οτιδήποτε.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

 

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Φώναζε.
Και φωνή δεν έβγαινε.
Στη θέση της φωνής έβγαιν’ αχνός
ονόματα ουσιαστικά και ρήματα στραγγαλισμένα
αφές πραγμάτων άδηλες, νοήματα διαλυμένα
μάζες κουφές χιλιάδες πεθαμένες πεταλούδες.

Τραγούδι ανάποδο, τετέλεσται, στους γάντζους των σφαγείων.

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 2004

Σπάνοντας το τεχνητό μονοκύτταρο
αναβλύζεις μέσ’ από λόχμες πλαστικές.
Θάλλεις σ’ ανύπαρχτα χώματα
σ’ αλγεβρικά πεδία.

Τις νύχτες χύνεις στα μάτια σου αλουμίνιο
λάμπεις στις πίστες φθοριούχα.
Δεν ξέρεις τι θα πει γιασεμί.
Κάνεις το σημείο του έρωτα
κι εκσπερματώνεις σταθερά ορυκτέλαιο

 

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΔΡΙΑΝA

Απαλά κρατώντας το λαγούτο
ανάμεσα στα ολάνοιχτα παγώνια που τη μισοκρύβουν
και στ’ άφαντα σταματημένα αηδόνια
παίζει και τραγουδά η όμορφη Ανδριάνα.

Ακούστε φίλοι το παλιό τραγούδι που ανεβαίνει
με τα λησμονημένα έργα της αγάπης·
χρυσή κλωστή που κλώθεται και δένει τις ψυχές μας.

«Στου Κομνηνού το αρχοντικό στην Πόλη
καφτό μεσημέρι του Αυγούστου
φύλακες και σκυλιά ο ύπνος τα είχε πάρει.
Τ’ αδράχτι σταμάτησε στης βάγιας
που νύσταξε το χέρι.

Μ’ όλο που ο πόλεμος επήρε τέλος
κι οι Φράγκοι μιναδόροι άνεργοι σκόρπισαν
ξέμεινε εδώ ο Καλαβρέζος Μπρούνο.
Για της μικρής Θεανώς τη χάρη
τώρα κρυφό λαγούμι σκάβει
χώματα πέτρες ξεκολλά.

Κι όταν η γη κάτω απ’ τις φτέρνες της φυραίνει
ολόγυμνη πέφτει στις πυρωμένες πλάκες.
Κι από κάτω ο κασμάς τη συνταράζει».

Πέτρα, 1978 

 

ΕΝ ΙΣΗ ΜΟΙΡΑ

Γιατί να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
Τασσόμενος με τους μεν, εναντίον των δε
φωνάζοντας στα γήπεδα υπέρ η κατά
υπεραμυνόμενος των X
καυτηριάζοντας τους Ψ;

Κι αν γυρίσει, όπως λένε, ο τροχός
κι έρθουν τα πάνω κάτω -η αντιστρόφως,
τότε ‘γώ με ποιους θα πάω κι εναντίον ποιων;

Στου ασταθούς μου βίου τον φαύλο κύκλο
κάπου στη μέση στέκομαι, προσεχτικά.
Εν ίση μοίρα μ’ όλους.
(Κανείς δε θα με πει εχθρό.
Δε θα μ’ αναγνωρίσει φίλο)

Σεπτέμβριος 1980

 

ΚΙΒΩΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ

Μα τι φωνάζεις; Πού τα βρήκες επιτέλους
το «ψέμα» την «απάτη», πού τα είδες;

Είπαμε:
Κάνε μια αίτηση και βλέπουμε.
Πέρνα την τάδε του μηνός -να δούμε.
Ξαναπέρνα -και θα ξαναδούμε.
(Και τανάπαλιν -αλλά σπανίως).

Τίποτα φοβερό, όπως βλέπεις
-συνήθης διαδικασία
απλώς ζητήματα ρουτίνας.

Βέβαια, μπορεί να σε κουράζουν -κάπως- όλ’ αυτά.
Να σ’ εξοργίζουν κιόλας -πότε-πότε.
Όμως κι εκείνα τα «Εστέ σύντομοι» στους τοίχους
«Ώραι διά το κοινόν 11π.μ. – 11π.μ.»
και συναφή λοιπά, εκνευριστικά.
Όλα ενοχλούν -ναι, συμφωνούμε.
Μα δεν είναι χριστιανέ μου και για θάνατο
-ούτε κομμένα μέλη ούτε αίμα πουθενά.
Κι οπωσδήποτε, δεν γίνονται από πρόθεση:
Αναπόφευκτα κενά μιας τεράστιας μηχανής
που νυχθημερόν μοχθεί για σένα -η έστω και για σένα.

(Μοχθηρό επίμονο ανθρωπάκι
σκουλήκι που σηκώνεις και κεφάλι τώρα,
συνταγματικό κιβώτιο παραπόνων
που δε θα φτάσουν -να’ σαι βέβαιο- πουθενά).

23/3/1981

 

ΦΕΥΓΕΙΣ

Φεύγεις, γλυκό πουλί της νιότης
μ’ άκου τι σου λέει κι ο γεροστρατιώτης.

Κι αν βιδωθείς βαθιά μες στον αιθέρα
κορμάκι πούπουλα κι αν σβήσουν στο υπερπέρα
χωρίς εσένα μόνος με το νεκρό στρατό μου
θα συνεχίσω όρθιος με τον υπόλοιπο εαυτό μου.

5/9/1989

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Καθώς περιπατούσε στην ακτή
σκεφτότανε, θαρρείτε, τι;

Τον Ιωνά που σώθηκε απ’ το κήτος
ή γυμνές στα ξώφυλλα σειρήνες μήπως;

Σόδομα και Γόμορρα θαλασσινά
ή ασήμαντα συμβάντα περσινά;

Την Κλειώ τη θηριώδη, τη βαθύκολπη Νεφέλη
ή τη χθεσινή ρετσίνα απ’ το βαρέλι;

Το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
η το βιβλιάριο του ΙΚΑ;

Του Καβάφη έπεα βαριά
η τα πτερόεντα του Παλαμά;

Τον αγρίως καλπάζοντα τιμάριθμο
η τον μυστήριο αστρικό λογάριθμο;

Τ’ ανεξιχνίαστο μυαλό του ανθρώπου
η τα ίδια και τα ίδια κι έπιτόπου;

6/2/1990

 

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Ρίξτε πρώτα τον ασβέστη
υστέρα χώμα, πέτρες
πάλι χώμα.
Να πακτωθεί ο νεκρός
να διαλυθεί
να εξατμιστεί.
Και στον αρχαίο δρόμο προς τον άχρηστο βωμό
υψώστε σταυρούς της ωλένης
να τρομοκρατούν το μέλλον.
(Έτσι, με τον καιρό, όλα -μα όλα
θα χαθούν, θα ξεχαστούν).

Και τώρα όλοι μαζί!
—Ζήτω η θετική πλύση των εγκεφάλων
Η παραγωγική μετάλλαξη του εχθρού
Οι βάτραχοι οι κροκόδειλοι οι μαϊμούδες.

Ο γρυλισμός του όντως όντος στους πλανήτες.

6/3/1996

 

ΑΙΣΘΗΣΗ

Kι’ απ των παιδιών τα στόματα ακόμη
σαν πεθαμένα βγαίνουν τα πρώτα λόγια.
Μια μυρωδιά παντού
αόρατης σφαγής.
—Τι έγινε Τειρεσία;
Τι πρόκειται να γίνει;

1984-4996

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Μέσα στα ρημαγμένα σπίτια
παιδάκια γύψινα χαμογελούν ακόμη στα ταβάνια.
Δρόμοι της ώχρας έξω
δρομολογούν το φεγγάρι.

Ο χρόνος τρέφεται με πεθαμένα πράγματα·
ανθρώπους πεθαμένους.

1984-1996

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ

Σαν τους αλλοδαπούς και τους αλλόφωνους
εδώ κι εσύ θα μείνεις.

Αρθρώνοντας κωμικά μια γλώσσα
που κανείς δε μιλά·
γονατίζοντας κρυφά σε νοερά κοιμητήρια·

σώζοντας μέσα σου, έστω για λίγο ακόμη,
τις ύστατες εικόνες απ’ τα μάτια
των σκοτωμένων σου
των κρεμασμένων σου
των σκοτωμένων σου.

1999

 

ΑΦΘΑΡΤΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες
καταυγάζουν διαδρόμους αγωνίας
θαλάμους ανανήψεων
άγρια χειρουργεία.

Αρμενίζουν στα ματωμένα δάπεδα
προπέμποντας στο επέκεινα
σώματα γυμνά, παραδομένα•
επιστρέφουν ανέπαφες.
Ανανεώνονται στις τουαλέτες, συνεχίζουν
ακατάπαυτα.

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες.

20/10/2000

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ TON X.

Ενθάδε κείται άγνωστος.
Δίχως όνομα χωρίς μορφή
σημάδι καν η ίχνος πως υπήρξε.

Μπορεί ασήμαντος
μπορεί σπουδαίος, όσο ζούσε
-τώρα έτσι κι αλλιώς
ολοκληρωτικά εξουδετερωμένος.

Κενό μες στο κενό.
Χωρίς καμιά σημασία.

 

ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κι αυτό το λίγο φως, τι χρειάζεται;
Σπάσε τα μαύρα -και τ’ άσπρα- γυαλιά σου.
Και τον αμφιβληστροειδή
σταθερά,
στρέψ’ του εντός σου.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Η παρούσα έκδοση βασίστηκε στις υπάρχουσες εκδόσεις των ποιητικών
συλλογών του Πάνου Θασίτη από το 1951 έως το 1983, στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1990, καθώς και στα αδημοσίευτα ποιήματα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του.
Σεβάστηκα απολύτως τις, σε σημεία, γλωσσικές ιδιοτυπίες του ποιητή, τη στίξη και τη στιχουργική μορφή των ποιημάτων. Οι μόνες παρεμβάσεις που επιχείρησα αφορούν στη διόρθωση εμφανών αβλεψιών και στην ενοποίηση της ορθογραφίας, σύμφωνα με τις τελευταίες επιλογές του Πάνου Θασίτη, ο όποιος από συλλογή σε συλλογή εκσυγχρόνιζε ο ίδιος την ορθογραφία του, φτάνοντας στη χρήση του μονοτονικού στα πιο πρόσφατα από τα αδημοσίευτα του ποιήματα. Ωστόσο, χάριν ομοιομορφίας μετέτρεψα και αυτά τα ποιήματα σε πολυτονικό.
Από τα αδημοσίευτα ποιήματα, άλλα χειρόγραφα και άλλα δακτυλόγραφα, επέλεξα εκείνα που έφεραν χειρόγραφη την ένδειξη «τελικό»,
καθώς και τις πλέον ολοκληρωμένες και ευκρινείς από τις διάφορες παραλλαγές που ανακάλυψα και συνέκρινα. Η σειρά της κατάταξής τους
ακολουθεί τον χρόνο συγγραφής τους, όπως αυτός αναγράφεται στο τέλος του κάθε ποιήματος. Είναι βέβαιο πως μια φιλολογική έρευνα θα είχε ασχοληθεί επαρκέστερα και διεξοδικότερα με τα ποιήματα αυτά,
κάτι που φαντάζομαι δτι θα γίνει μελλοντικά.
Ευχαριστίες οφείλω στην οικογένεια του ποιητή, την κόρη του Λήδα
Θασίτη και τον γαμπρό του Δημήτρη Αλεξάνδρου, που μου παραχώρησαν ανεπιφύλακτα την πρόσβαση στο αρχείο του, αλλά και επωμίστηκαν τον χρόνο και το κόστος παραγωγής όσων φωτοαντιγράφων μου χρειάστηκαν.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Πάνος Θασίτης. Νόηση και ποιητική ενάργεια

Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο
σαν τ’ άδεια ρούγα εκείνων πού πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα

Π. Θ., Δίχως Κιβωτό (1951)

‘Υπάρχει ακόμα και σήμερα μια σύγχυση στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις
αρκετών κριτικών που τυχαίνει να ασχοληθούν με τη γνωστή τριάδα
των συνομήλικων, μεταπολεμικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: τον Μανόλη Αναγνωστάκη (γεν. 1925), τον Κλείτο Κύρου (γεν. 1921) και τον Πάνο Θασίτη (γεν. 1923). Τους αντιμετωπίζουν σαν δέσμη συγγενικών φωνών, λόγω της νεανικής συνύπαρξής τους, στο διάστημα Φεβρουάριου -’Οκτωβρίου 1944, στο φοιτητικό επονίτικο Ξεκίνημα, και σχεδόν τους ταυτίζουν λόγω του ότι ήταν σχεδόν ομόλογα παρόντες στη φαντασία των παλαιότερων αναγνωστών της λογοτεχνίας. Κοινές εμπειρίες, κοινές δοκιμασίες, επομένως ένα ομογάλακτο, πρωτοβάθμιο υλικό, από όπου υποτίθεται ότι αντλούσαν ως δημιουργοί ένα σημαντικό μέρος της θεματικής της ποίησής τους. Όμως, ήταν έτσι τα πράγματα; Συμμετείχαν κι αυτοί, και ως ποιο σημείο, στη λιτή και ασκητική μοιρασιά του ιδεολογικού πεπρωμένου που η εποχή του πρώιμου μεταπολέμου έκανε στα πιο ονειροπόλα από τα παιδιά της; Αποδέχονταν εν σώματι ότι ήταν ταγμένοι κάτω από τις σημαίες της «ποίησης της ήττας», όταν η ήττα ήταν μια έννοια, αν όχι εξαρχής αλλά πάντως πολύ σύντομα, διφορούμενη, όχι μόνο για τη γενιά τους αλλά και για τον καθένα από τους τρεις; Όλοι σήμερα γνωρίζουμε ότι ως μνημείωση ενός συλλογικού γεγονότος, η ήττα επιβλήθηκε αναδρομικά, και μάλιστα ερήμην της ίδιας της ποίησης. Ήταν ένας βολικός όρος, ανάμεσα σε τόσους άλλους, με πολλές ισοπεδωτικές γενικεύσεις και στρεβλώσεις, που υιοθετήθηκε αμέσως, ακόμα και από την επίσημη γραμμή, γιατί έκλεινε μέσα του την υποχώρηση, την αναδίπλωση και τη συντριβή, έννοιες που έμειναν
ψηλά στο εικονοστάσι της ελληνικής αριστεράς, μόνιμο ενοχικό φάσμα
της από το όποιο δεν ξέφυγε ποτέ.
     Είναι γνωστό ότι ο Θασίτης δεν μπορούσε να ξεχάσει την ανεστραμμένη, κολαστήρια εικόνα του Αιγαίου, όπως τη διέσωσε η μνήμη του από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, «Τόσοι φίλοι χαμένοι στους σχιστόλιθους / να γυρίζουν στον ύπνο μας / αθώοι μες στ’ άσπρο λινό», αλλά προτιμούσε να ορίζει το ηθικό στίγμα της ποίησης της γενιάς του όχι ως ποίηση της ήττας, αλλά ως ποίηση «του κοινωνικού πόνου», ως, δηλαδή, σημείο συμμετοχής σ’ ένα βίωμα πέρα ως πέρα συλλογικό, με τη συλλογική του αποτύπωση να ξεπερνάει την ποίηση νοούμενη ως ατομική και μοναχική πράξη δημιουργίας. Με τα χρόνια, μάλιστα, σχημάτισα την πεποίθηση ότι ένα από τα μόνιμα και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ποίησης του Θασίτη το συναντούμε εδώ. Είναι η επιμονή του να προσπαθεί να βλέπει πάνω και πέρα από το τείχος του ευσυγκίνητου συναισθήματος, να «βλέπει», ας πούμε, με φίλτρο το νου του: «Έρχομαι να πω για τη διάλυση των σχεδίων / Για το γκρέμισμα των βημάτων / Για την εξάτμιση του νου που λιώνει και συντρίβει το νόημα του κόσμου». Πόση διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον τόνο αυτού του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης και του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης στο πασίγνωστο «Μιλώ» του Αναγνωστάκη! Από την πλευρά αυτή, ας μη λησμονούμε ότι οι καλύτερες στιγμές της συζήτησης για την «ποίηση της ήττας», γύρω στο ’60, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στην Κριτική και στις πιο ταπεινές και αφανείς Μαρτυρίες, έκλιναν περισσότερο στη δική του προοπτική, του Θασίτη. Το αρχικό πεδίο αναφοράς της συζήτησης ήταν η γενικότερη κρίση συνείδησης που προέβαλλε στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο ως θέμα και γλωσσά της ποίησης, και όχι μόνο της ποίησης που έβγαινε από τις συμμετοχικές εμπειρίες της αριστεράς. Ενώ κατέληξε σύντομα αύτη η συζήτηση να έχει την περιοριστική έννοια του πως αντικατοπτρίζεται στο συναίσθημα του ομόδοξου ποιητή η ιδεολογική και στρατηγική ήττα τού κινήματος, αλλά και η υποχώρηση των πολιτικών του οραματισμών!
     Συνέπεια όλων αυτών ήταν η γενική εντύπωση για τους τρεις τους, τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου και τον Θασίτη -σ’ αυτούς ας προσθέσω, έστω καταχρηστικά, τον Σερραίο Γιώργο Καφταντζή (γεν. 1920), οργανωμένο κι αυτόν ως φοιτητή στην κατοχική ΕΠΟΝ και συμπράξαντα στο Ξεκίνημα-, ότι πρόκειται για όμοιες η για συγγενείς ποιητικές φωνές. Ενώ δεν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. ’Ακόμα και στα πρώτα τους βιβλία, που εκεί ήταν εύλογο να υπάρχουν πολλά ομόρριζα και ομόθεμα στοιχεία, με δεδομένη την πολιτική τους νεανική θητεία και τις κολαστήριες δοκιμασίες τους (ιδιαίτερα του Αναγνωστάκη και του Θασίτη), διέφερε αρκετά η ένταση και το μέταλλο της φωνής τους. Η θέση που έπαιρνε ο καθένας τους για να «αφηγηθεί» τη στάση ζωής του στα πρώτα χρόνια του μεταπολέμου. Το πως και το τι στοχαζόταν γι’ αυτά. Παρά την εμπειρική και βιωματική σύγκλιση ο λόγος του Θασίτη ξεχωρίζει από το λόγο των άλλων, ακόμα και στα ποιήματα του Δίχως κιβωτό (1951) η και στα επόμενα, τα Πράγματα (1957).
Το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της πρώιμης φωνής του, που αργότερα θα γίνει πιο διανοητική και, συνεκδοχικά, ειρωνική, για να καταλήξει στο τέλος στον σαρκασμό του Ελεεινού θεάτρου (1980), είναι η εμφανής προσπάθεια τιθάσευσης και έλεγχου της υψηλής συγκίνησης: «Ποιος ήρθε; / Δεν περιμένουμε δε θέλουμε κανέναν. /Έτοιμοι! Όχι ταξίδια». Προσπάθεια που έχει, ασφαλώς, άμεση σχέση και με το ότι η γλώσσα της ποίησης εξαρχής παρουσιάζεται πυκνότερη στα νοήματά της και αδρότερη στο ύφος της από των άλλων φίλων του, της τριάδας. Γι αυτό και εκείνη που δίνει στο ποίημα έναν όγκο, ένα βάρος στοχασμού είναι η αναζήτηση του γνωσιακού βάθους παρά της συναισθηματικής έντασης, το «Blocus Animae» όπως είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος της συλλογής του ’57. Υπάρχει ένα αθέατο πρόσωπο, μια περσόνα που «περιγράφει» αμέτοχα, σαν να διατηρεί μιαν απόσταση ασφαλείας από την κατάσταση πανικού που υποδηλώνεται. Ένας παντεπόπτης, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της αφηγηματολογίας, που εστιάζει περισσότερό την προσοχή του στην ανάδειξη του πραγματολογικού υλικού της εικόνας, στην «ψύχραιμη» καταγραφή των δεδομένων, και όχι τόσο στη συναισθηματική κατάσταση που δημιουργούν στον ψυχικό κόσμο του.
     Έτσι, τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Θασίτης γίνονται πιο «συγκεκριμένα», πιο βατά, πιο προσπελάσιμα και κατανοητά, μια και ο παντεπόπτης-ποιητής νοιάζεται για την επικοινωνία μέσω νοημάτων. Δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει η υποκίνηση της συγκίνησης, της συναισθηματικής διάθεσης του άλλου, το να τον κερδίσει στα «εύκολα» σημεία του. ’Ιδίως στα Πράγματα, μπορεί η αίσθηση της μοναξιάς να είναι καταλυτική, αφού ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διασχίσει την άνυδρη έρημο της πόλης για να μπορέσει να βρει ένα σταθερό σημείο νέας εκκίνησης. Όμως και πάλι, παρά τη διάχυτη σκηνογραφία τρόμου, η συγκίνηση που εκλύεται από τις ποιητικές εικόνες είναι έτσι συγκρατημένη και μετρημένη, ώστε να μοιάζει με περιγραφή μιας δραματικής κατάστασης, που για να γίνει πιο κατανοητή μας υποβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας μιας απόστασης ανοικείωσης από αυτήν. Νομίζω ότι εκεί που πράγματι διακρίνεται μια σαφής διαφοροποίηση στο έργο του Πάνου Θασίτη, είναι το 1962, στα Πράγματα 2-Άριθμοί. Ο λόγος του γίνεται ελλειπτικότερος και ο στίχος του ακόμα πιο οξύς και πυκνός, ενώ το νόημα απαιτεί μια ακόμα μεγαλύτερη ανοικείωση, καθώς αγγίζει πλέον την αφαίρεση, σαν να μην το δεσμεύουν τα καθημερινά συμφραζόμενα της εποχής: «Νερό με το νερό, με τη φωτιά φωτιά / πάνω στ’ αριθμημένο είδωλο της γης διαβαίνει. / Οι αριθμοί σημαίνουν θάλασσα / το σκοτεινό της φύλο στο βυθό τ’ άσπρα της / μαντίλια στον αγέρα».
Ένας περισσότερο οξύς και καθόλου διθυραμβικός Ελύτης. Έτσι και η έκπτωση, ο φόβος και η φθορά που, άλλωστε, συνθέτουν την ταυτότητα του ελληνικού μεταπολέμου στους περισσότερους από τους συνομήλικούς του, παίρνουν σ’ αυτή την ποίηση τη διάσταση ενός εγκόσμιου, γενικευμένου κακού. Ενός κακού που η λυρική φαντασία δεν το αρνείται, δεν μάχεται με το να αντιπαρατάσσει σ’ αυτό το ωραίο της ζωής, απλώς το μεταμορφώνει, το συμβολοποιεί για να εξοικειωθεί με αυτό, και σε τούτο ο Θασίτης δεν είναι μακριά από το σύμπαν θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη: «Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι / […] / Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα- στο δρόμο / τα λεωφορεία η Τροχαία / οι άνεργοι. // ’Ανάβει το φως / [….] / Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους, /με χέρια και πόδια που κλαίνε. /Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα / το Σεράι βουλιάζει / το καλύβι πλέει».
     Η κίνηση αυτή, μέσα σε μια δεκαετία, από το περιορισμένο τοπίο της ήττας στο απεριόριστο, εχθρικό σύμπαν και στον λυρικό του συμβολισμό, μας δείχνει ότι ο Θασίτης ήθελε να ξεφύγει από τα στενά όρια της ελεγείας, με την οποία η γενιά του θρήνησε τον κλειστό ορίζοντα της αμέσως μεταπολεμικής ιστορίας. Πράγματι, σ’ ένα μεγάλο αριθμό από τους ποιητές των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, η ποιητική δημιουργία γεννήθηκε και πήρε τη μορφή μιας προσπάθειας εξόδου από το δραματικό βίωμα της αναδιπλωμένης ζωής, για να επιστρέφει σ’ αυτό με «σκυμμένο το κεφάλι», έχοντας συμβιβαστεί με τη διαπίστωση του αδιεξόδου. Όμως στο έργο του Θασίτη απουσιάζει κάθε ίχνος παθητικότητας. Ερμητικά η όχι, τα ποιήματα του 1962, που ίσως αποτελούν μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου του, επέλεξαν την πύκνωση και τη νοηματική αφαίρεση, επειδή σκόπευαν να συνθέσουν ένα μυθολογικό σύστημα που κατά κάποιο τρόπο γείωνε στα καθέκαστα της ζωής το σύστημα του’ Ελύτη. Αναφορές στα φυσικά στοιχεία, στον ουρανό, στο νερό, στη θάλασσα, στον ήλιο, στους αστερισμούς, στη γη, αλλά χωρίς αυτό το ιδιόμορφο, δικό του, ποιητικό σύστημα να έχει αποσυνδεθεί από τα πεδία των κοινών εμπειριών. Χωρίς οι αναγωγές και οι συμβολισμοί του να προσβλέπουν σε μια μεταφυσική θεραπεία.
     Όντως, στα Πράγματα 2 η λειτουργία των εικόνων είναι συνειρμική, με σπασμένα και θρυμματισμένα τα κομμάτια τους, έτσι ώστε η αφαιρετική γλώσσα να αποδίδει την αίσθηση του ασύντακτου χρόνου της πραγματικότητας. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο Θασίτης δεν χάνει στιγμή από τα μάτια του τους γενικούς ορούς της εποχής. Μπορεί να
φαίνεται ότι τους παραμερίζει, αλλά αν προσέξουμε καλύτερα δεν τους αγνοεί, απλώς τους αλλάζει θέση, τους φτιάχνει μιαν άλλη «πατρίδα», τους μεταθέτει σε μια διάσταση πιο οικουμενική. Ο άκρως ροϊκός χρόνος που κυριαρχεί σ’ αυτή την άκρως αφαιρετική περίοδο της ποίησης του, δεν σημαίνει πάντως ότι παύουν να αναγνωρίζονται τα πράγματα και η ουσιαστική τους σχέση με τον άνθρωπο στο νέο συμβολικό τους περιβάλλον: «Και με το φως της χαραμάδας, / όπου τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται / το φάσμα του καιρού / αναποδογυρισμένο / Σε πλάθω Ήλιε». Μια τρίτη, τέλος, διαφοροποίηση συναντούμε στο έργο του Π. Θασίτη με την Εκατόνησο (1971) και το Ελεεινόν θέατρον (1980), δύο συλλογές που σημείωσαν την επάνοδο του ποιητή από το μεταφορικά ιστορημένο των συμβολικών Πραγμάτων 2 – Αριθμών στο κυριολεκτικά και ρεαλιστικά ιστορημένο. Τι συνετέλεσε άραγε σ’ αυτή την αναστροφή; Μήπως η θητεία του στην καβαφική ειρωνική αναδιάταξη της ιστορίας; Σίγουρα εκείνο στο όποιο έχει αλλάξει δραστικά η ποίηση του Θασίτη, για μια φορά ακόμα, είναι κυρίως στην αναπροσαρμογή της νοηματικής της λειτουργίας. Η μέσα από το στοχαστικό κάτοπτρο του νου δραματική αίσθηση των Πραγμάτων και των Αριθμών, τώρα στηρίζεται όσο ποτέ άλλοτε στο αιχμηρό, επιθετικό και σκωπτικό ύφος ενός λόγου που δεν κρύβει τις πολιτικές θέσεις του. Οδηγητική ευκρίνεια, ανασύνταξη της ηθικής στάσης του ποιητή απέναντι στα φαινόμενα της Ιστορίας· πως να ξεχάσουμε ότι στην ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που βγαίνει η πολιτικά ρητή Εκατόνησος, συγκλίνουν τα ποιήματα του σχεδόν σχηματικού στον πολιτικό ρεαλισμό του Στόχου, του Μανόλη Αναγνωστάκη; Το ενδιαφέρον είναι ότι όπως άρχισε ο κύκλος της ποίησης και στους δυο, έτσι έκλεισε.

Αλέξης Ζήρας
[Φεβρ. – Μαρτ. 2011]

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

http://www.chronosmag.eu, τχ. 3, Ιούλιος 2013

αλληλένδετες η πολιτική και η ηθική διάσταση του ανθρώπου

[Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη,
αφετηρία για αποκωδικοποίηση και αναγνώριση ενός έργου οξυδερκούς,
τολμηρού και πολυσήμαντου] Σταύρος Ζαφειρίου
Συνηθίζεται ακόμη τον Πάνο Θασίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου, σχεδόν συνομήλικους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, να τους κατατάσσουν, ως τριάδα, στους λεγόμενους «κοινωνικούς ποιητές» της Θεσσαλονίκης· ένας χαρακτηρισμός σαφώς προτιμότερος από τον άλλον: «ποιητές της ήττας», εξίσου όμως ευάλωτος και δεσμευτικός, όσον αφορά τον ποιητικό χώρο στον οποίο ο καθένας κινήθηκε.
Ό,τι φέρνει κοντά τους τρεις, εκλιπόντες πλέον, ποιητές είναι η κοινή πολιτική τους τοποθέτηση, η δράση που ανέπτυξαν κατά την περίοδο της Κατοχής και μετέπειτα, και η σχεδόν παρόμοια μοίρα που αντιμετώπισαν: των διώξεων και των εκτοπίσεων, και, στην περίπτωση του Αναγνωστάκη, μέχρι και της καταδίκης σε θάνατο.
Ό,τι επίσης τους φέρνει κοντά είναι η αναπόφευκτη παρουσία της ιστορίας και του βιώματος στην ποίησή τους· ενός βιώματος στοιχειοθετημένου στο συνθετήριο της ιστορίας, το οποίο πέρασε από το όραμα στη διάψευση, για να βρει τόπο έκφρασης εντέλει στον σαρκασμό και στην ειρωνεία.
Ό,τι όμως τους διαφοροποιεί είναι η ίδια η ποίηση, αυτό δηλαδή που προτάσσει ο καθένας ως ποιητικό τρόπο, ως φόρμα, ως οπτική, όλα τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν εμφανώς διακριτό από τους άλλους, αποδεσμεύοντάς τον έτσι από τις ψευδοφιλολογικές κατηγοριοποιήσεις. Ενώ λοιπόν στον συμβολιστή Κύρου περισσεύει η «κραυγή» και στον Αναγνωστάκη επικαιροποιείται η αισθητική της κοινωνικής παρακμής, ο Θασίτης διευρύνει το ποιητικό πεδίο κινούμενος μεταξύ ενός ελεγχόμενου λυρισμού και ενός σαρκασμού, αυτοσαρκασμού ενίοτε που δεν διστάζει να φτάσει στα όρια του τραγικού και του τραγέλαφου.
Ο Πάνος Θασίτης γεννήθηκε το 1923 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς στον Μόλυβο της Μυτιλήνης. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ασκώντας στη συνέχεια το επάγγελμα του δικηγόρου. Ως φοιτητής, στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής, πήρε μέρος ως επονίτης στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944) και αρχισυντάκτης του περιοδικού της Ε.Π.Ο.Ν. Μακεδονίας-Θράκης Λεύτερα Νιάτα (1943-44). Μετά την Απελευθέρωση εκτοπίστηκε στον Άη-Στράτη και στη Μακρόνησο. Στον τόπο της εξορίας γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο, με τον οποίο διατήρησε και στη συνέχεια μια σχέση αμοιβαίας ποιητικής εκτίμησης και συντροφικής εμπιστοσύνης. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικά απαισιόδοξο τίτλο Δίχως Κιβωτό. Ακολούθησαν τα Πράγματα (1957) και τα Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962), η Εκατόνησος (1971), το … ελεεινόν θέατρον (1980) και τα Σχιστολιθικά (1983).
Έκτοτε, ο Πάνος Θασίτης, ολιγογράφος από επιλογή, εξέδωσε το 1990 έναν συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, στον οποίο προσέθεσε μία ενότητα με τον τίτλο «Τα Αδέσποτα», και σώπασε εκδοτικά μέχρι και το τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2008. Όσα αδημοσίευτα, ολοκληρωμένα ποιήματα βρέθηκαν στα κατάλοιπά του, συμπεριελήφθησαν σε μια νέα συγκεντρωτική και διορθωμένη έκδοση (Νεφέλη, 2011), ενώ εκκρεμεί η φιλολογική προσέγγιση και η συγκριτική μελέτη των ημιτελών ποιημάτων του και των παραλλαγών τους.
Εξίσου όμως σημαντικό με το ποιητικό θεωρείται και το δοκιμιακό έργο του Θασίτη. Με δύο συλλογές δοκιμίων, Γύρος στην ποίηση και 7 δοκίμια για την ποίηση, ο Θασίτης δίνει το στίγμα ενός οξυδερκούς, διεισδυτικού και τολμηρού νου, ο οποίος καταθέτει ευθέως την άποψή του, χωρίς τις συνήθεις αμφισημίες του συμβατικού θεωρητικού και κριτικού λόγου. Χαρακτηριστικό παραμένει, ως παράδειγμα, το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που υποδέχτηκε ανεπιφύλακτα θετικά το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, σπάζοντας έτσι την αμήχανη σιωπή της κριτικής.
Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τον Πάνο Θασίτη σημαντικό ποιητή; Έχοντας την τύχη να αποκτήσω, μετά τον θάνατό του, πρόσβαση στο αρχείο του, είχα παράλληλα και την ευκαιρία να διαπιστώσω, μέσω της αλληλογραφίας του, την εκτίμηση που έτρεφαν για την ποίησή του ομότεχνοί του όπως ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας, αλλά και πεζογράφοι όπως ο Κοσμάς Πολίτης ή ο Στρατής Τσίρκας. Τι ήταν αυτό που διέκριναν στον Θασίτη, αυτό που τον ξεχώριζε ως φωνή, αυτό που τον τοποθετούσε, όχι στο βήμα του πολιτικά στρατευμένου, του κοινωνικού, του μονοσήμαντου εντέλει ποιητή, αλλά στο εργαστήρι ενός καθολικά πνευματικού ανθρώπου;
Διαβάζοντας τα ποιήματά του, αυτές τις λίγες και λιγοσέλιδες συλλογές που μας άφησε, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς τις εξακτινώσεις της σκέψης του, τις αφετηρίες του και τους τερματισμούς του, τη σπείρα που σχηματίζει γύρω από τον πυρήνα της η δημιουργική διαδρομή του. Και το ίδιο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιήσει αυτόν τον πυρήνα. Γιατί, παρά την πυκνότητα και το στοχαστικό βάθος, παρά την αφαίρεση και τον οιονεί ερμητισμό, παρά την ένταση και τη θερμοκρασία που μεταδίδει ο μακροπερίοδος λόγος του, μόνο δυσνόητος και σκοτεινός δεν είναι ο Θασίτης ως ποιητής. Τοποθετώντας στο κέντρο της ποίησής του, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ηθική διάσταση του ανθρώπου (ή μάλλον, συναρτώντας τη μία με την άλλη), με τις αδυναμίες και με τη δύναμή του, με τις παραχωρήσεις του και τους συμβιβασμούς που φτάνουν ώς την υποταγή, αλλά και με την πίστη του στη ζωή που φτάνει ώς τη θυσία, κατεδαφίζοντας τα συνθήματα και ανασύροντας από τα ερείπια τις συνθλιμμένες ιδέες, διακρίνοντας το καλό και το κακό ως ενεργήματα όρων και προϋποθέσεων, εξυψώνοντας τη γυναίκα πάνω από την ύλη και τον έρωτα πάνω από το συναίσθημα, εναλλάσσοντας τον εξωτερικό σαρκασμό με την εσωτερική καταβύθιση, καταφέρνει να ολοκληρώσει την ποιητική παρουσία του, έτσι που η απόσυρσή του από το 1983 και μετά να φαντάζει όχι σαν μια δύστροπη άρνηση αλλά σαν η νηφάλια παραδοχή ενός εκπληρωμένου τέλους.

Και ίσως έτσι να εννοούσε ο ίδιος τους στίχους του «Νεκρού ποιητή» του:

Δεν είμαι εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

2 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

 

Ο Κυριάκος Αναγιωτός γεννήθηκε το 1958 στη Λεμεσό. Το 1976 απεφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο. Την περίοδο 1978 – 1986 σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Άαχεν της Γερμανίας, από όπου πήρε το πτυχίο του Αρχιτέκτονα. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Ασχολείται με τον φιλοτελισμό, με εξειδίκευση στην Ταχυδρομική Ιστορία της Κύπρου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Φιλοτελικής Εταιρείας Κύπρου, έδωσε διαλέξεις με θέμα: «Ιστορία των Ταχυδρομικών Συνθημάτων και Αναμνηστικών Σφραγίδων της Κύπρου».
Με την συλλογή του «Τα Ταχυδρομικά Συνθήματα της Κύπρου υπό Αγγλική Κατοχή, 1931-1960», έλαβε μέρος σε έξι φιλοτελικές εκθέσεις στην Κύπρο και δύο στο εξωτερικό, όπου και βραβεύτηκε.
Για τις επετειακές εκδόσεις του Δήμου Λεμεσού “Η Γιορτή του Κρασιού 45 Χρόνια” και “Η Γιορτή του Κρασιού 50 Χρόνια, 1961 – 2011, Οινόχρυσο Ιωβηλαίο” συνέγραψε το κεφάλαιο με θέμα: «Ταχυδρομικά Συνθήματα και Αναμνηστικές Σφραγίδες για τη Γιορτή του Κρασιού».
Διατηρεί προσωπική συλλογή παλαιών και νέων Κυπρολογικών εκδόσεων, με έμφαση στη σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία και Πολιτική.
Διατηρεί επίσης προσωπική συλλογή εφήμερων με θέμα τη Λεμεσό, παλαιών κυπριακών εφημερίδων και περιοδικών, καρτών, νομισμάτων και τηλεκαρτών.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

“Ως άνεμος επακμάζων ”, Λεμεσός, 2012.
“Ανέστιος και λιθοξόος”, Λεμεσός, 2015.

1-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%bf%ce%be%ce%bf%ce%bf%cf%83

scan_pic0048

ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ (2015)

Ανέστιος

Ούτε μία σπιθαμή ρωγμής
κατάφερα να συρράψω
τόσα χρόνια.

Ούτε κατά μία μοίρα
κατάφερα να περιστρέψω
το ανεστραμμένο μου πρόσωπο.

Ακόμη,
ούτε μίαν κλωστή
κατόρθωσα να ξηλώσω
απ’ το χοντρό, μάλλινο παλτό,
που μου φόρεσαν κατακαλόκαιρα.

Μοιραία,
περιφέρομαι
εις τας οδούς των άστεων
ως άστεγος επαίτης
και στις ρύμες των χωριών
ως γραφικός μουρλός.

Από τις τρύπιες μου τσέπες
πίπτουν
ήχοι και οσμές.
Από την ξεσχισμένη φόδρα
στάζουν
εικόνες.

Γόρδιος Δεσμός

Πώς καταφέραμε
να δέσουμε
έναν τόσον δυσεπίλυτο κόμπο;
0 Γόρδιος Δεσμός
μοιάζει μπροστά του
με απλό, προσκοπικό παιχνιδάκι.

Τώρα
ποιος Αλέξανδρος
θα τον κόψει,
έστω
με το σπαθί του;
Ποιος Χριστός
θα τον λύσει,
έστω
μ’ ένα άγγιγμά του,
αφού
ακρωτηριάζουμε
τους τριαντατριάχρονους;

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

Σπονδές

Κούφωσε το χώμα
στα δύο μέτρα.
Λαγούμια γιόμισε στενά,
ίσα που να χωρούν τα χέρια τους.

Τα βράδια, οι μάνες,
σαράντα τόσα χρόνια,
προτού δειπνήσουν
με το κουτάλι του καημού,
το πιρούνι της προσμονής
και της αμφίστομης αγωνίας το μαχαίρι
έσκαβαν
χωρίς ανασασμό.

Να κανακέψουν ήθελαν
τα παλληκάρια τους
με το γλυκό που λαχταρούσαν,
το φαγητό που επιθυμούσαν,
ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί
ή έστω
με τα ακροδάχτυλα
την στερνή τους ανάσα να κορφολογήσουν
και τον πόνο τους να γητέψουν.

Πριν ξεψυχήσουν.

Τελευταία γραμμή αμύνης

στον ποιητή Μάριο Αγαθοκλέους

Να κρατήσουν έπρεπε
το διάσελο,
πάση θυσία.

Βήμα
δεν έκανε πίσω
για ώρες πολλές.

Άξαφνα,
η ανάσα του αναπέταξε
κι άδραξε απ’ τον ώμο
το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο.
Τα μάτια του ανάβλυσαν
κι έβαψαν πράσινο
τον αποτεφρωμένο λόγγο.
Το μπόι του διαστάληκε
κι έσκιασε
τ’ απόκρημνα βράχια.

Χρόνια μετά,
το βόλι στο στήθος του
μολύβι καυτό όπως τότε –
τ’ απέθεσε
κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας,
που μεσίστια πλατάγιζε.

Την τρύπια του καρδιά
φλογισμένη όπως τότε –
την άφησε
κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης,
την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες
στα εγγόνια της.

Στα βράχια

Άξαφνα,
τα όργανα
πέτρωσαν
στα χέρια των κιθαρωδών.

Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμιακών,
αποτεφρώθηκε
το δείπνο της τυροφάγου.

Μεσίστια κυμάτιζαν
οι χαρταετοί,
ανήμερα των κουλούμων.

Ποια η γύμνια
και ποια η μεταμφίεση;
Ποιο το πρόσωπο
και ποιο το προσωπείο;

Στα βράχια,
μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα,
δεμένα πισθάγκωνα,
αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη.

Περί νήσου πάθη

Αγανακτισμένη
επούλωσε
την λογχισμένη της πλευρά,
ξεκάρφωσε
τις μαντεμένιες πρόκες
και βρόντηξε χάμω
τον ακάνθινον στέφανον.

Μετά,
αφού περιτυλίχθηκε
έξαλλη
την λευκή σινδόνα,
αποκαθηλώθηκε.

Δεν άντεξε
στις προκλήσεις
των δύο εκατέρωθέν της ληστών,
που όχι μόνον
το πνεύμα δεν παρέδωσαν
μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν
με οίνο
σε χρυσά κροντήρια.

Όσο
για την ανάσταση,
περίσκεπτη διείδε,
ότι δεν είναι θέμα
τριών ημερών.

Απόδραση

Δεν είναι
ήχος περιδεραίων
στα στήθη λικνιζομένων γυναικών.
Ούτε
κομπολογιού ήχος
στα χέρια αργόσχολων γερόντων.

Σύρσιμο
αόρατων αλυσίδων
είναι αυτό που ακούμε,
που όλο δυναμώνει,
όλο και σιμώνει.

Πώς να με πιστέψετε;
Πώς να τις δείτε;
Πώς να τις ψηλαφίσετε;
Αφού,
αόρατοι είναι και οι κατάδικοι.
Όπως,
αόρατα ήσαν τα εντάλματα,
αόρατες και οι συλλήψεις.
Αόρατες οι δίκες,
αόρατα και τα κελιά.

Πριονισμένοι καιροί.

Οι λοστοί σκούριασαν.
Φλυαρούν οι βαριοπούλες. 

Μνήμες

Την τρίαινά τους
έσεισαν
οι αποκαρωμένες μου μνήμες.

Η θάλασσα εσχίσθη
το βένθος ανεδύθη.

Τα κογχύλια άρπαξαν τα όργανα
άρχισαν τραγούδι τα ψάρια
έστησαν χορό τα κοράλλια.

Σίγησε το γραμμόφωνο.
Παντού πάλι πέλαγος.
Καταχώνιασα ξανά τις φωτογραφίες
και καταβυθίστηκα στο παρόν.

Της πόλης μου I

Ηδονοβλεψίας
παρελθόντων παραστάσεων.
Με μάτι καρφωμένο σε κλειδαρότρυπα
παλαιού επιστολικού δελταρίου,
σε είδα, Σαλώμη,
λικνιζομένη ν’ αποσείεις ένα ένα
και τα επτά σου πέπλα.

Τα πλινθόκτιστα ισόγεια,
τα αστικά δίπατα
και τα αρχοντικά σου τρίπατα.
Τους λιθόκτιστους ναΐσκους
και τα νεοκλασικά σου εκπαιδευτήρια.
Τα ανατολίτικα σαχνισιά
και τις δυτικότροπες αγιογραφίες σου.

Όταν η εκστατική μουσική σταμάτησε,
οι οιστρήλατες κραυγές καταλάγιασαν
και η ηδονική αχλή διαλύθηκε,
δεν είδα
το λάγνο σου κορμί.

Έντρομος αντίκρισα
το σκέλεθρο σου
σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο.

Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων.
Βρυχηθμοί εκσκαφέα, που με καρατόμησαν.

Επί της επίχωσης
σου προσφέρω τις μνήμες μου
επί πινάκι.

Ταξίδι στο πουθενά

Ευτυχείς και ευδιάθετοι
επιβιβάστηκαν εγκαίρως στο καράβι
οι ταξιδιώτες.

Με τα ψάθινά τους καπέλα,
τα σκούρα τους ματογυάλια,
τα πολύχρωμά τους φανελάκια.
Με πλήρεις τις αποσκευές.

Όμως,
άδεια ήσαν τ’ αμπάρια,
παγωμένοι οι ατμολέβητες.
Στη γέφυρα ερημιά.

0 ήλιος τενεκεδένιος,
ξύλινοι οι γλάροι.
Μολυβένιο το πλήρωμα.

Μήτε βοριάς
που φύσηξε,
μήτε νοτιάς.

Ούτε το βίρα
ακούστηκε,
ούτε το μάινα.

Ονειρικό ήταν το ταξίδι.
Χωρίς όμως ένα θυμητάρι,
δίχως έστω μιαν ανάμνηση. 

Ο εξουθενωμένος άγγελος

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον ώρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Λιθοξόος

στον ποιητή Ανδρέα Μακρίδη

Αστείρευτα χέουσες
από μαρμάρινο μαστό.
Με ικμάδα εφηβική
αγκιστρωμένες
από το εκκρεμές του χρόνου.
Αφειδώλευτα δανεισμένες,
αιώνες τώρα,
με μηδενικό επιτόκιο.
Λέξεις
που σας θήλασα,
που με απογειώσατε,
που μία μία
σας άντλησα
από πηγάδια μυστικά.

Ζωσμένος
την αλφαβήτα.
Θωρακισμένος
με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα.

Εξοπλισμένος
με τα εκρηξιγενή φωνήεντα
κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων
τραβηγμένη,
ακούραστα σας υπερασπίζομαι
εκ του πρηνηδόν,
εκ του γονυπετώς
και εκ του ορθίως.

Άγρυπνος λιθοξόος
περιφρουρώ,
σε βάρδιες εικοσιτετράωρες,
με στίχους πέτρινους
και τα εικοσιτέσσερα γράμματα.

Ως άνεμος επακμάζων (2012)

Γνώση

Με μάθανε να αριθμώ
μέχρι το δέκα.
Θέλησα να προχωρήσω
πιο πέρα.
Μου κόψανε τα δάχτυλα.

Σταύρωση

Γιατί μου φορτώσατε
στους ώμους
εκτός απ’ τον σταυρό
και τον Σίμωνα τον Κυρηναίο;

Παλιννόστηση

Επιπλέω.
Στον βυθό η σκιά μου
σκιάχτρο του πυθμένα.
Στο βάθος ένα πεφταστέρι
διαγράφει τροχιά ελπίδας.
Πέλαγος.
Στο βάθος ο ορίζοντας,
πιο πέρα δεύτερος
μετά άλλος
κι άλλος.
Στο τέρμα
η ισόβια κάθειρξή μου.
Πάντα ήθελα να ήμουν
ένας γλάρος.
Μου έλειπαν το λευκό
και τα φτερά.
Ένα κομμάτι ξύλο κι ένα πανί
την πιο απλή σχεδία
αυτό θέλω.
Η γραμμή πλεύσης
και τ’ αζιμούθια
είναι δική μου υπόθεση.
Δεν με τρομάζουν
οι τραμουντάνες κι οι τυφώνες.
Με φοβίζει μόνο η άπνοια.
Πιότερο τώρα που γνωρίζω ότι
οι ναυπηγοί και οι ναύκληροι
ψάχνουν κι αυτοί
για σχεδία.

Τα πρώτα δώρα

Μόλις
άνοιξα τα μάτια μου
στον θάλαμο νεογνών
της μαιευτικής κλινικής
αντίκρυσα
επιμελώς στοιβαγμένα
χιλιάδες κιβώτια
με αντιοφικούς ορούς
αντί για
κουδουνίστρες,
αρκουδάκια και
πολύχρωμα παπιά.
Αυτό
ήταν το δώρο των γονέων μου.
Ένα για κάθε μέρα
της ζωής μου,
όπως εκμυστηρεύθηκαν
στον κλινικάρχη.

Νηνεμία

Τα βράχια δημιουργήθηκαν,
για να τσακίζουν τα κύματα ή
τα κύματα για να ραπίζουν τα βράχια;
Αδιαφορώ.
Εγώ τα βότσαλα ζηλεύω
που αγκαλιάζονται
με τον φλοίσβο της θάλασσας.

Ζεϊμπέκικος

Κάθε φορά
που περιστρέφομαι
σε ρυθμό εννέα όγδοα,
αγναντεύω
τα βράχια
του Ζαλόγγου.

Αποφυλάκιση

Σταμάτα επιτέλους να υπολογίζεις
στους μουχλιασμένους τοίχους
τη μέρα της αποφυλάκισής σου.
Η αρίθμηση, σου έγινε συνήθεια
το κελί βολετό
και ξέχασες
ότι απελευθερώθηκες
προ πολλού.

Αντίστροφη μέτρηση

Στα τριάντα του
απέκτησε
το ρολόι
που ονειρευόταν.
Ένα πανάκριβο ρολόι
μεγάλης ακριβείας.
Πραγματικό κομψοτέχνημα
της σύγχρονης ωρολογοποιίας.
Με κατράν από λευκόχρυσο,
με γυαλί από κρύσταλλο,
με χρυσούς ωροδείκτες,
με δώδεκα διαμάντια.
Στα σαράντα του
έφαγε το κατράν.
Στα πενήντα του
μάσησε το κρύσταλλο.
Στα εξήντα του
κατάπιε τους ωροδείκτες.
Στα εβδομήντα του
καταβρόχθισε τα διαμάντια.
Στα ογδόντα του…
ο χρόνος
τον έκανε χρυσόσκονη
και τον σκόρπισε
στους πέντε ανέμους.

Ο ποδηλάτης

Στις σκοτεινές στοές
της μνήμης
βρήκα
σκονισμένο, σκουριασμένο
το παλιό μου ποδήλατο.
Το καβάλησα.
Ποδηλατούσα μόνο
με ανάποδες πεταλιές.
Παράξενο ταξίδι.
Απ’ το θαμπό παράθυρο
της λήθης
διέκρινα
τις ατελείωτες αλάνες,
τα πελώρια πετρόσπιτα,
τα θεόρατα θερινά σινεμά.
Ασπρόμαυρη διαδρομή.
Σε κάθε μου πεταλιά
μίκραινα
όλο και μίκραινα.
Μέχρι να φτάσω
στο κοιμητήρι
έγινα μια σταλιά.
Μπροστά από την πύλη
με σήκωσε στα χέρια της
η μαία.
Φασκιωμένο μ’ εναπόθεσε
στην αγκάλη
της μάνας μου.
Μάταιες όμως
όλες
οι προσπάθειές μου
να επιστρέψω
στη μήτρα της.
Την βρήκα
πετρωμένη.

Αγωνία

Μπροστάρηδες.
Γιόμισε ο τόπος
μπροστάρηδες.
Κάποιοι επιτέλους
πρέπει ν’ ακολουθούν
για να μαζεύουν
τα πτώματα.

Ζατρίκιον ΙΙ

Παράξενη
ετούτη η παρτίδα,
που παρακολουθώ.
Με ανορθόδοξη στρατηγική.
Ο λευκός Βασιλιάς,
η λευκή Βασίλισσα,
οι λευκοί Πύργοι
να τρώνε
τα λευκά πιόνια.
Ο μελανός Βασιλιάς,
η μελανή Βασίλισσα,
τα μελανά Άλογα
να τρώνε
τα μελανά πιόνια.
Κι αυτά εναγωνίως
να πασκίζουν
να συνεννοηθούν
προς αποφυγήν
της συντριβής.

Οι τέσσερεις εποχές

Φθινόπωρο
κι αυτό
που μας ήλθε!
Αντί
για κιτρινισμένα
φύλλα,
γιόμισαν οι δρόμοι
κίτρινες προκηρύξεις.
Μετά
από τέτοια Άνοιξη
όπου στα κλαδιά
ανθούσαν τηλεβόες,
αντί
για μπουμπούκια
και
τέτοιο Καλοκαίρι
όπου θερίζαμε όνειρα,
αντί
για σπαρτά,
έπρεπε να ήταν
αναμενόμενη
η έλευσή του.
Τον επερχόμενο
βαρύ, μακρύ
Χειμώνα
πώς θα τον διαβούμε;
Όπου, αντί
για λευκές νιφάδες,
θα ρίχνει
μαύρα κοτρόνια;

Τα ξεροπήγαδα

Τόπος
διάσπαρτος
από υδατοφράχτες
υψηλών προδιαγραφών.
Τα χείλια μου όμως
παραμένουν
αφυδατωμένα
εδώ και μισό αιώνα.
Εγώ
από τα ξεροπήγαδα
θέλω να ξεδιψάσω.
Απ’ όπου
αντίς για νερό
αντλούμε
θλιμμένες οπτασίες νέων
που τους σφραγίσανε
το βλέμμα
και το στόμα.
Λίγο απ’ το δάκρυ
και το σάλιο τους
θέλω να δροσιστώ.
Προτού μας
φτύσουνε.

Νησί στο κενό

Ψάρια
κολυμπούν
στο κενό.
Βότσαλα
κροταλίζουν
στο κενό.
Κύματα
παφλάζουν
στο κενό.
Άνεμοι
φυσάνε
στο κενό.
Καράβια
αρμενίζουν
στο κενό.
Άνθρωποι
αγναντεύουν
το κενό.
Πού χάθηκε
η θάλασσα;
Ποιος λαβύρινθος
την κατάπιε;
Τι νησί
λογίζεται τώρα
χωρίς το γαλάζιο της;
Τι νησί
λογίζεται
χωρίς τη μυρωδιά της;
Νησί
που όζει
χνώτα
Μινώταυρου
νησί
δεν λογιέται.

Πλησίον του τέρματος

Πλησιάζοντας
στο τέρμα του δρόμου,
αντίκρυσα
ένα ασύνηθες οδόφραγμα,
φτιαγμένο
από τεράστιους σωρούς φύλλων
των ετήσιων ημερολογίων
όλων των παρελθόντων χρόνων.
Μοναδικός φρουρός
η συνείδησή μου.

Μίζερες μέρες

Κουρελιασμένες,
ρακένδυτες,
μίζερες
που έγιναν
οι μέρες μας
σαν τυφλοί επαίτες
στα προαύλια εκκλησιών.
Εις βάθος τα ερωτήματα.
Ρηχές οι εξηγήσεις
σαν μουγκά τύμπανα
ανίκανα να αναχαιτίσουν
τα επελαύνοντα
σμήνη των ακρίδων.
Τρύπιοι αναλυτές.
Κούφιες αναλύσεις.
Οι μέρες
άρχισαν ήδη
να αιμοπτύουν.
Τις πταίει;
Γιατί
πάψαμε πλέον
να σκάβουμε
τη γη
για χρυσό
και πολύτιμα πετράδια
και ψαχουλεύουμε
σ’ αραχνιασμένες γωνιές
για κίβδηλα
κοσμήματα;

Ως σύγχρονος ΄Οσιρις

Συναρμολόγησα
το κομματιασμένο μου κορμί.
Έλειπε ο εγκέφαλος.
Επανασύνδεσα
το διαμελισμένο μου σώμα.
Έλειπε η καρδιά.
Άθροισα
τις εξασθενισμένες μου αισθήσεις.
Έλειπε η έκτη.
Αμέσως αυτοπυροδοτήθηκα
και γίνηκα αστέρι.

Ως άνεμος επακμάζων

Η ψυχή μου
ως άνεμος επακμάζων
δεν μπορεί
να κλειστεί
σε ασκί,
Οδυσσέα,
αδελφέ μου.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΑΝΑΓΙΩΤΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Ανδρέας Μακρίδης

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής Κυριάκου Αναγιωτού
«Ανέστιος και λιθοξόος»
Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικής Τράπεζας – Λεμεσός
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Τον Ιούνιο του 2012 ο Κυριάκος ή Ράκης Αναγιωτός εξέδωσε και παρέδωσε στην Κυπριακή και στην πανελλήνια Γραμματεία, την πρώτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων». Παρουσιάστηκε στη Λεμεσό τον Νοέμβριο του 2012.
Η συλλογή εκείνη απέσπασε πολύ ευμενή σχόλια από τους κριτικούς και το ποιητικό σώμα της Κύπρου, όπως και τις δικές μου εγκωμιαστικές κριτικές εκτιμήσεις, κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Κατά συνέπεια, προ τετραετίας, ο Ράκης πήρε το βάπτισμα του πυρός, εισήλθε στο καθαρτήριο των κολασμένων και φορτώθηκε τον βαρύ σταυρό των ποιητών.
Η δεύτερη ποιητική παρουσία του Ράκη Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», που εκδόθηκε στα τέλη του 2015, πέραν της αυτονομημένης και ξεχωριστής αξιολόγησής της, αναπότρεπτα εγείρει και θέματα συγκριτικής αποτίμησης και κριτικής στάθμισης. Το ερώτημα είναι ακαριαίο και κρίσιμο. Έμεινε ο ποιητής σταθμευμένος στο πρώτο εκείνο σκαλί του Κωνσταντίνου Καβάφη ή συνέχισε την αναμέτρησή του με τον στίχο και την ποιητική; Αποτελεί η νέα του δημιουργία μιαν προοδευτική εξελικτική ποιητική καινοτομία ή αποτελεί μιαν στάσιμη επανάληψη της προηγούμενης συλλογής του; Εν ολίγοις, μας δίνει κάτι το καινούριο ή αυτοεπαναλαμβάνεται;
Η προσωπική μου εκτίμηση στα ερωτήματα αυτά είναι σαφώς καταφατική και υπερθετική. Ο Ράκης συνέχισε απ’ εκεί που σταμάτησε στην πρώτη του συλλογή και επέκτεινε τις ποιητικές του πραγματώσεις.
– Νέες θεματολογικές προσεγγίσεις.
– Βαθυστόχαστη κοινωνιολογική φιλοσόφιση.
– Ιδεώδη κοινωνικά και ανθρωπιστικά οράματα.
– Δριμύτερη και διαφανέστερη στηλίτευση των κοινωνικών και πολιτικών
πεπραγμένων.
– Καθαρότερος και σταθερότερος πολιτικός προσανατολισμός.
Αυτά είναι μερικά από τα καινούρια στοιχεία με τα οποία εμπλούτισε ο ποιητής τα στιχουργικά του δρώμενα. Ορθώτερα, οι συνιστώσες αυτές ενυπήρχαν εγκιβωτισμένες και στην πρώτη του ποιητική συλλογή, τώρα όμως ενηλικιώθηκαν, ενισχύθηκαν και απέκτησαν δυναμικώτερη παρουσία στους στίχους.
Ακόμη πιο ισχυρή και με πληθώρα νεωτερικών προσκτήσεων παρουσιάζεται η ποιητική της νέας συλλογής του.
– Σκόπιμη εκλογίκευση του έντεχνου παράλογου.
– Επίπλαστη, στοχευμένη σοβαροφάνεια, που εκβάλλει στην εσκεμμένη
ειρωνεία.
– Δραματοποίηση και σκηνική μεταφορά ονειρικών εμπειριών.
– Αύξηση και εκμετάλλευση των καινοτομιών του νεωτερισμού.
– Εκτενέστερη αξιοποίηση των κατακτήσεων του υπερρεαλισμού.
– Επιτυχής αξιοποίηση των λεξιλογικών “μεταλλείων” της καθαρεύουσας και
του γλωσσικού πλούτου της γλώσσας μας.

Την μετεξέλιξη αυτήν της ποίησης του Ράκη παρατήρησαν ομοθύμως και οι κριτικοί ή οι ομότεχνοι του, που έτυχε να διαβάσουν την συλλογή του.
Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου σημειώνει πως η συλλογή περιέχει συγκλονιστικά κείμενα. Ο Αντώνης Πιλλάς στέκει στην σύγχρονη θεματική και στο προσωπικό ύφος. Ο Λεωνίδας Γαλάζης εντοπίζει την στάση διαμαρτυρίας και την εγρήγορση του ποιητή.
Ο Ανδρέας Κούνιος δηλώνει εντυπωσιασμένος από τους εμπύρετους στίχους, τον σπαραγμό και την ακμάζουσα ποίηση του Αναγιωτού.

Η αρχή έγινε με το «Ως άνεμος επακμάζων», η συνέχεια κατατίθεται με τον «Ανέστιο και λιθοξόο» και ο Ράκης οδεύει στον δρόμο της ποίησης. Μένει το δύσκολο μετά, και το σκοτεινό τέρμα, γιατί όπως έγραψε κάπου ο Λόρδος Βύρωνας: «τίποτε δυσκολότερο από την αρχή στην ποίηση, εκτός, ίσως, από το τέλος».
Πολλοί, επίδοξοι ποιητές, αγκυροβολημένοι στην εποχή του … κάρβουνου νομίζουν, αυταπατώμενοι, ότι μια δυνατή ιδέα, ντυμένη με δυο-τρεις λυρικές λέξεις και λίγο μετρικό σουβά, δίνει ένα καλό ποίημα. Δυστυχώς ματαιοπονούν επαναλαμβάνοντας την ποίηση άλλων εποχών, που προ πολλού ξεπέρασε την ημερομηνία λήξης της, και φορτώνουν το ήδη βεβαρυμμένο κάρρο της ποίησης με σκουπίδια και άχρηστη σαβούρα.
Αντίθετα, η ποίηση πρέπει πάντα να είναι πολιτιστικός αρχηγέτης και μπροστάρης. Πρέπει να πηγαίνει μπροστά και όλα τα άλλα να την ακολουθούν. Ο ποιητής ανοίγει δρόμους, φωτίζει τους δρόμους από όπου θα περάσουν οι άλλοι. Συνεπώς κάθε ποιητής αξιολογείται από την συμμετοχή και την προσφορά του στο καινούριο, θεματικά και αισθητικά, αν δηλαδή έχει να δώσει κάτι το νέο και συνάμα σπουδαίο. Η ποίηση του Ράκη έχει, πιστεύω, να δώσει νέα πράγματα, είναι νεωτερική, έχει το προσωπικό της ύφος και βαδίζει στις γραμμές του καλού λόγου και του ευ ποιώ.
Ο Νάσος Βαγενάς, σ’ ένα σημαντικό έργο του, με τίτλο «Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση», μας αποκαλύπτει με σαφήνεια τα εμφανέστερα χαρακτηρίστηκα της μοντέρνα ή νεωτερικής ποίησης, αυτά που ξεκολλούν ένα ποίημα από τις παρωχημένες εποχές του νατουραλισμού και του λυρισμού και το εντάσσουν στην σύγχρονη ποίηση. Κατά τον Βαγενά τα χαρακτηριστικά αυτά είναι:
1ο ) Ο ελεύθερος στίχος.
2ο) Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε σύγκριση με τη λυρικότητα της
παλαιάς ποίησης
3ο) Το καθημερινό λεξιλόγιο – άμεση, ως ένα βαθμό, συνέπεια της δραματικότητας – σε αντίθεση προς το «ποιητικό» λεξιλόγιο της παλαιάς, που κάνει τη νέα ποίηση να πλησιάζει προς το λεξιλόγιο της πεζογραφίας και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, και
4ο) Η σκοτεινότητα∙ μια σκοτεινότητα διανοητικής φύσεως, που κάνει δύσκολο να περιγράψουμε το νόημα ενός ποιήματος.
Και επεξηγεί ο Νάσος Βαγενάς:
« Από τα χαρακτηριστικά αυτά μόνο το πρώτο και το τέταρτο διακρίνουν τη νέα ποίηση από ολόκληρη την προηγούμενη ποίηση. Το δεύτερο και το τρίτο τη διακρίνουν κυρίως από την ποίηση των προηγούμενων εποχών. Γιατί και στο μακρυνότερο παρελθόν υπήρξαν εποχές ή στιγμές που η ποίηση πλησίαζε το καθημερινό λεξιλόγιο ή εξέφραζε καταστάσεις λιγότερο λυρικές και περισσότερο δραματικές.
Τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά είναι ο,τι μας χτυπά περισσότερο στο μάτι όταν διαβάζουμε μοντέρνα ποίηση. Βέβαια δεν είναι απαραίτητο, για να θεωρηθεί ένα ποίημα μοντέρνο, να τα περιέχει όλα. Απαραίτητο είναι να περιέχει τα κύρια. Με τα όσα είπαμε παραπάνω έχουμε ήδη κάνει μιαν ιεράρχηση. Ο ελεύθερος στίχος και η σκοτεινότητα, ως εντελώς καινούρια, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά.»
Η ποίηση του Ράκη, φρονώ, έχει και τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του μοντέρνου και νεωτερικού. Ελεύθερο στίχο, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο και προπαντός σκοτεινότητα.
Στα πλαίσια της σκοτεινότητας του στίχου μπορούν να ενταχθούν μια σειρά άλλα χαρακτηριστικά, που πλουτίζουν τον μοντέρνο ή νεωτερικό ποιητικό λόγο, όπως
– Η έντεχνη εποικοδομητική ασάφεια.
– Τα στοιχεία του παραλόγου.
– Το εξωπραγματικό ή συμβολικό.
– Η γητεία του μυστηριώδους και μεταφυσικού.
– Τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού.
Στον λιγοστό χρόνο που έχουμε θα επιχειρήσω να ψαύσω αδρομερώς μερικές μόνον από τις όψεις αυτές της νεωτερικής γραφής στην ποίηση του Ράκη.
Το εξωπραγματικό και παράλογο
Το εξωπραγματικό και παράλογο σε μεταφέρει πέραν της τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας στον χώρο του μυστηρίου και της μαγείας, εξάπτει και την φαντασία, εξαϋλώνει τον κόσμο των αισθητών και παράγει υπερκόσμιες και υπερβατικές εικόνες και όψεις των αισθητών. Εν ολίγοις οδηγεί τον ενεργοποιημένον νουν στον πραγματικό κόσμο της ποίησης, δηλαδή στον εκθαμβωτικό κόσμο του ονείρου και της ενόρασης, όπου τα πράγματα αποκτούν χιλιάδες διαστάσεις και έννοιες. Γι’ αυτό η παράδοση θέλει τον Όμηρο – τον μέγιστο ποιητή – τυφλό, γιατί χωρίς τα μάτια μπορεί να βλέπει στον υπερθεατό και υπέρλαμπρο κόσμο της πεμπτουσίας. Αυτό εννοούσε και ο Μαρκίς Ντόναλντ, όταν έλεγε ότι … «ποίηση ήταν αυτό που είδε ο Μίλτων όταν τυφλώθηκε». Μερικές τέτοιες στιγμές στον «Ανέστιο και λιθοξόο» :
– Από τις τρύπιες μου τσέπες/πίπτουν/ήχοι και οσμές
– Το απόρθητο οχυρό/λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα
– Άξαφνα ή ανάσα του … άδραξε το τελευταίο … σύννεφο
– Μόνον έτσι (σαν σκέλεθρο) θα τον αναγνώριζαν τα λείψανα των συμπολεμιστών του
– Τα θρύψαλα έγιναν πουλιά
– Τρύπιες νύκτες που πλημμύρισαν ομίχλη
– Κατέβασε προσεκτικά τις σκιές από τους τοίχους
Βεβαίως, όλοι αυτοί οι προικισμένοι στίχοι, πέραν του εξωπραγματικού τους φορτίου, κινούνται και προς άλλες ενδιαφέρουσες διαστάσεις της ποίησης, όπως τον συμβολισμό, την αλληγορία, την αφηρημένη μεταφορά, που ενισχύουν το εξωπραγματικό και το μετατρέπουν σε αληθινή όψη της υποσυνείδητης πραγματικότητας ή όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο Ράκης στους στίχους της αφιέρωσης της συλλογής στον αδελφό του Μπάμπη … «στις υπόγειες διαδρομές» μας.
Η σκοτεινότητα
Η σκοτεινότητα, παράλληλη διάσταση του εξωπραγματικού και παράλογου, σε εγκλωβίζει σ’ ένα νυχτωμένο και μεταβλητό κόσμο, όπου τα πράγματα χάνουν την υπόσταση τους, όπου όλα είναι τα πάντα και δεν είναι τίποτα, όπου τίποτε δεν προσφέρεται έτοιμο και σίγουρο, ως τροφή σε κονσέρβα. Αντίθετα, ο νους, περιβαλλόμενος από το άγνωστο και ακατανόητο του σκοταδιού, οφείλει να αυτενεργήσει, να ψηλαφήσει, να ανακαλύψει και να πάρει όχι όσα του προετοίμασε ο ποιητής, αλλά όσα του υποβάλλει ο ίδιος εαυτός του ως συνειδητό και υποσυνείδητο. Η σκοτεινότητα υποχρεώνει τον αναγνώστη να φωτίσει τους στίχους με το δικό του δαδί και να αντιληφθεί, ότι το ποίημα είναι το δικό του σπίτι, ο δικός του ναός, όπου αναζητά τον δικό του χαμένο εαυτό. Μερικοί σκοτεινοί στίχοι του Ράκη ως παράδειγμα:
– και βηματίζοντας στον ρυθμό του θανάτου/αντιστρόφως πορεύτηκε
– στα βράχια, μοναχά τα αυτοφυή κυκλάμινα, δεμένα πισθάγκωνα αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη
– Εξάλλου, σίγουρες ήσαν οι κερασφόρες έχιδνες
– μονίμως ευνουχισμένα έκπαγλα αγάλματα
– Πριονισμένοι καιροί
– Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων
– Καλαφάτισα τις χαραμάδες τις άγνοιας
– διασπάστηκε σε χιλιάδες μέλισσες
Βεβαίως, η σκοτεινότητα δεν περιορίζεται στους πιο πάνω παραδειγματικούς στίχους. Διαχέεται και περιλούζει από την αρχή ως το τέλος ολόκληρη την συλλογή.
Υπερρεαλιστικά στοιχεία
Χωρίς να γράφει υπερρεαλιστική ποίηση ο Ράκης αξιοποιεί τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού, τα οποία σήμερα, ως ένα είδος ποιητικής κληρονομιάς εισήλθαν και ενσωματώθηκαν στους νέους ποιητές, ως τμήμα, πια, της ποιητικής παράδοσης.
Ο υπερρεαλισμός δεν είναι μια κακόγουστη ασυναρτησία, όπως νομίζουν μερικοί αφελείς, αλλά μια απαράμιλλη ποιητική έξαρση, που παράγει εικόνες μεγαλείου και θαύματος, που απογειώνει τον νουν σε υπερκόσμιες πολιτείες εκεί όπου θριαμβεύει το μυθικό φως, η μαγική όψη των πραγμάτων και η αποκάλυψη των μυστηρίων. Ο ποιητής Ράκης Αναγιωτός αξιοποιεί με μέτρο τον υπερρεαλισμό προς εμπλουτισμό και εξωραϊσμό των στίχων του, για να δώσει στους συλλογισμούς του συνταρακτικές και θαμβωτικές διαστάσεις. Μερικά παραδείγματα, κυρίως της υπερρεαλιστικής εικονοποιίας του.
– η αρμάδα των κυμάτων
– η λευκή στρατιά των γιασεμιών
– από το μέτωπο μου στάζουν κάθιδροι οι στίχοι
– Με καράβι αποδήμησε στο μέσο πολύβουης ερήμου
– στον προθάλαμο της υπεροψίας τους
Οι στίχοι αυτοί αν και δεν πληρούν τα σταθερά χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού κινούνται σίγουρα σ’ ένα κλίμα υπερρεαλιστικό, όπως και όλοι οι στίχοι της συλλογής, που συνδυάζουν: την μεταφορά, το υπονοούμενο, το παραβολικό, το συμβολικό και το παραλογικό με το υπερρεαλιστικό.
Θέλω να επισημάνω και δυο τρία πράγματα για το λεκτικό συγκείμενο των ποιημάτων. Είναι η πάγια γνώμη μου ότι κάθε λέξη, που έπλασε ο άνθρωπος είναι ένα ανεπανάληπτο μνημείο της ανθρωπότητας. Είναι μια υπέρβαση του ανθρώπινου νου και μια μνημειακή κατάθεση στην ιστορία της τέχνης. Η αρχαία Ελληνική, η βυζαντινή και η Νεοελληνική μας γλώσσα “κατασκεύασαν” χιλιάδες λέξεις μνημεία. Καμία απ’ αυτές δεν αξίζει τον θάνατο. Δεν υπάρχουν αρχαίες και νεκρές λέξεις, χρήσιμες και άχρηστες. Ο Ράκης, πιστεύοντας στην γλωσσική αυτήν αλήθεια, επιλέγει και αξιοποιεί, λέξεις και φράσεις από όλες τις μορφές της γλώσσας μας, με τις οποίες κοσμεί τους στίχους του, με τις λεπτές έννοιες των οποίων εκφράζει τα νοήματα και τα συμφραζόμενά του. Ο ποιητής, ως φρουρός των λέξεων, δεν πετά στα σκουπίδια τύπους και λέξεις όπως: επακμάζων, ανέστιος, ο θανών, οι κληθέντες, χέουσες, εν τάχει, επί μακρόν, έκπαγλος, συχνάκις, ακηδία, ελάσσων, ουδόλως κ.ά. Αντίθετα τις συνταιριάζει αρμονικά με τις νεώτερες, νεοελληνικές, παράγοντας ένα διαχρονικό, διαιωνίως επίκαιρο έκπαγλο λόγο.
Την γλωσσική του αυτήν στάση την μαρτυρεί ο ίδιος στο ποίημά του «Λιθοξόος», όπου πλέκει το εγκώμιο των ελληνικών λέξεων, και τραγουδά την ηχητική και νοηματική αξία των φωνηέντων και των συμφώνων, των 24 γραμμάτων του αλφάβητου μας.
Με τον σεβασμό και την αξιοπρεπή στάση του απέναντι στην λέξη, επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ρήση του μεγάλου Εμπεδοκλή, που δίδασκε ότι «η ποίηση μάς μαθαίνει πόσην αξίαν έχουν οι λέξεις».
Σ’ ένα κριτικό του σημείωμα για την συλλογή, ο Χρυσόστομος Περικλέους ορθά παρατηρεί, ότι: «εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις και εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική της συλλογής σε τέτοιο βαθμό, που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού». Πράγματι το ύφος του αφηγητή ποιητή, οι αλληγορίες και οι παραβολές του, οι στηλιτεύσεις του συνθέτουν το χρονικό του ίδιου του ποιητή, αλλά και του κάθε ανθρώπου σ’ ένα σεισμόπληκτο άστυ κατερειπωμένο, όπου όσα έμειναν όρθια καταρρέουν το ένα μετά το άλλο από τις μετασεισμικές δονήσεις μιας σάπιας κοινωνίας.
Ουσιαστικά, τα ποιήματα του Ράκη συνθέτουν ένα πραγματικό πολιτικό διάλογο με τον αναγνώστη ή τον ακροατή, που θέτει στο ανατομικό τραπέζι όλες τις στρεβλώσεις και τις ανομίες, όλα τα κρίματα και τα κακώς έχοντα, ενός κόσμου που προ πολλού έχει αυτοχειριαστεί, που έχει ολοκληρωτικά καταρρεύσει και τώρα ψυχομαχεί χωμένος στο βούρκο των σμπαραλιασμένων αρχών και αξιών του.
Πρωτίστως, πρόκειται για ένα σπαρακτικό εσωτερικό διάλογο, όπου ο ποιητής συγκρούεται αδυσώπητα με τον εαυτό του, αυτομαστιγώνεται και αυτοσφάζεται, αναζητώντας μέσα στα ερείπια και τις πυρκαγιές του κόσμου, την δική του, προσωπική αλήθεια, το δικό του «γνώθι σαυτόν». Έτσι, το εκούσιο μαρτύριό του μετατρέπεται σε αιμάτινη καθαρτήρια τελετή, που κατά το Αισχύλειο «παθείν το έρξαντα», θα οδηγήσει στην αυτεπίγνωση, στην κάθαρση και την λυτρωτική ανάνηψη.
Τον ενδοψυχικό διάλογο ή τον σπαρακτικό μονόλογο του ποιητή, τον παραδέχονται και τον αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι στίχοι του …
επί ώρες
και εις βάθος
συσκέπτομαι μετ’ εμού.

Αλλά και ο τίτλος της συλλογής είναι ενδεικτικός της θεματικής του έργου, αποκαλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο κα την μορφή, τα “κατά ποσόν” και τα “κατά ποιόν” μέρη του δράματος.
Το «ανέστιος», δηλαδή αυτός που δεν έχει δική του εστία, δικό του σπίτι και κατ’ επέκταση δική του πατρίδα, παραπέμπει στον περιπλανώμενο, αυτόν που περιφέρεται ανά τας οδούς και τας ρύμας των άστεων, βλέπει και στηλιτεύει με δριμύτητα τα ειδεχθή εγκλήματα της εξουσίας, των ισχυρών και όσων κατέχουν δύναμη, καταγγέλλει και ελεεινολογεί τα πταίσματα. Ταυτόχρονα, μετέχει στο μαρτύριο και υποφέρει, χωρίς να μένει ρήτορας και κριτής εξ αμάξης Την δυναμική αυτήν του ανέστιου την περιγράφουν επαρκώς και μόνον οι τίτλοι των ποιημάτων:
Ανέστιος – περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμελείας – το τελευταίο δείπνο – γόρδιος δεσμός – ανακομιδή – παγίδευση – ο θρίαμβος των οχετών – τελευταία γραμμή αμύνης – θλιβερή μετάπτωση των γάτων – οι δράκοι – οι αυτόπτες μάρτυρες – περί νήσου πάθη – ο εφιάλτης του Ιάσωνα – πόρισμα – η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας – αναχώρηση – απόπλους – φυγή κ.τ.λ.
Το «λιθοξόος», ο πελεκητής της πέτρας, αυτός που δίνει μορφή και ζωή στην πέτρα, παραπέμπει στο επίπονο πελέκημα των στίχων, την σωστή επιλογή και λείανση των λέξεων, το πάθος για την αυστηρή σμίλευση της αισθητικής των συμφραζομένων.

Ο Ράκης Αναγιωτός στην συλλογή του αυτή συμπεριφέρεται ως προϊστορικό τέρας, κάτι σαν την Σκύλα ή την Χάρυβδη, τις Εριννύες, τον Ερυμάνθιο κάπρο ή τον νεοελληνικό δράκο. Παγιδεύει με ποιητικές γητειές τον αναγνώστη, τον μεταφέρει δεμένο στην φωλιά του και τον “αναγκάζει” να κοινωνήσει από το μαρτύριο του, να καθαρθεί και να ξυπνήσει εν συνεχεία, γιατί … «ονειρικό ήταν το ταξίδι», «ένα ταξίδι στο πουθενά» και σε όλα.

Δεν μπορώ να κλείσω, χωρίς να σημειώσω την εξαίρετη εικαστική δουλειά του Άκου Αβραάμ, που συνοδεύει και διανθίζει τα ποιήματα.

Αν όλα αυτά τα βρίσκετε λίγο υπερβολικά και ίσως νοσηρά, τότε να είστε σίγουροι, ότι ο Ράκης Αναγιωτός μπήκε και εγκαταστάθηκε ως μόνιμος δημότης στο αναρρωτήριο της ποίησης, αφού όπως έλεγε ο Μακώλεϋ «κανένας δεν μπορεί να γίνει ποιητής, χωρίς να έχει αρρωστημένο μυαλό» και όπως επεσήμαινε ο Σέλλεϋ «οι περισσότεροι δυστυχισμένοι γίνονται ποιητές».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 58 (Άνοιξη 2016) 84-91

Τρία χρόνια μεσολάβησαν από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του αρχικτέκτονα Κυριάκου Αναγιωτού. Και όμως, με το δεύτερο βιβλίο του κατορθώνει να κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Η γραφή του φαίνεται τώρα σαφώς πιο εξελιγμένη και αποκρυσταλλωμένη, αν και δεν λείπουν τα στοιχεία του πειραματισμού, με την επιστράτευση διδαγμάτων από την ποιητική του υπερρεαλισμού. Στα ποιήματά του επανέρχονται υπερρεαλίζουσες εικόνες και εκφράσεις και εξωλογικές καταστάσεις, που συνθέτουν ένα παράδοξο, συχνά εφιαλτικό σκηνικό, που μας αναγκάζει να ξαναδούμε τα πράγματα μέσα από μια αντεστραμμένη ή διογκωμένη απεικόνισή τους.
Στο επίκεντρο αυτού του παράδοξου και εφιαλτικού σκηνικού χώρου βρίσκεται ο ποιητής / ομιλητής, που αναλαμβάνει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα Θέατρο του Παράλογου: Πότε «άστεγος επαίτης» και «γραφικός μουρλός», πότε αφοσιωμένος λιθοξόος και υπερασπιστής των λέξεων και της αλφαβήτας· άλλοτε αδέσποτο σκυλί, που αλυχτά μέσα στα χαλάσματα συνθέτοντας στίχους, και άλλοτε ένα μεταλλαγμένο τρωκτικό, ένα πουλί ή διάττων αστέρας, παλαιός πολεμιστής ή εξουθενωμένος άγγελος, που απογοητεύονται από το περιβάλλον τους και φεύγουν για άλλους κόσμους.
Παρόλο που ο κόσμος της Κύπρου δεν κατονομάζεται ρητά, σε αρκετά ποιήματα αναγνωρίζουμε πράγματα και καταστάσεις του κυπριακού χώρου, που παρουσιάζονται συνήθως με αρνητικές και απομυθοποιητικές εικόνες και επιτρέπουν στην κριτική να δράσει υποδόρια και αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, η γενέθλια Λεμεσός παραβάλλεται με τη βιβλική Σαλώμη, που αποβάλλει ανενδοίαστα τα πέπλα-μνημεία της και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της: «Έντρομος αντίκρισα / το σκέλεθρό σου / σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο». Αλλού οι γάτες της αγίας Ελένης μετατρέπονται σε άπρακτους σπιτόγατους. Ανατροπή μύθων επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα: «Οι δράκοι», «Περί νήσου πάθη», «Ο εφιάλτης του Ιάσονα».
Σε γενικές γραμμές, ο Κυρ. Αναγιωτός χρησιμοποιεί μια πλούσια και ουσιαστική ποιητική γλώσσα, εμπλουτισμένη με αρκετές λόγιες εκφράσεις. Κατορθώνει να διαπλάσει μια ανοίκεια και λειτουργική γραφή, που μας επιτρέπει να δούμε με διαφορετικό μάτι τα θέματα που αγγίζει. Έχω την εντύπωση ότι η χρήση λόγιων εκφράσεων ή ακόμα και υπερρεαλιστικών καταβολών θα μπορούσαν να ελεγχθούν περισσότερο. Επίσης θα έπρεπε να προσεχθούν μερικά ορθογραφικά λαθάκια και κυρίως η χρήση και κατάχρηση κομμάτων, που δυσκολεύει την ανάγνωση. Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε την πολύ εύστοχη εικονογράφηση του Άκου Αβραάμ.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Κυριάκος Αναγιωτός, Ανέστιος και λιθοξόος

Ποίηση που ξαφνιάζει. Που σε αρπάζει από το λαιμό, ένα πιστόλι στον κρόταφο. Διαφαίνεται ένα χάσμα ανάμεσα στην ποιητική φωνή και την κοινωνία. Αναδεικνύεται η παγίδευση του ατόμου στη σύγχρονη πραγματικότητα, μια σχεδόν καφκική, εφιαλτική ατμόσφαιρα και ασκείται αμείλικτη κριτική στο πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο. Ταυτόχρονα διακρίνονται υποδόρια και σχεδόν υπαινικτικά πτυχές της κυπριακής τραγωδίας και οι συνέπειές της όπως το δράμα των αγνοουμένων, οι μάχες, οι νεκροί, ο θάνατος. Αν και φαίνεται μια έντονη απαισιοδοξία, μια ποίηση χωρίς φως, χωρίς ελπίδα που οδηγεί στην ασφυξία, εντούτοις ο ερωτισμός, η συχνή παρουσία της θάλασσας και το ταξίδι απαλύνουν αυτή την εντύπωση. Ανάμεσα στη θεματολογία της συλλογής παρεμβάλλονται και ποιήματα ποιητικής. Οι παραβολές, οι συμβολισμοί, το καυστικό χιούμορ, οι υπερρεαλιστικές εικόνες, οι πειραματισμοί καθιστούν ιδιαίτερα πλούσια τη συλλογή και αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Εξαιρετικά τα σχέδια του Άκου Αβραάμ που συνοδεύουν τα ποιήματα. Ο Κυριάκος Αναγιωτός ήδη με αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή κατακτά ένα αξιοζήλευτο ποιητικό ύφος και ποιητική ωριμότητα.

Η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας
Λίγες ξαγρυπνισμένες λέξεις,
χαραγμένες σε στίχους πέτρινους,
κύλισαν στο πάτωμα
από τα κουρασμένα μου δάκτυλα.
τη νύκτα της μεγάλης καταιγίδας.

Ξύπνησα το χάραμα.

Στον ορίζοντα, όμως,
δεν είχαν φανεί
οι πρώτες ακτίνες.

Πουθενά το λυκαυγές.

Ακόμη,
ούτε λέξεις,
ούτε στίχους,
ούτε δάκτυλα
αντίκρυσα.

Τα δάκτυλά μου γίνηκαν ιστοί,
οι λέξεις πανιά
και οι στίχοι άνεμος,
για να αναπετάσουν
μιαν έναστρη νύχτα με πανσέληνο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Η πρώτη συνολική διαπίστωση που μπορεί να κάνει κανείς, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», αφορά τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει ο ποιητής, στα τρία χρόνια που μας χωρίζουν από την έκδοση της πρώτης του συλλογής. Μάλιστα, έχω την άποψη ότι η πρόοδος αυτή είναι καθολική, αφορά τόσο τις υφολογικές προσεγγίσεις και τα εκφραστικά του μέσα, όσο και τις αισθητικές του κατακτήσεις και τους ρητορικούς του τρόπους. Θεωρώ πως το θετικό βήμα που έχει συντελεστεί εκτείνεται προς τρεις κατευθύνσεις, που έχουν να κάμουν με το βάθος, την πυκνότητα και την ωρίμανση της ποίησης του Κ.Α.

Ο ποιητής αρχινά και τελειώνει τη νέα του συλλογή μ’ ένα ποίημα ποιητικής, διακηρυχτικό, μεστό, έμπλεο μηνυμάτων και νοημάτων, για την τέχνη της ποίησης. Στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα του βιβλίου οφείλεται και ο τίτλος της συλλογής «Ανέστιος και λιθοξόος». Στο εναρκτήριο ποίημα ο Κ.Α. νιώθει τον εαυτό του γεμάτο από ποιητικές ορμές, εμπνεύσεις, ερεθίσματα και ιδέες. Και σπεύδει, δικαίως, να το διακηρύξει: «Από τις τρύπιες μου τσέπες / πίπτουν / ήχοι και οσμές. /Από την ξεσχισμένη φόδρα / στάζουν / εικόνες». (σελ. 11)

Στο τερματικό ποίημα της συλλογής έχω την αίσθηση ότι ο Κ.Α. μάλλον υπεραμύνεται της μαχητικότητας ως βασικού ειδολογικού χαρακτηριστικού της προσωπικής του ποιητικής: «Ζωσμένος / την αλφαβήτα. / Θωρακισμένος / με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα. / Εξοπλισμένος / με τα εκρηξιγενή φωνήεντα / κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων / τραβηγμένη, / ακούραστα σας υπερασπίζομαι / εκ του πρηνηδόν, / εκ του γονυπετώς / και εκ του ορθίως. / Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ, / σε βάρδιες εικοσιτετράωρες, / με στίχους πέτρινους / και τα εικοσιτέσσερα γράμματα». (σελ. 85-86)

Τα ποιήματα του Κ.Α. έχουν εξελικτική δομή, αρχή, μέση και τέλος. Είναι ποιήματα με συνέπεια, συνέχεια, συνοχή και λογική. Ποιήματα ατμοσφαιρικά και διαλεκτικά. Κι αυτές οι αρετές είναι ευδιάκριτες σχεδόν σε όλο το βιβλίο. Αναφέρω ενδεικτικά το ποίημα «Οι σάλπιγγες» (σελ. 25) όπου, κατά τη γνώμη μου, ο ποιητής πραγματεύεται, με θλίψη και οδύνη, το αμετάκλητο και αμετακίνητο της πανίσχυρης καθεστηκυίας τάξης. Σε όλο το ποίημα διαχέεται και μια στυφή γεύση απογοήτευσης.

Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι στα πλείστα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν εύρυθμα, παραγωγικά και αποτελεσματικά η αλληγορία και η μεταφορά, γεγονός που καθιστά την ποίηση του Κ.Α. ακόμα πιο υποβλητική. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο ποίημα «Περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμέλειας» (σελ. 12) όπου σε μια καίρια και ισχυρή μεταφορά–αλληγορία βλέπουμε τα πουλιά να εξαφανίζονται αστραπιαία από τον πλανήτη και στη θέση τους να αυξάνονται ραγδαία τα τρωκτικά. Αλλά και στο αμέσως επόμενο ποίημα «Το τελευταίο δείπνο» (σελ. 14) ο ποιητής πραγματεύεται την εξαφάνιση του ανθρώπου, ως όντος λογικού, σκεπτόμενου και συναισθανόμενου.

Θέλω να επανέλθω όμως στην ατμοσφαιρικότητα των ποιημάτων του Κ.Α. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Ο παλιός πολεμιστής» (σελ. 34) και «Η θλιβερή μετάπτωση των γάτων» (σελ. 38), που είναι ποιήματα καταστάσεων εν εξελίξει. Και με έμφυτο το στοιχείο της ανατροπής, της αποδόμησης και της έκπληξης. Ο ποιητής έχει ιδιαίτερα γόνιμη φαντασία. Πράγματα που όλοι είδαμε, καταστάσεις που όλοι βιώσαμε, καταφέρνει να τα δει διαφορετικά, καινοτόμα, ευφάνταστα και ανατρεπτικά. Και αυτό συμβαίνει με διαρκή κριτική διάθεση και καυστική προσέγγιση. Η κριτική του Κ.Α. αφορά, κατά κύριο λόγο, το αστικό τοπίο, όπως το διαμορφώνουν ή όπως το στρεβλώνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Ο Κ.Α. θεματοποιεί συχνά τη διάψευση των προσδοκιών, την ακύρωση των ονείρων, τη ματαίωση στόχων και σκοπών. Ένα αίσθημα πίκρας, πικρίας και απογοήτευσης διαπνέει συχνά τους στίχους του.

Στο ποίημα «Ο παλιάτσος», (σελ. 57) ακόμα ένα ποίημα καταστάσεων –ευσύνοπτο, άρτιο δομικά, ευθύβολο και εύστοχο νοηματικά– ο Κ.Α. ψέγει νοοτροπίες και συμπεριφορές που υπαγορεύονται ή εκπορεύονται από την ευκολία ή τη συνήθεια: «Στην κηδεία / του παλιάτσου / μονάχα οι ομότεχνοί του / δάκρυσαν. / Οι υπόλοιποι / θορυβωδώς καγχάζανε / και ενθέρμως χειροκροτούσαν. / Τραγικώς / το εξέλαβαν / ως μέρος της ατραξιόν του». Όπως το λέει ο Πλάτωνας στο περίφημο «Συμπόσιό» του: «Ομοίως ομοίω αεί πελάζει». Ή για να το πούμε πιο απλά, μόνο η εγγύτητα μπορεί να δώσει ορθές κρίσεις.

Στα ποιήματα «Της πόλης μου Ι» (σελ. 60) και «Της πόλης μου ΙΙ» (σελ. 62) έχω την εντύπωση ότι ο Κ.Α. συνομιλεί με τον επίσης ποιητή αδελφό του Μπάμπη Αναγιωτό και τα ομόθεμα ποιήματα του τελευταίου, που περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Μνήμες μιας πόλης», 2013.

Γενικά, στα ποιήματα του Κ.Α. μιλούν οι εικόνες, τα χρώματα, οι γεύσεις και τα αρώματα. Ενεργοποιούνται όλες οι αισθήσεις. Με απώτερο στόχο βέβαια, τη νόηση και τον προβληματισμό. Π.χ. στο ποίημα «Ο παλαιός εμιγκρές», (σελ. 66) ανάμεσα σε άλλα, διαβάζουμε: «Όταν κατάκοπος / άναβε τσιγάρο / κι έπινε το πρώτο ποτήρι, / στα λοβία του / φώλευε η αλμύρα, / αδιάλειπτα οσφραινόταν ιώδιο. / Υπεράνω του / ίπταντο γλάροι».

Θα ήθελα όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια από τις καλύτερες, κατά την άποψή μου, στιγμές του βιβλίου. Πρόκειται για το ποίημα «Τελευταία γραμμή αμύνης». Εδώ ο ποιητής πραγματεύεται την κυπριακή τραγωδία από το ύψος και υπό τα δεδομένα του σήμερα. Η αναφορά έχει να κάμει με τα ταυτοποιημένα οστά μέχρι πρότινος αγνοουμένων: «Χρόνια μετά, / το βόλι στο στήθος του / – μολύβι καυτό όπως τότε – / τ’ απέθεσε / κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας, / που μεσίστια πλατάγιζε. / Την τρύπια του καρδιά / – φλογισμένη όπως τότε – / την άφησε / κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης, / την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες / στα εγγόνια της» (σελ. 33).

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

Κυριάκος Αναγιωτός, «Ανέστιος και Λιθοξόος», Λεμεσός 2015

Μπήκε στον χώρο της Κυπριακής λογοτεχνίας με ποιοτικά άλματα

“Κυπριακή Βιβλιοφιλία”. Ιούνιος 2016

«Ανέστιος και λιθοξόος» τιτλοφορείται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που κυκλοφόρησε προς το τέλος του 2015 και η οποία από πλευράς ποιότητας είναι σαφώς ανώτερη από την πρώτη συλλογή του, που έφερε τον τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων» και η οποία κυκλοφόρησε το 2012.
Η δεύτερη συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που αρχίζει με το ποίημα ‘Ανέστιος’ και τελειώνομε το ποίημα ‘Λιθοξόος’, αποτελείται οπό 44 ποιήματα
τα οποία στο σύνολό τους περιέχουν υψηλού επιπέδου ποίηση. γεγονός που
εντυπωσιάζει το μεγάλο στ έκταση έδαφος που έχει κατορθώσει να κατακτήσει ο ποιητής στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!
Φυσικά, ο Κυριάκος Αναγιωτός δεν είναι ουράνοκατέβατος στον χώρο της λογοτεχνίας, εφόσον η προπαίδεια του σε αυτή χρονολογείται εδώ και δεκάδες χρόνια, άσχετα αν ο ποιητής εισήλθε στην εκδοτική δραστηριότητα μόλις πρόσφατα.
Ποιήματα όπως τα Γόρδιος Δεσμός, Προς αναστενάρηδες, Περιοδικής κυκλοφορίας, Παγίδευση, Δελτίο καιρού ή ο θρίαμβος των οχετών, Σπονδές, Τελευταία γραμμή αμύνης, Ο παλαιός πολεμιστής, Οι αυτόπτες μάρτυρες, Απόδραση, Ταξίδι στο πουθενά, Ημέρα, Ο εξουθενωμένος άγγελος κ.άλ. είναι κατασκευασμένα από γνήσια και στέρεα υλικά, που συγκροτούν μία αληθινή ποίηση με αποτέλεσμα να συγκινεί και συναρπάζει τον
αναγνώστη τους Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Ο εξουθενωμένος άγγελος» που είναι κατά την άποψή μου, ένα από τα καλύτερα ποιήματα που υπάρχουν στην εν λόγω συλλογή

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον όρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προκαλεί στον αναγνώστη η γραφή που χρησιμοποίησε ο ποιητής για να φτιάξει τα ποιήματα του! Μια ποιητική γραφή που είναι εμποτισμένη σε όλες τις φάσεις της
ελληνικής γλώσσας (περιέχει στοιχεία από την καθαρεύουσα, τη δημοτική αλλά και την κυπριακή διάλεκτο) αλλά και σε όλα τα είδη της λογοτεχνίας με προεξέχουσα την τάση του προς την υπερρεαλιστική γραφή. Αξίζει εδώ να αναφέρω πως ο Κυριάκος Αναγιωτός χρησιμοποιεί σπάνιες και άγνωστες (σχεδόν νεκρές)
λέξεις τις οποίες αφού εντοπίσει, τις επαναλειτουργεί αρμονικά, με ένα υπέροχο τρόπο, μέσα στα ποιήματα του. .λέξεις όπως π.χ. βένθος λύμη ρύμες μερομήνια, περίνοια και άλλες.
Στον αναγνώστη που διαβάζει σήμερα γενικά ποίηση προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι η έμπνευση των νεότερων
Κυπρίων ποιητών δεν έχει ερεθίσματα από τα τραγικά γεγονότα (πραξικόπημα και τουρκική εισβολή το 1974), όπως συνέβη με τους παλαιότερους ποιητές που ανήκουν στις γενιές του 1970 και
I960. Στην ποιητική συλλογή «Ανέστιος και Λιθοξόος» όμως ο Κυριάκος Αναγιωτός έστω και ακροθιγώς, έστω και υπαινικτικά καταπιάνεται με την πρόσφατη εθνική τραγωδία που βρήκε το νησί μας. Δίνω ένα μικρό δείγμα από το ποίημα «Το πουλί με το τσακισμένο ράμφος «, που βρίσκεται στη σελ. 17.

«Την πρωίαν της Δευτέρας
στις οκτώ και δεκαεπτά ακριβώς
το πουλί
φορώντας, όπως όπως
το θαλασσί του πουκάμισο,
με το ράμφος ακόμη περιδεμένο,
τράβηξε για άλλες πολιτείες»

Ο Κυριάκος Αναγιωτός παρόλο που εμφανίστηκε, όπως ανάφερα ήδη αργά στα εκδοτικά πράγματα της Κύπρου, κατά περίεργο τρόπο, διαπιστώνω πως έχει στενή συγγένεια με την ομάδα εκείνη των Λεμεσιανών ποιητών που ήταν συσπειρωμένοι αρχές της δεκαετίας του ’80, γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό «Άμαξα» (Κώστας Μακρίδης, Ανδρέας Μακρίδης, Μάριος Αγαθοκλέους, Χρίστος Μελιδης, Δέσπω Μιχαηλίδου ) και οι οποίοι προσπάθησαν διακαώς ανεπιτυχώς όμως ν’ αναβιώσουν το υπερρεαλιστικό
κίνημα στην κυπριακή λογοτεχνία.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνουμε και στα σχέδια του Άκου Αβραάμ που κοσμούν το εξώφυλλο του βιβλίου αλλά και τις εσωτερικές σελίδες του. Είναι σχέδια απλά, όμως εμπνευσμένα και λειτουργικά, που συνταιριάζουν και συμβαδίζουν αρμονικά με τους στίχους της συλλογής
Και μια λεπτομέρεια: Εδώ και λίγο καιρό έχω παραλάβει από την Αθήνα την τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη ενός από τους κορυφαίους ποιητές της Γενιάς του 1970, η οποία
ονομάζεται και αυτή μονολεκτικά Λιθοξόος. Δεν ξέρω αν λέει κάτι αυτή η σύμπτωση. Απλώς καταγράφω το γεγονός.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

Μετά το Ως άνεμος επακμάζων (2012), ο Κυριάκος Αναγιωτός επανέρχεται με νέα ποιητική συλλογή υπό τον ευρηματικό τίτλο Ανέστιος και λιθοξόος [2015).
Με το που αρχίζεις να διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις ένα σφίξιμο στην καρδιά, που εντείνεται όσο προχωρείς καθώς αισθάνεσαι -μαζί με τον ποιητή- να καταρρέουν όλα γύρω σου, να διαρρηγνύεται η τάξη του κόσμου· αμετάκλητα καθώς,
όπως ομολογεί ο ποιητής από τον πρώτο κιόλας
στίχο «ούτε μια σπιθαμή ρωγμής /κατάψερα να συρράψω / τόσα χρόνια».
Κι ενώ περιφέρεται «εις τας οδούς των άστεων /ως άστεγος επαίτης». ανέστιος, και «ματαίως /αγναντεύ(ει) τον ουρανό/ για την έλευση των αποδημητικών πουλιών» κι «εναγωνίως / παρατηρ(εί) την εξαφάνιση / και των ενδημικών», «στο χώμα / κάτω από τα πέλματά (του) / αγέλες τρωκτικών/κινούνται ατάκτως» και «ραγδαίως/στο σώμα (του) / αυξάνεται η τριχοφυΐα» κι «αλματωδώς / ο κόκκυγάς (του) / αναπτύσσεται σε ουρά». Σαφής αναφορά σε μιαν αρνητική -μάλλον αντίστροφη- μετάλλαξη από τον άνθρωπο ξανά στο ζώο, μάλιστα σε κατώτερης μορφής ζώο, τρωκτικό που βυθίζεται στον υπόνομο. Κι αμέσως πιο κάτω, στο «τελευταίο δείπνο», η φρικιαστική αίσθηση εξαφάνισης της ζωής. Με τους αρχαιολόγους, σε ένα νέο κύκλο ζωής -αν υπάρξει- να «ψάχνουν απεγνωσμένα / για τον εντοπισμό / ενός έστω τεκμηρίου /που να συνηγορεί / για την ύπαρξή μου». Σε μια έκδηλη παραπομπή στο πρόσφατο οικονομικό
κραχ που, μέσα στη μακαριότητα μας. δεν βλέπαμε τη ρωγμή που χρόνια πριν άνοιγε διαρκώς, μέσα σε 25 μόνο λέξεις, αποτυπώνει το αίσθημα της ευρύτερης κατάρρευσης: «Άξαφνα τα όργανα πέτρωσαν στα χέρια των κιθαρωδών / Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμειακών αποτεφρώθηκε το δείπνο της τυροφάγου / μεσίστια κυμάτιζαν οι χαρταετοί ανήμερα των κουλούμων».
Τα μόνα που αντιστέκονται στη γενική κατάρρευση, τα φυτά, για την ακρίβεια και καθόλου ανεξήγητα, τα αυτοφυή φυτά: «Στα βράχια/μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα/δεμένα πισθάγκωνα/αρνούνται να προδώσουν την άνοιξη», ενώ τα πουλιά μάταια προσπαθούν προειδοποιήσουν. Στο «πτηνό με το τσακισμένο ράμφος» το πουλί «σημασίας μείζονος/εκόμιζε μήνυμα/ γι αυτό απεγνωσμένα ράμφιζε/ των τηλεπικοινωνιών
τα πηνία και τα καλώδια». Με τα μάτια των πουλιών «από ψηλά / το χώρο επισκοπώντας» ο ποιητής ευκρινώς διακρίνει την αλήθεια. Αλλά μόνο με τη φωνή των πουλιών – τη φωνή της ποίησης- μπορεί να μιλήσει, μια φωνή που δεν λέει αλλά «σημαίνει», και που, ως τέτοια, «δεν προσμετράται» ως μαρτυρία, «στις αίθουσες των δικαστηρίων».
Εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις κι εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική ι ης συλλογής
σε τέτοιο βαθμό που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού αναπόδραστων γεγονότων να οποία, με τη λιτότητα και την πυκνή λακωνική αφήγηση, ενεργούν άμεσα και καταλυτικά στη συνείδηση του αναγνώστη. Ο οποίος, μαζί με τον ποιητή, αποκτά συνείδηση της κατάρρευσης αλλά, όμοια όπως ο ποιητής, δεν βγάζει την ουρά του απ’ έξω γενόμενος κριτής από καθέδρας. Όπου το πρώτο ενικό πρόσωπο, εκεί ο ποιητής/αναγνώστης μέτοχος κι ένοχος στην πορεία της καταστροφής. Καθώς η επίγνωση από μόνη της δεν οδηγεί στην πράξη («ούτε μια σπιθαμή ρωγμής κατάφερα να
συρράψω τόσα χρόνια»), αισθάνεται πρώτα στον εαυτό του τα συμπτώματα της αντίστροφης μετάλλαξης προς το τρωκτικό. Κι ο ίδιος υφίσταται τις συνέπειες της απαθούς θέασης της καταστροφικής πορείας όσο νόμιζε πως δεν άγγιζε τον ίδιο.
«Απαθής διέκρινα/στη γωνία του δώματος/ τη μικρή φαιά αράχνη / […} αδιαφόρησα / για την προδιαγραφόμενη πλεκτάνη / του επιδέξιου θηρευτή». Τελικά όμως ο ίδιος ο ποιητής/αναγνώστης καθίσταται το πρώτο θύμα της καταστροφής καθώς
«μειδιώντας/και με προτεταμένες τις δαγκάνες/ προκλητικά μου επιδείκνυε/ την τεφροδόχο μου / η Μεγάλη Μελανή Αράχνη». Συνέκδοχα, κι όπου το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, ο ποιητής/αναγνώστης συμμέτοχος και συνένοχος στα όσα συμβαίνουν. «Αν και παιδιόθεν διδαχθήκαμε / για τ ην αναβροχιά / αν και συχνάκις δεηθήκαμε […] αδιάφορους μας άφηνε / η (απερχόμενη στάθμη των αποβλήτων/ Ουδόλως ανησυχήσαμε / όταν τα λύματα μούσκεψαν τα πέλματά μας /ακόμα και όταν ανήλθαν/στον αστράγαλο και την κνήμη …». Εδώ, σε μια καταπληκτική αλληγορία, αναστρέφεται η ιδέα του νερού. Αντί που πέφτει από τον ουρανό «ως εξαγνιστική βροχή, ανεβαίνει
απειλητικά όχι η επιφάνεια του ωκεανού όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα αλλά το νερό με τη μορφή των λυμάτων. Άλλο να ’ναι το νερό του ωκεανού «στην κάτω μας γνάθο» κι άλλο να ‘ναι «ο βόρβορος». Ανατριχιαστική γι’ αυτό και αποτελεσματική η εικόνα.
Σε παρεκβάσεις από το κυριολεκτικό ύψος του χρονικού ο ποιητής εισάγει ενίοτε το μύθο. Τον οποίο όμως η δημιουργική του φαντασία ανασκευάζει εντάσσοντας τον στη θεματική του χρονικού. Στον Εφιάλτη του Ιάσονα, για παράδειγμα, ο μύθος
παίρνει μιαν αντιηρωική τροπή όπου οι ήρωες τσακίζονται με τρόπο που ευτελίζει τα, κατά τον μύθο, ηρωικά τους κατορθώματα. Στο ποίημα οι δράκοι (του Αιήτη;)
-λέγε οι καλόγεροι- ως και τον Άη Γιώργη θα τον εξοντώσουν με απάτη και με τρόπο που απομυθοποιεί και τον Άγιο, ο οποίος εσφαλμένα εξέλαβε «τα μελανά μορφώματα των βράχων / ως ιερές εγκλείστρες / αντί για δρακοφωλιές». Σε μιαν άλλη αλληγορία στο περί νήσου πάθη η ανασκευή του μυθικού σχήματος
σταύρωση-ανάσταση υποδηλώνει την επί μακράν συνεχιζόμενη και με άδηλο τέλος εκκρεμότητα του πάθους στο οποίο οι δύο εκατέρωθεν της ληστές όχι μόνο δεν συμμετέχουν «μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν/με οίνο σε χρυσά κροντήρια»( το ποιοι
είναι οι ληστές μένει ανοικτό, παρότι η εικόνα παραπέμπει στο «οικονομικό θαύμα»).
Ωστόσο, του στρατιώτη που σκοτώθηκε το 74, όχι <ως μυθικού ήρωα αλλά ως συγκεκριμένης ατομικής συνείδησης, του διαστέλλει το μπόι δίνοντας του όμως μια πνευματική μάλλον παρά ηρωική διάσταση. Η ανάερη εικόνα «άξαφνα / η ανάσα του αναπέταξε / κι άδραξε απ’ τον ώμο / το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο»-κατά
που θα ‘λεγε ο Ελύτης στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας- σπάζει τον φραγμό των υλικών σωμάτων και δίνει στον σκοτωμένο στρατιώτη ιδεατή μορφή.
Ενώ ο ανέστιος του τίτλου παρουσιάζεται από τον πρώτο κιόλας στίχο και πορεύεται διαλεγόμενος με τον αναγνώστη, τον λιθοξόο κρατιέται μετέωρη η απορία σου ως τον τελευταίο στίχο της συλλογής για να τον βρεις. Είναι το σημείο όπου ο ποιητής καταθέτει την ποιητική του ταυτότητα, αυτήν του λιθοξόου, αφού πρώτα παραθέσει τα υλικά της δουλειάς του «λέξεις που τις θήλασ(ε) / από μαρμάρινο μαστό / […] που μία μία τις άντλησ(ε) από πηγάδια μυστικά», τα «αλεξίσφαιρα σύμφωνα» και τα «εκρηξιγενή φωνήεντα». Είναι μια ποίηση που καίει καθώς «από κλίβανον αποτέφρωσης ονείρων / μία μία έσταζαν στο χαρτί/ από τα πυρωμένα μου δάκτυλα / φλεγόμενες οι λέξεις» [η διαδικασία της τήξης). Είναι μια διαδικασία κατά την οποία τήκεται το σώμα από τη φλόγα που καίει μες στην ψυχή του ποιητή,
και μέσα από τον διάφανο πλέον θώρακά του αποκαλύπτονται «πορφυρές οι πύρινες γλώσσες», η ποιητική δημιουργία. Η αποτέφρωση των ονείρων» και πιο κάτω στο ίδιο ποίημα οι «απανθρακωμένες προσδοκίες» αποτελούν δομικά στοιχεία του
ποιητικού κλίματος μέσα στο οποίο κινείται ο ποιητής, ένας ανέστιος λιθοξόος.

3 Ιανουάριου 2016

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Περιοδικό Διόραμα τ. 4 1-2/2016

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πώς αποτυπώνεται σε τέσσερις ποιητικές συλλογές Κυπρίων που εκδόθηκαν το 2015 η σχέση των ποιητικών υποκειμένων / ενδοκειμενικών ποιητών με την ποίηση και ποιοι προβληματισμοί διατυπώνονται γύρω από τον ρόλο τής ποιητικής τέχνης στην εποχή
μας.
Τα επίθετα στον τίτλο της ποιητικής συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού (γ.1958) παραπέμπουν στις ιδιότητες του ενδοκειμενικού ποιητή-ομιλητή που βιώνει, αφενός, την ποιητική δημιουργία ως μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία (με τη λανθάνουσα παρομοίωση
του ποιητή με τον τεχνίτη που επεξεργάζεται καλλιτεχνικά το μάρμαρο) και που βασανίζεται, αφετέρου, από την αίσθηση της αποξένωσης από την κοινότητα, τη συλλογική ζωή, την ομαδικότητα. Συνεπώς, στη συλλογή αυτή ο ενδοκειμενικός ποιητής είναι τοποθετημένος στο περιθώριο απ’ όπου σχολιάζει πότε με ειρωνεία πότε με σαρκασμό ό,τι τον προβληματίζει και τον
ερεθίζει. Ο ποιητής στη νέα συλλογή του Κυρ. Αναγιωτού περιγράφεται ως «άστεγος επαίτης ή γραφικός μουρλός» («Ανέστιος», σ. 11) και παρουσιάζεται να καυτηριάζει την προκλητική αδιαφορία των πολιτικών απέναντι στην ποίηση και τους ποιητές: «Ισχνή η φωνή μας/για να διατρυπήσει/την κάψουλα της αλαζονείας σας, / εστεμμένοι των εξωστών» («Μονόλογος ή διάλογος με απάντα συνομιλητή» (σ. 64). Στο ίδιο ποίημα είναι ευδιάκριτη η αντίθεση ανάμεσα στη στηλίτευση της υπεροψίας των πολιτικών και της κολακείας των παρακοιμωμένων και στην πικρία για το γεγονός ότι τα έργα της ποιητικής τέχνης περνούν απαρατήρητα, «οξειδώνονται από τον χρόνο»
και «λεκιάζονται από την ακηδία» (ό.π.). Η διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην κοινότητα των αναγνωστών εντοπίζεται και στο ποίημα «Ταυτότητα» (σσ. 72-73), όπου το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται με τις ιδιότητες του ορειβάτη και του ταξιδευτή και φυλάσσει τα μηνύματα του σ’ ένα μυστικό δισάκι, ενώ οι δυνητικοί αναγνώστες («ηνίοχοι και χαλινωτές») κατηγοροάνται με ειρωνεία ότι δεν γνωρίζουν- ούτε επιδιώκουν να μάθουν την τέχνη τής αποκωδικοπιησης των μηνυμάτων («περί αυτών,/ ούτως ή άλλως/νυχτωμένοι ήσασταν […]). Εξάλλου, στο ποίημα «Αδέσποτο σκυλί» μέσω της λανθάνουσας παρομοίωσης του ποιητή με αδέσποτο σκυλί
αποδίδεται η επιμονή του ποιητικού υποκειμένου να δημιουργεί και να εκφέρει τον ποιητικό του λόγο «πάνω απ’ τα χαλάσματα», να ψάχνει για επιζώντες και να ελπίζει για καλύτερες μέρες (σσ.83-84).Τέλος, στο ποίημα «Λιθοξόος», η άγρυπνη ποιητική συνείδηση του ομιλητή αγωνιά
και αγωνίζεται για την προστασία της μοναδικής της περιουσίας, που είναι η γλώσσα, ως μέσο της ελεύθερης σκέψης, του στοχασμού και της αμφισβήτησης όλων εκείνων των στοιχείων που αντιστρατεύονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: «Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ / σε βάρδιες
εικοσιτετράωρες /με στίχους πέτρινους /και τα είκοσι τέσσερα γράμματα» (σ. 86) Επομένως, στην ποίηση του Κυριάκου Αναγιωτού η ποιητική δημιουργία προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας υπεύθυνης και πολιτικής (με την ευρύτερη σημασία του όρου) πράξης, μιας διαδικασίας επώδυνης αλλά και λυτρωτικής, που το πρώτο υλικό της συνιστούν τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις, οι ελπίδες και άλλες ψυχικές καταστάσεις που ο ποιητής-δημιουργός μεταποιεί σε τέχνη. Στο ποίημα «Η διαδικασία της τήξης» η ποιητική δημιουργία εξεικονίζεται ως αποτέλεσμα της αποτέφρωσης των ονείρων και της απανθράκωσης των προσδοκιών του ποιητικού υποκειμένου , που επίσης φλέγεται, με αποτέλεσμα τα οστά του να μετουσιώνονται σε «γυάλινα παραπετάσματα». Επομένως, από την ποιητική γραφή – τήξη δεν μορφοποιείται μόνο το νέο ποίημα αλλά και ο ίδιος ο ποιητής, στοιχείο που παραπέμπει στη σύζευξη ποίησης και ηθικής, που εντοπίζεται σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού.

Ανδρέας Κούνιος

Εφ. “Η Αλήθεια”  19.1.2016

critic_ak-01-1

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΟΒΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΝΙΟΒΗ

Η Νιόβη Ιωάννου πέρασε τα παιδικά κι εφηβικά χρόνια της στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο και τη διδασκαλία γαλλικών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Φως -2» εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Εις άτοπον, (2017) Μανδραγόρας
Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, (2014) Οσελότος
Φως 2, (2013) Γαβριηλίδης

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Τα ποιήματα του 2013, Κοινωνία των (δε)κάτων (2014)

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ (2017)

ΤΥΧΑΙΑ

κλείσε την πόρτα
ο κόσμος είναι
ένας σπασμένος καθρέφτης
από το ίδιο σώμα
θα μπεις στο δωμάτιο
πατώντας σε φύλλα ξερά
που θυμούνται
μη με κοιτάξεις στα μάτια
δεν έχεις πρόσωπο να λυπάται
τους ίσκιους
τυχαία φώναξες τ’ όνομά μου
και γύρισα

 

ΦΟΒΑΜΑΙ

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω
ποτήρια με χείλη
κεφαλαία μικρά
το ψωμί που τελειώνει
σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπάει
στο παράθυρο

 

ΜΕ ΤΡΟΜΟ

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δυο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σκοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί απ’ τις χούφτες του
κι η μουσική έσερνε
ένα πεθαμένο ποντίκι
σ’ εκείνο το δέντρο
που δεν είχε σκιά
κάποιος επέμενε
να ξεχνά
την καρέκλα του 

 

ΤΙΠΟΤΑ

εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω
εκτός απ’ το καρφί
που ακόμα κρατάει το μυαλό μου
λευκό
κι ένα φύλλο μεσημεριού
λαχανιασμένο
που ξέμεινε ν’ αφουγκράζεται
τη σιωπή
μέσα απ’ τη χαραμάδα της πόρτας

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

φορώ το πρόσωπό σου όταν νυχτώνει
τα παγωμένα μονοπάτια στο μέτωπο
με τα τρεχούμενα λουλούδια στο βλέμμα
Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που μ’ επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο
μόνο γιατί κάποιος έπρεπε να χαϊδεύει μια καρέκλα άδεια
κι εγώ να ερημώνω μαζί του
καθαρίζοντας τα πλήκτρα απ’ τα δαχτυλικά αποτυπώματα
πριν ξημερώσει μη με βρεις

 

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

 

ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

οι αμυχές
στις στάχτες του
μύριζαν πορτοκάλι
χρειαζόταν
επειγόντως
ένα εύπιστο κύμα
το καράβι
στο βάθος
ήταν αθώο
έσβηνε ένα ένα
τα φώτα
και χανόταν

 

Θ’ ΑΦΗΣΩ

θ’ αφήσω
στο τελευταίο σκαλοπάτι
όρθιο ρούχο το σώμα μου
να θυμάται
ένα σπασμένο γιασεμί γινωμένο από λόγια
ψηλά
το παράθυρο της νύχτας
άδειο από μάτια και φεγγάρια
θ’ αφήσω
στο κουρασμένο περβάζι
τον ποιητή που ήξερε
πως θα γίνει θάνατος μια μέρα
το φως ανοιχτό
γεμάτο από σκύλους
θ’ αφήσω
ένα λιωμένο πορτοκάλι
να κυλάει να κυλάει
ως να βυθίζεται
μες στα φθαρμένα μου παπούτσια

 

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΜΑΘΑΜΕ

με την ειρήνη του άγνωστου χεριού
πονέσαμε
αλλάζοντας χάραμα
κι ο ορίζοντας καρφωμένος πισώπλατα

δεν είδαμε τη θάλασσα να κοκκινίζει…

δύσκολη πληγή η γραφή μας
ποτέ δε μάθαμε

 

ΠΙΣΩ ΜΗ ΔΕΙΣ

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή
-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-
το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τ’ απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

 

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

χθες κάποιος μίλησε
για το παιδί με το πέτρινο ράμφος
που έγδερνε τη μορφή του στο τζάμι
ουρλιάζοντας πως είναι πουλί
και το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών
τους ανθρώπους που φώναζαν «ψέματα»
και δίπλωναν τον ουρανό στα λερωμένα μαντίλια τους
στα δύο, στα τέσσερα, στα οκτώ…
φτύνοντας τα φτερά του
-θέλημα αγνώστου πατρός-
στο χώμα

 

ΧΩΜΑΤΙΝΟ

κάθε πρωί
ο ίδιος κήπος ξημερώνει
λευκά κεφάλια λουλουδιών
ακίνητα στο νερό
νιώθω το σώμα που λείπει
σφαγμένο στη δίψα
μ’ όλο το χάδι στους ώμους
χωμάτινο

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

ο πατέρας μου
δεν άφηνε κανέναν
να κάθεται στο παγκάκι
«περιμένω τα βήματα», έλεγε
να μ’ ελευθερώσουν
είχε μια πληγή από σοκολάτα στο στήθος
κι όλο έδειχνε τα χέρια του
που ήτανε καθαρά
άρχιζε, λησμονώντας πως με λένε
μετά θυμόταν
το τσαλακωμένο χαρτί
στο παλτό του
«στα σκουπίδια να ψάχνεις την αλήθεια,
Μαρία»…
ο πατέρας μου
κοιμήθηκε
για να πεθάνει
στα ψέματα
έτσι δεν καλυτέρεψε τον κόσμο
του άρεσε μόνο
να παίζει φυσαρμόνικα
κοιτάζοντας τα πουλιά

 

ΣΕ ΑΛΛΟ ΧΡΟΝΟ

μιλήσαμε δυνατά
λέξεις που σκέφτονταν
στο βάθος του καθρέφτη
το φεγγάρι κομμένο στα μάτια
σ’ έναν άλλο χρόνο
η ώρα ήταν περασμένη
μια μνήμη μονάχα για τόσους νεκρούς
κι είπες να παραμείνουμε σοφοί
ως την επόμενη παράγραφο

 

ΣΑΝ ΤΟΤΕ

μας κοιτάζουν
με μάτια ιδρωμένα
στις θεατρικές ανάσες τους
λικνίζοντας τα λόγια
ύστερα γυρίζουν πρόσωπο αργά
σα να ’ταν οι ώρες μας δικές τους
και τα καρφιά ξεκολλάνε απ’ τη λήγουσα
όπως τότε που φωνάζαμε
φτου ξελευθερία
κι εννοούσαμε
τη μοναδική θάλασσα που μας γνώριζε

 

όχι η ελπίδα
τ’ αγάλματα
πεθαίνουν τελευταία

10°

ακίνητη στέκομαι
στην πληγή σου
τελειώνει το χώμα

11°

ούτε ο ουρανός
ούτε η γη
τα σύννεφα μας κρίνουν

12°

κι όλο βυθίζω τον άνεμο
στους καιρούς της ψυχής
ως να λυγίσει το δέντρο
να φοβηθούν τα πουλιά
να πετάξουν

13°

Απόστροφος ήσουν
πριν γυρίσεις το μάγουλο
μετά ο κόσμος άλλαξε
σταγόνες έπεφταν δυνατά
στην άγνωστη εποχή
των δαχτύλων
δεν είχαν λόγο τα δέντρα

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ (2014)

Στο θάμπος των φθόγγων
πριν απ’ τα μάτια
ξημερώνει

Με μνήμη θεατή
ποθείς
κι ας σε ορίζουν
τα φεγγάρια

Με ρύσεις αυτοάνοσες
συγχώρεσα
περαστική απ’ τον καθρέφτη

Πριν με διαβάσουν
τα συνθήματα
στο τελευταίο λευκό
αποσύρομαι
με την ομίχλη πρόσχημα
μη με ζητήσεις
είναι πιο έντιμη η νύχτα

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν

Τα παιδιά ήδη έπαψαν να στοχεύουν στο τέρμα
τώρα που οι λέξεις κατάντησαν προσβάσιμες
κι ένα ύποπτο μακό
κρεμασμένο στον ξύλινο πάσσαλο
απειλεί το φεγγάρι

Κι ο μεθυσμένος σκέφτεται δυνατά
πως ν’ αγαπήσει τον πρώτο τυχόντα
πουλώντας το τελευταίο χάδι
που κάποιος ξέχασε στον ώμο του
σε τιμή ευκαιρίας

Ναι συνέβη κι αυτό
το νυχτολούλουδο γέμισε αμυχές
των περαστικών τις ανάσες
θαρρώ ο κόσμος άλλαξε για λίγο
σωπαίνοντας βαθιά κάτω απ’ το ίδιο δέντρο
μπροστά στο αδέσποτο που εκποίησε τα τραύματά του
για λόγους τιμής

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν
μονάχα να ξέρεις
στα σημεία στίξης χαμηλώνω το φως

 

ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ

Εν μέσω προστακτικών
κυριολεκτείς
σε χρόνο
παρανάλωμα του τώρα
Στα γόνατα
σε προσπερνά η θάλασσα
το σημείο σου στον ορίζοντα
προς ενοικίαση
αλμυρός προορισμός
που μονάχα τη νύχτα σημαίνει
όταν σβήνουν τα φώτα

 

ΠΑΛΙ ΕΣΥ

Απ’ την αρχή σε πλάθω
δάσος ανεξιχνίαστο
δίχως ρινίσματα ουρανού
φύλλα γεμίζω τις ουλές
ανεμώνες το στήθος που μ’ ανάσανε

Ήμουνα καλοκαίρι ανορθόγραφο
όταν με πρωτοδιάβασες
σε φθόγγους αλμυρούς
υποτροπίαζα
κι ο εξοστρακισμός μου
σημάδια κόκκινα στο δέρμα

Απ’ την αρχή σε πλάθω
γύρω από λίμνες βαθυγάλανες
ξαποσταίνουν τα χρόνια μου
δίσεκτα φυλλοβόλα
κι όταν αλλάζω μοναξιά
πάλι εσύ
βάτος καιόμενη να μεριμνείς
μη σκονιστεί το θαύμα

 

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Η πεταλούδα
τα φτερά της
χαϊδεύει
σκόνη λευκή
στο πάτωμα
γλυκιά η πλάνη
ανάσες της μόδας
από τρύπες καρφίτσας
κι ο ύπνος
θάνατος μικρός
στα ψέματα
η καρδιά χτυπάει

Σ’ ερωτεύομαι
απέναντι

 

ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΟΥ

Δε θέλω τις λέξεις σου
έμαθα με αφρούς απ’ τα κύματα
να υφαίνω δαντέλες στη σιωπή σου
σε χάρτινους ανέμους
να ζωγραφίζω καλοτάξιδα όνειρα

Έμαθα να κλέβω ουρανό
απ’ τα φτερά των γλάρων
και να σμιλεύω σπηλιές
σε γαλάζια παραμύθια

Δε θέλω τις λέξεις σου
μέσα σε κοχύλια
έκρυψα τον ήχο της φωνής σου
να χαϊδεύει απαλά τη νοσταλγία
κάθε φορά που η θάλασσα
σωπαίνει τα τραγούδια της

 

ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Πόσες νύχτες
σ’ έκρυψα στο δάσος
να σε σώσω θέλησα
εντός μου
Κάποτε ον λέξεις
παύουν να μυρίζουν πυρκαγιά
κι ας στάζουν εγκαύματα
οι άκρες των φύλλων
Ανομοιοκατάληκτα σωπαίνω
ξημερώνει χειμώνας
Ας τελειώσει ο κόσμος στη βροχή

*****

Σώμα μου αντίλαλο
όπου η ψυχή μου
περισσεύει
πεινάς την πρώτη μου
φωνή

Αυτοφυείς σκιές
του τίποτα
οι πιο ακριβές μου σκέψεις

Στην εσχατιά του ακριβώς»
πληγώνονται
της μνήμης τα κενά

Όπου
οι παλιές μου
οι πληγές
συνωμοτούν την τάξη
εμένα ψάχνουν
κι ας βαθαίνω
να σωθώ

 

ΛΥΤΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Κρύβονται οι λέξεις απόψε
στου τραπεζιού τους ρόζους κουρνιάζουν
ασύνταχτη τις κυνηγώ
στ’ αγκάθια που εγκατέλειψαν
τα χέρια μου ματώνω
κηλίδες συλλέγω κι αποσύρομαι
λύτρα η νύχτα θα γυρέψει
την αμετάφραστη σιωπή μου

 

ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΟΙΧΤΗ

Όσα μεγάλα μας θωρούν
βρίσκονταν από πάντα εκεί
σελίδα που έμεινε ανοιχτή
στων κάκτων τα αδιάβαστα μάτια
με του γκρεμού την υποψία
να φωλιάζει στη γλώσσα της σάρκας μυστικά
και να θροΐζει στους τρόπους που ζήσαμε
με επιείκεια φθαρμένη
ό,τι μπορεί να διστάσει στους ρυθμούς της καρδιάς

 

ΣΤΑ ΡΗΧΑ

Όλα εκείνα
που μου διέφυγαν
ψίχουλα
της τελευταίας γιορτής
Άνοιξε
ένα μονοπάτι
στα ρηχά
Με χνώτα
κερασμένα
θα ‘ρθει ο χρόνος
πίσω
να με αναιρέσει

 

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι άγρυπνες
λέξεις
άηχα
στα βαθιά
το νερό
συλλαβίζουν
Μάτια
κοχύλια
κρέμασε
στο σύνορο
της νύχτας
Ύστερα
τρέξε
να κρυφτείς
κι ίσως προλάβεις
Αργεί
η μέρα
όταν
στην ερημιά της
ξημερώνει

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
έστυβε στις φλεγόμενες πληγές του
των υδάτων την τιμή
της γέννας του την ώρα
με νερό κι αλάτι να ξορκίσει
αλληγορία που ταξίδεψε
σ’ εφτά σημαδεμένες θάλασσες
δίχως βυθό το ύψος να ημερεύουν
ένοχος για το σκοτάδι των αθώων
αθώος για το αίμα που έκρυψε
στο νεύμα το εσπερινό
των ποιητών που χάθηκαν
εξόριστος απ’ τις σπηλιές
που οι κλωστές των αστεριών
μεθούν σε δισκοπότηρα ασημένια

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
στέρεψε μια νύχτα σαστισμένη
το όνειρο που μοιράστηκε
στων ανέμων την αστείρευτη οργή
οργή που θρυμματίστηκε
σε παύση από στΗχο πλάγιο και μόνο

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ

Τα παιδιά στο τελευταίο θρανίο
έμαθαν πάντα να λείπουν
κάποτε στον απόηχο των ψιθύρων τους
την παρουσία τους ζητιάνεψαν
μα ήταν μάταιο σε τόσες απουσίες
Στο πλάι έμαθαν να γέρνουν το κεφάλι
μπροστά για να κοιτάξουν
κι όταν κουράζονταν
το βλέμμα έστρεφαν στο τζάμι
με τα πουλιά για να πετάξουν
ερήμην ουρανού

 

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

Τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο

Ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
αφού των αριθμών η ακρίβεια
δε με συμπάθησε ποτέ

Κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

 

ΠΑΡΟΥΣΑ

Στον ακάλυπτο
δημοπρασία ψιχίων
εκτελείται

Γδαρμένος αέρας
στις εκπνοές
των παραθύρων

Της μαργαρίτας
ο μίσχος
σπασμένος
σε χιλιάδες μάτια

Λέξη τσιγγάνα
αιωρούμουν
μ’ ένα φωνήεν κίτρινο
στον κρόταφο

Αστόχησα

Προκαταβολές
δε γίνονταν δεκτές

***

Λέξεις αγάλματα
αχάιδευτα
σημεία των καιρών
απέναντι
δεν έχουν πια

Σε δείχτες ματωμένους
εκκρεμούμε
ασπόνδυλοι υπό σκιάν

Με τα δικά τους μάτια
Κοιταζόμαστε
Κι ούτε που κλαίμε πια

Σε κάθε σκέψη μου γενναία
υπάρχει ένα δωμάτιο πληγωμένο
μ’ ένα τραπέζι ακάνθινο
και μια κραυγή χελιδονιού
στο κέντρο του
να φτερουγίζει τ’ όνομά μου

 

ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ

Κάθε μέρα με νέους τρόπους
συμπάσχεις στην τελευταία σου λέξη
δεν ξέρω πως να φοβηθώ
συνήθισα ν’ ανάβω τσιγάρο
όταν ανταποκρίνεσαι στις εκκλήσεις

Είναι που ο Μπρεχτ
χρειαζόταν πολλά
τον κόσμο για ν’ αλλάξει
κι εγώ δε διέθετα παρά τη λευκότητα
μιας πολυφορεμένης συνείδησης

Κι όταν ο Θεός αποφάσισε ν’ αναμετρηθεί
με τις σκιές των άδικα μαχόμενων
επέζησα σκάβοντας πρόσωπα
προσηλωμένα στο τίποτα
συλλαβίζοντας τις καλές μου προθέσεις
σε απόσταση αναπνοής

 

ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΙΑ

Από στόμα σε στόμα
η λήθη
μεταδόθηκε
Κάποιοι σκορπίσαμε
στα μάτια των παιδιών
για να σωθούμε
Κι εσύ που στένευες
όλο και περισσότερο
κέρδισες το σταυρό σου έντιμα
χωρώντας στα χαμόγελα
των άλλων
Εκεί να μείνεις
να επιβιώνεις
άταφος
Τώρα που γνωριστήκαμε
δε σε φοβάμαι πια

 

ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΠΙΘΑΝΑ

Μπαίνω στον κόσμο
απ’ το παλιό σου μέτωπο
κάτω απ’ το δέρμα σου
χαϊδεύω τελείες
αποσιωπώ
το κρυφό μου χώμα
κι έναν ίσκιο μωβ
που ξοδεύτηκε
σε ψίχουλα βιολέτας

Κάποτε κρεμόμαστε
απ’ την ίδια μοναξιά
καρφώναμε πισώπλατα μαχαίρια
στων αγαλμάτων τη σιωπή
καπνίζαμε μαύρες αλήθειες
κι όλα ήταν πιθανά

Κάποτε ένα καράβι
έστεκε ακίνητο
στο κέντρο της πλατείας
και γύρω του ομίχλη …

 

ΧΕΙΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ

Δε θεραπεύονται
οι χειρονομίες των λεπρών
μ’ εφημερεύοντα
ανάλγητα νυστέρια
κι ας φλυαρούν
οι χαλαστές των ουρανών
πρόσφορα αλλοιωμένα
Κάτω από το πρώτο σημάδι
υπαίθρια αλυχτά η σάρκα που λείπει
Κι ύστερα νύχτα
ως να χαράξει η νέα πληγή

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΩ

Ντύθηκε ο καιρός του φιδιού το πουκάμισο
κίτρινες λέξεις με μαύρες τελείες
κανείς δε με πρόσεξε όταν πέρασα
απ’ το μάτι της βελόνας απέναντι
μ’ ένα σταυρό δίχως όνομα
στη νέα γη σταθερά
ανάπηρες οι ανάσες με κάρφωσαν
Πρέπει να μάθω απ’ την αρχή ν’ αγαπώ
μαζεύοντας τα ψίχουλα των δρόμων
μακριά απ’ τις μέρες
που έρπουν στις διαβάσεις γι’ ασφάλεια
Δυο τρία απογεύματα από το υστέρημά μου
αρκούν να μαζέψω τη γύρη
απ’ τις σιωπές που έπαψαν να σημαίνουν
κι οι νεκροί θα σκορπίσουν στη θάλασσα

 

ΠΑΝΩ ΑΠ’ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
σε μια σταγόνα βροχής εγκλωβισμένη
κάποτε η πατρίδα μου
τα μάτια της θάλασσας φορούσε
τώρα ξερίζωσε και το τελευταίο κύμα
ήταν που αίμα αθώων σεργιάνιζε
με λάβαρο ελληνικό
ποιος το αντέχει

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
χάδια ακρωτηριασμένα στο κατώφλι
πόσα κλειστά παράθυρα χωράνε σ’ ένα βλέμμα
η λεμονιά συννέφιασε στον κήπο
κίτρινα ψέματα που αποσύρθηκαν
ελλείψει στέρεων ημερών

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
αδέξια στην εύθραυστη φυλακή μου στροβιλίζομαι
ανέκαθεν δική μου υπόθεση ήταν η πτώση
το εισιτήριο πάντα του ανέμου

 

 

ΦΩΣ -2 (2013)

 

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Μαθαίνω απ’ την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντήθηκαν στο σταθμό
εκεί που τα τρένα
πηγαινοφέρνουν
τις ζωές των ανθρώπων

σε παράλληλες ρόγες
είχαν αποθέσει τις ανάσες τους
χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο
και πάντα αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες
στα καλλίγραμμα πόδια της
κάθε φορά οι ίδιες
σε κάθε ραντεβού
σαν ιεροτελεστία
που έπρεπε να προσδώσει
στην επανάληψη αξία μυστηριακή

αποζητούσε τα μυτερά τακούνια τους
σ’ αυτές τις σύντομες συναντήσεις
στον ήχο τους τσάκιζε το παράπονο
που χρόνια παλλόταν μέσα της
συνθλίβοντας με μανία
τα κουρασμένα βράδια της έλλειψης
στις παγωμένες πλάκες του πεζοδρομίου

το φιλί τους ήταν απόγνωση
που έλιωσε πάνω στο έντονο κραγιόν
κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν
αφού πάντα σχεδόν
έχουν κάτι να περιμένουν.

 

ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ

Σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά
ανάμεσα
αγαπήσαμε
τη σιωπή του έρωτα
λατρέψαμε το στίχο
που έλιωσε την αμφιβολία
αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα
νιώθοντας…

 

ΟΣΟ Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος
καπηλεύεται αντιστάσεις

η καθημερινότητα αναίσχυντα σκυθρώπιασε
σε άστεγες καλή μέρες
κι η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια
φιλάνθρωπης συγκατάβασης

χέρια που άλλοτε έκοβαν μαργαρίτες
για να στολίσουν χειμώνες
αγκαλιάζουν ευλαβικά
τη θαλπωρή της πλαστικής επιβίωσης

νοθευμένα χαμόγελα
ξεπαγιάζουν στο πεζοδρόμιο
ντυμένα πεθαμένες εφημερίδες
με γεγονότα που σώπασαν τις λέξεις
στάζοντας τα τελευταία γραμμάρια
αποστεωμένης ανθρωπιάς

η νύχτα ναρκοθετημένη
με γυάλινες οάσεις
λιώνει μεθυσμένα αστέρια
να ζεστάνει επίγεια μοναξιά

όσο η πόλη κοιμάται!

 

ΦΩΣ-2

Η αλήθεια είναι
πως η ιστορία μας
δεν καταδέχτηκε ποτέ
τα τσίγκινα υπόστεγα
ούτε καν τα ληγμένα ταβάνια
κι ας έσταζαν μύθους και θεούς
στις μεγάλες καταιγίδες

κρατούσε αγκαλιά ένα άγριο περιστέρι
κι έπλεκε στίχους
να ημερέψει τα φτερά του
ύστερα ξέντυνε
το πιο γλυκό φθινόπωρο απ’ το βλέμμα του
και το κρεμούσε περιπαιχτικά
στις τεθλασμένες γωνιές του κεραυνού

πόσα νεκρά φθινόπωρα
σ’ ένα μόνο αγριοπερίστερο βλέμμα.

 

ΕΝΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ

Κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση
να ξαποστάσεις
τους φόβους σου
εντός της
άκαμπτος
αλλά με τη γνώση
πως η απάντηση
βρίσκεται εκτός των τειχών
λίγο πριν την τελεία
και πρέπει
να τη συναντήσεις
πριν βραδιάσει
το φως του φεγγαριού
πλανεύει
ακόμα και τους μυημένους.

 

ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΣΕ ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Αμάρτημα γλυκό
σε φθαρμένη λίστα αναμονής
περιμένει
να υψωθεί στο φως
απέριττο γυμνό εσωστρεφές

λιωμένες ικεσίες οι κραυγές του
αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη
πνίγοντας την ντροπή τους
στην αλμύρα του ιδρώτα
ταπετσαρία πολύχρωμη
η ανάγκη αγκαλιάζει τους τοίχους
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες
θιγμένης αξιοπρέπειας
σε ειδικά ράφια
χαμογελαστής υποτέλειας

όσοι παραιτημένοι προσέλθετε!

 

ΛΕΞΕΙΣ

Αγαπώ τις λέξεις
γιατί είναι δυνατές
αγαπούν
προδίδουν
προσδίδουν
αμφιβάλλουν
δακρύζουν
μα ποτέ δε λυγίζουν
δεν επαίρονται
δεν υστερούν

ξέρουν να αντέχουν την αλήθεια
να δωρίζουν τη συνήθεια
ξέρουν να κρύβονται στη σιωπή
να γυρεύουν τη στιγμή
μισούν την αποστήθιση
λατρεύουν την πεποίθηση

ξέρουν να στέκονται ψηλά
όταν η ευτελής μετάφραση
πληγώνει την ουσία τους

οι λέξεις είναι δυνατές
και μόνο ο άνεμος
μπορεί να κλέψει την ψυχή τους. 

 

ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Οι άθλιες μαριονέτες
συνεχίζουν να ζωγραφίζουν
παγωμένες μέρες
στα παραιτημένα χαμόγελα
της συμβιβασμένης αγανάκτησης
όσο μηχανεύονται
την επόμενη επίθεση
στο προφανές

η παράνοια παρακολουθεί τις λέξεις
να δραπετεύουν
σε ενορχηστρωμένη παράσταση
αμείλικτης εξουδετέρωσης
κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

 

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΖΩΕΣ

Θα ξανάρθεις
ένα καλοκαιρινό βράδυ
που το φεγγάρι θα γονατίζει
στο τελευταίο τέταρτο
ν’ αδειάσει στη θάλασσα
τις τελευταίες ανεκπλήρωτες ευχές

ξυπόλυτη θα χορεύω στην άμμο
ντυμένη απροσδιόριστα ταξίδια
θα κρατάς ένα καλάθι γεμάτο αστέρια
τρυφερά θα τα καρφώσεις στα μαλλιά μου

η νύχτα θα πλέκει
δαντελένια φυλαχτά στις λέξεις
να ξορκίσει τον άνεμο
μην κλέψει την ψυχή τους
κι όλο το φως στα μάτια μου
στιγμή από αλάβαστρο
που διένυσε δεκατρείς ζωές
σε μυστική παραίσθηση
να σ’ ανταμώσει.

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΙΓΑΣΗ

Παγωνιά ήχος τρισύλλαβης αποστασιοποίησης
επικίνδυνο σχήμα το συναίσθημα
συλλαβίζει την παραίτησή του
σε αναρτημένους τίτλους
παρηκμασμένης σωτηρίας

η επιβίωση αλυχτά στα προσχήματα
όσο η αγέλη κεντά την ερημιά της
στον επίλογο γενναιόδωρων χαμόγελων
κι η αναπνοή συνεχίζει
να ζεσταίνει την απορία
όσο οι λέξεις
απενοχοποιούν την αναίδεια

σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα
μιας κατασκευασμένης ευτυχίας
που πια δεν μπορεί
να επεξεργαστεί το παράλογο
και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει να αγκαλιάζει
λίγες στιγμές αυτογνωσίας
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι μικρές μας ιστορίες
πριν από μας υπήρξαν
κι εμείς δανείζαμε
το βλέμμα μας
να σμίγουν πριν βραδιάσει
ξεφλουδισμένες οι εποχές
τα χείλη μας να συλλαβίζουν
καλλωπισμένες συνταγές
αποξηραμένης ευτυχίας
το σώμα μας
πύλη εύπιστη να εισβάλλει
αισιόδοξη η φθορά
πλαστογραφώντας βήματα γενναία
κι όλες οι μέρες έτριζαν
στα ίδια ξύλινα πατώματα

κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε
κι οι τοίχοι ξέρουν να διαβάζουν
μονάχα την αλήθεια.

 

ΕΝΑΣ ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ένας ψεύτικος άνθρωπος
ευσυνείδητα κυκλοφορούσε ανάμεσά μας
κρατούσε ένα ποίημα σφιχτά στο στήθος
τινάζοντας σχολαστικά όσες από τις λέξεις
εναρμονίζονταν με τους χτύπους της καρδιάς του

ένα δάσος φορούσε για πρόσωπο
εκεί μπορούσε να ανιχνεύει
μεταθανάτιες παρομοιώσεις
κάθε που οι εποχές τέλειωναν μέσα του

κάτω από πέτρες που μύριζαν θάνατο
του άρεσε ν’ απολαμβάνει την καινούρια του γέννηση
στου σκορπιού το δάγκωμα χαρίζοντας
το προσωρινό του δέρμα

σ’ έναν ψεύτικο άνθρωπο
άρεσε να κυνηγά μαύρες πεταλούδες
πατώντας στις μύτες του εαυτού του
κι ύστερα ν’ αποξηραίνει στην ψυχή τους
τα δικά του φτερά.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Περιοδικό «Μανδραγόρας», τχ. 57, Δεκέμβριος 2017
Η εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης της Νιόβης Ιωάννου

Για τον Peret –που παρέμεινε ως το τέλος ανυπότακτος υπερρεαλιστής– το αφετηριακό αίτημα του σουρεαλισμού δεν έπαψε ποτέ να είναι η επανάσταση της υποκειμενικότητας. Ο σουρεαλιστής ποιητής όμως αντί να προσπαθεί να υποτάξει την ποίηση στους σκοπούς του, αφήνει τους συνειρμούς ελεύθερους να υποτάξουν εκείνοι την ποίησή του, μιλώντας στη γλώσσα μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας. Επικαλείται επικαλείται εικόνες και εκφράζει την εσωτερική ανάγκη απελευθέρωσης των συναισθημάτων, που αγγίζουν τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, μακριά από την εργαλειακή χρήση του Λόγου.
Το δρόμο αυτό της υπερρεαλιστικής άρνησης του έλλογου ακολουθεί με την τελευταία της ποιητική συλλογή, «εις άτοπον» (Μανδραγόρας, 2017), και η Νιόβη Ιωάννου. Η Ιωάννου κινείται στο χώρο του υπερρεαλιστικού στοχασμού. Με τη δυναμική της έκφραση φιλόσοφοι πάνω σε καθημερινά στιγμιότυπα για τη ζωή τον άνθρωπο και την κοινωνία. Στοχασμοί και στιγμιότυπα συνδέονται με τη σουρεαλιστική συνειρμικότητα που ξαφνιάζει και μελαγχολεί.
Η ποίηση της Ιωάννου αφήνει τον ακροατή/αναγνώστη να μετεωρίζεται ανάμεσα στις υπαρξιακές της αγωνίες, γοητευμένος από τις πρωτότυπες μεταφορές. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων μέσα στα ποιήματα ξαφνιάζουν το κοινό. Παρομοιώσεις και μετωνυμίες στολίζουν την ποιητική της έκφραση προσδίδοντας μία μαγική εικαστική διάσταση στη στιχουργική της.
Η νοηματική ρευστότητα που γεννά η σουρεαλιστική έκφραση γίνεται χείμαρρος μέσα στη συνειρμική κίνηση του στίχου. Ταυτόχρονα, η απουσία σημείων στίξης συμπλέκει τους στίχους σε ένα αδιάσπαστο σύνολο μέσα στη ρευστή στιχουργία κι εικονοποιία. Ο θρυμματισμένος στίχος εντείνει την αίσθηση της ρευστότητας αυτής. Ταυτόχρονα, όμως, με τις παθήσεις που επιβάλλει οξύνει τη συναισθηματική ένταση και την απογοήτευση με την αγωνία.
Ο υπερρεαλισμός όμως δεν προσφέρει απλώς μία εικαστική διέξοδο στην έκφρασή της. Βαθιά ριζωμένος στη στιχουργική της παραδίδει σε ένα σπάνιο βάθος την υπαρξιακή προβληματική της ποιήτριας για το χρόνο και τη μνήμη και τη φθορά . Με την επίκληση των αισθήσεων και των συναισθημάτων, μέσα σε μία απρόσμενη χρήση του λόγου, καθιστά το κοινό συμμέτοχο των υπαρξιακών αγωνιών της.
Απέναντι στο αμλετικό άγχος, που η ίδια η ανθρώπινη ζωή επιβάλλει, με φροϋδικούς όρους, η ποιήτρια επιστρατεύει τον υπερρεαλισμό ως μέσο άμυνας. Το παράλογο και ο συνειρμικός μετεωρισμός του νοήματος την προστατεύουν από το αίσθημα την άρνησης και την καθοδηγούν ως φαντασίωση στο κυνήγι του ιδανικού κόσμου. Ένα συναίσθημα ανικανοποίητου που φλερτάρει με τον θάνατο εμποτίζει τις συνθέσεις της .
Κι οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως πρόκειται για μία ποίηση εσωτερική. Ενώ όμως δίνει μία αίσθηση στατικότητας στις περιγραφές, η στιχουργική κίνηση μέσα στην συνειρμική αλληλουχία των εικόνων θέτει σε κίνηση όλο το κάδρο. Την ίδια στιγμή οι λέξεις που η ποιήτρια επιλέγει, ασυνείδητα συνδέονται από τον ακροατή με την αίσθηση της κίνησης, έστω κι αν τούτη είναι νωχελική . Άλλες φορές η κίνηση συνυποδηλώνεται με τη χρήση του αφηγηματικού/κινηματογραφικού ενεστώτα ή του μέλλοντα ή χρόνων με εξακολουθητικό ποιόν ενέργειας. Την αίσθηση της κίνησης ενισχύει και η συχνή παρουσία πουλιών και πεταλούδων. Ειδικά οι «πεταλούδες» προσφέρουν μία σπάνια ζωντάνια στο καναβάτσο.
Ταυτόχρονα, όμως, τα πουλιά υποθάλπουν και μία εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης. Και είναι χαρακτηριστική σε όλη τη συλλογή η ανάγκη της ποιήτριας να δραπετεύσει, συναισθηματικά και αισθητικά. Η συχνή παρουσία «παραθύρων» καθρεφτίζει την επιθυμία απομάκρυνσης από τους σκονισμένους κλειστούς χώρους , όπως και η χαραμάδα στην πόρτα . Έτσι το «παράθυρο» μετατρέπεται σε ένα σύμβολο ψυχικής διαφυγής.
Την ίδια εκφραστική και συμβολική ανάγκη απομάκρυνσης υπηρετεί και η συχνή παρουσία του «ουρανού» και του «ορίζοντα» . Εκφράζουν την αναζήτηση του εξωτερικού χώρου ως σύμβολο αισιοδοξίας και ελευθερίας. Όταν ο άνθρωπος ζει –ή έτσι νιώθει– στην άκρη του γκρεμού απειλούμενος, η «θάλασσα» γίνεται το ποιητικό μέσο δραπέτευσης . Έτσι το υγρό στοιχείο εκφράζει τόσο την επιθυμία ως χώρος ταξιδιού και διαφυγής από την πραγματικότητα όσο και αισθητικά με τον χρωματισμό και την κίνηση που συνειρμικά η λέξη φέρει (αναλόγως και ο «ουρανός»). Έτσι το γαλάζιο σπάει εικαστικά τη μονοτονία του γκρι και του σκοταδιού, παράλληλα με άλλα χρώματα –συνήθως το κόκκινο– και τις οσφρητικές και ηχητικές εικόνες της.
Ένα άλλο βασικό σύμβολο στην ποιητική της Ιωάννου είναι η σελήνη. Το «φεγγάρι» –εκτός από την εικαστική παρέμβαση ως αντικείμενο ρομαντικής μελαγχολίας– αποτελεί και ένα βασικό σημείο αναζήτησης φωτός μέσα στην απογοήτευση. Η ποιήτρια απεγνωσμένα ψάχνει ακτίνες φωτός που να διώξουν το συναισθηματικό/ψυχικό σκοτάδι που την πολιορκεί. Και τούτο συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη δραπέτευσης.
Η σελήνη ως σύμβολο ρομαντισμού και μοναδικής πηγής φωτός στις νυχτερινές συνθέσεις απειλείται. Άλλοτε κινδυνεύει στο γκρεμό μισοφαγωμένη ή τραυματισμένη που λιώνει/στάζει και δέχεται τη βία κι άλλες φορές λειτουργεί ως καταφύγιο από τη μοναξιά και τον πόνο που βιώνει σε μία παρακμιακή κοινωνία, η οποία εκούσια φυλακίζεται σε σκοτεινούς χώρους.
Ωστόσο, η Ιωάννου δεν μένει απλά σε ένα συναισθηματικό και θολά αισθητηριακό παιχνίδισμα των λέξεων. Μέσα στην υπαρξιακή προβληματική, οπλίζει τη σκέψη του κοινού. Η ίδια μένει παρατηρητής της ζωής και των παθών της καταγγέλλοντας ή σαρκάζοντας όσα ενοχλούν έναν σύγχρονο άνθρωπο. Και τούτη η δραπέτευση αποκτά συχνά και χαρακτηριστικά κοινωνικής ανατροπής και αλλαγής όσων πληγώνουν τους ανθρώπους. Έτσι η κοινωνική διαμαρτυρία δένεται με την αγανάκτηση άλλοτε με υπερρεαλιστικές αλληγορίες και άλλες φορές έμμεσα.
Επιλογικά, με οδηγό την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα, η Νιόβη Ιωάννου μεταπλάθει ονοματικά σύνολα και νοήματα. Η σουρεαλιστική έκφραση μέσα στη στιχουργία της αγκαλιάζει τον ακροατή/αναγνώστη και με τις εξωλογικές συνδέσεις της προσπαθεί να το θεραπεύσει από την τρομακτική πραγματικότητα, από τη δικτατορία της λογικής απέναντι σε όσα μας τρομάζουν. Έτσι, ο υπερρεαλισμός της γίνεται ένα φωτεινό μονοπάτι της φαντασίας και του δυναμικού λόγου, απέναντι σε ό,τι ανούσιο ή φοβικό περιβάλλει την ποιήτρια.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 20/6/2018

Κινούμενα ποιήματα

Μια συλλογή κινούμενων ποιημάτων. Η έννοια της ρευστότητας. «ραγισμένοι/απ΄ το πρώτο φωνήεν/θα κοιταχτούμε/στα φώτα του δρόμου/σα να συμβαίνουν/όλα μακριά/σ΄ έναν καιρό/παιδικό/ανυπεράσπιστο/ που αρχίζει/ Αγαπώντας». Δίχως σημεία στίξης, δίχως κεφαλαία και όμως ο ρυθμός της ανάσας και του ειρμού δεν χάνονται ούτε στιγμή. Εικόνες αλλεπάλληλες με ταχύτητα πορείας που δεν εμποδίζει την κατανόηση. Ποιήματα αλλεπάλληλων καρέ κινηματογραφικής γραφής. «όμως μια μέρα μακρινή/θ΄ανοίξεις το βορεινό παράθυρο/κόντρα στην άνοιξη των θνητών/να χαϊδέψεις/ το δέντρο με τα κόκκινα φύλλα/με τρόπο τρυφερό κι οικείο/να μαζέψεις τα μάτια των πουλιών απ΄ το περβάζι/-με όλες τις παρουσίες που δεν έγιναν-/πριν να νυχτώσουν και χαθεί η μνήμη τ΄ ουρανού/απ΄ τα μαλλιά και τα λόγια μας». Αφαίρεση, ναι αφαίρεση, και οικονομία που ευνοούν την ευτυχία του λελογισμένου πλούτου. Όλβιος ο ταξιδιώτης εδώ γιατί μπορεί και συμμετέχει στο πάθος των γεγονότων παρά την απόσταση, παρά την οδύνη, παρά το σύνθετο της συντριβής. Χιλιάδες λέξεις με συνάφεια ως αποτέλεσμα. Ακόμη και οι αντιθέσεις δεν είναι παρά λογικές επιτάχυνσης. Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας σε μια και μόνη προθήκη όπου τα βεβαρυμμένα ως εκ φύσεως επίθετα συμβάλουν στην ελαφρότητα του ορυκτού. Όπως αφήνει το έδαφος μια Κόρη από μάρμαρο, με χέρια σφιχτά στους μηρούς, και φεύγει έγχρωμη κι ωστόσο λευκή, ολόλευκη. Τα φτερά της βαρύτητας ποτέ δεν φαίνονται, ποτέ δεν ακούγονται. «για να σωθούμε/κρυβόμαστε κάτω απ΄ το μεγάλο τραπέζι/ορίζοντας πλεγμένος με ψιλό βελονάκι/επαναλάμβανε την ίδια εκρού ανεμώνη ξανά και ξανά/ώσπου κατέληγε στο πάτωμα/ μέσα από μια οπτική σφαιρικής εχεμύθειας/να σέρνεται σε καλογυαλισμένα παπούτσια/-ήτανε σίγουρο πως ποτέ δε θα ΄φταναν στο χείλος του γκρεμού-/η Μαρία δεν ήθελε να σωθεί/βάδιζε κάθε μέρα ξυπόλυτη ως εκεί που τέλειωνε το δωμάτιο/ύστερα πάλι πίσω…». Όπου ο χρόνος, η ηλικία και οι άγιοι συμπλέκονται. Σώμα από μείγμα μετάλλων το ποίημα. Όχι σποδός αλλά μάγμα παχύρευστο. Κάθε ποίημα κι ένα σύννεφο που ακολουθεί το μάτι προς τον ορίζοντα του κατανοητού.

Ποίηση, γροθιά – γροθιά, απλωμένο χαλί από είδη αγριολούλουδων στο χιόνι των σελίδων. Άρωμα και χρώμα και γεύση που υποπτεύεσαι στο στόμα ενός μακρινού ρήτορα κι ωστόσο πλάι σου, στην αγκαλά σου, μέσα σου. «αποσύρομαι εχέμυθη/κρατώντας/σημειώσεις με την πλάτη στον τοίχο/η ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα/είναι συμπτωματική/για του λόγου το αληθές/σβήνω τα μάτια απ΄ τις λέξεις/άλλα μάτια δεν έχω». Λιτότητα όπως η παλέτα μιας αγιογραφίας. Χρώματα καθαρά, περιγράμματα ξεκάθαρα, νόημα που συλλαμβάνεται ακριβώς στο σημείο του ασύλληπτου. Με κανένα τρόπο δεν μιλάς για στεγνό, αδιαπέραστο τοίχο, αλλά για υγρό ουρανό, για παλλόμενη υπόθεση· για κυματαγωγή μιλάς. Κλείνεις το βιβλίο και σαν να αποβιβάζεσαι από τρικυμία. Σε λίγο ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ήταν ένα κομμάτι ζυμάρι και τόση ώρα, πόση ώρα δεν μπορεί να πει, πλάθονταν στην έμπειρη, στην διάπυρη παλάμη του δημιουργού. Αμήν.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΠΟΧΟΛΗ

FRACTAL 6/12/2017

Η συμπόρευση της ποίησης

Η ποίηση είναι ένας υπαινιγμός. Σχόλιο στο τυχαίο του κόσμου, στο ηρακλείτειο «άελπτον», στο απρόβλεπτο και αφανές, στο άτοπον. Η ποίηση είναι μία συμπόρευση. Στην απρόβλεπτη επανάσταση της ζωής, στο αναπάντεχο, πέρα από κάθε σκέψη προσμονής, γεγονός, που έρχεται για να αναθεωρήσει τις ζωές μας και να τις τοποθετήσει σε νέα μοίρα, απρόβλεπτη, μοίρα όμως ουσίας και συνειδητής βίωσης των πραγμάτων. Η ποίηση είναι η τρυφερότητα στο άγγιγμα του λόγου, τρυφερότητα, που τη μαρτυρεί η αρχαία ετυμολογική της απαρχή, στενά συνδεδεμένη με την απαλή πόα, το δροσερό λουλούδι των απότομων ομηρικών βράχων και των ησιόδειων ψηλών βουνών. Η ποίηση είναι ο ίδιος ο θρίαμβος της αβρότητας στην σκληρή, καθεστηκυία, συμπαγώς προβλέψιμη, εξέλιξη των ροών του βίου.

Αυτή την εμπνευσμένη στις ανατροπές της ποίηση ανιχνεύουμε στην νέα ποιητική συλλογή της Νιόβης Ιωάννου από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (2017), με τον χαρακτηριστικό τίτλο Εις άτοπον, που από μόνος του συνιστά έναυσμα φιλοσοφικής, στοχαστικής, διαπραγμάτευσης. Και αυτήν την ποίηση αγαπάμε, την ποίηση που καταδεικνύεται όπως εδώ, βακτηρία και πολύτιμο πνευματικό στήριγμα στην αμετάκλητη πρόκληση, στην δυσοίωνη αλλαγή, που όμως δεν οδηγεί στην φθορά της παραίτησης, αλλά στην ανανέωση της στόχευσης. Και όλα αυτά με ένα προσωπικό λογοτεχνικό ύφος, το ύφος της Νιόβης Ιωάννου, λυρικά αισθαντικό, ξεχωριστά προσωπικό και συνάμα ευφυές στη μεταβλητότητα που ευαγγελίζεται. Ό,τι μεταβάλλεται, επιβιώνει, αυτό που ο χρόνος με την αλλαγή και την αλλοίωση φθείρει, η ποιητική γλώσσα το κάνει να διαρκεί, ακριβώς γιατί το εξελίσσει με την διαρκή ανανέωση στη ματιά και την εσωτερική διαπραγμάτευση.

«Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που με επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο»

(Εις άτοπον)

Ο φόβος, ο τρόμος, ο εγκλωβισμός στην επιθυμία, οι μνήμες που πονούν γίνονται φυλακή και εσωτερική αναγκαία δύναμη απολύτρωσης, το πρώτο σκαλοπάτι στη πορεία της γνώσης. Ο ενδιάμεσος σταθμός, το τίποτα. Η πραγματική, «εις άτοπον», εποικοδομητική-σχήμα οξύμωρον όπως υπονοείται εδώ-ανατροπή.

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω ποτήρια με
χείλη κεφαλαία μικρά
το σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπά
στο παράθυρο

(Φοβάμαι)

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δύο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σχοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί από τις χούφτες του

(Με τρόμο)

με ξένες μνήμες
ονειρεύτηκα
κόκκινα ψάρια
από άλλων τρικυμίες
πηδούσαν
απ’ το παράθυρο
όταν έσβηνε το φως

(Μνήμες από λέπια)

έμαθα πως
ρωτούσες για μένα
το σιωπηλό μου φόρεμα
κρατώντας
αγκαλιά
όμως κανείς δε με γνώριζε
μνήμη
από χίλια σκοτάδια το σώμα μου

(Έμαθα)
εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω

(Τίποτα)

Οι λέξεις είναι σηματοδότες. Και ορίζουν τη μορφή της σκέψης στο δημιουργικό χάος του τροφοδότη νου. Με τον μικρόκοσμο των λέξεων, λέει ο δοκιμιογράφος Χρίστος Τσολάκης, ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης, του ανθρώπινου μόχθου. Γέφυρα όμως στην άπειρη αφυπνισμένη συνειδητότητα, το «τίποτε», που η ποιήτρια καθοριστικά προβάλλει• το καθαρτήριο της σκέψης, ο ιδεατός ά-τοπος χώρος, στον οποίον η πνευματική υπόσταση καθαίρεται από τις δανεικές έξωθεν ιδέες και κρίσεις που γίνονται δεσμώτες, ακριβώς γιατί «κτίζουν» έναν λεπτοφυή, δεύτερο, επίκτητο, εαυτό που φυλακίζει. Το «τίποτε», το προσωπικό «τίποτε», εκεί που η ατομική πνευματική αρχή στοχεύει «εις άτοπον», γιατί απελευθερώνεται. Λυτρώνεται από την πνευματική φενάκη, που άδηλα την καταδυναστεύει και προβάλλει την ξένη ιδέα ως οικεία. Ο άχρονος και γι’ αυτό αιώνιος κόσμος του «τίποτε», εκεί όπου ο άνθρωπος αποδεσμεύει τον έγκλειστο εσωτερικό πυρήνα του κι ανακαλύπτει την αληθινή πηγή της αυτογνωσίας του. «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα», διατείνεται ο Σωκράτης, «μη λεωφόρους οδούς στείχειν», συμβουλεύει ο Πυθαγόρας, «σε μία ψυχή τελείως ελεύθερη από σκέψεις και συναισθήματα ούτε η τίγρη δεν μπορεί να μπήξει τα νύχια της» αποφαινέται η στοχαστική θυμοσοφία της Ανατολής. Και αυτήν την πνευματική παρακαταθήκη γενεών, λαών και πολιτισμών μας θυμίζει με τη σεμνή, προικισμένη, γραφή της η Νιόβη Ιωάννου.

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-

το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τα απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

(Πίσω μη δεις)

Η ποίηση δεν είναι αναπόληση εαυτού και αυτοκριτική. Δεν είναι έκφραση ατομικού ή συλλογικού συναισθήματος, κραυγή ψυχής και αποφόρτιση εσωτερικού βάρους, δήλωση έντονων προσωπικών και κοινωνικών στιγμών, αντίδραση στη δράση. Αυτά είναι τα πρωτόλεια βήματα της ποίησης, αναγκαία βέβαια, αλλά όχι πρωτεύοντα, αναβαθμοί ωστόσο μίας ανέλιξης που οδηγεί στο καίριο, το κύριο, στο ουσιώδες, τίποτε άλλο πέρα από την ανακάλυψη και αφύπνιση του ίδιου του πνεύματος. Γιατί η ποίηση, μόνο τότε είναι μεγαλειώδης, όταν φιλοσοφεί και συν-κινεί πνευματικά και τέτοια ποίηση υπήρξε στο παρελθόν και έθρεψε την ανθρωπότητα, με εκκίνηση τον Όμηρο και συνέχεια άλλους μεγάλους λογοτέχνες, Έλληνες και ξένους. Γιατί είναι αναντίρρητη η αλήθεια ότι η πνευματικότητα, μόνο όταν τροφοδοτηθεί με συγκίνηση, αποκτά νόημα και μπορεί να εκφράσει σε δυσθεώρητα ύψη το μέγεθος και την αξία της ανώτερης ιδέας, που άλλως θα έμενε στο επίπεδο μίας απλής παράστασης πόνου, το περισσότερο μίας κομψής ελεγείας. Κι εκτιμούμε τους ποιητές εκείνους που πίσω από το έργο τους αφήνουν να εννοηθούν οι ελιγμοί του πνεύματος που υφέρπουν και οι δημιουργικές θεωρητικές ενατενίσεις. Κάτω από το πρίσμα αυτό η ποιητική εργασία της Νιόβης Ιωάννου μας προσφέρει πολλές και γόνιμες εσωτερικές συνειδητοποιήσεις και ενοράσεις. Κι εκτιμούμε την ποίηση που πλαταίνει ακόμη περισσότερο τους δρόμους όχι μόνο της ψυχής, αλλά και του νου.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 07/06/2017

Μοναχικός παρατηρητής του κόσμου

Napoli di Romania ή η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος…
ένα μικρό κοριτσάκι, γεννημένο στη Γερμανία, περπατούσε, έπαιζε, και χαιρόταν τη ζωή στα στενά σοκάκια του Ναυπλίου κι ένιωθε να διαβαίνει την ιστορία.
Κλειστός, μοναχικός χαρακτήρας, απόμακρη στις παρέες… κι όπως τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή μας… ο χαρακτήρας χτιζόταν μέσα σε ένα διαφορετικό εσωτερικά ψυχολογικό, και πνευματικό περιβάλλον.
Έδειχνε το διαφορετικό, που αποδεικνύεται σήμερα να έχει ακολουθήσει, τον δύσκολο δρόμο του λόγου. Όλα λειτουργούσαν στο υποσυνείδητο της, παιδάκι ήταν και δεν το αντιλαμβανόταν.
Όταν έπρεπε να μάθει ένα ποίημα για τις σχολικές γιορτές, η κυρία Παναγιώτα, η μητέρα της, της έγραφε στο μαγνητόφωνο το ποίημα και το έβαζε να παίζει όλη μέρα, για πολλές μέρες, μέχρι που στο τέλος, η μικρή, θέλοντας και μη, το μάθαινε.
Και τα χρόνια περνούν, τα βήματα στα στενοσόκακα μεγαλώνουν μέσα σε μια εφηβεία γεμάτη σκιρτήματα πρωτόγνωρα κι ερωτήματα, για τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις και όλα τα παρεπόμενα τους.
Με ενδιαφέρον και περιέργεια, μπροστά στις αναζητήσεις και τα ερωτήματα της, επιδόθηκε μέσα από την πρώιμη ποιητική γραφή να δίνει τις δικές της απαντήσεις και εκδοχές.
Η μητέρα της που διάβαζε τα γραφτά της άρχισε να την θεωρεί αντισυμβατικό χαρακτήρα, με μια αίσθηση θαυμασμού όμως που προσπαθούσε να την κρύψει για να μην πάρουν τα μυαλά της αέρα.
Την καμάρωνε μέσα στη σιωπή της γιατί κι εκείνη ήταν απειθάρχητη με τα κακώς κείμενα της ζωής.
Αρκετές ήταν οι φορές που η έφηβη κοπέλα, πήγαινε σε εγκαταλειμμένα σπίτια, έμπαινε μέσα κρυφά κι ανάμεσα στα σκονισμένα αντικείμενα ξεδίπλωνε τις σκέψεις της στο χαρτί κάνοντας τις λέξεις ν’ αλυχτούν στην όψη της μνήμης, μ’ απρόσμενες στιγμές μπροστά στο χρόνο να στέκουν επίμονα στο φέγγος της νύχτας.
Ήταν οι στιγμές που η εις Άτοπον απαγωγή, άρπαζε το μυαλό της… το οδηγούσε μακριά από τη τυπική λογική προς τη συλλογιστική μέθοδο. Επάνω στο λευκό χαρτί αποτυπώνονταν οι προθέσεις των σκέψεων της φανερώνοντας την υπερβατική προσωπική της αλήθεια. Την αλήθεια ενός άδολου κόσμου που έκρυβε στη ψυχή της απέναντι στις αντιθέσεις της ζωής, του τι είναι σωστό και τι λάθος
Λάξευε τις λέξεις μέσα στις πρώιμες αβέβαιες νεανικές διαπιστώσεις… η πρώιμη φωνή της δεν είχε αντίκρισμα, ήταν όμως εκείνο το μολύβι που χάραζε μέρα τη μέρα σχήματα στην άμμο… που έχτιζε κομμάτι κομμάτι, νοερά το μέλλον, κοιτάζοντας πάντα, δίχως φόβο, κατάματα τ’ αστέρια να αρνούνται να δώσουν εκείνο το απτό νόημα στη μοναξιά της θάλασσας.
Η έφηβη κοπέλα της Napoli di Romania μεγαλώνει σ’ έναν χρόνο που τρέχει αμείλικτος, επάνω σε χειμώνες και καλοκαίρια με μια άλλη ειλικρίνεια,
αμετάκλητη στη μακρόχρονη πείρα της μεταμόρφωσης αφήνοντας να παίζουν πίκρες και χαμόγελα στα χείλη της, ενώ σωπαίνοντας οι στιγμές της φλυαρούν για το αίμα που στάζουν τα ασύνορα βλέμματα…
Μέσα σε εκείνα τα χρόνια, σπουδάζει και τελειώνει στην Αθήνα τη Γαλλική Ακαδημία. Με ένθερμη προσήλωση μεγαλώνει ένα υπέροχο παλικάρι, το γιο της τον Αλέξανδρο… αλλά ποτέ δεν σταματά να γράφει ποιήματα…
Οι λευκές σελίδες ως ένα σφιχτοδεμένο δίχτυ λέξεων παγίδευαν το πλέγμα των φράσεων κρατώντας τη διαχρονικότητα τους, παρά τον αδιάφορο χρόνο που μεσολαβεί πάντα στα ανθρώπινα, να μπορούν πάντα να διατηρούν την αλήθεια της προσωπικής της έκφρασης, όπως τότε σε εκείνο το δωμάτιο.

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

από τη συλλογή Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας

Κι ότι δεν της αρκούσε, κι ότι δεν της αρκεί, βρίσκει διέξοδο μέσα στην ποίηση, ξαναδημιουργεί τη ζωή, από την αρχή… της δίνει σχήμα, την επινοεί μέσα από κάθε ιδέα, κάθε σκέψη και μέρα τη μέρα γινόταν… έγινε τελικά, στάση ζωής.
Ιδεατές οι απόψεις της για τα ουσιώδη κεφάλαια της ζωής… ιδιαίτερα το αίσθημα της δικαιοσύνης ήταν και είναι πάντα το χαρακτηριστικό στοιχείο της που την έκανε και την κάνει να αντιδρά στην αδικία, πιστεύοντας βαθιά μέσα της πως πάντα θριαμβεύει το καλό.
Όμοια όμως πίστη τρέφει και για τα υπόλοιπα σημαντικά κεφάλαια όπως τη γέννηση το θάνατο… την ποθητή αγάπη, αλλά κυρίως εκείνο της διαιώνισης, την αρχή όλων, τον έρωτα, που τον χειρίστηκε με έκφανση πλατωνική για να περισώσει, να προστατέψει ίσως, όσο γινόταν την απομυθοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων.
Συνεπώς, η ποίηση όλο και πιο πολύ γινόταν η αναγκαία της απεικόνιση ενός ρεαλιστικού κόσμου, καθώς η ίδια -η ποίηση- της έθετε ένα σημαντικό όριο μέσα στη φιλολογία της εν πολλοίς υπερρεαλιστικής εκφραστικότητας της, σε στΗχο πλάγιο και μόνο

Και καθώς μέσα στους στίχους της εκφράζεται μια υπέρμετρη δυναμική… βλέπουν το φως τρεις ποιητικές συλλογές.
Φως – πλην δύο, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη… Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις Οσελότος.. Εις άτοπον, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Στους στίχους της εκφράζεται το αίσθημα του ανικανοποίητου, της αναζήτησης του ιδεατού… της ταύτισης με το απόλυτο της ψυχής.

Ακόμη και στις συνοπτικές πεζογραφικές, de profuntis αναφορές, γεμάτες υπαινικτικά στοιχεία και αλληγορίες, τύπου Μπωντλέρ, αφήνουν έντονη την αίσθηση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου.

Κείμενο

Έκλεισε δυνατά την πόρτα. Το δωμάτιο αναβόσβηνε μαζί με το χαμογελαστό της πρόσωπο στην κορνίζα. Τελευταία όλα έμοιαζαν σα να συνέβαιναν εδώ και κάπου αλλού ταυτόχρονα. Πήγαιναν κι έρχονταν αθόρυβα, μεταφέροντας το θάμπος των στιγμών που ζητούσαν να παραμείνουν ανεξιχνίαστες. Η μουσική απ’ το πλαϊνό δωμάτιο όλο και δυνάμωνε. Το τραπέζι στρωμένο από πέρυσι τέτοια μέρα. Πεινούσε και κρύωνε. Ξάπλωσε στον καναπέ και κάρφωσε τα μάτια του στο ταβάνι. Παρακολούθησε τη μικρή αράχνη που ύφαινε στον τοίχο τον ιστό της. Εδώ κι ένα χρόνο του κρατούσε συντροφιά. Του άρεσε να την αφήνει να μπερδεύεται στις σκέψεις του, να πλέκει διαδρόμους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Βούλιαξε μέσα στο τριμμένο παλτό κι ανάσανε κοφτά στο σπασμένο μικρό καθρεφτάκι. Αν είχε πεθάνει θα μπορούσε τουλάχιστον να δει τη μορφή του. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά. Το δωμάτιο αναβόσβηνε πιο γρήγορα. Αυτή η απαλή επιστροφή στο τίποτα τον έκανε να φοβάται όλο και λιγότερο. Παρατήρησε τις δυο μεγάλες ρυτίδες που χαράκωναν το μέτωπό του… τα μαλλιά του που είχαν ασπρίσει…

Ένας λόγος που θέλει να επουλώσει βαθιές πληγές μιας αποκρουστικής πραγματικότητας, να διαχύσει φως σε σκοτεινές ψυχές από συμπεριφορές που αιμορραγούν πληρώνοντας η ίδια για όσους δεν ξεχωρίζουν τις αξίες και μένουν έρμαιοι σε μια ζωή χωρίς ουσία.
Σαν μοναχικός παρατηρητής του κόσμου γράφει σε άλλη διάσταση σαν να μην αποτελεί σώμα του. Η διαφορετικότητα της σκέψης και η υπερβολική προσωπική ευαισθησία δεν μπορεί να την εντάξει σε καμιά κοινωνική ομάδα. Πολλές αχτίδες πλημμυρίζουν το νου της, όπως γράφει στο ποίημα που ακολουθεί Στη Σοφίτα, από τη συλλογή σε στΗχο πλάγιο και μόνο

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο
ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
δε με συμπάθησε ποτέ
των αριθμών η ακρίβεια
κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις οσελότος 2014

Σιωπηρά αφοσιώνεται στα δικά της ψυχικά βάθη κι εκφράζεται στα ίδια σκοτάδια της νύχτας πίνοντας γέλια του δρόμου μαζί με αλήθειες και ανθρώπινους θυμούς αφήνοντας πάντα την πόρτα των σκέψεων της μισάνοιχτη να μοιάζουν φαινομενικά όλα ετούτα σε μια ακίνητη γραφή, αλλά τόσο ευέλικτη που οδηγεί τις σκέψεις μας σε νέες κατευθύνσεις υποβάλλοντας μας να ψάξουμε και να προβληματιστούμε, στο δικό της ποιητικό μύθο.
Υπερρεαλισμός μέσα από συναίσθημα… αυτός είναι ο όρος που δίνω στη τελευταία της ποιητική συλλογή, Εις Άτοπον από τις εκδόσεις Μανδραγόρας και τούτο γιατί με πεποίθηση στέκει νηφάλια στο χάος των λέξεων με μια τεχνική αρτιότητα που είναι το προσόν της έκφρασης της να μας βάζει στην ατμόσφαιρα της, να θέλγει τα συναισθήματα μας και να μας αρέσει να διαβάζουμε πέρα απ’ τα συνήθη σαν κάτι σαν τίποτα.

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας 2017

Υπερρεαλισμός στα ίδια απογεύματα, πίνει γέλια και θρήνους των δρόμων και ξεχνιέται έρμαια κλεισμένη στη υπομονή της δημιουργίας. Εις Άτοπο χρόνο κάνει τον λόγο αιώνιο και πάντα επίκαιρο, να συναντιέται μετά από χρόνια στο άπειρο με μια διαχρονικότητα που θα έχει τη δύναμη να λιγοστεύει το χρόνο και να αποδεικνύει πως στέκεται ως η συνεπέστερη εκπρόσωπος της υπερρεαλιστικής έκφρασης.

 

ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ

FRACTAL 25/1/2017

Η ποίηση της Νιόβης Ιωάννου πυροδοτεί τη σκέψη κι απαλύνει το αίσθημα.

Ελέγχοντας απόλυτα τα εκφραστικά της μέσα, η ποιήτρια κρατάει τον ρόλο του παρατηρητή:

Εντοπίζει, καταγράφει και καταγγέλλει με σαφήνεια όσα απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο στην τέχνη, τις σχέσεις, τη ζωή.

Τα ποιήματά της αποστασιοποιημένα ως έναν βαθμό από το συναίσθημα, προκαλούν πρωτίστως τον στοχασμό και δευτερευόντως την συγκίνηση του αναγνώστη. Τα θέματα της είναι κυρίως υπαρξιακής φύσης, ακόμα κι όταν με λυρισμό περιγράφει ένα τοπίο ή ένα συνηθισμένο αντικείμενο. Η ποίηση της Νιόβης έχει ένα στοιχείο υπερρεαλιστικό το οποίο προσδίδει στο λόγο της δυναμισμό και στις εικόνες που δημιουργεί την αίσθηση του ανεξίτηλου. Οι λέξεις της χαράσσονται στην μνήμη και μέσα από το τέχνασμα της επανάληψης όπου αυτό θεωρείται απαραίτητο για έμφαση, σχηματίζουν εικόνες μεγάλης έντασης. Τα ιδιαίτερα τοπία που κατασκευάζει ώστε να μιλήσει για τον χρόνο, το θάνατο, το παιχνίδι της ζωής, την επιφάνεια και το βάθος των πραγμάτων, τη γεωγραφία της μνήμης και τις χωρικές συντεταγμένες του συναισθήματος, χαρακτηρίζονται από ένα ξεχωριστό, προσωπικό ύφος που οδηγεί τον αναγνώστη σε μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις, χαρίζοντάς του παράλληλα αισθητική ικανοποίηση. Συχνά προσεγγίζει το θέμα της χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της αλληγορίας, αφήνοντας τον αναγνώστη να ρίξει κλεφτές ματιές κάτω από την λουστραρισμένη επιφάνεια, κατευθείαν στο πυρήνα της ύπαρξης.

Στην ποιητική συλλογή «Εις Άτοπον» η Ν.Ι. ενεργοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη διερευνώντας θέματα όπως η προσωπική και η συλλογική μνήμη, η αλήθεια του θανάτου και τα ψέματα της ζωής, η τάξη των αντικειμένων κι η αταξία των συναισθημάτων, η μοναξιά και το σκοτάδι του ψυχισμού του ποιητή που ακυρώνονται από το ίδιο το ταλέντο του και την επιθυμία να φωτίσει τα διανοητικά και ψυχικά φαινόμενα.

Θα εστιάσω σε ορισμένα ποιήματα, αναδεικνύοντας την πολυσημία που ενέχουν κάποιοι στίχοι.

– Η προσωπική μνήμη συγχέεται με την συλλογική, πλάθοντας το υποκείμενο που ονειρεύεται, μέσα στο ποίημα, εικόνες που παρέχουν οι άλλοι, οντότητες που γλιστρούν από το περιβάλλον στον ενδόμυχο πυρήνα ο οποίος πολιορκείται από το ξένο και το ανοίκειο, δημιουργώντας στο υποκείμενο την αίσθηση ότι δεν ανήκει στον εαυτό του, ότι ο εαυτός του έχει καταληφθεί από απρόσκλητες μνήμες που παρέχει ο κόσμος, οι προηγούμενοι άνθρωποι, η ιστορία.

Η διαδικασία αυτή αποδίδεται εναργώς στο ποίημα που εκκινά με τη φράση «Μνήμες από λέπια με ξένες μνήμες ονειρεύτηκα…} και καταλήγει « και σκέπαζαν τα πράγματα γύρω σαν να μην έμοιαζαν να μην ήταν ποτέ δικά μου»

– Στο εκτενές, αφηγηματικό, ποίημα που αρχίζει με την πρωτοπρόσωπη ρήση «Θυμάμαι ήμουν σε κείνο το δωμάτιο…» η φαινομενικά νεκρή ποιήτρια παρατηρεί τον κόσμο πέρα και έξω από αυτήν, επισκοπώντας το πάτωμα, τα αντικείμενα, το πέταγμα των χελιδονιών μακριά ως το φεγγάρι και την επιστροφή τους στα στενά όρια του δωματίου όπου μεταφέρουν το μήνυμα της λύτρωσης, την ελπίδα της Ανάστασης.

– Με το ποίημα «Κατευθείαν στα χείλη» ένα παραδοσιακό ποιητικό μοτίβο, αποκτά μια αναπάντεχα διασταλτική σημασία – σας διαβάζω το ποίημα:

«Κατευθείαν στα χείλη
συνάντησα κι άλλους εκεί
φορούσαν παλιομοδίτικα
ρούχα
σα να μην ήθελαν ν’ αμφιβάλλουν για τίποτα
τα παπούτσια τους
καλογυαλισμένα
στενά και καχύποπτα
δεν ήξεραν να επιστρέφουν
με κοίταζαν κατευθείαν στα
χείλη
έκλεβαν τις λέξεις μου
και τάιζαν τα σκυλιά τους
έναν αιώνα μετά
ξέπλεναν τα χέρια τους
σχολαστικά κι επίμονα
να καθαρίσουν το αίμα»

Πρόκειται, κατ’ εμένα, για ένα ποίημα διασταυρώσεων, όπου συναντώνται και αντιπαρατίθενται ο ιστορικός με τον βιωματικό χρόνο, το προσωπικό με το απρόσωπο, το αυθόρμητο με το τυποποιημένο. Τα χείλη είναι τόπος συνάντησης, ο αισθησιασμός απορρέει από τα χείλη, όπως και ο λόγος που, σε αντίθεση με τις ρομαντικές φόρμουλες, δεν είναι μόνο μελίρρυτος και απαλός, αλλά μπορεί να είναι ψυχρός, σκληρός, συντηρητικός, καχύποπτος για να ταιριάζει με τα «καλογυαλισμένα, στενά και καχύποπτα παπούτσια». Αξιοσημείωτο είναι το πώς το ποίημα μεταδίδει, δίχως ευθέως να ονοματίζει, ένα ενοχοποιητικό συμβάν, το οποίο οι υπαίτιοι αναγνωρίζουν – γι αυτό και «έναν αιώνα μετά / ξέπλεναν τα χέρια τους / σχολαστικά κι επίμονα / να καθαρίσουν το αίμα»,

χωρίς όμως να νιώθουν οι ίδιοι ένοχα, «χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» – όπως θα λεγε κι ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής.

– Το ποίημα με τον επιτονισμένα ευπρεπή τίτλο «Επανήλθε η τάξις» διατρέχεται από μια λεπτή, στοχαστική ειρωνεία. Στον πρώτο στίχο, ο αριθμός «εφτά» δεν ενέχει κάποιο μαγικό συμβολισμό, αλλά δηλώνει το σύνολο από σακούλες σκουπιδιών που στοιβάζονται στην είσοδο. Τα σκουπίδια, με τη σειρά τους, διακρίνονται για το εύχαρο της όψης (είναι «πορτοκαλί») και της μυρωδιάς (έχουν «άρωμα λεβάντας») όπως ακριβώς δηλαδή διαφημίζονται τα προϊόντα εξωραϊσμού των καταναλωτικών λυμμάτων που πωλούνται στα σούπερμάρκετ. Ο χρόνος, όμως, συνεχίζει το φθοροποιό έργο του, κάτω από την ψευθαίσηση του περιτυίγματος – γράφει η Νιόβη Ιωάννου :

«πονάει ο σκόρος που τρυπώνει ύπουλα στα χρόνια»

Και συνεχίζει:

«η ντουλάπα στη θέση της πλέον
άδειασε πολλές φορές από σώματα»

Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιστροφή της παραδοσιακής μετωνυμίας – αντί για την χρήση ενός ρούχου ως έμμεσης αναφοράς στο σώμα που το έφερε πάνω του, γίνεται εδώ χρήση του σώματος για να δηλώσει το ρούχο που μες στην βουβή επιμονή του μας καλεί να το ‘τακτοποιήσουμε’ τώρα που το σώμα απουσιάζει, ώστε να ‘επανέλθει η τάξις’.

Σε αντίθεση όμως με τα «κουτάκια μπύρας» που αναφέρονται σε επόμενο στίχο, τα σώματα των ανθρώπων που έμειναν στο χώρο μας δεν ανακυκλώνονται.

Ο υπόλοιπος κόσμος θα συνεχίζει βεβαίως στους αδιατάραχτους ρυθμούς του με αντίτιμο όμως την επιλεκτική κώφωση, που μας προστατεύει από οτιδήποτε θα μπορούσε να ταράξει το εύτακτο παρόν:

«ούτε θ’ ακούσουν το κορίτσι που κλαίει όταν νυχτώνει
τα ρούχα που σφυρίζουν με τον άνεμο
πάνω στα δέντρα
πίσω στα χρόνια
μες στη ντουλάπα»

Θα τελειώσω με κάποιες σκέψεις επ’ αφορμή των στίχων:

«Φορώ το πρόσωπό σου όταν νυχτώνει
Τα παγωμένα μονοπάτια στο μέτωπο
Με τα τρεχούμενα λουλούδια στο βλέμμα»

Το πρόσωπο που δηλώνεται σε αυτούς τους στίχους δεν είναι επινοημένο, όπως συχνά συμβαίνει στη νεότερη ποίηση, αλλά αληθινό: προϋπάρχει του ποιήματος, και το υποκείμενο το αναλαμβάνει, στην προσπάθειά του να ταυτιστεί με τον άλλον – έναν ‘άλλο’ όχι απροσδιόριστο κι αφηρημένο, αλλά συγκεκριμένο και απτό:

«Τα χέρια σου φορώ»

δηλώνει η ποιήτρια, που επανέρχεται με απτικές μεταφορές – σαν να θέλει να ξορκίσει το άυλο της απουσίας – μιλώντας για κάποιον που
«έπρεπε να χαϊδεύει μια καρέκλα άδεια», ή για κείνον που άφησε
«δακτυλικά αποτυπώματα» στα πλήκτρα.

Η συνάντηση με τον άλλον δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά διαπερνά τον πυρήνα της έκφρασης:
«Τις λέξεις σου φορώπου συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα…»
ενώ ακόμη εναργέστερα βεβαιώνει:
«Τη γλώσσα που μ’ επινόησε μιλώ με τη φωνή σου…»

Η γραφή της Νιόβης Ιωάννου ανοίγει ενίοτε τον στοχαστικό της ορίζοντα προς τη διερεύνηση του ίδιου του ποιητικού φαινομένου, κι άλλοτε επιχειρεί να εμβαθύνει στα πάθη μας και τ’ ανεξόφλητα λάθη μας, θυμίζοντας μας διαρκώς πως η ποίηση είναι το εγχείρημα κατανόησης του εαυτού μας, μέσα από τον άλλον.

 

ΣΕ ΣΤΗΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

diavasame.gr.1/4/2015

Ηχούν οι λέξεις ρυθμικά σε μουσική συναισθημάτων άδηλων σε στήχο πλάγιο μόνο… Σύλληψη ενός ποιητικού λόγου πνευματικού, εκφραστικού και ωραίου. Να δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματα που εγείρονται μεταμορφωμένα σε εικόνες μιας εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, σε μια δημιουργία που προκαλεί αισθητική συγκίνηση.

Η Νιόβη Ιωάννου με το ταλέντο της, τη φαντασία, και τη δύναμη τής πνευματικής σύλληψης, με γνήσια και βαθιά ευαισθησία εκφράζει τις ψυχικές αγωνίες, τους ανθρώπινους πόθους και προσδοκίες, γίνεται δείκτης μιας διαπροσωπικής επικοινωνίας στον ουσιαστικό και ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ποιητικής τέχνης. Μια έκφραση απόλυτης γλωσσικής εκφοράς που σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική στα ποιήματά της, γιατί μας δείχνουν πώς να αισθανόμαστε την τέχνη του ποιητικού λόγου της. Λόγος που διακρίνεται για την ακρίβεια των λέξεων, υπηρετώντας πιστά την πλούσια ελληνική γλώσσα μας… Για τη δοτικότητα ελεύθερων εννοιών από ιδιοκατασκεύαστες δεσμεύσεις, όπως προλήψεις-δόγματα-ιδεοληψίες. Για την εκφραστική πλαστικότητα του ρυθμού απόδοσης, φανερώνοντας έμπρακτα την ποιητική αυτοτέλεια της συνολικής άποψης τής ποιήτριας.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, εγείρεται ο έρωτας και θα ολοκλήρωνα με ένα απόφθεγμα αυτή την ενότητα, με τη δυναμική και το πάθος που κυοφορούνται μέσα του: «Από αγάπη μπορεί και να πεθάνεις, από έρωτα μπορεί και να σκοτώσεις». Στη δεύτερη, αναγνωρίζεται έντονα το υπαρξιακό στοιχείο. Όπως ο Νίτσε, έτσι κι ο Σαρτρ, με τον δικό του τρόπο σκέψης και έκφρασης, προέτρεψε τον άνθρωπο να αναζητήσει το ηθικό χρέος του πέρα από τις ηθικές αρχές που έχουν καθιερωθεί παραδοσιακά. Σε αυτήν την πεπατημένη και η Νιόβη καταθέτει τη δική της άποψη προς αυτό το κοινό σημείο στην ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στον κόσμο, που καταδεικνύει συγκεκριμένα τον προβληματικό χαρακτήρα της, εννοώ την ύπαρξη… μέσα από τον ποιητικό της λόγο.

Στην τρίτη ενότητα διαφαίνεται ξεκάθαρα η αντιδραστική αίσθηση της ποιήτριας, για τα κακώς κείμενα της αστικής τάξης, όπου πασχίζει να τα επικρίνει με ποιητική βούληση ως απαραίτητη προϋπόθεση, για την πραγματοποίηση θετικών αλλαγών. Καταγράφει λες αποστασιοποιημένη από τα κοινωνικά, ψυχικά και αισθηματικά συμβάντα… αλλά ως αυθύπαρκτη οντότητα τα στηλιτεύει και τα καταδεικνύει με υπερβολική αφοσίωση, σφοδρή αγάπη για την τέχνη της, ως υποχρέωση υπερβολικού ιδανικού καθήκοντος. Το αποτέλεσμα άρτιο από κάθε άποψη – σαν καθρέφτης που αντικατοπτρίζει είδωλα, νοηματοδοτεί δημιουργώντας εικόνες για τη ζωή και τις ανθρώπινες αξίες, ιδέες και απόψεις.

 

ΦΩΣ-2

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ

Φως μείον δύο

«Φως μείον δύο» είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Νιόβης Ιωάννου και ίσως ένας τέτοιος τίτλος να ξάφνιαζε τους φυσικούς, δεν μπορεί όμως να ξαφνιάσει τους ποιητές. Όπως με τον ίδιο τρόπο ο στίχος του Εμπειρίκου: «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» μπορεί να φέρει σε αμηχανία όσους ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες, όχι όμως και τους ποιητές.

Επειδή η πραγματικότητα διαβάζεται με δυο τρόπους, με τον τρόπο που ορίζει η επιστήμη και με τον τρόπο που ορίζει η τέχνη. Με την επιστήμη νιώθουμε τη σιγουριά του στέρεου εδάφους κάτω από τα πόδια μας, με την τέχνη μπορούμε να πετάξουμε, να πάμε σε τόπους που ονειρευόμαστε, να ανοίξουμε νέες διαστάσεις στη ζωή μας που χωρίς αυτές η ζωή θα ήταν μονότονη και πληκτική. Κι ακόμα μπορούμε να κρατήσουμε στην αιωνιότητα το φευγαλέο, είτε αυτό είναι ένα βλέμμα, μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια εικόνα που θάμπωσε την όρασή μας.

Φως μείον δύο λοιπόν, δηλαδή δυο βήματα πριν από το φως. Κι όμως αυτά τα δυο βήματα που δεν μπορούμε να κάνουμε μας κρατούν ακόμα στο σκοτάδι.

Επειδή «άνθρωποι είμαστε», όπως λέει η ποιήτρια στο πρώτο ποίημα της συλλογής της. Σύντομοι όσο ένα άγγιγμα της βροχής, απροσδιόριστοι, άνθρωποι που φθίνουν, που μετρούν την ευτυχία στα βήματα που δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Αυτό το φευγαλέο, το εφήμερο του ανθρώπου θέλει να παγιδέψει και να το κρατήσει στην αιωνιότητα:

Κάποιος είπε πως μπορούμε
να γίνουμε ουρανός
κι απομείναμε να κοιτάζουμε ψηλά
άνθρωποι είμαστε.

Ο Ουρανός είναι μια ματαιωμένη υπόσχεση. Εκεί κατοικεί αυτό που η γλώσσα μας λέει «Θεός». Η ποιήτρια τον αναφέρει ονομαστικά σε τρία της ποιήματα:

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος
(στο ποίημα: «Ήταν εκείνη»)

…κι όταν έγινε πλατανόφυλλο συνάντησε το Θεό
να προσεύχεται κόντρα στο ρεύμα…
(στο ποίημα: «Αθώα απάντηση»)

…περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού…
(Στο ποίημα «Σα φύλλο… σα βροχή… σαν ψίθυρος» )

Καθαρά υπαρξιακοί υπαινιγμοί που γίνονται σαφέστεροι στο ποίημά της «Εδώ θα μείνω»:

Μαθαίνω από την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

Εκεί λοιπόν θα μείνει, στο κενό, απορρίπτοντας τις απαντήσεις που πωλούνται έτοιμες και συσκευασμένες στο εμπόριο. Θα ματώνει τα χέρια της προσπαθώντας να πάρει απάντηση από μια τριανταφυλλιά, από την αρχέγονη φύση δηλαδή που έχει όμως πια σήμερα χάσει τη μνήμη της.

Επανέρχομαι στο ποίημα «Ήταν εκείνη» και σας το διαβάζω ολόκληρο:

Τον εαυτό της υποδύθηκε
δεν ήταν ρόλος
ένα ξέφωτο ήταν
διάσπαρτο από κόκκινα μήλα

ο Παράδεισος ταξίδευε αιώνες μακριά
κρυμμένος στο δέρμα του φιδιού
ελπίζοντας σ’ ένα αβέβαιο βλέμμα

εκείνη τον εαυτό της υποδύθηκε
σ’ ένα σενάριο νικημένο εξαρχής
δεν την εξαπάτησε ο όφις
πολύ πριν τον Παράδεισο
γεννήθηκε η Αμαρτία

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος

Η Εύα εδώ αθωώνεται, γιατί δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να είναι ο εαυτός της. Και ο Θεός ήδη είχε εφεύρει, πριν πλάσει τον παράδεισο, την έννοια της αμαρτίας και είχε προκαθορίσει το μέλλον. Ήθελε να είναι μόνος. Έτσι όμως και ο άνθρωπος θα μείνει τελικά μόνος.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Αθώα απάντηση» ο άνθρωπος, μόνος τώρα στον κόσμο, δυσκολεύεται να τον ερμηνεύσει:

το βλέμμα του ήταν ξένο
κάτι πολύτιμο έπρεπε να φυλάξει σε τόπο κενό…
κι έμαθε πως στη μοναξιά των πραγμάτων
που αγγίζουμε συχνότερα
κραυγάζει ανεπαλήθευτη η απάντηση
στο αιώνιο αίνιγμα των ανθρώπων.

Η ίδια υπαρξιακή μοναξιά αναδύεται και στα επόμενα τρία ποιήματα, από τα οποία σας διαβάζω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Σα φύλλο…σα βροχή.. σαν ψίθυρος»

…έτρεχε στο δάσος
να συναντήσει τις προσευχές των ανθρώπων
είχαν πάψει από καιρό να ζητιανεύουν αγγέλους
στις τύψεις τους φύτευαν κυκλάμινα
και περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού
οι απαντήσεις αιώνες τώρα μύριζαν βρεγμένο χώμα
κι η παρένθεση ουρανού
μόνο γιατί έπρεπε να αιωρείται μια απουσία.

Στην «Άνω τελεία» ο άνθρωπος με μια γενναία απόφαση αποδέχεται τη μοναξιά του αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα ελπίδας να του ζεσταίνει την καρδιά. Και αυτή του είναι αρκετή για να ζήσει:

…κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

Αυτό όμως, αυτή η μοναξιά του ανθρώπου τον κάνει να αναζητά ακόμα περισσότερο το πλησίασμα του άλλου. Πάντα ελπίζει ότι η συνάντηση θα σπάσει τα φράγματα, ότι η ένωση είναι κάτι που μπορεί να το βιώσει κανείς.

«Άγνωστοι άνθρωποι»

Ο άνθρωπος αναζητά τον Άνθρωπο
χρειάζεται απεγνωσμένα ν’ αγαπηθεί…

όταν ο άνθρωπος συναντά τον άνθρωπο
δυο παιδιά στέκονται δακρυσμένα
το ένα απέναντι στο άλλο
ξέρουν πως δεν θα γνωριστούν ποτέ.

Ο άνθρωπος αναζητά λοιπόν απελπισμένα τον άλλο άνθρωπο, όμως, όταν τον συναντήσει, θα απογοητευθεί. Δεν θα μπορέσει να ενωθεί μαζί του. Οι κόσμοι τους θα παραμείνουν χωριστοί και η μοναξιά τους θα συνεχιστεί.

Εκεί κάπου, σ’ αυτή την απέλπιδα προσπάθεια να ξεπεράσουμε τη μοναξιά μας, γεννιέται και ο έρωτας, η ανάγκη του, η αγωνία του, η ομορφιά του. Η Νιόβη Ιωάννου μετά την υπαρξιακή της περιπλάνηση θα μας μιλήσει γι’ αυτόν:

«Ανορθόγραφοι έρωτες»

Ανορθόγραφοι έροτεσ
που μας εξόντωσαν…

Και περιπαιχτικά γράφει τη λέξη «έρωτες» ανορθόγραφα για να μας πει απλά ότι η ανάγκη μας για τον έρωτα δεν θα μας δώσει οπωσδήποτε αυτό που λαχταρούμε. Θα μας δώσει ίσως μια καρικατούρα του έρωτα, μια σχέση ελαττωματική, παραμορφωμένη. Η μοναξιά και το κενό καραδοκούν λοιπόν κι εδώ, μετά τη μοναξιά των ουρανών.

Στο ποίημα «Συνάντηση» πάλι ο έρωτας ξυπνά την ανάγκη της αρμονίας, της ένωσης με τον άλλον που όμως δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα:

…χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο…

και πιο κάτω:

…το φιλί τους ήταν απόγνωση

κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν…

Το ίδιο και στο ποίημα
«Νιώθοντας»

…αγαπήσαμε τη σιωπή του έρωτα
…αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα…

Με πείσμα, με επιμονή αναζητούμε όλοι το μικρό παράδεισο του έρωτα, ακόμα κι όταν τα γεγονότα μάς διαψεύδουν. Ακόμα κι όταν μεγαλώνοντας καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν τέλειοι έρωτες και ιδανικοί πρίγκιπες των παραμυθιών:

«Απαξιώνοντας το μήλο»

…έμαθα να μην ελπίζω στο φιλί
απαξιώνοντας τους «πρίγκιπες.

Στο «Αμάρτημα σε λίστα αναμονής» η ανάμνηση του έρωτα τυραννά τη μνήμη:

…αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη…
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

Ο έρωτας λοιπόν είναι η απόπειρα να διαρρήξουμε το κενό μέσα στο οποίο αιωρούμαστε, και φαίνεται ότι κάποιες στιγμές καταφέρνουμε και βιώνουμε τη μαγεία του. Στο τέλος όμως ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Ο έρωτας γίνεται ανάμνηση που στριφογυρνά στη σκέψη μας με την αδιόρατη μελαγχολία του κι εμείς συνεχίζουμε τη μοναχική μας πορεία.

Τι μας μένει λοιπόν; Από πού θα κρατηθούμε για να προχωρήσουμε στο ταξίδι της ζωής, όταν όλες μας οι απόπειρες να ενωθούμε με τους άλλους έχουν αποτύχει;

Ίσως, μας λέει η ποιήτρια, να βρούμε την κρυμμένη αξία της ύπαρξής μας σε κείνες τις μικρές στιγμές που χάραξαν ανεξίτηλα το ταξίδι μας στον κόσμο:

«Λέξεις που σώπασαν»

…κυοφορείς καιρό μετά
αυτές τις λίγες στιγμές
που έγιναν αιώνιες για σένα
μόνο με τη δύναμη της αλήθειας τους

«Εγώ… η στιγμή μου»

Δυνατή ή αδύναμη
περιέχομαι
σε κάθε στιγμή
που αποφασίζει για μένα…

Ακόμα θα βρούμε την κρυφή αξία της ζωής, αν γυρίσουμε πίσω, στις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια ομορφιά που όσο ήμασταν παιδιά δεν μπορέσαμε ίσως να εκτιμήσουμε σωστά:

«Μικρές πατρίδες»

Στη μικρή μας πόλη
τα καλοκαίρια αναρριχώνταν
σε κατάλευκα ανθάκια γιασεμιών…

Μπορούμε ακόμα να νιώσουμε την ομορφιά της φύσης που μας περιβάλλει:

«Φθινόπωρο»

Φθινόπωρο γλυκό πορτοκαλί
…κόρες ακριβές
βρόχινης σιωπής…

Ακόμα και στο ονειροπόλημα υπάρχει η ομορφιά της ζωής, όταν μπορούμε να χρωματίζουμε έναν ασπρόμαυρο κόσμο με τα χρώματα της φαντασίας μας:

«Όσοι ονειρεύονται»

Οι ονειροπόλοι

μεθώντας με αγάπη
από σκονισμένα ρήματα
φυτεύουν
κόκκινες ουτοπίες
σε ασπρόμαυρους κήπους
και ταξιδεύουν
με τα’ άρωμά τους

για να έχει η ανάσα τους
μια στάλα ουρανό.

Υπάρχουμε λοιπόν μέσα στις στιγμές μας, σε κάποιες στιγμές που είναι πιο δυνατές, πιο καίριες από τις υπόλοιπες στιγμές που πάνω τους τρέχει ολόκληρη η ζωή μας. Αυτές οι στιγμές μάς οριοθετούν, μας δίνουν το στίγμα μας. Υπάρχουμε ακόμα στις ονειροπολήσεις μας, όταν βάζουμε χρώμα στη γκρίζα ζωή μας αφήνοντας τη φαντασία μας να τρέξει ανέμελη στα ονειρικά της τοπία. Υπάρχουμε στις αναμνήσεις μας, όταν τις ανασύρουμε στην επιφάνεια και ξαναζούμε τα παιδικά μας χρόνια. Κι ακόμα υπάρχουμε, όταν αφηνόμαστε να μας παρασύρει ένα γλυκό φθινοπωρινό τοπίο.

Η ζωή όμως δεν είναι μόνο έρωτας, ονειροπόληση και μικρές στιγμές που τις κρατάμε στη μνήμη μας σαν πολύτιμο φυλαχτό. Η ζωή είναι και αυτό που πληγώνει τα μάτια μας, όταν αποφασίζουμε να βγούμε από τον εαυτό μας και να ανακατευτούμε με το πλήθος. Εδώ οι εικόνες μάς τραυματίζουν:

«Όσο η πόλη κοιμάται»:

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος…
Η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια

«Αγνές μέρες»

Εκεί που οι άδικοι
του φιδιού το δέρμα αλλάζοντας
δικαιοσύνη απονέμουν

«Κι όμως γνωρίζαμε»

Το μελάνι ως τώρα
ήξερε να γράφει ιστορία
καλύτερα απ’ το αίμα

«Έτσι γράφουν ιστορία»

Έπιασε ψύχρα
κι οι εποχές
μας προσπερνούν ρακένδυτες
…σταυρώνεται η πολιτεία…

«Αξιοπρέπεια προς πώληση»

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες

Η πόλη εδώ έχει χάσει την αξιοπρέπειά της, οι άνθρωποι στριμώχνονται στα συσσίτια, τριγυρνούν στους δρόμους ρακένδυτοι, ενώ κάποιοι άλλοι κάπου αλλού αποφασίζουν για τη μοίρα του τόπου αδιάφοροι. Μελαγχολία και θλίψη για τον άνθρωπο που έχει ξεπέσει αλλά και οργή για κείνον τον άλλον άνθρωπο που ανάλγητος αποφασίζει ερήμην μας. Όχι όμως απαισιοδοξία. Γιατί:

«Άκυρο»

Δυο τρία παιδάκια
κυνηγούν τη σκιά τους στον ήλιο
….
Εκείνα θα συνεχίσουν να ακυρώνουν
όλα τα αναίσχυντα συμβόλαια
που στη σιωπή μας
εξαργυρώνουν το θάνατο με το γέλιο τους.

Επειδή, ό,τι άσχημο κι αν συμβαίνει τώρα, δεν μπορεί να ακυρώσει την ελπίδα που επωάζει η νέα γενιά. Αυτή θα ακυρώσει τα συμβόλαια της ντροπής και θα δώσει ξανά στον άνθρωπο την αξία του.

Στις «Μικρές ιστορίες» ωστόσο εμείς που πια δεν είμαστε παιδιά είναι δύσκολο να διατηρήσουμε την προσωπική μας ελπίδα, γιατί γίναμε αυτό που δεν θέλαμε. Κι αυτό που επιθυμήσαμε δεν τολμήσαμε να το πραγματοποιήσουμε:

Κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε.

Μια λεπτή διακριτική μελαγχολία διαπερνά τους στίχους των περισσότερων ποιημάτων της συλλογής, όμως πού και πού βλέπει κανείς μια αλλαγή της διάθεσης, ένα μειδίαμα, ένα στίχο που κρύβει μέσα του την ελπίδα. Σαν κάποια εσωτερική δύναμη να ωθεί την ποιήτρια να σηκώσει το κεφάλι και να δει τον κόσμο με μια πιο αισιόδοξη ματιά.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε μια πρωτότυπη κατά τη γνώμη μου εμμονή της ποιήτριας με τα σημεία στίξης. Τα σημεία στίξης από μόνα τους δεν έχουν καμιά ποιητική αξία , όμως αν χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα, τότε αποχτούν ένα ξεχωριστό νόημα μέσα στην ποίηση. Η Νιόβη Ιωάννου επανέρχεται κάθε τόσο στην τελεία, στην άνω τελεία, στο κόμμα, στο θαυμαστικό, στο ερωτηματικό, στην παρένθεση, στα αποσιωπητικά, αλλά της αρέσει να βάζει στην ποίησή της και άλλα στοιχεία από τη γραμματική. Ένα ολόκληρο ποίημά της τιτλοφορείται»: «Άνω τελεία»:


Κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά

γαντζωμένοι σε μια άνω τελεία

και αλλού:

«Νιώθοντας»

σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά ανάμεσα

Το ίδιο παρατηρούμε και στο ποίημα:

«Εντός παρενθέσεως»;

κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση

Και εδώ επίσης:

«Παρατείνοντας»:

τι μπλέξιμο κι αυτό
κανένας δε σου’ μαθε
πως όταν μπαίνει μια τελεία
δε χρειάζεται να συνεχίζεις
με αποσιωπητικά
παρατείνοντας…

τι πολεμάς να αποσιωπήσεις…
το τέλος είναι σιωπηλό από μόνο του
και αμείλικτο με τα σημεία στίξης

εξαιρείται η τελεία.

Αλλά και αλλού:

Η παρένθεση ουρανού

Σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα

Και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει…
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

Εδώ τα σημεία στίξης αποχτούν ποιητικό βάθος, το ερωτηματικό γίνεται εναγώνιο ερώτημα, η άνω τελεία γίνεται ημιτελές συναίσθημα που ζητά να ολοκληρωθεί, το θαυμαστικό γίνεται μυστικό συναίσθημα, η παρένθεση γίνεται μικρή κρυφή απόδραση, τα αποσιωπητικά είναι ένας ολόκληρος ανομολόγητος εσωτερικός κόσμος. Βρίσκω ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη αυτή τη μεταφορά των σημείων στίξης στην ποίηση με τη μεγεθυμένη συμβολική σημασία τους.

Και φυσικά στην ίδια ευρύτερη κατηγορία εντάσσω και το ποίημά της «Ανορθόγραφοι έρωτες» όπου η ποιήτρια παίζει με την ορθογραφία για να μας μιλήσει για κάτι βαθύτερο, όπως είναι ο έρωτας.

Προσωπικά θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε δυο ποιήματα της συλλογής που μιλούν για το παρελθόν με τη γνωστή γλυκιά ακαθόριστη νοσταλγία που πάντα νιώθουμε, όταν γυρίζουμε πίσω στο χρόνο.

Στο ποίημα «Σε χρυσό περίγραμμα» ένας παλιός βενετσιάνικος καθρέφτης κρατά μέσα του φυλακισμένα τα αμέτρητα είδωλα των ανθρώπων που στάθηκαν μπροστά του. Όμως ο καθρέφτης δεν αιχμαλωτίζει μόνο τις ψυχρές αντανακλάσεις των ανθρώπων, αλλά αιχμαλωτίζει και κρατά στην αιωνιότητα και τα συναισθήματά τους:

Φυλακισμένα είδωλα σε επίχρυση κορνίζα
γελούν, δακρύζουν, ερωτεύονται, σωπαίνουν

εντός του οι χαρές μάς γνέφουν παρακλητικά
ξεθωριασμένες λύπες

αιώνιες φιγούρες μάς κοροϊδεύουν
στοιχειώνοντας το μέλλον.

Το άλλο ποίημα είναι οι «Μικρές πατρίδες» . Κι εδώ υπάρχει γνήσια νοσταλγία για τη γενέτειρα μικρή πόλη που κάθε καλοκαίρι ευωδιάζει από το γιασεμί, για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ζουν όλη τους τη ζωή στα ασβεστωμένα σπίτια με ευγένεια ψυχής και καρτερία. Μια ολόκληρη πόλη ευωδιάζει από γλυκές αναθυμιάσεις, από μεθυστικές εισπνοές της μυρωμένης καλοκαιρινής νύχτας.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι η Νιόβη Ιωάννου έχει ποιητική φλέβα, έχει ευαισθησία, έχει βλέμμα που διαπερνά τα πράγματα και βλέπει πίσω από αυτά και κυρίως έχει την ικανότητα να μεταπλάθει αυτό που βλέπει σε αληθινή ποίηση. Ο αινιγματικός ουρανός, ο άνθρωπος που ζει κάτω από αυτόν και νιώθει τη μοναξιά του κόσμου, ο άνθρωπος που θέλει να πλησιάσει τον άλλον άνθρωπο, που τον πληγώνει η αδικία και η απληστία, που θέλει να ερωτευτεί και που κοιτάζει με ελπίδα τα παιδιά, δηλαδή κοιτάζει με ελπίδα το μέλλον, με άλλα λόγια ο άνθρωπος σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής γίνεται αντικείμενο της ποίησής της.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

fractal 31/8/2016

Κάποια είπε, πως μπορούμε να γίνουμε ουρανός… και δεν είναι τυχαίος ο λόγος όταν προέρχεται από την ποιήτρια Νιόβη Ιωάννου, στο βιβλίο της, «Φως – 2»

Τα καλά λόγια συνηθίζονται ακόμη κι αν δεν εμπνέουν τα γραφόμενα, όταν όμως έχεις να κάνεις με λόγο ποιοτικό και ουσιαστικό, τότε η έμπνευση που σου χαρίζει είναι αρκετή για να εκφράζεσαι αυθόρμητα, δίχως δεύτερη σκέψη κι ερωτηματικά, καθώς ακόμη και ένστικτο λειτουργεί ακολουθώντας την αλάθητη πορεία του.

Ωστόσο, είναι δύσκολο για τον όποιο σχολιαστή να εκφράσει ξεκάθαρα τις απόψεις του, το πιο πιθανό να έχει λάθος εκτιμήσεις είτε καλές είτε επικριτικές είναι αυτές.

Το κάθε βιβλίο έχει τη τύχη του, τη δική του πορεία να κάνει η οποία προσδιορίζεται – κρίνεται από τους πολλούς – τους αναγνώστες- κι όχι από τον έναν κριτή… όμως με την ποιότητα του λόγου της Νιόβης δεν θα είναι υπερβολή ότι κι αν ακούσετε.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στον Άνθρωπο, στον Έρωτα και στην Επανάσταση

Τι άλλο πιο σημαντικό θα μπορούσε να προσδώσει σε αυτά τα τρία στοιχεία: Ουμανισμό… Λυρισμό… Ύπαρξισμό…

Ανθρωποκεντρική λοιπόν η γραφή της Νιόβη… και πως αλλιώς θα μπορούσε να εκφραστεί ως ποιήτρια που σέβεται το λόγο της δίνοντας αξία σε κάθε λέξη με συνείδηση γνωρίζοντας καλά εγκυμονεί κινδύνους να καταστεί ένα ποίημα αστείο ή αδύναμο αν δεν υπάρχει η υπευθυνότητα από τον δημιουργό η ποιοτική γνώση και απόδοση του.

Είναι πολύ σπουδαίο στη ποιητική γραφή και έκφραση να υπάρχει συνείδηση και σεβασμός για το τι; και ειδικά το πώς εκφράζεται.

Και στο παρόν βιβλίο… αν θα έπρεπε να αναλύσω τον κάθε στίχο, θα δημιουργούσα ένα δοκίμιο τουλάχιστον 80 σελίδων… κι αυτό γιατί σε κάθε στίχο σε όποια από τις τρεις ενότητες… υπάρχουν αλήθειες, αλληγορίες και ζητήματα ψυχής που προσπαθεί η ποιήτρια να τα φωτίσει ως τα βάθη τους.

Σε πολλά ποιήματα υπάρχει μια υπαινικτική διάθεση για όσα εμείς οι άνθρωποι βιώνουμε και πράττουμε ηθελημένα ή αθέλητα.

Πάει καιρός που συνηθίσαμε/στη θολή όραση/εισπνέοντας σκόνη/
από αδιέξοδους χωματόδρομους.

Άλλος ένας τυχαίος στίχος στην επιλογή του, ο ένας καλύτερος και δυνατότερος από τον άλλον, μου γέννησαν το ερώτημα…

Πως θα μπορέσω να αγγίξω έστω και λίγο σε βάθος ένα έργο με αυτή τη δυναμική σύνθεση που αποτελεί αυτή η συλλογή Φως – 2.

Καθώς πέρα από το μέσο έκφρασης των συναισθημάτων της ποιήτριας είναι και ο τρόπος που κατανοεί τα πάθη και τους σκοπούς της εποχής της.

Τονίζω με κάθε ειλικρίνεια, μετά από πολύ εμπεριστατωμένη ανάγνωση των ποιημάτων της, ότι η Νιόβη Ιωάννου κατέχει μια έμπειρη γραφή που στο μέλλον θα την ζηλέψουν αρκετοί ομότεχνοι της.

Η ars gratia artis, η τέχνη για την τέχνη, χρειάζεται υπηρέτες σοβαρούς και η Νιόβη είναι και θα αποδείξει ότι θα παραμείνει πλέον ως μία από αυτές τις ακάματες μορφές της, που δεν θα πάψει στο μέλλον να την υπηρετεί με ψυχή και πνεύμα προοδευτικό και αστείρευτο.

Γι’ αυτό το λόγο και η θεματολογία της δεν μένει μόνο στο γλαφυρό κομμάτι του έρωτα…

Αλλά έχει μια πλήρη ποιητική σύνθεση στην οποία η έκφραση των αισθημάτων, των εικόνων που δημιουργεί , η αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων, ακόμα και η έκθεση επιστημονικών ή φιλοσοφικών αντιλήψεων, που περνούν ως απαλός άνεμος ενός στοχευμένου λόγου… επιτυγχάνεται όχι μόνο με τη σημασία των λέξεων και των συνδυασμών τους, αλλά και με μια μορφική διάταξη του προσωπικού ύφους της, καθώς χρησιμοποιεί τις ουσιαστικές έννοιες των λέξεων σε μια σωστή ακολουθία με αποτέλεσμα η εκφραστική γλώσσα της να κερδίσει τη αξιοσύνη που απαιτεί η σωστή ποίηση.

Τούτη την σπουδαία τέχνη υπηρετεί η Νιόβη Ιωάννου, επηρεασμένη κι αυτή από τις δύσκολες συνθήκες που φέρνουν στον κόσμο άνομα συμφέροντα. Στην Τρίτη ενότητα στηλιτεύει τα κακώς κείμενα προσπαθώντας με τον δικό της τρόπο να αφυπνίσει συνειδήσεις για αντίδραση, αντίσταση σε όσα υποχθόνια σχέδια διαχειρίζονται τις τύχες μας.

Βρισκόμαστε οι λαοί σε μια επικίνδυνη καμπή σε μια καθοδηγούμενη πορεία ελεγχόμενη από μια κεντρική εξουσία.

Ο μόνος τρόπος για να αντιταχθούν -οι λαοί- στο ισοπεδωτικό πνεύμα της παγκοσμιοποίησης με όσα αυτό δεινά συνεπάγεται, είναι η παιδεία, η οποία αφορά την επιστροφή στις ρίζες του πολιτισμού κάθε εθνότητας, κάθε λαού.

Μια ανάλογη προσπάθεια είναι κι αυτό το πόνημα της Νιόβης Ιωάννου, να αντιτάξει με το λόγο της την άλλη, τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.

Νομίζω πως σε αυτή την ποιοτική ποίηση δεν έχουν τα δικά μου λόγια να προσθέσουν κάτι περισσότερο γιατί η αλληλουχία των λέξεων, το ύφος, ο ρυθμός, τα νοήματα που αφήνουν είναι τόσο δυνατά δομημένα που δεν έχουν ανάγκη από καμία υποστήριξη.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ 1

Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.
Έχει εκδώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, μία νουβέλα και τέσσερα παραμύθια. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα, πεζά, κριτικά κείμενα και παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε όλες τις ανθολογίες Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης.
Υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο και τις τέχνες «Ο Αναγνώστης» για το βιβλίο του «Προς τα Πού».
Τα ποιητικά βιβλία του «Προς τα Πού» και «Δύσκολο» έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη Γαλλία από τις εκδόσεις L’ Harmattan, ενώ δύο τόμοι με επιλογές ποιημάτων του έχουν κυκλοφορήσει στην Ιταλία από τις εκδόσεις Joker και Fermenti.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αυτοάνοσο, Νεφέλη (2017)
Δύσκολο, Νεφέλη (2014)
Προς τα πού, Νεφέλη (2012)
Ενοχικόν, Νεφέλη (2010)
Χωρικά, Νεφέλη (2007)
Σώματος λόγος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)
Η άτροπος των ημερών, Νεφέλη (1998)
Τα κατοικίδια, Εντευκτήριο (1997)
Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, Νεφέλη (1992)
1988) Ζέστη Πανσέληνος, (Ρόπτρον)
Στη μουβιόλα, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1986)
Και να μπλοφάρουμε στο όνειρό, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1984)
Το ευλύγιστο πέλμα, (Εγνατία) (1983)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Η κόρη του πλοιάρχου Νέμο (Τα Τραμάκια) (1990)

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Ο μικρός πιλότος, Νεφέλη (2017)
Ο ξυλοκόπος που έγινε άγγελος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)
Το καρναβάλι των ζώων, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)
Η μεγάλη πολιτεία, Παρατηρητής (1997)

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ
2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κοινωνία των (δε)κάτων (2015)
Γιάννης Δουβίτσας 1943-2003, Νεφέλη (2013)
Μέρες ποίησης, Γαβριηλίδης (2007)
Τα ποιήματα του 2006, Κοινωνία των (δε)κάτων (2007)

ΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ
Θασίτης, Πάνος Κ., 1923-2008, Τα ποιήματα, Νεφέλη [επιμέλεια] (2011)

 

 

 

 

 ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (2017)
(ΕΝΑ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ)

 

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Υπάρχουν τα έξης προαπαιτούμενα:
α) Το κράτημα της μνήμης
-έστω και σαν υπόθεση εργασίας-
απ’ τη συρόμενη χειρολαβή του χρόνου -αν υπάρχει.
(Αυτός είναι ένας τρόπος μετατόπισης του αφόρητου,
φτάνει μην κάνουν μεταστάσεις τα νεοπλάσματα
ή μη σας ξενυχιάσουνε
μες στον συνωστισμό του λεωφορείου).

β) Οι θεατρίνοι·
με τη μανία των παιδιών να εξαρμόζουν
κάθε παιχνίδι που τους φέρνουν στη γιορτή τους.
(Θα ήταν αστεία, φυσικά, ακόμη κι η υπόθεση
ότι μπορούν να ξανασυναρμολογήσουν τα κομμάτια του).

Στη θέση γ) η ένοχή:
Τέλεια σκιά που δεν σας παρατάει
ούτε στου ήλιου καν την κατακόρυφο.

[’Αν και το θέμα έχει ερευνηθεί (της ένοχης, όχι της σκιάς) απ’ όλες τις
πλευρές, άδικος κόπος· σαν να χρεώνεις στο μηδέν κάθε αναπόδεικτο
των μαθηματικών θεωρημάτων. ] 

δ) Η χάρτινη φιγούρα με την καμπούρα του έρωτα.
(Πρόσωπο που φωτίζεται πίσω από τον μπερντέ
και το κινούν με τα ξυλάκια του οι συμπαίκτες).

ε) Οι τυμβωρύχοι,
σκάβοντας νύχτα τις ψυχές για λίγο αίμα,
αίμα γαρ αυτάς είναι,
ου εξελθόντος η τραπέντος απόλλυσθαι
όλον τον άνθρωπον,
ενώ τους κάνουν χάζι οι βρικόλακες,
στοιχηματίζοντας μονά-ζυγά σε χρώμα.

Αποσιωπάται η μοίρα, μάλλον εσκεμμένα.·
έτσι κι αλλιώς δεν είναι
παρά η περιττή αναπαράσταση του αλόγιστου.

Κι έπειτα ακολουθούν δίχως σειρά:
Οι υλακές των σκύλων, οι σημαίες,
η αδικαίωτη εποχή των προταγμάτων,
οι υποχθόνιες διαλέξεις των νεκρών·

και σαν παλιά, παλιά έμμονή
που ψάχνει να ’βρει ράγες μες στους στίχους:
ο μακρινός χαιρετισμός του τραίνου των Ετρούσκων.
(Ακούγεται το σφύριγμα
κι οι σιδηροτροχιές που αλλάζουν θέσεις).

[ Αυτό το τραίνο, άσχετο εκ πρώτης όψεως με τον προορισμό σας, ακόμη
εκτελεί το δρομολόγιο Φλωρεντία – Σιένα, διασχίζοντας τα εκπληκτικά
τοπία του χρόνου και της χώρας των Ετρούσκων. Δεν φτάνει ποτέ του
στη Ρώμη, διαψεύδοντας όσους διατείνονται πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν
εκεί. Επιπροσθέτως, αυτό είναι το τραίνο που χρησιμοποιούσε ως μοντέλο του ο επιφανής ζωγράφος Γεώργιος Δε Κίρικο, και όχι, καθώς
λέγεται, το γραφικό τραινάκι του Πηλίου. ]

Κατά τη γνώμη μου:
Χρεία κι ενός μηνύματος που να ενθαρρύνει την παραδοχή
του ασύμβατου ανάμεσα στο υπάρχω-δεν υπάρχω.
(Προσώρας όμως έχουν αντιρρήσεις οι αυτόχειρες).

Καλύτερα ίσως·
καλύτερα για τη θετή σας φύση,
για την ελπίδα που αφορμίζει την επίγνωση.

[ Προσέξτε, ωστόσο, να μην κάνετε συσχετισμούς αυτού που ελπίζετε
με το αναπόφευκτο σαν φτάσετε στο χείλος της αβύσσου· γιατί απ’ το
παράθυρο κοιτάζει η πλάνη έξω, κρατώντας μ’ επιμέλεια στο καρνέ της
σημειώσεις. ]

Το γεγονός πως έτσι αποφεύγετε
το ατύχημα των παρερμηνειών
έχει ασφαλώς κι αυτό τη σημασία του.
Θα σας γλιτώσει απ’ τον διωγμό
κι από τις επιπλέον πράξεις πίστης.
(Βλέπε, οπού «πίστη»: μάταιο που μοχθεί
και απαστέρωση του ουρανού των άλλων).

Γι’ αυτά που μένουν χάσκει ο λάκκος των θεσμών
με ξέσκεπα τα μολυσμένα σπλάχνα.
(Μόλις κοπάζει η βροχή
αχνίζει απ’ τον κρατήρα του το πένθος
και ξαναστήνονται οι πάγκοι των πλανόδιων
με τα άκρα όσων σώθηκαν ακρωτηριασμένοι).

Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν
ούτε όσα αποφασίστηκε να γίνουν
(από νωχέλεια μάλλον
κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ’ τη βουή),

ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι
όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία
που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,
η διακόσμηση της.

Ιδού ο παράδεισος,
επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου
-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω από τη ζωή,
για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.

Στο μεταξύ,
μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,
τα ειπωμένα και αυτά που θα ειπωθούν
απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων.
Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,
που δεν διακρίνει τα στοιχειά απ’ τα στοιχεία.

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

Η αλήθεια είναι πως και να πηδήξεις στο κενό
δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις την κενότητα·
και, ασφαλώς, δεν είναι επιχείρημα η βαρύτητα
ούτε η απόσταση είναι διαλεκτική
–κάτι που δεν διδάσκεται στις πρόβες του θανάτου
και ξεσκεπάζεται την ώρα της παράστασης.

Όσο κι αν επικαλεστείς την ειρωνεία
–σαν μέθοδο διαλεκτικής κι αυτή–,
δεν είναι ρόλος η κραυγή κατά την πτώση.
(Αν και στο τέλος είναι η κριτική που αποφασίζει).

Κι αυτό που ψάχνεις ίσα-ίσα με το βλέμμα σου,
σαν τη μοναδική σου διαφυγή,
δεν είναι άνοιγμα ή οδός
μα ο συμβολισμός του προσκηνίου.

Α, το προσκήνιο! Α, ο συμβολισμός –το άλλοθί του!
Λειψά σκεπάζει η γάζα τους τη διεκτραγώδησή σου
–μύθοι και δήθεν τραύματα από χαμένες μάχες,
χρώμα το αίμα και σκληρός ο φωτισμός,
να φαίνεται αίμα.

Κι όμως, εντέλει είναι τόσο απλό:
Σε αυτόν τον θίασο της μισθοφόρου γλώσσας,
όπου τα σείστρα του Χορού
ανακαλούν το τραύλισμα του Αγγελιοφόρου,
ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση
αλλά στο τίμημα των συναινέσεών της·

κι ό,τι κομίζεις, πεπρωμένο ή παρόρμηση
ή τον μηρυκασμό του αφρού στην πλημμυρίδα,
δεν είναι παρά ο επιτονισμός της προσωδίας.

[ Πάντα θα υπάρχει τούτη η αντιφρόνηση: Η τέχνη να αγωνιά για την εκπλήρωση του ιδεαλισμού της και η τεχνική να επαίρεται πως κουβαλά
στις πλάτες της τα αυτονόητα φαινόμενα της τέχνης· πάντοτε τούτη η ματαιόδοξη διαμάχη της προβολής με τον προτζέκτορά της, και ανάμεσά
τους η δέσμη του φωτός να ξύνει με απορία το κεφάλι. ]

*

Δεν βγάζεις άκρη, ε; Και πού να βγάλεις!
Όμως, καθώς σε αναγκάζει η συγκατάβαση
και οι λίγες λέξεις που μπορείς
πνίγονται μες στον οδυρμό των διασωθέντων,
να ο από μηχανής δραματουργός,
υψώνοντας απ’ την καταπακτή
το φάντασμα με τ’ ανοιγμένα χέρια.

Μα ούτε κι αύτη η λύση σου αρέσει.
— Τόσο αδιέξοδη, θα πεις, η φαντασμαγορία,
το αυλό του βασιλιά
στην πιο ανέκκλητη στιγμή της τραγωδίας.

— Κάποιο δαιμόνιο, θα πεις, στον προσχεδίασμά του,
στο τέχνασμα μιας ηθικής που επιστρατεύει
ένα φθαρμένο λείψανο, για να εξευγενίσει
την απογυμνωμένη βαρβαρότητα
στον θρήνο του εξόδιου χορικού.
(Πέπλο κενό το αντίφωνο του οίκτου
που μπαίνει σε παράταξη πομπής).

Τόπος κοινός!
Ό,τι ξεβράζει η εποχή στα επεισόδια της
είναι η μίμηση της μάσκας του θεατού,
είναι η άπνοια της θερινής νυκτός
και η αστική υπομονή των εδωλίων.

Τρόπος κοινός!
Σε τούτο το συμβόλαιο των ηθών
οπού απευθύνεται η υπόκλιση των δρώντων,
ποιος δίνει σημασία στην αντίφαση
ανάμεσα στην τέλεση του προδιαγεγραμμένου
και τον αδάκρυτο απόπλου των ομόδημων;

*

Αδύνατον ν’ αφουγκραστείς
την παλμική φωνή των παραλλήλων,
την άθυμη ηχώ του άδειου στήθους
στις φθίνουσες ανάσες της απώλειας.

Η αδιατάραχτη ησυχία ενός μέλλοντος
που κατισχύει του καλέσματος του νόστου
-για μέλλον-φως μιλά η στάχτη που απόμεινε
από τα ολοκαυτώματα του λόγου·
το μέλλον όμως είναι ο χρόνος που υπολείπεται
απ’ την ανάγκη του καπνού να επιστρέψει,
απ’ την ανάγκη της γραφής ν’ αδειάσει μέσα σου
τα αποτσίγαρα της μεταφυσικής της.

Κι όσο κι αν σε υπερασπίζεται η ψευδαίσθηση,
ως επαλήθευση των λογικών προτάσεών σου,
αλίμονο!
Ανάμεσα στις λέξεις και το νόημα
σκάει στα γέλια η γραμματική των γεγονότων.

*

Ποιος ήταν που απαξίωσε τη σιγουριά της στίξης;
Κάτι χειρότερο:
Ποιος κόβει πίσω του το νήμα που του πρόσφερε
τόσα θαυμαστικά των λαβυρίνθων!

Ωσεί παρών ο νικητής και αμνήμων!
Υψώνοντας το τρόπαιο,
μα λησμονώντας τ’ άρμενα
μιας σκοτεινής επιταγής που εκποιείται
λόγω χρεοκοπίας των ανέμων
-η το αντίθετο ακριβώς;
Οι άνεμοι
που εκποιούν τα τρόπαια της ανοιχτής θαλάσσης,
ρίχνοντας στην αλμύρα της
τη χαρτογράφηση των κατευθύνσεών σου.

Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή
και συντηρεί την παραμόρφωσή της·
καίει το λίπος στις ακτές,
τρέφει τα ζώα της με τις υγρές της ρίζες
-κι αν χρειαστεί
τρώει τα οστά των ιδεών ως το μεδούλι.

Καλή η αλμύρα!
Γι’ αυτούς που είναι στον βυθό,
βρίσκοντας στέγη στη σκουριά των ναυαγίων,
ακόμη αναποφάσιστοι
για το επίγραμμα του κοινοτάφιού τους.

Το δίλημμα είναι: Μέσον η σκοπός;
Τίποτε.
Κι αν η επίρρωση,
κι αν ο δογματισμός των προταγμάτων
μπορεί να γίνουν τα αντίβαρα της πλάστιγγας,
μόνον η πείρα των νεκρών
ξέρει προς τα πού γέρνει η απάντηση,
ποιος είναι ο τρόπος για ν’ ανθίσουν οι γκρεμοί
σε αυτό το βάθος.

*

[…]

Και ίσως χρειάζεται να περιπλανηθείς
πιο πέρα από τις προβολές της ομφαλοσκοπίας
και ν’ αντικρίσεις τα ιερά των κορυφογραμμών
–τόπους όπου η μαρμαρυγή
τυφλώνει με τον θάνατο τη λήθη
(διπλός καφές ελληνικός και η κουβέντα
στα δυσπρόσιτα χωριά για την καμένη σάρκα
σαν ήρθε ανάποδα η γη
κι ανέβηκε η κόλαση επάνω,
για τις μπουλντόζες
που τσακίζουν το χαλίκι στα περάσματα
των θηραμάτων και των κυνηγών τους),
στο φρύδι του μεσημεριού καθώς τα πράγματα
βάζουν τις λέξεις να τα πουν με τ’ όνομά τους.

Μαύρη η γλώσσα του πνιγμού και η βουή
του ποταμού –ποιου ποταμού;
ήσουν εκεί και η ορμή του ήταν ο δρόμος σου
να φτάσεις στα βαθιά των ερειπίων–,
το γύρισμα της φτερωτής και ο τριγμός της πέτρας
αλέθοντας την κάμερα
που ασχημονεί πάνω στη άδοξη σορό
των σκηνογραφιών της.

[ Πρέπει να βρεις τον τόνο σου ανάμεσα στον κλονισμό και το μελόδραμά του· τη θέση να διαχειριστείς τόσες παραβολές των κωνοφόρων, τη λοιμική των μύθων που ξεχείλισαν από τα ελκώματα των κατακλίσεών τους. Και τώρα ακόμη, που έχει εμφανιστεί στον σκοτεινό σου θάλαμο η πλίθινη σιωπή των Κορεστείων, πρέπει να βρεις τον τρόπο που συμβαίνει η Ιστορία. ]

Κάπου ανάμεσα σε Καστοριά και Βίτσι. Άνω και Κάτω Κρανιώνας, Γάβρος, Μακροχώρι, Μαυρόκαμπος, Χαλάρα. Χωριά εγκατελειμμένα απ’ τον εμφύλιο, που παραμένουν άδεια απ’ τις φυλές τους. Τα περπατάς, σφιγμένος στην αρχή, όμως σιγά-σιγά τα μάτια εξοικειώνονται, εξημερώνεται η γραφή για την περιγραφή τους. Σπίτια άλλα όρθια ακόμη, άλλα γκρεμίδια, χτισμένα όλα με πλιθιά, με στέγες από κεραμίδι και άχυρο. Κουφάρια λες, αλλά και κενοτάφια να τα πεις τον ίδιο θάνατο εννοείς, το ίδιο αίμα· το ίδιο τέλειο σκηνικό αναπαράστασης, ενώ η γλώσσα μένει στα βουβά, μην τύχει και ανησυχήσει η απουσία· μην τύχει και η «ψυχή βαθιά» φτάσει τόσο βαθιά, ώς τον εαυτό της.

Πρέπει να μάθεις πως με χώμα και νερό
δεν πλάθεται παρά το πήλινο ομοίωμα του κόσμου
(ακόμη κι αν η έμπνευση
ντύνει με πάθη την πνοή του πλαστουργού του).

Πώς έφτασες ανέξοδα σε τούτη την καμπή,
πιστεύοντας πως η σιωπή –εκείνη η τρομερή σιωπή–
θα ’χει ξεχάσει τη στιγμή της αποπληρωμής της;

Ψάχνοντας μέσα στις σπηλιές για την καταγωγή σου
–εδώ θάβουν τα μπάσταρδα
και τις ανίατες πληγές της ουτοπίας–,
ακολουθώντας τη γραμμή της ανοιγμένης φλέβας,
τη στάχτη-απολίθωμα
από τις πυροστιές των προγραμμένων
–στάχτη, όμοια σταχτώνοντας
τα δεσμωτήρια του θεσπισμένου τρόμου.

Τι λέξη ο τρόμος! Την ξορκίζεις στο χαρτί
και αναζητάς το δόγμα της στη νομοτέλειά της.
Τι επαφή της σπίθας με το καύσιμο,
που βάζει μπρος τη σκουριασμένη μηχανή
της πατριδογνωσίας!

[ Ανάγκη αδήριτη και ν’ αναμετρηθείς με τη διαπόμπευση εκείνων που δεν άντεξαν γυμνοί σε τόσο αέρα, εκείνων που επέστρεψαν χωρίς να ’χουν σκαλίσει ούτε σε μία πέτρα τ’ όνομά τους· στικτή στο δέρμα η κεφαλή που οι έφεδροι υψώνουν στο κοντάρι, γεμίζοντας τα χάσματα ανάμεσα στις παύσεις του γαλάζιου. ]

Ντάλα ο ήλιος και οι βοσκές περιφραγμένες.
Με αγκαθωτά φυλά το έθνος τα κοπάδια του
κι η ανεμική τα λιανοτράγουδά της:

«Τόσοι ηττημένοι μάνα μου, έι μάνα μου,
τόσοι ηττημένοι είναι πολλοί για μια πατρίδα.»

*

[…]

Τρόπο το λες εσύ, για να ξεφύγεις
από αυτά που υπάρχουν και τ’ αρνήθηκες.
Τ’ αγρίμια όμως δεν χρειάζονται την ύπαρξη,
για να προσποιηθούν την ύπαρξή τους·
ούτε τη γλώσσα καν· μόνο τον ήχο
του ρίγους σου
που ακούγεται σαν τρίξιμο πριν σπάσεις.

— ’Ακόμη μια κοινότοπη διατύπωση, θα πεις.

Ωστόσο, το κοινότοπο
είναι κι αυτό ένας τρόπος να επιπλέεις.
Αν και υποπτεύομαι
ότι δεν είσαι δα και τόσο ευφυής,
ώστε να συμμετέχεις μέχρι τέλους σε μιαν ήττα,
ούτε και τόσο ευέλικτος,
για να κινείσαι ανάμεσα στις ατραπούς της πίστης.

Διαλέγοντας απ’ τη ζωή
αυτά που δεν χρειάζονται αποδείξεις,
ίσως μπορέσεις ν’ ανταλλάξεις το «τετέλεσται»
με το «διψώ» για λίγη ακόμη αγωνία,
μα δεν μπορείς να φυλαχτείς απ’ τη στιγμή
που θα ξανασκιστεί το καταπέτασμα.

Κι ούτε να σου περάσει από τον νου
πως θ’ αποφύγεις έτσι την εκδίκηση
της ξαστεριάς που αντίστρεψες,
θέλοντας να κρυφτείς από το φως.

Κατάντικρυ στα μάτια σου -τι βλέπεις;
Τίποτε!
Μόνο σαν τυφλός σέρνεις το δάχτυλο
πάνω στο ανάγλυφο αίνιγμα της σφίγγας:
«Τι το ον;». Και το υπόλοιπο,
εκείνο με τα πόδια.
«Άνθρωπον λέγεις!», απαντάς με σιγουριά,
μα ο ευφημισμός σου είναι λάθος.

[ Βουβή σκηνή που κόπηκε απ’ την προσαρμογή, για την οικονομία της
παράστασης: σκυφτή στο εργόχειρό της η χωλαίνουσα πασχίζει να κεντήσει νυφικό με τα κουρέλια του Χορού, που μπλέχτηκε στις αγκαθιές των
μύθων. Νύφη γι’ ακόμη μια φορά, ενώ δίνει και παίρνει η ειμαρμένη. ]

‘— Και ο γαμπρός;
— ’Α, ο γαμπρός! Μα, ο πρωταγωνιστής
με αυτό το αίσιο τέλος.

Τις νύχτες όμως, σβήνοντας το φως…
— Και γιατί όχι, θα μου πεις.
Και γιατί όχι!

 

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

Είναι η θάλασσα –θυμάσαι;
Phlebas the Phoenician, a fortnight dead,
forgot the cry of gulls κτλ.

Εκείνη η θάλασσα κι εκείνη η αντηλιά!
Θυμάσαι;
Τόσα πλωτά όπου στριμώχνονται οι κομπάρσοι,
για να υποδυθούν τους ναυαγούς
στο επικό πλατώ ενός blockbuster
που έχει κάνει απόσβεση
πριν καν γεμίσουν με νεκρούς τα multiplex
και οι συνδρομητικές της αφασίας.

Λάδι το δάκρυ πάνω στο νερό·
λάδι σαν δάκρυ.
Κι αν κάτι αναδυθεί στην επιφάνεια
–αίμα ή θρήνος λειασμένος απ’ το αλάτι
ή τα οστά του επιλήσμονα Φληβά–,
θα το ξεβράσει στην ακτή ο σάλος των σειρήνων.

― Άραγε, ζει ο βασιλιάς;

Μην απαντήσεις· θα σου κλέψουν τη μιλιά
κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα
απ’ την αρχή τον κόσμο.

Αυτόν τον κόσμο, στο ίδιο το σημείο
–στο κέντρο αυτού του σύμπαντος–,
που τον κοιτάς απ’ όλες τις πλευρές
κι απ’ όλες τις πλευρές του είναι ίδιος:
Τα ίδια κεφάλια στον κουβά της λαιμητόμου,
οι ίδιες λύσεις σε ίδιες εποχές.

Αυτόν τον κόσμο, τον ομογάστριό σου,
τον όμοιό σου.

 

ΑΥΛΑΙΑ

― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Ένα παιχνίδι ήτανε, ε Χαμ;
― Ναι Κλοβ. Ένα παιχνίδι.
― Και τώρα τέλειωσε, έτσι δεν είναι Χαμ;
― Τέλειωσε Κλοβ; Ναι, τέλειωσε. Όπως τελειώνουν όλα τα παιχνίδια.
― Κι όπως το είχες πει. Χωρίς η αρχή του και το τέλος του να έχουν σημασία.
― Λάθος σού το είπα Κλοβ. Έκανα λάθος! Πάντα η αρχή, πάντα το τέλος έχουν σημασία.
― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Κι αυτό… Για το παιχνίδι λέω. Θα παίζουμε το ίδιο κάθε μέρα;
― Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι Κλοβ. Μπορεί κι ολόκληρη ζωή. Ποιος ξέρει;
― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Τώρα θα κάτσεις πάλι στο καρότσι σου, ε Χαμ;
― Ναι Κλοβ. Τώρα θα κάτσω πάλι στο καρότσι μου. Όταν δεν με κοιτάζουν είμαι ανάπηρος. Το ξέρεις.
― Και θα ξαναφορέσεις τα γυαλιά σου.
― Ναι Κλοβ. Θα τα ξαναφορέσω.
― Πάντως, ήταν ωραία που έδειξες τα μάτια σου.
― Άσχημα ήταν Κλοβ. Καλύτερα να βλέπουν τα γυαλιά μου.
― Κλοβ!
― Ναι Χαμ!
― Να μην ξεχάσεις να πετάξεις τα σκουπίδια. Βρώμισε ο τόπος.
― Δεν θα ξεχάσω Χαμ. Θα τα πετάξω.
― Κι άνοιξε επιτέλους εκείνο το παράθυρο.
― Θα το ανοίξω Χαμ. Φέρνω τη σκάλα.

(Ακούγονται χτυπήματα. Από πού;)

― Ποιος να ’ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν;
― Όχι Κλοβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις.

(Τα πρόσωπα είναι τελείως πραγματικά, αν και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα των παιχνιδιών του Beckett. Άλλωστε, ο Μπέκετ πάντα περίμενε εκείνον που θα ερχόταν, γι’ αυτό και άνοιγε την πόρτα του όταν χτυπούσαν.)

 

 

ΔΥΣΚΟΛΟ (2014)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

Ι.

Εδώ είναι ο λόγος δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής,
δρόμος τυφλός τού αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα·
εδώ είναι ο τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του
μ’ ένα τετελεσμένο ήδη παρόν.

Και είπεν (;):
Κλέος ανδρών –ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω
ότι ο λόγος είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο τής ύπαρξης;
Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω:

Καθώς ο λόγος ανήκει στον τρόπο του και η ύπαρξη στην παρανόησή της,
καθώς το αγκάθι σαπίζει στο πέλμα και ο πόνος δυναμώνει στον χτύπο τής οπλής,
μπορούμε τάχα να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω απ’ τον μύθο της,
σαν σκοπιμότητα που την ανακεφαλαιώνει;
Μπορούμε τάχα να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,
που σέρνει στα καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;

Ίσως έφτανε κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα τού λόγου
σε μιαν αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της
–σ’ εκείνη την αλήθεια που αντιμάχεται
την εσκεμμένη οχλαγωγία τής σιωπής.

Ίσως έφτανε κιόλας να πούμε:
Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε
ανάμεσα στο παράφορο και στο μάταιο τής αρχαίας πληγής·
εδώ είναι τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,
αδιαίρετο και αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,
τέρας, ολοένα ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,
προσθέτοντας τη λύσσα του στην αναγνώρισή της.

Μπορούμε τάχα να εννοήσουμε τη δύναμη έξω απ’ τη φύση της,
όχι σαν τρόμο που σκηνοθετεί τις εμμονές του
μα σαν αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,
αξιώνοντας το παρελθόν μέχρι τ’ απομεινάρια των θεών του;

Έπρεπε κιόλας να ξέρω·
όπως γνωρίζει ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,
όπως γνωρίζει ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.

Κι ενώ φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία
και παραχώνουν τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους·
κι ενώ οι αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,
έπρεπε κιόλας να ξέρω:

Εδώ είναι ο τόπος τής αρχαίας πληγής,
το στρατευμένο φρόνημα της λήθης.
Εδώ είναι ο χρόνος· σκληρός,
σκληρότερος ακόμη κι απ’ το τέλος του.

ΙΙΙ.

Με τούτες τις λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,
απ’ όποιαν αρμύρα κι αν έρχονται,
μετρώντας την ανάγκη σε αποτσίγαρα, σαν κιόλας καπνισμένη επιθυμία·

αυτή την ανάγκη
–απόδημη επιστροφή στο συρματόπλεγμά της·
― Ποιοι είναι εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες
ή απ’ τα φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;
― Ποιοι είναι εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους
στα υποχθόνια μαντεία των νεκρών;

Καθώς τα κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες
και οι κυνηγοί ορίζουν τις χωσιές,
καθώς το φως ξεγελά στους καθρέφτες το πτύχωμα της αντανάκλασής του
κι ένα κουφό και αλάλητο ποτάμι προδίδει τις περαταριές του με νοήματα·

― Ποιοι είναι εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους μ’ ένα χαρτί χρωμα-τιστό, με μιαν αρκάνα,
όπου ο όρθιος Τροχός κρύβει από τον Τρελό τούς Κρεμασμένους;
[ Αν και ποτέ ένας τροχός δεν άντεξε τη χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων.]

Αυτοί που κράτησαν στα χέρια τους ανάποδα τους δείχτες των ανέμων,
κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό·
κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
σχεδόν νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,
έρποντας στον παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις·

κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια
ούτε μια ανάσα θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,
και με το μέλλον –το μέλλον κυρίως–
να παραμένει σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο καθένας
τη λιγοστή εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.

Το μέλλον κυρίως
–αργά ή γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός
ή σαν φαιδρή αισθητική φαιδρών ηρώων·

αργά ή γρήγορα παντού
–ηχώ αφύλακτη με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,
δεινόν αποπνείουσα πυρός μένος αιθομένοιο·

τέρας αφύλακτο.

V.

Δύσκολο πια να βεβαιώσεις τις ματαιότητες, είπεν (;) ο Εκκλησιαστής·
τι το γεγονός; αυτό το γενησόμενον·
και τι το πεποιημένον; αυτό το ποιηθησόμενον.

Και είπεν:
Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται.
Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν·
μπόλιασμα, αφήνοντας επίβουλο το μάτι
–το ίδιο μάτι να κοιτά προς τα φαντάσματά του.

Εδώ είναι οι γιοι εκείνων που άδειασαν τον κόσμο,
Endlösung –ανταπόκριση του τρόμου,
Einsatzgruppen –παλίρροια φουσκώνοντας τη ρεματιά τού Babi Yar,
ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk,
τάφοι μη τάφοι

σχεδόν τετράποδων πειθαρχημένων στη σφαγή τους,
σωπαίνοντας με τη σιωπή τής στοιβαγμένης γύμνιας,
μένοντας με τα βλέφαρα ανοιχτά
μπρος στην πολεοδόμηση της φρίκης,
μπροστά στην αμετάβατη ομίχλη των γκρεμών που ροκανίζει
ώς το μεδούλι την ενέργεια της μνήμης.

Αυτής της μνήμης –χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη,
μισοθαμμένο μες στη σκόνη των εχθρών
(σε όσο σκόνη έχει απομείνει απ’ τους εχθρούς τους).

Κι όχι να πεις πως αγνοούν στ’ αληθινά
κατά πού πέφτει η λοιμική τής ιστορίας.

 

Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

Ι.

Πόσα αστέρια Michelin στο άβατο του ναού!
Πόσα delicatessen υλικά για τους gourmet των θυσιαστηρίων!
Και στο προαύλιο οι μικροπωλητές (χάντρες και καθρεφτάκια και μάσκες των ιθαγενών και χέρια βουτηγμένα στους προγόνους).

Όμως τα έθνη·
τι νυσταγμένη αφήγηση τα έθνη!
Αστεία σημειωτική και θλίψη αποδόμησης θηλαστικών που κρύβουν τις θηλές τους.

Το εξηνταοχτώ (του εικοστού αιώνα)
–ούτε θυμάσαι πια πώς έτριζε η Ευρώπη, αιμορραγώντας πάνω στα οδο-φράγματα·

το εξηνταοχτώ, λοιπόν, οι δρόμοι ανήκαν σε όσους ξήλωναν τις πέτρες·
καταστασιακοί και λυσσασμένοι, και γύρω δρόσιζαν οι αμμουδιές στα κρα-σπεδόρειθρα.

Όμως τα έθνη·
τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,
σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;

Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:
η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,
αγκιστρωμένης στα πλευρά τού εξπρεσιονισμού.

― Ποια τέχνη και ποια κόλαση;
Όποιος αρνήθηκε ν’ απαθανατιστεί με φόντο τους χορηγικούς λογότυπους του χάους,
φρονώντας πως η τεχνική ακυρώνει την ιδέα,
ή όποιος όρισε τη σκίαση ως ανάπτυγμα φωτός στην ταξική σπουδή τής ακηδίας·

― Ποιο χάος και ποιο ανάπτυγμα;
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή σπαταλημένη σε συνεδρίες με νεόκοπους ομοιο-παθητικούς
που ρίχνουν καταπάνω σου τα ωροσκόπιά τους.
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή –χώρια η ανάγκη,
τα μικροκέρδη και η ευσύνοπτη αναλογιστική.

Τα έθνη όμως·
τι ανυπόληπτο επιχείρημα τα έθνη!
Αίσθημα και αναφιλητά σ’ αίθουσες β΄ προβολής στις συνοικίες.

Γι’ αυτό σου λέω:
Με τέτοια βάση ασπόνδυλη, άντε να στηριχτεί το εποικοδόμημα.

ΙΙ.

Να ’μαστε πάλι εσύ κι εγώ,
σε θέση οικονομική στο πίσω πίσω μέρος τής ατράκτου.
Mont Blanc, τριάντα τέσσερις χιλιάδες πόδια στ’ αψηλά· προορισμός:
Παρίσι.
Τα Νούφαρα (Monet) στις σάλες της Orangerie·
κάποιες Χορεύτριες του Degas μάλλον στο Orsay.
Κατά τα άλλα: όστρακα παντού και καλλιτέχνες του μετρό
–από τις αποικίες.
Μια η βροχή, μια ο ήλιος, μια το απόβροχο· μήνας Απρίλης.
Το απομεσήμερο: εδώ ήταν η Bastille·
Jardin du Luxembourg· βραδάκι κιόλας στη Montmartre:
η Sacré-Cœur κλειστή για τους πιστούς
μα όχι το Moulin Rouge –για τους τουρίστες.
Λίγο πιο πάνω τα υπαίθρια πορτρέτα μας –καρικατούρες με χρωματιστά κραγιόνια.

Μια επανάσταση
–που άρχισε ασφαλώς πολύ πριν απ’ το τέλος των τυράννων–
τρίβει τα μουχλιασμένα βρύα της στις γάμπες.

Βαδίζουμε ακούραστα σε βρομισμένους δρόμους,
διαρκώς ανοίγοντας και κλείνοντας τον χάρτη με τις σημειωμένες διαδρομές των ιδεών μας.
Είμαστε εδώ, σ’ ένα εδώ που κατακάθεται παντού σαν υγρασία,
επιρρεπείς στα φλύαρα φλυτζάνια τού καφέ,
σχολιάζοντας τους γοτθικούς ρυθμούς που ξεχειλίζουν από ξεχειλισμένες συνειδήσεις.

Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι:
ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.
Παρόλα αυτά: πρώτα κάτι ελαφρύ στο Deux Magots
κι έπειτα Κεκλεισμένων των θυρών –έστω κι εν απογνώσει.
Λίγη περίσκεψη πριν απ’ την επιτέλεση,
μα προπαντός: αναστροφή τού κεκλεισμένου ύψους.

― Πόση σαπίλα υπάρχει στο δωμάτιο!
Τι χάσμα ανάμεσα στο Ον και την κατάφασή του!
Ωστόσο,
ένα καινούριο φάντασμα πλανιέται στο δίκλινο ταβάνι σαν καπνός,
δίχως να ενεργοποιείται η πυρόσβεση.

― Το Σύνταγμα, μη καπνιστές πολίτες:
ιησουίτικη ραφή σε ξηλωμένο ρούχο.
Το Σύνταγμα, που αγρυπνά σαν φύλακας του ζώου·
γιατί το ζώο πρέπει να το κρατάμε ζωντανό –αυτό τουλάχιστον.

Αλίμονο! Μέσα σε ολόκληρη γενιά εκτελεστών
μόνον εκείνος ο Saint-Just κατάλαβε τι πάει να πει στ’ αλήθεια
Ορθός Λόγος.

VI.

Δεν είναι μνήμη οι μορφές·
μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα.

Τέτοιο φθινόπωρο κάτω από τις φιλύρες,
τέτοιο πειθαρχημένο χρυσοκόκκινο, ανάμικτο με γκράφιτι και ξύσματα α-νασφάλιστων τειχών.

Μετά το πρωινό, μέρα ελεύθερη.
Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie·
ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γο-μολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.

― Ποια ιστορία;
Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα,
με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους·
― Ποια ιστορία;

Στο μεταξύ τής διάλυσης και της δημιουργίας
πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά τής πόλης!
Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί
κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!

Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!
Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα τού Φραντς Μπίμπερκοπφ
(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των ονείρων)
–εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.

Μετά, αμέσως με ταξί στο Jüdisches Museum
–διάδρομοι κεκλιμένοι που οδηγούν κυματιστά στο άδειο τοπίο μιας ποδο-πατημένης Αποκάλυψης.
Τρίζοντας κάτω από τις σόλες σας οι σιδηρομορφές –δεν είναι πρόσωπα·
πρόσωπα είναι η αγωνία που σκουριάζει τις μορφές στην ασυνέχειά τους,
η αγωνία που επάνω στον σταυρό μεταμορφώνει τους Υιούς σε Ναζωραί-ους.

Κάποιοι σας έχουν συμβουλεύσει να μη χάσετε κι εκείνο το ευάερο Μου-σείο για το Παρόν, στην Invalidenstraße.
Πόσο ανεπίκαιρο παρόν για μία τέχνη που έχει κιόλας γραπωθεί εννοιακά απ’ τον καναπέ της!
Πόση μεταπολεμική προικοθηρία ενοχών και εικαστικοποίηση της διχα-σμένης σκέψης!
Τι καταιγίδα, βγαίνοντας, που έκανε την ομπρέλα μας κουρέλι!

Ωστόσο, ο πόλεμος!
Ξεκάθαρα: ζήτημα στυλ.
Και λίγη μεταφυσική· όσο να γίνει φόρμα η ερμηνεία.

 

Ιντερμέδιο

Μάνα με τους λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,
εχ και να ήξερες
πώς ντουφεκάν τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,
πώς στρώνουν θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο
και στην τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.

Κι όχι να κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή τής λύπης,
κι όχι ν’ ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.
Μόνο τον άγιο να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,
να ’χει τα μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι
μη φτάσουν ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.

Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες
μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή τής όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
νά ’ρθουν τ’ αγρίμια, ωχ να ’ρθούν και οι κωλομπαράδες,

νά ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει πρώτος τον χορό τής λυγερής σου δόξας.

 

Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε

Ι.

Επί της άμμου κάθισα και έκλαυσα.
Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά –υπάρχει η θάλασσα·
και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.
Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί τής προσωδίας!
Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς τού γυρισμού!
Και τόσες νύμφες τού βυθού να ξεσηκώνουν τον στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!
Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αλήθειας,
και κάπως έτσι, άτεχνα και αργά, του αποσπά η ανάκριση την καθομολογία.

Ώστε, δεν σε αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις, φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους
για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν σαν τραγούδι λαϊ-κό απ’ το ακροστόλι.

― Στην επαγρύπνηση, μη καπνιστές πολίτες!
Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,
διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.
Στην επαγρύπνηση εσείς! Στα θεωρεία!
Για ό,τι προφτάσετε να υπερασπιστείτε ψυχορραγώντας στις επάλξεις τού αισθήματος.

Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.
Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής·
σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστίχιων,
όλη αυτή την ταραχή τής ηδυπάθειας για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.

Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!
Επί της άμμου κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου
πως πίσω απ’ την ουσία τής μορφής χαλκεύεται η μορφή τής απουσίας.

Φυλάξου, πρίγκηπα!
Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,
ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο τού νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.
[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη.]
Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά τής λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.

Ο κόσμος, πρίγκηπα, είναι η κομμένη αναπνοή τού πανικού του,
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.

ΙΙ.

’Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω πως οι δονήσεις της πραγματικότητας
δεν είναι παρά η μετατόπιση του χρόνου,
πως ό,τι χάνει η πέτρα στα πεδία των μαχών
το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.
Δύσκολο πια να κατοικείς απάνω, στα έρημα,
έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.
Δύσκολο πια με τόση ασκητική, μονάχα απ’ τις συμπτώσεις να μαθαίνεις.
Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.
Είπαμε:
Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,
ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής·
είπαμε:
Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,
στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.
Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,
δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zero.
Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια και οι μισθοφόροι ν’
αρκεστούν στα λάφυρά τους·
κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν για την εξαγορά των αιχμαλώτων,
δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,
πως τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο που
σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.
<