ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Σοφια

 

 

 

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Ποιήματά της και δοκίμια για έργα ομότεχνών της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά ’Εμβόλιμον, Η Παρέμβαση, Το Κοράλλι, Ο Σίσυφος και Πνευματική Ζωή.
Από το 2010 μέχρι και το 2015 συμμετείχε ως κριτής στο Πολιτιστικό Πρόγραμμα: Λογοτεχνικό εργαστήριο της Δ/νσης Β΄ θμιας εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, με τίτλο «Οι μαθητές γράφουν» και έχει διοργανώσει πολλές φορές το λογοτεχνικό διαγωνισμό στο σχολείο της.
Από το 2017 είναι βοηθός σύνταξης στο λογοτεχνικό περιοδικό ο Σίσυφος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Νοσταλγός κατά συρροήν, (2018) Γαβριηλίδης
Από φεγγίτη μικρό, (2016) Γαβριηλίδης

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ (2018)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

Κανέλα και μπαχαρικά
μαγεύουν τη ζωή μας,
γλυκό ταξίδι θύμησης
στη μακρινή Ανατολή
στην κοντινή μας Πόλη,
γλυκιά Κωνσταντινούπολη
του πόθου της καρδιάς μας.
Της γεύσης τέλειες διαδρομές,
αναδρομές στο παρελθόν,
στα παραμύθια της γιαγιάς
και στις γλυκές κι ονειρικές
παραμυθένιες λιχουδιές.

 

ΜΠΛΕ ΘΑΛΑΣΣΙ

Βαθύ το μπλε της θάλασσας
όμορφα συνταιριάζει
με το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Η Λέρος μ’ αρχοντιά ξαπλώνει στο Αιγαίο.
Μα και του κάστρου η Παναγιά
σε βάρκα μέσα φτάνοντας
με τρόπο θαυματουργικό
από πατρίδα μακρινή,
χαμένη μες στο χρόνο,
Κυρά ακριβοθώρητη
το κάστρο διαφεντεύει.

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ

Κατά συρροήν νοσταλγός
της δικής σου μορφής,
στα χνάρια βαδίζω
του πόθου μου για σένα.
Μα γκρεμίζομαι απότομα
στο απαγορευτικό της καρδιάς σου.

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Ήλιος, βροχή, ίδιος καιρός για μένα.
Τοπίο γκρίζο, σκοτεινό σαν την ψυχή.
Καρδιά μου έμεινες λειψή.
Μαύρες τουλίπες, ακριβές
δεν ευωδιάζουν.
Ο χρόνος φεύγει, έρχεται, περνά,
μόνος του τέλος τρέχει.
Φωνάζουν γύρω μου, γελούν
είναι ευχαριστημένοι
εύκολα πέτυχαν χαιρέκακα
να διώξουν ό,τι αγαπούσα.
Κι ο χρόνος τρέχει.
Περνούν οι μέρες,
απελπισμένη εγώ
να βαδίσω αντίστροφα
πασχίζω.

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ

Στ’ όνειρό μου ήρθες σήμερα.
Με άγγιξες στο μάγουλο
που έκαιγε
μα όπως ξύπνησα
είχες χαθεί.
Και όμως σε αισθάνθηκα
κοντά μου
τόσο που νόμισα

αλήθεια πως ήτανε.

 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Ήταν κι αυτές οι Κυριακές
που μ’ αδημονία περίμενα
το πρωινό να ξημερώσει.
Ήταν οι Κυριακές αυτές
που όταν πίσω έφευγαν
με τι λαχτάρα σε αντίκριζα
το επόμενο πρωί.
Και τώρα
οι Κυριακές μου γκρίζες,
ανούσιες, μουντές,
χωρίς καν την ελπίδα.
Δευτέρα πάλι έρχεται.
Κι εγώ δεν θα σε δω,
αφού αλλού θα βρίσκεσαι
πολύ πια μακριά μου.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ήσουνα μιλιά αμέτρητα
πολλά πολύ μακριά μου
σ’ ένα πανέμορφο νησί
μες στην αχλή του ονείρου.
Απείχες χρόνια αρκετά
Οδύσσειας τα έτη.
Μα σαν στην Ιθάκη πάτησες
καλά ένα πρωί,
τότε ένιωσα ξεκάθαρα
βαθιά μες στην καρδιά
πως για μια υπόλοιπη ζωή
το νόστο της μορφής σου
διαρκώς θ’ αποζητώ.

 

Η ΦΥΓΗ ΣΟΥ

Μου φεύγεις πάντα.
Πας εκεί που ανήκεις.
Δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό.
Μονάχα την καρδιά μου
νεκρώνω, να μη νιώθει τον πόνο
της δικής σου φυγής.

 

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Σκάβω τον τοίχο με ορμή,
με χέρια πληγιασμένα,
αυτόν που ο χρόνος παγερά
χαιρέκακα ορθώνει.
Μα πιο πολύ αισθάνομαι
την πληγωμένη μου καρδιά
στον τοίχο να γκρεμίζεται
με θέα τη μορφή σου.

 

ΕΡΗΜΗΝ

Ερήμην σου σε θέλω,
ερήμην σου μου λείπεις,
σ’ αναζητώ παντού.
Δεν σε χορταίνω πλέον,
μέσα από σένα ζώντας,
ερήμην μου υπάρχω.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ

Να με βλέπεις δε θέλεις,
δε σου λείπω καθόλου.
Κι εγώ καταγδέρνω τις μέρες
ξεμαλλιάζοντας τις νύχτες,
να εξαφανιστούν, να περάσουν
μήπως κι έρθει η στιγμή
να βρεθούμε για λίγο.

 

Η ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

ΣΕΛΗΝΗ ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΥΣΑ

Πανσέληνος πάλι
η πιο λαμπρή του Αυγούστου.
Αντικρίζω μονάχη
το φεγγάρι π’ αστράφτει.
Μ’ απόγνωση ψάχνω
τη δική σου μορφή.
Σινιάλο σου στέλνω
πως μου λείπεις ακόμα
με βαθιά την ελπίδα
ν’ αγναντεύεις κι εσύ
την ίδια σελήνη.

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ

Το φεγγάρι αγναντεύω
απ’ του μπαλκονιού τη θέα.
Σε λίγες μέρες ολόγιομο θα ’ναι.
Πανσέληνος πάλι,
πιστό στο ραντεβού το φεγγάρι,
ποτέ δεν με πρόδωσε.
Μ’ αγωνία το προσμένω
με σφιγμένη ψυχή
όπως όταν μου λείπεις.
Μα εσύ γιατί μ’ αποφεύγεις;

 

ΕΞΙ ΑΚΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση,
αγκυροβόλι ύστερ’ από
μανίας καταιγίδα.
Του νου αποκούμπι της καρδιάς
πληγή σαν δεκανίκι.
Αέναη δίψα του πόθου ξεδιψάς,
για λίγο ανακουφίζεις
αμυδρή την ελπίδα προσπορίζοντας.
Κι όποιον σ’ εμπιστεύεται
μες στην απελπισία του
τέλος σού παραδίνεται.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ

Λυπάμαι αυτούς που κλεμμένους στόχους
βάζουν στη ζωή τους,
εκείνους που, ανίκανοι όντες,
επιπλέουν, όπως τα απορρίμματα.
Μερικούς που με υποσχέσεις κίβδηλες
ξεγελούν τους αφελείς,
σαν χαμαιλέοντες μεταλλάσσονται
και διακρίνονται,
ενώ δεν αξίζουν
Και για να είμαι ακριβής:
δεν τους λυπάμαι,
απλώς τους σιχαίνομαι.

 

ΑΠΟ ΦΕΓΓΙΤΗ ΜΙΚΡΟ (2016)

 

Α’ Φεύγοντας τα καΐκια

ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΑΔΗΜΟΝΙΑ

στον Αποστόλη Σεμένογλου,
που το έναυσμα της έμπνευσης μου έδωσε

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Αι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούριος χρόνος τι θα φέρει;

 

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ TOY 1922

Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί και τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

 

 

ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Αράχνες, σ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

 

 

ΑΡΩΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

στους γονείς μου

Στα σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης
έτρεχαν τα μικρά παιδιά
αμέριμνα παίζανε βόλους και σκοινάκι
ενώ το νυχτολούλουδο
παρέα με το γιασεμί
κεντούσε ευωδιαστά το αεράκι
χανόταν στο γαλάζιο του ουρανού.
Στο βάθος γλάροι ασπάζονταν τα κύματα
της θάλασσας του Μαρμαρά
που μύρια είχε να αφηγηθεί
να κρύψει και ν’ αποκαλύψει.

 

 

ΣΚΙΑΜΑΧΩΝΤΑΣ ΤΗ ΦΥΓΗ

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

 

 

Β Συλλέγοντας στιγμές

 

ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Καλοκαίρι ήταν και τότε·
θυμάμαι ήμουν εδώ
στο ίδιο σημείο
κάτω από την κουκουναριά
στην αιώρα μέσα.
Ανακοινώθηκε επίσημα
το όνομά σου, ο ερχομός σου.
Δεν σε γνώριζα τότε
κι όμως σε ονειρεύτηκα.
Και τώρα πάλι κάτω
από το ίδιο δέντρο
σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια
μαζί μας και αυτό κάνει
τις μέρες μου ανυπόφορες.

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

 

 

ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ

Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα
μαζί σου οι στιγμές.
Τις ψάχνω συνέχεια.

Περνούνε τις νιώθω ανεξέλεγκτα
στις φλέβες μου μέσα
ζωή με γεμίζουν.

Και όταν τελειώνουν
τις ζητώ και πάλι
καθώς εκείνες μού λείπουνε
πριν εξαφανιστούν.

Αδιάκοπο το κυνήγι
μαρτύριο ευτυχίας
οι στιγμές μου μ’ εσένα.

 

 

ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ

Το μαύρο της ψυχής μου
όταν εσύ δεν είσαι πλάι
το κόκκινο που θα ’θελα να ζήσω
απεγνωσμένα
μα ούτε το επιτρέπεις μήτε το μπορώ
το γαλάζιο των ονείρων μου
μ’ εσένα
το μωβ της προσμονής σου
παλέτα ανεξίτηλη
μαύρη να με ρουφάει τρύπα
να εξαφανίζομαι
πάντα στην αναζήτησή σου.

 

 

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Κύματα βουνά
στο βυθό με τραβούν
με έλκει η δίνη η δική σου
παγιδεύομαι και μόνο
στη σκέψη της μορφής σου.
Αν με άφηνες
θα γινόμουν της ψυχής σου
εξερευνήτρια για πάντα.

 

 

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

 

 

ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΜΟΥ

Έρχεσαι στα όνειρά μου
μα κρύβεσαι καλά.
Εκεί που πάω να σε αντικρίσω
αίφνης εξαφανίζεσαι.
Το πρόσωπό σου αναζητώ
με περισσήν απόγνωση.
Εσένα νιώθω δίπλα μου
αλλά σε κάθε νύχτα
σε κάθε μου χαμένο όνειρο
δεν σ’ έχω δει ποτέ.
Κι αυτό συμβαίνει πάντα.
Χάσμα κι απογοήτευση.
Δίχως ικανοποίηση η παγωνιά.
Στο βάραθρό μου μιας ψυχής
στυγνά τεμαχισμένης.

 

 

ΤΟ ΒΕΛΟΣ

Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε
σε μια στιγμή χαμένη μες στο χρόνο·
σε βρήκε σ’ αιφνιδίασε σε πέτυχε γερά.
Το βέλος μυτερό καρφώθηκε
βαθιά στη ρίζα της καρδιάς σου
κι έκτοτε εκεί μένοντας αγκιστρωμένο
ενώ κινείσαι αυτό
αιμορραγεί φρικτά.
Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις

να το τραβήξεις ν’ απαλλαγείς από αυτό
ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;

 

 

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017

«Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές» γράφει στο ποίημα «Σεπτέμβρης του 1922» η Σοφία Παπαχριστοφίλου. Ας αναζητήσουμε «Μέσα από φεγγίτη μικρό» τι αφήνουν πίσω τους «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας τις στιγμές» που καταγράφονται στη ψυχή της ποιήτριας γιατί «…ο νους παρέμενε εκεί/ αντάμα με το βλέμμα που είχε/πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές/μαζί και τους καπνούς…» συνεχίζει στο ίδιο ποίημα. Τα βιώματα της ποιήτριας μας, είτε δικά της, είτε δικών της αγαπημένων ανθρώπων είναι αυτά που την εμπνέουν και μετουσιώνονται σε ποίηση.
Η συλλογή της Σοφίας «Από φεγγίτη μικρό» είναι η πρώτη της ποιητική παρουσία. Τα 45 ποιήματα της συλλογής χωρίζονται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο «φεύγοντας τα καΐκια» τα 13 ποιήματα μιλάνε για τον έρωτα της με τη Κωνσταντινούπολη και της χαμένες πατρίδες. Στο δεύτερο μέρος με το τίτλο «συλλέγοντας τις στιγμές» στα 32 ποιήματα όπως μας λέει η ίδια σε μια αναφορά της «προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου.»
Τα ποιήματα και η αγάπη για τη Πόλη, γεννήθηκαν μέσα από τις αφηγήσεις αγαπημένου φίλου ο οποίος γεννήθηκε εκεί και έζησε τα παιδικά του χρόνια λίγο πριν από το 1964 που εκδιώχθηκαν από τη Πόλη. Μετά δε από την επίσκεψη της ποιήτριας στη Κωνσταντινούπολη η θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκιποννήσων, αυτός ο κόσμος ο γεμάτος ιστορία, μύθους, θρύλους, μυστήριο, μα και αρώματα, γεύσεις, εικόνες, μαγεία έγινε έρωτας και αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Περπάτησε τις γειτονιές της Πόλης και μέσα από το άρωμα του γιασεμιού και της κανέλλας, ένοιωσε τον πόνο των ανθρώπων που διώχτηκαν από το τόπο τους με τη βία, κουβαλώντας το βιό τους σε μια βαλίτσα 20 κιλών. Λέει στο ποίημα «Ζήτημα Στιγμής»

Πώς να χωρέσεις μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;
Σου είπανε μαζί να πάρεις
μόνο είκοσι κιλά.
Όμως τα όνειρα, οι ελπίδες και
οι αναμνήσεις βάρυναν περισσότερο
και δεν χωρούσαν μέσα.
Έμειναν πίσω να ελπίζουν
να επιβιώσουν να προσμένουνε…
Τη στιγμή να περιμένουν του δικού σου γυρισμού.

Η ποιήτρια περιγράφει με το καλύτερο τρόπο τις στιγμές των απελάσεων του 1964 στη Πόλη. Ίδιες στιγμές, να προσθέσω ζήσαμε και το 1974 στη Κύπρο και πάλι από τον ίδιο καταχτητή.
Και για τη Μικαριατική καταστροφή του 1922 μας λέει «Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα/κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.»
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι μόνο οι δυσάρεστες στιγμές των απελάσεων και του ξεριζωμού. Είναι μια Πόλη μαγική μας λέει στο ομότιτλο ποίημα

Και ξάφνου πρόβαλες
μες στην αχλή του πρωινού
σαν από παραμύθι αλλοτινό.
Μοναδική, εντυπωσιακή, πορφυρογέννητη
Πόλη εσύ, Κωνσταντινούπολη
ακτινοβολώντας Βυζάντιο και Πορφύρα.
Οι τόσες εκκλησιές αγέρωχα έστεκαν
πλάι στα τζαμιά,
κι ο Βόσπορος ένωνε δροσερά με παφλασμό
Ανατολή και Δύση
Μια Πόλη αξιολάτρευτη, γητεύτρα μου
της σκέψης και της καρδιάς μου.
Μια Πόλη όλη γεύσεις, σοκάκια θρύλους,
γλάρους, θάλασσα και ανθρώπους,
ανθρώπους διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους.

Κανείς δεν σε κατέκτησε στ’ αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

Ένα ποίημα ύμνος για τη Πόλη αλλά και τα Πριγκιπικά της διαμάντια, όπως ονομάζει τα Πριγκηπονήσια της. Ένας ύμνος για το ατέλειωτο μεγαλείο της Πόλης μέσα στους αιώνες και την ιστορία, με τον αυθεντικό και αυθόρμητο λόγο της Σοφίας.

Στο ποίημα Ίμβρος πολύ παραστατικά μας μιλά για το φιλί του Ιούδα που γεύτηκε το μαρτυρικό νησί απ’ αυτούς για τους οποίους αγωνίστηκε. Και δεν μπορώ να μη θυμίσω την επανάληψη της ιστορίας στη Κύπρο.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου «Συλλέγοντας στιγμές» η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη συναισθήματα και στιγμές που βίωσε και βιώνει με ανθρώπους της ζωής της. Με λόγια-στίχους εξομολογητικούς μας μιλά για τον έρωτα, τις απογοητεύσεις, το πόνο, τον αποχωρισμό, την απουσία, την αγωνία να συλλέξει στιγμές με το αγαπημένο της πρόσωπο. «Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα/μαζί σου οι στιγμές/Τις ψάχνω συνέχεια.»
Η απουσία όμως είναι «κοφτερό διαμάντι/την καρδιά κομματιάζει/την αφήνει σφαδάζουσα.» μας λέει στο ποίημα «Απουσίας διαμάντι»
Κι οι αντιθέσεις και εναλλαγές των στιγμών και των συναισθημάτων συνεχίζονται και σε άλλα ποιήματα. Μας λέει στο ποίημα «Για σένα»

Γράφω για σένα/νοιώθω ότι μου φεύγεις/απομακρύνεσαι σταθερά./Το αύριο σκέφτομαι/δεν θέλω να έρθει/χωρίς εσένα.

Κι όταν το συναίσθημα γίνεται βάρος από τον αποχωρισμό θέλοντας η ποιήτρια να αλαφρύνει τη ψυχή τα μας λέει

ΝΟΣΤΑΛΓΟΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

Οι στιγμές που μοιράζεται μαζί μας η ποιήτρια, ευχάριστες ή δυσάρεστες είναι κομμάτια της ζωής της και ξεκλειδώνοντας της ψυχή της μας εξομολογείται στο ποίημα «Φυλακισμένες λέξεις»
για ότι έχει μέσα της λέξεις-αλήθειες που δεν τόλμησε να ξεστομίσει, λέξεις που την στοιχειώνουν και τη βασανίζουν στα όνειρα.

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

Σ αυτή τη πρώτη της ποιητική συλλογή η Σοφία Παπαχριστοφύλου ανοίγει τα ποιητικά της φτερά με λόγο απλό, συναισθηματικό, εμπνευσμένο, αυθόρμητο, αληθινό και εξομολογητικό, στοιχεία τα οποία αγγίζουν το κάθε αναγνώστη και χαράζουν ένα προσωπικό ποιητικό λόγο.
Εύχομαι να συνεχίσει τη ποιητική της πορεία με την ίδια δύναμη
ψυχής και όπως είπε η ίδια να ζωντανεύει τα όνειρά της μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων της.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ 

«Fractal», Απρίλιος 2016

Περί έρωτος

Ο έρωτας είναι θέμα κοινό στη λογοτεχνία. Είναι παρόν και στο δεύτερο μέρος του πρώτου βιβλίου της Σοφίας Παπαχριστοφίλου με γενικό τίτλο «Από Φεγγίτη Μικρό». Ο έρωτας διάχυτος, ανελέητος, βασανιστικός. Βάζει το ποιητικό υποκείμενο στη διαδικασία να συλλέγει στιγμές και να γεννά ποιήματα που αφορούν την υφή και την ποιότητά του. Ο αναγνώστης καλείται να γευτεί όλες τις εκφάνσεις του έρωτα: τον θαυμασμό που αυτός προκαλεί (ποίημα «Εσύ», σελ.28/ ποίημα «Ξημέρωμα γενεθλίων», σελ.30), την νοσταλγία, την μοναξιά, την απόγνωση που με σκληρότητα προσφέρει όταν είναι απών. Η απουσία είναι γροθιά δυνατή στο σώμα και στο πνεύμα αυτού που υφίσταται την έλλειψη.

Εσένα πάντα ατένιζα
κι ήσουν η Ιθάκη μου
προορισμός του νόστου της μορφής σου»

{Η δική μου Ιθάκη, σελ.32}

Η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται όμως στο ποίημα «Ζωντανός», στη σελίδα 34. Ο μεγάλος έρωτας ίσως είναι προτιμότερο να μένει ανεκπλήρωτος, αλλιώς χάνει την δύναμη, την γοητεία και την αξία του. Η απόσταση φουντώνει τον έρωτα. Το ανέφικτο της ολοκλήρωσής του τον διατηρεί ζωντανό, ατόφιο και ακέραιο στις συνειδήσεις και στις καρδιές, δίνοντας παράλληλα ένα μοναδικό νόημα ζωής σε αυτούς που τον βιώνουν ως τέτοιο. Οι χίμαιρες, αν και μοιραίες, είναι λειτουργικές καμιά φορά. Αναζωογονητικές και ικανές στο να δοκιμάζουν αντοχές. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας λοιπόν, ο γνώριμος πόνος, ο Γολγοθάς του ανικανοποίητου, η σφοδρή επιθυμία, η λαχτάρα για εξερεύνηση της ψυχής που ασκεί την έλξη, ο αρκετά μεγάλος βαθμός αυτογνωσίας σε ό,τι αφορά μια ψυχή «στυγνά τεμαχισμένη», σε ό,τι αφορά το «ρήμαγμα» που ο έρωτας παρέχει, όλα αυτά και άλλα συναφή, απαρτίζουν το ερωτικό σκηνικό που στήνει η Σοφία Παπαχριστοφίλου στην συλλογή της «Συλλέγοντας Στιγμές». Η σταθερή απεύθυνση στο «Εσύ» που έχει σαφώς εξιδανικεύσει, μικρές ερωτήσεις-αγωνίες, παράφοροι συσχετισμοί προσδίδουν δραματικότητα, ένταση και ζωντάνια στα μικρά ποιήματα που δημιουργεί.
Ιδιαίτερη σύνδεση με την συναισθηματική μνήμη παρατηρούμε στην πρώτη συλλογή του βιβλίου με τίτλο «Φεύγοντας τα καίκια», η οποία μας μεταφέρει σε έναν τόπο πολυσυζητημένο, που διαθέτει το δικό του ιστορικό βάρος και άρωμα, που παραπέμπει σε χιλιάδες εικόνες και άλλους τόσους συμβολισμούς. Λίγα ποιήματα, ολιγόστιχα, στοχευμένα, ισορροπημένα, μικρές ολότητες με εσωτερική συνοχή που ηχούν στ” αυτιά μας σαν παλιά νοσταλγικά τραγούδια. Γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, αλλά χωρίς μοντέρνες γραμμές, επικίνδυνες ή ακραίες μεταφορές, βερμπαλισμούς και υπερβολές. Αντίθετα, με άρωμα παραδοσιακό, με μια γαλήνια κανονικότητα. Εδώ η ιστορική μνήμη τρυφερά συμπλέει με τον ποιητικό λόγο. Από μικρό φεγγίτη οι στιγμές του σήμερα ατενίζουν τις στιγμές ενός ιδιαίτερου παρελθόντος. Στίχοι «μάρτυρες των περασμένων». Ξεχωριστό το ποίημα με τίτλο «Σεπτέμβρης του ’22», που καθρεφτίζει κρίσιμες στιγμές, εικόνες χαλασμού πασπαλισμένες με στοχαστική διάθεση:
[…]
Mα o νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγε ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Για την Κωνσταντινούπολη ξεδιπλώνεται ένας ύμνος, ένας Άλλος έρωτας είναι στη συνείδηση της ποιήτριας αυτή η πόλη που έχει άπειρα πράγματα να αφηγηθεί και άλλα τόσα να κρύψει.
Γράφει:
[…]
Πόλη του ονείρου
και του στεναγμού
της ιστορίας και της θύμησης.

[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΛΑΜΠΟΥΣΑ]

και αλλού:
Kανείς δεν σε κατέκτησε στ” αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

[ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ]

Άλλη λέξη κλειδί ο «Βόσπορος»: στολίδι, σημείο αναφοράς, τέλος, αλλά και αφετηρία.
Ακόμα: τα Πριγκηπονήσια, αλλά και η Ίμβρος το μαρτυρικό νησί, με την αγωνιστική διάθεση των κατοίκων, όλα αυτά ερεθίζουν την ποιήτρια, από αυτά εκκινεί η σκέψη της και συνεπώς οι λέξεις της. Συνθέσεις λιτές που διαθέτουν ήρεμη δύναμη, και προσπαθούν να εγκλωβίσουν αισθήματα, να σκιαγραφήσουν στιγμές, με συστολή και τρυφερότητα περισσότερο ,παρά με πυγμή και θράσος, προδίδοντας μια ευγένεια ψυχής και μια ειλικρίνεια από μέρους της δημιουργού, η οποία πατά σταθερά στις λέξεις και τη σημασία τους και δεν φοβάται να κυριολεκτεί ακόμα κι όταν το ζητούμενο είναι ένα τοπίο ποιητικό.

ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στο κοινό με μια μικρή ποιητική συλλογή, μικρή αλλά συναισθηματικά δυνατή, με
έντονο το βίωμα που την προκάλεσε, αλλά και εντονότερη την επιθυμία
να καταλάβει μια θέση στην ποιητική μας ενδοχώρα.
Η συλλογή απαρτίζεται από δύο μέρη- ενότητες, άνισα, ως προς
την έκταση, μεταξύ τους, εξίσου δυνατά και τα δύο, ωστόσο. Η πρώτη
ενότητα είναι το «Φεύγοντας τα Καΐκια» με δεκατρία ποιήματα και η
δεύτερη με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές» υπερδιπλάσια της πρώτης,
με τριάντα δύο ποιήματα.
Στην πρώτη. Ένα ταξίδι στη Βασιλεύουσα είναι το όνειρο του κάθε Έλληνα κι αν κάποιος δεν το έκανε ποτέ, πάντα έχει στο νου του ότι
έπρεπε να το είχε κάνει αλλά δεν ευνόησαν οι συνθήκες. Για μας τους
Έλληνες είναι κάτι σαν προσκύνημα όχι τόσο, νομίζω, στην έδρα της
Ορθοδοξίας, τουλάχιστον, όχι μόνο σ’ αυτήν, αλλά στην Ιστορία, στην,
επί χίλια χρόνια, Βασιλεύουσα. Στα πάθη του βυζαντινού Ελληνισμού,
τα οποία, αν και έχουν περάσει στην Ιστορία, παραμένουν υλικό μιας
παράδοσης ζωντανής συνυφασμένης με την εξέλιξή μας, των νεότερων
Ελλήνων. Όπως και να το κάνουμε η Κωνσταντινούπολη μπορεί στα χέρια των νέων κτητόρων της να άλλαξε όνομα, για μας όμως είναι πάντα
η δική μας Κωνσταντινούπολη και όσο κι αν σε έκταση μεγαλύνθηκε το
τωρινό της μεγαλείο, το βυζαντινό της είναι που την κάνει ακόμα πόλο
έλξης επισκεπτών και ας την ανταγωνίζεται το αντίπαλο πολιτισμικό
δέος με παλάτια και τζαμιά και μαντίλες.
Τίτλος της συλλογής η φράση Από φεγγίτη μικρό. Αυτό σημαίνει
ότι έχει περιορισμένη θέα ή ανάσα. Από την άλλη πάλι ισχύει και το
αντίθετο. Ένας φεγγίτης φέρνει φως, όπως και να ’ναι. «Η άνοιξη
περαστικά από το σπίτι άφησε μια χαρακιά στο φεγγίτη», λέει ο Τέλος
Άγρας κι αυτή η χαρακιά αλλάζει το τοπίο, γενικώς. Εξαρτάται τι βλέπει κανείς από τον φεγγίτη κι ας είναι μικρός.
Οι δύο ενότητες έχουν τίτλο του οποίου το βάρος πέφτει στη
μετοχή. Η μία «φεύγοντας» και η άλλη «συλλέγοντας». Και οι δύο μετοχές
σε χρόνο ενεστώτα, αδυνατίζοντας τη λειτουργία του ρήματος, του δίνουν έκταση και διάρκεια, σε αντάλλαγμα. Σαν να είναι το συναίσθημα
εν εκτάσει, εν εξελίξει. Σαν η διαδικασία τού «φεύγοντας» να μην
τελειώνει εύκολα ούτε και η διαδικασία τού «συλλέγοντας», δίνοντας
έτσι την εντύπωση ότι κρατάει πολύ και η πράξη και το συναίσθημα
που γεννά στον αναγνώστη, σαν να αφήνει ανοιχτό στο διηνεκές αυτό
που ενεργεί το ρήμα. Η ποιήτρια βλέπει τα καΐκια να φεύγουν και συλλέγει στιγμές. Όμως αυτές οι δυο μετοχές αφήνουν σε εκκρεμότητα το
τελικό αποτέλεσμα. Και αυτή η επιβράδυνση φορτώνει το συναίσθημα.
Και πολύ σωστά, το «φεύγοντας» διαιωνίζει το ταξίδι και αυτό
σημαίνει ζωή και εξέλιξη. Κυρίαρχος και αξιομνημόνευτος φυσικά ο
Βόσπορος που «λαμπύριζε/ στραφτάλιζε στον ήλιο». 0 χρόνος των ποιημάτων, όπως προκύπτει, είτε από το στίχο, είτε από το μότο είτε από
τον τίτλο, παίζει σε ένα μεγάλο διάνυσμα. Είναι η αρχή στο 1453 «Απ’
το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες! τα καράβια που είχε στείλει ο
εχθρός». Σε νεότερη εκδοχή ο «Σεπτέμβρης του 1922» μας φέρνει στη
μνήμη τη συμφορά της μεγάλης Καταστροφής, ενώ η «16 Μαρτίου 1964»
έρχεται πιο κοντά για να μας ξαναθυμίσει άλλον ένα εκπατρισμό. Όμως
ανεξάρτητα από το χρόνο, το πότε, εκείνο που φαίνεται είναι η αναγκαστική φυγή, το δύσκολο είναι ότι η ζωή όλη πρέπει να χωρέσει σε μια βαλίτσα.
Και η βαλίτσα χωράει τα απολύτως απαραίτητα και πρακτικά.
Τι γίνεται όμως με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις αναμνήσεις, που αν
και άυλα βαραίνουν περισσότερο από τα άλλα; «Τα φριχτά σηκώνει η
γης και η ψυχή τα φριχτότερα» λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί.
Και τα καΐκια φεύγανε γεμάτα. Και, όσο πιο γεμάτα τόσο πιο μεγάλη η
φυγή, τόσο πιο βαρύς ο πόνος. Και πίσω μένουν οι φωτιές, οι καπνοί, ο
θάνατος. Θυμάμαι εδώ το τραγούδι «0 Χάρος βγήκε παγανιά», με τον
Δημήτρη Μητροπάνο σε στίχο του Μάνου Ελευθερίου και μουσική Δήμου
Μούτση, όπου μέσα στα τρία λεπτά της διάρκειάς του έδινε την τραγωδία της Μικράς Ασίας. «0 Χάρος βγήκε παγανιά και θέρισε τη γειτονιά».
Η ματιά της νέας ποιήτριας μπαίνει στις λεπτομέρειες, κοιτάζει και
τα μικρά και τα ασήμαντα, με τα οποία ο χρόνος επιδαψιλέυσε αυτές
τις εποχές:

«Αράχνες, σ’ όλα/ τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια! του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες! μάρτυρες των περασμένων βουβοί/που παντού σκορπούν ανατριχίλα». Δεν είναι πολύ μακριά η αίσθηση του χώρου που έγινε πλέον μνήμη οδυνηρή και δεν μας διαφεύγει μια άλλη φωνή μακρινή, ωστόσο, ζωντανή, η φωνή του Γιάννη Ρίτσου που σταματούσε πάνω στα έπιπλα και σε όλα τα μικροπράγματα του σπιτιού για να δείξει την πληγή που η μνήμη τους άφησε. Έτσι κι εδώ, η ποιήτριά μας, με ανάλογο τρόπο και πικρό λόγο, διαπιστώνει πως «οι λέξεις δεν τολμούν/ στην επιφάνεια να βγουν. /Φοβούνται μήπως διαλυθούν! όταν γνωστές γίνουν στους άλλους». Είναι κι αυτή μια διάσταση της σκέψης και του αισθήματος της ποιήτριας να νιώθει
πως αυτό που το μυαλό και η ψυχή της επεξεργάζεται δεν μπορεί να
αποκτήσει ύλη και να φανερωθεί. Δεν μπορούν οι λέξεις να γίνουν
πράγματα, είναι δύσκολη η ψυχική και η διανοητική διαδικασία της
μετάπλασης. Και όμως μια ανάγκη εσωτερική θέλει να δώσει σώμα στη
σκέψη. Και αυτό το σώμα είναι το ποίημα.
0 ύμνος στην Κωνσταντινούπολη είναι σαφής: «Πολλοί σε λάτρεψαν… ο πόθος τους …πόλεμος σφοδρών καταχτητών». Πρόκειται για μια ερωτική εξομολόγηση στην πόλη θρύλο και πραγματικότητα μαζί, που κεντρίζει, προσελκύει, θέλγει τον κατακτητή. Σαν όμορφη και ερωτική γυναίκα η Πόλη είναι εκεί, είναι η Ωραία Ελένη των πόλεων. Και η όλη περιγραφή ακολουθώντας τον χάρτη της ψυχής της φιλοτεχνεί το πορτρέτο. Με όλα τα απαραίτητα μαγνάδια: τον φιδίσιο Βόσπορο, τα Πριγκηπόννησα, τα αρώματα των λουλουδιών, χωρίς να ξεχνά τις αθέατες ψηφίδες που συμπληρώνουν το ψηφιδωτό, εκείνο που πηγάζει από το όνειρο, το στεναγμό, την ιστορία. Όλα αυτά μαζί, σαν ένα, εκβάλλουν στην τρέχουσα πραγματικότητα, εκεί που παίζουν και τρέχουν τα παιδιά, εκεί που ο γλάροι ασπάζονται στα κύματα του
Μαρμαρά, εκεί που το νυχτολούλουδο και το γιασεμί επιδαψιλεύουν
τα αρώματά τους.
Το ποίημα «Ίμβρος» αποτελεί την απόπειρα σύνθεσης μιας συγγνώμης για ό,τι η Ελλάδα έκανε ή δεν έκανε και για ό,τι η Ιστορία προκάλεσε. 0 «Πύργος του Λέανδρου» έχει τουριστική, συναισθηματική και πολιτισμική σημασία, κάποτε και στρατηγική. Στο ποίημα γίνεται λόγος για ένα τραγικό συμβάν:

«Πύργος λευκός ψηλόλιγνος/ στη μέση του Βοσπόρου/ ορθός στέκει
αγέρωχος/ στον άνεμο στο κύμα/ κρύβει καλά το μυστικό /του τραγικού συμβάντος. / Μες στην αντάρα του χιονιά/ και το βουνίσιο κύμα/
μάταια η κόρη πρόσμενε/ να έρθει ο καλός της. / 0 φάρος μένοντας
σβηστός/ από την αμυαλιά/ ή και από το φύσημα του δυνατού βοριά.
/ Η αδηφάγος θάλασσα τον πήρε στο βυθό της/ κι η κόρη τον ακολουθεί/ αφού ήταν ριζικό της».

Κάτι λίγο από την αμυλιά των Εστιάδων του Γιάννη Γρυπάρη θυμίζει, που άφησαν και «Έσβησε η άσβηστη φωτιά» και του πύργου έσβησε ο φάρος από τον αέρα ή από την αμυαλιά της Κόρης. Κι έτσι ο Λέανδρος πνίγηκε και εκείνη έπεσε στα κύματα και πνίγηκε, επίσης.
Εδώ κάνω παρέκκλιση. Οι Ευρωπαίοι ονόμασαν το νησάκι του φάρου «Πύργο του Λέανδρου» για να τον συνδέσουν με τον μύθο της Ηρώς και του Λέανδρου. Στην ουσία πρόκειται για ένα βράχο μ’ ένα φάρο που έχτισε ο Αλκιβιάδης το 408 π. X. για να ελέγχει τα περσικά πλοία. Ο πύργος αξιοποιήθηκε και από τους Βυζαντινούς κήτους Οθωμανούς. Και εδώ, ο Λόρδος Μπάιρον, στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο γενικώς, διέσχισε την απόσταση από τη Μικρασιατική στην Ευρωπαϊκή ακτή, από την Άβυδο στη Σηστό, κολυμπώντας, θέλοντας να επαναλάβει τον άθλο του Λέανδρου που, κολυμπώντας, πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη του. 0 Λόρδος Μπάιρον, δεινός κολυμβητής έκανε τη διαδρομή σε μία ώρα και δέκα λεπτά. Και καθώς ο στίχος του Κάλβου λέει «και ο μύθος κρύπτει νουν αλήθειας», εδώ η αλήθεια επιβεβαίωσε έναν μύθο. 0 Άγγλος λόρδος ήθελε
να ζωντανέψει τον αρχαίο μύθο και να δημιουργήσει τη νέα Ελλάδα.
Και τα καΐκια έφυγαν φορτωμένα βάσανα, απώλειες και μνήμες.
Ακολουθεί η ενότητα «Συλλέγοντας στιγμές».
Το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, κατά έναν επιδέξιο τρόπο
ανοίγει την αυλαία στη δεύτερη ενότητα.

Πρώτο ποίημα «Τότε και τώρα». Τελείως κρυπτικό: «Καλοκαίρι ήταν και τότε·/ θυμάμαι ήμουν εδώ/ στο ίδιο σημείο/κάτω από την κουκουναριά/ στην αιώρα μέσα-/Ανακοινώθηκε επίσημα /το όνομά σου, ο ερχομός σου. / Δεν σε γνώριζα τότε/ κι όμως σε ονειρεύτηκα. /Και τώρα πάλι κάτω/ από το ίδιο δέντρο/ σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια/ μαζί μας και αυτό κάνει/ τις μέρες μου ανυπόφορες».

Ποιο είναι το εδώ και το τώρα του ποιήματος, ήτοι ο χώρος και ο χρόνος;
Ποιο είναι το πρόσωπο που λείπει και κάνει τις μέρες «ανυπόφορες»;
0 στίχος δεν καταμαρτυρεί, κι όμως ό,τι θέλει να ξέρουμε το ξέρουμε.
Καμιά σημασία δεν έχουν για το ποίημα οι συμβάσεις του χώρου και
του χρόνου ή ποιος είναι ποιος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η
ποιήτρια θυμάται κάτι ευδαιμονικό από την παιδική ίσως ζωή της, το
οποίο τώρα στην ίδια θέση αναθυμάται με πίκρα, κάνοντας την διαπίστωση του τότε και του τώρα, του ερχόμενου που έφερνε και την αλλαγή στη στασιμότητα και την τραυματική έλλειψη στον παρόντα χρόνο.
Είπα, προηγουμένως, ότι ο «Πύργος του Λέανδρου» ανοίγει την
αυλαία στη νέα ενότητα, γιατί αυτά τα δύο ποιήματα είναι σχεδόν ίδια.
Δυο κοπέλες μια αρχαία -του μύθου- η Ηρώ- και μια σύγχρονη
-η ποιήτρια- περιμένουν ένα αγαπημένο πρόσωπο. Πλην ματαίως και
οι δύο. Η σύγχρονη αλήθεια και ο αρχαίος μύθος δεν είναι παρά η μία
και μοναδική εκδοχή της επανάληψης της ζωής και των προβλημάτων,
συναισθηματικών εμποδίων, που δεν έχουν ηλικία και τόπο. Πάντοτε
και παντού οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Κάποια κόρη ή μάνα, περιμένει.
Κάποιος αγαπημένος ή σύζυγος ή γιος ή αδελφός δεν έρχεται· κι αυτό
γίνεται τραγούδι και ποίημα που δείχνει το μέγα τραύμα της ψυχής.
Η μνήμη λοιπόν μπαίνει και εδώ, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, η μνήμη μεταφέρει το φορτίο των καλών και των κακών αναμνήσεων και
πάνω της χτίζεται η ζωή και τα έργα της. Η ποιήτρια στην ενότητα αυτή
γίνεται πιο προσωπική. Κάνει στροφή προς τα μέσα, κοιτάζει τον εαυτό της, κοιτάζει τον άνθρωπο απέναντι της, στην ουσία, με αφορμή τον καθένα γύρω και την όποια συμπεριφορά μιλάει για τις αντινομίες της ζωής. Για όλα εκείνα που μοιάζουν καλά και όλα εκείνα που ανατρεπονται. Και φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να λείπει ο έρωτας. Είναι ο Έρωτας μια στιγμή ορόσημο στη ζωή του ανθρώπου, αυτή που τον κάνει να είναι άνθρωπος. Και η στιγμή που εμφανίζεται είναι θαυμαστή και η στιγμή που χάνεται είναι τραγική. Αυτός είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση. Τα ποιήματα «Εσύ», «Όνειρα που επιμένουν», «Ξημέρωμα γενεθλίων», «Ζωή μουντή», «Για σένα» είναι διαποτισμένα από την ερωτική θλίψη, από την αίσθηση του κενού που δημιουργεί η απουσία.
Και ιδού και η αντίφαση, όταν τα πράγματα ήταν και δεν είναι πια:

«Μικρά διαμάντια πολύτιμα/ μαζί σου οι στιγμές … Αδιάκοπο κυνήγι/ μαρτύριο ευτυχίας/ οι στιγμές μου μ’ εσένα». Αυτό πλέον είναι
το μοτίβο των ποιημάτων αυτής της ενότητας. Η ποιήτρια αφορμάται
από τα ιδιωτικά της, τα οποία την κατακλύζουν. Η επιθυμία να βγάλει
στο φως αυτό που την πονεί είναι κατάδηλη.

Από τεχνικής απόψεως η Σοφία Παπαχριστοφίλου (δείτε τη συγκυρία
των συμπτώσεων: και Σοφία και παπα- και Χρίστο- και φίλου) δεν
ενδιαφέρεται για μια ενιαία γραμμή. Αφήνεται στη ροή του στίχου
της. χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Ο ελεύθερος
στίχος δεν υποχρεούται σε καμιά δέσμευση, ενώ συχνά ο στίχος παίρνει
κάτι το πανηγυρικό, ενθουσιαστικό, όπου οι σπασμένοι δεκαπεντασύλλαβοι δίνουν ρυθμό στο βάδισμα του στίχου.
Η γλώσσα της η συναισθηματική και οι στίχοι εξόφθαλμα «πατριωτικοί» και οργισμένοι μερικές φορές, μοιάζουν κάποτε σαν παραμύθι,
όπως συμβαίνει στο ποίημα «Ίμβρος» ή «0 Πύργος του Λέανδρου» για
παράδειγμα. Τα ποιήματα όμως της δεύτερης ενότητας είναι προσωπικά, προσωπικότατα. Θα μπορούσε κανείς να πει πως θρηνεί. Κι επίσης
θα μπορούσε να την παραβάλει με την αρχαία ποιήτρια Σαπφώ για το
πικρό αίσθημα του βασανιστικού έρωτά της ή με την ερωτική Μαρία
Πολυδούρη, μόνο που η πρώτη έχει βάλει πολύ ψηλά τον πήχη και η
δεύτερη, για τα μέτρα των κοινών θνητών, επίσης πολύ ψηλά, τηρουμένων πάντα και των αναλογιών, χρόνων, εποχών, στιγμών και συνθηκών.
Το μέτρο σύγκρισης δεν μπορεί βέβαια, να είναι η μία ή η άλλη, αλλά
δυνάμει δίνουν και δείχνουν κάποιο δρόμο.
Η Παπαχριστοφίλου κάνει την πρώτη δοκιμή των ποιητικών φτερών
της. Η έμπνευση έχει την εμπειρία σκαλοπάτι. Το προσωπικό πάθος.
Ένα είναι πάντα το θέμα, λέει ο Σεφέρης: το φθαρτό μου σώμα. Εκεί
επάνω στήνεται η φιλοσοφία σαν σύστημα, ο στοχασμός, η ποίηση και
η τέχνη εν γένει.
Επόμενο ήταν ότι και της Σοφίας η αφόρμηση θα ήταν ο εαυτός της·
Τα ερωτικά της, η λαχτάρα της να τα δει τυπωμένα. Ο δρόμος της τέχνης
είναι μακρύς. Ο Σολωμός δοκίμαζε τον ίδιο στίχο δεκαεννέα φορές. λεει
ο Ελύτης (Ιδιωτική οδός, σ. 65). Ο ίδιος έκανε είκοσι χρόνια να ετοιμάσει το Άξιον Εστί. «Χρειάζεται συνεχώς ν’ απωθείς, ν’ αποποιείσαι, να επιλέγεις, να υιοθετείς», μας λέει επίσης. Το ταλέντο που υπάρχει καλλιεργείται και εξελίσσεται. Και αφού η Σοφία βγήκε στον πηγαιμό για την Ιθάκη ας της ευχηθούμε να απολαύσει το ταξίδι και «καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει» όπως συμβουλεύει ο γέρων της Αλεξάνδρειας.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Οι δυσάρεστες εμπειρίες που σημαδεύουν τη ζωή των ανθρώπων είναι πολλές, όμως καμιά τους δεν είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους.
Ακόμη και ο θάνατος αγαπημένων προσώπων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κοινή εμπειρία για όλους τους θνητούς. Πράγματι, ο καθένας μας, μετά από κάποια ηλικία αρχίζει να βιώνει τον θάνατο αγαπημένων του προσώπων, όμως άλλο πράγμα είναι η απώλεια της μάνας σε παιδική ηλικία, άλλο η απώλεια του πιο αγαπημένου φίλου στην εφηβεία -ας μη συνεχίσω. Πολύ περισσότερο οι υπόλοιπες δυσάρεστες εμπειρίες χτυπάνε την πόρτα μας επιλεκτικά. Σε κάποιους θα «τυχει» αυτό ή εκείνο, σε άλλους όχι. Τον ένα θα τον βρει η μια ατυχία, τον άλλον η άλλη. Με αποτέλεσμα, πολλές από αυτές να μην «μιλάνε» με την πραγματική τους ένταση σε πολλούς από μας. Διότι αν δεν έχεις ζήσει ο ίδιος κάτι, όσο και να καταλαβαίνεις τον πόνο που κουβαλάει, δύσκολα, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις κάπως να προσεγγίσεις τη θέση αυτού που το υφίσταται.
Ας πούμε, ο διωγμός. Η βίαιη απομάκρυνση ανθρώπων από τις
εστίες τους. Φανταζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους να ζούνε ήρεμα
στον τόπο τους, εκεί που έχουν γεννηθεί, εκεί που έζησαν γενιές και γενιές προγόνων τους πριν από αυτούς. Ήρεμα, με τις χαρές τους και τις
λύπες τους, με τις δυσκολίες και τα καθημερινά προβλήματα, αλλά πάντως ήρεμα, μια κανονική ανθρώπινη ζωή. Και ξαφνικά, ξημερώνει μια καινούργια μέρα: Πρέπει να φύγουν, να φύγουν όπως όπως, να πάνε αλλού, και προπαντός να φύγουν τρέχοντας, πριν ο θάνατος τους κλείσει το δρόμο.
Μια λέξη έρχεται αυθόρμητα στον νου, η λέξη «αβάσταχτο».
Αβάσταχτο για τους ενήλικους, τους κάπως τέλος πάντων υποψιασμένους, αυτούς που έχουν προλάβει να μάθουν πως «αυτά συμβαίνουν». Τι να πούμε όμως για τα παιδιά, τι μπορεί να σημαίνει αυτό το
ξαφνικό για ένα παιδί; Ένα από αυτά τα παιδιά που μέχρι χτες Στα
σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης / έτρεχαν […] / αμέριμνα παίζανε
βόλους και σκοινάκι / […] ; Πώς βιώνει ένα από αυτά τα παιδιά τον
ξεριζωμό; Εδώ λοιπόν, ίσως μόνο η τέχνη μπορεί κάπως να αποδώσει
το δράμα. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου το επιχειρεί με το πρώτο ποίημα
της πρώτης της ποιητικής συλλογής:

Παραμονής αδημονία

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Άι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούργιος χρόνος τι θα φέρει;

Να λοιπόν που ο καίριος ποιητικός λόγος καταφέρνει, αρθρωμένος
σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους, να στήσει μπροστά στα μάτια μας
μια εικόνα συγκλονιστική. Η ποιήτρια, χωρίς να κραυγάζει, χωρίς καν
να υψώνει τον τόνο της φωνής της, με άκρα λιτότητα, περισσότερο με
αυτά που υπαινίσσεται, παρά με αυτά που καταγράφει, περισσότερο
με αυτά που αφήνει να αναδύονται μόνα τους στην επιφάνεια παρά με
αυτά που εικονίζει, καταφέρνει να μας κάνει συμμέτοχους στο βουβό
δράμα αυτού του μακρινού παιδιού.
Κάπως έτσι, και στα υπόλοιπα ποιήματα του πρώτου μέρους της
συλλογής ζωντανεύει το δράμα του διωγμού. Στα περισσότερα έχουμε
ευθεία ή εμφανή αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, σε ένα συναντούμε
τα κοντινά της Πριγκιποννήσια, κάπου αλλού την Ίμβρο, ενώ με το
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922 τα μάτια μας θαμπωμένα απ’ τους καπνούς
διακρίνουν τα αποκαΐδια της Σμύρνης: Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές / ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους
βιος / μέσα σ’ ένα πουγκί. […] . Με αυτά τα δεδομένα, η αίσθηση
που αφήνει στον αναγνώστη το πρώτο μέρος της συλλογής -αίσθηση
οφειλόμενη, κατά τα ανωτέρω, κυρίως σε λόγους «στατιστικούς»- είναι
αυτή μιας πολυπρισματικής ελεγείας επικεντρωμένης στον ξεριζωμό
από την Κωνσταντινούπολη, αυτή την Πόλη των πόλεων, την Πόλη του
ονείρου / και του στεναγμού / της ιστορίας και της θύμησης, που
όμως απλώνεται αγκαλιάζοντας με τους απέριττους στίχους της και
άλλες χαμένες πατρίδες, συντηρώντας τη μνήμη και άλλων μαρτυρικών τόπων, τόπων με ονόματα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη. Πρέπει,
ακόμη, να επισημανθεί ότι δεν λείπουν και τα ποιήματα με γενική αναφορά σε διωγμούς, χωρίς μνεία συγκεκριμένου τόπου ή χρόνου, επειδή
με αυτά ακριβώς τα ποιήματα επιτελείται η κορυφαία λειτουργία της
ποιητικής τέχνης, αυτή που από το ατομικό και το μερικό οδηγεί στο
καθολικό, στο πανανθρώπινο. Έτσι, όταν, ας πούμε, διαβάζουμε ΤΑ
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ, μπορεί εμείς, επειδή τα διαβάζουμε μέσα
στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να τα περιορίζουμε σ’ αυτό, όμως εκείνα
με τους πέντε στίχους τους στήνουν το σκηνικό της ξαφνικής εγκατάλειψης, αυτό που μένει πίσω ως βουβή -μα και σπαρακτική- μαρτυρία
μετά από τον όποιο ξεριζωμό, όπου γης:

Αράχνες, σ’ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

Κατά παρόμοιο τρόπο και η αντικριστή τους ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί, ενδεχομένως, να
εκληφθεί ως αδυναμία -ή και άρνηση- του θύματος της βαρβαρότητας
να «κοινωνήσει» στους άλλους τα πάθη του. Ή μπορεί, ακόμη, να διαβαστεί ως η κραυγή αγωνίας του ποιητή που, έχοντας επίγνωση των ορίων της τέχνης του, γνωρίζει πως αυτή η τέχνη ναι μεν μπορεί στις
κορυφαίες στιγμές της να προκαλέσει την ύψιστη αισθητική συγκίνηση,
όμως ποτέ δεν θα μπορέσει να ζωντανέψει πλήρως μέσα στην ψυχή
του αναγνώστη αυτό που, για να επιστρέψω στην αρχή της ομιλίας
μου, ορίζεται ως «αβάσταχτο». Προσωπικά ωστόσο, είδα μέσα από
τους τέσσερις στίχους του να προβάλει ενώπιον του ποιητή (πάλι, του
όποιου ποιητή, όπου γης) η στιγμή της σιωπής. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο ποιητής αισθάνεται ότι πρέπει να σταματήσει – το πέραν ανήκει στη σιωπή. Οι ίδιες οι λέξεις του τον ειδοποιούν: Αξιώθηκες, προσεγγίζοντας σημαδιακές στιγμές ή καταστάσεις, να βυθιστείς στα απύθμενα του ανθρωπίνου βίου -δικού σου ή άλλων, καμιά σημασία- ανέσυρες ό,τι μπόρεσες να ανασύρεις, μην επιχειρείς λοιπόν, πέρα από τούτο το σημείο, να μοιραστείς τίποτε, με κανέναν. Αν επιμείνεις να μας βγάλεις στην επιφάνεια ώς το τέλος μας, θα σβήσουμε, θα χαθούμε όλες μαζί. Άφησε τα υπόλοιπα στη σιωπή, δεν σου ανήκουν. Ανάλογα με τον βαθμό της σοφίας του και της άσκησής του ο ποιητής υπακούει ή όχι· το βέβαιο είναι πως η υπακοή ανταμείβεται αφού από αυτό ακριβώς το σημείο και πέρα η σιωπή τα καταφέρνει καλύτερα!
Αυτά για το πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια». Η ζωή, ωστόσο, συνεχίζεται, αφού διαθέτει ανεξάντλητο πείσμα και ακαταμάχητα όπλα. Όπως -ας πούμε- τον έρωτα, αυτή την κορυφαία εκδήλωση της θέλησης για ζωή, η οποία και κατά παράδοση, ευλόγως αντιτάσσεται -πρώτη και καλύτερη- στον θάνατο και την καταστροφή. Έτσι, σοφά επιλέγει η ποιήτρια ν’ αφιερώσει σ’ αυτόν το δεύτερο μέρος του βιβλίου της, στο οποίο και θα αναφερθώ πολύ σύντομα στον λιγοστό χρόνο που απομένει.
Πρόκειται για καταγραφή μεμονωμένων στιγμών, που αποσπώνται
από τις -προφανώς αμέτρητες- οι οποίες και απαρτίζουν μιαν ολόκληρη ζωή, κοινή ζωή με τον ερωτικό σύντροφο, εξ ου και ο τίτλος: «Συλλέγοντας στιγμές». Τώρα γιατί επιλέγονται οι συγκεκριμένες στιγμές και όχι άλλες, αφού όλες τους είναι Μικρά διαμάντια πολύτιμα, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τον παρεμφερή τίτλο (ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ);
Μα, αυτό είναι ένα από τα μικρά μυστήρια της ποίησης – αυθαίρετα
εντελώς γίνονται αυτές και όχι κάποιες άλλες ποιήματα, πράγμα που
δεν έχει, άλλωστε, την παραμικρή σημασία αφού το ζητούμενο είναι να
αποδοθεί η συνολική εμπειρία, να αποτυπωθεί αυτό το διαρκές μαρτύριο ευτυχίας όπως διαβάζουμε στο ίδιο ποίημα που μόλις αναφέρθηκε.
Κάτι σαν εύστοχος ορισμός του ίδιου του Έρωτα, όπως θαυμάσια μπορεί να μας το επιβεβαιώσει και το ποίημα ΤΟ ΒΕΛΟΣ: Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε / […] Το βέλος μυτερό καρφώθηκε / […] κι έκτοτε εκεί μένοντας […] / αιμορραγεί φριχτά. / Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις / να το τραβήξεις […] / ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;
Με τον ίδιο χαμηλό τόνο, με άκρα λιτότητα, απτή ευαισθησία και
αυθορμητισμό η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη πτυχές του
ψυχικού της κόσμου (που μπορεί, κάλλιστα, να συναντιέται -και ενίοτε να ταυτίζεται- με τον αντίστοιχο του αναγνώστη, και πρωτίστως της αναγνώστριας), πότε αναδεικνύοντας στιγμιότυπα του καθ’ ημέραν
βίου, πότε επιμένοντας στα παντός είδους ΡΗΓΜΑΤΑ (τίτλος ποιήματος), κάποτε εστιάζοντας στα ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΤ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ (ομοίως, τίτλος ποιήματος), και οπωσδήποτε επιστρέφοντας, πάντα επιστρέφοντας στις λέξεις. Είτε πρόκειται για τις ΛΕΞΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ είτε για τις ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ – λέξεις, αυτές οι τελευταίες, που όπως
ομολογεί […] δεν τολμώ / να σου προφέρω […], οπότε εκείνες […]
Απόδραση αναζητούν / από τη φυλακή των χειλιών / μα ανάλγητη η
λογική / για πάντα υπερισχύει.
Στο σημείο ακριβώς αυτό, και έχοντας φτάσει στο τέλος της ομιλίας
μου, ας μου επιτραπεί να θυμίσω όσα είπα κλείνοντας την αναφορά
μου στο πρώτο μέρος του βιβλίου, για τον μυστικό διάλογο του ποιητή
με τις λέξεις. Ώστε να μπορώ να υποστηρίξω ότι ναι, συναντώνται τα
δύο -φαινομενικά τόσο απόμακρα μεταξύ τους- μέρη αυτού του βιβλίου,
πέρα από το ενιαίο ύφος, συναντώνται και κάπου εδώ, στις λέξεις,
για περισσότερη ακρίβεια στον απρόσιτο, υπόγειο χώρο συνάντησης
του ποιητή με τις λέξεις.

 

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Παρέμβαση τχ. 180, Απρίλιος-Αύγουστος

ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Λαμπερή και τριζάτη, μέσα από ένα μεταφορικό μικρό φεγγίτη και τα αθώα μάτια ενός παιδιού προβάλλει η Βασιλεύουσα στην Α΄ ενότητα ποιημάτων της ποιητικής συλλογής της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Φεύγοντας τα καΐκια». Μάγισσα και πλανεύτρα, όπως την τραγούδησε κι ο Παλαμάς στη «Φλογέρα του Βασιλιά», ξεδιπλώνεται νωχελικά με τους επιδέξιους στίχους της Παπαχριστοφίλου, μέσα από την αχλύ του παραμυθιού, στο λαμπύρισμα του Βοσπόρου με τα σοκάκια, τους γλάρους και τους ανθρώπους της. Στίχοι που σαγηνεύουν, λέξεις που λάμπουν σαν τα Πριγκιποννήσια, η ποιήτρια μας παρασύρει στη δική της νοσταλγία και μελαγχολία για την απώλεια που στέρησε από τον ελληνισμό τόση ομορφιά… Εμβόλιμα στην πρώτη ενότητα και ποιήματα αντικριστά στον καθρέφτη: αυτά που αποτυπώνουν όχι τη δόξα και τη λάμψη αλλά τον πόνο και την προδοσία, τον καημό της Καταστροφής και του ξεριζωμού:

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922
Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Στη Β΄ ενότητα της ποιητικής συλλογής «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια αναφέρεται σε καθαρά προσωπικές της στιγμές και συναισθήματα από το παρελθόν και το παρόν, κάποια από τα οποία έχουν την προβολή τους και στο μέλλον:

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Πολύχρονος να ’σαι
να ζεις να υπάρχεις
να δημιουργείς να ονειρεύεσαι.
Κι εγώ να σε σκέφτομαι
να σε νοιάζομαι πρώτη
να προσμένω
τη στιγμή που εσένα
θα συναντήσω ξανά.

Κατά κάποιο τρόπο και αυτή η ποιητική ενότητα είναι ιδωμένη από «φεγγίτη μικρό». Ο πομπός σε όλα το «εγώ» και ο δέκτης το αφηρημένο «εσύ», το οποίο ίσως έχει ένα, ίσως και ποικίλα πρόσωπα στον καθρέφτη της ζωής. Καθοδηγητικό νήμα στο παρελθόν η μνήμη και έδρα η καρδιά. Λυρικά ποιήματα, όχι όμως με τον τρόπο της Πολυδούρη. Έντονα μελαγχολικά, χωρίς όμως απότομες εξάρσεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Βασανιστική νοσταλγία και πάθος που ελέγχεται από μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, ένας ήρεμος συναισθηματισμός που καθαγιάζει στιγμές του παρελθόντος, τις οποίες βίωσε το ποιητικό υποκείμενο με πόνο, ερωτική αδημονία και ματαίωση. Η απουσία παρούσα σε όλα σχεδόν τα ποιήματα αυτής της ενότητας:

ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Ο έρωτας ανεκπλήρωτος
ε και;
Καλύτερα για να ‘χεις κάτι
να κυνηγάς
έναν στόχο να παλεύεις
να επιμένεις, να υπάρχεις
να κρατιέσαι ζωντανός.

Στάλες πολύτιμες, σαν διαμαντάκια, οι όμορφες στιγμές που κάποτε υπήρξαν με το «εσύ», γι’ αυτό και η λαχτάρα της επανένωσης. Βεντάλια τα χρώματα των συναισθημάτων: από το μαύρο –το κενό, το κόκκινο της επιθυμίας για ζωή και το γαλάζιο των ονείρων στο μωβ της προσμονής και «κυκλοτερώς» ξανά στο μαύρο της αναζήτησης (ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ).
Οι λέξεις παρήγορες έρχονται να απαλύνουν τη θλίψη του κενού, του χωρισμού, του ανικανοποίητου. Η ποίηση γραπώνει τις εικόνες για να μείνουν ζωντανές. Ο νους ταλανίζεται από ερωτήματα. Αδύναμη να συγκρατήσει τις σκέψεις που την βασανίζουν, η ποιήτρια στήνει δοκάρια και τις συλλαμβάνει για να τις ακινητοποιήσει κι αυτές στο χρόνο, έστω και παγωμένες, κι ας πονάνε περισσότερο.
Ο ποιητικός λόγος της Παπαχριστοφίλου χαρακτηρίζεται από απλότητα, αμεσότητα, αυθορμητισμό. Λαγαρός σκόπιμα, καθόλου συσκοτισμένος. Κύριο γνώρισμά του η εφηβική σεμνότητα. Οι λέξεις και οι στίχοι της καλοδουλεμένα. Ο έρωτας με την πανάρχαια ιστορία του σφραγίζει την ποιητική συλλογή είτε ως ιστορική μνήμη (Α’ ενότητα) είτε ως ερωτικές στιγμές συλλεγμένες στο πέρασμα του χρόνου σε μικρά, σύντομα και όμορφα ποιήματα.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιοnet 12/1/2017

Πόλη Λάμπουσα γεμάτη πόνους

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «από φεγγίτη μικρό» (Γαβριηλίδης, 2016) έχει επίκεντρο τον έρωτα. Στον έρωτα της Παπαχριστοφίλου διακρίνονται όλα τα στάδια: ο ανολοκλήρωτος έρωτας, ο ρομαντικός, ο χωρισμός και η μοναξιά. Όλα όμως συντελούν σε έναν έρωτα εξιδανικευμένο.

Λυρικές αποχρώσεις σαν από οπτασίες φωτίζουν την ποίηση της. Συχνά οι συνθέσεις της θυμίζουν ερωτικά σημειώματα απευθύνονται σε κάποιο βουβό β’ ενικό. Εξάλλου, το σταθερά αυτοαναφορικό ποιητικό υποκείμενο ορίζει τον εκμυστηρευτικό χαρακτήρα της ποιητικής της. Η έκφρασή της αξιοποιεί μία γλώσσα οικία και καθημερινή. Ο στιχουργικός ρυθμός ορίζεται από την ελευθερόστιχη νοηματική απόδοση ελέγχοντας παράλληλα τη συναισθηματική ένταση.

Ωστόσο, στην πρώτη ενότητα της συλλογής κυριαρχεί η νοσταλγία και το ψυχικό άλγος για την Κωνσταντινούπολη. Με ήπιους τόνους που κρατούν σε απόσταση εθνικιστικές εξάρσεις η δημιουργός στρέφεται στην ομορφιά της παραθαλάσσιας ευρωπαϊκής Τουρκίας που έφερε τόσους πόνους και ξεριζωμούς (Κωνσταντινούπολη Λάμπουσα, Πόλη μαγική, άρωμα Κωνσταντινούπολης).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η καταληκτική σύνθεση, με κέντρο τον Λέανδρο (ο πύργος του Λέανδρου),  αποσιωπά την Ηρώ και περιορίζει την ερωτική ιστορία σε ένα μέλος, εκείνο που ζουν στη βόρεια -ευρωπαϊκή- ακτή. Την ίδια στιγμή, στο ποίημα εντοπίζεται ένας πολικοϊστορικός συμβολισμός, μια και το κύμα που έπνιξε τον Λέανδρο το σήκωσαν οι θεοί (με τη μυθολογική ερμηνεία ότι ζήλεψαν τον άνδρα ή επειδή έπρεπε να διατηρήσει κόρη την παρθενιά της). Έτσι, σε μία τέτοια αλληγορική οπτική, το ρόλο των θεών τον αποκτούν οι Μεγάλες Δυνάμεις της κάθε εποχής. Παράλληλα, η σύνδεση με το διττό χαρακτήρα της (τόπος και θέμα) λειτουργεί μεταβατικά στην επόμενη -ερωτική- ενότητα.

Ο Βόσπορος (παραμονής αδημονία, πριγκιπικά διαμάντια), ο ξεριζωμός (ζήτημα στιγμής, Σεπτέμβρης του 1922, σκιαμαχώντας τη φυγή) και τα ερείπια (τα δίχτυα των μαρτύρων) με τον φόβο (σκόπιμη ανωνυμία) κυριαρχούν στην ενότητα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ύμνος στην πόλη των πόνων. Τα όνειρα και ο ξεριζωμός συνυπάρχουν πλάι στην ομορφιά του Βοσπόρου και της πόλης μεγεθύνοντας τον πόνο με τα πλούσια χρώματα και αρώματά της.

 

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Πώς η Απουσία μπορεί να συλληφθεί από τις λέξεις και να γίνει Ποίηση, όταν η ίδια η φύση της Ποίησης είναι το άλεκτον; Πώς να κοινωνήσεις το απόσταγμα του τέλους της παρουσίας, όταν η φύση της Ποίησης
είναι το α-τελές (με την έννοια του μη τέλους);
Η εκλεκτή χώρα όμως, που ονομάζεται Ποίηση, είναι ακάματη, με
μια μαχητική διάθεση για ανεξάντλητες προσεγγίσεις του διαφεύγοντος. Σαν αντίσταση κατάφασης στη φθορά του τελεσίδικου. Πράξη εγκαινίων είναι, αφού ο Ποιητής γεννά τον κόσμο κάθε φορά από την αρχή. Είναι έκρηξη ενεργειακή, αναπόφευκτη, ζωτική. Είναι τελετουργικό μύησης σε ένα χώρο και χρόνο, όπου δεν χρωστάς τίποτε σε κανέναν. Είναι η ύψιστη όραση που βλέπει με έκπληξη το σύνηθες, το αόρατο. Είναι ο λόγος της μοναξιάς, που δεν έχει ανάγκη από τη μοναξιά του άλλου. Του φτάνει η δική του. Είναι η εξορία του περιττού, το συμμάζεμα του λόγου, που πολλαπλασιάζει τον κόσμο. Είναι η εσωτερική, η μυστική μουσική, που την κατοικεί. Αυτή η μουσική που την αχούν μόνο η δύναμη της ψυχής και ο παλμός της καρδιάς. Η Ποίηση
δεν λέει τίποτε, δεν κρύβει τίποτε. Μόνο σημαίνει. Και γενναιόδωρη
καθώς είναι, προσφέρει νέα μάτια και στους αποδέκτες της.
Με αυτά τα νέα μάτια είδε η Σοφία Παπαχριστοφίλου την Απουσία. Την έβαλε απέναντι της, ανακαλώντας τόπους και συνάφειες του κόσμου της, με το πάσχον σώμα και την οδυνόμενη ψυχή να αφουγκράζονται την παραμικρή ανάκληση μνήμης.
Καταφεύγοντας στην ιερότητα της λέξης, δηλαδή το σημείο εκείνο
όπου το μυστήριο της δικής της εμπειρίας συναντά τον Άλλον, η Σ. Π.
γράφει μια χαμηλόφωνη ποίηση, χωρίς κορώνες και κραυγές. Αποδεσμεύει τη σιωπή της και μας καταθέτει την ένδον χώρα, ως προσωδία του μυστικού, ως προσευχή. Αποστάγματα αναστοχαστικά είναι οι ποιητικές καταθέσεις της
Σ. Π. Είναι κατασταλαγμένα συναισθήματα που πολιορκούν «κυκλοτερώς» την Απουσία, με απόλυτη συμμετοχή στην ηδονή και την οδύνη της αρετής του ποιείν. Αυτή ακριβώς η κίνηση είναι που χαρακτηρίζει την πολιορκία των λέξεων της ποιήτριας πανταχόθεν, ταυτόχρονα με μορφή διύλισης, για να σιγάσει η κραυγή και να αναδυθεί η μνήμη της συναισθηματικής κρύπτης. Συνδιαλέγεται με το εφήμερον του βίου μέσα από την Απουσία, καθιστώντας την αιώνια μέσα από την Ποίηση.
Ξεκινώντας από το πρώτο μέρος της συλλογής, η Απουσία της Πόλης, ως μήτρας χαίνουσας, εγκολπώνεται την Απουσία της Ύπαρξης,
που πλατύνεται στο δεύτερο μέρος και ενδύεται του έρωτα τα πάθη. Η
δική μου ανάγνωση βρήκε ένα σκηνικό μιας άλλης εποχής, ενός άλλου
,
πολιτισμού, που με έπιασε από το χέρι και με έκανε κάτοικό του. Με
άλλα λόγια, η Σ. Π. κατάφερε να χαρτογραφήσει την Απουσία, να της
δώσει υπόσταση και να την επιδώσει στους αποδέκτες της αντάξια της
θέσης που κατέχει στην καρδιά της.
Όσο καιρό επέστρεφα στην ανάγνωση των ποιημάτων, όλο και περισσότερο ένιωθα να βαθαίνει τούτη η χαμηλή φωνή, όλο και πιο πολύ
έπιανα το νήμα της εσωτερικότητας, που ανέσκαπτε τραύματα, από
εκείνα που βγάζουν ρίζες στο χώμα. Κάθε ποίημα είναι μια απόσπαση θαμμένων σωμάτων, μια ανασύσταση των απολεσθέντων, η έξοδος
του παλαιού τραύματος, μέσα από τον στοχασμό και τη σκέψη. Με τη
γλώσσα του μη-περιττού ως όχημα, η Σ. Π. κάνει να καρποφορήσει η
σιωπή της Απουσίας και να γίνει φωνή, για να βρει ανταπόκριση σε ένα
άλλο έσωθεν, ατομικό ή συλλογικό:

Είναι φορές
που νιώθω κατάμονη
πώς μόνη παλεύω
και πιστεύω σε σένα
μονάχα εγώ
εσύ όμως τις κάνεις;
Μου γυρίζεις την πλάτη
και απλά εξαφανίζεσαι
καπνός άυλος σαν
να μην υπήρξες ποτέ.

Στην ποίηση της Σ. Π. συντελείται η έκθεση του ιδιωτικού πόνου ως
επιδέξια στιγμή της κατάφασης στον εαυτό, τον κόσμο, τη γλώσσα. Πρόκειται για την κατάφαση έτσι όπως την είδαν τα μάτια της Σ. Π. από ένα
φεγγίτη μικρό, με πρόσβαση κατευθείαν στον ουρανό για να έχουν μεγαλύτερη συνείδηση του πόνου της Απουσίας, ως ανθρώπινης συνθήκης.
Κλείνοντας την «ανάγνωσή» μου, θα ήθελα να απαντήσω σε ένα ποίημα της συλλογής, που αποπνέει μια δημιουργική αγωνία:

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους

Εξάλλου, όταν οι λέξεις είναι αληθινές και εύκαρπες σαν της Σ. Π., αυξάνουν και πληθαίνουν με το μοίρασμα. διάγοντας σε κάθε ανάγνωση μια νέα ζωή. Γιατί είναι μια δημόσια ομολογία, την οποία αναλαμβάνει και την εκθέτει ολοκληρωτικά, με μόνο εφόδιο τα πάθη, τις παραλείψεις, τα λάθη, τις αισθήσεις, την ατέλεια και την τελειότητα του ανθρώπινου όντος, χωρίς να δεσμεύει ως άνθρωπος κανέναν άνθρωπο.
Εξάλλου, αυτή είναι η μέγιστη αποστολή της Ποίησης. Να ανοίγει
προφητικούς φεγγίτες προς όλους, φέροντας μια νέα ιερότητα, η οποία
δεν έχει καμιά σχέση με τον καθωσπρεπισμό και τους κανόνες. Είναι μια
ιερότητα βέβηλη, ανίερη, που δηλώνει την αδυναμία της να παρηγορήσει.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

BOOK TOUR, 28/12/2016

Η ΦΥΓΗ

Στην ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Από φεγγίτη μικρό» το πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια», αριθμεί δεκατρία ποιήματα που θεματικά μας φέρνουν στον νου τη φυγή, τη βίαιη απομάκρυνση από αγαπημένο τόπο. Ολιγόστιχα, όσο επιτρέπει μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του δράματος μέσω του ποιητικού λόγου, και περιεκτικά σε νόημα και εικόνες.

Πώς να χωρέσει μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;

Τα όνειρα, οι ελπίδες θα μείνουν πίσω, εκεί που χτίστηκαν, με άγνοια των έξωθεν επιλογών που αδιαφορούν για τις επιθυμίες των απλών ανθρώπων.

Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…

Σε μια σκόπιμη ανωνυμία οι λέξεις από τον φόβο μήπως τις διαλύσει η αναγνώριση. Σε υπόκωφη ουσία οι στίχοι, μήπως και με έναν ευρύτερο σχολιασμό απολεσθεί το κλίμα, η πνοή αυτής της απρόσμενης και βίαιης αποκοπής από γενέθλιο τόπο.

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

Κωνσταντινούπολη, Ίμβρος, Πριγκηποννήσια. Η ιστορική μνήμη τους στοιχειώνει την ποιήτρια, που αποτολμά να καταθέσει μια δική της εκδοχή για τη φυγή των ανθρώπων.

Σκιαμαχώντας τη φυγή

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

Είναι μερικές φορές που στα ποιητικά σχεδιάσματα η σημασία δίνεται στον τίτλο, και τότε το ποίημα καθεαυτό απλώς αφήνεται να σχολιάζει ή να προσθέτει λίγη ακόμα ουσία στο πλήρες (κατά μία έννοια) αυτού του τίτλου. Γιατί, είναι αλήθεια, δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να πεις αυτό που αγγίζει τον πυρήνα των πραγμάτων. Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει αυθεντικός λόγος που να συμπυκνώνει το νόημα. Όπως εδώ στα ποιήματα της Σοφίας Παπαχριστοφίλου.

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια οδηγεί, με τριάντα δύο ποιήματα, σε άλλο τοπίο, αυτό της συνομιλίας με ένα δεύτερο πρόσωπο, το οποίο στην περίπτωση αυτή δεν υποκρύπτει, ως είθισται, ένα άλλο προσωπείο του ποιητικού υποκειμένου, αλλά απευθείας αφορά το έτερο πρόσωπο, αποδέκτη του λόγου της ποιήτριας. Λόγος για τον έρωτα, για μια άλλη φυγή εδώ, για μια απουσία.

Κάποιες ώρες μαζί
ευτυχίας κομμάτια
ο προορισμός δεν αργεί.
Να σε βλέπω κι ας μην
σε έχω ποτέ
να σε βλέπω συνέχεια ποθώ.
Να παγώσω τον χρόνο
και να μείνουμε εκεί μακριά
απ’ τους άλλους
– αυτό μόνον αρκεί.

Περισσότερο πεζολογικό το ύφος σ’ αυτά τα ποιήματα, ίσως για να υπογραμμίσει ότι ο πόνος μιας φυγής (γιατί πάλι για φυγή πρόκειται, μόνο που είναι πιο προσωπική) δεν χρειάζεται πολλά στολίδια, μόνον εσωτερικό ρυθμό για να μιλήσει ειλικρινά.

Ωστόσο είναι και κάποιοι στίχοι που -αφημένοι περισσότερο σε πιο αυθόρμητο λόγο- αναδεικνύουν και μια άλλη πτυχή της στιχουργικής ικανότητας της ποιήτριας. Στο παρακάτω ποίημα (κατά τη γνώμη μου το καλύτερο της συλλογής) ο λόγος σαν να σπάει τα δεσμά μιας πεζολογίας και αφήνεται σε ρέοντα ρυθμό να αποδώσει ένα πλήρες συναίσθημα.

Η σκέψη ανυπότακτη
σε βαθύ την κλείνω πηγάδι
ξεπετάγεται αναβλύζοντας με ορμή
σε κλουβί σκοτεινό τη φυλακίζω
ξεγλιστρά με πάθος και αντίσταση
τρέχει πάντα ξεφεύγει
πηγαίνει όπου θέλει
την επιθυμία συναντά
βασανίζουν μαζί
αρραγές δίδυμο δυνατό
την ψυχή και το είναι μου.

Και με τον ένα αλλά και με τον άλλο τρόπο, η ποιήτρια προσφέρει την προνομιούχο θέα στον χώρο της φυγής και της απουσίας. Μια συλλογή μοιρασμένη σε δύο μέρη, με τα ποιήματα της απόστασης, με ένα ποιητικό υποκείμενο στον ρόλο του παρατηρητή προσώπων και τόπων που απομακρύνονται. Η οπτική μέσα από ένα μικρό φεγγίτη, ικανό όμως να αποτυπώσει την εσωτερική θέα του ελλειπτικού χώρου, τη θέα του κενού που αφήνει η απουσία. Μια ποίηση χαμηλόφωνη, ουσιαστική στις επισημάνσεις της, που συνταιριάζει απολύτως με την εικαστική παρέμβαση της Χριστίνας Καραντώνη (εξώφυλλο και εμβόλιμες φωτογραφίες). Αποκομίζεις διαβάζοντας τον πόνο, τη βιωμένη θλίψη, την ωριμότητα της ποιητικής καταγραφής.

 

ΦΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

«Fractal», Φεβρουάριος 2017

Μικρές αλήθειες και μεγάλη νοσταλγία

«Από φεγγίτη μικρό» παρατηρώντας τα θύραθεν της ψυχής της η Σοφία Παπαχριστοφίλου ανακαλύπτει τη βαθύτερη ουσία της θεωρητικής προσπέλασης εμπειριών και δράσεων καθημερινής ζωής και ταυτόχρονα από τον ίδιο “μικρό φεγγίτη” αποκαλύπτει λαχτάρες και συναισθήματα του άβατου ψυχισμού της σφυρηλατημένα με τη συγκινησιακή αξία του ποιητικού λόγου. Ένας ολόκληρος κόσμος αισθητικής θέασης και ιστορικής, ισχυρότατης μάλιστα, μνήμης (Κωνσταντινούπολη), και η διάχυση ενός εσαεί ανολοκλήρωτου έρωτα συναντώνται στο “μικρό φεγγίτη”, συγκλίνουν και κλείνονται σε μορφή οργανικά, ποιητικά δεμένη, και εναρμονίζονται με τις αισθητικές και πνευματικές μυστικές αναζητήσεις τις προερχόμενες από αναρίθμητους μικρούς φεγγίτες προσώπων κλειδωμένων «δια τον φόβον» των «πολιτικών ζώων». Ευτυχώς υπάρχει ακόμη το άλας της γης που εμπιστεύεται με υπομονή και επιμονή τα μελωδικά μοτίβα της ποίησης και γενικότερα της τέχνης εναποθέτοντας σ’ αυτήν τις ελπίδες όχι μόνον της ψυχικής ευφορίας της αισθητικής απόλαυσης αλλά και του επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής αναγκαιότητας.

Και θα χρειαστούν, ίσως, αιώνες παιδείας και εκπαιδεύσεως, για να διερευνηθεί ο ‘’μικρός φεγγίτης’’, να γίνει απέραντη πύλη αμφίδρομης και ελεύθερης διάβασης επικοινωνίας και θέασης του ένδον και εκτός των τειχών της ψυχής μας. Και ακριβώς προς αυτόν τον σκοπό συνεισφέρει ‘’ο μικρός φεγγίτης’’. Μία δέσμη ακτίνων εισέρχεται και φωτίζει τα ψυχικά δώματα και μία λάβα συναισθημάτων εκρήγνυται και εξέρχεται απελεύθερη από τα δεσμά του φροϋδικού πύργου id-ego-superego. Aυτά τα δεσμά σπάζει η τέχνη και στην προκειμένη περίπτωση η ποίηση. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου με τους στίχους της ντύνει το μικρό φεγγίτη με φως· με το φως του λόγου. Και χάρη στην ποίηση της δεν μένει απλός θεατής του δάσους των εικόνων της «Πόλης των πόλεων» αλλά οσφραίνεται και αρώματα , ακούει μυστικούς ήχους και ψηλαφεί πληγές. «Πόλη του ονείρου/ και του στεναγμού/ της ιστορίας και της θύμησης/… μοναδική, πορφυρογέννητη… που μύρια έχει να αφηγηθεί/ να κρύψει και να αποκαλύψει…» Και ταυτόχρονα από φεγγίτη μικρό ξεχύνεται και το κύμα των στιγμών που η ποιήτρια συνωθούσε και απωθούσε στις κρυφές σοφίτες του δικού της βασιλείου, της δικής της βασιλεύουσας. Με «λέξεις εύηχες, ευφάνταστες, μικρές, μακροσκελείς» σημαδεύει την ατέρμονη πορεία του Εγώ προς το Εσύ. Δυνατή η γροθιά της απουσίας του άλλου και νιώθει τη μοναξιά. «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον…» διαβάζουμε άλλωστε και στους πρώτους στίχους της Βίβλου. Προσμένει και ονειρεύεται τον ερχομό των ανεξίτηλων χρωμάτων που θα γεμίσουν το κενό και αγωνίζεται να οικοδομήσει το αρραγές δίδυμο των ονείρων της. ‘’Και ωκοδόμησε ο θεός τήν πλευράν…’’ συνεχίζει η Βίβλος!

Γιατί και στο Α’ μέρος της συλλογής -’’Φεύγοντας τα καΐκια’’- και στο Β’ -’’Συλλέγοντας στιγμές’’- κυριαρχεί και οικοδομείται το ονειρικό της δίδυμο μ’ ένα βαθύτατο και οδυνηρό πάθος. Το πάθος του πόθου. Του πόθου, του ΕΡΩΤΑ, του υποκειμένου που έχει κατακτήσει αυτοσυνειδησία, δηλαδή της ποιήτριας, προς το αντικείμενο, προς το Εσύ που στο Α’ μέρος είναι η προσωποποιημένη ‘’μοναδική εντυπωσιακή γητεύτρα’’ Πόλη και στο Β’ μέρος Εκείνος που έρχεται στα όνειρά της, Ευθύβολος Έρωτας που διαρκώς αιμορραγεί φρικτά ανολοκλήρωτος μα ανεξίτηλος. Και στα δύο μέρη επιβεβαιώνει η Παπαχριστοφίλου το Εγώ της: με την πορεία εισόδου μιας πόλης προς τον έσω κόσμο ανακαλύπτει την Ιστορία με σάρκα και οστά και με την πορεία εξόδου προς τον έξω κόσμο αποκαλύπτει το μαγικό κλειδί της ψυχής της που σπαρταρά για τον Πλατωνικό Έρωτα -την όψη του μαγνήτη- τον πανταχού παρόντα. Και το χαρακτηρίζω Πλατωνικό με την κυριολεξία του όρου. Είναι τόσο δυνατός και κοσμογονικός ώστε η ποιήτρια παρ’ όλες τις οικείες σε όλους μας εικόνες του και εκφράσεις, τον παρουσιάζει ως γνώση από ανάμνηση ‘’Δεν σε γνώρισα κι όμως σε ονειρεύτηκα’’. Όχι μόνο ως προσμονή ή ενατένιση Ιθάκης ή ζωντανό πάθος πολλά υποσχόμενο που -φευ!- κάποτε τελειώνει αλλά και ως «νοσταλγία δυσβάστακτη ματωμένο παράπονο». Η προσμονή και νοσταλγία μάλιστα φανερώνουν ότι η ανακάλυψη του έξω κόσμου και η αποκάλυψη του εσώτερου ψυχισμού βρίσκονται σε μία διαρκή και ασταμάτητη ροή που πιστοποιείται από την ποιήτρια με τη σφραγίδα της αιωνιότητας όπως δείχνει το «ποιόν ενεργείας» των επιγραφών των δύο ενοτήτων διατυπωμένων σε χρόνο ενεστώτα: «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας στιγμές». Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξεως στο διαρκές παρόν.

Και το αέναον, το παντοτινό του παρόντος μπορεί να το ανακαλύψει σύμφωνα με την ποιήτρια το Εγώ του καθενός αρκεί το Εσύ, ο άλλος να βρει το ‘’κλειδί της ψυχής’’. Τότε θα μπορέσει όχι μόνο να αφηγηθεί «όσα μικρό παιδί κρυμμένο στη σοφίτα» περίμενε χρόνια ολόκληρα καρτερικά αλλά και να ζήσει τη ζωή εκείνη που σίγουρα δεν είναι δυνατό να χωρέσει ‘’σε μία εικοσάκιλη βαλίτσα’’. Κι όταν η Παπαχριστοφίλου ξεκλειδώνει τον ψυχισμό της και ανοίγει διάπλατο τον -έστω- μικρό φεγγίτη επαφής με το φως, δεν μένει απλώς στην αισθητική αντίληψη που γίνεται αισθητή μόνο με τη φωτεινή διαύγεια της διάνοιας ή της περιστασιακής εμπειρίας αυτής που της προσφέρει η βυζαντινή πριγκήπισσα και το ιστορικό σύμπαν που κυλάει σαν αίμα στις φλέβες της ή και το ‘’μαρτύριο ευτυχίας’’ σιωπής, απουσίας, απογοήτευσης που βασανίζουν το αρραγές δίδυμό της -«ψυχή και είναι»-· κυρίως προβάλλει, με την γλυκειά διαίσθηση του συναισθήματος, εσώψυχες τάσεις που ανάγουν σε πανανθρώπινα σύμβολα τα αισθητά και ψυχικά φαινόμενα και καταστάσεις που πηγάζουν από τις δικές της διαθέσεις ή ενέργειες. Ξεκλειδώνει η Παπαχριστοφίλου λαχτάρες, φιλοδοξίες, όνειρα, ιδέες, θησαυρούς ολόκληρους που κρατούσε μέχρι τώρα ζηλότυπα στη μυστική κρύπτη της ψυχής της. Ακόμα και ενοχές προσωπικές ή και συλλογικές. Και ιδιαίτερα για τις συλλογικές-εθνικές όταν μια νέα ποιήτρια ζητάει συγνώμη «ενώ εμείς κωφεύαμε μες στην ασφάλειά μας» (ποίημα ΙΜΒΡΟΣ) τότε «τη Ρωμηοσύνη μην την κλαίς…!»

 

Diastixo

H Σοφία Παπαχριστοφίλου σε α΄ πρόσωπο

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η ποίηση με γοήτευε από μικρή και φυσικά μου άρεσε να τη διαβάζω και να ταξιδεύω στον φανταστικό κόσμο των λέξεων που με δεξιοτεχνία έπλεκαν οι δημιουργοί της.
Αργότερα, ως καθηγήτρια, ήθελα να μυήσω τους μαθητές μου στην παραπάνω διαδικασία, έτσι ώστε να βιώσουν τη λατρεία για τα λογοτεχνικά δημιουργήματα, πεζά και ποιητικά. Έτσι, πολλές φορές, στο πλαίσιο του μαθήματος αλλά και μέσα από πολιτιστικά προγράμματα δημιουργικής γραφής ,ένιωθα ικανοποίηση όταν άκουγα τις βαθύτερες σκέψεις των παιδιών μου να εξωτερικεύονται και να εκφράζονται στα τετράδιά τους.
Απαρχή της έμπνευσής μου υπήρξαν τα λόγια κάποιου καλού μου φίλου, ο οποίος μου αφηγήθηκε δύσκολες στιγμές που βίωσε όταν ήταν μικρό παιδάκι στην Κωνσταντινούπολη και ζούσε με την οικογένειά του στην Αντιγόνη (ένα από τα Πριγκηπόννησα), λίγο πριν από τις απελάσεις του 1964. Αυτές τις προσωπικές του στιγμές τις μετουσίωσα σε ποίημα και έκτοτε εισχώρησε μέσα μου το μικρόβιο της ποίησης. Ένιωθα πια επιτακτικά έντονη την ανάγκη να εκφράσω στο χαρτί τα συναισθήματα και τα βιώματά μου.
Έτσι προέκυψε η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο Από φεγγίτη μικρό από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Είναι ο έρωτάς μου για την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες που εδραιώθηκε μέσα μου, ύστερα από την πρώτη μου επίσκεψη στη «Νέα Ρώμη» και της καρδιάς μου το σκίρτημα κάθε φορά που ακούω τη λέξη «Πόλη». Ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος μύθους, θρύλους, ιστορία, εικόνες, αρώματα, γεύσεις, ανατολίτικο μυστήριο, αξιόλογους ανθρώπους, με τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκηποννήσων που με σαγηνεύει διαρκώς, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί για μένα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
Τα παραπάνω αποδίδονται στο πρώτο μέρος της συλλογής μου, στην ενότητα «Φεύγοντας τα καΐκια», καθώς θέλησα να αποδώσω τον πόνο των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το βιος, τα όνειρα και την πατρίδα τους (καταστροφή της Σμύρνης το 1922, απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964), ενώ γνωρίζουν καλά ότι ένα κομμάτι του εαυτού τους έχει μείνει πίσω μαζί με αυτά που βίαια αναγκάστηκαν να χάσουν.
Η Κωνσταντινούπολη «της ιστορίας και της θύμησης», «η Πόλη του ονείρου και του στεναγμού», με την παντοτινή της αίγλη και το διαχρονικό της μεγαλείο, τα πευκόφυτα Πριγκιποννήσια, η Ίμβρος, οι γειτονιές της Πόλης με τα αρώματα του γιασεμιού και των μπαχαρικών καθώς και το ανέμελο παιχνίδι των παιδιών στα στενά σοκάκια, η Μικρασιατική Καταστροφή και οι απελάσεις του 1964 εμφανίζονται μέσα στα ποιήματα της πρώτης ενότητας, καθώς αποτελούν στοιχεία δυνατής και συγκινησιακής έμπνευσής μου.
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής μου, που το ονόμασα «Συλλέγοντας στιγμές», προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου. Ήταν το βάρος τους αβάσταχτο και σκέφτηκα να ελαφρύνω την ψυχή και την καρδιά μου, γράφοντάς τα με την ελπίδα της ανακούφισης, αν τα μοιραζόμουν με τους αναγνώστες του βιβλίου μου. Ο έρωτας, η απογοήτευση, η διάψευση των ελπίδων, η ανιδιοτελής αγάπη, ο πόνος και η συντριβή για τον αποχωρισμό ενός σημαντικού για μένα προσώπου θεωρώ ότι διακρίνονται μέσα στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, καθώς και η αγωνία μου να συλλέξω πολύτιμες στιγμές με το αγαπημένο πρόσωπο.
Αυτά τα ποιήματα απαρτίζουν ό,τι με ενέπνευσε, με καθήλωσε , με πόνεσε, με συντάραξε ή με εξόργισε, μια έκθεση και μαζί κατάθεση της ψυχής μου, καθώς το να γράφω πια μου έγινε απαραίτητη και ζωτικής σημασίας, γλυκιά, εθιστική ανάγκη.

 

Σκέψεις για την ποίησή μου και την πρώτη ποιητική μου συλλογή «Από φεγγίτη μικρό»

«Από φεγγίτη μικρό» θέλησα να ατενίσω την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες, καθώς αποτελούν για μένα σημείο αναφοράς, παρ’ όλο που δεν έχω Πολίτικη καταγωγή, αλλά με έλκει αφάνταστα αυτή η Πόλη με την ιστορία της, τη γοητεία, τα θέλγητρα και τον κοσμοπολίτικο αέρα της που τον διατηρεί στο πέρασμα των αιώνων , από την ίδρυσή της, μέχρι και σήμερα.

Προσπάθησα να εκφράσω το θαυμασμό και την αγάπη μου για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν με τρόπο βίαιο και σκληρό ν’ αποχωριστούν το βιος, τη γενέτειρά τους, τη γειτονιά και τους φίλους τους και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Εμπνευσμένη από τις βιωματικές εμπειρίες ενός αγαπημένου φίλου (που έζησε τις απελάσεις του 1964) έγραψα το πρώτο μου ποίημα, όπως μου είχε διηγηθεί, ότι μικρό παιδάκι περίμενε κρυμμένος στη σοφίτα τον Άγιο Βασίλη, αφού οι γονείς του προσπαθούσαν να διαλύσουν μέσα από τη μαγεία του παραμυθιού και της προσμονής του λατρεμένου Αγίου των παιδιών, την αγωνία τους για την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε τότε και για την τύχη τους, καθώς ήταν Έλληνες της Πόλης που αναγκάστηκαν να απελαθούν.

Η Πόλη με το μυστήριο και τη σαγήνη της, τα μεθυστικά αρώματα της κανέλας και των μπαχαρικών, τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και του Μαρμαρά, κατεύθυναν την πένα μου, και με οδήγησαν στο πρώτο μέρος του βιβλίου μου, όπου ταξίδεψα στη Σμύρνη της καταστροφής, στα καλντερίμια και τις γωνιές της Βασιλεύουσας, στα πευκόφυτα Πριγκηπόννησα, στον πύργο του Λεάνδρου, στη μαρτυρική Ίμβρο, σε όλα αυτά τα μέρη που θεωρώ πλέον κομμάτια της καρδιάς μου.

Στο δεύτερο μέρος προσπάθησα να αποδώσω μια συλλογή και παρουσίαση των πολύτιμων στιγμών που αναφέρονται σε αγαπημένο μου πρόσωπο, καθώς και καταστάσεις που σημάδεψαν τη ζωή μου.

Εδώ βρήκαν καταφύγιο οι αλήθειες μου, τα συναισθήματά μου, αυτά που απίθωσα στο χαρτί για να μπορέσω να τ’ αντέξω, για να μην τα ξεχάσω και για να συνεχίσω να υπάρχω και να γράφω πια, αφού ανακάλυψα ότι η ποίηση αποτελεί ευλογημένη διέξοδο, ελιξίριο ζωής και σηματοδότη της ζωντανής καρδιάς .

Τώρα ξέρω πως θα ήθελα στη ζωή μου να συνεχίσω γράφοντας, γιατί ποίηση για μένα πια σημαίνει αγάπη. Έχοντας στο νου μου κάποιους αγαπημένους στίχους από τα << Τρία αποσπάσματα>> του Ανδρέα Εμπειρίκου: <<Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες./ Όταν τ ’ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει./ Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.>>, σκέφτομαι ότι θα συνεχίσω να ονειρεύομαι και να ζωντανεύω τα όνειρά μου μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων μου, αφού τα θεωρώ δομικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής μου.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΟΒΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΝΙΟΒΗ

 

Η Νιόβη Ιωάννου πέρασε τα παιδικά κι εφηβικά χρόνια της στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο και τη διδασκαλία γαλλικών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Φως -2» εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Εις άτοπον, (2017) Μανδραγόρας
Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, (2014) Οσελότος
Φως 2, (2013) Γαβριηλίδης

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Τα ποιήματα του 2013, Κοινωνία των (δε)κάτων (2014)

 

 

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ (2017)

 

ΤΥΧΑΙΑ

κλείσε την πόρτα
ο κόσμος είναι
ένας σπασμένος καθρέφτης
από το ίδιο σώμα
θα μπεις στο δωμάτιο
πατώντας σε φύλλα ξερά
που θυμούνται
μη με κοιτάξεις στα μάτια
δεν έχεις πρόσωπο να λυπάται
τους ίσκιους
τυχαία φώναξες τ’ όνομά μου
και γύρισα

 

ΦΟΒΑΜΑΙ

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω
ποτήρια με χείλη
κεφαλαία μικρά
το ψωμί που τελειώνει
σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπάει
στο παράθυρο

 

ΜΕ ΤΡΟΜΟ

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δυο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σκοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί απ’ τις χούφτες του
κι η μουσική έσερνε
ένα πεθαμένο ποντίκι
σ’ εκείνο το δέντρο
που δεν είχε σκιά
κάποιος επέμενε
να ξεχνά
την καρέκλα του 

 

ΤΙΠΟΤΑ

εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω
εκτός απ’ το καρφί
που ακόμα κρατάει το μυαλό μου
λευκό
κι ένα φύλλο μεσημεριού
λαχανιασμένο
που ξέμεινε ν’ αφουγκράζεται
τη σιωπή
μέσα απ’ τη χαραμάδα της πόρτας

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

φορώ το πρόσωπό σου όταν νυχτώνει
τα παγωμένα μονοπάτια στο μέτωπο
με τα τρεχούμενα λουλούδια στο βλέμμα
Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που μ’ επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο
μόνο γιατί κάποιος έπρεπε να χαϊδεύει μια καρέκλα άδεια
κι εγώ να ερημώνω μαζί του
καθαρίζοντας τα πλήκτρα απ’ τα δαχτυλικά αποτυπώματα
πριν ξημερώσει μη με βρεις

 

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

 

ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

οι αμυχές
στις στάχτες του
μύριζαν πορτοκάλι
χρειαζόταν
επειγόντως
ένα εύπιστο κύμα
το καράβι
στο βάθος
ήταν αθώο
έσβηνε ένα ένα
τα φώτα
και χανόταν

 

Θ’ ΑΦΗΣΩ

θ’ αφήσω
στο τελευταίο σκαλοπάτι
όρθιο ρούχο το σώμα μου
να θυμάται
ένα σπασμένο γιασεμί γινωμένο από λόγια
ψηλά
το παράθυρο της νύχτας
άδειο από μάτια και φεγγάρια
θ’ αφήσω
στο κουρασμένο περβάζι
τον ποιητή που ήξερε
πως θα γίνει θάνατος μια μέρα
το φως ανοιχτό
γεμάτο από σκύλους
θ’ αφήσω
ένα λιωμένο πορτοκάλι
να κυλάει να κυλάει
ως να βυθίζεται
μες στα φθαρμένα μου παπούτσια

 

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΜΑΘΑΜΕ

με την ειρήνη του άγνωστου χεριού
πονέσαμε
αλλάζοντας χάραμα
κι ο ορίζοντας καρφωμένος πισώπλατα

δεν είδαμε τη θάλασσα να κοκκινίζει…

δύσκολη πληγή η γραφή μας
ποτέ δε μάθαμε

 

ΠΙΣΩ ΜΗ ΔΕΙΣ

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή
-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-
το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τ’ απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

 

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

χθες κάποιος μίλησε
για το παιδί με το πέτρινο ράμφος
που έγδερνε τη μορφή του στο τζάμι
ουρλιάζοντας πως είναι πουλί
και το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών
τους ανθρώπους που φώναζαν «ψέματα»
και δίπλωναν τον ουρανό στα λερωμένα μαντίλια τους
στα δύο, στα τέσσερα, στα οκτώ…
φτύνοντας τα φτερά του
-θέλημα αγνώστου πατρός-
στο χώμα

 

ΧΩΜΑΤΙΝΟ

κάθε πρωί
ο ίδιος κήπος ξημερώνει
λευκά κεφάλια λουλουδιών
ακίνητα στο νερό
νιώθω το σώμα που λείπει
σφαγμένο στη δίψα
μ’ όλο το χάδι στους ώμους
χωμάτινο

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

ο πατέρας μου
δεν άφηνε κανέναν
να κάθεται στο παγκάκι
«περιμένω τα βήματα», έλεγε
να μ’ ελευθερώσουν
είχε μια πληγή από σοκολάτα στο στήθος
κι όλο έδειχνε τα χέρια του
που ήτανε καθαρά
άρχιζε, λησμονώντας πως με λένε
μετά θυμόταν
το τσαλακωμένο χαρτί
στο παλτό του
«στα σκουπίδια να ψάχνεις την αλήθεια,
Μαρία»…
ο πατέρας μου
κοιμήθηκε
για να πεθάνει
στα ψέματα
έτσι δεν καλυτέρεψε τον κόσμο
του άρεσε μόνο
να παίζει φυσαρμόνικα
κοιτάζοντας τα πουλιά

 

ΣΕ ΑΛΛΟ ΧΡΟΝΟ

μιλήσαμε δυνατά
λέξεις που σκέφτονταν
στο βάθος του καθρέφτη
το φεγγάρι κομμένο στα μάτια
σ’ έναν άλλο χρόνο
η ώρα ήταν περασμένη
μια μνήμη μονάχα για τόσους νεκρούς
κι είπες να παραμείνουμε σοφοί
ως την επόμενη παράγραφο

 

ΣΑΝ ΤΟΤΕ

μας κοιτάζουν
με μάτια ιδρωμένα
στις θεατρικές ανάσες τους
λικνίζοντας τα λόγια
ύστερα γυρίζουν πρόσωπο αργά
σα να ’ταν οι ώρες μας δικές τους
και τα καρφιά ξεκολλάνε απ’ τη λήγουσα
όπως τότε που φωνάζαμε
φτου ξελευθερία
κι εννοούσαμε
τη μοναδική θάλασσα που μας γνώριζε

 

όχι η ελπίδα
τ’ αγάλματα
πεθαίνουν τελευταία

 

10°

ακίνητη στέκομαι
στην πληγή σου
τελειώνει το χώμα

 

11°

ούτε ο ουρανός
ούτε η γη
τα σύννεφα μας κρίνουν

 

12°

κι όλο βυθίζω τον άνεμο
στους καιρούς της ψυχής
ως να λυγίσει το δέντρο
να φοβηθούν τα πουλιά
να πετάξουν

 

13°

Απόστροφος ήσουν
πριν γυρίσεις το μάγουλο
μετά ο κόσμος άλλαξε
σταγόνες έπεφταν δυνατά
στην άγνωστη εποχή
των δαχτύλων
δεν είχαν λόγο τα δέντρα

 

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ (2014)

 

Στο θάμπος των φθόγγων
πριν απ’ τα μάτια
ξημερώνει

Με μνήμη θεατή
ποθείς
κι ας σε ορίζουν
τα φεγγάρια

Με ρύσεις αυτοάνοσες
συγχώρεσα
περαστική απ’ τον καθρέφτη

Πριν με διαβάσουν
τα συνθήματα
στο τελευταίο λευκό
αποσύρομαι
με την ομίχλη πρόσχημα
μη με ζητήσεις
είναι πιο έντιμη η νύχτα

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν

Τα παιδιά ήδη έπαψαν να στοχεύουν στο τέρμα
τώρα που οι λέξεις κατάντησαν προσβάσιμες
κι ένα ύποπτο μακό
κρεμασμένο στον ξύλινο πάσσαλο
απειλεί το φεγγάρι

Κι ο μεθυσμένος σκέφτεται δυνατά
πως ν’ αγαπήσει τον πρώτο τυχόντα
πουλώντας το τελευταίο χάδι
που κάποιος ξέχασε στον ώμο του
σε τιμή ευκαιρίας

Ναι συνέβη κι αυτό
το νυχτολούλουδο γέμισε αμυχές
των περαστικών τις ανάσες
θαρρώ ο κόσμος άλλαξε για λίγο
σωπαίνοντας βαθιά κάτω απ’ το ίδιο δέντρο
μπροστά στο αδέσποτο που εκποίησε τα τραύματά του
για λόγους τιμής

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν
μονάχα να ξέρεις
στα σημεία στίξης χαμηλώνω το φως

 

ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ

Εν μέσω προστακτικών
κυριολεκτείς
σε χρόνο
παρανάλωμα του τώρα
Στα γόνατα
σε προσπερνά η θάλασσα
το σημείο σου στον ορίζοντα
προς ενοικίαση
αλμυρός προορισμός
που μονάχα τη νύχτα σημαίνει
όταν σβήνουν τα φώτα

 

ΠΑΛΙ ΕΣΥ

Απ’ την αρχή σε πλάθω
δάσος ανεξιχνίαστο
δίχως ρινίσματα ουρανού
φύλλα γεμίζω τις ουλές
ανεμώνες το στήθος που μ’ ανάσανε

Ήμουνα καλοκαίρι ανορθόγραφο
όταν με πρωτοδιάβασες
σε φθόγγους αλμυρούς
υποτροπίαζα
κι ο εξοστρακισμός μου
σημάδια κόκκινα στο δέρμα

Απ’ την αρχή σε πλάθω
γύρω από λίμνες βαθυγάλανες
ξαποσταίνουν τα χρόνια μου
δίσεκτα φυλλοβόλα
κι όταν αλλάζω μοναξιά
πάλι εσύ
βάτος καιόμενη να μεριμνείς
μη σκονιστεί το θαύμα

 

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Η πεταλούδα
τα φτερά της
χαϊδεύει
σκόνη λευκή
στο πάτωμα
γλυκιά η πλάνη
ανάσες της μόδας
από τρύπες καρφίτσας
κι ο ύπνος
θάνατος μικρός
στα ψέματα
η καρδιά χτυπάει

Σ’ ερωτεύομαι
απέναντι

 

ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΟΥ

Δε θέλω τις λέξεις σου
έμαθα με αφρούς απ’ τα κύματα
να υφαίνω δαντέλες στη σιωπή σου
σε χάρτινους ανέμους
να ζωγραφίζω καλοτάξιδα όνειρα

Έμαθα να κλέβω ουρανό
απ’ τα φτερά των γλάρων
και να σμιλεύω σπηλιές
σε γαλάζια παραμύθια

Δε θέλω τις λέξεις σου
μέσα σε κοχύλια
έκρυψα τον ήχο της φωνής σου
να χαϊδεύει απαλά τη νοσταλγία
κάθε φορά που η θάλασσα
σωπαίνει τα τραγούδια της

 

ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Πόσες νύχτες
σ’ έκρυψα στο δάσος
να σε σώσω θέλησα
εντός μου
Κάποτε ον λέξεις
παύουν να μυρίζουν πυρκαγιά
κι ας στάζουν εγκαύματα
οι άκρες των φύλλων
Ανομοιοκατάληκτα σωπαίνω
ξημερώνει χειμώνας
Ας τελειώσει ο κόσμος στη βροχή

 

*****

Σώμα μου αντίλαλο
όπου η ψυχή μου
περισσεύει
πεινάς την πρώτη μου
φωνή

Αυτοφυείς σκιές
του τίποτα
οι πιο ακριβές μου σκέψεις

Στην εσχατιά του ακριβώς»
πληγώνονται
της μνήμης τα κενά

 

Όπου
οι παλιές μου
οι πληγές
συνωμοτούν την τάξη
εμένα ψάχνουν
κι ας βαθαίνω
να σωθώ

 

ΛΥΤΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Κρύβονται οι λέξεις απόψε
στου τραπεζιού τους ρόζους κουρνιάζουν
ασύνταχτη τις κυνηγώ
στ’ αγκάθια που εγκατέλειψαν
τα χέρια μου ματώνω
κηλίδες συλλέγω κι αποσύρομαι
λύτρα η νύχτα θα γυρέψει
την αμετάφραστη σιωπή μου

 

ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΟΙΧΤΗ

Όσα μεγάλα μας θωρούν
βρίσκονταν από πάντα εκεί
σελίδα που έμεινε ανοιχτή
στων κάκτων τα αδιάβαστα μάτια
με του γκρεμού την υποψία
να φωλιάζει στη γλώσσα της σάρκας μυστικά
και να θροΐζει στους τρόπους που ζήσαμε
με επιείκεια φθαρμένη
ό,τι μπορεί να διστάσει στους ρυθμούς της καρδιάς

 

ΣΤΑ ΡΗΧΑ

Όλα εκείνα
που μου διέφυγαν
ψίχουλα
της τελευταίας γιορτής
Άνοιξε
ένα μονοπάτι
στα ρηχά
Με χνώτα
κερασμένα
θα ‘ρθει ο χρόνος
πίσω
να με αναιρέσει

 

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι άγρυπνες
λέξεις
άηχα
στα βαθιά
το νερό
συλλαβίζουν
Μάτια
κοχύλια
κρέμασε
στο σύνορο
της νύχτας
Ύστερα
τρέξε
να κρυφτείς
κι ίσως προλάβεις
Αργεί
η μέρα
όταν
στην ερημιά της
ξημερώνει

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
έστυβε στις φλεγόμενες πληγές του
των υδάτων την τιμή
της γέννας του την ώρα
με νερό κι αλάτι να ξορκίσει
αλληγορία που ταξίδεψε
σ’ εφτά σημαδεμένες θάλασσες
δίχως βυθό το ύψος να ημερεύουν
ένοχος για το σκοτάδι των αθώων
αθώος για το αίμα που έκρυψε
στο νεύμα το εσπερινό
των ποιητών που χάθηκαν
εξόριστος απ’ τις σπηλιές
που οι κλωστές των αστεριών
μεθούν σε δισκοπότηρα ασημένια

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
στέρεψε μια νύχτα σαστισμένη
το όνειρο που μοιράστηκε
στων ανέμων την αστείρευτη οργή
οργή που θρυμματίστηκε
σε παύση από στΗχο πλάγιο και μόνο

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ

Τα παιδιά στο τελευταίο θρανίο
έμαθαν πάντα να λείπουν
κάποτε στον απόηχο των ψιθύρων τους
την παρουσία τους ζητιάνεψαν
μα ήταν μάταιο σε τόσες απουσίες
Στο πλάι έμαθαν να γέρνουν το κεφάλι
μπροστά για να κοιτάξουν
κι όταν κουράζονταν
το βλέμμα έστρεφαν στο τζάμι
με τα πουλιά για να πετάξουν
ερήμην ουρανού

 

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

Τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο

Ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
αφού των αριθμών η ακρίβεια
δε με συμπάθησε ποτέ

Κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

 

ΠΑΡΟΥΣΑ

Στον ακάλυπτο
δημοπρασία ψιχίων
εκτελείται

Γδαρμένος αέρας
στις εκπνοές
των παραθύρων

Της μαργαρίτας
ο μίσχος
σπασμένος
σε χιλιάδες μάτια

Λέξη τσιγγάνα
αιωρούμουν
μ’ ένα φωνήεν κίτρινο
στον κρόταφο

Αστόχησα

Προκαταβολές
δε γίνονταν δεκτές

 

***

Λέξεις αγάλματα
αχάιδευτα
σημεία των καιρών
απέναντι
δεν έχουν πια

Σε δείχτες ματωμένους
εκκρεμούμε
ασπόνδυλοι υπό σκιάν

Με τα δικά τους μάτια
Κοιταζόμαστε
Κι ούτε που κλαίμε πια

 

Σε κάθε σκέψη μου γενναία
υπάρχει ένα δωμάτιο πληγωμένο
μ’ ένα τραπέζι ακάνθινο
και μια κραυγή χελιδονιού
στο κέντρο του
να φτερουγίζει τ’ όνομά μου

 

ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ

Κάθε μέρα με νέους τρόπους
συμπάσχεις στην τελευταία σου λέξη
δεν ξέρω πως να φοβηθώ
συνήθισα ν’ ανάβω τσιγάρο
όταν ανταποκρίνεσαι στις εκκλήσεις

Είναι που ο Μπρεχτ
χρειαζόταν πολλά
τον κόσμο για ν’ αλλάξει
κι εγώ δε διέθετα παρά τη λευκότητα
μιας πολυφορεμένης συνείδησης

Κι όταν ο Θεός αποφάσισε ν’ αναμετρηθεί
με τις σκιές των άδικα μαχόμενων
επέζησα σκάβοντας πρόσωπα
προσηλωμένα στο τίποτα
συλλαβίζοντας τις καλές μου προθέσεις
σε απόσταση αναπνοής

 

ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΙΑ

Από στόμα σε στόμα
η λήθη
μεταδόθηκε
Κάποιοι σκορπίσαμε
στα μάτια των παιδιών
για να σωθούμε
Κι εσύ που στένευες
όλο και περισσότερο
κέρδισες το σταυρό σου έντιμα
χωρώντας στα χαμόγελα
των άλλων
Εκεί να μείνεις
να επιβιώνεις
άταφος
Τώρα που γνωριστήκαμε
δε σε φοβάμαι πια

 

ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΠΙΘΑΝΑ

Μπαίνω στον κόσμο
απ’ το παλιό σου μέτωπο
κάτω απ’ το δέρμα σου
χαϊδεύω τελείες
αποσιωπώ
το κρυφό μου χώμα
κι έναν ίσκιο μωβ
που ξοδεύτηκε
σε ψίχουλα βιολέτας

Κάποτε κρεμόμαστε
απ’ την ίδια μοναξιά
καρφώναμε πισώπλατα μαχαίρια
στων αγαλμάτων τη σιωπή
καπνίζαμε μαύρες αλήθειες
κι όλα ήταν πιθανά

Κάποτε ένα καράβι
έστεκε ακίνητο
στο κέντρο της πλατείας
και γύρω του ομίχλη …

 

ΧΕΙΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ

Δε θεραπεύονται
οι χειρονομίες των λεπρών
μ’ εφημερεύοντα
ανάλγητα νυστέρια
κι ας φλυαρούν
οι χαλαστές των ουρανών
πρόσφορα αλλοιωμένα
Κάτω από το πρώτο σημάδι
υπαίθρια αλυχτά η σάρκα που λείπει
Κι ύστερα νύχτα
ως να χαράξει η νέα πληγή

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΩ

Ντύθηκε ο καιρός του φιδιού το πουκάμισο
κίτρινες λέξεις με μαύρες τελείες
κανείς δε με πρόσεξε όταν πέρασα
απ’ το μάτι της βελόνας απέναντι
μ’ ένα σταυρό δίχως όνομα
στη νέα γη σταθερά
ανάπηρες οι ανάσες με κάρφωσαν
Πρέπει να μάθω απ’ την αρχή ν’ αγαπώ
μαζεύοντας τα ψίχουλα των δρόμων
μακριά απ’ τις μέρες
που έρπουν στις διαβάσεις γι’ ασφάλεια
Δυο τρία απογεύματα από το υστέρημά μου
αρκούν να μαζέψω τη γύρη
απ’ τις σιωπές που έπαψαν να σημαίνουν
κι οι νεκροί θα σκορπίσουν στη θάλασσα

 

ΠΑΝΩ ΑΠ’ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
σε μια σταγόνα βροχής εγκλωβισμένη
κάποτε η πατρίδα μου
τα μάτια της θάλασσας φορούσε
τώρα ξερίζωσε και το τελευταίο κύμα
ήταν που αίμα αθώων σεργιάνιζε
με λάβαρο ελληνικό
ποιος το αντέχει

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
χάδια ακρωτηριασμένα στο κατώφλι
πόσα κλειστά παράθυρα χωράνε σ’ ένα βλέμμα
η λεμονιά συννέφιασε στον κήπο
κίτρινα ψέματα που αποσύρθηκαν
ελλείψει στέρεων ημερών

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
αδέξια στην εύθραυστη φυλακή μου στροβιλίζομαι
ανέκαθεν δική μου υπόθεση ήταν η πτώση
το εισιτήριο πάντα του ανέμου

 

 

ΦΩΣ -2 (2013)

 

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Μαθαίνω απ’ την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντήθηκαν στο σταθμό
εκεί που τα τρένα
πηγαινοφέρνουν
τις ζωές των ανθρώπων

σε παράλληλες ρόγες
είχαν αποθέσει τις ανάσες τους
χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο
και πάντα αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες
στα καλλίγραμμα πόδια της
κάθε φορά οι ίδιες
σε κάθε ραντεβού
σαν ιεροτελεστία
που έπρεπε να προσδώσει
στην επανάληψη αξία μυστηριακή

αποζητούσε τα μυτερά τακούνια τους
σ’ αυτές τις σύντομες συναντήσεις
στον ήχο τους τσάκιζε το παράπονο
που χρόνια παλλόταν μέσα της
συνθλίβοντας με μανία
τα κουρασμένα βράδια της έλλειψης
στις παγωμένες πλάκες του πεζοδρομίου

το φιλί τους ήταν απόγνωση
που έλιωσε πάνω στο έντονο κραγιόν
κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν
αφού πάντα σχεδόν
έχουν κάτι να περιμένουν.

 

ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ

Σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά
ανάμεσα
αγαπήσαμε
τη σιωπή του έρωτα
λατρέψαμε το στίχο
που έλιωσε την αμφιβολία
αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα
νιώθοντας…

 

ΟΣΟ Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος
καπηλεύεται αντιστάσεις

η καθημερινότητα αναίσχυντα σκυθρώπιασε
σε άστεγες καλή μέρες
κι η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια
φιλάνθρωπης συγκατάβασης

χέρια που άλλοτε έκοβαν μαργαρίτες
για να στολίσουν χειμώνες
αγκαλιάζουν ευλαβικά
τη θαλπωρή της πλαστικής επιβίωσης

νοθευμένα χαμόγελα
ξεπαγιάζουν στο πεζοδρόμιο
ντυμένα πεθαμένες εφημερίδες
με γεγονότα που σώπασαν τις λέξεις
στάζοντας τα τελευταία γραμμάρια
αποστεωμένης ανθρωπιάς

η νύχτα ναρκοθετημένη
με γυάλινες οάσεις
λιώνει μεθυσμένα αστέρια
να ζεστάνει επίγεια μοναξιά

όσο η πόλη κοιμάται!

 

ΦΩΣ-2

Η αλήθεια είναι
πως η ιστορία μας
δεν καταδέχτηκε ποτέ
τα τσίγκινα υπόστεγα
ούτε καν τα ληγμένα ταβάνια
κι ας έσταζαν μύθους και θεούς
στις μεγάλες καταιγίδες

κρατούσε αγκαλιά ένα άγριο περιστέρι
κι έπλεκε στίχους
να ημερέψει τα φτερά του
ύστερα ξέντυνε
το πιο γλυκό φθινόπωρο απ’ το βλέμμα του
και το κρεμούσε περιπαιχτικά
στις τεθλασμένες γωνιές του κεραυνού

πόσα νεκρά φθινόπωρα
σ’ ένα μόνο αγριοπερίστερο βλέμμα.

 

ΕΝΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ

Κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση
να ξαποστάσεις
τους φόβους σου
εντός της
άκαμπτος
αλλά με τη γνώση
πως η απάντηση
βρίσκεται εκτός των τειχών
λίγο πριν την τελεία
και πρέπει
να τη συναντήσεις
πριν βραδιάσει
το φως του φεγγαριού
πλανεύει
ακόμα και τους μυημένους.

 

ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΣΕ ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Αμάρτημα γλυκό
σε φθαρμένη λίστα αναμονής
περιμένει
να υψωθεί στο φως
απέριττο γυμνό εσωστρεφές

λιωμένες ικεσίες οι κραυγές του
αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη
πνίγοντας την ντροπή τους
στην αλμύρα του ιδρώτα
ταπετσαρία πολύχρωμη
η ανάγκη αγκαλιάζει τους τοίχους
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες
θιγμένης αξιοπρέπειας
σε ειδικά ράφια
χαμογελαστής υποτέλειας

όσοι παραιτημένοι προσέλθετε!

 

ΛΕΞΕΙΣ

Αγαπώ τις λέξεις
γιατί είναι δυνατές
αγαπούν
προδίδουν
προσδίδουν
αμφιβάλλουν
δακρύζουν
μα ποτέ δε λυγίζουν
δεν επαίρονται
δεν υστερούν

ξέρουν να αντέχουν την αλήθεια
να δωρίζουν τη συνήθεια
ξέρουν να κρύβονται στη σιωπή
να γυρεύουν τη στιγμή
μισούν την αποστήθιση
λατρεύουν την πεποίθηση

ξέρουν να στέκονται ψηλά
όταν η ευτελής μετάφραση
πληγώνει την ουσία τους

οι λέξεις είναι δυνατές
και μόνο ο άνεμος
μπορεί να κλέψει την ψυχή τους. 

 

ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Οι άθλιες μαριονέτες
συνεχίζουν να ζωγραφίζουν
παγωμένες μέρες
στα παραιτημένα χαμόγελα
της συμβιβασμένης αγανάκτησης
όσο μηχανεύονται
την επόμενη επίθεση
στο προφανές

η παράνοια παρακολουθεί τις λέξεις
να δραπετεύουν
σε ενορχηστρωμένη παράσταση
αμείλικτης εξουδετέρωσης
κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

 

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΖΩΕΣ

Θα ξανάρθεις
ένα καλοκαιρινό βράδυ
που το φεγγάρι θα γονατίζει
στο τελευταίο τέταρτο
ν’ αδειάσει στη θάλασσα
τις τελευταίες ανεκπλήρωτες ευχές

ξυπόλυτη θα χορεύω στην άμμο
ντυμένη απροσδιόριστα ταξίδια
θα κρατάς ένα καλάθι γεμάτο αστέρια
τρυφερά θα τα καρφώσεις στα μαλλιά μου

η νύχτα θα πλέκει
δαντελένια φυλαχτά στις λέξεις
να ξορκίσει τον άνεμο
μην κλέψει την ψυχή τους
κι όλο το φως στα μάτια μου
στιγμή από αλάβαστρο
που διένυσε δεκατρείς ζωές
σε μυστική παραίσθηση
να σ’ ανταμώσει.

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΙΓΑΣΗ

Παγωνιά ήχος τρισύλλαβης αποστασιοποίησης
επικίνδυνο σχήμα το συναίσθημα
συλλαβίζει την παραίτησή του
σε αναρτημένους τίτλους
παρηκμασμένης σωτηρίας

η επιβίωση αλυχτά στα προσχήματα
όσο η αγέλη κεντά την ερημιά της
στον επίλογο γενναιόδωρων χαμόγελων
κι η αναπνοή συνεχίζει
να ζεσταίνει την απορία
όσο οι λέξεις
απενοχοποιούν την αναίδεια

σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα
μιας κατασκευασμένης ευτυχίας
που πια δεν μπορεί
να επεξεργαστεί το παράλογο
και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει να αγκαλιάζει
λίγες στιγμές αυτογνωσίας
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι μικρές μας ιστορίες
πριν από μας υπήρξαν
κι εμείς δανείζαμε
το βλέμμα μας
να σμίγουν πριν βραδιάσει
ξεφλουδισμένες οι εποχές
τα χείλη μας να συλλαβίζουν
καλλωπισμένες συνταγές
αποξηραμένης ευτυχίας
το σώμα μας
πύλη εύπιστη να εισβάλλει
αισιόδοξη η φθορά
πλαστογραφώντας βήματα γενναία
κι όλες οι μέρες έτριζαν
στα ίδια ξύλινα πατώματα

κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε
κι οι τοίχοι ξέρουν να διαβάζουν
μονάχα την αλήθεια.

 

ΕΝΑΣ ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ένας ψεύτικος άνθρωπος
ευσυνείδητα κυκλοφορούσε ανάμεσά μας
κρατούσε ένα ποίημα σφιχτά στο στήθος
τινάζοντας σχολαστικά όσες από τις λέξεις
εναρμονίζονταν με τους χτύπους της καρδιάς του

ένα δάσος φορούσε για πρόσωπο
εκεί μπορούσε να ανιχνεύει
μεταθανάτιες παρομοιώσεις
κάθε που οι εποχές τέλειωναν μέσα του

κάτω από πέτρες που μύριζαν θάνατο
του άρεσε ν’ απολαμβάνει την καινούρια του γέννηση
στου σκορπιού το δάγκωμα χαρίζοντας
το προσωρινό του δέρμα

σ’ έναν ψεύτικο άνθρωπο
άρεσε να κυνηγά μαύρες πεταλούδες
πατώντας στις μύτες του εαυτού του
κι ύστερα ν’ αποξηραίνει στην ψυχή τους
τα δικά του φτερά.

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Περιοδικό «Μανδραγόρας», τχ. 57, Δεκέμβριος 2017
Η εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης της Νιόβης Ιωάννου

Για τον Peret –που παρέμεινε ως το τέλος ανυπότακτος υπερρεαλιστής– το αφετηριακό αίτημα του σουρεαλισμού δεν έπαψε ποτέ να είναι η επανάσταση της υποκειμενικότητας. Ο σουρεαλιστής ποιητής όμως αντί να προσπαθεί να υποτάξει την ποίηση στους σκοπούς του, αφήνει τους συνειρμούς ελεύθερους να υποτάξουν εκείνοι την ποίησή του, μιλώντας στη γλώσσα μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας. Επικαλείται επικαλείται εικόνες και εκφράζει την εσωτερική ανάγκη απελευθέρωσης των συναισθημάτων, που αγγίζουν τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, μακριά από την εργαλειακή χρήση του Λόγου.
Το δρόμο αυτό της υπερρεαλιστικής άρνησης του έλλογου ακολουθεί με την τελευταία της ποιητική συλλογή, «εις άτοπον» (Μανδραγόρας, 2017), και η Νιόβη Ιωάννου. Η Ιωάννου κινείται στο χώρο του υπερρεαλιστικού στοχασμού. Με τη δυναμική της έκφραση φιλόσοφοι πάνω σε καθημερινά στιγμιότυπα για τη ζωή τον άνθρωπο και την κοινωνία. Στοχασμοί και στιγμιότυπα συνδέονται με τη σουρεαλιστική συνειρμικότητα που ξαφνιάζει και μελαγχολεί.
Η ποίηση της Ιωάννου αφήνει τον ακροατή/αναγνώστη να μετεωρίζεται ανάμεσα στις υπαρξιακές της αγωνίες, γοητευμένος από τις πρωτότυπες μεταφορές. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων μέσα στα ποιήματα ξαφνιάζουν το κοινό. Παρομοιώσεις και μετωνυμίες στολίζουν την ποιητική της έκφραση προσδίδοντας μία μαγική εικαστική διάσταση στη στιχουργική της.
Η νοηματική ρευστότητα που γεννά η σουρεαλιστική έκφραση γίνεται χείμαρρος μέσα στη συνειρμική κίνηση του στίχου. Ταυτόχρονα, η απουσία σημείων στίξης συμπλέκει τους στίχους σε ένα αδιάσπαστο σύνολο μέσα στη ρευστή στιχουργία κι εικονοποιία. Ο θρυμματισμένος στίχος εντείνει την αίσθηση της ρευστότητας αυτής. Ταυτόχρονα, όμως, με τις παθήσεις που επιβάλλει οξύνει τη συναισθηματική ένταση και την απογοήτευση με την αγωνία.
Ο υπερρεαλισμός όμως δεν προσφέρει απλώς μία εικαστική διέξοδο στην έκφρασή της. Βαθιά ριζωμένος στη στιχουργική της παραδίδει σε ένα σπάνιο βάθος την υπαρξιακή προβληματική της ποιήτριας για το χρόνο και τη μνήμη και τη φθορά . Με την επίκληση των αισθήσεων και των συναισθημάτων, μέσα σε μία απρόσμενη χρήση του λόγου, καθιστά το κοινό συμμέτοχο των υπαρξιακών αγωνιών της.
Απέναντι στο αμλετικό άγχος, που η ίδια η ανθρώπινη ζωή επιβάλλει, με φροϋδικούς όρους, η ποιήτρια επιστρατεύει τον υπερρεαλισμό ως μέσο άμυνας. Το παράλογο και ο συνειρμικός μετεωρισμός του νοήματος την προστατεύουν από το αίσθημα την άρνησης και την καθοδηγούν ως φαντασίωση στο κυνήγι του ιδανικού κόσμου. Ένα συναίσθημα ανικανοποίητου που φλερτάρει με τον θάνατο εμποτίζει τις συνθέσεις της .
Κι οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως πρόκειται για μία ποίηση εσωτερική. Ενώ όμως δίνει μία αίσθηση στατικότητας στις περιγραφές, η στιχουργική κίνηση μέσα στην συνειρμική αλληλουχία των εικόνων θέτει σε κίνηση όλο το κάδρο. Την ίδια στιγμή οι λέξεις που η ποιήτρια επιλέγει, ασυνείδητα συνδέονται από τον ακροατή με την αίσθηση της κίνησης, έστω κι αν τούτη είναι νωχελική . Άλλες φορές η κίνηση συνυποδηλώνεται με τη χρήση του αφηγηματικού/κινηματογραφικού ενεστώτα ή του μέλλοντα ή χρόνων με εξακολουθητικό ποιόν ενέργειας. Την αίσθηση της κίνησης ενισχύει και η συχνή παρουσία πουλιών και πεταλούδων. Ειδικά οι «πεταλούδες» προσφέρουν μία σπάνια ζωντάνια στο καναβάτσο.
Ταυτόχρονα, όμως, τα πουλιά υποθάλπουν και μία εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης. Και είναι χαρακτηριστική σε όλη τη συλλογή η ανάγκη της ποιήτριας να δραπετεύσει, συναισθηματικά και αισθητικά. Η συχνή παρουσία «παραθύρων» καθρεφτίζει την επιθυμία απομάκρυνσης από τους σκονισμένους κλειστούς χώρους , όπως και η χαραμάδα στην πόρτα . Έτσι το «παράθυρο» μετατρέπεται σε ένα σύμβολο ψυχικής διαφυγής.
Την ίδια εκφραστική και συμβολική ανάγκη απομάκρυνσης υπηρετεί και η συχνή παρουσία του «ουρανού» και του «ορίζοντα» . Εκφράζουν την αναζήτηση του εξωτερικού χώρου ως σύμβολο αισιοδοξίας και ελευθερίας. Όταν ο άνθρωπος ζει –ή έτσι νιώθει– στην άκρη του γκρεμού απειλούμενος, η «θάλασσα» γίνεται το ποιητικό μέσο δραπέτευσης . Έτσι το υγρό στοιχείο εκφράζει τόσο την επιθυμία ως χώρος ταξιδιού και διαφυγής από την πραγματικότητα όσο και αισθητικά με τον χρωματισμό και την κίνηση που συνειρμικά η λέξη φέρει (αναλόγως και ο «ουρανός»). Έτσι το γαλάζιο σπάει εικαστικά τη μονοτονία του γκρι και του σκοταδιού, παράλληλα με άλλα χρώματα –συνήθως το κόκκινο– και τις οσφρητικές και ηχητικές εικόνες της.
Ένα άλλο βασικό σύμβολο στην ποιητική της Ιωάννου είναι η σελήνη. Το «φεγγάρι» –εκτός από την εικαστική παρέμβαση ως αντικείμενο ρομαντικής μελαγχολίας– αποτελεί και ένα βασικό σημείο αναζήτησης φωτός μέσα στην απογοήτευση. Η ποιήτρια απεγνωσμένα ψάχνει ακτίνες φωτός που να διώξουν το συναισθηματικό/ψυχικό σκοτάδι που την πολιορκεί. Και τούτο συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη δραπέτευσης.
Η σελήνη ως σύμβολο ρομαντισμού και μοναδικής πηγής φωτός στις νυχτερινές συνθέσεις απειλείται. Άλλοτε κινδυνεύει στο γκρεμό μισοφαγωμένη ή τραυματισμένη που λιώνει/στάζει και δέχεται τη βία κι άλλες φορές λειτουργεί ως καταφύγιο από τη μοναξιά και τον πόνο που βιώνει σε μία παρακμιακή κοινωνία, η οποία εκούσια φυλακίζεται σε σκοτεινούς χώρους.
Ωστόσο, η Ιωάννου δεν μένει απλά σε ένα συναισθηματικό και θολά αισθητηριακό παιχνίδισμα των λέξεων. Μέσα στην υπαρξιακή προβληματική, οπλίζει τη σκέψη του κοινού. Η ίδια μένει παρατηρητής της ζωής και των παθών της καταγγέλλοντας ή σαρκάζοντας όσα ενοχλούν έναν σύγχρονο άνθρωπο. Και τούτη η δραπέτευση αποκτά συχνά και χαρακτηριστικά κοινωνικής ανατροπής και αλλαγής όσων πληγώνουν τους ανθρώπους. Έτσι η κοινωνική διαμαρτυρία δένεται με την αγανάκτηση άλλοτε με υπερρεαλιστικές αλληγορίες και άλλες φορές έμμεσα.
Επιλογικά, με οδηγό την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα, η Νιόβη Ιωάννου μεταπλάθει ονοματικά σύνολα και νοήματα. Η σουρεαλιστική έκφραση μέσα στη στιχουργία της αγκαλιάζει τον ακροατή/αναγνώστη και με τις εξωλογικές συνδέσεις της προσπαθεί να το θεραπεύσει από την τρομακτική πραγματικότητα, από τη δικτατορία της λογικής απέναντι σε όσα μας τρομάζουν. Έτσι, ο υπερρεαλισμός της γίνεται ένα φωτεινό μονοπάτι της φαντασίας και του δυναμικού λόγου, απέναντι σε ό,τι ανούσιο ή φοβικό περιβάλλει την ποιήτρια.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 20/6/2018

Κινούμενα ποιήματα

Μια συλλογή κινούμενων ποιημάτων. Η έννοια της ρευστότητας. «ραγισμένοι/απ΄ το πρώτο φωνήεν/θα κοιταχτούμε/στα φώτα του δρόμου/σα να συμβαίνουν/όλα μακριά/σ΄ έναν καιρό/παιδικό/ανυπεράσπιστο/ που αρχίζει/ Αγαπώντας». Δίχως σημεία στίξης, δίχως κεφαλαία και όμως ο ρυθμός της ανάσας και του ειρμού δεν χάνονται ούτε στιγμή. Εικόνες αλλεπάλληλες με ταχύτητα πορείας που δεν εμποδίζει την κατανόηση. Ποιήματα αλλεπάλληλων καρέ κινηματογραφικής γραφής. «όμως μια μέρα μακρινή/θ΄ανοίξεις το βορεινό παράθυρο/κόντρα στην άνοιξη των θνητών/να χαϊδέψεις/ το δέντρο με τα κόκκινα φύλλα/με τρόπο τρυφερό κι οικείο/να μαζέψεις τα μάτια των πουλιών απ΄ το περβάζι/-με όλες τις παρουσίες που δεν έγιναν-/πριν να νυχτώσουν και χαθεί η μνήμη τ΄ ουρανού/απ΄ τα μαλλιά και τα λόγια μας». Αφαίρεση, ναι αφαίρεση, και οικονομία που ευνοούν την ευτυχία του λελογισμένου πλούτου. Όλβιος ο ταξιδιώτης εδώ γιατί μπορεί και συμμετέχει στο πάθος των γεγονότων παρά την απόσταση, παρά την οδύνη, παρά το σύνθετο της συντριβής. Χιλιάδες λέξεις με συνάφεια ως αποτέλεσμα. Ακόμη και οι αντιθέσεις δεν είναι παρά λογικές επιτάχυνσης. Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας σε μια και μόνη προθήκη όπου τα βεβαρυμμένα ως εκ φύσεως επίθετα συμβάλουν στην ελαφρότητα του ορυκτού. Όπως αφήνει το έδαφος μια Κόρη από μάρμαρο, με χέρια σφιχτά στους μηρούς, και φεύγει έγχρωμη κι ωστόσο λευκή, ολόλευκη. Τα φτερά της βαρύτητας ποτέ δεν φαίνονται, ποτέ δεν ακούγονται. «για να σωθούμε/κρυβόμαστε κάτω απ΄ το μεγάλο τραπέζι/ορίζοντας πλεγμένος με ψιλό βελονάκι/επαναλάμβανε την ίδια εκρού ανεμώνη ξανά και ξανά/ώσπου κατέληγε στο πάτωμα/ μέσα από μια οπτική σφαιρικής εχεμύθειας/να σέρνεται σε καλογυαλισμένα παπούτσια/-ήτανε σίγουρο πως ποτέ δε θα ΄φταναν στο χείλος του γκρεμού-/η Μαρία δεν ήθελε να σωθεί/βάδιζε κάθε μέρα ξυπόλυτη ως εκεί που τέλειωνε το δωμάτιο/ύστερα πάλι πίσω…». Όπου ο χρόνος, η ηλικία και οι άγιοι συμπλέκονται. Σώμα από μείγμα μετάλλων το ποίημα. Όχι σποδός αλλά μάγμα παχύρευστο. Κάθε ποίημα κι ένα σύννεφο που ακολουθεί το μάτι προς τον ορίζοντα του κατανοητού.

Ποίηση, γροθιά – γροθιά, απλωμένο χαλί από είδη αγριολούλουδων στο χιόνι των σελίδων. Άρωμα και χρώμα και γεύση που υποπτεύεσαι στο στόμα ενός μακρινού ρήτορα κι ωστόσο πλάι σου, στην αγκαλά σου, μέσα σου. «αποσύρομαι εχέμυθη/κρατώντας/σημειώσεις με την πλάτη στον τοίχο/η ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα/είναι συμπτωματική/για του λόγου το αληθές/σβήνω τα μάτια απ΄ τις λέξεις/άλλα μάτια δεν έχω». Λιτότητα όπως η παλέτα μιας αγιογραφίας. Χρώματα καθαρά, περιγράμματα ξεκάθαρα, νόημα που συλλαμβάνεται ακριβώς στο σημείο του ασύλληπτου. Με κανένα τρόπο δεν μιλάς για στεγνό, αδιαπέραστο τοίχο, αλλά για υγρό ουρανό, για παλλόμενη υπόθεση· για κυματαγωγή μιλάς. Κλείνεις το βιβλίο και σαν να αποβιβάζεσαι από τρικυμία. Σε λίγο ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ήταν ένα κομμάτι ζυμάρι και τόση ώρα, πόση ώρα δεν μπορεί να πει, πλάθονταν στην έμπειρη, στην διάπυρη παλάμη του δημιουργού. Αμήν.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΠΟΧΟΛΗ

FRACTAL 6/12/2017

Η συμπόρευση της ποίησης

Η ποίηση είναι ένας υπαινιγμός. Σχόλιο στο τυχαίο του κόσμου, στο ηρακλείτειο «άελπτον», στο απρόβλεπτο και αφανές, στο άτοπον. Η ποίηση είναι μία συμπόρευση. Στην απρόβλεπτη επανάσταση της ζωής, στο αναπάντεχο, πέρα από κάθε σκέψη προσμονής, γεγονός, που έρχεται για να αναθεωρήσει τις ζωές μας και να τις τοποθετήσει σε νέα μοίρα, απρόβλεπτη, μοίρα όμως ουσίας και συνειδητής βίωσης των πραγμάτων. Η ποίηση είναι η τρυφερότητα στο άγγιγμα του λόγου, τρυφερότητα, που τη μαρτυρεί η αρχαία ετυμολογική της απαρχή, στενά συνδεδεμένη με την απαλή πόα, το δροσερό λουλούδι των απότομων ομηρικών βράχων και των ησιόδειων ψηλών βουνών. Η ποίηση είναι ο ίδιος ο θρίαμβος της αβρότητας στην σκληρή, καθεστηκυία, συμπαγώς προβλέψιμη, εξέλιξη των ροών του βίου.

Αυτή την εμπνευσμένη στις ανατροπές της ποίηση ανιχνεύουμε στην νέα ποιητική συλλογή της Νιόβης Ιωάννου από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (2017), με τον χαρακτηριστικό τίτλο Εις άτοπον, που από μόνος του συνιστά έναυσμα φιλοσοφικής, στοχαστικής, διαπραγμάτευσης. Και αυτήν την ποίηση αγαπάμε, την ποίηση που καταδεικνύεται όπως εδώ, βακτηρία και πολύτιμο πνευματικό στήριγμα στην αμετάκλητη πρόκληση, στην δυσοίωνη αλλαγή, που όμως δεν οδηγεί στην φθορά της παραίτησης, αλλά στην ανανέωση της στόχευσης. Και όλα αυτά με ένα προσωπικό λογοτεχνικό ύφος, το ύφος της Νιόβης Ιωάννου, λυρικά αισθαντικό, ξεχωριστά προσωπικό και συνάμα ευφυές στη μεταβλητότητα που ευαγγελίζεται. Ό,τι μεταβάλλεται, επιβιώνει, αυτό που ο χρόνος με την αλλαγή και την αλλοίωση φθείρει, η ποιητική γλώσσα το κάνει να διαρκεί, ακριβώς γιατί το εξελίσσει με την διαρκή ανανέωση στη ματιά και την εσωτερική διαπραγμάτευση.

«Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που με επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο»

(Εις άτοπον)

Ο φόβος, ο τρόμος, ο εγκλωβισμός στην επιθυμία, οι μνήμες που πονούν γίνονται φυλακή και εσωτερική αναγκαία δύναμη απολύτρωσης, το πρώτο σκαλοπάτι στη πορεία της γνώσης. Ο ενδιάμεσος σταθμός, το τίποτα. Η πραγματική, «εις άτοπον», εποικοδομητική-σχήμα οξύμωρον όπως υπονοείται εδώ-ανατροπή.

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω ποτήρια με
χείλη κεφαλαία μικρά
το σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπά
στο παράθυρο

(Φοβάμαι)

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δύο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σχοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί από τις χούφτες του

(Με τρόμο)

με ξένες μνήμες
ονειρεύτηκα
κόκκινα ψάρια
από άλλων τρικυμίες
πηδούσαν
απ’ το παράθυρο
όταν έσβηνε το φως

(Μνήμες από λέπια)

έμαθα πως
ρωτούσες για μένα
το σιωπηλό μου φόρεμα
κρατώντας
αγκαλιά
όμως κανείς δε με γνώριζε
μνήμη
από χίλια σκοτάδια το σώμα μου

(Έμαθα)
εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω

(Τίποτα)

Οι λέξεις είναι σηματοδότες. Και ορίζουν τη μορφή της σκέψης στο δημιουργικό χάος του τροφοδότη νου. Με τον μικρόκοσμο των λέξεων, λέει ο δοκιμιογράφος Χρίστος Τσολάκης, ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης, του ανθρώπινου μόχθου. Γέφυρα όμως στην άπειρη αφυπνισμένη συνειδητότητα, το «τίποτε», που η ποιήτρια καθοριστικά προβάλλει• το καθαρτήριο της σκέψης, ο ιδεατός ά-τοπος χώρος, στον οποίον η πνευματική υπόσταση καθαίρεται από τις δανεικές έξωθεν ιδέες και κρίσεις που γίνονται δεσμώτες, ακριβώς γιατί «κτίζουν» έναν λεπτοφυή, δεύτερο, επίκτητο, εαυτό που φυλακίζει. Το «τίποτε», το προσωπικό «τίποτε», εκεί που η ατομική πνευματική αρχή στοχεύει «εις άτοπον», γιατί απελευθερώνεται. Λυτρώνεται από την πνευματική φενάκη, που άδηλα την καταδυναστεύει και προβάλλει την ξένη ιδέα ως οικεία. Ο άχρονος και γι’ αυτό αιώνιος κόσμος του «τίποτε», εκεί όπου ο άνθρωπος αποδεσμεύει τον έγκλειστο εσωτερικό πυρήνα του κι ανακαλύπτει την αληθινή πηγή της αυτογνωσίας του. «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα», διατείνεται ο Σωκράτης, «μη λεωφόρους οδούς στείχειν», συμβουλεύει ο Πυθαγόρας, «σε μία ψυχή τελείως ελεύθερη από σκέψεις και συναισθήματα ούτε η τίγρη δεν μπορεί να μπήξει τα νύχια της» αποφαινέται η στοχαστική θυμοσοφία της Ανατολής. Και αυτήν την πνευματική παρακαταθήκη γενεών, λαών και πολιτισμών μας θυμίζει με τη σεμνή, προικισμένη, γραφή της η Νιόβη Ιωάννου.

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-

το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τα απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

(Πίσω μη δεις)

Η ποίηση δεν είναι αναπόληση εαυτού και αυτοκριτική. Δεν είναι έκφραση ατομικού ή συλλογικού συναισθήματος, κραυγή ψυχής και αποφόρτιση εσωτερικού βάρους, δήλωση έντονων προσωπικών και κοινωνικών στιγμών, αντίδραση στη δράση. Αυτά είναι τα πρωτόλεια βήματα της ποίησης, αναγκαία βέβαια, αλλά όχι πρωτεύοντα, αναβαθμοί ωστόσο μίας ανέλιξης που οδηγεί στο καίριο, το κύριο, στο ουσιώδες, τίποτε άλλο πέρα από την ανακάλυψη και αφύπνιση του ίδιου του πνεύματος. Γιατί η ποίηση, μόνο τότε είναι μεγαλειώδης, όταν φιλοσοφεί και συν-κινεί πνευματικά και τέτοια ποίηση υπήρξε στο παρελθόν και έθρεψε την ανθρωπότητα, με εκκίνηση τον Όμηρο και συνέχεια άλλους μεγάλους λογοτέχνες, Έλληνες και ξένους. Γιατί είναι αναντίρρητη η αλήθεια ότι η πνευματικότητα, μόνο όταν τροφοδοτηθεί με συγκίνηση, αποκτά νόημα και μπορεί να εκφράσει σε δυσθεώρητα ύψη το μέγεθος και την αξία της ανώτερης ιδέας, που άλλως θα έμενε στο επίπεδο μίας απλής παράστασης πόνου, το περισσότερο μίας κομψής ελεγείας. Κι εκτιμούμε τους ποιητές εκείνους που πίσω από το έργο τους αφήνουν να εννοηθούν οι ελιγμοί του πνεύματος που υφέρπουν και οι δημιουργικές θεωρητικές ενατενίσεις. Κάτω από το πρίσμα αυτό η ποιητική εργασία της Νιόβης Ιωάννου μας προσφέρει πολλές και γόνιμες εσωτερικές συνειδητοποιήσεις και ενοράσεις. Κι εκτιμούμε την ποίηση που πλαταίνει ακόμη περισσότερο τους δρόμους όχι μόνο της ψυχής, αλλά και του νου.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 07/06/2017

Μοναχικός παρατηρητής του κόσμου

Napoli di Romania ή η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος…
ένα μικρό κοριτσάκι, γεννημένο στη Γερμανία, περπατούσε, έπαιζε, και χαιρόταν τη ζωή στα στενά σοκάκια του Ναυπλίου κι ένιωθε να διαβαίνει την ιστορία.
Κλειστός, μοναχικός χαρακτήρας, απόμακρη στις παρέες… κι όπως τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή μας… ο χαρακτήρας χτιζόταν μέσα σε ένα διαφορετικό εσωτερικά ψυχολογικό, και πνευματικό περιβάλλον.
Έδειχνε το διαφορετικό, που αποδεικνύεται σήμερα να έχει ακολουθήσει, τον δύσκολο δρόμο του λόγου. Όλα λειτουργούσαν στο υποσυνείδητο της, παιδάκι ήταν και δεν το αντιλαμβανόταν.
Όταν έπρεπε να μάθει ένα ποίημα για τις σχολικές γιορτές, η κυρία Παναγιώτα, η μητέρα της, της έγραφε στο μαγνητόφωνο το ποίημα και το έβαζε να παίζει όλη μέρα, για πολλές μέρες, μέχρι που στο τέλος, η μικρή, θέλοντας και μη, το μάθαινε.
Και τα χρόνια περνούν, τα βήματα στα στενοσόκακα μεγαλώνουν μέσα σε μια εφηβεία γεμάτη σκιρτήματα πρωτόγνωρα κι ερωτήματα, για τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις και όλα τα παρεπόμενα τους.
Με ενδιαφέρον και περιέργεια, μπροστά στις αναζητήσεις και τα ερωτήματα της, επιδόθηκε μέσα από την πρώιμη ποιητική γραφή να δίνει τις δικές της απαντήσεις και εκδοχές.
Η μητέρα της που διάβαζε τα γραφτά της άρχισε να την θεωρεί αντισυμβατικό χαρακτήρα, με μια αίσθηση θαυμασμού όμως που προσπαθούσε να την κρύψει για να μην πάρουν τα μυαλά της αέρα.
Την καμάρωνε μέσα στη σιωπή της γιατί κι εκείνη ήταν απειθάρχητη με τα κακώς κείμενα της ζωής.
Αρκετές ήταν οι φορές που η έφηβη κοπέλα, πήγαινε σε εγκαταλειμμένα σπίτια, έμπαινε μέσα κρυφά κι ανάμεσα στα σκονισμένα αντικείμενα ξεδίπλωνε τις σκέψεις της στο χαρτί κάνοντας τις λέξεις ν’ αλυχτούν στην όψη της μνήμης, μ’ απρόσμενες στιγμές μπροστά στο χρόνο να στέκουν επίμονα στο φέγγος της νύχτας.
Ήταν οι στιγμές που η εις Άτοπον απαγωγή, άρπαζε το μυαλό της… το οδηγούσε μακριά από τη τυπική λογική προς τη συλλογιστική μέθοδο. Επάνω στο λευκό χαρτί αποτυπώνονταν οι προθέσεις των σκέψεων της φανερώνοντας την υπερβατική προσωπική της αλήθεια. Την αλήθεια ενός άδολου κόσμου που έκρυβε στη ψυχή της απέναντι στις αντιθέσεις της ζωής, του τι είναι σωστό και τι λάθος
Λάξευε τις λέξεις μέσα στις πρώιμες αβέβαιες νεανικές διαπιστώσεις… η πρώιμη φωνή της δεν είχε αντίκρισμα, ήταν όμως εκείνο το μολύβι που χάραζε μέρα τη μέρα σχήματα στην άμμο… που έχτιζε κομμάτι κομμάτι, νοερά το μέλλον, κοιτάζοντας πάντα, δίχως φόβο, κατάματα τ’ αστέρια να αρνούνται να δώσουν εκείνο το απτό νόημα στη μοναξιά της θάλασσας.
Η έφηβη κοπέλα της Napoli di Romania μεγαλώνει σ’ έναν χρόνο που τρέχει αμείλικτος, επάνω σε χειμώνες και καλοκαίρια με μια άλλη ειλικρίνεια,
αμετάκλητη στη μακρόχρονη πείρα της μεταμόρφωσης αφήνοντας να παίζουν πίκρες και χαμόγελα στα χείλη της, ενώ σωπαίνοντας οι στιγμές της φλυαρούν για το αίμα που στάζουν τα ασύνορα βλέμματα…
Μέσα σε εκείνα τα χρόνια, σπουδάζει και τελειώνει στην Αθήνα τη Γαλλική Ακαδημία. Με ένθερμη προσήλωση μεγαλώνει ένα υπέροχο παλικάρι, το γιο της τον Αλέξανδρο… αλλά ποτέ δεν σταματά να γράφει ποιήματα…
Οι λευκές σελίδες ως ένα σφιχτοδεμένο δίχτυ λέξεων παγίδευαν το πλέγμα των φράσεων κρατώντας τη διαχρονικότητα τους, παρά τον αδιάφορο χρόνο που μεσολαβεί πάντα στα ανθρώπινα, να μπορούν πάντα να διατηρούν την αλήθεια της προσωπικής της έκφρασης, όπως τότε σε εκείνο το δωμάτιο.

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

από τη συλλογή Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας

Κι ότι δεν της αρκούσε, κι ότι δεν της αρκεί, βρίσκει διέξοδο μέσα στην ποίηση, ξαναδημιουργεί τη ζωή, από την αρχή… της δίνει σχήμα, την επινοεί μέσα από κάθε ιδέα, κάθε σκέψη και μέρα τη μέρα γινόταν… έγινε τελικά, στάση ζωής.
Ιδεατές οι απόψεις της για τα ουσιώδη κεφάλαια της ζωής… ιδιαίτερα το αίσθημα της δικαιοσύνης ήταν και είναι πάντα το χαρακτηριστικό στοιχείο της που την έκανε και την κάνει να αντιδρά στην αδικία, πιστεύοντας βαθιά μέσα της πως πάντα θριαμβεύει το καλό.
Όμοια όμως πίστη τρέφει και για τα υπόλοιπα σημαντικά κεφάλαια όπως τη γέννηση το θάνατο… την ποθητή αγάπη, αλλά κυρίως εκείνο της διαιώνισης, την αρχή όλων, τον έρωτα, που τον χειρίστηκε με έκφανση πλατωνική για να περισώσει, να προστατέψει ίσως, όσο γινόταν την απομυθοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων.
Συνεπώς, η ποίηση όλο και πιο πολύ γινόταν η αναγκαία της απεικόνιση ενός ρεαλιστικού κόσμου, καθώς η ίδια -η ποίηση- της έθετε ένα σημαντικό όριο μέσα στη φιλολογία της εν πολλοίς υπερρεαλιστικής εκφραστικότητας της, σε στΗχο πλάγιο και μόνο

Και καθώς μέσα στους στίχους της εκφράζεται μια υπέρμετρη δυναμική… βλέπουν το φως τρεις ποιητικές συλλογές.
Φως – πλην δύο, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη… Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις Οσελότος.. Εις άτοπον, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Στους στίχους της εκφράζεται το αίσθημα του ανικανοποίητου, της αναζήτησης του ιδεατού… της ταύτισης με το απόλυτο της ψυχής.

Ακόμη και στις συνοπτικές πεζογραφικές, de profuntis αναφορές, γεμάτες υπαινικτικά στοιχεία και αλληγορίες, τύπου Μπωντλέρ, αφήνουν έντονη την αίσθηση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου.

Κείμενο

Έκλεισε δυνατά την πόρτα. Το δωμάτιο αναβόσβηνε μαζί με το χαμογελαστό της πρόσωπο στην κορνίζα. Τελευταία όλα έμοιαζαν σα να συνέβαιναν εδώ και κάπου αλλού ταυτόχρονα. Πήγαιναν κι έρχονταν αθόρυβα, μεταφέροντας το θάμπος των στιγμών που ζητούσαν να παραμείνουν ανεξιχνίαστες. Η μουσική απ’ το πλαϊνό δωμάτιο όλο και δυνάμωνε. Το τραπέζι στρωμένο από πέρυσι τέτοια μέρα. Πεινούσε και κρύωνε. Ξάπλωσε στον καναπέ και κάρφωσε τα μάτια του στο ταβάνι. Παρακολούθησε τη μικρή αράχνη που ύφαινε στον τοίχο τον ιστό της. Εδώ κι ένα χρόνο του κρατούσε συντροφιά. Του άρεσε να την αφήνει να μπερδεύεται στις σκέψεις του, να πλέκει διαδρόμους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Βούλιαξε μέσα στο τριμμένο παλτό κι ανάσανε κοφτά στο σπασμένο μικρό καθρεφτάκι. Αν είχε πεθάνει θα μπορούσε τουλάχιστον να δει τη μορφή του. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά. Το δωμάτιο αναβόσβηνε πιο γρήγορα. Αυτή η απαλή επιστροφή στο τίποτα τον έκανε να φοβάται όλο και λιγότερο. Παρατήρησε τις δυο μεγάλες ρυτίδες που χαράκωναν το μέτωπό του… τα μαλλιά του που είχαν ασπρίσει…

Ένας λόγος που θέλει να επουλώσει βαθιές πληγές μιας αποκρουστικής πραγματικότητας, να διαχύσει φως σε σκοτεινές ψυχές από συμπεριφορές που αιμορραγούν πληρώνοντας η ίδια για όσους δεν ξεχωρίζουν τις αξίες και μένουν έρμαιοι σε μια ζωή χωρίς ουσία.
Σαν μοναχικός παρατηρητής του κόσμου γράφει σε άλλη διάσταση σαν να μην αποτελεί σώμα του. Η διαφορετικότητα της σκέψης και η υπερβολική προσωπική ευαισθησία δεν μπορεί να την εντάξει σε καμιά κοινωνική ομάδα. Πολλές αχτίδες πλημμυρίζουν το νου της, όπως γράφει στο ποίημα που ακολουθεί Στη Σοφίτα, από τη συλλογή σε στΗχο πλάγιο και μόνο

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο
ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
δε με συμπάθησε ποτέ
των αριθμών η ακρίβεια
κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις οσελότος 2014

Σιωπηρά αφοσιώνεται στα δικά της ψυχικά βάθη κι εκφράζεται στα ίδια σκοτάδια της νύχτας πίνοντας γέλια του δρόμου μαζί με αλήθειες και ανθρώπινους θυμούς αφήνοντας πάντα την πόρτα των σκέψεων της μισάνοιχτη να μοιάζουν φαινομενικά όλα ετούτα σε μια ακίνητη γραφή, αλλά τόσο ευέλικτη που οδηγεί τις σκέψεις μας σε νέες κατευθύνσεις υποβάλλοντας μας να ψάξουμε και να προβληματιστούμε, στο δικό της ποιητικό μύθο.
Υπερρεαλισμός μέσα από συναίσθημα… αυτός είναι ο όρος που δίνω στη τελευταία της ποιητική συλλογή, Εις Άτοπον από τις εκδόσεις Μανδραγόρας και τούτο γιατί με πεποίθηση στέκει νηφάλια στο χάος των λέξεων με μια τεχνική αρτιότητα που είναι το προσόν της έκφρασης της να μας βάζει στην ατμόσφαιρα της, να θέλγει τα συναισθήματα μας και να μας αρέσει να διαβάζουμε πέρα απ’ τα συνήθη σαν κάτι σαν τίποτα.

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας 2017

Υπερρεαλισμός στα ίδια απογεύματα, πίνει γέλια και θρήνους των δρόμων και ξεχνιέται έρμαια κλεισμένη στη υπομονή της δημιουργίας. Εις Άτοπο χρόνο κάνει τον λόγο αιώνιο και πάντα επίκαιρο, να συναντιέται μετά από χρόνια στο άπειρο με μια διαχρονικότητα που θα έχει τη δύναμη να λιγοστεύει το χρόνο και να αποδεικνύει πως στέκεται ως η συνεπέστερη εκπρόσωπος της υπερρεαλιστικής έκφρασης.

 

ΣΕ ΣΤΗΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

diavasame.gr.1/4/2015

Ηχούν οι λέξεις ρυθμικά σε μουσική συναισθημάτων άδηλων σε στήχο πλάγιο μόνο… Σύλληψη ενός ποιητικού λόγου πνευματικού, εκφραστικού και ωραίου. Να δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματα που εγείρονται μεταμορφωμένα σε εικόνες μιας εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, σε μια δημιουργία που προκαλεί αισθητική συγκίνηση.

Η Νιόβη Ιωάννου με το ταλέντο της, τη φαντασία, και τη δύναμη τής πνευματικής σύλληψης, με γνήσια και βαθιά ευαισθησία εκφράζει τις ψυχικές αγωνίες, τους ανθρώπινους πόθους και προσδοκίες, γίνεται δείκτης μιας διαπροσωπικής επικοινωνίας στον ουσιαστικό και ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ποιητικής τέχνης. Μια έκφραση απόλυτης γλωσσικής εκφοράς που σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική στα ποιήματά της, γιατί μας δείχνουν πώς να αισθανόμαστε την τέχνη του ποιητικού λόγου της. Λόγος που διακρίνεται για την ακρίβεια των λέξεων, υπηρετώντας πιστά την πλούσια ελληνική γλώσσα μας… Για τη δοτικότητα ελεύθερων εννοιών από ιδιοκατασκεύαστες δεσμεύσεις, όπως προλήψεις-δόγματα-ιδεοληψίες. Για την εκφραστική πλαστικότητα του ρυθμού απόδοσης, φανερώνοντας έμπρακτα την ποιητική αυτοτέλεια της συνολικής άποψης τής ποιήτριας.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, εγείρεται ο έρωτας και θα ολοκλήρωνα με ένα απόφθεγμα αυτή την ενότητα, με τη δυναμική και το πάθος που κυοφορούνται μέσα του: «Από αγάπη μπορεί και να πεθάνεις, από έρωτα μπορεί και να σκοτώσεις». Στη δεύτερη, αναγνωρίζεται έντονα το υπαρξιακό στοιχείο. Όπως ο Νίτσε, έτσι κι ο Σαρτρ, με τον δικό του τρόπο σκέψης και έκφρασης, προέτρεψε τον άνθρωπο να αναζητήσει το ηθικό χρέος του πέρα από τις ηθικές αρχές που έχουν καθιερωθεί παραδοσιακά. Σε αυτήν την πεπατημένη και η Νιόβη καταθέτει τη δική της άποψη προς αυτό το κοινό σημείο στην ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στον κόσμο, που καταδεικνύει συγκεκριμένα τον προβληματικό χαρακτήρα της, εννοώ την ύπαρξη… μέσα από τον ποιητικό της λόγο.

Στην τρίτη ενότητα διαφαίνεται ξεκάθαρα η αντιδραστική αίσθηση της ποιήτριας, για τα κακώς κείμενα της αστικής τάξης, όπου πασχίζει να τα επικρίνει με ποιητική βούληση ως απαραίτητη προϋπόθεση, για την πραγματοποίηση θετικών αλλαγών. Καταγράφει λες αποστασιοποιημένη από τα κοινωνικά, ψυχικά και αισθηματικά συμβάντα… αλλά ως αυθύπαρκτη οντότητα τα στηλιτεύει και τα καταδεικνύει με υπερβολική αφοσίωση, σφοδρή αγάπη για την τέχνη της, ως υποχρέωση υπερβολικού ιδανικού καθήκοντος. Το αποτέλεσμα άρτιο από κάθε άποψη – σαν καθρέφτης που αντικατοπτρίζει είδωλα, νοηματοδοτεί δημιουργώντας εικόνες για τη ζωή και τις ανθρώπινες αξίες, ιδέες και απόψεις.

 

ΦΩΣ-2

 

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ

Φως μείον δύο

«Φως μείον δύο» είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Νιόβης Ιωάννου και ίσως ένας τέτοιος τίτλος να ξάφνιαζε τους φυσικούς, δεν μπορεί όμως να ξαφνιάσει τους ποιητές. Όπως με τον ίδιο τρόπο ο στίχος του Εμπειρίκου: «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» μπορεί να φέρει σε αμηχανία όσους ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες, όχι όμως και τους ποιητές.

Επειδή η πραγματικότητα διαβάζεται με δυο τρόπους, με τον τρόπο που ορίζει η επιστήμη και με τον τρόπο που ορίζει η τέχνη. Με την επιστήμη νιώθουμε τη σιγουριά του στέρεου εδάφους κάτω από τα πόδια μας, με την τέχνη μπορούμε να πετάξουμε, να πάμε σε τόπους που ονειρευόμαστε, να ανοίξουμε νέες διαστάσεις στη ζωή μας που χωρίς αυτές η ζωή θα ήταν μονότονη και πληκτική. Κι ακόμα μπορούμε να κρατήσουμε στην αιωνιότητα το φευγαλέο, είτε αυτό είναι ένα βλέμμα, μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια εικόνα που θάμπωσε την όρασή μας.

Φως μείον δύο λοιπόν, δηλαδή δυο βήματα πριν από το φως. Κι όμως αυτά τα δυο βήματα που δεν μπορούμε να κάνουμε μας κρατούν ακόμα στο σκοτάδι.

Επειδή «άνθρωποι είμαστε», όπως λέει η ποιήτρια στο πρώτο ποίημα της συλλογής της. Σύντομοι όσο ένα άγγιγμα της βροχής, απροσδιόριστοι, άνθρωποι που φθίνουν, που μετρούν την ευτυχία στα βήματα που δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Αυτό το φευγαλέο, το εφήμερο του ανθρώπου θέλει να παγιδέψει και να το κρατήσει στην αιωνιότητα:

Κάποιος είπε πως μπορούμε
να γίνουμε ουρανός
κι απομείναμε να κοιτάζουμε ψηλά
άνθρωποι είμαστε.

Ο Ουρανός είναι μια ματαιωμένη υπόσχεση. Εκεί κατοικεί αυτό που η γλώσσα μας λέει «Θεός». Η ποιήτρια τον αναφέρει ονομαστικά σε τρία της ποιήματα:

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος
(στο ποίημα: «Ήταν εκείνη»)

…κι όταν έγινε πλατανόφυλλο συνάντησε το Θεό
να προσεύχεται κόντρα στο ρεύμα…
(στο ποίημα: «Αθώα απάντηση»)

…περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού…
(Στο ποίημα «Σα φύλλο… σα βροχή… σαν ψίθυρος» )

Καθαρά υπαρξιακοί υπαινιγμοί που γίνονται σαφέστεροι στο ποίημά της «Εδώ θα μείνω»:

Μαθαίνω από την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

Εκεί λοιπόν θα μείνει, στο κενό, απορρίπτοντας τις απαντήσεις που πωλούνται έτοιμες και συσκευασμένες στο εμπόριο. Θα ματώνει τα χέρια της προσπαθώντας να πάρει απάντηση από μια τριανταφυλλιά, από την αρχέγονη φύση δηλαδή που έχει όμως πια σήμερα χάσει τη μνήμη της.

Επανέρχομαι στο ποίημα «Ήταν εκείνη» και σας το διαβάζω ολόκληρο:

Τον εαυτό της υποδύθηκε
δεν ήταν ρόλος
ένα ξέφωτο ήταν
διάσπαρτο από κόκκινα μήλα

ο Παράδεισος ταξίδευε αιώνες μακριά
κρυμμένος στο δέρμα του φιδιού
ελπίζοντας σ’ ένα αβέβαιο βλέμμα

εκείνη τον εαυτό της υποδύθηκε
σ’ ένα σενάριο νικημένο εξαρχής
δεν την εξαπάτησε ο όφις
πολύ πριν τον Παράδεισο
γεννήθηκε η Αμαρτία

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος

Η Εύα εδώ αθωώνεται, γιατί δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να είναι ο εαυτός της. Και ο Θεός ήδη είχε εφεύρει, πριν πλάσει τον παράδεισο, την έννοια της αμαρτίας και είχε προκαθορίσει το μέλλον. Ήθελε να είναι μόνος. Έτσι όμως και ο άνθρωπος θα μείνει τελικά μόνος.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Αθώα απάντηση» ο άνθρωπος, μόνος τώρα στον κόσμο, δυσκολεύεται να τον ερμηνεύσει:

το βλέμμα του ήταν ξένο
κάτι πολύτιμο έπρεπε να φυλάξει σε τόπο κενό…
κι έμαθε πως στη μοναξιά των πραγμάτων
που αγγίζουμε συχνότερα
κραυγάζει ανεπαλήθευτη η απάντηση
στο αιώνιο αίνιγμα των ανθρώπων.

Η ίδια υπαρξιακή μοναξιά αναδύεται και στα επόμενα τρία ποιήματα, από τα οποία σας διαβάζω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Σα φύλλο…σα βροχή.. σαν ψίθυρος»

…έτρεχε στο δάσος
να συναντήσει τις προσευχές των ανθρώπων
είχαν πάψει από καιρό να ζητιανεύουν αγγέλους
στις τύψεις τους φύτευαν κυκλάμινα
και περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού
οι απαντήσεις αιώνες τώρα μύριζαν βρεγμένο χώμα
κι η παρένθεση ουρανού
μόνο γιατί έπρεπε να αιωρείται μια απουσία.

Στην «Άνω τελεία» ο άνθρωπος με μια γενναία απόφαση αποδέχεται τη μοναξιά του αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα ελπίδας να του ζεσταίνει την καρδιά. Και αυτή του είναι αρκετή για να ζήσει:

…κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

Αυτό όμως, αυτή η μοναξιά του ανθρώπου τον κάνει να αναζητά ακόμα περισσότερο το πλησίασμα του άλλου. Πάντα ελπίζει ότι η συνάντηση θα σπάσει τα φράγματα, ότι η ένωση είναι κάτι που μπορεί να το βιώσει κανείς.

«Άγνωστοι άνθρωποι»

Ο άνθρωπος αναζητά τον Άνθρωπο
χρειάζεται απεγνωσμένα ν’ αγαπηθεί…

όταν ο άνθρωπος συναντά τον άνθρωπο
δυο παιδιά στέκονται δακρυσμένα
το ένα απέναντι στο άλλο
ξέρουν πως δεν θα γνωριστούν ποτέ.

Ο άνθρωπος αναζητά λοιπόν απελπισμένα τον άλλο άνθρωπο, όμως, όταν τον συναντήσει, θα απογοητευθεί. Δεν θα μπορέσει να ενωθεί μαζί του. Οι κόσμοι τους θα παραμείνουν χωριστοί και η μοναξιά τους θα συνεχιστεί.

Εκεί κάπου, σ’ αυτή την απέλπιδα προσπάθεια να ξεπεράσουμε τη μοναξιά μας, γεννιέται και ο έρωτας, η ανάγκη του, η αγωνία του, η ομορφιά του. Η Νιόβη Ιωάννου μετά την υπαρξιακή της περιπλάνηση θα μας μιλήσει γι’ αυτόν:

«Ανορθόγραφοι έρωτες»

Ανορθόγραφοι έροτεσ
που μας εξόντωσαν…

Και περιπαιχτικά γράφει τη λέξη «έρωτες» ανορθόγραφα για να μας πει απλά ότι η ανάγκη μας για τον έρωτα δεν θα μας δώσει οπωσδήποτε αυτό που λαχταρούμε. Θα μας δώσει ίσως μια καρικατούρα του έρωτα, μια σχέση ελαττωματική, παραμορφωμένη. Η μοναξιά και το κενό καραδοκούν λοιπόν κι εδώ, μετά τη μοναξιά των ουρανών.

Στο ποίημα «Συνάντηση» πάλι ο έρωτας ξυπνά την ανάγκη της αρμονίας, της ένωσης με τον άλλον που όμως δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα:

…χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο…

και πιο κάτω:

…το φιλί τους ήταν απόγνωση

κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν…

Το ίδιο και στο ποίημα
«Νιώθοντας»

…αγαπήσαμε τη σιωπή του έρωτα
…αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα…

Με πείσμα, με επιμονή αναζητούμε όλοι το μικρό παράδεισο του έρωτα, ακόμα κι όταν τα γεγονότα μάς διαψεύδουν. Ακόμα κι όταν μεγαλώνοντας καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν τέλειοι έρωτες και ιδανικοί πρίγκιπες των παραμυθιών:

«Απαξιώνοντας το μήλο»

…έμαθα να μην ελπίζω στο φιλί
απαξιώνοντας τους «πρίγκιπες.

Στο «Αμάρτημα σε λίστα αναμονής» η ανάμνηση του έρωτα τυραννά τη μνήμη:

…αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη…
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

Ο έρωτας λοιπόν είναι η απόπειρα να διαρρήξουμε το κενό μέσα στο οποίο αιωρούμαστε, και φαίνεται ότι κάποιες στιγμές καταφέρνουμε και βιώνουμε τη μαγεία του. Στο τέλος όμως ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Ο έρωτας γίνεται ανάμνηση που στριφογυρνά στη σκέψη μας με την αδιόρατη μελαγχολία του κι εμείς συνεχίζουμε τη μοναχική μας πορεία.

Τι μας μένει λοιπόν; Από πού θα κρατηθούμε για να προχωρήσουμε στο ταξίδι της ζωής, όταν όλες μας οι απόπειρες να ενωθούμε με τους άλλους έχουν αποτύχει;

Ίσως, μας λέει η ποιήτρια, να βρούμε την κρυμμένη αξία της ύπαρξής μας σε κείνες τις μικρές στιγμές που χάραξαν ανεξίτηλα το ταξίδι μας στον κόσμο:

«Λέξεις που σώπασαν»

…κυοφορείς καιρό μετά
αυτές τις λίγες στιγμές
που έγιναν αιώνιες για σένα
μόνο με τη δύναμη της αλήθειας τους

«Εγώ… η στιγμή μου»

Δυνατή ή αδύναμη
περιέχομαι
σε κάθε στιγμή
που αποφασίζει για μένα…

Ακόμα θα βρούμε την κρυφή αξία της ζωής, αν γυρίσουμε πίσω, στις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια ομορφιά που όσο ήμασταν παιδιά δεν μπορέσαμε ίσως να εκτιμήσουμε σωστά:

«Μικρές πατρίδες»

Στη μικρή μας πόλη
τα καλοκαίρια αναρριχώνταν
σε κατάλευκα ανθάκια γιασεμιών…

Μπορούμε ακόμα να νιώσουμε την ομορφιά της φύσης που μας περιβάλλει:

«Φθινόπωρο»

Φθινόπωρο γλυκό πορτοκαλί
…κόρες ακριβές
βρόχινης σιωπής…

Ακόμα και στο ονειροπόλημα υπάρχει η ομορφιά της ζωής, όταν μπορούμε να χρωματίζουμε έναν ασπρόμαυρο κόσμο με τα χρώματα της φαντασίας μας:

«Όσοι ονειρεύονται»

Οι ονειροπόλοι

μεθώντας με αγάπη
από σκονισμένα ρήματα
φυτεύουν
κόκκινες ουτοπίες
σε ασπρόμαυρους κήπους
και ταξιδεύουν
με τα’ άρωμά τους

για να έχει η ανάσα τους
μια στάλα ουρανό.

Υπάρχουμε λοιπόν μέσα στις στιγμές μας, σε κάποιες στιγμές που είναι πιο δυνατές, πιο καίριες από τις υπόλοιπες στιγμές που πάνω τους τρέχει ολόκληρη η ζωή μας. Αυτές οι στιγμές μάς οριοθετούν, μας δίνουν το στίγμα μας. Υπάρχουμε ακόμα στις ονειροπολήσεις μας, όταν βάζουμε χρώμα στη γκρίζα ζωή μας αφήνοντας τη φαντασία μας να τρέξει ανέμελη στα ονειρικά της τοπία. Υπάρχουμε στις αναμνήσεις μας, όταν τις ανασύρουμε στην επιφάνεια και ξαναζούμε τα παιδικά μας χρόνια. Κι ακόμα υπάρχουμε, όταν αφηνόμαστε να μας παρασύρει ένα γλυκό φθινοπωρινό τοπίο.

Η ζωή όμως δεν είναι μόνο έρωτας, ονειροπόληση και μικρές στιγμές που τις κρατάμε στη μνήμη μας σαν πολύτιμο φυλαχτό. Η ζωή είναι και αυτό που πληγώνει τα μάτια μας, όταν αποφασίζουμε να βγούμε από τον εαυτό μας και να ανακατευτούμε με το πλήθος. Εδώ οι εικόνες μάς τραυματίζουν:

«Όσο η πόλη κοιμάται»:

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος…
Η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια

«Αγνές μέρες»

Εκεί που οι άδικοι
του φιδιού το δέρμα αλλάζοντας
δικαιοσύνη απονέμουν

«Κι όμως γνωρίζαμε»

Το μελάνι ως τώρα
ήξερε να γράφει ιστορία
καλύτερα απ’ το αίμα

«Έτσι γράφουν ιστορία»

Έπιασε ψύχρα
κι οι εποχές
μας προσπερνούν ρακένδυτες
…σταυρώνεται η πολιτεία…

«Αξιοπρέπεια προς πώληση»

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες

Η πόλη εδώ έχει χάσει την αξιοπρέπειά της, οι άνθρωποι στριμώχνονται στα συσσίτια, τριγυρνούν στους δρόμους ρακένδυτοι, ενώ κάποιοι άλλοι κάπου αλλού αποφασίζουν για τη μοίρα του τόπου αδιάφοροι. Μελαγχολία και θλίψη για τον άνθρωπο που έχει ξεπέσει αλλά και οργή για κείνον τον άλλον άνθρωπο που ανάλγητος αποφασίζει ερήμην μας. Όχι όμως απαισιοδοξία. Γιατί:

«Άκυρο»

Δυο τρία παιδάκια
κυνηγούν τη σκιά τους στον ήλιο
….
Εκείνα θα συνεχίσουν να ακυρώνουν
όλα τα αναίσχυντα συμβόλαια
που στη σιωπή μας
εξαργυρώνουν το θάνατο με το γέλιο τους.

Επειδή, ό,τι άσχημο κι αν συμβαίνει τώρα, δεν μπορεί να ακυρώσει την ελπίδα που επωάζει η νέα γενιά. Αυτή θα ακυρώσει τα συμβόλαια της ντροπής και θα δώσει ξανά στον άνθρωπο την αξία του.

Στις «Μικρές ιστορίες» ωστόσο εμείς που πια δεν είμαστε παιδιά είναι δύσκολο να διατηρήσουμε την προσωπική μας ελπίδα, γιατί γίναμε αυτό που δεν θέλαμε. Κι αυτό που επιθυμήσαμε δεν τολμήσαμε να το πραγματοποιήσουμε:

Κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε.

Μια λεπτή διακριτική μελαγχολία διαπερνά τους στίχους των περισσότερων ποιημάτων της συλλογής, όμως πού και πού βλέπει κανείς μια αλλαγή της διάθεσης, ένα μειδίαμα, ένα στίχο που κρύβει μέσα του την ελπίδα. Σαν κάποια εσωτερική δύναμη να ωθεί την ποιήτρια να σηκώσει το κεφάλι και να δει τον κόσμο με μια πιο αισιόδοξη ματιά.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε μια πρωτότυπη κατά τη γνώμη μου εμμονή της ποιήτριας με τα σημεία στίξης. Τα σημεία στίξης από μόνα τους δεν έχουν καμιά ποιητική αξία , όμως αν χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα, τότε αποχτούν ένα ξεχωριστό νόημα μέσα στην ποίηση. Η Νιόβη Ιωάννου επανέρχεται κάθε τόσο στην τελεία, στην άνω τελεία, στο κόμμα, στο θαυμαστικό, στο ερωτηματικό, στην παρένθεση, στα αποσιωπητικά, αλλά της αρέσει να βάζει στην ποίησή της και άλλα στοιχεία από τη γραμματική. Ένα ολόκληρο ποίημά της τιτλοφορείται»: «Άνω τελεία»:


Κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά

γαντζωμένοι σε μια άνω τελεία

και αλλού:

«Νιώθοντας»

σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά ανάμεσα

Το ίδιο παρατηρούμε και στο ποίημα:

«Εντός παρενθέσεως»;

κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση

Και εδώ επίσης:

«Παρατείνοντας»:

τι μπλέξιμο κι αυτό
κανένας δε σου’ μαθε
πως όταν μπαίνει μια τελεία
δε χρειάζεται να συνεχίζεις
με αποσιωπητικά
παρατείνοντας…

τι πολεμάς να αποσιωπήσεις…
το τέλος είναι σιωπηλό από μόνο του
και αμείλικτο με τα σημεία στίξης

εξαιρείται η τελεία.

Αλλά και αλλού:

Η παρένθεση ουρανού

Σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα

Και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει…
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

Εδώ τα σημεία στίξης αποχτούν ποιητικό βάθος, το ερωτηματικό γίνεται εναγώνιο ερώτημα, η άνω τελεία γίνεται ημιτελές συναίσθημα που ζητά να ολοκληρωθεί, το θαυμαστικό γίνεται μυστικό συναίσθημα, η παρένθεση γίνεται μικρή κρυφή απόδραση, τα αποσιωπητικά είναι ένας ολόκληρος ανομολόγητος εσωτερικός κόσμος. Βρίσκω ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη αυτή τη μεταφορά των σημείων στίξης στην ποίηση με τη μεγεθυμένη συμβολική σημασία τους.

Και φυσικά στην ίδια ευρύτερη κατηγορία εντάσσω και το ποίημά της «Ανορθόγραφοι έρωτες» όπου η ποιήτρια παίζει με την ορθογραφία για να μας μιλήσει για κάτι βαθύτερο, όπως είναι ο έρωτας.

Προσωπικά θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε δυο ποιήματα της συλλογής που μιλούν για το παρελθόν με τη γνωστή γλυκιά ακαθόριστη νοσταλγία που πάντα νιώθουμε, όταν γυρίζουμε πίσω στο χρόνο.

Στο ποίημα «Σε χρυσό περίγραμμα» ένας παλιός βενετσιάνικος καθρέφτης κρατά μέσα του φυλακισμένα τα αμέτρητα είδωλα των ανθρώπων που στάθηκαν μπροστά του. Όμως ο καθρέφτης δεν αιχμαλωτίζει μόνο τις ψυχρές αντανακλάσεις των ανθρώπων, αλλά αιχμαλωτίζει και κρατά στην αιωνιότητα και τα συναισθήματά τους:

Φυλακισμένα είδωλα σε επίχρυση κορνίζα
γελούν, δακρύζουν, ερωτεύονται, σωπαίνουν

εντός του οι χαρές μάς γνέφουν παρακλητικά
ξεθωριασμένες λύπες

αιώνιες φιγούρες μάς κοροϊδεύουν
στοιχειώνοντας το μέλλον.

Το άλλο ποίημα είναι οι «Μικρές πατρίδες» . Κι εδώ υπάρχει γνήσια νοσταλγία για τη γενέτειρα μικρή πόλη που κάθε καλοκαίρι ευωδιάζει από το γιασεμί, για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ζουν όλη τους τη ζωή στα ασβεστωμένα σπίτια με ευγένεια ψυχής και καρτερία. Μια ολόκληρη πόλη ευωδιάζει από γλυκές αναθυμιάσεις, από μεθυστικές εισπνοές της μυρωμένης καλοκαιρινής νύχτας.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι η Νιόβη Ιωάννου έχει ποιητική φλέβα, έχει ευαισθησία, έχει βλέμμα που διαπερνά τα πράγματα και βλέπει πίσω από αυτά και κυρίως έχει την ικανότητα να μεταπλάθει αυτό που βλέπει σε αληθινή ποίηση. Ο αινιγματικός ουρανός, ο άνθρωπος που ζει κάτω από αυτόν και νιώθει τη μοναξιά του κόσμου, ο άνθρωπος που θέλει να πλησιάσει τον άλλον άνθρωπο, που τον πληγώνει η αδικία και η απληστία, που θέλει να ερωτευτεί και που κοιτάζει με ελπίδα τα παιδιά, δηλαδή κοιτάζει με ελπίδα το μέλλον, με άλλα λόγια ο άνθρωπος σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής γίνεται αντικείμενο της ποίησής της.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

fractal 31/8/2016

Κάποια είπε, πως μπορούμε να γίνουμε ουρανός… και δεν είναι τυχαίος ο λόγος όταν προέρχεται από την ποιήτρια Νιόβη Ιωάννου, στο βιβλίο της, «Φως – 2»

Τα καλά λόγια συνηθίζονται ακόμη κι αν δεν εμπνέουν τα γραφόμενα, όταν όμως έχεις να κάνεις με λόγο ποιοτικό και ουσιαστικό, τότε η έμπνευση που σου χαρίζει είναι αρκετή για να εκφράζεσαι αυθόρμητα, δίχως δεύτερη σκέψη κι ερωτηματικά, καθώς ακόμη και ένστικτο λειτουργεί ακολουθώντας την αλάθητη πορεία του.

Ωστόσο, είναι δύσκολο για τον όποιο σχολιαστή να εκφράσει ξεκάθαρα τις απόψεις του, το πιο πιθανό να έχει λάθος εκτιμήσεις είτε καλές είτε επικριτικές είναι αυτές.

Το κάθε βιβλίο έχει τη τύχη του, τη δική του πορεία να κάνει η οποία προσδιορίζεται – κρίνεται από τους πολλούς – τους αναγνώστες- κι όχι από τον έναν κριτή… όμως με την ποιότητα του λόγου της Νιόβης δεν θα είναι υπερβολή ότι κι αν ακούσετε.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στον Άνθρωπο, στον Έρωτα και στην Επανάσταση

Τι άλλο πιο σημαντικό θα μπορούσε να προσδώσει σε αυτά τα τρία στοιχεία: Ουμανισμό… Λυρισμό… Ύπαρξισμό…

Ανθρωποκεντρική λοιπόν η γραφή της Νιόβη… και πως αλλιώς θα μπορούσε να εκφραστεί ως ποιήτρια που σέβεται το λόγο της δίνοντας αξία σε κάθε λέξη με συνείδηση γνωρίζοντας καλά εγκυμονεί κινδύνους να καταστεί ένα ποίημα αστείο ή αδύναμο αν δεν υπάρχει η υπευθυνότητα από τον δημιουργό η ποιοτική γνώση και απόδοση του.

Είναι πολύ σπουδαίο στη ποιητική γραφή και έκφραση να υπάρχει συνείδηση και σεβασμός για το τι; και ειδικά το πώς εκφράζεται.

Και στο παρόν βιβλίο… αν θα έπρεπε να αναλύσω τον κάθε στίχο, θα δημιουργούσα ένα δοκίμιο τουλάχιστον 80 σελίδων… κι αυτό γιατί σε κάθε στίχο σε όποια από τις τρεις ενότητες… υπάρχουν αλήθειες, αλληγορίες και ζητήματα ψυχής που προσπαθεί η ποιήτρια να τα φωτίσει ως τα βάθη τους.

Σε πολλά ποιήματα υπάρχει μια υπαινικτική διάθεση για όσα εμείς οι άνθρωποι βιώνουμε και πράττουμε ηθελημένα ή αθέλητα.

Πάει καιρός που συνηθίσαμε/στη θολή όραση/εισπνέοντας σκόνη/
από αδιέξοδους χωματόδρομους.

Άλλος ένας τυχαίος στίχος στην επιλογή του, ο ένας καλύτερος και δυνατότερος από τον άλλον, μου γέννησαν το ερώτημα…

Πως θα μπορέσω να αγγίξω έστω και λίγο σε βάθος ένα έργο με αυτή τη δυναμική σύνθεση που αποτελεί αυτή η συλλογή Φως – 2.

Καθώς πέρα από το μέσο έκφρασης των συναισθημάτων της ποιήτριας είναι και ο τρόπος που κατανοεί τα πάθη και τους σκοπούς της εποχής της.

Τονίζω με κάθε ειλικρίνεια, μετά από πολύ εμπεριστατωμένη ανάγνωση των ποιημάτων της, ότι η Νιόβη Ιωάννου κατέχει μια έμπειρη γραφή που στο μέλλον θα την ζηλέψουν αρκετοί ομότεχνοι της.

Η ars gratia artis, η τέχνη για την τέχνη, χρειάζεται υπηρέτες σοβαρούς και η Νιόβη είναι και θα αποδείξει ότι θα παραμείνει πλέον ως μία από αυτές τις ακάματες μορφές της, που δεν θα πάψει στο μέλλον να την υπηρετεί με ψυχή και πνεύμα προοδευτικό και αστείρευτο.

Γι’ αυτό το λόγο και η θεματολογία της δεν μένει μόνο στο γλαφυρό κομμάτι του έρωτα…

Αλλά έχει μια πλήρη ποιητική σύνθεση στην οποία η έκφραση των αισθημάτων, των εικόνων που δημιουργεί , η αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων, ακόμα και η έκθεση επιστημονικών ή φιλοσοφικών αντιλήψεων, που περνούν ως απαλός άνεμος ενός στοχευμένου λόγου… επιτυγχάνεται όχι μόνο με τη σημασία των λέξεων και των συνδυασμών τους, αλλά και με μια μορφική διάταξη του προσωπικού ύφους της, καθώς χρησιμοποιεί τις ουσιαστικές έννοιες των λέξεων σε μια σωστή ακολουθία με αποτέλεσμα η εκφραστική γλώσσα της να κερδίσει τη αξιοσύνη που απαιτεί η σωστή ποίηση.

Τούτη την σπουδαία τέχνη υπηρετεί η Νιόβη Ιωάννου, επηρεασμένη κι αυτή από τις δύσκολες συνθήκες που φέρνουν στον κόσμο άνομα συμφέροντα. Στην Τρίτη ενότητα στηλιτεύει τα κακώς κείμενα προσπαθώντας με τον δικό της τρόπο να αφυπνίσει συνειδήσεις για αντίδραση, αντίσταση σε όσα υποχθόνια σχέδια διαχειρίζονται τις τύχες μας.

Βρισκόμαστε οι λαοί σε μια επικίνδυνη καμπή σε μια καθοδηγούμενη πορεία ελεγχόμενη από μια κεντρική εξουσία.

Ο μόνος τρόπος για να αντιταχθούν -οι λαοί- στο ισοπεδωτικό πνεύμα της παγκοσμιοποίησης με όσα αυτό δεινά συνεπάγεται, είναι η παιδεία, η οποία αφορά την επιστροφή στις ρίζες του πολιτισμού κάθε εθνότητας, κάθε λαού.

Μια ανάλογη προσπάθεια είναι κι αυτό το πόνημα της Νιόβης Ιωάννου, να αντιτάξει με το λόγο της την άλλη, τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.

Νομίζω πως σε αυτή την ποιοτική ποίηση δεν έχουν τα δικά μου λόγια να προσθέσουν κάτι περισσότερο γιατί η αλληλουχία των λέξεων, το ύφος, ο ρυθμός, τα νοήματα που αφήνουν είναι τόσο δυνατά δομημένα που δεν έχουν ανάγκη από καμία υποστήριξη.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ 1

Ο Σταύρος Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.
Έχει εκδώσει δεκατρείς ποιητικές συλλογές, μία νουβέλα και τέσσερα παραμύθια. Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα, πεζά, κριτικά κείμενα και παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε όλες τις ανθολογίες Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης.
Υπήρξε δύο φορές υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο και τις τέχνες «Ο Αναγνώστης» για το βιβλίο του «Προς τα Πού».
Τα ποιητικά βιβλία του «Προς τα Πού» και «Δύσκολο» έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη Γαλλία από τις εκδόσεις L’ Harmattan, ενώ δύο τόμοι με επιλογές ποιημάτων του έχουν κυκλοφορήσει στην Ιταλία από τις εκδόσεις Joker και Fermenti.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αυτοάνοσο, Νεφέλη (2017)
Δύσκολο, Νεφέλη (2014)
Προς τα πού, Νεφέλη (2012)
Ενοχικόν, Νεφέλη (2010)
Χωρικά, Νεφέλη (2007)
Σώματος λόγος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)
Η άτροπος των ημερών, Νεφέλη (1998)
Τα κατοικίδια, Εντευκτήριο (1997)
Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, Νεφέλη (1992)
1988) Ζέστη Πανσέληνος, (Ρόπτρον)
Στη μουβιόλα, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1986)
Και να μπλοφάρουμε στο όνειρό, (Ε.Μ.Α.Ε.) (1984)
Το ευλύγιστο πέλμα, (Εγνατία) (1983)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Η κόρη του πλοιάρχου Νέμο (Τα Τραμάκια) (1990)

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Ο μικρός πιλότος, Νεφέλη (2017)
Ο ξυλοκόπος που έγινε άγγελος, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)
Το καρναβάλι των ζώων, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2000)
Η μεγάλη πολιτεία, Παρατηρητής (1997)

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ
2ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κοινωνία των (δε)κάτων (2015)
Γιάννης Δουβίτσας 1943-2003, Νεφέλη (2013)
Μέρες ποίησης, Γαβριηλίδης (2007)
Τα ποιήματα του 2006, Κοινωνία των (δε)κάτων (2007)

ΛΟΙΠΟΙ ΤΙΤΛΟΙ
Θασίτης, Πάνος Κ., 1923-2008, Τα ποιήματα, Νεφέλη [επιμέλεια] (2011)

 

 

 

 

 ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (2017)
(ΕΝΑ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ)

 

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Υπάρχουν τα έξης προαπαιτούμενα:
α) Το κράτημα της μνήμης
-έστω και σαν υπόθεση εργασίας-
απ’ τη συρόμενη χειρολαβή του χρόνου -αν υπάρχει.
(Αυτός είναι ένας τρόπος μετατόπισης του αφόρητου,
φτάνει μην κάνουν μεταστάσεις τα νεοπλάσματα
ή μη σας ξενυχιάσουνε
μες στον συνωστισμό του λεωφορείου).

β) Οι θεατρίνοι·
με τη μανία των παιδιών να εξαρμόζουν
κάθε παιχνίδι που τους φέρνουν στη γιορτή τους.
(Θα ήταν αστεία, φυσικά, ακόμη κι η υπόθεση
ότι μπορούν να ξανασυναρμολογήσουν τα κομμάτια του).

Στη θέση γ) η ένοχή:
Τέλεια σκιά που δεν σας παρατάει
ούτε στου ήλιου καν την κατακόρυφο.

[’Αν και το θέμα έχει ερευνηθεί (της ένοχης, όχι της σκιάς) απ’ όλες τις
πλευρές, άδικος κόπος· σαν να χρεώνεις στο μηδέν κάθε αναπόδεικτο
των μαθηματικών θεωρημάτων. ] 

δ) Η χάρτινη φιγούρα με την καμπούρα του έρωτα.
(Πρόσωπο που φωτίζεται πίσω από τον μπερντέ
και το κινούν με τα ξυλάκια του οι συμπαίκτες).

ε) Οι τυμβωρύχοι,
σκάβοντας νύχτα τις ψυχές για λίγο αίμα,
αίμα γαρ αυτάς είναι,
ου εξελθόντος η τραπέντος απόλλυσθαι
όλον τον άνθρωπον,
ενώ τους κάνουν χάζι οι βρικόλακες,
στοιχηματίζοντας μονά-ζυγά σε χρώμα.

Αποσιωπάται η μοίρα, μάλλον εσκεμμένα.·
έτσι κι αλλιώς δεν είναι
παρά η περιττή αναπαράσταση του αλόγιστου.

Κι έπειτα ακολουθούν δίχως σειρά:
Οι υλακές των σκύλων, οι σημαίες,
η αδικαίωτη εποχή των προταγμάτων,
οι υποχθόνιες διαλέξεις των νεκρών·

και σαν παλιά, παλιά έμμονή
που ψάχνει να ’βρει ράγες μες στους στίχους:
ο μακρινός χαιρετισμός του τραίνου των Ετρούσκων.
(Ακούγεται το σφύριγμα
κι οι σιδηροτροχιές που αλλάζουν θέσεις).

[ Αυτό το τραίνο, άσχετο εκ πρώτης όψεως με τον προορισμό σας, ακόμη
εκτελεί το δρομολόγιο Φλωρεντία – Σιένα, διασχίζοντας τα εκπληκτικά
τοπία του χρόνου και της χώρας των Ετρούσκων. Δεν φτάνει ποτέ του
στη Ρώμη, διαψεύδοντας όσους διατείνονται πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν
εκεί. Επιπροσθέτως, αυτό είναι το τραίνο που χρησιμοποιούσε ως μοντέλο του ο επιφανής ζωγράφος Γεώργιος Δε Κίρικο, και όχι, καθώς
λέγεται, το γραφικό τραινάκι του Πηλίου. ]

Κατά τη γνώμη μου:
Χρεία κι ενός μηνύματος που να ενθαρρύνει την παραδοχή
του ασύμβατου ανάμεσα στο υπάρχω-δεν υπάρχω.
(Προσώρας όμως έχουν αντιρρήσεις οι αυτόχειρες).

Καλύτερα ίσως·
καλύτερα για τη θετή σας φύση,
για την ελπίδα που αφορμίζει την επίγνωση.

[ Προσέξτε, ωστόσο, να μην κάνετε συσχετισμούς αυτού που ελπίζετε
με το αναπόφευκτο σαν φτάσετε στο χείλος της αβύσσου· γιατί απ’ το
παράθυρο κοιτάζει η πλάνη έξω, κρατώντας μ’ επιμέλεια στο καρνέ της
σημειώσεις. ]

Το γεγονός πως έτσι αποφεύγετε
το ατύχημα των παρερμηνειών
έχει ασφαλώς κι αυτό τη σημασία του.
Θα σας γλιτώσει απ’ τον διωγμό
κι από τις επιπλέον πράξεις πίστης.
(Βλέπε, οπού «πίστη»: μάταιο που μοχθεί
και απαστέρωση του ουρανού των άλλων).

Γι’ αυτά που μένουν χάσκει ο λάκκος των θεσμών
με ξέσκεπα τα μολυσμένα σπλάχνα.
(Μόλις κοπάζει η βροχή
αχνίζει απ’ τον κρατήρα του το πένθος
και ξαναστήνονται οι πάγκοι των πλανόδιων
με τα άκρα όσων σώθηκαν ακρωτηριασμένοι).

Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν
ούτε όσα αποφασίστηκε να γίνουν
(από νωχέλεια μάλλον
κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ’ τη βουή),

ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι
όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία
που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,
η διακόσμηση της.

Ιδού ο παράδεισος,
επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου
-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω από τη ζωή,
για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.

Στο μεταξύ,
μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,
τα ειπωμένα και αυτά που θα ειπωθούν
απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων.
Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,
που δεν διακρίνει τα στοιχειά απ’ τα στοιχεία.

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

Η αλήθεια είναι πως και να πηδήξεις στο κενό
δεν προλαβαίνεις να μετρήσεις την κενότητα·
και, ασφαλώς, δεν είναι επιχείρημα η βαρύτητα
ούτε η απόσταση είναι διαλεκτική
–κάτι που δεν διδάσκεται στις πρόβες του θανάτου
και ξεσκεπάζεται την ώρα της παράστασης.

Όσο κι αν επικαλεστείς την ειρωνεία
–σαν μέθοδο διαλεκτικής κι αυτή–,
δεν είναι ρόλος η κραυγή κατά την πτώση.
(Αν και στο τέλος είναι η κριτική που αποφασίζει).

Κι αυτό που ψάχνεις ίσα-ίσα με το βλέμμα σου,
σαν τη μοναδική σου διαφυγή,
δεν είναι άνοιγμα ή οδός
μα ο συμβολισμός του προσκηνίου.

Α, το προσκήνιο! Α, ο συμβολισμός –το άλλοθί του!
Λειψά σκεπάζει η γάζα τους τη διεκτραγώδησή σου
–μύθοι και δήθεν τραύματα από χαμένες μάχες,
χρώμα το αίμα και σκληρός ο φωτισμός,
να φαίνεται αίμα.

Κι όμως, εντέλει είναι τόσο απλό:
Σε αυτόν τον θίασο της μισθοφόρου γλώσσας,
όπου τα σείστρα του Χορού
ανακαλούν το τραύλισμα του Αγγελιοφόρου,
ο φόβος και το έλεος δεν οδηγούν στην κάθαρση
αλλά στο τίμημα των συναινέσεών της·

κι ό,τι κομίζεις, πεπρωμένο ή παρόρμηση
ή τον μηρυκασμό του αφρού στην πλημμυρίδα,
δεν είναι παρά ο επιτονισμός της προσωδίας.

[ Πάντα θα υπάρχει τούτη η αντιφρόνηση: Η τέχνη να αγωνιά για την εκπλήρωση του ιδεαλισμού της και η τεχνική να επαίρεται πως κουβαλά
στις πλάτες της τα αυτονόητα φαινόμενα της τέχνης· πάντοτε τούτη η ματαιόδοξη διαμάχη της προβολής με τον προτζέκτορά της, και ανάμεσά
τους η δέσμη του φωτός να ξύνει με απορία το κεφάλι. ]

*

Δεν βγάζεις άκρη, ε; Και πού να βγάλεις!
Όμως, καθώς σε αναγκάζει η συγκατάβαση
και οι λίγες λέξεις που μπορείς
πνίγονται μες στον οδυρμό των διασωθέντων,
να ο από μηχανής δραματουργός,
υψώνοντας απ’ την καταπακτή
το φάντασμα με τ’ ανοιγμένα χέρια.

Μα ούτε κι αύτη η λύση σου αρέσει.
— Τόσο αδιέξοδη, θα πεις, η φαντασμαγορία,
το αυλό του βασιλιά
στην πιο ανέκκλητη στιγμή της τραγωδίας.

— Κάποιο δαιμόνιο, θα πεις, στον προσχεδίασμά του,
στο τέχνασμα μιας ηθικής που επιστρατεύει
ένα φθαρμένο λείψανο, για να εξευγενίσει
την απογυμνωμένη βαρβαρότητα
στον θρήνο του εξόδιου χορικού.
(Πέπλο κενό το αντίφωνο του οίκτου
που μπαίνει σε παράταξη πομπής).

Τόπος κοινός!
Ό,τι ξεβράζει η εποχή στα επεισόδια της
είναι η μίμηση της μάσκας του θεατού,
είναι η άπνοια της θερινής νυκτός
και η αστική υπομονή των εδωλίων.

Τρόπος κοινός!
Σε τούτο το συμβόλαιο των ηθών
οπού απευθύνεται η υπόκλιση των δρώντων,
ποιος δίνει σημασία στην αντίφαση
ανάμεσα στην τέλεση του προδιαγεγραμμένου
και τον αδάκρυτο απόπλου των ομόδημων;

*

Αδύνατον ν’ αφουγκραστείς
την παλμική φωνή των παραλλήλων,
την άθυμη ηχώ του άδειου στήθους
στις φθίνουσες ανάσες της απώλειας.

Η αδιατάραχτη ησυχία ενός μέλλοντος
που κατισχύει του καλέσματος του νόστου
-για μέλλον-φως μιλά η στάχτη που απόμεινε
από τα ολοκαυτώματα του λόγου·
το μέλλον όμως είναι ο χρόνος που υπολείπεται
απ’ την ανάγκη του καπνού να επιστρέψει,
απ’ την ανάγκη της γραφής ν’ αδειάσει μέσα σου
τα αποτσίγαρα της μεταφυσικής της.

Κι όσο κι αν σε υπερασπίζεται η ψευδαίσθηση,
ως επαλήθευση των λογικών προτάσεών σου,
αλίμονο!
Ανάμεσα στις λέξεις και το νόημα
σκάει στα γέλια η γραμματική των γεγονότων.

*

Ποιος ήταν που απαξίωσε τη σιγουριά της στίξης;
Κάτι χειρότερο:
Ποιος κόβει πίσω του το νήμα που του πρόσφερε
τόσα θαυμαστικά των λαβυρίνθων!

Ωσεί παρών ο νικητής και αμνήμων!
Υψώνοντας το τρόπαιο,
μα λησμονώντας τ’ άρμενα
μιας σκοτεινής επιταγής που εκποιείται
λόγω χρεοκοπίας των ανέμων
-η το αντίθετο ακριβώς;
Οι άνεμοι
που εκποιούν τα τρόπαια της ανοιχτής θαλάσσης,
ρίχνοντας στην αλμύρα της
τη χαρτογράφηση των κατευθύνσεών σου.

Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή
και συντηρεί την παραμόρφωσή της·
καίει το λίπος στις ακτές,
τρέφει τα ζώα της με τις υγρές της ρίζες
-κι αν χρειαστεί
τρώει τα οστά των ιδεών ως το μεδούλι.

Καλή η αλμύρα!
Γι’ αυτούς που είναι στον βυθό,
βρίσκοντας στέγη στη σκουριά των ναυαγίων,
ακόμη αναποφάσιστοι
για το επίγραμμα του κοινοτάφιού τους.

Το δίλημμα είναι: Μέσον η σκοπός;
Τίποτε.
Κι αν η επίρρωση,
κι αν ο δογματισμός των προταγμάτων
μπορεί να γίνουν τα αντίβαρα της πλάστιγγας,
μόνον η πείρα των νεκρών
ξέρει προς τα πού γέρνει η απάντηση,
ποιος είναι ο τρόπος για ν’ ανθίσουν οι γκρεμοί
σε αυτό το βάθος.

*

[…]

Και ίσως χρειάζεται να περιπλανηθείς
πιο πέρα από τις προβολές της ομφαλοσκοπίας
και ν’ αντικρίσεις τα ιερά των κορυφογραμμών
–τόπους όπου η μαρμαρυγή
τυφλώνει με τον θάνατο τη λήθη
(διπλός καφές ελληνικός και η κουβέντα
στα δυσπρόσιτα χωριά για την καμένη σάρκα
σαν ήρθε ανάποδα η γη
κι ανέβηκε η κόλαση επάνω,
για τις μπουλντόζες
που τσακίζουν το χαλίκι στα περάσματα
των θηραμάτων και των κυνηγών τους),
στο φρύδι του μεσημεριού καθώς τα πράγματα
βάζουν τις λέξεις να τα πουν με τ’ όνομά τους.

Μαύρη η γλώσσα του πνιγμού και η βουή
του ποταμού –ποιου ποταμού;
ήσουν εκεί και η ορμή του ήταν ο δρόμος σου
να φτάσεις στα βαθιά των ερειπίων–,
το γύρισμα της φτερωτής και ο τριγμός της πέτρας
αλέθοντας την κάμερα
που ασχημονεί πάνω στη άδοξη σορό
των σκηνογραφιών της.

[ Πρέπει να βρεις τον τόνο σου ανάμεσα στον κλονισμό και το μελόδραμά του· τη θέση να διαχειριστείς τόσες παραβολές των κωνοφόρων, τη λοιμική των μύθων που ξεχείλισαν από τα ελκώματα των κατακλίσεών τους. Και τώρα ακόμη, που έχει εμφανιστεί στον σκοτεινό σου θάλαμο η πλίθινη σιωπή των Κορεστείων, πρέπει να βρεις τον τρόπο που συμβαίνει η Ιστορία. ]

Κάπου ανάμεσα σε Καστοριά και Βίτσι. Άνω και Κάτω Κρανιώνας, Γάβρος, Μακροχώρι, Μαυρόκαμπος, Χαλάρα. Χωριά εγκατελειμμένα απ’ τον εμφύλιο, που παραμένουν άδεια απ’ τις φυλές τους. Τα περπατάς, σφιγμένος στην αρχή, όμως σιγά-σιγά τα μάτια εξοικειώνονται, εξημερώνεται η γραφή για την περιγραφή τους. Σπίτια άλλα όρθια ακόμη, άλλα γκρεμίδια, χτισμένα όλα με πλιθιά, με στέγες από κεραμίδι και άχυρο. Κουφάρια λες, αλλά και κενοτάφια να τα πεις τον ίδιο θάνατο εννοείς, το ίδιο αίμα· το ίδιο τέλειο σκηνικό αναπαράστασης, ενώ η γλώσσα μένει στα βουβά, μην τύχει και ανησυχήσει η απουσία· μην τύχει και η «ψυχή βαθιά» φτάσει τόσο βαθιά, ώς τον εαυτό της.

Πρέπει να μάθεις πως με χώμα και νερό
δεν πλάθεται παρά το πήλινο ομοίωμα του κόσμου
(ακόμη κι αν η έμπνευση
ντύνει με πάθη την πνοή του πλαστουργού του).

Πώς έφτασες ανέξοδα σε τούτη την καμπή,
πιστεύοντας πως η σιωπή –εκείνη η τρομερή σιωπή–
θα ’χει ξεχάσει τη στιγμή της αποπληρωμής της;

Ψάχνοντας μέσα στις σπηλιές για την καταγωγή σου
–εδώ θάβουν τα μπάσταρδα
και τις ανίατες πληγές της ουτοπίας–,
ακολουθώντας τη γραμμή της ανοιγμένης φλέβας,
τη στάχτη-απολίθωμα
από τις πυροστιές των προγραμμένων
–στάχτη, όμοια σταχτώνοντας
τα δεσμωτήρια του θεσπισμένου τρόμου.

Τι λέξη ο τρόμος! Την ξορκίζεις στο χαρτί
και αναζητάς το δόγμα της στη νομοτέλειά της.
Τι επαφή της σπίθας με το καύσιμο,
που βάζει μπρος τη σκουριασμένη μηχανή
της πατριδογνωσίας!

[ Ανάγκη αδήριτη και ν’ αναμετρηθείς με τη διαπόμπευση εκείνων που δεν άντεξαν γυμνοί σε τόσο αέρα, εκείνων που επέστρεψαν χωρίς να ’χουν σκαλίσει ούτε σε μία πέτρα τ’ όνομά τους· στικτή στο δέρμα η κεφαλή που οι έφεδροι υψώνουν στο κοντάρι, γεμίζοντας τα χάσματα ανάμεσα στις παύσεις του γαλάζιου. ]

Ντάλα ο ήλιος και οι βοσκές περιφραγμένες.
Με αγκαθωτά φυλά το έθνος τα κοπάδια του
κι η ανεμική τα λιανοτράγουδά της:

«Τόσοι ηττημένοι μάνα μου, έι μάνα μου,
τόσοι ηττημένοι είναι πολλοί για μια πατρίδα.»

*

[…]

Τρόπο το λες εσύ, για να ξεφύγεις
από αυτά που υπάρχουν και τ’ αρνήθηκες.
Τ’ αγρίμια όμως δεν χρειάζονται την ύπαρξη,
για να προσποιηθούν την ύπαρξή τους·
ούτε τη γλώσσα καν· μόνο τον ήχο
του ρίγους σου
που ακούγεται σαν τρίξιμο πριν σπάσεις.

— ’Ακόμη μια κοινότοπη διατύπωση, θα πεις.

Ωστόσο, το κοινότοπο
είναι κι αυτό ένας τρόπος να επιπλέεις.
Αν και υποπτεύομαι
ότι δεν είσαι δα και τόσο ευφυής,
ώστε να συμμετέχεις μέχρι τέλους σε μιαν ήττα,
ούτε και τόσο ευέλικτος,
για να κινείσαι ανάμεσα στις ατραπούς της πίστης.

Διαλέγοντας απ’ τη ζωή
αυτά που δεν χρειάζονται αποδείξεις,
ίσως μπορέσεις ν’ ανταλλάξεις το «τετέλεσται»
με το «διψώ» για λίγη ακόμη αγωνία,
μα δεν μπορείς να φυλαχτείς απ’ τη στιγμή
που θα ξανασκιστεί το καταπέτασμα.

Κι ούτε να σου περάσει από τον νου
πως θ’ αποφύγεις έτσι την εκδίκηση
της ξαστεριάς που αντίστρεψες,
θέλοντας να κρυφτείς από το φως.

Κατάντικρυ στα μάτια σου -τι βλέπεις;
Τίποτε!
Μόνο σαν τυφλός σέρνεις το δάχτυλο
πάνω στο ανάγλυφο αίνιγμα της σφίγγας:
«Τι το ον;». Και το υπόλοιπο,
εκείνο με τα πόδια.
«Άνθρωπον λέγεις!», απαντάς με σιγουριά,
μα ο ευφημισμός σου είναι λάθος.

[ Βουβή σκηνή που κόπηκε απ’ την προσαρμογή, για την οικονομία της
παράστασης: σκυφτή στο εργόχειρό της η χωλαίνουσα πασχίζει να κεντήσει νυφικό με τα κουρέλια του Χορού, που μπλέχτηκε στις αγκαθιές των
μύθων. Νύφη γι’ ακόμη μια φορά, ενώ δίνει και παίρνει η ειμαρμένη. ]

‘— Και ο γαμπρός;
— ’Α, ο γαμπρός! Μα, ο πρωταγωνιστής
με αυτό το αίσιο τέλος.

Τις νύχτες όμως, σβήνοντας το φως…
— Και γιατί όχι, θα μου πεις.
Και γιατί όχι!

 

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

Είναι η θάλασσα –θυμάσαι;
Phlebas the Phoenician, a fortnight dead,
forgot the cry of gulls κτλ.

Εκείνη η θάλασσα κι εκείνη η αντηλιά!
Θυμάσαι;
Τόσα πλωτά όπου στριμώχνονται οι κομπάρσοι,
για να υποδυθούν τους ναυαγούς
στο επικό πλατώ ενός blockbuster
που έχει κάνει απόσβεση
πριν καν γεμίσουν με νεκρούς τα multiplex
και οι συνδρομητικές της αφασίας.

Λάδι το δάκρυ πάνω στο νερό·
λάδι σαν δάκρυ.
Κι αν κάτι αναδυθεί στην επιφάνεια
–αίμα ή θρήνος λειασμένος απ’ το αλάτι
ή τα οστά του επιλήσμονα Φληβά–,
θα το ξεβράσει στην ακτή ο σάλος των σειρήνων.

― Άραγε, ζει ο βασιλιάς;

Μην απαντήσεις· θα σου κλέψουν τη μιλιά
κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα
απ’ την αρχή τον κόσμο.

Αυτόν τον κόσμο, στο ίδιο το σημείο
–στο κέντρο αυτού του σύμπαντος–,
που τον κοιτάς απ’ όλες τις πλευρές
κι απ’ όλες τις πλευρές του είναι ίδιος:
Τα ίδια κεφάλια στον κουβά της λαιμητόμου,
οι ίδιες λύσεις σε ίδιες εποχές.

Αυτόν τον κόσμο, τον ομογάστριό σου,
τον όμοιό σου.

 

ΑΥΛΑΙΑ

― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Ένα παιχνίδι ήτανε, ε Χαμ;
― Ναι Κλοβ. Ένα παιχνίδι.
― Και τώρα τέλειωσε, έτσι δεν είναι Χαμ;
― Τέλειωσε Κλοβ; Ναι, τέλειωσε. Όπως τελειώνουν όλα τα παιχνίδια.
― Κι όπως το είχες πει. Χωρίς η αρχή του και το τέλος του να έχουν σημασία.
― Λάθος σού το είπα Κλοβ. Έκανα λάθος! Πάντα η αρχή, πάντα το τέλος έχουν σημασία.
― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Κι αυτό… Για το παιχνίδι λέω. Θα παίζουμε το ίδιο κάθε μέρα;
― Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι Κλοβ. Μπορεί κι ολόκληρη ζωή. Ποιος ξέρει;
― Χαμ!
― Ναι Κλοβ!
― Τώρα θα κάτσεις πάλι στο καρότσι σου, ε Χαμ;
― Ναι Κλοβ. Τώρα θα κάτσω πάλι στο καρότσι μου. Όταν δεν με κοιτάζουν είμαι ανάπηρος. Το ξέρεις.
― Και θα ξαναφορέσεις τα γυαλιά σου.
― Ναι Κλοβ. Θα τα ξαναφορέσω.
― Πάντως, ήταν ωραία που έδειξες τα μάτια σου.
― Άσχημα ήταν Κλοβ. Καλύτερα να βλέπουν τα γυαλιά μου.
― Κλοβ!
― Ναι Χαμ!
― Να μην ξεχάσεις να πετάξεις τα σκουπίδια. Βρώμισε ο τόπος.
― Δεν θα ξεχάσω Χαμ. Θα τα πετάξω.
― Κι άνοιξε επιτέλους εκείνο το παράθυρο.
― Θα το ανοίξω Χαμ. Φέρνω τη σκάλα.

(Ακούγονται χτυπήματα. Από πού;)

― Ποιος να ’ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν;
― Όχι Κλοβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις.

(Τα πρόσωπα είναι τελείως πραγματικά, αν και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα των παιχνιδιών του Beckett. Άλλωστε, ο Μπέκετ πάντα περίμενε εκείνον που θα ερχόταν, γι’ αυτό και άνοιγε την πόρτα του όταν χτυπούσαν.)

 

 

ΔΥΣΚΟΛΟ (2014)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

Ι.

Εδώ είναι ο λόγος δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής,
δρόμος τυφλός τού αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα·
εδώ είναι ο τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του
μ’ ένα τετελεσμένο ήδη παρόν.

Και είπεν (;):
Κλέος ανδρών –ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω
ότι ο λόγος είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο τής ύπαρξης;
Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω:

Καθώς ο λόγος ανήκει στον τρόπο του και η ύπαρξη στην παρανόησή της,
καθώς το αγκάθι σαπίζει στο πέλμα και ο πόνος δυναμώνει στον χτύπο τής οπλής,
μπορούμε τάχα να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω απ’ τον μύθο της,
σαν σκοπιμότητα που την ανακεφαλαιώνει;
Μπορούμε τάχα να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,
που σέρνει στα καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;

Ίσως έφτανε κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα τού λόγου
σε μιαν αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της
–σ’ εκείνη την αλήθεια που αντιμάχεται
την εσκεμμένη οχλαγωγία τής σιωπής.

Ίσως έφτανε κιόλας να πούμε:
Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε
ανάμεσα στο παράφορο και στο μάταιο τής αρχαίας πληγής·
εδώ είναι τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,
αδιαίρετο και αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,
τέρας, ολοένα ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,
προσθέτοντας τη λύσσα του στην αναγνώρισή της.

Μπορούμε τάχα να εννοήσουμε τη δύναμη έξω απ’ τη φύση της,
όχι σαν τρόμο που σκηνοθετεί τις εμμονές του
μα σαν αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,
αξιώνοντας το παρελθόν μέχρι τ’ απομεινάρια των θεών του;

Έπρεπε κιόλας να ξέρω·
όπως γνωρίζει ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,
όπως γνωρίζει ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.

Κι ενώ φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία
και παραχώνουν τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους·
κι ενώ οι αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,
έπρεπε κιόλας να ξέρω:

Εδώ είναι ο τόπος τής αρχαίας πληγής,
το στρατευμένο φρόνημα της λήθης.
Εδώ είναι ο χρόνος· σκληρός,
σκληρότερος ακόμη κι απ’ το τέλος του.

ΙΙΙ.

Με τούτες τις λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,
απ’ όποιαν αρμύρα κι αν έρχονται,
μετρώντας την ανάγκη σε αποτσίγαρα, σαν κιόλας καπνισμένη επιθυμία·

αυτή την ανάγκη
–απόδημη επιστροφή στο συρματόπλεγμά της·
― Ποιοι είναι εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες
ή απ’ τα φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;
― Ποιοι είναι εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους
στα υποχθόνια μαντεία των νεκρών;

Καθώς τα κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες
και οι κυνηγοί ορίζουν τις χωσιές,
καθώς το φως ξεγελά στους καθρέφτες το πτύχωμα της αντανάκλασής του
κι ένα κουφό και αλάλητο ποτάμι προδίδει τις περαταριές του με νοήματα·

― Ποιοι είναι εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους μ’ ένα χαρτί χρωμα-τιστό, με μιαν αρκάνα,
όπου ο όρθιος Τροχός κρύβει από τον Τρελό τούς Κρεμασμένους;
[ Αν και ποτέ ένας τροχός δεν άντεξε τη χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων.]

Αυτοί που κράτησαν στα χέρια τους ανάποδα τους δείχτες των ανέμων,
κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό·
κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
σχεδόν νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,
έρποντας στον παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις·

κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια
ούτε μια ανάσα θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,
και με το μέλλον –το μέλλον κυρίως–
να παραμένει σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο καθένας
τη λιγοστή εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.

Το μέλλον κυρίως
–αργά ή γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός
ή σαν φαιδρή αισθητική φαιδρών ηρώων·

αργά ή γρήγορα παντού
–ηχώ αφύλακτη με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,
δεινόν αποπνείουσα πυρός μένος αιθομένοιο·

τέρας αφύλακτο.

V.

Δύσκολο πια να βεβαιώσεις τις ματαιότητες, είπεν (;) ο Εκκλησιαστής·
τι το γεγονός; αυτό το γενησόμενον·
και τι το πεποιημένον; αυτό το ποιηθησόμενον.

Και είπεν:
Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται.
Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν·
μπόλιασμα, αφήνοντας επίβουλο το μάτι
–το ίδιο μάτι να κοιτά προς τα φαντάσματά του.

Εδώ είναι οι γιοι εκείνων που άδειασαν τον κόσμο,
Endlösung –ανταπόκριση του τρόμου,
Einsatzgruppen –παλίρροια φουσκώνοντας τη ρεματιά τού Babi Yar,
ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk,
τάφοι μη τάφοι

σχεδόν τετράποδων πειθαρχημένων στη σφαγή τους,
σωπαίνοντας με τη σιωπή τής στοιβαγμένης γύμνιας,
μένοντας με τα βλέφαρα ανοιχτά
μπρος στην πολεοδόμηση της φρίκης,
μπροστά στην αμετάβατη ομίχλη των γκρεμών που ροκανίζει
ώς το μεδούλι την ενέργεια της μνήμης.

Αυτής της μνήμης –χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη,
μισοθαμμένο μες στη σκόνη των εχθρών
(σε όσο σκόνη έχει απομείνει απ’ τους εχθρούς τους).

Κι όχι να πεις πως αγνοούν στ’ αληθινά
κατά πού πέφτει η λοιμική τής ιστορίας.

 

Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν

Ι.

Πόσα αστέρια Michelin στο άβατο του ναού!
Πόσα delicatessen υλικά για τους gourmet των θυσιαστηρίων!
Και στο προαύλιο οι μικροπωλητές (χάντρες και καθρεφτάκια και μάσκες των ιθαγενών και χέρια βουτηγμένα στους προγόνους).

Όμως τα έθνη·
τι νυσταγμένη αφήγηση τα έθνη!
Αστεία σημειωτική και θλίψη αποδόμησης θηλαστικών που κρύβουν τις θηλές τους.

Το εξηνταοχτώ (του εικοστού αιώνα)
–ούτε θυμάσαι πια πώς έτριζε η Ευρώπη, αιμορραγώντας πάνω στα οδο-φράγματα·

το εξηνταοχτώ, λοιπόν, οι δρόμοι ανήκαν σε όσους ξήλωναν τις πέτρες·
καταστασιακοί και λυσσασμένοι, και γύρω δρόσιζαν οι αμμουδιές στα κρα-σπεδόρειθρα.

Όμως τα έθνη·
τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,
σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;

Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:
η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,
αγκιστρωμένης στα πλευρά τού εξπρεσιονισμού.

― Ποια τέχνη και ποια κόλαση;
Όποιος αρνήθηκε ν’ απαθανατιστεί με φόντο τους χορηγικούς λογότυπους του χάους,
φρονώντας πως η τεχνική ακυρώνει την ιδέα,
ή όποιος όρισε τη σκίαση ως ανάπτυγμα φωτός στην ταξική σπουδή τής ακηδίας·

― Ποιο χάος και ποιο ανάπτυγμα;
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή σπαταλημένη σε συνεδρίες με νεόκοπους ομοιο-παθητικούς
που ρίχνουν καταπάνω σου τα ωροσκόπιά τους.
Μια εκ του σύνεγγυς ζωή –χώρια η ανάγκη,
τα μικροκέρδη και η ευσύνοπτη αναλογιστική.

Τα έθνη όμως·
τι ανυπόληπτο επιχείρημα τα έθνη!
Αίσθημα και αναφιλητά σ’ αίθουσες β΄ προβολής στις συνοικίες.

Γι’ αυτό σου λέω:
Με τέτοια βάση ασπόνδυλη, άντε να στηριχτεί το εποικοδόμημα.

ΙΙ.

Να ’μαστε πάλι εσύ κι εγώ,
σε θέση οικονομική στο πίσω πίσω μέρος τής ατράκτου.
Mont Blanc, τριάντα τέσσερις χιλιάδες πόδια στ’ αψηλά· προορισμός:
Παρίσι.
Τα Νούφαρα (Monet) στις σάλες της Orangerie·
κάποιες Χορεύτριες του Degas μάλλον στο Orsay.
Κατά τα άλλα: όστρακα παντού και καλλιτέχνες του μετρό
–από τις αποικίες.
Μια η βροχή, μια ο ήλιος, μια το απόβροχο· μήνας Απρίλης.
Το απομεσήμερο: εδώ ήταν η Bastille·
Jardin du Luxembourg· βραδάκι κιόλας στη Montmartre:
η Sacré-Cœur κλειστή για τους πιστούς
μα όχι το Moulin Rouge –για τους τουρίστες.
Λίγο πιο πάνω τα υπαίθρια πορτρέτα μας –καρικατούρες με χρωματιστά κραγιόνια.

Μια επανάσταση
–που άρχισε ασφαλώς πολύ πριν απ’ το τέλος των τυράννων–
τρίβει τα μουχλιασμένα βρύα της στις γάμπες.

Βαδίζουμε ακούραστα σε βρομισμένους δρόμους,
διαρκώς ανοίγοντας και κλείνοντας τον χάρτη με τις σημειωμένες διαδρομές των ιδεών μας.
Είμαστε εδώ, σ’ ένα εδώ που κατακάθεται παντού σαν υγρασία,
επιρρεπείς στα φλύαρα φλυτζάνια τού καφέ,
σχολιάζοντας τους γοτθικούς ρυθμούς που ξεχειλίζουν από ξεχειλισμένες συνειδήσεις.

Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι:
ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.
Παρόλα αυτά: πρώτα κάτι ελαφρύ στο Deux Magots
κι έπειτα Κεκλεισμένων των θυρών –έστω κι εν απογνώσει.
Λίγη περίσκεψη πριν απ’ την επιτέλεση,
μα προπαντός: αναστροφή τού κεκλεισμένου ύψους.

― Πόση σαπίλα υπάρχει στο δωμάτιο!
Τι χάσμα ανάμεσα στο Ον και την κατάφασή του!
Ωστόσο,
ένα καινούριο φάντασμα πλανιέται στο δίκλινο ταβάνι σαν καπνός,
δίχως να ενεργοποιείται η πυρόσβεση.

― Το Σύνταγμα, μη καπνιστές πολίτες:
ιησουίτικη ραφή σε ξηλωμένο ρούχο.
Το Σύνταγμα, που αγρυπνά σαν φύλακας του ζώου·
γιατί το ζώο πρέπει να το κρατάμε ζωντανό –αυτό τουλάχιστον.

Αλίμονο! Μέσα σε ολόκληρη γενιά εκτελεστών
μόνον εκείνος ο Saint-Just κατάλαβε τι πάει να πει στ’ αλήθεια
Ορθός Λόγος.

VI.

Δεν είναι μνήμη οι μορφές·
μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα.

Τέτοιο φθινόπωρο κάτω από τις φιλύρες,
τέτοιο πειθαρχημένο χρυσοκόκκινο, ανάμικτο με γκράφιτι και ξύσματα α-νασφάλιστων τειχών.

Μετά το πρωινό, μέρα ελεύθερη.
Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie·
ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γο-μολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.

― Ποια ιστορία;
Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα,
με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους·
― Ποια ιστορία;

Στο μεταξύ τής διάλυσης και της δημιουργίας
πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά τής πόλης!
Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί
κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!

Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!
Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα τού Φραντς Μπίμπερκοπφ
(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των ονείρων)
–εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.

Μετά, αμέσως με ταξί στο Jüdisches Museum
–διάδρομοι κεκλιμένοι που οδηγούν κυματιστά στο άδειο τοπίο μιας ποδο-πατημένης Αποκάλυψης.
Τρίζοντας κάτω από τις σόλες σας οι σιδηρομορφές –δεν είναι πρόσωπα·
πρόσωπα είναι η αγωνία που σκουριάζει τις μορφές στην ασυνέχειά τους,
η αγωνία που επάνω στον σταυρό μεταμορφώνει τους Υιούς σε Ναζωραί-ους.

Κάποιοι σας έχουν συμβουλεύσει να μη χάσετε κι εκείνο το ευάερο Μου-σείο για το Παρόν, στην Invalidenstraße.
Πόσο ανεπίκαιρο παρόν για μία τέχνη που έχει κιόλας γραπωθεί εννοιακά απ’ τον καναπέ της!
Πόση μεταπολεμική προικοθηρία ενοχών και εικαστικοποίηση της διχα-σμένης σκέψης!
Τι καταιγίδα, βγαίνοντας, που έκανε την ομπρέλα μας κουρέλι!

Ωστόσο, ο πόλεμος!
Ξεκάθαρα: ζήτημα στυλ.
Και λίγη μεταφυσική· όσο να γίνει φόρμα η ερμηνεία.

 

Ιντερμέδιο

Μάνα με τους λεβέντες γιους που βγήκαν στο κυνήγι,
εχ και να ήξερες
πώς ντουφεκάν τις πέρδικες και τα ξεπεταρούδια,
πώς στρώνουν θέρος στα βουνά κι αλώνισμα στην άμμο
και στην τρεμάμενη ζωή στήνουν λυκοπαγίδες.

Κι όχι να κλαις δάκρυ χαράς μηδέ αστραπή τής λύπης,
κι όχι ν’ ανάβεις τ’ ουρανού φωτιές για να πηδήσει.
Μόνο τον άγιο να κρατάς ψηλά, στ’ αναστενάρια,
να ’χει τα μάτια στις μπασιές και στο λειψό φεγγάρι
μη φτάσουν ξένες μοναξιές κι αλλότριες λαχτάρες.

Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες
μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή τής όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
νά ’ρθουν τ’ αγρίμια, ωχ να ’ρθούν και οι κωλομπαράδες,

νά ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει πρώτος τον χορό τής λυγερής σου δόξας.

 

Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε

Ι.

Επί της άμμου κάθισα και έκλαυσα.
Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά –υπάρχει η θάλασσα·
και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.
Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί τής προσωδίας!
Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς τού γυρισμού!
Και τόσες νύμφες τού βυθού να ξεσηκώνουν τον στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!
Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αλήθειας,
και κάπως έτσι, άτεχνα και αργά, του αποσπά η ανάκριση την καθομολογία.

Ώστε, δεν σε αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις, φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους
για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν σαν τραγούδι λαϊ-κό απ’ το ακροστόλι.

― Στην επαγρύπνηση, μη καπνιστές πολίτες!
Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,
διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.
Στην επαγρύπνηση εσείς! Στα θεωρεία!
Για ό,τι προφτάσετε να υπερασπιστείτε ψυχορραγώντας στις επάλξεις τού αισθήματος.

Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.
Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής·
σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστίχιων,
όλη αυτή την ταραχή τής ηδυπάθειας για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.

Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!
Επί της άμμου κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου
πως πίσω απ’ την ουσία τής μορφής χαλκεύεται η μορφή τής απουσίας.

Φυλάξου, πρίγκηπα!
Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,
ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο τού νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.
[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη.]
Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά τής λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.

Ο κόσμος, πρίγκηπα, είναι η κομμένη αναπνοή τού πανικού του,
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.

ΙΙ.

’Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω πως οι δονήσεις της πραγματικότητας
δεν είναι παρά η μετατόπιση του χρόνου,
πως ό,τι χάνει η πέτρα στα πεδία των μαχών
το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.
Δύσκολο πια να κατοικείς απάνω, στα έρημα,
έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.
Δύσκολο πια με τόση ασκητική, μονάχα απ’ τις συμπτώσεις να μαθαίνεις.
Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.
Είπαμε:
Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,
ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής·
είπαμε:
Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,
στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.
Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,
δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zero.
Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια και οι μισθοφόροι ν’
αρκεστούν στα λάφυρά τους·
κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν για την εξαγορά των αιχμαλώτων,
δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,
πως τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο που
σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.
Τι ονειρεύεσαι λοιπόν κι ανοιγοκλείνεις το παραπέτασμα του άτακτου
ρυθμού, όντας δοσμένος
στα ατελέσφορα τεχνάσματα των μέτρων;
Έπρεπε κιόλας να ξέρεις:
Όσο πιο τραγική η περιγραφή, τόσο και περιπλέκεται το σχήμα.
Όσο πιο μάταιο ν’ ανακαλείς τη ματαιότητα,
τόσο επιγράφει η μοναξιά το αξίωμα του φόβου.
Και τι θαρρείς;
’Ακόμη και ο λυρισμός έχει το τίμημά του.

ΙΙΙ.

Λέει ο μύθος:
Στου πουλαριού τη ράχη σελώνεται ο θάνατος.
Ο ιππέας του εξόριστος στα μέρη των ζωοφόρων.
Εκείνη (η Χίμαιρα),
σύμπλεγμα τερατόμορφο που λύσσαγε να καίει τ’ όνομά της
–μέχρι που το έλιωσε στο στόμα της σε μια γουλιά μολύβι·
μέχρι που το κατάπιε.
Τέτοιο μελόδραμα!

Ο μύθος όμως·
πώς περισσεύει απ’ το μολύβι κι απ’ το δράμα του!
Πλοκή και αντίστιξη, σαν παρτιτούρα που τινάζει στον αέρα
τα ερπετά που βιάστηκαν να γίνουν πτεροφόρα.

Στο μεταξύ, όπου χτυπάει η ράβδος της φυλής, κρουνός τα λύματα·
ψάχνει πηγές για ν’ αναβαπτιστεί και βρίσκει αποχετεύσεις.
Όμως με αυτά τ’ αδόκιμα,
καθώς τα μέσα παρατείνουν τον σκοπό και το μικρότερο κακό σκάβει δαιδάλους στα υπόγεια κοιμητήρια,

εσείς, τι σκέφτεστε άραγε εσείς;
― Μονάχα παρατονισμούς και επιχρίσματα σε ανασκαμμένη γη
και πόλεις που ταχτοποιούν τους συρματότοπούς τους.

Η πίστη αλλάζει, μα δεν αλλάζουν τα όρια της πίστης.
Ανάμεσα στη μύηση και τη βεβήλωσή της υφαίνει αθώρητη η αράχνη τα κελεύσματα:
Εκάς, εκάς οι βέβηλοι –ή ό,τι απόμεινε από αυτούς που πελεκούν στη σκόνη τις άδειες κόγχες των ματιών.

Πού είναι τα μάτια; Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!
Πού είναι η χαίτη να πιαστείς απ’ τα στολίσματά της;
Πώς να τα βγάλουν πέρα οι Καρυάτιδες
με τη ρητορική τού Πρυτανείου!

V.
Υπάρχει ο καιρός γι’ αύτό που βλέπουμε και ο καιρός για εκείνο που
μας βλέπει,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής.
— ’Όχι, δεν το είπε.
Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν είναι περί θέασης·
οι σοφιστείες του διαδραστικού και οι αισθητισμοί είναι το θέμα μας·
η παρανάγνωση του ασύμπτωτου και η λόγχη που στομώνει στα πλευρά
της ήθικής.

Όσοι βολεύτηκαν να ύπάρχουνε με λέξεις, συντάσσοντας τις λέξεις με ,
την ύπαρξη·
όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους
-πόση ακράτεια νεο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ άσφυκτιούν μες
στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!

— Τι είν’ η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά
βουνά;

—Όχι, δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν αφόρα στα εύφορα
ούτε στα χερσοτόπια-
το τίμημα και ο τιμητής είναι το θέμα μας και οι καμπούρικές μας
ψευ
δαισθήσεις·
οι άντιφάσεις του ιστορικισμού είναι το θέμα μας και η πρεμιέρα τ’ ούρανού
στα νέα οράματά μας.

Συνεπώς: διόλου οι παρακαταθήκες μα η απώλεια και η έκτατική μεταβλητή
της έντροπίας·

συνεπώς -κι ένώ αύξάνεται διαρκώς η άτακτη απόκλιση του άμφιβληστροειδούς-,
τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;
Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό έκείνου που σας βλέπει;

 

Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση
της αθωότητάς τους

Ι

Όπου νοείται η αρχή ως τελειότητα,
στο ίδιο σημείο ακριβώς τελειώνει η γνώση.
Κι αν, βέβαια, συνυπολογιστεί το κληροδότημα,
τότε είναι μάλλον περιττή η φυσική συνθήκη.

Δύσκολο πια ν’ αναστραφούν οι επισφάλειες και η ερμηνευτική της εξουσίας·
δύσκολο πια να συνοψίσεις στον ορίζοντα τ’ απόβλητα μιας λογικής που
αποπατεί θεσμούς.

Μέσα στη μεταξίωση των ισοτιμιών και στη μελαγχολία των διεστώτων
(όχι επειδή είναι επιταγή αυτής της γλώσσας μα επειδή αυτή η γλώσσα
επιτάσσεται),
οι κηπουροί του μαρασμού σπέρνοντας στα σαρίδια παραβολές του
μέλλοντος και όψιμα νηπενθών·

οι κηπουροί λοιπόν, όταν νυχτώνει, ξελύνουνε τα σκιάχτρα απ’ τα παρτέρια
τους,
ν’ ανοίξουν χώρο για τον λιθοβολισμό,
για την αυτοδικία που ονειρεύονται στ’ όνομα μιας ανέξοδης μετα-ευγονικής,
βαφτίζοντας συλλογικό ασυνείδητο τη βούληση που κρύβει την ασχήμια
της στην ψιμυθίωσή της.

Για μια στιγμή, για μια πνοή,
για λίγα μόνο λόγια σαν εικόνες,
όσο να γίνει ο φόβος περατός,
όσο να σπάσει η επιφάνεια σε αβύσσους.

Ούτε στιγμή ούτε πνοή.
Δύσκολο πια ακόμη να ρωτάς αν είναι ρόλοι μες στο δράμα οι αμνήμονες.
Δύσκολο πια ν’ απαλλαγείς από το κομποσκοίνι της φυλής που ξεκουκίζει
τις γητειές του πεπρωμένου.

— Ποιες οι γητειές και ποιο το πεπρωμένο;
Σε μια εποχή που τρέφεται από τη δόμησή της
δεν έχει χώρο να κρυφτείς, μονάχα χρόνο να μετράς το «φτου και βγαίνω».

IV.

Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα,
τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου,
ακολουθώντας το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ίκαρου,
το πείσμα τού ήλιου λίγο πριν τον ουρανό.

Δύσκολο πια να χτυπήσεις το δικράνι στην πέτρα, για ν’ αναβλύσουνε τα δάκρυα των αδέσποτων.

Είναι οι επίγονοι –μαθητευόμενες σκοπιές στα παρατηρητήρια·
είναι η απόσταση ανάμεσα στην πλώρη και τα ύφαλα,
σαν μια κινούμενη γραμμή που όλο μικραίνει ώστε να μη χωρά τον
ενοφθαλμισμό,
ώστε να μη χωρά την προσδοκία τής μέρας που θ’ αλλάξει χέρια το κενό,
γδύνοντας τον συμβολισμό απ’ τα εγκόλπιά του.

Είναι το χώμα που αδειάζει το φαρμάκι του,
όπως το δόντι τής οχιάς αδειάζει μες στην φλέβα το δικό του·
μόχθος κακός, και στα θυσιαστήρια βλαστήμιες και αναθέματα,
διαβάζοντας τα έμπυρα στα εντόσθια του ζώου
–πράξεις που ξεθαρρεύουν στη φωτιά και ομολογούν το στοχευμένο αίμα.

Δύσκολο πια να φυλαχτείς στα χαμηλά τού κόσμου,
σε μια γωνιά απρόσβλητη απ’ την αναγωγή τής λογικής στο τρέκλισμα μιας συγχυσμένης πίστης.
Δύσκολο πια να καταφύγεις στα προάστια.

Θα σε προδώσει η γκριμάτσα ενός λαού
που τρέφει την αλήθεια του με αλίπαστα ιστορίας,
σκούζοντας θεοσέβεια και ιδρυματισμό.
Θα σε προδώσουν τα στοιχειά των αρτεσιανών
και η σκιά τής πένθιμης ελιάς των Ερεχθείων.

Δύσκολο πια να λιτανεύσεις στη στεριά –σε ποια στεριά;–
φορτώνοντας στους ώμους σου τον επιτάφιό της.

VI.

Ποια είναι αυτά που γνώριζες και αρνιόσουν πως τα ξέρεις;

Καταμεσής τής αγοράς μεσίστιες σημαίες και προσκλητήρια πεσόντων στα πλακόστρωτα·
τείχη εμφύλια και σχέδια διαφυγής μέσα απ’ τα στεγανά των καναλιών και ανάμεσα από μπλεγμένα δίχτυα.

Τόση υπόκωφη βουή απ’ την πνοή τού κτήνους
στον τροχασμό μιας διαδρομής που έχει μπροστά της το υπόλοιπο της διαρομής τού κόσμου.
Τόσος παροξυσμός τής προσευχής
που ξεστρατίζει την ευχή απ’ την κατεύθυνσή της·

άγονη γη, πηλός πάνω στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων και η πυρκαγιά
–εκείνη η πυρκαγιά που κάνει στάχτη τα πορθμεία των καθαρτηρίων.

Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που δεν διάλεξες,
ο τόπος ο παρών και ο χρόνος που συμβαίνει εντός τού τόπου.
Εδώ είναι η αντιπαροχή τού επιτελεσμένου,
ο ακάλυπτος της χάρης που ανταλλάσσει τις στιγμές
με τα τρισδιάστατα εφέ ενός καινούριου αιώνα.

Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σε ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου·
της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού, μολύνοντας τον υδρο-φόρο ορίζοντά του.

Δύσκολο πια να εξιλεωθείς,
με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.
Δύσκολο πια ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητές σου.

Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,
τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες,
για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.
Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί τού παλατιού που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις.

Πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!
Πόση σιωπή, για να μπορέσει η φωνή να περισώσει κάτι απ’ τη φωνή της.
― Φρουρέ, πόσο η νύχτα θα κρατήσει; Πότε θα τελειώσει;
― Έρχεται το ξημέρωμα, αλλά είναι νύχτα ακόμα. Αν θέλετε να ξαναρωτήσετε, ελάτε πάλι.

 

 

ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ (2012)

Η διαθήκη των μύθων

Κι όμως ο άνθρωπος είναι γεννημένος
Για να ρέπει φηλά και προς τα μπρος
Γκαίτε, Φάουστ

Σπουδάσατε φιλοσοφία, ιατρική και νομική,
την κάθε μία χωριστά, και ασφαλώς θεολογία,
διανύσματα, επιχειρηματική στατιστική
και, μ’ επιμέλεια μοναδική, οικονομία.

Βαδίζοντας κατά μήκος μιας πίστης που δεν αγαπήσατε,
κατά μήκος μιας διαδρομής που παγιδεύσατε με την απώλεια,
ταιριάζατε το πνεύμα του φωτός στους γοτθικούς σας θόλους.

Μεθοδικά στοιβάξατε βιβλία και χαρτιά,
όργανα και σταθμά για ν’ αποστάξετε τον πόθο τ’ ουρανού
στ’ αλχημικά σας φίλτρα.

Τεχνίτες των μητροπόλεων και των οξυκόρυφων πύργων,
πλάνητες της ασέληνης νύχτας και των δρυμών της οξυάς·
πιο κοντά, πιο μακριά,
πνεύμα και πόθος εξίσου παρόντα στη θέαση,
εδραιωμένα μεταξύ της λαχτάρας [ Sehnsucht ] και του αγέννητου φόβου,
μεταξύ μιας αιτίας μη αίτιας που είναι η αιτία του επίγνωστου
και μιας πλάνης που βιώνεται σαν φορά της ζωής.

Τόσο κοντά, τόσο μακριά,
ανταμώνοντας τα χνάρια των λύκων στις ιερές βοσκές των ζαρκαδιών,
ξαγρυπνήσατε μελετώντας όσα η φύση θέλει να σας δείξει:
τη μορφή ενός κόσμου που υπάρχει
κι ενός κόσμου που ζει τη μυστική ύπαρξή του•
του κόσμου διά μέσου των ονομάτων που συναρμόζονται
προορισμένα να παρανοηθούν.

II.

[ —Δόκτωρ, τι βλέπεις;
—Μια ερώτηση βλέπω.
—Και η απάντηση;
—Μια ερώτηση σου είπα. ]

’Ίσως όμως να είναι ο τρόπος που φωτίζεται η τέχνη σας
στην ορατή πλευρά της ιστορίας,
στη χωρική διαδοχή των πραγμάτων που απαιτούν τις διαστάσεις του όντος τους,

γιατρεύοντας το αρρωστημένο μάτι,
μεγεθύνοντας τις σκιές των φασμάτων μέχρι τη δίδυμη όψη της φύσης τους,
ως τον λειψό μορφασμό της ανάγκης που υπομένει τα έργα του εφήμερου.

Από τα βάθρα των ανάπηρων αγαλμάτων
και αναγνωρίζοντας στη στάση των κορμών την έκφραση μιας μεταφυσικής συμφιλιωμένης με τα φαινόμενά της·

πιο κοντά, πιο μακριά,
ανάμεσα στο ασμίλευτο και στην ενέργεια του,
ανάμεσα στο λευκό που διαβρώνεται και στην άλλη φθορά, που υποθέτετε μόνον εσείς,

τη στιγμή ακριβώς που ο παλμός αιωρείται,
εξίσου απέχοντας απ’ το εγώ κι απ’ το μέτρο του,
εξίσου απέχοντας από το ευδόκιμο κι απ’ το πραγματικό·

πιο κοντά, πιο μακριά,
στοιχειωμένοι από την υπόσχεση ενός βασιλείου
-του βασιλείου που θα κληρονομήσετε διά της διαθήκης των μύθων-,
πιστέψατε πως υπάρχει μία μονάχα κατεύθυνση,
μία αποστολή,
η μια ιδέα που θα γίνει πεπρωμένο

πως ό,τι είναι ζωντανό έχει ένα τέλος,
μια ολοκλήρωση στον χρόνο, που δεν αντιστρέφεται.

Το ίδιο και το ίδιο πάντοτε λάθος,
η ίδια απερίγραπτη βεβαιότητα που παραβλέπει το άχρονο.

Πόσο ανόητοι μες στη σοφία της αμέριμνης τύχης,
μες στην αδιάλλακτη απόφανση αυτού που θα συμβεί·
ριζωμένοι στη χάρη που φανερώνει το άφαντο,
αθροίζοντας μέρες μισές μιας εποχής που στάθηκε
για να σας περιμένει-

και πόσο ακατάπαυστος ζήλος,
υφαίνοντας τον αύλειο χώρο σας με την κλωστή που γνέθουνε οι νομοτέλειές σας.

 

Το ταξίδι του αίματος

 

II.

Τα σκοτεινά μέρη βρίσκονται πάντα στο κέντρο.
Τζώρτζ Στάινερ

Ποια στιγμή ιστορίας εξυψώνει τη βούληση;
Σε ποια ιστορία η βούληση είναι ένοχή;
Μια ιστορία διασχίζοντας τις εκτάσεις του χρόνου,
προς τους αθέριστους λειμώνες του κενού,
και μια ιστορία μη κίνησης,
που παγιδεύει τον χρόνο στον χρόνο της.

Σιδερένια πατήματα ισιάζουν το χώμα που οργώθηκε,
σιδερένιοι αντίχειρες φυτεύουν τους βολβούς των νεκρών ·
ένα γκρίζο ποτάμι κυλά μαζί με τον θάνατο,
ανηφορίζει μαζί με τον θάνατο προς την άλλη μεριά της ροής του•

πάντα κυλά ένα γκρίζο ποτάμι, που είναι όλος ο θάνατος,
παρασέρνοντας τις οπλές που γλιστρούν πάνω στα φαγωμένα νύχια της νύχτας,
πάνω στ’ αφώτιστα κουφάρια των τροχών•

πάντα ένα γκρίζο ποτάμι ανάμεσα στις γραμμές που χωρίζουν αυτό που
ερημώθηκε
από εκείνο που πρόκειται να ερημωθεί.

 

III.

Μάρτυρες των στρατιών που προελαύνουν [ έτσι είπε ]
συνεπαρμένες από την τελειότητα των πεδίων,
ακαταπόνητες, γιατί ο πόνος δεν καταλύει τα έργα
ούτε υποστέλλει τις υψωμένες σημαίες,
γιατί ο πόνος είναι η υπέρτατη επιτέλεση των θριάμβων τους.

Αντιχθόνιο σκηνικό των συνόρων,
υπερασπίζοντας ασάλευτους θεούς,
ανάμεσα στην έκλειψη μιας κοντινής συζυγίας
και στην απόκλιση των επιτύμβιων γεωγραφιών ·

ένα ακόμη τοπίο που αλώνεται κάτω απ’ τις συστοιχίες των μύδρων,
κάτω από το αλάνθαστο φτεροκόπημα των πουλιών,
σπαθίζοντας τις αγέλες των στρατευμένων ένστικτων,
χωνεύοντας το ιονισμένο φως του φεγγαριού·

άγριο ζώο στη χτυπημένη μεριά των κροτάφων τους,
αυτή τη μεριά που ατενίζει τον τρεμάμενο μίσχο του κόσμου.

Πόση γη θα σκεπάσει τ’ αγεφύρωτα ορύγματα,
τους δαιδάλους μιας μήτρας που διαιρούν τον σπασμό της;

Πόσα σύμβολα ενάντια στον άλυτο κόμπο τους,
ενάντια στην μπλεγμένη θηλιά του ομφάλιου λώρου ;

 

Το λιοντάρι της Δρέσδης

II.

Ένας άγγελος προ του εαυτού φτερουγίζοντας,
ακούγοντας μονάχα τη βουή των κινητήρων.
Δεν είχα διόλου φανταστεί πως ούτε οι κρύπτες των ναών θα τους γλυτώσουν,
και γέλασε.

Ούτε ποτέ μου πέρασε απ’ τον νου πως ξεπαστρεύεις τόσο απλά την ιστορία,
και γέλασε.

Ένας άγγελος φτερουγίζει απαλά,
υπεριπτάμενος της θέας των νεκρών του·

αυτών, ποιων;
Ποιοι είναι αυτοί που γλιστρούνε στ’ αφώτιστα βάθη του γέλιου του;
Ποιος τους φωνάζει και ποιοι του απαντούν;
Ποια λόγια θάβουν τη φωνή κάτω από άλλα λόγια;

III.

Ρημαγμένο τοπίο της νίκης σας·
στην ’ίδια πράξη φλέγονται η σκηνή κι οι θεατές κάτω απ’ το κέλυφός της.
Ο θάνατος τους φύλαξε ζεστούς σκεπάζοντάς τους,
διπλώνοντας στα δύο τη φωτιά,
τραβώντας ως το μέτωπο το στοργικό της πέπλο.

Αυτούς, ποιους;
Ποιους λύτρωσε ο γερανός των από μηχανής,
που φλυαρούν αυτάρεσκα τις θεϊκές τους λύσεις;
Και ποιους ορκίζει ο χορός στο αίμα της φυλής,
στοιχειώνοντας στη γλώσσα τους την επωδό των μύθων;

EIN VOLK, ΕΙΝ REICH, ΕΙΝ FtFHRER

Ένας άγγελος διασχίζει τα όντα του εύχαρις,
κατά τις γραφές,
για να προσφέρει, ως είθισται, τα νηπενθή του κρίνα:

Είπ Vo!k, etn Reich, ein Fuhrer

‘Ένας άγγελος προ των τειχών κατευθύνοντας
τη σκόπευση της χοϊκής πνοής,
το διαρκές κι ανέκφραστο κοίταγμα των θεών του.

Αυτός, ποιος;
Ποιος έψαλε τα εγκώμια του εδεμικού του πόθου,
του δαίμονα που ψήλωσε τη χρονική ψυχή ;
Και ποιος χαρίζει απ’ την αρχή την όμοιά του πίστη
στην πεπρωμένη έλευση της νέας διαδοχής;

 

Προς τα πού

Ι

Τίποτε δεν αλλάζει τον λόγο που ειπώθηκε,
τον λόγο που είναι εξίσου παρών στην εξιστόρηση και στην προφητεία,
στη γραφή που υποτίτλισε την ακίνητη εικόνα του χρόνου.

Τίποτε δεν ορίζει το σχήμα που δεν ορίστηκε,
το μάτι που εκθέτει την αρχή του στο φως,
τη μάταιη ορμή του μυαλού προς το αβλάστητο ύψος·

το ύψος που εκ του ύψους μόνο περιβάλλεται,
αφήνοντας δίχως σύνορα τις διαστάσεις,
τα σημεία όπου τέμνεται το εφικτό με το ανέφικτο•

τα σημεία εντός του γινόμενου
και τα σημεία έξω απ’ αυτό.

Μεταξύ των σημείων ο ασυμπλήρωτος κύκλος σας,
τα διανύσματα που δεν θα προστεθούν,
η απόσταση ανάμεσα στο συμβάν και τη μνήμη.

Μεταξύ των σημείων η κερδισμένη σας γνώση
και η γνώση που χάθηκε στα ενδεχόμενά της,
το αβαρές τού αινίγματος στων εσόπτρων το κοίλο.

Προς τα πού οι εκβολές των λυγρών ποταμών και οι κρωγμοί των γλάρων·

προς τα πού η κοιλάδα του Somme
με το ένα εκατομμύριο, διακόσιες εξήντα πέντε χιλιάδες νεκρούς·

προς τα πού η ουρά τού ερπετού που φυλάει τα κοπάδια του,

αγρυπνώντας ανάμεσα σε δυο εποχές,
ανάμεσα στην εποχή τού κοντά και την εποχή τού απέραντου,
ενεδρεύοντας πίσω απ’ τους τύμβους εκείνων που έπεσαν
στην οθόνη τού τελευταίου πολέμου.

Τέκνον τυφλού γέροντος, τίνας χώρας αφίγμεθα ;

Προς τα πού ο τα πάντα ορών στον χερσωμένο κήπο των κανόνων·

προς τα πού η νεβρή μοναξιά τού πρωτόπλαστου φόβου·

προς τα πού οι χιτώνες που απόμειναν απ’ τη δημιουργία.

ΙΙΙ.

Καθετί που απειλεί το επερχόμενο πνεύμα,
τη συνθήκη μιας ρώμης που δονείται στον μύθο της·

καθετί που υπάρχει φυλαγμένο στη δίνη,
στην εκφράσιμη ουσία μιας παρούσας στιγμής·

καθετί που ωριμάζει τον καρπό τού εγγύς
στο περίβλημα μιας λογικής που αγκαλιάζει τον λόγο,

διεκδικώντας αυτά που δεν γίνονται μα ωστόσο υπάρχουν,
τους σκοπούς που δεν είναι σκοποί αλλά μετρήσιμα μεγέθη της ανάγκης,
μοναδικά, σαν την υπόσχεσή τους,
κλητικά, σαν τα στάσιμα μιας απροσκάλεστης μοίρας·

παρακάμπτοντας τ’ αναχώματα των ενδιάμεσων τάφρων,
την ορμή των χειμάρρων που διαβρώνουν τα φράγματα·

καθετί που αντηχεί στο κενό και στην πέτρα,
μάγευση εφήβου οπλισμένου με την κραυγή της ζωής:

«Άφησέ με να γίνω ο κρότος σου,
να είμαι αυτός που θα θέλει να είσαι
πριν απ’ τον θάνατό σου ζωντανός·

άφησέ με όρκο φωτιάς στα υποπόδια των θρόνων,
στολίδι αίματος στο άχραντο σκοτάδι των ναών,
μια καταδίωξη ανάμεσα σ’ εκρήξεις των ημερών που σχίζονται
στις κόψεις των οδών·

άφησέ με γνώση τού ζώου που μηρύκασε το αλμυρό χορτάρι των ακτών.

Για μένα στήθηκε το ικρίωμα της φοβερής γιορτής,
για μένα στήθηκε ο τροχός
κατάντικρυ σ’ αυτό το φως που αναστατώνει
την άφεγγη ομίχλη των σωμάτων·

για μένα αθροίζεται ο περίλυπος καιρός,
μονάδα χάους που προστίθεται στο χάος.

Άφησέ με ρομφαία εκμηδένισης,
χιτώνα τρίχινο στη σάρκα των ονείρων».

Προς τα πού η συνένοχη άγνοια που τρομάζει απ’ τον ήλιο·

προς τα πού ο μακάριος ρυθμός των τυμπάνων της στοίχισης·

προς τα πού ο σταυρός που ανοίγει τα σκέλη του στην προσήλυτη τάξη.

Άφησέ με, σου λέω, στολή τού εχθρού
σ’ αυτό το φροντιστήριο του πολέμου.

 

Φάουστ

Ι.

Ήρθε η ώρα να δείξεις με πυγμή,
πως ο άνθρωπος μπροστά στο θείο δεν δειλιάζει.
Μην τρέμεις μπροστά στη σκοτεινή σπηλιά,
που σε κατάρα μετατρέπει την κάθε φαντασία,
μα να περνάς, χωρίς να δίνεις σημασία,
από το στόμιο που ξερνά της κόλασης φωτιά-
με διαύγεια το βήμα να τολμήσεις,
έστω και στο μηδέν αν τερματίσεις!
Γκαίτε, Φάουστ

Θέλεις να μάθεις τη λύση τού δράματος, Φάουστ;
Να μάθεις για τα σφάγια που σαπίζουν στους βωμούς
παρατημένα απ’ τους θυσιαστές τους;

Θέλεις να μάθεις για την τύψη που χτυπήθηκε στη ρίζα της,
εκεί όπου βρίσκουνε τροφή τα υπόγεια άνθη,
θηλάζοντας νωχελικούς μαστούς;

Υπάρχει ένας ώμος που σηκώνει το κενό,
εκτίοντας για πάντα την ποινή της δύναμή του·
υπάρχει ένα σώμα που περνά μέσα απ’ τους τοίχους του
και αφήνει πίσω του τον φυλαγμένο φόβο.

Θέλεις να μάθεις για τον φόβο που αρνήθηκες, Φάουστ;
Τον φόβο που μυείται στην αδράνεια και την υποταγή,
στη σαστισμένη ενατένιση του πόνου,
που φτάνει ως τον πόνο των ματιών;

Τόση ζωή, τόση πολλή ζωή ώστε δεν είναι·
αγκιστρωμένη όλη σε ανέμους,
σαν ένα φύλλο χαρτιού που ανυψώνεται ως τις ασυμφιλίωτες ακολουθίες των μύθων,
ως τον αβάσταχτο αντίλαλο ενός μακρινού εαυτού·

τόση ζωή, τόση πολλή ζωή στα είδωλά της·
τόση, σαν μια άλλη ζωή που χωράει αναλλοίωτη
σε ένα κάτοπτρο πιο αινιγματικό,
ή σε μια μήτρα που ανοίγει μέσα σε άλλη,
για να κυοφορήσει από το τίποτε το παν.

Πού έχεις το μυαλό σου, Φάουστ;
Βρίσκεσαι ακόμη στη γραφή,
απέχοντας μια συλλαβή απ’ τον προορισμό σου.

«Χτυπούν; Εμπρός!». Ποιος σε μιμείται πάλι;
Ποιος ντύθηκε τα ρούχα σου και το λευκό φτερό;
Και ποιος, κουτσαίνοντας, με τέχνη μοχθηρή την τέχνη σου νοθεύει;

Άμοιρε Φάουστ!
Το πνεύμα σου γελάστηκε στα δώρα των πνευμάτων·
το μάτι σου αγκυρώθηκε στο δανεισμένο φως·

κοίτα ψηλά,
πώς ξεπερνά το ανάπτυγμα της φλόγας
τη σχάρα που ανεβάζει τους νεκρούς·
στρόβιλοι ζώνουν τον σηκό και ξεσκεπάζουν
το ανέστιο και κωμικό βασίλειο των σκιών.

Ό,τι συμβαίνει είναι μέρος τού ίδιου ρόλου
σ’ ένα μελόδραμα που γράφεται διαρκώς.

Ό,τι συμβαίνει βρίσκεται πολύ καιρό μαζί μας.

 

ΙΙΙ.

Προς τα πού είναι η πύλη τού ανθρώπινου, Φάουστ;
Προς τα πού είναι η γνώση των κανόνων της θέασης;
Όλες οι αισθήσεις σου φωτίζονται στη γη,
όλες σου οι φύσεις αγρυπνούν στα ινδάλματά τους.

Ποια παραπάνω αλήθεια σε απελπίζει;

Υπάρχει ένας κήπος με περίτεχνες βραγιές,
με αλληγορίες δέντρων και θαυμάτων,
απρόσιτος απ’ όλες τις μεριές,
μα ευπρόσιτος απ’ τη μεριά της λύπης.
Υπάρχει ένας τόπος που ωριμάζει με τον άνεμο·

έρχεται ο άνεμος σπρωγμένος απ’ τη στάχτη,
χώμα και στάχτη θαμπωμένα από το χνώτο της άφεσης,
από τις προσευχές που εξαντλούν το ουράνιο φάσμα·
χώμα και στάχτη,
σαν την ουσία της φάρσας τού σύμπαντος,
σαν την αθόρυβη επανάληψη τού αδάκρυτου θανάτου.

Μην κρύβεσαι πίσω απ’ τον θάνατο, Φάουστ·
υπάρχει ο τόπος που ακόμη αντηχεί
τους επιδέξιους ελιγμούς των σκευοφόρων,
τη φλέβα στον λαιμό του σαλπιγκτή,
το σπάσιμο του σβέρκου στην αγχόνη·

σαν ένας τόπος πιο μακριά από το μέλλον
ή σαν συναισθηματική σειρήνα που καλεί

[ για ένα φλιτζάνι ζεσταμένο καφέ με μπισκότα βουτύρου
στο καταφύγιο φως μιας λάμπας γκαζιού,
φλυαρώντας γι’ ασήμαντα πράγματα,
παίζοντας τα ωροσκόπια στα δάχτυλα και τους αστερισμούς…
― Ώστε λοιπόν βρίσκουμε τόσα να κάνουμε, οι λεπτοδείκτες συνεχίζουν να γυρνούν
και παραμένουμε όσο πρέπει καθωσπρέπει. ]

Ποια παρωδία στοιχειώνει το μέλλον σου, Φάουστ;
Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τη σκιά σου
και η γοτθική διαλεκτική παραείναι βολική
για να ντυθείς το ρούχο της σαν πέπλο ονειροπόλου.

[ ― Από εδώ για τα tableaux vivants, παρακαλώ. ]

Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τις σκιές μας.

 

 

ΕΝΟΧΙΚΟΝ (2010)

 

I. corpus delicti (το σώμα του εγκλήματος)

Μισοφωτισμένο καθιστικό. Επίπλωση, διακόσμηση, μικροαντικείμενα
του συρμού. Απαραίτητα: το ανοιχτό παράθυρο, 6 υπολογιστής, ένα
σταχτοδοχείο · και όσα προκύψουν φυσικά σαν αναγκαία μέσα από το
κείμενο.

Μπαίνω, κοιτάζω σε κάποιο σημείο ψηλά, φωνάζω: Φώτα!

’Έντονο φως καλοκαιριάτικου μεσημεριού με αποκαλύπτει. Καπνίζω.

Μιλάω
(η φωνητική έκφραση και η κίνηση σαν ασκήσεις στον χρόνο και τον
χώρο. Οι παύσεις σαν να χάνονται στιγμές και οι θόρυβοι του δρόμου
δεδομένοι):

Αυτό που διαβάζετε είναι ένα χαμένο χειρόγραφο. Ή, για να γίνω
περισσότερο ακριβής, είναι λίγες χαμένες, εκτυπωμένες σελίδες· λίγα
φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4 που ανεξήγητα έπαψαν πια να βρίσκονται
μες στα υπάρχοντά μου.

Παίρνω βαθιές ανάσες ανακούφισης όταν φαντάζομαι πως το γραπτό
μου ίσως και να μην έχει απολεσθεί οριστικά, πως ακόμη και τούτη
ακριβώς τη στιγμή κάποιος μπορεί να το κρατά στα χέρια του και
να το ξεφυλλίζει.

Όταν φαντάζομαι κάποιον ν’ αφοπλίζει
μία προς μία τις φράσεις μου,
αλώνοντας τα χαρακώματά τους.
Μου είναι δύσκολο ωστόσο να προβλέψω πόσο ενδιαφέρουσες ενδέχεται

να υπάρξουν για κάποιον αυτές οι λίγες εκτυπωμένες σελίδες, όπου
δεν συντελείται το παραμικρό.

Όπου ο χώρος παραείναι ασφυκτικός
για να συμβούν οι πράξεις
η να ειπωθούν τα λόγια
που τις πράξεις περιγράφουν.

Ήταν η εποχή των συχνών μου μετακομίσεων από ένα τοπίο σε άλλο,
και εκείνη ακριβώς η περίοδος που σκόπιμα έμενα μόνος σ’ ένα μικρό,
παράγωνο ανώγειο όχι μακριά από τον σταθμό των τραίνων -χιλιάδες
όμως μίλια μακριά από τις λίμνες όπου ήθελα να ζω κι απ’ τα ζαρκάδια-
και εργαζόμουν ως εποχικός, μετατοπίζοντας διαρκώς τα όριά
μου. Θ’ αναφερθώ όμως αργότερα σ’ αυτά διεξοδικότερα.

Κυκλοφορούσα μονίμως με τ’ αστικά λεωφορεία, διατρέχοντας οριζόντια
τις αποστάσεις της πόλης, χωρίς να χρησιμοποιώ τις καθέτους, που
σχεδόν όλες τους οδηγούσαν στη δημοφιλή παραλία. Απέφευγα, κατά
το δυνατόν, τις καθέτους, και κατά συνέπεια απέφευγα, κατά το δυνατόν,
τη δημοφιλή παραλία,

τα πέντε πλακοστρωμένα χιλιόμετρα που ξεκινούσαν από την ανατολική
πλευρά του λιμανιού και έφταναν μέχρι το ογκώδες και κενόδοξο Μέγαρο Μουσικής· εκείνα τα πέντε και λίγο παραπάνω χιλιόμετρα που
γενικεύουν την κακομούτσουνη θέα μιας άτακτης και εργολαβικού
ρυθμού αρχιτεκτονικής.

Κρατούσα τότε επιμελώς σημειώσεις στο περιθώριο των κειμένων του
Κάφκα, λεηλατώντας με ζήλο τα Μπλε του Τετράδια και όσα σαν
σύντομες σκέψεις, η σαν προσχέδια, κατέγραφε στα Ημερολόγιά
του. Ανακάλυπτα αράδα αράδα την Αποικία των Τιμωρημένων
και ανεβοκατέβαινα λαχανιάζοντας τα σκοτεινά σκαλοπάτια των
αλληλέγκλειστων, ταλμουδικών του κτισμάτων, ακούγοντας παράλληλα,
σε ενστικτώδεις εντάσεις, τα πιανιστικά πρελούδια του Ντεμπυσσύ.

Είχα μόλις ξεμπερδέψει από μια δύσκολη άνοιξη, με όλο το δίκιο να
είναι με το μέρος μου. Ίσως είναι εντιμότερο να πω ότι τα έβγαλα
πέρα με τον πιο πρέποντα τρόπο εκείνη την άνοιξη, ότι αντιστάθηκα,
και εντέλει αντέδρασα, με τον πιο πρέποντα τρόπο στην αβάσταχτη
κορδέλα των πόθων της, με μια βαθιά οδυνηρή αποφασιστικότητα που
άφησε έκπληκτο κι εμένα τον ίδιο.

Ήμουν καλά.
Οι επιθυμίες μου περνούσαν για ζωή·
ευχόμουν, όποια στιγμή
και ν’ άνοιγα την πόρτα μου,
ν’ αντικρίζω τα πράγματα για πρώτη φορά,
σαν να ήταν η πρώτη φορά
που έχουν έρθει στον κόσμο.

Όλα εκεί· το καθένα να υπάρχει καινούριο
στην ουσία της φύσης του,
μέσα στις συλλαβές του ονόματος του.

Ο χρόνος μου επιζούσε των ενδείξεων
το αίμα είχε σχεδόν ξεθυμάνει στις φλέβες μου
και των δαιμόνων μου το βλέμμα
περιγελούσε τα μέλλοντα.

Ανελλιπώς τα Κυριακάτικα πρωινά
έριχνα κι έριχνα σπόρους καλαμποκιού
στα λαίμαργα περιστέρια των δημόσιων κήπων
με την πλάτη στραμμένη στη θάλασσα·
στο υγρό, χλιαρό αεράκι του νότου.

Νωρίς το απόγευμα επισκεπτόμουν το νεκροταφείο.
Οι μωβ ιβίσκοι έγερναν νωθρά
τα πληκτικά τους φύλλα·
μια κίνηση τόσο απόλυτα πειστική,
όσο το υπαγόρευαν οι συμβάσεις του βίου τους.
Αντέγραφα με ακρίβεια απ’ τις ταφόπλακες
χρονολογίες γεννήσεων και θανάτων
και υπολόγιζα ψύχραιμα
το ενδιάμεσο γεγονός.
Τα βράδια τροφοδοτούσα σχολαστικά
αυτές τις στατιστικές έμμονές μου.

Θα μου αρκούσε να επέστρεφα
με έστω και μία λιγότερη,
αρκεί να μην έπαυα να είμαι
ο επικείμενος άνθρωπος:
διαιρετός, μεταβλητός και αεικίνητος.
Σαν πλήθος.

Μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός
σηματοδότης του δρόμου
-έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου-
παλλόταν και παλλόταν μονότονα
στο πορτοκαλί,
σαν άγρυπνη εικόνα πειθαρχημένη
στον ωφέλιμο ρόλο της,
δίνοντας προεκτάσεις μηχανικές
στις αισθήσεις μου·
περιμένοντας ανυπόμονα τη στιγμή
που το αυτάρεσκο σώμα μου,
όμοιο με παραβολή,
θα επιλέξει την ακόμη πιο αυτάρεσκη
στάση του.

 

ΙΙΙ guarda e passa (βλέπε και πέρνα)

Πως εκπληρώνει κανείς το καθήκον του; Θέλω να πω: πως κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’
αυτό η όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει
η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.

Θέλω να πω: με ποιόν ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει
κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος; Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει
τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο
ελέγχου; Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα
από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;

Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη όβάλ
σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.

Ένας άντρας διαβάζει την πύλη του ’Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη του ’Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη του Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει·
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος·
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες του ήλιου· φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Haftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα-
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο·
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφτεί η δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους·
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.

Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου,
της συνθήκης του άπρεπου χτες
και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,

όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.

 

VII difficiles nugae (δύσκολες φλυαρίες)

Οι πολλαπλές και επίμονες αναφορές μου στην ανθρώπινη φύση -και
ειδικότερα στην ένοχη ανθρώπινη φύση-, αποτέλεσμα, εν πολλούς, της
αμηχανίας μου, άλλα και του αδιαμφισβήτητου ενδιαφέροντος μου
απέναντι σε οτιδήποτε κρίνεται ως ένοχή η συνιστά ένοχή, παρότι
υπακούουν σε μιαν αδήριτη ανάγκη να μιλήσω για τις πράξεις της
ένοχής, απέχουν ωστόσο από το να περιορίσω το θέμα μου σε τούτη
μονάχα τη διάσταση.

Και το λέω αυτό επειδή η ένοχή δεν είναι ένας όρος τεχνικός ούτε
μπορείς να την αναγάγεις σ’ εφαρμοσμένα συστήματα και ιδιότητες
-και πολύ περισσότερο δεν μπορείς ν’ απαιτήσεις από τον ένοχο ν’
αποδείξει την ένοχή του, εν αντιθέσει με τον φερόμενο ως αθώο, από
τον όποιο απαιτείς και απαιτείς διαρκώς ν’ αποδεικνύει την αθωότητα
του-, άλλα ήταν και θα παραμείνει ένα εγγενές συστατικό της ανθρώπινης κατάστασης, η τελευταία απελπισμένη απόπειρα εξόδου του
ανθρώπινου νου απ’ τον κλοιό της ματαιότητάς του.

Αυτό που σκέφτομαι τώρα φυλλομετρώντας τον Κάφκα, φυλλομετρώντας
τα Μπλε του Τετράδια και τα Ημερολόγιά του, διαβάζοντας και διαβάζοντας πάλι τα φοβικά και βασανιστικά, τα φορτωμένα με υποψίες και
ένοχές Γράμματά του προς τη λευκή αρραβωνιαστικιά του Φελίτσε,
και διαβάζοντας το εξουθενωτικό και ανεπίδοτο Γράμμα στον Πατέ-
ρα του, είναι ότι

η μόνη εντέλει ποινή που μπορεί να επιβάλλει η ίδια η ένοχή του
στον ένοχο, αυτή που μπορεί να τιμωρήσει και ταυτοχρόνως μπορεί
να λυτρώσει τον ένοχο, είναι η σκληρή και επώδυνη ποινή της γραφής
πάνω στην ίδια του τη σάρκα, είναι η μετάλλαξη της ίδιας του της
σάρκας σε πεδίο γραφής. Και ίσως να μην αποτελεί υπερβολή η
εικασία ότι, έστω και περιμένοντας την επιβολή αυτής της ποινής, να
επιμένει ο ένοχος να ζει, ακόμη και αν δεν γνωρίζει, ακόμη και αν
φοβάται τον τρόπο.

Ο τόσο συγκεχυμένος και ιδιότυπος, σκέφτομαι τώρα, κόσμος που κρύβει
και κρύβει -όχι εν δυνάμει μα σε διαρκή εντελέχεια- εντός του ο
ένοχος, παρά το συμβολικό φορτίο που μεταφέρει μέσα απ’ τις δαιδαλώδεις του νοητικές διαδρομές, προβάλλει προς τα έξω έναν συγκροτημένο και φονικό κατά βάση μηχανισμό, η αναπαράσταση του οποίου
από τις πράξεις, και στη συνέχεια η αναπαράσταση των πράξεων από
τη γλώσσα, είναι και η μόνη εφικτή διέξοδός του.

Κατά τον τρόπο αυτόν, σκέφτομαι πάλι, οι μεγαλύτεροι ένοχοι της
ιστορίας, εκείνοι που φόρτωσαν την ιστορία της ανθρωπότητας με τις
ασύλληπτες ένοχές των λαιμητόμων, της αγχόνης και της πυράς, των
εκκαθαρίσεων, των θαλάμων καταιόνησης και της πλαστογραφημένης ενημέρωσης•

οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι Ροβεσπιέροι, οι Ναπολέοντες και οι
Φύρερ, οι αποθεωμένοι Πατερούληδες και οι αυτάρεσκα μικρόνοες
Πρόεδροι πασών των ηπείρων και πασών των θαλασσών,
αναπαρέστησαν τον μέσα τους κόσμο, σκηνοθέτησαν και παρουσίασαν
ζωντανά στη σκηνή τον φοβικό και ενοχικό μέσα τους κόσμο, θέτοντας
σε κίνηση με τον φριχτότερο τρόπο τον φονικό του μηχανισμό,
σαν τη μόνη εφικτή και ασφαλή διέξοδό τους προς το αναγκαίο. Και
τούτη ακριβώς η αναπαράσταση είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του
μέσα, που είναι ένα αόριστο και αφηρημένο σχήμα του λόγου, και του
έξω, που είναι η πιο αιματηρή πραγματικότητα.

Ό,τι λοιπόν ονομάζουμε, σκέφτομαι, ελαφρά τη καρδία «η σκοτεινή
πλευρά», ό,τι αφήνουμε να εννοηθεί πως είναι η άλλη πλευρά του
ανθρώπου, η περίπλοκη και δυσθεώρητη και ανεξιχνίαστη, η δήθεν
αντίθετη προς τη φύση του, και η δήθεν ταπεινωτική και ανάξια, μα
απολύτως συμβατή, τελικά, προς τη φύση του·

ό,τι δεσπόζει στα φροϋδικά και λοιπά, μακριά και μακριά νυχτωμένα,
ψυχαναλυτικά εγχειρίδια ως μοντέλο του ένστικτου της καταστροφής,
το όποιο εναρμονίζεται και συνεργάζεται πλήρως με το άλλο μοντέλο,
του ενστίκτου της επιβίωσης, και συνυφαίνεται με το ένστικτο
της επιβίωσης σε έναν ιστό, όπου ως μοναδικό παγιδευμένο θήραμα
σπαρταρά απεγνωσμένα ο ίδιος ο θύτης·

ό,τι λοιπόν ονομάζουμε «η σκοτεινή πλευρά», δεν είναι, σκέφτομαι,
τίποτε άλλο πέρα από την ενεργοποίηση του λανθάνοντος τούτου
μηχανισμού που τα γρανάζια του ηχούν σαν σάλπισμα στο φρέαρ της
αβύσσου.

Και είναι αυτή ακριβώς η ενεργοποίηση, που παρά τις απλοϊκές
-χωρίς τίποτε να είναι απλό- αναλύσεις, παρά τους κοινούς τόπους
και τις υπερβολές των σοφιστειών και των αυθαίρετων συμπερασμάτων,
μας κατευθύνει στην παραδοχή ότι και ο άνθρωπος, παρά την
έλλογη οντότητα του, παρά το γεγονός ότι χάρη σε τούτη την έλλογη
οντότητά του νομοθέτησε και νομοθετήθηκε, κωδικοποίησε και κωδικοποιήθηκε ηθικά, δεν παύει να είναι μια φύση εν φύσει,

όπου η ένοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική -και κατ’ ουσίαν άνομη
και ανήθικη- πράξη της απέναντι στους άλλους, η και στον ίδιο
της τον εαυτό, αλλά μονάχα ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική,
φωτισμένη απ’ όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και
υποταγμένη στους εικότες νόμους της ανάγκης.

Και αν επιπλέον αναλογιστούμε, επανερχόμενοι στον Κάφκα, ότι η
ιδιόμορφη μονομανία του να συλλαμβάνει ένοχους χωρίς προφανή ενοχή,
να δικάζει κατηγορούμενους χωρίς κατηγορητήριο η να προσλαμβάνει χωρομέτρες δίχως αχωρομέτρητους χώρους·

αν αναλογιστούμε ότι τ’ αδιέξοδα και οι αποκλεισμοί στους οποίους
αυτοβούλως καταδικάστηκε, κι ότι ο απρόσιτος -η μήπως ανύπαρκτος;-
μεγάλος Πύργος στον όποιο αυτοβούλως εγκλείσθηκε,

δεν ήταν παρά μια ιδιοφυής πρακτική για να αποκαλύψει, κατά πρωτεύοντα λόγο, την προγραμματικά στεβλή και ατελή ηθική σχέση της
ένοχής με τον άνθρωπο, και του ανθρώπου με την ίδια του τη φυσική
ανθρώπινη εμπειρία,

ενδεχομένως μπορεί να κατανοήσουμε τον λόγο για τον όποιο εγκατέλειπε
κι εγκατέλειπε τα γραπτά του μετέωρα και ημιτελή, μα παραδόξως
όχι ανολοκλήρωτα.

Εφαρμόζοντας κατ’ αρχήν στον ίδιο τον εαυτό του, στο ίδιο το πεδίο της
σάρκας του την ποινή της γραφής, αποκάλυψε τις γεωμετρικές διαστάσεις
της ένοχής, η όποια γίνεται θεώρημα και αποδεικνύεται μόνον από τη στιγμή που οι πράξεις της αποτελέσουν και πράξεις του γραπτού λόγου.

 

ΧΙΙ. non Oedipus (όχι Οιδίπους)

Χτες βράδυ μετά τα μεσάνυχτα, ο φωτεινός σηματοδότης του δρόμου
-έξω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου- έπαψε απότομα να πάλλεται στο
πορτοκαλί· απέμεινε εντελώς σκοτεινός, με αποτέλεσμα να με άποσυντονίσει.

Σκοντάφτοντας και σκοντάφτοντας
στα οστά των νεκρών,
ξηλώνοντας από εμπρός μου τον
-πότε πρόλαβε;-
εν προόδω ιστό της αράχνης,
φόρεσα πάλι τα παπούτσια
του Κυριακάτικου περιπάτου μου,
κάθισα ανακούρκουδα στο πάτωμα
και άρχισα με υπομονή να πλέκω,
μια μέσα-μια έξω, το πλατύφυλλο σκότος,
μια μέσα-μια έξω, τις χορτασμένες ρίζες του,
μια μέσα-μια έξω, στα μάτια μου,
το στεφάνι μιας ανθεστήριας νύχτας.
Αν και δεν ήταν αρκετά τα υλικά,
αφού οι καθρέφτες, οι ύπεροι των λουλουδιών
και προπαντός οι λυπημένες λέξεις
είχαν εξ ορισμού αποκλειστεί,
κατάφερα ωστόσο να πετύχω
-χάρη κυρίως στ’ άβαθή των ποταμών
και στων πευκόφυτων πλαγιών τις αναφλέξεις-
μια καθόλα ευπρόσωπη σύνθεση·
μια σύνθεση, οπού παρά
το ατελές του σχήματός της,
έπειθε εντούτοις
για τις τίμιες προθέσεις της.

Οι μορφές που υπήρχαν τριγύρω μου, όχι φαντάσματα, όχι, μα οι
γεμάτες σφρίγος μορφές με τα μεγάλα άκρα και τη βιταλιστική καταγωγή,
που εδώ και χρόνια κατοικούν μαζί μου, που εδώ και χρόνια
μ’ ακολουθούν πιστά στις ολοένα πιο συχνές μετακομίσεις μου, χωρίς
να μου παρενοχλούν τη λογική·

οι ίδιες εκείνες μορφές που ανοίγουν και κλείνουν την πόρτα μου σε
κάθε έξοδο και κάθε είσοδό μου, που ιδιοποιούνται, δίχως ένοχές, αόριστους και παρατατικούς και ενεστώτες, και που κινούνται με παρόμοια
ευχέρεια μέσα, ανάμεσα και έξω από τον ύπνο μου, ορατές ακόμη κι αν
ήμουν τυφλός, αόρατες ακόμη και αν διέθετα τις άφατες αισθήσεις,

ανταμείβοντας γενναιόδωρα τη φιλότιμη κι έντιμη τέχνη μου, την τε-
χνη του πλεξίματος των στεφανιών, μου αποκάλυψαν στη λοξεύουσα
γλώσσα τους την άλλη λύση του αινίγματος της σφίγγας.

Ένας άνθρωπος στέκεται μπροστά στο παράθυρο·
κοιτάζει•
έξω από το παράθυρο κοιτάζει,
εκεί όπου όλα γίνονται υπαίτια και δρουν,
σαν να’ χουν σκηνοθετηθεί έτσι που να μετέχουν
στην πράξη της εκπλήρωσης που αναπαριστούν.

Ούτε σωπαίνει ούτε μιλά, ξαναμιμείται μόνο
τις λέξεις που τον στιχουργούν και τον διαδραματίζουν,
ποντάροντας τη γλώσσα του στη μπλόφα των χρησμών·
όλη τη γλώσσα του σε μια παρτίδα μύθων,
σ’ ένα εντελές συντακτικό μόρσιμων επωδών.

’Έπαιξε κι έχασε της πόλης του τις πύλες,
των αστραγάλων του τις μελανές πληγές,
το αθήλαστο της μάνας του και το κακό κρεβάτι.
Μόνο τα μάτια του δεν κέρδισε κανείς,
τα σπαραγμένα μάτια του, το βλέμμα
που επινόησε μέσα από των βλεφάρων του
το αίμα.

Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο- κοιτάζει,
όχι την πράξη που έχει ονομαστεί,
όχι αυτή την πράξη-
κοιτάζει τον τυφλό που κατευθύνεται
ικέτης στη χαλκόστρωτη οδό.

Ένας άντρας μπροστά στο παράθυρο.
Οδηγημένος απ’ τους άλλους στο παράθυρο.
Δεν είναι ο Οιδίποδας. Όχι,
δεν είναι αυτός.

 

ΧV finis coronat opus (το τέλος στεφανώνει το έργο.)

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, τοποθετώντας τελεία σ’ αυτό ακριβώς το
σημείο, διαισθάνθηκα, τη σωστή θέλω να πιστεύω στιγμή, ότι δεν
είχα να προσθέσω στο γραπτό μου τίποτε άλλο. Οποιαδήποτε φράση επιπλέον, ακόμη και οποιαδήποτε λέξη, θα ήταν, διαισθάνθηκα,
η απαρχή της αντίστροφης μέτρησης για την αθέτηση όλων των εις
εαυτόν υπεσχημένων και δεσμεύσεων.

Θα προσπαθήσω τώρα πεζολογώντας να περιγράφω, με τον πιο αληθοφανή και πειστικό, κατά το δυνατόν, τρόπο, την άτυχή πορεία του
χειρογράφου μου, από την ολοκλήρωση ως την απώλεια του.

Εκείνη τη μέρα κατά την οποία αποφάσισα ότι το έργο μου απέκτησε
πλέον την οριστική του μορφή, και αφού είχα διορθώσει -κατ’ επανάληψη
και εξαντλητικά- ασυνταξίες, λάθη ορθογραφικά και αβλεψίες, και
είχα είτε επιτείνει και επιτείνει προκλητικά είτε απαλύνει διακριτικά
μιμήσεις ύφους, δάνειες σκέψεις και λογοκλοπές, φρόντισα, ευτυχώς,
να εκτυπώσω αμέσως τις σελίδες του. Και λέω «ευτυχώς», επειδή
ελάχιστες ώρες μετά ο μεταχειρισμένος ηλεκτρονικός μου υπολογιστής
αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε άλλη εντολή μου.

Ο τεχνικός της εταιρίας υποστήριξης στάθηκε αδύνατο να εντοπίσει, και
ως εκ τούτου να επισκευάσει, τη βλάβη, και μην μπορώντας καν ν’
ανοίξει τον σκληρό, αρκέστηκε με λύπη του να μου ανακοινώσει ότι το
ένα και μοναδικό αποθηκευμένο μου αρχείο πιθανότατα είχε χαθεί.

Καθώς ξεφορτωνόμουν το άχρηστο και ασήμαντο πλέον μηχάνημα,
και κρατώντας στα χέρια μου μονάχα τις λίγες μου εκτυπωμένες σελίδες, σκεφτόμουν -με μιαν ικανοποίηση που παραδόξως έφτανε στα
όρια ενός νοσηρού συναισθηματισμού- πως ό,τι μου είχε απομείνει τελικά ήταν εκείνο που κατά βάθος επιθυμούσα να μου απομείνει:
εκείνες οι λίγες δεκάδες των εκτυπωμένων σελίδων, εκείνα τα λίγα
αριθμημένα φύλλα χαρτιού μεγέθους Α4, τα φιλικά στην αφή και τα
προσιτά στην ανάγνωση. Εκείνα ακριβώς τα χαρτιά.

Το χειρόγραφο πιθανότατα χάθηκε λίγο μετά, σε μια από τις συχνές
μετακομίσεις μου από ένα τοπίο σε άλλο. Τότε που εγκατέλειπα ασυγκίνητος το μικρό, παράγωνό μου ανώγειο όχι μακριά απ’ τον σταθμό
των τραίνων, για να εγκατασταθώ -εξίσου ασυγκίνητος- σ’ ένα πιο
ευπρόσωπο και τετραγωνισμένο δυάρι διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου
μιας ευπρεπούς οικοδομής, σχεδόν απέναντι απ’ το νεκροταφείο.

-Χιλιάδες όμως πάλι μίλια μακριά από τις λίμνες οπού ήθελα να ζω
κι απ’ τα ζαρκάδια.

Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα μου ξεφεύγει. Και μου
ξεφεύγει, σκέφτομαι, επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει ως
την κορφή της την ανάγκη.

Ή μου ξεφεύγει επειδή εγώ το αφήνω. Για ν’ αποφύγω ίσα ίσα τη
μομφή πως θεματοποιώ τα τετριμμένα: γλώσσας αγώνας άγονος και
διάτρητα του λόγου υλικά κι ανέξοδες ρητορικές και θεωρίες.

Ό,τι και ν’ ασπαστώ θα είναι αλήθεια. Σαν αντιθέσεις που η φιλάρεσκη
ένοχή τους τις μετέτρεψε σε παραπληρωματικές της συζυγίες. ’Η
σαν τον χρόνο που αχαλίνωτος εισβάλλει από παντού, παραβιάζοντας
το πριν, το τώρα και το θα του.

’Άλλη εκδοχή:

Βάζω πάλι τον χρόνο στη σωστή του σειρά.
Χτες, σήμερα, αύριο•
ήμουν, είμαι, θα είμαι•
πρωτόπλαστος, εγώ, αποσυνάγωγος·
ένας διαρκής διωγμός σαν εξορία
απ’ την αμφιλεγόμενη Εδέμ.

Το ήμερο βλέμμα του αδέσποτου
κάτω ακριβώς απ’ το παράθυρό μου.
Είναι λάθος σου, μου είπε,
να επιμένεις στον βίο μου,
στον τόσο προφανή συμβολισμό του.
Είμαι ο δρόμος σου, μου είπε,
όχι η διαδρομή σου.
Ακριβώς η ατάκα του.
Φώτα!

Σβήνουν όλα τα φώτα μονομιάς, έκτος από την κάφτρα του τσιγάρου
μου και από έναν προβολέα υποκίτρινο, θαμπό, που κάνει πως φωτίζει
από πίσω το παράθυρο. Οι θόρυβοι του δρόμου λιγοστεύουν.

Τρίτη εκδοχή κα! τελευταία!

Χωρίς άλλα τερτίπια με το φως. ’Άλλωστε είναι πια απομεσήμερο κι
ακούγεται ο χτύπος της καμπάνας.

Το αληθινό χειρόγραφο δεν χάθηκε ποτέ· ενσωματώθηκε στα συμφραζόμενα του. Ίσως μια μέρα ανανεώσω τις συμβάσεις του ανάμεσα στην
πράξη και τον λόγο. Στο μεταξύ, ρίχνω κλεφτές ματιές απ’ το παράθυρο
στην τρομερή πομπή των τεθλιμμένων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει
τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε
μια πράξη η σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της
ένοχης ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα,
προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον
αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.
Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις η απέκτησαν ισχύ γνωμικών και αποφθεγματικών διατυπώσεων

 

 

ΧΩΡΙΚΑ (2007)

 

Η ΑΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια κι εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου
και ο χώρος υφαίνει το. σχήμα του γύρω από εμάς,
μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος
και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.

 

Πρόλογος

 

TO ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

Εξετελέσθη στις 7.06′ ακριβώς σήμερα το πρωί
πλησίον της Κοινότητος Έξοχης ο Δράκος του
Σέιχ Σου, διά τα εγκλήματα τα όποια διέπραξε.
Οι εφημερίδες

Από των τουφεκιών τις κάννες
για να φτάσουν μέχρι
το λίγο ακόμα της ζωής
έπρεπε να διανύσουνε
απόσταση έξι μέτρων
οι σφαίρες του αποσπάσματος.

Για να καλύψουν όμως τούτη
την απόσταση όφειλαν πρώτα
να διασχίσουν το μισό της·
πιο πριν το ένα τέταρτο,
το ένα όγδοο και ούτω καθ’ εξής,
πίσω στο άπειρο και το πιο πριν
του απείρου.

Γι’ αυτό περιηγητή των υψιπέδων,
αν τύχει και κοιτάξεις
στη μεριά όπου φρουρεί
τα έρκη του ο χρόνος,
θα δεις τον Αριστείδη Παγκρατίδη
-δράκοντα που εξαγνίζει τους καιρούς-
στημένο ορθό και με δεμένα μάτια
να περιμένει ακόμα
να βρουν τον στόχο τους οι σφαίρες
του αποσπάσματος.
Από τον Φεβρουάριο του χίλια
εννιακόσια εξήντα οχτώ
-με αυτό το κρύο-
να περιμένει εκεί,
να περιμένει,
έχοντας μόλις βγάλει από το στόμα του
την τελευταία του κραυγή
μανούλα είμαι αθώος,
που όμως κι εκείνη,
μαζί με τις φωτιές απ’ τα ρουθούνια του,
τάχα ποια απόσταση θα πρέπει να διανύσει;

 

Στάσιμα

 

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙΝ

Τροχιά της πέτρας, ξάφνιασμα φιδιού,
μελισσοφάγου ρίπισμα στην έξαψη της γλώσσας•
ο τόπος γη
και ο ήλιος ωριμάζει τους καρπούς της·
να σκάσει η φλούδα, να φανερωθεί
ό,τι μοιράζεται η ζωή στο ημέρωμα της,
αυτό που όλο αρχινά και όλο αρχίζει πάλι.

Τούτη η παλιά φωτογραφία εικονίζει
εμένα και τον αδερφό·
με λίγα φύλλα γύρω μου εγώ,
μ’ ένα τομάρι γίδινο εκείνος.
Εγώ ήμουν θεριστής, εκείνος σφάχτης,
γι’ αυτό και αγαπημένος των θεών.
Δεν κοιταζόμαστε· κοιτάμε ευθεία στον φακό,
σαν μετανάστες.
Ανάμεσα μας χώρος αρκετός,
για να περνά το βλέμμα (το δικό σας,
αν τύχει και σκαλίσετε αρχεία),
να μας διακρίνει πίσω απ’ τους βωμούς
έτοιμους και τους δυο για τη θυσία·
δεματιασμένο γέννημα από εμέ,
ένα πρωτότοκο τραγόπουλο από εκείνον.
Πάνω δεξιά υπάρχει μια θαμπάδα·
έτσι δεν φαίνονται καλά οι άκρες των φτερών
κάποιου αγγέλου που απομακρύνεται,
ανοίγοντας στα δυο τον ουρανό,
αφού έχει παραδώσει κάτι μάταιο.
Φαίνεται όμως καθαρά η άκρη του κόσμου·
αρχή η τέλος -πάντα μπερδευόμουν με τα όρια-
αν κι ό,τι έχει σημασία μεταξύ τους
είναι ο άνεμος· να μην υπάρχει άνεμος,
για ν’ ανεβαίνει ίσια ο καπνός,
να φτάνει στα ρουθούνια του πατέρα.
Μπροστά στα πόδια μου ένα μικρό σημάδι
σαν τόξο κυρτωμένο από τη μοίρα·
αυτό που υστέρα θα μπει στο μέτωπό μου
και θα με υψώσει πάνω απ’ τους καιρούς.

Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα ξέρετε.
Απλές, συνοπτικές διαδικασίες
δίχως κανένας να ρωτήσει το γιατί·
Καιν που έστιν Άβελ ο αδελφός σου,
το αίμα του φωνάζει από τη γη,
ξανά κατάρα πάνω στην κατάρα
κι έξελθε από προσώπου του θεού•

στον τόπο αυτόν, απέναντι απ’ τον κήπο.

 

ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΦΤΕΡΙΑ

Ό,τι κοιτώ μπροστά μου είναι πίσω μου·

ένα παιχνίδι αντίστροφων βημάτων
οπού τα πάντα ήδη έχουν συμβεί
στο πριν και το μετά της διαδοχής τους.
Σαν πράξη απατηλή χωρίς κανόνες
σε δήθεν σκηνικό ενδεχομένων

η σαν καθρέφτης που έχει σκεπαστεί
και κρύβει απ’ το παρόν τις αποστάσεις
τον χρόνο αντιγράφοντας πιστά,
μεταβλητή θαρρείς γεωμετρία
που αποκαλύπτει και παραπλανά.

Έσχατο τέχνασμα ανάμεσα στα ερείπια,
στην αίθουσα του θρόνου, στα περάσματα
μιας ασκεπούς αρχιτεκτονικής
περίπλοκης, κόμπος που όλο κυκλώνει
στο κέντρο του τα ξεχασμένα ιστία
και δένει το κομμένο του κενού.

Που είναι το τέλος της κλωστής;
Δέμας του απόβλητου και φτού ξελεφτερία,
σαν άσκηση του αφάνταστου στο απόλυτο
του νου, καθώς αλλάζουν νόημα
στη γλώσσα οι διαστάσεις,
αίμα και σάρκα σμίγοντας σε μοίρα
θλιβερή, ορθώνοντας, σκιά κακή,
την τριχωτή του ράχη·
καθώς παράφορη αντηχεί
του κτήνους η βοή.

Σύνοικοι αιώνων, άχαρος χορός
στου ηρώα τα όπλα εικονισμένος
με ανταλλαγμένες όψεις και μορφές,
δεσμώτες και οι δύο των διαδρόμων,
τούτης της κρύπτης από δουλεμένη πέτρα,
που μας ξεστράτιζαν ολοένα από το φως.

Τι συναντά κανείς έξω απ’ το δράμα;
Οι ναύτες τρίβουν την αρμύρα απ’ τους
σκαρμούς και ο πρώτος σέρνει
τη βελόνα στα βραχέα.
Ράθυμος πια και καταχρεωμένος
απ’ την κερδοσκοπία των θεών.

Πάει καιρός που έπλεκε την κόμη
των δαιδάλων συνεπαρμένος κι επικός
μες στη νεότητά του·
καιρός που έστεργε να φωτογραφηθεί
με το σφαγμένο τρόπαιο στα χέρια,
με το κουβάρι μουσκεμένο στην πληγή.

Πάει πολύς πολύς καιρός
που επέστρεψε μες στον λαβύρινθό του.

 

LEBENSRAUM

— Περνάει ο στρατός, ο στρατός, ο στρατός.

—Περνάει ο στρατός και που πηγαίνει;
—Στον πόλεμο πηγαίνει ο στρατός. Ο στρατός
στον πόλεμο πηγαίνει να νικήσει.
—Ποιους πρέπει να νικήσει ο στρατός; — Ο στρατός
τους άλλους όλους πρέπει να νικήσει.

— Κι αν τους νικήσει τι θα κάνει ο στρατός; — Ο στρατός
καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του.
Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες
πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους.

— Και τους μεγαλοστεϊκούς και όσους νικήθηκαν
κι αυτούς που δεν αξίζουν να υπάρχουν
που θα τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε άλλα τοπία θα τους οδηγήσει·
στο Μπίρκεναου, στην Τρεμπλίνκα
και στο Χέουμνο και στο Γκουαντανάμο
και στο Μπέλσεν.

— Και όταν τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε νέο πόλεμο θα πάει να νικήσει.
Γιατί είναι ο πόλεμος πατρίδα
του στρατού. Κι ο στρατός
δεν έχει άλλη πατρίδα να γυρίσει.
Αράδα αράδα κόβουν το χορτάρι
για να πλαγιάσουν κάτω από τη γη,
χιλιάδες λεύγες μακριά για να πλαγιάσουν
κάτω απ’ τις φτέρες και τα σταχτοβότανα.

—Μάταιο, μάταιο, είπε ή φωνή.
Όπως τόσες φορές που έχει γίνει,
τόσες φορές που έχει ξεχαστεί.

Μάταιο, όπως το κορίτσι που ονειρεύεται·
όπως ένα κορίτσι που ονειρεύεται
πώς βάζει απ’ τις πληγές τους κοκκινάδι.

Νέοι κι εγκόσμιοι όσο κρατούσε η νύχτα,
γράφοντας λέξεις βιαστικές,
κρύβοντας μες στη χούφτα τους την κάφτρα,
μες στο σκοτάδι αυτό τα πρόσωπά τους,
κοιτώντας στη μεριά που θα φανούν.

—Θα έρθουν. Θα ’ρθουν τώρα οι νεκροί. Οι νεκροί
σε φάλαγγα κατ’ άνδρα στοιχημένοι.

—Ποιους πρέπει να νικήσουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
τους πεθαμένους πρέπει να νικήσουν.
—Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους.
Καινούριο τόπο στους νεκρούς· στους νεκρούς
μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.

 

Ο κ. ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ

Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός·
μηχανικός του δημοσίου δήθεν
κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας
μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές.

—Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε
χρόνους κι αιώνες τώρα.
Τόνους το σκύρο και την άμμο
και την άσφαλτο και αλλοδαπούς
να ψήνονται στην πίσσα.
Τόσες μελέτες κι εργολάβοι
κι επιβλέποντες και μειοδοτικές
δημοπρασίες για μια σταλιά
δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα
να παραδοθεί στο γενικό καλό.

Και άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά
για την κατασπατάληση των πόρων,
την ακηδία των τοπικών αρχών.

Εντέλει κάτι έγραψε
στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις
(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,
ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών
η κακοπληρωμένων μισθοφόρων)
και αποχώρησε με το υπηρεσιακό
δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.

Δεν του ’κόψε του αφελή
-πως να του κόψει άλλωστε-
πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι
δεν προορίζεται για χρήση
απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί
κοινά συμφέροντα.

Διασχίζει της αράχνης τον ιστό
κι ενώνει μόνον
ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του•
το δίχτυ από όριο σε όριο
και ανάμεσα του
το εκκρεμές των θηραμάτων.

Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους
κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν
συνεχώς τα βήματά μας,
μπερδεύοντας το προς με το από.

Είναι που μια στενόχωρη βροχή,
όταν ξεσπάει,
κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.

 

Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σειρά σου τώρα να μετρήσεις την αλήθεια.
Τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες,
τις συμμετρίες και τ’ αντιστρεπτά.
Αφήνοντας την άμμο να γλιστράει
απ’ τη μια χούφτα σου· ν’ αθροίζεται στην άλλη
και ό,τι αθροίζει να το αφαιρεί.

Σε μία πλάνη επινοημένη,
για να ξορκίζεται η μάσκα της φθοράς·
η κοσμική συμπάθεια που ενώνει
τον νου με την ανάγκη μιας αιτίας
ως τη στιγμή που θα έχει ξεχωρίσει
το αιώνιο απ’ το παντοτινό.

Νεοπλατωνικός η Πυθαγόρειος
ή, έστω, Προσωκρατικός σε χρέη Στωικού.
Να μη γνωρίζεις όταν σε ρωτούν κι όταν
δεν σε ρωτούν να λες πως ξέρεις·
για όσα υπήρξαν και υπάρχουν
και θα υπάρχουν, τάχα φωτιά που σβήνει
και ανάβει στο ίδιο μέτρο, νέα κάθε μέρα,
μύθος και θαύμα, σύμβολο και λόγος
που ούτε μπορεί ν’ αναπαρασταθεί.

Σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος,
μάζα αθάνατος και ανώλεθρος του απείρου
μέσω σχημάτων τε και αριθμών.
Τι μπέρδεμα ε;

Και τι συνωστισμός αποφθεγμάτων
μέχρι να βγάλεις από πάνω σου τον χρόνο,
έτσι που όλα να συμβαίνουν μονομιάς.

Έτσι που να μπορείς να λογαριάζεις
πως πέφτει μέσα σου ταυτόχρονα όλη η άμμος
από το ένα κοίλο μέχρι το άλλο,
εκμηδενίζοντας το ανάμεσα της μνήμης
ή του θανάτου το απόλυτο παρόν.

Τώρα πια δεν σου απόμειναν παρά
τούτες οι λέξεις -σπασμένα εξάμετρα
στη μοιρασιά της γλώσσας-
τεχνάσματα που σε δημιουργούν.
Και η ζωή σου λέγεται ποτάμι,
κλέφτης του νερού•

όσες φορές κι αν το διαβείς
μονάχα μια φορά θα το περάσεις.

 

Έξοδος

 

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη
με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,
με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,
τους δικούς της θνητούς κάθε μια
που τους είπε αθάνατους,
τους δικούς της σαλούς
που τους είπε προφήτες,
νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,
ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.

Με αριθμούς τρομερούς
που οιωνίζονται φόβητρα,
με σφραγίδες που ανοίχτηκαν
μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια
τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.

Ευτυχής είναι αυτός
που διαβάζει τα μέλλοντα
και τα μέλλοντα λόγια μιλά,
ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες
και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό·

και αυτός που με οδύνη ασκείται
στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον
για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν
τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν
τα ονόματα της πλάνης. 

Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια
μέχρι την πρώτη ανάσταση,
όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί·
και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυράς
και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.
Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.

Ευτυχής είναι αυτός που άγρυπνά
και φυλά ό,τι κατέχει,
τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,
τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων
και τους θεμέλιους λίθους των τειχών·
τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν
στις μέρες της φωνής
και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο·

αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,
ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.

Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο
και οι ανοιγμένες πύλες του άπειρου
κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,
κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.

Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση
κατά το μέγα,
το ελάχιστο του ανθρώπου.

 

 

ΣΩΜΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (2004)

με δέκα ξυλογραφίες του Τάκη Τσεντεμαίδη

 

ΑΝΑΠΑΥΣΙΜΟΝ

Σπίτια τελειώνουν και σπίτια θεμελιώνονται,
σχήματα όσων βρέθηκαν στον κόσμο,
κάμαρες μοιρασμένες για τα σώματα,
αφήνοντας στο διάβα τους πόρτες
ξεκλειδωμένες, ραδιόφωνα όπου έμαθαν
τον θάνατο του βασιλέως Παύλου,
λογαριασμούς για τ’ άλευρα
και την ταγή των ζώων,
ρούχα φθαρμένα, φορεμένα στη δουλειά
και ρούχα κυριακάτικα, της βόλτας.

σε τούτο το ανάκλιντρο έπλεκε η γιαγιά
–πια δεν υπάρχει–,
φτιαξιά λιγνή, κιμπάρικη, που επίταξε
τα παιδικά μου χρόνια,
τερλίκια έπλεκε και με το τσιγκελάκι
μοτίφια ανατολίτικα, όλο περικοκλάδες,
με τα μισά ελληνικά: «πλάσε» και «μπέντο μέσα»,
πάει να πει «μπρος, πλάγιασε,
μπες μέσα στο κρεβάτι»,
καθώς απόσβηνε το τελευταίο ξύλο
στη μασίνα και σκλήριζαν στη συστολή
του μαντεμιού τα τζάκια, σαν πανηγύρι
απόκοσμο παίρναν μορφές οι ήχοι,
ζάρωνα εκεί μαρμάρινος
μην και μ’ ανακαλύψουν•

τίποτε δεν βοήθησε στο ήσυχό της τέλος,
«μη με αφήνεις μόνη μου πουλάκι μου,
μη φεύγεις»·
έφυγα όμως κι έμεινε μονάχη της στα μαύρα,
με λυγισμένα γόνατα –αδύνατο να ισιώσουν–,
με το λευκό της σάβανο· το είχε
διαβασμένο στα Ιεροσόλυμα,
κάτω απ’ το φως της Παναγιάς,
κρατώντας ένα κόκκινο σκουπόξυλο,
μην πέσει.

Σ’ ένα σακούλι πλάι της ακούμπησαν
του γέρου της τα κόκαλα
–δεν τα είδα–.
Να βλέπονται άραγε οι νεκροί;
Ξέρω μονάχα
πως τα μεγάλα νύχια τους
χτενίζουν τα μαλλιά τους.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0001

 

ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ

Σώμα, προζύμι της στοργής,
ψωμί διακονεμένο,
κόρα και ψίχα, τρίμματα
σε ξέστρωτο τραπέζι,

να ’ρχονται νύχτα οι μάρτυρες
να σε μεταλαβαίνουν,
να ’ρχονται οι αφανέρωτοι
κι οι καιροφυλαγμένοι,

να λένε το απόδειπνο,
να λειτουργούν τον όρθρο,
να δένουν στο μαντίλι τους
το αντίδωρο του λόγου,

να ’ρχονται κι οι παράκλητου
με τα στεγνά τους χέρια
να γράφουν τα ονόματα
των ανακαλεσμένων.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0002

 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Ποιο σώμα είναι αληθινό
έξω από τη σκιά του,
να ξεπερνά η φτέρνα του το γρήγορο σκοτάδι,
να φτάνει πρώτο στο σημάδι της ζωής,

ποιο σώμα έχει τη δύναμη
να γίνει νοσταλγία,
παράκληση επιστροφής από την ίδια οδό,
κρατώντας από κάθε του εποχή
όλα της τα φτιασίδια•

τα ξύλινα αλογάκια, τα στρατεύματα,
τις ντρίπλες τις περίτεχνες, τα χαμηλά
εκτελεσμένα κόρνερ,
κρυψώνες και φυλλώματα, να μη βρεθεί
η μέρα, εφόδους και κατάληψη
του κόκκινου οχυρού, τα ξέφτια
που απόμειναν οι αφισοκολλήσεις,
τον παφλασμό του έρωτα,
το άναφρο της αγάπης
και να θυμάται:
μια φορά κι έναν καιρό,
καθώς τρεχούμενα νερά τρώγανε τα λιθάρια…

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0003

 

 

ΙΕΡΩΝΥΜΟΝ

Ο στοχασμός μακριά, μακριά η γνώση,
αυγό και σπάζει, απ’ το τσόφλι του ανεβαίνει
η καμινάδα ερείπιου σπιτιού,
σώματα υβριδικά καθώς αλλάζουν
από την ενατένιση σε λάγνο υπαινιγμό.
Πόθοι κρουστοί στα διάσελα,
ενσάρκωση και θέαμα ατελών αμαρτιών
και μανιασμένες αγκαλιές που καταπίνουν
τεράστιες σαυροουρές ψυχές
–ποιος θα χορτάσει τις γενιές τόσων αβύσσων;-
Κι επίβλημα που απλώνεται σε κερασφόρο δέντρο,
για να λουστεί στο κούφιο του η βασίλισσα γυμνή.
Κι έντομα επιθετικά και θυμωμένα ψάρια
και μάγοι, αντιγράφοντας τα θαύματα θεών.

Κι ενώ του αγριόχοιρου η κεφαλή διαβάζει
μεγαλογράμματες γραφές, κι ενώ οι απολαύσεις
κερνούν σε κύπελλα χρυσά εκκρίσεις τρωκτικών,
και μένουν οι αλχημικές μορφές προσηλωμένες
η μια στης άλλης την εικονική αιωνιότητα·
γονατιστός ο άγιος στου άβατου το στηθαίο,
με τον δεξί βραχίονα ψηλά,
τα δάχτυλα να ευλογούν μιας σταύρωσης το αίμα,
να ευλογούν το επιτάφιο φως·
η όψη του στραμμένη αλλού, να δει φοβάται
πόσο μακριά του είναι ο σταυρός,
πόσο ιδρωμένα τα μαλλιά του εσταυρωμένου,
πόσο βαθειά μπηγμένα τα καρφιά.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0004

 

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0005

SUCCUBUS

Μαστάρι μαύρου φεγγαριού που το αρμέγει
η Σίβυλλα, να θρέψει μαύρη κόρη,
κορμί ολάκερο γυμνό
στο κέντρο του ιερού, ένυλη μνήμη
ο ξεδιάντροπος χορός, το φλογισμένο
φούσκωμα του στέρνου,
ριγώντας μες στο παρελθόν·
απ’ το σκοτάδι του είχε προφητέψει
το πρόσταγμα του σώματος να γίνει αθανασία,
να σβήσει η ύβρις του άμετρου
και να γυρίσει ο κύκλος.

Δεμένος πάνω στον τροχό ο θηλυκός της
οίστρος, να διατρυπά την ύπαρξη
και να ξαναφωτίζει
οράματα ανυπόταχτα σε μια καινούρια τάξη,
σκύλα, γυναίκα αδέσποτη που ξεψυχά
σαν θύελλα, καθώς γλύφει το αίμα
από την άλω του στερνού της εραστή·

να ο κόσμος, νέος, άχρονος, χωρίς μπροστά και πίσω,
αληθινός σαν δωρητής, να ο αναγκαίος κόσμος,
φτιαγμένος απ’ το τίμημα, όχι από τη συγνώμη.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0006

 

ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ

Μα ούτε φαντάστηκε ποτέ
ότι μπορεί να λιώσει
η σάρκα της σε μια φωτογραφία.
Απόμειναν τα κόκαλα μονάχα

–τι καλοκαίρι αυτό γεμάτο ασέλγεια,
ζωσμένο από θρυλούμενα παλιών πολιτειών,
στενοί γοφοί ασμίλευτοι, σαν φως
που δεν διαθλάται,
στήθη μικρές υπεκφυγές,
ακάλυπτα στη μοίρα,
πεσμένη πίστομα, κραυγή
απ’ τη διακόρευσή της,
σπαθιές νυχιών στους ώμους της, επιδρομή
ενστίκτων, ταχύκαρδο φτερούγισμα
πουλιού, αδέξια στην ξόβεργα πιασμένου·
τι καλοκαίρι αυτό, συλλείτουργο σωμάτων
κάτω από τόξα γοτθικών παραφορών-

τι καλοκαίρι, με τα κόκαλα στη στάση
όπου μοχθούν να κάψουν
τα προσχήματα.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0007

 

ΕΩΘΙΝΟΝ

Κάθε φορά που κατεβάζει ο κυνηγός ένα πουλί
κάτι επαναλαμβάνεται στον χρόνο.
Δεν είναι μόνον η ηχώ της ντουφεκιάς
(το αίμα ράβει σαν κλωστή την ενδυτή του αέρα),
μα και η πτώση της ζωής που κάνει κύκλους·
που κάνει κύκλους, κύκλους, κύκλους,
κύκλους, κύκλους,
το άβατο ξετυλίγει τ’ ουρανού,
τυλίγοντας του εωθινού τα μετακόσμια ξόρκια.

Κάθε φορά που κατεβάζει ένα πουλί ο κυνηγός,
μες στον καθρέφτη του πρωινού
αποτραβιέται ο χρόνος.

Έξω αφήνει μόνο μια στιγμή
μετέωρη, σαν κόκκινο φτερό,
πάνω απ’ το σώμα.

Μια ολομόναχη στιγμή,
ν’ αντανακλά τον θάνατο στο σώμα.

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΕΣ - 0008

 

 

Η ΑΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (1998)


A’

Υπάρχει, μου είπαν, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν πού οι χάρτες σημαδεύουν.

Παρέκαμψα το κέρας του Κριού
κι έχοντας μάγους κι οδηγούς στ’ αστέρια μυημένους
έπλευσα σε άβαθή νερά.
Είδα το ζύγιασμα του γλάρου στα ρηχά
και του χελωνοκαύκαλου τη λάμψη.
Κι αναρωτιόμουν
τί να προσμένω τάχα από τη θάλασσα;
Μήτε ιστορίες πια μήτε καλέσματα
κι η αναδυομένη
τεμαχισμένη φάλαινα σε ξέρα.

Έπλεα σε άβαθή νερά.

 

ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΦΩΣ

α΄

Τότε απλώθηκε ο Λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χρόνος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της·
ξεκίνησε απ’ τον ίσκιο του Λόγου
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια κι εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του κόσμου
κι ο κόσμος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς·
μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χρόνος
κι ο χρόνος εκκρίνει τον χρόνο χάρη σ’ εμάς.

γ’

Υπήρχαν όμως τα νερά του ποταμού και οι τσιγγάνες
που ολημερίς φουμέρνανε τα άφιλτρα
και πίνανε γκαζόζες.

Το έσκαγα, να βλέπω τις φωτιές
στην άλλην όχθη,
τα ντέφια με τις παρδαλές κλωστές,
το άγριο ξεπέταγμα του άλογου,
σαν οσμιζόταν της φοράδας τον ιδρώ.
Απαριθμώντας γύρω τους βήματα του χορού,
καθώς η φούστα σηκωνόταν στην ψυχή τους
κι έμενε ασάλευτη ώρα πολλή,
τόση που η κάψα της σάρκας
γινόταν κάψα της προσευχής κι η ανάσα
βαριά στης προσμονής ανάμεσα τις παύσεις.

Τόση που οι δυο ντουφεκιές στάθηκαν στον αέρα,
σαν δυο τελώνια στα μπράτσα αγκιστρωμένα.

Και χάθηκαν τα τσαντίρια μέχρι το άλλο πρωί,
που ακούστηκε εύθυμος ο θρήνος του γάμου.
Ένιωσα τότε για πρώτη φορά σύνορο τα νερά,
αυτό που ήταν θάνατος να φαίνεται ζωή
και την οδό προς τη θάλασσα
επιστροφή στις πηγές.

Προχωρώντας παράλληλα στην πομπή,
στον χορό των γερόντων,
ενώ προσμέναν σε κάθε στροφή
των νεκρών το ζευγάρωμα,
τη ματωμένη, ανεμίζοντας, πουκαμίσα της νύφης,
εκεί όπου η σφαίρα εξαγόρασε
την αντοχή της αγάπης,
κρατώντας τους τα βλέφαρα ανοιχτά
και τα μάτια του ενός
στραμμένα στα μάτια του άλλου.
Τέλος τους φόρτωσαν στο κάρο για τα μνήματα.

δ’

Σαν ανακάλυψα τα τέσσερα μου μάτια,
τα τέσσερα μου χέρια, τις τέσσερις θηλές,
τις δυο καρδιές στη θέση της καρδιάς μου,
όταν κατάλαβα πως πια δεν είμαι εγώ,
το φώναξα και οι φωνές μου ήταν δύο.

Σαν ανακάλυψα πως δεν είμαστε εμείς,
μα εσύ κι εγώ, ένα υπαρκτό, δίσωμο ζώο,
μ’ ένα κεφάλι μπρος και μ’ ένα πίσω,
με δύο βήματα που πήγαιναν άλλου,
σου μίλησα και οι φωνές μου ήταν δύο.

Όταν συλλάβισα τις δύο μου φωνές,
τις δύο γλώσσες που ξεθάρρευαν στον νου μου
όταν μπροστά μου ανοίχτηκε η αυλαία
και θέλησα ως ηθοποιός τα λόγια τους να πω.
καμιά φωνή δεν βγήκε απ’ τη φωνή μου.

στ΄

Δεν έχω τίποτε να επισκεφτώ στο παρελθόν,
γιατί όσα γνώριζα υπάρχουν και τώρα,
γιατί το νέο μαθαίνεται με τρόπους του παλιού
κι ο κόσμος που χτίζεται πάνω στον κόσμο
υπάρχει κι αυτός από τότε που χτίζεται ο χρόνος.

 

ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ

α΄

Ζώντας ανάμεσα στο αριστερό και στο δεξί μου χέρι,
ένοχος και αθώος, ελεήμων
κόσμων που τήκονται μέσα στο ήρεμο βλέμμα των ζώων,
κρατώντας απ’ το παρελθόν την κνίσα των σφαγίων,
αναγνωρίζω στο στήθος μου τις ιαχές των βαρβάρων
και των σοφών το απόλυτο μηδέν.

Ούτε οραματιστής ούτε ενήλικας,
με τις αισθήσεις διαρκώς σηκωμένες μαρτυρικά,
κάτι από την ψυχή, κάτι απ’ το σώμα,
αυτή την άγνωστη, αρμονική συνύπαρξη,
κάτι από τη φωτιά κι από τη στάχτη,
κάτι απ’ τη βάτο που καίγεται
στα πρανή της καρδιάς.

Άφησα μακριά μου τα μυστικά της ζωής,
το σύμπαν τούτο που ονομάζουν πραγματικότητα,
διασκέδασα με όσα θαύματα ετοιμάζαν για μένα·

κόκκινο των χειλιών και ξανθό των αγγέλων,
γαλάζιο της στέρφας ματιάς,
πράσινο της αγάπης που απλόχερα δίνεται,
σαν άλλη όψη της σκοτεινής θωριάς της.

Ταχυδακτυλουργοί, κουρήτες, ακροβάτες,
κριτές και γελωτοποιοί,
αυτός ο κύκλος που απομένει γονιμικός,
διαιωνίζοντας τις τερατογενέσεις,
με μουσικές από κρουστά και από χάλκινα
σε μέρες που γιορτάζει ο λαός.
(Πτώματα δούλων σπαρμένα στην αρένα,
αφανισμένα απ’ του Αυγούστου τον αντίχειρα).

Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.
Μάγος και ήρωας και απαγορευμένος,
ανέγγιχτος απ’ των σκιών τους στοχασμούς·
πρόθυμος να εξαπατήσω στους καθρέφτες
τα προσωπεία που έκλεβα απ’ τους κατακτητές.

β΄

Έστειλα τις περγαμηνές μου στη μητρόπολη.
Ταξίδεψα στη μητρόπολη να προσπέσω
στην αυλή του βασιλιά.
Άνοιξα χάρτες, έδειξα δρόμους μυστικούς,
έταξα Ινδίες,
ώσπου μου επάνδρωσαν καράβια για το άγνωστο.
Εκεί όπου η θάλασσα το άλφα συλλαβίζει,
σε τόπους που πέρα απ’ τους τόπους διαβάζονται·
εκεί όπου η σάρκα τρέφει τους θεούς
και των θνητών η γλώσσα
αντικρίζει τους μύθους τους.

Κόμισα σμύρνα, χρυσό και λιβάνι,
ακολουθώντας το άστρο της νέας μου γέννησης·
βρέφος που ζέσταινε η ανάσα του θηρίου
και η βλαστήμια των ευχών του σπαργάνωνε.
Κι είχα στ’ αυτιά μου τη φωνή που με ορμήνευε:
«μη φοβού, μη φοβού ά μέλλεις πάσχειν».

Και το θηρίο μ’ έντυσε στα λέπια του,
αίμα κι αργύρια και γνώσιν πονηρού,
μου φόρεσε τα βάρβαρα μάτια του,
δυο βάλτους που σάλευαν οδύνη και θρίαμβο,
κάρφωσε το στέμμα της δόξας του στα μαλλιά μου.

Και το θηρίο έδειξε τα πάθη μου
στις γραφές των ανθρώπων
και ήταν τα πάθη που ονομάζουν τον άνθρωπο.

ε’

Σαν απ’ τους δυνατούς προστατευόμενος
έφυγα πάλι.
‘Οπλισμένος με σίδερο και χρησμούς,
λεηλατώντας τις ακτές, μεθώντας τους θανάτους,
ξορκίζοντας στις χούφτες το χώμα,
το σώμα μου.
Άγριος πια, με όλες τις πλάνες ανοιχτές
και με τον οίκτο να ξεπλένει τα σωθικά μου,
γερασμένος σαν τον σπόρο της ελιάς,
μάταιος και ανιαρός σαν τον παράδεισο
έφτασα κάτω.
Έμαθα τότε για τις εποχές.

Χειμώνας, των νεκρών ο άνοστος δείπνος
κι οι μέρες οι κενές της ιστορίας.
Άνοιξη, των θεών η μετάσταση
και της αγάπης η αήθης προσήνεια.
Θέρος, η ερημοσύνη των νερών
και των μυγών ο βόμβος στα κρανία.
Φθινόπωρο του δέσμιου φωτός
κι η κίνηση η άργη των ιοβόλων.

Λοιμοκρουσμένες οι πόλεις
στολίζουν τους άγιους. 

στ’

Ω, να υψώσω τη σημαία της δράσης στα ξύλινα τείχη
και να λατρέψω την αφή πάνω στα τραύματα.
Φόβο με φόβο να οσφρανθώ τον ίδρωτα του φόβου
και να γευτώ το σάλιο του εμπύρετου.
Τον ρόγχο ν’ ακούσω της σκύλας
στην ώρα του υπέρτατου οίστρου της.

Έμεινα μια φυλή ιθαγενών.
Το αίμα του δέλφακος αγνίζει το πνεύμα μου
και με μια κούπα φάρμακο πιοτό
γυρνώ και αφιονίζω τον λαό μου.

 

Β’

‘Υπάρχει, σου είπα, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν,
μα να γυρίσεις πρέπει τα πανιά.
Κι ο γλάρος πέταξε με τα φτερά των γλάρων.
Και ο τρελός τραγούδησε
το αστόχαστο τραγούδι των τρελών.
Κι ο ναυαγός ξενύχτησε
ν’ αδειάζει με τις χούφτες του τη βάρκα.
Μόνο ο τυφλός,
που δεν μπορούσε άποστάσεις να μετρήσει
ούτε όρια,
έμεινε ν’ άφουγκράζεται τ’ άνήσυχα νερά.
Επάνδρωσα καράβια επιστροφής.
Στο μεσιανό κατάρτι ζήτησα να με δέσουν
κι άκουσα των σειρήνων την κραυγή.
«Τρία κορίτσια βγαίνουνε περίπατο στο Σόχο,
απ’ τ’ ανοιχτά πουκαμισάκια τους γυμνά
τα δεκαέξι χρόνια τους αφρίζουν.
Τρεις έφηβοι στου Τίβερη τις όχθες ψάχνουν στόχο,
παίζουν στα χέρια τους φαλτσέτες και φτερά.
Μοίρα καμιά σιμά τους δεν γνωρίζουν.
Τρία κορίτσια απόψε ζωγραφίζονται στη Βρέστη,
κρατούν ομπρέλες να ξορκίσουν τον καιρό.
Τρία αγόρια ξεμυαλίζονται στο Βουκουρέστι,
ούτε στιγμή δεν πάει ο νους τους στο κακό.
Ευχή καμιά να κάνουν δεν γνωρίζουν.
Τρία κορίτσια βάζουνε νωρίς τα νυχτικά τους,
άπλετος έρωτας τους πλέκει τα μαλλιά.
Τρεις έφηβοι μαζεύονται αργά στην κάμαρά τους,
παίζουν τα χείλη που στραγγίζουν τη φωτιά.
Σε ποιόν παράλληλο είναι η Βιέννη τάχα,
ποια πυρκαγιά παράφορη στη Ρώμη εξαγνίζεται,
ποια σάρκα είναι η νύχτα που ερημώνει το πρωί».

 

ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

α΄

Τότε εσηκώθη μέγας θόρυβος κι εστάθη
επάνω από τα δρώμενα ο άνεμος.
Σαρώθηκαν οι χάρτες και σκορπίστηκαν
οι ίλες του ιππικού,
οι πελταστές και οι τοξότες.
Βγήκε από τη σκόνη η τροφός
με πετρωμένο στο βυζί το γάλα.
Και ήρθε ο φόβος μέσα από τις λέξεις·

τόσες χιλιάδες οι νεκροί·
τόσοι οι που αφήσανε τα χέρια και τα πόδια στα πεδία·
τόσοι οι τόποι που δεν υπάρχουν πια:
οι ιεροί Δελφοί, η Καρχηδόνα,
η Σαμαρκάνδη της Ανατολής.

Και κόπηκε στα δύο η ορχήστρα,
εκεί όπου θρηνούσε ο χορός:
έμολες, έμολες, ώ χρόνιος αμέρα,
έφτασες όπως το προείπαν οι τυφλοί·
τώρα ποιοι είναι οι χρησμοί που θα μας σώσουν,
στόμα της μάγισσας χωρίς φωνή,
ποιοι οι βωμοί και ποια τα σφάγια,
ποιες οι σπηλιές της Άρτεμης
που μόνιαζαν οι άρκτοι.

Τη νύχτα ακούστηκε το έντρομο μουγκανητό των ζωών,
το σύρσιμο των άχρηστων ποδιών στο ανασκαμμένο χώμα.
Τη νύχτα που ήρθε, το παιδί ονειρεύτηκε,
έξω απ’ την πόρτα, έξω απ’ το σπίτι, πέρα από την αυλή,
ένα ποδήλατο με τέσσερις ρόδες,
ένα ποδήλατο με αστραφτερά, νικέλινα φτερά.

γ’

Τώρα που η κρίση έχει λάβει τέλος
θα έρθουν πίσω οι νεκροί.
Δεν θ’ αρκεστούν σε αρτοδοσίες και μνημόσυνα
θέλουν τις μέρες πιο χειροπιαστές
Πρέπει ν’ ανοίξουν. πάλι τα σαλόνια
να ξαναρχίσουν οι γιορτές, όλοι οι χοροί
πρέπει να θυμηθούν τα βήματά τους.

Το τύμπανο δεν παίζει μουσική.
Το τύμπανο κρατά ρυθμό στο βήμα.
Άντρες σπαργανωμένοι σ’ επιδέσμους
ακολουθούν το καθαρτήριο τούτο ξόδι
Τεντώνει ο κόσμος ως το σπάσιμό του.
(Κάθε βράδυ κατεβαίνω στην πόλη
και βλέπω λαϊκό κινηματογράφο.)
ε’

Η κυρά που επισκεφτήκαμε μας είπε «περιμέντε
και ρίχνετε απάνω σας πότε-πότε λίγο νερό.
Δεν είν’ μπορντέλο λιμανιού εδώ.
Από δω μέσα έχει περάσει η ιστορία.
Εμένα που με βλέπετε κανάκεψα
τι στρατηγούς και τι πολιτικούς και τι ώνάσηδες.
Δεν θα ’τανε τα μούτρα σας για δω
πριν λίγα χρόνια».

Καθίσαμε στο σαλόνι με τη θερμάστρα.
‘Υπήρχε μια πολυτέλεια εποχής,
παλιά δαμασκηνά και ξύλο κέδρου,
μα η σάρκα ήταν γεμάτη ρυτίδες
και τα μυρωδικά φτηνά κάτω απ’ τα στήθη.
Φεγγίζοντας στη φλόγα των καυσόξυλων
(να ορθωμένη της λύκαινας η σκιά,
να των δασών η τάξη και των άστρων)
θυμηθήκαμε το πρώτο μας τραγούδι:
       Σαν επιστρέψω κάποτε πατρίδα
       θα ’χω σακιά χρυσάφι φορτωμένα, .
       θα ’χω και μια γυναίκα απ’ την Κολχίδα
       κι ένα παιδί φτιαγμένο από μένα.

Σαν επιστρέψω πάλι στο χωριό μου
ένα κομμάτι γης θε ν’ αγοράσω,
θα στήσω ένα σπιτικό δικό μου
κι ήσυχα θα καθίσω να γεράσω.

στ’

Πέρασαν τόσες συλλαβές και τόσες λέξεις,
πέρασαν τόσα αλφάβητα νεκρά·
όσο μετρώ λειψές μού βγαίνουνε οι ρίζες,
λειψοί οι τόποι κι οι σκηνές παραδομού.

Δεν έχει χώρο εδώ για να σταθείς·
ανάμεσα στους πέτρινους διαδρόμους
των ονομάτων οι χρονιές και οι φωτογραφίες.
Ανάμεσα στις κέρινες σφραγίδες
των προφητών οι κουρασμένες σάλπιγγες.

Δεν έχει θρόνο εδώ για να καθίσεις.
Ανάμεσα στους δύο μας θανάτους
υπάρχει ένας θάνατος παρών.

 

ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

α’

Βαθύς εσπερινός, οίστρος του ήλιου’
αθροίζεται στα είδωλα ο καιρός.
Ποιάν ενδοχώρα τώρα ταξιδεύω,
τρώγοντας μήλα πράσινα πλάι στους οδηγούς,
πίνοντας μέλι από άγριες κερήθρες,
χαρίζοντας καθρέφτες στις φυλές.

Κρατά θαρρείς τους χάρτες μου ο καιρός.
Κι όσο κοντεύω μόνος στη σιωπή
κι όσο βαθαίνω στα μαλλιά των αρχαγγέλων
βλέπω τη γύμνια των θεών και τα σκυλιά τους
έτοιμα στο κορμί μου να ριχτούν.

Ποια χώρα τώρα ταξιδεύω,
πεινώντας και μην τρώγοντας ψωμί,
διψώντας και μην πίνοντας νερό,
μαζί με γυρολόγους που εμπορεύονται
χάντρες, γυαλιά χρωματιστά και το τομάρι
του αρχαίου ζώου που φυλούσε τους νεκρούς.

β’

Τώρα που μίλησα τη γλώσσα της αρμύρας·
τώρα που βρήκα πως το άγνωστο μού είναι πια γνωστό
κι ότι περάσαν από τούτες τις ακτές πριν από μένα
οι δολοφόνοι, οι λειτουργοί και οι κήνσορες·
τώρα που έσβησα όλη τη μνήμη,
όλη τη λογική κι όλα τα πάθη,
ονομάζω μοναξιά τον πλησίον,
ονομάζω μοναξιά την αγάπη,
ονομάζω μοναξιά τον ήχο του νερού.

γ’

Τώρα που γνώρισα τη γλώσσα των ανθρώπων
και είδα κάθε άνθρωπο να έχει μια γλώσσα χωριστή·
τώρα που ακούω τη φωνή του ποιητή
και είναι φωνή ανάμεσα στις άλλες
και όχι όλες οι άλλες μαζί,
τώρα που νιώθω την κτίση σαν ερειπίων σιωπή,
ονομάζω πλάνη τον κόσμο,
ονομάζω πλάνη τις αισθήσεις,
ονομάζω πλάνη τη θεϊκή χαρά.

δ’

Τώρα που άνοιξα τις πληγές των αγίων
και είδα πως είναι σώματα φθαρτά,
τώρα που έσπασα τις σημαντρίδες
και διάβασα μηνύματα ερέβους και φωτός,
τώρα που έπαιξα όλα τα παιχνίδια
του φθόνου, της ντροπής, του Ενδυμίωνα,
ονομάζω ενοχή την αθωότητα,
ονομάζω ενοχή την ενοχή,
ονομάζω ενοχή τις τύψεις των ορίων.

ε’

Τώρα κοιτάζω τον ύπνο της γης και τα όνειρα.
Έι, Μόμπυ Ντικ, αδιάκοπο άσπρο φάντασμα!
μες στα σαγόνια σου στραγγίζουν τα κρανία των ναυτών.

Στ’ απάνεμα σαπίζουν τα κατάρτια
και το κοράκι διακορεύει τις σκιές.
Έι, Γουίλλη, μαύρε Τρίτωνα από το Τζιμπουτί!
ποιες ιστορίες να σου πω και ποια ναυάγια·
κι η αναδυομένη
μωρά γεροντοκόρη δίχως φύση.

Ω καπετάνιε, καπετάνιε μου!
το ξύλινο ποδάρι σου κουτσαίνει στον βυθό.

Γ΄

Υπάρχει, λέω, κάποιος άλλος δρόμος
πέρα απ’ αυτόν που οι χάρτες σημαδεύουν,
μα να προφέρεις πρέπει την αρχή.

Κι ο ποιητής χτυπά στις λέξεις του τη γλώσσα.
Και ο τρελός κρούει τις παλάμες του στη γη.
Κι ο ναυαγός ορέγεται τη σάρκα των συντρόφων.
Μόνο ο τυφλός, που δεν μπορούσε
θριάμβους να χαρεί ούτε και λάφυρα,
έμεινε να οσμίζεται του νόστου τον καπνό.

Ας κινηθεί η πέτρα της σπηλιάς
κι αυτό το σκήνος του νεκρού
ας φωτιστεί για πάντα στο σεντόνι.

 

 

ΤΑ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ (1997)

 

ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

α’

Βγάζεις, βγάζεις τις λέξεις, αφαιρείς,
πολύς φλοιός γύρω στο ποίημα.
Στο τέλος μένουν φράσεις σαν κι αυτήν:

Είμαι καλά.
Τη μέρα φροντίζω τα κατοικίδια,
προσμένοντας το πλιάτσικο της νύχτας.

β’

Τα βράδια βγαίνω με λαστιχένιες μπότες
και ρούχα της δουλειάς.
Σκαλίζω στον κήπο τους σβόλους της μνήμης,
τούς φουφουλιάζω, να δεχτούν τη βροχή.

Βάρυνα εφέτος. Δε φύτεψα ούτε ένα θαύμα.
Κάτι ρίζες μονάχα,
η γλώσσα ίσα-ίσα μην ξεχαστεί.

γ’

Σφάζουν νταούλια στην αυλή,
σφάζουν τσαμπούνες.

Χορεύουν με τα πέλματα λερά
η Σύλβια Πλαθ, ο Αλέξης Τραϊανός,
η Κατερίνα Γώγου.
Χορεύουνε στα αίματα
γυμνά μακεδονίτικα τραγούδια.

δ’

Θα μείνουμε έτσι,
στη στάση αυτή,
ποζάροντας στις μηχανές των φωτογράφων,
λίγο ίσως γερμένοι μπροστά,
σαν να κρατάμε στους ώμους μας
αυτούς που επιστρέψαν,
αυτούς που ταξίδεψαν μόνοι ή παρέα με τα όνειρα
νύχτες και μέρες κάτω από γκρίζους καιρούς
— γιατί όλοι οι καιροί είναι γκρίζοι
και όλα τα οδόσημα
σε φέρνουν πάντοτε πίσω.

ε’

Όλη τη νύχτα ακούγονταν οι γδούποι
στο διπλανό δωμάτιο.
Όλη τη νύχτα σκόνταφταν στη μνήμη
ο Γιώργης Καραΐσκος, ο Πιέρ Πάολο,
ο κομαντάντε Έρνέστο Τσέ Γκεβάρα.

Όπως σκοντάφτει η ελευθερία στον παράδεισο.
Όπως σκοντάφτει το μολύβι μες στις λέξεις.

στ’

Φωτογραφία τού χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά.
Στολή του εθνικού στρατού.
Το πρόσωπο σκυμμένο μες στο χρόνο,
σαν σε γαβάθα με γάλα και ψωμί.
Μάλλον Παρασκευή, γιατί τα χέρια
στραγγίζουνε σε λόγια προσευχής.
Ένας λεκές απλώνει στη φανέλα
(αίμα; παραπανίσια νοσταλγία;).
Στην πλάτη τα σκοτάδια των καιρών.

Μπορεί και η χαμένη περηφάνια.

ζ’

από μια φράση του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

«Ή επανάσταση δεν είναι παίξε-γέλασε.
Δεν είναι τρύπα ο μαρξισμός να μπαινοβγαίνεις.
Τουλάχιστον εμείς αγωνιστήκαμε
κι αν αποτύχαμε, ας όψονται τα λάθη.
Να δούμε τί θα κάνουν κι οι νεότεροι»,
έλεγε ο μπάρμπας μου ο Θανάσης,
χρόνια και χρόνια μ’ εξορίες και υπέρταση.

Οι νεότεροι λοιπόν είμαστε εμείς.
Καλά διαχειριζόμαστε τα κληρονομημένα.
Γενιά-γενιά αυγαταίνει η αποτυχία.

ιβ’

Περίσσεψαν οι σκέψεις στο γραφείο.
Πρέπει να βάλω τάξη,
να μη σκοντάφτω απάνω τους.
Την κάθε μια στο φάκελό της,
άλλες στο αρχείο, άλλες για ενέργεια,
άλλες —πριν γίνουνε πληγές— στην ανακύκλωση.

Κι ας λεν «πάει κι αυτός, καπνός του κόσμου»,
οι συνάδελφοι.

ιγ’

Να το πάλι των ματιών το ανάκρουσμα
πίσω απ’ τα βλέφαρα, μην κρυώνουν στο φώς.

Εκεί που κουρνιάζει φοβισμένο το ποίημα,
ένα παλιό, ακίνδυνο πιστόλι.

ιδ’

Σκέφτομαι τα νερά τού κάτω κόσμου.
Πόσο πιο κάτω ακόμα
μπορούν να παρασύρουν
εσπερινούς, παπούτσια κυριακάτικα,
τις αμοιβές των επικηρυγμένων.

Πόσο πιο κάτω ακόμα είναι ή θάλασσα.

ιέ

Προσπάθησα. Σάς λέω ότι προσπάθησα
να διασχίσω το δάσος.
Δε σκιάχτηκα τα ουρλιαχτά των λύκων,
ούτε τη χτένα της μοναξιάς στα μαλλιά μου.
Εκείνη η λάμψη με σταμάτησε,
το φλάς της μηχανής
πού φωτογράφιζε το ταβάνι.

Και γύρισα πίσω.

ιστ’

Τώρα ας σωπάσουμε λίγο
τη λέξη ν’ ακούσουμε θάλασσα,
τις λέξεις των θεών αιγιαλός,
Αιγές, Αιγέας, Αίγισθος,
αιγίθαλος, αιγίοχος, αιγίλωψ,
Αιγαίον, αίγλη, αίγιλος,
αιγίς και αιξ.

Τώρα ας στραφούμε λίγο
να δούμε τούτη την εικόνα•
του ποιητή το γέλιο
μπρος στην αιωνιότητα.

 

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

α’

Αυτή η κοπέλα που ξυπνά κάθε πρωί
με μια λαίμαργη φλόγα στο λαιμό της,
αυτή η κοπέλα αν είχε ένα ζευγάρι
παπούτσια του χορού,
θα γύριζε όλους τους καιρούς,
χτυπώντας τα κρουστά των ποιητών.
Παίζοντας με τα λόγια τους.

Έτσι όπως παίζει η Ρίτα Χαίηγουωρθ την Τζίλντα.

β’

Τα βράδια στο καφενείο
σκαλώνεις κάπου τα χαμάλικα μάτια σου
κι αρχίζεις να λες:
Ένα κορίτσι που παίζει φλάουτο,
ένα κορίτσι που παίζει κουτσό,
ένα κορίτσι που κεντάει την προίκα του,
ένα κορίτσι που κρύβεται
είναι η αγάπη μου.

Σήμερα όμως, βράδυ Τετάρτης, δε φάνηκες.
Ίσως γιατί έχει μπάλα η τηλεόρασή.

γ’

Μέσα απ’ το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια.
Όχι αυτά με τα νερά και το χρυσάφι,
ούτε τα άλλα που εξημερώνουν το θάνατο.

Από το σπίτι μου περνάνε τα ποτάμια
που μες στα λίγα μέτρα τους
χωρίζουνε το γέλιο σου
απ’ τα στεγνά του κόσμου.

ε’

Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.
Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο
μπαινοβγαίνουν πουλιά,
οι παλιές σου αγάπες.
Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,
αν μπορούσα θα τα ‘πνιγα μ’ ένα μου ποίημα.
Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε
χώμα και άχυρα, να χτίζουν
στις μασχάλες σου τις φωλιές τους.

Το βράδυ δαγκώνεις πάλι τον ύπνο μου.
Δε συμβαίνει τίποτα, μόνον
που τα όνειρά μου κυκλοφορούν με σημάδια.
Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πως και γιατί.

στ’

Α και να είχα μία Ντοτζ αμερικάνικη,
που παίζει στο ραδιόφωνο Πωλ Άνκα.
Θα ’τρεχα πάνω-κάτω στη ζωούλα σου,
θα ‘κανα θρύψαλα ύλες σου τις βιτρίνες.

Α, με μία λιμουζίνα αμερικάνικη
θα σήκωνα τη σκόνη απ’ την αυλή σου.

ζ’

Κάτω από γκρίζα ρούχα το κορμάκι σου•
έτσι που ντύνεσαι, πως να σ’ αποστηθίσω;
Κοιτάζω μόνον, τα μικρά σου στήθη·
τα μάτια τρίβονται μες στις πανσέληνους τους.
Παίζει μια μουσική πρωί-πρωί
σαν διψασμένο ζώο.

Γι’ αυτό δεν έχουν χέρια οι ποιητές.
Τα κόβουν σύρριζα των λέξεων οι λάμες.

ιβ’

Τη νύχτα ανάβω το φιτίλι και περιμένω.
Ν’ ακούσω την έκρηξη, να δω
τα μάτια σου να καίγονται στην τρομερή φωτιά.
Θες η βροχή
(αυτή η βροχή των δυτικών συνοικιών),
θες της αδεξιότητας τα λάθη,
με ξημερώνουν μάταια στο παράθυρο.

Κάτω αρχίζει η κίνηση των δρόμων.
Βαλκανικές φωνές και αποτσίγαρα.
Εσύ ξυπνάς το άλλο σου κορμί,
αυτό που σκιάζεται με τις επιθυμίες.

ιγ’

Εδώ και μέρες χτυπά το τηλέφωνο.
Αν το σηκώσω, λέω, θα σαι εσύ.
Πάλι μ’ αυτήν την τρελή ιστορία
για τα σημεία των καιρών
και για τα τέρατα.
Πάλι μ’ αυτό το ανυπόφορο τέλος,
πως πέθαναν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν την αντέχω πια τη φαντασία σου.
Γι’ αυτό κάθομαι ασάλευτος στην καρέκλα
και κάνω πως κοιτάζω τη θάλασσα.
Γι’ αυτό αφήνω να μακραίνουν τα μαλλιά μου.

Σαν τα φτερά του πετεινού μες στα θεμέλια.

ιδ’

Θα σου τσακίσω τα φωνήεντα ένα-ένα.
Τότε να δω (ν’ ακούσω πες),
με σύμφωνα μονάχα μες στο στόμα
πως θα ταΐζεις του έρωτά σου τις φωνές.

ιε’

Ένας βαρύς χορός, αντρίκιος ήταν,
ένας ζεϊμπέκικος.
Κι εσύ με χέρια διάπλατα ανοιχτά,
σταυρός και θηλυκός εσταυρωμένος.

Τρεις μέρες κατόπιν δεν αναστήθηκες.
Δεν αναλήφθηκες πάνω σε φύλλα φωτιάς.

Ούτε και ξαναχόρεψες πια.

ιστ’

Πριν συμβούν όλα αυτά
το τοπίο ντυνόταν στο δέρμα σου.
Μπαίναν τα μάτια μου από παντού,
σαν σαρκοβόρα των θερμοκηπίων.
Με τον καιρό με θέλησες τυφλό.

Τώρα σκάβω με νύχια στα βαθιά,
σαν τυμβωρύχος έρπω μες στις λέξεις.

Θάφτηκαν τα κτερίσματα στις επιχωματώσεις.

 

 

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ Η ΦΩΤΙΑ (1992)

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Του μίλησε για τον Ηράκλειτο
Και για την Μπαγκαβάτ Γκιτά.
Του μίλησε για τον Οντίν και τον Μπαλντούρ
Τους θεούς του βορρά.
Του μίλησε για το πνεύμα του δάσους
Και τον χορό των Μαγισσών μες στη φωτιά.

Ο άλλος άκουγε κουνώντας το κεφάλι.
Απ’ όλα αυτά, στο τέλος είπε,
Τίποτα δεν υπάρχει.
Ούτε θεοί ούτε δαίμονες
Ούτε ο Αρζούνα ο Ινδός πολεμιστής.
Αν κάτι υπήρχε
Θα μας το είχε δείξει η τηλεόραση.

 

ΛΙΛΙΘ

Και η δωδεκάχρονη αμαζόνα
Με το βαθύχρωμο σαλβάρι
Και τα μικρά βυζιά κάτω απ’ το μαύρο μπολερό,
Έλα, μου είπε,
Να κοιμηθείς μαζί μου.
Βραδιά σου υπόσχομαι με χάρες νυφικές,
Σώμα ζεστό, στα σχήματα της φλόγας.

Τυφλός την ακολούθησα σε σκοτεινές στοές,
Απ’ τη βουή ξεφεύγοντας της αγοράς.

Κι είδα κιλίμια περσικά, χρυσές χοάνες,
Σκηνές ερωτικές με παχουλά κορμιά
Και στο μιντέρι καθισμένη τη γριά
Μισόγδυτη, τρελή, με τα μαλλιά
Σαν ξέπλεκους ιστούς πάνω στους ώμους
Και το μαρκούτσι του αργιλέ στο στόμα.

Κι ύστερα είδα την ωραία αμαζόνα
Με τα μικρά βυζιά κάτω απ’ του τόξου τη χορδή
Και στον καθρέφτη είδα
Νύχτα που βάθαινε,
Μαύρη τη σελήνη,
Τους τέσσερις μοναχικούς προσκυνητές,
Γύφτους που χόρευαν έξω από τους ρυθμούς,
Μες στους ρυθμούς των μαύρων τους σωμάτων.
Κι ένα κοπάδι πέτρινα άλογα,
Καλπάζοντας ορμητικά ν’ ανηφορίζουν.
Στα γκρίζα πέτρινα λαγόνια τους
Τη λάμψη του ιδρώτα
Και στα ρουθούνια τους αφρούς, δρόμος μακρύς
Ως του γκρεμού το χείλος.
Ορθοποδίζοντας σαν γυμνασμένοι ακροβάτες
Μ’ ένα χλιμίντρισμα άγριο πήδηξαν στο κενό.

Τα μάτια ανοίγοντας βρέθηκα πίσω.

Γυμνή, ανάσκελα πεσμένη στο μιντέρι,
Με το βαθύχρωμο σαλβάρι, το μαύρο μπολερό
Πλάι στο μαξιλάρι διπλωμένα,
Μ’ ένα χαμόγελο στεγνό μέσα από άδειο στόμα
Είδα μονάχα τη γριά.
Έλα, μου είπε,
Να κοιμηθείς μαζί μου.
Το μαύρο χάθηκε στο κόκκινο.
Θα σβήσω τα κεριά.

1989 ΛΙΛΙΘ

 

ΝΕΡΩΝ ΠΥΡ0ΜΕΝΟΣ

Έλα ηδύποτη φωτιά, γιόρτασε τώρα
Την πόλη τούτη την εφήμερη, θυσία σου προσφέρω
Στο διαρκές ελπίζοντας κι αιώνιο
Θρέψου και ψήλωσε και άφησέ με
Στης φλόγας σου το κέντρο να υπνωτιστώ

Την πένθιμη αποθέωση να νιώσω
Της λύρας της επτάχορδης
Και του αρχιλόχειου μέτρου

Να λάμψει ο στίχος ο καλός
Κι η βλασφημία μου ας υψωθεί στο χρόνο
Χρεία ποτέ δεν είχα των θεών
Και παρελθόν κακό με καταδιώκει
Μα είναι η τέχνη που
Τη μοναξιά μου σαν συνείδηση φωτίζει

Βλέπω τον κύκλο γύρω μου να κλείνει
Συγκλητικοί και ιππείς συνωμοτούν
Κόλακες και ανόητοι με πνίγουν
Το πολλαπλό μου είδωλο
Στην προστασία των κατόπτρων περιφέρω

Ομολογώ, το κύρος του Αυγούστου δε διαφύλαξα
Αλλιώς τι γύρευα πεζός στην αγορά
Με φορεσιά απελεύθερου εμπόρου
Στα ταβερνεία με γυναίκες αργυρώνητες τι γύρευα
Όμως βαραίνει επάνω μου η πορφύρα
Κι η αγωνία στου θεάτρου τη σκηνή
Τον Καίσαρα επευφημούν ή το τραγούδι του

Μ’ απόψε είναι η φωτιά που με παρηγορεί
Φτερά πυρόμενα θερμαίνουν την καρδιά μου
Στην όχθη τούτη έκθαμβος μετρώ το φως
Μέχρι το θάνατο ακινητώ το χρόνο

Κι αν μαύρη η τέφρα μείνει της σορού
Γλυκός θα ναι και άπειρος ο αέρας

 

ΗΛΘΟΝ ΑΜΑΖΟΝΕΣ ΑΝΤΙΑΝΕΙΡΑΙ

Κοντεύει η ώρα
Κι ούτε στιγμή δε σφάλισα τα μάτια
Κοιτώντας πέρα απ’ τα νερά την τέντα του Άκριτη
Στον ύπνο του ακούγοντας τον οίκτο
Έχω το ρίγος της αυγής
Και του αίματος των σπλάχνων μου το φόβο

Μα τι μπορώ στο χρόνο να χωρίσω
Σταθερά αντικρίζοντας τον κάμπο
Να εκλιπαρήσω μόνο στο παρόν τη σωτηρία
Της παρθενίας μου και του μαστού μου το ανέγγιχτο
Παρούσα εδώ σε κίνηση αιώνων
Αναζητώντας στο ρευστό του ουρανού
Το αγκάλιασμα και το χορό των Άρκτων

Πέτρωσες Άρτεμη
Η θεϊκή σαΐτα δεν ηχεί
Και τους μηρούς σου τύλιξε ανθεκτικό χορτάρι
Μόνη απόμεινα αιχμή
Των μύθων στην καρδιά της αυτοκρατορίας
Τούτο το σύνορο με θλίβει
Η θάλασσα κι ο ποταμός είναι το φως
Κι η άλλη όχθη πένθιμη ακινησία

Με τους απόβλητους συμμάχησα εν τέλει
Για μια αναμέτρηση που ήδη έχει κριθεί
Ωστόσο μόνη πάω τη ζωή μου
Τους οιωνούς και τα σημεία αγνοώντας
Στα χέρια μου λατρεύοντας τη μαλακή βροχή
Και το αραβίτικο γαλάζιο μου κοντάρι
Ας πλέξω τώρα τα μαλλιά μου
Γυναίκα πρώτα
Κόρη θηλύτεκνης φυλής
Που των άντρων το στέρνο δεν εγνώρισα
Παρά μονάχα ως σκεύος του πολέμου

Κι η κούπα με τον κρόκο να ’ναι έτοιμη
Τα νύχια του άλογου μου να βάψω

 

ΔΟΝ ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ ΝΤΕ ΛΑ ΜΑΝΤΣΑ
Ο ΙΠΠΟΚΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΕΙΝΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Να ‘μαι και πάλι τώρα εδώ,
πάνω απ’ τους τόπους της φτωχής γεωγραφίας,
μια κι όπως λεν τα πάντα είναι παρόντα
κι αυτό που ήταν μια φορά ακόμα είναι.
Μέσα απ’ το φως κοιτάζοντας τη φλόγα
και μέσα από τη λάμψη τη φωτιά.

Καθήκον είχα ως παλιός χριστιανός
έργα και λόγια των κυρίων να πιστεύω·
ήσυχος του ύπνου τον μανδύα τυλιγόμουν.
Στα όνειρά μου έτρεχαν νερά
απ’ τις βρυσοπηγές της Αραγώνας·
ήχοι άλλοι δεν με τάραξαν ποτέ
ούτε γητειές παραμυθένιων μάγων.

Τυχαία μου έπεσε στα χέρια η φυλλάδα
κι όπως κουτσά στραβά τις λέξεις σεργιανούσα
της σκευωρίας βρήκα την κλωστή.
Τα μυστικά τους πάρε δώσε αγνοώ, μα ξέρω τώρα
πως και οι δυο δοξάστηκαν στη ράχη μου πατώντας.

Πολλοί εξαρχής με είχαν συμβουλέψει:
μη βγεις στον δρόμο με τρελό, θα φορτωθείς μπελάδες,
μ’ αρχοντοπούλες μου είχε τάξει και οφφίτσια·
έτσι καβάλησα το γκρίζο μου γαϊδούρι
μια τίμια προσμένοντας συναλλαγή.

Ωστόσο ο Δον Κιχάνο με ξεγέλασε
στου κουλοχέρη εγκαταλείποντάς με τη γραφίδα·
έρμαιο αφέθηκα πράξεων γελοίων
που οι ίδιοι μηχανεύτηκαν για μένα·
ήμουν εγώ ο αλανιάρης σκύλος της Αποκριάς.

Ήμουν αυτός που απόμεινα στεγνά να ονομάζομαι
Σάντσο Πάντσα, ο πλανόδιος κοιλαράς,
ειρηνικός ακόλουθος του ιδάλγου·
ένας αγροίκος, κουτοπόνηρος χωριάτης,
που σε όλα πίστευε και αμφέβαλλε για όλα,
ο πάντα δεύτερος σ’ αυτή την κωμωδία.

Κι αν τελικά με κράτησαν στα μέτρα της σειράς μου
και δεν ελπίζω σε τίποτε πια,
διόλου δεν θλίβομαι.
Ξέρω καλά πως η ιστορία ευνοεί τους ισχυρούς.
Δεν αφαιρώ και δεν προσθέτω·
πέρα απ’ τον χρόνο σμίγω με τον χρόνο·
μένω της μάνας μου ο γιος·
μένω μονάχα ο Σάντσο.

Αυτός που είμαι εγώ.

 

ΑΛΥΤΟ ΜΑΤΙ

Τότε ήταν η εποχή των Ελλήνων
Που ταξίδευαν στη στεριά τα τοπία του πόντου,
Ορειβατώντας κάτισχνοι σαν ένθεοι ερημίτες,
Μνήμες φέροντες και φαντάσματα στις ποδιές τους.

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
Έπλενε κάθε μέρα στην αυλή
Τα ρούχα της καταστροφής
Κι άδειαζε στις τσουκνίδες τ’ απονέρια,
Όπου λίγο μετά ανάβλυζαν πομφόλυγες αίματος.

Ώσπου ήρθε στον ύπνο της η πεθαμένη
Ντυμένη πορφύρα και στέμμα.

Κυρία, είπε,
Κόρη της Άννας της Ανατολής και του αρκουδιάρη,
Εκεί όπου ρίχνεις της πλύσης τα νερά και τα σαπούνια
Βρίσκεται μαζεμένο το αίμα του πνιγμού
Και των δαχτύλων του φονιά το βάθεμα.
Λίγη κανέλλα με λεμόνι ή παγωμένο τσάι πότισέ με,
Όπως τη μέρα εκείνη στην πατρίδα,
Που τα μαλλιά μου έκοψες
Να ξεβασκάνεις τον γιο σου,
Πυρώνοντάς τα στο καρβουνάκι του θυμιατού,
Και με χαμόμηλο δρόσισες το χώμα,
Σπένδοντας στους νεκρούς.
Τούτος ο τόπος της ταφής ήρθε μαζί σου,
Ακολουθώντας το άνοιγμα της γης,
Ρώμη, Ελλήσποντο και τώρα εδώ,
Στις παρυφές των ηπείρων.

Τότε ήταν που η γρια-Σουλτάνα
Νύχτα, με το φεγγάρι στο σημείο του φόβου,
Στα δόντια σφίγγοντας μαύρου κόκορα φτερό,
Έμπηξε δεκατρείς φορές το φτυάρι,
Τ’ όνομα ιχνηλατώντας και το στόμα
Αμαλασούνθης Βασιλίσσης θύματος φθόνου,
Ξεθάβοντας το διάδημα πρώτα και μετά
Τον αρραβώνα του γιου της Δημητράκη,
Που πήγε δεκαοχτώ χρονώ από
Άλυτο μάτι.

1990 ΑΛΥΤΟ ΜΑΤΙ

 

ΝΕΚΡΙΚΟ I

Να κάψεις πρώτα τη βελόνα στη φωτιά
Ώσπου το ατσάλι, της φωτιάς
Το πύρινο δαιμόνιο ν’ ανταμώσει
Στ’ ακρόνυχα μετά να τη σταυρώσεις
Και στου νεκρού τον αφαλό
Μέχρι το μάτι της κλωστής να τη σταυρώσεις

Λόγια αρχαία που δε βρίσκονται
Γραμμένα σε χαρτί να ψιθυρίσεις
Έτσι θα λάβει σχήμα εντός του η σιωπή
Και θα ’ρθει ο θάνατος πολύς
Να λύσει το κορμί του

Έτσι δε θα γυρνά γυμνός τις πόρτες να χτυπά
Λερός από τα χώματα τυφλός από τα φίδια
Ούτε καβάλα σ’ άλογο μαύρο θ’ αναζητά
Τα δάση που ποτίζονται απ’ του αίματος τις στέρνες

Μόνον τ’ αχνάρια του σκυφτού νερού θ’ ακολουθά
Στην όχθη σημαδεύοντας της νύχτας τα λιθάρια

 

ΝΕΚΡΙΚΟ II

Και βρέθηκε γυμνός στην ποταμιά
Κει που παραμονεύει η Μονοβύζα
Ξεδοντιασμένη και άχολη γριά

Ε! ασυλλόγιστε, του φώναξε, που πας;
Στον κάτω κόσμο που τραβάς με άδεια χέρια
Εκεί δεν έχει σύνορα το φως
Εκεί δεν έχει ο χρόνος εξουσία
Τη μαύρη πέτρα σαν διαβείς
Της νοσταλγίας μοναχά το γάλα θα βυζαίνεις
Πάρε μαζί σου σπόρο και νερό
Πάρε τη μυρουδιά αγαπημένου
Το δρόμο σου να βρεις στο γυρισμό
Πάρε κι απ’ το γλυκό κρασί να πιουν οι πεθαμένοι
Που θέλουνε καλόπιασμα για να σου δώσουν θώρι

Κι αν τύχεις σαραντάπηχους απ’ το παλιό το γένος
Πες τους θ’ ανάψω τις φωτιές νύχτα Μεγάλη Πέμπτη
Ν’ ανέβουνε να ζεσταθούν όπως τ’ αρχαία χρόνια
Ν’ ανέβει και τ’ αγόρι μου που το ’χουν σκοτωμένο
Ανήμερα που μου ’φεύγε να βάλει το στεφάνι
Κι η δόλια αντάμα ετοίμαζα πικρό πιοτό και ρύζι
Αντάμα το ’ντυνα γαμπρό και το νεκροφιλούσα
Μ’ αν τύχεις μοναχά ρωμιούς διπλοπροσκυνημένους
Στείλε θλιφτή παραγγελιά να κλάψω η ρημαγμένη
Ν’ απελπιστώ τα μαύρα μου ποτέ πως θα τα βγάλω
Και πως στα μάτια μου θα δω της χελιδόνας τ’ άσπρο
Ν’ ανέβω κει στ’ απάτητα που ο αμάραντος φυτρώνει
Να μαζευτώ στον ίσκιο μου σαν φίδι μες στην πέτρα

 

ΔΙΗΓΗΣΗ ΧΩΡΙΚΟΥ
ΣΕ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟ ΝΕΟ

Τις νύχτες που ο άνεμος καθαρίζει τους ήχους
Ακούς ν’ αδειάζουν τα χωριά.
Φεύγουνε οι ξωθιές κι οι αρκουδιάρηδες,
Φεύγουν οι σαλεμένοι.
Πίσω τους μαγεμένα ακολουθούν
Τα παιδιά μας με το φεγγάρι στα μάτια.

Κι αφού διαβούν τα πέτρινα γεφύρια,
Σταυρώνοντας ψηλά τα δάχτυλά τους,
Στα μέρη εκείνα φτάνουν που τα λένε
Των άσαρκων η χώρα.
Εκεί οι γύφτοι στήνουν τις φωτιές τους
Και με τα ντέφια τους κρατάνε τους ρυθμούς.
Εκεί οι μάγισσες τ ’αγόρια ξελογιάζουν.

Κι όταν του τράγου πέφτει το κεφάλι
Γυμνώνουν οι κοπέλες τα βυζιά τους
Και τα μαλλιά τους άσεμνα τα λύνουν.
Τότε γεννιούνται τα παιδιά τους,
Αλαφροΐσκιωτα, με την τρίχα στην πλάτη,
Αλαφροπάτητα, μην τύχει και ταράξουν
Το δείπνο των δαιμόνων.

Σαν επιστρέφουν πριν απ’ την αυγή,
Έχοντας κόμπο στο μαντίλι τους δεμένο
Το μάτι του διαβόλου
Πια δεν μιλούν.

Κάθονται στο κατώφλι και κοιτούν
Τους τόπους που φουσκώνουν τα ποτάμια.

Στα λέω αυτά κι ας μην καταλαβαίνεις,
Γιατί εσύ ποτέ σου δεν ημέρεψες
Με το βλέμμα το βλέμμα του σκύλου,
Όταν γυρίζει μέσα του το αγρίμι.
Γιατί κι εσύ, μες στις δικές σου νύχτες,
Καθώς στερεύουν όλα τα κανάλια,
Αυτά που δεν καταλαβαίνεις ονειρεύεσαι.

 

 

ΖΕΣΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ (1988)

 

ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Μην τους αγγίζετε αυτούς τους αγγέλους.
Είναι δικοί μου κι αντί για άσπρα φτερά
φοράνε μαύρες σημαίες.
Μεθυσμένοι ερωτεύονται και μες στο μυαλό τους
έχουν χιλιάδες αποσυνδεμένα καλώδια
από χιλιάδες λοβοτομές.
Παίζουν τα δικά τους παιχνίδια
με γυάλινες χάντρες,
ξεκούρδιστες χορδές·
βγάζουν τη γλώσσα τους σαν τα παιδιά,
κουνάνε πάνω κάτω τα χέρια τους,
ενθουσιάζονται
και κάνουν «τζα»
πίσω απ’ τους στύλους του ηλεκτρικού.
Μέσα σε λάμψεις θανάτου αγαπιούνται τις νύχτες
στα κοιμητήρια της θαμπής τους ζωής.

Μην τους αγγίζετε τους δικούς μου αγγέλους.
Πονάνε.

 

ΜΠΛΟΥΖ

Είναι η θλίψη της νύχτας,
η ερημιά
των κατάφωτων δρόμων,
καθώς βαδίζεις ανώδυνος
με το τσιγάρο στα χείλη,
με τις γροθιές σφιγμένες στις τσέπες,
μια και δεν έχεις πού να τις τινάξεις
ή μάλλον έχεις, μα δεν τολμάς.

Σχισμένα βλέμματα
έρπουν στο σώμα σου,
κουρελιασμένες αισθήσεις
σε ανιχνεύουν.
Αγωνιάς να ξεφύγεις
ακίνητος,
φυλλομετρώντας ξανά και ξανά
τα γερασμένα σου παραμύθια.

Γίνεσαι ο λύκος
στο κρεβάτι της γιαγιάς,
ο δράκος που καταβροχθίζει
τα κορίτσια του.
Αγκάθι γίνεσαι στην καρδιά
της πεντάμορφης,
ο κακομούτσουνος παλιάτσος
στην αυλή του βασιλιά.

Είναι εκείνο το τραγούδι,
απέραντη περιπλάνηση μπλουζ μοναξιάς,
με την πνιγμένη φωνή
της μεγάλης Μάμα,
με τη γλώσσα
ξασπρισμένη στα δόντια,
νυν και αεί προσευχή των ανώνυμων·
οι βελονιές του σαξοφώνου
στις χαλαρές ραφές του εγκεφάλου,
τα καράβια
που σε ταξίδεψαν σε τοπία δυσβάσταχτα,
που θα ταξιδέψουν
ακόμα.

 

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΦΟΡΒΑΛΗΣ

Τη γυναίκα την έλεγαν Φορβάλη
και ήταν όντως περίτεχνη.

Αγαπούσε παράφορα
τη σημασία των λέξεων
και τα μικρά εκείνα χωνάκια
που επιμένουν να πάλλονται
στις παρυφές των αμμολόφων.
Η διαρκής υγρασία της θάλασσας
κάτω απ’ τα πέλματά της,
καθώς και η διαφάνεια των μύθων της
της επέτρεπαν να κινείται νοσταλγικά
στα θεωρεία και στους διαδρόμους
των πάλαι ποτέ ενδόξων θεάτρων.

Κανένα παρόν δεν έκαιγε στα στήθη της,
κανένας θεσμός δεν διαπερνούσε
το φάσμα των δακρυγόνων.

Ταξίδευε ανελλιπώς κάθε πρωί
στις γειτονιές των φτωχών
και θαύμαζε τα ασπρόρουχα
που στέγνωναν στους εξώστες.

Το μεσημέρι
επέστρεφε για να λουστεί
στο αίμα των υπερχιλίων εραστών
που σφάζονταν μπρος στην εξώπορτά της.

Και το βραδάκι,
ακολουθώντας τους χάρτες της,
έφτανε στις σκηνές των στρατηγών,
παίρνοντας πάλι τη θέση της
στη σκακιέρα.

 

ΟΠΩΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Κάθομαι και κοιτάζω τα πουλιά μέσα στο σπίτι.
Μίζερα πουλιά, κακοφτιαγμένα είναι,
αταξινόμητα.
Ούτε πετάνε ούτε τραγουδάνε
ούτε τσιμπολογάνε με τα ράμφη τους
τις αισθήσεις.
Στέκονται ασάλευτα πάνω στις ράγες του τραίνου
που περνά τακτικά από δω·
ασάλευτα και τα μάτια τους,
στυλωμένα στο ίδιο σημείο.

Περιμένουν το τραίνο, μου λέει ο σταθμάρχης.
Θα κάνουν ένα ταξιδάκι αναψυχής στην ενδοχώρα.

Το τραίνο περιμένω κι εγώ
–Γι’ αυτό εξάλλου κι οι βαλίτσες πλάι στα πόδια μου.
Όχι εκείνο της ζωής
με τα πολλά βαγόνια και τις ανέσεις,
μα αυτό των μία παρά τέταρτο
που έχει καθυστέρηση στα σύνορα
και θα ‘ρθει χαράματα όπως συνήθως.

Μέχρι να φτάσει
καθόμαστε όλοι εδώ μέσα στο σπίτι
χωρίς να μιλάμε,
χωρίς να καπνίζουμε,
χωρίς να λύνουμε σταυρόλεξα ή γόρδιους κόμπους.
Στοιχειώνουμε μόνο.

 

ΑΨΟΓΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Τσιγάρο πρώτο

Τώρα θα ζήσεις μονάχος
σ’ αυτό το χέρσο δωμάτιο,
χωρίς κουρτίνες,
χωρίς μπαλόνια φουσκωμένα με ανάσα ή με ήλιον,
χωρίς ινδάλματα κρεμασμένα απ’ την οροφή.
Σ’ αυτό το δωμάτιο

με φτερουγίσματα απολιθωμένων πουλιών
κι ερωτικές περιπτύξεις φαντάσματα,
με την τεράστια σκιά του καρφιού
που παλινδρομεί σπασμωδικά στο μέτωπό σου,
στάζοντας άχρωμο αίμα σε κάθε του έξοδο.

Κερνώντας στον εαυτό σου παγωμένη αδράνεια,
κατεψυγμένα χρώματα, κομμάτια
σκόνης που χούφτα χούφτα συσσώρευες.
Πλάι στο παράθυρο η διάτρητη νύχτα,
το τρίξιμο του ξεραμένου φεγγαριού στη συστολή του,
το μολυσμένο δέντρο της αυλής
με τα σφαγμένα δάχτυλα στα κλαδιά του.

Απόκοσμος φόβος θα συγκλονίζει τα μάτια σου.

Τσιγάρο δεύτερο

Τώρα θα ζήσεις εδώ,
κοιτάζοντας γύρω γύρω τη λάμπα,
τα περιττώματα των εντόμων στο γυαλί,
πάνω στο σώμα σου τα περιττώματα
της νοσταλγίας.
Στον καθρέφτη κοιτάζοντας
τη σφιγμένη σου μάσκα να χάσκει
στο γεμάτο μαύρο κενό·

αναπαράσταση απέραντου κόσμου
που με ρυθμούς αλυσίδες σε καταδίωκε.

Θ’ ακούς την καρδιά σου να πάλλεται
στις τεντωμένες σου φλέβες,
καθώς κουβέντες εκρήξεις
θα σπρώχνονται μέσα σου,
θα πιέζουν ν’ ανοίξουν το στήθος σου,
να ξεχυθούν, στα κρανία να τελειώσουν
των πεθαμένων.

Όχι, κανείς δεν θα’ ναι απέναντί σου.
Μονάχα το σάβανο φως θα λύνει το βλέμμα σου
ή θα τυλίγει προσεχτικά το μυαλό σου
στο καλό του κοστούμι.

Τσιγάρο τρίτο

Τώρα εδώ θα περιμένεις τους διώκτες σου.
Παραδομένος,
άφωνος στον λαιμό θα καρφώνεις τα νύχια σου,
άφωνος όπως πάντα.

Θυμάσαι εκείνα τα είδωλα βράδια
που τσάκιζες τη γλώσσα σου στα δόντια
μη σου ξεφύγει ο μεθυσμένος άγγελος
που παραμόνευε στο στόμα σου γυμνός;

Ομίχλη μες στην ομίχλη, κενό μες στο κενό·
χωρίς οινόπνευμα, χωρίς τσιγάρο,
χωρίς τα νέγρικα μπλουζ που σε φαρμάκωναν·
με τον βολβό να φωσφορίζει πλάι στην πόρτα,
με την αλλόκοτη κραυγή του φεγγαριού
στο καινούριο του γέμισμα.

Τσιγάρο τέταρτο

Τώρα εδώ θα ηλεκτρίζεις τα νεύρα σου·
ρημαγμένες εικόνες τρελών,
σκαμμένα μάγουλα θα διώχνουν τον νου σου.

Θα εγκαταλείπεσαι σε σταθμούς δίχως σήμερα,
αραχνιασμένα βαγόνια,
κλειδούχους αγάλματα,
μαζεύοντας κάθε τόσο στα δίχτυα σου
το σύντριμμα των γιορτών,
λάσπη μέσα στη λάσπη τη μνήμη σου.

Θα κλαις το γέλιο που ποτέ σου δεν γέλασες
στο κροτάλισμα των χτικιασμένων χεριών σου·
θ’ αγγίζεις το αίμα,
μαζεύοντας γύρω σου σημαδεμένους τοίχους,
σκίζοντας με τα χείλη σου την ίδια πάντοτε φράση:

Μόνον η νύχτα ξέρει γιατί δεν αντέξαμε.

 

ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

Μες στο μυαλό μου σε γδύνω ξανά.
Χωρίς χυδαίες κινήσεις,
χωρίς χαμηλούς φωτισμούς
και πάνω απ’ όλα:
όχι εντελώς.
Αφήνω απείραχτο στη θέση του το δέρμα σου
να παίρνει χρώμα η φαντασίωση
–εκείνους τους ιριδισμούς εννοώ
που ανατριχιάζει καθώς αγαπιέσαι.

Είμαστε στην μπανιέρα σου
–όχι στην καθημερινή,
στην άλλη–
με τα χρυσά λιονταράκια στα ρουμπινέτα
και τ’ αλαβάστρινα φεγγάρια
του γέλιου σου.
Γλιστρούν τα χείλη σου,
γλιστρούν τα μάτια σου στο νερό,
γλιστράς ολόκληρη.
Μ’ αρέσει έτσι·
με τη σαμπάνια στον πάγο,
με τους αφρούς
να σκεπάζουν τα πόδια σου,
με τα ξανθά σου μαλλιά να μυρίζουν
μεσκαλίνη και έρωτα.
Μ’ αρέσει εδώ·
με τους περίτεχνους καθρέφτες
των φόβων σου,
με τις πετσέτες
που στεγνώνουν τον πόθο,
με τα φτερά σου που ξεκουράζονται
στην κρεμάστρα.
Ζεστά είναι,
τρυφερά και διάχυτα,
εύπλαστα όλα για τα παιχνίδια
των αισθήσεων.

Πρέπει να φύγω όμως,
το τελευταίο λεωφορείο φτάνει,
κοντεύουν μεσάνυχτα.
Την άλλη φορά
θα φροντίσω να είμαι
στη στάση νωρίς·
να προλάβουμε,
πέρα απ’ τα σώματα, ν’ απολαύσουμε
και κανένα τσιγάρο
απ’ τα δικά σου,
τ’ αμερικάνικα,
γλυκιά μου Μαίρυλιν.

 

ΥΣΤΕΡΑ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε
Τα τακούνια της ρυθμοί λαμπεροί
Ανάλαφρα χόρευαν στο λιθόστρωτο
Τη σιωπή του
Πιο ψηλά οι γοφοί της
Μαλακά θροΐζοντας στο μετάξι
Αδειάζοντας πίσω της παρενθέσεις
Το βλέμμα του
Απόμεινε εκεί φιγούρα μοναχική

Λεπτομέρεια αυτός
Κάτω απ’ την πινακίδα
Του ορίου ταχύτητας

Φορτηγό θιάσου
Μπροστά του σταμάτησε
Οι θεατρίνοι
Στην επαρχία
Οθέλλο θα έπαιζαν
Πήγε μαζί τους
Μεταμφιέστηκε

Τα χέρια του τέντωσε στο κενό
Και τα έσφιξε
Ο λαιμός της
Τσακίστηκε στα μπράτσα του
Σωριάστηκε νεκρή στη σκηνή

Η λάμψη των τακουνιών μαζί της χανόταν
Τόπους λευκούς ορίζοντας στο κορμί του
Αυτός εκεί διπλωμένη σκιά

Μάτι υπόλειμμα μηρυκάζοντας
Το ελάχιστο φως

Κάτω απ’ την πινακίδα του τέλους
Ορίου ταχύτητας

 

ΠΑΛΙ ΓΥΡΙΖΕΙ

Πήρε την παρτιτούρα
Και ψαλίδισε τις νότες μία-μία
Στον αέρα τις φύσηξε
Μάζεψε όσες πρόφτασε αιωρούμενες
Και τις ξανακόλλησε στην τύχη
Ύστερα κάθισε στο πιάνο
Τα δάχτυλά του ξεβίδωσε
Στη θέση τους προσάρμοσε
Αρνητικών ρολά

Ξανθές φωτογραφίες, μνήμες ξανθές
Τη ματιά του βαθαίνοντας στον καθρέφτη
Ξανθιά την εικόνα της σε φόρεμα αίμα

Τη χτύπησε με δύναμη στα πλήχτρα

Τον ήχο της άκουσε
Το σελλυλόιντ

Να τσαλακώνεται

Στις διέσεις

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Να τη λοιπόν η γενέθλια πόλη μου
Αναδύεται πολύκλαδο μάτι
Απ’ την υγρή πορσελάνη της νύχτας
Οι πύλες της
Ορθώνονται στο άπειρο
Ανεξερεύνητα σχήματα
Στη συμμετρία του χώρου
Να τη λοιπόν
Εικόνα διάφανη και μετέωρη
Τρυφερό ρωγοβύζι, τροφός
Του μετέωρου βρέφους
Οι νύφες της
Ματώνουν τα φυλλώματα
Τολμηρά οδηγούν τη βροχή
Στα πυρωμένα τους σκέλη

ΟΜ!
Άνοιξε τις παλάμες σου
Να φωλιάσει ο αετός
Οι θυρεοί πέτρωσαν στις αψίδες
Πριν τους αγγίξεις

ΟΜ!
Σε καμιά φυλακή δεν μπορείς
Να εξοντώσεις το λόγο
Που αναβλύζει απ’ τις αρχαίες πηγές
Δέξου στα χείλη σου τα χείλη
Το ρυθμό του φιλιού της παρθένας
Στο μυστικό τραγούδι του κόλπου της
Καθώς κοιτάζω το πρόσωπο
Το καθαρό δέρμα
Της γυναίκας που λάτρεψαν οι επίγονοι
Νιώθω στο στήθος μου να φυλλορροεί
Το τέλειο άνθος
Απογυμνώνομαι
Η ουρά του κομήτη φλογίζει τη μνήμη μου
Παρένθεση ερωτική
Στην τροχιά που διαγράφει ο χρόνος
Υπέρτατο πλάσμα
Στον αφαλό σου συγκλίνουν οι μύθοι
Που αναζητούσαν αιώνες τη λάμψη σου
Για να λάμψουν
Η καυτή ανάσα σου
Πληγιάζει τον ώμο μου
Ιδού η ένωση
Κι ο οργασμός του κενού
Οι νέοι κόκκοι γεννιούνται
Πριν τραβηχτώ
Και η απόσταση μένει ασάλευτη
Βρίσκονται όλα τόσο κοντά
Μ’ αγκαλιάζουν
Βγαίνω έξω απ’ το σώμα μου
Ρίχνοντας βλέμματα κλεφτά
Στις παραδόσεις σου

 

ΖΕΣΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Στην Κατερίνα Γώγου

Να τη φοβάστε την πανσέληνο.
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα’ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.

Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

 

 

ΣΤΗ ΜΟΥΒΙΟΛΑ (1986)

XII

Το βέλο σκέπαζε το πρόσωπό της.
Τα μαύρα της γάντια
κεντημένα με στρας
έφταναν ως τους αγκώνες.
Οι μαύρες της κάλτσες
δίπλωναν ψηλά στους μηρούς.
Το υπόλοιπο σώμα
φωτιζόταν γυμνό
από τους προβολείς των περιπόλων.

Ήταν η γυναίκα νεκρολούλουδο
που άνθιζε στο κέντρο της πόλης
τις νύχτες που οι μόνοι
μεθυσμένοι τη γύρευαν.

 

XVIII

Ήταν ένα τραγούδι χωρίς ρεφρέν μμμ! μπορεί και χωρίς λόγια ο δίσκος γύριζε στο πικ-απ ώρες ολόκληρες ο σαλτιμπάγκος χοροπηδούσε από τραπέζι σε τραπέζι ήταν γιορτή ναι δεν θυμόταν καλά πάει καιρός ένα τραγούδι παράξενο με φωτιές ο λόφος με τ’ ακατάστατα δέντρα με τους ανέμους πνιγμένο σε ιδιοφυείς συζητήσεις και ακριβά αυτοκίνητα ασθενοφόρα σε σταθερές διαδρομές μια πιστολιά μετά τίποτε ο δίσκος γύριζε στο πικάπ δεν θυμόταν καλά ένας Ασιάτης στις ράγες του τραίνου αποκεφαλισμένος από τα φτυάρια των εργατών είχε πανιάσει προσπαθούσε αγωνιζόταν ν’ αγγίξει την ατμόσφαιρα δεν τα κατάφερνε οι νεκροί βγάζαν τη γλώσσα τους σίγουρα ήταν γιορτή έτρεχε να προλάβει με τη γαλάζια έξωμη τουαλέτα γύριζαν όλα κάποιος τη φίλησε εκεί λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί καιγόταν ο καβαλάρης των άστρων με τ’ ασημένια σιρίτια μετά οι φωνές απ’ τους δρόμους και οι κρότοι τα παιδιά στους δρόμους τα παιδιά με συνθήματα δίχως τίποτε άλλο με τις μαύρες σημαίες ο δίσκος γύριζε στο πικάπ έφιπποι χωροφύλακες στους δρόμους κάτι που πήγαινε ν’ αλλάξει τα όνειρα τους ήξερε αυτούς που δεν έκαναν όνειρα τους φοβόταν ένα τραγούδι που έφτανε τώρα κομματιασμένο ο χορός το κονιάκ όλα γύριζαν ο σαλτιμπάγκος κρεμασμένος στον πολυέλαιο δείχνοντας την πληγιασμένη του γλώσσα οι άδειες του κόγχες έχασκαν φωλιές μοναξιάς τα παιδιά πεσμένα στην άσφαλτο ματωμένα υφάσματα κάτι που δεν άλλαξε δεν θυμόταν καλά αλαφιασμένη έτρεχε με τις γόβες στο χέρι να προλάβει κάποιοι την άρπαξαν την έσυραν στους δια-δρόμους σε ασφυκτικούς ατέλειωτους διαδρόμους οι άλλοι διασκέδαζαν ανύποπτοι ήταν γιορτή πάει καιρός και ήταν νύχτα οι άλλοι γελούσαν ανύποπτοι τους φοβόταν τους άλλους τους ήξερε μετά η ένεση η αηδία και ο τρόμος του κόσμου μετά τίποτε ένας ακόμη χορός το τραγούδι που δεν τελείωνε είχε ιδρώσει δεν θυμόταν καλά ο θόρυβος του απόλυτου η παρουσία της ζωής πίσω από τις κουρτίνες η αγωνία του επερχόμενου η αγωνία της ζωής το τραγούδι που τα ήθελε όλα η αγωνία προσπαθούσε αγωνιζόταν να θυμηθεί οι φωτιές στις πλατείες κάποιος τη φίλησε εκεί στο λακκάκι του λαιμού κάποιος τον ήξερε τότε πεσμένος μπρούμυτα στη σάλα του χορού πεσμένος μπρούμυτα στο λιθόστρωτο με τη σημαία πάνω του να τον σκεπάζει αυτοί οι άλλοι τους ήξερε με τα πηλίκια της εξουσίας να τον πατάνε τους ήξερε τους φοβόταν η νοσοκόμα που αποστείρωνε τη σύριγγα το τραγούδι που δυνάμωνε σπάζοντας τα ποτήρια της σαμπάνιας σπάζοντας τις δικλείδες ασφαλείας που δυνάμωνε που δυνάμωνε τον καυτό αέρα της παράκρουσης κυριαρχούσε στον θάνατο κυριαρχούσε σπάζοντας τον θάνατο κυριαρχούσε ναι δεν θυμόταν καλά το τραγούδι η κραυγή της στις τσίγκινες πλάκες των θερμοκρασιών σείοντας τα θεμέλια των ψυχιατρείων

 

XX

Η εικόνα αντήχησε στα μάτια της
καθώς η αρτηρία ξεσπούσε ανοιγμένη.
Ξημέρωνε.
Ο πρωινός αέρας αναπτέρωνε
το ματωμένο γέλιο της ήβης της.

 

 

…ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΛΟΦΑΡΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (1984)

 

ΤΟ ΡΥΘΜΙΚΟ ΠΑΡΤΥ

Τα προκάτ όνειρα
Με τη μονοχρωμία των επιτάφιων αισθημάτων.
Τα ξεχασμένα κελιά του Στανχάϊμ
με την αιωρούμενη καρδιά της αντίστασης.
Η μυστική ιστορία που γράφεται
στη δυσοσμία των επιτηρούμενων δρόμων.
Ελευθερία, Ελευθερία,,
απέραντο χάσμα ανάμεσά μας.

 

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ 5ΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ

Εδώ που είμαι θα μείνω
Να ζωγραφίσω την ευτυχία
Ένα ζευγάρι κάλτσες
Την άγια οικογένεια
Ανάμεσα στην κλείδωση και στον καρπό
Μισός πλαστικό μισός βαμβάκι
Διαρκώς εδώ
Στα κατάλοιπα των ονείρων
Με τέσσερις εποχές βουτηγμένες στη λάσπη
Ανάμεσα στο τρία και στο επτά
Να θυμάμαι τα παραγγέλματα των βολών
Ανάμεσα στην κάννη και στον στόχο
Να κρατώ με ασφάλεια
Τα στολίδια της τέχνης
Το γλυκό φτάρνισμα
Της συναχωμένης γενιάς μου
Διαρκώς, διαρκώς
Μισός δέντρο, μισός αναψυκτικό
Με την ωραία κοιμωμένη στο πλάι μου
Στη σύντομη λάμψη του οργασμού της
Ανάμεσα στον ενεστώτα και στον αόριστο
Ν’ απορρίπτω την αθανασία της αλήθειας
Να θλίβομαι
Με την ειρήνη του κόσμου
Ανάμεσα στο γιατί και στο διότι
Ν’ απλώνω το χέρι ζητιανεύοντας
Τα ιερά μυστικά σας
Μισός λεπτοδείχτης, μισός καλώδιο
Μισός.
Εν τέλει θα μείνω εδώ ευλογώντας.
Έτσι κι αλλιώς άλλοι πληρώνουν.

 

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑ

Απόψε δεν θα κυνηγήσω τους ανθρώπους.
Ούτε θα σημαδέψω με το δάχτυλο τα πουλιά.
Απόψε θα μπω στο ασημένιο δωμάτιο.

Μπαίνω και σκοντάφτω στο φως. Ευαγγελίζομαι
τους κρεμαστούς κήπους του Ιουλίου.

Γλύφοντας πού και πού σε ξεραμένα φύλλα
το μυαλό μου.

 

ΚΑΙ ΟΙ ΗΜΙΚΡΑΝΙΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ

Παραγγέλνει καφέ κι ανάβει τσιγάρο.
Φυσά τον καπνό χαμηλά.
Μεθοδικά ξεπαστρεύει τον λυρισμό της
και στη θέση του φυτρώνουν
μικρά τρωκτικά που ροκανίζουν
τις φυγές της. Ξετυλίγει τα σύρματα
που συγκρατούν το μυαλό της.

Προσπαθεί να μου πει
ότι όλα μεγαλώνουν γύρω της,
όλα ανεβαίνουν, σχηματίζουν
αλαφιασμένα τοπία, καταστρέφονται.

Ξαναφορά τα μάτια της –ανάποδα μάλλον–,
χάνεται στριφογυρίζοντας,
αγκαλιάζοντας αποφασιστικά
τους μύθους των νευρικών της εραστών.

 

ΤΟ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΟ ΧΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Μέσα στο στόμα της πληγωμένης μέδουσας
Η ροή του θανάτου,
Η στάχτη των θριάμβων,
Η υποψία της παρακμής.

Η γαλήνη των κίτρινων φύλλων
Θρυμματισμένη στο πεζοδρόμιο.

Κι εσύ, που δεν θα καταλάβεις ποτέ
Γιατί επιμένω να ρίχνω κέρματα
Στο ηλεκτρόφωνο.

 

Μ’ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΡΜΟΝΙΟ

Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι.
Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο
μπαινοβγαίνουν πουλιά,
οι παλιές σου αγάπες.
Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω,
αν μπορούσα θα τα έπνιγα μ’ ένα ποίημα.
Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε
χώμα και άχυρα, να χτίζουν στις μασχάλες σου
τις φωλιές τους.

Το βράδυ δαγκώνεις πάλι τον ύπνο μου.
Δε συμβαίνει τίποτε, μόνο που τα όνειρα μου
κυκλοφορούν με σημάδια.
Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πως και γιατί.

 

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Φορώ μαύρα ρούχα και πλησιάζω
το τραπέζι με τα ποτά.
Δε θέλω να μπλέξω
με τους θορύβους του χορού.
Δε θέλω να παίξω
με οξειδωμένους ανθρώπους.
Προ πάντων δεν θέλω να λες
πως είμαι ένα μουντό
και μίζερο απόγευμα.
Θέλω απλά ν’ ακουμπήσω στα χέρια σου,
να ξεκουράσω τα τσακισμένα μου μάτια.

Πρέπει κάποτε να σου πω την αλήθεια.
Το τοπίο που υπάρχει
κάτω απ’ τη γλώσσα μου
σιγά – σιγά ισοπεδώνεται,
γίνεται ευθεία γραμμή,
σε λίγο καιρό θάχει περάσει
στην ιστορία.

Σιγά – σιγά χάνω τον έλεγχο των χρωμάτων.

 

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΟΥΘΕΝΩΤΙΚΑ

Και κάποια στιγμή, όταν τελειώνουν τα μάτια
και δεν έχεις πια πού να χτυπήσεις,
κοιτάς στον καθρέφτη.
Ανακαλύπτεις τότε για πρώτη φορά,
την κόκκινη τρύπα στο μέτωπό σου,
το υγρό που ρέει και σου λούζει το πρόσωπο.
Πετάς το μαχαίρι απ’ το παράθυρο
κι αποφασίζεις να μη μιλήσεις ξανά
με τετράγωνες λέξεις.
Αγκαλιάζεις τρυφερά την αγωνία σου.
Κοιμάσαι μαζί της.

 

Μ’ ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Πλησιάζω
Με όμοιες λέξεις
Με όμοιες φράσεις
Πλησιάζω
Ανακαλώ τον εφιάλτη
Τον πυρετό
Την αλήθεια
Ισχυρή δροσιά
Παραμορφώνεις αυτό που υπάρχει
Σαν όγκος
Κάπου στο βάθος της θυρίδας
Που ξεκλειδώνουμε
Το μετατρέπεις
Σ’ εξάνθημα
Σε ομόλογο απεγνωσμένης γραφής
Το ξεπουλάς
Με αντάλλαγμα ένα τοπίο
Τεμαχισμένο
Σε δεκάδες παράθυρα
Μοναχικό
Κατακόκκινο
Μ’ ένα όραμα
Που σφαδάζει ανάμεσα στα δάχτυλα
Ένας κλοιός είναι
Που χαλαρώνει σιγά-σιγά
Κι αφήνει τη μουσική
Να ηχεί
Σαν παράξενος τρόμος
Στ’ αφτιά
Πλησιάζω
Σ’ ανακαλώ
Τ’ όνομά σου
Βουτηγμένο στο οινόπνευμα
Καρφιτσωμένο στον τοίχο
Μια χορδή είσαι
Ακίνητη
Και είμαι αιχμή
Η σταθερή συχνότητα
Των αναφιλητών
Πυροδοτώ το μυαλό μου
Ανατινάζομαι
Πέφτω σε φύλλα
Απροσδιόριστου χρώματος
Απροσδιόριστης εποχής
Αναζητώ
Ένα τέχνασμα
Ένα μηχανισμό για να συλλέγω
Κάθε φορά τις παρενθέσεις σου
Χωρίς να φωνάζω
Βοήθεια
Χωρίς να πληρώνω
Η αισθητική του κενού
Ξαναγεννιέται
Με εικόνες λευκές
Και γυάλινες φούγκες
Το χάσμα
Ανοίγει τρυφερά
Ένας καινούργιος θάνατος
Ήρεμο κλάμα
Είναι οι μέρες
Οι μήνες
Τόσες ταχύτητες που αλλάζουν
Ενώ κυλάω
Σ’ αφύλακτους δρόμους
Παρασέρνοντας
Προφητείες και ωροσκόπια
Αβεβαιότητα είσαι
Και είμαι η αμηχανία
Μιας ξαφνικής φωτογραφίας
Σε ικετεύω
Γίνε βροχή
Γίνε ο απρόσμενος ξένος
Που μπαίνει
Χωρίς να χτυπήσει
Γίνε ο ρυθμός
Ενός ακόμη χαμένου ποιήματος
Γίνε η πράξη της λέξης
Δραπετεύω

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Α’

Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.
Είμαι ήδη εκεί.
Όταν φτάσεις θα έχω θάψει
τις φλογισμένες μου λέξεις.
Θα βρεις μονάχα τα καμένα μου δάχτυλα
σκεπασμένα με κίτρινα χόρτα.

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Β’

Κι ούτε καν σήμερα
Που αγγίξατε τις ανοιχτές πληγές του,
Ούτε καν σήμερα
Δεν καταλάβατε
Πόση βροχή και πόση δίψα κρύβει ένα ποίημα.

 

 

ΤΟ ΕΥΛΥΓΙΣΤΟ ΠΕΛΜΑ (1983)

 

ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Τα Σεμνά Οδοφράγματα Υποχωρούν
Παρασέρνοντας
Το Θέαμα
Και Την Άποψη
Των Τραγικά Ερωτευμένων Ποιητών.

Τα Μαύρα Γυαλιά Των Τεχνικών Της Αναμόρφωσης
Κατοπτρίζουν
Το Καθημερινό Κακοφόρμισμα
Των Ήδη Πυόδικων Πληγών
Που Ανοίχτηκαν Στα Ξενύχτια
Και Στα Βλέμματα
Των Ρομαντικών Αφισοκολλήσεων.

Σκονισμένα Αντίγραφα Πινάκων
Το Κεφάλι,
Το Στήθος,
Η Μέση,
Τα Μπούτια,
Η Σκέψη Τού Κόμματος.

 

ΜΙΡΑΝΤΑ

Τα Απογεύματα
Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου
Τα Όμορφα Κορίτσια
Παίρνουν Το Χρώμα Της Ικεσίας,
Χαμηλώνουν Το Βλέμμα
Και Επαναλαμβάνονται.
Κάτω Απ’ Την Μπλούζα Τους
Η Αληθινή Μουσική
Υφαίνεται Στερεοφωνικά
Κι Ανεβοκατεβαίνει Καρφώνοντας
Την Πλήρη Και Συμπαγή Ηρεμία.
Τα Απογεύματα
Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου
Τα Όμορφα Κορίτσια
Περνούν Διαδήματα Στα Μαλλιά Τους
Τα Είδωλα Των Σκέψεων
Και Του Ακαριαίου Θανάτου,
Τη Λαχτάρα Τους Για Μωσαϊκά
Και Παραστάσεις
Και Τις Συμβολικές Όψεις
Μιας Τρυφερής Πρωτοτυπίας.
Μετά Τινάζουν
Τα Τελευταία Φύλλα
Απ’ Τους Ώμους Τους
Κι Ολοκληρώνονται
Τα Ωραιότερα Πορτρέτα
Μέσα Στην Πόλη.
Κι Όταν Η Μπάντα Ασελγεί
Υστερικά
Και Ιστορικά
Δαγκώνοντας Την Κοιλιά
Και Τα Στήθια
Της Λιλή Μαρλέν
Αναπολούν
Τις Μελλοθάνατες Φράσεις
Των Εκατό Χιλιάδων Εραστών
Στα Πεζοδρόμια
Και Στα Υπαίθρια Ζαχαροπλαστεία.
Τα Απογεύματα
Της Τετάρτης Και Του Σαββάτου
Τα Όμορφα Κορίτσια
Ονειρεύονται Τρέμοντας
Τον Ανοιχτό Πόνο Της Ενδοχώρας·
Και Λιγοθυμούν Στη Θέα
Των Στιγμιαίων Πουλιών
Που Πετούν Μπρος
Στα Παράθυρά Τους.

 

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αργά Το Απόγευμα
Τα Μαλλιά Μου Θ’ Ανθίσουν
Γραφίτη Κι Ακουαρέλες
Και Οι Σφαίρες
Λαμπρά Ονόματα
Κυριακάτικα.
Τα Παιδιά
Θ’ Ακουμπήσουν Την Πλάτη Τους Στον Τοίχο
Και Θα Στρίψουν Τσιγάρο
Και Ο Άγιος Τρελός
Θα Σκύψει
Ευλαβικά
Το Κεφάλι
Μπρος
Στην Ελευθερία.

 

ΑΤΟΠΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ
ΠΕΡΙ ΝΕΑΝΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η Άλλη Άποψη Είναι Πως Ξεπήδησες
Σαν Αλεξίπτωτο Και Σαν Αστερισμός
Μέσα Από Τους Νόμους Και Τα Δρώμενα.
Γυμνή Η Τρέλα Σου Κι Η Φαντασία Μου
Ανακύκλωση.
Πολύμορφη Η Κάθοδος Στις Πτυχές
Του Κορμιού Σου
Κι Η Ελευθερία Μου Αντίστροφη Μέτρηση
Για Την Έκρηξη.
Η Πρώτη Παρουσία Σκουλαρίκι
Στ’ Αυτάκι Σου
Και Η Δικιά Μου
Μια Στάλα Αίμα Να Υγραίνει Το Σύνολο.
Τα Κατά Συνθήκη Ψεύδη Είναι Πουλιά
Που Ανοίγουν Και Κλείνουν
Τις Κουρτίνες
Και Μεταφέρουν Το Βλέμμα Μου
Σουγιαδιασμένο
Στους Τοίχους Και Στα Νούμερα.

Ο Δολοφόνος Της Πεταλούδας
Εξαλείφει Τα Ίχνη.
Ο Εραστής Των Συνθημάτων
Της Τουαλέτας
Αναλύει Τα Όπλα Του Πρίαπου.
Ο Νεκροθάφτης
Περνά Τη Μαργαρίτα Του Σαρλώ
Στην Μπουτονιέρα Του.

Τα Κατά Συνθήκη Ψεύδη Είναι Καθρέφτης·
Κομμάτια Από Χαμόγελο
Στο Μισό Πρόσωπο,
Σπασμένα Πλήκτρα, Διέσεις
Στο Άλλο Μισό,
Μήλα Διογκωμένα
Με Λεπτό Διάφανο Δέρμα.
Ένα Ξέφρενο Ροκ Εν Ρολλ
Δύο Μετά Τα Μεσάνυχτα,
Το Φάσμα Της Παρακμής Διακοσμεί
Τα Χωρικά Μου Ύδατα.
Προχωρώ Σαν Ανάβει Το Πράσινο.
Ό,τι Κι Αν Σώσω Θα Ξαναχαθεί.
Η Νύχτα Είναι Συνεισφορά
Και Αντικείμενο Καταμέτρησης
Της Μοναξιάς Και Της
Μοναχικότητας.
Μαύρη Κόρα Ψωμιού Κομμένη
Στα Τέσσερα,
Μαύρες Κόρες Ματιών Κομμένες
Στα Τέσσερα,
Πίσω Από Χοντρούς Φακούς,
Σκελετούς,
Και Το Γέλιο Της Υστερίας,
Και Το Ποδαράκι Του Πιθήκου
Κρεμασμένο Στον Λαιμό
Με Γαλάζια Μεταξωτή Κορδέλα.
Το Θέαμα Και Η Άσκηση Και Η Ανάσα
Της Άσκησης
Και Όσα Τέλος Πάντων Συνθέτουν
Το Σημαινόμενο Των Συναγερμών
Και Όλα Τ’ Άλλα Που Προσδιορίζουν
Την Άγνοια Της Λέξης
«Εξομολόγηση».
Η Νύχτα Είναι Πυροδότηση
Του Ερωτισμού Της Patti Smith
Και Κάτι Ακόμα:
Είναι Η Λειτουργία
Της Αυτόματης Κούκλας:
«Μα-Μά», «Μα-Μά», «Μα-Μά»
Δύο Μετά Τα Μεσάνυχτα,
Οι Γλουτοί Της Monroe,
Η Ζέστη Της Γραφομηχανής,
Η Μεμβράνη Των Νυχιών Μου,
Η Εκπομπή Της Αγωνίας Σου,
Η Λεηλασία Της Αντίστασής Μου:
«Μα-Μά», «Μα-Μά», «Μα-Μά».

Η Μία Άποψη Είναι Πως Ξεκίνησες
Την Τελετή Της Αποκαθήλωσης
Με Χαμηλό Φωτισμό,
Μπαίνοντας Στο Πλάνο Από Αριστερά
Ντυμένη Άσπρο Φανελάκι Κοντομάνικο,
Παντελόνι Μπλουτζίν Και Νούμερο 36
Αθλητικά Παπούτσια.
Κοντρ-Πλονζέ Και Υποχωρώντας
Ανακαλύπτω Πλέον
Τη Διαλεκτική Της Ευθραυστότητάς Σου

 

ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΒΡΕΧΕΙ

Ακούω Τον Ρόγχο Σου Καθώς Ξημερώνει.
Σ’ Ακούω
Πλάι Μου
Μέσα Μου
Σε Ακούω

Διαστέλλεσαι.

Ζωγραφίζεις Στο Δωμάτιο
Τη Σκιά Σου
Με Φτερά
Και Μάτια
Γυρισμένα
Σε Σωρούς
Τρωκτικών.

Αγγίζω,
Τί Άλλο
Τον Αφαλό Σου,
Τα Μισάνοιχτα
Σκέλη Σου,
Τα Χίλια
Κενά Στο Κορμί Σου.
Γλύφω
Στις Άκρες
Των Δαχτύλων Σου
Όσα Πράγματα
Συνέλαβες
Χθες.

Σε Αγγίζω Καθώς Ξημερώνει.

Προσπαθώ Να Σ’ Ακούσω.

 

ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Σε Κοιτώ Καθώς Συμμαζεύεις
Τα Πράγματά Σου.
Τα Βιβλία Σου
Τα Λεφτά Σου
Τις Φωτογραφίες
Της Πρωτομαγιάς.
Μια Απ’ Αυτές Τις Μέρες
Θα Σε Μαδήσω.

 

ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ

Ήταν Ο Χριστός Πούσβησε
Το Τσιγάρο Του
Στο Κατακάθι Του Καφέ.

Κι Ύστερα Σήκωσε Το Χέρι Του.

Κανένας Δε Μίλησε.
Η Επανάσταση Είχε Αρχίσει.

 

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα Βράδια Στο Καφενείο
Σκαλώνεις Κάπου
Τα Χαμάλικα Μάτια Σου
Κι Αρχίζεις Να Λες
Ένα Κορίτσι Που Παίζει Φλάουτο
Ένα Κορίτσι Που Παίζει Κουτσό
Ένα Κορίτσι Που Κεντάει Την Προίκα Του
Ένα Κορίτσι Που Μαζεύει Γραμματόσημα
Ένα Κορίτσι Που Κρύβεται
Είναι Η Αγάπη Μου.

Σήμερα Όμως Μέρα Τετάρτη
Δε Φάνηκες.
Ίσως Γιατί Έχει Μπάλα Η Τηλεόραση.

 

ΗΜΕΡΑ ΠΕΜΠΤΗ

Κάτω Απ’ Τις Σωρούς Της Ευθανασίας
Ο Ανδαλουσιάνος Σκύλος
Μαζεύει Τη Φωνή Του Μαζεύει Τη Σιωπή Του
Μαζεύει Ότι Απόμεινε Απ’ Το Τελευταίο Του Γεύμα.
Ύστερα Κατεβάζει Τα Βλέφαρά Του
Κι Αποκοιμιέται.
Ονειρεύεται Την Υγρασία Του Σεπτέμβρη.
Τότε Που Κράταγε Στα Δόντια Του
Τις Αρτηρίες Της.

 

ΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Το Μήνα Ιούνιο
Θα Ξανάρθεις
Περίπου Ζωγραφιστή
Περίπου Ερειπωμένη
Απ’ Τα Δρομάκια Της Επαγγελίας
Ν’ Απολαύσεις
Τις Τουριστικές Αμμουδιές.
Θάναι Η Αναπνοή Σου Αυτή
Που Θα Σε Προδώσει.
Κάτι Ανάμεσα Σε Στάχτη
Και Δερματόκολλα.

 

ΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ

Ο JAMES DOUGLAS MORRISON
Ο Αμερικανός Ποιητής
Φορούσε Στενά Παντελόνια
Και Λάτρευε Κάθε Γυναίκα
Που Περπατούσε Με Δεκανίκια.
Σα Δώρο Αγάπης
Έγραφε Τα Τραγούδια Του
Βραδάκι
Πάνω Στο Τσαλακωμένο Του
Καπέλο.

 

ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Κυριακαί Και Εορταί Κλειστά.

 

ΠΡΕΣΣ ΚΟΜΦΕΡΑΝΣ

Και Τα Γραφτά Της Επανάστασης Κιτρίνισαν
Πλάι Σε Φράσεις Μουσικές, Ψηφιδωτές,
Γεμάτες Έρωτα Και Αίμα.
Μέσα Στο Αμφιθέατρο Της Πολυτεχνικής
Νεολαίοι Με Κονκάρδες Και Κασκέτα
Αναλύουν Το Προτσές Των Γεγονότων
Και Κάνουν Αυτοκριτική.
Σκυφτοί Πάνω Σε Τόμους Πολιτικής Οικονομίας
Και Στατιστικής
Αναρωτιούνται Τί Δεν Λειτουργεί Καλά
Και Απελευθερώνονται Τα Ένστιχτα.

 

ΑΡΙΘΜΗΣΗ ΔΙΜΟΙΡΙΑΣ

Χαμογελάμε Προς Τα Έξω
Γιατί Τα Πράγματα
Είναι Απλά.
Η Ζωή Μας Μπαίνει Στα Καλούπια Τους
Χωρίς Πολλές Διαδικασίες
Κι Αναγκασμένοι Να Κρατάμε
Τα Προσχήματα
Αποχρωματιζόμαστε Στερεοφωνικά.
Η Ανάγκη Είναι Κομμάτι Μας Απτό
Χωρίς Παρομοιώσεις,
Μόνο Κατάφατσα Μπορούμε Να Τη Δούμε.
Ότι Πούμε Περνά Στα Πρακτικά
Της Υποκρισίας Μας,
Απαθανατίζοντας Μια Εποχή
Που Σβήνεται Μέρα Μέρα
Στα Ημερολόγια Της Κωλοτσέπης.

Έτσι Ο Κόσμος Βαδίζει Αντίστροφα
Όχι Σαν Μέρα Ανάποδη
Ή
Στραβοξύπνημα,
Αλλά Σαν Φύση Νεκρή Που
Αποσυντίθεται.

ΠΥΘΙΑ ΤΕΛΟΣ
                         ΑΝΑΖΗΤΗΣΑΤΕ ΦΩΣ!!!

 

ΣΕ ΕΙΠΑ ΣΧΕΔΟΝ

Της Άννας

Το Ειδύλλιο Των Κουρτινών
Αυτό Είναι
Το Μικρό Κανάλι
Στο Κέντρο Της Πόλης
Μωρό μου
Μαζί Με Τη Νύχτα
Πέφτει
Και Η Ταχύτητα Των Οργασμών
Σου
Η Ομορφιά Σου Είναι Εμπορεύσιμη
Η Ερημιά Σου
Ένα Κιβώτιο Με Χτυπημένη
Λύπη
Στα Μάτια
Ωραία Βλαστήμια Με Ύφος
Ξαποσταμένο
Η Συντροφιά Σου
Διανύοντας
Τα Τελευταία Δεκαπέντε
Της Μέτρα
Αυτό Είναι
Τα Τρυφερά Πράσινα Φρύδια
Αδιέξοδη Πάροδος
Ένα Όχημα Στα Δάχτυλα
Του Ζωγράφου
Πιο Ψηλά Η Έξοδος
Μυρίζει Αμμωνία
Κάτι Σαν Κλαυσίγελος
Παιδικός
Θα Σου Φτιάξω Ένα
Απόγευμα Δίχως Ρυτίδες
Θα Σου Φτιάξω Ένα Ικρίωμα
Βουτηγμένο Στη Λιακάδα
Θα Σου Φτιάξω Μιαν Αθανασία
Χρυσοκέντητη
Κι Ας Ονειρεύεσαι Να Με Δεις
Με Πέντε Σπόγγους Στο Μέτωπο
Κι Ένα Ουράνιο Τόξο
Στους Καρπούς
Δεν Ξέρω Πότε Μα Σύντομα
Θα Σ’ Ακουμπήσω Στο Μπράτσο
Μ’ Ένα Νυστέρι
Μ’ Ένα Κοντάρι
Μ ’ Ένα Κόκκαλο
Θα Σε Ματώσω
Να Γίνεις Πουλί
Να Γίνεις Κριτής
Να Γίνεις Παράταση
Να Σε Βλέπω Κομμάτι
Μέταλλο
Που Εξαφανίζεται Σα Συνείδηση
Να Σε Βλέπω Σαν Τώρα
Να Σε Βλέπω Να Σε Βλέπω
Μωρό Μου
Δεν Ξέρω Πότε Μα Σύντομα
Θα Σου Χαϊδέψω Το Στήθος
Θα Φιλήσω Τη Σγουρή Σου Κοιλιά
Θα Σου Δαγκώσω
Τις Φτέρνες
Είναι Κρυφός Ο Τρόπος Που Σιωπάς
Σαν Αθωώνεσαι
Μ’ Ακούς Έτσι Δεν Είναι
Απόψε Φορώ Τα Περιστέρια Μου
Ανοίγω Και Κλείνω
Την Αναπνοή Μου
Συγκινούμαι Θανάσιμα
Πετώ
Και Τσιφ Στο Μπαλκόνι Σου
Γεια Χαρά Γλώσσα Της Σφήκας
Έλα Λοιπόν Ψαθάκι Διάφανο
Πιάσ’ Τη Φλογέρα Σου
Φλογερά
Ξέσπασε
Ελέησε
Λειώσε
Έλα Λοιπόν Αρχαίο Θέατρο
Υιοθέτησε Το Πεζό Μου Μεθύσι
Σαρανταεννιά Περιπέτειες
Και Μια Νύχτα
Σ’ Ένα Φιλμάκι Οχτώ Χιλιοστών
Υιοθέτησε Το Ταξίδι Μου
Στο Λεξικό Της Παραίσθησης
Το Έντομο Εξυψώνεται
Και Διαλύεται
Πριν Μεταλάβει
Έλα Λοιπόν Ανέκδοτη Ψυχοβγάλτρα
Το Επόμενο Δέντρο Θα Φυτρώσει
Στη Μασχάλη Σου
Θα Επιζήσει Σ’ Έναν Πορτοκαλλένιο
Ημιόροφο
Χορεύοντας Ρούμπα
Θα Ξυπνήσει
Και Θα Πιστέψει
Ότι Η Ανάγκη
Είναι Τροφή
Και Λεπίδα
Κάι Κάλυμμα
Και Ότι Εσύ
Είσαι Η Τροφή
Και Η Λεπίδα
Και Το Κάλυμμα
Της Ανάγκης
Όταν Φτάσουμε Στο Πεδίο
Των Ανιάτων
Θα Καθίσουμε
Εσύ Θα Χτενίσεις
Τα Μαλλιά Σου
Άψογα
Κι Εγώ Θα Τραβήξω
Απ’ Την Τσάντα Σου
Το Μικρό Σου Περίστροφο
Και Άοπλη Πια
Θα Σ’ Αγαπήσω
Και Θα Μ’ Αγαπήσεις.

 

ΧΩΡΟΣ ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΟΡΘΙΟΥΣ

Έτσι Απλά Να Κουμπώνεις Τα Μάτια Σου
Στα Θεάματα Που Στήνονται
Στους Ανισόπεδους Δρόμους.
Μια Πιρουέτα, Κάτι Ανάμεσα Σε Νουρέγιεφ Και
Μπαρίσνικοφ·
Μα Ναι, Είχε Επιτυχία Ο Χτεσινός Χορός
Με Τα Χαμόγελα Των Παλιών Συμπολεμιστών
Καλοβαλμένα Γύρω Απ’ Το Τραπέζι.

Τα Τελευταία Δακρυγόνα Έσκασαν
Στις Έντεκα Και Εικοσιτρία Βράδυ.
Την Ίδια Στιγμή Η Ντέμπορα Χάρρυ Πετούσε
Το Σατέν Κιλοτάκι Της
Στο Καυλωμένο Κοινό Της,
Ενώ Η Φωνή Της Διαπερνούσε Το Πεδίο Της Μάχης.
Μα Ναι, Είχε Επιτυχία Ο Χτεσινός Χορός,
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ Των Χαμένων Συντρόφων
Της Χαμένης Επανάστασης,
Της Χαμένης Πατρίδας, Της Χαμένης Γενιάς,
Της Χαμένης Παρτίδας, Της Χαμένης Εν Γένει Τιμής
Της Κατερίνας Μπλουμ.
Μα Ναι, Τα Οδοφράγματα Άντεξαν
Και Οι Σημαίες Κρατήθηκαν,
Όμως Οι Λέξεις Κάπου Κάναν Κοιλιά Και Υποχώρησαν.
Ας Πιούμε Στο Μέλλον Αδέρφια.
Ο Τρίτος Γύρος Είναι Κοντά.

Έλα Αγάπη Μου Να Πούμε Την Καλημέρα Μας Στα Πεζοδρόμια.
Σήμερα Νιώθω Κάμποση Σκόνη Μέσα Μου
Κι Η Υδροφόρα Του Δήμου Ακόμη Δεν Φαίνεται.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ (Ένα μελόδραμα)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

Ο Αναγνώστης 23/1/2018

Το μελόδραμα του Σταύρου Ζαφειρίου

Τα τελευταία βιβλία του Σταύρου Ζαφειρίου είναι φιλόδοξες συνθέσεις, πετυχημένες κατά την ταπεινή μου άποψη, γεγονός σπάνιο, μιας και οι περισσότερες απόπειρες για μια μεγαλόπνοη σύνθεση αποτυγχάνουν επειδή πέφτουν στην παγίδα της φλυαρίας.

Το Ενοχικόν (μονόλογος ενός δράστη), το Προς τα πού(μια πολεμική ιστορία), και το Δύσκολο, είναι τρεις μεγάλες συνθέσεις του Ζαφειρίου που θεωρώ σημαντικές γιατί επαναφέρουν στην ποίηση την τέχνη της δραματουργίας και της αφήγησης χωρίς όμως να χάνουν τον ρυθμό τους και να καταντούν πεζογραφήματα.

Στο τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα), ο Ζαφειρίου επαναπροσδιορίζει με την γραφή του το ποιητικό δράμα, όπως το έκανε στο παρελθόν ο Έλιοτ και ο Ρίτσος. Έχω καιρό να διαβάσω ποίημα που είναι ένα μεστό οικοδόμημα, όπου εκτυλίσσεται μια ιστορία, η οποία φλερτάρει με το παράλογο του Μπέκετ, αλλά και με την φιλοσοφία του Βίντγκενστάιν χωρίς όμως να προδίδει την ποιητική του δομή.

Η σύνθεση ξεκινά με το Θέμα, όπου ο ποιητής μας εντάσσει σε μια άδεια θεατρική σκηνή, όπου δυο άνθρωποι προσπαθούν να προσδιορίσουν το θέμα. Στην πορεία όμως το διαλόγου, καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία, όπου το θέμα παραμένει μια ανοιχτή φράση σε ερμηνείες, φανερώνοντας με ειρωνικό τρόπο πως συνήθως μιλάμε με υπεκφυγές, χωρίς να θέλουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια.

― Σκέφτηκες τίποτα;
― Για ποιο από όλα; Ζαλίστηκα, το ξέρεις; Ο χρόνος, η γραφή, το ίσιο, το ανάποδα…Για ποιο από όλα;
―Μα για το θέμα μας. Ποιο είναι το θέμα μας; Αυτό δεν είναι το ζητούμενο;
―Ναι το ζητούμενο! Πάντα μας δυσκολεύει το ζητούμενο. Για να ρωτάς μάλλον κι εσύ δεν το χεις βρει ακόμη.

Κάπως έτσι εκτυλίσσεται η είσοδος του ποιητικού αυτού ταξιδιού, ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αναζητούν το θέμα αλλά αποφεύγουν να θίξουν ποιο είναι τελικά αυτό το θέμα που τους απασχολεί.

Στην συνέχεια, στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης με τίτλο Το Πλαίσιο, ο ποιητής, ορίζει την μνήμη και την ενοχή, ανάμεσα σε θεατρίνους και τυμβωρύχους που αναζητούν μια αιτία για να προσδιοριστούν στο πλαίσιο όπου η ζωή τους εκτυλίσσεται:

Κι ενώ κανείς δεν έμαθε όσα έγιναν
ούτε όσα αποφασίστηκαν να γίνουν
(από νωχέλεια μάλλον
κι όχι επειδή παρέλυσε ο νους του απ΄ τη βουή)

ιδού, αυτοπροσώπως οι αρχάγγελοι
όλο ρομφαίες και φτερά σε μια δημιουργία
που έχει κοστίσει, και κοστίζει ακριβά,
η διακόσμησή της.

Ιδού ο παράδεισος,
επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου
-κουβέρτα που τυλίγεται γύρω από τη ζωή,
για να κρατάει στα ζεστά τις νέες φύτρες.

Ναι, κοστίζει ακριβά η διακόσμηση, κάθε ψέμα που εφεύρουμε για να αντέξουμε. Ο παράδεισος είναι κι αυτός μια επένδυση για τις συνειδήσεις μας, για τις τύψεις της κάθε μας αποτυχίας.

Στο επόμενο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο Επί της ουσίας, ο Ζαφειρίου στήνει τον μεγεθυντικό του φακό απέναντι στην ψυχοσύνθεσή μας, ξεσκεπάζοντας κάθε μας μικροπρέπεια που έχουμε με τόσο κόπο προσπαθήσει να κρύψουμε:

Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή
και συντηρεί την παραμόρφωσή της
ή άλλου

Έγγραφε νου!
Πόσο σε απασχολεί η πραγματικότητα,
τούτη η πολύτεκνη πού ντύνει τα παιδιά της
με αποφόρια.

Κάθε φορά που η τέχνη σου
ρουφά απ΄ τις ρώγες της το ξινισμένο γάλα
–θέλω να πω: κάθε φορά
που γίνεται τροφή η αυταπάτη–

Στο Επί της ουσίας, το οποίο αποτελεί το κεντρικό κορμό της σύνθεσης ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τα φαντάσματά του, ρίχνει τον άνθρωπο από το νοητό του βάραθρο στη λάσπη, τον αναγκάζει να δει την πραγματικότητα που ίδιος έχτισε. Ξεγύμνωμα των ενστίκτων, δια μέσου στίχων καίριων, φιλοσοφικών, που σε αρπάζουν με βία και σε αναγκάζουν να παραδεχθείς την ήττα.

Στο τελευταίο μέρος της σύνθεση με τον τίτλο Στο Τέλος, ο ποιητής καταλήγει:

― Άραγε ζει ο βασιλιάς;
Μην απαντήσεις, θα σου κλέψουν τη μιλιά
κι άντε μετά να χτίσεις με νοήματα
απ΄ την αρχή τον κόσμο.

Τι απομένει μετά από κάθε μάχη; Τι είναι αυτό που αφήνει η κάθε μάχη; Τη μοναδική αλήθεια ενός γκρεμισμένου οράματος; Ή ίσως τη μοναξιά μέσα στα ερείπια, την ερημιά και τη σιωπή; Όσα χάσαμε και δεν μπορούμε να αποκτήσουμε ξανά, οι κόσμοι που εξανεμίστηκαν και κατοικούν μονάχα ως σκιές στη μνήμη. Ερχόμενοι σε ρήξη με την ίδια την καταγωγή της ύπαρξής μας συντελείτε μια καταστροφή.

Ο Ζαφειρίου ισχυρίζεται πως αυτή η γόνιμη προδοσία του ίδιου μας του εαυτού, η τόσο ακατανόητη μα τόσο φυσική στην πραγμάτωσή της, είναι η κατάρα του ανθρώπου που τον καταδικάζει στην δράση, σαν νέος Προμηθέας που ξέρει να αντιμετωπίζει τον φθόνο των θεών και των όμοιών του. Τι απομένει μετά από κάθε μάχη; Μετά από κάθε προσπάθεια να προσδιοριστούμε και να προσδιορίσουμε τον κόσμο; Ο ποιητής δεν απαντά, αλλά θέτει ερωτήσεις. Δεν νουθετεί, αλλά χλευάζει την δήθεν ανωτερότητά μας. Γι΄ αυτό η σύνθεσή του καταλήγει να είναι ένα μελόδραμα. Γιατί εδώ δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς και να παινεύεται ότι είναι υπεράνω.

Κλείνοντας το βιβλίο με την Αυλαία, συναντούμε ξανά τους δυο άντρες της αρχής, όπου ψάχνοντας ακόμα το θέμα, ακούνε χτυπήματα στην πόρτα:

― Ποιος να ΄ναι Χαμ; Περιμένουμε κανέναν;
― Όχι Κλόβ! Δεν περιμένουμε κανέναν. Μην ανοίγεις.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Εφημερίδα Η Αυγή , 4/3/2018

Η ποίηση ως φιλοσοφία της πράξης

Τι είναι η ποίηση; Λέξεις, ρυθμικά οργανωμένες, που αφηγούνται ένα «θέμα»; Όχι κατ’ ανάγκην. Αυτή είναι η πρώτη, δεσμευτική και προγραμματική θέση που παίρνει ο Σταύρος Ζαφειρίου, ήδη με την πρώτη ενότητα του βιβλίου του, που επιγράφεται «Το θέμα». Πώς την υποστηρίζει; Όχι με όρους αισθητικούς, όχι μέσα από μια θεωρία της τέχνης, αλλά μέσα από μια θεωρία της ζωής, μέσα από στοχασμούς φιλοσοφικούς. Άρα, μέσω της φιλοσοφίας; Μάλλον, μέσω της άρνησης και της φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, μέσω της άρνησης ακόμη και του ρόλου της φιλοσοφίας, ως «φιλοσοφίας του θέματος».

Τα τρία μότο που μας εισάγουν στο βιβλίο (ένα της Χάνα Άρεντ, ένα αταύτιστο, ένα του Βίντγκενστάιν), μας μιλούν για την κοινοτοπία. Όχι για την κοινοτοπία της τέχνης, ούτε καν για την κοινοτοπία του κακού. Αλλά, για την κοινοτοπία της ανθρώπινης βεβαιότητας, πως όλα της ζωής οφείλονται στον τρόπο που σκεφτόμαστε, στον τρόπο που σκεφτόμαστε την αποστολή της τέχνης και των ιδεών, που, όπως θρυλείται, κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο.

Ένα λοιπόν από τα μότο είναι αταύτιστο, με τον ποιητή να δηλώνει υποσέλιδα: «Αδέσποτη σημείωση που πλέον δεν θυμάμαι την προέλευσή της. Αν δεν είναι εξ ολοκλήρου σκέψη κάποιου άλλου, πιθανότατα απηχεί τη σκέψη κάποιου άλλου». Με αυτό τον τρόπο, ο Ζαφειρίου σχετικοποιεί μια σειρά από βεβαιότητες, από αυτή του «συγγραφέα» μέχρι εκείνη του μοναδικού εαυτού. Αυτό το αταύτιστο «υλοποιεί», ταυτόχρονα, το μότο της Άρεντ, «Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί. Από την άποψη των νομικών θεσμών μας και των ηθικών αξιολογήσεων, το γεγονός ότι είναι φυσιολογικοί είναι ακόμη πιο τρομακτικό από όλες τις θηριωδίες, γιατί υποδείκνυε ότι αυτός ο εγκληματίας νέου τύπου διαπράττει τα εγκλήματά του σε συνθήκες στις οποίες αδυνατεί να ξέρει και να νιώθει πως κάνει κάτι κακό», και το μότο του Βίντγκενστάιν, «Αυτά που ανακαλύπτουμε στη φιλοσοφία είναι όλα κοινοτοπίες. Η φιλοσοφία δεν μας διδάσκει καινούρια γεγονότα, μόνο η επιστήμη το κάνει αυτό. Αλλά η σωστή σύνοψη αυτών των κοινοτοπιών είναι εξαιρετικά δύσκολη και έχει τεράστια σημασία. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία είναι μια σύνοψη κοινοτοπιών».

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο έρχεται και παρεμβαίνει το «αταύτιστο» μότο, το οποίο, χαρακτηριστικά και δηλωτικά, εκφέρεται ως ερώτημα: «Γιατί άραγε ο Βαν Γκογκ επιδόθηκε σε τέτοιες κοινοτοπίες της τρέλας; Γιατί ζωγράφισε το πρόσωπό του με κομμένο το δεξί του αυτί και δεν ζωγράφισε το αυτί του το ίδιο;». Έτσι, λοιπόν, βγαίνουμε έξω από το πεδίο του «σκοπού» και του «αποτελέσματος», όχι πλέον με τον καβαφικό τρόπο του «ταξιδιού», το οποίο είναι αυτό που έχει σημασία ανεξαρτήτως του στόχου, αλλά με έναν τρόπο που υπερβαίνει και αυτή τη συνθήκη: μόνο η πράξη υπάρχει, η ίδια η πράξη συνέχει, παράγει, ακόμα και τη διαδικασία, και, φυσικά, ακόμα και το ίδιο το νόημα.

Πραγματισμός; Και πάλι, όχι. Θα ήταν πολύ εύκολη μια τέτοια διέξοδος. Είναι επίσης χαρακτηριστικό και δηλωτικό, ότι αυτή η πρώτη ποιητική ενότητα έχει τη μορφή θεατρικού διαλόγου, ενώ προτάσσονται σκηνοθετικές οδηγίες, οι οποίες καθιστούν τον διάλογο ήδη δρώμενο, δηλαδή θεατρική πράξη: «– Να σου πω! – Τι είναι πάλι; – Να, εκείνο με τις λέξεις… – Τι με τις λέξεις; Έρχονται πολλές; – Όχι, δεν έρχεται καμιά. Κι αν έρθει, φεύγει τόσο γρήγορα όσο ήρθε. Εσύ πώς πας; – Μμ! Έτσι κι έτσι. Όμως δεν απελπίζομαι. Θα έρθουν. Μπορεί ν’ αργούν, αλλά θα έρθουν και θα μείνουν. Πάντοτε έρχονται.»

Κάτω από το κείμενο και τις συνάψεις αυτές, διεξάγεται μια μετωπική σύγκρουση με την περιβόητη ρήση του Αντόρνο, για το εάν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά το Άουσβιτς: «Καταλαβαίνεις… Ένα θέμα δίχως λέξεις…». Έτσι, η έξοδος από το αδιέξοδο του ερωτήματος δεν συμβαίνει, βέβαια, με έναν άλλο λόγο επί του θέματος. Επιπλέον, όμως, ο ποιητής δεν επικαλείται καν την ιδιότητά του και τη σημασία της ποιητικής λειτουργίας· ήτοι, βρίσκεται μετά την αντίστοιχη στάση του Βύρωνα Λεοντάρη. Τώρα, ο ποιητής, απαλλαγμένος από τις έννοιες, ούτε αντιδικεί με τις λέξεις του, ούτε τις εμπιστεύεται, ούτε και τις χρειάζεται. Ή, μάλλον, ακόμη και να τις χρειάζεται, ή να νομίζει ότι τις χρειάζεται, αυτές δεν είναι διαθέσιμες. Ούτε απούσες, ούτε και νεκρές (όπως στον Μιχάλη Κατσαρό)· δεν οφείλουν τίποτα, δεν υπόκεινται σε τίποτα· ούτε ακόμα και στην πράξη.

Στη δεύτερη ενότητα, που φέρει τον τίτλο «Το πλαίσιο», το πλάνο ανοίγει κι άλλο, μετατοπιζόμενο από τις λέξεις στη γλώσσα: «Στο μεταξύ,/ μια νέα γλώσσα αναπρογραμματίζει τους χρησμούς,/ τα ειπωμένα και αυτά που θα ειπωθούν/ απ’ το μεγάλο στόμα των τεράτων./ Μια νέα γλώσσα κρεμασμένη στον ιστό,/ που δεν διακρίνει τα στοιχειά από τα στοιχεία». Εδώ, ο Ζαφειρίου ξαναβρίσκει τον Βύρωνα Λεοντάρη, στην ύστερη φάση του, που ξεκινά με την κορυφαία συλλογή του, Εν γη αλμυρά, όπου και οι στίχοι: «Βλέπω στις ερημιές να σου χυμούν ρεκάζοντας τέρατα απαντήσεις/ να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα/ ώσπου να φτάσεις κάποτε/ στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις/ Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφούν το νόημά τους/ Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε για αυτές». Ταυτόχρονα, συναντά τον Ηλία Λάγιο, στον στίχο-μανιφέστο της εποχής μας: «Την ιστορία της ιστορίας θα ξαναπώ».

Το πλαίσιο λοιπόν είναι η εποχή, το ευρύτερο ιστορικό παρόν μας. Και η πράξη είναι πράξη στο πεδίο των ιδεών, όχι κατ’ ανάγκην ως λόγος με «θέμα», αλλά πάντως ως λόγος-πράξη, όπως αυτόχρημα είναι η ποίηση και εν γένει η τέχνη, όταν όμως έχει συναίσθηση της ίδιας της συνθήκης της. Τι απομένει; Μα, το ίδιο το πλαίσιο: «Γι’ αυτά που μένουν χάσκει ο λάκκος των θεσμών/ με ξέσκεπα τα μολυσμένα σπλάχνα./ (Μόλις κοπάζει η βροχή/ αχνίζει απ’ τον κρατήρα του το πένθος/ και ξαναστήνονται οι πάγκοι των πλανόδιων/ με τα άκρα όσων σώθηκαν ακρωτηριασμένα». Η διάρκεια της κοινοτοπίας, λοιπόν, αλλά και η διάρκεια της μεταθετικής λύτρωσης: «Ιδού ο παράδεισος,/ επικερδής επένδυση στη μαστοριά του φόβου».

Μέχρι στιγμής, επέλεξα αυτή την περιγραφική παρουσίαση, ως απαραίτητη εισαγωγή στις εκτάσεις και τα δρώμενα ενός βιβλίου αναπάντεχου για τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών. Είναι μάταιο όμως να συνεχίσω, έστω και ακροθιγώς, μπαίνοντας τώρα στην κύρια ποιητική ενότητα του βιβλίου, που επιγράφεται «Επί της ουσίας», και καταλήγοντας στις δύο επιλογικές ενότητες, «Στο τέλος» και «Αυλαία». Ο λόγος είναι πως πρόκειται για ένα τόσο πυκνό και ευρύ βιβλίο, που η στοιχειώδης παρουσίασή του θα απαιτούσε ένα μεγάλης έκτασης μελέτημα. Όχι πως το «ξεκλείδωμά» του θα έβλαπτε την ανάγνωση· το αντίθετο. Γιατί το βιβλίο αυτό διαθέτει τόσους, και πολυποίκιλους, ενεργούς ποιητικούς πυρήνες, που κανένα ξεκλείδωμά του δεν μπορεί να εξαντλήσει τη δυναμική του.

Εδώ λοιπόν επιλέγω μια άλλη οδό. Να συσχετίσω την ποιητική του βιβλίου με άλλες ποιητικές, και πρώτα απ’ όλα με τη μέχρι τώρα ποιητική του Ζαφειρίου, που με το προηγούμενο έργο του, Δύσκολο, μας προειδοποιούσε ότι έμπαινε πλησίστιος, δηλαδή ποιητικά αποφασισμένος, στην πλήρη ωριμότητά του. Κι εκείνο το βιβλίο ήταν κατάφορτο από αναφορές, από ιδέες φιλοσοφικές και συνομιλίες με ποιητικά κείμενα, κι εκεί ο αναστοχασμός της όλης νεωτερικότητας έδινε τον τόνο, κι εκεί η γένεση του φασισμού ήταν ένα εφαλτήριο του ιστορικού αναστοχασμού του.

Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι περισσότερο. Όχι μόνο γιατί όλα τα προηγούμενα έχουν μια ασύγκριτα μεγαλύτερη ένταση και έκταση, αλλά και γιατί η ποιητική του περνά από κορυφαίες στιγμές της ποιητικής του νεοελληνικού λόγου, αναμετράται, μετατοπίζεται, προχωρά, συνθέτει το δικό της πρόσωπο και αποτύπωμα.

Φερ’ ειπείν, πάνω σε έναν αφηγηματικό καμβά που παραπέμπει στην Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, αλλά και στη Remington του Γιάννη Πάνου, αναμετράται με την προφητική/πατερική εννοιολόγηση της σύνθεσης Εν γη αλμυρά του Λεοντάρη, και εν ταυτώ με τον φιλοσοφικό αναστοχασμό της εθνογένεσης στο Επεισόδιο του συνομηλίκου του Γιώργου Μπλάνα, δίνοντάς μας ένα κείμενο βατό και καθόλου κρυπτικό, λυρικά δραστικό και ταυτόχρονα σαφές. Δεν ακολουθεί όμως τον Ρίτσο στη διαδικασία νοηματικής διαύγασης, ήτοι δεν μας «εξοικειώνει» με την καθημερινότητα, αλλά υιοθετεί το καρυωτακικό πρόταγμα της «ταπεινής τέχνης» και το παρακολουθεί στις σύγχρονες ποιητικές εκδοχές του, είτε στη συνεχή μετάβαση από το «υψηλό» στο «χαμηλό» (Λάγιος, Κοροπούλης, Αρανίτσης) είτε στην πεζολογική ρυθμοποιία (Βρεττός), όμως με την ανομοιογένεια να προβάλλει με σολωμική φυσικότητα και αρμονία.

Ο κάθε ποιητικός πυρήνας, μέσα σε λίγους στίχους, συμπυκνώνει μια εκτατική διαδρομή, από τον λυρικό μινιμαλισμό της Κούρση μέχρι τον φιλοσοφικό στοχασμό του Χατζόπουλου, από τη δοκιμιακή εκφορά του λόγου του Βλαβιανού μέχρι τον δραματικό μονόλογο του Κάσσου. Ενώ ταυτόχρονα η γραφή του Ζαφειρίου ερωτοτροπεί με το μπεκετικό ύφος, τονίζοντας τη θεατρικότητα του κειμένου, δηλαδή της ποιητικής του ως σκηνικής πράξης (εδώ παραπέμπει ο αυτοχαρακτηρισμός τού έργου ως μελόδραμα), χωρίς να διολισθαίνει σε εκείνη την πόζα που επικαλείται νεφελώδεις μπεκετικές αναφορές ως άλλοθι. Νομίζω πως αυτά και μόνο αρκούν ως κατ’ αρχήν «αποδείξεις».

Ποιος είπε ότι, πέραν του μοντέρνου, σαν μοίρα καραδοκεί η αναπηρία, η αμήχανη παραθετικότητα και η αυτάρεσκη παρενδυσία του ατελέσφορου σε ατελεύτητο; Μόνο οι αφελείς πιστεύουν στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων. Εδώ έχουμε σύνθεση, που την ανοιχτότητά της την καθιστά ισχυρό αισθητικό πρόταγμα. Ή, μάλλον, την καθιστά μία από τις κορυφαίες στιγμές της διαδικασίας συγκρότησης ενός σύγχρονου αισθητικού προτάγματος· το οποίο πλέον δεν είναι μια ευφυής και, κατά τα παραδεδομένα, «μοναδική» σύλληψη, αλλά μια διαδικασία ολόκληρη, όπου οι σημαντικές στιγμές της προκύπτουν ως συνέχεια και υπέρβαση των προηγούμενων, αφήνοντας έτοιμες τις «υποδοχές» για τις επόμενες, αφού μόνο έτσι το ατελεύτητο τελεσφορεί, περιλαμβάνοντας απαραιτήτως και τον αναγνώστη, όχι προνομιακά τον ποιητή-αναγνώστη, αλλά πάντως τον «ανοιχτό» αναγνώστη, σε μια γραφή που συνεχώς επαναστρέφει στον εαυτό της, και πάλι έτσι, κλπ., κλπ…

Είναι νομίζω προφανές, πως θεωρώ αυτή την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου ως το σημαντικότερο ποιητικό βιβλίο των τελευταίων ετών.

Καλή η αλμύρα! Φτάνει ως την ψυχή/ και συντηρεί την παραμόρφωσή της·/ καίει το λίπος στις ακτές,/ τρέφει τα ζώα της με τις υγρές της ρίζες/ – κι αν χρειαστεί/ τρώει τα οστά των ιδεών ως το μεδούλι.

* Ο τίτλος του κειμένου, «φιλοσοφία της πράξης», παραπέμπει φυσικά στον Αντόνιο Γκράμσι, και συγκεκριμένα στη συνθετική του μέθοδο, όπου πάσης φύσεως ανομοιογενή υλικά έχουν τη θέση τους και βρίσκουν τον ρόλο τους, διαυγάζουν το νόημά τους.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ

Εντευκτήριο, τεύχος 114 ,Μάρτιος 2018

Στα όρια των νοημάτων και του λόγου

Ο υβριδικός χαρακτήρας στην ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου παραμένει εμφανής στην προκείμενη, νέα ποιητική σύνθεσή του. Για μία ακόμη φορά καταθέτει τις δικές του ανιχνεύσεις στο πεδίο της υπαρξιακής διάστασης και προσδοκά τη διατύπωσή τους με δραματουργική ευφυία. Ο ποιητής έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο όπου κάθε τι αναμενόμενο (ή αλλιώς: φορμαλιστικό) στο νοηματικό γίγνεσθαι αλλά και στη δομή εξελίσσεται σε μια αναγνωστική δοκιμασία με γόνιμα αναπάντεχα…

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ενός ολοκληρωμένου έργου, στο οποίο την υπόσταση προσδίδει η αφηγηματική εμπειρία, ήτοι η βεβαιότητα για την αδυναμία προσδιορισμού του κόσμου, καθώς επίσης η διαρκής ανάγκη αναζήτησης, κατανόησης και περιγραφής του όντος, η ελλειπτική ερμηνεία της πραγματικότητας, οι αναρωτήσεις για το είναι και το φαίνεσθαι ανάμεσα στις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου.

Το πλαίσιο που στοιχειοθετεί είναι αναγνωρίσιμο από τις προηγούμενες καταθέσεις του – εννοώντας εν προκειμένω τη φόρμα κατά την οποία ο ποιητικός λόγος «εξαπλώνεται» στα όριά του, δηλαδή αναδιαμορφώνεται συνθετικά, σχηματοποιείται με εύρυθμους σκηνικούς διαλόγους και με τη μετάληψη φιλοσοφικών τοποθετήσεων˙ κι ακόμη περιέχει μονολογικές καταθέσεις του αφηγητή, εξωτερικευμένες προτρεπτικές ρήσεις σε δεύτερο πρόσωπο, λυρικά ξεσπάσματα ή και αναστοχαστικές τοποθετήσεις για την ύπαρξη και τη διάνοια, την ηθική και τα προτάγματα του ατόμου στην αχαρτογράφητη και ανακυκλούμενη ανθρώπινη περιπέτεια.

Όταν απευθύνεται στον δέκτη του μηνύματός του αναμένει ως μόνη ανταπάντηση τη διαισθητική προσέγγισή του: με άλλα λόγια ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός και μεταπράτης και διαχειριστής της «πληροφορίας». Και γίνεται διακριτή η προτεινόμενη από τον ποιητή περιπλάνηση στο διανοητικό σύμπαν του. Είναι βεβαίως τέτοια η συμπύκνωση της διατύπωσής του όσο και η υφολογική ταυτότητά του ώστε ν’ απαιτείται μια κατ’ αρχάς προσήλωση στο διακύβευμα. Αυτό δεν είναι άλλο από την προσπάθεια μιας οντολογικής αποδόμησης κι επαναδόμησης των διαρκών ερωτημάτων για την πορεία, τις αφετηρίες και τους τερματισμούς που συνεπάγεται, την εναρμόνιση είτε την απόσπαση από τις νόρμες του vivendi, αυτού του ζην που ο Βίτγκενσταϊν καταλήγει να ονοματίζει «σύνοψη κοινοτοπιών».

Ο ποιητής επιμένει –κορυφώνοντας την προσήλωσή του στη διαβάθμιση των συνεχόμενων αναρωτήσεων– στην αξία του αγώνα για την αποκάλυψη της πραγματικότητας. Κι επιπλέον, διαλογίζεται για το νόημα της πράξης όταν δεν υφίσταται η έννοια του ηθικού κανόνα ή όταν δεν είναι απαραίτητη ή αναγκαία η συγκατάβαση στα νενομισμένα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ιστορική εμπειρία και στην αυτοσυνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου που από κοινού συμβάλλουν στην αποκάλυψη του μη ορατού, του πνεύματος που διέπει τον εσωτερικό κόσμο και επηρεάζεται από τον εξωτερικό.

Τον ενδιαφέρει η θεώρηση της στιγμής ως διάρκεια και ουσία στη ροή της πραγματικότητας, ως διαπίστευση στον χώρο που γεννιέται η έμπνευση αλλά και ως εφαλτήριο για την κατανόηση του εαυτού σ’ ένα πλαίσιο ασφυκτικό – είναι οι λέξεις που τέμνονται με τα νοήματα, με την εικονοποιΐα και τους συμβολισμούς που αποκαλύπτουν, με τη χρήση τους ως μοναδικό μέσον έκφρασης. Η ποιητική του Σταύρου Ζαφειρίου, εξάλλου, διαπνέεται από μια διαρκή αγωνία για τη θέωση της γλωσσικής δυνατότητας και συνεπικουρείται τόσο από την «εργαλειοθήκη» που εκείνος διαθέτει (μεστή, με ποικιλτές επιλογές όσο και με τολμηρές συζεύξεις στοιχείων από τον προφορικό λόγο ή και από τη χρήση ξενικών σχημάτων) όσο και από τον συνεκτικό ιστό που εμφανίζεται σε προηγούμενες περιστάσεις των συλλογών του με το σκηνικό φόντο, τη φόρτιση του λόγου με θεατρικές διανθίσεις (μονολόγους, αφηγηματικά άλματα, διαλόγους, νοηματικές κορυφώσεις κι εγκιβωτισμούς), τις γόνιμες εναλλαγές του λυρισμού και του πραγματισμού, που άλλοτε καταλήγουν κατευναστικά κι άλλοτε εμπρηστικά στην πορεία της αφήγησης.

Και για ό,τι αφορά την αφήγηση ως στοχευμένη διαδικασία παράθεσης της δικής του οπτικής για τον κόσμο, την ύπαρξη, τη σχάση του εγώ και του εμείς, παραμένουν οι κοινοί παρονομαστές του: το γεγονός, οι γενεσιουργές αιτίες του, το αποτέλεσμα με τις συνέπειές του… Σ’ αυτή την πιο πρόσφατη συλλογή, ο ποιητής διατηρεί ακέραιες, υπαινικτικές, άμεσες τις αντένες του απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα, στην αναστοχαστική προσέγγιση του ζητήματος της επικοινωνίας, επίσης απέναντι στην κόντρα των ιδεολογημάτων με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση της εξουσίας, στη μικρότητα της ατομικής επικράτειας που γίνεται ψευδαίσθηση μεγαλουργίας και επιβίωσης στον παρόντα συμβατικό χρόνο.

Ο Σταύρος Ζαφειρίου γνωρίζει τον τρόπο να δημιουργεί ένα tableau vivant της σύγχρονης εποχής, όχι με πρόσωπα ή εικόνες του παρόντος, αλλά με τον λογισμό και τα ερωτήματα που απασχολούν τον όποιο σκεπτόμενο σήμερα: γύρω από τη διαχείριση των ηθικών νοημάτων, την ανωτερότητα του προφανούς στην ταυτοποίηση της αλήθειας μέσα από την τέχνη, τη διείσδυση μέσα στο γεγονός με στόχο την ανασύνθεσή του ως λογοτεχνικό διακύβευμα, την απόσταση ή την αποστασιοποίηση του δημιουργού από τα συμβατικά όρια της πραγματικότητάς του (σε αντιδιαστολή με την οικουμενική θεώρηση ενός ιστορικού επιστήμονα). Όπως κι αν τοποθετηθεί κάποιος κριτικά έναντι της προθετικότητας του ποιητή, διατυπωμένης στο corpus της ποιητικής εργογραφίας του έως και το τωρινό Αυτοάνοσο (ένα μελόδραμα), είναι βέβαιο ότι θα συμφωνήσει στην άποψη ότι σχεδόν εμμονικά αποφεύγει τον διδακτισμό. Διακρίνεται από σαφήνεια και διαύγεια στην ποιητική στόχευσή του (που δεν είναι παρά το πραγματικό μέσα στην πραγματικότητα που συνδιαλέγεται κάθε φορά). Επιλέγει δε σταθερά την αισθητική του ολοκληρωμένου συνθετικού έργου με πυλώνες καλλιτεχνικούς, στηριγμένους στην απογείωση του εγώ και της φαντασίας, και πεφρασμένους με λεκτικές και νοηματικές προκλήσεις.

 

ΔΥΣΚΟΛΟ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

«Το Κοράλλι», τεύχος 8, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016

Η δυσκολία να οριστεί και να λυτρώσει η σύγχρονη ποίηση

Ι

Οι «εμπόλεμες» ιστορίες του Σταύρου Ζαφειρίου δεν προέκυψαν τελευταία. Στεγάζονται εδώ και αρκετά χρόνια στις συλλογές του, αποτελώντας μαζί με τις άλλες, τις καθαυτό βιωματικές του ιστορίες, όσο και τις συχνές αναπαραστάσεις μύθων και βιβλικών ή πολιτικών μυθολογιών, εναύσματα στοχασμών που, άλλοτε με δραματικούς μονολόγους και άλλοτε με διαλογικές, δραματουργικές επινοήσεις, ουσιαστικά προσηλώνονται σε ό,τι σχηματικά θα ονομάζαμε εμπειρίες ορίων: γεωπολιτικών, ιδεολογικών, φαντασιακών, χωροταξικών, χρονικών κοκ. Σε ένα από τα προηγούμενα βιβλία του, τα Χωρικά (2007), που ο ίδιος ο ποιητής διευκρινίζει πως πρόκειται για «1+19 ποιήματα για τον χώρο», εμφανίζεται στο προσκήνιο ως διακειμενική περσόνα ο χωρομέτρης Κ. από τον Πύργο του Φραντς Κάφκα, αυτός που ενσαρκώνει όσο κανένα άλλο μυθιστορηματικό πρόσωπο τη ματαιότητα των ορίων. Σ’ ένα άλλο, το «Επιτέλους τα σύνορα», αναπαριστάνεται η βιβλική μάχη με τον Ιησού του Ναυή, ενώ στο «Lebensraum», σατιρίζοντας πικρά τη ναζιστική θεωρία του ζωτικού χώρου, ο Ζαφειρίου βλέπει τον πόλεμο και τον στρατό να ρίχνουν τα ζάρια της ισχύος τους στο τίποτε: «Ο στρατός / καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του. / Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες / πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους […] Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; / ― Οι νεκροί / καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους. / Καινούριο τόπο στους νεκρούς· στους νεκρούς / μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.»

Ως «Πολεμική ιστορία», και πάλι ρητά, καθώς έτσι είναι ο υπότιτλός της, χαρακτηρίζεται και η ποιητική σύνθεση του επόμενου βιβλίου, Προς τα πού (2012). Η σύνθεση αυτή του Ζαφειρίου, αν και δείχνει να θέτει υπόρρητα και όχι εμφανώς το εκκρεμές της ερώτημα, νομίζω ότι με το «πού» δεν περιορίζεται στην κατάδειξη του άγνωστου προσανατολισμού της εποχής μας –λόγου χάρη το πού πηγαίνει ο κόσμος ή το πού πηγαίνει η ιστορία. Μαζί με αυτά, μαζί με την απορία, το άγχος και την αγωνία για ένα τερατώδες παρόν που κοιλοπονά το ακόμα τερατωδέστερο παρελθόν του, αναπτύσσονται στο δημιουργικό πεδίο της λογοτεχνίας μια σειρά ερωτημάτων που σχετίζονται με το ήθος της: μπορεί, λόγου χάρη, να οριστεί μια νέα αποστολή της ίδιας της ποίησης ως τέχνης οργανικής, όπου συμψηφίζεται, μαζί με την πολιτική της στάση, ο σύγχρονος διακειμενικός της ορίζοντας;

Η αλήθεια είναι ότι γενικότερα την ποίηση του Σ. Ζαφειρίου την προσέλκυε από παλαιότερα ο πειρασμός της συνάρθρωσης διαφόρων στοιχείων, προερχόμενων από μια ποικιλία γνωσιολογικών, επιστημονικών, θρησκειολογικών, μυθολογικών πεδίων, με αποτέλεσμα, το ποίημα να φέρει ένα βάρος εμπράγματο, ένα φορτίο ιδεών, όρων, ορισμών, συμβόλων, ονομάτων, που ο ποιητής θεωρούσε (και θεωρεί) ότι ο σχολιασμός τους είναι απαραίτητος για την καλύτερη γνωσιακή πρόσληψή του. Στο Προς τα πού διακρίνουμε αμέσως αυτή τη συνάρθρωση, τη σύνθεση τεκμηρίων, στοχασμών, σχολίων και σημειώσεων που συγκλίνουν δυνάμει σε μια ενότητα θέσεων και ανοίγουν στον αναγνώστη έναν διαφορετικό, από ό,τι συνήθως συμβαίνει, ορίζοντα αναστοχασμού. «Ποια στιγμή ιστορίας εξυψώνει τη βούληση; / Σε ποια ιστορία η βούληση είναι ενοχή; / Μια ιστορία διασχίζοντας τις εκτάσεις του χρόνου, / προς τους αθέριστους λειμώνες του κενού / και μια ιστορία μη κίνησης, / που παγιδεύει τον χρόνο στον χρόνο της» («Το ταξίδι του αίματος, ΙΙ, σελ. 27). Έτσι, η προβολή του έμμεσου ερωτήματος «προς τα πού» μπορεί να κατευθυνθεί η ποίηση, αναπτύσσεται σ’ ετούτη τη σύνθεση σύμφωνα με την πραγματολογική βάση δεδομένων της «Πολεμικής ιστορίας». Με την έννοια ότι κάθε πόλεμος (και φυσικά όχι μόνο ο πόλεμος που οδήγησε το 1945 στον απηνή βομβαρδισμό της Δρέσδης από τους δυτικούς συμμάχους) εγείρει ένα βασικό ερώτημα: έχει νόημα (και ποιό) η τέχνη απέναντι στους αλλεπάλληλους θριάμβους του ηθικού κακού, του απανθρωπισμού, οι οποίοι συνιστούν εντέλει την πάγια ταυτότητα της ιστορίας; Με το να συμπλέκει ο ποιητής στη σύνθεσή του τον γνωστό, πανάρχαιο φαουστικό μύθο, όπου η οίηση και η έπαρση επεμβαίνουν και διαστρέφουν τη φυσική τάξη πραγμάτων, δημιουργώντας τερατογενέσεις, μας δείχνει με έναν πλάγιο τρόπο ότι η τέχνη (και η ποίηση) της εποχής μας είναι ανάγκη να θέτει μπροστά στον σύγχρονο οιηματία, τον νεοτερικό άνθρωπο, την προοπτική βάθους που του επιφυλάσσει η μάταιη επίδειξη της δύναμής του. «Αν το μίσος είναι η παλίρροια του κοσμικού σφυγμού της ιστορίας, / η πανάρχαια φλέβα στο ταξίδι του αίματος· / αν το μίσος είναι το άρμα του αίματος / στον ιππόδρομο του άρτου και των θεαμάτων, / τότε προς τι οι παλινωδίες του Αντόρνο, / τα περί βαρβαρότητας της ποίησης / και οι αξιωματικές του φλυαρίες;» (σελ. 26-27).

ΙΙ

Ένα από τα πρώτα βιβλία του Σταύρου Ζαφειρίου ήταν η συλλογή του Στη μουβιόλα (1986). Διαβάζοντας το Δύσκολο, την πρόσφατη ποιητική του σύνθεση, ο τίτλος εκείνος μου ήρθε συνειρμικά στον νου, γιατί αν κάποιος το δει από καθαρά τεχνικής απόψεως, η κίνηση του ποιητικού λόγου, τα συνεχή μπρος πίσω, οι ελιγμοί, οι στάσεις, οι πολυκεντρικοί εστιασμοί μοιάζουν αρκετά με τον χειρισμό της μουβιόλας –τουλάχιστον γι’ αυτούς που είναι εξοικειωμένοι με την κινηματογραφική ορολογία. Υπάρχει στο Δύσκολο μια ακατάπαυτη κίνηση, κίνηση που προσφυώς ο ποιητής εντόπισε και στον αφηγηματικό ρυθμό του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς, του έξοχου, εξπρεσιονιστικού και εν πολλοίς ρηξικέλευθου μυθιστορήματος του Αλφρεντ Ντέμπλιν (1878-1957), στο οποίο και αναφέρεται, θέλοντας να παραλληλίσει την επιφανειακή ελαφρότητα της εποχής της Βαϊμάρης με την επιφανειακή ελαφρότητα του σημερινού τουριστικού Βερολίνου. Την ώρα που συμβαίνουν αδιάφορα επεισόδια, κάτω από τη φλούδα των πραγμάτων λειτουργεί αδυσώπητα η ιστορία, όπως ακριβώς σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος του Ντέμπλιν συνεργεία εργατών και μηχανικών σκάβουν συνεχώς και αλλάζουν τις υπόγειες εγκαταστάσεις της πλατείας σαν να ανακατεύουν τα έντερα της πόλης! Αυτή τη διαρκή κίνηση, άλλοτε ρυθμικά και άλλοτε άρρυθμα, θα βρει ο αναγνώστης στο Δύσκολο. «Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας / πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης! / Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί, / κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!» («Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», VI, σελ. 33). Μάλιστα, θα έλεγα ότι οι εναλλαγές της κίνησης του λόγου του Ζαφειρίου, κάνουν πιο υποφερτή τη μεγάλη του πυκνότητα, την «κρυπτεία» της, όπως ο ίδιος παραδέχεται σ’ έναν του στίχο. Και δεν αναφέρομαι μόνον στα τελευταία του βιβλία. Νομίζω πως δεν υπάρχει καν ποίημά του όπου να μην έχει ο ρυθμός κυριαρχική σημασία, αποτελώντας συστατικό στοιχείο της αφήγησής του.

Το Δύσκολο, αυτό το σπονδυλωτό ποίημα που αναπαραστάθηκε με βάση τις πέντε διακρίσεις του Ιταλού συγγραφέα Πρίμο Λέβι (1919-1987), όταν ο τελευταίος προσπάθησε να εννοήσει την παθητική σχέση των Γερμανών με το ναζιστικό καθεστώς –αυτή την ταφόπλακα του ορθού λόγου, όπως ήταν ένας από τους χαρακτηρισμούς του Γκέοργκ Λούκατς–, είναι από πολλές πλευρές ένα δύσκολο στη σύλληψη και στην ολοκλήρωσή του εγχείρημα. Παραλληλίζοντάς το με την προηγούμενη χρονικά ποιητική σύνθεσή του Προς τα πού, με την οποία έχει αρκετές ομοιότητες (η κατάρρευση του φαουστικού μύθου μέσα στη ναζιστική θηριωδία), θα μπορούσαμε να πούμε ότι ως σύνολο είναι οργανικά πιο δεμένο στα μέρη του, αν και ενδεχομένως γράφτηκε ως συνέχεια και κορύφωση μιας κατάστασης δραματικού αναστοχασμού για τις αυταπάτες της ιστορίας. «Δεν είναι μνήμη οι μορφές· / μνήμη είναι αυτό που μας ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα» («Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», VI, σελ. 32). Έχουμε κι εδώ, όπως στην αμέσως προηγούμενη σύνθεση, μια συνάρθρωση ποικίλων αλλά όχι ετερόκλητων στοιχείων, σχολίων, αποφθεγμάτων, φράσεων που έμειναν μνημειώδεις, αλλά και εμβληματικών προσώπων, όπως ο Σαιν-Ζυστ, ο Μαρξ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σαρτρ, ή μυθικών μορφών, όπως η Χίμαιρα, ο Ίκαρος, ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο, έτσι ώστε η ίδια αυτή σύνθεση του Δύσκολου να αποτελεί παράλληλα έναν χάρτη του πολιτισμικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Δύσης, των ρήξεων και των ανατροπών, ο οποίος, όσο η κρίση αξιών στον 20ο αιώνα βαθαίνει, τόσο περισσότερο γίνεται και πιο διάτρητος. Όμως, τα συνεχώς πολλαπλασιαζόμενα Άουσβιτς, οι εκατόμβες του Κατίν και του Κάμενετς-Ποντόλσκ, όπου ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός συναντήθηκε με τον σταλινικό στις ίδιες περίπου πρακτικές –το κόμμα και ο αρχηγός ως εκπρόσωποι του θεού επί της γης– δεν είναι δωρήματα μόνον της εποχής του μοντερνισμού· αυτό το μάθαμε καλά! Αν μας αρέσουν οι συγκρίσεις, το Δύσκολο, αλλά και συνολικά η ώριμη ποίηση του Ζαφειρίου είναι της ίδιας ρομαντικής πνοής και ενός παρόμοιου προβληματισμού με την ποίηση του Ηλία Λάγιου, του Σπύρου Βρεττού, του Γιώργου Μπλάνα, της Κύπριας Ελένης Κεφάλα, του Κώστα Κουτσουρέλη, του Σταμάτη Πολενάκη, ποιητών δηλαδή που έχουν επανεντάξει ρητά την πολιτική διερώτηση στο έργο τους. Τα αδιέξοδα και οι τερατογενέσεις της εποχής της όψιμης νεωτερικότητας είναι που τους έκαναν, μερικούς συνειδητά άλλους ασύνειδα, να εξωθηθούν προς ένα νέο όραμα ανατροπής: «Όσοι βολεύτηκαν να υπάρχουνε με λέξεις, συντάσσοντας τις λέξεις με την ύπαρξη· / όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους / –πόση ακράτεια νεο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ ασφυκτιούν μες στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!» («Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», V, σελ. 45).

ΙΙΙ

Το Δύσκολο είναι μια σύνθεση χτισμένη με λεπτοδουλειά πάνω σ’ έναν εκπληκτικό όγκο διακειμένων. Μπορεί να δείχνει με τον πυκνό και σε πολλά σημεία σκοτεινό, ως προς το νόημά της, ποιητικό λόγο, μια αφήγηση χαοτική (η έννοια και η εικόνα του χάους είναι τόσο κοντά στον ρομαντισμό), σπανίως όμως θα συναντήσουμε στις πέντε ενότητές της μια φράση, έναν στίχο, μια εικόνα που δεν μας «στέλνει» σ’ ένα συμβάν, σ’ ένα σημαίνον της ιστορίας. Έτσι ώστε να είναι το σημαίνον αυτό μήτρα επάλληλων σημαινόντων, ενίοτε με διαχρονικές αναφορές και με κύριο και έκδηλο χαρακτηριστικό της συνάφειας των σημαινόντων ότι φτιάχνουν ένα οργανικά δεμένο σύνολο σχολίων, υπαινιγμών, συσχετισμών κλπ. Η δυσκολία του Δύσκολου βρίσκεται εκεί προπάντων: στο ότι μας καλεί να είμαστε ως αναγνώστες σε μια συνεχή εγρήγορση, συμπαίχτες στο διαλογικό και διαλεκτικό παιχνίδι, καθώς ο ορίζοντας της όλης σύνθεσης του Στ. Ζαφειρίου δεν είναι μόνο, όπως ήδη είπαμε, ο 20ός αιώνας, το γνωστό και συντελεσμένο, αλλά το οιονεί συντελούμενο ως ποιητικό δρώμενο του παρόντος. Έτσι, οι πυκνές παραπομπές σε λόγια και αποσπάσματα κειμένων του Εκκλησιαστή, του Ησαΐα, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Τ.Σ. Έλιοτ, θα έμοιαζαν ξεκάρφωτες σ’ αυτή τη ρέουσα ποιητική αφήγηση, αν δεν ενσωματώνονταν στην έντονα δραματική ρομαντική της γλώσσα. Η τέτοια δραματική και δραματουργική ένταση είναι που αλλάζει άρδην τον αναμενόμενο ιερουργικό τόνο των βιβλικών και των αρχαίων αποσπασμάτων, αποσπώντας τα από το νόημα με το οποίο τα έδεσε και μας τα παρέδωσε η φιλολογική παράδοση: λ.χ.: «Εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να εξηγήσεις / πώς ό,τι ονομάτισες αποστρέφεται πια τ’ όνομά του / πώς ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο πια να περιγραφεί» («Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», ΙΙ, σελ. 15). Και ακόμη πιο ρηξικέλευθα, ονομάζοντας μνήμη αυτό που «ξεφεύγει απ’ το περίγραμμα» (σελ. 32), αυτό δηλαδή που δεν έχει ακόμη αποδελτιωθεί από την ιστορία και δεν έχει ακινητοποιηθεί ως ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, διαλέγω το σημείο εκείνο στο οποίο ο ποιητής, αφηγούμενος μια κοινότοπη εικόνα από το Βερολίνο και από τον παλιό σταθμό ελέγχου μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού τομέα, κάνει το ρητορικό ερώτημα «Ποια ιστορία;» (σελ. 33), για να απαντήσει αμέσως: μήπως είναι ιστορία «εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα απεικάσματα, / με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με τον χρόνο τους»; (σελ. 33).

Αν στο Προς τα πού το ερώτημα που τρέχει σαν σχόλιο σε όλο το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από το ποιος μπορεί να είναι πλέον ο ορίζοντας της ποίησης (και κατά προέκταση κάθε τέχνης), η δυσκολία του ορισμού της πολλαπλασιάζεται τώρα με το Δύσκολο. Στο τελευταίο μέρος της σύνθεσης, «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους», σύμφωνα πάντοτε με τον κατά Πρίμο Λέβι διαχωρισμό των Γερμανών υπό τους ναζί, ένα τελευταίο μέρος που νομίζω πως έχει το νόημα της κατακλείδας όλων των διερωτήσεων και των αναστοχασμών του ποιητή, προβάλλει απογυμνωμένη εντελώς η παραδοχή του αδιέξοδου: «Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα, / τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου» (σελ. 55). Και επομένως, δύσκολο να αντέξει η αθωότητα του λυρισμού που παλαιότερα, σε εποχές συνεύρεσης και συναίρεσης, ακολουθούσε «Το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ίκαρου, / το πείσμα του ήλιου λίγο πριν το ουρανό […] γδύνοντας τον συμβολισμό απ’ τα εγκόλπιά του» (σελ. 55).

Δεν είναι λοιπόν ζητούμενο μόνο το νόημα της τέχνης (για να θυμηθούμε τον Τ. Αντόρνο) απέναντι στους διαρκείς και αλλεπάλληλους θριάμβους του αίματος, με τους οποίους ξεδιψά στιγμιαία η ιστορία. Είναι η αδυναμία της να μιλήσει μιαν άλλη, αθώα γλώσσα, γιατί μια άλλη τέτοια, αλλοτινή πλέον γλώσσα, δεν μπορεί παρά να κινδυνεύει διαρκώς να είναι ψευδαισθητική.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

«Ο Ἀναγνώστης», 05-11-2015,

«Μνήμη-χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη». Από το Άουσβιτς στη Λαμπεντούζα

I
Στο 12ο ποιητικό του βιβλίο ο γνωστός Θεσσαλονικιός ποιητής Σταύρος Ζαφειρίου, έρχεται για μία ακόμη φορά, «με λόγο δύσκολο και με ρυθμό σπασμένο», να μετασχηματίσει την ιστορία −και ιδίως τα εγκλήματά της− σε ποίηση. Κινούμενος από το εγκληματικά αξεπέραστο Άουσβιτς στα υπερπλήρη νεκροταφεία και στους πνιγμένους της Λαμπεντούζα της Σικελίας, με ορμή και λόγο βιβλικό και κάποτε προλογικό, ενοχικός και συνάμα προεξοφλώντας το αδύνατο της όποιας λύτρωσης, ταυτίζεται −με μια πρωτόγνωρη θα λέγαμε ενσυναίσθηση− με τον εγκλωβισμό του πάσχοντος όντος. Κινούμενος πλάι στα «παραχωμένα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους» και αδυνατώντας να περιγράψει τον καιρό του «ανοίκειου», δηλ. «τον καιρό του φοβισμένου ματιού», κατεβαίνει στον τόπο και στον «καιρό» μιας «νέας ενοχής».
Πολεοδομώντας τη φρίκη, χτίζει μια πολιτεία εγκλημάτων. Περιηγείται εκεί, με τρόπο «αστικό», στην ιστορία, επιλέγοντας να φασματοσκοπήσει όχι τα πρόσωπα και τα πράγματα αλλά τα ίδια τα εγκλήματα. Ένας ποιητικός μετασχηματισμός που φαντάζει πολύ δύσκολος −στην ουσία σχεδόν ακατόρθωτος−, δεδομένης πάντοτε της ρήσης του Αντόρνο ότι δεν γίνεται να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς. Πόσο μάλλον με θέμα το Άουσβιτς ή τα πνιγμένα παιδιά της μεσογείου. Ο ποιητής μας λοιπόν, κάτοικος την ελληνικής πόλης των φαντασμάτων (Θεσσαλονίκης, βλ. The City of Ghosts του M. Mazower) τολμά να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνική παράδοση –ενδεικτικά του ποιητή Πάουλ Τσέλαν και του πεζογράφου Πρίμο Λέβι– και κατορθώνει να μας δώσει μια ποίηση όχι απλά ιδιότυπη και χαρακτηριστική, αλλά με μια, θα λέγαμε, νέα ένταση που υποσκάπτει την όποια «προσδοκία» και απαιτώντας αξιωματικά και δικαιωματικά μια μετατόπιση προς έναν νέο ποιητικό χώρο.
Το ζητούμενο λοιπόν προτού ανιχνεύσουμε την ιδιότυπη ποιητική περιοχή του Ζαφειρίου −η οποία και δημιουργείται από τη σύμπτωση μιας ιδιοσυγκρασίας και μιας συνείδησης με τις συνθήκες του απόηχου των πρωτόγνωρων ιστορικών και διαρκώς ανανεωνόμενων εγκλημάτων− είναι να ερμηνεύσουμε τον εικαστικό, βιβλικό και συμβολικό χαρακτήρα της γλώσσας του, ο οποίος είναι και το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ποιητικής στάσης απέναντι στην ιστορία, στον εαυτό ως υποκείμενο και στην ποιητική πράξη εν γένει.
Προτού το κάνουμε όμως αυτό να σημειώσουμε πως ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία των ποιητών που ορίζουν μια ποιητική χώρα που προηγουμένως φαίνεται να μην υπήρχε. Αν ο Καρυωτάκης, παραδείγματος χάριν, ανοίγει μια περιοχή στον μεσοπόλεμο όπου λειτούργησε με τρόπο νέο ο ποιητικός μας λόγος −στο πλαίσιο ενός spleen−, κι αν η «γενιά» του ’30 έφερε τον μοντερνισμό στην χώρα μας και τον οδήγησε σε μια νέα ακμή, κι αν τέλος ο μεταπολεμικός παραλογισμός μεταποιήθηκε σε τέχνη μοναδική στην περίπτωση τουλάχιστον του μοναχικού «εξπρεσιονιστή» Σαχτούρη (κι έως ενός σημείου στον παραδοξογράφο Ε.Χ. Γονατά και σε άλλους μετα-υπερρεαλιστές), τότε ο Ζαφειρίου ανήκει στην χορεία αυτών που αντί να πάρουν τον δρόμο του υπερ- και του μετά-μοντέρνου, επέλεξε να απομακρυνθεί −κάνοντας zoom out− και να δει τον 20ο αιώνα και τα πεπραγμένα του από ψηλά, αλλά και ψηλαφώντας τα φανταστικά, κρατώντας ταυτόχρονα τις αντένες του ανοιχτές και ευερέθιστες στην εποχής μας (βλ. ενδεικτικά τους πνιγμένους της Λαμπεντούζα). Στοχεύοντας πάντοτε σ’ έναν ουσιαστικό ποιητικό μετασχηματισμό της ποιητικής και ιστορικής ύλης.
Η ποιητική ανθρωπολογία και ιστοριογραφία του λοιπόν είναι πολυεπίπεδη και προοπτική, αντωνυμική και ανώνυμη, προσωπική και απρόσωπη, ιστορική και «ανιστόρητη» και τέλος ρεαλιστική και φασματική. Αν μάλιστα ο ποιητής Σαχτούρης, κατά τον Μαρωνίτη, κυκλοφορεί κατακόρυφα, τρυπώντας τά παράλληλα προοπτικά επίπεδα του χώρου, ο Ζαφειρίου φαίνεται να περιφέρεται στο σημείο τομής των αστικών και των ιστορικών χώρων, και να εγκλωβίζεται ασφυκτιώντας μεταξύ των τόπων περιώνυμων «αδικημάτων» και των δωματίων της περισυλλογής και της ενοχής, καταμετρώντας και παλεύοντας έως τέλους με τις τύψεις και με το αδύνατο της συνέχισης τελικά της ύπαρξης με τέτοιο βάρος.
Η ποιητική του συναντά επομένως την ιστορική ναυτία των ανοιχτών –μπροστά στο έγκλημα− συνειδήσεων, κινούμενη παράλληλα εντός του ηθικού, και με έναν ασυνεχή και οδυνηρό διάλογο (κυρίως με την ιστορία) κατορθώνει να φασματοποιήσει και να φασματοσκοπήσει την πραγματικότητα αλλά και να πριονίσει το κακό στα πόδια του και να δυναμιτίσει τα θεμέλια του όποιου κοινωνικού μας εφησυχασμού. Ο ποιητής «απελπισμένος» που βρίσκεται εντός του ιστορικού χρόνου, καίγεται σε πρώτο χρόνο από τον πυρετό της ιστορίας και σε δεύτερο χρόνο ψυχρά μετα-ποιεί, αποκλείοντας την όποια έξοδο και αδυνατώντας να επωμιστεί εν θερμώ τον ρόλο του «καταγραφέα». Ένας πυρετός που μεταφέρεται σχεδόν «αυτούσιος» και ετεροχρονισμένος μες στο ποιητικό σώμα, το οποίο και πονά αγγίζοντας υψηλές πραγματικά θερμοκρασίες. Θερμοκρασίες που μεταφέρονται μέσω του χαρτιού στα δάχτυλα του αναγνώστη, και μέσω της ανάσας και της φωνής του ποιητή στο αυτί του ακροατή.
Ως ποιητής-μάρτυρας κι ως μεταμορφωτής ο Ζαφειρίου, μετέχει τελικά μέσω ενός θρησκευτικο-ποιητικού συμβολισμού στην ίδια την πράξη της «μεταμόρφωσης,» περνώντας από την γέννηση και τη σταύρωση του σώματος (ατομικού, συλλογικού και ιστορικού), χωρίς όμως να φτάνει στην υπόσχεση της αλλαγής και αποκλείοντας συνάμα την όποια εξιλέωση και την ανάσταση. Πονώντας διαρκώς και παραμένοντας σε κατάσταση απόγνωσης, αδυνατεί να ξεπεράσει το φάσμα του θανάτου και τα εκατομμύρια των νεκρών της ιστορίας, και παραμένει έως τέλους φαγωμένος, νιώθοντας την βαριά ενοχή μέσα στα σπαραγμένα σωθικά του, την οποία όμως ενίοτε ελαφρύνει με μια διακριτή, δική του ειρωνεία και με κάποιον βαθμό αυτοσαρκασμού. Κι αν ένας άλλος σπουδαίος Θεσσαλονικιός, ο Τάσος Φάλκος, μας λέει «και που ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να ‘σαι αθώος», αντίστοιχα ο Ζαφειρίου μιλά ποιητικά εναντίον «αυτών που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους».
Πρόκειται τελικά για μια ποιητική φωνή που υπονομεύει την όποια αντιπροσωπευτική αξία του προσώπου, που πεζολογεί σε σημεία προκλητικά προσθέτοντας μέχρι και εξισώσεις και γεωμετρία, κοινωνιολογώντας ενίοτε και καλώντας κατά βάθος προς μια ανατροπή της κοινωνικής και ιστορικής τάξης προετοιμάζοντας ή και δείχνοντας προς την αταξική ισότητα, την οποία ωστόσο αποκλείει προεξοφλώντας τα επικείμενα και αενάως αναπαραγόμενα εγκλήματα. Το κυρίως ζητούμενο βέβαια είναι να μπει ο αναγνώστης μέσα σε αυτό το σύστημα της ποιητικής εξιστόρησης −κάτι που συμβαίνει αν αφεθεί στον ρυθμό και στον τόνο της ιδιαίτερης αυτής αφήγησης– προκείμενου να περάσει στην αναγνώριση και να βρεθεί στον τόπο της αυτογνωσίας και της ενοχής.

ΙΙ
Στο δεύτερο αυτό μέρος, θα σταθούμε σε συγκεκριμένα σημεία των ποιημάτων αφού όμως επαναλάβουμε πως ο ποιητής φαίνεται να παλεύει με τους όρους ενός προ-ποιητικού εμπειρικού πεδίου, σε δύσκολους πραγματικά καιρούς και απορροφώντας δύσκολες εμπειρίες, περνώντας τελικά στο χαρτί την ποιητική του αντίληψη που βρίσκεται σε διαρκή ανταπόκριση με τις εξελισσόμενες πάντοτε ιστορικές συνθήκες. Σκεπτόμενος μάλιστα τόσο την ποιητική πράξη όσο και την απεύθυνση στον άλλον, επιλέγει να κινηθεί εντός μιας ποίησης που φαίνεται να λειτουργεί ως ένας εκ των υστέρων μεταμορφωτικός μηχανισμός. Διαβάζουμε ενδεικτικά, αφού προηγουμένως διευκρινιστεί από τον ποιητή «Τι ασυνάρτητη εκδοχή η εξιστόρηση», πως:

δύσκολο πιά ν’ αγωνιάς για τ’ ολομόναχο
ή να εξαντλείς συνειδητά το ασυνείδητό σου –αυτό το αδέσποτο που δένει
τις πληγές του με τον επίδεσμο των αλληγοριών.
[…] Κι εσείς ιππεύοντας τα ξύλινα αλογάκια σας στον βαλτωμένο
ιππόδρομο του έθνους.

Με τόσες βεβαιότητες και υπολογισμούς στην υποθηκευμένη αυτή
πραγματικότητα,
έχοντας ήδη κατοχυρωμένο το σκοτάδι στ’ όνομά σας,
δεν πρόκειται –πώς θα μπορούσε άλλωστε– να νιώσετε ποτέ
ότι ανάμεσα εωθινού και απόδειπνου του θάμβους
μονάχα η στάχτη δεν μπορεί να στήσει σκαλοπάτια∙

δεν πρόκειται να καταλάβετε ποτέ πώς κι αν υποδυθείτε όλους τους
ρόλους
πάντα θα υπάρχει στην ορχήστρα ένας τυφλός να σέρνει πλάι σας το
σάπιο του ποδάρι.
(«V», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

Κι αφού πρώτα κατακρίνει το «μετα-μοντέρνο» μιας εποχής, λέγοντας:

Κάποτε πρέπει επιτέλους να ξεμπλέξουμε με τους διαφωρισμούς και με τις μετα-νεοτερικές τους περπατούρες.
Και πιο πολύ με αυτούς τους εκδορείς του υποκειμένου,
που γδέρνουν τον μοντερνισμό σαν σφάγιο κρεμασμένο στο τσιγκέλι.
(«ΙV», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

περνά από το Βερολίνο της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, και εντεύθεν, σατιρίζοντας, συνάμα όμως πονώντας και αγανακτώντας:

Προγραμματίστε οπωσδήποτε ένα πέρασμα απ’ το Checkpoint Charlie∙
ή σαν να λέμε: το σημείο όπου οι εκχωρητές των ενθυμίων σβήνουν με γομολάστιχες μανιωδώς την ιστορία.
− Ποια ιστορία;
Εκεί όπου η ψηφιακή φωτογραφίζει τα ανακατασκευασμένα
απεικάσματα,
με τους τουρίστες να εισβάλλουνε στο πλάνο, σκεπάζοντας τον χρόνο με
τον χρόνο τους∙
− Ποια ιστορία;

Στο μεταξύ της διάλυσης και της δημιουργίας
πώς θορυβούν σαν έντερα τα σωθικά της πόλης!
Πώς η ανίδεη ζωή βαδίζει πάνω στο χαρτί
κόβοντας δρόμο μέσα απ’ τη γραφή κι από το σύμπαν!

Στην Alexanderplatz –αχ, η Alexanderplatz!
Προσποίηση συναισθηματισμού στην τάβλα του Φράντς Μπίμπερκοπφ
(κορδέλες, χτένες, ραφτικά και λαστιχάκια για όλους τους λαιμοδέτες των
ονείρων)
– εδώ κι αν παίχτηκε όλη η Βαϊμάρη.
(«VΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

Για να καταλήξει, μέσω του Saint-Just στους πνιγμένους μετανάστες της Λαμπεντούζα. Διαβάζουμε αντίστοιχα, αφού όμως πρώτα αποτυπωθεί στο μότο η κουβέντα του Saint-Just: «Έχετε να τιμωρήσετε όχι μόνο τους προδότες, αλλά και τους αδιάφορους»:

Όχι πως αν κοιτάξει γύρω του κανείς,
δεν θα μπορέσει ίσως να διαπιστώσει ότι δεν είναι όλες οι λέξεις εξαρτήματα της ίδιας μηχανής∙
αν κάποιες τις αφήσεις στο κυνήγι μοναχές, είναι ικανές να βγάλουν το θηρίο από την τρύπα. […]
− Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.
Είναι αδίστακτοι.

Φοβού, λοιπόν!
Κι όχι μονάχα όσους γυρεύουν μιαν απάνεμη γωνιά, για να ελλιμενίσουν
τη σιωπή τους∙
κι όχι μονάχα αυτούς που εγκαταλείπονται στους συνειρμούς των
αυτοσχεδιασμών
ή στα πρελούδια των αναστεναγμών τους,

Όποια συνέργεια κι αν υποθάλψει ο διάβολος,
αυτά που σου έμαθαν στα προπτυχιακά πρέπει να τα ξεχάσεις,
Έτσι κι αλλιώς, είναι η παραγωγή που διαμορφώνει τη συνθήκη.

Κι αν κάτι ανάμεσα στα ράθυμα στενά των ημερών ανοίγει δρόμο στον
λυγμό της φαντασίας,
χάσκει από κάτω η σκουριά της παλινόρθωσης και το βαθύ χασμουρητό
της ουτοπίας.
(«ΙΙΙ», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν»)

Και κρίνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του και αυξάνοντας την έκθεση του στους ανελέητους αγέρηδες του πραγματικού:

Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σε ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου∙
της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού, μολύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντά του.

Δύσκολο πιά να εξιλεωθείς,
με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.
Δύσκολο πιά ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητες σου.

Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,
τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες,
για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.
Ότι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογεννήσεις.
(«VI», «Αυτοί που υπερασπίζονται την ψευδαίσθηση της αθωότητας τους»)

Εντός του τόπου λοιπόν της ποίησης και αφηγούμενος τα ερείπια μιας διαδικασίας που αναγεννά κυρίως πόνο, ενοχή και τύψεις, σημαδεύει με την αίσθηση της φωνής του την αίσθηση που μας αφήνει η ίδια η ποίηση στη λειτουργία της. Ο Ζαφειρίου είναι τελικά ένας ποιητής που δεν επιχρωματίζει το ποιητικό έργο που σμιλεύει και αφηγείται, αλλά το ίδιο το χρώμα φαίνεται να αναβλύζει μέσα από το ποιητικό του σώμα, το οποίο και περιφέρει στις ατραπούς της ιστορίας, πιτσιλώντας από το DNA του σε διάφορους −γκρίζους και κόκκινους κυρίως− τόνους, τους οποίους και αναμιγνύει με τον φιλοσοφικό στοχασμό και με τον διαρκή αναστοχαστικό επίσης έλεγχο των μεθόδων και των τρόπων του:

Αλίμονο!
Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με τόση αιμομιξία αμμολόφων,
πώς να μετρήσεις ξέφωτο στη μέση της ερήμου!

Τέλος, το ποιητικό εγώ δεν συναντάται με συγκεκριμένα πρόσωπα, με εξαίρεση τις συναντήσεις με τον Saint-Just και τον πρίγκιπα Μίσκιν του Ντοστογιέφσκι, ενώ η επικοινωνία με τον αναγνώστη φαίνεται να συμβαίνει επίμονα πάνω στην αφηγηματική ροή, η οποία και μας παρασέρνει άλλοτε μαλακώνοντας και άλλοτε ξεσηκώνοντας μας:

Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!
Επί της όχθης κάθισες και έκλαυσες δίχως να σου περνάει από τον νου
πως πίσω απ’ την ουσία της μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.
[…] ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο του νερού ούτε στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης
Όσο κι αν καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς για να σωθεί ο κόσμος.

Ο κόσμος, πρίγκιπα, είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του,
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.
(«Ι», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε»)

Ένα ποιητικό εγώ που δεν φαίνεται να πληθαίνει, αλλά αντιθέτως να πολλαπλασιάζεται μαζί με τα ιστορικά γεγονότα, δυσκολευόμενο «πια να κατοικεί απάνω στα έρημα», εκτίοντας όπως μας λέει «τάχα» έως τέλους «την ποινή των στοχασμών του».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Εντευκτήριο, τεύχος 106, Φεβρουάριος 2015

Το «δύσκολο» γεγονός της ποίησης

Το Δύσκολο του Σταύρου Ζαφειρίου –όπως άλλωστε και οι προηγούμενες ποιητικές συνθέσεις του– ανήκει σε εκείνη την ποιοτική τάξη των έργων για τα οποία δεν μπορεί να μιλήσει κανείς ερήμην της πραγματικότητας, του χωροχρόνου εντός του οποίου αρθρώνονται. Και μάλιστα συμβαίνει συχνά, μιλώντας για την ιστορική περίσταση που τα γέννησε, να μιλάς για το πλέον ουσιώδες σε αυτά […]
Η περίσταση, λοιπόν. Ένας αιώνας, ο 21ος, που γεννήθηκε ήδη τραυματισμένος από την αλαζονική, τερατώδη προσωπικότητα του πατέρα του, του 20ού. Την αλλόκοτη συμπεριφορά αυτού του νέου αιώνα είναι ΔΥΣΚΟΛΟ να την περιγράψει κανείς. Πόσο μάλλον να τη ζήσει. Κι ακόμα περισσότερο να την κάνει ποίημα, όπως αυτό στο οποίο αναφέρομαι, το Δύσκολο του Ζαφειρίου.
Ο 21ος αιώνας αφενός απορρίπτει τον 20ό, χαρακτηρίζοντάς τον «κόλαση», και αφετέρου τον αποδέχεται, διότι δεν τολμά να ξεφύγει από τον παράδεισο που υποσχόταν. Θέλω να πω πως οι αξίες, οι όροι, τα εργαλεία με τα οποία δουλεύει προς τον παρόν ο νέος μας αιώνας ανήκουν απελπιστικά στον προηγούμενο.
Κι έτσι, κανείς σχεδόν δεν λέει τα πράγματα με το όνομά τους, λυγίζοντας κάτω από το οιδιπόδειο βάρος του. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως ο Οιδίπους ήταν άνθρωπος, και η τραγωδία του εν πολλοίς σχετίζεται με το γεγονός πως κατονόμασε τον εαυτό του.
ΔΥΣΚΟΛΟ να πάρει κανείς στους ώμους του μια τέτοια μοίρα. Μόνον η ποίηση μπορεί να έχει την απερισκεψία να χαρίσει στην ύπαρξη το όνομα που δικαιούται και να δηλώσει ευθύς εξαρχής, από τον τίτλο ήδη του ποιήματος, τη δυσκολία.
Αλλά ένα ποίημα, πόσο μάλλον ένα ποίημα όπως αυτό του Ζαφειρίου, γνωρίζει πραγματικά το όνομά του, αφού έχει συναίσθηση του χαρακτήρα του, γνωρίζει δηλαδή πως είναι μια παρέμβαση σ’ ένα διάλογο που απλώνεται μέσα στην Ιστορία και την Ιστορία της ποίησης. Και μάλιστα, όταν απαντά στην περίσταση. Η αξία του, η αντοχή του, εξαρτώνται, νομίζω, από το εύρος της απάντησης και όχι από την αλήθεια της. Στην περιοχή της γλώσσας δεν υπάρχουν αλήθειες και ψέματα, αλλά μόνο συγγνωστά και ασύγγνωστα.
[…]
Ποια είναι όμως αυτή η περίσταση; Η ποίηση που γράφεται αυτή τη στιγμή ορίζει δύο στάσεις απέναντι στη γλώσσα. Η μία στάση θεωρεί τη γλώσσα εργαλείο επικοινωνίας. Οι σημασίες βρίσκονται στο λεξικό και οι κανόνες στη γραμματική. Μοιραία, αυτή η ποίηση δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα δημιουργική, αφού δεν αποκλίνει από το υποτιθέμενο γλωσσικό καθεστώς και άρα από τις σημασίες, όπως αυτές τίθενται από τους θεσμούς […] Η άλλη στάση θεωρεί τη γλώσσα τόπο εντός του οποίου υφίσταται το ανθρώπινο υποκείμενο. Οι σημασίες βρίσκονται σε πορεία συνεχούς μεταμόρφωσης από την αρχή της Ιστορίας και οι κανόνες θεσπίζονται από τα υποκείμενα, καθώς η ζωή δουλεύει.
Αυτή η δεύτερη στάση, της οποίας θιασώτης είναι –κατά τη γνώμη μου– ο Σταύρος Ζαφειρίου, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρεται για την Ιστορία ή μάλλον να αποδέχεται τον εαυτό της ως ιστορικό γεγονός.
Πώς ενεργεί το ποιητικό υποκείμενο ως ιστορικό υποκείμενο μπορούμε να το δούμε στο Δύσκολο. Ας αναφέρω μερικές από τις ενέργειες αυτές ή, καλύτερα, μερικές από τις προϋποθέσεις των ενεργειών. Πρώτον, δεν θέλει καθόλου να επαναλάβει την Ιστορία. Αυτό σημαίνει πως δεν χρειάζεται –το αντίθετο μάλιστα– το ποίημα που γράφεται να θυμίζει ό,τι χαρακτηρίστηκε στη διάρκεια της Ιστορίας ποίηση. Δεύτερον, δεν θέλει την Ιστορία τελειωμένη. Αυτό σημαίνει πως το αν είναι ή δεν είναι ποίηση αυτό που γράφει τώρα ο Ζαφειρίου θα το δείξει το μέλλον –άρα, μοναδικός οδηγός του είναι η αίσθηση της ποίησης και όχι οι τετελεσμένοι κανόνες. Τρίτον, θεωρεί πως η Ιστορία είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις μεθόδους επιβίωσής τους και όχι οι ίδιες οι μέθοδοι επιβίωσής τους. Είναι λογικό, διότι σχεδόν στο σύνολό τους οι μέθοδοι επιβίωσης των ανθρώπων είναι μέθοδοι αυτοκαταστροφής. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο δεν είναι η λογική του αλλά η δύναμη με την οποία πλάθει μύθους περί της λογικότητάς του. Σαν να λέμε πως ο άνθρωπος δεν αυτοκαταστρέφεται, επειδή μέσα στην αυτοκαταστροφή του βρίσκει φανταστικούς λόγους επιβίωσης.
Φαίνεται κάπως περίπλοκη αυτή η συλλογιστική, αλλά θα δείξει πιο απλή αν αναφέρω ένα παράδειγμα από το Δύσκολο του Ζαφειρίου. Λοιπόν, ο ποιητής, για να μιλήσει περί της κατάρρευσης του κόσμου, όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ως έναν κόσμο πλαισιωμένο από μύθους σχετικούς με το υπερβατικό, λέει: Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια, / τα καταφύγια των χιονοδρομικών και οι σφαλισμένες πόρτες, / για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά τής θεοφάνειας.
Εύκολα, νομίζω, καταλαβαίνουμε πως εκεί που κάποτε κατοικούσαν οι θεοί τώρα βρίσκονται χιονοδρομικά κέντρα για εκδρομείς του σαββατοκύριακου, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται παρά για διασκέδαση, και μάλιστα, όπως ειρωνικά –τραγικά οπωσδήποτε– σημειώνει ο Ζαφειρίου, να απολαύσουν το μοναδικό είδος θεοφάνειας που μπορούν πια: την πανοραμική θέα. Όχι βέβαια επειδή είναι ανίκανοι να νιώσουν κάτι βαθύτερο, αλλά επειδή δεν έχουν τη γλώσσα για να το συνειδητοποιήσουν και να το εκφράσουν. Είναι άνθρωποι που αυτοκαταστρέφονται και συχνά το νιώθουν. Αποξηραίνονται δίχως την υγρασία του μύθου.
Κάτω ακριβώς από τους τρεις στίχους που παρέθεσα, συναντάμε δύο άλλους –σαν συμπέρασμα ή κατάληξη: Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού / που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις.
Οι εξάμετροι βέβαια είναι οι στίχοι της Οδύσσειας. Ο βοσκός είναι ο Εύμαιος, το καταλαβαίνουμε αμέσως. Υπάρχουν τώρα πολλοί Εύμαιοι που μεγαλώνουν μπάσταρδα και τερατογενέσεις. Τα βλέπουμε γύρω μας αυτά τα μπάσταρδα και τις τερατογενέσεις.
Αλλά εδώ υπάρχει μια τρύπα. Οι δύο αυτοί στίχοι δεν λένε ότι ο πλαισιωμένος από μύθους κόσμος χάθηκε, αλλά πως συνεχίζεται. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει πως οι ομηρικοί βοσκοί συνεχίζουν να υφίστανται ως τροφοί, έστω μπάσταρδων και τερατογενέσεων; Δηλαδή, ανατρέφονται ακόμα Οδυσσείς; Γιατί πρέπει να θυμηθούμε πως ο Οδυσσέας ήταν ένα μπάσταρδο. Παιδί του Σίσυφου ήταν. Έτσι λέει ο μύθος. Μόνο που οι σημερινοί μύθοι δεν στοχεύουν στο υπερβατικό αλλά στο ενθάδε.
Το λέει ο Ζαφειρίου: Δεν έχει νόημα η λύσσα για ζωή αν δεν επινοήσεις τα σκυλιά της.
Σαν να λέμε πως δεν έχει νόημα να ζητάς να επιβιώσεις, δίχως μύθους για την αυτοκαταστροφή σου.
Η περιοχή της γλώσσας που παράγει τέτοιους μύθους είναι η ποίηση: υπόθεση δύσκολη, περίπλοκη, πολυσήμαντη, παντελώς άσχετη με τις «απλές», «άδολες» ποιητικές απολαύσεις του κοινότοπου μετα-λυρισμού των καιρών μας. Άλλωστε, η άποψη σύμφωνα με την οποία η ποίηση και η απλότητα πηγαίνουν μαζί, δεν είναι παρά ακραιφνής λαϊκισμός. Λέει στον αναγνώστη πως δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε για το ποίημα, αφού ο ποιητής έχει κάνει πολύ λιγότερα και από το τίποτε γι’ αυτό. Η ανάγνωση, όπως και η δημιουργία ποίησης είναι σήμερα ένα δύσκολο εγχείρημα –δύσκολο σαν το ίδιο το γεγονός της ζωής.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Φρέαρ, Ιούλιος 2014

Η ποιητική ύλη κατατάσσεται σε τέσσερις ενότητες, που διαχωρίστηκαν με βάση μια ιδεολογικά λειτουργική και ηθικά προσφυή διάκριση του Πρίμο Λέβι (Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Αθήνα, Άγρα, 2003) ως προς την ανθρωπογεωγραφία της χιτλερικής Γερμανίας: «Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους». Το «Ιντερμέδιο», που τοποθετήθηκε ανάμεσα στη δεύτερη και στην τρίτη ποιητική ενότητα, ωθεί σε δημιουργική συνύπαρξη τον δημοτικογενή δεκαπεντασύλλαβο με τη νεωτερική έκφραση, το λαϊκότροπο λεκτικό της δημοτικής παράδοσης με τη λογιοσύνη και τη γεύση της σημερινής λαλιάς. Η δωδέκατη ποιητική κατάθεση του Σταύρου Ζαφειρίου συγκεφαλαιώνει με εμπνευσμένο τρόπο τα χαρακτηριστικά της όλης ποιητικής του: τεχνοτροπικός μοντερνισμός, με εξέχον το χαρακτηριστικό της αυξημένης δραματικότητας, που ενδυναμώνεται από την εναλλαγή ομιλουσών φωνών μέσα στη σύνθεση· υπαρξιακή αναζήτηση, ως κεντρική συνιστώσα μιας σύνθετης θεματικής συνισταμένη· ροπή προς το συνθετικό ποίημα, του οποίου οι επί μέρους εκφάνσεις στοιχειοθετούν ένα οργανικό σύνολο. Το κάθε ποίημα διατηρεί μία σχετική αυτονομία, αλλά ο ποιητής δεν στοχεύει στη γραμμική παράθεση μεμονωμένων βιωμάτων, αλλά στη διασφάλιση της εσωτερικής ενότητας του ποιητικού υλικού, το οποίο νεωτερικά δομημένο και υπαρξιακά φωτισμένο συγκλίνει στο ότι «ο κόσμος […] είναι η κομμένη αναπνοή του πανικού του, / όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό».

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ

Αυγή της Κυριακής 29.06.2014

Ποίηση υπάρχει, όσο υπάρχουν ισχυρές ποιητικές συνθέσεις

Όταν ένα ποιητικό βιβλίο ευρίσκεται κατάφορτο παραπομπών σε κείμενα φιλοσοφικά, πατερικά, δοκιμιακά, ο ποιητικός του λόγος κινδυνεύει να βουλιάξει κάτω από το βάρος των ιδεών, διακινδυνεύει να καταστεί μια δοκιμιακή απόπειρα σε ύφος ποιητικό. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα της ποίησής μας που μαρτυρούν τα αδιέξοδα αυτής της επιλογής, με προεξάρχουσα περίπτωση το έργο του Σικελιανού, αλλά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπου η ποίηση αντέχει να «διαφορίζει» τις έννοιες, αποδίδοντάς μας λόγο μεστό και λυρικά ουσιώδη, αρχής γενομένης από τον Διονύσιο Σολωμό. Ως φόρος τιμής στον μεγάλο πρόγονο θα μπορούσε λοιπόν να ειδωθεί το ποιητικό βιβλίο του Ζαφειρίου, έστω και αν στις εκτενείς αναφορές / επισημειώσεις ο Σολωμός δεν περιέχεται πουθενά, αφού ο οιονεί διάλογός τους συμβαίνει σε απόσταση, κάποτε και σε αντίστιξη.

Μάνα με τους λεβέντες γιους, ε και να γήτευες
μια φούντα μαύρου θυμαριού σε μια σταγόνα ιβίσκου
και στη γιορτή της όχεντρας μια κακορίζα μύρτου,
να ’ρθουν τ’ αγρίμια, ωχ να ’ρθούν και οι κωλομπαράδες,

να ’ρθει και ο σταυραετός με την ξανθιά περούκα,
να σύρει πρώτος τον χορό της λυγερής σου δόξας.

Όμως σε μια ποίηση ιδεών οι συνάφειες δεν θα μπορούσαν να εξαντλούνται σε υφολογικές συγγένειες και αντικατοπτρισμούς, αλλά εμφιλοχωρούν και στο ίδιο το «περιεχόμενο».

Όμως τα έθνη·
τι νόημα έχει να ξυπνούν νεκρά τα έθνη,
σάβανο ξετυλίγοντας ξοπίσω τους τα επιμνημόσυνα των νεο-ανθρωπιστών;

Βέβαια, η κόλαση είναι κόλαση των άλλων:
η πιο παλιά εγκατάσταση αγνοημένης τέχνης,
αγκιστρωμένης στα πλευρά τού εξπρεσιονισμού.

Εδώ, η διαδικασία της εθνογένεσης και ο διάλογος με τον γερμανικό ρομαντισμό δίνουν τη θέση τους, ή αντιπαραβάλλονται, στη διαδικασία γένεσης του φασισμού (και κατ’ επέκταση στη σημερινή επιστροφή του), στην ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής / συνενοχής, με σημείο εκκίνησης της ερμηνείας / τεκμηρίωσης του φαινομένου την περιγραφή του Πρίμο Λέβι, απ’ την οποία προκύπτουν και οι τίτλοι των επιμέρους ενοτήτων της συλλογής: «Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν», «Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν», «Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε», «Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους».

Τώρα που ο ξένιος ξενίζει στην πλεκτάνη του τον ξένο,
εμπλέκοντας την κάθαρση του αίματος στη φαντασίωση ενός θεόπνευστου ιστού·
τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών,
δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας και τον
καιρό της νέας ενοχής.

Παρ’ όλα αυτά, η ποιητική συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου δεν ενδίδει στη θεματογραφία, δεν βουλιάζει στις ευκολίες των νεόκοπων περιοχών «ριζοσπαστικής παρέμβασης», τις οποίες περιοχές νομιμοποιεί απλόχερα, και καλλιτεχνικά ανώδυνα, η επιστροφή του φασισμού.

Εδώ είναι οι φράχτες των ακτών και τα σχισμένα ιστία,
τα χνάρια όσων ξέφυγαν δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι·
εδώ είναι η άκρη, άσπαρτη, πιο άσπαρτη ακόμη κι απ’ το σύμπαν.

Γιατί ο στόχος του Ζαφειρίου είναι ο αναστοχασμός όλης της νεωτερικότητας, της ιστορίας της, των ιδεών της, της τέχνης της, της κρίσης της, και το πετυχαίνει με μια ποιητική σύνθεση που αντέχει αυτόν τον βαρύ ειδολογικό χαρακτηρισμό, αντλώντας ερείσματα, ιδεολογικά και ρυθμικά, απ’ όλη την παράδοση του ποιητικού λόγου.

τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;
Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό εκείνου που σας βλέπει.

Κατά τη γνώμη μου, η ποιητική σύνθεση του Σταύρου Ζαφειρίου ανασυντάσσει το ποιητικό τοπίο, γιατί προϋποθέτει όσα σημαντικά έχουν συμβεί στις μέρες μας, π.χ. τις ποιητικές συνθέσεις Επεισόδιο του Γιώργου Μπλάνα, Ο κύριος Φογκ του Γιάννη Βαρβέρη, Ανιστόρητο του Σπύρου Βρεττού, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία του Ηλία Λάγιου, Τα ψηλά δέντρα της γαλλικής επαρχίας της Μαρίας Κούρση, Mec(c)ano της Ρούλας Αλαβέρα, Μαύρη Μωραλίνα της Ευτυχίας Παναγιώτου, και μερικές ακόμη ποιητικές επιτεύξεις των τελευταίων δεκαετιών, δημιουργώντας μια εξαιρετική, και απολύτως ιδιότυπη, συνέχεια και κορύφωση, ένα σημείο αναφοράς τής σύγχρονης ποίησης μας.

(Μπαίνει από τις κουίντες ο Saint-Just, κρατώντας το κομμένο του κεφάλι):
― Όσοι αφήνουνε μισή την επανάσταση, σκάβουν απλώς τον ίδιο τους τον τάφο.

Και άλλη φορά, σε άλλο καιρό, πάνω στους τοίχους:
― Φοβού τους θέλοντες να ζήσουν ήσυχα και ειρηνικά.
Είναι αδίστακτοι.

Παρ’ ότι η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων αδικεί το βιβλίο, επειδή ο λόγος του δεν οργανώνεται με βάση τον στίχο ή τη φράση αλλά στην έκταση της σελίδας ή της περιόδου, μπαίνω στον πειρασμό να κλείσω με ένα ποιητικό στιγμιότυπο, ενδεικτικό της ποικιλίας, του πλούτου και της συνθετότητας της ποιητικής σύνθεσης του Σταύρου Ζαφειρίου, ενδεικτικό της αποδομιστικής του διάθεσης, όχι μόνο απέναντι στον Μάη του ’68, όπου αναφέρεται το συγκεκριμένο παράθεμα, αλλά απέναντι σε κάθε εξουσία (όπως της γλώσσας, των ιδεών, των θεσμών, της ίδιας της λογοτεχνίας…)

Ο κύριος Sartre, επί παραδείγματι,
ξέχειλος από υπαρξισμό και ex officio ελεητής αιδοίων.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

Ποιητικά, τεύχος 15, Σεπτέμβριος 2014

Ο Σταύρος Ζαφειρίου, μετά το Ενοχικόν (Ο μονόλογος ενός δράστη) και το Προς τα που (μια πολεμική ιστορία), συνεχίζει με την πρόσφατη ποιητική σύνθεση Δύσκολο το εγχείρημα που ξεκίνησε με τις προηγούμενες συλλογές του, όπου η ποίηση γίνεται ένα φιλοσοφικό αντικαθρέφτισμα της σύγχρονης ιστορίας μέσα στο πλαίσιο των ζωών μας και πώς βιώνουμε τα γεγονότα που σημάδεψαν τον εικοστό αιώνα, αλλά και τον αιώνα που τώρα διανύουμε.
Επιμένω πως πρόκειται για ένα φιλοσοφικό ποιητικό μανιφέστο, στο οποίο ο στοχασμός παίζει κυρίαρχο ρόλο στους στίχους τού ποιητή. Αφήνοντας πίσω του μια ποίηση λυρική που επικεντρωνόταν στην εξόρυξη προσωπικών βιωμάτων, ανοίγει νέους ποιητικούς δρόμους. Εστιάζει την προσοχή του στην πραγματικότητα, θέλοντας να επιστήσει την προσοχή μας στην ανάγκη να αφυπνιστούμε, ν’ ανακαλύψουμε τα αίτια που μας έχουν οδηγήσει στη μοναξιά, στη βία, στην τάση μας να καταστρέφουμε αντί να δημιουργούμε.
Ο ποιητής αναρωτιέται γιατί να μην έχουμε καταφέρει ως τώρα να εξευγενιστούμε. Είναι ένα καίριο ερώτημα που προσπαθεί να απαντηθεί μέσα στις σελίδες τού βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο που οι σύνθεση αποτελείται από τέσσερις ενότητες (Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν, Αυτοί που ούτε ξέρουν ούτε και ρωτούν, Αυτοί που όταν τους ρωτούν δεν απαντούνε, Αυτοί που υπερασπίζουν την ψευδαίσθηση της αθωότητάς τους), παραφράζοντας τα λόγια του Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος: “Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς. Αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις, αυτός δεν απαντούσε”.
Ο Ζαφειρίου θέλει με τον τρόπο αυτό να θίξει το ζήτημα της ηθελημένης άγνοιας του σύγχρονου ανθρώπου για την αλήθεια. Σαν να στρουθοκαμηλίζει, σαν να μη θέλει να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τα προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα που αποτελεί μέρος της, άρα έχει ένα μέρος της ευθύνης απέναντι σε ό,τι άσχημο επικρατεί.:

τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών
δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας
και τον καιρό της νέας ενοχής.

[…]

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω μια τόσο ολοκληρωμένη σύνθεση. Δεν είναι εύκολο, γιατί μπορεί να πέσεις στην παγίδα της φλυαρίας, πράγμα που σπάνια ωφελεί την ποιητική έκφραση. Ο Ζαφειρίου, ώριμος όσο ποτέ άλλοτε, με μαεστρία χτίζει ένα οδοιπορικό στον σύγχρονο κόσμο, με τα πιο δυνατά υλικά της τέχνης που εξασκεί και καταφέρνει να μας κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο. Αλλά το πιο σπουδαίο απ’ όλα είναι πως μας αναγκάζει να συλλογιστούμε, δια μέσου των σπουδαίων του στίχων, τις ζωές μας, την πορεία μας.
Είναι μια ποίηση που δεν έχει σκοπό να ωραιοποιεί καταστάσεις. Δεν είναι για τέρψη και ούτε συναρπαστική, γεμάτη λυρικές πινελιές. Είναι μια ποίηση που στοχάζεται, θέτει ερωτήματα, αμφισβητεί, σε τοποθετεί αντικριστά με τον εαυτό σου και επιμένει να θέσεις ερωτήσεις κι εσύ σε σένα τον ίδιο.
Το γλωσσικό αυτό ταξίδι, γραμμένο με λόγο πεζό, τραχύ, δίχως καλλολογικά στοιχεία, στοχεύει να αφυπνίσει και το καταφέρνει. Είναι σημαντικό που υπάρχουν σήμερα τέτοια βιβλία, πηγαίας σοφίας και διαύγειας, σε μια εποχή όπου είναι δύσκολο να διακρίνουμε το σωστό και το λάθος, την αλήθεια από το ψέμα, μιας και ο κόσμος, μέσα στη φανταχτερή του εικόνα μάς αποσπά την προσοχή.
Οι γρήγοροι ρυθμοί, ο αγώνας τής επιβίωσης, η κατακερματισμένη μας καθημερινότητα, ανάμεσα σε τόσα γεγονότα που συμβαίνουν ερήμην μας, είναι αλήθεια πως μπορεί εύκολα να μας παροδηγήσουν, να μας βγάλουν σε βιαστικά συμπεράσματα, ή ακόμα και να μας κρατήσουν απαθείς. Ο Ζαφειρίου μας προτρέπει στην αφύπνιση, τη δράση, την προσπάθεια να μάθουμε ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια, όσο και αν αυτό πολλές φορές είναι Δύσκολο. Όχι όμως και ακατόρθωτο.

 

ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΟΥ

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ

http://www.oanagnostis.gr, 31.5.2013

H (πολεμική) ιστορία, το αναπόδραστο παρόν μας

Σε απόσταση σήμερα 30 χρόνων από την έκδοση του πρώτου ποιητικού βιβλίου του, το 1983, και έχοντας στο ενεργητικό του 10 ποιητικά βιβλία, με το ενδέκατο, Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), ο Σταύρος Ζαφειρίου συνεχίζει το έργο του στη γραμμή ενός σύνθετου, φιλόδοξου ή και μεγαλεπήβολου εγχειρήματος, αντίστοιχου μιας ήδη κατακτημένης με τα προηγούμενα βιβλία του ποιητικής ωριμότητας.

Πριν, όμως, αναφερθώ σε αυτό καθεαυτό το εγχείρημα του Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), θεωρώ σκόπιμη μια αναδρομή στο παλαιότερο ποιητικό έργο του Ζαφειρίου, με κύριο στόχο να επισημάνω τα βασικά χαρακτηριστικά μιας εξελικτικής πορείας ωρίμανσης, που οδηγεί σταδιακά και μέσα από καλά υπολογισμένα βήματα στο τελευταίο βιβλίο. Tα τέσσερα πρώτα βιβλία του Zαφειρίου, όσα εκδόθηκαν στη δεκαετία του 1980, Tο ευλύγιστο πέλμα (1983), … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984), Στη μουβιόλα (1986) και Zεστή πανσέληνος (1988), φέρουν τα ίχνη της γοητείας που άσκησαν στον τότε νέο ποιητή ορισμένα αμερικάνικα μεταπολεμικά ρεύματα, όπως η beat και η εξομολογητική ποίηση. Μάλιστα στη σχέση του Zαφειρίου με την αμερικάνικη λογοτεχνία διαμεσολάβησαν ορισμένοι έλληνες ποιητές της δεκαετίας του 1970, κυρίως ο Aλέξης Tραϊανός. Tα βιβλία αυτά χαρακτηρίστηκαν από την εκφραστική και θεματική συνοχή τους. Στο βάθος λειτουργούσε ακόμα η νοσταλγία για τον μύθο του καταραμένου ποιητή, στην αμερικάνικη εκδοχή της beat generation. Mε άλλα λόγια, επρόκειτο για μια έντονα βιωματική ποίηση, με σταθερό σημείο αναφοράς το ποιητικό υποκείμενο που ταλανίζεται από την υπαρξιακή και κοινωνική μοναξιά, αναζητά τα ερείσματα του έρωτα και της ανθρώπινης επικοινωνίας μέσα σ’ ένα αντίξοο κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο αντιτάσσει την αντικαθωσπρεπική συμπεριφορά, τη γλωσσική βία και την ποιητική του έπαρση. Tα ερεθίσματα του Zαφειρίου αντλούνταν κυρίως από τον χώρο της σύγχρονης πόλης. Πίσω από την απώθηση για τη σύγχρονη πραγματικότητα υποκρύπτονταν η συγκαλυμμένη τρυφερότητα και η ευαισθησία, αντλημένες ακόμη και από ποταπά, κατά τη συμβατική ηθική, πρόσωπα και περιβάλλοντα.

Στη συνέχεια, με τα ποιήματα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992), ο Zαφειρίου εμφανίστηκε σχεδόν μεταμορφωμένος σε σύγκριση με τα τέσσερα πρώτα βιβλία του. O λόγος του απέβαλε την παλαιά του οξύτητα και αποσπασματικότητα, έγινε αφηγηματικός, νηφάλιος και υποβλητικός. Aυτή η αλλαγή του τόνου συνδυάστηκε με μια ριζικά νέα θεματολογία. O ποιητής εγκατέλειψε το γνώριμό του σκηνικό της πόλης και έπαψε να καταγράφει άμεσα βιώματα· οικειώθηκε τον κόσμο της έντεχνης και λαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης και τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και γνώσης, τον μύθο, τον θρύλο, τη γητειά, το παραμύθι. Aπαγκιστρώθηκε έτσι από την απεικόνιση της σκληρής κοινωνικής-αστικής πραγματικότητας και στράφηκε προς μια ποίηση μυητικής πορείας του αναγνώστη σε μια υποβλητικά αποκαλυπτόμενη μυθική διάσταση του κόσμου. Tο αποτέλεσμα ήταν ανάλογο της προσπάθειας για εκφραστική ανανέωση: από τον βιωματικό ποιητή που κατεργαζόταν τη φθαρτή καθημερινότητα για να αποτυπώσει σκέψεις και αισθήματα κυρίως του ιδιωτικού του χώρου, περάσαμε στον λόγιο ποιητή που αναδιφά με περίσκεψη και συγκίνηση σε μια ευρεία μορφωτική παρακαταθήκη (από τον Διγενή Aκρίτα και τον Δον Kιχώτη του Θερβάντες, μέχρι τους λαϊκούς θρύλους και το δημοτικό τραγούδι), προκειμένου να αναθέσει τον λόγο σε ποιητικά προσωπεία, όπως ο Nέρωνας, ο Σάντσο Πάντσα, μια αμαζόνα, ή για να αναζητήσει, εντρυφώντας στον μύθο, τα στοιχεία της συλλογικής καταγωγής και ταυτότητας, όπως π.χ. στο ποίημα «Πού είναι ο Aλέξανδρος ο Mακεδών». Όλα τα ποιήματα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά κεντρώνονται γύρω από την ανάγκη να αναπτυχθεί ο μύθος, στις διάφορες εκδοχές του (ο μύθος της λογοτεχνίας, της φυλής ή της εθνότητας, του κάτω κόσμου, του έρωτα) ως το συνεκτικό υλικό της κοινωνικής ζωής. O Zαφειρίου βέβαια δεν αποβλέπει ευθέως στη μυθική διδαχή ή την αισθητική αγωγή του αναγνώστη του. Φαίνεται κυρίως ο ίδιος να ανακάλυψε μια γόνιμη μορφωτική πηγή και μια ζωογόνο εκφραστική κοίτη.

Η έκτη συλλογή, Tα κατοικίδια (1997), αποτελείται από 32 ολιγόστιχα, επιγραμματικά ποιήματα, κατανεμημένα σε δύο ενότητες, «Mε τις σκιές» και «Mε τα μάτια». Tο κύριο ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου έγκειται στην προσπάθεια του Zαφειρίου να συμπυκνώσει την έκφραση της σκέψης και του αισθήματος, αφαιρώντας κάθε περιττό στοιχείο. Έτσι, τα ποιήματα γίνονται λιτά, απέριττα και καίρια, ωστόσο στο σύνολό τους, συγκρινόμενα με εκείνα της συλλογής H δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά, κρίνονται ως μια δημιουργικά υποδεέστερη προσπάθεια. Στα Kατοικίδια συνδυάζονται το δημόσιο και το ιδιωτικό στοιχείο. Tα ποιήματα της δεύτερης ενότητας είναι ερωτικά, ενώ εκείνα της πρώτης αναφέρονται κυρίως στην ποίηση, αλλά και στη σχέση με το ιστορικό παρελθόν.

Το επόμενο βιβλίο, H Άτροπος των ημερών (1998), σημειώνει μια σημαντική δημιουργική καμπή για τον Zαφειρίου. Όσον αφορά καταρχάς στη δόμηση του βιβλίου η καμπή έγκειται στην πολυεπίπεδη συνθετική οργάνωσή του. Tο συνθετικό αυτό ποίημα κεντρώνεται γύρω από ένα βασικό θέμα της νεανικής ιδίως ποίησης στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το θέμα της φθοράς και του θανάτου. O Zαφειρίου, όμως, δεν διολισθαίνει στις καταχρηστικά επαναλαμβανόμενες συμβάσεις των συνομήλικων του ποιητών, στη ρητορική και δραματοποιημένη έκφραση και στη γλωσσική και μορφική κατασκευαστικότητα. Aντιθέτως, ο προσωπικός λόγος του συνδυάζει επιτυχώς την αφηγηματικότητα με την πυκνή και δραστική ποιητική διατύπωση. H βασική ιδέα του βιβλίου προέρχεται από την αρχαιοελληνική μυθολογία. H Άτροπος, η μία από τις τρεις Mοίρες, είναι εκείνη που, σύμφωνα με την ησιόδεια Θεογονία, κόβει το νήμα της ανθρώπινης ζωής, σηματοδοτώντας τον θάνατο. Γύρω από την κυριαρχική αυτή αίσθηση της φθοράς, μια αίσθηση που διαπερνά τα πάντα, το παρελθόν και το παρόν, την ιστορία και τη συγχρονία, τον καθημερινό βίο και την ποιητική υπέρβασή του, ο Zαφειρίου πλέκει τον ιστό της μεγαλεπήβολης σύνθεσής του. Aναζητά ένα τρόπο αναγνώρισης της ανθρώπινης ταυτότητας και μία οδό διαφυγής από τον αναπόδραστο θάνατο. Aκολουθεί την Άτροπο των ημερών στη μακρότατη πορεία της μέσα στον χρόνο και ενώνει, κομμάτι-κομμάτι, το κοινό νήμα του θανάτου. Στις τρεις πρώτες ενότητες η περιδιάβαση στον χώρο και στον χρόνο συναντά πλήθος σταθμούς: τις αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1960, τον πρώτο εφηβικό έρωτα, την επίσκεψη στην κορυφή του Όρους, την καταβύθιση στην ιστορία των παθών του Xριστού, των Pωμαίων αυτοκρατόρων, των σταυροφόρων, των Bαλκανικών Πολέμων, των κατεστραμμένων πόλεων και των σύγχρονων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στη συνέχεια του βιβλίου η Άτροπος, αφού περιπλανήθηκε στην ατομική και στη συλλογική ιστορία, διασταυρώνεται με την ποίηση. Mέσα από την ποιητική εμπειρία διαπιστώνεται η απόσβεση της ατομικότητας του ποιητικού υποκειμένου στο ανώνυμο χωνευτήρι του χρόνου και αποκαλύπτονται η πλάνη του κόσμου και των αισθήσεων και η αδιαπέραστη μοναξιά. H Άτροπος των ημερών δεν απευθύνει, πάντως, ένα πειθήνιο ύμνο στο διαχρονικό μοιραίο, καθώς, όπως δείχνουν κάποια σημεία του βιβλίου, ο ποιητικός λόγος θα εξακολουθήσει να απολυτρώνει την ανθρώπινη φύση από την κυρίαρχη αγωνία, εκείνη του θανάτου. Eπίσης, στο αξιόλογο αυτό συνθετικό ποίημα η αγωνία απαλύνεται από την παρήγορη αίσθηση μιας ατέρμονης διάρκειας. Tην αίσθηση αυτή κατακτά κανείς όταν απολυτρωθεί από τη φθαρτή ατομικότητά του και εντρυφήσει στον αείροο Xρόνο.

Στο βιβλίο Σώματος λόγος (2004), επίσης συνθετικό ποιητικό έργο, θεματικό κέντρο είναι, όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, το σώμα και ο λόγος του ανθρώπου περί του σώματος (πάντως τη γενική «σώματος» ο κάπως ευφάνταστος αναγνώστης μπορεί να τη διαβάσει και ως επιθετικό προσδιορισμό στο «λόγος»). Το κέντρο αυτό παραμένει αμετάθετο, έτσι ώστε το βιβλίο να ανακαλεί τη γνωστή φράση του Σεφέρη ότι κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα, το ζωντανό σώμα του. Διακριτικό στοιχείο του βιβλίου, που διαπλέκεται αξεδιάλυτα με τη συνθετική οργάνωσή του, είναι η πολύ ευρεία κειμενική περιοχή από την οποία αρδεύεται τόσο εκφραστικά όσο και θεματικά το σύνθεμα. Ο Ζαφειρίου διαλέγεται κυρίως με τα εκκλησιαστικά κείμενα και ειδικότερα ίσως με τα κείμενα της βυζαντινής υμνογραφικής παράδοσης. Αυτή πάντως η παράδοση φαίνεται να είναι μονάχα η κορυφή μιας πλατιάς διακειμενικής πυραμίδας στη βάση της οποίας στοιβάζονται, όπως φανερώνουν οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, πλήθος άλλα κειμενικά και εν γένει καλλιτεχνικά έργα. Ειδικότερα στον κειμενικό χώρο της υμνογραφικής παράδοσης μάς παραπέμπει η συχνή αποστροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον Κύριο, δηλαδή τον Θεό. Σε ορισμένα από τα ποιήματα, ο λόγος ανατίθεται σε ποιητικά προσωπεία αντλημένα κυρίως από τη χριστολογική παράδοση: στον ίδιο τον Ιησού Χριστό και στη Μαρία Μαγδαληνή, αλλά και σε μια μάγισσα του Μεσαίωνα. Παρά ωστόσο την άντληση και τη δημιουργική αφομοίωση ρητορικών τρόπων, προσωπείων και εκφραστικών ιχνών από την εκκλησιαστική και την υμνογραφική παράδοση, ο Ζαφειρίου κάθε άλλο παρά γράφει ένα συνθετικό ποίημα εναρμονισμένο με τη χριστιανική αντίληψη περί του σώματος και της ψυχής. Θα έλεγα ότι πράττει ποιητικώ τω τρόπω ακριβώς το αντίθετο. Συνθέτει, δηλαδή, μια αντεστραμμένη θεολογία, όπου στη θέση της ψυχής τοποθετεί το σώμα και στη θέση του Θεού τον άνθρωπο· με άλλα λόγια, και σχηματοποιώντας, ο Ζαφειρίου εκκινεί από μια αφετηρία θεολογική για να καταλήξει σε ένα τέρμα ανθρωπολογικό. Τέλος, άλλα δύο καίρια στοιχεία αναγνώρισης του Σώματος λόγος ως ενός πολυεπίπεδου συνθετικού ποιήματος είναι η πολυτροπία του ύφους, καθώς μέρη με περισσότερο στοχαστικό βάθος ή και αφηγηματική διάσταση εναλλάσσονται με ενότητες, όπου πυκνώνει το λυρικό στοιχείο και ανεβαίνει η γλωσσική θερμοκρασία, και η ρυθμική αγωγή που συνέχει ολόκληρο το σύνθεμα, καθώς στο σύνολο του Σώματος λόγος ο ποιητικός λόγος οργανώνεται σταθερά επάνω στη ρυθμική αγωγή του τονικοσυλλαβικού ρυθμού και, συγκεκριμένα, με δύο σχήματά του: κυρίως τον ιαμβικό ρυθμό που πολύ συχνά εμφανίζεται με το σχήμα του δεκαπεντασύλλαβου, συνήθως σπασμένου στα ημιστίχιά του, και, δευτερευόντως, τους στίχους αναπαιστικού ρυθμού, με ποικίλο συλλαβικό μήκος.

Στο βιβλίο Χωρικά (2007) ο Ζαφειρίου συνεχίζει στη γραμμή μιας υπαρξιακής-φιλοσοφικής ποίησης, επεκτείνοντας αυτή τη φορά το πεδίο της αναζήτησής του στην έννοια του χώρου, όπως εξάλλου δηλώνει ο τίτλος του νέου αυτού συνθέματός του. Ο τίτλος, ωστόσο, λειτουργεί και μέσα από την τεχνική της αμφισημίας: δεν πρόκειται μόνο για ποιήματα που ευθέως αναφέρονται στη σχέση ανθρώπου και χώρου (βλ. τους στίχους «και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς, / μια κι εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος», σ. 11), αλλά και για ποιήματα που παραπέμπουν κρυπτικά στο νοηματικό βάθος των λυρικών μερών μιας τραγωδίας, στα χορικά της. Ανατρέχοντας μέσα από τα ποιήματά του στις αντιλήψεις περί του χώρου, έτσι όπως αυτές αναπτύσσονται από την αρχαία ελληνική σκέψη, κυρίως τον Πλάτωνα, μέχρι τη σύγχρονη επιστήμη, ιδίως τη φυσική, ο Ζαφειρίου συνεχίζει να γράφει μια κατά βάθος ανθρωποκεντρική ποίηση, επειδή αυτό που τον απασχολεί είναι η αλληλενέργεια ανάμεσα στον άνθρωπο και τον χώρο. Δεδομένου, επίσης, ότι στην ανθρώπινη αντίληψη της πραγματικότητας ο χώρος συνδέεται στενά με τον χρόνο, οι χωρικοί στοχασμοί του Ζαφειρίου ανατέμνουν και τον χώρο και τον χρόνο, ανατρέχοντας, όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, σε έναν χωροχρόνο που διατρέχει μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Το συνθετικό σχέδιο που συνέχει τα ποιήματα των Χωρικών είναι εκείνο της αρχαίας τραγωδίας και ιδίως των λυρικών μερών της, όπως δείχνει η τιτλοφόρηση των ενοτήτων του βιβλίου με τις λέξεις «Πάροδος», «Στάσιμα» και «Έξοδος». Η συνθετική και συνάμα διακειμενική αυτή επιλογή φαίνεται να αποσκοπεί και στην υπόδειξη προς τον αναγνώστη ότι τα Χωρικά είναι ένα ακόμα ποιητικό ανάπτυγμα της παμπάλαιας και διαρκώς σύγχρονης υπαρξιακής περιπέτειας του ανθρώπου μέσα στον χώρο και τον χρόνο.

Το Ενοχικόν. Ο μονόλογος ενός δράστη (2010) είναι ένα ακόμα συνθετικό ποίημα, όπου αναμιγνύεται η ποιητική με την πεζόμορφη φόρμα. Το κείμενο διαιρείται σε 15 μέρη τιτλοφορημένα με λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών και αποφθεγματικών διατυπώσεων. Στο ποίημα διερευνάται η έννοια της ενοχής στις πολλές και ποικίλες εκδοχές της, με περισσότερο εμφανές σημείο διαλόγου γύρω από τη φύση της ενοχής τα λογοτεχνικά και ιδιωτικά γραπτά του Φρανς Κάφκα. Η έννοια της ενοχής οδηγεί σε μια πολυεπίπεδη αναζήτηση της ηθικής, πρωτίστως της ηθικής της ίδιας της ποιητικής γραφής. Ο Ζαφειρίου εδώ επινοεί το τέχνασμα της προσπάθειας για τη σύνταξη ενός χειρόγραφου κειμένου, που στην αρχή του ποιήματος φαίνεται ότι στο μεγαλύτερο μέρος του χάθηκε, ενώ στο τέλος του ποιήματος αποκαλύπτεται ότι ολόκληρο ενσωματώθηκε σε όσα αποσπασματικά μέρη του διαβάσαμε. Επίσης εξαρχής σκηνοθετείται στο Ενοχικόν, και μάλιστα με έντονη θεατρικότητα, ένας χώρος, ο χώρος του συγγραφικού υποκειμένου που βρίσκεται σε αναμέτρηση με τον περιβάλλοντα κόσμο, τα γεγονότα, την ιστορία, τα βιώματά του, τις σκέψεις του, όλα όσα οφείλει να μεταφέρει στον χώρο της γραφής. Στην πορεία του το ποίημα διαρκώς περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, προκειμένου να αναπαραστήσει τον αξεδιάλυτο δεσμό ανάμεσα στις διάφορες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας και τη γραφή ως προσπάθεια αυτή η εμπειρία να αποκτήσει το βαθύτερο ανθρώπινο νόημά της, διασώζοντας, εάν αυτό είναι δυνατό, ό,τι μπορεί να διασωθεί. Γι’ αυτό και η δραματική αίσθηση της ζωής και της γραφής συνδυάζεται με την ειρωνεία. Αν και ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται ότι το εμπειρικό υλικό που θεματοποιείται στο Ενοχικόν, π.χ. ο θάνατος του πατέρα ή ένας χαμένος έρωτας, βιωμένος με έντονα ενοχικά αισθήματα, ανάγεται στην ατομική σφαίρα του συγγραφέα, είναι φανερό ότι αυτό που ενδιαφέρει τον Ζαφειρίου και παράλληλα λειτουργεί ως ηθικό αίτημα του ποιήματός του είναι η αποδέσμευση του βιωματικού υλικού από την ατομική περιοχή και η αναγωγή του σε μια κοινή και καθολική εμπειρική σφαίρα. Το τρίτο μέρος του Ενοχικού, «Guarda e passa», όπου περιγράφεται η επίσκεψη ενός άδηλου προσώπου στο στρατόπεδο εξόντωσης (και σήμερα μουσείο) του Άουσβιτς και καταγράφονται οι σκέψεις που αυτή η επίσκεψη γεννά, προλέγει το βιβλίο Προς τα πού.

Το βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία), μια καλαίσθητη έκδοση, με φωτογραφία στο εξώφυλλο από εικαστικό έργο του Σταύρου Παναγιωτάκη, έχει μια πολλαπλή καταγωγική σχέση με τα προηγούμενα βιβλία του Ζαφειρίου, αρχής γενομένης από την Άτροπο των ημερών. Πρώτο και κυριότερο στοιχείο αυτής της σχέσης είναι η συνθετική δόμηση του ποιήματος. Αποτελείται από πέντε ενότητες με τους εξής κατά σειρά τίτλους: «Η διαθήκη των μύθων», «Το ταξίδι του αίματος», «Το λιοντάρι της Δρέσδης», «Προς τα πού» και «Φάουστ». Καθεμιά από τις ενότητες περιλαμβάνει τρία ή τέσσερα αριθμημένα μέρη. Στις τρεις πρώτες ενότητες επιτάσσονται πληροφορίες αντλημένες από διάφορες πηγές, προσωπικές αναμνήσεις από ταξίδια, παραθέματα από ιστορικά κείμενα και ιστορικές μελέτες και ο σχολιασμός τους, σημειώσεις σχολιασμού του ίδιου του ποιήματος και κυρίως του στοχαστικού υπόβαθρού του. Για το σύνολο αυτών των επιτασσόμενων στις ενότητες σημειώσεων ο Ζαφειρίου μάς πληροφορεί στην πρώτη από τις τρεις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου: «Τα παραθέματα, οι σημειώσεις και οι σημειώσεις επί των σημειώσεων δεν αποσκοπούν στην κατανοητική εξυπηρέτηση του αναγνώστη, αλλά μάλλον τροφοδοτούν τις εσωτερικές αναγκαιότητες του κειμένου. Ωστόσο, ο τρόπος της χρήσης τους εναπόκειται στην αναγνωστική διάθεση και επιλογή» (σ. 67). Με άλλα λόγια, θα έλεγα ότι αυτό το ποικίλο και ετερόκλητο υλικό των επιτασσόμενων στις ενότητες σημειώσεων λειτουργεί είτε όπως οι γνωστοί μας στοχασμοί του Σολωμού στα ανολοκλήρωτα συνθέματα της ωριμότητάς του, δηλαδή ως οδηγίες εις εαυτόν σε μια διαδικασία ανατροφοδότησης του στοχασμού για το προς τα πού πάει το ποίημα, είτε ως υλικό φανέρωσης του ποιητικού εργαστηρίου και κυρίως στερέωσής του σε μια διευρυμένη πραγματολογική βάση. Η βάση αυτή ανάγεται ιδίως στον χώρο που δηλώνεται με τον σχολιαστικό υπότιτλο του βιβλίου: «Μια πολεμική ιστορία». Ο υπότιτλος υποδηλώνει επίσης ότι η ιστορική εξέλιξη δεν είναι παρά μια σειρά από πολέμους. Η ιστορία είναι ο πόλεμος. Συγκεκριμένα, η πολεμική ιστορία είναι, όπως μαθαίνουμε ιδίως από τις επιτασσόμενες στην πρώτη ενότητα σημειώσεις, κυρίως οι αλλεπάλληλοι συμμαχικοί βομβαρδισμοί, τον Φεβρουάριο του 1945, της γερμανικής πόλης Δρέσδης. Οι βομβαρδισμοί αυτοί προκάλεσαν την ολοσχερή καταστροφή της πόλης και τον θάνατο των κατοίκων της· οι νεκροί εκτιμώνται από το ελάχιστο των 60.000 μέχρι το μέγιστο των 250.000 ανθρώπων. Στις μαρτυρίες για τις συνέπειες των βομβαρδισμών περιλαμβάνεται και εκείνη σύμφωνα με την οποία ένα λιοντάρι, που δραπέτευσε από το ζωολογικό κήπο της πόλης και τριγυρνούσε ανάμεσα στα νεκρά ανθρώπινα σώματα, όταν κατάλαβε ότι ανάμεσά τους υπάρχει ένας άνθρωπος ακόμα ζωντανός ξάπλωσε δίπλα του κολλώντας μάλιστα επάνω του σφιχτά. Εκτός από την κεντρική αυτή πολεμική ιστορία μνημονεύονται, σε διάφορα σημεία είτε του κυρίως ποιήματος είτε των σημειώσεων, και άλλα συμβάντα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπως η μάχη του Στάλινγκραντ ή δηλώσεις του Τσώρτσιλ και του Στάλιν. Επισημαίνω, επίσης, ότι, εκτός από τις επιτασσόμενες στις τρεις πρώτες ενότητες σημειώσεις, στο κυρίως σώμα των ποιημάτων όλων των ενοτήτων υπάρχουν 25 υποσελίδιες σημειώσεις στις οποίες είτε παρατίθενται οι παραπομπές σε πηγές-διακείμενα του ποιήματος, είτε σχολιάζονται με στοχαστικό-δοκιμιακό τρόπο σημεία του ποιητικού λόγου.

Σε μία από τις επιτασσόμενες σημειώσεις διαβάζουμε: «Αναρωτιέμαι αν η τόση αφαίρεση ωφελεί ή ζημιώνει. Η δυσκολία βρίσκεται στο προφανές και στην ηρωική αποφόρτιση της ποιητικότητας» (σ. 45-46). Ξεκινώ λοιπόν την αναφορά μου στο κυρίως ποίημα και στο ποιητικό ύφος του Ζαφειρίου από την αφαίρεση, επειδή την θεωρώ ως το περισσότερο καίριο και λειτουργικό στοιχείο του ποιήματος και του ποιητικού του ύφους. Όντως έτσι, με την αφαίρεση, και με δεδομένη την ιστορική πλαισίωση του συνθέματος από το γεγονός των βομβαρδισμών της Δρέσδης, αφενός αποφεύγεται το προφανές και αφετέρου επιτυγχάνεται η αποφόρτιση της ποιητικότητας. Κατά τη γνώμη μου, αποφόρτιση της ποιητικότητας εν προκειμένω σημαίνει την αναδιατύπωση του ερωτήματος για το ηθικό δικαίωμα ή την ηθική σκοπιμότητα της ποιητικής γραφής. Η περίφημη φράση του Τέοντορ Αντόρνο ότι «είναι βάρβαρο να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς» στοιχειώνει, από την εποχή της διατύπωσής της, κάθε ποιητή που στοχάζεται τα παρελθόντα και τα παρόντα του κόσμου μας με κάποια εμβέλεια, όπως ο Ζαφειρίου. Το ερώτημα της ηθικής σκοπιμότητας της ποίησης ύστερα από τους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, αλλά και ύστερα από τις γενοκτονίες, τις εθνοκαθάρσεις και τις πάσης φύσεως σφαγές που συνέβησαν από τότε μέχρι τις μέρες μας, ο Ζαφειρίου το θέτει, επιλέγοντας ως βασικό διακείμενο του συνθέματός του την περίφημη τραγωδία του Γκαίτε, Φάουστ, αλλά και αναπτύσσοντας γύρω από αυτό το βασικό διακείμενο ένα ευρύ δίκτυο άλλων διακειμένων, λογοτεχνικών και ευρύτερα καλλιτεχνικών αλλά και μη καλλιτεχνικών, όπως το δράμα Δόκτωρ Φάουστους του Κρίστοφερ Μάρλοου, το μυθιστόρημα Μεφίστο (1936) του Κλάους Μάν, η ομώνυμη ταινία-κινηματογραφική διασκευή του Μεφίστο από τον Ίστβαν Ζάμπο (1982), η νιτσεϊκή θεωρία του υπερανθρώπου, η ιστορικοφιλοσοφική μελέτη του Όσβαλντ Σπένγκλερ, Η παρακμή της Δύσης (1918 και 1922), και άλλα.

Το Προς τα πού, λοιπόν, είναι μια ερωτηματική κατάφαση που υποδηλώνει ότι η (πολεμική) ιστορία είναι το αναπόδραστο παρόν μας και το προδιαγεγραμμένο μέλλον μας. Το ποίημα ανατρέχει και θεμελιώνεται στο ιστορικό και λογοτεχνικό παρελθόν, αλλά η θεμελίωση και η αναδρομή γίνονται προκειμένου να αναζητηθούν οι ρίζες του παρόντος μας και κατά κάποιο τρόπο αυτό να φωτιστεί ή να κατανοηθεί, εάν αυτό είναι πλέον δυνατόν, μέσα από μια έξω από τόπο και χρόνο στοχαστική θεώρηση του δυτικού ανθρώπου ως ενός βαθιά αυτοκαταστροφικού όντος, ενός όντος που σέρνεται πίσω από το άρμα της ιστορίας που αλέθει το σώμα του, σωρεύοντας σωρούς πτωμάτων. Αν διαβάζω σωστά το βιβλίο του Ζαφειρίου, αυτό που κάνει η ποίηση, μετά το Άουσβιτς και μετά τους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, είναι να υψώνει επάνω στον σωρό των πτωμάτων το λεκτικό σώμα ενός εξαγνιστικού αγγέλου μνήμης, που βέβαια είναι εντελώς αδύναμος να αλλάξει τη ροή της ιστορίας προς την καταστροφή. Έτσι οι μεταμορφώσεις του Φάουστ και οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης επιλέγονται ως το κύριο διακειμενικό και ιστορικό πλαίσιο αντιστοίχως για να στερεωθεί ένα βαθιά αναστοχαστικό και σκεπτικιστικό ποίημα γύρω από το ερώτημα από πού έρχεται και προς τα πού τείνει ο δυτικός άνθρωπος, από την εποχή του διαφωτισμού και του ορθού λόγου μέχρι τις μέρες μας, συγκρουόμενος διαρκώς με τη σφοδρή επιθυμία του για δύναμη και αναλώνοντας μέχρι εξαντλήσεως, για να το πω έτσι, το ζωικό και το πνευματικό του κεφάλαιο. Σε διάφορα σημεία του κυρίως ποιήματος και των σημειώσεων ο Ζαφειρίου αναπτύσσει τον προβληματισμό του για το πόσο πολύ η δυτική φιλοσοφική παράδοση αλλοίωσε βασικές έννοιες της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους της φιλοσοφικής σκέψης από την κυκλική αντίληψη του γίγνεσθαι στην αντίληψη της εξέλιξης ή της προόδου προς ένα διαρκές εμπρός. Όπως γράφει ο Ζαφειρίου σε μία από τις επιτασσόμενες σημειώσεις του, οι βομβαρδισμοί της Δρέσδης είναι «το ιστορικό αποτύπωμα της τόσο κακοποιημένης νιτσεϊκής βούλησης για δύναμη, το ίδιο ακριβώς που άφησαν και οι ναζί με τα δικά τους εγκλήματα, αυτό που καθορίζει εντέλει ολόκληρη τη δυτική λογική» (σ. 20). Σχολιάζοντας τη γένεση του φασισμού και τις αιτίες που τον συντηρούν στις δυτικές κοινωνίες, και στη δική μας, με το πολιτικό μόρφωμα της «Χρυσής αυγής», ο Ζαφειρίου συντάσσει και ένα βαθιά πολιτικό ποιητικό σχόλιο. Θα έλεγα ότι εντέλει στο Προς τα πού η ποίηση, ανατρέχοντας στο αποτροπιαστικό παρελθόν του δυτικού ανθρώπου, γίνεται μια μηδενιστική θεώρηση του παρόντος μας και μια βαθιά λυπημένη προφητεία ενός προδιαγεγραμμένα καταστροφικού μέλλοντος-τέλους, τόσο προδιαγεγραμμένου που ακυρώνει την προφητεία. Ή, αλλιώς, γίνεται μια ελεγεία της πτώσης του ανθρώπου από τον θρόνο στον οποίο ανέβηκε αφού πρώτα γκρέμισε το είδωλο του θεού και αναμετρήθηκε με τον διάβολο, με άλλα λόγια τον ίδιο του τον εαυτό, δίχως την σκεύη και την ασπίδα της μεταφυσικής πίστης ή του μεταφυσικού φόβου. Αν αυτό είναι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του δυτικού ανθρώπου, ποιο είναι το προς τα πού της ποίησης; Η δική μου απάντηση, κρίνοντας με βάση και την υψηλή αισθητική αξία του βιβλίου του Ζαφειρίου, είναι ότι η ποίηση θα συνεχίσει να γράφεται επάνω στον σωρό των πτωμάτων, μέχρι να μην μείνει κανείς ζωντανός να γράψει και κανείς ζωντανός να διαβάσει την ελεγεία του οριστικού τέλους.

 

ΕΝΟΧΙΚΟΝ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ

«Ποιητική», τεύχος 17, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016

Η ενοχή της ύπαρξης και η ποινή της γραφής: μια καταστατική συνθήκη στην ποιητική ανθρωπολογία του Σταύρου Ζαφειρίου

Ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη να ειπωθεί. Μα
μου ξεφεύγει. Και μου ξεφεύγει, σκέφτομαι,
επειδή καμία λέξη δεν μπορεί να σπρώξει
ώς την κορφή της την ανάγκη

(Σταύρος Ζαφειρίου, , 2010)

Η ρητά καφκικής καταγωγής ποιητική σύλληψη του Σταύρου Ζαφειρίου Ενοχικόν (Ο μονόλογος ενός δράστη) (2010), αποτελεί από πολλές πλευρές την απαρχή μιας ποιητικής κορύφωσης που συνεχίζεται επιτυχώς και στις δύο επόμενες συλλογές του Προς τα πού (2012) και Δύσκολο (2014): ως προς τη μορφή, το βιβλίο συνιστά μια υβριδική ποιητική σύνθεση η οποία δοκιμάζει, και με τις δύο έννοιες, τα όρια των ειδών· ως προς τη θεματική διευρύνει, αλλά και συνοψίζει και συνθέτει θέματα που έχουν απασχολήσει τον ποιητή σε προηγούμενες συλλογές του: την ενοχή της ύπαρξης, τη διερεύνηση της γραφής ως επικύρωση του υπάρχειν, τη χαρτογράφηση της καταστατικής συνθήκης του ανθρώπου, τις ορίζουσες της ανθρωπινότητας, το μη νόημα της σεξουαλικής πράξης, την ταυτότητα του όντος, με όλα τα επιμέρους μοτίβα που συνέχουν την ιδιαίτερη ανθρωπολογία του: τα αδέσποτα, τον λύκο, την Ιστορία και τις ιστορίες, τα σύνορα, τη φθορά, τον θάνατο, τη γραφή· ως προς τη βασική ποιητική μέθοδο, η κατασκευή προσωπείων, που αποτέλεσε την κατεξοχήν ποιητική τεχνική στη συλλογή Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992), εδώ πυκνώνει σε ένα πρωτεϊκό ποιητικό υποκείμενο, τον «δράστη», που με τον μονόλογό του κατευθύνει τον γνωσιοθεωρητικό προσανατολισμό κάθε μιας από τις δεκαπέντε ενότητες.

Παράλληλα, η βιωματική διάσταση του ποιητικού λόγου, που κυριαρχούσε στις πρώτες συλλογές του και ιδίως στο Ευλύγιστο πέλμα (1983) έως και τα Κατοικίδια (1997), με ήδη από τότε γόνιμες εξακτινώσεις στη φιλοσοφική θεώρηση της ανθρώπινης συνθήκης –παρά τη συμβατή με την ηλικία έξαψη της συνάντησης με τον Άλλο, ιδίως τον ερωτικό Άλλο, και τη συνακόλουθα ανήσυχη ρητορική–, δεν εγκαταλείπεται τελείως, αλλά μέσα από μια πολύτροπη και πολύσημη γλώσσα αναπτύσσεται ένας λόγος βαθειά ριζωμένος στην ιδιοσυστασία της φυλής του ανθρώπου. Ακόμη, η εξαρχής διακριτή και σε μεγάλο ποσοστό ρητή, μέσω των σημειώσεων του ίδιου, διακειμενική σύσταση του ποιητικού του λόγου, εδώ γίνεται ο συνταγματικός άξονας της γραφής και η αυτοαναφορική διάσταση της ποιητικής γλώσσας υποστασιώνει οργανικά την ποιητική ύλη. Τέλος, η θεατρικότητα που συχνά διέπει την ποιητική του, εδώ παίρνει τη μορφή της σκηνικής διευθέτησης του χωροχρόνου και της αυτοσκηνοθέτησης: το ποιητικό υποκείμενο σκηνοθετεί τον εαυτό του, ξεκινώντας με το παράδοξο της ανάγνωσης ενός χαμένου χειρογράφου ή μάλλον κάποιων εκτυπωμένων σελίδων Α4 που ανεξήγητα έπαψαν να βρίσκονται στην κατοχή του, σ’ έναν απροσδιόριστο χρόνο όπου εμπεριέχεται και η διαδικασία της γραφής τους.

Στη συνέχεια ξετυλίγεται με επιμονή και συνέπεια ως προς τους συμβολισμούς και τις αλληγορικές εκβολές του λόγου, ο προβληματισμός που ενοικεί στο χαμένο χειρόγραφο, εκ προοιμίου ακυρωμένος αφού κατά τον συντάκτη του δεν μπορεί να ενδιαφέρει κανέναν ένα κείμενο όπου «δεν συντελείται το παραμικρό». Μέσα σε μια καφκική ατμόσφαιρα ασφυκτικού εγκλεισμού, σε αόριστο χωροχρόνο ο οποίος περιγράφεται επιμελώς για να ακυρωθεί μέσα από τον διαχρονικό οντολογικό προβληματισμό που ακολουθεί, το ποιητικό υποκείμενο θα ορίσει εξαρχής τη διακειμενική του σταθερά, τα Μπλε Τετράδια του Κάφκα, ένα οδοιπορικό ανθρωπογνωσίας και αυτογνωσίας, και την Αποικία των τιμωρημένων, έργο γραμμένο ακριβώς πριν από έναν αιώνα, μια ανατομία των εννοιών της ενοχής, της τιμωρίας, της εξουσίας και κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, εννοιών που διατρέχουν και την ποιητική σύνθεση του Ζαφειρίου.

Σε μια δυστοπία όπου κυριαρχεί η καταστροφή, το ποιητικό υποκείμενο χαρτογραφεί τον αφανισμό του παλιού κόσμου, τη συντελεσμένη ήττα του επόμενου κόσμου, και φυσικά την Πτώση του ανθρώπου «στους αμείλικτους καιρούς», διερευνώντας τη φυσιολογία τού πριν και τού μετά, από την αθωότητα του λύκου στην ενοχή της αυτοσυνειδησίας και της γλώσσας. Η «υποτιμημένη επιτάχυνση μιας προδιαγεγραμμένης εντροπίας», οι «στρατιές των ψευδαισθήσεων» που «περνούν τα σύνορα», οι «ανύποπτοι σκλάβοι» που «βαδίζουν μέσα στις ενέδρες» αποτελούν εκβολή ενός διαρκώς αυτοαναιρούμενου ποιητικού υποκειμένου που απορεί, με τη διπλή σημασία της λέξης (διαλογίζεται και συγχρόνως επιδεικνύει το αδιέξοδο του διαλογισμού του πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη). Εντεταλμένη να στοιχειοθετήσει την πλάνη της αλλά και να ενορχηστρώσει την παρανάγνωση της πλάνης, να επιτελέσει την ποιητική γραφή αποκαλύπτοντας τους αρμούς της, η ποιητική περσόνα που κατασκευάζει ο Ζαφειρίου κατάγεται από τον γερμανικό ρομαντισμό, αφού το βασικότερο καταγωγικό της συστατικό είναι η ειρωνεία, η οποία διαποτίζει ποικιλοτρόπως όλο το κείμενο αλλά και προεξαγγέλλεται ήδη με την ασύμβατη ομαδοποίηση μιας εγγραφής του Κάφκα στα Ημερολόγιά του, η οποία χρησιμεύει ως επιγραφή της συλλογής: «Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσσία. Το απόγευμα κολυμβητήριο».

Ανήμπορο να «εναντιωθεί στο διαρκώς και πιο ακατανόητο», το ποιητικό υποκείμενο επανέρχεται μέσα από μια σπειροειδή κίνηση συλλογισμών, από το συγκεκριμένο προς το γενικό, από την τραγωδία του Άουσβιτς στην καμένη σάρκα της Ιστορίας, από την παρατήρηση του Άλλου στην αυτοέκθεση, από την άρνηση της έμπνευσης, στην καταγωγική ανίχνευση του λόγου της τέχνης ως εσκεμμένου ψεύδους που προστατεύει από την αλήθεια, από τη ρεαλιστική απεικόνιση στην αλληγορική μεταποίηση των εικόνων, από την καταδηλωτική λειτουργία της γλώσσας στην μεταγλωσσική της περιδίνηση. Χαρτογράφηση της ανθρώπινης εμπειρίας ως βιωμένου λόγου και συνάμα δοκίμιο πάνω στον λόγο ως απόδειξη της ανθρώπινης εμπειρίας, το Ενοχικόν καταδεικνύει την ειρωνική του υπόσταση ήδη από την πρώτη σημείωση με την οποία σημαίνεται η αυθαιρεσία του τίτλου και νομιμοποιείται η αποκλίνουσα ερμηνεία του: «Παρά την επισήμανση φίλων νομικών, ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης –πολύ δε περισσότερο ως συναίσθημα–, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επί πλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.» Εξίσου ειρωνικοί οι τίτλοι των δεκαπέντε ενοτήτων, λατινικές φράσεις με γνωμική ισχύ, όπως ο ίδιος πληροφορεί τον αναγνώστη, οι οποίες ανάγονται σε ένα μεγάλο φάσμα κειμένων, επισχολιάζουν ειρωνικά το περιεχόμενο της ενότητας που επιστέφουν.

Η ειρωνική αυτοέκθεση της ποιητικής δυστοκίας μέσω της υπονόμευσης της μεταφυσικής ερμηνευτικής στο πέμπτο κεφάλαιο που επιγράφεται «ita res est» («Έτσι έχει το πράγμα») –φράση που επανέρχεται σε μεσαιωνικά λατινικά σχόλια των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη–, ύστερα από αλλεπάλληλο ομόλογο και ομόκεντρο στοχασμό και αναστοχασμό της συγγραφής του χειρογράφου καταλήγει στο παρακάτω αυτοαναφορικό σχόλιο, μιας ακραία ειρωνικής γλώσσας: «Ό,τι προείχε στις συνθήκες που διαμόρφωνε η παρούσα δυνητική συγκυρία, ήταν η εκ του ασφαλούς επαναδιαπραγμάτευση του αρχικού μου μύθου, του αρχικού μου θέματος, μία εκ νέου διευθέτηση του χαρίεντος χώρου των αντιφάσεων και παραδοξοτήτων, έτσι ώστε όλα να στοιχηθούν επιτέλους στην τάξη της κοινής παραδοχής, με όρους πλέον μιας μητροπολιτικής διαλεκτικής, απαλλαγμένης από τ’ αδίκαστα εγκλήματα, τα σκάνδαλα και τις παρανοήσεις της άποικης γλώσσας». Παραιτημένο από την μάταιη προσπάθεια ελέγχου «κάθε είδους χρονικής προβολής αιτίας και αποτελέσματος, πάνω στην οποία θα στήριζε το θέμα του και την ανάπτυξή του», το ποιητικό εγώ αναδιευθετεί τα υλικά του, δηλαδή τις αυτοαναφορικές του διερωτήσεις και τις βιωματικές του αφορμήσεις, θέτοντας ξανά με νέο τρόπο τα οντολογικά του ερωτήματα για την πολλαπλή ενοχή τού όντος μέσα από δύο διευρυμένες μεταφορές: των αδέσποτων και του λύκου. Τα πρώτα επανέρχονται ως σύμβολο σοφίας αφού «πάντα γνωρίζουν πως ο δρόμος έχει την κατεύθυνση εκείνη που ο ίδιος του δίνεις» αντίθετα με τους ανθρώπους που «αν και γνωρίζουν τον ακριβή τους προορισμό, αν και ήδη από τη στιγμή που κόβεται ο ομφάλιος λώρος τους βρίσκονται αναπόδραστα στη διαδρομή προς τον ακριβή τους προορισμό, προσπαθούν με τους πιο ένοχους και ανακόλουθους τρόπους να διαταράξουν αυτή την πορεία, προσπαθούν εντελώς τραγικά και αδιανόητα, ή και ανόητα πολλές φορές, και μάλιστα το προσπαθούν σε όλη τους τη ζωή, να λοξοδρομούν απ’ αυτή την πορεία». Ο λύκος αποτελεί κομβική έννοια όχι μόνο στο έκτο κεφάλαιο της συλλογής, που επιγράφεται «homo homini lupus» («ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος»), κατά τη γνωστή ρήση του Άγγλου φιλοσόφου Τόμας Χομπς, αλλά και στο ένατο κεφάλαιο, όπου εξελίσσεται σε ευρηματική μεταμόρφωση της ποιητικής περσόνας. Όπως είναι γνωστό, κατά τη φροϋδική αντίληψη, ο άνθρωπος καταδικασμένος να παράγει πολιτισμό, πρέπει να εγκαταλείψει την αυθεντικότητα του λύκου και να εξημερωθεί, δηλαδή να γίνει γλώσσα και συνείδηση. Στο Ενοχικόν ο λύκος γίνεται μια πολύσημη μεταφορά, υπερβαίνοντας τις συνήθεις σημάνσεις του ως συμβόλου του ορμέμφυτου και του ενστίκτου.

Μέσα από οριακούς εννοιολογικούς διασκελισμούς και με καλά χορδισμένη ρητορική ο Ζαφειρίου ενορχηστρώνει μια ποιητική μεταγλώσσα δύστροπη, απαιτητική, κάποτε παράδοξη, διερευνώντας την καταγωγική σύσταση της ανθρώπινης φύσης, φύσης εν φύσει, κλεισμένης «στον κλοιό της ματαιότητάς της». Συνεχίζοντας με εμμονή την πορεία διερεύνησης του οντολογικού προβληματισμού του Κάφκα περί ενοχής, στο έβδομο κεφάλαιο που αυτοσαρκαστικά επιγράφεται «difficiles nugae» («δύσκολες φλυαρίες»), φράση από επίγραμμα του Μαρτιάλη, ο ποιητής συνδέει αριστοτεχνικά και στη σωστή δοσολογία τη φροϋδική σκέψη που υποστασιώνει το μοντέλο για το ένστικτο της καταστροφής με την καφκική οντολογία και με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, για να μετατρέψει μέσα στη δική του κοσμολογία τον θύτη σε θήραμα και να δείξει πως «η ενοχή δεν υφίσταται ως μια αλληγορική –κατ’ ουσίαν άνομη και ανήθικη– πράξη τούτης της φύσης απέναντι στους άλλους ή και στον ίδιο της τον εαυτό, αλλά ως μια πράξη βιολογικά καταγωγική, φωτισμένη από όλους τους προβολείς του ανθρώπινου δράματος και υποταγμένης στους εικότες νόμους της ανάγκης». Γίνεται έτσι η καφκική τακτική μια ιδιοφυής πρακτική που φωτίζει «τη στρεβλή και ατελή ηθική σχέση της ενοχής με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με την ίδια τη φυσική ανθρώπινη εμπειρία». Και η ποιητική γραφή μετατρέπεται στη μοναδική εφικτή, λυτρωτική και συνάμα σαρκοβόρα ποινή της καταγωγικής ενοχής του ανθρώπου. Στο απέραντο θέατρο του κόσμου, ο μονόλογος του δράστη ηχεί σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασύστασης της πρωτογενούς φύσης του ανθρώπου, πριν χάσει το νήμα στον λαβύρινθο των μύθων: «Είμαι ο λύκος. / Αυτός που η όψη του μουδιάζει τις καρδιές σα