ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Μόντης3

Γεννήθηκε το 1914 (18/2/1914) στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, παιδί του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Στα 18 του έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1937. Συνέβαλε στον Κυπριακό Απελευθερωτικό Αγώνα (1955-59) συμμετέχοντας ως πολιτικός καθοδηγητής των μελών της ΕΟΚΑ.

Ο Κώστας Μόντης ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού. Το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ[2]. Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάλογη τιμή δέχτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2001.

Συγγραφέας πολυγραφότατος, βαθιά προβληματιζόμενος για το παρόν και το μέλλον της ιδιαίτερής του πατρίδας, της Κύπρου. Πολλά από τα έργα του αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από την Αγγλία και ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της νήσου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 1/3 της Κύπρου.

Μερικά από τα γνωστότερά του έργα είναι το Γράμμα στη Μητέρα, Στιγμές, μία νουβέλα για τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. (1955-59), ο Αφέντης Μπατίστας, ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου κ.ά.

Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή και επίσης καταγόμενος από την Κύπρο, μελοποίησε μερικά από τα έργα του Κώστα Μόντη αναφερόμενα στην τουρκική εισβολή του 1974.
Έφυγε από τη ζωή στις 1/3/2004

ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Ι

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

ΙΙ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

III

Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών

IV

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.

—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;

[Άτιτλη στιγμή]

Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια
ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ

Την Άνοιξη ποιος πρόδωσε
νησί μου περιστέρι
στην Άνοιξη ποιος τόλμησε
και σήκωσε το χέρι

Την Άνοιξη ποιος σταύρωσε
νησί μου κυπαρίσσι
κι έγειρε και σταμάτησε
η Ανατολή στη Δύση

Τόσο καημό μου φόρτωσαν
και πώς να τον σηκώσω
τέτοιο μαχαίρι στην καρδιά
πώς να το ξεκαρφώσω

Οι μάνες κλαιν τους που ‘χασαν
και ποιοι να τους τούς δώσουν
αλλά δεν τους απέμειναν
μαλλιά να ξεριζώσουν

Καρδιά που πριν δεν λύγιζες
πώς τόσο πια λυγίζεις
καρδιά που δεν μ’ απέλπιζες
πώς τόσο μ’ απελπίζεις

ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.

ΜΟΡΦΟΥ

Στη γυναίκα μου

Κι’ όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν
φωνές και γέλια τσιριχτά κι’ αγάπης ρίγος
κι’ απ’ των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!

ΣΤΙΓΜΕΣ

Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,
που μ’ εκαμες τζ’ επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».

(Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω… 1974)

ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

Αναπολώ εκείνο τ’ Απριλιάτικο πρωινό
που σας αντίκρισα ξαφνικά
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,
from wall to wall,
που κλέψατε την παράσταση απ’ τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.

(Επί σφαγήν 1985)

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

(Απόσπασμα)

θ

Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων
όταν προσεγγίζουν το τέρμα
που λεν «ουφ» και ξεκουμπώνουν τα κολάρα
και «επιτέλους»
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα καθημερινά
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα συνήθη.
Κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η συνοχή,
κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η δομή,
πώς θα διασωζόταν η δομή,
πώς θ’ άντεχε η δομή,
πώς θ’ άντεχε η συνέπεια,
πώς θ’ άντεχε η ακολουθία,
πώς θ’ άντεχε ο ειρμός,
που, όπως είπα, έρχεται ο τυχών απροειδοποίητα κι ανοίγει την πόρτα,
που έρχονται απροειδοποίητα κι ανοίγουν την πόρτα
και μου τα πετάν ανάκατα μέσα,
που ξανάρχονται απροειδοποίητα και ξανανοίγουν
και διαδίδεται η είδηση
κι έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
και συνωθούνται;

Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη συνέπεια,
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων
και τώρα για δικό μου,
έτσι που τώρα είμαι όλοι
και τώρα είμαι μόνος,
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως
και τώρα ενούμαι* πλήρως,
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,
και λυγίζει ενάντια εδώθε
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,
σμίγει στην ενότητά τους
και δεν διαφωνεί
και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,
σαν το μικρό τρελό πουλί
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,
και λες σίγουρα αλλού τραβά
και μπράβο του,
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’άλλα,
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,
κι εσύ δεν ξέρεις πια
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα
βγήκε κάτι
ή αν χειρότερα τώρα.

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.

Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»

Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.

Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…

Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.

…/…

Μητέρα θυμάσαι τον ουρανό
πούχαμε δεμένο κόμπο στο μαντήλι;
Μας τον πήραν οι ταχυδακτυλουργοί, μητέρα
Έτσι όπως πριν την μπάλα μεσ’ απ’ το κουτί.
Θυμάσαι το ρυάκι πού ‘πλενε τα πόδια μας,
θυμάσαι το ρυάκι που του πλέναμε τα πόδια,
θυμάσαι τις λευκές κραυγές στη χαράδρα;
Θυμάσαι τις φλυαρίες που ράμφιζαν τη ρόγα της αυγής,
θυμάσαι τους ψιθύρους που μηχανορραφούσαν την άνοιξη,
θυμάσαι τα περιστέρια πού ‘σκυβαν μεσ’ στον ήλιο
να πιούν νερό στη χούφτα του,
θυμάσαι τ’ όνειρο που κυλούσε κι έφευγε απάνω απ’ τις
φτερούγες τους,
θυμάσαι τ’ όνειρο που κρεμόταν κάτω απ’ το λαιμό τους,
τ’ όνειρο που σκαρφάλωνε στις σημαίες τους;
Τώρα οξειδώθηκαν όλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν όλα μέσα μας.

ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ…

Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» και «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας,
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει και αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μα σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς –τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδερφοί μου!

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.

ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ

Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν. 5
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες 10
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν. 15
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες 20
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι
που ακούμπησε τ’ απόγεμα
το πρόσωπο στο τζάμι
και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο
χωρίς να βλέπει,
και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο
χωρίς να προσέχει.

ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ

Πώς καταντά, παιδί μου, αυτή η ζωή
στα χέρια μιας πολυκατοικίας.
Τι σύμφυρμα, τι παρδαλός συνωστισμός
ανθρώπων που συναπαντιένται στις σκάλες
και στους ανελκυστήρες βιαστικοί,
με το τσιγάρο στο στόμα,
συνοφρυωμένοι*, πολυάσχολοι,
χωρίς χαιρετισμό, χωρίς χαμόγελο,
χωρίς γειτονικό δεσμό.
Οι αρχιτέχτονες κι οι Ουγγαρέζες ορχηστρίδες*
κι οι χτηματομεσίτες κι ο παιδίατρος
και το προσωπικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Τελοσπάντων…

[Άτιτλη στιγμή]

Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ

Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδι είχα πυρετό.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ

Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;),
μπορεί –οι πιο ευαίσθητοι– να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ

Απλώστε την ομίχλη
μην πέσει σήμερα στα στάχυα του
η αναπόφευχτη χαρά των κορυδαλλών.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Εκείνο τ’ «όχι» δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.

ΠΡΟΣ ΚΑΛΒΟ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)

Επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη»,
επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».

ΟΙ ΦΟΒΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1963 
ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.
Να τα, λοιπόν, τώρα!
Να που όταν, επί παραδείγματι,
πήραν τον σκοτωμένο
απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο
δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα
που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του
και παρέμεινε.

ΕΝΑ ΤΟΥΡΚΑΚΙ ΣΤΟ ΚΙΟΝΕΛΙ ΤΟ 1966

Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι,
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι γιασεμί.

[Άτιτλη στιγμή]

Με μια καρδιά που άλλα της λες
κι άλλα καταλαβαίνει.

ΝΥΧΤΕΣ

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.

Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;

Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,

Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος

κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.

Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.

Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.

Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.

Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.

Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.

Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.

Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.

Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.

Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ (1954)

ΑΝΑΠΟΔΙΕΣ

Ήρθαν, παιδάκι μου, ανάποδα όλα
κι αντί μεγάλος βγήκες μικρός,
τόσο που ακόμα κι’ αυτός ο Ντίνος
τώρα ειν’ καλήτερός σου κι εκείνος.

Αντί να κάνης αυτό και το,
όπως λογάριαζες στα όνειρά σου,
έβανες όλα τα δυνατά σου,
κ’ έκανες ένα μηδενικό.

Δεν λέω πως ήταν υπερβολές σου,
πιστεύω μάλιστα σοβαρά
πως αν δεν ήταν οι αναποδιές σου
θα διακρινόσουνα μια χαρά.

Μα πως να πείσης το πλήθος τ’ άπειρο
πως η ειμαρμένη σ’ έβγαλε ανάπηρο;
Κι αν πης ακόμα πως δεν σε νοιάζει
τι λέει ο κοσμάκης και πως δικάζει,

ούτε κι ο δάσκαλος του χωριού σου
-πρώτος ινβέντορας του «μυαλού» σου-
ή οι πιο αμετάπειστοι θαυμαστές σου:
φίλοι, αγαπούλες, συμμαθητές σου,

αν πης δεν έχεις να δώσεις λόγο
σ’ όσους προχώρησαν παρακάτω
κ’ έλεγαν ότι η μικρή μας νήσος
εσένα χρόνια θα πρόσμενε ίσως,

όμως του γέρου αγαθού πατέρα σου
που έτσι κατάπληχτο χτες τον είδες
ξέρω πως θάδινες -τι δεν θαδινες-
να μην του διάψευδες τις ελπίδες.

ΕΞΙΣΩΣΗ

Μπορεί κάποια φορά
νάχε μεγάλη διαφορά
μπορεί μια τέτοια εξίσωση νάταν γελοία
την εποχή που σπούδαζες στην Ιταλία
αγάπη και φιλοσοφία
Μα τώρα πια…
Μα τώρα πια…
Ποιος να σου τόλεγεν, αλήθεια, και να πίστευες
πως τα «προσόντα» σου θ’ αχρήστευες
σ’ αυτή τη Λευκωσία τους την ασήμαντη
την ξέβαθη λιμνούλα την ακύμαντη,
πως θάρχονταν μια μέρα που
-όπως είχες σκεφτή για τον παππού-
για εσένα που καυχόσουνα
να δείξης και να κάνης
θάταν πια το ίδιο στα εικοσιέξη σου
να ζης ή να πεθάνης.

ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Μικροί άνθρωποι
στις μεγάλες αίθουσες
φροντίζουν να μιλούν
για ό,τι πιο πολύ δεν ξέρουν.
Και τους ακούν με θαυμασμό
άλλοι μικρότεροί τους
και τους χειροκροτούν.
Μια τρομερήν αντήχηση
κάνουν τα κούφια χέρια που χτυπούν
των κούφιων
γιατί όλη εκείνη η κούφια απέραντη αίθουσα
έχει επίτηδες χτιστή
μ’ ηχητική πολλή
κατάλληλη για τα μικρά χειροκροτήματα.

ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ

Ολόγυρα συγκλίνουν οι γραμμές.
Κλωστές αράχνης αποπνιχτικές οι δρόμοι,
τα Τούρκικα σοκάκια τα στενά.
Δεν θα μπορέσουν, βέβαια, να σε σώσουν
Της Νομικής σου η τόμοι,
η πλούσια διαλεχτή σου βιβλιοθήκη
που όσο κι’ αν δεν σου χάρισε τη νίκη
ακόμα την προσέχεις σαν παιδάκι
μήπως και μπη κάνα σαράκι.
Από τις στέγες, τις γωνιές ,
προβάλλουν οι γραμμές,
πυκνές, πολλές, αμέτρητες,
ευθείες, καμπύλες, τεθλασμένες,
όσων ειδών ποτές δεν είδες,
όσες δεν ήξεραν οι Ευκλείδες,
όλες τους στον σκοπό τους ενωμένες
κ’ υπάκουες σε μιαν αόρατην αράχνη
που νοιώθεις να σιμώνη και ν’ αδράχνη
κυριαρχική, συντριπτική.
Στόχος της το έντομό σου.
Από την λαιμαργία αλλοιθωρισμένα
τα κόκκινα της μάτια καρφωμένα
απάνω σου.
Ξέρεις οριστικά
πως δεν θα της ξεφύγης
μα το έχεις συνηθίσει πια.
Κι είναι προς πίστη σου ασφαλώς
αυτή η γοργή προσαρμογή
γιατί ήταν τόσο ξαφνικό που είχες ξυπνήσει κ’ είχες βρη
μετά από τέτοια προοπτική
τον «εύελπιν» εαυτό σου Καρυωτάκη.
Μονάχα που πικραίνεσαι λιγάκι
γιατί και στους χειρότερους καιρούς
ούτ’ υποπτεύθηκε ποτές η φαντασία σου
πως θα σου γίνονταν μια μέρα
Πρέβεζα ανηλεή η Λευκωσία σου.

ΜΑΤΙΑ

Στον κόσμο αυτό τα μάτια είναι,
τίποτ’ άλλο δεν είναι.
Όπου ομορφιά και ζωγραφιά
τα μάτια έχουν τη χάρη,
μάτια τον ήλιο χαίρονται
και μάτια το φεγγάρι,
τα μάτια σκύβουν ντροπαλά
στις άσπρες τις ποδιές
κι αυτά τα μάτια τα τρελλά
σμίγοντας σμίγουν τις καρδιές.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Λοιπόν, έτσι ή κι’ αλλοιώτικα
το πέρασες το καλοκαίρι.
Δεν χρειάζεται μεγάλα πράματα
κ’ εσύ κοντά στους άλλους να περάσης,
μεσ’ στον συνωστισμό του δρόμου,
ένα καλοκαιράκι του Θεού.
Όμως με τον χειμώνα τι θα γίνη
που νάτος μάζεψε τα πρώτα σύγνεφά του
και μήνυσε πως έρχεται;
Πολλή χαρά, παιδί μου, χρειάζεσαι
για να περάσης τον χειμώνα.
Και δεν την έχης τη χαρά αυτήν εσύ.

ΕΙΝ’ ΛΙΓΟ ΝΑ ΠΡΟΣΜΕΝΗΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

Είν’ λίγο να προσμένης τους βαρβάρους του Καβάφη
Μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγραφή,
γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου
πως έστω κι’ αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια την ζωή σου.
Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένης,
μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένης,
ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο
σαν φύλλο του φθινόπωρου απ’ τον άνεμο ριγμένο
και να κυτάς τριγύρω αφαιρεμένα
αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,
να μην αναγνωρίζης τη φωνή σου,
ναχη κοπή του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου
και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα,
να μη βλέπης τη λύση στο χώμα,
τη λύση που εμπιστεύονται και άρπουν οι απελπισμένοι,
να μην ξέρης αν δεν σου είναι το ίδιο κ´ οι τάφοι ξένοι.

ΝΥΧΤΕΣ

Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑ

Συγχώρεσέ με, φίλε μου,
που ενώ είχαμε μαζί,
σαν από κάποια συμφωνία μας μυστική,
κινήσει για τη νευροπάθεια
κ’ είχαμε προχωρήσει κι’ αρκετά
στα σκοτεινά της μονοπάτια θαρρετά,
έδειξα τόσην εγώ αστάθεια
που την αποφύγα και σ’ άφησα μονάχο
να γίνω οικογενειάρχης νουνεχής,
ενώ να εσύ τι συνεπής
έγινες πρώτης τάξεως
νευροπαθής.
Ντράπηκα που σ’ αντίκρυσα
προχτές στον δρόμο
με τον σταυρό της μοίρας της γενιάς μας
στον κοκκαλιάρικο ώμο,
σ´ όλη τη φόρμα σου,
στο πλέριο φτάξιμό σου.
Είχε το βλέμμα σου που μούρριξες
μεγάλη δόση, βέβαια, θρίαμβο
μα ωστόσο διάβασα με πόνο στη γωνιά του
κάποιου κρυφού παράπονου τον ίαμβο,
γι’ αυτό σου λέω πως ντράπηκα.
Σε γέλασα, καλέ μου φίλε, και συγχώρεσέ με,
αν και, για να με ειλικρινής,
-μην υποθέσης που στο λέω για παρηγόρια-
δεν ξέρω, αλήθεια, κι ορισμένως,
ποιος απ’ τους δυο είν’ ο γελασμένος.

ΑΛΓΕΒΡΑ

Λοιπόν, τολύσες τόσο απλά
το πρόβλημά σου, φίλε μου.
Κι’ όσο που σκέφτομαι πως στο γυμνάσιο
δεν τα κατάφερνες καθόλου στα προβλήματα.
Αλήθεια πως δεν είναι τα σχολεία
μα η κοινωνία που τ’ απονέμει τα βραβεία.
Εγώ ο κουτός, ο πρώτος σας στις άλγεβρες,
πούχα γραμμή πάρει όλα τα αριστεία,
έκανα μια καταγραφή περίεργη
μ’ άγνωστους χίλιους δυο
που μου τα μπέρδεψαν.
Ενώ τι θετικός εσύ!
Ένα άγνωστο κατέγραψες μονάχα,
τον κεντρικό πυρήνα της δικής μου εξισώσης,
το πρώτο προαπαιτούμενο,
την πέτρα του σκανδάλου.
Κι ήταν το πρόβλημα σου τέτοιο, μάλιστα,
που ούτε χρειαζόταν να το λύσης
ως προς αυτόν τον άγνωστο.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Στην ψυχή της άγιας αδερφής μου

Δεν λέω Θέ μου, δεν είν’ όμορφος ο κόσμος Σου,
δεν ξέρω τις δικές Σου απόψεις για το ζήτημα,
δεν ξέρω αν μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση,
όμως επίτρεψέ μου ταπεινά
να κάνω κάποια παρατήρηση
λιγάκι δημοκρατικά
όπως τόσον ορθά
μας έμαθαν οι πιο σοφοί συνάνθρωποί μας:
Ανεξαρτήτως άλλων επιφυλάξεων
κι άλλων σημείων συζητησίμων
δεν δέχεται αμφισβήτηση, θαρρώ, το πως
(πράμα π’ αυξάνει διηνεκώς
το χρέος της θλίψης της ανθρώπινης)
η σύντομη χαρά των ερχομών μας, Θέ μου,
δεν είν’ ουδόλως αρκετή να ισοσταθμίση
την άμετρη κι’ ατέλειωτην
οδύνη των αναχωρήσεων.

ΣΤΙΓΜΕΣ 1958

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.
Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.
Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.
Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.
Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.

ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΕΣ

Πήραν πρώτα τα μέτρα μας
για να μπορούμε να φοράμε παπούτσια,
για να μπορούμε να μιλάμε αναλόγως,
για να μπορέσουμε να αφομοιωθούμε;
Όχι.
Βλέπετε, λοιπόν, τι προχειρότητες;
Να πης δεν ήξεραν;
Αντιθέτως, ήξεραν πολύ καλά
τι ανόητα παιδιά θαπαιζαν μέσα μας,
ήξεραν πολύ καλά
με τι αισθήματα μας παραγέμιζαν,
τι καρδιά μας κούρδιζαν.

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ

Κουραστήκαμε να φυτεύουμε ανόητα άνθη,
κουραστήκαμε να διεκδικούμε μηδαμινές καλωσύνες,
να κουμπώνουμε σακκάκια,
και να εκθέτουμε επιφάνειες
σ’ έναν κόσμο που το φως του
ικανοποιείται σ’ αυτές,
που σταματά σ’ αυτές
κι’ αντανακλάται μ’ ελαφρή καρδιά.
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε
πρέπει ν΄ανασκαφούν όλα απ’ την αρχή,
πρέπει ν’ αλλάξη πολιτική ο ήλιος,
πρέπει να μη γυαλίζη πια
τα χρυσά κουμπιά των σακκακιών μας.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.

Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.

Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.

Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.

Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.

ΜΟΙΡΑ

Εμπνευσμένο από στίχους του Λαπαθιώτη.

Τι μοίρα είχες, ψυχή μου ντελικάτη,
νάχης τον στίχο μονοπάτι.
Και μονοπάτι που δεν γνώρισε λειμώνα,
που δεν απάντησε στον δρόμο του ανεμώνα,
κι όλο γυρεύει ένα σημάδι
και ψηλαφά μεσ’ στο σκοτάδι.
Τι μοίρα νάχης μοίρα μαντζουράνας
π’ ούτε στολίζεται ούτε ανθίζει,
που αν δεν πονέση δεν μυρίζει.

Έθθα σου πω

Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ασ σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα γρουσά σου τα μματούδκια
τζ’ ας βκαίννουσιμ μισά ’που τογ καμόν
τα παραπονημένα σου λοούδκια.

Εσού ’σαι τα χαράματα του φου
που μολοούσιμ* μέραν τζαι ξιφώτιν*,
εγιώνι το σουρούππιασμαν. Λαλώ,
μ’ όπου τζαι νάν’ η νύχτα καρτερώ την.

Εσού ξεπεταρούιμ που πετά
τζ’ όπκοια βρεθούν ομπρός του αγαπά τα·
έντζαι δικλά* ποττέ πίσω να δει,
φιλιά μέ* λοβαρκάζει με μετρά τα.

Εγιώ ’μως λοβαρκάζω το φιλίν
γιατ’ εν είμαι τζ’ εγιώ ξεπεταρούιν
τζαι μεμ παραπονιέσαι τζαι κανεί,
μεν τρέμει τ’ όμορφόσ σου το σειλούιν.

Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς
τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι (ν)·
εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά
τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.

Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ας σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα μματούδκια σ’ ομπροστά μου.
Κάλλιον τωρά να κλάψουφ φανερά
παρά να κλαίσιν ύστερις κρυφά μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΦΩΤΟ

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20/11/1927) από γονείς Θρακιώτες πρόσφυγες. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης και σπούδασε με λαμπρούς δασκάλους στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας). Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του σημαντικού περιοδικού Ελεύθερη γενιά (μηνιαίο περιοδικό για τις μαθητικές κοινότητες), που εξέδιδε το Υπουργείο Παιδείας. Πέθανε στα 58 του χρόνια, (16/2/1985) από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές:
«Ηλιοτρόπια», ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1954
«Τα Χίλια Δέντρα», εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1963
«Τα Χίλια Δέντρα & άλλα ποιήματα (1954-1963)», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973

Πεζογραφία:
«Για ένα φιλότιμο» (πεζογραφήματα, εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1964
«Η σαρκοφάγος» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1971
«Η μόνη κληρονομιά» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1974
«Το δικό μας αίμα», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1978
«Ομόνοια 1980» (φωτογραφίες: Ανδρέας Μπελιάς), εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1980
«Επιτάφιος θρήνος», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980
«Κοιτάσματα» (πεζά κείμενα), εκδ. Ορέστης, Αθήνα, 1981
«Πολλαπλά κατάγματα», εκδ. Εστία, Αθήνα, 1981
«Εφήβων και μη» (διάφορα κείμενα), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1982
«Εύφλεκτη χώρα», Καθημερινή, Αθήνα, 1982
«Καταπακτή», εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1982
«Η πρωτεύουσα των προσφύγων», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984
«Ο Πίκος και η Πίκα» (παιδικό παραμύθι), Αθήνα, 1986

Θεατρικά έργα:
«Το αυγό της κότας» (θέατρο για παιδιά / εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1981

Μεταφράσεις:
«Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1969
«Παλατινή ανθολογία: Στράτωνος μούσα παιδική», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980

Μελέτες & άλλα κείμενα:
«Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», ανάτυπο από το περιοδικό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη, 1965
«Τα δημοτικά μας τραγούδια», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966
«Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966
«Παραλογές», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1970
«Καραγκιόζης, 1-3», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973
«Παραμύθια του λαού μας», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973
«Αλεξάνδρεια 1916: Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1984
«Ο της φύσεως έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985
«Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής» (συνεντεύξεις), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1996

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ (1954)

Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ’ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ
στην αίθουσα αναμονής, το τραίνο
απ’ την Κρακόβια θα περιμένω.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια∙
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

Και χθες τη νύχτα

Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι·
οι φίλοι πάντα λίγοι κι ο έρωτας,
που εκτός αυτού δεν είναι πια για μας.

Διάβασμα μέχρι αργά· μορφές
που κλείστηκαν νωρίς μες στα ρομάντζα.
Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα
η Φράνσι Νόλαν από το Μπρούκλιν.

Όμως συγκρατήθηκα πάλι
και μόνο σαν πήρε να σβήνει:

«Φράνσι», ψιθύρισα, «Φράνσι,
έλα επιτέλους και στη ζωή μου.
Σε περιμένω τόσα χρόνια
και σε φαντάζομαι επίμονα.
Φράνσι, έχασα πια την επαφή μου
με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.»

Τότε που έλειπα

Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, εγίναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.

Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

Κάτι έχουν δει·
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.

Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Μ’ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ΄ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό σου θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

1954

ΤΟΝ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.

Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.

«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ»

Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής
το περιστέρι.

Φωνές αρσενικών,
χρυσές ματιές
– λαμπρές δικαιολογίες.

Όμως και στα μαλλιά
και μες στα μάτια μου
πλανιούνται στην αναμονή
τα μυστικά.

Αναμονή χωρίς
«Απαγορεύεται το πτύειν»
ή
«Αναχωρεί το τρένο των επτά»
και στο βαγόνι πάλι
απαγορεύεται κι απαγορεύεται το πτύειν!

Το πιο σπουδαίο πράγματι
σχόλιο των τοπίων.

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ (1963)

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ

Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό∙
πάνε τα Χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.

Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,
λέει πως είναι νέος, αδελφός τους.

Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,
που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.
Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.

ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.
Έκλαψα-χόρτασε η ψυχή μου.
Σ’ έφερα πιο κοντά.
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

Χαράζει τώρα στις μηλιές
κείνο σου το χαμόγελο.

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Κάτι ζητάει φέτος το φθινόπωρο.
Σού ζήτησα μια πρόχειρη φωτογραφία.
Αν όμως βρέχει απόψε, πάλι θα χαθείς.
Βροχές, φωτογραφίες και φθινόπωρα.

Αγάπη μου,
αγάπη μου χωρίς ελπίδα.

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα ΄
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα,
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.
Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΝΙΓΜΟΣ

Τις νύχτες που φυσάει ο βαρδάρης
και γέρνει το παράθυρο
κρύβεται στη γωνιά και ψιθυρίζει.

Γυρνούν τα δέντρα τότε μες στον άνεμο,
τα ζοφερά τοπία της αγάπης.
Οι ερωτήσεις πάντα ύστερα απ’ τη μόλυνση,
η αγωνία πέρα απ’ τις προθεσμίες.

Δεν έχει τέλος ο πνιγμός, αυτό το βύθισμα.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ

Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο∙
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις.

Όμως το βράδυ πάλι βγήκα απ’ τη μιζέρια μου.
Με γέλασαν οι φωτεινές επιγραφές,
τα πρόσωπα που ανάβαν και που σβήναν.
Ξέχασα την αναδουλειά, τη φαγωμάρα του σπιτιού,
τους δανειστές, τους φίλους, το κυνήγημα.

ΜΕ ΚΥΚΛΩΝΕΙ ΑΠΟΨΕ

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά∙
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνη πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.

Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.

Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια
– να μη με βλέπουν, αυτοί που τριγυρνούνε
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.

Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.

Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη.

ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,
με τις καθημερινές, με τις επίμονες παρεμβολές του.
Πυκνώνουν, δένουν μέσα στα συμπτώματα,
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.

Κανείς – ούτε η μητέρα δε με σώζει.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΧΕΡΙΑ

Με τις παλάμες μου τις ένοχες στο πρόσωπο,
ούτε μπορώ να κρύβομαι, ούτε και να βαδίζω.
Αυτά τα άσπρα χέρια εξίσου είναι γνωστά.

Κι έψελνα κάποτε τις Κυριακές στην εκκλησία…
Τι να ’γιναν οι τόσες προσευχές;
Πού είν’ ο άγγελός μου;
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;

Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ

Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν∙
και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.

Κι όμως εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί,
μια νύχτα του σαραντατέσσερα χορεύανε.
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε∙
τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφύνει.

Τότε πηδώντας ένα ένα τα σκαλιά
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η χειροβομβίδα.

ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ

Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή

Ζήτω η Ελευθερία∙ γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.

Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.

Κάθε καφές κι ένα καινούριο άτομο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.

Και μόνο στις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.

ΟΜΙΧΛΗ ΠΕΦΤΕΙ

Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου∙
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.

Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε∙
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.

Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.

Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω

ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

Οι ξένοι είναι καλοί – στο σπίτι πλήττεις.
Αρρώστιες, βάσανα πολλά, το τι θα φάμε.
Οι ξένοι χωρατεύουνε, γελούν πολύ μαζί σου.

Μα όταν έρθουν οι αρρώστιες κι οι αναδουλειές,
το σπίτι αυτό το πληκτικό μένει κοντά σου.
Όλοι λακίζουν, ούτε καν ρωτούν.
Και δε σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΗΜΑ

Έτοιμος να χυμήξω, συσπειρώνομαι∙
μαζεύομαι στο φόβο, καιροφυλακτώ.

Απ’ την ημέρα παραιτήθηκα νωρίς.
Συμμάζεψα τις άχρηστες ομολογίες.
Βάρυνα μες στην ενοχή – ωρίμασα.

Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο.

ΟΤΑΝ ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ

Έκλεισα το παράθυρο
κι αμέσως έπεσε η νύχτα.
Η μακρινή βροντή πάλι ξεχώρισε∙
λύθηκαν, κόπηκαν τα ήπατά μου.

Κρατάω με τα δόντια τον καιρό.
Βυθίζω μέσα στη μαυρίλα το μυαλό μου.

Ας άνοιγε η γη, ας με κατάπινε,
τουλάχιστο να μη γελούν, όταν αστράφτει

ΥΠΟΨΙΑ

Γελούσαν πολύ στη γιορτή∙
γελούσαν ύστερα στο δρόμο.
Κάτι ψιθύρισαν στ’ αυτιά.
Ωρίμασε κάτι στα μάτια.

Δεν έχω τίποτε απάνω μου, θαρρώ.
Τίποτε απολύτως δεν το δείχνει
το πυρωμένο εκείνο σίδερο,
που όλο τις γιορτές με κυνηγάει
και η καρδιά μου λαχταράει να μη φωνάξει.

Αφού γελούσαν όμως, το κατάλαβαν κι αυτοί.

Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ’ΡΘΕΙ

Δεν έχει πάλι ύπνο κι ακούει τα ρεμπέτικα
και τα σκυλιά που αγαπούν τους μεθυσμένους.
Έκλεισε κι ο μπακάλης που πουλάει κρασί.
Στα σπίτια περιμένουν οι γυναίκες.
Το τρένο πέρασε σφυρίζοντας∙ ο τελευταίος σεισμός.

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει κι απόψε το φαντάζεται:
Λιθογραφίες της Γενοβέφας, μυρωδιές, κρασί
στο δρόμο της καρδιάς που τρίζει μες στην κούραση.
Ξανθά παιδιά που πήρε ο ύπνος με τα ρούχα τους,
καθώς περίμεναν τα βήματα του γυρισμού του.
Και δυο μεγάλα μάτια, μάτια υπομονής, μες στο σκοτάδι

ΠΗΓΗ: TRANSLATUM  (Βίκυ Παπαπροδρόμου)

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1560.0

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ’ ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη -κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας- μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Eίχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Aνασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ’ το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Mου άρεσε να τους κοιτώ, γι’ αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Mε αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Mόνο καθώς βαδίζεις σ’ αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν’ αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ούκ εισιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Oπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Kι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρεία για μένα.
Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Mπαίναν μέσα απ’ το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Kάτι μου φάνηκε κάποια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να ‘βρεχε, προφυλάγονταν απ’ το σκέπασμα αρκετά. Mα και η σαρκοφάγος φυλάγονταν απ’ αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Oι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Kι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.
Tο ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Oύτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα ‘ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.
Yπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα ‘πρεπε να τους ενοχλεί. Kι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Tην είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Tότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Nα ‘ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Aλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα ‘πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.
Aπ’ αυτά κι απ’ αυτά άρχισε το εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Aσφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Eπομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα ‘μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα ‘ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν και να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα ‘φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη -να πάρει ο διάβολος- υπόθεση και πολλοί θα ‘σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους να βρούνε τη λύση. Mονάχα αυτοί που θα ‘ξεραν απ’ τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Aφροδίτης απ’ τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Mπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ξαναζωντανέψω τη λάρνακα. Nα ‘ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ’ ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.
Aπάνω που ξαναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Oδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Kαι μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Tο ίδιο, άλλωστε, θα ‘κανε και το ζευγαράκι.
Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ’ την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ’ το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Eίναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα από τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Mου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=123&author_id=12

ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ

Μπαίνοντας εκείνο το βράδυ στο δικηγορικό γραφείο του φίλου μου, με χτύπησε μια πολύ βαριά βρώμα. Μέσα, ένας γεροδεμένος μα μεγαλούτσικος στα χρόνια χωρικός κουβέντιαζε ζωηρά μαζί του για κάποια μάλλον κτηματική υπόθεση. Έμοιαζε παλιός πελάτης.

Κάθισα στον προθάλαμο κι άνοιξα την εφημερίδα. Όμως η ανεξήγητη βρώμα ήταν ανυπόφορη. Κοίταξα το ταβάνι, τους τοίχους, μήπως είχε σπάσει καμιά σωλήνα απ’ αυτές που κατεβάζουν τις βρωμιές, μα δε φαινόταν τίποτε. Όλα λευκά και πεντακάθαρα. Έφτασα στο σημείο να φέρω στη μύτη μου ακόμα και την εφημερίδα, που ήταν ν’ ανοίγει η καρδιά σου, σωστός μπαχτσές: μάχες, τουφεκισμοί, συλλήψεις, προδοσίες, αποκηρύξεις και φυσικά μπόλικες δηλώσεις πολιτικών αρχηγών. Ένα νέο, πάντως μας αφορούσε ιδιαίτερα: μες στη βδομάδα θα περνούσαν απ’ τους κεντρικούς δρόμους μας τους αιχμάλωτους αντάρτες, που λίγες μέρες πριν είχαν βομβαρδίσει την πόλη μας με κανόνι. Προαναγγέλλονταν άγρια αποδοκιμασία.

Καθώς διάβαζα αυτά, τέλειωσε μέσα η ακρόαση κι ο χωρικός βγαίνοντας σήκωσε απ’ τη μισοσκότεινη γωνιά ένα μικρό σακί που είχε εκεί αφημένο. Βρωμοκόπησε ο τόπος. Εδώ λοιπόν ήταν η πηγή της βρωμιάς. Ο φίλος δε βαστάχτηκε, τον ρώτησε για το περιεχόμενο. Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μας είπε: «είναι τα κεφάλια δυο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα έδειχνα, μα είναι τυλιγμένα σε εφημερίδες».

Μόλις γκρεμοτσακίστηκε, ανοίξαμε τα παράθυρα και πήραμε δρόμο. Γυρίζαμε στην παραλία πάνω κάτω σαν τρελοί. Δε μιλάγαμε καθόλου, ούτε καν κοιταζόμασταν. Ύστερα μπήκαμε σε μια ταβέρνα και γίναμε στουπί στο μεθύσι. Κερνούσε ο φίλος απ’ τα λεφτά που είχε εισπράξει προηγουμένως. Εγώ δεν έβγαζα ακόμα χρήματα, κόντευα όμως. Ήμουν φοιτητής, άνθρωπος του Μέλλοντος, όπως μας ξεγελούσαν διάφοροι σιχαμεροί και τότε.

https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/iwannou_kefalia.html

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

τευκροσ ανθιασ 32

 

Τεύκρος Ανθίας (1904-1968)

 

Τα σφυρίγματα του αλήτη (1929)

ΑΛΗΤΙΣΜΟΣ

«Τι τρομερός, τι τρομερός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτοια μιλώ, παραμιλώ,
την κάθε μέρα και γελώ
με τον ανόητο εαυτό μου,
πόχει πιστέψει στη ζωή και την ερμιά του κόσμου.

«Σήμερις έχουμε ψωμί,
κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!»

Με τέτοια σκέψη τριγυρνώ
εδώ κι εκεί κι όλο περνώ
πάντα μες τ΄ όνειρο, στην πλάνη,
και το κουφάρι μου γερνά, κοντεύει να πεθάνει.

«Κάποιαν αγάπη καρτερώ
και θάρθει σύντομα, θαρρώ».

Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι ανάλαφρη η χαρά σου.

«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό;
Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ».

Ίσως και νάρθει την αυγή,
εδώ στον πάγκο να με βρει,
μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει.
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι αν λίγο ακόμη αργήσει;

«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός,
πούναι κι αυτός ο αλητισμός!»

Τέτοιον επίλογο θα πω,
σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ
στον ουρανό από κάτου
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου το σκότος του θανάτου.-

ΚΑΤΡΑΚΥΛΗΜΑ

Όλο ξεπέφτεις – και ξεπέφτεις δίχως τέλος –
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος κι όμως δείχνεσαι για Οθέλος,
με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).

Το ποιο φινάλε θα ‘χει τέτοια μια ιστορία,
το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δε γιατρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.

Πάντοτε λες : «Θα ρθεί μια μέρα να ξεφύγω,
απ΄ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ,
και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».

Κι όμως το χάος σα μαγνήτης σε τραβάει
και απειθάρχητος, στη σκέψη, πάντα ζεις,
το κατρακύλημα ποτές δε σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.-

OPTIMISME

Πώς πέρασαν τα νιάτα μας, δίχως απόδοση καμμιά,
στις λεωφόρους τις πλατιές και στα σοκάκια τα στενά,
πώς σβήστηκε απ΄ τα στήθια μας η πρώτη αποθυμιά
για σερενάτες βραδινές και λυγμοτράγουδα ορθρινά.

Κι όμως ακόμη απόμεινε κάτω απ΄ τη στάχτην η φωτιά,
πυρώνοντας μερονυχτίς τη βουβαμένη μας καρδιά,
κ΄ έστω μιαν ώρα, μια στιγμή, στα φτωχικά μας γηρατειά,
θα μας κυκλώσει ο λυτρωμός, μιαν ανοιξιάτικη βραδιά.-

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί,
και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα,
σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά
που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα.

Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής,
στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε,
πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός,
βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε.

Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής,
– σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο –
περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά,
με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο.

Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά,
παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε,
μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά,
που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε.-

ΟΙ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΙ

Τ’ άσπρα φτερά σας να είχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά,
τη λυγμική σας τη λαλιά,
που όλο αναλύεται σ΄ εξάηχα,
τρελά της θάλασσας πουλιά!

Να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν
και σάμπως σκόρπια νήματα
πάνω στη θάλασσα κυλούν,
να παίζω με τα κύματα,
που μέρα – νύχτα σας φιλούν.

Νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός,
νάν’ η ζωή μου εσπερινός
σε φώτα αβέβαια κ΄ εφήμερα,
νάν’ η ζωή μου κάποια χίμαιρα
και σα σκοπός εαρινός.

Μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ,
τόσο φριχτά κι ας δοκιμάστηκα
μέσα στης Μοίρας το χορό,
μην πείτε τάχα πως κουράστηκα
το κάθε νέο να λαχταρώ.-

 

ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ…

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο που μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).

Κοιτάζω το σακάκι μου το νόστιμο,
και το θρηνώ, χωρίς αιτία.
(Το κλάημα μου προσφέρεται σαν πρόστιμο
για την αθλία μου αλητεία).

Κρατώ ένα μικρουλάκι ξεροκόμματο,
και μες στο δρόμο το σπαράζω.
Κινούμαι βλακωδώς, καθώς αυτόματο,
και με τον κόσμο διασκεδάζω.

Ιδού! κάποια μαντάμ κρατάει τη τσάντα της
κι ενώ με βλέπει, χαχανίζει.
Και γνέφει στον ηλίθιο τον άντρα της,
που κάπου εκεί κάτι ψωνίζει.

Γιατί, παρακαλώ, μαντάμ, γελάσατε;
Πως είμαι αλήτης σιωπηλός;
Αχ! φαίνεται ποτέ σας δεν πεινάσατε…
…Με συγχωρείται… είμαι τρελός…

«Εκείνη δεν απήντησεν…», ως έγραψε
μια συγγραφεύς ρομαντική.
Γελούσε, ναι, γελούσε και δεν έπαψε,
-ν- ώσπου τραβήχτηκα από κει.

Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα,
μ΄ όλο μου μ΄ έκανες ερείπιο.
(Γελώ και καμαρώνω, εδώ που βρέθηκα,
το παντελόνι μου το τρύπιο).-

BAKΧΙΚΟ

Ήθελ’ απόψε να σου πω για τη λατέρνα
μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Αν θέλεις όμως, έλα, κέρνα, ξανακέρνα,
ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

A! μπράβο. Αδειάζουνε οι μισές, τα κανατάκια,
κι εκεί στον πάγκον επιστρέφουν γιομιστά:
με της ζωής μας τα λαθρόβια φαρμάκια,
που τις στιγμές μας συντροφεύουνε πιστά.

Σε ποιο ντεπόζιτο τα βάνεις, ταβερνιάρη;
Πώς τα κρατάς όλα κλεισμένα μέσα εκεί;
Μήπως…τα δίνεις στον φτωχό τον λατερνιάρη
και τα σερβίρει στο κοινό για Μουσική;

Σαν κάτι τέτοιο θα μας κάνεις υποθέτω
γιατί το χέρι της λατέρνας, σα γυρνά,
της δυστυχίας και της πλήξης το ντουέτο
μες τα κανάτια τα γιομάτα μας κερνά.

Ήθελα απόψε να σου πω για τη λατέρνα…
Μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ!
Γιατί κι αν πίνω, κι αν μεθώ μες την ταβέρνα
δε θα μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΛΗΤΗ

Άγιος, άγιος, άγιος,
Κύριος Σαβαώθ,
πλήρης ο ουρανός
και η γη της δόξης σου.
Ωσαννά! ο εν τοις υψιστοις.

Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ
τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος!
Θα ‘χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος,
με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό.

Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς·
και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου.
Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου…
– «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός;

«Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα΄ πρεπε–
δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται
υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. –
Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε;

«Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά,
γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι.
Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι,
από του ύψους σου ορών… τόσα κακά».

Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά.
με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω.
Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά…
Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου… αλλά… κρυώνω…-

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.

Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος,
και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
Αλήτη! δεν θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
απ’ τον αγώνα τον σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.

Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
που ’κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν: σπίτι.

 

Άγιε Σατάν ελέησόν με (1930)

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου…

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ’ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λιβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.-

ΔΙΣΤΗΛΟ

Τα φρύδια σου : δυο τίτλοι στη σειρά,
με κεφαλαία αρχαϊκά στοιχεία·
υπότιτλοι με γράμματα μικρά :
Τα βλέφαρά σου.

Κι ακολουθούνε δυο προτάσεις,
που αρχινάνε και τελειώνουν με στιγμές.
Στο μέσο κάθε μιας και μια τελεία.
Κείμενο με των 12 ελζεβίρ :
Τα μπιρμπιλά τα δυο σου μάτια.

Λίγο πιο κάτω δυο προτάσεις άλλες,
με κόκκινο μελάνι τυπωμένες –
– ρητορικές, μακρόσυρτες προτάσεις καθαρευουσάνου :
Τα μάγουλά σου.

Κ΄ η μύτη, σα λεπτότατη γραμμή, χωρίζει
τις δύο στήλες.
Υπογραφή : Σατάν και Σαβαώθ :
Τα σκανδαλιστικά τα δυο σου χείλη.

Την ώρ΄ αυτή, που ξενυχτώ στη συλλοή σου
κι έχω μπροστά μου την υπέροχη μορφή σου,
οι στοχασμοί μου με ενοχλούν.
Δίχως ελπίδα
γιατί μέσα στον πόνο σου να ρέβω;
– Αφήστε να διαβάσω εφημερίδα!
…Κι αγριεύω.-

 

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα
εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.
Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,
και κάθε τόσο : «Προσοχή!» τους κράζει.

Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»
και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.
Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.

Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».
Κ΄ οι ψύλλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,
οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.

Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :
«Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια
κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»

 

ΤΟ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ

Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβηστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί.

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά.

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.

Από διάφορες συλλογές

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Τον είδα στ’ άλογό του κωμικά να προκαλεί
το Σύμπαν, το Υπερπέραν και τα Χάη.
Κάποτε να σφυρίζει και παντού να διαλαλεί
τ’ Άπειρο πως στα χέρια του βαστάει.

Άκουσαν τη φωνή του, όθε περνούσεν, οι τυφλοί
και γίγαντα μεγάλο τον θαρρούσαν.
Σκύβοντας μέχρι κάτω τη φτωχή τους κεφαλή
τα βήματα του αλόγου του φιλούσαν.

Και γέλασα ανοιχτά, κι ήταν το γέλιο εκρηκτικό,
τόσο που ’χε θυμώσει ο Δον Κιχώτης,
ο νάνος ο γελοίος με το κορμάκι το σκυφτό,
που φάνταζε στον κόσμο σαν ιππότης.

Ήτανε κωμικός κι ο κουρασμένος του θυμός,
γιατ’ είχε απ’ το ταξίδι του απαυδήσει
κι άδικα προσπαθούσε, σκυθρωπός και πελιδνός,
το λίγο του κουράγιο να κρατήσει.

Και νάνος στο άλογό του ο δυστυχής
αρχίζει να γελάει με τ’ όνειρό του.
Θαρρώ πιο πιθανόν, από τους δυο, κατακτητής
του Σύμπαντος να γίνει τ’ άλογό του!

 

ΕΠΑΡΧΙΑ

Εδώ στην Επαρχία, δεν είναι λόγος
ν’ αυτοχτονήσουμε, «δόξα τω Θεώ»!
Γελούμε πλούσια, κλαίμε όσο μπορούμε,
και τίποτα δεν βλέπουμε στραβό.

Όλα στη θέση τους, κι αν τα θωρούνε
ανάποδα –ως συνήθως– μερικοί,
δεν έχει σημασία· τα πάντα δείχνουν
πως ζούμε μια ζωήν αρμονική.

Περνά ο βαθύς στη σκέψη γείτονάς μου,
τον χαιρετώ, με γλυκοχαιρετά.
Λέμε κι οι δυο «τι βλάκας!», κι ο καθένας
το δρόμο του σαν τραίνο περπατά.

Πεθαίνει! Του σκαρώνω ένα λογύδριο,
που δάκρυα προκαλεί, κι εγώ γελώ.
Γιατί να μη γελάσω; Για ένα βλάκα…
γνωρίζω πως σε ηλίθιους μιλώ.

Άλλος προβάλλει αντίκρυ μου –ένας νάνος–
και (τερψικάρδιο!) παίζουμε γροθιές.
Γελάει το πόπολο*, σκάζω από τα γέλια,
και γύρω «συγκλονίζονται» οι καρδιές.

Ρόλο παλιάτσου παίζουμε, και κλόουν
ολόγυρά μας χάχανα σκορπούν.
Τι θα κοιτάξεις; Τα δράματα, που πίσω
στα παρασκήνια «κάθαρση» ζητούν;

Ας τη ζητούν! Μας φτάνει που γελούμε
–έστω πικρά– στη μικρή μας Επαρχία.
Το καθετί στη θέση του, κι ανάποδα!
Αυτό είν’ η πιο μεγάλη ανησυχία

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ι

(15 του Δεκέβρη, 1955, ώρα 2 μετά τα μεσάνυχτα)

Αναστασία.

Απόψε η νύχτα είναι σαν την καλοσύνη σου.

Έβρεξε. Κι ήτανε τα δάκρυα όλων των αγαπημένων μας.
Η πρώτη μπόρα –του πρώτου και στερνού τους θρήνου.
Ύστερα, μόνο μερικές σταλαγματιές 5
πέφτανε σα ντιμινουέντο*
του ραγδαίου εμβατηρίου της βροχής.
Κι ήτανε κάτι δάκρυα,
που αργοκυλούσανε και σβήνανε
στα δικά σας μάγουλα 10
–αγαπημένες γυναίκες,
θεία παιδιά της τρυφερής, αιχμάλωτης στοργής μας.

Κι ήτανε κάτι σα δροσοσταλιές,
που κρεμαστήκανε σαν κρούσταλλα
απάνω στα ματόκλαδα 15
της άγρυπνης αγάπης μας, για σας, για όλο τον κόσμο.

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ

Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,
θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω
για Σένα ατίμητη ζωή,
για Σε γαλανομάτα Λευτεριά.

Δεν είναι σφαίρα η γη,
δεν στροβιλίζεται στο Άπειρο.
Χτυπάει σα μια καρδιά μέσα στα στήθια μου
κι είναι οι παλμοί της θούρια κι εμβατήρια.
Λυγμοί από τόξο τσιγγάνικου βιολιού
για τον ανθρώπινο πόνο, για τη Λύτρωση.
Χαιρετισμοί στον ήλιο Στρατηλάτη.

Τι κι αν μισή η καρδιά βαθιά μου υφαίνει
το νήμα της ζωής στον αργαλειό των οραμάτων;
Μύριες ζωές υφαίνουνται μαζί και την κρατάνε
πλατύτερη απ’ τη γη –μια πυραμίδα
θεμελιωμένη στον Άνθρωπο,
με την κορφή στον ίλιγγο του αιθέρα σφηνωμένη.

Κι ίχνη καρδιάς να ζούνε μέσα μου,
θα τραγουδώ και θ’ αλαλάζω
για Σένα ατίμητη ζωή,
για Σε γαλανομάτα Λευτεριά!
ω Λευτεριά!

2 του Γενάρη, 1956
(Νοσοκομείο Λάρνακος)

Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ

Φτωχέ παλιάτσε κι έρημε, που μες στο θέατρο της ζωής
τούμπες εδώ κάνεις φριχτές και τούμπες παραπέρα,
σάμπως σκουπίδι ανώφελο σε κάποιο δρόμο θα βρεθείς,
μια χειμωνιάτικη βραδιά, μια παγερήν εσπέρα.

Το φώς της μέρας το θαμπό, θα ‘χει σβηστεί, θα ‘χει σβηστεί.
Και δε θ ‘ανάψουνε για σε λαμπάδες κι αγιοκέρια.
Μόνο οι παλιάτσοι φίλοι σου, με μια φωνή τρεμοσβηστή,
θα ψέλνουν: «Άμωμοι εν οδώ…» με σταυρωμένα χέρια.

Και τι μ ‘αυτό; Τους ρόλους σου τους έχεις παίξει μια χαρά,
και σε χειροκροτήσανε στ’ αλήθεια ή και στ’ αστεία
και, «δόξα-δόξα σοι ο θεός», έχεις γελάσει τρομερά
με θεωρεία επίσημα, μ’ εξώστες και πλατεία.

 

ΣΕ ΠΗΡΕ Η ΝΥΧΤΑ (ΙΙΙ)

Σε πήρε η νύχτα κι έφυγε, πριν η Αυγή ξυπνήσει
Πάνε μαζί σου κι άλλοι τρεις, που θέρισε η μανία
του μίσους και του σπαραγμού την ίδια εκείνην ώρα.
Κι άλλοι, χιλιάδες μάρτυρες, σε ακολουθούν ολόρθοι.

Πορεία νεκρών, που ζωντανοί στη μνήμη μας οδεύουν.
Στο φωτεινό της θάλαμο της Ιστορίας η σμίλη
σε μάρμαρο πεντελικό σκαλίζει τη μορφή σου,
σα σύμβολο των χθεσινών, των αυριανών μαρτύρων.

Κι εγώ, απ’ τη Μούσα του λαού το στίχο παίρνω απόψε
και σου σκαλίζω μιαν ωδή στην πέτρα της Ειρήνης.

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ΕΡΩΤΑ (II)

Την Αγάπη σα φως, ποιος μπορεί να σκοτώσει;
Ή στιλέτο ή λόγχη δεν τρυπούν τις αχτίδες
-και γυρίζ’ η αιχμή στ’ άνομο το χέρι
που χτυπά ένα νόμο
άτρωτο κι αδάμαστο.

Δε μπορείς να πνίξεις με συρτοθηλιά
μήτε κι έναν ίσκιο.
Πώς θ’ απαγχονίσεις του φωτός την αίγλη,
που τον ίσκιο αυτόματα ιχνογραφεί;

Δε μπορούν οι σφαίρες
και τη θρυαλλίδα του κεριού να ρίξουν.
Πώς μπορούν να θίξουν του φωτός το θαύμα
πού σκορπά ένας ήλιος;

Είν’ η αγάπη φως,
-άμυνα κι αντίσταση στης ζωής τη μάχη.
Φως, που το κρατούνε φύλακες οι αιώνες
στην καρδιά του κόσμου.
κι όλο εγρηγορούν.
Φως αναλυμένο
μέσα στον πολύπτυχο πάπυρο της Γνώσης.
Ένα φώς πολύμορφο
στην υπηρεσία της Ζωής, του Ανθρώπου.

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 164-165)

Σ’ ΑΓΑΠΩ

XXVI

Σα θα φύγω μια μέρα
Και θα μείνεις εσύ, νικηφόρα στην έπαλξη του Χρόνου
δε θα κλάψεις-δεν πρέπει να κλαις
τη φυγή τη μοιραία
(να θρηνείς τους μοιραίους της φυγής).
Να μου κλείσεις τα μάτια
μ΄ ένα χάδι στοργής
και να πεις: «σου σφαλώ τα ματόκλαδα
που ριγούσανε πάντα στο φως
δύο τελείες να γίνουν τα μάτια
π΄ αγαπούσαν περίπαθα το φως».
Θαμαι πια το κλεισμένο βιβλίο μιας ζωής.
Μα θ ΄ αφήσω ανοικτά τα γραφτά μου.
Να τα στρώνεις στο δρόμο των ανθρώπων
σα σελίδες με δείχτες στην άνοδο,
-να τα βλέπουν κι ομπρός να τραβάνε
νικηφόροι στην έπαλξη του χρέους.
Μόνη μνήμη για Σένα: η Αγάπη
π ‘αναδίνουν πολύφωνα τα βουβά μου χειρόγραφα.
Η ματιά σου σ΄ αυτά μ’ ένα τόξο βιολιού θα πλανιέται
και θα λες το τραγούδι: « Είν’ εκείνος
που τον κόσμο αγάπησε πολύ».

Από τη συλλογή Σ’ΑΓΑΠΩ, Λονδίνο 1966.

 

ΑΝ EIN’ ΑΛΗΘΕΙΑ…

Αν είν’ αλήθεια πως η ζωή είν’ όνειρο και ψέμα
και η Αγάπη ανέγγιχτη, μυστήριο ιερό,
κι η νιότη γοργοδιάβατο αγριεμένο ρέμα,
που θάβει κόσμους φωτεινούς στον τάφο το ψυχρό.

Αν είν αλήθεια πως περνούν και χάνουνται οι αιώνες
κατρακυλώντας σα βαριά λιθάρια απ’ το βουνό,
ο πόνος διαφεντεύει μας κι είναι απλές εικόνες
η Ευτυχία κι η Χαρά σε άντρο σκοτεινό.

Αν είν αλήθεια πως κι εμείς καραβοτσακισμένοι,
αμίλητοι, βαριόμοιροι λιώνουμε σαν κεριά
στ ανέμου το τρικύμισμα, σα λύχνοι ραγισμένοι,

και λαχταρούμε απ’ το βουνό να βγούμε σε στεριά,
είμαστε ίσκιοι, σύγνεφα, και σιγοφτερουγούμε
στ’ αγνώστου τα αιθέρια αστέρια ν’ αναβούμε…

(Από τα σονέτα)

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Κατατρεγμένο, δύστυχο πουλάκι τριγυρνώ
μες στης Ζωής την ερημιά με τα φτερά κομμένα
από ίου πόνου τα σπαθιά. Με μάτωσε – ωιμένα! –
κάποιος ζηλιάρης κυνηγός και τώρα, δες, πονώ…

Γοργοκυλά ο καημός βαθιά μου σαν ποτάμι
και συναρπάζει ό,τι βρει, λουλούδια της Χαράς,
σε χάη αβύσσων να τα πα, κομμάτια να τα κάμει
και να ερημώσει άσπλαχνα το σπίτι της καρδιάς.

Αχ! ψέμα είναι η χαρά• όνειρο που διαβαίνει
σα σύγνεφο ορμητικό, σα λιβανιού καπνός.
Είναι της νύχτας ξωτικό και μόνο πόθους σπέρνει.

Για δες! Βαθιά μου σβήστηκε σαν του κεριού το φως
σι’ ανέμου το τρικύμισμα. Πικρή μελαγχολία
δέρνει την μαύρη μου ζωή σαν άγρια τρικυμία…

 

ΩΡΕΣ

Ώρες βαριές, που δεν περνάτε
χωρίς ν’ αφήσετε βαθιά μας
μια πλήξην άγονη, θανατική,
έτσι μοιραία μας τυραγνάτε
και παραλύετε την καρδιά μας
με ιην πνοή σας τη σατανική.

Κι όμως… εγώ θα σας ξεφύγω
αυτό τ’ αρωστημένο βράδυ,
ιη δύναμή σας θα χτυπήσω
και θα παλέψω – έστω για λίγο –
μέσα σί αβέβαιο το σκοτάδι
οα μια ψυχή να φτερουγήσω.

Σε κάποιο δέντρο ακουμπισμένος
– έρμος αλήτης, στοχαστικός –
μ όλα τ αστέρια θα μιλήσω.
Κι έτσι, θαυμάσια ξεχασμένος
μέσα στην πλάνη, και σκεφτικός,
παλιά μου ονείρατα θα ζήσω!

 

ΑΝΑΠΟΛΟΓΗΤΟΙ

Αναρωτιέμαι μια στιγμή και μεταγνιώνω πάλι:
πού θα μας βγάλει ο καημός κι η πλήξη αυτό το βράδυ, \
καθώς χαθήκαμε άσκοπα μες στης ζωής την πάλη,
λαμπάδες που δακρυρροούν μες στο βαθύ σκοτάδι.

Ω! πώς μας ξεγελάσανε «τα ήθη κι οι καιροί»!
Με ιη λαχιάρα της χαράς, της δυστυχίας την έννοια,
κρατάμε σία παράλυτά μας χέρια ένα κερί
και ψάχνουμε για πράγματα γελοία και τιποτένια.

Σα στρίγγλα μέγαιρα η ζωή γελάει και μας φιλεί,
εμείς της λέμε: «Ευχαριστώ!» και τη γλυκό κοιτάμε,
μας τυραγνάει μεσονυχτίς του Ιούδα το φιλί,
μα, ωστόσο, αναπολόγητοι στο Γολγοθά τραβάμε.

Αμποτε η στέγη να βρεθεί και να χτιστεί η φωλιά,
να ‘ρθεις και συ, νύχτα γλαυκή, εκεί δα να σταματήσεις,
κι αφού διπλώσεις τα φτερά με μια λυγμώδικη λαλιά,
τις συμφωνίες των Ουρανών να γλυκοτραγουδήσεις. 

 

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ‘ρθει ως σίφουνας μες στη ζωήν η ορμή,
την ερημιά και ιη νεκρή σιωπή ν αναστατώσει•
τη ναρκωμένη μας ψυχή απ’ το τέλμα να λυτρώσει
σαν πυρετός δημιουργικός να ζώσει το κορμί.

Κι ας ήταν: το μονότονο εμβατήριο, που κινεί
τα νυσταλέα μας βήματα στη στράτα αυτή την άγονη,
μια θύελλα ζωηρών ρυθμών και φτόγγων να γενεί
κι ας ούρλιαζε τριγύρω μας μια Συμφωνία παράφωνη.

Κι ας ήταν: το φαρμακερό λυτρωτικό μας δάκρυ,
που σχεδιάζεται διαρκώς στα ερέβη της ψυχής,
σα δροσοστάλα των ματιών να καρφωθεί στην άκρη
κι απέ… να στάξει ως μπάλσαμο μιας θλιβερής ζωής.

ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Με τον πηλό του ονείρου και της σκέψης
έκτισα τόσα χρόνια τη ζωή.
Όπως θα πρέπει νάναι και ως την είδα
με της ψυχής τα μάτια αναζητώντας
τ’ ωραίο και το Καλό στο κάθε τί.

Τι κι αν στη χλόη σέρνονται ερπετά;
Τι κι αν χορεύουν στα κύματα ναυάγια;
Tι κι αν η κάμπια στο δέντρο τ’ ανθισμένο
φαντάζει σαν αντίθεση σκληρή;
Στη χλόη, στο κύμα και στο δέντρο
λαμποκοπά κυρίαρχη, η Ομορφιά.

Πέρασα με το μέτωπο ψηλά
μπροστά από την ασκήμια και δε λύγισα.
Την Καλοσύνη είχα στο στήθος μου γι’ ασπίδα
και βέλη την οργή μου και το Μίσος.
(Μια πανοπλία παράξενη, με κέντρο
τον κρίκο της Αγάπης προς τον Άνθρωπο
και τη χρυσή αλυσίδα της λατρείας
στο δίδυμο Ίνδαλμα: τ’ Ωραίο και το Καλό).

Κι όσο την εποχή μου ανασκαλίζω,
όσο αναπνέω την αύρα και τη φλόγα της,
τόσο πιστεύω πιο πολύ στην Ώρα
που την ασκήμια θα διώξει άπ’ τη ζωή.

Χαίρομαι τον Τεχνίτη που σκαλίζει
ψηλά στ’ αέτωμα της Αιωνιότητας
σύμβολο και σκοπό την Ομορφιά.

Χαίρομαι τον Σοφό που ξαναχτίζει
τον κόσμο με της Γνώσης την πνοή.

Χαίρομαι την Ψυχή και το Μυαλό
στ’ αρμονικό τους βάδισμα που οδεύει
στο τέλειο, τη Δικαίωση και την Κάθαρση.

Χαίρομαι, πάνω απ’ όλα, την αμείλικτη
πορεία της Ιστορίας και τ’ άγγελμά της:
-Η ιδέα δεν πεθαίνει. Ορμά κι αιμόφυρτη.
Τον κόσμο ανασυνθέτει κι’ όλο κτίζει
πάνω σ’ ερείπια τ’ ωραίο και το καλό.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Να φύγω. Με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.
Δεν το ρωτώ η ψυχή μου πού θα πάει,
κι αν από τη φυγή θα λυτρωθώ.

Στενός ο τόπος. Αίμα και σκοτάδι.
Γερμένοι οι τοίχοι, θολοί και θλιβεροί.
Σπασμένα τόξα. Κι έρχεται το βράδυ
με τη μορφή στυγνή και παγερή.

Τρέμουν τα χείλη. Στήθη που βογγούνε.
Κραυγή και πάθος: Κύματα κι αφροί,
τη βάρκα μου οδηγάτε όπου και να ναι,
τη χίμαιρα και τ’ όνειρο να βρει.

Μια σερενάτα βαθιά μου αναπηδάει
και στα παλιά με καλεί να ξανοιχτώ.
Να φύγω με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό. 

 

0 ΕΡΗΜΙΤΗΣ

… Κι έμεινα μόνος στο Κενό, κάτω απ’ τον μπλάβο ουρανό,
με μάτια ογρά απ’ το δάκρυ,
ενώ τριγύρω μου οι Σιμουν από μιαν έρημο εξορμούν
κι ενώ ένα φως αναζητώ στα φευγαλέα τα μάκρη.

Πόθος κοινός. Τόσο μικρός. Μα κατρακύλησε ο καιρός
– πόσος καιρός εχάθη! –
δίχως μια λάμψη να φανεί, μήτε ν ανθίσει μια φωνή
σα ρόδον ανοιξιάτικο στης προσδοκίας τα βάθη.

Χρόνια γελοίας υπομονής, άπειροι χρόνοι προσμονής,
σε μια στιγμή κλεισμένοι.
Τ’ ανθρώπου χρόνιος παιδεμός. Αργός μα βέβαιος συντριμμός.
Ύπουλο πλήγμα στη ψυχή, που οργά φυλακισμένη.

Δράμα βουβό. Πληγή ανοιχτή. Ζητά η καρδιά να ξανοιχτεί
με τα φτερά του Αλήτη,
που ζει στου βάθους τη γωνιά, μα σκλαβωμένος αγωνιά,
σφυρίζοντας τη μυστική μπαλάντα του Ερημίτη.

ΧΑΟΣ

Χίμηξε η νύχτα μέσα μου – γαλάζιο ένα πουλί
με μύρια στίγματα ασημιά στ ανάλαφρα φτερά του.
Τις «συμφωνίες» των ουρανών, σα φτερουγάει γλυκολαλεί,
κι εδώ μια στέγη αποζητά να χτίσει τη φωλιά του.

Νύχτα γλαυκή, ασημόθωρη, του Χάους η αδερφή,
που όλο τον κόσμο ξεγελάς με τα τρελά όνειρά σου,
δεν το ‘λπιζα να γελαστείς, κι από τ Απείρου την κορφή
στο Χάος που κλείνω μέσα μου να ρίξεις τα φτερά σου.

Στέγη εδώ μέσα δε θα βρεις, μηδέ μιαν άτεχνη φωλιά.
Όλα χα ρήμαξε ο βοριάς κι η ανίλεη καταιγίδα.
Μόνο χαλάσματα θα ιδείς – κι αυτά από χτίσματα παλιά –
και μια ψυχή που κυνηγά τη φευγαλέαν ελπίδα.

Πώς ήρθε η μπόρα ορμητική κι ευθύς ξοπίσω η Συμφορά,
μην το ρωτάς. Δε θέλω πια ν ανιστορώ το Δράμα,
που χε σκηνές φρικιαστικές, πολλά ιντερμέδια θλιβερά,
και για σφραγίδα το βουβό κι ανεξιλέωτο κλάμα.

Περιπλανώμενη η ψυχή σ’ αυτό το χάος στριφογυρνά
και κουρασμένη από ψηλά τα ερείπια κατοπτεύει…
Για μια φωλιά, μια φτωχική μα σίγουρη γωνιά,
ανάβει ο πόθος μέσα της κι η νοσταλγία θεριεύει.

 

ΚΗΔΕΙΑ

Χτυπούσανε οι καμπάνες δυνατά, λυπητερά,
πιο δυνατά παρά σε πανηγύρι.
Συνάνθρωπος, αλλά με μια χρυσή μεγάλη ουρά,
στης Μοίρας την κοινή στρωμνή έχει γύρει.

Κανείς, αληθινά, δε θα μπορούσε ν αρνηθεί
πως ήταν μεγαλόπρεπη κηδεία.
Μα n θλίψη που τριγύρω στο Κενό είχε ξαπλωθεί,
έμοιαζε με μια περίεργη θυμηδία.

Τα κλάματα, κι αυτά συμβατικά και τυπικά,
με ψίθυρους εσμίγαν και ειρωνείες.
Και γλέντησε ο λαός στα σοβαρά «Κοινωνικά»,
την άλλη μέρα, τις νεκρολογίες.

Δε μπόρεσε η χρυσή του συνανθρώπου μας ουρά
της μοίρας τη γροθιά να εξαγοράσει.
Επέτυχε μονάχα μια κηδεία πολύ φαιδρά,
και τη μονοτονία μας να χαλάσει.

 

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ ταφος

 

Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της

Της Φλόρας ΑΝΘΙΑ

Ο «Ρ» θεωρεί χρέος του να τιμήσει τους αγώνες, τα οράματα, το έργο που πρόσφεραν στον κυπριακό και ελληνικό λαό κατά τον 20ό αιώνα, δυο κορυφαίοι Κύπριοι ποιητές, ο Τεύκρος Ανθίας και ο Θοδόσης Πιερίδης, δημοσιεύοντας δύο αφιερώματα. Σήμερα δημοσιεύουμε το αφιέρωμα στον Τεύκρο Ανθία, το οποίο αντλούμε παραθέτοντας (μερικές περικοπές ήταν αναγκαίες λόγω περιορισμένου χώρου) το μεγαλύτερο μέρος ενός κειμένου που έγραψε η μία από τις δύο κόρες του ποιητή, η Φλόρα Ανθία, η οποία ζει στο Λονδίνο και έχει μελετήσει το έργο του πατέρα της.

«Θυμούμαι από μικρό παιδί, τρία πράγματα για τον πατέρα μου. Πρώτο, σπάνια τον είδα στο σπίτι δίχως την πένα στο χέρι, δίχως ένα χειρόγραφο, δίχως απασχόληση με κάποια ιδέα. Δεύτερο, ήταν τρυφερός πατέρας και σύζυγος. Σαν πατέρας ήταν γεμάτος από ιστοριούλες, σκίτσα και ζωγραφιές που σχεδίαζε όταν μας έλεγε τις ιστορίες του. Τρίτο, η ζωή του ήταν γεμάτη από ανθρώπους, συνεδριάσεις, φίλους, επισκέπτες. Κι όμως όσο διανοούμενος κι αν ήταν παρέμεινε λαϊκός, φίλος όλων και ειδικά της εργατικής τάξης (αφού κι αυτός ήταν γέννημα φτωχής αγροτικής οικογένειας). Πίστευε στο ρόλο της εκπαίδευσης ως εκπαιδευτικός. Δεν παρέμενε πίσω από το γραφείο, ανέβαζε θεατρικά έργα, του άρεσε η διασκέδαση.

Τον παρουσιάζω όπως τον είδα σε διάφορα στάδια της ζωής του, αλλά με στοιχεία από τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, για τη ζωή του πριν μεταναστεύσει στην Αγγλία, το 1948, και από το έργο του, ένα από τα πιο σημαντικά στην κυπριακή και στην ελληνική λογοτεχνία. Τον Ανθία τον βλέπανε στην Κύπρο και στην Ελλάδα σαν τον ποιητή της Αριστεράς, μ’ όλο που η ποίησή του είχε πλατιά εκτίμηση. Στην Κύπρο, παντού κάποιος – συνήθως άνω των 40 ετών – μπορούσε να απαγγείλει τουλάχιστον ένα ποίημά του. Από μικρό μαγαζάτορα, ως καφετζή, ως μουχτάρη μέχρι βουλευτές, διανοούμενους, ηθοποιούς και κυβερνητικούς εργάτες. Ο Ανθίας έχει αναγνωριστεί όχι μόνο ως ο ποιητής της Αριστεράς, αλλά της πονεμένης Κύπρου. Πρόσφατα συγκρίθηκε με τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ και άλλους ως ποιητής της υπαρξιακής ανησυχίας.

Δεν παρέμεινε, ωστόσο, στον υπαρξισμό. Πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την ποίησή του σαν καταδίκη των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που απανθρωπίζουνε και αλλοτριώνουνε την ανθρώπινη ζωή. Τα κύρια θέματα ήταν η ζωή, η αγάπη, η αντίσταση – ήρωές του, οι φτωχοί και καταπιεσμένοι.
Ο ποιητής – όπως όλοι οι άνθρωποι- εξαρτούνται για την εξέλιξή τους από την κοινωνία και το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής τους. Ο ποιητής, κάθε καλλιτέχνης, ξεχωρίζει από τους ανθρώπους με δύο τρόπους. Πρώτα, χρησιμοποιεί τα στοιχεία της εποχής του με τρόπο ανατρεπτικό – δηλαδή τα διαμορφώνει προς καινούριες κατευθύνσεις – και ξεπερνά τα όρια της εποχής δείχνοντας ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και συνειδητοποιώντας τα με δημιουργικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης μιλά με τρόπους και μορφές που έχουν νόημα και για μελλούμενες γενιές. Δεύτερο δεν αντανακλά μονάχα την εποχή του, αλλά συνεισφέρει και στη διάπλαση και την αλλαγή της.

Συνδέω το έργο του πατέρα μου με τη βιογραφία του, δείχνοντας πως και ο ίδιος, κάτω από ειδικές κοινωνικές καταστάσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας του, της Κύπρου, και μετά σαν μετανάστης στην Αγγλία, όπως και στην προσωπική του ζωή, δημιούργησε ένα έργο που έσπασε τα όρια της εποχής του και χάραξε μια καινούρια δημιουργική περίοδο.

ΟΑνθίας, γεννήθηκε ως Ανδρέας Παύλου στις 3 Απρίλη του 1903, στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Ο Ανθίας ήταν «ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας», όπως λέει. Εγύριζε χωριά και πόλεις, τυπώνοντας και τραγουδώντας τα ποιητάρικά του για να συντηρήσει την οικογένεια. Ο πατέρας του, που είχε χάσει την περιουσία του, ήταν ντυμένος τη μαύρη βράκα με μάλλινη ζώνη στη μέση, με φουστανέλα κτλ. τραγουδούσε γεγονότα ή καταστάσεις που τον ενδιέφεραν και πρόσωπα σαν τον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέει σ’ ένα ποιητάρικό του: «Σύναξα όλα αυτά τα χρήματα/για να πιάσω/να πάω στο γυμνάσιον σχολήν/για να σπουδάσω».
Μαθητεύει στο Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας το 1916-17, όπου τυπώνει και μεταδίδει ποιήματα σαν το «Ξύπνα λαέ», τα πιο πολλά δεκαπεντασύλλαβα, περιγράφοντας σκηνές πείνας, δυστυχίας, ορφάνιας κτλ. και έπειτα (1917-22) στο ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, όπου δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά και εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή, τα «Λουλούδια της αγάπης».

Δουλεύει σαν δάσκαλος στη Χοιροκοιτία (1922-23) και μετά φεύγει για την Ελλάδα για να σπουδάσει φιλολογία. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως δάσκαλος στη Σπάρτη και μετά στο Σκλαβοχώρι (1924-1926). Στη Σπάρτη πρωτοβγάζει τα περιοδικά «Φλόγα» και «Σπίθα». Επιστρέφει στην Αθήνα (1926), όπου αρχίζει η «αλήτικη» ζωή. Γυρίζει τις ταβέρνες με την παρέα του Βάρναλη, του Βουρνά και άλλους. «Αλήτης» άστεγος, μπήκε γρήγορα στον κύκλο της νέας δημιουργικής κατεύθυνσης της Αθήνας. Αυτή η εμπειρία του καταγράφεται στα «Σφυρίγματα του Αλήτη» ( 1928). Μια συλλογή με καινούρια φωνή, που τράνταξε την εποχή της, που παραμένει σημαντικός σταθμός στη νεοελληνική ποίηση και είναι γραμμένη στα πλαίσια ενός φιλολογικού υπαρξισμού – ο «αλήτης» αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, ένα σύμπαν έξω από την αλλοτρίωση, τη μιζέρια. «Ηρωας» δεν είναι ο παραδοσιακός λεβέντης, αλλά ένας «αλήτης», καταθλιμμένος, περίγελο δεσποινίδων και κυριών, που επισκέπτεται και πόρνες, βλέποντάς τις σαν θύματα. Υπάρχει πολύ κοινωνικό περιεχόμενο σ’ αυτή τη συλλογή – κάτι που πολλοί κριτικοί περιφρόνησαν, όπως στο ποίημα»Οι καταφρονεμένοι»:Φέρε μας, κάπελα, κρασί/κ’ έλα με μας να πιεις και συ./Ηρθαμε τώρ’ απ’ τη δουλειά,/μάδειο μυαλό κι άδεια κοιλιά,/μες το πιοτό να ξεχαστούμε/(Ζωή που κάνουμε και μεις, μαρτύρια που τραβούμε!)(…)».

Υπάρχουν όμως και ποιήματα ερωτικά και πιο φιλοσοφικά, ενώ η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή, πολύ λυρική. Ο «Αλήτης» δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει τον εχθρό του. Λέει μόνο εκείνα που υποφέρει σαν στο «Βάκχικο «: «Ηθελα απόψε να σου πως για τη λατέρνα/μα πού μ’ αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ./Αν θέλεις όμως, έλα κέρνα ξανακέρνα/ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ».

Θα το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, αν προσέξουμε πως δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην Κύπρο πριν φύγει ο Ανθίας για την Ελλάδα. Η περίοδος 1920-1930 είχε φτώχεια. Εξαιτίας και της αποικιοκρατίας, αυτή την περίοδο νέοι εργάτες εμφανίζονται στις πόλεις αναζητώντας διέξοδο απ’ τη μιζέρια της αγροτικής ζωής. Είναι στο δεύτερο εξάμηνο του 1920 που αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε συντεχνίες – το ΚΚΚ ιδρύεται στη Λεμεσό το 1926.

ΟΑνθίας γυρίζει στην Κύπρο το 1930. Μπαίνει στο ΚΚΚ. Αφοσιώνεται στον αγώνα, χρησιμοποιώντας την πένα του σαν θαυμάσιο όπλο και αρχίζει να δημοσιογραφεί. Συμμετέχει στα Οχτωβριανά γεγονότα του 1931. Είναι ο πρώτος που συνέλαβαν (πυροβολήθηκε μάλιστα στο αριστερό χέρι και μας το έδειχνε ιστορώντας τα γεγονότα). Γράφει, από το 1930-1948, σε διάφορες εφημερίδες – συντάκτης της «Ελευθερίας» και μετά της «Πρωίας». Το 1930 εκδίδει το «Αγιε Σατάν, ελέησον με» -καταδίκη μιας εποχής όπου κυριαρχεί το κέρδος, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η κοινωνική ανισότητα και η υποκρισία.
Το 1931 εκδίδει τη «Δευτέρα Παρουσία», που έγινε αφορμή να αφοριστεί από την Εκκλησία. «Ηρωές» του είναι άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι, οργισμένοι, επαναστατημένοι – και μέσω αυτών κατηγορεί ο ποιητής το Θεό ως προσωποποίηση του κακού, της καταπίεσης και αδικίας. Ενα έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, που παρουσιάζει όλους τους καταπιεσμένους της Γης. Το 1931 εκδίδει το «Πουργατόριο» και το 1934 το «Διψασμένοι στην Αβυσσο».Στο «Χάος» (1936) ασχολείται με ανισότητες και τη νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας. Στην «Εξοδο» (1937) καταδικάζει τις ψευδαισθήσεις της εποχής: «Μη μας μιλάτε για τη φρίκη των δραμάτων/που παίζονται στου κόσμου τη σκηνή».Στην «Ανοδο» (1939) εκφράζει παγκόσμια προβλήματα, αλλά και προσωπικά. Το 1939 και το 1940 εκδίδει το «Ιντερμέδιο» και το «Β Ιντερμέδιο» – το δεύτερο περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα και σε ελεύθερο στίχο – εκφράζοντας και την προσωπική του ζωή. Είναι η εποχή του πρώτου του γάμου που τον κάνει δυστυχισμένο. Το 1940 και ’41 εκδίδει το «Βομβύκιο» και τη «Σερενάτα», από τα λυρικά ποιήματά του. Από το 1937 δουλεύει στην » Πρωϊνή», διδάσκει στο Μελκονάν (Αρμένικο Κολέγιο), κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, προγράμματα στο «Μαγικό Παλάτι» και εκδίδει τον «Πεννοφόρο» (εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό). το 1942 διαλύεται ο γάμος του και το 1943 παντρεύεται τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, σύντροφό του ως το θάνατό του.

Το 1941 εκλέγεται στην ΚΕ του ΑΚΕΛ. Το 1945 εκδίδει τα περιοδικά » Φλόγα» και » Σπίθα» και δουλεύει στο » Δημοκράτη» του κόμματος. Με την «Ηρωική Συμφωνία» (1942) υμνεί την ανατροπή των κοινωνικών θεσμών – είναι η εποχή της Εθνικής Αντίστασης και της ελπίδας για μια σοσιαλιστική Ελλάδα – τάσσεται υπέρ της απελευθέρωση της γυναίκας – κάτι πρωτοποριακό για την κυπριακή ποίηση – εκφράζει επαναστατικές ιδέες, εμπνευσμένος από τη Ρωσική Επανάσταση.
Τα «Σφυρίγματα του Αλήτη» (1943) αισιοδοξούν, αλλά με μια μελαγχολία και πολλή λυρικότητα. Εκδίδει το «Εκ βαθέων» (1944), υμνώντας την απελευθέρωση. Στο «Ανθρώπινο έπος» (1945) υμνεί την ανθρώπινη ζωή. Είναι ένα επικολυρικό ποίημα, το πιο ώριμο ιδεολογικά. Λέγει: «αξίζουνε οι θυσίες για τα μεγάλα» και «ρίξε μέσα στον τάφο ό,τι πεθαίνει». Τώρα εκφράζεται σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του παραδοσιακού.

Από το 1945 η ποίηση του Ανθία καταγράφει σύγχρονα γεγονότα, ειδικά την αντίσταση της Ελλάδας και Κύπρου, την ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, την πάλη εναντίον της ξένης κυριαρχίας, για δικαίωση και ελευθερία. Στην «Κυπριακή Ραψωδία» (1946) λέει: «Μια πέτρα μέσ’ στο πέλαγο είν’ η γη μου» και «Ξένε, πατάς την πέτρα που δε σάλεψαν, τι φωνές θύελλες και τρικυμίες».

Από το 1930-1948 έγραψε πεζά, νουβέλες, θεατρικά έργα, διηγήματα, λαογραφικά κείμενα: «Μπλακ Μαρία» (1934), «Ο γιόκας μας» (1936), «Το ταξίδι στον ήλιο» (1940), «Ζωντανή Κύπρος» (1941). Εκδίδει το δίτομο » Μουσικό Εγκόλπιο» – Λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική. Το 1948 πηγαίνει στο Λονδίνο με την οικογένειά του – εκδίδει τη » Φλόγα» και » Σπίθα», κάνει εκπομπές στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC με τον Μιχάλη Κακογιάννη και δουλεύει σαν ανταποκριτής του » Ταχυδρόμου» Αλεξανδρείας και συντάκτης στο «Βήμα» της παροικίας. Το 1953 είναι κύριος ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, όπου δουλεύει τα βράδια σαν δάσκαλος.

Με το «Τραγούδι της Γης» (1951)και το «SOS» (1952) εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το 1955 γυρίζει στην Κύπρο σαν συντάκτης στο » Νέο Δημοκράτη».Συλλαμβάνεται στις 14 Δεκεμβρίου με 134 άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ και μπαίνει στα κρατητήρια της Δεκέλειας. Γράφει το «Ημερολόγιο του CDP» (αυτό βάλαμε στον τάφο του στην Κοντέα). Λόγω καρδιακής προσβολής απελευθερώνεται και ξαναδουλεύει στη » Χαραυγή». Το 1957 γυρίζει στο Λονδίνο και δουλεύει στο » Βήμα». Το «Ορατόριο» (1961), που αφιερώνεται στον αγώνα της Κύπρου για απελευθέρωση και σε ήρωες λέει: «Μια χούφτα χώμα είν’ το νησί μου στην απέραντη τη γη».
Το 1962 εκδίδει τα Απαντά του και παρότι υποφέρει από την καρδιά του συνεχίζει την πολιτική και ποιητική του δραστηριότητα. Η «Κυπριακή Τραγωδία» (1965) είναι εμπνευσμένη από την Τηλλυρία και το διαχωρισμό Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Το 1966 εκδίδει την «Λαμπρακιάδα» για το Γρηγόρη Λαμπράκη, στενό φίλο του, που η δολοφονία του ήταν μια προσωπική πληγή για τον Ανθία. Το είχε καημό να του γράψει ένα τραγούδι, αλλά δεν έζησε να το χαρεί. Τον είχε συνοδέψει στο » Μαραθώνα της Ειρήνης» και του τραγουδά σαν υστερόγραφο, στους δίσκους που βγάζει στη μνήμη του: «Η δάφνη ως γίγαντας θα ζει/και θα φουντάρει η Νέα Ζωή/με το δικό σου το αίμα».

Οι τελευταίες του συλλογές είναι το «Σ’ αγαπώ» (1966) και «Αγρυπνώ για Σένα Ελλάδα» (1967). Το «Σ’ αγαπώ» ήταν εμπνευσμένο από την Αναστασία, μεγάλη συντρόφισσα της ζωής του, αλλά συμβολίζει και την αγάπη του για τη ζωή. Το «Αγρυπνώ…» καταδικάζει τη Χούντα. Η υγεία του χειροτερεύει. Πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 8 Νοεμβρίου 1968 και κηδεύεται στο χωριό του Κοντέα, όπως επιθυμούσε.

Νομίζω πως ο Ανθίας κατατάσσεται με ποιητές σαν τον Μπρεχτ, που βλέπουν τη δημιουργία τους σαν «όπλο» – προσφορά στον αγώνα και τη μορφή της εξαρτημένη από το θέμα και το στόχο της. Ο Ανθίας ήταν πρωτοπόρος στη μορφή που διάλεξε. Ηταν πρωτοπόρο πνεύμα – και πνευματικά και επαναστατικά. Δε φοβόταν την πάλη με τα καθιερωμένα, δε φοβόταν τη φτώχεια. Ηταν αφοσιωμένος πάντοτε στο καλύτερο αύριο. Αγαπούσε την οικογένειά του, τους φίλους του, την τέχνη, τον αγώνα. Ηταν διανοούμενος, αλλά πάντα άνθρωπος του λαού. Γι’ αυτό και η ποίησή του μιλά και στον απλό αγρότη και στον διανοούμενο. Τελειώνω, με την ανάμνηση όλων εκείνων που τακτικά μου απαγγέλλουν ποιήματά του – από τα κρασοχώρια ως τη Μεσαορία».

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ «Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ» ΚΑΙ Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ

Το 1931 εκδίδει το έργο του Η Δευτέρα παρουσία, Ιλαροτραγικό έπος , Κύπρος 1931. με σατιρικό περιεχόμενο σατιρικό κατά της χριστιανικής θρησκείας. Σε αυτό περιγράφει εφημερίδες με πρωτοσέλιδα όπως «ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΟΥ» και μανιασμένο πλήθος να Τον κυνηγά γύρω από την Αγία τράπεζα. Στο τέλος, η φτωχολογία συλλαμβάνει τον Θεό και τον υποχρεώνει να καθήσει στο σκαμνί για να περάσει από δίκη για τα δεινά του κόσμου:

«Εμείς, που από τις σάρκες μας τη σάρκα σου έχεις πάρει
Κι απ’ τη δική μας την πλευρά τα κόκαλά σου τα γερά
Το βράδυ αυτό σε ορίζουμε, όπως ορίζουμε τη γης.
Ήρθ’ η στιγμή απ’ τον άνθρωπο να δικαστείς»

Τον δικάζει αρχικά ένας στρατιώτης ο οποίος συμβολίζει την φρίκη του πολέμου. Λέει «ανθρώπινα κορμιά ταϊζουν το φούρνο ‘της πατρίδας και της πίστεως», και «Κύριε Θεέ, εσύ γελούσες βλέποντας το ανθρώπινο κοπάδι να σέρνεται στης μάχης το λειβάδι». Σειρά στο κατηγορητήριο πέρνει μια γυναίκα η οποία γεννήθηκε φτωχή, πουλήθηκε σε ένα πλούσιο σύζυγο ο οποίος αργότερα την εγκατέλειψε και αναγκάστηκε να εκπορνευτεί. Λέει χαρακτηριστικά «Δυο νύχτες του χειμώνα αγριεμένες, κοιμήθηκα, θυμάμαι νηστική. Το εικόνισμα με κοίταζε και γέλαγε με μάσκα πονηρή, σαρκαστική… Το πέταξα και σ’ έβρισα ω Θεέ. Βλασφήμησα, θυμάμαι, όσο ποτέ». Σειρά πήρε ένας εργάτης ο οποίος προσωποποιούσε την ξεσηκωμένη εργατική τάξη: «Τα χέρια αυτά που χτίσανε τα μέγαρά σας, ξέρουν και δύνανται να σκάψουν βαθιά-βαθιά τα μνήματά σας» Το έργο θα κλείσει με την καταδίκη του Θεού.

Η Ιερά Σύνοδος της Κυπριακής Εκκλησίας την 1η Μαΐου 1931 εξέδωσε «Πράξη αφορισμού» σε βάρος του για «απ’ αρχής μέχρι τέλους άρνησις της χριστιανικής θρησκείας, των δογμάτων αυτής και των ηθικών παραγγελμάτων ως και της εννοίας περί Θεού κατά τρόπον ανευλαβή και ασεβή». Αργότερα ζήτησε με επιστολή του συγγνώμη προς την Ιερά Σύνοδο και στις 16 Απριλίου 1935 έγινε άρση του αφορισμού του.

Το έργο συμπεριλήφθηκε σε μια λίστα απαγορευμένων βιβλίων που έκδοσε η αποικιακή κυβέρνηση. Για να μην κατασχεθούν τα αντίτυπα, ο εκδότης της ποιητικής συλλογής, Ποτάπιος, τα έθαψε στα θεμέλια της νεόδμητης οικία του, στην Καρπασία.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση

• Λουλούδια της αγάπης. Σκάλα, 1922.
• Τα σφυρίγματα του αλήτη. Αθήνα, 1929.
• Άγιε Σατάν, ελέησόν με. Αθήνα, 1930.
• Η Δευτέρα παρουσία. Λευκωσία, 1931.
• Το Πουργατόριο. Κύπρος, 1931.
• Διψασμένοι στην άβυσσο. Κύπρος, 1936.
• Το χάος. Κύπρος, 1936.
• Η Έξοδος. Κύπρος, 1937.
• Η Άνοδος. Κύπρος, 1939.
• Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1939.
• Το Β’ Ιντερμέδιο. Κύπρος, 1940.
• Βομβύκιο. Κύπρος, 1940.
• Σερενάτα. Κύπρος, 1941.
• Ηρωική Συμφωνία. Κύπρος, 1942.
• Σφυρίγματα του ερημίτη. Κύπρος, 1943.
• Εκ βαθέων. Κύπρος, 1945.
• Μουσικό εγκόλπιοΑ΄ – Β΄. Κύπρος, 1945.
• Ελλάδα· Επικολυρικό ποίημα εμπνευσμένο από την ελληνική αντίσταση. Λευκωσία, έκδοση Φλόγας, 1946.
• Το Ανθρώπινο Έπος. 1946.
• Κυπριακή ραψωδία. Κύπρος, 1947.
• Το τραγούδι της γης. Λονδίνο, 1951.
• SOS. Λονδίνο, 1952.
• Το ημερολόγιο του CDP. Κύπρος, 1956.
• Ορατόριο. Λονδίνο, 1961.
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.
• Κυπριακή τραγωδία (1964-1965). Αθήνα, Κέδρος, [1965].
• Λαμπρακιάδα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.
• Σ’ Αγαπώ· Συμφωνικό ποίημα. Λονδίνο, Anthias Publications, 1966.

ΙΙ.Πεζογραφία

• Μπλακ Μαρία νο 1. Κύπρος, 1934.
• Καλότυχ’ οι νεκροί. Αθήνα, χ.χ.

ΙΙΙ.Θέατρο

• Σαράβαλο. 1932 (με το ψευδώνυμο Πέτρος Λιμπέρης).
• Η δημοπρασία. Λευκωσία, 1935.
• Ο Γιόκας μας. Λευκωσία, 1936.
• Ταξίδι στον ήλιο. Κύπρος, 1940.
• Ηρωικό εμβατήριο. Κύπρος, 1941.
• Το παλληκάρι της φακής. Κύπρος, 1942.
• Στάλινγκραντ. Κύπρος, 1942.
• Άμωμοι εν οδώ αλληλούια. 1943.
• Αρματωλοί και κλέφτες. Κύπρος, 1943.

ΙV. Μελέτες

• Η ζωντανή Κύπρος. Κύπρος, 1941.
• Η πολιτεία της νύχτας. 1943.
V. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Ποιητικά Άπαντα 1928-1962. Λονδίνο, 1962.

ΠΗΓΕΣ

ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑΣΥΜΒΟΛΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (Λευτέρη Παπαλεοντίου- Έλλη Φιλοκύπρου)

ΓΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΦΛΟΡΑΣ ΑΝΘΙΑ https://www.rizospastis.gr/story.do?id=381137

Η φωτογραφία του τάφου από την Ιωάννα Ξενίδη

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

καββαδιας

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933)

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ᾿ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ᾿ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν᾿ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ᾿ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος εμοίαζε αλπικό-
και μία στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ῾χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μίαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ᾿ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ᾿ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ᾿ αυτήν που θα ῾φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ῾πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μία βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ άρπαξ᾿ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μία κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ᾿ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ᾿ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ῾χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μία φωνή,
κι είδα μία εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μία το πορτοφόλι μου… Μ᾿ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μία αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ᾿ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ᾿ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω …

ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο τ᾿ αγόρασα στ᾿ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να ῾τανε, τον γέρο παλαιοπώλη,
όπου εμοίαζε με μίαν παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μία βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.

«Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν᾿ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το ῾χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το ῾χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αυτό τη Δόνα Τζούλια
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο μία βραδιά το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Ιταλός έναν Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δεί τα μάτια μου, μ᾿ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι᾿ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
ειν᾿ αλαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν᾿ αγοράσεις»
-Πόσο έχει; -Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις παρ᾿ το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ᾿ έκαμε και το ῾καμα δικό μου
κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…

Ο ΠΙΛΟΤΟΣ NAGEL

Στον ποιητή Ν. Ράντο

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που έφευγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μία γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισαν ολόκληρο, μία μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα
και τα νησιά που ῾ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μία μέρα πέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισε το Steamer Tank «Fjord Folden»
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν…

ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ

Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό

Έχω μία πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
οπού πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ᾿ εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου ‘πε αυτός πως μία φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη – λέει – αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μία γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μία ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μεσ᾿ στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μία γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν᾿ αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να ῾χει μία πίπα – όπως αυτήν εγώ – και να καπνίζει.

Έχω μία πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θα ῾ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;

ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

Του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν απ’ την βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας να με βρεί,
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου ῾λεγε πως καπνίζουνε στ᾿ Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πως χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,
όταν η ζάλη μ᾿ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου λεγ᾿ ακόμα οτ’ είδ᾿ αυτός, μία νύχτα που ῾χε πιεί,
πως πάνω σ᾿ άτι κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.
-Σαν πάμε στο Άντεν, μου ῾λεγε, κι εσύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του ῾λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,
με το ῾να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι᾿ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα – στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μίαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μία μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ᾿ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δωσ᾿ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ᾿ την άσπρη σκόνη.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Στον Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μία γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρός σ᾿ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε-
και τ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: Το Μάρτη…

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μάγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πιά να μη με περιμένει…

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα βρεις, βέβαια, λόγια για μι απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…

ΚΑΦΑΡ

Στο Γιώργο Παπά

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να ῾χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ᾿ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι τι ίδιο πιά να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν᾿ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στην Ταιτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πιά στα θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.

ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ

Στον Π. Τζόανο

Είναι κάτι μεσόκοποι καπεταναίοι Εγγλέζοι,
που φάγανε τα νιάτα τους στις γέφυρες απάνω,
σε βάρδιες εξαντλητικές, κοιτώντας τα φανάρια,
σε θεωρίες παράξενες για στίγματα, για μήκη,
που όλη στο νού τους κλείσανε τη ναυτική επιστήμη.
Μα θες από την κούραση η απ᾿ το πολύ που επίναν
έπεσαν έξω, το μεγάλο δίπλωμα τους πήραν,
στη «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ένα χαρτί τους δώσαν,
ένα χαρτί που δίνουνε μονάχα στους λοστρόμους.
Και τότε αυτοί, από κούραση κι από πικρία γιομάτοι,
στις πολιτείες τους μείνανε και δεν εξαναφύγαν.

Ξέρω κάτι μεσόκοπους Εγγλέζους καπετάνιους,
αλκολικούς, με τις χρυσές που σχίστηκαν στολές τους,
που όλη τη μέρα μες στα μπαρ γυρίζουνε και πίνουν,
τσίκλα μασάν, αισχρολογούν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,
μα σαν βραδιάσει κι αρχινάν να φεύγουν τα καράβια,
κάνοντας μέσα στα νερά του λιμανιού μπρός πίσω,
βγαίνουν αυτοί και κρίνουνε με πείσμα τις μανούβρες.
Πολλές φορές μαλώνουνε, παίζουν γροθιές και βγάζουν
κάτι μαχαίρια ναυτικά του Σέφιλντ σκουριασμένα.
χτυπιούνται και πεθαίνουνε πάνω σε μπάλες κάμποτ
η σε τσουβάλια απ᾿ το Penang μπαχαρικά γιομάτα.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ

Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.

Έχουνε μία παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ᾿ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.

ΠΟΥΣΙ (1947)

ΠΟΥΣΙ

Στην Ελένη Χαλκιούση

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
-το καραβοφάναρο χαμένο-
κ᾿ έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κ᾿ έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ᾿ είν᾿ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δείς κι όμως δε μ᾿ είδες
έχω απ᾿ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια περ᾿ απ᾿ τις Εβρίδες.

KURO SIWO

Στο Γιώργο Παπά

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις καθώς λένε με το πρώτο.

Περ᾿ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ῾πανε μία κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ᾿ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει η το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκαντζάρισες μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που ῾χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!… Η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μία ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ᾿ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρντίνι με καρντίνι.

ΑΡΜΙΔΑ

Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ᾿ αυτό θα φύγετε και σείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ᾿ έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που ῾χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το ῾χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μία θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ᾿ άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μία βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξερές του Ακορά
τσούρμο τ᾿ άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτιές τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ᾿ το σημάδι της παλιάς κινεζικής πληγής.

Ο παπαγάλος σου ῾στειλε στερνή φορά το «γειά σου»
κι απάντησε απ᾿ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «σε προδίνω»
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ῾πνιξες μία νύχτα στο Λονδίνο
η στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ᾿ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε κάρφωναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

ΚΑΡΑΝΤΙ

Στο κορίτσι από το Βόλο

Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,
ένα πούλι που ακροβατεί στα παταράτσα.
Γνέφουνε δυό στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τα ῾χουνε τσακίσει τροπικές.

Παντιέρα κιτρίνη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυό και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δύο φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ᾿ το κύμα του καιρού.

Το καραντί … Το καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στην μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά,
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια.

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΑΝΙΣ

Στον Αιμίλιο Βεάκη

Ένα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ᾿ αυτί
και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα.
Tropical stormy-In Madras area cholera,
και στα νησιά του Lakha-diwa πυρετοί.

Το ῾να ανάλαφρα φύκια κρατά
και το ζερβί σου το λειψό σάπια καβίλλια.
Η Katherin τούτη τη στιγμή, χιλιάδες μίλια…
βγαίνει τη ντάμα με το ρήγα σταυρωτά.

Το «Union Jack» και το σπασμένο τουρκετί
κι᾿ ο Γιαπωνέζος στην παντιέρα-μαύρη μπάλα.
Η αφή της όμοια με το περσικό γατί
που ῾χες ψωνίσει πριν τρεις μήνες στην Bomballa.

Περαστική τώρα η Γοργόνα η τροπική
σε βλέπει αδιάφορη κι᾿ απέ σε φέρνει βόρτα.
Αλλιώτικες όσες σταμπάρουν ναυτικοί
κι᾿ άλλες αυτές που σε τραβούσανε στα πόρτα.

Ο κατασκότεινος βρέχει νερένιος ουρανός
μολύβι, εγγλέζικες κονσέρβες, porridge, νάρκες.
Παίζει τερπνό, παράξενο παιγνίδι με τις σάρκες
καθώς διαβαίνει ο σκύλος ο θαλασσινός.

Τοπίο σκωτσέζικο-σκυλιά και κυνηγοί,
πύργος με φάντασμα-παλιό Johnnie Walker whisky.
Απόψε οι δύο χαλύβδινοι πρωραίοι πυργίσκοι
προσμένουν Τρίτωνες για βάρδιας αλλαγή.

Γουίλιαμ !… Γέλα στο βυθό φλεγματικά,
αφού πιά τίποτα δε μέλει να προδώσεις.
Ας παίξουν κι᾿ άλλοι με παιγνίδια ναυτικά
κι᾿ άλλοι ας φορέσουνε φανέλα με ραβδώσεις.

FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μία στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ᾿ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλλει.

Κάτου απ᾿ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ᾿ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ᾿ ίσα εν᾿ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ᾿ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μεσ᾿ απ᾿ τα διψασμένα της χωράφια τ᾿ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν᾿ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στο Γιώργο Κουμβακάλη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ᾿ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ᾿ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ᾿ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δύο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μία παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δεν φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
η το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ῾πες «σ᾿ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυό στο χάρτη
γύρισες και μου ῾πες πως το Μάρτη
σ᾿ άλλους παραλλήλους θα ῾χεις μπεί.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καίς δεν λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μία κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μία νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου ῾πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
«Να φοβάσαι τ᾿ άστρα του Νοτιά».

Άλλοτε απ᾿ τον ίδιο ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ᾿ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δύο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
άστραψες σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πιά δεν τα θυμάσαι
και τ᾿ ωραίο γλυκό της Κυριακής.

Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΔΙΝΟΥ

Στο Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα

Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω στο λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε τη «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ᾿ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δωσ᾿ του στη στεριά κρεβάτι, και να πιεί.
-Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…-
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ᾿ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην αγoρα του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
Και πήδηξ᾿ ο μικρός θεός μία νύχτα, των Ινκάς,
στού Αιγαίου τα γαλανά νερά, δύο μίλια όξω απ᾿ τη Σκύρο.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.

ΤΡΑΒΕΡΣΟ (1975)

ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ῾πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ῾πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – για να ῾μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μείς, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρόμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΓΥΝΑΙΚΑ

Στον Αντώνη Μωραίτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξτε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μία τσιμινιέρα στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μία στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξανάπαμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιός μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σε μία σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ᾿ είδες.
Στην άμμο πάνω σ᾿ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ᾿ την Ούρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στού Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ῾ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ῾φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μία κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ᾿ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δύο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ᾿ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπι τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ᾿ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ᾿ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ᾿ τη μοράβια.
Μα είν᾿ ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
-Γιέ μου, που πας; -Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μία θάλασσα, θυμάμαι …
Ο πιο στερνός μ᾿ έναν αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

GUEVARA

Στο Θανάση Καραβία

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: «Καμάρι μου, κοιμήσου».
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Που μ᾿ είδες και που σ᾿ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το ῾λεγε, ποιος το ῾λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ᾿ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ᾿ ανοιχτά.
Στ᾿ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ᾿ τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ᾿ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πιά με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ᾿ ένα αλώνι.)
απόψε οι δύο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαιτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ᾿ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο Φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Έφεσος 1972

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ

Στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου ῾γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που ῾φερνα μου το ῾κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο -μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μία, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει-
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δείς ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ῾ρθω απ᾿ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

04.01.1974

FATA MORGANA

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ᾿ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ᾿ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ᾿ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυροχρωμη στις μνήμες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ᾿ έρχεσαι; Απ᾿ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν᾿ εν᾿ αγόρι μ᾿ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ῾χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
η το γέρο νάνο απ᾿ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ο,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδιά μου και την πορεία στον χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μία νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου ῾δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και «Σε πονάει με τη νοτιά; – Όχι απ᾿ αλλού πονάω.»

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια
του καραβιού που κάθισε την πλώρη την σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που ῾χα για περηφάνια
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ᾿ Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυό και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταψιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μία μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

07.02.1975

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Για μωρά και για γέρους.

Πρώτη μέρα του Μαγιού
πάει το clipper του τσαγιού.

Να προλάβει τη Σαγκάη,
να φορτώσει το άσπρο τσάι.

Μα στού νότου τα νησιά,
στο στενό του Μακασάρ,

το κουρσεύουν πειρατές,
και δε γύρισε ποτές.

Στέρνουν ένα μπριγκαντίνι,
όλο ασένιο, στο καντίνι.

Μα όξω από τη Βαρκελώνα
το μπατάρει μια χελώνα,

μία χελώνα θηλυκιά,
γκαστρωμένη και κακιά.

Μα ένας Κεφαλλονίτης,
κειοπίσω απ᾿ τη Δολίχα,

τραμπάκουλο αρματώνει
και το βαφτίζει Τρίχα.

Καβατζάρει το Σχινάρι,
τόνε κλαίγαν κι οι γαιδάροι.

Βγαίνει από τη Τζιμπεράλτα
δίχως μπούσουλα και χάρτα.

Όξω απ᾿ τη Μαδαγασκάρη
ο καιρός έχει λασκάρει.

Κατεβάζει τα πινά του
και ψειρίζει τ᾿ αχαμνά του.

Τόνε πιάνουνε κουρσάροι
μα τους τάραξε στο ζάρι.

Μαχαιρώνει τη χελώνα
και ξορκίζει τον κυκλώνα.

Αριβάρει στο Μακάο
μ᾿ ένα φόρτωμα κακάο.

Όμως βρέθηκε στ᾿ αμπάρι
όλο φούντα και μπουμπάρι.

Αφού το μοσκοπούλησε
στη λίρα κολυμπάει

Τσού χαιρετάει κινέζικα
και πάει για τη Μπομπάη.

Τόνε πιάνουν Μουσουλμάνοι
του φορέσανε καφτάνι.

Τον βαφτίζουν Μουχαμέτη
και του κάνουνε σουνέτι.

Τσού μαθαίνει σκορδαλιά
και τον κάνουν βασιλιά.

Το ῾σκασε νύχτα με μουσώνα
μ᾿ όλο το βιός σε μια κασώνα.

Το μωρό μας με κλωτσάει.
«Τι θα γίνει με το τσάι;
Πνίξε πιά το βασιλιά!»

Α, το πίνουν οι Κινέζοι
σιωπηλοί γουλιά γουλιά.

ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(Από την έκδοση «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρας 2005)

ΠΟΘΟΣ

Πάμε στο κάμπο πέρα κεί τ᾿ απόβραδο
πιασμένοι από το χέρι ωραίο κοράσι
ο αχός της πολιτείας της αρρωστιάρικης
ποτέ να μη μπορέση να μας φτάση.

Και κεί στον κάμπο πέρα τον ανθόσπαρτο
όπου γιορτάζει πάντα η φύσι
αγκαλιαστοί θα νοιώσουμε τον έρωτα
ως ότου η ψυχή να μας αφήση.

Και χελιδόνι να γενή γοργόφτερο
ψηλά στον ουρανό να φτερουγίση
να διαλαλήση εκεί με τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ο,τι είχαμε ποθήσει.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΔΑΚΡΥ

Το βράδυ πέθανε η παιδούλα
πούχε αρρωστήσει την αυγή.
Ίσως η αγνή της η ψυχούλα
με τ᾿ άστρα θέλησε να βγη.
Και τωρ᾿ αστέρι θάχει γίνει
τον ουρανό για να ομορφήνη.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΠΕΡΑΣΕ…

Τώρα το καλοκαίρι πάει … επέρασε …
Κ᾿ είνε καιρός να φύγουμε για πέρα.
Δυό μήνες επεράσαμε έτσι άσκοπα
αν κ᾿ είχαμε πολλές ιδέες στο νού μας.

Εκείνα που σκεφθήκαμε δεν κάναμε
και πάντα τ᾿ αναβάλαμε για τ᾿ αύριο
για κάποιαν κάθε μέρα γράμμα εγράφαμε
που όμως αυτή δεν τόλαβεν ακόμα.

Σε ναυτικές ταβέρνες εκαθήσαμε
σε γέρους πλάι που λέγαν ιστορίες
και που συχνά, σιγά μας εσυμβούλευαν
με λόγια που πιά τάχαμε ξεχάσει.

Σε πανηγύρια πήγαμε χωριάτικα
ψηλά σε ρημοκλήσια γκρεμισμένα
κι επιάσαμε μαντήλι και χορέψαμε
με παληκάρια, και παιδούλες νιές.

Πολλές φορές τ᾿ αγέρι μας εκοίμισε
μέσα σε βάρκα … κάτω απ᾿ ένα δέντρο
κι εκάναμ᾿ έναν ύπνο τόσον ήσυχο
έτσι μακρύ … σα νάχαμε πεθάνει …

Και τ᾿ αύριο ποτέ δεν εσκεφθήκαμε
ούτε και την ημέρα της φυγής μας.
… Τώρα το πλοίο μας παίρνει. Πέρα το άγνωστο
η τρικυμίες!, οι μπόρες! …

13.09.1928

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΑΓΑΠΑΩ

Αγαπάω τ᾿ ότι θλιμμένο στον κόσμο.
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ᾿ ένα δισάκι
για μία πολιτεία μακρυνή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μία βραδιά στ᾿ όνειρό τους,
να φανή απ᾿ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ασπρόφτερό τους.

Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά -αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω
αγαπάω, και θα ῾θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πιά να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες
που κυττάνε μακριά,που κυττάνε θλιμμένα …
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο -ο,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ᾿ εμένα.

Η ΚΥΡΑ ΛΕΝΗ

Από τα χρόνια που ήταν νιά
την ξέρανε την κυρά Λένη
στη φτωχική της γειτονιά
που κάθε μέρα ξενοπλένει.

Έχει κι αυτή μιαν ιστορία
συνηθισμένη θλιβερή
και σ’ όποιον βρει την λέει κυρία
αρχίζοντας «παν οι καιροί

που ’χα και ’γω κι ήμουνα κάτι!
άλλα τ’ αντρός μου το μεθύσι…
της γειτονιάς το κακό μάτι…
-Μέρα καλή δε θα γυρίσει-

Χρέη στον ψωμά, χρέη στο χασάπη
τα δαχτυλίδια στο σαράφη…
ξελόγιασε το γιο η αγάπη…
Η κόρη απόμεινε στο ράφι.

Κι ολημερίς πλένω να ζήσω
– ζωή κακιά τυραγνισμένη
Στη σκάφη ομπρός θα ξεψυχήσω… »
-Η κυρά Λένη κλαίει και πλένει-

18 Μαΐου 1929

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ…

Γνωρίζω κάποιον κύριο που ηλίθιο τον νομίζουν,
γιατί, παράξενα μιλεί κι ένα μονόκλ φοράει,
γιατί, συχνάζει μ᾿ άσεμνες και θλιβερές γυναίκες
και γιατί πάντα ότι του πείς αυτός χαμογελάει.

Που στέκει ώρες αμίλητος και σαν αφηρημένος,
και που όταν, τι έχει τον ρωτούν οι φίλοι μ᾿ απορία
αυτός κυττάζοντας αλλού αρχίζει να διηγιέται
η μίαν αισχρήν η μία πολύ παράξενη ιστορία.

Για μίαν εταίρα υστερική που ζει κι όλο πεθαίνει,
για έναν τρελλό όπου ζητάει νάβρη τ᾿ όνειρό του,
για κάποιο γέρο που αγαπάει μ᾿ ανάστροφην αγάπη,
για μία γκριμάτσα τραγική κάποιου χλωμού Πιερρότου.

… Ξέρω ένα νέο που οι φίλοι του ηλίθιο τον νομίζουν,
γιατί για πράγματα πολύ περίεργα μιλάει
κι όσες φορές πασχίζουνε να τόνε συμβουλεύσουν
κυττά με περιφρόνηση και θλιβερά γελάει …

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

[ Οι πόρνες οι χαρούμενες… ]

Οι πόρνες οι χαρούμενες που πάντα αισχρολογούν
σα βρέχει, απ’ το παράθυρο κοιτάνε λυπημένα.
Και τα βαμμένα μάτια τους οπ’ εγελούσαν πριν
φαίνονται κάπως σκοτεινά και σα συλλογισμένα.

Οι πόρνες τις μακριές βραδιές σα δεν έχουν δουλειά
και βαρέθηκαν ιστορίες αισχρές όλο να λένε
χωρίς να νιώθουνε το γιατί, χωρίς αιτία καμιά
αρχίζουνε μουρμουριστά σαν τα παιδιά, και κλαίνε.

ΒΡΑΔΥΝΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
ΜΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗΝ ΙΕΡΟΔΟΥΛΟ

Γύρισε πάλι στο μικρό και ταπεινό χωρίο
που ανθίζουν τ’ αγριολούλουδα και το φτωχό θυμάρι!

Εδώ έχω αρώματα βαριά, λεφτά, μεταξωτά
κι οι εραστές ωσάν πιστό μ’ ακολουθούνε σμάρι.

Οι εραστές, και οι πιο πιστοί μιαν ώρα θα εξαφανιστούν
και θα ‘ρθει μέρα που και σύ σαν όλες θα γεράσεις.

Ένας ποιητής μου ’λεγε χθες πως σαν στα μάτια με κοίτα
του φαίνεται πως χάνεται στα βάθη μιας θαλάσσης.

Αλίμονο! Τόσο μικρή κι όμως αναίσθητη πολύ…
Κάθε καλό και κάθε αγνό μέσα σου πια εκοιμήθη…

’Έλα κοντά μου… πιο κοντά… δώσε μου τώρα ένα φιλί
και χάιδεψέ μου τα μικρά και τρυφερά μου στήθη…

Τα στήθη αυτά τα ηδονικά είν’ από μια ουσία φθαρτή.
Το σώμ’ αυτό είν’ από πηλό και κει θα πέσει πάλι.

Έ ! Κάνε γρήγορα λοιπόν. Με ζάλισες πάρα πολύ,
απ’ έξω από την κάμαρα προσμένουν πλήθος άλλοι.

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΕΠΟΝΙΤΗ

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει.
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ᾿ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δείς ακόμα.
Μία μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα.
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που ῾μοιαζε με γρανίτη.
Σε μία γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Στη Μέλπω Αξιώτη

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ᾿ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ᾿ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα -Ισπανία και Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ᾿ άρματα ζώνεσαι μ᾿ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ  Τα αθησαύριστα έργα του Νίκου Καββαδία είναι εκείνα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες κλπ αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές και τα περισσότερα έχουν εντοπισθεί από το Κυριάκο Ντελόπουλο. Τα νεανικά ποιήματα του Καββαδία είχαν δημοσιευθεί γύρω στο 1926-1927 στο περιοδικό της μεγάλης Ελληνικής εγκυκλοπαίδειας ή στο περιοδικό Διανοούμενος και που ο Καββαδίας τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

ΝΙΚΗ

Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).

Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.

«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»

2

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, πoίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαιvoς πoίησης 1981)
ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, πoίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείo πoίησης 1988)
ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείo πεζoγραφίας 1991)
ΠΑΡΑΜΥΘIΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.
ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)
ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2003
ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.
SELECTIONS FROM THE DIVAN, Λευκωσία 2001
UND SIE FEIERTEN HOCHZEIT, 2001 Κολωνία
RECIPES FOR KATERINA, 2003
SEVEN TALES FROM CYPRUS, Nicosia 2003
DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών
Doktor ot Bneha, Foundation of Bulgarian Literature, Sofia 2005
Din Famagusta la Vienna, Editura Meronia, Bucureşti 2005
From Famagusta to Vienna, Athens, 2005
Το παλικάρι με το τάσι, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής
Ο τσαγγάρης και ο βασιλιάς. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής
NICOSSIENSES, με τον Λιθουανό φωτογράφο Arunas Baltenas, Βίλνιους, Λιθουανία 2006
Μια νύχτα με τον Αλέξη (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007
Ο δαίμων της πορνείας, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007
Von Famagusta nach Wien, Kitap Verlag, Klagenfurt, 2008
From Famagusta to Vienna, Αραβική Έκδοση από τις εκδόσεις Rimal, Βηρυτός 2010
From Famagusta to Vienna, Eloquent books, USA 2010
ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010
18 Αφηγήσεις, Ροδακιό, Αθήνα 2012

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΑΛΕΧΑΝΔΡΙΑ, (μετάφραση από τα γερμανικά) του Γιοαχίμ Σαρτόριους εκδ.Ροδακιό, Αθήνα 1999

ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ
1975 Γκαλερύ Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, εγκαίνια Αδαμάντιος Διαμαντής
1982 Κοχλίας, Λευκωσία, εγκαίνια Γ.Π. Σαββίδης
1987 μαζί με τον Ανδρέα Καραγιάν, Γκαλερύ Γκλόρια, Λευκωσία
1990 Γκαλερύ Γκλόρια
1990 Οδός Αθηνών, Λεμεσός
1991 Abu Feisal, Λευκωσία
1996 Γκαλερύ Γκλόρια
2012 Αισχύλου 83

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
1993 Μπιενάλε Γραφικών Τεχνών, Λουμπλιάνα
1996 Μπιενάλε Αλεξανδρείας

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Προς Αμυδράν ιδέα (2013)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος,
(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου  

Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ

Τα σημεία των καιρών έδειχναν
πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου
κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος
ο καλύτερος μαθητής του Jacopo
βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον
τρούλο
δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος
έρως
έβαζε τα χρώματα στη σειρά,
το χονδροκόκκινο, την όχρα,
και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί
τη δουλειά.

  

ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ

Αργεί το μνημόσυνο
και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.
Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης
σε μαύρο φόντο
κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,
υλικά του Άδη,
όπως αυτά που έβρισκα
στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου
απομεινάρια από τη φωτιά του
Μεγάλου Σαββάτου.
Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.

Ιούνιος 2008

  

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE

Στον Τεκκέ
υπήρχε μια σκιερή αυλή
ένα περιβόλι με αμυγδαλιά
ροδιά και συκιά
για να τρώνε οι πιστοί
κι ένα αρχαίο πηγάδι
με νερό.
Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα
38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.
Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες
μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,
που ήρθαν από την Παλαιστίνη.
Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου
μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί
και γιόρταζαν μαζί.

ΤΡΟΟΔΟΣ

Είδα στο βουνό
το ύδωρ των αετών*
την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν
μα πιο πολύ ατένισα
τις πτυχώσεις,
τα λαμπρά ενδύματα,
τα πορφυρά,
το στόλισμα του ξύλου,
με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,
τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες
που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά
το σαράκι.

  

Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE

Στον Νίκο Νικολάου

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα
ήταν το πιο ζεστό,
έφερνε στη θεία νερό
να το ραντίζει και να το σκουπίζει.
Κάθε βράδυ
περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,
θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.
Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,
μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά
τριγύριζε στα γύρω χωριά.
Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά
όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος
και έτρεχε
πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα
και μετά στη θάλασσα
για να μην κάψει τα πόδια του
έκλαψε πικρά.

  

ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ

Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες
και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,
ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας
και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι
μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία
την Piazza di Basso,
να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού
γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία
όλο το σιτάρι στη Βενετία
και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο
από το «άγαλμα»
ή δίνουν εκεί ραντεβού
πάνω στα τείχη της Λευκωσίας
ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό
με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα
είναι ο Διονύσιος Σολωμός
που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο
προς το “nandos flame grilled chicken”
γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.

  

ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια
μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι
κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,
ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα
φουντούκια, σταφίδες.
Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο
με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.
— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι,
είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά
στο τζαμί Μπαρκούκ.
Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα
μια ζακέτα με λουλούδια.
Αδύνατον να κοιμηθώ.

ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ

Η Αγγελική έλεγε
καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον
και τρώγαμε μεζέδες
ότι η μάνα της
πρόσεξε πόσο γαλανά
ήταν τα μάτια του άντρα της
όταν του τα έκλεισε
για τελευταία φορά.

ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ

Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη
να περνάς από σιντριβάνια,
κήπους νυχτερινούς,
νούφαρα, υάκινθους,
μήλα των Εσπερίδων.
Το φως τα ανατρέπει όλα,
αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,
τα σκοτεινά, τα αμίλητα

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ

Επιστρέφοντας
βήμα βήμα
στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου
περιμένω το σύνηθες θαύμα
που είναι κρυμμένο με επιμέλεια
στην 25η σελίδα.
Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,
οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο
και ο έρωτας μου φαίνεται
υπόθεση πια μακρινή.
Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.

ΑΥΡΙΟ

Αύριο
θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του
γιατί ο κόσμος τούτος
έχει κανόνες απαράβατους
και περιγράμματα αμετακίνητα
που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω
κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση
της ελευθερίας
και ευφραίνομαι
στην θέα των καραβιών με φώτα
στην παραλία της Λεμεσού
διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν
που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της
ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος
κινώντας μηχανικά τις φτερούγες

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα
βροχή, άνεμος δυνατός
μόνη στο σπίτι
η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική
όπως το απόγευμα
που έκοβα φρούτα στην κουζίνα
ήρεμα
και τα ρούχα που άπλωσα
έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα
όμως μέχρι το άλλο πρωί
είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι
και μια ψιλή βροχή
τα μαλάκωσε
έτσι που πατούσα μαλακά
και προσεκτικά
προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης
σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν
μαλλιά λευκά
μέλη βαριά
νέα παιδιά,
η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα
κι αυτός έκλεισε την πόρτα
πέρασαν σαράντα χρόνια.

ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ

Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου
όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι
ήπια από το νερό του πηγαδιού
που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.
Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε
σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.

Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,
που είχε το χάρισμα της προφητείας
κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες
για να κρατούν την πόλη
αγκυροβολημένη στη στεριά.
Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια
είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα
που τα συγκρατούσαν
χρυσές πόρπες
και τον γεροντάκο
που περνούσε σε φοινικοβελόνες
ένα ένα τα γιασεμιά.
Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη
μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,
μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου
το θαύμα που είναι μια γλώσσα,
το θαύμα που είναι μια θρησκεία,
το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,
όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση
αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα
του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του
που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια
στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές
πάνω σε καμήλες
που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου
τη μέρα που ο τουρκικός στρατός
μπήκε στην Αμμόχωστο
και ο Κωνσταντής οκτάχρονος
έφυγε με την οικογένεια του,
πάει και καθαρίζει την παραλία
από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,
τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει
γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.
Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης
μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο
ένα αγόρι πέφτει κάτω
και πληγώνει το γόνατο του
Μια γυναίκα κλαίει.
Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά
και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό
τις πληγές με παπαρούνες
τους τάφους με θυμάρι

ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ

Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν
με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν
Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει
από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού
και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.
Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους
και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.
Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.

ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου
Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς
να βρω ψάρι καλό στην αγορά
βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα
έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,
μες τις καλές της μέρες.
Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη
και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.

Δεν της πήρα λουλούδια
αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο
για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί
πήρα τον Γιώργο από το σχολείο
κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί
κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία

Δεν της πήρα λουλούδια,
κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες
στον υπολογιστή.
Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,
με κατάλαβε από τη φωνή μου
Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα
νηστίσιμο
και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.

Δεν της πήρα λουλούδια
κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα
στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να
πιάνουν ήλιο το πρωί
και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,
με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος

Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της
πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,
ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.

Δεν της πήρα λουλούδια
μα προσπαθώ ισάξια τ
ούτο το σπίτι να φροντίζω,
τούτο το σπίτι και τους ένοικους του
όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της
με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ

Μη δώσεις σαπούνι
γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη
μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα
μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό
μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια
από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου
μη δώσεις σαπούνι
μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ
και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.

Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ

Την τρομερή στιγμή που
η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα
να χάνεται στον ορίζοντα
δεν την ξέχασε ποτέ.
Και δεν την παρηγόρησε
ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου
ούτε η corona borealis
που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.

  

 

DIVAN (2005) 1967-2000

  

Αρχή Ινδίκτου 

ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ

Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις
στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες
ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή
όπως λέει ο Άραβας ποιητής
είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα
που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα
ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει
ούτε ηδύς ούτε αλγεινός
και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων
την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία
και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου
ανάβει τη λάμπα του
μνήμην ποιείς
της άμμινης κύτης
άλλα και του φενόλου και του χιτώνος
ιδιόχρωμου, λευκού,
γράψον το όνομα εις χαρτάριον
ή εις φύλλον
ονειρετησία.

ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Αρχή Ινδίκτου
που μπορεί να είναι και Μάρτης
όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας
δεν αντιστέκεσαι
φτιάχνεις ένα άγαλμα
και το κοσμείς με τιμές και όργια
που εφάπτονται της μνήμης
μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,
το πράσινο του παγονιού
στις φτερούγες του Αρχάγγελου
οι μέρες με τους ένθεους φίλους
πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα
ομόπτερου έρωτος χάριν
και οι άλλες στο Rajastan
η ακινησία που τις ακολουθεί
ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται
να βρει την εσωτερική φωτιά
την αναχώρηση από την ηδονή
πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι
όταν στις υπαίθριες κουζίνες
στο έμπα του νέου χρόνου
οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο
περπάτησες ως το ξενοδοχείο
ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις
οι δρόμοι, τα φύλλα.

ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ

Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,
με τις ερυθρές αποχρώσεις
φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής
αιθάλεια, ανεμόεσσα,
τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια
σε πόλεις που οι τοίχοι τους
είναι ζωγραφισμένοι με πλοία
Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,
Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,
η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο
και ξεφυλλίζει τη μπογιά

καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου
να αξιωθείς να γράψεις
υπέρ αυτών
γράμματα μη ειδότων.

Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987

ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ

Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή
άντίϋετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.
Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος

Το μεσημέρι στο Ναύπλιο
Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό
οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια
τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια
τον Τίβερη
περίεργα πουλιά
κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο
το βουητό της μύγας
τετραγωνίζει τα μωσαϊκά
ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,
τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,
πέντε γλόμποι
παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού
αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα
πού ανεπαίσθητα κινεί
ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ

Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως
ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων
Λουκιανός

Γιατί ρε Διονύση,
δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα
με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια
όταν κατοικεί σε σπίτι
που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του
κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα
με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του
όπου πέφταν τα νομίσματα
χρυσά και αργυρά
κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι
ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους
ως βαθιά μέσα στη νύχτα
στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια
με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια
και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους
στέφανα και δημητριακά
πουλιά ερπετά πέταλα
αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι
πιο μαλακά απ’ τον ύπνο

Έτσι Διονύση,
μέσα στο γενικό θαλάσσωμα
της ανακρίβειας
των αισθημάτων
πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,
δεν έχω παρά να σου πω
πως σε πεθύμησα πολύ.

ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Όποιος περάσει στην άλλη όχθη
δε γυρίζει πίσω ποτέ
με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε
με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό
θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας
και το πρωί θα τριγυρνά
σε συνοικίες αράπικες
μικρομάγαζα στολισμένα
με χρωματιστά λαμπιόνια
γλυκά αμύγδαλα ποτά
θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι
θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη
και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.

Ανάμεσα στους κίονες
με τ άνθη του λωτού και του παπύρου
θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα
κάποια ρωμαϊκή επιγραφή
κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο
ή ένα άλογο ή μια ρομφαία
και θα ξαναθυμάται
μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή
την περασμένη του ζωή
το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο
τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά
κάποτε ακόμα και τη θάλασσα
αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.
Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου
θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε
θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό
μόνη εσύ θα τα ακούς
μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ

Στη γυναίκα έφτανε η μέρα
και η υπακοή στα σήματα των ζώων
Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν
πως ήταν θνητός
μηχανικός στο φτωχό συνεργείο
με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια
τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα
ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού
πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης
που δεν ταξιδεύει πια
που δεν χασομερεί δεν παίζει
που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της
γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές
γυναίκες έντρομες
που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν
να θυμάται την καμπύλη της ράχης της
ενώ χαλαρώνει τις βίδες
τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά
καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα
με τον αχό της μάχης
μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος
εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη
Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη
και η μέρα με αέρα φωτεινή
τα ήμερα δέντρα οι σκιές
η κρήνη του ήλιου
η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.

DIVAN 

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη
φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας
στο μαγαζί
κοσμούν το πάτωμα
ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων
κάτι σαν
«αμφιπότατε», «πότε»
«πάντα»
κάτι μου έρχεται να πω
μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.

Σεπτ. 1988

ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ

Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της
πάνω από το πανί
το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι
ήχησε το ξύλινο κουτάλι
στην πήλινη κούπα
ανακαλώντας ήχους
παλιότερους από μάς
έτσι όπως η μυρωδιά
που έβγαινε από το λινό
και οι πρώτες σταγόνες της βροχής
στις σκληρές γωνιές της πέτρας
φέρναν μαζί τους
μέσα από ένα λουτρό φωτός
αφηγήσεις της Χαλιμάς
σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές
στρωμένες με κιλίμια
διηγήσεις του Πρωτομάστορα
Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά
που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,
χτίστης, μαχαλεπάρης.
Το μολυβί χρώμα της πέτρας
είναι συνέχεια του ουρανού
.
Όκτ. 1988

Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ

Ανήμερα του Προφήτη Ηλία
στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος
τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,
«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»
άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου
«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,
σκέφτηκα.

ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο
αντί να γράφω ποιήματα
την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά
την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία
την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα
μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε
μες στην παλιά την πόλη
άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι
που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή
με το εξαίσιο άρωμά της.

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη
τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα
το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα
θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο
κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.

Γενάρης 1993

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,
από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια
σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή
δε με βοηθάει όμως για να σου πω
αυτό ποy νιώθω
μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα
του κειμένου
στο σχολιασμό του επιμελητή
και την αδυναμία του έρωτα
όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.

1993

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Κι όμως το γέλιο αντηχούσε
στην αυλή του Άγιου Λαζάρου
καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο
πριν από το δείπνο.
Μιλούσες για την αίθουσα
Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι
για τον Αλέξανδρο
σου ‘λεγα για τη ματιά που έριξα
στον άλλο κόσμο
πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια
και τις κουκουβάγιες
όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο,
ευτελή κλουβιά
καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου
δεμένα πρόχειρα με νήμα
νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.
Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι
στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,
δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,
για να φτάσουν σούρουπο
στην Πύλη των Λεόντων.
Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί
πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?

Οκτ. 1993

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

Κουνάει ακόμα το καράβι
μια δεξιά, μια αριστερά,
ή και βουλιάζει
σε ταραγμένο ύπνο
μαύρα νερά
περάσματα
φτερουγίσματα πουλιού
ρηχό βουβό
σαν κλάμα \
που δεν φαίνεται
που δεν το βλέπει άλλος
αχνό τρεμούλιασμα χειλιών
παίξιμο των βλεφάρων
βάραθρο ανοίγει στην καρδιά
και πέφτω όλη μέσα

ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ
κλαδάκι να πατήσω
μα όλο πέφτω σε βαθύ
και πιο πυκνό σκοτάδι

μη δεις μην ακούσεις μάτια μου
τί λένε τα πουλάκια.

Δεκ. 1994

ΜΑΓNAYPA

Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα
και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα
του γραπτού λόγου
δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις
πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή
πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο
το σώμα αναζητά το οικείο χάδι
ενώ η ψυχή το άγνωστο
ευφραίνεται στις σιωπές
στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα
που κάθεται στη μέση της ομήγυρης
και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα
παρακολουθεί.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΑ ΕΠΟΧΗΣ

ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου
σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα
και τις χρωματιστές κλωστές
στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές
στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι
και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους

Οκτώ το πρωί
το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο
σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται
δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα
στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους
σήμερα πρέπει να φύγω.

Γιαλούσα 1974

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

—Κάθε φορά που περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,
με πονούσε το στομάχι,
τώρα θέλω να μείνω εδώ,
από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,
—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης
είχα πορτοκάλια στο χωρίο,
—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,
το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,
ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις
για την Αυστραλία,
ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,
και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της
στη θάλασσα
με το λεωφορείο του καταυλισμού

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε
η ώριμη γνώση
η κατάφαση του πάθους
και η αβεβαιότητα του έρωτα
μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα
με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως
και τις μικρές ακροπόλεις
πάνω στις ταράτσες
για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς
χωρίς πουθενά για να πιαστώ

Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά
πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε
τις ομπρέλες που αραίωναν
αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια
σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα
πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,
κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.

ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ 

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ακόμα ένα καλοκαίρι
μέσα στα σχήματα και τα χρώματα
της νεκρής του θάλασσας
πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά
άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου
άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου
τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα
την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου
την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα
στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης
αποικία της θάλασσας
αύριο θα ‘ρθω να σε βρω
αργά το απόγευμα
θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι
πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι
εσύ θα στέκεσαι ακίνητος
στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων
με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου
τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή
φυγάς θεόθεν κι αλήτης
οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής
εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ
έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες
τα θαλασσοκτόνα λόγια
ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός

ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Να μην τελειώνεις με το παρελθόν
να το πλησιάζεις τόσο
που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές
κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι
μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο
πλάι στην ακίνητη λίμνη
το μεσημέρι
με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή
τη σμίκρυνση του φόβου
και τον homo ludens
και τη συκιά την άκαρπη
όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού
και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου
η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά
η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα
η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει
μην κλαις μικρή Ερμιόνη
πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα
κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια
ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου
τα πεύκα στον ανήφορο
πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές
τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού
θα ’ρθει πάλι η μαμά σου
θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977

ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ

Με την υγρή ζωή σου
να σου κολλά ανάμεσα στα πόδια
και να μη σ’ αφήνει
να ετοιμαστείς για τη συνηγορία
την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο
ο άντρας που κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο
για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα
ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω
ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου
μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη
κουρασμένη διψασμένη
μόνη
να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους
και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς
με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια

Γιαλούσα, άνοιξη 1974

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι
μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση
τη γεύση τού αχινού
το φιλί της αχιβάδας
το κυμάτισμα των φυκιών
και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα
απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος
πού χάθηκες και ποιός
πρωτοστατεί τώρα στα κύματα
πώς μ’ άφησες κι έφυγα
συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς
σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα
τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα
πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες
στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη
τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι
το σπίτι με τις αγριοσυκιές
τις πέτρες τις αστραφτερές
και τις επαναληπτικές φωνές
σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές
κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή
κι αδιόρατη
σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι
στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία
και στο παλιό το σπίτι
με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά
κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου

Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που σου αφήνεται
έτσι που σε σέρνει
έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους
φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά
άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές
σκαρφαλώνει στις ταράτσες
μπλέκεται στα φαρμακεία
φτάνει στα δικαστήρια
σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς
μια μυρωδιά από χαρούπια
σκουριά φιλιά ναυάγια
για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί
στον αληθινό μου προορισμό

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ

Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.
Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα
τον πατέρα μου.

Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή
πάνω απ’ τη Λευκωσία
20 του ’Ιούλη 1979,
πάνω από τη γη όλο ξεχνάς
το κοφτερό μαχαίρι

ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Θα ξαναβρείς τα βήματά σον
Τάκης Σινόπουλος

Θα ξαναβρείς τα βήματά σου
Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα
Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς
τα βήματά σου
θα κοιμηθείς στο ’Άβατο
θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι
θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι
με τις μετόπες και τους ρόδακες
και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής
θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη
και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις
δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες
απογεύματα στο Ναύπλιο
χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου
με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού
μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα
ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου
ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών

Παλιά ’Επίδαυρος

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,
«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου
να πάω στου Μελισσάκρου
ετέλειωνεν η μέρα
και εξύπνουν που τα χαράματα
μεν χάσω ούτε λεπτόν»

Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο
γυρίζει τα καφενεία
τα κέντρα της Λευκωσίας
τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο
προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει
τ’ ατέλειωτα μεσημέρια
τα πρωινά
«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»

ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα
γαλήνεψαν οι σορκοί
κάτω από την επιφάνεια του νερού
νιώθω παντού την παρουσία σου

Φθινόπωρο 1976

   

18 Αφηγήσεις  (2012)

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.

  

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ

Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ

Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.

  

Ο δαίμων της πορνείας  (2007)

  

NICOSSIESES (απόσπασμα)

…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…

  

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013

 

 

1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2

Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη,ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .

  

Η Βικτωρία Καπλάνη 

Διαβάζοντας τη Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).

Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.

Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.

Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.

Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.

Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.

Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.

Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.

Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε

και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.

Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.

Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.

Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.

Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.

Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.

 

 Αρχοντούλα Διαβάτη:

Δεν της πήρα λουλούδια

Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.

Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.

Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.

Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.

Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.

Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.

Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».

Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.

«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».

Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»

Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».

Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»

Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»

Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».

Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»

Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.

Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.

Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.

Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.

 

  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΑΤΤΑΛΙΔΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού

Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα 

Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.

Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;

Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.

Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;

Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.

Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;

Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.

Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;

Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.

Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;

Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.

Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;

Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…

Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;

Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.

Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;

Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.

Η αγάπη της θάλασσας

Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;

Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».

Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;

Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.

Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».

Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.

Είχε φίλους στα κατεχόμενα;

Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.

Πώς ήταν στις φιλίες της;

Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.

Τα βιβλία και ο Κοχλίας

Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;

Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.

Τι βιβλία διάβαζε;

Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.

Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;

Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.

Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;

Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.

Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;

Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.

Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;

Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.

Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;

Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.

Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;

Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!

  

Κέντημα με φθαρμένες κλωστές

Νίκη Μαραγκού

Γεζούλ μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.

Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.

Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.

Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;

«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010

Επιμέλεια Μισέλ Φάις

ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Πάμπος Κουζάλης

Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:

Στο πένθος το γλυκύτατο
του μακρινού Φαγιούμ
τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;
Ενύσταξεν η ψυχή σου;

 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011

«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα

Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.

Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.

Κριμαία και Κύπρος

Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.

Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.

Κοινωνικοί ρόλοι

Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.

Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.

Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.

  

Βασιλική Χρίστη

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

20.07.2012/diavasame.gr

Ιστορίες γυναικών

Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.

Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.

Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.

  

Μαρίνα Σχίζα

Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη

Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013

Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».

Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».

Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»

Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.

Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».

Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.

Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.

Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.

Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»

Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»

Ζωγραφική

Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.

Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.

Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.

   

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

154514_457799727569872_2107620442_n
536096_455151071168071_91073531_n
Alexandrian-coffe-shop
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
etching-window-with-chair
fish-2
fish-1
fish-3
fish-etch-1
Forsters-Hotel-Alex
karpouzi
kipos
mansia
niki1491
niki9499
niki3493
niki5495
niki7497
niki9499
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Rue-de-Crete
Rue-Sala-El-Din
shoes

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

ce92ce91cea1ce92ce99cea4cea3ce99cea9cea4ce97cea3

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1916 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος. Την πρώτη του ποιητική εμφάνιση την έκανε σε ηλικία είκοσι ετών, στο πρωτοποριακό περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», με την εκδοτική ομάδα του οποίου συνδέθηκε στενά. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην ποίηση με πάθος και συνέπεια.

Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Φύλλα Καπνού». Συνολικά, το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει 22 ποιητικές συλλογές. Διακρίθηκε και ως δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Μετέφρασε κυρίως γάλλους, ισπανούς και λατινοαμερικάνους ποιητές, μεταξύ των οποίων οι Μποντλέρ, Λόρκα, Απολινέρ, Μαλαρμέ, Νερούδα και Ελάρ.

Για τους νεότερους ομοτέχνους του, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης αποτελούσε σημείο αναφοράς. Υπήρξε ο τελευταίος επιζών ποιητής της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης και της λογοτεχνικής συντροφιάς του φαρμακείου του Ν. Γ. Πεντζίκη, συνεργάτης των θρυλικών περιοδικών, «Κοχλίας» και «Μορφές».

Η ποίησή του είναι λυρική, ενορατική, μυστικιστική, στα βήματα του νεοσυμβολισμού, με επιρροές και από τους υπερρεαλιστές ποιητές Πολ Ελάρ και Πιερ Ρεβερντί. «Η ποίησή του εκμηδενίζει τις υλικές αντιστάσεις και το βάρος των πραγμάτων, ώστε να προβάλουν με την ονειρική τους υπόσταση και να δείξουν την όψη του κόσμου πιο ωραία. Έτσι, η ζωή κοιταγμένη απ’ το πρίσμα της τέχνης, αποβάλλει τη σκληρότητά της, συμφιλιώνει τις αντιθέσεις της και ξαναγυρίζει σε μια κατάσταση παιδικής αθωότητας, όπου τα πράγματα είναι ακόμα “κρύσταλλα των ονείρων” και “τραγουδούν” μέσα σε μυθικούς καθρέφτες», επισημαίνει ο μελετητής του έργου του Κώστας Στεργιόπουλος.

Ο Βαρβιτσιώτης υπήρξε από τους πιο πολυμεταφρασμένους και πολυβραβευμένους έλληνες ποιητές. Είχε τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1959), το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1985), το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών (1977), το Βραβείο Ουράνη (1987), το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Θεσσαλονίκης (1959), το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1992), το Χρυσό Μετάλλιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου (1987).

«Είναι καιρός να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η ποίηση –όπως και η τέχνη γενικότερα– είναι ένας σταυρός μαρτυρίου, που τον σηκώνουν μοναχά άνθρωποι σημαδεμένοι από τη μοίρα, μία νόσος εκ γενετής. Με δύο λόγια δημοκρατία, σοσιαλισμός, χριστιανισμός είναι το τρίπτυχο που αντιπροσωπεύει και συμπυκνώνει την πνευματική μου υπόσταση», έλεγε σε συνέντευξή του, με αφορμή την απονομή του βαλκανικού βραβείου ποίησης «Αίμος» το 2006.

Ήταν μέλος της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών και επισκέφθηκε ως επίσημος προσκεκλημένος τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διάβασε ποιήματά του κι έδωσε διαλέξεις σε διάφορα πανεπιστήμια (Χάρβαρντ, Πρίνστον, Γέιλ, κ.α.). Επίσης, επισκέφθηκε με πρόσκληση του Υπουργείου Πολιτισμού τη Ρουμανία και την Ισπανία. Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, σε φεστιβάλ και άλλες διεθνείς συναντήσεις ως εκπρόσωπος της Ελλάδας.

Τιμήθηκε με το Παγκόσμιο Βραβείο Μυστικιστικής Ποίησης «Φερνάντο Ριέλο» στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Νέα Υόρκη, 1988), με το παράσημο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας (1989) και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης (1994) με το αιτιολογικό ότι «είναι εκπρόσωπος εκείνης της πλειάδας των ελλήνων ποιητών που έχει συμβάλει μ’ έναν τρόπο ζωτικό και απρόοπτο στην παγκόσμια λογοτεχνία της εποχής μας, και το πλούσιο ποιητικό έργο του αποτελεί μια κορυφαία στιγμή της σύγχρονης ελληνικής λυρικής ποίησης, βρίσκοντας αναγνώριση και έξω από την πατρίδα του».

Το Μάρτιο του 1995 εκλέγεται μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας «Μιχαήλ Εμινέσκου» που εδρεύει στη Ρουμανία, στις 23 Νοεμβρίου 1995 του απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρυσό μετάλλιο τιμής για τη μεγάλη συμβολή του στα ευρωπαϊκά γράμματα, ύστερα από πρόταση της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, και στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους τού απονέμεται από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.

Στις 15 Μαρτίου 1997 του απονέμεται εκ μέρους του Ιταλικού Κράτους στη Ραγκούλα της Σικελίας, και σε επίσημη τελετή που έγινε στο κυβερνείο της πόλης αυτής, το Διεθνές Βραβείο «Ίμπλα: μία γέφυρα για την Ευρώπη». Τον Οκτώβριο του 1997 το Αριστείο της Τάξεως Γραμμάτων και Τεχνών από το Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού και στις 10 Ιουνίου 1998 το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Στις 3 Δεκεμβρίου 1998 εκλέχθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 9 Αυγούστου 1999.

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 2011, σε ηλικία 95 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
1949 Φύλλα ύπνου
1951 Επιτάφιος
1955 Χειμερινό ηλιοστάσιο
1955 Το ξύλινο άλογο
1955 Αλφαβητάριο
1959 Η γέννηση των πηγών [Βραβείο Ποιήσεως των Δώδεκα, Βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης]
1963 Το πέπλο και το χαμόγελο
1971 Η μεταμόρφωση
1975 Η φθινοπωρινή σουίτα και άλλα ποιήματα
1977 Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία [Βραβείο Ποιήσεως της Ακαδημίας Αθηνών]
1979 Η Άννα της απουσίας
1980 Ενωμένα χέρια
1981 Σύνοψη A
1982 Σύνοψη Β
1983 Καλειδοσκόπιο
1984 Η ατραπός [Α’ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως]
1985 Fragmenta ή Ή βλάστηση των ορυκτών
1986 Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους μαζί με το Δοξαστικό τής Ελευθερίας    Βραβείο Ουράνη της ’Ακαδημίας ’Αθηνών, 1986
1987 ’Ακόμα ένα καλοκαίρι
1988 Σύνοψη Γ
1992 Φαέθων
1993 Η θαυμαστή αλιεία [Παγκόσμιο Βραβείο Ποίησης Fernando Rielo στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, Νέα Υόρκη 1988]
1995 Νήματα τής Παρθένου  δίγλωσση έκδοση τής Παγκόσμιας ’Οργάνωσης τών Ποιητών, Euroeditor, Λουξεμβούργο 1995
1997 Νήματα τής Παρθένου, Εκδόσεις Κέδρος
1997 Άρωμα ενός κομήτη, Εκδόσεις Καστανιώτη
1998 Όχι πια δάκρυα, Εκδόσεις Κέδρος
1999 Τα δώρα των μάγων, ’Εκδόσεις Καστανιώτη
2000 ΑΤΡΙΟΝ Εκδόσεις Κέδρος
2002 Μικρά ερωτικά εγκώμια Εκδόσεις Αρμός
2002 Όμως το χιόνι πάντα μένει Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ
2003 Ποιήματα 1941-2002, Εκδόσεις Καστανιώτης
2008 Ο διάπλους του καθρέφτη, Εκδόσεις Αρμός
2010 Υδατόσημα, Εκδόσεις Μπίμπης Στερέωμα
2011 Δακτυλιόλιθοι, Εκδόσεις Μπίμπης Στερέωμα
2011 Quasi una fantasia, Εκδόσεις Μπίμπης Στερέωμα

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Σαίν-Τζών Πέρς, ’Εκδόσεις Νέα Πορεία, 1959
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιήματα, ’Εκδόσεις Φιλολογική, 1964
Πάμπλο Νερούντα, ’Εκλογή από το έργο του, ’Εκδόσεις Εγνατία 1971 και Νεφέλη 1982
’Αλαίν Μποσκέ, ’Εκδόσεις Εγνατία, 1976
Στεφάν Μαλλαρμέ, Ποιήματα, ’Εκδόσεις Αρμός 2000

ΔΟΚΙΜΙΑ
Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γ. Σαραντάρη, 1958
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: ένας περιπαθής του ενστίκτου, 1964

ΒΙΒΛΙΑ74

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1941)

ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Έφυγες
Και οί καθρέφτες έχουν σβήσει

Ακόμα θυμούμαι
Το χέρι σου
Πού αναζητούσε τον ήλιο

Έμεινε μόνο
Ένα φθινόπωρο
Μια μακρινή ομίχλη
Το παράπονο της υδρορροής

Κι όταν νυχτώνει
Κάποια βροχή από άστρα
Που φέγγει

Πίσω από τη μνήμη

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Ένα βρέφος ξανθό
Αναπνέει τα σύννεφα

Λησμονημένος ήχος
Ρυτιδώνει τη μνήμη
Τον ουρανό

Διαλύεται σε πρίσματα η οροφή

Το ερειπωμένο ρολόι
Ανάστησε τη μουσική

Ένα μπουκέτο άγγελοι
Κρυμμένο άρωμα
Στο παγωμένο δωμάτιο
Ακούονται βήματα

Οι παιδικές ημέρες επιστρέφουν
Γεμάτες χιόνια

Η συνοδεία του χρόνου
Περιφέρεται αόρατη
Μέσα στην καταχνιά

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΛΥΚΟΦΩΣ

Ο άνεμος
Λίγα φύλλα
Κάποια πτυχή

Μια βροχή αμνημόνευτη
Συνεχής
Τά φώτα που φεύγουν

Και το πένθιμο βαλς

Πίσω απ’ τούς τρόμους
Απ’ τα παραπετάσματα
Του δειλινού
Ο καθρέφτης αναζητεί
Μια χαμένη ανταύγεια

Βλέμμα που αγκαλιάζει
Ολόκληρο το διάστημα

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΩΠΗ

Η φωτεινή σιωπή
Σταλάζει
Από τα χείλη της πρωίας

Ένα γέλιο κατρακυλά
Μικρό χαλίκι

Λουλούδια
Και πάλι λουλούδια

Σα κάθε λουλούδι
Ένα βιολί

Κρατούμε στη χέρια μας
Την καρδιά των κοριτσιών

Ωραίο κουτί

Του ήλιου θύμηση
Θρεμμένη
Με των πουλιών τα κρύσταλλα

Και με το πάθος των εποχών

Ένα σπιρούνι
Στην πλαγιά του ανέμου

ΣΤΟΝ FEDERICO CARCIA LORCA (1946)

Τι να ’γιναν τα πρόσωπά μας,
Τι να ’γivav τα φιλιά μας;
Πού να ’ναι τάχα το χρυσάφι των ωρών
Πού θα κυλήσουν οι μνήμες,
Μήπως εφύτρωσε στο κλεισμένο στόμα
Ένα κίτρινο σπαρτολούλουδο;
Ποια πένθιμα πουλιά μιας θύελλας,
Ποια τρομερά παραπετάσματα
Μας κυνηγούν ακόμα;

Στου ύπνου σου τη σημαία
Γέρνει το σήμαντρο μιας ανεμώνας.
Πράσινα αστέρια πέφτουνε στη θάλασσα
Ν’ αυτοκτονήσουν.
Ο γυάλινος φόβος
Παραμονεύει μέσα στις φλέβες μας.
Το αίμα σου έχυνε ιώδιο
Και χρωματίζει
Το χειμερινό τζάμι της απουσίας σου.

Στην αίθουσα των πάγων
Χορεύουν οι κρίνοι.
Στους ατλαζένιους ανέμους
Είναι κρυμμένοι κατάφωτοι καβαλάρηδες,
Που μυρίζουν γιασεμί και όνειρο.

Ένα κορίτσι τρομαγμένο
Αναλύθηκε σε μουσική.
Ένα βλέφαρο ετοιμοθάνατο
Δε θα φτάσει την άνοιξή του.
Ο ουρανός κηδεύει
Τις πεθαμένες κούκλες του.

Μια θύμηση από νάρδους και τέφρα
Δένει τα χέρια της τρυφερής ζωής μας.
Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια;
Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;
Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά.
Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα
Κι όλα τα φώτα λησμονήθηκαν
Στο κοιμητήριο της πάχνης.

Φωνή δική μου,
Παντοτινή μου φίλη,
Που βγαίνεις απ’ την πέτρα
Κι έχεις επάνω σου τρία γαρούφαλλα
Και τρεις λαβωματιές,
Ντυμένη με τούς καπνούς της νοσταλγίας μου,
Θαμμένη μες στον άνεμο τού νότου.
Ναρκωμένη ανταύγεια των αηδονιών.

Αναμμένη φλογέρα
Στα χείλη του ύπνου,
Του χιονιού,
Της νωπής αθωότητας,
Της χλόης κάτω απ’ τα καινούργια στάχυα,
Στα χείλη του καιρού
Με τα κόκκινα χρώματα.

NUSCH ELUARD (1946)

Το πουλί αγκάλιασε τη σιωπή τον.
Έγινε λάμψη ξαφνικά
Γοητευμένο από το πένθος των κεριών.

Όραμα απίστευτο,
Χρώματα σφιχταγκαλιασμένα
Του χειμωνιάτικου δειλινού.

(’Εξαφανίστηκαν
Μέσα στα μάτια
Της αγαπημένης.)

Θα τυλιχτούνε
Τα μικρά παιδιά
Με τα τυραννισμένα τους χαμόγελα,

Οι φτωχοί εργάτες
Με το τρύπιο πανωφόρι
Της δυστυχίας τους,

Τα ολοπόρφυρα άστρα
Με κατάμαυρο
Βελούδο.

Μια πληγή πιο βαθιά
Θα φιλοξενήσει για πάντα
Την ευγένεια.

Κι όλα τα δάκρυα
Θα μείνουν αιχμάλωτα
Σ’ έναν καθρέφτη,

Κι όλη η στοργή μας
Κι όλες οι ελπίδες μας,
Ένα τριαντάφυλλο από φως.

Που θα ’ρθει από τ’ ανοιχτό παράθυρο
Ν’ απορροφήσει
Τη μοναξιά τον ποιητή.

Δεκέμβριος 1946

ΕΩΘΙΝΗ ΕΛΕΓΕΙΑ (1947)

Τώρα την αυγή, τώρα η αυγή χαράζει…

Είχα ξεχάσει τη φωνή μου
Μες στα σκοτάδια.

(Κοιμισμένες στάχτες,
Τρομαγμένα βλέμματα,

Δέντρα σκελετωμένα,
Πληγές του χειμώνα.)

Κι ήρθε ο Απρίλης
Με τ’ αμέριμνα φώτα των λουλουδιών.

Οι πεταλούδες γράφουνε στη χλόη
Τ’ όνομά τους,

Τα ποταμάκια ανιστορούν
Τα παιδικά τους χρόνια,

Οι φλογέρες
Τα χθεσινά μας δάκρυα.

Και το βράδυ
Ένα μάτι ατάραχο
Χαμογελάει
Μέσα σε κάθε λάμπα.

Τυλιγμένος ακόμα μ’ επιδέσμους
Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια
Μιας απαλής ομίχλης,
Όπου αγρυπνούν σβησμένα κεριά.

Μόλις μιλώ,
Για να διατηρήσω
Την ελπίδα.
Όμως κοιτάζω
Κοιτάζω πιο ψηλά.

Προς τους ανεμοδείχτες,
Προς τα μνήματα των περιστερών,
Προς τα ορόσημα του χαμογέλιου,

Εκεί που σταυρώνουν τα σπαθιά τους
Ο παγωμένος αγέρας και η αστραπή.

***

Ερειπωμένα δάση.
Ελάφια μου τυραννισμένα,

Ποιος θα μας πει την εποχή
Ποιος θα μάς πει την ώρα
Που τα φιλιά θα ξαναβρούν
Το νυφικό τους χρώμα;

Ποιος θα μας δείξει πάλι
Τη γαλήνη των μονοπατιών,
Ποιος τα προσκέφαλα των ίσκιων,

Κάποια μέρα θ’ ακτινοβολήσει
Η παπαρούνα του ύπνου μας,

Ή ένα. ρυάκι,
Που η αθανασία του θα ’ ναι από αίμα.

Μα τώρα, ίχνος αντηλιάς
Ούτε πουλί ασυννέφιαστο,
Ούτε πουλιού καθρέφτης.

Όλα τα πέταλα κλειστά
Και κάθε κρίνου αναλαμπή
Από καιρό θαμμένη.

***

Άστρα ή θέλετε κι όλο φωτίζετε;
Άστρα τί θέλετε και μας κοιτάτε;

Δε μας νοιάζει πια τίποτα,
Μας νοιάζει μόνο η καλοσύνη.

Ακέρια, σίγουρη παρηγοριά,
Ζέστη σαν ένα πανωφόρι.

Μάς νοιάζει η αλήθεια,
Το ψωμί,
Το ταπεινό λυχνάρι,
Το έμπιστο φως,
Η μάνα που θρηνεί.

«’Αγόρι μου, άγριο θυμάρι τον βουνού,
Κορίτσι που γεννήθηκε
Στην όχθη μιας τριανταφυλλιάς
Ποιος θα μου φέρει το κορμί σου,

Κανένα χέρι δεν είναι τόσο απαλό
Να μαζέψει την τέφρα των χειλιών.

Κανένα πρόσωπο δεν είναι τόσο καθαρό
Να σκουπίσει τα δάκρυα.

Κανένα στόμα δεν είναι τόσο τρυφερό
Να μου μιλήσει για την αθωότητα».

«Μανούλα μου, μην κλαις,
Μη μελετάς τα μάρμαρα,
Μην ξεριζώνεις τα μαλλιά σου.
Μονάχα κάλεσε τη μουσική.

(Νιφάδες, νιφάδες, νιφάδες,
Κάτασπρες, ρόδινες, γαλάζιες,

Ρολόι επίσημο της άνοιξης,

Χόρτο πικρό, κοχύλι μιας αυγής.
Που το φιλήσανε τα χελιδόνια.)

Μονάχα κάλεσε τους ανεμόμυλους.
Μπορεί οι φτερούγες τους να σε δροσίσουν.

Ή ακόμα την ανάσα,
Την πολύ χλωμή ανάσα
Των γιασεμιών.

Πάνω στου λόφου το χαλί
Βλέπω να λάμπει ένας σταυρός».

***

Θα ’ρθουν χαρούμενα παιδιά
Που θα τρυγήσουν τα λιπόθυμα χρώματα,

Θα ‘ρθουν κορίτσια
Που θ’ ανεμίσουνε τις σημαιούλες των αγρών,

Ορφανεμένες Κυριακές
Μ’ όλη την αίγλη μιας καμπάνας
Εωθινής.

Και δεν ξεχνώ μήτε τα δέντρα με τους καρπούς των,
Μήτε και τον ιδρώτα εκείνων που τα πότισαν
Για να ψηλώσουν.

Τα φύλλα δίνουνε τα χέρια τους,
Μοιράζονται τη φτώχεια της ζωής τους.

Μεσ’ απ’ τα στίφη των νεκρών
Πορεύεται η ελπίδα.

Ένας χείμαρρος πλημμυρίζει
Τα στεγνά καλοκαίρια.

Η αγάπη ανοίγει, καρτερεί
Το βλέφαρο του ήλιου.

ΡΥΑΚΙΑ (1947)

ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Άκουσε τη βροχή

Τα τυλιγμένα ονόματα
Μέσα στη λησμονιά

Στα μαραμένα κρύσταλλα
Ξυπνούν χορεύτριες

Άκουσε τη βροχή

Τα παιδικά σου χρόνια
Φορτωμένα θύμηση
Λευκή και γαλάζια

Ο κρίνος της λάμπας
Το σπαθί
Και η καρδιά σου

Άκουσε τη βροχή

Μια πεταλούδα πέταξε
Απ’ το τετράδιο

Μες στο κοχύλι της
Ανάβει
Ένα φως

Η μουσική

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Ποιος αποκοίμισε
Το χιόνι
Κι έμεινε αγνό για πάντα
Σαν ένας τάφος

Ποιος ανασαίνει
Τα βλέφαρα των ατμών

Τ’ άσπρα γαρύφαλλα
Με τ’ αθώα τους χείλη

Ο ανεμοστρόβιλος κάτω στη γη
Λικνίζει
Τους ίσκιους

Τα νυφικά φορέματα

Το πρόσωπο με τις αναλαμπές

Ένα χαμόγελο
Που έγινε χλόη

ΜΝΗΜΕΣ

Όταν ο άνεμος τρέχει έξω
Γεμάτος φώτα

Το αραχνιασμένο πέπλο
Του καιρού
Εξαφανίζεται κάτω απ τη στέγη

Η νύχτα κρύβει
Χιονισμένα πουλιά

Μάτια τυφλά
Που υπομένουν ελπίζοντας
Τη σκληρή τους μοίρα

Κασετίνες με όνειρα
Που τρομάζουν

Αναζητούμε τα χείλη μας
Ανάμεσα στους παγετώνες

Οι μνήμες έρχονται
πλημμυρισμένες
Από ιριδισμούς αίματος

Σώματα φωτεινά
Τυλιγμένα σε γέλια

Είδωλα κοριτσιών

ΤΕΛΟΣ

Να οι ρυτίδες πάνω στα τζάμια
Τα σκεπασμένα παράθυρα
Μ’ ανώφελες ελπίδες
Η θύελλα
Με τις κρυστάλλινες κουρτίνες της

Να το αίμα που στάζει
Μες στα ποτήρια
Τα παιδιά λείψανα
Το χιόνι απλώνοντας τω χέρι του
Να τω κίτρινο στόμα
Τα σκουριασμένα λόγια
Κι η πένθιμη δουλειά με τ’ άροτρο
Στις πεδιάδες του μίσους
Τα καλύτερα μάτια
Κυλούν μες στον άνεμο

Η βροχή διαλύει
Όλα
Τα σχέδια
Όλα
Τα πρόσωπα

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΓΙΟΡΤΗΣ

Του ανέμου η τραγική φωνή
Της μοναξιάς οι μυρωδιές
ξυπνήσανε τα φώτα

Κοίταξε ακόμα μια φορά
Τ’ αποδημητικά πουλιά
Τούς μυθικούς θανάτους

Χάρισε στο περιστέρι
Την άσπρη γαρδένια των χεριών σου

Διάβασε στα σύννεφα
Τη θλίψη των ματιών σου

Και μες στα χρώματα του πυρετού
Τη λάμψη των χειλιών σου

Στα ερημικά δωμάτια
Δακρύζουν
Τα λυχνάρια

ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ

Είναι πάντα

Η μικρή
Συντριμμένη καρδιά
ξυπνώντας τις σπίθες

Δρόμοι γυμνοί
Γεμάτοι στάχτη
Ευνοϊκοί αντίλαλοι του κινδύνου

Ο άνεμος
Οι σκοτεινές ρωγμές
Πάνω στα πρόσωπα

Το πεταμένο γάντι της θλίψης

Κάποια συνάντηση στην καταιγίδα

Πληγή που λάμπει
Στο παρελθόν

Απλοϊκό λουλούδι
Που μιλεί
Στον ύπνο μας

(Δε θα μπορέσουμε ποτέ
Να σμίξουμε τη φωνή μας
Με τη δική του)

Η μακρινή πηγή
Το τραγούδι της που διπλώνεται
Στον ίσκιο

Τά τρομαγμένα απ’ το χιόνι τοπία

Όταν καλπάζουμε μαζί με τον άγγελο
Προς την ίδια ελπίδα

ΦΥΛΛΑ ΥΠΝΟΥ  (1949)

ΩΡΑΙΟ ΑΣΤΡΟ

Κοιμούμαστε
Με τούς αγγέλους μαζί κοιμούμαστε

Ένα φτερό μας αγγίζει

Με κάτι ρόδες παλιές
Σχεδόν χαλασμένες
Ερευνούμε τα κοιμητήρια

Παίρνουμε από το χέρι τη μνήμη

Η ελπίδα λάμπει πάνω στα χόρτα

Προχωρούμε σε δάση στρωμένα
Με χείλη από γαρύφαλλα
Που τα ξεπροβοδούν γαλάζιες κορδέλες

Αόρατα λουλούδια μας ακολουθούν
Χλωμά κορίτσια
Και παιδιά πεθαμένα

Κλεισμένοι στην πτήση μας
Αναζητούμε
Ένα ωραίο άστρο
Με κάτασπρα φύλλα

Ν’ αντέχει στον άνεμο

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Έ να πέπλο βουτηγμένο στη δυστυχία
Δίχως ανταύγειες

Μια νύχτα πυκνή που τη ριγώνουν οι αστραπές

Το άδειο φως της λάμπας
Και οι σκιές
Που κινδυνεύουν στην άκρια κάθε φύλλου

Όταν αγγίζουμε τη γαλήνη με τις γαλάζιες πτυχές
Των ήμερων τα δάκρυα
Που λάμπουν πάνω στο χώμα
Αφήνοντας τον ύπνο μας στη σκόνη του ήλιου

Όταν προσμένουμε ν’ ανοίξουν
Τα γκρίζα λουλούδια της περιπέτειας

Το πρώτο άστρο που πέφτει
Πάνω στη στέγη

Κι ένα βλέφαρο κλειστό
Διπλωμένο
Κρυμμένο βαθιά μέσα μας

ΔΙΧΩΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

Στα μαραμένα φύλλα
Αιωρείται η εποχή

Ο κήπος είναι γεμάτος κομμένα χέρια

Κλείστε μου την καρδιά
Κλείστε μου τα μάτια

Έχω απηυδήσει να συλλέγω θανάτους

’Αλίμονο
Οι παπαρούνες μονάχα
Ξαναβρίσκουν
Το αίμα τους στη χλόη

Ου άνθρωποί πια δε γνωρίζουν τη μουσική

Τα δέντρα εξαφανίστηκαν

Έμεινε μόνο ο ουρανός

ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ

Θρυμματίστηκε ο καθρέφτης μου
Και το χαμόγελό μου

Πίσω απ’ τα σύννεφα
Μια λευκή μορφή
Με περιμένει
Μακραίνοντας του χαμογέλιου μου τα θρύμματα

Ύστερα έρχεται το σκοτάδι
Μια αιχμή λαμπερή
Ένα μεγάλο μάτι πού αργοπορεί σε κάθε γραμμή
Το κρύο και η αλήθεια

Ένας καπνός πού βγαίνει από το στήθος μου

ΕΡΕΙΠΙΑ

Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή

Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Παιδική ώρες

Θάνατοι των ημερών
Ωραίοι
Σαν ώριμα μήλα

Όταν μας πρόσμεναν
Στην άκρη του έρημου δρόμου
Κάποια τεφρή χαρά
Ένα παιχνίδι χαλασμένο

Όπως προσμένουμε οι νεκροί να μας μιλήσουν
Οι νεκροί που ποτέ δε θα μιλήσουν

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Στο δάπεδο
Ένα σβησμένο κερί

Του φεγγαριού τα μέταλλα
Πάνω στις στέγες

Νύχτα ενδόμυχη
Σαν κάμαρα κλειστή

Δυο σκονισμένα γάντια κιτρινίζουν
Πίσω απ’ τα τζάμια τ’ ουρανού

Ο θάνατος είναι καθρέφτης

Ποιός είπε πώς δε μιλούν οι νεκροί

Μέσα στη σιωπή φυτρώνουν
Τα λόγια τους σαν το χορτάρι

Με κλειστές πόρτες
Με κλειστά παράθυρα

Έρχεται ή βροχή

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες

Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτας σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία

Θα ‘ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Ας ταξιδέψει ο χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ (1951)

Όλα τα χέρια δεν είναι κλώνοι τριανταφυλλιάς
Όλα τα δάχτυλα δεν κατοικούν σε δροσερά ποτάμια
Όλα τα αηδόνια δεν είναι στολίδια χαράς

Τα κομμένα φύλλα περιπλανιούνται γύρω απ’ τα δέντρα
Τ’ άλογα τρέχουν αλαφιασμένα στα μονοπάτια
Τ’ άνθη ετοιμάζουν το φέρετρο των εποχών

Χαρείτε την άνοιξη χαρείτε

Τα πιάνα λησμόνησαν τους καπνούς των πεθαμένων παιδιών
Οι λάμπες δεν προστατεύουν τα όνειρά τους

Ένα μικρό κυκλάμινο ολομόναχο
Προσεύχεται μπροστά στη δύση

Κι όλα τα κορίτσια γονατιστά
Χαρίζουν τα μάτια τους στις βιολέτες

***

Κοιμητήριο τούτης της χρονιάς
Σκαμμένο με το φώς των δακρύων
Εγκαταλειμμένο στην αρχαιότερη βλάστηση
Τόσο γαλήνιο σαν τέλμα φθινοπωρινό
Τόσο γλυκό για ν’ αγαπήσεις το θάνατο

Πυρακτωμένα αγκάθια μέτωπα γυμνά
Σκληρό κοράλλι του μαρτυρίου

***

Είχε μάθει την αθωότητα των φτερών
Τα κρίνα του αγρού
Τη ζεστασιά των καρπών

Είδε τούς κήπους σπαρμένους με παιδικά χαμόγελα
Και μ’ άσπρα λουλούδια

Είδε τις στέγες που έλειωναν ρόδινες
Στα πρώτα φιλήματα του καλοκαιριού

Είδε γυναίκες που ξερίζωναν τα μαλλιά τους
Άντρες ανυπεράσπιστους να τους σκοτώνουν

Είδε τέσσερα νεκρά περιστέρια
Να φρουρούν
Την καρδιά τού μοναχικού Ρόδου

Είδε τη διαφάνεια
Να τινάζει πάνω στα κρύσταλλα
Την αγγελική κόμη της

***

Τα σύννεφα κρεμνούν τις εικόνες τους

θρυμμάτισε το δοξάρι της η χαραυγή
Ο ουρανός έχει χιονίσει τα πρώτα του βλέφαρα

Θρηνείστε τον Άδωνη

Τα πράσινα κλωνάρια τού κορμιού Του
Τη γαλάζια φλέβα της υπομονής Του
Τον καρφωμένο ήλιο του στήθους Του
Τα μαργαριτάρια των ματιών Τον
Τ ή λαμπερή ομίχλη τής φωνής Του
Τον ματωμένο ίσκιο της νυφικής κλίνης των μαλλιών Του

Φυλάξτε τα διασκορπισμένα μέλη Του
Μέσα στα πιο λευκά σεντόνια
Για να ’ρχεται κάθε άνοιξη να τ’ ανταμώνει

Κι ας απλωθούν τα δάκρυα
Να γίνουν πέπλα γιασεμιών
Και να ντυθούν τα χρώματα τ’ ουράνιου τόξου
Κι ας ανεβούν την κλίμακα των αρωμάτων

***

Παστάδες του όρθρου
Οι τάφοι πληθαίνουν

Η ανθρώπινη σάρκα
Χάνει το βάρος της

Μια στάλα αίμα μεγαλώνει μεγαλώνει
Ώσπου να γίνει ρόδο
Ώσπου να γίνει ανεμώνη
Κηλίδα φωτεινή
Μάτια ευρύχωρα πιο στιλπνά
Κι απ’ όλη τη θάλασσα
Λάμψη και τρόπαιο της καρδιάς

***

Όλη τη μέρα
Τα σκουριασμένα καρφιά πάνω στο δέντρο

Και τη νύχτα
Το κηροπήγιο του ύπνου της σελήνης

Κοίμισε η φλόγα τον καθρέφτη της
Κι απομακρύνεται με τους κορυδαλλούς

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ (1955)
(Χρονικό της κατοχής)

1

Επάνω στην πέτρα
Ένα μάγουλο ρυτιδωμένο
Που εξατμίζεται

Ένα μάτι που ικετεύει
Γεμάτο σκόνη
Γεμάτο όνειρα

Στον κήπο που βυθίζεται
Σ’ άλλες εποχές
Το δέντρο Απογυμνώνεται
Τα χειμωνιάτικα πένθη του

Πέρα απ’ τη θύμηση
Ο παγωμένος ύπνος

Οι μακρινές καλύβες
Καπνίζοντας μικρά φώτα

Ο θάνατος έρχεται
Χαρίζει το προσωπείο του

Από χλωμό ιδρώτα
Σχηματίζεται η σιωπή

2

Το κάρβουνο σωριάζεται με στεναγμούς
Το κάρβουνο καταχωνιάζει
Ρημάζει όλες τις στέγες

Μέσα στον άνεμο
Θρυμματισμένα τζάμια
Περίμενα το άστρο
Που κάθε κλωνάρι του είναι πράσινο

Κι έμεινα μόνος
Με την πυξίδα της λύπης
Μες στην καρδιά

Τα μάτια μου πλημμύρισαν
Από φόβους
Από ύποπτες σκιές

Τώρα βαδίζω στην τύχη
Ελπίζοντας πως θα το ξαναβρώ
Μες στο υπόγειο με τους κρυφούς φεγγίτες

3

Η τρομερή αγωνία του χεριού μου
Παραμερίζει οράματα

Στους έρημους δρόμους
Που φωτίζονται απ’ τη βροχή
Οι σκοτωμένοι σηκώθηκαν όρθιοι
Μένουν ασάλευτοι
Δε μιλούν

Ένα σεντόνι κάτασπρο
Πασχίζει να με καλύψει

Το σούρουπο εισχωρεί
Μέσα στις φλέβες μου

Μια παλάμη εξαρθρωμένη
Σφαλεί τα μάτια της ήμέρας

4

Άρρωστα χρώματα
Σηκώθηκαν από την κλίνη τους
Και τριγυρνούν ποτίζοντας
Όλα τα σπίτια με χλωροφόρμιο

Τα φώτα ετοιμοθάνατα
Μεταμφιεσμένα
Συνοδεύουν την ανάρρωση της βροχής
Παρηγορούν τη νέα τυφλή κοπέλα

Αγνό δάκρυ που αναπαύεται
Στη μνήμη μου για πάντα

5

Η φλόγα ανεβαίνει ανεβαίνει
Η φλόγα απελπίζεται

Λουλούδια κόκκινα
Μάτια ολοφώτεινα
Ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα

10

Ερείπια πού κρύβουν μέσα τους όλη τη βλάστηση
Ερείπια πού μοιράζουν φωτεινά μπουκέτα
Που διασώζουν τη φτώχεια την αγνότητα
Ερείπια ακατάλυτα
Υψωμένα ενάντια στη μοναξιά

11

Χώμα όπου φυλάγονται χαμένα βήματα
Αίμα και φλόγες

Κρύπτη όπου καίγονται φτερά
Σιωπηλές καμέλιες

Χόρτο απαλό που φυτρώνει
Σε στόματα πολύ σκληρά

Χιονοστρόβιλοι που προμηνούν
Μια διαφορετική διαφάνεια

12

Τα ράμφη των πουλιών
Ματώνουν τα στήθη της άνοιξης
Διαιωνίζουν πληγές
Σχεδιάζουν θύελλες

Επικίνδυνα αρώματα
Περιζώνουν την εσπέρα

Πιο πάνω οι ωραίες κοπέλες
Με τα κομμένα κεφάλια
Τραγουδούν τους καταρράχτες

13

Τα παιδάκια τρέχουν ακόμα
Κρύβουν με κίνδυνο τούς αθώους
Αγαπούν τους τρελούς

Κοιμούνται πάντα μες σ’ έναν καθρέφτη

Με τα μικρά τους χέρια
Ξεθάβουν μιαν αχτίδα
Θάβουν τον τρόμο και την πείνα

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ  (1955)

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ

Μέσα στον πυρετό
Που ενεδρεύει στο δάσος
Ο μικρός καταρράχτης θα ‘ρθει

Στα καταχωνιασμένα παράθυρα
Θ’ ανθίσει το κοράλλι
Ίσως το βλέφαρο της βροχής

Το χιόνι θ’ αχτινοβολήσει πάνω στα χείλη σου

Της νύχτας ο βαθύς ρυθμός
Θε ν’ ακουστεί
Για τελευταία φορά στα όνειρά σου

Και η κόμη σου θα εξαφανιστεί
Κάτω απ’ τη γη

Σαν ένας λύχνος μες σε μια κρύπτη

ΝΥΧΤΑ ΨΥΧΡΗ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Νύχτα ψυχρή του Νοέμβρη
Χάρισε μου τα παγωμένα χείλη σου

Χάρισε μου το σώμα σου
Σκεπασμένο με τ’ άστρα

Κάμε να κυλήσει
Από τον ουρανό των χειλιών σου
Ο φωτεινός λόγος
Που πάντα περίμενα

Φέρε με πιο κοντά στην αληθινή ζωή
Χτες ακόμα ήμουνα παιδί
Που πίστευε στην αγαθότητα του χιονιού

Η κάμαρά μου είναι γεμάτη
Από τρομαγμένα βλέμματα
Από το πράσινο χορτάρι της αναμονής

Βοήθησέ με να μείνω απλός
Σαν ένα δέντρο μέσα στη θύελλα
Σαν ένα φύλλο που παραμιλεί

Τόσο απλός
Όπως το πρώτο βρύο της χρονιάς

Όπως το κέρινο φως
Γύρω απ’ τα δάχτυλα μιας πεθαμένης

ΟΤΑΝ ΔΕ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

Όταν δε θα υπάρχεις
Όταν δε θα υπάρχουμε
Και τα χέρια σου θα ταξιδεύουν
Να βρουν μιαν άλλη ζωή
Ν’ αγκαλιάσουν μιαν άλλη πιο απέραντη θάλασσα
Ν’ ανάψουν κι αλλού τούτο το άστρο
Που μένει πάντα αιχμάλωτο
Μέσα στη λάμπα

Θα προχωρήσω με τον ανεμοστρόβιλο
Κάτω απ’ τα ψηλά κυπαρίσσια
Ν’ ανταμώσω τον ίσκιο σου
Σταυρωμένο πάνω στα ρόδα
Ενός άυλου κήπου

Ίσοι μέσα στη σιωπή
Δε θα μας μένει παρά μια υπόσχεση
Που μας ξεπερνά

Και τούτο το έμπιστο δέντρο
Στολισμένο με δάκρυα

ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ

στον Γιώργο Θέμελη

Εξόριστος μες σ’ ένα μακρινό χιονοστρόβιλο
Κρυμμένος πάντα μες στην ομίχλη
Απλώνεις το χέρι σου στα πιο ταπεινά πράγματα

Στον καπνό πού στέφει το τζάκι
Στο κλειδί που σκουριάζει στην έρημη πόρτα
Στη μικρούλα φωτιά του χειμώνα

Ξυπνάς τη βροχή που κοιμάται
Μες σ’ ένα γυάλινο φέρετρο

Ξυπνάς τ’ αρώματα των κάμπων
Και ντύνεσαι τη μελωδία τ’ ουράνιου τόξου

Έτοιμος για τη συγκομιδή του κενού

Η ΑΝΑΜΜΕΝΗ ΛΑΜΠΑ

στον Γιάννη Σβορώνο

Η αναμμένη λάμπα
Ψηλά στην οροφή

Μες στην ασφάλεια της σιωπής της
ξαναβρίσκεις τα ματόκλαδα
Ενός πολύ μικρού κοριτσιού

Στο φωτεινό κύκλο της
Το σάβανο
Μιας πρωινής αναλαμπής

Και πίσω από το καπνισμένο γυαλί της
Όταν θραύεται ξάφνου
Τον ήχο μιας ανυποψίαστης μουσικής

Ένα χαμόγελο γλυπτό

Τα χείλη μιας νεκρής
Που περιμένουν ανέλπιδα
Στο σκοτάδι

ΑΚΟΥΣΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Άκουσε τα παιδιά που βόγγουν μες στα υπόγεια
Πατημένα απ’ τα βαριά σύννεφα
Που έχουν κατέβει πάνω στη γη

θυμήσου το μακρινό σφύριγμα του τραίνου

Τη φωτεινή αναχώρηση
Που έζησες μονάχα στ’ όνειρό σου

Το ρολόι του σταθμού
Σημαίνει πάλι μεσάνυχτα

Το χιόνι πέφτει αδυσώπητο
Σκεπάζοντας όλα
Σκεπάζοντας ακόμα και το κιτρινωπό φανάρι του δρόμου
Που ξαγρυπνάει ολομόναχο

Η σιωπή σχίζει τον άνεμο σαν ένα μαχαίρι

Τα φώτα θρηνούν σωριασμένα
Στην αποκοιμισμένη άμαξα τον χειμώνα

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Κάποτε ήταν ένα παιδί
Σαν ένα διάφανο γυαλί
Ένα πολύ μικρό παιδί
Μ’ έναν ήλιο στο στήθος

’Ένα παιδί τα χέρια του
Και τίποτ’ άλλο μες στα χέρια του
Παρά μια λάμψη

Ένα παιδί που ξεψυχούσε κάθε αυγή
Ένα γυαλί με μια ρωγμή
Με μιαν ασήμαντη ρωγμή

(Έχω κι εγώ δυο χέρια τώρα
Ένα βλέμμα ένα στόμα μια ρωγμή

’Ένα πολύ σκληρό γυαλί
Που κομματιάζει τη ζωή)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Χριστούγεννα άφωνα και παγωμένα

Έθαψαν το μαντήλι της μητέρας
Που σκούπιζε τα μάτια τους κάθε πρωί
Το μαντήλι το λεκιασμένο απ’ το αίμα

Το σπίτι έρημο αγρυπνεί
Τ’ αδέρφια παίζουνε κρυφτούλι

Η νύχτα φθάνει επίβουλη κρυφή

Οι ίσκιοι κατεβαίνουνε πάνω στους τοίχους
Όλο και κατεβαίνουν
Και τ’ αδέρφια τους μετρούνε
Τους μετρούν και κλαίνε

ΕΙΝ’ 0 ΣΤΕΓΝΟΣ ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ

Είν’ ο στεγνός χείμαρρος

Η δυστυχία με τα ρικνά δάχτυλα
Που έκρουσε τη θύρα μου
Μια σιωπή από χιόνι απλώθηκε
Στα δώματα της αμφιλύκης

Οι νεκροθάφτες του ύπνου μου
Πέταξαν όλες τις χαρές μου
Όλα τα όνειρα
Σ’ ένα βαθύ χαντάκι

Και τώρα σκαλίζω
Σκαλίζω ακατάπαυστα
Για να φυτρώσει πάνω στο χώμα
Λίγη πράσινη χλόη

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Βαθιά μες στο σκοτάδι αναγνωρίζω την αυγή
Βαθιά μες στην αυγή αναγνωρίζω την Ωραία Πύλη
Βαθιά μες στην Ωραία Πύλη αναγνωρίζω την αγάπη
Βαθιά μες στην αγάπη αναγνωρίζω την Παρθένο Μαρία

Μητέρα μου σ’ αναγνωρίζω

Όταν κοιμάσαι με τους ίσκιους
Όταν μαντεύονται τα βήματά σου
Στα βήματα της φθινοπωρινής βροχής
Όταν το χέρι σου το ευσπλαχνικό συνάζει
Τα πρώτα δάκρυα των λουλουδιών

Γιατί ’σαι η αγάπη και η Ωραία Πύλη και η αυγή

ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ (1955)

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ

Δεν ξέρω τι με λύπησεν εκείνο το πρωί

Να ’ταν ο άνεμος που με καλούσε
Τα μάτια σου τ’ αρίφνητα απ’ τον πόνο
Το πράο φθινόπωρο
Η επίσημη στιγμή που προμηνούσε
Μιαν απουσία μακρύτερη απ’ το χρόνο

Δεν ξέρω τί
Μα γύρω μου ακόμα αναριγούσε
Η έναστρη πνοή σου
Το βλέμμα σου με του ήλιου την καταγωγή

Κι εγώ δε φανταζόμουνα ποτέ πως στη μορφή σου
Θα κατοικούσαν τόσοι αποχαιρετισμοί

ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ ΠΑΣΧΑ

στον Ν. Γ. Πεντζίκη

Κορίτσια αχνά μ’ ανέμελα χεράκια
Μοιράζουν βάγια και χρυσά κεράκια

Τα φώτα δάκρυα χαράς σταλάζουν
Κι από την τόση λάμψη ευωδιάζουν

Μες στις υδρίες καίγεται η αλόη
‘Εν’ άστρο κρύβεται βαθιά στη χλόη

Γνέθει ο άνεμος την προσευχή του
Στα ρόδα πνίγει την αναπνοή του

Τρέχουν για να ’βρούνε τα χελιδόνια
Ένα φιλί θαμμένο μες στα χιόνια

Για ν’ αγκαλιάσουν τρέχουν μιαν αχτίνα
Του γυρισμού τα πρώτα πρώτα κρίνα

Η κόμη του ήλιου σμίγει με το κύμα
Μύριες φωνές σκιρτούν σε κάθε μνήμα

Ένα παιδί τα μάτια σιγοκλείνει
Κι η μέρα απ’ την πολλή ομορφιά της φθίνει

ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΛΕ ΜΟΥ

για την Άννα

Κόρη μου κορυδαλλέ μου
Μίλησε μου για τη φλόγα

Μίλησε μου για το ρόδο
Που χορεύει στο μάγουλό σου

Για το χαμόγελο που σμίγει
Με το ναι της μαργαρίτας

Μίλησε μου για τις νιφάδες
Για την κρυφή τους συνάντηση
Μες στους καθρέφτες

Η αγάπη σου είναι απλή
Όπως το μάτι τον ελαφιού
Όπως το χόρτο στο μονοπάτι

Πάμε να γείρουμε μαζί πάνω στις πέτρες
Να στεφανώσουμε τα ερείπια
Με τα μικρά σου δάχτυλα από ροδαμούς
Με τα μικρά σου δάχτυλα από πάχνη

Ώ γιορτινό μου φως
Πολλαπλή μου άνοιξη

ΟΧΙ ΜΟΝΑΧΑ

Όχι μονάχα γιατί έμεινες νεκρή
Κοντά σ’ ένα ποτάμι
Όταν ο άνεμος κυλούσε
Όλα τα φύλλα πάνω στη γη

Όχι μονάχα γιατί πέρασες απ’ όλα τα μονοπάτια
Με τη χλοϊσμένη εσθήτα σου
Ανατέλλοντας πάντα μεσ’ από την αιώνια
Παιδική ηλικία των κορυφών

Αλλ’ ακόμα γιατί μου δίδαξες
Την αθωότητα των εποχών
Ψιθυρίζοντας σ’ όλους τους ίσκιους
Τη μοναδική βεβαιότητα

Σε ονομάζω άνθος του βουνού
Σε ονομάζω μοναξιά
Αυγή των ματιών μου
Μνήμη του έρωτα

ΕΙΣΑΙ ΟΜΟΡΦΗ

Είσαι όμορφη
Σαν ένα φιλί

Είσαι μελλούμενη
Όπως η χλόη της άνοιξης που θα ’ρθει

Είσαι πορφυρή
λειώνοντας όλους τους παγετώνες

Πρώτη χαρά της γέννησης
Πρώτη βαθμίδα της αναλαμπής

Πάντοτε αόρατη
Πάντοτε ορατή

Και μες στο αίμα σου
Εν’ άστρο πάντα ταξιδεύει

ΜΑΖΙ ΚΟΙΜΟΥΜΑΣΤΕ

Μαζί κοιμούμαστε
Μαζί ξυπνούμε

Μοιραζόμαστε τον μεγάλο ήλιο
Το ζεστό ψωμί

Κι η πιο μικρή σταγόνα της βροχής
Ξέρει όλα τα μυστικά μας

Το λυκόφως απλώνει επάνω μας
Την έμπιστη φτερούγα του

Μπροστά μας ο δρόμος ανοίγεται
Προς όλους τους ορίζοντες

Ο χρόνος αχτινοβολεί
Απάρθενο λουλούδι

ΗΡΘΕΣ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ

Ήρθες κοντά μου
Με την εύνοια των χελιδονιών

Μου μίλησες
Με τη σιωπή των άστρων

Και το χαμόγελό σου έτρεμε
Πάνω στα χείλη σου

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΕΝΟΣ ΠΟΥΛΙΟΥ

Γεννήθηκες κάτω απ’ τον ίσκιο ενός πουλιού

Μεγάλωσες σα μια ανταύγεια
Πλάι στο ρυάκι της εξοχής

Μια υπόσχεση έθρεφες
Κοντά στο τζάκι το χειμώνα

Μια υπόσχεση άφησες την άνοιξη
Ν’ αντιλαλήσει σ’ όλες τις ανηφοριές

Μια στάλα αίμα

Πιο ζεστή κι από τη μνήμη σου
Που ακόμα καίει

Κι έτσι όπως ήρθες έφυγες
Αδιόρατη

Τα βήματα του ήλιου ακολουθώντας

ΟΤΑΝ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

στον Γιώργο Γεραλή

’Όταν ο ουρανός διασκορπίζεται ένδοξα
Και τ’ άστρα ταξιδεύουν
Στη νηνεμία της νύχτας

Πόσο άθικτη μαγεία
Πάνω στη λίμνη

Κανείς δεν ξέρει πότε
Θα ξημερώσει

Κάποια πηγή
Αναβλύζει από άγνοια

Προαιώνιο χιόνι σκεπάζει
Τα βλέφαρα των λουλουδιών

Η θύμηση έπειτα
Ενός άλλου κόσμου

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ (1959)

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

Αναζητώντας τον ήλιο μέσα στα μάτια σου,
Αναζητώντας τον ίσκιο σου μέσα στα μάτια όλων των λουλουδιών,
Πλανιέμαι ακούραστος, μα δε σε βρίσκω πουθενά.

Ούτε στου δάσους το τρεχούμενο νερό,
Ούτε στα σύννεφα τα μακρινά της δύσης.

Μην ακολούθησες την κλίμακα μιας μουσικής μες στο λυκόφως,
Η μήπως έχεις αποκοιμηθεί το φωτεινότερο ύπνο σου
Μέσα σε κάποιους αιωνόβιους κάλυκες
Χαρίζοντάς τους το αίμα σου
Και δεν περιμένεις παρά να φυσήξει μιαν αυγή
Για να ροδίσει ολόκληρος ο ουρανός
Από την τρομερή ομορφιά σου,

Τα χέρια σου δυο πληγωμένα πουλιά
Και οι καθρέφτες σου παραχωμένοι.

Κι όμως υπάρχεις παντού,
Παντού μαντεύω τα ίχνη σου.

Έχεις κάτι από τον γλιστερό και πένθιμο άνεμο,
Κάτι απ’ το άρωμα της αστραπής.

Κάθε πρωί μου προσφέρεις το χαμογέλιο σου,
Για να λουστώ,
Κάθε βραδιά το άστρο σου,
Να το φιλήσω.

Είσαι η μέρα κι είσαι η νύχτα.
Είσαι η ελπίδα κι είσαι το φως.
Το πρόσωπό σου θα ’ ναι το πρόσωπο το δικό μου
Ύστερα από τις μέρες κι ύστερα απ’ τις νύχτες.

Ζωγράφισε τα μάτια μου γαλάζια,
’Άφησε τα μαλλιά μου να χυθούν στον καταρράχτη,
Κύλησε τα δάκριά μου να φυτρώσουν
Στους έρημους κήπους που κατοικείς.

Αύριο θα μπορέσουμε να ξαναγεννηθούμε μαζί,
Αύριο θα μπορέσουμε να κλάψουμε μαζί,
Πάνω απ’ τη θάλασσα που έχει επικίνδυνα υψωθεί
Και πάει να κατακλύσει το ζεστό χώμα της νοσταλγίας μας.

ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΕΣ

Δεν άκουσες λοιπόν, Δεν άκουσες
Η σιωπή της νύχτας σε καλεί.
Η θύελλα έξω περιφέρει τον πορφυρό λύχνο της.
Ω πόσα σκιρτήματα, πόσοι κρίνοι
Στις παρυφές της αστραπής!

Το τρομαγμένο πουλί
Αγκαλιάζει τη λάμψη πολύ σφιχτά,
Πλέκει ένα δίχτυ μαζί της
Να αιχμαλωτίσει το βλέμμα σου.

Δεν άκουσες λοιπόν, Δεν άκουσες;
Το σκοτάδι σε παρακολουθεί
Πιο επίμονα κι από το φως.
Τα βλέφαρά σου χρωματίζονται
Από το πένθος της βροχής
Κι ένα φιλί σκάβει βαθύτερη την πληγή σου.

’Άφησα την αυγή ν’ αναζητήσω τη σάρκα,
Τη διάφανη παιδική σάρκα.
Που γίνεται λουλούδι κι υστέρα καπνός, άστρο νεκρό.

Άφησα την άνοιξη για να μάθω το μυστικό,
Το μεγάλο μυστικό που δε μαθαίνεται,
Να το χωρέσω στο σώμα μου να βλαστήσει.
Δέθηκα με την προσμονή για να μάθω τη νύχτα.
(Μια προσμονή πέρα από κάθε προσμονή.)

Και τώρα πάλι βρίσκομαι γεμάτος άγνοια μπροστά σου,
Εκεί που πνέει ο άνεμος μιας τέλειας χαραυγής,
Εκεί όπου αναδύονται τα μικρά φώτα των ναυαγίων,
Ελπίζοντας να πιώ λίγο ουρανό μέσα στα χέρια σου,
Ή ν’ αγκαλιάσω ένα σύννεφο νεκρό μες στα μαλλιά σου.

Η ΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ 0 ΚΟΣΜΟΣ

στον Οδυσσέα Ελύτη

Τη γη επιμένεις να δοξάζεις,
Μα η γη δεν είναι αυτός ο κόσμος.
Είν’ ένα σμάρι από μυρτιές,
Είν’ ένα σμάρι ροδοδάφνες,
Απ’ του νερού τη χάρη ευνοημένες.

Ουράνια φώτα που ανυφαίνουνε
Για την αιωνιότητα μια μουσική,
Για τη ζωή μια σιωπηλή
Πομπή από σκόρπια φύλλα
Και για το θάνατο ένα φίλντισι σκληρό.

Η γη είν’ ετούτα τα πουλιά,
Που λούζονται μες στη χρυσή καλοκαιριάτικη βροχή
Και ξάφνου γίνονται λουλούδια.
Η ανατολή μέσα στην άλλη ανατολή
Προτού ξυπνήσουνε τα ρόδα.

Είναι το αθώο βλέφαρο
Που κάποτε θ’ αναπαυτεί πάνω στο χώμα,
Μια μητρική καρδιά,
Είν’ ένα στήθος που τ’ οργώνουνε
Τα δίκαια χέρια τα φτωχά.

Βάλε τ’ αυτιά σου κι άκουσε
Το αίμα της που με το αίμα σου ανεβαίνει
Κι ορμάει σε πίδακες προς τ’ άστρα,
Κι υστέρα μες στην υπερκόσμια μοναξιά
Μια λάμψη πιο λευκή ολοένα σχηματίζει.

Μες στα σκοτάδια ολόκληρος βυθίσου,
Κάποια γλαυκή ανερεύνητη πνοή
Τα χείλη σου να δεις πως ξεφυλλίζει,
Τα δέντρα αυτά που κάθε ρίγος τους
Είν ένα ρίγος της αρχέγονης καταγωγής σου.

Τότε θα νιώσεις πως η γη
Δεν είναι βάρος υλικό, μα ο έρωτας που ελπίζεις,
Ένα χαμόγελο θεϊκό στην άκρη ενός φτερού,
Χιόνι που διαλύεται σε χίλια πρίσματα εκτυφλωτικό,
Η καμπύλη της χαράς και των κυμάτων η καμπύλη.

Τότε θα νιώσεις πως η γη
Είναι του ύφους ο ίλιγγος, το έπαθλο μιας νίκης,
Το σώμα της αγαπημένης σου, ο δρόμος που οδηγεί
Απ’ της νυχτιάς το βόρβορο
Ίσαμε το άρωμα της αμφιλύκης.

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΟΤΕ ΣΟΥ

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή
Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει,
Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου
Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουνε την επιτύμβια στήλη,
Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.
Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,
Ούτε οι ανοίξεις πια θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,
Μόνο ένα σύννεφο καμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή
Κι ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να τη ζητήσεις
Το χρώμα σου να ξαναδείς μες στων αγγέλων το σκιόφως,
Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,
Μην αμελήσεις τ’ ουρανού τη γύρη,
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,
Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,
Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,
Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

Μόνο κατέβα πιο βαθιά, πολύ βαθιά, μέσα στην κοίτη
Της γης, όπου ξαπλώνουνε τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,
Ώσπου η βραδιά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί
Το πιο απόκρυφο άστρο της μες στην υγρή σου κρύπτη.

Κι ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Κι αν είν’ ο ίσκιος σου τόσο πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει.
Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,
Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Ο ΣΚΟΤΑΔΙ, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Το σκοτάδι, ο θάνατος,
Είναι η μεγίστη απορία μας,
Η συντριβή του φτερού και του μίσχου,
Ένας ανήλεος καταιγισμός
Από θρυμματισμένα μάρμαρα,
Που μας σκεπάζουν.

Γι’ αυτό πασχίζουμε κάθε πρωί
Ν’ ανακαλύψουμε το φως,
Κι όπως απόκριση δεν παίρνουμε καμιά,
Δεν ξέρουμε αν το φως υπάρχει.
Κι αρχίζουμε ν’ αναζητούμε
Κάποια μορφή αγαπημένη,
Κάποιαν απίθανη μορφή,
Σα μια πτυχή μέσα στα σύννεφα,
Σαν ήχο απόκοσμης μουσικής.

Και λέμε τότε μέσα μας δειλά:
«Ίσως αυτή θα ’ναι το φως,
Η θαυμαστή κατάφαση που περιμένουμε,
Όπως εν’ άνθος που ξύπνησε
Μέσα στην έκπαγλη λευκότητά του,
Όπως το μαγεμένο πουλί,
Όπως του ρόδου η ομίχλη…»

Μα πάλι δεν ακούγεται
’Ίχνος απόκρισης κανένα,
’Εκτός από τον παφλασμό
Τον ατελεύτητο της νύχτας,
Εκτός από τα χείλη μας που σμίγουνε
Με τα πιο βάναυσα χείλη της νύχτας,

Δίχως απόκριση να παίρνουμε καμιά,
Δίχως ποτέ ν’ ανακαλύπτουμε το φως.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ (1961)

ΑΝΟΙΞΗ

Νικήθηκε ο θάνατος
Με το χαμόγελο τον δέντρου

Τώρα μπορούμε να εισχωρήσουμε
Μέσα στο ανάκτορο των εποχών

Να ξαναγεννηθούμε ολόφωτοι
Στην αγκαλιά της θάλασσας

Ν’ αλλάξουμε τα μάτια μας
Με δυο γαλάζια σύννεφα

Αγνοί να γείρουμε το σούρουπο
Και να ξυπνήσουμε πιο ωραίοι

Μια παπαρούνα ν’ ανταμώσουμε
Στα βλέφαρα των εραστών

Τον ύπνο που αχτιδοβολεί
Από την ευωδιά του κρίνου

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Αμέριμνος στοχάζεται και πράος ο ουρανός
Εγκαταλείπεται σε πορφυρές εκμυστηρεύσεις

Σ’ έναν απέραντο παράδεισο μεταμορφώνεται η αυγή
Και το ποτάμι σε βασίλισσα κατάφορτη μαργαριτάρια

Μπουκέτα γίνονται τα όνειρα
Δεμάτια γίνονται τα στάχυα

Ο έρωτας και ο καιρός έχουν την ιδία λάμψη
Άνθη και δέντρα απορροφούν αχόρταγα το φως

Και μια νεράιδα τραγουδά του ήλιου τη χαρά
Σ’ όλες τις σκιές μοιράζοντας τα διάφανά της πέπλα

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Πόσο νωθρά κυλούν οι ώρες
Ο ουρανός κατέβηκε πιο χαμηλά

Οι καπνοδόχες ορθώνονται πολύ ψηλά
Ένα χέρι αόρατο ανυφαίνει τους καπνούς των

Πράσινα τέλματα βουβά
Φωτίζονται με τα λυχνάρια

Μ’ ένα φιλί το βασιλόπουλο
Ξυπνάει την κοιμωμένη

Ξυπνάει την όμορφη βροχή
Που βιάζεται ν’ αναγγείλει τους γάμους της

Μες στ’ αστρολούλουδα υποφώσκει ένα λυκόφως
Πιο ωραίο γίνεται το κοιμητήρι

Μακριά στη λίμνη με τα νούφαρα
Πνίγεται η Οφηλία

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Όλοι κοιμούνται μες στα σπίτια τους
ίχνη από δάκρυα παντού

Πόσο φοβούνται τα παιδιά
Πως τρέμουν οι καθρέφτες

Τ’ άστρα μαζεύονται στην οροφή
Περήφανη αποξενώνεται το εκμαγείο της η σιωπή

Μέσα στον κήπο τα κλαδιά
Μιαν άσπρη ντύνονται μελωδία

Βαθιά στο δάσος η παιδούλα αποκοιμιέται
Μ’ ένα χρώμα λυπημένης τριανταφυλλιάς

Και μόνη ακούγεται η φωνή του ξυλοκόπου
Και του ανέμου η πένθιμη βοή

Η χλόη ανακαλύπτει πως δεν έχει μνήμη
Ξυπνά η στάχτη ανάμεσα στα πεθαμένα φύλλα

ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (1962)

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ

Μέσα στον ύπνο μου έρχεσαι
Απαράλλαχτη
Και σ’ αναγνωρίζω

Με σάρκα ζωντανή
Στιλβωμένη από τη πίκρα της θάλασσας
Με ήχο κοχυλιού

Και όμως ταχύτερη
Κι από τη λάμψη ενός πουλιού
Πιο ευδιάλυτη
Κι απ’ την καρδιά του σύγνεφου
Έτοιμη πάντοτε να ξαναρχίσεις
Τη θαυμαστή ιστορία σου

Ομίχλη και νερό
Ομίχλη και όνειρο

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ (1963)

ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Των βουνών αδελφή
Που η σαγήνη σου εξασθενίζει
Του ανθρώπου τη συστολή

Και τη χλωμάδα
Του αποκοιμισμένου φύλλου αφυπνίζει

Θα σε παρακαλούσα να κατέβαινες
Μες στου σπιτιού μας την αυλή
Μα η σιωπή σου με φοβίζει
Και δεν μ’ αφήνει ούτε στιγμή

Σωπαίνω λοιπόν και υπομένω
Το άπειρο φως σου περισυλλέγοντας
Από τη χειμωνιάτικη τούτη γη

Και υπομένω και πάλι σωπαίνω
Γιατί το ξέρω πως είσαι
Του αιώνιου η προσμονή

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Πάνω στην όψη του αποκοιμίζει
Τη λάμψη ενός κεριού
Όμως βαθύτερα μέσα του
Ανακαλύπτει πολλά πράγματα
Που τραγουδούν

[Όπως όλα τα πράγματα τραγουδούν
Όταν κλείνουμε μέσα μας
Κάτι από την ψυχή τους]

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Κρύσταλλα των ονείρων
Λείψανα φτερών
Και χιόνια
Πολλά χιόνια

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Γύψινα χέρια κοριτσιών
Μια κόμη που χλωμιάζει
Πολλαπλασιασμένες ανταύγειες
Παιχνιδίσματα ματιών

Κι ακόμα βαθύτερα μέσα του
Κάποιο θανάσιμο ψύχος
Ένα παράξενο σκληρό βλέφαρο
Που όλο τεντώνεται
Για να φυλάξει το μοναδικό
Υδάτινο μάτι του που τρέμει.

ΟΜΟΡΦΙΑ ΔΙΧΩΣ ΠΡΟΣΩΠΟ

Σ’ εσένα που ήρθες
Απ’ έναν κόσμο που δεν γνωρίζω
(Μοναδικό άσυλο της λησμονιάς)

Που ο άνεμος σμιλεύει
Στοχαστικά την κατατομή σου

Κι ο χρόνος απομακρύνεται
Τρομαγμένος
Δίχως ν’ αγγίζει την όψη σου

Σ’ εσένα που είσαι
Ένα κομμάτι νύχτας
Μες στη μοναξιά του κόσμου
Σχεδιάζοντας μεθυσμένα αστέρια
Και πετάγματα πουλιών

Αδιαπέραστη ιδεατή
Λυπημένη
Σαν ένα σύννεφο που βουλιάζει στα έλη

Φάντασμα της ομίχλης
Που σιγοπερπατεί

Τρέχω χαρούμενος
Να σε προϋπαντήσω

Να σε ξαναγεννήσω
Κάτω απ’ τον ήλιο
Πιο αληθινή.

ΧΙΟΝΙ

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας

Μακριά σημαίνουν καμπάνες

Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη

Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα

Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

Απ’ την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά

ΩΚΕΑΝΙΔΕΣ (1965)

ΑΣΥΓΚΡΙΤΕ ΩΚΕΑΝΕ

Ασύγκριτε ωκεανέ
Μου μίλησες πριν να σε ιδώ ακόμα
Πάνω από τους ορίζοντες πάνω απ’ τις πεδιάδες
Πάνω απ’ τη μνήμη πάνω απ’ τους καπνούς των καραβιών
Με τα καινούργια χείλη σου που ανθίζουν στον αφρό σου
Με τους κυκλώνες σου που κάνουνε να ταξιδεύουν ως εδώ
Τόσες μυριάδες βλέφαρα κοράλλινων κοριτσιών
Με την ατέλειωτη κόμη σου διάστιχτη από αστερισμούς
Με κοίταζες με τα πελώρια γαλάζια μάτια σου
Τα πιο γαλάζια κι από τ’ όνειρο
Που σ’ ένα δάκρυ τους χωρεί το φως όλου του κόσμου

Ω χάρισέ μου τώρα το φτερωτό σου άλογο
Το καταπράσινο άλογό σου
Κι εσύ ουρανέ μια κοφτερή μαρμαρυγή
Για να χτενίσω τη χαίτη του

ΟΤΑΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Όταν τα χέρια τ’ ουρανού κλώθουν των ίσκιων τα παραπετάσματα
Και σμίγει η θύμηση της γης με μιαν ηχώ νεκρώσιμης καμπάνας
Όταν πλαγιάζει σ’ ένα νέφος από μαύρες τουλίπες η αστραπή
Και τα μάτια ονειρεύονται ένα πένθιμο χρώμα
«Θα γεννηθείς ξανά» λέει ο καιρός
«Θα γεννηθείς ξανά» λένε τ’ αστέρια
«Θα γεννηθείς ξανά» αποκρίνεται το φλάουτο του νερού
«Θα γεννηθείς ξανά» αποκρίνονται τα φώτα των πουλιών
Και μια φτερούγα απέραντη μια ολόλευκη φτερούγα
Διώχνει μεμιάς τα σύννεφα διώχνει μεμιάς τα σκότη
Και μ’ ένα θρόισμα τραγουδά «εδώ είν’ η αθωότητα εδώ η γαμήλια ώρα»
Ο έρωτας σηκώνεται και πολεμάει το χάρο
Οι κρίνοι ανακαλύπτουνε ωραία καινούργια μάτια
‘Ένα καινούργιο αλφάβητο με γράμματα από φως
Που μας μαθαίνει πως οι άνθρωποι να δίνουνε τα χέρια
Πω? να φορούν την άνοιξη να συναλλάζουν τις καρδιές

Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Μες σ’ έναν κήπο ξεφυλλίζει
Χιλιάδες φώτα μοναχή
Τι όμορφα που τη στολίζει
Μια ολόχρυση βροχή

Έχει του άνεμου την ορμή
Του ποταμού τη λυγεράδα
Πιο πελιδνή κι από αστραπή
Πιο άσπιλη κι από νιφάδα

Είναι τα χέρια της μικρές σχεδίες
Που ταξιδεύουνε στον ουρανό
Ίσως ροδόχροα περιστέρια
Που καταυγάζουν τον ωκεανό

Μα ξάφνου ως πάλι ανοιγοκλείνουν
Πελώρια βλέφαρα πάνω στη γη
Κι ανθοβολούν οι παγετοί
Μεμιάς να την καλωσορίσουν

Είναι ολοκαίνουργια είναι λευκή
Χαρούμενος μες στα μαλλιά της
Ο ήλιος ναυαγεί

NOVISSIMA VERBA (1971)

1

Μόλις μπόρεσα να προσέξω
Το στιλπνό πουλί
Π ον κάθισε στην άκρη τον κρεβατιού μου
Τη μέρα που ήρθες πάλι
Να με συναντήσεις
Μόλις πρόφτασα τα μάτια σου
Που μέσα τους ξανάκλεισαν
Τους εφτά ουρανούς
Με τις γλαυκές ανεμώνες τους
Και το χαμόγελό σου που ξετύλιγε
Έν’ ανθοπέταλο από χιόνι

2

Αρρώστησε ο ουρανός να ονειρεύεται
Το άτονο βλέμμα σου
Τις κατάχλομες ντάλιες σου
Που ανάβουν μες στα νέφη
Από τον πυρετό τους
Κι αυτές τις άσπρες νιφάδες
Που σκεπάζουν το μονοπάτι σου
Πιότερο ακόμα
Κι από το μελάνι της νύχτας

3

Όσο κι αν ήταν αποτρόπαιη
Η νεκροφόρα που σε πήρε
Αναζητώ κάθε πρωί
Μέσα στη λάσπη
Τ’ αχνάρια των τροχών της
Όπου ακτινοβολούν ηράνθεμα
Όπου θροΐζουν αρχαγγελικά φτερά

4

Άπλωσε μου το χέρι σου
Τώρα που έγινε κλωνάρι Αμυγδαλιάς
Γιατί όσο ο καιρός περνάει
Τα μακρινά σου λόγια μοιάζουνε
Με σύννεφα χλωμά
Και τα δικά μου έχουν στερέψει
Κι όλο μαζεύω μόνο φρύγανα
Κι όλο μαζεύω πεταμένες μαργαρίτες
Για να σ’ απαντήσω

5

Όχι δεν έχουμε αποχωριστεί
Παραδομένος ακόμα στην αίγλη σου
Κάτω απ’ την άλλη άκρη τ’ ουρανού
Μέσα στον κύκλο μιας ανταύγειας
Που ολοένα εξασθενίζει
Κατεβαίνω την τάφρο που ξαναπρασινίζει
Ρωτώ τον άνεμο τα ερείπια τον κεραυνό
Μήπως τουλάχιστο απομείνει μες στα χέρια μου
Ένα κουρέλι από τη λάμψη σου που τρέμει

6

Κάποτε ’ίσως η φλόγα της λάμπας
Κάποτε ίσως το πάθος τον καιρού
Να πυρπολήσει τούτα τα χαρτιά μου
Μα θα μπορέσουν άραγε οι στάχτες τους ποτέ
Να καταπνίξουν τα μάτια σου
Που εξακολουθούν να λάμπουν
Κάτω απ’ τα σφαλιγμένα σου βλέφαρα;

7

Η νυχτερινή βροχή
Σέρνεται ανάμεσα απ’ τις θλιβερές
Καμπές του φθινοπώρου
Κουβαλώντας πυρόξανθα φύλλα
Κι άστρα νεκρά
’Αναταράζει την απέραντη σιωπή σου
Μέσα στην πιο θαυμαστή της άνοιξη
Και ξοδεύει όλη τη θεσπέσια χάρη της
Για να δροσίσει την πληγή μου

8

Το σεληνόφωτο σφυρηλατεί
Τα μυστικά του σύνεργα
Για να εκπορθήσει τα τζάμια των παραθυριών
Να σαγηνέψει τα πουλιά
Να πήξει τη μενεξεδένια λάσπη
Να ζωντανέψει μέσα στο τζάκι
Τον απαράμιλλο θρύλο σου

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ (1971)

Σ’ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΩ ΠΑΛΙ

Σ’ ανακαλύπτω πάλι
Ω επισκέπτρια νυχτερινή
Μαστιγωμένη απ’ όλους τους ανέμους
Και υψώνω ένα δέντρο
Για να στηρίξω τη λύπη μου
Και ξεδιπλώνω έναν ουρανό
Για να προετοιμάσω την πτήση μου
Ίσαμε σένα

Πόσο μακρύς ο δρόμος
Για να φτάσω την ερημιά των ματιών σου
Για ν’ ανασύρω τα μάτια σου
Μέσ’ απ’ τη στάχτη του καιρού
Να ξεχωρίσω τα λόγια σου
Που ολοένα ξεμακραίνουν
Και μόλις ακούγονται
Ίδιο ανατρίχιασμα νερού

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΛΙΒΑΔΙ

Θα ‘μαστε μόνοι εγώ κι εσύ
Και δε θα υπάρχουν πια
Ούτε αποχωρισμοί ούτε αναχωρήσεις
Ούτε μέρα ούτε νύχτα
Και θα ‘χει τόσο κάποια λάμψη απεριόριστη απλωθεί
Πάνω στα πρόσωπά μας
Που θα ελευθερωθούν τα βλέφαρα απ’ τον γύψο

Θα προχωρήσουμε μαζί στην όχθη του φωτός
Και τα δικά σου βήματα θ’ απορροφήσουν τα δικά μου
Μια σκουριασμένη αξίνα κι ένα φτυάρι θα ‘ναι πάντα εκεί
Να μου θυμίζουνε το τρομερό εκείνο απόγευμα μιας Κυριακής
Θα περπατήσουμε μαζί σ’ ένα γαλάζιο λιβάδι
Κι από τους λόφους θ’ αναβλύζει
Κάποιο ανάκουστο τραγούδι
Που ποτέ δε θα τελειώσει

ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1972)

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΡΧΙΖΕΙ

Η μουσική αρχίζει από την άκρη των χειλιών σου
Περνάει μεσ’ απ’ τα μάτια σου
Ξεχύνεται στα μαλλιά σου
Και διαγράφοντας τους πιο απίθανους κυματισμούς
Ανοίγει ένα φεγγίτη στο στήθος μου
Για να εγκατασταθεί μες στην καρδιά μου

’Όμως σε λίγο ξαναθυμάται τον ουρανό
Και βγαίνει πάλι έξω
Ανάβει σπινθήρες πάνω στα κρύα παγωμένα τζάμια
Φωτίζει την αραχνιασμένη κάμαρα
Λάμπει μαζί με τη φλόγα μέσα στο τζάκι
Και κάνει τη στάχτη ν’ αποκοιμηθεί

Ύστερα σμίγει με τον ήχο της βροχής
Καβαλάει το άλογο του χιονιού
Και σκαρφαλώνει στις απόκρημνες ακτές της σελήνης
Η ακόμα πιο ψηλά στα περιβόλια τ’ ουρανού
Πίσω απ’ την πάχνη των γιασεμιών
Πίσω απ’ τα βλέφαρα των ίσκιων

Στήλη καπνού εκεί ψηλά στην άλλη άβυσσο
Πηγή νερού εδώ σιμά μες στη βραχοσπηλιά
Κόρη του ιλίγγου και της αστραπής
Προσφέροντας μια δέσμη ρόδα σε όλους τους δυστυχισμένους
Ηγεμονίδα μιας φωτεινής θύελλας μέσα στην έρημο των νεκρών
Αναστάσιμο σήμαντρο μέσα σε μια κατακερματισμένη αιωνιότητα

ΣΟΥ ΓΡΑΦΩ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Σου γράφω τούτη την επιστολή
Όπως κανείς ανάβει ένα λυχνάρι
Όπως χιονίζει στο περιβόλι
Όπως βρέχει πάνω στις στέγες
Όπως στενάζουν οι καπνοδόχες
Όπως χτυπάει η πένθιμη καμπάνα του κοιμητηριού

Σου γράφω τούτη την επιστολή
Όπως ανθίζουν οι αμυγδαλιές
Όπως κυλάει το ρυάκι
Όπως κοιμούνται τα πουλιά μέσα στην πρασινάδα
Όπως σμίγουν τα στόματα των εραστών
Σχηματίζοντας ένα τριαντάφυλλο

Σου γράφω τούτη την επιστολή
Όπως κανείς ερωτεύεται για πρώτη φορά
Όπως ανοίγει ένα μπουμπούκι
Όπως μοιράζουν ελπίδες τα ρολόγια
Όπως σκάβει μες στον χειμώνα τις πέτρες η σιωπή
Όπως σκεπάζει ο ουρανός τα σκελετωμένα δέντρα

Σου γράφω τούτη την επιστολή
Με όλα μου τα σύννεφα
Με όλα μου τ’ αστέρια
Με την κορυφή του κυπαρισσιού
Για να μου χαρίσεις ένα ποτάμι
Για να μου χαρίσεις ένα όνειρο με τα φτερά του παγωνιού

Σου γράφω τούτη την επιστολή
Γιατί ο άνεμος παραμονεύει πίσω από την πόρτα
Γιατί μπορεί να μη σε ξαναδώ
Γιατί αξίζεις πιότερο κι απ’ τη ζωή μου

ΩΡΑ ΠΟΥ ΜΟΝΟ ΕΣΥ

Τώρα που μόνο εσύ μπορείς να με παρηγορήσεις
Αγκάλιασε με μ’ έναν έξαλλο εναγκαλισμό
Να μεταμορφωθώ σε μια καμέλια που ονειρεύεται
Που όλο ονειρεύεται την ομορφιά σου
Απόκρυφα σιωπηλά
Όπως ονειρεύονται τα κάρβουνα και η στάχτη

Να πλησιάσουν πιο πολύ τα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και να ενωθούν εξαφανίζοντας το διάστημα που μας χωρίζει
Μες σε μια σύσπαση οδυνηρή
Καθώς την ώρα ενός ναυαγίου

Ν’ ανοίξουνε μεμιάς τα βλέφαρά σου
Ίδια με πόρτες και παράθυρα φτωχών φιλόξενων σπιτιών
Σ’ ένα διαβάτη έρημο που περιπλανιέται μέσα στη νύχτα
Και κάποια λέξη να διασχίσει το σκοτάδι
Για να γνωρίσω τ’ όνομά σου καλύτερα από το δικό μου

Πρωί πρωί να κατεβεί ο ήλιος στο περβόλι
Να μη φορούνε πένθιμες ταινίες τα λουλούδια
Μήτε να είναι καρφωμένα τα πουλιά στον ουρανό
Και να ’σαι πάντα η ίδια πάντα εσύ

Κι όταν αδιάφορο το σούρουπο θα ‘‘ρθει
Και παρασύρει ο άνεμος μαζί σου όλα τα φύλλα
Να μείνει μόνο το άρωμα απ’ το ανέπαφο κορμί σου
Κι η ανοιχτή μου πάντοτε πληγή

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΥΙΤΑ (1975)

ΟΤΑΝ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ…

στον Μίλτο Σαχτούρη

Όταν ο ποιητής
Ανοίγει τα μάτια του
Στο καθημερινό θαύμα
Εμφανίζονται σιγά – σιγά
Όλα τα πένθιμα φαντάσματα
Όλα τα όνειρα τα λυπητερά
Σαν κεριά που καπνίζουν

Τότε με το χλωμό του δάκτυλο
Χαράζει τ’ αρχικά της αστραπής
Πάνω στη στιβαγμένη σκόνη
Πάνω στο πρόσωπο της χρονιάς
Που γέρνει
Μαστιγωμένο απ’ όλους τους ανέμους
Αλλάζει τη λάσπη
Σε κρουνούς από φωτεινό αίμα
Μεταμορφώνει το θάνατο
Σ’ ερωτικό τραγούδι

Ω ποίηση αναμάρτητη
Εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας
Ω ποίηση ατελεύτητη
Φτεροκόπημα χελιδονιών

ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΑΙΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΟ ΜΑΡΙΑ (1977)

Καθώς μια μέρα εγώ κοιτούσα στην ακρογιαλιά
Τόσους σπαρμένους σκελετούς
Εκεί ψηλά στην αυτοκρατορία του ήλιου
Κάτω από την ολόασπρη φτερούγα του καλοκαιριού
Άκουσα μια φωνή απαλή να ψιθυρίζει
«Κύλησε πάνωθέ τους νύχτα καταγωγική
Το φωτεινό τούτο ποτάμι σου που ονομάζεται τρυφερότητα
Προαιώνιες λάμψεις ξεχυθείτε
Άστρα να φέξουν οι πληγές
Κρατήσου θάνατε σε υποταγή»

Κι ήσουν Εσύ Μεγαλόχαρη
λευκότητα άσπιλη και μυστική
Κεντημένη με ίσκιους και με βλέμματα πουλιών
Κι ήσουν Εσύ Γλυκοφιλούσα με το χαμόγελό σου
Οριακό χαμόγελο
Ανάβρυσμα από φύλλα
Πρώτο πέταγμα των μελισσών
‘Εωθινή δροσιά σ’ όλους χαρίζοντας ελπίδες
Του πρίσματος ακμή
Μελάνη αχνή μενεξεδένια σχεδιάζοντας
Χορούς αγγέλων και άρπες
λάμψη και σύννεφο όπου πνίγεται η ίριδα
Μετάξινη κλωστή που μας συνδέει με τον πυλώνα τ’ ουρανού

***

Χάριτος πλήρωμα δίκαιη ζυγαριά ω ελληνικό καλοκαίρι
’Ομορφιά του κόσμου χαραγμένη στις πλάκες που σκεπάζουν
Τις στέγες των νησιώτικων σπιτιών
Απιθωμένη στα ύψη ανάμεσα σε λαμπερά ξίφη ,
Η μέσα στη δροσιά των θαλασσών που ξεδιπλώνονται καταπόρφυρες
από αίγλη
Ταξίδεψέ μας με το πιο βροχερό σου όνειρο μιας καλοκαιριάτικης θύελλας
Κάνε μας ν’ αρμενίσομε με τα εγκώμια των μελτεμιών σου
Ανάστησε όλους τους άνεμους
Για να μας αποσπάσουν από το υνί του χρόνου
Και κοίμισε μας στην εκθαμβωτική πεδιάδα της αιωνιότητας
Μες στην αστραφτερή της σκόνη
Δεκαπενταύγουστο μαζί με την Κεχαριτωμένη και Αειπάρθενο
Μαζί με το σμαράγδι του απειρόκακου ύπνου Της που θροΐζει
Κάτω από τα μεγάλα τόξα των μοναστηριών
Πάνω απ’ τις πολιτείες μας
Στους ατέλειωτους κύκλους των ουρανών
Τους φορτωμένους με σήμαντρα και σάλπιγγες ασημένιες
Για να πανηγυρίσουμε ξανά τους υμέναιους μας με τη Διαφάνεια

***

Των άγιων τα πρόσωπα είναι λυπημένα:
Είναι τα βλέφαρα των ίσκιων ματωμένα:

Τη μαργαριταρένια στάλα
Ρωτώ να μάθω εγώ γιατί

Οι ανεμοδείχτες είν’ αργοί σταματημένοι;
Είν’ οι χελώνες από λύκους κυκλωμένοι;

Τη μαργαριταρένια στάλα
Ρωτώ να μάθω εγώ γιατί

Σταυρώνουν πάντα τους αθώους οι δυνατοί;
Ρεύουν στης ένδειας την αυλόπορτα οι φτωχοί;

Τη μαργαριταρένια στάλα
Ρωτώ να μάθω εγώ γιατί

Συλλέγει ο άνεμος νεκρών παιδιών τη σκόνη;
Βουλιάζουν τα όνειρα στον χρόνο την οθόνη;

Τη μαργαριταρένια στάλα
Ρωτώ να μάθω εγώ γιατί

Το ολόαγνο δάκρυ Σου Αγία Μητέρα

***

Πίσω από τον καθρέφτη ο θάνατος
Πίσω απ’ το ρόδο η οιμωγή

Πάνω απ’ το αέτωμα του νυφικού κοιτώνα
Το μαύρο σάβανο της λήθης

Μέσα στην κάτασπρη σελίδα του ορίζοντα
Το πύρινο άλογο της καταιγίδας

Κι έρχεσαι Συ Πανώρια Ευαγγελίστρια
Ηδύτητα απροσμέτρητη Παρθένος Μαρία
Φως αβασίλευτο κι έρωτας τον φωτός
Αυγή και βλέφαρο της αυγής
Κι όλα μεμιάς αναγαλλιάζουν

Τ’ άσπρα σεντόνια αχολογούν στα λιακωτά
Κλώθουν Ανάερα φιλιά στους Αργαλειούς οι ανυφάντρες
λαμποκοπούν ξανά της γης τα περιβόλια

Κι είν η αγάπη Σου
Δέντρο πλατύφυλλο καταμεσής στον κόσμο

Κι είν η αγάπη Σου
Η μόνη σωτηρία

Η ΑΝΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ (1979)

Η ΑΝΝΑ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ

Η Άννα επιθυμούσε τη ζωή
Η Άννα δεν επιθυμούσε το θάνατο
Κι ο θάνατος ήρθε να την επισκεφθεί
Και δεν κατόρθωσε ν’ απομακρύνει
Το μεγάλο σύννεφο
Αυτό το μπουκέτο από μαύρα λουλούδια
Που την είχε ερωτευθεί
Και κρύφτηκε τρομαγμένη
Πίσω από ένα φύλλο
Πίσω από έναν ουρανό
Πίσω από μια παπαρούνα
Πίσω από έναν σταυρό

ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ

Θα την περιγράφω έτσι όπως αναβλύζει
Από την σκοτεινή της πηγή

Έναστρη
Ιλιγγιώδης?
Ορμητική σα χείμαρρος

Και γύρω της να υφαίνεται
Και να ξαναϋφαίνεται με τα μαλλιά της
‘Ένα σύννεφο που ματώνει

Ωστόσο πάντοτε
Ασύγκριτα εκθαμβωτική

Μια σύσπαση φωτεινή

Νεφέλη αποκρυσταλλωμένη
Σε θάλαμο νυφικό

Ίδια η διαφάνεια

ΕΦΥΓΕ ΞΑΦΝΙΚΑ

’Έφυγε ξαφνικά
Δίχως ν’ αφήσει
Τα ίχνη από τα δάχτυλά της
Πάνω στο πιάνο

Ούτε εν’ αστέρι τουλάχιστον απ’ τα μαλλιά της
Στην οροφή
Ούτε ένα άρωμα στις κλειδαριές

Δίχως ν’ αφήσει
Τη φωτεινή γραμμή
Που αφήνουν τα τραίνα
Στο πέρασμά τους

Έφυγε απλή και γαλήνια
Σαν τη νύχτα
Σκαλί σκαλί κατεβαίνοντας
Για ν’ αποθέσει το σώμα της
Στην τελική δυναστεία των πάγων

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΑΛΟΓΟ

Υπάρχει κάποιο άλογο
Με τα εφτά χρώματα της ίριδας
Άθικτο σιωπηλό σεληνιακό
Π ον σχεδιάζει έναν ίσκιο με την οπλή του
Και σημαδεύει με το αιθέριο αίμα του
Την κίτρινη έκταση μιας ερήμου

Υπάρχει κάποιο άλογο
Αληθινός άγγελος των γιασεμιών και των κρίνων
Που ανοίγει τον πυλώνα
Ενός ουρανού που δεν είναι
Παρά η σελίδα ενός βιβλίου
Από παραμυθία με νεράιδες

Υπάρχει κάποιο άλογο
Εισβολή της λευκότητας
Καλπασμός των υδάτων
Στρόβιλος από κομμένα φτερά
Ηχώ του αποσκελετωμένου
Φωτεινού κορμιού της

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Πίσω απ’ τον τοίχο
Ένα θρόισμα από φτερούγες
Που ξανακλείνουν

Διασκορπισμένα μέλη
Και γύψινα ομοιώματα

Στις χαραμάδες της πόρτας
Οι λυγμοί του ανέμου

Κι εκεί βαθιά μες στο σκοτάδι
Το κοραλλένιο σου πρόσωπο
Καταφαγωμένο

Πάνω στο τραπέζι
Δυο μαραμένα λουλούδια που τρεμουλιάζουν
Σαν αναμμένα κεριά
Φτωχικό μνημόσυνο
Στ’ απολιθώματα της ομορφιάς σου

Προς την έξοδο
Μεγάλε? σκάλες οδηγούν
Σε κάποιαν αίθουσα που τη στολίζουν
Άρπες αραχνιασμένες

ΟΙ ΣΚΕΛΕΤΟΙ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Οι σκελετοί των πουλιών
Τ’ άδεια κουτιά τα σίδερα
Τα τυλιγμένα με τα βρύα της σκουριάς
Τ’ Ατέλειωτα δάκρυα στην άκρη του ορίζοντα
’Εκεί όπου άλλοτε ανάτελλαν
Τα ωραία σου λόγια σαν αστέρια
Και η δροσιά φορούσε διαδήματα
Στο μέτωπο όλων των λουλουδιών

Τώρα φοβούμαι να προφέρω τ’ όνομά σου
Οι μελανές κηλίδες όλο απλώνονται πάνω στους τοίχους
Μες στους θαλάμους των ετών
Και δεν απόμεινε παρά μονάχα
Το ξεθωριασμένο τοπίο της σιωπής
Κι εκείνη ακόμα η σύντομη νύχτα
Σχεδιασμένη στη θύμησή μου
Με το αχνό ιδεόγραμμα μιας αστραπής

ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΑΣ

Το σπιτάκι μας
Αρωματισμένο Απ’ τα σύννεφα
Ταξιδεύει

Η σελήνη λικνίζεται
Πάνω στο μίσχο της

Κι όλες οι στέγες λαμποκοπούν

Όμως εσύ
Κάτω από ποια χωματένια φτερά
Κάτω από ποιαν υπόγεια φτέρη
’Έκρυψες για πάντα το πρόσωπό σου,

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

Πριν από την αυγή
Προβάλλουν δυο χέρια
Και παρ’ όλη τη λάσπη
Άνθη
Φυλλώματα
Ένα δέντρο μ’ αστέρια

Ύστερα εκείνη
Κίτρινος ήλιος
Πάνω σε κατάμαυρα νερά

Η ΑΝΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Άννα πουλί στο αλώνι του χωριού
Ανάμεσα στα κίτρινα φύλλα
Τρεχαντήρι στη θάλασσα

Άννα μάτι άλογου μαστιγωμένου
Λεπτή βελόνα μέρας βροχερής

Άννα χαμόγελο που λειώνει μέσα στου ήλιου το χρυσάφι
Όνομα ανταύγεια από βόρειο σέλας

Άννα δαχτυλίδι καταπράσινο από σμάλτο
Αστέρι πολικό

Άννα πύργος που τον δέρνει η καταιγίδα
Χιόνι του άλλοτε που ξανάρχεται
Άννα των δακρύων
Άννα της απουσίας
Άννα της παλινόρθωσης
Άννα παντοτινή

ΑΨΥΧΗ ΕΣΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΗ

Άψυχη εσύ αινιγματική
Πιο σκοτεινή κι απ’ τη μεμβράνη της εσπέρας
Σαν όταν σβήνουμε το φως
Μες στ’ όνομά σου τυλιγμένη το μενεξεδί
Με τα ωραία σου μάτια ζωγραφισμένα
Επάνω στην περγαμηνή
Κάποιας νεκρώσιμης ακολουθίας

ΕΔΩ ΜΕΣ ΣΤΟ ΨΥΧΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Εδώ μες στο ψυχρό γαλάζιο
Που περικλείουν τα βλέφαρά σου

Εδώ που επιστρέφει αλώβητος ο ουρανός

Εδώ που τα πιο έξοχα χρώματα της ίριδας
Αντισταθμίζουν την άβυσσο

ΒΛΕΠΩ Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΝ 01 ΝΕΚΡΟΙ

Βλέπω ν’ ανθίζουν οι νεκροί
Η αστραπή να φράζει το σκοτάδι
Κι εσύ ζωσμένη μ’ ένα σπαθί
Να ξαναγυρνάς από τη χώρα των κρίνων

ΕΝΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ (1980)

14

Με κοιτάζεις
Ένα ρουμπίνι ανάβει
Στο βυθό της θάλασσας
Ένας άλικος κύκλος
Με περισφίγγει

Μιλάς
Βουίζουν μέλισσες
Σε μια κυψέλη
Μια αιμάτινη σφραγίδα
Αποτυπώνεται στο στήθος μου

Σωπαίνεις
Γεννιούνται περιστέρια
Παγώνουν τα δάκρυα

Χαμογελάς
Λάμπουν ατέλειωτες
Δροσοσταλίδες
Ένα χέρι αόρατο μ’ οδηγεί
Στον προθάλαμο του ονείρου

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ (1983)

ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΕ ΛΕΥΚΟ ΕΛΑΣΣΟΝ

Θα κλείσουμε σ’ ένα κλουβί
Τη λάμψη το πουλί
Την άνοιξη κι ένα γαλάζιο μάτι,
Το σύννεφο και την αυγή

Θα κλείσουμε σ ένα κλουβί
Το χιόνι ένα κομμένο χέρι
Την άρπα το βιολί
Για να μη μας ξεφεύγει τίποτα

Ύστερα θα ξυπνήσουμε
Την όμορφη αποκοιμισμένη
Πίσω απ’ το μαύρο παραπέτασμα
Να μας μιλήσει
Και θα κυλήσουν άστρα από τη φωνή της
Τ όσα άστρα όσες
Συλλαβές θανάτου
Είχε προφέρει στον ύπνο της
Για να φυτρώσουν ξίφη αστραφτερά
Και να καταλυθούν οι δεσμοί

Τέλος θ’ ανάψουμε ξανά
Κόκκινες λάμπες σαν πληγές
Τις πέντε αχτίδες που μου χάρισες
Τα πέντε αγκάθια που σε μάτωσαν
Για να φέξει ό κόσμος όλος μια στιγμή
Για να γίνει κάτασπρος
Όπως ήταν από την αρχή

ΜΟΝΑΧΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

στον Στέλιο Αρτεμάκη

Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα

Μονάχα με την ποίηση
Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε
Να ονομάζουμε τα πράγματα

Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη
Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική

Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα
Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός

Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια
Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια

Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα
Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών

Η ΑΤΡΑΠΟΣ (1984)

ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ

Είναι η ώρα που κλείνουν τα παράθυρα
Που η μικρή κόρη της σελήνης
Περνάει ανάμεσα από το φεγγίτη
Και τα καράβια ταξιδεύουν
Πάνω στα νερά της μουσικής

Είναι η ώρα που ένα αόρατο σπαθί
Πλανιέται πάνω από τα χείλη μας
Και δυναμώνει η λάμψη των φιλιών
Που η μαύρη νύχτα ξεπετιέται από τ’ αρμάρια
Και βουλιάζουν οι στέγες κάτω από την πάχνη των πουλιών

Είναι η ώρα που κυλάει μέσα στις φλέβες μας
το αίμα όλων των αγαπημένων μας νεκρών
Και πού ευωδιάζουν τα λείψανα σαν άνθη πορτοκαλιάς
Πού αποτυπώνεται πάνω στα τζάμια
Η κίτρινη κόμη της λησμονιάς

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Ό τελευταίος καπνός
Στην όχθη τ’ ουρανού

Πίσω απ’ το τζάμι
Χέρια κάτασπρα
Ικετεύουν σαν πουλιά

Κι ένα λυχνάρι θρυμματίζεται
Σχηματίζοντας
Μικρές κόκκινες φλόγες

Τότε
Κάποια παιδούλα
Αρχίζει να γράφει
Το πιο ωραίο της ποίημα

ΠΟΙΟΣ ΕΚΡΥΨΕ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ

Ποιος έκρυψε στις φλέβες μας
Ήχους περιστεριών,

Στους τοίχους φύτρωσαν φτερά

Ο χρόνος έμεινε βουβός απόψε
Κι όλα τα λόγια μας συντρίβονται
Στο κρύσταλλο του κενού

Τα παραθυρόφυλλα τρίζουν ορθάνοιχτα
Ο άνεμος φεγγοβολεί
Φέρνει ως εδώ τη μυρουδιά του χόρτου

Στου καραβιού την πλώρη υψώθηκε
Σα θυρεός
Το πεπρωμένο μας

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΝΕΡΟΠΟΝΤΗΣ

Ακολουθώντας τα ίχνη της νεροποντής
Κάτω απ’ τη θλίψη των κεραμιδιών
Μες στη μοναχική υδρορροή
Ή μες στις μαύρες οπές των φτερών
Θα διαφυλάξω στα μάτια μου
Αυτό το πιο στερνό ρόδο της δύσης
Την απόκρημνη αυτή ακτή
Και το ναυαγισμένο πλοίο
Με το ιστίο του σαν προσευχή
Που μετατρέπει το θάνατο
Σε μια μικρή
Πολύ μικρή τελεία
Λευκή

ΑΓΓΙΖΩ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ

Αγγίζω το μάρμαρο
Δεν αποκρίνεται

Αγκαλιάζω τον καπνό
Δραπετεύει μες απ’ τα χέρια μου

Μελετώ τη γραφή των άστρων
Όμως κουράζομαι ανώφελα

Μιλώ μονάχος
Οι καθρέφτες δε μ’ αναγνωρίζουν

Φωνάζω με δύναμη για να βεβαιωθώ
Πως είμαι ακόμα ζωντανός

Τέλος βουλιάζω σ’ αυτό το μάτι
Που είναι πάντα ανοιχτό

Σ’ αυτό το μάτι σου
Σωστό πηγάδι

FRAGMENTA ‘H Η ΒΛΑΣΤΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΥΚΤΩΝ (1985)

Χορεύτριες κόρες εσείς της αλλαγής
Κυλήστε τη ρόδα των θαυμάτων
Χαράξτε έναν κύκλο μαγικό

***

Νύχτα από συραμμένες βλεφαρίδες
Νύχτα βουβή
Όταν σημαίνει πένθιμα η καμπάνα
Του αποτεφρωμένου ονείρου

***

Κάθε βραδιά το χαμόσπιτο
Εγκαταλειμμένο στα δόντια των ανέμων
Στηρίζεται μονάχα στο λυχνάρι τον

***

Τρέξτε καλόγνωμες νεράιδες
‘Ο μοναχικός καβαλάρης
’Αποκοιμήθηκε στην πηγή
Μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Προστατεύει τον ύπνο του

***

Το φανάρι του δρόμου
Μετράει κάθε νύχτα
Τις κίτρινες χάντρες
Της φωτορροής του

***

Η σελήνη με τον ασημένιο μανδύα της
Τυλίγει ένα άλογο νεκρό
Πάλι οι πληγές ανοίγουν
Τα κόκκαλα αρχινούν ν’ ασπρίζουν στο κοιμητήρι

Ο καιρός των λουλουδιών έχει τελειώσει

***

Κόκκινο χιόνι
Κόκκινο χιόνι
Στη σκεπή
Στο περιβόλι ανθίζει
Ένα κομμένο χέρι

***

Μαρμαρυγή που παιχνιδίζει
Μέσα σ’ ερείπια
Πουλί σκεπασμένο με στάχτη
Κάτασπρη πάχνη
Που τυλίγει την πηγή
Ο τελευταίος αποχαιρετισμός της
Πυρπολημένος από φώτα

***

Οι κουρτίνες του καιρού
Κιτρινίζουν
Απ’ την πληγή της θύελλας
Κατρακυλούν
Οπάλινα βλέφαρα
Το φως πιά δεν ανοίγει
Τα λευκά φτερά του
Απομένουν οι λάμπες που χιονίζουν
Όλη τη νύχτα

***

Βεατρίκη σύζευξη των χρωμάτων
Διαφάνεια που έρχεται από πολύ ψηλά
Από το φως τ’ ουρανού
Από την τήξη της χιονοστιβάδας
Απ’ των αγγέλων τη σιωπή
Ανταύγεια σμαραγδένιων νερών
Σε βενετσιάνικο παλάτι

***

Καθώς χαμόγελο στη δύση του
Καθώς φεγγοβολή αργοπορημένη
Το ρόδο σου προσφέρει ακόμα τους ιριδισμούς του
Η άνοιξη την καλημέρα της
Ο ουρανός την πιο γαλάζια τον κόρη
Μα ολοένα ο θάνατος φυσάει
Αμείλικτος ο θάνατος
Φυσάει από παντού

***

Κάποτε το φιλί
Αλλάζει όχθη
Τα χείλη συντρίβονται
Το πρόσωπο επαναλαμβάνεται
Παραμορφωμένο μες στον καθρέφτη
Ωστόσο εκεί στο υπόγειο
Κάτω από μιαν απόκρυφη ρωγμή
Ένας τυφλός συνεχίζει
Την αδυσώπητη μελωδία του

***

Βαθιά συρτάρια από ξύλο παλαιό
Που ευωδιάζουν
Με σκουριασμένες κλειδαριές
Ηχηρά μονάχα από τη σιωπή
Μέσα τους ακτινοβολεί
Η πιο παράξενη μυστική νύχτα

***

Βήματα νεκρών που απομακρύνονται ολοένα
Σώματα πουλιών βαλσαμωμένα
λυπημένα βλέμματα χωρισμένων εραστών

***

’Οργισμένες αχτίδες που διαπερνούν τον ορίζοντα
Ίχνη που αφήνει ο ουρανός
Ύστερα από τη θύελλα
Ύστερα από την τελευταία πτώση
Του αγγέλου

***

Καλοκαίρι χαρά των δέντρων
Είχες από φύλλα που αλλάζουν συνεχώς
Λεύκωμα κόρης είκοσι χρονών
Χρυσό κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες

***

Ο Σεπτέμβρης πλησιάζει διστακτικός
Σα λάμπα που μόλις άναψαν το φιτίλι της
Σαν άλογο φοβισμένο
Που ραντίζει με στάχτες τις πολιτείες

ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ (1986)

Στον Γιάννη Ρίτσο

1

Έμποροι δυνάστες στρατηγοί
Μην τολμήσετε να συντρίψετε τα χέρια
Που κρατούν το φως
Αιώνες ανθρώπινων ονείρων
Θα σκεπάσουν τα μάτια σας
Με μαύρα ηλιοτρόπια
Ατσάλινα νύχια
Θα ξεσχίσουν τα πρόσωπά σας
Κι αγριεμένα πληρώματα
θα σας κρεμάσουν
Στο πιο πένθιμο κατάρτι
Την πιο πένθιμη νύχτα του χρόνου
Για να μάθετε πώς μονάχα η λευκή ανθοφορία
Του τοκετού της αγάπης διαρκεί

2

Δήμιοι με το πρόσωπο του θανάτου
Δε θα μπορέσετε ποτέ να εξαφανίσετε
Το γαλάζιο ενός αθώου ματιού
Ανάμεσα από τις καμένες σάρκες
Κι από τα μελανιασμένα κορμιά
Ανάμεσα από τις σταυρωμένες ανοίξεις
Ανάβει πάντα για νεκρούς και ζωντανούς
Ο δαυλός της δικαιοσύνης

3

Για να πυκνώσει το φως
Και να γεννήσει το πουλί
Για να νικήσει ό άνεμος
Τους πρώτους δισταγμούς του
Και να φωνάξει ή θάλασσα ελευθερία
Πρέπει να ‘ρθουν οι λατόμοι
Γεμάτοι οργή
Να πελεκήσουν τα πέτρινα σύννεφα
Που πλάκωσαν όλες τις πολιτείες
Να πελεκήσουν τ’ αγάλματα
Mε τις μαύρες καρδιές
Να ξεχειλίσει το αίμα
Να πνίξει τούς δολοφόνους

4

Όσο υπάρχουν ποιητές
Τα πουλιά θα πετούν
Και τα δέντρα θ’ ανθίζουν
Δε θα μπορούν ανίερα χέρια
Να σταματήσουν την άνοιξη
Να εξαφανίσουν τα πράσινα σημάδια
Αυτούς πού πιστεύουν ακόμα
Πώς είναι τ’ όνειρο δυνατό

5

Ύστερα από τόσα εκατομμύρια πτώματα
Από τόσες ανοιχτές πληγές
Πριν από την έκλυση της φοβερής αστραπής
Η μαυρίλα καταπίνει τον ήλιο
Τα μάτια συστέλλονται
Μικραίνουν οι άνθρωποι
Χάνουν το πρόσωπο τους
Φορούν για παράσημα τη ντροπή
Και την καταφρόνια
Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος
Να θυμηθούνε πάλι την ομορφιά
Να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο
Από την αρχή

6

‘Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα αλόγα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τούς φεγγίτες

7

Φως υπερούσιο
Απρόσιτο φως
Από ποια ύφη κατεβαίνεις
Σ’ αυτή την καταματωμένη γη
Όπου σέρνονται ακόμα οι άνθρωποι
Ανάμεσα στον τρόμο και την ελπίδα
Άσπιλο φως
Που δεν έχεις ούτε αρχή ούτε τέλος
Και που η μέρα παρατείνει την ηγεμονία της
Για να σε διαφυλάξει
Πότε λοιπόν θα κατορθώσεις
Ν’ αποδιώξεις το βαθύ
Βαθύ σκοτάδι αυτού του κόσμου.

8

Δεν έχει πιά σημασία
Να κόβουμε μαραμένα τριαντάφυλλα
Να σφίγγουμε ένα χέρι
Που βγαίνει μέσα από μια πέτρα
Όπως εν άστρο
Ανάμεσ’ από τα ερείπια
Να προσπαθούμε νά γλυτώσουμε
Ένα μονάχα πλοίο πού κινδυνεύει
Να κατοικούμε πολιτείες
Που δε γνωρίζουν τον ύπνο
Να ζούμε πάντα μονάχοι
Mε μια παγωμένη φτερούγα
Και μ ένα γυάλινο μάτι πού μας τρομάζει
Ν’ αγκαλιάζουμε ένα σύννεφο
Που ταξιδεύει προς τη δύση
Σημασία έχει ν αγκιστρωθούμε πάλι
Γερά πάνω στη γη
Όπως η μέλισσα στο λουλούδι
Να ξαναχτίσουμε ένα σπίτι
Να μας χωράει όλους μαζί

9

Χρειάζεται σιωπή
Πολλή σιωπή
Πυκνό χορτάρι
θράκα πολλή
Από μέρες περασμένες
Που αδιάκοπα να τη φυσάς
Δεμάτια στάχυα σύννεφα
Δάκρυα πικρά
Πέτρες πυρακτωμένες
Σκόνη χρυσή από κοπανισμένα αστέρια
Κι ένας καλόβολος άνεμος
Που να τα πάρει όλα μαζί
Και να τα πάει στην άλλη αυγή
Σα μυθικό καράβι
Για να χαθεί ό χειμώνας νικημένος
Για να ντυθούνε των νεκρών τα κόκκαλα
Με φώς
Ν’ αναστηθεί η φωνή τους
Μ’ έva στρόβιλο φτερών
Στα δάχτυλά τους ν αντηχήσουν οι φλογέρες

10

Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ταξιδεύοντας από τη μιαν όχθη στην άλλη
Πάνω στην πλώρη ενός καραβιού
Μοιράζοντας κόκκινα γαρύφαλλα
Στους ναυαγισμένους
Ανακαλύπτοντας περίσσια θαύματα
Που δεν χάνονται
Ακόμα κι όταν κλείσουμε τά μάτια
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ακολουθώντας ένα ποτάμι όπου σμίγουν
Αίμα και φως
Παίζοντας μια σάλπιγγα
Που συναδέλφωνε όλους τούς ανθρώπους
Που έκανε να σωριαστούν οι τοίχοι
Και να γίνουν κίτρινη σκόνη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
‘Ολομόναχοι σ’ ένα κελλί
Κρυμμένοι άλλοτε σ’ ένα σεντούκι
Κι άλλοτε πάλι στριμωγμένοι
Σε μια λουρίδα ήλιου
Που θα μπορούσε να τη σβήσει
Ακόμα και το χέρι
Ενός αδιάφορου επισκέπτη
Μάθαμε τον έρωτα και τον θάνατο
Εκεί όπου σήμερα ηγεμονεύει η σιωπή
Τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια
Μαζεύοντας μ’ ένα φτυάρι τα χιόνια
Μικραίνοντας με τη χαρά μας την απόσταση
Που χωρίζει τη γη από τον ουρανό

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  (1987)

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΠΙΑ ΚΟΝΤΕΥΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ

Το καλοκαίρι πιά κοντεύει να τελειώσει
Κι ο άνεμος μετακινεί
Τα φύλλα που τρέμουν
Και τις φωνές των πουλιών
Μας προσκαλεί να ξαναρχίσουμε
Τις παλιές μεταναστεύσεις

ΧΤΙΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΕΝΑΝ ΠΥΡΓΟ

Χτίσαμε αγάπη μου έναν πύργο
Από πέτρα
Ψηλά στη ράχη του βουνού
Και φυτέψαμε σκιές σ’ όλους τους τοίχους
Και περιμένουμε ν’ αναφανούν
Οι πρώτες εξαίσιες κηλίδες
Τα πρώτα κρύσταλλα
Αυτό το φως που θ’ ασημώσει τα πουλιά
Και που θα ντύσει ξάφνου τη σάρκα μας
Με μι’ αστραπή
Μες στην γλυκειάν ανάσα του Σεπτέμβρη

ΑΝΕΜΕ ΕΣΥ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

στον Γ. Θ. Βαφόπουλο

’Άνεμε εσύ της θάλασσας
Που τριγυρνάς αδιάφορος
Για τη χαρά και για τον πόνο των ανθρώπων
Που ψηλαφείς πότε χλιαρός και πότε παγωμένος
Το ηλιοκαμένα δέρμα τους
Που διαπερνάς ορμητικός
Την άβυσσο του ωκεανού
Σαν άγριο περιστέρι
Και που χαρίζεις σ’ όλους τους τυφλούς
Τα πιο ακριβά στολίδια σου
Άνεμε εσύ της θάλασσας
Που τραγουδάς την όλβια ηλικία της
Και με σταλαγματιές νερού
Ραντίζεις τ’ άστρα στα επουράνια
Μαστίγιο αστραφτερό
Που όλες τις βάρκες στη στεριά συνάζεις
Κανένας τώρα δε σε συλλογιέται
Κανένας δε ζητάει το φιλντισένιο σου άλογο
Κανένας δεν ακούει τη μουσική σου
Αλλ’ όμως άνεμε της θάλασσας εσύ
Αγαπημένε φίλε μου άκουσε
Εγώ που τόσα καλοκαίρια
Ολόρθος πάλεψα μαζί σου
Και που με νίκησες
Δεν σε ξεχνώ
’Αν θες μπορείς να φύγεις για την ώρα
Και να κρυφτείς όπως σου πρέπει
Ψηλά στο πιο άθικτο γαλάζιο

Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΧΩΡΑ

Σ’ αυτή τη χώρα που τη διαφεντεύουν
Η φωτιά και το σίδερο
Οι ερειπωμένοι τοίχοι ζωντανεύουν
Μόνο τη νύχτα
Όταν φυσάει ο δυνατός αγέρας
Πλημμυρίζοντάς τους
Με πένθιμους μικρούς φεγγίτες

ΟΧΙ ΕΔΩ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ

Όχι εδώ σ’ αυτό το σκοτεινό τετράγωνο
Εδώ συρρέουν τα πένθη
Οι απώλειες
Τα δάχτυλα του καπνού

Κι εγώ θέλω τους άσπρους τοίχους
Το πράσινο φύλλο που δεν κιτρινίζει
Της θάλασσας τον αφρό
Αυτό το φως το λαμπερό δίχως κηλίδες
Το άγνωστο και μακρινό ακρωτήρι
Θέλω τον έρωτα
Να τραγουδήσω θέλω δυνατά
Με όλο μου το σώμα
Για να ξυπνήσω τα βουνά
Να επινοήσω ένα παραμύθι

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΞΕΡΩ

στη μνήμη τον Γιώργου Σαραντάρη

Ο ουρανός υπάρχει το ξέρω
Υπάρχουν ακόμα οι πέτρες δίχως φωνή
Τα βράχια τα γυμνά για τους απλούς ανθρώπους
-Όπου θα μπορούσε να φυτρώσει ένα θαυμάσιο λουλούδι
Που θα ‘ταν η ίδια η αθωότητα
Υπάρχει τέλος η φωτιά
Η δυνατή φωτιά που εξαγνίζει

ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΕΣΥ ΤΡΙΣΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ

Κοιμήσου εσύ τρισευτυχισμένη κοιμήσου
Σ’ αυτόν τον κήπο που φιλοξενεί
Το πιο αδυσώπητο πορφυρό χρώμα
Μορφή γαλήνια σάμπως χαραγμένη σε γυαλί
Βουβή αντανάκλαση που συνεχίζεται
Πένθιμο πλοίο η μάλλον όχι
Φως απροσμάχητο που αναιρεί
Του κραταιού θανάτου την άρνηση

ΣΩΜΑ ΕΞΟΥΘΕΝΩΜΕΝΟ

Σώμα εξουθενωμένο
Απ’ τη μεγάλη νύχτα της αναμονής
Φτερούγες παραλυμένες
Από το μένος της ανεμορριπής
Δε θ’ ανασηκωθείτε πιά
Παρά μονάχα στο άκουσμα
Της άπεφθης λαλιάς της
Ουρανοδόξαρο ενός τέλειου ύμνου

ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΣΥ

Ψυχή μου εσύ
Αναλλοίωτη
Λευκή φτερούγα
Διάφανη
Αλαβάστρινη
Κρυστάλλινε οβελίσκε
Άσμα εωθινό
Άρπα
Μέσα σε μιαν ανεξάντλητη
Πλημμυρίδα από φως

ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Το άλογο της νύχτας
Πέρασε από μπροστά μου χαρούμενο
Πηγαίνοντας να σμίξει με τον πέτρινο λόφο
Μόλις που πρόφτασα να το κοιτάξω
Καθώς χυμούσε ασυγκράτητο
Δίπλα στο πρώτο αστέρι
Που φάνηκε στον ορίζοντα
Ένας θαυμάσιος ασημοποίκιλτος επενδύτης
Το καταχώνιασε κάτω από τους κροσσούς του

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Οι καθρέφτες ήταν πάντα
Ο πιο μεγάλος μου έρωτας
Μέσα τους κάθε νύχτα φθινοπωριάζει
Βρέχει όλο χάρτινες χρωματιστές κούκλες
Βουβές μορφές απελπισμένες
Αναθρώσκει μια καινούργια σκιά
Μια νυχτωδία του Chopin
Ανταμώνονται τα τρομαγμένα ελάφια
Κι είναι τα παγωμένα τους δάκρυα
Των φαντασμάτων η σιωπή
Μέσα τους κρύβονται κάθε νύχτα
Οι μικρές πεθαμένες

ΜΙΛΑΤΕ ΠΙΟ ΣΙΓΑ

Μιλάτε πιο σιγά

Ο χειμώνας επιβάλλει τη σιωπή
Και τ’ ουρανού η αιθάλη
Το περίγραμμα της νύχτας

Ο πυρετός πολύτιμος πιά τώρα
Όπως η στάχτη μιας ανεμώνας
Κατέβηκε πάνω στα έλη

Μιλάτε πιο σιγά
Σε λίγο
Θα μας περιτυλίξει όλους
Η σκουριά
Το περιδέραιο από παγετώνες
Το αδηφάγο σκοτάδι

ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΙ ΑΦΗΣΕΣ ΑΚΟΜΑ

Αλήθεια τι άφησες ακόμα ν’ απομείνει εσύ
Ω λόγε μου κατακερματισμένε
Λόγε παρόμοιε με μακάβρια νεανική πομπή
Μαδημένο μπουκέτο
Πένθιμο άστρο της αβύσσου
Τί άλλο άφησες λοιπόν αλήθεια τί
Φθαρμένο από το φως και τί από το σκοτάδι
Πού να μην είναι προσωπεία ή σκελετοί;

ΦΑΕΘΩΝ   (1992)

ΑΚΟΥΣΕ ΤΩΡΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Άκουσε τώρα τη σιωπή
Την πιο μεγάλη σιωπή
Που στη σχισμή της παγωμένης στέρνας
Παρεισφρέει
Που ανοίγει την πύλη
Της αβύσσου
Το πέπλο αναμερίζοντας της αυταπάτης
Και πρόσεξε πιο πίσω σου
Το άρμα το περιφλεγές
Που καταπίνοντας θρυμματίζεται
Το άλογο το φτερωτό
Που έρχεται να σε πάρει

ΑΙΓΛΗ ΑΠΡΟΣΜΕΤΡΗΤΗ

«Ὃθι τροπαὶ ἠελίοιο»
ΟΜΗΡΟΥ, Ὀδύσσεια

Αίγλη απροσμέτρητη
Δυσμική
Ω ύστατο ρήγμα
Όπου το φως ετοιμοθάνατο
Εξαντλεί
Όλο το λαμπερό του σμάλτο

Ψημένη γη
Εκεί κάτω
Στην εσχατιά του ορίζοντα
Μεταλλαγμένη σε υδρία
Που όμως αρνείται
Τη σποδό των εποχών
Κι εγκωμιάζει
Το αναλλοίωτο γαλάζιο

Ακατανίκητη αστραπή
Στην έμβαση της νύχτας
Που το σέλας της απεργάζεται
Αμετάπειστο
Την αθανασία

Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΦΑΝΩΝ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ

στον Κώστα Τσιρόπονλο

Η συνοδεία των διάφανων κοριτσιών
Ξεκίνησε κιόλας μέσα στο κρύο και τη μοναξιά
Για να εξαλείφει τον ακάνθινο στέφανο
Χιλιάδων βασανισμένων
Για να εξορύξει το μάτι
Του νέου Κύκλωπα
Για ν’ απαλλάξει και πάλι από τα καρφιά
Το σώμα του Θεού της αγάπης

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ

Η μοναξιά και η σιωπή
Δυο φίλες τώρα πεθαμένες
Κάνουν καμιά φορά ν’ ανθίσουν
Τα κοιμητήρια

ΑΦΗΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΑΝΟΙΧΤΕΣ

στον Μίχ. Στασινόπουλο

‘Αφήστε όλες τις πόρτες ανοιχτές
Και να μην έχουν κλειδαριές
Να μπει ο άνεμος με την αρραβωνιαστικιά τον
Να μπει η βροχή με το νυφιάτικο πέπλο της
Να μπει η άνοιξη με την τρομπέτα της
Να μπει η αγάπη μοναχή
Να μας φωτίσει

ΑΣ ΜΗΝ ΑΜΑΥΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΙΛΒΗ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ας μην αμαυρώνουμε τη στίλβη τ’ ουρανού
Ας μην ρυπαίνουμε ποτέ
Το αργυρόχροο φέγγος της σελήνης
Θα είμαστε άραγε αύριο ικανοί
Να εξασφαλίσουμε και πάλι
Σε όσους ζωντανούς
Μιαν έναστρη διαμονή;

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ

Στον αιώνα μας
Ο χρόνος είναι πελιδνός
Μέσα μας κάνει περισσότερο κρύο απ’ έξω
Τα βασανιστήρια είναι του συρμού
Οι πληγές αναθάλλουν
Και τα παιδιά μας παίζουν
Γύρω από ένα κρεματόριο
Ενώ η μέρα πλησιάζει στο θλιβερό της τέλος
Μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα
Στη γη και στην κόλαση

ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΡΟΔΟ

στην Clέο και στον Justo Jorge Vadron

Αδέλφια μου σας μιλώ
Από τα βάθη μιας άλλης
Μελλούμενης εποχής
Από τα βάθη της μοναξιάς μου
Για να προαναγγείλω

Αυτή τη λάμψη τη μεταλλική
Που θα ‘ρθει
Να σας σαβανώσει

Το καινούργιο ατσάλινο ρόδο
Που θα εκραγεί

Ένα πελώριο σχισμένο μάτι
Μυ αβυσσαλέα ρωγμή

Τις αμμουδιές που θα σελαγίζουν
Από μυριάδες σκελετούς

Τις αποτυπωμένες πληγές μας
Πάνω στο πτώμα μιας σειρήνας
Και τους πυρακτωμένους υετούς

Ένα μαύρο πουλί
Που με το αίμα του θα στολίσει
Τις σελίδες μιας άλλης βίβλου

Που θ’ ακολουθήσει
Τη νεκρική μας πομπή

Που θ’ ανιστορήσει τη φρίκη μας
Στης αιωνιότητας την περγαμηνή

ΔΕΞΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Δέξου αναγνώστη το λόγο του ποιητή
Οι λέξεις τον θα δυναμώσουν την ανθρωπιά σου
Θα ζεστάνουν τη μοναξιά σου
Θ’ αποτυπώσουν επάνω στο σώμα σου
Ένα ουράνιο τόξο
Ή έναν αγρό γεμάτο λουλούδια
Θα σου μιλήσουν για την άνοιξη για την αυγή
Για τον ετοιμοθάνατο ήλιο
Για τ’ όνειρο τη θάλασσα τη σιωπή
Για το φως που μπορεί κάθε τόσο
Μιαν ωραιότερη να γεννήσει φυγή

Πρόλαβε αναγνώστη
Οι στίχοι γρήγορα κι αυτοί παλιώνουν
Τώρα οι άνθρωποι κατασκευάζουν
Καινούργιους ήλιους
Καινούργιους πλανήτες
Από πηγμένη σκόνη κι αστραφτερή
Όλα έχουν απανθρακωθεί
Έχει πετρώσει το ψωμί μας
’Έχασαν τη γεύση τους οι καρποί
Δεν ξεπεζεύει ο άνεμος
Από το φτερωτό του άλογο
Μες στην αυλή μας
Ούτε τ’ αστέρια κατεβαίνουν
Να τ’ ανταμώσουμε στην ακρογιαλιά

Κι ο ποιητής ολομόναχος πιά
Και δίχως μύθους απομακρύνεται
Δραπετεύει
Αφήνοντας να ξεφυλλίσει
Το τελευταίο τον ποίημα
Μες στο κενό
Βιάσου αναγνώστη
Ανοίγουν κιόλας οι τάφοι
Ένας τάφος
Κι άλλος ένας
Κι άλλοι πολλοί ακόμα
Ένα ολόκληρο κοιμητήρι
Κάνε πιο γρήγορα
Ίσως κι εσύ μπορείς να δραπετεύσεις
Πάνω στις ασημένιες αστραπές
Που εκτοξεύει με τη φυγή του

ΚΙ ΑΝ ΟΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ

Κι αν όλα δεν έχουν πεθάνει
Κάτω από το άργυρό φεγγάρι
Κι αν όλα δεν έχουν πεθάνει
Θάψε ό,τι βρεις
Σιωπηλέ μου καθρέφτη

Όμως να ξέρεις πως οι πεταλούδες
Παρακαλούν να τις λησμονήσεις
Πως τ’ άστρα απομακρύνονται
Από τον λαμπερό σου τάφο
Πως τα λουλούδια
Σπινθηροβολούν από μόνα τους
Απεχθάνονται τις δικές σου λάμψεις
Και η αυγή
’Επιθυμεί να φιλήσει πρώτα
Τη μουσκεμένη χλόη

Κι αν όλα δεν έχουν πεθάνει
Κάτω από τ’ άργυρό φεγγάρι
Θυμήσου τα ναυαγισμένα παιδιά
Που η όψη τους έχει πάρει
Μια πελιδνή χροιά
Θυμήσου τα πληγωμένα πουλιά
Που τραγουδούν ακόμα

Κι αν όλα δεν έχουν πεθάνει
Κάτω από το άργυρό φεγγάρι
Κι αν όλα δεν έχουν πεθάνει
Θάψε ό,τι βρεις
Σιωπηλέ μου καθρέφτη

ΠΑΡΑΧΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣ ΣΤ’ ΟΡΥΧΕΙΟ

Παραχωμένος μες στ’ ορυχείο
Της αποτρόπαιης αυτής εποχής
Απορρίπτω κάθε ψήγμα χρυσού
Αγαπώ τις πέτρες τη σκουριά
Τα οξειδωμένα παλιοσίδερα
Γυρεύω επίμονα να βρω
Τ’ ολοφώτεινο μάτι ενός λουλουδιού
Μα δεν ανακαλύπτω τίποτα
(Μονάχα οι μέλισσες ανακαλύπτουν ακόμα
Καινούργια λουλούδια)

Όλα πια έχουν παλιώσει
Κι όμως ακόμα καρτερώ
Κι Αμίλητος μες στο κελί μου παραμένω
Κι άλλη δεν έχω δικαιολογία να ζω
Παρά να γράφω ποιήματα

Οι λέξεις είναι τώρα το δικό μου πεπρωμένο

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ (1993)

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ

Αιχμάλωτος
Μέσα στο φωτεινό κύκλο
Της λάμπας μου
Πως ν’ αποφύγω την αρπάγη της νύχτας
Τον θανάτου τη συνωμοσία
Πως να μπορέσω ν’ ακολουθήσω τη σήραγγα
Τον αίματός μου
Για να φτάσω εδώ βαθιά
Στο μυστικό μου πυρήνα
Πως να βουλιάξω μες στο ασήμι
Του καθρέφτη
Πως να κατέβω εκεί πιο χαμηλά
Για να ξανάβρω
Την έκρηξη των χρωμάτων
Έναν καιρό αλλοτινό
Στεφανωμένο μ’ ένα μουσικό πεντάγραμμο
Τη γαλάζια τελετή μες στο λιβάδι
‘Η πως ν’ ανέβω με την κλίμακα της φωτιάς
Για να βρεθώ ψηλά
Πολύ ψηλά
Στο σύνορο το τελευταίο
Σε κάποιαν άλλη αντιστροφή
Εκεί όπου φλέγεται
Των τάφων το ξερόχορτο
Η λιτανεία των χρυσανθέμων

ΛΟΓΙΑ ΘΑΜΠΑ ΠΙΑ ΤΩΡΑ

Escritura: silencio que canta
OCTAVIO PAZ

Λόγια θαμπά πια τώρα
Και δίχως ασήμι
Αποστεγνωμένα
Που τ’ απογύμνωσε ο καιρός
Κι ένα άρωμα πικρό
Μόνο αναδίνουν
Λόγια περίλυπα
Στερνά
Ίδιο φθινόπωρο παραχωμένο
Κι όμως ολόφωτα
Δοξαστικά
Βουβό τραγούδι
Μακρόσυρτο ως τον ουρανό

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Στην αυλή των θαυμάτων
Της νύχτας ο πυρετός
Κάνει να βλαστήσουν
’Αναρίθμητα μάτια λουλουδιών

Και ξάφνου να φανερωθεί
Η μεγαλοπρέπεια ενός κήπου
Που ποτέ δεν υπήρξε

Ασημένια μπουμπούκια
Σκεπασμένα μ’ ένα πένθιμο τούλι

Λυχνίες που ψυχορραγούν

Σταλαγματιές από αίμα
Που έχουν ανθίσει

Χέρια με ρόδινα γάντια
Που ανασέρνουν από τις πέτρες
Το στυγνό τους χαμόγελο

ΠΟΙΟ ΔΑΚΡΥ

Ποιο δάκρυ
Φωτεινό
Θα γεννηθεί
Από την απουσία σου;
Ποιο λυπημένο πουλί
Που τρέμει τώρα
Φυλακισμένο μες στον καθρέφτη
Θα θρονιαστεί περίλαμπρο
Επάνω στο βλέφαρο
Της ημέρας;

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

Χτύπησε εκείνη το πόδι της
Στο έδαφος τρεις φορές
Και γεννήθηκε ο χορός
Και αναδύθηκαν τ’ άσπρα καράβια
Από τα πικρά κύματα
Και κατρακύλησαν τ’ αστροπελέκια
Για ν’ αστράψουν οι ερειπωμένοι τοίχοι
Κι ο Δεκέμβρης τίναξε τις νιφάδες του
Για να χορτάσουν οι μαύρες ρίζες
Και σκεπάστηκε επιτέλους
Με νυφιάτικα πέπλα
Η επικήδεια πομπή

ΑΔΙΑΦΘΟΡΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Αδιάφθορη πυρκαγιά
Που κομίζεις την ένθεη γνώση
Τους αγλαούς προσφέροντας ανθούς σου
Παρόμοια με τριανταφυλλιά
Κατάφορτη από λάμψεις
Κι υψώνεις ως τον ουρανό
Άφωνα εγκώμια
Την προαιώνια μου διδάσκεις εσύ
Φωτεινή αρχή
Μα και της τέφρας την αλήθεια
Την αδυσώπητη συντριβή

ΜΗΝ ΚΛΑΙΤΕ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

στη μνήμη του
Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου

Μην κλαίτε καθόλου τους πεθαμένους ποιητές
Αλλά κοιτάξτε τούτο το άνθος
Που ταξιδεύει
Τούτη την κόρη που σκορπίζει
Χιλιάδες κάνιστρα κατάφορτα από αστραπές
Με τα μακριά της χέρια
Όλο αθωότητα
Και με μια δύναμη φανταστική

Μην κλαίτε καθόλου τους πεθαμένους ποιητές
Και μη ζητάτε τη στάχτη τους
Ο θάνατός τους είναι μόνο
Ένα πέπλο λευκό
Μια μεγάλη πληγή
Με γιασεμί αρωματισμένη
Ίσκιος πυκνός μιας εξορίας
Ο θάνατός τους είναι μόνο
Ένα άγαλμα υψωμένο στο φως
Μια σιωπή από σταυρωμένα χέρια
Μια μαραμένη μνήμη του χειμώνα
Που ωστόσο ξανανθίζει με χίλια χρώματα

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Σε περιμένω
Έλα γρήγορα
Σε περιμένω

Για κάθε λέξη που σου γράφω
Χάνω το αίμα μου
Και τα μάτια μου
Παραμένουν ορθάνοιχτα
Δίχως βλέφαρα
Θα ’ναι ίσως νωρίς ακόμα
Εκεί που βρίσκεσαι
Όμως εδώ
Η νύχτα έρχεται
Πολύ σύντομα
Με τη μεγάλη της σιωπή
Και με τα εφιαλτικά της
Όνειρα

Αν έρθεις
Τούτη τη χρονιά
Δε θα χιονίσει
Μαύρους μενεξέδες

Ο ΧΙΤΩΝΑΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

στον Μάνο Χατζιδάκι

Ο χιτώνας τον ποιητή
Διαποτισμένος από το χαλάζιο τον αίμα
Πάντα επιστρέφει στη γη

Ενώ τα χέρια τον
Όλο και μεγαλώνουν στον ουρανό

Και μένει ο ίδιος ολόγυμνος
Αδιάφθορος
Εκεί ψηλά
Να μας φωτίζει

Κι από τα μάτια τον αναδύεται
Το πένθιμο ανάκρουσμα
Μιας μουσικής

Ο λυγμός μονάχα
Της σιωπής

ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΕΙΝ’ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΦΑΝΤΑΖΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ

Λοιπόν δεν είν αστείο να φαντάζεται κανείς
Πως όλα κάποια μέρα θα τελειώσουν
Πως υπάρχουν ωραία σεντούκια
Από πεύκο αρωματισμένο
Που μας προσμένουνε να κοιμηθούμε για πάντα
Μαζί τους κάτω απ’ το χώμα
Πως σμίγοντας το μάτι μας
Me το μάτι του καθρέφτη
Νιώθουμε πόσο γρήγορα έχουμε γεράσει

Και 7τόσο γρήγορα γλιστρούμε
Me? στο άσημένιο του χιόνι
Πως τώρα θα γνωρίσουμε καλύτερα
Τον γαλάζιο θάνατο των εραστών
Τη δυσμική αγωνία των ρόδων
Πως ακόμα μας περισσεύουν
Μερικές μόνο λέξεις αγάπης
Σαν ήχος πένθιμης κωδωνοκρουσίας
λοιπόν δεν είν’ αστείο να φαντάζεται κανείς
Πως κάποια μέρα θα ’χουμε φύγει συ αλήθεια
Δε θα κατέχουμε πια τίποτα σ’ αυτή τη γη
Και θα ’χουμε απ’ όλα τα προνόμιά μας αποξενωθεί

ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΠΙΑ Ο ΧΟΡΟΣ

Τελείωσε πιά ο χορός
Εκείνη αδιάφορη
Σ’ ένα παλιό σεντούκι
Πέταξε τη μάσκα της
Και τα κόκκινα γάντια

Τώρα αγκαλιάζει
Τη φτερούγα της φυγής της
Και στα μαλλιά της αρμενίζουνε
Τρικάταρτα καράβια

ΑΚΟΜΑ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Ακόμα θυμούμαι
Εκείνο το φθινόπωρο
Στη Νέα Υόρκη
Τα ηλεκτρικά γαρύφαλλα
Και τους ατμούς
Μες στις απέραντες αίθουσες
Και σένα που διάβαινες
Με τα μαλλιά σου τα πλατινένια
Στιλπνή σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι
Αθέατη μουσική
Όμοια με κάτασπρη
Νεκρική
Προσωπίδα

ΝΑ ΗΤΑΝΕ ΑΡΑΓΕ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΙΟΥ ΤΟ ΙΣΤΙΟ

Να ήτανε άραγε του καραβιού το ιστίο
Ή η γοργόνα που θησαύριζε
Τα χρώματα τον δειλινού
Απ’ το βαθύ γαλάζιο ίσαμε το λουλακί
Για να προβάλουν πάλι όλα μαζί
Το άλλο πρωί μες στο λουλούδι;

Μα ίσως να ’τανε μόνο το βλέφαρο
Μιας όμορφης κοπέλας

Κι εγώ γιορτάζω τώρα το χρυσάφι
Ενός ονείρου και της ώχρας

ΟΜΟΡΦΗ ΜΟΥ ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ

Όμορφή μου Αμαρυλλίδα
Έτσι εγώ σ’ ονομάζω
Και να ενοικήσω επιθυμώ
Στην άχραντη σιωπή σου
Που τρέφεται μόνο
Με λάμψεις εκθαμβωτικές.
Ακούοντας μέσα στο αίμα μου
Της ευφροσύνης σου τον παλμό

Τα μάτια σου είναι μια ήπειρος
Που θρονιάστηκε στο γαλάζιο
Μι’ αδιάκοπη περιπλάνηση
Μια ολόκληρη ιστορία
Που συγχέεται με τον ουρανό

Κάθε μου ποίημα μέσα σου
Μιαν άνοιξη εγκυμονεί
Και κάθε πόνος μου μεταμορφώνεται
Σ’ ένα άστρο της λησμονιάς

Μαζί σου δεν υπάρχει πιά δυστυχία
Μαζί σου ο θάνατος έχει καταλυθεί
Μαζί σου υπάρχει μόνο
Ένας ήλιος που ακτινοβολεί
Με όλη σου την αλλοφροσύνη

ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΜΗ ΣΟΥ

Το χέρι μου στην κόμη σου
Αναζητώντας
Τα νήματα της αστραπής
Το αρωματισμένο νέφος
Του φεγγαριού τις αχτίδες
Τη μυστική φτερούγα
Του αγγέλου

ΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (1995)

1

Η σιωπή το χιόνι και η πορσελάνη
Πάντα ματώνουνε τις νύχτες του χειμώνα

14

Έστω και μια μονάχα όμορφη κοπέλλα είν’ ικανή
Ν’ αλλάζει τον προσανατολισμό της μέρας

18

Ο ποιητής είναι ταγμένος να φιλά
Όλες τις όμορφες κοιμώμενες του κόσμου

31

Απόκοσμη ομορφιά του ποιητικού λόγου
Γυάλινη υπόκρουση
Που κατάγεται από τη σιωπή
Περίσσευμα της ευφροσύνης των θεών

32

Ο ποιητής τα πράγματα ονομάζοντας
Τα σώζει από το θάνατο

62

Την εφιαλτική τούτη νύκτα με τις άγριες παπαρούνες
θα πρέπει να δρασκελίσω όλα τα βάραθρα
Να ανασυνθέσω με το φως το πρόσωπο της
Το συννεφιασμένο
Από την αχλή του χρόνου.

63

Το αρχαίο μας ειδύλλιο;
Μια χιονισμένη έκπληξη
Κι ένας δαυλός
Που δεν απόμειναν παρά μονάχα
Τ’ αποκαΐδια του

80

Να πλησιάσω πάσχισα τις κορυφές
Εκεί που φλέγεται άφθαρτος ο ουρανός
Το λόγο μου για να εμπλουτίσω
Με το απολλώνειο φως
Και με το ρόδο του Ορφέα

85

Πλήθος άγγελοι πενθηφορούντες
Στροβιλίζονται
Στη χειμαρρώδη πρόσπτωση
Του υετού

87

Μέσα στον στρόβιλο του βαλς
Έγιναν διάφανοι οι χορευτές
Κι εκείνη εξαφανίστηκε
Κάτω από τον αυτοκρατορικό της μανδύα

89

Η Περσεφόνη με την καταχθόνια συνοδεία της
Στολίζει την άνοιξη με αποτρόπαιους σκελετούς
Χαρίζει την ομορφιά της σελήνης
Σε βουβά φαντάσματα

90

Μαβιά η μορφή της κάτω από το χιόνι
Διαιωνίζει μιάν υποχθόνια βλάστηση

107

Άφησε πίσω σου ολόκληρη τη συγκομιδή σου
Και φύγε όπως ήρθες
Με τα χέρια αδειανά
Η αθωότητα μόνο διαρκεί

ΑΡΩΜΑ ΕΝΟΣ ΚΟΜΗΤΗ (1997)

Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ

Τ’ όνομα της
Ιερογλυφικό
Άνθος σκιάς
Μετεωρίτης
Έμβλημα αποτυπωμένο
Πάνω στο μέτωπο
Το αγλαό
Της Αφροδίτης

ΑΥΤΗ Η ΑΚΑΘΕΚΤΗ ΦΩΤΟΠΛΗΜΜΥΡΑ

Αυτή η ακάθεκτη φωτοπλημμύρα
Προαναγγέλλει
Μιαν υποχθόνια άνοιξη
Την απαστράπτουσα κι όλας ίριδα
Πίσω απ’ τα βλέφαρά μας

Ω ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΡΟΔΟ

Ω προαιώνιο ρόδο
Εξαίσια αποκάλυψη
Ματωμένα χείλη που σμίγουν
Ψίθυρος πορφυρός
Δοξολογία απεριόριστη
Χορός σιωπηλός
Φαντασμάτων μεταμφιεσμένων
Στη μνήμη ενός αρώματος
Μεθυστικού
Σχεδόν εξουθενωτικού

Η ΔΟΞΑ ΜΙΑΣ ΥΣΤΑΤΗΣ ΦΛΟΓΑΣ

Αποθαυμάζοντας τη δόξα
Μιας ύστατης φλόγας
Αναλογίζομαι πάντα
Τη τέφρα των εραστών
Το οστεοφυλάκιο των εποχών

Η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Κάθε γυναίκα κρύβει
Μια πεταλούδα στο στήθος της
Και κάθε φορά που την αφήνει ελεύθερη
Αναβιώνουν χιλιάδες όνειρα

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ

Υπάρχει κάτι πιο συγκλονιστικό
Από τη σιντεφένια όψη του τρόμου
Από την κλειστή παλάμη τον τάφου
Από τη θλίψη του χαμένου καιρού
Υπάρχει το γαλάζιο
Ενός ματιού παιδικού

ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΜΟΥ Η ΕΚΦΟΡΑ

Πέρασα τη ζωή μου
Σπέρνοντας φώτα
Στην παρθένα έκταση του χιονιού
Στον αναπεπταμένο χάρτη του έρωτα
Υφαίνοντας ένα μανδύα
Με ήχους μουσικούς
Ή χαράζοντας λέξεις
Μέσα σε μια κατακόμβη
Αποπνιχτική
Κι όλα τα πράγματα νεκρά
Συναπαρτίζουν τώρα
Μιαν εκθαμβωτική πομπή
Κι ακολουθούν ομόθυμα
Του ονείρου μου την εκφορά

TO ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΜΗ ΣΟΥ

Το χέρι μου στην κόμη σου
Αναζητώντας
Τα νήματα της αστραπής
Το αρωματισμένο νέφος
Του φεγγαριού τις αχτίδες
Τη μυστική φτερούγα
Του αγγέλου

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο ποιητής με όλο το χρυσάφι του
Και τη χλωράδα ενός βασιλιά
Αναμετράει κάθε στιγμή το βάραθρο
Αποκαθαίρει το διάστημα
Κομίζει την ξαστεριά

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΗ ΜΕ ΚΑΤΑΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ

Στεφανωμένη με κατάμαυρα πουλιά
Συγχέεται με τη νύχτα
Και χλωμοί καβαλάρηδες
Καλπάζουν στον ύπνο της
Μα είναι πάντα φωτεινή
Και το πρωί
Ένα γυάλινο σήμαντρο
Αναγγέλλει το ξύπνημά της

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Είν’ η στιγμή να ξεκινήσουν τα ιστιοφόρα μας
Επαληθεύοντας υποσχέσεις της παιδικής ηλικίας
Ακολουθώντας τη ραψωδία των άνεμων
Συνεχίζοντας το μεγάλο ποίημα της αυγής

ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Πολύ αγάπησα τη σιωπή
Κι έφυγα πέρα μακριά
Στα ύφη στις οροσειρές
Πιο πέρα από τη θάλασσα
Προς τ’ ουρανού τα βάθη
Εκεί που χάνονται οι γραμμές
Οι φωτεινές των πλοίων
Για να ξανάρθω ένα πρωί
Όπου θα κατοικούν μονάχα σκιές
Ανάλαφρες
Φωνές τόσο απαλές
Όπως το χιόνι
Με πόρτες πάντα ορθάνοιχτες
Και μ’ ανθισμένες κλειδαριές

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΟΡΕΣ ΜΟΥ

Χαίρετε κόρες μου

Ρυτιδωμένα είναι τώρα
Τα χείλη σας
Που δε φιλώ
Παρά μονάχα στ’ όνειρο

Τεφρός ο μανδύας μου
Απ’ την αιθάλη του χρόνου

Τα φώτα αμυδρά
Και τρέμουν μέσα στα κλαδιά

Ω ας γιορτάσουμε μαζί το καλοκαίρι
Ακόμα μια φορά

ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Αυτά τα λουλούδια
Που ανοίγουν κάτω απ’ τη σκιά
Τάσο κρυφά
Μ άτια της μνήμης
Εκπληκτικά
Απεριόριστα
Μάτια του έρωτα
Θαυμαστά
Που τα διασχίζουν
Αόρατα πλοία
Φανταστικά
Αυτά τα λουλούδια
Που απλώνουν αδιάκοπα
Λάβαρα γιορτινά
Και πολύχρωμες σημαιούλες

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟ

Ένα πουλί αινιγματικό
Που βυθίζεται
Μες στη χοάνη του χρόνου
Που απομακρύνεται από το φως
Και ξανακλείνει μέσα τον
Τα σκοτάδια
Την πάχνη
Τα δάκρυα
Τους αποχωρισμούς
Τον παγετό
Ένα πουλί αινιγματικό
Που ταξιδεύει
Προς την ακτή του μυστηρίου

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Κάτω απ’ τα φύλλα του φθινόπωρου
Το αποκοιμισμένο φως
Ο τάφος της χαράς μου
Το σώμα της που πια δεν ήταν
Παρά ένα χαμόγελο φευγαλέο
Μια μουσική που αναδύονταν
Από τα χείλη της ανάμνησης

ΛΑΜΠΑ ΘΥΕΛΛΗΣ

Λάμπα θυέλλης
Που όλο κουβαλάς
Το πένθος και τη μοναξιά
Μες στον καπνό σου
Υποκλίνομαι μπροστά σου
Και σφίγγω μες στα χέρια μου
Το ματωμένο πρόσωπά σου

Ώ πόσο είν’ όμορφα μαζί σου
Στην ερημική μου κλίνη
Όπου ξεθυμασμένους πόθους μου συνάζω
Κι όπου ανασταίνεις με τη φλόγα σου
Ό ,τι αλύπητά ρημάζω

ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ (1998)

ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Μάτωνε σαν ένας ουρανός
Σε ώρα καταιγίδας
Έκλεινε τα μάτια του
Για να μη βλέπει
Του κόσμου την κακομοιριά
Και μες στον ύπνο του αναφωνούσε
Όχι πιά δάκρυα

Τώρα προσάραξε
(Ώ θεία παιδική ηλικία!
Ω ποίηση εσύ
Χαρά ασυγκράτητη
Που μάς ελκύεις στα ύψη!)
Τώρα προσάραξε
Σε μια τρισόλβια χώρα
Σαγηνευμένος από το φως το αμάραντο
Πέραν του πόνου
Πέραν του τάφου

ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Σταγόνα – σταγόνα
Λέξη προς λέξη
Φύλλο το φύλλο
Μπουμπουκιάζει
Η αγριοτριανταφυλλιά
Μπουμπουκιάζει
Ο χρόνος
Με τα γαλάζια του χρώματα
Τα κόκκινα
Τα χρυσαφιά

Κι η μέρα
Ένα στέμμα με πορτοκαλάνθια
Φορεί

’Αξιοθαύμαστη απλότητα!
Χαρά ιερή!

Σας περιμένω
Με τα χέρια μου ανοιχτά

ΣΤΗ ΣΥΝΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Στη συντομία της ζωής
Ας ήταν να κατείχαμε
Τούτη την καυτερή σταλαγματιά
Του ήλιου
Που ελευθερώνει τούς παγετώνες
Που δυναμώνει την υπομονή
Τούτη την άφατη τρυφερότητα
Που μας σώζει από την πνιγμονή

ΣΤΙΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΠΕΔΙΑΔΕΣ

Θ’ αναχωρήσω ένα πρωί
Όταν θα έχουν όλα τα ρολόγια σταματήσει
Και θα προχωρήσω μακριά απ’ τα κοιμητήρια
Μακριά από τους σταθμούς
Εκεί ψηλά στον ορίζοντα
Για ν’ ανταμώσω χιλιάδες γαλάζιες κοπέλες
Που κοιμούνται χρόνια τώρα λησμονημένες
Στις ουράνιες πεδιάδες

Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΚΟΡΗ

Στην ελάχιστη ανασαιμιά των ροδών
Στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού
Που στίλβει από έρωτα
Καταχωνιάζεται ο θάνατος
Ξαναπροβάλλει το θαύμα

Κι από την άλλη όχθη του χρόνου
Σε μιαν άκατο
Η ασημένια κόρη

ΑΝ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Αν ύστερα από τόσα ποιήματα
Δεν επιζήσει ο λόγος μας

Αν ύστερα από τόσα πουλιά
δεν επιζήσουν κάποιοι κελαηδισμοί τους

Τότε σίγουρα θα σταματήσει
Η τελετουργία της άνοιξης
Θα ξεφτίσει το φως
Θα εξατμισθεί το άρωμα
Της αστραφτερής του λόγχης

ΓΟΝΑΤΙΣΤΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Γονατιστός πάνω στην πέτρα
Με απόηχους από καμπάνες νεκρικές
Κι ολοφυρμούς
Και με τριγμούς ανατριχιαστικούς
Μιας ραγισμένης βάναυσα
Πορσελάνης
Ανάμεσα σε ματωμένα βλέφαρα
Εξακολουθώ να ελπίζω

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΦΛΕΒΕΣ ΜΕΛΑΝΕΣ

Αίμα και φλέβες μελανές
Και αρτηρίες που μέσα τους κυλούν
Όνειρα εφιαλτικά
Τριγμοί των οστών
Λεπίδες που σπιθοβολούν
Σεντόνια μουσκεμένα από δάκρυα
Δε με φοβίζετε πιά τώρα

Προχωρώ για ν’ αρχίσω
Να ξαναρχίσω τον εαυτό μου
Μέσ’ απ’ το θάνατο
Να χαρίσω τ’ όνομά μου
Σε μια κάτασπρη
Χιονοστιβάδα

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Το βράδυ που σβήνουν τα χαμόγελα
Ο καπνός ξεδιπλώνει το πένθος του
Μέσα στο τζάκι
Σχηματίζοντας γκρίζα λουλούδια
Που γλιστρούν κρυφά προς τα έξω
Από την καπνοδόχο

Τότε εκείνος μεταμορφώνεται
Σ’ έναν μικρό πρίγκιπα
Και φιλά με πάθος
Τη μικρή του αγαπημένη
Που ρυθμίζει
Τον χορό των ονείρων του

Κι από το φιλί του ξεχύνεται
Ένα γαλάζιο κύμα
Κι από τις φλέβες το αίμα του
Που αρχίζει να ταξιδεύει
Πάνω στα τζάμια
Ψιθυρίζοντας
Μια πανάρχαιη μουσική

Ω ΕΣΥ ΨΙΘΥΡΙΣΤΗ

Ώ εσύ ψιθυριστή κι άυλη ανάμεσ’ απ’ τίς σκιές
Και σ’ έναν κήπο φθινοπωρινό αποκλεισμένη
Έλα και πέρασε αδιόρατη απ’ τίς φυλλωσιές
Και χάρισέ μου μιαν αχτίδα σου να με θερμαίνει

ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΟΝ ΣΤΡΟΒΙΛΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΦΟΡΑΣ ΜΟΥ

Μέσ’ απ’ τον στρόβιλο τής παραφοράς μου
Δεν αναδύεται πιά τίποτα
Μόνο ένα όνειρο αθώο
Που διατρέχει τις κόρες των ματιών μου
Τις διεσταλμένες ακόμα
Από του έρωτα την ατροπίνη

ΑΠ’ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ

Απ’ των θαυμάτων την παρέλαση
Μες στη ζωή μου
Περισυλλέγω μόνο
Την έκλυση της αστραπής
Των διαβατάρικων πουλιών την τρυφερότητα
Τις άγριες βιολέτες της καταιγίδας
Τα χιόνια που σωριάζονται
Χρόνια πιά τώρα μες στους καθρέφτες
Τ’ άστρα που εκπέμπουν όσες φωνές
Έχουν σωπάσει για πάντα
Τα κίτρινα δάχτυλα του καπνού
Το άρωμα της λύπης
Που αναδίνουν
Τα σβησμένα λυχνάρια
Το δάκρυ το αναντικατάστατο
Που λάμπει
Μέσα στην καρδιά της αγαπημένης

ΕΓΝΟΙΑ ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ

Έγνοια μου τώρα μοναδική
Να διασώσω τη χαρά
Που κρύβεται
Στα μάτια μόνο των παιδιών
Το θαύμα εκείνο
Το αλλοτινό
Ή αίφνης
Τούτη την κόρη
Την πανέμορφη
Που κρατώντας στην αγκαλιά της
Έναν αμφορέα
Είν’ έτοιμη να ναυαγήσει
Στον ουρανό

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ (1999)

ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Ίδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελωτή
Μες στη ραγίσματα της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάκτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως ακτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεοσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή

ΤΟ ΡΗΜΑΓΜΕΝΟ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΟ

Αυτό το ρημαγμένο κλειδοκύμβαλο
Εξαπολύει με τα πλήκτρα του
Φθόγγους μεταλλικούς
Τόξα οδύνης
Παλιούς σκοπούς
Οξειδωμένους
Κίτρινες αγωνίες
Επάλληλους εφιάλτες
Επιτύμβια αντιφεγγίσματα
Όνειρα σχεδιασμένα
Με κατάμαυρο μελάνι
Μαγικούς φανούς
Αστροκεντημένα κρέπια
Αξέχαστους εσπερινούς

Αυτό το ρημαγμένο κλειδοκύμβαλο
Είν’ εάν κλείθρο του μυστηρίου

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ

Κάποια μέρα
Θα βαδίσεις πάνω στα ίχνη μου
Να με συναντήσεις
Γυμνή
Όπως την πρώτη μέρα της δημιουργίας
Με το αίμα όλων των νεκρών
Και με το αίμα όλων των ζωντανών
Πάνω στα χείλη σου
Παγωμένο

Κι όταν σημάνει η ώρα
Θα είσαι όμορφη πολύ
Όμως μικρή
Τόσο μικρή
Σαν μια νιφάδα χιονιού
Ή τόσο απέραντη
Σαν τον ωκεανό
Στιλπνή
Και θα προφέρεις μόνο τ’ όνομά μου
Και θ’ απομένεις έξω από το χρόνο
Αγάπη μου παντοτινή

ΑΝΔΗΡΑ ΤΗΣ ΕΣΠΕΡΑΣ

Άνδηρα της εσπέρας
Λειμώνες απέραντοι
Όπου ανθίζουν οι φτερούγες των εραστών
Ενώ ο ουρανός εκτοξεύει
Την απειλή μιας αστραπής

Άνδηρα της εσπέρας
Κοιμητήρια πλάι σε μια θάλασσα
Όπου αρμενίζουν αποχαιρετισμοί
Και αναδύονται ναυάγια
Με κουρελιασμένα ιστία

Άνδηρα της εσπέρας
Μενεξεδένιοι ορίζοντες όπου ο ήλιος βασιλεύει
Και κρέμονται οι λυγμοί
Από του φεγγαριού τις αχτίδες
Στεφάνι ακάνθινο ασημένιο

ΟΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΙΑΖΟΥΝ

Όλα τα χέρια κρουσταλλιάζουν
Όταν για πάντα μας αποχαιρετούν
Η μουσική που δε χωρούσε
λίγο πιο πριν στον ουρανό
Τρύπωσε τώρα σ ένα κουτί
Και μ έναν τόνο θλιβερό
λέει ολοένα ,και ξαναλέει
Πως όλα σβήνουν τόσο αθόρυβα εδώ πέρα
Μαύρα κυκλάμινα παντού φυτρώνουνε
Στα μάτια μέσα στον αέρα
Παπαρούνες μαύρες
Κάτω από τη σιωπή

ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΗ

Τελείωσε πιά και τούτο το ζεστό
Καλοκαιριάτικο απομεσήμερο
Μες σε’ χρυσάφια κι αμέθυστους
Απαύδησε πυρολυμένος ο ουρανός
Και μια τεράστια μαύρη φτερούγα
Ξετυλίγοντας τη σιωπή της
Το ενταφίασε διά παντός

Καιρός να φύγω αγαπημένη
Ω εσύ αγνότητα σταυρωμένη!
Σ’ ένα άλλο φως να βυθιστώ
Και δε μου χάρισες ακόμα ούτ’ ένα
Κέρινο σχήμα της μορφής σου
Και δε μου χάρισες ακόμα ούτ’ ένα
Ετοιμοθάνατο φιλί σου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Τη βλέπω αλώβητη να ξεπροβάλλει
Από τα βάθη των καιρών
Δίχως να ξέρω την καταγωγή της
Δίχως να ξέρω το γιατί
Σαν θύελλα έρχεται με την αλουργίδα της
Με σαγηνεύει με τη φωνή της
Κι ύστερα χάνεται σε μια στιγμή

Είναι ολάκερος ο εαυτός μου
Η σωτηρία μου και ο χαμός μου
Πόσο η καρδιά μου την ποθεί
Πόσο η καρδιά μου τη φροντίζει
Με την ανάσα ενός πουλιού
Κι ένα της θαύμα καρτερεί
Όπως ο πρίγκιπας του παραμυθιού

Ανέγνοιαστη όλο φτερουγίζει
Μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι
Ψάχνει να βρει τον ουρανό
Πρωί και βράδυ φωσφορίζει
Σαν άγγελος σ ένα πηγάδι
Και σαν νεράιδα στο προσκεφάλι μου
Αφήνει πάντα ένα μαργαριτάρι

Κλείνω την πόρτα μου ερμητικά
Να νοιώσω τον έρωτα τη χαρά
Μα ένας άνεμος σφοδρός μαζί της
Κλίνη απαλά να με κοιμίσει
Και ευθύς ο Ορφέας με τη φωνή μου
Θέλει πια τώρα να τραγουδήσει

Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ

Ποτέ του δε φοβήθηκε το θάνατο
Περνούσε πάντα ανέπαφος
Ανάμεσ’ από τους καθρέφτες
Σε μιαν άλλη χώρα
Στη χώρα των θαυμάτων
Για ν’ ανταμώσει την Ευρυδίκη
Κι απίθωνε κάθε χρονιά
Το κατασπαραγμένο σώμα του
Σ’ έναν κοιτώνα νυφικό
Να ξανανθίσει

Άρχοντας των γαλάζιων κρίνων
Τη φωνή του δάνειζε στις πέτρες
Στα φυτά
Σε όλα τ’ άψυχα
Κι όλο ξεδίπλωνε
Του μυστηρίου τα φτερά
Μες στις αβύσσους τ’ ουρανού
Ή στην πολύφλοισβη τη θάλασσα
Και με τη λύρα την εφτάχορδη
Σταματούσε
Τα σκληρά διαμαντένια βήματα
Του θανάτου

Γιε του Απόλλωνα εσύ
Ασύγκριτε Ορφέα
Με τα ξανθά σου τα μαλλιά
Στεφανωμένα υάκινθους
Και με την εύμολπη λαλιά σου
Με τα γαλάζια μάτια σου
Όπου ενδημούν
Του ήλιου τα φιλιά
Τα φίλτρα της σελήνης
Εχθρέ του ερέβους ακατάβλητε
Που αψήφησες τον Άδη
Του φωτός εραστή
Που ανέβηκες πολύ ψηλά
Στο απρόσιτο άντρο του κεραυνού
Στην έπαλξη των ανέμων
Ανάσυρε το πέπλο το αστροκεντημένο
Και τον υμέναιο ετοίμασε τον θαυμαστό
Ο ουρανός να σμίξει με τη γη
Και ν’ ακουστεί ξανά η πιο μυστική
Των πραγμάτων μουσική

Με σκόρπια όλα τα μέλη σου
Στ’ άγρια κύματα παραδομένα
Καλείς ακόμα την Ευρυδίκη
Και με τη λάμψη ενός πυρσού
Ξαναπροβάλλει η πένθιμη μορφή σου
Στενάζουν τα ποτάμια τα βουνά
Απ’ τις χορδές της λύρας σου
Και φέγγει αμάραντη
Η μνήμη τ’ ουρανού

Ευοί! Ευοί!
Ας ξανανθίσουν τώρα οι νάρκισσοι
Στης Κασταλίας την πηγή
Ευοί! Ευάν!
Ας λάμψει το άγιο φως
Των ελευθερωμένων ψυχών
Έξω απ’ τον κύκλο των γεννήσεων
Έξω απ’ τον κύκλο των αστερισμών
Ας λάμψει ο ήλιος
Ο μέγας ήλιος
Της αιώνιας αλήθειας
Ο επουράνιος έρωτας
Κι εσύ ένας θεός αληθινός
Παρόμοιος πάντα με τον εαυτό σου
Να ’ρθεις ξανά πάνω στο άρμα σου
Που θα το σέρνουν κύκνοι

Ευοί! Ευοί!
Δεν πέθαναν ακόμα οι θεοί
Δεν πέθανε η ομορφιά
Ούτε η αθωότητα
Ούτε κι ο έρωτας
Σ’ αυτόν τον κόσμο
Ευοί! Ευάν!
Δεν πέθανες Ορφέα.

1.ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

JOHAN SEBASTIAN BACH

Συνομιλία του Θεού με τον εαυτό του
Την πρώτη μέρα της Δημιουργίας
Μνημείο-σύνθεση βαρύτιμων μολπών
Ακατάλυτο
Που απορροφά
Κάθε άλλη λάμψη αυτού του κόσμου
Της φούγκας απαράμιλλη αρχιτεκτονική
Φθόγγοι ενός οργάνου εκκλησιαστικού
Επίμονα αυστηροί όπου φτερουγίζουν
Αστραφτερά πουλιά
«Υμνοι προάγγελοι νύχτας αιώνιας
Ύμνοι προάγγελοι αιώνιου φωτός
Ύμνοι επουράνιοι
Σαν άνθη βαθυκύανα που λαμπυρίζουν
Επάνω σε μίσχους ηλεκτρικούς
Μες σε ναό καθεδρικό που ως ξαναζούμε
Τ’ άγια πάθη του Κυρίου
Μα και την ένδοξή Του Ανάσταση
Ξάφνου όλα γίνονται
Πάλι καινούργια

WOLFGANG AMADEUS MOZART

Ειρμός από άστρα και σύννεφα
Αληθινή του Διός συμφωνία
Εμπλουτισμένη
Με το ασημένιο άνθος μιας αστραπής
Ουράνιο τόξο συνθεμένο με δάκρυα
Και με βλέμματα σφιχταγκαλιασμένων εραστών
Γαλήνια μελωδία που αναδύεται
Από την αυτοκρατορία των ήχων
Ίδια με άγγελο που ξεδιπλώνει τα φτερά του
Πασχίζοντας έναν ουρανό
Γεμάτο ξίφη που σελαγίζουν
Με μιαν αβρότητα υπερφυσική
Για να μας χαρίσει στο τέλος
Μιαν άρπα κρυστάλλινη
Ένα ενυδρείο από αθώα φωτεινά μάτι
Μια διαφάνεια
Αφάνταστα λυτρωτική

FREDERIC CHOPIN

Χλωμοί καβαλάρηδες από ίασπι
Που ξεπροβάλλουν ανέπαφοι
Αναμεσ’ απ’ τη καταιγίδα
Κάτασπρα πλήκτρα ή αστραπές
λησμονημένες θύμησες
Από το μοναστήρι της Valdemosa
Παρόμοιες με σταλαγματιές βροχής
Ερημικής υδρορροής
Μπαλάντες και πρελούδια και νυκτωδίες
Ρόδα υπόχροα φυματικά
Καθώς πληγές που τραγουδούν
Μαζούρκες βαρκαρόλες πολωνέζες
Σμαράγδινοι καταρράχτες
Η δάκρυα που αναθάλλουν
Σε κήπους φθινοπωρινούς
Διάχυτη μελαγχολία
Άρωμα εξαίσιο και φως
Που ωστόσο ζωντανεύει
Ακόμα και τα πεθαμένα βλέφαρα
Η ανοίγει τη βεντάλια του έρωτα
Μέσα στο στρόβιλο των βαλς
Πένθιμο εμβατήριο όπου
Η αιωνιότητα καθρεφτίζεται
Και γαληνεύει

2.ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΗΣ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑΣ

1

Σώματα εσείς πολύτιμα
Μιας αμνημόνευτης αυγής
Αμετακίνητα
Ορυκτά
Του χρόνου έγκλειστοι ρυθμοί
Σ’ έναν υπόγειο λαβύρινθο
Πέτρινα πρόσωπα
Αινιγματικά
Με απειράριθμα χρώματα
Και με λυγμούς καταχωμένους
Πόσο εγώ νιώθω
Τη σπαραχτική σιωπή σας
Που έρχεται από το σκοτάδι
Το φως του ήλιου αναζητώντας
Η την αστροφεγγιά!

2

Μελανιασμένη πέτρα
Που ο άνεμος όλο και ξύνει τις πληγές της
Το θάνατο ψελλίζοντας
Διαρκώς
Πιο μεγάλη κι από ένα χέρι
Ορθάνοιχτο
Που συγκροτεί όλη τη μέρα
Τα κύματα
Κι όλη τη νύχτα
Πλημμυρίζει από άστρα

3

Και τι δε θα ’δίνε
Το μάτι τούτο
Το παραχωμένο
Για να μπορεί ένα βλέμμα του
Να τρεμοπαίζει
Σ έναν καθρέφτη
Έστω θαμπό
Και δακρυσμένο

4

Ενώ κοιμάται η θάλασσα
Το αίμα ποτίζει την κατάμαυρη άμμο
Κι ο ουρανός ατελεύτητος
Αφήνει να περιπλανηθεί
Η θύμηση ενός άστρου
Ή να κατρακυλήσει
Ένα βλέφαρο ασημένιο
Επάνω στη χλαμύδα
Του αρχέγονου πένθους

5

Η γη εδώ κλεινά στα σπλάχνα της
Λόγια φορτωμένα με σκοτάδι
Κι άλλοτε λόγια από ήλεκτρο
θλιμμένα μάτια λουλουδιών
Φύλλα που έχουν μεταναστεύσει
Χρώματα υποτονικά
Κι ένα άσπρο άλογο
Που καλπάζει, τις νύχτες
Όταν δεν έχει φεγγάρι
Κλείνει ακόμα
Πανάρχαιους έρωτες
Ορυκτά
Πανέμορφους σταλαχτίτες
Γυάλινους σκελετούς
Και μικρούς γαλαξίες
Προσμένοντας ν’ ανθίσει
Το ουράνιο ρόδο
Προσμένοντας πότε επιτέλους θα χορέψουμε
Αγκαλιά με τον ήλιο

ΑΤΡΙΟΝ (2000)

ΑΠΙΘΑΝΟΣ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ

Γυμνή εποχή
Με το ξεθυμασμένο της άρωμα
Και με το διάφανο ψύχος της
Που ωστόσο συμπυκνώνεται
Σ’ έναν απίθανο αστερισμό

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΤΗΣΗ

Ώ ψίθυροι νυχτερινοί
Σφιχτοπλεγμένοι ανάμεσα στους θάμνους
Όπου το ρόδο πάντα επιτελεί
Το λεπτεπίλεπτο έργο του
Ώ ψίθυροι ερωτικοί
Που προετοιμάζετε
Τη μεγάλη μυστική πτήση

ΓΑΛΗΝΙΑ ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Γαλήνια ανάδυση των χρωμάτων
Με της ημέρας τον ερχομό
Παρουσία του χρόνου τελετουργική
Εκθαμβωτική άνθηση
Πού σπινθηροβολεί
Σε χιλιάδες μπουμπούκια

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Πώς να μπορέσει άραγε κανείς
Ν’ αποκρυπτογραφήσει τον ήχο
Της σιωπής
Ν’ ανακαλύψει τις πτυχές
Από το σάβανο της νύχτας
Την ύστατη λάμψη
Ενός λόγου
Φασματικού;

ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ

Ας μη μετρούμε πιά τις μέρες μας
Κεριά σβησμένα
Σε κλειστά
Ερημικά δωμάτια
Μα να προσφέρουμε τα χείλη μας
Σέ νέες κοπέλες
Πού ή φευγαλέα ματιά τους
Χάνεται
Μες στην ομίχλη του αλκοόλ
Ή στη γαλάζια ανταύγεια
Των άστρων

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΗ

Απ’ τις πληγές μου περιμένω ν’ αναβλύσει
Μια σπίθα αιώνια φωτεινή
Ένα κατάλευκο περιστέρι
Ο μύθος ενός κομήτη

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Ο καθρέφτης της σελήνης
Είvaι γεμάτος χιονοστιβάδες
Και όνειρα που θρηνούν
Ο καθρέφτης της σελήνης
Είναι γεμάτος απ’ τίς ασημένιες λάμψεις
Των ματιών της
Και τρέμει

ΘΡΟΙΣΜΑ ΗΧΩΝ

Θρόισμα ήχων
Τη νύχτα
Κάτω απ’ τον λύχνο μου

Θρόισμα ’ίσκιων
Τη νύχτα
Στη δεντροστοιχία

Θρόισμα λάμψεων
Τη νύχτα
Στα δάχτυλα των νεκρών

ΜΕΓΑΛΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΑΠΟ ΧΙΟΝΙ

Μεγάλο λεύκωμα από χιόνι
Ή από αίμα παγωμένο
Σαν αρτηρία σιωπηλή
Αποκομμένη
Δίχως σφυγμό
Με τις σελίδες του που αναθυμούνται
Ειδύλλια παλαιά
Όπου ακόμα ακούγονται
Οι χτύποι τής καρδιάς

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΜΙΑΣ ΝΕΡΑΙΔΑΣ

Σφαλιγμένα χείλη
Γλυπτών κοριτσιών
Κηροπήγια απ’ οπού κρέμονται λυγμοί
Ένας άνεμος που σκορπίζει τη φρίκη
Και μέσα στην πάχνη
Ακρωτηριασμένα αγάλματα
Πληγωμένοι κύκνοι
Που κουβαλούν ωστόσο
Το στέμμα μιας νεράιδας

ΤΟ ΣΧΟΙΝΙ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ

Το σχοινί τής αγχόνης
Όλο και περισφίγγει το λαιμό του

Και στον ερειπωμένο πύργο του
Κάθε βράδυ απειλητικά
Ένας άνεμος σφοδρός
Ξαναζωντανεύει

Δεν του απομένει για ν’ ανασάνει
Παρά ένας πένθιμος
Μικρός φεγγίτης

ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΑΠΟ ΛΥΧΝΟΥΣ

Συγκομιδή από λύχνους
Πάνω στη μαραμένη χλόη
Του χειμώνα που επιζεί
Και μια κοπέλα ασθενική
(Άτονη φλόγα κάτω από γυαλί)
Βλέπει χαρούμενη τα χιόνια
Ν’ απομακρύνονται

Σ’ ΑΝΑΖΗΤΩ

Σ’ αναζητώ
Από το παγωμένο στόμα
Το γλυπτό
Πάνω στην πέτρα του τάφου
Ίσα με τη μέντα που ευωδιάζει

Από τις ρίζες τις βαθιές του ελέβορου
Ίσα με το ρουμπίνι της παπαρούνας
Της καταπόρφυρης από θυμό

Από την τέφρα
Του απανθρακωμένου ονείρου
Ίσα με την απροσπέλαστη
Ουράνια φλόγα

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ

Ακόμα κι αν έχεις εξαφανιστεί
Ακόμα κι αν έχεις αποδημήσει
Όπου και να ‘σαι θα σε ξαναβρώ
Το πρόσωπό σου μου ανήκει
Απαραποίητο μέσα στον άνεμο

Η ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΟΥΡΑΝΙΑ ΙΠΠΑΣΙΑ

στον Ηλία Κεφάλα

Μακριά απ’ την αίθουσα
Με το άφθαρτο ρόδο της φωτιάς
Με πόρπες και φώτα πολύχρωμα
Κι ονείρου προσωπίδες
Αρχίζει η απέραντη έκταση του κενού
Η ατέρμονη ουράνια ιππασία
Όπου παραμονεύουν όλες οι κακοτυχίες
Η λέμβος η γεμάτη στεναγμούς
Η νύχτα με τις αδηφάγες παπαρούνες

ΟΛΑ ΕΓΙΝΑΝ ΞΑΦΝΙΚΑ

Όλα έγιναν ξαφνικά
Και τώρα τίποτα δεν απομένει

Τίποτ’ άλλο από σημάδια
Κάποιων χεριών πάνω σε σώμα
Συρρικνωμένο κι άνανθο
Που το ’χουν βαλσαμώσει

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΕΓΚΩΜΙΑ (2002)

1. Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

Έχεις αγάπη μου την ηλικία τον μύθου
Όταν τη νύχτα υψώνεις έως τα χείλη μου
Το κύπελλο με το αίμα σου που κοχλάζει

*****

Πάνω στα βλέφαρά σου ανακαλύπτω
Το πένθος ενός κάτασπρου πουλιού
Πιο μυστικό κι από την έκλειψη της σελήνης

*****

Είσαι γυμνή
Και τα χέρια σου με σφιχταγκαλιάζουν
Και κλείνω για πάντα το βιβλίο μου των αποχωρισμών

*****

Η μορφή σου διαρκώς με παραμονεύει.
Όπου κι αν βρίσκομαι και στολίζει
Τη σιωπή μου μ’ ένα φωτοστέφανο

*****

Ένα φιλί σου μόνο είν’ αρκετό
Να εξαφανίσει το ψύχος
Ν’ ανάψει ένα ρόδο μες στον καθρέφτη

*****

Δεν υπάρχουν πια λέξεις ικανές
Ούτε σημάδια από το νύχι του χρόνου πάνω στο σώμα μου
Όταν σμίγουν τα χείλη μας

*****

Απόψε όλα τα κρύσταλλα ευωδιάζουν
Από το φως της πανσέληνου
Και η θύμηση σου ξεπροβάλλει, σαν ανθισμένο γιασεμί

*****

Μάταια θα έλαμπαν τα δάκρυα στα μάτια σου
Και η σκόνη των άστρων στα βλέφαρά σου
Αν δεν το είχα προσέξει

*****

Σε βρίσκω πάντοτε και παντού
Με το δοξάρι ενός βιολιού που εναποθέτει
Σιωπηλές συγχορδίες και δάκρυα στα μάτια σου

*****

Κιόλας· ανάβλυσε της τέρψης η πηγή
Πώς όμως θα μπορέσω να ξεχάσω
Το ατλάζι του στήθους σου που τόσο φεγγοβολεί;

*****

Ας προσπαθήσω ακόμα μια φορά
Με τα χείλη σου με τα χέρια σου
Να ξαναρχίσω τη ζωή μου

*****

Τι γρήγορα που λιώνει μαζί σου
της αδράνειας ο παγετός
Όταν το χέρι, σου αγγίζει το χέρι μου
Όπως η άνοιξη αγγίζει το χειμώνα

*****

Ο ίσκιος σου ξεδιπλώνει στον τοίχο
Τα διάφανα φτερά του κι ένα σμαράγδι
Ξάφνου πέφτει από την οροφή πάνω στην κόμη σου

*****

Κοιμάσαι άμορφη κι απλή
Και τα δυο χέρια σου μεγάλα ηλιοτρόπια
Σκεπάζουν τη νύχτα προμηνούν τη χαραυγή

*****

Φωλιάζει μέσα σου ή νοσταλγία των τροπικών
Ποσό βαθειά να νιώθεις άραγε την έξαρση τον πυρετού
Πού ντύνει τα μαλλιά σου με χρυσάφι

*****

Το σκοτεινό το σώμα σου επιμηκύνει τη νύχτα
Μεταμορφώνεται σ’ έναν διάττοντα
Και διασκορπίζεται έπειτα σε πρίσματα φωτεινά

*****

Όταν γέρνει, ο ήλιος γέρνεις κι εσύ
Με τα χείλη σου ματωμένα
Και ξεφυλλίζουν τα χάδια σου σε φθόγγους μουσικούς

*****

Πίσω απ’ το τζαμί βλέπω των άστρων τον ωκεανό
Και τα λεπτά σου δάχτυλα που εκτείνονται
Ίδιες· χορδές μιας άρπας

*****

Σήμερα γράφω για σένα
Για τ’ αποκοιμισμένα στήθη σου και κρεμνώ
Το πιο στιλπνό μου άστρο στο λαιμό σου

2. Ο ΑΦΡΑΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Θ’ ανακαλύψουμε μαζί
Καινούργιους ουρανούς
Καινούργια χρώματα της χαραυγής
Μύριες θαυμάσιες εικόνες

Όμως μη βιάζεσαι
Μάθε να χρησιμοποιείς
Τη σιωπή
Να εισδύεις μέσα σου
Στο πιο βαθύ σκοτάδι
Του εαυτού σου
Όπου μονάχα ο λόγος ενδημεί
Κάτω απ’ τ’ αστραφτερά
Φυλλώματα

*****

Φέρε μου εκείνον τον αμφορέα
Με το πιο διάφανο νερό της πηγής
Που ήπιαμε τόσο διψασμένοι
Και φτιάξε με τα χέρια σου
Ένα όργανο μουσικής
Που θα γίνει το έμβλημα
Της αγάπης μας

*****

Αναδύεσαι από τη σκιά
Κι έρχεσαι προς εμένα
Και δεν έχεις τίποτ’ άλλο στα χέρια σου
Παρά μονάχα την αγάπη σου
Που μοιάζει
Με μια στάλα αίμα
Πάνω στο πρόσωπό σου
Με μια στάλα αίμα
Που όμως αξίζει
Όσο κι όλο το φως

*****

Άνοιξη: με το βλέμμα σου υπόσχεσαι μια λάμψη
Καλοκαίρι: χαρίζεις στο ρόδο το χαμόγελό σου
Φθινόπωρο: στολίζεις με δάκρυα τα νεκρά φύλλα
Χειμώνας. το χιόνι φαντάζει ρόδινο στην αγκαλιά σου

*****

Όσο ο σφυγμός σου θα ρυθμίζει τους χτύπους της καρδιάς μου
Όσο η ίριδα των ματιών σου θα πολλαπλασιάζει την παρουσία σου
Όσο θα πλέω επάνω στο μετάξι του κορμιού σου
Όσο τα χείλη σου θα θωπεύουν τον ύπνο μου
Όσο ο ουρανός θα κατεβαίνει ως τις αιχμές του στήθους σου
Όσο το σμάλτο τής σελήνης θα στεφανώνει την κόμη σου
Δε θα φοβούμαι μήπως κατρακυλήσω στην άβυσσο

*****

Τόσο ανεκλάλητη ήταν η χαρά μας
Που μήτε οι μανιασμένοι άνεμοι μπορούσαν να την παρασύρουν
Μήτε τα νέφη να την περιτυλίξουν
Με την κατάμαυρη χλαμύδα τους
Μήτε ακόμα να την τρομάξει η υπόκωφη κραυγή
Που ανεβαίνει από τα βάθη των τάφων

*****

Παντού ερείπια και θάνατος
από την άλλη μεριά της τάφρου
Που θα μας χωρίζει
Θα ‘χω τουλάχιστον πάνω στα χέρια μου
Τα φωτεινά σημάδια
Της αλλοτινής παρουσίας σου ;

*****

Δάκρυα χαμόγελα σιωπές
Άυλα νήματα που οδηγούν
Στη φλογερή παλίρροια της ματιάς σου
Όπου η ζωή μου τρέμει πάντα
Μαζί με τη δική σου

*****

Τα μάτια σου πέταξαν πάνω μου
Από τώρα τα λευκάνθεμά τους
Για να φωτίσουν το σκοτάδι
Όπου θα με φυλακίσουν οι ώρες
Όταν δε θα σ έχω κοντά μου

*****

Πάνω στο σώμα μου
Τα δάχτυλά σου δε θ’ αγγίζουν
Παρά μονάχα πληγές
Που μόλις έχουν κλείσει

Όμως όταν ανοίγεις την αγκαλιά σου
Το στήθος σου φαρδαίνει ίσαμε το άπειρο
Πέφτει η κέρινη μάσκα μου
Κι είμαι έτοιμος να πετάξω

*****

Μέσα στις σπίθες της θράκας
Τα φλογισμένα χείλη της

Μέσα στο αίμα των νεφών
Ό άφραστος ύμνος της

Μέσα στις κόρες των ματιών της
Ο κόσμος όλος

*****

Φώναξα τ’ όνομά σου στον ύπνο μου
Μα τίποτα
Μόνο το φως το πελιδνό
Απ’ τα φανάρια του δρόμου

Φώναξα τ’ όνομά σου στον ύπνο μου
Μα τίποτα
Μόνο ένα ξίφος που λόγχιζε
Την καρδιά μου

*****

Για σένα τώρα πού αφηγούμαι
Λέξη προς λέξη τη ζωή μου
Και να συνθέσω προσπαθώ
Κάποια καινούργια μελωδία
Πια δεν υπάρχουν πένθη
Μήτε δάκρυα μήτε αποχωρισμοί
Είσαι η ανάνηψη είσαι η νηνεμία
Και παρατείνεις αδιατάρακτη
Του ονείρου την εποχή

*****

Άφησα το φωτεινό σου λίκνο
Και πλανιέμαι ξάγρυπνος
Μέσα στη νύχτα
Πού ξετυλίγει τον μανδύα της
Πάνω σ’ όλους τούς κυρτούς ώμους
Πάνω σ’ όλα τα βουβά πρόσωπα

Γύρισα τέλος στην κάμαρά μου
Και το κερί μου ματώνει
’Από τη θύμησή σου

3. ΜΕ ΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΩΡΙΩΝΑ

Δεν γυρεύω άλλη λάμψη
Από τη λάμψη των ματιών σου
Βόρειο σέλας
Σύντομη αστραπή
Βολταϊκό τόξο

Δεν γυρεύω άλλο τριαντάφυλλο
Απ’ το τριαντάφυλλο της σάρκας σου
Κόκκινο αίμα συμπυκνωμένο
Σε μια φυλή
Απάνθισμα της αβύσσου.

Δε γυρεύω άλλη νύχτα
Από τη νύχτα της μορφής σου
Νύχτα ολόφωτη
Ανεξίτηλη
Κρουνός από άστρα

*****

Κάθε μου λέξη πια δεν είναι
Παρά μια σκιά της ομορφιάς σου
Και στη φωνή σου παραμονεύουν
Πολύ παράξενες συλλαβές
Ήχοι βιολιού πού μαγνητίζουν

Κι όταν η κόμη σου μεταμορφώνεται σε μια
Νεροποντή από μαύρους κρίνους
Κι από φθόγγους ερωτικούς
Κανένα φθινόπωρο δεν αναδίνει
Τόσους ατμούς μεθυστικούς

*****

Μια που θα ’χει πια περάσει τ’ όμορφο καλοκαίρι
Μ όλους τους ώριμους καρπούς
πεσμένους πάνω στους φράχτες
Θα μου μιλήσεις μόνο
με το παιχνίδισμα των βλεφάρων σου
Και με τα όνειρα της καινούργιας χρονιάς
Που ωστόσο αλίμονο! τα καταπίνει πάντα
Ο χρόνος μες στους μαιάνδρους του

*****

Έρχομαι από μια χώρα εσπερινή
Με σκοτεινούς καθρέφτες όλο στάχτες
Και ρόδα μέσα τους πού ματώνουν
Έρχομαι από μια χώρα σιωπηλή
Από βασάλτη ολόκληρη
Συννεφιασμένη μουσική
Και να περάσω προσπαθώ
Αυτή την άβυσσο που με κυκλώνει
Να προσαράξω σε μιαν άλλη ερημιά
Εκεί πού ανοίγει η αγκαλιά σου στοργικά
Γεμάτη από αστρολούλουδα και σκόνη

*****

Μι’ ανάλαφρη πνοή
Γλιστράει πάνω στην κόμη σου
Ξεγυμνώνει το στήθος σου τον λαιμό σου
Και η αυγή κυλάει
Μέσ’ απ’ τα χείλη σου
Μέσ’ απ’ το ανθόφυλλο
Του κορμιού σου

*****

Δεν ταξιδεύω μήπως κάθε μέρα
Ανάμεσα απ’ το βλέμμα σου;
Δεν γράφω μήπως κάθε νύχτα
Στον ουρανό επάνω τής κλίνης μου
« Σ’ αγαπώ »;

*****

Μπροστά στα σκοτεινά παράθυρα της χρονιάς
Φοβούμαι ν’ ανοίξω τα μάτια μου
Κι ‘έρχεται ξάφνου ένα φως από τη μορφή σου
Τρεμάμενο παρόμοιο με τον αστερισμό του Ωρίωνα
Κι επαναφέρει ευθύς όλα τα όνειρα
Όλη τη λάμψη της χαράς μου

*****

Όταν βραδιάζει το χαμόγελό σου
Σκεπάζεται από πάχνη και καπνό
Όμως τα χέρια σου εκτείνονται
Εκτείνονται ολοένα μελωδικά
Σαν ένα τόξο της διαφάνειας

*****

Ένα χαμόγελο σου φτάνει
Για να υψώσω του άσματος
Την καμπύλη

Ένα χαμόγελο σου φτάνει
Για να πλέξω τον ιμάντα
Που θα μ’ ανεβάσει έως το φως

Ένα χαμόγελο σου φτάνει
Για να φιλοτεχνήσω από ρόδο ένα ήλεκτρο
Που θα με ζεστάνει

*****

Μάτια μου τόσο υποταγμένα
Στο γαλάζιο του πελάγους
Μάτια μου αποκαμωμένα
Θα με συνδράμετε ποτέ
Για να την δώ
Ως θα την έβλεπα
Ανέγγιχτη παρθενική
Την πρώτη μέρα της ζωής μου

*****

Μες στων ματιών σου την απεραντοσύνη
Τη νυχτερινή
Μια σελήνη μονάχα επιπλέει
Φωτεινή
Καθώς υπόλειμμα φωσφορικό
Ενός ναυαγίου

*****

Κυριακή πρωί
Κι ανάμεσα στα χείλη σου
’Εξαφανίζεται ό χρόνος

Κυριακή πρωί
Κι ανάμεσα στα δόντια σου
Λάμπει το μήλο της ηδονής

*****

Δεν; Είναι ο άνεμος της θάλασσας
Που αποκαλύπτει το σώμα της
Και ασημώνει τα μαλλιά της
0ύτε ένας χείμαρρος από αρωματισμένη στάχτη
Είναι η έλξη ενός γαλαξία

Αν την αγγίξεις
Ανοίγει το στήθος της
Κι αναπηδάει ένα μπουκέτο από υάκινθους

Αν την φιλήσεις
Ανοίγει ο κάλυκας του ύπνου της
Και οι δαντέλλες των ονείρων της υπνοβατούν
Σε αλπικές επάνω κορυφογραμμές

*****

Τεράστιο νέφος η κόμη της
Ξετυλίγεται προς όλους τους ορίζοντες
Ενώ τριγύρω της υφαίνονται
Και ξαναϋφαίνονται
Τα πλοκάμια της αβύσσου

Άνασσα της νύχτας
Που η λάμψη της ξεπερνά
Τη λάμψη των άστρων

ΟΜΩΣ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕΝΕΙ (2002)

ΟΜΩΣ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕΝΕΙ

Η νύχτα βούλιαξε
Μες σε μια τάφρο από μενεξέδες

Κιόλας ξημέρωσε

Όμως το χιόνι πάντα μένει
Εκεί στην άκρη της αυλής
Ή εδώ πάνω στα χείλη
Μιας αθεράπευτης ουλής

Ακούω μια πένθιμη μουσική
Ψίθυρους οιμωγές
Από έναν άλλο κόσμο
Ενώ πάνω στο χέρι μου μια νιφάδα
Επιβεβαιώνει έστω για μια μόνο στιγμή
Του αιώνιου την αναλαμπή
Ανανεώνει την υπόσχεση
Ν’ αποτινάξουν τα δάχτυλά μου
Κάθε σκουριά που έχει συσσωρευθεί
Να ετοιμάσουν για το θάνατο
Μια γιορτινή στολή
Και με την άφατη λευκότητά τους
Μιαν άνθιση καινούργια
Υποχθόνια σιωπηλή

Η ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΧΑΡΑ

der harte Taler der Trame
PAUL CELAN

Στα διεσταλμένα μάτια μου
Οι διάφανες σκιές που στροβιλίζονται
Και η ανεξίτηλη αυτή χαραγματιά
Που ολοένα εκτείνεται
Ίσαμε την πιο σκοτεινή χαρά

Όμως ακόμα πιο πολύ
Μια οικειότητα
Από βαθιά γαλάζια νερά
Η αβυσσαλέα σιωπή
Τ’ αδυσώπητα όνειρα
Η γόνιμη αθωότητα

ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΩΠΟ

Πάνω στο χώμα το κοκκινωπό
Όλα φλέγονται
Όλα μπουμπουκιάζουν
0ι πέτρες πυρακτωμένες
Βουλιάζουν
Στον ποταμό
Κι ανάμεσα στους θάμνους
Ακτινοβολούν
Αμέτρητα
Θαλερά χέρια

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ

Ένα μεγάλο
Πληγωμένο πουλί
Πλανιέται αδιάκοπα
Κυνηγημένο
Από άγριους ανέμους
Κι από αστραπές

Να ετοιμάζει άραγε
‘Εν’ ακάνθινο στεφάνι
Ή ένα στεφάνι πλεγμένο
Με γαλάζια
Ολοφώτεινα μάτια;

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΠΕΡΙΛΑΜΠΡΟΣ

Ό χειμώνας περίλαμπρος
Απλώνεται εδώ χάμου
Σαν ένα σώμα που ξεχειλίζει από άστρα
Σα μια λάμπα που φωτίζει
‘Ολοσκότεινους δρόμους όπου γυαλίζουν
Αποτυπώματα παγωμένα

Όλα κρυστάλλινα λαμποκοπούν
Όλα περίτρομα φτερουγίζουν
Κι απομένει πάνω στους ώμους μας
Ένας μανδύας από χιόνι
Κι απομένει πάνω στα χείλη μας
Μια λάμψη φιλντισένια

ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΠΙΑ ΤΙΠΟΤΑ

Δεν βλέπω πια τίποτα
Κανένας ήχος δεν χαϊδεύει την ακοή μου
Απ’ όλα τα χρώματα
Θυμούμαι μονάχα την ώχρα
Κι απ’ ύλες τις μελωδίες
Τη μουσική μονάχα χαίτη
Του νερού

Χιόνια πολλά
Και πάλι χιόνια

Έπαψα τώρα να μιλώ
Κι όταν καμιά φορά μιλώ
Μέσα στην άχραντη σιωπή
Κάθε μου λέξη ανασκιρτά
Σαν αστραπή
Και προεκτείνει
Το αίνιγμα της νύχτας

ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ

Χρώματα εσείς του δειλινού
Που ολοένα λιγοστεύετε
Αποχρώσεις που γίνεστε
Πιο χλωμές
Ένδοξες άμαξες παλιές
Απολησμονημένες
Στις αποβάθρες της ομίχλης
Και λίθοι πολύτιμοι
Που παρασύρεστε προς την άβυσσο
Είστε αέναοι σπινθηρισμοί
Όπου η ομορφιά
Γεννιέται και πεθαίνει
Σέ μια στιγμή
Μνήμες όπου δεν απομένει
Παρά ένα άστρο που πενθεί

ΑΥΤΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΜΙΛΑ

Ο ποιητής
Αυτός ο αθώος
Αυτός ο μάγος
Ο θαυματοποιός
Ο μυστηριώδης δαμαστής των λέξεων
Που λατρεύει την ομορφιά
Αυτός ο μικρός θεός που μιλά
Και με το λόγο του γίνεται φως

ΕΣΥ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Εσύ πέρα απ’ το θάνατο
Έχοντας τώρα εγκαταλείψει
Το φέρετρο
Κι εγώ να περιμένω
Να ξαναγυρίσεις
Αλώβητη
Μες σ’ ένα κάνιστρο
Από αμέθυστους

ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΧΑΜΟΣΠΙΤΟ

Σέ τούτο το χαμόσπιτο
Το ερημικό
Όπου κατάφυγα
Τώρα στο τέλος
Ματώνει το βλέμμα μου
Ματώνει το φως
Ματώνει και το κρύσταλλο
Το μοναδικό

ΟΤΑΝ ΟΙ ΔΕΙΧΤΕΣ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ

Όταν οι δείχτες του ρολογιού
Σταματούν

Ανατριχιάζουν οι σειρήνες
Πού είναι κρυμμένες
Μες στους καθρέφτες

Ξαναπαίζεται το δράμα
Του ηλιοβασιλέματος

Οι νεκρικές μάσκες
Αφήνουν να πέσουν
Τα βλέφαρά τους

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

στη μνήμη του Γιώργου Γεραλή

1.

Ώ χαμηλά
Πολύ χαμηλά

Στην άκρη του τάφου
Όπου σμίγουν τα χείλη σου
Μ’ ένα οριζόντιο χαμόγελο

Ώ χαμηλά
Πολύ χαμηλά

Όπου τα σφαλιγμένα μάτια σου
’Ονειρεύονται
Ένα μπουμπούκι από φώσφορο
Που αργεί ν’ ανθοβολήσει

Ω χαμηλά
Πολύ χαμηλά

Στην άκρη τού παγετώνα
Στην άκρη πέρα εκεί
Όπου κατά τη δύση
Πλανιέται ή μουσική
Των πεθαμένων φύλλων

2.

Υμέναιος λευκός
Και τα ενωμένα χέρια τώρα
Παράδεισος κλειστός
Όπου το μάτι συναντά το κενό
Και η σελήνη έρπει ανάμεσα
Σε ξεραμένα χόρτα

Το χαμόγελο τής χορεύτριας
Παγωμένο
Και το μοναδικό περιστέρι
Νεκρό

Δαντέλλες και δάφνινα στεφάνια
Επάνω στον επιτύμβιο λίθο

Ύπνος χωρίς αναπαμό

3.

Φάνηκε ξάφνου
Κάποιος σπινθηρισμός
Κοντά στους μενεξέδες

Κάτι σαν απαλή φωνή
Μες στην ομίχλη
Ή σαν αχνό
Σκιαγράφημα

Και δεν είδαμε τίποτ’ άλλο

Μήτε χέρια μήτε πρόσωπο
Μήτε έναν μαύρο επενδυτή

Μόνο έναν άγγελο
Πού πέρασε από μπροστά μας
Γεμάτος αίματα

Και δίχως να προφέρει
Ούτε μια λέξη

ΛΥΡΙΚΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

1.

Τινάχτηκες ολόκληρος μέσα στο φως
Για να εξυμνήσεις τη χαρά
Μα κιόλας έπεσε ξανά
Του αίματος το παραπέτασμα
Ύπνος και θάνατος
Κι αργά τη νύχτα μια κραυγή
Που ακούγεται φριχτή
Σ’ ένα άλλο όνειρο

2.

Πιο πέρα από τούτο το κίτρινο άστρο
Μέσα από μιαν ανταύγεια χρυσή
Ξεφυτρώνουν δυο χέρια
Δείχτες αλάθητοι τ’ ουρανού
Δυο χέρια ευλύγιστα
Τα χέρια σου που ξετυλίγουν
Το νήμα της ομορφιάς
Ενός αθέατου Απριλίου
Μυστηριώδους
Κι ο χρόνος σπινθηροβολεί
Κι ένα ολοφώτεινο δάκρυ
Κατρακυλά
Πάνω στο μάγουλό μου

4.

Μια συλλογή από αμφορείς
Πανάρχαιους κρύβει ο ουρανός
Που τώρα σε σκεπάζει
Κάτω από βλέφαρα μαβιά
Κάποιας Μαρίας-Νεφέλης
Και χαίτες σκοτεινές
Από δυσπρόσιτες αυγές
Και λέξεις μυστικές
Μια συλλογή από σμάλτινους
Αστερισμούς τής μνήμης

6.

Τώρα που έχεις αποδημήσει
Κι όλα λυγίζουν πιο θλιβερά
Θέλω να ζήσω επιτέλους
Ανάλαφρος σαν τη φωτιά
Που υψώνεται κατακόρυφα
Με το ανυπέρβλητο ανάστημά σου
Και να μπορώ πια να εμπιστεύομαι
Κάθε στιγμή της ζωής μου
Στον ανεμοστρόβιλο
Στις πιο ψηλές
Σιωπηλές κορυφογραμμές
Στα ερημικά ξωκκλήσια
Στα πιο λαμπικαρισμένα πάθη
Αγαπώ τον ίλιγγο τις πέτρες
Όλες τις πέτρες τις οξώπετρες
Που τις ακονίζει το αστροπελέκι
Τις ρωγμές τους τις ανεξερεύνητες
Την αυστηρή τους γεωμετρία
Τους γαλαξίες
Τους μεθυσμένους πλανήτες
Κι ολοένα αναζητώ
Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Τον ίππο τον λευκό
Κι εσένα αδελφέ μου Οδυσσέα
Τον εστεμμένο του αναβάτη

Ο ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΏΤΗΣ
ΜΙΛΑ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΚΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΏΤΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Να μιλήσει κανείς για την ποίησή του, να θελήσει να την ερμηνεύσει σημαίνει, κατά κάποιον τρόπο, να προδώσει τη σιωπή, να προδώσει το μυστικό, το μυστήριο που εγκαθιδρύει η σιωπή. Και όπως κάθε μυστικό, έτσι και η ποίηση θα χάσει τη μαγεία της αν προσπαθήσει κάποιος να την εξηγήσει λογικά. Ή ποίηση είναι ένα Θαύμα, μία ζωντανή εμπειρία, η πιο καθαρή και άμεση μορφή γνώσης, ένας έρωτας κεραυνοβόλος, αν θέλετε, είναι μουσική, είναι προνομιακή κατάσταση χάριτος πού προκύπτει από μία κατάχρηση οικειότητας με τη σιωπή. Δεν είναι πάντως μία οποιαδήποτε ρητορική. Δεν θα μιλήσω επομένως για την ποίηση μου προβαίνοντας σε φιλολογικές αναλύσεις, θα προσπαθήσω μόνο να δώσω μία συνοπτική έστω εικόνα των ποιητικών έργων μου, να ανακοινώσω ορισμένα σχόλια δικά μου και μερικούς στοχασμούς μου που αφορούν το ποιητικό μου έργο, που προορίζονται για δική μου χρήση κι είναι καταχωρημένα σ’ ένα προσωπικό μου ημερολόγιο, ελπίζοντας πάντα πως όλ’ αυτά θα βοηθήσουν σε μία καλύτερη προσέγγιση με την ποίηση μου, αλλά ποτέ βέβαια ότι θα υποκαταστήσουν την άμεση μαγική της επενέργεια, αν βέβαια διαθέτει αυτή την ικανότητα.
Γιατί χωρίς να προϋπάρξει από την πρώτη στιγμή αυτή η συνήχηση ψυχών, αυτός ο κεραυνοβόλος έρωτας εκ μέρους των αναγνωστών απέναντι της, όλα τα σχόλια και όλες οι αναλύσεις θα είναι μάταιες. Και, επιτέλους, ας το καταλάβουν όλοι ο ποιητής δεν κατασκευάζει για να είναι σε θέση να εξηγήσει… Η ποίηση δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή, δεν είναι εργαστήρι. Είναι μία δωρεά της φύσης.

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ονομάζονται πρώτα ποιήματα αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τα πρώτα που έγραψα. Είναι τα πρώτα ποιήματα πού νόμισα πώς θα μπορούσα να παρουσιάσω ή που τόλμησα να παρουσιάσω, ύστερα από ποιητικές ασκήσεις δέκα περίπου χρόνων που άρχισαν γύρω στο 1932 και ύστερα από τις επίμονες παροτρύνσεις τού Γ. Σαραντάρη και τού Οδυσσέα Ελύτη.
Στίχοι σύντομοι σαν τολύπες μουσικής που ευθύς εκπνέουν, σαν αγγίγματα φτερού, σαν ανταύγειες επάνω στη στιλπνή επιφάνεια ενός κατόπτρου. Μνήμες, σβησμένες φωνές και άστρα νεκρά που στέλνει ο βουλιαγμένος ουρανός της πρώτης ευτυχίας, κίτρινα φύλλα πεσμένα από ένα μακρινό και νοσταλγικό παρελθόν, «παιδικές ημέρες πού επιστρέφουν γεμάτες χιόνια».
Στίχοι που φέρνουν επιδράσεις περισσότερο μουσικών παρά ποιητών. Οι σκιές τού Φρειδερίκου (Frederic) Chopin και του Claude Debussy, δύο μουσουργών που βρίσκονται τόσο κοντά στην ψυχή μου, είναι συχνά παρούσες για να μαρτυρούν την αποτυχία κάποιου που θα ήθελε να γίνει μουσικός και που, αν οι περιστάσεις τον ευνοούσαν περισσότερο, ίσως να γίνονταν μουσικός. Στα πρώτα ποιήματα κυριαρχεί η τεχνική, μία ένδειξη πως η τέχνη μπορεί να είναι κάποτε ένα υψηλό και ανώφελο παιχνίδι πού διαθέτει μίαν αυτάρκεια.

ΦΥΛΛΑ ΥΠΝΟΥ

Τα «Φύλλα ύπνου» γράφτηκαν τον καιρό της κατοχής, δηλαδή άπω το 1942 έως το 1944. Το πατρικό μου σπίτι στην Εγνατία οδό είχαν επιτάξει οι γερμανικές αρχές κατοχής κι εγώ με τους γονείς μου υποχρεωθήκαμε να μετοικήσουμε αρχικά στην οδό Σωκράτους, σ’ ένα σχεδόν ερειπωμένο Αρχοντικό σπίτι με κλεισμένα πάντα τα παραθυρόφυλλα από τους ιδιοκτήτες, με κονσόλες και πολλούς καθρέφτες (ο καλύτερος βρίσκεται τώρα ως δωρεά στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών) και μεγάλους διαδρόμους με παλαιικά ρολόγια, με αυλή και με ωραίο κήπο και αργότερα κοντά στην Αγία Σοφία σ’ ένα υπόγειο όπου η κάμαρά μου αφάνταστα στενή και δίχως παράθυρο, μ’ ένα φεγγίτη μονάχα, έμοιαζε σωστό κελί Από μία τέτοια κλειστή, ασφυκτική ατμόσφαιρα γεμάτη προδομένα όνειρα, όπου γλιστρούσαν όλα σαν σκιές και χάνονταν και αυτοδιαλύονταν, ενώ έξω παραμόνευε ο θάνατος και σέρνονταν η δυστυχία, ο τρόμος και η νύχτα της σκλαβιάς, είναι διαποτισμένα τα «Φύλλα ύπνου». Πολλοί εξαπατήθηκαν από τα διάφορα λουλούδια και τ’ αστέρια και τις φαντασμαγορίες που περιέχουν αυτά τα ποιήματα. Δεν είναι όμως καθόλου διακοσμητικά στοιχεία, όπως θα νόμιζε κανείς. Είναι αντίθετα πολύ θανάσιμα πράγματα κατά βάθος όπως εύστοχα σημείωσε ο εξαίρετος αισθητικός, ποιητής και φίλος μου Τάσος Γιανναράς, που αλίμονο είχε τόσο τραγικό τέλος, είναι τα νεκροστολίσματα ενός απίστευτα κεραυνωμένου ιδανικού που στα πόδια του κλαίει η μνήμη, η τρυφερότητα, η πίστη, ένα κοπάδι φευγαλέες και σαν τρομαγμένες εικόνες, κυνηγημένες από το φώς, κυνηγημένες κι από το θάνατο».
Τα «Φύλλα ύπνου» έχουν ως προμετωπίδα τους εξής στίχους από τις «Illuminations» του Αρθούρου Ρεμπώ , (Arthur Rimbaud): «Et tourne du cote de I’ombre je vous vois, mes filles, mes reittes» («και γυρισμένος προς τη μεριά τον ίσκιου σας βλέπω κόρες μου, βασίλισσές μου») στίχους πού αποτελούν το κλειδί νομίζω για την κατανόηση της τεχνικής αυτών των ποιημάτων. Οι κόρες και οι βασίλισσες δεν είναι άλλες από τις οπτασίες, από τα οράματα του Ποιητή που δεν είναι μόνο βασίλισσες που τον εξουσιάζουν, αλλά και κόρες του που εξουσιάζονται από αυτόν. Δηλαδή μ’ άλλα λόγια, όχι εγκατάλειψη στο υποσυνείδητο, στο τυχαίο και στο υπέρλογο μέσα σε μία κατάσταση ύπνωσης, όπως θα συνέβαινε σύμφωνα με μίαν ορθόδοξη υπερρεαλιστική μέθοδο, αλλά συνεργασία μαζί τους και εποπτεία και επιλογή που χωρίς αυτή δεν υπάρχει τέχνη. Ο ποιητής πρέπει να γίνει ένας μάγος αυτής της Ισορροπίας και συνδιαλλαγής. Εδώ ο ύπνος δεν είναι μία παθητική κατάσταση που καταδικάζει στην αδράνεια. Είναι μία κατάσταση προνομιούχα. Όπως πολύ σωστά έλεγε ο ποιητής Rend Char: «Αν ο άνθρωπος κάποτε δεν έκλεινε κατά έναν τρόπο υπέροχο τα μάτια του θα κατέληγε να μην βλέπει πια ό,τι αξίζει να το δει κανείς». Αντίθετα λοιπόν με την ευτέλεια και τη μετριότητα της κοινής ζωής και της συνηθισμένης εγρήγορσης, ό ύπνος με την έννοια πού θέλω να δώσω είναι ένα κάλεσμα σε μίαν «άρρητη γέννηση», μία καταφυγή σ’ έναν ενδότερο χώρο, στην απαγορευμένη περιοχή τού θαυμαστού, πίσω από τον καθρέφτη, θα μπορούσα να πω, χρησιμοποιώντας ένα αγαπημένο μου σύμβολο, δηλαδή σε μίαν άλλη πραγματικότητα εξωπραγματική, όπου οι στίχοι δεν είναι παρά τα λάφυρα αυτής της πραγματικότητας, κάποια φύλλα πού κατόρθωνα να περισυλλέξω με την απόχη του ύπνου σε στιγμές μεγάλης σιωπής. Λέξεις που ακούγονται σα μέσα σε ύπνο, πού τις υπαγορεύει βαθύτερη ψυχή, όχι όμως αυτοματισμός η εγκατάλειψη στο υποσυνείδητο, αλλά «αποκάλυψη της ομορφιάς της θαμμένης μέσα ατά πράγματα» (όπως λέει ό Joe Bousquet). Το ποίημα δεν είναι ανταύγεια του πραγματικού, αλλά δημιουργεί μίαν άλλη πραγματικότητα. Μία αισθητική της διαφάνειας. Λατρεία της φαντασμαγορίας.
Έτσι σ’ αυτά τα ποιήματα, η μορφή είναι κάτι το πρωταρχικό, ένα αρχέτυπο, όπως οι Ιδέες τού Πλάτωνα, τα αντικείμενα χάνουν το βάρος τους, κάθε βαρύτητα εξαφανίζεται και όλα μένουν μετέωρα ανάμεσα στο άπειρο και το μηδέν ενώ το περιεχόμενο, η ύλη τείνει ν’ απορροφηθεί, «εξατμίζεται», όπως παρατήρησε πολύ σωστά ό αλησμόνητος ποιητής και φίλος μου Γ. Θέμελης και «μένει μόνο ή μουσική ουσία της σε ιριδόχρωμες εικόνες πλαισιωμένες με λευκά διαστήματα πυκνής σιωπής». Ποίηση τού ελάχιστου όπου «η σιωπή μιλάει». Όπως έγραψε ό Π. Σπανδωνίδης ύστερα από 44 ολόκληρα χρόνια η ποιητική αυτή τέχνη μου, αυτή η αισθητική της σιωπής, όπως την χαρακτήρισε η κριτική, δικαιώνεται τώρα από έναν διάσημο ποιητή της εποχής μας, τον μεξικανό Octavio Paz και από αισθητικούς περιωπής όπως ό Maurice Blanchot κaι η Susan Sontag για τούς όποιους το ιδεώδες της σιωπής έχει υψωθεί σε πρώτο κανόνα σπουδαιότητας στη σύγχρονη αισθητική.

ΡΥΑΚΙΑ

Τα «Ρυάκια», η σειρά ποιημάτων που ακολουθεί, συνεχίζουν κατά κάποιο τρόπο τα «Φύλλα ύπνου». Εδώ υπάρχει ίσως μία μεγαλύτερη απλότητα και διαφάνεια, μία έμπνευση που αφήνεται περισσότερο ελεύθερη στη φυσική της ροή. «Ένας έρωτας για τη λεπτομέρεια και ταυτόχρονα ή χαμηλόφωνη έκφραση μίας απελπισίας ουσιαστικής σαν το αίμα», όπως παρατήρησε ό νεοελληνιστής και μεταφραστής μου Pierre Albony.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Ό «Επιτάφιος» είναι η αμέσως επόμενη ποιητική μου σύνθεση, ο «Σείριος της ποιητικής δημιουργίας μου» σύμφωνα με τη γνώμη του Αντρέα Εμπειρικού. Γραμμένο το 1951 υποδηλώνει τον σημερινό σταυρωμένο άνθρωπο, τη σταυρωμένη ομορφιά και την ελπίδα της ανάστασης. Το ποίημα αυτό, μολονότι εμπνευσμένο από την ορθόδοξη βυζαντινή παράδοση, δεν είναι θρησκευτικό με τη στενή σημασία του όρου. Το θέμα του Επιταφίου στην περίπτωση αυτή μ’ ενδιαφέρει κυρίως από την αισθητική του άποψη, όπως μ’ ενδιαφέρει και η αισθητική των Ευαγγελίων. Πάντοτε από μικρό παιδί μου προσκαλούσε ζωηρή συγκίνηση η περιφορά του Επιταφίου και η γιορτή του Πάσχα που είναι διαποτισμένη από τα αρχαία ειδωλολατρικά έθιμα. Το σώμα του Θεού της αγάπης ανάμεσα στις ανεμώνες και τα γιασεμιά την ανοιξιάτικη νύχτα με τις μυροφόρες που το αλείφουν με μύρα δεν είναι άλλο από το σώμα του Άδωνη. Από τους θρήνους και το αίμα του Άδωνη βλάστησαν το ρόδο και η ανεμώνα. Προσωποποίηση της άνοιξης που μαραίνεται για να ξανανθίσει. Φθορά και ανάσταση της ύλης. Έτσι το ποίημα από ελεγείο θανάτου γίνεται τραγούδι της ζωής. Αλλά ταυτόχρονα η ομορφιά της ειδωλολατρικής αρχαιότητας μπαίνει στην υπηρεσία της χριστιανικής αγάπης. Το ποίημα τελειώνει με μία επίκληση προς τη Μητέρα του θεού, προς την Παρθένο Μαρία που είναι η γονιμότητα και η καλοσύνη, η Ζωοδόχος Πηγή και με την πίστη ότι ο άνθρωπος μονάχα με την αναβίωση των γυναικείων άξιων, της καρδιάς και των αισθήσεων θα ξανακερδίσει τη χαμένη ενότητα με τον εαυτό του και με το σύμπαν, θα επικοινωνήσει με τις στοιχειώδεις δυνάμεις της φύσης, θα ξαναβρεθεί σε κείνη την παραδεισιακή κατάσταση, σε κείνη την πρωτόγονη αθωότητα -πέραν του καλού και του κακού- και μέσα στην έκσταση θα συμφιλιωθεί με το θάνατο. Και το κοιμητήρι ακόμα αποπνέει γαλήνη και αγνότητα, προμηνά μία χαρμόσυνη κυοφορία, οι τάφοι γίνονται
«…του όρθρου».
Αν η δικαίωση των αθώων και των φτωχών είναι απαραίτητες, δέν είναι λιγότερο απαραίτητες η αγάπη, η ποίηση, η τέχνη » ce benefice de Vextreme fraicheur ” («αυτό τό ευεργέτημα της άκρας δροσερότητας») όπως διακηρύσσει η Andre Breton. Είναι ολοφάνερη η συγγένεια που παρουσιάζει το ιδεολογικό περιεχόμενο του Επιταφίου με το μήνυμα του Άγγελου Σικελιανοΰ, όπως εκπορεύεται από το έξοχο και μνημειώδες ποίημά του «Μοτέρ θεού», και την ιδέα της γήινης σωτηρίας από τη γυναίκα, του υπερβατική προορισμού της γυναίκας και μάλιστα της γυναίκας-παιδί. Ας θυμηθούμε ακόμα σχετικά τους στίχους τσυ Goethe (Γκαίτε): «Das ewig-weibliche zieht tins hinan» («το αιώνιο θήλυ μας έλκει προς τα άνω»).
Στον «Επιτάφιο» ταυτίζεται η ομορφιά με την καλοσύνη και η φροντίδα να εξυπηρετηθεί η υπόθεσή του ανθρώπου με τη λατρεία της ομορφιάς. «Γιατί μέσα ατά σκοτάδια μας», καθώς λέει ό Ren£ Char, «δεν υπάρχει μία μόνο θέση για την Ομορφιά. Όλες οι θέσεις είναι για την ομορφιά». Όπως παρατήρησε προ ετών ο Αείμνηστος κριτικός Π. Σπανδωνίδης «ο Επιτάφιος παραμένει ένα ποίημα όπου καταβάλλεται προσπάθεια οι εικόνες να μην προκύπτουν από την απλή ακτινοβολία ενός μαγικού κλειδοκυμβάλου της ψυχής, άλλα να προσφέρονται εφοδιασμένες με μίαν ουσία που αποτελεί το περιεχόμενο συγκεκριμένων στιγμών της ψυχής». Σημειώνω πως την ποιητική αυτή σύνθεση έχει μελοποιήσει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Το «Χειμερινό ηλιοστάσιο» γράφτηκε το 1948, τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση, δηλαδή ένα χρονικό διάστημα ικανό να υποβοηθήσει οποιαδήποτε εσωτερική διεργασία και μετουσίωση των δραματικών εκείνων γεγονότων και είναι ένα χρονικό του πολέμου και της κατοχής, χρονικό μίας ανθρωπότητας που διανύει τη χειμερινή περίοδο. Ένα χρονικό όμως που δεν αποσκοπεί να παρουσιάσει το ωμό γεγονός, μία βάναυση πραγματικότητα, ούτε ν’ αποτελέσει ένα σχόλιο περισσότερο ή λιγότερο λυρικό της πρόσφατης ιστορίας μας, άλλα που φιλοδοξεί να είναι κάτι άλλο, η πεμπτουσία αυτής της πραγματικότητας αποκρυσταλλωμένη σε κάποιες συντμήσεις αστραφτερές. Όπως με τόση διεισδυτικότητα σημείωσε ένας κορυφαίος ποιητής μας, ο Γιάννης Ρίτσος, «μία εξαίσια ευαισθησία δονεί κάθε λέξη και μία σπάνια αβρότητα καμπυλώνει το στίχο που πάνω του διακριτική, προσπαθώντας από ποιητική σεμνότητα και γνώση του ελληνικού μέτρου να μείνει αόρατη, τρεμοπαίζει μία βαριά σταγόνα αίμα». Γιατί η ποίηση δεν είναι προορισμένη να υπηρετεί σκοπούς ξένους προς τη δική της νομοτέλεια. Κάθε σκοπός, περιορισμένος από το χρόνο, είναι καταδικασμένος να ξεπεραστεί ιστορικά. Ενώ η ποίηση είναι απεριόριστη, δίχως όρια, η δύναμή της εκτείνεται πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, δημιουργεί μία στιγμή ευρύτερα ανθρώπινη, δεν είναι απλώς σκόπιμη ή ωφέλιμη, είναι δηλαδή υπάρχει με την υποστασιακή έννοια τού όρου, υπάρχει σε όλη την έκφραση, το βάθος και την πολλαπλότητά της. Είναι λόγος που αποτείνεται και στο παρόν και στο μέλλον. Η στρατευμένη ποίηση, η ποίηση του γεγονότος, τότε μονάχα είναι άξια του ονόματος της όταν δεν περιορίζεται στην άμεση πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα, έστω ανακαλύψουμε ξανά, να επιστρέψουμε στις αυθεντικές πηγές της ύπαρξης. Το πρώτο ποίημα αυτής της συλλογής, το «Μικρό μνημείο στο δυτικό άνεμο» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μίαν ουβερτούρα, μίαν εισαγωγή πολύ χαρακτηριστική. Είναι μία ωδή, ένας ύμνος στο δυτικό άνεμο, στον άνεμο της ευφορίας και της γονιμότητας που με τη γλυκιά πνοή του αυξαίνει τη βλάστηση και ωριμάζει τους καρπούς, άλλα και κάθε τι ωραίο. Την έμπνευση υποβοηθούν μνήμες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Ο Ζέφυρος είναι ο εραστής της Χλωρίδος και πατέρας του Καρπού. Από την ένωσή του με την Άρπυια Ποδάργη γεννήθηκαν οι ταχείς ίπποι του Αχιλλέα. Μία επίκληση σε μία μειλίχια θεότητα για να απαλλάξει από τα δεινά τούς ανθρώπους, να τούς επαναφέρει στον αληθινό προορισμό τους, στη γήινη αποστολή τους, να τους υπενθυμίσει μερικές αλήθειες που λησμονήθηκαν και που είναι επείγον, όπως ανάφερα, να ανακαλυφθούν ξανά. Αν στη ζωή, όπως και στη φύση, έφτασε ο χειμώνας, αν η περίοδος που διανύει η ανθρωπότητα είναι χειμερινή, ωστόσο για να θυμηθούμε το στίχο του Σέλεϋ (Percy Bysshe Shelley), «μπορεί ν’ αργήσει η άνοιξη;»
Το ποίημα «Αναζητώντας τον ήλιο» της ίδιας συλλογής είναι ή μυθοποίηση μίας αγαπημένης ύπαρξης. Πίστη στη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτα που δε μπορεί παρά να ταυτίζεται με την ίδια την Ποίηση. Πίστη πως μονάχα ο έρωτας και η ποίηση μπορούν να μάς αναγεννήσουν.
Με το ποίημα «Δεν άκουσες;» συντελείται μία εσωτερική αναδίπλωση στον εσωτερικό χώρο, ένα είδος εσωτερικού μονολόγου. Ο ποιητής αιχμάλωτος της μοναξιάς, αντιμέτωπος προς τα όνειρά του, μέσα σ’ ένα πένθιμο σιωπηλό λυκόφως όπου ακούγονται μονάχα οι χτύποι της καρδιάς προσπαθεί ν’ αποκρυπτογραφήσει το βαθύτερο μυστικό της ύπαρξης. Απογοήτευση και μάταιη αναζήτηση. Η θύελλα και το σκοτάδι μάς κυκλώνουν από παντού. Ίσως η μεγαλύτερη σοφία βρίσκεται σε μία στάση θείας αφέλειας απέναντι στον κόσμο, σ’ αυτή την υπέροχη, μακάρια άγνοια, όπως την ονομάζουν οι μεγαλύτεροι μυστικιστές, μία άγνοια όμως διαφορετική από την κοινή άγνοια, που ξεπερνά όλα τα αντικείμενα της ανθρώπινης επιστήμης και που τελικά είναι η ίδια μία υπέρτατη επιστήμη και σοφία. Εκ νέου λοιπόν έξοδος από το εγώ, από το μυστικό όνειρο προς μία κοινή ελπίδα. Νοσταλγία μίας ηλιακής ποίησης. Ανανέωση της εμπιστοσύνης στην αγάπη που μόνη αυτή μπορεί ακόμα να μας προσφέρει λίγο φως, λίγο ουρανό ή μίαν αχνή έστω, σαν ένα σύννεφο νεκρό, και φευγαλέα αίσθηση της ομορφιάς.
Το ποίημα «Η γη δεν είναι αυτός ο κόσμος» είναι αφιερωμένο στο φίλο μου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και όχι βέβαια τυχαία. Έχει μίαν άμεση σχέση με την ποιητική ιδεολογία του.
Ο συριανός και η γη δεν είναι δύο ολότελα διαχωρισμένες πραγματικότητες, ασυμφιλίωτες μεταξύ τούς. Αν αγαπήσουμε τη γη ως τα έσχατα, θα νιώσουμε πως είναι ενωμένη με τον ουρανό. «Το επίγειο μυστήριο», λέει ό Ντοστογιέφσκι (Dostoyevsky), «έρχεται σε επαφή με το μυστήριο των άστρων». Να μία βαθύτερη χριστιανική άποψη. Όχι παραίτηση από τα εγκόσμια, από τα γήινα. Η γη να γίνει ουράνια, ο ουρανός να γίνει επίγειος. Η γη η ίδια περικλείνει μίαν υπόσχεση αθανασίας και ο ουρανός γίνεται κάποτε περισσότερο οικείος, προφέρει με τη σιωπή του έναν λόγο πιο πειστικό και πιο αποκαλυπτικό από τον ανθρώπινο λόγο. Αρκεί ν’ αποκτήσουμε εκείνη την ιδιαίτερη εσωτερική ωριμότητα που απαιτείται για να γίνουμε ικανοί να τον ακούσουμε. Ένας πολύ μεγάλος ποιητής, ο Χέλντερλιν (Holderlin), μάς έχει προειδοποιήσει;

«Ich verstand die Stille des Athers
Der Menschen Worte verstand ich nie“

(«Τή σιωπή τ’ ουρανού την κατανοούσα
τον ανθρώπινο λόγο δεν τον κατανοούσα ποτέ»)

Το ποίημα «Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή» είναι ένα είδος μοντέρνας μπαλάντας που εκφράζει όλη την αγάπη, την κατάφαση και την πίστη προς τη ζωή, που μ’ όλες τις πίκρες της και τα βάσανα είναι «μέγα καλό και πρώτο». Καθαρά ελληνική και σολωμική αντίληψη. Ας θυμηθούμε τους θαυμάσιους στίχους του Σολωμού: «Γλυκεία ή ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Κι αυτό το ποίημα, όπως όλη η συλλογή, ανταποκρίνεται στο όραμα μίας πάντοτε επερχόμενης άνοιξης, μίας νέας κάθε τόσο κυοφορίας που είναι εμπιστευμένη «στη γύρη τ’ ουρανού».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΑΝΤΑΤΑ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΕΣ ΦΩΝΕΣ

Το πολύ υψηλό παράδειγμα τού Johann Sebastian Bach και η θλίψη που ένιωθα για τη σημερινή στέγνα των ψυχών μας και για τον συμβατικό και ψεύτικο τρόπο που γιορτάζεται η μεγάλη αυτή μέρα της χριστιανοσύνης στην καταναλωτική κοινωνία μας, αποτέλεσαν το έναυσμα για να γράψω αυτή την καντάτα, που το βαθύτερο νόημά της βρίσκεται σ’ αυτούς τους στοχασμούς: αληθινά Χριστούγεννα μπορούν να γιορτάσουν μόνο τα παιδιά. Θα κατορθώσουμε άραγε να ξαναγίνουμε παιδιά και να ψιθυρίσουμε μία προσευχή, έναν ψαλμό μέσα σ’ αυτή την ανθρωπότητα που πρόδωσε τον εαυτό της δυναστευμένη από έναν ιλιγγιώδη μηχανικό πολιτισμό; Πάντως το θαύμα βρίσκεται μέσα μας, πολύ κοντά μας, τριγύρω μας. Φτάνει μόνο να ανακαλύψουμε τον αληθινό εαυτό μιας, να επιστρέψουμε στις πρώτες πηγές της ύπαρξής μας.

ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Στο «Πέπλο και το χαμόγελο» περιέχονται ποιήματα που γράφτηκαν από το 1958 μέχρι το 1962.
Η πρώτη σειρά των ποιημάτων έχει ως προμετωπίδα έναν αφορισμό για την τέχνη, του μεγάλου ζωγράφου Georges Braque που τόσο θαυμάζω. «Η πρόοδος στην τέχνη δεν συνίσταται στο να επεκτείνει κανείς τα όριά της, αλλά στο να τα γνωρίσει καλύτερα». Ο εξαίρετος αυτός δάσκαλος της σύγχρονης τέχνης, που θεωρώ σαν ένα νεώτερο Ιωάννη Σεβαστιανό Μπάχ (Johann Sebastian Bach) της ζωγραφικής για την άκρα αυστηρότητα, τελειότητα και οικονομία των εκφραστικών μέσων, μου πρόσφερε μαζί με τον ποιητή Pierre Reverdy το πιο πολύτιμο στήριγμα στις προσωπικές μου πεποιθήσεις. Όχι λοιπόν επέκταση, αλλά εμβάθυνση, συμπύκνωση και γνώση των ορίων κάθε τέχνης. Έτσι «Το πέπλο και το χαμόγελο» δεν είναι παρά το απόσταγμα μίας ποίησης που αναδύεται από τη σιωπή για τόσο λίγο, όσο χρειάζεται ν’ ακουστεί ο ήχος μίας χορδής που ξαναβυθίζεται πάλι μέσα στη σιωπή, μίας ποίησης που δεν είναι παρά μία μεγάλη απουσία, η απουσία μιας όμορφης κοπέλας που αποκαλύπτεται για μία στιγμή μονάχα να μας προσφέρει ένα χαμόγελο και ύστερα πάλι κρύβεται αμέσως πίσω από το πέπλο της. Γιατί μονάχα ανασύροντας το πέπλο της, το πέπλο των αισθητών πραγμάτων, ανακαλύπτουμε την κρυμμένη ομορφιά, τη βαθύτερη πραγματικότητα. Αυτή λοιπόν η απουσία, αυτή η σιωπή είναι εκείνες που κάνουν ώστε τα ποιήματά μου να τείνουν από μία εσωτερική αναγκαιότητα να εγκαταστήσουν στη μεγαλύτερη έκταση των τοπίων τους τη δυναστεία του χιονιού. Ποίηση που κυμαίνεται ανάμεσα στα δάκρυα και το χαμόγελο, ανάμεσα στη χαρά και το πένθος, ποίηση όπως το ουράνιο τόξο ενός χαμόγελου που περνά το πέπλο του πένθους και των δακρύων. Πύκνωση ψυχικών καταστάσεων, επίμονη και εξαντλητική αναζήτηση που επιδιώκει να καταλήξει στο ένα ποίημα, στο μοναδικό και απόλυτο ποίημα, σ’ εκείνο που θα συμπυκνώσει στο υπέρτατο όριο την ψυχική και την πνευματική εμπειρία μου.

ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Τα «Δέκα ερωτικά τραγούδια» είναι το τρίτο μέρος της συλλογής μου «Το πέπλο και το χαμόγελο». Μία φωτοχυσία ερωτικού λυρισμού, μία μετάσταση σε μία χώρα απίθανη που καλύπτεται ολόκληρη απ’ τη λάμψη της ερωτικής αλήθειας, της μόνης ίσως αλήθειας σ’ αυτόν τον κόσμο, εκτός από το θάνατο. Αλλά και μία συνεχής σύμπτυξη του ποιήματος ώσπου να γίνει καθαρή λυρική ουσία, ώσπου να συγχωνευθέν όλοι οι χρωματικοί τόνοι του μέσα σ’ ένα καθάριο φως, ολόγυμνο, μέσα στην απλότητα του λευκού. Απόπειρα για μία ποιητική τέχνη δύσκολη αλλά και πολύ απλή ταυτόχρονα, αυθόρμητη αλλά και υποκείμενη στην πιο αυστηρή κάθαρση. Νομίζω πως τίποτα δεν χαρακτηρίζει καλύτερά την πρόθεση με την οποία γράφτηκε η σειρά αυτή των ποιημάτων μου όσο ο στίχος αυτός του αμερικανού ποιητή Conrad Aiken; “Alas! were the whole language turned to birds» {«Αλίμονο, ας ήταν ο λόγος ολόκληρος να μεταμορφώνονταν σε πουλιά»), δηλαδή να γίνονταν ο λόγος μία πτήση πουλιών, ανάλαφρος, αιθέριος, μουσικός σαν τα πουλιά, να μη μας πρόδινε όπως μας προδίδει και η πιο τέλεια ποιητική έκφραση, να μη διέφευγε έξω από το ποίημα ό,τι είναι πιο ουσιαστικό, να μην έμενε άρρητο ό,τι ακριβώς θ’ άξιζε να ειπωθεί…
Όμως, Αλίμονο!, το ξαναείπα. Το ποίημα θα είναι πάντα μία προσμονή και η ποίηση μία απουσία, ένα ασύλληπτο όνειρο που διαφεύγει όλες μας τις ενέδρες, μία κατάσταση που βρίσκεται πιο κοντά στη σιωπή, στην αφασία, παρά στα λόγια που προφέρονται Ή ακόμα θα είναι κάτι που, όπως οραματίστηκε ο Stephane Mallarme στο περίφημο σονέτο του, μοιάζει με την αιχμαλωσία ενός κύκνου σε μία παγωμένη λίμνη, μ’ εκείνον το διάφανο παγετώνα των πτήσεων που έχουν παγιδευτεί. Ένα ναυάγιο πάντα, έστω περιφανές. Δεν Απομένει λοιπόν παρά να κρίνουν οι άλλοι κάθε φορά, τί μπόρεσε να διασώσει απ’ αυτό το ναυάγιο ο ποιητής.

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Όλα τα ποιήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή είναι αφιερωμένα στη μνήμη της μητέρας μου πού πέθανε στις 23 τού Γενάρη τού 1965 και κυριαρχούνται από το συγκλονιστικό βίωμα του θανάτου, Από την τραγική έκφραση του πεπρωμένου όπως μας αποκαλύπτεται με τη ζοφερή βιαιότητα του θανάτου. Όπως σημείωσε η κριτική εδώ η τέχνη μου φθάνει την πλήρη ωριμότητά της, στο αποκορύφωμα της λεπτότητας, αφού μπορεί να εμφανίζει σ’ αυτό οριακές καταστάσεις κάτω από το προσωπείο μίας απλότητας συγκινητικής, «μίας απλότητας αληθινά αξιοζήλευτης που εισάγει στην περιοχή της μεταφυσικής»… (Κ. Στεργιόπουλος).
Όσο για μένα, θέλησα με τον πιο απλό λόγο, χωρίς εξεζητημένα ευρήματα, να μεταμορφώσω ακόμα και το θάνατο σε ομορφιά, να διασπάσω τον αδιάσπαστο παγετώνα της σιωπής, να καταλύσω τα φράγματα της αβύσσου, μεταφέροντας από την άλλη όχθη ορισμένα φευγαλέα μηνύματα του αόρατου, ύστερα από μίαν οδυνηρή συσπείρωση στον εαυτό μου, ύστερα από μίαν εμπειρία που είχε για στόχο της το Απόλυτο και που δεν ήταν δυνατό παρά να αποκλίνει όλο και περισσότερο προς τη σιωπή, με τη «Μεταμόρφωση» προσπάθησα να οικοδομήσω έναν καινούργιο αναγεννημένο λόγο πάνω στη θανάσιμη αυτή πραγματικότητα της σιωπής και ν’ αποσπάσω για λίγο από τη νύχτα του τάφου τα κουρέλια έστω μίας γιορτινής λάμψης, να υψώσω στην αιώνια σημασία του ένα υποκειμενικό, αλλά τρομακτικά επίσημο γεγονός. Τί άλλο όμως μπορεί να είναι η ποίηση παρά ένας στιγμιαίος υμέναιος με τη ζωή και το θάνατο, μία φρικίαση πού προσπαθεί να εγγραφεί στη ροή του χρόνου;
Ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής «Lacrimosa» («Δακρυρροούσα») δεν είναι άσχετος προς το ομώνυμο μουσικό μέρος Από το Requiem του Mozart, αλλά και ολόκληρο τούτο το ποίημα, νομίζω πως καταυγάζετε από το διηνεκές, το ανέσπερο εκείνο φώς, lux perpetua, που εκπέμπει η θεία αυτή μουσική, η τόσο ικανή να ενσταλάζει στην ψυχή μας την υπέρτατη γαλήνη και μακαριότητα.
Εξάλλου η προμετωπίδα που έχω βάλει στο δεύτερο μέρος της συλλογής αύτής «Novissima verba» («Ακροτελεύτιος λόγος») και που αποτελείται από έναν στίχο του Λόρδου Βύρωνος από το Childe Harold «Oh Time! the beautifier of the dead, Adorner of the ruin…» («Ώ Χρόνε που εξωραΐζεις το θάνατο, πού στολίζεις τα ερείπια») χαρακτηρίζει νομίζω αρκετά όλο το περιεχόμενό της.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΥΙΤΑ

Ή «Φθινοπωρινή σουίτα» με την εσωτερική μουσική της δομή αποτελείται από τρεις ποιητικές ενότητες. Η πρώτη ενότητα που φέρει και τον γενικό τίτλο είναι μία σειρά ποιήματα γραμμένα παλαιότερα (Από το 1964 έως το 1970) που κάποτε αποκτούν μία δραματική ένταση και όπου κυριαρχούν το αίσθημα της μοναξιάς και το άγχος του θανάτου χωρίς ωστόσο να παύει, ν’ αναφαίνεται κάποια ελπίδα. Πάντα λοιπόν «ανάμεσα στην αγωνία και την ελπίδα» για να επαναλάβω τα λόγια του μεγάλου μουσουργού W. A. Mozart που χρησιμοποίησα ακριβώς ως προμετωπίδα αυτής της σειράς. Για τη συλλογή αυτή περιορίζομαι να παραθέσω τα σχόλια του Ιταλού νεοελληνιστή Antonello Colli που θεωρώ πολύ ουσιαστικά. Γράφει λοιπόν ότι «με τα τελευταία έργα του (και εννοεί τη Φθινοπωρινή σουίτα και τα άλλα ποιήματα) ο νεοέλληνας αυτός ποιητής βρίσκεται στη λίστα των πιο σπουδαίων ποιητών του καιρού μας προσεγγίζοντας κορυφώσεις ομορφιάς που προκαλούν ρίγη είτε γιατί απομονώνουν πυρήνες που ακτινοβολούν από κοσμικό μυστήριο, είτε γιατί διαλύονται σε τούτη την απόκρυφη και πυκνή εκφραστική απλότητα που είναι η ιδιαιτερότητα της αληθινής ποίησης».

ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα «Τρία ερωτικά ποιήματα» γραμμένα μεταγενέστερα (το 1972) αποτελούν την τρίτη ενότητα της συλλογής αυτής και συμπληρώνουν όσα άλλα ποιήματα έχω αφιερώσει κατά καιρούς στο αιώνιο αυτό κίνητρο κάθε καλλιτεχνικής και γενικότερα ανθρώπινης δημιουργίας και κάθε ανώτερης παρόρμησης, δηλαδή τον έρωτα, που είναι «η ψυχή της μεγαλοφυΐας» για να χρησιμοποιήσω και πάλι τα λόγια του αθάνατου Mozart.

ΩΚΕΑΝΙΔΕΣ

Οι «Ωκεανίδες» γράφτηκαν παλαιότερα, τω 1963-1965 όταν κατά τη μετάβασή μου στην Αμερική είχα διαπλεύσει τον Ατλαντικό ωκεανό, και αποτέλεσαν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής. Είναι μία πρόσκληση για μία ζωή πιο ελεύθερη, πιο ανθρώπινη και πιο φιλική, τέτοια που αποτελεί το βάθρο και του «Αίνου». Γενικότερα, όλα τα ποιήματα των παραπάνω συλλογών μου γράφτηκαν χωρίς καν έναν ιδιαίτερο προγραμματισμό, σε μίαν απόλυτη εγκατάλειψη, για τη χαρά μονάχα να γράψω με τον τρόπο μου ώραία ποιήματα.

ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
Μαζί με το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

(1972-1973)
(Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών)

Τα «Δέκα ποιήματα» είναι αφιερωμένα στο Γιάννη Ρίτσο και το «Δοξαστικό» στον Παντελή Πρεβελάκη, δύο άξιους υπερασπιστές της ελευθερίας. Εδώ η συνείδηση του ποιητή εξεγείρεται κατά της στρατιωτικής δικτατορίας, που, επί μία ολόκληρη επταετία, είχε φιμώσει την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, και η οργισμένη φωνή του υψώνεται στεντόρεια μέσα από τη -φαινομενική- ηπιότητα της. Στη συνέχεια θα υμνήσει την ελευθερία με ευφρόσυνες, δοξαστικές νότες.

Η ΑΝΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ (1973-1974)

«Ή Άννα της απουσίας» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο συνέχεια της ποιητικής συλλογής μου «Ή μεταμόρφωση» που εκδόθηκε τό 1971 και που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας μου και είναι κι αυτή δημιούργημα του τραγικού βιώματος αυτού του θανάτου.
Αντίθετα τα «Ενωμένα χέρια» (1975) είναι ποιήματα ερωτικά. Έχουμε λοιπών ένα δίπτυχο έρωτα και του θανάτου, δυο οριακές καταστάσεις που είναι και δυο βασικά θέματα όλης της ποίησής μου.
Για την ποιητική συλλογή μου «Η Άννα της απουσίας» θα ήθελα να σημειώσω ότι ένας παρόμοιος τίτλος όπως π.χ. «Η απουσία της Άννας» δε θα είχε ποτέ την ίδια βαρύνουσα σημασία με τον τίτλο «Η Άννα της απουσίας». Με τον δεύτερο τίτλο μεγεθύνεται η αίσθηση της απουσίας, η Άννα γίνεται η παρουσία της απουσίας της, προσωποποιείται πια η απουσία της και καθίσταται κυρίαρχη και δραματική. Η λέξη απουσία δεν χρησιμοποιείται εδώ με την τρέχουσα σημασία, έχει μίαν έννοια οντολογική, την έννοια μίας «καθαρής» παρουσίας, δηλαδή μίας παρουσίας χωρίς περιορισμούς. Επομένως η Άννα ανήκει και σ’ αυτού του είδους την απουσία που είναι «καθαρή» παρουσία, έξω από τις διαστάσεις της αντικειμενικότητας, μία παρουσία ατελεύτητη, δίχως όρια.

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ (1972-1976)

Το «Καλειδοσκόπιο» είναι ένα πολύπτυχο ή ένα πολύεδρο όπου συγκεντρώνονται διάφορες όψεις της τέχνης μου, μία πανοραμική άποψη της μέχρι τότε ποιητικής εμπειρίας μου που τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
Το καλειδοσκόπιο, όπως ξέρουμε από την καθημερινή πραγματικότητα, είναι ένα μαγικό αντικείμενο. Μάς προσφέρει ένα μικρό φανταστικό σύμπαν μεταβαλλόμενο κάθε στιγμή και γεμάτο ομορφιά. Αν όμως θελήσουμε να ψάξουμε να δούμε τί κρύβει μέσα του δε θα βρούμε παρά μόνο μερικά πολύχρωμα συντρίμμια. Το αντίθετο όμως συμβαίνει με τον πραγματικό κόσμο. Τον καλύπτει ένα πέπλο. Και μόνο η ποίηση μπορεί να διαπεράσει αυτό το πέπλο και να ανακαλύψουμε άλλες φανταστικές ομορφιές που κρύβονται πίσω του. Έτσι η ποιητική αυτή συλλογή μου καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εξωτερικών και εσωτερικών ερεθισμών και όπως επισήμανε η κριτική «είναι κάτι σαν Adorno, στά «Minima moralia», ότι «το όλον είναι αναληθές». Τα «Fragmenta» μαρτυρούν την προτίμησή μου σε μία ποίηση καίρια «γεννήτρια των πιο αυστηρών μορφών όπως η πέτρα» η «διστακτική μπροστά στο χαρτί που υπερασπίζεται τη λευκότητά του», μία ποίηση που αποκλίνει προς τη σιωπή, που υπόκειται στη σαγήνη των εκλάμψεων και που φιλοδοξεί ν’ ανακαλέσει στη μνήμη τον Ηράκλειτο και τη Σαπφώ, το Νοβάλις (Novalis) και το Χέλντερλιν (Holderlin), το Ρεμπώ (Rimbaud) και το Μαλλαρμέ (Mallarme).

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1987)

Μία σειρά ποιημάτων που αντικατοπτρίζουν τη σπαραχτική θλίψη και την αγωνία για την αδυσώπητη, την αμείλικτη ροή του χρόνου και την αναπόφευκτη φθορά μας. Ο τίτλος το επιμαρτυρεί. Πέρασε ακόμη ένα καλοκαίρι και ποιός ξέρει αν θα προλάβουμε ένα άλλο. Είμαστε εγκλωβισμένοι, όπως λέει και ο Ζάν Κοκτώ (Jean Cocteau), «μέσα σ’ ένα εξπρές, σε μία ταχεία αμαξοστοιχία που κατευθύνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την άβυσσο». Ωστόσο μέσα στην απελπισία μας δεν πρέπει να παύσουμε ν’ αναζητούμε έναν άλλο κόσμο πιο ευφρόσυνο, μία οικείωση με το θαύμα.

ΦΑΕΘΩΝ (1983-1984)

Η συλλογή αυτή αποτελεί μίαν ανταπόκρισή μου στην έκκληση της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών (της όποιας έχω τη μεγάλη τιμή να είμαι Αντιπρόεδρος) για τη διάσωση του πλανήτη, ο όποιος, όπως είναι γνωστό, διατρέχει το μέγιστο κίνδυνο να εξαφανιστεί εξαιτίας της αλόγιστης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων του, της φρενιτιώδους υπερπαραγωγής και της βιομηχανικής ανάπτυξης. Ο άνθρωπος έγινε μαθητευόμενος μάγος με την εντατική χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας και κινδυνεύει να επαληθεύσει τον παλαιό μύθο και να γίνει ένας νέος Φαέθων. Ποιήματα της συλλογής αυτής έχουν περιληφθέν στην Ανθολογία με τίτλο «Espaces» («Χώροι») και υπότιτλο «Σε αναζήτηση μίας οικολογίας του πνεύματος», που κυκλοφόρησε στις Βρυξέλλες το 1988 από την Παγκόσμια Οργάνωση των Ποιητών, κατά τη λήξη του «Έτους προστασίας τού περιβάλλοντος». Στην ίδια Ανθολογία περιέχονται ποιήματα των διασημότερων ευρωπαίων ποιητών, καθώς και των δικών μας Οδυσσέα Ελύτη και Νικηφόρου Βρεττάκου. Στη συλλογή μου «Φαέθων», αντικατοπτρίζοντας την εφιαλτική πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου σ’ αυτόν τον αιώνα μας που αποτελείται μόνον από «κόκαλα νεκρών», όπως γράφω σε κάποιους στίχους μου, προσπαθώ να περισυλλέξω μέσα σ’ ένα θλιβερό ηλιοβασίλεμα «όθι τροπαί Ήελίοιο», «τα πετρωμένα μήλα τον θανάτου». Έτσι υποβάλλονται μερικές εικόνες αληθινής αποκάλυψης, χωρίς, ωστόσο, να χάνουν τη φωτεινότητά τους. Κάτι που επισήμανε ιδιαίτερα ο καθηγητής και διευθυντής του πανεπιστημιακού ινστιτούτου ευρωπαϊκών σπουδών της Γενεύης Henry Schwam κατατάσσοντας με, σε άρθρο στην εφημερίδα «Le Matin», ανάμεσα στους «allumeurs de reverberes», δηλαδή στους φανοκόρους εκείνους ποιητές που όταν η νύχτα κατεβαίνει πάνω στο φώς, φωτίζουν τους απροσδιόριστους δρόμους του μέλλοντος μας και θέτουν τις βάσεις ενός μεταβιομηχανικού πολιτισμού.

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ (1985-1992)

(Παγκόσμιο Βραβείο Μυστικιστικής Ποίησης
του Ισπανικού Ιδρύματος Fernando Rielo)

Είχα την εξαιρετική εύνοια η ποιητική αυτή δημιουργία μου να τιμηθεί με μία πολύ υψηλή διεθνή διάκριση. Το «Παγκόσμιο Βραβείο Μυστικιστικής Ποίησης τού Ισπανικού Ιδρύματος Fernando Rielo» στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, σε επίσημη τελετή στην αίθουσα Dag Hammarskjold Auditorium.
Στο αιτιολογικό της απόφασης της κριτικής επιτροπής αναφέρονται τα εξής: «Η σύγχρονη ελληνική ποίηση έχει μεγάλους δημιουργούς, ώστε να μπορεί να προσφέρει στον κόσμο της λογοτεχνίας σπουδαία έργα σμιλεμένα στα υπέροχα αγκωνάρια ενός λόγου στιλπνού, που αποκαλύπτει το αίσθημα στην πιο απλή απογύμνωσή του. Σε τέτοιες συντεταγμένες πρέπει να εγγραφεί και το έργο τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, που, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης όταν βυθιστεί στην υποβλητική του ατμόσφαιρα, είναι γεμάτο δύναμη, πάθος, ευσυνειδησία, τρυφερότητα, αθωότητα, φώς και σιωπή».

ΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (1987-1988)

Ο τίτλος «Νήματα της Παρθένου» έχει διφορούμενη σημασία. Υποδηλώνει στίχους πολύ σύντομους, συμπυκνωμένους, επιγραμματικούς, σαν ανεπαίσθητα θραύσματα που μοιάζουν με τις γνωστές εκείνες ανεμοκλωστές όταν αιωρούνται στον ουρανό κάποιες όμορφες φθινοπωρινές ημέρες και ονομάζονται αλλιώς, στη λαϊκή διάλεκτο, «Κλωστές της Παναγιάς» ή «σαν πτυχές μίας σκοτεινής δαντέλας που συγκρατεί το άπειρο», σύμφωνα με μία ρήση τού Mallarme, η όποια χρησιμοποιείται, άλλωστε, ως προμετωπίδα της ποιητικής αυτής συλλογής. Ο ίδιος, όμως, τίτλος υποδηλώνει και κάτι ακόμη: τα λαμπρά εκείνα νήματα που κλώθει αόρατη η Παρθένος Μαρία και που, ως ένας άλλος μίτος της Αριάδνης, μας οδηγούν να βρούμε, ψηλαφώντας μέσα από το λαβύρινθο του χρόνου, τη σωτήρια εκείνη διέξοδο προς το θείο, προς μία πνευματική ή ποιητική μετουσίωση.

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΕΝΟΣ ΚΟΜΗΤΗ (1989-1990)

Ό τίτλος της συλλογής αυτής είναι εμπνευσμένος από ένα ποίημα τού Holderlin:

«Αν ήθελα να ‘μουν ένας κομήτης; θαρρώ πώς ναι
Γιατί έχουν τη γληγοράδα των πουλιών,
ως άνθη ξεπετιούνται όλο φωτιά…»

Ο πάντοτε αναμάρτητος έρωτας είναι και εδώ παρών, ντυμένος το λεπτοϋφή χιτώνα, εξαγνισμένος από το θρήνο τού θανάτου.
Πίσω, όμως, και πέρα από το θάνατο, η ομορφιά παραμένει ανέγγιχτη, μετουσιωμένη στη γαλάζια λάμψη ενός παιδικού ματιού.

ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ (1992-1993)

(Διεθνές Βραβείο Gottfried von Herder από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης)

Η ποιητική αυτή συλλογή μου εμπεριέχει κάποιες στιγμές ηθελημένης αισιοδοξίας μέσα στην αδυσώπητη κυριαρχία του θανάτου που μάς περιβάλλει από παντού και «μέσα στο θλιβερό κλέος των αποτρόπαιων ήμερων μας». Δεν είναι τυχαίο ότι έχει ως προμετωπίδα τούς έξης στίχους της Σαπφώς: «Σωστό δεν είν’ σε σπίτια ποιητών θρήνοι ν’ ακούγονται· δεν μας αρμόζουν τέτοια». Πιστεύω ότι ο άνθρωπος σήμερα, ιδιαίτερα ο ποιητής, έχει ανάγκη από τη χαρά περισσότερο από κάθε άλλη φορά, από την άλλη εκείνη χαρά που πρέσβευε ο Γ. Σαραντάρης, και που δεν είναι παρά η ποίηση. Ο Σαίντ Τζών Πέρς (Saint John Perse) είναι ένας από τους μεγάλους ποιητές της εποχής μας που κατανόησε αυτή την αλήθεια. «Ορκίστηκα», γράφει, «εις πείσμα του καιρού μας, να μην υποδέχομαι παρά τη χαρά». Γιατί η χαρά ήταν το μόνο σκήπτρο που του απόμεινε στην αδυσώπητη εξερεύνηση του ανάμεσα στους αιώνες, μέσα στο απέραντο οστεοφυλάκιο των εποχών. Και βέβαια θα αναφέρω εδώ όσα άλλα θαυμάσια σημειώνει ο δικός μας κορυφαίος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά»: «Η ποίηση», λέει, «μας απομακρύνει από τον κόσμο τέτοιο που τον βρίσκουμε, τον κόσμο της φθοράς και έρχεται μία στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την ανάσταση».
Σ’ αυτούς τους αδυσώπητους καιρούς, σ’ αυτόν τον κόσμο τον ανήσυχο, τον ηδονιστή, τον κυνικό και εγωπαθή, η ποίηση μόνον παραμένει «αναμάρτητη, εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας», όπως αναφέρω σε κάποιο ποίημά μου. Μάς αποκαλύπτει τον ίδιο τον εαυτό μας, μίαν αθάνατη ψυχή μίαν αιώνια ανάγκη του γαλάζιου, αυτού του «αξιολάτρευτου γαλάζιου» και μας καλεί «να προσευχηθούμε όλοι μαζί πάνω από το ολάνθιστο σώμα του Ιησού». Να υμνεί λοιπόν κανείς τη χαρά, τη ζωή, τον έρωτα είναι ίσως η πιο χρήσιμη και επαναστατική πράξη στις μέρες μας. Γιατί σήμερα που η ανθρωπότητα απειλείται με θάνατο, η αποστολή του ποιητή διευρύνεται, είναι υποχρεωμένος να αγωνιστεί για τον εξανθρωπισμό του πραγματικού. Και μία ποίηση χωρίς μύθους, χωρίς εικονογραφική φαντασία, χωρίς μία ερωτική στάση απέναντι στη ζωή ασφαλώς θα οδηγείται στη φθορά και την παρακμή.
Μία ομιλία μου για την «Ελληνολατρία τού Φρειδερίκου Χέλντερλιν» στο Συμπόσιο Ευρωπαίων συγγραφέων, στο Βίρσμπουρκ (Wurzburg), και ένα ποίημά μου, τό «Liebliche Blaue» («Αξιολάτρευτο γαλάζιο»), αφιερωμένο στη μνήμη του Χέλντερλιν, έγιναν αφορμή να μου απονεμηθεί λίγο αργότερα (1994) το Διεθνές Βραβείο Herder από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, αφού μέλη της κριτικής επιτροπής που απονέμει το βραβείο αυτό συμμετείχαν στο συμπόσιο, εντυπωσιάστηκαν από την ομιλία μου και εν συνέχεις γνώρισαν το ποιητικό έργο μου μεταφρασμένο.

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ (1991-1995)

Αν υποθέσουμε ότι ο ποιητής είναι κι αυτός ένας μάγος, ένας γητευτής, ποιά δώρα θα μπορούσε να προσφέρει στους ανθρώπους, στους κατά εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού αδελφούς του -όπως άλλοτε οι τρεις μάγοι προσέφεραν στον Χριστό σμύρναν, χρυσόν και λίβανον- εκτός από λέξεις, από αυτές τις λέξεις τις ζωοποιές, από τις μαύρες αυτές κουκκίδες πάνω στο λευκό χαρτί, όταν ανάμεσα τους ενδημεί αιωνιότητα;
Αυτά λοιπόν τα δώρα-ποιήματα με τις λέξεις που τα συναπαρτίζουν και αποτελούν μία μυστική γραφή, ένα προσωπικό ιδίωμα που ανακάλυψε ο ποιητής ύστερα από μία μακρόχρονη περιπλάνησή του στα δώματα της χαράς, όταν είχε παραδοθεί στη σαγήνη του έρωτα ή ύστερα από τη διείσδυσή του στο βασίλειο του Άδη, στην επικράτεια του θανάτου, για να υποκλέψει το μαύρο ρόδο της Περσεφόνης έρχεται τώρα να τα χαρίσει στους αδελφούς του.

ATPIΟΝ (1994-1995)

Η νέα αυτή ποιητική συλλογή μου υπαινίσσεται έναν λόγο που αναδύεται από τα άδυτα της ψυχής, ενδόμυχο, κατακερματισμένο, φασματικό -ίσως μάλλον σαβανωμένο- έτσι που είναι σα να ψιθυρίζει κάποιος έγκλειστος μερικές λέξεις στον περίβολο μίας μονής.

ΜΙΚΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΕΓΚΩΜΙΑ (1993-1996)

Ένας ύμνος αδιάπτωτος με στίχους σύντομους, επιγραμματικούς, που εγκωμιάζουν τον έρωτα, την αγάπη που, όπως γράφει ο Ντάντε (Dante) «εισδύει σε όλο το σύμπαν και ακτινοβολεί».

ΟΜΩΣ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕΝΕΙ

(1996 -1998)
Παρ’ όλη την άρνηση του θρήνου και την ανάγκη που έχουμε να χαρούμε και να γιορτάσουμε μίαν άνοιξη καινούργια, το χιόνι και ο χειμώνας περίλαμπρος παραμένει ακτινοβολώντας από το ψύχος και η άλλη εποχή όπου μέρα μέ τή μέρα γλιστρούμε, αλίμονο!, μεγαλώνει αδιάκοπα και μάς ωθεί να βουλιάξουμε μες σε μία τάφρο από μενεξέδες, δηλαδή μάς ωθεί προς το θάνατο.

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

φανη

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά κατοικώ στην Θεσσαλονίκη. Είμαι άτομο με κινητική αναπηρία. Κόντρα στην προκατάληψη που αντιμετώπισα και την έλλειψη προσπελασιμότητας κατόρθωσα να τελειώσω το Λύκειο στην Αθήνα, να πάρω το First Certificate στην Αγγλική γλώσσα, και να αποφασίσω να μετακομίσω στην Θεσσαλονίκη με την ελπίδα να καταφέρω να έχω περισσότερο προσβάσιμη ζωή .Ασχολούμαι με την Ποίηση την οποία λατρεύω. Έχω εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα μου έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης και από τον Σύνδεσμο εκδοτών Β.Ελλάδος για την συνολική μου παρουσία στον χώρο της Ποίησης. Εχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικές ραδιοφωνικές εκπομπές της Αθήνας(ΕΡΑ2 ) και της Θεσσαλονίκης(Παρατηρητής,Ράδιο Εκφραση), και δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας( Οδός Πανός,Προσωπείο κ.ά ).Συμμετέχω σε ποιητικές Ανθολογίες των εκδόσεων Μαλλιάρη,και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είμαι συνιδρύτρια της λογοτεχνικής ομάδας Ιδεοκύματα η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διοργανώνουμε βραδιές Ποίησης. Το 2000 συμμετείχα στο Ποιητικό Αναλόγιο ,στην συνάντηση γυναικών δημιουργών από 30 χώρες της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Το 2006 το δίκτυο γυναικών Θεσσαλονίκης διοργάνωσε Ποιητική βραδιά αφιερωμένη στα ποιήματα μου. Συμμετείχα δύο συνεχόμενες χρονιές το 2008 και το 2009 στο ετήσιο ποιητικό ημερολόγιο που εκδίδεται από την Εμπειρία Εκδοτική. Συμπεριλαμβάνομαι σε έκδοση για την λογοτεχνική δημιουργία της Β.Ελλάδος .Κατά την διάρκεια του Πνευματικού Μαΐου Θεσσαλονίκης, ήμουν ομιλήτρια με θέμα «Ποίηση και Παιδεία». Παράλληλα έχω ασχοληθεί με το θέατρο. Ήμουν ιδρυτικό μέλος μικτής θεατρικής ομάδας με άτομα με και χωρίς αναπηρία. Συμμετείχαμε στο Παγκόσμιο φεστιβάλ Θεάτρου στο Εδιμβούργο, στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης .Έχω ασχοληθεί με θεατρικές διασκευές οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο. Επί ένα χρόνο ήμουν παραγωγός και παρουσίαζα λογοτεχνική εκπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Συμμετείχα σε ομάδες και συλλόγους για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)
ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)
ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)
ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

32

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)

Άστεγη αγάπη

Άστεγη αγάπη δηλώσανε
για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση
κάπου στις παρυφές ίσως
έξω από τα σύνορα των άλλων
προτίμησαν την απόσταση
σαν έρωτα εν δυνάμει
να ασκεί τον λόγο επάνω τους τη νύχτα,
όταν οι άλλοι κοιμούνται.

Η υπόσχεση της Λίλιθ

Η ροή του κόκκινου φύλλου
έτσι όπως το πέταξα τ’ ανάσκελα
στην άκρη του ποταμού
συμφωνία ανέμων πάνω απ’ τις κηλίδες τ’ ουρανού
ζάρωσαν τα μάτια να προσέχουν
κατά τη μεριά της Ανατολής,
προς τη πλευρά της φύσης
κι ο ήλιος ξέρανε τον χρόνο πάνω απ’ τα βλέφαρα της
να περιμένει είπε, κατά πως της μάθαν
να προσέχει το χρώμα
πάντα όμως υποταγμένη στη δύναμη του λιονταριού
και η υπόσχεση να αιωρείται φειδωλά
πάνω απ’ τον καλά κρυμμένο φόβο της.

Διακανονισμός

Απάντησε με συνοπτικές διαδικασίες
ίσως και λίγο παραπλανητικά
άλλωστε ποιον ενδιέφερε στ’ αλήθεια πώς
τα ‘βγαζε πέρα…
Εξάλλου ο απόηχος από τα λόγια των μεγάλων
που άκουγε όταν ήταν μικρή
ήρθε να συνηγορήσει υπέρ της
και να διώξει τις τυχόν ενοχές
από τα λεγόμενά της:
«Εις τας αδιακρίτους ερωτήσεις, ψευδείς απαντήσεις».

Έρημη χώρα

Έρημη χώρα η γη μου
πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους
κόντρα σε μοίρες μονοπάτια
μέσα από μωρούς τόπους κι ανθρώπους
και κάθε άνοιξη να ζω, να ξαποσταίνω στο κορμί μου
πικρή ανάσα που έτυχε να ανταμώσω
στη μέση μιας ζωής, ξένης ζωής για μένα
και τώρα χαίρω εκ του μακρόθεν
εξ αποστάσεως ως λένε
το νόημα παραβολής να προσπαθώ να ερμηνεύσω
μόνη εγώ,
στυφό φιλί να δίνω στα όνειρά μου.

Πρωτοχρονιάτικο

Ούτε που περίμενα
μια τέτοια έκβαση
να λάβει χώρα σε ένα μικρό δωμάτιο
κεκλεισμένων των θυρών
χωρίς πολλούς μάρτυρες
σχεδόν μεταξύ μας
να τελειώνει όπως-όπως η ιστορία
και να αποδοθεί η ημετέρα δικαιοσύνη
στο μέτρο του δυνατού
πριν βγουν τα μεσάνυχτα οι λύκοι στην πόλη
και παραμονεύουν
Παραμονή Πρωτοχρονιάς
να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα.

Γυμνά πόδια

Γυμνά πόδια
στις επάλξεις λοιπόν
όλη νύχτα διασχίζαμε δύσβατα μονοπάτια
για να φθάσουμε κάπου, να δούμε λίγο ουρανό
να ξαποστάσουμε
να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί
κι ας ήταν από περισσέματα άλλων
όλη νύχτα συνεχίζαμε χωρίς σταματεμό
και ας μην μετακινήθηκε σπιθαμή παραπέρα
ο απέναντι τοίχος
από τον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας.

Εμπόλεμη ρίζα

Μια εμπόλεμη ρίζα
απόμεινε στο χέρι της
έτοιμη να εκραγεί,
όπως καθάριζε τον κήπο
από σαρκοβόρα ζιζάνια
που κατέτρωγαν ύπουλα και σιωπηλά
τα καινούργια φυτά
αυτό που μπορούσε να κάνει
ήταν να απομονώσει ή να μεταφέρει τα υγιή
και απρόσβλητα στοιχεία
σε άλλο καθαρό έδαφος
Αρκεί να προλάβαινε…

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)

ΑΠΡΙΛΗΣ

Βροχερός και επιρρεπής
αντίκρυ σ’ ένα καθρέφτη
σχηματίζω το όνομα του
μέσα από αντικρουόμενα αισθήματα
και συνθήματα
που κρατούν ενός λεπτού σιγή….
όσο η στιγμή για μιαν απόφαση
τόσο μακρινή ,
αλλά και τόσο κοντινή
ως την απόσταση που με χωρίζει
από το άνοιγμα της πόρτας
για να ξεχυθεί το άρωμα από τους μενεξέδες
που μάζεψε η μάνα
το πρωί από τον κήπο.

ΕΚΔΟΧΕΣ

Τα ταξίδια,
σαν νοερές μετουσιώσεις
με απομάκρυναν
από τις κουραστικές πορείες
των μεταπτώσεων μου
έτσι αποφάσισα να κάνω συχνά
αυτού του είδους τις διαδρομές
ήταν ανέξοδες, και το κυριότερο
με προστάτευαν επιμελώς
από τη σκοτεινή αιτία των παθών μου
κυρίως όταν αυτή έπαιζε
το ρόλο πρακτορείου
σε στιγμές τουριστικής αιχμής

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ

Ο ήχος των φλας,
αυτό το συνεχές γωνιακό
αναβόσβησμα των ματιών της
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε,
στο λευκό δωμάτιο
την βρήκα στο λευκό δωμάτιο,
την βρήκαν στο λευκό δωμάτιο
αριθμός «16»
έτσι ξαφνικά και απρόσμενα
χωρίς να το περιμένει κανείς
τυλιγμένη με τη μοναδική της εσάρπα,
μόνο μ’ αυτή
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε.

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

Οι μηχανοδηγοί των τραίνων
δεν συναντήθηκαν ποτέ
έστω κι αν οι τροχιές συνδέονταν
στο σύνηθες σημείο
της επικίνδυνης καμπής
ο χρόνος μέτρησε διαφορετικά τα πράγματα
άλλωστε το «ανάλογο»
δε συμπίπτει πάντα με το «ποθητό».

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Στη Βρετάνη πάλι βρέχει ·
στη Κίμωλο τα πουλιά ζευγαρώνουν ·
η συνεύρεση στη μικρή τσαγερί ,
αποδείχτηκε τελικά πολύ ανιαρή ·
οι δρόμοι που ακολουθήσανε
δεν οδήγησαν πουθενά ·
είναι σαν τα χελιδόνια που περιμένεις
να ‘ρθούν με την Άνοιξη ,
κι εκείνα δε φθάνουν ποτέ .
Ο κύριος Σμιθ δοκιμάζει στη σάλα
το καινούργιο του κουστούμι
από πανάκριβο κασμίρ ,
ενώ συμπληρώνει την εμφάνιση
με την ομπρέλα απ’ το Λονδίνο .
Έξω βρέχει ακόμα . . .

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ότι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της,
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού
ξεγέλασε τους γύρω της.
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση, για το απρόσμενο
η το αναμενόμενο για κείνη
όταν γύρισε να δει απ το παράθυρο,
είχε αρχίσει να χαράζει
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Η νύχτα είναι όμορφη,
έναστρη,
μες τη σιγαλιά άραγε μ’ ακούς;
Ο Άλφα Κενταύρου
πολιορκεί την Κασσιόπη
οι αστερισμοί παίζουν τον έρωτα
στα μάτια των θνητών
η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της,
και η Νιόβη καθρεφτίζεται
στα νερά του ποταμού Αχελώου.
Ο Μάριος ανακαλύπτει τις καμπύλες της
στη θέα της σελήνης.
Τα πυρίμαχα σκεύη
αποδεικνύουν καθημερινά τη χρησιμότητα τους
στη μαγειρική της νοικοκυράς,
ενώ τα παραμύθια
συνεχίζουν να επιμένουν στο τέλος
πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους άλλους.

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Ένα ψαράκι
ένα ήμαρτον
μες στη σημαία
σαν σχήμα ή σαν σύμβολο
δεν ξέρω…
Όταν ξεχύθηκε το μανιασμένο πλήθος
στους δρόμους,
δε μπόρεσε να ξεχωρίσει,
δε μπόρεσε να διακρίνει
κι έτσι έσχισε μ’ απροσεξία
ένα κομμάτι ύφασμα,
που κάποιοι περαστικοί λέγαν
πως συμβόλιζε την ειρήνη.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε μια εκτέλεση
που κρατάει μόνο μια στιγμή,
όχι περισσότερο•
κι ας προετοιμαζόταν μια ολόκληρη ζωή
μέσα απ’ τους μύθους και τις παραδόσεις
και η αλήθεια ένας πικρός αντικατοπτρισμός
σαν τη θέα απ’ το αντικρινό παράθυρο
που βλέπει στη θάλασσα του γείτονα
όχι τη δικιά μας,
εκεί μονάχα θ’ αποσώσουμε, θα προβλέψουμε,
θα ρισκάρουμε και θα σωθούμε…
γιατί εκεί μονάχα μπορούμε να καθρεφτιζόμαστε
μαζί με τα εξαπτέρυγα
που κρατάνε οι ναύτες
την ώρα του εσπερινού.

ΜΗΔΕΙΑ

Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι
μακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Σκοτεινές σκέψεις
πλησιάζουν απειλητικά
τον ουρανό της Σταχτοπούτας
κι’ εκείνη προσεύχεται στην καλή της νεράιδα,
γιατί η δωδεκάτη νυχτερινή πλησιάζει.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Κάποιος έρχεται•
εν δυνάμει, εν κινήσει… δεν ξέρω…
Σημασία έχει πως κάτι κινείται
στο βάθος του ορίζοντα-
ένας φάρος, μια φωτοβολίδα -προειδοποίηση πως
κάποιος κινδυνεύει- μια αστραπή
η φωνή χαμηλόφωνα διαβάζει στην ακτή
τον δέκατο στίχο από τήν Οδύσσεια του Ομήρου.
Αύριο αισίως φθάνουμε
στον πορθμό του Ευρίπου.

ΜΑΡΤΗΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

Η πρόσοψη του κτιρίου
ένα βλέμμα υπό σκιάν
μέσα στη σύγχυση της πόλης,
να προσπαθεί να περάσει,
ανάμεσα από κάδους σκουπιδιών
και παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
την αντίσταση των λιγοστών δέντρων
σ’ ένα παράκαιρα πνέοντα λίβα
μέρα μεσημέρι, Μάρτιο μήνα,
τον μήνα των ερώτων.

ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ Ή
ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Α

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα εν οίκω μη εν δήμω ψιθύρισα
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει,
επανέλαβα μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη όχι, δε νομίζω
εξιλέωση ίσως ναι.

Β

Μειδιώ
για να τονίσω την τελευταία μαρμαρυγή.
Σπασμοί κατά περιόδους
στα άνω και κάτω άκρα
σημαδεύουν τί; αναρωτιέμαι
περίσκεψη, διάγνωση,
επανάληψη, αναμονή
προσφιλείς και συχνά συναντώμενες λέξεις
απαριθμώ
από το άλφα ως το ωμέγα
τίποτα δεν είναι τυχαίο
επιμένει η φίλη μου
και προσπαθώ να με πείσω
τίποτα, ψελλίζω
μακάρι, μακάρι αναφωνώ
ξέρεις, δεν αντέχω
τα εντελώς τυχαία
(με εκτροχιάζουν
από τον αυτοέλεγχο μου).

Γ

Καταιγισμός
από τα πυρά της φυγής.
Αναχώρηση
η αβάσταχτη ελαφρότητα του «είσαι»,
υποχώρηση
στο στρατόπεδο της ασφάλειας
«φυλάγονται καλύτερα έτσι τα νώτα»
όπως και να το κάνουμε
συνολική επίθεση των οργασμών
αναμένω,
στις κατά προτίμηση δική σου
ημέρες επιλογής
αναπολώ
ξανά και ξανά
το είδος της φυγής
είναι η επίσπευση
πριν την ημερομηνία λήξεως της αντοχής.
Καταιγισμός
από ήχους και σιωπές ένοχες
με ζωές παράλληλες
και μη συναντόμενες
στο γνωστό σημείο επαφής,
γίνεται αυτό που λέμε
ένας διαρκείας φόνος «εξ επαφής».
Καταιγισμός,
η καταιγίδα σάρωσε τα πάντα
κάτω από τη ροή της
η συνάντηση δέ διεσώθη
δε διαφύγαμε του πόνου
αβρόχοις ποσί.

ΔΟΥΝΑΙ-ΛΑΒΕΙΝ

Φθηνή εξαγορά
και καμαρώνει ανάσκελα
για το κατόρθωμα του
ούτε που το κατάλαβε πως έληξε
η εποχή των εκπτώσεων

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

( Περσικός ’91)

Αθέατο πεδίο
από κάλυκες ανθισμένων όπλων
γυμνή επιλογή άνευ λόγων
απόφαση γραμμένη
σε δόρατα δράκων
το σημάδι ηγεμών των αιώνων
έκρηξη στην έκλειψη πλανητών
«ακριβής συμμετρία’»
παρουσία των μεγάλων όρκων
η θυσία,
ως πρόβατο επί σφαγής οδηγείται
για τη συνέχεια.

(Α βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό
ποίησης του Γ Δημοτικού Διαμ. Θες/νίκης)

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

Σημάδια και σημαίες
λάβαρα και λάθη,
ενοχές και ένοπλες συρράξεις
δρόμοι και δάδες
πύρινα λόγια και πράξεις
ταξίδι και τάξη στον κόσμο: παραλογισμός
κρυφτό με τα όπλα
πόλεμος, παραδώσεις
στιγμές και στάσεις με παύσεις
αναπολώ: έρωτες,
εκρήξεις και ευχές: αίμα
σημεία στίξης σε μηνύματα
σεισμός και λάβα ηφαιστείου,
γλοιώδη υποστρώματα και γυρολόγοι, ξεπουλούν
ζωή χωρίς απάντηση ζητώ
ζοφερή νύχτα κυλά και ρέει
απόσταση και ερώτηση: πού είναι;
τί, ποιός, γιατί…
Έκσταση…
φουσάτα φροϋδικά
νευρωτικές αποχρώσεις του νου
υστερία και υστερόγραφο: το τέλος

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Κόλακες από ατλάζι
οι εχθροί μας κυκλώνουν
και συ ακέφαλη πορεία
κείτεσαι καταμεσής του δρόμου

«ΔΙΛΗΜΜΑ»

Επανασύνδεση
οι λέξεις και οι σιωπές
τι μου καταμαρτυρούν;
ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα
σε επανάληψη
η διαφορά έγκειται
αυτή τη φορά
στην απόφαση του αναγνώστη.

«ΕΙΔΩΛΟ»

Αγκυλωτοί σταυροί
με καρφώνουν
και το βλέμμα σου,
διεστραμμένη άνοιξη που καλ

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Απόσταση
η κυρίαρχη άμυνα
καραδοκεί να ανατρέψει
την υπάρχουσα ισορροπία.
Διαβάζω,
αποκαλύπτω και αποκαλύπτομαι
ή κλείνομαι ερμητικά στον κόσμο μου
κοροϊδεύοντας την ασφάλεια της φυγής
πορεύομαι
να πορευτώ πού;
η αγωνία αναπολεί εκ του ασφαλούς
η θέση μου
κράτα καλά τη θέση μου
είμαι καλά εκεί που είμαι
εκεί που κάθομαι
βλέπεις, δεν διακινδυνεύω τίποτα
μόνο τον εαυτό μου
αυτόν τον προσφέρω βορά
στους ελιγμούς
των ανελέητων «πρέπει».

ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ

Προσφώνηση
απαγγέλω: την ετυμηγορία του Νόμου
καταδιώκω: τον όρκο της σιωπής
καταδικάζω
το όνειρο της αποχής
στη διάρκεια μηδενικών αναφορών
επανεξετάζομαι
είναι το «γνώθι σαυτόν»
που με αποκαλύπτει
πίσω από βαρείς σιδερένιους λοστούς
υποχωρώ, υποκύπτω, συνθλίβομαι.

Στην Ιωλκό η επαγρύπνηση συνεχίζεται.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝ ΠΛΩ

Ταξίδια μακρόχρονων σιωπών
ιστορίες εν πλω
στην παράκτια συγκοινωνία απαντώ
τους κοινωνούς
των κρυφών συναντήσεων μας.

Αγέρι ,δρόμος μακρινή οπτασία
η τόλμη εν αναμονή
για το τελευταίο βήμα πριν την απόφαση
Θα ταξιδεύω μαζί σου
έστω κι’ αν είναι η φαντασία
ο δρόμος της φυγής.

«Θα φύγω» είπε
και δε θα γυρίσω ποτέ πίσω
αποκρίθηκα δε ξέρω, δε θυμάμαι
ο λόγος ξαπόσταινε πάντα ανάμεσα μας
μοναδικό εμπόδιο
ο δισταγμό του νου.

Αγνάντευα πάντα
από απόκρημνα σημεία
ήταν τα αγαπημένα μου
τις αναχωρήσεις των πλοίων,
των τραίνων των ανθρώπων
και καθώς οι αποχαιρετισμοί ξεμάκραιναν
άφηνα τους ασκούς των αναμνήσεων
να με πνίγουν.

ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα «εν οίκω μη εν δήμω» ψιθύρισα,
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει, επανέλαβα
μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη; όχι,δε νομίζω
εξιλέωση; ίσως ναι.

ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ
ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ακούω παιδιάστικες φωνές
– τα πρώτα ανοιξιάτικα μηνύματα –
θάναι λέω
και βγαίνω στο δρόμο
τρέχοντας χαρούμενη
προσπερνώ τη γυναίκα
που πουλά τις αγαπημένες μου ανεμώνες,
μα σαν φθάνω στη γωνιά του δρόμου
το γέλιο σταματά
κάπου εκεί φοβάμαι
πως είναι κρυμμένο το άγνωστο
κι’ ίσως, ίσως μια σταγόνα αίμα
η ένα δάκρυ.

ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Θ’ ανταμώσουμε,
στις τραυματισμένες ράμπες της νιότης μας
συνεχίζοντας τη πορεία
που διάβρωσε η μοίρα ,
με το ενωτικό χαμόγελο της αγάπης
και τα χαρακωμένα χέρια σφιχταγκαλιασμένα
να κυλούν τις ρόδες του χρόνου
και σαν φτάσουμε αντάμα
στο λόφο με τις πράσινες καμέλιες
και τα’άγουρα σταφύλια ,
θ’ατενίσουμε
με το ίδιο φωτεινό βλέμμα το μέλλον,
που θα μοιάζει
σαν νούφαρο που άνθισε
στην άκρη ενός γκρεμού.

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μη σκύβεις να φιλήσεις
το δάκρυ που κυλάει
πάνω στο χώμα
το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ πρέπει να φύγεις,
αντίο καλέ μου.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια
κάτω απ’ το γαλάζιο ανασεμό
τούτης της ανοιξιάτικης μέρας
γέρνουν πάνω στις ερωτευμένες μνήμες μας
και θυμίζουν το ευτυχισμένο όνειρο
που σκότωσε ο πόλεμος.
Το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ φεύγεις
η σκιά του χωρισμού
καλύπτει το πρόσωπο σου
το δάκρυ κυλάει στο χώμα
και πεθαίνει
αντίο, καλέ μου.

ΣΗΜ. Τα ποιήματα από τις «Φωτεινές ανταύγειες» από
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=401278.0

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ – ΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΜΕ ΜΙΣΟ ΦΤΕΡΟ

Με μισό φτερό πετώ
πάνω από τους ορυζώνες
της νοτιοανατολικής Ασίας
αποδημητικό πουλί
αλλάζω τόπους
φεύγω μακριά
με μισό φτερό
άλλοτε σαν καλαμάρι
γράφω για τους δρόμους της βροχής
τους αδιέξοδους διαδρόμους των οριζόντων
τα ανέστια σώματα των ανθρώπων
που κείτονται αζήτητα
με μισό φτερό πετώ
κι όταν γίνεται εικονικό μάτι
μπορώ να φαντάζομαι
πως ανεμπόδιστα ταξιδεύω παντού.

ΠΡΟΠΑΙΔΕΙΑ

Λεν μπορέσαμε ποτέ να φτάσουμε
αυτό το αμυδρό λίκνισμα του σώματος
αυτή την ανεπαίσθητη φάλτσα κίνηση
που φαίνεται στις μικρές λεπτομέρειες
τότε που κάθε ελαφρά μετατόπιση των πραγμάτων
κάθε μικρή μετακίνηση
αποκτά το δικό της νόημα
τη δική της σημασία
κι έπειτα να ακολουθούν
εκείνα τα ξέγνοιαστα πρωινά
να τα μοιραζόμαστε μαζί
στη βεράντα,
με θέα το πέλαγος.

Το ποίημα συμμετοχής Της Φανής στην εκδήλωση της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης με θέμα: Θεσσαλονίκη

Αυτή η πόλη
( Θεσσαλονίκη)

Απ’ το παράθυρο
το ‘ξερε, το ‘νοιωθε
άφησε πίσω
την πεπατημένη οδό
βάδισε σε στενά σοκάκια
από την Άνω πόλη ως τον Λευκό Πύργο
δυνατός ο Βαρδάρης
επαναλάμβανε με τα χείλη της
σύμφωνα και φωνήεντα
που σχημάτιζαν με τ’ όνομα την ιστορία
έφτανε ν’ ατενίσει τον Θερμαϊκό
τα νερά του που αμέσως γίνονταν κύματα από λέξεις
ποιήματα που σμίγαν
στον παρόντα ενιαίο χρόνο
θα μπορούσε να μείνει έτσι εκεί ακίνητη
μπροστά στη θάλασσα…
να καρτερά, να προσδοκά ν’ αποχαιρετά
χέρια και πόδια δεν υπήρχαν
όλα είχαν γίνει αυτή η πόλη.

Έρωτας
σαν προσευχή ,
ψίθυρος στα χείλη
μια φευγαλέα ανάμνηση
που ‘ρθε και κάθισε απρόσκλητη
στο περβάζι της σκέψης
κάποιο βλέμμα η μια διάθεση περαστική
τον άφησε στα μέρη μας
όταν βαρέθηκε να τον πολιορκεί
η μανία του ανέμου.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Το δωμάτιο

Ένα απλό δωμάτιο
συνόδευε τα όνειρά της
λιτό (σαν τη σκέψη της)
χωρίς περιττά έπιπλα και αξιώσεις…
εκεί μέσα περιφερόταν
με τα λιγοστά αντικείμενα
τοποθετημένα στη σειρά
να θυμίζουν την τακτοποιημένη -φαινομενικά- ζωή της,
μόνο στις μικρές λεπτομέρειες
διέκρινες τη διαφορά
εκείνες τραβούσαν την προσοχή των άλλων
μα περισσότερο τη δική της,
σ’ αυτές έβρισκες κρυμμένες
λέξεις, φωνήεντα, συλλαβές
κάποιες φορές να αρθρώνονται ακόμα και κραυγές
που καλούσαν επιτακτικά σε βοήθεια…

Σ’ αυτό το απλό και λιτό δωμάτιο θα μπούμε και θα αναζητήσουμε αυτές τις κρυμμένες λέξεις, τα φωνήεντα και τις συλλαβές που όλα μαζί συνθέτουν τη ψυχή και το λόγο της Φανής, όπως αποτυπώνεται στα 38 ποιήματα της συλλογής της Άστεγη Αγάπη. Μια ψυχή ιδιαίτερα ευαίσθητη που απλώνει τη ματιά της παντού. Από τη Τιχουάνα, «πατρίδα του αποχαιρετισμού», όπως την ονομάζει η Φανή, στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ με τους εκατοντάδες σταυρούς των θυμάτων που δοκίμασαν να περάσουν το τείχος και να αγγίξουν το Αμερικανικό όνειρο, μέχρι τη λίμνη Ασάλ στην Αφρική όπου οι φυλές των Αφάρ δίνουν τη καθημερινή μάχη επιβίωσης εδώ και δεκάδες χρόνια για να μας πει η ποιήτρια μας «ανάλογα με πόσους τόνους αλάτι θα μετέφερε/τόσο περισσότερο θα παρατεινόταν/η διάρκεια της ζωής του» και να καταλήξει στα δικά μας, στη καθημερινότητα της κρίσης της αβεβαιότητας, και όπως γράφει στο ποίημα «οι δύο όψεις» στις «σιωπηλές Κυριακές» μας «όταν η μοναξιά γίνεται θηλιά/ έτοιμη να μας πνίξει»

Μελετώντας τη μέχρι τώρα διαδρομή της ζωής της μπορούμε πιστεύω να αντιληφθούμε καλύτερα το πνεύμα και το λόγο της. Λέει η ίδια σε μια συνέντευξη της «Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης, η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη, είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.»

Μέσα στις δραστηριότητες της, εκτός από την έμπρακτη υπεράσπιση των ατόμων με αναπηρία, όπου έχει θέσει πολλές φορές το θέμα των χώρων πολιτιστικών και λογοτεχνικών εκδηλώσεων που δεν είναι προσβάσιμοι σε δημιουργούς ή θεατές με αναπηρία με αποτέλεσμα να αποκλείονται από τον πολιτισμό, η ίδια έχει επιδείξει μια έντονη πολιτιστική δραστηριότητα . Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι ο αποκλεισμός που στερεί τη συμμετοχή, την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους είναι μια επιβαλλόμενη μοναξιά που η ίδια την έχει βιώσει.

Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά της έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης, φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, σε έντυπες ανθολογίες και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου.
Το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη ποίηση της στη Μονή Λαζαριστών και στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων της. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκε από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκε με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία και λάβανε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο και στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα, συμμετείχε ως ομιλήτρια σε Συμπόσια και Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας Ιδεοκύματα με λογοτεχνική δραστηριότητα.

Οι ευαίσθητες κεραίες της Φανής, οι εμπειρίες κι οι αγώνες της για τα άτομα με αναπηρία, οι δύσκολες συνθήκες της σημερινής κοινωνίας κάνουν τη ματιά της πιο ανοικτή, με μια πιο οικουμενική προσέγγιση. Αισθάνεται και βλέπει τον έντονο ατομικισμό που περιβάλλει τη κοινωνία μας, αποτέλεσμα της κρίσης, βλέπει τους ανθρώπους γύρω της να γίνονται ολοένα και πιο φειδωλοί στα αισθήματα και βλέπει την αγάπη να στέκεται άστεγος παρατηρητής των τεκταινομένων. «Άστεγη αγάπη» γράφει στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής «έξω από τα σύνορα των άλλων» και για «για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση»
Για την ίδια τη Φανή η αγάπη είναι ένα βασικό συστατικό της δημιουργίας που προσδιορίζει την ίδια τη ζωή και τη συνέχεια της. Και είναι η ασπίδα που προστάτευε μέσα στους αιώνες τη ζωή όταν «ξαφνικά και αναπάντεχα/άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου/και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα» όπως γράφει στο ποίημα «Άνεμοι». Η αγάπη είναι μια μεγάλη αλήθεια, ίσως η πιο μεγάλη αλήθεια του ανθρώπου που πέρα από το χρόνο
«είναι ένα δένδρο αειθαλές, όχι φυλλοβόλο/για να χαρίζει απλόχερα τον ίσκιο της…» Γι αυτό και η απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι μια «μακρόσυρτη σπαρακτική κραυγή/όμοια με μετανάστευση πουλιών/στα ενδότερα της χώρας» μας λέει στο ποίημα «Απώλεια»
Είναι ακόμα «ένα απρόσμενο πένθος που ήρθε μαζί με την άνοιξη/μέσα σ’ αυτή τη γέννα της φύσης/εκείνη να μιλά για το φευγιό της μάνας…» γράφει στο ποίημα «O τελευταίος αποχαιρετισμός»

Στο ποιητικό της λόγο η Φανή ανασύρει επίσης μέσα από τη Βίβλο πρόσωπα και τοποθεσίες και πολύ εύστοχα τα συνδέει και τα παραλληλίζει με τη σημερινή πραγματικότητα. Ο «νεογέννητος πρίγκιπας» θέλει «να οδηγήσει το λαό του/στη γη της Επαγγελίας,» μας λέει στο ποίημα «Μεσοποταμία»
και στο επόμενο ποίημα «Έρημη χώρα» συμπληρώνει «Έρημη χώρα η γη μου/πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους» Κι ο λόγος της γίνεται αιχμηρός λέγοντας μας ότι «για τα τριάκοντα αργύρια/έγινε η συναλλαγή» και στο ποίημα Πόντιος Πιλάτος μας λέει «Ένας ακόμα ρόλος/αυτός του Ποντίου Πιλάτου, /όπως ένιψε τα χέρια του/αποποιούμενος τις ενοχές του» Συμβολισμοί που μας παραπέμπουν σε καταστάσεις που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.
Η ποιητική της γραφή λιτή και εκφραστική έχει περάσει πρώτα από ένα επίπονο στάδιο βίωσης, για να φτάσει σε μας ένας ποιητικός λόγος ξεχωριστός που μας μεταφέρει την αγωνία και το άγχος των ημερών μέσα από την ευαισθησία της. Ένας λόγος που κινείται μέσα στο χρόνο ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, την ιστορία, τις εμπειρίες και τη γνώση. «Απροσδιόριστος ο χρόνος/
όπως κυλάει το ρυάκι πάνω στη γη/…/ ανασκαλεύοντας ιστορίες από νερό και χώμα…/ » μας λέει στο ποίημα της « Ο Χρόνος»
και μιλώντας για τη μνήμη λέει στο ομότιτλο ποίημα. «Ξεχείλισε το ποτάμι/στην εκβολή της μνήμης.»

Το ποιητικό ταξίδι της Φανής Αθανασιάδου συνεχίζει και μ’ αυτή τη συλλογή να είναι ένα συναπάντημα και μια επικοινωνία με το καθένα από μας. Και όπως λέει η ίδια «Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες και αναγνώστε, μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.»

Κλείνοντας θέλω να ευχαριστήσω τη Φανή για τη τιμή που μου έκανε να μιλήσω για την Άστεγη Αγάπη και να της ευχηθώ να συνεχίσει το ταξίδι της στη ποίηση και στη ζωή με την ίδια δύναμη ψυχής και λόγου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Είναι η χώρα μας. Που λαθροβιεί, που ασχημονεί αλλά και που θάλλει. Αντλώντας από τις μοναξιές, τους αποκλεισμούς, τις διαφυγές και τους μύθους της. Για να διαμορφώσει τις κοινωνικές συνθήκες μιας νέας υπαρξιακής ερημίας. Όπου το εγώ εξορίζεται, φυλακίζεται, δραπετεύει, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Να υπάρχει και να μαζεύει τα κομμάτια του ή να υπάρχει και να σκάβει στα ενδότερα ή να υπάρχει και να αναζητάει διαφυγές.

Λέω για το νέο ποιητικό σύμπαν της Αθανασιάδου, όπως στεγάζεται στην Άστεγη Αγάπη (εκδ. Λογότεχνον, 2016), κι είναι σαν να εικονογραφώ με ρεαλιστική διάθεση τον σύγχρονο, τον πολύ σύγχρονο κόσμο μας, στην εδώ εκδοχή και στην ευρύτερη, οικουμενική, διάστασή του.

Τούτος ο ρεαλισμός άλλοτε αιχμηρός κι άλλοτε αλληγορικός, δημιουργεί από άποψη γραφής και περιεχομένου την αίσθηση του οικείου. Τίποτα απ’ όσα και όπως εδώ λέγονται

δεν έχει κατιτί το φτιασιδωμένο ή το υπερβολικό. Ο λόγος της Αθανασιάδου από άποψη σύνταξης, λεξιλογίου, ρυθμού και υφολογικών επιλογών, δεν στραμπουλίζει τη γλώσσα και δεν εξωθεί στα άκρα τις εκφραστικές δυνατότητές της με απίθανους πειραματισμούς, αλλά αποπνέει τη σιγουριά μιας δοκιμασμένης στις τέσσερις προηγούμενες συλλογές της ωριμότητας, που καταφέρνει να στοιχίσει το τι με το πώς σε μια ρυθμική και εκφραστική ισορροπία.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Άνεμοι»:

Μεταβλητοί οι άνεμοι
δεν εστιάστηκε η προσοχή
στην ένταση ή την ταχύτητά τους
το ενδιαφέρον των ειδικών επικεντρώθηκε
στην κατεύθυνση από την οποίαν έπνεαν
αν ήταν βοριάδες ή νοτιάδες
ζέφυροι ή τραμουντάντες
για να μπορέσουν να βρουν την αιτία
που έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα
άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου
και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Το θέμα της Αθανασιάδου ακόμη και όταν βλέπεται στις πιο περίκλειστες ιδιωτικές διαστάσεις ενός δωματίου είναι πάντα εμποτισμένο με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το ατομικό υποκείμενο είναι κοινωνικά προσδιορισμένο, η μοναξιά του φέρει έξωθεν αποκλεισμούς, κουβαλάει το άγος μιας θεσμοποιημένης αδικίας, γι’ αυτό ακριβώς η όποια στάση, ακόμη και αυτή που φαντάζει απολύτως ατομική διαφυγή, έχει το χαρακτήρα μιας πολιτικής χειρονομίας. Στην οποία χειρονομία προβαίνει με σύνεση, υπολογισμό και αξιοπρέπεια. Γιατί τα πρόσωπα της Αθανασιάδου δεν ελεεινολογούν, δεν ξιπάζονται, δεν κομπάζουν. Υποφέρουν πάντα σιωπηλά κι είναι απολύτως αληθινά μες τη σιωπή τους.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Εκδοχές»:

Προσπαθούσε να νιώθει άνετα
ανάμεσα σε δύο εκδοχές και δύο ανθρώπους
ίσως και δύο εποχές την άνοιξη και το φθινόπωρο
όπως του φέρναν στη μνήμη οι μυρωδιές και οι γεύσεις
το ακατάληπτο του πράγματος
βλέπεις, δεν ήταν γεννημένος για γενναίες αποφάσεις
και τη δειλία του, την είχε μετονομάσει σε ισορροπία.

Το πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι η αίσθηση της συνέχειας που αφήνει κάθε ποίημα. Όχι σε συνάφεια με το προηγούμενο ποίημα, αλλά με ό,τι εννοείται σαν προγενέστερη πλοκή του ίδιου του ποιήματος. Τα ποιήματα της Αθανασιάδου μοιάζουν με μικρές ποιητικές ιστορίες, όπου πάντα λανθάνει κάτι σαν προηγούμενο στόρι. Το δε ποίημα εκφέρεται σαν ουρά, σαν κατακλείδα και σαν επιμύθιο, κατά κανόνα με μια ορισμένη ενδοκλιμάκωση που ξεκινάει από τους ήπιους τόνους της αρχής και καταλήγει στο ξάφνιασμα του τέλους.

Κοντά σε αυτά, ας σημειώσω και τούτο, που αν δεν κάνω λάθος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ποιητική της Αθανασιάδου σε τόση μεγάλη τουλάχιστον έκταση. Αναφέρομαι στην καβαφικής και σεφερικής έμπνευσης αξιοποίηση του μύθου, και δη του σχετικού με την Παλαιά Διαθήκη με όλες τις εγνωσμένες αλληγορικές δυνατότητες που δίνει αυτή η τεχνική, δηλαδή την ιδιότυπη αξιοποίηση ενός γνωστού σημαίνοντος για τη μετάδοση ενός νέου σημαινομένου αλλά με τη διατήρηση μέρους ή συνόλου από τη μυθική αχλή που συνοδεύει το πρώτο.

Ξεχωρίζω: «Δωμάτιο», «Ανάγκη φυγής», «Διακανονισμός», «Άνεμοι», «Έρημη χώρα», «Οι δύο όψεις», «Πόντιος Πιλάτος». Σταματώ σε αυτά για να μην κουράσω. Έτσι κι αλλιώς όλη η συλλογή ξεχωρίζει.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙAΔΟΥ
ηλεκτρονικό λογοτεχνικό/πολιτιστικό περιοδικό Σκανδάλη

«Άστεγη Αγάπη» η νέα σας ποιητική συλλογή. Χρειάζεται στέγη η αγάπη; Κι αν ναι, γιατί;

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και ατομικισμό. Οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να αγαπηθούν πολύ περισσότερο απ’ ότι είναι διατεθειμένοι να αγαπήσουν σύμφωνα πάντα με τα δικά τους κριτήρια και την δική τους αντίληψη περί αγάπης. Αυτή η ανισομέρεια, η ανισοκατανομή την περιορίζει, την περιχαρακώνει. Έτσι η αγάπη μοιάζει να στέκεται σε μιαν άκρη, σε μια γωνιά άστεγη και να παρατηρεί, να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τους ανθρώπους. Από αυτό το σκεπτικό ή την διαπίστωση αν θέλετε προέκυψε και ο συγκεκριμένος τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής·«Άστεγη αγάπη».

Πώς ορίζετε την αγάπη; Τι αγαπάτε;

Η αγάπη είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των κοσμογονικών συστατικών της δημιουργίας που προσδιορίζουν τη ζωή και κυρίως τη συνέχεια της. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα της ύπαρξης του, της σκέψης του, άρα και αδυνατεί να συλλάβει το εύρος, τις διαστάσεις, το αμέτρητο βάθος της αγάπης. Την ορίζει ως συναίσθημα και την εκφράζει με διάφορους τρόπους σε ό,τι αισθάνεται γύρω του πως αγαπά.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. (απόσπασμα από τον Ύμνο της αγάπης, από την προς Κορινθίους Α’ επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
Ίσως ακουστούν κοινότοπα αυτά που θα αναφέρω πως αγαπώ, όμως στη ζωή επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο, αυτό τα καθιστά περισσότερο εκτιμητέα. Αγαπώ τον ήλιο/τις ηλιόλουστες μέρες, τη θάλασσα, τη φύση, τη γαλήνη, την ειρήνη, τους ανθρώπους της καρδιάς μου, τα ερωτηματικά που μου γεννά ο έναστρος ουρανός όταν τον παρατηρώ τη νύχτα..

Οι εκτενείς αναφορές στην Αγία Γραφή (Ερυθρά θάλασσα, Τριάκοντα αργύρια, Πόντιος Πιλάτος, Σαλώμη, κλπ) υποδηλώνουν έναν θρησκευόμενο άνθρωπο; Ποια είναι η σχέση σας με το θείο;

Στη Βίβλο συναντάμε αρχετυπικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες, που έχουν μείνει στη συλλογική κοινή ανθρώπινη μνήμη, και συχνά ανασύρονται απ’αυτήν. Η σημειολογία ο συμβολισμός τους περνά σε σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις όπου μεταφορικά η με παρομοιώσεις αναβιώνουν με έναν τρόπο.Αυτό με γοητεύει και αποτελεί πρόκληση και δοκιμασία για την ποιητική γλώσσα.
Η σχέση με τον Θεό είναι μια προσωπική διαδρομή και το μονοπάτι αυτής της σχέσης είναι μια πορεία αυτογνωσίας και καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, τους άλλους συνανθρώπους αλλά και με τη φύση, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθούμενο· η ειρηνική συνύπαρξη και μια διαφορετική οπτική θέαση του κόσμου μας. Η πίστη, που είναι δύναμη και υπέρβαση, είναι ο δρόμος που ανοίγεται πέρα από την περιορισμένη γήινη αντίληψη και οδηγεί στο Θεό και στην αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστί.

Τι επίγευση θ’ αφήσει στον αναγνώστη η «Άστεγη αγάπη»;

Ευελπιστώ να αφήσει τη γεύση της επιθυμίας να ανταμώνουμε και να ξανανταμώνουμε με τους αναγνώστες, να συναντιόμαστε και να κουβεντιάζουμε δημιουργώντας διαδραστική σχέση και αμφίδρομη πορεία ουσιαστικής επικοινωνίας, να βρεθεί ευρύχωρος, αγαπητικός χώρος εντός τους για να στεγαστούν και να μείνουν κοντά τους αυτά τα ποιήματα. Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες/τισσες-αναγνώστες/στριες,μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.

Μετά από τέσσερις επιτυχημένες ποιητικές συλλογές αισθάνεσθε να σας βαραίνουν οι προσδοκίες (Του εαυτού σας, Του αναγνωστικού σας κοινού, ..);

Σας ευχαριστώ γι’αυτό που λέτε. Το μη στατικό ενυπάρχει στη δημιουργία. Όπως και το ανικανοποίητο που ωθεί και γεννά τη συνεχή διερεύνηση,την ανίχνευση για νέους διαφορετικούς τρόπους ποιητικής έκφρασης όσο αυτό βεβαίως είναι εφικτό, μαζί με την κινητήρια δύναμη που είναι η αγάπη των ανθρώπων για τα ποιήματα (μου). Τότε η επιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο για να κατορθώσω να τους προσφέρω το ευχαριστώ μου μέσα από τη γραφή με το οικείο, το προσφιλές για εκείνους πρόσωπο της Ποίησης. Άλλωστε αισθάνομαι ότι συνεχίζω να μαθητεύω. Αυτό προσφέρει την ταπείνωση και την επίγνωση που φέρει η ρήση του Σωκράτη εν οίδα ότι ουδέν οίδα, και ακριβώς αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ανοιχτή μα και να φιλτράρω κάθε καινούργια γνώση, ακόμα και την δυνατότητα να μπορώ να βλέπω τον κόσμο κάθε φορά με καινούργια ματιά.

Θυμάστε κάθε ποίημα σας υπό ποιες ψυχολογικές συνθήκες το γράψατε;

Κάθε ποίημα είναι ένα μικρό σύμπαν, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή, ένας τόπος με τους ανθρώπους του ή την ερημιά του, ένας δρόμος, μια περιπέτεια, μια δύσκολη ή όμορφη στιγμή, ένα σοκάκι, μια θάλασσα ή μια σκοτεινή γωνιά, ένας αγώνας προς την ελευθερία. Κάθε ποίημα που γράφω είναι κομμάτι αναπόσπαστο μιας ζωής, της ζωής μου και ως μέρος της αδυνατώ να το λησμονήσω… Θα ‘ταν σαν να έσβηνα πολύτιμες μνήμες…

Υπάρχει σταθερή πηγή έμπνευσης στη ζωή σας;

Αν και στη ζωή μου επιθυμώ να υπάρχουν κάποιες σταθερές παράμετροι (χωρίς να είναι εφικτό τις περισσότερες φορές), στην ποίηση στην έμπνευση συμβαίνει κάτι μαγικό όπως στη θεωρία του χάους.. Η ποίηση, η έμπνευση μοιάζει με κινούμενη άμμο, δε γνωρίζεις ποτέ που θα σε οδηγήσει…και αυτό αποτελεί το γοητευτικό στοιχείο του αγνώστου,του αβέβαιου. Αυτή είναι η πρόκληση που θα γεννήσει, θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα καινούργιο ποίημα.

Γιατί ποίηση; Πώς επιλέγει κανείς το «λογοτεχνικό του είδος»;

Δεν ξέρω αν με βρήκε κάπου κάπως η Ποίηση ή μέσα μου βαθιά την αποζήτησα και ανταμώσαμε σε κοινό τόπο, όμως από τότε που συμπορευόμαστε νιώθω την πληρότητα που προσφέρει η ποιητική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει κάποιον/α που γράφει Ποίηση να μεταπηδήσει κ να δοκιμαστεί κ σε άλλα είδη της λογοτεχνίας.

Ένα ..έμπειρο μάτι την επιρροή ποιων λογοτεχνών θα μπορούσε να διακρίνει στην ποίησή σας;

Γνωρίζουμε ότι στην Τέχνη παρθενογένεση δεν υπάρχει. Έχουμε επιρροές, επιδράσεις από τόσους /ες συγγραφείς/ποιητές/ποιήτριες που έχουμε διαβάσει, ακούσει, έχουν καταγραφεί στην κυτταρική μας μνήμη. Όταν λοιπόν γύρω στην εφηβεία μου ξεκίνησα να γράφω, προσπάθησα να βρω να ακούσω και να ακολουθήσω την εσωτερική μου φωνή, τον ρυθμό, τον τρόπο που θα με οδηγούσε ώστε να βρω το δικό μου προσωπικό ύφος,.

Εκτός από το να γράφει ποίηση τι άλλο αρέσει στην Φανή Αθανασιάδου να κάνει;

Αγαπώ πολύ το θέατρο. Στο παρελθόν με φίλους είχαμε δημιουργήσει την πρώτη μικτή θεατρική ομάδα στην Ελλάδα αποτελούμενη από άτομα με και χωρίς αναπηρία. Μου αρέσουν και τα ταξίδια. Λόγω έλλειψης όμως προσβασιμότητας στα μεταφορικά μέσα αλλά και σε πολλούς χώρους, το ταξίδι μου συνήθως συνοψίζεται σε μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με τη φαντασία μου να φτάνει σε τόπους μακρινούς και τη χαρά όταν μαθαίνω ότι ποιήματα μου ταξιδεύουν και διαβάζονται και σε άλλες χώρες.

Συνέντευξη στην Άτη Σολέρτη
Βακχικό τ. 31

«Η ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει»

Η Φανή Αθανασιάδου, παρά τις προειδοποιήσεις ενός ακόμα δελτίου καιρού, δεν διστάζει να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου διασκορπίζοντας αυθεντικά, ουσιαστικά, ποιητικά κομμάτια του λόγου και της σκέψης της.

Διατηρείτε το http://vorioditikosanemos.blogspot.gr/. Θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί επιλέξατε αυτή την ονομασία για το blog σας;

Η ονομασία αυτή έχει διττή σημασία. Αφ’ ενός θέλω να δώσω το γεωγραφικό στίγμα του τόπου που μένω, ο Βορειοδυτικός άνεμος λέγεται και Βαρδάρης στη Θεσσαλονίκη. Aφ’ ετέρου η πνοή αυτού του ανέμου είναι αναζωογονητική, γεμάτη φρεσκάδα. Λόγω συνθηκών είμαι άρρηκτα δεμένη και επηρεάζομαι από τον καιρό και τα φαινόμενά του. Δε σας κρύβω όμως ότι στο βάθος αυτή η σχέση με γοητεύει. θα τολμούσα να πω πως είναι ερωτική, γι’ αυτό και την τελευταία ποιητική συλλογή μου την ονόμασα Δελτίο καιρού.

Η ποίησή σας κατά τη γνώμη μου καθρεφτίζει ένα σπάνιο είδος ευαισθησίας, διαποτισμένο με μια ακαθόριστη νοσταλγία, υπευθυνότητα, σοφία, ικανό πάντα να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα στον αναγνώστη και να τον προβληματίσει έχοντας απώτερο σκοπό να του δείξει το παραπέρα… Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;

Σας ευχαριστώ για τη διεισδυτική ανάγνωση και προσέγγιση της γραφής μου. Εφαλτήριο είναι το βίωμα αλλά και η εμπειρία που αποκτώ μαζί με ό,τι ζω. Όμως στη πορεία γίνεται ένα κράμα, ένας συνδυασμός γνώσης, γεγονότων, συνθηκών αλλά και παρατήρησης του κόσμου γύρω μου ώστε η ποιητική ματιά να αποκτά μια πιο ανοιχτή και οικουμενική προσέγγιση. Είναι μια συνεχής πορεία, ένα ταξίδι αναζήτησης αποκάλυψης, μία λυτρωτική διέξοδος και τελικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας μου της ύπαρξης.

Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και συνεπώς να αποτελέσει για εσάς κίνητρο γραφής;

Είναι η στιγμή εκείνη η διαφορετική στιγμή που ονομάζουμε έμπνευση και όλα αλλάζουν γύρω μας και εντός μας αποκτούν άλλη διάσταση, άλλη σημασία, άλλα χρώματα, άλλο νόημα το ελάχιστο γίνεται σημαντικό, αποκτά αξία, και το μεγάλο γίνεται σπουδαίο. Έτσι μπορεί ένας δρόμος, ένα ξερό φύλλο που το παρασύρει ο άνεμος να γίνει η αφορμή για να γράψω ένα συμβολικό, αλληγορικό, υπαρξιακό ποίημα, ή ένα κοινωνικό γεγονός που θα με συγκλονίσει να μου δώσει το έναυσμα να γράψω ποιήματα με κοινωνικές ή πολιτικές προεκτάσεις όπως για παράδειγμα συνέβη με το Σαιντ Ντενί το εξεγερμένο προάστειο του Παρισιού, την Τιχουάνα τη συνοριακή πόλη του Μεξικού από την οποία εκατοντάδες φτωχοί άνθρωποι προσπαθούν να μεταναστεύσουν προς την Αμερική και πολλοί απ’ αυτούς στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων, τη λίμνη Ασάλ όπου οι φυλές που κατοικούν γύρω απ’ αυτή, για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση πρέπει να κουβαλήσουν και να μεταφέρουν συγκεκριμένη ποσότητα αλατιού.

Υπάρχουν ποιητές που σας έχουν επηρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;

Παρθενογέννηση στη Τέχνη, στην Ποίηση δεν υπάρχει. Στη κυτταρική μας μνήμη είναι καταγεγραμμένα όσα προηγήθηκαν από την προφορική παράδοση όπως και από τα διαβάσματά μας προσλαμβάνουμε επίσης όσα προηγήθηκαν αλλά και όσα συμπορεύονται μαζί μας. Όμως πιστεύω όσοι/όσες γράφουμε Ποίηση επιθυμούμε κ θέλουμε να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος γραφής και αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω από τα πρώτα μου κιόλας ποιήματα. Είναι ποιητές/ποιήτριες που όταν διαβάζουμε ή ακούμε τον ποιητικό τους λόγο νοιώθουμε οικεία μαζί τους, σαν να μας συνδέει ένα είδος συγγένειας ακριβής, μονάκριβης. Έτσι νοιώθω με τους αγαπημένους μου ποιητές/ποιήτριες που είναι ο Κ. Καβάφης, η Κική Δημουλά, η Τζένη Μαστοράκη, η Ζέφη Δαράκη, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αρης Δικταίος, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Νερούντα. Έχω μελετήσει λογοτεχνικά κινήματα/ρεύματα αλλά δεν ακολουθώ κάποιο. Ίσως επειδή η δημιουργικότητα δεν είναι στατική, περιέχει τη ρευστότητα, την κινητικότητα, το ανικανοποίητο, τη διαρκή αναζήτηση που ψάχνει συνεχώς νέες φόρμες, καινούργιους τρόπους έκφρασης.

Τι ψίθυρους σας φέρνει το πέρασμα του χρόνου;

Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει πράγματι χρόνος, αν είναι μια υπαρκτή μονάδα μέτρησης ή είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου, για να μοιράσει, να διαιρέσει, να κατανοήσει το διάστημα που θα βρίσκεται και θα κατοικεί στον πλανήτη γη. Γι’ αυτό οι ψίθυροί του συχνά είναι συγκεχυμένοι και συνδέονται με τα πιο σημαντικά ή καθημερινά γεγονότα της ζωής, τις όμορφες ή δύσκολες στιγμές ή περιόδους, τις απώλειες αγαπημένων μας προσώπων. Τότε ο χρόνος αποκτά άλλη διάσταση, άλλο μέγεθος και τα ονόματα που του δίνουμε όπως παρελθόν-παρόν-μέλλον, κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, τις αναμνήσεις, τη λήθη.. Ο χρόνος είναι αυτός που σηματοδοτεί την πορεία του ανθρώπου ερχόμενος μαζί του από τα βάθη της ιστορίας.

Ποια η σχέση σας με τα όνειρα;

Μαγική θα ‘λεγα. Η αλήθεια είναι πως έχω μια ιδιαίτερη σχέση, συναρπαστική με τα όνειρα. Αποτελούν για μένα έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, μυστικό, άγνωστό μου, γεμάτο σουρρεαλιστικές εικόνες, ιστορίες που κάθε φορά με προ(σ)καλεί να τον αποκωδικοποιήσω και να προσπαθήσω να τον ερμηνεύσω. Όλη αυτή η διαδικασία μου ασκεί μια παράξενη, μοναδική γοητεία, έτσι αφήνομαι στον Μορφέα να με οδηγεί κοντά τους.

Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;

Η αλήθεια δεν είναι μία, είναι πολλές διασπασμένες σε κομμάτια, διάσπαρτες. Κάθε άνθρωπος επιλέγει τη δική του αλήθεια, ίσως αυτή που τον εκφράζει. Γι’ αυτό έπλασε και τους μύθους για να τις συγκαλύπτει ή να τις αποκαλύπτει με τρόπο αλληγορικό, συμβολικό, επειδή συνήθως δεν αντέχει την αλήθεια γυμνή, ατόφια. Απαντώντας στην ερώτησή σας ποια θεωρώ ως μεγαλύτερη αλήθεια, θα ‘λεγα πως είναι η Αγάπη.

Τι δεν θα διαπραγματευόσαστε να χάσετε με τίποτα;

Την ελευθερία της σκέψης. Μπορεί το σώμα να εγκλωβίζεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, όμως θεωρώ ότι πιο σπουδαίο ο άνθρωπος να περιφρουρεί, να προστατεύει όσο είναι δυνατόν την αυτονομία της σκέψης του. Μακριά από εξωγενείς, παραπλανητικές επιθέσεις όπως π.χ. παραπληροφόρηση, κατευθυνόμενες ειδήσεις από μια μαζικοποιημένη και αλλοτριωμένη συστημική πραγματικότητα γεμάτη στερεότυπα-πρότυπα που στόχο έχουν να πλήξουν, να ευνουχίσουν την ανεξαρτησία της σκέψης.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Η μοναξιά. Η ακούσια επιβαλλόμενη μοναξιά, εκείνη που σε αποκλείει από κάθε δυνατότητα πρόσβασης, μετακίνησης στη κοινότητα που σου στερεί τη δυνατότητα να μετέχεις, να συμμετέχεις ισότιμα, να επικοινωνείς με τους άλλους ανθρώπους. Και επειδή αυτό το είδος μοναξιάς το ‘χω βιώσει και το βιώνω, γνωρίζω και το μέγεθος του φόβου που προκαλεί.

Η μοναξιά, η μοναξιά
Η μοναξια, λοιπόν αναφώνησε
Σαν νάθελε την ίδια στιγμή να την ξορκίσει.

Γνωρίζουμε πως είστε ακτιβίστρια και πως έχετε υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Πόσο απροσπέλαστη μπορεί να φαντάζει η κοινωνία του σήμερα στα μάτια σας; Και πώς μετουσιώνεται άραγε μες στην ψυχή μιας αυθεντικής ποιήτριας, μέσα στη δική σας ψυχή;

Ο άνθρωπος είναι σύνθετο, πολύπλοκο, πολύπλευρο ον, έτσι και η αναπηρία είναι ένα χαρακτηριστικό, δεν καθορίζει όμως ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου. Ας δούμε τα παραδείγματα της Φρίντα Κάλο, του Στήβεν Χώγκινκς, της Ελεν Κέλλεν, όλοι τους είχαν αναπηρία, αξιοποιώντας όμως τις ικανότητές τους, τα τάλαντά τους διέπρεψαν ο καθένας /η καθεμία στον τομέα τους και έχουν μείνει στη μνήμη των ανθρώπων όχι για την αναπηρία, αλλά για την επιτυχία τους, για την προσφορά στην Τέχνη, την επιστήμη, τον στοχασμό, τη γραφή. Από τη μέχρι τώρα διαδρομή μου στο χώρο της Ποίησης αλλά και την πορεία στον αγώνα μου για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των πολιτών με αναπηρία μεταξύ άλλων θέλω και αυτό να αναδείξω, ότι μπορεί να είμαστε διαφορετικοί αλλά αν έχουμε τις προσβάσιμες υποδομές και την ισότιμη αντιμετώπιση από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, μπορούμε να συμμετέχουμε και να προσφέρουμε όπως και οι υπόλοιποι πολίτες χωρίς αναπηρία σε όλους τους τομείς της ζωής. Η κοινωνία μας όμως δυστυχώς έχει άγνοια, έχει έλλειψη παιδείας γι’ αυτό και τους αντιμετωπίζει αρνητικά και με προκατάληψη. Υπάρχουν απροσπέλαστοι άνθρωποι με τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές, οι οποίοι δημιουργούν και συντηρούν τα υλικοτεχνικά εμπόδια, τους απροσπέλαστους χώρους δηλαδή πόσο επίκαιρος ο αγαπημένος μου θείος Καβάφης με τα Τείχη του. Πόσες φορές, πόσο συχνά ανατρέχω και σκέφτομαι δυνατά αυτό το ποίημά του. Ακόμα και οι περισσότεροι χώροι πολιτισμού όπου γίνονται πολιτιστικές/λογοτεχνικές εκδηλώσεις δεν είναι προσβάσιμοι και όσες φορές και αν το έχω θέσει αυτό το ζήτημα κανείς δεν ενδιαφέρεται να το λύσει, δηλαδή δημιουργοί με αναπηρία ή θεατές με αναπηρία που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μια εκδήλωση να αποκλείονται, είναι ποτέ δυνατόν ο Πολιτισμός να συντηρεί και να διαιωνίζει τον αποκλεισμό; Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχει Πολιτισμός με αποκλεισμό! Στην ποίησή μου έχω γράψει ποιήματα για την Αναπηρία, αλλά λόγω χαρακτήρα, των πιστεύω μου και του τρόπου που με μεγάλωσαν οι εκλεκτοί γονείς μου, έμαθα να μην γκετοποιώ την αναπηρία, να μην την απομονώνω, αλλά μαζί της να ανοίγομαι στον κόσμο, να με νοιάζουν και οι άλλοι, να διαμορφώνω άποψη και να συμμετέχω σε ό,τι, σε όσα συμβαίνουν και αφορούν τον άνθρωπο, το περιβάλλον ακόμα και το σύμπαν που μας περιβάλλει και αυτό φαίνεται από την διαφορετική θεματολογία των ποιημάτων μου.

Πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος προς την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξής μας;

Είναι τόσο μοναχικός όσο μοναχική είναι η στιγμή που ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή. Όλη η ενδιάμεση διαδρομή αυτού του μυστηρίου που ονομάζουμε ζωή είναι μια διαρκής αναζήτηση, μια σιωπηλή κατάδυση στον εσώτερο εαυτό μας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας γεμάτο εμπειρίες, λάθη και μαθήματα που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε -όσο μπορούμε- ώστε να καταφέρουμε να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μέσα από αυτόν, τους άλλους.

Αλληγορία

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;

Η Κοινωνία βρίσκεται σε παρακμή. Ο κοινωνικός ιστός σε διάλυση. Όμως και πριν την περίοδο της κρίσης κάτω από την επίπλαστη ευμάρεια, αν δεν ανήκες στους προνομιούχους καταλάβαινες ότι η κοινωνία νοσούσε με την εμφάνιση της κρίσης η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η λογοτεχνία, η Ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει. Διαφαίνονται προσπάθειες στον πεζό αλλά και στον ποιητικό λόγο. Νέοι άνθρωποι να θέλουν να προσπαθούν να βρουν και να δώσουν το στίγμα αυτής της εποχής. Νομοτελειακά μετά το σκοτάδι ή τον μεσαίωνα ακολουθεί το φως, η αναγέννηση, θα περιμένουμε λοιπόν να κυοφορήσει και να ανθίσει μια νέα λογοτεχνική πραγματικότητα/έκφραση. Άλλωστε η Τέχνη είναι απελευθερωτική και η Ποίηση η οδός προς την Ελευθερία. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μορέν έχει πει ότι ο 21oς αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ποίησης.

Ποια η σχέση σας με την ελπίδα;

Δεν πιστεύω στην ελπίδα. Η ελπίδα είναι ψευδαίσθηση, μας παραπλανεί να προσμένουμε, να περιμένουμε χωρίς συνήθως αυτή η αναμονή να ‘χει αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Η ελπίδα ακυρώνει την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα και την ματαιότητα της ύπαρξής μας. Πιστεύω στη προσπάθεια, την πίστη την προοπτική, στην επιθυμία, το όνειρο, το στόχο. Στη θεωρία του χάους που περιλαμβάνει το απρόσμενο, το απροσδόκητο στη ζωή.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο;

Υπάρχει έτοιμο υλικό για την επόμενη ποιητική συλλογή ακόμα και ο τίτλος, όμως κάθε φορά πριν την έκδοση του επόμενου βιβλίου περιμένω να διαμορφωθούν ευνοϊκές, καλές συγκυρίες ώστε να ακολουθήσει η έκδοση.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Δική μου η τιμή κ. Αργυροπούλου, σας ευχαριστώ πολύ όπως και το περιοδικό Βακχικόν για τη παρουσίαση/ τη φιλοξενία, η ευχή μου είναι να πορεύεστε με τη Ποίηση στο πλευρό σας, γιατί πιστεύω ότι η Ποίηση είναι η βαθύτερη ανάγνωση της ζωής.

Χριστίνα Λιναρδάκη

«Δελτίο καιρού» της Φανής Αθανασιάδου

Η Φανή Αθανασιάδου ασχολείται με την ποίηση από το 1986, όταν, έφηβη ακόμη, δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «επιλογές» μετά από παρότρυνση του γνωστού δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού της τότε ΕΤ2 (μετέπειτα ΝΕΤ) Αχιλλέα Χρυσοχόου. Έκτοτε δημοσίευσε άλλες δύο ποιητικές συλλογές, «φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς»(1987) και «εκ των έσω» (1996). Το «δελτίο καιρού» είναι η τέταρτη κατά σειρά συλλογή της.

Το «δελτίο καιρού» αντιμετωπίζει τον καιρό ως «προσωπικό καιρό συναισθηματικών αποχρώσεων, μετωπικών κοινωνικών-πολιτικών ρευμάτων και υπαρξιακών μεταπτώσεων. Ένα ταξίδι ζωής δηλαδή…», όπως αναφέρει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Μέσα από ποιήματα σύντομα, σχεδόν ακαριαία, εξερευνεί τον καιρό ως «περιβάλλοντα χώρο και χρόνο» και σκιαγραφεί ένα άνθρωπο που θα ήθελε να ζει σε άλλες συνθήκες και σε εναλλακτικούς κόσμους γιατί η πραγματικότητα στην οποία μετέχει ούτε τον χωρά ούτε τον αφορά. Κι εκεί που χάνει την πίστη του, παραδίδεται ξανά στο όνειρο και ξαναβρίσκει την ελπίδα, παρότι γνωρίζει ότι η (κοινωνική, πολιτική και προσωπική του) πραγματικότητα είναι ουσιαστικά απροσπέλαστη.

Δυνατή εικονοπλάστης, αν και αρκετά αφηγηματική αρκετές φορές, συνθέτει έναν ποιητικό λόγο λιτό και στεγνό (απλές δομές, απλές λέξεις) που όμως καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να οδηγήσει σε πικρές συχνά συνειδητοποιήσεις, με τη συνειρμική διαδικασία να γίνεται το κυρίαρχο αλληγορικό σχήμα της συλλογής, συνδέοντας μνήμες, γεγονότα, επιθυμίες και συναισθήματα με ενδιαφέροντα τρόπο.

Στη Χριστίνα Αζοπούλου

Ποιος είπε ότι η ζωή έχει στεγνώσει από ποίηση, ένεκα των συνθηκών; Ποιος αρνήθηκε ότι έχουμε στερέψει από υλικά ονείρων; Η Φανή, με το χαμόγελό της και έναν πυθμένα γεμάτο αγάπη, φως και αλήθεια, μας εμπιστεύθηκε μέσα από έναν πλούτο λέξεων και συναισθημάτων, όλα εκείνα τα προαίωνια που ζουν στο DNA κάθε Έλληνα. Την ποίηση όπως την εμφύσησε ο Θεός στο σώμα μας, τα κύτταρά μας, την κάθε μας μιλιά, λαλιά, φωνή. Τι κι αν το σώμα δεν μπορεί να κινηθεί τόσο όσο θα ήθελε τώρα που η ψυχή της πεταρίζει; Τι κι αν μια κινητική – σωματική αναπηρία, δυσκολεύει όντως πρακτικά την ζωή, την καθημερινότητα, την αυτοδιάθεση; Η Φανή είναι αντράκι και παλεύει και από κοντά, αγαπημένοι όλοι, λογοτέχνες και άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού, την υποστηρίζουμε και της δίνουμε τον λόγο, την αιτία και το αιτιατό της ανάγκης για την συνέχεια της προσφοράς, της αγάπης και της ειλικρίνειας. Κυρίες και κύριοι η αγαπημένη της Θεσσαλονίκης των Γραμμάτων και των Τεχνών, Φανή Αθανασιάδου.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πες μου λίγα λόγια για σένα.

Φανή Αθανασιάδου: Θα προσπαθήσω όσο μπορώ να συνοψίσω την μέχρι τώρα ιστορία της ζωής μου και αυτό γιατί απαρτίζεται από πολλά διαφορετικά γεγονότα τα οποία και την χαρακτηρίζουν. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη.Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης,η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη,είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.Παρ’όλα αυτά η απόφαση μου περιείχε ρίσκο. Έχω εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές,είμαι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά μου έχουν βραβευτεί-διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης,φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά (Οδός Πανός, Βακχικόν, Μανδραγόρας, Ενεκεν Ποιείν), σε έντυπες ανθολογίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,του Συνδέσμου Εκδοτών Β.Ελλάδος και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου. Tο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη Ποίηση μου στη Μονή Λαζαριστών, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων μου σε σκηνοθεσία της Ελένης Καρασαββίδου. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκα από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκα με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία λάβαμε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο,στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκα με τη σχολή Καλαμαρί και άλλες θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα. Συμμετείχα ως ομιλήτρια σε Συμπόσια κ Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογράφησα σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα (The e-charity magazine, Ellispoint), στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Στίγμα Λόγου. Ήμουν μέλος της Αυτόνομης Κίνησης γυναικών Θεσσαλονίκης. Έχω παρουσιάσει για ένα χρόνο λογοτεχνική εκπομπή στο Ράδιο Κιβωτός.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως δημιουργείται η ποίηση και από που πηγάζει;

Φανή Αθανασιάδου: Η ποίηση αποτελεί ένα συμπαντικό συστατικό δημιουργίας . Μοιάζει με ένα είδος bingbangη εκρηκτική στιγμή που η Ποίηση συναντιέται με τον ποιητή/την ποιήτρια και γεννιέται το ποίημα. Αρκεί αυτή η στιγμή που πολλοί ονομάζουν έμπνευση για να οδηγήσει το πεπερασμένο στο αιώνιο και το φθαρτό στο αθάνατο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχαιότητα οι ποιητές επικαλούνταν τις μούσες στην αρχή των έργων τους θέλοντας ίσως να επισημάνουν τη σπουδαιότητα της Τέχνης της Ποίησης.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποιες Ελληνίδες και Έλληνες ποιήτριες/ποιητές πιστεύεις ότι θα ήταν χρήσιμο να φιλοξενούμε στις βιβλιοθήκες μας;

Φανή Αθανασιάδου: Θα μπορούσα να προτείνω τους μεγάλους ποιητές/ποιήτριες μας όπως Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο,Δημουλά,Βρεττάκο και τόσους άλλους που απαρτίζουν το ποιητικό Πάνθεο της χώρας μας όμως θα το αποφύγω γιατί θεωρώ πως η Ποίηση ως τέχνη είναι ένα μακρύ ταξίδι αυτογνωσίας και αξίζει όσοι θελήσουν να τη γνωρίσουν να μυηθούν στον λόγο της να ταξιδέψουν μαζί της και με αυτό τον τρόπο να ανακαλύψουν και να γνωρίσουν τις ποιητικές φωνές με τις οποίες θα νοιώσουν οικεία και θα αποκτήσουν μαζί τους ένα είδος εκλεκτής μονάκριβης συγγένειας.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποια τα επόμενα ποιητικά σου σχέδια;

Φανή Αθανασιάδου: Είναι υπό έκδοση η Πέμπτη ποιητική μου συλλογή με τον τίτλο Άστεγη αγάπη από τις εκδόσεις Λογότεχνον. Επίσης θα συμμετέχω με ποιήματα μου στο Ανθολόγιο που ετοιμάζει το Κέντρο Ελληνικής γλώσσας και έχει ως θέμα την Αρχαιόμυθη Παγκόσμια Λογοτεχνία.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πότε μπορεί να ειπωθεί ότι επέτυχε κάποια/κάποιος σαν ποιήτρια/ποιητής;

Φανή Αθανασιάδου: Ο/η ποιητής/ποιήτρια είναι ένας/μία (εξ)ερευνητής/(εξ)ερευνήτρια του εσωτερικού μας κόσμου αλλά και του κόσμου που μας περιβάλλει ένας αέναος ακούραστος ταξιδιώτης στο χρόνο που μαγεμένος από τα ανερμήνευτα προσπαθεί να τα προσεγγίσει να τους δώσει υπόσταση μέσω της δικής του ερμηνείας που είναι ο ποιητικός λόγος .Όταν το ποιητικό έργο καταφέρει να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους, η επικοινωνία γίνει αμφίδρομη αντέξει στο χρόνο διατηρήσει ατόφια τη δύναμη και την αξία του τότε μπορούμε να μιλήσουμε και να πούμε πως η αποστολή της Ποίησης επιτεύχθηκε και η πορεία του ποιητή/ποιήτριας στέφθηκε με επιτυχία αφού κατάφερε μέσω της γραφής να αγαπηθεί και να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως θα έντυνες τις παρακάτω λέξεις: τύχη, ματαιοδοξία και ελπίς;

Φανή Αθανασιάδου: Ένας υπόγειος αντιφατικός συσχετισμός φαίνεται να συνδέει τις λέξεις αυτές ή μια παράξενη φυγόκεντρος δύναμη να απομακρύνει τη μία από την άλλη χωρίς να τους επιτρέπει να ‘χουν τη δυνατότητα να συναντηθούν ποτέ. Ίσως επειδή τελικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τύχη ίσον προϋπόθεση. Θα μπορούσα να τη ντύσω με πλουμιστά ρούχα να περιφέρεται η ειμαρμένη των λόγων και των πράξεων προκειμένου να ανακαλύψει και να συνοδεύσει τους/τις ευνοούμενους/ες της. Η ματαιοδοξία κενή πεπερασμένη με ημερομηνία λήξης με ένα λιτό άχρωμο ρούχο να πορεύεται και να αναζητά τα θύματα της για να κοπάσει τη δίψα των επιδιώξεων της. Στην ελπίδα δεν πιστεύω,όμως υπάρχουν τόσοι πιστοί σ’αυτήν,που με δελεάζει να τη φανταστώ σαν μια λέξη πρωτόπλαστη γυμνή μονάχη να τάζει και να υπόσχεται τόσα πολλά στους ανθρώπους κι’έπειτα ως ψευδαίσθηση χωρίς αντίκρυσμα να χάνεται σαν πεφταστέρι που σβήνει πέφτοντας απ’τον ουρανό,η γείωση στην πραγματικότητα. «Τυχαία συνέβησαν όλα κι’ ας επένδυσε στη ματαιοδοξία Μια ελπίδα γεννήθηκε κάπου μακριά» (Ένας συνοπτικός ποιητικός ορισμός μου για την έννοια των τριών παραπάνω λέξεων).

ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ (LALE ALATLI)

ΦΩΤΟ ΛΑΛΕ

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΛΕ ΑΛΑΤΛΙ

ΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΕΙΧΕ ΨΥΧΗ

Αν το χιόνι είχε ψυχή
οι βάτραχοι θα έλυναν σταυρόλεξα
για να περάσει το καλοκαίρι.

Μόλις ερχόταν ο χειμώνας,
θα πεταγόταν στη λευκή αγκαλιά
για να γευτούν ζωή.

Κι έτσι θα έπεφταν από τον ουρανό
λευκοί βάτραχοι
ενώ το χιόνι έλυνε σταυρόλεξα.

Η ΚΥΡΙΑ

Η κυρία του δευτέρου ορόφου
δεν θέλει να ακούει για απληστία
ούτε να φωνάζουμε ελευθερία
την ενοχλούν οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις
στην παραλία οι πρόσφυγες.

Δεν την ενδιαφέρουν
τα δάση κομμένα καμένα
τα μωρά στις ακτές ξεβρασμένα
οι αιχμάλωτοι καταυλισμών
τα ζώα βασανισμένα.

Η κυρία του δευτέρου ορόφου
θέλει να κοιμάται ανενόχλητα
κλειστά παράθυρα, μάτια
δωμάτιο τάφος
συνείδηση καπνός.

Χτυπάω σήμερα την καρδιά της
χαράζεται στη μνήμη μου
το όνομά στο κουδούνι:
«Υποκρισία, Όγδοη Αμαρτία».

ΒΡΟΧΗ

Ανήσυχα μυρμηγκάκια
λεπτά φυλλαράκια
φοβισμένα σπουργίτια
μόνο εφτά χρονών,
τα έβαλε η δασκάλα
να καθίσουν χωριστά
τα πλούσια απ’ τα φτωχά,
τ’ απεριποίητα απ’ τα καθαρά.

Σήμερα την πυκνότητα της βροχής
έχουν και τα δάκρυά μου,
εκείνα από τα σχολικά χρόνια επί χούντας.

Σήμερα στα σαράντα μου
αν με ρωτήσουν για τύψεις
έχω μία και είναι η πρώτη,
κατατρώει τα όνειρα μου
πυρπολεί την καρδιά μου:
«Πώς δεν αντέδρασα!»

Σήμερα η βροχή αυτή
μπορεί άραγε να ξεπλύνει
τη λερωμένη μου συνείδηση;

Η ΑΜΟΙΒΗ

Προχθές που περπατούσα
έπεσε απ’ την τσέπη μου το παρελθόν.
Όποιος το βρει
ας κρατήσει τις συνήθειες,
τις στεναχώριες, τους καβγάδες,
τις αγωνίες, τους φόβους, τις κραυγές.
Κι ας μου επιστρέψει
τις αγάπες, τις φιλίες,
τις αναμνήσεις, τα χρώματα,
τα παιχνίδια, τα γέλια.
Δίνεται αμοιβή
δύο χιλιάδες αγκαλιές.

Η ΟΥΣΙΑ

Πρώτα έφυγες εσύ
μετά η μυρωδιά σου στο μαξιλάρι
τα πράγματα σου έσμιξαν στον χρόνο.
Νόμισα πως δεν θα έκλεινε ποτέ
η πληγή που μου άφησες.
Έψαχνα την φόρμουλα
για να φτιάξω το παυσίπονο της ψυχής
τελικά ήταν απλή η ουσία,
ο χρόνος
περνάει, βαδίζει, πετάει
παίρνω δύναμη
λιγοστεύουν οι αναμνήσεις
θολή πλέον η εικόνα σου.
Κρίμα που δεν χωράει ο χρόνος σε κάψουλες
να δίνω στους ερωτοπαθείς
για να μην πονέσουν όσο εγώ.

ΗΜΟΥΝ ΜΟΝΟ

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Όπως όλοι φορούσα μαύρα
ποτέ στις τσέπες τα χέρια.
Στη σειρά κάθε πρωί
χωρίς να παίρνω αναπνοή.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Χάριζα τη ζωή μου στην πατρίδα
ενώ ήμουν μια κουκίδα.
Ό, τι μου έλεγαν έκανα
το ξύλο να γλίτωνα.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Υποταγή από πρωί μέχρι βράδυ,
στην ουσία ζητούσα ένα χάδι.
Κάθε κίνηση ή λέξη χωρίς άδεια,
έφερνε από μια σφαλιάρα.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
Κάτω από την κόκκινη σημαία,
έτσι ξεκινούσε η κάθε μέρα,
αγαπώντας την πατρίδα και το έθνος μου
στη σκιά του τρόμου.

Είμαι Τούρκος, Είμαι Σωστός, Είμαι Εργατικός
όλο αυτό δεν ήταν ο στρατός,
κι ούτε εγώ στρατιωτικός.
Στο σχολείο όταν άρχισα να μαραζώνω
ήμουν εφτά χρονών μόνο.

Τρέμοντας σαν φυλλαράκι φώναζα κάθε πρωί
είμαι τούρκος , είμαι εργατικός, είμαι σωστός…

*«Είμαι τούρκος, είμαι σωστός, είμαι εργατικός …»
Πεντάστιχος όρκος υποχρεωτικός στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης μέχρι το 2013. Απαγγέλονταν κάθε πρωί από όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Μου αρέσουν τα μαθηματικά
όχι οι αριθμοί,
δεν κάθισα τεμπέλικα
να οι δικοί μου λογαριασμοί:

μηδέν + μυαλό = εξυπνάδα
εξυπνάδα + αγάπη = συνύπαρξη
συνύπαρξη Χ ενσυναίσθηση = κατανόηση
κατανόηση + τρυφερότητα = αγάπη
αγάπη / υποκρισία = αρρώστια
εξυπνάδα – συνείδηση = κακία
κακία – εξυπνάδα = βλακεία
συνείδηση + εξυπνάδα = επιτυχία
επιτυχία – συνείδηση = πονηριά
υποκρισία Χ οικογένεια = κοινωνία
κοινωνία Χ υγεία = ειρήνη
κοινωνία Χ βλακεία = πόλεμος
πόλεμος + υποκρισία = χρήματα
χρήματα / λαός = αδικία
αδικία / χρήματα = καπιταλισμός
καπιταλισμός – χρήματα = μηδέν

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Πήραν την Αφροδίτη
την μαχαίρωσαν στη μέση
της πέρασαν συρματοπλέγματα στα χέρια
μια τεράστια σημαία στα πέντε της δάχτυλα
Και την ονόμασαν «Μικρή πατρίδα*».

* Μικρή Πατρίδα: Το Τουρκικό κράτος χρησιμοποιεί την ονομασία «Yavru Vatan» για τα κατεχόμενα.

YAVRU VATAN

Afrodit’i aldılar
beline vurup
ellerine dikenli teller
beş parmağına dev bir bayrak geçirdiler
αδıνα δα «Υαωρθ Ωαταν» δεδιλερ.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ*

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δε με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό στις σκιές των δέντρων σου,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
που κανείς δεν θυμάται πια
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλον τον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς πάντα με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κάταπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας
μια μέρα με ομίχλη
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

Η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε την δικιά σου ιστορία.

* Στην Μικρή Ιερουσαλήμ

O ÇOCUK*

O çocuk, benim
bir yıldızım vardı
beni hatırlamazsın,
bisiklete binerdim sokaklarında
dondurma yerdim ağaç gölgelerinde
arkadaşlarımla oynardım
annem istediği kadar çağırsın beni günbatımında.

O çocuk, benim
artık kimse hatırlamaz beni
evimiz apartman oldu
ben de tarihte bir sayı.

bir şeyimi eksik etmezdi ninem
bütün nineler gibi
hep korurdu beni babam
bütün babalar gibi
yüreği benim için atardı annemin
bütün annelerinki gibi
oysa ben yaşayamadım
bütün çocuklar gibi.

O çocuk, benim
midesine indirdi beni de tren
Özgürlük Meydanı’nda
bugün gibi sisli bir gün,
peki özgürlük kimin için
acaba bu meydanda?

Ninem dayanamadı
babam konuşamadı
annemin yüreği kül oldu
asla doymayan obur tren
onları da yalayıp yuttu.

Hepimizin yıldızı vardı
biz kül olduk bir günde
arkamızda kalan duman da, canım Selanik’im
senin tarihine kapkara bir leke.

*Küçük Kudüs Selanik’e
II. Dünya Savaşı sırasında neredeyse Selanik Musevileri’nin tamamı (56.000 kişi) Eleftheria (Özgürlük) Meydanı’ndan toplama kamplarına gönderildi.

ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΑΝΑΜΕΣΑ

Χωρίς φασαρία πολλή, χωρίσαμε
εκείνη δεν είπε μείνε
κι εγώ δεν είπα φεύγω.
Για να τη λησμονήσω
άρχισα να βλέπω στα κρυφά μια άλλη.
Ήταν στην αναπνοή μου ακόμα εκείνη, στο βάθος.
Αναζητούσα τα φιλιά της
να μείνω άλλο όμως, δεν μπορούσα.

Εντελώς διαφορετική ήταν η καινούργια
τρυφερή και απαλή,
με φως αγκάλιαζε
με ειλικρίνεια μιλούσε.
Ένιωθα πρώτη φορά ασφάλεια,
ήξερε πως έπρεπε να με έχει ελεύθερη
για να της επιστρέφω πάντα.

Με κυνηγάει ακόμα η πρώην,
τις νύχτες εισβάλλει στα όνειρά μου!
Λέει να μη δώσω σημασία η νυν,
αφού εμείς ανταμώσαμε
τη ζωή μας φτιάξαμε.
Έτσι αισθάνομαι κι εγώ,
δεν μπορώ όμως να την σβήσω από τα κύτταρα.

Η ζωή της είναι κατηφόρα
κάθεται πλέον σε ξένες αγκαλιές,
έμπλεξε άσχημα.
Τώρα τη χαϊδεύουν άγρια δάχτυλα,
της συμπεριφέρονται απάνθρωπα,
δεν την αφήνουν να πίνει και να γλεντάει
να τραγουδάει και να χορεύει.
Τo τσιμεντένιο κορμί της,
τον ουρανό, τον ήλιο δεν βλέπει πια.
Εκατομμύρια μυρμήγκια περπατάνε πάνω της
εκεί που κάποτε περιπλανιόταν η Ιώ.
Το παρελθόν της κρύφτηκε στις αναμνήσεις,
κι οι αναμνήσεις στο πουθενά.
Ζει πλέον επειδή δεν πεθαίνει.

Στεναχωριέμαι για εκείνη
τα καλύτερά μου χρόνια μαζί της,
ένας έρωτας σαν του Δία.
Όχι να είμαι δίπλα της τώρα
αλλά να ήξερα, έστω κι από μακριά
ότι είναι καλά, περνάει όμορφα.
Της λείπω άραγε;

Τα μεσάνυχτα
απλώνω τα χέρια μου για να τη σώσω
δεν τη φτάνουν,
τα σηκώνω ψηλά σήμερα
και την αφήνω σε εκείνα που δεν είναι δικά μου.
Πνίγω τις λέξεις μου και φυσάω τις τελευταίες:
«Αντίο Κωνσταντινούπολη,
είμαι με τη Θεσσαλονίκη!»

IKI KADIN ARASINDA

Fazla üstelemeden ayrıldık,
ne o kal dedi
ne de ben gidiyorum.
Unutmak için kadınımı
başka birini buldum gizlice,
oysa o soluğumdaydı hâlâ, derinlerde.
Öpüşlerini arıyordum
ama daha fazla kalamazdım,

Yenisi ise tamamen farklıydı
şefkatli ve munis,
ışıkla sarılırken
içtendi sözleri,
kendimi güvende hissediyordum ilk kez,
beni özgür bırakması gerektiğini biliyordu
her zaman kendisine döneyim diye.

Eskisi hâlâ peşimde,
geceleri rüyalarımı işgal ediyor!
Yenisi boş ver diyor,
artık biz beraber olduğumuza
hayatımızı kurduğumuza göre.
Öyle hissetsem de,
silemiyorum onu hücrelerimden.

Hayatı bir uçurum
artık yabancıların kucağında,
fena bulaştı kara güçler.
Şiddet dolu parmaklar okşarken onu
kaba davranıp incitiyorlar,
izin vermiyorlar içip eğlenmesine
şarkı söyleyip dans etmesine.
Çimentodan bedeni
ne güneşi ne gökyüzünü görüyor artık.
Milyonlarca karınca yürüyor üzerinde,
orada, bir zamanlar İo’nun yürüdüğü yollarda.
Geçmişi hatıralara saklanmış,
hatıralar ise bir boşluğa.
Sadece ölmediği için yaşıyor.

Üzülüyorum ona
en güzel yıllarım geçti
Zeus’un aşkı gibi.
Şimdi yanında olmak istemem ama,
bilsem iyi olduğunu, yeter, uzaktan da olsa.
Özlüyor mudur beni acaba?

Gece yarıları
ellerimi uzatıyorum onu kurtarmak için
tutamıyorum,
bugün ise nihayet havaya kaldırıp ellerimi
bana ait olmayan ellere teslim ederken onu.
Sözcüklerimi yutup son kalanları üflüyorum:
“Elveda İstanbul,
Artık Selanik’leyim!”

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΣΕΝΕΜ ΓΚΟΚΕΛ  (SENEM GOKEL) 

ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΕΝΕΤΙΚΑ ΤΕΙΧΗ

Αφιερωμένο σε άπειρα murex trunculus
που θυσιάστηκαν για το μοβ της κουτσουπιάς.

Κάτω από τα τείχη
παιδιά κυνηγάνε σκυλιά
και σκυλιά σκυλιά
Κατά δω και κατά κει σκορπισμένες χουρμαδιές
δεν κουνιούνται—
όπως εγώ στο σπίτι μου.
Έξω η φυγή μου μοιάζει με των σκυλιών—
από όρθιους σαν χουρμαδιές
ανθρώπους που κουβεντιάζουν.
Κρίμα, κλειδωμένη πάντα η Πύλη Αμμοχώστου·
σε κάθε ερείπιο σπιτιού με φυτρωμένη τώρα μια συκιά
ζουν οι αντάρτες και δολοφόνοι που κρεμάστηκαν στην Πύλη.
Η κατάρα του νησιού αιχμάλωτη ακόμα και στις ψυχές
Χίλια βελόνια ζωγραφίζουν εσένα σε έναν καθρέφτη·
οι σιδερένιοι τοίχοι της θάλασσας
όταν χτυπάνε αργά την ακρογιαλιά
γεμίζουν με κελύφη τα αυτιά μου.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

VENEDIK SURLARI’NDA YÜRÜYÜS

Erguvan moru için kıyılan
nice murex trunculus’a adanmıştır.

Surların aşağısında
çocuklar köpekleri kovalıyor
köpekler köpekleri
Oraya buraya serpilmiş hurma ağaçları
yerinden kıpırdamıyorlar—
evimdeki halim gibi.
Dışarıda köpekler gibi kaçışım—
hurma ağaçları gibi dimdik
sohbet eden insanlardan.
Yazık, hep kilitli Mağusa Kapısı;
şimdi incir ağacı bitmiş her harabe evde
Kapı’da asılan asilerle katiller yaşıyor.
Ruhlara bile tutsak adanın laneti
Bin iğne bir aynaya seni çiziyor;
denizin demirden duvarları
yavaşça kıyıya çarparken
kulaklarıma kabuklar doluyor.

Η Σενέμ Γκοκέλ γεννήθηκε (1982) και μεγάλωσε στη Λευκωσία της Κύπρου. Τα πρώτα της ποιήματα κυκλοφόρησαν το 2005. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο, την Τουρκία και την Ελλάδα.
Το 2012 τιμήθηκε, από κοινού με την Κύπρια ποιήτρια Μαρία Σιακαλλή, με το Βραβείο Ποίησης Φικρέτ Ντεμιράγκ από την Ένωση Συγγραφέων Κύπρου. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε η δίγλωσση ποιητική τους συλλογή.
Από το 2013 εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, εστιάζοντας στην ιστορία της ιατρικής. Αντλώντας εμπειρίες από τη ζωή στη μεγαλούπολη, περιγράφει τον εαυτό της ως «το φάντασμα του Μπλούμσμπερι», όπου και ζει, εργάζεται, περιπλανιέται και ζωγραφίζει. Επισκέπτεται συχνά πάρκα και κοιμητήρια, όπου επιτελείται μεγάλος μέρος του δημιουργικού της έργου.

ΧΑΛΙΛ ΚΑΡΑΠΑΣΑΟΓΛΟΥ (HALIL KARAPAŞAOĞLU)

ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΚΑΥΤΕΡΟ ΠΙΠΕΡΙ

γλυκαίνει η πιπεριά
το ψέμα της παιδικότητας
παρά τις πίκρες
που αλείφονται στη γλώσσα σου

απλώνεται στον ήλιο
μία μία
κρεμασμένη στο σύρμα
η κόκκινη πιπεριά

γίνεται κραγιόν στα χείλη σου

ψωμοτύρι στη γλώσσα μου γίνεται η ιστορία
του μπαχαριού που υποφέρει
κάθε φορά που σε φιλώ

Λονδίνο, Καλοκαίρι, 2013
από το βιβλίο αγάπη με καυτερή πιπεριά (2013)

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Φανή Βαλσαμάκη

ACI BIBERLI ASK

çocukluğunun yalanını
tatlandırır biber
diline sürülen
acılarına rağmen

güneşe yatırılır
teker teker
tele dizilir
kırmızı biber

ruju olur dudaklarının

acılar çeken baharatın
hikâyesi dolanır dilime
seni her öpüşümde

Londra, Yaz, 2013

ΩΤΟΣΤΟΠ

τη ζωή
βρίσκω μαζεύοντας
ό,τι παραπέφτει από τις τσέπες του δρόμου

ακόμα και να παλιώσουν τα μαλλιά μου
τα γένια μου
τα σανδάλια μου

ανοίγω πηγάδια από γράμματα
ύστερα πέφτω
στον δρόμο αφήνω
ό,τι βαραίνει την πλάτη μου

από το βιβλίο αγάπη με καυτερή πιπεριά (2013)

Μετάφραση: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

OTOSTOP

yolun cebinden sızanları
toplayarak buluyorum
hayatı

saçlarım
sakallarım
sandallarım eskise de

harflerden kuyular açıyor
düşüyorum sonra
yola bırakıyorum
sırtımda ne varsa

acı biberli aşk (2013)

ΤΟΥΑΛΕΤΑ

ό, τι χαλάει το στομάχι μου
με στέλνει στην τουάλετα

σ΄ αυτήν την χώρα
σαν να είμαι συνέχεια στην τουαλέτα.

TUVALET

midemi bozan her şey
tuvalete yollar beni

bu memlekette
hep tuvaletteyim sanki

ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ*

μιας γυναίκας που δειπνεί
η σεμνότητα είναι που ομορφαίνει το φαγοπότι
με έναν δυτικό ταξιδιώτη
κομψή, καλότροπη και καλλιεργημένη
το καθωσπρέπει του να είναι “englishwoman”

η φιλοξενία μας γενναιόδωρη
επιτάσσει να δεχτούμε
από Ανατολή μέχρι Δύση όλα τα έθνη
στο τραπέζι

ο πολιτισμός σαν να πίνει όλη την ομορφιά της δύναμης
με την περηφάνια να φιλοξενούμε τους πολιτισμούς Σε αυτό το νησί
κολλάει στη γλώσσα μας η μεγαλύτερη προδοσία
η κάθε εισβολή μετατρέπεται σε τιμή
στα γραπτά που δημιουργούμε μετά από χρόνια

*βιβλίο του Alexander William Kinglake

Μετάφραση: Lale Alatli
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

YOLCULUGUN İZLERI*

batılı bir yolcuyla
akşam yemeği yiyen kadının
utangaçlığıdır ziyafeti iştahlandıran
zarif, görgülü ve eğitimlidir
“englishwoman” olmasının gereğidir

cömert konukseverliğimiz
doğudan batıya bütün uluslara
boynumuzu büker
yemek masasında

gücün güzelliğini içercesine medeniyet
dilimize sarmalanır en büyük ihanet
uygarlıklara ev sahipliği yapmanın gururuyla bu ada da
her işgal bir onura dönüşür
yıllar sonra yazdığımız yazılarda

*Alexander William Kinglake’in kitabı

Ο Halil Karapaşaoğlu (Χαλίλ Καραπασάογλου) γεννήθηκε το 1985 στον Ψυλλάτο (Κύπρος). Τον Ιούλη του 2008 πήγε στην Αγγλία, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρος, βοηθός κουζίνας, βοηθός χασάπη, πωλητής, οικοδόμος, σεφ και λογιστής. Κυκλοφόρησε μαζί με φίλους του το περιοδικό Çirkef. Ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, εξέδωσε το περιοδικό Lokmacı. Από το 2013 γράφει στο λογοτεχνικό περιοδικό KerPiç. Έχει δημοσιεύσει ποίηση, δοκίμια, διηγήματα και πολιτικά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στην Κύπρο.
Το 2011 ενώ ήταν στρατιώτης, φυλακίστηκε για 10 μέρες εξαιτίας ενός άρθρου που δημοσίευσε. Το 2013 ανακοίνωσε δημόσια ότι είναι αντιρρησίας συνείδησης. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «αγάπη με καυτερή πιπεριά». Είναι ο ιδιοκτήτης του 1984 Bar στη Λευκωσία.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥΡΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΧΟΥΣΕΪΝ ΑΛΠΑΣΛΑΝ

Ο ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ

Μια πρωτοφανής φιλοξενία
Μια στοργή που δεν είδε σε κανέναν κανείς
Το ιδανικό της ζωής ένα χαμόγελο.
Κι η απόδειξη της ύπαρξής σου οι αγκαλιές
Αυτό που σου χαρίζει μια γάτα, είναι η γαλήνη
μια αποδοχή του χρόνου χωρίς διερεύνηση.
Γίνεται πόθος η νύχτα
χαρά το πρωί του ερωτευμένου.
Τα μυστικά σου σκορπίζονται σε κάθε δωμάτιο
Και της ψυχής σου η πανοπλία κρεμασμένη στην είσοδο
Αφήνει ευχαριστημένα σημάδια στο πάτωμα
ο ιδρώτας του ποδιού σου
Το μεθύσι σου εμπιστεύεται
Το σπαθί σου μένει στο θηκάρι
Το ρολόι ελευθερώνει το ελατήριό του
βουίζουν οι πόρτες
Ένας μαύρος καπνός
ξεγλιστράει από τα παράθυρα
Το φαγητό (στο τραπέζι), τα κρασιά (στο μπουκάλι)
Η λάμψη των ματιών σου στις κόγχες σβήνει
Η μοναξιά χτίζει τον τοίχο της
Αδειάζει μια καρέκλα από το τραπέζι
Μιλάει ο ιδιοκτήτης
Τελειώνει η επίσκεψη
Και φεύγει ο μουσαφίρης
Από τον χρόνο που χάνεται.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatlı
Επιμέλεια: Αθηνά Κατσίβελη

MISAFIR

Görülmemiş bir konukseverlik
Kimsenin kimsede görmediği bir şefkat
Yaşamın ideali, bir gülümseme.
Ve varlığının kanıtıdır sarılmalar
Huzurdur, sana verdiği kedinin
sorgusuz bir kabul, biçilen zamana.
Şehvet olur gecesi,
sabahı mutluluk aşığın.
Saçılır her odaya sırların
Ve zırhı asılmıştır girişe, ruhunun
Memnun izler