ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Λεωνιδας

 

 

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου με τη διατριβή «Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925)». Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ματωμένα κοράλλια (1979),
Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981),
Ιατρική βεβαίωση (1982), Κρατικό Βραβείο Νέου λογοτέχνη (Κύπρου)
Στυφά κυδώνια (1988),
Φωτηλασία (1999)
Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007) Το 2010 τιμήθηκε με το) για την ποιητική του συλλογή
Λοκριγκάνα (2010), Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Κύπρου)
Δοκιμές συγκολλήσεως (2013)
Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016)

 

 

1-ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

 

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

 

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

Μετά τις τελετές, τις παράτες, τους ύμνους,
τους πανηγυρικούς, τα ξεφαντώματα
τα χρωματιστά μπαλκόνια στους εξώστες,

πέτρες καυτές, ιδέες και ξερό ψωμί
με τις ψαλιδισμένες κορδέλες των τελετών
τα σπόρια και τ’ αναψυκτικά των παρελάσεων
τις ηχογραφημένες δηλώσεις των επισήμων

λόγια περίτεχνα χορτάσαμε
μα ξάφνου μείναμε σαν ξόανα
στον τόπο καρφωμένοι
από τις πέτρες των καλύτερών μας φίλων.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας.

Κι οι αυλές μας τόσο μικρές
κι οι κάμαρές μας φυλακές.
Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά
και τους μιναρέδες τους
με τις αφρούρητες επάλξεις τους
με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών
στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν ήταν εκπρόθεσμες οι ενστάσεις σας, όχι δεν ήταν.
Μη σας καταβάλλει ο πανικός, προς Θεού,
κάποιος θα βρεθεί να σηκώσει το βάρος

δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν
όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ!

Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι
δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές.

Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε.
Επιτέλους συνέλθετε!

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

 

 

ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΥΓΚΟΛΛΗΣΕΩΣ (2013)

Μνήμη του πατέρα μου

ΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΛΑΜΨΕΙΣ

«…οι σπίθες […] φτάσανε ως τους
ουρανούς, γίναν αστέρια».
Αργύρης Χιόνης, Εσωτικά τοπία

Μην κοιτάς, μου ‘λεγες, με γυμνό μάτι
τις εκτυφλωτικές λάμψεις των συγκολλήσεων μου.
Μα εγώ συχνά σε ξεγελούσα
-για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι το μέγεθος της ζημίας.
Κατά τ’ άλλα πειθαρχούσα
αν και σ’ ενοχλούσα με τις συχνές ερωτήσεις μου.
Δεν ήξερα, φερ’ ειπείν, γιατί κάθε τόσο
χτυπούσες με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα
ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω
γιατί μ’ έβαζες με μια βούρτσα σκληρή και με λίμες
ν’ αφαιρώ σχολαστικά τη σκουριά
από τις επιφάνειες των μετάλλων.
Αν και τώρα καταλαβαίνω πως το μικρόβιο της σκουριάς
το φέρουν εκ συστάσεως
και το παίρνουν μαζί τους.

Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιγνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Πόσο τρόμαξε η γάτα σου
όταν οι δυο ξένοι με τα παράξενα πλουμιά
μπήκαν απρόσκλητοι στο σπίτι!
Και τι φόβο τράβηξε
αντικρίζοντας τον σκύλο τους η έρμη
το χλωμό τους άλογο, τα σπαθιά και το γεράκι τους

Κρύφτηκε σε μια γωνιά της αυλής και περίμενε
χωρίς να προβλέψει
πως σε λίγα λεπτά -δα κατέφθαναν οι γείτονες
και τ’ ασθενοφόρο χλωμό
πως δεν θα προλάβαιναν τα παιδιά σου.

Χωρίς να μπορεί και τώρα να το πιστέψει
πως αναχώρησες για πάντα.
Ποιος θα της δίνει τώρα σημασία
σε ποιου τα πόδια θα κάθεται
από ποιον θα ζητά με νάζι τα χάδια
ποιου τα λόγια θ’ ακούει;

ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΜΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Το νυστέρι της μνήμης.
Ήταν οι λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ άλογο με τα διάτρητα φτερά.

Περγαμηνές στους διαδρόμους
σταγόνες λεμονιού
και νίψον ανομήματα
σε μυστικούς νιπτήρες
όπου με χίλιες δυο προφυλάξεις
τις μνήμες εμποτίζουν
με τα δραστικά της λήθης υγρά
ώσπου να μη θυμάσαι τ’ όνομά σου.

Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες
λευκοντυμένοι Σαμαρείτες
με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα.

Κι εμείς κοιτούσαμε σκυφτοί
εκείνα τα πουλιά που λοξοδρόμησαν.
Κι οι σταγόνες της βροχής
μας κυνηγούσαν δίχως έλεος.
Φαρμάκι!

ΑΝΩ ΜΑΔΑΡΗ

Στους πρόποδες της Άνω Μαδαρής
την ψυχή σου σε δίσκο κομίζοντας
με τις σαράντα πληγές.

Τ’ αδερφικά καρφιά της προδοσίας.

Πώς να σου μιλήσω
(το ξέρω μ’ ακούς, μα δεν μπορείς να μιλήσεις)
χάθηκαν τα ίχνη των «φίλων» σου
στον ασημένιο δίσκο την ψυχή σου
των αγίων ο χορός
κι η μάνα σου σκυφτή
πάνω απ’ την κούνια των αμνών.

«Την όψη των πραγμάτων να φοβάσαι
και τα καμώματα των σαλτιμπάγκων».

Όμως, δεν αργεί να σπάσει
τ’ απόστημα
δεν αργούν οι πυκνές των αμαρτημάτων
εκπυρσοκροτήσεις.

ΜΕΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στη τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών.

Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα.

Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες
συγκολλήσεως κάθε μετάλλου
μόνο που και τότε διαισθανόσουν
το πρόσκαιρο κάθε μορφής
μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς
των αγγέλων της υγρασίας.

Ήξερες πάντως
πως το λεωφορείο κάποτε θα κοιμόταν για πάντα
στις πλάτες του βουνού
κι από τη μηχανή του θα ξεφύτρωναν
αμείλικτες περικοκλάδες.

ΚΕΝΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΗΛΕΚΤΡΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης.

Σε θήκες ανοξείδωτες να τ’ αποθέσω
παλεύοντας με τη σκουριά και τα στοιχεία της φύσης
που δεν γνωρίζουνε
τα πάθη της ψυχής
πόσο πικρίζουν το νερό
καθώς νυχτώνει.

Κεντώντας τη μνήμη με ήλεκτρο
ζωντανές να κρατήσω
τις στιγμές της ζωής σου
τη θλίψη στο βλέμμα σου…

Κι αν ο πόνος κεντά τις απόκρημνες
πλαγιές της αβύσσου
κι αν εκρήξεις γκρεμίζουνε το σύμπαν
κι αν στης γης τα σαγόνια
κείτεται τώρα το σώμα σου,

Στις ανοξείδωτες βαδίζεις
εκτάσεις μονάχος
των περιβολιών
και το πέρας κοιτάζεις των επουρανίων
αφήνοντας πίσω σου τη βάρκα
όπου λουφάζει τώρα δολερή
με διπλωμένα τα πλοκάμια της
και το κεντρί της βυθισμένο
στου ποταμού το μολυσμένο ρέμα
του Χάροντα η γυναίκα.

Η ΣΚΟΝΗ ΣΤΑ ΠΛΕΜΟΝΙΑ ΣΑΣ

Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας;

Μια λεπτομέρεια χωρίς σημασία
ήταν η σκόνη στα πλεμόνια σας.
Εκείνο που προείχε τώρα
ήταν η κατασκευή των δοκών και των υποστυλωμάτων
των στεγάστρων
των θυρών και παραθύρων
των συστημάτων συναγερμού και διαφυγής.

Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!

ΣΑΝ ΝΑ ‘ΧΕ ΨΥΧΗ

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

ΗΜΙΤΕΛΕΙΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο ξένος με του ρήσου τα πλουμιά
πήρε το ημερολόγιο σου και το καταξέσκισε
κι ούτε που νοιάστηκε
για τις ημιτελείς σημειώσεις σου.

Αν τον ένοιαζε
δεν θα πετούσε απ’ το παράθυρο
τις προσευχές και τα κονίσματα,
το ρολόι του τοίχου
(που συνέχιζε να χτυπά)
δεν θα θρονιαζόταν στο κρεβάτι σου
μέχρι να δει την ψυχή σου
να βγαίνει απ’ το παράθυρο.

Κι ούτε φυσικά που πρόσεξε τη γάτα
ν’ αναρριχιέται με σθένος στην κληματαριά
κι ακόμη πιο πάνω
και να ξεσπά σε λυγμούς
όταν πια η ψυχή σου ανέβαινε σε ύψη
που εκείνη αδυνατούσε να φτάσει.

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Στη μητέρα μου

Τόσο κακό μέσα στο σπίτι
κι οι μέλισσες στον κήπο μας
δεν έλεγαν να μας αφήσουν ήσυχους.

Ποιος θα τρυγούσε τους ανθούς
που είδαν πολλά τα μάτια τους
κι όμως γιορτάζαν
ακόμα κι αν μας έβλεπαν
να κλείνουμε τα χάσματα στο πάτωμα
κι αυτά ν’ ανοίγουν πιο πλατιά,
να περιθάλπουμε τους τοίχους
και πάλι να φουσκώνουν
οι ρωγμές τους επικίνδυνα;

Κι οι μέλισσες το μέλι τους
και τα λουλούδια τ’ άσματά τους
κι εμείς διαβάζοντας σκεφτικοί
το λήμμα «περικαρδίτις»
να κρυφοκοιτάμε τον πατέρα σκυφτό
στο προσκεφάλι της μητέρας
την Παναγιά στην άκρη του κρεβατιού της
μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
από λουλούδια του κήπου μας
και μέλισσες σαν προσευχές
σε κάθε ανθό που δάκρυζε
και πίκριζε το μέλι.

ΝΑ ΧΕΣ ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ…

«Τι άλλο να σου πω, πατέρα,
για να ‘ρθεις μαζί μου;
Δεν βλέπεις τις πύρινες γλώσσες
δεν ακούς τα ποδοβολητά,
τις ιαχές των Αχαιών;».

Να ‘χες το σθένος του Αινεία!

«Κι ύστερα τον φορτώθηκε στην πλάτη
και τον έσωσε
από τις άγριες διαθέσεις των Ελλήνων».

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΦΥΛΛΑ

Αν οι γιατροί δεν κατοικούσαν
στις αρρώστιες τους
αν οι άγιοι δεν εγκατέλειπαν
τα κονίσματά τους
αν οι δικαστές δεν ποδοπατούσαν
τις ζυγαριές τους
αν οι επιτροπές δεν μετακόμιζαν
στα δύσβατα χωρία τους
αν από τα λιοντάρια δεν απέμεναν
παρά μόνο τα δόντια
κι από τους ποιητές
οι σκεβρωμένες λέξεις,

Τα φύλλα δεν θα ‘πεφταν
με τόσο πάταγο
στο μνήμα σου
και τ’ αγριόχορτα
δεν θα ξεπρόβαλλαν με τέτοιο θράσος
από τις ρωγμές
της γρανιτένιας μας θελήσεως!

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΤΙΠΟΤΑ

Υγρό σκοτάδι κι ύστερα φως
κήπος δακρύων
σπιθόβολες κραυγές
πίσω απ’ τους λόφους
κύμβαλα, κρόταλα
εφήμερες χαρές
και νίκες
κι ανεμοσκορπίσματα.

Κι ύστερα φως
κι ύστερα γυμνός
κι ύστερα τίποτα
χωρίς καν τ’ όνομα σου.
Πηχτό σκοτάδι, νερό
πέτρες και κόκαλα.

Και ξανά στο φως
ν’ ακούς τα παραμύθια
που γλυκαίνουν την αλήθεια
να κοιτάς ακίνητος τα όνειρά σου
που καλπάζουν στο φως
χωρίς επίγνωση, χωρίς αιδώ.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ (2010)

ΑΝΥΠΑΚΟΥΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα
ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα
μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη
μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς
επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν
φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι
ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια
των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή
πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και
νέας μορφής. Θα ‘ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν
τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα,
πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου
σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων
από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται
να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των
θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως
δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές
θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες
των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι
θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή
συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της
κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν
αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να
συγκρατήσουν την ουσία.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ II

For every ill deed in the past we suffer the consequence:
for sloth, for avarice, gluttony, neglect of the Word of GOD,
for pride, for lechery, treachery, for every act of sin.

T.S. ELIOT

Δεν σβήσαμε τα ξεθωριασμένα συνθήματα
δεν εμποδίσαμε τους νυκτοβάτες ν’ αποκηρύξουν
τα λίγα τετραγωνικά της λογικής μας.
Πετούμε τις παλιές μας αμαρτίες στα σκυλιά
που δεν κουράζονται ν’ αναζητούν παλιά προσκυνητάρια
σκουριασμένα φυλαχτάρια
στις χωματερές των ιστορικών αναδιφήσεων.
Δεν ξέρουμε, λέμε, ποιος ευθύνεται
για τα μοιραία παροράματα
για τους νεκρούς στα κλαδιά
με τις χιλιάδες πεταλούδες ανάμεσα
στις ρωγμές των οστών και στα κενά της μνήμης
αφού δεν λάβαμε τις γνωματεύσεις
των αρμοδίων επιτροπών διερευνήσεως.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα.
Αν και γνωρίζαμε τι σήμαιναν τ’ αρχικά των οργανώσεων
αν και γνωρίζαμε τους δολοφόνους.

Δεν λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
πολύ μας χάλασαν οι ποιητές
με τις υπεκφυγές και τα κρυμμένα στο υπέδαφος
πυρομαχικά, με τις θαμμένες πρώτες ύλες
τις εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων
στους αστυνομικούς σταθμούς πόλεως και προαστίων.

Πολύ μας κούρασαν οι διπλωμάτες
με τις αγαθές τους προθέσεις
(μάθαμε πια για τα καλά να βασιζόμαστε
στις δεσμεύσεις των μεσαζόντων).
Ας το πούμε καθαρά
πως μας βολεύουν τα κονσερβοκούτια
κι οι φρεσκοξυρισμένοι πρεσβευτές
αφού δεν μας θυμίζουν τίποτα
οι πεταλούδες γύρω απ’ τις αγχόνες
οι απαγωγές, οι δολοφονικές απόπειρες
το καλοκαιρινό χαλάζι
ο χαλασμός, τ’ αντίσκηνα, οι νεκροί στα κλαδιά
που φωσφόριζαν
κι εμείς δεν βλέπαμε τη λάβα
στους κρατήρες των ματιών τους.
Ας ομολογήσουμε πως δεν αντέχουμε
τις συγκινήσεις των εκταφών
τις ιδέες σκληρές να σιγοβράζουν στο κεφάλι μας για χρόνια
το πρόβλημα ν’ απλώνει τις ρίζες του παντού.
Πολύ μας ενοχλούν οι πεταλούδες!

Σκεφτόμαστε σε ξένη γλώσσα τους προγόνους μας
βαλσαμωμένους στα κλαδιά των ευκαλύπτων
να μας κοιτάζουν ανάποδα
καθώς βουλιάζουμε
στην ακριβή μας πολυθρόνα.
Κι όλο πετάμε στα σκυλιά
τις ενοχλητικές μας αναμνήσεις.
Σε ξένη γλώσσα προσευχόμαστε
με δανεικά κουρέλια ντύνουμε τα σκιάχτρα σαν σκεφτόμαστε
τις εφόδους των πουλιών.

Λες κι όλα γίναν ερήμην μας
λες και κανείς από μας δεν είδε τίποτα,
τους νεκρούς στα πηγάδια
τις πεταλούδες γύρο:> απ’ τις αγχόνες
τα τρωκτικά που ροκάνιζαν
μες στα κρησφύγετα
των μαρτύρων τα λείψανα.

Πώς να πιστέψουν οι ανακριτές ότι δεν θυμόμαστε τίποτα
κλεισμένοι στη γυάλα μας;

Ας ανακρίνουν επιτέλους τις προτομές, τις επιτύμβιες στήλες
κι ας μας αφήσουν ήσυχους
να σπαρταράμε στη γυάλα μας
σαν άφωνοι συντάκτες ειδήσεων
εντεταλμένοι αντιγραφείς των φαινομένων
στις όχθες των απονενοημένων υποχωρήσεων.

 

 

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

μνήμη της γιαγιάς μου Ελευθερίας

Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται
παρά το προκεχωρημένο της ώρας.
Της γιαγιάς η φωνή ραγισμένη
των συγκατοίκων ρόχθοι
πώς συνωστίζονται να τους υποδεχθούν στην όχθη
αμέτρητες ψυχές ζητιάνων κι ευγενών.

Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο
χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι
βαθιά μέσα στη γη τρυπώνοντας
στις γαλαρίες με μάσκες και φανούς
αγνοώντας τις συνεχείς μεταστάσεις σου
τις αλλεπάλληλες αποδημίες.
Σκόνη στις κυψελίδες των πνευμόνων
ξανά σαν τυφλοπόντικες στις σήραγγες
καταμετρώντας τα μοιραία λάθη
των εμπειρογνωμόνων.

Την ευχή σου γιαγιά σφραγιστή στο μαντίλι
πώς τελειώνει το λάδι στο καντήλι
μεταλλωρύχοι σπάνιο μέταλλο
ξανά βαθιά στις σήραγγες για το μαύρο ψωμί
για τη ζωή των άλλων, τις ευγενείς επιδιώξεις τους
τις άριστες προοπτικές, τα παρεπόμενα της δόξης τους.

 

 

ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.

ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα
τις υποσχέσεις των κενταύρων
αλατισμένη λογική
φρεσκομαγειρεμένη
λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα
τους κουστωδούς των ανέμων
μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα
κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους
πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας!
Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα
δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας
τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Με τη συνείδηση στο πιάτο ξεβαμμένη
όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων
αποξηραμένες δεσποινίδες
τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους!

ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ
Ή ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Βρες το φιαλίδιο με τα κυριακάτικα δάκρυα της
αλλοδαπής οικιακής βοηθού κι άσε τις στέγες που
χορτάριασαν έτσι κι αλλιώς. Λίγες σταγόνες αρκούν στον
δοκιμαστικό σωλήνα. Ουρές ανέργων για ξηρά τροφή,
βαριεστημένοι δημόσιοι λειτουργοί, καμπάνες της
φιλανθρωπίας. Το οξείδιο της αγωνίας στους- διαδρόμους
των κυβερνητικών κτιρίων, χολή να στάζει σαν
μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες,
αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες
συνειδήσεις. Τα στερεά κατάλοιπα της νοσταλγίας, η
διαβίωσή μας σε συνθήκες ασφαλείας. Οι προσευχές
μας για κατάργηση της δουλείας στις τρώγλες της
Παλιάς Λευκωσίας. Τη φράγκικη λεπτότητα, παρακαλώ,
την οθωμανική νωχέλεια, την αγγλική διπλωματία!
Δεν βλέπω να ‘χετε συνθέσει τις καταβολές
επιτυχώς, ποιος σας δασκάλεψε για να σηκώσετε
κεφάλι; Θα το γνωρίζετε πως τα πειράματα κοστίζουν
ακριβά, ελάτε τώρα, πληρώστε το κόστος. Τι ζητάς το
κατηγορητήριο τώρα, κύριε Κ.; Δεν φτάνει που για
σένα ξαγρυπνούν οι δικαστές; Ερήμην; Έρημος,
ψεύτικα δόντια, περούκες, υποσχέσεις, σάπια χαμόγελα.
Στην πυρά, λαμόγιο, στην πυρά, στην πυρά!

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ
ΚΑΡΦΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΕΣ

Στάζει το αίμα. Στάζει. 0 Λένας στην είσοδο του
παλιού νοσοκομείου. Για τις σπουδές στην Αμερική.
Μένοντας πάντα εκεί. Να σε κοιτάζει με το καθαρό
του βλέμμα. Τα συνωμοτικά πουλιά στους ευκαλύπτους
Δεν ξέραμε τι μελετούσαν. Μικρασιατική
αβρότητα της Θεσσαλονίκης. Τις άρρητες γωνίες της
συνειδήσεως. Προσεκτικά με τη χλωρίνη. Να την
έχουμε πάντα καθαρή. Σπανίζουν πια τα ρήματα.
Διαφημίσεις και συνθήματα. Θα ‘φεύγε σε λίγες
μέρες. Νοσοκόμες πάνε κι έρχονται. Λοιπόν! Δεν
μπορούμε να σας πούμε τίποτα. Μέχρι να καταλήξουν
οι γιατροί. Χωριζομένη δικαιοσύνης. Πανουργία.
Τις ιδέες σαν άκακα βρέφη στην κούνια τους.
Το καταραμένο άσθμα ξανά. Σαράντα Εκκλησιές του
ονείρου. Λαϊκές ταβέρνες και μπακάλικα. Φοιτητικά
σχέδια για την κατάκτηση του σύμπαντος. Αδιαφορώντας
για τις μεθοδεύσεις των ορνέων με τα παράξενα
λατινικά ονόματα. Και τους μακροσκελείς τιμητικούς
τίτλους. Τις τηβέννους και τις κονκάρδες στις
συναγωγές. Οι ραβίνοι σάς καλούν να παραμείνετε
στη θέση σας. Για τους πρώτους αποκεφαλισμούς
των αιρετικών. Καρφί δεν τους καίγεται για τη
βεβήλωση της πόλεως. Με το βλέμμα καρφωμένο
στις γκιλοτίνες.

ΤΟΠΙΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Εσύ τουλάχιστον ζεις, μου είπε ο Λένας, δεν είναι λίγο.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα,
υπάρχουν γύρω σου κλαδιά, πονετικά πουλιά και βάτραχοι.
Τίναξε το κορμί σου προς τα πάνω
προτού προλάβει η λάσπη να σε καταπιεί.
Εσύ τουλάχιστον δεν έσβησες
δεν γάζωσαν το σώμα σου οι κοπτοράπτες
εσύ τουλάχιστον δεν έπεσες ανήμπορος να σηκωθείς ξανά
δεν έσβησες στη μητρόπολη του νόμου και της τάξεως.
Εσύ τουλάχιστον δεν διαγράφηκες οριστικά
δεν εγκολπώθηκες το σκότος των υδάτων
δεν ετυφλώθης απ’ το φως των αρχαγγέλων
δεν έφαγες χώμα και πέτρες.

Εσύ τουλάχιστον μπορείς ακόμη να πιαστείς από κάπου
ν’ ανακαλύψεις δυνάμεις αντιστάσεως
και πλούσια στρώματα μετάλλων. Λοκριγκάνα!
Εσύ τουλάχιστον ακόμη μπορείς να ξεπλύνεις τους ρύπους
απ’ τα ρούχα της ψυχής σου
από τους εμπτυσμούς να καθαρίσεις το πρόσωπο
και τη χολή των Ιουδαίων.

Τώρα βυθίζομαι στο χιόνι πάλι
γύρω μου μαλακώνουν τα βουνά
τα δέντρα χάνονται μες στην αιθάλη.
Κι όταν το χιόνι με προδώσει,
ποιο χώμα, ποιες πέτρες, ποια ταφόπλακα
για τα τριάντα πέταλα της νιότης μου
για τα πονετικά πουλιά και τα κλωνάρια.

Εσύ τουλάχιστον δεν πέθανες.
Ακόμη κι αν βυθίζεσαι στο τέλμα, είμαι μαζί σου, είπε,
εδώ μες στην ομίχλη του μυαλού σου
με σύριγγες αντλώντας από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα
τη μαύρη πίσσα
ξανά να φωτιστούν οι επάλξεις της λογικής
μέσα στην παρατεταμένη νύχτα της συναγωγής
μέσα στη μαύρη μέρα των νυχτοκοράκων.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.

 

 

Παραδαρμός εν Αλφαβήτω (2007)

Δ

Δωμάτιο με θέα.
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων
Σ’ αυτή την πόλη
Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.
Ανοίγεις το παράθυρο
Και δεν βλέπεις παρά
Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.
Μόνο παράθυρα.
Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι
Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα
Να θάψουν τ’ ανομήματα
Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες
Πίστεως και συμμορφώσεως
Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ
Ο υπέρ πίστεως ταχθείς
Την πόλη να λαμπρύνει
Να χτίσει τα παράθυρα,
Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

Μ

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Τα λάβαρα των λαμπρών παρελάσεων
Κάτω από στρώματα σκόνης.

Ξεχασμένα παράσημα
Κιτρινισμένες νίκες
Συλλαλητήρια στην κεντρική πλατεία
Πανηγυρικοί λόγοι
Ενθουσιασμοί, ζητωκραυγές
Κάτω από επάλληλα στρώματα σιωπής
Που επωάζουν την εξέγερση.

Χωριά θαμμένα κάτω από τη λάσπη.
Αναθυμιάσεις των αμαρτημάτων
Του έρωτος κραυγές ημιτελείς
Κάτω απ’ τη λάσπη.
Τα λάβαρα, οι ιαχές κάτω απ’ τη λάσπη.
Ουδέν ίχνος ζωής κάτω απ’ τη λάσπη.

Με λάσπη πλάσε τα ομοιώματα
Προσώπων και τόπων.
Η τέχνη μπορεί.
Μη σε ξεγελά με τα καμώματά της.

Μπορείς στις αποθήκες να βρεις
Ξεχασμένα τετράδια
Κάτω από στρώματα σκόνης.
Η λάσπη δεν φοβάται τη σκόνη
Επικαλείται, εκλιπαρεί τη σκόνη
Επιζητεί τον εγκλεισμό στις αποθήκες
Μακράν της δυναστείας του νερού
Μακράν της φοβεράς απειλής του.

Ο

Ο λόγος του στρατηγού

Ο ι νίκες δεν είναι πάντοτε ορατές
Διά γυμνού οφθαλμού.
Κι αν νομίζουν πολλοί πως ηττηθήκαμε
Κι αν τα φαινόμενα απατούν
Εμείς αναπτύξαμε σχέδιον επιθέσεως
Το καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις.
Οι στρατιώτες μας απαρνήθηκαν τα πάντα
Οι στρατιώτες μας έπεσαν
Στην απύθμενη αγκαλιά της δόξας.

Γνωρίζαμε βέβαια
Πως ο εχθρός θα περάσει πάνω από χιλιάδες πτώματα
Πως θα κάψει την πόλη το ξέραμε.
Μη μου μιλάτε όμως για ήττα.
Η νίκη μας δεν είναι ορατή
Δεν παύει ωστόσο να ‘ναι νίκη
Η άρνηση της άνευ όρων παραδόσεως.

Κανείς δεν κατάλαβε ακόμη
Το μέγεθος της νίκης των στρατιωτών μας.
Πώς, άλλωστε, να καταλάβει;
Η νίκη μας θα εκτιμηθεί δεόντως
Ύστερα από χρόνια
Μετά την επούλωση των πληγών
Μετά την ψύχραιμη στάθμιση των δεδομένων
Από τους οικείους των τεθνεώτων
Όταν πια θα εξατμισθούν τα συναισθήματα
Και θα ακούγεται μόνο η φωνή της λογικής
Των σχεδίων, των υψίστων ιδεών.

Φ

Φωνάξτε όσο θέλετε.

Εκτός συζητήσεως οι απόψεις σας
Οι πάσης φύσεως προσωπικές σας εκτιμήσεις
Τα συναισθήματα, οι ενστάσεις
Οι αιτιάσεις, τα σχόλια εκτός συζητήσεως.

Ο θυμός, η κριτική, τα υπονοούμενα
Η ειρωνεία, η εναντίωση εκτός συζητήσεως.
Εκτός συζητήσεως τα ρήματα, τα επίθετα,
Οι αντωνυμίες, και προπάντων τα επιρρήματα
Που παραπέμπουν σε μιαν άλλη ευτυχέστερη εποχή
Που υποκινούν νοσταλγικές διαφυγές
Σε ουτοπίες
Εξάπαντος εκτός, εκτός συζητήσεως.

Εκτός συζητήσεως οι ύμνοι, οι ωδές, οι σάτιρες
Οι γελοιογραφίες, οι λεζάντες, οι έρευνες
Οι αντικανονικές αναπνοές, τα εμφράγματα εκτός συζητήσεως.

Το ηλιοβασίλεμα, η αναδίφηση των αρχείων, οι φακοί
Η αναγραφή συνθημάτων εντός και εκτός πόλεως
Τα σχετλιαστικά επιφωνήματα, οι διαζευκτικοί σύνδεσμοι
Τα αφηρημένα ουσιαστικά εκτός συζητήσεως.

Οι μεθοδεύσεις των νικητών εκτός συζητήσεως
Εκτός συζητήσεως οι υπολογισμοί των πολιτικών μηχανικών
Η ασφάλεια της γέφυρας, οι απαγορευμένες λέξεις εκτός συζητήσεως.
Το τρωτό του Αχιλλέα εκτός συζητήσεως
Η εντός των τειχών χαμοζωή εκτός συζητήσεως
Τα πλοία που δεν λένε να σαλπάρουν εκτός συζητήσεως.
Επιτρέπεται, βέβαια, η συζήτησις εντός των καθορισμένων ορίων
Επί ιδίω, πάντοτε, κινδύνω.

Δ

Έπρεπε να το καταλάβω.
Γιατί μόλις άρχισα να μιλώ
Τα φωνήεντα στασίασαν
Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά
Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα σύμφωνα
Έστω και για λίγα λεπτά.
Αρνούνταν να καταγράψουν τη ροη της σκέψης
Να μεταβιβάσουν το μήνυμα για παραγωγή φωνής
Στον εγκέφαλο.
Αυτό μάς έλειπε τώρα
Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα
Να εξεγείρονται τα σημεία
Προς αποφυγήν επικινδύνων εκφορών λόγου
Προς εξαφάνιση κάθε λεκέ της σκέψεως
Από πανάκριβα κοστούμια
Που μήτε πλένονται
Μήτε αντέχουν φυσικά στην κακομεταχείριση των καθαριστηρίων.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Α

ΚΑΡΛΟΤΤΑ: Αλλ’ οι προδόται, οι εχθροί της προσφιλούς Πατρίδος
Επί τραχήλου θέτουσιν όνυχας τυραννίδος.
ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ: Γυμνοί οι προμαχώνες μας, οι φύλακες κοιμώνται.

(Πολυξένη Λοϊζιάς, Η Δούλη Κόπρος, Εν Λεμησσώ Κόπρου,
Εκ του Τυπογραφείου Σάλπιγγος, 1890, 24).

Προδομένη περιφέρεσαι στο ακροθαλάσσι της Κερύνειας.
Άδεια πολυβολεία
Σκοποί κοιμούνται στα φυλάκια.

Για όλα φρόντισε ο Ιάκωβος.
Σαρακηνοί τρώνε τώρα τις σάρκες
Αυτής που ονόμασες πατρίδα σου.
Ελαφρά τη καρδία ο Ιάκωβος
Πούλησε τα πάντα για το στέμμα.
Πουλημένα τα ηλιοβασιλέματα
Πουλημένες οι αναμνήσεις
Από κουτούς που πίστεψαν
Στις υποσχέσεις του νόθου.

Προδομένη αντικρίζεις τη θάλασσα της Κερύνειας
Βλέπεις το πλοίο που θα σε πάρει μακριά να πλησιάζει
Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες
Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης.

Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας
Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει.
Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια
Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια
Άδειους και μωρούς κι ανόητους ακολούθους
Ενός ακόμη πιο ανόητου αρχομανούς
Πυρομανούς και μητροκτόνου.

Της προσφιλούς πατρίδος τ’ ακρογιάλια
Βαρύς ζυγός στον τράχηλο
Ζητωκραυγές που ξάφνου κόπασαν
Και πύκνωσαν τα σύννεφα
Κι αρχίσανε κατάρες και βλαστήμιες
Από ποικίλες κατευθύνσεις.
Εκείνος άρπαξε το στέμμα απ’ το κεφάλι σου
Το πραξικόπημα ήταν γεγονός.
Πολλοί χορεύανε κι άλλοι χειροκροτούσαν
Την άνοιξη που δήθεν πλησίαζε
Άλλοι εκφωνούσαν πύρινους λόγους
Έχοντας ήδη παραδώσει τα πάντα στη φωτιά
Φωνασκούσαν για τη γαλάζια θάλασσα
Μη βλέποντας το κόκκινο της χρώμα.
Κραυγές υστερικές της μάνας σου
Καθώς επιβιβάζεσαι.
Αγαπημένε μου λαέ,
Τόσο εύκολα σε πλάνεψαν
Κατασκηνωτές του Τροόδους
Ελεγκτές κάθε κινήσεως, σκέψεως, προθέσεως
Πάσης εν γένει ενεργείας.

Δ

Δωμάτιο με θέα
Διάτρητη σιγή
Από σφαίρες
Των δικών σου.
Συνταχθείτε
Εκ δεξιών η εξ ευωνύμων.
Δείτε λοιπόν τους σταυρούς
Τα πεδία των μαχών
Τους γύρους θριάμβου των νικητών
Μέσα κι έξω από τα τείχη της Λευκωσίας
Σφαγμένους σαν γουρούνια προγόνους
Μέσα στις εκκλησιές τους.
Δεν ξέρω πια αν τα ποιήματα
Αντέχουν τόση πίκρα.

Ι

Ίσως σ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι
Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί
Φως ξανθό και γαλανό
Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους.

Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα
Απονενοημένες ενέργειες
Σπασμένα κρεβάτια
Αϋπνίες.

Εκείνα τα νομίσματα μονάχα
Κι όχι πιστές απομιμήσεις.
Μην προσπαθείτε να μας ξεγελάσετε.

Αν δεν τα βρούμε, μας αρκεί η λαμπρή τους ανάμνηση
Μας αρκούν τα μαγικά δειλινά
Που στη στιλπνή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν.

Ε

Εκτός θέματος

Μπορεί να γνωματεύσατε
Πως δεν πειθαρχήσαμε στα ζητούμενα
Όμως τα δεδομένα καυτά
Σιγόβραζαν στο κεφάλι μας
Αφήστε μας επιτέλους ήσυχους
Να περιπλανηθούμε στις απαγορευμένες οδούς
Να μπούμε στα χαμόσπιτα της Παλιάς Λευκωσίας
Εκεί που τα βράδια αλωνίζουν
Οι φρικτά σφαγμένοι πόθοι
Των παιδικών μας χρόνων.
Οι πρόγονοι δεν επαίρονται πια
Μας βαρέθηκαν φαίνεται
Δείτε πώς χασμουριούνται
Πίσω απ’ τις άραχλες κουρτίνες των σπουδαστηρίων.

Ξαπλωμένοι φρικτά στα προαύλια των συλημένων ναών
Με τις ματωμένες σημαίες στο προσκέφαλο
Με τ’ άστρα μιλιούνια ν’ αδιαφορούν για την τύχη τους
Αδέσποτα σκυλιά και λιμασμένες γάτες
Άθαφτοι χρόνια δίκοπα μες στα στενά της Χώρας
Περνούν ψυχές αδέκαστες κι ακούν τα κούφια λόγια
Κηρύκων και δασκάλων στ’ ανούσια πανηγύρια
Δίπλα στο προκεχωρημένο φυλάκιο
Ανάμεσα στ’ αγριόχορτα των απρόσκλητων αναμνήσεων
Που χτυπούν επίμονα
Κι ας υποκρίνονται πολλοί πως λείπουν σε ταξίδι
Αναψυχής η κάτι τέτοιο.

Αυτά θέλατε να γράψουμε, κύριε;
Αυτά;

 

 

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ (1999)

ΦΩΤΗΛΑΣΙΑ

Λίγο προτού
να σβήσουν τα λαμπιόνια της γιορτής
και τ’ αποθέματα φωτιστικών εξαντληθούν
ανηφόρισε προς τους μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.
Φωτοβολίδες στείλε της χαράς από ψηλά
σήματα νίκης του ανέσπερου φωτός.

Φως ιλαρό, φως άκτιστο
κι ας μαίνονται οι φωτοκτόνοι.

Οι φωτοδότες άγγελοι
άγριες βροχές κι ανεμοδούρες δε φοβούνται.
Νύχτα και μέρα πολεμούν
το γέρακα φωτοκολάπτη.
Γιατί λοιπόν εσύ την κάθοδό σου
από τους λόφους να επισπεύσεις;
Μην κατεβείς,
αν πρώτα δε φωταγωγήσεις
τις προσκυνημένες κορυφές
τους άγονους, μοναχικούς
λόφους της Φαντασίας.

1993

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΝ

Πάνε μέρες που έσβησαν
τα λαμπιόνια της τελευταίας γιορτής.
Δούλοι του σκοταδιού χωρίς λυχνάρι.
Γύρω μας οι ψυχές ουρλιάζουνε
των άταφων ακόμα νεκρών.
Βουτηγμένες στην πυκνή ομίχλη
και τη μαυρίλα του Άδη.

Εκεί στις όχθες οι ψυχές
του ποταμιού ποδηλατήσανε
μονάχα μια φορά
και σκούριασαν, αλίμονο
τα στίλβοντα ποδήλατα.

1993

ΑΝΑΒΑΣΗ

Με βρήκε η νύχτα
ν’ ανηφορίζω φορτωμένος ενθύμια
των φίλων από την άλλη όχθη.
Από τον ουρανό
έπεφταν βροχή οστά πυρακτωμένα
αγάλματα σημαίες άρβυλα
ημιτελείς ερωτικές επιστολές.

1993-1994

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ψυχές
σαν έντομα που παίζουν ξεχασμένα
στο φωτεινό περιβόλι της λάμπας…
Τα πλαστικά λουλούδια χάρμα
θάλλουν αθάνατα στο βάζο
και καρτερούνε τα έντομα
να φέρουν πάνω στα φτερά τους
τη μαύρη πάχνη των ηφαιστείων.

1994

ΚΑΘΟΔΟΣ

Στα έγκατα της γης συνάντησα τον άγγελο.
Μην πιεις νερό, τίποτα μην αγγίξεις.
Στον πυρετό καλύτερα να ψήνεσαι
από τη δίψα της ζωής.

Ο πιλότος μάς περίμενε μ’ ανοιχτή την απαλάμη.
Ήτανε άσαρκος κι άτριχος.
Παντελόνι και σακάκι μαύρα δερμάτινα.
Ρίξαμε στην απαλάμη του ο καθείς τον οβολό του
κι ένα πράσινο τόξο
άναψε στο στήθος του.

Με κομμένη την ανάσα κολυμπούσαμε
μες στο πηχτό σκοτάδι.
Στ’ αυτιά μας έφταναν οι κραυγές
των άταφων ακόμα νεκρών
και το ροχαλητό φριχτό των Ερινύων.

1993

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.
Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.
Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες
κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.
Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου
κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή
πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.
«Έσβησε το φως μου, πάει
πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.
Να κοιμηθώ
και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου
δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν
σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.
Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες
κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται
στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

ΠΑΡΑ ΔΗΜΟΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μια πεταλούδα είσαι διαφορετική
διωγμένη από το πανηγύρι.

Κλειστοί για σένα οι εύοσμοι μπαξέδες.
Τα δέντρα θάλλουν και χωρίς εσένα.
Σπάνια οι άγγελοι ανάβουν τα φώτα.
Τότε πετάς αλόγιστα να χορέψεις
και καις τα φτερά σου.
Σαν πέσει το σκοτάδι
ο ουρανός σε φωνάζει
πασπαλισμένος με κόλλυβα.
Το σύννεφο σ’ αποπαίρνει
και τρέχει σαν τρελό
μη χάσει το παιχνίδι.
Ο ήλιος είναι άρρωστος.
Μια τόση δα σφαίρα ήρθε
και σ’ απέβαλε
– ο ουρανός σε καλεί
το σύννεφο θέλει να σε παίξει
ο ήλιος οικουρεί –
μια τόση δα σφαίρα
και σ’ απέβαλε διά παντός.

1994

ΗΡΩΕΣ

Μας βλέπουν οι ήρωες από τα βάθρα τους
και διερωτώνται
μας βλέπουν κι απορούν.
Ερυθριούν, όταν τους πλησιάζουμε
μετά πολλών στεφάνων.
Τις νύχτες επισκέπτονται
τα μαλακά κρεβάτια μας
και μας πετούν κατάμουτρα τα ερίτιμα στεφάνια
κλαίγοντας μ’ αναφιλητά στο προσκεφάλι μας
για τον διαρκή και παρατεταμένο θάνατό μας.

1998

«ΗΡΩΕΣ»

Ολίγοι σήμερα κατέθεσαν στεφάνι
στο καλλιμάρμαρό μου μνήμα.
Ο αγών ελησμονήθη ανδρός ηρωικού;

Ωστόσο δεν πτοούμαι.
Κατά την τηλεοπτική μετάδοση του γεγονότος
γνωρίζουν άριστα οι τεχνικοί
και πολλαπλασιάζουν τους παρισταμένους
επευφημούντας με δανεικά χειροκροτήματα.

Η προσφορά μου θα εκθειαστεί δεόντως
με τα κατάλληλα επίθετα
σχήματα λόγου υπερβολές
νεόκοπες υπερβολές, ομηρικά επίθετα
προσήκοντα σ’ αναμετάδοση του γεγονότος
δορυφορική.

1998

ΘΑΛΕΡΟ

Θάλλουμε ανέμελα
χωρίς απ’ τις σοφές
να διδασκόμαστε πέτρες.
Δε μνημονεύουν τους προγόνους των αυτές
ούτε φοβούνται τα πουλιά.

Οι πέτρες μάς εκλιπαρούν
να σπεύσουμε στο Όρος
γονυπετείς να ενδώσουμε στο θαύμα
προκατακλυσμιαίας γαλήνης.

Το Όρος αντιστέκεται
το Όρος υπομένει
παρά τους επονείδιστους
όρους της παραδόσεως
παρά τη λήθη ζώντων και νεκρών
στα κράσπεδα της ηλεκτρονικής
πληρώσεως πάσης επιθυμίας.

Τι να πούμε στους φίλους που ήπιανε το θάνατο;

Στου Όρους την ολόμαυρη ράχη
οστά πτερόεντα, έπεα προβολείς
παράσημα κονσέρβες πλαστικά.

Τη δόξα τραβώντας από τα μαλλιά
οι ρήτορες θάλλουν.

1998

ΜΝΗΜΗ

Ο ρήτωρ τρομάζει
όταν, καθώς ομιλεί,
οι μαύρες πεταλούδες έρχονται
και του κρύβουν το πρόσωπο
και του κλείνουν το στόμα.
Σβήνει τα φώτα στη στιγμή
και συνεχίζει ακάθεκτος
χωρίς να υποψιάζεται
και κάθιδρως αναφωνεί
χωρίς να ξέρει.

Καλότυχοι όσοι δεν ήπιανε
το γιατρικό της λήθης
κάτω απ’ το προσκεφάλι τους διπλώνοντας
τη φωτισμένη τους συνείδηση.

1998

ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ

Παραδουλεύτρες μέλισσες ανάψανε τα φώτα
και τα σαλόνια λάμπουν των ανθών.

– Η πεταλούδα είναι πολύτιμη
μέσα στη μοναξιά σου, αδερφέ μου, του είπα.
Ξέρει να διαβάζει την ψυχή σου
κι είναι τόσο θλιμμένη;

– Γεύεται κι εκείνη τους καρπούς της Αναμονής.
Διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν έζησα… Δεν έζησα…

– Μια πιστή εν τέλει διαθέτεις
ολόδική σου πεταλούδα.
Τι άλλο θέλεις;

– Λιβάδι με τ’ ασφοδίλια ιπτάμενο
άπιαστο, ανεξερεύνητο.
Τι κι αν η Περσεφόνη προβάλλει φωτοδότρα;
Τι κι αν πορτοκαλιά κλωστή
το σκότος καταργεί;
Στον κήπο τώρα της χαράς
Παίζουν ανέμελα τα ψάρια.

– Έλα μαζί μου. Το φως ξανά θα δεις.
Σε μυστικό βαθιά κρυμμένος κοιμητήρι
από τους άτεγκτους φρουρούς του Κάτω Κόσμου
θα ξεφύγεις.

1989-1994

ΑΝΑΛΗΨΗ

Γυμνά ολόφωτα κορίτσια
φωτηλατούν και μέλπουν.
Οι πεταλούδες πορφυρές
στολίζουν τα μαλλιά τους•
κοιμήθηκαν οι άγγελοι
κι η θάλασσα κατάπιε
τα ηλεκτροφόρα μυστικά
των σφουγγαράδων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Εκεί που ψηλαφούσα το σκοτάδι
παράνομη ανατολή του ηλίου.
Φως παγερό. Φως όμως, φως!
Κι η αλήθεια! Οι φίλοι μου ξαναγεννήθηκαν.
Οι φίλοι μου γιορτάζουν
την ένδοξη τους Ανάσταση!

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Καράβι της επιστροφής στο φως.
Πολύχρωμες σημαίες στα ιστία
ιαχές τρελής χαράς.
Λάμπες, λαμπιόνια στα ξάρτια σου
κάθε λογής φωτιστικά.
Φωταγωγημένο
σε θάλασσα ανθισμένη πλέεις
πρόσω ολοταχώς.
Ναύτες ανεβοκατεβαίνουν στο κατάρτι.
Το ταξίδι θα συνεχιστεί χωρίς απρόοπτα.

Θάλασσα κι ουρανός έγιναν ένα
κι εμείς συγκάτοικοι των δελφινιών και των
αγγέλων.

1993

ΕΠΟΧΕΣ

Στην Κωνσταντία

ΑΝΟΙΞΗ

Ανοίγουν τα πέταλα τους τ’ αγριοκόριτσα
σε μυστικούς αμπελώνες
και προσεύχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σαν ήρθαν οι ληστές και δέσαν τους αμπελουργούς
όρη και λόφοι μαυροφόρεσαν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα σφριγηλά στις δόξες τους
τσαμπιά των αμπελώνων.
Νύχτες από σκουριασμένο χαλκό του Σεπτέμβρη.
Παίρνει φωτιά το αμπέλι
τσαμπιά πυρακτωμένα
ρώγες ηφαίστεια
αθάνατοι λαμπτήρες
δείκτες ηλεκτρικής φορτίσεως
προάγγελοι της ήττας του θανάτου.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάθε νιφάδα και μια ψυχή κοριτσιού
που ευτύχησε με τον άγγελο να χορέψει.

1994

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Καράβια σύννεφα.
Απόγευμα σπασμένα παράθυρα
καμινάδες
άλγος
όνειρα παγωμένα νοσταλγία.
Ρωτήσατε τον πόντο
αν οι ταξιδιώτες λησμόνησαν;
Ακούσατε τα ρόδα,
το παραμιλητό της γριάς;
Τα ρολόγια δεν αστειεύονται
οι θαλαμηπόλοι των ενυπνίων
δε χαρίζονται σε κανέναν.
Σύννεφα τύψεις
πειρατικά σκαριά
τη θάλασσα αναδεύουν
αγέραστοι θεοί δαιμονισμένοι.
Ο Βασιλεύς καθεύδει
τα ρόδα υποκλίνονται
ενώπιον της βασιλομήτορος των δισταγμών.
Οι ταξιδιώτες δεν ξεχνούν
τον οβολό της προσευχής.
Ανοίγουν οι ασκοί της νοσταλγίας
τα όνειρα εξανεμίζονται
οι άγιοι πόθοι δραπετεύουν
απ’ τις ρωγμές των καμινάδων του θανάτου.

1998

ΗΜΕΡΟΝΥΚΤΙΟ

ΟΡΘΡΟΣ

Εγερτήριο των αγγέλων.
Αναφορά στον ουρανό.
Παραδειγματική τιμωρία
των αγουροξυπνημένων.
Δάκρυα πάνω στα φύλλα της συκιάς.
Κάθε άγγελος λοιπόν ας ασκητέψει!

ΠΡΩΙ

Χωρίς τη δροσιά του σκοταδιού
χωρίς το εξαίσιο θυμίαμα
του έρωτα.
Οι άγγελοι στα μαύρα.
Αρχάγγελος με πύρινη ρομφαία
περιέρχεται τα ουράνια ξωκλήσια.
Άπαντες προς επιθεώρησιν!

ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Ο ήλιος γευματίζει εν πλήρει δόξη.
Εκατοντάδες άγγελοι ένοχοι
ως μη στιλβώσαντες επαρκώς
τα υποδήματά των
ως μη την προσευχήν αναπέμψαντες
κατά τα ειωθότα.
Στην πυρά! Στην πυρά!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Η ποίηση
είναι όχημα μεταφοράς προσωπικού.
Γλυκό του κουταλιού
στα παρεκκλήσια των αγγέλων
ύστερ’ από πικρόν ύπνο.
Οι μάνες που αναλήφθηκαν
προβαίνουν τώρα γυμνές
ολόλευκες νέες.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Ένα παιδί πετροβολάει το φεγγάρι.
Θολό νερό
κόκκινο θολό βλέμμα του στρατιώτη.
Πλήγωσα το φεγγάρι, μάνα!
Ένα παιχνίδι ήταν μια κακή στιγμή.
Φτερωτά παιδιά
τρέχουνε πίσω απ’ τις ροδιές.
– Πού να με πιάσετε, φωνάζει το φεγγάρι
και τους πετάει κατάμουτρα τις γάζες.
– Θέλεις να παίξουμε, φεγγάρι;
– Έλα!
– Πού πας, γιε μου;

ΒΡΑΔΥ

Οι άγγελοι φορέσαν τα λευκά τους.
Ουράνια μουσική
Χέρια τυφλά
που ψαχουλεύουν τ’ άστρα.
Ο θρόνος του Θεού δεν εντοπίστηκε ακόμη.
Οι Άγιοι αγρυπνούν υπέρ ημών.

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Φωταγωγημένοι λόφοι
με οστά κατάσπαρτοι
πολεμιστών λευκά
που, ιδού, παίρνουν ν’ αναψοκοκκινίζουν.
Έγερση των στρατιωτών.
Σα βρέφη αθώα υπερίπτανται του κόσμου
κι οι μάνες ανεμίζουν τα μαντίλια.
Μυριάδες άγγελοι, χιλιάδες βρέφη
ψάλλοντας τα επινίκια.

ΟΡΘΡΟΣ

Αναδάσωσε τις απάτητες κορφές
των απολιθωμένων τύψεων
λίγο προτού ξημερώσει
λίγο προτού εξαντληθούν οι πρώτες ύλες
και σβήσουν οι λαμπάδες
μια για πάντα.

1997

HIC

Κάθισες σ’ ένα πάρκο ν’ ανασάνεις
άνεργος και χολωμένος.
Όλη τη μέρα τι έψαχνες να βρεις;
Ήσουν ελεύθερος;

Φόρεσες τα καλύτερά σου ρούχα και βγήκες.
Στην κλινική «Rosa» ο φίλος σου ο Hic
μετρούσε τις μέρες που έφυγαν
χωρίς να του μιλήσουν.
«Δόξα στους ολάνθιστους μπαξέδες
των ονειροτόπων», είπε,
«αφού εκεί μπορεί κανείς, άμεμπτος
να σβήσει, όπως βολεί, τα κάρβουνά του.
Οι πυρκαγιές έτσι αποφεύγονται
κι οι εξάρσεις των μετωπικών συγκρούσεων».

CARMINA PARVA

α΄
Κατέβηκες στον κήπο ν’ ανασάνεις
και σε μυρίστηκαν τα δέντρα σαρκοβόρα.

Β΄
Κοιμάσαι πια
μες στο κλουβί του παπαγάλου σου
εξασφαλίζεις, νοικοκύρη μου,
τον απαραίτητο αέρα και τροφή.

Γ΄
Κάτω στον κήπο ένα βιολί
μια πέτρα
σπάζει.
Και σου είπα
μην εμπιστεύεσαι τα δέντρα.

Δ΄
Γιατί να μη γινόμαστε ένα με τα τραγούδια;
Γιατί να παραμένουμε οι τυφλοί
σωματοφύλακες του μέλλοντος;

1991

INAMOENUM

Σε γνωρίσαμε μοναχική κι ανυπέρβλητη
Χέρσοι σαν παραφυλάγαμε
έξω από τ’ ολάνθιστο περβόλι.
Όμως, εσύ μην αφεθείς στον άνεμο
μην αρνηθείς την αλλότροπη
ιθαγένεια των πραγμάτων.
Η ωραιότης δε χάνεται.
Μένει γυμνή, προκλητική
στο βάθος των πραγμάτων.

1978-1990

ΙΘΑΚΗ

Δεν έχει τέλος τούτο το ταξίδι.
Κατεβαίνοντας σε κάθε σταθμό
με τα τρόπαια μιας αμφίβολης νίκης.
Και πάλι ξεκινώντας για το Άγνωστο.
Λησμονώντας την αμείλικτη κλεψύδρα
σ’ αίθουσες αναμονής…

1989

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Το φως πενθεί στη λάμπα
τα σπίτια αιμορραγούν.
Οι γριούλες τυλίγουν το νήμα της Υπομονής
κι αποσύρονται νωρίς.
Γράφουν αδέξια τα παιδιά
μες στο τετράδιο τ’ Ουρανού.
Αληθινά ζούνε μες στ’ Όνειρο.

1990

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Τους νεκρούς σου μη μετράς
αφού δε γίνεται
δίχως απώλειες να νικήσεις.
Μόνο κοίταξε πώς θα μπορέσεις
κάποτε να βγεις
απ’ το καμίνι αράγιστος
χαμογελώντας στο Αναπότρεπτο
ψημένος.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Στη μνήμη του Λένα Κάκκουρα*

Την πόρτα ανοίγω διάπλατα
και μπαίνουν τα πουλιά μέσα στο σπίτι.

Πικρή γεύση του καφέ στον ουρανίσκο.
τι μ’ έπιασε τώρα να εξετάσω
τ’ αναίτιο πέταγμα των οιωνών;

Κατά το βράδυ ήρθε πουλί το πιο τρανό
γέρακας πελιδνός.
Κόβει το νήμα ο Σαρακηνός
κι ο Αρχάγγελος σε βράχια απάτητα
τα νύχια του ακονίζει.

Το γέλιο που άνθιζε στα χείλη σου
πριν σβήσει,
τα χέρια άπλωσες
κι αγκάλιασες τη μυγδαλιά σφιχτά.
μ’ αυτή σού ξέφυγε
σβήνοντας τα λαμπάκια της
στα νύχια ακροπατώντας.

1994

* Σ’ ανάμνηση της τελευταίας μας συνάντησης
το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής του.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Η κραυγή του πληγωμένου
ηλεκτρικού λαμπτήρα
οι προτροπές για σύνεση στα σκοτεινά.
Κοίταξε χαμηλά τις πέτρες
άσε τους επισήμους να λικνίζονται
στο έλεος των ανελέητων προβολέων.
Σκάψε βαθιά
να βρεις τις φλέβες χρυσαφιού
παρά τις επανειλημμένες προτροπές για σύνεση
παρά τις ύστατες εκκλήσεις
των χρηματιστών.

1998

ΣΚΙΕΣ

Το πρώτο ποίημα

Μαύρο πέπλο απλώθηκε γύρω η νύχτα.
Μυστηριακοί ήχοι ξεπετάγονταν
από τις φυλλωσιές των καρυδιών.
Οι σκιές των σκελετών που συναντήθηκαν
να πουν τα δικά τους
πολύ τάραξαν τη γαλήνη της Αιωνιότητας,
όπου τα κορμιά αντιπαλεύουν
στην αποθέωση του Έρωτα.
Και στα πολύβουα ρυάκια
απλώθηκε βαθιά σιωπή
και ρουμπινιές στάλες συνταιριάξανε
με τα μαβιά νούφαρα
και τ’ αηδόνια χωσμένα
στ’ απόκοσμα του ποταμιού
στήνανε ύμνο ξωτικό στον Έρωτα.
Κείνη τη στιγμή στην ψυχή μου
χώθηκε γαλήνη ανήσυχη
και με το μυστήριο αντιπάλεψε.
Και ο νους μου δε χώρεσε ποτές του
τα όσα η σιωπή της νύχτας κρύβει.

1976

ΟΙ ΑΣΚΟΙ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν
τους φανατικούς νοσταλγούς
των πανηγυρικών λόγων.
Άψογες αναμάρτητες
πλαστικές ροδιές
πουλιά τηλεκατευθυνόμενα
άβουλα γελαστά
ηλεκτρικά κορίτσια.
Πού είναι το φως το αμαρτωλό;
Ο κήπος με τις ψευδαισθήσεις
η ήττα της τελειότητας
ο θάλαμος της αποστάξεως
των απαγορευμένων αισθημάτων;

Πού είναι τ’ αγριοκόριτσα
να δέσουν τους φρουρούς
ν’ ανοίξουν τους ασκούς της νοσταλγίας;

Άψογες αναμάρτητες ημέρες
επιθυμίες πλαστικές.

Πού χάθηκαν οι καθαρτήριοι άνεμοι;
Πού είναι οι πειρατές
οι ιαχές οι πυρσοί οι σημαίες
τα σκαριά
οι προγραφές
οι λόγοι οι ζητωκραυγές τα μανιφέστα
οι ζωντανές ημίγυμνες αμαρτωλές παραισθήσεις;

1998

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ I

Φρουροί των υποθηκών
φύλακες των δεσμεύσεων
σε θερμοκήπια
υψίστης αποδόσεως.

Παράγουμε κάθε λογής
πρωτοφανέρωτα φυτά
ιδέες καλλωπιστικές
ρήματα χάρμα
κι εκατομμύρια επίθετα
που μπαινοβγαίνουν σα μυρμήγκια
στα κρανία
των άταφων νεκρών μας.

ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ II

Με λέξεις
χτίζουμε το παρελθόν
επίθετα
συνθήματα,
βεγγαλικά.

Στο τέλος του πανηγυριού
οι λέξεις δραπετεύουν.

Οι λέξεις επιστρέφουν
στα λεξικά
τραυματισμένες.

1999

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις συνελήφθησαν
γιατί διανοήθηκαν
να μη συνεργήσουν
κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα
στα κρύα του λουτρού
μπροστά στο έξαλλο πλήθος.

Οι λέξεις βουλιάζουν
σε υγρούς τάφους.
Μας αποχαιρετούν
προτού καταχωρηθούν
αμετάκλητα
στα λεξικά του Τμήματος Υποταγής.

Κι εμείς νυσταγμένοι
δεν τολμούμε
να τις προφέρουμε
έστω και για τελευταία φορά.

1999

ΠΕΡΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Στα παιδιά μου και στους μαθητές μου

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάπου η αλήθεια.

Όμως το σημείο εκείνο
είναι χωμένο
κάτω από τόνους χώματος
στρώματα λάσπης μύθων
λόγων υπεκφυγών
σιωπής ενοχής
τύψεων
αυτοάμυνας.

Μακριά από τις έτοιμες αλήθειες
των πεφωτισμένων
σκάψε βαθιά
μόνο με τη δική σου αξίνα
φτύνοντας το χώμα και τη λάσπη
φτάνοντας μέχρι τον καυτό πυρήνα,

Εκεί που ο ρήτορας τρομάζει
σα μυρίζεται
τις καμένες σάρκες των παραμυθιών.

1999

ΣΤΥΦΑ ΚΥΔΩΝΙΑ

1

Κυδώνια στυφά μας φίλεψε
η αρχοντοθυγατέρα.
Για χρόνια πορευόμαστε σκυφτοί
βουβοί δεχόμαστε τον εμπαιγμό του ήλιου
κι όταν η κορφή ήταν πια δική μας
μ’ αυτούς τους άγουρους καρπούς
γελάσαμε τη δίψα μας
γίναμε εξάρτημα μιας μηχανής.

2

Συντονίζομαι με το ρυθμό της μηχανής
τη Μοναξιά και τ’ Όνειρο αποπέμπω
την Ποίηση απαρνούμαι
κάθε κακή συνήθεια.
Τη ρώμη τώρα υμνώ του σώματος
Σωφρονίζομαι
ανανήφω.

3

Ακόμα λίγο την ψυχή σου στίψε και θα στάξει
το απόσταγμα της έμπνευσης,
αιρετικέ της αγοράς.

Ποιοι σ’ επιβουλεύονται δε νοιάζεσαι να μάθεις
την ήττα συνηθίζοντας να επιλέγεις
και να τη βαλσαμώνεις σ’ ελεγείες.

Ώσπου μια μέρα ο γέρακας θα κράξει «εμπρός»
κι εσύ θα δέσεις την ψυχή σου μ’ ένα σπάγγο.
Δειλέ, εσύ που αντάλλαξες το χώμα με το σύννεφο
δούλος θα σέρνεσαι αραχνοΰφαντων σκιών.

4

Από του χαρακώματος μιαν άκρη
ένας αναστεναγμός.
Βούλιαζε ο κήπος που μες στα σωθικά σου
κορφολόγαες.
Ξεχνάς πως κάποτε είσουν με τους μονομάχους;
Τη νύχτα οι στρατιώτες κοιμούνταν στο χαράκωμα
Η θάλασσα σ απέλπιζε
το σπαθί σου σκουριάζει.

5

Κι ανέμελος αριστοκράτης ο ουρανός
να σε περιγελά που περιφέρεσαι
μ’ ένα σκουριασμένο σπαθί καρφωμένο πισώπλατα.

6

Σ’ έβλεπαν ατάραχοι να περιφέρεσαι
ανάμεσα σε ξεκοιλιασμένους οδοστρωτήρες
μ’ ένα σπαθί καρφωμένο στην πλάτη σου
επιχρύσωναν την υπομονή.

7

Κοίταζαν εκστατικοί το ηλιοβασίλεμα
μελετούσαν εμβριθώς τα τοπία
οι πορφυρογέννητοι!

8

Αύριο θ’ ανοίξουν διάπλατα οι Ουρανοί
και θ’ αναληφθείς
πιο ρόδινος κι από ρόδο
σε μέρη που δεν κατοίκησε ούτε θεός.
Η Σιωπή Παναγία κι Αδάκρυτος
θ’ αναδύεται μέσα από το κάλλος
των οφθαλμών σου
και θα γυρίζει τους δείχτες του ρολογιού
βαθιά μέσα στο μέλλον.
Το σπαθί σου θα λειτουργιέται μέσα στις Εκκλησιές
και συ, γινωμένος καρπός,
θ’ αποτίθεσαι
στις αγκάλες της πλάσης.

9

Παιγνίδια των πουλιών πάνω στις στέγες
σπιτιών που ‘χουνε κλείσει εδώ και χρόνια.
Τα τιτιβίσματα αντηχούν ως πέρα
σε σκοτεινών βουνών και διψασμένων βρύων
αχανείς εκτάσεις.
Σβήνουν
χωρίς να τέρψουν ένα αυτί
χωρίς να προκαλέσουν ένα λίκνισμα
και τα πουλιά δεν παίζουν άλλο πια
κλείνονται στις φωλιές τους κι όλο κλαίνε.

10

Τη γαλήνη τόσο επόθησα
μα δεν τη βρήκα.
Μήπως είναι που κάθε λίγο ένα αστέρι
σκίζει την καρδιά μου για να μπει
ή μήπως είναι που τρίζουν για να βγουν στο φως
τα νέα φτερά μου;

11

Μικρή μου πεταλούδα
μη νομίζεις πως η ομορφιά σου με θαμπώνει.
Να* απλώς απορώ
πως από ένα βρώμικο σκουλήκι βγήκες εσύ,
η ξακουστή μες στο βασίλειο των εντόμων.

12

Ανοίγω ένα παράθυρο
να μπει το φως μες στην καρδιά μου.
Όμως το φως δεν είναι εκείνο που ήθελα
και το παράθυρο μου κλείνει κάποιο χέρι.
Αλίμονο! Ένας Θεός το ξέρει
πόσος καιρός χρειάστηκε να λησμονήσω το σκοτάδι
τώρα το φως για πάντα χάθηκε
και μαύρο ανοίγει μπρος μου το χείλος του Άδη.

13

Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα γκρεμιστώ και θα πονέσω*
όταν με δουν στην άκρη του γκρεμού
με δύναμη θα σπρώξουν και θα πέσω.
Ο πόνος μου άνοιξε πληγές
που με τον χρόνο δεν θα κλείσουν
άγρια κοράκια το συκώτι μου θα φαν
άγρια κοράκια τα σημάδια τους θ’ αφήσουν.
Θα πέσω ακόμα κι άλλο χαμηλά
θα ζήσω χρόνια στο σκοτάδι
στη ζωή μου θα φορέσουν τα θεριά
μαύρο και πένθιμο μαγνάδι.

14

Όταν η φωτιά ήταν κοντά
κι ο Αρχάγγελος με το δρεπάνι του θέριζε μαργαρίτες
τα δένδρα εγκατελείφθησαν
μέσα στο καρναβάλι των αναλαμπών και των εκρήξεων.
Μα πού βροχή εκεί που κάθε σάλεμα είχε ανασταλεί
από τον φόβο επικειμένης συντελείας.
Το κάθε ζώον είχε μαρμαρώσει
πίσω από λαγωνικά και λύκους
που άφηναν τα σάλια τους να στάζουν
και να μολύνουν το χορτάρι.
Στους γάμους που ακολούθησαν τα δέντρα τραγουδούσαν
κι οι πέτρες αναστέναζαν για την σκληρή τους μοίρα.
Το μεσονύχτι τρίζαν τα κλαδιά
κι οι ρίζες έπαλλαν κάτω απ’ το χώμα.
Μα εκεί που τα φυλλώματα πλαντάζανε
και τα κορμιά των καρυδιών αναριγούσαν
μια κουκουβάγια βόγκηξε και πέσαν τα τσεκούρια.

Κι ο βαρκάρης κουβαλούσε τις ψυχές μας
στην αντίπερα όχθη
μαδώντας μαργαρίτες πάνω απ’ το θολό νερό.

15

Νέοι του Περιθωρίου
Λουφάζουμε κάτω από λερά σεντόνια
αποπαίδια της Καταστροφής.
Είμαστε νούμερα σε μητρώα ανέργων.
Καρδαμωμένοι πρεσβύτες
κομίζουν τα δοχεία νυχτός
καθώς μας βλέπουν
να ξερνούμε χολή και να παραμιλούμε
εκτεθειμένοι στις συνωμοσίες των χαφιέδων,
να φτύνουμε αίμα και να προκαλούμε
τα φιλντισένια αισθήματα των καθωσπρέπει κυριών.
Είμαστε η μαγιά του μέλλοντος.

16

Λέμε πως δεν ενδώσαμε
και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες.
Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαια μας;
Αφηνόμαστε.
Ποιος ξέρει
κάποια δύναμις ίσως μας περισώσει.

17

Τα τρόπαιά τους είναι οι πολύχρυσοι οίκοι
και οι εύσωμοι οικόσιτοι δούλοι.

18

Νέοι του Περιθωρίου 2
Παραμένουμε δέσμιοι των δυσμενών συνθηκών
χωρίς να κηρύσσουμε επανάσταση
μια, έστω, αναίμακτη ανταρσία περιορισμένης κλίμακας.
Έτσι που μας ευνούχισαν οι ηθικολόγοι
κι οι πατριδοκάπηλοι
τι να κάνουμε,
γυρίνοι σ5 απέραντο βάλτο.
Χάνουμε την αίσθηση του ρυθμού
μαζί μας αργοπεθαίνει κι η ποίηση της πρώτης νεότητας.
Σκάβουμε τις πληγές μας
να βρούμε τα κατάλοιπα προγονικών ανομημάτων
που μας παιδεύουν ανελέητα.
Ξύλινα ειδώλια στην όψη αστραφτερά,
με σωθικά σαρακοφαγωμένα,
μπροστά σε γέρους ροδομάγουλους σερνόμαστε.

19

Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα
με μεγάλα Όνειρα και φτερά νεοσσού
μ’ όλο που ξέρουμε πως δεν υπάρχει τελευταίο σκαλί,
πως τα φτερά μας θα κοπούν με δίκοπο σπαθί
μ’ όλο που ξέρουμε πως θα πνιγούν
μες στο αφρισμένο αίμα τα όνειρα.
Ξεκινούμε για τη Μεγάλη Σκάλα*
στη βάση της τοποθετούμε τα δεκανίκια
ευχόμαστε να μην μας χρειαστούν
παίρνουμε όλες τις προφυλάξεις
όμως η πτώση είναι μοιραία.

20

Να γκρεμίσουμε την σκάλα
να εξαφανίσουμε την σκάλα
φτωχοί και ξεχασμένοι στο σπιτάκι μας
δίχως εξαίσιες πτώσεις.

21

Μας μένει τώρα ένα δωμάτιο
σκοτεινό και υγρό
για να διπλώσουμε τη ζωή μας σα σεντόνι
(πίσω να γυρίσεις δεν μπορείς
σ’ εκείνο το νησί τ’ ονειρεμένο).

22

Αλήθεια Κύριε,
Πόσοι νεκροί περιφερόμαστε
στις αγορές των ζωντανών
που ζουν και πλάθουν όνειρα
μακριά απ’ τα κοιμητήρια
κι όταν πεθάνουν, εύκολα
σαπίζουν και ξεχνούνε.

23

Σε λίγο θα νυχτώσει
κι οι χωροφύλακες θα κυνηγούν μια κάμπια.
Μην πτοηθείς, μην καταδώσεις.
Για ένα τρύπιο λάχανο
δεν είναι άδικο να βουίξουν οι κοιλάδες
δεν είναι κρίμα να μαγαριστούν οι βράχοι;

24

Ζωή μου ανεπαίσθητη,
που προχωρείς ρίχνοντας κύβους.

25
Ετοιμοθάνατος Ποιητής

Τον ξέκαναν οι μέριμνες και οι τεχνοκράτες
όπως αφανίζουν οι διχτάτορες
τους πολιτικούς των αντιπάλους.

26

Ακρωτηριασμένα αγάλματα»
Το βάρος των άλλων να τσακίζει το σβέρκο σου
την ψυχή σου ν9 αλέθει
μέσα στη συντριβή σου ν9 αντηχεί
των ημερών το βήμα το στρατιωτικό.
Να δεις που όλοι θα γίνουμε μια συμπαγής μάζα
πέτρες σοφά πελεκημένες, ταυτοπρόσωπες.

27

Αστυάναξ
Μην κλαις τα στάχυα που κάηκαν
αυτά άφησαν σπόρους στη γη.

Ευτυχισμένος όποιος πεθάνει
αφήνοντας πίσω του καλή σπορά.
Εγώ θα κλάψω τον Πρίαμο
και την ξεκληρισμένη του γενιά
θα κλάψω την Εκάβη
και το μοιραίο παιδί, τον Αστυάνακτα,
που το γκρέμισαν από τα τείχη του Ιλίου οι Αχαιοί.
Το ‘χε προβλέψει, βλέπετε, ο Οδυσσέας
ο ποικιλόφρων, ο δημοχαριστής
πως αν δεν το ξέκαναν όσο ήταν καιρός
κάποτε θα ξυπνούσε μέσα του
το στοιχειωμένο αίμα του πατέρα του
το αίμα του λαού του
και θα ‘θελε να πάρει εκδίκηση σαν άντρας.

28

Αινείας
Κάποτε είχα ένα σπιτικό
το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια
μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι
χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.
Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία
περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι
καπνίζω ασταμάτητα
γυρεύω ένα σημείο.
Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή*
μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο
μ5 έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα
πώς να μην σπάσει;

29

Καφενόβιες αράχνες μας θέλουν
να τρεφόμαστε με φτερωτές διακηρύξεις.
Να είμαστε οι αθέατοι οπαδοί,
αμέριμνοι θεατές της χρυσοποίκιλτης ζωής τους
στα ρηχά του βάλτου.

30

Μας πήραν για χταπόδια
και μας χτυπούν στα βράχια έτσι ανελέητα;
Γι αυτούς ακόμα κι οι πέτρες ανθίζουν
μα εμάς που σερνόμαστε σε σκοτεινούς διαδρόμους
ψάχνοντας πανικόβλητοι για μια έξοδο κινδύνου
μας κυνηγούν γαυγίζοντας οι πορφυρογέννητοι
και τα πιστά κομματικά σκυλιά.

31

Μας χτυπούν στα βράχια
ν’ αποβάλουμε το μελάνι της πίκρας*
δεν ξέρουν πως είμαστε ανεξάντλητοι.
Ο φόβος του θανάτου τι είναι
μπροστά στο φόβο
ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;

32

Οι σκνίπες ανενόχλητες μας πίνουν το αίμα.
Χωνόμαστε στη λάσπη
στο αντικρυνό βουνό για ν’ ανεβούμε.
Το υγρό στοιχείο μας απειλεί.
Προσμένουμε το θαύμα με στεγνή ψυχή

.

33

Τα ποτάμια ρέουν και χάνονται υποταγμένα
δίχως χρόνο νεκρό
μα εσένα σου κόβονται τα γόνατα
μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αδιάλειπτης ροής.
Παλινδρομείς
Η πίκρα απλώνει ρίζες στο κορμί σου
πώς να την ξεγεννήσεις όσο και να σκάψεις;
Τα σκουριασμένα σπαθιά
οι στυφοί καρποί στα πανέρια
η αναμονή που πάει να γίνει
παραδοχή της ήττας
α, η ζωή είναι μόνο μέσα στο ποτάμι
κι αν δε βραχούν τα πόδια σου
πάει, σ’ έκλεισαν έξω.

34

Εδώ στο βάλτο όλα ακινητούν
μόνο τα κουνούπια
παρέμειναν πιστά σε κάποια αποστολή.

35

Μας εξηγούν κυνικά
έτσι απροκάλυπτα
πως θα βουλιάξουμε.

36

Αγωνιζόμαστε λέμε
κι όμως πληρώνουμε το φόρο της υποταγής
τσακιζόμαστε να προσπέσουμε.

37

Πέφτουν ηρωικά
στα τέσσερα
σαν θα τους εξαργυρωθεί μια τέτοια θυσία.

38

Δεν έδρεψες καθόλου εσύ άνθη της πέτρας.

39

Οι γερο-Φέρηδες έτριξαν τα δόντια
καθώς αντίκρυσαν ένα σκουλήκι άριστο
σαν τον Κυρίνο.
«Είναι ποπολάρος, αδερφέ,
και συν τοις άλλοις χωρίς αρχαία κομματική ταυτότητα
και προπαγανδιστική δραστηριότητα*
σε τέτοιους φράζουμε το δρόμο
και τους πατούμε στο λαιμό
αν είναι, τοιουτοτρόπως,
να κρατηθούμε αγέρωχοι στα ηνία».

40

Να ‘σαι λοιπόν τώρα
εδώ σ’ αυτή την κόχη
όπου σε στρίμωξαν οι Φέρηδες.
Βγαίνουν οι γερόντοι στον εξώστη και ηλιάζονται
και ροδοκόκκινοι αφουγκράζονται
τις μυστικές δονήσεις του Απολύτου.
Εσύ χωμένος μέσα σε υγρούς τάφους ψαλμωδείς
έρποντας προχωρείς δίχως χάρτη
προς την οδό της Βασιλείας
Κι έρχονται να σου πουν συγκινημένοι
ότι ξεχείλισε στις στάμνες τους το μέλι.

41

Εύκολα λησμονήσαμε κάθε προορισμό
μακριά από το δάσος.
Χωρίς πυξίδα και χάρτη
κινήσαμε να βρούμε την έξοδο
σ’ αυτό τον απέραντο στρατώνα.
Σε λίγο οι σαλπιγκτές συναγερμό θα σημάνουν
και θα βρεθούμε αντιμέτωποι
με τις ορδές των βαρβάρων.
Ο πατέρας έξαλλος αναποδογυρίζει το σπίτι
και το Ικρασί χύνει στο φόρεμα της μάνας.
Τα νυχτοπούλια κλαίνε
ψυχές Καταραμένες
καθώς τ’ Όρνεο απλώνει τα φτερά του
πάνω από τον κόσμο.
Ιδού η Σκιά. Όλοι μέσα της πλέουμε
άφωνοι και απαθείς
ο ωκεανός παρέρχεται
και τα βουνά εξομολογούνται σαστισμένα
μπρος στον αδέκαστο κριτή
που τρώει τα σωθικά του
όταν τηράει κατάστιχο της ανομίας.
Κρούομε τον κώδωνα και εξερχόμαστε.

 

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ (1982)

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο
κλείστηκε στον εαυτό-του
αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου
στα κάγκελα μιας γλάστρας.
Την ώρα που τα άλλα φυτά
έπιναν αχόρταγα το φως
και γίνονταν διάφανα
κι άνθιζαν και γελούσαν,
αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι
κι ένιωθε να στάζει μέσα-του,
σαν από Θεϊκιά κλεψύδρα,
το φαρμάκι.
Την ώρα που τ’ άλλα φυτά
τα ‘δερνε ο βοριάς
χωρίς καμιά ρυτίδα ν’ αυλακώνει την ψυχή-τους,
αυτό σιγά – σιγά γλιστρούσε
μέσα στα δίκτυα του θανάτου
κι είτανε τόσο πικραμένο
που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,
έγιναν μελάνι.
Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του
μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα
που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις
μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό
και σ’ οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο
εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του
που αρνήθηκε τον ήλιο!

ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ

«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον»
Ιωβ, ιη’ 12

I

Ο Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ’ όλους-μας
«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε
«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει
πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά
ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».
0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος
σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε
ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα
είταν σα μηχανή
που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι
ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο
γιατί άλλαξαν τ’ αφεντικά
(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τόν
αφέντη-του).

Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων
ένα κομμάτι ψωμί
μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του
δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι
κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.
Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά
πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων
πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων
πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του;

ΙΙ

Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,
ακόμα να βρει τα νερά-του
ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα
και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.
Να! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια
κι αρχίζει ν* ανεβαίνει.
Τι ευφροσύνη Θεέ-μου
τι έξαλλη χαρά!
Εις μάτην όμως η αναστάτωση
σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα
σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του
—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα
Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω
μ’ ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα
που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του
και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.
Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων
αν μη τι άλλο,
η σαπουνόφουσκα «σ’ έδωκε το ωραίο ταξίδι!»

ΙΙΙ

Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα
ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγχρόνως,
τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον
κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός
μητροπολίτης. Ήθελε να τα ξεριζώσει από μέσα-του μα έγιναν
ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέφαλο
μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του
είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς
και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί
και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσιμπούσε
από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια
στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα
πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.
Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από
καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώντας
τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν
επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που παραδόξως
δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε
πουλί!

IV

Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων
μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θεραπείαν.
Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά
από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται:
Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως
Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας
Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία
Να μην σκέπτεται» να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε
αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζήμια.
Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να
προσεύχεται υπέρ του βασιλέως.
Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικό δια να του αφαιρεθούν τα πτερά.
Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των καγκέλων
από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επικερδής.
Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του
ο Τζων το πιόνι της πτώσεως
ο υιός της απωλείας!

ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ

Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:
δεν ομιλεί ποτέ
δεν επιζεί παρά μόνο
μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος
και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί.
Είναι νευρωτικό
κρύβεται τις νύχτες
κλαίει κρυφά
φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.
Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,
το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ I

Να’ σαι ο τελευταίος στην κλίμακα
κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν’ ανεβείς
να μη φιλάς πόδια
να μην κλαίγεσαι
φτωχός αλλά υπερήφανος
(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα)
να λες πάντοτε την αλήθεια
να κεντρίζεις
και να* χεις να παλέψεις με πολλούς
που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,
αυτό σημαίνει να’ σαι ποιητής.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ II

Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή
τι γυρεύεις
σημαδεμένος
παράλυτος εδώ και δυό χρόνια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια
Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα
να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;

Πάει πια
έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα
Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά
σε γκρεμίζει.
Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι
δε θα τραγουδά τις νύχτες
δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο
μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη
και θα παραμονεύει
πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα
να τον ξεσκίσει
να τον κάνει κομματάκια
για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του
χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα
κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του
χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.

Πήγαινε δυστυχισμένε
να φέρεις την κόρη-σου πίσω
— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ’ το Χάρο —
πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται
Μάτι κανείς-μας να μην κλείσει
εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του
κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IIΙ

«Κόρη-μου,
σπλάχνο-μου αναρχικό
πληθωρικό
ατιμασμένο
ως πότε θα βρυχιέσαι
ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-οου στους τοίχους -,
Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.
Σήκω λοιπόν
τι κάθεσαι;
Παρ’ το σπαθί-σου
κόψε τα σάπια μέλη
του κυρού-σου πρώτα, εμέ
κι ύστερα βγες στους δρόμους
κόψε και φύτεψε
χειραφετήσου
οδήγα-με.

Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική
αλλά και φρόνιμη,
πήρε απ’ το χέρι τον τυφλό πατέρα-της
και τον οδήγησε στον Κολωνό
όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές
εγνώρισε τον εαυτό-του
κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του
εκστατικά τραγουδώντας;

Ακόμα και τυφλός κόρη-μου
δεν τα βάζω κάτω.
Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ
θα νικήσω το θάνατο
θα επιζήσω
για να πράξω, να πάθω και να μάθω
και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας
θ’ αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV

«Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα
σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα
εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα
ρηγοπούλα χιλιόπλουμη
χώνεται μες στα μουστάκια-σου
κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου
και πηδάς να την φτάσεις.
Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά
εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της
μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ’ ουρανού
ανεβαίνει
τραγουδώντας
χορεύοντας
ξεχνώντας
την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.
Κι εσένα πατέρα σου τεντώνονται τα νεύρα
σα χορδές άρπας
για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά – λιγνά-της δάχτυλα
πένθιμους σκοπούς
και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος.
Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα
και κυνηγάς την πεταλούδα
που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό
πάνω στα γένια του Παντοκράτορα
του Κραταιού
και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.
Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια
και φουσκωμένα τα πανιά
μετέωρος
ατσίγγανος
Χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος

σαν γάτα».

CARMINA PARVA

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει
μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.
Μήπως ειν’ ο Θεός;
Κι αν είναι αυτός
προς τι η υπονόμευση;

ΙΙ

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα
πώς μου’ ρθες έτσι αγνώριστη
πώς μου’ ρθες έτσι αστόλιστη
πώς μου’ ρθες λαβωμένη;

ΙΙΙ

Προς ποίησιν
Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου
πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας
—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες
παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν
—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες
να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά
μ’ ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.
Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων
και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI

Ερωτικό
Αν ανοίξεις την καρδιά-μου
θα βρεις τα μάτια-σου*
αν ανοίξεις τα χέρια-μου
θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII

Επτάστιχο
Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου
οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου
το κορμί-μου γέμισε πληγές
οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.
Ζητώ αίμα για να ζήσω
κι αυτοί ζητάνε προσφορές
να βάφουνε τους δρόμους.

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

Ο Π ο ι η τ ή ς :
Οιδίποδα
δίποδε, τρίποδε, τετράποδε
έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.
Όμως αίνιγμα είταν
κι η λύση του αινίγματος
πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.
Ξεκίνησες για να το λύσεις
μα απέτυχες οικτρά
και γκρεμίστηκες κι εσύ.
0 Ο ι δ ί π ο υ ς :
Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάζει τους καθρέπτες
κι όμως εκείνοι θρύψαλα – βολίδες στο κορμί-σας
πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν
και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά
και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά
giα να τα κατοικήσετε.

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;
Να’ ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας
και να χάνεται
κι εμείς να χάσκουμε
να λιγοθυμούμε
να νίπτουμε τας χείρας-μας
κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων
Δε μου λες, εμείς εξαιρούμεθα;
Κι ύστερα ν’ ανεβαίνουμε μια σκάλα
που την έχτισαν άλλοι
να βγάζουμε λόγους
να φωνασκούμε
και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο
αλύτρωτοι και μισότρελοι
και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο
κι ότι γενεί
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων
πλην ημών, κόντε-μου;

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

Πίδακες αιμάτων μέσα-μου
Εστίες συγκρούσεων
Ανακοινωθέντα
παρασημοφορήσεις
— και να μην μπορείς να μιλήσεις —
Πίδακες αιμάτων
σπασμένες αρτηρίες
ενδοσωματική ερήμωση.
Πέφτω
χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι
χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.

ΙΩΒ

«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου
η μερίς»
ΙΩΒ, λ’ 19

Καλώς ορίσατε και σήμερα
να φάτε από τη σάρκα-μου
αγαθά-μου σκουλήκια.
Μη φοβάστε» δε σας διώχνω.
Είστε τόσο λευκά
σαν την καλοσύνη του Κυρίου
που μ’ έριξε από τ’ αρχοντικό-μου
σ’ αυτή την κοπριά
που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου
που με ξεκλήρισε.
Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς
που δε με σήκωνε το χώμα
τώρα κάθε πρωί
και λέω θ’ αναληφθώ.
Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα
σταυρωτά κυκλικά πλεκτά
κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει.
Κλαίω
προσεύχομαι
καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα
κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω
προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει
δεν βρίσκω τίποτα.
Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου
που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν…
Το χώμα κι η στάχτη ειν’ η πατρίδα μου.

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ

Δεκαενιά χρονών ο Νεοπτόλεμος
με υψηλά, με άπιαστα όνειρα
κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν
τι νόημα έχει γι’ αυτόν η ζωή.
Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,
μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού
η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;
Και κάθονταν κι αναρωτιόταν
κι είχε στο νου-του ο δυστυχής
τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου
που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους
για να γλυτώσει ο νέος γυιός-τους από τη μαύρη μοίρα,
αυτοί αρνήθηκαν:
-Δεν είστε καλά, τους είπαν.
Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο
τόσο πιο γλυκιά ειν η ζωή.
Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!
Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί
κι ειν’ η ζωή-του μαύρη.
Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε
τι παρηγόρια στα γεράματά-του θα’ βρει;

Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ

Μελέτη θανάτου
Σκυφτός στον Άδη κατηφόριζε
με πόθο τρομερό θανάτου
— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —
Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα
με κομποσκοίνι τον τυλίγουν
και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.
Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:
«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,
μ’ όλο το βάρος των κριμάτων-σου,
κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει
με φως ν’ αλείφει τις πληγές και την ψυχή-σου.
Τώρα κοιμήσου πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλυστρήσεις».
Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται
Πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι
κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.
Όταν ξυπνήσει
θα τον πάρει από το χέρι
μαζί ν’ ανηφορίσουν
για την πολίχνη των ονείρων-τους.

Χριστούγεννα 1981.

ΑΝΤΙ ΕΡΩΤΙΚΟ

«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ’ αγκάθι»
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή
μπρος στον καθρέπτη.
Όταν η πόρτα κτύπησε
στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος.
Δεν άνοιξε
Πέρα – χιλιάδας μίλια μακριά –
ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της
κι εκείνη περίβλεπτη – αειπάρθενος ετρόμαζε
μήπως ανοίξει η πόρτα.
Ένα – ένα τ’ αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της
και ρίγος ηδονής την ταράζει
— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —
Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί
σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.
Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε
του κορμιού-της το μυστικό βάθος
ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαρειές
και εισέρχεται ο ιχθύς
γαλάζιος πιότερο από μένα.
Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι
σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους
οπότε η κόρη αποσυντίθεται
σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες
και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να ‘ν αργά.
Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη
την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:
μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ’ αγκάθια-της
να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.
Από τις θηλές των μαστών-της
ένα – ένα τ’ αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά
στον κάδο με τα κόλλυβα
κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:
εκείνη ανώνυμη
εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.
0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου
εωσότου την ανακτήσει
κι εκείνη απόρθητη καλόγρια
μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου
ποτέ δε θα ξαναγδυθεί
γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.

1979—1982

ΕΠΙΛΟΓΟΣ I

Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ
να βγάλω το άχτι-μου.
Μακροχρονίως
θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν
θα χάφτω δισκία Fluaxol και Μelleril 25
θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.
Όσο για το μοιχό
που μου έκλεψε την κόρη-μου,
το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος
και θα με σκεφτόταν εμένα;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ II

Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως

Με συγχωρείτε,
μα ήδη, αγαπητοί,
οι αντιστίχοι-μου άναψαν.

 

 

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1981)

Ο Λ Ο I Μ Ο Σ

Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου
Και τα ποιήματα μου
Είμαι κι εγώ ένας από τους μελλοθάνατους
Που γεννήθηκαν μέσα στη μάχη
Και θα πεθάνουν στο χαράκωμα
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη αδιέξοδη
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που βαρέθηκε τους δημαγωγούς
ότι η Λευκωσία είναι μια πόλη που υποφέρει
Είμαι κι εγώ ένας από τούς μελλοθάνατους
Εν τούτοις έχω το δικαίωμα να πω
ότι οι πολίτες στην αγορά αισθάνονται προδομένοι
ότι οι πολίτες στην αγορά ξέρουν πώς γελάστηκαν πικρά
ότι οι πολίτες στην αγορά ποτέ δεν βλέπουν όνειρα.
Μιλώ και πεθαίνω για τα λόγια μου.
Είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και τα ποιήματά μου.

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία πορνείο ανοιχτό
Λουλούδι μαραμένο
Λευκωσία με σύνορα, με σταυρούς, με δεκανίκια
Λευκωσία πράσινη
Λευκωσία της Γραμμής
Εμπορείο πατρίδων
Λεωφορείο απάτριδων
Παντού αδιέξοδα
Παντού στρογγυλά τραπέζια
Παντού Σιωπή
Λευκωσία σκληρή πραγματικότης
Λευκωσία τετελεσμένο γεγονός
Καράβι δίχως άγκυρα
Ναυτία τού ποιητή
Αδιέξοδα … αδιέξοδα. . . αδιέξοδα. . .
Λευκωσία κυπαρίσσι
Λευκωσία κενοτάφιο
Λευκωσία ματωμένη μου Αγάπη

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Α τι παράξενη σιωπή όταν δακρύζει η μάνα
Όταν χτυπά η καμπάνα τι πόνος, τι λυγμός
«Γυιέ μου, σαν σε λαβώσανε και στην καρδιά σε βρήκαν
τα βόλια τους, οι σφαίρες τους στα σωθικά μου μπήκαν».

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ω εσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στον ανθό σου
ποιός σ’ έκοψε και μάρανες και χάθηκε το φως σου;
Αχ και να μπορούν α ο φτωχός, με την αγάπη ίσως,
να σου χαρίσω τη ζωή, ξανά να σ’ αναστήσω.

MEANING DEATH

Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου
Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά
Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά
Τα χέρια κάγκελα
Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα
Γυμνή μέσα στο δάσος
Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια
Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή
Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι
Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται
Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα
Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.

ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ

Ανατολή ήλιου μέσ απ’ τα τρομαγμένα μάτια μου
Λιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί
Φανερωμένη παρθένος το σκότος συνθλίβει
ημερώνει τα ηφαίστεια πού εκρήγνυνται μέσα μου
Γεμίζω τις φούχτες μου μ’ άστρα
— Αχ τα ωραία μου τ’ άλικα τ’ άστρα —
Και τα κλείνω βαθιά στην καρδιά μου

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια σκόνταψε
Και σαν βολίδα μες στην άβυσσο σφηνώνεται
Τώρα κοράκια τρώνε το συκώτι του
Κράχτες συνθλίβουνε τ’ αυτιά του
—.Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Τιποτένιοι γιατί τον προδώνετε;
Τιποτένιοι γιατί τον σταυρώνετε;
«Και έπεσεν εκ του ουρανού μέγας αστήρ καιόμενος»
Και τα νερά πικράθηκαν
Κι ο ουρανός βιβλίο ανοικτό
Να διαβάζεις μέσα τα πάθη σου και να δακρύζεις
Κι ο ουρανός η παθολογία των βράχων
Που τους θυμάσαι μόνο όταν τους έχεις ανάγκη
Κι ο ουρανός μια σκέτη υποκρισία γαλάζιου
Να σου κρύβει τα πάντα
«Και το όνομα του αστέρος λέγεται ο άψινθος»
τις νύχτες
Όταν τ’ αστέρια θρηνούν το χαμένο αδελφό τους
Όταν η Σελήνη λύνει τα μάγια της πάνω στο
μαξιλάρι της Ελένης
Μ’ επιδέσμους και δεκανίκια ξεπροβάλλει
—Μέσα στο δάσος των ανθρώπων Ένας —
Και ξεκινάει για τη Μεγάλη Σκάλα.

 

 

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΚΟΡΑΛΛΙΑ (1979)

Στο Νίκο Χριστοδούλου

Ι

Ω ήλιε πέτρινε που χρόνια σε λατρεύαμε
και στις σπονδές,
όπου χίλιους και χίλιους χρόνους κάναμε για σένα,
πάντα «καλοδεχούμενες» ήταν ο μηνυμός σου,

ώ ήλιε που χρόνια σ’ ονειρευόμαστε
— άντρακλα ίσαμε κει πάνω —
λαμπερό σημάδι του ονείρατου
που αφυπνίζει τ’ αστέρια,

ώ ήλιε αναίστητε, φτιαχτέ
τρέχα και κρύψου στα βουνά
να σκοτεινιάσει ο κόσμος
κι άσε τη γη στον πόνο της μονάχη να βρυχιέται
σ’ ένα πικρό – βουβό σκοπό μοιρολογιού που σβήνει.

ΙΙ

Κι ήρθαν κακοί καιροί•
φωτιά, λάβα και σίδερο σκίσαν της γης τα σπλάχνα
κι εσύ να στέκεις σιωπηλός δίχα να βγάζεις άχνα•
να στέκεις, να πικραίνεσαι, να μην γυρίζεις πίσω
— χιλιάδες κάστρα χάλασαν και πότε να τα χτίσω;
Και πήραμε στα χέρια μας τη μοίρα μας
και κλέψαμε απ’ τα σύγνεφα τον ήλιο.
Άξαφνε ακούστηκε η πύρινη ορμή του Σήμαντρου
να σμίγει με το βουητό της σκαπάνης το άπειρο •
να ψαχουλεύει την ψυχή του Εωσφόρου
στο αχνοφέγγισμα της Πούλιας,
να παίρνει την ανάσα από τον άνεμο
και να ποτίζει τις ψυχές.
Κι ήταν κατά το σούρουπο
κι οι τρυγητές των αμπελιών άργησαν να γυρίσουν
και βγήκανε οι χωρικοί
με δάδες και λαμπάδες στα χωράφια
μην τύχει και τους βρούνε,
μα μόλις έφτασαν εκεί
σταθήκαν άφωνοι όλοι•
τ’ αμπέλια σπάρτηκαν σταυρούς
κι απλώθηκαν τα κλήματα και τους εστεφανώσαν.
Φωτιά πετάχτηκε παντού κι έκαψε τις χαρές μας
και θρήνησαν οι άγγελοι και θρήνησεν η γη μας.
Κλάψαμε… Κλάψαμε… Κλάψαμε…
Κι οι σαύρες πού γυρνούσανε στην γη σαν κάθε μέρα
πολύ παραξενεύτηκαν σαν είδαν τούς ανθρώπους
— κάτι θεριά ανήμερα στην τρύπα της φωλιάς τους.
Στα ξωκλήσια της Μεγάλης Προσμονής
τρέξαμε να γλυτώσουμε•
μες στα κεριά τρεμόσβηνε η Ματωμένη Ελπίδα.
Οι καλογέροι φυλάγαν στο ιερό τα Ματωμένα
‘Ιμάτια του ‘Εσταυρωμένου.
Κρυστάλλωναν στη σκέψη τους τη Μοναξιά
των ‘Αγγέλων.

III

Καμένα τα δέντρα• η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων.

IV

Κείνα τα παιδιά
που γυρεύουν τη μάνα, τον κύρη τους
με ιδρωμένα τα πρόσωπα,
μ’ ένα κλάμα που ραγίζει παράθυρα,
Κείνα τα παιδιά πού φιλούνε τη γη
σαν τα χείλια της μάνας τους…
Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Ένας βοριάς σέρνει τρεχάμενος
εκεί που σκοτώθηκαν οι αντρείοι.
Μοιρολόι της Μάνας μη γινόμενο κλάμα,
μη γινόμενο δάκρυ
στις καρδιές των αντρών που να κλάψουν το ντρέπονται,
χτύποι στα στήθια της Μάνας τρελοί και δακρύβγαλτοι
που μόνο η γης τους αφουγκράζεται…

Νύχτα γυμνή… Νύχτα σκληρή…
Αγάπη τ’ ανθρώπου που να σ’ έκρυψαν τώρα;
Γέλιο της Μοίρας που να σ’ έχτισαν τώρα;
Σειρήνες που χάσαν το ρυθμό της φωνής τους
και προμηνύσαν το θάνατο.

Δρόμοι τής κόλασης, Δρόμοι του Μίσους
πού σβήνουν στις πέτρινες καρδιές.
Ερημιά του πολέμου, κατάρα της κόλασης
πώς να μετρήσω το φλοίσβο
μες στα ποτάμια το αίμα;
Μοίρα πού καίεις τα δέντρα, πού λιώνεις τα σίδερα•
Μοίρα που δεν μπορεί να ‘σαι η μοίρα μου
Καρδιά που δεν μπορεί να ‘σαι η καρδιά μου
πώς να μερέψω το θάνατο;
Τα κύματα σπάνε στους βράχους.
Ή ζωή τελειώνει στους βράχους
κι ο ήλιος πίνει γουλιά-γουλιά την πίκρα του.

V

Πικρή ζωή• γεμάτη πόνους και κλάματα.
Τις νύχτες μες στα σπίτια μας
που τα ρημάξαν οι καιροί
γευόμαστε τη γλύκα της αγάπης
σαν ένα χάιδεμα του Μελτεμιού,
διαβάζουμε τα κοινωνικά
σε μια σκισμένη εφημερίδα.
Γη μοίρα μας ποιος θα τη γνοιαστεί;
Τα σπίτια σπαρμένα στους φωτοβολόνες του ονείρου•
η πίκρα χωμένη στις καρδιές των φτωχών.
Ματωμένα Κοράλλια στον ήλιο και στην αρμύρα
πώς να θρηνήσεις το γαίμα
πώς να κρατήσεις το δάκρυ ;
Περνούν οι μέρες σκοτεινές
κι ή ζωή μου τραβάει το δρόμο της μονότονα.
Ματωμένα Κοράλλια στη βροχή και στον άνεμο.
Το τραγούδι των γοργόνων σταμάτησε πια
γιατί μάθαν πώς ο Μεγαλέξαντρος πέθανε,
τα στάχυα γύραν στους κόρφους της Δήμητρας
μα μαραθήκαν
τί, είχε και κείνη τον καημό της Περσεφόνης.

VI

Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Κοιμήθηκες πάνω στ’ ατίθασο πέπλο της θάλασσας
κι ύστερα ερωτεύτηκες με τον Αυγερινό.
Βγήκες σαν ‘Αφροδίτη μέσα απ’ τα κύματα
και σ’ αγαπήσαμε με μιαν αγάπη αλλιώτικη
(όπως θ’ αγαπούσε ένας Γαλαξίας τη λευκότητα
της Σελήνης)
την άλλη μέρα κλάψαμε μαζί σου για το χαμένο σύντροφο
την άλλη μέρα
πιάσαμε χορό με τις μοιρολογήτρες χωρίς στηθόδεσμο.
Την άλλη μέρα γίναμε νεκρολούλουδα.
(‘Εκείνα τα γιασεμιά δεν μας προβλημάτισαν ποτέ’
είμασταν μονάχα οι ανιχνευτές του εφήμερου).
Το τελευταίο μας συναπάντημα ήτανε στ’ ακρογιάλι.
Ματωμένα Κοράλλια
οι δρόμοι κλειστοί με σβησμένες γραμμές
τα σιτάρια καμένα.
Κι υστέρα κείνα τα μάτια δε βολεΐ να στεγνώσουν,
χέρια που δεν βολεΐ να μην τρέμουν
γιατί το αίμα πήζει στους βράχους,
χέρια που δεν βολεΐ να μην ψαχουλεύουν τα μάγουλα,
να τ αγγίζουν για ώρες…
‘Ω νέκρα, ώ νέκρα
ώ κραυγή τ’ ανθρώπου πού πλανιέται
ώ νέκρα, ώ ταφόπετρα της γης π’ αποκοιμιέται,
ώ γης αστέρευτου καημού
ώ γης άμετρου πάθους…
Πράσινη θάλασσα,
κάστρο στητό με στενές πολεμίστρες
κοράλλια ανεξάντλητα
κόκκινα γαρούφαλλα
κι ερείπια ναών Μεσαιωνικών με ψηλά κυπαρίσσια
κι οι θεοί να τσακώνουνται για μια γη μοιρασμένη.
Κι όλα πικράναν, γύρανε λουλούδια, δέντρα και όρη
και λες σαν μάνα πού ‘λειψε στα στήθια της το γάλα
και τα μωρά της τα ‘ριξε μες στους βαθιούς γκρεμούς
ότι, μονάχα πίκρες και καημούς είχε να τα βυζάξει
έτσι κι η γης εστέρεψε στους κόρφους τα νερά της
με το δρεπάνι κόβοντας τις μαύρες της τες φλέβες.

VII

Σ’ ένα πέτρινο λουλούδι
ένιωσα τη μυρουδιά της γης μου που την πρόδωσαν.
Σ’ ένα σπασμένο κοχύλι
άκουσα ξεθωριασμένη τη φωνή της Σαπφώς
να θρηνεί την Περσεφόνη.
Σ’ ένα δρόμο με φόντο το μαύρο ουρανό
έγραψα τα πάθη της γενιάς μου με γαίμα.

Οι ρίζες της ράτσας μου βαθιά στο χώμα.
Κρατήσαμε τις ρίζες μας βαθιά στο χώμα.
Κομμάτιασαν τον ήλιο
μας φέραν άλλον ήλιο, ψεύτικο από πέτρα,
μα ζήσαμε.

Ζήσαμε με την πίστη του δίκιου.
Τα δέντρα μας φωτοσυνθέσανε γιατί ή ψυχή μας
τα ‘θελε ανθισμένα.

Πήραμε αίμα από τις φλέβες των γονιών μας,
‘Ανοίξαμε τα βήματα
και χορέψαμε το δρεπάνι.
Κλέψαμε τη σιωπή των δέντρων
και μάθαμε ν’ αντέχουμε στους κεραυνούς.
Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Γεννοβολήσαν οι γυναίκες,
βυζάξαν τα παιδιά τους την άρνηση, το γδικιωμό•
τα νανουρίσανε γλυκά: «Άγιά Μαρίνα τζιαί τζυρά».

Ζήσαμε… Αναπνέψαμε…

Χ

Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
σμίξαν τις ώρες τ’ άπογέματου
και φτιάξαν την παντγιέρα μας.
Πέτρα, τσεκούρι κι ήλιος
δέθηκαν με τα μπράτσα μας•
δώσαν φωτιά στα μάτια μας
να φοβηθούν οι άνομοι
και νά σκιαχτούν οί οχτροί μας.

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΓΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΛΑΙΕΙ

στον Ιάκωβο πού τό ανακάλυψε

Ό ήλιος,

Η Σελήνη,

Τ’ αστέρια…

Τ’ αστέρια στον ουρανό μιλούν για τό φτωχό αγόρι
που κοιμάται κάτω απ’ τα δέντρα
για τον τρελό που παίζει με την κόκκινη
θάλασσα.
Κι οι πρόσφυγες μ’ ένα πιάτο στα χέρια τους
για λίγο ψωμί και τυρί
— ο ήλιος γελά —
κι οι πρόσφυγες με τη θλίψη στα μάτια τους
και τό φεγγάρι κλαίει…

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Ι

Χαλάσματα πολέμου γύρω μας.
Γύρω μας φωτιές
στα σκοτεινά υπόγεια φωτιές,
στις φυλακές των καταδίκων φωτιές.
Ανατολή και Δύση λυπούνται.
Τί τραγική ειρωνεία.

ΙΙ

Άσπροι, μαρμάρινοι σταυροί
σπαρμένοι μες στους κάμπους
κι η γης γεμάτη θρύψαλα
κι η γης γεμάτη πέτρες,
σαβανωμένη — κόκκινη,
σαβανωμένη — στείρα
με τα δεντρά της άφωνα
με τις χαρές της μαύρες
με τα παιδιά της ορφανά
να κλαιν μέσα στους δρόμους.

ΙΙΙ

Σε παρακαλώ•
μη μου μιλάς για την αγάπη.
Για μένα είναι μια πληγωμένη ανάμνηση…
Σέ παρακαλώ μην μέ κοιτάς.
—Τ’ αστέρια, ο ήλιος, η Σελήνη,
τα μάτια σου —
Μόνο δος μου τα χέρια σου.

IV

Η σκλαβιά ξεκίνησε από μέσα μας.
Σάπια κορμιά και βρώμικα,
σκουλήκια στους υπονόμους της εθνικοφροσύνης,
πώς να μην ξεσπάσει η χολέρα;

V

«Έγώ ειμί ο ερευνών νεφρούς και καρδίας
και δώσω υμίν εκάστω κατά τα έργα υμών».

Τόσα χρόνια καλοζωή•
βαλάντια έγκυα,
αρνητές του πολέμου.
Όμως αλλοίμονο
όταν τα τσεκούρια
θα σπάζουν τα κρανία των αδικούντων
κι οι τοίχοι που τούς έκρυβαν
θα κοκκινίζουν στο αίμα.

1976-1979

ΚΥΠΡΟΣ

Τόσοι καημοί που σ’ έζωσαν
και σ’ έριξαν στο χώμα,
μα μάχεσαι και με ψυχή
και λιονταρίσιο σώμα,

Μα μάχεσαι κι ορθώνεσαι
λαμπάδα μες στους κόσμους
να φέγγεις στους μικρόψυχους
μάνα, πατρίδα, φώς μου.

ΔΥΟ ΜΑΥΡΑ ΧΕΡΙΑ

Δυο μαύρα χέρια, μαύρα από κάρβουνο
περνούν από δίπλα μας•
τριξίματα στο σκοτάδι ακούονται.
Μη… μη φοβάσαι… Είμαι κοντά σου…
Μην κλαις… Σ’ αγαπώ…
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τους τοίχους
Δυο μαύρα χέρια μαυρίζουν τη μοίρα μας.
^Ω ! Πόσο αλλιώτικη σε πρόσμενα ζωή.
Πόσο ζεστά σας ήθελα αστέρια,
πόσο σιωπηλό σε άκουα, ψυχρέ και ανελέητε
θάνατε!
Όλα ψεύτικα… Όλα γυάλινα…
Πού να ‘σαι γλυκέ μου αδελφέ;
Ακούω τη φωνή σου, νιώθω την ανάσα σου.
Όχι! Μην σταματάς• υπάρχεις… ζεις…
όπου και να ‘σαι, σε σκέφτομαι, σε βλέπω.
Μην φεύγεις• σε προσμένω.

ΦΘΙΝΌΠΩΡΟ 1976 

Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

«Όνομα έχεις ότι ζής και νεκρός ει».
ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

Απόψε τ’ αστέρια μας ξεχνούν
κι η πολιτεία βουβή αποκοιμιέται.
(Μαύρο λιθάρι η καρδιά βαραίνει στο κορμί μας)
κι εμείς κουρασμένοι
λοξοδρομούμε προς το βέβαιο θάνατο.
Κάθε αστέρι κι ένας τάφος
κάθε τάφος και σιωπή.
Σιωπή γυμνή πού μας πλακώνει.
Το σκοτάδι κρύβει την ασκήμια μας,
μας διαλύει μέσα στη δίνη του.
Όταν κοπιάζει ο Χάροντας μας βρίσκει πεθαμένους.
Νεκροταφείο η πόλη μας απόψε.
Κάποια ποντίκια θα φανούνε τα μεσάνυχτα
να ροκανίσουν την υποκρισία μας
σαν τα παλιά χειρόγραφα τ’ αδέξιου ποιητή.

ΜΑΗΣ, 1979

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Οι σκλάβοι κοιμούνται, οι σκλάβοι πεθαίνουν
μες στις παράγκες της άχαρης πόλης.
Ο ήλιος στενάζει, τ’ αστέρια σωπαίνουν
κι η φόνισσα μοίρα τα χέρια της μόλις
απλώνοντας, κράζει: «ευπείθεια στους νόμους»
Οι σκλάβοι ξυπνάνε — ντουφέκια βροντάνε
το γαίμα ραντίζει τους δρόμους
κι εύτύς οί καμπάνες της πόλης χτυπάνε.

ΡΙΖΕΣ

Στα βράχια ετούτα
κυλάει αίμα από τις φλέβες μας.
Στα πετρόχτιστα κάστρα
πολεμούν οι αιώνες την αιωνιότητα.
Τούτους τούς βράχους πού μας γέννησαν,
τούτους τούς βράχους πού οι αετοί
μονάχα κατοικούνε
τούς λάξεψαν βροχές και πίκρες και καημοί
πού φτάνουν ως τις μέρες μας.

ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

Μοιρασμένη η ασκήμια στα πρόσωπα
χωρίς αδικίες.
Δίκαιη κι ή απονομή της στέρησης
του ποδιού, του χεριού
και της θλίψης στα πρόσωπα.
Αυτά τα παγωμένα χέρια,
τα κοίλα χέρια
που ζητιανεύουν
κάποτε είχαν τη δύναμη
ν’ ανεβάζουν τον ήλιο
πάνω απ’ τις καρδιές μας,
κάποτε είχαν τη δύναμη
να σπέρνουν την ελπίδα
στον κάμπο της στενόχωρης καρδιάς μας
για να φυτρώσει μια μαργαρίτα
μέσα στο ζοφερότατο μέλλον.
Τουλάχιστον τότε
μπορούσαμε να εξακριβώσουμε
αν μας αγαπούσαν ή δεν μας αγαπούσαν
και κλεινόμασταν στα σπίτια
που μας άνηκαν κι ήταν δικά μας
για να κλάψουμε.
Σήμερα τα σπίτια είναι δικά μας
και δεν μας ανήκουν•
η ελπίδα δεν είναι δική μας και δεν μας ανήκει.

Μαύρες, ισχνές φιγούρες στον ορίζοντα
πού γέρνουν κουρασμένες να πεθάνουν.

ΜΑΗΣ 1979

ΑΣΚΗΣΗ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Χωρίς το αιωνόβιο ροχαλητό του πεύκου
δε θα ‘χαν τούτες οι πέτρες ιστορία
κι η λεύκα θα υπέφερε
από ένα κάποιο αίσθημα ανασφάλειας•
γι’ αυτό τις νύχτες οι Κρηναίες
βλέπουν τη λεύκα λυγερή
να τρέχει στους βραχότοπους
για τις μεριές του πεύκου,
γι’ αυτό κι η Πούλια κάθε νυχτιά
τηράει ένα δάκρυ
στα μάγουλα των αχνισμένων άστρων.

ΜΑΡΤΗΣ 1978

ΑΓΑΠΗ

Ζεσταίνω τα χέρια μου
στον χινοπωριάτικον ήλιο•
εκείνος χαμογελά πράος και δυνατός
διαθλώντας τα δάκρυα
στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών
πού τριγυρνάνε ξυπόλυτα.
Ζεσταίνω τα χέρια μου
και τ’ ακουμπώ στα μάγουλα των πεινασμένων παιδιών.
Και τότε δεν νιώθουν την πείνα τους,
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη της μητέρας τους
γιατί βυζαίνουν τούς χλωμούς μαστούς της Σελήνης
και τότε δεν νιώθουν την έλλειψη του πατέρα τους
γιατί αγοράζει τα παιγνίδια τους ό ήλιος.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1978

Ν Υ Χ Τ Ε Ρ I Ν Ο

Ποτάμι πάψε πια να κλαις
πάψε να κελαρύζεις
τι, όλος ο κόσμος σώπασε
μονάχα εσύ γροικιέσαι…
Σωπάς και συ κι ακούς λυγμούς
θρήνους συρτούς της νύχτας
σε πιάνει το παράπονο
κι αναστενάζεις σφόδρα:
«Σαν όντας δεν κατέχετε
ποτέ σας μη μιλάτε
εσείς της νύχτας ‘πόκληροι,
ανήξεροι διαβάτες.
Κι εσύ φεγγάρω μου όμορφη
πάψε ν’ αναστενάζεις,
σκόρπισε τα φαρμάκια σου
ξανά μες στα νερά μου
κι εγώ απαλά θα τα κυλώ
για τις μεριές του νήλιου…
Έλα γλυκιά μου, μην αργείς
ρίξε μου σεληνόφως».
—«Ποτάμι μαραγκιάστηκα
και πλιό, δέν άνιμένω
ώρες αμέτρητες σκυφτή
τον ερωπλάνον ήλιο
κι η μάνα μου η θεότρελη•
η νύχτα η Μαυροχέρα,
αυτόνε θέλει για γαμπρό
ουδ’ άλλο, ουδέ κανένα».
—«»Ελα γλυκιά μου πια μην κλαις
το ποταμάκι το μικρό
παράφορα αγαπά σε
φαρμάκωστο, παράτα το
μα ερωτικά κοιτά σε».

ΑΥΤΟΧΕΙΡ ΚΑΤ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΝ

Μόλις παίρνει να βραδιάσει
γίνομαι άλλος άνθρωπος•
είμαι ένα πιόνι ανάμεσα στα σπίτια
πού συνωμοτούν συνωστισμένα γύρω από τα τζάκια τους.
Μόλις παίρνει να βραδιάσει γίνομαι άλλος άνθρωπος•
σβήνω ένα-ένα τα κεράκια του γαλαξία και πεθαίνω…
Τις νύχτες δεν έχω ύπνο,
τις νύχτες γυρίζω στα νεκροταφεία και πεθαίνω.
Κάθε νύχτα πεθαίνω…
Κάθε νύχτα σταυρώνομαι.

ΦΕΒΡΑΡΗΣ 1979

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ
ΣΤΗΝ ΟΛΓΑ ΠΙΕΡΙΔΟΥ 29/9/2016

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 Ο Φιλελεύθερος

Η ευταξία στο στόχαστρο

Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε κάθετι κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)

Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυίατάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)

Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)

Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)

Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)

Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)

Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατάτων τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οιδιαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)

Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρωνμας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)

Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ήμεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφοραπετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.

Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.

Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.

 

 

Χρήστος Μαυρής  στο ΠΟΙΕΙΝ 20/9/2016

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητων που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικο ζυγο, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 απο της εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα. Η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρα εκδομένη ποιητικη συλλογη του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτω. Την χωρίζει όμως ένα χρονικο διάστημα τριών χρόνων απο την προηγούμενη ποιητικη συλλογη του που τιτλοφορείται Δοκιμες συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης απο τις εκδόσεις Φαρφουλας, στην Αθήνα.
Παρα το σύντομο χρονικο διάστημα που διέρρευσε απο την έμπνευση, τη συγγραφη και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογης απο την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξυ τους υπάρχουν κάποιες διακριτες διαφορες, (κυρίως σε ότι αφορα το επίπεδο της ποιότητας αλλα και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογη του), παρόλο που τεχνοτροπικα (υφολογικα, μορφολογικα και θεματογραφικα) είναι σχεδον οι ίδιες.
Βασικα, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογη του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφης ούτε και εύκολη για κατανάλωση απο τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογη του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατη και κατανοητη απο τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελως κρυπτικη, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικο και αισθητικο υπόβαθρο αλλα και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδον στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογη Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικο βάθος και πυκνότητα, επιμελως όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλα και στον ψυχικο κόσμο του δημιουργου του, μέχρι να σισθανθει και ν’ απολαύσει αυτη την ποίηση.
Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογη του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστικη θέση στην ποίηση που περιέχει αυτη η συλλογη του. Έτσι, τα ποιήματά του εδω δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλως μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλα και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητικη του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικα δεν τους ενοχλει να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,
αρκει να μην έχουν σχέση
με πρόσωπα και πράγματα.
Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια
που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου
ή στην επικράτεια των συμβόλων.
Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων
στον αχανη βυθο των λογισμων
που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρα απο το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερικη σχολη ποίησης, όπου οι οπαδοι της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικα τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτο ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «απο τον καθρέπτη της ψυχης τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα απο την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.
Με αυτο θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθει να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθει και ν’ ανακαλύψει απο μόνος του την πραγματικότητα (ιστορικη, κοινωνικη, πολιτικη) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλα ποιήματά του.
Υπο αυτη την έννοια όμως σαφως και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινα, χωρις λογικο ειρμο και ακατάληπτα. Απλως, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθει πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθως και με την τεχνικη που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτα τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλα. Εννοω πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτων των ποιημάτων. Δηλαδη, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτο τον απλο τρόπο, δεν θα χρειασθει νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για ν’ αντιληφθει πως ο ποιητης, με αφορμη το συναπάντημά του μ’ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμια πέτρα στο βουνο, μ’ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονια ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορει να εμπνευσθει και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφου πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτα τα ποιήματά του.
Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα απο τα καλύτερα της συλλογης και που εκφράζει όλο το σκεπτικο που εξέθεσα πιο πάνω.

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβια τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα
Σκύβουν και προσκυνουν τον κύριό τους
(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεους τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχη μα τόσο φρόνιμα
ποτε δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους
που τόσο τα επαινει καθως τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγεις.
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτα. Μόνο προσεύχονται!

Ο Λ. Γαλάζης, σε ότι αφορα τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργει λίγο πολυ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνη απο το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικο, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθουν οι σκηνοθετικες οδηγίες του, για να καταγραφουν ακολούθως απο τις κινηματογραφικες μηχανες όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλο του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβως συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορα στα ποιήματα της εν λόγω συλλογης του. Εννοω ασφαλως τη σκηνικη επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορα νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.
Χωρις κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα απο τα ποιήματα της συλλογης Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητης πρώτης γραμμης, με ισχυρες θέσεις και βέβαια με δυνατη έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητης) αποτελουν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικο του σημαντικο ποιητικο έργο. Συνεπως, οι επιρροες που δέχεται απο άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλα αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικα του ποιήματα. Γι’ αυτο ο επαρκης αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθει π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενισμένο) απο την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθει ένα μικρο ποίημα όπου καθως το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο απο την φωνη του Μίλτου Σαχτούρη.

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινι να δέσει το σύννεφο
κι αυτο γελούσε
όλο του ξέφευγε και γελούσε.
Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε
τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωης
σύννεφο, σύννεφο τρελο
στ’ ανθισμένα κλαδια του θανάτου.

Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητη της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ

Κανεις μην περιμένεις να σε σώσει.
Και μην πουλήσεις την ψυχη σου
για λίγες κάλπικες ημέρες.
Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα’ σαν αυτες
πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.
Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθει
σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικα
στο κυνήγι της δόξας.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικα του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστα μία ιδιότυπη γραφη, αυστηρα προσωπικη που ωρίμασε αρκετα πρόωρα. Είναι μία γραφη πυκνη σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα απο τη μεγάλη δεξαμενη των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελει σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτα τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία απο τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρες και ελπιδοφόρες ποιητικες φωνες που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.
Λευκωσία 9.9.2016

http://www.poiein.gr/archives/34293/index.html#more-34293

Παναγιώτης Νικολαΐδης Ποιείν 1/7/2016

Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας

Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ‘νεοκυπριακής’ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ (σ. 18)

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα
(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)
στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα
λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.
Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους
(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)
σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα
απ’ τους θεούς τους ξεχασμένα.
Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα
ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους
που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει
με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς
Μ’ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.
Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γι’ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.
Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (σ. 58)

Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε
τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να
δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.
Μα ’χαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να
πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για
τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις
τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της
φωτιάς π’ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε
τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απ’ την πλήξη. Λες
και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-
διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.
Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;
Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού ν’ αφή-
σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο
λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.
Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι
έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.

Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.
Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.
Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατ’ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.
Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.

http://www.poiein.gr/archives/33703/index.html

Δοκιμές συγκολλήσεως

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ
ΟΧΗΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ψήγματα της υπό παρουσίαση συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως», θεματικά, στυλιστικά, υφολογικά προϋπήρχαν και στην προτελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που έφερε τίτλο «Λοκριγκάνα» και καταξιώθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης το 2010. Και αναφέρομαι πρωτίστως στη «μεταλλουργία- σιδηρουργία». Τόσο ως θεματικό έναυσμα όσο και ως
εκφραστικό μέσο, με αυτοαναφορικά μεν στοιχεία, αλλά και καθολικές μεταπλάσεις-υπερβάσεις.
Χαίρομαι να σημειώσω πως ανάλογη συνέχεια και αλληλουχία διαπίστωσα και όταν παρουσίαζα τη «Λοκριγκάνα» σε σχέση με τη συλλογή που προηγή-
θηκε και έφερε τίτλο «Παραδαρμός εν αλφαβήτω», του 2007, όπου επίσης ενυπήρχαν στοιχεία και ποικιλότροπα ψήγματα της συλλογής που ακολούθησε.
Ο Λ.Γ. είναι από τους ποιητές που πιο συχνά γράφουν για εκείνα που τους ενοχλούν παρά για εκείνα που τους μαγεύουν, πιο πολύ για εκείνα που τους
εξοργίζουν παρά για εκείνα που τους θέλγουν. Έτσι στο «Τα κέρματα» (σελ. 15), λέει: «Ήρθαν ντυμένα τα κοράκια / όπως όριζε η περίσταση» ή στο «Αποστειρωμένα αισθήματα» (σελ. 16), αποφαίνεται: «Δισκία, ενέσεις, περικοκλάδες / λευκοντυμένοι Σαμαρείτες /με τ’ αποστειρωμένα αισθήματα» και στο «Η σκόνη» (σελ. 17) διαπιστώνει: «Κοιτούσαν τη σκόνη / στα ρούχα τους / κι όχι το χώμα / που για πάντα σε κάλυπτε».
Κύριος θεματικός άξονας του βιβλίου τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου. Με τον ποιητή συχνά να υποδεικνύει το εφήμερο αν όχι και το μάταιο του πράγματος. Π.χ. όταν τονίζει: …«τα λικνίσματα των ζωντανών διαιωνίζονται / τριγύρω από τις εφήμερες λάμψεις / και οι γυάλινες αποσκευές τους /ξεμένουνε στ’ αζήτητα των λιμανιών» στο «Στην πλάτη
του ξύλου» (σελ. 21).
Η ίδια οπτική γωνία έρχεται και επανέρχεται συχνά όταν στο «Μέταλλα της μνήμης» (σελ. 23) απευθυνόμενος σε β’ ενικό πρόσωπο στον πατέρα του,
όπως κάνει εξάλλου στα πλείστα ποιήματα της συλλογής, λέει: «Εσύ βέβαια γνώριζες τις κατάλληλες θερμοκρασίες / συγκολλήσεως κάθε μετάλλου / μόνο που και τότε διαισθανόσουν / το πρόσκαιρο κάθε μορφής / μπροστά στην επέλαση των μικροβίων της σκουριάς / των αγγέλων της υγρασίας».
Εικόνες σιδηρουργίας-μεταλλουργίας επιστρατεύονται συνεχώς, πότε αλληγορικά, πότε μεταφορικά, για να φωτίσουν, με την οπτική γωνία του
ποιητή, καίρια υπαρξιακά ζητήματα, αλλά και μνήμες παιδικές που επιστρέφουν σαν μέταλλα, πυρακτωμένα ή οξειδωμένα.
Στο «Ανεπιγνώστως» (σελ. 25) θεωρώ ότι υποβόσκει, ενδεχομένως υπόγεια αλλά διαυγέστατα, και το ταξικό υπογάστριο της ποίησης του Λ.Γ. Αφού «λιμουζίνες αναπαύονται πάλαι πότε θαμβωτικές», οι οποίες «υπέβλεπαν τ’ αυτοκίνητα των εργατών». Για να καγχάσει στη συνέχεια: …«λες και δεν θα λίπαιναν κι αυτές / με τα πανάκριβα λάδια τους / τη γη που κανείς δεν γνωρίζει / πότε θ’ ανοίξει ξανά τα σαγόνια της».
Με όχημα και πρότυπο τη μορφή του αποθανόντος πατέρα του, ο Λ.Γ επιχειρεί να αναλύσει και να εμβαθύνει σε ζητήματα κοινωνικής υφής, υπαρξιακών αναζητήσεων ή άλλου φιλοσοφικού περιεχομένου, επιστρατεύοντας, συχνά-πυκνά και τη μεταφυσική, σε μια προσπάθεια ετεροχρονισμένης συνομιλίας και διαλόγου με τον εκδημήσαντα.
Η αισθητική κατηγορία της μνήμης, όπως σε όλες τις περιπτώσεις ποιητικής καταγραφής άλλωστε, συνυφαίνεται άρρητα και με την αντίστοιχη κατηγορία του χρόνου. Μόνο που αν η μνήμη σαγηνεύει και γαληνεύει τον Λ. Γ. ο χρόνος μάλλον τον δυναστεύει, ή τουλάχιστον τον ανησυχεί. Έτσι στο «Ανίατα ρολόγια» (σελ. 39) αποφαίνεται πως …«Τα ρολόγια τις αυταπάτες μας / μόνο μετρούν».
Ο ποιητής δελεάζεται, θέλγεται, ελκύεται, τόσον ο ίδιος όσο προφανώς και το πρότυπό του, μάλλον από εκείνο που δεν ακολούθησε ποτέ στη ζωή του, το ανυπότακτο, το απείθαρχο, το ατίθασο. Αυτό το συναίσθημα περιγράφεται εξόχως παραστατικά στο «Ανυπότακτοι σπινθήρες» (σελ. 42), όπου ο ποιητής μιλά για τους Τσιγγάνους, όταν ομολογώντας τη ζήλεια του,
λέει: «Πόσο εύκολα παρασύρονταν / από τους ανυπόταχτους σπινθήρες / και μαζί τους ταξίδευαν!».
Προσφιλής αισθητική μανιέρα στο Λ. Γ., που απαντάται και σε προηγούμενες συλλογές του, είναι και η χλεύη. Η χλεύη στο πρέπον, στο ορθόν, στο αρμόζον, στο δεόντως επιβεβλημένο. Παραστατικά και ανάγλυφα αυτή η στάση καταγράφεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια στο «Όλα τακτοποιήθηκαν…» (σελ. 50). Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Όλα τακτοποιήθηκαν όπως έπρεπε. / Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους / οι άνεργοι στα επιδόματά τους / οι ποιητές στα κελιά τους / οι νεκροί στα κρεβάτια τους / οι σπινθήρες στις θήκες τους / οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους.»
Οι προμετωπίδες που υπάρχουν σε αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε διακειμενικούς διαλόγους. Πιο εύστοχη και πιο βαθιά απ’ όλες τις άλλες θεωρώ τη «συνομιλία» με τον Άρθουρ Μίλλερ, με βάση το αριστουργηματικό θεατρικό του τελευταίου «Ο θάνατος του εμποράκου». Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που επιχειρείται, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, είναι μια προέκταση του πρωτογενούς υλικού. Στο «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα» (σελ. 52), ο αποθανών εμποράκος, δια στόματος Λ.Γ. απευθύνεται στη σύζυγο του λέγοντας : «Ετοίμασε μου μια
ζεστή γωνιά στην ψυχή σου / να μπορώ να φυτεύω τους σπόρους μου τα βράδια / να κάνω σχέδια για τη ζωή σαν έφηβος / κι εσύ να μου φωνάζεις να ξαπλώσω / κι εγώ να σ’ αποκρίνομαι πως ειν’ ακόμα νωρίς /και δεν νυστάζω».
Ο Λ.Γ. έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ποιότητας, σύνθεσης και εμβάθυνσης του ποιητικού του λόγου που τον καταξιώνει, κατά τη γνώμη μου, στην κρίση
του αναγνωστικού κοινού, ως ένα από τους αξιολογότερους ποιητές της γενιάς του. Οι προσδοκίες αλλά και οι απαιτήσεις από ποιητές της δικής του εμβέλειας, είναι πάντοτε μεγάλες. Και μακάρι πάντα να δικαιώνονται, στον υψηλό σταθμό που δικαιώθηκαν τώρα.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Οι λάμψεις των συγκολλήσεων φωτίζουν την ιστορία της κυπριακής εργατικής τάξης
Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του ποιητή Λ. Γαλάζη. Εξέδωσε ακόμα έξι συλλογές ποιημάτων. Η συλλογή του,«Λουκριγκάνα» τιμήθηκε με κρατικό
βραβείο ποίησης το 2010. Η συλλογή, «Δοκιμές συγκολλήσεων» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, συγκολλητή, που εργαζότανε σε μεταλλείο.
Οι σπινθήρες – οι λάμψεις των συγκολλήσεων, του πατέρα – Γαλάζη, φωτίζουν διαμέσου της ποίησης του Λεωνίδα, μια άλλη εποχή.
Την εποχή των πατεράδων και παππούδων μας – της κυπριακής εργατικής τάξης: των μεταλλωρύχων, οικοδομών, γεωργών, βιοτεχνών, που εργαζόνταν σκληρά για ένα πενιχρό μεροκάματο για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.
Ο ποιητής των «Συγκολλήσεων» ταξιδεύει με τη μνήμη του και φέρνει στο φως με τις σπίθες – λάμψεις του πατέρα του, την κοινωνική ζωή εκείνης της εποχής της φτώχειας, της μιζέριας του εργαζόμενου λαού μας.
Στο ποίημα του «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων» γράφει (απόσπασμα):

«Μόνος, κατάμονος.
Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί
κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά.
Το ξύδι κι η χολή
που σε πότισαν
αυτοί που τώρα κοίταζαν
τη σκόνη στα ρούχα τους.
Μόνος!
Κι ο κύρης σου στ’ αμόνι σκυφτός
στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά».

Με το δικό του, ποιητικό τρόπο, ο Λ.Γ. μας δίνει μια εικόνα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Κι ο πατέρας του συνέχεια μάχεται κτυπά τ’ αμόνι… «στη φωτιά παραδίδοντας τα φοβερά μυστικά…».
Τα μυστικά της ζωής τα κουβαλούν μέσα τους οι εργαζόμενοι που καθημερινά αγωνίζονται, παλεύουν για να επιβιώσουν.
Όταν πραγματοποιούνται οι συγκολλήσεις οι λάμψεις μένουν, κατά τον ποιητή, στη μνήμη και τη συνείδηση και μας φωτίζουν.
Στο ποίημα: «Μένουν οι λάμψεις» τονίζει: (απόσπασμα):

«Τουλάχιστο μένουν οι λάμψεις
και τα φευγαλέα παιχνιδίσματα των σπινθήρων
που σε κλάσματα δευτερολέπτων ψύχονται
κι αμέσως κατακάθονται
με βαριά καρδιά στο πάτωμα
σαν ταπεινά ρινίσματα σιδήρου».

Ομως μέσα στη στάχτη των ρινισμάτων του σιδήρου αγρυπνούν λίγες σπίθες για να συνεχίσουν μετά το τρελό χορό τους.
Στο ποίημα: «Αγρυπνες Σπίθες» λέει τα πιο κάτω: (απόσπασμα):

«Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν
κάτω από τα νεκρά ρινίσματα
και κει που δεν το περιμέναμε
μια εστία φωτιάς στο πάτωμα
(εκεί να μένουν άγρυπνοι!)
κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας
ανέβαιναν πάλι
και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα
κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα
και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά
μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά
την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων
που δεν τα βάζουνε κάτω
παρά καλύπτονται προσεχτικά
κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης
και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν
(εκεί να μένουν ζωντανά)
κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας
και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας».

Αυτά όλα συντελούνται στη μνήμη στη συνείδηση στο υποσυνείδητο του ποιητή και των αναγνωστών του, μελετητών, των ποιημάτων του.
Χορεύουν έξαλλα μες το «καμίνι της ψυχής μας» οι σκιές των προγόνων μας που πάλευαν με τα μέταλλα και καρπούνταν οι ξένοι εργοδότες τούς κόπους τους, την υπεραξία της εργασίας τους.
Με φωτισμένο το νυστέρι της μνήμης, από τις λάμψεις των συγκολλήσεων, ο ποιητής διεισδύει στις γαλαρίες και μας παρουσιάζει μια εικόνα των συνθηκών εργασίας των μεταλλωρύχων:
«Μέταλλα της μνήμης»
(απόσπασμα):
«Ξυπνώντας μεσάνυχτα
για την τρίτη βάρδια στο μεταλλείο.
Στο παλιό λεωφορείο με τους εργάτες
με τις αγκούσες στην τσάντα σου
στων βουνών τις κορφές
αναζητώντας το νόημα
των συνεχών περιπλανήσεων
των καταβάσεων στις υγρές γαλαρίες
με το λιγοστό φως των φαναριών»

Ο ποιητής θλίβεται γιατί δεν έμαθε την τέχνη των συγκολλήσεων και δυσκολεύεται να συγκολλήσει τα μέταλλα της μνήμης:

«Δεν έμαθα την τέχνη σου
και να που τώρα δυσκολεύομαι
να συγκολλήσω τα μέταλλα της μνήμης
λίγη φωτιά περισσότερη απ’ ό,τι χρειάζεται
και τα κομμάτια σωριάζονται
άμορφες μάζες στο πάτωμα».

Και συνεχίζει: «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»:

«Ψάχνω στην αποθήκη μας να βρω
τα παλιά σου ήλεκτρα
να συγκολλήσω τα θραύσματα της μνήμης».

Ο Λ. Γαλάζης καταφέρνει, με τα ήλεκτρα του πατέρα του, να ενώνει τα θραύσματα της μνήμης. Να ενώνει το παρόν με το παρελθόν, με τη διαλεκτική του σκέψη.
Οι μεταλλωρύχοι κι αμιαντωρύχοι έπασχαν από την ασθένεια της πνευμονοκονίασης, γιατί δεν είχαν τ’ απαιτούμενα προστατευτικά μέσα από τη σκόνη των μετάλλων (του χαλκού και του αμιάντου).
Στο ποίημα του, «Η σκόνη στα πλεμόνια σας» ο ποιητής
γράφει (απόσπασμα):

«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
Γιατί να ενοχλήσουν τους επιστάτες
οι αναθυμιάσεις κι η μαύρη σκόνη
που κατακάθιζε στα πλεμόνια σας»
και συνεχίζει:
«Η σκόνη στα πλεμόνια σας
ήταν δικό σας πρόβλημα και μόνο.
Ας το αντιμετωπίζατε με θάρρος, επιτέλους.
Και μόνοι!»

Πολλοί ήταν οι μεταλλωρύχοι και η αμιαντωρύχοι που έχασαν τη ζωή τους από την πνευμονοκονίαση, χωρίς βέβαια να έχουν την απαιτούμενη ιατρική περίθαλψη.
Με τις συγκολλήσεις ασχολούνταν κι οι «Τεχνουργοί σπάνιων κοσμημάτων» κι ασχολούνται μέχρι σήμερα. Σμίγουν (συγγολλούν) το χρυσάφι μ’ ευτελή μέταλλα για να κερδοσκοπούν…

«Ηξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι
οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.
Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους
τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!»

Ο πατέρας του ποιητή, όμως δεν ασχολείτο με την αλχημεία δεν ήταν αλχημιστής, συγκολλούσε γνήσια μέταλλα.

«Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά
δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών,
των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων»

Ένα ποίημα, ξεχωριστό, της συλλογής που δεν έχει σχέση με τις συγκολλήσεις και τους σπινθήρες είναι «Τα μυστικά της ψυχής σου δάκρυα».
Ο ποιητής το εμπνεύστηκε από το θεατρικό έργο του Αμερικάνου δραματουργού Αρθουρ Μίλλερ «Ο θάνατος του εμποράκου».
Συνεχίζει το διάλογο και μεταξύ των πρωταγωνιστών του δράματος: του Γουίλλυ Λόμαν και της συζύγου του, Λίντας, με ποιητικό δραματικό ύφος. Και καταφέρνει, λακωνικά, να διατυπώσει το κύριο νόημα του έργου, (απόσπασμα):
Λέει ο Γουίλλυ στη Λίντα:
«Να με περιμένεις, Λίντα, Μην πάψεις ποτέ να με περιμένεις.
Τι να τα κάνω πια τα δάκρυά σου
και τις άλλες εκδηλώσεις του πένθους;
Να ξέρεις, Λίντα, πως η ψυχή του Γουίλλυ Λόμαν
προς την ψυχή σου μόνο κατευθύνεται
κι όχι στον ουρανό ή στον Κάτω Κόσμο.
Να ξέρεις πως η ψυχή του εμποράκου
θα χαθεί για πάντα
μόνο τη μέρα που θα πάψεις εσύ να τη γυρεύεις
μόνο τη μέρα που θα το πάρεις απόφαση
ότι δεν λείπω προσωρινά σε ταξίδι.
Γιατί μου ζητάς να σε συγχωρέσω, Λίντα;
Τι να κάνω πια τα δάκρυα
και τους θεατρινισμούς των κηδειών;
Ο ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης σ’ αυτή του τη συλλογή: «Δοκιμές συγκολλήσεων» ταξιδεύει, με τις λάμψεις των συγκολλήσεων του πατέρα του σε μια άλλη εποχή και μας παρουσιάζει, σαν σε κινηματογραφική ταινία, με το στίχο του, τη βιοπάλη και τους αγώνες των μεταλλωρύχων για να
επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες.
Εκείνης της εποχής και της στυγνής εκμετάλλευσης του μόχθου τους από τους εργοδότες.
Μας περιγράφει μια ζωντανή εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι στην Κύπρο κατά τον εικοστό αιώνα, επί αγγλοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Ανεξαρτησίας.
Οι λάμψεις των «συγκολλήσεων» φωτίζουν, με τη μνήμη του ποιητή, την οικογενειακή, κοινωνική διαβίωση και τις σκληρές συνθήκες εργασίας, των Κυπρίων εργαζομένων κατά τον 20ο αιώνα, όποτε διαμορφώνεται και οργανώνεται η κυπριακή εργατική τάξη.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΧΑΡΑΥΓΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα
Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή – περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια.
«Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια…/ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά…»
Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιερουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας.
Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες.
Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης.
Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας…
Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον.
Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας – Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θανάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά.
Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ 21/9/2013

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η συλλογή «Δοκιμές συγκολλήσεως» είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του ποιητή, που αποδήμησε πρόσφατα. Έτσι από την αρχή προκαταλαμβάνεται, σ” ένα βαθμό, ο αναγνώστης ότι πρωταγωνιστής θα είναι ο εκλιπών πατέρας και ο πόνος και η θλίψη από την αποδημία του. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη δεν ήταν ποτέ «εύκολη» ούτε επιφανειακή, ούτε μονοδιάσταση. Ο προσωπικός πόνος γίνεται πανανθρώπινος πόνος, η θλίψη γίνεται όχημα, για να στοχαστεί ο ποιητής πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής και του θανάτου, η μνήμη έρχεται και επανέρχεται ως προσωπικό βίωμα, αλλά παράλληλα για να κατακρίνει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας, την υποκρισία, το ψέμα, τα άνομα συμφέροντα.
Και τα 50 ποιήματα έχουν όλα τα γνωρίσματα για να χαρακτηριστούν ως μια μεγάλη ποιητική σύνθεση. Το θέμα του αναχωρήσαντος πατέρα, η μνήμη, μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να δώσουν ενότητα, άλλα δευτερεύοντα θέματα, οι εκφραστικοί τρόποι, το ενιαίο ύφος, ακόμα και οι ομότεχνοί του με τους οποίους συνομιλεί ο Λ. Γαλάζης είναι ορισμένα από τα συνδετικά στοιχεία. Ο ποιητής βλέπει τον πατέρα του να βαδίζει στη γενέθλια γη, «Στα μονοπάτια των Αγιασμάτων», γύρω από το μοναστήρι του Σταυρού του Αγιασμάτι, στη Μαδαρή, στην Πλατανιστάσα, άλλες φορές να χτυπά «με τη βαριά τα πυρακτωμένα μέταλλα», να εργάζεται σκληρά για τον επιούσιο, οι στιγμές με την αγαπημένη του γάτα, στο νοσοκομείο, στην Αχερουσία με το βαρκάρη, στη ζωή μετά τον θάνατο. Όπως εξομολογείται στο πολύ αποκαλυπτικό για τις προθέσεις του ποίημα «Κεντώντας με ήλεκτρα τη μνήμη»: ζωντανές να κρατήσω/τις στιγμές της ζωής σου/τη θλίψη στο βλέμμα σου.
Είναι σχεδόν αγωνιώδης αυτή η προσπάθεια του ποιητή σ” όλα τα ποιήματα της συλλογής, πρώτα να διαφυλάξει και να περισώσει από τη λήθη τη μνήμη του πατέρα και έπειτα να προχωρήσει σε μια φιλοσοφική ενατένιση για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ίδιος εξομολογείται, θέτει βασανιστικά ερωτήματα, συνομιλεί νοερά πολλές φορές με τον πατέρα του και ο λόγος του εδώ γίνεται άμεσος, σχεδόν προφορικός. Ανασύρει προσωπικές μνήμες, σκέψεις, επώδυνες πίκρες πολλές φορές, αλλά με στόχο να καταδείξει την ακεραιότητα του πατέρα, την ευθύτητα, την εντιμότητα, τη λιτότητά του απέναντι στην προδοσία, την υποκρισία, την αδικία, την αμνησία, τη φιλαργυρία των άλλων.
Οι αναφορές στις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου είναι περιορισμένες σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή, όπως και τα ζητήματα ποιητικής, αλλά αυτό έχει να κάνει με την κεντρική θεματική της συλλογής. Συχνά παραπέμπει στη φύση της πατρικής γης, σε γάτες, μέλισσες, πουλιά, μυρμήγκια. Ορισμένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι το εργαστήρι του μεταλλουργού με τα πυρακτωμένα μέταλλα, οι λάμψεις των συγκολλήσεων, οι σπινθήρες, τα ρινίσματα, η σκουριά (που συνδέονται με τη μνήμη και το βιοπορισμό του πατέρα), η μορφή της μάνας, οι γάτες και τα πουλιά, ο θάνατος, τα κεριά, η σκόνη, τα φύλλα, ο χρόνος, το ρολόι, οι τσιγγάνοι. Ο ποιητής συνδιαλέγεται συχνά με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, τη χριστιανική παράδοση αλλά και πολλούς ποιητές και φιλοσόφους σε μια πλούσια διακειμενικότητα, π.χ. με τον Αργύρη Χιόνη, τον Σωκράτη, τον Ηράκλειτο, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη (σε πολλά ποιήματα παρατίθενται μάλιστα προμετωπίδες με στίχους από ποιήματα ή ρήσεις τους).
Κι όμως μέσα σ” αυτή τη θλίψη και τη μελαγχολία που διατρέχει τη συλλογή, βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Η κρυπτικότητα που χαρακτήριζε σε ένα βαθμό τις προηγούμενες συλλογές τώρα υποχωρεί, αλλά η πολυσημία και οι συμβολισμοί είναι έκδηλοι, οι μεταφορές και οι εικόνες, αντιθετικές καμιά φορά, είναι εντυπωσιακές (Ανηφόριζες μαζί με τη μητέρα/[.] Και πολλά προπορευόμενα βλέπατε κάρα/με τρόπο να πέφτουν στο κενό/και τ” άλογα κατάχλωμα στα σύννεφα/που φλογισμένο στάζαν αίμα: Άγουρα ξύλα). Ναι, είναι μια συλλογή που τη διατρέχει η θλίψη για την απώλεια του πατέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, πρόκειται για μια γόνιμη θλίψη και σε καμία περίπτωση ο ποιητής δεν υποπίπτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, κάτι που διακρίνει τον ώριμο και κατασταλαγμένο από τον αρχάριο και άτεχνο ποιητή. Και αυτή είναι μια από τις αρετές της συλλογής «Δοκιμές συγκολλήσεως».
Όλα ταχτοποιήθηκαν
Όλα ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε/Τα ενθύμια σου σφραγίστηκαν/οι επιστολές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις/αρχειοθετήθηκαν/τα τηλεφωνήματα που ποτέ δεν απάντησες απαντήθηκαν/και δόθηκαν οι αναγκαίες εξηγήσεις/Όλοι ταχτοποιήθηκαν όπως έπρεπε./Οι υπάλληλοι στα γραφεία τους/οι άνεργοι στα επιδόματά τους/οι ποιητές στα κελιά τους/οι νεκροί στα κρεβάτια τους/οι σπινθήρες στις θήκες τους/οι ζωντανοί στις αυταπάτες τους .

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΝΕΥ» 48 (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2013) 77-79.

 

Λοκριγκάνα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.
Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.
Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.
Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».
Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».
Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.
27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».
Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».
Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».
Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.
Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.
Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.
Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.
Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ

Με εξώφυλλο από το βιβλίο του Ησίοδου Έργα και Ημέραι (Εκδ. Bartholomaei Zanetti, Βενετία 1537), κυκλοφόρησε στην Αθήνα μέσα στο 2010, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το νέο ποιητικό βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη, Λοκριγκάνα. Ο Λεωνίδας Γαλάζης, που είναι φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, έχει στο ενεργητικό του άλλες έξι ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο για τον Κώστα Μόντη, και έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει ποιήματα, φιλολογικές μελέτες και κριτικά σημειώματα σε κυπριακά λογοτεχνικά περιοδικά. Στη Λοκριγκάνα, που έχει πάρει τον τίτλο από το λεξιλόγιο των μεταλλωρύχων (Λοκριγκάνα σπάνιο μέταλλο/ χιλιάδες πέθαναν για σε μεταλλωρύχοι…., γράφει στο ομότιτλο ποίημα, σ. 21), διαβάζουμε 37 ποιήματα, μέσα από τα οποία ο ποιητής εκπέμπει, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, μηνύματα για τη ζωή και για τον άνθρωπο. Ο Γαλάζης ανατέμνει τη γύρω του πραγματικότητα με το νυστέρι της ποίησης και γράφει στίχους δυνατούς και μεστούς σε νοήματα, που συγκινούν τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα τον προβληματίζουν. Γράφει χαρακτηριστικά για την ποίηση ο Λεωνίδας Γαλάζης: Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια/ για τους εμπόρους/ τους εντολοδόχους της τάξεως/ τους λογογράφους/ τους υμνητές των ασκών/ τους κουστωδούς των ανέμων….

Άνευ 41 (καλοκαίρι 2011) 93.

Παραδαρμός εν Αλβαφήτω

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Η εκτενής ποιητική σύνθεση Παραδαρμός εν αλφαβήτω συνιστά ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη πρόταση, αρκετά εξελιγμένη σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Λ. Γαλάζη .Ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε εισαγωγικό σημείωμα τις προθέσεις και τις καταβολές του: Εκκινεί από το Αλφάβητο της αγάπης (Εκατόλογα), αλλά στην πορεία γνωρίζει και το παλαιότερο abecetarius, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία. Βέβαια, τέτοια στιχουργικά παιχνίδια με ακροστιχίδες χρησιμοποιούνται αρκετά στα ελληνιστικά χρόνια. Ο ποιητής ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε σκοπό να αναπαραγάγει πιστά μορφικά ή άλλα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά περισσότερο επεδίωξε να συγκεράσει παραδοσικούς και νεοτερικούς ρητορικούς τρόπους. […]

Το γλωσσικό παιχνίδι επανέρχεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου, και ιδίως όταν θίγονται ζητήματα ποιητικής ή όταν σχολιάζονται οι λέξεις, οι απείθαρχες λέξεις που διαφεύγουν του ποιητή και αρνούνται και δεν είναι σε θέση να να κλείσουν μέσα τους την ποίηση. Ας θυμηθούμε ότι το γλωσσικό παιχνίδι αλλα και η βασανιστική αναμέτρηση του ποιητή με τις λέξεις επανέρχερχεται επίμονα σε αρκετές από τις Στιγμές του Μόντη. Ο νεότερος ποιητής κρίνει σκόπημο να αποτίσει φόρο τιμής και σε τρεις μείζονες ποιητές του 19 ου αιώνα, τους Κάλβο, Σολωμό και Β. Μιχαηλίδη. Και οι τρες συστεγάζονται στο ποίημα Ζ της ενότητας ΙΙ, που έχει ως επιγραφή στίχους από το σατιρικό ποίημα του τελευταίου «Ρωμαίος Και Τζον Πουλλής…». «Ζιρκόνιο στο υπέδαφος των ωδών του Kάλβου / Ζαργάνα γλώσσα του Σολωμού λυρικός πονοκέφαλος (…)Ζουμερή κυπρική διάλεκτο να την ακούς από φωνόγραφο».

Άνευ 27 (χειμώνας 2008) 91-93.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

[…] Πρόκειται, πραγματικά, για έναν παραδαρμό εν αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλαφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας»Παραδαρμός της Γλώσσας μου, πύρεξη του μυαλού μου».

Η θεματολογία της συλλογής είναι ποκίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ ένα βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τες λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία σναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες. […]

Άνευ 34 (φθινόπωρο 2009) 83-90.

Ιατρική Βεβαίωση

Α. ΠΑΝΑΤΟΣ

Όνειρα της ανθρώπινης φύσης.. .Βυθομετρώντας τον εαυτό του προσπαθεί να βρει ένα νόημα στη ζωή και στο θάνατο. Παρά τους απαισιόδοξους τόνους και τον αυτοσαρκασμό,η τελική εντύπωση είναι ότι ο συγγραφέας αποδέχεται τη ζωή και σαν αντίδοτο στο χαμό και στο θάνατο αντιπαραθέτει τον έρωτα και την ποίηση.Οι αντι-στίχοι του,όπως αποκαλεί τους στίχους του,κάνουν ήδη το θαύμα τους.Μετά από σωστή θητεία στην ελληνική ποιητική παράδοση,ο Γαλάζης έρχεται φορτωμένος ιστορικότητα και μνήμη να φέρει το ρίγος της καλής ποίησης.Βρίσκει πως κάποτε ο εαυτός του ήταν φυτό που αρνήθηκε τον ήλιο και βυθομετρούσε κάθε νύκτα το σκοτάδι του.Τώρα στάζει κάθε βράδυ από τα φύλλα του μικρό μωρό αγγελούδι ποίημα.Και για την ποίηση λέει: «Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος μου,πόσο αίμα να σου δώσω;»Σαρκάζει την υποτέλεια,την αυτοϊκανοποίηση και το κλείσιμο στον εαυτό μας,το κούμπωμα στα κούφια και στα ασήμαντα και καταλήγει φτωχός αλλά υπερήφανος :

«Ένα μολύβι κι ένα τετράδιο
όλα κι όλα μου τα υπάρχοντα…
Με συγχωρείτε, μα ,ήδη ,αγαπητοί,
Οι αντιστίχοι μου άναψαν.»

Τηλεοπτικό πρόγραμμα «Ορίζοντες», 1/9/198

Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα
Λοιμός και άλλα ποιήματα
Ηλεκτρονική Έκδοση
Ένα τετράδιο με εφτά ποιήματα με το γενικό τίτλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα μάς δίνει σαν καινούρια δουλειά ο Λεωνίδας Γαλάζης. Οι στίχοι του έχουν μια ποιότητα που προοιωνίζει εξέλιξη στο δύσκολο χώρο της ποίησης, αν ο ποιητής εξακολουθήσει να εργάζεται με μόχθο και συνέπεια. Στην ποίησή του κυριαρχεί ο δυναμισμός .Οι στίχοι του είναι σφιχτοδεμένοι.Η αγωνία του γύρω κόσμου φαίνεται να περισφίγγει τον ποιητή που εκδηλώνει τους φόβους κα τις αδυναμίες του προβληματιζόμενου ανθρώπου μέσα στα ποιήματά του.

(Ραδιοφωνική Εφημερίδα, 1981)

Στυφά κυδώνια

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΡΩΣΣΙΔΗΣ

Η τωρινή συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη – ενός ποιητή μόλις 26 χρονών – απευθύνεται στον αναγνώστη με μια ώριμη γλώσσα. Μας μιλά για τα «Στυφά κυδώνια» εννιά χρόνια μετά τα Ματωμένα κοράλλια, την πρώτη συλλογή του, με τη δύναμη της εσωτερικότητας, για να μας δώσει μια καινούργια γεύση πικρών στοχασμών. Κι ο στίχος του νέου ποιητή αποκτά κάποτε επιγραμματική πυκνότητα: «Ο φόβος του θανάτου τι είναι / μπροστά στο φόβο / ότι η ζωή μας ξεφτίζει σπαταλημένη;» Αντλεί ο Λ. Γαλάζης μέσα από σκληρά βιώματα – εμπειρίες προσωπικές, εμπειρίες δυσμενών συνθηκών – πασκίζοντας να μη νοθέψει την ειλικρίνεια του λόγου του, «την ποίηση της πρώτης νεότητας». Και η αγωνία διάχυτη παίρνει εδώ κι εκεί επαναστατημένες διαστάσεις, ανάμεσα σε «νούμερα σε μητρώα ανέργων».

Ο Φιλελεύθερος, 22/5/1988

Φωτηλασία

ΘΕΜΙΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Στη συλλογή αυτή δημοσιεύονται 32 ποιήματα που μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι έχουν γραφεί σε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες ώρες της ποιητικής δημιουργίας του Λεωνίδα Γαλάζη. Ποιήματα μεστά ουσίας με άψογη τεχνική, έργα ενός προικισμένου ποιητή που εργάζεται αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες , για να δώσει ποίηση υψηλού επιπέδου.Το προσωπικό ύφος , η άνεση στη χρήση των εκφραστικών μέσων , η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας (σπάνια δυστυχώς στις μέρες μας),η περιεκτικότητα του λόγου, το βαθύ του νοήματος, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση, η φιλοσοφική διάθεση , ο προβληματισμός, η παρρησία στην έκφραση , η συνέπεια στην άποψη είναι στοιχεία που θέλγουν τον αναγνώστη – και μάλιστα τον αναγνώστη με απαιτήσεις. Ο τίτλος «Φωτηλασία» από το πρώτο ποίημα της συλλογής είναι ενδεικτικός του κλίματος στο οποίο κινείται το βιβλίο.Κυρίαρχο στοιχείο είναι ο αγώνας φωτός και σκότους με πολλαπλές έννοιες και διαστάσεις των δύο πολυσήμαντων λέξεων. Ο ποιητής επαγγέλλεται τη νίκη του φωτός , νίκη που για να επιτευχθεί, χρειάζεται σθένος , δύναμη ψυχής και αγώνας μεγάλος . Γλυκείς όμως οι καρποί .Ένα βιβλίο του Λεωνίδα Γαλάζη που έχει πολλά να πει με θαυμστό ποιητικό λόγο.

«Ραδιοφωνική Εφημερίδα», 30/7/199

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

μινα2

 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε το 1975 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Kλασσική Φιλολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στο Θέατρο-Εργαστήριο. Διδάσκει Θεατρική Αγωγή στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα Γλώσσας και Λογοτεχνίας καθώς και Θεωρίας και Ιστορίας Θεάτρου. Έχει παρακολουθήσει διάφορα θεατρικά σεμινάρια, υποκριτικής, σκηνοθεσίας και θεατρικού παιχνιδιού. Έχει σκηνοθετήσει και ανεβάσει με τους μαθητές της αρκετά έργα, δικά της και ξένα. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο Varelaki – Σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού. Με ποιήματά της έχει συμμετάσχει σε πέντε συλλογικές εκδόσεις. Ποιήματά, διηγήματά, κριτικές και άρθρα της δημοσιεύονται σε διάφορα έντυπα, ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά και τα Ισπανικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2018) Δεύτερη φύση 65Χαϊκού ΑΩ
(2017) Δοκιμάζοντας το ποίημα, Βακχικόν
(2017) Λίγη φθορά για γούρι, Γαβριηλίδης
(2015) 23 μέρες, Γαβριηλίδης
(2015) Οντισιόν, Βακχικόν
(2013) Εποχή μου είναι η ποίηση, Γαβριηλίδης
(2011) Πληγές, Γαβριηλίδης
(2010) Το σώμα του έγινε σκιά, Ανατολικός
(2009) Η προφητεία του ανέμου, Δωδώνη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2015) Μονόλογοι συγγραφέων, Βακχικόν [ανθολόγηση, κείμενα]
(2015) Μονόλογοι συγγραφέων Βακχικόν [ανθολόγηση, κείμενα]
(2012) Ανθολογία ποίησης και γραπτού λόγου, Παππά, Βασιλική Β.
(2012) Ποιητές στη σκιά, Γαβριηλίδης
(2011) World Poetry 2011, Ιδιωτική Έκδοση

Λοιποί τίτλοι
(2017) Το θέατρο στην ποίηση, Momentum [ανθολόγηση, επιμέλεια]

 

ΒΙΒΛΙΑ2

 

 

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ (2018)
Εξηνταπέντε χαϊκού

 

‘Ο, τι δυνατό,
μέσα στη φαντασία
πάντα υπάρχει.

Τον εαυτό σου
αν αποδομείς, σοφός
μπορεί να γίνεις.

 

 

ΔΟΚΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (2017)

 

Όταν το ποίημα αναζητά καταφύγιο στην ανθρώπινη
ύπαρξη και η ανθρώπινη ύπαρξη σε κείνο

Όταν το ποίημα σφυράει ανοίκειους σκοπούς

Όταν το ποίημα σβήνεται πιο πολύ παρά γράφεται
Όταν το ποίημα αναρωτιέται και στοχάζεται
Όταν το ποίημα διαβάζεται σιωπηλά
Όταν το ίδιο το ποίημα ξέρει να σιωπά

Όταν το ποίημα αντέχει τη σκιά του
Όταν το ποίημα δεν αντέχει τη σκιά του
Όταν το ποίημα γκρεμίζει τα τείχη
μιας ήδη υπάρχουσας παλαιομοδίτικης λογοτεχνίας
Όταν το ποίημα κατατρέχει τον δημιουργό του
με σκοπό να τον στοιχειώσει

Όταν το ποίημα έχει θάρρος
Όταν το ποίημα έχει θράσος
Όταν το ποίημα ερωτεύεται τον αναγνώστη
Όταν το ποίημα δεν ερωτεύεται τον αναγνώστη,
αλλά τον ποιητή

Όταν το ποίημα ξαναδιαβάζεται (πάλι και πάλι και πάλι…)
Όταν το ποίημα αρρωσταίνει από τις πολλαπλές
«λανθασμένες» αναγνώσεις του
Όταν το ποίημα μας υποδεικνύει τον τρόπο
Που θα το διαβάσουμε

Όταν το ποίημα γράφεται στους δρόμους
Όταν το ποίημα γίνεται δρόμος

Όταν το ποίημα διψά για ύψος και φλερτάρει άγρια με αυτό
Όταν το ποίημα αδιαφορεί για το ύψος

Όταν το ποίημα γίνεται φως
Όταν το ποίημα δεν γίνεται φως

Όταν το ποίημα τραυματίζει συνειδήσεις
Όταν το ποίημα στήνει ορατά σκηνικά με υλικό
κάποια αόρατα νήματα μονάχα
Όταν το ποίημα απαιτεί να κυριεύσει το μυαλό και του πιο
στριφνού και απαιτητικού αναγνώστη και το πετυχαίνει
Όταν το ποίημα απλώνεται γυμνό μπροστά σου
και προκαλεί τις αισθήσεις σου και σε ξελογιάζει
Όταν το ποίημα σε εισάγει σε μια νέα πραγματικότητα
Όταν το ποίημα φτιάχνει αγάλματα που κοσμούν
το λογοτεχνικό σύμπαν
Όταν το ποίημα κυριεύει το μέσα σου τοπίο
με μια παράξενη λάμψη

Όταν το ποίημα σε εγκαταλείπει πετώντας μακριά σου
και συ το κυνηγάς με όλη σου την ύπαρξη,
αλλά δεν καταφέρνεις να το αιχμαλωτίσεις εν τέλει.
Όταν το ποίημα προδίδει τους εραστές του αφήνοντάς τους
στα κρύα του λουτρού ν’ αναρωτιούνται
Όταν το ποίημα έχει ν’ αντιπαλέψει τη χαοτική
προσωπικότητα του δημιουργού του
Όταν το ποίημα θυμίζει παιδί που πετυχαίνει
το ακατόρθωτο: να πλένει τα αστέρια, ας πούμε

Όταν το ποίημα ενηλικιώνεται –επιτέλους!

Όταν το ποίημα ισοδυναμεί με μικρό θαύμα

Όταν το ποίημα αφαιρεί ασύστολα και «κόβει»
Όταν το ποίημα σε «κόβει»

Όταν το ποίημα χορεύει
Όταν το ποίημα αλητεύει
Όταν το ποίημα ασκητεύει

Όταν το ποίημα μεταφράζεται σε θάνατο ή σε έρωτα
Όταν το ποίημα είναι προκλητικά υπαινιχτικό
Όταν το ποίημα αποκαλύπτει το ίδιο την ποιητική του
Όταν το ποίημα απαντά σε κακοήθειες, αλλά όχι
στην τρέχουσα γλώσσα -σε άλλη γλώσσα, ειδική γλώσσα.

Όταν το ποίημα έχει απογόνους

Όταν το ποίημα σού δίνει την αίσθηση ότι είναι θάλασσα.
Όταν το ποίημα ε ί ν α ι θάλασσα

Όταν το ποίημα μπαίνει σε μουσείο

Όταν το ποίημα ελυτίζει
Όταν το ποίημα Καβαφίζει
Όταν το ποίημα βερμπαλίζει
Όταν το ποίημα –ίζει γενικά

Όταν το ποίημα σε βάζει μέσα στο εργαστήρι
του δημιουργού του
Όταν το ποίημα ξεκινά να γράφεται από τη μία
και μοναδική μαγική λέξη του δημιουργού του

Όταν το ποίημα ανατρέπει πρότερες γραφές
του δημιουργού του

Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα αλλά παρωδία ποιήματος
Όταν το ποίημα δεν είναι ποίημα αλλά μόνο
μια άσκηση επί χάρτου, ή μόνο γρατσούνισμα
στο χαρτί του δημιουργού
Όταν το ποίημα φλερτάρει το αόρατο
Όταν το ποίημα εμπεριέχει το αόρατο

Όταν το ποίημα παύει να σου «μιλά»

Όταν το ποίημα είναι κάθετο πιο πολύ παρά οριζόντιο
Όταν το ποίημα μοιάζει με ανοιχτό ορίζοντα
Όταν το ποίημα διαδηλώνει μια «άλλη ποιητική» μη ποιητική
Όταν το ποίημα πυροδοτεί λεκτικά συμβάντα
Όταν το ποίημα ξεπερνά τη Μούσα του

Όταν το ποίημα έχει άρωμα αντρικό

Όταν το ποίημα έχει το όνομα και τη χάρη σου

(όταν το ποίημα)

…ποτέ δεν ολοκληρώνεται…

 

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

[1] Στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα ποιήματα

[2] Κι όμως το περιθώριο είναι η αληθινή ζωή

[3] Εκεί όπου ο χρόνος δεν ορίζεται

[4] Και δεν πρέπει να κάνεις το λάθος

[5] να πεις τον αριθμό 24

[6] ή έστω να τον σκεφτείς.

[7] Τα ωραία έρχονται μετά:

[8] Όταν πέφτεις στο κενό του χρόνου,

[9] Όταν ταλαντεύεσαι μαγικά ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,

[10] Όταν αιωρείσαι πάνω από τη λευκή κόλλα χαρτί,

[11] Τότε αλλάζει ο μέσα σου ρυθμός

[12] Και το εσωτερικό τοπίο φωτίζεται

[13] Τότε η αμηχανία σου μοιραία γίνεται λέξη

[14] Και η λέξη γίνεται στίχος.

[15] Στίχος που δεν χωρά σε μια συμβατική μέρα,

[16] Που δεν μπορεί να κλειστεί μέσα σε 24 ώρες -αλλοίμονο!-

[17] Το ξέρεις πια! Σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα

[18] Όταν δεν είσαι αναγκασμένος να μετράς τις ώρες

[19] Και να πρέπει να τις βγάζεις πάντα 24,

[20] Όταν τολμάς να επινοήσεις μια δική σου ώρα,

[21] Τη δική σου ώρα που θα ’ναι συνώνυμη της αιωνιότητας,

[22] Που θ’ αποτελείται από άπειρα λεπτά και δευτερόλεπτα,

[23] Άπειρα ερεθίσματα της ψυχής και της νόησης.

[24] Την ώρα που συνιστά τον δικό σου λόγο για το άρρητο

[25] Την 25η Ώρα: την Ποίηση

 

 

ΛΙΓΗ ΦΘΟΡΑ ΓΙΑ ΓΟΥΡΙ (2017)

 

Α’ ΜΕΡΟΣ
Κυτταρική μέθη

 

ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

Εγκλωβίζονται οι λέξεις
Στριμώχνονται μέσα στις σκιές
Υφαίνουν τη Σιωπή

Σε αναμένουν οι λέξεις
Σε ακούν
Η ανάσα σου χορεύει
με τους εφιάλτες
Το αιδοίο σου συσπάται ασύστολα
στην αναμονή της ομορφιάς.

Σε φιλούν οι αισθήσεις στο στόμα.

Τα βράδια
Ζεις.

 

ΕΣΥ

Ορθώνεσαι ανερμήνευτος
Άρρητη έλξη
Δοκιμάζω τη σιωπή
Τεντώνω το στήθος μου
– μόνη μου τέρψη
Κοιτάω κατάματα τη δική μου τη λέξη
Δεν με καταπίνει -ευτυχώς-
Κι είναι από πάντα δισύλλαβη:
Εσύ.

 

ΔΙΚΗ ΣΟΥ

Δες με!
Καλύτερη και από μαριονέτα.
Λύνομαι
Και πάλι δένομαι
(είμαι θεατράλε)
Σε στραβοκοιτάω!
Το σώμα μου
Αλλάζει σχήμα
Σκέτο ζυμάρι
Πλάθεται ανάλογα
Χύνω πολύ ιδρώτα
για να γίνω η λέξη σου
Το αριστερό μου χέρι
αγγίζει την πλάτη σου.
Το δεξί μου πόδι
χαϊδεύει τη μύτη σου.
Το στήθος μου
αναζητά απεγνωσμένα
το στέρνο σου
(αλλόκοτοι χαιρετισμοί ανταποδίδονται).
Το μάτι μου πάλι
τρώει το δικό σου μάτι
Τ’ αυτιά μου πίνουν μονορούφι
τον βήχα σου
Ένα από τα μπροστινά δόντια μου
ροκανάει τη γλώσσα σου.
Κι όλα αυτά χωρίς να είναι καν
φθινόπωρο.
(Τέλος πάντων, χωρίς να είναι καν
η εποχή των εραστών)
Χωρίς να ελέγχω τις χειρονομίες μου,
Χορεύω τον έρωτα
Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Στο όνομα του έρωτα με επινόησες.
Σε επινόησα και γω.
Ταυτόχρονα όμως,
επινοήσαμε και τους εαυτούς μας.
Και πώς να διαχειριστούμε τώρα
τα πολλαπλά μας είδωλα;
Πώς να συμφιλιώσουμε τα κενά μας;
Λίμνη παγωμένη θυμίζει πια η ποίησή μας
Που απορεί με μας τους γελοίους
πώς τα καταφέραμε έτσι,
ώστε ποτέ να μην συναντήσουμε τις άκρες μας.

 

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

Αγάπη μου,
ποτέ δεν γράφεις βιβλία με καλό τέλος
Πάντα φοράς μόνο το σλιπάκι σου όταν κοιμάσαι
Δεν σου αρέσουν τα ρεμπέτικα τραγούδια
Το χιούμορ σου είναι εκλεπτυσμένο
και σου αρέσει να σε προσφωνούν «κύριε καθηγητά»
Και όταν σου μιλάω
προσποιείσαι ότι μ’ ακούς.

 

Β’ ΜΕΡΟΣ
Μπρος στο αρχικό ερέθισμα

 

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.

Το σώμα έγινε νουβέλα
Για όλες τις μέσα διαδρομές
Τις σκιές
Τις ρήξεις
Πώς μεταφράζεται η ζωή
σε λόγο ποιητικό,
αυτό πρέπει να δείξεις.

Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.

Ξεπερνιέται η άβυσσος.

Κουβεντιάζεται η πληγή.

 

ΛΕΞΕΙΣ

φωνή δεν έχουν
όμως φωνάζουν
αν τις αγαπάς

Κι όταν τις σιωπάς θεριεύουν.
Φτάνει μόνο πάνω στο σώμα τους να περπατάς.
Χωρίς αναπνοή να τις διανύεις.

Να εναποθέτεις σ’ αυτές τις ελπίδες σου.

 

ΑΙΣΘΗΣΗ

Αιωρούμαστε ανάμεσα στα σύννεφα
Φαντάσματα με δάχτυλα μαύρα από καπνό
Ψάχνουμε τις λέξεις για το κενό,
κι αυτές να μην έρχονται,
κι ας είναι το βλέμμα μας καινό.
Το ποίημα είναι παρόν
Το ποίημα λείπει.

Μένει η λύπη
Να μάς γλύφει το θυμό.

 

ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Τίποτα δεν ήταν το ίδιο
μετά από κείνο το φθινοπωρινό απόγευμα.
Τότε που έζησα στο παρόν μου
σε μια ευτυχισμένη ουδετερότητα
Μαζί σου.
Τότε που βυθίστηκα για τα καλά στην πραγματικότητα
-έστω για λίγο-
Κι ούτε μια τόση δα μικρή παράπλευρη σκέψη
(για το ενδεχόμενο κάποιας χαμένης ευτυχίας, ας πούμε)
δεν με απέσπασε από το να κοιτώ μέσα στα μάτια σου
και να νιώθω πως έχω νικήσει τη σιωπή.
Λέξεις και συνδέσεις έκτοτε
-ακατάπαυστα σχεδόν-
συρρέουν εντός μου.
Ήταν αναπόφευκτο, το ένιωθα:
Κάποτε

Θα έγραφα

Ωραία ποιήματα.

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

I

Η ποίησή σου
δυναμώνει το ανοσοποιητικό μου σύστημα.
Καταπίνω μία μία τις πληγές σου με λαιμαργία.
Γίνομαι όμως πιο δυνατή.
Έμαθα πια ν’ αντέχω τις αγριότητες του ναρκισσισμού σου
Στη συνείδησή μου είναι πολλαπλές οι εκδοχές του χειμώνα
Μετασχηματίζω τα ένστικτά μας σε (ποιητικά) ημερολόγια
Δεν κινδυνεύουμε απ’ το σκοτάδι, νομίζω.

Εκείνο κινδυνεύει βασικά
Από το φως που χτίζουν οι λέξεις μας.

II

Το παρελθόν σου
ρέει
μέσα στις λεπτές σου ρυτίδες
Ρυάκια ερήμωσης
Άχαρες αναμνήσεις
Σκοτεινές
Αφιερώνεις το είναι σου ολόκληρο
σε μια αμφίβολη κάθαρση
Αφιερώνεσαι
Να δώσεις μια κάποια λογοτεχνικότητα στα συντρίμμια σου.
Απαιτείται να σκοτώσεις τη ζωή σου
Ή, έστω να σκηνοθετήσεις έναν θάνατο
(συγκεκριμένα τον δικό σου)
Για να κερδίσεις την άλλη ζωή
Εκεί που οι άνθρωποι ζουν
ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν.

III

Με συνεπαίρνει πάντα το γεγονός
ότι οι στίχοι σου μένουν ανολοκλήρωτοι.
Άπειρες ανατροπές
του ενός και μοναδικού κόσμου
(ή των πολλαπλών ειδώλων του, αν θες)
Θανατηφόροι, σχεδόν, δισταγμοί
αναφορικά με την συνέχεια του ποιήματος.
Διαρκώς ταλαντεύεσαι
για το αν θα χρησιμοποιήσεις
τη μία ή την άλλη λέξη (ή μήπως μία τρίτη καλύτερα;)
Η ανισορροπία του υποκειμένου της γραφής
Η ζωή δεν χωρά όλη σε στίχους, το ξέρεις
Το ’χεις χωνέψει το φως
που πάντα σου διαφεύγει
Η άνιση μάχη με την ποίηση
Η εσκεμμένη ή μη κατάργησή της
Το ποίημα μπάζει από παντού.
Το ποίημα μένει πάντα ανοιχτό,
αλλά ποτέ κενό.

 

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Μου φαίνεται ότι αγαπά την ποίηση
περισσότερο από τους εραστές της.
Όμως εντέχνως φροντίζει
τις αποστάσεις της να παίρνει
από τα ποιήματα και τους αφηγητές τους.
Πλησιάζει δηλαδή την ποίηση τόσο όσο χρειάζεται
ώστε να στήσει -με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο-
σκηνικά θελκτικών ερώτων
και άλλα παρόμοια.
Έτσι, οι ποικίλες ηδονικές αισθήσεις ζωντανεύουν
αφού σκηνοθετηθούν δεόντως,
χωρίς να πνίγουν μέσα στην άκρατη αισθηματολογία.
Έτσι, οι άγριες συγκινήσεις τιθασεύονται
και οι στίχοι ευωδιάζουν όμορφα τριαντάφυλλα
-κόκκινα-
ερεθίζοντας και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες.

 

Γ’ ΜΕΡΟΣ
Ονείρων γειωμένη νάρκη

 

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ποτίζω τα αισθήματά μου καθημερινά.
Τα κυκλοφορώ στους δρόμους μετά
να τα θαυμάσουν όλοι –
που είναι έτσι ανθισμένα.
Να θέλουν να τα κόψουν,
αλλά να διστάζουν.
Κι εγώ να διασκεδάζω με τους δισταγμούς τους.
Και να κρυφογελώ.
Κι έπειτα να κόβω ένα και να τούς το δίνω δώρο.
Μια χαρά,
Μια λύπη,
ή μια τύψη –
να φεύγει από πάνω μου.

Να ξαλαφρώνω

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Η Ιστορία του μέσα μου τοπίου
Οριζόντια πιο πολύ παρά κάθετη
Τροφή γίνεται της φαντασίας μου
Με κατασκοπεύουν τα ίδια μου τα όνειρα.
Δεν πιάνω το στυλό –
φοβάμαι τους φόβους μου –
Εσωτερική κατανάλωση
ερωτικών -κυρίως- επεισοδίων
Συρρέουν οι λέξεις από καιρό
Διεκδικούν τον χώρο τους στα κύτταρά μου
Οι αισθήσεις μου ασφυκτιούν μες στα οστά μου
Συρρικνώνονται
Με τις αιώνιες σιωπές μου ανταμώνουν
που ’χουν φωλιάσει πια στο δέρμα μου.

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

«Μαμά, σ’ αρέσουν τα βιβλία;», είπες.
«Ναι, μωρό μου», είπα.
«Και μένα μ’ αρέσει να γλείφω τα λεμόνια»
Μετά από μικρή παύση, «…και τα βιβλία ρε», είπες.
Και πήρες ένα βιβλίο και το έσκισες μπροστά μου.
Φύλλο και φτερό το έκανες.
Άρχισες από τώρα τις αποδομήσεις
Πέντε χρόνων
Λερώνεις τη ζωή
Γράφεις το πρώτο σου ποίημα
Χωρίς τίτλο
Απλώς

 

ΒΑΘΙΑ ΓΝΩΣΗ

Τώρα πια το ξέρω καλά.
Δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου
εκείνο το υγρό και σκοτεινό μέρος
που περνούσα τις μέρες μου
ως κουλουριασμένο ον,
αυτό που «έμβρυο» αποκαλείται.
Όχι, δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου.
Τώρα το βλέπω καθαρά.
Ήταν μία μυστηριώδης
και ανεξιχνίαστη -ως τώρα ακόμη-
κιβωτός,
το Πεπρωμένο μου.

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Χθες το πρωί
σου κλέψαν το ποδήλατο
«Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο»,
σχολίασε ένας φίλος ποιητής.
Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει «είσαι ελεύθερη»
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της
(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι)

 

ΠΟΙΗΣΗ ΤΕΛΟΣ

Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών, τρόπων, συνδυασμών
-για την ασφάλεια ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Όσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Όσοι δηλώνουν ποιητές
Ποίηση τέλος, λοιπόν
Η ευκολία να γράφουν όλοι «ποιήματα»
Άκρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ’ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

 

23 ΜΕΡΕΣ (2015)

 

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς
και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Α.Ξ. Οπουδήποτε μπορώ να παγιδεύσω ιδέες. Και στα
πιο απίθανα μέρη. Ένα ερέθισμα μπορεί να καταγράφει
μέσα μου ή στο μπλοκάκι που πάντα κουβαλώ μαζί μου.
Αυτό το ερέθισμα με ταλαιπωρεί μέχρι να το αποτυπώ-
σω στο χαρτί με κάποιο τρόπο. Μετά αρχίζει η επεξερ-
γασία όλου αυτού που είναι συνήθως μια αργή και βα-
σανιστική διαδικασία, που όμως παράλληλα μου χαρίζει
μοναδική απόλαυση.

[…]
Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που
διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα
μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική
μου γραφή… γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση.

 

Ι

«Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις!
Μ’ ακούς;» του φώναξε από το παράθυρο καθώς
εκείνος έμπαινε στο παλιό του αυτοκίνητο. Και αμέσως
μετά μουρμούρισε: «Μόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι». Μ’
αυτά τα λόγια στο στόμα της η Σοφί έτρεξε και πήρε
το σημειωματάριό της απ’ το καφέ κομοδίνο και άρχισε
να γράφει με λύσσα. Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει
όλοι οι λυγμοί του κόσμου.

«Με νάρκωσαν και με βίασαν».
Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση.
Σθεντόν και ψυχολογική βία.
Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία
Που το σώμα θυμάται.
Μια παλιά υστερία καλύτερα.
Τα τοποθέτησα σήμερα κιόλας (όπως τότε) πάνω στο κομοδίνο μου
για ασφάλεια.
Έχω άλλες 22 μέρες μπροστά μου (και τη μισή σημερινή).
Σθεντόν και βία.
Η βία.
Αυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση
που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του,
αυτή η βία σαν σαράκι
μού κατατρώγει την ψυχή.
Μια δύναμη απολύτως καταλυτική για την ισορροπία μον.
Αναρωτιέμαι αν τα βιβλία σον θα πάρουν ποτέ θέση στο κομοδίνο μου.
(και άρα εσύ στη ζωή μου)

 

ΙΙ

Της λείπει ο λαιμός του.

Οι επιθυμίες μου που σχετίζονται με σένα
ζουν μόνες τους μια χαρά κι έξω από μένα.
Είναι πράγμα θαυμαστό στ’ αλήθεια.
Έχουν τη δική τους αυτόνομη ζωή.
Σε αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλεται η διάρκεια
και η δύναμή τους.

ημέρα δεύτερη (της απουσίας).

 

ΙΧ

Πολλές φορές δημιουργείς ο ίδιος το ερέθισμα που
χρειάζεσαι για να γράψεις. Αυτο-σκηνοθετείσαι.
Δημιουργείς τις συνθήκες εκείνες, το περιβάλλον,
τα συμφραζόμενα που θα σε βάλουν σε πρόσφορη εσωτερική
διαδικασία και που θα σε οδηγήσουν στο ανοίκειο βλέμμα.
Είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη να είναι κανείς
θερμός —αν όχι καυτός— απέναντι στο αντικείμενο της
γραφής του. Σε βαθμό που να ερωτοτροπεί άγρια μαζί
του, σε κάθε εκδοχή, σε κάθε σχεδίασμα. Χρειάζεται να
καίγεται κανείς μέσα του.

Εγώ πάλι ονειρεύομαι την ανοιχτή θάλασσα μαζί σου.
Κι ας ζω στην άκρη της ζωής σου.
Ένα πεδίο άπειρο, ελεύθερο και φωτεινό,
όπου όλες οι λέξεις θα λέγονται με ειλικρίνεια
και μετά θα αθωώνονται.
Είσαι το ποίημά μου, ξέρεις,
αλλά εγώ δε θέλω να γίνω ποτέ το δικό σου.
Με αντέχεις. Ίσον με αγαπάς. Αυτή είναι η ιδανική και επιθυμητή εξίσωση.

 

XIV

Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της.
Επίσης απεχθάνεται το μελό
(σε όλες του τις εκφάνσεις)
Και αν δεν έρθει πίσω κοντά της,
στο δωμάτιό τους, «το σπίτι τους»,
θα πάρει τα σθεντόν της
και θα σκάσει.
Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν.
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.

Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου.
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της,
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια τη νύχτα.

Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μη μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.

Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;

 

ΧΧΙΙΙ

Όλες οι ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος. Άλλοτε
το τέλος το δίνει ο συγγραφέας, άλλοτε ο αναγνώστης.
Πολλοί συγγραφείς δεν αφήνουν τους ήρωές τους να
τους καθοδηγήσουν, αντίθετα, αυτοί καθοδηγούν τους
ήρωες και σαν να είναι εκείνοι μαριονέτες κινούν τα
νήματά τους. Η Σοφί τις γνώριζε καλά όλες τις παραπάνω
εκδοχές όταν του ζήτησε να επανατοποθετηθεί πάνω
στη σχέση τους. «Και μη μακρηγορήσεις άλλο πάνω στη
θλίψη μου» πρόσθεσε στο τέλος.

Ήξερα την έκβαση. Φυσικά και την ήξερα. Αφού στην ουσία
εγώ δημιούργησα το μύθο.
Έβαλα το τέλος που εξυπηρετούσε.
Αυτό το δωμάτιο δε θα μας φιλοξενήσει τελικά.
Αλλά εγώ δε θα χρησιμοποιήσω το γκάζι.
Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο
έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν
πάνω στο κομοδίνο.

 

 

ΠΛΗΓΕΣ (2011)

 

Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ

Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ΄ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.

 

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σχοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ «αγρόν ηγόραζες» και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
Και κείνα μ’ αγαπάνε.

<>|<>

Αναζητούσα τα κομμάτια μου,
μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.

<>|<>

 

ΟΜΟΝΟΙΑ

Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.

<>|<>

Πλήθος ανθρώπων κοντά μου και, τριγύρω,
μα εγώ θέλω στην άκρη μου να γείρω.
Μια γωνίτσα μια ακρούλα να κουρνιάσω
μακριά από όλους
μόνη
να ξενοιάσω.

<>|<>

Είναι κάτι βράδια ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πώς να τα γιατρέψει.

<>|<>

Αφορίζω την ευαισθησία μου
την αρρώστια της ψυχής μου.
Και οργίζομαι και λέω
γιατί εμένα να με πληγώνουν
τα αναπάντητα ερωτήματα
τα ανέκφραστα συναισθήματα
τα γερασμένα μάτια
τα απογεύματα χωρίς εσένα.
Αφορίζω την ευαισθησία.

<>|<>

Κι αυτή η μέρα πέρασε.
Μέτρησα την αξία της με την ομορφιά της ανατολής.
Χωρίς αναστολές την απέρριψα
αδημονώντας για το πρωινό φως.

<>|<>

Εντός του σπιτιού συνομιλώ με ίσκιους.
Πένθιμες άριες χορογραφώ πια.
Μοιρολογώ ευτυχισμένους ήχους.
Μοιρολογώ εικόνες ζωής
που τώρα κείτονται στο τζάκι
παρέα με τις στάχτες.

<>|<>

Δε χωράω στη θάλασσα τ’ ουρανού
κι ας είμαι τόσο δα αστέρι,
χρυσό περιστέρι του νου.
Είναι τέτοια τα όνειρα
που μοιάζουν όρια ατίθασα.
Τόσο μεγάλα
σαν αυτά δεν είναι άλλα.
Δε χωράω πουθενά.

<>|<>

Το τοπίο αλλάζει
οι γραμμές μικραίνουν
κι ο χρόνος άλλος μοιάζει.
Έτσι που οι εποχές αγρίεψαν
κι η θάλασσα παλιώνει,
ο ορίζοντας πώς μοιάζει να θολώνει!

<>|<>

Τα βότσαλα της θάλασσας που ζωγραφίζω
η άμμος που σχεδίαζα βασίλεια
τα ψηλά βράχια καράβια παιδικών ονείρων.
Εσύ μαζί τους.
Έφυγες.
Και μένα με ανακουφίζει να ξέρω
ότι έχεις γίνει ένα
με το σύμπαν.

 

ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Έλα να σεργιανίσουμε τον έρωτα.
Έτσι απλά
να πάμε,
δίχως τα «πώς» και τα «γιατί»
που κουβαλάμε.

<>|<>

Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι.
Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις.
Έχεις λάγνο βλέμμα.
Χαϊδεύεις τα κόκκινα μαλλιά.
Μυρίζεις το σώμα μου.
Εγώ δεν κουνιέμαι.
Σκύβεις
μου φιλάς το λαιμό.
Μετά φεύγεις
σιωπηλός
όπως ήρθες.
Μα εγώ έχω την αίσθηση πως κάτι ψιθυρίζεις,
σαν όνειρο πως λες
«Μη σπαταλάς τις νύχτες σου, δεν θα ‘ρθω.»

 

XEΡΙΑ ΜΟΥ

Χέρια δυσκίνητα
βουνά ακίνητα
απόλυτα θλιμμένα
Χέρια μου,
που ονειρευτήκατε γραφές
δοθήκατε στην Ποίηση,
το ταξίδι της ψυχής μου.
Χέρια,
-σκληρά και μόνα-
τα βράδια
μιλάτε με το μολύβι
σιωπηλά,
τον συρτό του ήχο αφουγκράζεστε
Χέρια μου,
ζείτε τη δική σας ζωή,
έξω από μένα,
και χωρίς.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου,
στο χώρο της ποίησης.
Οικεία και αγαπημένη περιοχή.
Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις.
Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας
το κενό της απουσίας σου.

<>|<>

στην Αγγελική

Ώρες ακίνητη πάνω σε ένα κρεβάτι
να τον περιμένεις.
Παγιδευμένη σε έναν άρρωστο έρωτα
πιο εθιστικό κι από το πιο σκληρό ναρκωτικό.
Είκοσι χρόνια «χαμένα» (αυτή είναι η λέξη τελικά)
Εσύ να καις τη ζωή σου γενναιόδωρα
(γιατί; ξέρεις ότι θα ’χεις κι άλλη;)
Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα ολόκληρο. Εν μέρει μόνο.
Πρέπει να νιώθεις πολύ μόνη, my love.
Σαφώς δυστυχισμένη.
Ως το τέλος, (ποιο θα ’ναι;)

 

 

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ TOΥ ΑΝΕΜΟΥ (2009)

 

Η σκέψη μου
βυθίστηκε
στα χέρια σου

Έχασα εσένα μα κέρδισα την Ποίηση.

 

ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Το αναλωμένο σε ηδονικούς έρωτες σώμα,
Το δοσμένο παντού.
Και στις αγκαλιές χλωμών κοριτσιών –
Χωρίς πνευματικότητα —

Αυτό,
Να αιχμαλωτίσει θέλει
Η πρώτη μου ρυτίδα,
Το πνευματικό μου βλέμμα — χλωμό και ώριμο
Μαζί. Με γνώση.
Όχι σκιές ερώτων…
Να του δείξει
Πόσο απόλυτη ευθύνη είναι η αγάπη.

<>|<>

Η τρέλα του έρωτα δεν ξεγελιέται με τίποτα.

<>|<>

 

Η ΣΚΕΨΗ MOY ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟY

Τα χέρια σου -το μήκος των δακτύλων— δεν μ’ αφήνουν
να ησυχάσω τα βράδια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ όταν για πρώτη φορά μ’ ακούμπησαν,
μ’ έπαιξαν, μ’ απογείωσαν.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση.
Με βασανίζουν έτσι που μου λείπουν τα βράδια και πρωινά.
Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φιλούσα για ώρες.
Και πάλι δεν τα χόρταινα…

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ…

Οι άνθρωποι χάνονται…

Ανύποπτα γλίστρησες έξω από το οπτικό μου πεδίο
Απ’ το κάδρο μου βγήκες…
Γιατί οι άνθρωποι χάνονται… χάνονται… και πάνε.

Τα ποτάμια που σε πήραν εγώ τα μίσησα.

<>|<>

Κάστρο μου… ο έρωτας μου είναι βροχή που θα σε αλώσει.

<>|<>

Απόψε δε θα σε σκεφτώ
Θα κάνω στον εαυτό μου αυτή τη χάρη.
Θα αγνοήσω και το φεγγάρι που κάναμε όνειρα
κάτω απ ’ τη λάμψη του…
Αγγιχτήκαμε… έγειρες το κεφάλι σου στο στήθος μου
Κοιμηθήκαμε κάτω από τη λάμψη του
Ξυπνήσαμε κάτω από τη λάμψη του
Χωρίσαμε κάτω από τη λάμψη του
Κι αυτό κουβέντα.

<>|<>

Χάρτης είν’ η παλάμη σου… και δείχνει όλο τον κόσμο.

 

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ

Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό — προσηλωμένος,
κλειδωμένος ήσουν —
Όπως είδα ένα παράξενο φως να σε λούζει
Ένιωσα να παίρνει άλλο νόημα η ύπαρξη που ήμουν ντυμένη
Σα μαγεμένη, έμεινα ακούνητη στην ίδια θέση.
Τα μάτια μου σε χόρτασαν για μια μόνο στιγμή.
Δεν σ’ ακολούθησα, δεν έτρεξα ξοπίσω.
Όμως κατάλαβα πως η ψυχή μου πέταξε.
Τον ίδιο το δρόμο σου είχε πάρει.

<>|<>

Κάλεσέ με
Η ηχώ σου ν’ ακουστεί
Πέρα στα βράχια
Μέχρι το παλιό ναυπηγείο
Με τα λευκά σπίτια τριγύρω
Που να φιλοξενήσουν τα αγγίγματα
Τις ευωδιές από τα ευλογημένα σώματα
Και τα στόματα
Σαν σμίγουν την ανατολή.

Θα σε ακουμπήσω…
Γιατί παλιά δεν ήξερα
Πού να βάλω τα χέρια τα μάτια την ανάσα
Μην κι ασυλλόγιστα ακυρώσω
Βεβιωμένα απόλυτα δικά σου και δικά μου.

Οικονομία δεν θα έχει πια στα αισθήματα
Στα φιλήματα στα παιχνίδια.
Θα γίνει ύβρις ο έρωτας
Που δεν ενστερνίζεται την ισορροπία της φύσης
Θεωρώντας την αρμονία της θάλασσας με τον ουρανό
—την ώρα που σουρουπώνει— σύμβαση.
Μα θα του δώσει συγχωροχάρτι ο επερχόμενος θάνατος.

Τα μυστικά σοκάκια στο νησί που έχει το όνομά σου
Μαζί θα τα περάσουμε
Εσύ κι εγώ
Όταν οι σκιές δεν θα μας κυνηγούν πια.

Τα ονόματα θα αποκαλυφθούν
στις ασημοβαμμένες γλάστρες το δείλι
Που δεν θα ’ναι τότε θλιμμένο,
αφού σύμμαχός μας θα ’ναι ο καιρός.

Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μιας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ… σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων
Επειδή απαρνηθήκαμε τις προφητείες των φαντασμάτων
Κάποια βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα.

…Τα ωραιότερα
ταξίδια είναι
του μυαλού.

 

ΠΕΡΑΣΜΑ

Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Με βλέπω να περπατώ
Ανάμεσα απ’ το πλήθος
Να περνώ…

Χωρίς να γυρίσουν να με κοιτάξουν
Τα χαμηλωμένα βλέμματα
Οι πόνοι οι κρυμμένοι πίσω από μαύρα γυαλιά
Όλοι την ίδια ηλικία μοιάζουν να ’χουν
Έτσι περνώντας…

Στέκομαι σε απόσταση
Ικανή.
Να με ψάξω μες στους ανθρώπους
Να με βρω
Να με ρωτήσω
Για τον προορισμό, την ταυτότητα,
Την ποιότητα, την ομοιότητα,
Το λάθος, το άλλοθι…

Μα να μην θυμάμαι ούτε το όνομά μου;

 

ΘΛΙΨΗ

Στο κλειστό δωμάτιο
Με τους μαύρους καθρέφτες
Εκεί. Υπάρχει μια αίσθηση
Θανάτου απελπιστικά βαριά
Μυρωδιά πεθαμένου λουλουδιού
τραγουδιού του χρόνου
του φθίνοντος του αγγίζοντος
την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή.

 

ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Και να σκεφτείς,
Ούτε στιγμή δεν πίστεψα
Πως η κοπέλα με τα σανδάλια, τα λυτά μαλλιά, τα μύρα
Η σχεδόν διάφανη
Ήταν η Αφροδίτη.

Κι όμως την είδα να κατεβαίνει
Από ψηλά το κόκκινο βουνό
Με ελαφρό περπάτημα
Αγέρωχο βλέμμα
Πλατύ χαμόγελο.

Μα με προσπέρασε
Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει
Τα βλέφαρα, τα μάτια, το πρόσωπο
Που το βασάνιζε ένα συννεφάκι θλίψης.

 

ΑΝΤΙΛOΓΟΣ

– Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο
– Μα ποιος θεωρεί φύλλα αμελητέα;

<>|<>

Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν.
Δεν κοιμούνται, περιμένουν.
Κι ο χρόνος μένει ακίνητος-κολλημένος σ’ ένα βασανιστικό παρόν …
Που δε λέει να γίνει αύριο.

<>|<>

Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού –
Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη.

 

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Δεν υπάρχουν πιο μακάριοι άνθρωποι από τους μασκοφόρους.
Ξεγλιστρούν ανύποπτα απ’ τις συμβατικότητες του πολιτισμού
Χορεύουν ατίθασα μ’ όλες τις εκδοχές της ύπαρξής τους
Ξεγελούν κάθε υπαινιγμό υποδούλωσης
Εκδίδουν παράνομα αλλεπάλληλες νέες ταυτότητες

Φλερτάροντας ασύστολα με την αιώνια ελευθερία,
Την Ηδονή.

 

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Δεν θα ’θελα να είμαι λέξη.
Να μην συρθώ σαν πόρνη από στόμα σε στόμα.
Να μην με σπαταλήσουν ασυλλόγιστα ασυνείδητοι δημαγωγοί του έρωτα.
Να μην μ’ αλλοιώσουν πένες προδομένων εραστών και μετά γυρνώ
στους δρόμους
Ψάχνοντας να δώσω νόημα στην υπόστασή μου
Γυρεύοντας να τρυπώσω παράνομα στα κιτάπια κάποιου διάσημου ποιητή
Μήπως και σώσω κάτι από την υπόληψή μου.
Δεν θα ’θελα να είμαι λέξη.

 

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΠΟΣΚΕΥΗ

Ένα «θέλω» με βασανίζει χρόνια τώρα.
«Θέλω» πολύπλευρο, πλουραλιστικό, πολυδιάστατο.
Το κουβαλώ μαζί μου κι όταν δεν θέλω.
Θέλω δεν θέλω εκείνο με κυνηγά.
Μου αρέσει μα φοβάμαι κιόλας.
Μήπως αυτό το «θέλω» ποτέ δεν το μπορέσω.

<>|<>

Ζήσαμε ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε πως μας ανήκει
Και πάλι ένα μέρος μονάχα.
Δεν διαθέταμε τη νοημοσύνη των αισθημάτων
Το ένστικτο μας πρόδωσε.
Και φαίνεται τώρα…
Σα να ξεστράτισε ο δρόμος της σκέψης μας τότε…
Έφτασε ο καιρός να αναρωτηθούμε…

<>|<>

Σ’ όσους με αγαπάνε

Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού.
Να σε πηγαίνει η σκέψη σε ό,τι αγαπάς και σου αρέσει.
Και να μην είναι ανάγκη να επιστρέψεις
Αυτά κοντά σου πάντα είναι
Μέσα σου εικόνες αληθινές
Σα να πήγες…
Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα
Σα να πήγες…
Σα να γύρισες…

 

ΥΠΕΡ ΜΝΗΜΗΣ

Τα τραγούδια, τα ονόματα
Τα αρώματα… όλα
Να τα θυμάμαι… ένα προς ένα
Άπαντα… Η λήθη θα σημάνει
Θάνατο.

Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα
Να ’ναι γερό, ατίθασο, ανοιχτό
Σαν κιβωτός,
Αδιάκοπα να δέχεται καινούριους θησαυρούς…
Νεοαποκτηθέντα λάφυρα,
Μυρουδιές και θύμησες,
Μουσικές και θάλασσες…

Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα
Να ’ναι λίγες οι απώλειες και οι φθορές
Λίγες και μετρήσιμες
Να πάρει θάρρος κι η ψυχή
Να συνεχίσει αγέρωχη
Αλώβητη
Από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου
— που ορέγεται κι αυτήν την ίδια την αθανασία της ακόμα

Να πορευθεί με τόλμη -όσο της μένει-
Ν’ αντέξει
Το μυαλό.

 

ΡΟΕΣ

Πού Θα μας οδηγήσει αυτή η βόλτα;
Το χλωμό φεγγάρι, το πληγωμένο αστέρι
και το αγέρι που μας μέθυσε;
Πουθενά δεν φαίνεται να υπάρχει ανάλογη σύνδεση ανάμεσα
στο αθώο μου βλέμμα και στο δικό σου λάγνο χαμόγελο
σαν ταξιδεύει στο άπειρο στο όνομα της στιγμής.

Πού θα μας οδηγήσει αυτή η βόλτα;
Το τοπίο Θ’ αλλάξει ξανά και ξανά
Η ζωή Θα τρέξει μες στα χέρια μου
Το φεγγάρι Θα ζωντανέψει
Το αστέρι Θα γιατρευτεί
Το αγέρι Θα μας ξεχάσει.

Με τις δυνάμεις που διαθέτουμε ώστε ν’ αντέχουμε τη ροή,
Έτσι θα μάθουμε να μετράμε την ουσία της ύπαρξης.

 

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Περάσαμε έρωτες πολλούς.
Ανταμώσαμε σατύρους αγκιστρωμένους
σε σώματα που ‘ξέραν μόνο να ξεχνούν…
Ψυχές δεν γνώρισα πολλές να μου ανοιχθούν σε πλάτος και σε βάθος
Της δικής σου τις διαστάσεις δε λησμόνησα.

Περάσαμε έρωτες πολλούς –
Κρυφά και φανερά —
Μας στιγμάτισαν για να μας αφήσουν μετά
εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε,
Στην πρώτη νιότη.

Μαζί.
Μαζί βαδίζουμε σιωπηλά ακούγοντας τους κραδασμούς
του ανέμου της ζωής.
Τις ελευθερίες μας μοιράσαμε σωστά. Με οικονομία.
Και ο χρόνος μάς σεβάστηκε.

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ (2010)

 

Τριγυρίζω μέσα σ’ ένα σπίτι άδειο. Μόνη. Σέρνομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο, ψηλαφίζοντας μνήμες. Κλείνω τα μάτια. Αφήνομαι στο σκοτάδι. Προσπαθώ ν’ αυτοσυγκεντρωθώ, μήπως και ανακαλέσω λίγη χαρά απ’ το παρελθόν.
Δεν τα καταφέρνω. Φαίνεται πως τα κύτταρά μου έχουν πια νεκρωθεί. Ανεπανόρθωτα. Ο εγκέφαλός μου αχρηστεύθηκε ερήμην μου. Γερνάει και αυτός, όπως κι εγώ. Φθίνω, γιατί δεν μπορώ να νικήσω το χρόνο που με υπερβαίνει. Το σώμα μου έχει αλλάξει σχήμα, έχει βαρύνει. Κι όμως, κοίτα που θα κατοικώ μέσα σ’ αυτό μέχρι το τέλος της ζωής μου! Είμαι σαράντα χρονών. Και θα συνεχίσω να υπάρχω και να συναναστρέφομαι φαντάσματα. Όποιος έχει γευτεί την ευτυχία και την ομορφιά, αρνείται μετά να συμβιβαστεί με την δυστυχία και την ασχήμια. Δεν έχω μάθει να συγκατατίθεμαι στη μιζέρια. Μα θ’ αναγκαστώ να πορευτώ όπως μπορώ,
να μαζέψω τα κομμάτια μου, να βουλιάξω σ’ ένα αδιάφορο παρόν. Διαφορετικά θα χάσω εκείνη. Θα μου την πάρουν άνεμοι μακριά, θεριά θα την κατασπαράξουν, αν την αφήσω… Είναι τόσο μικρή κι ανέμελη, τόσο τρυφερή. Νοιώθω βρώμικη κάθε που την ακουμπώ, που κρατώ το χέρι της…
Φοβάμαι, μήπως άθελά μου της μεταδώσω θλίψη. Δεν θέλω η κόρη μου να φέρει το στίγμα της λύπης. Δεν της αξίζει αυτή η μοίρα. Το χαμόγελό της κλείνει όλη την ουσία του κόσμου τούτου. Το κορμί της λιτό, άυλο σχεδόν, λικνίζεται σε μουσικές ουράνιες. Αβίαστα ζωγραφίζει αρμονικές κινήσεις και ξεχνιέται σε αέναους ρυθμούς. Έχει μέσα της μια περιουσία κλειδωμένη καλά σε κάθε της ίνα, σε κάθε ιστό… Φέρει το σπέρμα ενός ατέρμονου κάλλους. Μια άγια τράπεζα το σώμα της. Ένα θησαυροφυλάκιο το είναι της. Τρομάζω στη σκέψη ότι εκείνη το αγνοεί. Ασυναίσθητα κάνω γκριμάτσες αποδοκιμασίας. Τα μάτια μου πρέπει να ’χουν πάρει παράξενη έκφραση. Ψάχνω να βρω καθρέφτη. Μα είναι σκεπασμένοι όλοι με λευκά σεντόνια. Άσπρα υφάσματα καλύπτουν τα έπιπλα. Σα φαντάσματα, κοιμισμένα ή σε νάρκη. Λες, να βγω γρήγορα έξω, μήπως και ξυπνήσουν και μ’ αρπάξουν, και δεν μ’ αφήσουν ν’ αποτινάξω το παρελθόν… Το κακό παρελθόν… Το καλό, ας το θυμάμαι… Αν δεν έχω μνήμη, θα πεθάνω νωρίς. Εγώ είμαι η μνήμη μου… Η
μνήμη μου παραπέμπει στην ύπαρξή μου… Της δίνει υπόσταση, της δίνει Λόγο. Η σκέψη μου είναι μπερδεμένη. Αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μονοπάτια άγνωστα, σε μυστικές στοές, σε ροές και ξεχασμένα περάσματα. Η
σκέψη μου νοσεί, το μυαλό μου πονάει. Μου ’ρχεται ν’ ανοίξω την πόρτα, να πάρω τους δρόμους, τα λιμάνια, τους σταθμούς, να εξαφανιστώ, να αράξω κάπου στην άκρη του κόσμου, σε μια μικρή γωνιά ξεχασμένη, να κουρνιάσω ανάμεσα σε αγνώστους και να περιμένω το θάνατο να ’ρθει. Και θα ’ρθει. Γιατί θα παρακαλώ μέρα νύχτα. Κι αν υπάρχει Θεός, θα μου τον στείλει, για να με λυτρώσει, να με αδειάσει απ’ το βαρύ φορτίο, αυτό το μολύβι που εγκαταστάθηκε στην ψυχούλα μου. Θα κάνω φτερά, θ’ ανεβώ ίσως ως τον
ουρανό, θα γίνω πανσέληνος και θα εμπνέω στους ποιητές στιχάκια για τον ειλικρινή και ατέλειωτο έρωτα. Σαν ολόκληρο φεγγάρι που θα είμαι, όλοι θα με σέβονται και θα με υμνούν. Άλλοι θα ζηλεύουν, γιατί θα ’μαι αθάνατο: δεν θα ανήκω στη χορεία των ταπεινών και απλών και γήινων και
ασήμαντων πραγμάτων…
Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω. Από στιγμή σε στιγμή θα πεταχτώ στην μαύρη άσφαλτο και, καθώς ξημερώνει, θα με ρουφήξει η ανατολή και θα με στείλει πολύ μακριά. Μα δεν κουνιέμαι. Προσηλωμένη, βλέπω την ψυχή μου να πετά, ενώ το σώμα μου είναι καθηλωμένο στο ξύλινο πάτωμα του
τεράστιου σπιτιού μου. Ακούω τις φωνές της μικρής στ’ αυτιά μου, τα τραγούδια, τις μουσικές, τους κύκνειους χορούς της. Βλέπω τα τεράστια μάτια, το λευκό της δέρμα, τα ροζ χειλάκια που χαμογελούν. Δεν έχω περιθώρια. Θα μείνω…
Αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος.

 

Ιανουάριος 1987. Νύχτα

Είναι δύσκολο να κάνεις τέχνη. Είναι μια περίεργη διαστροφή, που ή την έχει κανείς ή δεν την έχει. Πιστεύω ότι γεννιέσαι, έστω, με το σπέρμα αυτής της διαστροφής και μετά σε κατατρέχει σ’ όλη σου την ζωή, σ’ ακολουθεί παντού,
γίνεται δεύτερη φύση σου, σημείο αναφοράς σου, λόγος ύπαρξης. Είσαι εξαρχής πεπεισμένος ότι αξίζει να πάρεις αυτό το δύσβατο μονοπάτι. Έχεις την βεβαιότητα ότι υπάρχεις στον κόσμο για να φέρεις το φως, να δημιουργήσεις κάτι μεγάλο… Μόνο που για να φτάσεις στο τέρμα, απαιτείται να διανύσεις έναν μακρύ και ανώμαλο δρόμο. Χρειάζεται να περάσεις μέσα από διαδρομές δύσκολες, ν’ απαρνηθείς την ύλη, να υπερβείς τον εαυτό σου… Κάνεις ένα ατέλειωτο ταξίδι — δηλαδή σου δημιουργείται κάποτε η αίσθηση ότι είναι ατέλειωτο. Και ότι ο προορισμός είναι ουτοπία. Κι όμως, έχεις εθιστεί τόσο πολύ στο να βασανίζεσαι, να παιδεύεσαι και να προσπαθείς, που ούτε στιγμή δε σκέφτεσαι σοβαρά να το παρατήσεις… Οι είκοσι τέσσερις ώρες της μέρας σού φαίνονται λίγες, πράγμα που σου προκαλεί δυσαρέσκεια, αλλά
δεν είναι κάτι που περνά απ’ το χέρι σου να το διορθώσεις. Κάνω συστηματική άσκηση και μεθώ απ’ την ίδια μου την κούραση. Ποτέ δεν πίστεψα ότι πέτυχα την απόλυτη αρμονική έκφραση. Πάντα έχω περιθώρια βελτίωσης, ακόμα κι
όταν το κοινό, μαζί και οι κριτικοί, μου ρίχνουν δάφνες και ισχυρίζονται ότι ξεπερνώ προηγούμενες ερμηνείες μου… Νομίζω ότι είμαι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Έχω επίγνωση του δύστροπου χαρακτήρα μου… Όταν δουλεύω μια χορογραφία γίνομαι εγωιστής, πεισματάρης… Λες και μόνο εγώ κάνω κάτι σημαντικό και απαιτώ την αμέριστη υπομονή και το ενδιαφέρον όλων. Τώρα που το βλέπω από απόσταση, μου αναγνωρίζω αυτή την αλαζονεία. Είμαι εμποτισμένος με το μικρόβιο της τελειότητας… Θέλω να ’μαι απόλυτα μόνος, όταν ξεκινώ να δουλέψω ένα κομμάτι. Να βρω τους μυστικούς δεσμούς, τις γέφυρες, να οικειοποιηθώ τα βήματα, να κάνω κτήμα μου τη μουσική… Να ξεκλειδώσω τον μυστικό νέο κόσμο που θα με φιλοξενήσει. Μόνος ν’ ανακαλύψω την καινούργια μου χορευτική μάσκα, πριν την αποκαλύψω έξω, στον κόσμο που περιμένει. Μόνος. Ούτε εκείνη
δεν επιθυμώ. Ούτε εκείνη.

Ποτέ δεν μου είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα ερωτευόμουν χορευτή. Είχα μια περίεργη αντίληψη για τους χορευτές. Ότι ήταν άυλοι, υπερβατικοί, δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Πάντως η γενική μου εντύπωση ήταν ότι δεν πρέπει να ανήκαν στον γήινο μας κόσμο. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ο κόσμος σβήστηκε σα σφουγγάρι. Ακόμα και τώρα αναρωτιέμαι τί βρήκε εκείνος ο Θεός σε μια τυχάρπαστη, άδοξη σχεδόν, φοιτητριούλα παιδαγωγικής που μετά κόπων και βασάνων -και προσωπικά έξοδα- είχε εκδώσει μια μικρή ποιητική συλλογή. Την πρώτη και τελευταία- και μάλλον το μέλλον δεν θα με διαψεύσει.
Κοιτάζομαι στον μεγάλο καθρέφτη. Μισώ τα περιττά μου κιλά, τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια, το ξεθωριασμένο πρόσωπο και τ’ ατημέλητα μαλλιά, τα βαμμένα κόκκινα, μα που το χρώμα τους έχει αρχίσει να θαμπώνει στις ρίζες. Μέσα στη δυστυχία μου πώς βρίσκω το θάρρος ν’ αυτοσαρκάζομαι; Πάντα είχα τέτοιες τάσεις, η αλήθεια είναι αυτή. Το χιούμορ μου ήταν πιο πετυχημένο απ’ τα βαρετά μου στιχάκια. Κατά τη διάρκεια κάποιου καυγά
εκείνος δεν παρέλειπε να μου το τονίσει. Όσο για τα περιττά μου κιλά, δεν ήταν, επουδενί, σε αρμονία με τις τέλειες αναλογίες του αγαπημένου μου. Κι όμως, όταν κάναμε έρωτα, κάθε αίσθημα μειονεξίας εξαφανιζόταν μονομιάς.
Ήταν ο τρόπος του… που μ’ έκανε να βιώνω, έστω και για λίγο, μια απίστευτη σημαντικότητα. Η κοινή μας συνεύρεση ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε ατομική μας ανασφάλεια. Νοσταλγώ τις μαγικές στιγμές του έρωτα. Ασυναίσθητα τα μάτια μου μουσκεύουν, το στήθος μου φουσκώνει. Ξεσπώ σε
λυγμούς.

 

Απρίλιος 1987. Νύχτα.

Ώρες, ώρες αισθάνομαι λίγο σαν την Ιζαντόρα Ντάχναν, που στην αυτοβιογραφία της αναφέρει ότι η τέχνη της χάρισε όλες τις χαρές που της κατακράτησε ο έρωτας. Ο έρωτας που απαιτεί να του αφιερωθείς ολόψυχα κι ας τον χάσεις μετά. Να σε ταξιδέψει σ’ άλλα μονοπάτια απ’ τα ήδη γνωστά
σου, να σε κάνει ένα με το σύμπαν κι ας είναι αυτό αυταπάτη. Εγώ δε γύρεψα το δρόμο του έρωτα, αλλά το δρόμο του Απόλλωνα, του αιώνιου φωτός. Δεν άφησα κανέναν έρωτα να με πληγώσει, θωρακίστηκα στην τέχνη μου, το άλλοθι της μοναξιάς μου. Οι καλλιτέχνες συνηθίζουν να μεταφέρουν
στην τέχνη τους την θλίψη, τον πόνο και τις απογοητεύσεις του έρωτα. Εγώ αναζήτησα την προσωπική γαλήνη και την ισορροπία στις σχέσεις μου, ώστε πιθανές αντιξοότητες να μην με αποσπάσουν απ’ το μοναδικό μου στόχο. Επιφανειακά άγγιξα τους ανθρώπους, υψώνοντας τείχη γύρω μου, στα
οποία «ανεπαισθήτως κλείστηκα μέσα». Έχω κάτι απ’ την τραγικότητα του ήρωα του Καβάφη. Νοιώθω πίκρα συχνά που δεν δόθηκα πολύ στους ανθρώπους — βγάζοντας μάλιστα κι έναν ελιτισμό που με βόλευε. Ήταν μοναδικός ο χορός μου και, εσωστρεφής ως ήμουν, μετουσιώθηκα σε φως: όταν βρισκόμουν πάνω στη σκηνή, αισθανόμουν διονυσιακή μέθη και ηδονή που ήταν όμως περισσότερο διανοητική. Η Έλσα διέγειρε αλλιώς τα κύτταρά μου. Ήξερα πως κάθε παλμός της μου ανήκει, το συναπάντημα των ψυχών μας υπήρξε μοναδικό, όμως, εν τέλει, νομίζω ότι αυτός είναι ο ορισμός
της αγάπης, της αιώνιας, της αληθινής. Έτσι το τοποθετώ τώρα… που μια έκρηξη γίνεται μέσα μου και λέω: «Τί είναι η τέχνη;» Και απαντώ: «Ένας θολός καθρέπτης μπροστά στην κόρη μου, που ’χει τη χαριτωμένη μορφή μιας νεαρής Νύμφης… και που η γέννησή της θα με είχε κλονίσει απεριόριστα,
αν είχα αφεθεί να το απολαύσω. Μα πάντα έβαζα φραγμούς, και, οριοθετώντας τις αντιδράσεις μου, ξεδίπλωνα θετικά ή αρνητικά συναισθήματα με το σταγονόμετρο, μήπως με παρασύρουν σ’ αλλόκοτα μονοπάτια και χάσω τον «υψηλό» προορισμό… Πώς θα ’μουν πιο ευτυχισμένος τώρα, αν είχα χαθεί έστω και λίγο τότε…!

Η απάντηση του ήταν αρνητική. Ορθή κοφτή. Δεν θα αναλάμβανε την σχολή χορού της Λυντίας. Αποφασιστικά μου έδωσε άθελά του ένα ακόμα χτύπημα στην καρδιά. Σιωπηλά οσμιζόμουν το θάνατο που πλησίαζε. Οι νεκροί πολλοί: η χαρά, η δόξα, η κίνηση, τα όνειρα, η αγάπη. Ο Άγγελος είχε πάρει το δρόμο προς το πουθενά. Τα μαθήματα με το παιδί συνεχίζονταν σχεδόν καθημερινά με υπερβάλλοντα ζήλο. Πέραν τούτου όμως, εκείνος δεν έδειχνε να έχει
κανένα άλλο ενδιαφέρον. Είχε απομονωθεί απ’ τους φίλους, συνειδητά πια —αυτά εισέπραττα τουλάχιστον. Κλεισμένος στο μικρά σαλόνι έβλεπε συχνά τις βιντεοσκοπημένες παραστάσεις του παρελθόντος, τα φαντάσματα που ’χαν στοιχειώσει το σπίτι μας… Τον έπαιρνε ο ύπνος με το μπουκάλι στο
χέρι, ενώ η τηλεόραση έπαιζε μέχρι το ξημέρωμα… Αθόρυβα εισέβαλα στο χώρο του, τον παρατηρούσα για ώρα όπως κοιμόταν. Ο ιδρώτας κυλούσε στα μάγουλά του, ενώ στα δικά μου κυλούσαν δάκρυα. Αν και τον έβλεπα σε κείνη την κατάσταση, ένιωθα πως τον αγαπούσα όσο ποτέ πριν. Του έπιανα το χέρι, του χάιδευα τα μαλλιά, τον φιλούσα στα μάτια, έλεγα πως η αφοσίωσή μου θα νικούσε τη φθορά τελικά. Μ’ αυτή την ελπίδα και μια προσευχή στο Θεό, που
δεν ήξερα αν υπάρχει, ξάπλωνα πλάι του ψιθυρίζοντας λόγια τρυφερά, σαν ξόρκια, μήπως και διώξω την κακή μας μοίρα. Χωρίς να το καταλάβω, κοιμόμουν κι εγώ, για να σηκωθώ πάλι το πρωινό πριν από κείνον. Γιατί ο Άγγελος αργούσε πολύ, σα να μην ήθελε να ξανανοίξει τα μάτια.
Καθυστερούσε να ξυπνήσει λες και το ’κάνε εσκεμμένα. Λες και βολευόταν σ’ αυτή την κατάσταση ή είχε πέσει σε ατονία και δεν είχε τις κατάλληλες δυνάμεις. Ήταν συμπτώματα αρρώστιας του μυαλού… κατάθλιψης ίσως.
Η Λυντία μου τηλεφώνησε στενοχωρημένη.
– Σε παρακαλώ, Έλσα, μου είπε, προσπάθησε να τον μεταπείθεις, στο ζητώ σαν χάρη.
– Θα κάνω ότι μπορώ, απάντησα. Ειλικρινά όμως, δεν
πιστεύω ότι θ’ αλλάξει γνώμη… Όλα τελείωσαν, Λυντία, όλα.

 

Ιούλιος 1987. Νύχτα.

Οι μέρες μου είναι βαριές, θλιμμένες… Είμαι ένα περιφερόμενο ράκος. Δεν μπορώ ούτε να δημιουργήσω… Νόμισα ότι θα τα καταφέρω να στήσω την κωμωδία μου, αλλά η πραγματικότητα με διέψευσε. Μόνο στο μπουκάλι βότκα
ξέρω να χαρίζομαι πια… Σιωπώ μπροστά στην Έλσα — και τι να πω; Όλα είναι εις βάρος μου… Οι ισορροπίες χάθηκαν, η φλόγα της δημιουργίας έσβησε μια για πάντα. Τώρα το ξέρω. Η πρότερη ελπιδοφόρα διάθεσή μου δεν ήταν παρά μια τελευταία αναλαμπή. Τα πόδια μου τρέμουν και η ανάσα
μου είναι γεμάτη αγωνία. Μπερδεύω το σήμερα με το χθες. Σαν όνειρο… μου φαίνεται ότι η Έλσα μου επιτέθηκε… Ήταν πολύ δυνατή και μανιασμένη. Δεν θυμάμαι γιατί. Φώναξε και χτυπιόταν, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τα νεύρα της… Σαν να βρισκόταν σε ένθεη μανία, σε έκσταση…! Πόσο αλλιώτικη ήταν…! Δεν την έχω ξαναδεί έτσι…! Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, τα χέρια της κολυμπούσαν στο αίμα… Παλέψαμε, θαρρώ. Η Έλσα μου, η προσωποποίηση της γαλήνης, άλλαξε πρόσωπο. Έγινε σκληρή, δύστροπη, δεν την αναγνωρίζω πια. Όλο και πιο συχνά έχω την αίσθηση ότι πονάνε τα νεύρα μου. Το κεφάλι μου κουδουνίζει. Πρέπει να τρελαίνομαι τελικά. Σήμερα έκανα γύρω στις πέντε φορές εμετό. Τα σωθικά μου ανακατεύονται. Όλα τα όργανα θα
έχουν κολλήσει μέσα μου, θα ’χουν γίνει μια μπάλα συμπαγής. Πιάνω τον εαυτό μου να γελάει διαρκώς… χωρίς αιτία. Αμήχανα στυλώνω το βλέμμα στο κενό. Βυθίζομαι σε σκέψεις ή προσπαθώ να ξεμπλέξω νήματα. Να πάω πού; Να κάνω τί; Ασαφής η πορεία, ανύπαρκτος ο προσανατολισμός. Κατέληξα ανειλικρινής απέναντι σε όλους. Μόνο σε μια κόλλα χαρτί είμαι άξιος να ξεφουρνίσω αλήθειες. Ό,τι δεν τόλμησα να πω σε κείνη, ας το διαβάσει και θα μάθει τί υπάρχει μέσα μου. Πίσω απ’ τη σιωπή συναντάς τα συναισθήματα. Μια ολόκληρη ζωή, εσωτερική, όπου οι κραδασμοί ισοδυναμούν με χίλιες λέξεις. Κουράστηκα…

Ο γιατρός είδε τον Άγγελο ένα καλοκαιρινό πρωινό. Το ραντεβού κράτησε δυο ολόκληρες ώρες. Δεν ήμουν παρούσα στη συζήτηση και δεν γνωρίζω επακριβώς τί ειπώθηκε. Περίμενα στο σαλόνι, επαναλαμβάνοντας διαρκώς την ευχή να βρεθεί μια άκρη. Ο Άγγελος τήρησε την υπόσχεση που μού ’δώσε εκείνη την τελευταία φορά που συνευρεθήκαμε στο σπιτάκι του κήπου. Ίσως ήθελε να εξιλεωθεί για το γεγονός ότι σήκωσε χέρι πάνω μου. Δεν το έκανε ποτέ ξανά και ξέρω ότι χρειάστηκε να πιεστεί πολύ γι’ αυτό, αφού δεν
μπορούσε να ελέγξει πια τα νεύρα του. Η συνάντηση με τον γιατρό ήταν μία και μοναδική. Μάλλον, η μία φορά ήταν αρκετή για να του χαρίσει τη λύτρωση. Μα πού με είχε τοποθετήσει στο μυαλό του; Πριν απ’ το χορό… ούτε να το
σκεφτώ… Δεύτερη; Πριν την αγάπη του για την Ιφιγένεια, τρίτη… ή με είχε πια αποβάλλει απ’ τη συνείδησή του…; Η νέα τάξη πραγμάτων ήθελε το ποτό στο νούμερο ένα των προτιμήσεων του. Ο γιατρός σιγουρεύτηκε ότι ο άντρας μου είναι μανιοκαταθλιπτικός, ότι βρίσκεται σε προχωρημένα στάδια αλκοολισμού και ότι τα φαινόμενα βίας θ’ αναπαράγονται διαρκώς. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο γιατρός μού αποκάλυψε ότι ήταν φιλότεχνος και είχε απολαύσει τον άντρα μου σε αρκετές παραστάσεις στο θέατρο. Μου έδωσε
μέχρι και το τηλέφωνο του σπιτιού του, αν χρειαστώ κάτι έκτακτο, να του τηλεφωνήσω «ό,τι ώρα και να ’ναι». Τον ευχαρίστησα από καρδιάς. Τόσοι άνθρωποι τριγύρω που ενδιαφέρονται, μα το κακό έχει πάρει το δρόμο του. Αλίμονο, σ’ όσους δεν πιστεύουν στις προδιαγεγραμμένες πορείες. Είναι ανίσχυρα τα χέρια του ανθρώπου μπρος το πεπρωμένο κι όλους τους λαβυρίνθους τους αντιμετωπίζει μόνος. «Μονάχος στον έρωτα και το θάνατο…» Κάποια βράδια, με τέτοιες σκέψεις, έπιανα το στυλό να γράψω, μα δεν έβγαινε λέξη. Λένε όταν βιώνεις πόνο και θλίψη, η πένα σου ελευθερώνεται. Μα εγώ τίποτα. Τόσο στείρα από ιδέες και τρόπους υπήρξα! Φαίνεται χρειαζόμουν κάτι πιο βαρύ, ένα θάνατο ας πούμε, όπως τώρα, για να μπω αυτόματα στη διαδικασία. Ίσως να ’ναι μ.Α. (μετά Άγγελον) η έναρξη της
συγγραφικής μου καριέρας. Τα μάγια λύθηκαν. Η αγάπη που με κρατούσε δεμένη έγινε ένα με τα σύννεφα ή τ’ αστέ-ρια ή τη γη, δεν ξέρω. Ή πέταξε στους χίλιους δυο ανέμους συνεπαρμένη απ’ τη γλυκά της αιώνιας λησμονιάς.
Γράφω μέσα σ’ ένα έρημο στοιχειωμένο σπίτι, κρύο και άδειο, όμως νοιώθω δυνατή όσο ποτέ. Συχνά σταματώ, ψάχνω σε κάθε γωνιά, μήπως δω τον Άγγελο. Μόνο καμιά σκιά παίρνει ξώφαλτσα το μάτι μου. Μου φαίνεται ότι μια
ανεπαίσθητη αιώρηση προβάλλεται σε λευκή οθόνη, στους χιονισμένους τοίχους, ενώ το σώμα, κατακερματισμένο πια, είναι σκορπισμένο στις κατευθύνσεις του ορίζοντα —αν αυτό είναι αλήθεια…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Δοκιμάζοντας το ποίημα

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

fractal 24/05/2017

Απαντώντας στις ερωτήσεις

Η ποίηση και η ζωγραφική είναι τέχνες συγγενικές μεταξύ τους. Ένας όμορφος πίνακας ζωγραφικής μπορεί να εμπνεύσει έναν ποιητή και να γεννηθεί ένα όμορφο ποίημα και ένα όμορφο ποίημα μπορεί να εμπνεύσει ένα ζωγράφο να φτιάξει έναν όμορφο πίνακα.

Επειδή, λοιπόν, η ζωγραφική και η ποίηση επηρεάζουν τόσο πολύ η μια την άλλη, τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλά βιβλία, που περιέχουν ποιήματα και έργα ζωγραφικής. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο, της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», που διαβάσαμε πρόσφατα, από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που περιλαμβάνει δύο ποιήματα και δύο κολάζ.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως ένα βιβλίο με μόνο δύο ποιήματα και δύο κολάζ είναι πολύ μικρό και να αναρωτηθεί γιατί να μπει ένας καλλιτέχνης στον κόπο να εκδόσει ένα τόσο μικρό βιβλίο, όμως, έχουμε ξανατονίσει ότι μια έκδοση ενός πολύ μικρού σε μέγεθος βιβλίου, μπορεί να σημαίνει ότι περιλαμβάνει μια ολόκληρη ενότητα, που μπορεί να υπάρξει από μόνη της. Αν ο καλλιτέχνης προσθέσει μερικές σελίδες, τότε μπορεί να χαλάσει το συνολικό αποτέλεσμα. Επίσης, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν κρίνουμε από τον τίτλο είναι μια δοκιμή, ίσως, για να ακολουθήσει κάτι μεγαλύτερο, όπως οι νεότεροι τραγουδιστές, που πρώτα κυκλοφορούν ένα cd-single και αργότερα ένα ολόκληρο cd.

Τα δύο ποιήματα, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη περιγράφουν την ποίηση σε όλες τις εκφάνσεις της κυρίως από τη σκοπιά των ποιητών. Πως αισθάνεται ένας ποιητής, όταν γράφει ένα ποίημα; Ποιες αγωνίες περνάει; Θα διαβαστεί; Δεν θα διαβαστεί; Θα είναι διαχρονικό; Θα ολοκληρωθεί ή θα μείνει μισό; Θα δημοσιευτεί ή θα κλειστεί σε ένα συρτάρι; Θα το καταλάβει ο αναγνώστης; Μήπως, δοθεί λάθος ερμηνεία και ο αναγνώστης νομίσει κάτι άλλο, από εκείνο, που θέλει να πει ο ποιητής; Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει: Και τι μας ενδιαφέρει πως νιώθει ένας ποιητής, όταν γράφει ποίηση; Όμως, αν κρίνουμε από τις ερωτήσεις, που γίνονται στις συνεντεύξεις και στις παρουσιάσεις βιβλίων, μάλλον, υπάρχουν αρκετοί, που ενδιαφέρονται να μάθουν τις αγωνίες του ποιητή. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, λοιπόν, μας δίνει τις απαντήσεις της με τον δικό της ξεχωριστό, ποιητικό τρόπο.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Δοκιμάζοντας το ποίημα», εκτός από τα ποιήματα, περιέχει και δύο κολάζ. Θα λέγαμε ότι και τα δύο κολάζ ταιριάζουν στους στίχους, που διαβάζουμε, ιδιαίτερα στο πρώτο χρησιμοποιείται η μουτζούρα και όταν ένας ποιητής δοκιμάζει να γράψει ένα ποίημα, τότε οι μουτζούρες θα είναι πολλές, καθώς ο ποιητής, που περνάει τις αγωνίες, που περιγράφονται στο βιβλίο, δεν μένει ποτέ απόλυτα ικανοποιημένος από τον εαυτό του.

Στην αρχή του βιβλίου της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Δοκιμάζοντας το ποίημα» υπάρχει μια αφιέρωση: «στους ποιητές που οι λέξεις τους μου γεννούν τις άλλες λέξεις». Σε αυτή την αφιέρωση, υπάρχει όλη η σεμνότητα της ποιήτριας και η βαθιά γνώση, πως στην ποίηση δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Αν κάποιος γράφει στίχους χωρίς να διαβάζει ποίηση, τότε δεν είναι ποιητής. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει διαβάσει πολύ ποίηση και αυτό το έχουμε διαπιστώσει από τη διακειμενικότητα προηγούμενων έργων της, που είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε, αλλά και από το καινούργιο της βιβλίο, που αναλύσαμε.

 

Λίγη φθορά για γούρι

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

«Fractal», Δεκέμβριος 2017

Ούτως ή άλλως, έρωτας

Πολλοί ποιητές σήμερα ασχολούνται με τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος, τόσο στα αντικείμενα, όσο και στον άνθρωπο και ο κάθε ποιητής την αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τη φθορά, που θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε θέμα κλισέ, όμως, ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζουν οι ποιητές έχει τη σημασία του και εκεί ακριβώς υπάρχει όλο το ενδιαφέρον.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Λίγη φθορά για γούρι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης».

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη, εύλογα προκαλεί απορία. Μπορεί η φθορά να είναι γούρι; Μήπως, πρόκειται για έναν θετικό χαρακτηρισμό έτσι ώστε να εξευμενίσουμε τη φθορά; Όπως για να εξευμενιστεί η μόνιμα φουρτουνιασμένη θάλασσα του Πόντου πήρε το επίθετο «Εύξεινος» και όπως, όταν χύνεται κρασί στο πάτωμα και λέμε ότι είναι γούρι, ενώ ξέρουμε ότι μπορεί να αφήσει λεκέ. Τι γίνεται, όμως, όταν, τη φθορά τη βλέπουμε σε ένα πρόσωπο, που είναι δίπλα μας; «Πεθαίνουν ποτέ τ’ αστέρια; / Φταίει ίσως που σχεδόν ασπρίσαν τα μαλλιά σου», γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη στο ποίημα «Φόβος». Όταν, βλέπεις το πρόσωπο, που είναι δίπλα σου να φθείρεται, φοβάσαι, ακόμα και αν: «μια απλή γρίπη είναι μόνο».

Το ερωτικό στοιχείο, φαίνεται να κυριαρχεί στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη, καθώς υπάρχουν ποιήματα, που αναφέρονται καθαρά στον έρωτα, αλλά και ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση, με ερωτικό υπόβαθρο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι στίχοι της ποιήτριας έχουν χρώμα κόκκινο, όμως, το κόκκινο είναι όχι μόνο το χρώμα του έρωτα, αλλά και το χρώμα του αίματος, δηλαδή του πόνου, γιατί μόνο, όποιος έχει πονέσει, μπορεί να είναι ποιητής: «Τα ποιήματα πάντα κόκκινα / κόκκινα / με πόνο κόκκινο / με κόκκινο πόνο. / Με πόνο.» Όσο, όμως, κι αν υπάρχουν καταστάσεις, που πονάνε, ο άνθρωπος πρέπει να αντέχει. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας προτρέπει: «Να πορεύεσαι με απώλειες. / Και να αντέχεις.» Και για να αντέξει η ποιήτρια καταφεύγει στην ειρωνεία: «σου αρέσει να σε προσφωνούν «κύριε καθηγητά» / και όταν σου μιλάω / προσποιείσαι ότι μ’ ακούς.»

Πολλά ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι» αναφέρονται στην ποίηση και έχουμε δει σε αρκετές παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών να γίνονται ερωτήσεις στους ποιητές από το κοινό για την ενασχόλησή τους με την ποίηση. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη προλαβαίνει τις ερωτήσεις με απαντήσεις ποιητικές: «Για να γράψεις ποίηση / χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου» και αλλού: «Ένα μυστήριο ξαγρυπνά / που «ποίηση» λέγεται. / Κι όλα ερμηνεύονται αλλιώς», ενώ σε άλλο σημείο, η ποίηση συνδέεται με την πεζή πραγματικότητα δίνοντας μια κοινωνική κι επίκαιρη υπόσταση στο ποίημα: «Τα καλύτερα ποιήματα / τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά / στην τράπεζα».

Σε ορισμένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι», υπάρχει διακειμενικότητα, που αλλού υποβόσκει και αλλού τη βλέπουμε φανερή στους τίτλους των ποιημάτων. Έτσι, έχουμε το ποίημα: «Με τον τρόπο του Μπρεχτ» και τα ποιήματα «Καβάφης» και «Αναλογία», που αναφέρονται και τα δύο στον Καβάφη και ιδιαίτερα στο πρώτο υπάρχει διάχυτη η καβαφική ειρωνεία. Χαρακτηριστικό είναι και το ποίημα, που αναφέρεται στην τραγική σκηνή της Ιλιάδας, όπου ο Έκτορας αποχαιρετά την Ανδρομάχη και τον μικρό Αστυάνακτα με μια πολύ συγκινητική περιγραφή.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Λίγη φθορά για γούρι» είναι μια από τις πιο όμορφες, που διαβάσαμε τελευταία και καταφέρνει να αποδώσει τα αισθήματα της ποιήτριας ως δώρο προς τους αναγνώστες και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια στο ποίημα «Παιχνίδι»: «Να κόβω ένα και να τους το δίνω δώρο. / Μια χαρά, / μια λύπη, / ή μια τύψη».

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2017

Το θέατρο στην ποίηση

Συναντώ το όνομά της εδώ και μερικά χρόνια. Πάντα πλάι στα ποιήματα, τις συνεντεύξεις, τις κριτικές για τα βιβλία των φίλων που αξίζει πάντα να σκύψει κανείς. Μα πάνω απ΄όλα στους στίχους. Κάπως έτσι η Ασημίνα Ξηρογιάννη καταγράφεται ανάμεσα στους εκφραστές της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας. Η φωνή της, συνεπής, δημιουργική και πρωτότυπη έρχεται να συμπληρώσει με τρόπο εκλεκτό την εντόπια κριτικογραφία. Θεατρικές σπουδές και κλασσική φιλολογία. Οι συνοπτικές πληροφορίες στο διάσημο πια διαδικτυακό της περιοδικό, αφήνουν πολλά δίχως επισημάνσεις. Ταπεινή και εργατική, η Ασημίνα, με το παράξενο, νυχτερινό της όνομα δείχνει το δρόμο, φωτίζει διακριτικά μα ξεκάθαρα, την οδό της συνέχειας για τις γενιές που έρχονται. Αυτές που φορτώθηκαν ερήμην με το βάρος μιας κρίσης μ΄ατέλειωτα, μακρινά προπύλαια χάνοντας την επαφή με την τέχνη που υπηρετούν. Κάτι σαν τα δικά μας, τα σύγχρονα φυσικά που ανοίγουν διάπλατα, καλύπτοντας μια σειρά από σύμβολα και πόζες.

Μιλώ για εκείνες τις γενιές που μπορούν να βρουν στη σύνθεση της ποιήτριας μερικά συστατικά για το παρόν τους και να αποτυπώσουν μια επαρκή εικόνα για τη σύγχρονη βιβλιογραφία, αντλώντας από την κριτικογραφία της.
Ωστόσο, επιλέγοντας κανείς, μες στους κόλπους αυτής της ανάγνωσης το ρόλο του ακροατή, αδιαφορώντας πλήρως για το εργαστήριο που άλλοτε φλέγεται και πάλι αφήνεται στο περιθώριο, υψώνοντας τις σημαίες της πίστης στο αυθεντικό, το πρωτότυπο έργο νιώθει περισσότερο τα ποιήματα της Ασημίνας. Οι σκόρπιες καταχωρήσεις σε διαδικτυακό επίπεδο, περιλαμβάνουν σχεδόν τις ίδιες συνθέσεις. Εδώ το πρόσωπο δεν είναι πρώτο, μα γράφεται και προφέρεται για λογαριασμό όλων. Είναι μια τίμια χειρονομία, μια αφορμή για εκείνα τα κυκλαδίτικα βιβλία που τείνουν προς τα εντός και που κάνουν τη διαφορά σε κάθε καλλιτεχνική έκφραση. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη πλουτίζει τον εξαιρετικά διευρυμένο κατάλογο των νέων εκδόσεων, πάντα σε πείσμα των ισχνών καιρών. Στη Λίγη φθορά για γούρι των εκδόσεων Γαβριηλίδη που κυκλοφορεί αυτό το καλοκαίρι, η δημιουργός επανέρχεται στα ποιήματα. Δίχως κοριτσίστικες αφέλειες, με ύφος ντόμπρο και καρδιά σπασμένη, -έτσι τη θέλησαν για πάντα οι ποιητές-, φθάνει από τους δικούς της δρόμους. Το θέατρο παραμένει μια τρυφερή εκδοχή του έργου της. Από κάποια πλατεία που θ΄απομείνει για πάντα απατηλή επαναλαμβάνει τα λόγια της. Ο ρόλος την θέλει με σπασμένο κόκκινο φουστάνι να θυσιάζεται γι΄αυτόν τον κόσμο. Την βρίσκω στον δρόμο που άφησε κρυμένο η σπουδαία Λευκή Μολφέση. Τόπους τόπους θυμάμαι ξεκάθαρα τα σπασμένα υαλικά, κάτι μεσημέρια αυτοκρατορικά του θανάτου. Στέρεψαν τα χέρια της και τώρα τον χρόνο μετρούν τα χιονισμένα της μαλλιά και τα σημάδια που γράφουν οι καιροί. Τον μετρούν τα ποιήματα και οι θυσίες. Κάτι σπάνιες παντομίμες που ξοδεύτηκαν σαν ζωγραφιές στον άνεμο. Αυτή είναι η γλώσσα των τραγουδιών της Ασημίνας Φτιαγμένες απ΄το πρώτο πληθυντικό της σπαραχτικής μας ύπαρξης. Εκείνο το αφοπλιστικό, το επίρρημα της ύπαρξης.

Και ύστερα πάλι, με μια άλλη της ιδιότητα η συγγραφέας πια, υπηρετεί την τέχνη της από μια άλλη σκοπιά. Εκείνη του ερευνητή που όμως, προικισμένος με αισθητική και διάθεση, υπηρετεί το θέατρο. Ποίηση, λόγος και πλατείες στο βιβλίο των εκδόσεων Momentum Το θέατρο στην ποίηση. Η ερευνήτρια καταλογογραφεί έναν ευρύτατο κατάλογο ποιημάτων και δημιουργών που έθεσαν το θέατρο στο φόντο. Στίχοι που άντλησαν απ΄την υποβλητικότητα, απ΄το υπονοούμενο μιας παράστασης. Με σχετικές σπουδές, η Ασημίνα Ξηρογιάννη αθροίζεται στα λιγοστούς δημιουργούς της γενιάς της που σκύβουν με μεράκι και επιμέλεια πάνω στον εμπλουτισμό της σύγχρονης κριτικογραφίας.Μια απλή, αποσπασματική ανάγνωση του Θεάτρου επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη της ποίησης και του δράματος. Με αφετηρία το αρχαίο θέατρο η ποίηση τίθεται στο προσκήνιο για την ερευνήτρια, όπως δηλώνει η ίδια. Είτε οι ποιητές απευθύνονται στο φανταστικό κοινό τους, είτε ανοίγουν παράθυρα μες στις σκιές ξανά και ξανά, πλουτίζουν τις εξαίσιες κινήσεις αυτού του κόσμου. Συνθέτουν μια σπάνια αισθητική της τέχνης όταν συμπληρώνει τη σημασία της μ΄άπειρες μορφές. Οι περιεκτικές της αναφορές στους ποιητές και τα έργα φανερώνουν την ολοκληρωμένη έρευνα που προηγήθηκε προκειμένου να καταρτιστεί το πρωτότυπο βιβλίο των εκδόσεων Momentum.

Ένα σημείωμα, σαν αυτό είμαι βέβαιος πως λίγα κατορθώνει να πει για το πολυσύνθετο έργο της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Η παρουσία της μέσα από προηγούμενες συνεργασίες της με τις εκδόσεις Βακχικόν αλλά και οι εξαιρετικές κριτικές της που φιλοξενούνται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, συνιστούν δείγμα της παρουσίας της νέας δημιουργού στα πνευματικά πράγματα της εποχής.

Εγώ κρατώ από εκείνη τα επιρρήματα της συντριβής. Απασφαλίζω τους στίχους που αφήνει μυστικές στη Λίγη Φθορά της και δίνω στις λέξεις μου ένα φιλί, σαν φυλαχτό. Η νύχτα είναι ασημένια, τα ποιήματα αδέσποτα πετούν πίσω απ΄τα φώτα των θεάτρων. Θέλει η ποίηση την έκπληξη και τη φθορά

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2017

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την ποίηση για γούρι,

ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη διακρίνεται από τις συχνές μεταστροφές του ύφους και κυρίως της φόρμας της. Ενώ το 2013, σε μία κορυφαία δημιουργική πνοή, με τη συλλογή «εποχή μου είναι η ποίηση» μετατρέπει την ποίηση περί ποιητικής σε κοινωνική ποίηση αποτυπώνοντας με εξωστρέφεια σε ολιγόστιχες συνθέσεις τη μαυρίλα των χαλεπών καιρών της κρίσης, το 2015 με το υβριδικό «23 μέρες» αλλάζει φόρμα και ύφος σε έναν συνδυασμό ποίησης και εσωστρεφούς νουβέλας. Η νέα της ποιητική συλλογή «λίγη φθορά για γούρι» (Γαβριηλίδης, 2017) συνεχίζει την πορεία της εσωτερικότητας στα βάθη του συναισθηματικού κόσμου.

Παρά τις χαρακτηριστικές διαφορές όμως στη θεματική και τη φόρμα, η Ξηρογιάννη έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος. Χαρακτηριστικό της έκφρασής της είναι ψευδοδιαλογικό β’ ενικό που κυριαρχεί στη στιχουργία της, άλλοτε σε προστακτική έγκλιση (επειδή ήμασταν εμείς, δική σου) κι ενίοτε σε υποτακτική (πού, σύγκριση) δίνοντας έτσι διαλογική κίνηση στην στιχουργική της. Συχνά βέβαια το β’ πρόσωπο λειτουργεί ως ένας ψευδής χαρακτήρας πίσω από το προσωπείο του οποίου κρύβεται το ποιητικό εγώ (πού, εσύ, απλή αριθμητική, δική σου). Αλλά και το πρωτοενικό υποκείμενο είναι συχνά μυθοπλαστικό/υποκριτικό, χωρίς να ταυτίζεται με την ίδια την ποιήτρια.

Τούτες όμως οι συνεχείς εναλλαγές από το «υποκριτικό» εγώ στο «υποκριτικό» εσύ (πού, όμως εμείς) μαζί ενίοτε και με ένα α΄ πληθυντικό διαμορφώνουν ένα σκηνικό ύφος. Το θεατρικό ύφος εκτός από τους παραπάνω λανθάνοντες διαλόγους υποστηρίζουν και οι ερωτήσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ, πού, στο όνομα του έρωτα, φόβος) με τις διαλογικές αποστροφές (με τον τρόπο του Μπρεχτ, φόβος). Και την ίδια στιγμή ένας δραματικός λυρισμός διαχέεται στη στιχουργική της που δομείται στην προφορικότητα. Το λιτό ύφος και η οικεία γλώσσα σε συνδυασμό με το εξομολογητικό ύφος («κυτταρική μέθη») διαμορφώνουν μία θεατρική ποιητική με στοιχεία ρομαντισμού.

Οι αντιθέσεις (με τον τρόπο του Μπρεχτ) διαμορφώνουν ένα ύφος μελαγχολικό που ισορροπεί με το διαλογικό στυλ. «Μικρές» αρνήσεις (στο όνομα του έρωτα, ένα γράμμα) στα θέλω του ποιητικού εγώ προσδίδουν μία αίσθηση θλίψης. Είναι οι καθημερινές απογοητεύσεις της συμβίωσης, της ίδιας της ζωής (φόβος, ένα γράμμα, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου) που με πάθος αγωνιά το ποιητικό υποκείμενο να ξεπεράσει (ο λύκος μου, σύγκριση, απλή αριθμητική).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πώς η ποίηση και οι λέξεις εισέρχονται στην ποιητική της ως μέρος μίας διασπασμένης θεματικής (τα βράδια, ένα γράμμα, ένα ποίημα που ζητά να του δοθεί υπόσταση, μ’ αφήνεις να μιλάω μόνη μου, η γοργόνα και ο βασιλιάς). Βέβαια όλη η ενότητα «μπρος στο αρχικό ερέθισμα» είναι αφιερωμένη στην ίδια την ποίηση. Αν και η ποιητική αυτοαναφορικότητα είναι εσωστρεφής, στην περίπτωση της Ξηρογιάννη είναι μία στάση στην πορεία περί ποιητικής που χάραξε από το 2013. Άλλωστε, και οι «23 μέρες» είναι στην ουσία η γένεσις της ποίησης.

Το γνώριμο πιο διαλογικό ύφος και το α΄ και β΄ ενικά γραμματικά πρόσωπα μέσα στο σκηνικό πλαίσιο εμφανίζονται σε όλη την ενότητα. Είναι ακριβώς σαν τον διάλογο του ποιητικού με το βίωμα, σαν ένας επίλογος που δίνει το ερέθισμα στην ποιητική έμπνευση (η αρχή του ποιήματος ή ποιητικής στίγμα, σχεδόν μαγικό, στοιχεία ποιητικής, μοιραία συνάντηση, η ποιήτρια, τα καλύτερα ποιήματα, ένα ποίημα για μένα). Επίκεντρο της ενότητας είναι οι ίδιες οι λέξεις (λέξεις, για να γράψεις ποίηση, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον, περιμένοντας το ποίημα).
Η τρίτη, ωστόσο, ενότητα της συλλογής, αποκαλύπτει την ποιητική ωριμότητα της Ξηρογιάννη καθώς γίνεται υπαρξιακή με μία ελεγχόμενη εξωστρέφεια («ονείρων γειωμένη νάρκη»), αλλά πάντα με επίκεντρο το ποιητικό εγώ που ταυτίζεται με την ποιήτρια (παιχνίδι).

Πειραματίζεται με αφηρημένες έννοιες προσωποποιώντας τις (η ενοχή, απόγνωση, μοίρα) μέσα από το βίωμα που το μετατρέπει σε αναζήτηση για το άτομο και το μέλλον (περιμένοντας μωρό, Αριάδνη, ονοματοθεσία, ανοιχτοί λογαριασμοί, βαθιά γνώση). Επεξεργάζεται παραμύθια (πικρή ιστορία) και φέρνει στην επιφάνεια υπαρξιακές αγωνίες από το βυθό του ψυχισμού της, ενώ συχνά μία ποιητική ειρωνεία εξάγεται (σκηνή από τη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας, έτσι είναι τα ποιήματα), αν και η ειρωνεία εντοπίζεται σε όλη τη συλλογή (φόβος, ένα γράμμα, Καβάφης, αθώων λογοκλοπών εγκώμιον).

Παρά την εσωστρέφεια που ελλοχεύει στην ποίηση περί ποιητικής, η Ξηρογιάννη την αξιοποιεί ως μέσο εξωτερίκευσης υπαρξιακών αγωνιών και ατομικού ψυχισμού. Και τούτο αποτελεί μία διαχρονική σταθερά στο ποιητικό της έργο, παράλληλα με τον θεατρικό χαρακτήρα και τη σκηνική ζωντάνια των συνθέσεών της. Το βίωμα συνδέεται με την ποιητική, η ψυχολογία με τις λέξεις και τους στίχους και τα πρόσωπα συμπλέκονται σε μία –ολιγάνθρωπη μεν, μα– έντονα διαλογική ποιητική σκηνή.

 

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

poeticanet.gr, τχ. 30, Νοέμβριος 2017

H καινούρια συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη ιχνηλατεί καταστάσεις που εκκινούν από το καθημερινό, για να φθάσει σε βιώματα βαθύτερα, για να μιλήσει για φόβους και ανομολόγητες αλήθειες. O τίτλος του βιβλίου είναι παρμένος από έναν στίχο του ποιήματος Φόβος, που περιλαμβάνεται στην πρώτη ενότητα της ποιητικής συλλογής. Σε αυτό το ποίημα μια γυναίκα μιλά για τον αγαπημένο της, καθώς βλέπει τα σημάδια της φυσικής φθοράς να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους στα μαλλιά του:

Μα εγώ θα πάρω μόνο δύο φέτες της φθοράς σου
Ίσα που να τις βάλω μες στο ποίημα.
Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου
Λίγη φθορά για γούρι.

Όπως στο προαναφερθέν ποίημα, έτσι και σε άλλα της συλλογής, καταγράφονται σκηνές μεταξύ δύο προσώπων. Ακόμη και στην περίπτωση όπου υπάρχει μονόλογος, ο αναγνώστης αισθάνεται τη βεβαιότητα πως απέναντι από τον ομιλούντα ή την ομιλούσα στέκεται ένας βουβός ακροατής, ένα πρόσωπο που συχνά διαγράφεται έμμεσα στους στίχους, όπως στο ποίημα Απλή Αριθμητική:
Όταν δεν μετράς τη σιωπή σωστά, αυτό,
ισοδύναμο είναι του θανάτου.
Χρειάζομαι την απουσία των λέξεών σου
…..
Να σε νιώθω κοντά
-και να είσαι.
Όταν χάνω το μέτρημα,
να με διορθώνεις.

Άλλοτε πάλι, ο δέκτης παραμένει ολότελα αφανής προς τα χαρακτηριστικά του, αλλά είναι εκεί, ακούγοντας προσεκτικά τα όσα το ποιητικό υποκείμενο καταθέτει ως σκέψη, εσωτερική αγωνία ή βιωμένη εμπειρία, ενώ κάποτε ακροατής γίνεται ο αναγνώστης, αφού σε όλα τα ποιήματα υπάρχει ένας τόνος προσωπικής εξομολόγησης, που φέρνει τον αναγνώστη πιο κοντά, τον κάνει να ακούσει τη γραφή, να την αισθανθεί ως μια φωνή που ψιθυρίζει για τις μικρές και ανεπαίσθητες φθορές της ζωής:

Αιωρούμαστε ανάμεσα στα σύννεφα
Φαντάσματα με δάχτυλα μαύρα από καπνό
Ψάχνουμε τις λέξεις για το κενό,
κι αυτές να μην έρχονται,
κι ας είναι το βλέμμα μας καινό.

Αυτές οι φθορές εντάσσονται σε τρεις διακριτές ενότητες. Στην πρώτη, που επιγράφεται Κυτταρική μέθη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνονται τα ερωτικά. Στα ποιήματα αυτά υπάρχει μια πρωτογενής καταγραφή της σωματικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας που εμπλέκει έντεχνα το σώμα, την ύλη με τους εσωτερικούς ψυχικούς κραδασμούς:

Στην άκρη του χαμόγελου
γκρεμίζονται οι πόνοι
και αλλού:
Χωρίς να ελέγχω τις χειρονομίες μου,
Χορεύω τον έρωτα
Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

Παράλληλα όμως με το ερωτικό βίωμα, συναντάται σε αυτά τα ποιήματα ένας κοινός τόπος: η πάλη της σιωπής με τις λέξεις, αγώνας να ειπωθεί μια αδιόρατη αλήθεια, που μόνο ο έρωτας μπορεί να αποκαλύψει:

Εγκλωβίζονται οι λέξεις
Στριμώχνονται μέσα στις σκιές
Υφαίνουν τη σιωπή

Τελικά το ερώτημα που ανακινείται είναι: μπορεί ο χρόνος να σπαράξει την βαθύτερη μέθεξη του ανθρώπου στην αιωνιότητα, τη στιγμή που δοσμένος στον έρωτα ενώνεται με τις κοσμικές δυνάμεις της δημιουργίας; Μπορεί να διαρκέσει το εφήμερο; Γράφει η ποιήτρια:

Ν’ αγγίξω μέσα σου ό,τι ανέγγιχτο υπάρχει
Να σε διαβάσω σαν χίμαιρα
Να σε εξημερώσω.

Στη δεύτερη ενότητα που επιγράφεται Μπρος στο αρχικό ερέθισμα το θέμα του αγώνα για τον λόγο, τον λόγο που μπορεί να διαβεί τα σύνορα του αισθητού, που μπορεί εν ολίγοις να κάνει την υπέρβαση των ορίων που θέτει η αντίληψη στον άνθρωπο, γίνεται προφανέστερο:

Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.

Ξεπερνιέται η άβυσσος.

Κουβεντιάζεται η πληγή.

Τα ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ποιήματα ποιητικής και αφορούν την προσπάθεια καταγραφής της μαγικής διαδικασίας της ποιητικής γραφής. Τα ποιήματα περιπλανώνται από το παρελθόν και τις αναφορές στην ιστορία της λογοτεχνίας (όπως στον Καβάφη) έως τον άχρονο κόσμο, όπου ο δημιουργός επιδίδεται με θέρμη στην αναζήτηση της φωνής του, μιας φωνής που μπορεί να ξεφύγει από τη φθορά της θνητότητας και να καταγράψει κάτι πέραν αυτής, με την πίστη στο αθάνατο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης:

Το ξέρεις πια… Σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα

Στα περισσότερα ποιήματα της τρίτης ενότητας (Ονείρων γειωμένη νάρκη) εξακολουθεί ο τόνος της καταγραφής βιωμένων καταστάσεων, συχνά στη μικρή κλίμακα της οικογένειας και των οικείων προσώπων. Μέσα από μικρές οικογενειακές ιστορίες οι μεγάλοι φόβοι γίνονται πιο οικείοι και γι’ αυτό πιο ανεκτοί:

Δεν ήταν η κοιλιά της μάνας μου
εκείνο το υγρό και σκοτεινό μέρος

Ήταν μια μυστηριώδης
και ανεξιχνίαστη –ως τώρα ακόμη –
κιβωτός,
το Πεπρωμένο μου.

Εδώ κάνουν την εμφάνισή τους και τα παιδιά: αυτά γίνονται τα μόνα που μπορούν να διαπραγματευτούν με το χάος της φθοράς, αυτά μπορούν να μαγέψουν τις κρυφές ανησυχίες, τους παλιούς πόνους και μέσα από την αθωότητα να τους μετατρέψουν σε δύναμη ζωής, αλλά και σε μια πιο ουσιαστική ενατένιση του κόσμου:

Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

Εραστές, φίλοι, αδέρφια, παιδιά, ποιητές, μυθολογικά πρόσωπα περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, για να μας αποκαλύψουν τα μικρά μυστήρια που συγκροτούν τη ζωή, αυτά που κάποτε κινούνται απαρατήρητα, αλλά γνέθουν αδιάκοπα τον ιστό της πραγματικότητας. Σαν τον θεό Πάνα, που, όπως γράφει η ποιήτρια, κάθε σούρουπο:

κλείνει το μάτι στους ανθούς της καστανιάς.
Σμήνος τρελαμένες μέλισσες
-οι μαινάδες –
τον ακολουθούν πιστά
στο όρος
όπου θα επαληθευτούν
για άλλη μια φορά
-μοιραία-
τα ένστικτα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.bookpress.gr, 29.10.2017

«Χύνω πολύ ιδρώτα / για να γίνω η λέξη σου»,
Η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη διακρίνεται για την ισορροπημένη τρυφερότητα που δεν εκπίπτει σε κούφιους συναισθηματισμούς, για την αμεσότητα και την ειλικρινή έκφραση μιας βαθιάς βιωμένης αλήθειας. Η ποιήτρια δεν κρύβει την αλήθεια της πίσω από τις λέξεις ούτε την υπονοεί• την ομολογεί ευθαρσώς και ευθύβολα, χωρίς να καταφεύγει σε λεκτικούς εντυπωσιασμούς και δαιδαλώδεις νοηματοδοτήσεις. Παρόλη την εκφραστική τους απλότητα, οι στίχοι της καταφέρνουν και λειτουργούν πολυεπίπεδα, ενώ παράλληλα μεταδίδουν στον αναγνώστη το κυρίαρχο αίσθημα του ποιήματος. Σε αυτό συμβάλλει και ο εσωτερικός ρυθμός των ποιημάτων της, ο οποίος σε οδηγεί αβίαστα, καθώς τα διαβάζεις, μέχρι και τον τελευταίο στίχο.
Στην πέμπτη της ποιητική συλλογή Λίγη φθορά για γούρι κυριαρχούν ο έρωτας, η γυναίκα και η ποίηση. Θα σταθώ στην ποίηση και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο η Ξηρογιάννη πραγματεύεται τη σχέση ποίησης και ζωής. Θα μπορούσε να πει κανείς πως στη συγκεκριμένη συλλογή επιχειρεί να ορίσει με στίχους τα χωροχρονικά, ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης.

Για την Ξηρογιάννη, η ποίηση συναντά τη ζωή στα περιθώρια της καθημερινότητας, στις πιο κοινότοπες κι απρόσμενες στιγμές, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον παράδοξο.

Τα καλύτερα ποιήματα
τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά
στην τράπεζα
μέσα στην αναμονή
«Τα καλύτερα ποιήματα»

Όπως ομολογεί η ποιήτρια, υπό αντίξοες συνθήκες, στα συντρίμμια της μέρας, στις εσχατιές της ζωής, προκύπτουν οι καλύτεροι στίχοι, αφού περιδιαβεί πρώτα η ψυχή κάποιου και βρει τις κατάλληλες λέξεις.

Για να γράψεις ποίηση
χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου
Να βάζεις φωτιά στα παγόβουνα
«Για να γράψεις ποίηση»

Τα ποιήματα έχουν πάντα το κόκκινο χρώμα, σαν να κλειδώνουν μέσα τους τον πόνο. Ταυτόχρονα, όμως, γίνονται έσχατο καταφύγιο κι ελπίδα, αναπληρώνοντας απουσίες και καλύπτοντας τα κενά που αφήνει η ζωή που τρέχει. Ενίοτε, αποτελούν και το παυσίλυπό της. Με την ποίηση –άλλοτε χαμηλόφωνα και άλλοτε δυνατά– κουβεντιάζονται τα τραύματα κι εξημερώνεται η φθορά, για να μη φοβίζει.

Γιατί δεν μ’ αφήνεις να σε κάνω ποίημα;
Να σε κλειδώσω καλά με τις λέξεις μην μου φύγεις
Ν’ αγγίξω μέσα σου ό,τι ανέγγιχτο υπάρχει
Να σε διαβάσω σαν χίμαιρα
Να σε εξημερώσω.
«Ο λύκος»

Αφενός, η ποίηση δεν μπορεί να εκφράσει ακέραια τη ζωή και να χωρέσει όλο το ανείπωτο της ύπαρξης. Αφετέρου, δεν ταυτίζεται χωροχρονικά με τη ζωή, αλλά την ξεπερνά. Εξάλλου, οι λέξεις ζουν και πέρα από τον θάνατο. Η ποίηση ανθίζει στο άχρονο και την αιωνιότητα, σε μια ώρα που δεν υπάρχει για τους πολλούς, σε μια 25η ώρα, σύμφωνα με την ποιήτρια.

[24] Την ώρα που συνιστά τον δικό σου λόγο για το άρρητο
[25] Την 25η Ώρα: την Ποίηση
«Η ώρα της ποίησης»

Η ώρα της ποίησης είναι η ώρα του ονείρου, που δίνει μορφή στη φαντασία. Είναι η ώρα που ο νους κοιτάζει προς τα πίσω και αναστοχάζεται. Είναι η ώρα που ξυπνούν ηδονικές και άγριες συγκινήσεις. Είναι μια στιγμή προσωπικής αναμέτρησης με τους εφιάλτες, μια ευκαιρία υπέρβασης.

Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.
«Υπέρβαση»

Η ποίηση για την Ξηρογιάννη δεν είναι απλώς μια φλύαρη αποτύπωση του εσωτερικού της κόσμου. Είναι το φως που την οδηγεί στην ουσία των πραγμάτων και σε μια συνάντηση με τον άλλον.

Το σώμα μου
Αλλάζει σχήμα
Σκέτο ζυμάρι
Πλάθεται ανάλογα
Χύνω πολύ ιδρώτα
για να γίνω η λέξη σου
«Δική σου»

Συνεπώς, πρόκειται για μια σχέση, ένα αγώνισμα αλήθειας με αβέβαιη έκβαση. Όπως όλες οι σχέσεις, έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να περικλειστεί σε προκαθορισμένα σχήματα και συγκεκριμένα όρια. Μοιάζει με ταξίδι στο άγνωστο, γεμάτο προκλήσεις και παγίδες.

Το να βάζεις τίτλους στα ποιήματα
είναι όπως όταν βάζεις όρια στις ανθρώπινες σχέσεις.

Το ποίημα, λοιπόν, δεν εξαντλείται ποτέ, είναι πάντα ανοιχτό κι επιδέχεται μεταμορφώσεις. Μόλις μπαίνει τελεία και δημιουργείται μια επίφαση ολοκλήρωσης, γεννιέται ξανά η ανάγκη να συναντηθούν η ποίηση με τη ζωή πάνω στο χαρτί. Άλλωστε, το ομολογεί και η ίδια η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους της συλλογής:

Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.
«Ποίηση τέλος»

Μέσα από αυτή τη συνάντηση η ποίηση σου επιτρέπει να σταθείς στο παρόν με τις δικές σου δυνάμεις κι όχι με τους σκληρούς όρους που επιβάλλει στανικά η τρέχουσα επικαιρότητα. Ίσως αυτός είναι και ο ύψιστος σκοπός της, σε μια εποχή που αντιμετωπίζει κάπως αμήχανα την ποίηση και τους ποιητές. Ίσως τελικά η ποίηση είναι η μόνη δύναμη του κόσμου, που γεννά το καινούριο, παίρνοντας λίγη από τη φθορά του για γούρι.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

frear.gr, 12.10.2017

Η ποίηση της Ασημίνας έχει έρωτα, έχει φόβο, έχει φθορά, έχει θάνατο, έχει λόγο ύπαρξης. Είναι ένας ζωντανός λόγος, έτσι όπως η ποιήτρια αφήνεται σε αυθόρμητη, σχεδόν αυτόματη γραφή, να βγάλει από μέσα της το πλούσιο υπόστρωμα, το βαθύ και πυκνό. Δεν υπολογίζει τα τραύματα, άλλωστε η ποίηση η αληθινή τα εμπεριέχει είτε το επιδιώκει είτε όχι, είτε το ξέρει είτε όχι. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο, σε απολύτως ιδιωτικό τόνο, ελπίζοντας πως ο λόγος της θα βρει τον δρόμο για τον αλλότριο, τον ξένο, τον αναγνώστη, που θα αναγνωρίσει μέσα από το δικό της βίωμα τον εαυτό του. Όταν εγκαταλείπει το «εγώ» της προσωπικής της αλήθειας, ανοίγεται σε μια εξομολόγηση στο έτερον, το «εσύ», και απλώνει τον εαυτό της ως να το φτάσει. Όχι ότι έχει, φυσικά, ιδιαίτερη σημασία για την ποίηση αν επιτυγχάνεται η επαφή. Και μόνον η επιθυμία ή, έστω, η απολεσθείσα αίσθηση της επαφής, αρκεί για να κινητοποιηθεί ο μέσα κόσμος και να βρει έδαφος ο λόγος να ανθίσει.

Κοιτάω κατάματα τη δική μου τη λέξη
Δεν με καταπίνει -ευτυχώς-
Κι είναι από πάντα δισύλλαβη
Εσύ.

Χαρακτηριστικό της γραφής της ο κοφτός, απότομος και προσγειωτικός ενίοτε στίχος, σαν να θέλει να απευθύνει τον λόγο της χωρίς πολλά πολλά φορτώματα, μόνο τα απαραίτητα προς κατανόηση ουσιαστική. Η ποίησή της έχει παρελθόν, κυτταρική μνήμη (για να παραλλάξω τον τίτλο της πρώτης ενότητας της συλλογής, κυτταρική μέθη), που την κρατά σε στέρεο έδαφος και δεν την αφήνει να χαθεί στο χάος απατηλών αισθήσεων, σε προσομοιώσεις της πραγματικότητας. Είναι γήινη, όσο πρέπει, είναι λυρική ελάχιστα, ίσα για να αγγίξει το ποιητικό στερέωμα. Έχει φθορά αναπόφευκτα, γιατί δεν γράφει σε στεγανά δωμάτια, γεμάτα από αποστειρωμένες επιθυμίες, από ηλικίες που έμειναν στάσιμες, από αγγίγματα αδιαβροχοποιημένα. Εδώ η ποίηση είναι αληθινή. Η ποιήτρια και ο λόγος της μεγαλώνουν μαζί σε φυσικό χρόνο, σε φυσικά μεγέθη. Ο λόγος της στάζει αίμα, έχει χρώμα κόκκινο της φωτιάς και των χυμών που την ταράζουν.

Τα ποιήματα πάντα κόκκινα
με πόνο κόκκινο

Ίσως μόνον έτσι να γράφεται ερωτικός λόγος, μόνον έτσι. Να υπαινίσσεται όλο αυτό που υπάρχει κάτω από την επιφάνεια των λέξεων. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια ασπαίρουσα ζωή. Αν τα χρωματίζαμε τα ποιήματά της, το κυρίαρχο χρώμα θα ήταν το κόκκινο, και ένα κατακόκκινο εξώφυλλο θα έδινε την πρώτη αίσθηση της εισόδου σε ένα παλλόμενο και σπαρασσόμενο εσωτερικό τοπίο. Προτίμησε το υπαινικτικό και διάσπαρτο κόκκινο στο έργο του Κυριάκου Γουνελά για να υπογραμμιστεί καλύτερα η παρουσία του φλεγόμενου κόκκινου ανάμεσα στα άλλα χρώματα. Μια εξαιρετική «συνομιλία» ανάμεσα στον τίτλο, το εξώφυλλο και το περιεχόμενο του βιβλίου.
Νομίζω πως όλη η αίσθηση που σου αφήνει η ποίησή της συμπυκνώνεται σ’ αυτό το ελάχιστο αλλά εξαιρετικό θραύσμα ερωτικού λόγου, κατασταλάγματος ζωής και εμπειρίας βιωμένης:

Λυσσομανούσε ο άνεμος
Η θάλασσα ανταριασμένη
Η γοργόνα πάλευε με τα κύματα
Η τρίαινά της έσπασε στα βράχια,
την ώρα που η ψυχή της γκρεμιζόταν στον Άδη.
Κι ο βασιλιάς ποιήματα έγραφε πλάι στο αναμμένο τζάκι
για γοργόνες που μάγευαν ναύτες γοργοτάξιδων καραβιών
και τους μάθαιναν τραγούδια για τον Έρωτα.
(Η γοργόνα και ο βασιλιάς)

Και είναι τότε που η ποίηση μοιράζεται, όπως η αγάπη μοιράζεται, όπως ο πόνος. Το ποίημα ανοίγει διάλογο.
Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.
Ξεπερνιέται η άβυσσος.
Κουβεντιάζεται η πληγή.

Στα ποιήματα αυτά εντοπίζονται στοιχεία ποιητικής, είτε ξεκάθαρα μέσα σε αυτοαναφορικά ποιήματα είτε σαν κρυμμένες παρακαταθήκες πίσω από τις λέξεις. Γιατί αυτά τα ποιήματα την ίδια ώρα που μιλούν για τον έρωτα στοχεύουν και το ίδιο το σώμα της ποίησης. Πώς γράφεται, για παράδειγμα, ένα ερωτικό ποίημα; Με ποια επιλογή λέξεων; Με ποιο αίσθημα κυρίαρχο στον λόγο; Ή μήπως γράφεται χωρίς καθόλου πυξίδα, με μόνο τον ερωτικό παλμό, ακόμα και στην απουσία του προσώπου – ίσως κυρίως τότε;

Οι λέξεις σου να εκπλήσσονται
και να εκπλήσσουν
Μοιραία

Ή αλλού:
Το ποίημα μένει πάντα ανοιχτό,
αλλά ποτέ κενό

Αλήθεια, μια σειρά λέξεων, που διαρκώς μακραίνει, ανανεώνοντας τον λόγο ύπαρξής της, αυτό είναι το ποίημα; Χωρίς αρχή και τέλος; Γιατί ακόμα και η αρχή του -η αφορμή του- είναι ψηφίδες μαζεμένες τυχαία από τον κόσμο γύρω, θα μπορούσαν να είναι άλλες και όχι αυτές ή θα μπορούσαν αυτές οι ίδιες να φτιάξουν μια άλλη εικόνα, ένα άλλο νόημα. Η δική σου ώρα, αυτή που δηλώνεται από την ποιήτρια ως η ώρα της αιωνιότητας, δεν είναι απολύτως δική σου. Το ποίημα φεύγει από τα χέρια σου και παίρνει άλλη όψη μόλις συναντήσει κάποιον που θα επιδιώξει την επικοινωνία μαζί του. Ο πρώτος που εκπλήσσεται είναι ο δημιουργός του, και κάθε φορά που το διαβάζει μια άλλη διάσταση του δίνει, μια άλλη ερμηνεία. Οι λέξεις του εκπλήσσονται για τη γειτνίασή τους, και ο ποιητής νιώθει πρώτος απ’ όλους τι σημαίνει το ποίημα είναι ανοιχτό.

Είναι σημαντική και η απομυθοποίηση της ποίησης, με τη ρομαντική της μορφή, όπως κάποιοι ακόμα τη βλέπουν. Αν ο ποιητής ζει μέσα στη ζωή, αντλεί από την καθημερινότητά της, την πεζότητά της, τότε και ο λόγος του αυτό κάνει. Παίρνει την απλή εικόνα, συχνά τη μίζερη και τη θνητή, και την απογειώνει σε κάτι άλλο, σε μια άλλη μορφή που ζητά την ανάγνωση για να νοηθεί.

Τα καλύτερα ποιήματα
τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά
στην τράπεζα
μέσα στην αναμονή
[..]έσπερνα σκέψεις
θέριζα ποιήματα
[…]να γραπώσω το χρόνο απ’ τα μαλλιά
να διασώσω τη μέρα μου

Επιλέγω από τα ποιήματά της ένα τετράστιχο με τέσσερις λέξεις/ρήματα, που σοφά παραθέτει η ποιήτρια με την εσωτερική τους σύνδεση και την καθόλου τυχαία σειρά:

Αναιρούμαι
Ανθίζω
Αναπλάθομαι
Ανήκω

Μοιάζει αυτό το τετράστιχο των τεσσάρων μόλις λέξεων να συνοψίζει την άποψή της για τη ζωή, να δίνει την πορεία, μοιραία και αναπόφευκτη, προς την ολοκλήρωση την εσωτερική. Η αναίρεση αρχικά, ως κανόνας ζωής, η διαρκής εναλλαγή ως πηγή δημιουργίας. Ό,τι δεν κινείται πεθαίνει. Η διάθεση για ανατροπή αυτών που δεν γεννούν ζωή. Έτσι έχεις την ελπίδα να ανθίσεις, με μια ανανέωση ζωοδότρα, να προχωρήσεις στην ανάπλαση, με μια νέα μορφή που κι αυτή θα εμπεριέχει τα ψήγματα μιας πιθανής αναίρεσης. Κύκλος της ζωής. Τέλος η θέση σου στον κόσμο, να ανήκεις, κυρίως να γνωρίζεις κάθε φορά γιατί ανήκεις, πού ανήκεις, και με ποιους μαζί. Τα τέσσερα αυτά ρήματα κινητοποιούν το πρόσωπο, και δίνουν έναυσμα στο ποιητικό υποκείμενο να δημιουργήσει.

Η Ασημίνα δεν μας απογοητεύει με τις δημιουργίες της, τις προσφέρει με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Έτσι όπως δένει τον έρωτα με τη δημιουργία, το ποίημα με τη ζωή, την απώλεια, τη φθορά και τον θάνατο με τη συνέχιση των μορφών, μοιάζει να τα έχει πει όλα. Η ποίηση, όπως και η ζωή είναι μέθη, είναι νάρκη, είναι όνειρα, είναι γείωση, προσγείωση και συμφιλίωση με τον κανόνα της ύπαρξης. Η Ασημίνα πατάει πάνω στα απολεσθέντα και συνεχίζει, στην πιο ώριμη στιγμή της, θεωρώντας τη φθορά των σωμάτων και των πραγμάτων ένα γούρι για την πορεία της.

 

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΣΙΟΤΙΝΟΥ

Fractal Σεπτέμβριος 2017

Ποιήματα που ερωτεύεσαι….,

Δοκιμάζοντας τα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, διαπίστωσα ότι τα ποιήματα έγιναν δρόμος, έγιναν φως, χόρεψαν, αλήτεψαν, ασκήτεψαν, μεταφράστηκαν σε έρωτα ή σε θάνατο, έγιναν θάλασσα, φλέρταραν το αόρατο κι εμπεριείχαν το ορατό. Τελικά, ερωτεύτηκα τα ποιήματα και αυτά ερωτεύτηκαν εμένα. Γιατί το ποίημα ερωτεύεται τον αναγνώστη!

Αυτό συμβαίνει με την ποίηση της Ασημίνας. Δεν μπορείς να μην ερωτευτείς τα ποιήματα. Όσο και ν’ αντισταθείς, η γοητεία τους σε παρασέρνει σε λεωφόρους, σε δρόμους, σε σοκάκια και σε γειτονιές. Κυτταρική μέθη, λοιπόν. Έκσταση που σε οδηγεί σε ταξίδια σ’ άλλες πολιτείες, σ’ άλλους πλανήτες και σ’ άλλα σύμπαντα, έρωτας γιατί στον αστερισμό του έρωτα ποντάρουμε τη ζωή μας.

Για να γράψεις ποίηση χρειάζεται να καίγεσαι μέσα σου και η ποιήτρια καίγεται, φλέγεται από την επιθυμία να μετουσιώσει σε λόγια τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Να βάζεις φωτιά στα παγόβουνα και η Ξηρογιάννη με την ποίησή της λιώνει τους πάγους, ξεπερνάει τον εαυτό της και αναδύεται στην επιφάνεια των πραγμάτων. Για να γράψεις ποίηση χρειάζεται το βλέμμα σου ν’ αρπάζεται. Να διαδίδεται σαν σπίρτο. Ραγδαία. Και το βλέμμα της είναι διεισδυτικό και πανταχού παρόν. Για να γράψεις ποίηση πρέπει οι λέξεις σου να εκπλήσσονται και να εκπλήσσουν. Μοιραία. Και οι λέξεις της Ξηρογιάννη διεγείρουν και τον πιο δύσκολο αναγνώστη, εκπλήσσοντας ευχάριστα.

Οι λέξεις φτωχές για να περιγράψουν τα συναισθήματα που ξεπηδούν μέσα από τα ποιήματα της ποιήτριας .Εγκλωβίζονται οι λέξεις. Στριμώχνονται μέσα στις σκιές. Υφαίνουν τη σιωπή. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να εναρμονιστούμε με το ανείπωτο, γιατί το ξέρεις πια – και το ξέρουμε όλοι μας – ότι σε ένα άχρονο παρόν ανθίζουν τα ποιήματα. Η ποίηση τούτη μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τα εμπόδια και τα προβλήματα της καθημερινότητας, αντιμετωπίζοντας τη ζωή μ’ ένα χαμόγελο. Γιατί το ξέρεις πια – και όλοι εμείς το ξέρουμε – ότι στην άκρη του χαμόγελου γκρεμίζονται οι πόνοι.

Λίγη φθορά για γούρι λοιπόν. Λίγη όχι πολλή. Φθορά, όπως τριβή, όπως διάβρωση. Όχι δημιουργία, όχι γέννηση. Αναδιάρθρωση ίσως. Φθορά, όπως φθαρμένο, παλιό. Παλιό όμως γνώριμο. Γεμάτο εμπειρίες, αναμνήσεις, μυρωδιές, γεύσεις, αρώματα και χρώματα. Και να το γούρι, μπρος στο αρχικό ερέθισμα, ονείρων γειωμένη νάρκη. Και να το γούρι που θα μας συντρέξει για να μην αφανιστούμε από το χάος. Η τέχνη που θα μας βοηθήσει να νικήσουμε το θάνατο. Η τέχνη και η ποίηση.

Μα εγώ θα πάρω μόνο δύο φέτες της φθοράς σου
Ίσα που να τις βάλω μες στο ποίημα.
Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου
Λίγη φθορά για γούρι.
Έτσι για να’ μαι περήφανη που παντρεύτηκα το χάος,
Αλλά δεν αφανίστηκα απ’ αυτό, ωστόσο.

Σαν ρέουν οι λέξεις όλα ανθίζουν. Ξεπερνιέται η άβυσσος. Κουβεντιάζεται η πληγή. Διαβάζοντας Ασημίνα Ξηρογιάννη, όχι μόνο κουβεντιάζεται αλλά και ξεχνιέται η πληγή. Ξεχνιούνται τα βάσανα και η δυστυχία. Μετριάζεται ο πόνος. Οι άγριες συγκινήσεις τιθασεύονται και οι στίχοι ευωδιάζουν όμορφα τριαντάφυλλα -κόκκινα- ερεθίζοντας και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Δεν ξέρω αν είμαι απαιτητικός αναγνώστης, αλλά η ποίηση της με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, να σε ανυψώσει. Η ποίηση της Ξηρογιάννη δεν μου ξυπνάει μόνο μνήμες, αλλά και με καλεί – μας καλεί – σε εσωτερικά ταξίδια, του μυαλού και της καρδιάς.

Λίγα ταξίδια στη ζωή μου έχω κάνει
και αυτά ποιητικά, κυρίως, τα λες
Και κάθε φορά που η καρδιά το δρόμο χάνει,
είναι οι λέξεις που αναδύονται ορθές.

Η ποίηση αυτή είναι αντίδοτο στη θλίψη και τη μελαγχολία που πολλές φορές μας επισκέπτεται χωρίς τη θέλησή μας, στη θλίψη και τη μελαγχολία που κατατρύχει την ύπαρξή μας, που μας συνθλίβει, δηλητηριάζοντας το παρόν μας και καταστρέφοντας το μέλλον μας.

Η θλίψη πάλι μου χτυπάει την πόρτα.
Τα περασμένα χρόνια
με είχε στείλει στα Τάρταρα
(άπειρη ήμουν και αφέθηκα)
Αφού γλύτωσα (από καθαρή τύχη ειν’ η αλήθεια)
Έμαθα με τον καιρό
Να την διαχειρίζομαι.

…………………………………

Ναι, η θλίψη πιο επίμονα από ποτέ μου χτυπάει την πόρτα.
Μα αυτή τη φορά δεν πρέπει να της ανοίξω.

Υπέροχη γραφή από μια ποιήτρια που πλέον έχει καθιερωθεί στις συνειδήσεις μας και στο ποιητικό σύμπαν και «γίγνεσθαι». Μια ποιήτρια που μ’ αυτή της συλλογή μάς υπενθυμίζει για μια ακόμη φορά ότι ήρθε και θα παραμείνει, μια ποιήτρια που γράφει με την ψυχή και την καρδιά.

Γιατί τα ποιήματα δεν γράφονται μόνο με λέξεις.
Ή, για να το θέσω αλλιώς – πιο σωστά, ίσως –
τα ποιήματα δεν γράφονται πρώτα με λέξεις.
Προηγείται εκείνη η διαδρομή της ψυχής,
η εσωτερική,
η μοναχική,
η εύφορη,
που θα φέρει – εν τέλει- μπροστά σου τις κατάλληλες λέξεις,
(κι εσύ θα αναλάβεις να τις συνδυάσεις, έτσι ώστε…)

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι θάνατος και έρωτας συμβαδίζουν στην ποίηση της Ξηρογιάννη. Ο έρωτας ως αντίδοτο στο θάνατο, ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη της ζωής, ο έρωτας και η ποίηση που βοηθάνε τον άνθρωπο να ξεχάσει τη θνητότητά του.

Κάθε βράδυ
πέφτουν οι αντιστάσεις
τα βλέφαρα χρωματίζονται στο σκοτάδι.
Ένα μυστήριο ξαγρυπνά
Που «ποίηση» λέγεται.
Κι όλα ερμηνεύονται αλλιώς
Κι όλα παίρνουν το όνομα ενός έρωτα

ή ενός θανάτου.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

http://www.diavasame.gr, Ιούλιος 2017

«Η μαγιά μου για την αναδιάρθρωση του κόσμου»

Παρακολουθώ την ποιητική πορεία της Ασημίνας Ξηρογιάννη τα τελευταία χρόνια και την εκτιμώ για το ταλέντο, τη γυναικεία ματιά της και την ευαισθησία της, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι η νέα της ποιητική συλλογή, με τον εξαιρετικό αυτό τίτλο, με κέρδισε απολύτως και ολοκληρωτικά από το πρώτο ποίημα έως το τελευταίο. Τρυφερότητα συναισθήματος, ομορφιά και πίκρα του έρωτα, «μυρωδιά» γυναίκας πραγματικής, υπαρκτής, όχι ιδεώδους, και κυρίως «μυρωδιά» ανθρώπινη, χωμάτινη, αληθινή. Κι αυτή η ποίηση, η ποίηση της πραγματικής ζωής, όπου ο αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πρόσωπο του ποιητή ή της ποιήτριας, είναι η ποίηση που αγαπώ πάντα και ξεχωρίζω. Γιατί καλά τα «μαλάματα» με τα οποία τη φορτώσαμε, καλοί οι διανοητικοί και οι λεκτικοί ακροβατισμοί και η άγρα εντυπώσεων, αλλά η ποίηση πρέπει να είναι σαν το ψωμί, για όλους.

Χωρισμένη σε τρεις ενότητες (Κυτταρική μέθη, Μπρος στο αρχικό ερέθισμα, Ονείρων γειωμένη νάρκη) η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει προφανώς μια εσωτερική αρχιτεκτονική, καλά δομημένη: ο Έρωτας, η Ποίηση, η Γυναίκα, έτσι τουλάχιστον τις «διαβάζω» εγώ, τρεις ενότητες με ποιητική συγγενική, βασισμένη στην εικόνα και το συναίσθημα, αλλά και σουρεαλιστική στους συνειρμούς της που ξαφνιάζουν και εντυπώνονται στον αναγνώστη. Δεν λείπουν οι αναφορές σε ποιητές-τοτέμ όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης και η Μάτση Χατζηλαζάρου, αλλά και η απεύθυνση, ειδικά στην πρώτη ενότητα, σε έναν Ποιητή, χωρίς όνομα αλλά με μορφή ολοζώντανη, που αναδύεται μέσα από τους στίχους.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια ποιήματα θα επέλεγα την «Απλή αριθμητική», τον «Φόβο», την «Υπέρβαση», τη «Μοιραία συνάντηση», την «Ώρα της ποίησης», για να αναφέρω ενδεικτικά μερικά από μια συλλογή που αγάπησα στο σύνολό της. Και με ένα από αυτά που θα κρατήσω τους στίχους τους, θα κλείσω αυτή την παρουσίαση:
Χτυπήσαμε στην πλάτη όλα τα ξόρκια
Τραγουδήσαμε τον κορεσμό
ποίημα κάναμε την πλήξη
Επειδή ήμασταν εμείς
Επειδή με τα χέρια μας κεντήσαμε την αγάπη.
(«Επειδή ήμασταν εμείς»)

 

23 μέρες

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τα λογοτεχνικά γένη και είδη, αν ένα έργο δηλαδή είναι πεζό ή ποιητικό, αν είναι διήγημα ή μυθιστόρημα, είναι κατηγορίες ταξινόμησης που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε και να ομαδοποιούμε τα λογοτεχνικά έργα ανάλογα με τα κοινά τους χαρακτηριστικά και τις κοινές τους ιδιότητες. Ο αναγνώστης, σαν να λέμε, αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας πριν απ’ αυτόν, αντιμετωπίζει διαφορετικά ένα πεζό κείμενο από ένα ποιητικό – άλλες προσδοκίες και άλλες υποχρεώσεις αισθάνεται· διαφορετικά ένα δοκίμιο από ένα μυθιστόρημα· διαφορετικά έναν θεατρικό μονόλογο από ένα σύντομο λυρικό ποίημα. Πρόκειται φυσικά για συμβατικές ταξινομήσεις που μοναδικό σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη μελέτη της λογοτεχνίας, και όχι βέβαια να περιορίσουν τη δημιουργική ελευθερία ή την αναγνωστική απόλαυση. Επειδή όμως πάνε τόσο πίσω στον χρόνο, θεωρούνται απ’ όλους μας αυτονόητες και υποχρεωτικές. Πόσο εύκολο μάς είναι, ας πούμε, σήμερα να σκεφτούμε την ποίηση εκτός του πλαισίου της αρχαιοελληνικής διάκρισης σε επική, δραματική και λυρική; Μπορούμε να φανταστούμε κάποιο άλλο είδος ποίησης; Όταν μάλιστα αυτή ακριβώς η ταξινόμηση έχει, στη σύγχρονη εποχή, την ισχυρή νομιμοποίηση ενός Γκαίτε και εκατοντάδων συγγραφέων μετά απ’ αυτόν.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως πολλά από τα λογοτεχνικά έργα που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα (τα σημαντικότερα συνήθως) αποκλίνουν από αυτά τα πρότυπα, υπερβαίνουν αυτές τις κατηγορίες, τροποποιούν τα γνωστά μας είδη και, έτσι, επιτρέπουν στον αναγνώστη να τα διαβάσει, με τη σειρά του κι αυτός, αδέσμευτος από τέτοιους ειδολογικούς περιορισμούς και πλουτίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγνωστική εμπειρία. Έτσι μπορούμε, ας πούμε, να διαβάσουμε την Ιλιάδα σαν να είναι μυθιστόρημα και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη όπως διαβάζουμε την ποίηση· τα δοκίμια του Μπόρχες σαν διηγήματα, όπως και τα ποιήματα του Μπουκόφσκι. Έτσι, επίσης, ο Ρέιμοντ Κάρβερ έβαλε σε στίχους αποσπάσματα από τα διηγήματα του Τσέχοφ και τα περιέλαβε στην τελευταία του ποιητική συλλογή.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, που έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και στην ποίηση (με τρεις ώς τώρα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της) και στον πεζό λόγο (με μία δημοσιευμένη νουβέλα), έρχεται τώρα με τις «23 μέρες» να αναμείξει τα είδη γράφοντας μια ποιητική νουβέλα αυτή τη φορά, όπως σε κάποιο σημείο του βιβλίου της αναφέρει. Αν και αλλού φαίνεται και η ίδια να μην είναι βέβαιη για τον ειδολογικό χαρακτηρισμό που ταιριάζει στο βιβλίο της: «…μπορεί να γεννηθεί», διαβάζουμε, «ένα ποίημα / ή πολλά ποιήματα / ή ένα πεζό… / ή…». Πρόκειται δηλαδή για ένα βιβλίο που περιλαμβάνει και ποιητικά μέρη και πεζά, και αφήγηση και λυρισμό, καθώς και μερικά ενδιάμεσα. Γιατί ακόμα κι αν ξεφυλλίζοντας τις «23 μέρες» μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να διακρίνουμε τα ποιητικά μέρη της αφήγησης από τα πεζά, πού θα κατατάξουμε άραγε τη φράση «Της λείπει ο λαιμός του»; Το ερώτημα δεν είναι, νομίζω, εκ του περισσού, καθώς αλλιώς προσλαμβάνεται από τον αναγνώστη μια τέτοια φράση αν τη θεωρήσει στίχο και αλλιώς αν την εκλάβει ως μέρος πεζού κειμένου – διαφορετικοί είναι οι συνειρμοί και διαφορετικές οι προεκτάσεις που κάθε λογοτεχνικό είδος μάς επιτρέπει να δοκιμάσουμε και μας καλεί να τολμήσουμε.

Τέτοιου είδους ερωτήματα, που κανονικά εμπίπτουν στη θεωρία της λογοτεχνίας, εγείρει στο σύνολό του το βιβλίο της Ξηρογιάννη, μια σύνθεση πεζών και ποιητικών μερών που με αφορμή μια ερωτική ιστορία, ένα ερωτικό τρίγωνο, διερευνά, μεταξύ άλλων, το μυστήριο της δημιουργίας, πώς δηλαδή γεννιούνται τα ποιήματα, ποιες είναι –κι αν υπάρχουν– οι ιδανικές συνθήκες για να συμβεί αυτό, πώς λειτουργεί η διακειμενικότητα στη ζωή του δημιουργού και στην τέχνη του και πόσες ζωές ζει τελικά ο ποιητής.

Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω ένα σύντομο παλαιότερο ποίημα της Ξηρογιάννη, από τις «Πληγές», ποιητική συλλογή του 2011, γιατί, κατά κάποιον τρόπο, μας εισάγει στο θέμα και του τωρινού βιβλίου. Ο τίτλος του είναι «Επιστροφή»:

Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου,
στο χώρο της ποίησης.
Οικεία και αγαπημένη περιοχή.
Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις.
Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας
το κενό της απουσίας σου.

Παρόμοια μοιάζει να είναι η διάθεση και της πρωταγωνίστριας των «23 ημερών». Η Σοφί, όπως είναι το όνομά της, είναι μια νεαρή γυναίκα, ποιήτρια κι η ίδια, η οποία κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για είκοσι τρεις μέρες περιμένει να γυρίσει κοντά της ο εραστής της, χωρίς, εννοείται, να είναι βέβαιη για την απόφαση που εκείνος θα πάρει, καθώς υπάρχει και άλλη μία γυναίκα στη ζωή του. Αμέσως μετά την αναχώρησή του η Σοφί ανοίγει το σημειωματάριό της και αρχίζει να γράφει με λύσσα, μια ποιητική νουβέλα in progress, καθώς σημειώνει, την ιστορία της καθώς τη βιώνει δηλαδή, όσο ακόμα είναι θερμή. Γιατί «είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη», σημειώνει η ποιήτρια, «να είναι κανείς θερμός –αν όχι καυτός– απέναντι στο αντικείμενο της γραφής του. Σε βαθμό που να ερωτοτροπεί άγρια μαζί του, σε κάθε εκδοχή, σε κάθε σχεδίασμα. Χρειάζεται να καίγεται κανείς μέσα του». Έτσι γράφει η Σοφί, άλλοτε ποιήματα, άλλοτε πεζά, κάποτε πρόχειρες μόνο σημειώσεις.

Όλα είναι στο μυαλό μου
εδώ
μέσα σ’ αυτόν τον μικρό χώρο
με ακούω
με αφουγκράζομαι
στη σιωπή.
Με ανιχνεύω.
Με καλλιεργώ.
Με αποσυναρμολογώ
για να με συναρμολογήσω πάλι,
αλλά με άλλον τρόπο
έτσι ώστε
όταν θα βρεθώ
μπροστά στη λευκή κόλα
να ‘μαι απολύτως έτοιμη να γράψω
να ‘χω τη σωστή θερμοκρασία
να ‘χω τις σωστές προϋποθέσεις
να αποτυπωθώ.

Σύντροφοι της ποιήτριας, αυτές τις είκοσι τρεις μέρες της μοναχικής και δημιουργικής αναμονής της, είναι ένα μπουκαλάκι χάπια σθεντόν, που δια παν ενδεχόμενο έσπευσε να τα τοποθετήσει πάνω στο κομοδίνο της, ο πίνακας του Έντβαρντ Μουνκ «Το φιλί», που δεσπόζει πάνω από το κρεβάτι της, και οι «διακειμενικοί άλλοι», όπως τους ονομάζει, συγγραφείς και ήρωες βιβλίων με τους οποίους η ερωτευμένη ποιήτρια διαρκώς συναντιέται και συνομιλεί: κυρίως η Σύλβια Πλαθ (και ο Τεντ Χιουζ), η Αναΐς Νιν (και ο Χένρι Μίλερ). Αυτοί οι συνομιλητές τη βοηθάνε να σκεφτεί τη ζωή της και την τέχνη της, καθώς ζει ταυτόχρονα και τη δική της και τη δική τους ζωή, και συχνά από τα λόγια τους γεννιούνται νέοι στίχοι: «Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή… γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση», όπως διαβάζουμε στην εισαγωγική εγγραφή του βιβλίου της Ασημίνας Ξηρογιάννη.

Και η Σοφί γράφει. Αφετηρία του ποιήματός της ο έρωτας και η απουσία του, ο φόβος του τέλους και η μοναξιά: «Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει όλοι οι λυγμοί του κόσμου». Οδηγός της «αυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση / που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του». Το τελικό αποτέλεσμα ωστόσο, όπως πάντα συμβαίνει στην ποίηση και στη ζωή, δεν είναι βέβαιο: «Η βεβαιότητα και η ποίηση είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα». Αυτή είναι εξάλλου η καταδίκη κάθε δημιουργού· δημιουργεί εκ του μηδενός ένα έργο, φέρνει, στην πραγματικότητα, στον κόσμο μια νέα ζωή, βιώνοντας όλες τις ωδίνες της γέννησης, χωρίς όμως να γνωρίζει αν το δημιούργημά του θα ζήσει (αν θα αξίζει ευθύς εξαρχής να ζήσει) και αν θα συναντήσει τους αναγνώστες. Χωρίς να γνωρίζει καν αν αυτή η δύσκολη γέννηση θα λυτρώσει τον ίδιο από τη θλίψη και τους εφιάλτες του.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έγραψε ένα βιβλίο που μας μπάζει στην κουζίνα, καθώς λέμε, του ποιητή, στην κουζίνα της ερωτευμένης ποιήτριας, ίσως έπρεπε να πω, εκεί που αναμειγνύει τα υλικά της και δημιουργεί το έργο της. Κι ο αναγνώστης βλέπει μπροστά του, ταυτόχρονα, να βιώνεται η ερωτική ματαίωση και να χτίζεται, σελίδα τη σελίδα, το ποίημα. Κάποτε αντικρίζει γυμνά τα υλικά του ποιήματος, όπως στο «Ποίημα κολάζ», με το οποίο θα κλείσω:

Αν η ποίηση είχε χρώμα…
Οι φιγούρες του Σαγκάλ (που πετάνε)
«Ο καθρέφτης» του Φοίβου Δεληβοριά
Βότανο λουίζα (για το αδυνάτισμα)
23 μέρες μόνο (;)
Ιδανικοί αυτόχειρες
Λευτέρης Βογιατζής: Θέατρο σαν ποίηση
Το κολάζ μου «Η ιστορία της γυναίκας μέσα στους αιώνες»
Οι ώρες (κινηματογραφική ταινία)
Σύλβια Πλαθ και Μάτση for ever
Αμοργός, του Γκάτσου
Διακοπές στην πραγματικότητα του Χάρη Βλαβιανού
Παραμύθια για παιδιά και μεγάλους
Το ποδήλατό μου
Χοσέ (όνομα που μου αρέσει)
Μέριλυν (η γνωστή)
Όλα τα «αν» και τα «γιατί»
Τα ηδονικά του Καβάφη
«Περιέχουμε τα πρόσωπα που αγαπήσαμε» (Μάνος Χατζιδάκις)
Το φιλί του Μουνκ.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 19/10/2016

Πώς η ζωή γίνεται ποίημα

Πώς γράφονται αλήθεια τα ποιήματα; Πώς βρίσκει ο στίχος το νήμα, πώς αιχμαλωτίζει τη στιγμή; Ποια η αρχή της δημιουργίας; Θα μπορούσε να γραφεί λόγος δοκιμιακός στο θέμα αυτό, σε μια προσπάθεια αναζήτησης της αφετηρίας του αισθήματος, γνωρίζοντας πως ταυτόχρονα ανιχνεύεται και το ‘γιατί’ της γραφής.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη έθεσε αυτό το ‘πώς’ και το ‘γιατί’ στο κέντρο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής. Πρωτότυπο; Ίσως όχι, μια που κάθε που κατατίθεται μια ποιητική πρόταση αυτονόητα εμπεριέχει και την αφορμή της. Μόνο που αυτή δεν είναι συνήθως ορατή αλλά υποκρυπτόμενη -συχνά σκοπίμως- έτσι ώστε το ποίημα να απευθύνεται στον κάθε αναγνώστη προσωπικά και να απαιτεί από αυτόν τη δική του ερμηνεία. Εδώ, λοιπόν, η ποιήτρια θέλησε να καταστήσει φανερή την αφορμή της έμπνευσής της. Τουλάχιστον αυτό δηλώνει στο 12ο ποίημα:

Η υπόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα:
Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress.
Μια νεαρή γυναίκα

κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες

περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της

ο εραστής της

(ή, καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της).

Διαβάζοντας αυτά τα 23 ποιήματα (που αντιστοιχούν εν είδει ημερολογίου στις 23 μέρες του τίτλου της συλλογής) παρακολουθούμε από τη θέση του θεατή (όπου μας έχει τοποθετήσει η ποιήτρια) τη σκέψη αυτής της γυναίκας που εγκαταλελειμμένη από τον εραστή της θα αναμείνει την επιστροφή του (ως απόφαση επιλεγμένη από αυτόν), διχασμένη ανάμεσα στην ανάμνησή του και στην απόγνωση για μια σχέση που έτσι κι αλλιώς έβρισκε την ανάσα της στη σιωπή.

Η σχέση τους ένα ερωτηματικό

Έτσι εισχωρούμε στον κόσμο της εγκατάλειψης, της απώλειας, όπως αυτή βιώνεται από τη Σοφί, την ‘ηρωίδα’ αυτής της υβριδικής γραφής.

Ήδη έχει γίνει αντιληπτή η ιδιαιτερότητα αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας δούμε πρώτα τη μορφή. Στα περισσότερα ποιήματα προτάσσεται σε πεζή γραφή κάτι που με πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν σκηνοθετική οδηγία. Ωστόσο νομίζω πως είναι κάτι πιο σύνθετο από αυτό το απλό τέχνασμα, που μεταλλάσσει τον αναγνώστη σε θεατή δίνοντάς του ταυτόχρονα την εικόνα και τη σκηνική παρουσία, απαραίτητη στο θέατρο, όχι όμως αναγκαία στην ποίηση. Εκεί την εικόνα τη δημιουργεί, όπου είναι υποκειμενικά δυνατό, ο αναγνώστης. Αυτό που επιχειρείται εδώ είναι η εκφορά του διττού λόγου. Από τη μια ακούμε τη γυναίκα, που ως παρουσία αντιδρά στο γεγονός της μοναξιάς της. Και από την άλλη διαβάζουμε την ποιήτρια, που μετατρέπει την οδύνη σε ποιητικό λόγο. Έτσι η γυναίκα παρατηρεί και σχολιάζει τον εαυτό της και η ποιήτρια απαντά σε πρώτο πρόσωπο με τους στίχους της δίνοντας την άλλη διάσταση αυτής της οδύνης, τη διαχρονική, αυτή που αφορά όλους τους αποδέκτες της ποίησης. Ο πεζός λόγος απογειώνεται σε ποίηση, αλλά και η ποίηση ακουμπά τις λέξεις της στη γήινη πεζότητα για να επιζήσει.

Η Σοφί σε όλη της τη ζωή πάλευε με τους ορισμούς, άλλοτε να ορίσει τα πράγματα, βάζοντάς τα και σε «κουτάκια» ακόμα. Άλλοτε πάλι εργαζόταν προς την κατεύθυνση να καταλύσει καθετί οριστικό, να διαλύσει οποιαδήποτε βεβαιότητα. «Οι βεβαιότητες χαλάνε τη μαγεία της ζωής». Η βεβαιότητα και η ποίηση είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.

Ορισμοί(;)

Αν έκανα μια απόπειρα να σε ορίσω,
θα έλεγα ότι είσαι ο χώρος σου.
Για μένα θα έλεγα ότι είμαι ο δικός μου χώρος.
Όσο για μας τους δύο
θα έλεγα
ότι είμαστε δύο χώροι που ενώθηκαν
και αυτή ακριβώς η πράξη (της ένωσης)
γέννησε τον (κοινό) χρόνο τους.

Αν, όπως φαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα, ο πεζός λόγος πληροφορεί περισσότερο θα λέγαμε για τη συγκεκριμένη συνθήκη της γυναίκας, έρχεται κατόπιν ο ποιητικός λόγος για να επεκταθεί στη διαχρονική κατάσταση που αφορά τις σχέσεις γενικότερα. Η μοναδικότητα του κάθε προσώπου που εισέρχεται σε μια σχέση, η αδιέξοδη προσπάθεια να συνυπάρξουν οι δύο διαφορετικές οντότητες, να συμπλεύσουν οι δύο ετερότητες. Η τραγικότητα τελικά της χρονικής μόνο ταύτισης. Διπλά οδυνηρή όταν έρθει η στιγμή της αποσύνδεσης.

Αυτό μου αποκαλούμε «σχέση»
δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εν τέλει–
όπως οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού, ας πούμε–
«Κι όμως, εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της,
είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ.
«Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,
στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος», σου λέω εγώ.
(Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)
(Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά).

Ως προς το θέμα, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η αναφορά της ποιήτριας που είδαμε παραπάνω. Αν δεχθούμε όμως ότι εδώ επιχειρείται κάτι πιο σημαντικό από μια ακόμη ποιητική εικόνα ερωτικού περιεχομένου, είναι ανοιχτός ο δρόμος για να ανιχνεύσουμε κάτω από το προσχηματικό σκηνικό ένα λόγο που ερευνά -με δοκιμιακά στοιχεία πια- τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη. Ή καλύτερα το κοινό σημείο στο οποίο οι δύο πραγματικότητες (γιατί και η τέχνη είναι μια υπαρκτή διάσταση) αγγίζονται, έτσι ώστε η μία να τροφοδοτεί και να ανανεώνει τον λόγο ύπαρξης της άλλης.

«Kαι μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;» του φώναξε από το παράθυρο καθώς εκείνος έμπαινε στο παλιό του αυτοκίνητο. Και αμέσως μετά μουρμούρισε: «Mόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι». Μ’ αυτά τα λόγια στο στόμα της η Σοφί έτρεξε και πήρε το σημειωματάριό της απ’ το καφέ κομοδίνο και άρχισε να γράφει με λύσσα. Μέσα στο σώμα της είχαν φωλιάσει όλοι οι λυγμοί του κόσμου.

«Με νάρκωσαν και με βίασαν».
Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση.
Σθεντόν και ψυχολογική βία.
Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία
Που το σώμα θυμάται.
Μια παλιά υστερία, καλύτερα.
Τα τοποθέτησα σήμερα κιόλας (όπως τότε) πάνω στο κομοδίνο μου
για ασφάλεια.
Έχω άλλες 22 μέρες μπροστά μου (και την μισή σημερινή).
Σθεντόν και βία.
Η βία.
Aυτή η ατέρμονη εσωτερική ένταση
που προκαλεί το αίσθημα του ανικανοποίητου και η επίγνωσή του,
αυτή η βία σαν σαράκι
μού κατατρώγει την ψυχή.
Μια δύναμη απολύτως καταλυτική για την ισορροπία μου.
Αναρωτιέμαι αν βιβλία σου θα πάρουν ποτέ θέση στο κομοδίνο μου,
(και άρα εσύ στη ζωή μου)

Πώς η ζωή γίνεται ποίημα; Και πάλι, αυτό το ποίημα πώς συνδιαλέγεται με τη ζωή, φορώντας πια το ένδυμα μιας άλλης οντότητας; Αλλά και όλο αυτό ποιος το αντέχει; Ερώτημα που διατρέχει όλα τα ποιήματα, καθώς η γυναίκα διαπραγματεύεται με τον εαυτό της την πιθανή της έξοδο (τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία) θεαματική και απολύτως μοναχική.

Η δόκιμη σκέψη λατρεύει την ανάλυση, σε αντίθεση με τις σιωπές που αγαπά η ποίηση. Ο δόκιμος ο λόγος έχει δικές του σταθερές που αναιρούνται με την ποιητική μεταφορικότητα. Δεκτά όλα αυτά, ωστόσο συναντάμε καμιά φορά παράδοξες αναμείξεις. Όπως εδώ, στις «23 μέρες» του ποιητικού λόγου της Ασημίνας Ξηρογιάννη, που με αφορμή μια ερωτική ιστορία που περιγράφεται μέσα από τη χρήση του πεζού λόγου γεννιέται ποιητικός λόγος, που με τη σειρά του μιλά δοκιμιακά όχι τόσο σε ύφος όσο σε θεματική και σε ανάλυση. Θεωρώ πως έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, που δεν ξέρω αν μπορούμε να την ονομάσουμε μόνο ποιητική έτσι πολυδιάστατα που μας παρουσιάζεται. Ακόμα και μόνο σαν μια πειραματική γραφή να τη δούμε, έχει την αξία της. Νομίζω, ωστόσο, πως έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα, με ωριμότητα και συνείδηση του εγχειρήματος. Πρόκειται για μια ποιητική πρόταση με προεκτάσεις πολύ ενδιαφέρουσες. «Ποιητική νουβέλα In progress» ονομάζει η ίδια η ποιήτρια τα ποιήματά της. Με καλύπτει η δυναμική της φράσης in progress, αφού η ποίηση συνδιαλεγόμενη με τη θνητή της αφορμή (που μπορεί εν προκειμένω να είναι μια ιστορία ερωτικής μοναξιάς και απόγνωσης) είναι ανοιχτή σε σχεδιάσματα του λόγου που εκπλήσσουν με τη δυνατότητα να συνυπάρχουν μαζί της. Σε τελευταία ανάλυση όλα ξεκινούν από μια λευκή σελίδα, μια σιωπή. Το πώς θα ερμηνεύσεις αυτή τη σιωπή, πώς θα γεμίσεις τη σελίδα ώστε να ηχήσει ο λόγος, είναι και η ουσία της δημιουργίας.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙAΧΡΗΣ

FRACTAL 13/07/2016

Επίσκεψη στην Ενδοχώρα ενός έργου σε εξέλιξη

«Συχνά με ερεθίζουν οι άλλες λέξεις. Κείμενα άλλων που διαβάζω και μου μιλάνε δημιουργούν μια διάθεση μέσα μου που μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό για τη δική μου γραφή…γίνεται μια μυστική γοητευτική ζύμωση»

Ζύμωση. Λέξη κομβικής σημασίας για την κατανόηση του πνεύματος και της τεχνικής σύνθεσης αυτού του βιβλίου. Χαμαιλεοντική συγγραφική παρουσία η Ασημίνα Ξηρογιάννη «ζυμώνει» εδώ το κείμενό της μ’ έναν τρόπο που παραπέμπει σε μία προσφιλή καλλιτεχνική της δραστηριότητα, στο κολλάζ. Τοποθετεί δηλαδή ετερόκλητα στοιχεία, τα οποία ζυμώνονται με μία διαδικασία αργή και υπόγεια, για να παραγάγουν στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα. Έτσι, αριθμοί, σημεία στίξης, τίτλοι έργων, φράσεις, ονόματα προσώπων, διάλογοι, αποσπάσματα από έργα άλλων ποιητών, με λίγα λόγια διακειμενικά και περικειμενικά στοιχεία διεκδικούν με σθένος την παρουσία τους μέσα στο ποιητικό γίγνεσθαι.

Ταυτόχρονα ανοίγεται ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών αλλά παραλλήλως συγγενικών μορφών της τέχνης. Ποίηση, ζωγραφική, κινηματογράφος, θέατρο, πεζογραφία, συναντώνται εδώ, όχι μόνο για προβληθεί ποικιλότροπα η ιδέα, αλλά κυρίως για να καταδειχθεί η καταλυτική επίδραση του ενός πεδίου έκφρασης πάνω στο άλλο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν για παράδειγμα οι εικαστικές αναφορές [«Πάνω από το κρεβάτι που τους φιλοξενούσε υπάρχει ο πίνακας του Μουνκ: το φιλί» ] ή η θεατρική επίγευση που αφήνει σε αρκετά σημεία η ανάγνωση.

Γεγονός είναι πάντως ότι ο περικειμενικός χώρος δεν αποτελεί απλώς ένα σημείο αναφοράς, μια αφορμή για την εκκίνηση της έμπνευσης. Έχει μεν τη δική του αυτόνομη ζωή-παρουσία, συγχρόνως όμως νοηματοδοτεί, σχολιάζει, συμπληρώνει, ανατέμνει, «ανα-γιγνώσκει» ή και υπονομεύει το καθαυτό κείμενο. Μοιάζει περισσότερο με ένα πεδίο βολικό, γνώριμο, χαρτογραφημένο, που βοηθά την ποιητική φωνή να εκμαιεύσει το αχαρτογράφητο. Ή αλλιώς το περικειμενικό πλαίσιο λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο η ποιητική φωνή αντικειμενοποιεί τις εσωτερικές της συλλήψεις, για να μπορέσει έπειτα ξανά, και με το άλλοθι της συνομιλίας με άλλες συμπάσχουσες, ποιητικές φωνές, να δώσει στο αντικείμενό της την κατάλληλη καλλιτεχνική-αισθητική μορφή.

Κι όλο αυτό το παιχνίδι της ανακάλυψης του αδοκίμαστου μέσα από το δοκιμασμένο μεταφέρεται στο χαρτί μέσα από την αξιοποίηση των συμβάσεων του θεατρικού λόγου. Τέτοια συμβατικά στοιχεία είναι για παράδειγμα οι σκηνικές οδηγίες πριν από την εκφορά του λόγου του πρωταγωνιστικού προσώπου, η ύπαρξη του προσώπου αυτού, καθώς και ενός βωβού συμπρωταγωνιστή, η εσωτερική- κατά κύριο λόγο – δράση, η οριοθέτηση της δράσης αυτής μέσα σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, ο σκηνοθέτης-αφηγητής, ο οποίος παρακολουθεί, θα έλεγε κανείς, συγχρονικά τα πρόσωπά του, για να τα καθοδηγήσει στην αμέσως επόμενη κίνησή τους και να τα περιβάλει έτσι με τη γοητεία της ρευστότητας. Με τη λογική αυτή, ακόμη και το ίδιο το κείμενο μπορεί να λειτουργεί ως ένας υποθετικός κόσμος, ως ένα σχεδίασμα, έτοιμο να ικανοποιήσει μια δυνατότητα ή να ανατραπεί. Γιατί αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει εδώ την Ασημίνα Ξηρογιάννη ως συγγραφέα δεν είναι βεβαίως η σύλληψη της τελειότητας (η οποία ούτως ή άλλως δεν υπάρχει), αλλά η αποτύπωση των αναστολών, των πιθανοτήτων, της πρώιμης παραγωγής ιδεών και μορφικών σχημάτων, των ζυμώσεων- να πάλι η λέξη κλειδί- του νου και της ευαισθησίας, των στίχων που θα μπορούσαν έναντι άλλων να λάβουν θέση μέσα στο ποίημα [«Δεν ξέρει ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του ποιήματος» / «άσκηση επί χάρτου»]

Στο τέλος παρόλο που επιτυγχάνεται ένα είδος ολοκλήρωσης της ποιητικής νουβέλας, το όλο εγχείρημα δίνει σκόπιμα την εντύπωση του ατελούς, του επιδεκτικού σε ανατροπές. Μερικές φορές πάλι τα υποτιθέμενα ποιήματα φαίνονται ως τεχνικές οδηγίες εις εαυτόν για τον τρόπο με τον οποίο θα στηθεί το «αληθινό ποίημα». Το περίεργο, ωστόσο, είναι ότι το «δυνάμει» ποίημα καταφέρνει να υπερβαίνει το πεδίο της δυνατότητας και να αποκτά, ας μου επιτραπεί ο όρος, «αισθητική αυτάρκεια». Σ’ αυτό το τελευταίο συμβάλλει ίσως καθοριστικά το γεγονός ότι η πράξη της συγγραφής περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό της τη σκηνοθεσία. Έτσι, με τη σκηνοθετική παρέμβαση της συγγραφέως, οι λέξεις και οι στίχοι αποκτούν μια οπτική δυναμική, ικανή από μόνη της να τοποθετήσει τον αναγνώστη στη μεριά της ποίησης.

Επιπλέον, το έργο αποτελεί στην ουσία ένα λογοτεχνικό υβρίδιο, ένα ζευγάρωμα ποίησης και διηγηματογραφίας, κινούμενο με ισορροπία ανάμεσα στην αφαίρεση του ποιητικού λόγου και στη συμβατικότητα της αφήγησης, και η συγγραφέας μεριμνά τόσο για το ένα όσο και για το άλλο. Από τη μία, δηλαδή, φροντίζει για την ελλειπτικότητα του λόγου, κάτι που δικαιολογείται και από την ιδιότητα της ηρωίδας της (είναι ποιήτρια), από την άλλη μας υπενθυμίζει τόσο τη θεατρική όσο και την αφηγηματική λειτουργία του κειμένου της. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, ακολουθεί την τεχνική του σταδιακού φωτισμού των δεδομένων, βοηθώντας τον αναγνώστη να λύσει τις απορίες του με έναν τρόπο καθαρά «δραματικό» και όχι «στατικό». Το ξετύλιγμα της δράσης είναι με άλλα λόγια αυτό που συμπληρώνει τα χαμένα κομμάτια στην αρχή της σύνθεσης.

Κυρίαρχο, τέλος, συναισθηματικό στοιχείο σε όλο το έργο είναι η κατάθλιψη. Η ηρωίδα είναι καταθλιπτική, «αγαπά τις καταθλίψεις της» – την ίδια στιγμή κρατά αποστάσεις ασφαλείας με τα «σθεντόν» – συνομιλεί νοερά με καταθλιπτικές ομοτέχνους της (Σύλβια Πλαθ), ελέγχει το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και το εξιδανικεύει [«Και θα ’ναι αυτή, γράφει, μια στάση ηρωική»], επιλέγει να χρωματίσει τα κείμενά της με έναν ρομαντικό τόνο και καταδικάζει τον εαυτό της σε μία κατάσταση εγκλωβισμού. Από αυτή την ασφυξία γεννά τελικά τα ποιήματά της [«Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του / ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα ασφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα»]

Περατώνοντας τη μικρή αυτή επίσκεψη στην ενδοχώρα του έργου, μπορεί να πει κανείς ότι οι «23 μέρες» της Ασημίνας Ξηρογιάννη απομένουν στη συνείδηση του αναγνώστη ως μία πρόβα κατασκευής ενός ποιητικού έργου που υποκαθιστά εν τέλει το ίδιο το έργο. Και χωρίς αμφιβολία, η διαρκής εντύπωση της δοκιμής καθίσταται σταδιακά απόλυτη βεβαιότητα για την ευόδωση της απόπειρας.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs 1/4/2016

Η γέννηση της ποίησης σε «23 ημέρες»

Τη σημασία του πειραματισμού την έχουμε τονίσει/υπερασπιστεί πολλές φορές στο παρελθόν. Ο πειραματική απόπειρα και η συνεχής αναζήτηση της έκφρασης αποτελεί ένα βασικό σημείο της τέχνης και της λογοτεχνίας. Είναι εκείνος που ωθεί προς τα εμπρός την ποίηση και ταυτόχρονα καταδεικνύει ένα δημιουργό που προσπαθεί να αποφύγει την τυποποίηση.

Σε αυτό το δρόμο οδεύει εδώ και χρόνια η Ασημίνα Ξηρογιάννη. Κάθε της βιβλίο (ποιητικό[1] ή θεατρικό[2]) διαφέρει σημαντικά από τα προηγούμενα, καταδεικνύοντας μία συνεχή και αγωνιώδη αναζήτηση της έκφρασης μέσα από διαφορετικά είδη. Και ακριβώς αυτό το νέο της βιβλίο, «23 ημέρες» (Γαβριηλίδης, 2015) προσπαθεί να συνταιριάξει διαφορετικά είδη λογοτεχνίας.
Ειδολογικά το βιβλίο δεν μπορεί να καταταχθεί σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία καθώς πρόκειται για λογοτεχνία μέσα στη λογοτεχνία, ένα ερμαφρόδιτο λογοτεχνικό είδος, ίσως όπως το θέτει η ίδια για μία εν εξελίξει ποιητική νουβέλα, κινούμενο μεταξύ νουβέλας με θεατρική υποδομή και ποίησης. Η δημιουργός προσπαθεί με θεατρική λιτότητα και σκηνοθετική καθοδήγηση να συνδέσει την πεζογραφία με την ποίηση.
Με αξιοπρόσεκτη εκφραστική λιτότητα και μικροπερίοδο λόγο η νουβέλα καταγράφει μέρα με τη μέρα τις σκέψεις της Σοφί και τη γέννηση της ποίησης. Η βραχυλογία εξοστρακίζει κάθε στολίδι διαμορφώνοντας ένα απέριττο ύφος σαν σκηνοθετικές οδηγίες, που όμως ακολουθούν μία -υποτυπώδη- πλοκή. Έτσι, η δημιουργός με ένα φενάκη αφηγηματικό παντογνώστη υποκριτή παρουσιάζει το χώρο/σκηνικό της «δράσης» (ένα δωμάτιο) και τις σκέψεις της ηρωίδας.

Από το αρχικό ερέθισμα, ένα ερωτικό τρίγωνο και μία ερωτική απογοήτευση, περνά στο ποίημα. Καθώς η Σοφί βρίσκεται σε αναμονή κι απομόνωση, ενόψει ενός έρωτα που απειλείται να χαθεί για πάντα, μαζί με τα συναισθήματα γεννά λέξεις και ποίηση. Η ηρωίδα βασανίζεται μέχρι να γεννηθεί το ποίημα, αξιοποιεί όλο το αναγνωστικό παρελθόν της σε μία εξωτερίκευση του εσωτερικού. Ως alter ego της Ασημίνας Ξηρογιάννη, ανακαλεί μνημονικά όλους τους δημιουργούς που την επηρέασαν.

Η νουβέλα αναμειγνύεται με την ποίηση. Σε κάθε «μέρα» της ημερολογιακής σύνθεσης, ένα ποίημα γεννιέται ολοκληρώνοντας την εικόνα της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας. Πρόκειται για ποίηση με εξομολογητικό χαρακτήρα. Οι πρωτοπρόσωπες και δευτεροπρόσωπες -ως σκηνικός ψευδοδιάλογος- διατυπώσεις του δίνουν την εικόνα ποιητικού σημειωματάριου συναισθημάτων, σαν έναν ποιητικό μονόλογο σε 23 πράξεις.
Ωστόσο, η ποίηση επιτελεί έναν διπλό ρόλο. Συμπλέκεται και ολοκληρώνει την πλοκή ενώ την ίδια στιγμή αναδεικνύει τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, την απομόνωση του δημιουργού και τη μεταστοιχείωση των ατομικών συναισθημάτων σε στιχουργήματα, τη μεταμόρφωση των δυσάρεστων βιωμάτων σε αφορμή ποίησης. Έμπνευση για την Ξηρογιάννη δεν υπάρχει. Είναι μία βασανιστική οδός που καλείται να ακολουθήσει ο δημιουργός μέχρι τη μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας σε ποιητική πεταλούδα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη κατάφερε να ξεχωρίσει -με διαφορά- από τους ποιητές της αγανάκτησης μέσα από τους συνεχείς μετασχηματισμούς του έργου της και τη συνέπειά της στον πειραματισμό και την αναζήτηση της καινοτομίας. Ωστόσο, την καινοτομία δεν την αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό• είναι απλά το αποτέλεσμα της διαφορετικής καλλιτεχνικής έκφρασης όπως τούτο εμφανίζεται και μέσα από την ποικιλία των λογοτεχνικών ειδών με τα οποία κινείται στο χώρο των γραμμάτων.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

FREAR 17/9/2015

Η συλλογή, με τον τίτλο 23 μέρες, απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα, τα οποία αντιστοιχούν σε είκοσι τρεις μέρες. Την εικοστή δεύτερη μέρα δίνεται καθαρά η θεματική της πρόθεση, η οποία προοικονομείται σταδιακά μέρα με την ημέρα: «Η πρόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα :/ Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress./ Μια νεαρή γυναίκα / κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες/ περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της / ο εραστής της/ (ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της)».

Αυτό είναι το θέμα το οποίο η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη πραγματεύεται σαν σκηνικό ποίημα, σαν θεατρική πράξη. Δίνει στα ποιήματα μορφή μικρού δράματος, μικρής σκηνοθετικής απόπειρας. Είκοσι τρία ποιήματα, είκοσι τρεις θεατρικές σκηνές. Σχεδόν κάθε ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο περιέχει τις σκηνικές οδηγίες, δοσμένες με ορθά γράμματα• το όλο πλαίσιο, το κάδρο – το κομοδίνο, τα χάπια, τον πίνακα- τα «σύνεργα της σκηνής», που λέει κι ο Γιώργος Σεφέρης, Το δεύτερο μέρος, όπου δίνονται τα απολύτως προσωπικά, παραληρηματικά, εκείνα που φουσκώνουν το ποτάμι της ψυχής, η ουσία, το συναισθηματικό μέρος, με πλάγια γράμματα. Τα δύο επίπεδα του ποιήματος είναι ευδιάκριτα επομένως και ως μορφή και ως περιεχόμενο.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, για τις ερωτικές συναντήσεις του ζευγαριού, όπου η «πρωταγωνίστρια» του δράματος περιμένει εκείνον να έρθει και στήνει έναν νοερό διάλογο μαζί του. Βεβαίως ακούγεται μόνο η δική της η φωνή, ενώ η φωνή εκείνου φτάνει στον αναγνώστη διαθλασμένη μέσα από τα δικά της λόγια, φωτισμένη από τα δικά της μάτια.

Η είσοδος στη συλλογή γίνεται με μια προειδοποίηση: «Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα! Μην τολμήσεις! Μ’ ακούς;», «Μόνο η ζωή σου θέλω να ’μαι» και το ποίημα αρχίζει: «‘‘Με νάρκωσαν και με βίασαν’’./ Δεν απέχω και πολύ από αυτή την κατάσταση./ Σθεντόν και ψυχολογική βία». Ο στίχος στα εισαγωγικά ανήκει στην Σίλβια Πλαθ, ποιήτρια με διεγνωσμένη ψυχασθένεια. Το δάνειο αυτό από την Ξηρογιάννη δικαιολογεί και την παρουσία του «Σθεντόν» (ή στεντόν), αλλά δημιουργεί και μια γέφυρα, η οποία φέρνει τη μία ποιήτρια κοντά στην άλλη. Για την ανάγκη της περίστασης επιστρατεύω κι έναν ακόμη ποιητή, ο οποίος τρυγάει όλα τα σχετικά σκευάσματα από το φαρμακείο: «Γράφε/ Βάλιουμ Μαντράξ Στεντόν/ Ζανάξ Τριπτιζόλ/ Λαντόζ/ Αλοπεριντίν Ρισπερντάλ/ Ξέρεις εσύ γιατρέ μου…». Είναι οι στίχοι του Σταύρου Σταυρόπουλου, ο οποίος πρέπει να βρίσκεται σε βαριά κατάθλιψη, με τόσα αγχολυτικά –νηπενθή, λέει ο Καρυωτάκης–, συγγενεύοντας πιο πολύ με τον Όμηρο και δείχνοντας παράλληλα τη μακρά ιστορία των ψυχολογικών προβλημάτων καθώς και την πληθώρα των φαρμάκων που συμβάλλουν στην καταπράυνση της ασθένειας ή στη θεραπεία μιας «Ψυχολογίας», που λέει ο κοινός θνητός, εννοώντας την ψυχική κατάσταση, βέβαια και όχι την επιστήμη της Ψυχολογίας.

«Της λείπει ο λαιμός του» λέει με ορθά γράμματα. Για να τον κόψει ή για κρεμαστεί πάνω του; Θα ήταν ένα εύλογο ερώτημα (η σκέψη μου πετά στον Οδυσσέα Ελύτη: «αλλού το χέρι, αλλού ο λαιμός», Μαρία Νεφέλη, «Ελένη»). Σε δεύτερο πρόσωπο και πλάγια απευθύνεται σ’ αυτόν: «Οι επιθυμίες μου που σχετίζονται με σένα / ζουν μόνες μια χαρά κι έξω από μένα./ Είναι πράγμα θαυμαστό στ’ αλήθεια./ Έχουν τη δική τους αυτόνομη ζωή./ Σε αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλεται η διάρκεια/ και η δύναμή τους./ ημέρα δεύτερη (της απουσίας)». Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να παρανοήσει ή να παρερμηνεύσει την εμμονή ή, την βαριάς μορφής εξάρτησή της από εκείνον. Κι εκείνος έφυγε κι εκείνη πάσχει από «επιθυμίες» που ζουν ερήμην της, υποδηλώνοντας το βαθύ ψυχικό τραύμα που η ορθή λογική δεν μπορεί να ελέγξει. Το μέτρημα των ημερών της απουσίας είναι το μαρτύριο της σταγόνας. Μια μια πέφτουν οι μέρες χωρίς όμως να φέρνουν το ποθητό αποτέλεσμα. Σαν τα κεριά που σβήνουν του Καβάφη ή σαν τις πέτρες που στοιβάζονται, παίρνοντας μαζί τους και τη ζωή. Όμως στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, οι μέρες περνούν αλλά η λύπη παραμένει και επιπλέον ανασύρει στην επιφάνεια όλα εκείνα που ελλόχευαν από τον καιρό της παρουσίας εκείνου.

Στο τέταρτο ποίημα, το σκηνικό διανθίζεται με έναν πίνακα που παίζει σημαντικό ρόλο, με τη συμβολή του μάλλον στην κακή διάθεση. Πρόκειται για το «Φιλί» του Μουνκ. Το θέμα του είναι ερωτικό, ο ζωγράφος όμως κάθε άλλο παρά σε έρωτα παραπέμπει. Αν π.χ. είχαμε να κάνουμε με το «φιλί» του Κλιμτ ή του Ροντέν ή του Λύτρα τότε θα μιλούσαμε για ένα ερωτικό φιλί, ένα παθιασμένο απολαυστικό ερωτικό φιλί. Εδώ, παρά το ότι η ποιήτρια μιλάει για ένα ζευγάρι παραδομένο στο πάθος τόσο που τα πρόσωπά τους έχουν χαθεί μέσα σ’ αυτό, ο θεατής μάλλον εισπράττει μια εφιαλτική σκηνή. Ο άντρας που έχει αρπάξει τη γυναίκα την έχει στα χέρια του, όπως το χταπόδι τη λεία του, τείνει να την αφομοιώσει. Ακριβώς, σ’ αυτή την αφομοίωση, νομίζω πως η γυναίκα χάνει και χάνεται από εκείνο που επιθυμεί. Άλλωστε στο εξομολογητικό μέρος του ποιήματος «οι αφορισμοί του Μποτόν περί έρωτος» (χωρίς υποσημείωση, τι ρόλο έχουν στην υπόθεση και μάλιστα στο μυαλό ενός μη ειδικού, δεν ξέρω), καθώς και η φράση «Αν τους μετέφραζες για μένα» (άρα δεν τους μετέφρασε), ποιήτρια και αναγνώστης βρίσκονται και οι δύο από τη σκοτεινή πλευρά. Ο άντρας δεν φαίνεται να έχει θετικό ρόλο, αντιθέτως γεμίζει έτι περαιτέρω το ποτήρι της κατάθλιψης.

Στο πέμπτο ποίημα το πράγμα ξεκαθαρίζει. Υπάρχει τρίτο πρόσωπο στη σχέση. Το ποίημα «κολάζ» που ακολουθεί είναι επίσης συνθεμένο από δύσκολες επιλογές. Κι επειδή κάθε ποίημα κάτι νέο κομίζει στην υπόθεση, η υπόθεση αποκτά ουσία και τα λόγια της σημασία, λέμε παραφράζοντας Καρυωτάκη πάλι.

Τι γίνεται λοιπόν σ’ αυτή τη θεατρικά δοσμένη συλλογή, σ’ αυτήν την θεατρικά εκτεθειμένη ψυχή, η οποία διχάζεται ανάμεσα στο έξω και στο μέσα, στο πλαίσιο, στο περιβάλλον, στα πράγματα, στα φάρμακα, αλλά και στο από μέσα, στις πληγές της ψυχής; Αυτό που φαίνεται είναι το υπαρξιακό δράμα μιας γυναίκας που δεν έχει ανταπόκριση στη σχέση της με τον άλλο, εκείνον που διαρκώς απομακρύνεται, αδιαφορεί, δεν επικοινωνεί, δεν κατανοεί: «γιατί με αφήνεις να μιλάω μόνη μου;», «Η σχέση τους ένα ερωτηματικό», «αντέχεις τους στίχους μου/ εμένα όχι», «κι αν δεν έρθει πίσω κοντά της,/ στο δωμάτιό τους, ‘‘στο σπίτι τους’’/ θα πάρει το σθεντόν της/ και θα σκάσει», «αυτό το δωμάτιο δε θα μας φιλοξενήσει τελικά./ Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο/ THE END».

Η Συλλογή κλείνει. Η ποιήτρια σώζεται. Ούτε με το γκάζι θα αυτοκτονήσει, όπως η Πλαθ, ούτε τα στεντόν έχει πλέον ανάγκη. Θεραπεύτηκε. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα –το θέατρο– που έστησε, με θεατή και πρωταγωνιστή του εαυτού της τον εαυτό της, δι’ ελέου και φόβου έληξε επιτυχώς και για τον δρώντα ηθοποιό και για την γράφουσα ή σκηνοθετούσα ποιήτρια. Η τέχνη έχει τα κατάλληλα φάρμακα «νάρκης και άλγους δοκιμές», όπως λέει ο Καβάφης («Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου…»), η οποία, έστω και για λίγο, λειτουργεί θεραπευτικά και η όποια μανία του πάσχοντος καλλιτέχνη μεταμορφώνεται σε θεία μανία, ενώνοντας το σήμερα με το απώτερο διονυσιακό παρελθόν. Ο Αριστοτέλης δικαιώνεται και ο ορισμός της τραγωδίας του βρίσκει για μια ακόμη φορά την επαλήθευσή του.

 

ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΝΑΣΟΥ

Το πέμπτο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 ημέρες» συνδυάζει με ενδιαφέρουσα ματιά και ώριμη, ιδιαίτερη γραφή τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, τον προβληματισμό με το συναίσθημα, το ρεαλισμό με την ονειροπώληση, την απεικόνιση με την αλληγορία.
Με αφορμή μια ερωτική ιστορία η οποία βρίσκεται σε αδιέξοδο, η ποιήτρια επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει την πορεία της καλλιτεχνικής (και όχι μόνο) δημιουργίας. Και λέω «όχι μόνο», μιας και πρόκειται για ένα έργο εξαιρετικά «ανοιχτό» σε ερμηνείες και προεκτάσεις. Η αφορμή, καθώς και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις πληροφορίες η Ξηρογιάννη, δίνει ανεξάντλητα εναύσματα για στοχασμό και πολλές φορές αναστοχασμό πάνω σε καίρια ζητήματα υπαρξιακής και φιλοσοφικής φύσης. Η δημιουργία δεν αποτελεί μόνο ανάγκη ή πεδίο αυτοπραγμάτωσης αλλά και γέφυρα προς το «άλλο», το «ξένο», το διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα οικείο, γίνεται στόχος συχνά και ποταμός, πολλές φορές βασανιστήριο ή αλλιώς παρηγοριά. Τα όρια, οι δεσμεύσεις, οι ψευδαισθήσεις, η προσωπική διαδρομή μέσα στην αλήθεια ή στην πλάνη, οι δυσκολίες και τελικά το ποιοτικό ή όχι αποτέλεσμα της δημιουργικής διαδικασίας παραλληλίζεται πολύ εύστοχα με την πορεία ενός μοιραίου πάθους, μιας καθηλωτικής συναισθηματικής και σαρκικής σχέσης, η οποία απειλείται από εξωτερικούς και φυσικά από εσωτερικούς παράγοντες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνύπαρξη πεζού και ποιητικού λόγου, καθώς και οι συναντήσεις με τους «διακειμενικούς άλλους» οι οποίοι την καθορίζουν. Κατά αυτόν τον τρόπο, μέσα στις «23 ημέρες» παρελαύνουν τουλάχιστον τρεις ζωές: η ζωή που «φαίνεται» με τους ρόλους που διαμορφώνονται στο πλαίσιο μιας ομαλής κοινωνικής συμβίωσης κι εκείνη η «άλλη», η «μυστική» ζωή του καλλιτέχνη. Και ίσως μια ακόμη, που συνορεύει πιο πολύ με την υπέροχη στιγμή της φαντασίωσης, της πνευματικής κατασκευής, του ονείρου. Οι τρεις ζωές συμπλέουν υπέροχα στο εν λόγω έργο, προσεγγίζοντας με μαστοριά και διορατικότητα τα «ευαίσθητα» όρια της δημιουργίας και, βέβαια, της ύπαρξης.

 

ΕΥΜΟΡΦΙΑ ΖΗΣΗ

diavasame.gr 24.07.2015

«Και μην τολμήσεις να με κάνεις ποίημα!»

Μέσα σε λίγες σελίδες η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη συμπυκνώνει 23 μέρες και μια ερωτική σχέση: ένα ζευγάρι σε σύγκρουση, ένα τρίτο πρόσωπο, ένας χωρισμός -οριστικός ή προσωρινός είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε-, μία ποιήτρια κλεισμένη σε ένα δωμάτιο να περιμένει την επιστροφή εκείνου που έφυγε. Αλκοόλ, χάπια, ξενύχτι. Και τέχνη: αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος των μικρών κειμένων που συνθέτουν ένα κολάζ από ποίηση, πεζό, πίνακες, διαλόγους που είναι χτισμένοι σαν θεατρικό κείμενο. Ψυχολογική διέξοδος; Παραμυθία; Δημιουργία; Όλα ταυτοχρόνως, αφού το βίωμα της τέχνης τα εμπεριέχει.

Συνδυάζοντας όλες τις ιδιότητές της η συγγραφέας, και από την αξιόλογη λογοτεχνική της πορεία και από τη θεατρική της παιδεία, παραδίδει ένα κείμενο σκηνοθετημένο από την ίδια την ηρωίδα της, που βιώνει και καταγράφει την εμπειρία της και συγχρόνως παρατηρεί ως τρίτος τα συναισθήματά της και επιχειρεί να τα κατανοήσει. Να εφεύρει μια καινούργια τάξη στον εσωτερικό της κόσμο που έχει καταρρεύσει. Γράφει, αυτό μόνο μπορεί να κάνει, και «συνομιλεί» με τις γραφές άλλων όπως η Σύλβια Πλαθ και η Αναΐς Νιν.

Ο έρωτας κυρίαρχος, εν τη απουσία του. Ως έλλειψη και ανάγκη για το αγαπημένο πρόσωπο, ως νοσταλγία της μαγείας του, ως ελπίδα επανασύνδεσης, ως απελπισία απέναντι στη σιωπή του άλλου προσώπου. Η Σοφί τα βιώνει όλα, και με συμπτώματα σωματικά, και διασχίζει αυτές τις 23 μέρες με ό,τι και όπως μπορεί. Τι την περιμένει στο τέλος αυτής πορείας, δεν έχει σημασία. Σημασία στον έρωτα όπως και στην τέχνη, έχει το βίωμα ως υλικό τους. Τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει από το τίποτα και η Ασημίνα Ξηρογιάννη το αποδίδει αυτό εξαιρετικά στην ποιητική της νουβέλα καθώς ακολουθεί την ηρωίδα της στη διάρκεια μιας νύχτας που διαρκεί 23 μέρες. Αλλά η νύχτα πάντα εγκυμονεί το φως όπως και η ζωή εγκυμονεί την τέχνη…

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

vakxikon.gr, τχ. 30, Ιούλιος 2015

Στις μέρες μας εκδίδονται πάρα πολλά ποιητικά έργα, λίγα, όμως, καταφέρνουν να ξεχωρίσουν και να εντυπωσιάσουν ευχάριστα τον αναγνώστη.
Ένα από αυτά τα έργα είναι και το νέο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «23 μέρες», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης».
Επειδή, είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε όλο το έργο της ποιήτριας, αυτό, που μας τραβάει το ενδιαφέρον είναι ότι κάθε ποιητικό βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα, με άλλη τεχνοτροπία και διαφορετικά νοήματα είναι, όμως, το ίδιο καλογραμμένο, στοιχείο, που δείχνει ότι η ποιήτρια μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους.
Το βιβλίο «23 μέρες» είναι μια ποιητική σύνθεση ή αλλιώς, όπως το περιγράφει η ίδια: «Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress.» Η Σοφί είναι μια γυναίκα, που ο αγαπημένος της, την έχει εγκαταλείψει. Έχει κλειστεί σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες. Γράφει στίχους και παίρνει ηρεμιστικά σθεντόν. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την αγωνία της Σοφί για το αν θα γυρίσει ο αγαπημένος της ή όχι, αν και κατά βάθος ξέρει ότι δεν θα γυρίσει ποτέ. Η μόνη διέξοδος; Η ποίηση. Η πιθανότερη κατάληξη; Η αυτοκτονία με υπερβολική δόση σθεντόν. Όμως, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια ανατροπή, που ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη και δείχνει πως μερικές φορές ένας δυνατός χαρακτήρας μπορεί να αντέξει ακόμα και τις πιο αντίξοες συνθήκες.
Στο ποιητικό έργο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 μέρες» συναντάμε αρκετές επιρροές από τη Σύλβια Πλαθ, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και τον Νίκο Γκάτσο, όμως, η ποιήτρια δεν εμπνέεται μόνο από ποιητές. Η έμπνευση μπορεί να προέλθει από ένα ζωγραφικό πίνακα, όπως «Το φιλί» του Μουνκ, από ένα θεατρικό έργο ή από μια όμορφη μουσική σύνθεση. Αρκετές επιρροές στο συγκεκριμένο βιβλίο βρίσκουμε και από το βιβλίο: «Χένρι και Τζουν» της Αναΐς Νιν.
Θα μπορούσαμε ακόμα να γράψουμε πολλά για το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «23 μέρες», όμως, θα σταματήσουμε εδώ, αφήνοντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει τις αρετές του βιβλίου της ταξιδεύοντας στις σελίδες του.

 

ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ

Fractal 24/6/2015

Για την σύλληψη και την γέννηση ενός ποιήματος

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα ποίημα της Αν Σέξτον, ποιήτρια που μνημονεύεται στο βιβλίο

Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

23 Μέρες Μία ιστορία, τρία πρόσωπα, η Σοφί, ο εραστής, η άλλη.

H συγγραφέας του βιβλίου, Μίνα Ξηρογιάννη, μάς δίνει εισαγωγικά τον τρόπο που ένα ερέθισμα καταγράφεται μέσα της και με αργές, βασανιστικές διαδικασίες μετασχηματίζεται σε ποίημα.

Η ηρωίδα του βιβλίου, η νεαρή Σοφί, κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες, περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της ο εραστής της ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της, όπως αναφέρει η Σοφί.

Η ιστορία της Σοφί εκτυλίσσεται σε τρίτο πρόσωπο.

Η Σοφί γράφει, η Σοφί ακούει ανάσες ποιημάτων, η Σοφί σ’ όλη της τη ζωή πάλευε με τους ορισμούς, η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της.

Μιλά σε πρώτο πρόσωπο μόνο μέσα απ’ τα ποιήματα που γράφει στο δωμάτιο, με αφορμή την αναμονή τής επιστροφής τού εραστή.

Μας ενδιαφέρει η πορεία της Σοφί μέσα στις 23 μέρες. Είναι ο αριθμός των ημερών που ή ίδια έχει θέσει σαν όριο χρονικό στον εαυτό της και στα αδιέξοδά της. Το 2 παραπέμπει στο ζευγάρι και το τρία στα συνολικά πρόσωπα της ιστορίας. Ο εραστής και η άλλη δεν έχουν ονόματα. Η άλλη δε διαθέτει κανένα χαρακτηριστικό. Η ύπαρξή της στην ιστορία παίζει το ρόλο καταλύτη σε μια αντίδραση δύο προσώπων. Ο καταλύτης επιταχύνει την αντίδραση.

Η απουσία του αγαπημένου προσώπου προκαλεί τη συγκομιδή λέξεων που ελλοχεύουν κινδύνους, σε ένα σκηνικό αφαιρετικό, τόσο ταιριαστό στις πιο ισχυρές παραιτήσεις αλλά και στις πιο δυνατές ανατροπές.

Ο εραστής έχει κάποια σημάδια. Προτιμά τον πίνακα του Κλίμτ, το φιλί. Εκείνη προτιμά τον πίνακα του Μουνκ, με τον ίδιο τίτλο. ‘Γιατί είναι πιο παθιασμένο φυσικά’ του λέει. Δεν ξέρουμε τη δική του απάντηση στην υποθετική ερώτηση , εσύ γιατί προτιμάς το άλλο φιλί; Ξέρουμε όμως τον πίνακα του Κλίμτ, ένα απ’ τα διασημότερα έργα της Αρτ Νουβό.

Ένα ζευγάρι στέκεται πάνω σ’ ένα βράχο γεμάτο λουλούδια, που κόβεται απότομα στα δεξιά του πίνακα, ενώ λουλούδια υπάρχουν και στα μαλλιά των δύο προσώπων.

Ο άνδρας φορά ένα χρυσό πανωφόρι με άσπρα και μαύρα ορθογώνια ενώ το ταίρι του ένα αντίστοιχο αλλά γεμάτο πολύχρωμους κύκλους και λουλούδια. Ο άνδρας (του οποίου το πρόσωπο διακρίνεται ελάχιστα σε αντίθεση με το γυναικείο πρόσωπο που είναι καθαρό) έχει τυλίξει με το ένδυμά του και τα άκρα του τη γυναίκα, η οποία είναι γονατισμένη στην άκρη του ανθισμένου γκρεμνού- βράχου. Αυτά είναι τα προφανή που όλοι μας βλέπουμε. Υπάρχουν όμως και οι διαφορετικές ερμηνείες των ειδικών

Τo χρυσό φόντο και τα φωτεινά χρώματα του πίνακα αντιπροσωπεύουν την ομορφιά και τη λάμψη που νιώθει κανείς όταν φιλά τον/την αγαπημένη του

Η γυναίκα, σε αντίθεση με άλλα έργα του Κλιμτ που ο ρόλος της είναι κυρίαρχος, είναι υποταγμένη στον άνδρα.

Τα πρόσωπα δεν παραμορφώνονται, διατηρούν την ακεραιότητά τους και αναδεικνύονται κιόλας – ειδικά εκείνο της γυναίκας.

Δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ερμηνεία που δίνει ο εραστής.

Σημασία έχει ότι η Σοφί γράφει ‘Η φιγούρα του άντρα που δεσπόζει στον πίνακα του Μουνκ μου θυμίζει εσένα. Μοιάζετε.’

Το φιλί του Μουνκ. Σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, το παραπέτασμα της κουρτίνας κρύβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη θέα από το παράθυρο. Το ζευγάρι βρίσκεται στο κέντρο του πίνακα.

Μια εξπρεσιονιστική απεικόνιση που εξωτερικεύει το πάθος μα ίσως και τον τρόμο που προκύπτει μέσα από την παραμόρφωση των δύο προσώπων. Οι ατομικότητες φαίνεται να καταργούνται καθώς το ένα πρόσωπο παραβιάζει τα όρια του άλλου, το φιλί και ο έρωτας παίρνουν πιο επιθετική μορφή καταργώντας διακριτά χαρακτηριστικά. Η μελαγχολία και η σιωπή διαχέονται στο σκοτεινό δωμάτιο. Έχει χαρακτηριστεί «κραυγή» της μοναξιάς των δύο ερωτευμένων. Μόνοι στην ένωσή τους!

Ο έρωτας είναι προσωπικός μύθος .Επιτρέπεις στον εαυτό σου να ανατρέψει τα όρια της ατομικότητας και να προσδεθείς στα όνειρα και στην τροχιά ενός άλλου. Στο βλέμμα του, στην ιστορία του, στο παρόν του, στην αλήθεια του. Υπερβαίνοντας τη δική σου αλήθεια, φτάνοντας εκεί που οι ανάγκες αποδομούνται στην προσδοκία της τέλειας ένωσης. Και η ποίηση; ‘είναι εσωτερική επιτακτική ανάγκη να είναι κανείς θερμός –αν όχι καυτός- απέναντι στο αντικείμενο της γραφής του’ γράφει η Σοφί.

Η Σοφί είναι ποιήτρια. Με αφορμή τον έρωτα έχει γράψει πολύ όμορφα ποιήματα. Καίγεται εσωτερικά, αποσυναρμολογεί τον εαυτό της για να τον συναρμολογήσει πάλι, αλλά με άλλο τρόπο, έτσι ώστε ‘όταν θα βρεθώ μπροστά στη λευκή κόλα να’ μαι έτοιμη να αποτυπωθώ’.

Ο έρωτας της Σοφί είναι μοιρασμένος. Στον εραστή και στις λέξεις. Χωρίς να μειώνει σε ένταση και ποιότητα το ένα το άλλο. Αντίθετα, το ένα εξυπηρετεί και υποβοηθά το άλλο. Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας εξυπηρετεί το τέλος. Η Σοφί γράφει ‘έβαλα το τέλος που εξυπηρετούσε’.

Το φλερτ με την κατάθλιψη.

‘Τα σθεντόν είναι παλιά ιστορία που το σώμα θυμάται’ γράφει στην αρχή και ‘μη μακρηγορήσεις άλλο πάνω στη θλίψη μου’ προσθέτει στο τέλος.

Όντας αποσυναρμολογημένη, ‘με ακούω, με αφουγκράζομαι στη σιωπή’, ανιχνεύει και την πιο μικρή δυνατότητα ζωής, καλλιεργώντας μέρα με την μέρα, έναν εαυτό καινούριο, φτιαγμένο όπως το διαμάντι μέσα απ’ τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Χρειάζεται αυτές τις συνθήκες για να μεταμορφωθεί. Είναι αυτές, οι αναγκαίες και ικανές, που θα της χαρίσουν τη διαδρομή, το χρόνο, τις ανάσες και τις σιωπές που θα διαμορφώσουν την τελική έξοδο.

Εκεί όλα ξεκαθαρίζουν.

Σε μια αγριεμένη θάλασσα, ανακαλείς όλες σου τις δυνάμεις για να βγεις στην στεριά, μην παρασυρθείς απ’ τα κύματα ούτε απ’ του βυθού την ανάσα. Η Σοφί φλερτάρει με τον βυθό, γι’ αυτό και τα σθεντόν έχουν την θέση τους στο κομοδίνο της. Όμως είναι η ίδια που προτιμά την κάθαρση.

Η δύναμη της Σοφί είναι ο έρωτάς της. Και ο έρωτας για τις λέξεις δεν την έχει προδώσει. Παίρνει σάρκα στο πρόσωπο του εραστή, αλλά το πρόσωπο του έρωτα είναι μια άλλη αποκάλυψη, εσωτερική, απόλυτη.

Εκμεταλλεύτηκα το ποίημα Κολάζ, της Σοφί. Θα το αποσυναρμολογήσω, προσδοκώντας στο τέλος μια σύνθεση, ακολουθώντας την αγαπημένη συνήθεια τής ηρωίδας.

Το ποίημα Κολάζ ξεκινά με ένα απόσπασμα από ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον που έγραψε το 1862. Σ’ αυτό η Ντίκινσον κατασκευάζει την ιδέα μιας αδερφής ψυχής, που από την φύση επιλέχτηκε να συντροφέψει την δική μας μ’ ένα βαθύ, πνευματικό τρόπο, και όταν αυτό συμβαίνει δεν μπορεί κάτι να το αλλάξει. Αναπόφευκτο να κλείσει κανείς την πόρτα σ’ οποιοδήποτε άλλο κάλεσμα.

Συνεχίζουμε με τις φιγούρες του Σαγκάλ (που πετάνε).

Είναι οι ιπτάμενοι ευτυχείς ερωτευμένοι και τα γελαστά ζώα που ζουν στους πίνακες του Γάλλου ζωγράφου ,αδερφωμένα με τους ανθρώπους, με χαρακτηριστικά φωτεινά χρώματα, εκπέμποντας αισιοδοξία και χαρά.

Ακολουθούν οι ‘Ιδανικοί Αυτόχειρες’ του Κώστα Καρυωτάκη.

‘Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.’

Λευτέρης Βογιατζής, ποίηση σαν θέατρο

Συνειρμικά πηγαίνουμε στην παράσταση ‘Καθαροί πια’. Ο Λευτέρης Βογιατζής είχε ανεβάσει το έργο της Σάρα Κέιν όπου η τυραννία του έρωτα και η σημασία του σαν απόλυτη, χωρίς φραγμούς μορφή εξουσίας πάνω σε ένα ανθρώπινο πλάσμα αποτελεί την κύρια θεματική.

Το Κολάζ αγαπά την Σύλβια Πλαθ, την ποιήτρια της κραυγή και της οργής και ταυτόχρονα άκρως εξομολογητικής, όπως έχουν γράψει οι κριτικοί. Η ίδια όμως αρνείται να ταξινομηθεί:

«Θέλω να είμαι ελεύθερη… Νομίζω πως θέλω να είμαι πάνσοφη… Νομίζω πως θέλω να αυτοαποκαλούμαι «Το κορίτσι που ήθελε να γίνει θεά». Αν δεν ήμουν όμως κλεισμένη μέσα σε αυτό το σώμα, πού θα ήμουν – ίσως τελικά να είναι η μοίρα μου να ταξινομηθώ και να αξιολογηθώ. Μα, φωνάζω με όλη μου τη δύναμη εναντίον του. Εγώ είμαι ο εαυτός μου – Είμαι ισχυρή – μέχρι ποιο σημείο όμως; Εγώ είμαι ο εαυτός μου». Γράφει στα Ημερολόγιά της

Η Σύλβια Πλαθ είναι εναγκαλισμένη με την Μάτση Χατζηλαζάρου:

‘Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που’ ναι ριγμένες επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα’ γράφει η Μάτση το 1944 και προκαλεί.

Το κολάζ συνεχίζει να ιστορείται :

Αμοργός του Νίκου Γκάτσου

‘Εγὼ που κάποτε σ᾿ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ᾿ αγκάλιασα και χορέψαμε
μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιὰ και φάγαμε μαζὶ το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμὸ
τόσα χρωματιστὰ πετράδια στα μαλλιά σου.’

Στο κολάζ περιλαμβάνονται ‘Οι ώρες’ κινηματογραφική ταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνιγκαμ. Αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών, σε διαφορετικές εποχές, που οι ζωές τους επηρεάζονται από το βιβλίο ‘Κυρία Νταλαγουέη’ που έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ στο σπίτι της στην Αγγλία το 1923. Η ταινία καταδεικνύει τα αδιέξοδα των τριών γυναικών και τις προσπάθειές τους να δώσουν νόημα στη ζωή τους.

Συνεχίζουμε με τις ‘Διακοπές στην πραγματικότητα’, ποιητική συλλογή του Χάρη Βλαβιανού

‘Όταν πέσουν και τα τελευταία φύλλα
θα επιστρέψουμε επιτέλους στον γνωστό, οικείο χώρο μας,
το πολύτιμο αυτό άσυλο
που το εξαντλημένο σώμα άφησε ανολοκλήρωτο
για τις ανάγκες μιας αναπόφευκτης γνώσης.
Από το ποίημα ‘Φθινοπωρινό ρεφραίν’ της συλλογής.’
Ακολουθούν η γυναικεία μορφή της Μαίριλυν,
τα ηδονικά ποιήματα του Καβάφη, με κοινό νήμα τη μνήμη να μετασχηματίζει την πραγματική εμπειρία σε αισθητικό γεγονός, με πρωτοποριακές τεχνικές, σε «μορφήν της Καλλονής»,
η αναφορά του Μάνου Χατζιδάκι στο γεγονός ότι περιέχουμε τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και τελευταία αναφορά, ο αγαπημένος της πίνακας, το φιλί του Μουνκ.
Όλα τα κομμάτια του Κολάζ αντανακλούν την σκέψη και το συναίσθημα της ηρωίδας.
Αντίπαλο δέος της καταθλιπτικής και αυτοκτονικής διάθεσης ό έρωτας για τη ζωή,
του αδιέξοδου τα παραμύθια για μικρούς και μεγάλους,
του σκοταδιού, ‘αν η ποίηση είχε χρώμα’,
της μοναξιάς το ποδήλατό μου
Χοσέ (όνομα που μ’ αρέσει),
της παραίτησης Βότανο Λουίζα(για το αδυνάτισμα) και ‘Ο Καθρέφτης’ του Φοίβου Δεληβοριά.

Είναι δύσκολο να πορεύεσαι με αντιφατικά κομμάτια, όμως όλα έχουν ένα κοινό ομφάλιο λώρο, που γίνεται αντιληπτός μόνο απ’ το ίδιο το άτομο.

Έτσι καταφέρνουμε να ζούμε προχωρώντας τις ατέλειές μας στον χρόνο, που όπως ο γλύπτης πλάθει την ύλη, το ξύλο, το μάρμαρο, την πέτρα, το μέταλλο κι αυτός σαν άξιος τεχνίτης αποκρυπτογραφεί τους κώδικες που το υλικό φέρει μέσα του.

Τις δυνατότητες που περιέχει, σαν φυσικό προιόν. Την ένταση που είναι ικανό να αντέξει, την κατάρριψη των ορίων του.

Για να μεταμορφωθεί η ύλη αναζητά μια διαχρονική αρμονία, σαν δυναμικό αποτέλεσμα της εσωτερικής πάλης φαινομενικά αντίθετων τάσεων.

‘‘Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω και σκάβω μέσα μου ως εσένα’’, γράφει ο Πάουλ Τσέλαν και σταχυολογεί στο Σχεδίασμά της η Μίνα.

Θα ήθελα να σας διαβάσω τα λόγια της Μάτσης Χατζηλαζάρου, από τη μοναδική δημοσιευμένη της συνέντευξη το 1986:

-Μερικοί λένε πως η ποίηση είναι μια βασανιστική τριβή με τις λέξεις.

-Είναι!

Εσείς όμως μου το παρουσιάζετε σαν μια πράξη αυθόρμητη….

-Μα αυθόρμητη είναι. Οι λέξεις είναι όμως άτιμες και μπορεί να φτηνήνουμε πολύ ένα πράγμα, να το κάνουνε σαχλό. Γι’ αυτό πρέπει να τις προσέχεις, να απορρίπτεις διαρκώς, πράγμα που δεν είναι εύκολο.

Δεν ψάχνεις τις ωραίες λέξεις ή τα ωραία συναισθήματα -αυτά έρχονται και φεύγουν. Ψάχνεις τις σωστές λέξεις. Κι αυτό είναι ποίηση.

Η Μίνα έχει διαλέξει προσεκτικά και τελικά έχει βρει τις σωστές λέξεις.

Τρυφερές, αισθαντικές, βαθιά ερωτικές. Λέξεις εξομολογητικές και σαγηνευτικές. Χωρίς καμιά διάθεση αυτοπροβολής και υπερβολής, με απλά, κατανοητά εργαλεία, χτίζει το δικό της όνειρο, σε μια εξιστόρηση που συνδυάζει με μαεστρία τον πεζό με τον ποιητικό λόγο.

Η Μίνα Ξηρογιάννη επιλέγει να μιλά καθαρά, απογυμνώνοντας τις λέξεις από τα περιττά στολίδια φτιάχνοντας ένα βιβλίο με παλμό για τον έρωτα και την ποίηση, την απόγνωση και την ανατροπή, την μοναξιά και τη δύναμη, τη θλίψη και τη ζωή.

Αργά και βασανιστικά η ηρωίδα παλεύει για την αλήθεια του ποιήματος, γράφει και σβήνει, προσθέτει και αναιρεί με την τόλμη της μη βεβαιότητας. Στο ποίημα ‘ΟΡΙΣΜΟΙ’ προσθέτει στον τίτλο ένα ερωτηματικό, και αφού το ολοκληρώσει γράφει ότι δεν ξέρει ακόμα αν θα είναι αυτή η τελική μορφή του ποιήματος. Ίσως το πρόσωπο που αφηγείται την ιστορία να επινόησε την Σοφί, δανείζοντάς της τις ιδιότητες της ποιήτριας, παίρνοντας ζωή απ’ τη ζωή της και τις εσωτερικές της ανακατατάξεις. Ίσως όλο το σχεδίασμα να είναι μια αργή, βασανιστική τριβή με τις λέξεις σε μια πραγματικότητα δύο κόσμων που βιώνει η ηρωίδα, αποκαλύπτοντας μιαν άλλην εκδοχή του εαυτού της.

Αναρωτιόμαστε εάν 23 μέρες είναι ο χρόνος αναμονής της επιστροφής του εραστή ή ο χρόνος σύλληψης του ποιήματος.

Η γραφή ενός ποιήματος είναι μια βαθιά ερωτική διεργασία, και η αγωνία της ηρωίδας να είναι έτοιμη μπροστά στη λευκή κόλα είναι ίσως και ο τόπος που γέννησε την Σοφί.

Και η επιλογή του ονόματος δεν είναι τυχαία. Όνομα που παραπέμπει σε αρετές όπως σωστή κρίση, φρόνηση, ευφυΐα, γνώση, σε αντίθεση με το νεαρό της ηλικίας της.

Το πρώτο ποίημα που γράφει είναι σαρωτικό, σχεδόν σωματικό. Υποβάλλει μια εξέλιξη δυσοίωνη, που μέρα με την μέρα ανατρέπεται. Αντιμέτωπη με την πρόκληση μιας αυτοκτονικής τριβής με το αδιέξοδο του έρωτα, προκαλεί την άλλη πλευρά του εαυτού της, την αυτόνομη και ζωτική λύση της εσωτερικής της πάλης. Το τέλος είναι λυτρωτικό και συμπίπτει με την απαρχή μιας μοίρας που ηρωίδα είναι η ίδια, γιατί αυτή επέλεξε να νικήσει τον όλεθρο.

Η Μίνα Ξηρογιάννη καταθέτει τις μύχιες σκέψεις της για την σύλληψη και την γέννηση ενός ποιήματος, μέσα σε μια ζεστή και φιλόξενη μήτρα, θυμίζοντας τα λόγια του Πάμπλο Νερούδα «Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».

Μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα και γοητευτικό τρόπο θέτει ερωτήματα και ανακαλύπτει, ξανά και ξανά, πώς φτιάχνεται ένα ποίημα, απ’ τις λέξεις που δεν περισσεύουν. Κι αυτό είναι ποίηση.

Θα ήθελα να κλείσω με την αναφορά του ονόματος του Άγγλου ποιητή του 19ου αιώνα Samuel Taylor Coleridge που με απόσπασμα από ποίημά του ξεκινά το βιβλίο και με τα λόγια ενός συγγραφέα που χειρίστηκε με ιδιαίτερη ευαισθησία το θέμα του έρωτα στα βιβλία του, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

«Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται».

* Κείμενο που εκφωνήθηκε από τη Λένα Σαμαρά στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου.

 

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Fractal 03/06/2015

Ξαναζώντας το

Γιατί μετράει κανείς τις μέρες; Από ένα γεγονός ή μέχρι κάποιο άλλο; Για να αθροίσει τον καιρό που πέρασε ή για να υπολογίσει πόσο ακόμα θα χρειαστεί να διανύσει περιμένοντας το πλήρωμά του να φέρει κάτι άλλο; Κι αν δαμάζει τελικά ο χρόνος από μόνος του τον πόνο, τι απογίνονται η ελπίδα και η προσδοκία όταν αυτός περνά και φεύγει ;

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη δίνει φωνή και βήμα σε μια γυναίκα που δημιουργεί, για να ξαναζήσει μαζί της ένα χρονικό 23 ημερών που αποπνέουν συγχρόνως καλοκαιρία με έναν αποχωρισμό, σφοδρό και βίαιο σαν θάνατο, ωστόσο μη οριστικό ∙ να πλανάται άλλοτε σαν απειλή και σαν τελεσμένο γεγονός που καλείται να πενθήσει, άλλοτε σαν μετακλητή πραγματικότητα που προσπαθεί να αναιρέσει. Οι αριθμοί 2 και 3 αποδεικνύονται σημαδιακοί αφού επανέρχονται στο αφήγημα, ενώ η μία κορυφή του ερωτικού τριγώνου που θα υπαινιχθεί παραμένει σχεδόν ανυπόστατη. Όλα λειτουργούν σαν φόντο για να αναδειχθεί εντονότερα το συναισθηματικό κλίμα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.

Αυτή είναι η «Σοφί» που δεν επιτρέπει σε κάποιον που φεύγει από τη ζωή της να την κάνει ποίημα. Επιδιώκει να βυθιστεί η ίδια σε μια κατάσταση εκστατική και θερμή ανάλογη σε ένταση, αλλά και στο πάθος που διέτρεχε τη μοιραία σχέση ∙ θέλει να γράψει εκείνη το τέλος αλλά και πάλι… Μπαινοβγαίνει στη «νάρκωση» που της προσέφερε κατά το παρελθόν το μοναχικό της όραμα για μια από κοινού ποιητική ζωή και αποπειράται να φωτίσει από διαφορετικές γωνίες τα γεγονότα. Το σοκ της απώλειας γίνεται αφορμή για να ξεδιπλώσει μια πρόσφατη, ίσως «παλιά» και επαναλαμβανόμενή της ιστορία.

Η σχέση χωρίς αποκλειστικότητα και η αγωνία της ουσιαστικής συνεύρεσης πασχίζει να διαιωνιστεί στο λογοτεχνικό παρόν. Το σώμα κι η ψυχή, ο νους, τελούν υπό καθεστώς «βίας», τρέχουν με την κεκτημένη ορμή. Αναζητούν τη συνέχεια και τον παρτενέρ για τη συνομιλία που –ίσως λόγω ακριβώς της αποσπασματικότητας και της αμφιβολίας- είχε εξιδανικευτεί και υποσχόταν παλιότερα το άπαν της απόλυτης ταύτισης.

Στο σκηνικό που στήνεται, αντί για τα βιβλία του απόντος, σε ένα καφέ κομοδίνο χάσκουν άσπρα ηρεμιστικά χάπια, λευκά μηνύματα συνοδεύουν τις νύχτες της. Η Σοφί αναπολεί, συσχετίζει με ζευγάρια της τέχνης και απαριθμεί –ο τρόπος της να βάλει μία τάξη μες το χάος και να βρει μια έξοδο από τον φαύλο κύκλο-. Θα εκπληρώσει το πέρασμα του χρόνου την υπόσχεση για επιστροφή στη παρελθούσα συνθήκη που θα σημάνει και τη λύτρωσή της;

Η συγκεκριμένη πιθανότητα, δικαίωμα και πόρτα ανοιχτή για μέλλοντα αόριστο για αυτόν που έχει αποχωρήσει, ελπίδα και άρνηση του τέλους για αυτήν που παραμένει, φέρνουν στην επιφάνεια αναπάντητα «αν» και «γιατί» μαζί με το ελπιδοφόρο ‘πότε;’ που η προσδοκία δεν επιτρέπει να γίνει ένα οριστικό ‘ποτέ’. Η σύγχυση κι η παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στην απόρριψη, την εξιδανίκευση και την άρνηση επιτείνονται.

Πάνω σ΄αυτό τον καμβά, η Α.Ξ. προτίθεται να αναδείξει τη διαδικασία γύρω από την ποιητική δημιουργία, τη μόνωση και τον πόνο ως προϋποθέσεις της ανάτασης. Αναζητά την αλληλουχία λέξεων που θα εκπορθήσουν τα τείχη της νοικιασμένης –και παράνομης ενδεχομένως- κάμαρας που έχει μετατρέψει σε χώρο προβληματισμού και πένθους ∙ ίσως το ίδιο το σώμα της Σοφί. Προκειμένου να μεταστοιχειώσει το λυγμό σε λόγο καταφεύγει στην ανάγνωση, τη καταγραφή του αισθήματος. Οι αισθήσεις όμως βρίσκονται σε συναγερμό : H ελπίδα και η προσμονή οξύνουν την ακοή, την στρέφουν στον εξωτερικό χώρο απ΄ όπου προσδοκά να αφουγκραστεί τον ήχο της επιστροφής, της ευνοϊκής επιλογής που θα κάνει ο άλλος και το ιδανικό ισοδύναμο της ανακούφισής της.

Τόσο ο ζόφος όσο και ο φαύλος κύκλος επικοινωνούνται από την συγγραφέα, αλλά αφού η ηρωίδα διέρχεται τις φάσεις κορυφώνει μ’ έναν θυμό –προς εαυτόν- όπου η λύση, ως απάντηση στα ερωτήματα ωριμάζει με τη «Φθινοπωρινή Ιστορία» και αποδίδει καρπούς στο «ΧΧ» (το επιθυμητό συστατικό του αριθμού 23). Οι λέξεις αποκτούν εκεί ποιητική πολυσημία, με τα πολλαπλά βάρη που κουβαλάνε η καλοκαιρία και το φθινόπωρο, η έξοδος συντελείται παίρνοντας τη συμβολική μορφή της έκρηξης του σώματος, από το χώρο του βωβού αναβρασμού στο χώρο της λεκτικής έκφρασης.

Για να συμβεί η ποιητική απογείωση θα χρειαστεί να αλλάξουν όλα. Από τη κρεβατοκάμαρα βρισκόμαστε στη τουαλέτα, από τις κλεμμένες Τετάρτες σε μια ματωμένη Παρασκευή, από τα άσπρα και καφέ χρώματα –με τους ανάλογους συμβολισμούς τους – στο κόκκινο του αίματος. Να σταματήσει το μυαλό να διανοείται και η ψυχή να παραπλανάται, να αποκαλυφθούν «μυστικά», να μετατοπιστεί η δράση.

Όταν τα φτερά του έρωτά της πριονίζονται, για να πετάξει η ποίηση απαιτεί μια κίνηση οριστική, απότομη και καταλυτική, ένα πλήγμα – μήνυμα ισότιμο με την χαίνουσα πληγή του χωρισμού και της αμφιβολίας. Σε χώρο ζωτικό, σωματικό και κάτω από τη μέση, θα βρει τις λέξεις, θα διατυπώσει το διά ταύτα με έναν τρόπο που κυριολεκτικά αγγίζει∙ χρειάστηκε να τρέξει αίμα…

Το σώμα βγαίνει από τη «νάρκωση» της πλάνης του και η θερμοκρασία του πάθους που επιζητείται –που αναπτυσσόταν ήδη από την εποχή της μη ολοκλήρωσης και των ατελών διαδρομών προς τον άλλον- εξισορροπείται. Με το ζεστό υγρό να ρέει και «τις χορδές σπασμένες» αναδύονται τα λόγια και η μελωδία ηχεί. Ρήξη, κατανόηση και ανατροπή: Η αναμονή κι η επιθυμία, ποσά ευθέως ανάλογα, ο θρήνος ατελέσφορος όσο το πέρας αιωρείται, ο χρόνος αποδεικνύεται αδιάφορος καθώς κοιτάει μόνο τη δουλειά του, να φεύγει ανεπιστρεπτί. Η αναμονή ήταν λοιπόν αφροδισιακή;

Πριν και μετά από τις σημαντικές διαπιστώσεις η ιστορία, ωστόσο, απλώνει, συνεχίζεται. Αφού έχουμε να κάνουμε με αφήγημα, με «αρχή, μέση και τέλος» και αφού η Α.Ξ. παραχωρεί δικαίωμα στους αναγνώστες της να καθορίσουν και αυτοί τη μοίρα της Σοφί της, θα επισημάνω ότι η συμβολική κίνησή της προς τον εξωτερικό χώρο, το «δρόμο» που διασχίζει, η αποχώρηση από το Facebook και το κάπως επιβεβλημένο happy –(ή ‘ηθικά’ ορθό) end υστερούν σε ένταση, πολυσημία και αυθεντικότητα. Η Α.Ξ. φέρεται με καλοσύνη στην ηρωίδα της και της χαρίζει την επιβίωση, της στρέφει το βλέμμα σε ένα μέλλον σχεδιασμένο, αλλά προφανώς την αποκόβει από το παρελθόν και αναστέλλει –με τρόπο παρόμοιο με τη περιγραφείσα σχέση!- τη κάθαρση που θα ήταν δυνατόν να φέρει μια σύγκρουση της ηρωίδας καθώς απευθύνεται στο άλλο της –και παρελθόν- μισό.

Η Σοφί αφήνει αναπάντητα τα «γιατί» ενώ αναιρεί επιφανειακά τα «αν» και απονευρώνει τις ισχυρές της εξομολογήσεις. Η διαφορετική στροφή που παίρνει είναι βέβαια πολύ πιο ανοιχτή, αλλά περιστρέφεται γύρω από τον παλιό και σταθερό της άξονα. Επίκεντρό της παραμένει ο ίδιος πάντα, άλλος άνθρωπος, οι σχέσεις του με τους ανυπόστατους τρίτους, ο χρόνος που περνάει μάταια φέρνοντας τις παλιές ιστορίες στο προσκήνιο, ενώ η απόσταση, η αλλαγή τοπίου και η άρνηση της πλήρους αυτοκαταστροφής («χάπια», «γκάζι») είναι σαν και τον χωρισμό που δεν είναι οριστικός: Θέμα χρόνου, στη σχέση δύο οντοτήτων να παρεμβαίνει κάποια άλλη, τρίτη (οντότητα, κατάσταση) που παραμένει τόσο άγνωστη όσο και φαρμακερή μέσα στο ανάγνωσμα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη απεικόνισε μία κατάσταση και παράλληλα φώτισε ένα αφήγημα από διαφορετικές γωνίες, την ποιητική εξομολογητική, διακειμενική και εικαστική. Έκανε σαφή στον αναγνώστη το χρονικό, το αδιέξοδο, την οδύνη και τα μέσα που επικαλούμαστε για να παραβλέπουμε τα πιο σημαντικά και τελεσίδικα γεγονότα, τη στέρηση και τη φθορά, τη στέρηση που επιτείνει τη φθορά και αντίστροφα.

Από όποιο πρίσμα ωστόσο κι να το κοίταξα, το κόκκινο, σαν και τα χρώματα σε μια παλέτα, είναι αυτό που ξεχωρίζει, είναι αυτό που με το πέρασμα του χρόνου, ξεθωριάζει τελευταίο.

 

Εποχή μου είναι η ποίηση

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 27/01/2016

Η ποίηση, η ζωή και μια ιστορία in progress

Η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι η τρίτη της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Ο νέος άνθρωπος και η εποχή του – αντιμέτωπος με την εποχή του. Και η ποίηση, που τον βοηθάει να αντέχει τις συγκυρίες και τις συνθήκες της εποχής του.

Ένας άνθρωπος που, μέσα σ’ αυτήν την εποχή, κουβαλάει τις πληγές του. Και τα ερωτηματικά και τις διαψεύσεις του.

Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα ποιητικής, με την έννοια του τι είναι ποίηση, όπως τα Ένα ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, σ. 23, Νέα ποιητική, σ.24, άτιτλο, σ.33.

Αλλά και, ευρύτερα, ποιήματα για το ρόλο της ποίησης μέσα στη συγκεκριμένη εποχή. Και, επίσης, για το ρόλο του ποιητικού υποκειμένου-ποιητή σε σχέση με τα καθημερινά προβλήματα γύρω του αλλά και σε σχέση με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση. Η αγωνία: η ποίηση είναι ένα άλλοθι, για να κρυφτεί το ποιητικό υποκείμενο στο «καβούκι» του ή είναι ένας τρόπος να αρθρωθούν τα προβλήματα και να έρθουν κοντά οι άνθρωποι-συμπάσχοντες;

Η Αθήνα καίγεται στις φλόγες/ και συ στοχάζεσαι πάνω στο ποίημα./ […] (σαν να βγήκες στους δρόμους/ σαν να ούρλιαξες ( άτιτλο, σ. 14)

Ά-πολις κατάντησε/ κι όμως δεν ξέρει να σου πει/ πώς λέγεται αυτό το –α./ Μα το σώμα του/ ξέρει καλά/ τα στερητικά τα άλφα/ τι σημαίνουν (Μετανάστης, σ. 36)

Το πρώτο ποίημα της συλλογής αρχίζει με ένα ερώτημα: Πες μου,/ γιατί να γράφεις ποιήματα,/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;

Και τίθεται μια πρώτη θέση, που σε όλη την υπόλοιπη συλλογή προβληματίζει, υπονομεύεται, αίρεται. Χωρίς απολυτότητες και χωρίς αφορισμούς.

Η μόνη βεβαιότητα που διατυπώνεται κατηγορηματικά: […] μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή (σ.37).

Μέσα από τους προβληματισμούς και τα ερωτήματα επιχειρείται ο προσδι-ορισμός του ποιητικού υποκειμένου:

Και συ αναζητάς τη συνέχεια των στίχων σου/ και ισχυρίζεσαι ότι αντιστάθηκες (σ. 14)

Μα πάνω απ’ όλα ποιητής./ Φιλτράρεις τη ζωή/ και η ποίηση είναι ο τόπος σου/ και ο χρόνος σου μαζί. (σ.35)

Στο όλο κλίμα προστίθενται και τα συναισθήματα της αμφιβολίας και διάψευσης στον έρωτα, αλλά και η ισορροπία και η πληρότητα που πηγάζουν πάλι από τον έρωτα:

Μαζί μου πήγαινες/ μαζί μου ερχόσουν./ Τώρα σιωπάς./ Και δεν ξέρω αν αδράνησες/ ή αν έχεις ηττηθεί. (σ.18)

Με τον έρωτα λες/ θα διατηρήσεις την ισορροπία σου/ μέσα στην ανισορροπία του κόσμου. (σ.46)

Λόγος λιτός, αστόλιστος. Οι καλύτερες στιγμές τα σύντομα, πυκνά ποιήματα. Το συναίσθημα, όταν πλεονάζει, κάνει κάποτε το ποίημα να χάσει τον βηματισμό του, ή φθάνει σε κάποιον διδακτισμό. Η ένταση μεγαλώνει με την πύκνωση του νοήματος.

Υπάρχει ένα ποίημα που θεωρώ πολύ χαρακτηριστικό στη συλλογή της, το Θεατής, σ.41 – ίσως μαζί με το αντίστοιχο της σελίδας 16. Ερωτικό με την ευρύτερη έννοια, αλλά και με τους όρους της ερωτικής επιθυμίας, προς έναν άντρα μέσα στη δράση ( Και γι’ αυτό σε αγάπησα./ Επειδή κινούσες βουνά/ μόνο με το χαμόγελο) που έχει μεταμορφωθεί σε θεατή των όσων διαδραματίζονται, βάζοντας σε δοκιμασία τα αισθήματα του ποιητικού υποκειμένου. Το ποίημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια γέφυρα με το βιβλίο της Ξηρογιάννη 23 Μέρες. Όπως και η επίγνωση που διατρέχει τη συλλογή, πως η ποίηση είναι το σταθερό background μέσα στο οποίο δρα το ποιητικό υποκείμενο, με τη βεβαιότητα πως μόνο μια πράξη/ δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.

Οι 23 Μέρες είναι ένα κείμενο που δεν είναι εύκολο να χωρέσει σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Θεωρώ βέβαιο το ποιητικό στοιχείο και διαβάζω την έντονη θεατρικότητα του κειμένου. Άρα, θεατρική ποίηση, ας πούμε.

Η ίδια η συγγραφέας ονομάζει το κείμενό της, ως ποιητικό υποκείμενο, την 12η μέρα, ποιητική νουβέλα in progress, τονίζοντας ίσως το στοιχείο της αφήγησης, όσον αφορά τη νουβέλα. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να κρατηθεί είναι το in progress. Σε εξέλιξη είναι και η γραφή του κειμένου, καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα μέρα τη μέρα, και φυσικά παράλληλα σε εξέλιξη είναι και η εσωτερική συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου.

23 μέρες. Αναμονή και εσωτερική διεργασία. Το ποιητικό υποκείμενο, μια νεαρή γυναίκα, και ο Άλλος, ο εραστής, που έχει απομακρυνθεί, και όλο το κείμενο είναι η περιγραφή-αφήγηση της πιθανής επιστροφής του. Με τη φωνή του Άλλου να ακούγεται μέσα από τη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και μέσα από τις «σκηνικές» οδηγίες που αυτό δίνει για τον χώρο – εσωτερικό χώρο – και για το συναισθηματικό πλαίσιο. Με πολλές διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες. Πολύ ενδιαφέρουσα γραφή, με τον υβριδικό της χαρακτήρα. Να σημειώσω ότι με πλάγια γράμματα αναφέρεται ο άμεσος λόγος του ποιητικού υποκειμένου, με ορθά το πλαίσιο ή τα σχόλια, σχετικά με ό,τι διαδραματίζεται ή σχετικά με όσα σκέφτεται/θυμάται η νεαρή γυναίκα. Τα μέρη αυτά συνυπάρχουν στην ίδια μέρα, αλλά μπορεί και να αυτονομούνται, να μιλάει δηλαδή μόνο το ποιητικό υποκείμενο ή και να διαβάζουμε μόνο τις σκέψεις και τους στοχασμούς του, ανάλογα με το πώς σκηνοθετείται η εξέλιξη.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, που φιλοξενούσε τις ερωτικές τους συναντήσεις. Στοιχεία για τα αντικείμενα του δωματίου: το κρεβάτι, ένας τετράγωνος καθρέφτης, μια ντουλάπα, ένα καφέ κομοδίνο, τα αντικαταθλιπτικά χάπια, το σημειωματάριο πάνω στο κομοδίνο, ο πίνακας με Το Φιλί του Μουνκ στον τοίχο. Και μια κουνιστή πολυθρόνα, όπου η γυναίκα, η Σοφί, περιμένει να ακούσει τον ήχο της επιστροφής του.

Η Σοφί, γράφει σε σημειωματάριο, όχι σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ενδιαφέρουσα σκηνοθετική λεπτομέρεια, καθώς η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει σε παλαιότερα λογοτεχνικά ζευγάρια, στους μεγάλους τους έρωτες και στους χωρισμούς τους, στη μοναξιά τους και στη «φυγή» τους απ’ τη ζωή. Και οι διακειμενικές αναφορές στις Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Έμιλυ Ντίκινσον, στον Χένρι Μίλερ και στην Αναΐς Νιν. Ωστόσο, κάποια στιγμή κατανοεί ότι πρέπει να λάβει τις δικές της αποφάσεις:

Τώρα όμως νιώθει πως είναι οι περιστάσεις που την καλούν να σκεφτεί για τη δική της ζωή και όχι μόνο για τη ζωή των «διακειμενικών άλλων». (XIII, σ. 26)

Η Σοφί πιστεύει ότι πολλοί άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον μικρό χώρο ενός δωματίου ασφυκτιούν, αλλά μέσα από το πνίξιμο και την ασφυξία αυτή μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα. Από την άλλη μεριά

Αν πάλι κάποιος είναι μόνος του/ ολομόναχος, κλεισμένος σε έναν τέτοιο μικρό χώρο/ για πολλές συνεχόμενες μέρες (23 ας πούμε)/ πάλι θα αφυκτιά… από τη μοναξιά του ίσως./ Και σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα/ ή πολλά ποιήματα/ ή ένα πεζό/ ή… (XVII, σ.32)

Μια αναφορά πάλι στο κείμενο που γράφεται και στο είδος του, η ενδιαφέρουσα «έξοδος» του ποιητικού υποκειμένου από το κείμενο και η απ’ έξω παρακολούθηση της γραφής.

Την 21η μέρα υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, μάλλον αναπάντεχη, αναφορά στον Σολωμό και στα σχεδιάσματά του (ύστερα από ένα μότο του Πάουλ Τσέλαν)

Αυτό που αποκαλούμε «σχέση»/ δεν είναι παρά ένα σχεδίασμα εντέλει/ – όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, ας πούμε – / «Κι όμως εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της/ είναι κάτι σαν work in progress», μου λες εσύ./ «Κι όμως, εκεί συνίσταται η γοητεία της,/ στο ότι ατέρμονα συνδιαλέγεται με το χάος» σου λέω εγώ./ (Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι απόψεις μας συγκλίνουν κάπως)/ (Ίσως πρέπει να χωρίσουμε οριστικά) (ΧΧΙ, Σχεδίασμα, σ. 37)

Η συνειδητοποίηση της αποστασιοποίησης, ύστερα από τη διαπίστωση μιας σύγκλισης, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς η σαν work in progress σχέση, και συνακόλουθα η αφήγηση, φαίνεται να οδηγούνται προς ένα τέλος. Που δεν θα είναι μελοδραματικό, άλλωστε η πρωταγωνίστρια δήλωσε πως

Η Σοφί αγαπά τις καταθλίψεις της./ Επίσης απεχθάνεται το μελό/ (σ εόλες του τις εκφάνσεις) (XIV, σ.28)

Θα είναι μια έξοδος

Αλλά εγώ δεν θα χρησιμοποιήσω το γκάζι./ Με βλέπω ήδη να διασχίζω το δρόμο/ έχοντας ξεχάσει τα σθεντόν/ πάνω στο κομοδίνο. (XIII, σ. 39)

Έξοδος διπλή, πάλι. Από τον εσωτερικό χώρο στον εξωτερικό, από την ψυχική κατάπτωση και απομόνωση στην έξω ζωή. Όχι ίσως με το χρώμα του προβληματισμού που υπήρχε στη συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση. Αλλά με μια βαθύτερη εσωτερική δυναμική: η γραφή-ποίηση δείχνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να έχει καθοριστικό, λυτρωτικό χαρακτήρα. Αποκτά έναν δυναμικό ρόλο στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο οδηγείται στη λύση (θεατρική η σημασία) μέσω της γραφής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

FRACTAL 18/12/2014

«Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση»

Εποχή μου είναι η ποίηση, δηλώνει η Ασημίνα Ξηρογιάννη στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή, θέλοντας να επισημοποιήσει την πίστη της σε μια εποχή, έξω από το χρόνο, όπου η ποίηση συνεχίζει να μας έλκει και να δημιουργεί τον κόσμο κάθε φορά εκ νέου. Τα ποιήματά της είναι αποδείξεις που δηλώνουν πως η ποιητική τέχνη, δεν είναι μόνο για τα βιβλία και τα φιλολογικά σαλόνια, αλλά υπάρχει και ανθοφορεί μέσα στην ζωή μας, στις μικρές μεγάλες μας στιγμές. Η ποίηση είναι ο ευρυγώνιος φακός για την Ξηρογιάννη. Παρατηρεί σφαιρικά, γιατί όχι και ολικά, την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δηλώνει εξάλλου:

Οι καιροί μας σπρώχνουν
σε δράμα που δεν υπάρχουν λέξεις
να εκφραστεί.
Σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.

Σε αυτό τον κόσμο όπου οι αξίες φθίνουν και οι λέξεις αδυνατούν να εκφράσουν το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης, η Ξηρογιάννη επιλέγει να επιστρέψει στις αρχέτυπες ρίζες της ποίησης, αναζητώντας την ομορφιά. Μέσα σε ένα περιβάλλον που η ασχήμια κυριαρχεί, η ηθική έχει διαφθαρεί και οι άνθρωποι εύκολα χάνονται προσκολλημένοι σε αυτό που λάμπει και όχι στην ουσία, σ’ ένα κόσμο που η ταπεινότητα και ο αλτρουισμός θεωρείται μπανάλ η ποιήτρια επιμένει να πιστεύει στις πραγματικές και διαχρονικές αξίες.

Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις
αποτυπώνοντας μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν
και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου
που τον ήξερες για πατρίδα σου.
Λες «εποχή μου είναι η ποίηση»
και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου
φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο
για να απομονωθείς.

Καταφύγιο η ποίηση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν ενδιαφέρει την ποιήτρια το τι συμβαίνει γύρω της. Απεναντίας. Στέκεται κριτικά σε ότι μας θλίβει. Το αδιέξοδο παρόν, η θλίψη αυτού του τόπου, είναι στοιχεία που την προβληματίζουν. Αλλά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον πως αντί να παραμένει αδρανής, αναγνωρίζοντας απλώς την κρίση και την παρακμή, συνεχίζει, αντιδρώντας, ψάχνοντας την αλήθεια και την ουσία της ζωής στην ίδια την ποιητική τέχνη. Όχι στις λέξεις, αλλά στην ιαματική επίδραση της ποίησης να ανατρέπει, να μαγεύει, να χαρίζει ομορφιά δημιουργώντας αντιστάσεις. Τα περισσότερα κείμενα της Ξηρογιάννη είναι ποιήματα ποιητικής. Το κάνει αυτό εσκεμμένα, για να δείξει σε υπερβατικό βαθμό πως η ίδια πιστεύει πως μπορεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος να σκάψει βαθιά μέσα της, όχι κατ’ ανάγκη για λύσεις, αλλά για νοητές διεξόδους ,που θα την βοηθήσουν να αντεπεξέλθει .Για την ίδια η ποίηση είναι παρηγοριά .Ένας τρόπος να αμυνθεί.

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την κατάλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά την τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση.
Που με βοηθάει να τ’ αντέχω όλα αυτά.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

«Πάρε υλικό από τη διάλυση»

Υπάρχουν εποχές πρόσφορες για ποίηση και εποχές αντιποιητικές; Η εποχή μας είναι για να γράφουμε ποίηση σε βιβλία ή για να γράφουμε ποίηση στους τοίχους; Κι ο τόπος του ποιητή ποιος είναι, η εποχή του ή οι στίχοι του; Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα η Ασημίνα Ξηρογιάννη «χτίζει» την τρίτη της προσωπική συλλογή, δίνοντας μια απάντηση στον τίτλο, για να τη βάλει μετά απέναντί της, μέσα από τους στίχους της, και να την αμφισβητήσει, σε μια εσωτερική συνομιλία χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις συναισθηματικές και υπερβολές.

Κι αν η συνομιλία είναι εσωτερική, η ματιά της ποιήτριας δεν είναι αυτοαναφορική – κι αυτό είναι το σημείο όπου η ποιητική της Ασημίνας Ξηρογιάννη με κέρδισε: δεν κοιτάει στον καθρέφτη, αλλά κοιτάει δίπλα της και γύρω της τους άλλους ανθρώπους, βλέπει τους απελπισμένους, τους φοβισμένους, τους αίροντες τον σταυρό τους. Κι αναρωτιέται αν η ποίηση μπορεί να τους είναι χρήσιμη, αν υπάρχει λόγος να γράφει κάποιος, όταν τα πάντα καταρρέουν – σαν τους μουσικούς που έπαιζαν μέχρι τέλους ενώ βυθιζόταν ο Τιτανικός.

Αυτό το ναυάγιο μιας χώρας και μιας κοινωνίας, η ποιήτρια το αντιμετωπίζει στωικά αλλά με διαύγεια και με μια δόση ανθρωπιάς που συχνά λείπει από τη σύγχρονη τέχνη, η οποία είναι εγκεφαλική και αποστασιοποιημένη – κάποτε μη ανθρώπινη. Η ποίηση της Ξηρογιάννη ρωτάει: «Πώς βρεθήκαμε εδώ; Τι πρέπει να κάνουμε; Τι μας περιμένει;» Πολλοί στίχοι της καταλήγουν σε ερωτηματικά, όλη η συλλογή είναι ένα ερωτηματικό και η κατάφαση του τίτλου, όταν ολοκληρώσει κάποιος την ανάγνωσή της, γίνεται κι αυτή ερώτηση.

Από τα ποιήματα της συλλογής, άλλοτε μικρά σαν συνθήματα, άλλοτε λίγο μεγαλύτερα με τη μορφή νοερού διαλόγου, ξεχώρισα αρκετά που τα διάβασα δύο και τρεις φορές. Κράτησα όμως τον «Μετανάστη», ίσως γιατί και τα δικά μου γραπτά «γέμισαν πρόσφυγες», όπως λέει σε έναν στίχο της η ποιήτρια, και με αυτό το ποίημα θα κλείσω την παρουσίαση:

Μετανάστης

Ά-πολις κατάντησε
κι όμως δεν ξέρει να σου πει
πώς λέγεται αυτό –α.
Μα το σώμα του
Ξέρει καλά
Τα στερητικά τα άλφα
τι σημαίνουν.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

DIASTIXO 30/10/2013

Στα τέσσερα χρόνια εκδοτικής παρουσίας της Ασημίνας Ξηρογιάννη, η ποιητική συλλογή Εποχή μου είναι η ποίηση είναι το τέταρτο βιβλίο της. Εδώ το ενδιαφέρον της ποιήτριας μεταφέρεται από το κέντρο προς την περιφέρεια του κύκλου, από το άτομο προς την κοινωνία και τα σημερινά της αδιέξοδα.

Έχω την εντύπωση πως η αίσθηση του ανεκπλήρωτου που διαπερνά την πρώτη της συλλογή, Η προφητεία του ανέμου (Εκδ. Δωδώνη, 2009), αλλά και τα μεταγενέστερα βιβλία της, οι διαψεύσεις που βιώνει εκεί η δημιουργός εξαιτίας της ανάγκης της για κάποια ουσιαστική διαπροσωπική σχέση που επιτέλους θα ριζώσει και θ’ ανθίσει, και που ωστόσο δεν, όσο και ο πόνος της απώλειας που την ταλανίζει, μοιάζουν να γίνονται η αιτία που την ωθεί να στραφεί και να στοχεύσει όχι πια στην ικανοποίηση που αντλεί κάποιος από την ανταπόκριση και την πλήρωση που προσφέρει η πραγμάτωση ενός έρωτα, αλλά από την κοινωνική αντίστοιχη. Όμως και πάλι ίδια πικρία και απογοήτευση διατρέχει τους στίχους, κυριαρχεί στην καρδιά της: Γιατί να γράφεις ποιήματα/ όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες; Ή: Δεν παλεύεται η πραγματικότητα/ με όμορφα συνδυασμένους τρόπους/ και έντεχνη αθωότητα.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη αναρωτιέται για το είδος της επικοινωνίας που υπάρχει ή που χρειάζεται ν’ αναπτυχθεί ανάμεσα σ’ εκείνη και τους γύρω της, προβληματίζεται ακόμη και για τη χρησιμότητα της ποίησης στις μέρες μας, διαλεγόμενη ωστόσο με τον εαυτό της εφόσον οι απαντήσεις που περιμένει μετά βίας ακούγονται, καθώς είναι ασύνταχτες και άναρθρες, μοιάζουν με δυσνόητη παντομίμα με την οποία προσπαθεί να εκφραστεί ένα πλήθος που βρίσκεται σε διαρκή σύγχυση: Η ποίηση είναι μια πολυτέλεια/ σε τέτοιους καιρούς, θα πεις./ Κι όμως μπορεί να είναι δρόμος. Ή αλλού: Μα δεν είναι τούτοι οι καιροί για ποίηση;

Φαίνεται προσωρινά να καταλήγει σε συμπέρασμα: Σε δύσκολους καιρούς/ δεν αναζητούμε/ τη μεγάλη ποίηση/ αλλά την επείγουσα, διαπιστώνοντας πως: κάθε τοίχος κι ένα σύνθημα./ Αυτή είναι η ποίηση που διαθέτουμε σήμερα. Εξ αυτού προτρέπει τον εαυτό της, αλλά και άλλους: Φτιάξε μια νέα ποιητική: «Πάρε υλικό από τη διάλυση/ και χτίσε ένα ακέραιο ποίημα».

Ωστόσο, αν και φαίνεται να γεννιέται μέσα της περιστασιακά μια ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει, αν και, χάρη σ’ αυτή την ελπίδα, μοιάζει να εφευρίσκει και να προτείνει τρόπους αντίδρασης στα συμβαίνοντα, αρκεί η παρατήρηση της πραγματικότητας ώστε η απογοήτευση και η διάψευση να την καταλάβουν γι’ άλλη μια φορά: Το ποίημα περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά/…απεγνωσμένα ζητά/…να το γράψουν/ όμως: δεν γράφεται. Γιατί άραγε;

Μήπως η από πολλούς αναμενόμενη επανάσταση δεν θα γίνει με τους ίδιους τρόπους που γνωρίζαμε ως σήμερα; Ίσως δεν πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση. Μήπως η επανάσταση είναι περισσότερο από ποτέ ατομική υπόθεση; Ατομική – όχι προσωπική. Πιθανώς κι εξ αυτού του λόγου, αν και οι άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν, και που είναι αυτοί που τους σημάδεψε ένας μεγάλος πόνος, δεν συμβαίνει την ίδια στιγμή και στον ίδιο βαθμό οι ανάγκες τους να συναντώνται, ν’ αθροίζονται, έτσι ώστε να συναποτελέσουν το μεγάλο πλήθος, το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται, προκειμένου να συσταθεί το μαζικό κίνημα, μία, με γνωστούς πεπαλαιωμένους τρόπους καθοδηγούμενη έγερση, την οποία αρκετοί εξακολουθούν να ονειρεύονται. Ωστόσο, οι ονειρευόμενοι, αν τους παρατηρήσει κανείς, βλέπει ότι βαδίζουν με μιαν επιμονή ανεξήγητη σε πορεία αναντίστοιχη και οπισθοδρομική αναφορικά με τις απαιτήσεις της εποχής που διανύουμε.

Άλλωστε, επ’ αυτού και η Ασημίνα Ξηρογιάννη διαπιστώνει: κάποτε γράφαμε/ πατριωτικά ποιήματα/ κάποτε είχαμε πατρίδα. Η διαπίστωσή της βρίθει πικρίας και βαθέος παραπόνου: Στην πραγματικότητα είμαστε απάτριδες; Η συγκεκριμένη παραδοχή περισσότερο από άλλες την καίει; Το γεγονός ότι ακόμη και η λέξη «πατρίδα», όπως τόσες και τόσες άλλες, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα πουκάμισο αδειανό; Οπωσδήποτε, κανείς απ’ όσους με μαεστρία και απαράμιλλη υπομονή γκρέμιζαν και σκόρπαγαν στρατούς σαρακιών, που για χρόνια κατέτρωγαν την καρδιά των εννοιών και των πραγμάτων, κανείς απ’ όσους άρρητα άκριτα υπέθαλπαν, ενέδιδαν στη συγκεκριμένη τακτική, την επικροτούσαν (στο όνομα ποιας ελευθερίας και τίνος είδους δημοκρατίας τάχα;), ή απλώς σώπαιναν, διανοήθηκε ότι τα πλήθη των απάτριδων είναι χειρότερα και πιο επικίνδυνα από εκείνα των μισθοφόρων.

Οπότε, το ποίημα εξακολουθεί να περιπλανιέται αδιάκοπα/ στους δρόμους της πόλης που ξαγρυπνά./ Απεγνωσμένα ζητά/ απ’ τους μετανάστες, τις πόρνες και τους ζητιάνους/ να το γράψουν. Όμως οι συγκεκριμένοι αδυνατούν. Όπως και οι άλλοι: Εκείνοι που τους παρατηρούν, που χρησιμοποιούν συχνά την περίπτωσή τους ως κάποιου είδους σημαία. Παρόλο που το υλικό της εν λόγω σημαίας είναι ο πόνος, φαίνεται πως δεν αρκεί για κανενός είδους αλλαγή, ανατροπή στις συνήθειες του βίου. Γι’ αυτό ίσως είναι απαραίτητοι οι όμοιοι με αξίωμα στίχοι που παρατίθενται σε κάποιο άλλο ποίημα: Ακόμα κι αν δεν έχεις πληγή,/ οφείλεις να δημιουργήσεις μία/ χάριν του ποιήματος.

Αλλά τότε, αυτομάτως, ανακύπτει το ερώτημα: Τόσο η οδύνη όσο και η τέχνη είναι αυτοσκοπός; Παράλληλα, σε ό,τι αφορά την προέκταση της προτροπής στα κοινωνικά ζητούμενα, μπορούμε να παρατηρήσουμε την αυθωρεί αναίρεση της αλήθειας αυτής της ρήσης, η οποία την ίδια στιγμή δίδει απάντηση στους προβληματισμούς περί της παθητικότητας που διαπερνά την κοινωνία. Αν δεν επαρκεί ό,τι ήδη συμβαίνει και χρειάζεται να εφευρεθούν, να κατασκευαστούν επιπλέον πληγές και οδύνες, συγχρόνως με την παθολογία που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει, γεννάται ένα επιπλέον ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν καθετί στημένο, στοιχειοθετημένο, να συνεπάρει; Αν η πραγματικότητα δεν δονεί τόσο όσο θα έπρεπε, μπορεί να δονήσει, να κινητοποιήσει το ψεύδος; Κι επίσης: Από ποιον να «δημιουργηθεί», να σκηνοθετηθεί τρόπον τινά η «πληγή», προς όφελος τίνος;

Ίσως θα ήταν χρήσιμο αν ο ποιητής, ο διανοητής ή ο όποιος άλλος ιθύνων μάς έλεγε: αναγνώρισε στον εαυτό σου τον «μετανάστη», την «πόρνη», τον «ζητιάνο», τον «άπατρι», δες αυτό που είσαι κι όχι αυτό που νομίζεις ή θα ’θελες να ’σαι, βρες το κουράγιο να σταθείς ευθαρσώς απέναντι στους ρόλους που παίζεις αδιαλείπτως στη σκηνή της καθημερινότητας. Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο επιτέλους ο πόνος που κουβαλάς (κι όχι αυτός που θα εφεύρεις), και τον οποίο διαρκώς αποφεύγεις, αυτός ακριβώς ο έκβαθυς πόνος που προκύπτει από την αναγνώριση και την παραδοχή, όχι μονάχα το ποίημα, αλλά και την ατομική σου επανάσταση μπορεί να εγείρει; Μήπως καταρχήν σε βοηθήσει να βρεις την «πατρίδα» που σπαταλιέσαι να κυνηγάς όσο πιο μακριά κι όσο πιο έξω από τον ίδιον εσένα γίνεται, και που, αν και διατηρείς το πρόσχημα της αναζήτησης ενεργό, στην πραγματικότητα έχεις απολέσει την ουσία και τον σκοπό της αναζήτησης;

Και, μήπως τελικά, πριν καν γραφεί τ’ οποιοδήποτε ποίημα, πριν ακόμη ένας στίχος, μια λέξη έστω προκύψει και σταθεί στην επιφάνεια της συνείδησης, χρειάζεται να σκάψεις βαθιά, να προχωρήσεις από την επιφάνεια προς το βάθος, το κέντρο, να βρεις το σημείο της ύψιστης συμπάγειας, εκεί όπου θα μπορείς να βάλεις τις βάσεις για τα θεμέλια των οικοδομημάτων που γκρεμίστηκαν; Και… μήπως… μήπως είναι αυτή εντέλει η επείγουσα ποίηση, η επανάσταση η πράγματι;

 

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

VAKXIKON/ΜΑΪΟΣ 2013

Από τον ερωτισμό της Προφητείας του Ανέμου και την νοσταλγία των Πληγών, η Ασημίνα Ξηρογιάννη εξελίσσεται, μεταφέρεται στο «εδώ και τώρα» και μας παρουσιάζει ένα βιβλίο – κραυγή μιας «εποχής που μας απαρνιέται», μιας εποχής δύσκολης, σκιαγραφώντας τον πόνο του κοινωνικού δαρβινισμού και της βίαιης ισοπέδωσης ανθρώπινων ζωών. Η ποίηση συναντά την αντι-ποίηση σε ένα χορό ωμού ρεαλισμού, δημιουργώντας μια «νέα ποιητική», αυτή της παράδοξης αποστασιο-ποίησης.

Σε δύσκολους καιρούς/ δεν αναζητούμε/ τη μεγάλη ποίηση/ αλλά την επείγουσα
Εποχή μου είναι η Ποίηση λοιπόν, μας λέει η Ασημίνα. Πέρα από την καθαρή αποτύπωση του καιρού της κρίσης, από τα ποιήματα της δεν λείπει η ειρωνεία της υπόθεσης:
Άνθρωποι μένουν μόνοι/ κι εσύ γράφεις βιβλία
Και πράγματι, εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Ποιά είναι η θέση ενός ποιητή στις μέρες μας; Να ψάχνει εκδότη ή να εκφωνεί λόγους στο δρόμο; Να γράφει ποιήματα για τη ζωή ή να ζει ποιητικά; Τελικά, οι ποιητές αποποιούνται τις ευθύνες τους; Μα ποιά είναι τελοσπάντων η εποχή της ποίησης; Ζουν κι εκείνοι στην ίδια σκληρή πραγματικότητα, έχουν κι αυτοί στόματα να ταΐσουν, λογαριασμούς να πληρώσουν, να διαδηλώσουν για έναν καλύτερο κόσμο. Όχι, οι ποιητές δεν είναι θεατές. Θεατές θα ήταν εάν δεν έγραφαν. Η ποίηση είναι το δικό τους όπλο για να…
κάνουν φως/ τα σκοτάδια του σήμερα
Όπως και το καταπληκτικό κολλάζ του εξωφύλλου, έτσι και η ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη γράφεται «σε μαύρο φόντο»• ματώνει τις λέξεις, σκίζει τους έρωτες, «πυροβολεί τα όνειρα». Μας προκαλεί, αναπόφευκτα, ένα σφίξιμο στο στομάχι, μας κάνει να αναλογιζόμαστε πως «κάποτε είχαμε πατρίδα». Μα πόση ποίηση χωράει αυτός ο αιώνας μίσους; Απάντηση: Άπειρη.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ

ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 26.4.2013

Ποιήτρια της νέας γενιάς, η Ξηρογιάννη μοιάζει σαν να θέλει να δώσει την απάντηση για τον ενεργό ρόλο της ποίησης στη διαμόρφωση της κοινωνίας, έναν ρόλο πρακτικό – όπου δηλαδή το αισθητικό αποτέλεσμα έχει απτές επιδράσεις στη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Από τον τίτλο, κιόλας, της αξιοπρόσεχτης συλλογής της γίνεται σαφής η θέση της. Ωστόσο, ο διάλογος που ανοίγει με τα ποιήματά της είναι αποκαλυπτικός, δηλαδή η προσωπική της ματιά και θέση για τον ρόλο που διαδραματίζει στις μέρες μας η ποιητική δημιουργία εκφράζει αβίαστα την πραγματικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της. Έτσι, στην ποίηση της Ξηρογιάννη, το ποίημα δεν απέχει από τους απελπισμένους ανθρώπους που στένεψε η ζωή τους και βγαίνουν στους δρόμους αναζητώντας μια λύση. Το ποίημα, λοιπόν, ζει τη γέννησή του μέσα στον κόσμο κι όχι σε ένα εξωπραγματικό περιβάλλον, σε έναν φανταστικό τόπο, αλλά δίπλα στον άνθρωπο, μαζί με τον άνθρωπο, όπου εν δυνάμει κάθε του σκέψη, πράξη ή συναίσθημα μπορεί να αποτυπωθεί ποιητικά σε έναν κόσμο απτό, οιονεί θαυμαστό, όπου η κάθε στιγμή είναι και μια ευκαιρία υπέρβασης, ένα ταξίδι ανάμεσα στην ασχήμια και την ομορφιά, μια ομορφιά που ξεφεύγει από την ασφυκτική πίεση του χρόνου κι απελευθερώνει την κοινωνία μπροστά στην πιο ιδανική της διεκδίκηση: αυτήν της ελευθερίας του εαυτού της. Πρόκειται για μια ποιητική η οποία εκφράζει μια δυναμική σκέψης που, αν και δεν αποφεύγει τελείως τις συναισθηματικές ασάφειες και τις στερεότυπες περί ποιήσεως ιδεοληψίες, θέτει σοβαρή υποψηφιότητα να βρεθεί στον πυρήνα μιας οδυνηρής πραγματικότητας, εκεί όπου η παρουσία της ποίησης είναι σπάνια και πολύτιμη ταυτόχρονα – όπως η όαση στην απέραντη έρημο.

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

bibliotheque 18/4/2013

Μπορεί να γραφτεί καλή ποίηση στις μέρες μας; Αρκετοί κριτικοί λογοτεχνίας υποστηρίζουν, πως σε μια εποχή παρακμής σαν τη σημερινή, παρακμάζει και η ποίηση, με αποτέλεσμα να γράφονται μέτρια ποιήματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, καταδικασμένα να καλυφθούν από τη σκόνη του χρόνου. Υποστηρίζουν, επίσης, πως μια τέτοια εποχή δεν προσφέρεται για ποίηση και κατηγορούν τους ποιητές ότι είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους και γράφουν, χωρίς να νοιάζονται για το τι συμβαίνει γύρω τους.

Σε όλα τα παραπάνω, έρχεται να απαντήσει το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», που έχει εκδοθεί από τις πάντα καλαίσθητες εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που τόσο με το νόημα των ποιημάτων της, όσο και με την λογοτεχνική τους αξία, έρχεται να μας αποδείξει πως σήμερα μπορεί να γραφτεί καλή ποίηση, ισάξια ή και καλύτερη ακόμα με την ποίηση προηγούμενων εποχών. «Εποχή μου είναι η ποίηση», γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη, δίνοντας μια κατηγορηματική απάντηση σε όσους γράφουν για παρακμή.
Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση» ξεκινά με ερωτήματα, που θέτει η ίδια στον εαυτό της, όπως το κατά πόσο συμβιβάζεται το μεγάλωμα των παιδιών με τη λογοτεχνική καριέρα ή με το αν οι στίχοι είναι μορφή αντίστασης. Όμως, ενώ στις αρχές της ποιητικής της συλλογής θα αναρωτηθεί: «Μα είναι τούτοι οι καιροί για ποίηση;», θα φτάσει στο τελευταίο ποίημα να αναφέρει πως όλα τα δεινά της εποχής μπορούν να αντιμετωπίζονται με την ποίηση: «Μα εγώ θα γράψω μόνο για την ποίηση. / Που με βοηθάει να τ’ αντέχω όλα αυτά.», βρίσκοντας στην ποίηση ένα καταφύγιο, όπως ο Καρυωτάκης όταν έγραφε: «Και η ποίησις το καταφύγιο που φθονούμε.» Με το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημά της η Ασημίνα Ξηρογιάννη απαντά και στην άποψη, που αναφέρθηκε στην αρχή, ότι οι ποιητές σήμερα, γράφουν χωρίς να νοιάζονται για το τι συμβαίνει γύρω τους. Το όπλο του ποιητή είναι η πένα και αυτό δείχνει να το γνωρίζει καλά η ποιήτρια καθώς τα ποιήματά, που εμπεριέχονται σε αυτή τη συλλογή θυμίζουν τον χαρακτηριστικό στίχο του Μανώλη Αναγνωστάκη: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις».
Στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», συναντάμε ορισμένα συμπεράσματα, που θυμίζουν φιλοσοφικά αποφθέγματα, όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα: “Πυροβολήστε τα όνειρα”: «είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά», ενώ μια ειρωνεία λεπτή και συνάμα τραγική εμπεριέχεται στους στίχους της, όπως παρατηρούμε στο τέλος του ίδιου ποιήματος: «Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα! / Πυροβολήστε τα όνειρα.»
Σε αρκετά ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής η Ασημίνα Ξηρογιάννη κάνει δικό της τον πόνο των άλλων γράφοντας χαρακτηριστικά: «Χωρίς πόνο δεν γράφεται ποίηση.» Έτσι η ποιήτρια νιώθει τον πόνο του μετανάστη, που ξέρει καλά τι θα πει στέρηση, περπατά στους δρόμους της Αθήνας και η πένα της γίνεται κάμερα. Μια κάμερα, που καταγράφει τα σημερινά κοινωνικά αδιέξοδα και μας τα δίνει, όπως ακριβώς είναι, χωρίς φτιασίδια.
Θα κλείσουμε αυτό το μικρό ποιητικό μας ταξίδι, στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Εποχή μου είναι η ποίηση», παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό ποίημα: «Ο κόσμος σού προσφέρει / απλόχερα τις πληγές του. / Έλα λοιπόν, διάλεξε μία / και κάνε την ποίημα.»

 

Πληγές

 

ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

από την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου 8 Ιουνίου 2012

Αν ένας ορισμός, από τους πολλούς που θα μπορούσαμε να δώσουμε στην ποίηση είναι:» μετουσίωση αισθήσεων και εντυπώσεων, συναισθημάτων και συγκινήσεων σ’ ένα δομημένο όλον με όχημα τις λέξεις, τότε στην ποιήτρια Μίνα Ξηρογιάννη συναντάμε την ταυτοποίηση τούτου του, μεταξύ τόσων άλλων, ορισμού της ποιητικής πράξης.
Η ποίηση της Μίνας Ξηρογιάννη , ήδη από την προηγούμενη συλλογή της “Η προφητεία του Ανέμου” δίνει το σαφές στίγμα της δημιουργού: Ποίηση απλή ,όχι απλουστευτική, ολιγόστροφη συνήθως, πυκνή και περιεκτική.
Είναι γνωστή η παθογένεια πολλών νέων στη θητεία της ποίησης: στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν τον άθλο που λέγεται ποιητικό γίγνεσθαι, παίρνουν ατραπούς δύσβατες, επιστρατεύουν γλωσσικά εργαλεία δυσνόητων ή σπάνιων λέξεων, χρησιμοποιούν πληθώρα καλολογικών στοιχείων, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι στο ποίημα αρκούν το ουσιαστικό και το ρήμα, τα επίθετα και κατηγορούμενα οφείλουμε να χρησιμοποιούμε με φειδώ. Υπό αυτήν την έννοια ,για όλους εμάς που επιθυμούμε να διακονήσουμε αυτή την μετουσίωση αισθήσεων και εντυπώσεων σε ποιητικό οικοδόμημα, η εκ των υστέρων χειρωνακτική, εν πολλοίς δουλειά αποτελεί αναγκαία συνθήκη. Είναι η περίπτωση της ποιητικής που καταθέτει η Μίνα Ξηρογιάννη στην δεύτερη συλλογή της »Πληγές».
Κοινωνώντας μας στιγμές και συγκινήσεις, εικόνες και αισθήσεις, η ποιήτρια οικονομεί αυστηρά τα μικρά σε μέγεθος οικοδομήματά της, εξαίρετα στο βάθος νοήματά της. Λίγο όπως το σπίτι ως κτίσμα και το περιεχόμενό του. Σημειώνει ,π.χ. στην σελίδα 27: “Mην φοβάσαι τις αρνήσεις. Τελικά μόνο αυτές προάγουν τα ειλικρινή αισθήματα”. Πιο αφαιρετικά στη σελ.14: “Αναζητούσα τα κομμάτια μου, μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου”. Η πορεία προς τη σιωπή, το άπιαστο της νύχτας που γεννά απελπισίες, τα πρωινά που ανατέλλουν στον καθαρμό, και, πάλι απ’ την αρχή. Βαδίζει η ποιήτρια σ’ ένα αέναο που ίσως και η ίδια να μην επιθυμεί την κατάργησή του. Σ’ αυτήν την πορεία, η αναζήτηση της ποιητικής ως πράξεως, που τελεσφορεί σε επιτυχημένο αποτέλεσμα, είναι από τα κύρια μελήματα και τις δημιουργικές αγωνίες της Μ.Ξ.
Αν συνδέσουμε την πρώτη συλλογή “Η προφητεία του Ανέμου” με την τωρινή, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι οι “Πληγές” εμπεριέχονται παρενθετικά μέσα στην “Προφητεία”. Επιπλέουν βρίσκουμε πολλά ποιήματα να συνδιαλέγονται ανάμεσα στις δύο συλλογές. Διαβάζουμε, έτσι : “λέξεις σε λευκή κόλλα .Αυτό είμ’ εγώ. Τίποτα και όλα. Και από την άλλη μεριά: “Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω. Κι όταν είμαι εκεί που θέλω, θα ‘θελα να μουν’ αλλού.”.
Αφ’ ενός :δύο δίστιχα από την πρώτη:» Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού. Μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη» και, “Σπατάλη είναι να σκορπίζεσαι σα φύλλο. Μα ποιός θεωρεί τα φύλλα αμελητέα;” Aφ’ ετέρου :”Ανύποπτα κινούμαι μες στο χρόνο. Σαν σκιά φύλλου που γλιστράει ανώδυνα στο δρόμο».
Και, μαζί: “Λίγο ακόμα και οι γραμμούλες μας θα συμπέσουν”.
Αν στην πρώτη της συλλογή η Μ.Ξ. διακατέχεται από τη αγωνία του έρωτα, θέμα προσφιλές στην ποίηση, αναζητώντας την ιδανική συν-ύπαρξη, στην ανά χείρας “Πληγές” η ποιήτρια αναστοχάζεται για την δυνατότητα του εαυτού, του εγώ. Μετάβαση άρα από το “εμείς”-κατακτημένο ή μη- στο “εγώ”-προς κατανόηση και εν δυνάμει κατακτητέο. Φερ ‘ειπείν :» Θέλω να πάρω ένα δρόμο. Να πω : “Θα πάω από δω. Και να πάω”.
‘Εν κατακλείδι, παρ’ ότι η Μίνα Ξηρογιάννη είναι νέα ηλικιακά, η ποίησή της έχει κατακτήσει τα αναγκαία εργαλεία για την περαιτέρω πορεία της ποιητικής της παραγωγής στο μέλλον.

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

‘Exουμε ξαναγράψει πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, δεν την κρίνουμε από τον όγκο ή το μέγεθος των ποιημάτων, που περιέχει, αλλά από τη λογοτεχνική της αξία, την πλαστικότητα των στίχων, την όμορφη μεταφορά εικόνων, τον εσωτερικό ρυθμό. Εξάλλου, η ποίηση είναι ένας τρόπος να λες πολλά, γράφοντας λίγα. Έτσι η ποίηση κάνει πράξη το ρητό: «Το λακωνίζειν εστίν φιλοσοφείν». Τούτο, βέβαια, ισχύει, ιδιαίτερα για την εποχή μας, όπου, στην ποίηση, υπάρχει μια ροπή προς τη λακωνικότητα. Ο καιρός των μεγάλων επών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η λύρα έχει πάρει τη θέση της σάλπιγγας. Η σύντομη απαλή μελωδία διαδέχτηκε το εμβατήριο.
Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου, διαβάζοντας το βιβλίο της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Πρόκειται για μια μικρή και κομψή ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα κυρίως ερωτικά με μικρές πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Το κάθε ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, πάλλεται από έναν εσωτερικό ρυθμό, ενώ το τέλος του ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη. Μερικές φορές, τα βέλη του έρωτα ανοίγουν βαθιές πληγές, που μένουν ανοιχτές και κάθε φορά, που αλλάζει ο καιρός, πονάνε: «Συχνά τις νύχτες δεν κοιμάμαι. / Φαντάζομαι πως ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις. / Έχεις λάγνο βλέμμα. / Χαϊδεύεις τα κόκκινα μαλλιά. / Μυρίζεις το σώμα μου. / Εγώ δεν κουνιέμαι. / Σκύβεις / μου φιλάς το λαιμό. / Μετά φεύγεις / σιωπηλός / όπως ήρθες. / Μα εγώ έχω την αίσθηση πως κάτι ψιθυρίζεις, / σαν όνειρο πως λες / «Μη σπαταλάς τις νύχτες σου, δε θα ʽρθω».
Στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Πληγές», δεν βρίσκουμε μόνο ερωτικά ποιήματα. Η ποιήτρια βουτά το πινέλο της στον κοινωνικό καμβά και μας ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τα όνειρα των νέων παιδιών, που βιώνοντας τον πόνο, οραματίζονται ένα κόσμο διαφορετικό, μια κοινωνία πιο δίκαιη: «Ο πόνος μας δε μας ανήκει. / Ανήκει στον κόσμο / σε κείνους που τον προκάλεσαν σε άλλους / στους νέους με τα δακρυγονισμένα μάτια / στα παιδιά με τα ληγμένα χαμόγελα. / Σε όλους αυτούς που ονειρεύονται / έναν κόσμο χωρίς πόνο.»
Παραπάνω, αναφερθήκαμε στη ροπή προς τη λακωνικότητα, που παρατηρούμε στη σύγχρονη ποίηση. Ορισμένα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής της Ασημίνας Ξηρογιάννη, είναι πολύ μικρά. Μέσα σε δύο ή τρεις μόλις στίχους η ποιήτρια μας δίνει ολοκληρωμένα νοήματα: «Αναζητούσα τα κομμάτια μου, / μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.» Και αλλού: «Μη φοβάσαι τις αρνήσεις. / Τελικά μόνο αυτές προάγουν τα ειλικρινή αισθήματα.»
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη έχει αναπτύξει πολυσχιδή δραστηριότητα, τόσο στο χώρο της λογοτεχνίας, με την έκδοση της νουβέλας «Το σώμα μου έγινε σκιά», που έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, όσο και στους χώρο του θεάτρου. Εξάλλου, η ποιήτρια διατηρεί το blog: http://varelaki.blogspot.com, όπου δημοσιεύει έργα αξιόλογων λογοτεχνών.
Κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι μας στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «Πληγές». Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρουσίαση, παραθέτοντας ακόμα ένα όμορφο ποίημα: «Αφορίζω την ευαισθησία μου / την αρρώστια της ψυχής μου. / Και οργίζομαι και λέω / γιατί εμένα να με πληγώνουν / τα αναπάντητα ερωτήματα / τα ανέκφραστα συναισθήματα / τα γερασμένα μάτια / τα απογεύματα χωρίς εσένα. / Αφορίζω την ευαισθησία.»

 

ΔΙΟΝΎΣΗΣ ΜΑΡIΝΟΣ

FRACTAL 06/11/2014

«Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω»

Με μια μετατόπιση στο σώμα της άρνησης ξεκινούν οι «Πληγές», με μια άρνηση νοηματοδοτείται, κλείνοντας, η μικροϊστορία του ποιητικού υποκειμένου. Στο ενδιάμεσο πάντα παρούσα, άλλοτε καθημαγμένη, άλλοτε ελπιδοφόρα, ονειρική και συνάμα βαραθρωμένη, η γυναικεία φιγούρα που λες και βήμα – βήμα, ποίημα -ποίημα προσπαθεί να αγγίζει τη θερμότητα των πραγμάτων που την περιβάλλουν.

Οι «Πληγές» της Ασημίνας Ξηρογιάννη δεν είναι μια ποιητική συλλογή, είναι ένας κόσμος γεμάτος βαθουλώματα της μνήμης, και αιχμές ελλείψεων και μωσαϊκό πόνου που σωματοποιείται επώδυνα και εξαγνιστικά.

Οφείλουμε να δούμε όλη αυτή τη διαδρομή από την πρώτη σελίδα έως την τελευταία ως μια διαδρομή εν συνόλω. Μια πορεία της γυναίκειας φιγούρας προς τον μη επαρκή διάλογο, να σκύψουμε πάνω σε αυτή την υπόγεια νύξη προς τον άλλον που λείπει, που ενίοτε εμφανίζεται ως μια δυσώδης σκιά για να εξαφανιστεί εκ νέου.

Η ρίζα των «Πληγών» είναι ένα κέλυφος ματαίωσης, χαμού, σαν ένας μυς που έχει ατροφήσει από την απουσία. Ο μυς της ζωής μιας γυναίκας. Γράφει γυναίκα, αλλά πάνω από όλα ομιλεί μια γυναίκα και η φωνή της είναι ένα συρτό κράμα προσδοκίας και απογοήτευσης. Το φάσμα αυτής της φωνής δεν είναι ευδιάκριτο μέσα στην έντασή του, αλλά στο βάθος του. Την εις βάθος ενατένιση αυτής της αποδοκιμαστικής γεύσης που προσδίδει η ίδια η ζωή.

Με λέξεις που δεν μεταφέρουν βαριές κληρονομιές, με δωρική λάμψη, με έναν ρυθμό που άλλοτε ελευθεριάζει και άλλοτε γυρεύει ένα κυκλικό σχήμα για να ακουμπήσει, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, συνθέτει τη νωπογραφία μιας συναισθηματικής καθημερινότητας που σφαδάζει κάτω από το βάρος της έλλειψης. Πάντα αυτή η έλλειψη που υποβόσκει, σαν μια αιθάλη που αποσχηματοποιεί τις άκρες των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Και από την άλλη η αμφιθυμία, ακόμη και του ποιητικού υποκειμένου. Θέλει, αλλά μπορεί και να μην θέλει. Επιθυμεί αλλά κάτι αντίρροπο την κρατάει.

«Δεν θέλω να γράφω ερωτικά ποιήματα μόνο» .

αλλά και:

«Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου, στο χώρο της ποίησης».

Και αλλού:

«Δύο διαθέσεις, δύο βάσανα».

«Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω.».

Μονίμως επανέρχεται υπόγεια η αντίφαση, υποσκάπτεται το σώμα από το ίδιο το πνεύμα του. Αυτή που μένει αναλλοίωτη είναι η κηλίδα της πληγής. Των πληγών.

Ο έρωτας που δεν ευοδώθηκε, η συνομιλία που δεν ολοκληρώθηκε, το σώμα που δεν ταυτίστηκε, ο κόσμος που δεν εννόησε, ο χρόνος που άρρυθμος κατέληξε, το τοπίο που κατάπιε τις συντεταγμένες του, το ποίημα που αναδιατυπώνει τα όργανα της συνείδησης. Η ποιήτρια που στέκει σαν καλή φίλη, μητέρα, αιώνιο θήλυ της προστασίας. Μα, και πονεμένο, πάσχον σώμα, μια μετόπη προσδοκίας που δεν ευοδώνεται.

Η οντολογική φλέβα στη ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι ευδιάκριτη, σαν σβηστό κρεσέντο σε πράγματα και αισθήματα που είναι καταδικασμένα στον μετεωρισμό τους.

Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, το εν όλω ποίημα όπως ανέφερα και πιο πριν, είναι αυτό που δηλώνει απαρέγκλιτα: Πληγές. Μια τελεσίδικη χαρακιά που ακόμη και αν θεραπευτεί, μένει, μένει στο σώμα ως μια νέα απόληξη. Το σώμα προ των πληγών και μετά τις πληγές. Δεν υπάρχει αψηφισιά σε αυτή την αλλαγή, δεν γίνεται κάτι σε πείσμα, είναι ένας τοκετός εμπειρίας. Εντέλει μια συμβολική πράξη προς κάτι ανθρωπινότερο, πιο αγνό εν τη απουσία της αγνότητας. Θα πείτε, σοφιστείες: Όχι, απλώς πείστηκα από αυτή τη βουβή απελπισία της αμφιθυμίας στην ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη και αυτή προσπαθώ να αναπλάσω μέσω αυτού του κειμένου.

Εξηγείται άραγε η αμφιταλάντευση; Αναλύεται η περίτρομη αμφιβολία; Μάλλον διαβάζεται. και σε αυτό η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας προσφέρει μια πολύτιμη υπηρεσία. Μας προσφέρει τις πληγές.
Ας τις γευτούμε με αέρα ευφορίας στα σπλάχνα.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΣΙΤΣΑ

DIASTIXO 28 6/2014

Οι Πληγές της Ασημίνας Ξηρογιάννη είναι αφιερωμένες στον έρωτα• για την ακρίβεια, στον ματαιωμένο έρωτα ενός απροσδιόριστου παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Πρόκειται για μια συλλογή γεμάτη ανεκπλήρωτα ερωτικά συναισθήματα, που όμως δεν αποπνέουν ούτε στο ελάχιστο δυστυχία ή παραίτηση. Αντιθέτως, η ποιήτρια μετουσιώνει το αδιέξοδο των ερώτων σε ισχυρή ποιητική φωνή, με διακριτή ευαισθησία. Η άρνηση των συντρόφων να συνοδοιπορήσουν μαζί της γίνεται η απαρχή για τη συγγραφή «ηχηρών στίχων» (σελ. 7), ενώ οι αναμνήσεις τους καταλαμβάνουν δυναμικά τις στιγμές της και ταυτόχρονα δίνουν την ευκαιρία στην ποιήτρια να βυθιστεί σε σκέψεις και να ανασκοπήσει το ξεδίπλωμα αυτών των σχέσεων.

Η Ξηρογιάννη επιστρατεύει έναν ρομαντισμό που όλο και σπανιότερα απαντάται σήμερα. Παρότι χρησιμοποιεί λιτό λόγο, χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού, επιτυγχάνει να κάνει τον αναγνώστη της κοινωνό της ερωτικής δυστοπίας. Τα φειδωλά παιχνιδίσματα του ποιητικού λόγου όχι μόνο δεν υπονομεύουν τον ιστό της συλλογής της, αλλά τουναντίον τοποθετούν την επώδυνη ερωτική ματαίωση στο προσκήνιο με ζηλευτή αξιοπρέπεια. Η ποιήτρια αντλεί αισιοδοξία μέσα από την οδύνη του ανεκπλήρωτου. Ναι, πρέπει αναμφίβολα να πονέσεις, να νιώσεις το κύμα της θλίψης να σε κατασπαράζει και να σε παρασέρνει στα απύθμενα σκοτάδια μιας θάλασσας επαναπροσδιορισμού του εαυτού σου ως πλάσμα αφιερωμένο στον έρωτα, για να παραδοθείς στη συνέχεια στην ποιητική δημιουργία. Γιατί μόνο έτσι η Ασημίνα Ξηρογιάννη θα καταφύγει στην ποίηση και θα μεταπλάσει τα βιώματά της σε λέξεις. Το βίωμα είναι προϋπόθεση. Γράφει (σελ. 22): «Φοβάμαι τις λέξεις που δεν είναι δεμένες με τα βιώματά μου. Έξω από μένα. Σαν όνειρα ακυρωμένα. Σαν απωθημένα».

Παρακάτω, στη σελίδα 38, δηλώνει: «Δεν θέλω να γράφω ερωτικά ποιήματα μόνο. Θέλω να ζήσω τον έρωτα τον πόνο του το χρόνο του το άχρονο παρόν του. Να μη στερήσουν οι λέξεις μου την ανεπαίσθητη εκείνη αύρα την ουσία της ζωής».

Δεν παραλείπει συνεπώς να μιλήσει και για τα παραφερνάλια που προσδιορίζουν τον έρωτα: πόνος, χρόνος, άχρονο παρόν. Ειδικότερα στην τελευταία αυτή φράση ανακαλύπτει κανείς το μυστικό της ποίησής της: η Ξηρογιάννη –και μαζί της ο αναγνώστης– (ανα)βιώνει τον έρωτα που δεν φέρει ωστόσο κανένα ενδεικτικό σημάδι χρονικής διάστασης. Γιατί ο έρωτας βιώνεται στο διηνεκές, στο άχρονο και άμετρο, κι όσο κι αν προσπαθούμε να του αποδώσουμε χειροπιαστά γνωρίσματα, εκείνος πάντα διαφεύγει και γίνεται ένα με τη μνήμη, όπως γράφει η Κάρολ Αν Ντάφι στο ποίημά της «Μίλια Μακριά» (σελ. 5): «…Ακόμα και το όνομά σου είναι ένα ωχρό φάντασμα και, παρόλο που το εκπνέω πάλι και πάλι, δεν εννοεί να μείνει μαζί μου. …Σε κρατώ πιο κοντά μου, μίλια μακριά, κι εφευρίσκω τον έρωτα, μέχρι που τα καλέσματα των πουλιών διακόπτουν και μετατρέπουν αυτό που θα ερχόταν, αυτό που ήταν βέβαιο, σε ανάμνηση».

Με την «Επιστροφή», η ποιήτρια διαπιστώνει το αμφίδρομο σχήμα έρωτα-ποίησης, όπου ο έρωτας γίνεται στίχοι και οι στίχοι εγγράφουν τη διάψευσή του: «Ξαναγυρίζω στα παλιά λημέρια μου, στο χώρο της ποίησης. Οικεία και αγαπημένη περιοχή. Εσύ με έφερες εδώ χωρίς να ξέρεις. Είπα μήπως και αναπληρώσω γράφοντας το κενό της απουσίας σου».

Ο στίχος-ποίημα «Ο χρόνος που μέσα του σιωπάς είναι χρόνος νεκρός» διακριτικά προτρέπει τον καθένα μας να δίνει στη σκέψη του φωνή και λόγο, ν’ απομακρύνεται από το συναίσθημα κάνοντάς το καθολικότητα, γιατί έτσι εξασφαλίζεται η ποιητική αθανασία. Και η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με τη συλλογή της Πληγές, υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο το θεμελιώδες αυτό ποιητικό αξίωμα.

 

ΦΑΙΗ ΝΑΣΗ

vakxikon Τ. 16

H Ασημίνα Ξηρογιάννη είναι μία καταξιωμένη ποιήτρια. Στο ποιητικό της ιστορικό συμπεριλαμβάνονται ήδη διακρίσεις σε δύο ποιητικούς διαγωνισμούς. Επίσης έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, για τη νουβέλα της «Tο σώμα που έγινε σκιά».
Στην ποιητική της συλλογή «Πληγές» παρουσιάζει με έναν σουρεαλιστικό και μαγικό τρόπο το κενό που αφήνει μια απώλεια καθώς και τον πόνο που αυτή συνεπάγεται.
Οι «Πληγές» στάθηκαν αφορμή για να γράψω εγώ με τη σειρά μου ένα κείμενο το οποίο να βγάζει στην επιφάνεια με έναν περιεκτικό τρόπο, το πως βίωσα εσωτερικά τα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη.
Το κείμενο λοιπόν αναφέρεται σε τρείς γυναίκες (η μια από αυτές είναι η Ασημίνα Ξηρογιάννη) οι οποίες έχουν βιώσει τρία διαφορετικά είδη απώλειας, όπως και στα συναισθήματά τους. Παρ’ όλα αυτά επειδή φαίνεται να συμφωνούν, δεν γίνεται χρήση πληθυντικού αριθμού αλλά τρίτου ενικού σαν να εξιστορεί κάποιος τον εσωτερικό κόσμο μιας και μόνο γυναίκας.

ΤΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ- ΕΝΑ ΚΕΝΟ ΚΑΤΙ ΚΟΙΝΟ
(Ασημίνα «πληγές», Αριάδνη «προδοσία», Αγγελίνα «θέλει να ακουστεί»)Γυναίκα μόνη σ’ ένα μέρος σκοτεινό
Πιο σκοτεινό δε γίνεται
Σ’ έναν παράλληλο κόσμο
Σε μια σκοτεινή τρύπα
Την τρύπα της απελπισίας
Οδηγημένη εκεί απ’ την ίδια της την εμπιστοσύνη
Από την αφοσίωσή της…
Φοβάται
φοβάται πολύ
Θέλει να φύγει από ‘κει
Θέλει να ΦΥΓΕΙ!!
Όχι δε μπορεί
Την κρατάνε όμηρό τους οι βασανιστικές σκέψεις της
Μπήγει τα νύχια της στον τοίχο για να σκαρφαλώσει στην επιφάνεια
Αυτά όμως αποχωρίζονται απ’ τη σάρκα τους …..
Δε μπορεί να τη βοηθήσει κανείς
Είναι μόνη και φοβισμένη στη σκοτεινή τρύπα
Γιατί δεν τη βοηθάει κανείς;;;
Μόνη της αναμένει να δει ένα φως από ψηλά
Να νιώσει μια γαλήνη στη σκέψη της και στην ψυχή της
Να καταφέρει να «βγει έξω»
Οι μέρες περνούν
Ο πόνος μεγαλώνει
-ΑΣΗΜΙΝΑ: Κι όμως ξέρει ότι ο πόνος αυτός δεν της ανήκει
Ξέρει ότι ανήκει σε εκείνους που τον προκάλεσαν

-ΑΓΓΕΛΙΝΑ: Έτσι θέλει να ακουστεί
Να ακουστεί η δική της πλευρά της ιστορίας

-ΑΡΙΑΔΝΗ: Θέλει να γνωστοποιηθεί η αδικία
Να κερδίσει αυτό που της ανήκει
Τη ΔΙΚΑΙΩΣΗ!

-ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ: Έτσι μόνο θα έρθει η λύτρωση
Έτσι μόνο θα βγει απ’ το σκοτεινό μέρος
Έτσι μόνο θα ξεπεράσει την απώλεια

-ΑΣΗΜΙΝΑ: Κάθε απώλεια πάντα θα τη βιώνει ως απώλεια και θα την ξεπερνά
Και πάλι θα αναζητά αυτό που πραγματικά την αφουγκράζεται……

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

Ο Σισυφος τ.2

Ένα ζευγάρι, ο Άγγελος και η Έλσα, καλλιτεχνικής φύσης, ο ένας χορευτής και η άλλη ποιήτρια, γράφουν παράλληλα τα ημερολόγιά τους με τον ξεχωριστό ποιητικό τους τόνο. Η υπόθεση και η εξέλιξη του μύθου απαρτίζεται από σκηνές και στιγμιότυπα της ζωής τους, που σχηματίζονται και διαλύονται, συχνά αστραπιαία ή τουλάχιστον με μικρή διάρκεια, στις σύντομες αφηγήσεις των κεφαλαίων της, προσεγγίζοντας έτσι με οικειότητα τους ήρωες της. Πολύ συχνά όμως αυτό πετυχαίνεται με απευθείας ενδοσκοπήσεις αυτών και με διαρκείς αυτοαναλύσεις τους ή αυτοπροσεγγίσεις τους σε καθαρά νοητικό επίπεδο. Έτσι, βρίσκονται σε διαρκή θέαση του εαυτού τους, της ζωής τους, με αυτοκριτική διάθεση αυτογνωσίας. Το ύφος τους εξομολογητικό και με υψηλή συναίσθηση της ιδιωτικής τους πραγματικότητας και της ψυχολογίας τους.
Ο άνδρας ,όπως και ο ίδιος μαρτυρεί(σ.22),έχει ναρκισσιστικές τάσεις, ενώ η γυναίκα έχει επίγνωση της μετριότητας του ταλέντου της και αυτοκατηγορείται. Ο Άγγελος σταδιακά μαστίζεται από υπαρξιακή κρίση, διχάζεται μεταξύ τέχνης και ζωής, ανθρώπινου και καλλιτεχνικού έρωτα και, τελικά, η απογοήτευση της φθοράς και της απώλειας της καλλιτεχνικής του καριέρας και δυνατότητας τον καταβάλλει.
Η Έλσα προσπαθεί μάταια να τον βοηθήσει, αλλά η αγάπη τους παραμένει ανεξίτηλη και ιδανική, δοσμένη με έντονη συναισθηματική ένταση και πάθος.
Η τέχνη παρουσιάζεται ιδεαλιστικά εξιδανικευμένη, κυρίως από την πλευρά του Άγγελου, και με αυτόν τον τρόπο η ψυχική του κατάπτωση αποτελεί αβίαστο επακόλουθο και στηρίζεται άψογα. (π.χ. Τίποτα δε ζει αιώνια. Ίσως μόνο η Ιδέα της Τέχνης>,σ.14,από το Ημερολόγιο του Άγγελου).
Το έργο είναι γραμμένο με κοφτές κυρίως προτάσεις, γλώσσα απλή και άμεση, παθιασμένο λόγο, ένταση ,ποιητικές εικόνες και γλαφυρότητα. Και οι δύο αφηγητές χειρίζονται άριστα τον λόγο, παρόλο που ο Άγγελος διατείνεται το αντίθετο(σ.22).
Παρατηρώ, επίσης, ότι πρωταρχικό ρόλο στην αφήγηση παίζει η ψυχική ένταση και όχι τα ίδια τα γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται ως φυσικά επακόλουθα. Δηλαδή <μιλά> με την ψυχολογική φόρτιση ,παρά με τα συμβάντα.
Έχοντας διαβάσει και τα μέχρι τώρα ποιήματα της Ασημίνας Ξηρογιάννη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο έντονος αυτός συναισθηματισμός στη γραφή αποτελεί υφολογικό χαρακτηριστικό της, μια και η λογοτέχνιδα είναι ακόμη νέα και η ηλικία αυτή προσφέρεται σε τέτοιου είδους θεωρήσεις.

 

ΑΝΝΑ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ

Φαίνεται πως ο πόνος είναι η Μοίρα των ανθρώπων στο χορό της ζωής, την πανάρχαιη τελετή της γνώσης. «Από τον πόνο», άλλωστε, «πληθαίνει η γνώση της ζωής», λέει ο Νίτσε, και από τη μοναξιά, της ευφυΐας μας η εξουσία. Γι’ αυτό έρχεται η Τέχνη, δώρο Θεού, αθάνατο, στον άνθρωπο, το εφήμερο, θνητό του πλάσμα: Έτσι η Τέχνη σε τούτο το βιβλίο, καθώς και στο «Εποχή μου είναι η ποίηση» της Ασημίνας Ξηρογιάννη, διεισδύει στο ακραίο, υμνεί το αδιέξοδο, αποκαλύπτει το χαμένο παρελθόν, επισημαίνει το ακαριαίο του παρόντος και του μέλλοντος το δέος, που κανείς, ποτέ, δεν θα βιώσει. Επειδή μετεωρίζει το όνειρο στο Άναρχον. Και ο μύθος για το καλύτερο Αύριο γυρεύει πάντα το μερδικό του.
Ωστόσο, και στο πεζό και στα ποιήματά της κυριαρχεί σαν μύθος και πλοκή ο Έρωτας και ο θάνατος, αρχέγονοι πυρήνες της Τέχνης, από κτίσεως κόσμου. Άλλωστε, ο Έρωτας είναι η ίδια η ζωή «τόκος του Ωραίου στην ψυχή και στο σώμα» κατά τον Πλάτωνα.
Η ιστορία του Άγγελου και της Έλσας, στο «Σώμα του έγινε σκιά», είναι πράγματι ύμνος του Έρωτα μέσα από την τραγική απειλή του θανάτου. Γι’ αυτό και η απογοήτευση της Έλσας να μην τελειώσει το ερωτικό της ταξίδι στο όνειρο, καταντά ο έσχατος πόνος του Άγγελου να κρατηθεί στη ζωή, όπως ο ίδιος την είχε σκηνοθετήσει στη φαντασία του, σαν ένα τελετουργικό Σιωπής, προσφεύγοντας με το χορό στο «Σώμα ερώτων τέμενος και ναό του πεπρωμένου».
Μόνιμη απειλή στης γης το εκμαυλιστικό Εδώ, ο φόβος για το άγνωστο Επέκεινα. Η μεγάλη αντίφαση στο «αιώνιο γίγνεσθαι για να πορεύεται η ζωή διαλεκτικά από τον αισθητό κόσμο στον νοητό συλλαμβάνοντας, μέσα από «την ματαιότητα του χθόνιου πάθους των ανθρώπων», όπως λέει ο Broch, το μεγαλείο της δημιουργίας. Επειδή και εμείς θνητά και μάταια… πλάσματα λειτουργούμε ως αθάνατα, αφήνοντας πίσω μας ιστορία και τέχνη σαν ένα μετάρσιο φιλί στης αιωνιότητας τον ίσκιο.
Και ας μην ξεχνάμε πως δεν υπάρχει «ποίηση» χωρίς τις λέξεις: ζωή, άνθρωπος, έρωτας, θάνατος, πάθη και λάθη, βρέφη ονείρων, που δίνουν μια άλλη διάσταση στο Στοχασμό, νάμα της υπέρβασης, εκεί
που γνώρισε την απόλυτη ομορφιά η ψυχή, πριν έρθει στο φθαρτό κορμί μας (Φαίδρος, Πλάτων). Η αποκάλυψη, δηλαδή, της ενόρασης για να συλλάβουμε τη μαγεία της και να την ξαναβρούμε, όταν τη χάνουμε!
Γι’ αυτό και η δημιουργία είναι πόνος «Ζει για τη Στιγμή που περνάει και χάνεται. Η τέχνη ξέρει να υποτάσσει, να βάζει όρους, να παίζει παιχνίδια πόνου». Γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη και συμφωνώ μαζί της, γιατί, αν η μελαγχολία είναι ίδιον της ευφυΐας κατά τον Αριστοτέλη και η τέχνη περισυλλογή και εύθραυστων αμαρτιών τη μέθη που δίνει σχήμα στον πηλό σμίγοντας πνεύμα και ψυχή,, τότε, «ο χρόνος θ’ αλλάξει πρόσωπο», επιμένει η Ασημίνα και εγώ εύχομαι να μεταμφιεσθεί σε ύμνο λατρείας η ανταρσία του φθαρτού στη δόξα των ονείρων, για την ιεροτελεστία της αφήγησης στο ερημοκλήσι του απολογισμού με τις τοιχογραφίες… μνήμες, εμπειρίες και γνώση πέρα από τη γνώση, αφού η ζωή μας συνέχεια φεύγει, ενώ η τέχνη είναι η ζωή που μένει.

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

FRACTAL 4/2/2015

Μετά την πτώση

Η νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» είναι ένα ιδιαίτερο έργο που σπάει τις καθιερωμένες φόρμες και δείχνει τις θεατρικές καταβολές της συγγραφέως, αφού εκτός από συγγραφέας και φιλόλογος είναι θεατρολόγος και ηθοποιός. Είναι αλήθεια πως η συγκεκριμένη νουβέλα μπορεί να σκηνοθετηθεί και να παιχτεί επί σκηνής και ως δυο παράλληλοι μονόλογοι.

Με πόση συναίσθηση της ευθύνης απέναντι στον αναγνώστη και την τέχνη έχουν γραφτεί αυτά τα δύο ημερολόγια! Η γραφή μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρεαλιστική όμως πρόκειται για έναν ρεαλισμό που είθισται να αναφέρεται ως ποιητικός ρεαλισμός, καθώς δεν χάνει τίποτε από τον καλλιτεχνικό του χαρακτήρα, εφόσον η τέχνη ακόμη και όταν είναι ρεαλιστική δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά την παρουσιάζει με καλλιτεχνικό τρόπο, δηλαδή μεταπλάθοντάς την σύμφωνα με τους κανόνες της αισθητικής.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μέσα από το συγκεκριμένο έργο είναι η παρουσίαση του μανιοκαταθλιπτικού Άγγελου. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν το όνομα αυτού είναι τυχαίο. Προσωπικά δεν το νομίζω. Η συγγραφέας διεισδύει στα άδυτα της ψυχής ενός ανθρώπου που βασανίζεται από μια ψυχική νόσο που κυριαρχεί μέσα του και του προσδίδει ένα στίγμα κοινωνικά, καθώς όλοι γνωρίζουμε πως η άγνοια στην ευρύτερη κοινωνία γι’ αυτούς τους διαφορετικούς και ξεχωριστούς ανθρώπους γεννά το φόβο και ο φόβος το μίσος και τον κοινωνικό ρατσισμό και αποκλεισμό. Η μοναδικότητα του Άγγελου έχει δύο όψεις, η μια είναι αρρώστια/ ασθένεια του καλλιτέχνη με την ετυμολογική σημασία των δυο αυτών λέξεων. Είναι σαφές ότι ο Άγγελος είναι ένας εκπεπτωκός άγγελος που μόνο στον ουρανό μπορεί να πετάξει και να δημιουργήσει, όπως είναι επίσης σαφές ότι στην κοινωνία των ανθρώπων και χωρίς τα φτερά της τέχνης του αυτός ο εκπεπτωκός άγγελος είναι ανεπαρκής για προσαρμογή και ούτε καν ο έρωτας της συζύγου του και η αγάπη του παιδιού του δ
εν μπορούν να τον υποστηρίξουν επαρκώς, ούτε βέβαια -στη δική του περίπτωση- ένας ψυχίατρος. Προσωπικά ο Άγγελος μου θυμίζει το Άλμπατρος του Μπωντλέρ, αφού όσο και αν ο τελευταίος αναφέρεται στον Ποιητή, θα μπορούσε να αναφέρεται εξίσου σε οποιοδήποτε καλλιτέχνη, πολλώ δε μάλλον σε έναν καλλιτέχνη του κλασικού χορού με το όνομα Άγγελος.

Η δεύτερη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η σκληρή και πεζή πραγματικότητα, αυτή που θα περιέγραφε ένας ιατρός. Ο Άγγελος πάσχει από μια νόσο που επιφέρει πολλά συμπτώματα τα οποία η συγγραφέας φρόντισε να πληροφορηθεί προφανώς με προσωπική έρευνα και από συζητήσεις με ειδικούς ψυχικής υγείας. Μέσα στην ρουτίνα του και ως εκ του ρόλου του ο ειδικός που ο εκπεπτωκός άγγελος επισκέφτηκε δεν μπορούσε παρά να δει τον Άγγελο ως «περιστατικό». Και λέω ως εκ του ρόλου του διότι ο ρόλος του ειδικού δεν του επιτρέπει να τον δει αλλιώς κυρίως για να προφυλάξει την δική του υγεία και να είναι πιο αποτελεσματικός. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε να εμπλακεί συναισθηματικά και να «ερωτευτεί» τον ασθενή του, που είναι αποφευκτέα κατάσταση. Μόνο η σύζυγός του Έλσα μπορεί να του δώσει πραγματική και ανθρώπινη αγάπη. Ωστόσο η ανθρώπινη αγάπη, όταν μάλιστα προέρχεται από έναν μόνο άνθρωπο δεν φαίνεται αρκετή για έναν Άγγελο, όταν η κοινωνία μας προσομοιάζει με το καράβι και τους ναυτικούς στο γνωστό προαναφερθέν ποίημα του Μπωντλέρ. Η Έλσα δίνει πραγματικά μια μάχη άνιση όπως ένα μικρό παιδί σε ένα παραμύθι, όμως η νουβέλα της κυρίας Ξηρογιάννη δεν είναι παραμύθι ή είναι ένα σκληρό παραμύθι διότι μπορεί με τους όρους του δομισμού ο ψυχίατρος να είναι ένας μαγικός βοηθός αλλά στην πραγματικότητα οι ψυχίατροι δεν είναι μάγοι και εάν δεν υπάρχει προσωπική θέληση του ασθενούς για αυτοβελτίωση τότε το θλιβερό τέλος είναι αναπότρεπτο και η μάχη που δίνουν οι άνθρωποι που τον αγαπούν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία -μάλιστα, πολύ συχνά η ψυχική αρρώστια όσο και αν δεν είναι συμβατικά μεταδοτική καταλήγει να μεταδίδεται με την έννοια της συναισθηματικής εμπλοκής σε όσους είναι κοντά στον άρρωστο, στον αδύναμο άνθρωπο.
Η προσπάθεια που καταβάλλει η Έλσα είναι βέβαια αξιοθαύμαστη, αυτό το δεδομένο δεν αναιρείται. Φαίνεται πως η αγάπη της εξαντλεί τα όρια του συνηθισμένου στην κοινωνία μας και φτάνει στα όρια εκείνου που θα ονομάζαμε «ανθρωπίνως δυνατό». Υπάρχουν στιγμές που φαίνεται η προσπάθεια αυτή αποτρέπει το θλιβερό τέλος, και ότι αν δεν υπήρχε σίγουρα το τέλος θα είχε έρθει πολύ πιο νωρίς. Ένα μεγάλο θέμα αναπόφευκτα τίθεται όμως: Ο Άγγελος αγαπούσε τόσο πολύ την Έλσα ή ήταν τόσο δοσμένος στο χορό που μόνο αυτός τον κρατούσε στη ζωή; Εδώ αξίζει να θυμηθούμε και το Αλμπατρος του Μπωντλέρ, καθώς ο φυσικός χώρος του πτηνού αυτού είναι ο ουρανός. Με άλλα λόγια, ίσως ο χορός να ήταν ζωτικής σημασίας για τον Άγγελο, το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζωντανό, αξιοθαύμαστο και φυσικά εν τέλει ευτυχισμένο. Ένας χορευτής χωρίς το χορό είναι όπως ένα Άλμπατρος χωρίς φτερά και είναι αξιοσημείωτο πως ο Άγγελος δεν ήθελε καν να διδάσκει χορό, παρά μόνο να χορεύει. Άλλωστε, η ύστατη προσπάθειά του να διδάξει στην κόρη του χορό απέτυχε οικτρά διότι οι απαιτήσεις του ήταν δυσανάλογες των δυνατοτήτων του μικρού κοριτσιού και άρα ο ίδιος παιδαγωγικά και διδακτικά ανεπαρκής. Δεν μπόρεσε λοιπόν να κάνει την κόρη του κοινωνό αυτής της υπέρμετρης, της υπέρτατης αγάπης για την τέχνη που είχε υπηρετήσει και η απεγνωσμένη προσπάθεια του να κρατηθεί στη ζωή, να της δώσει ένα νόημα στην ουσία, είχε αποτύχει.

 

ΝIΚΟΣ ΜΠIΝΟΣ

Το σώμα του έγινε σκιά, Μυθιστόρημα, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εκδόσεις Ανατολικός, 2010
Ο τελευταίος χορός. Δίχως αμφιβολία δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια για να σκεφτείς κάτι άλλο. Από τις πρώτες κιόλας του σελίδες, η σε κάμποσα σημεία ποιητική νουβέλα της Ξηρογιάννη σου δημιουργεί άμεσα μια προδιάθεση πως μόνο ευχάριστο δεν πρόκειται να είναι το περιεχόμενο της. Δύο άνθρωποι. Ένας κοινός προορισμός. Δύο κόσμοι. Μία κατάληξη.

Καλά ριζωμένοι σε μια καθημερινότητα που αρνείται πλέον να τους προσφέρει απλόχερα αυτό που μετά βδελυγμίας αναζητούν. Εγκλωβισμένοι σε μια απόγνωση που φαίνεται μη αναστρέψιμη. Η γυναίκα με την αέναη αγάπη της προς τον σύζυγο. Και αυτός με το αρρωστημένο του πάθος για το χορό. Τι γίνεται λοιπόν όταν αυτά πάψουν να φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Μάλλον τη σύγκρουση των δύο αυτών κόσμων. Τον καλλιτέχνη σύζυγο να αντιλαμβάνεται με το πέρασμα του χρόνου ότι δε μπορεί πλέον να χορεύει. Ότι κοντοζυγώνει η στιγμή να απαρνηθεί χωρίς τη δική του θέληση το μοναδικό πράγμα που φαίνεται ότι τον κρατάει ζωντανό. Τον χορό. Δεν καταφέρνει να τον κρατά ζωντανό ούτε η μονάκριβη κόρη του που αρχίζει να ξεδιπλώνει δειλά δειλά και συνάμα να ακολουθεί τα χνάρια του πατέρα της, υπό τις δικές του σαφώς χρήσιμες οδηγίες.
Και στην αντίπερα όχθη, το θηλυκό, που με την αμέριστη αγάπη και τον ανιδιοτελή έρωτα για τον άντρα της μοιάζει με δεκανίκι έτοιμο να δώσει στήριξη στο σύντροφό της που είναι ένα βήμα πριν τη κατάρρευση. ‘Ένα μόλις βήμα πριν γίνει σκιά. Μια σύζυγος που δε κρατούσε τίποτα γι΄ αυτήν. Που μοναδική της ικανοποίηση είναι να βλέπει ευτυχισμένο τον άντρα της. Και ας της άρεσε να γράφει. Και ας ήξερε πως ότι έγραφε δε υπήρχε ποτέ η πιθανότητα νo τα δει να εκδίδεται. Σε αυτό όμως το σημείο τίθεται και το μεγάλο ερώτημα, ο μεγάλος προβληματισμός που γεννά ο συζυγικός βίος των δύο πρωταγωνιστών. Ποιά είναι τελικά στο φινάλε η πραγματικότητα;
Η αίσθηση της συζύγου που με την αγάπη, τον έρωτα, τη κατανόηση, την ειλικρινή στήριξη στον σύντροφό της να πλάθεται μέσα της η εικόνα πως δίνει την απαιτούμενη ώθηση στον άντρα της να συνεχίσει να δημιουργεί, μένοντας και η ίδια ικανοποιημένη, νομίζοντας πως έχει φέρει εις πέρας τον αντικειμενικό της σκοπό που δεν είναι άλλος από έναν ευτυχισμένο και χαρούμενο σύζυγο ή η εμμονή με το χορό του συζύγου που λαμβάνει ως ικανοποίηση την αμέριστη στήριξη και παρότρυνση της συντρόφου του για το έργο του ισορροπώντας μεταξύ πάθους και συνήθειας;
Το αποτέλεσμα και για τις δύο πλευρές λυτρωτικό από τη στιγμή που δεις τα γεγονότα με μια πιο καθαρή ματιά!

 

Η Προφητεία του Ανέμου

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.vakxikon.gr, Μάρτιος 2013

Πολλές φορές, όταν εξετάζουμε το έργο ενός ποιητή, στεκόμαστε στην πρώτη εκδοτική του απόπειρα, έτσι ώστε να γνωρίσουμε τις πρώτες του εμπνεύσεις, τις πρώτες του ποιητικές αναζητήσεις, όταν ακόμα στεκόταν στο «πρώτο σκαλί», κατά τον Καβάφη, στην πύλη της πόλης των ιδεών και δειλά – δειλά προσπαθούσε να ιππεύσει τον Πήγασο. Ο λόγος, που μας κάνει να σταθούμε στην πρώτη ποιητική συλλογή ενός ποιητή, είναι το ότι σε αρκετούς ποιητές, το πρώτο τους συγγραφικό πόνημα είναι ανώτερο από τα επόμενα ή ισάξιο με αυτά, όχι, όμως, κατώτερο.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας την πρώτη ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου και όπως έχουμε διαπιστώσει έχοντας διαβάσει και άλλα έργα της, η ποιήτρια μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς σε κάθε ποιητική συλλογή μας δίνει κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό και καθώς για άλλα έργα της έχουμε ήδη αναφερθεί, άλλοτε και σε άλλο τόπο, εδώ θα εξετάσουμε το πρώτο της πνευματικό παιδί.

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο Η σκέψη μου βυθίστηκε στα χέρια σου. Εδώ συναντάμε ποιήματα κυρίως ερωτικά, όπου η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την λακωνικότητα, που διακρίνει τους στίχους της, καταφέρνει να μας πει πολλά και ουσιαστικά με λίγα λόγια: «Έχασα εσένα μα κέρδισα την Ποίηση.» Και αλλού: «Με τα μάτια βυθισμένα στ’ όνειρο / παρατηρώ τη ζωή του φεγγαριού. / Μόνο για χάρη σου καταδέχτηκα να το κοιτάξω / σκέψου πως σπαταλούσα το βλέμμα μου πριν σε γνωρίσω.»

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο Τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού. Εδώ συναντάμε ποιήματα, επίσης, ολιγόστιχα και κάποιες φορές, επιγραμματικά. Ποίηση λιτή χωρίς στολίδια και φιοριτούρες. Όμως, εδώ η Ασημίνα Ξηρογιάννη μας ταξιδεύει σε άλλα μονοπάτια. Η ποίησή της γίνεται υπαρξιακή. Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει μόνο σε δυο – τρία ποιήματα σαν μια ροζ πινελιά στην υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη καταφέρνει να μας αγγίξει και να μας ταρακουνήσει, έτσι ώστε να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να προλάβουμε τη ζωή: «Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν. / Δεν κοιμούνται, περιμένουν. / Κι ο χρόνος μένει ακίνητος-κολλημένος σ’ ένα βασανιστικό παρόν… / Που δε λέει να γίνει αύριο.» Και αλλού: «Την κάθε μέρα την προσέχω σαν κόρη οφθαλμού – / μην μου πέσει κάτω και γίνω κατά τι φτωχότερη».

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκτός από την ποίηση έχει αναπτύξει μια πολυσχιδή δραστηριότητα καθώς ασχολείται εξίσου επιτυχημένα με την πεζογραφία και το θέατρο.

Κλείνοντας αυτό το μικρό ταξίδι στην ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Η προφητεία του ανέμου οφείλουμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τις όμορφους στίχους, που μας χάρισε, ελπίζοντας να δούμε και νέες ποιητικές της δημιουργίες.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 22/9/2016

Υπέρ μνήμης

«Η προφητεία του ανέμου» είναι η πρώτη ποιητική εκδοτική απόπειρα της Ασημίνας Ξηρογιάννη. Αποτελείται από δύο ενότητες, την πρώτη με τον τίτλο «Η σκέψη βυθίστηκε στα χέρια σου», στην οποία περιλαμβάνονται είκοσι ένα ποιήματα, και την δεύτερη με τίτλο «τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού», στην οποία εντάσσονται είκοσι τέσσερα επιπλέον, μικρά ή μεγαλύτερα, ποιήματα.
Ο έρωτας, το ανεκπλήρωτο, κάποιες φορές, μερικών υποσχέσεων ή της προσμονής με τις προεκτάσεις μιας φαντασιακής πραγματικότητας που δεν επαληθεύεται, οι προσπάθειες για διάρκεια στην ερωτική σχέση κι η ανάγκη να δέσουν ρίζες μεταξύ τους οι καρδιές, η απώλεια του έρωτα εντέλει καθώς και ό,τι μένει πίσω είναι η κύρια και βασική θεματογραφία της συλλογής, που διατρέχει και διαπερνά και τις δύο ενότητες και καταγράφεται με απλωμένο, με εκστατικό λόγο, ο οποίος παραπέμπει στιχουργικά σ’ έναν εφηβικό ξέσπασμα ημερολογιακής καταγραφής σκέψεων και γεγονότων, ή κι εξ αφορμής γεγονότων, καθώς επίσης και συναισθημάτων, βιωμένων ή μη.

«Προσπάθησα πολύ να σε κάνω να δεις τα χρώματα
Μακριά στον ορίζοντα
Το πέλαγος απ’ τ’ ανοιγμένο παράθυρο,
τον γλάρο που τον πάει ο άνεμος».
«Μήπως πετύχω την ένωση των αλλοπρόσαλλων βημάτων σου
με τα δικά μου σταθερά πατήματα και ευλογήσω τ’ όνειρο». (Ματαιότητα)

«Όπως σε είδα ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα του έρημου σταθμού
εκείνο το απόγευμα
Με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό -προσηλωμένος,
Κλειδωμένος ήσουν -» (Στιγμιαία αίσθηση)

«Στα νερά της θάλασσας θα πλυθούμε
Με κατάνυξη θα μας ατενίζει το ανεμοδαρμένο ξωκλήσι
Κι εγώ. σεμνή πια μέσα στην ελευθερία του έρωτα
Θα περνώ από την αγορά ενάρετων ανθρώπων» (άτιτλο, σελ. 29)

Η δεύτερη ενότητα «τα ωραιότερα ταξίδια είναι του μυαλού» εμπεριέχει ποιήματα που ξεπηδούν περισσότερο από στιγμές περιπλεγμένες στην ατομικότητα της μνήμης:

«Αναμνήσεις χωρίς χρονικότητα» (άτιτλο σελ. 52)
«την θαλπωρή παρέχουν
τα φαντάσματα
του παρελθόντος ονείρου
που καλούσαμε ζωή» (Θλίψη)

«Ν’ αντέξει το μυαλό μου μονάχα.
σαν κιβωτός.

από τις επιθέσεις του φθοροποιού χρόνου.
ν’ αντέξει
Το μυαλό» (Υπέρ μνήμης)

«Μόνο η μνήμη τους απέμεινε πια» (Φαντάσματα)

 

Αξιοπαρατήρητη είναι και η επαναλαμβανόμενη αγωνία της Α.Ξ. για την «άλλη όχθη», τον θάνατο, «την άλλη νύχτα», το εν γένει επερχόμενο, κι ίσως δεν είναι τυχαίο που ο τίτλος τον οποίον επέλεξε ως γενικό τίτλο της συλλογής «Η προφητεία του ανέμου», διακρίνεται ως το κατ’ εξοχήν ποίημα της από την εν λόγω αγωνίας της:

«Να περάσεις το ποτάμι.
Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες»
«Μα εγώ καρφωμένη στη μία όχθη,
Αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη» (Η προφητεία του ανέμου)

Το τελευταίο ποίημα με τίτλο «της αγάπης» κλείνει τον κύκλο της συλλογής ανοίγοντας συγχρόνως έναν καινούργιο, όπως συμβαίνει ακριβώς και στη ζωή, όταν η μέθη, το άρπαγμα, οι ανασφάλειες, οι φόβοι, οι ακανθώδεις επιθέσεις των οδυνηρών μνημών κατασιγάζουν στην απαλότητα που χαρίζει η ασφάλεια της χρονικής απόστασης, κι όταν πια η ανάγκη κυριαρχίας του ενός στον άλλον επιτέλους ξεδιψούν και χορταίνουν, τότε πλέον αρχίζουν «οι ελευθερίες» και μοιράζονται σωστά, με οικονομία. Και ο χρόνος μάς σέβεται.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

1-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949). Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές2 (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια προφυλάκισης του ποιητή), οι Εποχές3 (1951), η Συνέχεια, η συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1941-1956 (1956), η Συνέχεια2 και η Συνέχεια3 (1962 – συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956). Στη συνέχεια ο Αναγνωστάκης σιώπησε ποιητικά ως το 1970, οπότε δημοσίευσε ποιήματά του με τον γενικό τίτλο Ο στόχος στο συλλογικό τόμο 18 Κέιμενα. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονά του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας, Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, γενιά που σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους. Ειδικότερα η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σ΄έναν προσωπικό του κόσμο – στα πλαίσια του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο – αναδίπλωση η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης. Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής, φίλοι. Έργα του Μανώλη Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Πέθανε στις 23 Ιουνίου του 2005.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση
• Εποχές· Με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη. Θεσσαλονίκη, 1945.
• Εποχές2. 1948.
• Εποχές3. 1951.
• Η συνέχεια. 1954.
• Η συνέχεια2.
• Η συνέχεια3. 1962.
• Ο στόχος. 1970.
• Το περιθώριο ‘68-’69. Αθήνα, Πλειάς,1979.
• Υ.Γ. Αθήνα, 1983 (έκδοση εμπορίου, κανονική έκδοση 1992).
ΙΙ.Δοκίμια – Μελέτες – Άρθρα – Πεζά
• Υπέρ και κατά, τ.Α’-Β’. 1965.
• Αντιδογματικά. Αθήνα, Πλειάς, 1978.
• Τα συμπληρωματικά · Σημειώσεις κριτικής. Αθήνα, Στιγμή, 1985.
• Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης · Η ζωή και το έργο του · Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Αθήνα, Στιγμή, 1987.
• Η χαμηλή φωνή ·Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς · Μια προσωπική ανθολογία του Μανώλη Αναγνωστάκη. Αθήνα, Νεφέλη, 1990.
ΙΙΙ. Μεταφράσεις
• F.G.Lorca, Δύο Ωδές · Ωδή στον Salvador Dali · Ωδή στον Walt Whitman · Απόδοση Κλείτος Κύρου – Μανώλης Αναγνωστάκης. Θεσσαλονίκη, 1948.
ΙV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Τα ποιήματα (1941-1956). Αθήνα, 1956.
• Ποιήματα 1941-1971. Θεσσαλονίκη, 1971.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

 Εποχές (1945)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

 

ΘΑ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

 

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

 

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας
Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

II

Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες πού σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

.
IΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τούς ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

 

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

 

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σα τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι, της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητε κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ
ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

 

Εποχές  2 (1948)

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

 

Παρενθέσεις (1955)

 

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως —ή μάλλον— συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης άνιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο —ολέθριος επίλογος—
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

 

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Όλα αυτά σου θυμίζανε τόσο έντονα ναυαγισμένες επικλήσεις
Ερειπωμένες επιθυμίες, όνειρα, χέρια ετοιμοθάνατα.
(Κάτω από κάθε υπόθεση ασφάλεια σχετική).
Πρέπει, λοιπόν, να συμπληρώσεις κάθε εικόνα σύμφωνα με τη θέλησή σου
’Εδώ κάτι θ’ αλλάξει, να πούμε η παρουσία ενός τρίτου,
Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζημίωσε, κάτι πού δεν το καταλάβαμε καλά.

Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

 

Εποχές  3 (1951)

 

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

 

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς πού σημαδεύει την πληγή σου
0 τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αύτη την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο πού μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

 

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

 

ΤΟ ΠΡΩΙ

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Πού θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

 

Η συνέχεια (1954)

 

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

 

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όταν τα βράδια
Τρύπας το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πώς δε θα ’μαστέ πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι ή θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρύπα μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).

 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
—’Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(’Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
—Τίποτα, λέξεις μόνο για τούς άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).

 

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. ’Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό πού στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσης σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

 

Η συνέχεια 2 (1955)

 

ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ήταν άνθρωποι
Πολλοί πολλοί άνθρωποι
Αγκαλιασμένοι
Με τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)
Κι όταν σκοτείνιασε
Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
Κι υστέρα ακόμα πιο λίγοι
Όσο σβήναν τα φώτα ένα-ένα
Όσο βούλιαζε η νύχτα
Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους
Κι οι άλλοι τους κλέβαν τα δόντια τους
Κι αυτοί κλείδωναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες
(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
Ώσπου σε μια στιγμή
Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό του
Κι είδανε τ’ όνομα του γραμμένο στο στήθος
Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.

(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

 

ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΩΝΑΣΚΩ..

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μονάχος σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πώς
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι πού πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τούς οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οί λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
’Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πιά.

 

ΜΙΛΩ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 

Η συνέχεια 3 (1962)

Στη Νόρα

 

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ…

Στον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα !

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σε σας ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε πια να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω

 

ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σάπισαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; Πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

 

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΓΙΝΕ…

Το έγκλημα έγινε.
’Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
Και μεγάλα στιλπνά κέρματα.
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά
Τίποτα τίποτα πια.

 

ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης
Κι άλλος κλέφτης
«Πιάστε τους κλέφτες)
(Ποιούς κυνηγούσαν κα, ποιοί;)

Στεκόμουν στη θέση μου άκίνητος
Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος
Στις φοβερές κραυγές
Κανείς δε μ’ ακούμπησε
Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία
Εγώ δε φοβόμουνα
Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν
Δε με φοβόταν κανείς
Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ…

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν — πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν —
Σε περιμένω.

 

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…

Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).

 

ΣΕ ΤΙ ΒΟΗΘΑ ΛΟΙΠΟΝ…

Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
—Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω—

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

 

Ο στόχος (1970)

 

Ο ΣΤΟΧΟΣ

Το θέμα είναι τώρα τί λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τί λες.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ…

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τούς κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Ά, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

 

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: o καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΤΑΓΟΥΣ

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα πού δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

…Καί βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το άλλο
Εν τέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

-Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.
Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου
ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.
Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα
απ’ το μυαλό του καθενός
Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής
που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα
να μπει μέσα το αεράκι
να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του
τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς
Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει
κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες
για να σε πάρει μακριά
με ορθάνοιχτα πανιά
έστω για μια στιγμή
να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων
μικρός στ’ ανάμεσο μικρών
το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

 

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα
ξυπνώ και καρτερώ
μ’ αδημονία
πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.
Ο βρυχηθμός της θάλασσας
απορροφά τους ήχους
των τρένων που περνούν
με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα
τόσο που δεν αισθάνομαι
το λάλημα του πετεινού.
Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει
νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες
για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ
κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας
στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί
άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα
και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο
δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω
Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r
περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη
σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή
να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή
Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ
Ούτε μπροστά ούτε πίσω
Στου ονείρου το γλίστρημα
μου δίνεις κωδικό για να σε βρω
μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.
Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο
δίχως την προσταγή μου
Αν όμως στέρξω να φωνάξω
ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;
Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου
κι όταν σε φέρνουν
δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου
μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω
Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας
προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,
της θάλασσας, το χόρτο.
Αν όντως έχεις έρθει
τότε γιατί σωπαίνεις;
Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα
Έχεις τα χρόνια της θάλασσας
και του shiv
του αρχαίου χορευτή
Γνέφεις στη σιγή
που μίλα πριν και μετά το αα
το ου
και το μμ.
Περιμένω την ποίηση.
Ή να περιμένω το νερό;
Κλείνω τα μάτια
απαγγέλλω το μάντρα
gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,
η δε τέχνη μακρή.
Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης
το Βαρώσι γνέφει και σιγανά
μου ψιθυρίζει στ’ αυτί
μέσα απ’ το συρματόπλεγμα
Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική
γυρνώ αντικρίζω το νερό
έτοιμος ν’ απογειωθώ
δελφίνι στο νέκταρ
μιας θάλασσας
ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη
Ποιες σκιές προσμένουν
στην αντίπερα όχθη

 

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια
κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα
Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι
Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο
Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις
στο τελευταίο σου όνειρο
Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας
Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου
καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου
πίσω σου αφήνεις διά παντός
την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα
και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις
Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας
τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;
Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα
να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε
μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων
Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους
δήλωνες συχνά
Ανοίξτε τα παράθυρα
αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα
Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου
ύστατο δώρο
Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται
ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα
όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση
των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

 

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα
διασχίζω τα Ενετικά Τείχη
και ταξιδεύω ένδον
γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού
πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς
συνθήματα στα παλιά τείχη
Τα όνειρά μας στους τάφους
τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα
γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές
φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες
λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ
σκιές των γιαγιάδων μας
ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης
χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου
πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν
Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους
μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου
μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη
είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς
λάβαρα κυματίζουν
με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες
έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες
ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά
οπτασία κοινότητας
και θεία κοινωνία
με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα
κι ελιά
στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της
εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος
καλύπτει τη λαχτάρα
σε ξεχείλισμα λέξεων
Πρόβα άφιξης
αιώνια επανάληψη
ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών
ένα ιωβηλαίο από τριζόνια
σβήνει τον τόνο της χαράς
και το λιθόκτιστο
εκκρίνει αλάτι και τέφρα
Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους
καθώς αποκοιμιέμαι
σαλεύοντας με πάχνη εωθινή
ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται
να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και
καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

 

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα
σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ
αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα
όσο η φλόγα των μαλλιών σου
επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη
Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού
μετά από νύχτες έρωτα
Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες
έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού
ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου
έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης
που με ξέρει καλύτερα
κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω
να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή
και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

 

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή
υπερπλήρες νεκροταφείο
ενταφιασμένων αναμνήσεων
επιορκίας και προδοσίας
Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά
θα γινόμουν Η Φερεπάφα
ν’ αγγίζω ό,τι κινείται
να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή
μ’ έναν και μόνον ήχο
από κοχύλι
θα δελέαζα φάντασμα
στης θάλασσας τη μακρινή φωνή
θανάσιμη ηχώ que sera sera
Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά
σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και
τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο
ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι
τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο
και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο
προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα
της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο
κι ο ουρανός πάρα πολύς
καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει