ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

1-φωτο

 

0 Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκι (19/7/1893-14/4/1930) γεννήθηκε στο χωριό Μπαγντατί της Γεωργίας από οικογένεια δασονόμου. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς και η οικογένεια μετοίκησε στη Μόσχα. Σε νεαρή ηλικία ο Μαγιακόφσκι φυλακίστηκε για επαναστατική δράση. Φοίτησε στο Κολέγιο Ζωγραφικής, Γλυπτικής και Αρχιτεκτονικής της Μόσχας, από το οποίο διώχτηκε για τη «φουτουριστική» του συμπεριφορά και δράση.
Πρωτοδημοσίευσε ποιήματα στην ομαδική έκδοση των φουτουριστών Ένα χαστούκι στο κοινωνικό γούστο το 1912. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία Σύννεφο με παντελόνια (1915), Στων σπονδύλων τον αυλό (1916), Απλό σα μουγκανητό (1916), Όλα τα ποιήματα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, 1909-1919, 13 χρόνια δουλειάς (1922) κ.λπ. Έγραψε θεατρικά έργα και πεζά κείμενα.
Ο Μαγιακόφσκι, που ξεκίνησε την πορεία του στην ποίηση ως φουτουριστής μαζί με τον Χλέμπνικοφ, τον Μπουρλιούκ, τον Κρουτσιόνιχ κ.ά., έγινε στη συνέχεια ο ποιητής που εξέφρασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο την ταραγμένη εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το 1917 τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της, προπαγανδίζοντας με το έργο του τα οράματά της. Παράλληλα, πειραματίστηκε πολύ με τη γλώσσα, το στίχο, την ομοιοκαταληξία και γενικά τη μορφή και το περιεχόμενο της ποίησης. Οι πειραματισμοί του αυτοί είχαν πλατιά απήχηση τόσο στη ρωσική όσο και στην παγκόσμια ποίηση.
Έγραψε λυρικά ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις, αλλά και έργα με σαφείς και πολλές φορές κοινωνικούς, άμεσους πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους. Το έργο του χαρακτηρίζουν συχνά η σάτιρα, ο σαρκασμός και η κοινωνική κριτική. Αυτοκτόνησε στις 14/4/1930.
ΠΗΓΗ: «Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα» σε Μετάφρασγ-εισαγωγή-σχόλια του Γιώργου Μολέσκη (Μεσόγειος 2009)

 

 

Ποιήματα σε Μετάφραση Γιάννη Ρίτσου (Κέδρος 2003)

 

ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ

(Αποσπάσματα)

Σ’ εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχεία κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονών λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ’ εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

θέλετε —
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
—κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός —
θέλετε —
θάμαι η άχραντη ευγένεια
—όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.

 

I

Νομίζετε ίσως πώς παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«θα ‘ρθω στις τέσσερις», είπε ή Μαρία.

Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

ΙΙ

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.

Η πολιτεία αμπάρωσε τδ δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφιλητά
λάκισαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

III

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε:
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ —
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοικτο μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ

(Α π ό σ π α σ μ α)

Μπορεί
να μην απομένει
κανένα χρώμα πια
στο χρόνο – χαμαιλέοντα;
Ακόμα ένα τίναγμα
και πάλι θα πέσει
άκαμπτος, δίχως πνοή;

Μπορεί
απ’ τούς καπνούς και τους πολέμους φλομωμένη
η γης
να μην ξανασηκώσει το κεφάλι της;

Μπορεί…
Όχι,
αυτό δε μπορεί!
Αύριο-μεθαύριο τα περιδινούμενα νερά των σκέψεων θα κρουσταλλιάσουνε
αύριο – μεθαύριο θα ίδει την πορφύρα πού αναβρύζει από τα σώματα.
Πάνω απ’ τ’ αφηνιασμένα της μαλλιά θα συστρέφει τα χέρια της
στενάζοντας:
«θεέ μου,
τί έχω κάνει!»
Έ, λοιπόν, όχι,
αυτό δε μπορεί.

Στήθος,
τσάκισε τη χιονοστιβάδα της απελπισίας,
ψαχούλευε και ψαύε μέσα στη μελλοντική ευτυχία.
Κοιτάχτε,
αν θέλετε,
απ’ το δεξί μου μάτι
κάνω να βγει
ένα ολάκερο δάσος λουλούδια!
Όνειρα, πολλαπλασιάστε τα παράξενα πουλιά σας.
Κεφάλι,
αναστρέψου από ενθουσιασμό και περηφάνια.
Μυαλό μου,
χαρωπέ και σοφέ
οικοδόμε,
χτίζε πολιτείες!

Προς εκείνους
που τρίζουν ακόμη τα δόντια τους
από οργή,
φτάνω
ολόκληρος μες στην αυγή των φωτεινών ματιών μου.
Γη,
ορθώσου σε χιλιάδες Λαζάρους
στολισμένους τις λάμψεις των αμφίων.

Κι ώ χαρά
χαρά! —
Ανάμεσα από τους καπνούς
διακρίνω
το φέγγος των προσώπων.
Και να, μισανοίγοντας τα νεκρωμένα μάτια της
ανασηκώνεται
η Γαλικία πρώτη.
Μες στο χορτάρι κρύβει το σκισμένο της πλευρό.

Μια-μια οι οροσειρές,
τινάζοντας πέρα το φορτίο των κανονιών,
ορθώνουν τις καμπούρες τους
πλένοντας μες στον ουρανό τ’ άσπρα, αιματόβρεχτα μαλλιά τους,
οι Άλπεις,
τα Βαλκάνια,
ο Καύκασος,
τα Καρπάθια.

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Η ζωή του Μαγιακόβσκι

Η λυκοφωλιά των τραπεζιτών, των αφεντάδων και των δόγηδων
χαράχτηκε απ’ αυτό το βρυχηθμό.
Βγάζουν
τις επιχρυσωμένες
πανοπλίες.
«Αν ή καρδιά είναι το παν,
τότε γιατί,
γιατί λοιπόν
σ’ έχω μαζέψει, αγαπημένο χρήμα;
Πώς τολμούν να τραγουδούν κάτι τέτοιο;
Ποιος το δικαίωμα τούς έχει δώσει;

Ποιός επέτρεψε στις μέρες να πάρουν ύφος Ιουλίου;
Κλείστε τον ουρανό στα τηλεγραφικά σύρματα!
Συστρέφτε σε δρόμους τη γη.
Αυτός καυχιέται
πως έχει χέρια.
Δώστε τα στο ντουφέκι!
Το χάδι, λέει, θερινών ήμερών;
Ας είναι
ολάκερος
αγκαθωτός σα σκαντζόχοιρος.
Βρωμίστε του τη γλώσσα με μικρολογίες!»

Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημερινό ζυγό μου.
Καβάλα
πάνω στο μυαλό μου
«Ο Νόμος» έχει θρονιαστεί.
Μια αλυσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
«Η θρησκεία».

Πέρασε πια η μισή ζωή, αδύνατο να το αποφύγεις.
Ολούθε οι φανοστάτες σε κατασκοπεύουν μ’ αναρίθμητα μάτια.
Είμαι φυλακισμένος.
Δε μπορεί τίποτα να μ’ απελευθερώσει.
Η γη η καταραμένη με κρατάει στα σίδερά της.
Όλους σας να σας λούσει ο έρωτάς μου θάφτανε
όμως τα σπίτια περιφράζουν τον ωκεανό του.

Φωνάζω…
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος!
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας.

Καγχάζουν:
«Ά! Ά !*
κ’ εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσοδεμένη.

Μου ‘χει τα μάτια μου κλειδώσει
το χρυσάφι.
Ποιάς θα ‘θελε να οδηγήσει έναν τυφλό;
Είμαι
κλεισμένος
για πάντα
σε μια περιπέτεια παράλογη.

Απ’ τους μεσημβρινούς αναπηδώντας
κι απ’ τους θόλους του Άτλαντα
αφρίζει
κι αντιλαλεί ο χρυσόδετος ανεμοστρόβιλος:
φράγκα
δολάρια
ρούβλια
κορώνες
γιέν
μάρκα.

Οι μεγαλοφυείς, οι πόρνες, τ’ άλογα και τα βιολιά
κ’ οι ελέφαντες
και τα μικροζητήματα της ζωής,
όλα εκεί μέσα πνίγονται.
Αυτός ο γλοιώδης θόρυβος
στουμπώνει το λαρύγγι
και τα ρουθούνια.
«Βοήθεια!»
Μήτε κι αυτός ο βόγγος δε μπορεί να βγει.

Κ’ εκεί, καταμεσής,
ένα μεγάλο, ακίνητο νησί
φτιαγμένο από ανθισμένους τάπητες.
Εκεί,
ζει
ο Άρχων του παντός,
ο αντίζηλος μου,
ο ακατανίκητος εχθρός μου.
Οι κάλτσες του απ’ το πιο λεπτό μετάξι.
Το παντελόνι του δανδίσιο, εξαίσια ριγωμένο,
η γραβάτα του
απαράμιλλα πολύχρωμη
Έρπει από τον πελώριο του λαιμό
ως γύρω από τη σφαίρα της κοιλιάς του.

Ολόγυρα πεθαίνουν.
Όμως σα δάσος προς τον ουρανό ανεβαίνει
προς τιμήν
του μεγαλείου σου:
Εύγε!
Ζητώ!
Ουρρά!
Ω!
Χόπ Χόπ!
Μπράβο!
Ωσαννά!

Τον κεραυνό αποδίδουνε στη δύναμη των προφητών.
Ανοησία !
Αυτός διαβάζει
τον Λόκκ !
Αυτό του αρέσει.
Επάνω στην κοιλιά του
το γέλιο
κάνει να κουδουνίζουν και ν’ αστράφτουν
ολάκερη στρατιά τα μπιχλιμπίδια της καδένας του.
Μένουμε
βουβοί
μπρος στων Ελλήνων το έργο.
Συλλογιόμαστε:
«Από ποιόν,
πού,
πότε δημιουργήθηκε;»
Αλλά
είναι αυτός
που ‘χε παραγγελιά στο μακαρίτη τό Φειδία δοσμένη:
«θέλω
χοντρές γυναίκες
από μάρμαρο.»

Τέσσερις ή ώρα.
Πρόσχημα καλό:
«Σκλάβοι
θέλω να γευματίσω πάλι !»
Και θεός,
ο μάγειράς του πρόθυμος,
με άργιλο του ετοιμάζει
κρέας φασιανού.
Αυτός τεντώνεται
αφού χαϊδέψει κάποιο θηλυκό.
«Μήπως θέλεις
το πιο ανεκτίμητο από τούτον το σωρό των άστρων;»
Και στη στιγμή
ολάκερη λεγεώνα Γαλιλαίων
τον ουρανό ανασκάπτει με το μάτι των τηλεσκοπίων.

Τον χρυσό μόσχο των αυτοκρατοριών κλονίζουνε οι επαναστάσεις,
τ’ ανθρώπινο κοπάδι αλλάζει μακελάρη,
όμως εσένανε,
άρχοντα των καρδιών μη εστεμμένε
καμιά ανταρσία σε σε αγγίζει.

 

Τα πάθη του Μαγιακόβσκη

Ακούτε ;
Ακούτε αυτό το χλιμίντρισμα των αλόγων ;
Ακούτε ;
Ακούτε τα ουρλιαχτά των αυτοκινήτων;
Είναι
οι πολίτες
που καταφτάνουν να λουστούν μέσα στην Αφθονία Του.
Ανθρώπινη πλημμύρα.
Με καταβροχθίζει
ανίσχυρο
κι αρπάζομαι από τα καπίστρια
απ’ τούς ποδόγυρους και τα φουστάνια.

Τί βλέπω;
Εσύ;
Το μάτι μου πιτσιλισμένο μ’ αίμα.
Φλογίζεται
καθώς το κόκκινο φανάρι των μπορντέλων.
Γιατί εσύ ;
Σταμάτα!
Ξέρω γλυκύτερες χαρές!
Το δάσος το υπεροπτικό των βλεφαρίδων της δε σάλεψε.
Στάσου!
Εκείνη έχει περάσει κιόλας…
Κ’ εκείνος, να τόνε δεσπόζοντας επάνω απ’ τα κεφάλια.

Γυαλίζει το κρανίο του
σάμπως παπούτσι
φαλακρό,
καλοβερνικωμένο.
Μόνο
στην τελευταία φάλαγγα
του παράμεσου,
δίπλα σε τρία μπριγιάντια,
υπάρχουν κάτι τόσες δα τρίχες ανορθωμένες.

Την βλέπω να πλησιάζει.
Σκύβει για ν’ ασπαστεί το χέρι του.
Τα χείλη της σιγανοψιθυρίζουν
ανάμεσα από κείνες τις ψευτότριχες
αποκαλώντας τες τη μια «φλαουτάκι μου»
την άλλη «συννεφάκι μου»
πρωτάκουστο
που μόλις τώρα εγώ δημιούργησα.

 

ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

(Απόσπασμα)

Ο χρόνος
είναι κάτι,
απίθανα μακρύ.
Υπήρξαν χρόνοι,
πάει, πέρασαν,
μυθικοί.
Ούτε μπιλίνες
ούτε κ’ έπη
ούτε εποποιίες πια.
Σαν τηλεγράφημα
η στροφή
πετά.
Με φλογισμένα χείλη
πιες
γονατιστός
απ’ το ποτάμι
που το λέμε
«γεγονός».
Είναι ο καιρός
π’ όλος βομβίζει
σε τηλέγραφου χορδή.
Είναι η καρδιά
με την αλήθεια
οι δυο μαζί.
Αυτό συνέβη
με τους μαχητές
ή με τη χώρα
η
στη δική μου
την καρδιά
συνέβη τώρα;
θέλω με το
βιβλίο αυτό
το μικρό κόσμο του σπιτιού ν’ αφήσουμε
για να επιστρέψουμε
πάνω στους ώμους
πολυβολικών πυρών,
το στίχο
σα μια λόγχη
ν’ αστραποβολήσουμε.
θέλω από το
βιβλίο αυτό,
μες απ’ την ευφροσύνη των ματιών
του μάρτυρα
που φέγγει από ευτυχία,
να τρέξει
στα κατάκοπα
μούσκλα ολωνών
μια δύναμη
από δημιουργία
κι ανταρσία.
Τη μέρα αυτή
για να υμνήσουμε,
κανένανε δε θα μισθώσουμε.
Μονάχα το μολύβι, εμείς
επάνω στο χαρτί
θα σταυρώσουμε,
έτσι που των σελίδων η βοή
όπως η βοή των σημαιών
πάνω απ’ τα μέτωπα να θορυβεί
των ετών.

 

 

Ποιήματα σε Μετάφραση Γιώργου Μολέσκη (Μεσόγειος 2009)

ΠΡΩΙ

Βροχή συνοφρυωμένη έκοβε τα μάτια.
Και πίσω απ’ το
κάγκελο
με την κρυστάλλινη
σιδερένια σκέψη των γραμμών –
στρώμα φτερών.
Και πάνω
σ’ αυτά
των ανατέλλοντων αστεριών
τα πόδια ακουμπούνε απαλά.
Αλλά ο θάνατος των φαναριών
των τσάρων
με αερίου κορόνα
πιο επίπονα ακόμα
έφερνε στα μάτια
ένα μπουκέτο από τσακωμένες πόρνες.
Και φριχτό
των χωρατών
το γέλιο καυτό –
από κίτρινα τριαντάφυλλα
φαρμακερά
φύτρωσε
σε μορφή ζιγκ ζαγκ.
Πίσω απ’ το θόρυβο
και το φόβο
να δεις κάτι
είναι χαρά στο μάτι:
δούλοι
των σταυρών
υποφέροντας-ήρεμα-αδιάφορα,
φέρετρα
σπ ιτιών
κοινών
έριξε η αυγή σ’ ένα φλεγόμενο άμφορα.

1912

 

ΕΣΕΙΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΤΕ;

Το πρόσωπο χάλασα της ρουτίνας
ρίχνοντας χρώμα απ’ το ποτήρι του νερού.
Χάραξα σ’ ένα πιάτο ζελατίνας
τα λοξά μάγουλα του ωκεανού.
Το κάλεσμα διάβασα νέων χειλιών
πάνω σε ψαρολέπια από λαμαρίνα.
Εσείς
ένα σκοπό νυχτερινό
θα μπορούσατε
να παίξετε σ’ έναν αυλό υπό υδροσωλήνα;

1913

 

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ

Μπήκα στο κουρείο κι είπα ήρεμος:
«Παρακαλώ, κουρέψετε μου τα αυτιά».
0 φαλακρός κουρέας έγινε ανήμερος,
χνούδιασε και τεντώθη ξαφνικά
το πρόσωπό του σαν αχλάδι.
«Μαϊμούνι!
Χαμίνι!» –
Από στριγκλιά σε στριγκλιά
γύριζαν οι βρισιές, πάλι και πάλι
και σα ρεπάνι σπορικό χαχάνιζε
από το πλήθος ξεχωρίζοντας κάποιο κεφάλι.

1913

 

ΑΚΟΥΣΤΕ!

Ακούστε!
Τάχα αν τ’ αστέρια ανάβουν
πάει να πει πως κάποιος τα ’χει ανάγκη;
Πάει να πει πως κάποιος θέλει οπωσδήποτε να υπάρχουν;
Πάει να πει πως κάποιος ονομάζει τούτα τα φτυσίματα μαργαριτάρια;
Κι ορμώντας
μέσα από τους ανεμοστρόβιλους της μεσημεριάτικης σκόνης
πέφτει απάνω στο Θεό,
φοβάται μήπως άργησε,
κλαίει,
του φιλά το ξεραμένο χέρι,
παρακαλεί
οπωσδήποτε ν’ ανάβει ένα αστέρι! –
ορκίζεται –
δεν αντέχει τούτη την άναστρη οδύνη!
Κι ύστερα
γυρίζει ταραγμένος
αν και ήσυχος στην όψη.
Απευθύνεται σε κάποιον:
«Τάχα για σένα είναι το ίδιο;
Δε φοβάσαι;
Ναι;!».
Ακούστε!
Τάχα αν τ’ αστέρια ανάβουν
πάει να πει πως κάποιος τα ’χει ανάγκη,
πάει να πει πως είναι ανάγκη
κάθε βράδυ
πάνω απ’ τις στέγες
ν’ ανάβει έστω κι ένα αστέρι;!

1914

 

ΚΙ ΩΣΤΟΣΟ

0 δρόμος έσκασε σα μύτη συφιλιδική.
Το ποτάμι κυλούσε σα φτύμα, όλο ηδονή.
Ξεγυμνωμένοι, δίχως φύλλο συκής
αγροίκα γείρανε οι κήποι στον Ιούνη.

Βγήκα στο δρόμο,
το καμένο τετράγωνο
φόρεσα στο κεφάλι περούκα ξανθή.
Από το στόμα μου φοβέριζε τον κόσμο
τα πόδια της κουνώντας μια αμάσητη κραυγή.

Δε μ’ αδικούν, μ’ ακούνε, με υποφέρουν,
σαν προφήτη με άνθη μου στρώνουν τη γη.
Όλες αυτές οι σκασμένες μύτες ξέρουν:
Εγώ είμαι ο δικός σας ποιητής.

Η Στερνή σας Κρίση με τρομάζει σαν ξενώνας!
Οι πόρνες στα χέρια με σηκώνουν μοναχό
σαν άγιο, μέσ’ απ’ τα σπίτια τα φλεγόμενα,
και για να δικαιωθούν με δείχνουν στο Θεό.

Πάνω απ’ το βιβλίο μου θα κλάψει ο Θεός!
Και τρέμοντας, δεμένος κόμπο, δίχως λέξη,
τους στίχους μου κρατώντας, στον ουρανό,
να τους διαβάσει στους φίλους του θα τρέξει.

1914

 

ΒΗΜΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ

(Στους ναύτες)

Ξεδιπλωθείτε στο βήμα!
Τη γλωσσοδιάρροια αφήστε.
Πιο σιγά, ρήτορες!
Ορίστε
στο βήμα
σύντροφε μάουζερ.
Φτάνει πια στο νόμο
απ’ των πρωτόπλαστων τον καιρό.
Στην ψοφοϊστορία αλλάζουμε δρόμο.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Έι, γαλαζοντυμένοι!
Βάλτε πλώρη!
Στους ωκεανούς!
Ή μήπως
στων θωρηκτών την πλώρη
έβαλαν φραγμούς;!
Άσ’ το
σαν αγριεμένη κορόνα
να ουρλιάζει το λιοντάρι το αγγλικό.
Δεν υποτάσσεται η κομμούνα.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Εκεί,
πίσω από όρη πίκρας
είναι ήλιου γη.
Πέρ’ απ’ την πείνα,
την πληγή,
μπήξε ποδάρι εκατομμυριοστό!

Μισθοφόρων αν μας ζώνουνε στρατοί
κι ατσάλι γύρω μας απλώνουνε χυτό,
η Ρωσία δεν ηττάται απ’ την Αντάντ.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Το μάτι τάχα σβήνει το αετίσιο;
Ή μήπως θα κοιτάζουμε το παρελθόν;
Σφίξε
του προλεταριάτου τα δάχτυλα
γύρω απ’ του κόσμου το λαιμό!
Με τα στήθια μπροστά τ’ ακράτητα!
Τον ουρανό με σημαίες σκέπασε!
Ποιος περπατά εκεί με το δεξιό;
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

1918

ΚΑΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑ

Χτυπούσαν τα πέταλα
τραγουδιστά
– γκριπ
γκραπ
γκροπ
γκρουπ.

Από τον άνεμο φαγωμένος
και το χιόνι παπουτσωμένος
γλιστρούσε ο δρόμος.
Τ’ άλογο στα πισινά
τσακίστηκε
και μεμιάς
όσοι περίεργοι
ήρθαν ν’ ανεμίσουν τα πλατιά τους παντελόνια στην Κουζνέτσκι
συναθροίστηκαν
και χαχανιστό το γέλιο αντήχησε:
-Γκρεμίστηκε ένα άλογο!
-Ένα άλογο γκρεμίστηκε!

Όλη γελούσε η Κουζνέτσκι.
Κι εγώ, μόνος απ’ όλους
με του πλήθους τη φωνή δεν έσμιξα.
Τους παραμέρισα
και βλέπω
τα μάτια του αλόγου…

0 δρόμος αναποδογυρίστηκε,
κυλά με το δικό του τρόπο.

Πλησίασα και βλέπω –
στάλες χοντρές κυλούν αδιάκοπα
πάνω στη μούρη του κι η κάθε στάλα τρέχει
και κρύβεται μέσα στο τρίχωμα…
Και κάποια γενική
ζωώδης διάθεση
ξεχύθηκε από μέσα μου
και σκόρπισε θροΐζοντας.
«Άλογο, όχι,
άλογο, ακούστε,
μήπως είστε χειρότερό τους; Μην τους ακούτε!
Λεβέντικο μου,
όλοι μας είμαστε λιγάκι άλογα,
ο καθένας μας με τον τρόπο του είναι άλογο.»
Ίσως, γέρικο,
από λόγια ωραία
κι από συμβουλές δεν είχε ανάγκη,
ίσως να του φάνηκε κι η σκέψη μου χυδαία.
Όμως
τ’ άλογο
γενναία
σηκώθηκε
χλιμίντρισε
κι έφυγε.
Ξανθότριχο παιδί
κούνησε την ουρά.

Ήρθε στο σταύλο
κι εστάθη με χαρά.
Και του φαινότανε
πως ήτανε άλλο,
πως άξιζε να ζεις
και να δουλεύεις άξιζε.

1918

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΠΑΡΙΣΙ»

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Το τελευταίο φράγκο
τ’ άλλαξα στο ταξί.
– Πότε φεύγουμε για τη Μασσαλία; –
Τρέχει
το Παρίσι
στο μεταξύ
αποχαιρετώντας με
μ’ όλη του τη μαγεία.
Κύμα του αποχαιρετισμού
έλα
στα μάτια μου υγρό
και με συναισθηματισμό
γέμισέ μου την καρδιά.
Να ζήσω θα ’θελα
και να πεθάνω
εδώ,
αν δεν υπήρχε
η Μόσχα
να με καρτερά.

1925

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση.
Τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη μόλις γλυτώσω
θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.

Εγώ τάχα θα ρωτώ –
Είναι τούτο;
Είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο –
«Όλη η γη» –
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός.
Ποιον ν’ αναστήσει
-0 Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής,
Φωνάζω εγώ
από τούτη, να
τούτη τη σελίδα.
Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της κάθε μέρας τη ρουτίνα!

1923