ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

 

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 
Η ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

.

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 27

.

Αμμοχωστος3

.

Αμμοχωστος2

.

.

Στίχοι : Νίκη Κατσαούνη
Μουσική : Μιχάλης Χριστοδουλίδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος : “ΕΣ ΓΗΝ ΕΝΑΛΙΑΝ ΚΥΠΡΟΝ” (1991)

“Θαλασσινός ο κόρφος σου κι ανθοί στις αμασχάλες
κι ολόδροση πώς μύριζες στις πρώτες τις ψιχάλες.
Πόλη που παίζαμε παιδιά μες την πλατιά ποδιά σου,
με ψάρια και λεμονανθούς χαμήλωσ’ τη ματιά σου.

Τις θύρες σου να κλείσεις θες και να μας περιμένεις
και μυρωδιές και ομορφιές τον ξένο να μη ραίνεις.
Σφάλιξε κλείσε δίπλωσε παράπονο στα χείλη,
χώσου στην άμμο Αμμόχωστος σαν σπάνιο κοχύλι.

Και μεις πουλιά που διώξαν μας τον Αύγουστο οι εχθροί σου,
να ξέρεις θα γυρίσουμε πιστοί στην άνοιξή σου.
Σφάλιξε κλείσε δίπλωσε παράπονο στα χείλη,
χώσου στην άμμο Αμμόχωστος σαν σπάνιο κοχύλι.

Θαλασσινός ο κόρφος σου κι ανθοί στις αμασχάλες
κι ολόδροση πώς μύριζες στις πρώτες τις ψιχάλες.”

.

Από τα εγκαίνια έκθεσης φωτογραφίας στο Δήμο Θεσσαλονίκης (10/11/2016)
για τη κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου

.

.

.

 

 

.

 

.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Οι γυρολόγοι

Μ’ ένα σακίδιο νεκροψίες
οι γυρολόγοι πάντα επιστρέφουν
αγγελιοφόροι θριαμβευτές.
Μονομαχούν,
δαμάζουν θηρία,
σκοτώνουν δράκοντες.
Κάπου – κάπου αγκαλιάζουν
κι αγγέλους.
Ύστερα γυρνούν τη ράχη
και με τραγελαφικά προσωπεία
σφηνωμένα σε ημίκυρτους αυχένες
περιφέρουν την έγκλειστη μνημοσύνη τους
κάτω από το πορφυρό φεγγάρι.
Στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας
η παράσταση
αναβάλλεται επ’ αόριστον.

.

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Η Αμμόχωστος σε όνειρο

Στη Μαίρη

Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα
δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα
το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει
με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –
ατενίζει τα βενετικά τείχη
χωρίς να ονειρεύεται τίποτε
ούτε την Πύλη του Οθέλλου
ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ
ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες
δεν ονειρεύεται τη θάλασσα
με τα πλοία που αναχωρούν
τις λεπίδες από οψιανό
και τα κύπελλα από ανδεσίτη
στο αρχαιολογικό Μουσείο
δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο
ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο
χωρίς τους μαθητές του
ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης
που τις διασχίζουν ερπετά
ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί

.

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Αμμόχωστος

Μες στις ψυχές μας ζεις
πόλη θαμμένη στην άμμο.
Σε θρέφει η αγάπη
κάθε φορά π’ αγναντεύεις
το λιόγερμα του Θεού.

Περπατούσες σαν αποκαμωμένη Κυρά – τα πόδια γυμνά,
τα μάτια στραμμένα στην οργισμένη θάλασσα,
ο φόβος χαραγμένος στο τραχύ μέτωπο, τα χέρια στον κόρφο.
Ένα μακρόστενο πέρασμα ο δρόμος του γυρισμού
κι είδες της θύμησης μορφές μες στην φωτιά να παλεύουν
τη βαρβαρότητα π’ αραξοβόλησε κάποτε πριν το σούρουπο.
Στο διάβα σου ένα κίτρινο δάσος με φλεγόμενες ρίζες.
Τα πουλιά κούρνιασαν στου θανάτου της φυλλωσιές.
Οι εκτελεστές φόρεσαν τον σκοτάδι στο πρόσωπο.

Ο χρόνος σέρνει ακόμα τα κόκκαλα της αντίστασης,
τη λήθη που γαντζώθηκε μάταια στο δεξί χέρι,
τις φιγούρες που αγάπησε, μα αλύπητα χαρακώνει.
Μέρες και νύχτες η σκιά του διάτρητη από σκέψεις και λέξεις:
“Δεν ξεχνώ”, “Ελευθερία ή θάνατος”, “Όλοι αδέλφια είμαστε”,
“Τίμα την πατρίδα σου ως εαυτόν”. Κραυγάζει η ψυχή.
Μα ποιος αφουγκράζεται τις κραυγές της σιωπής;
Ποιος πρόσεξε τα νωπά σημάδια στην πολιορκημένη άμμο;
Μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι σαν πλάθουν άσπρα σύννεφα
μέσα στις χούφτες τους κι ο άγρυπνος ποιητής,
ταπεινά σαν λιτανεύει τον μύθο και την αλήθεια.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Για την Αμμόχωστο…

Πάλι τους ξέφυγε η θάλασσα
Σε είπανε μικρή κι ακίνητη
Εμένα να ρωτάς καρδιά μου
Ρώτα τα μάτια μου
Ήσουνα δίπλα μου
το πιο πικρό γαλάζιο
Δεν είναι λέξη η αγάπη, είναι ανάσταση…

.

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Αμμόχωστος

Για να σε λησμονήσω
ξαπλώνω στην άμμο σου
και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ

 

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Όλα τα δώρα
ο Αύγουστος τα έφερε
Το κόκκινο
του έρωτα και της φωτιάς
Το μαύρο
της προσφυγιάς και του θανάτου
Το γαλανό
της Αμμοχώστου και της προδοσίας
Και το λευκό
της αθωότητας και της απελπισίας
Όλα τα χρώματα
από τον Αύγουστο τα πήρανε
κι αφήσανε ασπρόμαυρα τα καλοκαίρια

.

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

Μνήμη Αμμοχώστου

Κι ύστερ’ ανοίγει τα παράθυρα
και μπαίνει
αγκάλες ήλιου
και κλωνάρια φεγγαριού
μεσ’ στα σεντόνια τα σκορπάει
κι ευωδιάζουν σαν άστρα
σε λειβάδια τ’ ουρανού.
Κι ύστερα κλείνει τα παράθυρα
και μένει
μελτέμι μέντας
που ξεστράτισε γι’ αλλού
κι άλλαξε γνώμη, «εδώ μ’ αρέσει», λέει
μοιάζει σα’ θάλασσα, σαν μύθος
του βυθού,
που κρύβονταν μεσ’ σ’ όστρακο αρχαίο
και δεν γινότανε να ειπωθεί
παρά για λόγο απόκοσμο, σπουδαίο
κρυφά, γλυκά, χωρίς ν’ ακουστεί.
Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
κιούλι μυρίζει και γιασεμί.

.

 

ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ-ΚΟΚΑΡΑΚΗ

Φωνή της Αμμοχώστου

3

Υπομνήσεις
και Απαιτήσεις
Μιας και μοναδικής
Ελληνικής Φωνής!

4

Αντιφώνηση Φωνής
απογυμνωμένου «Αντιφωνητή»
Αρτιμελής Καταγωγή
στον πετροπόλεμο του σχολείου
στου Μάρκου Δράκου το χαμόγελο
στου Λιοπετρίου τη θυσία.
Αντιφέγγισμα χρησμολόγου
τού Ονήσιλου η φωνή
προσταγή του Παντελή Μηχανικού.
Πού κρύψαμε οι Κύπριοι
την ντροπή τού διχασμού;

5

Αρματώθηκε ή Φωνή
ζώστηκε ευθύνη και επιθυμία
στους σχηματισμούς των
ηρώων
που Αγνοούμενοι παραμένουν.
Κτισμένοι στον «Άγιο Αλέξανδρο».
Αποτυπωμένοι στους τοίχους
στα Αγάλματα των μορφών.
Στην ενθύμηση γονατίζουν,
και υποκλίνονται στη θυσία.

 

.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΡΕΟΥ

Βαρώσι μου Αμμόχωστος 

Την δική μου Πόλη δεν την ξέρει κανείς.
Βαρώσι μου, Αμμόχωστος, ολάνθιστε καημέ μου,
Βαρώσι μου, Αμμόχωστος και φως των ομματιών μου,
στον ύπνο μου έρχεσαι συχνά, πικρό παράπονο μου.

Έχεις τα μάτια σου κλειστά, τα χείλη σου σφιγμένα
και στα λυτά σου τα μαλλιά αηδόνια ξεχασμένα.
Πες μου πού να ‘ρθω να σε βρω, πού να σε συναντήσω,
κει που σε ‘κρύψαν οι καιροί ένα φιλί ν’ αφήσω.

Έχεις τα μάτια γαλανά, μάτια μου δακρυσμένα,
έχεις στο σώμα σου πληγές, τα χέρια ματωμένα.
Και της ψυχής τα τραύματα, βαθιά στη γη κρυμμένα
πόσα σου πήραν οι καιροί, πόσα χρωστάν κι εμένα…

Στίχοι – Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

.

 

ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ

Προς Αναγνώστη  I

Τι να σου πω.
Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά
σαν θυμάμαι εκείνα τα πράσινα περιβόλια
με τις πορτοκαλιές και τις κίτρινες ανταύγειες,
νιώθω μια έξαψη να με κυκλώνει
σαν θυμάμαι τα χρώματα του ορίζοντα
και κείνες τις θαλασσινές διακυμάνσεις,
νιώθω ένα παράξενο τρεμούλιασμα
σαν θυμάμαι τις γήινες μυρουδιές
και κείνο το καφετί χώμα,
υγρό ακόμα στις παλάμες μας,
νιώθω θυμό
και απελπισία απέραντη
καθώς αναλογίζομαι
πόσοι και πόσοι ποιητές ασέλγησαν στο όνομά της
πόσοι και πόσοι ποιητές εκτονωθήκανε στο όνομά της.
Μα κυριότερα,
πόσοι και πόσοι ποιητές ΔΕΝ θ’ αντισταθούν στο όνομά της.
Και το όνομα αυτής: Αμμόχωστος.

.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

Ονήσιλος

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.
Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.
Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.
Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.
Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.
Κ’ έγυρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

.

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

Χρυσόθεμις (απόσπασμα)

η πόλη καιγόταν
άδειασαν
τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίες τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδας φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια
φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
πλήθυναν πάλι ας τους να φύγουν
καλυτέρα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Όνομα Πόλης

Now happiest loveliest in yon lovely Earth,
Whence sprang the Idea of Beauty” into birth.
Edgar Allan Poe
ΜΗΠΩΣ μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστο είναι ψεύτικη;
Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας;
Χρόνος από άμμο ψιλοδουλεμένη
καθώς κοιτάζεις τους λευκούς μαστούς;
Ποιός 8α ‘λεγε το αντίθετο;
-Λησμόνησες τους πρόσφυγες
που στέκονται αντικρύ της και τη χαιρετάν.
ξέρουν να κλαίνε, την καρδιά τους να ραγίζουν
με βότσαλα της Θάλασσας, τη μηχανή τους έχουν
του αυτοκίνητου και του τρακτέρ ξεκινημένη
μετωπικά προς τα φυλάκια των Τουρκώνε,
στα τεθωρακισμένα των οχτρώνε.
Πώς ομιλείς – εσύ, δε 8α το πίστευα!-
γι’ αυτούς που είναι σαν φίλοι και αδελφοί.
Με παρεξήγησες, υποκριτή αναγνώστη.
Βλέπω μονάχα, την Αμμόχωστο ίσως, και αγαπώ
9α ζήσουμε μαζί ο θάνατος κι η ζωή,
το ξέρω, το πιστεύω, κάνω και γραμμάτιο.
Τι, δεν υπάρχει θάνατος μήτε κι οχτρός και πλάνη
γι αυτό την είπα ψεύτικη την πόλη,
την πόλη που γεννήθηκα σαράντα αιώνες τώρα.
Όμως, όταν κοιτάζω με τα κιάλια
την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,
όταν απ’ τη μεθυστική πνοή της κρίνω πόσα
πλοία βουλιάξαν ή πετρώσανε κι ανθρώπους
βλέπω τριγύρω «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,
τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,
χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,
φωνάζω «εχθρός» αυξαίνοντας τη 8λίψη
της ουτοπίας – οι λέξεις σου με σφάζουνε
δυνάστη της Αγάπης, Κύριέ μου, τραπουλόχαρτο.
Ένυλη πλάση φέγγει γύρω στα μαλλιά σου.
Προσφέρουμε νερό, γλυκό και χάδι.
Όμως εσύ τι δίνεις, έ; Μια πόλη σου ζητάμε,
αν είναι αυτή που ζήσαμε τα ωραία μας χρόνια
ή που την παρατήσαμε στ’ αλώνια.

(Αμμόχωστος Βασιλεύονοα, 1982)

.

.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ

Ωδή Νοσταλγίας

(Αφιέρωμα στην Αμμόχωστο)
α
Δεν σε ξεχνώ αιώνια Πόλη,
που απ’ τον Αιώνα του Χαλκού,
τρεισήμισι) χιλιάδες χρόνια πριν,
στεριώθης στην Κυπραία γη περήφανη
με τα Κυκλώπειά σου τείχη ως Αλασία.
Κι ο Κερεάτας ο Απόλλωνας φρουρός σου.
Εσύ, του αμύθητου πλούτου η πηγή,
δεν έστελλες στους Φαραώ μονάχα τάλαντα χαλκού
μα και μια νύφη Αφροδίτη,
στον χρυσοποίκιλτο τον θρόνο της Αιγύπτου
μια Νεφερτίτη
β’
Ήσουν ο ήλιος της Ανατολής!
Μα ήρθαν απ’ τη θάλασσα λαοί
και πέθανες, ν’ αναστηθής
του Τεύκρου ως Σαλαμίνα.
Κι είδες πολύβουα καράβια Ελληνικά
κι’ Ανατολίτικα ν’ αράζουν στα λιμάνια σου
με πλούσιες πραμάτειες φορτωμένα
κ’ έγινες της Ανατολής το σταυροδρόμι
και της Δύσης.

.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΚΛΕΟΠΑΣ

Αμμόχωστος

(τριάντα τρία χρόνια μετά)

στην Αναστασία Σπανού

Ήρθα πάλι πίσω στην πόλη
του Ευαγόρα
έκανα σπονδή στους θεούς μας
στη Σαλαμίνα
ήρθα πίσω στην πόλη μας
( η τραγική ειρωνεία θέλησε, εκεί να μάθω τη φυγή σου
πως δεν θα ξαναδείς τα βενετσιάνικά της τείχη
και τα στενά δρομάκια)

προσκύνησα τον Άγιο Νικόλαο
των Λουζινιάν
τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων
γονατιστός, εγώ ο άθεος

βύθισα ξανά τα πέλματά μου
στη χρυσή αμμουδιά της
εκεί που παίζαμε παιδιά
βαφτίστηκα ξανά στα κύματά της
(ένα κοχύλι έμεινε εκεί, για πάντα
να σε θυμίζει, κι άλλο ένα σου ‘φερα εγώ
να τʼ αποθέσω δίπλα σου, στην Κέρκυρα)

πήρα πίσω την πόλη σου, Μαρκαντώνιε
μόνος μου, πήρα την πόλη σου πίσω
γιατί εμένα δεν με αφορά να μπω
με κανέναν κωλοστρατό, μπλε ή κόκκινο
πήρα την πόλη πίσω
Μάρκο Αντώνιε Βραγανδίνε
κυματίζοντας απ’ το Ιόνιο
ως την ακραία Καρπασία
του Σολωμού το στίχο:
…κι εφώναζα ώ θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα!

.

ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Και πού ν’ απλώσει τα μαλλιά της να στεγνώσουν;
Τα βλέφαρά της δεν αντέχουν
τόσο φως.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;
Ποιος να στεγνώσει τις ροές
των δακρύων;
Ποιος άραγε θα σταματήσει το κακό;
Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
κανείς δεν αφουγκράζεται
την αγωνία της,
ούτε δικοί και μήτε ξένοι.
Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα ανθίζουν στο Ακταίο,
όπως και τότε,
που αλλόφρονη μια πόλη,
π πόλη μου,
έτρεχε μέσα στα σοκάκια
και τα μαλλιά της ανέμιζαν
μέσ’ στο χαλασμό
κι ακούγονταν
οπλές αλόγων και καμπάνες
κι οι στέγες έπαιρναν φωτιά
και τσουρούφλιζαν την καρδιά της.
Ολούθε παραμόνευε
ο Φόβος και η Απόγνωση
στα καλντερίμια.
Δεν πρέπει να θυμάται
η πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τις γοερές κραυγές του Αίαντα,
μήτε το θρήνο
των παιδιών της.
Τριάντα τρία χρόνια μέσ’ στο συρματόπλεγμα
η Αμμόχωστος
ονειρεύεται ριπές ανέμων.
Όλο γυρεύει λυτρωμό.
Θέλει αλήθεια να ξεχάσει
τον ξεριζωμό.

.

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου
τη μέρα που ο τουρκικός στρατός
μπήκε στην Αμμόχωστο
και ο Κωνσταντής οκτάχρονος
έφυγε με την οικογένεια του,
πάει και καθαρίζει την παραλία
από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,
τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

 

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι
μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση
τη γεύση τού αχινού
το φιλί της αχιβάδας
το κυμάτισμα των φυκιών
και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα
απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος
πού χάθηκες και ποιός
πρωτοστατεί τώρα στα κύματα
πώς μ’ άφησες κι έφυγα
συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς
σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα
τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα
πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες
στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη
τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι
το σπίτι με τις αγριοσυκιές
τις πέτρες τις αστραφτερές
και τις επαναληπτικές φωνές
σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές
κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

.

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ- ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Νεκρή πολιτεία

Ο Ευαγόρας κι η Σαλαμίνα του μονάχοι
στη σύναξη του Τρυγητή
στο νεκρικό συμπόσιο τ’ Αλωνάρη
Όπως οι νύχτες μας κι οι μέρες
μετράνε το σταματημένο χρόνο
στα πανάρχαιο μάρμαρο
όπως τα λόγια και τα χρόνια μας
κάνουν σταθμό στην Σαλαμίνα
Εκεί κι ο Ονήσιλος
απ’ το κοντάρι της κτηνωδίας
κι απ’ την κυψέλη των ματιών του
φλογίζει τη μνήμη εισχωρώντας στο χρόνο
Η ακακία που επιμένει τόσο πολύ να υπάρχει
το πανηγύρι του κίτρινου
η μέλισσα κι η πεταλούδα η παιχνιδιάρα
τ’ ασήμαντο μυρμήγκι
το σκαθάρι
η ελισσαύρα
το νερό
aχ η ζωή που ξεχειλίζει
γύρω στα όπλα και τ’ άρματα του θανάτου

.

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Της Σαλαμίνας

Εισέβαλε απροκάλυπτα στον ύπνο μου ο φαύλος
και με άφησε ως το πρωί ενεή
ν’ αναρωτιέμαι
τι είχα για να τα χάσω όλα.
Γιατί χτυπιόμουν στα κιονόκρανα τα πρωτοϊδωμένα
αφού δεν είχα καταλάβει τη γλώσσα του δαπέδου.
Αρχαία ελληνικά πλουσίων Ρωμαίων
ή προφητείες βραχύβιες για την εποχή μου;

Και πήρα λάφυρα από τη Σαλαμίνα.
Όχι της ναυμαχίας, την άλλη.
Και δέρμα -όχι μόνο το δικό μου-
που μυρίζει ξινό, βαρύ
πανανθρώπινο σκούρο. Έξω και πέρα από την ιστορία.

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.

Είπα θα πεθάνω εδώ
κι ακόμα ζω αλλού.

.

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Σαλαμίνια

Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,
πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης [Δημόκριτος]
Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!
Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται
Από έναν θαλασσή ουρανό
Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σὲ συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.
Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του.

.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

Famaguste

Μες στους αφρούς της φουρτούνας σου
διαλύθηκε η γαλήνη
στο ακρογιάλι πού νόμιζα ήρεμο
της θάλασσας εκείνης.
Με χέρια απλωμένα προς εσένα
προσμένω κάθε καλοκαίρι,
Ελένη, της ψυχής μου Παρθένα,
ν’ ανοίξω της καρδιάς σου το δεφτέρι.
Από της Δερύνειας το δίπατο
ματογιάλια τα μάτια μου ανάπηρα
ν’ ατενίζω των Τούρκων το βάδισμα
και της καρδιάς σου το χτύπο.
Μέσα στον ύπνο μου τρομάζω
το ευαγγέλιο της μοίρας που διαβάζω
βουβό της καμπάνας το κτύπημα,
πόλη του Ευαγόρα φάντασμα.
Άφησ’ τα χέρια σου να ’ρθουν
με τα δικά μου να σμίξουν
προτού γυρίσει ο άνεμος
και πάρει την πνοή μου.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

Η νύφη του Ιούλη

ιε’

στον πατέρα μου

Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.
Τω καιρώ εκείνω
τα τείχη των Φράγκων αλλάζανε χρώμα.
Πιο πίσω η θάλασσα και το λιμάνι
μια διαλεκτική ανθρώπου χρόνου
μέσα στο αναμμένο ηλιοβασίλεμα.
Εδώ
καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.
Κι όμως,
θα πω για σε περίκλειστη κόρη
με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια
κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα
σ’ ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.
Κλάμοντα,
βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο
να πάρω λίγη από την άμμο σου.
Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα, κόρη,
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη,
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας^
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

 

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι,
ο αργαλειός, ο λιόμυλος, η γούρνα του σπιτιού μου,
της ιστορίας οι γραφές,
το βλέμμα του παιδιού μου.

.

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ- ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Αμμόχωστος, Άσβεστη μνήμη 

Περνώ συχνά εμπρός από τη στοιχειωμένη μνήμη
Τα μισόκτιστα όνειρα, οι ημιτελείς προσδοκίες
Αφημένες σε μέρες νεκρές, σε νύχτες ασέληνες
Ξεριζωμένες νοσταλγίες φιλούν με χείλη απουσίας
Μία ζωή στα σπάργανα κλεισμένη

Κάποτε τα κύματα μιλούσαν με τη γλώσσα των αγγέλων
Οι βάρκες έφερναν τα δίχτυα γεμάτα ήλιους
Μικρό παιδί χαιρόμουν στις πατούσες, μες στη χούφτα μου
Τη χρυσαφένια διαδρομή της άμμου
Εκεί μιλούσα με τις Μοίρες μου, στήνοντας κάστρα που δεν γκρέμιζε
Το ξέβρασμα της θάλασσας τις ώρες που οι προσκυνητές της αποσύρονταν
Στα περιβόλια γύριζαν αχείμαντες, ξανθομαλλούσες οι νεράιδες
Με κίτρινες, πορτοκαλιές ανταύγειες μες στις πλεξούδες που ανέμιζαν
Με γέλιο κρύσταλλο, ματιά καθρέφτης του γαλάζιου τ’ ουρανού

Μα την Εστία αποδιώξαν του Κάτω Κόσμου ετερόσημες βουλές
Γεμίσαν τα όνειρα καπνούς κι αιθάλη μαρμαρωμένη σαν παράπονο πικρό
Κοιμήθηκα με βλέφαρα ανοικτά, με φλόγες να μου καιν τις ίριδες
Καθώς στην πόλη με σκυφτό κεφάλι, βήματα βαριά
Τριγυρνούσε αλυσόδετο το κλέος μιας μακραίωνης πορείας

Αμμόχωστος! Αρσινόη! Σαλαμίνα !Αλάσια!

Σαν στάχυ μέστωσα και γέρνω στου Νότου την άλλη μου πατρίδα
Με κόκκους ποτισμένους απ’ το δάκρυ και την έγνοια σου
Mέσα εκεί ερμητικά κλεισμένους φυλάω τους θησαυρούς σου
Ημερολόγια και χάρτες απ’ τις μέρες της Αγάπης που κοιμήθηκε
Με ξιφολόγχη για προσκέφαλο, φωνές κι αντάρα πανωσέντονα
Μα’ χει στη θλίψη αποκάτω λεμονανθούς και πράσινα φυλλώματα
Κάθε που μπαίνει άνοιξη μοσχοβολάν αμάραντη πατρίδα και πεθυμιά ατέλευτη
Ολόχρονα τους πόθους μου μυρώνουν , δίνουν φωνή στο δρόμο που καλεί
Στην πόλη με την κραυγαλέα σιωπή, με τη βουβή εγκαρτέρηση

.

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ

Δεκατέσσερις Αυγούστου

Έτρεξα και σήμερα (40η επέτειος της δεύτερης εισβολής)
ως εκεί που δυο ειρηνευτές με σταμάτησαν.
«You are in the risk area», μου είπε ο ένας ευγενικά.
Το χέρι να άπλωνες, θα είχες στην παλάμη σου την Αμμόχωστο.
Το τουρκικό φυλάκιο λίγα μέτρα μπροστά μου υπερυψωμένο.
Λίγα μέτρα πίσω, σε μη «risk area»,
βουτιά στη θάλασσα, κολύμπι προς τα ανοιχτά και ξάπλα,
με τα χέρια στο σβέρκο για μαξιλάρι.
Απόλυτη ηρεμία.
«Αφού μπορώ να ξαπλώνω στη θάλασσα,
γιατί να μην μπορώ να τρέξω στην επιφάνειά της;», σκέφτηκα.
«Όχι, για να το «παίξω» Χριστός, αλλά για να ζήσω
ως άνθρωπος άλλη μια μικρή χαρά.»

.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,
η δε τέχνη μακρή.
Ιπποκράτης
Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης
το Βαρώσι γνέφει και σιγανά
μου ψιθυρίζει στ’ αυτί
μέσα απ’ το συρματόπλεγμα
Ars longa, vita brevis est
Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική
γυρνώ αντικρίζω το νερό
έτοιμος ν’ απογειωθώ
δελφίνι στο νέκταρ
μιας θάλασσας
ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη
Ποιες σκιές προσμένουν
στην αντίπερα όχθη

.

 

ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΑ ΚΙΝΝΗ

Έρημη πόλη

Βγήκαν οι γοργόνες
μέσα απ’ τις κρυψώνες
ψάχνουν το Βαρώσι
λίγο πριν νυχτώσει

Νύχτες σεργιανίζαν
τον γιαλό σκαλίζαν
για σημάδι νέο
Φάληρο Ακταίον

Με το χέρι αντήλιο
καρτερούν τον ήλιο
οδηγούν τα χρόνια
δίχως πια τιμόνια

Άναψαν φυτίλια
να βρουν δυο κοχύλια
κρίνα στην ακτή σου
πριν την λύτρωση σου

Βγήκαν οι γοργόνες
μέσα απ’ τις κρυψώνες
άπλωσαν στ’ αλώνια
τα χαμένα χρόνια

Νύχτες σεργιανίζαν
τον γιαλό σκαλίζαν
μάζευαν τα δίχτυα
πριν τις βρουν ξενύχτια

 

.

.

 

ΕΜΜΑ ΤΣΙΒΡΑ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Κατέβηκαν από τη θάλασσα της Κερύνειας
μες στ’ αυγουστιάτικο φως
την ώρα που στραφτάλιζαν στον ήλιο πετσέτες λινές
και χάιδευαν τα ακροδάχτυλα φλιτζάνια πορσελάνινα
με αχνιστό καφέ.

Η ζωή όρμησε στο σημείο μηδέν.
Κλάματα , ποδοβολητά ,κραυγές,ονόματα.
Όλα ανάκατα στον αυγινό αέρα.

Κι ύστερα
άδειασε η λεωφόρος Δημοφώντος.
Τα σπίτια έμειναν ξεκλείδωτα.
Έβγαλαν ρίζες από ατσάλι.
Έζωσαν το χώμα.
Κανείς να μην το πάρει.

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα συνομιλούν ακόμα
με τους αέρηδες ,τον ήλιο, τις βροχές.
Εκλιπαρούν τον ουρανό
για μια γαλάζια καλημέρα.

Η χρυσή αμμουδιά απάτητη
στο κύλισμα του χρόνου
αφουγκράζεται φωνές , όπλων ριπές
λόγια ερωτικά, υποσχέσεις.

Αδιανόητο καλοκαίρι.
Αδιανόητη πράξη.
Πληγή στο σώμα της ιστορίας.

Αμμόχωστος χαμένη πατρίδα.
Αποτύπωμα μουγγό
στη γλώσσα του χάρτη.

Τόπος εξορίας των ξαφνιασμένων ονείρων
απ΄ τον πρωτόγονο τρόμο του ξεριζωμού
ενός λαού προδομένου
ενός λαού τραγικού
που ακόμα σε θωρεί μες στα συρματοπλέγματα.

Τ ’όνειρο θαύμα να γενεί
μετρώντας το χρόνο αντίστροφα.

.

ΕΥΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα  

Περίλυπα μας κοιτάς σήμερα.
Διαβάζω τη σκέψη σου.
Πάλι καλπάζει η μνήμη.
Άλλη μοναξιά δεν αντέχεις,
σαράντα έξι χρόνια βουβή.
Στέκουμε όρθιοι απέναντί σου
ούτε ένα βήμα πίσω!
Μονάχα την ανάσα σου
αφουγκραζόμαστε,
ολοένα σφίγγει η θηλιά τον λαιμό.
Τα χρόνια μάκρυναν,
μίκρυνε της αντοχής ο χρόνος,
την τελευταία σπίθα ελπίδας κρατάμε.
Τα δάκρυα στέρεψαν,
μα δεν πετάξαμε μαντήλια,
τα δέντρα ξεράθηκαν,
αλλά μπορούμε να ακούσουμε
των πουλιών το κλάμα.
Εκκλησιές χαλασμένες
μα στο βάθος καμπαναριά αγέρωχα,
φωτογραφίες ασπρόμαυρες
στα υπολείμματα ερειπίων.
Σε βλέπουμε πια καθαρά
μέσα από την ομίχλη σου.
Ολοένα λιγοστεύουμε,
άγνωστο πόσοι θα προλάβουμε.
Θάνατος αργός η προσμονή σου.
Χέρι να σε φτάσουμε απλώνουμε,
μας πνίγει όμως το κενό
κι ύστερα, αυτά της ντροπής
τα συρματοπλέγματα
που σκούριασαν,
πίνοντας της θυσίας το αίμα.

.

 

Αμμόχωστος

Τι να πεις για μια πόλη
που μόνο λύκοι
τις νύχτες ουρλιάζουν,
για μια έρημη πόλη
πού σε απρόσμενο θέρος
το βλέμμα σταμάτησε.
Μαύρο Ιούλη τραγουδά
και Αττίλα Αύγουστο μήνα βρυχάται.
Στα ερείπια ο ήλιος χάθηκε,
οι νεκροί δεν κοιμούνται.
Θρυμματισμένα οστά
μεταναστεύουν για την κηδεία τους
μόνιμα, στο άλλο μισό.
Έγκλειστες πορτοκαλιές
σε αυλές καρποφορούν
εκεί που μόνο ερπετά σέρνονται
και κατοικούν ακάλεστα
στο σώμα που χάσαμε.
Ποιο μαρτύριο καθηλώνει
την ψυχή και την κάνει τόσο ανήμπορη
να δραπετεύει;
Αναπάντητα γιατί εισχωρούνε παντού
μα δεν χωρούν άλλους νεκρούς τα φέρετρα.
Με πόθους φιλιώνει η απόγνωση
μα εξασθενεί η κραυγή.
Φοβάμαι μην σωπάσει για πάντα

.

 

.