ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

Ο κόσμος της Μόρφου μέσα από τα μάτια αυτών που την έζησαν, αυτών που την αγάπησαν, αυτών που την ονειρεύτηκαν, αυτών που την έχουν πάντα στη ψυχή τους.

.

.

.

.

.

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

ΜΟΡΦΟΥ

Στη γυναίκα μου

Κι’ όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν
φωνές και γέλια τσιριχτά κι’ αγάπης ρίγος
κι’ απ’ των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!

ΣΤΙΓΜΕΣ

Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,
που μ’ εκαμες τζ’ επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».

ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

Αναπολώ εκείνο τ’ Απριλιάτικο πρωινό
που σας αντίκρισα ξαφνικά
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,
from wall to wall,
που κλέψατε την παράσταση απ’ τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.

—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ — ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για το Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

ΛΟΥΚΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ (1909-1965)

Ο Λουκής Ακρίτας ξεχώρισε και στην πολιτική και στη λογοτεχνία, σε Κύπρο και Ελλάδα στα δύσκολα χρόνια του μεσοπολέμου και τίμησε με το καλύτερο τρόπο τη Μόρφου. Γεννήθηκε στη Μόρφου τον Αύγουστο του 1908 και ήταν το τέταρτο παιδί της εννεαμελούς οικογένειας του (Χατζη)Γιαννακού Χατζηλούκα από τη Ζώδια και της Μορφίτισσας Ελένης Καττιρτζήγιαννη.
Το λογοτεχνικό του έργο διέπεται από την προοδευτική του ιδεολογία και την ανθρωπιστική του κοσμοθεωρία και χαρακτηρίζεται από μια αισιόδοξη προοπτική, που προκύπτει από την πίστη του στην ψυχική αντοχή των κοινωνικά αδικημένων.

.

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (1944-2013)

.

Πεζογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός τηλεόρασης και έγραψε κριτικές βιβλίων και κινηματογράφου σε εφημερίδες και περιοδικά.
Μελέτησε συστηματικά το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και έγραψε για το ρεμπέτικο, τον Βαμβακάρη, το Τσιτσάνη.

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φύγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι τον
να μετράει την καρδιά τον σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό τον τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια τον στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε Θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση τον εφήμερου
Το χτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μον.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

ΜΟΡΦΟΥ 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να ’ναι πλάι της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό τον πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντάς το
με τα όνο μικρά της χέρια.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΙΩΠΗΛΟ

Κανείς δεν ακούει
τους χτύπους της καρδιάς
όταν ξεχειλίζει να πετάξει
πέρα από τα ποτάμια
που οριοθετούν
το θνητό πέρασμα.

ΚΑΘΑΡΣΗ

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο

στα σκοτάδια.

.

ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ

.

.

.

ΤΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ
(Εκδόσεις Γερμανός 2018)

Γλυκόπικρες αναμνήσεις από τη Κύπρο του χτες

.

(3 Αποσπάσματα)

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

ΗΤΑΝ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, όταν έφτασε το μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο στην είσοδο της Κωμόπολης Μόρφου. Στο πίσω μέρος και στην οροφή του φορτηγού ντουλάπες, καρέκλες, αρμαρόλες, μπαούλα με ρούχα, και μπροστά εμείς, τα τρία παιδιά, μικρά, με τους γονείς και τον σκύλο μας που άκουγε στο όνομα
«Λέων». Φάνταξε δεξιά το Γυμνάσιο που χτίστηκε με τη δωρεά του Καμιντζή. Πετρόκτιστο, με κολόνες από πέτρα κίτρινη πελεκητή. Δύο λεπτά αργότερα πρόβαλαν οι γραμμές του τρένου που διέσχιζαν κάθετα τον δρόμο. Πρώτη φορά στη ζωή μου θα ’βλεπα ένα πραγματικό τρένο και περίμενα με αγωνία να δω αν θα έμοιαζε με Το τρένο που δεν σταματούσε, το πρώτο μου «λογοτεχνικό βιβλίο». Το τρένο αυτό, το πραγματικό, σταματούσε στη Μόρφου και έπαιρνε εμπορεύματα για το λιμάνι της Αμμόχωστου μαζί και τους λιγοστούς επιβάτες με τις μαύρες βράκες, τα μπαστούνια και τα τσεμπέρια με τα κρόσσια. Δεν περνούσε εκείνη την ώρα το τρένο, περιεργαστήκαμε απλώς τις γραμμές δεξιά κι αριστερά και τον σταθμό, ένα μικρό πετρόκτιστο σπίτι.

0 οδηγός του φορτηγού ζούληξε την μπουρού, τη λαστιχένια, που ’μοιάζε με βυζί κατσίκας, και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς το κέντρο της πόλης. Μπροστά μου ξεπρόβαλε ένας άλλος κόσμος: σπίτια μεγάλα αρχοντικά με ψηλές βεράντες, περβόλια καταπράσινα με μυρωδιές, λουλούδια και νερά. Η Μόρφου φαινόταν μια καλοφτιαγμένη πόλη, με δείγματα ενός νέου πολιτισμού. Ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από κείνον που ’χα γνωρίσει στην Επτακώμη, το χωριό στο οποίο ο πατέρας μου ήταν διορισμένος δάσκαλος για δύο χρόνια.

ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

MIA ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΥΚΙΑ έπεφτε πάνω από το μεσότοιχο στην αυλή μας. Ήταν από το διπλανό κτίριο, το «Πανδοχείο Ευτυχίας Καττιρτζιήγιαννη». Η Ευτυχία ήταν μια στητή γριά, χοντρόφωνη, δυναμική, που ζούσε μαζί με την αδελφή της, την Ελεγκού, στο ισόγειο κάτω από το Πανδοχείο. Πανύψηλο, κάθετο, με μικρά παραθυράκια, το πλίνθινο κτίριο, που ήταν σχεδόν κολλητό στο σπίτι μας, φάνταζε σαν απόρθητο φρούριο.
Πάντα είχα την περιέργεια να μπω σε ένα από τα έξι δωμάτιά του, μα πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να πραγματοποιήσω την επιθυμία μου, γιατί η μητέρα μού απαγόρευε ρητά ν’ ανέβω εκεί πάνω, για λόγους ανεξήγητους στο παιδικό μου μυαλό.
Πέζευαν στο Πανδοχείο έμποροι από χωριά μακρινά που έρχονταν με τις άμαξες και τα γαϊδούρια, για ν’ αγοράσουν και να πουλήσουν τα προϊόντα τους στη δημοτική αγορά της Μόρφου. Κι η Ευτυχού με τη χοντρή της φωνή και το μπαστούνι της ήταν ο άρχοντας του τόπου, διάταζε, διαφέντευε και όλοι στη
γειτονιά μικροί και μεγάλοι τη φοβόντουσαν.
Διηγόταν ιστορίες για τον πατέρα της τον Καττιρτζιήγιαννη και μας έδειχνε φωτογραφίες του λεβεντόγερου με τα μουστάκια και τις βράκες. Η αδελφή της η Ελεγκού ζούσε με τον καημό των «ξενιτεμένων» της παιδιών, που έμελλε να τιμήσουν και αυτήν και την πόλη τους, αφού ο γιος της, ο Λουκής Ακρίτας, διατέλεσε υφυπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Γεώργιου Παπανδρέου.
«0 γιος μου, ο Λουκής, έγινε υπουργός στην Αθήνα.Ήξερα εγώ ότι ο γιος μου εννά διαπρέψει μιαν ημέραν, γιατί ήταν νούσιμος τζιαί μελετηρός Ούλλη μέρα ο νους του ήταν στα βιβλία έλεγε η γιαγιά η Ελεγκού.

ΝΕΑ ΠΝΟΗ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

Το επίπεδο της Εκπαίδευσης στη Μόρφου μετά το ’63 είχε αναπτυχθεί
πολύ. Τα Γυμνάσια από ένα είχαν γίνει δύο. Η Εμπορική Σχολή Τζιαρρή δεχόταν μαθητές από όλη την περιοχή. Το και η Αγγλική Σχολή Σιλβέστρου. Το Γεωργικό Γυμνάσιο και η Γεωργική Έπαυλη δίπλα, εκτός από θεωρητικές γνώσεις πρόσφεραν στους μαθητές και πρακτική εξάσκηση. Στην Έπαυλη
που είχε οργανωθεί σε μια μεγάλη έκταση γης, ο Κώστας Πατσαλίδης φρόντιζε, ώστε να γίνονται πειράματα και να εισάγονται νέες καλλιέργειες με νέες ποικιλίες φυτών που ερχόταν από το Ισραήλ. Τα πειράματα με διασταύρωση ζώων από τη Δανία, την Ολλανδία και άλλες χώρες πρόσφεραν περισσότερες ευκαιρίες στους κτηνοτρόφους όλης της Κύπρου. Η Σχολή Κωφαλάλων είχε αρχίσει τη λειτουργία της χρόνια πριν και οι μαθητές της έφτιαχναν και πουλούσαν από μικρά αντικείμενα ξυλουργικής μέχρι έπιπλα.
Στα Ανθεστήρια, που γίνονταν κάθε χρόνο, ο πατέρας ως διευθυντής του αρρεναγωγείου και πρόεδρος του Συνδέσμου Κηπουρών ήταν υπεύθυνος. Μέρες σχεδίαζε με τους βοηθούς του την παρέλαση, στην οποία θα λάμβαναν μέρος τα σωματεία, τα σχολεία, τα οργανωμένα σύνολα. Κουρεύονταν όλοι
οι κήποι -εκτός από τον Δημόσιο Κήπο- και οι υπεύθυνοι των αρμάτων έπιαναν με τα συνεργεία τους δουλειά. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Η παρέλαση γινόταν στους κεντρικούς δρόμους και τα άρματα κατέληγαν στον Δημόσιο Κήπο, όπου ειδική επιτροπή βράβευε τα καλύτερα.
Το φεστιβάλ του πορτοκαλιού ήταν η μεγάλη γιορτή, το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο γεγονός της Μόρφου. 0 Δήμος Μόρφου, σε συνεργασία με διάφορες οργανώσεις της κωμόπολης, διοργάνωνε το φεστιβάλ πορτοκαλιού σε ετήσια βάση. Το φεστιβάλ, που διαρκούσε μια βδομάδα, περιλάμβανε διάφορες εκδηλώσεις στον Δημόσιο Κήπο. Στηνόταν εκεί μια μεγάλη εξέδρα
και ο κόσμος της Μόρφου συγκεντρωνόταν ν’ ακούσει τραγούδια από τη χορωδία του μουσικού Κώστα Καλαθά ή να παρακολουθήσει κάποια θεατρική παράσταση από θιάσους της Λευκωσίας. Οι Μορφίτες φορούσαν καθημερινά τα καλά τους και πηγαινοέρχονταν στους χώρους των εκδηλώσεων όλη η οικογένεια.
Στο τέλος της μεγάλης γιορτής γινόταν η μεγαλοπρεπής παρέλαση με τα άρματα τα φτιαγμένα από πορτοκάλια γιαφίτικα, βαλέντσια, σιεκέρικα, μέρλιν, σε σχέδια και συνδυασμούς αξιοζήλευτους. Το βράδυ μεγάλο χορευτικό δείπνο έκλεινε η γιορτή. Απ’ αυτό δεν έλειπε κανείς!

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Στου Μόρφου

Μα πρώτα απ‘ όλα
δεν μπαίνουνε απ‘ εδώ στου Μόρφου,
η είσοδος είναι απ’ εκεί,
εκεί που μας καλωσορίζει
ο Λουκής Ακρίτας,
εκεί που μας προϋπαντίζουν
οι μουσικές φωνές των μαθητριών και μαθητών

του Α’ και Β´ Γυμνασίου Μόρφου.

Οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής

( που βρήκα πεταγμένες στον
γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής)

Σαν παιδιά φοβισμένα,
Κρυμμένα εκεί πάνω
στο γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής,
μέχρι να περάσει η μπόρα,
μέχρι να ανοίξει ο καιρός.

ΘΥΜΑΜΑΙ

Θυμάμαι το Κώστα Μόντη, το θειο και νονό μου , να μας επισκέφτεται , τις Κυριακές και να δει τον γαμβρό του Συλβεστρο και αδελφή του Ειρήνη….

Θυμάμαι τις μαθητικές παρελάσεις και γιορτές με το δάσκαλο τον Σώζο τον Χαραλαμπίδη να διευθύνει την φιλαρμονική του Διγενή Ακρίτα και αργότερα του Β Γυμνασίου, τον Κώστα Καλαθά παλαιότερα με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες να μας θυμίζουν με το αιοθυνόν την εθνική επέτειο, τον Κώστα Κασιανό, πρώτα στο Ελληνικό Γυμνάσιο και μετά στο Γεωργικό. Και πάντα όλοι τους να μαζεύονται στο σωματείο να κάνουν ορχήστρες, χορωδίες, θέατρα με νέα παιδιά, που από το τίποτα γινόντουσαν σπουδαίοι μουσικοί και ηθοποιοί.

Θυμάμαι το Αρχαίο Θέατρο του Ανδρέα Μανώλη το δασκάλο, στους Σόλους, θυμάμαι το Μιχάλη Ζεμπύλα, το Γιάννη Ποδηναρά, την Τότα Εκκέσιη, τη Δώρα Σάββα από το Ξερό, να μας ταξιδεύουν στην αρχαία Ελλάδα μας. Ηλέκτρα, Αίας, Εκάβη, Ιφιγένεια εν Ταύροις….
Και γω να ονειρεύομαι….

Θυμάμαι τις χειμωνιάτικες Κυριακές με τις πρωϊνές μαθητικές κινηματογραφικές παραστάσεις στο ΡΕΞ, στο Απόλλων, στο Πάνθεον, να περιμένουμε το διάλειμμα, να ανταλλάξουμε χαμόγελο με την συμμαθητρια…κρυφά από τους παιδονόμους….

Θυμάμαι το φεστιβάλ πορτοκαλιού, τους χορούς, την τόμπουλα, το δρόμο με τα καλοκαιρινά σινεμά, τα παράνομα πάρτυ, τον θεολόγο μας τον Διορίτη που μας απόβαλλε γι’ αυτό, τα ποδήλατα μας, τους περιπάτους στα περβόλια τη νύχτα,

Θυμάμαι τους γάμους, με τα τραπέζια μέσα στους δρόμους, τις ορχήστρες, τους χορούς, τα πλουμίσματα, απου βάλει παραπάνω….

Θυμάμαι τους δρόμους, τα σπίτια, τις γειτονιές που δεν είναι τίποτε χωρίς τους ανθρώπους, χωρίς τους Μορφίτες και τις Μορφίτησσες. Γιατί Μόρφου υπάρχει ώσπου υπάρχουν Μορφίτες….

.

Σε σκηνοθεσία του Μιχάλη

.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΥΡΗΣ

Οι Στράτες Μου

Η στράτα σου εγίνην Μόρφου ανηφόριν
μα’ γιώ τζειαμαί έμαθα ίσια να πατώ
τζι ας με κρατούσιν μακριά σου με το ζόριν
τούτην την στράταν με τον νουν μου παρπατώ!

Αυγουστιάτικα όνειρα…….

Που του Αυγούστου τ’ όμορφον
τζι ολόγιομον φεγγάριν,
εζήτησα γονατιστός
εψές μεάλην χάρην,
στες γειτονιές που’ μουν μιτσής
μιτά του να με ρέξει,
να με αφήκει έσσω μου
τζι ας μεν ι-ξαναφέξει.

Που του Αυγούστου το χλωμόν
φεγγάριν εννά κλέψω,
το φως του πόψε αν γίνεται
έσσω μου να το πέψω,
να φέξει της ψυχούλας μου
την ώραν το’ νειρού μου,
στ’ αγκάλια της μανούλας μου
στο σιέπος του τζιυρού μου!

Άμαν ξυπνήσω τζι ύστερις
αν δω τζι εν είμαι έσσω,
μ΄ούλλην την δύναμην ψυσιής
εννά παρακαλέσω,
κάθε πο’ ννά’ σιει ο Αύγουστος
ο μήνας δεκαέξι,
που πάνω που την Μόρφου μας
να μεν ι- ξαναρέξει!!

16/08/2019

Μόρφου για σέναν σήμερα
εγιώνι έθθα κλάψω,
ούτε όμως τον πόθον μου
για σεν εννά ξηγράψω!
Έθθεν να κλάψω μιαν στιγμήν
τζι ύστερις να ξηάννω,
τζειαμαί εννά’ μαι ώσπου ζιω
τζι άρκον πο’ ννά πεθάνω!

Πάντα προτεραιότηταν
εννά’ χω νύκταν μέραν,
την γην σου τζιαι τον ουρανόν,
κόμα τζιαι τον αέραν!
Πάντα’ ννά’ σ’έχω μες στον νουν,
κομμάτιν της ψυσιής μου,
πάντα εννά’σαι η αρκή
τζιαι τέλος της ζωής μου!

Άραγες

Άραγες σο΄ννά κόψετε
τούντου μωρού το κρίμαν;
Όποιος φταίει ας όψετε,
τζι ας ήτουν τζιείνος θύμαν!
Άραγες τζιειν τ’ αμμάθκια του
πότε εννά χαρούσιν;
Μέσα του, τα κομμάθκια του
με τίποτ’ εν κολλούσιν!

Τούντην ψυσιήν να μάθετε
πόσον καστιορήθην,
πρέπει τζι εσείς να χάσετε
τα όσα εστερήθην!

Άραγες ούλλοι φταίουμεν
γιατ’ άδικον που γίνην;
Μίαν ζωήν να κλαίουμεν
έθθα’ βρουμεν ειρήνην!
Άραγες ποιοι ευθύνουνται
πο’ν ι-μπορεί να κλάψει;
τ’ αμμάθκια τούτα γίνουνται
φωθκιά πο’ ννά τους κάψει!

Σου του χρωστώ πατέρα μου…

Τζιύρη μου η ψυχούλα σου το Ψυχοσάββατό σου,
στου Μόρφου δκιατζιηνεύκεται πας στο ποδήλατό σου
έναν γυρόν, μιαν αγκαθκιάν ούλλα να τ’ αγκαλιάσεις,
μες στη γωνιάν τους γείτονες ούλλους να τους χορτάσεις!
Τζι είμαι τζι εγιώ μες στην αυλήν μιτσήν μωρόν ακόμα,
να σε θωρώ να σιαίρουμαι να βκαίνεις πας στο δώμα,
ψηλά να βκάλεις τάχατες στον ουρανόν πετάσιν
για μέναν, νά’ χω μιαν ζωήν μόνον οσσιόν τζιαι πνάσιν!
Τζιύρη μου η ψυχούλα σου έν’ μες στον ουρανόν μου
για να πετά πουπανωδκιόν όπως τον άγγελόν μου,
σαν το πετάσιν γίνεσαι, πάνω στα σόζυά σου
εγιώ να κρεμμαλλίζουμαι τζιαι να πετώ μιτά σου!

Μοναξιά

Πνίγομαι μες στην μοναξιά, κι’ εσύ αναπνοή μου
ρόγχος επιθανάτιος έγινες στη ζωή μου!
Παρέα στο μοναχικό και άχαρο ταξίδι,
όσοι μου λείπουνε πολύ, αυτοί που φύγαν ήδη!
Ένα στροβίλισμα του νου είναι για με ο χρόνος
όλη τη μέρα νύκτα ζω, τη νύκτα πάλι μόνος!
Σε πέλαγα ανύπαρκτης ελπίδας, φως γυρεύω,
τα κύματα πελώρια μόνος να τα παλεύω
ξέροντας ότι νικητής θα βγει ξανά ο χρόνος
αφού γράφει τη μοίρα μου της μοναξιάς ο πόνος!

.

Πίνακας της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Οδοιπορικό

Ο χρόνος σταμάτησε
στη εποχή της θλίψης
κι άφησε ένα δάκρυ
να μουσκεύει τη μνήμη
σε κάθε οδοιπορικό
πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.

Μόρφου

Οι δρόμοι το ίδιο στενοί
μ’ ονόματα αλλαγμένα
βήματα ξένα τους περπατούν
κι οι πόρτες των σπιτιών
τρίζουν απορημένες
μες στις αυλές τα γιασεμιά
είναι πάντα μαραμένα
χωρίς αγγίγματα των χεριών
που κάποτε τα τραγουδούσαν.

Βούττημα ήλιου

Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις
τέλεια ποννά σιγράσει
Δημήτρης Λιπέρτης

Βούττημα ήλιου
στη θάλασσα που μας γέννησε
ένα χάδι τρυφερό
στους δρόμους που μας μεγάλωσαν
με τ’ άρωμα της λεμονιάς.

Βούττημα ήλιου
σ’ ένα ταξίδι της ψυχής
ν απλώσουμε το δάκρυ μας
από του Μόρφου στην Πεντάγια
κι απ’ το Ξερό στο θέατρο των Σόλων.

Βούττημα ήλιου
σε χαραγμένες μνήμες του Ιούλη
σε όνειρα που άλλαξαν διαδρομή
σε μισογκρεμισμένα σπίτια
που είναι εκεί και μας προσμένουν.

Σπασμένο τζάμι

Ένα σπασμένο τζάμι στο παράθυρο
ένα κομμάτι του χτες
ένα μισογκρεμισμένο σπίτι
μια ρωγμή εγκατάλειψης

ένα συρματόπλεγμα στο χώμα
ένα χάραγμα της μνήμης
ένας απορημένος ουρανός
μια γη χωρισμένη στα δυό

κι απ’ τις δυό πλευρές
οι άνθρωποι σμίγουν ματιές.

.

.

Το παλιό τραπεζομάντηλο

Ξαναγύρισα
χωρίς εκτοπισμένες μνήμες
ήταν όλα εκεί
μια ανοικτή πληγή
που περιμένει καρτερικά
να τη ραντίσεις
σταγόνες από δάκρυ χαμομηλιού.

Όλα στην ίδια θέση πίκρας
και στο τραπέζι στρωμένο
εκείνο το παλιό τραπεζομάντηλο
με τις κόκκινες ρίγες
με περιμένει πάντα
για ένα τελευταίο δείπνο
αποχαιρετισμού.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
στα χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε σιωπή εγκατάλειψης
και στα λυπημένα ακρογιάλια
με το πνιγμένο το γέλιο των παιδιών.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα ψάθινο πανέρι
γεμάτο πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε τα ταξίδια μας.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
κάτω από τον αστόλιστο Επιτάφιο
που περιφέρεται στα όνειρα μας
και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη Ανάσταση.

.

Πίνακες της Χρυσαυγής Νεοφύτου

.

ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

ΔΟΞΑ ΣΟΙ Ο ΘΕΟΣ

Εχάρηκα πολλά
-μονολόγησε ο γέροντας-
που είδα ξανά του Μόρφου
τζιαι τες πορτοκαλιές μου
Εγόρασα τζιαι πορτοκάλια
που τον Μεμέτη
Εχάρηκα που σάζει
τα περβόλια μου
Που δεν τ’ άφηκε γέρημα
να ξεράνουν
Εχάρηκα που είδα τον ποταμό
να τρέσσιει ελεύθερος
τζιαι να βουττά μες την ποθκιά
της μάνας του της θάλασσας
Αξίωσεν με ο Πλάστης μου
να ξαναπάω
Ούλλα εν τζιαμαί
όπως τα αφήκαμεν
τζιαι καρτερούν μας
Δόξα σοι ο Θεός

.

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

ΩΡΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ

Κάθε που επήγαινες στη Μόρφου
τ’ άρωμα των λεμονανθών
σ’ έπνιγε από μακριά
Ύστερα χανόσουν στα λεμονοδάση
κι ως να ξεχνιόσουν στον παράδεισο
σε πρόφταινε το δειλινό
καθώς εκείνος ο Θεός κατέβαινε ν’ αναπαυτεί
μ’ όλα τ’ αρώματα
τα διαθλασμένα χρώματα
ώρα μοναδική της Μόρφου
Όπως πηγαίνεις για τη Μόρφου
ο δρόμος σου χαμογελά σε κάθε του στροφή
Σε καλοδέχονται τ’ ακούραστα νερά
σε προσκαλούν τα στοργικά τα χώματα
Ο ουρανός σου στέκεται καλός
κι οι εποχές κρατούν αλάθευτα το χρόνο τους
Όποιος και νά ‘σουν
ότι και νά ‘κανες
η Μόρφου δε σε γέλασε ποτές

Παιδί εγγόνι μου δισέγγονο
η Μόρφου θα σε καρτερά
Όσο το μάτι του περήφανου αετού
τηράει τα πέρατα
Όσο το χέρι του δικαίου Θεού
απ΄ τον Πενταδάκτυλο βλογάει την πλάση
Όσο οι φωνές εικοσάχρονων παλικαριών
θα σε καλούν για επιστροφή
Και να γυρίζεις
κάθε φορά που ανθούν οι λεμονιές της Μόρφου

Ρα μουζουρού του Μόρφου

Άρκον έλα μιτά μου ρα κορού
να πάμεν κατατζεί μερκάν του Μόρφου
να δώκωμεν γυρόν του περβολιού
να σε φορτώσω αθθούς πουπανωκόρφου.

Να τρέχουν μες τ’ αυλάτζια τα νερά
πουλιά να τζελαδούσιν στην αλάναν
να μπαίννουσιν να βρέχουν τα φτερά
τζαι ν’ αδονά η καμπάνα τ’ Άη Μάμα.

Να κατεβούμεν πέρα του βραμού
να μεν μας εσσιαστεί μμάτιν αδρώπου
μεν μας ακούσει φτιν του πασανού.

Τζαι μες τες ομορκιές τζείνου του τόπου
να πω τραούδιν κόρη του καμού
ρα μουζουρού για «δκιο βυζιά του κόρφου»

.

ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΜΕΥΤΗ

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ

Την παραμονή ήθελε να δει το σπίτι της.
Την πήραν απ’ το χέρι
Την πέρασαν απ’ όλα τα δωμάτια
Εκατό τετραγωνικά στον δεύτερο όροφο
Κάρφωσε το βλέμμα της στις φωτογραφίες
Στα διπλωμένα ρούχα και στα μπιμπελό
«Δεν θέλω να πεθάνω», είπε
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου»
Το πρώτο της σπίτι ήταν στη Μόρφου
Ξυπνούσε απ’ τον μυρισμένο ύπνο της
Δέκα χιλιάδες τετραγωνικά ανθό
Ύστερα, πέσαν πυροβολισμοί στο σαλόνι
Έφυγαν με το παιδί
Το μικρό ποδηλατάκι του στέκει στην αυλή ακόμη
Κάτι αδικαίωτες πεταλιές φορτωμένο
«Θέλω να μείνω στο σπίτι μου», είπε
Μα έφυγε.

.

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΓΑΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ

Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ

Περιηγητής που πέρασε πατώντας
τον καιρό σου και το χώμα
στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*
βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις
στα γράμματα λειψός ο αγύρτης
σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης
άσχημες τις είδε τις γυναίκες
του νησιού μαντήλες τυλιγμένες
μαύρες ποδίνες και σαγιές
κούζες στους ώμους με νερά
μωρά κοπέλλια και κλαδιά
μ’ ανθούς και κλωνιτάρια
σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή
στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν
της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι
όχι στη βράση του χορού
στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία
άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει
γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου
εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία
όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη
σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει
ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη
στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη
αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη
με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη
οργή του σκοτεινού πελάγου
στο χώμα που σου πήραν τα θηρία
περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.
Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις
τα δάκρυα των άχραντων χαμένων
πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.
Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ

ΜΟΡΦΟΥ ΙΔΕΑΤΗ

Αχ να’ χα μια
μπεσαμέλ να κουταλίζω
έχοντας μόλις βγει απ’
το νερό να ’ναι όλη
η ζωή μου κάτω
από το παγωμένο ντους
κι ο έρωτας έρωτας
μέσα στ’ αλατισμένα μάτια
σου που λάμπουν
αντί αυτού
εγώ που δεν έφταιξα
σε τίποτα σχεδόν
ρίχνω μες στο διορθωτικό
του χρόνου πολύ διαλυτικό
κι ακόμα μέσα στην
πιο καλήν αιτία βρίσκω
την πιο κακή αφορμή
Η αγάπη των παιδιών
χτίζεται πάντα σε βάρος
κάποιας άλλης όπως
πάνω σε εκκλησία
το τζαμί όπως η
ιεροτελεστία του φθόνου
στολίζει αυτόν που
επιβουλεύεται
με γιασεμί
Αχ να μπορούσα να
υπάγω στην πόλη Μόρφου
στο πίσω μέρος της
αυλής μου χρόνια τώρα
πελεκάω τα υποκατάστατα
σκηνικά
κι ακόμα έναν μελίρρυτο
Τούρκο τον πιάνω
τον φιλώ τον αγαπώ
έτσι θαρρώ πως ζω
καλύτερα
Μόρφου μου Μόρφου Μόρφου
κάθομαι και πικραίνομαι
παίρνω απ’ το ψυγείο
το ρυζόγαλο τις σοκολάτες
κόψε φωνάζει ο γαμβρός
ιατρός
ιδού έρχεται το ζάχαρον
η πίκρα του λέω
ισοφαρίζει το γλυκύ
κι εκείνος συναινεί
άφησε πίσω του
κι αυτός – Κύριος οίδεν –
τις νύχτες μπαίνει μέσα
στα όνειρα κλειδώνει
πίσω του την πόρτα
δυνατά
Το ξέρει ο Φοίνικας
η επιστροφή δεν είναι
εύκολη ο καθένας
εδώ που ήρθε έφτιαξε
τη Μόρφου του και η
Μόρφου της πραγματικότητας
ανεπίστρεπτα
απομακρύνεται σιγά –

.

ΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΤΑΥΡΟΥ

Του Νησιού μου

(Απόσπασμα)

Νησί μου,
να γαληνέψει τις πληγές σου.
Πάνε κι έρχονται
τα βράδια του
απ’ τις πορτοκαλιές της Μόρφου
ως τις θάλασσες της Αμμόχωστος
κι ακόμα
ως τα ερημικά μοναστήρια της Καρπασίας
με τα ορφανεμένα καμπαναριά.
Πάνε κι έρχονται,
κι ύστερα πάλι ξανασμίγουν.
Πιάνονται χέρι-χέρι
και στήνουνε χορό
γύρω απ’ τον Πενταδάκτυλο
τραγουδώντας ένα τραγούδι από γαλαζόπετρα
που το βαφτίσαν Λευτεριά.

.

ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥ

ΠΟΡΤΟΚΚΑΛΙΕΣ- ΜΟΡΦΙΤΙΤΖΙΕΣ

Πορτοκκαλιές Μορφίτιτζιες
του Καραβά λεμόνια
Ακόμα εν εσυνόμπλασα
στης προσφυγιάς τα γρόνια.

Που πάσιν 37
τζιαι φαίνουντε μου αιώνες
Αχ! πόσο ποθώ να ξαναδώ
τους πορτοκκαλλεώνες .

Πού είσαι Πενταδάκτυλε
για να τους αποσείσεις
Οπως λαλεί ο Μόντης μας
να τους κρεμμοτσακίσεις .

Ξανά η γαλανόλευκη
να ξανατζιυμματήσει
τζι αέρας της ελεφτερκάς
τραούδι ν’αρκινήσει.

Τότες πετώντας εν να ρτώ
τη γή μμου να φιλήσω
τζι ασ εσ σέ τζιείνη την χαρά
τότε να ξεψυσιήσΩ

.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

Αλλόφιλοι εραστές διηγήματα (2018)

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»
Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά.
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.
Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.

1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.
2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…
3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

.

Πίνακες της Χρυσαυγής Νεοφύτου

Η Χρυσαυγή Νεοφύτου γεννήθηκε τη Μόρφου και ζεί στη Πάφο.

.