ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΜΝΗΜΗ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ (22/2/1939-21/1/2020)

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος μου.

 

ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ (1911-27/3/1964)

ΟΧΙ ΕΔΩ

Να μην είναι εδώ το τέρμα τάφε, να μη
σβή ο σκοπός της ζωής εδώ, να πώς:
Κάποια χέρια μας ικέτεψαν, μας ελέησαν,
μας ζητιάνεψαν, μας αγκάλιασαν, μας
δώσανε μια χαρά, ή μας κλέψαν.
Κάποια μάτια μας καρφώσανε ,
μας γητέψανε, μας λίγωσαν,

ή μας πλήγωσαν.
Κάποια χείλη μας ευχήθηκαν,
ή μας δώσαν μια κατάρα,
μας χαμογελάσαν, μας σαρκάσανε,
ή στης προσμονής μας τη λαχτάρα

τρομαγμένα αργοκινήθηκαν,
λόγια ερωτικά μας ψιθυρίσανε κι όρκους και φιλιά
μας δώσαν, μας παρηγόρησαν, μάς επίκραναν,
ή μια μέρα μας προδώσαν.

 

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ (2/10/1931-16/5/2015)

Ο ΑΧΙΝΟΣ

Την ποίηση αν δεν υποχωρεί
μπορείς να τη βιάσεις
δεν είναι δα πρωτόβγαλτη παρθένα
έχει ασκηθεί στην πονηριά και την υποκρισία.
Χρόνια και χρόνια σού ορκιζόταν
αιώνια πίστη κι αφοσίωση
καταβροχθίζοντας κομμάτια απ’ τη ζωή σου
για μια παραίσθηση για μια παραφορά
που τελικά κατέληγε στο κλάμα.
Και τώρα
τάχα δε σ’ αναγνωρίζει
Σε προσπερνά γυρνώντας το κεφάλι
με αμούστακα αγοράκια χαριεντίζεται
ανύποπτες παιδούλες ξεμυαλίζει
Ου να χαθεί… δε θα της κάνω το χατίρι
δε θα την πιάσω απ’ τα μαλλιά
το αραχνοΰφαντό της δε θα σκίσω
Ξέρω τι ψέμα κρύβεται από κάτω
τι ματαιότης εγκοσμίων σαρκάζει
ποια τρύπα καιροφυλακτεί
—ένδοξους κι άδοξους μεγάλους και μικρούς—
σαν μαύρος αχινός
να μας ρουφήξει

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (9/3/1925 -23/6/2005)

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

 

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ (3/4/19036-8/11/1968)

Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ

Φτωχέ παλιάτσε κι έρημε, που μες στο θέατρο της ζωής
τούμπες εδώ κάνεις φριχτές και τούμπες παραπέρα,
σάμπως σκουπίδι ανώφελο σε κάποιο δρόμο θα βρεθείς,
μια χειμωνιάτικη βραδιά, μια παγερήν εσπέρα.

Το φώς της μέρας το θαμπό, θα ‘χει σβηστεί, θα ‘χει σβηστεί.
Και δε θ ‘ανάψουνε για σε λαμπάδες κι αγιοκέρια.
Μόνο οι παλιάτσοι φίλοι σου, με μια φωνή τρεμοσβηστή,
θα ψέλνουν: «Άμωμοι εν οδώ…» με σταυρωμένα χέρια.

Και τι μ ‘αυτό; Τους ρόλους σου τους έχεις παίξει μια χαρά,
και σε χειροκροτήσανε στ’ αλήθεια ή και στ’ αστεία
και, «δόξα-δόξα σοι ο θεός», έχεις γελάσει τρομερά
με θεωρεία επίσημα, μ’ εξώστες και πλατεία.

 

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ (1960 – 19/7/2018)

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι
στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα
-δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-
βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε
και δε χωρώ στο ποίημα
περισσεύω.
Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου
και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως
το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές
ο ήλιος τις επίμονες.
Μεγάλωσαν οι νύχτες μου
τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι
κι όλο προβάρω και φορώ
παλιά, καινούργια ποιήματα
μακριές μεγάλες νύχτες.

 

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ (17/9/1931 -6/8/1996)

ARS POETICA

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

 

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (5/7/1921 – 12/9/2019)

ΤΡΟΙΑ

Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι’ ίσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν —
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι’ ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!


ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (17/4/1916- 1/2/2011)

ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Τη βλέπω αλώβητη να ξεπροβάλλει
Από τα βάθη των καιρών
Δίχως να ξέρω την καταγωγή της
Δίχως να ξέρω το γιατί
Σαν θύελλα έρχεται με την αλουργίδα της
Με σαγηνεύει με τη φωνή της
Κι ύστερα χάνεται σε μια στιγμή

Είναι ολάκερος ο εαυτός μου
Η σωτηρία μου και ο χαμός μου
Πόσο η καρδιά μου την ποθεί
Πόσο η καρδιά μου τη φροντίζει
Με την ανάσα ενός πουλιού
Κι ένα της θαύμα καρτερεί
Όπως ο πρίγκιπας του παραμυθιού

Ανέγνοιαστη όλο φτερουγίζει
Μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι
Ψάχνει να βρει τον ουρανό
Πρωί και βράδυ φωσφορίζει
Σαν άγγελος σ ένα πηγάδι
Και σαν νεράιδα στο προσκεφάλι μου
Αφήνει πάντα ένα μαργαριτάρι

Κλείνω την πόρτα μου ερμητικά
Να νοιώσω τον έρωτα τη χαρά
Μα ένας άνεμος σφοδρός μαζί της
Κλίνη απαλά να με κοιμίσει
Και ευθύς ο Ορφέας με τη φωνή μου
Θέλει πια τώρα να τραγουδήσει

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (14/2/1884-16/12/1974)
ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Με της άνοιξης τον ήλιο
Μόλις σκάει απ’ το βουνό,
ήλιος κι άνοιξη κινάμε
για έναν κόσμον άβριανό.

Η μελλούμενη ανθρωπότη
είμαστε τα νιάτα. Ορτοί
για το θρίαμβο της Αλήθειας
μ’ οδηγό την ‘Αρετή.

Σε στεριά και σε πελάγη
με χαρά και μ’ εμπνοή
με τα μπράτσα, με το πνέμα
πλάθουμε τη νέα ζωή!

Σε μια λέφτερη πατρίδα
δίχως άλυσες, ντροπή,
σκέψη λέφτερη και λόγος
θέληση και προκοπή.

Κι όμοια λέφτερη όλ’ η πλάση
στον αγώνα του καλού,
χίλιοι τόποι, χίλιοι τρόποι,
χίλια θάματα παντού.

Κι’ ανεβάζουμε όσο πάει
μ’ ολοφώτεινα φτερά
την ανθρώπινην αξία
πιο ψηλά κάθε φορά.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ (6/9/1903-15/9/1996)

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Ξέχασα κάτι να σας πω και για τις λέξεις.
Έτσι καθώς απερίσκεπτα παίζουμε μαζί τους,
είναι σάμπως ν’ ανακατεύουμε μια τράπουλα.

Η Ποίηση δεν οικοδομείται μοναχά με λέξεις.
Ούτε κ’ οι πύργοι στήνονται με τραπουλόχαρτα.

Αντί λοιπόν να ψήνουμε ομελέτες με τις λέξεις,
θάταν σοφότερο να τις ταξιθετούσαμε
σα φαντάρους κατ’ αυστηρή αλφαβητική σειρά.

Επί τέλους, κάποτε και τα λεξικά χρειάζονται,
τιμητές λεκτικών τεράτων που ατακτούνε.

Φυσικά, θα μας πούνε και «ξεπερασμένους»,
αν κάτι λέγαμε και για συντακτικό ή γραμματική,
γι’ αυτά τα σκωληκόβρωτα έντυπα του παρελθόντος.

Ας μένουν ξεχασμένα στη μαθητική μας σάκα,
άχρηστες βακτηρίες του παραπαίοντος Λόγου.

 


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (19/12/1911-4/8/1991)

Η ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Σκέφτομαι το βουνό με τον ήλιο απέναντι
ν’ αναδύεται από τη θάλασσα – γίνεται κάθε
μέρα ο κόσμος. Το προαιώνιο πλάθεται
κάθε στιγμή. Κληρονόμοι του μέλλοντος, αν
σκεφτείτε τον ποιητή, η μορφή του
είναι το ποίημα. Πλάθω και πλάθομαι
κάθε στιγμή. Και το ποίημα είναι
το σκαμνί που θα κάθομαι πάνω του
στο βουνό – με τον ήλιο απέναντι
όσο θα γίνεται τούτος ο κόσμος.

 


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ (8/12/1911-12/5/1992)

ΑΜΟΡΓΟΣ 

[…..]
Πόσο πολύ σ’ αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη το φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες.
[…..]

 

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ ( 19/4/1918)

ΒΡΑΔΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Βράδυ Κυριακής
Σιωπηλή η πόλη
γλιστρά
στη ρευστότητα
της άλλης μέρας
Τελειώνει η γιορτή
Οι στιγμές
μέρες της βδομάδας
η μια
πίσω
από την άλλη
σαν εαρινά αγριολούλουδα
χάνονται
στις προσμονές
της άλλης εβδομάδας
στην αναμονή
της άλλης Κυριακής
Ηχούν στ’ αυτιά μου
τα τραγούδια
υπόλοιπα της Κυριακής
Τα κρατώ
Τα κλείνω κάθε βράδυ
στη μυρουδιά του γιασεμιού

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ (1/6/1940-3/10/1993)

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΘΑ ΜΕ ΣΚΕΠΑΣΟΥΝ


Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δε θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, θεέ, των αστεριών πατρώα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της ευλογίας Σου δώσε.

Είναι πολύ;

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (6/6/1931-22/2/2020)

Η ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου.

Ύψιστε, τι εννοείς
άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θε μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκυτάτη αβεβαιότης, εσύ
γιατί τον θες ντε και καλά δουλέμπορο;

Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του άπάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιος κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η βεβαιότης
με τη γλυκιά της ρόδινη αφύπνιση.

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;

 


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ (9/12/1859 – 3/1/1951)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ

Τίποτε δεν άλλαξε απ’ το σπίτι σου,
κι απ’ το δρόμο κι απ’ τη γειτονιά.
Μόνον η παλιά βρυσούλα στέρεψε
στην αντικρινή σου τη γωνιά.

Τίποτε δεν άλλαξε απ’ το σπίτι σου.
Βιαστικός διαβάτης το θωρώ
και, ξεχνώντας πόσα χρόνια πέρασαν,
σα και τότε πάλι λαχταρώ…

Λαχταρώ ν᾿ άνοιξης το παράθυρο
και στο διάβα μου άξαφνα να βγεις,
γελαστή παιδούλα καστανόξανθη,
χάραμα απριλιάτικης αυγής.

Σφαλιστό απομένει το παράθυρο
κι αν τ᾿ ανοίξει, μια άλλη θα φανεί…
Μόνο στο παράθυρο της θύμησης
βγαίνεις ίδια καεί παντοτινή.

 


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (21/10/1904-31/10/1985)

ΠΟΙΗΣΗ 1948

τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι’ άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε — άλλωστε — δεν ήσαν;)
κι’ είναι
— προ πάντων —
και
τόσο
λίγα

 

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (25/1/1940- 23/5/2015)

ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ όταν δε γράφουν μαραζώνουν
‘Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πώς ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τούς τρομάζει

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (2/11/1911-18/3/1996)

ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν
έχει αλφάβητο
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την
αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες
ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις
πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο
Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να
‘ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να
δώσει μιαν αλήθεια
Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα
μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (1/9/1901-3/8/1975)

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Κονιορτός
Έπειτα βράχοι δίχως κεφαλή
Έπειτα δράκοι δίχως μάτια
Και μίσχοι των νωπών λωτών
Στα στόματα των δράκων.

Καλή στιγμή
Περιφορά των εναυσμάτων
Για την γαλήνη των πτωχών
Των άνευ δέρματος και άνευ πάθους
Κορυδαλλών.

Μείνε γυμνή
Τα ρούχα της ημέρας
Είναι βαρύτερα και από τις φωλιές του πεπρωμένου.

Μείνε μαζί μας
Στ’ ανοίγματα τα πρωινά
Θα σβήσουν οι φόνοι της νυκτός
Στους ήχους των διαλαλητάδων
Θα σύρουν βάρκες οι ανεμότρατες
Και ναύτες θα σου πλέξουν την λεπτότατη

 

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ (1937-30/4/1994)

ΜΕΙΝΕΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ

Μείνετε, ποιήματά μου, στη σκόνη και στη σιωπή
του συρταριού, και συνηθίστε στο πυκνό σκοτάδι.
Έτσι κι αλλιώς,
θα ταξιδεύετε ολομόναχα μέσα στα χρόνια,
τα άνυδρα χρόνια που επελαύνουν σαν χιονοστιβάδα ,
έτσι κι αλλιώς,
πρέπει να ετοιμάζεστε: το σκότος προεκτείνεται παράξενα
μέσα στο φως, η σκόνη στη διαφάνεια κι η σιωπή
μέσα στον ήχο.
Έτσι κι αλλιώς,
στην άκρη υπομονετικά μας περιμένει
για να μας καταπιεί κι ανθρώπους και ποιήματα
η μαύρη νύχτα που όλους θα μας εξισώσει.

 


ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ (22/12/1923-21/8/2008

ΜΕΡΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ’ τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ’ από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ’ απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ (23/8/1900-17/4/1976)

ARS POETICA

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (20/11/1927- 16/2/1985)

ΠΑΝΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ

Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα•
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.

Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.

 


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ (29/4/1863-29/4/1933)

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ (11/1/1910-10/2/1975)

ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ῾πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ῾πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – για να ῾μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μείς, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρόμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

 


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1/4/1792-3/11/1869)

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

Όσοι το χάλκεον χέρι α’
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.


Αυτή (και ο μύθος κρύπτει β’
νουν αλήθειας) επτέρωσε
τον Ικαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ’ επνίγη
θαλασσωμένος·


Αφ’ υψηλά όμως έπεσε, γ’
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.

 


ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ (1901-17/7/1998)

ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ ΨΙΘΥΡΟΣ

Μην πιστεύεις…
Μαζί μου να ’ρθεις. Μην επιμένεις
στο σώμα πιστέψαμε τόσο πολύ
κι ακούσαμε την περίπαθη μουσική του,

όμως μην πιστεύεις στην ηδονή.
Είναι τόσο δυνατή η οδύνη
που την αποσβήνει.
Το σώμα
πονεί όταν πεθαίνει,
σαν του λαχαίνει την πλήρη του δόξα
να χωριστεί. Να τ’ απαρνηθείς.

Καλύτερα είναι να τ’ απαρνηθείς;

Μη με σέρνεις, μη με παίρνεις πάλι
στη δύναμη της ζωής.
Ήταν τόσο δριμύς ο θάνατος
που με πήρε.
Μαζί μου να ’ρθεις.
Θα δοκιμάσεις του μηδενός τη μαγεία.
Θ’ αγγίξει το τέλειο σώμα σου
την πυκνήν ανυπαρξία.
Θα γνωρίσεις τη λίθινη λήθη
στη δική μου ακινησία
θα σβήσεις τη δίψα σου της ζωής.

Όταν τόσο μπορείς τη ζωή να λατρεύεις,
στη ζωή τόσο όταν πιστεύεις,
μονάχα το μηδέν παρηγορεί
στην απέραντη συντριβή που σου δίνει.

 

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (17/7/19269-28/9/1990)

ΑΙΦΝΗΣ

Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη•
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θαλάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.

 


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (11/11/1896-21/7/1928)

ΠΟΙΗΤΕΣ

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν…
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας…
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν

 

 


ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ (1919-21/11/1998)

ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
αδιάφορος —
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος ο δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ (22/3/1920-12/3/1998)

ΞΕΡΩ ΤΟ ΛΑΟ

Ξέρω το λαό αυτό
τον καυχησιάρη και τον ευκολόπιστο
που όλα τα φτιάχνει με τα χέρια του
και το καρβέλι και τα στέματα
και το βιολί και τα ντουφέκια
και το αλφαβητάρι και τις χειροπέδες.
Ότι ελπίζει κάποτε θα γίνει
ότι έχει λειψό θα συμπληρωθεί
και τη σαπίλα ο ίδιος ο λαός
με τον καιρό από πάνω του θα καθαρίσει.

 

ΘΕΟΚΛΗΣ ΚΟΥΓΙΑΛΗΣ (1936-4/1/2018)

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ

Μη μετακινηθείς.

Μπορεί να ρίξεις ρίζες
μπορεί να δυναμώσουν τα κλαδιά σου
και τα μαλλιά σου να σκεπάσουν τη γυμνή ψυχή
αυτούς που περιμένουμε.

Μη μετακινηθείς. Υπάρχει ελπίδα.
Κράτησε το τζάκι αναμμένο.
Σαν έρθουν θα γυρέψουν τις παλιές συνήθειες
που κουβαλούν σαν
πόδι πληγωμένο
ανήμπορο σε λασπωμένους δρόμους.

Ένα αγιόκλημα τυλίγει την ψυχή μου
και με πνίγει.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ (25/11/1911-24/8/1997)

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 


ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-22/4/1894)

ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ;

Τ’ αγέρι που φυσάει γλυκά μες στα ξανθά μου τα μαλλιά,
αχ! πως μου μοιάζει, αγάπη μου, τον αναστεναγμό σου,
και το γλυκό σου φίλημα και την ουράνια σου λαλιά,
σα να μου λέει: « Φέρνε με συχνά στο λογισμό σου!»

«Αχ! πως μου μοιάζουν, μάτια μου, τα γκαρδιακά σου τα φιλιά
και την ουράνια σου φωνή, τον αναστεναγμό σου,
τα κύματα της θάλασσας, που σβηούνται στην ακρογιαλιά,
σα να μου λένε: «Έχε με στον ύπνο, στ’ όνειρό σου !»

Και τα τραγούδια τα γλυκά που λεν στα δέντρα τα πουλιά,
και τ’ άστρα που κρυφομιλούν, και το νερό της βρύσης,
όλα μου μοιάζουν, κόρη μου, την εδική σου τη λαλιά,
και με παράπονο μου λεν: «Να μη με λησμονήσεις!»

Να ‘ξερες πως μου φαίνεται μακριά σου έρμη η ξενιτιά !
Όλα χωρίς εσένα εδώ την ομορφιά τους χάνουν,
την ομορφιά που δίνεται να χύσει μια σου, μια ματιά.
Να ‘ξερες πως του χωρισμού οι καημοί θα με μαράνουν!

Ίσως μπορώ να μαραθώ και να σβηστώ σαν τον αφρό,
μπορώ σαν άστρο να χαθώ, σα σύγνεφο ν’ αχνίσω,
να ξεψυχήσω ο δύστυχος κι’ εγώ σαν άνθρωπος μπορώ
Όμως εσένα, αγάπη μου, πως να σε λησμονήσω;

 

 


ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ (13/8/1921-10/4/2006)

Η ΦΩΝΗ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Μια φωνή σβήνει στη γωνιά του δρόμου μια φωνή
Ανάβει στα ψηλά πατώματα θα κατεβεί σιγά
Σιγά τα σκαλοπάτια θα ψαύσει τη γη θα τρυπώσει
Μέσα στη γη θα βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά
Θα την καταπατούν άγρια θηρία λοστοί ρόδες
Αυτοκινήτων σίδερα και τσιμέντα ο ήχος της
Θα ’χει κραδασμούς φωτιάς θα μοιάζει με παράπονο
Ερωτικό θα ρυτιδώνει τη σιωπή απλωμένο λάδι

Ο ποιητής θα γονατίσει τρυφερός
Θα σκαλίσει το χώμα
Θα την πάρει στην παλάμη του
Να τη φυτέψει στη γλάστρα

Την άνοιξη θ’ ανθίσουν πολλές μικρές φωνές

 


ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ (1948-21/1/2016)

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ

Οι καιροί που φτάσαμε
Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους
Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος
Μαζί κι ο θάνατος
Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι
Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους
Όρθια
Όσο να πεις όλα αυτά
Και τα άλλα
Στις συνοικίες και τα χωριά
Στις λέξεις και τα σχολεία
Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία
Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα
Με μία πλύση στομάχου
Και χάνονται οι αισθήσεις
Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»
Όσο να πεις
Ό,τι να πεις
Ας μιλήσουμε λοιπόν.
Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά
Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή
Και το αίμα.
Παντού

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ (14/9/1927-20/10/2007)

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ Η ΠΟΙΗΣΗ

Μη με ρωτάτε τι είναι η ποίηση.
Πέστε μου μόνο τι θα ‘ταν η ζωή
δίχως αυτή.

Μιλάω για μένα βέβαια πάντα.
Αν και τι θα ‘ταν ο κόσμος ολόκληρος.
Δίχως τ’ όνειρο, δίχως την κρυφή ελπίδα για φυγή μέσα απʼ τʼ όνειρο.
Δίχως το άλλο πρόσωπο του χρόνου, την άλλη φωνή.
Δίχως την αυταπάτη ακόμα
πως πάντα ήμασταν φωτεινοί
πως δεν είμαστε για πάντα κλεισμένοι
μέσα σε μια τυφλή, σε μια απελπισμένη
σε μια δίχως νόημα τέλος
αναμονή.

(Άραγε θα μπορέσουμε να συναντήσουμε κάποτε
τη μακρινή χώρα απ’ όπου πριν απ’ τη γέννηση μας
εξοριστήκαμε;

Αυτή η ακοίμητη νοσταλγία
αυτή η οδυνηρή περιπλάνηση για την αναζήτηση της χαμένης πατρίδας
μπορεί να είναι η ποίηση.)

 

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ 31/10/1888-7/1/1944

ΠΟΙΗΤΗΣ

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα,
της Ζωής και της Τέχνης σου το δράμα,

σ’ ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο,
του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,
πως, πρέπει, μεταξύ των, να τις πλέξεις

και πως, μαζί, να σμίξεις κάποιους ήχους,
ώστε να κλείσεις τ’ Όνειρο σε στίχους!

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία,
να πλάσεις απ’ τη θλίψη σου αρμονία

και να τη πλάσεις μ όλους σου τους τρόπους,
για να τη ξαναδώσεις στους ανθρώπους!
Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα
πιο θλιβερό, απ’ του πόνου σου το δράμα,

του Πόνου αυτού, που στέργει για κλουβί του,
το χώρο ενός ανθρώπινου αλφαβήτου!

Κι αφού, σα τα μικρά παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, με ρίμες και με λέξεις

κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,
χαμένος, όλος, μεσ’ στις αναμνήσεις,

μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις
κι ερθ’ η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,

μα παίρνοντας μαζί το θησαυρό σου,
το Γολγοθά σου ανέβα και σταυρώσου!

 


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (20/4/1922-30/10/1988)

ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Υγρά τα σκαλοπάτια του πολέμου
Φωτιές απ’ τα παράθυρα αντηχούν
Κι οι μάνες τώρα ψάχνουν για κρυψώνες
Κρυμμένα μονοπάτια του ουρανού

Η χώρα μου βυθίζεται στο ψέμα
Σε ηδονές που στάζουνε χολή
Και βρίσκουν καταφύγιο οι αλήτες
Σε χώμα που μυρίζει σαν πληγή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού

Γυναίκα να μην κλάψεις για το γιο σου
Το όπλο του στα χέρια σου κερί
Χιλιάδες χνώτα λιώνουν σε εκκλησίες
Που γέμισαν με λάσπη και ντροπή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού.

 

 

ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ (23/2/1944-30/8/1974)

ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ

Τα παρδαλά σου όνειρα
με το ύφος της ασυνέπειας
κι αυτό σου
το καρναβαλίστικο πρόσωπο
με τα άχαρα μάτια.

Μην τα πλασάρεις
σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.

Η ευαισθησία κι η συνέπεια
δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.

Κι αν σε ρωτήσουν
καμιά φορά
ποιοι τάχατες
αλλάζουν τον κόσμο
οι ποιητές ή τα κόμματα,
μη ντραπείς
να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ (23/5/1948-7/2/2013)

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,
«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου
να πάω στου Μελισσάκρου
ετέλειωνεν η μέρα
και εξύπνουν που τα χαράματα
μεν χάσω ούτε λεπτόν»

Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο
γυρίζει τα καφενεία
τα κέντρα της Λευκωσίας
τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο
προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει
τ’ ατέλειωτα μεσημέρια
τα πρωινά
«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»

 

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ (7/9/1935-1/1/2019)

ΜΙΚΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Άοσμα ψυχρά ρόδα και τριαντάφυλλα του Χειμώνα

δεν έκλεισαν οι πληγές ανατριχιάζουν ακόμη
— αλλάζει ό καιρός ό κόσμος αλλάζει έλεγε
συλλογισμένος μα δεν το πολυπίστευε•

και τα πουλιά συλλογίζονται στο ύψος τ’ ουρανού
τελώνια σε λίγο δαιμονισμένα μάγια φυσούν παντού
αλλοπαρμένος πανικός στον δρόμο για τον χαμό
τρελαίνοντας τον οι απουσίες των προηγουμένων

σχεδόν αίνιγμα εγκώμιο χαρμολύπης
εφτασφράγιστο μυστικό το πορτοκάλι
κάτω από τα πέταλα των άλογων (της Επανάστασης).

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ (30/7/1926-20/1/1979)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1974

Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα


ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ (18/2/1914-1/3/2004)

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ

Την Άνοιξη ποιος πρόδωσε
νησί μου περιστέρι
στην Άνοιξη ποιος τόλμησε
και σήκωσε το χέρι

Την Άνοιξη ποιος σταύρωσε
νησί μου κυπαρίσσι
κι έγειρε και σταμάτησε
η Ανατολή στη Δύση

Τόσο καημό μου φόρτωσαν
και πώς να τον σηκώσω
τέτοιο μαχαίρι στην καρδιά
πώς να το ξεκαρφώσω

Οι μάνες κλαιν τους που ‘χασαν
και ποιοι να τους τούς δώσουν
αλλά δεν τους απέμειναν
μαλλιά να ξεριζώσουν

Καρδιά που πριν δεν λύγιζες
πώς τόσο πια λυγίζεις
καρδιά που δεν μ’ απέλπιζες
πώς τόσο μ’ απελπίζεις

 

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ (15/11/1939-27/6/1998)

ΣΤΗ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Νύχτα — γαλήνιες σκιές
μ’ αδράχνει ο σφοδρός Βαρδάρης
όταν με κοιτάς…
Είμαι ένα βουνό, γυμνό,
«λιβάδια που περιμένουν»
να τα βοσκήσουν οι αιώνες…
Ζήτησα μια ζωή
«καμωμένη από ουρανούς και περιβόλια»
μα Εσύ
με σκάβεις…

 

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ (Θεώνη Δρακοπούλου) (1885-4/8/1968)

ΠΑΘΟΣ

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια – τα χέρια σου –
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

 


ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (10/3/1930- 8/2/2004)

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων
Και οι φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν
Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα άγρυπνα
Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.
Δρασκελά το κατώφλι
Και επιδίδεται στο δυσχερές
Και ανόσιο έργο του.
Επιστρέφει όμως
Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη
Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.
Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του
Χαμογελά
Καθώς μια καλή οικοδέσποινα
Πού στιλβώνει ένα χάλκινο σκεύος.

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (13/1/1859-27/2/1943)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

 


ΤΑΚΗΣ Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-26/7/1976)

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Έφτασε σήμερα ο ταχυδρόμος στη χώρα,
φτάσαν μαντάτα καθώς λένε με τo τσουβάλι,
τα περιμέναμε πώς και τί, κουβαριασμένες
γνώμες, οι γριούλες κάπου πέρα οι πολύπειρες
με τη στυγνή τους την απάθεια τις κουβαριάσαν,
μας έρχονται, και φουντώνει φωτιά το πάθος,
απλώνει η επιθυμία και καταλύεται η υπομονή:
να σμίξουμε, ας είναι κι από μια κλωστή,
με ό,τι δικό μας τάχθηκε να μένει στα ξένα.
Τόσον καιρό προσμέναμε τόσον καιρό
δουλεύοντας αποκοιμίζαμε την προσμονή,
το περιβόλι, τα δίχτυα, τα κατάρτια,
τα ψαρικά, οι αρματωσιές, τα καραβόπανα.
Μα ακάλεστο ερχόταν τ’ όνειρο και μάς τσιμπούσε
κι’ αλαφιαζόμαστε μέσα στη νύχτα,
πετάγαμε παπλώματα και σεντόνια,
μας υψωνόταν μέγα αστέρι,
φόβος και τρόμος προς τα ξημερώματα.

Χτες βράδυ, τίποτε δε μας ξύπνησε,
μιαν αλαφριά νοτιά μας χάιδευε αποβραδίς,
μας έκλεισε τα βλέφαρα, ως το πρωί,
κι’ ως τόσο, δίχως προετοιμασία καμιά,
έφτασε ο ταχυδρόμος, φτερωτός
τραγουδιστά, σαν κύματα
σίμωσαν τα μαντάτα,
και λένε,
ή εμείς θαρρούμε πώς λένε,
για τη χαρά που αγρίεψε τον ορίζοντα
κι’ όλη η μουντάδα του ξαμολιέται,
αναρριπίζοντας το πέλαγος, και τρέχει
προς τα εδώ, προς τα εμάς.

Με τέτοιους τρόπους έρχεται πάντα
το συντάραχο της χαράς.

 

ΑΝΤΗΣ ΠΕΡΝΑΡΗΣ (1903-1980)

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΙ ΨΑΛΜΟΙ

VIII

Ιούλη 20, 1977.

Νυστέρια στην καρδιά
της μόνης μας Ελπίδας.
Κ’ είναι μαθές
του εγγίζοντος θανάτου οι βραχνές κραυγές
διάτες του Αρχάγγελου μπροστά της.
Σε μέρες δεκατρείς σηκώσαμε θρήνο μαριανδινό.
Το τέλος δε γυρίζει πίσω.
Το λέει η θολή ματιά ενός λαού
που έσχισε ρομφαία την καρδιά του.
Ώ, Κύριε! μέσα στη δόξα της διπλής νύχτας
μαζί Σου μονάχα μπορούμε να μοιραστούμε τα μυστικά μας
και να επαιτήσουμε σχώρεση για τη μωρία μας.
Μονάχα πλάι σου, Κύριε, ή ψυχή μας
μπορεί να ξανασταθεί όρθια
να καλησπερίσει τ’ αστέρια
και να ξανακελαηδίσει το τραγούδι της Λεύτερης Αυγής
που θα κάνεις να ξημερώσει.
«Και οι νεκροί αναστήνονται πρώτοι».

 


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ (1/4/1902-29/4/1930)

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ


Δύναμη ανώφελη σε φέρνει ενάντια
του χαραγμένου δρόμου των κυμάτων.
Κι’ αν τους μικρούς κουρσάρους σου απ’ αγνάντια
δένει η φρίκη των άφαντων μνημάτων,

Να, της ορμής σου η θλιβερή κατάντια:
σ’ ερωτιάρικο εν άσμα των ασμάτων
και της λύσσας του αφρού σου, σε διαμάντια,
χάρες υποταγής στο πέρασμά των

Των δυνατών να σε πατούν! Μεγάλη
η μοίρα σου κι’ ανίκητη είναι. Φτάνει.
Σκύψε μπροστά της κάλλιο το κεφάλι.

Η δύναμή σου, ανθοί για να κοσμούνε
των νικητών σου το άδικο στεφάνι
που είναι απ’ τη μοίρα, εκείνοι να νικούνε.

 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1/5/1909-11/11/1990)

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Εκείνο το ποίημα τ’ άκουσες; Είδες τη γλώσσα της τίγρης
μες στο κλουβί; — κόκκινη γλώσσα, δηλητηριώδης, ανάμεσα
στα αιχμηρά κατάλευκα δόντια της. Η μέρα απλωνόταν
στα πέτρινα σκαλιά της εκκλησίας. Οι τρεις τυφλοί
με τα καπέλα τους στα γόνατά τους, ξεχασμένοι,
άναψαν τσιγάρο και το ‘σβησαν αμέσως. Αργότερα
πέρασε ο αρκουδιάρης με το ντέφι του βαμμένο στο λιόγερμα
κόκκινο, κατακόκκινο σαν αίμα. Τα παιδιά δε μαζεύτηκαν.
Είδες τη γλώσσα της τίγρης, το βράδυ, να γλείφει το βρέφος της
μες στο ίδιο κλουβί, φωτισμένο απ’ τ’ απέναντι φώτα
των δυο εστιατορίων και του μεγάλου κλειστού ανθοπωλείου;
Εγώ τους το ‘πα από πριν, — δε γελάστηκα μήτε τους γέλασα.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (20/4/1908-25/2/1941)

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Τον ίσιο πόνο τον πονάμε εμείς
Οι ποιητές

Το πλήθος μαραίνεται
Χωρίς ομορφιά
Χαζεύοντας χάνει τον κόπο
Παθαίνει το θάνατο

Οι ποιητές η αυγή
Η μέρα που δεν έχει σύνορα
Και βγήκε σαν παρθένα από λιβάδι
Και μπήκε στο ναό
Της άκρας ησυχίας
Και υπάρχει…

Αλλά τι μόχθο
Πόση ταξιδεμένη νοσταλγία
Και περιφρονημένη θάλασσα
Κάποιοι άνθρωποι κατάπιανε
Και τη λαχτάρα τ’ ουρανού
Και την αποσταμένη ευχή μιας ηδονής
Για να περάσει πιο μπροστά
Ο πιο σωστός πόθος.

 

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (29/7/1919-29/3/2005)

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (13/3/1900-20/9/1971)

ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ, A’

Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί.
Ωστόσο νόμιζα πώς έβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ανάμεσα στα βουνά και στη θάλασσα
συντυχαίνοντας ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες·
παράξενο, δεν πρόσεχα πώς έβλεπα μόνο τη φωνή τους.
Ήταν το αίμα που τους ανάγκαζε να μιλούν, το κριάρι
που έσφαζα κι έστρωνα στα πόδια τους·
μα δεν ήταν το φως εκείνο το κόκκινο χαλί.
Ότι μου λέγαν έπρεπε να το ψηλαφήσω
όπως όταν σε κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σε στάβλο ίο
ή φτάσεις τέλος το κορμί βαθύκολπης γυναίκας
κι είναι γεμάτη ή κάμαρα πνιγερές μυρωδιές·
ότι μου λέγαν δορά και μετάξι.
Παράξενο, το βλέπω εδώ το φως του ήλιου· το χρυσό δίχτυ
όπου τα πράγματα σπαρταρούν σαν τα ψάρια
που ένας μεγάλος άγγελος τραβά
μαζί με τα δίχτυα των ψαράδων.

 


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (15/3/1884 – 19/6/1951)

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου…

Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν’ ο αγέρας που σίμωσε,
είν’ ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
– και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!

 


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (8/4/1798-9/2/1857)

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ


VI

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!

 

 

ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ (1938-6/3/2012)

GRAFFITI

Για να ’σαι αληθινός μες στον καιρό σου
ρίξε την ποίηση στα σκυλιά
Από τις λέξεις κράτησε μονάχα
όσες φωτίζουν ώς την άκρη της οργής
Κι αν πούνε πως την ποίηση πρόδωσες
μη φοβηθείς όσο θα λες αλήθεια.
Αυτός που πνίγεται δεν τραγουδά∙
Ουρλιάζει

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ (1912- 17/7/1994)

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι σκληρή
δεν την κερδίζεις με ψέματα,
δεν την αλλάζεις ξεκοιλιάζοντας τράπουλες
ή θυμιατίζοντας τον έξω από δω.

Φωτιά
που βαστάει απ’ την κόλαση
και που μελτέμια Αυγουστιάτικα
λουτρά ιαματικά
που οι δυστυχισμένοι ονειρεύονται.

Η ποίηση σου αφαιρεί την πραγματικότητα
αφήνοντάς σε στις προσβάσεις του ύπνου
να μηρυκάζεις λέξεις.
Κάποτε άγγελος Κυρίου έρχεται
να σου αλλάξει το μουσκεμένο προσκέφαλο.

Η ποίηση είναι η πιο σκληρή μοναξιά.

 


ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ (20/10/1944-7/5/1980)

ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ (17/1/1914-16/6/1987)

ΑΠΟΓΕΜΑ

Μαύρη γάτα γυαλιστεροί
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σενανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στυλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω.

 

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ (22/4/1943-25/12/2011)

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

ΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΡΑΪΖΕΙ; Λέπρα είν’ η ποίηση
και τρώει το δέρμα και το κρέας, τρώει τα κόκαλα και την ψυχή.
Η ποίηση ασκημίζει.
Ποιος είπε ότι η ποίηση στηρίζει; Ξερολιθιά ετοιμόρροπη
είν’ η ποίηση, στην άκρη ενός γκρεμού, κι να ακουμπήσεις
πάνω της, στο χαίνον χάος χάνεσαι. Η ποίηση καταποντίζει.
Ποιος είπε ότι ή ποίηση απαθανατίζει; Θάνατος αργός
καθημερνός, σαράκι είν’ η ποίηση, που αδιάκοπα σ’ αδειάζει
από τα μέσα, ώσπου να γίνεις σαν πουκάμισο φιδιού και να
’ρθουν οι ταριχευτές να σε γεμίσουν μ’ άχυρα ή μπαμπάκι και
να σε κάνουν σκιάχτρο αιώνιο.

 

 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (20/3/1931-11/8/2020)

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία,
δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή.
Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού.
‘Όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους να σωπάσουν,
να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν τη ζωή.
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα βαθιά,
πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα.
όμως είμαι άνθρωπος κι εγώ, επιτέλους κουράστηκα, πως το λένε,
κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία.
Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του.