20 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974 ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

 

 

Ο Ιούλης της Κύπρου με τη γλώσσα των ποιητών που έχουν φύγει

 

Ναδίνα Δημητρίου (1927-2016)

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Μα πότε
απ’ το πηγάδι, το τρίσβαθο
θα φέρεις κόρη τ’ Άη Γιώργη
τ’ αθάνατο νερό

Των νεκρών τα μέτωπα
μ’ ευχέλαιο ν’ αλείψεις
να ξανανοιώσουνε
τις σκέψεις τους
τ’ αυτιά τους να δεχτούν
το πιο καλό μαντάτο

Πότε απ’ του βουνού τα σπλάχνα
απ’ όπου αναβλύζει κλάμα σιωπηρό
να ξεχυθούνε ήλιοι κι άστρα
κι άπλετα νερά να σώσουν
τα σκεβρωμένα μας χωράφια

Πότε θα λευτερωθούνε
τείχη κάστρα
περίσκεφτες καμάρες
απ’ τις ορμήνιες και τα μάγια
και με τα λόγια τα δικά τους
να σφραγίσουν των καιρών το αναγάλλια

Μα πότε θα λυθούνε
τα μάτια κόμποι της αντικρινής ελιάς
και να κραχτή η Μαλαματένια
απ’ το ξωκλήσι να εύλογα
κι απ’ του αηδονιού το στόμα
να πρωτοβγαίνουνε ηλιαχτίδες

Κέδρα λεύκες πεύκα
πότε θ’ αργοσείσης
όπως τις μυγδαλιές ο Απρίλης
το θαύμα να φεγγοβολήσει
κι εντός μας να ρυακίσουνε τα ρίγη
ακριβοθώρητα ποτάμια

Μα πότε θα ’ρθης
τις μεσόπορτες να ρήξεις
με τ’ αθώρητο το άγγιγμα
το χτυπητήρι να χτυπήσεις
των σπιτιών π’ ασθμαίνουν

Να ηχήσουνε καμπάνες
και οι αμάζωχτες φωνές σου
ζωγραφιές να μείνουνε
στους έσω τοίχους.

 

Θεοκλής Κουγιάλης (1936-2018)

ΤΑ ΔΥΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙΑ

Φτάνει να μην υποχωρήσεις, είπε η μάνα μου
και μ’ άφησε στα χέρια κάτι
που πρέπει να ήταν ακριβό γιατί
σε μια μεγάλη έκταση
είδα τ’ αδέλφια να σηκώνουνε στους ώμους
σακιά σιτάρι
σακιά την ευωδιά του ολόζεστου ψωμιού
και της πικρής της δάφνης.

Φτάνει να μην υποχωρήσεις, κι άστραψε.
«Ποιος πολεμά» ρωτήσαμε
«Ποιος ξεψυχά και ποιος» ρωτήσαμε
«ορίζει τις ψυχές σ’ αυτό το διψασμένο κάμπο;
– «Ο άνεμος, ο άνεμος και δυο στρατιωτάκια»
απάντησε μέσ’ απ’ τα ξερολιθιά η σαύρα
κι έπαιξε το ματάκι της στον ήλιο.

 

Μάνος Κράλλης (1914-1989)

ΓΕΥΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Χ

Η πλατεία ήταν έρημη εκείνη τη νύχτα
Με τα κλειστά περίπτερα, τις ξεσκισμένες αφίσες.
Μύριζε καμένο ρούχο, στάχτη, πυρκαγιά.

Πηγαίναμε μαζί μα οι λέξεις στέγνωσαν στα χείλη.
Μόνο κοινό σημείο επαφής ήταν ο φόβος
Εκείνος ο πρωτόπλαστος, απροσδιόριστος φόβος
Που γνώρισε ο άνθρωπος σ’ ένα χωράφι τριβόλων.

Μετρούσαμε τους οβολούς της πίκρας μας
σκαλίζαμε την τέφρα της ψυχής.

Κι άξαφνα πέρασαν με ορμή, μουγκρίζοντας
Τα στρατιωτικά αυτοκίνητα, κατάφορτα κλαδιά των ευκαλύπτων
κι ακακίες,
Κι εχάθηκαν γοργά σ’ ένα πυκνό σκοτάδι.

Όμως σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα
Το μάτι πρόφτασε να ιδεί στο δυνατό το φως των προβολέων
Ένα κεφάλι εφηβικό, που με ανάστροφη ματιά εκοίταζε το χάος
Τα στιβαγμένα σώματα κομμάτια.

– Τι γρήγορα που χάθηκαν τούτα τα νέα παιδιά
Απροετοίμαστα για θάνατο, γι’ αυτό το είδος του θανάτου…

 

Νίκος Κρανιδιώτης (1911-1997)

Η ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΗ ΝΑΣΥΣ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Φωνή της θάλασσας,
φωνή του περασμένου καιρού
ακούστηκε.

Καράβι που σε φύλαξε το κύμα
στον κόλπο πολυφίλητου νησιού,
μήνυμα αρχαίο του κόσμου των Κυκλάδων!
Αναδύεται ακόμη άρωμα διονυσιακό
από τους άθικτους κρατήρες τ’ αμπαριού σου,
στα βάθη του ωκεανού.

Οι ναύτες σου, που δεν κοιμήθηκαν
αιώνες τώρα, βγαίνουν τα βράδια
με τ’ άστρα, την πανσέληνο,
και σεργιανάνε στα σοκάκια της Κερύνειας.
Κάθονται κάτω στο λιμάνι,
πίνουν κρασί, μιλάνε Ελληνικά,
γελάνε και αστειεύονται με το φεγγάρι,
σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτε από τότε,
αίμα , φωτιά, μαχαίρι, αφανισμός,
σαν να ‘ναι όλα, όπως ήταν χρόνια πριν, ειρηνικά,
με τους παλιούς Θεούς,
με τον Αρχάγγελο ύστερα ν’ ανοίγει τα φτερά του
χρυσός αετός,
πάνω από τον περίκαλλο ναό,
την Παναγία τη Χρυσοπολίτισσα
να περπατάει με τα γιορτινά της
στους δρόμους του Δεκαπενταύγουστου,
και να ‘ναι όλοι μαζωμένοι, μια αρμαθιά, νεκροί και ζωντανοί.

Πώς έγινε Θεέ μου, αυτό το θαύμα!
Ύμνε Ελληνικέ, γεμάτε φώς,
ντύσου τον ήλιο της Ανατολής,
έλα να διαλύσεις τ’ άγρια σύννεφα,
τη λύτρωση να φέρεις στη μικρή πόλη μας,
και ν’ αποδώσεις λεύτερο στο πέλαγο
το σκλαβωμένο, μες στο κάστρο, αρχαίο καράβι.

 

Γιώργος Κωνσταντής (1923-1999)

Μνήμη Ιουλίου

Είναι μέρες που χάνομαι χωρίς ταυτότητα
Με πρόσωπο αγνώριστο μέσα στα πλήθη
Σύννεφο φυγαδεμένο πέρα από τους ορίζοντες
Ρυάκι σβησμένο πίσω από νυχτερινούς βράχους
Χωρίς ν’ αφήσει κανένα ήχο ζωντανού νερού
Κάποιος να γνωρίζει από πού πηγάζει.

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

 

Νίκη Λαδάκη-Φιλίππου (1937-2003)

Το τραγούδι του Πενταδάχτυλου

(απόσπασμα)

Χτες έπλυνα όλους τους νεκρούς
κουβέντιασα με τις χαμένες μου φίλες
είπαμε για τα παιχνίδια που έμειναν πίσω
για τη στενή φραγή με τους γρύλους
και για εκείνα τ’ άφτερα κλωσσόπουλα
στην πατρική αυλή μου.

Κουβέντιασα με τα σκοτωμένα περιστέρια
έγινα ένα με τους ίσκιους
Άκουσα τις ρίζες που δεν πρόφτασαν
να μεγαλώσουν,
πόνεσα ακόμα μια φορά.

Τόσοι νεκροί τόσοι χαμένοι.
Γράφω ονόματα γράφω ονόματα
δεν έχω άλλο τετράδιο –
γέμισαν τα τετράδιά μου από ήρωες.

Είκοσι μαρτυρολόγια
δε φτάνουν για την Κύπρο.

Μνήμη, εκείνα τα παιδιά
ήταν οι αγαπημένοι μου φίλοι,
εκείνα τα κοριτσόπουλα
ίδια η ψυχή μου.

Μνήμη,
τ’ αυγουστιάτικα σούρουπα
κράτησε το πρόσωπο τους.

 

Ξάνθος Λυσιώτης, (1898 – 1987)

 

Χώμα της γης μου

IV

Βροχή
που η σύλληψη σου έγινε με το πύρινο φίλημα
όπως γεννιέται ο έρωτας μεσ’ το μαγικό ζωνάρι της νύχτας
ώ βροχή,
ώ αγάπη που σπάταλα σκορπάς τα νάματα της ζωής
και κάνεις το λούλουδο να ξεφυτρώσει
επάνω στη σκληρή πατούσα του βράχου,
άνοιξε τα πράσινα χέρια της γης
για να δοξολογήσουν την ομορφιά της θυσίας.
Κάμε να ξεχειλίσουν κελαϊδισμοί
μέσα στο κιτρινισμένο κύπελλο της δάφνης,
κάμε να λάμψουν γλυκά οι ομορφάδες της πλάσης
όπως το λευκό αντιφέγγισμα της αυγινής δροσούλας
επάνω στο βλοσυρό φρύδι τού Πενταδάχτυλου.
Ξανακύλησε βροχή στις απόκρυφες σπηλιές της γης
για να ηχήσει ξανά η βουή της αθανασίας
βαθειά μέσα στο χώμα
κάτω από τις φωτοσκιάσεις της αστραπής,
βάλσαμο στο φλογισμένο καμίνι
ρομφαία Χερουβική
επάνω στο πλατύ ασκλάβωτο μέτωπο τού Τροόδους.

 

Νίκη Μαραγκού (1948-2013)

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι
μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση
τη γεύση τού αχινού
το φιλί της αχιβάδας
το κυμάτισμα των φυκιών
και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα
απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος
πού χάθηκες και ποιός
πρωτοστατεί τώρα στα κύματα
πώς μ’ άφησες κι έφυγα
συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς
σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα
τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα
πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες
στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη
τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι
το σπίτι με τις αγριοσυκιές
τις πέτρες τις αστραφτερές
και τις επαναληπτικές φωνές
σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές
κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

 

Παντελής Μηχανικός (1926-1979)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1974

Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 

Κώστας Π. Μιχαηλίδης, (1928 – 1998)

Περιαγωγή
β’

«Κούραι δ’ οδόν ήγεμόνευον»

Στιγμή που σπάζεις
μες τις ρωγμές της άνοιξης
ανάμεσα στις Συμπληγάδες των βουνών
που πέφτουν
πανάρχαια σώματα ζεστά μέσα στα χέρια μας
σαν τους νεκρούς που έμειναν άταφοι στην ακροποταμιά
κι’ όλο γυρίζουν και μας κοιτάζουν πίσω από το πρόσωπο
κάτω άπω το πηγάδι των πραγμάτων
μες’ από δυο μάτια πού περιμένουν.

Θα ξαναγυρίσει τάχα ο ήλιος;

Ο ήλιος κρύφτηκε στην απλωσιά
σε μια πλαγιά του Αγίου Ιλαρίωνα
ή απάνω
στο φρύδι μιας μέρας που μαρμάρωσε
με το ένα χέρι που έμεινε ανοικτό
ενώ γύρω μαζεύτηκαν οι προαιώνιες κόρες να θρηνήσουν
όπως τότε
με τα λουριά που τεντώνουν το αίμα
και τα δεμένα βράχια κοιτάζοντας μακριά
καθώς γυρίζει ο μεγάλος τροχός.

Ο ήλιος μας ακλούθησε
σαν ένας κύκλος σκοτεινός
σε μια πορεία που προχωρεί μέσα στη νύχτα
με φωταψίες παράξενες

σαν νάρχονταν από γιορτή
σφιχτά κρατώντας τα σκοινιά γύρω από μια
πληγή που αφόρμισε.

Κι’ όλο ανεβαίνουμε πίσω απ’ τ’ αχνάρια της θεάς
ανάμεσα σε δυο βουνά που ράγισαν
αναζητώντας σήματα χωρίς ειρμό
μ’ ολόρθο τ’ αξόνι και τις κόρες
να οδεύουν προς το πέτρινο κατώφλι.

Τ αλφαβητάρι τ’ ουρανού ποιος το γνωρίζει;

 

Κώστας Μόντης (1914-2004)

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.

—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.

 

Θεοδόσης Νικολάου (1930- 2004)

ΠΑΡΟΔΟΣ

Δεν υπάρχει τόπος να σταθούμε
Γκρεμισμένα τα σπίτια μας, πεσμένα
Τα δέντρα μας, ένας σωρός ερειπίων.

Δεν υπάρχει χώρος να ονειρευτούμε.
Η σπορά των ονείρων προϋποθέτει ένα κομμάτι ουρανό.
Κι ο ουρανός πεσμένος, τη θέση του
Μαύρος καπνός την έχει καταλάβει.
Τ’ άστρα κι αυτά πεσμένα σκουριάζουν βουλιαγμένα μες στο χώμα.

Ξέραμε βέβαια πώς η ζωή πολλές φορές
Είναι ένα κουβάρι νήμα μπερδεμένο
Που πολεμάς χρόνια να βρεις την άκρη
Χωρίς να τη βρίσκεις γιατί οι κόμποι
Περιπλέκονται πιο πολύ ύστερα από κάθε προσπάθεια.
Τότε ο ουρανός γινόταν η ανέμη
Και το νήμα τυλιγότανε κανονικά.
Πού είναι όμως τώρα ο ουρανός;

Κι όμως αυτό το τοπίο η μνήμη το φυλάγει
Σε άλλα χρόνια πρέπει να το έχω ξαναζήσει.
Θυμάμαι το σύννεφο το μαύρο που καθόταν
Απάνω στο διαμελισμένο σώμα
Της πόλης μας που δεν ήταν πια πόλη
Αλλά πέτρες, κεραμίδια κι άλλα υλικά οικοδομής χωρίς τάξη.
Κι όπως στο θέατρο αλλάζει η σκηνογραφία
Καθώς τυλίγεται η παλιά στις περιάκτους
Και μια καινούρια θέα ξεδιπλώνεται
Είδα το σύννεφο να χτυπιέται από τους ανέμους και να φεύγει
Και τα ερείπια να γίνονται ένας κήπος.
Η πρωινή δροσιά τον περιποιείται
Και τη νύχτα το φεγγάρι κατεβαίνει
Και με άφθονο ασήμι καταρτίζει.

Και συλλογίζομαι πολλές φορές
Πώς τόσα χρόνια όλοι τούτοι οι σπόροι
Κάτω από τα όνειρα και κάτω από τα βήματα του ανθρώπου
Δεν περίμεναν άλλο παρά τη σάλπιγγα του δικού τους ήλιου
Και την ώρα μέσα στο δικό τους χρόνο
Για τούτη την ανεξήγητη μυστική ανθοφορία.

 

Ανδρέας Παστελλάς (1932 –2013)

ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΩΤΗΡΟΥ

«Τα βράδια έρχεται και μου κτυπά την πόρτα.
Και τον βλέπω πεσμένο».
(’Από αφήγηση γυναίκας αγνοουμένου σέ εφημερίδα)

Τον έβλεπε συχνά να ’ρχεται λαχανιασμένος
σπρώχνοντας το σκουριασμένο του ποδήλατο
πότε σκαστός από τα Άδανα
σαν το δαρμένο από τη θύελλα πουλί
να κτυπά το παράθυρο,
πότε από την ’Αττάλεια
ξεπνοϊσμένο απάνω στο κατώφλι
με το βρεγμένο από τον ιδρώτα σακίδιο
σκιάς όναρ έφευγε καπνός
μέσα από τα πληγωμένα χέρια της.

Όμως το βράδυ εκείνο που άνοιξαν οι επουράνιοι θόλοι
να κατεβαίνει τον είδε
από τον ραγισμένο φεγγίτη
στην αγιασμένη κάμαρα
μες σ’ ένα σύννεφο φωτός
στα μαλλιά του άνθιζαν χιλιάδες μικρές μαργαρίτες
κι άγγελοι Χερουβείμ πηγαινοέρχονταν
μ’ άσπρες ρομφαίες στις στέγες τού συνοικισμού.
Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε σαν τα παλιά
τα χέρια της ήξεραν πως ήτανε αυτός.

– Τα χρόνια διαβήκαν, Κωνσταντή, και από το χέρι σου
γραφή δεν έφτασε απ’ τα ξένα.
– Χρόνια βαδίζω σαν τυφλός σε σκοτεινό κελί.
– Μεγάλωσαν τα παιδιά, Κωνσταντή, και συ δεν φάνηκες.
– Πλατειά είν’ η θάλασσα, ’Αρετή, και τα κουπιά παρμένα.
Κι όταν στο πρώτο μεταμεσονύχτιο λάλημα καταδότη πετεινού
έβγαινε εκείνος από τη στενή χαραμάδα του ονείρου
γλιστρώντας απ’ την τανάλια που τον έσφιγγαν τα δυο χέρια
της
– Μη φεύγεις, Κωνσταντή!

Την ώρα εκείνη
το καταπέτασμα εσκίστη τού Άη Γιώργη του Εξορινού
η καμπάνα της Παναγίας της Ελευθερώτριας
ακούστηκε να χτυπά πένθιμα τρεις φορές
και τ’ αστέρια έπεσαν λυπημένα στη γη
βροχή από πικραμένα γιασεμιά
στις αυλές του προσφυγικού συνοικισμού.

– Μη μας ξεχνάς, Κωνσταντή!
– Όσο με θυμάστε θα ζω, όσο με θυμάστε θα ζω.

Τον ήχο από το σκουριασμένο ποδήλατο
δεν άκουσε.
Ένα περήφανο άλογο μ’ άσπρα φτερά
κωπηλατώντας αργά στη μελανή άβυσσο
ανάλαφρα, είδε, να τον ανεβάζει στ’ αντικρινό βουνό.

Κι από τότε
πάνω στην πιο ψηλή κορφή του Πενταδάκτυλου
μέσα στο πηχτό σκοτάδι
ανάβει κάθε βράδυ
ένα μικρό φώς που ολοένα μεγαλώνει
και το βλέπουν μόνο όσοι δεν έχουν μάτια.

 

Άντης Περνάρης (1903-1980)

Προσφυγικοί Ψαλμοί

VIII

Ιούλη 20, 1977.
Νυστέρια στην καρδιά
της μόνης μας Ελπίδας.
Κ’ είναι μαθές
του εγγίζοντος θανάτου οι βραχνές κραυγές
διάτες του Αρχάγγελου μπροστά της.
Σε μέρες δεκατρείς σηκώσαμε θρήνο μαριανδινό.
Το τέλος δε γυρίζει πίσω.
Το λέει η θολή ματιά ενός λαού
που έσχισε ρομφαία την καρδιά του.
Ώ, Κύριε! μέσα στη δόξα της διπλής νύχτας
μαζί Σου μονάχα μπορούμε να μοιραστούμε τα μυστικά μας
και να επαιτήσουμε σχώρεση για τη μωρία μας.
Μονάχα πλάι σου, Κύριε, ή ψυχή μας
μπορεί να ξανασταθεί όρθια
να καλησπερίσει τ’ αστέρια
και να ξανακελαηδίσει το τραγούδι της Λεύτερης Αυγής
που θα κάνεις να ξημερώσει.
«Και οι νεκροί αναστήνονται πρώτοι».

 

Αχιλλέας Πυλιώτης (1923-1998)

ΕΤΣΙ ΘΑ ΖΟΥΜΕ

Έτσι θα ζούμε του λοιπού σ’ αυτή τη ρημα­γμένη γή.
Χωρίς ύπνο, χωρίς ανάσα,
διπλά και τρίδιπλα προδομένοι — από ξέ­νους και δικούς
ξαγρυπνημένοι να πλανιόμαστε μες στο πη­χτό σκοτάδι
αλαφιασμένοι να πλανιόμαστε μες στα συν­τρίμμια
ψάχνοντας απελπισμένα για τα παιδιά μας
ανάμεσα στα παραμορφωμένα πτώματα
ανάμεσα στα παραφθαρμένα ονόματα των καταλόγων.

Έτσι θα ζούμε του λοιπού σ’ αυτό τον κατα­σπαραγμένο τόπο.
Με παραμορφωμένο πρόσωπο από τον τό­σο πόνο
αλλόφρονες από τις τόσες πληγές της ψυχής μας
θα ψάχνουμε ανάμεσα στα χαλάσματα
να βρούμε τους κρυμμένους τάφους
θα σκάβουμε με τα νύχια
να βρούμε τους δικούς μας
να βρούμε ένα σημάδι τους — ένα ρούχο
ένα παπούτσι, ένα χαρτί με τ’ όνομά τους
κι ύστερα σιωπηλά — πού δύναμη να τους
κλάψουμε,
έτσι απλά, έτσι κρυφά να τους ξανασκεπάσουμε με χώμα.
(Ύστερα πολύ θα ‘ρτουν οι ακολουθίες
οι τελετές, οι επικήδειοι λόγοι και τα μνημόσυνα).

Τώρα, έτσι θα ζούμε σ’ αυτή την «ολόμαυρη ράχη».
Άστεγοι, άσκεποι, άγρυπνοι όλες τις νύχτες
να φυλάγουμε τον ύπνο των παιδιών μας
—αυτών που μας απόμειναν
άγρυπνοι, ν’ αφουγκραζόμαστε ανήσυχοι
κάθε ύποπτον ήχο
βιγλάτορες στις πιο «ακριτικές περιοχές»
βιγλάτορες πικραμένοι και μουγκοί από την
τόσην εγκατάλειψη.

Βογκά κι αιμάσσει η ψυχή μας γιατί ξέρει:
τούτη η καταστροφή δεν ήρθε μονάχη της.
Χρόνια πολλά τη σχεδίαζαν
αυτοί που έλεγαν είναι φίλοι μας
κι αυτοί που έλεγαν είναι αδελφοί μας.
Εμείς τη φέραμε τη συμφορά με τα χέρια
μας
από μέσα μας βγήκεν ο σίφουνας του χαλα­σμού.

Βογκά η ψυχή μας γιατί βλέπει:
μέσα στα ερείπια
μέσα στη δυσοσμία των άταφων πτωμάτων
και τα όνειρά μας.
Έτσι θα ζούμε του λοιπού.
Βιγλάτορες πικραμένοι
μα πάντοτε πιστοί στο χρέος μας
ετοιμάζοντας στάλα – στάλα την καθαρτή­ρια βροχή
ετοιμάζοντας σπίθα – σπίθα την καθαρτήρια φωτιά
που θα λυτρώσουν την ψυχή μας και τη γη
μας.

Γιατί από μέσα μας θα βγει και ο άνεμος
του λυτρωμού.

 

Φοίβος Σταυρίδης (1938-2012)

προσφυγικό

α

Έχουμε ξεπεράσει το όριο της υπομονής
τώρα πλέουμε καθώς καράβια σε ανοιχτές
θάλασσες
μόνοι μέσα στην απλωσιά βόηθα καρδία
αν πρέπει να οροθετήσουμε τη μοναξιά-μας
χωρίς τη γη, χωρίς τα σπίτια-μας
που δεν ακολουθούν το δεδομένο σχήμα,
βόηθα να κρατήσουμε το μάτι καθαρό
για τον εχθρό και για το φίλο,
για την επιβουλή της νύχτας
τη χούφτα τρυφερή φωλιά για το μαχαίρι.

 

Κύπρος Χρυσάνθης (1915-1998)

Κερύνεια I – Κερύνεια II

Τ’ άλλο πεθαίνει στη σκλαβιά
και συλλογίζεται γιατί τον υποβρύχιο ύπνο του ταράξανε
οι περιέργειες των σοφών.
Μες στο βαθύ σκοτάδι των βυθών θυμόταν τα ταξίδια
με ήχους υγρούς.
Τώρα σ’ αυτόν το χώρο πνίγεται –
ελευθερία μες στο κλουβί.

Και τούτο διέτρεξε τη δόξα, τις υποδοχές και τις
φωτογραφήσεις,
το τάραξαν οι λόγοι κι οι χοροί κι οι στίχοι αρχαίων τραγωδιών,
χάρηκε ολόχρυσο ταξίδι στη γαλάζια σκέψη των Ελλήνων,
στον άστατο σαν νιότη αγέρα της Μεσόγειος.
Και τώρα κείται εδώ μες στην αναμονή
για κάποιο αρμένισμα συμβολικό –
ελευθερία χωρίς ελευθερία.

Κι εμείς κολλήσαμε στα λόγια και στους χαρταετούς
με καθαρά φωνήεντα,
ευδαιμονούμε στα φθογγόσημα και παρελαύνομε
προς δόξα των φακών,
ενώ στο θρόνο τ’ ουρανού ο Αισχύλος
με τη φωνή των πανελλήνων απαγγέλλει:-
Ίτε παίδες Κυπρίων,
την Κύπρο ελευθερώστε.