Monthly Archives: Οκτώβριος 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

kostas_karyotakis

«όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν»

 

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ (1919)

 

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

Θάνατοι

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ’ τη χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων•

ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια•

ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο,
ω, που’ χατε πολλά να ειπείτε, στόματα,
και τον καημό δεν είπατε που γράφω•

μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.

 

Gala

Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ’ όλοι.

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ’ ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.

Οι μπάγκοι μας προσμένουν.Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ’ ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ

θα καθρεφτίσει τ’ απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ’ όλοι.

 

Χαμόγελο

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι•
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη•
κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της• τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

 

Ζωές

Κι έτσι πάνε και σβήνουνε όπως πάνε.

Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως
αγάπης γαλήνης, κι ενώ κυλούν
σαν ποταμάκια, εντός τους το σφαλούν
αιώνια κι αξεχώριστα, καθώς
μες στα ποτάμια φέγγει ο ουρανός,
καθώς στους ουρανούς ήλιοι κυλούν.
Λέω τις ζωές που δόθηκαν στο φως…

Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές
απ’ τα ρουμπίνια χείλη γυναικός
ως κρέμονται στα εικονοστάσια εμπρός
τα τάματα, οι καρδιές ασημωτές,
κι είναι όμοια ταπεινές, όμοια πιστές
στ’ αγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τις ζωούλες που ‘ναι κρεμαστές…

Που δεν τις υποψιάζεται κανείς,
έτσι όπως ακολουθάνε σιωπηλές
και σκοτεινές και ξένες και θλιβές
το βήμα, την ιδέα μιας λυγερής
(κι αυτή δεν υποψιάστη), που στη γης
θα γείρουνε, θα σβήσουν σιωπηλές
Που δεν τις υποψιάζεται κανείς…

Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά
σαν άστρα κάποιας ώρας αυγινής,
από τη σκέψη μιας περαστικής
που, για να τρέχει τόσο χαρωπά,
δεν είδε τις ζωές που σβηούν σιγά
σαν την ψυχή καντήλας αυγινής.
Που διάβηκαν αμφίβολα, θαμπά…

 

Νοσταλγία

Μεσ’ από το βάθος των καλών καιρών
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
— πόσος καιρός! — τα χάιδεψες μια νύχτα•
και σα ν’ ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω•
και θ’ ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν — ήλιοι χλωμοί —
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί…

 

Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

 

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ

Άνοιξη

Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…

Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.

Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.

 

Νύχτα

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε•
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα’ πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες•
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

 

Μυγδαλιά

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Εχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει•
μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου δώσει.

Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
τη μυγδαλιά που ‘χει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει•
όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου δώσει

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

 

Θάλασσα

Όμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δεν θα γαληνέψουν

Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως• σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ’ το βουνό.

Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της — μπλαβό εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο —
κάποια παράξενη θωριά.

 

ΝΗΠΕΝΘΗ (1921)

Πληγωμένοι Θεοί

Οι Στίχοι Μου

Δικά μου οι στίχοι, απ’ το αίμα μου, παιδιά.
Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια
τα δίνω από την ίδια μου καρδιά,
σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια.

Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό,
αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο.
Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ,
ζώνη ναν τα ‘χουν όταν θα νυχτώσω.

Τον ουρανόν ορίζουν, τη γη.
Όμως ρωτιούνται ακόμα σαν τι λείπει
και πλήττουνε και λιώνουν πάντα οι γιοι
μητέρα που γνωρίσανε τη Λύπη

Το γέλιο του απαλότερου σκοπού,
το πάθος μάταια χύνω του φλαούτου•
είμαι γι’ αυτούς ανίδεος ρήγας που
έχασε την αγάπη του λαού του.

Κει ρεύουνε και σβήνουν και ποτέ
δεν παύουνε σιγά-σιγά να κλαίνε.
Αλλού κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ•
Λήθη, το πλοίο σου φέρε μου να πλένε

 

Γυρισμός

Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ’ ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.

Κάτου απ’ την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κ’ ηδονεύεται και σαν νυμφίον ακαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.

Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ’ ονειροφώς πλημμύρα.

Άσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!

 

Ευγένεια

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
— για μπάλσαμο — και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου ‘ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

 

Δον Κιχώτες

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσίς του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ‘λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων, αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβάντες, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε — παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο —
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

 

Πολύμνια

Ψεύτικα αισθήματα
ψεύτη του κόσμου!
Μα το παράξενο
φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκότεινου
δρόμου την άκρη:
Με το παράπονο
και με το δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη
μαυροντυμένη.
Κι είναι σαν αίνιγμα,
και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της
απ’ την ασθένεια.
Σάμπως να λιώνουνε
χέρια κερένια.
Στ’ άσαρκα μάγουλα
πως έχει μείνει
πίκρα το νόημα
γέλιου που σβήνει!
Είναι το αξήγητο
το μικροστόμα
δίχως το μίλημα,
δίχως το χρώμα.
Κάποια μεσάνυχτα
θα σε αγαπήσω,
Μούσα. Τα μάτια σου
θαν τα φιλήσω,
να ‘βρω γυρεύοντας
μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα
και τους θανάτους,
και τη βασίλισσα
λέξη του κόσμου,
και το παράξενο
φως του έρωτός μου.

 

Ποιητές

Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν…
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας…
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ’ όλα τριγύρω τ’ άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν

 

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν• τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που’ ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;»

 

Η Σκιά των Ωρών

Δέντρο

Με αδιάφορο το μέτωπο και πράο,
τα δείλια, τις αυγές θα χαιρετάω.

Δέντρο θα στέκομαι, όμοια να κοιτάζω
τη θύελλαν ή τον ουρανό γαλάζο.

Είναι ζωή, θα λέω, το φέρετρο όπου
λύπη, χαρά τελειώνουνε του ανθρώπου.

 

Χαρά

Ελπίζω το λουλούδι και απ’ τα σχίνα.
Γελάει το χλόισμα σαν τον έρωτά μου.
Το πεύκο παίζει αβρό με την αχτίνα.
Θα ευώδιασαν οι τάφοι, κλίνες γάμου.

Παλμός του δάσους, φεύγει μια ελαφίνα.
Και δίπλα που ξαπλώσαμε δω χάμου,
την ψυχούλα τους στάζουν άγρια κρίνα
κι ανοίγει, ρόδο αιμάτινο, η χαρά μου.

Τη βλέπω — στα μαλλιά σου πνέει — την αύρα.
Είναι βαθιά τα μάτια σου όπως να ‘βρα
το δρόμο της ζωής μου, τον Απρίλη.

Πια δεν πονώ μηδέ την ανεμώνη,
στης γης η ερωτοπάλη που τη λειώνει,
καθώς ορμάω για να σου πιω τα χείλη.

 

Σε παλαιό συμφοιτητή

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σα να εγέρασε.
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

 

ΣΤΡΟΦΕΣ

1)

Είκοσι χρόνια παίζοντας
αντί χαρτιά βιβλία,
είκοσι χρόνια παίζοντας,
έχασα τη ζωή.
Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι,
μιαν εύκολη σοφία
ν’ ακούσω εδώ που πλάτανος
γέρος μου τη θροεί.

(2)

Απ ‘όλα θέλω ελεύτερος
να πλέω στα χάη του κόσμου.
Αν ένας φίλος μου ‘μεινε,
να φύγει, να περάσει.
Κι όταν ζητήσει ο θάνατος
τα πλούτη ποχω μάσει,
σένα, πικρία μου απέραντη,
μονάχο να ‘χω βιός μου.

(3)

Για τη ζωή σου μου ‘λεγες,
για το χαμό της νιότης,
για την αγάπη μας που κλαίει
τον ίδιο θάνατό της,
κι ενώ μια ογρή στα μάτια σου
περνούσε αναλαμπή,
ήλιος φαιδρός απ’ τ’ ανοιχτό
παράθυρο είχε μπει.

(4)

Τι χάνω εγώ τις μέρες μου
τη μία κοντά στην άλλη,
κι όπως μου ασπρίζουν τα μαλλιά
ξινίζει το κρασί,
αφού μονάχα όταν περνώ
το βλέμμα από κρουστάλλι,
με νέα ρετσίνα ολόγεμο
βλέπω τη ζωή χρυσή;

(5)

Η νύχτα μας εχώρισεν
από όσους αγαπάμε
πριν μας χωρίσει η ξενιτιά.
(Να ‘ναι όλοι εκεί στο μόλο;)
Σφύρα, καράβι αργήσαμε.
κι αν φτάσουμε όπου πάμε,
στάσου λίγο, μα ύστερα
σφύρα να φεύγουμε όλο.

(6)

Λεύκες, γιγάντιοι καρφωτοί
στα πλάγια εδώ του δρόμου,
δέντρα μου, εστέρξατε ο βοριάς
τα φύλλα σας να πάρει.
Σκιές εμείνατε σκιών
που ρέουν στο μέτωπό μου,
καθώς πηγαίνω χάμου εγώ
κι απάνω το φεγγάρι.

(7)

Χαρά! Η χαρά! Στα νέα χαρά
παιδιά! Τραβούνε — ωραίοι
μαύροι ληστές — την κόρη ζωή
δεμένη ν’ αγαπήσουν.
Μα στο βιβλίο σου ολάνοιχτο,
στα φύλλα του αύρα πνέει,
τρελέ, τρελέ, που εγέρασες
και νέος ποτέ δεν ήσουν.

(8)

— Ποιητή, κυλάει το γέλιο μου
μέλι και χλεύη, αλλά
δεν παύεις να σφυροκοπάς
των ήχων τα στεφάνια
— Κόρη, δουλεύω ανώφελα,
μα η στείρα τι ωφελά
και σιωπηλή του αχάτινου
ματιού σου υπερηφάνια;

(9)

Αντίο! Αντίο! Με τα ουράνια
μάτια σας και με βιόλες
στο λαιμό, εφύγατε, ξανθές
ερώτων νέων ελπίδες.
Αντίο, κι εσύ που στρέφοντας,
όταν χαθήκανε όλες
πάλι να παίρνω το βαθύ,
σκοτεινό δρόμο μ’ είδες!

(10)

Μπρούτζινος γύφτος — τράλαλα! —
τρελά πηδάει κει πέρα, χαρούμενος που εδούλευε
τον μπρούτζον όλημερα
και που ‘χει τη γυναίκα του
χτήμα του και βασίλειο.
Μπρούτζινος γύφτος — τράλαλα! —
δίνει κλοτσιά στον ήλιο!

 

Το φεγγαράκι απόψε

Το φεγγαράκι απόψε στο γιαλό
θα πέσει, ένα βαρύ μαργαριτάρι.
Κι απάνω μου θα παίζει το τρελό
τρελό φεγγάρι.

Ολο θα σπάει το κύμα ρουμπινί
στα πόδια μου σκορπίζοντας αστέρια.
Οι παλάμες μου θα ‘χουνε γενεί
δυο περιστέρια•

Θ’ ανέβουν — ασημένια δυο πουλιά —
με φεγγάρι — δυο κούπες — θα γεμίσουν,
με φεγγάρι τους ώμους, τα μαλλιά
θα μου ραντίζουν.

Το πέλαγο χρυσάφι αναλυτό.
Θα βάλω τ’ όνειρό μου σε καΐκι
ν’ αρμενίσει. Διαμάντι θα πατώ
λαμπρό χαλίκι.

Το γύρω φως ως θαν τη διαπερνά,
η καρδιά μου βαρύ μαργαριτάρι.
Και θα γελώ. Και θε να κλαίω… Και να,
να το φεγγάρι!

 

Γραφιάς

Οι ώρες μ’ εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκε ξανά
στο αχάριστο τραπέζι.
(Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινά
ο ήλιος γλιστράει και παίζει.)

Διπλώνοντας το στήθος μου, γυρεύω αναπνοή
στη σκόνη των χαρτιών μου.
(Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή
στα ελεύθερα του δρόμου.)

Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,
όμως ακόμη γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
Σα να ‘χουν βγει σε τάφο.)

 

Αθήνα

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.

Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.

Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας…

 

Πάρε τα δώρα

Πάρε τα δώρα της ψυχής σου να ‘ρτεις.
Σου ετοίμασα τη μαύρη κάμαρά μου.
Στον κήπο μου αρρώστησεν ο Μάρτης,
και αρρώστησεν ο Μάρτης στην καρδιά μου.

Πάρε του πόνου σου τη σμύρνα κι έλα.
Όλα θε να σ’ αρέσουν• έχω κόψει
το ρόδο, στο παράθυρο, που εγέλα
την αυστηρή μου βλέποντας την όψη.

Πάρε απαλά τον οίχτο σου, να φτάσεις,
και πάρε του καημού σου τη γαλήνη.
Στα μάτια μου το χέρι θα περάσεις,
το βραδινό μου δέος για ν’ απαλύνει.

 

Πεθαίνοντας

Μάταιη ψυχή, στην ατονία εσπέρας εαρινής,
ενώ θα κλείνεις τα χρυσά φτερά σου πληγωμένη,
την ώρα που σα λύτρωση κάτι θα καρτερείς,
φτωχή καρδιά, θανάσιμα μα αιώνια λυπημένη•

όταν, φτασμένη απάνω στον ορίζοντα, θα ιδείς
μίση να φεύγουν οι έρωτες, χολή τα πάθη σου όλα,
όταν ανέβει από τα εξαίσια τ’ άνθη της ζωής
μύρον η απογοήτευση, ψυχή μου ονειροπόλα

την ώρα την υπέρτατη που θε να θυμηθείς
μ’ ένα μόνο χαμόγελο τα φίλα και τα ενάντια —
μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τι θα πεις;
ω, τι θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;

 

Νοσταλγικά

Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Ετσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια — ω, αγαπούλες! —
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Ολα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σα να μου γελάνε.

 

Δρόμος

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου:

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η Αγάπη:
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…

 

Η ψυχή μου

(1)

Παλιό η ψυχή μου γράμμα είναι κι εγράφη
σε μια παρθένα ωραία — ευγενική
παρθένα — που για λύπη ερωτική
το μοναστήρι εδιάλεξεν, ετάφη.

Τι τώρα κι αν ασπρίζουνε οι κροτάφοι;
Το τότε κι αν η μοίρα ήταν κακή;
Ενα συρτάρι εβένινον εκεί
των αναμνήσεων κρύβει το χρυσάφι.

Την ώρα που γεμίζουν ίσκιο οι θόλοι,
καθισμένη σε πέτρα το κοιτά,
το σφίγγει στα ωχρά χέρια κλαίοντας όλη.

Έπειτα, ενώ, με βλέφαρα κλειστά,
το φευγαλέο της όραμα κρατά,
σηκώνεται και πάει στο περιβόλι.

(2)

Με τον καιρό που πρόσχαρη ήταν νέα
— αλίμονο! — για να αναμετρηθεί,
για να ‘βρει ένα σκοτάδι πιο βαθύ,
σέρνεται προς την πένθιμη αλέα.

Βαριά στη ζωή της έπεσε η αυλαία
κει δεν μπορεί καλά να θυμηθεί.
Το χείλος, μόνο ξέρει, δεν ανθεί,
δεν είναι πια τα μάτια της ωραία.

Κι όπως τα δέντρα ολόγυρα σιωπούν,
έτσι ποτέ για εκείνον που τη χάνει,
ποτέ δε θα ‘ρθουν άνθρωποι να πουν.

Αχ, μήτε τ’ όνομά του εδώ δε φτάνει!
Να ζει; Και πάντα ναν τον αγαπούν;
Μην έχει τάχα — σαν αυτή — πεθάνει;

(3)

Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός,
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα, κι έτσι θ’ απομείνει.

Κατάμονη σε μι’ άκρη, όπως εκείνη,
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ενας ακόμη θα ‘σουνα νεκρός,
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.

Σαν αδερφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει
που γέρνει, συλλογίζεται και αργεί
χαμένην ευτυχία να νοσταλγεί.

Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζι
όσα, το βράδυ, δάκρυα, την αυγή,
στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.

 

Ύπνος

Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Κι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ’ αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.
Και γαλανό σαν κύμα τ’ όνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Αγάπες θα’ ναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,
και κάτου απ’ τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς ναν το γρικούμε θα γελάμε.
Τα ρόδα θα κινήσουν απ’ τους φράχτες,
και θα ‘ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.
Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θα αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Και τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Κυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.
Το χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας διηγιέται — ωχρή — σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Και το φεγγάρι
θα κατέβει στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη τη μέρα έκλαψαν κι απόστασαν.

 

Αφιέρωμα

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν•
τα πλήχτρα υποχωρούσανε• τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο χαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πώς είχες όμως λέω και τραγουδήσει•
εξόν αν εκελάηδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

 

Τώρα που μήτε ο έρωτας

Τώρα που μήτε ο έρωτας μήτε η φιλία της φέρνει,
μήτε κι αυτό το μίσος μου παρηγοριάν, α, πώς
η ώριμη θλίψη μου κατά καιρούς τα περασμένα γέρνει,
της νιότης μου καρπός!

Χορδή η καρδιά μου δέχονταν το Μάρτη ανατριχίλα.
Ακόμα με συνέπαιρνε γλυκιά μια συλλογή
όταν το νέο Φθινόπωρο με μαραμένα φύλλα
εράντιζε τη γη.

Μια πεταλούδα επέταγε και την ακολουθούσα•
ήταν η απάρθενη ζωή μου, η ζωή του κόσμου, η μια.
Ο νους μου σάμπως ξύπνημα τη χαραυγή. Και η Μούσα
μού άγγιζε τα μαλλιά.

Δώστε μου τα παιδιάτικα χρόνια μου πόχουν γίνει
στην ηρεμία του δειλινού χρυσός, ωραίος καπνός,
τα χρόνια που ‘ρθανε χαρά, πέρασαν καλοσύνη,
κι έφυγαν ουρανός.

Βάλετε πάλι στο πικρό χείλος μου την αχτίδα,
στα μάτια την ανθρώπινη και θεία σταλαγματιά.
Εξωτικό μπλάβο πουλί, φέρετε την ελπίδα,
χαμένη τώρα πια.

Και στο χλωμό μου μέτωπο για λίγο κάμετε ώστε
χίμαιρες, οραματισμοί σαν άστρα να κυλούν.
Οι άγγελοι να διατάζουνε, κι από τα τέμπλεα δώστε
οι θεοί να μου γελούν.

Ύστερα, στο κορύφωμα του απελπισμένου δρόμου,
ας ήτανε ανατέλλοντα τα μάτια σου να ιδώ,
πρώτη αγαπούλα, και να κράταες άνθος τ’ όνειρό μου,
τ’ όνειρο που μαδώ.

Α, πώς η λύπη μου κατά τα περασμένα στρέφει!
Όμοια και η νύχτα πάντοτε γυρίζει στο πρωί.
Α, πώς τα χρόνια σαν καπνός εχάθηκαν, σα νέφη,
σαν πάχνη, σα ζωή!

 

Εσπέρα

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη
στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα
που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι
κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα.

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη
γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα
μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει
με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα).

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,
το στερνό ρόδο θα ‘χανε η σέρα
και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.
Τ’ άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα.

Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα…

 

Μοναξιά

Μεσάνυχτα και λείπετε, αδερφούλες μου.
Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι.
Τις κάμαρες θ’ ανοίξω που στοιχειώσανε,
τ’ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει.
Ανε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ’ όνειρο
θα ‘ρθει κάποια από σας να ξυπνήσει.

Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμεινα
μονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη;
Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα,
η αράχνη τον καημό μου τον υφαίνει.
Τα χέρια μου, όπως δένω κι όπως θλίβομαι,
με βλέπει αντίκρυ ο σκύλος και σωπαίνει.

Τι να ‘φταιξα και ασπρίζουν στο τρισκόταδο,
σαν τάφοι, τ’ αδειανά σας τα κρεβάτια;
Ποτέ του γυρισμού το γλυκοτράγουδο,
ποτέ δε θαν το πουν τα σκαλοπάτια;
Πώς ξεχειλά σα δάκρυον, αδερφούλες μου,
η αγάπη στα μεγάλα μου τα μάτια!

 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά•

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί•

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ —
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

 

Του αδελφού μου

Είσαι άντρας. Ομως ο ίδιος πάντα μένω•
τα χρόνια που περάσανε με άφησαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Και δεν ποθώ πια τίποτε αδελφέ μου•
τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν
και τα ‘δωκα, ροδόφυλλα του ανέμου.
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις
τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν
να ‘ρθεις από ‘κει πέρα, να περάσεις
τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος
ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν
αυτόν που τόσο σου ‘ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα,
θα σου ‘λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν,
πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα,
διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους,
μη ξέροντας ποιοι τόποι μ’ εκρατήσαν,
μη ξέροντας σε ποιους πηγαίνω τόπους.
Κι ως είσαι λατρεμένος αδελφός μου,
τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν,
θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου,
και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση,
τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίασαν
φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι,
για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη,
για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν
τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι,
για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε
ικέτη, θε να σου ‘λεγα, μα έσβησαν,
για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

 

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ (1927)

 

Ελεγεία Πρώτη Σειρά

Υστεροφημία

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική, No
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός

Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τ’ άνθη του ευωδούσε
κι εγέμιζε με χαρωπό τιτύβισμα πουλιών,
που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών,
τη νύχτα, στη σκιάδα του, η αγάπη επερπατούσε

Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδια
θέση, μάταια προσμέοντας κάποιαν επιστροφή,
που αντί λουλούδια τώρα πια στ’ αγκάθια έχει ταφεί,
που σώπασαν τ’ αηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!

Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να ‘χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.

Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται
μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
σ’ εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,
σ’ εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.

Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.

Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.
Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί
στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,
αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.

Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,
σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,
κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να ‘χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε απ’ τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ‘χουμε, τι να ‘χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

 

Επιστροφή

Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ’ εχτύπησε του ωκεάνιου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ’ ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.

Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!

Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ’ ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.

Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα ‘ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα’ ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα ‘ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

 

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί…

Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει

Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

Καθώς βαδίζω, μια σκιά μ’ ακολουθεί από πάνω
σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού.
Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω,
και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του θεού.

*****

Σάββατο βράδυ: ανοίγουνε στο δρόμο σα λουλούδια
οι απλές καρδιές, παθητικά ν’ ανέβουνε τραγούδια
που για τη χαρά ή τον απαλό του έρωτα ψάλλουν πόνο,
ενώ για μένα η εβδομάδα ετελείωσε και μόνο.

*****

Ενα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!

*****

Λύπη ας ερχόταν η χαρά, μόνο ήθελα να σπάσει
εμέ η καρδιά κι ανάλαφρη να πέσει καταγής,
όπως το ροδοπέταλο που θύελλα έχει αρπάσει,
ή ακόμη που το εβάρυνε και η δρόσος της αυγής.

*****

Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.
Μόνο είδα, φεύγοντας πρωί, στην πόρτα μου τολύπες
τα ρόδα, και γυρίζοντας έκοψα μια γιρλάντα.

*****

Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν,
άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους,
τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,
γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους

*****

Άλογα μαύρα, θίασος ιπποδρομίου, πετούνε
οι σκέψεις τώρα, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου.
Κι είμαι ένας κλόουν τραγικός, που οι άνθρωποι θα δούνε
να παίζει, να συντρίβεται με την οπλή του αλόγου.

 

Οι Αγάπες

Θα ‘ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
και θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνε
μες στη θύελλα, καιπια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ενα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

«Τα χρυσά πού ‘ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε.»

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,
το πρόσχημα του βίου σου, και θ’ απογυμνωθείς.
Με το δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,
που το χειμώνα απάντησε στο δρόμου εκεί τη μέση.

Κι αφού πια τότε θα’ ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
θ’ ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
κι όλη σου τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.

 

Κριτική

Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός
ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει
σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,
κάποιου πόχει πεθάνει.

 

Παιδικό

Τώρα η βραδιά,
γλυκιά που φτάνει,
θα μου γλυκάνει
και την καρδιά.

Τ’ αστέρια εκεί
θα δω, θα νιώσω
οι άνθρωποι πόσο
είναι κακοί.

Κλαίοντας θα πω:
«Αστρα μου, αστράκια
τ’ άλλα παιδάκια
θα τ’ αγαπώ.

»Ας με χτυπούν
πάντα κι ακόμα.
Θα ‘μαι το χώμα
που το πατούν.

»Αστρα, καθώς
άστρα και κρίνο,
έτσι θα γίνω
τώρα καλός.»

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ‘ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

 

Βράδυ

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη —
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τραίνο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…

 

Ελεγεία Δεύτερη Σειρά

 

Ω Βενετία

Ω Βενετία, πόλις από χρυσάφι κι από σμάλτο,
κορόνα στη λαμπρότητα της Αδριατικής,
Μέγα Κανάλι, Γέφυρα των Στεναγμών, Ριάλτο,
ω θύμηση ανεξάλειπτη μιας εκθαμβωτικής

νύχτας, που επερπάτησα στη μυθική πλατεία
του Αγίου Μάρκου, μπρος στο παλάτι των Δουκών,
ακούοντας να σφυρηλατούν τις ώρες μία μία
τα χάλκινα ομοιώματα των δύο στρατιωτών —

πόσο πλάγι σου φαίνονται μικρά και χωρίς βάθος
τα αισθήματα που μας κρατούν ακόμη εδώ στη γη,
εφήμερος η λύπη μας, αταίριαστο το πάθος,
ω αιώνια παράδοση του κάλλους και πηγή!

 

Ηλύσια

(Τόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δύο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτό βιβλίο.

(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) και φαίνονται στο βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ’ όνειρο οι ψυχές και με το πάθος.

(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ’ τον ορίζοντα, σαν ήλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανό που φόρεσαν,
ή σαν απλά χαμόγελα σε χείλη.

 

[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα]

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιον ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

 

Ωδή σ’ ένα παιδάκι

Αρι, μαζί με σένα
έφυγαν όλοι τώρα.
Αφρόντιστα έχουν μείνει
τα έπιπλα, και τα δώρα
γυρεύουν τα χεράκια
που σαλεύουν σαν κρίνοι.

Ερημικά, σωπαίνουν,
πρωτογνώριστα μέρη,
οι σκάλες, τα δωμάτια.
Ούτε κανείς πια ξέρει
αν πάλι θ’ ανατείλουν
τα παιδικά σου μάτια.

Ανοιγοκλείνω τις πόρτες,
μπαίνω παντού, μιλάω
λόγια πικρά στους τοίχους,
χωρίς αιτία γελάω,
θέλοντας να ξυπνήσω
τους κοιμισμένους ήχους.

Στην άδεια ζαρντινιέρα
τα παιχνίδια σου βάνω.
Η μαϊμού σου καβάλα
στο προβατάκι πάνω.
Ύστερα η πεταλούδα
με τα φτερά μεγάλα.

(Κλυδωνίζεται τώρα,
ως τα θεμέλια φρίττει,
και το πηγαίνει ο Χρόνος
το πατρικό μου σπίτι.
Αξαφνα βλέπω να ‘μαι
ο τελευταίος, ο μόνος.)

Ευτυχίζω σε σένα
τις ερχόμενες τύχες,
την άγνοια του κόσμου,
το χαμόγελο που είχες,
ω άγγελε παραστάτη,
ω παρήγορο φως μου!

 

Ιστορία

Δεκάξι χρονών εγέλασαν,
πέρα, στ’ ανοιξιάτικο δείλι.
Έπειτα εσώπσαν τα χείλη,
και στην καρδιά τους εγέρασαν.

Εκίνησαν τότε σα φίλοι,
σα δυο ξερά φύλλα στο χώμα.
Έπειτα εχώρισαν ακόμα,
κάποιο φθινοπωρινό δείλι.

Τώρα καθένας, με ωχρό στόμα,
σκύβοντας, φιλεί τα δεσμά του.
Έπειτα θα γύρουνε ως κάτου
και θα περάσουνε στο χώμα.

 

[Είμαστε κάτι]

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

 

[Ποια θέληση θεού]

Ποια θέληση θεού μας κυβερνάει,
ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα
των άδειων ημερών που τώρα ζούμε
σαν από μια κακή, παλιά συνήθεια;

Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου,
εχάσαμεν τη χρυσή πανοπλία,
και μόνο το μεγάλο ερώτημά μας
ολοένα πιο σφιχτά μας περιβάλλει.

Χωρίς πίστη κι αγάπη, χωρίς έρμα,
εγίναμε το λάφυρο του ανέμου
που αναστρέφει το πέλαγος. Θα βρούμε
τουλάχιστον το βυθό της αβύσσου;

Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια
σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα.

Κοιτάζουνε με φόβο, με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες,
και μόνο το συναίσθημα κρατούνε
του μακρινού, αόριστου κινδύνου.

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια
μια μεγάλη πηγμή, που δε συντρίβει
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

 

Ανδρείκελα

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα..

 

[Τι να σου πω, φθινόπωρο]

Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ’ ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα• φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά…

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

 

Τάφοι

Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912
Ποιήτρια και μουσικός.
Επέθανε με τους φριχτώτερους πόνους στο σώμα
και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,
ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνε
οι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.

Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,
με απλά θέλουνε λόγια ν’ ανεβούνε.
Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε
— τόσο έφυγαν μακριά — δε χρησιμεύει.

Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο
ξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,
ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.

Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
— έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης —
να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.

 

Επίκλησις

Ζοφερή Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις.
Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτα
σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα.
Στ’ απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις.

Δωσ’ μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη!
Θα καταβάλω όλη τη θέλησή μου.
Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μου
τη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι.

Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνει
(σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη),
η ψυχή για να μη δειλιά μονάχη
και για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη.

Το πάθος όχι, το ίνδαλμά του μόνο,
ή τη γαλήνη, θέλω ν’ αντικρίσω
μια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσω
και καλά τύλιξε με, ω Νύχτα αιώνων!

 

[Όταν άνθη εδένατε]

Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,
και μεσ στην καρδιά σας
αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα
πιο μεγάλη τώρα —
οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,
είχαν όλοι φύγει.

Οταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,
σκύβοντας τον ώμο,
την βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλλους,
στην άκρη του χείλους
ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση —
είχε πια νυχτώσει.

Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω από τ’ αστέρια,
κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,
ο ουρανός εγράφη,
κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι —
είχατε πεθάνει.

 

Φθορά

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.

 

Ηρωική Τριλογία

Διάκος

Μέρα τ’ Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδιούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

 

Κανάρης

Κάποιοι δαιμόνιοι
τον είχαν στείλει.
Εγινε αχείλι
κόσμου που επόνει.

(Ηρωες χρόνοι!)
Και πώς εμίλει
με το φιτίλι,
με το τρομπόνι!

Το πέρασμά του,
μήνυμα κρύο
μαύρου θανάτου.

Κι είχε θείο
χέρι που φλόγα
κράταε κι ευλόγα.

 

Byron

Ένοιωσεν ότι
του ήταν οι στίχοι
άχαρη τύχη
και ματαιότη.

Η ορμή του η πρώτη
πια δεν αντήχει,
αλλά, στα τείχη,
ένδοξη νιότη.

Γίνονται οι γέροι
γαύροι. Θα ορμήσει
ανδρών λουλούδι.

Κι ο Μπάιρον ξέρει
πώς να το ζήσει
το θείο Τραγούδι.

 

Σάτιρες

Στο Άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις του λείπει.

 

Εις Ανδρέαν Κάλβον

Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.

Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων
(και η αρετή σου).

Ως ήλιος, αναβάν
τον Ολυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια,
γνώριμον κλέος.

Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος
ήχος τυμπάνου.

Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου,
την οικουμένην.

Κράτει, λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιομένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησον μας.

‘Η, αν προτιμάς, εξύμνησον
αντίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
των καφενείων.

Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
μέσα εις τα ντάνσιγκ.

Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ’ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.

Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι έπειτα
σε μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμύγκων,

μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,

και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δεν βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα –

ούτω τη χώρα νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονούσα.

Αλλά τι λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν οι μάζαι,
ιδιοτελή καρδιάν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.

 

Αποστροφή

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…

 

Όλοι Μαζί

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Ανυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Μόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ’ άστρα τ’ ουρανού.

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».

 

Δημόσιοι Υπάλληλοι

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα ‘ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.

 

Ο Μιχαλιός

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Ολο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ‘λέγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ηταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

 

Υποθήκαι

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν’ αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονέρια σου φύλλο.

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

 

Ωχρά Σπειροχαίτη

Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…

Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.

Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.

…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

 

Δελφική Εορτή

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, operateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει η αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 

[Επρόδωσαν την αρετή]

Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.
Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.
Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ’ ότι,
είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,
είναι πικρία στο χείλος.

Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.
Ανοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίο διαβάτη
είδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγκά στην ησυχία:
«Δυστυχία!»

Η φρικτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.
Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,
επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,
ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.
Οι άνθρωποι δεν ακούνε.

 

Η πεδιάς και το νεκροταφείον

(Πίναξ Ημιτελής)

Έχει πια δύσι ο ήλιος του χιεμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Aλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το’ χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό που σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.

(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)

 

Μικρή Ασυμφωνία σε Α Μείζον

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;

 

Σταδιοδρομία

Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω
σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

«Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες»
θα γράψουν οι εφημερίδες.

«Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου»
και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου.

Την ψυχή και το σώμα πάλι
στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη.

Αλλά, με τη δύση του ηλίου,
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους
λογίους και τους διδασκάλους.

Τα λόγια μου θα’ χουν ουσία,
η σιωπή μου μια σημασία.

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια,
θ’ αφήσω να φύγουν τα χρόνια.

Θα φύγουν, και θα ‘ναι η καρδιά μου
σα ρόδο που επάτησα χάμου.

 

Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Ετσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

 

Ιδανικοί Αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..

 

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1928)

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Γράφτηκε τον Απρίλιο-Μάιο του 1928. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Νέα Εστία (6, 63, 1 Αυγούστου 1929) μετά το θάνατο του ποιητή.

 

[Όταν κατέβουμε τη σκάλα…]

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Γράφτηκε τον Απρίλιο-Μάιο του 1928. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ξεκίνημα (7, Ιούλιος 1933) μετά το θάνατο του Καρυωτάκη.

 

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1928. Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία (8, 88, 15 Αυγούστου 1930

 

ΝΕΑΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1919-1924)

Ξεπροβόδισμα

— Αγάπη μου, ήσουνα παιδί• παιδί μου, είσαι άντρας τώρα•
σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.

— Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε• πώς να κινήσω; βρέχει•
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ’ έχει.

— Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε• κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε• και πάντα να ‘σαι όρθιος και πάντα να ‘σαι ωραίος.

— Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κ’ η νύχτα αγκομαχάει•
με δένει, μάνα, μια ντροπή, κ’ ένας καημός με πάει.

— Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.
Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.

— Μάνα, οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι•
με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.

— Παιδί μου, όλου θα φύγουνε• κι αν μείνεις τελευταίος;
σύρε• και πάντα να ‘σαι ορθός και πάντα να ‘σαι ωραίος.

— Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε• πώς να κινήσω; βρέχει•
μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ’ έχει.

Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (638), 29 Ιουνίου 1919

 

Όταν ήρθες…

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919

 

Τα γράμματά σου

Τα γράμματά σου τα ‘χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.

Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια…

Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!

Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι• δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.

Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (671), 15 Φεβρουαρίου 1920.
Είναι γραμμένο για την πρώτη αγαπημένη του ποιητή, την Αννα Σκορδύλη, μετά το γάμο της.

 

Τραγούδι

Το σπίτι σου τριγύριζα (τη λάμπα η πεταλούδα
γύρω τη φέρνει ώσπου να βρει γλυκό το θάνατό της)
κ’ εσύ δε βγήκες να καώ στη φλόγα της ματιάς σου.

Αλιά στα φούλια του κορμιού και στης ψυχής τα φούλια•
θα ‘ρθει τη νύχτα ο μολευτής στο βούρκο ναν τα σύρει.
Μα τρισαλιά σε μένανε που μολευτής δε θα ‘μαι!

Δημοσιεύτηκε στον «Φάρο» Αλεξάνδρειας (82), 29 Ιουλίου 1922.

[Στον τεφρό πέρα ορίζοντα…]

Στον τεφρό πέρα ορίζοντα η αγάπη μου αχνοσβήνει.
Οι φίλοι αποτραβήχτηκαν, για πάντα, οι τελευταίοι.
Σ’ όλα έκλεισα την πόρτα μου, κ’ έρημος έχω μείνει
τώρα που ακούω το θάνατο στις φλέβες μου να ρέει.

Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (771), Φλεβάρης 1923.

 

Varium et Mutabile

 

Τι προδοσία!
Διάβηκεν ως
αυγερινός
στη φαντασία.

Αντί θρησκείας
θαύμα υψηλό,
παιγνίδι απλό
φιλαρέσκειας.

Χάνεται, αγρίμι,
σε αλαργινούς
κόσμους ο νους.
Δέρνεται η μνήμη.

Α! το υπερτέλειο
πρόσωπο-αυγή•
τώρα πληγή
και περιγέλιο.

Πάντοτε ψέμα
έλεγε το
ιριδωτό
εκείνο βλέμμα;

Το στόμα μία
φιδοφωλιά•
και στα φιλιά
το προδοσία!

Δημοσιεύτηκε στην «Πασχαλινή Ανθολογία», 1923 (επιμέλεια Αγη Λεβέντη).
Ο τίτλος του ποιήματος προέρχεται από τον παροιμιακό στίχο του Βιργιλίου (Αινειάδα, IV, 569):
«… Varium et mutabile semper / femina» (= άστατο κι ευμετάβλητο [πλάσμα] είναι πάντα η γυναίκα)

 

Φυγή

Αμίλητη, κυνηγημένη
φτάνει σ’ ερειπωμένο τοίχο•
στηρίζεται και περιμένει
ένα κελάηδημα, ένα στίχο.

Γύρω το δάσος με τις μπόρες
φεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.
Κ’ ήτανε ημέρες ανθοφόρες
— επέρασαν — κ’ ήτανε μία…

Τώρα την άβυσσο ρωτάει
πώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,
ενώ στα μάτια της κρατάει,
φως όλη, εκείνη την ημέρα.

Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου.
Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,
κ’ εχάρισες όλου του δάσου
την τελευταία μας ελπίδα.

Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Ζωή» Αλεξάνδρειας (324), 30 Απριλίου 1923

 

Προπομπή

Επήρες πια τα μάτια σου κ’ έφυγες σε μιαν άκρη.
Όλα τώρα σε λησμονούν εκεί παραριχτή,
και πού να πέσει, αναρωτάς, το τελευταίο σου δάκρυ
και ποιος να το δεχτεί.

Α! σε λυγίζει το φρικτό βάρος αγώνα τόσου,
απλώνοντας το χέρι σου ένα στήριγμα ζητάς,
στέκεις για λίγο ελπίζοντας, κρύβεις το πρόσωπό σου,
έπειτα ξεκινάς.

Και πώς πηγαίνεις, ω αδερφή ψυχή, με τη συγνώμη,
με την αγάπη δίνοντας πίσω κάθε πληγή!
Και πού πηγαίνεις έτσι, αφού σου εκλείστηκαν οι δρόμοι
σε ολόκληρη τη γη;

Ιδέ, χορεύει γύρω σου του κόσμου η αυταπάτη,
σμίγουνε χείλη, και σπονδές υψώνονται, γελούν.
Εσύ πεθαίνεις. Και από πριν — ως να ‘σαι πια φευγάτη —
όλοι σε λησμονούν.

Χαίρε! Τη ζωή δεν έζησες παρά μες στα όνειρά σου.
Γι’ αυτό παρόμοιο σου άξιζε τέλος, ωραία ψυχή.
Ήρθε σαν αποθέωση, γίνεται σα χαρά σου
πρώτη και μοναχή.

Δημοσιεύτηκε στον «Έσπερο» Σύρου (3), Αύγουστος 1923

 

Η αποχαιρετηστήρια επιστολή

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.

Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.

ΠΗΓΗ: http://karyotakis.awardspace.com/poems/poetry.htm

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

stella-google

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Στέλλα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1966 στην Ν. Φώκαια της Χαλκιδικής. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διατήρηση Ιστορικών Μνημείων και Πόλεων στο KUL του Βελγίου. Σήμερα ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Παρότι έγραφε από τα εφηβικά της χρόνια, με την ποίηση ασχολήθηκε συστηματικά από το 2006. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά καθώς και σε ποιητικές ανθολογίες του διαδικτύου. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές: Μάσκα Οξυγόνου (Γαβριηλίδης, 2011) & Αμφίβια Εγώ (Γαβριηλίδης, 2015).

 

 

ΜΑΣΚΑ ΟΞΥΓΟΝΟΥ (2011)

 

 

Vacuum horror

 

Κρύβονται
Οι πάμπολλες ευγενικές και υψηλές προθέσεις
Οι ανάγκες του ανέφικτου ζην
και του περιζήτητου ευ οι προσδοκίες

Κρύβονται στα όνειρα συνήθως
Κει που το τίποτα μεγαλουργεί
κι επιβιώνει το μακρόν του βίου ό,τι

Πολλές φορές κρύβονται και στα ποιήματα
Παραλλαγές άπληστης σκέψης
καθώς και μνήμες
βίαια αποσπασμένες απ’ τα μέλλοντα

Δε λείπουν οι φαντασιωτικές περιπτύξεις
με του παρόντος την ιδιάζουσα λήθη
Και φυσικά οι πόθοι
οι ευρύτατα αξόδευτοι

Ονοματίζουν έναν δικό τους κόσμο
Ωραίο επιλεκτικά αθώο και βουλιμικά επαρκή
Αισθητηριακά απολαυστικό ακόμα και στη θλίψη
Και γόνιμο, προπάντων γόνιμο

Όχι ιδανικό μα ηδονικό σε ό,τι χρήζει θάλπους

Και μία των ημερών
αυτονομούνται απροειδοποίητα
και σε κλειδώνουν απ’ έξω

Πώς θ’ αντιμετωπίσεις πάλι
την ξεχασμένη γεύση του θανάτου
Το όνειδος
την ξιπασιά εκείνης της κατάλευκης σελίδας
Τον εαυτό σου
μπρος τον φόβο του κενού;

 

 

Αγνωσία

 

Σε γνωρίζω απ’ τη σκιά σου
απ’ τις ρυτίδες της αφής σου
τους υδρατμούς των στεναγμών
το άρωμα της προσμονής
στις τιποτένιες μέρες της αγάπης

Μα σε γνωρίζω περισσότερο
από της λύπης σου τα χρώματα
το εναργές της ερημίας σου φως
του έρωτα τις σιωπηρές λεπίδες
στου σώματος την κόψη

Ώρες μετά… μέρες ή χρόνια
δε θυμάμαι
αν ήσουν φως γυμνό ή πολυάνεμο πέλαγος
δε θυμάμαι
αν νους ενέδωσε ή σάρκα συνετρίβη
δε θυμάμαι…

Βλέπεις
έχει κι η μνήμη το βυθό της

 

 

Ύλη των θαυμάτων

 

Εγώ κοιμόμουν του καλού της λήθης
μα αγρυπνούσανε τα όνειρα
απείθαρχα
κι έφτιαχναν μονοπάτια να διαβώ
να ιστορήσω
Κρυφά ακόμα κι απ’ τον ύπνο μου

Εκεί που δύσβατοι ηχούσαν’ οι χρησμοί
εκεί που έσπαζε της αντοχής μου
ο κόμπος
εκεί στα ορεινά που δε μ’ αξίωναν
τα πόδια μου τα γυάλινα να φτάσω

Ξυπνούσα ευτυχής τα πρωινά
ανάμεσα σε στοχασμούς και πλάνη
ανακαλύπτοντας απ’ την αρχή
παλιούς και νέους
μικρούς αυτόφωτους πλανήτες

Γκρεμίστηκαν τα όρια του τεχνητού μου κόσμου

Σε μιας παράλληλης ισημερίας το μεταίχμιο
κοντοστάθηκα δειλιάζοντας και σε ρωτώ:
Να προχωρήσω;
Το ‘να κομμάτι μου σε υπέργεια αναταραχή
Τ’ άλλο να βρίθει κορεσμό κι εμπιστοσύνη
στο ερχόμενο
Να προχωρήσω;

Κι όμως
Σε θέση ανατροπής πάλι με τοποθέτησε η αγάπη
Σχήμα κλειστό στέρηση βάρους τ’ όνομά της
Δίνει ζητά και αντηχεί περιεχόμενο
στις σκέψεις και στις πράξεις που την αληθεύουν
Στον έρωτα που την εγκαθιστά
πότε επάνω σε σταυρούς και πότε
στα λαγαρά νερά του εξαγνισμού
Το ήθος και το ύφος της προσωπικό
η αλήθειά της επιχείρημα αστήρικτο
κι η δύναμή της, μια ανεξήγητη αποδοχή

Μη με λυπάσαι που αστοχώ τόσο συχνά
Μάχιμη εσαεί η κληρονομιά μου
Όσα “τετέλεσται” κι αν ξεπηδήσουν
απ’ τα σπλάχνα μου
Έλα θα πω
με αφθονία θέλησης με μόχθο

Έλα
θα ξαγρυπνήσουνε τα όνειρα κι απόψε
και θα μυρώσουν
την αποκαθηλωμένη μας οδύνη
Η αγάπη θα μας εύρει σκεπασμένους
με το κατάλευκο, λινό σεντόνι του αύριο

Κι είθε να γίνει ό,τι ελπίζω
κι ό,τι ευχήθηκα
σε ημέρες τρεις.

 

 

Διάτρητος και μόνος

 

Ο ποιητής μοιάζει με πληγωμένο άνεμο. Έναν άνεμο
γεμάτο τρύπες. Φυσάει και κανένα καράβι δεν προ-
χωρά. Ούτ’ ένα μέτρο, ούτε μισό κλυδωνισμό. Φυσά-
ει, φυσάει, μέχρι που τα πνευμόνια του στεγνώνουν.
Και μόνον εκείνος νοιώθει τον αέρα, που ξέπνευσε.
Τριγύρω νηνεμία. Γέλια, χαρές στις παραλίες, βόλτες
μαμάδες σπρώχνουν καροτσάκια, ερωτευμένα ζευγά-
ρια, στην πόλη μποτιλιάρισμα, συναλλαγές στα ύπο-
πτα τραπέζια, αγγελίες, εξαγγελίες, απάτες κι οφθαλ-
μαπάτες. Κι αυτός; Μόνος. Μόνος κι αόρατος. Αόρα-
τος κι αόριστος. Ένας αόριστος γεμάτος τρύπες. Μα
ποιος να τις δει; Ποιος θα δει πώς αιμορραγεί ένας
αφανής άνεμος; Σέρνεται στις αγορές, στα πάρκα,
στα στενά δρομάκια και τα φρεσκοσκαμμένα πεζοδρόμια.
Περνάει απ’ τα πάτρια, τα οικεία, τ’ αλλότρια. Ίχνη
αναίμακτα, παντού. Σκορπίζει την ψυχή του, τη σκορ-
πίζει και χαίρεται. Χαίρεται και γαληνεύει. Η οικου-
μενική του ταυτότητα πλημμυρίζει το σύμπαν. Ένα
σύμπαν διάτρητης ύλης. Άνεμος ατάραχος χαϊδεύει
τις τρύπες του σύμπαντος. Κάποιες νοικοκυρές καθα-
ρίζοντας τις αυλές, μαζεύουν τα ξερά φύλα σε σωρούς
και τα καίνε. Καίνε τις νοσταλγίες του και τον αφή-
νουνε γυμνό στην αδυσώπητη μνήμη. Μνήμη, που τρέ-
φει το παρόν και απαιτεί τροφή από το μέλλον. Πώς
να σκαλίσει τώρα τα παλιά του υλικά, να επιδιορθώ-
σει τους ιμάντες της βραδυπορίας του; Χώνεται βια-
στικά στο συμβατικό του σώμα και υποτάσσεται.
Εκεί, απόλυτα προφυλαγμένος, θα τραγουδήσει πάλι
τον προορισμό του αίματος.

 

 

 

ΑΠΡΑΞΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ

 

Ώρες ατέλειωτες, κενές
Εκεί… να σε κοιτάζω
μαγνητισμένη ως τα κόκαλα του νου
Και να ρουφάς το βλέμμα μου
ωσάν φίδι το γάλα

Ώσπου
άδεια κούπα εγώ
να ξεψυχώ μπροστά σου
την ώρα που θ’ αρχίζει
το αιμόδιψο δελτίο των εννιά

Το άλλο βράδυ
θα μιλήσεις με τις φλόγες του τζακιού.

 

 

 

Άωρο δις αινιγματικό

 

Και να που δε χορταίνω
Φως
Δισυπόστατη να σε διαβάζω
και να με ραίνει μελωδικά αχός
γνωστός από παλιά συντρίμμια
Φως να με ραίνει

Ας καίει τ’ αρνητικό του νου
Εκεί να φλέγονται
πικρά άχρηστα μυστικά
ξέθωρα μάτια, λυγισμένα όνειρα
Αποτάσσομαι του θεού σου
Φως εναγκαλίζομαι

Σημάδι διαλεγμένο
σε τοίχο που ασβέστωνε η θλίψη
επίμονο
Και σε προσκύνησα
Γιατί… οι καιροί ερχόμενοι
με πασουμάκι μαλακό
όχι μ’ αρβύλες και φωνές
μας ξάνθυναν τα μάτια
και ημερέψαν οι λυγμοί

Τώρα γλιστράνε μαλακά πάνω στο φως
που δε χορταίνω να ρουφώ, να με ρουφάει
και δεν μπορώ… Να
μιας φωνής αράδα να σκαρώσω
Κι εσύ μιλάς με καταποντισμούς
Συνέπειες αθρόες
αναδιατάσσουν τα μικρά φωνήεντα
που φύλαγα στο λίκνο της αγάπης

Κάπου – κάπου
κάνε την καρδιά σου κάρβουνο
να βρίσκω πρώτη ύλη
για τη νύχτα
Και θα δωρίσω την πορφύρα
απ’ το πιο καθάριο αίμα μου
στη λιτανεία του θέρους –αν είναι νάρθει–
Καρποί σου οι λόγοι, αυτόπτες

Δε σιγουρεύεται το φως
αστέρι μου μοναχικό
Σταχτιά τα περιγράμματα σου
Δέλεαρ τα φωνητικά σου λόγια
πάνω κι απ’ της αψίνθου τα τεχνάσματα

Των φιλιών τ’ αποτύπωμα
χαρακιά στο κορμί του χειμώνα
Να σκύψω, μια σταλιά, στον ύπνο σου
να δω την κλίση του ονείρου σου
Όσον καιρό κι αν πάρει
μύθος θα γίνει

 

 

Επιπλέουν ανάμεσα

 

Ηρεμούν τα νερά του ωκεανού
τις μουσικές σου ακούγοντας
Λικνιστικές
Μυρωδικά μακρινής Ανατολής
Υποσχέσεις, που δε θα τηρηθούν

Μα στον ύπνο μου αγκίστρι ρίχνω
κι αγκαλιάζω τις ώρες σου
Σβησμένα τα σκαλοπάτια των αιθέρων
έντεχνα
Να μη φτάνω να σ’ αγγίξω πια
αστέρι μου

Απ’ τ’ ουρανού τους κήπους
κρεμασμένος. Με κοιτάς
Δε μπορώ ν’ αρθρώσω δάκρυ
να δροσιστεί η κάψα
του μεσημεριάτικου πόνου
Κι η γραφίδα μου
σε κυκλωτικούς ελιγμούς
ανήμπορη
να σε προφέρει στον κόσμο
Στρείδι ερμητικά κλειστό
των βυθών άγνωστο κόσμημα

Ζει πια κανείς με αποφθέγματα;

Οι ζωές μας γεννούν αποστάσεις
Οι σκέψεις μας τις μοιράζονται
Πότε η δική σου αφημένη
στων εποχών τα καμώματα
Πότε η δική μου αποκλεισμένη
σε ημερομηνίες εχθρικές

Κι ένα σωρό σωσίβιες λέξεις
επιπλέουν ανάμεσα
χωρίς προορισμό

 

 

 

ΑΜΦΙΒΙΑ ΕΓΩ  (2015)

 

 

ΟΜΗΡΙΑ

 

Μη με κοιτάς
βαδίζω πλάι στο γκρεμό
Υπάρχω μόνο
γιατί ετούτος ο χαμός
θέλει ένα πρόσωπο
για να ξεδίνει η θλίψη
στους περιπάτους του απογεύματος

Ομήρους κρατώ
το ποίημα και το όνειρο
και δε φοβάμαι
Τους ανταλλάσσω πάραυτα
ελάχιστα τα λύτρα που ζητάω

Το άρωμα της προσμονής
ίσως και το κορμί σου

 

 

Ρά-θυμος παρατηρητής πετροβολάει φεγγάρια

 

Ο θυμός είναι ένα οξύ
που κάνει περισσότερη ζημιά στο δοχείο που το περιέχει,
παρά σε οτιδήποτε χύνεται
(Mark Twain)

 

Ναι, θέλω να σε σκοτώσω
Σε σένα μιλώ
και μην κάνεις τον ανίδεο
Και να θέλεις να κρυφτείς
πια δε γίνεται
Σε προδίδουν οι σκέψεις μου
που σέρνονται ανόρεχτα στο πάτωμα
καθώς απομυζάς κάθε μου ικμάδα

Τόσον καιρό σφηνωμένος ανάμεσα
στα δυο πιο ηχηρά φωνήεντά μου
Το πιο μακρύ της ηδονής
μα με το άλλο της ισχύος
με καταδυναστεύεις
Και πάλι κρύβεσαι
δειλέ

Έτσι ήσουν πάντα
Δειλός κι αναπάντεχος

Έπαιζες χρόνια με τη αντοχή μου
να της επιταχύνεις την απώλεια
Κούφιες ιδέες σκάλιζες στα κούτσουρα
για να μακραίνεις τις διαστολές του χάους
και να μικραίνεις τις ρηχές μου πιθανότητες
να ορθώσω το ανάστημά μου στο παρόν

Φόνος ιδιαζόντως ειδεχθής
και προμελετημένος

Με απειλείς με συσσώρευση
κι ηρωικές εξόδους;
Μ’ έναν Άρη κρυμμένο
στα φουστάνια της εγκράτειας;
Χα
Απίστευτη η πονηριά σου

Θα πεθάνεις, πριν τα τοξικά σου
απόβλητα εισχωρήσουν
στη μόνη πια αλώβητη
περιοχή της ύπαρξής μου
Κι ας φθονείς το μικρό μου
ατσάλινο προπύργιο
Μ’ αυτό θα σε συντρίψω
Πλησιάζει η ώρα
Τα μεσάνυχτα οι επιλογές κωφεύουν

Η ηρεμία ανακάμπτει οκλαδόν
κι εγώ χαμογελώ σ’ έναν καθρέφτη
που δεν ράγισε.

 

 

Κοιμήσου Έλλη

 

Η Έλλη δεν θα ξαναμιλήσει
Δεν θα ξανακοιμηθεί στα σκαλιά
κυνηγημένη απ’ τους άγριους αέρηδες
Δεν θα μου ξαναγελάσει πια
μ’ εκείνη την καλοσυνάτη τρέλα της
Η Έλλη απεβίωσε, ετών 68
Το είδα το χαρτί, με τη μαύρη τρέσα
κολλημένο πάνω απ’ τα κοινόχρηστα
που πάλι ξέχασα να πληρώσω

Ήταν σχεδόν όμορφη, ξαπλωμένη αναπαυτικά
κάτω απ’ το μαλακό φως των κεριών
Δυό μακρινοί συγγενείς όλο κι όλο
κι ο παπάς της ενορίας με βλέμμα ανακούφισης
Δεν πλησίασα

Τουλάχιστον τον γλίτωσες τον φετινό χειμώνα
Και που ξέρεις; μπορεί αυτό να ‘ναι
το ταξίδι που σχεδίαζες
Έτσι δεν είναι Έλλη;
Νεκρή άλλωστε, όλοι σε αγαπούν
Κι εγώ, δε θα νυχοπατάω πια
όταν γυρίζω απ’ τα ξενύχτια μου
μη σε ξυπνήσω και τρομάξεις
Κανένας πεθαμένος δεν ξυπνά
Έτσι δεν είναι Έλλη;

Να ‘ξερα μόνο, ότι πήρες τη μάλλινη εσάρπα σου
Τι καιρό κάνει άραγε εκεί στον Άδη;

Πόσο θα ‘θελα να μη σε ξεχάσω
μα αδίστακτος ο χρόνος, προχωρά
κι εσύ
από καιρό το ήξερες.

 

 

Εραστής της ζωής

 

Στη μνήμη του παππού Μιχάλη

 

Σα να τον βλέπω
Χαμογελαστός, πάντα καλοδιάθετος
γερμένος στο ένα πλάι με το ποτήρι στο χέρι
στο ντιβανάκι της παλιάς μας σάγιας
–τη γκρέμισαν, πάει κι αυτή–
να μας μιλά για ιστορίες του κρασιού
και του μεγάλου πολέμου
Κουτσούβελα εμείς, δεκατρία
Κι όλο θέλαμε
Λίγο κρασί, απ’ το δικό του
Και
“Κυρά Μαρία, τα παιδιά πεινάνε”
Αχνιστοί κεφτέδες
Ιστορίες του κρασιού
Το αμπέλι έμπλεκε στα μαλλιά μας
Ο πόλεμος στους φόβους μας
Ο παππούς ξόρκιζε φαντάσματα
Με το ποτήρι στο χέρι
Έγραψε τον επίλογο

 

 

Επεισόδιο

 

Στη Μαρία Καλύβα

 

Δουλειές του ποδαριού
βαριά στους ώμους η ζωή
κι εσύ χαμόγελο πλατύ
και μαύρα μάτια, μόνο μάτια
κατάστηθα να με καρφώνεις
Ούτε οχτώ χρονώ καλά-καλά

–Πάρε, πάρε ένα κουκλάκι

Δε θέλεις οίκτο κι ούτε αφορμή
της περηφάνιας σου η λάμψη
να ραγίσει
Η άρνηση ν’ αποδεχτώ την ύπαρξη
τόσου άδικου μαζί
μένει μετέωρη
Μ’ ένα ζεστό γέλιο γάργαρης αθωότητας
σαλτάρεις πρόωρα
στον άξενο κόσμο
της σκληρής επιβίωσης
και των χαμένων ευκαιριών
Κόσμο ρατσιστικά ενοχικό στην ευτυχία

Κι όμως ξεκαρδίζεσαι
και χαρίζεσαι…

 

 

ΕΛΠΙΔΕΣ-ΛΕΠΙΔΕΣ

 

Κάθε πρωί
ανοίγω τα μάτια
με μίαν ελπίδα σφηνωμένη
ανάμεσα στο μαξιλάρι και
το αποτύπωμα του προσώπου μου
Ελπίδα τόσο αιχμηρή
που ματώνει τα σεντόνια
αχνίζοντας αβεβαιότητες

Οι λέξεις μου ταξιδεύουν
με τους πιο σφοδρούς ανέμους
Μερικές φορές ναυαγούν
πριν βρουν λιμάνι

Σα να ‘χει μέσα της απόλαυση
αυτή η πεπρωμένη απώλεια

 

 

Σπειράματα

 

Ρίμα το κρίμα με τον θυμό
δεν κάνει· σφιχτό στεφάνι
σ’ άδειο λαιμό. Κι’ ένας πνιγμός
να κρέμεται απ’ το ταβάνι

Η εσπέρα, πέρα στα βροχερά
λαγοκοιμάται, δε θυμάται
ποιος ειν’ εδώ. Κλαίει γοερά
και μια παντιέρα συλλογάται

Μα εγώ αγαπάω τα σκοτάδια
ψαχουλευτά να δραπετεύω
απ’ τα σημάδια και να γιατρεύω
απελπισίες παροδικές να ημερεύω
με λέξεις χάδια

Μικρό σπουργίτι, παιδί ισοβίτη
αναστενάζει, και χειμωνιάζει
σε μια βραδιά. Σαν του αστρίτη
τον συριγμό που σε χλευάζει

Μια πεταλούδα κόρη Ιούδα
αχ πως χορεύει, σα να γυρεύει
ένα φιλί. Με ροζ βερμούδα
και λάγνα γέλια, φως παζαρεύει

Κι εσύ μισείς τα αεροδρόμια
σ’ αναμονές αποκοιμιέσαι
και πεζοδρόμια. Κι αναρωτιέσαι
ποιες τροχιές σ’ έχουν ξεχάσει
σ’ ονειροδρόμια.

 

 

Τίτλοι τέλους

 

Κρατιέσαι απ’ το σώμα μου
σαν τα λειψά συντρίμμια
που αρπάζεται ο ναυαγός
Εσύ να μάχεσαι το χρόνο
κι εγώ
να ξαποσταίνω στο βυθό.

 
*

Εκεί στο σκοτεινό υπόγειο
δε συμβαίνουν παραμύθια
Κανείς δε σώζει το κορίτσι
κανείς δε σώζεται απ’ την αγάπη
Μόνο μουχλιάζει ως τα κόκαλα
τρέφοντας το σαράκι.

 
*

Το τέλος ήρθε αθόρυβα
σαν να φοβότανε
μήπως το αντιληφθούμε
κι απ’ έξω το κλειδώσουμε
Το τέλος είναι ύπουλο
Μόνο η αρχή κορδώνεται
μες την αφέλειά της.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

Κόμπος

 

Ήταν ένα συναίσθημα προδοτικό
Ανήσυχα στο στέρνο συστρεφόταν
Μέρες και μήνες
Αιώνας πολιορκητικός
Κι ήθελε να ‘ναι το φιλί
ήθελε να ‘ναι χάδι
μια λέξη έστω, τρυφερή
ήθελε, ήθελε…

Ένας πολύτιμος μύθος
φυλαγμένος σε στήθος έφηβο

Ώσπου μια μέρα χαριστική ή των δακρύων;
παράξενα διογκώθηκε
την άνοδό του διακινδυνεύοντας
Μα δεν το χώρεσε
Εκεί σταμάτησε
κάπου στο μέσον του λαιμού της
και της θλίψης
Μόνος και μόνιμος
σφιγμένος κόμπος

 

 

Στον αέρα

 

Τον άνοιξες το δρόμο
τον περπάτησες
Δυνάμωσαν τα πόδια σου
και τρέχεις
Κι ύστερα, τι;

Μια σφαίρα είσαι, ριγμένη στον αέρα
Στο μέγιστο βεληνεκές της διαδρομής σου
–με την αντίσταση σ’ ανύπαρκτη τριβή–
δρέπεις όλες τις αυταπάτες δάφνες σου
τη στιγμιαία σου διάρκεια
μη γνωρίζοντας
Ούτε την πτώση που ακολουθεί

Ελεύθερη κι ακαριαία.

 

 

Σαρωτική αδράνεια

 

Ω, με γεια την αναχώρηση, ευχήθηκα
και βγήκες
Μερικός από την πόρτα
λίγος από τα θαύματα
κι ο υπόλοιπος κανονικά – από τα κατακάθια
Ώριμα στο φλιτζάνι
(Αρμένικη αναχώρηση, Κ. Δημουλά)

 

Δεν παίρνεις από λόγια
δε σε τρομάζει η παρακμή
Χρόνια τώρα τσακίζομαι στα μάτια σου
σκορπίζοντας τον εαυτό μου
εδώ κι εκεί
βορρά στο χρόνο, που ανηλεώς με επισκέπτεται
Κι εσύ να με κοιτάζεις
μέσα απ’ τα μάτια εκείνης της φωτογραφίας
χαμόγελο του ‘95
εγκλωβισμένη σε διαρκή νεότητα

Χάνομαι στην ερημιά πολυσύχναστων δρόμων
να σμιλεύω τις αντιστάσεις μου, αθέατη
Χαρίζω το γέλιο μου σε όνειρα ξένα
και τη συμπόνια μου σε φίλια δράματα
Κωφεύω μέσα κι έξω απ’ την αλλαγή μου
Ανατρέπω τα μισόφωτα σε μισοσκόταδα
και μετρώ τα σημάδια μου στις ατέλειες
των παραμορφωμένων μου σχημάτων

Κανείς δε μ’ αγάπησε όπως εσύ
Τόσο επίμονα, τόσο ακραία
σε τόσην έκταση αφής
Δεν έχω πια άλλους όρκους να πατήσω
Σήμερα που η ακινησία έχει την τιμητική της
διαβάζω τη σιωπή μου
σαν άγνωστη λέξη

Ευτυχώς για τα λόγια που δεν ειπώθηκαν
και θανατώθηκαν αφόρετα
Ευτυχώς
που δεν έφτιαξα όρια στα όνειρα
και φράχτες στους γκρεμούς μου
Ευτυχώς
που ακόμα μπορώ
να σε βλέπω να γερνάς ταλαντευόμενος
Θα θωρακίσω την επαύριον με τη θλίψη μου
Στα στεγανά της απουσίας
παρελθόν δεν εισβάλλει ούτε μέλλον
Μην έρθεις.

 

(Δημοσιεύτηκε στο Εμβόλιμον, τχ.61-62 σελ. 96)

 

 

Είλωτας

 

I.

 

Τα χρόνια
τα δαιμόνια μου
τα έστησα στον τοίχο
Με λέξεις τα βασάνισα
τα κόντυνα, τα τάνυσα
διόλου δεν τα λυπήθηκα
Μελίρρυτος ο πόνος τους
σ’ έναν σατράπη στίχο

Τους μήνες
τους κηφήνες μου
τους χόρτασα με μύθους
Αγάλι η πέτρα το σκοινί
έτρωγε και μ’ επιμονή
ώσπου κοπήκαν’ τα δεσμά
Βαρκούλα μου ακυβέρνητη
στα πέλαγα του πλήθους

Τις μέρες
τις φοβέρες μου
τις άδραξα απ’ το χέρι
Διπλά κι αν τις σεβάστηκα
με κλάματα παιδιάστικα
μου σκάψανε το πρόσωπο
Μικρό το μεγαλείο τους
κι ο ψόγος τους νυστέρι

 

II.

 

Κι ήρθες μετά, ήρθες μετά
Χρόνια επτά, αν μετράω σωστά
να μου χαρίσεις φυλαχτά
Με λόγια απτά και διαλεχτά
κυρτά, μεστά, κυματιστά…
Μα είχα τα χέρια μου κλειστά
Είχα στ’ αυτιά μου μια βοή
και κρατημένη αναπνοή
Τα χείλη μου ήταν πέτρινα
Τα δάχτυλά μου κέρινα
και η καρδιά μου απούσα

Άγνωστο τι
τέξεται η επιούσα.

 

 

Δεν είσαι πια παιδί

 

Ψιχάλισε χρυσή βροχή και συ εκτρέπεις
–με μάτια που αστράφτουν σκοτεινιά–
το φως που ‘χεις στοιβάξει στις αποσκευές σου
και δρέπεις
κατασκευάσματα ραδιενεργά
Παρασυρμένος απ’ τα όνειρα
αυτών που θα ‘θελες να ζεις
διαπρέπεις

Στέκεις ανήμπορος μπρος στις θωπείες
τα λικνίσματα της τύχης
δε σ’ αφορούν τα λογικά, δεν τα αντέχεις
μόνο να έχεις
ένα κορμί που όλοι ποθούν
Όπου της νύχτας τα παράλογα σ’ ωθούν
εκεί προστρέχεις
μα να σε θρέψουν δε μπορούν
κι απέχεις

Σκοτάδι τρώει, σκοτάδι πίνει
η ανάγκη σου
Μέσα στη μέθη η λαγνεία σου
φουντώνει
Άρπαγας η επιβεβαίωση
δεν σε λυτρώνει
Αντεπιτίθεται για ένα γύρο ακόμα
κι ύστερα
σκόνη
Τ’ ακατανόητα σημάδια που φοβάσαι
είναι πουλιά που μεταφέρουνε μηνύματα
Θυμάσαι;
Ήταν αυγή στα πρώτα μας σκιρτήματα
Αχ μη λυπάσαι
Χαμένοι είμαστε έτσι κι αλλιώς
Χρόνια θαμμένοι
σε ήχους πλάγιους
κι αινίγματα.

 

 

Ναϊάδες

 

Τις είδα πάλι τις ξωτικιές εκεί στη μαύρη λίμνη
σε ξέφρενο χορό ν’ αφήνονται με τους απανταχού απόντες
στα φυλαγμένα ιερά των μυστικών πηγών
Μ’ ένα άηχο πάφλασμα ανεπαίσθητο σχεδόν
οι αρμονικές της δόνησής τους
επιφανειακά μεταβληθήκανε και χάθηκαν,
κύκλους διαγράφοντας ερωτικής ακολουθίας

Ομόκεντρα αρμενίσανε τη νύχτα τους μα ανήσυχα
μέχρι τις ακανθώδεις όχθες του συνειδητού
Με τα αιθέρια κάλλη τους, τα άμορφα
ανήλθαν αλαλάζοντας στο ασημένιο φως του φεγγαριού
Άτρωτες έμοιαζαν μες την πορεία του αναπόφευκτου
σε τροχιά ελεγχόμενου κινδύνου

Δεν είναι βλασφημία στους ανθρώπους
να στέλνουν οι Θεοί τέτοιες προκλήσεις
με τη μορφή οπτασίας υδάτινης και πόθου σκοτεινού;
Κατόπιν να περιφρονούν αυτούς που ενέδωσαν
βυθίζοντας στα σπλάγχνα τους μεγαλειώδη τρέλα
και τόση, τόση ακούσια φυγή
απ’ τις θνητές μα κι αναγκαίες δυνατότητες

Κι αν γεννηθήκαν ήρωες από κείνες τις ενώσεις
ή ποιητές ή και σοφοί ακόμα
ήτανε μήπως του θανάτου εξαιρετέοι;

Μη μου μιλάτε πια, θαρρώ ξημέρωσε
Αυτές στα μαύρα βάθη τους χαθήκανε
και μ’ άφησαν εδώ μονάχο περιβόλι.
Αυτάρκες μεν, αλλά χωρίς πρωτόπλαστους
χωρίς καμιά, καμιάν αμφιβολία
Δίχως ανάγκη πια για επανάσταση
χωρίς καν έρημο μα ούτε κι ερμηνεία.

 

 

Εν γραφή

 

Οι φίλοι μου εν γραφή *
είναι παιδιά με χέρια απλωμένα
Πότε κρατούν μιαν όαση αγκαλιά
και πότε
ρίχνονται αυτόβουλα στα βάθη του ερέβους
Δεν έχουν ασχολίες κλασσικές
Δε σταματούν μπρος σε κανένα νόμο
Μόνο συμβαίνουν σαν τα γεγονότα
Γελούν και παίζουν τη ζωή πεντόβολα
κλαίνε και ρίχνουν ζάλη στο κρασί τους
Ακροπατούν μικρές ξωθιές στον ύπνο τους
και ξέρουν
να αιματώνουν τη ζωή με σιγουριά
Νερό να τραγουδούν σε διψασμένα χείλη
Ξέρουν
πως να τανύζουνε τις λέξεις
και πως ν’ αναταράσσουν
το νοηματικό τους βόλεμα
όταν ατάραχοι προφέρουν
τους κεραυνούς και τις αιθρίες τους
Δύναμη πλάστη φέρουν
μεσ’ την άγνοιά τους

Οι φίλοι μου εν γραφή
δεν πιάνονται στη γη
απ’ το χορτάρι της
Έχουν μια τάση πάγια
να εκτοξεύονται στο μέλλον
Μιας και
καλά γνωρίζουν
πως τα δαιμόνια του νου
και του βυθού τα ευρήματα
λάμπουν και τραγουδάνε
στα πιο ωραία ποιήματα.

 

*ο στίχος ανήκει σε ποίημα του Σωκράτη Ξένου

 

 

Μετουσίωση

 

Χίλιες φορές προσπάθησα
τη λύπη να συντρίψω
και τη χαρά
που κατοικεί εντός μου
ν’ ανασύρω
Εντός και μόνη

Αρνείται

Λύπη… λύση… φύση… φυγή
Θέλει κι άλλα ουσιαστικά
Αναζητά θυσίες…
ουσίες… μεσσίες… σωσίες…
Χαρά… χώμα… φτερά…
Θέλει κι άλλη τόλμη

Τα παιχνίδια της ψυχής
με τις περιπλανήσεις του νου
δεν συμπλέουν
Σώμα… κώμα… κύμα…

Ήθελα να φτιάξω
χαρά, αίμα, και ψυχή
από λύπη, νερό και σώμα
Αυτές οι βασανιστικές λέξεις
μου ξελογιάζουν το νου
και αλαζονικά σταθμεύουν
στην ταραγμένη μου
αποφασιστικότητα

Θέλει κι άλλο κόκκινο
Και που να βρεθεί;
Μια ζωή κυνηγός του γαλάζιου
Ονείρου; Ουρανού;
Δεν θυμάμαι πια

Κι αν δεν ήταν
τόσο μακρινή η υπόσχεση
ή
τόσο εύθραυστη η προσμονή
ίσως να τα κατάφερνα.

 

 

Μελωδία θλίψης

 

Μέσα στην κάμαρα που ευωδιάζει χτες
Ίχνη και μυστικά κρυμμένα σ’ επιφάνειες γυμνές
Να σε μαντέψω απ’ τη σιωπή και την αιθάλη
Πώς;

Χέρια της μνήμης μου σφουγγίζουν απαλά
Από την αυγινή σου λάμψη περισσεύματα θολά
κι όλες τις ώρες στων χαδιών σου τη σπατάλη
πώς;
ψέμα έγινες
ψέμα έγινες κι εχάθης

Το φεγγάρι μιας αγάπης μεσουράνησε
και τη θλίψη μου για λίγο παραπλάνησε
μα είν’ εδώ τα περασμένα και μας βλέπουνε
κι ιστορίες για δραπέτες δεν αντέχουνε

Φύλλα φυτρώνουν στα ξερά μου τα μαλλιά
Ρίζες τα πόδια μου απλώνουν και τα χέρια μου φωλιά
Τη λύπη μου άδειασε μιας μέθης παραζάλη
Αχ πώς;
ψέμα έγινες
ψέμα έγινες κι εχάθης

 

 

Ενηλικίωση

 

Σηκώθηκε από νωρίς το όνειρο
κι ήρθε να με ξυπνήσει
Έλα, μου λέει, ήρθε η ώρα
σήμερα ενηλικιώνομαι
Καλά με φρόντισες ως τώρα
μα είναι καιρός να φεύγω

Έτσι μ’ άφησε… αξημέρωτα._

 

Η Στέλλα στιχουργός

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ 

Ο Ανδρέας Μαλόρης γεννήθηκε στην Αχέλεια της Πάφου. Σπούδασε ιατρική στη Θεσσαλονίκη και στο Johannesburg της Νοτίου Αφρικής και από το 1991 εργάζεται στη Λεμεσό. Το 1981 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα γράμματα,
συμμετέχοντας σε πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό και κατακτώντας το πρώτο βραβείο ποίησης. Έχει στο ενεργητικό του πέντε βιβλία, δύο
ποιητικά και τρεις συλλογές διηγημάτων, από τις οποίες οι δύο τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο το 1997 και το 2003.
Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά κι έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες ποίησης και διηγήματος. Διηγήματά του έχουν μεταφρασθεί και δημοσιευθεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά,
Βουλγαρικά και Τουρκικά.

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Τα τριάντα ποιήματα, ποίηση, αυτοέκδοση, Κύπρος, 1983
Με διαστρέβλωση ελάχιστη, ποίηση, εκδ. «Μικροκύκλος», Κύπρος, 2015
Κβαντομηχανική Μανδραγόρας, 2019

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα μπαλόνια άφαντα, διηγήματα, εκδ. «Κινύρας», Κύπρος, 1997, Κρατικό βραβείο διηγήματος
Τίποτα, τίποτα, διηγήματα, εκδ. «Αρμίδα», Κύπρος, 2003, Κρατικό βραβείο
διηγήματος
Εκκαθάριση προσωπικού, διηγήματα, εκδ. «Παράκεντρο», Κύπρος, 2012

.

.

.

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-2-0003

.

.

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-2-0002

.

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-2-0001

  

.

.

ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ (2019)

ΚΡΑΥΓΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

Τώρα, που η πλάτη της μέρας
ακουμπάει στο πορτοκαλί
του ηλιοβασιλέματος,
εσύ τι νόημα βγάζεις;
Τα χρώματα συνεπή,
αύριο επιστρέφουν,
εσύ ποιούς υπότιτλους ψάχνεις
στον ουρανό;

Γέρνεις στο χώμα,
ακουμπάς το αυτί στη ζέστα της πέτρας,
άθελά σου παραβιάζεις
τα προσωπικά δεδομένα του ήλιου,
μα τις δικές σου θαμμένες πολιτείες
ποιός έστερξε ποτέ
να κρυφακούσει;

Κάποια κυρία ευέξαπτη Χλωροφύλλη
παραδίδει το διάταγμα έξωσης
στην αθωότητα μιας αυλής.
Ελλείψει επιχειρημάτων
η μοχθηρία της μούχλας
θα πεις.
Για πόσο όμως εσύ
θα αναδιπλώνεσαι βουβός,
δίπλα σ’ αυτό το γιασεμί
που εκλιπαρεί;

Τα ρυάκια της βροχής τι κουβαλάν;
Να ‘ναι όσα δεν τόλμησες κείνο το βράδυ
ή μήπως τη ζωή σου όλη
που σαλπάρει,
στις νηοπομπές των μυστικών;
Λιπόσαρκες λέξεις και πατικωμένα τρένα,
πάλι θα πεις,
έξω από τα υγρά κρεματόρια
της ιστορίας. 

Ναι, ο καθείς και η ευκολία του.
Εντούτοις η πιο σύντομη πορεία
προς τ’ άστρα,
παραμένει η ανένταχτη κοτυληδόνα
μιας σκέψης.

Τη κραυγή της πεταλούδας ποιος θα την πει;

.

***

Μια μέρα,
και του ήλιου το αλφαβητάρι
κι αυτό θα κατασχεθεί!
Θα δεις!

.

***

Λίγο ακόμα
και οι νύκτες που αρωήθηκες,
παμψηφεί θα σε διαγράψουν.

Υπομονή, θα δεις!

.

Ο ΑΣΥΜΦΟΡΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΧ

Άργησα.
Την είδα να χάνεται
όπως γλυκάδα ομίχλης,
στη στροφή λίγο πριν την έξοδο
των βαριών διλημμάτων.
Την καταπλάκωσαν και πάλι
αργά τριαξονικά γιατί
.
Στον υπόγειο,
η επικερδής μου βιασύνη
προσπέρασε τον μουσικό του Μπαχ.
Οι νότες που άφησα πίσω,
με πολτοποίησαν στις ράγες.
Πέρασε κι από κει, θα λένε,
η βουβή αμαξοστοιχία
του μαύρου.

Τα χέρια,
που δεν κράτησα σφικτά,
ένιψαν τις ώρες
και βράδιασαν.

.

***

Όταν οι μεταμέλειες
θορυβούσαν ψες μέχρι το πρωί ψες,

σαν κάτι τρωκτικά
που ροκανίζουν το μαύρο,

και στους τοίχους φτερούγιζαν
οι σκιές
των μεγαλοπρεπών σου δισταγμών.

.

***

Να σ’ ακουμπά στον ώμο
λιπόθυμη συλλαβή
προσκυνητή,

και να τη σπρώχνεις εσύ,
κατακόμβες πόνου μετά,
στο αναπηρικό της δικής σου πνοής.

.

ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΙΙ

Και εισήλθε κι άλλο σκοτάδι
μέσα σε πιο βαθύ σκοτάδι.

Μέχρι που ένα πρωί η νοσταλγία,
έρποντας ανάμεσα στα κουφάρια
των μελλοντικών ποιητών,
με ανέλκυσε στο φως.

Ανέτρεψα τα εις βάρος μου δεδομένα,
διέσχισα εν τέλει
των ανεμόμυλων το δάσος,
μα η νύκτα έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθεί.

Η γη λικνίζεται
πάνω στον γοφό μιας γυναίκας,
σκύβει, αναπηδά και περιφέρεται,
μα η νύκτα έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθεί.

Το σύμπαν παράλληλο,
η ζωή του καθενός
μια εκδοχή,
μα η νύκτα έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθεί.

.

***

Όταν στο έμπα της Άνοιξης
σε προλαβαίνουν
κάτι επίμονα ρήματα,

τα μόνα που δεν εντάχθηκαν
στις βροχές
των απαγγελμένων ποιημάτων.

.

ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ

Πίσω από μένα,
πίσω από σένα,
πίσω από τον άλλο.

Πίσω από το μικροσκόπιο
της ματιάς σου,
τις μη μου άπτου απολήξεις
της αφής σου,
τ’ απειροελάχιστα ξύσματα
μιας νότας,
την πρώτη δειλή χειρονομία
ενός γιασεμιού,
πίσω από το υπόλοιπο έρωτα
στον κάλυκα μιας γλώσσας.

Κι ακόμη πιο πίσω,
πίσω-πίσω και πιο πίσω,
πίσω κι από την Έκρηξη τη Μεγάλη,
βαθύτερα κι απ’ το βαθύτερο βάθος του βάθους,
εκεί όπου όλα με το τίποτα αρχινούν
και στο τίποτα τελειώνουν.

Ναι, ναι, εκεί, εκεί
θα υπάρχει πάντα αυτό που αγνοώ’

και όσο αγνοώ ελπίζω.

.

***

Ατενίζοντας τ’ άστρα
εθίζεσαι στην ανυπαρξία

ατενίζοντας τ’ άστρα
εκτίθεσαι.

.

.

ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ (2015)

.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΟΥ

Ποίηση είναι η τέχνη
να επισκιάζεις την πραγματικότητα
να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου
μέχρι που να μην ξέρεις πού στέκεσαι
στο παρόν
στο μέλλον
ή στο μηδέν.

Έτσι απροσδόκητα
εναγκαλίζεσαι ερωτικά θέματα
στα ενδιάμεσα ασπάζεσαι ενίοτε
την πολιτική
κι αέναα επιζητάς την πολυτέλεια
της ηδονής,

κρατώντας όμως μιαν απόσταση
ασφαλείας,
όπως τη γλάστρα στο μπαλκόνι
το μισάνοικτο κάγκελο του κήπου
το μάτι στην κλειδαρότρυπα.

Κι όλα αυτά να επαναλαμβάνονται
σε μύριους τυχαίους δήθεν
κύκλους,

καθώς εσύ, ζώο βαρύ,
ποδοπατάς τους κήπους των αισθημάτων
με ύφος.

.

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

Μη μου μιλάτε
για ήχους ελικοπτέρων
παν’ από σώματα νεκρά
μέσα σε κήπους που ανθίζουν,

για δυνάμεις δήθεν αδίστακτες
κι άπειρα μακρινούς πολέμους.

Μιλάτε μου μόνο
για μάτια που εξακοντίζουν πόθους
μέσα στην πλήξη του πλήθους,

για κορμιά που διαγράφονται γυμνά
όταν τα λάβαρα πέφτουν,

για τις προθέσεις των χεριών,
όταν τα φώτα σβήνουν.

.

ΕΞΤΡΕΜΙΣΤΗΣ

Πριν σ’ αφυπνίσουν
τούτα τα κυνηγημένα βήματα
έξω στους αδιάφορους δρόμους
προχώρα βαθιά μέσα στις σελίδες
των αγαπημένων σου ποιητών,

και σκέπασε καλά τα γυμνά σου μέλη
που κείνται αφύλαχτα
στους λογής-λογής εξτρεμιστές.

Τώρα που γύρισες πίσω
από τις άγριες Ινδικές ακτές
κρύψου καλά μέσα στο πλήθος
των παλιών σου οργασμών,
και σφάλισέ με τρίδιπλα
στο τελευταίο σου συρτάρι.

Αγαπημένη,
σκέπασε καλά τα γυμνά σου μέλη.

.

ΤΩΡΑ

Τώρα απαγγέλλω
μια θάλασσα πνιγμένων στίχων
παραπατώντας στην ακτή
μπροστά σε αδιάφορο πλήθος.

Τώρα επιστρέφω
στις χαμένες νύκτες
κι ούτε καν άρωμα στην απαλάμη
από σώματα που μήδισαν
οριστικά.

Τώρα προσαρμόζω επιμελώς
τα φυσικά μου σύμβολα
στους κωδικούς των ημερών.

(Αποκτώντας επικίνδυνα
μια τάση ασυγκράτητη
παγιδευμένου φωτός.)

.

ΙΝΔΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

Επιστρέφεις
και ο χρόνος ξανακυλά
στις ράγες του γυμνού σου
εφηβαίου,

στη στάση των ανασασμών
ακινητοποιείς το σύμπαν
με έναν ακόμη οργασμό υπογράφεις
τη νέα καταδίκη.

Σε κοιτάζω απ’ το παράθυρο
που φεύγεις,
δεν υψώνεις χέρι
κι ο δρόμος άγρια γη,
δεν κοιτάζεις πίσω
κι ο κόσμος ήπειρος χαμένη.

Γέρνω στο βρεγμένο σου σεντόνι
κι η ξαφνική σιωπή του ωκεανού
μου λέει πως
τώρα πια σε χάνω.

.

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΜΕΡΕΣ

(Orange Free State)

Γυρνάς ακατάπαυστα
από το κράτος της Οράγγης
μέχρι το Τρανσβάαλ.
Κι όμως όπου κι αν πας
κάποιος πάντα θα σε ακολουθεί.
Κάποιος με μάτια ραδιενεργά,
μ’ εκπληκτικές ακτίνες διόρασης
θα σε περιμένει στη γωνιά.

Κάποιος θα ‘ναι πάντα κρυμμένος
κάτω από τα γεφύρια της μνήμης.
Θα κρυφοκοιτάζει,
θ’ ανασαίνει,
θα σφυρίζει,
θα επιμένει.

Γυρνάς,
μα σηματοδότη δεν έχει πια
η δική σου πορεία,
τα φώτα ένα-ένα σβήνουν,
σκιές νέγρων, κόμποι βουβοί
ξεχύνονται στους δρόμους.

Ξημερώνει
ακόμη μια μέρα,
ανώνυμη μέρα,
το τέλειο βούρκο
που θα σε καταπιεί.

.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΔΩ

Ακόμα θυμάμαι
τις αλλεπάλληλες νύκτες
που τα χείλια σου ακόρεστα
εκατόφυλλο στόμα
στάζαν’ ζωή.

Τότε που μου ‘λεγες
μη φοβάσαι τους δείχτες,
είν’ ο χρόνος ατέρμονη ψύξη,
μα τα σώματα ναοί φωτιάς.

Το πως επιστρέφεις τώρα
θέλω να πω,
στη σιωπή μου ήχος καυτός,
μέσα σε λάμψεις κανίβαλος μάγος,
τώρα που ελπίζω
ο κόσμος να τελειώνει εδώ.

.

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ

Μια ζούγκλα
με κόρες ιθαγενών πανέτοιμες
να μου χλευάζουν
τις συμβάσεις,

ένα πρωινό με αμυγδαλωτά μάτια
και το ποτάμι
(αχ αυτό το ποτάμι!)
που όλο μπαινοβγαίνει μέσα μου
κουβαλώντας με κανό
τη δίψα
μύριων μελαχρινών σωμάτων.

Απλώνω τα χέρια
αρπάζω αυτή την Άνοιξη
απ’ το γιακά,
προσεκτικά της διαβάζω
τις υποχρεώσεις της
και μετά την αφήνω και πάει…

.

ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ

Τώρα σέρνεσαι,
φίδι στους καλαμιώνες της καρδιάς,

στα σκοτεινά μου ερμηνεύεις
σονάτες παραμυθίας
την πήλινη μου αντοχή περιγελάς,

και μου καταλογίζεις
και της κλεμμένης λεμονιάς την τύψη.

.

ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Θαρρείς πως μόνο εσύ αξιώθηκες
τα σύνεργα της λήθης;

(Κι ανοίγω τα φυλλαράκια
του ονείρου,
ντάλα μεσημέρι που φυσά διαπεραστικά
ο ήλιος.)

.

ΓΥΡΙΣΕΣ ΠΙΣΩ

Γύρισες πίσω
και κανείς δεν πρόσεξε
πόσες φορές γονάτισες
κανείς δεν υπολόγισε
ίο τίμημα της επιστροφής.

Γύρισες πίσω
και κανείς δεν έστερξε
επί τον τύπον των ήλων.

Γύρισες πίσω
κι ήταν σαν να μην έλειψες
ποτέ.

Η δειλία
– η αποφυγή κάθε περιττού κινδύνου –
ως θέση απέτυχε.

.

ΕΘΙΣΤΕΙΤΕ!

Εθιστείτε
στην άδεια καρέκλα απέναντι,
στο παρελθόν των εσωτερικών σας χώρων,

στα υγρά βήματα της αναχώρησης,
στα άδεια μπαλκόνια των βλεμμάτων.

Εθιστείτε
στις διαμαρτυρίες των σκιών που κόπασαν,
στην ερμητικότητα των περιττών εξηγήσεων.

Εθιστείτε
στην έλλειψη του φωτός,
το σκοτάδι να δούμε τώρα.

Εθιστείτε
στη σκόνη, στο κάτω-κάτω
θα σας εξοικειώσει με τη στάχτη.

Εθιστείτε στον έρωτα
ή και στην έλλειψή του,
το ίδιο κάνει.

.

.

ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (1983)

.

καταγραφή α’ ’76-77

ΑΡΧΗ

Εδώ η αρχή
Αχνάρια στην πίσσα
Άνοιγμα στα χιόνια
Διάσωση απεγνωσμένη
Σκιστή βροχή και πέτρες
Άνεμος άνεμος και τείχη
Υπογραφή όνομα τέλος.

.

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑΤΑ

Λικνιζόμασταν ατάραχα στη θάλασσα
Της Κερύνειας
Ζώντας έκθαμβα σε φόντο
Παρωχημένων τραγουδιών.
Α! σπαταλημένα προμηνύματα
Ανελέητα σφυροκοπήματα
Τι το αλλόκοτο βρίσκατε
Στα φερσίματά μας;

Άλλωστε οι πληροφορίες
Ήσαν αντικρουόμενες,
Σε παρενθέσεις κλείναμε
Τα λαχανιασμένα σινιάλα
Των καιρών.
Επί πλέον θα μπορούσαμε μετά
Να τους εγκαλέσουμε
Για την κατάφωρο παραβίαση
Και τις αναπότρεπτες συνέπειες
«Επί της πέριξ εν γένει περιοχής».

.

ΣΤΟΧΑΣΤΡΑ

Τέλος πάντων θέλαμε να επιβιώσουμε
Και τα δάκτυλα της γης
Κρατούσαν το σφυγμό μας.
Κι’ ο κόσμος στα μπαλκόνια
Χειροκροτούσε
Χωρίς να ξέρει το γιατί.

Μπροστά η γη μας έμπαινε
Σε νέο κτηματολόγιο.
Καιγόμασταν
Ψιθυρίζοντας
Μικρές, μικρές συλλαβές.

.

ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΥΣΗ.

Πλανηθήκαμε σε πολυτάραχους κόσμους
Ξεπουλήσαμε τα τελευταία χαμόγελα
Στην κάθε ξένη αγορά
Και περιμέναμε.
Μα θυμάμαι καλά ήταν απόγευμα
Που το σύνθημα
Σήμανε την παύση.

Μείναμε όρθιοι
Με μια παράξενη
Παραμόρφωση
Στο πρόσωπο.

.

ΑΛΛΑΓΗ

Και μετά η αλλαγή
Με αλυσίδες που σέρνονταν ακόμη
Στα κόκκαλα και στο γέλιο
Κι εμείς …
Μείναμε σκυφτοί
Στην άλλη όχθη
Του κόσμου

Κοιτάζοντας
Τα σιντριβάνια
Να ξανακτίζονται
Και τον κόσμο
Ανάποδο στα πεζοδρόμια.

.

ΜΗΤΕΡΑ

Γιατί να σε θυμάμαι πάντα έτσι;
Έξω στο κατώφλι
Με το κόσκινο στην ποδιά σου
Καθάριζες στάρι, μπορούσε και σησάμι
Ή και φακές
Τα περιστέρια στην ταράτσα
Μετρούσαν τις ώρες, τους κόπους, τα δάκρυα
Κείνη την απέραντη λίμνη μοναξιάς
Που χανόσουνα
Μετρούσαν, μετρούσαν …
Άνοιγα το ξωπόρτι
Έτριζε και μετά γαλήνη
Σαν σε παλιά εκκλησία
Που ο Χριστός σε κοιτάζει
Κάθε φορά για πρώτη φορά
Μα ναι, θα ‘ταν Άνοιξη τότε
Στα μάγουλα σου άνθιζε μια ανεμώνη
Και γινόμουν ξανά μωρό στο στήθος σου
Ήθελα να την κόψω
Και με φίλαγες
«Το φαΐ είναι στο τραπέζι»
Αχνιστό με μια δόση αμέτρητης αγάπης
«Μητέρα έκλαψες πάλι σήμερα;»
Το φαγητό ήταν αλμυρό

Έξω το κόσκινο
Αμέριμνο αμέτοχο
Ταξιδεύει μ’ έκσταση παλινδρομική
Το στάρι
Χιλιάδες μικρές παλάμες
Ζητωκραυγάζουν
Χιλιάδες μικρά χειροκροτήματα
Για σένα
Που χανόσουν σε μια έκσταση
Παλινδρομική
Που χάθηκες.

.

ΑΠΛΗ ΘΥΜΗΣΗ

Τα παιδιά πέταξαν τις πεπονόφλουδες
Στην παστρικιά αυλή σου
Και θυμάμαι που είπες:
«Να ‘ρτη ένα πλάσμα τι θα πει;»
Ήρθαν όμως οι άλλοι, μάνα.
Κάθισαν στην αυλή σου.
Αυτοί δε μιλούσανε.
Δίπλα στο βασιλικό σου
Αυτοί σκοτώνανε.

.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ίσκιος μας
Εξατμιζόταν ακατάσχετα
Σ’ εκείνες τις πύρινες
Συντεταγμένες

Υπήρχε πάντα η πρόθεση
Να μας καταχωρήσουν
Στον κατάλογο των υποψηφίων
Θυμάτων

Μας περιέλουσαν ύστερα
Μ’ όλα τα χρώματα της οικουμένης
Κ’ έμεινε στο πρόσωπο
Μια πινελιά
Ανάξια κριτικής.

.

ΞΕΡΩ ΠΩΣ

Ξέρω πως
Φίλοι με το ανείπωτο
Στην άκρη της παλάμης
Ξεψυχούν
Άλλοι
Ρώτησαν μια φορά
Και πνίγονται
Σε μια λίμνη μοναξιάς
Μοιραίας.

.

η μετάβαση ’78-79

.

ΑΓΑΠΩ

της Τούλλας

Αγαπώ τα δέντρα που ξέρουν
Πότε να πρασινίσουν
Ν’ ανθίσουν
Να πεθάνουν

Αγαπώ εσένα
Που ξέρεις να μένεις πάντα πιστή
Στις στιγμές της επαπειλούμενης βοής
Την ώρα που όλοι μ’ απαρνούνται με
Προηγούμενες ικεσίες
Οπισθοχώρηση
Περιχαράκωση
Υπόσχεση
Και τέτοια

(Γι’ αυτό την αγαπώ
Που δε μ’ αναγκάζει
Να εκφράζουμαι
Με σύνθετες λέξεις).

.

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Ταξιδεύουν εδώ μ’ έναν ήλιο δραπέτη
Σκέψεις λιτές με σήμαντρα μνήμης
Ιδέες και στόχοι
Ψηφιδωτά με σιδερένιες βελόνες
Προσχεδιασμένες επάλξεις
Στο κάστρο του κόσμου
Αποφάσεις
Μάσκες
Και στίχοι.

.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Αν η ζωή μου στροβιλίζεται
Σαν φύλλο σε φθινόπωρο
Πάντα θα λαχταρώ
Τον άνεμο του Οκτώβρη.

.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ

Το τσιμέντο με βαραίνει
Τα τείχη γκρεμισμένα
Η πολιτεία δραπετεύει
Πού είναι ο ήλιος;

Βοήθεια κράζω σε σας
Μα γιατί γελάτε;
Στ’ όνομα του ανθρώπου
Πέφτει ο ουρανός
Ένα δοκάρι!

.

ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ

Γεύση μεταλλική όπως κι ο χωρισμός
Χαμόγελα και μορφασμοί
Μια κάποια συνάντηση
Αν μη τι άλλο,
Έφυγες

Φιλιά στο στόμα όπως και το κρασί
Χειραψίες κι ευχές
Μήπως είναι γιορτή;
Αν μη τι άλλο
Αλλάζει ο καιρός

Σιωπή που προσμένει το θάνατο ή το πρωί
Γράφοντας τη νύχτα
Για τα πουλιά που φύγαν
Αν μη τι άλλο
Ένα γράμμα για σένα

Χρόνος και δείκτες ο αμέτοχος εαυτός μου
Γωνίες και δρόμοι
Με φώτα ή χωρίς φώτα
Αν μη τι άλλο
Σ’ αγαπώ και μου λείπεις.

.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Ξεχνώ τους παλιούς μου φίλους
Πολύ γρήγορα
Δεν έχω συνηθίσει να ψηλαφώ
Τις ουλές στα μάγουλα
Μια νύχτα όμως θα τους ακούσω
Ν’ ανοίγουν την πόρτα κρυφά
Γιατί θαρρούν πως κοιμάμαι τα βράδια
Και βάζοντας φωτιά στο πρόσωπο
Θα τους υποδεχτώ όρθιος
Χαμογελώντας για να μη φοβηθώ
Είμαι πολύ μικρός
Για να ξεκάνω με μια μολυβιά
Όσους έχουν επιζήσει.

.

ΟΤΑΝ  ΦΥΓΟΥΜΕ

Ίσως να εκτροχιαστούμε κάποτε
Ταξιδεύοντας με οδηγό
Μια υστερόβουλη απόφαση
Θα σου κρατώ το χέρι
Δείχνοντας σου τα δέντρα
Να μας εγκαταλείπουν
Την απόσταση να μακραίνει
Με φόντο τους εαυτούς μας
Επεξεργασμένο σημείο του χρόνου

Δεν έχει σημασία
Αν εκτελούμε μια εκδούλευση
Ή φεύγουμε από ανάγκη προσωπική
Ότι αφήνουμε πίσω
Μας κατασκοπεύει
Κρυμμένο στην αβεβαιότητα
Κανείς δεν ξέρει
Πότε φεύγει
Και πότε μένει.

.

ΠΑΝΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΟΙ

Τη μέρα που με θράσος
Τολμήσαμε να πούμε
Φτάνει πια
Δεν υπάρχουν άλλα σταυροδρόμια
Εκείνοι
Αυτοί, όλοι
Ήσαν έτοιμοι
Με το δάχτυλο στη σκανδάλη

Εσύ, εγώ
Ο άλλος, η άλλη
Δον Κιχώτες των καιρών
Πόσες φορές το ‘χουμε σκεφτεί
Μα πάντα ξεροκέφαλοι
Και πάντα βιαστικοί.

.

ΠΑΓΙΔΑ

Είναι καλοστημένη παγίδα λέμε
Να στεκόμαστε αντίκρυ
Σαν δυό ανόμοιοι εφιάλτες
Στην ίδια πάντα νύχτα

Μα είναι και στιγμές
Που αισθανόμαστε ερημίτες
Στο ψιθύρισμα της απρόβλεπτης
Προδοσίας
Και τα χέρια σφίγγουν
Και τα βλέμματα ψάχνουν
Για κάτι αβέβαιο
Στα παραπετάσματα των ματιών.

.

Η ΑΜΥΝΑ

στο Γιώργο

Σήμερα όσο κι αν τραγουδάς
Αν μπορείς βέβαια να τραγουδάς
Είναι για να κρύβεις
Την πρόσβαση της βροχής
Στα ευάερα κι ευήλια διαμερίσματα
Στα υπόγεια του ονείρου
Στο άλλο πρόσωπο της άμυνας.

.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θα ‘ρθει κάποτε μια μέρα
Με κάποια πολλαπλότητα
Στο φέρσιμο της
Μια μέρα όμορφη ίσως
Που η ιστορία δε θα ρωτά
Για κάτι που δε φταίξαμε

Κοιτάζοντας σε ίσια στα μάτια
Κτίζοντας τη σωστή έκφραση
Που θα μας σώσει
Ξεγελώντας όλα τα σκοτάδια
Θα ‘ρθει και για μας
Κάποτε μια όμορφη μέρα.

.

καταγραφή β’ ’80-82

.

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΕΣ

Κύπριε,
Του αφρού και των τύψεων.
Με σκονισμένο το πρόσωπο
Η θαλασσινή σου χειραψία
Δεν βραβεύει πια το άνοιγμα των ρόδων.
Και όμως οι στίχοι αυτοί πάντα επιστρέφουν
Με μολυβένια λόγια
Στους καπνούς της συνεύλευσης,
Σε φανούς θυέλλης
Στις συσκοτισμένες πόλεις.
Για σένα,
Το άρωμα της λεμονιάς,
Το σχήμα του ναύαγιου,
Οι στίχοι αυτοί μελοποιούν
Τους βηματισμούς σου
Κτυπώντας το δικό τους άλλο ρυθμό
Στην πέτρα.
Στις παρυφές του πενταδάκτυλου
Και πάλι,
Νέοι Πυγμαλίωνες λαξεύουν
Το μελλοντικό σου απολίθωμα.

.

ΥΦΕΣΗ

Στο νησί αυτό της πλοκής των φύλλων
Και του αοράτου
Νιώθω μια ταραχή παράξενη που δεν ξέρω,
Ρίζες τρελές να ταξιδεύουν σ’ έναν κόσμο
Που δεν έμαθα πόσο θα κρατήσει.

Στο νησί αυτό των λαχανιασμένων βημάτων
Προσμένω το θρόισμα το αληθινό,
Το μήνυμα το τελευταίο,
Και σπάζω ένα κλωνάρι στη σκιά
Των αγαπημένων προσώπων.

Στο νησί αυτό κρατώ ανοιχτό
Ένα παράθυρο και μια μνήμη
Που πάντα θα την ξέρω,
Σ’ έναν κόσμο που δεν έμαθα
Πόσο θα κρατήσει.

.

ΕΝΔΟΤΙΣΜΟΣ

Κι’όταν ξανά πέφτουν πυροβολισμοί
Μην αναβάλλεις την κρυφή σου συνάντηση
Αγκάθια είναι που ματώνονται
Πολεμώντας την κυριαρχία του ρόδου

Κάθε που πλακώνει το νέφος
Μην ουρλιάζεις άσκοπα
Στο Μπέλφαστ
Ή στη Βυρητό
Οι μηχανές θα δουλεύουν
Στις δέκα το πρωί
Στην ίδια σειρά

Μέσα στα σμήνη
Των αποδημητικών πουλιών
Διακρίνεις τα παγωμένα μέλη
Του ενδοτισμού.

.

ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΤΟΥ ΜΠΛΟΥΖ

Πρόσεξε καλά μικρέ μου ποιητή
Τον τρόπο που εναλλάσσονται
Τα χρώματα
Γιατί θα γλιστρήσεις επικίνδυνα
Θα σκύψεις επικίνδυνα
Αυτοί που κίνησαν για τις φωλιές
Της Άνοιξης
Χάθηκαν χθες
Σ’ ένα φως κόκκινο ομιχλώδες
Μην αρνιέσαι το παραλήρημα του πυρετού
Γιατί είναι τα αιμάσσοντα τραύματα
Που μας σώζουν
Να είσαι ένας άγγελος φυγάς
Στο σχήμα μικρής γροθιάς
Μια φυσαρμόνικα
Στο κέντρο της συμφόρησης
Στον ίδιο πάντοτε
Ρυθμό του μπλουζ

.

ΒΑΜΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

«… Κάθε απόγευμα
εκατοντάδες νέγροι με κορόέλλες και
βαμμένα πρόσωπα ψάχνουν
τα δολοφονημένα παιδιά τους»
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 1981

Αυτό είναι το τέλος
Πρέπει να ‘ναι το τέλος
Το αισθάνομαι στα πόδια της μύγας
Που μ’ απομυζά
Στα δάχτυλα εκείνης
Που συνεχίζει να μ’ αγγίζει
Ξανθιά ετεροκινούμενη
Με νύχια στιγματισμένα
Δεν υπάρχει διέξοδος
Το βουητό πλησιάζει
Είναι οι μέλισσες της παραφροσύνης
Και οι δορυφόροι δολοφόνοι
Αποχρωματίζομαι

Τώρα πρέπει να ‘ναι το τέλος
Βαμμένα πρόσωπα
Ανιχνεύουν πτώματα
Μικρών νέγρων
Η αποσύνθεση πρέπει να καταγραφεί.

.

ΠΑΡΑΜΙΛΑΣ

Τώρα τα τραγούδια παραπατάνε
Λαμπάδα που πάει να σε ξεχάσει
Τώρα οι μάσκες παρελαύνουν με ύφος
Οι νύχτες σε κατακλέβουν
Και συ παραμιλάς.

.

Η ΣΕΙΡΑ

του Λεύκ
Αυτοί που στη σιωπή
Των κεκλεισμένων θυρών
Ένιωσαν την αποσύνθεση
Αυτοί που στη λογόρροια
Των ποιητών
Συνέλαβαν κάποιους δεσμούς
Αυτοί που στ’ άσφαιρα πυρά
Της τηλεόρασης
Προετοιμάζονταν για τις επόμενες κραυγές.

Αυτοί
Μαζί με πολλούς άλλους
Ξύρισαν το κεφάλι
Κι αποδήμησαν.

.

ΠΑΕΙ ΠΙΑ ΚΑΙΡΟΣ

Πάει πια καιρός
που μες στ’ ασθενοφόρα της εξουσίας
χαροπαλεύω με απελπισία.

Είμαι ο ίδιος
μαχαιρωμένο σώμα αμφιβολίας,
απύθμενη χαράδρα σιωπής,
λεκιασμένο συμβόλαιο προδοσίας.

Πάει πια καιρός
που σύναψα σχέση δολιοφθοράς,
σύντροφος αρπακτικών πουλιών
μιας λεύτερης χώρας.

Είμαι ο ίδιος
νησί οργισμένου ωκεανού
άλογο στην ανία των σαλονιών,
ο ήρωας ζωγραφιάς μικρού παιδιού.

Είμαι ο ίδιος
το ύφος στη ματιά
του αγνοουμένου.

.

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΜΗ

Λέω να κρατήσω την άμμο του καλοκαιριού
Στα μάτια,
Όλα τα θαύματα
Σε μια νύχτα.
Κι ανασηκώνουν τους στίχους
Εκρήξεις πολέμου,
Απαράλλαχτες οι ειδήσεις της μέρας.
Και προχωρώ
Θέλοντας και μη.

.

ΒΑΣΙΚΑ

Όχι δε φταίνε τα πεσιμιστικά μυθιστορήματα
Ποτέ δε μιλούσα πάρα πολύ
Βασικά ήμουν ποιητής
Παραδέχομαι και παύσεις αδικαιολόγητες
Αλλά ύστερα το κάθε τι
Έχει μια τέλεια σκοπιμότητα
Δεν χρειάζομαι τα λόγια
Για να πάλλομαι σαν γνήσιος απεργός
Ούτε την επανάσταση για να βρυχάμαι
Και μετά στις εγκεφαλικές κοιλότητες
Ποιός ξέρει πόσες πόρνες σαπροφυτούν;
Έτσι λοιπόν εξακολουθώ εγωιστικά
Να καταμετρώ τους φόνους
Στην εφημερίδα
Μα σάς παρακαλώ
Δεν ήμουν ποτέ ηδονοβλεψίας
Βασικά ήμουν ποιητής

.

.

τίποτα, τίποτα (2003)

.

ΤΙΠΟΤΑ

«…here I opened wide the door
darkness there and nothing more»
Edgar Allan Poe

Κτυπάει η πόρτα, μα δεν είμαι εδώ. Μου ‘χει κάνει έξωση το αλκοόλ κι απουσιάζω. Το δωμάτιο ποιος τ’ άδειασε ξαφνικά; Ποιος είμαι, πού πάω; Κολυμπάω μέσα σε κούφιο λεμόνι, μια αιωρούμαι, μια βυθίζομαι, ανάποδες,
πρόσθιο, πεταλούδα, κρόουλ: Τίποτα. Έρμαιο μιας χαώδους κι άγνωστης βαρύτητας, αδύνατο να σταθεροποιηθώ σ’ ένα σημείο. Λικνίζομαι πάνω-κάτω
απλωμένος σ’ αόρατη γόνδολα, ακουμπάω τη μια στο βούρκο της Βενετίας και την άλλη ανέρχομαι, ανεβαίνω, ανεβαίνω, ανεβαίνω, κολλάω τη μύτη στο
φεγγάρι και μετά κατρακυλάω ξανά στις πλαγιές του απόλυτου κενού, πέφτω, πέφτω…
Ανάσκελα στο πάτωμα, το ταβάνι στριφογυρίζει γιαταγάνι, τώρα είναι που θα μ’ αποκεφαλίσει, σίγουρα τίποτα πια δε με βοηθάει, «η ποίηση, η ποίηση, μόνο η ποίηση θα με σώσει», σκέφτομαι, και κει που ο δήμιος ανασηκώνει το λεπίδι αρπάζομαι απ’ τα μαλλιά μιας ελάχιστης αξιοπρέπειας που μου ‘χει
απομείνει κι ανασηκώνομαι. Κουτσά στραβά κάθομαι, βγάζω με κόπο το μαύρο μπλοκάκι απ’ την τσέπη κι αρχινάω:

Τίποτα, τίποτα

Δε μου βγαίνει. Μαγκώνω. Κάποιοι εν τη απουσία μου, μου στόμωσαν τις σκέψεις, άδικος κόπος, το κλείνω. Το ξαναμπήγω στην τσέπη, κάνω να σηκωθώ και παραπατάω, πέφτω βλήμα στον καναπέ, λέω όπου να ‘ναι το ταβάνι ανεμίζει και πάλι το σπαθί, η γόνδολα του εμετού φερμάρει και κει ξανακτυπάει η πόρτα.
Ξεδιπλώνομαι μουδιασμένος, ανοίγω ενστικτωδώς τα πόδια όσο μπορώ και πασπατευτά από έπιπλο σε τοίχο κι από τοίχο σε έπιπλο, τρεκλίζοντας, ανοίγω. Πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα φωτίζει βραχύσωμη γυναικεία μορφή, οικεία φυσιογνωμία – σε δόσεις η μνήμη πάει κάποια να μου θυμίσει – το πρόσωπο της όμως κει που ξεκαθαρίζει, ξαφνικά θαμπώνει και τη χάνω, τσαλαβουτώ βασανιστικά μια στο παρόν και μια στο παρελθόν, γέρνω πίσω-
μπροστά, ανοιγοκλείνω τα μάτια μου σφικτά: Τίποτα. Δε θυμάμαι τίποτα. Είναι στη μέση και το ελαφρυντικό του ακαταλόγιστου, πού ξέρεις μπορεί και να τη γνωρίζω, σκέφτομαι, την αφήνω να περάσει.
Μ’ ακολουθεί στο σαλόνι, την ακούω πίσω να ψελλίζει: «συγνώμη, συγνώμη, δεν ήξερα…μη μ’ αγνοείς, κοίταξέ με… » κι εντούτοις δε γυρίζω να τη δω, διατηρώ παρ’ όλα αυτά ακέραια την απέχθειά μου προς ό,τι μελοδραματικό, πατώ όσο γερά γίνεται στα μάρμαρα της αυτοκυριαρχίας και αρθρώνω: «Δε χρειάζονται εξηγήσεις, άδικος κόπος, μη μιλάς»,
σημάδι ότι θα πρέπει κάπου να την ξέρω, αλλά πού;
Σκύβω και μπουσουλώντας αγκαλιάζω διάπλατα το χαλί, συμμαζεύω από κάτω το άτακτο κοπάδι των άδειων κουτιών της μπύρας, τις μαντρώνω
στη γωνία, τσαλακώνω τις σκόρπιες εφημερίδες, χώνω τα κουβάρια κατ’ απ’ το πουφ και το τραπέζι, κρύβω με τρόπο άτσαλο τα χάπια πίσω από το μαξιλάρι και μηχανικά τη βοηθάω να καθίσει: Συρρικνώνεται. Τα ποδαράκια της ίσα που ακουμπούν στο πάτωμα, λυγίζει μπροστά, φέρνει τις δυο της απαλάμες στο πρόσωπο και ξεσπάει σε λυγμούς. Λέει πράματα ακαταλαβίστικα, στην παραζάλη ίσα που ξεδιαλύνω δυο με τρεις φράσεις το πολύ, κινάει και πάλι κάποια να μου θυμίσει, μα μου διαφεύγει, έχει
όντως το κλάμα της κάτι γνώριμο, διακρίνω κι έναν τόνο ανεξήγητα απολογητικό, ένοχη λες για κάτι τραγικό που μου συμβαίνει και που όμως αγνοώ:
«Όταν έφευγα… δεν ήξερα πόσο…πόσο σ’ αγαπ…αγαπ… τώρα όμως… θέλω, θέλω να… μην κοιτάς που καθόμουνα σήμερα στη…στη… δίπλα σε
κείνον…πληγώθηκες μα… τίποτα… σχέση απελπισίας, η μοναξιά είναι που μας σπρώχνει σε άθλιες αγκαλιές, μόνο εσένα σκέφτομαι…στο ‘γραψα.,. στις
αφιερώσεις… των βιβλίων, στις κάρτες… στους δίσκους «ότι και να συμβεί θα ‘μαι πάντα, δίπλα σου, μέσα σου, παντού»… συ με είχες διώξει…η στάση
σου, θυμάσαι; Γιατί δε θυμάσαι;»
Τίποτα δε θυμάμαι. Αι στην οργή! Είμαι σίγουρος ότι δεν την ξέρω, τι τον κρατάω εδώ αυτόν το νάνο! Με τη γυναίκα μου πάει κιόλας χρόνος που
παντρευτήκαμε, αυτή εδώ στο σαλόνι μιλάει για κάτι εντελώς πρόσφατο, δεν ξηγιέται το τόσο της πάθος. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, δε μου λέει τίποτα, μου είναι πέρα για πέρα άγνωστη, αδύνατο να ‘χα μπει ποτέ σε τέτοιο σώμα, εξάλλου μου φαίνεται τόσο εύθραυστη, μια πορσελάνινη κουκλίτσα μέσα κι έξω, δεν ανακαλώ, οι γυναίκες που ‘ξερα ήταν δυναμικές, πιλότοι κι αλεξιπτωτίστριες – τόσο τολμηρές κι ατίθασες – φως φανάρι θα πρόκειται περί τρελής.
«Σας παρακαλώ, η γυναίκα μου είναι στο μπάνιο, όπου να ‘ναι βγαίνει, μια γυναίκα όλη κι όλη αγάπησα στη ζωή μου, γι’ αυτό και δε θέλω να τη χάσω, σας ικετεύω φύγετε μη σας δει, οι γυναίκες που αξίζουν πληγώνονται πολύ εύκολα, ξέρετε. Αυτή που ακούς να πλατσουρίζει στο νερό είναι το πεπρωμένο μου, αν τη χάσω θα τρελαθώ, φύγετε όσο είναι νωρίς, πριν βγει και σας αντικρίσει, σας παρακαλώ».
Συνεχίζει να κλαίει μ’ αναφιλητά, αλλά ο πόνος είναι δικό της μονοπώλιο, πέφτουν τα δάκρια της, μα δε μ’ αγγίζουν, ναι, με προστατεύει τελευταίο
αδιόρατο στρώμα παγετού, βλέπω, μα ως εκεί, ίδια φακός φωτογραφικής αδύνατο να παρεισφρήσουν μέσα μου οδύνες κι ευαισθησίες. Το μόνο που με
κάνει τώρα είναι μη χάσω τη Μούσα της ζωής μου
αυτήν που όπου να ‘ναι βγαίνει, έχει κιόλας κλείσει τη βρύση, ακούω μάλιστα το τσαφ – τσαφ του ο ντε τουαλέτ, θα πρέπει άρα να βιαστώ.
Την αδράχνω απ’ το μπράτσο και την τραβάω αποφασιστικά, «μα ελάτε επιτέλους, θα πρέπει να φύγετε», της ξεφωνίζω, κι αυτή εξαντλημένη απ’ το
κλάμα αφήνεται στην οργή μου, τη σέρνω στο χολ, αγνοώ τον καθρέφτη που χασκογελά σατανικά, ανοίγω την πόρτα και τη σπρώχνω έξω. Τη σκουντάω
μέχρι τις σκάλες και ψυχρά με μάτια που γυαλίζουν, την παρακολουθώ κατόπι που με το δεξί στην κουπαστή κατεβαίνοντας, στροβιλίζεται στα σκαλιά σαν
ξεγραμμένο φθινοπωρινό φύλλο. Στέκομαι για λίγο στο κεφαλόσκαλο, αφουγκράζομαι προσεκτικά και μόλις τα βήματά της σβήνουν, μπαίνω μέσα, κλείνω την πόρτα, τρέχω γρήγορα γρήγορα στο μπάνιο κι ανοίγω: Μέσα κανείς. Ανοίγω και τη βρύση: Σταγόνα δεν τρέχει!
Πανικοβλημένος τρέχω στο παράθυρο, ξεριζώνω τις κουρτίνες, ανοίγω διάπλατα, ακουμπάω τους αγκώνες στο περβάζι και κρεμάμενος κοιτάζω
κάτω: Τίποτα. Την ψάχνω στο δρόμο, στη γραμμή του ορίζοντα, στο θαμπόγυαλο του καταδικασμένου ηλιοβασιλέματος: Πουθενά. Τρέχω έξω να την προλάβω, κουτρουβαλάω στις σκάλες, βγαίνω στο δρόμο με την ψυχή στο στόμα, κοιτάζω δεξιά, αριστερά: Τίποτα .
Σκυφτό κουρασμένο σκυλί περνάω απέναντι, σωριάζομαι στο παγκάκι της στάσης και γυρνώντας προς την πολυκατοικία, μου ξεφεύγουν τα μάτια, πετάνε ψηλά σαν πεταλούδες, πάνε αντίκρυ και μετέωρα φτερουγίζουν μπροστά στο παράθυρο. Ναι, με βλέπω καθαρά: Είμαι ακόμα εκεί ψηλά. Απολιθωμένος την ψάχνω κάτω στο δρόμο όπως πεθαμένο δέντρο τη ζωή και μοιάζω μες στο σκοτάδι που πλακώνει μια φιγούρα άχαρη, ένα περίγραμμα χωρίς πνοή. Το μπλοκάκι, το μπλοκάκι, πού είναι το μαύρο μου μπλοκάκι;
Αψηφώ περαστικούς, γείτονες και γνωστούς – επιμένουν να με χαιρετούν όπως πάντα εύχαρις κι ανίδεοι – βγάζω το δεφτεράκι απ’ την τσέπη, παίρνω
το στυλό και σμιλεύω ποίημα:

Όλοι λεν πως
στην έκφραση τον έχει κάτι παράξενο
πάντα στην ίδια θέση, στο μέσο
ούτε δεξιά, ούτε αριστερά
ούτε γέλιο, ούτε λύπη
κάτι σαν ξύλινο προσωπείο
Ιντιάνικου θεού.

Κάποιοι λεν πως πίσω
είναι μια γυναικεία μορφή
που από καιρό τον αιχμαλωτίζει
άλλοι λεν πως είδαν μόνο σκιές
κι άλλοι
(οι πιο πολλοί)
δεν ξέρουνε τίποτα
τίποτα, τίποτα
ένα τεράστιο τίποτα.

.

.

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ  (2012)

.

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Πρασίνιζα ακατάσχετα. ένα λεπτό ακόμη σε κείνη την παχύρρευστη μούχλα του γιατρού Σαμαρά και θα βλαστούσα. Θα ‘πρεπε το δίχως άλλο να ξεφύγω. Ένα σάλτο μορτάλε απ’ το μπαλκόνι θα ήταν μια κάποια λύση, ίσως η μοναδική υπό τις περιστάσεις λύση, αλλά το ύψος δεν ενέπνεε αρκετή εμπιστοσύνη. Ένας όροφος ουσιαστικά, μαζί μ’ ένα μίζερο ισόγειο, τίποτα παραπάνω. Δύσκολα πεθαίνεις από τόσο ύψος. Το πολύ-πολύ να καταλήξεις παραπληγικός ή με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, σκέφτηκα, ίσα – ίσα για να σε τσουλάνε μετά από γιατρό σε γιατρό κι από κλινική σε κλινική σαν χαζοχαρούμενο πεπέ σε καροτσάκι. Θα ήταν καλύτερα να πηδήξει εκείνος απ’ το παράθυρο. Με τόσα χρόνια στην πλάτη δε θ’ άντεχε, ©α διαλυόταν σαν πήλινος κουμπαράς.
Όλα ξεκίνησαν με την επιστολή που μου χούφτωσε η τσούλα της υποδοχής πρωί-πρωί, με το έμπα μου στην κλινική όπου δούλευα σαν λογιστής. Το ‘λεγε ξεκάθαρα: Με απέλυαν άρον-άρον από το λογιστήριο. Λόγοι οικονομικής περισυλλογής επέβαλλαν δήθεν εκκαθάριση προσωπικού:

«Διά την Κλινική, γιατρός I. Σαμαράς.
Πρόεδρος τον διοικητικού συμβουλίου».

Κι όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που η πλάτη μου πάγωνε απότομα την τελευταία βδομάδα. Την προηγούμενη ακριβώς, η κλήση κάτω απ’ την πόρτα μού συστήθηκε το ίδιο αδιάφορη και κρύα: Η κατάσχεση του σπιτιού, ελέω αφελών επενδύσεων και οικονομικής κρίσης, ήταν ζήτημα ημερών.
Έντεκα και κάτι, ήμουν στο γραφείο του γιατρού Σαμαρά. Καθόταν με τη ράχη της καρέκλας μπροστά απ’ το γυαλί της τζαμαρίας, σκυφτός μέσα σ’ ένα φρικτό αλλοπρόσαλλο χαρτομάνι από αποδείξεις, ημερολόγια, χρεώσεις και ιστορικά ασθενών. Χώρια οι ακτινογραφίες που τις χρησιμοποιούσε για καρμπόν. Το μόνο που τον ενδιέφερε όμως μέσα σε όλη εκείνη τη σαβούρα – στον συμψηφισμό μια αδιόρατη ικανοποίηση τού τράβαγε τα χείλη – ήταν η
σούμα της ημερήσιας είσπραξης στον μακρύ κατάλογο των ασθενών του. Γι’ αυτό και κάθε τόσο άπλωνε το χέρι και με το μεσαίο δάκτυλο βαρούσε τα πλήκτρα μιας λιλιπούτειας υπολογιστικής που είχε χωμένη στο δεξί συρτάρι του γραφείου. Στην κρίσιμη φάση μάλιστα της σούμας, με κίνηση αποφασιστική κατάφερνε το τελειωτικό κτύπημα στο ENTER, έσκυβε για λίγο στο συρτάρι, γεράκωνε την αύξηση του ποσού κι ακαριαία τ’ αυτιά του φωτίζονταν.
Φιγούρα γκρίζα, μέσα κι έξω: Παντελόνι και πουκάμισο, φρύδια κι αραιά μαλλιά, όλα σε αποχρώσεις γκρίζες, ειδικά τ’ αξύριστά του γένια που κολυμπούσαν μέσα σ’ ένα γκρίζο βρόμικο και ρηχό. Το όλο σύνολο έδενε, εν ολίγοις, σ’ ένα κατασκεύασμα θλιβερό κι απερίγραπτο. Παρόλα αυτά, σκεφτόμουν, κείνη η άθλια μορφή είχε κατορθώσει να εμπνεύσει δέος και σεβασμό σ’ όλη την επικράτεια, ίσως γιατί όντως το γκρίζο εμπνέει σεβασμό στα βελάζοντα πλήθη, ίσως όμως και γιατί ως πρώην βουλευτής του απελθόντος κυβερνώντος κόμματος εξακολουθούσε να βολεύει τους ημέτερους με επιτυχία. Μανούλα στον μικροκομματισμό, άσος στις ίντριγκες και τις διαπλοκές, περνούσε ακόμη η μπογιά του.

«Καλημέρα σας. Είμαι δω για την αποζημίωση… μετά την απόλυση
μου θα…»
«Ξέρω, ένα λεπτό, κάθισε…»

Δεν εδέησε να σηκώσει το βλέμμα. Αρειμάνιος συνέχιζε να μπαινοβγαίνει στα χαρτιά μηχανικά, ψηλαφητά, σχεδόν τυφλά. Συμπλήρωνε τα ευρήματα και διεκπεραίωνε τους φακέλους με ευλάβεια, αργά και σταθερά, σίγουρος πέρα για πέρα για το απεριόριστο του χρόνου του στον πλανήτη. Ακουμπούσε μετά τους φακέλους στ’ αριστερά, στη θέση των εξερχόμενων, και καθώς η ώρα
περνούσε, τα χαρτιά στοιβάζονταν το ένα απάνω στο άλλο με διαρκώς αυξανόμενη ετοιμόρροπη κλίση. Τρεις φορές μάλιστα, πίστεψα πως ο άτσαλος πύργος θα σωριαζόταν στο πάτωμα, και τρεις φορές χίμηξα να τον συγκρατήσω, μα ξανακάθισα: Κατά έναν παράξενο τρόπο, ο μουντός εκείνος σωρός κρατιόταν ακόμη όρθιος παρόλο το φορτίο. Λίγο όμως να τον ακουμπούσα στα θεμέλια, λίγο να τον άγγιζα και θα ‘πεφτε. Θα γινόμουν ρεζίλι. Γι’ αυτό κάνοντας δεύτερες σκέψεις, κράτησα μια λογική απόσταση
ασφαλείας, ευχόμενος από μέσα μου κάποια στιγμή να σωριαστούν όλοι οι φάκελοι στο πάτωμα και να χρειαστεί τρία τέρμινα να τους συμμαζέψει. Κάνω κάπου-κάπου τέτοιες ευχές.
Το δωμάτιο μύριζε όχι τα κλασικά ιώδια και αλκοόλ, αλλά ένα περίεργο κράμα από μπαγιάτικα πεθαμενίστικα μαλλιά και τηγανητό κρεμμύδι: Ο όροφος, εκτός από γραφείο, συστέγαζε και το ενδιαίτημά του, που μοιραζόταν μετά τον θάνατο της γυναίκας του – από πρόωρη γεροντική άνοια – με τη δεύτερή του σύζυγο, μια ξεχαρβαλωμένη Βουλγάρα, παλιά χορεύτρια που σίτεψε. Γι’ αυτό κι από τη διπλανή πόρτα ακουγόταν ο ήχος τσιγαρίσματος σε τηγάνι: Η κυρία Σαμαρά θα τηγάνιζε ποιος ξέρει τι αηδίες. Και δεν ήταν
Μόνο αυτό. Την αποπνικτική ατμόσφαιρα πολιορκούσε κι ένα
αμπαλάζ από βρόμικο πατσουλί που γυρόφερνε στον αέρα από ώρα. Κάνα μπουκαλάκι φτηνή κολόνια, σκέφτηκα, που θα σούφρωσε από καμιά γριά άρρωστή του στην κλινική. Ατμόσφαιρα με άλλα λόγια αμιγώς εμετική. Όλα τα γερασμένα απομεινάρια της ζωής που ξέρω, έχουν αυτό το κουσούρι: Μαζεύουν γύρω τους ό,τι φανταστείς. Τι τα κάνουν ένα βήμα πριν την εξαφάνισή τους;
Είχε κρεμάσει και το σακάκι – φως φανάρι μόδας της δεκαετίας
του εξήντα ραμμένο σε εμποροράφτη της εποχής – σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο προπολεμικό καλόγερο, που βρισκόταν στητός ακριβώς δίπλα μου στ’ αριστερά, ίσα-ίσα για να με τρελαίνει: Απ’ την τσέπη του πολυκαιρισμένου πέτου, κρέμονταν ένα λιγδιασμένο τσαλακωμένο καρό μαντήλι – το δίχως άλλο κι αυτό ιστορικής αξίας – που οι μύξες του είχαν στεγνώσει, δίνοντάς του μια στέρεα όψη. Δεν αντέχω αυτά τα μαντήλια. Κάθε που τα βλέπω να καταχωνιάζονται στις μύτες γριπωμένων συνταξιούχων ή να κρέμονται από ξεφτισμένες τσέπες ηλικιωμένων, κάνω την ίδια σκέψη: Κάποιοι θα πρέπει να τα πλένουν τούτα τα πατσαβούρια. Φέρνω στον νου τη διαδικασία πλυσίματος ενός τέτοιου μαντιλιού, ακούω το ξερό κριτς-κρατς κι ανακατεύομαι.

«Ξέρετε, κύριε…»
«Μια στιγμή…»

Ως εκεί. Το ίδιο απότομα ξανασίγησε. Βυθίζοντας το σώμα του περισσότερο στα χαρτιά, έμοιαζε τώρα πιο πολύ με λουόμενο που τον τραβάει ρουφήχτρα στα έγκατα μαύρου ωκεανού παρά με επαγγελματία γιατρό. Ήταν γνωστός γι’ αυτή του την ικανότητα: Σου απαντούσε πάντοτε μονολεκτικά, δυο-τρεις λέξεις το πολύ, αφήνοντας σκόπιμα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα κάτι αόριστο κι ημιτελές σαν απειλή. Και μετά την απαραίτητη παύση των δέκα
αιώνων που ακολουθούσε, συμπλήρωνε ακόμη ένα μισόλογο και ξαναχανόταν. Και συ εκεί: Να εύχεσαι διακαώς να ‘ναι μόνο προσωρινή η βουβαμάρα του, να μην είναι τίποτα εγκεφαλικό και σου προκύψει μια αχαμνή σάρκα στα χέρια, που θα πρέπει μετά να μεταφέρεις στο πλησιέστερο νοσοκομείο απλωμένη σαν άδεια κάλτσα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου σου.
Τη θανατερή εκείνη ηρεμία του γραφείου διέκοπτε μόνο η βαριά του ανάσα, που γινόταν όλο και πιο ανατριχιαστική, καθώς ο αέρας μετά δυσκολίας περνούσε μέσα από τις πυκνές κατακίτρινες τρίχες των ρουθουνιών του, λυγίζοντάς τις μέσα-έξω σαν κατάξερα στάχυα.
Δεν επέμενα άλλο. Το είχε σκοπό να συμπληρώνει φακέλους μέχρι τη δευτέρα παρουσία και σίγουρα δεν είχα την υπομονή ν’ αναμένω έναν Ιησού να δώσει τέλος σε κείνη τη φρίκη. Λες και διάβασε όμως τη σκέψη μου, ανασήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια απ’ τους φακέλους και κοιτάζοντάς με πάνω απ’ τα μισοφέγγαρα των πρεσβυωπικών του γυαλιών, ίσα που ψέλλισε:

«Μισό λεπτό…»

Μισό λεπτό. Και μετά τι; Καταχείμωνο και η σόμπα σβηστή. Πάγωνα, τα δόντια μου κροτάλιζαν, χουχούλιαζα τα χέρια, μάταια όμως. Σηκώθηκα και νευρικά άρχισα να περπατώ πάνω-κάτω, μπροστά απ’ τη βιβλιοθήκη σαν νευρόσπαστο. Για να περάσει η ώρα, άρχισα να περιεργάζομαι τα βιβλία, έχοντας το κεφάλι λυγισμένο δεξιά. (Πάντα διαβάζω τους τίτλους των βιβλίων στα ράφια με λυγισμένο το κεφάλι δεξιά, θα ‘χει να κάνει με την ηλίθια κατασκευή του εγκεφάλου μου). Μου πιάστηκε όμως το σβέρκο και
ισιώνοντάς το, έβαλα στόχο να διαβάσω τους τίτλους με όρθιο τώρα κεφάλι. Μου βγήκαν τα μάτια. Ξανακάθισα. Εξάλλου δε βρήκα τίποτα το ενδιαφέρον: Μόνο παλιά ιατρικά βιβλία των αρχών του αιώνα με σκοροφαγωμένα ξώφυλλα, παλιές ερωτικές νουβέλες και διαλυμένα περιοδικά που για τον φόβο των Ιουδαίων δεν τολμούσες ν’ ακουμπήσεις. Πού και πού παραταγμένα στα κενά ανάμεσα στα βιβλία, φρικτά κιτς μπιμπελό, πλαστικές όρθιες άγκυρες, παναγίτσες και κορνίζες με τον Σαμαρά έφηβο σε πόζες αλά Τσινετσιτά: Το μάγουλο γυρτό ν’ ακουμπά στη φούχτα κι ανάμεσα στα
δάχτυλα τσιγάρο σβηστό. Κι ακόμη γαλαζόπετρες, μάτια αντιβασκανικά, φτηνά κομπολόγια… Αυτό με σκοτώνει: Παίρνεις έναν φτασμένο γιατρό, πρώην βουλευτή, κι αυτός δεν έχει διαβάσει ένα βιβλίο της προκοπής. Να μη θεωρεί κανένα άλλο βιβλίο σημαντικό στη ζωή του εξόν από τα απαραίτητα για την οικονομική του ευμάρεια και τη συντήρηση της καταραμένης του ματαιοδοξίας. Τους μισώ αυτούς τους τύπους.
Βυθισμένος καθώς ήταν στα χαρτιά δε θα πρόλαβε να κατανοήσει τη φύση της τελευταίας εν ζωή πτήσης του: Πλησιάζοντας από πίσω, και γυρνώντας τον αστραπιαία προς το τζάμι, τον έσπρωξα με δύναμη. Η βαριά καρέκλα, με τον Σαμαρά θρονιασμένο σαν Καρδινάλιο, πέρασε μέσα από την τζαμαρία, θρυμματίζοντας την με κρότο. Πριν χαθεί στο κενό, πριν το χάος τον καταπιεί μια για πάντα, πριν τον χορταστικό γδούπο της πτώσης στο τσιμέντο του πεζοδρομίου, οι ματιές μας για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου
ξανασυναντήθηκαν.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες, στον προθάλαμο του ιατρείου κάθονταν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η γριά ακίνητη, ανέκφραστη, σκυφτή με σταυρωμένα τα χέρια κι ο γέρος γερμένος μπροστά ακουμπούσε σ’ ένα μπαστούνι. Είχε ύφος απλανές κι οι κινήσεις του κεφαλιού του αργές και σπασμωδικές, παρκινσονικές. Ένευε σε κάτι σκιές που πλανιόνταν ύπουλα στον απέναντι τοίχο.

.

Συνέντευξη στον Χρήστο Μαυρή

Εφημερίδα Χαραυγή 1/11/2015

Η «επιτυχία» δεν είναι έννοια μετρήσιμη, δηλώνει για τον εαυτό του (αλλά και για κάθε δημιουργό) ο πολυβραβευμένος λογοτέχνης Ανδρέας Μαλόρης και εξηγεί πως «τα βραβεία ή τα best sellers δεν είναι συνώνυμα της επιτυχίας».

Με την ευκαιρία της έκδοσης και κυκλοφορίας της νέας ποιητικής συλλογής του, που τιτλοφορείται «Με διαστρέβλωση ελαχίστη», ο Ανδρέας Μαλόρης μιλάει στη «Χαραυγή» για την ποίηση και γενικά τη λογοτεχνία, αλλά και την αποστολή του λογοτέχνη στη σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για ποίηση επικεντρωμένη σε υπαρξιακά θέματα και κυρίως στον έρωτα που, όπως λέει, «θεωρώ τον έρωτα ως τον μέγιστο υπαρξιακό προβληματισμό γιατί εμπεριέχει και τον αντίποδά του, το θάνατο».

Έχεις καταπιαστεί με επιτυχία, τόσο με την ποίηση όσο και με την πεζογραφία και συγκεκριμένα με το διήγημα. Τι είναι εκείνο που σε κάνει να καταφεύγεις από το ένα είδος στο άλλο;

Δεν είμαι σίγουρος αν η ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία υπήρξε επιτυχής ή όχι. Για μένα, αλλά πιστεύω και για κάθε δημιουργό, η «επιτυχία» δεν είναι έννοια μετρήσιμη. Τα βραβεία ή τα best sellers για παράδειγμα δεν είναι συνώνυμα της επιτυχίας. Στη λογοτεχνία συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και με τις σκέψεις μας: Είναι αδύνατο να μεταφέρει κανείς επακριβώς με λόγια ή λέξεις αυτό που ακριβώς σκέφτεται σε μια δεδομένη στιγμή. Οταν ένα βιβλίο τελειώνει στο μυαλό του συγγραφέα παραμένει πάντοτε η αίσθηση ότι δεν είπε ή δεν εξέφρασε αυτό που ήθελε όπως το ήθελε. Με την έννοια αυτή ο κάθε συνεπής λογοτέχνης είναι και μη επιτυχημένος. Ο πήχης για το επόμενο βιβλίο παραμένει πάντοτε ψηλά.

Από την άλλη, η μετάβαση από την ποίηση στην πεζογραφία δεν πιστεύω ότι είναι θέμα επιλογής. Ο διαχωρισμός της λογοτεχνίας σε ποιητικό και πεζό λόγο είναι περισσότερο ακαδημαϊκός και τεχνητός παρά πραγματικός. Ο διαχωρισμός σίγουρα είναι χρήσιμος για σκοπούς μελέτης και ανάλυσης της λογοτεχνίας από τους ειδικούς, στο μυαλό όμως του δημιουργού τα όρια δεν είναι τόσο σαφή και ευκρινώς προσδιορισμένα. Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι σχεδόν οι συγγραφείς έχουν σε κάποια φάση της ζωής τους ασχοληθεί λίγο ή πολύ και με άλλα λογοτεχνικά είδη πέραν εκείνου που τους καταξιώνει. Εχω την πεποίθηση ότι στους συγγραφείς συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στον αθλητισμό: κάποιοι αθλητές γεννιούνται με μια κλίση προς τις μεγάλες ή τις μικρές αποστάσεις. Το ίδιο συμβαίνει και στους λογοτέχνες στο μυθιστόρημα και διήγημα-ποίηση αντίστοιχα.

Ξεκίνησα γράφοντας αποκλειστικά ποίηση για πάνω από 20 χρόνια μέχρι που μια βαθύτερη ανάγκη για περισσότερη εξωστρέφεια και επικοινωνία με οδήγησε στο διήγημα. Είναι για αυτό το λόγο που στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων τα όρια μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας ήταν σε κάποια διηγήματα δυσδιάκριτα. Η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο δεν ακολουθεί κανόνες. Είναι μια διαδικασία ασυνείδητη, αλλά κυρίως ανεξήγητη. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω και την ιδιαιτερότητα του ιατρικού επαγγέλματος στο οποίο, για λόγους ευνόητους, ευδοκιμούν οι σύντομες γραφές της ποίησης και του διηγήματος.

Τα ποιήματα που παρουσιάζεις στη μόλις πρόσφατα εκδοθείσα συλλογή σου που τιτλοφορείται «Με διαστρέβλωση ελαχίστη» περιστρέφονται γύρω από υπαρξιακά κυρίως θέματα, όπως είναι ο έρωτας. Θέλω να πω πως από τη συλλογή απουσιάζει το ιστορικό και γεωγραφικό στοιχείο. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Κατ’ αρχάς η συλλογή αυτή είναι ερωτική. Ισως ο τίτλος να παραπλανεί. Σε κάποια ποιήματα εμφαίνονται όντως και άλλοι υπαρξιακοί προβληματισμοί, αλλά και σε εκείνα ακόμη ο έρωτας υποβόσκει σαν έναυσμα ή αφορμή. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο, γιατί δεν θεωρώ δόκιμο ο ποιητής να αναλύει τα ποιήματά του. Με αφορμή όμως την ερώτησή σας θα ήθελα να πω ότι θεωρώ τον έρωτα ως τον μέγιστο υπαρξιακό προβληματισμό γιατί εμπεριέχει και τον αντίποδά του, το θάνατο. Είναι γνωστή άλλωστε και η θέση του Φρόιντ σε αυτό το θέμα στη μελέτη του «Ερως και θάνος». Πίσω απ’ όλα κινείται η ζωογόνος δύναμη του έρωτα που όχι μόνο διαιωνίζει την ύπαρξη, αλλά καθορίζει εν πολλοίς και το νόημά της.

Πιστεύω ότι στην Κύπρο, ειδικά μετά το 1974, η ερωτική ποίηση θάφτηκε κάτω από τόνους ψυχαναγκαστικών στίχων που είχαν να κάνουν αποκλειστικά με την κατοχή. Από το ’74 και μετά η ερωτική ποίηση τέθηκε κατά κάποιο τρόπο υπό διωγμόν, αποσιωπήθηκε και πνίγηκε σαν ένα είδος ταμπού. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε επιτέλους από τα στενά, ιστορικά πλαίσια του νησιού και να δούμε τον κόσμο πανανθρώπινα και οικουμενικά. Υπάρχουν και αλλού προβλήματα κατοχής, προσφυγιάς κι απελευθέρωσης. Τρισχειρότερα μάλιστα. Μια ματιά στη γειτονιά μας είναι αρκετή. Ο πόλεμος όμως και τα τοπικά προβλήματα δεν καταργούν τον έρωτα. Απεναντίας. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλά από τα μεγαλύτερα ερωτικά έργα της λογοτεχνίας γράφτηκαν σε εποχές πολέμου π.χ. «Πόλεμος και ειρήνη» (Τολστόι), «Οσα παίρνει ο άνεμος» (Μάργκαρετ Μίτσελ) κ.ά.

Στο πρώτο ποίημα της συλλογής γράφεις πως η «ποίηση είναι η τέχνη/ να επισκιάζεις την πραγματικότητα/ να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου…». Εχω την εντύπωση όμως πως ο ορισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αποστολή της ποίησης. Τι είναι για σένα η ποίηση;

Ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής είναι: «Η ποίηση ΣΟΥ». Στο ποίημα αυτό δεν προσπαθώ να ορίσω την ποίηση. Οι εισαγωγικοί αυτοί στίχοι εκφράζουν όλο το κλίμα της συλλογής που ακολουθεί. Οι θέσεις αυτές όμως αφορούν μόνο τη δική μου άποψη περί ποίησης στις συγκεκριμένες φάσεις που γράφτηκαν τα ποιήματα.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια και μοναδική απάντηση στην ερώτηση «τι είναι ποίηση». Υπάρχουν τόσοι ορισμοί όσοι είναι και οι ποιητές. Η δική μου άποψη κατατάσσει την ποίηση εγκεφαλικά μεν στον «απειθάρχητο τρόπο σκέψης» αισθητικά δε ανάμεσα στον ορισμό του Louis Simpson που την ορίζει σαν «μια σκέψη που την αισθάνεσαι» και τον ορισμό του Ανδρέα Εμπειρίκου που λέει ότι «η ποίησις είναι η ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου».

Τώρα όσον αφορά τη δήθεν αποστολή της ποίησης θα έλεγα ότι η ποίηση καταργείται αυτόματα από τη στιγμή που ενδύεται το μανδύα ή την πανοπλία της στράτευσης. Η ποιητική λειτουργία δεν υπακούει σε νόμους και κατευθυντήριες γραμμές. Εκφράζει μόνο την αδέσμευτη σκέψη του ποιητή μακριά από σκοπιμότητες και στόχους. Η ποίηση βρίσκεται στην αντίπερα όχθη των ιεραποστολών και των μανιφέστων. Στον «Επίλογο» του ο Μανόλης Αναγνωστάκης λέει: «Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες/ Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». Το πιστεύω.

Ο στίχος σου «κάθε ποιητής και η Ελεονόρα του» θυμίζει την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Το ποίημα «Εθιστείτε» θυμίζει την ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού. Ποια είναι τελικά η σχέση σου με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση;

Τα ονόματα «Ελεονόρα» και «Ελένη» είναι τα κατ’ εξοχήν ονόματα που βασανίζουν και κατατρύχουν τους ποιητές από την εποχή του Ομήρου. Στο στίχο που αναφέρεσθε, από το ποίημα «Αλας και ύδωρ», ή «Ελεονόρα» έχει ακριβώς αυτή την έννοια. Η δική μου Ελεονόρα όμως, πλην της συνωνυμίας, δεν έχει καμίαν άλλη σχέση με τις δύο-τρεις «Ελεονόρες» που εμφανίζονται στην ποίηση του Εγγονόπουλου, οι οποίες είναι μάλιστα σμιλευμένες αυστηρά μέσα στα πλαίσια του σουρεαλισμού της εποχής του ποιητή. Συμπαθώ περισσότερο μιαν άλλη Ελεονόρα: την Lenore του Edgαr Allan Poe στο «Κοράκι», η απουσία της οποίας τον στοιχειώνει αριστουργηματικά! Το «Εθιστείτε» ναι, θυμίζει το «Αντισταθείτε» του Κατσαρού, το ποίημα του οποίου όμως, σε αντίθεση με το «Εθιστείτε», είναι καθαρά αντιεξουσιαστικό.

Η σχέση μου με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, πέρα από το δέος μπροστά στο έργο των γνωστών μεγάλων, που παραμένει ανεξίτηλο, εξαντλείται πια στις σπάνιες εκείνες φορές που ένα ποίημα θα με εκπλήξει ευχάριστα σε κάποιο από τα εξ Ελλάδος λογοτεχνικά περιοδικά και σπάνια σε αθηναϊκές εκδόσεις. Εξακολουθώ να υποκλίνομαι όμως στην ποίηση της Κικής Δημουλά. Θεωρώ αυτή την ανεπανάληπτη αποθέωση της μεταφοράς και την παρείσφρηση του χιούμορ στην ποίηση, πρωτόγνωρη κι απογειωτική.

Πώς συγκρίνεις την κυπριακή ποίηση με την ποίηση που παράγεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

Είναι δύσκολη μια τέτοια σύγκριση γιατί απαιτεί διαρκή ενημέρωση και ενασχόληση με την ποίηση τής κάθε χώρας ξεχωριστά. Στις πιο πολλές φορές μάλιστα, σε μεταφράσεις που πόρρω απέχουν από το πρωτότυπο. Πέραν τούτου όμως, συναντώ κατά καιρούς στο διαδίκτυο ποιήματα άλλων Ευρωπαίων ποιητών στα οποία διακρίνεται μια τάση επιστροφής σε θέματα υπαρξιακά που έχουν να κάνουν πια με τη δύσκολη καθημερινή επιβίωση και τη σύμμειξη λαών με διαφορετική κουλτούρα.

.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΛΟΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ: 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ   

Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ανδρέας Μαλόρης: «Με διαστρέβλωση ελάχιστη», εκδόσεις Μικρόκυκλος, 2015

Δυναμισμός και κατηγορηματικότητα –

Ο Ανδρέας Μαλόρης, ύστερα από τρία πεζογραφικά βιβλία, δύο από τα οποία απέσπασαν Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, επιστρέφει στην ποίηση από την οποία ξεκίνησε το 1983. Διαβάζοντας το νέο του βιβλίο διαπίστωσα ότι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής του είναι η αμεσότητα και η ευθυβολία. Ο ποιητής δεν μιλά με υπαινιγμούς, ούτε και αρέσκεται στις έμμεσες ή πλάγιες αναφορές. Ό,τι έχει να πει το λέει ευθέως, έστω κι αν τα ρητορικά του σχήματα είναι πλούσια σε μεταφορές, παρομοιώσεις, αλληγορικές αναφορές και άλλα καλολογικά, αισθητικά στοιχεία. Συχνά, δε, επιστρατεύει τη χλεύη, την ειρωνεία, το σαρκασμό αλλά και τον αυτοσαρκασμό. Πχ με ύφος επιτηδευμένα προστακτικό, λέει: «Στις προκλήσεις / απέστρεψε το βλέμμα, / τους πόθους ποδοπατά καταγής / και έσο απαθής!». (σελ. 13)

Από την άλλη η ποίηση του Α.Μ. αποπνέει ένα δυναμισμό, μια ευκρινέστατη κατηγορηματικότητα και μια ενθουσιώδη προσήλωση στη θέση που λαμβάνει ή υπερασπίζεται. Γιατί ο Α.Μ. μονίμως λαμβάνει θέση ή υπερασπίζεται κάποια θέση, όποια κι αν είναι η θεματική στόχευσή του. Ζωή έμπλεη συναισθημάτων, βιωμάτων και πάθους είναι το ιδεατό για τον ποιητή: «Μιλάτε μου μόνο / για μάτια που εξακοντίζουν πόθους / μέσα στην πλήξη του πλήθους…». (σελ. 14)
ην ίδια ώρα ο ποιητής δεν διστάζει να αυτοσαρκάζεται, να σαρκάζει τον αυτάρεσκο εαυτό του. Θα χαρακτήριζα μάλιστα αμείλικτο το αυτοκριτικό του στίγμα: «Ουρλιάζω μες στα όνειρα μου / κραυγές παγωνιού που ξεψυχά / μέσα στα φτερά του». (σελ. 15)

Το ίδιο δυναμικά υμνεί ο ποιητής και τον έρωτα. Τον υμνεί διακηρυχτικά, φωναχτά, ευθύβολα και παραστατικά. Πρωτίστως όμως πρόκειται για έναν έρωτα που σημασιολογεί ως ενέργεια, ως θετική ενέργεια: «Οι ανέραστες μέρες καραδοκούν απηυδυσμένες / Φτάνει πια, / θα πρέπει να αποφασίσω / αιώρηση ή στασιμότητα / έρμαιο πάθους ερωτικού / ή νυσταλέα σημεία». (σελ. 18)

Η ερωτική θεματική έχει για τον Α.Μ. πολυποίκιλες προεκτάσεις. Δεν είναι αμιγής, συνήθως αποτελεί πρόσμιξη με κάτι άλλο στις παρυφές του οποίου φτάνει με υπαινιγμούς, ενίοτε με παραβολές ή αλληγορικά. Κι αυτό το άλλο μπορεί να είναι κοινωνική προέκταση, αισθητική προέκταση ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να διεγείρει τη φαντασία του ποιητή: «Ο δικός μου έρωτας / ξαγρυπνά / δίπλα στο κομμένο δέντρο / της γειτονιάς μου». (σελ. 25)
Ακόμη και στην ερωτική ποίησή του ο Α.Μ. εμπερικλείει μια δόση καταγγελτικότητας. Αφού μονίμως κάτι έχει σε κάποιον να προσάψει. Ακόμα κι όταν αυτός ο κάποιος είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Η κριτική του διάθεση αφορά βεβαίως τον εκάστοτε συνομιλητή του, όμως είναι παντού διάχυτο και το αυτοκριτικό στίγμα: «Πώς αλήθεια, εσύ αντέχεις / τον οχληρό Ερωτόσαυρο / που στην αυλή σου κόβει βόλτες / μέρα μεσημέρι;». (σελ. 42)

Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ δύο ποιήματα, το «Ενηλικίωση» (σελ. 56) και το «Εθιστείτε» (σελ. 61), με το οποίο ολοκληρώνεται η συλλογή. Τα δύο ποιήματα είναι ενδεικτικά για την ωριμότητα του ποιητή, συναισθηματική και αισθητική. Αλλά συνάμα μπορούν να ειδωθούν και ως διακηρύξεις στάσης ζωής εκ μέρους του. Θα αποφύγω την αποσπασματική παράθεση στίχων για να μην τα αδικήσω. Ειδικά τα συγκεκριμένα ποιήματα, μόνο επί συνόλω μπορούν να αξιολογηθούν και να εκτιμηθούν.

Γενικά, οι στίχοι του ποιητή είναι ευρηματικοί και ευφάνταστοι, με απρόσμενες παρομοιώσεις και κατακλείδες που εντυπωσιάζουν, με την κατηγορηματικότητα και την καταγγελτικότητά τους: « …ένα περιπολικό διασχίζει την πνοή μου / βρέχει ασταμάτητα μια λίθινη βροχή / κι η αγάπη σου ίδιο γυαλί / το μέσα μου ραγίζει». (σελ. 22)

Στα ποιήματα του Α.Μ. πιστεύω πως υπάρχει μια δομική συνέπεια, μια αρχιτεκτονική συμμετρία και μια ισομερής αναλογικότητα. Η αυστηρή προσήλωση στις πιο πάνω προδιαγραφές θεωρώ ότι διασφαλίζει ένα διακριτό αισθητικό αποτέλεσμα.

Στη συλλογή απαντώνται και ποιήματα ποιητικής, που διακρίνονται για τη διαύγεια, την παραστατικότητα και τη συνοχή των εκφραστικών τους μέσων και των ρητορικών τους τρόπων. Πχ «Τώρα απαγγέλλω / μια θάλασσα πνιγμένων στίχων / παραπατώντας στην ακτή / μπροστά σε αδιάφορο πλήθος». (σελ. 26)

Ακόμη, ο ποιητής επιστρατεύει στους στίχους του και τον αισθησιασμό, αξιοποιώντας τον σε εντελώς «ανύποπτες» θεματικές, αλλά με αισθητική και λειτουργική επάρκεια και όχι χάριν εντυπωσιασμού ή ως αυτοσκοπό. Πχ στο ποίημα «Ινδικός ωκεανός», λέει: «Επιστρέφεις / και ο χρόνος ξανακυλά / στις ράγες του γυμνού σου / εφηβαίου / στη στάση των ανασασμών / ακινητοποιείς το σύμπαν / με έναν ακόμη οργασμό υπογράφεις / τη νέα καταδίκη». (σελ. 27)

Ο Α.Μ. πιστεύω ότι καταφέρνει να συνδυάζει επιτυχώς στην ποίηση του το λυρισμό, με την αμεσότητα και τον δυναμισμό, χωρίς κανένα από τα τρία πιο πάνω χαρακτηριστικά να λειτουργεί σε βάρος του άλλου: «Απλώνω τα χέρια / αρπάζω αυτή την Άνοιξη / απ’ το γιακά / προσεκτικά της διαβάζω / τις υποχρεώσεις της / και μετά την αφήνω και πάει… ». (σελ./ 37)

Ο ποιητής επιτυγχάνει να μεταπλάσει αισθητικά και να θεματοποιήσει ό,τι το φθαρμένο, το παρηκμασμένο, το πεπερασμένο και αδιάφορο πλέον. Ανεξάρτητα εάν αυτό αφορά τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, ιδέες ή στάσεις ζωής, κλπ: «Μα είσαι πια ορθάνοικτη πόρτα / …μια θάλασσα που εξερευνήθηκε / ‘φήνοντας πίσω φριχτή μελαγχολία». (σελ. 38)

Μια άλλη ιδιαιτερότητα της ποίησης του Α.Μ., με την οποία θα ήθελα να ολοκληρώσω την παρουσίασή μου, είναι ότι οι στίχοι του, πολύ συχνά, διακρίνονται από μια δυναμική, μια προοπτική και πολλές φορές μια υποδόρια εξέλιξη. Σπάνια καταγράφουν και περιγράφουν στατικές καταστάσεις: «Γιατί το πρώτο φιλί / δεν είναι παρά / κείνος ο ανεπαίσθητος σπινθήρας / που πυρπολεί το μέλλον». (σελ. 60)

.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Με διαστρέβλωση ελάχιστη, εκδ. Μικρόκυκλος

Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στον έρωτα. Ακόμα κι αν ο έρωτας αυτός είναι βασανιστικός, ακυρώνεται και κυριαρχεί ο χωρισμός, η απουσία, η ανάμνηση, η ματαιότητα και το ανεκπλήρωτο. Συχνά επανέρχεται ο ερωτικός πόθος και συνήθως η ποιητική φωνή απευθύνεται στο ερωτικό εσύ. Σ’ όλα τα ποιήματα διακρίνεται μια διάχυτη μελαγχολία και στοχασμός, πολλές φορές η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Όμως, δεν έχουν όλα τα ποιήματα της συλλογής έναν ερωτικό χαρακτήρα. Άλλα αναφέρονται στη δημιουργία, είναι ποιήματα ποιητικής κι άλλα έχουν να κάνουν με μνήμες από τη ζωή του ποιητή στην Αφρική και είναι έντονη η παρουσία της φύσης. Πρόκειται για μια ποίηση γοητευτική και σίγουρα δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑΣ

Ο δικός μου έρωτας
είναι σεντόνι που ανεμίζει
μέσα στον ύπνο μακρινής πολιτείας.
όνειρο που σε κάτι περισσεύει
το πρωί που όλα υπόσχονται
μια λύση.
Ο δικός μου έρωτας
ξαγρυπνά
δίπλα στο κομμένο δέντρο
της γειτονιάς μου

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

«Αλήθεια» 8/9/2016

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Κυκλοφόρησε το 2012 μα ειλικρινά διατηρεί και σήμερα και θα διατηρεί και
στο μέλλον, τη διαύγεια και την ευστροφία της αυτή η οξυδερκής
συλλογή διηγημάτων. Ο Ανδρέας Μαλόρης ξεδιπλώνει. άλλοτε με χιούμορ και άλλο με πίκρα. διαρκώς όμως με πικρό χιούμορ. 14 ελκυστικές ιστορίες με κοινό παρονομαστή τους τον θάνατο ή. για να είμαι ορθότερος, την απώλεια. Απώλεια ωστόσο η οποία στολίζεται με τον υποδειγματικό σαρκασμό
του συγγραφέα που χαρίζει στον αναγνώστη υψηλές στιγμές πεζογραφικής απόλαυσης, πλάθοντας, σχεδόν με εικαστική αρμονία, αλλόκοτους, άρα ζουμερούς, χαρακτήρες τους οποίους, άμα ανοίξουμε τα μάτια, αντικρίζουμε ολόγυρά μας.
Μερικά διηγήματα της συλλογής αγγίζουν επίπεδα μαύρης κωμωδίας παντρεύοντας, βιτριολικά, το αστείο με το σοβαρό ενώ. εάν θελήσω να
υποκύψω στον πειρασμό της υποκειμενικότητας τότε, ναι, το διήγημα
«Η Αλήθεια» με κέρδισε ολοκληρωτικά. κυρίως χάρη στη στρατιά
των υπαινιγμών του. Πέραν τούτου, επιστρέφοντας στη σφαιρική ανάλυση του βιβλίου, νιώθω ότι. ο Ανδρέας Μαλόρης, έγινε, υπηρετώντας την τέχνη του λόγου, αλλά και τον λόγο της τέχνης, παλμογράφος μικρών και, συχνά, περιφρονημένων καταστάσεων οι οποίες, αργά ή γρήγορα, αποκτούν γιγάντιες διαστάσεις, καθώς τα πρόσωπα που τις συνθέτουν καλύπτονται από πυκνό, και αξεδιάλυτο, μυστήριο.
Γι’ αυτό. ίσως, πριν το πρώτο διήγημα. παραθέτει την εξής διατύπωση του Καμύ: «Οι περισσότεροι από μας δεν αντιλαμβάνονται τι τεράστια ενέργεια ξοδεύουν μερικοί άνθρωποι για να φαίνονται φυσιολογικοί». Κι άντε τώρα, στην εποχή της ισοπεδωτικής σύγχυσης, να ξεχωρίσουμε το φυσιολογικό από το αφύσικο. Δεν ψάχνουμε, λέω εγώ καλύτερα, ψύλλους στα άχυρα;

.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

ΔΙΟΡΑΜΑ ΑΤ.4/1-2/2016

Στην ποιητική συλλογή Με διαστρέβλωση ελάχιστη του Ανδρέα Μαλόρη (γ. 1955) η ποίηση ορίζεται ως η τέχνη «επισκίασης της πραγματικότητας», ενώ παράλληλα ο ποιητής εμφανίζεται να μετουσιώνει επώδυνα σε τέχνη τη βιωματική ύλη:«[…] να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου
/μέχρι να μην ξέρεις πού στέκεσαι […)». Επομένως, η ποίηση δεν φωτογραφίζει την πραγματικότητα, αλλά εμφανίζει τα είδωλά της όχι κατ’ανάγκην παραμορφωμένα, αλλά πάντως με τους ιδιαίτερους ρητορικούς της τρόπους και γενικότερα με την ιδιάζουσα «λογική» της («Η ποίησή
σου», σ. 9). 0 ενδοκειμενικός ποιητής εκφράζει την προτίμησή του στη λιτή και απέριττη ποιητική γραφή, σε αντίθεση με την πληθωρική ποιητική έκφραση των πρώτων ποιητικών του δοκιμών: («Με μπιχλιμπίδια φορτωμένοι / οι νεανικοί μου ενθουσιασμοί, / με άλας και ύδωρ / η ώριμή μου θλίψη»(σ. 50).
Πέρα από τα άλλα ποικίλα θέματα της συλλογής του Α. Μαλόρη, συχνά επανέρχεται σε αρκετά ποιήματά του το θέμα της ήττας και της συνθηκολόγησης με συνδηλώσεις ερωτικές, υπαρξιακές, πολιτικές, ίσως και άλλες (βλ., λ.χ., το ποίημα «Υστερόγραφο», σ. 12). Οι μάχες που έχουν
κριθεί (σ. 12), «τα λάβαρα που πέφτουν» (σ. 14), «οι δρόμοι που δεν αξίζουν καυτούς ιδρώτες»(σ. 18), «ο έρωτας που ξαγρυπνά δίπλα στο κομμένο δέντρο της γειτονιάς […]» (σ. 25), «τα σώματα που μήδισαν οριστικά·» (σ. 26), η ανυπαρξία διάθεσης για αντίσταση και η επικείμενη πτώση του «φτηνού προσωπείου», τα όνειρα που κύλησαν «σαν αδέσποτοι τροχοί» (σ. 29), είναι μερικές μόνο από τις πολύσημες ποιητικές εικόνες της συλλογής οι οποίες λειτουργώντας μέσα σε ένα ευρύ πλέγμα συνδηλώσεων, οντολογικών, υπαρξιακών, ερωτικών, κοινωνικών, πολιτικών και άλλων, συνθέτουν το ασφυκτικό κλίμα αδιεξόδου του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και της
ίδιας της ποιητικής έκφρασης, που ωστόσο σε άλλα ποιήματα της συλλογής εκτονώνεται βρίσκοντας διέξοδο σε τοπιογραφικά θέματα (βλ. τα ποιήματα της ενότητας «Φυλλομετρώντας τις σελίδες πολλών βασιλεμάτων»: σσ. 32-39), όπου και πάλι το κέντρο βάρους των ποιημάτων βρίσκεται όχι στο τοπίο- αντικείμενο της παρατήρησης, αλλά στο υποκείμενό της.
Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής Με διαστρέβλωση ελάχιστη, που τιτλοφορείται «Εθιστείτε!» (σ. 61) και προφανώς διαλέγεται με το γνωστό ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού «Η διαθήκη μου», συνοψίζεται συμπυκνωμένη η ποιητική του Α. Μαλόρη. Στο ποίημα είναι αξιοπρόσεκτη η επανάληψη της προτρεπτικής προστακτικής «εθιστείτε» (κατ’ αντιστοιχία προς το «αντισταθείτε» του Μ. Κατσαρού). Αν και, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι στα δύο ποιήματα έχουμε δύο αντίθετες προτροπές (για αντίσταση στον Μ. Κατσαρό και για εθισμό, δηλαδή προσαρμογή και υποταγή, στον Α, Μαλόρη), η άποψή μας είναι ότι η προτροπή του
ποιητικού υποκειμένου για εθισμό, στο ποίημα του Α.Μ. είναι καθαρά ειρωνική (ειρωνικά λειτουργεί και το θαυμαστικό στον τίτλο του ποιήματος), επομένως οι δυνητικοί αναγνώστες προτρέπονται από το ποιητικό υποκείμενο να μη συμβιβάζονται με τη μόνωση και την αποξένωση, τον εφησυχασμό και την ανυπαρξία κριτικής στάσης και αμφισβήτησης, με τη σκόνη και ό,τι αυτή συνδηλώνει (π.χ. την αποτελμάτωση και τη στασιμότητα) με την έλλειψη φωτός και άρα ελπίδας και προοπτικής.

Ειδικά, με το ποίημα «Εθιστείτε» η ποιητική γραφή του Α. Μαλόρη συγγενεύει με την ενίοτε οργισμένη και αντικομφορμιστική ποιητική γραφή του Κυρ. Αναγιωτού. Από την άλλη, η πιο «συγκρατημένη» και λιτή γραφή του Π. Κουζάλη εμπεριέχει αξιοσημείωτες ποιητολογικές αναφορές, ενώ στη νοσταλγική γραφή της Κλ. Μακρίδη, που είναι φορτισμένη με τις ιστορικές μνήμες και τα συλλογικά τραύματα του ελληνισμού της Κύπρου, παρεισφρύουν προβληματισμοί γύρω από τα όρια και τους περιορισμούς της ποιητικής δημιουργίας, καθώς και για το ζήτημα της αντοχής και της διάρκειάς της με το πέρασμα του χρόνου.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ