Monthly Archives: Ιανουαρίου 2016

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ

μαρια κυρτζακη

Η Μαρία Κυρτζάκη που γεννήθηκε στην Καβάλα το 1948 ήταν ποιήτρια, επιμελήτρια εκδόσεων, αλλά και εξαίρετη παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης (1966-1971) και το 1973 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Για λίγο εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση και με τη μεταπολίτευση εντάχθηκε στο τμήμα ραδιοφωνικών παραγωγών της ΕΡΑ. Κεντρικό θέμα των παραγωγών της ήταν η χρήση και η λειτουργία της γλώσσας στον ποιητικό και στον δραματουργικό λόγο, θέματα που επίσης δίδαξε στη Σχολή Θεάτρου «Εμπρός» και ήταν άλλωστε απολύτως σχετικά με την ίδια την ποίησή της. Το μονολογικό της κείμενο Τυφώ παραστάθηκε το 1996 από το Απλό Θέατρο.

Η ώριμη περίοδος της ποίησής της ουσιαστικά αρχίζει στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, όταν αρχίζει και χρησιμοποιεί σε ευρεία κλίμακα θέματα των της κλασικής τραγωδίας και των επικών μύθων, όπως λ.χ. της ομηρικής Οδύσσειας. Αλλά η σύγχρονη προϊστορία της, η παράδοση από την οποία πήρε και μετάπλασε τον ιεροφαντικό, πυκνό και ενίοτε σιβυλλικό λυρικό της λόγο ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο απροσδόκητος συνεχιστής τους, ο Γιώργος Χειμωνάς. Ο κόσμος της ποίησής της είναι κόσμος αρχετυπικός, ως προς τη γλώσσα, το φύλο και την υποκειμενική αίσθηση του χρόνου. Κόσμος πέραν της ιστορίας αλλά που διαπλέει την ιστορία, καθώς το σύμπαν που πρόβαλλε στην καμπή της ενορατικής ποιητικής της, από τη Γυναίκα με το κοπάδι και έπειτα, είναι ένα όραμα που δεν έχει πάψει να θυσιάζει τις εξατομικεύσεις του, τα αναγνωρίσιμα προσωπικά του, στην πληθυντική του διάσταση.

Το μονολογικό της κείμενο «Τυφώ» παραστάθηκε το 1996 από το Απλό Θέατρο

Το 2003 τιμήθηκε με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική συλλογή Λιγοστό και να χάνεται

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 21ης Ιανουαρίου 2016 στην Αθήνα, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 68 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

Σιωπηλές κραυγές, (1966) εκτός εμπορίου

Οι Λέξεις, (1973)

Ο Κύκλος, (1976) εκτός εμπορίου

Η γυναίκα με το κοπάδι, (1982)

Περίληψη για τη Νύχτα, (1986) εκτός εμπορίου

Ημέρια Νύχτα, (1989)

Σχιστή Οδός, (1992)

Μαύρη Θάλασσα, (2000)

Λιγοστό και να χάνεται, (2002)

Στη μέση της ασφάλτου [Συγκεντρωτική 1973-2002] (2005)

λιγοστό και να χάνεται (2002)

Έσκυψε το φιλί γονάτισε

Σαν Ενδυμίων το φιλί

και υπέκυψε

στην φαντασίωση του έρωτα

ΙΣΤΟΡΙΑ

έπειτα ή «ιστορία» αυτό που

σημαίνει, ότι ίστησι τον ρουν.

ΠΛΑΤΩΝ, Κρατύλος

Απ’ την αρχή το όνομά του

ονόμαζε ποιος ήταν

Μα εγώ τον είπα λύκο

Το μόνο πού ξέρω για τους λύκους

είναι η μοναξιά τους. Έτσι αποφάσισα

να τον καλωσορίσω

Ήταν το φως, ίσκιοι της νύχτας;

Θυμήθηκα τον πρώτο άντρα.

Αδάμ τον θέλησε η γλώσσα

που τον ονόμασε να είναι γη

Τον Ενδυμίωνα

να κάνει περιπάτους στο βουνό

— απ’ την κορφή στο σπήλαιο

και άντε πάλι πίσω

Μόνο και μόνο να την δει

Ολόγιομη

            φανταχτερή

                          δική του

Τί μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες

και δεν μάς έλυπήθης

Δεν τον λυπήθηκα

Τα μάτια της τώρα

ενδιαφέρθηκαν κάπως νοστάλγησαν.

Μια παλιά ευτυχία φάνηκε πού

είτε την έζησε είτε

την διάβασε στην παλάμη.

Έτσι έλεγαν γι’ αυτήν. Κι ακόμα

ότι ετοίμαζε βοτάνια

και φίλτρα ερωτικά που μετά

πετούσε στην θάλασσα. ’Άχρηστα,

φώναζε, άχρηστα. Το γέλιο της

ακουγόταν ως τον βυθό κι ως τα βάθη

ταραζόταν το σώμα της τέντωνε οι άκρες

των δαχτύλων κυρτές σαν νύχια

που ήθελαν ν’ αρπάξουν. Κάποιοι

την παρομοίαζαν με γεράκι κι άλλοι

την φώναζαν εκάτη γιατί

ερχόταν από μακριά αλλά

κανείς δεν ήξερε να πει τον τόπο. Γοργόνα

που την ξέβρασαν τα κύματα όταν ρώτησε

για τελευταία φορά κι ή θάλασσα

την έδιωξε κι έκλεισε ο μύθος.

Αφημένη τώρα στο ποίημα

με την πλάτη σ’ ένα φράχτη ψηλό

και τα χέρια να χαϊδεύουν ηδονικά

το κορμί, δεν τον λυπήθηκα, με βεβαιότητα

θα άκουγε κάποιος, κι ένα χαμόγελο

δρόσισε το αφυδατωμένο της

πρόσωπο. Ολόγιομο και γκρίζο

Τον εδέχτηκα. Και στο σημείο εκεί

της γης που καμπυλούται ο κόσμος

κυκλοδίωκτος και σαν να είναι

πιο κοντά στον ουρανό.

Μετά προχώρησε προς τό πολύφωτο ακρογιάλι-

εκείνος είχε πάρει προ πολλοΰ

τήν άνηφόρα πού τραβάει κατά τήν ’Άρκτο- ή

τ’ αύτοΰ στρέφεται, διαβάζω, ποτέ

δέν άτενίζει ώκεανό.

ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Δεν εγνώριζα

Κι ας μου ήταν γνωστό τ’ όνομά της

— πού ως Ελένη το έψαυσε η ψυχή

του τυφλού και τον ξένο

για άντρα απ’ τους άντρες επέλεξε

ως Ωραία, που τον τόπο του Έλληνα έσυρε

σε δεκάχρονο στέρησης βίο κι αδειανό

την ομοίασε πουκάμισο των ερώτων

η πίκρα αιώνων

γράμμα γράμμα τα χρώματα ωσάν

βλέμματα-σώματα σμίγοντας λέξεις

φράσεις ανάκατες οι ζωές των

ανθρώπων τελειώνοντας να εικάζουν το

σχήμα

Ας μου ήταν γνωστό

Δεν εγνώριζα

Τα ονόματα σαν τα δέντρα

πώς έχουν την ρίζα τους

Σκοτεινή και υπόγεια.

’Όντα ζώντα μέσα σ’ άργιλο έδαφος

κατεβαίνουν της Κρήτης

της Μιλήτου θαρρείς τις πλαγιές

Κατεβαίνουν ανοίγοντας μονοπάτια χωμάτινα

Με σφυρίγματα πένθιμα με της Μάνης τραγούδια

Μικρασία που σφάχτηκε

και το αίμα καρδιά μου εδάνεισε την ύστατη ώρα

να κρατήσει να μείνει να μη σβήσει

της αγάπης η θλίψη κι όσα σπάρθηκαν

σε ραχούλες σ’ αμμουδιές κι ακρογιάλια

κι όσα φύγαν και σε χαίτες πετάξαν

των Βορείων της Θράκης

Μακεδόνες ονόματα κατεβαίνουν και πάνε

Σαν σε θάλασσα απάνεμη ήρεμη

της αλός σαν να θέλουν παρά θιν’ ν’ απαγκιάσουν

και πιο μέσα πιο πέρα πιο βαθιά

να κουρνιάσουν κατεβαίνουν

μ’ ανακούφιση τρέχουν

Σαν ακτίνες φωτός ωσάν βόρειος

άνεμος στις κορφές των ορέων

Τραγουδώντας σχεδόν ακατάληπτους

φθόγγους βαρβάρων που αλώσανε

ξένη πατρίδα

Κατεβαίνουν και το σώμα

κλαδώνουν να βλασταίνει, μπουμπούκια

να βγάζει λουλουδάκια αμάραντα τους άνθούς

μη μου άπτου ν’ ανοίγει

και μετά τούς καρπούς του μαραίνοντας

Σαν τούς σβόλους ν’ αφήνει

σε γωνίτσες μισή συλλαβή

άλλη ρίζα να πιάσει

προχωρούν

Προχωρούν

κι από μέσα τυλίγουν τον κόσμο

Κόμπο κόμπο τον δένουν

Την ψυχή κόμπο κόμπο του ανθρώπου.

Τον θυμό του κυρίεψαν και τον νου

Αφανώς τις ζωές κυβερνούν

ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΩΜΑ

Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Καλό το φως

— λίγο να είναι όμως και μικρό

Το φως που διασχίζει σώμα

Στα δυο θαρρείς το κόβει

κι υστέρα στ’ άλλα δυο. Το έσπασε

* * *

Βλέπει το μάτι του Θεού επρόσεξε

πώς εκτινάσσονται στο χάος τα

ράκη της αφής πώς τα αγγίγματα

βουλιάζουν στη λάσπη του αιθέρα

πώς των αισθήσεων οι κόρες εξεχύθηκαν

στις λεωφόρους των λυγμών

— πού πια χωρίς πατρίδα

* * *

Γιατί χάνεται το σώμα της αφής

εχάθη. Και τα συντρίμματα ψηφί-

δες γίνονται εικόνας — το μάτι του

ανθρώπου για να βλέπει

* * *

Αν είναι όλα του φωτός ο κόσμος

όλος θα καεί κι ο άνθρωπος εξω απ’

το σώμα του θα βγει τα τείρεα της

νυκτός δεν θα γνωρίσει και πώς θα

πορευτεί. Το μέλλον είναι σκοτεινό.

* * *

Παραφυλάει σκληρό το φως εκεί κυρίως

στο ακρογιάλι που κυματίζει,

η θάλασσα παιχνίδι κάνει η φύση

με τα ονόματα και μες στα σώματα

την μάχη δίνει η Τυφώ,

βασίλισσα αίσθηση αυτή, μη πλανηθεί

* * *

Χάρη σ’ αυτήν τα σώματα αγγίζουνε

γνωρίζουνε και ξέρουν μη

τσακιστούν τα σώματα στο άσπρο

του φωτός μη σπάσουν

* * *

Σαν γνώση ενδύεται το σώμα της

τα τείρεα φορεί του μέλλοντος την

γνώση της εγγράφει στα ονόματα.

Χωρίς την γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί

η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται

κι η μήτρα που τα γέννησε

πώς να την ψαύσεις

Και προχωρεί αγγίζοντας

* * *

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που

κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν

απ’ το βάρος του σκληρού φωτός

και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,

καλύτερα. Κι’ ύστερα στην εικόνα

σ’ ανιχνεύουν και στα σχήματα και

έξω απ’ τα σώματα πώς τάχα

κατοικεί ο έρωτας του κόσμου

* * *

Σαν σώμα της ενδύεται η Τυφώ

την γνώση στις ρίζες ότι κατοικεί

των λέξεων στου πρώτου φθόγγου

την ορμή. Δάση αισθημάτων και

σαν αλφάβητο έχτισε πύργο γύρω

τους να ακουμπούν.

Αναπαυμένες οι πνοές.

* * *

Θα ενδυθεί η Αφή βασιλικά ενδύματα

— η Ακοή αναλαμβάνει εποπτεία

του παντός φρουρός καλός της

Έλευσης, και η Γεύση επλημμύρισε

σε ηδονή. Δούλη ταπεινή η ’Όσφρηση

που ετοιμάζει

Ό,τι φαίνεται δεν είναι, τις εδίδαξε

και με τα τείρεα τις στολίζει να

φέγγουν την πορεία τους ωσάν ευχή

Παιδιά δικά της

* * *

Στα σκοτεινά παλάτια των αισθήσεων

οι σημασίες κατοικούν κι απ’

το απρόβλεπτο φωτίζονται νυκτούρο

φως που πλημμυρεί τις παραλίες

των σωμάτων — φλοίσβος

και αύρα του νερού γερμένες υγρασίες

μουλιάζουν οι αναπνοές

Και κάθε σώμα τις σημασίες του

ανταλλάσσει

* * *

ΟΝΕΙΡΟ

Άσπρη η χώρα της αφής

κατάλευκη. Και μέσα της

ανάπηρη η γλώσσα

ίχνη αφήνει συλλαβές

διάσπαρτες στο χιόνι

Κίτρινα στίγματα

ταπεινά χαμομήλια ή τριαντάφυλλων

πέταλα σκοτωμένου που θύμιζαν

αίμα; Μέσα σ’ όνειρο έσκυβες

με αγωνία του τέλους τις γύρευες

άτσαλα σκάβοντας βιαστικά παγωμένες

ανάσες ψιθυρίσματα που δεν πρόλαβαν

σε κραυγές και κατάρες να σβήσουν

και κρυστάλλους φωνές που οι βόμβες

τις πέταξαν σε οθόνες μουσεία και

ο κόσμος δεν άκουσε μ’ αγωνία

του τέλους τις γύρευε μέσα σ’ όνειρο

έψαχνε μία λέξη να φτιάξει δύο

λέξεις μια φράση να χτίσει να

μιλήσει ν’ αρθρώσει να πει

Σ’ ονειρεύτηκα χτες

Και με τάραξε τρόμος

ότι ζω την ζωή άλλων ανθρώπων

Ότι εσύ δεν υπήρξες και σε όνειρό

μόνο το σύμπαν σου έγειρες

να φιλήσει ειδώλων καθρέφτες

* * *

Σ’ άλλου όνειρό γρήγορα πέρασα.

Πολύ φως. Μες στο φως κι από φως

σαν αυγή που ξεθώριασε εσύ

τ όνομα σου εθώπευες να ιάσεις

την κρυφή σου πληγή πώς ποτέ

το όνομα αυτό δεν μιλούσε για σένα

Χώρα αν ήσουν ή πρόσωπο

Ξαφνικά σιωπή. Άλλου

όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω

Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη

πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα

ρούχα φορούσε. Με τα μάτια

καρφωμένα τώρα μπροστά

– σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι.

Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς

Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε

στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια

και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους

τοίχους των κτιρίων πού υψώνονταν γύρω

Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα

να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν

γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε

– σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε;

και με το βλέμμα της αφής

σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας

τα ραγίσματα στερέωσέ μας

σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής

Μαύρη Θάλασσα (2000)

Ικαρία

Και έτσι έμαθε πως ήτανε νησί

και τ’ όνομά του Ικαρία.

Και ότι εκεί

σ’ αυτό που ήτανε σημείο

εμάχονταν και πολεμούσαν ηδονές

και πάλι αγκαλιάζονταν μέχρι να αλωθούν

στήθος με στήθος οι γλυκές με τις αιμοχαρείς

σώμα με σώμα αλάλαζαν να ξεχωρίσουν

ποιες της οδύνης και ποιες της γλύκας

που ακουμπάει το σώμα στην ψυχή.

Και είδαν ότι αχώριστες πως είναι

πλεγμένες μεταξύ τους τ’ αντίθετα σαν όμοια

τα όμοια σαν ξεμάκραιναν να μιμηθούν πολέμους

και πικρούς του έρωτα καημούς.

Σαν ίδια όψη που αντανακλά

το βάθος της ψυχής και

το απύθμενο το μάτι των σωμάτων –

εκείνο που σαν πέρασμα σε βγάζει στην στεριά.

Και έστερξαν αξεδιάλυτες πως είναι αξεχώριστες

Ένα κουβάρι μεταξύ τους κόσμος

Το αχ του αναστεναγμού

στο ακατοίκητο της μνήμης

μ’ αυτή την τόση δα ανάσα ηδονής

που αφήνουνε τα σώματα σαν νοσταλγία

πως κάποτε μία ήταν η πληγή

Σε νοσταλγώ συνέχεια.

Μαύρη Θάλασσα

Από τη Μαύρη Θάλασσα ανατέλλουν

των αισθημάτων οι γωνίες

εκείνες οι μικρές και σκονισμένες εσοχές

της παλαιότητας όπου εκρύφτηκαν οι πρώτες λέξεις

και οι ρίζες οι μονές που κάποτε εδήλωναν

ολόκληρα τα θέλω και τον θυμό

σαν σφαίρα γη τον έδειχναν

κι έτρεχε ο έρωτας για να προλάβει

μη του ξεφύγει καμιά ραχούλα αχ

και δεν την περπατήσει

να σκαρφαλώσει τις απότομες πλαγιές της στέρησης

να καμπυλώσει το αδύνατον να δείξει

ως άγγελος αυτός πως απ’ το μαύρο γίνεται

γεννιέται ναι το φως μα και τ’ αντίθετο

ότι μπορεί κι ότι συμβαίνει αφού

είναι όψεις που μιλούν το σώμα ονειρεύτηκε

και την ψυχή φωτίζουν του κορμιού.

Αόρατα φωτάκια στους καρπούς

χεριών που λύγισαν τον σίδηρο

στις στάχτες μέσα εκολύμπησαν

έρημα στάθηκαν μ’ απόγνωση εζήτησαν

σιωπηλά και σαν της άγριας πέτρας την σχισμή

περίμεναν ευλαβικά σταγόνα ύδωρ το νερό

νεράκι της καλής βροχής που πόρους άνυδρους αναζητά

να πέσει και να αφεθεί ωσάν ανάγκη αίσθημα.

Να ξοδευτεί σε σώμα που λαχτάρησε.

Σαν αίσθημα εγλίστρησε

και χορταράκι πράσινο φυτρώνει

στον τόπο τον ξερό και τον καμένο.

Τα χέρια έτσι να είναι φωτισμένα.

Και οι καρποί. Ανδρός που βασανίστηκε.

Ψαχουλευτά την κίνηση παραπλανούν

και στον λαιμό ακουμπούν τα χείλη

της καλής νύχτας εραστές κι ότι

σε θέλω κι αχ πόσο λείπει ο καιρός

αναστενάζει η αφή και υποκύπτει.

Και ωσάν ήλεκτρον που μαγνητίζει ο κορμός

συμπαρασύρει σε στρόβιλο αισθημάτων

– αν και το αίσθημα ήλιος φλογερός που

σώματα οδηγεί.

Ο ίδιος εκείνος έρωτας

που κάποτε ενδύθηκε διπλή του κόσμου την αυγή

ο ίδιος είναι τώρα που ανταλλάσσει

το βασίλειο του φωτός με μια σταγόνα βλέμμα

μαζί και τον λυγμό τού σ’ αγαπώ που αντιλαλούν

τα σώματα όταν τα μέλη μπλέκονται

και το κορμί σπαράσσει.

Από την Μαύρη Θάλασσα έρχεται.

Στα σκοτεινά δωμάτια της Μαύρης Θάλασσας

κανείς δεν επιπλέει

παρά μόνο εάν τα κατοικεί.

Η γλώσσα η αμίλητη

Δεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα

σαν ψάρι έξω από τα νερά του

και σαν να βγήκε απ’ ότι τον προστάτευε

– την γλώσσα του.

Χτίζει τους κήπους τις αυλές

όχι το σπίτι

Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί

να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη

την τρομάζεις, χαμογέλασες,

και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη

και γλώσσα τιμημένη.

Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται

και προσπερνούν

Να μη θυμούνται

τον έρωτα που κάποτε

τους άνοιξε πανιά

– κι αυτήν την μόνη και μοναδική

γλώσσα για να μιλήσουν

Που ελησμόνησαν.

Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και

μη φοβάσαι – σαν μοναξιά

κατοίκησέ με μη φοβηθείς.

Και άσε με

τις πόρτες σου ν’ ανοίξω

τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι

ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους

και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων

δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια

βγάζει και καρπούς μυρωδικούς

η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα

σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο

και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και

μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός

σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς

θυμάται και πάντα νοσταλγεί

το φως

το φως

το άλλο φως

Του έρωτα.

Εσύ

ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις

Εγώ

ποιαν άλλη γη.

Νύχτα στα δωμάτια

Πεινάω σαν λύκος.

Όταν ο έρωτας γρατζουνάει τα σπλάχνα του

και μόνος του χτυπιέται νύχτα στα δωμάτια

κι από βουνό σ’ άλλο βουνό της απουσίας μπαινοβγαίνει

μουγκός και άλαλος και πώς οσφραίνεται

πως πέρα εκεί, μακριά απ’ το πέλαγος

και πίσω από τον ωκεανό

στα όρια του κόσμου

εκεί ότι είδε την φωνή

εκεί το σώμα άκουσε

εκεί εκεί πατρίδα γη

— αν σαν κάθε πλάσμα του Θεού

έχει κι αυτός πατρίδα.

Φωτιές σηκώνουν το κορμί

τα σωθικά μου σίδερα καμένα

και η φωνή αντηχεί πελώρια

στο συμπαγές της σώμα.

Γιατί τα μάτια άκουσαν

Αφού το σώμα είδε την κόχη

την γωνιά, το απαστράπτον χείλι

στην κόρη του ματιού και της αφής

το σαρκοβόρο σμήνος

κι ότι σ’ αυτό

μ’ αυτό πως έσμιξε το σώμα

στη γούβα εκείνη την κλειστή

εχώρεσε ο λαιμός και άγρια

τα δόντια πώς μπηχτήκαν

σκαρφάλωσαν τα νύχια εκεί

— σκαλοπάτια που ελάξευσε η ψυχή

μόλις αντίκρισε

πώς χώθηκαν στην δίνη των αιμάτων

ο κόσμος πώς εγύρισε αλλιώς

και ζέστανε ο Βορέας και ησύχασε

κι ένας λυγμός ακούστηκε

ένα μικρούλι αχ

σαν από κει να βγήκε

αύρα και μυρωδιά μυρτιάς

κι ο κόσμος επληρώθη

όταν σκαρφάλωσαν τα νύχια στις ισκιερές

του σώματος πλαγιές

σκαλοπατάκια που ελάξευσε η ψυχή

μόλις αντίκρισε

εκείνη την πληγή

στο βάθος βάθος και κορυφή

ωσάν βασίλισσα που χώρεσε

στο σκήπτρο της όλους τους μύθους

Εκείνη τη χαίνουσα και ματωμένη

την αιμάσσουσα

πνοή του γένους και του είδους.

Σαν άνεμος που θύμωσε

και στροβιλίζει την κραυγή και μέχρι μέσα

το βλέμμα παρασέρνει και τίποτ’ άλλο

πια δεν είδες και δεν μπορείς να δεις

Τίποτα. Μόνο εκείνη την πληγή

στο βάθος βάθος και κορυφή

— σαν δύση ρόδινη και ματωμένη ανατολή

την θλίψη των ανθρώπων που συλλέγει,

σαν ήλιος εκτυφλωτικός

που καίει τα χόρτα τα σπαρτά

τα σώματα

που καίει το σώμα

μόλις το βλέμμα της ψυχής

την αντικρίσει,

λύπη που γίνεται και στεναγμός

δάκρυ που ξέρει πως κυλάει μάταιο

σώμα — που ορμάει με πόθο ακάθεκτο

με ηδονή

στον δήμιό του.

Σκοτεινά δωμάτια

Είδα τον έρωτα τον είδα

φύλλα να βγάζει και άνθη εξωτικά

λουλούδια του χαμένου παραδείσου.

Ξερό κλαράκι λες σε πέτρα ριζωμένο

πώς εβλάστησε

κι ευθύς εχύθηκε η αύρα των σωμάτων

σαν κύμα παλιρροϊκό υψώθηκε

τον τρόμο ότι έσπειρε την απειλή εφάνη

μα όχι.

Φως απλώθηκε σαν βιβλικό εκεί

εκείνη την στιγμή που τέντωσε το πρόσωπο

και τόπος αναδύθηκε ωσάν νησί

πολλούς αιώνες χαραγμένο

χάρτης παλιός και μυστικά συντεταγμένος

όπου εβρήκαν φυλακή και καταφύγια εκείνες

οι πυκνές ριζούλες των αισθήσεων οι σκοτεινές

— ωσάν τραγούδι εσυνόδευε ο λυγμός τους τον καιρό

ωσάν φωνή μελωδική

μακρόσυρτη ιαχή χώρας Βοσνίας και Ερζεγοβίνης

κλάμα βουβό και στέρεο των μαύρων δέντρων της φωτιάς.

Για να γλιτώσουν τον αφανισμό εκρύφτηκαν

και τα αισθήματα σκαλίζοντας σαν εικονίσματα

θαυματουργά που αναβλύζουν δάκρυ το νερό της Παναγιάς

έτσι εζούσαν. Έως εκεί, εκείνη την στιγμή

Που απλώθηκε πανσέληνο το φως και

τέντωσε το πρόσωπο τινάχτηκε

σαν να καλωσορίζει

καθώς αφουγκραζόταν το βουητό της γης

που αναταράζεται στα σπλάχνα της.

Και τα αισθήματα κοιτάχτηκαν όπως εξεκολλούσαν

χέρια τα χέρια ψαύοντας

δάχτυλα καθρεφτίστηκαν στα δάχτυλα

πόρον τον πόρο τα κορμιά αναγνωρίστηκαν

και βρήκαν επιτέλους λέξεις

και συλλάβισαν την ακοή του κόσμου

στης Μαύρης Θάλασσας τα σκοτεινά δωμάτια

που και Εύξεινο τα είπαν Πόντο

ότι εδώ ψυχή μου η φωνή του σ’ αγαπώ

ακούγεται κραυγή και βλέμμα ιερό

σωμάτων που αγίασε ο θάνατος.

Ημέρια νύχτα (1989)

[ Α’ ]

Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο

–- με τη ρομφαία

Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε

[ Β’ ]

Εσύριξε στο σώμα μου τον φόνο

Μου έκλεψε την ενοχή

[ Γ’ ]

Με περιμένει απών.

Σαν κίνηση μελετημένη

σαν βήμα που ηδονίζεται αργόσυρτα

σαν χέρι

που όλο τείνει να μ’ αγγίξει

[ Δ’ ]

Τα μάτια του στα μάτια μου φορά

Τα μάτια μου απασχολεί στα δάχτυλά του

Απεποιήθη όλα τ’ άλλα του χρυσαφικά.

[ Ε’ ]

Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει

Ο έρωτάς του σαν σώμα αφίλητο.

Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε

άντρας σαν φύσημα ανέμου

τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε

σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.

(Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)

[ ΣΤ’ ]

Τον θάνατο ζητά στο σώμα μου

Και απαλά τα χείλη μου κλειδώνει

Μην του ξεφύγω

[ Ζ’ ]

Πάνω μου απλώνεται. Σαν ουρανός.

Ύστερα γέρνει δήθεν ταπεινά

στην πλάτη στην κοιλιά

σαν μέταλλο χυτό στους ώμους μου.

Με ντύνει.

[ Η’ ]

Έχει διαλέξει τρόπο βάρβαρο.

Εκ της σαρκός μου σαρξ και εκ του αίματός μου

ούτος εστί.

Αρχίζει απ’ τις πατούσες.

Ανάποδα.

Σαν αίμα.

(Αιμορραγεί ολόκληρος και με φοβάται

Ευλαβικά μου αντιστέκεται σαν σε ναό)

Τα πόδια μου ορθώνονται Τεντώνουν

Αργά κυλά Δεν βιάζεται

Ανεβαίνει.

Κάπου στη μέση χύνεται ωκεανός.

Πριν φτάσει στο λαιμό

έχει ντυθεί στο κόκκινο

Και με βελούδο φθόγγο

[ Θ’ ]

Έρχεται προς εμένα

– και υποχωρώ

Με τα τεράστια φτερά του κάνει ουρανό.

Βυθίζομαι στην κόλασή του

Σαν θέρμες να τον πιάνουνε

σαν να ’μαι στο καζάνι του η φωτιά.

Δροσίζεται επάνω μου

Με γεύεται σαν παγωτό χωνάκι

σαν κάτι ξένο.

Δεν με τολμά ολόκληρος να με τυλίξει

απ’ τα βυζιά μου το αίμα να γευτεί.

Θέλει μαχαίρι να μου μπήξει στην κοιλιά

μέσα μου να χωθεί

με πρόσωπο και σώμα

[ Ι’ ]

Το σάλιο του ρουφώ Το αίμα του

Τον λόγο του σαν έρωτα στοιχειώνω

Με τριγυρνάς κι αέναα υποσκάπτεις με

Σαράκι μου Πολύχρωμο πουλί μου

κυλάνε τα νερά μες στα ποτάμια τους

το δέρμα μου σαν νύχτα αλωνίζεις

Ρυτίδα λυγμική Με σφράγισε

[ ΙΑ’ ]

Οι φθόγγοι περισσεύουνε

Οι λέξεις μου ατσούμπαλες

Κι εγώ σαν έφηβη

σε ρούχο αμερικάνικο

[ΙΣΤ’]

Οι τρόποι μου είναι άξεστοι

της επαρχίας

τα δάχτυλα στραβώνουν

κι η ομιλία τους σαν σπαστικού.

Με την εικόνα μου ιδέα δεν έχω τι γίνεται

– φωτογραφίες κάποτε αβέρτα.

Μα όταν μ’ άγγιξες

(Τα πρόσωπα όλα έγιναν γραμμές

Οι όμορφες ασχημύναν)

Έμεινα εγώ

Στη μέση της πλατείας

Σαν σιντριβάνι

Δέκα μικρά ποιήματα (1981)

α’

Πελάγωσαν κι οι κατσαρίδες

Στον τόσο θόρυβο και την ομίχλη

Για να σε κοιτάξω

Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

β’

Πιο κει απλώνεται ο αττικός

Σε σημαδεύει πάνω απ’ το κεφάλι σου

Πώς δεν το είχες σκεφτεί

Κάποτε θα πετύχει τον στόχο.

γ’

Στον μεσότοιχο της πολυκατοικίας

Ανοίγω ένα παράθυρο

Με φούμο και άσπρες κορδέλες

Σε ταχτοποίησα στο ένα του κάδρο.

δ’

Στέλνεις τα σήματα απανωτά

Κι αμέσως τα λαμπάκια αναβοσβήνουν

Τί να σου λείπει λέω θησαυρέ-μου

Το μάνα ή το λάλον ύδωρ

ε’

Την κίτρινη γραμμή ακολουθώ

Στου δρόμου την παράλληλη κυκλοφορία

Σε είδα χτες μεσάνυχτα σε μια βιτρίνα

Να μου επιδεικνύεις το κουστούμι-σου με έκπτωση

στ’

Νοτίζουνε τα πράγματα σα στρέφεις πάνω-τους το χνώτο-σου

Νοτίζουν και των ανθρώπων οι κινήσεις

Οι λέξεις γράφουν περιγράμματα

Στο χρώμα της σκουριάς

ζ’

Τα πολύπλοκα κράτησα για μένα

Και σ’ άφησα στα πιο ανώδυνα

Γιατί για τα οδυνηρά χρειάζεται το δάκρυ

Που βγαίνει κόκκινο

Σα φιγούρα ανθρώπου ξημέρωμα στο δρόμο

η’

Το λάθος να το τολμάς

Να το γυρεύεις

Κορνίζα να το κάνεις οδηγό

Λαβύρινθος έγινε ο κόσμος

θ’

Οι πόρτες όλες στη σειρά

Γνωρίζουν το μεγάλο μήνυμα

Γι’ αυτό κλειδαμπαρώνονται

Και φυλακίζουν τους ανθρώπους

ι’

Σα δήμιοι οι δρόμοι-σου κάθε πρωί παραμονεύουν

Εξαπολύονται λερναίες ύδρες

Σαν κληρωτοί κάποιοι από μας

Τις κουβαλάμε κάθε βράδυ μες στα σπίτια-μας

Η συλλογή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό η λέξη, τεύχος 7 (1981). Τώρα πια περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση στη μέση της ασφάλτου (2005)

Η εταζέρα (1978)

Η εταζέρα [ α ‘ ]

Καραδοκούσαν στις πόρτες, τα παράθυρα – όπου τολμούσε

τα νύχια να του βγάλουν το πετσί

κι ύστερα να τον επιδεικνύουν

ωσάν καινούριο είδος σπάνιο και το καλύτερο.

Κάτι τέτοιο ακούστηκε ότι συνέβη στον συγγραφέα Χριστόφορο.

Είχαν τον Τύπο, τη Διεύθυνση, τη Γενική Αντιπολίτευση.

Διχάζονταν στο σώμα του Χριστόφορου.

Τον έμπασαν στην αγορά∙ του έδωσαν και τίτλους∙ τον έκαναν εκπρόσωπο.

Διχάζονταν στο πνεύμα του Χριστόφορου.

Τον είπαν τσαρλατάνο∙ ζιγκολό∙ τον ανακήρυξαν διάνοια∙ τον πρώτο νεοέλληνα.

Κι αυτός

– σώμα ακέφαλο που περιστρέφεται

φίδι φαρμακερό

πουτάνας σκύλας γέννημα

άτιμη φάρα –

δεν άντεξε η γλώσσα του στο σάλιο τους

οι ποιητές βουλιάζουνε στο φως

ανέκραξε

την ώρα που του φόρεσαν ζουρλομανδύα.

Οι λέξεις (1973)

[Ανίχνευση (1968-1971)]

Οι λέξεις

Είναι εύκολο να σου δείξω

Το σώμα μου πώς διαθλάστηκε

Την όρασή μου πώς έμεινε κρυμμένη

Να σου απαριθμήσω τα γεγονότα.

Μόνο τις λέξεις μου

Τι να σου πω για τις λέξεις

Αφού και γω δεν ξέρω

Πώς βγαίνουν έτσι

Στραπατσαρισμένες κάθε φορά

Θαρρείς λεηλατημένες

Λειψές.

Ανίχνευση

Στις αποθήκες μαζεύονται τα ονόματα

Καλλιγραφημένα… Αναλυτικά

Στις αποθήκες τα σώματα

Περίτεχνα… κατεργασμένα

Σ’ αυτό το μαυσωλείο

Επικίνδυνα έγιναν τα χρώματα

Τη θάλασσα τη μπούκωσαν

Τα φύκια

Ερωτικό

Θα σε πάρει ο άνεμος

Σαν τα φύλλα των δέντρων

Σαν τους ένοικους και τους ταξιδιώτες

Αφού πρώτα

Αδειάσεις τον παλιό χώρο

Συγκεντρώσεις τις αποσκευές σου

Γυμνοί τοίχοι

Γυμνά δάπεδα

Κλειδώνοντας την πόρτα

Επιστρέφοντας στον ιδιοκτήτη τα κλειδιά

Προτρέποντάς τον να τοποθετήσει στην είσοδο

Το ενοικιαστήριο

Ο καιρός

Σαν φθινόπωρο ο καιρός

Ο καιρός σαν φθινόπωρο

Ο αέρας

Που πέφτουν τα φύλλα

Που πέφτουν οι βροχές

Σαν φθινόπωρο

Ο καιρός

Που πέφτουν τα στόρια στα παράθυρα

Που πέφτουν οι άνθρωποι από τα παράθυρα

Που πέφτουν τα ανδραγαθήματα

Ο καιρός μας

Με τα μάτια στην πλάτη

Με τα καφενεία στις γωνίες

Με το τηλεσκόπιο στα καφενεία

Σαν φθινόπωρο ο καιρός

Που κρύβεις το πρόσωπο

Που αλλάζεις τον δρόμο σου

Που υποπτεύεσαι και σε υποπτεύονται

Με την ταχυπαλμία στο πρώτο κουδούνισμα

Με την ανακούφιση στο τρίτο

Με την αγωνία στα μάτια σου

Με την απόφαση στα μάτια σου

Με τον ερμαφροδιτισμό σου

Σαν μπάσταρδο

Ο καιρός

Ο δικός μου

Ο δικός σου

Ο δικός μας καιρός

Σαν μπάσταρδο.

Με το κουμπωμένο σακάκι

Με τη ντροπή

Ας μιλήσουμε

Οι καιροί που φτάσαμε

Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους

Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος

Μαζί κι ο θάνατος

Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι

Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους

Όρθια

Όσο να πεις όλα αυτά

Και τα άλλα

Στις συνοικίες και τα χωριά

Στις λέξεις και τα σχολεία

Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία

Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα

Με μία πλύση στομάχου

Και χάνονται οι αισθήσεις

Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»

Όσο να πεις

Ό,τι να πεις

Ας μιλήσουμε λοιπόν.

Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά

Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή

Και το αίμα.

Παντού

Συναλλαγή

Όπως και να ’χει το πράγμα

Όπως και να ’χει

Περικυκλώνει ο φόβος

Όπως και να ’χει

Η επικοινωνία εκτελείται.

Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως

Υπεραστικά εκτός

Και οφείλεις να ’χεις στο χέρι το αντίτιμο

Της διαδρομής

Της εγκαρδιότητας

Της οικειότητας

Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής

Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι

Για να μη σε υποπτεύονται

Να μη σε φοβίζουν οι σκιές

Ο φόβος

Ο φόβος

Τίμιος στη συναλλαγή

Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί

Να μη μπερδεύεσαι

Να μη μπερδεύεσαι

Να μη μπερδεύονται

Τα μάτια σου

Τόσοι νεκροί

Τόσες χειραψίες

Τόσα λόγια πνιγμένα

Στο χαρτί μια άτσαλη γραμμή

Ο δρόμος

Σχεδιασμένος δήθεν με φροντίδα

Τα μάτια σου που απόφυγαν την πλάνη

Που ήθελαν να αποφύγουν την πλάνη

Τα μάτια σου που βούλιαξαν

Κι έμεινες τώρα σαν τη γάτα

Στη μέση της ασφάλτου

Το τσίρκο

Σε βλέπω μέσα από καθρέφτες παραμορφωτικούς

Σε βλέπω στο τεντωμένο σκοινί

Κι από πάνω σου οι δράκοντες με τα φλογισμένα εντόσθια

Κι από πάνω τα νύχια της κακιάς μάγισσας

Τα σύρματα γύρω σου να σφίγγουν.

Να μπήγονται στη σάρκα σου

Και να πέφτει το αίμα

Ν’ απολαμβάνουν το θέαμα οι θεατές.

Με το εισιτήριο στο χέρι

Με την ικανοποίηση.

Κι εσύ δεν πιστεύεις πια στα παραμύθια

Και καλά κάνεις.

Μια και τώρα δεν υπάρχουνε νεράιδες

Που αφανίζουνε τις μάγισσες

Που αλλάζουνε το αίμα σε ρουμπίνια

Που μεταμορφώνουν τα υπόγεια σε κήπους

Μια και τώρα δεν ωφελεί η εγκαρτέρηση

Και σένα δεν σου έπρεπαν οι μασκαράτες.

Σε γέλασαν

Άσκημα σε ξεγέλασαν

Τα σύρματα που σε σφίγγουν να σου τα πούνε δίχτυα σωτηρίας

Επέτειος

Στην Μ. κάποτε

Δίχως αριθμούς

Επέτειοι με σβησμένες τις χρονολογίες

Πότε λες Πότε πέρασαν

Σαν χθες

Και το μαχαίρι έμεινε στον ακονιστή

Και το κλειδί στο χέρι.

Κανείς δεν αντέχει είπες

Σκουριάζουν τα μάτια κάποτε

Δε δίνονται εύκολα οι διευθύνσεις

Τώρα άλλα είναι τα θέματα

Τώρα δεν υπάρχουνε θέματα

Στη δεύτερη σελίδα είπες

Κινηματογράφοι β’ προβολής

Αγοράζετε μηχανές Σίγγερ

Δώρο μία αφίσα

Πέντε πιάτα Δέκα μπολ

Made in France

Άθραυστα

Τώρα άλλα είναι τα θέματα

Για ποιες συνεντεύξεις μιλάς

Για ποιες δηλώσεις

Απάτη

Με τη ράχη χωμένη στο χώμα

Το κεφάλι απάτη.

Οσμίζεσαι λες

Και δεν οσμίζεσαι.

Ν’ απλώσω το χέρι δε σε πιάνω

Δε μ’ αγγίζεις.

Οι χειροπέδες, είπες, είναι για τους εγκληματίες.

Ένα μήλο θα σου δώσω να μιλήσεις

Ομολογώ

Ομολογείς

Υπογραφή.

Καταθέτω το βλέμμα μου

Στα μάτια σου

Στα μάτια του

Στα μάτια μας η απάτη.

Με τη ράχη χωμένη στη γη.

Κι όμως οι χειροπέδες έγιναν για τους εγκληματίες είπες

Τα χέρια σου, είπες, οι χειροπέδες

Τα χέρια μου, τα χέρια μας

Οι χειροπέδες

Το χέρι: «Εδώ τηλεφωνείτε»

[Απόπειρα εξόδου Ι ]

Απόπειρα εξόδου

[ α’ ]

Σ’ ένα σύννεφο όπου τα πουλιά

Μπορούν να πετάξουν.

Οι λέξεις θα κυλήσουν όμοια

Με ερυθρομόρφων σχημάτων τα κύματα.

Θα αποβάλεις τότε ενδύματα τετριμμένα

Του προσώπου την διπλή επιδερμίδα.

Τα βήματα όταν δεν θ’ ακούγονται πια

Πού θα σε βρει η άνοιξη.

[ β’ ]

Ποιος θα επιχειρήσει την πρώτη κίνηση

Να σπάσει η τεντωμένη κλωστή

Να τρέξουν επιτέλους τα νερά.

Η πρώτη κίνηση που θ’ ανάψει το πράσινο

Στους σηματοδότες.

Ποιος θα λογαριάσει την άνοιξη

Στο άθροισμα των χρεών

Επιταχύνοντας το χρόνο

Εξαφανίζοντας τα πτώματα

Στην ύστατη έκκληση

Στην ύστατη απουσία.

[ γ’ ]

Ο δείκτης της βελόνας

Και ο δείκτης του ρολογιού

Η πυξίδα που δεν προσανατολίζει

Πλέον.

Σε σκοτεινούς θαλάμους αποκρυπτογραφείς τα σήματα

Σημειώνεις ανύπαρκτες οδούς και διασταυρώσεις

Βλεμμάτων.

Αποπειράσαι την έξοδο.

Με επιμέλεια συγκεντρώνοντας τους αριθμούς

Με επιμέλεια εξαφανίζοντας ίχνη

Στοιχεία που θα σε πρόδιναν

Σε σκοτεινούς θαλάμους σημειώνεις τα χαρακτηριστικά σου.

[ δ΄]

Η ώρα των αποφάσεων που δεν αποτόλμησες

Η ώρα της αποπομπής σου.

Σιγά σιγά ωριμάζει το σχέδιο.

Οι παράγοντες της εκτελέσεως πλήθυναν

Μέρα τη μέρα χάνεις τα προσωπεία

Αποβάλλεις τα πολύχρωμα φορέματα

Ψάχνεις όλο και περισσότερο

Ν’ ανακαλύψεις μερικές συλλαβές

Να συναρμολογήσεις ένα όνομα

Τουλάχιστον το όνομά σου.

Σε δρόμους ατέρμονους

Τοποθετείς κέρινα ομοιώματα

Να συνηθίζεις επιτέλους την τοποθεσία

Να μη σε ενοχλεί το κλίμα.

[ ε’ ]

Μόλις πέσει η νύχτα

Αποπειρώμαστε την προσέγγιση.

Τα βήματα προσπερνούν

Η έξοδος οδηγεί σε άλλους κύκλους

Σε άλλα στεγανά όπου προσπαθούμε

Την αναγνώριση.

Απλοποιούνται τα πράγματα

Εξομοιώνονται

Γίνονται εύκολες οι εξεγέρσεις

Όταν πέφτει η νύχτα

Γίνεται εύκολη η μεταμόρφωση.

[ στ’ ]

Τα λόγια που δεν είπες

Οι κινήσεις που δεν κατόρθωσες

Η οσμή που αγνοείς την προέλευσή της.

Τώρα τι να προσπαθούμε προσθέσεις και αφαιρέσεις

Τι να λογαριάζουμε την «επαύριο»

Όταν δεν μας έμεινε ούτε ο άρτος ο επιούσιος

Κι έχουμε χάσει τη μορφή της πόλης

Και τα σπίτια μας δεν είναι παρά σχήματα

Νυκτός.

Οι κινήσεις που δεν τολμήσαμε

Πτώματα διασκορπισμένα

Στο σώμα μας.

[Απόπειρα εξόδου II]

[ α’ ]

Προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές.

«Ένα άλλο σώμα» μονολογεί

Και κάθε πρωί απ’ τα χαράματα σηκώνεται

Ψάχνοντας στα δοχεία απορριμμάτων

Το χθεσινό πρόσωπο.

Λογαριάζοντας τα υπέρ και τα κατά

Να ερευνήσει τις αλλαγές του εικοσιτετραώρου.

Και κάθε πρωί επιστρέφει με χέρια ματωμένα

Χέρια όπου έχουνε κολλήσει άμορφα κομμάτια

Από σάρκα και οστά

Χέρια όπου δεν χωράνε τα δάκρυα.

«Ένα άλλο σώμα»

Μονολογεί

Και κάθε πρωί

Επιστρέφει.

[ β’ ]

Ζητώντας πάντα μια πρόφαση

Κλειδώνει την πόρτα

Ασφαλίζει το μοναδικό παράθυρο

Και μένει.

Οι υπάλληλοι περιμένουν.

Απειλούν.

Πρέπει ν’ αδειάσει το σπίτι

Να γίνει επιτέλους η μετακόμιση.

Από τις χαραμάδες

Παρακολουθεί τις κινήσεις

Υπολογίζει την επόμενη ενέργεια

Μέχρι να πέσει η μέρα

Να κουραστούν

Να τραβήξουν στα σπίτια τους.

Τη νύχτα

Σχεδιάζει τρόπους

Απόδρασης.

[ γ’ ]

Μόλις ξυπνήσει

Συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία

Έως το τελευταίο δευτερόλεπτο.

Αρχίζει με τις αποσκευές.

Τοποθετεί τα χέρια

Τα πόδια

Διαμελίζει το σώμα

Το συσκευάζει.

Μετανιώνει την τελευταία στιγμή

Ματαιώνει την αναχώρηση

Βγάζει από την τσέπη τα κλειδιά.

Τη νύχτα

Αρχίζει

Τη συναρμολόγηση

Των μελών του.

[ δ’ ]

Κάτω από παράθυρα ερημικά

Υπάρχει.

Και κάθε επέτειος τον βρίσκει

Όμοιο με τετράποδο

Να ψάχνει

Κάτω από τραπέζια εκστρατείας

Και κρεβάτια

Πίσω από παραλληλόγραμμα τοίχων

Γύρω από λάμπες.

[ στ’ ]

Προσπαθεί να διαφυλάξει το αίμα

Κρατώντας κομμένα μέλη και εξορυγμένα

Μάτια

Περιμένοντας τις νύχτες

Που αδειάζουν οι δρόμοι

Τις νύχτες που έχει έναν τόπο

Να χαράξει σχήματα

Λευκά φτερά

Έστω από σάρκες και οστά

Προσπαθεί

Να μην επουλώνει τις πληγές

Τους αναγκάζει να του ξεκολλάνε τις σάρκες

Τα μαλλιά

Να κρατήσει τη μνήμη του

Επιμένει.

ΠΗΓΗ:  https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11778.0

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

H Kική Δημουλά για τη Μαρία Κυρτζάκη

(αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο, τχ. 72, 2006)

Σκέψεις για τη Μαρία Κυρτζάκη

Βαρύς σκάει κάτω ο υπαινιγμός μιας πτώσης: Στη μέση της ασφάλτου, τίτλος της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Μαρίας Κυρτζάκη. Ένας τίτλος-γδούπος. Σώα η πρωτοτυπία, πρόσθετα ανθεκτική με το να μην αποτελεί τίτλο καμιάς από τις περιεχόμενες συλλογές.

Μου επιβάλλεται η αινιγματική ηθική του: μόνος, πεσμένος στη μέση της ασφάλτου, δεν επιδιώκει νε επισύρει περίεργους γύρω του, δε βογκάει, δε ζητάει βοήθεια. Αντίθετα, προσφέρει βοήθεια, μας ψαύει όλους, μας δείχνει πού πονάμε, τι σπάσαμε πέφτοντας, και μας καθησυχάζει ότι είναι άθραυστη εκείνη η μεγάλη ανεξήγητη δύναμη που παράγεται από τα σπασμένα, ανήμπορα, σαστισμένα κομμάτια μας.

Ενας τίτλος καταμετρητής του πόσο όλους μας, λίγο-πολύ, μια βίαιη βουλή μάς αρπάζει από την ανυποψίαστη αγκαλιά της γέννησής μας και μας πετάει στη μέση της ασφάλτου, αφήνοντας να μας αναθρέψει ένας κίνδυνος. Θα μπορέσω άραγε να λεηλατήσω το σθεναρό μήνυμα αυτού του τίτλου;

Γιατί την ποίηση της Κυρτζάκη στο έπακρον την εκμεταλλεύτηκα, ταξιδεύοντας στα βάθη της και πολλά κερδίζοντας με το να πηγαινοέρχομαι δαπάναις της στην ανάγνωσή της. Την εκμεταλλεύτηκα ακόμα κι όταν τα βιβλία της έμεναν καιρό κλειστά τοποθετημένα κατ’ αλφαβητικό χρόνο και κατά χρονολογική αφοσίωσή μου στη βιβλιοθήκη, σε ράφι που έρχεται ακριβώς στο ύψος της μνήμης μου, για να τα βρίσκει εύκολα και να μη χάνομαι.

Χρόνια διανύω τις αποστάσεις τού τι πέτυχε από το ένα βήμα στο επόμενο και, παρόλο που η προσληπτικότητά μου δεν είναι τόσο γοργοπόδαρη όσο οι ικανότητες της Κυρτζάκη, ταξιδεύω εντούτοις και ευχερώς μεταφέρομαι με το ταχύ και ασφαλές μέσον της χαρούμενης, έστω αδέξιας, έκπληξης. Εκπληξης για τη νέα καλλιεργημένη έκταση που η κάθε καινούργια συλλογή της προσαρτά στον ποιητικό της χάρτη. Εκταση συναρπαστική, πριν καλά καλά την πλησιάσω, από εκεί που μόλις αρχίζει να προβάλλει θαμπή η καρποφορία της. Κλέβω κάθε φορά τους καρπούς, που έχουν τη σπάνια μεικτή γεύση: της απόλαυσης και της διδαχής. Διδαχή του τι σημαίνει οικονομία, τόλμη, αυθεντικότης, ρυθμός, αυστηρά λογοκρινόμενος λυρισμός και περιρρέουσα ουσία. Ιδιωτική γεύση, κανείς δεν με βλέπει. O,τι συλλαμβάνω το καταβροχθίζω με τα χέρια, χωρίς καλούς τρόπους, χωρίς μαχαίρι και πιρούνι ― το μαχαίρι άλλωστε το κρατούν σφιχτά οι στίχοι της Κυρτζάκη, είτε για να διαπράξουν έναν δίκαιο φόνο είτε για να αποτρέψουν έναν άδικο. Κλέβω, βάζω στην τσέπη μου ό,τι αντιστέκεται στην αντίληψή μου, επειδή ξέρω ότι στην επόμενη ανάγνωσή τους οι χυμοί θα μου έχουν εκμυστηρευτεί μια τουλάχιστον από τις πολλές οδούς τους.

Ξαναδιαβάζοντας τώρα τα ποιήματα της Κυρτζάκη, με κάπως πιο συγκρατημένη βέβαια βουλιμία, αφού αυτό το σημαντικό που μου υποβάλλουν είναι χορτάτο από τη συνεχή επιρροή τους επάνω μου, κρατώ ανοιχτές και τις παλιές συλλογές ―μια μια μόνη της, πεσμένη στη μέση της ασφάλτου―, γεμάτες από τα θαυμαστικά που είχα τοποθετήσει στις σελίδες τους να στέκουν σα φρουροί-προστάτες ποιημάτων, που με δέσμευαν να τα αγαπώ και να τα πιστεύω, θαυμαστικά που και τώρα προθυμοποιούνται να τα μεταφέρω ως φρουρούς και αυτής της εύφορης αναταραχής που μου γεννά η συγκεντρωμένη πια ποίηση της Κυρτζάκη, αυτό το κοινόβιο εντός του οποίου θα συνδημιουργηθούν ενωμένες όλες οι αρμονικές ιδιαιτερότητές της.

Ξαναδιαβάζοντας, αναβιώνει η παλιά προτίμησή μου να κάνω πάλι το ταξίδι σ’ αυτές τις ιδιαιτερότητες, μέσα από τους τίτλους των ποιητικών συλλογών της Κυρτζάκη, ελκόμενη ιδιαίτερα από τον ιδιότροπο βυθό της «Μαύρης Θάλασσας», περίεργη να δω τι αναπνέει στον βυθό αυτού του τίτλου που έδωσε η Κυρτζάκη στην προτελευταία της συλλογή, τίτλου που της επεβλήθη άνωθεν και που το αποδέχτηκε, μη ξέροντας γιατί, αλλά σίγουρη πάντως ότι αυτός ο τίτλος δεν παραπέμπει στη συνήθη, ευκολοσυμβολική μαυρίλα της διαθέσεως, τη γεμάτη σκυλόψαρα απελπισίας. Χωρίς να ζητήσω την άδεια της παραθέτω εδώ ποια εξήγηση ανακάλυψε η ίδια, αφού υιοθέτησε τον τίτλο:

Η επιλογή μου από τα ποιήματα που γράφτηκαν αυτά τα χρόνια είχε ως μόνο σημείο αναφοράς την έννοια Μαύρη Θάλασσα. Αφού κυκλοφόρησε το βιβλίο, μού ζήτησαν ένα μικρό κείμενο γι’ αυτό. Δεν ήξερα και πάλι τι να γράψω. Ανοιξα την εγκυκλοπαίδεια στη λήμμα «Μαύρη Θάλασσα». Εμεινα έκπληκτη. Νάτος λοιπόν ο τόπος της διαφοράς. Ο βυθός αυτής της θάλασσας, έγραφε, δεν έχει οξυγόνο πέρα από κάποια μέτρα και πάνω, αλλά παραδόξως αναπτύσσονται εκεί οργανισμοί – υπάρχει ζωή. Πιστεύω πολύ στην εσωτερική νομοτέλεια των πραγμάτων και αυτό εγώ ονομάζω φυσικότητα. Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια αναγνωρίζοντας αυτή τη νομοτέλεια. (περ. «Διαβάζω», 2000)

Μέσω λοιπόν αυτής της μυστηριώδους, της αυτοδύναμης ―της χωρίς οξυγόνο― αναπνοής προσεγγίζω, εξερευνώ δειγματοληπτικά και τις άλλες άκρως ευαίσθητες περιοχές όπου έχει αφήσει τα μισόκλειστα όστρακά της η ποίηση της Κυρτζάκη. Συγκρίνω, καταμετρώ, κάτι λείπει εδώ. Μια συλλογή: λείπουν οι «Σιωπηλές κραυγές» (1966), με την πρώτη νεανική τους οξύτητα. Πού τις κατέπνιξε άραγε, σε ποια σκληραγώγησή της, εν τω μεταξύ, η ποιήτρια; Ωστόσο εμένα αυτή η απουσία μού φέγγει να

Συλλογιέμαι τη μέρα

Που θα σφίξεις το μαχαίρι

Και θα καρφώσεις το βλέμμα στην πλάτη…

Διαπλέοντας αυτή την προφητεία που τρεμοσβήνει βγαίνω στις εκφοβίζουσες «Λέξεις»:

Οπως και να ‘χει το πράγμα

Οπως και να ‘χει

Περικυκλώνει ο φόβος

Οπως και να ‘χει

Η επικοινωνία εκτελείται…

Γδέρνεται η έλευσή μου στα τοιχώματα του «Κύκλου»:

Ωραίο που είναι το αυγουστιάτικο φεγγάρι

Ματώνει κάθε χρόνο στον πνιγμό μου.

Γέρνει έτοιμος να μπατάρει ο προορισμός της ισορροπίας. Είναι που κάθεται μόνοπαντα στην πρόθεσή μου η «Γυναίκα με το κοπάδι» ― πράξεων αδειασμένων από τα λόγια τους, κι όμως τι βάρος:

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη

[…]

καθόλου αθώα ― θύμα των ισχυρών ή

κάτι τέτοιο

την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά

όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς

και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό

μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή

μου

Ανακόπτω πορεία. Στη βιασύνη μου να βγω από τον κύκλο πριν σκοτεινιάσει η εξ ορισμού μοιραία περίμετρός του, προσπέρασα κάτι ομάδες στίχων που επιπλέουν με γρήγορο ρυθμό οργισμένης μουσικής, ακαταπόνητοι και ανθεκτικοί. Οι περισσότεροι είναι πιασμένοι από τον αβύθιστο τίτλο τους: «Εταζέρα». Και παρακάτω δέκα μικροκαμωμένα ποιήματα επί σχεδίας τίτλου φτιαγμένης από το ίδιο το μικροκάμωμά τους και τον συνδετικό αριθμό τους: «Δέκα μικρά ποιήματα».

Ολα τα ποιήματα κρατούν αναμμένες λάμπες θυέλλης. Ναυαγοί; Μάλλον για σπηλαιολόγοι φαίνονται. Επειδή διακρίνω να κείνται επί της «Εταζέρας», δίκην μπιμπελό, σκελετοί αγωνίστριας προϊστορίας και μεταλλάξεώς της σε:

Εκατομμύρια έτη αυτοκινήτων

διανύουν την απόσταση

του κορμιού σου…

Ανιχνευτές σπηλαιώδους λυτρώσεως πρέπει να είναι αυτά τα «Δέκα μικρά ποιήματα», καθώς μεταφέρουν παμπάλαια πλην ζώντα κρανία διασήμων ζωγράφων που διδάσκουν μιαν εξαίσια παρακαμπτήρια μέθοδο όρασης, προσεγγίσεως:

Για να σε κοιτάξω

Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι.

Ρίχνω φωτοβολίδες-σινιάλο. Απαντούν όχι, δεν είναι ναυαγοί. Είναι διορισμένοι από τον Θεό ανιχνευτές της επανορθώσεως των ίδιων των λαθών του.

Τινάζω τη σκόνη της πολύλογης αγάπης μου από την «Περίληψη για τη νύχτα», όπως αυτή η περίληψη αναπτύχθηκε, επεξετάθη, συμπεριέλαβε, πρωτοφόρεσε σώμα και θριάμβευσε ως «Ημέρια νύχτα»:

Ανενδοίαστα και σαν άρρωστη

Τ’ όραμά σου τραυλίζω

Με τις λέξεις σου φτιάχνω εικονίσματα

Και μετά στη φωτιά

Ανενδοίαστα εύχαρις σε ζυμώνω στις

στάχτες…

κι όλην αυτή την ευπαθή αντήχηση των αστραπόβροντων να πρέπει να την περάσω με προσοχή μέσα από τη «Σχιστή οδό», που λάξευσε η ποιήτρια κατά μήκος της γης των αισθήσεων, για να περάσουν άθικτες «οι ακτίνες της αλήθειας της».

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι

Κι ας λέει

Ερχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης

Λόγια

Σχιστή τη γλώσσα διασχίζει η οδός

Φάνηκε φόνος.

Προφυλαγμένο, τέλος, στα πιο μέσα σωθικά μου το πολύτιμο καταστάλαγμα της ποιητικής ωριμότητας της Κυρτζάκη, αλλά και καταστάλαγμα όλων των προσδοκιώ μας σε «Λιγοστό και να χάνεται».

Πλαταίνουν τα μάτια μου όταν ανατρέχουν σ’ αυτόν τον τίτλο. Σα να καταλήγουν σ’ έναν σοφό σταθμό. Εκεί όπου μαζεύονται και κατοικούν «γυμνές οι σημασίες». Καλώντας σε να μυηθείς στην απάρνηση του άφθονου και εύθυμου χρόνου, που γλεντοκοπάει με την αρχή των καταστάσεων, παρασύροντάς σε να χρειάζεσαι εκείνο το χρονοβόρο ενδιάμεσο μεταξύ αρχής και τέλους, που μόνο μισή τελικά ξεσηκώνει μεταξύ αρχής και τέλους και φόνοι διαπράττονται στο όνομα της αναμονής σου. Ναι, αυτός ο τίτλος είναι σα να ασπάζεσαι εκείνη την όλο και πιο αδύνατη γραμμή που αφήνουν οι διάττοντες σαν «λαμπαδίτσα που έκαιγε πριν την δείξει η νύχτα», σαν αυτή να είναι η έννοια του βίου μας. Λιγοστή και να χάνεται, πριν αρχίσει, πριν ακόμα λιγοστέψει και πριν ακόμα χαθεί.

Αχ νύχτα, νύχτα των ερώτων που

Κουβαλούν τα σώματα. Λυγίζουν

Απ’ το βάρος του σκληρού φωτός

Και σ’ απαρνούνται. Σε λησμονούν,

Καλύτερα.

Προσπάθησα εδώ να βιογραφήσω τη ρητή επιβλητικότητα και υποβλητικότητα των τίτλων που έδωσε η Μαρία Κυρτζάκη στις εννέα ως σήμερα ποιητικές συλλογές της. Ενόχλησα έτσι, ανεπίτρεπτα μάλλον, κάποια ποιήματα αποσπώντας τους στίχους τους οποίους θεώρησα ικανούς να αποδείξουν την άκρατη συνέπεια μεταξύ προανακρούσματος και αντηχήσεως, τη ριγηλή τάξη του ύφους, το ήθος των πνοών και τη σκιερή ατμόσφαιρα που κάτωθέ της ευδαιμονικά αναπαύεται το οδοιπόρο αποτέλεσμα. Ενήργησα έτσι όχι μόνον γιατί μόνο έτσι μπορούσα, αλλά γιατί μέσω αυτού του τρόπου μου ακουγόταν να παιανίζει νικηφόρος ο απόηχος της σκυταλοδρομίας, με πόση εμβέλεια το μαχαίρι που διαισθάνθηκαν οι πρώτες κιόλας νεανικές «Σιωπηλές κραυγές» της Κυρτζάκη περνάει από χέρι σε χέρι της κάθε συλλογής, για να καταλήξει νικηφόρο στη σφαγμένη κραυγή του «Λιγοστού και να χάνεται»

Τι μοναξιά Θεέ μου και πού μας έσπειρες

Και δεν μας ελυπήθης.

Κι ακόμα, ενήργησα έτσι θέλοντας να υπογραμμίσω πόσο πολύκλαδο, πόσο άθικτα πράσινο διατηρείται αυτό το γενεαλογικό δέντρο των παθών και της τιμωρίας τους που κατάστρωσε η Κυρτζάκη με μαθηματική γενναιότητα και εμβάθυνση στα αίτια και τα αιτιατά, εξασφαλίζοντας μελωδικό θρόισμα στο στωικό του φύλλωμα μέσω της έγχορδης γλώσσας της, διότι

Χωρίς τη γλώσσα πώς ν’ αρθρωθεί

Η φύση των πραγμάτων συλλογίζεται

Κι η μήτρα που τα γέννησε

Πώς να την ψαύσεις

Ενα γενεαλογικό δέντρο αξιόπιστο, βασισμένο σε πληροφορίες που συνέλεξεη ποιήτρια από έγκυρους επιζώντες θανάτους, πληροφορίες για την καταγωγή τους, για το ποια μακραίωνη τυχαιότης ή σκοπιμότης τους διαιώνισε, γιος ποιας δυσκολίας είναι ο έρωτας και από αυτόν και την έρμαιη ανάγκη να τον νιώθουμε ποιοι αμετανόητοι έρωτες γεννήθηκαν και ποιοι ψυχοπονιάρηδες εν συνεχεία στεναγμοί μάζεψαν από τον δρόμο και περιέθαλψαν όλες τις ορφανές συνέπειες, αφού

Ας μου ήταν γνωστό

Δεν εγνώριζα

Τα ονόματα σαν τα δέντρα

Πως έχουν τη ρίζα τους

Σκοτεινή και υπόγεια

Συλλογή πληροφοριών, που αφού τις βίωσε πρώτα η «σάρκα του αισθήματός» της για να τις μυρώσει με αυθεντικότητα, μας τις παραδίδει για να συμβάλουμε στην επαλήθευσή τους, συγκρίνοντας την αλληλέγγυη ομοιότητά τους με τα πάθη των δικών μας προσωπικών στεναγμών.

Ώστε

Μη γελαστούν και

Πλανηθούν και χάσουνε και δεν το

Δυο αυτοί το μέσα που κυβερνάει

Τις ζωές του κόσμου

Ή, όπως ακόμη πιο παρήγορα συμπτύσσει τους τέσσερις αυτούς στίχους σε έναν:

…και κάθε σώμα τις σημασίες του ανταλλάσσει.

Δωρήθηκε στην ποίηση της Κυρτζάκη να μην άγεται και φέρεται από εκείνη τη σκόρπια ανώνυμη θλίψη που επιδαψιλεύει σε πολλούς ποιητές ένα δακρύβρεχτο εύκολο κέρδος.

Κλαίει μεν η σοφία της, αλλά

Εχει το χάρισμα και του Θεού

Το δάκρυ. Σαν φυλακτό. Να οδηγεί

Σαν φως αυτή νυκτούρο στα

Σκοτεινά στη νύχτα και το έρεβος…

Καλλιεργεί και ξεκουράζει ότι λόγω της βαθύτατης παιδείας της βρίσκεις συχνά στα θέματά της και στον χειρισμό τους κλωστούλες και χνούδια που φέρνει από μακριά ο αθάνατος αέρας της μυθολογίας και των τραγωδιών που έγραψανοι πρόγονοί μας. Αλλά αυτά δεν είναι ως αποκλειστικό έδαφος για να πατήσει η ποιητική της εκτίναξη. Είναι για να γίνει πιο σφιχτό, πιο αδιαμφισβήτητο το πέρασμά μας από αυτόν τον περιπετειώδη πλανήτη.

Ο λόγος της ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει. Καρφώνεται με ένταση απαραχάρακτη και τιμωρεί τα αυτονόητα, τα κοινότοπα, είναι άγρια, τρυφερή, χαϊδεύει τις αδυναμίες, αλλά χαϊδεύει με τις ίδιες εκείνες γρατζουνιές που της προκάλεσε η γαμψή αφή των πραγμάτων. Ακούω συχνά το ουρλιαχτό του στίχου της: «Πεινάω σαν λύκος», αλλά δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός, δεν τρώει παραχωρήσεις.

Ποτάμι ορμητικό του πόθου

Χύνεται κάποτε η φωνή

Που στα κυλίσματά του θεριεύουν

Οι σκιές και στους χείμαρρους του

Ορμούν τα σύμφωνα αγκομαχητά

Να ξεψυχήσουν

Προς την ακρούλα

Τα φωνήεντα κοιτάζοντας

Όπως σε όχθη ναυαγός.

[…]

Κρυστάλλινη της μοναξιάς η όψη.

[«Μαύρη θάλασσα», 2000]

Και ασφαλώς και φυσικά η φωνή της Κυρτζάκη πρωτίστως απευθύνεται στον «Aλλον», τον επιζητά υπόκωφα, γλείφει με τον ρυθμικό παφλασμό της και δροσίζει την ακρογιαλιά του. Αν η ακρογιαλιά αυτή είναι πολύκοσμη, τότε αυτοδύναμη η ποίησή της χτυπάει δυνατά το βέτο της σε εκπτώσεις και εκβιασμένους συγκερασμούς και αποσύρεται στα δικά της ανταριασμένα νερά, περισυλλέγοντας ωστόσο με αγάπη ναυαγούς του ξένου αρνητή κόσμου.

Δεν είναι βέβαια μόνον αυτά η ποίηση της Κυρτζάκη. Είναι και ό,τι αποσιωπήθηκε απ’ όσα δεν ειπώθηκαν. Οσα δεν ειπώθηκαν όχι από δική μου παράλειψη, αλλά από την απαίτηση της ίδιας της ποίησης να μη γνωρίζουμε γι’ αυτήν παρά μόνον όσα εικάζουμε ή επινοούμε ως «λαμπαδίτσα» που καίει «πριν τη δείξει η νύχτα».

ΠΗΓΗ: http://entefktirio.blogspot.gr/2016/01/blog-post_22.html

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Κατά πρώτο λόγο για πρακτικούς και κατά δεύτερο για λόγους ουσιαστικούς, θα επιχειρήσω τη σύντομη περιδιάβασή μου στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη ξεκινώντας από τη συλλογή της Η γυναίκα με το κοπάδι (1982), όπου για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιείται και ανάγεται στο επίπεδο της θεότητας, μιας θεότητας ατομικής, ο «αιφνίδιος λόγος». Δηλώνεται η αμετάκλητη απόφαση της ποιήτριας να παραδοθεί, αν όχι αμαχητί πάντως ανεπιφύλακτα, στη σκοτεινή γοητεία του• στις σαγηνευτικά εκμαυλιστικές υποσχέσεις του. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι ακριβώς σημαίνει αυτό -πόσο βέβαιος μπορεί να είναι κανείς μιλώντας για τέτοια ζητήματα- αισθάνομαι ωστόσο ότι οι ανά πάσα στιγμή αναμενόμενες ανατρεπτικές συνέπειες της ευκταίας εμφάνισής του συνέβαλλαν στη διαμόρφωση μιας νέας στάσης απέναντι στη ζωή και την τέχνη και, πάνω απ’ όλα, στη διαμόρφωση, στην οριστική εδραίωση μάλλον μιας ιδιότυπης, ακραία ερωτικής, σχέσης με τη σώμα της γλώσσας.

Μια σχέση που επισπεύδει ζωτικής σημασίας συνειδητοποιήσεις, όπως είναι η συνειδητοποίηση του δικαιώματος στην άκρα υποκειμενικότητα, καθώς και η σχεδόν έντρομη συνειδητοποίηση της αδηφαγίας των λέξεων, τις οποίες η ποιήτρια αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει διαφορετικά, παρά μόνο υποτασσόμενη στην υπέρογκη δύναμή τους και με κάθε τρόπο εξευμενίζοντάς τες. Θα έλεγε κανείς ότι από τη συλλογή αυτή και ύστερα η ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη γίνεται, ολοένα και εμφανέστερα, μία ποίηση ιδιοτύπως γλωσσοκεντρική, χωρίς ωστόσο η ενδιάθετη μέριμνά της για τη γλώσσα να αποβαίνει εις βάρος της εκάστοτε ποιητικά εναυσματικής κατάστασης ή βιώματος, χωρίς να καθιστά τον λόγο της αυτοαναφορικό. Η γλώσσα είναι, για τη Μαρία Κυρτζάκη, φορέας μνήμης και συνάμα το νήμα που την οδηγεί, με την ίδια επίφοβη ασφάλεια, στους χώρους της εγρήγορσης αλλά και του ύπνου, εκεί όπου το όνειρο δεν είναι απλώς απείκασμα της πραγματικότητας, αλλά ένας ξεχωριστός και οικείος, ακόμα και όταν είναι εφιαλτικός, κόσμος («Όχι, ο ύπνος μου δε μηρυκάζει. / Με κυριεύει απόλυτα σαν βάρκα / που καταπίνει θαλασσινό πηγάδι», λέει). Και είναι αυτή η σχέση της με τη γλώσσα που την κάνει να αισθάνεται τη βαρύτητα της γραφής, κάτι σαν δυσκαμψία που κάνει δυσπρόσιτα και απροσπέλαστα την πένα και το χαρτί, όταν, περιγράφοντας τις εσώτερες διεργασίες της σιωπής, επιθυμεί διακαώς να τη μετατρέψει σε ποίηση. Κάθε ποίημα, κάθε ποιητική ενότητα της Μ. Κ. είναι προϊόν μιας εκστατικά βιωμένης με το σώμα, το πνεύμα και τον λόγο ερωτικής εμπειρίας, με τον «αιφνίδιο λόγο» να διαδραματίζει τον ρόλο του εγερτήριου εναύσματος.

Αυτό γίνεται ακόμα προφανέστερο στις επόμενες ποιητικές συλλογές της (Περίληψη για τη νύχτα, 1986 και Ημέρια νύχτα,1989), ιδίως στη δεύτερη, όπου η ποιήτρια μοιάζει να προσδοκά τον «αιφνίδιο λόγο», προκειμένου να καταστεί δυνατή η ποιητική γονιμοποίηση του ώριμου για κάτι τέτοιο προποιητικού-βιωματικού υλικού της. Στην οποία ποιητική γονιμοποίηση, το σώμα είναι που κυριαρχεί σε όλες τις πιθανές καταστάσεις του: το σώμα που ασπαίρει από τον πόθο και την ακατασίγαστη επιθυμία ικανοποίησης του πόθου του• το σώμα ως ύλη αλλά και ως πνεύμα, ως πηγή ζωής αλλά και ως προάγγελος του θανάτου. Όλες οι θεματικές πτυχές της ποίησης της Μ. Κ., εξάλλου, συνδέονται άμεσα με το σώμα: οι φάσεις και οι αποχρώσεις του έρωτα, ο θάνατος, ο χρόνος σε όλες τις διαστάσεις του, η επελθούσα και η επερχόμενη φθορά. Και η γλώσσα δεν είναι παρά ένας οργανισμός σωματικά προσδιορισμένος και ψαύσιμος σχεδόν• ένας οργανισμός θρεμμένος από όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας, ανθηρός, τολμηρός και πάντα διεκδικητικός του ενιαίου της καταγωγής του. Μάλιστα στη συλλογή Σχιστή οδός (1992), που θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί μία προσωπική μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο η ποιήτρια οδεύει προς το ποίημα, διασχίζοντας τα σκοτεινά όσο και ολισθηρά τοπία του συναισθήματος, γίνεται προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν απλή εξιστόρηση του οδοιπορικού της, αλλά και με μια απόπειρα καταγραφής της παράλληλης με τη δική της πορείας της γλώσσας, μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη ένωση των σωμάτων τους και προκύψει σε μια στιγμή, αιφνίδια, το αενάως κυοφορούμενο ποίημα.

Για τη Μαρία Κυρτζάκη ο κόσμος συνέχεται και αναδημιουργείται από μια προϋπάρχουσα και στη σιωπή βυθισμένη, πλην όμως άγρυπνη, γλώσσα, που εκτός των άλλων επιβεβαιώνει τον ποιητή για την ύπαρξη ζωής• τον επιβεβαιώνει -και αυτοεπιβεβαιώνεται- την απειροελάχιστη στιγμή που συμβαίνει το αιφνίδιο, όταν το διαρκές κρυφό αιματοκύλισμα του μέσα με τον έξω κόσμο φανερώνεται και προδίδεται απροσδόκητα εντελώς. Μάλιστα, μέσα από την αποκάλυψη της ζωής επιβεβαιώνεται και το αναπόφευκτο του θανάτου, που μόνο εν ζωή εξυφαίνεται στο διηνεκές. Και όλ’ αυτά, με δεδομένη την ύπαρξη μιας μνήμης των λέξεων απύθμενης, αστείρευτης και ανεξερεύνητης κι ενός ομφάλιου λώρου απεριόριστου, ώστε να μπορεί η αγωνιούσα συνείδηση να βυθίζεται στα βαθύτερα στρώματα της ιστορίας, εκεί που θερμαίνονται οι έννοιες και τα αισθήματα. Στη Σχιστή οδό αλλά και σε όλη την ποίηση της Μ. Κ. η γλώσσα λειτουργεί και πορεύεται όπως της το υπαγορεύουν οι περιστάσεις• λειτουργεί και πορεύεται σαν πρόσωπο υπαρκτό, σαν άλλη Αριάδνη ή σαν η «Φεγγαροντυμένη» του Κρητικού, ακολουθώντας τους ήχους της: κάτι ήχους και φθόγγους και «ακρούλες» λυγμών. Πορεύεται διασχίζοντας έναν τόπο φρικτά συλημένο, μια χώρα που εβρώμισε, απ’ όπου: «Αέρας περνώντας την πνοή του εβρώμισε Μαργαρίτες ως κόρες μ’ ανοιχτά τα εικονίσματα βρέθηκαν και τα τέμπλα αγίων αδειανά για καυσόξυλα επιπλέαν σε βάρβαρα δάχτυλα». Η Γλώσσα, στην προκειμένη περίπτωση, αξιώνοντας πατρίδα, σαν ιστορία από τα κόκαλα βγαλμένη, βαδίζει προς την άγνωστη γη, που είναι το ποίημα. Το οποίο παλεύοντας με τα γράμματα ψεύδη χτυπιέται – ώσπου αναδύεται. Η πορεία της γλώσσας διαρκεί ως την αιφνίδια ένωσή της με το σώμα της ποίησης -ή το σώμα της ίδιας της ποιήτριας, αν θέλετε- και είναι από την ένωση αυτή που αρχίζουν να υπάρχουν τα πράγματα, περιβεβλημένα και συγκρατημένα με/από τις λέξεις, αυτές τις σανίδες σωτηρίας. Και είναι κάπως έτσι που, μέσα στη μοναξιά, υψώνεται ο πλαστουργός της λέξης, ο έρωτας, χωρίς τον οποίο η λέξη φθείρεται μέσα στην τύρβη των πολλών και μέσα στη συνάφεια του χωρίς δικό του πρόσωπο κόσμου. Φθείρεται και γίνεται απλό αμάξωμα εννοιών.

Είναι φορές που η Μαρία Κυρτζάκη, στην ώριμη περίοδο τής -όσο κι αν φαίνεται απίστευτο- σχεδόν σαραντάχρονης ποιητικής της πορείας, μοιάζει να θέλει, θα τολμούσα να πω περιδεής, να ιχνηλατήσει την προσωπική της πορεία προς το ποίημα, κάτι που είπα ήδη με διαφορετικό τρόπο, αξίζει ωστόσο τον κόπο να το επαναλάβω. Μοιάζει να θέλει να ιχνηλατήσει την πορεία της προς το ποίημα παράλληλα με την ανεξάρτητη πορεία της γλώσσας, ως το καίριο σημείο που πραγματοποιείται η ένωσή τους. Ως το φοβερό σταυροδρόμι, όπου το ποίημα υψώνεται ως ανάσταση των λέξεων. Εγχείρημα οπωσδήποτε δύσκολο και επικίνδυνο, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μιαν εκ του ασφαλούς περιγραφή-καταγραφή των φάσεων της ποιητικής πράξης, αλλά για μιαν εκ των έσω προσπάθεια να εννοηματωθεί και να καταδειχθεί η επώδυνη και συχνά ακατανόητη πλαστουργία του ποιήματος. Θέλω να πω την ίδια στιγμή που συντελείται το ποίημα, καταμεσής εκεί όπου ο αιφνίδιος λόγος οιακίζει το στερέωμα του νου, προοικονομώντας, με εντελώς δικά του μέτρα και σταθμά, το ποίημα. Αυτό το ποίημα που πλάθεται και την ίδια στιγμή, σαν μπροστά σε καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό του πλαθόμενο. Που, μολονότι αθεμελίωτο, αιωνίως θεμελιώνει, χωρίς αυτό ποτέ του να θεμελιώνεται.

Μολονότι ήδη το είπα, θα το ξαναπώ: η ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη είναι μία ποίηση βαθύτατα ερωτική και κατ’ επέκτασιν σωματική. Οι σκέψεις, τα αισθήματα, τα συναισθήματα και οι μνήμες, στην περίπτωσή της, για να υποστασιοποιηθούν ποιητικά, πρέπει να υποστηρίζονται από συγκεκριμένες, σωματικά προσδιορισμένες, αντιστοιχίες. Το σώμα είναι το πεδίο της αδιάλειπτης σύγκρουσης και εναλλαγής των αντιθέτων, η αντιπαλότητα των οποίων αμβλύνεται εξαιτίας της σχεδόν τελετουργικά, λατρευτικά, επαναλαμβανόμενης αντιπαράθεσής τους. Το ερωτευμένο σώμα είναι το πεδίο όπου το κάθε αντιπαρατιθέμενο σκέλος δεν είναι απλώς προϋπόθεση του άλλου, αλλά εμπεριέχεται, κιόλας, στην ουσία του. Η ηδονή και η οδύνη αντιμάχονται η μία την άλλη, κατά βάθος, ωστόσο, δεν είναι απλώς αδιαχώριστες, αλλά αλληλοπροϋποτίθενται. Ίσως γιατί στον έρωτα η ηδονή πάντα διεκδικεί το μερτικό της στην οδύνη. Το σώμα, κάποτε ακόμα κι ερήμην του, κατοικείται από τον έρωτα• επειδή όμως ο έρωτας είναι μονίμως εκτεθειμένος στο ενδεχόμενο της μοναξιάς, η μοναξιά αποτελεί τη μονιμότερη εκδοχή του σώματος. Θα τολμούσα να πω ότι ο έρωτας, στην ποίηση της Μ.Κ., αυτή η ένσαρκη εκδοχή της μεταφυσικής, κανοναρχεί το σώμα• το βρίσκει αφύλαχτο, ενόσω αυτό είναι παραδομένο στη μνήμη μιας άλλης ζωής, και το αποικεί. Κι αυτό το έτσι κατακτημένο, αποικημένο και κατοικημένο σώμα, όταν ερημωθεί, όταν δεν απομένουν πια παρά τα άυλα σύνεργα του έρωτα, ήχοι και λόγια, φωνές πνιγμένες, κραυγές και ψίθυροι, δάκρυα που κύλησαν ή που δεν κύλησαν γιατί έμειναν ασχημάτιστα, ακόμα και τότε νοσταλγείται σαν χαμένη, αγαπημένη πατρίδα.

Η ανελέητη μνήμη όλων αυτών είναι εκδικητική και συνάμα διεκδικητική του παρόντος. Στη διαβρωτική υγρασία της σωματοποιούνται και αποκτούν υπέρογκες διαστάσεις άδεια σχήματα της απουσίας, μετέωρες χειρονομίες, ακόμα και αισθήσεις κι αισθήματα κι έτσι, όλα σωματοποιημένα, συμβάλλουν στην αναβίωση συμβάντων, καταστάσεων, ήχων και οσμών που, όλα μαζί, επαναδιεκδικούν τον έρημο τόπο, το ακατοίκητο σώμα, κατερειπώνοντάς το. Και όλ’ αυτά με μια κυμαινόμενη νηφάλια εκφορά των αισθημάτων, των σκέψεων και των συναισθημάτων, με έναν λόγο εναργή, παρά την κρυπτικότητά του• ίσως εξαιτίας της σωματικής ιδιοσυστασίας του και, βέβαια, εξαιτίας του γεγονότος ότι η ποιήτρια, όπως επανειλημμένως έχει επισημανθεί, διατηρεί μονίμως ακμαίο και ατσαλάκωτο το αποδεικτικό στοιχείο της γλωσσικής της ιθαγένειας, της στοιχειοθετημένης από τον πολύριζο οργανισμό της ελληνικής γλώσσας.

ΠΗΓΗ: https://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-9/

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Η Μαρία Κυρτζάκη και το πάθος της για το καίριο

Δώδεκα χρόνια. Δώδεκα χρόνια, αν όχι κάθε μέρα, τις περισσότερες της εβδομάδας, ανοίγοντας την πόρτα που έβλεπε στον πάντοτε μισοφωτισμένο διάδρομο του κτηρίου της ΕΡΤ, αντίκριζα τη Μαρία καθισμένη αριστερά, μπροστά στο γραφείο της. Ετοίμαζε από μέρες πριν τις εκπομπές της στο ραδιόφωνο, με την ίδια περίπου συγκέντρωση που έγραφε και ξαναέγραφε τα ποιήματά της. Με άκρα προσοχή, με βασανιστική τελειομανία, καθώς, άλλωστε, τόσο τα ποιήματα όσο και οι εκπομπές ανταποκρίνονταν στο ίδιο πάθος της για την ακρίβεια της γλώσσας. Ήταν ήδη αρκετά χρόνια εκεί, από την εποχή του Μάνου Χατζιδάκι και του Τρίτου, αλλά απ’ όσο θυμάμαι ποτέ της δεν αφέθηκε στη βεβαιότητα (και ενίοτε στη χαλαρότητα) της γνώσης. Έμπαινε στο studio για ηχογράφηση σαν να ήταν κάθε φορά η πρώτη φορά, το ίδιο απαιτητική, αντιμετωπίζοντας τον χρόνο που της δινόταν σαν κάτι πολύτιμο, ουδέποτε καταφεύγοντας σ’ ένα βιαστικό σύνθεμα λέξεων και ήχων, κειμένων και μουσικής, στον αυθορμητισμό και στην τεμπελιά των εκπομπών live. Λέω ότι η Μαρία Κυρτζάκη είχε στις ραδιοφωνικές εκπομπές της την ίδια οργανική, σωματική σχέση με τη διαδικασία ολοκλήρωσής τους που είχε με την ποίησή της, γιατί παρατηρούσα ότι ενεργοποιούσε και στα δυο το ίδιο συναισθηματικό και αισθησιακό απόθεμα της γλώσσας, επιλέγοντας λέξεις και φράσεις από τη διαδρομή της ελληνικής μέσα στο χρόνο, κυρίως όμως επιλέγοντας λέξεις και φράσεις που της πήγαιναν, ως ρυθμικά σημεία, αφού πάντοτε τα κείμενα τα διάβαζε η ίδια όπως ακριβώς διάβαζε τα ποιήματά της, με τα σπλάχνα της, όσες φορές έτυχε να την ακούσω. Διάβαζε, ακόμα και τα πιο δύσκολα αποσπάσματα ποιημάτων, αφηγήσεων ή και δοκιμίων, μ’ έναν τρόπο παραμυθητικό, σαν να την άκουγαν παιδιά, τόσο τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου του Δαλδιανού όσο και τα Τρία Κρυφά Ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη ή τα Έξι μαθήματα για το λόγο του Γιώργου Χειμωνά. Μ’ έναν θερμό, εσωτερικό ρυθμό που ήξερε πού να σταματά και που να συνεχίζει, ανερχόμενη ή κατερχόμενη την κλίμακα των κειμένων, με το δικό της, ιδιότυπο ύφος, λες και υψωνόταν στο θαύμα της Ημέριας Νύχτας της (1989), για να πέσει μετά στη Μαύρη Θάλασσα (2000), στο βυθό της οποίας όλοι μας κολυμπούμε, όπως έλεγε σ’ έναν ειρωνικό αυτοσχόλιο χαρακτηρισμό της ποίησής της.

Οι ραδιοφωνικές της εκπομπές είχαν (και νομίζω έχουν για όποιον τύχει και τις ακούσει και πάλι) την ποικιλότητα, την τέχνη και την επιτελεστική ακρίβεια ενός κεντήματος που βγαίνει από μαστορικά χέρια. Όπως και η ποίησή της. Αυτό ήταν! Με τα χρόνια και την τακτική του αμείωτου πάθους της, είχε γίνει μια πολύπειρη χειροτέχνισσα του ποιητικού λόγου. Δαμάζοντας όμως και ελέγχοντας με σταθερό χέρι και φωνή όλη τη διαδικασία μεταμόρφωσης του λόγου σε γλώσσα. Διότι ο λόγος, ως έννοια στο ώριμο έργο της Κυρτζάκη, μετά το ’80, δεν είναι προσωποποιημένος, δεν είναι αρσενικός ή θηλυκός , δεν έχει φύλο: είναι προποιητικός, προμυθοποιητικός, αρχετυπικός. Μια έννοια που δεν έχει αρχή και τέλος, αφού διαχέεται παντού, αλλά είναι ενσωματωμένη σε κάθε αρχή και σε κάθε τέλος. Αν λοιπόν η γλώσσα της ποίησης ήταν γι’ αυτήν ένας μετα-λόγος, κέντημά της ήταν η απαράμιλλα φροντισμένη γραφή της ως σπονδή στην ασύλληπτη αλλά πανταχού παρούσα θεότητα μιας γλώσσας που την ψαύει εκστατικά. Εκστατικά, γιατί αυτή είναι που τη βοηθά να βγάλει έξω τον μυστικό της εαυτό, τον περίκαυστο ερωτισμό, τα διάπυρα οράματα και τα πένθη της κάθε μέρας. Έτσι ώστε, με την ποίησή της να δώσει ζωή σε μια σειρά νοημάτων και σημασιών που συμπλέκουν στην ίδια βελονιά: το αδιαιρέτως ιστορημένο και ανιστόρητο του λόγου, το χρονολογημένο και το συνεχές δράμα της ιστορίας, τα ανθρώπινα πάθη, ο διαχρονικός μύθος που άλλοτε έχει ιαματικά και άλλοτε δυσοίωνα μηνύματα, όπως ακριβώς στις απαντήσεις των μαντείων της αρχαιότητας.

Πολλά άλλαξαν στην ποίησή της Μαρίας Κυρτζάκη στα πενήντα χρόνια της παρουσίας της στη λογοτεχνία, δεν άλλαξε όμως η από πολύ νωρίς έκδηλη πυκνότητα στην έκφρασή της, όπως επίσης ο σταθερός της υβριδισμός, η εναλλασσόμενη δηλαδή κίνησή της μεταξύ στίχου και πρόζας, χωρίς ωστόσο να μετατρέπεται καθόλου η βαθύτερη εννοιολόγηση της ποίησής της. Στα πρώτα βιβλία της, τις Σιωπηλές κραυγές (1966), τις Λέξεις (1973) και τον ιδιωτικό Κύκλο (1976), όπως άλλωστε στα βιβλία των περισσότερων νέων, το ακριβοθώρητο και το δύσκολο να οριστεί δεν είναι αυτό στο οποίο εστιάζεται το βλέμμα και η εικόνα του εαυτού, δεν είναι η περιγραφή του συναισθήματος αλλά η ικανότητα της γλωσσικής ευκρίνειας μέσα από την οποία υπάρχουν τα πράγματα:

Είναι εύκολο να σου δείξω/ Το σώμα μου πώς διαθλάστηκε/ Την όρασή μου πώς έμεινε κρυμμένη/ Να σου απαριθμήσω τα γεγονότα/ Μόνο τις λέξεις μου/ Τι να σου πω για τις λέξεις/ Αφού κι εγώ δεν ξέρω/ Πώς βγαίνουν έτσι/ Στραπατσαρισμένες κάθε φορά/ Θαρρείς λεηλατημένες / Λειψές.

Για να ανεβεί από εκεί και πέρα κατακόρυφα, από τη Γυναίκα με το κοπάδι (1982) και μετά, η οξύτονη ρητορική του σκοτεινού και περιφλεγούς ερωτικού πάθους, του σπαραγμένου σώματος ως σώματος που πλέον έχει αποσπαστεί από τον εγωτισμό, τον άλλοτε πυρήνα του νεανικού κόσμου, και έχει εξοικειωθεί με τη συνάντηση και τη γνώση του εαυτού ως άλλου εαυτού, και της ύπαρξης ως άλλης ύπαρξης. Εν ολίγοις, με τη γνώση του Λόγου που βοηθά την ύπαρξη να γεμίσει το κενό του φυλετικού ή του ερωτικού της διχασμού, έτσι ώστε το ανθρώπινο δράμα να γίνει δικό της δράμα:

Γιατί λοιπόν αυτός ο θόρυβος/ Προς τι/ Είναι απλός ο τρόπος:/ Βομβαρδισμοί και πάλι βομβαρδισμοί./ Βοσνία ή Ερζεγοβίνη / Πρέστινα ή και ολόκληρο το Κόσοβο/ Ολόκληρο το σώμα και την καρδιά/ Ολόκληρη τι σημασία έχει/ Ένας άνθρωπος πεθαίνει/ Και τα νερά αποσύρονται και τα δάκρυα/ Γιατί λυπούνται και πενθούν.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/01/blog-post_46.html

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ

Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.

Μαρία Κυρτζάκη, «Έλληνες».

Ο θάνατος της Μαρίας Κυρτζάκη και, μοιραία, η κρυστάλλωση του ποιητικού έργου της φέρνουν στο προσκήνιο, πιστεύω, τη διαπίστωση πόσα πολλά πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) η δική της γενιά ποιητριών στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Πρόκειται για τη βιολογική και ποιητική γενιά που οριοθετούμε στον χρονικό και ιστορικό ορίζοντα από την αρχή της εποχής της μεταπολίτευσης και εξής. Γιατί το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη γυναικεία ταυτότητα και την ποιητική λειτουργία τέθηκε και η σχέση αυτή καλλιεργήθηκε γόνιμα στην ελληνική ποιητική σκηνή από τη δεκαετία του 1970, όταν τότε εμφανίστηκε και στη συνέχεια εδραιώθηκε μια πολυπληθής ομάδα καλών ποιητριών (κι ανάμεσά τους η Κυρτζάκη είναι μία από τις καλύτερες). Οι ποιήτριες αυτές επαναπροσδιόρισαν κυρίως ως προς το περιεχόμενό της τη γραμμένη από γυναίκες ποίηση και επομένως αναβάθμισαν τη σχέση των αναγνωστών μαζί της. Αποτέλεσμα ήταν η άμβλυνση σε σημαντικό βαθμό της συμβατικής, αλλά λανθανόντως αξιολογικής (εις βάρος των γυναικών) διάκρισης της ποίησης και γενικότερα της λογοτεχνίας σε ανδρική και γυναικεία. Ήδη στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και στα επόμενα χρόνια, έγινε μια αρκετά ευρεία συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικεία λογοτεχνία» ή «γυναικεία γραφή». Κατά τη γνώμη μου, όταν ο όρος αυτός χρησιμοποιείται προκειμένου να προσδιοριστεί η λογοτεχνία των γυναικών σε θεωρητικό επίπεδο και κυρίως σε διάκριση ή αντιδιαστολή από τη λογοτεχνία των ανδρών αποβαίνει άστοχος και έχει ως αποτέλεσμα να αναβιώνει, μετασχηματισμένη έστω ή λανθάνουσα, η διαβάθμιση της λογοτεχνίας των γυναικών σε περιφερειακή ή και περιθωριακή, σε σχέση με την κεντρική ή κυρίαρχη λογοτεχνία των ανδρών. Γι’ αυτό και ο όρος «γυναικεία λογοτεχνία» (εν προκειμένω «γυναικεία ποίηση») έχει νόημα μόνο όταν προσδιορίζει το πλαίσιο της αναζήτησης ορισμένων (θεματικών, μορφολογικών ή εκφραστικών) χαρακτηριστικών τα οποία εντοπίζονται στο έργο συγκεκριμένων ποιητριών και συμβάλλουν στον σχηματισμό του προσωπικού ποιητικού στίγματός τους. Η Κυρτζάκη, λοιπόν, έγραψε μια βαθιά ποιοτική ποίηση –το μεγαλύτερο μέρος της περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου της που επιμελήθηκε η ίδια, Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1973-2002 (Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη 2005)– επειδή η αναζήτηση της έμφυλης (γυναικείας) ταυτότητας συνδυάζεται αρμονικά με θέματα που δεν έχουν φύλο ή έχουν το φύλο του κάθε ανθρώπου, όπως είναι η προσπάθεια να αναπνεύσεις σ’ ένα αντίξοο ή και εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον, εντοπισμένο στην ελληνική επαρχία την εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών∙ ο καημός του έρωτα που πυρπολεί το σώμα και το ωθεί να αρθρώσει τη δική του φωνή, στομωμένη από την υποχρεωτική σιωπή των παλαιών γυναικών∙ η έγνοια να βρεθεί με τις λέξεις ένα αντίδοτο ή ένα παυσίλυπον στη μοναξιά∙ η μέριμνα να ακουστεί δια της γραφής αλάθητος ο χρησμοδότης «αιφνίδιος λόγος» που το καταγωγικό ίχνος του αναγνωρίζεται σε αρκετά βιβλία της Κυρτζάκη, αφιερωμένα στον αγαπημένο της Γιώργο Χειμωνά∙ η ανάγκη της να υπερβεί τα δεσμά του ατόμου και του στενού χωροχρονικού πλαισίου του και να διαλεχθεί ξανά με τη φωνή του πανάρχαιου μύθου που την βύθισε στο φυλετικό μας συλλογικό παρελθόν για να την ανασύρει στο φωτισμένο παρόν της καταγωγής των Ελλήνων∙ η αγωνία της η δύσκολη ποίησή της να λειτουργήσει σαν ένας λόγος-μαγικό ξόρκι, ικανό να την συνοδεύσει στη μαύρη θάλασσα των μυστικών της ζωής και, σαν λυχνάρι, λιγοστό και να χάνεται, μα κι αρκετό ν’ αχνοφωτίσει το σκότος του θανάτου.

Η Μαρία Κυρτζάκη ήταν και μια πολύ καλή φιλόλογος. Αν εδώ ανακαλώ στη μνήμη μου ότι επιμελήθηκε φιλολογικά βιβλία μου, είναι για να τιμήσω στο πρόσωπό της εκείνο το σπάνιο είδος, που όσο πάει και λιγοστεύει, των τυπογραφικών επιμελητών που, μαζί με τη βαθιά ευαισθησία, έχουν στέρεα φιλολογική παιδεία, αγάπη και αίσθημα ηθικής ευθύνης για βιβλία δίχως σφάλματα, καθώς και το αυθεντικό μεράκι να διαβάζουν σε βάθος τα κείμενα, διανύοντας την πορεία προς τα πίσω, προς το εργαστήριο της έρευνας και της συγγραφής: η Μαρία εντόπιζε και επαλήθευε, π.χ., ένα προς ένα τα παραθέματα όλων σχεδόν των πηγών. Ήταν δίκαια αυστηρή, όπως ήταν και με τον εαυτό της και με τα ποιήματά της, και όσοι είχαν την τιμή να επιμεληθεί εκείνη τα βιβλία τους, γνωρίζουν πόσα της οφείλουν. Το 1999 με τη δική της μεσολάβηση παρακινήθηκα να αναλάβω την επιμέλεια του δίσκου ακτίνας Αρχείο ραδιοφώνου. Ελληνικός λόγος ποίηση, όπου ανθολογούνται απαγγελίες ποιημάτων οκτώ ποιητών προερχόμενες από το αρχείο ραδιοφώνου της Ε.Ρ.Τ. (Γιώργος Βαφόπουλος, Νικόλαος Κάλας, Ζωή Καρέλλη, Νίκος Καρούζος, Τάσος Λειβαδίτης, Μελισσάνθη, Δημήτρης Παπαδίτσας και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης). Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μου παραχώρησε γενναιόδωρα το υλικό της χειρόγραφης επεξεργασίας του Εχθρού του ποιητή, που της είχε χαρίσει ο Γιώργος Χειμωνάς, με την αφιέρωση «Στην Μαρία μου». Ορισμένες φωτογραφίες των χειρογράφων περιέλαβα στην έκδοση του βιβλίου Γιώργος Χειμωνάς, Πεζογραφήματα (Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη 2005, σ. 666-669). Το 2008, λίγο καιρό πριν εκδοθεί η ανθολογία μου Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα. Μια συγχρονική ανθολογία (Αθήνα, Μεταίχμιο 2008), την έπεισα να δεχτεί να απαγγείλει μερικά ποιήματά της σε στούντιο ηχογράφησης. Διάβασε έξι ποιήματα, κατά σειρά τα «Το τραγούδι της Σόλβεϊγ», «Έλληνες», «Σχιστή οδός», «Επιστολή στον Ιωνά», «Ο καιρός» και «Οι λέξεις». Τεχνικοί λόγοι, ακριβέστερα ο περιορισμός της χρονικής διάρκειας του δίσκου ακτίνας που συνόδευσε την ανθολογία, με απαγγελίες 18 ποιητών, επέβαλαν τότε από αυτά τα έξι ποιήματα μόνο δύο, τα «Σχιστή οδός» και «Το τραγούδι της Σόλβεϊγ», να περιληφθούν τελικά στον δίσκο ακτίνας. Αποφάσισα τώρα να διαθέσω, ως συνοδευτικό υλικό αυτού του κειμένου, το αρχείο της ηχογράφησης με τη φωνή της, διάρκειας 10,28 λεπτών, όπου ακούγεται να διαβάζει και τα έξι ποιήματα. Η Μαρία επέλεξε οι συγγενείς, οι φίλοι και οι ομότεχνοί της να την αποχαιρετήσουν σε μία λιτή και σεμνή τελετή πολιτικής κηδείας και η σωρός της να μεταφερθεί για να αποτεφρωθεί στη Βουλγαρία∙ έτσι θα διασχίσει για τελευταία φορά τη διαδρομή που θα την φέρει κοντά στην κοινή μας γενέτειρα, την Καβάλα.

Στην αφιέρωσή της προς εμένα στο βιβλίο της Στη μέση της ασφάλτου μού έγραψε, τον Νοέμβριο 2005: «με την αίσθηση μιας οικειότητας “καταγωγής”». Κάποια στιγμή σε συζήτησή μας μου υπενθύμισε, με τη σεμνότητα και συνάμα την ευθύτητα που την διέκριναν, ότι αθέτησα την υπόσχεση που της είχα δώσει περισσότερες από μία φορές, πως θα γράψω μια μελέτη ειδικά για την ποίησή της. Λυπάμαι που δεν τήρησα την υπόσχεση εκείνη και σκέφτομαι, όχι δίχως τύψεις, ότι όσο περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι ανεξόφλητες οφειλές αυτού του είδους, του είδους των «ψυχικών υποθέσεων». Θα προσπαθήσω εδώ να ακολουθήσω, για λίγο, με τη νοερή της συντροφιά, τα ποιητικά χνάρια της επιστροφής στην πατρίδα, σε ό,τι νοσταλγούμε. Στην ανθολογία Παλίμψηστο Καβάλας. Ανθολόγιο μεταπολεμικών λογοτεχνικών κειμένων (Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας 2009), που επιμελήθηκα σε συνεργασία με μιαν άλλη συμπατριώτισσά μας, τη νεοελληνίστρια και πεζογράφο Μαίρη Μικέ, και που επίσης την τυπογραφική επιμέλεια φρόντισε, σιωπηρά, δίχως να αναφέρεται στο βιβλίο, η Μαρία Κυρτζάκη, περιλαμβάνονται έξι ποιήματά της, που καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1973 μέχρι το 2002, και όπου μπορεί να ανιχνευθεί η ποιητική σχέση της με την Καβάλα ως πατρίδα. Αν και στην ποίηση της Κυρτζάκη γενικότερα οι συγκεκριμένοι τοποχρονικοί δείκτες δεν είναι συχνοί, τα έξι ποιήματα μέσα από τη συνανάγνωσή τους αναδεικνύονται, πιστεύω, σε δυσδιάκριτα μα και ορατά χνάρια που ενώνουν με τον ομφάλιο λώρο του γενέθλιου τόπου. Συνάμα, μπορούν να διαβαστούν ως σταθμοί της εξέλιξης της ποίησής της μέσα στον χρόνο, στην πορεία προς την ωρίμανση.

Μέσα στο γενικό κλίμα διάψευσης που εκφράζει το στ΄ ποίημα της ενότητας «Απόπειρα εξόδου (28 Απριλίου-24 Ιουνίου 1970)» (από τη νεανική συλλογή, Οι λέξεις, 1973. Στη μέση της ασφάλτου, σ. 54), κλίμα που φαίνεται –και από τη χρονολογική ένδειξη– να αποδίδεται στις συνθήκες της δικτατορίας, οι διάφορες προσωπικές ματαιώσεις και απώλειες συναρτώνται με την απώλεια του περιβάλλοντος κοινωνικού χώρου, την απώλεια της πόλης:

Κι έχουμε χάσει τη μορφή της πόλης

Και τα σπίτια μας δεν είναι παρά σχήματα

Νυκτός.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1978, δημοσιεύτηκε στη συλλογική έκδοση Ποίηση ’78, το οκταμερές σύνθεμα της Κυρτζάκη, «Η εταζέρα». Σε όλα τα ποιήματα της «Εταζέρας» ο κεντρικός ήρωας της ενότητας, ο «συγγραφέας Χριστόφορος», λειτουργεί ως μισοκρυμμένο προσωπείο της ίδιας της ποιήτριας, καθώς αυτή πρόδηλα αναβιώνει τις οδυνηρές μνήμες της δικτατορίας και απηχεί επίσης το ταραγμένο πολιτικοκοινωνικό κλίμα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων. Σε άλλα μέρη με σαρκαστικό και σε άλλα μέρη με πικρά δραματικό ύφος, άλλοτε μέσα σε σκηνοθεσία καταστάσεων που δείχνουν τον τότε δημόσιο χώρο κι άλλοτε μέσα σε πλαίσιο θρησκευτικής αλληγορίας, ο συγγραφέας Χριστόφορος βρίσκεται στο επίκεντρο συγκεντρώνοντας επάνω του την προσοχή είτε των δημόσιων αρχών και θεσμών, είτε ιερών προσώπων (του Ευαγγελιστή Ιωάννη και των Αγίων). Και στις δύο περιπτώσεις ο Χριστόφορος, ο ποιητής και ο άνθρωπος, κακοποιείται, γελοιοποιείται, διαπομπεύεται, ταπεινώνεται και, εντέλει, ακυρώνεται. Μέσω αυτού του ήρωα-προσωπείου, η Κυρτζάκη εκφράζει δραστικά την ασφυξία που της προκαλεί το κοινωνικό περιβάλλον εκείνης της εποχής. Μάλλον στο σύνολο των μερών της «Εταζέρας» απηχούνται εικόνες της Καβάλας. Αυτές ανιχνεύονται με περισσότερη ασφάλεια στο τέταρτο και στο έκτο μέρος. Στο τέταρτο μέρος, όπου «κατεβαίνει ο Χριστόφορος καταπεπτωκώς την πλαγιά», εικόνα που πιθανόν σχετίζεται με το γεωγραφικό ανάγλυφο της Καβάλας (λόφοι που καταλήγουν στην παραθαλάσσια πόλη), οι δύο τελευταίοι στίχοι, «το τόπι στην αλάνα / που σκάλωνε πάντα στο σκοινί της μπουγάδας» (Στη μέση της ασφάλτου, σ. 83), είναι προφανώς ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, ανάμνηση που λειτουργεί παρηγορητικά στην προσπάθεια του Χριστόφορου «να μην υποκύψει». Στο έκτο μέρος, όπου ο Χριστόφορος, καταπληγωμένος κουρελής, συναντάται με τους Αγίους, για να καταλήξει με ακατάσχετη αιμορραγία, ανακαλείται σε ολόκληρη την πρώτη στροφική ενότητα μια σειρά από επίσης παρηγορητικές εικόνες της παιδικής ηλικίας και της παρελθούσας πόλης (Στη μέση της ασφάλτου, σ. 85):

Γλίστρησε αερικό

πανάθλια χαίτη κρέμονταν

ρουθούνια ανοιγμένα.

Τον τύλιξε το αίμα, κόχλαζε

τα μακαρόνια θυμήθηκε

τη δάφνη

και τη σόμπα

που γέμιζε φυσώντας η γλώσσα του

στάχτη.

Γλυκιά μου παράγκα

με την καλαμωτή και τον ασβέστη.

Λίγα χρόνια μετά την «Εταζέρα», σε ένα από τα μέρη του συνθετικού ποιήματός της Η γυναίκα με το κοπάδι (1982), η Κυρτζάκη επιστρέφει μνημονικά στη γενέτειρα πόλη, επιλέγοντας ως ηρωίδα του συγκεκριμένου μέρους την καπνεργάτισσα θεία Αρετώ, μια γυναίκα αντλημένη προφανώς από τις παιδικές αναμνήσεις της Καβάλας, τις οποίες υποδεικνύει και η οικεία στην πόλη χρήση της τουρκικής λέξης «μαχαλά[ς]», αντί των λέξεων γειτονιά ή συνοικία. Εδώ ανατέμνεται, αλλά με αρνητικά σημασιοδοτημένα στοιχεία, το παρελθόν της Καβάλας ως πολιτείας λαϊκών, κατατρεγμένων ανθρώπων που η ζωή τους σημαδεύτηκε από την προσφυγιά του 1922, τις νεότερες ιστορικές περιπέτειες της πόλης, τη βαθιά φτώχεια και τις τραγικές απώλειες (Στη μέση της ασφάλτου, σ. 109):

Στο μαχαλά

Η θεία Αρετώ περίμενε μόνο

Γύρω της μυξιάρικα ως έξι χρόνων

(Μια μύξα κίτρινη σαν σταλακτίτης)

Κι αγνάντευε από τη γωνία την εργάτρια.

– παλιά συνάδελφος του πρωινού

Να πει την καλησπέρα της για να τ’ αφήσει τα σκαλιά

Να σηκωθεί και να βαδίσει στο κρεβάτι.

Σαν όνειρο διάβηκε την ήπειρο

Και στον εμφύλιο ασπάστηκε τον άντρα της

Έθαψε κι ένα παιδί που ’φαγαν τα ποντίκια

Ξημέρωμα πήρε το σώμα του

Το έριξε απ’ τα βράχια

Έλειπαν πέντε δάχτυλα

Τα μάτια του κλειστά του ύπνου

Και βύζαινε ακόμα τον καρπό

Ένα ακόμα ποίημα της Κυρτζάκη, από τη σύνθεσή της Ημέρια νύχτα (1989), ερωτικό ποίημα, όπως και τα υπόλοιπα μέρη της σύνθεσης, ανθολογήθηκε στο βιβλίο Παλίμψηστο Καβάλας, με γνώμονα την αρχική δήλωση καταγωγής από την επαρχιακή Καβάλα («Οι τρόποι μου είναι άξεστοι / της επαρχίας», Στη μέση της ασφάλτου, σ. 176), στίγματος που προσδιόρισε την κατοπινή εμπειρία του έρωτα και γενικότερα της ζωής του γυναικείου ποιητικού υποκειμένου.

Αλλά το περισσότερο ενδιαφέρον, και ασφαλώς το καλύτερο ανάμεσα στα έξι, ποίημα της Κυρτζάκη είναι το νεότερό της, το «Ενδυμίων» (από τη συλλογή της Λιγοστό και να χάνεται, 2002, Στη μέση της ασφάλτου, σ. 299-301):

Δεν εγνώριζα

Κι ας μου ήταν γνωστό τ’ όνομά της

– που ως Ελένη το έψαυσε η ψυχή

του τυφλού και τον ξένο

για άντρα απ’ τους άντρες επέλεξε

ως Ωραία, που τον τόπο του Έλληνα έσυρε

σε δεκάχρονο στέρησης βίο κι αδειανό

την ομοίασε πουκάμισο των ερώτων

η πίκρα αιώνων

γράμμα γράμμα τα χρώματα ωσάν βλέμματα-σώματα σμίγοντας λέξεις φράσεις ανάκατες οι ζωές των ανθρώπων τελειώνοντας να εικάζουν το σχήμα

Ας μου ήταν γνωστό

Δεν εγνώριζα

Τα ονόματα σαν τα δέντρα

πως έχουν τη ρίζα τους

Σκοτεινή και υπόγεια.

Όντα ζώντα μέσα σ’ άργιλο έδαφος

κατεβαίνουν της Κρήτης

της Μιλήτου θαρρείς τις πλαγιές

Κατεβαίνουν ανοίγοντας μονοπάτια χωμάτινα

Με σφυρίγματα πένθιμα με της Μάνης τραγούδια

Μικρασία που σφάχτηκε

και το αίμα καρδιά μου εδάνεισε την ύστατη ώρα

να κρατήσει να μείνει να μη σβήσει

της αγάπης η θλίψη κι όσα σπάρθηκαν

σε ραχούλες σ’ αμμουδιές κι ακρογιάλια

κι όσα φύγαν και σε χαίτες πετάξαν

των Βορείων της Θράκης

Μακεδόνες ονόματα κατεβαίνουν και πάνε

Σαν σε θάλασσα απάνεμη ήρεμη

της αλός σαν να θέλουν παρά θιν ν’ απαγκιάσουν

και πιο μέσα πιο πέρα πιο βαθιά

να κουρνιάσουν κατεβαίνουν

μ’ ανακούφιση τρέχουν

Σαν ακτίνες φωτός ωσάν βόρειος

άνεμος στις κορφές των ορέων

Τραγουδώντας σχεδόν ακατάληπτους

φθόγγους βαρβάρων που αλώσανε

ξένη πατρίδα

Κατεβαίνουν και το σώμα

κλαδώνουν να βλασταίνει, μπουμπούκια

να βγάζει λουλουδάκια αμάραντα τους ανθούς

μη μου άπτου ν’ ανοίγει

και μετά τους καρπούς του μαραίνοντας

Σαν τους σβόλους ν’ αφήνει

σε γωνίτσες μισή συλλαβή

άλλη ρίζα να πιάσει

προχωρούν

Προχωρούν

κι από μέσα τυλίγουν τον κόσμο

Κόμπο κόμπο τον δένουν

Την ψυχή κόμπο κόμπο του ανθρώπου.

Τον θυμό του κυρίεψαν και τον νου

Αφανώς τις ζωές κυβερνούν.

Η Κυρτζάκη ανατέμνει τον αρχαίο μύθο, όπως δείχνει και ο τίτλος του ποιήματος, για να υποβάλλει, μέσω των ονομάτων, την αίσθηση της διάρκειας και της αντοχής μιας φυλής ανθρώπων που έρχονται απ’ τα βάθη του χρόνου. Το πρωτοπρόσωπο ποιητικό υποκείμενο, ο Ενδυμίων, διανύει μια διαδρομή που έχει ως αφετηρία τη Σελήνη-Ελένη και ενδιάμεσους μυθικούς σταθμούς τους Κρήτες, τους Ίωνες και τους Μανιάτες, για να καταλήξει στους Μακεδόνες τους οποίους και ακολουθεί – όλα αυτά με οδηγό τα ονόματα, που παραλληλίζονται με ρίζες οι οποίες προχωρούν υπόγεια στο χώμα. Το επαναλαμβανόμενο ρήμα «κατεβαίνουν» και τα ρήματα «πάνε» και «προχωρούν» δηλώνουν την εξακολουθητική πορεία των ονομάτων-Μακεδόνων μέσα στον χωροχρόνο, μέχρι το σημείο εκείνο όπου τα αδιόρατα νήματα του μύθου τους μπλέκονται αξεδιάλυτα με εκείνα της πρόσφατης ιστορικής μνήμης και του διαρκούς παρόντος των ανθρώπων που «αφανώς τις ζωές κυβερνούν». Η πορεία εξακολουθεί να συνεχίζεται από τους πρόσφυγες Μακεδόνες φτάνοντας μέχρι τους Καβαλιώτες προγόνους.

Ο τίτλος, εξάλλου, του ποιήματος, «Ενδυμίων», οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι το όνομα, όχι μόνο ανακαλεί τα βασικά στοιχεία του μύθου του ήρωα, την αιώνια νεότητα (το ότι παραμένει όσο κοιμάται αγέραστος και αθάνατος) και τη ζωή που του εξασφάλισε ο έρωτάς του για τη Σελήνη, αλλά, κυρίως, τη μυθική εκδοχή (του Οβιδίου) που τον θέλει να ζει στη Μικρά Ασία, ερωτευμένος από και με τη Σελήνη, στο όρος Λάτμος της Καρίας, κοντά στη Μίλητο. Ιδίως στην ενότητα των στ. 25-31 ανιχνεύεται το καταγωγικό ίχνος όχι μόνο της ίδιας της ποιήτριας αλλά και της γενέτειρας πόλης της, της Καβάλας, με την πρόδηλη αναφορά στη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των διωγμένων προσφύγων στη νέα τους πατρίδα, την πατρίδα της ανάγκης, όπου ήρθαν κρατώντας μέσα τους τον αγιάτρευτο καημό για την πατρίδα της οδύνης. Το ποίημα, με άλλα λόγια, μπορεί να αναγνωσθεί και ως μια ποιητική-μυθική αλληγορία του ριζώματος των προσφύγων-Μακεδόνων στην πόλη. Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι η Μαρία Κυρτζάκη, όταν πέρυσι της ζητήθηκε από την Εταιρεία Συγγραφέων να γράψει ή να ανθολογήσει από το δημοσιευμένο έργο της ένα κείμενο με θέμα τον τόπο (της), επέλεξε το ποίημα «Ενδυμίων» (Τόποι της λογοτεχνίας. 134 συγγραφείς καταγράφουν μια ελληνική προσωπική γεωγραφία, Επιμέλεια Μιχάλης Μοδινός, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτης – Εταιρεία Συγγραφέων 2015, σ. 187-189). Το ποίημα τοποθετήθηκε από τον επιμελητή εκείνου του τόμου, όχι άστοχα, στην ευάριθμη ενότητα κειμένων με τον γενικό τίτλο «Νησιά και άλλα…», καθώς δεν έχει, εκ πρώτης όψεως, σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό, γιατί ιχνηλατεί τα ίχνη της καταγωγής πολλών ανθρώπων από τον κοινό μας τόπο. «Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς».

Γνωρίζω ότι η Μαρία αγαπούσε τον κινηματογράφο του δημιουργού, όπως όλες τις καλές τέχνες. Δεν γνωρίζω αν είδε την εξαίρετη πρόσφατη ταινία του Paolo Sorrentino, Youth (Νεότητα). Στην ταινία ένας συνθέτης, αρκετά ηλικιωμένος, καταξιωμένος, αλλά εντελώς παραιτημένος πια από οποιαδήποτε δημιουργική διάθεση, περνά τα πληκτικά καλοκαίρια του σ’ ένα ξενοδοχείο των Άλπεων και συχνά υποβάλλεται σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις. Στο τέλος, ο γιατρός του τον διαβεβαιώνει ότι δεν πάσχει από απολύτως τίποτε. Ο συνθέτης, λοιπόν, αναρωτιέται τότε: «Έχω γεράσει, χωρίς να έχω καταλάβει πώς έχω φτάσει μέχρι εδώ». Κι ο σοφός γιατρός του τού απαντά: «Ξέρετε τι σας περιμένει έξω από εδώ; Η νεότητα». Η Μαρία δεν φαίνεται ότι φοβόταν τον θάνατο, αν σκεφτούμε ότι πολλά ποιήματά της είναι μια ενδελεχής μελέτη του, και, ως άλλος Ενδυμίων, δεν γέρασε, ίσως επειδή αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ από την ποίηση. Με τον θάνατό της ξεκινά η ποιητική της νεότητα.

http://www.oanagnostis.gr/maria-kirtzaki-opos-o-endimion/

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΡΟΚΩΣΤΑ

Μικρός αποχαιρετισμός στη Μαρία Κυρτζάκη (Καβάλα, 1948 – Αθήνα, 21.1.2016)

Όταν πληροφορήθηκα, ξαφνικά κι απρόσμενα σαν το άτυχο τέλος της, τον

θάνατο της Μαρίας Κυρτζάκη δέχτηκα κάτι σαν χτύπο. Πολλοί απ’ το σινάφι μας χάθηκαν τελευταία, μα ο δικός της χαμός με συντάραξε. Να ’ταν τα νιάτα της; Στα μάτια μου η Μαρία παρέμενε όπως τη γνώρισα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ευτυχισμένη εκείνη περίοδο του Γ Προγράμματος του Μάνου Χατζιδάκι. Μα είναι σύντομα τα ωραία ταξίδια… Και να πάρει η ευχή!, δεν είχε πατήσει ακόμη «στη βαλλόμενη περιοχή», όπως την ονομάτισε ο Γιώργος Ιωάννου.

Μνήμες, εικόνες, ήχοι, με κατέκλυσαν μεμιάς. Η σοβαρή, απορροφημένη, λίγο

αυστηρή αλλά τόσο γλυκιά μορφή της. Το ηθικά της ανάστημα. Τα σφοδρά πάθη που με τόσο ευλάβεια κρατούσε μακριά από βέβηλα βλέμματα. Η ακεραιότητά της. Η περήφανη αυτάρκειά της. Οι εξαίσιες εκπομπές που έκανε στο Γ’ Πρόγραμμα, ύστερα στο Πρώτο.

Μάνη, αγωνίστηκε σκληρά για να προσφέρει το καλύτερο στην οικογένειά της,

μειώνοντας με αγωνία τις ώρες που θα μπορούσε να αφιερώσει στην ποίησή της. Δεν βλεπόμασταν συχνά μα, όποτε συναντιόμασταν, πίναμε ένα καφεδάκι, λέγαμε το κατιτίς μας. Πάντα εκείνη η κόπωση, η αγωνία. «Δεν προλαβαίνω, Κατερίνα μου.» Κι όμως… η ποίηση δεν μετριέται με το καντάρι. Ο λόγος της τρυφερός και οχληρός μαζί, συχνά σπαρακτικός, λιτός, της ακρίβειας λόγος «ορθώνεται σαν ρομφαία. Λέει ή θανατώνει» (Κική Δημουλά). Και να μην ξεμυτίζει η βαθιά αρχαιογνωσία της, που θα κινδύνευε να την ρίξει στην ξέρα του “σοφολογιότατου”, παρά δουλεμένη, χωνεμένη, όπως πρέπει. «Δεν

προλαβαίνω, Κατερίνα.» Την πρόλαβε ο ακατονόμαστος. Είχε πολλά να της ζηλέψει.

Στη συγκεντρωτική συλλογή του έργου της που επιμελήθηκε η ίδια, με τίτλο

Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1972- 2002 (Καστανιώτης) μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη διαδρομή μιας στοχαστικής γυναίκας που αξιώθηκε τα δώρα των Μουσών και αγωνίστηκε να εδραιώσει τη σχέση ανάμεσα στη γυναικεία ταυτότητα και την ποιητική λειτουργία· που τόλμησε να αρθρώσει το ουρλιαχτό του έρωτα όπως δεν το τολμούσαν οι παλιές· που έδωσε φωνή και πρόσωπο στην απανταχού προσφυγιά, στη φτωχολογιά, ιδίως εκείνη της γενέθλιας Καβάλας· που, αν και ομολογεί σ’ έναν στίχο της «Πεινάω σαν λύκος», συμπληρώνει «όμως δεν ανησυχώ. Ξέρω ότι είναι εκλεκτικός. Δεν

τρώει παραχωρήσεις.» Ναι, η ηθική υπόσταση της Μαρίας πλέκεται με τη άγρια αμεσότητα των στίχων της. Μπορεί να μη μας χαϊδεύουν αλλά ανοίγουν δρόμους για τις πιο λεπτές, τις πιο ευαίσθητες χορδές αυτής της ξεχαρβαλωμένης κιθάρας που δυνάμει κρύβει ο καθείς στο λαρύγγι.

ΣΤΟ ΜΑΧΑΛΑ

Η θεία Αρετώ περίμενε μόνο

Γύρω της μυξιάρικα ώς έξι χρόνων

(Μια μύξα κίτρινη σαν σταλακτίτης)

Κι αγνάντευε από τη γωνία την εργάτρια.

– παλιά συνάδελφος του πρωινού

Να πει την καλησπέρα της για να τ’ αφήσει τα σκαλιά

Να σηκωθεί και να βαδίσει στο κρεβάτι.

Σαν όνειρο διάβηκε την ήπειρο

Και στον εμφύλιο ασπάστηκε τον άντρα της

Έθαψε κι ένα παιδί που ’φαγαν τα ποντίκια

Ξημέρωμα πήρε το σώμα του

Το έριξε απ’ τα βράχια

Έλειπαν πέντε δάχτυλα

Τα μάτια του κλειστά του ύπνου

Και βύζαινε ακόμα τον καρπό

[από τη συγκεντρωτική συλλογή Στη μέση της ασφάλτου].

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ζωή, που στο μεταξύ έγινε ποίηση

Ενδεχομένως, ολοκληρωμένο θεωρείται το έργο ενός δημιουργού μόλις εκείνος πεθάνει – έστω, αναγκαστικά ολοκληρωμένο. Από την άλλη, το έργο παραμένει ανολοκλήρωτο αφού παραδίδεται στις μελλοντικές αναγνωστικές γενιές. Με τον θάνατο της ποιήτριας Μαρίας Κυρτζάκη, το έργο της θεωρείται τετελεσμένο, αλλά μένει στα χέρια όσων θα τη διαβάζουν από εδώ και στο εξής.

Ο θάνατος της Μαρίας Κυρτζάκη την Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016 μοιραία μάς οδήγησε στην επανανάγνωση του έργου της, ως ένα μικρό, προσωπικό μνημόσυνο – όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να κλέψουμε λίγη από την αιωνιότητα του χρόνου. Το τελευταίο αυτό σημείο στο χρονολόγιό της μας ζητάει να κοιτάξουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Ασφαλώς, η αποτίμηση της προσφοράς ενός δημιουργού με τόσο πολυσχιδές έργο δεν είναι εύκολη υπόθεση, ενώ είναι οπωσδήποτε αμήχανη – καμιά φορά δεν είναι καν αναγκαία, αφού σε μερικά έργα μια κάποια αποτίμηση μοιάζει λίγη, ελάχιστη.

Γεννημένη στην Καβάλα το 1948, η Κυρτζάκη ήταν –να ο πρώτος δύσκολος παρατατικός– μια ποιητική φωνή της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης, η οποία ασχολήθηκε με τον λόγο από πολλές μεριές: καθηγήτρια φιλόλογος για λίγα χρόνια, επιμελήτρια κειμένων και εκδόσεων, ραδιοφωνική παραγωγός εκπομπών λόγου στο πλάι του Μάνου Χατζιδάκι, μα, πάνω απ’ όλα, εκείνη η ποιήτρια που αντιμετώπιζε με σθένος την ποιητική μάχη με το φύλο και την καταγωγή της, αλλά και τον θάνατο.

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1973-2002», που η ίδια επιμελήθηκε, είναι μια βεντάλια πάνω στην οποία ξετυλίγεται η ακατάπαυστη επιθυμία της να αναμετρηθεί με ό,τι την αποτελούσε. Η έμφυλη γραφή της δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύγκρουση μιας γυναίκας σ’ έναν κόσμο ανδροκρατούμενο, η ανατομία της επαρχίας μέσα από τα πρόσωπα που τη δημιουργούν, η Ιστορία και οι τραγικοί μύθοι ως φαρέτρα για την αποτύπωση του τώρα, το άπειρο του θανάτου σε μια πεπερασμένη ζωή – κι εδώ είναι η σπουδαία συνομιλία της με τον Γιώργο Χειμωνά.

Κι ο έρωτας; Ο έρωτας στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη είναι ένα λαγωνικό που μηρυκάζει γυρεύοντας να βρει τον Αλλο. Το έργο της δεν είναι απλώς μια κατάφαση στον έρωτα· είναι, ακόμη περισσότερο, μια άρνηση στις μισοτελειωμένες δουλειές που εκείνος αφήνει προτού ολοκληρωθεί· ο έρωτας της Κυρτζάκη είναι μια μάχη με ό,τι μένει να χάσκει στον γκρεμό, αυτό ακριβώς που η ποίησή της προσπαθούσε να περισώσει.

Οι δέκα συλλογές της Μαρίας Κυρτζάκη, όλες στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, είναι μια στάση λεωφορείου στην άκρη μιας μητρόπολης που γνώρισε καταστροφές: περιμένεις το λεωφορείο για να σε πάει μακριά, έχοντας στις αποσκευές σου, ως ενθύμια, σπαράγματα ζωής που οι διαρκείς μάχες τη σμπαράλιασαν. Κι όμως, αυτή η ζωή, που στο μεταξύ έγινε ποίηση, διασώζει, έστω και την τελευταία στιγμή, αυτό που είναι μοιραίο να σωθεί: τις λέξεις.

Η Μαρία Κυρτζάκη έσωζε συνεχώς λέξεις, κατά το προσφιλές της σολωμικό σύμπαν: «Στα σκοτεινά παλάτια των αισθήσεων/ οι σημασίες κατοικούν κι απ’/ το απρόβλεπτο φωτίζονται νυκτούρο/ φως που πλημμυρεί τις παραλίες/ των σωμάτων ― φλοίσβος και αύρα/ του νερού γερμένες υγρασίες/ μουλιάζουν οι αναπνοές// Και κάθε σώμα τις σημασίες του/ ανταλλάσσει» («Λιγοστό και να χάνεται», 2002).

Γενναιόδωρη, δίκαιη, τρυφερή και αυστηρή, η Μαρία Κυρτζάκη συνομιλούσε με την εποχή της, τη χειρουργούσε και της αφαιρούσε τα άχρηστα. «…διακινδυνεύοντας στην ανάγκη την αναγνωριστική ταυτότητά μας»: αυτό το σπάραγμα του Δ. Ν. Μαρωνίτη, που χρησιμοποίησε στην πρώτη της συλλογή «Λέξεις» (1973), αφήνεται σαν προοικονομία του συνολικού της έργου· μέσα από αυτή την ανάγκη η Μαρία Κυρτζάκη αναγνώριζε την ταυτότητά της, αφήνοντας τον εαυτό της ελεύθερο να δημιουργήσει. Κι εμάς, χωμένους στις λέξεις της, ελεύθερους να μάθουμε από τι αποτελείται τελικά η ζωή.

http://www.kathimerini.gr/847570/article/politismos/vivlio/zwh-poy-sto-meta3y-egine-poihsh

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Το «σκοτεινό μέλλον» της Μαρίας Κυρτζάκη

«Το μέλλον είναι σκοτεινό»: γνέφοντας από μακριά στον Ιωάννη Συκουτρή, η Μαρία Κυρτζάκη θα αναδιατυπώσει ξανά και ξανά την γνωστή αποστροφή του («Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν και είν΄ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι»), εντός ή εκτός εισαγωγικών στους δικούς της στίχους. Ναι, το μέλλον είναι σκοτεινό∙ όμως ο ζόφος του βαθαίνει όταν χάνονται ποιητές, φίλοι, πρόσωπα σαν κι εκείνην. Εκείνη, την ταγμένη στη γλώσσα και στα όνειρα ποιήτρια, την ανασκευάστρια των παλιών μύθων, την θρηνωδό του έρωτα που πυρπολεί και αποσύρεται διαψευσμένος, την συγγραφέα που αδιάκοπα αναρωτιέται πόσο οι λέξεις μπορούν να αποτυπώσουν τα αισθήματα και τις αισθήσεις, τι είναι αυτό που διαφεύγει, με ποιον τρόπο σύμφωνα και φωνήεντα πριν «ξεψυχήσουν» θα κραυγάσουν την ένταση των πραγμάτων.

Φέρνω στο νου μου το πρόσωπο της Μαρίας, αλλά κυρίως το βλέμμα της, βαθύ, πυρετώδες. Την διακριτική, στοχαστική της παρουσία, την γλυκύτητά της. Την φωνή της, σ’ εκείνη την πολύχρονη εβδομαδιαία ραδιοφωνική της εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα πάνω στα όνειρα και την ιστορία τους, με τίτλο που σήμερα, εποχή καχυποψίας, αδιαφορίας και χλεύης σε ό, τι υπερβαίνει την κοινοτοπία της καθημερινότητας, δεν θα χωρούσε πια σε κανένα ραδιόφωνο: «Επί την άπειρον θάλασσαν των ονείρων, τα ανοιχτά εγκαύματα και σκάμματα του προσώπου, όπου μαζεύεται ο έλεος των εικονισμάτων». Και πάνω απ’ όλα τις σελίδες της, σελίδες δονούμενες από έναν ανεσταλμένο, δαμασμένο λυρισμό, τον οποίο η Μαρία μεταμορφώνει σε υπόκωφο λυγμό μπροστά στην απώλεια∙ την σπάνια οικονομία των στίχων της, τον μουσικό ρυθμό τους, τη γλώσσα της, γλώσσα που αντλούσε από όλα τα κοιτάσματα της ελληνικής, αυτά που ανέσκαπτε αδιάκοπα η Μαρία, πάντα για ν’ ανασύρει την πιο καρποφόρα λέξη∙ την ακάματη τελειοθηρία της.

Είναι αδύνατον να χωρέσει αυτό που ήταν η Μαρία Κυρτζάκη σε τούτο το σύντομο, βιαστικό σημείωμα. Αξίζει ωστόσο να προσεχτεί το πώς συνέδεσε στην ποίησή της το υπαρξιακό, το έμφυλο και το πολιτικό τραύμα. Μιλώντας πριν από λίγα χρόνια για το έργο της, η Αθηνά Βογιατζόγλου είχε επισημάνει πως η ιστορία διεισδύει στην ποίηση της Μαρίας, «σαν ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του», όπως το τραύμα της πολιτικής εισχωρεί στο ίδιο το σώμα μας, το παραβιάζει, το καταλύει. Ξεκινώντας από τα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, οπότε και χρονολογούνται τα πρώτα της ποιήματα, και φτάνοντας μέχρι σήμερα, η Μαρία Κυρτζάκη δεν έπαψε ποτέ να είναι πολιτική και να εκφράζει την αγωνία της με αυστηρή λιτότητα και υπόρρητο σπαραγμό.

Ο θάνατος της Μαρίας Κυρτζάκη, ξαφνικός και αδόκητος, κάνει ωστόσο και τα λόγια «να ξεψυχάνε». Γιατί όπως έγραψε και η ίδια «Πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο/ πώς να φθογγούται ο θάνατος/ και πώς ο θάνατος να καρπωθεί/ το ξέρω του θανάτου».

http://www.oanagnostis.gr/to-skotino-mellon-tis-marias-kirtzaki/

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Πορεία του φωτός μέσα στη νύχτα

Εις Μνήμην

Ο τίτλος της συλλογής, στη μέση της ασφάλτου, σημαίνει ένα σταθερό σημείο όπου μπορεί κανείς να ισορροπήσει και να σιγουρευτεί πως είναι ασφαλής και ο κόσμος που τον περιβάλλει δεν τον απειλεί. Ωστόσο, η ποιήτρια ζει ανάμεσα σε δηλητηριώδη ερπετά και πράσινα πολυπλόκαμα χταπόδια, υποχρεωμένη να βλέπει θλιβερές εικόνες κοιμητηρίου. Βιώνει μια διαρκή απογοήτευση σε χώρο και χρόνο θεατρικό, διακοπτόμενο σχηματικά και νοηματικά που εκφράζεται με κώδικες επικοινωνίας. Και προοδευτικά η αποσπασματική φράση παίρνει το σχήμα καμπύλης με διάσπαρτες λέξεις αλληλοσυγκρουόμενες με μανιώδη φορά προς την αποσύνθεση της ουσίας των πραγμάτων. Όλα είναι υπόθεση συναλλαγής, ξεπουλήματος. Η πορεία του φωτός μέσα στη νύχτα που καίει το σώμα στην πυρά της ενόρασης και «αποκρυπτογραφεί τα σήματα επικοινωνίας σε σκοτεινούς θαλάμους, και προβάλλουν τα πρόσωπα χωρίς το προσωπείο, είναι το ακατανόητο θαύμα.

Δεν υπάρχει πρόσωπο, χάνεται πίσω από το προσωπείο. Το άτομο έχει απολέσει τη γλώσσα της επικοινωνίας, την ταυτότητά του μέσα σε μια δύσβατη σκοτεινότητα που διαμελίζει το ίδιο του το σώμα, και τότε συντελείται «εύκολα η μεταμόρφωσή» του σε ρακοσυλλέκτη που ψάχνει τα σκορπισμένα μέλη για να το συναρμολογήσει εκ νέου.

Είναι απολύτως φυσικό και αναγκαίο επακόλουθο, μέσα σ’ έναν αλλοπρόσαλλο και κατακερματισμένο κόσμο, ο ποιητής, ν’ αποτελεί μέρος αυτού του κόσμου, να βλέπει σε αντανάκλαση το σακατεμένο είδωλό του. Να βεβαιώνεται πώς αποτελεί κι ο ίδιος ένα διαμελισμένο, δυστυχισμένο πλάσμα που, ατυχώς, έχει συναίσθηση αυτής της κατάρας και γυρεύει το σταθερό σημείο του κόσμου ν’ ακουμπήσει «το τσακισμένο σώμα», να συμμαζέψει τα μέλη του εαυτού του και να συναρμολογήσει την εικόνα του προσώπου του. Αλλά σκοντάφτει «στους γυάλινους τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν γύρω» πάντα. Και ν’ αποξεχνιέται καθισμένος «σε παγκάκι. Στην άκρη του πολύβουο δρόμου», προσευχόμενος χωρίς να ξέρει πού βρίσκεται και πού «σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα» να μιλήσει. «Και με το «βλέμμα της αφής/σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας/ τα ραγίσματα/(…) σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής», απομένει στη «σιωπή», έρμαιο κάποιου «άλλου όνειρο ή δικό» του. Η σκληρή μοίρα του ποιητή.

ΑΘΗΝΑ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ

Πολιτικό και υπαρξιακό τραύμα

Στη διάρκεια της οκταετίας που πέρασε από τη συγκεντρωτική έκδοση του έργου της Μαρίας Κυρτζάκη (Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1976-2002, Καστανιώτης 2005), η ποιήτρια συνέχισε να έχει μια διακριτική και συγχρόνως ουσιαστική παρουσία στη λογοτεχνική μας ζωή, δημοσιεύοντας σειρά ποιημάτων, στα οποία όχι μόνο εμφανίζεται οξυμένη η πολιτική αιχμή, αλλά δημιουργεί και μια ιδιαίτερη ποιητική ένταση η συνύπαρξη του υπαρξιακού με το πολιτικό στοιχείο.

Διατρέχοντας το έργο της, μπορεί κανείς να διαπιστώσει εξαρχής ότι η ποιήτρια εκφράζεται λιγότερο με εικόνες, περισσότερο με ιδέες – κάτι που θα μπορούσε να απέβαινε επιζήμιο αν ο λόγος της δεν έδρευε τόσο πολύ στις αισθήσεις, αν η ίδια δεν αντλούσε τις ενοράσεις της πρωτίστως από τα πάθη του σώματος. Η Κυρτζάκη δεν εμπιστεύεται ούτε τα αισθήματα ούτε τη γλώσσα. Ως εκ τούτου δεν αισθηματολογεί, αφηγείται και υπαινίσσεται∙ ούτε αφήνεται στην παρηγορητική βεβαιότητα ότι η γλώσσα είναι ικανή να αρθρώσει όσα αισθάνεται και νοεί ο άνθρωπος. Οι δυνατότητες της γλώσσας, αλλά και της ίδιας ως δημιουργού είναι στο έργο της αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ένα συνεχές διακύβευμα.

Τα δύο πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε μετά τη συγκεντρωτική έκδοση είναι ομότιτλα («Η άλλη φωνή», 2003 και 2005), με το δεύτερο, αρκετά εκτενέστερο και χωρισμένο σε «Οκτώ σχεδιάσματα», να εμφανίζεται ως παραλλαγή του πρώτου. Ερέθισμα για τη συγγραφή των «Φωνών» φαίνεται να στάθηκε η μεταφραστική δοκιμή της Κυρτζάκη πάνω στην ποίηση του Γερμανού ομοτέχνου της Gregor Laschen, στον οποίο και αφιερώνεται το πρώτο ποίημα. Το πρόβλημα της μετάφρασης μετατρέπεται εδώ σε πυρήνα ομόκεντρων κύκλων, καθώς διευρύνεται, περιλαμβάνοντας και την ίδια την ποίηση ως ‘μετάφραση’ πραγμάτων, ιδεών, συγκινήσεων σε λόγο, την τέχνη γενικότερα ως μέσο έκφρασης, αλλά και τη μετάδοση της φωνής, των αισθημάτων, των σκέψεων, της πολιτισμικής συνθήκης του καθενός μας.

Για την Κυρτζάκη τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αντιμετωπίζοντας, όπως δείχνει το έργο της, με δέος τη διαδικασία της γραφής, μας δίνει κείμενα παλλόμενα από πρωτογενή ψυχική ένταση. Η πεποίθησή της ότι η γλώσσα μάς ελέγχει, δεν την ελέγχουμε, κι ότι πρέπει να μας καταδεχθεί για να δημιουργήσουμε, την προφυλάσσει από τις παγίδες του ναρκισσισμού. Δεν βιώνει ευφορικά την άσκηση της τέχνης της ούτε αντιλαμβάνεται την ποίηση ως λυτρωτική αυτοέκφραση ή ευγενή ανύψωση από την καθημερινότητα, αλλά κυρίως ως «το πλέον υπαινικτικό μεταξύ έπους και μύθου είδος του λόγου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται από την πλευρά του δημιουργού. Αρνούμενη να οπλιστεί με την κομψότητα της φόρμας, με το βελούδινο υφάδι των λέξεων, κάποτε χρησιμοποιεί μια αποφασιστικά σκληρή, και άλλοτε απροσχημάτιστα νατουραλιστική, γλώσσα:

Στον μαχαλά

Η θεία Ερατώ περίμενε μόνο/ Γύρω της μυξιάρικα ώς έξι χρόνων/ (Μια μύξα κίτρινη σαν σταλακτίτης)/ Κι αγνάντευε από τη γωνία την εργάτρια/ -παλιά συνάδελφος του πρωινού/ Να πει την καλησπέρα της για να τ’ αφήσει τα σκαλιά/ Να σηκωθεί και να βαδίσει στο κρεβάτι./ Σαν όνειρο διάβηκε την ήπειρο/ Και στον εμφύλιο ασπάστηκε τον άντρα της/ Έθαψε κι ένα παιδί πού ‘φαγαν τα ποντίκια/ […] (Η γυναίκα με το κοπάδι, 1982)

Πρόκειται για τη μοναδική αναφορά της Κυρτζάκη στον εμφύλιο του 1946-1949. Μια αντήχηση της τραυματικής αυτής περιόδου βρίσκουμε, πολλά χρόνια αργότερα, στο ποίημα «Βαριά τσιγάρα», δημοσιευμένο το 2005, ερέθισμα για τη συγγραφή του οποίου ήταν η γνωριμία της ποιήτριας με τον μουσουλμάνο ποιητή και πεζογράφο Φαρούκ Σεΐκ, που πολέμησε στο πλευρό των Βοσνίων στη διάρκεια των εμφυλίων της δεκαετίας του ’90. Ο νατουραλισμός καταλήγει εδώ σε ένα συγκινησιακά ελεγχόμενο κρεσέντο:

[…]Βρώμικη/ λάσπη το αίμα από ερείπια χώματα/ πόδια που εκτινάχτηκαν στα τέσσερα/ σημεία του ανέμου και χέρια και/ μυαλά κι εντόσθια.// Φαρουκ Σεΐκ, Βόσνιε κι Ερζεγοβίνιε και/ Κροάτη και πώς και σε ποια εθνικότητα/ δεν ξέρω κι ούτε τ’ αποφασίζει το μελάνι μου,/ Βοσνία ή Ερζεγοβίνη ένας άνθρωπος πεθαίνει/ κι η κραυγή του Μουνκ φορεμένη πάνω σου/ Κι ούτε να πεις για ένα πουκάμισο ή/ για κείνο το λάθρο «ουκ αν υμνήθημεν/ υστέρων βροτών» της Εκάβης.[…]/ Φαρούκ, καπνίσαμε από τα ίδια βαριά/ ελληνικά τσιγάρα, φίλε μου – κομμάτια/ από λόγια.

Τα «βαριά» ελληνικά τσιγάρα φαίνεται να παραπέμπουν στη «βαριά», και για τους δυο βαλκάνιους ομοτέχνους, ιστορική μοίρα, αυτήν του Εμφυλίου. Ήδη στη συλλογή Μαύρη θάλασσα (2000), βρίσκουμε δυο παραπλήσιες αναφορές στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο, σε ποιήματα ερωτικής θεματικής (Βομβαρδισμοί και πάλι βομβαρδισμοί./ Βοσνία ή Ερζεγοβίνη/ Πρέστινα ή και ολόκληρο το Κόσοβο/ ολόκληρο το σώμα και την καρδιά/ ολόκληρη τι σημασία έχει// Ένας άνθρωπος πεθαίνει). Ο πόλεμος στην καρδιά της πολιτισμένης Ευρώπης, που οδήγησε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, είχε μόλις τελειώσει, και η Κυρτζάκη τον χρησιμοποιεί ως σύμβολο καταστροφής και διάλυσης για να μιλήσει για το τραύμα του έρωτα και τη διάστασή του. Στα «Βαριά τσιγάρα», εξάλλου, ο εμφύλιος του Κοσσόβου υπερβαίνει και πάλι την κυριολεκτική σημασία του, λειτουργώντας ως ένα ευρύτερο σχόλιο για τον κατακερματισμένο άνθρωπο του αιώνα μας.

Την άνοιξη του 2010, όταν η υπογραφή του πρώτου μνημονίου είναι προ των πυλών, δημοσιεύεται το ποίημά της «Έρωτας». Ο τίτλος αυτός έρχεται σε δραματική αντίστιξη με το περιεχόμενό του ποιήματος, που αφορά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008. «Έρωτας» είναι ο ίδιος ο νεκρός, η νεότητα. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευθέως πολιτικά ποιήματα της Κυρτζάκη:

Ερωτας

Μια σφαίρα πάλι απόψε/ του πήρε τη ζωή – δεκαπέντε/ χρονώ, είπαν οι ειδήσεις, αντιεξουσιαστής./ Μα, φυσικά, τι άλλο, στα δεκαπέντε.// Ματωμένες χαρακιές αυλακώνουν/ την οθόνη μιαν άλλη νύχτα/ ανασύρουν κι εκείνο το ξημέρωμα/ «απόψε σκοτώσαν τα παιδιά σας»/ χτυπάει εφιαλτικά στα τύμπανα./ Απελπισμένος ο έρωτας στους δρόμους/ – πάλι στους δρόμους πάλι ψωμί πάλι/ ελευθερία δεν σε αναγνωρίζω/ πρόσωπό μου. Τα χρόνια δάκρυα/ κυλούν και η ιστορία φάρσα/ φαντάζει επαναληπτική της σφαίρας.// Ναι, «το μέλλον/ είναι σκοτεινό», Ιωάννη Συκουτρή,/ αλλά μόνο γιατί «είν’ ολίγοι/ που δεν φοβούνται το σκοτάδι».

Ο παραλληλισμός των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 με εκείνα του Πολυτεχνείου του 1973, συνιστά ένα εύγλωττο και τολμηρό πολιτικό σχόλιο. Η Κυρτζάκη επιστρέφει -ασφαλώς με θλίψη της- στο κλίμα των νεανικών ποιημάτων της, που γράφτηκαν εν μέσω της δικτατορίας των συνταγματαρχών και είχαν ένα αναπότρεπτα πολιτικό πρόσημο. Τότε, στα ποιήματα «Προσευχή του Ιωνά» και «Επιστολή στον Ιωνά», είχε χρησιμοποιήσει τον λόγο του βιβλικού προφήτη ως μια αλληγορία για να μιλήσει για τον εγκλωβισμό ενός ολόκληρου λαού στο κήτος ενός δυναστευτικού πολιτεύματος. Τώρα, διαλέγεται με τον προφητικό, όπως αναδεικνύεται, λόγο ενός σημαντικού διανοούμενου του Μεσοπολέμου, του Ιωάννη Συκουτρή, λόγο που ελαφρώς αλλά κρίσιμα παραλλάσσει, προκειμένου να σχολιάσει υπαινικτικά το σήμερα.

Τη διατύπωση του Συκουτρή «Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι» την είχαμε συναντήσει ως μότο στην καθαρά ερωτική ποιητική σύνθεσή της Ημέρια νύχτα· η φράση, εξάλλου, «Το μέλλον είναι σκοτεινό», εμφανίζεται ανώνυμη και εκτός εισαγωγικών στο Λιγοστό και να χάνεται, ενταγμένη στην ανάπτυξη μιας εφιαλτικής κοσμογονίας. Νά μία ακόμη περίπτωση, λοιπόν, πολλαπλής αλλαγής του νοήματος μιας φράσης, την οποία η Κυρτζάκη συνειδητά τοποθετεί σε μια ποικιλία συμφραζομένων, αναδεικνύοντας έτσι τη μεταμορφωτική ικανότητα της γλώσσας και το ατέρμονο παιχνίδι/κρυφτό των σημασιών.

Το πιο πρόσφατο ποίημά της, «Σώμα – γυμνό», δημοσιεύτηκε στην Αυγή το καλοκαίρι του 2012 και αφορά ένα χαρακτικό του Γιώργη Δήμου με μια γυναίκα, ιερόδουλο, γυμνή από τη μέση και κάτω. Από τους πρώτους στίχους η ποιήτρια απευθύνεται σ’ αυτήν τη γυναίκα «διαβάζοντας» συγχρόνως το χαρακτικό αλλά και την στάση/κίνηση του σώματός της, σταδιακά όμως μιλά για τη γυναίκα ως αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κοινωνικού στιγματισμού. Όπως και στο ποίημα «Έρωτας», διακρίνονται δυο χρονικά επίπεδα: εκείνο της δεκαετίας του ’30, όταν η αστυνομία επέβαλε να αναγράφεται στην είσοδο των οίκων ανοχής η προτροπή προς τους «πελάτες» να ζητούν τα ειδικά βιβλιάρια υγείας των κοινών γυναικών, και εκείνο των ημερών μας, με το πρόσφατο σκάνδαλο της φωτογράφησης και του διασυρμού των (υποτιθέμενα, σε πολλές περιπτώσεις) οροθετικών μεταναστριών αγοραίων γυναικών. Στους τελευταίους στίχους, ο ρατσισμός του φύλου, η πολιτική καταστολή και το υπαρξιακό και κοινωνικό βίωμα της θηλύτητας συναιρούνται δραστικά σε μια αιχμηρή αλλά λεπτά εκφρασμένη καταγγελία:

Χαρακιές η ζωή σου και το σώμα σου/ ξύλο σε ιδιωτική συλλογή/ -η χοάνη σου δημόσιος κίνδυνος.// (Εξαρχής υπό καθεστώς/ η κρίση μού περισσεύει)// Τι ποίημα ότι θα έγραφα για σένα, σώμα μου

«Εξαρχής υπό καθεστώς»: δεκαετία ’30, δεκαετίες ’60 και ’70, δεκαετία 2010. Η ιστορία ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του, που όλο και πιο μάταια προσπαθεί, τα τελευταία χρόνια, να μας γητέψει με τον χορό του μέσα από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Το τραύμα της πολιτικής έχει εισχωρήσει πλέον στο ίδιο το σώμα μας, μας λέει η Κυρτζάκη στο ποίημα του 2012.

* Το κείμενο αυτό αποτελεί συντομευμένη μορφή του κειμένου που διαβάστηκε στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών για την ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 18 Φεβρουαρίου 2013.

http://www.avgi.gr/article/221275/politiko-kai-uparxiako-trauma

ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Μες στο μαύρο τυλίχθηκε τ’ όνειρο

Ώστε μετά αλλιώς ν’ ακούγεται

της εξοχής το μαύρο

Μαύρη Θάλασσα

Η επαφή μου με την ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη ξεκινά από την Περίληψη για τη Νύχτα[1] όταν:

Μια νύχτα η Νύχτα είπε: Εγώ είμαι·

Πρόκειται για ένα βιβλίο που με κράτησε από την αρχή ώς το τέλος. Υπόδειγμα αφαιρετικού λόγου, θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια ψιθυριστή νύκτωρ εξομολόγηση, σαν ένα μεταμοντέρνο παραμύθι που μου εμπιστεύτηκε στο αφτί η δημιουργός του:

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Η νύχτα είναι η μείξη του φωτός και του σκότους

Η νύχτα για την οποία εγώ μιλώ είναι το τρίτο πράγμα

Ίσως όμως και να μην έγινε έτσι. Ίσως δηλαδή να είχα διαβάσει πρώτα την Ημέρια Νύχτα, που είχε άλλωστε γραφτεί νωρίτερα, ασχέτως εάν κλειδωμένη επί δεκαετία σχεδόν σ’ ένα συρτάρι, αυτονομήθηκε ύστερη της Περίληψης για τη νύχτα. Πιθανόν μάλιστα, ο παραλογισμός της νιότης μου να είχε ανώνυμη καταχωρίσει στη μνήμη μου την Ημέρια Νύχτα, ως εγχειρίδιο παθών, υπαγορευμένο από ένα μη υπαρκτό πρόσωπο:

Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο

―με τη ρομφαία

Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε

[…]

Άσχημη

(Με μια ομορφιά.)

Με σχηματίζει

Σαν χωρίς όνομα

Με ονομάζει

Σαν χωρίς ήχο

Μου δίνει φωνή.

Όπως και να ’ναι, ήρθα σχετικά νωρίς σ’ επαφή με μια ποίηση πολύ ιδιαίτερη, κατά βάση μοντέρνα, συγχρόνως όμως και άξια συνομιλήτρια με την παράδοση. Είναι άλλωστε γνωστή η ιδιότυπη σχέση της με την παραδοσιακή φόρμα και έχει επισημανθεί από έγκριτους μελετητές.[2]

Ως προς τα βιογραφικά της, αν πρέπει να γίνει κάποια νύξη, είναι γνωστό ότι η Μαρία Κυρτζάκη σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια, αρνήθηκε να συμπεριληφθεί στην μεγάλη πρόσθεσι όσων ―άμεσα τότε― προορίζονταν για διορισμό στην δημόσια εκπαίδευση. Έτσι, όταν αποφοίτησε, επέλεξε να εργαστεί σε ένα ιδιωτικό σχολείο, ενώ παράλληλα άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την διόρθωση, μαθητευόμενη πλάι σε ιερά τέρατα του χώρου των εκδόσεων, όπως ο Νάσος Δετζώρτης και ο Παναγιώτης Μέρμηγκας. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ποιητής και καθηγητής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας Ιωαννίνων, Κώστας Στεργιόπουλος, της είχε προτείνει να γίνει βοηθός του στο Πανεπιστήμιο, αλλά αρνήθηκε, παρότι το ήθελε πολύ. Μετά από πολλά χρόνια, μου είχε πει τον λόγο: «Δεν είχα τα προσόντα για κάτι τέτοιο». Κι έμοιαζε να το πιστεύει. Μετέπειτα, θα προσληφθεί στο Τμήμα ραδιοφωνίας της ΕΡΤ. Εκεί επί χρόνια θα συνεργαστεί στενά με τον Μάνο Χατζιδάκι, στο Τρίτο πρόγραμμα. Γνωστές στους περισσότερους είναι άλλωστε, και οι δικές της εκπομπές για το βιβλίο, αλλά και για τα όνειρα. Τέλος, επί χρόνια θα διδάξει ανάλυση κειμένου στη δραματική σχολή του «Εμπρός».

Όλα τα παραπάνω είναι ελάχιστα από όσα συνθέτουν τον επαγγελματικό της βίο, ο οποίος είχε ανέκαθεν συνάφεια με την ποιητική τέχνη. Όσο για την ίδια, τελειομανής καθώς ήταν, ίσως κι από επαγγελματική διαστροφή, φρόντιζε να διατηρεί ένα χαμηλό προφίλ, σ’ ό,τι αφορούσε την ίδια και τη δουλειά της, κάτι που άλλωστε ήταν σύμφυτο με τη απέριττη σοφία που την διήπε. Σπανίως την καθησύχαζαν οι έπαινοι και πάντα έβρισκε μια ελάχιστη αφορμή να τους εκλάβει αλλιώς, ένα ψεγάδι που μπορούσε να δει η κάθε καινούργια ματιά της σε αυτά τα τόσο μεστά κι απογυμνωμένα από οτιδήποτε το περιττό ποιήματα.

Ακόμα και τον πρώιμο, σχεδόν άμα τη εμφανίσει της, έπαινο του Γ.Π. Σαββίδη για τις Λέξεις,[3] αλλιώς μου τον διηγήθηκε, κι αυτό κατόπιν δικής μου επιμονής. Ήταν σαν να η ίδια τον είχε παραποιήσει, ώστε να είναι συγκρατημένος, χλιαρός, και προσήκων στην αμείλικτη αυτολογοκρισία της. Θα έλεγε κανείς πως τον είχε κρύψει κι από αυτήν την ίδια, κι όταν λίγους μήνες προτού φύγει οριστικά, ψάχνοντας τυχαία στον τύπο της εποχής, τον ανακάλυψα, αμέσως της τηλεφώνησα να της διαβάσω αυτά που είχε πράγματι απωθήσει.

Και τώρα θυμήθηκα το Ήθος ανθρώπω δαίμων που έλεγε συχνά και, εν αγνοία της, λειτουργούσε το ρητό του Ηράκλειτου για τη νομοτέλεια του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έτσι και η ίδια, υπηρέτησε το ίδιο πιστά την πραγματικότητα με τους καθημερινούς της αγώνες, αλλά και τον υπέροχο παράλληλο κόσμο των βιβλίων. Ζούσε για και από αυτόν, όπως και από τον κόσμο των ονείρων, που με μία ιδιότυπη ποιητική πρακτικότητα τον κατέστησε βιοπορισμό για πολλά χρόνια.

Πραγματικότητα, όνειρο και ποίηση τής άνοιγαν δαιδαλώδεις οδούς, όμως εκείνη έβρισκε τρόπο να κόβει δρόμο προς στον Αιφνίδιο λόγο. Τελικά τον κατέστησε διαρκή, έστω κι αν λίγο προτού φύγει, ως άλλη Άννα Καρένινα, αναφωνούσε:

Πού είμαι. Τί κάνω. Γιατί

Στα γόνατα

στα γόνατα/γονατιστός ο έρωτάς μου

να σηκωθώ/να τιναχτώ δεν προλαβαίνω

γονατιστός δεν προλαβαίνω ανελέητος

μ’ αρπάζει δεν προλαβαίνω από την πλάτη

και με σέρνει δεν προλαβαίνω βουλιάζει

το κεφάλι μου δεν προλαβαίνω σβήνει/έσβησε

το κερί.

Η Μαρία Κυρτζάκη πρόλαβε. Από την διαρκείας πάλη της με τις λέξεις, που όπως αναφέρει ο Γ.Π. Σαββίδης, «ξεκινάει από τον τίτλο της πρώτης άγουρης ποιητικής συλλογής της: Σιωπηλές κραυγές»[4] βγήκε νικήτρια.

Όσο γι’ αυτές τις Σιωπηλές κραυγές, που δεν συμπεριέλαβε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, γιατί «αντιστάθηκαν σθεναρά στον συγχρωτισμό με ό,τι ακολούθησε, επιμένοντας στην αυστηρά ιδιωτική [τους] σχέση», ενδιαφέρον θα ήταν να ανατρέξει κανείς σε όσα επισημαίνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης:

«Η δις Κυρτζάκη δεν φαίνεται αμύητη στα μικρά μυστικά της ποίησης, ξέρει ήδη να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το περιττό, ξέρει να υποβάλλει, αντί να περιγράφει, με μια φράση, με μια, κάποτε, λέξη. Κι αυτό δεν είναι καθόλου λίγο».[5]

Έτσι έγραφε το 1966, συστήνοντάς μια νέα τότε φωνή ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ακολούθησαν και άλλα βιβλία, εκδιδόμενα πάντα με μια κάποια χρονική απόσταση. Αντιγράφω όλους τους τίτλους των συλλογών της με τη σειρά έκδοσης: Σιωπηλές κραυγές. Οι λέξεις. Ο Κύκλος. Η Εταζέρα. Δέκα μικρά ποιήματα. Η γυναίκα με το κοπάδι. Περίληψη για τη νύχτα. Ημέρια νύχτα. Σχιστή οδός. Μαύρη Θάλασσα. Λιγοστό και να χάνεται. Αρκετά είναι άλλωστε και τα δημοσιευμένα, μετά τη συγκεντρωτική έκδοση, Στη μέση της ασφάλτου, ποιήματά της: «Βαριά τσιγάρα»· «Έρωτας»· «Σώμα – γυμνό»· «Φωτεινή επιγραφή»· «Βάρκιζα»· και τέλος, το προφητικό του ίδιου του θανάτου της «Καρένινα».

Και τώρα εικάζω ότι, εάν ζούσε και της έδινα να διορθώσει τον επικήδειό μου για εκείνη, τα μισά από όσα τώρα της γράφω θα τα εύρισκε υπερβολικά, θα μου τα έσβηνε, κι ίσως στα παραθέματα των ποιημάτων της, ένα δραστήριο στυλό να έκανε κι άλλες διορθώσεις επί των διορθώσεων.

Σταματώ κάπου εδώ. Άλλωστε όλα αυτά δεν παύουν να είναι τα αμοντάριστα λόγια μιας ζωντανής για τους στίχους μιας ποιήτριας, που πολλά χρόνια προτού διανύσει τη Σχιστή οδό, είχε αποφανθεί:

Για θάνατο μιλούν οι ζωντανοί.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/08/blog-post_0.html

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΙΔΕΕΣ 1995

Ο γυναικείος λυρικός λόγος

Βιβλικά αλλά και τραγικά στοιχεία μαζί βρίσκει κανείς και στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη, το έργο της οποίας συνθέτουν επτά συλλογές, με αφετηρία τις

«Σιωπηλές κραυγές», που παρουσιάζει το 1966. Η μοίρα της φυλής, του ανθρώπου και των πραγμάτων και η παντοδυναμία του θανάτου -που δανείζει την εικόνα του ακόμα και στην ερωτική πράξη- είναι οι κεντρικοί άξονες της ποίησής της.

Σύζευξη ρυθμικού και αφαιρετικού λόγου η συχνά συνειρμική γραφή της, αναβλύζει από πλούσια φλέβα ποιητικής ευαισθησίας, κινείται ανάμεσα στο λογικό και στο παράλογο, για να αγγίξει και πολλές φορές να περάσει, τις πύλες του ερμητισμού. Στο μεστό και

μεγάλης γκάμας γλωσσικό όργανο της Μαρίας Κυρτζάκη εύκολα διακρίνεις την επιτυχημένη προσπάθεια εναρμόνισης της μουσικής και του βαθύτερου, κρυφού

νοήματος της λέξης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

ΒΙΚΥ2

Η Βικτωρία Καπλάνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1961, σπούδασε Ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ και εργάζεται στη Δημόσια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές : «Ήχοι-Απόηχοι» το 2007, «Λευκές Συνομιλίες» το 2010 , «Σημείο Φυγής» το 2013 και η Άγνωστη φίλη το 2015 όλα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ποιήματα της και μεταφράσεις ξένων ποιητών και έχει γράψει κριτικές και παρουσιάσεις για λογοτέχνες. (Μάρκος Μέσκος, Κώστας Παπαγεωργίου, Μπίλλη Βέμη, Ξενοφών Κοκκόλης, Αλεξάντρα Δεληγιώργη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Νίκη Μαραγκού, Αγγελική Ελευθερίου,  Νίκος Καρούζος, Κλείτος Κύρου κ.α.).
Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία της στο χώρο της μουσικής και στο Ραδιόφωνο με τη εκπομπή της Βραδινό Σινιάλο για το Ελληνικό τραγούδι (στo Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης FM100,6)

Η συλλογή «Η άγνωστη φίλη» είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων βιβλίων ΠΟΙΗΣΗΣ του περιοδικού Αναγνώστης για τα Λογοτεχνικά  Βραβεία  2016

Η άγνωστη φίλη  (2015)

Πρόσωπα του μύθου
επάλληλοι διπλοί καθρέφτες
μέσα στο λαβύρινθο του ιστορείν
λόγια φτερωτά τους δίνουν σχήμα και μορφή
επαναλαμβάνουν τα λάθη τους
για να υπάρξουν
θρυλούν τα πάθη τους
σε ευήκοα ώτα
πρόσωπα συμπαγή
αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα
ο ανίδωτος κόσμος της σκιάς
η μοίρα

παρουσία αναπαράσταση
μια ιλιγγιώδης εναλλαγή
απροσχημάτιστη
ψηφιακή νωπογραφία

είδωλα σκιές ινδάλματα του μύθου
μας επινοούν
χαμογελούν με νόημα στις συμπτώσεις
μας δίνουν το άλλοθι
της αποταύτισης
τα πρώτα βήματα
του δικού μας πεπρωμένου.

Η Αριάδνη μένει εδώ

(2011-2012)

Σπονδή στη Σίκινο

5.

Ανεμόεσσες ελιές κλαίουσες καρτερικές
μια μεγάλη σκάλα από ξερολιθιές
οδηγεί στη Δευτέρα Παρουσία
δυο ανεμόμυλοι στην κορυφή της
ολόγυρα το κόκκινο και το πράσινο των σκίνων
οι τρίλιες των πουλιών
το αγριεμένο κύμα

τραχιά ξύλινη πόρτα
εφτασφράγιστη
και της φωνής σου ο αντίλαλος
απαγγέλλει πεθυμιές
ερμητικές κι ανέγνωρες

«μην ακυρώνεις τη χαρά»

η παραζάλη ο πόθος
να διαβάσεις τη γλώσσα του βυθού
την προφητεία της μεταμόρφωσης
το φωτεινό δίχτυ απλωμένο
μια αγκαλιά γεμάτη μυστικά ψιθυρίσματα

σε καλούν, την εξορία σου θρηνούν
άφησε ν’ αναπαύεται η μάνητα του χρόνου
ζύμωσε με χώμα τα λόγια της καρδιάς

η αδιατάρακτη αιώνια γαλήνη
ξόρκι για των παθών τις θύελλες
θα καταργήσει το μυστήριο του κόσμου
μια παγερή ακινησία
θάνατος της σχέσης του θεού με τον άνθρωπο

«ό,τι αρνήθηκες να δεις, κοίταξέ το»

τα ξεραμένα χόρτα ιερουργούν
στις μελωδίες του ανέμου
επανέρχονται της νοσταλγίας σου
οι εικόνες μία-μία
-το κάστρο, δεν άντεξες ν’ ακούσεις τα μυστικά του
ραγίζει σιωπηλό κι αγέρωχο
το σπίτι βυθίστηκε στου ύπνου τα άχρονα τοπία
και το σκυλί μάταια περιμένει την επιστροφή σου-

ό,τι δεν άφησες ν’ αληθέψει
με το πείσμα του άγραφου πόθου σε κυκλώνει
γυρεύει το αγριεμένο χάδι
το νήμα της ανάστασης
να λύσει τη φωνή σου
ο περίτεχνος ιστός του φόβου πυκνώνει
να σε κρατήσει εκεί για πάντα

μη χαθείς πάλι μες στο λαβύρινθο
ο χάρτης σου –το ίδιο κι ο δικός μου-είναι τούτο το νησί
θάρρος, το κουβάρι να ξετυλίξεις μέσα σου
χωρίς να κρίνεις

Η άγνωστη φίλη

(2012-2014)

με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου

Η μούσα στο ραγισμένο όνειρο

Οι αλήθειες της χρυσή βροχή
φώτισαν τη νύχτα το παράθυρο
το πρωί βρήκε θρυμματισμένα τα γυαλιά
οι πρώτες ηλιαχτίδες κυνηγούσαν τις σκιές
στο μισογκρεμισμένο σπίτι

φορά το καπέλο της σηκώνει το βλέμμα
αγναντεύει με ένα χαμόγελο από ψηλά
αφουγκράζεται τα λόγια της πόλης
καλεί, αναζητά, εντέλλεται
έτοιμη να πάρει το δρόμο
για τα ποτάμια, τα δάση, τις θάλασσες
μέσα από κει να επιστρέψει

αστραπή καίει τον πόνο
γυρίζει αδιάκοπα η ρόδα τη ψυχής
αλέθει ελπίδα και φόβο

βαδίζει στις σελίδες, έξω από τις σελίδες
όλα χωρούν μες στη γραφή
το σπίτι παίρνει σχήμα βαφτίζεται στα χρώματα
του πρωινού ονείρου

θα γυρίσει.

Η άγνωστη φίλη

Ένα τετράγωνο
κάδρο κενό
ένα ερωτηματικό
ένα ξυλάκι κανέλας
ένα κλειδί του χαμένου σπιτιού
από σκουριασμένο σίδερο
τα φυλαχτά της
ο τοίχος
στο χρώμα της γης
ασφαλές, μητρικό, σιωπηλό
όλα όσα συμβαίνουν εκεί είναι κόσμος
ό,τι ποθεί η ψυχή
και σχεδιάζει είναι κόσμος
η σιωπή της
να συντονιστεί με μιαν άλλη
από το ρήγμα κρινάκι της αρμύρας
ο λόγος

Ένα τετράγωνο
ένα κλειδί
ένα ερωτηματικό στο λαιμό της κρεμασμένα
μενταγιόν μαγνήτης
προσανατολίζει το βλέμμα
να διασχίσει την απόσταση
μέχρι τον άγριο κήπο της καρδιάς της
πρόσωπο παιδιού
κορμί ανάλαφρο, μίσχος που ισιώνει
να χαιρετήσει τον ήλιο
κάθε φορά σε άλλη πόλη
στα χνάρια του χρόνου κεντάει
φύλλα πλανόδια μαντείες του αιθέρα
σε κάθε τόπο πλάθεται και γεννιέται εξαρχής
καθρεφτίζει στο σώμα του
τα αντιφεγγίσματα της δικής της μεταμόρφωσης

Την είδα στο λυκόφως
μιας καλοκαιρινής μέρας
η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου
μου χαμογελά
στο άδειο κάδρο.

Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη

(2013-2014)

κάποτε έρχεται η στιγμή να ξαναγράψουμε
το παιδικό μας παραμύθι

6.

Η πόλη βυθίζεται στον ασέληνο ύπνο
οι γελωτοποιοί κι οι σαλτιμπάγκοι
τερατώδεις μάσκες μιας αδίστακτης εξουσίας
θα παραποιήσουν πάλι τις εικόνες της ελπίδας
γυρίζει το τσέρκι του χρόνου
τα θεμέλια της γης με το ρυθμό τους
μετατοπίζονται
τα αγριόχορτα σκέπασαν
ολόγυρα τη σπηλιά
απορρίμματα κατάλοιπα παλαιών στιγμών
φράζουν την είσοδο
η σκουριά των άκαμπτων κανόνων
εντυπωμένη στο βράχο

φίλησε τα χείλη μου
οι δονήσεις του βυθού ανάταση και τρόμος
η μνήμη έσβησε την εικόνα του καταρράκτη
του μυστικού σπηλαίου τη γέννηση
πέρασε τη μεγάλη θάλασσα
με ευφρόσυνα λικνίσματα
με παιχνίδια των νερών
τέλος εκ του ασφαλούς
κατέφυγε στα γνώριμα πεδία

η σκέψη ετοιμάζει μιαν έρημο
θρυμματίζεται κάθε εστία αντίστασης
φιγούρες κρεμασμένες με νήματα χρωματιστά
πλήττουν και πλήττονται
κινούνται όπου τα αόρατα χέρια
κάθε στιγμή αποφαίνονται

ένα εύθραυστο πλάσμα
δέρμα από πορσελάνη
πόδια που πατούν στης γης
τα σκουριασμένα καρφιά
στην ενέδρα των ματιών σου
δίχως συνείδηση φύλου
οπτασία αέρινη
σε ρόλο γυναίκας

οσμίζεται απόψε
την αποφορά του καμένου ονείρου
ακούει τα σήμαντρα του κενού
αναλαμβάνει τα ροδοπέταλα
την τελετή της ευτυχίας σου

πίσω από τη σκηνή
ο εξάγγελος
ετοιμάζει την κάθαρση

16.

Σκιές οι άνθρωποι περιφέρονται
στον πύργο των νέων εποχών
αιωρούνται σ’ ένα σύννεφο
κάπου
περίπου
ανάμεσα
χωρίς συντεταγμένες
στο ίδιο σημείο

ο ήχος του όπλου
η οσμή του αίματος
η λαιμητόμος στη σκιά
το γύρισμα του κύκλου

στην οθόνη των πόλεων
οι ήρωες διασχίζουν την αλήθεια τους
γίνονται ρόλοι
για το βλέμμα των άλλων

οι μισάνοιχτες πόρτες
-δεν κρυφοκοιτάζεις, δεν εκλιπαρείς-
κλείνουν αθόρυβα πια
-το πρώτο βλέμμα έσβησε
της αγάπης το μελάνι-
πίσω σου για πάντα
επαναφορά υλικών στα κοιτάσματα της γης
οι πολύτιμοι λίθοι των δακρύων
θεραπεύουν μιαν ανέγνωρη δημιουργία
σ του χρόνου την αντιστροφή
νερό της Μνημοσύνης ράντισε
τα σκιερά περάσματα της σιωπής

λευκά βότσαλα φθογγόσημα του δρόμου
τα παρτέρια με τα χρυσάνθεμα
υποκλίνονται στη λευκότητα του φωτός
άλλοτε θραύσματα του ορυκτού κόσμου
λόγια στον αντίλαλο του βουνού
ανεμίσματα προσευχές
αντραλίσματα ενοχές

η φωνή έχει τώρα
τη χροιά όλων των ηλικιών
ρέει όπως μιλά
της σιωπής την ώρα

κλαδάκια γέφυρες ανάμεσα στους θάμνους
τα χρώματα των φύλλων
σμίγουν χωρίζουν και πορεύονται
το καθένα στην ώρα του
με τη δύναμή του

τα προσωπεία αναπαύονται
πάνω τους αποτυπωμένες
ιδέες πεποιθήσεις και βεβαιότητες
μια μικρή υπόκλιση αποχαιρετισμού
έξοδος στην πόλη χωρίς ψιμύθια
με μιαν έκφραση απορίας

μια αόρατη κλωστή κρατά
την οδό την ανοιχτή
έχεις αφήσει το χέρι
έχω αφήσει τη λήθη
του βυθού το παραμύθι

όλα τίθενται επί τάπητος εξαρχής
Ο τόπος βίαια αλλάζει
ενηλικιώνεται με θυμό και με φόβο

η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο
όταν ο μίτος πέσει στα κύματα
γίνει φανός θυέλλης
ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών
τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους
τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα.

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ (2013)

ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ

(2008-2009)

(Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη).


ΕΝ ΑΡΧΗ

α

Φως εν αρχή και δάκρυ
αγέννητο στις κόγχες των ματιών σου

κάπου χάθηκες
και χάθηκε κι ο δρόμος

σκηνοθετείς πάλι από την αρχή
την αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού
από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα

χαράζεις το όριο
τις τρεις πρώτες νότες
πρελούδιο σε λα μινόρε

β

Από τα χλωμά νερά της λήθης
μια στιγμή αέρινη
έτοιμη να διαλυθεί στο φως
δάκρυ εγώ φωνήεν
στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας
άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων

μεταμορφώνομαι
κόσμημα και νιο φεγγάρι
πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου
ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει
αντιφεγγίσματα
αδικαίωτων στιγμών

γ

Δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός μια σταγόνα μια νότα παίρνει φως κίνηση αργή τελετουργική στους ανέγνωρους ρυθμούς του σύμπαντος απ’ αυτήν φωτίζεται μια άλλη κι ύστερα άλλη η σκέψη ρέει ανακαλεί το άνυδρο τοπίο απολύει στον αέρα τα πάθη της μια λάμψη όλα μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση

ΣΙΩΠΗ

α
Ήχος οξύς διαπεραστικός
αιφνιδιάζει τη γαλήνια κιβωτό σου
επιθανάτια κραυγή
από έγχορδο ημερών αρχαίων
το μάγεψε η σιωπή
να μην ηχήσει ποτέ ξανά
τις απόκοσμες μελωδίες του

η μνήμη του φυλακισμένο φως
επιλήσμων λόγος
προφητικός
ατενίζει το δικό σου τρομαγμένο καθρέφτη
αφανίζει το είδωλο
σε καταργεί

απορροφά τους ήχους
όλα τα έγχορδα της ορχήστρας
παράγουν σιωπή
μια ασίγαστη παύση
εκρηκτική

β

Εγώ η σμιλεμένη κίνηση
η απολιθωμένη μουσική
των άχρονων καιρών
εγώ η άλλη σου όψη
η εν τω κόσμω ηττημένη

μεγεθύνομαι
τρομακτικό τοτέμ
αυτοσχέδια πύλη
της απαγορευμένης υδάτινης πολιτείας σου

από την πλησμονή των δακρύων φλογίζομαι
εγώ το ακυρωμένο ρήμα
στο οχυρό της εξορίας μου
τρομάζω το θαύμα
να μη γεννηθεί

γ

Το άγνωστο γυρεύει υπόσταση περίοδοι σιωπής με ανοιχτό το τραύμα της επανάληψης μέχρι από το χωνευτήρι της να βγει τρυφερό φως απ’ τις χαραμάδες της συνείδησης διαρκώς έρχεται και φεύγει αλλάζει χρώματα διάθεση αντιφατικά μηνύματα η συνείδηση της δημιουργίας

BLOW UP

α

Κάπου στις μακρινές διαδρομές της σκέψης σου
ζείδωρες εκρήξεις
της ύλης φωτεινές
χρωματίζουν νύχτες την αγρύπνια σου

η θραύση της κρυστάλλινης σφαίρας
με το μεγάλο μυστικό
η συντριβή της ομορφιάς
στο παράθυρο σου
να εικονίσεις το Αδύνατο

ένδροσος ανατολή
και μ’ ένα κλικ της μηχανής σου
από τα ίδια υλικά η νύχτα

χάντρες της τύχης
ζαριές προφητικές
απ’ το πηγάδι κρύσταλλοι νερού
θρυμματισμένο φως τα λάθη σου
προμηνύουν δυσανάγνωστα μηνύματα

β

Το δάκρυ εγώ το μετά την έκρηξη
πολλαπλασιάζομαι γαλήνιες ψηφίδες
αναδιατάσσονται ποιούν
τη λιμναία γη των ονείρων σου
καλειδοσκόπιο αισθημάτων

γίνομαι φθόγγος
μιλώ στον άλλο φθόγγο
ξεψυχώ και ανασταίνομαι
στο άλλο μέτρο
πενθώ τη δρόσο που μαραίνεται

η μελωδία αλλάζει
στρόβιλοι ήχου
ζοφερά ηχοχρώματα
σιντριβάνια φωτός

απειλή της ομορφιάς
στη μέγιστη ένταση
έντρομη γαλήνη
μια στιγμή κι ο χρόνος έφυγε
προβολή στο ακίνητο σημείο
στο φινάλε μιας παρατεταμένης παύσης

γ

Το ποιείν ανάγκη εξόδου από το λαβύρινθο στο ένδον σκότος αναζήτηση του ζωτικού κέντρου μια απροσδιόριστη στιγμή όλα ξεκινούν τότε που είναι ορατό το φωτεινό τους τέλος η ακύρωση η ύστατη δικαίωση περιπλάνηση στη γαλήνια νήσο με το βελούδινο φως επί των υδάτων η ένωση αδιατάρακτη ενότητα όλα αίφνης απλά

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ

α

Μορφή τυπωμένη στην πέτρα
των ονείρων σου
ρήγματα που τα ένωσε
η μνήμη και ο χρόνος
ιέρεια του ακατάληπτου πάθους
του τρόμου και της ηδονής
Αριέτα τραγούδι
από τις στοές του ουρανού και της συνείδησης

το χέρι της
δεν τόλμησες να αγγίξεις
πήρε φως
και στο παράθυρο χαράχτηκε
δενδρίτις
η άλλη όψη

κουλουριάζεσαι εσύ αδέσποτος κύκλος
στο χλοερό καταφύγιο
διάστικτο φωτεινές ψηφίδες
της αλήθειας τα θραύσματα
μάταιη η λύτρωση του ύπνου

β

Αναζητώ να καθρεφτίσω τις εικόνες
μέσα από τις ρωγμές του φανερού
γεωμετρημένου πεδίου
και του αφανούς που εκλύεται
άμορφο από τα σπλάχνα της συνείδησης

διάφανος έντυπος αστήρ
στις ανείπωτες συλλαβές
ο λόγος μου
ρυθμός φως
αιφνιδιάζει τα όρια του κήπου σου

οι ιριδισμοί στα μαλλιά μου
αντικατοπτρισμοί του φόβου σου
σκεπάζεις της καρδιάς τις εικόνες
μ’ ένα λευκό σεντόνι
σκιές διψασμένες
για μια ρυτίδα φως

γ

Το βλέμμα εστράφη στα οπίσω και οι μορφές συνετρίβησαν η σιωπή που ακολουθεί την τρομερή επιβολή της συμμετρίας μετά τον κατακλυσμό του αιφνίδιου αλλά επιμελώς αναμενόμενου πόνου οι λέξεις αφετηρία των σκέψεων υγραίνονται δυσανάγνωστες αφήνουν στο χαρτί άτεχνα σύμβολα ξεθωριάζει το μελάνι αποσιωπητικά θησαυρούς μηνυμάτων ο έχων όμματα ιδείν ιδέτω

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ
(2010-2011)

Στη μητέρα μου

Καλοκαιρινό πρωινό
η πόλη κρύβεται στην καταχνιά
ο άγγελος αποκοιμήθηκε στη σκάλα
κουράστηκε να περιμένει
την ιδεατή μεταμόρφωση

η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί

εμέ δε χλωρόν δέος ήρει

τα πρόσωπα της ζωής σου ξεθωριάζουν
μορφές διάφανες αλλοτινών καιρών
σήμερα ερωτηματικά
χωρίς απάντηση

μισο-ειπωμένες αφηγήσεις
ιστορίες μετέωρες
γυρεύουν μορφή
να καθρεφτιστούν εντός της
να πιστέψουν πως υπήρξαν

στα νούφαρα του πρωινού ονείρου
γλιστρά ο χρόνος
στου φωτός τα χρώματα
αποκαλύπτεται κι αίφνης
διαγράφεται μεμιάς

λοξοδρομούν οι ερμηνείες
τα αδιάκριτα βλέμματα
εμμένουν στις προφάνειες του εαυτού
κάθε προσωπική ιστορία πολύπλοκη
εκεί που την αντιλαμβάνεται η γλώσσα
εκεί τη χάνει

σπαραγμός του απλησίαστου
οι λέξεις γυρεύουν αδέξια να ζωγραφίσουν
ένα μετακινούμενο ίσκιο
παιχνίδι του φωτός

ό,τι αντιστέκεται στη ζωή
χρυσές κλωστές στη θάλασσα
θα διαγράψει την τροχιά του
ίχνος κανένα

το άγνωστο παραμονεύει
ξεφεύγει
κι εσύ στο κατόπι του πάντα

σκιές φιλικές
του λόγου καλείς
να επιστρέψουν
να πάρεις επιτέλους θέση στη ζωή τους
οι λέξεις τους
εκμαγεία των δακρυσμένων ονείρων

κι όμως κι εσύ στις ίδιες λέξεις κολυμπάς
στις ίδιες λέξεις πνίγεσαι
ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα
μέσα στη γλώσσα

πλανόδιοι ήχοι
συνθέτουν τους ρυθμούς
τις μελωδίες της σκέψης
αποδεσμεύουν σκηνές του καθημερινού βίου
δίνουν του αγέρα αφή
να αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας

ανοίγει το βήμα του ο χρόνος, ολοένα επιταχύνει
ο ένας μήνας σβήνει μέσα στον προηγούμενο
κι ο επόμενος είναι ήδη παρελθόν

η ενηλικίωση των στίχων μου
προκαλεί την αναμέτρηση
με το σήμερα

«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει
Γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει».

I.

Ψηλαφώ τους τοίχους
τα έπιπλα
η σκιά της
περιφερόταν μέσα στο σπίτι
χρόνια πολλά αγριεμένη
κι ύστερα παραδόθηκε
στο πείσμα του καιρού

αφιλόξενη εξαρχής για σένα
η πολιτεία της ομίχλης

η σκιά της γυναίκας
φάσμα πιο υπαρκτό
κι από την ύπαρξη.

τρεμοσβήνει
στροβιλίζεται
κρύβεται
απειλεί
κλυδωνίζεται

άγνωστη και σιωπηλή
μέχρι το τέλος

η σκιά της μητέρας
στα εξώφυλλα των βιβλίων
μέσα στις λέξεις
στα λευκά περιθώρια των σελίδων

η γαλάζια πόρτα έκλεισε
πίσω σου για πάντα
άφησε απέξω τη θάλασσα

δεν πήρε τίποτα μαζί της
μόνο μια αλλαξιά ρούχα
όπως τη μέρα που ήρθε στην υγρή πόλη
του θανάτου της

τα όνειρα άνοιξαν τα μυστικά τους
πλημμύρισαν οι τοίχοι φως
το σπίτι έγινε ουρανός
μικρά άστρα λαμπυρίζουν στους τοίχους

αιωρούμενα φύλλα διαπερατά σύννεφα
οι σκέψεις ανεξίτηλες
υπενθυμίζουν
την απουσία

δεν φοβάσαι απόψε το σούρουπο
κατοικείς επιτέλους στο όνειρο

αγάπη
το διαμπερές τραύμα μιας λέξης

IV.

Κυνηγάμε το φεγγάρι το πλοίο φεύγει
η αναμέτρηση σιμώνει

το λάφυρο του μισεμού σου
επιστρέφει ν’ αναζητήσει τα ίχνη σου

εγώ αντί για σένα
θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού
να ψηλαφήσω το σημάδι της σφαίρας
ο παγωμένος χρόνος να δακρύσει

δρόμοι στα κύματα
γραμμές της μοίρας
στην ώρα τους όλα
μισόγιομο φεγγάρι
τιμόνι θυέλλης

μια στιγμή μια ελάχιστη πνοή χρόνου
κι όλα τα σενάρια ανατρέπονται
ο ενδόμυχος χάρτης έχει ήδη σχεδιάσει τη διαδρομή
κι όμως ο έλεγχος χάνεται
το έδαφος υποχωρεί
κι είσαι αλλού για κάποιο λόγο
που ίσως να μην τον ανακαλύψεις ποτέ
συνεχίζεις την αλυσίδα
γυρίζεις γύρω από το ίδιο σημείο
αναζητάς την έξοδο

χωρίς εσένα τίποτα δεν προχωρά
η ευλογία της ζωής διαχέεται στο σύμπαν

γκρίζες πέτρες και καφετιές
στου νερού το διάφανο σεντόνι
το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί
τον ύπνο σου να ταξιδέψει
εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου
εκεί που το κλειδί χάθηκε
κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια
το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες
του καλογυμνασμένου νου
δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου
να μου το φανερώσουν

να σε τυλίγει το φεγγαρόφωτο σφιχτά
σαν ν’ αγκαλιάζεις τη μοίρα σου

το χωριό χαμένο στις ελιές
ταπεινά αναπαύεται το μεσημέρι
ωστόσο βαθιά από το χώμα
έρχονται ίσκιοι μακρινοί
-χορός ιερατικός ενός σύγχρονου δράματος-
να αφηγηθούν την ιστορία τους

ο ήχος του νερού
από τη στάμνα
μετράει τις στιγμές
οι συλλαβές του αργαλειού σου
σχήματα ακατανόητα

οι λευκές ίριδες του κήπου
ανοίγουν ένα ήσυχο μονοπάτι
από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις
οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου

στην ευωδιά της αρμπαρόριζας εσύ
η χάρη σου στη γεύση του κυδωνιού
στου πηγαδιού τη σιωπή
η σιωπή σου

στην αφή του βοριά αντραλίζομαι
στον ήχο της ροδιάς μερώνω
προσμένω ένα νεύμα σου μυστικό
να διασώσω τα ανείπωτα

στο δακρυσμένο βλέμμα
μιας νεαρής γυναίκας
θωρώ το παράπονό σου
την αντανάκλαση της συγγνώμης μου
σου μιλώ και τα λόγια μου δεν έχουν ήχο

τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας σου
δίνουν χρώμα στην καταχνιά του θέρους
ύπνος γλυκός στη μυθική αγκαλιά της μητέρας
η έσχατη παραμυθία

ο μοβ κρύσταλλος
ανασαίνει τη γαλήνη

………………………………………………………………………………………………………

«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα
Μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα».

Δε μιλάς στο χαρτί
η στιγμή καταγράφεται
κι ευθύς διαλύεται
σε άδηλο χρόνο
τα βλέμματα των άλλων υπαγορεύουν
επιβάλλουν ενίοτε ερμηνείες αλλότριες

η λέξη μια δόνηση
ο στίχος μια μικρή ρωγμή
ο λόγος δείχνει

ο αντίλαλος των λέξεων
η δική τους αλήθεια
η δική σου
των άλλων οι αλήθειες
γλιστρούν ελίσσονται
διαλύονται και ξανασμίγουν

η άηχη φωνή του είναι
ταράζει τη σιωπή
μηνύματα του αγνώστου
ανέλπιστα οικεία
και την ίδια στιγμή μυστηριώδη

η ζωή στη διαύγεια
όπως όταν το φως του απογεύματος
πέφτει εαρινό στα φύλλα του πλατάνου
μια λάμψη απόκοσμη και τόσο αληθινή
σαν να βλέπεις από μέσα το σώμα σου
η ροή της ζωής
μια χαραμάδα στη συνείδηση
η γαλήνη

τα ανεπαίσθητα θαύματα που σε μαγεύουν

άνοιξε τα μάτια
δώσε χρόνο στο βλέμμα
να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει

πίσω από τις λέξεις
ένα άχρονο υποκείμενο αφανές
υπαγορεύει ρήσεις, εικόνες, αισθήσεις

το μυστήριο του κόσμου
στα σπήλαια της ενδόμυχης νύχτας
η παγωμένη αγάπη
σχηματίζει διάφανα κοράλλια
δαιδαλώδεις σταλακτίτες
πολύπλοκα έργα του χρόνου

άδακρυς λόγος

το θήραμα εντός σου διαφεντεύει
ασύλληπτες από το νου
οι μυστικές συνδέσεις των πραγμάτων

δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας
θροΐσματα δέντρων
πέταξε της τελειότητας
τα μαύρα ρούχα
τα μυστικά σου ο άνεμος
πενθοφόρος δε λησμονά
τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή

οι λέξεις
μεταμορφώνουν
στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας

δυσανάγνωστος κόσμος
η γλώσσα ομιλεί
συμπυκνώνει το αίνιγμα
τη μεταμόρφωση

στα χέρια σου κρατάς το όνειρο
εύθραυστο όπως πάντα
φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά

από αχαρτογράφητες περιοχές
από τα βάθη του χρόνου
έρχεται η ευχή της γυναίκας
μέσα στη ρευστότητα
να πάρει σάρκα και οστά
ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα

στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές

το ποίημα επινοεί

το ποίημα επινοείται

κι ανάμεσα εσύ

αληθεύεις

ΛΕΥΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ (2010)

Λευκές Συνομιλίες Ι
[2005]

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται
πάλι η βροχή
τώρα στην άλλη πόλη

επιλήσμων άγγελος
διπλώνει φθαρμένα ειλητάρια
η ύλη των ειδώλων
η ύλη της νόησης

ο ένας απέναντι στον άλλο
οι σελίδες μας αγγίζουν η μία την άλλη
στροβιλίζονται οι λέξεις
η εγκατάλειψη του εγώ στη ροή
των λέξεων
κοιτάζω εσένα
κοιτάζεις το μαύρο μελάνι να τρέχει
στο χαρτί
ροή του χρόνου
οι λέξεις αγωνίζονται να επιβιώσουν

(ο πυθμένας με τα μυστικά όστρακα
και τα δροσερά κοράλλια
στα λόγια τον γύρευες να τ’ αγγίξεις
να βυθιστείς να αναδυθείς
στην άκρη τον ορίζοντα
να πάρεις το δρόμο τον άγνωστο
δικό σον)

«αυτό το μελάνι
δεν κάνει για μένα
αργεί να στεγνώσει
αν η κόρη μου βάλει στο στόμα της
τις μαύρες λέξεις
θα κινδυνεύσει» είπες και

όλα άγγιγμα δύναμης ιερής
κι όλα ζωή είναι

να βλέπεις σημαίνει
να δημιουργείς το παρόν
να κρατήσεις
ό,τι επέπρωτο να χαθεί
ν’ ανασύρεις το σώμα

[φλεγόμενο στης μακρινής νύχτας
τα συναπαντήματα)

ένα κόμπος στο λαιμό
ο αέρας λιγοστεύει
επανέρχεται η μνήμη της θάλασσας
ψηλά από το κάστρο
τα λέπια του ήλιου στο σώμα σου
μια πόρτα κλείνει

διάτρητο φιλί

στο τρυφερό αγκάλιασμα
το χάος δείχνει την αύρα του

κάτι χάθηκε
-θάψον τους εαυτού νεκρούς-
γεννά την αναζήτηση
κάτι να βρεθεί

(χαρτοκόπτης
απελευθερώνει άγραφα ποιήματα
αίμα στα δάχτυλα
αντηχείο των αισθημάτων)

-Τι με κοιτάς;
-Για να μην ξεχάσω τη μορφή σου
διάλογος σε σκηνικό ονείρου

(το σώμα θυμάται
ό,τι δεν έζησε
κι όλα τώρα συμβαίνουν)

το φίδι γλιστρά πάνω στα ρούχα σου
δεν το φοράς
δεν το εγκαταλείπεις

το σώμα αντιστέκεται
στην τρυφερότητα
τα λόγια τα λόγια
το καταφύγιο των αδύναμων ψυχών
γεμίζουν τον αέρα

στις ραγισματιές των λέξεων
περιπλανώμενος άγγελος
διαβάζει τα ανείπωτα

το μαρτύριο του ατελούς
του ατελούς η ασφάλεια

τα πανάκριβα δώρα
της ένδειας
εγώ σιωπή

εσύ μιλάς αυτάρεσκα παντού
αλήθειες πικρές
εμβαπτισμένες
σε εγγλέζικο φλέγμα
παίρνουν άλλο επίχρισμα

(το σώμα απεικονίζει
ό,τι η ψυχή φυλλορροεί
το φως κι οι σκιές τον προσώπου
κοχύλια-θραύσματα
λόγου ρυτίδες)

υδατογραφίες σε μαύρο φόντο
στο βλέμμα μας γειτνίαση χρωμάτων
σχήματα της απώλειας
τετράγωνο προσοχή κι αναζήτηση
κύκλος επιστροφή στην ενότητα
ρόμβος του πόθου γυρίσματα
το ένα χρώμα πάνω στο άλλο
τονικές διαβαθμίσεις των ήχων
τα χρώματα η παλέτα της σκέψης σου
διάχυση του χρώματος
ρευστότητα των γραμμών

ο άγγελος κρατά δυο φλογερούς τροχούς
και γυρίζει

ένα ψυχρό ρεύμα εκπορεύεται
ακινητεί την εικόνα
να μιλήσεις μέσα από μένα
να με διαβάσω μέσα απ’ τα λόγια σου
ηχώ της φωνής μου

(το σώμα πάλλεται
στο μάρμαρο του ονείρου
διαγράφονται τα νεύρα οι μύες)

στους δρόμους της πόλης
κάποτε το χέρι σμιλεύει το τίποτα
το ανύπαρκτο και φτιάχνει ύλη
άσε στη γλώσσα ένα λεπτό πέρασμα
ν’ αναπνέει ο λόγος

αέρας και φως ο άγγελος
ορά το ανομολόγητο

ο στο άθροισμα του πριν και του μετά
άλλος έξωθεν
ο άλλος εντός σου
ο τρελός
ο ξένος
ο άντρας εντός σου
ο άλλος άλλη εσύ
το τίποτα που σε ορίζει κάτι
το τίποτα μέσα σου

όλα αεί τώρα

(το σώμα εξεγείρεται τα
ο άλλο σώμα
δέος αντίπαλον
εκβάλλει και σ’ οδηγεί
στη δική σον θύελλα)

ο άγγελος έβγαλε τα φτερά του
αμήχανος
δεν βρήκε κουράγιο να πετάξει
καταγράφει τις σκέψεις σου
ζωή σου ό,τι σου λείπει
κι ό,τι δεν έχεις ζωή σου κι αυτό

το υπέρτατο αβίωτο
η δημιουργία

κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις
αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει
κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα
μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές

λιποτάκτης
ο θεός και ο άνθρωπος τραχύς
των θαυμάτων δραπέτης

οι φίλοι σου οχυρώνονται σε
μικρόκοσμους εξουσίας
συμβατοί με το ρόλο τους
εν μέσω ασύμβατων συναισθημάτων

δεν υπάρχει πόλη-ιστός να κινηθείς

το πότε γράφεις
το πότε πράττεις
πότε συναντάς
αυτό που γυρεύεις
ανήκει στα μυστικά της ζωής

(λύπη λύπη κλειδωμένη
κάποια στιγμή-ποτέ
δεν θα καταδεχτείς να δραπετεύσεις)

………………………………………………………………………………………..

στη γη
στο εκάστοτε εδώ και το τώρα
ονοματίζει
τη ροή του ανέκκλητου
(μ’ ό,τι αυτό για σένα συνεπάγεται)

το μελάνι χύθηκε στο χαρτί
έπνιξε τις μαύρες λέξεις

(στη λευκή άμμο της συνείδησης
ο βοριάς σηκώνει
νομίσματα θραύσματα ροές ψηφίδες
του καιρού μηνύει
άλλη γραφή άλλη ανάγνωση)

στο δωμάτιο σπάει
αλάβαστρο το φως
ανέγνωρο φτερούγισμα

ο εκλιπών άγγελος της αστραπής
και του μοιραίου πόθου
υπενθυμίζει το αίτημα

να πάρει ο λόγος βήμα
πέρα από εγώ
πιο πέρα από εδώ
ενδότερα από τώρα
σαν τίποτα να μην είναι όπως ήταν
-δεν είναι
-είναι

{άρωμα ξύλου ταξιδεύει
στο σώμα σον
ο χρόνος πετά φύλλα
στιλπνά φεγγάρια μεταξένια)

η βία του νέου κόσμου
χρώματα εκτυφλωτικά
ήχοι εκκωφαντικοί πανομοιότυποι
αντι-τρόμος
αντι-κόσμος απατηλός

το άλεκτο και ερήμην ημών συντελείται
δονείται η λευκή άμμος της συνείδησης

ό,τι βλέπω και αποσιωπώ στοιχειώνει
ό,τι μιλώ και αγνοώ απομαγεύεται
γυρεύει εκ νέου τη σύνθεση

(το ποτάμι αργοσαλεύει
περιμένει τα νερά της βροχής
να το ανανεώσουν
μη βαλτώσει μη στερέψει
μη)

ο λόγος – ο κόσμος
can poetry matter?

Λευκές Συνομιλίες ΙΙ στη Β.Μ.
[2006]

Τώρα
μόλις δύσουν τα χρώματα της σκηνής
το προστατευτικό γυαλί θα γίνει θρύψαλα
Τώρα θα κοιτάξεις το πρόσωπο στα μάτια
μιαν εκδοχή του προσώπου σου

(το φύλλωμα των δέντρων
το δέρμα σον
γυναίκα-δέντρο
θροΐζεις )

φευγαλέα αδιόρατα σήματα
την έφεραν στον ήχο της φωνής σου
έστω μια φορά
την έσχατη

ο άγγελος φόρεσε το χρυσαφένιο δίχτυ
μέθυσε κι αιχμαλώτισε τις μοίρες
έστω μια νύχτα την έσχατη

ένα ζευγάρι μάτια
βλέπουν στον ήχο την εικόνα τους
τότε και τώρα
σαν να στοίχειωσε ο χρόνος
το δωμάτιο -δεν θυμάμαι το χρώμα του-
μίκρυνε πάλι έγινε ένα παλιό
βραχνό ραδιόφωνο

πήρε ρόδινο φως η αίθουσα
θαρρείς υπερκόσμιο
δεν το βλέπουν οι άλλοι
αισθάνονται μόνο την παρουσία του

(μια ελεγεία στο φεγγάρι
βροχή από χρυσές ψηφίδες
στο τετράγωνο παράθυρο)

τώρα θα μιλήσεις
δεν έχεις επιλογή
φεύγει
είδες την παράξενη λάμψη στα μάτια
άκουσες τη δύναμη του μετάλλου
να τραγουδά την επιστροφή
«πάμε κι εμείς στην»… όχι, εγώ μόνη μου πάω.

πού;

ένα βελούδινο σύννεφο
αντιστρέφεται τυλίγει τα άστρα
σκοτάδι ρίξε τη γέφυρα

μόνο ένα ρεύμα υπόγειο
στον αέρα σε πάει
σε τροχιά ελλειπτική
δεν έχεις βήματα μόνο παλμούς
δονήσεις κρουστών
ηχοχρώματα της νύχτας

(στο πράσινο της λίμνης
μειλίχιο φως γλιστράς
πάνω στα νούφαρα ο ύπνος της αγάπης)

τώρα προβολή μιας εκδοχής
ενός ματαιωμένου προσώπου
αποχαιρετισμός ενός εγώ
που δεν άνθισε ποτέ
-δεν τόλμησε ν’ ανθίσει ποτέ-

υπάρχουν κάπου μέσα μας
οι αληθινές βεβαιότητες
αυτές που φορούν τη μάσκα
των υποθέσεων του μη πραγματικού
τα αν… τότε…

ο τοίχος κινείται
μεγαλώνει
το είδωλο σβήνει τη σκιά του
η πόρτα ανοίγει

Ο άγγελος προπορεύεται με μιαν αγκαλιά
φθινοπωρινά χρυσάνθεμα

εσύ με τα χέρια αδειανά
έτοιμη να το βάλεις πάλι στα πόδια
ενώ μια μεταξένια ανάμνηση
αλλοτινού ονείρου
περνά ανέπαφη τα σύνορα του τώρα
διάφανα λόγια από το βλέμμα δραπετεύουν

Πλανήτες στίχοι
αδέσποτοι
του κύκλου αγγελίσματα
γυρεύουν να εγγραφούν
στο ακατέργαστο ποίημα

ενώπιον σου
ένα καταβεβλημένο σώμα
με τη χλομάδα του καπνού
στο φτιασιδωμένο πρόσωπο
δηλώνει τις συγκρούσεις π
ου συντελούνται εντός του

έλα… μίλησε., η ιστορία της
η ιστορία σου

ασπρόμαυρες φωτογραφίες
κι άλλες με χρώματα και φως
ήχοι μελωδίες
λόγια θαρρείς μαγικά
σε μεγάλα τετράδια
ξαποσταίνουν
απλώνονται δυναμώνουν γεμίζουν το σπίτι
εκεί μέσα ένα κορίτσι μεγαλώνει
στον ίσκιο μιας γυναίκας
ανασαίνει κι ελπίζει
να γίνει η ηχώ του μετάλλου

{όταν το σκοτάδι πυκνώνει
κι όλα τα τέρατα σκιάζουν τον ύπνο σου
μονοπάτια απάτητα της συνείδησης
αχνοψέγγονν δειλά
παλεύεις να επιστρέψεις
δεν ξέρεις όμως πού)

εκείνη αλλάζει, μεταμορφώνεται,
ανεβαίνει τη φωτεινή κλίμακα
μέχρι να αναλωθεί από το φως
και πάλι ηλιαχτίδα να κατέλθει
δημιουργία, έρωτας
χρώματα της νιότης πλεγμένα όνειρα

ο άγγελος καταγράφει την αέναη
κίνηση από το σκοτάδι στο φως
και πάλι πίσω
χρονομέτρης ανάλγητος

τα τετράδια μοναδικός συνομιλητής
αταξίδευτος
αυτοσχεδιασμοί
ηχώ μιας φωνής
κι ενός πυρέσσοντος ονείρου

(τη νύχτα
σημαδεύω τα φανάρια τον δρόμου
σημαδεύω το θάνατο και χάνω το σημάδι)

ήταν αλλά δεν ήταν
είναι ούτε τώρα είναι

βρες τους δαίμονές σου
παραδώσου σ’ αυτούς

ΗΧΟΙ – ΑΠΟΗΧΟΙ (2007)

Είσοδος

[1998-2000]

αντί προλόγου

Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες τον
κατάργησαν τον χρόνο.
Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται
τα μεσημέρια στους δρόμους
καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη
σαν να γυρεύει κάτι
ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.

Αριάδνη, εγώ σου το ‘λεγα
ο θεός σου πέθανε
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές
τώρα
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου
ο χορός του θρήνου
ο θρήνος του χορού
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

α

Εδώ σε θέλω πώς κάνεις τώρα την αρχή
πώς παίρνεις το ρίσκο να κινήσεις επιτέλους για το σπίτι
με την πίστη αυτή τη φορά πως θα το βρεις

ανυποχώρητη

η γυναίκα μένει πάντα εκεί.
φέρει τα βέλη του φεγγαριού στα κύτταρα
χαραγμένο των αιώνων το πέρασμα
η εστία, η έμπνευση, η ηδονή
η δίχως ενοχή δημιουργία.

Όσο γι’ αυτά που λένε για συνθήκες αντίξοες
για τη φθορά της καθημερινότητας
για την αμφίβολη ροή των πραγμάτων
στην περίπτωσή μας δεν είναι παρά παιχνίδια του μυαλού
για να βρεθείς απ’ άλλο δρόμο
«τεκμηριωμένο»
στο οικείο κι αμετάβλητο
για άλλη μια φορά.
Εδώ σε θέλω, αντέχεις;

α’

Η αρχή έχει γίνει σε μιαν ασύλληπτη στιγμή
τότε που τέτοιου είδους ερωτήματα
δεν τα υποψιαζόμασταν καν
ό,τι ακολουθεί είναι η σοφή της συνέχεια
αμφίσημη όλο παράξενα συναπαντήματα
-αυτό που καλείς τυχαίο-
σε μια προσπάθεια να πειστείς και συ ότι υπάρχει.

Όλα ωριμάζουν αργά
οι στίχοι, τα μεγάλα ταξίδια κι η αγάπη,
στους νευρώνες διαγράφουν
με ακρίβεια την τροχιά τους
κάποτε θα σε φέρουν πάλι στην αρχή.
Τότε η γυναίκα θα πάρει το τόξο και τα βέλη της
θα βγει να σημαδεύει φως
μελί σαν αυτό που φέρνει ο αέρας απόψε
απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.

ε

Κάποτε σ’ αιφνιδιάζει ο χρόνος
με τις ελεύθερες πτώσεις του
ανοίγει πέρασμα
το περίγραμμα του νεκρού θεού
απαγχονισμένο δέντρο
σμιλεύεται και σβήνει
με το ναι και το όχι του φωτός.

Είναι η στιγμή που βλέπεις
πόσα ψέματα μετρήσαν τη ζωή σου
και βγήκε λειψή. Χάθηκε η επαφή, ζητάς
ν’ ακυρωθείς για να υπάρξεις

όπερ άτοπον.
Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα της ψυχής
η μνήμη φως εξ ακανθών και ας

χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη
χιλιόμετρα πιο πέρα
σε μια άλλη πόλη
χιονίζει φωτιά
σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:

η ψυχή παροπλισμένη
δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.

ε’

Όταν λείπει το ζωτικό κέντρο
τι περιμένεις
η ύπαρξη
ξερνάει σκουριά λερώνει όποιον την αγγίξει.

Το κεράκι της Ανάστασης αρνήθηκε
στο σπίτι σον το φως
αντιστέκεται κι ο αέρας αγγελίζει
έαρ φιλέρημο

κάπου υπάρχεις
εσύ ο δημιουργός του ανέφικτου
πόσο δρόμο έχω ακόμη κι αν σε βρω

ύβρις η σιωπή ενώπιον της αγάπης
κι η σπατάλη της δωρεάς έλεος δεν βρίσκει.
Όλα στο σύμπαν καταγράφονται
πορεύονται, μεταλλάσσονται όμως υπάρχουν

αίφνης
θα τα βρεις πάλι μπροστά σου.

αντί επιλόγου

Κατά τ’ άλλα
ο χρόνος συνεχίζει κρυφά την αναρρίχησή του μέσα μας
τυλίγεται γύρω από τα σώματα μέχρι να τ’ αφανίσει
η ζωή επιμένει,
σαρκάζει ανελέητα
ό,τι ανομολόγητο στο βάθος μάς πονάει
και την ίδια στιγμή βάζει τα καλά της και προκαλεί:
όποιος αντέξει.

Αριάδνη,
οι καιροί αλλάζουν
ζητούν τα δικά τους παραμύθια.

Ήχοι – Απόηχοι
[2003-2004]

ΙΙ

Ο ενεστώς της αγωνίας
απουσία
η αβάστακτη παρουσία
πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια

η σειρήνα του ασθενοφόρου
το ράγισμα της γλώσσας
ο αγώνας της μνήμης
να συλλέξει
τα χαμένα βλέμματα
τα κεντρικά πλάνα

η μνήμη υπόθεση ατομική
πεθαίνει μαζί μας;

Ώρα την ώρα εκείνος ιδιωτεύει
απομακρύνεται

κόκκινα φύλλα λουσμένα φως
σταλάζουν στον ύπνο μου
κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό
με σηκώνει ψηλά
σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες

(θα ήθελες όλα αυτά να είχαν ειπωθεί
η ύστατη εκπνοή τόσο ανώδυνη να ‘ταν!)

Σβήνει μαλακά
ψυχή καταπονημένη από
ολόκληρου αιώνα
τη θύελλα
—ανακάλεσε με—
στην άλλη μέρα

γίνεται εικόνες
αφηγήσεις πολλαπλών αφηγητών

μόνωση
τίποτα δεν φτάνει σε μένα
μόνο
στο φιλόξενο βλέμμα του ζώου
η παραμυθία
της ετεροχρονισμένης ενηλικίωσης
η αλλαγή ρότας

Σ’ ακολουθώ
και μετά την αποχώρηση μου
παίρνω τις μορφές τον αγνώστου
με το μακρύ παλτό και το καπέλο
εμφανίζεται στον ύπνο σου
μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες
λόγος ιερατικός
για μυημένους
και σ’ αφήνει
πάλι στη σιωπή

το όλο και το τίποτα
το ακίνητο σημείο
εκεί μάταια επιμένεις να ισορροπείς

μέρες χθόνιες ανελέητες δείχνουν τα δόντια τους
βιάζεσαι το κεφάλαιο αυτό να κλείσει
(τι αφέλεια!)
ή τώρα ή ποτέ
το εξόδιον μέλος
από τη μέσα πλευρά την αθέατη
αρωγός ο χρόνος
συνθέτει

το φινάλε
αδιόρατο
άφευκτο όμως και δικό σου (εντέλει!)

Χ

Χάλκινος ουρανός
κι ένα αργυρό μισοφέγγαρο
γυαλίζουν τα νερά
τα σπίτια στο χρώμα του χαλκού
αντικατοπτρίζουν τα είδωλά σου
με τη σειρά

κοίταξα το πρόσωπο μου
στο παγωμένο χιόνι
κι είδα το πρόσωπο τον πατέρα
βλοσυρό αλλά απελπισμένο

μια τοιχογραφία με ευκρινή περιγράμματα
σχέδια και χρώματα
η στρωματογραφία των επιχρισμάτων

όλα δυνάμει
εγγεγραμμένα εντός μας είναι

τα έργα της ψυχής εγκαταλείπονται, σήπονται
γεννούν άλλα έργα
ο μόχθος επιστρέφει στη γη

το νόημα

το χαμένο σημείωμα
μέσα στην ακαταστασία της καθημερινότητας
και δίπλα σου να ‘ναι δεν το βλέπεις
η ανάμνησή του
κινούμενη άμμος

το δίχτυ να πιαστείς
κι από κει ολοένα δραπετεύεις

«Οι άλλοι πάντα γύρω μου ένα ποτάμι
εκεί βρίσκω τον δρόμο μου κι εκεί τον χάνω»
έλεγες

πλάνη το παρελθόν (πώς να γίνει αλλιώς;)
πλάνη γητειά το αύριο
μια δέσμη ανυπόστατων ελπίδων
ή μήπως όχι απλώς

η ανάγκη της συνεχείας
υπενθυμίζει πως η αναζήτηση
συνεχίζεται εντός της ασυνέχειας

η γλώσσα τολμά
ανοίγει την πόρτα
ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο

ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές
(προπάντων τις σκιές)

παιχνίδι στοίχημα
αδήριτη ανάγκη

η εναρμόνιση των τωρινών ήχων
και των απόηχων (εν μέρει)
δημιουργών τους

η σύνθεση του προσώπου
(αγωνιά να ανα-γνωρίσει τα συστατικά του)

να υπάρξει εντέλει

στην πλήρη λόγου σιωπή

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Elizabeth Bishop

Το Πνεύμα

«Περίμενε. Άφησέ με να σκεφτώ ένα λεπτό», είπες.
Και στο λεπτό πάνω είδαμε:
Την Εύα και τον Νεύτωνα μ’ ένα κομμάτι μήλο,
τον Μωυσή με τον Νόμο,
τον Σωκράτη με τα σγουρά μαλλιά να ξύνει το κεφάλι του,
κι άλλους πολλούς ακόμη από την Ελλάδα,
να σπεύδουν να φανερωθούν στο σήμερα,
μόλις δώσεις εντολή μ’ ένα σου νεύμα.

Τότε όμως εσύ επινόησες ένα ευφυές λογοπαίγνιο.
Ξεσπάσαμε σ’ ένα βροντερό γέλιο.
Εκνευρισμένοι οι βοηθοί σου εξαφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο.
ο χώρος της συζήτησης άδειασε και μέσα από το κενό, αργότερα
συλλάβαμε – πίσω, πίσω, πέρα, μακριά
τα λαμπερά γενέθλια ενός εύθραυστου αστεριού.

Carol Ann Duffy

Μέδουσα

Υποψία, αμφιβολία, ζήλια
φύτρωσαν στο μυαλό μου,
μεταμόρφωσαν τα μαλλιά μου σε σιχαμερά φίδια,
θαρρείς οι σκέψεις μου
σφύριζαν και ξερνούσαν στο δέρμα της κεφαλής μου.

Η ανάσα του γαμπρού όλο ξινίλα και βρομιά
στους γκρίζους θύλακες των πνευμόνων μου.
Είμαι γεμάτη στόματα, γεμάτη γλώσσες,
κίτρινα δόντια.
Έχω σφαίρες δάκρυα στα μάτια μου.
Τρομάζεις;

Να τρομάξεις.
Εσύ είσαι αυτός που αγάπησα,
τέλειε άνδρα, έλληνα θεέ, απόκτημά μου;
αλλά ξέρω ότι θα φύγεις, θα με προδώσεις, θα ξεκόψεις
από το σπίτι.
Άρα πολύ καλύτερα για μένα να ήσουν πέτρα.

Έριξα το βλέμμα μου σε μια μέλισσα που ζουζουνίζει,
μια μουντή γκρίζα κροκάλα έπεσε
στο έδαφος.
Έριξα το βλέμμα μου σε ένα πουλί που κελαηδά,
μια χούφτα σκονισμένο χαλίκι
σκορπίστηκε στο έδαφος.

Κοίταξα μια πυρόξανθη γάτα,
ένα τούβλο
θρυμμάτισε ένα πιάτο γάλα.
Κοίταξα ένα γουρούνι που γρύλιζε,
ένας ογκόλιθος κατρακύλησε
σε ένα λάκκο ακαθαρσίες.

Κοιτάχτηκα με προσοχή στον καθρέφτη.
Η αγάπη επιδεινώθηκε
με έδειξε μια Γοργόνα.
Κοίταξα με προσοχή ένα δράκοντα.
Ξέρασε φωτιά
το στόμα του βουνού.

Κι ήρθες εδώ
με μια ασπίδα για καρδιά
με μια λόγχη για γλώσσα
και τις κόρες σου, τα κορίτσια σου.
Δεν ήμουν όμορφη;
Δεν ήμουν νέα και εύθραυστη;

Τώρα κοίταξέ με.

Paul Auster

Παλμός

Ό,τι απομακρύνεται
θα έρθει πάλι κοντά μας
από την άλλη πλευρά της μέρας.

Φθινόπωρο: ένα φύλλο μοναχό
φαγωμένο από το φως: και το πράσινο
βλέμμα του πράσινου πάνω μας.
Όπου η γη δεν τελειώνει,
κι εμείς θα γίνουμε αυτό το φως,
την ώρα που το φως
πεθαίνει
στο σχήμα του φύλλου.

Ορθάνοιχτα μάτια
στη λαχτάρα της μέρας.
Όπου δεν έχουμε βρεθεί
θα βρεθούμε. Ένα δέντρο
θα ριζώσει μέσα μας
και θα ανεβεί στο φως
του στόματός μας.

Η μέρα θα βρίσκεται μπροστά μας.
Η μέρα θα μας ακολουθήσει
μέσα στη μέρα.

Susan Howe

Από την ενότητα » Ο ελεύθερος χρόνος της θεωρητικής τάξης»

Κλονίστηκε η εξουσία της αργυρής εποχής
εποχές έξαψης γρήγορα φτάνουν
και η παλιά βασιλική οικογένεια τόσο
οικεία σε μένα ώστε μοιάζει
διαβάζοντας να ζω την εποχή του σιδήρου
πάλι είμαι πολίτης ξένος άγνωστος
Δημοκρατία ούτε πρόκειται
να υπάρξει ούτε πρόκειται να μην
υπάρξει με καθοριστικό τρόπο ένα μέλλον όχι
Ούτε η χρυσή εποχή της ποίησης

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΚΡΗΣ

Περιοδικό ΑΝΤΙ

Σύνθετη ποιητική αντίστιξη

Βικτωρία Καπλάνη, Ήχοι-Απόηχο/, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σελ. 64

Η αντίστιξη ως μουσικός όρος περιλαμβάνει δύο ρυθμικούς σχεδιασμούς που εκτελούνται ταυτόχρονα και συμβάλλουν στην ανάδυση αρμονίας. Οι δύο ποιητικές καταθέσεις της Βικτωρίας Καπλάνη (Είσοδος, Ήχοι – Απόηχοι) που συγκροτούν το βιβλίο ανταποκρίνονται στο χαρακτηρισμό «σύνθεση για δύο φωνές» και κατορθώνουν να αναδείξουν τη γόνιμη συλλειτουργία του έμφυλου ποιητικού λόγου, της νεωτερίζουσας εκφραστικής δυναμικής, της υπαρξιακής αναζήτησης και θεματικής (έρωτας, μοναξιά, διαπροσωπική επικοινωνία, φθορά του χρόνου, θάνατος).
Η έως τώρα ποιητική παρουσία της Καπλάνη υπήρξε αισθητή και δημιουργική. Πέρα από τις δύο συνθέσεις της, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο αναμφισβητήτως πιο εξειδικευμένο και αναντιρρήτως υψηλόβαθμο ως δυναμική και ποιότητα ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, την Ποίηση, μας έχει δώσει και εμπνευσμένες ποιητικές μεταφράσεις, στοιχειοθετώντας μια σοβαρή και συγκινησιακά ελκυστική λογοτεχνική πορεία.
Η Αριάδνη δεσπόζει στην Είσοδο ως γυναικείο και ποιητικό σύμβολο. Ουσιαστικά, αξιοποιείται από την ποιήτρια η μυθική μέθοδος, κατά την οποία το μυθολογικό πρόσωπο είναι το όχημα για τη μετάδοση διαχρονικών μηνυμάτων και συναισθημάτων, οπότε το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον συγχωνεύονται με όρους καλλιτεχνικά δικαιωμένης διαχρονίας:
«Το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου / ο χορός του θρήνου / ο θρήνος του χο¬ρού I χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις / ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα»(σ. 9).
Οι δύο γραμματοσειρές (με όρθια και με πλαγιασμένα στοιχεία) εναλλάσσουν
τονικότητες και φωνές που προέρχονται από την ίδια ποιητική κοιτίδα. Διασφαλίζεται, έτσι, η οργανική ενότητα των στίχων, αλλά και εμπλουτίζεται η έκφραση τους με εκφορές διαφορετικής επιφάνειας, που όμως εκπορεύονται από κοινή πηγή βιωμάτων, προβληματισμού και συναισθηματικού βάθους.
Ο έμφυλος λόγος της Καπλάνη δεν είναι μονοσήμαντος ή διεκδικητικά φεμινιστικός. Ενσωματώνοντας τη γυναικεία ταυτότητα όχι σαν απλοϊκή ευαισθησία αλλά ως υπαρξιακό διακύβευμα, εκκινεί ως έμφυλος και, χωρίς να απεμπολεί την εγγενή του θηλυκότητα, λειτουργεί ως πανανθρώπινος:
«Τη ζωή που σου ταιριάζει να ζητάς / όσο κι αν σου στοιχίζει: / αυτή είναι η ευχή της γης / που ξέρει τι σημαίνει γέννα και τι επιστροφή […] Μέσα μας μια αόρατη γραμμή / (συχνά πέφτω πάνω της, τρομάζω) / θαρρείς κλείνει το δρόμο / από το θάνατο της σελήνης / στη γέννηση του ανθρώπου / το ίδιο κατακόκκινο αίνιγμα / όλο δικό σου / για πάντα» (σ. 12).
Στη σύνθεση Ήχοι-Απόηχοι η ποιητική θεματική δεν μεταστρέφεται, ωστόσο ανιχνεύεται μία ρυθμική μετεξέλιξη. Οι δύο ποιητικές εκφορές διαχωρίζονται με διαφορετική γραμματοσειρά εκτύπωσης, όμως συγχωνεύονται και διεισδύουν η μία στην άλλη. Δεν καλύπτει ολικά η καθεμία τη ρυθμική και συναισθηματική επιφάνεια των «δικών» της ποιημάτων, αλλά στο πλαίσιο του ίδιου ποιήματος συνυπάρχουν και στηρίζουν την αντίστιξη μιας δημιουργικής αλληλοδιαδοχής:
«Μια ολόκληρη ζωή κυνηγάς τον ίσκιο του / όλος σου ο βίος / στον χρόνο μιας αφήγησης ελλειπτικής / γεμάτος σκιές / να ταξιδεύει, να αλλάζει κινήσεις / δεν μπορούσα να σε διακρίνω / στη θύελλα / να σε σκοτώσω / σπορά / στων αγγέλων τα δάκρυα / κρυσταλλένια κόκκινα δάκρυα / Ο θάνατος δεν άλλαξε τίποτα» (σ. 38).
Τα ποιήματα της Καπλάνη εκπέμπουν γνησιότητα, απομακρυνόμενα από τη λεκτική εκζήτηση, από τη λογοτεχνική πόζα, αλλά και από τις δήθεν απαρασάλευτες απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα. Η εναλλαγή φωνών, εικόνων και λεπτών συναισθηματικών αποχρώσεων προικίζει τους στίχους με υψηλόβαθμη δραματικότητα. Παρότι, επίσης, ο συνθετικός άξονας σύνδεσης των ποιημάτων είναι διακριτικά φωτισμένος και επαρκώς ανιχνεύσιμος, εντοπίζονται σποραδικές διασπάσεις της ρεαλιστικής κανονικότητας, οι οποίες χαρίζουν στα ποιήματα
νεωτερική αύρα και συγκινησιακή δραστικότητα:
«Χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη / χιλιόμετρα πιο πέρα / σε μια άλλη πόλη / χιονίζει φωτιά» (σ. 18), «κόκκινα φύλλα λουσμένα φως / σταλάζουν στον ύπνο μου / κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό / με σηκώνει ψηλά / σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες» (σ. 31).
Η ποιητική συνείδηση της Καπλάνη είναι εμπλουτισμένη από αξιοπρόσεκτες ποιητικές «συνομιλίες». Οι φωνές όμως των επιφανών ομοτέχνων είναι γόνιμα και δημιουργικά διυλισμένες από το προσωπικό φίλτρο της ποιήτριας: «Οι μεγάλες αλήθειες που απαγγέλλει η σιωπή / τυλίγονται με το ίσως / να μην είναι κι έτσι» (σ. 13 – Ρίτσος), «Η μεγάλη αναμέτρηση έρχεται / όταν πάψεις να καλείς / τον φόβο αγάπη» (σ. 15-Αναγνωστάκης), «λευκό το αφήνω το χαρτί, τ’ άλλο πρωί λευκότερο» (σ. 16 – Σεφέρης), «άνευ όρων αταξία / καθώς απορρυθμίζεται ο ένδον χάρτης» (σ. 29 – Εμπειρίκος) κ.ά. Η Είσοδος και οι Ήχοι – Απόηχοι αποτελούν μία καλλιτεχνικώς δικαιωμένη οντότητα, που υπόσχεται λειτουργική συνέχιση της λογοτεχνικής πορείας της Καπλάνη. Τα συγκεκριμένα ποιήματα, με το θελκτικό άρωμά τους -έμφυλο αλλά και πανανθρώπινο, ρυθμικά σύνθετο, θεματικά διαχρονικό και τεχνοτροπικά νεωτερικό-, κατακτούν τον επιδιωκόμενο αλλά και δύσκολο ως προς την επίτευξή του στόχο: υπηρετούν μία τέχνη που εκφράζει με σύνθετο και
λεπταίσθητο τρόπο την υπαρξιακή περιπέτεια. Με το υψηλόβαθμο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα εναρμονίζονται η τυποτεχνική εμφάνιση του βιβλίου και το εξώφυλλο, το οποίο κοσμείται από έναν φωτεινό πίνακα του Χουάν Μιρό.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 22/02/2008

Μια φρέσκια εμφάνιση σε ώριμη ηλικία
Τρόποι για να ασκήσουμε την ποιητική τέχνη
Ηχοι – Απόηχοι

Οι ποιητές που έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά γράμματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έχουν σχηματίσει την ταυτότητα μιας γενιάς η οποία δυσκολεύτηκε αρκετά, και όχι μόνο στα πρώτα της βήματα, να βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της. Η εκφραστική αμηχανία, οι αναφομοίωτες επιδράσεις, το εύκολο στιλ της γραφής, αλλά και η συχνή έλλειψη ποιητικών ιδεών είναι μερικά μόνο από τα εμπόδια τα οποία υποχρεώθηκαν
να αντιμετωπίσουν επί σειρά ετών ουκ ολίγα μέλη της γενιάς του 1980. Βέβαια, τα χρόνια πέρασαν κι έλυσαν από μόνα τους πλήθος προβλήματα: οι αδύναμοι και οι αδιόρθωτοι πήγαν εκ των πραγμάτων στην άκρη, οι μέσοι όροι αύξησαν τη δύναμη της σταθερότητας και της αντοχής τους, ενώ οι προχωρημένοι έφτιαξαν με ευκρινή τρόπο τη φυσιογνωμία τους, διανύοντας σήμερα μιαν ασφαλή περίοδο ωριμότητας. Η Βίκυ Καπλάνη είναι γεννημένη το 1961 και ανήκει στη γενιά του 1980: έχουμε δει κατά καιρούς ορισμένες ποιητικές δημοσιεύσεις της (πρωτότυπες και μεταφραστικές), αλλά το «Ηχοι – Απόηχοι» αποτελεί το πρώτο της βιβλίο – την πρώτη συγκροτημένη παρουσία της σε μια φάση κατά την οποία πολλοί από τους συνομηλίκους της έχουν να επιδείξουν μια ποσοτικά (αλλά και ποιοτικά πλέον) αξιοσύστατη και αξιοπαρατήρητη παραγωγή.

Σαν έτοιμη από καιρό

Και λοιπόν; Η περίπτωση της Καπλάνη δείχνει πως τίποτε δεν πρέπει να αποκλείουμε οποτεδήποτε και πως τα πάντα μπορεί, κάλλιστα, να βρεθούν ανά πάσα ώρα σε μια καινούργια αφετηρία και να ξεκινήσουν από την αρχή. Η Καπλάνη μπαίνει στη σύγχρονη ποιητική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο, παρά την εγγενή αποσπασματικότητά του, βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Και αν προτάσσω το ζήτημα της ποιητικής, το κάνω επειδή η συλλογή της Καπλάνη, χωρισμένη σε δύο ευδιάκριτες ενότητες («Είσοδος» και «Ηχοι – Απόηχοι»), που βρίσκονται σε μόνιμη εσωτερική σύνδεση, αλλά και σε πάγια υπόγεια επικοινωνία, αποτελεί, μαζί με
πολλά άλλα, ένα βιβλίο για τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και βιώνεται ή ασκείται η τέχνη της ποίησης σ’ ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της.

Εκείνο που προσπαθώ να πω είναι πως ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στη δουλειά της Καπλάνη πηγάζει από την προσήλωσή της στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και σκηνοθεσίας του λόγου της. Ως προς τις καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική της, η Καπλάνη είναι τυπικό παιδί της γενιάς της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) τον μυθικό της χαρακτήρα, η ύπαρξη τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό της, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ’ ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και
δίχως τέρμα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για
επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων:
«Σ’ ακολουθώ / και μετά την αποχώρησή μου / παίρνω τις μορφές του αγνώστου / με το μακρύ παλτό και το καπέλο / εμφανίζεται στον ύπνο σου / μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες / λόγος ιερατικός / για μυημένους / και σ’ αφήνει / πάλι στη σιωπή». Τα πάντα σε ένα τέτοιο πεδίο δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσει στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την ανάγκη μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.

Τα καθημερινά υλικά του σύμπαντος

Ο ζόφος της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένος στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή) ύλη της καθημερινότητας, αποτελεί απαραγνώριστο σημάδι της ποιητικής γενιάς της Καπλάνη και δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και την ίδια αποφασιστικά. Ο δικός της, παρ’ όλα αυτά, δρόμος προκειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο είναι ο δρόμος μιας εκτεταμένης αποφόρτισής του, μιας αποφόρτισης η οποία πίσω από τις εσκεμμένα αποστασιοποιημένες περιγραφές ή τις σκόπιμα ουδέτερες λέξεις και φράσεις της κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία (για να τα διασώσει στο ακέραιο) τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματά τους. Η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών
λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση, περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με το βλέμμα της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη -δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη- ανασύνθεσή τους.

Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του βιβλίου της ένα υποβλητικό και μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τις αιχμές των παθολογικών εξογκωμάτων της καθημερινής ύπαρξης, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ’ ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους. Γυρίζω στο σημείο από το οποίο άρχισα. Τι κι αν δηλώνεται με κάποια
χρονική υστέρηση μια σημαντική ποιητική μονάδα; Τι κι αν οι συσχετισμοί με τις άλλες μονάδες του πεδίου οφείλουν να γίνουν όψιμα ή και ετεροχρονισμένα; Ποιήτριες σαν την Καπλάνη διατρέχουν τις χαμένες αποστάσεις με έναν διασκελισμό – και, βεβαίως, μας κάνουν να προσδοκούμε τα καλύτερα.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

Ποιητική τ. 1 Μαρτ-Αυγ. 2008

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ

Ήχοι – Απόηχοι,

Η ΑΤΟΦΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, καθώς και ο επιτυχής συνδυασμός της ζωής με την
ποίηση στεγάζονται κάτω από τον μάλλον συμβατικό τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη Ήχοι-Απόηχοι. Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο μέρη, την «Είσοδο» (1998-2000) και την ομώνυμη της συλλογής ενότητα (2003-2004), πού πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ποίηση (τεύχη 16 και 24, αντίστοιχα). Η εισαγωγική εικόνα, εκείνη του σταματημένου ρολογιού πού καταργεί το χρόνο, αποκαλύπτει ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης: την αναστάτωση της ψυχής μπροστά στο πέρασμα του χρόνου. Οι δύο ενότητες αναδιηγούνται με υψηλή τάση και πνοή τον τρόμο τού λυρικού «εγώ» απέναντι στον εχθρικό και καταδυναστευτικό εξωτερικό κόσμο. Το επίτευγμα ωστόσο της ποιήτριας είναι η νέα δράση και έκφραση αυτού του διχασμού που διαδραματίζεται στην ανθρώπινη ψυχή. Οι Ήχοι δημιουργούν Απόηχους, τούς όποιους η ποιητική φαντασία επιδέξια επιτυγχάνει να συντονίσει σε μία σύνθεση.
Η ιδανική και αιώνια μορφή που κυκλοφορεί στα ποιήματα, άλλοτε ως ποδηλάτισσα και άλλοτε ως Αριάδνη και Ευρυδίκη, δεν είναι παρά το λυρικό «εγώ» της ποιήτριας σε μερικές από τις ποικίλες μεταμορφώσεις του. Η ίδια -σε μία αποστροφή «εις εαυτόν»- αναζητεί επίμονα «το αίνιγμα της ζωής σου», το «κατακόκκινο αίνιγμα», τη «λύση το καινούριο αίνιγμα». Αυτά οδηγούν στο βάθος της ύπαρξης, στην πρώτη αρχή, στη «σκοτεινή αρχή της ζωής», στον «πρώτο πυρήνα του αίματος». Η κίνηση προς τα βάθη της ύπαρξης ακολουθεί άλλοτε την ευθεία, άλλοτε κύκλους και μαιάνδρους και παίρνει τη μορφή μιας ιερής αναζήτησης. Η ποιήτρια δεν μπορεί να αντιληφθεί τον ποιητικό λόγο, αν αυτός δεν καλύπτει κάποιο «μεγάλο μυστικό», μια «μεγάλη αναμέτρηση» και ίσως κάποιο «ζωτικό κέντρο». Χρησιμοποιεί κάποτε την ποιητική της ιερωνυμίας, μια προσπάθεια «αποδόσεων ονομάτων ιερότητας στην πολυμορφία και την εναντιοδρομία των συμβάντων που συνιστούν την ύπαρξη» (Β. Καραλής). Η ποίηση αποβαίνει με αυτό τον τρόπο «λόγος ιερατικός/για μυημένους». Εδώ υπονοείται κάποια κοσμική καταστροφή πού συνδέεται με τη δημιουργία, κάποια
πού συνδέεται με τη θεϊκή και την ανθρώπινη δημιουργικότητα. «Ύστατο καταφύγιο απομένει ή «ουτοπία».
Έτσι κι αλλιώς ο αιώνας μας παίρνει μαζί του
με τα ψήγματα του δικού μας χρόνου
(και ψηφίδες μνήμης απύθμενης)
να συνθέτουν μια πραγματικότητα
αυστηρώς προσωπική
έναν τόπο
με τα κοιτάσματα τού άχρονου
τη μοναδική μας εστία
εντέλει.
Η αναζήτηση του ιδανικού παρ’ όλα αυτά δεν αποκλείει την επικοινωνία με την πραγματικότητα και οι αιώνες ποίησης πού μεσολάβησαν από την εποχή του αρχαϊκού λυρισμού, κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην παρούσα συλλογή, καθώς και τα επιτεύγματα τους. Πρόκειται για έναν περίπλοκο κόσμο, μεστό από αινίγματα και μυστικά, τον όποιο ό ποιητής καλείται να αποκωδικοποιήσει – και Ισως να αλλάξει. Η επικοινωνία με τον άλλον -τον αναγνώστη- είναι συνεχής (με το δεύτερο ενικό πρόσωπο) και αποβλέπει στη μετάδοση της εμπειρίας:

Παρεμβαίνεις
και αν βρεις τη δύναμη
επιτυγχάνεις τη μεταμόρφωση.

Η χρονική στιγμή του παρόντος, ενός αιώνα σκληρού και αδυσώπητου, είναι σαφής ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής («αντί προλόγου»). Αυτή προσδίδει το στίγμα μιας αντιηρωικής και πεζής εποχής, προς την οποία καλείται να αναμετρηθεί η ποιητική φαντασία. Οι ενότητες α-ζ τού πρώτου μέρους αποτελούν την εκδοχή της πραγματικότητας, ενώ οι αντίστοιχες ά-ζ’ σε μια ευφυή αντιπαράθεση- την άποψη της φαντασίας. Πρόκειται για ηχώ αντήχηση, ήχους-απόηχους, που συνθέτουν τη διπλή όψη του κόσμου. Η ποιήτρια γνωρίζει ότι ή ιδανική μορφή δε είναι παρά προβολή του εσωτερικού της κόσμου και ότι πίσω της καραδοκεί ο τρόμος τού κενού, πού αναδεικνύεται σε κίνητρο ζωής. Το στοίχημα της επιστροφής στον χαμένο παράδεισο διατηρείται σταθερό παρά τις δύσκολες συνθήκες και τις κάθε λογής αντιξοότητες. Η πραγματικότητα, παρά τις λυρικές διαφυγές, παραμένει ισχυρή και οριοθετεί τις ποιητικές δυνάμεις. Η αλλαγή είναι ο αδυσώπητος κανόνας μιας εποχής πού «σαρκάζει ανελέητα» και προκαλεί τις ανθρώπινες δυνάμεις σε δοκιμασία. Οι νέοι καιροί συνθέτουν το δικό τους τραγούδι και ζητούν τα δικά τους
παραμύθια.
Βασικός στόχος ωστόσο της ποίησης είναι η αναζήτηση της «ουτοπίας» που εντοπίζεται σε μια άχρονη στιγμή και στην οποία εγκατοικεί η αιώνια γυναικεία μορφή: αυτή συνδυάζει την εστία, την έμπνευση, την ηδονή, τη «δίχως ενοχή δημιουργία». Η ίδια έχει στην κατοχή της τη γραφή της άμμου, την «ανερμήνευτη γραφή», τη βίβλο με τα μυστήρια. Η ποιήτρια ως κάτοχος του παλίμψηστου βιβλίου εκφράζεται με διττό τρόπο, με τους ήχους αλλά και τους απόηχους, με την ηχώ αλλά και την αντήχηση, με την πραγματικότητα αλλά και το είδωλο της. (Ο αναγνώστης καλείται να διαλέξει ποιόν κόσμο θεωρεί πραγματικό.) Πρωταρχικά στοιχεία είναι το σκοτάδι και η σιωπή, ενώ όλες οι κατευθύνσεις συγκλίνουν προς την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού/αινίγματος. Το μυστικό αυτό ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω στα πράγματα -«μολυβένια φτερούγα τρομερή / σαν άγγιγμα αγγέλου»- και προκαλεί τον τρόμο της λευκής σελίδας, τον τρόμο τού κενού. Ό εσωτερικός λυρισμός μετουσιώνει τις λέξεις σε ήχο και η λυρική γλώσσα αντιστοιχεί σε μιαν ισοδύναμη ουσία. Είναι η ίδια ουσία πού μετουσιώνεται σε ήχο. Εκφράζεται μι αυτό τον τρόπο «η ενδότερη αντήχηση, πού βγαίνει από την αναταραχή της ψυχής, των αγωνία της» (Γ. Θέμελης, «Μηνάς Δημάκης»).

Φοβάμαι θα φορέσω κι εγώ
τόν σκοτεινό χιτώνα
όπως η μητέρα τόσες φορές
όπως η μητέρα της μητέρας
με ρόδια, λινάρι και στάχυα
όλο και συχνότερα πια ιέρεια
τού κύκλου
η τελική σφραγίδα στο διαβατήριο
για το άλλο ταξίδι.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι επομένως μια μύηση πού οδηγεί στη μεγάλη αναμέτρηση με το ανέγγιχτο / την αλήθεια / το ανομολόγητο μυστικό της ποίησης. Οι κύκλοι ωστόσο της λυρικής πορείας προσεγγίζουν εξίσου τη «ζωή έξω από το κέλυφος τού μύθου» – με εικόνες, αναμνήσεις, ψήγματα της προσωπικής και συλλογικής μυθολογίας, με παραβολές. «Οπως έχει τονίσει άλλωστε κι ό Γ. Σεφέρης, τού οποίου ή φωνή ακούγεται στο βάθος, «κι ά σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές/ είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή /γιατί είναι αμίλητη και προχωράει». Πρόκειται για μιαν εικονιστική ποιητική αφήγηση πού αναπαριστά τη διπλή υπόσταση του κόσμου με κέντρο βάρους την ανθρώπινη ψυχή:

Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα
της ψυχής
η μνήμη φώς εξ ακανθών και ας
χιονίζει λεύκες σ’ ολόκληρη την πόλη
χιλιόμετρα πιο πέρα
σε μια άλλη πόλη
χιονίζει φωτιά
σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:
η ψυχή παροπλισμένη
δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.

Ο αναγνώστης πλησιάζει με αυτό τον τρόπο στην ουσία του ζητήματος, στον εσωτερικό μονόλογο πού καλύπτει το δεύτερο μέρος του βιβλίου και προσεγγίζει τη λεγόμενη «υπαρξιακή» ποίηση. Ο προσδιορισμός άφορα ποιητές -και ποιήτριες- πού δημοσιεύουν ήδη στη δεκαετία τού 1930 και επιμένουν στην εσωτερική αναζήτηση και περιπλάνηση, οι όποιες θεωρείται ότι διευρύνουν τα όρια της ποιητικής εμπειρίας. Μόνο ή ποίηση άλλωστε, που αρνείται και καταστρέφει τα όρια των πραγμάτων, έχει το χάρισμα να μας παραπέμπει στην απουσία ορίων της. Ή Βικτωρία Καπλάνη είναι δυνατό να συνδεθεί με αυτό το ρεύμα, στο όποιο έχει να συνεισφέρει την προσωπική της φωνή με τρόπο ανανεωτικό. Η ιδία έχει μεταφράσει αγγλική ποίηση -ειδικότερα την Κάρολ Ανν Ντάφυ στό 20ό τεύχος της Ποίησης- πού διακρίνεται για τη φεμινιστική και ανανεωτική οπτική της γωνία και την οποία προτιμά να αφομοιώσει δημιουργικά. Η γυναικεία μορφή παρουσιάζεται μέσα από ένα καλειδοσκόπιο σύμφωνα με τα ρομαντικά πρότυπα άλλα και ως αντικειμενικό σύστοιχο τού Φάουστ. Καινούργια θέματα είναι ό καθρέφτης, «το κάτοπτρο» -«μεταβλητοί καθρέφτες», «κάτοπτρα παραμορφωτικά»- πού συμμετέχουν στη διπλή αντανάκλαση. Η ποίηση είναι η σκιά που αντανακλάται σε κάτοπτρο («ή σκιά τής Αριάδνης καθρεφτίζεται»). Η πυκνότητα του λόγου και η υπαινικτικότατα συνοδεύονται από υποβλητικές εικόνες και σύμβολα που δημιουργούν την αίσθηση του μουσικού ρυθμού. Αυτός οδηγεί στα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης και στο χαμένο κέντρο.

ένα τυχαίο σύμπλεγμα ιδιοτήτων
είμαστε
χρόνια παλεύουμε
ν’ αλλάξουμε τούς συνδυασμούς
να βάλουμε τη ζωή μας σε τάξη
ή -αν το δεις ανάποδα-

άνευ όρων αταξία
καθώς απορρυθμίζεται ό ένδον χάρτης
χωρίς συντεταγμένες αναζητάς

Ή, όπως το έχει θέσει ό Μηνάς Δημάκης:

Νοσταλγεί το σώμα την ουσία
της ύπαρξης
Ελευθερία από την περιδίνηση
τού φωτός
Να κλείσουν οι φωτεινές τού ήλιου πληγές
Να αποχωρισθείς την ενέργεια
της κίνησης
Της βαρύτητας
Της παρουσίας

Ή, σύμφωνα με τον Πώλ «Ωστερ:

Κανείς εδώ,
και το σώμα λέει: ό,τι λέγεται
δεν είναι για να ειπωθεί. Ωστόσο ό
κανένας
είναι κι αυτός ένα σώμα, κι ό,τι λέει το
σώμα
δεν το ακούει άλλος, μόνο εσύ.

(«Λευκές νύχτες», μτφρ. Β. Καπλάνη)

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η έκφραση είναι περισσότερο πυκνή και συνοπτική, καθώς ακολουθεί την πνοή της ψυχής στο δρόμο της αγωνίας της. Στοιχεία της μοντέρνας ποίησης όπως ο αυτοσχολιασμός και ο ασθματικός, κατακερματισμένος λόγος δημιουργούν ένταση και αναπαριστούν κλιμακωτά τα στάδια της εσωτερικής ζωής της ποιήτριας: «τις χαμένες προσδοκίες, τις λαθεμένες ερμηνείες, τις ψευδαισθήσεις, της ουτοπίας την απώλεια των ονείρων τα όνειρα». Από το σύνολο δεν λείπει και το στοιχείο της ειρωνείας, καθώς και τού σαρκασμού πού άφορα καταστάσεις εξιδανικευμένες και πρόσωπα ωραιοποιημένα, όταν μάλιστα τα φώτισε παραμορφωτικά το μαγικό φως τού έρωτα. Ένας κοινός θνητός μεταμορφώνεται σε εξόριστο «πρίγκιπα» και μόνο η αναδρομική ματιά έρχεται εκ των υστέρων να αποκαλύψει την πλαστοπροσωπία. Είναι ίσως αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής της ποιητικής της ιερωνυμίας η απογύμνωση των προσώπων από την αίγλη τους, όταν αυτά αποδεικνύονται κατώτερα από το υψηλό τους όνομα και το κύρος που τα συνοδεύει. Στη μνήμη απομένει ο χώρος «με τα ψηλά ζωγραφιστά ταβάνια» καθώς και τα αισθήματα δυσφορίας και αποξένωσης πού ενισχύουν το αίσθημα της απώλειας. «Διπλή πηγή, μόνιμη παράβαση, χρόνιος δυϊσμός, μόνιμος διχασμός: όλες αυτές οι αμφιλεγόμενες έννοιες τις μοντέρνας ειρωνείας […] αντιστοιχούν σε μια στιγμή κρίσης της μοντέρνας αντικειμενικότητας, η όποια (αύτο)αναγορεύεται σε μοναδικό εγγυητή της αλήθειας και σε ακλόνητο θεμέλιο κάθε βεβαιότητας» (Δ. Πολυχρονάκης). «Όταν η αντικειμενικότητα κλονιστεί, το λυρικό «εγώ» αναλαμβάνει να δώσει νέα ονόματα στα πράγματα και να διευθετήσει την τάξη πού έχει διασαλευθει.
Η διάσπαση ωστόσο και ο κατακερματισμός του προσώπου του ποιητικού αφηγητή δημιουργούν πολυπρισματικές εικόνες και αφηγήσεις. Ξεχωριστός σταθμός αυτής της αναδρομής είναι υη εποχή της νεότητας, πού συνδέεται με ειδικές οπτικές και ακουστικές εικόνες οι όποιες κρύβουν την καταγωγή τους στο παρελθόν. Η μνήμη θεωρείται ατομική υπόθεση που εξασφαλίζει την επιστροφή στην Εδέμ αλλά και την προσωπική συγκρότηση («<δεν έχεις μνήμη / δεν έχεις κέντρο»). Η μνήμη εξάλλου συντηρεί και διασώζει τη μοναδικότητα της στιγμής με την ικανότητα της να αναπαραγάγει τις χαμένες εικόνες και την προσήλωση της σε ένα «ιδεατό (ανύπαρκτο) σημείο». Με αυτό τον τρόπο «ό κόσμος καθηλώνεται σαι μια πλαστή αυθυπαρξία / [και] το εγώ σε προστατευτική ανυπαρξία». Πρόκειται για μια καθήλωση πού δημιουργεί τον απαραίτητο χρόνο της ποίησης, καθώς και τον προστατευτικό της χώρο όπως τον εννοεί ό ποιητής.
Το ερώτημα εντούτοις παραμένει και είναι καθοριστικό: Πώς αντιμετωπίζει η ποιήτρια την επέλαση των νέων καιρών ; Είναι δυνατόν οι παλιές της μνήμες και συγκινήσεις να κινήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Στην πραγματικότητα, η μεταμόρφωση του κόσμου είναι άρρηκτα δεμένη μι των ερμηνεία του. Η τελευταία βασίζεται στην αναλογία, η όποια διατηρεί μιαν ανεκτίμητη επαφή αισθήσεων με το αντικείμενο και είναι ικανή να έχει στη διάθεσή της τον άνθρωπο, στις σχέσεις του με τον αισθητό κόσμο. Ζητήματα πού πηγάζουν από τον σκοτεινό κόσμο της ψυχής βρίσκουν τρόπο να επανέλθουν στη μοντέρνα ποίηση, φτάνει να βρουν την κατάλληλη έκφραση με τη βοήθεια της αναλογίας. Ως εκ τούτου, ο αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί να ανταποκριθεί στη μυθοπλαστική φαντασία του δημιουργού, στον επιδέξιο συνδυασμό του έκτακτου καί του καθημερινού, καθώς και στον παλμό της προσωπικής του ευγλωττίας.

η γλώσσα τολμά
ανοίγει την πόρτα
ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο
ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές
(προπάντων τις σκιές)

παιχνίδι στοίχημα
αδήριτη ανάγκη

η εναρμόνιση των τωρινών ήχων
και των απόηχων (εν μέρει)
δημιουργών τους

η σύνθεση τού προσώπου
(αγωνιά να αναγνωρίσει τα συστατικά του)
να υπάρξει εντέλει
στην πλήρη λόγου σιωπή

Τελικό αίτημα, η επιστροφή στην αρχή της εξέλιξης, στην έλλογη σιωπή. Το παλίμψηστο της μνήμης φθείρεται, οι έγγραφές σβήνουν και η διαδικασία της γραφής χρειάζεται να αρχίσει από την αρχή. Το ζητούμενο είναι νά εναρμονιστεί το παρόν και το παρελθόν, η παρουσία και η απουσία, η αποδοχή και η άρνηση, το όμοιο και το αντίθετο, ο λόγος και ο αντίλογος όπως στην παρούσα συλλογή. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει μονάχα ένας δρόμος πού μας οδηγεί προς τα εμπρός, προς ένα ολοκληρωμένο δράμα, διαμέσου της εμπειρίας. Η ποίηση είναι ανάγκη να ανακαλυφθεί από τον αναγνώστη για μια ακόμη φορά.

ΒΑΓΓΈΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Εντευκτήριο 

Όταν το βίωμα αγκαλιάζει την ars poetica

. Λευκές συνομιλίες

Με την πρώτη συλλογή της, Ήχοι- απόηχοι, που κυκλοφόρησε το 2007, η Βίκυ Καπλάνη μπήκε στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο —παρά την εγγενή αποσπασματικότητα του— βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Σχολιάζοντας προ τριετίας το βιβλίο της, είχα σπεύσει να προτάξω το ζήτημα της ποιητικής επειδή έφερνε υποβλητικά στην επιφάνεια τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και ασκείται η τέχνη της ποίησης, σ’ ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της, που μειώνει μοιραία και το αναφορικό της βάρος.
Θέλω να μείνω λίγο στο πρώτο έργο της Καπλάνη και στη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου. Ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στους Ήχους-αποήχους, πηγάζει, για να ξεκινήσουμε από το σημαίνον, από την προσήλωση της ποιήτριας στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και
σκηνοθεσίας των υλικών της. Ως προς τι καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική των Ήχων-αποήχων, για να πάμε και στ σημαινόμενο, η Καπλάνη μοιάζει με τυπικό παιδί της γενιάς της (της γενιά του 1980), με μια σειρά από καθιερωμένα λίγο-πολύ μοτίβα να συγκροτούν τη θεματική της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) το μυθικό της χαρακτήρα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, το πρόσωπο τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό του, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ’ ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και δίχως τέρμα ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων. Τα πάντα σε ένα τέτοιο περιβάλλον δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσε στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την επιθυμία μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.
Ο τρόπος με τον οποίο η Καπλάνη υπερβαίνει στους Ήχους-αποήχου< αυτά τα σχεδόν ιδεοτυπικά μοτίβα, προ κειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένο στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή ύλη της καθημερινότητας, είναι η εκτεταμένη αποφόρτιση του λόγου του ζόφου, μια αποφόρτιση η οποία, πίσω απ( τις εσκεμμένα ουδέτερες περιγραφές και λέξεις η φράσεις της, κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματα τους.
Για να τελειώνω με τους Ήχους- αποήχους, η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης εδώ την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με τη ματιά της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη —δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη— ανασύνθεση τους. Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του πρώτου βιβλίου της ένα μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ’ ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους.
Οι Λευκές συνομιλίες υποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως μιαν εκ νέου αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να ανατάξει τη ζωή, να αποτινάξει το κενό του, να ανακαλύψει ένα χρονικό καταφύγιο, να μυθοποιήσει τη μνήμη του ή να οδεύσει προς τον άλλο. Τώρα, όμως, αυτά τα κατηγοριοποιημένα, όπως το έλεγα και πρωτύτερα, μοτίβα, που λειτουργούν ως ένα είδος ρετσιτατίβο στους Ήχους-αποήχους (μια συνοδευτική επένδυση για την κοινοποίηση των κανόνων της ars poetica), συγκαλύπτοντας το πάθος και τον πόνο μέσα από την τυποποίησή τους, αποκτούν
αίφνης σάρκα και οστά, για να μετατραπούν από προσχηματικό σύμπτωμα σ’ ένα παγερά κοφτερό ζωικό λεπίδι. «Παγερά κοφτερό» γιατί η ποιητική έκφραση της Καπλάνη δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφύγει στην ανάγκη της εξομολόγησης ή στους τόνους της συναισθηματικής έξαρσης, ενώ μπορεί ανεμπόδιστα να αναμετρηθεί με τη βαθμιαία αποκάλυψη (ένα βασανιστικά αργό ανασήκωμα του πέπλου) του βιώματος, που έρχεται στις Λευκές συνομιλίες να δώσει στα τεχνικά μέσα και στην οντότητα της ποιητικής ένα βαθύτερο, σαφώς υπαρξιακό νόημα.
Επιτρέποντας στο ποιητικό της εγώ μια προτεταμένη λυρική λειτουργία, που μετασχηματίζει τον διαμεσολαβημένο από πολλαπλές αφαιρέσεις ατομικό χώρο των Ήχων-αποήχων σε ορατό βιωματικό σκηνικό, η Καπλάνη δεν θα πάψει να λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, με τη διαφορά ότι τώρα τα λειασμένα εξογκώματα θα αποκτήσουν μια πολύ πιο απτή (να τη χαρακτηρίσω παλλόμενη;) παρουσία. Και σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραλείψουμε εκείνα τα κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις, αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει, κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα, μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές, όπως και τα «write, write or die» (ουδέν σχόλιον, απόψε ο ρομαντισμός γιορτάζει), τα οποία αναπαράγουν κάτι από το κλίμα των Ήχων- αποήχων, και να πάμε σε ό,τι όντως συνέχει και ταυτοχρόνως συγκλονίζει τις Λευκές συνομιλίες, όπως το επικίνδυνα βραδυφλεγές (πάντα η αντίσταση στην πλημμυρίδα του αισθήματος) παίρνει στροφή ο χρόνος, δεν βλέπεις το δόκανο, στημένο καλά να πιαστείς, εντός του βρίσκεσαι και δεν το γνωρίζεις, σπαρταράς λάφυρο εκλεκτό, το λαμπρά ερειπωμένο μετέωρη η ζωή μου, χαρταετός και το σχοινί να σώνεται, κι άλλοτε με τα πόδια γυμνά, χαράζω κύκλους σ’ αναρριχώμενα άστρα ή το κρυφά απεγνωσμένο (πόση απόκρυψη ακόμη) το βλέμμα σου με προσπέρασε, έγινα πέτρα, ράγισα στα δυο, κι υστέρα τίποτα, έδιωξα την εικόνα σου, με αφορά πια.
Είναι, νομίζω, καταφανές πως οι Λευκές συνομιλίες οδηγούν την Καπλάνη στην πλήρη συνταύτιση σημαίνοντος και σημαινομένου. Βρισκόμαστε πια σε μια περιοχή όπου το βίωμα διαχέεται εντός του πεδίου της τεχνικής και η ποιητική διαχέεται εντός του πεδίου του βιώματος, με τους δισσούς λόγους των ‘Ήχων -αποήχων να μετακινούνται από τη διπλή κατονομασία και τις αντικριστές σκοπιές (υπενθυμίζω, μια διαμελισμένη ανασύνθεση; στην αλληλοεπικοινωνία και την αλληλοσυμπλήρωση, που θα συντονίσουν εν τέλει τα πλάγια και τα όρθια τυπογραφικά στοιχεία της συλλογής στ< ίδιο, ενοποιημένο μήκος κύματος.
Με το πρώτο βιβλίο της η Καπλάνη μάς έδωσε τις πλέον ανθηρές υποσχέσεις. Με το δεύτερο, ας μην αμφιβάλουμε, βαδίζει στον δρόμο μιας εξαιρετικά γόνιμης ωριμότητας.

ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

«Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα»

H τρίτη ποιητική συγκομιδή της Βικτωρίας Καπλάνη είναι ένα «διπλό βιβλίο», συνδυάζει δύο χειρονομίες σε μια κίνηση: τη φιλική υποστήριξη και τη θυγατρική οφειλή που συστεγάζονται στον ίδιο χώρο, ενοποιώντας τη συγκίνηση, φέρνοντας κοντά τους ακριβούς νεκρούς με τους ζωντανούς σε κοινό σύμπαν. Στίχοι έμφορτοι από μνήμες και αισθήματα, πρόσωπα, εικόνες και όνειρα που κρατούν την υγρασία της πρωτοβάθμιας, βιωματικής αίσθησης αλλά και συνάμα τη μετασχηματίζουν έντεχνα σε ποιητικά κρυσταλλώματα, λεπτοδουλεμένα κοσμήματα λόγου.

Η πρώτη ενότητα, λοιπόν, του παρόντος διπτύχου περιλαμβάνει τα «Φωτο-παίγνια», ποιήματα καμωμένα ως αναγνωστικά σχόλια σε μια σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη με αυτόν τον τίτλο. Φιλικός υποστηρικτικός λόγος, όπως προανέφερα: συναδελφικός ή συντροφικός, θα διευκρίνιζα περαιτέρω, συνομιλία ομοτέχνων, μια και η ποιητική αύρα είναι ήδη δεδομένη, έκδηλη στις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Πρόκειται για φωτο-ποιήματα που καδράρουν μια παλλόμενη ευαισθησία, καταγράφουν το φως, τις σκιές, τα χρώματα, τις καλειδοσκοπικές συνενώσεις και διαθλάσεις τους, διαμορφώνοντας συνεχείς εκπλήξεις εικόνων και σχημάτων. Τα παιχνίδια του φωτός και οι ιριδισμοί του νερού μέσα σε ένα παλιό γυάλινο μπουκάλι μεταδίδουν με μέσα απλά τα «κινήματα της ψυχής» και λειτουργούν σαν εικονικό αυτοβιογράφημα, σαν προσωπικό ημερολόγιο με διαυγείς εγγραφές.

Σε αυτή τη ροή των εικόνων έρχεται να παρεμβληθεί το αναγνωστικό φίλτρο της Βικτωρίας Καπλάνη. Επανεστιάζει σε λεπτομέρειες, μεταφράζει τη μουσική των χρωμάτων και ενωτίζεται τη σιωπή των πραγμάτων, επιστρέφει, πολιορκεί, αναδιατάσσει τον εικονικό αυτό κόσμο και διαμορφώνει μια νέα επικράτεια. Η ποιητική αρχιτεκτονική της μετρά με δικούς της κώδικες τις ακολουθίες και τις παύσεις, τις συμμετρίες και τη διάχυση, τους στροβιλισμούς και την καθήλωση. Ο εσωτερικός ρυθμός της χωρίζει σε δεκατρία τρίφωνα ποιήματα, γεωμετρημένα και πολλαπλώς επεξεργασμένα, τον λόγο της. Έκαστο μέρος του τρίπτυχου ακολουθεί μια ενδότερη λογική: το μεσαίο (β) ποίημα, πυρηνικό, πάντα πλαγιογράμματο, προβάλλει την ισχυρή φωνή, σε πρώτο πρόσωπο, εσωκλείει τη βούληση, την επιθυμία, την ενδοσκόπηση, το αυτοσχόλιο, την έκκεντρη κίνηση και την επαναφορά στο πλαίσιο – ένας κυματισμός του εγώ. Τα δύο ακριανά ποιήματα (α και γ) κρατούν κάπως ασύμμετρες αποστάσεις. Το μεν ένα (α) είναι κατά κανόνα ευθεία αποστροφή σε ένα εσύ, στον ποιητή-τεχνίτη ενός κόσμου που αιχμαλωτίζει το βλέμμα, στον δημιουργό που έχει χαράξει τις διαδρομές του, τους περίκλειστους τόπους του, αλλά μένει ευάλωτος και εκτεθειμένος• το δε έτερο (γ) σε τριτοπρόσωπο λόγο, ουδέτερο, σχεδόν αποδραματοποιημένο και διαπιστωτικό, ισοκρατεί πάγκοινες και ζωτικές αλήθειες• είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ήρεμη δύναμη του αποφθεγματικού λόγου έναντι των δύο άλλων εντονότερων εκφορών.

Με αυτή την ευρηματική τρίφωνη σχεδία η ποιήτρια αναπλέει τον ποταμό των συν-εικόνων και εκθέτει την περιπέτεια του εσωτερικού της ταξιδιού, κρατώντας το δικό της «ημερολόγιο καταστρώματος». Καταγράφω τους τίτλους-σταθμούς αυτών των δεκατριών τριμερών συνθεμάτων: Εν αρχή / Εναντιοδρομίες / Συν-εικόνες / Κατάδυση / Σιωπή / Blow up / Ταξίδι / Ανθοφορία / Αντικατοπτρισμοί / Επίκληση / Δίνη / Σκιές / Adieu.

Yπογραμμίζω το γεγονός ότι με αυτή την ποιητική επίνοια διευρύνει την αναγνωστική δυνατότητα της κατασκευής της, εφόσον μπορεί κανείς να ξεκλειδώσει αυτό το υπαινικτικό σταυρόλεξο … οριζοντίως και καθέτως: μπορεί δηλαδή ο αναγνώστης να στοιχίσει σε κάθετη ανάγνωση, σαν ένα ενιαίο ποίημα, τα μεσαία πλαγιογράμματα ποιήματα (τα β΄) ή, χωριστά πάλι, όλα τα εναρκτήρια ή τα καταληκτικά ποιήματα του τριπτύχου (τα α΄ είτε τα γ΄) – θα ακολουθήσει έτσι την κλιμάκωση μιας φωνής, με τις κορυφώσεις, τις υφέσεις, τις επιταχύνσεις, τις ανισοδιάρκειές της. Από την άλλη, μπορεί να κρατήσει, σε οριζόντια, σελιδαριθμική διάταξη, την τρίφωνη συμπλοκή, διατηρώντας την έκπληξη της αλλαγής του τόνου από το α΄ στο β΄ κι έπειτα στο γ΄ ποίημα και επανευρίσκοντας μέσα από την τρίτονη ασυνέχεια την ακολουθία των επόμενων τριαδικών συμπλεγμάτων. Δείγματος χάριν θα ακολουθήσω τη μία ή την άλλη λογική, διαβάζοντας πρώτα κάποιες από τις μεσαίες μονωδίες :

β΄

Από τα χλωμά νερά της λήθης
μια στιγμή αέρινη
έτοιμη να διαλυθεί στο φως
δάκρυ εγώ φωνήεν
στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας
άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων
μεταμορφώνομαι
κόσμημα και νιο φεγγάρι
πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου
ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει
αντιφεγγίσματα
αδικαίωτων στιγμών

*
Ανατέλλω
πνοές του αόρατου
ακατανόητα μηνύματα
ορίζουν την τροχιά μου

αποκρίνομαι
η σκιά μου βαθαίνει
χρυσαφένιο σύννεφο ελιγμός στον ορίζοντα

παλινδρομώ
η τροχιά μου κεντά
μελωδίες της αγρύπνιας

βυθίζομαι στα σκοτεινά ουράνια ύδατα
αμοιβάδες φωτός χάνουν το χρώμα τους
μέσα μου γαλάζιο ποτάμι
επικράνθη
ουρανοδρομώ και αναπαύομαι
όνειρο αθανασίας
*
Κινούμαι αργά
σε σπειροειδή τροχιά
εγώ ο διπλός καθρέφτης
η μία διπλή είσοδος

ψίθυροι του αιθέρα
μεταγράφονται στο σώμα μου
ο χώρος διάστικτος
απλές αρμονίες και καθαρούς χρωματισμούς
κατέρχομαι στο φαινομενικά αδρανές τοπίο

σκοτεινά ηχοχρώματα
επιστρέφουν πάνω μου
χρησμοδοτώ τη νοσταλγία
αντιστρέφω τα φαρμακερά βέλη
το εσωτερικό φως να ξημερώσει

[…]

Παράθυρο βυθισμένο στα νερά
φυτά ονείρων μεγεθύνονται στο σκοτάδι
ναυάγιο φωτός η παρουσία μου
στον καθρέφτη του ουρανού
ζωγράφισε το εσωτερικό σου φεγγάρι

όλα ακίνητα εδώ
μόνο φευγαλέοι ήχοι άρπας
ντο έλασσον
μετέωρο μήνυμα διάλυσης
εστιάζεις αδέξια το φακό
να επιβεβαιώσεις την κίνηση

αποσύρομαι μην αναλωθώ
και καταργήσω την ύπαρξη
ως μνήμη και ως δυνατότητα

φευγαλέα γραφή
«υπάρχω»
μια συμβολική μορφή ύπαρξης
στο χρυσαφί των αθώων ονείρων σου

να με θυμάσαι

Και, σε οριζόντια ανάγνωση, ένα ατόφιο τρίφωνο, το όγδοο, που τιτλοφορείται «Ανθοφορία»:

α

Κι όμως στο χέρι σου
εικονίζεται εν μικρώ η αρμονία
ακολούθησε τις γραμμές τα όρη τα σύμβολα
τις αναλογίες με τα μουσικά διαστήματα
ακινησία
τα δάχτυλα αιμορραγούν
παραμορφώνονται

λευκό της μνήμης χρώμα
ανακαλεί σχήματα μελωδικά
αντάντε αμορόζο

όνειρο
η ανθοφορία

β

Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί
σημαδεύουν κάθε έξοδο
από το γυάλινο κέλυφος

επιστρέφω
σ’ ένα φίλανθο κέντρο
απομονωμένο και αδιάφορο στην επαφή

οι αιχμηρές νότες
βουβές χωρίς ήχο
αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα

η έκρηξη πάντα την τελευταία στιγμή
αναβάλλεται

γ

Η έκθεση στο πραγματικό ανάδυση του εσωτερικού τοπίου με έναν ιδιαίτερο κάθε φορά φωτισμό η γνώμη των άλλων συσκοτίζει την εικόνα το κέντρο ανθεκτικό παρά τους κλυδωνισμούς δεν συντρίβεται ο εαυτός και ο κόσμος συνέχονται η έκφραση αβίαστα ωριμάζει φως εν τη σκοτία ανθίζει

Πιστεύω πως τα διάπλοκα τούτα ποιήματα διεμβολίζουν τις εικόνες και ξεκλειδώνουν έναν κόσμο πολύχρωμο, ψηφιδωτό, καλοχτισμένο, με τις κρυφές στοές και τις καταπακτές του, καταχωνιασμένα μυστικά και θαρρετές αλήθειες, τις διάφωτες αίθουσες και τα δροσερά εξώστεγα, έναν εσωτερικό οίκο έτοιμο να δεχθεί και να φιλοξενήσει τον αναγνώστη. Η ένοικος ξεναγεί με λόγο παραστατικό, οπτικό, σχεδόν απτό και συνάμα μουσικό, με μελωδικά περιγράμματα. Οι εικόνες εντάσσονται σε προοπτική διάσταση, γίνονται κινητικές, εφορμούν σε βάθη και επανέρχονται στην επιφάνεια κουβαλώντας αινιγματικά όστρακα από λησμονημένους τόπους και δυσκατάληπτες γλώσσες.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου ονοματίζεται «Σημείο φυγής» με τη διακριτική αφιέρωση: Στη μητέρα μου. Πρόκειται για ένα ελεγειακό σύνθετο ποίημα με πύλες εισόδου και εξόδου και, ενδιαμέσως, επτά ποιητικά μέρη καταγεγραμμένα με λατινικούς αριθμούς (Ι – VII). Είναι μια δύσκολη συνομιλία μεταξύ προσώπων οριστικά πλέον αποχωρισμένων, του επιζώντος από τη μια μεριά και μιας βωβής σκιάς από την άλλη. Μονολογικός διάλογος («διαιρούμαι για να μιλήσω»), δηλαδή δίχως αντίλογο, με το το ποιητικό υποκείμενο να παίζει εναλλάξ ρόλους σε μια προσπάθεια να εξημερωθεί η αγριότητα της απώλειας, να εξορκιστεί το άγος της μοναξιάς, να συμφιλιωθεί η ζωή με το πένθος.

Το εισόδιο ποίημα, με καρφωμένο στα πλευρά του ένα ημιστίχιο από τη «Νέκυια» της Οδύσσειας (… εμέ δε χλωρόν δέος ήρει), καταλήγει αποφασιστικά:

η ενηλικίωση των στίχων μου
προκαλεί την αναμέτρηση
με το σήμερα

Τούτο μπορεί να διαβαστεί διττά, σε σχέση με τον τίτλο: το «σημείο φυγής» παραπέμπει και στην αποχώρηση της μητέρας και στην αναχώρηση μιας ποίησης από τη ζώνη της παρατεταμένης εφηβείας – σημείο εκκίνησης, λοιπόν, ή έστω επανεκκίνησης προς την ενηλικίωση. Στο κατώφλι των επτά ποιημάτων, ένα παραδοσιακό δίστιχο, αντίλαλος από τη μακρινή, θαλασσινή πατρίδα, σταλάζει την παραμυθία του στην πόλη της καταχνιάς και της ομίχλης:

«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει
γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει»

Με τον ίδιο οικείο τόνο, χαιρετισμός πέρα από τη θάλασσα, ξεπροβοδίζεται το μεγάλο ελεγειακό σύνθεμα προχωρώντας προς το τέλος του:

«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα
μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα»

Τα λαϊκά δίστιχα πλαισιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, με την αμεσότητα και τη σοφία τους τον πένθιμο λόγο που επιχειρεί να υπερβεί την αμηχανία και το κόμπιασμα, τις αδέσποτες λέξεις και τις άτακτες σκέψεις. Φοδράρουν με την πατίνα τους τoν τρόμο και τον πόνο, επανοικειώνουν την ξεριζωμένη μητέρα με τον γενέθλιο τόπο της.
Το μελανό ριπίδι ανοίγει σε επτά πτυχές, παραλλαγές ενός επίμονου ανακαλέσματος, που στέκεται σε παρωχημένες στιγμές, ανείπωτα μηνύματα, μορφές αγαπημένες, ανήμπορα συλλαβίσματα και παράπονα της ψυχής, «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα».

… Έχεις καιρό να σχολιάσεις τα συμβαίνοντα εδώ
ίσως όμως η σιωπή σου να είναι το σχόλιο
της αδέξιας ζωής μου

[…]

κοιτάζω τα σύννεφα
κι ας μην ξέρω να τα διαβάζω
τα μεταβαλλόμενα σήματα – τους οιωνούς

δεν κάλεσες τα φαντάσματά σου
ποτέ να αναμετρηθούν στο φως της μέρας
τώρα – κατόπιν εορτής – μεταμφιεσμένα
ουρλιάζουν στο βυθό

[…]

άκου την πνοή της πέτρας
σαν τη χαϊδεύει το κύμα
της μοναξιάς τα καρφιά πώς κρατούν
στερεωμένα τα σπίτια

[…]

δρόμοι στα κύματα
γραμμές της μοίρας
στην ώρα τους όλα
μισόγιομο φεγγάρι
τιμόνι θυέλλης

[…]

γκρίζες πέτρες και καφετιές
στου νερού το διάφανο σεντόνι
το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί
τον ύπνο σου να ταξιδέψει
εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου
εκεί που το κλειδί χάθηκε
κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια
το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες
του καλογυμνασμένου νου
δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου
να μου το φανερώσουν

[…]

οι λέξεις μου έχασαν τα σύμφωνα
τα φωνήεντα-κραυγές σε καλούν

τόση αφήγηση και δεν κατάλαβα ποτέ
η επανάληψη σκότωσε το μήνυμα
το διαμέλισε
οι ερμηνείες το παραμόρφωσαν

[…]

στην άλλη όχθη απομαγεύεσαι
εδώ παιδί εγώ με το στανιό
να μη σε χάσω

[…]

ο δικός σου τόπος έρημος ερειπίων
ο δικός σου χρόνος μαρμαρωμένος
ο δικός σου φόβος
ο δικός σου πόνος
ίχνη στη γλώσσα
από τη γύρη του νοήματος
με αναζητώ και δε με βρίσκω

[…]

ηττημένη η μούσα πέρασε
να καταθέσει ένα αστέρι στο παράθυρό σου
το πήρες και το έθαψες στο πηγάδι του κήπου
νερό φλεγόμενο έκαψε τα λόγια του

σκοτεινό μαγνητικό κέντρο
η μοναξιά σου
γύρω της αδέξια γυρίζω

[…]

ο ήλιος βυθίστηκε στη θάλασσα
η μητέρα κι ο πατέρας έδυσαν μέσα μου
για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο
την καινούρια μέρα

τη μετά θάνατον
δική μου μέρα
στην άλλη ακτή
της καθημερινής αναμέτρησης

Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι στην εκπνοή των επτά ποιητικών μερών επανευρίσκουμε την ίδια λέξη με την οποία έκλεινε το εισόδιο ποίημα: την αναμέτρηση με το διεσταλμένο έξαφνα παρόν που προσπαθεί να χωρέσει τόσο παρελθόν και να ειρηνεύσει το μέλλον. Το επτάπτυχο ριπίδι κλείνει απαλά• το τελικό, εξόδιο ποίημα μεταφέρει στην κρύπτη του την ανάσα μιας οικείας γαλήνης:

… δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας
θροΐσματα δέντρων
πέταξε της τελειότητας
τα μαύρα ρούχα
τα μυστικά σου ο άνεμος
πενθοφόρος δε λησμονά
τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή
οι λέξεις
μεταμορφώνουν
στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας
[…]

στα χέρια σου κρατάς το όνειρο
εύθραυστο όπως πάντα
φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά

από αχαρτογράφητες περιοχές
από τα βάθη του χρόνου
έρχεται η ευχή της γυναίκας
μέσα στη ρευστότητα
να πάρει σάρκα και οστά
ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα

στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές
το ποίημα επινοεί

το ποίημα επινοείται
κι ανάμεσα εσύ

αληθεύεις

Πιστεύω να έδειξα πως σε αυτό το διαξονικό βιβλίο η Βικτωρία Καπλάνη ενοφθάλμισε την τεχνική της ωριμότητα. Γερά αρματωμένη, κατέχει πια την ποιητική εκείνη «ευγένεια» που δόξασε ο Καρυωτάκης:

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σαν λουλούδι
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πε τονε τραγούδι.

Άλλωστε δεν ξεχνώ πόσο με ξάφνιασε η παιγνιώδης σοβαρότητα, η αδραματοποίητη σαφήνεια με την οποία μπήκε στην ποιητική αρένα, σαν έτοιμη από καιρό. Στους Ήχους-Απόηχους, το πρώτο της βιβλίο (2007), «αντί προλόγου» καρφίτσωνε το πρόγραμμα της αυτογνωσίας της:

Aριάδνη, εγώ σου το ᾽λεγα
ο θεός σου πέθανε
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές
τώρα
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου
ο χορός του θρήνου
ο θρήνος του χορού
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

Δεν μπορώ, κλείνοντας, παρά να κάνω στη Βικτωρία Καπλάνη την αναμενόμενη ευχή: να συνεχίσει αυτό το ξετύλιγμα του κουβαριού με την ίδια ζέση και τη σκηνοθετική ευαισθησία που έχει δείξει ώς τώρα στα ποιητικά της πλάνα.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Παρουσίαση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη στις 27 Νοεμβρίου 2013

Δημοσίευση στο Εντευκτήριο τ. 102-103 Δεκ. 2013

Σκηνοθετώντας την ψευδαίσθηση

Βικτωρία Καπλάνη. Σημείο φυγής.

Μετά τους Ήχους-απόηχους και τις Λευκές συνομιλίες, με το τελευταίο της
βιβλίο, Σημείο φυγής, η Βικτωρία Καπλάνη έρχεται να επιβεβαιώσει μια
εξαρχής κατακτημένη ωριμότητα.
Όμως, τι να σημαίνει ωριμότητα στην ποίηση; Ίσως την αποδοχή της
ψευδαίσθησης, την άνευ όρων παραδοχή της πλάνης ότι η γλώσσα δεν είναι
απλώς το εργαλείο που οργανώνει και περιγράφει παρόντα συναισθήματα αλλά ο τρόπος με τον οποίο βγαίνουμε έξω από αυτά. Ίσως την παραδοχή του αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στα σημεία της γλώσσας και σε ό,τι αυτά αναπαράγουν στη φυγή τους. Γιατί τότε, όπως γράφει, περίπου, ο Φερνάντο Πεσσόα στο Βιβλίο της ανησυχίας, ο ποιητής δεν κινδυνεύει από τη διάψευση.
Η Καπλάνη φαίνεται να αναγνωρίζει την πραγματικότητα της ψευδαίσθησης. Και όχι μόνο να την αναγνωρίζει αλλά και να υποκύπτει στη γοητεία της, και να συνδιαλέγεται μαζί της. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι τα «όρια» είναι ένα ζήτημα νέων δυνατοτήτων και όχι οι γραμμές ανάμεσα στις
οποίες κινούμαστε. Γι’ αυτό και δομεί το βιβλίο της, όχι σαν μια ενδοστρεφή
και τετελεσμένη κατάσταση, για την οποία πρέπει να μιλήσει, αλλά σαν μια
περαιτέρω επιθυμία της γλώσσας. Χωρίζοντάς το σε δύο ενότητες, «Φωτοπαίγνια» και «Σημείο φυγής», στην ουσία δεν το διαχωρίζει νοηματικά αλλά διχοτομεί το ίδιο νόημα.
«Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του
Λάζαρου Ιωαννίδη» είναι η πληροφορία που προτάσσεται της ενότητας
«Φωτο-παίγνια». Ωστόσο, γυρίζοντας μία μία τις σελίδες, μπορεί αμέσως να
παρατηρήσει κανείς ότι αυτές οι φωτογραφίες απουσιάζουν. Παρών είναι μονάχα ο λόγος, ο οποίος καλείται να αναπληρώσει αυτή την απουσία και, ανατρέποντας το στερεότυπο «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις», να αποδείξει άτι οι λέξεις μπορούν να απεικονίσουν τα «φωτο-παίγνια»• μπορούν, μέσα από μια διαδικασία αναδιατύπωσης συμβολικών συστημάτων, να γίνουν οι εικόνες που λείπουν.
Φαντάζομαι ότι οι τίτλοι των ποιημάτων αυτής της πρώτης ενότητας είναι οι ίδιοι που επιγράφουν τη θεματική ακολουθία των φωτογραφιών: μια,
κάθε άλλο παρά ακύμαντη, υπαρξιακή διαδρομή, την οποία εξαρχής φροντίζει
να νοηματοδοτήσει η Καπλάνη ως την «αναπαράσταση ενός αθέατου ταξιδιού» και να τη χαράξει ως την πορεία «από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα».
Τι πάει να πει όμως «αναπαριστώ το αθέατο»; Σε αυτό το, κατά κυριολεξία, αθέατο ταξίδι της ανθρώπινης συνείδησης, τι είναι αυτό που πρέπει να αναπαραστήσουν οι λέξεις; Και ποιος είναι ο τρόπος; «Σκηνοθετείς» είναι η ενέργεια που επιστρατεύει η ποιήτρια. Χωρίς ωστόσο να γίνεται σαφές το υποκείμενο, ούτε αν το αντικείμενο είναι ο λόγος ή η εικόνα.
«Σκηνοθετείς», λοιπόν. Επειδή στίχοι όπως «ό,τι φέρω εντός μου / αντανακλά στο χώρο» έχουν ανάγκη από σκηνοθεσία. Θα θεωρείτο άραγε αυθαίρετο αν έλεγα ότι οι λέξεις, πέρα απ’ το νόημα, είναι ταυτόχρονα και ο χώρος που φιλοξενεί το νόημά τους; Και πως αυτό το νόημα, εσκεμμένα αποσταθεροποιημένο από την καθολική έλλειψη στίξης, πρέπει να σκηνοθετηθεί μέσα στον ίδιο του τον χώρο;
Ας δούμε τώρα από πιο κοντά τα «Φωτο-παίγνια». Ας ακολουθήσουμε αυτήν την πορεία από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα, και ας ροσπαθήσουμε να τροφοδοτήσουμε με είδωλα το βλέμμα. «Φως εν αρχή και δάκρυ» ο εναρκτήριος στίχος. Και ύστερα ο χρόνος που διαλύεται στο φως, και το δάκρυ παιχνίδι των χρωμάτων. Στιγμές αέρινες. Ό,τι δεν προλαβαίνει το «κλικ» της μηχανής το προλαβαίνει ο λόγος. Ό,τι δεν καταγράφεται στο φιλμ είναι ο λόγος που το εμφανίζει. Και ο έρωτας παρών, να έρπει ανάμεσα στους στίχους. Να έρπει η επιθυμία. Η απουσία, ωστόσο: ρούχο που ντύνει το ανεκπλήρωτο, για να μη φαίνεται ότι ο άλλος λείπει.
Είπα πιο πριν πως ό,τι λείπει είναι οι φωτογραφίες. Άραγε, θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι φωτογραφίες είναι ο άλλος; Ότι ο άλλος είναι αυτός που απουσιάζει και οι λέξεις είναι εκείνες που τον ανακαλούν; Όχι σαν παρουσία πια αλλά σαν μνήμη, σαν δυνατότητα της ύπαρξης να υπάρχει στη γραφή. Δεν
φανταζόμαστε τις φωτογραφίες, ή τον άλλο μέσα από τις φωτογραφίες, που
λείπουν. Δεν μπορούμε να τους φανταστούμε. Μπορούμε όμως να τους εγγράψουμε σαν μια αναπαράσταση, όπου το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί
την ύπαρξή τους είναι το επαληθεύσιμο της γλώσσας.
Και στη δεύτερη ενότητα, «Σημείο φυγής», η γλώσσα πάλι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν απεικονίζει αλλά περιέχει την απουσία. Γιατί εδώ δεν είναι φωτογραφίες εκείνο που λείπει. Εδώ η απουσία είναι απτή, είναι η ψηλάφηση
του κενού πάνω στους τοίχους, στα έπιπλα, στα λευκά περιθώρια των σελίδων. Εδώ δεν είναι η στιγμή που ανακαλείται μα ο χρόνος ολόκληρος, δεν
είναι το είδωλο του ανθρώπου μα ολόκληρος ο άνθρωπος. Γιατί εδώ η απουσία αναγνωρίζεται ως απώλεια, συντελείται ως μια «αναχώρηση που έχει πλέον ολοκληρωθεί», αφήνοντας πίσω της τον «σπαραγμό τού απλησίαστου».
Πώς να ειπωθεί ο θάνατος, αν όχι έσχατη φυγή; «Δεν βρίσκω λέξεις να
μιλήσω για σένα» γράφει η Καπλάνη, και λίγο μετά: «πώς να σ’ ελευθερώσω
από μένα;/ πώς να ελευθερωθώ από σένα;». Σπαράγματα που γυρεύουν ιη
μορφή τους μέσα στο ποίημα. Φάσεις αρχινισμένες που μένουνε μετέωρες
ανάμεσα στα ερωτηματικά τους. Ζώνες σιωπής, για να υπάρξει χώρος για την
αίσθηση, αλλά και ένας ενεργός στοχασμός για την ενηλικίωση μέσα απ’ την
αναμέτρηση με τη μοίρα. Τα ρήματα ορίζουν τον χρόνο, ενώ ταυτόχρονα
ορίζονται απ’ αυτόν, το παρελθόν δεν κατοικείται σαν ανάμνηση αλλά σαν
σώμα που αναδημιουργείται απ’ την εκφώνησή του: «Έχεις καιρό να έρθεις
/ με τα μπαλωμένα ρούχα/ να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς/ τα ζεστά μεσημέρια του Ιουλίου».
Συνοψίζοντας: η Βικτωρία Καπλάνη μάς δίνει ένα καλό βιβλίο με ποιήματα.
Ποιήματα σμιλεμένα στο υλικό του δόγματος ότι η απώλεια δημιουργεί τον
κόσμο και η ψευδαίσθηση τον κάνει αποδεκτό. Αφήνοντας ωστόσο να αιωρείται το ερώτημα: είναι η ποιήτρια που μιλά για την ψευδαίσθηση ή είναι
οι λέξεις που μιλούν για την ψευδαίσθηση τους;

ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ

Σημείο φυγής» της Βικτωρίας Καπλάνη (βιβλιοκριτική) στο cityportal.gr

Η ποιητική συλλογή «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» της Βικτωρίας Καπλάνη, με τις επί μέρους ενότητες «ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ»2008-2009 και «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» 2010-2012 , εκδόσεις Γαβριηλίδης (επιμέλεια έκδοσης της ίδιας της ποιήτριας), περιλαμβάνει δεκατρία ποιήματα με επιμερισμό α, β, γ στην πρώτη ενότητα, οκτώ ποιήματα, άτιτλα, στη δεύτερη ενότητα και τέλος ένα άτιτλο ποίημα -επίλογο που τελειώνει με το στίχο «…το ποίημα επινοεί
Το ποίημα επινοείται
κι ανάμεσα
εσύ αληθεύεις».

Είχαμε τη χαρά να διαβάσουμε αυτή τη φρέσκια ποιητική συλλογή μόλις κυκλοφόρησε (φεβρουάριος 2013) και ευχόμαστε τα ποιήματα να συναντηθούν με τους αναγνώστες στη θάλασσα της Ποίησης.Κάθε καινούργιο βιβλίο είναι σα μια ευχή ( καλοτάξιδης!) συνομιλίας του συγγραφέα με τον αναγνώστη.
Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη με φιλοσοφικό λυρισμό και συναισθηματική δύναμη στο φόντο μιας μουσικής, περιγράφει (στην πρώτη ενότητα) το πριν και το μετά της Γέννησης, τις «ζείδωρες εκρήξεις», «το πέπλο των ονείρων», τη «ροή της ζωής». Ποιήματα σύντομα που απευθύνονται άλλοτε σ΄ένα εσύ, που δεν κατονομάζεται, άλλοτε αφορούν το εγώ ή αποστασιοποιούνται για να αφουγκραστούν μιαν ευταξία μεταβαλλόμενη. Η νύχτα, το μυστήριο της ύπαρξης, το νερό, το φως, η μνήμη, ο χρόνος, η γυναίκα, η δημιουργία, απασχολούν ναρκισσιστικά ως ερωτήματα τη συνείδηση με μια εκφορά εκκλησιαστικής γραφής, συμβολικής και μεγαλοπρεπούς στο ποιητικό γίγνεσθαι του κόσμου.
Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει άτιτλα ποιήματα με αφιέρωση «Στη μητέρα μου». Εδώ το ύφος και η δομή αλλάζει, είναι εμφανής μια συγκίνηση προσωπική, μια εσωστρεφής μελαγχολία, ένας εξομολογητικός τόνος για ό,τι υπήρξε «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα», «ζωή…ανάσα…ζω…ή αν…ά…α», ο πόνος της απώλειας του αγαπημένου προσώπου, διατρέχει όλα τα ποιήματα στις εικόνες τους και στα σύμβολα. Νερό, λουλούδια, κεντήματα, το φως των λέξεων, η δύναμη της ανάμνησης, γίνονται πηγές δύναμης που εξοστρακίζουν τελικά τη θλίψη και τη μετουσιώνουν σε δημιουργία «στην άλλη ακτή της καθημερινής αναμέτρησης». Το ραγισμένο χαμόγελο,η βιωματική σχέση των λέξεων ως γλώσσα (έκφρασης του αέναου κύκλου) στη Γέννηση του ποιήματος, δίνουν στον επίλογο με ευαισθησία και δύναμη το αληθινό πρόσωπο της τέχνης της ποίησης.Το ποίημα ως απάντηση στην «ευχή της γυναίκας».
Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη έχει επίσης εκδώσει στις εκδόσεις Γαβριηλίδης τις ποιητικές συλλογές «Ήχοι- απόηχοι» 2007 και «Λευκές συνομιλίες» 2010. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το καινούργιο βιβλίο της!

ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΥΖΑΣ

1.6.2013

Σημείο Φυγής»

Μια βιβλιοκριτική

Ποιητικό και το νέο βιβλίο της Καπλάνη, ενσωματώνει τις συλλογές «Φωτο-παίγνια» (2008-09), ποιήματα γραμμένα για την ομότιτλη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη, και «Σημείο Φυγής» (2010-11), ποιήματα αφιερωμένα «στη μητέρα» της.

Η μουσική είναι πανταχού παρούσα στα ποιήματα αυτά. Άλλοτε με «τρείς πρώτες νότες / πρελούδιο σε λα μινόρε» και άλλοτε με «μία νότα», που σαν σταγόνα, «δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός». Άλλοτε «στις χορδές της άρπας», «κεντά/ μελωδίες αγρύπνιας» και άλλοτε μέσα σε «σκοτεινά ηχοχρώματα», υπαρξιακά, επιστρέφει. Όμως μουσική είναι και η σιωπή, μια «ασίγαστη παύση / εκρηκτική», προερχόμενη από την «επιθανάτια κραυγή» ή «τις απόκοσμες μελωδίες» από ένα «έγχορδο ημερών αρχαίων». Πώς να εκφράσεις όμως τη μουσική, αν δεν γίνεις εσύ ο ίδιος «φθόγγος», που «πενθεί τη δρόσο που μαραίνεται» ; Αν δεν γίνεις «στρόβιλος ήχων», μια «μελωδία που αλλάζει» την «απολιθωμένη μουσική» του εσωτερικού σου εγώ; Τελικά η αρμονία των μουσικών διαστημάτων μπορεί και να βρίσκεται στο χέρι, στην απαλάμη σου, όπου ανακαλώνται «σχήματα μελωδικά / αντάντε αμορόζο» ! Ωστόσο όμως –προσοχή !- η δημιουργία είναι μια επίπονη, αβέβαιη και αιματηρή διαδικασία που ενδέχεται απλώς να σου αφήσει, όπως «οι αιχμηρές νότες / βουβές χωρίς ήχο», ένα «αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα» … Σε κάθε περίπτωση, πάντως, «πλανόδιοι ήχοι … / δίνουν του αγέρα αφή / ν΄ αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας».

Μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο (των ιδεών), η ποιήτρια βρίσκει ότι «μόνο η εμπιστοσύνη στη σιωπή του νου δίνει κάθε φορά το καινούριο βήμα … ανάκληση του δυνατού και κατ’ ουσίαν αδύνατου να συντελεστεί αυτό που όντως συμβαίνει» ! Τα ποιήματα της Καπλάνη δεν θέτουν μόνο ερωτήματα, αλλά επιχειρούν και απαντήσεις : Το περιεχόμενο ζητάει να καθρεφτιστεί στη μορφή έστω και «σιωπηρά», σαν «αφηγήσεις μετέωρες» που ζητούν «να πιστέψουν πως υπήρξαν». Μέσα από τη γλώσσα η ύπαρξη σκιαγραφεί τα όριά της : «ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα / μέσα στη γλώσσα». Μέσα στο παιχνίδι της ποίησης η ύπαρξη δεν είναι παρά αυτό που όντως είναι : «Αστήρ πλάνης πλανώμενος / πεπλανημένος / περιίπταται» ! Όλα μετασχηματίζονται σε ποιήματα, από τις «συλλαβές του αργαλειού» ως τις «λευκές ίριδες του κήπου … από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις / οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου».
«Ο άνθρωπος είναι ο χρόνος / ο χρόνος είναι ο άνθρωπος», που μπορεί και να σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ο χρόνος-Κρόνος : «Οι σκιές αλλάζουν τις διαστάσεις των πραγμάτων / αδήριτη ανάγκη η διαφυγή». Η ποιήτρια άλλο δεν είναι από τη «φωνή του χαμένου παιδιού … / την ώρα που το δέντρο του κήπου / ανασαίνει την υπόσχεση της άνοιξης». Εν τέλει μας προτρέπει : «άνοιξε τα μάτια / δώσε χρόνος το βλέμμα / να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει». Και αυτό ισχύει (ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε) όσο περισσότερο μας κατακλύζουν οι εικονικές πραγματικότητες του Κέρδους. Διότι δεν απαιτείται μόνο αισιοδοξία, αλά και δράση : «στα χέρια σου κρατάς το όνειρο / εύθραυστο όπως πάντα / φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά».

Στα ποιήματα της Καπλάνη ισορροπούν αδροπρεπώς λεπτές και εύσχημες αναφορές σε φιλολογικές και φιλοσοφικές αναφορές, ενώ ορισμένα από αυτά χαράζονται πάνω σε μια γόνιμα αυστηρή αρχιτεκτονική μαθηματικής ακρίβειας (α-β-γ).
Γνήσια ποίηση, που σε καλεί να την αναγνώσεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ

ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ

Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη «Σημείο Φυγής» Η συλλογή χωρίζεται σε δυό ενότητες τα Φωτο-παίγνια και το Σημείο Φυγής

α. ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ

Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στην αρχή , γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη τη περίοδο 2008-2009.
Η ποιήτρια σκύβει πάνω στις φωτογραφίες, αγγίζει το σφυγμό τους, διαβάζει αυτά που είναι κρυμμένα πίσω από την εικόνα κουβεντιάζει μαζί τους όπως θα κουβέντιαζε με τον ίδιο τον δημιουργό και τις αναδημιουργεί με λέξεις
Δεκατρία ποιήματα, τρεις φωνές στο καθένα, συνομιλούν πίσω και μέσα στη καρδιά των εικόνων. ΕΝ ΑΡΧΗ η « αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού» «άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων» και «μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση».
Το αντιφέγγισμα της κάθε φωτογραφίας «αντανακλά στο χώρο ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο είδωλο» κι οι πολλαπλές αντανακλάσεις γίνονται λέξεις και στίχοι που καταδύονται μέσα στο αδιόρατο των αισθήσεων.
Η ποιήτρια στη συνομιλία της με τις εικόνες αναζητά την υπόσταση και τις δυσκολίες της δημιουργίας ταξιδεύοντας μέσα από τις μελωδίες της σιωπής τους και μέσα από την ανθοφορία των ονείρων. Στα όνειρα που οι αντικατοπτρισμοί των χρωμάτων την οδηγούν στην είσοδο όπου στη ξεθωριασμένη τοιχογραφία αναγνωρίζει τη μορφή της γυναίκας και στην ίδια τη ροή της ζωής.

β. ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ

Τα ποιήματα της σειράς η ποιήτρια τα αφιερώνει στη μητέρα της. Από τους πρώτους στίχους η καταχνιά της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, της μητέρας, με την ξεχωριστή μοναδικότητα της σχέσης, είναι κυρίαρχη και βιωματική. Είναι όμως και η συνέχεια της γραφής της από τη προηγούμενη συλλογή. Στις Λευκές Συνομιλίες «ο άγγελος χάθηκε στο δάσος με τις οξιές» αφήνοντας το μήνυμα ότι «η παράσταση τώρα αρχίζει» Μια παράσταση με διττό σενάριο. Από τη μια της δημιουργίας του κόσμου που συνεχίζει με τις ίδιες πάντοτε σκηνές, Γέννηση, Ζωή, Θάνατος και από την άλλη η χάραξη της δικιάς της αυτόνομης πορείας αποστασιοποιημένη από σφικτούς εναγκαλισμούς. «Η ενηλικίωση των στίχων μου/προκαλεί την αναμέτρηση/ με το σήμερα»
Στο Σημείο Φυγής ο άγγελος της ποιήτριας «κουράστηκε να περιμένει/ την ιδεατή μεταμόρφωση» Η νομοτέλεια είναι αμείλικτη και « η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί.» Η συνειδητοποίηση της απώλειας οδηγεί τη ποιήτρια σ ένα ταξίδι σ’ ολόκληρη τη ζωή της μητέρας που έφτασε κάποτε στην «αφιλόξενη… πολιτεία της ομίχλης» μια και «η γαλάζια πόρτα έκλεισε/ πίσω σου για πάντα»
Με έναν έντονο φιλοσοφικό λυρισμό η ποιήτρια αφήνεται μέσα στις στιγμές που βίωσε «Έχεις καιρό να έρθεις/με τα μπαλωμένα ρούχα/να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς» κι αναζητά μέσα από τις ιστορίες που άκουγε, μέσα από τα αγαπημένα αντικείμενα «τα εργόχειρα με τις δαντέλες/ τα περίτεχνα κεντήματα» τη δικιά της λύτρωση.
Αναζητά όλα εκείνα τα σημάδια του μισεμού της «εγώ αντί για σένα/θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού» και «ανασαίνει τη γαλήνη» αντικρίζοντας «τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας» για να φτάσει στην απελευθέρωση της «πώς να σ’ ελευθερώσω από μένα/πώς να ελευθερωθώ από σένα?». Αναζητά «να αποδράσει από το λυπημένο όνειρο» και μέσα από τη δικιά της «καθημερινή αναμέτρηση» να φτάσει στη δικιά της κάθαρση και ενηλικίωση.
Αναμφίβολα η ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη μας χαρίζει όμορφες στιγμές ποίησης της αξίζει να διαβαστεί και να έχει μια καλή πορεία στο ποιητικό γίγνεσθαι.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Ο Αναγνώστης 15 Ιουλίου 2015

Η άγνωστη φίλη

Στο βιβλίο Η άγνωστη φίλη, που είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη, η ποιήτρια ενορχηστρώνει την ποιητική αφήγηση θεατρικά, δεδομένου ότι αυτή, στις ενότητες Α’ και Γ’ του βιβλίου, εκφέρεται από δύο φωνές, που ανήκουν είτε στο ίδιο ποιητικό υποκείμενο είτε σε δύο διαφορετικούς ομιλητές. Αυτός ο ρητορικός τρόπος δεσπόζει και στο Σημείο φυγής (2013), που είναι η τρίτη της συλλογή, και επισφραγίζει τη “διπλότητά” του, όπως έχει επισημανθεί από τη Λ. Τσιριμώκου (“Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα”: Ο Αναγνώστης, 6 Ιουλίου 2014: http://www.oanagnstis.gr). Η έκδηλη, λοιπόν, θεατρικότητα στο νέο βιβλίο της Καπλάνη συνυφαίνεται με μια τραγική αίσθηση της ζωής, που απορρέει, ανάμεσα σε άλλα, από την αδυναμία επικοινωνίας (βλέπε τα μοτίβα του λαβύρινθου, των επάλληλων και ενίοτε θρυμματισμένων καθρεφτών, των φόβων, των ονείρων), και από άλλα θεματικά στοιχεία, όπως είναι η σύγκρουση με την εξουσία και η συντριβή, η αέναη αλλαγή και ο χρόνος, ο έρωτας και η φθορά. Στην ποιητική γραφή συγχωνεύονται αφενός ο μύθος της Αριάδνης (Ενότητα Α’) και η μορφή της μικρής σειρήνας, την οποία η ποιήτρια αντλεί από το ομώνυμο παραμύθι του Άντερσεν (Ενότητα Γ’), και αφετέρου τα διακείμενα από τον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου, χωρίς να λείπουν και οι αναφορές σε πολιτισμικά μορφώματα του αρχαίου και του μεσαιωνικού ελληνισμού, με έμφαση στη θρησκευτική του διάσταση, ενώ η μεταφυσική του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου που δεσπόζει στη συλλογή παραπέμπει στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, η μορφή του οποίου συνδέεται με την Παναγία Παντοχαρά της Σικίνου.

Τα 41 ποιήματα της συλλογής Η άγνωστη φίλη, με εξαίρεση το προλογικό “[Πρόσωπα του μύθου]”, αρθρώνονται σε τρεις ενότητες: Α’. Η Αριάδνη μένει εδώ, Β’. Η άγνωστη φίλη, Γ’, Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη. Ο ρητορικός τρόπος της “διπλής εκφοράς” του ποιητικού λόγου από τις διακριτές φωνές εντοπίζεται στις Ενότητες Α’ και Γ’. Τα ποιήματα της ενότητας Β’ γράφτηκαν “με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου” (ας σημειωθεί ότι και η ενότητα “Φωτο-Παίγνια” στο Σημείο φυγής περιλαμβάνει ποιήματα που “γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη”) (Σημείο φυγής, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 7). Τα επτά ποιήματα της ενότητας Α’ και τα 16 της ενότητας Γ’ αριθμούνται χωρίς να φέρουν τίτλους, στοιχείο που παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση της δημιουργίας ποιητικών συνθέσεων που συνδέονται με ισχυρούς συνεκτικούς αρμούς, λειτουργώντας στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σύνθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινούς στις δύο ενότητες ρητορικούς τρόπους και τις υφολογικές συγκλίσεις που τις συνέχουν, θεωρούμε ότι και η δεύτερη ενότητα εντάσσεται λειτουργικά στο όλον της ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης, καθώς σ’ αυτήν κυριαρχούν οι κυριότεροι θεματικοί άξονες αλλά και τα επιμέρους θεματικά στοιχεία και μοτίβα των άλλων δύο ενοτήτων, μολονότι εδώ δεν εντοπίζεται η διφωνική εκφορά του λόγου.

Η διφωνική αυτή εκφορά δεσπόζει στις ενότητες Α’ και Γ’: Η ποιητική αφήγηση αρχίζει στην ενότητα Α’ από μια γυναίκα της εποχής μας, η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο στο έβδομο ποίημα. Ο εκφερόμενος λόγος της σύγχρονης γυναίκας σημαίνεται με όρθια γράμματα. Με πλάγια διακρίνεται ο λόγος της γυναίκας των παλαιότερων εποχών, στον οποίο συγχωνεύονται οι φωνές των πλασμάτων του μύθου και του παραμυθιού. Αυτό το ποιητικό υποκείμενο έχει και τον τελευταίο λόγο στην ενότητα Γ’ (και στη σύνολη ποιητική σύνθεση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο τελευταίος λόγος της διαχρονικής γυναίκας, στο καταληκτικό ποίημα του βιβλίου, αποτελεί προέκταση του εναρκτήριου λόγου της σημερινής γυναίκας στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

Από το πλοίο αχνοφέγγει του νησιού το περίγραμμα
παίρνω πάλι το δρόμο και την αναζητώ
θα ‘χει -λέω- μεγαλώσει
θα σε κοιτάζει τώρα με το δικό της πρόσωπο […] (σ. 11)

Το μοτίβο της ερωτικής αναζήτησης, που εντοπίζεται στους πιο πάνω στίχους, διευρύνεται στους καταληκτικούς στίχους της συλλογής και αποκρυσταλλώνεται στο θέμα της αέναης κι ανειρήνευτης αναζήτησης, κατά το πρότυπο του Οδυσσέα:

[…] η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο
όταν ο μίτος πέσει στα κύματα
γίνει φανός θυέλλης
ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών
τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους
τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα. (σ. 95)

Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαχρονική γυναίκα της ενότητας Α΄είναι η Αριάδνη, «ιέρεια των αρχαίων καιρών και του ιερού γάμου» (σ. 11), ο έρωτας, που είναι μια από τις δεσπόζουσες ισοτοπίες ολόκληρης της συλλογής, προσλαμβάνει μιαν ευρύτατη κοσμολογική διάσταση. Η μορφή της ιέρειας Αριάδνης είναι απόκοσμη και εξωλογική: («θαρρώ μαζί μας μέσα στο πλήθος κι εκείνη / να γίνω ορατή εγώ η αόρατη; / Βαδίζει στα βήματα των προσκυνητών / αγγίζει με ιερό δέος τους τοίχους / […] το σώμα της απαντοχή / χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη […]» (21). Ταυτόχρονα, είναι μια γυναίκα «σαν όλες τις άλλες», μολονότι την ίδια στιγμή είναι προστάτιδα και καταφυγή όλων όσοι αναζητούν την αυτογνωσία (σ. 21). Τα ξωκλήσια της Σικίνου είναι οι χώροι των περιδιαβάσεών της και το σπίτι της βρίσκεται κοντά στο ιερό της Παντοχαράς, «να ’ρχεται η φωνή του ποιητή / να απολαμβάνει δειλινό / και επίγειο παράδεισο». Ο ποιητής εδώ δεν είναι άλλος από τον Οδυσσέα Ελύτη (http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=414471 09/08/2011, πρόσβαση: 21/06/2015), που φαίνεται να είναι ένας από τους δασκάλους της Βικτωρίας Καπλάνη, και στον οποίο η ίδια αποτίει φόρο τιμής, με τα ποιήματα της Α’ ενότητας του βιβλίου.

Παράλληλα, στην ενότητα Γ΄της συλλογής συνυφαίνονται οι φωνές της μικρής σειρήνας του παραμυθιού και της σύγχρονης γυναίκας, με τη χρήση της τεχνικής του εσωτερικού μονολόγου, αν θεωρήσουμε ότι η γυναίκα της εποχής μας φέρει εντός της περισσότερες από μία φωνές ή ταυτότητες, ή του διαλόγου, αν δεχτούμε την άποψη ότι η γυναίκα του μύθου και του παραμυθιού είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο της ποιητικής αφήγησης. Κατ’ αντιστοιχία, στην Α’ ενότητα μπορούμε να μιλήσουμε για εσωτερικό μονόλογο ή διάλογο. Η σειρήνα, λοιπόν, στην ενότητα Γ’ είναι μια έφηβος που προσμένει «χρόνια την έξοδο / από του παραμυθιού τις εντολές / στου χώματος και του ουρανού / τον προϋπάρχοντα κόσμο» (53). Ενώ η γυναικεία μορφή της πρώτης ενότητας (Αριάδνη) κινείται συχνά σε ημιορεινές περιοχές, η μικρή σειρήνα της ενότητας Γ΄κινείται στο θαλασσινό τοπίο («κοραλλένιοι τοίχοι / παράθυρα από κεχριμπάρι /στέγη με όστρακα στρειδιών […]» (σ. 56) και επιδιώκει τη συνάντηση με τον αγαπημένο της στο οποίο απευθύνεται, επιδίωξη που στη συνέχεια γίνεται πόθος ([…] στο κατώφλι της πόρτας σου / φέγγει ο πόθος μου» (σ. 66). Ας σημειωθεί ότι και σ’ αυτή την ενότητα η γυναικεία μορφή είναι εξωλογική, απόκοσμη («’Εχω φωνή χροιά απόκοσμη / καθώς ανυψώνεται το σώμα μου / πάνω από την επιφάνεια του νερού») (σ. 74) και «ιδαλγός του ανέφικτου έρωτα» (σ. 78). Και στις δύο ενότητες ανιχνεύεται η διαρκής επιδίωξη των ποιητικών υποκειμένων να συναντηθούν και να επικοινωνήσουν. Πιο συγκεκριμένα, η σύγχρονη γυναίκα στην ενότητα Α΄φτάνει στο νησί και αναζητεί την ιέρεια Αριάδνη (σ. 11), τη συναντά πρόσκαιρα (σ. 12), και στη συνέχεια περιπλανιέται σε διάφορα μέρη, άλλοτε με την αίσθηση της απουσίας της και άλλοτε με την εντύπωση της νοερής και απόκοσμης παρουσίας της (σ. 21). Εξάλλου, στην ενότητα Γ΄ η επιδίωξη της συνάντησης και της επικοινωνίας είναι εσωτερικότερη και φαίνεται να οδηγείται σε τραγικό αδιέξοδο: φθαρμένες φωτογραφίες «από το τρωκτικό του χρόνου» (σ. 72), επώδυνη απουσία («η γυναίκα έφυγε από το κάδρο / τα ίχνη της αναζητούνται μέσα μας / υπόθεση καθαρά προσωπική») (σ. 76), τραυματική συναίσθηση του κενού («η σκιά αίφνης εγκαταλείπει / τον αταξίδευτο ταξιδιώτη») (86). Ας σημειωθεί ότι η ποιήτρια, ενώ στα πρώτα ποιήματα της ενότητας Γ’ βασίζεται στο παραμύθι “Η μικρή σειρήνα” του Άντερσεν, στη συνέχεια επιχειρεί να πλάσει τη δική της μικρή σειρήνα, υπονομεύοντας την παραμυθιακή αφήγηση, αν λάβουμε υπόψη ότι η σειρήνα της Καπλάνη αποφασίζει να ζήσει στην πόλη και όχι στον ωκεανό.

Στην ενότητα Β΄η ποιήτρια, μολονότι αφορμάται από φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου, αποφεύγει τη διπολική ποιητική αφήγηση. Το λυρικό ποιητικό εγώ άλλοτε αποδίδει τις εντυπώσεις του με χρήση του 1ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «Κάρφωσα στο ξύλο / το σχοινάκι με τα κομμένα όνειρα / το δαχτυλίδι του Αυγούστου / το σημειωματάριο του φόβου […]» (σ. 35), άλλοτε μονολογεί (χρήση 2ου ρηματικού προσώπου: π.χ. «η σκιά σου πάντα εκεί / φορτωμένη αδικαίωτες στιγμές / προσωπεία ενοχής» (σ. 43)) και άλλες φορές επιλέγει την αποτύπωση των εντυπώσεών του με τη χρήση του 3ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / σκορπίζει τον όλεθρο / ξηλώνει της αγάπης τα βλαστάρια / κόβει τις γλώσσες δένει πισθάγκωνα τα χέρια» (σ. 38). Βέβαια, με μεγαλύτερη συχνότητα χρησιμοποιείται στην ενότητα ο συνδυασμός της τριτοπρόσωπης ρηματικής εκφοράς με την απεύθυνση εις εαυτόν σε 2ο πρόσωπο, με δεσπόζοντα τον τόνο της συγκρατημένης και διόλου αισθηματικής λυρικής εξομολόγησης.

Εξετάζοντας, έπειτα, τους κυριότερους θεματικούς άξονες σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, διαπιστώνουμε ότι η βασανιστική επιθυμία για συνάντηση και η μη εκπλήρωσή της κυριαρχεί στις τρεις ενότητες του βιβλίου. Γύρω από τις μορφές της Αριάδνης και της

μικρής σειρήνας και με τη χρήση συμβόλων, όπως ο λαβύρινθος, ο μίτος, το πέλαγο, συνυφαίνονται οι συνδηλώσεις της αδυναμίας για επικοινωνία, της λήθης και της φθοράς (π.χ. «[…] την είδα στο λυκόφως / μιας καλοκαιρινής μέρας / η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου / μου χαμογελά / στο άδειο κάδρο» (σ. 37).

Επιπλέον, με τον θεματικό άξονα της αδυναμίας για συνάντηση συνδέεται ένα κυρίαρχο γνώρισμα της ρητορικής δομής των ενοτήτων Α΄και Γ’ που είναι εκείνο του εσωτερικού μονολόγου ή διαλόγου (ανάλογα με την ερμηνευτική γραμμή που θα υιοθετήσουμε). Πιο συγκεκριμένα, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι οι διακριτές φωνές στις δύο ενότητες δεν συναντώνται και επομένως δεν διαλέγονται, παρά σε ελάχιστα σημεία. Με τη δεσπόζουσα χρήση της τεχνικής αυτής προβάλλεται η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα, την επιθυμία και το όνειρο, το τραγικό αδιέξοδο που βιώνουν σε κάθε περίπτωση τα ποιητικά υποκείμενα (ή το υποκείμενο που μονολογεί), καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με την εξουσία.

Η εξουσία, είναι ένας πολύσημος θεματικός άξονας στο βιβλίο, με συνδηλώσεις όχι μόνο πολιτικές αλλά και κοσμολογικές και μεταφυσικές: «[…] φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / (σ. 38)» ή «ζωή αναρτημένη στο αγκίστρι της εξουσίας» (σ. 60) ή, τέλος, «[…] η εξουσία του λόγου / των άλλων σε κυβερνά / αιχμάλωτη στης φενάκης / τον ολισθηρό λαβύρινθο» (σ. 63). Συχνά η εξουσία ταυτίζεται με τη μοίρα (π.χ. σ. 65) και με τη ματαιότητα των ποικίλων σχέσεων νόμιμης ή αυθαίρετης επιβολής και καθυπόταξης, σε οποιοδήποτε επίπεδο ανθρώπινης δραστηριότητας («τέφρα πυρπολημένου κάστρου η επί γης εξουσία»: σ. 75), που δεν αποκλείεται να αφορά και τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους: «λόγιοι γραφιάδες / μια διαβρωτική εξουσία / με ένδυμα αμνού» (σ. 85).

Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.

(*) o Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής – Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΟΙΗΤΙΚΑ τευχ. 20 Δεκέμβριος 2015

Η άγνωστη φίλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2015

Αναφορά σε γυναικείες μορφές του μύθου με την προσήνεια μιας κατακτημένης οικειότητας επιχειρεί η ποιήτρια, τουλάχιστον στα ποιήματα που συνθέτουν την ποιητική, την υφολογική, τη συναισθηματική ταυτότητα της ανά χείρας συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη. Σε μορφές που, περιβαλλόμενες προστατευτικά από την αύρα της μυθικής τους φήμης, διατηρούνται άφθαρτες• «αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα» και τους διδάσκουν δρόμους αυτογνωσίας και τρόπους συνείδησης της θνητής τους μοίρας. Κάπως έτσι η Αριάδνη, ένσαρκη, περιβαλλόμενη από τον μανδύα του
χρόνου, απρόσβλητη από κάθε ενδεχόμενο φθοράς, αδιάφορη κι έξω «από κάθε εξουσίας τα διακυβεύματα», ανέγγιχτη και αλώβητη από τα πισωγυρίσματα της ιστορίας, μοιάζει να θέλει να υπενθυμίσει στην ποιήτρια τον εγκλωβισμό και την υποταγή της στους ρυθμούς μιας ζωής καταδικασμένης να κυλάει τυφλά στις ράγες της καθημερινότητας και ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν ορίζεται και δεν προσμετράται παρά μόνο με τα μέτρα της φθοράς.
Η ποίηση και η φύση, εν προκειμένω, καλούνται και δέχονται να
διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο, συνδράμοντας το ποιητικό υποκείμενο στη νηφάλια και ελεγχόμενη προσπάθειά του να αναπροσδιοριστεί σε σχέση με τον εαυτό του και με τους άλλους, καθώς και να αντιμετωπίσει ισορροπιστικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές του εντάσεις. Η ποίηση αποτελεί το μοναδικό πεδίο όπου μπορεί κανείς να εμπειραθεί τρόπους κατάκτησης και άσκησης της ατομικής του ελευθερίας όπου από τη μια προσφέρονται, υπό προϋποθέσεις, τρόποι απαγκίστρωσης από τα γρανάζια μιας θορυβώδους και καθηλωτικής στο ασήμαντο καθημερινότητας και από την άλλη παρέχεται η δυνατότητα να διακρίνει κανείς την άκρη του νήματος που θα τον οδηγήσει σε αυτό που πραγματικά είναι. Η φύση εξάλλου αποτελεί το προσφορότερο στον άνθρωπο πεδίο-σκηνικό πραγμάτωσης της υπέρτατης και πάντα ενδιάθετης -ακόμα κι αν δεν εκδηλώνεται- επιθυμίας του να διδαχθεί και να επικοινωνήσει με την ουσία της ύπαρξης του και την αλήθεια των πραγμάτων και των καταστάσεων, τον συνδράμει στην κάποτε αγωνιώδη προσπάθειά του να απελευθερωθεί, έστω προσωρινά, από τις αδήριτες ανάγκες του παρόντος.
Τα σημαντικότερα ποιήματα της συλλογής συνθέτουν ένα οδοιπορικό που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιοκρατικό-φυσιολατρικό, αφού το κυρίαρχο στοιχείο είναι μια εσώστροφη, συχνά ιδιότυπης ημερολογιακής υφής, εγγραφή-καταγραφή εντυπώσεων πραγματικών ή φανταστικών περιπλανήσεων σε τοπία και τόπους πρόσφορους για την αφύπνιση κατευναστικών σκέψεων και αισθημάτων. Παράλληλα και σε δεύτερο επίπεδο, τα ίδια ποιήματα συνθέτουν το οδοιπορικό της ποιήτριας προς τον εσωτερικό της κόσμο, εκεί όπου μπορεί, εν σιωπή, να ψαύσει ψήγματα του αληθινού της προσώπου, εν σιωπή, γιατί «η σιωπή αναπαύει την πολυπραγμοσύνη της συνείδησης», γιατί αυτή, η σιωπή, είναι εντέλει η πυξίδα που οδηγεί στον ουσιαστικό λόγο και στον πραγματικό κόσμο που επιμένει να υπάρχει και να εκπέμπει αιφνίδια και αναπάντεχα σημάδια και σήματα ενδεικτικά ή επιβεβαιωτικά της ύπαρξής του. Γι’ αυτό και η ποιήτρια μοιάζει να έχει τυφλή εμπιστοσύνη σε όλα τα αιφνίδια και αναπάντεχα μηνύματα ή καλέσματα και ενδίδει ευφρόσυνα σε όλες τις πιθανότητες να συγκεκριμενοποιηθεί η διαχυμένη παντού και πάντα, ως ενδεχόμενο, ομορφιά, την οποία θεωρεί ως το μοναδικό έναυσμα, εφαλτήριο για την κατάκτηση κρυμμένων μέσα της δυνατοτήτων συχνά υπερβατικών, αφού ο δρόμος προς την υπέρβαση διαπερνά, διασχίζει τόπους και πράγματα απλά, καθημερινά, πλην όμως αιφνίδια φωτισμένα από το φως της ψυχής.
Όσο για την «άγνωστη φίλη» («-Η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς
μου», λέει κάπου) μπορεί και να είναι ο άλλος άγνωστος εαυτός που
κρύβει μέσα του ο καθένας που απαιτεί, αξιώνει, διεκδικεί τους δικούς του χαμένους χρόνους, αυτούς που έχουν χαθεί στις πτυχές του
αντικειμενικού, του ρυθμιστικού της χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθημερινότητας χρόνου. Είναι -η άγνωστη φίλη- τα συγκροτημένα σε ένα πρόσωπα που στέργουν την ποιήτρια στην αναζήτηση ερεισμάτων και εναυσμάτων ζωής, που την ωθούν στους τρόπους ενός ιδιάζοντος εσωτερικού μονολόγου – ιδιάζοντος γιατί συχνά εκτρέπεται προς τον άλλο, αναζητώντας έναν αποδέκτη, που δεν αποκλείεται να υποκαθιστά ή και να παριστάνει η ίδια, δεδομένου ότι, πλήρης μνήμης και ζωντανών μυθικών και ιστορικών αποθεμάτων, μπορεί με φυσικότητα να μετέρχεται τρόπους του εγώ, του εμείς και τανάπαλιν, καθώς «το παλαιό πηγάδι ξυπνά / ποτίζει ρυθμικά τα θεμέλια του ιδιωτικού βίου». Σε έναν κόσμο όπου αισθάνεται να «μετακινούνται διαρκώς τα σημεία αναφοράς», μονίμως βιώνοντας την «αποδιάρθρωση των συμβόλων», αφήνεται με εμπιστοσύνη στη ρύμη του λόγου, στον προφανή ή στον συγκαλυμμένο ειρμό των σκέψεων, των συναισθημάτων και των διαχυμένων στην ατμόσφαιρα νοημάτων, με την προφανή ή την τεκμαιρόμενη πρόθεση να αμβλύνει και να διαστείλει τον
αρραγή πυρήνα της υπαρξιακής της αγωνίας, αναζητώντας μέσα της
τα ίχνη της γυναίκας του κάδρου και συχνά λειτουργώντας ως εκπρόσωπος όλων των ηλικιών που ως τώρα διάνυσε – απόδειξη της πνευματικής της ωριμότητας.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ