ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

νενα

.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Νένα Φιλούση, είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο της Έλενας Σάββα, γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1969 και είναι εκπαιδευτικός.

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Μνημοροή (2002),
Υπόλοιπο Λογαριασμού (2008)
Ακτήμων (2014)
Σώματα ασφαλείας (2019)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Ας ρώταγες ποιόν Αγαπώ (2010) που πήρε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2010) στη κατηγορία του Διηγήματος

.

.

ΦΙΛΟΥΣΗ

exofyllo mnimoroiexofillo ypoloipo

exofillo aς rotages1-ΑΚΤΗΜΩΝ.doc

.

.

Α’ ΠΟΙΗΣΗ

.

ΣΩΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ (2019)

.

ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Το απόγευμα βγήκαμε στο σφυρί.
Σαν να λέμε προσφορά ένα συν ένα
ή με κάθε δύο θλίψεις παίρνετε ένα σίριαλ
εντελώς δωρεάν.

Το τίμημα όμως ήταν για μια άλλη αλήθεια
που κάθισε ασυνείδητα
πάνω στα χνούδια των φύλλων
και στα κεντίδια μιας προίκας
κληροδότημα γενετικού κώδικα απ’ το παλιό μας σπίτι
όπου μελετώ την ειρηνική επέλαση των σαλιγκαριών
κάτι αδέσποτες γάτες
ένα ρημαγμένο τίποτα
συσκευές χωρίς καλώδια
πετσετάκια προγιαγιάς ξεδοντιασμένα
και σταυροβελονιά παντού.
Υπάρχοντα ακτημοσύνης που μπήκαν λαθραία
σ’ εγχειρίδιο ανάπλασης δέρματος.

Κι εμείς όμως, εκεί
ό,τι έχουμε και δεν έχουμε
όλα εντελώς δωρεάν.

.

ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Ποίημα είναι όταν φοράς ένα ρούχο πολυκαιρισμένο
χαμένο απ’ όλες τις φρονιμάδες
και γίνεται δέρμα.
Το φοράς σαν πρωτόπλαστος
το βγάζεις σαν αθώος
και δεν είμαι καθόλου προληπτική.

Μ’ άξαφνα, βλέπω έναν εαυτό με προσδοκίες
συγκινήσεις, ευρυαγγείες
σχεδόν κοινωνικό
πασκίζει ο δόλιος να πιαστεί
από φανταστικές ασκήσεις θάρρους
υγιεινή διατροφή και πατατάκια στη ζούλα
έναν εαυτό που περιθάλπει εξεγερμένα βλέμματα
και υποδύεται τον άστεγο πάνω από φλεγόμενα βαρέλια.

Ρούχα πολλά, της ελαφρότητας
και ποιήματα άνευ ουσίας
έτσι λέω στην τράπεζα
αλλά με αγνοούν. 

.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΣΩΜΑ

Πάω στους γονείς μου, είναι μεγάλοι
όταν γεράσετε λέω, επειδή φοβάμαι ότι τους φτάνω
πάω στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε λέω
αφού ολοένα φεύγουν και δεν τα φτάνω
ακούμε μαζί μουσική αλλά έρχονται και φεύγουν
η μέση ηλικία μου τους πάει στο αεροδρόμιο
ενώ στο βάθος κλαίει σαν προσφυγάκι
πάω στο θέατρο, ξεχνώ εκεί το φουστάνι μου
σταθμεύω σε κάθετα τείχη
περνώ από μικρά νεκροταφεία
αλλά μυρίζω ωραία, ξεγελώ τους τροχονόμους
πάω στο φαρμακείο αγοράζω αλοιφές
εξωτερική χρήση γράφουν
για οσφυαλγίες, ρευματοπάθειες
επιμένω κάθε φορά: σίγουρα δεν τρώγονται;
πάω στη δουλειά μου κάθε πρωί νέα
με άλλο όνομα όμως
και φεύγω γριά.

Εν τω μεταξύ πλένομαι, νυχτώνει και τρομάζω
με τρομάζουν τα ποιήματα
δε θέλω να διαβάζω αλλά με κυνηγούν
πάω για ύπνο δεν ήμουν εγώ, δεν ήμουν εγώ σήμερα
φωνάζω
και από αύριο έχει ο θεός.

.

Η ΤΑΙΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Ανοίγω την πόρτα σε ξένο σπίτι
ανοίγει και μπαίνω και είμαι ένας ξένος άνθρωπος
μια ιστορία πρωτάκουστη
πάλι.
Στέκομαι στη μέση της ξενιτιάς με βιδωμένα πόδια.
Στον τοίχο μια τεράστια νεκρή φύση
μια ερυθρότητα που δεν επέλεξα
απειλεί να γίνει βούκινο.

Έξω η πολυκοσμία μυρίζει σάρκες
χιλιάδες πουλιά τσιμπολογάνε σκουλήκια που μάζωξε η σήψη.
Λιγόστεψαν τα χρόνια και τα ποιήματα
Βλέπεις νυχτώνει νωρίς πια.

Το ψυγείο μετακόμισε πρώτο.
Με το ηλεκτρικό κομμένο.

.

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ

του A.

Αργά γυρίζω το φουστάνι μου από μέσα
το μακραίνω μ’ αλύγιστη κλωστή
όσο το φρόνημα στέκεται ορθό
και γυρίζω σ’ άδειους δρόμους όλο λάσπη.
Τι εποχή έχουμε;
0 γιος μου γελά με τον Αδάμ που σώζει το τομάρι του
είναι καλό παιδί όμως
έφυγε απ’ το σπίτι, δεν τον έδιωξα
αναλαμβάνει κάθε ευθύνη.

Φεύγουν απ’ το σπίτι σιγά — σιγά και κάποτε γυρίζουν.
Η παραμονή μυρίζει κανέλα, ροδόσταμο κι επιστροφή.
Έχουμε συχνά Χριστούγεννα βλέπετε.
Μεγαλώνω μαζί με το φουστάνι μου.

.

ΠΕΝΘΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Έκανα πολλά ταξίδια ανίας και περιέργειας
για να μάθω τη γλώσσα των σωμάτων
στον ήχο της βροχής – τίποτε
κανένα τραγούδι δεν μπορεί
πιο αφοσιωμένα ν’ αντιγράψει
πώς πέφτουν οι ασάλευτες ώρες μέσα μας
οι χιροσίμες δίπλα μας
η σιωπή μετά την αναχώρηση
σαν νερό που ξέμεινε στις υδρορροές
και στα νεράντζια – έφυγε λέμε
τελευταία φορά που συναντηθήκαμε
μύριζε πούδρα παιδική
και το σπίτι αλμύρα και στάρι βρασμένο – έφυγε.

Οι θάνατοι βγαίνουν σε διάφορα χρώματα.

.

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ

Η ποίηση σ’ ένα παράθυρο με ξύλο φαγωμένο
όπου στέκομαι για ν’ ανασαίνω φτερουγίσματα ρυθμού
ακούω τις εικόνες και αγγίζω τα θροίσματα.

Όταν σιγεί από μέσα η πλάση
τα δέντρα περιορίζονται στα καθιερωμένα:
φιλοξενίες πουλιών, αποδέσμευση οξυγόνου, τα γνωστά.
Έκανα ένα έτσι να πιάσω το ποίημα απ’ την ιδέα
αλλά έμεινα με φτερά στα δάχτυλα.

Αργά τη νύχτα, ότι είχα πλύνει σώμα και πιάτα
χτυπά η πόρτα και μπαίνει η κυρία αμίλητη
με τις άγριες ματάρες της υγρές
και κάθεται.
Είμαι πολύ κουρασμένη όμως
κι έτσι, αμίλητες και οι δύο τρώμε ό,τι έμεινε απ’ το μεσημέρι.

.

ΕΝΑ ΣΩΣΙΒΙΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΣΑΣ

Κάτι σινιέ πορνόγεροι που διεμερίσαντο τις περηφάνιες μας
ακόμα κυβερνούν τις παραισθήσεις μας
ψηφίζουν για τη δόξα και την τιμή μας
στο εντελώς κάτω της γραφής τι ήμασταν
αφελείς παιδίσκες
(να μάθουμε να οδηγούμε ανεμόπτερο
τι ζητήσαμε πια)
και μας εξευτέλισαν στα διεθνή φόρα
γελάνε ακόμα με τη χαμένη μας παρθενιά
«οι μικρές δημοκρατίες» λένε στα δελτία
οι μορφωμένοι μας βαριούνται
κάνουν ζάπινγκ να βρουν τηλεπαιχνίδι
μας βλέπουν μόνο οι μελλοθάνατοι
ατάραχοι πια
και οι βουβές γυναίκες.

.

.

ΑΚΤΗΜΩΝ (2014)

.

ΔΗΘΕΝ

Ήμουν πάντα αφοσιωμένη στην κυριολεξία
μ’ εμμονή που απογυμνώνει τις σιωπές
και θρονιάζει την αληθοφάνεια
στο τραπέζι το μεγάλο, το καλό.
Για παράδειγμα,
αν πετά χαμηλά ένα πουλί
λέω: πλησιάζει στη γη το φως.
Κι όταν μας απειλεί ο πόλεμος
λέω: τρώγοντας έρχεται η όρεξη.

Υποψήφιες αγάπες ενίοτε γυρεύουν
αποδείξεις καλής θελήσεως
συγκεκριμένων προδιαγραφών:
Όσα εκατοστά χαμόγελο
τόσες προσκλήσεις για καφέ
πάρτι γενεθλίων ή Χριστουγέννων
εκδρομές με συγγενείς ή φίλους.

Θέλω να ξέρω τι εννοούν.
Ελάτε να πιούμε έναν καφέ μετά δακρύων;
Να φάμε μαζί μη βάλουμε τα κλάματα γιορτή που είναι;
Ή να καθόμαστε πολύ κοντά
να μην ακούγεται ο χρόνος;

Ήμουν πάντα μανιακή της όρασης
τόσο οικειοποιήθηκα τους οφθαλμούς των άλλων.

.

ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ

Πρέπει κάποτε να γίνει μια αρχή
να διηγηθούμε τη ζωή μας.
να τη μαζέψουμε από τις γωνίες
και τα δρομάκια
τις κακοφημίες και την έπαρση.
Να την κοιτάξουμε κατάματα
να παίξουμε τάβλι με το φόβο.
Αυτόν που περπατώ
και τον έχω στον ώμο μου
σαν παπαγάλο.
Ούτε τον κοιτάω βέβαια.
Αισθάνομαι μόνο τα νύχια του στη σάρκα μου.

Η γενιά μου βγαίνει και λιβανίζει τις μουσμουλιές
την κληματαριά, τα αδέσποτα.
Οι θόρυβοι που κάνουν τα πιρούνια
προκαλούν τ’ ασυγκράτητα κλάματα
του μεθυσμένου και του σοφού.

Ένα θαύμα θέλουμε, ένα θαύμα.

.

ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗΣ

Ο πατέρας μου είναι δάσκαλος σιωπηλός.
Κλείνει τρύπες και ρωγμές
με άσπρο, εύπλαστο πηλό «τον πιο καλό στην αγορά».
Βάφει πόρτες, παράθυρα, τοίχους
και πλένει τα πινέλα με νερό ή white spirit.
Δε μιλά. Ούτε γράφει. Μόνο κοιτάζει.

Τα καλοκαίρια βάφω κι εγώ
ό,τι βρω. Διάφορα χρώματα.
Δε ζωγραφίζω πια
μόνη μου γεμίζω τις τρύπες
και μπογιατίζω τοίχους αδιάκοπα.
Αλλά πάντα βγαίνει από κάτω
το λευκό του πατέρα.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Νερό που στάζει ρυθμικά
και πιπεριές πανύψηλες γεμάτες τιτιβίσματα
τα χόρτα της αυλής βρεγμένα
ποδήλατα της γειτονιάς πίσω από σχοινιές
φρεσκοπλυμένα δέντρα έτοιμα να δακρύσουν:
Αν λείψει κάτι, διαλύεται ο μύθος.
Αυτό δεν είναι σπίτι μου.
Η υγρασία κυρίως μας κράτησε μαζί.

Ταχυδρομική σύνδεση με τις ενδότερες περιοχές
έφερε αυτό που δε θέλαμε:
Την απάθεια με τσαντάκι κοραλλί
ιριδίζουσες χάντρες και θρασεία αρτιμέλεια.
Τι εμμονή κι αυτή να στολίζω μιαν αδειοσύνη ξένη!

Μόνο τριπλό καημό και ζάρες θέλω για το τέλος
και να φύγει ο καταραμένος φόβος
που σαν καυτός καφές πέφτει στον ύπνο μου
και ξαναπέφτει
να κάψει το δέρμα του αγέννητου εαυτού μου.

Δε θέλω στέγη. Θέλω ουρανό.

Έχω κι εγώ μια θλίψη να κοιμίσω

.

ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

Εισέβαλε απροκάλυπτα στον ύπνο μου ο φαύλος
και με άφησε ως το πρωί ενεή
ν’ αναρωτιέμαι
τι είχα για να τα χάσω όλα.
Γιατί χτυπιόμουν στα κιονόκρανα τα πρωτοϊδωμένα
αφού δεν είχα καταλάβει τη γλώσσα του δαπέδου.
Αρχαία ελληνικά πλουσίων Ρωμαίων
ή προφητείες βραχύβιες για την εποχή μου;

Και πήρα λάφυρα από τη Σαλαμίνα.
Όχι της ναυμαχίας, την άλλη.
Και δέρμα -όχι μόνο το δικό μου-
που μυρίζει ξινό, βαρύ
πανανθρώπινο σκούρο. Έξω και πέρα από την ιστορία.

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.

Είπα θα πεθάνω εδώ
κι ακόμα ζω αλλού.

.

ITINERARIUM

Κάθε φορά που κοιμάμαι γεννώ το λευκό σου κεφάλι
και ξυπνώ βίαια μέσα στην ανομοιογένεια.
Αιώνες σοφίας και έρωτες ανομολόγητοι
αναδεύονται στα πέτρινα μαλλιά σου.
Αγγίζομαι τότε από φόβο
μήπως δεν υπάρχω
μήπως έγινα το σώμα που σου λείπει.
Μάρμαρο, χιτώνας με πτυχώσεις
ερυθρές εκλάμψεις ενοχής
κι όση αλήθεια αντέχουμε.

Τι άλλο μου είσαι;
Σελίδα σχολικού βιβλίου που ξεχάστηκε
γέφυρα σε τουριστικές εικόνες
δρόμος που πλημμύρισε μια νύχτα φως
γνώριμη μυρωδιά
βαριά ανάσα από την αλητεία μας
στην Αλεξάνδρεια
την Πόλη
το παλιό Βαρώσι
μπαχάρι απαλό, ροδόνερο και καπνός
που έμεινε στο ρούχο μας από χρόνια.

.

ΔΙΑΧΡΟΝΟ

Στον τόπο που ζω τα ποτάμια στέρεψαν
από μια παλιά κατάρα
η στεγνή γη μας γεννά μόνο αγκάθες
οι παλιοί νεκροί μιλούν αλλόκοτα
κι οι ποιητές τρέχουν να προλάβουν
η μουσική ποικίλλει αναλόγως του ορίζοντα
-είναι αυστηρός, έχει τέσσερα σημεία.

Στον τόπο μου λεν άμα φύγεις δε θα γυρίσεις ποτέ.

Οι εποχές εξάλλου –πάλι τέσσερις– καθορίζουν τη μνήμη μας
«την άλλη μέρα» λένε όσοι θυμούνται
χρόνος σαν των μικρών παιδιών
πριν πέντε αιώνες, ένα μήνα ή πέρυσι
έγινε αυτό ή το άλλο κακό.

Οι μεγάλες συμφορές γίναν η ιστορία μας.

Κι έτσι ζω σαν τη χώρα μου
γριά στη λύπη
έφηβη στη χαρά.

.

ΜΕΤΡΟ

Κάνω συλλογή με υπόγειους χάρτες ταχείας μεταφοράς
λεωφορεία και τρένα σε μεγαλουπόλεις μοναξιάς
η κόκκινη γραμμή, η πράσινη, η μπλε
και τα μπαγάζια στην πλάτη
στους γυμνούς ώμους, στο σβέρκο
αφήνω ίχνη ενοχής παντού.
Η μέση μου πονά εκ γενετής.
Να φεύγεις λέει είναι σαν να πεθαίνεις λιγάκι.

Κουβάλησα βαγόνια φορτωμένα άλλους
αλλά φεύγω συνέχεια.
Ταξιδεύω κάνοντας λάθη
με τα εισιτήρια, τις βαλίτσες τον προορισμό.

Στις αναχωρήσεις γενικά είμαι χαρούμενη.
Μόλις δω τρένο χιμάω μέσα.
Με τόση αποταμίευση θανάτου ίσως τελικά χορτάσω τη ζωή.

.

ΤΡΙΣΑΓΙΟ

της Ν.

Ι

Μετά θάνατον ο αόριστος γίνεται παρατατικός
με την ανοχή των ζώντων
κι άμα τη αναχωρήσει σου
τα δέντρα τετραγωνίζονται για ευνόητους λόγους.

Γενικά δεν είσαι εδώ.
Η απορύθμιση όμως κρατάει το ρυθμό των άλλων
σε λευκές επιφάνειες ή
φωτιές που σφυρίζουν τάχα περνώντας γι’ αλλού
ανόητες μικρές φοβίες
ίσα ίσα για να ’σαι στον ύπνο μας μονίμως.

ΙΙ

Στο δωμάτιο που έγραφα για σένα
έπεσε μια διαφάνεια σαν την υγρασία της πόλης
οι τοίχοι θρυμματίζονται στ’ αυτιά μας
Κι η στέγη τρύπια να μπουν τα έντομα που ενοχλούν το
χρώμα, τη φωνή.

Ανοίγει η μέρα από μυρωδιά μπουγάδας και υπομονής
στο μπαλκονάκι γιασεμιά
από άλλους δρόμους, άλλη ζωή
μπροστά από το παράθυρο – το ίδιο παράθυρο
που ξέρει πώς να ανακατεύει μαλλιά
αεράκι, επιθυμίες από μνήμης
και συχνά μας φανερώνει έξω.
Σαν να ’μασταν τηλεόραση.

ΙΙΙ

Ειπώθηκαν όλα. Σε παλμούς καθορισμένων συχνοτήτων.
Κατά καιρούς άλλαζε το άλφα, το «λ»
το μικρό έψιλον.
Τελικά συνηγορήσαμε να γραφούν τα ρήματα
μόνο των αγαπημένων
και ανακοινώσαμε όσα ζευγάρωναν με τη λογική των ήχων.
Τα σώματα που θα πονούν στη μνήμη μας είναι
στο ένα χέρι (αυτό με το καλώδιο ή το άλλο;)

Άμα σε σκέφτομαι ο χρόνος χάνει τη φωνή του
σαν εσένα.

.

RESPIRO DEI MORTI

Ένα σώμα ολάνοιχτο
κυνηγημένο τρέχει προς τις καλαμιές.
Στα μαλλιά μουσικές αγριεμένες
κι ανάσες κάτω από σιδηρογραμμές.
Ό,τι είχα το ’χασα για σένα
τα χέρια μου τώρα τελειώνουν
και δεν προλαβαίνω να το φτάσω-
το σώμα μου λέω
που τρέχει αλλού.

Τα δέντρα που αγάπησα
έγιναν τραγούδια.
Αλλά οι ειδικοί θέλουν να κόβουμε
τα κλαδιά που βγαίνουν προς το φως
τάχα πως δυναμώνει ο κορμός
σαν τις επιθυμίες.

Μισός άνθρωπος μισός πουλί
πώς έφτασα εδώ κάτω
σε μια ιστόρηση παλιά
κι αληθινή όσο εσύ.

Δεν ήθελα να ξέρω την αλήθεια.
Δεν επεδίωξα να έχω αυτή την ευθύνη.

.

ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΣΩΣΤΡΕΦΟΥΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

Υπάρχουν στολές για όλους
και πορείες.
Τακτικοί καθαρά προδιαγεγραμμένοι δρόμοι
οδηγούν πουθενά.
Ωστόσο οι οδοδείκτες πλημμυρίζουν
ευδαιμονία.
Και τι καλή συ-γυ-ρι-σμέ-νη
που έγινε η ζωή μας
τάχα πως μόνο ο πόλεμος έμεινε
να στοιχειώνει τα όνειρά μας.

Μας κόπηκε όμως η μέση
μ’ αυτό το μέσα μας
που δε γίνεται αλλιώς
πρέπει να κουβαλάμε.

Κλειδιά κάναμε, η ενοχή γιατί επιμένει;

.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Πατρίδα μπορεί να είναι ένας δίγλωσσος χάρτης
ή ένα πράσινο βιβλίο συμβίωσης
φωτογραφίες με ακίνητες ευτυχίες
στημένη ησυχία από παλιά
σε διάφορες ερμηνείες.
Κι ακόμα, η ματιά των άλλων
των περαστικών
που μας έδειξαν πώς ξεγυμνώνεται κανείς
χωρίς αιδώ μόνο από πείσμα
και πώς κοιτάζεις με λαχτάρα ένα σώμα
το πλησιάζεις, το κατοικείς
γίνεται το σώμα σου, η πατρίδα σου.
Κάτι δηλαδή σαν αυτοστέγαση.

Αιώνες μετά πατρίδα γίναν τα παιδιά μου.

.

ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ

Τη νύχτα η οργή κατακάθεται σαν τον καφέ
υποχωρεί αντιστρόφως της υγρασίας
ζώντες και τεθνεότες σιγομιλούν σε μικρές βεράντες
και υποσελήνιους κήπους
μονόλογοι βαρείς για την καρδία
μα οι απόντες είναι χαρούμενοι.
Κάποτε μάλιστα σωπαίνουν τα πολύχρωμα πέταλα
στα παράθυρα και αργά, νυσταγμένα τα υφάσματα
παύουν να ενδύουν τα κορμιά μας.

Μόνο έτσι μεγαλώνει ο τόπος.

.

Η ΠΟΛΗ ΜΟΥ

Η πόλη μου ένας παράλιος δρόμος
γαζίες, υπαίθρια καφέ, νυχτερινοί ευκάλυπτοι
φωτογράφοι τουρίστες
διατηρητέα λήθη.

Η πόλη μου μια γυναίκα
που χουζουρεύει ανόητα
σε δανεικά σεντόνια
και κοιτάει αχόρταγα απ’ το τζάμι
στωικούς φοίνικες
και παραταγμένα καρποφόρα.

Η πόλη μου κάθε Κυριακή
πάει ποδηλατώντας στο δασάκι
κι αναπνέει για όλη τη βδομάδα.

Τα καλοκαίρια βάζει ένα καουμπόικο καπέλο
και φουστανάκι ελάχιστο
για να βρει το σώμα της που παίρνει
κάποια στιγμή φωτιά.

.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Όταν γυρίσω από τα δεσμά μου
θα με αναγνωρίσεις μητέρα
από μια ελάχιστη φαγούρα στο δεξί φρύδι
κι ένα ερυθρό σημαδάκι
στο αριστερό μπράτσο από μέσα.

Θα με αναγνωρίσεις ως αγνοούμενη που επανήλθε.
Με τα ίδια σημάδια μητέρα.
Κι ας μην έφυγα ποτέ.

.

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ ΑΚΤΗΜΩΝ

Δεν έχω τίποτε δικό μου
ούτ’ εμένα
ούτ’ εσένα.
Για τίτλο ιδιοκτησίας ούτε σκέψη.
Εδώ και το πακετάκι του θανάτου
«οι καπνιστές πεθαίνουν γρήγορα»
και από την άλλη μεριά «το κάπνισμα σκοτώνει»
μου το αγόρασαν. Ένας φίλος,
η ευρωπαϊκή ένωση, εσύ
δε θυμάμαι.

.

.

ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ (2008)

.

Οι εποχές του έρωτα πάλι μπροστά

Ερυθρίασαν όλα μαζί σου.
Ήρθες από ταξίδι στις άνυδρες χώρες
την τελευταία στιγμή των κυβερνώντων.
Με τις φωτογραφίες και τα ρούχα των παιδιών που ξέμειναν.
Τόσα χρόνια λέει πονούσαμε το βιος μας.
Μα αν τ’ αγάπησαν οι ξένοι ας ριζώσουν
θα πούμε τέλος.

Η δροσερή καταγωγή μου φέρνει αέρα στην κοιλάδα σου
και μας πάει αλλού
και πέρα από δω που γέννησε ο ένας τον άλλο
με την οδύνη της γνώσης και της απώλειας.

Μας σώθηκε πρόσφατα η αγάπη
και μίκρυνε η ελευθερία
κι η μοναξιά η περίτρανη
κι η οργή η απελπισμένη.
Σε μέρες μαζικής απαντοχής για το ασχημάτιστο.
Το ποθούμενο επί τέλους

.

Σενάριο ταξιδιού

Ό,τι έμεινε στα βόρεια παράλια
χάρτες, φωτογραφίες άλλων
διηγήσεις και μυθεύματα
σαν πάμφωτα καράβια στην πόλη ετούτη
λευκής εισδοχής στο αδιαπέραστο.

Η ατέλειωτη νύχτα η αταξίδευτη
που προσδίδει στις περικοπές των κυμάτων
ένα αυθεντικό ρίγος. Αυτό που στη ράχη μας
καθέτως τώρα διαιρεί.

Πόσων μεσονυχτίων πτήση θα είναι άραγε
όταν έρθει αυτές τις ανέλπιδες μέρες
επιφώνημα και πιο ποίηση ερημιάς η οφθαλμαπάτη;

Δε βρίσκουμε δίκιο στην αυλή μας.
Κοντολογίς χίλια παράπονα
μα είναι αισθητός ακόμα ο κόσμος των ματιών.

.

Προφητεία

Στις παρυφές της αυτάρκειας
το αίμα που ξοδεύεται
έχει σημασία και έκταση
όσο να γίνουμε κυανοί ή ολοπόρφυροι
στο ποίημα που πάλιωσε και τη ζωή μας την τόση.
Ας έρθει όμως πρώτα φως και βλέπουμε.
Η δεύτερη εποχή των σωμάτων
αρχινά πρωί καλοκαιριού
θαρρείς πάμφωτο.
Αλλά οι βροχές αργούν.

.

Πάλι

Στο λίγο φως μου υπάρχεις πάλι
με φόβο μικρό και σκιές από χρόνια.
Αραχνιάζουν οι αγκαλιές μας
τώρα που ξόρκι δεν πιάνει
κι όλα ωριμάζουν άμα κινδυνέψουν.
Τα χέρια των φίλων που έφυγαν
δείχνουν την αδειοσύνη των χεριών μας.
Λέμε αυτοσχέδια τραγούδια
κι ανιδιοτελώς πια
ξαναρχίζει το υφάδι της ορθοτομής.
Εκεί ανασταίνονται τ’ αποθαμένα μας κι όλοι
καταλήγουμε στη θάλασσα που καλοσύνεψε
και πάλι.

.

Καημός

Μικρό συννεφάκι σαν το λευκό στον ύπνο
και γαλάζιο φορτηγό που κατεβαίνει
πατώντας αθόρυβα σε αλήθειες
ασυνείδητες
σαν άγγελος.
Αυτός που είναι καραβάκι μου
ζωντανός αλλού φέρνε μου
χαμένος τάχα
από το φως και άτολμος
φέρνε μου, άγγελος σ’ όλα.

Ας έκανα μια λέξη ωραία
ξελογιάστρα, ηδονικιά, να τον κρατήσω.
Όχι για πάντα
Για όσο ζω στο χρώμα.

.

Τρεις εποχές

Ι

Προχτές έτσι με μια λύπη γεμάτη
Έφυγα από δω που ήξερες
Για δρόμους στην πόλη υγρούς
Έφυγα χειμώνα γιορτής
Ο κόσμος πανηγύρι
Εσύ παράπονο
Ζουληγμένο απαλά
Όσο να μπουμπουκιάσει.

.

Ι Ι

Η άνοιξη φέτος στην πόλη μας
σκόρπισε μικρά κορίτσια και αγόρια
νερόλι και βανίλια.
Η θάλασσα τα κύκλωσε απειλητικά
σαν γυναίκα που ζήλεψε τη γέννα τους
μα τα έσωσαν οι γλάροι.
Τα καλοκαίρια μας ευτυχώς
δεν έχουν φως δικό τους.

.

Ι Ι Ι

Υπάρχει μια ουσιώδης ομοιότητα
Ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο:
Η τρίτη εποχή.
Ενώ εν πολλοίς διαφέρουν αισθητά στο προοίμιο
και στην κορύφωση
το τέλος τους δεν είναι πάντα τόσο οδυνηρό
όσο απελπισμένα ήσυχο.

Μνημοσύνη

Το ψυχοσάββατο η μάνα μου
δένει κόμπους ονόματα
κατεβάζει τους άκληρους νεκρούς
και τα προγονικά από αιώνες.
Τα σκεπάζει με σεντόνι που έσκισε
μη μείνουν φυλακισμένες οι ψυχές
και κλαίει
για να χαρούν κι αυτοί λέει τη μνήμη τους.

.

1989

Βρεγμένη η οδός Ανεξαρτησίας.
Οι τηλεφωνικοί θάλαμοι διογκώνουν την αγωνία
Τα ροζ μαλλιά μας υγρά, αρωματισμένα
θυμίζουν αλλοτινούς έρωτες
και ιστορίες που νομίζουμε ότι ζήσαμε.
Ας τηλεφωνήσουμε κάπου με το νόμισμα που ξέμεινε
Η εμπορική οδός ξημερώνει
και περιπολικά φροντίζουν αδιαλείπτως
για την τιμή της ασφάλειας.
Τ’ αγάλματα μεταμορφώνονται
μεταξύ δύο και τρεις ουρλιάζουν και σέρνονται στην πόλη
Μοιράζουν παράπονα, ενοχές αδιάφθορες.
Στο όριο της ενηλικίωσης μας αποδιώχνει ο νόμος
μας προσπερνά η θωπεία.
Από στενά δρομάκια διαφεύγουν
ανεξαρτησίες διάφορες
για να μας τρομάξει η ζωή.
Παράκαμψη μέσα από την Πλατεία των Ηρώων
Εφιάλτης το ταξίδι ως το σπίτι μας που ακόμα αχνίζει.

.

Επιμένω

Τότε που ήσουν ωραίος τρυγητής της νιότης
χαριτωμένος μια νύχτα φωτεινή
στη βεράντα της Λευκωσίας
μια στιγμή πριν το τέλος
ευλόγησες το απέναντι στρατόπεδο
κι έγιναν τα μάτια σου για πάντα ανθοφόρα.
Οι σημαίες ορκίζομαι έσκυψαν λίγο
αλλά δεν υπεστάλησαν. Μου φάνηκε τότε
όλα να ήταν φόβος
έτοιμα να βγουν ορμητικά
και κράτησα τον ελάχιστο ετούτο χρόνο
μυστικό από το κράτος.

Τώρα διασχίζω μιαν έρημο.
Δεν έχω ούτε πλεούμενο
ούτε πετούμενο όνειρο τώρα.
Γιατί λέει ακούω τις φωνές
και όλα ξέρω πώς κλαίνε
μα φιλία με το θάνατο δεν πιάνω.
Η πόρτα μου ανοίγει στη βροχή.

.

Η Ιστορία επαναλαμβάνεται

Η Κύπρις η βασίλεια εκράτη τον ουρανό και το βυθό μας
μακριά από γνώση και πόνο ηδύν
ή αίματα.
Με τους αθώους δαίμονες εν καλλίστη πολιτεία
και το κακό σ’ αποκλεισμό, σ’ αναβρασμό σε κύκλο μόνο του.
Εμείς τότε γιορτές και θέρη του χρόνου γύρα
πανηγυρίζαμε.
(Χριστέ μου τι σου ζητήσαμε;)

«Βραδύς έρχεται η πτώση ( έφυγε η Αντιγόνη λευκή για τ’ αποθαμένα της)
ότι είχαμε βγάλει τα νυφιάτικα πρωί καλοκαιριού και πιάσαμε δουλειά
σε μια στάλα γη τάχα μου καρπισμένη.
Πάνω στον έρωτα μπαίνει η Ανάγκη την αυγή
και μου τον παίρνει
με καταριέται μ’ εκτοπίζει.
Σώζω όμως τη μήτρα μου και ανεβαίνω ερατή
χέρια ορθάνοιχτα, κεφάλι στητό.
Θα ’ρθει στην ώρα του από δρόμο λευκό
Από αντίθετες θάλασσες και δυνατός.»

Ο τόπος τελικά λεκιάζεται αυτόβουλα.
Κι η Ιστορία επαναλαμβάνεται
γιατί δεν έχει πλούσιο ρεπερτόριο.

.

Κανονισμοί ασφαλείας

Είναι πονηροί λένε οι καιροί
καθώς οι φίλοι των ανέμων αλλάζουν τη φορά μας.
ανίδεοι εντελώς κάθε σωματικής επαφής ή δικαίου
που ακόμα κι αυτό μεροληπτεί
εις βάρος του εαυτού του.
Όσο για τους δρόμους που κλείσανε
βγήκε ανακοίνωση:
Θα παίρνουμε την εκτροπή
και θα μιλάμε μόνο στο τηλέφωνο.
Για το καλό μας.

.

Αντινομία

Το πολύ πολύ διάφανο μπλουζάκι της Αικατερίνης
μοιάζει με την ψυχή σου
που ’κοψε τα μανίκια της να πάρει έναν αέρα.
Ξέρεις,
ακόμα κι οι ποιητές
κουβαλούν παντού εξαρτήσεις
και οργανωμένες καλοήθειες.

.

Αντινόμος

Στις μικρές νυχτερινές συναυλίες
και στα υπαίθρια θέατρα.
στις γωνίες των σχολείων
και στο ημίφως του έρωτα μόνο
επιτρέπεται το κάπνισμα.

.

Δίψα

Πάνω από ένα πηγάδι
σκύβουμε κουρασμένοι σε νερό διάφανο
και γίνονται όλα αβαθή
ελαφρά και αθώα
σε ρυθμό αργοκίνητων βλεφάρων.

Άλλοτε το νερό έχει μια γεύση ματαίωσης
όπως όταν είπαμε φτου κι ελευθερία
και μας είπαν όχι, παίξτε μόνοι σας.
Ωστόσο τίποτε δεν είναι όπως παλιά
ο Νοέμβριος τώρα κρύβει καλοκαίρια
που καίνε όλες τις μνήμες
όλα τα επίτηδες αφημένα χνάρια ατυχών ερώτων.

Πάνω από το πηγάδι
η ομορφιά του κόσμου πιάνει φωτιά
αγγίζονται τόσα σώματα
και τρέμει το νερό.

Επιπλέον είναι μοναδική αυτή η ιδιότητά του
να μας ενοχοποιεί για αφωνία
ή παιδικές εξομολογήσεις.
Ακόμα.

.

Επαναφορά στην ακεραία μονάδα

Σε κάθε καταβασία αστέρος
ευχηθήκαμε το ίδιο
σαν να ελπίσαμε βαθιά στο θαύμα.
Τι λέγαμε πριν ή μετά δεν έχει σημασία.
Φτάνει που ήμαστε μέτοχοι
στην ευθανασία του φωτός
στο περίπου του κρυφού έρωτά μας
και πέρα από τη διαφάνεια του ελάχιστου.
Με νερό και χώμα εισχωρήσαμε στο υπέρλογο
και στα ρηχά βαδίσαμε κάθε επιλογής.
Οπόταν έγινε το ανέλπιστο.
Τα δυο μέρη διασπάστηκαν στις μονάδες τους
κι ενώθηκαν μεταξύ τους
χωρίς να έχουν σώμα ή όνομα
ώστε από την καίρια στιγμή κι έπειτα
η λάσπη να’ χει οντότητα
χωρίς προσθαφαιρέσεις στη μαγεία του πυρήνα
ή στην ελευθερία της επιλογής.

Τα φέρνει έτσι η ζωή όλα να ξαναγίνονται.
Και ο πόνος και ο χρόνος
κι αυτή η ίδια ακόμα.

.

Αισθήσεις προς μνήμη

Αιχμάλωτος ο καιρός που εγκλωβίσαμε
μάτια και στόμα
στη λευκότητα του έρωτα
εδώ κι αλλού
αιχμάλωτος κι ο πόνος.
Τι πήραμε, τι δώσαμε σε ημερομηνίες λιτές
μικρές οδύσσειες στα φανάρια και στις διαβάσεις.
Αιχμάλωτος παραμένει ο έρωτας και πού τελειώνει
ό,τι θαρρείς πως πέρασε απ’ τη γεύση μας μονάχα
κι αλυσοδέθηκε στο νου.

.

Το κίβδηλο

Ήθελα να ΄χω κάτι από σένα στέρεο
να μη λιώνει στα δάκρυα
να μην αλλάζει όψη στο φως
κάτι αληθινό να παίρνει αιώνες.

Όμως τα χόρτα γύρω μας αφήνουν ίχνη
θερινής απελπισίας
εντελώς απαρηγόρητα.
Το τσιγάρο τελειώνει πάλι
κι όλα μένουν απαρηγόρητα ίδια.

Εδώ κάπου στο στέρνο
σβήσε ό,τι μπορείς
Να πάρω μιαν ανάσα
Για ν’ αγαπήσω πάλι.

.

Ενήλικη απορία

Η αλήθεια κάθεται πάντα σταυροπόδι
πλάι στο σκοτάδι
σχεδόν έτοιμη
και τα δέντρα μας αποχωρούν οικειοθελώς
όταν ταξιδεύουμε τη ζωή μας αναίτια.
Εσύ μπαίνεις συχνά στη μοιρασιά του δίκιου
Χωρίς ορμή κι αγάπη
Σχεδόν μεθοδικά.
Όλες οι αλήθειες γράφονται συμβολικά
με έννοιες τάχα μου αφηρημένες.

Άραγε έχουν όλα έναν παράδεισο;
Κι η ποίηση το δικό της;

.

Συνειδητότητα

Λοιπόν γυρίζω ηθελημένα πια
στην ίδια κάμαρη
με τα ίδια φτηνά τσιγάρα
ίδιο χαρτί και μολύβι
στο ίδιο ατέλειωτο ποίημα
που δε λέει ν’ αρχίσει.
σκιασμένο σαν την καλή μας νεότητα
την αγαπημένη από τον άνθρωπο του Θεού
με τα σποράκια επίτηδες αφημένα
στη θλίψη της υπομονής.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς κόβεται η φωνή μου.
Αλλά δεν είμαι μόνη. Η γλάστρα στο παράθυρο
έχει τρεις πολύχρωμους ανεμόμυλους.

.

Άκου:

Οι αισθήσεις σου δεν αφήνουν υπόλοιπα.
Τ’ αποτελειώνουν όλα
Εν μιά ριπή.

.

.

ΜΝΗΜΟΡΟΗ (2002)

.

ΕΞΟΔΟΣ

Ονειρεύτηκα να πέσω σαν να μην ήξερα
και με πρόλαβαν μέρες
που άγγιξαν το αυγινό το πρώτο σου
γύρισαν στο άλλο πρόσωπο του πόνου
και βογκήξαν
απανωτά μετρίου αναστήματος ερόδια
βγήκαν παντού και δη στα κατεχόμενα
η εκδρομή όμως τελειώνει
κι ας πέσω πάλι Θε μου σαν αθώα.

Εδώ που το ‘βαλες το μαχαίρι
γίνηκε νέος άνθρωπος
μα ίδιες αγάπες ίδιες οι ανομίες
που περισπώνται με τη ζέστη.

Εισχώρησα λαθραία σαν άμμος στα βιβλία σου.
Αυτό είναι το ελάχιστο της αγωνίας λες
ο εχθρός είναι παρών παντού
κι αιώνες τώρα ασελγούν οι βασιλείς
επί του ωραίου στήθους της γενιάς μας
ενώ πάντα οι ρήγαινες θρηνούν για τ’ άδικο
τάχα της μοναξιάς μας.

.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΩΤΟ

Στη σκοτοδίνη του έθνους
η ψεύτρα μητέρα μας ανεβαίνει
στο αυτοκίνητο του Αντρέα μ’ όλο το βιος
των Χριστιανών και κάνει γεια μοιραία.

.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο μικρός νεκρός με τα χειμερινά φώτα
της ενέδρας και του κλοιού
γυρίζει πάλι στα μάτια μας.
«Ευρίσκομαι μεταξύ αγγέλων…» λέει
και τρώει σαν καλός νεκρός
το φαΐ που ετοίμασε η μάνα του.

.

ΑΓΙΟΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΞ

Τα τελευταία αγγίγματα ζωντανεύουν
το άδειο πρωί
όχι τη νύχτα της ερημιάς
που ευλόγησε να καρποφορεί
στις πλατεΐτσες και στα παλιοδωμάτια.

Πύρωμα είναι που γίνονται αληθινά
και ηρωισμός
που πρέπει να υπάρχουν.

Άλλως πώς ανεβαίνουν τα καλά νερά
στο φόβο
κι από την άκρη του αθώου
χύνεται βουβό αδιαλείπτως
το κλάμα της ποίησης.

Πυρώθηκε ο λόγος μας
εννιά παρά πέντε ηδονή
εννιά και πέντε θάνατος.

.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «ΛΗΔΡΑ ΠΑΛΑΣ»

Ο τόπος είναι αυτόχειρας
και περπατά θηλυπρεπώς
πάνω στα πρηξίματα των αντρών στις φωτογραφίες
που γύρισαν λειψοί τάχα μου ελεύθεροι
τελευταία εποχή της ιστορίας εκείνης.

Έφηβη είναι και η λύπη μας που κλαίει στη φαντασία των αδήλώτων
οι ήρωες θαρρούν πως μπορούν να βγάλουν περίπατο
κάθε δικαίωμα ή ενοχή
χωρίς να τρομάξουν:
άσπρα φουγάρα οι περαστικοί.
Κι εσύ στη μνήμη μου.
Φωτιές δεν έχουν μείνει.

Οι εραστές μας πεθαίνουν κατ’ επανάληψη
στον ύπνο τους
Όλη μας η νιότη ένα οδόφραγμα
όπου κλάψαμε και ομαδικά και μόνοι
τα ταβάνια των ψηφισμάτων κινδυνεύουν
κι αυτά αδήλωτα
να χαθούν.

Όλη μας η νιότη ένα οδόφραγμα
όπου κλάψαμε και ομαδικά και μόνοι

.

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ I

Στην οδό Σούτσου
η Φανίτσα της Διακαινησίμου
πλύθηκε, χτενίστηκε
κι ολόφωτη κάθισε στο κατώφλι.
«Αληθώς ο Κύριος
δεν έχω απόψε σώμα»
λέει σ’ αυτόν που μπαίνει.

.

ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΙΜΑΤΩΝ II

Καινοφανής αστέρας στο έμπα της άνοιξης
ο Μάρτης μου ψιθύρισμα
στων ελευθέρων ηθών καρπό
που πήραν όλοι από περίπατο.
Στα κορίτσια της Σούτσου οι φεγγαράδες
του Απρίλη κι η Λευκωσία δροσίζεται
Η Λευκωσία νυχτώνει
η Ανθούλα σφουγγαρίζει την πλατεία
Ελευθερίας και το χέρι μου
τι να το κάνω το χέρι μου.

.

ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ

Τότε που σηκωνόμουν με τις πληγές
έπαιρνα τη φούστα μου κι έφευγα
από νυχτερινά βλέμματα αθώων
δεν ήξερα ότι ακόμα ζούσες.

Οι άντρες των αιμάτων λέγαμε
στο μέλλον θ’ αποζητήσουν με πόθο
θάλασσα βαθιά για κάλυψη
και φίλους νεκρούς για λησμονιά.

Έλα εσύ έλα στην άκρη της πόλης
φώναζα που χάθηκα
κι αγκάλιασέ με.

Ώσπου σ’ αντίκρισα.
Σε μια στάση λεωφορείου πεθαμένο.
Πανηγυρίζοντα κι ερωτευμένο σαν μωρό.
Είη τ’ όνομα ευλογημένο.

Κι ούτε μια στάλα αίμα.

.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ ΛΕΝΕ ΔΙΑΦΟΡΑ

Εκεί που σε γύρευα λείπουν τα άνθη
περιμένω την οργή σου από μοναξιά
βήματα δικά σου από δάση υγρασίας
να περάσει γύρω και μέσα μου δροσιά
ως να μην είχα δάκρυα
που γύρισες.

Να μάθουμε τη γραφή μας
ή να φύγουμε
με τους ήχους τους απόηχους της Ελένης
έλεγες.

Κι ας παίρνει πάλι ο πόλεμος τον έρωτα
ας αφήνει στη θέση του σώματα ανοιχτά
που διογκώνονται στον παρατατικό.

Η γυναίκα με το βαρύ όνομα έφυγε πρώτη
χωρίς παιδιά κι απελπισμένη
από τις σιωπές μας.

Δε σε περιμένω πια
άλλαξα οδό και γείτονες
ονειρεύομαι μυρωδάτους κήπους κι αλήθειες
κληρονομιά που τάζει ο Θεός.

Μόνο τη νύχτα η ψυχή μου
ανεβαίνει στο σχοινί
και μετρά την ισορροπία της
που σ’ αναζητά ακόμα.

.

ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ

Των πεθαμένων φίλων τα χέρια μεγάλωσαν και μας
φτάνουν
συνέχεια του κακού ονείρου
μυρωδιά από εγκαύματα στα άκρα μας
και απελπισμένα επιφωνήματα
εδώ.
Τον κουβαλήσαμε μέχρι τον τάφο
παιγνίδι όλα για όλα μην πέσουμε.
Κι εκείνος σηκώθηκε αξιοπρεπώς
έσπασε πιάτο, έχυσε λάδι
και κατέβηκε.

Συνεχίζει να μου γράφει ερωτικά
και μετά θάνατον.
Εγώ πορνεύτηκα
γεννήθηκα
και γέννησα.
Κι αυτός να στέλλει ολοζώντανος
γράμματα αγάπης.

.

ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΑΙΧΜΗ

Μικρές διαγραφές σε κάμπο αναχώρησης χαρταετού
ό,τι κουβάλησα μαζί μου
σχεδόν ξυπνάς εγώ τσιγάρο
οι κορυφές ολοένα ανεβαίνουν
εσύ ο διασταυρώμενος κόσμος
ανήμερα φέρεις ειρηνικά περάσματα
μα η χαραγματιά στο στήθος μένει
κάθετα
κι ό,τι μας κράτησε γράφει ανοχή
κατοχής, υπεροχής ή ένδειας
πως πρέπει να περπατάμε στον ουρανό και στη θάλασσα
με την ίδια ανθηρή ανωριμότητα.

Λιτά σ’ απλώνω τα κλαδιά μου
με την απρόσμενη βροχή που μας ξεπλένει
στη μικρή σου κοιλάδα
όπου η μέρα
είναι σχεδόν στο τέλος.

Σάββατο Αυγούστου βγήκαμε οι δυο μας
και φυτεύαμε πέτρες λευκές
τάχα μου ν’ αντιφεγγίζει το φεγγάρι

.

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ

Εισαγωγή στο αίμα
αποχρώσεις μπλε σφαίρια
στον τοκετό της λέξης.

Στα περισσεύματα της αγάπης
εμείς φυγαδεύσαμε τις φωνές
και τα γαυγίσματα των θερινών δακρύων.

Η κυρία Μελίτα με τα πούρα της
(πολύ βαμμένα μάτια
πολύ μεγάλο σώμα
ζωή σε φωτογραφίες) γεμίζει ένα μπαλκόνι
χορεύει με το ραδιοφωνάκι της
που παίρνουν άδεια οι φαντάροι.

Καλά σου είπα.
Πόνο τοκετού
άμα γραφτεί σχεδόν η πρώτη λέξη.

.

ΑΚΡΟΒΑΣΙΑ

Άσε τα ύψη
σε φιλώ παντού με Λευκωσία και χωρίς
αποσιωπητικά στα λεωφορεία στα νοσοκομεία
και στα θέατρα
της επαρχίας που παίζουμε λίγο ηρωικοί
πιο πολύ θανατεροί
τάχα μου ελεύθεροι.
Ο τόπος μου είμ’ εγώ λέει η Βασιλική πριν την αυλαία.
Φοβάμαι ακόμα μισή
ερωτεύομαι πάντα ολάκερη κι είναι
γιορτή στα μνήματα πανηγύρι αθέατο
Τα λουλούδια της ενοχής μαράθηκαν
τώρα που θέλω χωρίς αναβολή ή περηφάνια
να πλαγιάσεις στην άκρη του τάφου μου να δεις
που αύριο θα πεταχτώ πορτοκαλιά
σαν από πάντα αξόδευτη και καρποφόρα.

Κιόλα βαραίνει μια τύψη για το ελάχιστο
τρέμει το μόνο μου ποίημα πάνω στο φως

.

ΣΑΝ ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΤΑΙΝΙΑ

Μπαίνω απ’ τους πόρους σου
μ’ όση εφηβεία μου απέμεινε
μια κόκκινη γραμμή στο παράθυρο η άφεση και
στη διαδρομή οι λέξεις χάνουν το φύλο τους.
Όλα μαζεύονται στην κύστη της γλώσσας
σ’ επανάληψη ίδιος η ερημιά μου
ανήξερος και κάθοδος σαν νεροποντή.
Λες: Πονούν τα μάγουλα
κι ανατρέπεις το μυστικό της ωοθήκης.
μόνη αμαρτία μου και μόνη σωτηρία μου
Ποίημα

Να θυμηθώ να γεμίσω τις παλιές φωτογραφίες
με αίμα
.

.

ΕΝ ΤΕΛΕΙ

Οι ποιητές μάχονται ν’ ανέβουν στη λύπη
με τη χαρά στα σακίδια
να σώσουν τα θαύματα και τους αγίους
που αγάπησαν.
Δεν είναι νησί ο τόπος μας
ένα κουβάρι μόνο που μαζεύεται
τεντώνεται κι αναδιπλώνεται
αδιαλείπτως.

Η ποίηση ανεβαίνει στην άσκηση
εν πομπή
με κεριά και λαμπάδες
Κατεβαίνει στον πόνο μοναχή και λάμπουσα
με ένδυμα νυμφώνος καθαρό
από λογής-λογής αγνότητες κι ιδανικά.

«Η ποίηση είναι μνήμη, μνήμα, μνημείο»
και τα πουλιά του σκαλιστή
στ’ αμπέλια της Παναγίας
η νυχτερινή της μεταμόρφωση.
Γονυκλισία ατέλειωτη που καταργεί το τέλος.

Να τώρα μαζεύει τα ρούχα της
και κλείνεται στην ερημιά με πείσμα.

.

ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Θα βαδίσω εκτάσεις χιλιόμετρα άφωνες
με τη μοναξιά της πρωιμότητας
φορτωμένο βατόμουρα το ταξίδι ανάμεσα στέρνου γοφού.

Ανεβαίνω δε θα με πιάνεις
ούτε απ’ το χιτώνα
ούτε απ’ το βάρος που αποβάλλω
απ’ την αγχόνη και κάτω
θα γευτούμε ευδαιμονία
και μ’ ένα σεληνιακό ως ανένδοτο
θα συναντηθούμε φως
με παραθύρια ολάνοιχτα.

Ο πόλεμος θα μείνει απ’ έξω
με τις κόρες των ματιών μας
χάρτινες ασημένιες ή μαινόμενες
σε πέτρινους κήπους
κοντά στη θάλασσα παρήγορες
Εσύ ερωτοβάμων ακόμα ενοικιάζεσαι
κι εγώ επιρρεπής μελαγχολίας.
Δύει κοντά μου η θύμηση.

Θέλω να φύγω Κυριακή
Με το «δι’ ευχών…»

.

.

Β΄ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

.

ΑΣ ΡΩΤΑΓΕΣ ΠΟΙΟΝ ΑΓΑΠΩ (2010)

.

Η ουλή μου

Τα αγοράζω κρυφά. Δεν έχει σημασία η μάρκα, μα τούτα δω τα γαλάζια με την κίτρινη γραμμούλα μ’ αρέσουν πιο πολύ. Κάνω ένα πριν πλύνω τα πιάτα, ενώ ο Νικόλας διαβάζει εφημερίδα στο σαλόνι που το πιάνει κι ο ήλιος. Άλλο ένα άμα τελειώσω από την κουζίνα και δυο ή τρία το βράδυ, αναλόγως. Τη νύχτα αργά μ’ αρέσει πιο πολύ. Γενικά τα τσιγάρα πάνε με τις νύχτες.
Ο Νικόλας λέει πως δεν είναι μόνο οι αρρώστιες που κυνηγούν
τους καπνιστές, είναι και το ίμεϊτζ. Ειδικά της γυναίκας. «Μερικές καπνίζουν σαν άντρες», λέει σχεδόν με έκπληξη. Όχι ακριβώς ανήθικο, «μα τον καιρό που ήμουν εγώ νέος, κάπνιζαν οι αριστερές και οι ξετσίπωτες. Τώρα καπνίζουν όλες! Και το σινάφι της νύχτας βέβαια χωρίς εξαίρεση»
Κάθε του λέξη τονίζει την άρνηση και τη σιγουριά για την άποψη του. Μάτια, φρύδια, χέρια, στήθος, ρουθούνια, όλα προς τα πάνω, ένα τεράστιο όχι στο κάπνισμα, στις γυναίκες που καπνίζουν, στις γυναίκες γενικά.
Εγώ όμως καπνίζω. Είναι μια δική μου, μια κατάδική μου απόλαυση. Ίσως και η μόνη.
Ρουφάω και ξαναρουφάω και πια θαρρώ πως φεύγω εντελώς από δω που ανάγκασα την ψυχή μου να δεθεί. Συχνά καπνίζω εδώ, στο παράθυρο της κουζίνας και κοιτάω κάτω τις ελιές και μακριά τη θάλασσα. Άλλοτε πάλι βγαίνω στο μπαλκονάκι, μόλις που χωράει έναν άνθρωπο, εγώ, οι σκούπες και τα καλάθια για τα σκουπίδια.
Τώρα περιμένω να τελειώσει το πλυντήριο, ο Νικόλας πετάχτηκε να πάρει εφημερίδα, βρίσκω ευκαιρία να καπνίσω. Πάει δυόμισι. Πιο πολύ μ’ αρέσει ν αφήνω τον καπνό στο στόμα, να φουσκώνω το μάγουλο και να τον αφήνω κάμποση ώρα εδώ, λίγο αριστερά, μέσα από το πάνω χείλι μου, στην ουλή μου. Αυτό τη ζεσταίνει, την ανακουφίζει. Δεν έχω πόνο, αλλά αυτό πρέπει να ονομάζεται ηδονή. Ρουφάω, κρατάω τον καπνό εδώ ακριβώς και ξεφυσάω με κούραση, γιατί νιώθω μια ένταση μέσα στα μάτια. Το κάνω και τώρα.
Η πόρτα. Γύρισε. Πετάω το μισό, ανοίγω το παράθυρο. Κάποτε διερωτώμαι τι σκέφτεται. Του φτιάνω καφέ, τρίβομαι λεμονόκουπες και του τον πάω.
Μουρμουρίζει κάτι για τις ειδήσεις, μόνος του δηλαδή, πολιτικά και αθλητικά δε συζητούμε ποτέ. Είναι θέμα επιπέδου, λέει.
Πατάω την ουλή μου και φεύγω. Ακόμα μια ηδονή. Την πατάω, να έτσι, από ‘ξω το χείλι μου, πάνω στα δόντια και με πονάει παράξενα. Κάποτε το κάνω επίμονα και παίρνω τα δάχτυλα πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, σχεδόν ρυθμικά και με δύναμη και μ’ αρέσει. Αν με φίλαγε ο Νικόλας δυνατά στο στόμα, θα μ’ άρεζε. Θα πίεζε την ουλή μου που ούτε καν ξέρει ότι υπάρχει κι είναι ζωντανή κι άμα την πατάς πονάει, κι εγώ θα φχαριστιόμουνα.
Δε με φιλάει. Μάλλον το θεωρεί περιττό.
Όταν το κάνουμε, σκύβει πάνω μου, δε με κοιτάει, βγάζει μια μικρή φωνή, που του ξεφεύγει σκέφτομαι, βήχει λίγο και κοιμάται, αφού μου γυρίσει την πλάτη. Θα ήθελα να μ’ άγγιζε, να με φίλαγε λίγο αριστερά, εδώ που είναι η ουλή μου.
Παλιά όταν έβρισκα άρθρα ή επιστολές στις στήλες του γιατρού ή του ψυχολόγου, τα ‘κοβα και του τα διάβαζα, αλλά εκείνο το ύφος, πως είναι ανοησίες αυτά για ν’ ασχολούνται οι γυναικούλες κι οι ανώμαλοι, εκεί μόνιμο.
– Ορίστε, μορφωμένοι άνθρωποι τα λένε, η γυναίκα χρειάζεται στοργή. Δεν υπάρχουν ψυχρές γυναίκες, εκτός αν είναι οργανικό! Εξάλλου άτεκνες μπορεί να είναι και… οι θερμές!

Αυτό το βλέμμα του, Θεέ μου. Πώς κατακεραυνώνει.

Κι εσύ; Εσύ τι είσαι;

Εγώ φταίω που δεν κάναμε παιδιά. Χωρίς εξετάσεις, χωρίς αναλύσεις, τίποτα. Είναι σίγουρο ότι εγώ φταίω. Ούτε υιοθετήσαμε, γιατί δεν ξέρουμε πούθε κρατά το ντι εν έι του, λέει.
Η μήτρα μου δε χρησιμεύει απολύτως σε τίποτα. Μοιάζει με την ουλή μου, δεν εξυπηρετούν. Είναι ολόδικές μου και τις αγαπώ που με παιδεύουν. Κάποτε ονειρεύομαι πως είμαι μια τεράστια μήτρα γεμάτη ουλές. Μικρές, μεγάλες, ροζ ουλές σαν αυτή που έμεινε από το Δεκέμβρη που μου έβγαλαν το κουβάρι του στήθους. Ή μια ουλή ολόκληρη.
Το στήθος μου. Όταν έκανα την εγχείρηση, ήταν έξω και ίδρωνε. Συνήλθα γρήγορα, μπήκε μέσα κίτρινος και δεν έβγαλε λέξη για ώρες. Φοβάται τις αρρώστιες ο Νικόλας. Εγώ τις συνήθισα, τις κοροϊδεύω. Όταν σου κάνουν εγχείρηση, έχεις ουλές, αλλά δεν μπορείς να τις πατάς.
Η δικιά μου είναι διαφορετική. Άμα με πιάσει η μανία, την πατάω, τη γυρίζω, διπλώνω το δέρμα μου με δύναμη, ξανά και ξανά, πιο πολύ, κι άλλο, και πάλι, να τη ματώσω, να πω αμάν, δεν μπορώ άλλο τον πόνο της και τότε σταματώ. Με κομμένα λες τα μέλη μου, πονεμένα.
Τον ακούω που ετοιμάζεται να ξαπλώσει. Δεν κοιμάται όμως τα
μεσημέρια. Εμένα μ’ αρέσει ο ύπνος. Ξεχνάω, ησυχάζω. Μου λέει
πως ο ύπνος είναι φυγή. Σωστά. Αφού δεν ξέρω πώς αλλιώς να φύγω. Με βλέπει που πατάω την ουλή μου.
– Τι κάνεις εκεί;
Μου ‘ρχεται να γελάσω που δεν έχει ιδέα για όλα αυτά. Γέρνουμε κι οι δυο στο ίδιο κρεβάτι, ο καθένας στη μεριά του. Τόσο κοντά και τόσο ξένοι. Κάποτε ζήλευα τα ευτυχισμένα ζευγάρια που αγκαλιάζονταν και φιλιόνταν και μου ερχόταν τρέλα πώς τον παντρεύτηκα.
Με ζήτησε μέσα στην επισημότητα. Τότε δεν είχαμε λεφτά, τα είχε φάει στην τσόχα ο μακαρίτης ο πατέρας, τι σκέφτηκε και με πήρε άραγε; Όμορφη δεν ήμουν ποτέ. Είχα φακίδες και μεγάλα βυζιά. Μετά τα γεγονότα, έκοψα και τα μαλλιά μου, έβαλα παντελόνια. Τώρα δε ζηλεύω κανέναν. Αποκλείεται, λέω με το νου μου, άλλοι να περνούν καλύτερα. Μεγάλη διαφορά θα ‘ναι τα παιδιά,
εντάξει. Μα αυτή η σκέψη φέρνει πόνο πολύ και την αφήνω. Κατά τ’ άλλα παντρεύεσαι και τέλος. Εμένα είναι και δημόσιος υπάλληλος. Και το τόνιζε η θεια του. Αυτή που έκανε το συνοικέσιο.
Πατάω την ουλή μου, γυρίζω στο πλάι νευρικά, κάνει ζέστη. Από κείνα τα μεσημέρια που πρέπει να χτυπηθώ με τη μνήμη μου.
Το δρομάκι, το σπίτι μες στα δέντρα, η αποστολή μου, το χτυποκάρδι. Η εικόνα του άντρα στην άκρη του κρεβατιού κι εγώ να κοιτάω ανήξερη απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα.
Πήγαινα χαρτάκι στην Αγγελική, μήνυμα, δεν ήξερα τι ήταν, δεν επιτρεπόταν να ξέρουμε οι μικρές και περίμενα να μου δώσει άλλο. Εκείνη έφυγε αριστερά. Κοίταγα γύρω το δωμάτιο, τις γλάστρες, το χαλάκι, οπόταν κοίταξα τυχαία απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Από όσο φαινόταν, ξέκρινα ένα κρεβάτι κι έναν άντρα να κάθεται στην άκρη και να σκύβει λίγο σαν να πονούσε. Γυρίζει αργά το κεφάλι προς το μέρος μου. Χριστέ μου, δεν είναι να ξεχάσω, ένα πρόσωπο τόσο σκούρο μες στο σκοτάδι και την ησυχία, αλλά
και τόσο φωτεινό μες στη μνήμη μου. Νομίζω μου χαμογέλασε, έτσι ελαφρά, συγκρατημένα, αλλά με κοίταξε βαθιά, δυνατά, στα μάτια ολόισια. Και ξανάσκυψε. Ετοιμάστηκα χωρίς να το σκεφτώ, να πάω κοντά, να δω τον πόνο του, αλλά βγήκε η Αγγελική και με ξάφνιασε. Μου έδωσε οδηγίες, κοίταξε στο δρόμο και μ’ έβγαλε γρήγορα στην αυλή. Με το χαρτάκι της στην πλεξούδα των μαλλιών μου έφυγα σαν αλλοπαρμένη. Μ’ αυτή την εικόνα έβγαλα την
εφηβεία μου όλη, μέχρι που συνάντησα δεύτερο χρόνο της Ανεξαρτησίας την Αγγελική που δάκρυσε και είπε πως εκείνος ήταν ο ήρωας. Δε θα ξεχάσω τη μέρα εκείνη. Έκοψα τα μαλλιά μου κοντά και είπα ναι στο Νικόλα και στη θεια του που έκανε το προξενιό.
Τον αγάπησα πολύ, από τότε, ακόμα τον αγαπώ, ποιον, έναν πεθαμένο που τ’ όνομά του το ξέρει όλο το νησί. Στην επέτειο του θανάτου του βάνουν σημαίες, βγάζουν λόγους, τον αναφέρουν όπως μιλούν για ένα φίλο τους. Μου τον παίρνουν συνέχεια, πώς ν’ αμυνθώ; Κλαίω σαν παιδί, κλείνω τα ραδιόφωνα, απεχθάνομαι τον εαυτό μου, μισώ τον άντρα μου. Δεν είναι δικός μου, εγώ ήθελα τον άλλο που έσκυβε μες στο σκοτάδι κι ήταν πελώριος και
γλυκύς μες στα κοριτσίστικά μου όνειρα. Εκείνη η μισάνοιχτη πόρτα, αχ γιατί μου το ‘πες, Αγγελική, γιατί, εγώ θα τον έψαχνα ακόμα. Θα ζούσα με τη λαχτάρα να τον ξαναδώ…
Όταν ακούγεται τ’ όνομά του, νομίζω πως όλοι γυρίζουν και με
κοιτάνε, πως ξέρουν το μυστικό μου, το ‘μαθαν και τώρα θ’ αρχί-
σουν να γελάνε με την αλλοπαρμένη που αγαπάει έναν άγνωστο,
μια στιγμούλα μες στο σκοτάδι, ένα νεκρό.
Κι όλα τούτα χάνονται για να μείνει ένα παχουλό, άσπρο χέρι
με δακτυλίδι χοντρό που πέφτει δυνατά πάνω στο στόμα μου. Μόνη μου ανασέρνω τη θύμηση που με κατατρώγει. Συνειδητά.
Ξανά το χέρι, και πάλι, κι άλλη μια φορά. Το στόμα μου γεμίζει αιμα, ζεστό, το καταπίνω, ζαλίζομαι. Με βάζουν να κάτσω και με ξαναρωτούν τα ίδια. Δεν έχω ιδέα κι ευτυχώς, γιατί φοβάμαι. Τα μαλλιά μου, σκέφτομαι, τα μαλλιά μου ξέρουν μόνο. Όμως γιατί πιάσανε εμένα; Και γιατί επιμένουν;
Τέλος, μ’ αφήκανε για να με παρακολουθήσουν φαίνεται, και εγώ το τούβλο πήγα ολόισια στην Αγγελική να μου περιποιηθεί την πληγή, γιατί φοβόμουν τη μάνα μου. Ύστερα βέβαια την πιάσανε την Αγγελική και τη χτύπησαν πολύ, ήταν σημαντικός σύνδεσμος, δεν είπε όμως τίποτα, στο τέλος την πήγαν στα κρατητήρια.
Της μάνας μου της είπα πως χτύπησα στο σχολείο. Μετά μίλησα σ’ ένα θείο μου, μέσες άκρες δηλαδή, ήταν με όλους αυτός, είχε νταραβέρια διάφορα, τους εξήγησε, αποσύρθηκαν οι κατηγορίες, όλα ήταν συμπτώσεις, «μόνο που δεν απολογήθηκαν» είπε ο θείος.
Η πληγή έθρεψε, το δέρμα από μέσα έκανε μια ουλή που τη μάτωνα συχνά και ξανάνοιγε. Μέχρι που έπαψε από μόνη της ν’ανοίγει. Παλιότερα μια σταγονίτσα αίμα, τώρα τίποτε.
Μια πονεμένη ικανοποίηση μόνο. Κρατώ και τον καπνό εκεί.
Στον οδοντίατρο έκανε μεγάλη εντύπωση. Από παλιό χτύπημα,
του είπα. Παράξενο, είπε, φαίνεται πρόσφατη ουλή.
Με σπρώχνει ο Νικόλας. Θα επισκεφθούμε ένα συνάδελφο του
που γιορτάζει. Έναν ξιπασμένο, χοντρομπαλά που νομίζει ότι άγγιξε την τελειότητα. Τους βαριέμαι όλους αυτούς που θαυμάζει, τους τάχα σοβαρούς κι επίλεκτους. Είναι βαρετοί και νερόβραστοι.
Προλαβαίνω να κάνω ένα τσιγαράκι πριν φύγουμε;
Κλείνομαι στο μπάνιο και το καπνίζω με απόλαυση. Μ’ αρέσει που κιτρινίζουν τα δάχτυλά μου στην άκρη. Ύστερα τα τρίβω με σαπουνάδα. Αγαπώ αυτή την κιτρινάδα. Τα δάχτυλά μου γέρασαν. Όλα μου, μέσα κι έξω γέρασαν.
Μια μέρα σκέφτομαι, θα μπω στο σαλόνι, εκεί που διαβάζει εφημερίδα, με το τσιγάρο στο στόμα, θα σταθώ προκλητικά αναιδής μπροστά του και τραβήξω μια ρουφηξιά με δύναμη και αφοβιά. Αργά θα καπνίσω και ήρεμα. Θα το κάνω μια μέρα. Ίσως κι απόψε.
Κι ύστερα θα του πω: Νικόλα, έλειπες πάντα γι’ αυτό δεν ήξερες. Το μόνο πράγμα που ένιωσα μαζί σου είναι μια απέραντη μοναξιά, μια τεράστια θλίψη. Πόσο αστόχησα, πόσο άδειασα και κάκιωσα. Μπορεί να μη φταις εσύ καθόλου. Εγώ φταίω που σιωπούσα τόσα χρόνια, που δε σε ήθελα, όταν έμπαινες μέσα μου, που έμεινα ακίνητη την πρώτη φορά που πόναγα τόσο κι εσύ εκεί να
επιμένεις να με χαλάσεις με την πρώτη.
Φταίω που σου φτιάνω καφέ, ενώ δε θέλω, που άμα γυρίζεις τα
μεσημέρια απ’ τη δουλειά θα ‘θελα να ‘μαι μακριά να μη δω, να μην ακούσω πόσο κουρασμένος είσαι, πόσο πήχτρα είναι οι δρόμοι, πόσο καλά την κάνανε μερικοί ξαφνικά και άλλα τέτοια.
Αλλά πού να πάω; Δεν έχω τίποτα δικό μου. Δηλαδή εδώ που τα λέμε, μπορεί και να ‘χω τρελαθεί. Θέλει πολλά ο άνθρωπος να πάθει; Αν ήξερες τι σκέφτομαι και τι θυμάμαι τόσες ώρες μονάχη, θα μ’ έπαιρνες σηκωτή. Αν ήξερες για το χέρι του στρατιώτη που έπεφτε πάνω μου και πέφτει ακόμα, για την ουλή μου, για τον έρωτά μου τον τελείως παλαβό που ούτε όνομα ήξερα ούτε μιλήσαμε, ήμουν παιδί κι αυτός γίνηκε ήρωας για να μην ξεχάσω ποτέ,
μπας και λυτρωθώ, αχ, ας μην το ήξερα πως ήταν εκείνος, να μην
κοίταγα ποτέ από την πόρτα…
– Έλα, αργήσαμε.
Φωνάζει. Ξεχάστηκα και μιλάω στον καθρέφτη. Δεν προλαβαίνω ν’ ανάψω άλλο. Κοιτάγομαι και βγαίνω. Κλείνουμε την τηλεόραση και φεύγουμε. Στο δρόμο εύχομαι να γίνει κάτι, να γλιτώσω, από τι δεν ξέρω. Να πιάσει το σπίτι του εργατικού συνάδελφου φωτιά, να μην πάμε ή να φτάσουμε και να τα ζώνουν όλα φλόγες, μ’ αρέσει η φωτιά, ν’ ακούγονται φωνές, σειρήνες, υστερίες κλάματα, ωχ, κι εγώ να βγάλω να καπνίσω και να μη με νοιάζει για κανένα.
Ο Νικόλας όμως θα μείνει στον τόπο. Αν πεθάνει, δεν ξέρω αν
θα ελευθερωθώ ή αν θα χαθώ. Καλύτερα να ζήσει, δεν αντέχω άλ-
λη ενοχή.
Τον φαντάζομαι για μια στιγμή να μετανοεί και να κλαίει, να
ζητάει βοήθεια και κατανόηση… Θα τον συμπονέσω άραγε ή θα
σιχαθώ τελείως; Θεέ μου!
Τίποτα δε γίνεται. Φτάνουμε στο σπίτι του χοντρομπαλά, ούτε
μια φλόγα, μια υποψία κινδύνου, όλα ασφαλή, όλα καλά. Γρασίδια, φώτα, χαμόγελα, γνώριμα, όλα ίδια.
Χαιρετώ, χαμογελώ και μπαίνω. Ο Νικόλας κάνει θερμές χειραψίες με την οικοδέσποινα. Μου φαίνεται πως μοιάζει λίγο μιας ηθοποιού. Της το λέω και γελά.
Ο συνάδελφος φοράει δαχτυλίδι χοντρό. Και τότε γελάω εγώ.
Γελάω σχεδόν από φόβο.

.

Το σπίτι

Είναι χτισμένο ψηλά στο λόφο πάνω από τη θάλασσα. Όταν στέκομαι στο παράθυρο, είναι σαν να έχω το κύμα κάτω από ία πόδια μου. Η ιδιοκτήτρια έχει άλλα δυο, στη Χαλκίδα και στην Κα. 0 άντρας της είναι επιστήμονας, σκύβει όλη μέρα πάνω από χαρτιά κι εργαστήρια και αυτή, πλούσια κι αργόσχολη, παίρνει το παιδί της, ένα αγόρι γύρω στα τρία και γυρίζουν τα εξοχικά τους. Έχει και μια κόρη μεγάλη από τον πρώτο της γάμο, πολύ όμορφη, τη βλέπω στη φωτογραφία πάνω στο τζάκι.
Δεν είναι μεγάλο. Μονώροφο, λειτουργικό, ζεστό, γίνεται εύκολα οικείο. Ιδιόμορφο βέβαια, γιατί το κρατούν πολλές ανάσες ζωντανό, οι πιο πολλές άγνωστες μεταξύ τους. Η ιδιοκτήτρια με το παιδί της, η μεγάλη κόρη με τις παρέες της, εμείς…
Είναι σαράντα λεπτά από το κέντρο. Πηγαίνω αργά απόγευμα ή βράδυ. Οδηγώ και σκέφτομαι το σπίτι, τις ανάγκες, τις ελλείψεις του. Δε θέλω να σκέφτομαι εκείνον. Προτιμώ ν’ αγχώνομαι αν έχει νερό και ποτά, χαρτικά, καθαρές πετσέτες, τρόφιμα στο ντουλάπι, αν είναι εντάξει η θέρμανση ή το κλιματιστικό. Εκείνος μου φέρνει μα ταχυπαλμία που με αποδιοργανώνει.
Στέκομαι στο κατώφλι, πατάω το κουδούνι και στα δευτερόλεπτα που περιμένω, ο εγκέφαλος μου παγώνει, το σώμα μουδιάζει και η φωνή μου βγαίνει βραχνή, σαν μια άλλη να ήρθε εδώ πέρα, μια άλλη να μπαίνει στο σπίτι. Και παραμένω βραχνή ως την ώρα που θα φύγω. Ως τη στιγμή που κλείνει η πόρτα πίσω μου. Και κλείνει αμέσως. Καμία σχέση με τις ταινίες που στέκεται αυτός στο κατώφλι και την κοιτάει που φεύγει. Χώνεται βιαστικά μέσα, φτιάχνει τα πράγματά του και φεύγει μετά από μένα, το ίδιο προσεκτικά, γιατί δε θέλουμε να μας πάρουνε χαμπάρι.
Εκείνος έχει οικογένεια. Εγώ είμαι αναγνωρίσιμη. Ναι, είμαστε δυο κλασικοί παράνομοι, εννοείται. Ηθικά και κοινωνικά. Δυο κλέφτες που παίζουν επικίνδυνο παιχνίδι ηδονής κι επιθυμίας, ισορροπιών και αυτογνωσίας. Τους κανόνες όρισε εκείνος που δεν έχασε ποτέ τον έλεγχο. Εκείνος που γνωρίζει ότι δεν έχουμε δικαίωμα στον έρωτα. Εκείνος που ξέρει πότε και πώς θα συναντηθούμε ώστε να αισθανόμαστε ασφαλείς και ήρεμοι.
Πρέπει να ονοματίσεις αυτό το λίγο, το από καιρού εις καιρόν, το εύθραυστο, το σαφώς οροθετημένο χωροχρονικά. Αυτό έχω καταλάβει μαζί του. Πρέπει να διαχωρίζεις το περνώ καλά από το δεν αντέχω να μη σ’ έχω, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν έχεις κάτι πραγματικό. Το ερωτεύομαι από το σου δίνω γλύκα και τρυφεράδα να μη σου λείπει τίποτα. Όπως χωρίζουμε τις φακές από τα ξυλαράκια και τις πετρούλες. Όπως ξεφλουδίζεται το σιτάρι…
Σιτάρι και φρούτα στα κεριά που ανάβει περιμένοντάς με Κρασί ροζέ, αυτό που μ’ αρέσει. Τασάκι για να καπνίσω. Μόνη μου, γιατί εκείνος το’ χει κόψει. Αναμμένος ο θερμοσίφωνας, τραβηγμένες οι κουρτίνες για να μπω και να σταθώ πάνω από τη θάλασσα. Φρούτα πλυμένα στην κουζίνα, γιατί μ’ αρέσουν. Η καφετιέρα στάζει ρυθμικά. Ο καφές με άρωμα βανίλιας. Μ’ αρέσει, γιατί αρέσει σ’ εκείνον.
Χρησιμοποιούμε το σπίτι και τ’ αντικείμενά του με άνεση, λες ζήσαμε χρόνια εδώ, μαζί. Μπορούμε να συνεννοηθούμε μ’ ένα βλέμμα για το μπάνιο, τα μαξιλάρια, τα ποτήρια. Είναι η ενέργεια του χώρου. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε εκτός σπιτιού έτσι. Εξάλλου είμαστε άγνωστοι μέσα στα πλήθη γύρω μας.
Αν δεν ήμουν δύσθυμο άτομο, ίσως να λέγαμε πιο πολλά. Ξέρω πως αν μου πει λέξη κοφτή, θα φύγω, γι’ αυτό δε λέω τι σκέφτομαι στ’ αλήθεια. Αν δεν ήταν τόσο αυτάρκης, ίσως συναντιόμασταν και πέρα από τις αισθήσεις μας. Φοβάμαι τις μεγάλες συζητήσεις. Επιχειρηματολογώ όλο τον υπόλοιπο μου χρόνο, δεν μπορώ να το κάνω και με τον άντρα που μ’ αγγίζει.
Φοβάμαι ακόμα και να πω τη λέξη σχέση. Ο πρώτος κανόνας ήταν να μην αγκιστρωθεί κανένας. Το έχει τονίσει πολλές φορές. Ήσυχα, σχεδόν λυπημένα.
-Όχι έρωτες.
Το επαναλαμβάνω κι εγώ.
– Όχι, όχι έρωτες.
Δε γίνεται να ερωτευτούμε. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πο-
νέσουμε, εξήγησε.
Το δέχτηκα. Ό,τι πει το δέχομαι. Είναι πολύ ακριβός για να τον χάσω. Απλά δεν απαντώ. Σιγά μην το πίστευα κιόλα πως δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Του χαμογελώ όσο πιο γλυκά μπορώ. Θέλει να τακτοποιεί τα πάντα. Εμένα, τον καφέ, το κρασί, τους
λογαριασμούς, την οικογένειά του. Το μόνο που ζήτησα εγώ, να μη μιλάμε για τις οικογένειες. Δε θέλω να στοιχειώνομαι. Μιλάμε για μικρά, απλά πράγματα. Και κάποτε δε μιλάμε.
Μας αρέσει πιο πολύ στο καθιστικό με τα μεγάλα τζάμια παρά στο
υπνοδωμάτιο. Δυο φορές το μήνα, ό,τι καιρό και να κάνει, και άρρωστη
και κουρασμένη, θα πάω. Δεν τη χάνω με τίποτα αυτή τη συνάντηση που
δικαιούμαι. Μπαίνω ανήσυχη και χαλαρώνω, όταν με κρατήσει αγκαλιά. Καταλαβαίνει πότε μ’ έχουν πιέσει στο κόμμα και πότε η εταιρία περιμένει από μένα νέες προτάσεις για έργα. Κι εγώ καταλαβαίνω πότε τον έχουν στριμώξει στο σπίτι, πότε αγχώνεται για το φοιτητή γιο του, για την έφηβη κόρη του, πότε πονάει πίσω στη μέση του.
Γνωρίζουμε την υγεία ο ένας του άλλου κι αυτό μας κάνει «δικούς». Μας έχει δέσει σαν… οικογένεια. Είναι μια δεύτερη ζωή, αληθινή όσο κι εμείς. Ζωή με δόσεις. Σταθερές, τακτές, ισόποσες. Αν χρειαστεί ποτέ ν’ απολογηθώ γι’ αυτήν, θα πω πως δε γινόταν αλλιώς, ήταν θέμα επιβίωσης. Είναι θεραπεία για να αντέχω την άλλη ζωή, με τους υπόλοιπους και κυρίως για να μην ονειρεύομαι αυτήν που ήθελα από παιδί.
Τις υπόλοιπες μέρες έχω μια νορμάλ, κουρδισμένη ζωή με γρήγορους ρυθμούς, γεμάτο πρόγραμμα, τόσο που δε βρίσκω χρόνο να σκεφτώ, να ρεμβάσω, να χαζέψω. Για να συναντήσω εκείνον, δεν αποφασίζω εγώ. Χάρη στο σχεδιασμό εκείνου η δοσολογία είναι αρκετή για να πεθυμιόμαστε και να μη βαριόμαστε.
Εκείνος είναι η πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνώ και η τελευταία πριν κοιμηθώ. Δεν το γνωρίζει βεβαίως. Κι ούτε χρειάζεται να το μάθει ποτέ. Αν έμαθα κάτι στην πολιτική, είναι η προσαρμογή τακτικής για κάθε περίπτωση. Αν εκείνος τρομάξει, εγώ θα πρέπει να ζήσω χωρίς τη θωπεία του.
Θα μπορούσε ένας τρίτος να πει πως χρησιμοποιούμε ο ένας τον άλλο. Ναι. Ικανοποιούμε ανάγκες που μας προέκυψαν ακριβώς μετά την πρώτη συνάντηση. Ανάγκες πολυτελείας που δημιουργήθηκαν καθοδόν. Ωστόσο κάνουμε καθαρό παιχνίδι. Δεν έχουμε τρομάξει. Δεν απαιτούμε κάτι παραπάνω. Υπάρχει ευγένεια και διακριτικότητα. Ένας σεβασμός που αποσιωπά την εμπάθεια και ανακόπτει τις ακρότητες. Τα όριά μας είναι σαφή.
Λειτουργούμε με άγραφους, στέρεους νόμους απόλυτης αποδοχής. Παράνομες ερωτικές σχέσεις υπήρχαν από τότε που υπάρχουν οι νόμιμες. Ερωτικά τρίγωνα και φιλενάδες παντρεμένων υπάρχουν πάντα. Καθεμιά νομίζει ότι διαφέρει και κάθε τρίτο πρόσωπο πιστεύει ότι αξίζει η σχέση του πιο πολύ από τη νόμιμη του άλλου. Τη συμβατική τάχα. Επιφάσεις για συμβάσεις που θέλουμε να συγυρίζουμε ειδολογικά. Δικαιολογίες για να ξεφεύγουμε από πράγματα και τοπία που δεν αντέχουμε. Προφάσεις για να
γευτούμε το κοινωνικά απαγορευμένο. Όσοι έχουν θράσος ζητούν πολλά, αλλά ακόμα και το θράσος χρειάζεται στήριξη.
Κάποτε σκέφτομαι πως εκείνον μπορεί ν’ αντέξω να τον χάσω. Σίγουρα θ’ αντέξω. Υπάρχει ημερομηνία λήξης, μόνο που δεν την ξέρουμε ακόμα. Το σπίτι όμως; Τα σπίτια δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Πουλιούνται και αγοράζονται, κατεδαφίζονται, καίγονται. (Πρέπει να πάρω αγχολυτικό, πλακώθηκα πάλι.) Και το χειρότερο, αν εκείνος αποφασίσει να διακόψουμε, δε θα μπορώ να μπω ξανά στο σπίτι. Εκείνος είναι ο φίλος της ιδιοκτήτριας και κανονίζει τις συναντήσεις ανάλογα με τις διακοπές τους.
Δηλαδή, τελειώνει η σχέση, μα το σπίτι μένει εκεί. Σκέψου λογικά, λέω με το νου μου, ψύχραιμα. Το μόνο σχέδιο που φαίνεται εφικτό είναι να μαζέψω λεφτά και να το αγοράσω. Θα κάνω δάνειο. Αν το πουλάει βέβαια η ιδιοκτήτρια. Θα την πιέσω, θα της προσφέρω πολλά, θα την παρακαλέσω, θα… Όχι, όχι. Το σπίτι δεν πρέπει, δε γίνεται να το χάσω. Το δικαιούμαι. Και τις μνήμες του. Τις δικαιούμαι.
Θα πηγαίνω πάλι μόνη, απόγευμα, βράδυ και πρωί θα πηγαίνω.
Και θα μένω όχι τέσσερις ώρες, θα μένω όσο θέλω. Θα το κρατήσω μόνο για μένα και θα γίνει η αληθινή κατοικία μου. Στο άλλο σπίτι θα δέχομαι τους συναδέλφους και τους συνεργάτες, τους κομματικούς παράγοντες και τους παρατρεχάμενους του γραφείου τους συγγενείς που πασκίζουν ολοένα να επισημάνουν την ανεπάρκειά μου ως γυναίκας. Σ’ αυτό θα δέχομαι τον έρωτα και κανένα φιλαράκι που ξεκόβει για να πίνουμε τα Παρασκευοσάββατα. Όταν εκείνος δε θα θέλει πια να ‘ρχεται, θα βλέπω τη θάλασσα και θα κοιμάμαι εδώ στον καναπέ που ανοίγει και γίνεται κρεβάτι. Πάνω από τη θάλασσα.
Θα βάλω γλάστρες και γιασεμιά, δε θα ‘μαι κλέφτρα. Τα άλλα ίδια. Αγαπώ τα υφάσματα, τα ξύλα, τα χρώματα. Πράγματα που αγγίξαμε κι οι δυο μαζί. Θα λείπει η λαχτάρα του, αλλά θα μπορώ να κατεβαίνω το λόφο τ’ απόγεμα και να κολυμπώ ή να κάθομαι στα βραχάκια. Θα λείπει η μυρωδιά του, αλλά θα την ψάχνω στο αέρα, στα αντικείμενα, με το δέρμα μου.
Είναι κι η επένδυση που χρόνια μελετούσα. Όλοι στο κόμμα πήραν οικόπεδο, διαμέρισμα, εγώ όλο το ανέβαλλα. Ακόμα κι ο πατέρας μου θα πει: καλή κίνηση.
Πρέπει να σώσω τις ώρες που όλα έξω σιωπούν και μένω με το μέσα μου. Πρέπει οπωσδήποτε να πάρω το σπίτι! Το οποίο βέβαια θα προστατεύω από κάθε επιβουλή. Και τότε, α, τότε θα παίζω με δικούς μου κανόνες!

.

.

ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ ΕΓΡΑΨΑΝ

ΠΕΤΡΟΣ ΛΑΖΑΡΟΥ

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά της Νένας Φιλούση που περιέχονται στην καλαίσθητη έκδοση του Παράκεντρου, συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο σπουδαίο είναι στην πεζογραφία η αναγνωστική εμπειρία να οδηγεί τη σκέψη, στα μονοπάτια της καθημερινότητάς σου, είτε αυτή αφορά το παρελθόν, είτε το παρόν, είτε το μέλλον. Να αισθάνεσαι δηλαδή ότι αυτά που διαβάζεις δεν αφορούν έναν άλλον κόσμο μακρινό ή μια ξένη κοινωνία, αλλά εσένα, τους γύρω σου και τον τόπο που ζεις.
Κατ’ αρχάς, με γοήτευσε ο αφηγηματικός τρόπος της συγγραφέα, τα πολύ ωραία ελληνικά που χρησιμοποιεί, η διεισδυτική ματιά της γραφής της και βεβαίως οι καλοστημένες ιστορίες της. Αλλά, ιδιαιτέρως με κέρδισε η ανεπιτήδευτη προσέγγιση της στους χαρακτήρες, στις ανθρώπινες σχέσεις και στις νοοτροπίες, οι οποίες με τη σειρά τους κυοφορούν συμπεριφορές που αναδύουν στην επιφάνεια ένα μεγάλο πρόβλημα της μικρής μας κοινωνίας, που δεν είναι άλλο από την αναστολή της ελευθερίας και κατ’ επέκταση της επιθυμίας.
Η επιθυμία τις περισσότερες φορές βιώνεται ως πράξη επιβεβαίωσης του εγώ κι όχι ουσίας, καταναλωτική ευχαρίστηση και παρόρμηση. Κι όπως όλοι γνωρίζομε μες στους αιώνες η συμπεριφορά αυτή καταδικάστηκε από διάφορα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία διατυπώνουν την άποψη ότι ο αγώνας κατά των επιθυμιών βοηθά τον άνθρωπο πνευματικά. Σήμερα όμως πολλοί μελετητές του ανθρώπινου ψυχισμού διατυπώνουν την άποψη ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή επιθυμίας, η ουσιαστική επιθυμία, όπως την ονομάζουν. Αυτό σημαίνει την ανάγκη του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από κάθε εξωτερική δέσμευση και να βγει έξω από το άχθος του εαυτού του, επιθυμώντας να επικοινωνήσει, να μοιραστεί και να χαρεί. Όχι για να επιβεβαιωθεί, αλλά για να ζήσει αυθεντικά και ποιοτικά μαζί με τους άλλους, χωρίς να φοβάται την αστοχία.
Με άλλα λόγια, με την ουσιαστική επιθυμία ο άνθρωπος παύει να ζει φοβισμένα, ακρωτηριασμένα και ενστικτωδώς τη ζωή, καταναλώνοντας ηδονές που στο τέλος της μέρας κατακερματίζουν την ύπαρξη του, αλλά έχει το θάρρος να διακινδυνεύει κάθε ώρα και στιγμή την πραγμάτωση του εαυτού του μέσα από την ολότητα της υπάρξεως του, αρνούμενος πεισματικά τη μερικότητα, παίρνοντας το ρίσκο να αγαπήσει άνευ όρων και ορίων. Διότι, τότε, μόνο αισθάνεται ότι ελευθερώνεται από την καταναλωτική επιθυμία που είναι μια γκρίζα απόλαυση και σε καμία περίπτωση δεν έχει φως.
Η Φιλούση είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, ασχολείται πάρα πολύ με τις επιθυμίες των χαρακτήρων που παρελαύνουν στα διηγήματα της και ιδιαιτέρως με την καταπιεσμένη ουσιαστική επιθυμία, ειδικά της Κύπριας γυναίκας, που πασκίζει να υπερπηδήσει τους φραγμούς που την εμποδίζουν να υπάρξει ως πρόσωπο, δηλαδή ως σχέση και κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.
Οι πλείστες γυναίκες στα διηγήματα αυτά φωνάζουν ότι το ήθος είναι έξοδος, ο ηθικισμός είναι εγκλεισμός. Κι ενώ το φωνάζουν, αδυνατούν να διαχειριστούν την ελευθερία τους, αλλά τη στέλνουν να σεργιανίζει στα κρυφά και σκοτεινά σοκάκια του μυαλού τους, κι από πράξη εξόδου, διακινδύνευση μανικού έρωτος προς τη ζωή και μοίρασμα αγαπητικό, καταντά πράξη εγκλεισμού και φοβίας, ενοχικής αυτό-εικόνας κι ενίοτε προσμονή ανεκπλήρωτου ονείρου. Η ενοχή και η επιθυμία στα πρόσωπα των διηγημάτων είναι μεγέθη που συνεχώς ταλαιπωρούν τη ζωή όλων και ειδικά των γυναικών που ο μέσα τους εαυτός κοχλάζει από ζωή.
Όσο διάβαζα την ιστορία της Περσεφόνης, της Ευγενίας, της Παρασκευής, της Πολυξένης, της Πηνελόπης, της Πολύμνιας στο νου μου έφερνα τις γυναίκες που όλοι λίγο πολύ γνωρίσαμε. Τις θειες, τις γιαγιάδες, τις μανάδες, τις σαλεμένες, τις ματιασμένες, τις αλλοπαρμένες, τις δακτυλοδεικτούμενες, τις φθονερές, τις κουτσομπόλες. Να ακολουθούν το ένστικτό τους και σπανίως την καρδιά τους. Να αιωρούνται και να παλεύουν με τα συναισθήματά τους. Να σχοινοβατούν μονίμως, κι εκεί που πάνε να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα τους, οι εσωτερικοί κραδασμοί να μην τους το επιτρέπουν. Να φεύγουν και να γυρίζουν καταταλαιπωρημένες και τσακισμένες αναζητώντας λίγη αγάπη. Να μην κάνουν ποτέ αυτό που θέλουν, έχοντας απόλυτη συνείδηση του γεγονότος κι ας μην το καταλαβαίνει ο περίγυρός τους. Να μην τις ενδιαφέρει το παρόν, μήτε το μέλλον μόνο η επιβίωση στο ουτοπικό ταξίδι του μυαλού τους.
Η συγγραφέας όλα αυτά τα διαχειρίζεται με απλό και φυσικό τρόπο περνώντας από τη σοβαρότητα στο χιούμορ, κι από την τραγικότητα στην ειρωνεία, χωρίς αιχμηρότητα, επιτήδευση και βαθυστόχαστες κοινωνιολογικές αναλύσεις. Δεν την ενδιαφέρει να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας και δη των γυναικών αυτών, αλλά να τα αγκαλιάσει και να τα αφηγηθεί με ειλικρίνεια. Το σπουδαιότερο δε, απομυθοποιεί τη γυναίκα που η κοινωνία τη θέλει στήριγμα και υπόσχεση του μέλλοντος, μα στεγνή από συναισθήματα κι επιθυμίες. Αυτή η προσέγγιση κατά τη γνώμη μου συμβάλλει τα μέγιστα στη διηγηματογραφία που ασχολείται με την Κύπρια γυναίκα των νεώτερων χρόνων. Διότι τίποτα δεν ωραιοποιείται αλλά ούτε και υπερβάλλεται. Καμιά παράδοση δεν λιβανίζεται εδώ, παρά μόνο η αλήθεια.
Ταυτόχρονα, οι ιστορίες αυτές, δεν διεκδικούν τον φεμινιστικό έπαινο, ούτε ωθούν τον αναγνώστη σε ακόμα μία στείρα ανάγνωση διαιώνισης της αντιπαραθέσεως γυναίκας και άντρα. Συνήθως τέτοιες απόπειρες πέφτουν στην παγίδα της στρατευμένης καταγγελίας κατά των αντρών, του θυμού και της πικρίας. Αντιθέτως, με χιούμορ, σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία οι άντρες είναι το ίδιο καταπιεσμένοι, ενοχικοί και δειλοί. Ούτε αυτοί μπορούν να αποβάλουν από πάνω τους το κοινωνικό βάρος ενός ρόλου που τους θέλει να συμπεριφέρονται σαν άτομα κι όχι σαν πρόσωπα συναισθηματικών ανοίξεων, που είναι έτοιμα να κοινωνήσουν και να επικοινωνήσουν με τις ουσιαστικές επιθυμίες αυτών των γυναικών. Αλλά, κουβαλούν κι αυτοί με τη σειρά τους τις ίδιες φοβίες, αγωνίες κι αδυναμίες καταναλώνοντας σωρηδόν γκρίζες επιθυμίες.
Ενώ οι γυναίκες διακαώς επιθυμούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι άντρες αδυνατούν να ανταποκριθούν, διότι η κυπριακή κοινωνία θέλει τα αρσενικά της να παίζουν τον ρόλο του στυλοβάτη κι εν γένει του ανθρώπου που δεν κυοφορεί αισθήματα, αλλά λύσεις διά παντός είδους προβλήματα. Με αποτέλεσμα το κοινωνικό αυτό αίτημα να ωθεί τα αρσενικά στην αμήχανη επιλογή της δύναμης και της εξουσίας, κι όχι της διακονίας. Μαθαίνουν οι άντρες να μην αποδέχονται την αποτυχία ειδικά όταν αυτή προκαλείται από γυναίκα. Άλλωστε, μια ματιά να ρίξετε στο λαϊκό μας τραγούδι θα διαπιστώσετε ότι το 90% ασχολείται με την αδικία και την προδοσία που υφίσταται ο άντρας από τη γυναίκα. Ο κύπριος άντρας μην αποτελώντας εξαίρεση έμαθε να συμβαδίζει με την κοινωνία που θεωρεί τη γυναίκα περισσότερο ευάλωτη προς τα πάθη και τα λάθη και στις σελίδες του βιβλίου οι άντρες είναι οι πλέον μπερδεμένοι και συγχυσμένοι, όταν καλούνται να εκφραστούν δημιουργικά και να βγουν έξω από τον ρόλο που τους δόθηκε.
Μέσα από τους χαρακτήρες αυτούς φανερώνεται μια φοβερή πραγματικότητα της ζωής μας. Ότι η σωματική, πνευματική και ψυχική ένωση δύο προσώπων, που είναι το ζητούμενο σε μια σχέση είναι δώρο τις περισσότερες φορές, κι όχι κατάκτηση του ενός ή του άλλου. Πράξη ατομικής επιβεβαίωσης. Αλλά μυστήριο ανέλπιδο και ακατανόητο. Που όταν συλληφθεί από αυτούς που θα λάβουν το δώρο αυτό, τότε ενσυνείδητα τα δύο πρόσωπα αποφασίζουν να εισέλθουν στην περιπέτεια της αγαπητικής ενώσεως τους, άνευ όρων και ορίων, με γνώμονα την ελευθερία τους.
Αυτή την ελευθερία ποθούν οι γυναίκες και οι άντρες της συλλογής αυτής που εν τέλει εκφράζουν τον γενικό πόθο όλων μας…

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΗΤΤΑΣ

Η πηγή από την οποία η Νένα Φιλούση πίνει νερό για να ξεδιψάσει, είναι αυτή της Ποίησης.

Είναι ξάστερο αυτό, σε όποιον διαβάσει τις ιστορίες της και ταυτόχρονα σταθεί στην ποίηση που παράγει.

Αν και κόσμοι τελείως διαφορετικοί, η Ποίηση και η Διήγηση συνθέτουν και οι δύο ένα μεγάλο μέρος της Ενήλικης Παραμυθίας όπως μου αρέσει να αποκαλώ τη Λόγια Γραφή σε αυτές τις δύο εκφάνσεις της.

Εξαιρώ τη μυθιστορία, καθώς αποτελεί μία κυρίως αγγλοσαξονική παράδοση στην οποία ο ελληνικός λόγος –κατά κανόνα- δύσκολα βρίσκει πυξίδα.

Μας πήρε εφτά χρόνια να ταιριάξουμε τα κομμάτια

Στην άκρη του γαλανού / οι μεθυσμένες πέτρες της πατρίδας / επιφέρουν το θάνατο / στα ξένα σώματα.

Υπάρχει δηλαδή μία ανάγκη γιαλού/ να πετάμε τις ψυχές μας/ όπως άμα παρατάς την καλοσύνη σου/ γυμνός ακκίζεσαι γυμνός αλλά/ τα καλοκαίρια μας, σαν τα ψάθινα καπέλα μας περνούν, ασπάζονται και φεύγουν.

Το μικρόψυχο τέλος που φοβερίζει / νοτίως ας έρθει / εμείς ολόγυρα θαλασσινοί / ανοιχτοί στο θέρος περιμένουμε.

(τι να μας ταράξει πια εν τη απουσία σου; )

Ήδη, σε αυτό το ποιητικό κόσμημα από τη συλλογή Μνημοροή του 2002 – αισθάνεται ο καλός αναγνώστης την αφήγηση να αγκαλιάζει διακριτικά τον ποιητικό λόγο και να τον «περιποιείται».

Με τον ίδιο τρόπο, αντιστρέφοντας τώρα τους όρους, στις ιστορίες του «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» διαπιστώνεις την ροή της ποιητικής καταγωγής να αποδίδει αβίαστα και με συνέπεια τον ρυθμό ή μάλλον τους ρυθμούς, στη διήγηση.

«Μόνο τα μάτια της, μεγάλα βυζαντινά, λυπημένα»

«Φάε το γλυκό σου, το πέτυχα φέτος το νεράντζι. Άραγε ξέρει εγγλέζικα ο θεός;»

«Πατάω την ουλή μου και φεύγω. Ακόμα μία ηδονή»

Φράσεις, ατάκτως αν θέλετε ερανισμένες από το βιβλίο-θα μπορούσα να παραθέσω εύκολα άλλες 30 ή 40 που ψηλάφισα κατά την ανάγνωση. Νομίζω όμως πως και με αυτές τις τρεις που σας διάβασα, η ποιητική ταυτότητα της Νένας Φιλούση γίνεται φανερή στις διηγήσεις της.

Μία ταυτότητα, που πέρα από την γενική ποιητικότητα ως εκφραστική διάθεση ή καταγωγή, παρέχει ρυθμούς, που ταυτισμένοι όπως είναι με τους χαρακτήρες των βιβλίων σε παρασύρουν εύκολα:

(απόσπασμα-σελίδα 88 )

Το βιβλίο της Φιλούση έχει και ένα άλλο χάρισμα.

Είναι ειλικρινές. Αφτιασίδωτο. Πηγαίο, αλλά όχι «λαϊκό». Είναι δηλαδή επεξεργασμένο με επάρκεια, είμαι βέβαιος πως πολλά, γράφτηκαν και σβήστηκαν και μετά ξαναγράφτηκαν για να ξανασβηστούν και να γραφτούν εκ νέου μέχρι να βρουν το τελικό τους σχήμα και να μας παραδοθούν. Ακριβώς για αυτό, έρχεται σε μας Πηγαίο και Ειλικρινές. Πηγαίο γιατί δουλεύτηκε τόσο όσο χρειάστηκε η συγγραφέας για να συναντήσει την ψυχή των χαρακτήρων της, ειλικρινές, γιατί απουσιάζει πλήρως ο βαρύγδουπος λεξιλάγνος ναρκισσισμός που πια τόσο συχνά βρίσκουμε να κυριαρχεί στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία-προφανώς ένεκα βαθιάς πενίας επί της ουσίας.

Όλα αυτά που είπαμε έρχονται και κουμπώνουν σε μία γραφή ρεαλιστική, σχεδόν ρεπορταζιακή θα την έλεγα, καθώς η συγγραφέας κινεί την πένα της σαν κάμερα που σκηνοθετεί την πραγματικότητα.

Διαβάζοντάς την, αρκετές φορές θυμήθηκα τον σπουδαίο Τζίγκα Βερτόφ, τον θεωρητικό του «Κινηματογράφου Μάτι» που επέδρασε σαν τυφώνας στην κινηματογραφία στις δεκαετίες του 20 του 30 και του 40.

Αντίστοιχα λοιπόν θα χαρακτήριζα το ύφος της σαν «Πένα Μάτι» που καταγράφει ιστορίες- φέτες ζωής όπως ακριβώς είναι ενώ η ποιητικότητα για την οποία μίλησα νωρίτερα έρχεται να ρίξει τους χρωματισμούς, τους ίσκιους ή το φως στην κάθε εικόνα, στον κάθε χαρακτήρα για να μας δοθεί με τόση ευκρίνεια, ώστε πια κατά στο τέλος της ανάγνωσης στο νου σου έχεις σκιαγραφήσει πρόσωπα, μάτια, χέρια, ρούχα, έχεις ακούσει τις ανάσες τους, τις φωνές τους, ακόμα και τον διαφορετικό βηματισμό τους.

Απέφυγα να σταθώ σε οποιαδήποτε στοιχεία Κυπριακής Ηθογραφίας.
Αντιμετώπισα το βιβλίο, σαν καθαρή λογοτεχνία, και για να το πω πιο καθαρά, σαν σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία καθώς, κατά τη γνώμη μου η γλώσσα είναι αυτή που προσδιορίζει την καταγωγή της λογοτεχνίας. Άρα-κατά τη γνώμη μου- τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και το σύνολο της δουλειάς της Νένας Φιλούση αποτελούν μέρος του ευρύτερου ελληνικού λογοτεχνικού πλούτου και μόνο έτσι πρέπει να ειδωθεί.

Είμαι βέβαιος πως θα υπάρξει συνέχεια, γιατί, έτσι και αλλιώς η ίδια, σφραγίζει το βιβλίο της με τη φράση:

« Κι η δική μου ψυχή πιάνει ψηλές θερμοκρασίες»

.

ΠΑΡΙΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ

«Ας ρώταγες ποιόν αγαπάω»

Θέλω από την αρχή να δηλώσω ότι δεν διεκδικώ τις ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενες δάφνες ενός κριτικού, αλλά το μικρό στοχασμό σε κάτι που με άγγιξε από μια ανάγνωση, με την πιο ιδανική μου ιδιότητα.αυτη του αναγνώστη. Είναι εξάλλου η πιό αθώα.
Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Νένας Φιλούση με την απαραίτητη επιφύλαξη, πρώτον επειδή είναι Κύπρια συγγραφέας –ουδείς προφήτης στον τόπο του- δεύτερον επειδή ο τίτλος και το εξώφυλλο με παρέπεμπαν σε ακόμα ένα κυπριακό ρομάντζο με πολυ συναισθηματισμό, φολκλορικές αγάπες με καθόλου ή πολύ καθώς πρέπει σεξ, καθώς και πολύ διδακτισμό απ’ αυτόν που μας έχει συνηθίσει μια κεθεστηκυία πνευματική νομεγκλατούρα που εκπορεύεται απο την αθλιότητα του κόμματος ή των ευαίσθητων καρεκλοκενταύρων των κρατικών υπηρεσιών. Ο τρίτος λόγος ήταν ότι η συγγραφέας είναι δασκάλα σ’ενα εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει κατα συρροήν λειτουργικά αναλφάβητους που σε κάθε τρείς λέξεις οι δυό είναι αγγλικούρες με ‘μουλαρίσιμη’ προφορά, καταπόνηση τόσο της ελληνικής όσο και της αγγλικής γλώσσας. Αν θέλετε ν’ αντιληφθείτε τι εννοώ παρακολουθείστε οποιαδήποτε δήλωση κύπριου υπουργού ή κρατικού παράγοντα σ’ όποιο δελτίο προτιμάτε.
Με αυτές τις σκέψεις έβλεπα ακόμα το εξώφυλλο. Κι έκανα την τιτάνια προσπάθεια να το ανοίξω. Είμαι πολύ επιφυλακτικός αναγνώστης. Ήταν μια συλλογή διηγημάτων.
Στο πρώτο άρχισαν να επιβεβαιώνονται οι φόβοι μου… Δεν είχα τίποτα να κάνω και συνέχισα μαζοχιστικά…
Στο τρίτο διήγημα ‘Η γειτονιά τιμάει τον Άρη’ κάτι άρχισε να με δελεάζει. Η σεμνότητα της ηρωίδας μέσα σ’ ένα πέλαγος σεμνοτυφίας και η σεμνότητα του συγγραφικού λόγου που κρατούσε τις δαμόκλειες ηθικές και κοινωνικές ισορροπίες με μια καθόλου σεμνότυφη εντιμότητα.
Και φτάνουμε στο συγκλονιστικό ‘Το νόου της Ευγενίας’. Το ταλέντο, η πλοκή των λέξεων,η πλοκή των γεγονότων και ξανά η πλοκή των λέξεων σε μιά άμιλλα μεταξύ τους ποιό να φανερωθεί πρώτο η λέξη ή το γεγονός, ποιό να καμουφλαριστεί πρώτο η φράση ή η πράξη, ποιό ν’αποκαλυφθεί πρώτο ο σπαραγμός του λιτού λόγου ή ο σπαραγμός του δρώμενου. Όλα αποκαλύπτονται μεμιάς μ’ένα χείμαρο ψιθύρων και υπαινιγμών σ’ ενα χείμαρο νεκράς φύσης. Το πτώμα ενός νεκρού αντάρτη στην πλατεία του χωριού. Το νεκρό νόου του πτώματος- το ζωντανό νόου των ζωντανών.το νόου –το καθε νόου που ψιθύρισε αυτό το νησί με φόβο και πόνο. Ένας μικρός άψυχος ψίθυρος του αδύναμου… ένα ποιήμα σε μορφή διηγήματος.
Μετά όλα ήταν εύκολα. Η συγγραφεάς ήταν κάποιος από μας ή κάποιος σαν εμένα για να είμαι πιο ακριβής. Μπορούσε πλέον να με πάει όπου ήθελε. Και με πήγε. Η μιά συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την άλλη. Μία Κύπρος του χτές μία Κύπρος του σήμερα. Η κάθε μιά με τη στάση ή την πόζα της. Μέσα σ’ αυτά κι ένα διήγημα αθηναϊκής πλοκής που θα μπορούσε νάχε γραφεί από κάποιον καταξιωμένο της μητρόπολης.
Δέκα διηγήματα με πρωταγωνιστές δέκα γυναίκες άγνωστες μεταξύ τους.
Δέκα γυναικείοι λόγοι διαφορετικής εποχής, διαφορετικής κουλτούρας και μικρογεωγραφίας με μιά όμως ψυχοσύνθεση. Τη ψυχοσύνθεση της Νένας Φιλούση.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

1-1-ΘΑΝΑΣΗΣ

 

 

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΠΟΙΗΣΗ

(1982) Απόπειρα εξόδου 1975-1981, Σύγχρονη Εποχή
(1985) Του ανταποκριτή μας, Σύγχρονη Εποχή
(1988) Μοντέλο σώματος, Σύγχρονη Εποχή
(1991) Ανοιγμένη φλέβα, Παρατηρητής
(1996) Το περίστροφο της σιωπής, Τα Τραμάκια
(2002) Τεστ κοπώσεως, Τα Τραμάκια
(2010) Μικρές ανάσες, Μελάνι
(2015) Χαμηλά ποτάμια, Μελάνι

 

ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ

(1995) Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου
Χάκκα, Τα Τραμάκια
(1996) Βιβλιογραφία Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Παρέμβαση
(2003) Ματιές ενόλω, Σοκόλη
(2006) Ανέστης Ευαγγέλου, Σοκόλη
(2010) Ο ποιητής και το ποίημα, Σοκόλη
(2013) Ένα πουλί στην άσφαλτο, Μελάνι
(2014) Ματιές ενμέρει, Μελάνι

 

 

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ  ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

 

1-ΠΟΙΗΣΗ

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΤΑΜΙΑ, 2015

 

Η ΧΕΙΡΑΨΙΑ

Αν ήταν κάτι να κρατήσω
απ’ όλα τα μουσεία της μνήμης μου
θα κρατούσα μονάχα
μια επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα
που είδαμε ένα καλοκαίρι στο Δίο
τότε που απεγνωσμένα σμίξαμε
θεόγυμνοι στο κύμα

 

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟ

Δε λέω
πολύτιμα κι ανεκτίμητα τα εκθέματα στο Δίο
όμως εγώ χωρίς κανένα δισταγμό
όλα τα χαλαλίζω
για κείνο το λαχταριστό μελαχρινό κορίτσι
που μισοβυθισμένο στο λινό του φόρεμα
λάμπει σαν τύψη στη γωνιά
φρουρώντας το ανήλεο σκότος

 

ΠΛΑΝΟ ΣΤΑΘΜΟΥ

Κάθε που βλέπω στην οθόνη
εκείνον να περιμένει εκείνη
στο σταθμό του τρένου
μια θλίψη με συνέχει που δε μου ‘τυχε και μένα να ζήσω
παρόμοια στιγμή στη ζωή μου
κι ας μην ήταν ντε και καλά στιγμή χαράς
ας ήταν λύπης
εκείνη να φεύγει σύννεφο πίσω απ’ το τζάμι
κι εγώ να μένω αποσκευή ξεχασμένη
ενώ ήδη αρχίζουν να πέφτουν
οι πρώτες σταγόνες της βροχής

 

ΟΙ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ

Πάνε οι γιαγιάδες του παλιού καιρού
οι μαυροφόρες εκείνες που ξέραμε
με τα βαριά φουστάνια το σφιχτοδεμένο μαντίλι
οι φαφούτες εκείνες με το τσαλακωμένο πρόσωπο
το δειλινό στο βλέμμα
τώρα οι γιαγιάδες αλλάξανε
απόκτησαν τρόπους ντεκολτέ διαζύγια
πρόσωπα σιδερωμένα και στίλβουν
βάφουν τους πόθους ενυδατώνουν το ψέμα τους
εκβάλλουν στα μικρά cafe σερφάρουν
μα σαν έρθει η ώρα που σπάζουν οι φλέβες
και το αίμα ξαναβρίσκει το χρώμα του
τρέχουν να κρυφτούν πανικόβλητες
πίσω απ ’τη φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς
σαν άλλοτε που γύφτος έφτανε ο φόβος στην πόρτα τους

 

Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήκωσε στην πλάτη
τον άντρα τα παιδιά τη μιζέρια
σήκωσε τους γέρους τα πένθη
κι όταν πια απόκαμε
σήκωσε το χώμα

 

ΟΧΤΩ ΜΕ ΔΕΚΑ

Να είμαι οχτώ ή έστω δέκα
να ψήνομαι στον πυρετό
να πέφτω να σβήνω τη φωτιά
στο δροσερό πηγάδι

Να βρέχει ν’ αστράφτει να βροντά
σμπαράλια να γίνεται το μεσημέρι
κι εγώ να σκύβω να καρδιοχτυπώ
μικρό πουλί σε χούφτα ξένη

Να είναι Μάης άντε Ιούνης
κεράσια μαύρα να γεμίζω το κόρφο μου
βοριάς ο δραγάτης να χουγιάζει από πέρα
κι εγώ να καλπάζω σκιασμένο πουλάρι
να μαλώνει η μάνα να με κρύβει
στο χαμηλό πορτάκι κάτω απ΄ τη σκάλα

 

ΣΚΕΤΟΣ ΑΕΡΑΣ

Βαδίζω στα εξήντα δύο
βρέξει χιονίσει

Κοιτάζω μπροστά μου
βουνά και λαγκάδια
θάλασσες που ανθίζουν
δρόμοι γκρεμοί και δρόμοι γεφύρια
κι ανοιχτά ενδεχόμενα σαν παράθυρα θέρους

Κοιτάζω πίσω μου
σκέτος αέρα

 

ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑ

Έμπαινα στο ποίημα
με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα
πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια
μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες

Έμπαινα ήδη στο ποίημα
με ανασκουμπωμένα μανίκια
παντόφλες ευρύχωρες και λάσκα πιτζάμα
τρένο υπέροχα μόνο
στην απέραντη ερημία της χάρτινης στέπας

Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα
εν πλήρει στύσει
σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο
όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Μια εβδομάδα μετά την εκδημία της κυρα-Κατίνας οι καρέκλες
στο μπαλκόνι είναι ακόμα δύο

Κάθεται μόνος νησάκι στη λύπη πουλιά τα χρόνια και πέρασαν
πέρασε κι η γυναίκα του σαν χελιδόνα μόνη του συντροφιά η
μνήμη η μνήμη που επανέρχεται όπως τα φώτα στο ταβάνι
από διερχόμενα αυτοκίνητα

Κάθεται στο μπαλκόνι φίκος μονάχος με σταυρωμένα τα
κλώνια κοιτάζει τα γύρω μπαλκόνια κοιτάζει τον ακάλυπτο κι
όταν πέφτει κανένα σύννεφο κατέρχεται σπάζει σιωπές με
μικρές τρικυμίες και ήσυχος πως έκανε το χρέος του
ξαναγυρίζει στον ουρανό του.

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ

 

5. Οι σιωπές των δαχτύλων

Πόσο λίγο κράτησα τις πέντε σιωπές σου ενώ ήδη έβλεπα τη δίνη του ανέμου ν’ αρπάζει δίχως έλεος τη μέρα απ’ τα μάτια σου
Τώρα καταλαβαίνω το δίκιο που είχες όταν εκ βαθέων ευχόσουν να ‘χες γίνει κομμάτια στα δάση του Γράμμου κι όχι μονάχα μια τρύπα τυφλή στην πλάτη

12. Μυθιστόρημα μαθητείας

Είμαι πάλι στο σπίτι με την πρώτη μου άδεια.
Έχουμε μόλις αποφάει κι ο πατέρας ανοίγει αργά το ΕΘΝΟΣ
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ και μου προσφέρει τσιγάρο.
Παρότι απόφοιτος του πανεπιστημίου και του καπνού πρώτη
φορά ανάβω μπροστά του.

Έτσι ανδρώθηκα.

14. Οι ναυαγοί των ματιών

Όταν η υπέργηρη μητέρα μου έπαθε σοκ υπογλυκαιμίας για
πρώτη φορά μπροστά στα μάτια του επίσης υπέργηρου και
ήδη αναρρώνοντος από μακρά ασθένεια πατέρα ο μικρός
αδερφός μου που ανάστατος έσπευσε στο Κέντρο Υγείας του
βρήκε να κλαίνε βουβά ναυαγισμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου.

ΥΓ

Χ. Το φωτόδεντρο

Μια μέρα με φώναξε ο Λευτέρης στη μικρή πλατεία
φίλος παλιός και γείτονας απόμαχος του ιδρώτα πια
Έλα μου λέει και μου ‘δειξε ένα λεμονοκυπάρισσο
δίπλα στο κιόσκι
Αυτό το δέντρο το φύτεψε ο πατέρας σου

XI Ετήσια μνήμη

Κατηφόρισαν για τα μνήματα όρθιες νύχτες άναψαν μνήμες
ανέπεμψαν δεήσεις πήραν συχώριο και ανηφόρισαν ένα
σύννεφο κάργες τώρα στο σπίτι αλλάζουν χαμόγελα αγκαλιές
και φιλιά τρώνε και πίνουν γλυκά και καφέδες πολλά και τα
νέα δικά τους και ξένα παίρνουν φωτιά τα χείλη καίγεται κι ο
πατέρας στο κάδρο κι απ’ τη στάχτη ανατέλλει ένα ολόκληρο
παράπονο.

 

 

ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ  (2010)

 

Απομεσήμερο

Απομεσήμερο Ιουλίου
κι ανάμεσα ύπνου και ξύπνου
αναδύεται στο κεφάλι του
σαν πλώρη στο πούσι του πρωινού
λάκκος φρεσκοσκαμμένος από ιδρώτα ξένο
στην πένθιμη πλαγιά του χωριού του
και δύσθυμος απέρχεται
να κόψει κρύο καρπούζι
την πίπα του ν’ ανάψει
φυσώντας τον καπνό
στις ακτές του ορίζοντα
πάνω απ’ τις λεύκες
που έξω απ’ την Κατερίνη
του χάρισε μια μέρα ο Μάρκος
στο δρόμο της επιστροφής
από την Πάτρα στην πατρίδα

 

Εμφύλιο χώμα

στον Κωνσταντίνο Μαρκόπουλο (1921-2004)

Βορείως βράχια κι αφάνες
σκιές που οσμίζονται σώμα
Nοτίως μνήμη κατάκοιτη
σε μορφή γαριφάλων
Άνωθεν ουρανός
με κραυγές και ζωστήρες
κι από κάτω αυτός
γονατιστός
ν’ αντλεί με τα χέρια
εμφύλιο χώμα
να ρίχνει το δισάκι στον ώμο
να φεύγει για το τελευταίο ταξίδι
κάτω απ’ την αψίδα ενός ουράνιου τόξου

 

Νόστοι μεσήλικος

Κάθε που γυρίζω στη μικρή πατρίδα
πληθαίνουν τα άγνωστα πρόσωπα
οι σκιές στους δρόμους
τα σπίτια που μπάζουν νερά της βροχής
τα μνημόσυνα του Σαββάτου

Κάθε που επιστρέφω στη μικρή πατρίδα
όλο και πιο λίγο φθείρεται η παλάμη μου
από θερμές χειραψίες

 

Τσάι βουνού

Λιγνοί κι αθώοι σαν τσάι βουνού
οι φίλοι μου κάποτε ήταν εδώ
στην οδό Μελενίκου στην Τούμπα
στ’ αμφιθέατρα
στους εξώστες του Κρατικού

Τώρα οι φίλοι μου μίσεψαν
άνεμοι και τους πήρανε
σε ορεινούς ορόφους
κύματα τους βυθίσανε
σε σκοτεινά κοχύλια
κι εγώ στη λευκή ερημία
βουβό καραβάνι
αναπαράγω το λυγμό μου

 

Ο ύπνος του μεσημεριού

Ώρα μεσημεριού γκρεμίζομαι
στις τρυφερές πτυχές θερμαντικών σωμάτων
Ταξίδι μικρό στον ουρανό
κι επιστροφή το δειλινό που ανθίζουν τα μάτια
Πένθος πικρό λιμνάζει στα παράθυρα

Δεν είναι που αρνήθηκα την πίστη στο θεό σου
και πια δεν έχω φεγγίτη να υψώσω το βλέμμα

Είναι που αθέλητα
στην άλλη νύχτα βουλιάζοντας
νιώθω τη στάθμη ν’ ανέρχεται με φωνές σκοτωμένες
να ματαιώνει τις φωταψίες
της πόλης που αγάπησα στις όχθες των ματιών σου

 

Η τρελή του φεγγαριού

Όλο και πιο επίμονα τελευταία
γυρίζει στο μυαλό μου η σκέψη
πως μια γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας
όπως η κυρία από την Ξάνθη
που αναζητά τη νιότη της
ποντίζοντας φεγγάρια
σε βαθιά πηγάδια
μου θυμίζει τον αρχαιολόγο
που σκάβει για τον έφηβο
ξέροντας κατά βάθος
πως δε θα βρει
παρά το σχήμα της απουσίας του
που άφησε ο τυμβωρύχος

 

Μικρές ανάσες

 

Ι. Απορία νηπίου

Μαμά
πότε μπορώ να φιλήσω

 

ΙΙ. Τα δέντρα που γέρνουν

Στην ερώτηση της δασκάλας
τι θα θέλατε ν’ αλλάξετε στον κόσμο
το πρωτάκι απάντησε

«Να ισιώσω τα δέντρα που γέρνουν»

 

ΙΙΙ. Τα καλαμάρια

Μικρά παιδιά ξυπόλυτα
κάποτε κι εμείς
σαν τέλειωναν οι εξετάσεις
κι ωρίμαζαν τα τζάνερα
σπάζαμε τα καλαμάρια
στ’ αγκωνάρια του σχολείου
κι άστραφτε σαν κύκνος
η μέσα ψυχή μας

 

Η μάνα απόψε

στο Θανάση Λιάπη και πάλι

Πέφτει ο ήλιος
στον κερματοδέκτη του βουνού
το σούρουπο χιόνι στα έλατα
κι η μάνα με το μαύρο μαντίλι
να βλέπει απ’ τη φωτογραφία
ανύποπτη

Άναψε τα κεριά
το καινούριο καντήλι
άναψε το τσιγάρο
πήρε φωτιά η μνήμη

«Θα ’χει πολύ φως η μάνα απόψε»
είπε

 

Aυτόματος ποιητής

Ο ποιητής απουσιάζει
στο ορυχείο των στίχων

Παρακαλώ
μετά το χαρακτηριστικό ήχο
ακούστε το μήνυμά του

Μ’ αυτά και μ’ αυτά
κρατιέται στη ζωή

 

Οι πόρτες της Φλώρινας

Πόρτες λιτές ξυλόγλυπτες
πόρτες καφέ γαλάζιες πράσινες
δίφυλλες πόρτες τρίφυλλες
με το κομμένο χέρι
πόρτες σκεβρές γδαρμένες ξέθωρες
πόρτες γριές
άλλες τυφλές
κι άλλες με μάτια ορθάνοιχτα
με κουρτινάκια βλέφαρα
και φρύδια μισοφέγγαρα
πόρτες που προβοδίσατε
τη χαρά και το θάνατο
με τρίξιμο παράπονο
κι αμίλητες συντροφέψατε
νυχτέρια ατέλειωτα
στα ξύλινα κατώφλια
πόρτες πιστές εχέμυθες
πόρτες παλιές της Φλώρινας
καπάκια αρμοστά υπέροχα
στα τελευταία φέρετρα

 

Τα κάδρα

Με θλίβουν τα κάδρα με λυπούν
των προσφιλών προσώπων
που διάβηκαν ένα πρωί
το σκοτεινό ποτάμι
τα συνηθίζει το μάτι κάποτε
τυφλώνεται νυχτώνει
καλύτερα στο συρτάρι λέω
φωτογραφίες ύπτιες
τουλάχιστον μια στις τόσες
πέφτεις αίφνης απάνω τους
εκείνοι τα χάνουν για μια στιγμή
κι ύστερα σ’ αγκαλιάζουν σαν δίνες
βγαίνουν στο δρόμο χαίρονται
πιάνουν κουβέντα με γνωστούς
και πάλι επιστρέφουν
στα ξένα ζουν και ξέρουνε
τελείωσε η άδεια
πρέπει να επιστρέψουν

 

Γυναίκα μόνη μπροστά στη θάλασσα

Ο ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα

Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται
Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή
Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα

Κόπωση θέας και γλαρώνει
Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ’ ένα μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα

Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί

Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή φράζει το βλέμμα
Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει λιώμα

 

Ο πατέρας σε ενέδρα

Ψάλτης στο χωριό εδώ και χρόνια ο πατέρας με γλυκιά αν και ασθενική φωνή κατά κοινή ομολογία επιστρέφει από την εκκλησία τραπέζι πρώτο του χρόνου εκείνος κι εκείνη τα παιδιά και τ’ αγγόνια τρώνε και πίνουν κρασί δικό του κι απάνω στο κέφι θυμάται τον παλιό σκοπό «τραπέζι χρυσοτράπεζο και χρυσοκεντημένο δεν ήμουν νιος καμιά φορά δεν ήμουν παλικάρι» και σπάζει η φωνή δακρύζει το μάτι σαν κλήμα τα ίδια παθαίνει κι ο Κλείτος «δε φταίω εγώ που με παίρνουνε τώρα πιο συχνά τα δάκρυα που ένας λυγμός ενεδρεύει πάντα στην άκρη της φωνής μου» η μάνα τον αποπαίρνει ο γιος τον ενθαρρύνει κι εκείνος σπίτι που καπνίζει στο χιόνι σιάζει τα μεγάλα του φρύδια ακουμπώντας με δέος το βλέμμα στο τραπέζι του άλλου καιρού

 

 

 

ΤΕΣΤ ΚΟΠΩΣΕΩΣ (2002)

 

Γυναίκες ηλιοτρόπια

Πιο πολύ κι απ’ τις γυναίκες που αγάπησα
ανέμους σηκώνουν στη μνήμη μου
εκείνες που μου δόθηκαν με αφοσίωση
όπως ηλιοτρόπια στον ήλιο
κι εγώ απόστρεψα το πρόσωπο

Πιο πολύ κι από εκείνες που μ’ αρνήθηκαν
πριν χτυπήσει τρεις φορές το ρολόι
το ματωμένο παράπονο μ’ εξουθενώνει
των γυναικών που γκρεμίστηκαν στα πόδια μου
κι αντί για ένα κλαδάκι ευγνωμοσύνης
δέχτηκαν ανάμεσα στα μάτια
σαν το πιστό σκυλί
την πέτρα της αχαριστίας μου

 

Σπόνδυλοι στη χλόη

Ι

Aκόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς βρέθηκα ένα πρωί
να μάχομαι τα χελιδόνια
που ακάθεκτα εφορμούσαν
να χτίσουν τη φωλιά τους
στη βεράντα του καινούριου σπιτιού μου

ΙΙ

Η Ελλάδα ξεβάφει με την πρώτη βροχή
το νυφιάτικο σεντόνι της στο μπαλκόνι
έχει πάντα την ατιμία του κραγιόν

Η Ελλάδα
η ανεκτέλεστη καταδίκη

ΙΙΙ

Καρφάκια ανοξείδωτα μπήγοντας
στο μεγάλο φέρετρο της καθημερινότητας

IV

Έμπαινα στο ποίημα
με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα
πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια
μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες
όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα

 

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Ερπύστριες μαρσάρουν σαρώνουνε πόες και πίσω τους γιάπηδες ακρίδες στα στάχυα ράκη περιφέρονται σε οδούς και πλατείες συνεργεία του Δήμου μαζεύουν κάθε πρωί προδομένες ιδέες όμως εγώ φτερούγα και κύμα ενοικώ μονίμως στο ίδιο κλωνάρι στον ίδιο ουρανό στεγάζω το βλέμμα μου

Στο κάτω κάτω βρε αδερφέ κάποτε πεθαίνει κι ο θάνατος όπως ένα σωρό παλιοί επαγγελματίες ο τσαγκάρης λ.χ. κι ο ράφτης λ.χ. ο έρωτας

Εδώ πέστε μου τι κάνει ο επαγγελματικός σας προσανατολισμός

 

Φιλί στον ουρανό Ι

Στη μικρή μας πόλη συμβαίνουν ενίοτε συγκλονιστικά γεγονότα όπως άλλωστε και στο ομώνυμο έργο του Δημήτρη Χατζή τα οποία ως συνήθως αγνοούν συστηματικά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Χτες το πρωί λ.χ. γύρω στις 8 ο πενηντάχρονος καθηγητής Θανάσης Μαρκόπουλος απ’ τα Κρανίδια Κοζάνης κάτοικος Βέροιας εδώ και είκοσι χρόνια αφού διέσχισε τροχήλατος συν γυναιξί και τέκνοις τη γέφυρα της Μπαρμπούτας με τα μεγάλα πλατάνια και το ερωτικό νερό πήρε ν’ ανεβαίνει την επικίνδυνη ανηφόρα μπροστά στο 5ο Δημοτικό όταν κοπελίτσα λιγνή με μαλλιά γκρεμισμένα προσεγγίζει το στύλο της ΔΕΗ δίνει ένα φιλί στη σκοτωμένη δασκάλα και βροχερή συνεχίζει το δρόμο της άκρως ανυποψίαστη για τη μολότοφ που πέταξε εντός του απ’ τα παράθυρα των ματιών

 

Το παιδί και το κοτσύφι

στο Γιώργο Κ. Μαρκόπουλο (1948-1998)

Αγόρι άγριο χουγιάζει τη γύμνια του κάτω στο ρέμα με τους σταλαγμίτες της λεύκας και το μαργωμένο κοτσύφι δε βρίσκει κλωνάρι ν’ ακουμπήσει την κόπωση στο κλειδωμένο τοπίο κι ολοένα γκρεμίζεται μα πάλι ανέρχεται την τελευταία στιγμή επιστρατεύοντας το αδύνατο ώσπου το μάτι χτυπάει μαύρο όπως αίμα η γάζα και χύνεται εντός του σε μια άφεση δίχως επιστροφή ως τ’ ακρωτήρια των νυχιών και πέφτει γλυκός ο θάνατος στο πεινασμένο στόμα

 

Δήλωση μετανοίας

Είδα κι απόειδα νύχτες και νύχτες να διασχίζω τρένο μονάχο τις παγωμένες εκτάσεις του λευκού πήρα λοιπόν τα μάτια τα σπασμένα μου δόντια στη χούφτα και ήρθα

Βεγγαλικά ανέρχονται παγόνια στον ουρανό στίλβουν προσόψεις μάτια χαμηλωμένα σαν άδεια ποτήρια σάχλα κανάλια μπάρμπεκιου κι ο χρόνος στο πλευρό Αλιάκμονας ποταμός πλατάνια και βελάσματα και μουλωχτό ρουμάνι κορίτσια διαβαίνουν στα ρηχά της λεωφόρου σηκώνοντας τα σκοτάδια όνειρα ατέλειωτα στο μήκος της ώρας

΄Αι σιχτίρ εγκράτεια είπα και χάρηκα που μπόρεσα κι εγώ να κάψω τη μέρα κι επιβάτης του σώματος να φτάσω νύχτα στην όχθη του ύπνου

 

Στο γύρισμα του αιώνα

στο Γιώργο Μύαρη

Τι κρίμα στο γύρισμα του αιώνα και να μην έχω ακόμα ξεστομίσει κι εγώ το βαρυσήμαντο λόγο πάλι με πρόφτασε ο Χάρης οικεί άλλωστε στα ορεινά του άστεως κι ως γνωστόν εκείθεν διέρχονται όλα τα ρεύματα μπορεί λοιπόν να βλέπει εκ του μακρόθεν που πάει να πει με τη δέουσα ψυχραιμία που απαιτεί η τέχνη στοίβες δακρύων αίματος και θημωνιές τα κόκαλα στα ράφια των μάρκετ

Ο αιώνας μου φεύγει φεύγουν κι οι κάμερες κι εγώ απομένω κουρέλι μονάχο να περιεργάζομαι τα πηγάδια που άνοιξαν οι έσχατες βόμβες να συναρμολογώ αποσπάσματα τρυφερών σωμάτων που βόσκουν το θάνατο στη θάλλουσα χλόη να μετρώ με το μάτι τις κατακόρυφες ανόδους της προόδου στα έγχρωμα ραβδογράμματα ρισκάροντας καινούριο πιάσιμο στο σβέρκο άπελπις μέχρι σκασμού μέχρι σκασμού δοσμένος που στο γύρισμα του αιώνα κι ακόμα να βγει απ’ το βατράχι ο πρίγκιπας

 

Βίος και πολιτεία του Χρίστου Βλαχάβα

              Στον Κλείτο Κύρου

Με φθαρμένα παπούτσια κι ένα παλτό τριμμένο της ΟΥΝΡΑ κατηφόριζε για τον άλλο συνοικισμό τις άγριες νύχτες του χειμώνα ο εκτελών χρέη νοσοκόμου στο χωριό Χρίστος Βλαχάβας πολιτικός εξόριστος άλλοτε στα βράχια του Αιγαίου παραγωγός καπνού στα Κρανίδια κατόπιν με σακατεμένη γυναίκα και τρία κορίτσια κατηφόριζε λοιπόν μέσ’ απ’ το πλημμυρισμένο ρέμα με μόνο φως το αναμμένο τσιγάρο κι αφού έκανε την ένεση με τα σύνεργα που είχε ήδη απολυμάνει στο κατσαρόλι η μονίμως γερασμένη γυναίκα έπαιρνε τον ανήφορο της επιστροφής αφήνοντας πίσω του το φόβο και την υποψία πως όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να γίνονται για μια ιδέα

1985 μεσούντος του καλοκαιριού έγειρε ο Χρίστος Βλαχάβας με δίχως ένα χέρι να στηρίζει τον ίσκιο του

 

Ο Ματούσιος λύνει την αντίφαση

Όταν ο ατρόμητος
στα βουνά της Αλβανίας
Ματούσιος
πλήρης από παράσημα
και σκοτωμένα μάτια
βιτσίζοντας λιποτάκτης
μια νύχτα το άλογο
έφτασε στο χωριό του
και βρήκε τη μανούλα του
βροχούλα στα πλάγια
κι εξόριστο τον πατέρα στη Χίο
στήριξε την κάνη κάτω απ’ το πιγούνι του
και τίναξε την αντίφαση στον αέρα

 

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1996)

 

Τώρα η μοναξιά

Τώρα η μοναξιά
δεν είναι η κοπέλα του αλλοτινού καιρού
με το ελάχιστο κοκκινάδι στο μάγουλο
που την έπαιρνες το κατόπι
εκλιπαρώντας το βλέμμα της
κι όταν την κέρδιζες στο κίτρινο του φεγγαριού
αφηνόσουν σαν αμμουδιά στα κύματα των χεριών της

Τώρα η μοναξιά
σε στριμώχνει καταμεσής του δρόμου
στον αγοραίο συνωστισμό
σου δίνεται απεγνωσμένα
και δεν πα να ουρλιάζεις σα ζώο εσύ
εκείνη επιτελεί το έργο της ενψυχρώ
κι ύστερα αποσύρεται στη γωνιά
γλείφοντας τα ματωμένα της δάχτυλα

 

Βρεφοκρατούσα

Στην αγκαλιά μου κρατώ
ένα σκοτωμένο έρωτα
μέσα στα μάτια μου
γκρεμός που φυσάει
στα σπήλαια με γυρίζει
το ξεριζωμένο φυτό της φωνής μου
σαν φιλμ ο φονιάς καιγόταν στο φως
από σημάδι δεν κάτεχε
κι ούτε να κρύβει ήξερε
το μαχαίρι στη γλώσσα

Μέσα στην ψυχή μου
γδαρμένοι τοίχοι
στην αγκαλιά μου κρατώ
τη σκοτωμένη ανθρωπιά σας

 

Τα γράμματα του πατέρα

Καιρός του φτερού
καιρός της σπουδής
κι έπεσες κι εσύ στη λούμπα πατέρα
κι όλο μου τηλεφωνείς
ποτέ δε μου γράφεις
όμως αύριο που θα φύγεις
τι θα μείνει να σε θυμίζει πατέρα
εγώ τα γράμματά σου νοσταλγώ
μιας άλλης εποχής
που καρφώνουν τη μνήμη σα φέρετρο
μ’ εκείνες τις ακίδες της έγνοιας σου
τις εκτενείς αναφορές τα αιφνίδια λάθη
κι εκείνο το γκρέμισμα των σωμάτων
κατά τον τρόπο της βροχής

 

Η καταπακτή

Την καταπακτή του συντελεσμένου
φοβάται το ποίημα
γι’ αυτό την τελευταία στιγμή κρεμιέται
από μια λέξη
όπως πλεκτό από μια θηλιά
και μένει έτσι μετέωρο στο κρανίο σου
με διαρκή τον κίνδυνο της εξάρθρωσης
της μόνιμης αναπηρίας
ολόκληρο ένας πόνος
μα ένοικος ζεστός της φλέβας σου
γιατί καλά το ξέρει το ποίημα
στη γέννα τελειώνουν όλα

Ομοίωμα ζωής το ποίημα
την έξωση απ’ την καρδιά σου φοβάται
γι’ αυτό αντιστέκεται με τόσο πάθος
στην έπαλξη της τελευταίας λέξης
τοξεύοντας απανωτές εναλλακτικές προτάσεις

 

Το περίστροφο της σιωπής

Πάει πια η εποχή της οξείας κραυγής
του τεντωμένου χεριού
η εποχή του περίστροφου πέρασε
πομφόλυγες σκάνε χαλάνε τον κόσμο
και ποιος ν’ ακούσει
την πιστολιά που θα σπάσει
το θυμωμένο σου κρόταφο

Σήμερα το περίστροφο
έχει το σχήμα της σιωπής

 

Συλλέκτης οστράκων

στη Μαρία

Στη θερισμένη αμμουδιά
της σιωπής
στο ύψος της επικράτειας του κύματος
πήγαινε κι ερχόταν
ακάλυπτος
την άμμο ανασκαλεύοντας
με το δικράνι του βλέμματος
κι όπως κλώνος πολύκαρπος
στο σκούντημα του ανέμου
έπεφτε υψωνόταν
μ’ ένα φως ακέριο στα δάχτυλα
συλλέκτης οστράκων
ο έρωτας

 

Οψεις τεφρές της ερημίας

 

I

Ερήμην μου ζω

Περνώ κάθε τόσο από μέσα μου
και δε γνωρίζω κανέναν
Φεύγω μια λύπη
κι ούτ’ ένα χέρι
να τσακίσει στην προκυμαία

Σ’ ένα λυγμό διπλώνω

 

II

Σαν τους Κορύβαντες θορυβώ

Χτυπώ τα χέρια τα στήθεια τις ώρες
τα πουλιά τις πόρτες χτυπώ
τις τιμές στα αισθήματα

Τουλάχιστον εντός μου
να έσκουζε το βρέφος

 

III

Σύντροφο θρέμμα της εντός ερημίας ελέησον

θα σου δίνω τη φλέβα ν’ ακονίζεις το δόντι
παγωμένο νερό στο πέτρινο χέρι
θ’ ανάβω στον ύπνο σου το πολύκαρπο κλήμα
θα σου μιλώ με σιωπές σαν εικόνα αρχαία

 

Πρώτη αγάπη

Φωνές χαμηλές
κι ένας ήλιος Δεκέμβρης

Πίσω απ’ τα τείχη
μες στους υγρούς καθρέφτες των ματιών
ακύμαντη
μια λίμνη από χρυσάνθεμα
κι εντός ναυλοχεί
η υπέροχη γλυκύτητα της γιαγιάς
με το μαύρο μαντίλι μαρκίζα
κι ακέριο το κέρμα στα τελειωμένα χείλη
εκείνη που σπάζοντας τις δεκαετίες
ασάλευτη στο κατώφλι
ατέλειωτη έμοιαζε
σα να ξεχάστηκε στη ζωή

Πρώτη φορά π’ αγάπησα φέρετρο

 

Ο δρόμος με τα φεγγάρια

Απόψε διανυχτερεύει το ποίημα της Κίμωνος

Βαρκάρηδες κατεβαίνουν στις ανοιχτές μου φλέβες
με αναμμένες σιωπές
στα μάτια μου αναδύονται στιλπνές προσδοκίες
΄Οσοι πιστοί
ελάτε ινκόγνιτο στο δρόμο με τα φεγγάρια
θα περάσουμε όμορφα απόψε
θα ψήσουμε στις σχάρες των στίχων
συδαυλίζοντας λέξεις λησμονημένα χρώματα
θα πιούμε παλιό κρασί από τις κούπες του ύψιλον
θα κάψουμε σέρτικα όμικρον
απ’ τα βραχάκια του β και του θ
θα ξαναδούμε τις προθέσεις και τις γυναίκες
που ερινύες σπαράζουν ακόμα τον ύπνο μας
τους φίλους που χάσαμε στους διαδρόμους των μάρκετ
κι εντός γαλβανισμένοι αύριο
θα κατεβάσουμε ανώδυνα το κώνειο της μέρας

Σύντροφοι της σιωπής
ας δώσουμε στη νύχτα τη δική μας εκδοχή

 

Η ηλικία της αθωότητας

 

Ι

Τα μικρά μου κορίτσια στον ύπνο
πουλιά σκοτωμένα στη χλόη

Αλήθεια σας λέω
απ’ το μυαλό μου το ’βγαλα
που λέει κι η κόρη μου η Βούλα
απόφοιτη του Παιδικού

 

ΙΙ

Σήμερα η Βουλίτσα
δε φτάνει το μπαλόνι
που ωριμάζει στο πολύφωτο

Κόντυνα είπε κι έσπασε
η απάθεια του καθρέφτη

 

III

Να μου φυλάτε τα κουκλάκια
έγραψε στα μάτια μας το κορίτσι
και χάθηκε
δάκρυ στη θάλασσα

Έκτοτε η μάνα
σαν πλώρη αναδυόμενη
στο πούσι του πρωινού
τσακίζεται στην τρέλα
του πλουμιστού μαρμάρου

 

Ανταπόκριση

στο Μιχάλη Ευθυμίου

Η πομπή εν χορδαίς και οργάνοις
στην εκκλησία πορεύεται
κι εγώ αδιόρθωτος πάλι
δραπετεύω στα σιωπηλά μου τοπία

Ζεστό χριστιανόπουλο της δεκαετίας του ’60
επιβαίνω στο λεωφορείο των «40 Μαρτύρων»
σπιθαμή προς σπιθαμή εκκαθαρίζω το πάρκο
κάθε γωνιά του ξανακερδισμένου τοπίου
πουθενά τ’ αγριμάκι που κάποτε ήμουν
ούτε καν στα σκαλιά του ναού
όπου το χνάρι μου δεν μπορεί παρά να άφησα
αν κι έχω ακόμα στα πίσω δωμάτια του μυαλού
συγκεχυμένη έστω
σαν κουνημένη φωτογραφία
την επιβλητική εικόνα της πρόσοψης

Δειλινό του Σεπτέμβρη στ’ Αμύνταιο
και ν’ απειλεί ο ήλιος με δύση

 

 

ΑΝΟΙΓΜΕΝΗ ΦΛΕΒΑ (1991)

 

Απόπλους

Γλάρου φτερό
χτυπημένο από σκιά βροχής
ξαναμένο χείλι
έπεσες στ’ ανοιχτό μου πουκάμισο
σπινθήρας απ’ αστέρι
τα πλευρά μου πύρωσες
σαν του προβάτου
κι άνοιξε ο θώρακας στα δυο
γινωμένο φρούτο
Λουλούδια του πρωινού
υψώνοντας το γερμένο κεφάλι
εξέρχονται στους μπάγκους
οι κωπηλάτες αιχμάλωτοι
βγάζουν φωτιές τα χέρια τους
και φωταγωγημένος
αφήνω γεια στο λιμάνι

 

Ιδιαίτερα μαθήματα

Με ιδιαίτερα ενοχλήματα
κι έναν από το δέρμα του ντορβά στον ώμο
αριστερά να γέρνει το υποζύγιο
γύφτος σε ξένες πόρτες
τα ρολόγια του μάτια πουλώντας
κι ανάμεσα στα στριμωγμένα δίωρα
καταζητούμενη τουαλέτα

την κατεδάφισή του οικοδομεί την πρόωρη

ένα έμφραγμα ρετιρέ
σε κεντρική λεωφόρο στήνοντας

στο ύψος της ανισόπεδης
χοληστερίνης του θανάτου

 

Λεκτικό επεισόδιο

Οι γιατροί
με έκδηλη αμηχανία
είπαν πως πήγε από εγκεφαλικό
αλλά εμείς που ξέραμε τον άνθρωπο
κι είδαμε τον καημό ισόβιο ναυαγό
στα βαθιά των ματιών του
δείξαμε κατανόηση
γιατί εδώ που τα λέμε
πώς θα μπορούσαν να διαγνώσουν
οι άμοιροι
αυτήν τη συμφόρηση των λέξεων
στο κεφάλι του ποιητή

 

Η εκτέλεση

Στέκει ανφάς
μπροστά στην κάνη

Μαρσάρει ένα χαμόγελο
κι αρπάζουν φωτιά
τα λαγκάδια του στήθους

Απ’ τη στάχτη ανάβει
ρόδι με δόντια

 

Ο σταλακτίτης

Πουλί από χιόνι
στης αυγής το κατώφλι
το άδειο καθρεφτίζει τ’ ουρανού
στις μικρές ακύμαντες λίμνες
με τα δυο ποδαράκια
συσπειρωμένα στο πέτο
σε μια απονενοημένη απόπειρα
ν’ αποκρούσει την παγωνιά του καιρού

αυτό το χτύπημα του σταλακτίτη στη φλέβα

Πιο κει το ανεστραμμένο καπέλο
με το περίττωμα του άλλου πουλιού

 

Ενοικιάζεται

Κυκλοφορούσε
με το ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στο στήθος
σαν τουριστικό δωμάτιο
και δεκάρα δεν έδινε
Ένας πίθηκος στο τιμόνι
πελεκούσε το φως με πέτρινα δόντια

Μέρες που ήταν
σοβάδες έπεφταν από τον ουρανό
ουρά οι άστεγοι έξω από την πόρτα
κι εκείνος μόνιμα έξω από το σώμα
σ’ ένα κλαδί βροχής

Ώσπου μια μέρα τον έπιασαν
τον άνοιξαν
εσπευσμένα τον έκλεισαν
όπως το καθρεφτάκι κυρίες
που δεν αντέχουν να δουν
το τσαλακωμένο τους πρόσωπο

 

Περεστρόικα ή Ο καλός μαθηματικός του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Μετρώ τα δάχτυλα
και τα βρίσκω περίσσια
Τα ξαναμετρώ
τα βρίσκω λειψά

Τίποτα δεδομένο λοιπόν;

 

Το λεωφορείο των 12 μ.μ.

Γύρω στα μεσάνυχτα μαζεύω από το κέντρο
τους τελευταίους ναυαγούς των κινηματογράφων
έρωτες ξεχασμένους και αργοπορημένους επισκέπτες
φοιτητικών δωματίων
Συνασπισμένες μοναξιές
σαν τις αφίσες μιας απεργίας στην Αριστοτέλους
μοναξιές αυτόνομες όπως ιστός σημαίας
κοπέλες που κατεβαίνουν από τον έβδομο ουρανό
πυρπολημένες φρεγάτες
αγόρια που ανεβαίνουν από το υπόγειο του σώματος
με ανήσυχα σύννεφα
Στο τελευταίο δρομολόγιο
αναβοσβήνουν τα φεγγάρια στις διασταυρώσεις
σαν τα ευκίνητα μάτια της Καίτης
Τις πλατιές λεωφόρους καταβροχθίζω ταχύτερα
ταχύτερα ερημώνω
στο τέρμα της συνοικίας φτάνω
λεωφορείο αδειανό φωταγωγημένο

 

Σωσίβιο μνήμης 1944

στο Χρίστο Βλαχάβα (1922-1985)

Πάντα είχα την περιέργεια να μάθω
πώς αντέδρασε
ο αγαθός εκείνος βαρκάρης του Αχέροντα
όταν είδε να φτάνουν στην προκυμαία
τα λεωφορεία
με τους τρακόσους τόσους εκτελεσμένους
του Μεσόβουνου

 

Σαν έντομο

Τουλάχιστον εδώ είσαι κάποιος
Όταν λ.χ. έρθει η ώρα της αποδημίας
χτυπάει η καμπάνα
αποκλειστικά για σένα
κι όλοι ρωτούν ποιος φεύγει
και πέφτουν αποκρίσεις
παγωμένα πουλιά

Τουλάχιστον στο χωριό
δε φεύγεις σαν έντομο

 

Η τύχη του Τσε

με αφορμή μια φωτογραφία

Σε ατμοσφαιρικό μπαράκι
πίνεις γουλιά γουλιά την οδύνη
κόσκινο κάνοντας τη σιωπή
με αναμένα τσιγάρα

Στο άλλο τραπέζι ο Γκεβάρα
θερισμένος κάμπος
Νύχτα φυσάει στα μαλλιά του
σβήνουν γύρω τ’ αστέρια τα τσίγκινα

Από μια άποψη ήσουν τυχερός
δικέ μου Τσε
Έπαιξες κι έχασες
Εμάς έλα να δεις
που χάνουμε χωρίς να παίζουμε

 

Ο παππούς

Σ’ αυτήν την πέτρα τη διάτρητη
σαν καλυμνιωτικο σφουγγάρι
καθόταν ο παππούς μου
όταν έβγαινε στον ουρανό
να πιει τον καφέ του
και να πελεκήσει τη φλογέρα του χρόνου
με το σουγιά της μνήμης

Μέρες του ‘64
δημοκρατικό διάλειμμα κλπ
φύσηξε ο βοριάς έμεινε η πέτρα

 

Η πείνα του λευκού

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος
Νίκος Καρούζος

Πεινασμένο λευκό
δεν έχω άλλη νύχτα να σου δώσω
Τώρα ξέρεις δε βασιλεύει ο ήλιος
στις οροφές που τον καρφώσαν
έτσι ποτέ δε νυχτώνει
κι η φτώχια μου δε λέγεται
Δεν έχω καν μια στάμνα σιωπής
να μαζέψω τις σκέψεις μου
ένα κλαδάκι έρεβος
για να πλανέψω τ’ όνειρο
ένα τριζόνι έστω
να συντροφέψω τον καημό
Ένα ψίχουλο νύχτα δεν έχω πια
να φιλέψω την αγάπη
κι η λύπη μου δε λέγεται

 

Επιτηρούμενη ζώνη

Τσιγγάνος ανά τους αιώνες
τη γύμνια μου περιφέροντας και τα παλιά μπακίρια
σπιθαμή κοντάρι δε δίνω
στα ξεδοντιασμένα λιοντάρια του χρόνου

Στην επιτηρούμενη ζώνη των σαράντα μπαίνοντας
πυκνώνουν οι πυροβολισμοί στα παράθυρα
τα χτυπημένα πουλιά στον ουρανό μου
μια λευκή σημαιούλα υψώνω στα μάτια

Την καρδιά του χρόνου σαν κοχλίας αγγίζοντας
βλέπω τα δέκατα στην οθόνη να καταρρέουν ανύπαρκτα
όπως κανάτι από πηλό
πριν καν προλάβουν να φορέσουν ακέριο το σώμα τους
Πανικός καλπάζω στις φλέβες μου με χαλινό σπασμένο

 

Αγωγή έξωσης

Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω το σώμα
τέρμα πια οι αυταπάτες τα μεμψίμοιρα λόγια
Μαζεύω ήδη τα προσωπικά μου είδη
ένα δύο τρία δέντρα τρεις παλάμες ουρανό
τον καθρέφτη με το παγωμένο σου πρόσωπο
Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω τις γωνιές που σε προστάτευα
τις επικίνδυνες νύχτες
αυτήν την αίσθηση ευφροσύνης που διαποτίζει τον αέρα
τις κραυγές της χαράς και του πόνου
που σφήνωσαν στις χαραμάδες σαν καρφίτσες
Εγκαταλείπω το σώμα
εγκαταλείπω το σώμα
εδώ θα στεγαστεί ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ
όπως γράφει και το πανό στη πρόσοψη.

 

ΜΟΝΤΕΛΟ ΣΩΜΑΤΟΣ, 1988

 

Στόμωσαν τα δόντια

Στόμωσαν τα δόντια
να κόβουν νομίσματα λόγων
Κάτι πρέπει να κάνουμε
για να ξανάβρει το γάντι το χέρι του
Το τέλμα κουφό
βαθαίνει κι απλώνει κι αγγίζει
τα είδωλα στους καθρέφτες
τα τελευταία μας εκρηκτικά εμποτίζει

Γροθιά στο μαχαίρι;
Έστω
Ο πόνος είναι γεγονός

 

Ο κλέφτης του φεγγαριού

Ξέκοψε απ’ τους αστυνόμους
που κυνηγούσαν τους κλέφτες
και χάθηκε στη νύχτα σαν άστρο

Γυμνό
ήρθε και στάθηκε
πάνω απ’ την καθημερινότητα
πέρα απ’ τη σκοπιμότητα
των ρόλων και των παιχνιδιών
το αγόρι
έβαλε το ’να του χέρι στη μέση
και την ώρα που το φεγγάρι ανύποπτο
έγερνε στη μασχάλη του
τ’ άρπαξε κι έφυγε

Γι’ αυτό δεν έχουμε απόψε φεγγάρι

 

Αποσπάσματα άνοιξης

Ι
Φτερό μου φτερό
που οργώνεις μου τ’ όνειρο
και ξαστερώνεις το φρύδι μου
με ποιο πουλί να σε παντρέψω
για να μη σέ βρει ο κυνηγός

ΙΙ
Στο κεφάλι σου
ένας κήπος με όνειρα
Στη φωνή σου
ρυάκια πουλιών
Μια θάλασσα χρώματα
συνωστίζονται λαίμαργα
στην ανάδυση του χαμόγελου

Πόσο όμορφα συλλαμβάνεις τον κόσμο

ΙΙΙ
Ένα χελιδόνι
η Μυτιλήνη με τα πράσινα μάτια
που έχτισε τη φωλιά του με μπετόν
κάτω απ’ το γείσο του εγκεφάλου μου

Γι’ αυτό δε λείπω ποτέ απ’ την άνοιξη

 

Μη ρωτάτε

Μη ρωτάτε
πού βρίσκω το κουράγιο κι ανθίζω
Εγώ που λέτε είμαι από άλλο ανέκδοτο
Μοιάζω το δίδυμο αδερφό μου
που αιμορραγώντας ανέρχονταν μια μέρα
να φυτέψει στη γη τα μαχαίρια
μα μου τον φύτεψαν στο Γράμμο μια νύχτα
οι λόγχες του Τρούμαν

Σαν δε λέει να βιαστεί ο χειμώνας
τραβώ απ’ το μανίκι την άνοιξη
και φεύγω

 

Ο ημερήσιος νεκρός

Τα βράδια
αν και αρτιμελείς
δε φεύγουμε πια στα όνειρα σαν άλλοτε
που όντας φτωχοί από χέρι
δεν είχαμε βέβαια ψυγεία και βίντεο
κρατούσαμε ωστόσο στα δόντια γυμνό
το κόκαλο της πείνας μας

Θλιβερό καθήκον μάς καρφώνει στη γη

Μ’ ένα σφαγμένο κορυδαλλό στο ουίσκι
καθένας μας κηδεύει
το δικό του ημερήσιο νεκρό

 

Είναι νύχτες

Όσοι είναι να δουν ξανά τον ήλιο
Πρέπει να εξαντλήσουν την έρημο.
Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

 

Είναι νύχτες που αιμορραγεί ακατάσχετα
η σιωπή
κάτω απ’ τους λευκούς επιδέσμους
οι βρύσες στερεύουν
ενώ στο βλέμμα του οι ρωγμές
βαθαίνοντας πολλαπλασιάζονται
η έρημος αναπτύσσεται στο κρανίο του
με μεγάλες ταχύτητες
Είναι τότε που μη βρίσκοντας τρόπο άλλο
να διασώσει τα χείλη του
καταφεύγει στο μαξιλάρι
κι από το εκμαγείο της αγωνίας του
πίνει ως την τελευταία ρανίδα όλο το δάκρυ

Την άλλη μέρα
κατεβαίνει απ’ την αυγή τρεκλίζοντας
κι ας μην ήπιε σταγόνα στο μπαρ

 

Ο φάρος

Τα κύματα της ερήμου επελαύνουν
μέσα από τη διάτρητη πανοπλία του
στις στιλπνές επιφάνειες του δωματίου
Πορσελάνες και κρύσταλλα τσακίζονται
στις ακτές των ματιών του
ναυαγός στο παρκέ
τεντώνει τα χέρια του με απόγνωση

Τον διασώζει την τελευταία στιγμή
απ’ τον τηλεβόα του ανθοδοχείου
ένα γαρίφαλο φάρος
σε ανοιξιάτικο μπράτσο

Το μόνο που ακόμα αντιστέκεται
σ’ αυτό το ναυαγισμένο δωμάτιο

 

Παράξενος άνθρωπος

Βγαίνει απ’ το καβούκι του
μονάχα τη νύχτα
αρτιμελής σταλακτίτης σιωπής
όταν οι άλλοι επιστρέφουν οιμώζοντας
με κομμένα δάχτυλα
για να χαϊδέψουν τις μπαγιάτικες γυναίκες τους
και να σπαργανώσουν των τραυμάτων τα βρέφη
στη φόδρα του ύπνου

Τότε λοιπόν ξεπορτίζει
απ’ τις χαραμάδες της μνήμης
μ’ ένα μολύβι κρεμασμένο στον ώμο
κι επιστρέφει ξημερώματα
κατάκοπος
μ’ ένα ματωμένο ποίημα στη ζώνη

Παράξενος άνθρωπος
ο ποιητής

 

Οι έγχρωμες προσωπίδες

Και ησυχία έχουμε μόνο πού και πού κάποιες γλυκές βραδιές όταν το γυμνωμένο κόκαλο γυρεύει τη σάρκα του κι εμείς βλέπουμε τηλεόραση αλλάζοντας το δέρμα μας σαν φίδια μπροστά στους ηλεκτρονικούς κύκλωπες ευδαίμονες που παίξαμε εύστοχα τους ημερήσιους ρόλους και το μαχαίρι πέρασε ξένο λαιμό κάτι τέτοιες βραδιές η εικόνα χάνεται ξαφνικά ενώ την ίδια στιγμή ένας παράξενος θόρυβος ακούγεται από κάτω σάμπως πληγωμένα πουλιά να χτυπούν τις φτερούγες στους τοίχους παρόλο που εκκενώσαμε το υπόγειο απ’ τα επικίνδυνα αντικείμενα γένια φυσιγγιοθήκες φωτογραφίες παλιές και κραυγές που βγαίναν απ’ τις ουλές των βλημάτων στη μνήμη

Τότε ο άντρας μου συγχυσμένος που χάνει το έργο αρπάζει απ’ τα μάτια του μικρού μου γιου την καραμπίνα του παππού κατεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά και πυροβολεί στα τυφλά

Το πρωί που ξυπνάμε –τρόπος του λέγειν ξυπνάμε γιατί συνήθως δεν κλείνουμε μάτι– βρίσκουμε μονάχα σοβάδες στο δάπεδο και αποσπάσματα από τις έγχρωμες προσωπίδες μας

 

Η Αντιγόνη

στην Πόπη

Η Αντιγόνη
κυκλοφορεί και σήμερα ανάμεσά μας
Δεν είναι βέβαια αρχοντοπούλα ούτε και σταρ
για να πρωταγωνιστεί στην Επίδαυρο
και στις πρώτες σελίδες των ενδιαφερόντων μας
μα κάθε αυγή
και με το στιλέτο της Ισμήνης στην πλάτη
και με τους θωρακισμένους αγγέλους του Κρέοντα
πάνω απ’ το κεφάλι
θάβει στις στοές της κραυγής της
τους νεκρούς συντρόφους
παίζοντας κορόνα γράμματα τη βολή της

Η Αντιγόνη
βρίσκεται και σήμερα ανάμεσά μας

Αλλιώς πώς εξηγείται το γεγονός
ότι αυτή η πολιτεία δεν πνίγηκε ακόμα στην μπόχα
με τα τόσα πτώματα που παράγουν ακατάπαυστα
οι ερπύστριες του καθημερινού μας θανάτου

 

Προσωπογραφία

Εμένα ο πατέρας μου
είχε δυο χέρια βομβαρδισμένα τοπία
ένα ακρωτήρι στο βλέμμα
και στον ώμο ένα σάκο τριμμένο
με τα σύνεργα της επανάστασης

σκεπάρνι αλφάδι μέτρο μυστρί
κι ένα σφυρί

Το δρεπάνι το είχε στο κεφάλι

 

Στη λίμνη του Πολύφυτου

Στη λίμνη του Πολύφυτου
εκεί που τώρα κάνει στάση
σιωπηλός μηχανοδηγός ο Αλιάκμονας
τα ψαράκια
αν και φτηνά
δε χωνεύουν με τίποτα
παρά την καλή παρέα και την πλήρη εξάρθρωση
των φρυγμένων ιστών
Τεμαχισμένα
μυρίζοντας ρακί και Σαββατόβραδο
διέρχονται το στενό του λάρυγγα
σαν ένας λυγμός επαναληπτικός
και ξαναβρίσκοντας το διαμελισμένο τους σώμα
στο ενυδρείο του στομαχιού
με μια απορία στο βλέμμα που γίνεται λύπη
με μια λύπη που γίνεται δάκρυ
στέκουν σαν χαμένα πίσω απ’ το γυαλί
τα παιδικά μου χρόνια
τα θαμμένα καλοκαίρι του ’73 στον πυθμένα
της λίμνης του Πολύφυτου

 

Το παράπονο

Καβάλα στους έρωτες
πέρασαν τα κορίτσια
μετά το φροντιστήριο
πετροβολώντας με γέλια τη νύχτα
και χάθηκαν στα πάρκα

Κι ένα κορίτσι
μην έχοντας άτι απόμεινε πίσω
να σέρνει με το μετάξι των μαλλιών της
στον ουρανό
ένα παράπονο φεγγάρι

 

Φθινόπωρο βλέμμα

Φθινόπωρο βλέμμα βρέχεις
κίτρινα φύλλα από δέρμα
και μπαγιάτικο σπέρμα
Στάχτες σβησμένων πόθων ανασκαλεύοντας
σπίθα τροχιοδεικτική πυρπολεί
τα φουστάνια της μνήμης
Δαντέλες κεντημένες κοχύλι και βότσαλο
παιδί καλοκαίρι ξυπόλυτο την παλίρροια του φωτός
σαλαγώντας σε γυμνά τοπία σωμάτων ανοχύρωτα
μελαψές εκδοχές εμπύρετες εκρήξεις ερωτικές
και τρέχεις λαφάκι βλέμμα φθινόπωρο
σκοντάφτεις ματώνεις το γόνατο
πέφτει απ’ το σακίδιο στις όχθες της νύχτας
το ήδη ετοιμόρροπο πρόσωπο της βροχής
θολώνει το μέσα
κύμα ορφανό πηγαινοφέρνει στη Σκοτίνα
το κουφάρι του έρωτα στίλβοντας την απόγνωση
δέντρα απεκδύονται τα πράσινα θηκάρια
κόβουν σε μοιρολόι τον άνεμο
Ένα πεύκο σε σημαδεύει ακόμα
ανάμεσα στα φρύδια χαριστική βολή
Λιποταξία σε κάδρο

Κόμμωση και ύφος αρχαίας κόρης
κουρσεμένο το μέσα κάλλος
και τα λόγια ειπωμένα πριν από χρόνια
με άλλα ονόματα

 

Δε βαριέσαι

Βρίζαμε την κατάσταση.
Καταστρώναμε σχέδια.
Δε βαριέσαι.
Βαγγέλης Κάσσος

Θέλαμε να
Θαρρούσαμε πως
Λέγαμε να
Ελπίζαμε ότι
Σκεφτόμασταν να
Πιστεύαμε πως
Σκοπεύαμε να
Ορκιζόμασταν ότι

Δε βαριέσαι

 

Η επαρχία

Η επαρχία
είναι νεκρή από χρόνια
κι ωστόσο ζει
άταφη
επάνω στο χιονισμένο τοπίο

Η κάθοδος των μυρίων τρακτέρ
απ’ τις οπές του πτώματος
στους δρόμους των πόλεων
είναι ένα σύμπτωμα ιδιαίτερα επικίνδυνο
που πρέπει ν’ απασχολήσει σοβαρά
τα κυβερνεία τελετών

 

Δούρειος ίππος

Κυρίες και κύριοι
δε σας κρύβω
πως έξω απ’ τα τείχη της πόλης σας
στήνω το ξύλινο αλογάκι της τέχνης
ως δαναός κρυπτοκομμουνιστής
μπας και διαρρήξω το δέρμα του ύπνου σας
να τρέξουν πάλι τα έντονα χρώματα
αλλά πέστε μου κι εσείς
σας παρακαλώ
με το χέρι στην καρδιά
εγώ που για να σώσω την ανάσα μου
πρέπει το δίχως άλλο
να συναρμολογήσω το διαμελισμένο μου σώμα
καθώς ψαράς τα σπασμένα του δίχτυα
πώς θα μπορούσα να βγάλω μια άκρη
χωρίς τα σύνεργα χέρια σας
και δίχως στο κεφάλι μου
ένα μοντέλο σώματος

 

 ΤΟΥ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗ ΜΑΣ (1985)

 

εγκατάλειψη

 

[Χρόνια τώρα]

Χρόνια τώρα
μετά τον Εμφύλιο
στέκει νεκρός
στην καρέκλα του καφενείου
θαρρείς και τον δέσαν πισθάγκωνα
Οι Αρχές αποφάνθηκαν
πως δεν πρόκειται να μυρίσει
Είναι τόσο αραιοκατοικημένος ο τόπος
Πάντως για κάθε ενδεχόμενο
έχουν εντολή να τρενάρουν
την ανακοίνωση του θανάτου
όσο μπορούνε
Αποφεύγουν έτσι τις ανακρίσεις
και την πάντα πιθανή περίπτωση
να σπάσει ο διάολος το πόδι
στις διαδικασίες απόκρυψης στοιχείων
Η γνωστοποίηση του θανάτου εξάλλου
μπορεί να προκαλέσει ανησυχίες
κι άντε να σταματήσεις τους χωριάτες
άμα το πάρουν χαμπάρι

 

[Στον ξενύχτη σταθμό της Σαλονίκης]

Στον ξενύχτη σταθμό της Σαλονίκης
βαγόνια προσεγγίζουν πολίτες
Προσεγγίζω κι εγώ τη θητεία
με τα δυο επιμήκη χέρια μου ράγες
Δάκρυα δικών συστάσεις μεγάλων
χωρισμοί κάθε είδους αγάπης αργύρια
πληγώνουν επίμονα τη μνήμη μου
Θολά τα μάτια κι ο νους μου ξένος
κι η καρδιά μου στου πόνου τη μέγγενη
Τιμητική φρουρά
στην αποπλέουσα νεκροφόρα δίπλα
οι λίγοι φίλοι του Βασίλη
που με επιβιβάζουν τώρα
Οι δικοί μου φίλοι
στις αγορές εργασίας πια
πασκίσουν να γεμίζουν γογγίζοντας
τα τρύπια πιθάρια της επιβίωσης
μ’ ένα πτυχίο πήλινο
καταλληλότερο για προθήκες μουσείων
Οι στιγμές καρφώνονται στους λεπτοδείχτες
μπροστά σε προβολείς σαδιστές
Θα ταξιδέψω μουγγός απόψε
Μαχαίρι πτυσσόμενο σε εκτύλιξη το ταξίδι
και το μισό ΚΑΡΕΛΙΑ του Περικλή
με εχτελεί τελεσίδικα

 

[Το σκυλί]

Το σκυλί
ακονίζει τα δόντια του
στις αρτηρίες της νύχτας
Θρέφει τον κόρφο του
το δέντρο
με δόσεις ύπνου
θρυμματισμένου
Τις σάρκες του
σκίζει στο φράχτη
το φως
στους τοίχους
τα μούτρα του σπάει
και χάνει τη γεύση του
στο χάος
Παράτα την κάμερα
βρικόλακα
Άσε τη νύχτα να φέξει

 

[Φοβάμαι]

Φοβάμαι
τις βαθιές πολυθρόνες
το χτύπημα στον ώμο
το υποκριτικό χαμόγελο
υπάλληλων κι επιδομάτων
τη λείανση της αθλιότητας
φοβάμαι

Τρέμω
τα ογκώδη πρωτόκολλα
τη λογική των εκθέσεων
τις προσκλήσεις σε γεύματα
κι επίσημες δοξολογίες
Στη στοίχιση
με την εξουσία πιράνχας
πανικοβάλλομαι

 

[Στη μπετόν ποδιά της αυλής]

Στη μπετόν ποδιά της αυλής
χορεύεις ανύποπτη
σα μυγδαλιά του Γενάρη
Νιφάδες χιονιού
τρυπούν με υπομονή
τ’ ανέμελα ρούχα σου
Απ’ τις οπές
αναδύονται
κόκκινοι άγγελοι
– αίσχος
δεν υπάρχουν
άγγελοι κομμουνιστές

 

[Σε είδα στα μάτια κι είπα]

Σε είδα στα μάτια κι είπα
Είσαι δέντρο
μπορώ να κρεμαστώ στα κλαδιά σον
και ν’ αγγίξω τον ήλιο
που χρόνια τον πρόσμενα
σε νοικιασμένα υπόγεια
Σε φίλησα στα χείλη κι είπα
Είσαι μέλι
μπορώ να βουτήξω τα δάχτυλα μου
και να τα γλείψω άφοβα
χωρίς να καρφώσουν ακίδες
τη γλώσσα μου ύπουλα

 

[Σύννεφο υποσχέσεων]

Σύννεφο υποσχέσεων
το μπουφάν σου Τάνια
καταφυγή
στην ασθμαίνουσα απόπειρα
της διαφυγής μου
Το διαλυμένο μου σώμα
στο έλεος των ηλεκτροσόκ
κεριά στη θύελλα
οι υπόνοιες θεραπείας
πριν πέσεις
στα ραντάρ των ματιών μου
Η αφθονία των δοντιών
στη λεωφόρο
τ’ ασθενοφόρο
στην καταδίκη του πάρκιγκ
στο μήνα της
η ευπορία των στιγμών
σαν άνοιξε
το γαρίφαλο των χειλιών σου
Σωτηρίας το ανάγνωσμα

 

[Στην πάροδο του Νοέμβρη]

Στην πάροδο του Νοέμβρη
δολοφόνες κάννες
σημαδεύουν τα νούμερα
Η δημοκρατική αναδάσωση
καλύπτει ραγδαία
το πεδίο βολής
Αυτός στη μεγάλη στολή
ψάχνει το λαγό της καρδιάς του
Για μια στιγμή τον βρίσκει
στ’ αντικρινό μπαλκόνι
να παίζει μ’ έν’ αγόρι
Τα γυμνωμένα δόντια των μαζών
το κράνος που του ’ρχεται μεγάλο
του κόβουν σε φέτες
ησυχία τάξη κι ασφάλεια
Πυρ
Τα ξύλινα πόδια
τα ξένα χέρια
δεν τον ακούν
Είπα πυρ στρατιώτη
Πάτησε τη σκανδάλη αλλόκοτα
και πυροβόλησε το άλλο του πρόσωπο
Στα θύματα της εξέγερσης
έλειπε ένας νεκρός

 

[Στο φορείο παραδομένα]

Στο φορείο παραδομένα
τα είκοσι εννιά σου χρόνια Βασίλη
με 108
Κατάρα της θητείας Βασίλη
οι πιτζάμες που μυρίζουνε
φορμόλη κι εγκατάλειψη
κι επικίνδυνες εμπλοκές
Το βουρκωμένο ύφος της μάνας
σκοτεινιάζει τους επιδέσμους
Τεμαχίζει την καρδιά του πατέρα
του γιατρού το νυστέρι
στο επίκεντρο του ματιού σου
Τις λανθάνουσες πυρκαγιές
οσμίζεται ο αδερφός
και καλεί τους πυροσβέστες
να μουσκέψουν τον καιρό
Σήμερα Βασίλη
με τ’ άνοιγμα των ματιών σου
ο ήλιος θα βγει δυο φορές

 

[Καιρός να κινήσουμε φίλοι]

Καιρός να κινήσουμε φίλοι
Καιρός ν’ αδράξουμε το κοντάρι
Υπάρχει η κοινή οπτική
στα βασικά ζητήματα
Υπάρχουν τα δεκανίκια
που θα στηρίξουν το λειψό εαυτό μας
Υπάρχουμε ο ένας για τον άλλο
Η προθυμία να πάθουμε υπάρχει
Να βάλουμε μπρος τα πλάνα φίλοι
Τα μηνύματα βαθιά χαράματα
δραπέτεψαν απ’ τα κλουβιά τους
η νύχτα πήρε φωτιά
πέρσεψαν οι ανάγκες
η εκκίνηση μένει
Απόψε σύντροφοι δε θα κοιμηθώ
Προσανατολιζόμαστε
Βάζουμε μια πέτρα
στην οικοδομή του Μέλλοντος
Ατσαλώνουμε τη γροθιά μας
Πώς να κλείσω μάτι
τόσο διάφανοι που γίναν οι τοίχοι
Θα τραγουδήσω απόψε
τα οράματα μας σύντροφοι
έστω και φάλτσα
Τα χνάρια τους θα σημαδέψω
στα ναρκοθετημένα μονοπάτια
σύντροφοι
με τα μικρά αποφασισμένα μου νύχια

 

εξπρές

 

[Σε ασυνάρτητους ήχους]

Σε ασυνάρτητους ήχους εκθέτεις τη στέγη σου
σε ρεκλάμες πολύχρωμες σκαλώνοντας με βιάση
πυρπολείς τα φτερά σου
κι οι πυροσβέστες ανύπαρκτοι στο καρνέ σου
Αλλότριοι μύθοι
σ’ απογειώνουν χωρίς εγγυήσεις
προαγωγοί στα πόστα
κι εσύ μυρίζεις ξενύχτι και καμπάρι με σόδα
Τηλεκοντρόλ ρυθμίζουν την ένταση της φωνής σου
τον παλμό στην καρδιά σου
βηματοδότες ύποπτοι αυξομειώνουν απάνθρωπα
Καρά ριπές φυτεύουν στον εγκέφαλό σου
τη νέκρα της σελήνης φωτορυθμικά
Ηρεμιστικά
ευνουχίζουν την ντόπια σου φύση
κι ο σταθμός πουθενά στα εξαρτημένα ραντάρ σου
Κατευθυνόμενους ρόλους παίζεις ανήξερα
ανύποπτα προεκτείνεις ξένους βραχίονες
Θερμοκρασίες νάιλον ναρκοκαπνοί στο τζάκι
κι απλώνεις τα μέλη ευφρόσυνα
Σε τρέχουσες τιμές ανταλλάσσεις φιλότιμα
συσκευασμένα χαμόγελα άνθη κι αισθήματα
ακονίζεις τα χείλη σου σε ανοιγμένες κονσέρβες
Το παιδικό σου πρόσωπο το ’θαψες στα άλμπουμ
στην κατανάλωση πούλησες τ’ ανθρώπινο φίλτρο σου
Σειρήνες κερδοσκόπες
σε άνευ όρων περιφορά καλούν ανελέητα
τα εναπομείναντα κύτταρα
Αυτό το εξπρές με σκοτώνει

 

[Κάθε πρωί]

Κάθε πρωί
ένα καμιόνι νύχτα
ξεφορτώνει στα πόδια μου
Άλλος
κάθε πρωί
φορτώνει τα πόδια του
σε φτερούγες πουλιών
Κάτι συμβαίνει
στις μεταφορές

 

[Δυο μικρές καταιγίδες]

Δυο μικρές καταιγίδες
στα μεγάλα σου μάτια
Πυρκαγιές στην καρδιά μου
οι πονεμένες ριπές σου
Στάσου
Δυο πουλιά
ζητούνε να στήσουν
το ουράνιο τόξο
στις μουσκεμένες παρειές σου
Βάλε τους κεραυνούς
στη φαρέτρα σου

 

[Το ντουφέκι ήταν]

Το ντουφέκι ήταν
το τρίτο του χέρι
Τ’ όνειρο του
οι καλύτερες μέρες μια ιδιόχτητη πατρίδα
δίχως προστάτες
Τώρα
μ’ ένα μολύβι
βάζει σε κύκλους τη ζωή του
κι απάνω στους κύκλους
στριφογυρίζουν γραμμάτια
και χοντροί επισκέπτες
Τρέχουσες συναλλαγές
και μικροαστικές αγωνίες
καρατομούν στις ράγες τους
τον ύπνο και την ιστορία του
Σε ισολογισμούς και μερίσματα
εναποθέτει πια τις καλύτερες μέρες
Πώς να τον γνωρίσω
έτσι που δραπέτεψε απ’ τα άλμπουμ
και τα επίκαιρα του Αγώνα

 

[Έβγαλε απ’ το πορτοφόλι]

Έβγαλε απ’ το πορτοφόλι
ένα κομμάτι φεγγάρι
κι αγόρασε μια εφημερίδα
κι ένα ρεαλιστικό παραμύθι για παιδιά
Τον παλιάνθρωπο είπαν
όσοι τον είδαν
Θα μπορούσε να εξαργυρώσει κάτι άλλο
τη γυναίκα του να πούμε
ή την ιδεολογία του
Το φεγγάρι βρήκε να ρευστοποιήσει;
Σκότωσε το ρομαντισμό μας

 

[Στις 18 του Γενάρη]

Στις 18 του Γενάρη
θα πας σχολειό σαν κάθε μέρα
με την εγκυμονούσα πράσινη τσάντα
Το τζάκετ τ’ αξύριστα γένια
τα παπούτσια που ποτέ δεν αλλάζεις
θα προσβάλουν τους πιστούς του Αγίου
που ανερώτητα μπήκε στην ταυτότητά σου
Μαθητές ένας ένας
θα σου σφίξουν το χέρι
θα σου δώσουν ευχές αισιόδοξες
θα συγκινηθείς ενμέρει
Ύστερα η ιδιαίτερη τάξη
θα σου προσφέρει μια ανθοδέσμη
με λουλούδια πολύχρωμα
αν και αφύσικα
«Οι επιθυμίες σας ευχές μας»
θα γράψουν στην αφιέρωση
Θα σημάνει συναγερμό η καρδιά
και στην αμίλητη βροχή σου θα πνιγείς
Τα παιδικά γελούμενα μάτια
θα σε διαλύσουν απόλυτα
Θα βεβαιωθείς για άλλη μια φορά
πόσο δίκιο έχεις
να σε τρώει η έγνοια τους

 

[Αν με δεις]

Αν με δεις
να κλέβω μιαν ανάσα σ’ έναν ανήφορο
ή να σπάω έναν ουρανό
για να γλιτώσω τη βροχή
Αν με δεις
να νοθεύω το λάδι του φεγγαριού
ή να εμφιαλώνω τη διαφάνεια του ήλιου
Κι αν ακόμα με δεις
να πνίγω ένα λουλούδι
να σφάζω ένα χαμόγελο
ή να μπήγω το μαχαίρι
στην καρδιά του περιστεριού
μη φοβηθείς
Δεν είναι δικό μου αυτό το χέρι
Δε μπορεί να ’ναι δική μου μοίρα
ο θάνατος

 

[Μικρέ Φαγίς]

Μικρέ Φαγίς
έδωσες το ’να σον πόδι
στ’ ανάπηρο σώμα της πατρίδας
να βγει στον ήλιο κάποτε
Κι οι φίλοι σου Φαγίς
για να δουν ορθή την Παλαιστίνη
δίνουν ό,τι πιο απλό έχουν
ακόμα και τη ζωή τους
Τα όνειρα της κιθάρας σου
μικρέ Φαγίς
ξέρω πως δεν τα κλαις
Ένα είναι τ’ όνειρο Φαγίς
σα δεν έχεις πατρίδα
Εσύ το νιώθεις καλύτερα
Το καρδιογράφημα ο γύψος
το πόδι που λείπει
το δείχνουν
Μα κι η κιθάρα σου
μικρέ Φαγίς
το ίδιο όνειρο θα τραγουδούσε
αν σιωνιστές κι αμερικάνοι
δεν την κάνανε θρύψαλα
Τώρα ησύχασε Φαγίς
Γύρω σου φτερουγάνε
οι μακρινοί σου φίλοι
Παίρνουν το κομμένο σου πόδι
και το περιφέρουν σημαία
σε πορείες και διασκέψεις
Ησύχασε λίγο μικρέ Φαγίς
μονάχα για λίγο
Έχεις κι άλλο ένα πόδι
κι η μάνα σου πατρίδα Φαγίς
χρειάζεται δυο πόδια
για να σταθεί ολόρθη

 

[Εγώ ο λειψός ο ανάπηρος]

Εγώ ο λειψός ο ανάπηρος
που παίρνω το σχήμα μου με δανεικά δεκανίκια
και συμπληρώνω το μεροκάματο πουλώντας λαχεία
Εγώ ο παμπάλαιος πόνος
ο διάτρητος από τύπους των ήλων
ο πάντοτε όρθιος σε λαμπρές επετείους
και πάντα καθιστός σε δίκες σκοπιμότητας
Εγώ ο ανήσυχος ο αυτόματος
π’ ανάβω όταν σβήνουν τα φώτα’
και ξυπνώ σαν οι άλλοι κοιμούνται
Εγώ ο κουρελής ο ξυπόλυτος
που σε σημαδεμένα δέντρα με βρίσκει ο κεραυνός
κι οι Πρώτες Βοήθειες ποτέ δε με πρόφτασαν
Εγώ ο αγροίκος ο γήινος
εγώ το βραχνό ηλεκτρόφωνο
των καημών που μ’ ανάστησαν
και τη φωνή μου με πείσμα οριοθέτησαν
Εγώ το κατ’ εξακολούθηση όνειρο
εγώ η μισή ακακία
στους φράχτες της συνοικίας που φύτρωσα
Εγώ που με κάρφωσε ύπουλα το ξένο στιλέτο
και βαθύτερα το ’μπηξε ο ντόπιος προδότης
Εγώ που μ’ εκθέτουν χοντρέμποροι
σε νέες αγορές και πρατήρια
εγώ που ακάλυπτος κι ανασφάλιστος
το αίμα μου έδειρα σε βράχια και καταιγίδες
κι ακόμα χρωστώ σε κείνους που μ’ έκλεψαν
Εγώ ο άταχτος ο ανυπόταχτος
που ποτέ δεν ανέχτηκα την άνωθεν τάξη
και μια δική μου τάξη πραγμάτων ήθελα
Εγώ ο εξόριστος ο κατάδικος ο μετανάστης εγώ
εγώ ο άπατρις πατριώτης
Εγώ ο μόνιμα ριγμένος με νόμους και τεχνάσματα
ο εσαεί φτωχός μέσω προϋπολογισμών
εγώ ο πρώην άστεγος λόγω της λάμιας συσσώρευσης
στη γροθιά του λαού μου κατοίκησα
στη γροθιά του λαού μου στεγάστηκα
οριστικά κι αμετάκλητα

 

 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ (1981)

 

[Στον αστερισμό σου]

Στον αστερισμό σου
εξακόντισα
τον αετό των ονείρων μου
μεθυσμένο στο πέλαγο
των κραυγών του αιώνα μου
Στον καταιγισμό σου
άνοιξα
τη στέγη της νύχτας μου
την καλυμμένη με ανεπάρκεια
χρόνων πολλών της ιστορίας μου
Στην αυλή σου
έδεσα
την ατίθαση γύμνια μου
τη ρημαγμένη απ’ τις θύελλες
των δέντρων του κήπου μου
Στο κατώφλι σου
απόθεσα
την πυρπολημένη λύρα
από γλέντια τρικούβερτα
των φίλων που με τριγύριζαν
στον ουρανό σου
σεργιανώ
διαβάτης χαμένος
με τη φωτιά στο στόμα
την τραγιάσκα στο κούτελο
και τα χέρια στις τσέπες
Στον αστερισμό σου
έπαιξα τη μοίρα μου

 

[Στο καυτό σου πρόσωπο]

Στο καυτό σου πρόσωπο
θα στεγνώσω τα ρούχα της λύπης μου
θα εξατμίσω τον καημό του ιδρώτα μου
Στο καρπερό σου ανάβλεμμα
θα φυτέψω λουλούδια του μέλλοντος
θα σπείρω κορίτσια απέριττα
Στη γυμνή σου παρουσία
θα μικροσκοπήσω τα μόρια του είναι μου
θα χορέψω τους πόθους του αύριο
Στο μακρινό σου ονειροπόλημα
θα δρομολογήσω τις ράγες των χεριών μου
θα ταχυδρομήσω τους κόκκινους ήλιους μου
Στην ελπίδα της φωνής σου
θα μπήξω το μαχαίρι ν’ ανθίσει
η άνοιξη στον κήπο μου

 

[Αλέθουμε το χρόνο]

Αλέθουμε το χρόνο
στις μυλόπετρες της ανίας μας
κι ας ξέρουμε
πως έξω
ο ήλιος καίει τα σώματα
η βροχή μουσκεύει τα κόκαλα
κι ο πόνος
πανδαμάτορας
ανανεώνει την όψη του κόσμου

 

[Ένα φύλλο τα χείλη σου άγγιξε]

Ένα φύλλο τα χείλη σου άγγιξε
κι ένα σύγνεφο άσπρα πουλιά
τρομαγμένα δραπέτευσαν
στ’ αλώνια του ήλιου
Ένας ίσκιος στη ματιά σου σεργιάνισε
κι ένα σμάρι άσπρες ελπίδες
αλαφιασμένες πλατάγισαν
στα στούντιο της νύχτας

[Μιλάμε πότε πότε]

Μιλάμε πότε πότε
με τα ζαλισμένα δόντια
της Πυθίας του παλιού καιρού
Αν αυτό βόλευε τότε
το λαίμαργο ιερατείο
κι ο δικός μας αλλόκοτος ήχος
κάποιον βολεύει σήμερα
Κάποιον
πάντως διόλου αυτόν
που καταφεύγει στους στίχους
και βρίσκει στη διαπασών
το στρόβιλο του καπνού

 

[Η ανάμνηση]

Η ανάμνηση
διορύσσει το χρόνο
τα ορύγματα
υπονομεύουν το δάπεδο
η εξίσωση γυρεύει
το δεύτερο σκέλος της
Πού είσαι αγάπη;

 

[Οι κοπέλες του Τέσσερα]

Οι κοπέλες του Τέσσερα
οι γυμνές μου χαρές
αστέρια
γλόμποι
κάρβουνα
κι ελιές δίχως σώμα
Εδώ και χρόνια
επιτρέπεται η ταξική δόμηση
Τα κορίτσια του Μέλλοντος
στα χείλη της ζωής
οι καλές μου στιγμές
στην αποφοίτηση
Οι στιγμές
ακράταγες πια
αδυσώπητοι μονόδρομοι
τρένα
απ’ τον καιρό δρομολογημένα
σε μια κατεύθυνση
Αγάπη
πολύ με παγώνει
το τυφλό χιόνι του ανεπίστροφου

 

[Δε θέλησε στη ζωή του]

Δε θέλησε στη ζωή του
να συντρίβει
να σωπαίνει
και να σκύβει
Θέλησε
με λόγο
και
με πράξη
να νιώθει το δίκιο των άλλων
σα δίκιο δικό του
Ρεφενέ τον κηδέψαμε

 

[Τα όνειρα μας]

Τα όνειρα μας
χαμένοι οδοιπόροι
δίχως νερό
στην ελεγχόμενη έρημο
Περίθαλψη ανάπηρη
δικαιοσύνη αλλήθωρη
αναπάντητη καλημέρα
τα όνειρα μας
Τα όνειρα μας
φακελωμένοι πολίτες
με νομότυπα δικαιολογητικά
υποψήφιοι για δημόσιες θέσεις
Παιδιά ξυπόλητα
πλαστά εισιτήρια
ανεπίδοτη επιστολή
τα όνειρα μας
Τα όνειρα μας
μια ακάλυπτη επιταγή
με καπιταλιστική υπογραφή
Απ’ τα όνειρα μας τελικά
όσα δεν κάναμε αποδείχτηκαν τα πιο καλά

 

[Σπουδές]

Σπουδές
στην πόλη
Διακοπές
στο χωράφι
για μεροκάματο
Κάλυψη των εξόδων
Αίμα πάνω στο αίμα
Βαγγελιώ
στα λουλούδια
του σοσιαλιστικού μέλλοντος
θα τα’ αποκλείσουμε το κόκκινο

 

[Εμπόροι ορίζουνε ]

Εμπόροι ορίζουνε
τη στέρηση μοίρα μου
και στις επιταγές τους
στρόγγυλα νούμερα τα χέρια μου
Σε βιτρίνες πολύχρωμες
σκυλεύουν τον ίδρο μου
και στις δηλώσεις τους
βιάζουν τη νοημοσύνη μου
Ενέσεις ανάγκης
διοχετεύουν στις φλέβες μου
και την αποδέσμευσή μου
κατ’ εντολή αναβάλλουν
ρηχοί επιστήμονες
Τα δικιολογητικά για μια έξοδο
μου μαρκάρουν εκπρόθεσμα
και τη ματιά μου στο μέλλον
πυροβολούν κατ’ εντολή
ασπόνδυλοι υπάλληλοι
Σε κάθε μου απόπειρα
απόπειρα εξόδου
εντεταλμένα όργανα
μου φράζουνε το δρόμο

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 1978-1980

 

[Το να πω σ’ αγαπώ]

Το να πω σ’ αγαπώ
είναι λίγο
μια στάλα δροσερή
σε μεγάλη αναβροχιά
ένα μικρό σπουργίτι
σε βαριά καταιγίδα
μια ανάσα ξέψυχη
στον ανήφορο του Σίσυφου
Το να πω σ’ αγαπώ
είναι λίγο
ένα μισανοιγμένο βλέφαρο
στη θεοσκότεινη νύχτα
μια χαρακιά στενή
μέσα στο πέλαγο
μια ακόμα υπόσχεση
απ’ τον αστό στο λαό

 

[Όλα ησυχάζουν εδώ]

Όλα ησυχάζουν εδώ
Πού και πού κανένας ψίθυρος
κι αυτός λιποτάκτης
Και μένω εκτεθειμένος
στου αγέρα την αδιακρισία
και στην πλημμύρα του ήλιου
Εδώ σε πνίγει το πράσινο
και δεν καταλαβαίνεις
πώς μπορεί ένας άνθρωπος
να πεθάνει εδώ
Όλα δείχνουν μακάρια
μακάριος γίνεσαι κι εσύ
δίχως να το θες
κι ας έρχεσαι από νύχτες μακρινές
κι από χαμένα μονοπάτια
Εδώ τουλάχιστον
ακούς και τους παλμούς της καρδιάς σου
βλέπεις και τις θύμησες
να σεργιανάνε στις αυλές σου

 

[Ώρες ώρες θαρρώ κι είναι απλός ο κόσμος]

Ώρες ώρες θαρρώ κι είναι απλός ο κόσμος
μια πέτρα γυμνή στο πράσινο χώμα
ένα μοναχικό λουλούδι στα ήσυχα νερά
Ώρες ώρες στο γλυκό τ’ απόβραδο
θαρρώ πως νιώθω άφταστα
την καλησπέρα του μεροκάματου
θαρρώ θα βγω στο δρόμο
ν’ ανοίξω τα χέρια μου σαν αητός
για ν’ αγκαλιάσω
τον εργάτη
που γυρνάει απ’ το γιαπί νυχτωμένος
την κοπελιά
που της τρυπάνε τα δάχτυλα
οι δολοφόνες μηχανές του έτοιμου ενδύματος
τον πονεμένο
που και σήμερα δε βρήκε
το στήριγμα της λύτρωσης
Θαρρώ κι η καρδιά μου ανθίζει
ολόιδιο περβόλι την άνοιξη με χίλιες φωνές
Θέλει να κυλήσει θαρρώ στο δρόμο η καρδιά μου
το μύρωμα της νίκης τη ζαλίζει
δε σκέφτεται δε στέκει τρέχει
όλο και πιο επιταχυνόμενα τρέχει
ν’ ανταμώσει τη νίκη
κι εγώ κουφάρι άδειο μένω
άγαλμα
που στην επέτειο
δεν του καταθέσανε στεφάνι

 

[Το φως αποδυναμώνεται απόψε και πάλι]

Το φως αποδυναμώνεται απόψε και πάλι
Τα σκαλιά γίνονται
ο τόπος εκτόνωσης ενός κόσμου
που σπάνια περνάει τα σύνορα
Τα σκαλιά είναι σινεμάς και μπουάτ
Βουλή και θέατρο
ό,τι θέλετε
Πάει και τούτη η μέρα
το βράδυ ήρθε
θα τα πούνε κι απόψε
Ενδιάμεσα θα μπουν στο σπίτι
να δουν το φτηνό σήριαλ
της φτηνής τηλεόρασης
θα ξαναβγούν στα σκαλιά
είναι νωρίς για ύπνο
και δουλειά δεν έχει ευτυχώς
την άλλη μέρα
Τα σκαλιά στο σπίτι του χωριού
είναι μια πληγή ανοιχτή
στο σώμα της πατρίδας
μια φωτιά μακριά στον κάμπο
θα πάρει μια μέρα τη στράτα
δεν μπορεί
θα την πάρει
τόσες ψυχές τόσα βράδια
θα χορταίνουν τάχα στα σκαλιά αιώνια;
Φορτωμένη στους αποφασισμένους ώμους
θα φτάσει η σωστή στιγμή
που οι στερημένοι καρτερούν
η επαφή με τον κόσμο
το λουσμένο στο φως

 

[Το κρύο και η πείνα]

Το κρύο και η πείνα
εργάτη σε διαθεσιμότητα
σαρκάζουν τ’ άδειο κουφάρι
το στυμμένο στη φάμπρικα
Λιμασμένα όρνια
με τα ράμφη τρυπάνε
τον υπόγειο άνεμο της εγκατάλειψης
Τα ράμφη μακραίνουν
και γίνονται λόγχες
ολοένα σχήματ’ αλλάζουν
τώρα γίνονται
η μύτη του Προέδρου της χώρας
Στο ’να ρουθούνι του
η Πεσινέ καπνίζει
στ’ άλλο ρουθούνι του
παρκάρει η Πεζώ
Στο μέτωπο του Προέδρου
που –υπόψη– το ’χει καθαρό
πότε πότε
έν’ αμάξι της Πεζώ
κόβει δοκιμαστικές βόλτες

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΞΟΔΟΥ 1975-1981 (1982)

 

ΘΗΤΕΙΑ (1975-1976)

 

[Στο λιγοστό φως του θαλάμου]

Στο λιγοστό φως του θαλάμου
βλέπω το χρόνο να φυλλορροεί
κάτω απ’ τις μασχάλες της νιότης μου
Στο θαμπό φως της ψυχής μου
εγχειρίζω τις περασμένες στιγμές
που βαθιά με σημάδεψαν
Της θητείας το σύννεφο
ολοένα προσεγγίζει
δίχως έλεος
και μου κρύβει τον ουρανό
Το στρατόπεδο
ατσάλινο μαχαίρι
τη ζωή σαν πράσο μού κόβει στα δυο

 

[Ανθός λεμονιάς]

Ανθός λεμονιάς
τα χείλη μ’ ακράγγιξε
κι έγινα ήλιος
Ανθός πεθυμιάς
στο περβάζι φτερούγισε
κι έγινα φως
Σκοπός αηδονιού
στη νύχτα αντάρτεψε
κι όνειρο έγινα
Σκοπός κοριτσιού
στο σεργιάνι αντήχησε
κι έγινα έρωτας
Ανθός και σκοπός
αντάμωσαν
με χτίσαν ελπίδα

 

[Και πώς να μη θυμάται]

Και πώς να μη θυμάται
τα χνάρια μας
ετούτη η θάλασσα
Χαλίκι χαλίκι
μετρήσαμε το παράπονό της
στο φλόγινο στόμα μιας γυναίκας
που ποτέ δεν αγγίξαμε
Και τούτα τ’ αγέρια της
αλάφρωσαν τις καρδιές μας
στείρα σύγνεφα τα πεύκα της θλίψης μας

 

[Αυτό που περιμένω ]

Αυτό που περιμένω
χρόνια τώρα
δε λέει νά ’ρθει
Η κάθε αυγή με προδίνει
το κάθε νύχτωμα με πνίγει
Τ’ άσπρο το χέρι δε φάνηκε
στο φτηνό πανδοχείο
το κόκκινο χείλι δεν έβαψε τ’ όνειρο
Χρόνια τώρα
βαρέθηκα να στήνομαι στην αποβάθρα
για το λευκό καραβάκι
χρόνια τώρα
βαρέθηκα ν’ αφουγκράζομαι τον άνεμο
για το γλυκό μαντάτο
χρόνια τώρα
απόκαμα να κλαίω τις συμφωνίες
που δεν έκλεισα έγκαιρα
χρόνια τώρα…

 

[Ένα φτερό πεταλούδας αναδεύει]

Ένα φτερό πεταλούδας αναδεύει
στο πρωινό τ’ αγιάζι
κι ένα φύλλο αιχμαλωτίζει τον ήλιο
στα δίχτυα της καρδιάς του
σαν σου μιλώ
Σαν σε κοιτώ
ένα κλάμα παιδιού δραπετεύει
στης γειτονιάς τα μπαλκόνια
κι ένας εργάτης υψώνει τη γροθιά του
στη διαδήλωση της λεωφόρου
σαν σε κοιτώ
Σαν σε φιλώ
κόκκινο λουλούδι φυτρώνει
στις κάννες των πολυβόλων
κι έν’ ακόμα τραγούδι ανατέλλει
στην όψη του κόσμου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΑΡΗΣ είχε τη καλοσύνη να μου στείλει από τη Κύπρο το ανάτυπο από το περ. ΑΚΤΗ 2001 που γράφει για τη ποίηση του Θ. Μαρκόπουλου. Τον ευχαριστώ.

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Λόγος και σιωπή στην ποίηση του
Θανάση Ε. Μαρκόπουλου

«ακούγεται να ’ρχεται από μακριά σκοπός βαρύς από
κλαρίνο μακεδονίτικο» («Ο ξεχασμένος νεκρός» 1991)

Ο Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία και Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Βέροιας1. Έχει εκδόσει τις ποιητικές συλλογές: «Απόπειρα εξόδου» (1982), «Του ανταποκριτή μας» (1985), «Μοντέλο σώματος» (1988,1989), «Ανοιγμένη φλέβα» (1991), «Το περίστροφο της σιωπής» (1996). Επίσης, έχει δημοσιεύσει τις μελέτες: «Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκα» (1995), «Βιβλιογραφία Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996» (1996).
Με βάση τις συμβατικές γενεαλογήσεις της μεταπολεμικής λογοτεχνίας (ιδίως όπως προσδιορίζονται αυτές στις κριτικές προσεγγίσεις των Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξη Ζήρα, Βαγγέλη Κάσσου, Ηλία Κεφαλά, Ανέστη Ευαγγέλου) μπορεί ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος να ενταχθεί στους οψιμογενείς της γενιάς του 1970. Το έργο του επιτρέπει την προσέγγιση πτυχών της ποίησης των γενεών του ’70 και του ’80. Είναι χαρακτηριστικό της ποίησης του το ότι η ανυποψίαστη ιδεολογική ένταξη της πρώτης φάσης της δημιουργίας του (Απόπειρα εξόδου, Του ανταποκριτή μας, Μοντέλο σώματος) παραχώρησε τη θέση της κατά τη δεύτερη φάση (Ανοιγμένη φλέβα) σε μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη πολιτική διάσταση, ως έκφραση των μεταπολεμικών περιπετειών, διαψεύσεων και καταρρεύσεων της αριστερής ιδεολογίας. Με «Το περίστροφο της σιωπής» ολοκληρώνεται η μετάβαση από τη μεγαλόφωνη ποίηση, την έντονα κοινωνική, στην ποίηση των ένδον καταστάσεων με χαμηλούς τόνους και υψηλά αποτελέσματα, όπου στοιχεία κοινωνικού ρεαλισμού και υπερρεαλισμού συναντούν τον προσωπικό μεταμοντέρνο λυρισμό.
Οι 33 ποιητικές συνθέσεις της συλλογής «Το περίστροφο της σιωπής» ως συνέχεια των προηγούμενων προσπαθειών συγκροτούν μια αξιοσημείωτη προσωπική ποιητική αντίσταση — λυτρωτική για τον ποιητή και τον αναγνώστη — στην περιρρέουσα κοινωνική και πνευματική ευτέλεια. Εμφανώς πρόκειται για μια απόπειρα διαφορετική από την πληθώρα τυπωμένων «ποιημάτων» υπέρ των «δημοσίων σχέσεων» και η οποία, επίσης, δεν επωφελείται της δήθεν «ανοχής» ορισμένων προς τους δημιουργούς της επαρχίας.
Η θεματική της συλλογής μοιάζει ομόκεντρη με αυτή της Ανοιγμένης φλέβας, αλλά είναι οπωσδήποτε πιο πλούσια. Η έμπνευση πηγάζει από τη σύνθετη πραγματικότητα, από τα ψυχικά αδιέξοδα που αυτή γεννά και από τα έγκατα της ευαισθησίας του Θ. Ε. Μαρκόπουλου. Ο ποιητής πονά τον άνθρωπο. Κινείται ως σκεπτόμενο πρόσωπο, χωρίς θεωρήσεις απόλυτες. Ειρωνεύεται τη δακτυλοδεικτούμενη ελληνική μετανεοτερικότητα. Σαρκάζει, γυμνώνει και γυμνώνεται. Διψά και γεύεται την αγάπη, τη στοργή, την ψυχική επαφή ως θηρευτής της προσωπικής και κοινωνικής αισθαντικότητας, σε δόσεις μικρές. Ο έρωτας δηλώνεται ως εκρηκτική αναμονή («Εκδοχή ατυχήματος»), ως απωθημένο στοιχείο («Οι καλές μαθήτριες»), ως απόλυτη ομορφιά («Συλλέκτης οστράκων»), ως πραγμάτωση («Μεταερωτικό πρόσωπο», «Ο βράχος και η θάλασσα»).
Η ηθική και η δεοντολογία της ευαισθησίας δυναμώνουν τον ποιητή στην εφόρμηση εναντίον του παραλογισμού και της καθημερινότητας. Ο ποιητής κρατά γερά το δικό του μίτο, αλλά πορεύεται προς τα έσω. Έχει, βεβαίως, επίγνωση του ότι η «μέσα» εξορία, η υπαρξιακή, είναι αιχμηρή («άγρια μοναξιά» έγραφε κι ο Ν. – Α. Ασλάνογλου). Εξορία στην οποία ο ποιητής, με τις αδυναμίες του, τραγικά πιστός στον άνθρωπο, αγωνίζεται γενναία χωρίς προσφυγές σε λυτρωτικά δεκανίκια μεταφυσικών βεβαιοτήτων. Η διαπάλη αυτή επηρεάζει κι έναν ακόμη ιδιαίτερο θεματικό πυρήνα της ποίησής του, την επαρχία: είναι παρούσα ως φύση και μικρή πατρίδα («Διάλειμμα Απριλίου»), ως ομορφιά της φύσης («Κασσάνδρα ’91»), ως στέρηση και νηνεμία πολιτιστική («Οι λευκές ισοπαλίες», «Αντίδοση»).
Ορισμένα στοιχεία της τεχνικής του —όπως λ.χ. η δόμηση των ολιγόστροφων ποιημάτων σε δύο ενότητες, η ευρεία χρήση των παρελθοντικών χρόνων και επιρρημάτων, οι απρόσμενες μεταφορές και παρομοιώσεις, η υποβολή επιτρέπουν να σκεφτούμε τις γόνιμες συναντήσεις με το έργο μεταπολεμικών αλλά και σημερινών ποιητών. Κυρίως στη θεματική των ποιημάτων (και σε τίτλους) η συχνότητα των εκφράσεων αναδίπλωσης, παραδοχής της «ήττας», προσέγγισης του θανάτου, στίχοι έμπλεοι πείσματος, αξιοπρεπούς κι ευγενικής εγκαρτέρησης αποκαλύπτουν επιδράσεις των Μ. Αναγνωστάκη, Πρ. Μάρκογλου, Ν. -Α. Ασλάνογλου και άλλων σύγχρονων ποιητών, ιδίως της Θεσσαλονίκης. Ο Θ. Ε. Μαρκόπουλος, αμετανόητος στην εποχή της υποκρισίας, αντιδρά στη γενικευμένη συμβατικότητα. Διεκδικεί την ιδιοπροσωπία του ως τεχνίτης του στίχου με τη σύμπλεξη υπαρξιακών ανησυχιών και κοινωνικών προταγμάτων: συντριβή, απώλεια εν μέσω εθνικισμών της ανθρωπιάς, θρυμματισμός οραμάτων, καταπάτηση δικαιωμάτων τον απασχολούν στα ποιήματα «Το επόμενο ψέμα», «Έπαρση σημαίας», «Το περίστροφο της σιωπής», «Η Μικέλε λατρεύει τις κούκλες». Κρατά τις αποστάσεις από την πρωτοκαθεδρία της ιδεολογίας και συνεχίζει να αναζητά την ελπίδα («Όψεις
τεφρές της ερημιάς», II). Η βιοσοφία του διαλέγεται με το παρελθόν και το παρόν (ιδίως στα ποιήματα «Απόψε», «Επιζών», «Ανταπόκριση»), με την αναζήτηση του χαμένου χρόνου της νεότητας άμεσα («Οι φίλοι», «Ανταπόκριση») αλλά και έμμεσα («Μέρες του 1964 μ.Χ.», «Τα γράμματα του πατέρα», «Οικοδόμος εν αποστρατεία»). Μετεωρίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας για το μέλλον με εφόδια την παιδικότητα και τα λυρικά συναισθήματα («Ο δρόμος με τα φεγγάρια», «Συλλέκτης οστράκων», «Διάλειμμα Απριλίου», «Η ηλικία της αθωότητας»).
Στους στίχους της συλλογής αυτής ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος, με τη συνύφανση νόησης και συναισθήματος, ανασυγκροτεί και εμπλουτίζει την κοσμοθεώρηση του. Έχει θραύσει το γυάλινο πύργο της λογοτεχνίζουσας αποτύπωσης της ιδεολογίας. Δε διατείνεται πια ότι «ένα ποίημα / είναι ένα φλογερό βέλος» με ιδεολογικά συμπαρομαρτούντα, όπως στην Απόπειρα εξόδου. Ενδιάμεσα η Ανοιγμένη φλέβα μετέφερε «τον καημό ισόβιο ναυαγό / στα βά- θια των ματιών του», επιβαρύνοντάς τον με «τη συμφόρηση των λέξεων στο κεφάλι του ποιητή» («Λεχτικό επεισόδιο»).Τον απασχολεί έντονα η ποιητική ως ομοίωμα ζωής. Πλέον ο επανέλεγχος προθέσεων, στόχων, απωλειών επιβάλλεται για τους «συντρόφους της σιωπής», καθώς η ποιητική τέχνη γίνεται στάση ζωής. Ακόμη το σύμβολο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων αποκτά, μέσω της οικείωσης και της αγαπητικής σχέσης, την υπόσταση του ποιητή στις «Υποθήκες του ποιητή Τσε»: «Να χτυπάς και να φεύγεις/ σαν ήχος τυμπάνου/ σαν έρωτας/ σα σφάχτης». Διαφοροποιημένη η αντίληψη για την ποιητική τέχνη: το ποίημα ως ανταρσία. Συγκλονίζει η «Αίτηση χάριτος» του καταδικασμένου ποιητή που «δέντρο στη γύμνια του» διεξάγει ισοβίως αγώνα ζωής με το στίχο5γ.
Ο ποιητής γνωρίζει ότι καθίστανται οδυνηρά δυσεύρετες η ευθύτητα και η γνησιότητα, ακόμη και στις εκδηλώσεις εχθρότητας. Γι’ αυτό προφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού το ήθος της ποίησης από τα συναλλακτικά ήθη της εποχής, αντιμέτωπος με τη ρευστότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων («Οικοδόμος εν αποστρατεία», «Λευκές ισοπαλίες», «Οι καλές μαθήτριες»). Αμύνεται στις επιθέσεις του ασήμαντου και του μέτριου, που η ανθρώπινη καθημερινότητα κουβαλά («Όψεις τεφρές της ερημιάς», «Βρεφοκρατούσα»), στην πολιορκία της βαθιάς μοναξιάς («Τώρα η μοναξιά», «Απόψε») και της αλλοτρίωσης («Χαρούμενο ξεκίνημα»).
Η συνομιλία του Θ.Ε. Μαρκόπουλου με την ποιητική τέχνη του Βλ. Μαγιακόφσκι έχει μια συνέχεια. Αποτυπώνεται και στη συλλογή «Το περίστροφο της σιωπής», ιδίως στο ποίημα «Ο δρόμος με τα φεγγάρια». Με τη διαμεσολάβηση της μεταφρασμένης και της πρωτότυπης ποίησης των Γ. Ρίτσου και Α. Αλεξάνδρου — αυτών δηλαδή που κυρίως διαμόρφωσαν την ελληνική εκδοχή του Ρώσου ποιητή — εικόνες, στίχοι, σχήματα του λόγου την υποδηλώνουν ήδη στο ποίημα «Ενοικιάζεται» της «Ανοιγμένης φλέβας». Αλλά και νωρίτερα στο «Μοντέλο σώματος» ο ποιητής προσφεύγει στο έργο του Μαγιακόφσκι, καθώς η αδηφάγος κοινωνία πολιορκεί και σπαράζει τον ποιητή «στο γλιστερό πεζοδρόμιο/ της Εγνατίας Βλάσοβα», ώστε να συναρμολογήσει «το διαμελισμένο του σώμα». Συνεπώς, η ανίχνευση των οσμώσεων αυτών υποβοηθά την προσπέλαση στο περιεχόμενο της τελευταίας συλ¬λογής και στο ποιητικό σύμπαν του Θ.Ε. Μαρκόπουλου.
Στο υπέδαφος αυτών τα μοτίβα που εκφράζουν μια τραυματική βίωση της κοινωνικής κατάστασης, οι εικόνες θανάτου, οι υπαινιγμοί αυτοκτονίας, η επαναφορά του περιστρόφου και του πυροβολισμού ως οργάνου και μέσου για την άμεση αφαίρεση της ζωής — ηθελημένη ή μη — επανέρχονται συχνά στην ποίηση του Θ.Ε. Μαρκόπουλου. Στην Απόπειρα εξόδου αιφνιδιάζει η προσωποποίηση του τρένου που το καλεί να φροντίζει την αγαπημένη: «Δος της τα παράθυρα/ να μου πυροβολεί / τις σκέψεις και το γέλιο της». Αλλά η αποξενωμένη σιωπηλή μάζα παρίσταται εχθρική και θυματοποιεί τον ποιητή7α. Στη συλλογή Του ανταποκριτή μας αναρωτιέται: «Πώς να πιστέψω στο παιδί με το περίστροφο / που βασανιζόταν χρόνια / να βρει το στόχο του θριάμβου»7β. Ο ποιητής που βρίσκεται «Μια ζωή στη γραμμή / κι ούτε μια στιγμή λιποτάχτης» στο Μοντέλο σώματος, όπου ο «πόνος είναι γεγονός», αναγκάζεται ο ίδιος ως υποψιασμένο θύμα να κραυγάσει: «τραβήξτε επιτέλους το περίστροφο/ μπας και δουν / τη ματωμένη κραυγή μου στο χιόνι / τ’ ανύποπτα θύματα ».
Στην Ανοιγμένη φλέβα ο προβληματισμός προεκτείνεται. Το ερώτημα «Τίποτα δεδομένο λοιπόν;»8α καταντά σχεδόν ρητορικό, αφού ο ποιητής ως «κομάντος αυτοκτονίας»8β βιώνει το ρήμαγμα της ζωής8γ. Πικρές εμπειρείες στη συλλογή Το περίστροφο της σιωπής τον υποχρεώνουν ειλικρινά και εναγώνια να δηλώσει: «Περνώ κάθε τόσο από μέσα μου / και δε γνωρίζω κανένα» («Όψεις τεφρές της ερημιάς», I). Έτσι ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με το σύγχρονο προσωπείο του θανάτου: «η εποχή του περιστρόφου πέρασε / Σήμερα το περίστροφο έχει το σχήμα της σιωπής» (στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής). Στα ποιήματα της συλλογής αυτής ειδικότερα ο θάνατος βιώνεται στην κοινωνική του εκδοχή ως μόνωση («Τώρα») και ως συμβατικότητα («Αίτηση χάριτος», «Η μπαλάντα των δασκάλων»). Στη βιολογική παράμετρο ο θάνατος δίνει το παρόν ως πόνος της μάνας και του παιδιού, εξαιτίας κυρίως των πολιτικών δυναστεύσεων στα ποιήματα «Βρεφοκρατούσα», «Η Μικέλε λατρεύει τις κούκλες», «Η ηλικία της αθωότητας» III, αλλά και ως τροχαία καθημερινότητα («Επιζών») και ως ψευδαίσθηση υπέρβασης («Έκθεση φωτογραφίας»).
Με συχνότητα και ένταση μεγάλη συνοδεύει αυτές τις εικόνες και διαπερνά τους στίχους του ποιητή η πολύμορφη σιωπή, κατέχοντας θέση κλειδί στην ποιητική του κατάθεση. Στην Απόπειρα εξόδου, που με νεανικό δρασκελισμό επιχειρεί ο ποιητής, είναι οι κοινωνικές συνθήκες που επιβάλλουν τη σιωπή. Δεν είναι σωστικό σύμπτωμα για τον αντιφρονούντα στρατιώτη στην καταπιεστική θητεία του («Εδώ η σιωπή είναι θρήνος»). Κι ακόμη, προσεγγίζει τη σιωπή ως ιδιότητα του ατόμου που γίνεται έρμαιο της εξουσίας σε αντίθεση με τον ανυπότακτο ήρωα του. Στο Μοντέλο σώματος ο ποιητής ως «αρτιμελής σταλακτίτης σιωπής» διατείνεται: «Με σημαδεύουν στο δέντρο / με σημαδεύουν στο πλήθος / αυτά τα στόμια κάνης με ακολουθούν παντού».
Γι’ αυτό και η σιωπή καθίσταται πια επιλογή του ποιητή ως σιωπή ωριμότητας, γνώσης, αυτοάμυνας. Έπεται της «εξόδου», των εμπειριών. Οι μετατοπίσεις δεν άπτονται μόνο των επιδράσεων που ασκεί η σιωπή στα φυσικά στοιχεία.
Στην Ανοιγμένη φλέβα η σιωπή διαπλέκεται με την κενότητα και τον ασήμαντο θάνατο. Αυτά αποβαίνουν συστατικά των απεγνωσμένων «εορταστικών» εξόδων που θορυβωδώς επιχειρούν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας. Μια άλλη μορφή της σιωπής συνοδεύει τις αρνητικές ανακατατάξεις, το ψυχικό άχθος και τον ευτελισμό των ιδανικών. Πολιορκούν τη συνείδηση του ποιητή και προκαλούν, εκτός των άλλων, τον αυτοσαρκασμό για «τα μικρά του όνειρα» που «βγάζουν με προσοχή τα κεφαλάκια έξω»10β. Αυτή η σιωπή δεν απορρέει από τύψεις, διότι η ιδεολογική στράτευση δεν απέκλινε από τον ανθρωπισμό, δεν παρέκλινε προς την ιδιοτέλεια. Η σιωπή επέρχεται ως αποτέλεσμα της ομαδικής συντριβής, της διάλυσης των εξιδανικεύσεων10γ. Αλλά βιώνεται πιο έντονα επώδυνα στην ατομική της διάσταση: «Δεν έχω καν μια στάμνα σιωπής/να μαζέψω τις σκέψεις μου» («Η πείνα του λευκού»). Η αίσθηση της μόνωσης κυριαρχεί: «Νύχτα φορτωμένη μήλα σιωπής / διάστικτη από νησιά μοναξιάς αναμμένα» («Σκυλί που κλαίει»). Το βύθισμα στην ανημποριά και στο τρομακτικό κενό από την απώλεια του νοήματος στη ζωή δηλώνεται εμφαντικά: «Ανοίγεις τη σιωπή / και τρέχουν μουγγές οι λέξεις / σε μια άλλη σιωπή» («Το βαλς»).
Στη συλλογή «Το περίστροφο της σιωπής» πυκνώνουν τα τεκμήρια για το βάθος της σιωπής. Αυτή παρίσταται μεταξύ των προσώπων χωρίς να δηλώνεται, όπως συμβαίνει με το βουβό καημό στις παιδικές «Μέρες του 1964 μ. Χ.». Υπάρχει, επίσης, ως ex silentio έκφραση του λυρισμού, την οποία αποζητά η φυσικότητα, όταν εκδηλώνεται ο έρωτας και η ομορφιά του11*. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στα ποιήματα «Τώρα η μοναξιά», «Οι λευκές ισοπαλίες», «Μεταερωτικό πρόσωπο», «Αίτηση χάριτος», «Ανταπόκριση». Ως βουβή επικοινωνία το σιωπηλό, μα εναργές, μήνυμα αρχαίων αποδείξεων της ζωής αποτελεί την καταφυγή του ποιητή, την εξομολόγησή του11β. Την κλίμακα για την κάθοδο στα εσωτερικά μέρη συναρμολογεί ο ποιητής ως κοινωνικό αυτο-αφοπλισμό με τις «σιωπές από κρύσταλλο» και τον (αυτό) σαρκασμό, υπονομεύοντας τα των ημερών μας υποκατάστατα της φιλίας11γ. Ενώ τη βιώνει ως απόλυτο πόνο στη «Βρεφοκρατούσα». Η ηχηρή αποκάλυψη της γύμνιας και της ευτέλειας οραμάτων και προσώπων οικείων και ξένων τον συνταράζουν: «πομφόλυγες σκάνε χαλάνε τον κόσμο». Τα στοιχεία αυτής της πραγματικότητας συγκροτούν μια νέα απειλή, στην οποία δε δίνεται η προσοχή που αρμόζει: «Σήμερα το περίστροφο / έχει το σχήμα της σιωπής» (στο ποίημα «Το περίστροφο της σιωπής», όπου η αναγωγή εμφανώς γίνεται στον Κ. Καρυωτάκη).
Οι συνεκδοχές του νοήματος άγουν τη σκληρή αποτίμησή του ως την τραγικότητα: σιωπή που επιβάλλουν οι ισχυροί του καιρού, πυροβολώντας με τη σκουριά και τις κοινοτοπίες τους στον «θυμωμένο κρόταφο» του ήρωα του’ σιωπή που εκτονώνεται στα απλοϊκά και καθημερινά’ σιωπή του επαναστάτη-
μενού στοχαστή, που, χωρίς να παραιτείται, αναδιπλώνεται στον εαυτό του για περισυλλογή, αυτοέλεγχο, ανίχνευση των διεξόδων’ σιωπή ως στάση ζωής μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο των ημερών’ σιωπή πρόκληση με τη μορφή της αυτοχειρίας. Πάντως ο ποιητής δίνει συνέχεια στην τραγική πορεία: «Βαρκάρηδες κατεβαίνουν στις ανοιχτές μου φλέβες / με αναμμένες σιωπές / στα μάτια μου αναδύονται στιλπνές προσδοκίες / Όσοι πιστοί / ελάτε ινκόγκνιτο στο δρόμο με τα φεγγάρια».
Ο ποιητής, συγκρουόμενος με τον χυδαίο ατομικισμό, έχει τη δύναμη να προβάλλει και πάλι συλλογικές ανατρεπτικές συμπεριφορές, που έχουν ως νεοτερικό στοιχείο στο περιεχόμενό τους την ποιότητα της σιωπής: «Σύντροφοι της σιωπής / ας δώσουμε στη νύχτα τη δική μας εκδοχή» («Ο δρόμος με τα φεγγάρια»). Είναι φανερό ότι η σιωπή συλλαμβάνεται ποιητικά ως στιγμή της δημιουργίας.
Όσον αφορά στην ποιητική τεχνική της συλλογής «Το περίστροφο της σιωπής» ο ποιητής δαμάζει την τωρινή ορμή, διαμορφώνοντας μια γραφή με χαρακτηριστικό γνώρισμα τη σωματικότητά της. Σ’ αυτήν υποτάσσεται η έμπνευση από το παρόν ως άμεση και έμμεση εμπειρία, όταν την ενεργοποιούν ο πόνος, η αγανάκτηση, η οργή («Πρώτη αγάπη», «Έπαρση σημαίας», «Η Μικέλε λατρεύει τις κούκλες»). Το παρόν δίνει συνήθως την αφορμή για την ανάκληση του βιώματος, όπως λ.χ. το φεγγάρι του Αυγούστου («Απόψε»), ένα σύννεφο μετά τη βροχή («Μεταερωτικό πρόσωπο»), μια επίσκεψη στο Αμύνταιο («Ανταπόκριση»).
Τα ποιήματα του Θ.Ε. Μαρκόπουλου μοιάζουν με σχόλια στα οποία χτίζεται με τρόπο λιτό, πυκνό, κάποτε αποφθεγματικό — και γι’ αυτό άμεσο — η γέφυρα επικοινωνίας με τον αναγνώστη, χωρίς αυταρέσκεια, αλλά με γνήσια αγωνία («Η ρεβάνς», «Οι φίλοι», «Κασσάνδρα ’91»). Τον ενδιαφέρει πρωτίστως η συσπείρωση γύρω από την ιδέα του ποιήματος και η στήριξη στο στίχο, ώστε αισθητικά να έχει αυτάρκεια. Απόρροια αυτής είναι η τάση της ευρηματικής απόληξης και του «παραξενίσματος». Η προσπάθεια να αναδειχτεί ο τελευταίος ή συνήθως οι τελευταίοι στίχοι κορυφώνει την κλιμάκωση των συναισθημάτων και εικόνων («Κασσάνδρα ’91», «Το επόμενο ψέμα», «Χαρούμενο ξεκίνημα», «Το περίστροφο της σιωπής», «Οικοδόμος εν αποστρατεία», «Ανταπόκριση»). Η ειρωνεία είναι παρούσα στην αντίθεση φαινομένου – πραγματικότητας («Χαρούμενο ξεκίνημα», «Πρώτη αγάπη» — τίτλοι αντίθετοι σ’ ολόκληρο το περιεχόμενο των ποιημάτων, «Το επόμενο ψέμα», «Η ρεβάνς», «Έκθεση φωτογραφίας», «Αντίδοση»). Συχνά ανατρέπει το σκηνικό που στήνει με το σαρκασμό («Έπαρση σημαίας») ή με το χιούμορ («Η ηλικία της αθωότητας» I,II).
Στα ειδικότερα στοιχεία της ποιητικής τεχνικής του Θ.Ε. Μαρκόπουλου ξεχωρίζει η εικονοποιΐα με ευδιάκριτες οφειλές στην ποίηση του Ο. Ελύτη: κάθε κείμενο σχεδόν αποκλειστικά στηρίζεται σε εικόνες. Με τις εικόνες συνδέονται οι αναφορές σε αγαπημένα (ζώντα και τεθνεότα) πρόσωπα και σε γεωγραφικά δεδομένα, για να προβληθούν τα ποιητικά μοτίβα. Ιδίως οι επώνυμες τοπιογραφικές αναφορές στον Μακεδονικό χώρο (περιοχές και οδοί της Βέροιας, Πλαταμώνας, Λιμνιώνας, Κασσάνδρα και Όλυνθος, Αμύνταιο) συνηθίζονται περισσότερο από αυτές των προσώπων. Ίσως επειδή έτσι το βίωμα δένεται με το συγκεκριμένο χώρο, αποκτώντας μια βάση στήριξης και, συνεπώς, διαιώνισης. Την ίδια στιγμή αυτές οι αναφορές καθιστούν παραστατικότερη την ανάμνηση και ασκούν τη γοητεία του οικείου.
Στην πολυσημία ανήκει, επίσης, μια από τις πρώτες θέσεις στην ενδεικτική καταγραφή των γνωρισμάτων του ποιητικού λόγου του Θ.Ε. Μαρκόπουλου. Κατά κανόνα η λέξη διολισθαίνει στη συνδήλωση. Λ.χ. στις «Υποθήκες του ποιητή Τσε» η μια σημασία κινείται στο επίπεδο του κοινωνικού επαναστάτη, η δεύτερη στο επίπεδο της καθημερινότητας (αιχμηρή και ευθύβολη χρήση του λόγου σε αντίθεση με τη φλυαρία, τη συμβατικότητα και τον ανεγκεφαλισμό) και ίσως η τρίτη στο επίπεδο της ποιητικής: επιδίωξη της έκπληξης σε κάθε σημείο του στίχου — γι’ αυτό και ο ποιητής Τσε— σε συνδυασμό με την ταυτότητα «ποίηση- επανάσταση». Στην «Ανταπόκριση»: το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ στέλνεται από την επαρχία στο κέντρο ή από τον ιδιωτικό στο δημόσιο χώρο, αλλά κυρίως υπονοείται η συνάντηση με το παρελθόν. Ανάλογη η πολυσημία στο ποίημα «Εκδοχή ατυχήματος», με μοτίβα επανερχόμενα στην ποίησή του, λ.χ. στο στίχο «καρφώθηκα στον ουρανό».
Σπουδαία θέση κατέχουν οι διαπλοκές λέξεων, φράσεων, εικόνων —τέτοιες που μέσα από την αντίθεσή τους να παράγουν ποιητικό σπινθήρα, όπως στον τίτλο της συλλογής που συνδυάζει το θόρυβο και τη σιωπή: ένα σκοτωμένο έρωτα («Βρεφοκρατούσα»), Πάλι γαλάζια καταδίκη («Οι λευκές ισοπαλίες»), έτοιμος για το φέρετρο / της καινούργιας μέρας («χαρούμενο ξεκίνημα»), Πρώτη φορά π9 αγάπησα φέρετρο («Πρώτη αγάπη»), και ν’ απειλεί ο ήλιος με δύση («Ανταπόκριση»). Επίσης, οι απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων συντελούν στο να συγκεκριμενοποιείται το αφηρημένο με τρόπο αποτελεσματικό: πετονιά της φωνής («Οι φίλοι»), φτερούγες από άνεμο («Εκδοχή ατυχήματος»), κομμένο λεμόνι θάλασσα («Κασσάνδρα ’91»), κάργα καπνού («Οι λευκές ισοπαλίες»), πουλάκι στα γερμένα βλέφαρα («Οι καλές μαθήτριες»), έπαρση καπνού («Χαρούμενο ξεκίνημα»), ένοικος ζεστός της φλέβας («Η καταπακτή»), σούρουπο χιόνι («Μέρες του 1964 μ. Χ.»), μαντήλι μαρκίζα («Πρώτη αγάπη»).
Οπωσδήποτε η φροντίδα για το ρυθμό είναι καθοριστική: αυτός συχνά έχει το σχήμα μιας ιδιαίτερης έντασης («Εκδοχή ατυχήματος», «Έπαρση σημαίας», «Μεταερωτικό πρόσωπο»), άλλοτε μιας βραδύτητας που θέλει να αναδείξει το στίχο και τη φράση («Υποθήκες του ποιητή Τσε») ή την περιγραφική – αφηγηματική διάσταση του κειμένου («Ανταπόκριση»). Σε κάπο¬ες περιπτώσεις αποδίδεται με τον τόνο της προφορικότητας, προπάντων όταν ο λόγος απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο («Οι φίλοι», «Τα γράμματα του πατέρα»).
Η απόδοση των εμπνεύσεων του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου στη συλλογή «Το περίστροφο της σιωπής» και στο σύνολο της εκδομένης ποίησής του επιβεβαιώνει την ποιότητα της γραφής του και τη δημιουργική συνομιλία με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Η δύναμη και η υποβλητικότητα των ποιημάτων τού επιτρέπουν να διακονεί με επάρκεια την τέχνη της ποίησης. Ο προσανατολισμός σε μια θεματική πνευματικών αναζητήσεων εμπλουτίζει το ιδίωμα του ποιητή και προσδίδει συναρπαστική διάρκεια στην αναμέτρηση με το χρόνο και την πορεία της αυτογνωσίας που ο ίδιος χαράζει.

Χαμηλά ποτάμια (εκδ. Μελάνι 2015).


Του Ιγνάτη Χουβαρδά

«Nαυαγισμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου»
ΔΕΥΤΕΡΑ, 25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Κυρίαρχο μοτίβο στα ποιήματα του Θανάση Μαρκόπουλου είναι η αναζήτηση της ταυτότητας, με τη διαδικασία της επιστροφής στις πατρογονικές ρίζες. Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Χαμηλά ποτάμια, η έννοια της ταυτότητας σκιαγραφείται κυρίως με τη μορφή του πατέρα, με την οργανική και τη συμβολική σημασία του όρου. Ο Μαρκόπουλος από παλιότερα διακρινόταν για την εμμονή του γύρω από τον γενέθλιο τόπο, που είναι η περιφέρεια της Κοζάνης, αποτυπώνοντας μια διαδικασία εξορίας (καθώς έλαχε να ζει στην ενήλικη ζωή στη Βέροια), μια συνθήκη απόστασης την οποία επιχειρεί να αμβλύνει.

Τη συνθήκη αυτή ο ποιητής την καταγράφει με τρόπο καθαρά βιωματικό, προσκολλημένος στα υλικά μιας πραγματικότητας συνήθως πικρής και αποκαρδιωτικής, που στιγματίζεται από τη ροή του χρόνου, το φάσμα του θανάτου, τη σταδιακή μετάβαση από τον κόσμο των ζώντων στον κόσμο των τεθνεώτων. Τα γεράματα που ελαύνουν καταγράφονται με τον τρόπο του ντοκιμαντέρ, κι εκείνο που κάνει εντύπωση είναι ότι η αμεσότητα και καθαρότητα της περιγραφής αφήνει ένα κατακάθι βαθύτατης ανθρωπιάς, μια ψίχα βαθιά ευλαβική, έναν ασπασμό σε κώδικα ηθικών αξιών. Ο Μαρκόπουλος είναι ρεαλιστής με την έννοια της αμετανόητης πίστης στις βαθύτερες αξίες της ζωής, είναι ουμανιστής, εγκάρδιος, συμπονετικός. Θα έλεγα πως η πέτρινη υφή του λόγου του, αυστηρή και τραχιά, περήφανα ασκητική και ορεσίβια, είναι μια πανοπλία, ένα μέσο για να σταθεί ψύχραιμος και ορθός σε θέματα που τον συγκινούν και τον συγκλονίζουν. Εκείνο που τον διακρίνει είναι η επίμονη προσπάθειά του να καταστήσει μια αντικειμενικότητα στα πράγματα, να ορίσει μια αναντίρρητη αλήθεια, να είναι κατά κάποιο τρόπο απόλυτος, την ίδια ώρα που η ροπή του αυτή τελείται με τα πιο υποκειμενικά, φερτά και αναλώσιμα υλικά, που αποτυπώνουν τον ευαίσθητο ψυχισμό ενός εξορισμένου παιδιού.

Υπάρχουν στο βιβλίο ποιήματα που για να τα γράψει κανείς απαιτούν ψυχικό σθένος, αποτυπώνουν την ανθρώπινη συντριβή, την πτώση, τη φθορά και την υπαγωγή του ανθρώπου στην αναξιοπρέπεια. Υπάρχουν σκέψεις και εικόνες που γεννιούνται από τα ακίνητα δευτερόλεπτα, τη ρωγμή του χρόνου προς τον εκμηδενισμό, τις ναρκωμένες σιωπές που σκύβουν στην απόγνωση και το αναπόδραστο τέλος:

Οι ναυαγοί των ματιών

Όταν η υπέργηρη μητέρα μου έπαθε σοκ υπογλυκαιμίας/ για πρώτη φορά μπροστά στα μάτια τού επίσης υπέργηρου και ήδη αναρρώνοντος από μακρά ασθένεια πατέρα/ ο μικρός αδερφός μου που ανάστατος έσπευσε στο Κέντρο Υγείας/ τους βρήκε να κλαίνε βουβά ναυαγισμένοι ο ένας στο βλέμμα του άλλου/ απόγευμα.

Στο βιβλίο αυτό η θεματολογία παραμένει περίπου ίδια με παλιότερα βιβλία (το πέρασμα του χρόνου, ο φόβος των γερατειών, οι αρρώστιες, οι παλιοί φίλοι, οι αναμνήσεις, το θάμπος της νεότητας που δε σου ανήκει, ο φόβος και η πραγματικότητα του θανάτου) αλλά το ύφος, γνώριμο κι αυτό, είναι πιο κατασταλλαγμένο και δόκιμο, ο λόγος κατακτημένος, το κείμενο απόλυτα ταυτισμένο με την αναπνοή του ποιητή, μια φωνή που έκδηλα θέλει να συγχρωτιστεί με τους γείτονες γεωγραφικά ποιητές Χρήστο Μπράβο και Μιχάλη Γκανά που αναφέρονται στο βιβλίο (και με τον Ανέστη Ευαγγέλου, θα πρόσθετα, από Θεσσαλονίκη, που αγαπά επίσης ιδιαίτερα ο Μαρκόπουλος).
Η μορφή του πατέρα εκτυλίσσεται σπονδυλωτά, σαν ψηφιδωτό, σε διάφορες χρονικές φάσεις, με την μεγέθυνση της λεπτομέρειας, που συνήθως μοιάζει ταπεινή και αμελητέα, κι όμως είναι το σημείο εκείνο που λάμπει, που αποκαλύπτει τον άλλο χρόνο, όπου όλα ανακατεύονται, εκεί όπου πραγματικότητα και ασυνείδητο ωθούν σε μια κατάβαση στην μύχια ταυτότητα του ποιητή. Ο πατέρας είναι ο κανόνας που ορίζει το γενέθλιο τόπο, η έννοια της παράδοσης πάνω στην οποία επεμβαίνει διαμορφώνοντας το δικό του εγκόλπιο της ζωής, το πρόσωπο που κατευθύνει τη δυναμική και το περίγραμμα του ψυχισμού του παιδιού του, ο πατέρας είναι τα μάτια της ψυχής και η ασφάλεια του σπιτιού κι ο τρόπος του βιοπορισμού. Το παιδί παραλαμβάνει από τον πατέρα αυτή την κληρονομιά, την ίδια ώρα που η μητέρα είναι η άλλη θεμελιώδης αρχή που διασφαλίζει την προστασία και τη συνέχεια της παράδοσης. Η μητέρα προσφέρει τρυφερότητα και ασφάλεια στην αγκαλιά της παράδοσης, ο πατέρας κτίζει και αλλάζει κάποια σημεία του κανόνα και το παιδί νιώθει το βάρος της αποστολής να παραλάβει την κληρονομιά, να προτατεύσει αυτό που παρέλαβε, να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να κάνει κι αυτό δυναμικές αλλαγές στα πλαίσια της παράδοσης που διασφαλίζει η μητέρα. Από αυτή την άποψη ο χρόνος είναι η σταδιακή συνείδηση ότι είσαι η συνέχειά του πατέρα στην προστατευτική αγκαλιά της μητέρας και μαζί με αυτούς συνεχίζεται και το τοπίο και τα πρόσωπα και η ζωή που έχτισες. Οι ίδιες οι ρυτίδες της ζωής οδήγησαν τον Θανάση Μαρκόπουλο στην ταύτιση με τα δύο πρόσωπα που ορίζουν το γενέθλιο τόπο, οι στίχοι αποτυπώνουν τη σύγκρουση με την ανελέητη ροή του χρόνου και προετοιμάζουν τη διαδικασία του πένθους, μια διαδικασία εσωτερική και ζωογόνος όπου τα αγαπημένα πρόσωπα φωλιάζουν οριστικά μέσα σου.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Περιοδικο ΦΡΕΑΡ 19/1/2016

ΤΟ ΑΔΙΑΚΟΠΟ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑ

Αν μία συλλογή είναι πουλί, τι είδος πουλιού είναι; Στο πρώτο ποίημα της συλλογής του Θανάση Μαρκόπουλου ένα τεμαχισμένο σπουργίτι πίσω από τις περσίδες. Το βλέμμα του ποιητή, άραγε αποσπασματικό, άραγε αποστασιοποιημένο;
Στο δεύτερο ποίημα είναι τα λόγια της μάνας που φτεροκοπούν και πέφτουν στην θάλασσα, ενώ ορίζεται ο τόπος, Θεσσαλονίκη, ενώ ορίζεται η μάνα, μέσα, σπάει, κάτι.
Στο τρίτο ποίημα το πουλί είναι η μνήμη, φτερουγίζει και αφήνει επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα και έναν έρωτα που παλεύει με απόγνωση να πιαστεί από την κουπαστή της ανάμνησης.
Ολοκαύτωμα στο Δίο και ένα κορίτσι πάντα να φυλάει το φως, ως σκοτάδι, ως τύψη, ως ειμαρμένη.
Κι ύστερα ένα πλάνο σταθμού, ο ποιητής πίσω από την περσίδα, το τεμαχισμένο σπουργίτι, η κατασκευή μιας ανάμνησης, όχι δικής του, ‒αλλά αυτό δεν είναι η τέχνη‒ και πιο πολύ ενός συναισθήματος και ακόμα περισσότερο ενός ποιήματος, αποσκευή ξεχασμένη, δεν πετάει, βρέχεται, δεν είναι δική του, ή ίσως είναι πιο δική του από δική του.
Ένα πουλί φωτιάς ή ίσως ένα τηλεφώνημα, ένα γυναικείο όνομα, Ρεβέκκα, μία φλόγα, μία Ανάσταση, στον λόφο. Υπήρξε, δεν υπήρξε, δεν έχει σημασία, καίγεται.
Ένας αποχαιρετισμός, εδώ η μάνα δεν ορίζεται, ορίζεται ο γιος, στο φτερό, ποιο πουλί άραγε;
Γιαγιάδες περίεργα πουλιά προβάλλουν και απεκδύονται τα μαύρα τους φουστάνια, αποκτούν φτιασίδια και πολύχρωμα φτερά, τρέχουν να κρυφτούν, πίσω απ’ την φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς.
Μία γυναίκα που κουβαλά, μία γυναίκα από χώμα, γη, γυναίκα, χειραφέτηση στο χώμα.
Το παιδί από την Βεργίνα, έχει ήδη πετάξει, δύο μικροί μίσχοι στηρίζουν την απουσία του, η λεζάντα γράφει το όνομά του, λέγεται έφυγα.
Οκτώ με δέκα, μικρό πουλί σε χούφτα ξένη, κεράσια μαύρα και μια μάνα που κρύβει κάτω από τα φαρδιά της φορέματα, χαμηλό πορτάκι κάτω από σκάλα, εδώ δεν ορίζεται η μάνα, ούτε ο γιός αλλά το σπίτι.
Η Λολομπριτζίτα, Βασίλισσα του Σαββά, εξωτικό πουλί, η περσίδα πέφτει, ολόκληρη η γυναίκα στην οθόνη, το θαύμα στα έφηβα μάτια που αστράφτουν.

Η επέλαση των νέων, γυμνά, μικρά, γυμνασμένα πουλιά, σε σμήνη, νέα, ορμητικά, ανθεκτικά, φεύγουν για να ξανάρθουν καινούργια.
Ένας τάφος προγούλι στο πρόσωπο, ευημερία, ευοί, ευάν, ο καθρέφτης, γελάμε για να τον ξεγελάμε
Το ίδιο βλέμμα όχι πίσω από την περσίδα, αλλά σε κάδρο, κάποιος πετάει στην βροχή, ο ποιητής μέσα στεγνός, το βλέμμα προστατευμένο εντός. Όμως τα δάκρυα κάνουν τις δικές τους πτήσεις.
Ποιο πουλί είναι το βράδυ με την μαύρη φτερούγα του, τι τελειώνει, τι περιστρέφεται γύρω από το περίστροφο;
Σκέτος αέρας ύλη για πέταγμα τι μένει τι υπάρχει τι αιωρείται πούπουλα φτερά
Όταν υπάρχει η αλήθεια και η ομορφιά, ο Παρθενώνας και η Πνύκα, τα χαρτιά ορυχεία ψεύδους. Και η απώλεια; Πάντα παρούσα, δεν χάθηκε ποτέ.
Ποίημα απολωλός που ο ποιητής κυνηγά με φουσκωμένα πανιά, ποίημα που θα μείνει αποίητο, διακεκομμένο από τηλεφώνημα
Και τραγούδι με τριζόνια, λύκους, φεγγίτες φλέβες μοναχικό σαν αρχαία σιωπή.
Και αστραπές βουβές, η μία τρυφερό λυχνάρι, η άλλη σκοτωμένο νερό και η τρίτη η πιο πολύτιμη, απαγορευμένο περγαμόντο.
Και κεράσια, ένα κορίτσι που γίνεται κυκλάμινο, το θαύμα του θεατή που περνάει επιτέλους το γεφύρι και ένα βασιλόπουλο που κλαίει στ’ αλήθεια και μία σολίστ κοριτσάκι που πεινάει.
Και ένα βλέμμα όχι του ποιητή αλλά των άλλων, εδώ ούτε η μάνα, ούτε ο γιος, ούτε το σπίτι, εδώ ορίζεται η ηλικία.
Μοναχοί φωτός στο σκότος που περικλείει, μοναχοί ή ίσως όχι.
Η γυναίκα του κύριου Παναγιώτη είναι χελιδόνα, οι καρέκλες παραμένουν δύο, ο φίκος πάντα ένας.
Ένας καφές, ένας φίλος που χάθηκε, ένας φίλος ποιητής που κάπνιζε, ένας φίλος ποιητής που κάπνιζε και χάθηκε, που δεν τον σκότωσαν τα τσιγάρα, τα ποιήματα τον σκότωσαν με το φαρμάκι τους, μαύρη μηλιά, Δεσκάτη, κάπου στον κόσμο.
Ένα γράμμα που στέλνει ένα παιδί σε ένα διήγημα, και ένα διήγημα που ο ποιητής έκλεισε μέσα σε ένα ποίημα, κι αν το παιδί δεν έχει την διεύθυνση του παππού του για να στείλει το γράμμα, ο ποιητής έχει άραγε την διεύθυνση της μοναξιάς για να στείλει το ποίημα με το διήγημα μέσα; Ναι την έχει και την γράφει.
Πολυχρόνης Μπαϊρακταρίδης, παιδικός φίλος, κούραζε τα κοτσύφια στο βαθύ χιόνι, γιατί υπάρχουν και ποιήματα εικονοστάσια, ανάβεις ένα κερί και ανθίζουν.

Ο γιος της μάνας είναι ποιητής και φτερουγίζει, φτερουγίζει ασταμάτητα, τι είδους πουλί είναι η συλλογή αυτή, η μάνα μεγαλώνει, ο γιος μεγαλώνει, και ο γιος φεύγει και επιστρέφει σαν το φεγγάρι. Εδώ ορίζεται η αγάπη.
Μία φωτογραφία εικασία θανάτου, πώς να ζητήσεις από την μάνα να ποζάρει μελλοντικό πένθος για να απαθανατίσεις αθανασία;
Ο πατέρας ανεβαίνει στο κάδρο του. Τυφεκιοφόρος εθνικού χαμού κλάσεως 44. Τι είδος πουλιού φτερουγίζει τώρα σ’ αυτό το ποίημα; Πες κάργες. Τρεις.
Πάνω από τον πατέρα. Που πλέει ακύμαντος. Βάμμα αγάπης, έκρηξη θέρους, μαλλιά νύφης. Πέντε σιωπές που φτερουγίζουν. Ο Πατέρας θάβει, ο Πατέρας φοβάται, ο πατέρας σωπαίνει, ο πατέρας χάνει βαθμιαία όλα του τα φτερά, στην παιδική ηλικία του ποιητή, ο πατέρας χάνει τα φτερά του. Κακό φτερό φέρνει τον θείο στην πένθιμη συνοικία. Κάργες πάλι στο σπίτι και ένα παράπονο που αναβλύζει από τους στίχους, καίει το κάδρο του πατέρα, καίει και λυτρώνει.
Διαβάζοντας κανείς την συλλογή αυτή ακούει φτερούγες πουλιών που ανοιγοκλείνουν, μία ασθματική ανάσα και τον χτύπο της καρδιάς του ποιητή. Αυτό το αδιάκοπο φτερούγισμα άλλωστε είναι που κάνει την συλλογή αυτή τόσο σπαρακτικά αληθινή.

 

Δήμητρα Σμυρνή

Στις όχθες του χρόνου και της μνήμης

18 Ιανουαρίου 2016 στις 11:25
Βέροια νέα | Γράμματα & Τέχνες

Μετά από πέντε χρόνια εκδοτικής σιωπής στον τομέα της ποίησης, ο ποιητής και κριτικός Θανάσης Μαρκόπουλος βλέπει τα τελευταία του ποιήματα, που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς κυρίως σε λογοτεχνικά περιοδικά ,να συγκεντρώνονται σε μια συλλογή με τον υποβλητικό τίτλο «Χαμηλά ποτάμια», εκδόσεις Μελάνι, Νοέμβριος 2015.
Το 2010 εκδίδεται η προηγούμενη ποιητική συλλογή του «Μικρές ανάσες», με την οποία ο ποιητής είναι υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Οι «Μικρές ανάσες» ήδη επισφραγίζουν με την έκδοσή τους μια ποίηση δυνατή, εικονοπλαστική, στοχαστική, ποίηση της ωριμότητας.
Κι ενώ πολλές φορές στην ποίηση συμβαίνει το ποτάμι της, μαζί με το πολύτιμο υλικό, να κατεβάζει κι άλλα υλικά, «δε699lύτερα», στην τελευταία συλλογή του Μαρκόπουλου, όσο κι αν ψάξει ο αναγνώστης, δε θα συναντήσει ένα τέτοιο ποίημα. Τα «Χαμηλά ποτάμια» είναι η καλύτερη ποιητική του στιγμή.
Η ποιητική του πορεία είναι μια σαραντάχρονη ανοδική πορεία, που ξεκινά το 1975 – ποιήματα της εποχής εντάσσονται στην πρώτη του συλλογή «Απόπειρα εξόδου» (1982) – για να καταλήξει στην τελευταία του, όπου ο ποιητής έχει φτάσει στην απόλυτη ωριμότητα.
Τα «Χαμηλά ποτάμια» είναι η συσσωρευμένη πείρα της ζωής, πείρα με γεύση στυφή, είναι ο κρυφός φόβος του επερχόμενου τέλους, είναι η αθεράπευτη νοσταλγία της νιότης, είναι η καταγραφή όσων η μνήμη προσπαθεί να αποθησαυρίσει, είναι η χαμηλή φωνή που ψιθυρίζει στον καθένα ξεχωριστά αυτά που τόσο καλά γνωρίζει και αισθάνεται, αλλά δεν έχει το χάρισμα να τα κάνει λόγο.
30+1 ποιήματα καταγράφουν από διάφορες οπτικές γωνίες πρόσωπα, πράξεις, γεγονότα, μέσα από έναν γοητευτικό φακό συναισθημάτων , που κάνει το μικρό να παίρνει τις διαστάσεις του μεγάλου και το μεγάλο να κλείνει μέσα του τα πλήθη του μικρού.ΘΜ
Σε αντίθεση με πολλούς σημερινούς ποιητές, που επιμένουν στην αποσπασματικότητα, είτε από άποψη, είτε από αδυναμία, εκείνο που εντυπωσιάζει στην ποίηση του Μαρκόπουλου –το οποίο είναι χαρακτηριστικό και παλιότερων ποιημάτων του, εδώ όμως είναι σαφώς εντονότερο – είναι η δύναμη της ολοκληρωμένης εικόνας του ποιητικού του μηνύματος, με αρχή μέση και τέλος, και μάλιστα μ’ ένα τέλος που ξαφνιάζει ή συνταράσσει με την ευρηματικότητα της σύλληψης και της εκτέλεσής του.
Ο λόγος του εξαιρετικά πυκνός, προϊόν επίπονης προσπάθειας, ώστε να μην περισσεύει το παραμικρό, χαρακτηρίζεται από μια κρυστάλλινη διαφάνεια σκέψεων και συναισθημάτων.

ΤΟ ΛΥΧΝΑΡΙ

Ποτέ μου δεν είδα τόσο φως
όσο τη στιγμή που άκουσα έναν τυφλό
ν’ αποκαλεί τη γυναίκα του
λυχνάρι μου

Τα εκφραστικά του μέσα λειτουργούν όχι προσθετικά, αλλά, αντίθετα, αφαιρετικά, γυμνώνοντας το στίχο από το περιττό και κάνοντάς τον πιο κοφτερό. Μοναδικός θηρευτής της λέξης την κάνει πυρήνα του στίχου του και πολλές φορές πυρήνα ολόκληρου του ποιήματος, ξαφνιάζοντας ευχάριστα με την επιλογή της.
Γνώρισμα της ποίησης του από παλιά, και τώρα περισσότερο κατακτημένο, η μουσικότητα. Ακόμα κι όταν η ποίηση του γίνεται πεζόμορφη, δε χάνει την εσωτερική της μουσικότητα, πολύ περισσότερο, όταν υπάρχουν ποιήματα , όπως το παρακάτω, που θαρρείς ζητούν μελοποίηση. (Το τραγούδι της μοναξιάς)
Συχνά του αρέσει να σκηνοθετεί τις εικόνες του με κινηματογραφική ματιά
(Πλάνο σταθμού)
κι άλλοτε να στέκει μπροστά σε μια επιγραφή ή μια παράσταση σχολιάζοντας με καβαφική διάθεση (Το παιδί απ’ τη Βεργίνα)
Σαρκαστικός μπροστά στη γυναικεία ματαιοδοξία του σήμερα (Οι γιαγιάδες)
αλλά και τρυφερός απέναντι στην αιώνια βασανισμένη γυναίκα
(Η χειραφέτηση της γυναίκας)
Η μνήμη τον γυρίζει πίσω, στα παιδικά του χρόνια. Γίνεται άλλοτε μικρός τρομαγμένος κλέφτης (Οχτώ με δέκα)
κι άλλοτε δεκατετράχρονος μαθητής στο δικό του «Σινεμά ο Παράδεισος», στο Κινηματοθέατρον Άστρον της Κοζάνης (Η Λολομπριτζίτα στην Κοζάνη)
Βλέπει από τις όχθες του χρόνου και της μνήμης τον αέναο κύκλο της ζωής, με τη γενναία ματιά, που τολμά ν’ αντικρίζει την αλήθεια. (Η επέλαση των νέων)
Άλλοτε βλέπει στα μάτια των άλλων αυτά που τα δικά του μάτια δε θέλουν να δουν. (Το βλέμμα των άλλων)
Κι άλλοτε στέκει αντιμέτωπος με τα δικά του «καβαφικά κεριά», με γνώση αλλά όχι με απόγνωση. (Σκέτος αερασkeri)
Τα ερωτικά είδωλα επανέρχονται στίλβοντα (Ολοκαύτωμα στο Δίο)
Καταγράφει με μοναδική ευστοχία, παίζοντας ταυτόχρονα σα μικρό παιδί με τις εικόνες και τα συναισθήματα, τον αγώνα του ποιητή να συλλάβει το ποίημα κι εκείνο να του ξεφεύγει. (Το απολωλός ποίημα)
Προσωπογράφος με πινελιές τρυφερές ζωγραφίζει πορτρέτα. Τα καλυτέρα της μάνας και του πατέρα του. (Η μάνα σε ισόβια)
Η μορφή του πατέρα δεσπόζει στην ποίηση του Μαρκόπουλου ήδη από τα πρώτα του ποιήματα. Εδώ, στην τελευταία του συλλογή, καθαγιάζεται με το πολύστιχο τελευταίο ποίημα «Ο πατέρας ανεβαίνει στο κάδρο».
Πότε στο τρίτο πρόσωπο, πότε στο δεύτερο, πότε στο πρώτο, ο ποιητής καταθέτει στα «Χαμηλά ποτάμια» του το απόσταγμα της ποιητικής του πορείας, κάνοντας τον αναγνώστη συνειδητό συνοδοιπόρο του.

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ

diastixo 26/4/2016

Με τα Χαμηλά ποτάμια του –ο τίτλος παρμένος από έναν στίχο του Χρήστου Μπράβου– ο Θανάσης Μαρκόπουλος φτάνει σε μια φάση έκδηλης ωρίμανσης της ποιητικής του διαδρομής. Με κινητήριο μοχλό την ανάμνηση (που ανασύρεται συνήθως «λυπημένη» από τα πλούσια «μουσεία μνήμης» που διαθέτει) και βλέμμα διεισδυτικό και ιδιαίτερα αισθαντικό, που συνεχώς μετακινείται στα διάφορα συμβάντα του βίου (ενσωματώνοντας κάποτε στην κίνησή του ακόμη και τα βλέμματα των άλλων), επιτυγχάνει μια πρισματική θεώρηση της ζωής και φέρνει στην επιφάνεια σφοδρά συναισθήματα μέσα από απλά στιγμιότυπα. Το αποτέλεσμα είναι η αβίαστη μετάδοση γνήσιας συγκίνησης στον αναγνώστη. Η έντονη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, η τρυφερότητα (από και προς το πρόσωπο) της μάνας, τα σκιρτήματα του έρωτα, η ανυστερόβουλη επίνευση του ποιητικού υποκειμένου προς τους νέους (και, γενικότερα, προς τη νεότητα), η ειλικρινής συμπόνιά του για τους ανυπεράσπιστους και όσους υφίστανται την αδικία –τους «καλούς αλλά κακότυχους»– είναι μερικά από τα θέματα του. Εκφραστής ενός κρίσιμου μεταιχμίου, που σηματοδοτεί το πέρασμά μας στη νέα εποχή, ο Θανάσης Μαρκόπουλος φαίνεται ν’ αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη «χειραφέτηση της γυναίκας», υπενθυμίζοντάς σε μένα αυτό που κάποτε μου είχε εκμυστηρευτεί η Ζωή Καρέλλη: «Ο κόσμος άλλαξε γιατί άλλαξε η νοοτροπία των γυναικών…» Αναγνωρίζει ασφαλώς πως η χειραφέτηση κατακτήθηκε με αγώνες και αίμα από τη μεριά τους∙ εντούτοις δεν παραλείπει να επισημάνει ένα παράδοξο, δηλ. πώς αντιδρούν οι μοντέρνες γιαγιάδες (ενσάρκωση εδώ της κοινωνικής απελευθέρωσης) αναζητώντας το καταφύγιό τους στις δυσκολίες: «…σαν έρθει η ώρα που σπάζουν οι φλέβες […]/τρέχουν να κρυφτούν πανικόβλητες/ πίσω από τη φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς […]» («Οι γιαγιάδες»).
Εκείνο όμως που μαρτυρά το βαθύτερο υπαρξιακό υπόστρωμα αυτής της συλλογής είναι αναμφισβήτητα η εμμονή στο θέμα της φυσικής φθοράς (προχωρημένη ηλικία, αρρώστιες), όπως αντικαθρεφτίζεται στα αγαπημένα πρόσωπα των ανιόντων συγγενών (πατέρας, μητέρα). Ο ποιητής παρακολουθεί την πορεία τους μέσα στον χρόνο μέχρι το θάνατο (που συνιστά και τη μόνη «αδιάψευστη αλήθεια», σε αντιδιαστολή με την «ψευδαίσθηση αθανασίας» που μπορεί να τρέφουν οι ζωντανοί), με κατανόηση και προσήλωση. (Να σημειώσουμε ότι σ’ ένα ποίημα του, στο οποίο συνδιαλέγεται με τον κεκοιμημένο ποιητή Χρ. Μπράβο, βάζει στα χείλη του τη φράση: «Τι να γράψεις χωρίς το θάνατο πάνω απ’ το κεφάλι σου…»). Η τρυφερότητα του γιου προς τον άρρωστο πατέρα, η περιγραφή της αγωνίας και της απόγνωσης μπροστά στο επερχόμενο τέλος, η τραγική αίσθηση «της απουσίας» που αυτό καταλείπει δίνονται με εξομολογητική ειλικρίνεια και στοχαστικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί του «παλιού καιρού», με το χαρακτηριστικό ήθος τους τοποθετούνται ψηλά στην αξιακή του κλίμακα (λόγω κυρίως της απαρασάλευτης αφοσίωσής τους στο ρόλο τους, π.χ. η μάνα μπορεί να «ρημάζει» όσο περνούν τα χρόνια, εντούτοις «παραμένει» μάνα και πάντα «επιστρέφει σαν φεγγάρι»). Υποφώσκει εδώ, θα ’λεγε κανείς, μια άρρητη ανησυχία για την τροπή που παίρνει ο σημερινός κόσμος μας, με την αλλαγή (ή ίσως και έκπτωση) κάποιων (παραδοσιακών) αξιών –και όχι μόνο– που παραμένουν ανεκτίμητες… Ωστόσο, ακολουθώντας ο ποιητής τα χνάρια τους που προδιαγράφουν και τη δική του πορεία μέσα στο χρόνο (θα ’ρθει, μοιραία, και γι’ αυτόν η στιγμή ν’ αποκτήσει κάποτε το «προγούλι της μεσαίας τάξης»…), δεν φαίνεται να ’ναι, εντέλει, απαισιόδοξος, ίσως γιατί σοφά γνωρίζει ότι κάθε προχώρεμα απαιτεί συνήθως τη σύνθεση-ζύμωση αντιφατικών στοιχείων και καταστάσεων. Έτσι, στα 62 του χρόνια, όπως μας εξομολογείται, αυτά που αντικρίζει μπροστά του είναι: «Βουνά και λαγκάδια/ θάλασσες που ανθίζουν/ δρόμοι γκρεμοί και δρόμοι γεφύρια/ κι ανοιχτά ενδεχόμενα/ σαν παράθυρα θέρους». Περισσότερη σημασία γι’ αυτόν φαίνεται να έχουν όσα πρόκειται να συμβούν, τα μελλούμενα. Ό,τι άφησε πίσω του: σκέτος αέρας («Σκέτος αέρας»).

Αξίζει την αμέριστη προσοχή μας ο αθόρυβος δημιουργός της Βέροιας και ακάματος μελετητής∙ πλησίστιος και οιστρηλατημένος ρίχνεται «στην απέραντη ερημία της χάρτινης στέπας» –να ’ναι άραγε αυτό μια μετωνυμία της ελληνικής επαρχίας;– για να μας χαρίσει την ιαματική ευεργεσία της ποίησης.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Εντευκτήριο τ.111 /2015

Με απαντοχή για τα δύσκολα που έρχονται

Όσο κι αν μια υποδόρια μελαγχολία αφήνει το ίχνος της στα ποιήματα της
καινούργιας συλλογής του Θανάση Μαρκόπουλου, η λαχτάρα για τη χαρά
και την απόλαυση της ζωής κυριαρχεί ως κλίμα και διάθεση εκ μέρους του
ποιητή. Μπορεί σε στιγμή απελπισίας να θέλει να πάρει το λεωφορείο «με το
περίστροφο για την Πρέβεζα», όμως περισσότερο τον κερδίζει η αισιόδοξη
προοπτική του στο μέλλον, που έρχεται «με ανοιχτά ενδεχόμενα/ σαν παράθυρα θέρους» και «θάλασσες που ανθίζουν». Η “βιοτεχνία” της μίζερης σκοτεινιάς και θλίψης, που συχνά βλέπουμε να κατακλύζει την ποίηση άλλων
ποιητών, και στο παρελθόν αλλά και στην εποχή μας, απουσιάζει από τους
στίχους της συλλογής. Ακόμη κι όταν τα θέματα που θίγονται είναι η φθορά,
η απώλεια, η διάψευση, ο θάνατος, εκείνο που κυρίως αποκομίζουμε είναι
ελπίδα και κατάφαση στη ζωή. Από το βλέμμα του Μαρκόπουλου δεν λείπουν
ο θαυμασμός και η λατρεία για τα νιάτα και την ομορφιά, που κατορθώνουν με
την εκτυφλωτική λάμψη τους να κρατούν μακριά τα ζοφερά και «ανήλια
σκότη». Το σωματικό κάλλος, όπου κι αν το συναντήσει, όχι μόνο καίρια τον
μαγεύει, αλλά σε πολλές περιπτώσεις εντυπώνεται αναλλοίωτο στη μνήμη
του, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Επίσης, έντονες μνήμες από παλιά ειδύλλια επιστρέφουν για να ζεστάνουν τον εσωτερικό του κόσμο. Επιζητεί παθιασμένες συνουσίες που επιτείνουν τον αισθησιασμό του, ως αντίδοτο στον φόβο του θανάτου. Ενδεικτικό το ποίημα «Η χειραψία»:

Αν ήταν κάτι να κρατήσω/ απ’ όλα τα μουσεία της μνήμης μου/ θα κρατούσα μονάχα/μια επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα/ που είδαμε ένα καλοκαίρι στο Δίο/ τότε που απεγνωσμένα σμίξαμε/ θεόγυμνοι στο κύμα.

Όμως, το σώμα και οι αισθήσεις του Μαρκόπουλου επίσης βρίσκουν βαθιά
αγαλλίαση στην ανάμνηση εικόνων και στιγμών από την παιδική του ηλικία, όταν ο κόσμος έμοιαζε στα αθώα του μάτια σαν κάτι μαγικό, με αστείρευτη ροή εκπλήξεων. Τώρα, στην ώριμη ηλικία των 62 χρόνων του, οι αναμνήσεις αυτόκλητες τον κυριεύουν ως παρηγοριά μπροστά στην οδυνηρή επέλαση της φθοράς του σώματος. Αναμφίβολα, η κυριαρχία της νεότητας στην εποχή μας άλλαξε τρόπους και συμπεριφορές. Με ευστοχία, στο ωραίο ποίημα «Οι
γιαγιάδες», ο Μαρκόπουλος παρατηρεί και επισημαίνει την απομάκρυνση από
την παράδοση, όταν οι παλιές γιαγιάδες κυκλοφορούσαν μαυροντυμένες, με
πρόσωπο τσαλακωμένο από τις ρυτίδες και με το «δειλινό στο βλέμμα». Τώρα οι γιαγιάδες με κάθε τρόπο θέλουν να παραμένουν λαμπερές κι επιθυμητές, «βάφουν τους πόθους, ενυδατώνουν το ψέμα τους». Όμως, όταν ο φόβος του ανίκητου χρόνου τις κυριεύει, σύμφωνα με τον ποιητή, τρέχουν πανικόβλητες να βρουν παρηγοριά στο ήθος και στη ζεστασιά εκείνων των παλιών γιαγιάδων.
Κανένα είδος συναισθηματικής στεγνότητας δεν συναντούμε στα ποιήματα της συλλογής. Ο Μαρκόπουλος έχει πολλές διεξόδους για τους προβληματισμούς και τις αγωνίες του. Επιζητεί να βιώνει την ομορφιά, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις αισθήσεις αλλά και σε σχέση με συναισθήματα και πνευματικές κατακτήσεις. Στους στίχους του ποιήματος «Το απολωλός ποίημα», με ενάργεια εκφράζει την ευφορία που τον πλημμυρίζει όταν βυθίζεται στην ποιητική σύνθεση, κι εξυπονοείται ότι η τέχνη τον συνοδεύει στην πορεία του
ως μέγα και σπουδαίο αγαθό. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να παρομοιάζει αυτή
την ευφορία με ερωτική υπερδιέγερση:

Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα/εν πλήρει στήσει/ σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο… Συνακόλουθα και η μοναξιά δεν είναι ζοφερή για τον Μαρκόπουλο· αντίθετα, κάτι ευεργετικό αναδύεται. Μέσα από τη σιωπή της μοναξιάς, έρχεται σε δημιουργική συνάφεια με τον βαθύτερο εαυτό του, ανιχνεύει κρυμμένες αλήθειες, φωτίζεται ο ορίζοντας της αυτογνωσίας του κι αντιλαμβάνεται καλύτερα το αίνιγμα της ύπαρξης.
Ο Μαρκόπουλος δεν κρύβει τη συμπόνια και την τρυφερότητά του για τους πιο αδύναμους συνανθρώπους του, για τους βιοπαλαιστές, τους πρόσφυγες, τους μοναχικούς γέρους, τις σκληρά εργαζόμενες γυναίκες της υπαίθρου ή των λαϊκών στρωμάτων, γενικά για όλους τους περιθωριακούς αυτού του κόσμου ανά τους αιώνες. Όμως, μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού του, μια πικρή τύψη σαν ραγισματιά τον πληγώνει για το γεγονός ότι, ενώ γύρω του η βία, ο πόνος και τα δάκρυα με μανία διαβρώνουν τη ζωή, ο εαυτός του, «στεγνός κι απάνεμος», παθητικά παραμένει «στο κάδρο, θεατής ανίατος»· οι παλιές εποχές των ηρωικών ξεσηκωμών για να αλλάξει ο κόσμος έχουν πλέον παρέλθει.
Στη συλλογή πνέει ένας αέρας που φέρνει εικόνες και καταστάσεις και από
αστικούς χώρους, αλλά και από την ύπαιθρο, καθώς η καταγωγή του ποιητή
είναι από τα Κρανίδια της Κοζάνης, που παρέμεινε τόπος διαμονής των γονιών του. Όχι μόνο σεβασμός, αλλά σχέσεις αφοσίωσης και λατρείας συνδέουν τον ποιητή με τους γονείς του. Όλες οι οικογενειακές αξίες της συμπαράστασης και προσήλωσης στην ανάγκη, στην αρρώστια, στον θάνατο,
εκδηλώνονται σε κάθε σκέψη και πράξη του γιου, μέσα στο πλαίσιο της αμέ-
ριστης γονικής θαλπωρής που δέχτηκε. Παράλληλα, μέσα από τις διηγήσεις
του πατέρα, αναβιώνουν συγκλονιστικές μνήμες της πρόσφατης Ιστορίας,
όπως βιώματα από τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση. Παραθέτουμε το ποίημα «24 Ιουλίου 1974»:
Τη μέρα που έπεσε η Χούντα ο πατέρας άνοιξε μια μπάρα άναψε κι ένα τσιγάρο κι έκαψε δροσερά τις εφτά σιωπές του. Οι αγαπημένοι νεκροί του ποιητή, που είναι ο πατέρας του και οι φίλοι -ειδικότερα ο ποιητής Χρήστος Μπράβος – έρχονται και συνομιλούν μαζί του με γλυκές κουβέντες αγάπης και συντροφικότητας, όπως ακριβώς συνέβαινε κι όταν ζούσαν. Έρχονται όμως «νυχτωμένοι» από τα μαύρα τάρταρα του θανάτου, με το παράπονο στα χείλη, καθώς κάτι με λύπη «σπάει μέσα τους», τα λόγια τους σκορπούν σαν μήλα από «τη μαύρη μηλιά τους».
Το κατακτημένο προσωπικό ύφος, η άμεση κι ώριμη τεχνική στην έκφραση, η γνήσια προσέγγιση ουσιαστικόν θεμάτων, αποτελούν αδιάψευστες αρετές του Μαρκόπουλου, που με την καινούργια συλλογή του εξασφαλίζει ένα επιπλέον βήμα ανόδου στην καταξίωση.

 

Μικρές ανάσες (Μελάνι, Αθήνα 2010)

 

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Πολιτιστικά Δρώμενα (Βέροια) 56
(Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος 2010) 37-38

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η σχεδόν πλήρης απουσία των υπερρεαλιστικών χαρακτηριστικών που δε λείπουν από καμία προηγούμενη συλλογή του ποιητή: η αμεσότητα και η καθαρότητα των μηνυμάτων μοιάζουν να είναι σε απόλυτη προτεραιότητα. Έχουν συντελεστεί επιπλέον και άλλες σημαντικές αλλαγές∙ ο σαρκασμός, σταθερό όπλο του ποιητή απέναντι στη ρηχή και συχνά βάναυση καθημερινότητα, έχει οριστικά εξαφανιστεί αφήνοντας ως ανάμνηση μόνο μια ελαφριά ειρωνεία, κάποτε στα όρια του χιούμορ, σε τρία μόλις κείμενα, «Το ούζο σώζει το Γαλιλαίο» , «Κάθοδος Βορείου» και «Το ανθρωπάκι». Ο διδακτισμός και ο ρητορικός τόνος πάλι, εκφραστικές λύσεις που ποτέ δεν αγνόησε η ποίηση του Θ. Μαρκόπουλου, εμφανίζονται και εδώ έστω και χωρίς την επικουρία του σαρκασμού (λ.χ. στο ποίημα «Το χούφταλο»). Αντί για σαρκασμό ή ειρωνεία μια αδιόρατη θλίψη διαπερνά τα περισσότερα κείμενα, θλίψη που κλιμακώνεται και κορυφώνεται στο τέλος σε πίκρα. Η τεχνική της κλιμάκωσης βέβαια καλλιεργείται από τις πρώτες συλλογές και βελτιώνεται σημαντικά στο Περίστροφο της σιωπής, όμως, ενώ πριν κατέληγε σε αιχμή (ειρωνεία, σαρκασμό), εδώ καταλήγει τις περισσότερες φορές σε έναν πνιγμένο λυγμό.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ
Ιγνάτης Χουβαρδάς-Δημήτρης Κόκορης
Ο ποιητής και κριτικός Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος
Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Δήμος Θεσσαλονίκης-Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο
Θεσσαλονίκη 2010, σ. 7

Η γοητεία του Μαρκόπουλου οφείλεται στο γεγονός ότι μοιάζει αθώος και ανυποψίαστος για την υποχθόνια πρόθεση των ποιημάτων του. Θεωρεί ότι αποτυπώνει στοιχεία της πραγματικότητας ως αμετανόητος ρεαλιστής αλλά το αποτέλεσμα τον ξεπερνάει, υπερβαίνει τις προθέσεις του, εκθέτει την αγνότητα ενός παιδιού που εξερευνά με περιέργεια τον κόσμο. Το μοτίβο που κυριαρχεί είναι η κάθοδος προς τον κάτω κόσμο, όμως εδώ ο μεταβατικός τόπος συνάντησης των μορφών είναι ένα μαγνητικό πεδίο περιδίνησης όπου η ζωή με το φορτίο της αντιπαλεύει το αίνιγμα του θανάτου. Ο ποιητής εκκινεί από την πραγματικότητα αλλά το ποίημα αφορά το υποσυνείδητο, το χώρο όπου οι μορφές ρευστοποιούνται ποικιλόμορφα ανοίγοντας διάπλατα τον ορίζοντα της δυνητικότητας. Κατά τη γνώμη μου ο Θανάσης Μαρκόπουλος είναι ένας μεταιχμιακός ποιητής, αποτυπώνει τον συνοριακό χώρο ανάμεσα σ’ αυτό που βλέπω κι αυτό που με κοιτάζει, σ’ αυτό που επιχειρώ να καθορίσω τις διαστάσεις του και σ’ αυτό που με παραπλανά και με σαγηνεύει.

 

Ηλίας Κεφάλας
περ. Νέα Ευθύνη 2 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) 160-161

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, στο απόγειο αυτή τη στιγμή της ωριμότητάς του, μάς χαρίζει ποιήματα σωματικά και βιωματικά. Τα ποιήματά του, δηλαδή, εγγράφονται πάνω στην ιστορική του διαδρομή, καθώς κουβαλούν τα εχέγγυα της προσωπικής εμπειρίας και τα γνωρίσματα ενός συγκεκριμένου γεωγραφικού χάρτη. Αποφαίνεται δηλαδή επί πραγμάτων τα οποία όχι μόνο επεξεργάστηκε φαντασιακά, αλλά κυρίως έζησε. Άρα, τόπος, ιστορία και άνθρωποι συνενώνονται μέσα σε μια ομόλογη δέσμη συγκίνησης, η στοχαστική άνωση της οποίας συνιστά την ποίησή του.
Η σωματική ποίηση αναδιφά πάντα τα μονοπάτια της μνήμης. Στην περίπτωση του Θανάση Μαρκόπουλου τα ποιητικά αυτά μονοπάτια φέρνουν στο φως τους γεννήτο­ρες, το σφύζον αίμα του συγγενικού χώρου, καθώς και τους απώτερους ή εγγύτερους φίλους που διασταυρώθηκαν κάποια στιγμή μαζί του, αποδίδοντας όμορφες χρονικές συγκυρίες και βαθιά, πηγαία αισθήματα. Ατραποί της εφηβείας, σπαράγματα του εμφυλίου, καταυγάσματα της φιλίας, ευθύνες του καθήκοντος, επίμονες προσεγγίσεις της τέχνης και πάνω απ’ όλα ο έρωτας στις αδιάλειπτες διαχρονικές του εκδοχές γίνονται τα εναύσματα της θεματικής του. Ανάμεσά τους δεσπόζουσα θέση κατέχει η έννοια της καθημερινής φθοράς, η κατακρήμνιση του ανθρώπου προς το εσωτερικό του και η προοδευτική αποξένωση.

 

Τεστ κοπώσεως (Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 2002)

 

Ιγνάτης Χουβαρδάς
περ. Εντευκτήριο 61 (Απρίλιος- Ιούνιος 2003) 132

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βι­βλίου είναι αυτό που υποβόσκει πέρα από τις προθέσεις του ποιητή, το ίδιο το υποσυνείδητο μορφοποιημένο κά­τω από τη σκιά του Βερμίου. Το εξω­τερικό περιβάλλον, θετικό κι αρνητι­κό, αμφίσημο, μπορεί να σχολιάζεται με τον τρόπο της τυπικής λογικής∙ όμως, μονίμως αιωρείται η υποψία πως όλα διηθούνται στο βαθύτερο φίλτρο του υποσυνείδητου, εκεί που το βλέμμα ελεύθερο αναζητεί την εσωτερική του παράσταση, συνειρμι­κά κι αυτόματα. Ενώ τα ποιήματα επιδιώκουν ν’ αναδείξουν την αυτοτέλειά τους, μια βαθύτερη ροπή θέλει να τ’ αναποδογυρίσει, ν’ ανακατώσει τα στοιχεία τους, να τα ξαναφιλτράρει στην οθόνη ενός ονείρου τολμηρού και δυναμικού, στην καταπακτή μιας βαθύτερης κατάβασης προς το υπέ­δαφος της ψυχής. Έτσι, η αμφισημία γίνεται γενικότερη και στο επίπεδο των προθέσεων. Ο ποιητής επιδιώκει να μας παρουσιάσει μια πραγματικό­τητα που βιώνει μέσα από τη δοκιμα­σία του χρόνου, ενώ κατά βάθος οικοδομεί τους ιστούς ενός βαθύτερου ονείρου, γεμάτου θραύσματα της πραγματικότητας, παρόντος και πα­ρελθόντος, που αλληλοσυμπλέκονται με τους δικούς τους νόμους σ’ ένα διαρκές καθεστώς έλξης και απώθη­σης γύρω από τις δύο παρυφές του Βερμίου, όπου από τη μια κρύβεται η παιδική ηλικία κι από την άλλη η ενή­λικη ζωή.

 

Γιώργος Μύαρης
περ. Πόρφυρας 109 (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2003) 505-507

Η ένδον πορεία του ποιητή συνεχίζεται πεισματική και ανανεωμένη, όπως και το βασανιστικό πελέκημα του στίχου. Εμφανής είναι και η αναζήτηση νέων τρό­πων έκφρασης. Υπερρεαλιστικές εικόνες, μεταφορές και παρομοιώσεις πυκνώνουν στα ποιήματα αυτά.
Κατάργηση της στίξης για την απόδοση του καθημερινού παραλογισμού ή του μουρμουρητού και της ειρωνείας• πυκνός και συνεχόμενος λόγος, για να καλύψει τις ανασφάλειες ή να προστατέψει σαν βλάστηση του λόγγου το καταδιωγμένο ανθρώπινο αγρίμι των καπιταλιστικών απόκεντρων• αφηγηματικές τεχνικές φθέγγονται για να ενισχύσουν το τούνελ διαφυγής• πεζογραφήματος μίμηση δίκην παραλλαγής της ψυχρής αδιαφορίας, για να μη φανεί στους γύρω η ερήμωση και η συντριβή του Ανθρώπου – φαινομενική αποκοπή από την παραδοσιακή φόρμα και επίμονο βούτηγμα στης σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας τα δροσερά νερά.

 

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Φιλόλογος 151 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013) 85

Ωριμότητα και ηλικία πάνε –επίσης δυστυχώς– μαζί. Κοντά στα πενήντα το τεστ κοπώσεως μπαίνει στο πρόγραμμα των ιατρικών εξετάσεων· αλλά και τα είκοσι εφτά χρόνια δημιουργίας απαιτούν ένα για να φανούν οι αντοχές, αλλά και τα αθέατα ραγίσματα ή και ακόμη οι εμπλοκές του ποιητικού λόγου. Και προς επίρρωση του τίτλου το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Αντίο ποιήματα» και είναι μια «απολογία» του ποιητή για τα ελάχιστα ποιήματα της συλλογής. Διαπιστώνεται ένα αδιέξοδο: σπίτια, παιδιά, γυναίκα, αυτοκίνητο… χωράει άραγε πουθενά και η ποίηση; Όχι, σύμφωνα με το ποίημα. Υπερβολή ίσως, αν και συνηγορεί σ’ αυτό ο μικρός αριθμός των ποιημάτων της συλλογής. Εικοσιεπτά κείμενα, εννιά μόλις καθαρόαιμα ποιήματα (δώδεκα αν μετρήσουμε αυτόνομα τα αριθμημένα τμήματα της ενότητας με τίτλο «Σπόνδυλοι στη χλόη»). Εξαιρετικά σύντομα όλα, καθώς κανένα δεν ξεπερνά τους δεκατρείς στίχους. Τα υπόλοιπα είναι πεζά ποιήματα· ο όρος εδώ καλύπτει μια ευρεία γκάμα πεζών κειμένων με σαφή όμως πάντα ποιητικό προσανατολισμό.

 

Το περίστροφο της σιωπής (Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1996)

 

Δήμητρα Παυλάκου,
εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή (30-3-1997) = Κείμενα για την ποίηση
Παραφερνάλια-Τυπωθήτω, Αθήνα 2009, σ. 224

Με τη νέα του συλλογή έρχεται να υποδηλώσει μια σημαντική παρουσία, απ’ αυτές που δεν έχουν προσμετρηθεί (στην γενιά του ’70) όπως έπρεπε. Μ’ ένα λόγο ουσίας, έκτασης, έντασης. Πε­ριπατητής του κόσμου τού­του, μετ’ αναφιλητών. Μ’ έ­ναν πόνο εύγλωττο του σύγ­χρονου ανθρώπου που ψά­χνεις πολύ στην αεροβόρα πολυλογία των δήθεν ποιη­τικών συλλογών που κάνουν πάταγο να βρεις. Επιτέλους, να κι ένας ποιητής-γονυπετής. Κουραστήκαμε στους άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Πα­λεύει με τη μοναξιά και την έλλειψη μόνος του, με γυμνά μπράτσα. Δεν προσπαθεί να ξεγελάσει κανέναν, φωνάζει όσο πρέπει για την ποίηση, λυπάται μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του, ταπεινώνε­ται για να εξυψωθεί. Κάποτε βάζει τελεία και τίτλους. ΄Εχει την κούραση του λει­τουργού της μέσης εκπαί­δευσης και τη θλίψη της υγι­ούς αντίδρασης μπροστά στην αδηφάγο πραγματικό­τητα. Σωπαίνει, ψιθυρίζει, ε­κλιπαρεί, αποζητά τη δύναμη της γλώσσας και της λέξης. Κι όμως, παρ’ όλες τις ταλαι­πωρίες, ισορροπεί και δεν α­φήνεται στα ματωμένα δά­χτυλα της μοναξιάς να τον α­ποτελειώσουν. Η καθημερινό­τητα και η απορία της τον λυγίζουν, αλλά εκείνος την περιγράφει και την αντιμά­χεται.

 

 

Kούλα Αδαλόγλου
περ. Νέα Παιδεία 136
(Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) 147-148

Ο κόσμος της ποιητικής αναφοράς του Μαρκόπουλου μοιάζει να οριοθετείται αυστηρά, οριακά θα έλεγα, με τη συλλογή του αυτή. Ακόμα και τα συναισθήματα αμβλύνονται – μπορώ να υποθέσω αλλεπάλληλες γραφές για τη μη συγκινησιακά φορτισμένη έκφραση. Πρόσωπα που κινούνται στωικά και δωρικά στο μονοπάτι του βίου τους. Το ποιητικό υποκείμενο μετρά απώλειες και διαψεύσεις το ίδιο δωρικά. Τοπίο τραχύ, άνθρωποι φαινομενικά αλύγιστοι, το ποιητικό υποκείμενο συ­χνά συντριμμένο, ωστόσο αγέλαστο και επίμονο. Και ένα πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό γύρω από τα πρόσωπα αυτά, σαν σε χορό τραγωδίας. Για την προηγούμενη ποιητική του συλλογή σημείωνα τη λείανση των αιχμηρών γωνιών. Όχι γιατί είχε πάψει ο ποιητής να κοιτά γύρω του με κριτικό μάτι και να ενοχλείται από τις διάφορες πραγματικότητες. Όχι ότι συμβιβαζόταν με τα γεγονότα. Αλλά η συγκαλυμμένη τρυφερότητα που έβγαινε σαν οργή, με «εικόνες από πέτρα» στο Περίστροφο της σιωπής, εκεί αχνοφαινόταν σαν συμπάθεια και συμπόνια στα ανθρώπινα. Η τρυφερότητα ανέτελλε και το συναίσθημα αφηνόταν πιο ελεύθερο. Εδώ η τρυφερότητα έχει πάλι συγκαλυφθεί και το συναίσθημα συμπιέζεται, με μια φαι­νομενική ηρεμία που εγκυμονεί υπόγεια έκρηξη. Τόσο πολύ, που από κάπου έπρεπε να υπάρξει δικλείδα ασφαλείας, για αποφόρτιση. Κι έρχεται ο έρωτας να απελευθερώσει τη συναισθηματική ένταση και να χρωματίσει γήινα την ποιητική έκφραση. Δωρικός λόγος με πολιτικά συμφραζόμενα και ερωτική επιθυμία της καθημερινότητας. Ευτυχής συνάντηση.

 

Ανοιγμένη φλέβα (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991)

 

Δημήτρης Ιατρόπουλος,
περ. Εικόνες 373 (25-12-1991) 119

Υπάρχει μια ευ­νόητα αποδεκτή αγωνία στα ποι­ήματα του Θ.Μ. Η διάψευση, ντυ­μένη σεμνά, αλλά οπλισμένη με φα­γωμένα προσωπεία, τινάζει σαρ­καστικά τα ριπίδια μιας άλλης επο­χής, όταν τα ιδανικά φοριούνταν μέσα από τα ρούχα, κατάσαρκα και δε χρησιμοποιούνταν για μετάλλια αμφισβητούμενης ιδεολογικής «αν­δρείας», όπως σήμερα. Ο λόγος του ακέραιος, το μήνυμα καθαρό «Χάσαμε χωρίς να παίξουμε». Κι αυτό, τα λέει όλα.

 

Δημήτρης Πανουσάκης,
εφ. Ριζοσπάστης (19-3-1992)

Η καινούργια ποιητική συλλογή του Θ. Μαρκόπουλου συνεχίζει τη συζήτηση, θα λέγαμε, που ξεκίνησε με τις δύο προηγούμενες συλλογές του (το πρώτο του βιβλίο Απόπειρα εξόδου, 1982, μας είναι άγνωστο).
Στη συλλογή Του ανταποκριτή μας (1985) ο έρωτας και ο κοινωνικός αγώνας είναι αξεχώριστοι. Στο Μοντέλο σώ­ματος (1988) μας βάζει μπροστά στις ευθύνες μας, συναι­σθανόμενος την επικείμενη κατάρρευση πράξεων και αξιών. Σήμερα, η ποίησή του, Ανοιγμένη φλέβα, έρμαιο κι αυτή της ρευστότητας που κυριαρχεί παντού, προσπαθεί να βάλει μια σειρά. Από τη μια, όπως καίει κανείς παλιά γραφτά που τα θεωρεί ξεπερασμένα, ο ποιητής καίει ένα μέρος του πα­ρελθόντος: Κι έβαλα φωτιά / στα χτεσινά μου τοπία. Απ’ την άλλη, ψάχνοντας για το καινούργιο, βρίσκεται αντιμέ­τωπος με την ισοπέδωση που έχει επιβάλει η κυρίαρχη κουλτούρα του καπιταλισμού. Η απογοήτευση (όχι παραί­τηση) τον ακολουθεί σαν σκιά, προϊόν του κυρίαρχου υπερατομικού υποκειμένου. Είναι χαρακτηριστικοί οι παρακάτω στίχοι: Τώρα πια / έχασε το νόημά του κι ο φόνος. // Για σκέψου / να τραβήξεις μαχαίρι / και να γεμίσουν τα χέρια σου / Coca-Cola.

 

Παντελής Τσαλουχίδης
περ. Φιλόλογος 151 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2013) 81

Οι αλλαγές που παρατηρούνται στην τέταρτη συλλογή, Ανοιγμένη φλέβα (Παρατηρητής, 1991), με πρώτη ματιά δε δείχνουν να συνιστούν τομή στο έργο του ποιητή. Κάποιες βέβαια δεν είναι αμελητέες. Για παράδειγμα η αλλαγή εκδοτικού οίκου (από τη Σύγχρονη εποχή όπου εκδόθηκαν τα τρία πρώτα έργα στον Παρατηρητή) μπορεί σήμερα να είναι ασήμαντη λεπτομέρεια, ωστόσο το 1991 σήμαινε ακόμη αρκετά. Και το γεγονός ότι τα ποιήματα αποκτούν τίτλο δεν είναι αδιάφορο: με τα άτιτλα ποιήματα υπήρχε, υποθέτω, η διάθεση να αντιμετωπίζεται ολόκληρη η συλλογή ως ένα ποίημα, ή ως μία μεγάλη ενότητα. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, τότε οι τίτλοι δείχνουν πως η συλλογή είναι πλέον άθροισμα ανεξάρτητων ποιημάτων και δεν υπάρχει ίσως κάποιος συγκεκριμένος προσανατολισμός ή κατεύθυνση. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και η έλλειψη ισχυρού θεματικού κέντρου, κάτι που ίσχυε για τις δύο πρώτες συλλογές (δηλαδή όσο η κοινωνική/πολιτική ποίηση κυριαρχούσε) και άρχισε να εγκαταλείπεται από την τρίτη συλλογή. Το ουσιαστικό σημείο τομής ωστόσο που σηματοδοτεί μια δεύτερη περίοδο (χρησιμοποιώ στη συνέχεια τον όρο «εποχή») στον ποιητικό λόγο του Θ. Μαρκόπουλου το ορίζουν δύο ποιήματα, το «Αυτοκριτική» και το «Η τύχη του Τσε».

 

Μοντέλο σώματος (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988)

 

Σοφία Φίλντιση,
εφ. Μάχη (Μεσσηνία, 16-10-1989)

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος βρίσκεται παντού με τούτη τη συλλογή του. Ακολουθεί τον άνθρωπο, αθροίζει τις αγωνίες και τις ελπίδες του, καταγράφει τα αδιέξοδα, προτείνει, παρασύρει. Είναι η ποίησή του βιωματική. Εκείνο που αληθινά βιάζομαι να πω είναι για τον πλούτο της γλώσσας του. Η γνώση και η τόλμη να την χρησιμοποιεί, να την μεταχειρίζεται. Αέρας και λεπίδι, έρωτας κι απόγνωση, απόφαση, ταξική συνείδηση, λέξεις, σχήματα, εικόνες που «διαπαιδαγωγούν». Δεν είναι μια ποίηση κραυγαλέα, κι είναι η σιωπή της που σε πείθει για ένα άλλο κοίταγμα του κόσμου. Είναι ο ρομαντισμός της που σε ξεσηκώνει, η τρυφερότητά της που επουλώνει πληγές που άνοιξε ή και ανοίγει η οργή. Είναι ο ερωτισμός της που διαχέεται και διαποτίζει τις απαιτούμενες και μαζί αναγκαίες κινήσεις-πράξεις, που φέρνουν κοντύτερα στο όραμα.

 

Ανθούλα Δανιήλ
περ. Γράμματα και Τέχνες 60 (Ιανουάριος-Μάιος 1990) 46-47

Σελίδες 62, γεμάτες ποιήματα. Ποιήματα γεμάτα σαρκασμό, ειρωνεία, μορφασμό για κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ο στίχος καταλυτικός καταγράφει τη γύμνια των ψυχών, τη φτώχεια της καθημερινής ζωής, την έκπτωση κάθε αξίας. Ο λόγος αδυσώπητος για τη συναλλαγή και τη φθορά.
Ο ποιητής μόνος, ανίκανος να παρακολουθήσει ή να παραδεχτεί τη γενική φθορά και κατάλυση δηλώνει αποχή και αναλαμβάνει τις ευθύνες του.
Ο λόγος όμως έχει και αντίλογο. Κι έτσι πίσω από τη μάσκα της ειρωνείας και της απέχθειας ο τρυφερός τόνος και ο συγκροτημένος αλλά εμφανής καημός σπάει το φράγμα.
Κι επειδή κι από την ανάποδη φοριέται η φαντασία και σ’ όλα τα μεγέθη, ο ποιητής μάς προσφέρει μια μικρή δόση της αγάπης του για ομορφιά, την ομορφιά του κόσμου που κρύβεται πίσω από τη φθορά της καθημερινότητας, αυτή που συλλαμβάνει με δυο άγρια περιστέρια στα μάτια του, με μια ριπή από φως στο νυχτωμένο του στήθος. Μ’ αυτό το φως κι αυτά τα μάτια παρακολουθεί τα κορίτσια: Καβάλα στους έρωτες / πέρασαν τα κορίτσια / μετά το φροντιστήριο / πετροβολώντας με γέλια τη νύχτα / και χάθηκαν στα πάρκα // Κι ένα κορίτσι / μην έχοντας άτι απόμεινε πίσω / να σέρνει με το μετάξι των μαλλιών της / στον ουρανό / ένα παράπονο φεγγάρι.

 

Του ανταποκριτή μας (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985)

 

Στέλιος Σβαρνόπουλος
εφ. Βέροια (27-9-1985)

Τον ποιητή Θανάση Ε. Μαρκόπουλο τον γνωρίσαμε από την πρώτη του ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε το 1982 με τον τίτλο Απόπειρα εξόδου. Σ’ αυτήν εκτιμήσαμε την σαφήνεια των ιδεών του και την απλή καθαρότητα των στίχων.
Στην καινούργια του δημιουργία διαφαίνεται μια ωριμότητα ποιητική και μια πυκνή μεστότητα στον στίχο.
Ο ελεύθερος στίχος έχει πάντα την ευελιξία του λόγου, γιατί στοχεύει στην εσωτερική πνοή του ποιήματος παρά στο περίγραμμα. Τα φραστικά οχήματα πολλές φορές συμπλέκονται με τον προβληματισμό του αναγνώστη, γι’ αυτό κατά την ταπεινή μας γνώμη αποδυναμώνουν την ουσία. Η εκζήτηση λεκτικών στοιχείων, παρ’ όλο που εντυπωσιάζει με την επιλογή λέξεων ακόμα και με τη γλωσσοπλασία, δεν βοηθάει στην καλή επικοινωνία.
Αν δεχτούμε τον ορισμό ότι ποίηση είναι διάλογος του δημιουργού με τους συνανθρώπους του, τότε αυτή η ιδεατή συνομιλία πετυχαίνεται καλύτερα με την απλότητα και καθαρότητα του λόγου.
Το καλό ποίημα απευθύνεται όχι μόνο στην αισθητική ικανοποίηση του αναγνώστη αλλά και στην πνευματική του απαίτηση.
Τέτοιες αρετές συναντήσαμε σε πολλές περιπτώσεις στην αρχιτεκτόνηση των στίχων του ανταποκριτή μας κι αυτό αποτελεί μαρτυρία ότι ο ποιητής πέτυχε στο σκοπό του να μεταδώσει τις εσώψυχες ανησυχίες του και ιδέες.

 

Κώστας Τσαούσης,
εφ. Έθνος (29-1-1986)

Η ποίησή του γεννιέται από τα καθημερινά βήματα του σύγχρονου ανθρώπου, που κανονικά θα ’πρεπε να ήταν απελπισμένος έως θανάτου, αν δεν υπήρχε βαθιά η ελπίδα πως τελικά θα αποδεχτεί την απόφαση μαζί με τους άλλους για να πολεμηθεί η τεχνητή αγωνία.
Πλούσιο το λεξιλόγιο του ποιητή, και ο λυρισμός του συγκρατημένος κι όπου ταιριάζει ∙ ευρηματικός στις καταλήξεις των ποιημάτων (μερικά, αν συντομεύονταν, θα ήταν πιο πετυχημένα) και η απουσία επιμέρους τίτλων δένει τη συνέχεια της κάθε ενότητας (ο αναγνώστης δέχεται καλύτερα το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τα σύντομα τραγούδια).

 

Απόπειρα εξόδου 1975-1981 (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985)

 

Θανάσης Γιαμάς,
εφ. Παρατηρητής (Βέροια, 30-6-1983)

Σωστός ρυθμός, λιτότητα στην έκφραση, λόγος καίριος, πολυσήμαντος, είναι τα δεσπόζοντα χαρακτηριστικά της ποίησης του Μαρκόπουλου.
Δεν είναι όμως η κατάκτηση της τεχνικής το μοναδικό προτέρημα της ποιητικής του κατάθεσης: μέσα από τα ποιήματα του, διαγράφεται σπαρταριστός ο παλμός ενός ευαίσθητου ανθρώπου που συλλαμβάνοντας εξωτερικά ερεθί­σματα, ανεπαίσθητα στους πολλούς, τα μετουσιώνει σε ποίηση. […]
Και θα μιλούσα για ολοκληρωμένο δημιουργό, αν δεν είχα επιμέρους ενστάσεις για ορισμένους «εκτροχιασμούς» του Μαρκόπουλου, όπως, όταν «φωνάζει» εκεί που αρκεί ο ψίθυρος και ο υπαινιγμός, ή όταν δεν μπορεί ή δεν θέλει να χειραγωγήσει έναν υπερεκχειλίζοντα αυθορμητισμό.
Γιατί άλλο η στρατευμένη τέχνη και άλλο, τελείως άλλο, η «κραυγαλέα» προάσπιση μιας πολιτικής θέσης. Εκφράσεις όπως τα τίμια χέρια των δουλευτάδων μπορεί να λειτουργούν σε μια πολιτική προκήρυξη, αισθητικά όμως μένουν αδικαίωτες, σώματα ξένα στον κορμό της ποίησης. Η επανάληψη, πάλι, των ίδιων λέξεων σ’ ένα ποίημα, που γίνεται καταφανώς για να υπογραμμιστεί μια κατάσταση, εντέλει οδηγεί σε τελείως αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και η αισθητική του ποιήματος ναρκοθετείται αλλά και το μήνυμά του αποφορτίζεται…
Αυτές όμως οι αδυναμίες είναι εξαιρέσεις –και ευτυχώς ελάχιστες– που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να επισκιάζουν το σύνολο της ποιητικής κατάθεσης του Μαρκόπουλου.
Με την ποιητική συλλογή του Απόπειρα Εξόδου ο Θανάσης Μαρκόπουλος κάνει ένα σίγουρο, σταθερό βήμα στων «ιδεών την πόλι».