Monthly Archives: Μαρτίου 2016

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

φωτο

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1981. Σπούδασε Μουσικολογία στην Αθήνα και στο Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εργάζεται στο χώρο της μουσικής, όπου ανάμεσα σ’ άλλα ασχολείται με την έρευνα σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές:
Το 2013 τη ποιητική συλλογή στη Κυπριακή διάλεκτο, ΑΝΑΓΕΛΑΣΤΑ των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων, το οποίο συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Κρατικό Βραβείο νέου λογοτέχνη στην Κύπρο
και το 2015 τη ποιητική συλλογή ΦόΒ Υπογλώσσιο Νυχτερινό 

 

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

 

ΦόΒ
Υπογλώσσιο Νυχτερινό (2015)

 

Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα ξεπερασμένο
που μοιάζει στη γυναίκα
ερωτεύεται τη νύχτα
και παντρεύεται τη σιωπή

 

Κεφάλαιο πρώτο: ποίημα μέσα στο ποίημα

Ένα τέτοιο βράδυ ο πιο όμορφος στίχος
θα είναι γαλάζιος και θα μυρίζει βελούδινα σύκα
θα τριγυρνά μες στα δειλινόδεντρα
κι εκεί, των δέλτα οι απάνω άκρες θα γίνονται
κλωνιά και θα λαλούν
διδώ-ω και δά-α και δέω δέω δέω
θα του κρατά το χέρι η φεγγαρινή
και μυστικά θα το γιορτάζει
με μια ανοιξιάτικη υπερμετρωπία

(Παραλλαγή)
Και που φυτεύω ακαταπαύστως δειλινόδεντρα τι
ωφελεί;
Με ύφος ανοιξιάτικης υπερμετρωπίας με σέρνει κει
και δα η φεγγαρινή
κι ούτε μπορώ ν’αντισταθώ
κι ούτε που θέλω

Φεγγαρινή φεγγαρινή
Άσε με, πάρε με μαζί σου, άσε με, πάρε με
άσεμεπάρεμε
πάρε με
πάρε με
πάρε με

Κι όταν γεννήσεις κόρη
να μην την πεις Θαλασσινή
να μην την πεις Μαγδαληνή
βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης
το βα της βάσανος
το δι της δίψας
και σε λυβάδι μέσα να καθίσεις νυχτερινό
και να την πεις Φεγγαρινή

(κι ύστερα με καραβόσκοινο σφιχτά
δέσε το φε – δέσε το φε σφιχτά
να μην τη δεις να φεύγει

να μην τη δεις πώς φεύγει…)

Πιο φροντισμένα πιο
γερά
θα γράφει τώρα
μαλαματένιο νόμισμα στο χώμα
τη λέξη
ηδύοσμος
για να μυρίζει το ενδεχόμενο
την ξεχασμένη ευωδιά
του επιτέλους

 

Κεφάλαιο τρίτο:
εγώ δε θα πάθω αυτά που έπαθε η Μαργαρίτα
(ένα υπογλώσσιο αφιερωμένο στη Μ. Κ.)


Κι αν έχει κιόλας ξημερώσει στην Αυστραλία
αυτό δεν είναι άλλοθι
ούτε και μπορείτε όμως
να καταλογίζετε τα πάντα στην εξοχική διάθεση του
δωματίου σας
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε στη μητέρα σας για
τη φεγγαρινή
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας
στη φεγγαρινή
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας
θα πρέπει κάποτε να μιλήσετε για τη μητέρα σας

Κι ύστερα η μητέρα
μια να προσκυνάει με γονυκλισίες τα φωτόνια
και μια
στων σκοταδιών σας τ’ ανάθεμα τα φωτόνια
δεν πα’να φέξει μέρα μωβ
ό,τι γίνει ας απογίνει το βρωμοδειλινόδεντρο

Κεφάλαιο τέταρτο:
μια τέτοια νύχτα, μερικά ενδεχόμενα

Μια τέτοια νύχτα
τα χέρια θα μιλάνε με μνήμες
6α διασταλεί ο καιρός
και θ’ απαγορευτούν των φωτονίων οι
διαπραγματεύσεις
θα ’μαστέ μόνο
εγώ εσύ και ο ΦόΒ
μέσα σ’ ευκάλυπτο σιωπή
κι αμνιακών οριζόντων ηλιοβασιλέματα
όχι άλλες λέξεις, τώρα μονάχα μυρουδιές
και πιο πολλή μήτρα
και στην άλλη όχθη
υπέροχα
λευκά
άλογα

Μια τέτοια νύχτα το σπίτι καραβάνι
φορτωμένη τα φι μια μπουκαμβίλια
κι ο Φόβ να ραντίζει με δροσερό νεράκι το χώμα
τα μωβ παιδάκια θα σκάβουν χαρούμενα στην αυλή
σώμα, χώμα, νερό, λάσπη
ήταν εδώ θαμμένα
τα φωτόνια
βρήκαμε τα φωτόνια, ζήτω!

Μια τέτοια νύχτα
προτού καν κοιταχτούμε
θα σε σπρώξω μέσα στο ποίημα
και θα μυρίζει βελούδινα σύκα
κι ανοιξιάτικα ενδεχόμενα
στην αρχή θα πατάς στις μύτες των ποδιών σου
και μετά
μ’ όλο το βάρος τ’ουρανού θα πατήσεις
και θα χορέψεις
κι από της κάθε συλλαβής το στερέωμα θα στάζει
νοσταλγικής παραφοράς μούστος γλυκός
και θα στάζουν φωτόνια
και θα’ν’αυτός ο πιο όμορφος στίχος
μαμά μου

 

Μια τέτοια νύχτα στα σκοτεινά θα με καλεί το
φωσφορίζον τέλος
κι εξουθενωμένη θα τρέξω
για να μαζέψω πάλι
καινούρια γράμματα
Άλφα
Ρω
Χι – και (πώς αλλιώς;) στην πάλη με τον εαυτό το
ποίημα θα τελειώσει με
Ήττα

 

Αναγέλαστα 
των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων  (2013)

 

Η συλλογή Αναγέλαστα περιλαμβάνει δύο ποιητικούς κύκλους γραμμένους στην κυπριακή διάλεκτο και εμπνευσμένους από την κυπριακή πραγματικότητα. Ο πρώτος κύκλος, με τον τίτλο «Λογιών λογιών γεναίτζες» αποτελείται από δεκαπέντε αυτοτελή ποιήματα βασισμένα σε ισάριθμους γυναικείους χαρακτήρες.
Ο δεύτερος, με τίτλο «Σκαλαπούνταροι», αποτελείται από πολλά μικρά μέρη που συναπαρτίζουν μία ολότητα και με έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα εξιστορεί γεγονότα εμπνευσμένα από τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Σε ολόκληρη τη συλλογή ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει ένα δυναμικό παιχνίδι ανάμεσα στην κυπριακή διάλεκτο και το μοντέρνο ποιητικό ιδίωμα, αλλά και μια ανατρεπτική ματιά πάνω στον κόσμο της Κύπρου.

Α Κύκλος

λογιών λογιών γεναίτζες

 

Η Σσυλλόπελλη

Σσυλλόπελλη! Λαλεί πως
πολοούνται της οι τοίσοι
τζαι πως της κρώννουνται οι οσσιές ιμίσι
την μιαν σασάρει να σου πει τον λόον της
την άλλην τρέμει που τον φόον της, κάμνει τα πάνω της
να φάει που πάνω της μόλις ακούσει άλλον να συντύσει
φίθκια ιμίσι ζώννουν την τζι ανακαλλιέται
θαρκέται
πως φύρνεται η σσυλλόπελλη
τζαι σουξουλλιέται
μιαν ποτυλίεται τζαι παίρνει τζι άφτει
τζαι ζάφτιν εν την κάμνει ούτ’ο Θκιος μου
τζαι μιαν βαρκέται
τζι ούτε την κόφτει, πκοιος σ’αρωτά λαλεί
τζαι χασμουρκέται
Πκιάννει τζαι νεκατώννει τα συρτάρκα
ξιστρώννει τα παπλώματα
αννεί τ’αρμάρκα
τζι εσέναν κοσσινίζει σε άμαν την πκιά’η πελλάρα
τσιριλλά
σαν νά’βρεν κούφον έσσω
ρέσσω π’ομπρός
τζι εν με θωρεί
θωρεί που μέσα της
σιονώννουνται τα μέσα της
τζι αμπλέπει τζαι θωρεί τα
σαν να’ν’ λυμπούροι
τζ’ ύστερα
περνά τσαλαπατά τα η σσυλλόπελλη.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
σ̌σ̌υλλόπελλη: πολύ τρελή (<σ̌σ̌υλλός = σκύλος + πελλή = τρελή)
πολοούνται: αποκρίνονται
τοίσ̌οι: τοίχοι
κρώννουνται: ακούνε
σ̌σ̌ιές: σκιές
ιμίσ̌ι: δήθεν
σ̌ασ̌άρει: σπεύδει, βιάζεται
λόον: λόγο
φόον: φόβο
να φάει που πάνω της: να σκάσει από το κακό της
να συντύσ̌ει: να μιλήσει (ρ. συντυχάνω)
φίθκια: φίδια
ανακαλλιέται: κλαίει γοερά
θαρκέται: νομίζει
σουξουλλιέται: αντιδρά με τρόπο που δείχνει πως δε βρίσκει ησυχία
ποτυλίεται: ξετυλίγεται
παίρνει τζ̌ι άφτει: ανάβει
ζάφτιν: κουμάντο
λαλεί: λέει
αρμάρκα: ερμάρια
κοσ̌σ̌ινίζει: κοσκινίζει
πελλάρα: τρέλα
τσιριλλά: φωνάζει δυνατά
κούφον: μεγάλη κουφή, μεγάλο φίδι (<κωφός, σχετίζεται με την έλλειψη ακοής στα φίδια)
έσσω: σπίτι
ρέσσω: περνώ
που μέσα της: από μέσα της
σ̌ιονώννουνται: χύνονται
λυμπούροι: μυρμήγκια

 

Η Αππωμένη

Λαλεί ο πετεινός τζι εν ι-ξυπνά
δρώννει ‘ποδρώννει μες τα μαξιλάρκα
παραμιλά
«Πο ‘ννά ‘ρτεις βάλε φορεσιάν!»

ως τζαι μες τ’όρομαν, έκαψεν τον τζι εκαούρτισεν τον
ως τζαι τον πετεινόν, έκαψεν τον τζι εκαούρτισεν τον

Φέγγει το πρώτον φως
φέγγει το μεσομέριν
«Νά ‘ρτεις με φορεσιάν!»7
Τζι είπασιν κάτιχωρκανοί
ότι ακουστήν τρεις φορές ο πετεινός που παραμίλαν μες τα
πίτουρα
ότι ακούστην να λαλεί
«Χαράς το κακόν! Χαράς το κακόν! Χαράς το κακόν!»

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αππωμένη: κακομαθημένη, αυτή που κάνει νάζια
δρώννει: ιδρώνει
φορεσ̌ιάν: κουστούμι
εκαούρτισεν: καβούρδισε
χαράς το κακόν: μα τι κακό είναι αυτό!

 

Η Δύσπυρη

Αμάν φωθκιά
αμάν σπιριθκιά
αμάν τρικλοποθκιά μες τ’άντερον
ό,τι λαλεί τζι ό,τι πετά
στην κόρην του ‘μμαθκιού της εν νευροκαβαλλίτζεμαν
τζαι πκιον εσπάσαν τα νερά
τζαιπκιον φουσέκκιν!
στην καρκιάν τσιβίτζιν τζι αππητούριν
ούφφου πονει
ούφφου φυσά
ούφφου παρηορκέται
τζαι τράβα πε
τζαι τράβα δε
αζίνα που ‘ν’ η δύσπυρη
τζαι εν παρηορκέται
ό,τι ακούει τζι ό,τι θωρεί
στην κόρην του μμαθκιού της εν νευροκαβαλλιτζεμαν.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

δύσπυρη: δύσθυμη (Ποιητική αδεία χρησιμοποιείται η ορθογραφία αυτή που παραπάμπει στη δυσφορία και στο πυρ. Ορθή ορφογραφία: δίσπιρος< ιταλ. disperare = χάνω την υπομονή μου, απελπίζομαι)
σπιριθκιά: σπίρτο, σπιρτόκουτο
τσιβίτζ̌ιν: τσιμιπούρι
αππητούριν: έντομο που εμφανίζεται συχνά μέσα στα χαλλούμια. Το όνομά του σχετίζεται με τη χαρακτηριστική του κίνηση/πήδημα.
αζίνα: σπινθήρας

 

Η Καρτάνα

Τζαι μάνα μου χαρώ σε
τζαι λαμπρόν να σε κάψει
τζαι σκάφτει σου τον λάκκον σου
τζαι κάθεται πά’στα φκιά σου
γιατί εν καρτάνα που γεννησιμιού της.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

καρτάνα: ραδιούργα, κακιά
λαμπρόν: φωτιά
φκια: αυτιά

 

Β Κυκλος

 

σκαλαπούνταροι

 

Κάτι μου ‘λάλεν η μάνα μου για τα νοικοτζυρέματα
να είσαι νοικοτζύρης
να έβρεις μιαν νοικοτζυράν
να βάλλεις εις την πάνταν
κάτι μου ‘λάλεν, αμμά εν αθθυμούμαι
Κάτι μου ‘λάλεν η μάνα μου για νοικοτζυρεμένες δουλειές
αμμά εσαντάνωσα τα
Αν θέλεις να την αρωτησω τζαι λαλώ σου.

*

Έφαεν τζι έσπασεν ο σκαλαπούνταρος
τζαι τί λουκάνικα, τζαι τί λουκκουμάες, τζαι τί τραχανάες
τζαι τί χωράφκια
τζαι τί περβόλια
εσύρναμεν πά’στα δώματα σαν τους αχάπαρους
τζι επήεν το δωδεκάμερον
τζαι ήβραν μας οι Σήκωσες
τζι εμπήκεν η Σαρακοστή
τζι ως την Λαμπρήν εσύρναμεν
ό,τι μας εβρέθετουν πά’στο δώμαν τζαι
εν ετάρασσεν ο σκαλαπούνταρος.

*

Τζι εφτάνναν που την μιαν μερκάν τα Πάτερ ημών τζαι που την
άλλην
κομμάτιν ξεροτήανον τα κοπελλούθκια μας
που την μιαν μερκάν τα Κύρι’ελέησον τζαι που την άλλην
μασαίριν μαυρομάνικον τα κοπελλούθκια μας
που την μιαν τον άρτον ημών τον επιούσιον
τζαι που την άλλην τιτσίν
τιτσίν
τα κοπελλούθκια μας.

*

Εις την αρκήν
τάχα μου πως τα’τζίευκεν τα κοπελλούθκια ο σκαλαπούνταρος
τζι εμάσηννεν τα λάου λάου
ακούεις τζι εσύ…

*

Τζι ύστερα εδιάταξεν να του κατεβάσουν που πά’στα ράφκια
ούλλα τα ποίματα του Βασίλη Μιχαηλίδη
τζι εμετροφύλλαν όπως τον πελλόν
τζι εγυάλλισεν το ‘μμάτιν του του σκαλαπούνταρου
χαζίριν να τα σσίσει ούλλα
τζαι προπαντός
μόλις ήβρεν τζείντο κομμάτιν που λαλεί η Ρωμιοσύνη εν φυλή
συνότζαιρη του κόσμου κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-
ξηλείψη
ετραβολόαν τα γράμματα έναν έναν τζι εμάσαν τα,
εκτός που την λέξην Ρωμιοσύνη που την εξιμπάρρωσεν ούλλην
μαζίν τζι εκατάπκιεν την αμάσητην
για επειδή εν άντεχεν να την θωρεί ομπρός του
για επειδή εν είσεν χαπάριν
τι εστί
Ρωμιοσύνη.

 

 

Κριτικές

 

Παρουσίαση του βιβλίου «Αναγέλαστα» από το Λ. Παπαλεοντίου,

στο περιοδικό Άνευ, τεύχος 51.

Η Στέλλα Βοσκαρίδου (Λεμεσός 1981) εμφανίζεται για πρώτη φορά στο χώρο της ποίησης με μια συλλογή γραμμένη εξολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα. Έχω την εντύπωση ότι η ποιητική αυτή πρόταση αποτελεί την πιο μεγάλη έκπληξη στην κατηγορία της σύγχρονης ιδιωματικής ποίησης. Είναι φανερό ότι η νέα ποιήτρια δε διστάζει να πειραματιστεί έντονα με το γλωσσικό υλικό της και να ξεφύγει από τα παραδοσιακά σχήματα, προωθώντας τη γραφή της πιο πέρα και από τα πιο νεότροπα ιδιωματικά ποιήματα του Κώστα Μόντη ή του Κώστα Βασιλείου, τους οποίους φαίνεται ότι αξιοποιεί.
Οι μουσικές σπουδές της φαίνεται ότι τη βοηθούν στο να αναψηλαφήσει σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική και να διαμορφώσει με τόλμη μια ποιητική γλώσσα, στην οποία κυριαρχούν οι υπερρεαλίζουσες και ευφάνταστες εικόνες και μεταφορές, το γκροτέσκο και η καρικατούρα, η ειρωνία και η σάτιρα, η λοξή ματιά στα πράγματα, το γλωσσικό παιχνίδι και η αποδόμηση της γλώσσας ή και της λέξης, και γενικά η ανοικείωση και αναπαρθένευση του ιδιωματικού λόγου με απρόσμενες φραστικές συζεύξεις ή με την ανάμιξη του λογικού και του εξωλογικού στοιχείου. Ο στίχος είναι συνήθως ελεύθερος, αν και δε λείπουν σκόρπιοι ρυθμοί και ρίμες, ιδίως στο πρώτο μέρος του βιβλίου.
Πάντως μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι μια νέα ποιήτρια, γεννημένη και μεγαλωμένη στην πόλη της Λεμεσού, με σπουδές στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, χειρίζεται με τέτοια άνεση το κυπριακό ιδίωμα. Και το σημαντικότερο, μας αιφνιδιάζει η σύγχρονη προσέγγιση και η ποιητική ανάπλαση του προφορικού ιδιώματος. Οι δεκαπέντε προσωπογραφίες γυναικών που απαρτίζουν το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι στην πλειονότητά τους (με εξαίρεση την «Προκομμένη») σατιρικές και ανατρεπτικές απεικονίσεις. Οι γυνεκείες μορφές (Σσυλλόπελλη, Αλαφροστοισειώτισσα, Καρτάνα, Πουρέκκα, Κακομάζαλη, Φάουσα, Δίσπιρη, Πολλοπάητη, Αππωμένη, Αρκόπελλη, Σασούρα, Σουρτούκκα, Λυσσιαρού) διογκώνονται κωμικά και προσλαμβάνουν το χαρακτήρα του γκροτέσκου ή της καρικατούρας.
Παρά τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να εκφράσει κανείς για το ποιοτικό αποτέλεσμα, ύστερα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν μπορεί παρά να σημειώσει θετικά τον έντονο πειραματισμό με το κυπριακό ιδίωμα, το γλωσσικό παιχνίδι, την ανοικείωση του λόγου, την ανάσταση της λέξης. Μεταφέρουμε εδώ ως δείγμα γραφής το ποίημα «Η Δίσπιρη», στο οποίο σκιτσάρεται η μορφή μιας ευερέθιστης γυναίκας με αδρές και αφαιρετικές πινελιές, με υπερρεαλίζουσες εικόνες, ρυθμικές επαναλήψεις και απρόσμενες εικαστικές αποτυπώσεις:
Αμάν φωθκιά / αμάν σπιριθκιά / αμάν τρικλοποθκιά μες τ᾽άντερον / ό,τι λαλεί τζ̌ι ό,τι πετά / στην κόρην του ᾽μμαθκιού της έν νευροκαβαλλίτζ̌εμαν / τζ̌αι πκιον εσπάσαν τα νερά / τζ̌αι πκιον φουσ̌έκκιν! / στην καρκιάν τσιβίτζ̌ιν τζ̌ι αππητούριν / ούφφου πονεί / ούφφου φυσά / ούφφου παρηορκέται / τζ̌αι τράβα πε / τζ̌αι τράβα δε / αζίνα που ᾽ν᾽ η δίσπίρη / τζ̌αι εν παρηορκέται / ό,τι ακούει τζ̌ι ό,τι θωρεί / στην κόρην του μμαθκιού της έν νευροκαβαλλίτζ̌εμαν.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται με το συνθετικό ποίημα «Σκαλαπούνταροι», ένα εξίσου πειραματικό ποίημα, στο οποίο σατιρίζονται και εξορκίζονται οι λογής δαίμονες της κυπριακής πολοτικής ή άλλης ζωής, που λυμαίνονται τον τόπο και καταπίνουν κάθε ιερό και όσιο: οι πρόγονοι, τα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη, ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου, οι θρησκευτικές γιορτές, οι νέοι άνθρωποι, όλα γίνονται βορά των άπληστων μινώταυρων της εξουσίας. Δεν μπορεί παρά να συνδέουμε το ποίημα αυτό με τις πρόσφατες περιπέτειες της Κύπρου, την οικονομική κρίση αλλά και κάθε κρίση αξιών, που οδήγησαν τον τόπο στο χείλος της καταστροφής (το βιβλίο τυπώθηκε το Νοέμβριο του 2013). Εδώ, ο ποιητικός λόγος ρέει χειμαρρώδης, σχεδόν παραληρηματικός, με επαναλήψεις και κλιμακώσεις, με απρόσμενους φραστικούς συνδυασμούς και υπερρεαλίζουσες εικόνες, χωνεύοντας ήχους και άλλα στοιχεία της παράδοσης, ενός ολόκληρου κόσμου. Μεταφέρω εδώ ένα μικρό απόσπασμα, ένα δείγμα απογείωσης του ποιητικου λόγου:
μασ̌αίριν μαυρομάνικον / τ᾽αμμάτιν / της Παναγίας της Δέσποινας / τζ̌ι εθώρεν το ο ποιητής τζ̌ι έρκετουν του το φέγγος / τζ̌ι εμύριζεν ο ποιητής τζ̌ι έρκετουν του ο μόσκος // μασ̌αίριν μαυρομάνικον / τ᾽αμμάτιν /της Παναγίας της Δέσποινας / τζ̌ι αρώταν το ο ποιητής / νερόν τζ̌αι ρόδον είδα, τζ̌ι έρωταν
ίντα όνειρον εν τούτον; / Τζ̌ι έστασσεν που το ιερόν / όνειρον τζ̌αι ροδόνερον
– οδύρετουν ο ποιητής / τζ̌αι ανεράδα εγίνετουν.

 

 

Του Γιώργου Φράγκου
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014
Γυναικίες καρικατούρες στην κυπριακή διάλεκτο

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον γίνεται το εγχείρημα της ποιητικής καταγραφής στο κυπριακό ιδίωμα όταν προέρχεται από εντελώς νέους δημιουργούς, όταν προέρχεται από δημιουργούς που ακόμα και την πρώτη πρωτόλεια δουλειά τους επιλέγουν να την αποδώσουν στην κυπριακή διάλεκτο.
Το γεγονός ότι πολλοί δόκιμοι σύγχρονοι Κύπριοι ποιητές, συχνά – πυκνά, μετέρχονται φράσεις και εκφράσεις της κυπριακής διαλέκτου, προκειμένου να ενδυναμώσουν το στοιχείο της εντοπιότητας στο έργο τους και να το εμπλουτίσουν με πρόσθετα καλολογικά στοιχεία, είναι γνωστό, ευχάριστο, παρήγορο και εν ολίγοις εμπερικλείει μια ελπιδοφόρα προοπτική. Η ποίηση στο ιδίωμα κέρδισε προ πολλού –εδώ και έναν αιώνα διά του Βασίλη Μιχαηλίδη- το στοίχημα της αισθητικής καταξίωσης. Έτσι δεν ξενίζουν, ούτε σπανίζουν στις μέρες μας αξιομνημόνευτα δείγματα ποιητικής γραφής εξ ολοκλήρου διατυπωμένης στην κυπριακή διάλεκτο, από ποιητές οι οποίοι έχουν ήδη δώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους στην πανελλήνια δημοτική.
Ως ενδεικτικά παραδείγματα συναφών δοκιμών αναφέρω ξεχωριστά έργα σύγχρονων καταξιωμένων Κύπριων ποιητών όπως ο Μιχάλης Πασιαρδής, ο Κώστας Βασιλείου, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, αλλά και νεοτέρων όπως ο Νίκος Νικολάου–Χατζημιχαήλ, ο Τάσος Αριστοτέλους, η Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου και άλλοι.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον γίνεται το εγχείρημα της ποιητικής καταγραφής στο κυπριακό ιδίωμα όταν προέρχεται από εντελώς νέους δημιουργούς, όταν προέρχεται από δημιουργούς που ακόμα και την πρώτη πρωτόλεια δουλειά τους επιλέγουν να την αποδώσουν στην κυπριακή διάλεκτο. Μια τέτοια περίπτωση αφορά τη Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου και το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, που φέρει τίτλο: «Αναγέλαστα» και υπότιτλο: «των γεναικών τζαι των σκαλαπουντάρων». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις «Τεχνοδρόμιον».
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους. Το πρώτο, υπό τον τίτλο: «λογιών λογιών γεναίτζες», αποτελεί μια θεματική ενότητα, όπου με εύθυμη, ζωντανή, σκωπτική και σατιρική διάθεση, σκιαγραφούνται διάφοροι γυναικείοι χαρακτήρες. Πρόκειται στην ουσία για χρονογραφικού στυλ, γυναικείες καρικατούρες, αδροκομμένες, αλλά στις πλείστες των περιπτώσεων, σπαρταριστές, ευχάριστες και εύσχημες.
Οι στίχοι, αν και άνευ ομοιοκαταληξίας, έχουν μιαν απρόσκοπτη και ομαλή ροή και αρκετά συχνά, μια ενδιαφέρουσα εσωτερική μουσικότητα. Οι ποιητικές εικόνες είναι πλούσιες σε φαντασία και οι κοινοτοπίες λιγοστές, παρά το καρικατουρίστικο ύφος. Στη θεματική αυτή ενότητα παρουσιάζονται συνολικά 15 διαφορετικοί γυναικείοι χαρακτήρες, ανάμεσα στους οποίους ξεχώρισα τη «Σσυλλόπελλη», την «αλαφροστοισειώτισσα», την «κακομάζαλη», τη «δύσπυρη», την «προκομμένη» και τη «σουρτούκκα».
Ώρα όμως να παρατεθούν ενδεικτικά αποσπάσματα από τη συλλογή της Βοσκαρίδου. Και αναφέρομαι σε δείγματα γραφής όπου το ποιητικό εγχείρημα δικαιώνεται. Π.χ. στην κατακλείδα του ποιήματος «Η Σσυλλόπελλη», όπου η ποιήτρια αποφαίνεται: «ρέσσω π’ ομπρός / τζι εν με θωρεί / θωρεί που μέσα της / σιονώνουνται τα μέσα της / τζι αμπλέπει τζαι θωρεί τα / σαν να’ ν λυμπούροι / τζ’ ύστερα / περνά τσαλαπατά τα η σσυλλόπελλη». (σελ. 9)
Πέρα από τη φρεσκάδα που αναδίνει η ματιά της Βοσκαρίδου, η παραστατικότητα των εικόνων της είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη. Π.χ. στην «Αλαφροστοισειώτισσα» λέει: «αθθυμάται / όρομαν παραθκιάνταλον / τζαι κατσιαρίζει ο νους της σαν να τζι εζαοπάτησεν μες τα / τσιακκίλλια». (σελ. 10)
Ενίοτε η φαντασία της ποιήτριας προσλαμβάνει μεταφυσικές προεκτάσεις. Κι είναι κι αυτό αξιοσημείωτο. Π.χ. στην «Κακομάζαλη» λέει: «θωρούν την πουρνόν τα ζωντανά τζαι νεκαλλιούνται / χαλιούνται τα κεντήματα τζαι πατσιαούρκα γίνουνται / φύρνουνται τα προιτζιά μες τα παούλα / ούλλα του πλάστη τα στοισειά φωνάζουν τζαι λαλούν της: / έλυσεν σε η μύλλα μου!» (σελ. 13)
Σε κάποιες περιπτώσεις, ο λόγος της Βοσκαρίδου γίνεται αποφθεγματικός, γεγονός που υποβοηθείται ιδιαίτερα από τη χρήση του ιδιώματος. Π.χ. στη «Δύσπυρη» λέει: «ό,τι ακούει τζι ό,τι θωρεί / στην κόρην του μμαθκιού της εν νευροκαβαλλίτζεμαν». (σελ. 17)
Όχι σπάνια η ποίηση της αποκτά και λυρικές αποχρώσεις, εμποτισμένες με την θαλπωρή της αγάπης. Π.χ. στην «Προκομμένη» σημειώνει: «Στο φχαριστώ που της λαλ’ η στετέ της / παν τζαι κλωσσούν τα’ αφκά τους όρνιθες / τζαι τα φιλικουτούνια / μες τούντο φχαριστώ κουρνιάζουν / άμα σφίξουν οι κρυάδες». (σελ. 21)
Καλύτερη στιγμή της πρώτης θεματικής ενότητας του βιβλίου θεωρώ το ποίημα: «Η Σουρτούκκα», που παραθέτω ολόκληρο και… ασχολίαστο. «Δείλις / στην Πέτραν του Ρωμιού / πυρά / μμάθκια που μιτσιανίσκουν τζαι καρτερούν / το βούττημαν του ήλιου / Άουστος ατζαμής / τζι Άουστος ππεζεβέγκης / η υγρασία ροδόστεμμαν / ο αφρός λουκκούμιν / τζαι του ήλιου το βούττημαν / καούκκος». (σελ. 27)
Για τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, που εκτείνεται από τη σελίδα 33 μέχρι τη σελίδα 45 και φέρει τον τίτλο «Σκαλαπούνταροι», δεν έχω να πω πολλά–πολλά. Πρόκειται για ένα σύνθετο, αφηγηματικό και εν ολίγοις πειραματικό ποίημα, το οποίο βασίζει την ανάπτυξή του στην αλληγορία και σε σπαραξικάρδιους καταγγελτικούς τόνους.
Το εκτενές αυτό ποίημα, κατά την άποψή μου, συνιστά ένα δραματικό παραλήρημα και συνάμα ένα πατριωτικό σάλπισμα που δικαιώνεται μόνο εν μέρει και στιγμές–στιγμές, αλλά όχι συνολικά. Ξεχώρισα το χωρίο που αναφέρεται στον Βασίλη Μιχαηλίδη (σελ. 38), όπως επίσης και το χωρίο που αναφέρεται στον Γρηγόρη Αυξεντίου (σελ. 40-41), απ’ όπου και παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα: «φέρτε τζαι το τραπέζιν που κάτσασιν να φαν τις Σήκωσες το / 1957 τζαι / εν εντζίσαν πάνω / φέρτε του την Χρυστάλλαν / που’ σει το’ μμάτιν της γεμάτον γαρίλλες / που αθθυμάται ούλλες τες Σήκωσες / που πκιον εν ήτουν Σήκωσες ήτουν Μεγάλες Παρασκευές…». (σελ 41)
Συνολικά εκτιμώ πως το ποίημα «Σκαλαπούνταροι» είναι άνισο και εν ολίγοις αισθητικά αδικαίωτο. Παρ’ όλα αυτά, το αποδέχομαι ως ένα γενναίο πειραματισμό, που όπως κάθε πειραματισμός εμπερικλείει ρίσκα. Και τα ρίσκα είναι καλό να αναλαμβάνονται, κυρίως από τους νέους δημιουργούς.

 

 

του Ανδρέα Κούνιου, από την Εφημερίδα Αλήθεια 15/01/2014

Είναι σαρκαστικό. Είναι χειμαρρώδες. Είναι γλυκόπικρο. Είναι σκωπτικό, έως εκεί που δεν πάει, ειδικά στο πρώτο του μέρος. Μερικοί, βέβαια, θα παραξενευτούν με το στυλ που γράφει η Στέλλα Βοσκαρίδου- Οικονόμου. Κακώς. Πρόκειται για αξιοπρόσεκτο στυλ που παντρεύει την Κυπριακή διάλεκτο με το σημερινό, ελεύθερο, ποιητικό ιδίωμα. Πέρα, όμως, και πάνω, από το προσωπικό στυλ της, απολαμβάνουμε τις εμπνεύσεις της. Η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου αφήνει να στάξει, αργά-αργά, το ανατρεπτικό βιτριόλι της. Η σκιαγράφηση των γυναικών κολλάει, επάνω μας, σαν στάμπα. Και δεν είναι μόνο οι έξοχες εμπνεύσεις. Είναι και η μετατροπή τους σε στίχους, από τους οποίους παρελαύνει η μικρή, μα και μεγάλη, γκάμα των γυναικείων χαρακτήρων. Υπενθυμίζω: πυρ, γυνή και θάλασσα. Διευκρινίζω: δεν το ασπάζομαι, απλώς το σημειώνω.
Ιδιοτροπίες, λοιπόν, κουσούρια και χούγια αποκτούν στιχουργική μορφή και μας ταξιδεύουν, με ακρίβεια και γλαφυρότητα, σε προσωπικούς χώρους εκεί όπου, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, κυριαρχούν τα θηλυκά μυαλά. Πότε επιλέγοντας τη διπλωματία, πότε αξιοποιώντας τα κάλλη τους, σωματικά και πνευματικά, πότε πουλώντας εκδούλευση μέχρι να πετύχουν το δικό τους και, ύστερα, να γίνουν «Πολλοπάητες», πότε χρησιμοποιώντας τα μεταξένια τους μαλλιά ως σκαλοπάτια για να αποκτήσουν αυτό που έβαλαν στο σημάδι, οι «Πουρέκκες», πότε κλαψουρίζοντας, σαν Μάρθες! Βούρτση, «ζάβαλλέ μου, ζάβαλλέ μου», οι «Κακομάζαλες».
Χάρηκα τη συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου και θαύμασα την ισορροπία της στη λεπτή, και ενίοτε δυσδιάκριτη, γραμμή της ειρωνείας η οποία, βέβαια, κόβει σαν λεπίδα. Ακόμα και εκεί που οι στίχοι της αντανακλούν την τραχύτητα της παλιάς, παραδοσιακής γλώσσας περασμένων δεκαετιών, δεν παύουν να κουβαλούν, στις πλάτες τους, την αθόρυβη τρυφερότητα που ερωτοτροπεί, αλλόκοτα και προκλητικά, με τις καταθλιπτικές πραγματικότητες που μας κυκλώνουν.

 

 

ΦΟΒ κριτικές

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

Φοβ – Υπογλώσσιο νυχτερινό της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου. Άρχισα να το διαβάζω και στην αρχή νόμιζα πως θα είναι κάτι γλυκερό. Σκόνταψα, βλέπετε, πάνω στις λέξεις «δειλινόδεντρα» και «φεγγαρινή» και σε κάτι ακατάληπτα «διδώ-ω και δα-α και δέω δέω δέω» και είπα: ωχ! Όσο όμως συνέχιζα να διαβάζω και οι σελίδες προχωρούσαν, τόσο περισσότερο ήθελα να συνεχίσω την ανάγνωση, να δω κι άλλες εικόνες, κι άλλες υπέροχες μεταφορές. To Φοβ είναι μια πανέμορφη, επώδυνη μα όμορφη ιστορία, διατυπωμένη πότε σαν ποίημα, πότε σαν πεζό και πότε σαν θεατρικό έργο. Αν με ρωτήσετε όμως, θα επιμείνω ότι πρόκειται 100% για ποίηση.

Το Φοβ, όπως λέει η ίδια η ποιήτρια, έχει να κάνει με την άρθρωση όσων φοβόμαστε. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σύνδεση του φοβ με το μωβ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόσχημα στη θέση του φόβ(ου) – για να καταφέρει τελικά να διαπεράσει και να βάψει τα πάντα…Υπάρχουν επίσης κάποιες εικόνες που λειτουργούν ως light motifs και διατρέχουν το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος: τα δειλινόδεντρα, τα σύκα και τα άλογα. Η επανάληψή τους δημιουργεί τεχνηέντως μια ραχοκοκαλιά που ενισχύει την ένταση του συνολικού αποτελέσματος. Δεν λείπουν οι έντονες παρηχήσεις, κυρίως του φ και του δ που επίσης βοηθούν στην αποτύπωση του μηνύματος του βιβλίου στον νου του αναγνώστη.

Μικρό σε μέγεθος και διαστάσεις, αλλά τεράστιο σε φρόνημα και παράστημα. Αυτό είναι το Φοβ.

Ένα μικρό δείγμα από το «Κεφάλαιο τέταρτο»:

Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου
και δεν θα στάζει πια γάλα
μονάχα γράμματα
δως ‘μου το φι μαμά μου
δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη
Όχι το φι μωρό μου
είσαι μικρό ακόμα
Όχι το φι

Μια τέτοια νύχτα
θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου
όλα τα φι
και να λες
δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα
πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις

 

Αναστασία Γκίτση

Φόβ Υπογλώσσιο Νυχτερινό, ποίηση, Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου,

εκδόσεις Τεχνοδρόμιο 2015

“και που φυτεύω ακαταπαύστως δειλινόδεντρα τι ωφελεί;”

Ερώτηση σαφώς ρητορική, ωστόσο, απαραιτήτως αναγκαία ως αρχικός βηματισμός ενός αφηγηματικού ταξιδιού στις ευπρόσιτες σκιές του φόβου με μόνα προστατευτικά κιγκλιδώματα τα δειλινόδεντρα. Σε μια τέτοιου είδους διαδρομή, ο περιπατητής δεν μπορεί παρά να διέρχεται μόνος, με πενιχρό εξοπλισμό τις λέξεις, δυστυχώς όμως κι’αυτές, ποτέ ολόκληρες. Κάποιες βοηθητικές συλλαβές ενίοτε συνοδεύουν τις έννοιες, άλλοτε τις διαμελίζουν άλλοτε τις διαρθρώνουν.

“βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης/το βα της βάσανος/ το δι της δίψας/ […] δέσε το φε – δέσε σφιχτά/ να μην τη δεις να φεύγει”

Η δέυτερη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου είναι μια ποιητική σύνθεση με στέρεα σπονδυλική στήλη της την αφήγηση. Η ποιήτρια πλέκει εναλλάξ την ποιητική με την πεζογραφική μορφή ενόσω κρατά σταθερά έναν θεατρικό τόνο με σκηνικές παραλλαγές, μερικά ενδεχόμενα και εμβόλιμες παρενθέσεις.

“Κι αν στ’αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε/ Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε/ Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας και/ πείτε κάτι μ’αυτό/ Πώς είπατε;/ Να χαραμίσετε ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας;/ (δυνατά γέλια)”

Ο φόβος ως κυρίαρχη έννοια της σύνθεσης αντιπάλεται της προσπάθειας της ποιήτριας για έκφραση. Ο αγώνας για την καταγραφή ενός και μόνο συμφώνου όπως αυτό του “φι” δεν είναι παρά το προπέτασμα της αδυναμίας του ανθρώπινου μόχθου να αρθρώσει φωνή και να ονοματίσει τις ανάγκες του. Να γεννηθεί και να υπάρξει πέραν των μητρικών-γονεϊκών και κοινωνικών αγκυλώσεων.

“Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου/ και δε θα στάζει πια γάλα/ μονάχα γράμματα/ δωσ΄μου το φι μαμά μου/ δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη/ Όχι το φι μωρό μου/
είσαι μικρό ακόμα/ Όχι το φι./ Μια τέτοια νύχτα/ θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου/ όλα τα φι/ και να λες/ δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα/ πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις”

Στη μάχη για ύπαρξη η επινόηση του άλματος οφείλει να πραγματωθεί. Το νέο προυποθέτει το παλιό και η σχέση τους συνίσταται όχι στην αρρωστημένη προσκόλληση αμφοτέρων, αλλά στην υγιή διαδικασία απεξάρτησης τους, προκειμένου το νεογνό να αποκτήσει την προσωπική του μαρτυρία στο χώρο και στο χρόνο ύπαρξής του. Ο Joseph Conrad έγραψε πως “ίσως η ζωή να είναι μόνο αυτό… ένας φόβος και ένα όνειρο”. Η ποιήτρια του Φόβ κρατά για το τέλος της διαδρομής μια τελετουργία λυτρωτική τόσο για την ποίησή της, όσο και για την ανθρώπινη ύπαρξη εν γένει.

“μια τελετουργία για το τέλος:
το να γυρίζεις σελίδα είναι μια πράξη αγάπης”

Ως υπογλώσσιο νυχτερινό οι λέξεις που είχαν φράξει το φάρυγγα θα απελευθερωθούν στη θέαση των δειλινόδεντρων. Ένας ο φόβος (ή πολλοί) και ένα το όνειρο που το συλλαβίζει η ποιήτρια εν είδει -προφανώς- δειλινόδεντρου

“Είναι η αίσθησις που έχω των πραγμάτων μαμά…
Έι, κρατήστε και για μένα μια θέση στο δειλινόδεντρο!
Ουρανέ πελώριε κι άγιο ταβάνι των στεναγμών, αν είχες έλεγα έν’άστρο παραπάνω να τ’ονομάζαμε νοσταλγία…
Στο μεταξύ θα τρέφομαι από της ποίησης τον πλακούντα
Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε με φοβ…”

Στην ποιητική διαδρομή του βιβλίου ο Φόβ τελικά απέρχεται της ιδιότητάς του αφού δεν έχει πλέον πλακούντα να τροφοδοτήσει. Η ποιήτρια επινοεί και τις λέξεις και τη γλώσσα, φυτεύει δειλινόδεντρα και γυρίζει τη σελίδα ως μια πράξη αγάπης. Στο τέλος τραγουδά τις συλλαβές και υπεισέρχεται εκ νέου σε λεκτικά και ηχητικά παιχνιδίσματα

“Διδώ-ω και δά-α και δέω δέω δέω”

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΦΙ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΚΡΥΩΝΩ. Οι τρίχες στα χέρια μου είναι όρθιες. Τα μάγουλά μου έχουν παγώσει. Οι κόρες των ματιών μου ξηραίνονται. Νιώθω ένα ρίγος μες στο λαιμό μου. Κάτω απ’ τη γλώσσα μου. Μα εγώ κάθομαι στη μέση της αυλής σαν καλό μαθητούδι κι επιμένω να τον ακούω. Ανατριχίλα μέχρι τις ωοθήκες – τι να ‘ναι άραγε οι ωοθήκες; Το γράμμα φι είναι από τα πιο δύσκολα γράμματα. Όταν ξεμπερδέψω μ’ αυτό, νομίζω πως τα πράγματα θα κυλήσουν πολύ πιο γρήγορα.
Φέγγε φεγγαρινή, μη φεύγεις, φέγγε

βγάζω απ’ την τσέπη μου ένα κομμάτι καραβόσκοινο
και δένω σφικτά
μια σκιά ξεχωρίζει πίσω απ’ τα δέντρα
ΊσΩς ΕίΝαΙ ο
Φοβ
Ποίηση, πεζογραφία, θεατρικές πινελιές και γραφή αξιοθαύμαστα προχωρημένη. Στοχασμοί επάνω στο μεγάλο μυστήριο της ζωής, δοσμένοι υπαινικτικά, χαραγμένοι, θαρρείς, επάνω στις φλούδες της ψυχής, μονόλογος που διεισδύει στις κρύπτες του σύμπαντος, έκφραση που, ακόμα κι όταν γίνεται δυσνόητη για το πλήθος, αστράφτει, μα και κόβει, σαν γυαλί. Πραγματικά, η Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου είναι ποιήτρια-βάθους, κανένα κοινό με τις πάγιες συμβατικότητες, χρησιμοποιεί τα φωνήεντα και τα σύμφωνα σαν λυχνάρια, μετακινείται από το φως στο σκοτάδι και από το σκοτάδι στο φως, χάρη στην αφηγηματική της ευστροφία και την εκπληκτικά ώριμη γλώσσα της – δηλαδή τη μεστή νοημάτων γλώσσα της τα οποία, ωστόσο, δεν απευθύνονται στους πολλούς. Απευθύνονται στους λίγους, και στους εκλεκτούς, και τους κερδίζουν νωρίς, καθώς τους φέρνουν στο μυαλό καταξιωμένες λογοτεχνικές μορφές – αυθορμητισμός και περίσκεψη σε υποδειγματική αρμονία, διαλεκτική προσέγγιση που πολτοποιεί την προχειρότητα και την πλαδαρότητα οι οποίες κυκλοφορούν, γύρω μας, σε συσκευασία εκθαμβωτικών εξωφύλλων που, εντούτοις, είναι φύλλα συκής που επιχειρούν, άκομψα, να κρύψουν τη ρηχότητα των εσωτερικών τους σελίδων.
Ένα μικρό, σε όγκο, ανάγνωσμα που χαρίζει στον αναγνώστη στιγμές μαγικής απόλαυσης. Γυρίζεις, βέβαια, πίσω, οι λέξεις και οι στίχοι απαιτούν, ενίοτε, διπλή ερμηνεία, αλλά, και πάλι, τον ίδιο θαυμασμό αισθάνεσαι για μια ποιήτρια που ξεφεύγει, θα έλεγα ιλιγγιωδώς, από τα στερεότυπα με τα οποία βομβαρδιζόμαστε.
[…]
Το συρτάρι του κομοδίνου μου είναι γεμάτο
με μικρά κλωναράκια από το αγαπημένο μου δειλινόδεντρο
με τραυματισμένα δέλτα
μ᾽ ακρωτηριασμένες εικόνες του κόσμου
που πάνω τους κάθισε η λαμπερή σου παρουσία
και κατακρεούργησε
η αφελής σου γενοκτονικότητα
όταν πρόφερες τη λέξη
βρωμοδειλινόδεντρο.
Μέσα, λοιπόν, στην αφόρητη ομοιομορφία της σύγχρονης, δήθεν, λογοτεχνίας, ιδού μια φωτεινή εξαίρεση – σαν κρυστάλλινη σφαίρα που μπλέκει, συναρπαστικά, τις βασικές μορφές της έκφρασης και τις κάνει να φεγγοβολούν.
*Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον
Σήμερα στο σχολείο η δασκάλα μας έμαθε το ποίημα «η μαμά μου είναι μωβ»
Αρχίζει κάπως έτσι:
Η μαμά μου είναι μωβ
Είναι ψηλή με μωβ μαλλιά
Φοράει και μωβ γυαλιά
Με παίρνει πού και πού αγκαλίτσα
Με κλείνει και στη μωβ βαλίτσα
Μου μαθαίνει μωβ παιχνίδια
Μωβ μου δίνει δαχτυλίδια.
Βαφόμαστε όλοι μωβ και το απαγγέλλουμε δυνατά μέσα στην τάξη. Φοράμε όλοι μωβ ρούχα: μωβ ποδίτσες και μωβ παντελονάκια και μωβ φανελάκια και καλτσούλες μωβ. Τα ρούχα των αγοριών είναι πάντοτε λίγο πιο μωβ, γιατί η δασκάλα λέει πως πρέπει να ξεχωρίζουν για να μην μπερδευόμαστε.
Σήμερα ένα παιδάκι μπερδεύτηκε κι αντί μωβ έλεγε συνέχεια φοβ. Η δασκάλα στην αρχή έγινε έξω φρενών και άρχισε να το χτυπάει και το έβαλε στη γωνιά, αλλά ευτυχώς το παιδάκι κατάφερε μετά να πει μωβ κι η δασκάλα χάρηκε και του έδωσε ένα μωβ φιλί στο μάγουλο και το πήρε μωβ αγκαλίτσα μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
(Μια άλλη μέρα κάτι άλλα παιδάκια ακούσανε ένα άλλο παιδάκι να λέει πάλι φοβ και φωνάξανε τη δασκάλα μας, κι η καημένη η δασκάλα μας δεν άντεξε και χαστούκισε το παιδάκι τόσο δυνατά που έγινε ολόκληρο μωβ, και το πήγαν οι γονείς του στο νοσοκομείο κι οι γιατροί είπαν πως το καημένο το παιδάκι δεν άντεξε).
Και για χρόνια μετά η μαμά του
που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια
καθόντανε στο παράθυρο και τραγούδαγε
φεγγαρινή φεγγαρινή
άσε με, πάρε με μαζί σου, άσε με, πάρε με
άσεμεπάρε με
πάρε με
πάρε με
πάρε με
(Να πάρετε κι εσείς ένα άλογο να έχετε στο σπίτι σας. Τα άλογα είναι υπέροχα ζώα. Εμείς δε χρειαζόμαστε άλογο, εμείς έχουμε τη μαμά μου, πάει και τελείωσε και παρακαλώ να μη μου ξαναμιλήσετε για άλογα (σ.σ.27-29)
*Η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1981. Σπούδασε μουσικολογία στην Αθήνα και το Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου και εργάζεται στον χώρο της μουσικής όπου, ανάμεσα σε άλλα, ασχολείται με την έρευνα σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις της γλώσσας με τη μουσική. Για το πρώτο της βιβλίο ποίησης, (Αναγέλαστα, των γεναικών τζιαι των σκαλαπουντάρων, εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2013) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη στην Κύπρο.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Φιλελεύθερος Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου:
«ΦόΒ», εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, 2015

Σε άγνωστα και αχαρτογράφητα νερά

Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της η Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου επιβεβαιώνει, με ιδιαίτερα προφανή τρόπο, την έφεσή της στους πειραματισμούς και τη νεωτερικότητα. Η νέα ποιήτρια δεν διστάζει να κολυμπήσει σε άγνωστα και αχαρτογράφητα νερά, να δοκιμάσει τα όρια της ευρηματικότητας και της φαντασίας της. Είναι δε ιδιαιτέρως τολμηρή σε ό,τι αφορά περισσότερο στις τεχνοτροπικές φόρμες που μετέρχεται, παρά τις θεματικές που αναπτύσσει.

Ωστόσο, ο ιδιαίτερος ζήλος στον πειραματισμό της φόρμας ελλοχεύει κινδύνους διάβρωσης ή αποδυνάμωσης της ουσίας του περιεχομένου. Έχω την άποψη ότι μεταξύ νεωτερικότητας και καινοτομίας της μορφής από τη μια, και πυκνότητας ή πεμπτουσίας του περιεχομένου από την άλλη, πρέπει να τηρείται ένα ακριβές ισοζύγιο. Η πλάστιγγα της αισθητικής πραγμάτωσης δεν πρέπει να γέρνει ούτε προς τη μια μεριά, ούτε προς την άλλη. Εξάλλου, ας μην ξεχνούμε ότι το πρωτογενές υλικό για την πνευματική δημιουργία είναι η ιδέα, η νοηματοδότηση των λέξεων που συνθέτουν ένα έργο.

Στη νέα συλλογή της η Στ. Β. επέλεξε να αναφερθεί στον φόβο, τόσο ως συναισθηματική κατάσταση, όσο και ως υπαρξιακή αναζήτηση, αλλά και ως φιλοσοφική κατηγορία. Συνοδοιπόρος στο όλο εγχείρημα το γυναικείο φίλτρο, με προεξάρχουσα έμφαση στα μητρικά του ένστικτα. Η ποιήτρια επέλεξε να μιλήσει με συμβολισμούς και αλληγορίες, με μεταφορές και παρομοιώσεις και με «κλειδιά» πολύ «σφικτά» που πρέπει να πω ότι δυσκολεύουν ακόμα και πεπαιδευμένους «κλειδαράδες» – λάτρεις της ποίησης. Πόσω μάλλον τον μέσο αναγνώστη με «στοιχειώδη»… τεχνογνωσία ανάγνωσης ενός ποιητικού έργου.

Λυπούμαι να παρατηρήσω πως, πάντα κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι συμβολισμοί και οι αλληγορίες της Στ. Β. είναι συχνά μάλλον δύσβατα και σε μεγάλο βαθμό δυσλειτουργικά. Οι αλληγορίες πρέπει να είναι ευανάγνωστες για να είναι και λειτουργικές. Και οι συμβολισμοί δεν πρέπει να αφήνουν πολλά περιθώρια σε αμφισημίες και πολυσημίες. Εάν ο αναγνώστης μένει με την αμφιβολία ή την απορία, δεν θα φτάσει ποτέ στο πολυπόθητο ακρογιάλι της αισθητικής τέρψης.

Για να γίνω ακόμα πιο συγκεκριμένος, έχω την άποψη πως τα «δειλινόδεντρα», όλα τα «μωβ», η «Φεγγαρινή» και όλα τα συναφή περί «αμνιακών» υγρών και οριζόντων, χρήζουν περαιτέρω επεξηγήσεων, πιο ευκρινών νοηματοδοτήσεων, χάριν της ουσίας, χάριν του περιεχομένου αλλά και του εν γένει αισθητικού αποτελέσματος.

Αν όλο το βιβλίο είχε την ευκρίνεια, την ευθύτητα και την αμεσότητα των στίχων που προτάσσονται, ως προμετωπίδα στη συλλογή, πιστεύω πως το αισθητικό αποτέλεσμα θα ήταν καταφανώς ανώτερο. Τους παραθέτω για του λόγου το αληθές: «Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα ξεπερασμένο / που μοιάζει στη γυναίκα / ερωτεύεται τη νύχτα / και παντρεύεται τη σιωπή».

Θέλω όμως να αναφερθώ, κατά συγκεκριμένο τρόπο, στις καλές στιγμές του βιβλίου. Π.χ. και σε αυτή τη συλλογή συναντούμε την ελκυστική παιγνιώδη διάθεση στην οποία μας συνήθισε η Στ. Β. από το πρώτο της ποιητικό βιβλίο: «…βράδυ να πας να πάρεις το λυ της λύπης / το βα της βάσανος / το δι της δίψας / και σε λυβάδι μέσα να καθίσεις νυχτερινό / και να την πεις Φεγγαρινή…». (σελ. 12)

Οι ενδοσκοπικές προσεγγίσεις, κυρίως όταν είναι διαυγείς, αποδίδουν καλύτερα αποτελέσματα. Κατά τη γνωστή ρήση «ο εχθρός είναι μέσα μας», η ποιήτρια υποβάλλει ότι ομοίως και ο φόβος είναι μέσα μας, όπως επίσης και το σκοτάδι, μέσα μας είναι: «Από φόβο σκοτεινιάζει, κύριε / μην ακούτε / είναι μύθος η νύχτα». (σελ. 18)

Η Στ. Β. βρίσκει τρόπο να εκφράσει ποικιλότροπα και σε διάφορα επίπεδα τη θηλυκή πλευρά της ποίησής της, άλλοτε με σκωπτική διάθεση, άλλοτε με ειρωνεία και άλλοτε με υποδόριο κατεγγελτικό τόνο: «Κι αν στ’ αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε / Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε / Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’ το πλευρό / σας και / πείτε κάτι μ’ αυτό». (σελ. 20)

Συχνά–πυκνά η Στ. Β. προβαίνει σε εύστοχες παρατηρήσεις, καίριες επισημάνσεις και ευθύβολες τοποθετήσεις, κυρίως πάνω σε ζητήματα ευρύτερων ή και συμπαντικών προσεγγίσεων. Παραθέτω ένα συναφές παράδειγμα: «Πώς είναι δυνατόν να κοιτάει κανείς τ’ αστέρια και να νιώθει μια τέτοια βεβαιότητα και να μην μπορεί να βγάλει συμπέρασμα γι’ αυτά που είναι δίπλα του». (σελ. 33)

Η ευρηματικότητα, η παιγνιώδης διάθεση και έφεση, πάντοτε αποδίδουν καρπούς. Ακόμα κι όταν το θέμα αφορά την ποιητική, που χαρακτηρίζεται και από μια «στενότητα» από πλευράς ευρύτερου ενδιαφέροντος: «…στην πάλη με τον εαυτό το / ποίημα θα τελειώσει με / Ήττα». (σελ. 44)

Στην ίδια θεματική ακόμα μια καλή στιγμή στο βιβλίο: «Στο μεταξύ θα τρέφομαι από της ποίησης τον πλακούντα» (σελ. 53) Ευφάνταστη και συνάμα φιλόδοξη τοποθέτηση, καλή ως διακήρυξη προθέσεων και ως δήλωση διαθέσεων. Μόνο που για την πραγμάτωσή της απαιτείται πολλή δουλειά, πολλή πειθαρχία, πολλή επιμέλεια, υπομονή και μεθοδικότητα. Κι αυτά ασφαλώς δεν ισχύουν μόνο για τη Στ. Β. αλλά για τον καθένα που τρέφει ανάλογες ευγενείς φιλοδοξίες…

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

τοβιβλιο.νετ/26.7.2016

Ξορκίζοντας το ΦόΒο με ένα υπογλώσσιο

Στη μεταμοντέρνα ποίηση τα υβριδικά κείμενα φαίνεται να κερδίζουν όλο και μεγαλύτερη έκταση, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερο το θέατρο και εισάγοντας όλο και περισσότερα θεατρικά στοιχεία.

Ένα τέτοιο υβριδικό έργο είναι και η συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου «ΦόΒ, υπογλώσσιο νυχτερινό» (τεχνοδρόμιον, 2015), που ακολουθεί το βραβευμένο στην Κύπρο «αναγέλαστα» (τεχνοδρόμιον, 2013)· μία ιδιαίτερη ποιητική συλλογή γραμμένη στο κυπριακό ιδίωμα με μουσική τονικότητα βασισμένη στην τοπική προφορά που αποτελεί ένα παιχνίδι ανάμεσα στην μεγαλονησιώτικη διάλεκτο και τη μεταμοντέρνα ποίηση.

Στη νέα συλλογή της Βοσκαρίδου, προχωρά σε μία φιλόδοξη προσπάθεια δημιουργίας μίας σκηνικής ποιητικής σύνθεσης. Η ποιητική πρόζα συμπλέκεται σπειροειδώς με το θεατρικό στοιχείο δημιουργώντας ένα πολύπλευρο έργο. Το ποιητικοθεατρικό παράλογο ξαφνιάζει με τα σουρεαλιστικά του στοιχεία και την εξπρεσιονιστική ρευστότητά του. Το θεατρικό αναδύεται γυμνό, χωρίς παύλες ή εισαγωγικά, και μπαινοβγαίνει στη ρευστή στιχουργική ακολουθώντας ένα εξπρεσιονιστικό παιχνίδι φωνημάτων και σημαινόντων πάνω στο -δ- και το -φ-.

Σε μία κοινωνία βουτηγμένη στο φόβο για το αύριο και η οποία κοιτά με τρόμο το παρελθόν για πληγές που άφησε πίσω του (βλ. Εισβολή), η Βοσκαρίδου προσπαθεί μέσα από την θεατρικότροπη ποίηση να ξορκίσει το φόβο της. Η μνήμη, ο φόβος και το μωβ είναι οι οδηγοί της. Το ίδιο το μωβ, το χρώμα της κατάθλιψης και του πένθους, συνδέεται ποιητικά με τον εσωτερικό φόβο, μέσα από ένα ενδιαφέρον γλωσσικό εγχείρημα.

Η Βοσκαρίδου αποφεύγει τους εντυπωσιακούς ακροβατισμούς, υιοθετώντας μία εκφραστική που διακρίνεται από τη θεατρικοαφηγηματική και διαλογική χειμαρρώδη ροή που υποχρεώνει τον αναγνώστη να τη διαβάσει απνευστί, μα αγόγγυστα. Η σκηνική προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία, δίνει μία αίσθηση κίνησης με τις δραματικές παρεισφρήσεις ενισχύοντας τον υβριδικό χαρακτήρα του έργου.

Παρηχήσεις (δ, φ) και επαναλήψεις προσδίδουν μία ιδιαίτερη μουσικότητα. Η θεατρική διάσταση της συλλογής απορροφά την όχληση των σταθερών επαναλήψεων (φόβος, πείτε το, φεγγαρινή, δειλινόδεντρο, μωβ κλπ). Οι παρενθέσεις, από την άλλη, λειτουργούν σαν σκηνικές παύσεις -σαν πράξεις που αλλάζουν συχνά τη ροή της «πλοκής»- στον παραλογισμό της πρόζας.

Η εικονοπλασία της παραμένει λιτή και εξάγεται συνειρμικά από την αφήγηση. Έτσι, ο αναγνώστη/ακροατής «ταξιδεύει» απερίσπαστος από την ανεπιτήδευτη εικαστική στους φόβους και τις εμπειρίες του ποιητικού υποκριτή. Μνήμες παιδικές και συμβουλές μητρικές παίζουν κρυφτό μέσα σε ένα δάσος δειλινόδεντρων υπό τη σκέπη της φεγγαρινής. Αστέρια πέφτουν και καταπίνονται, ενώ συνεχώς παρελαύνουν φι και δέλτα.

Στο πολύμορφο έργο, επιλογικά, το χιούμορ, καθώς υποβόσκει στο παράλογο και το απρόσμενο γίνεται ένα όπλο στον εξορκισμό του φόβου. Το χαμόγελο δίνει ενέργεια στα φωτόνια της Βοσκαρίδου που έρχονται να διώξουν τα δάκρυα και το σκοτάδι που τρομάζει τη δημιουργό. Μόλο που τα σουρεαλιστικά στοιχεία φαντάζουν ξένα (άλογα, αστέρια κλπ) και δημιουργείται ένα χαοτικό πεδίο με τη μετάβαση από τη μία λογοτεχνική μορφή στην άλλη, το χαμόγελο μέσω του αιφνιδιασμού είναι πάντα παρόν

 

ΑΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ

FRACTAL 20/04/2016

«Το να γυρίζεις σελίδα είναι μια πράξη αγάπης»

Οι φάκελοι με τα βιβλία που φτάνουν σπίτι σου όταν γράφεις κριτικές, μερικές φορές κρύβουν αποκαλύψεις αναπάντεχες. Όπως ένα βιβλιαράκι μινιόν γεμάτο αληθινή αιμάσσουσα ποίηση ή πιο σωστά αληθινή αιμάσσουσα ζωή, γιατί η πρώτη τι άλλο είναι από μια κωδικοποίηση στην ιδιόλεκτο του ποιητή της ζωής; Το «Φόβ» -η λέξη που η φωνή της αφηγήτριας την οποία διακρίνουμε σε όλη τη συλλογή δεν μπορεί να ξεστομίσει και την αντικαθιστά με το «Μωβ»-, είναι η δεύτερη συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου αλλά η πρώτη μου γνωριμία με την ποίησή της, την οποία αγάπησα με την πρώτη ανάγνωση και έκτοτε τη διάβασα αρκετές φορές.

Ποίηση μεστή, ζεστή, οικεία, ανθρώπινη. Της καρδιάς. Όχι ποιητική πόζα, όχι προσπάθεια εντυπωσιασμού με λογοτεχνικούς ακροβατισμούς. Μια γυναίκα μιλάει μέσα από διαφορετικές ποιητικές φόρμες που περιλαμβάνουν από ποιητικά πεζά έως συμπυκνωμένα δίστιχα ή μονόστιχα, και λέει την ιστορία της: σκάβει το παρελθόν της και φέρνει στην επιφάνεια κτερίσματα, φόβους, εικόνες, ανθρώπους, απώλειες… Χρυσάφι, χώμα, οστά…

Όλο το κείμενο αν και χωρισμένο σε κάποια «κεφαλαία» που λειτουργούν περισσότερο ως οδοδείκτες, είναι ψυχολογικά στην ίδια ατμόσφαιρα και θερμοκρασία ενώ το ποιητικό του σύμπαν χτίζεται από την ποιήτρια με συγκεκριμένα, επαναλαμβανόμενα σύμβολα του δικού της ψυχικού κόσμου όπως το φόβ-μωβ, το δειλινόδεντρο, τα άλογα κ.ά. ενώ συχνά παίρνει τη μορφή ενός εσωτερικού διαλόγου με τη μητρική φιγούρα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου είναι η θεατρικότητα: διάλογοι, μονόλογοι, σκηνές, ιντερμέδια, εμβόλιμα στοιχεία, όλα παραπέμπουν σε μια θεατρική σύνθεση με βασικό θέμα και «χαρακτήρες», μια σύνθεση που έχει στον πυρήνα της την προσπάθειά της να προφέρει εκείνο το «φ», να μιλήσει και να ξορκίσει αυτό που φοβάται (αλλά και αυτό που την τρέφει ως δημιουργό).

Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με ένα ποίημα από «Φόβ», που στ’ αλήθεια θεωρώ στο σύνολό του ως μια σημαντική στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης:

Κι αν στ’ αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε
Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε
Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’ το πλευρό
σας και
πείτε κάτι μ’ αυτό

Πώς είπατε;
Να χαραμίσετε ένα κομμάτι από το πλευρό σας;
(δυνατά γέλια)

3 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

ΣΕΦΕΡΗΣ 2

 

 

ΣΤΡΟΦΗ (1931)

APNHΣH

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

 

 

 

Ἡ λυπημένη

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες προς το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς·

κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί·

κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό·

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Α’

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β’

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ‘σουν εσύ που θα ‘φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού…

Η νύχτα να ‘ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ’

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

Την ακοή μου ως να ‘σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

Δ’

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

Ε’

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ‘ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης ’29 – Δεκέμβρης ’30

 

 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Si j’ ai du gout, ce n’ est gueres
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD

Α’

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ’ αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ’ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.

Β’

Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.
Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντλήσουμε είδωλα και στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμη πιστοί.

Έσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού το στόμα
μας θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία:
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής.
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά της πέτρας λίγο
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα.

Γ’

Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.

Δ’

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Και ψυχή
ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν
εις ψυχήν
αυτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν’ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο ηλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ’ αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.

Ε’

Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ’ αγάλματα.

ΣΤ’

Μ.Ρ.

Το περιβόλι με τα συντριβάνια του στη βροχή
θα το βλέπεις μόνο από το χαμηλό παράθυρο
πίσω από το θολό τζάμι. Η κάμαρά σου
θα φωτίζεται μόνο από τη φλόγα του τζακιού
και κάποτε, στις μακρινές αστραπές θα φαίνουνται
οι ρυτίδες του μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.

Το περιβόλι με τα συντριβάνια που ήταν στο χέρι σου
ρυθμός της άλλης ζωής, έξω από τα σπασμένα
μάρμαρα και τις κολόνες τις τραγικές
κι ένας χορός μέσα στις πικροδάφνες
κοντά στα καινούργια λατομεία,
ένα γυαλί θαμπό θα το ‘χει κόψει από τις ώρες σου.
Δε θ’ ανασάνεις, το χώμα κι ο χυμός των δέντρων
θα ορμούν από τη μνήμη σου για να χτυπήσουν
πάνω στο τζάμι αυτό που το χτυπά η βροχή
από τον έξω κόσμο.

Ζ’

ΝΟΤΙΑΣ

Το πέλαγο σμίγει κατά τη δύση μια βουνοσειρά.
Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,
αυτός ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ’ τη σάρκα.
Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και στις χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες και τα ρίχνουμε
μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει.

Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιές από το λάδι
πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό
στον ουρανίσκο, πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα από το πικρό ψωμί της ξενιτιάς
τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει
πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.

Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον
κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστά
το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά
κι εσένα.
Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;
Χτες βράδυ μια νεροποντή και σήμερα
βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας
σαν τις πευκοβελόνες της χτεσινής νεροποντής
στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι
θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.

Μέσα σε τούτα τα χωριά τ’ αποδεκατισμένα
πάνω σ’ αυτό τον κάβο, ξέσκεπο στο νοτιά
με τη βουνοσειρά μπροστά μας που σε κρύβει,
ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;
Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου.

 

H’

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Θ’

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια.
Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.

Ι’

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.

ΙΑ’

Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου
άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω
στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και
τα σπίτια
με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.

ΙΒ’

ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

 

ΙΓ’

ΥΔΡΑ

Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές.
Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια
λύγιζε, τα κλυδώνιζε κι όλο μαβί μ’ άσπρα φτερά,
τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο.

Άσπρα πανιά και φως και τα κουπιά τα υγρά
χτυπούσαν με ρυθμό τυμπάνου ένα ημερωμένο κύμα.

Θα ήταν ωραία τα μάτια σου να κοίταζαν
θα ήταν λαμπρά τα χέρια σου ν’ απλώνουνταν
θα ήταν σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλια σου
μπρος σ’ ένα τέτοιο θάμα
το γύρευες
τι γύρευες μπροστά στη στάχτη
ή μέσα στη βροχή στην καταχνιά στον άνεμο,
την ώρα ακόμη που χαλάρωναν τα φώτα
κι η πολιτεία βύθιζε κι από τις πλάκες
σου ‘δειχνε την καρδιά του ο Ναζωραίος,
τι γύρευες; γιατί δεν έρχεσαι; τι γύρευες;

 

ΙΔ’

Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.

ΙΕ’

Quid πλατανών opacissimus?

Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δέντρο, με πράσινα φύλλα,
ανάσαινες, σαν ένα δέντρο, μέσα στο ήσυχο φως,
μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.
Τα δάχτυλά μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλά σου
κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή
κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.

Κάτω από το πλατάνι, κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες
ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ’ αγγίξω ολόκληρη,
ενωμένη με τη σιωπή σου
βλέποντας τον ίσκιο σου να μεγαλώνει και να μικραίνει,
να χάνεται στους άλλους ίσκιους, μέσα στον άλλο
κόσμο που σ’ άφηνε και σε κρατούσε.

Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, τη ζήσαμε.
Λυπήσου εκείνους που περιμένουν με τόση υπομονή
χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες κάτω από τα βαριά πλατάνια
κι όσους μονάχοι τους μιλούν σε στέρνες και σε πηγάδια
και πνίγουνται μέσα στους κύκλους της φωνής.
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ’ τα μάρμαρα,
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας.

Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη γαλήνη.

ΙΣΤ’

όνομα δ’ Ορέστης

Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,
που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα
σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.

Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ’ άλογα πότε θ’ αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ’ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα
θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα
πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου
την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.
Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα
εγώ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;
και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα
πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,
τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,
κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη,
δεν μπορείς
να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις
τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,
με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,
τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις
όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,
χωρίς συχώρεση.

 

ΙΖ’

ΑΣΤΥΑΝΑΞ

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.

 

ΙΗ’

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

ΙΘ’

Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ το κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά

μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

Κ’

[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού
θα με παρασύρουν;
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;
Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι
δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των
πεθαμένων
κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.

ΚΑ’

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς
και μια δική του δικαιοσύνη

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία.

ΚΒ’

Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε, μα παραπέρα
και πίσω η μνήμη σαν το άσπρο πανί μια νύχτα σε μια μάντρα
που είδαμε οράματα παράξενα, περισσότερο κι από σένα,
να περνούν και να χάνουνται μέσα στο ακίνητο φύλλωμα
μιας πιπεριάς

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι
χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν ίσως
το δικό μας σπίτι
προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές
πράξεις
θα μπορέσουμε;

γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;

ΚΓ’

Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

ΚΔ’

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.

Δεκέμβρης 1933 – Δεκέμβρης 1934

 

 

ΓΥΜΝΑΣΙΟΠΑΙΔΑ

Α’ – Σαντορίνη

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ’ αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.

Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη•
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.

Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές•
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά•
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου•
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

 

Τετράδιο Γυμνασμάτων

Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη.

Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στην
Κηφισιά
μα οι δυό καμινάδες που μ’ άρεσαν στην ξενιτιά πίσω απ’ τα κέδρα, γυρίζουν πάλι σα βλέπω τα
δύο κυπαρίσσια πάνω από τη γνώριμή σου την εκκλησία
που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες στη φωτιά και στην αθάλη.

Βερίνα μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο
τους κεφάλι
και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραϊλα κι από την πείνα
σαν τους νέους που ξόδεψαν όλη τους την ψυχή για να φορέσουν ένα μονογυάλι
σαν τις κοπέλες ηλιοτρόπια ρουφώντας την κορφή τους για να γίνουν κρίνα.

 

ΦYΓH

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι’ αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

 

Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ

Φωτιές του Αϊ-Γιάννη.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πρίν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο κάποιος άλλος, όταν θα ‘χεις πεθάνει.

 

ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τʼ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά’ τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε
ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

 

 

 

ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

 

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Α’

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο•
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις•
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα

 

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

Ασίνην τε…
ΙΛlΑΔΑ

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω – γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βρόχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα’
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι’
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές
τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέμαι το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί
με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισιάς
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως, σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε…» Να’ ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β’

ΤΡΙΖΟΝΙΑ

Tο σπίτι γέμισε τριζόνια
χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια
λαχανιασμένα. Kαι τα χρόνια

που ζούμε σαν αυτά χτυπούν
καθώς οι δίκαιοι σιωπούν
σα να μην είχαν τί να πουν.

Kάποτε τ’ άκουσα στο Πήλιο
να σκάβουνε γοργά ένα σπήλαιο
μέσα στη νύχτα. Aλλά το φύλλο

της μοίρας τώρα το γυρίσαμε
και μας γνωρίσατε και σας γνωρίσαμε
από τους υπερβόρειους ίσαμε

τους νέγρους του ισημερινού
που έχουνε σώμα χωρίς νου
και που φωνάζουν σαν πονούν.

Kι εγώ πονώ κι’ εσείς πονείτε
μα δε φωνάζουμε και μήτε
καν ψιθυρίζουμε, γιατί

η μηχανή είναι βιαστική
στη φρίκη και στην καταφρόνια
στο θάνατο και στη ζωή,

Το σπίτι γέμισε τριζόνια.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,
τη Συρία∙
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙
χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙
σαν έρθει ο θέρος
προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το
δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες∙
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ’

 

Στον Κόσμο της Κύπρου Μνήμη και Αγάπη

…Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν…

 

Από τις 6 Νοεμβρίου μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου του 1953 ο Σεφέρης κάνει το πρώτο ταξίδι του στην Κύπρο. Περιδιαβαίνει το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη· φωτογραφίζει, κρατάει συνοπτικές αλλά ακριβείς σημειώσεις για μετακινήσεις, συναντήσεις με επισήμους και ανεπισήμους, επισκέψεις σε ιστορικούς και αρχαιολογικούς τόπους και γνωρίζεται με τον Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή.
Το ταξίδι αυτό θα φέρει ως αποτέλεσμα το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’

 

1-φωτο - 0001

1-φωτο - 0002

 

 

ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ, A’

Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί.
Ωστόσο νόμιζα πώς έβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ανάμεσα στα βουνά και στη θάλασσα
συντυχαίνοντας ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες·
παράξενο, δεν πρόσεχα πώς έβλεπα μόνο τη φωνή τους.
Ήταν το αίμα που τους ανάγκαζε να μιλούν, το κριάρι
που έσφαζα κι έστρωνα στα πόδια τους·
μα δεν ήταν το φως εκείνο το κόκκινο χαλί.
Ότι μου λέγαν έπρεπε να το ψηλαφήσω
όπως όταν σε κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σε στάβλο ίο
ή φτάσεις τέλος το κορμί βαθύκολπης γυναίκας
κι είναι γεμάτη ή κάμαρα πνιγερές μυρωδιές·
ότι μου λέγαν δορά και μετάξι.
Παράξενο, το βλέπω εδώ το φως του ήλιου· το χρυσό δίχτυ
όπου τα πράγματα σπαρταρούν σαν τα ψάρια
που ένας μεγάλος άγγελος τραβά
μαζί με τα δίχτυα των ψαράδων.

 

ΟΝΕΙΡΟ

Κοιμούμαι κι ή καρδιά μου ξάγρυπνα·
κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι
και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

ΣΤΟΝ ΖΩΓΡΑΦΟ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί
σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,
παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου
εδώ ή άλλου, τώρα, στα περασμένα: χόρευε
μ’ ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο.
Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό
και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης
σε μια γωνιά της στέγης.

Τότες ήρθε ό καλόγερος’ σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,
κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα.
Άρχισε απ’ το λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.
Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,
έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά,
και τον κατάλαλο•
έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια•
και στην άκρη, σχεδόν άπόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.

Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση.
Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο —τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ τα παλιά νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες φωνή πατρίδας;

 

ΕΠΙΚΑΛΕΩ ΤΟΙ ΤΗΝ ΘΕΟΝ…

Λάδι στα μέλη,
ίσως ταγγή μυρωδιά
όπως εδώ στο λιόμυλο
της μικρής εκκλησιάς
στους χοντρούς πόρους
της σταματημένης πέτρας.

Λάδι στην κόμη
στεφανωμένη με σκοινί,
ίσιος και άλλα αρώματα
που δε γνωρίσαμε
φτωχά και πλούσια
κι αγαλματάκια στα δάχτυλα
προσφέρνοντας μικρούς μαστούς.

Λάδι στον ήλιο
τρόμαξαν τα φύλλα
στου ξένου το σταμάτημα
και βάρυνε η σιγή
ανάμεσα στα γόνατα.
Έπεσαν τα νομίσματα
«Έπικαλέω τοι την θεόν…».

Λάδι στους ώμους
και στη μέση που λύγισε
γρίβα σφυρά στη χλόη,
κι αυτή η πληγή στον ήλιο
καθώς σημαίναν τον εσπερινό
καθώς μιλούσα στον αυλόγυρο
μ’ ένα σακάτη.

Κουκλιά, Νοέμ. ’53

 

ΕΛΕΝΗ

 

ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ

 

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών·.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να ‘βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης·.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσο τους-ποιος θα το ‘λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.
«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα·.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

 

ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ, Β’

 

ΑΝΟΙΞΗ 1156
(ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ)

 

Κάτω απ’ τη γέρικη συκομουριά
τρελός ό αγέρας έπαιζε
με τα πουλιά με τα κλωνιά
και δε μας έκρενε.

Ώρα καλή σου, ανάσα τής ψυχής,
ανοίξαμε τον κόρφο μας
έλα να μπεις έλα να πιεις
από τον πόθο μας.

Κάτω άπ τη γέρικη συκομουριά
ο αγέρας σκώθη κι έφυγε
κατά τα κάστρα του βοριά
και δε μας έγγιξε.

Θυμάρι μου και δεντρολιβανιά,
δέσε γερά το στήθος σου
και βρες σπηλιά και βρες μονιά
κρύψε το λύχνο σου.

Δεν είναι αγέρας τούτος του Βαγιού
δεν είναι της ’Ανάστασης
μα είν’ της φωτιάς και του καπνού
της ζωής της άχαρης.

Κάτω άπ’ τη γέρικη συκομουριά
στεγνός ο αγέρας γύρισε·
οσμίζουνταν παντού φλουριά
και μας επούλησε

 

ΜΝΗΜΗ, A

 

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

 

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι·
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα· «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεΐ,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω άπ’ τη ράχη».

Τα δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αύτη τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό, ίο
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο κόσμο
αυτόν πού με βλέπει πέρ’ άπ’ τη νύχτα μες άπ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η Αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει.

Έτσι προχώρεσα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

 

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ

 

…Nicosia e Famagosta per la lor bestia si lamenti e garra…
PARADISO …
ως γοιόν ηξεύρετε και ο δαίμων της πορνείας όλον τον κόσμον
πλημμελά τον εκόμπωσε τον ρήγαν και έππεσεν εις αμαρτίαν…
XPONIKO TOY MAXAIPA

 

O Tζουάν Bισκούντης είχε γράψει την αλήθεια.
Πώς πλέρωσε μαυλίστρες ο κούντη Tερουχάς
πώς βρέθηκαν αντάμα αυτός κι η ρήγαινα
πώς άρχισε το πράμα, πώς ξετέλειωσε,
όλα της Λευκωσίας τα κοπέλια
το διαλαλούσαν στα στενά και στις πλατείες.
Πως ήταν η γραφή σωστή που έστειλε στη Φραγκιά στο ρήγα
το ξέραν οι συβουλατόροι.
Όμως τώρα
συνάχτηκαν και συντυχαίναν για να συβουλέψουν
την Kορόνα της Κύπρου και των Ιεροσολύμων·
τώρα ήταν διαταμένοι για να κρίνουν
τη ρήγαινα Λινόρα που κρατούσε
απ’ τη μεγάλη τη γενιά των Kαταλάνων·
κι είναι ανελέημονες οι Kαταλάνοι
κι αν τύχαινε κι ο ρήγας εκδικιούνταν
τίποτε δε θα το ‘χαν ν’ αρματώσουν και να ‘ρθούνε
και να τους ξολοθρέψουν αυτούς και το βιό τους.
Είχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες·
από τη γνώμη τους κρέμουνταν το ρηγάτο.

Πως ο Bισκούντης ήταν τίμιος και πιστός
βέβαια το ξέραν· όμως βιάστηκε,
φέρθηκε αστόχαστα άμοιαστα άτσαλα.
Ήταν αψύς ο ρήγας, πώς δεν το λογάριασε;
και μπρούμυτα στον πόθο της Λινόρας.
Πάντα μαζί του στα ταξίδια το πουκάμισό της
και το ‘παιρνε στην αγκαλιά του σαν κοιμούνταν·
και πήγε να του γράψει ο αθεόφοβος
πως βρήκαν με την άρνα του το κριάρι·
γράφουνται τέτοια λόγια σ’ έναν άρχοντα;
Ήταν μωρός. Τουλάχιστο ας θυμούνταν
πως έσφαλε κι ο ρήγας· έκανε το λιγωμένο
μα είχε στο πισωπόρτι και δυο καύχες.

Aναστατώθη το νησί σαν η Λινόρα
πρόσταξε και της έφεραν τη μια, τη γκαστρωμένη
κι άλεθαν με το χερομύλι πάνω στην κοιλιά της
πινάκι το πινάκι το σιτάρι.
Kαι το χειρότερο – δεν το χωράει ο νους –
αφού το ξέρει ο κόσμος όλος πως ο ρήγας
γεννήθηκε στο ζώδιο του Αιγόκερω,
πήρε στα χέρια του ο ταλαίπωρος καλάμι
τη νύχτα που ήταν στον Αιγόκερω η σελήνη
να γράψει τι; για κέρατα και κριάρια!
O φρόνιμος τη μοίρα δεν τηνε ξαγριεύει.
Όχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε
πού είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος
είναι να βρούμε το μικρότερο κακό.
Κάλλιο ένας να πεθάνει από το ριζικό του
παρά σε κίντυνο να μπούμε εμείς και το ρηγάτο.

Έτσι συβουλευόντουσαν όλη τη μέρα
και κατά το βασίλεμα πήγαν στο ρήγα
προσκύνησαν και τού είπαν πως ο Tζουάν Bισκούντης
είναι ένας διαστρεμμένος ψεματάρης.

Κι ο Tζουάν Bισκούντης πέθανε απ’ την πείνα σε μια γούφα.
Μα στην ψυχή τού ρήγα ο σπόρος της ντροπής του
άπλωνε τα πλοκάμια του και τον εκίνα
το ‘παθε να το πράξει και στους άλλους.
Kερά δεν έμεινε που να μη βουληθεί να την πορνέψει·
τις ντρόπιασε όλες. Φόβος κι έχτρα ζευγαρώναν
και γέμιζαν τη χώρα φόβο κι έχτρα.

Έτσι, με το «μικρότερο κακό», βάδιζε η μοίρα
ως την αυγή τ’ Άγι’ Aντωνιού, μέρα Τετάρτη
που ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον εσύραν
από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν.
«Και τάπισα παρά ούλους ο τουρκοπουλιέρης
ήβρεν τον τυλιμένον το αίμαν» λέει ο χρονογράφος
«κι έβγαλεν την μαχαίραν του και κόβγει
τα λυμπά του με τον αυλόν και του είπε:
Για τούτα έδωκες θάνατον!».
Αυτό το τέλος
όρισε για το ρήγα Πιέρ ο δαίμων της πορνείας.

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

 

(Σχέδιο για ένα «ειδύλλιο»)
But I’m dying and done for
What on earth was all the fun for?
For God’s sake keep that sunlight out of sight.
JOHN BETJEMAN
Homer’s world, not ours.
W. H. AUDEN

 

—Της τηλεγράφησα λουλούδια.
—Ουίσκι; Τζίν;
—Σήμερα οι άργυροι της γάμοι.

—Τό νοΰ σας
μην πηδήξει στο φουστάνι σας o σκύλος·
θα το λασπώσει· τον παραμελούν· γίνεται οικείος.

—Τζίν παρακαλώ. Μένει τώρα στό Κέντ. Πάντα
θα τη θυμούμαι στην εκκλησιά. Σα βγήκαμε έβρεχε· μια μπάντα
έπαιζε στ’ άλλο πεζοδρόμιο· θαρρώ Στρατός της Σωτηρίας.

— Μέρες του Μάη, ό χρόνος της Μεγάλης ’Απεργίας.
—Δεν είχαμε ούτε εφημερίδες.
—Δέστε το βουνό·

όταν βυθίσει τέλος πάντων ο ήλιος θα είναι μονόχρωμο και ειρηνικό.

Αυτό είναι ο Άγιος Ιλαρίων. Το προτιμώ με το φεγγάρι.
—Γράφει πώς έχει κι ένα φάντασμα πού τριγυρνά μ’ ένα σβηστό φανάρι.
—Ο Άγιος Ιλαρίων;
—Όχι, το σπίτι της στο Κεντ.
—Εδώ το φάντασμα θα πήγαινε καλύτερα. Κάποτε —δεν
μπορώ να το εξηγήσω —η μνήμη
σ’ αυτό το φώς γίνεται πιο σκληρή, μια ζύμη
που τη στεγνώνει ό ήλιος…
—Ζύμη από τί;
Έχω κι εγώ πονοκεφάλους.
—Γνωρίσατε τον ποιητή,
ή κάτι τέτοιο, πού έμενε τον περασμένο μήνα εδώ;
Το αίσθημα τ’ ονομάζει παλίμψηστη λιβιδώ·
πάρα πολύ ασυνήθιστος· τί θέλει
να πει, δεν το ξέρει κανείς· κυνικός και φιλέλλην.
—Σώστροφος σνομπ.
—Κάποτε αστείος· τώρα είναι στα λουτρά.
—Στην ’Ιταλία καθώς άκουσα.
—Ναι, κάποιο «σπα».
Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη.
Του έδωσα σύσταση για τον Οράτιο στη Ρώμη.
—Πολύ αθυρόστομος, πώς του επιτρέπετε;
—’Αλήθεια, πώς;
Ίσως στην ηλικία μας να γίνεται κανείς συγκαταβατικός
ίσως ανάγκη να ξεφύγω τον τρεχάμενο εαυτό μου
ίσως αυτό το νησί που με πλήττει σαν αερόλιθος άλλου κόσμου.
—Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα. Μα είναι τόσο ωραία·
ο ήλιος, η θάλασσα· ένα παντοτινό καλοκαίρι…
—Ά! τούτη η θέα
που όλο ρωτά κι όλο ρωτά. Προσέχετε κάποτε τον καθρέφτη
πώς κάνει εντάφιο το πρόσωπό μας; Και τον ήλιο τον κλέφτη
πώς παίρνει τα φτιασίδια μας κάθε πρωί; Θα προτιμούσα
τη ζεστασιά τού ήλιου χωρίς τον ήλιο· θ’ αποζητούσα
μια θάλασσα που δεν απογυμνώνει· ένα μαβί χωρίς φωνή,
χωρίς αυτή την ανάγωγη ανάκριση την καθημερινή.
Θα με ξεκούραζε το σιωπηλό χάδι της ομίχλης στα
κρόσσια τού ονείρου·
αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μας, είναι του Ομήρου,
η καλύτερη φράση πού άκουσα γι’ αυτό τον τόπο.
Ήσυχα, Ρέξ!
—Ευχαριστώ, μην κάνετε τον κόπο,
ξέρω το δρόμο. Θα ήθελα να προλάβω ν’ αγοράσω πανί,
σαράντα πήχες δίμιτο, για τον περιβολάρη μας τον Παναγή·
απίστευτο! τόσο, λέει, του χρειάζεται για μια βράκα…
Καθώς μιλούσατε θυμόμουν ένα Σάββατο, τον Μπιλ, στη βάρκα
στον Τάμεση… Κοίταζα το φουλάρι του όλο το δείλι.
Σφύριζε καθώς έλαμνε, «Πες της το με το γιουκαλίλι».
Τί να ’γίνε άραγε;…
—Σκοτώθηκε στην Κρήτη.
—Όμορφος, πολύ όμορφος… Θα σας περιμένω την Τρίτη…
Ήσυχα πού κυλούσε ό Τάμεσης μέσα στους ίσκιους…
Καλόν ύπνο.
—Κρίμα πού δεν μπορέσατε να μείνετε για το δείπνο.

 

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ

 

Η τάχα Κούρον
Κυπρίδος εύκόλποιο και Ερμάωνος ενίψεις.
ΧΡΙΣΤΟΔΩΡΟΥ ΕΚΦΡΑΣ1Σ

 

Ο νέος πραματευτής ήρθε από τη Σιδώνα
χωρίς να φοβηθεί το θυμωμένο Ποσειδώνα.

Κοράκου χρώμα τα τσουλούφια του, ο χιτώνας του πορφύρα
και τον κρατάει στον ώμο του μια χρυσή πόρπη· μύρα

ανασαίνει και ψιμύθια κάθε πτυχή του σώματός του.
Μπήκε στην Κύπρο άπ’ τη θαλασσινή πόρτα της Αμμοχώστου

και τώρα χαίρεται μες στα στενά της Λευκωσίας τη λιακάδα.
Μια τουρκοπούλα στην αυλή, και σείστηκε η περιπλοκάδα

που κορφολόγαε με τα σιντεφένια δάχτυλά της.
Εκείνος διάβηκε του ήλιου τον ποταμό σαν ένας θείος περάτης,

σαν όνειρο ψιθυριστά τραγουδώντας: «Ρόδα στο μαντίλι».
Λες γύρευαν του Δία τα πέδιλα τα βυσσινιά του χείλη.

Έτσι προχώρεσε και κάθισε πλάι σ’ ένα γοτθικό παραστάτη
όπου του Μάρκου το λιοντάρι κάρφωνε μ’ αλαφιασμένο μάτι

έναν κοιμάμενο βοσκό που μύριζε τραγί κι ιδρώτα.
Ακούμπησε, έβγαλε από τον κόρφο του και κοίταξε μια τερακότα·

ένα γυμνό πού γλιστρούσε αβέβαιο στη σαλμακίδα κοίτη
ανάμεσα στον κοίλο Έρμη και την κυρτή Αφροδίτη.

 

ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ

 

Γράμμα στον Μάστρο
Και εκαβαλλίκεψεν η ρήγαινα απάνω της θαυμαστής μούλας
του ανδρός της του με Πιέρ, ονόματι Μαργαρίτα, και έκατσε
απάνω της θαυμαστής μούλας γυναικεία, και επαράγγειλεν
του σκουτιέρη της, ονόματι Πουτζουρέλλο, να κρατεί μετά του
τα φτερνιστήρια της, και άντα του νέψει, να γυρίσει το πόδιν
της να κάτσει ανθρωπινά…
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ

 

Στη Δαμασκό μια νύχτα αγρύπνιας
μου φάνηκε το πέρασμα της Ουμ Χαράμ
της βαθυσέβαστης γενιάς του Προφήτη.
Άκουγα πέταλα σαν αργυρά δηνάρια
κι εκείνη λες και διάβαινε λόφους αλάτι
κατά τη Λάρνακα, στη μούλα της καβάλα.
Περίμενα μέσα σε δροσερά κλωνάρια
δαγκώνοντας τον καρπό της μυρτιάς·
τα μάτια μου τ’ αγκύλωνε μια ασπράδα
ίσως τ’ αλάτι ίσως το φάσμα της. Και τότε
στους θάμνους ένας ψίθυρος:
«Έδώ ήταν
που γλίστρησε το ζο μου. Τούτη η πέτρα
μου τσάκισε το διάφωτον αυχένα
κι έδωσα την ψυχή μου νικηφόρα.
Άπ’ τη βουλή του θεού ήμουν γεμάτη·
μια μούλα δε σηκώνει τέτοιο βάρος·
μην το ξεχνάς και μην την αδικήσεις».

Είπε κι εχάθη. Ωστόσο ακόμη τώρα
η μούλα της ολοένα βόσκει στο μυαλό μου,
καθώς και η άλλη όπου σταμάτησε η καρδιά της
όταν την ξεφόρτωσαν άπ’ τα δυο κιβούρια,
τους δυο αδελφούς τους αδικοσφαγμένους
άπ’ τον τζελάτη εκεί στον Κουτσοβέντη.

Μα η πιο τρανή, πως να την πω; Στον τόπο
που όσοι έζησαν πιο χαμηλά από τα καστέλια
λησμονήθηκαν σαν το χώμα του άλλου χρόνου,
αυτή αρμενίζει ακόμη στα φτερά της φήμης·
το ξακουσμένο ζωντανό της ρήγαινας Λινόρας.
Στην κοιλιά της τα χρυσά φτερνιστήρια,
στη σέλα της τ’ αξεδίψαστα λαγόνια,
στο γλάκι της τραντά τα στήθια εκείνα
γεμάτα σαν τα ρόδια φονικό.
Κι όταν Ναπολιτάνοι Γενοβέζοι καί Λομπάρδοι
φέραν άπάνω στο βασιλικό τραπέζι
σ’ ένα ασημένιο δίσκο, ματωμένο
του σκοτωμένου ρήγα το πουκάμισο
και ξέκαμαν τον ελεεινόν ’Ιωάννη ·
λογιάζω πώς χιχίνισε τη νύχτα εκείνη,
έξω από την απάθεια της φυλής της,
καθώς ουρλιάζει το σκυλί,
διπλοεντέλινη, χρυσοκάπουλη, στο στάβλο,
η μούλα Μαργαρίτα.

 

ΠΕΝΘΕΥΣ

Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα καρπών και φύλλων·
ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει ούτε ένα μούρο.
Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη του στις Βάκχες.

 

ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ—

 

…τώ δε βασιλεί Ίσαακίφ κατακλείει εν καστελλίω καλουμένω
Μαρκάππω. Κατά δε του όμοιου αυτώ Σαλαχαντίνου
ανύσας μηδέν ο αλιτήριος, ήνυσε τούτο και μόνον, διαπράσας
την χώραν Λατίνοις, χρυσίου χιλιάδων λίτρων διακοσίων. Διό
και πολύς ο όλο λυγμός, και αφόρητος ο καπνός, ως προείρηται,
ο ελθών εκ του βορρά…
ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΚΥΠΡΟΝ ΣΚΑΙΩΝ

 

Υπέρογκες αρχιτεκτονικές· Λαρίων Φαμαγκούστα Μπουφαβέντο·
σχεδόν σκηνικά.
Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το
«’Ιησούς Χριστός Νικά»

που είδαμε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας, τα φαγωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια,
με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού
που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.

Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Χριστού
και για την ψυχή τού ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού,
που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,
εκείνου του πέλαγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλοσύνης.

Ας παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυροφόρων Λουζινιά
κι ας φλομώνουνε με τον καπνό πού μάς κουβάλησαν από το βοριά.

Ας’ τους να τρώγουνται και ν’ ανεμοδέρνουνται ωσάν το
κάτεργο που δένει μούδες·
Καλώς μάς ήρθατε στην Κύπρο, αρχόντοι. Τράγοι και
μαϊμούδες!

Έγκλείστρα, 21 Νοεμ. ’53

 

ΜΝΗΜΗ, Β’

ΕΦΕΣΟΣ

Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:
«Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σον το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα
σαν τα φτερά τού αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας, πως αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας πού γυμνώθηκε. Το ξέρει
οποίος αγάπησε· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».
Είπε, και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στ’ αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στα βούρλα. Το λυκόφως
θα ’λεγες για το θάνατο ενός ζώου,
τόσο γυμνό.
Θυμάμαι ακόμη·
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«’Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάρακτη στο γυαλί του γαλάζιου.

 

ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ

 

…Σαλαμίνα τε
τας νυν ματρόπολις τώνδ’
αιτία στεναγμών.
ΠΕΡΣΑΙ

 

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες ή ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες• μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα•
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,
πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα• σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

«Ή γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι…».

Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που ‘έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι πού
έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη•
εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό•
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης•
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια•
δε φελά να μιλάμε•
τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά
των άλλων.

—Ναι• όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ό δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς πού γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νήσος τις έστι.

Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης ’53

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια-
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ό καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

 

ΕΓΚΩΜΗ

Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαινόνταν
το γύρισμα χεριών που σκάβαν.
Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου
μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.
Στο λιγοστό χορτάρι και στ’ αγκάθια τριγυρίζαν
ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά ‘χε βρέξει
πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.

Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,
γυναίκες κι άντρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.
Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν
τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν
μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα
σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.

Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα
κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι ήταν μαρμαρωμένα
κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού, κι ήτανε θαμπωμένος
κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει
κι’ ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.
Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια
είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια
καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια, και το σώμα
έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο
με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,
χορός ακίνητος.

Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:
κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν
γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν
αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν
πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα
κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.
Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει·
είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,
και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.
Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι
και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα
που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.
Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια
και χάθηκαν· μια ανάληψη.
O κόσμος
ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας
με τον καιρό και με το χώμα.
Αρώματα από σκίνο
πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης
κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·
κι’ όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου
στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη
στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’ αγκάθια
όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,
όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.

 

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙ ΝΙΚΟΛΑ

 

Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.

 

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλόγεροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

 

 

ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Ε’

Ποιός βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;
Μείναμε στο βυθό.
Τρέχει το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας
λυγίζει τ άναρθρα καλάμια

οι φωνές
κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια
και τα πετάνε τα παιδιά.

 

 

ΘEPINO HΛIOΣTAΣI

T’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει•
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού –
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο•
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Θ΄

Mιλούσες για πράγματα που δεν τά ‘βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά•
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο –
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ’ αφανισμένο τούτο παρόν –
άφησέ τους.

O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

 

 

Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελούσε μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ…

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…

Γαλήνη.
– Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τα’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

 

 

 

 

1-ΜΠΟΤΙΛΙΑ

Τα δώδεκα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν τη δεκαετία 2002-2012 και αποτελούν προϊόν μακρόχρονης και συστηματικής ενασχόλησης με το έργο του Γ. Σεφέρη.
Η συνεισφορά του ανά χείρας βιβλίου συνίσταται πρωτίστως στην επισήμανση της βαθιάς και πολύπλευρης επιρροής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στη διαμόρ-
φωση της ποίησης του σεφέρη· καταδεικνύεται ότι εικόνες, έννοιες αλλά και ρητορικά σχήματα και δομικά στοιχεία έχουν σφραγίσει τον ιδεολογικό κόσμο και τη μορφή πολλών Σεφερικών ποιημάτων. Επίσης, ο εντοπισμός ευδιάκριτων ιχνών από το ευρύ φάσμα της αρχαιο-γνωστικής παιδείας του ποιητή –αναφορές σε μύθους, στοιχεία και
σύμβολα λατρευτικών δρωμένων, αρχαιολογικά δεδομένα– συμβάλλει στην προσπέλαση ερμητικών στίχων και ποιημάτων.
Τέλος, κομίζοντας άγνωστα βιογραφικά στοιχεία, ταυτί ζοντας τη σκηνογραφία ορισμένων ποιημάτων, αναδεικνύον τας τη σημασία πραγματολογικών στοιχείων, οι μελέτες του Γ.δ. Παναγιώτου συμβάλλουν στον φωτισμό πτυχών των σεφερικών ποιημάτων, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του ποιητή: «Τα ποιήματά μου είναι στενά δεμένα με τα πράγματα που είδα και έζησα».

 

 

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ