Monthly Archives: Μαΐου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

1-Γιαννης

.

.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε στη Μόρφου το 1951 όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε Ελληνική φιλολογία στην Αθήνα, Αγγλι-
κή φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως πήγε στη Βρετανία όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. και εργάστηκε σε σχολεία Μέσης Παιδείας.
Δημοσίευσε ποίηση, άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Πήρε το πρώτο βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό με θέμα
τη Μόρφου που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου το 2002.

.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

«Ένα Πράσινο Θολό» (1996)
«Φαράγγια των Αγγέλων (2008)

.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

.

.

Ένα Πράσινο Θολό (1996)

.

ΜΕΡΟΣ A

.

ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φύγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι τον
να μετράει την καρδιά τον σε παροικιακούς καφενέδες.
Στο καπνό τον τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια τον στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε Θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση τον εφήμερου
Το χτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μον.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ
ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ (Λευκωσία, 1990)

Όταν ήμασταν έφηβοί,
ξανοιγόμασταν στο περιβόλι
ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες
και την κόκκινη θάλασσα.
Τ’ απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους,
ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων
και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχια
που ’σβηναν κύματα – κύματα
στην αποβάθρα του μεταλλείου.
Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια
ή οι ακτές της Τουρκίας…
Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν
οι ανάσες των κοριτσιών.
Σαν βράδιαζε, με σκηνικό τα φώτα των πλοίων,
έβγαινε ο Ορέστης τρελός,
κυνηγημένος από τις Ερινύες
να αναγνωρίζει έξαφνα
την αδελφή του στην Ταυρίδα

Και να ’μαστέ τώρα μαζί.
Τούτη η νύχτα κρύβει τις σκιές.
Τ’ άγουρα στάχια.
Το πρώτο σκίρτημα που θέρισε το κακό.
Το πρόσωπο του καλοκαιριού που άλλαξε.
Αυτή τη νύχτα στις ματιές μας,
μαζί με τα σημάδια του καιρού,
ψηλαφίζουμε τη γεύση εκείνη την πρωτόγνωρη.
Τη μορφή που δρασκέλισε τα πιο βαθιά όνειρά μας.
Το ρίγος της άγνοιας
και τη διάτρητη κίνηση των λευκών σωμάτων.
Τη μεταμέλεια των αναβολών
και την οδύνη της ικεσίας των παθών μας.
Ένα παλιό σινιάλο.
Το καράβι που θα μας αφήσει
ναυαγούς στο πέτρινο ακρογιάλι

.

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί τον σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ελευθερία – κρυμμένη πίσω απ’ τ’ όνομά σου.
Παιγνίδι στο χέρι τον Δόλου
πώς μπορείς να ησυχάζεις στη νάρκη
που βύθισε τ’ όνειρο;
Στον φεγγαριού την ασπράδα,
γράφεις ανέμελους ύμνους
εσύ, η ξεριζωμένη ροδιά
που κουράστηκε να ψάχνει
για κοράλλια στο διάφανο δέρμα.
Ελευθερία, δανεισμένο όνομα.
Σου κλέψαν το κορμί
και στόλισαν το φάντασμά σον
μ ’ όλα τα πλούτη,
μ ’ όλες τις συλλαβές σου
και σε κρέμασαν έξω από τα παράθυρα των οπαδών σου.

Ένα σκιάχτρο γίνανε οι νύχτες
που διψούν το κλεμμένο σου σώμα.

.

Η ΑΓΑΠΗ

Νιώσαμε πως δε μαστορεύεται η αγάπη
κι ούτε ακολουθεί σαν πιστό σκυλί
τις τρομαγμένες ψυχές.
Κι ούτε υπόσχεται ανάπαυση
μήτε εξαγοράζεται
με ράβδους σοφίας ή χρυσού.
Είδαμε το πρόσωπό της
που δεν ήταν άσκαφτο
μα ούτε φαγωμένο.
Ο καρπός που δε βαστά πια στο δέντρο
αλλά και δε χαραμίζεται στο χώμα
μήτε στ’ άγουρα σπάργανα της άγνοιας.

Μια λαχτάρα κρέμεται
από τo δέντρο της Ζωής
έτοιμη ν’ αφήσει τη μήτρα,
έτοιμη για βρώση.

.

ΤΑΞΙΔΙΑ…

Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας
στους λερούς δρόμους τον Μπρούκλιν.
Παίξαμε, εκ τον ασφαλούς,
διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,
ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των
απεγνωσμένων.

Χαζέψαμε την αγωνία
των βετεράνων του Βιετνάμ
που έκοβαν στα δυο,
με ειδικά μαχαίρια,
την ψυχή τους.

Κρατήσαμε συντροφιά
στους μοναχικούς καβαλάρηδες
και ψάλλαμε δυνατά
στις εκκλησίες των νέγρων.

Όταν άναβαν τα φώτα,
αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους
στα πρόσωπα των ανθρώπων
που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,
την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.
Το τραίνο που δεν ακολουθούσε
ποτέ το ίδιο δρομολόγιο
και δε γνώριζες
τους ενδιάμεσους σταθμούς,
ούτε το τέρμα.

Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,
πάλι ταξίδια.
Ταξίδια που δεν έγιναν,
κι όμως υπήρξαν

.

ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να ’ναι πλάι της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό τον πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντάς το
με τα όνο μικρά της χέρια.

.

ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ

Το παιδί ρώτησε πάλι τους μεγάλους
αν εφέτος ο Αϊ-Βασίλης
θα τον μιλήσει
σαν ακούσει το μεγάλο ευχαριστώ
για τα πλούσια δώρα τον.

Η απόκρισή μας
ένα μουρμουρητό χωρίς νόημα.
Το παιδί τεντώνει την ψυχή
να συλλάβει την αρμονία των ήχων…

Ορθά τα μάτια
μαχαιρώνουν το λόγο
κι επίμονα μας πολιορκούν:

«Ποιος σέρνει το έλκηθρο
μέσα στα χιόνια;»

.

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΗ

Κλείσανε το παράθυρο στο εργοστάσιο.
Ο ήλιος ζέσταινε τα κορμιά
ηδονικά ξεκουρδίζοντάς τα
σπάζοντας τη συντονισμένη,
επιδέξια κίνησή τους.
Η στερεή μορφή της μαριονέτας έλιωνε
κι οι μαλακές γραμμές
άλλαζαν με ποικιλία το περίγραμμα.

Στην παρείσακτη ηλιαχτίδα
τα μάτια παίρναν τα χρώματα της ίριδας
κι οι καρδιές συνταξίδευαν.
Κλείσανε το παράθυρο.
Διώξαν το φως.

Οι ζωγραφιές τους τυπώθηκαν τώρα
σε χιλιάδες πανομοιότυπα σχήματα.
Χωρίς σπασμένες γραμμές.
Χωρίς διαφάνεια.
Χωρίς χρώμα.
Προπάντων,
χωρίς παρέκκλιση.

.

ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας
και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατά με.
Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε.
Και η αγάπη σε χειμερία νάρκη.

Κι ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι.
Τουλάχιστον μένουν κλειστές,
προστατευμένες από την αδιακρισία
η την άγνοια
οι πηγές της οδύνης.

.

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Τις Κυριακές
η πολυτραγουδημένη μελαγχολία
σαν πούσι ρίχνει
στις καρδιές τη γλίνα της.

Μον φαίνεται περίεργο
που η σκόλη,
η κερδισμένη με αίμα,
να μη ξαλαφρώνει.

Είναι φορές,
που οι ηλιαχτίδες
της πρώτης εργασίμου
σμίγουν με την ανατριχίλα του κορμιού
που δέχτηκε τη ζωογόνο αύρα της αυγής.
Πόσο απόθεμα ελπίδας κρύβουμε;
Υπάρχουμε στην προοπτική.
Στην προσδοκία της Κυριακής
που μεταγγίζει καθημερινό
φτερούγισμα απαντοχής.

.

ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ

Στη μέση τον χωραφιού
έπιασε κουβέντα
μ’ ένα παλιό σαράβαλο,
αφημένο στην αφή των πουλιών.
Χωρίς πόρτες,
τσακισμένο, παραμορφωμένο και σκουριασμένο.
Απόχρωση στέρεης τέφρας
που κάθε μέρα λιγόστευε τη σκιά της.
Το στοιχειωμένο σίδερο έθρεψε στα στίγματα της σκουριάς
το πλήθος που τ’ αγκάλιασε.
Την πρώτη παρουσία.
Μύριζε δέρμα και φρεσκομπογιά.
Μια ζάλη μεθούσε τα χέρια
που μανουβράραν το τιμόνι.

Το στοιχειό τον χωραφιού
στη μοίρα του τώρα
– ίδια, η μοίρα –
μιλάει με τον αγέρα,
τη βροχή
και το χώμα.

.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Ο γέρος στο έρημο νησί
λάξεψε την αδρή μορφή του
στην πάχνη της αυγής.
Το πρώτο φως βλόγησε τη μοναξιά τον
κι ο αγέρας γύρισε πίσω το τραγούδι της θάλασσας.

Η καρδιά τον άδραξε τους ήχους της γης.
«Δεν έχω πού ν’ ακουμπήσω την ευχή μου.»

Μια αστραπή στα μάτια
χύθηκε βαθιά,
πέρα από τον ορίζοντα. 

.

.

ΜΕΡΟΣ Β 

.

.

ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΗΣ ΑΜΜΟΥ
 

.

I

Τις νύχτες τον χιονιού
κύκλοι της φωτιάς
μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.
Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.
Τις νύχτες τον χιονιού
πνίξαμε τη ζωή μας
σε μια νιφάδα.

.

ΙΙ

Τα λόγια μείνανε στο στήθος.
Θηρίο π σιωπή.
Έθρεψε φίδια στον κόρφο της.
Κομμένοι ήχοι.
Ο φόβος έπνιξε τη φωνή τον κόσμου
κι έμεινε το σφύριγμα τον πάθους
να ξενυχτάει στις φωλιές των δέντρων.
Ένας θρήνος μακρόσυρτος
να θυμίζει το χαμένο στην άβυσσο λόγο.

.

IV

Πλαντάζει στις φλέβες ένας κόσμος.
Τα πρόσωπα της ζωής μας.
Το ριζικό που φάνηκε να ξεστρατίζει και να χάνεται
στα δέντρα που γύμνωσε η φωτιά.
Πλαντάζει…

Ένα σύννεφο στάθηκε
πάνω από το μισοκαμένο δάσος.

.

VΙΙ

Τ’ ανάβλεμμά σου το Θολό
έκρυψε μέσα στις γραμμές
τους αρμούς της αγάπης.

Σε γνώρισα.
Η φωνή σου ταξίδεψε μέσα στη νύχτα
καλώντας τη νύχτα.

Κι άφησα το χέρι μου,
χωρίς φόβο,
μ’ όλο το αίμα μου
στα δάχτυλα.

.

ΙΧ

Τα μικρά μας χρόνια
άνθος της σάρκας και του χιονιού
φωτότροπος αχός
των αιμάτων που έσμιξαν.
Σώματα που μίλησαν
στο σκότος και στο φως.
Ταξίδεψαν τ’ άγουρο δέρμα
με τη βεβαιότητα τον κενού
στο χείλος τον θανάτου
στο χείλος των ερώτων.

.

Χ

Ρούφηξα το χυμό
της βάτου στην έρημο.
Γέμισε σύννεφο ο ουρανός
και το νερό πήρε τη γεύση μου
στις ρίζες.
Την αυγή ένα ημικύκλιο
έστεφε το άνθος της άπειρης άμμου.

.

.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΓΗΤΕΜΑΤΑ
 

.

I

Μέσα στη νάρκη τον καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις τον φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη τον θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα τον χειμώνα.
Κάθε μόριο τον κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
-δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο
δρόσος στ ‘ αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής.-

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα πον φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.

.

ΙΙ

Τα καλοκαίρια τα δικά μας
γητεύουν τους περαστικούς.
Πόσο λίγοι, ωστόσο, μπορούν να δουν
τους παγερούς χειμώνες,
όταν οι στέγες στάζουν στο κορμί
τη στυφή ψύχρα του ξάστερου στερεώματος
τις νύχτες που ακολουθούν την πορεία του ιερού αστερία.
Στάζει το κρύο στο κόκαλο
διαπερνώντας τα τεντωμένα από το φόβο νεύρα.
Πάντα αναρωτιόμουνα,
σαν τριγυρνούσα στις μικρές τις πόλεις.
Γιατί τα φώτα σβήνανε τόσο νωρίς
τα βράδια του χειμώνα;
Κι οι άνθρωποι που έβλεπα τα καλοκαίρια,
ν’ απλώνουνε γραμμή τις λύπες τους
στην καυτή άμμο;
Πόθοι χωμένοι στην άμμο.
Χαλαρωμένα σώματα
στη διάθεση αμείλικτου ήλιου
διαστέλλουν τα όνειρά τους
ν’ ακουμπήσουν τη φλόγα των ερώτων.
Βάτος ανίκητη στα ερέβη
που πυρπολεί του πόθου τους ιριδισμούς
των μελαψών, γυμνών σωμάτων.
Τώρα ζαρώσανε τα σώματα
να χωρέσουνε στη χούφτα μικρού παιδιού
την ψυχή που όλο μικραίνει στους χειμώνες.
Κι η απορία μου
φεγγάρι μισό
στην ξάστερη παγωνιά των ουρανών.

«Γιατί τα φώτα σβήνουνε τόσο νωρίς
τα βράδια τον χειμώνα;»

.

ΙΙΙ

Ράθυμο, βαρύ το πνεύμα
βούλιαξε μέσα στο καλοκαίρι.
Το σούρουπο έστειλε στάλες γυμνές
στο σώμα που άνοιξε
σαν ανθός να ποτιστεί.

Μόνο το βράδυ,
γύρω στα μεσάνυχτα,
στοιχειώνουν οι κάμαρες.
Αφυπνισμένα πνεύματα,
σαν φίδια αλλάζουν πουκάμισο
και σεργιανούν την απορία τους
στους άδειους δρόμους.

«Πώς μπορεί να γεννιόμαστε
χωρίς καλοκαίρια;»

.

IV

Γκρίζοι όγκοι άφησαν τη λευκάδα τους
πέρα,,, πιο πέρα από το χέρι
π’ ανάδευε τα σπλάχνα
τον καλοκαιριού που έφυγε.
Ένα γκρίζο, σαν κατακάθι απόμεινε,
στα στραγγισμένα σώματα
που ‘χαν κρατήσει, για λίγο, στην παλάμη τους
το λευκό χέρι της θάλασσας.
Μια γκρίζα σκόνη που διαπέρασε το φως,
τα σώματα και τις ψυχές,
σκεπάζει αργά-αργά το σύμπλεγμα
πέφτοντας σαν από κλεψύδρα.
Γυρίζει ο κύκλος.
Χασμουριέται το γκρίζο στερέωμα.
Το λευκό πρόβαλε πάλι
μέσα από τις θολές γραμμές
τον αθέλητου ύπνου.
Ανασηκώθηκε ο Έρωτας
κρατώντας σφιχτά στην παλάμη τον
το λευκό χέρι της θάλασσας. 

.

.

.

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)

.

.

ΜΕΡΟΣ Α’
 

.

ΣΗΜΑΔΙΑ. . .

Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς
ραγίζουν τη μέρα.

.

ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

.

ΣΤΟΥΣ ΒΥΘΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ

Κόκκοι της άμμου
χαϊδεύουν τα μέλη.
Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.
Πόθοι – πόνοι βαθιοί της μοίρας –
στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

.

ΩΡΑ ΚΑΛΗ

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

.

.

ΜΕΡΟΣ Β’

.

ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
Πάντα θα λένε ναι
Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ‘ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η αβεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
Για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και τη ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

.

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού.
Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων
στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο
έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα
και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια.

Αγκυλώνουμε τους ώμους
μέχρι που τα σώματα πια
να μην ξεχωρίζουν απ’ τις λείες πέτρες
που σμίλεψε απαλύνοντας η τριβή των δειλινών
κι οι κορεσμένοι πόνοι.

Εμμένουμε στο χαλασμό του λευκού
Ανάβοντας κεριά
Στην αγρυπνία της θνητής στιγμής και της διάψευσης.
Και οι πέτρες στην τριβή της αέναης παρουσίας
Μέχρι το στίγμα της τέφρας
Μέχρι τους σπόρους της γης.

.

ΣΠΟΝΔΗ

Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.
Να τους ακολουθούμε
στην κόψη των ονείρων μας.
Καρφιά που σημαδεύουν
τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.

Χωρίς πληγές
δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.

.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Η χαμένη ευωδιά του Νάρκισσου
καθρέφτης της άρνησης.
Έξω βουίζει η μέλισσα
τη μέθη των αρωμάτων μετουσιώνοντας.
Κουβαλεί το προζύμι.
Πέφτει. Μια άλλη
παίρνει τη θέση της στη γη.

Κι ο στοιχειωμένος αχός της σελήνης
χορεύει στα δέντρα
και τις ανάσες της ζωής.
Στα τρύπια ρούχα του ερημίτη.
Στους τάφους
και την αχλή των ψυχών.

.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Σκαρφάλωσες στ’ άδυτα βράχια.
Στις αητοφωλιές των ρωγμών
και των γόνιμων χρωμάτων.
Πυκνές φτερούγες έκρυψαν το λεπίδι
που έμελλε να βυθιστεί
στη χίμαιρα της πρώιμης ανθοφορίας.

Άνεμοι στη γέννησή τους
στέγνωσαν τ’ αραγμένα ξύλα
παίρνοντας τη νοτιά της εξορίας
– απόμακρη καταιγίδα –
πίσω στην πράσινη μήτρα.

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.

Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

.

ΑΝΑΧΩΜΑ

Στάλες ακριβές
μιας ουσίας μυστικής
ποτίζουν το χώμα
ποτίζουν τις ρίζες
και σηκώνουν τη λήθη
να γυρίσει στα σπάργανα

.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΙΩΠΗΛΟ

Κανείς δεν ακούει
τους χτύπους της καρδιάς
όταν ξεχειλίζει να πετάξει
πέρα από τα ποτάμια
που οριοθετούν
το θνητό πέρασμα.

.

ΚΥΚΛΟΙ

Τώρα που άφησες τις μέρες
να τρέξουν γυμνές
στους καιρούς που σου δόθηκαν
τα χαμένα φεγγάρια
αδιάφορα κι αμέριμνα
για την απόσταση που κράτησες,
αθώα, δίχως φραγμούς και θνητές τύψεις,
γυρίζουν το πρόσωπο
να χύσουν φως
στα σκοτάδια των νέων καρπών.

.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου
στα κελιά της ερημιάς και του κενού.
Δίχως απόγνωση.
Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων.
Οι ασάλευτες πέτρες
φρουροί της καρδιάς
που δεν κουβαλεί την πίκρα της ματαιότητας.
Στίγμα ζωής η μνήμη των ανθρώπων
που έμειναν στα κράσπεδα της αγάπης
να μαρτυρούν τη λιτανεία της θυσίας.

Οι νύχτες της σιγής
έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου
το εξαγνισμένο αίμα
που κοινωνεί μυστικά
το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.

.

ΚΑΘΑΡΣΗ

Χαμένα μυρμήγκια
κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.
Γερνούν τα σώματα.
Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.
Κτίζουν οπές στη γη
και θερμοκήπια στους ουρανούς.
Τρέχουν τρελοί
να προλάβουν τη λήξη των ονείρων
στην άνυδρη χώρα.

Μα ο μικρός βροχοποιός
αψήφησε τους φύλακες.
Έβγαλε τη μάσκα
κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο
το πρόσωπό μας
να φέγγει αρυτίδωτο
στα σκοτάδια.

.

ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν
σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου
Σταλαγματιές αιμάτινες
αντιφεγγίζουν την τέχνη τους
σε στέρεα σχήματα
με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις
να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Πέφτει ο ήλιος
κι απλωμένοι στη γη
σκάβουν λαγούμια
να φυλάξουν τα όνειρα.

.

ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

«Έχεις τη χάρη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

.

Η ΣΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Στην οργή της ψυχής σου
βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.
Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί
θα δεις όλα τα χρώματα
να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.

.

.

ΜΕΡΟΣ Γ’

.

ΜΟΡΦΟΥ 1997

Δρόμοι στενοί
και πόρτες ανοιχτές.
Περνούσαμε γιασεμί τ’ απόγευμα
-χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης –
Αλυσίδες απλώναμε
τις ευωδιές των παθών
στις διαδρομές των υγρών ονείρων
και χτίζαμε τα θεμέλιά μας
στα ριζωμένα στη γη
λευκά αγγίγματα
της πρώτης κι ανεξίτηλης γεύσης.

.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στα πράσινα λιβάδια
το πρώτο τίναγμα της φτερούγας
μίλησε με το άστρο
που αγρυπνούσε και περίμενε
τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.

Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
απ’ τις πληγές των ανθρώπων
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

.

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΥ

Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.

Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.

Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπο μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων

.

ΙΣΚΙΟΙ

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

.

ΜΟΡΦΟΥ 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

.

ΜΟΡΦΟΥ 2005

Χριστούγεννα.
Λαμπροί δρόμοι σεργιανίζουν τους πόθους των παιδιών
και παλιά τραγούδια ταξιδεύουν το σφρίγος της νοσταλγίας.
Το γυμνό κορίτσι χάθηκε στο ρέμα της αφθονίας.
Στολισμένα πρόσωπα
αντιφεγγίζουν τη λήθη των διωγμένων ψυχών.
Κι ένα αστέρι στο βορρά ρίχνει το στιλπνό φως
στους καμένους ίσκιους των δέντρων της Στεφανιάς.

Πότε θα μαζέψουμε τα πινόλια που αφήσαμε
κάτω απ’ τους πεύκους της Έπαυλης στο Γεωργικό Γυμνάσιο;

Μη …, μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ’ ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

.

.

ΕΛΕΓΕΙΑ

.

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.
Ατάραχος, στοχαστικός
στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.
Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης
και την πυκνότητα των στιγμών.
Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.
Η μορφή του στιλπνού σκεύους
ολοένα τους πλησίαζε.
Τους άγγιζε η φωνή
και δονούσε την ψυχή
ο βαθύς κραδασμός της μύησης
στους δρόμους της σιωπής.
Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.
Δωρικός, λευκός κίονας
στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.

.

ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Τελευταία Πέμπτη,
Βραδύτητα και Κούντερα.
Να τηλεφωνήσω . ..
Να πω πάλι πως τα κατάφερες να ρίξεις ακόμη ένα λιθάρι
στο τέλμα του αγκομαχητού.
Να πω πάλι πως έδωσες μορφή
στα βάθη της ήβης των ονείρων.

Δεν οδήγησες ποτέ.
Το λεωφορείο της γραμμής
σ’ έβγαζε στα Πάναγρα
«στ’ ασήμι που στραφτάλιζε τα δειλινά …»
Όλο το περιβόλι κι η θάλασσα
δικά σου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας.
Με το λεωφορείο της γραμμής
ταξίδεψες την έφηβη ματιά σου
ακουμπισμένη στο παράθυρο
να γράφει εκείνο το ήρεμο μειδίαμα
στο αιώνιο πρόσωπο της πλησμονής και καρτερίας.

Πάντα ξεχώριζες χωρίς να ασκητεύεις.
Δεν οδηγούσες.
Κι οδήγησες την ψυχή σου
πέρα από τα ξένα λημέρια της μαλαματένιας επιτήδευσης.
Πιο πλούσιος απ’ όλους χωρίς να το ξέρεις.
Αρνήθηκες τους ρόλους και την εναλλαγή των σκηνικών.

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

Ανδρέα Πετρίδη Εξ Αφορμής
Αισθητικές προσεγγίσεις

Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά

Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο ολό. Απ’ ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.
Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ’
ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:

Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι
της μύχιας ταραχής.
Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης
και της λιγοθυμιάς του ονείρου.
Γύρισε ο καιρός.
Σήκωσε το τραγούδι μας
να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.

Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:

Ένα κύμα στα μέλη.
Ένα μαχαίρι από ήλιο
χάραξε το γυμνό σώμα
βυθίζοντας το φως
σ’ αμμουδερά πηγάδια.
Θαλασσινά νερά
στέγνωσαν τη δίψα μας.

από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»

Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει
το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.

Αγγίζω τη φωνή
κι ο νους μου σαλεύει.
Λευκό του ρίγους,
των αθώων στεναγμών.
Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.
Της αέναης αφής.
Της αμφίδρομης ροής.
Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.
Λευκό των βέβαιων χρόνων.
Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.
Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως
που χύνεται στο λευκό χέρι
και σε παίρνει πέρα
στην ανελέητη κραυγή
της Άνοιξης.

Αυτό το τελευταίο, το «βύθισμα στο γενναίο φως, / που χύνεται στο λευκό χέρι / και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή / της Άνοιξης», είναι η εκτόνωση και η «λύση» της υπαρξιακής αγωνίας που κορυφώθηκε στους
προηγούμενους στίχους, με το «λευκό» ως δυναμικό λάϊτ-μοτίβ στην ανάπτυξη του ποιήματος.
Δεν θα σταθώ αναλυτικά στα ολιγόστιχα, αλλά και τόσο πυκνά μικρότερα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής. Θέλω μόνο να γενικεύσω ότι αυτά αποτελούν συμπαγείς λυρικούς πυρήνες, με μορφική αρτιότητα και
υπαινικτικό βάθος. Διαβάζω τον ολιγόστιχο τίτλο «Σημάδια»:

Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς,
ραγίζουν τη μέρα.

Εδώ η επιγραμματικότητα και η λιτότητα ανεβάζουν με κάθε στίχο το επίπεδο διέγερσης του αισθητικού εκκρεμούς εντός μας, και το επαναφέρουν χωρίς απώλειες σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη ανάγνωση. Το καλλιτεχνικό
αντικείμενο μπόρεσε, μέσω της κατορθωμένης μορφής, να παγώσει εσαεί σε μια άφθορη κατάσταση. «Ένα κρίνο ταράζει το αίμα», διαβάζουμε ξανά και ξανά, και ο στίχος αυτόνομος σχεδόν και αυτάρκης μάς γεμίζει ένα κενό,
σαν να περιμέναμε τον ερχομό του.
Υποκύπτω στον πειρασμό να πω λίγα λόγια και για το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, ένα από τα καλύτερα αυτού του βιβλίου. Έχει τον τίτλο «Ώρα καλή», που μας προϊδεάζει για ένα ζεστότερο και νοσταλγικότερο
κλίμα, προκαλώντας ταυτόχρονα συνειρμικά κύματα βαθύτερου προβληματισμού για τα ανθρώπινα δρώμενα. Το καταθέτω αυτούσιο:

Έρχεται κάποτε η ώρα
που μιλά η αυγή
και καλπάζουμε στα λειβάδια
των τρελλών καιρών και του νοτιά.
Ανατριχίλα του κορμιού
σαν γνώση του θανάτου,
κοχλάζει το αίμα.
Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.
Άνοιξε πανιά
κι έβαλε πλώρη
για ταξίδια – και την άγρα των πουλιών.
Ώρα καλή
στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.
Ώρα καλή
στους ανέμους που κρατάνε
της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.

Μια αύρα αγάπης και αισιοδοξίας αναδύεται μέσα απ’ τους πιο πάνω στίχους. Ένας μετρημένος θαυμασμός για το δώρο της ζωής και μια υπόγεια ανατριχίλα για τα πρόδηλα όρια και το πεπερασμένο της επίγειας ευτυχίας.
0 επίλογος, με το χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενο «Ώρα καλή», εκπέμπει μιαν ανάλαφρη τραγουδιστική αύρα, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πηγαιότητα της. Το αισθητικό αποτέλεσμα, και πιο συγκεκριμένα η αισθητική ηδονή, εκρέει απ’ το συνήθως απρόβλεπτο κυμάτισμα της μορφής, προσλαμβανόμενη σαν «πτερυγισμός και λαχτάρα στο στήθος».
Μπαίνω τώρα απευθείας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, για να δώσω ένα σύντομο στίγμα του. Στα είκοσι έξι τόσα ποιήματα αυτής της ενότητας το αισθητικό αποτέλεσμα δεν είναι παντού το ίδιο. Αλλά κι εδώ, όταν κάτι
μας ικανοποιεί λιγότερο, οφείλεται προφανώς στον πειρασμό του διανοούμενου δημιουργού να διαλογιστεί καθαρότερα και να φιλοσοφήσει αμεσότερα. Πιο συγκεκριμένα -και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω- μιλάμε για
τη χρήση ενίοτε ποιητικά αδρανών αφηρημένων εκφράσεων ή καθαρά λογικών προσδιορισμών, όπως για παράδειγμα:

Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία
την παράταιρη ιαχή του συρφετού
ή
Πλανιέσαι σ’ ένα πέλαγος
αφροντισιάς και πλήρωσης.

Να μη μας διαφεύγει, ότι στην καλή ποίηση φτάνει κανείς μόνο όταν εκκινεί από το συγκεκριμένο και ρεαλιστικό, το οποίο εμποτίζει διακριτικά και ισορροπημένα με μια υπέρλογη αισθαντικότητα. Γενικότερα όμως βρίσκουμε και στη δεύτερη ενότητα καλά ποιήματα, ιδιαίτερα τα πιο σύντομα, στα οποία ο δημιουργός αισθητοποιεί ικανοποιητικά τις ιδέες και τα συναισθήματά του,
αποφεύγοντας τους πειρασμούς των άμεσα διανοητικών ρήσεων. Σας μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το λυρικά νευρώδες ποίημα με τον τίτλο «Στα κατάρτια της άπνοιας»:
Νερό, νερό που σπάζει
στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.
Νερό που αναβλύζει
τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.
Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια
Νερό, να ξεπλύνουμε τη ξαβαμμένη
σκόνη
της ακμής των αετών.
Νερό, νερό
να ξεπλύνουμε τη ψυχή μας.

Τέτοιοι στίχοι νιώθεις πως προϋπήρχαν, γιατί έτσι έπρεπε να είναι, χωρίς ορατά τα σημάδια επεξεργασίας από τον ποιητή, ο οποίος απλώς τους ανέσυρε στην επιφάνεια για να γίνουν αναγνωρίσιμοι και δραστικοί. Παρόμοια κατορθωμένα κομμάτια απαντούν καίρια και αφοπλιστικά στην αχρείαστη συζήτηση περί μορφής και περιεχομένου. Αφού επιβεβαιώνουν ότι η ίδια η μορφή είναι αξεχώριστη από το περιεχόμενο, το οποίο ενυπάρχει
σ’ αυτήν ως βαθύτερη εμπνοή, στη σπερματική ήδη σύλληψη του ποιήματος. Για να βγουν όμως με τέτοια παρθενικότητα και πληρότητα χρειάζεται μια επώαση μακρόχρονη και οδυνηρή. Κι ο Γιάννης Ποδιναράς είναι ένας δύστοκος δημιουργός. Ρίχνει στα βάθη της ψυχής του σκληρούς σπόρους. Η σπορά του, παίρνοντας χρόνο για να ριζώσει και να πετάξει ανθούς, δείχνει κάθε φορά να τον εξαντλεί. Τι πιο φυσιολογικό όμως, από το να νιώθει ο ποιητής, ύστερα από κάθε προσπάθεια, ότι τα έδωσε όλα;
Κλείνω και τη δεύτερη αυτή ενότητα της συλλογής, δίνοντας ακόμα ένα λυρικά υποβλητικό εξάστιχο:

Γυρεύουμε ένα δέντρο
να κρυφτούμε.
Να λυθούν οι πλάνες
στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.
Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.
Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.

από το ποίημα «Εδέμ»

Οι στίχοι μιλούν από μόνοι τους, αφού εκφράζουν με επιγραμματική υποβλητικότητα το υποστασιακό δράμα του ανθρώπινου όντος, που αναζητεί ζεστασιά και ασφάλεια στον κόρφο της μάνας φύσης. Μιας φύσης, που μόνη αυτή με την αιωνιότητά της μπορεί να σκεπάσει – έστω για λίγο- το γυμνό κορμί της θνητότητάς μας. Τι μαγική στ’ αλήθεια παραμυθία; Η ποίηση μάς βοηθά να νιώθουμε πιο ελαφρύ το διαχρονικό οντολογικό μας άλγος. Και πέραν οποιασδήποτε άλλης εξαντλήσιμης και ρηχής ηδονής, έχει απ’ τη φύση της τη δυνατότητα να προκαλεί κάθε φορά μέσα μας τη φευγαλέα έστω αίσθηση της υπέρβασης της προσωρινότητάς μας.
Περνώ τώρα στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, με τον παράξενα υποβλητικό τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων. Τίτλος, που ανεβάζει ονειρικά τον αναγνώστη πάνω σε μια ιλιγγιώδη αιώρα, όπου η ανάγνωση κάθε ποιήματος είναι
και μια ριγηλή ώθηση σε μια εναλλασσόμενη ταλάντευση. Μια ταλάντευση, που έχοντας για αφετηρία το συγκεκριμένο κι επίγειο, εκτινάσσει συχνά την ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας. Καταθέτω το καταληκτικό μέρος από το ποίημα «Συνάντηση»:

Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών
ζωγράφισε τ’ ονειρεμένο ταξίδι
απ’ τους ρόζους της γης
ως τις παρυφές του φεγγαριού.
Και το μήνυμα πήγε διάτρητο
aπ’ τις πληγές των ανθρώπων-
ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων
και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης
μετέωρο στους γαλαξίες.

Τα περισσότερα φυσικά από τα ποιήματα της τρίτης ενότητας είναι μια ακόμα οφειλόμενη σπονδή στον χαμένο χρόνο και τον χαμένο γενέθλιο τόπο της κατεχόμενης Μόρφου. Ο Γιάννης Ποδιναράς δεν ξετυλίγει καμιά μακρόπνοη ή μεγαλόπνοη Ιερεμιάδα στη μνήμη των τόπων που κρατούν στα σπλάχνα τους την κιβωτό της παιδικής του ηλικίας. Ο λόγος του ακούγεται συγκρατημένος και αξιοπρεπής, και τα δάκρυά του έχουν πια αποκρυσταλλωθεί σε δωρικούς αγαλμάτινους στίχους, όπως οι ακόλουθοι:

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

Σ’ ένα άλλο κάπως μεγαλύτερο ποίημα για τη Μόρφου, γραμμένο το 2005, με βαρύ και αποκαλυπτικό βηματισμό, ο οραματισμός για το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την πανηγυρική λύτρωση δίνει στους στίχους μια ριγηλή και τελετουργική πνοή. Ας δούμε το μέρος τούτο:

Μη… μου ψιθύρισες.
Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.
Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.
Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος
πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.
Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν
με το μεγάλο διάφανο άστρο
σ’ ένα θρίαμβο απροσπέλαστο
που σαρώνει τους παλιούς καιρούς
και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.

Ακούγεται η μακρινή καμπάνα μιας Ανάστασης σε τούτο το ποίημα. Κι αν η πραγματική ανάσταση ίσως αργεί να έλθει ακόμα, ο Γιάννης Ποδιναράς μπορεί με την τέχνη του να προκαλέσει μέσα μας τα αισθήματα τέτοιας γιορ-
τής και να μας γεμίσει κατάνυξη. Κι η καλλιτεχνικής προέλευσης κατάνυξη δεν είναι, καθώς προείπαμε, ποτέ εξαντλήσιμη, αλλά βιώνεται τελετουργικά σε κάθε ανάγνωση.
Τι έμεινε τώρα να σχολιάσω από το ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Ποδιναρά; Μα φυσικά τα «Ελεγεία», και συγκεκριμένα εκείνα που αναφέρονται σε αγαπητούς λογοτέχνες, που έφυγαν αφήνοντας πίσω υποδειγματική ζωή και έργο. Τα ελεγεία αυτά μου αρέσουν, γιατί είναι συνθέσεις που αναπτύσσονται με πολλαπλές ψυχικές και πνευματικές κινήσεις, κάτι που απαιτεί ανάλογη μορφική αντιστοιχία. Δοκιμάζονται εν ολίγοις οι δυνατότητες του δημιουργού στη συνθετική δημιουργία, όπου το λυρικό διαπλέκεται με το αφηγηματικό και το δραματικό οδηγείται λυτρωτικά στη λύση του. Με τράβηξε ιδιαίτερα η
αρμονική κλασική συμμετρία και η διανοητική υπαινικτικότητα του αφιερώματος στον αξέχαστο Θεοδόση Νικολάου, προπάντων η λιτή κι ελλειπτική εισαγωγή, με το ακόλουθο επιγραμματικό τετράστιχο:

Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,
μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι
για να μη χάνεται το άρωμα.
Φύλακας της πεμπτουσίας.

Κι εδώ να σταματούσε το ποίημα, θα ήταν μια πολύ δυνατή επιγραμματική προσωπογραφία. Ό,τι παρακάτω με διανοητική διεισδυτικότητα ακολουθεί, πλεονέκτημα ή μειονέκτημα δεν με απασχολεί, αναλύει κι εδραιώνει μια δυνατή σύλληψη.
Το δεύτερο ελεγείο στο οποίο θ’ αναφερθώ μνημονεύει τον προώρως εκδημήσαντα, αξέχαστο λογοτέχνη Θεόδωρο Στυλιανού. Η αυθεντική του προσωπικότητα ζωντανεύει παραστατικά μέσα από την επιγραμματική και συγκινημένη πένα του Γιάννη Ποδιναρά:

Το λεωφορείο της γραμμής,
το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο
κουβάλησαν τα δώρα σου
Σεριάνισαν την αρχοντιά
των ταπεινών και των αθώων
στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.
Στην άκρη της γαλήνης σου.

(απόσπασμα)

Ένιωσα πραγματική συγκίνηση, όταν διάβασα πρώτη φορά αυτό το ποίημα. Σίγουρα όχι μόνο επειδή μου θύμισε το γεγονός της απουσίας ενός πολύ αγαπητού φίλου, αλλά εξίσου και για τον τρόπο που μου τον έφερε στη μνήμη η ποίηση. Τούτο σημαίνει ότι το καλλιτεχνικό γεγονός πραγματώθηκε με επιτυχία. Κι αυτό είναι ταυτόσημο με την αισθητική καταξίωση του δημιουργού.

.

,

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Palmografos 16/6/2011

Μια Εξέχουσα Ποιητική Παρουσία από την Κύπρο…

Όταν κόβεις κομμάτια
απ’ την ψυχή σου
μοιράζοντάς τα
σ’ έναν κόσμο παγωμένο
ζεσταίνεις τις καρδιές των ανθρώπων.
Κι η ψυχή σου
δεν τελειώνει.
Όσο δίνεις,
τόσο μεγαλώνει,
για να χωρέσει
όλο το χιόνι της γης.

(Τίτλος «Αντίδωρο» από τη Συλλογή «Ένα Πράσινο Θολό»).

Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε το 1951 στη Μόρφου της Κύπρου. Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, είχε μόλις ολοκληρώσει το 2ο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, από το οποίο απεφοίτησε το 1976. Στη συνέχεια, σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έπειτα πήγε για ένα χρόνο στην Αγγλία, όπου πραγματοποίησε τις Μεταπτυχιακές Σπουδές του στα Παιδαγωγικά. Το 1980 επέστρεψε στην Κύπρο. Υπηρέτησε ως Βοηθός Διευθυντής και δίδαξε σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Αφυπηρέτησε πριν από δύο περίπου χρόνια.
Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές Συλλογές του: 1) «Ένα Πράσινο θολό» (1996) και 2) «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008).
Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει μάλιστα τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο σε Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα τη Μόρφου, που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου, το 2002.
Η πρώτη εκδοθείσα ποιητική Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά («Ένα Πράσινο Θολό», 1996) αποτελεί την πρώτη επίσημη παρουσία του ποιητή στα ποιητικά δρώμενα της Μεγαλονήσου. Το έργο αποτελείται από 3 ενότητες: Η 1η ενότητα απαρτίζεται από 24 μεμονωμένα ποιήματα, η 2η – «Το άνθος της άπειρης άμμου» – από 10 άτιτλες συνθέσεις, και η 3η – «Καλοκαιρινά γητέματα» – από 4 συνθέσεις, επίσης άτιτλες.

Ο τίτλος της συλλογής οφείλεται στον ομώνυμο τίτλο του πρώτου ποιήματός της: Ένα πράσινο θολό

Ο πατέρας γέρασε.
Πάνε χρόνια που ’φυγε
διωγμένος απ’ το περιβόλι του
να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.
Στον καπνό του τσιγάρου
μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια
τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.
Το Λονδίνο μια ομίχλη.
Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.
Και δε λέει να ταξιδέψει
να δει τ’ αγγόνια του στο νότο.
Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ’ αντέξει το ταξίδι.

Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει
το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.
Την έπαρση του εφήμερου.
Το κτίσμα το πεπερασμένο.
Τον τάφο των πουλιών
που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές
των ούριων ανέμων.

«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.
Σαν γυρίσει το σύννεφο
θα τρυγήσω το περιβόλι.»

«Το “πράσινο θολό” είναι η έκτυπη σφραγίδα της Μόρφου, της γενέθλιας πόλης του ποιητή, στη μνήμη του. Η Μόρφου των πορτοκαλόδεντρων και των λεμονανθών είναι φυσικό άλλωστε να σεργιανά στη μνήμη του ως αντικατοπτρισμός του πράσινου. Το ποίημα “Ένα πράσινο θολό” είναι μια ποιητική κατάθεση στην εμπειρία της προσφυγιάς. Ο ήρωάς του, ο πρόσφυγας πατέρας, διωγμένος απ’ το περιβόλι του / …μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες. Αυθεντικό κομμάτι του κυπριακού κόσμου ο ήρωας, βυθομετρά την ψυχή στο ομιχλώδες Λονδίνο και βλέπει τον κόσμο του σήμερα θολό μέσα από το πράσινο αντιφέγγισμα της Μόρφου. Με στωική εγκαρτέρηση υπομένει το σήμερα και είναι βέβαιος για το νόστο: “Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου. / Σαν γυρίσει το σύννεφο / θα τρυγήσω το περιβόλι”» γράφει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, η φιλόλογος Ελένη Δημητρίου στην εξαιρετική ανάλυση της συγκεκριμένης ποιητικής Συλλογής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 242, 1997, σ.66).

Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα πως από αυτό και μόνο το ποίημα, ο Γιάννης Ποδιναράς είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως ένας ιδιαίτερα χαρισματικός ποιητής. Οι στίχοι: διωγμένος απ’ το περιβόλι του, …δεν ξέρουμε πως θ’ αντέξει / το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς, η εικόνα Στον καπνό του τσιγάρου / μορφές βιαστικές και η ακολουθούσα πρωτότυπη παρομοίωση σαν πλοκάμια / τυλίγονται στο θαμπό τζάμι, οι κοφτές, λιτές φράσεις, όπως: Το Λονδίνο μια ομίχλη. / Η Μόρφου ένα πράσινο θολό και τέλος το εκπληκτικό καταληκτικό τρίστιχο με την υπέροχη αμεσότητα και ζωντάνια του, καθώς τα λόγια του πατέρα εμφανίζονται στο α΄ πρόσωπο (… δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου, …θα τρυγήσω το περιβόλι), όλα αυτά τα στοιχεία – και όχι μόνο – σίγουρα υπογραμμίζουν την έξοχη ποιητική δεξιοτεχνία του Γιάννη Ποδιναρά.

Παλμοί

Τα πρωινά στον ξεχασμένο κάμπο
κοιτούσαμε με απορία
τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα,
και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι
από τις παράξενες συνομιλίες του
με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι.
Χαμογελούσαμε με συγκατάβαση
όταν μουρμούριζε στο χώμα:

«Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει;
Γιατί επιμένουμε;»

Το γήρασμα της καρδιάς
θεωρούσαμε φυσικό
ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος.

Ήμασταν ακόμη παιδιά…
Η καρδιά μας τώρα
πάλλει με τον ίδιο ρυθμό,
με τη νεανική ένταση
να σπρώχνει το αίμα
στις κουρασμένες πια αρτηρίες.

Μεθυσμένη, ονειρώδης,
πάλλει η καρδιά
και γλιστρά η ζωή
σαν δροσερός αγέρας
μέσα από τις χαραμάδες
και τα ανοίγματα του χρόνου.

Κυριολεκτικά συναρπαστικός είναι ο λόγος του Γιάννη Ποδιναρά και στους «Παλμούς», όπου ο ποιητής εκφράζει μια πανθομολογούμενη αλήθεια, πως η καρδιά δεν συμπορεύεται με τη γήρανση του σώματος, αλλά παραμένει πάντα το ίδιο ακμαία και «πάλλουσα»! Το κυρίαρχο πρόσωπο του ποιήματος είναι κι εδώ ο «πατέρας» (…κοιτούσαμε με απορία / τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κλιμακώνεται με τη θαυμάσια οπτικοακουστική εικόνα που ακολουθεί (και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι / από τις παράξενες συνομιλίες του / με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι). Η παρουσία του ρέοντος νερού, το οποίο άλλωστε συμβολίζει την ίδια τη ζωή, και μάλιστα η προσωποποίησή του, καθώς εμφανίζεται να «συνομιλεί» με τον πατέρα, όπως επίσης η χρήση του επιθέτου «παράξενες» (συνομιλίες) πιστεύω πως αποτελούν μερικά από τα ξεχωριστά εκείνα στοιχεία της σύνθεσης, που υπογραμμίζουν το ποιητικό «σθένος» του Γιάννη Ποδιναρά. Το κύριο θεματικό μοτίβο διατυπώνεται θαυμάσια με την ερώτηση που απευθύνει ο πατέρας στο χώμα που ποτίζει: “Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει; / Γιατί επιμένουμε;”. (Ας μη ξεχνάμε ότι η συνομιλία ανθρώπων με προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης [εδώ το νερό και το χώμα] ήταν κάτι σύνηθες και στην αρχαιοελληνική ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι). Ο στίχος – στροφή Ήμασταν ακόμη παιδιά… (με αυτά τα καίριας σημασίας αποσιωπητικά) εμπεριέχει ένα μεγάλο νοηματικό βάρος, καθώς στη φράση αυτή συνοψίζεται η αδιάψευστη αλήθεια (οι νέοι δεν φαντάζονται πως η καρδιά τους δεν θα γεράσει ποτέ), που ο ποιητής διατυπώνει θαυμάσια με το αμέσως προηγούμενο τρίστιχο (Το γήρασμα της καρδιάς / θεωρούσαμε φυσικό / ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κορυφώνεται με τις δύο εξαιρετικές στροφές που ακολουθούν, όπου ο ποιητής – με την απαράμιλλη εκφραστική του δύναμη – αναφέρεται στην ακατάπαυστη νεότητα της καρδιάς, στους αναλλοίωτους παλμούς της… Η επανάληψη του ρήματος πάλλει, η χρήση του επιθέτου νεανική (ένταση), το θαυμάσιο δίστιχο να σπρώχνει το αίμα / στις κουρασμένες πια αρτηρίες, τα δυο επίθετα (Μεθυσμένη, ονειρώδης) που συνθέτουν τον 1ο στίχο της τελευταίας στροφής, ο στίχος και γλιστρά η ζωή, και το καταληκτικό τρίστιχο, με την παρομοίωση της ζωής (σαν δροσερός αγέρας) και την εικόνα του χρόνου (μέσα από τις χαραμάδες / και τα ανοίγματα του χρόνου) κορυφώνουν τη συγκίνηση που νοιώθει ο κάθε αναγνώστης – λάτρης της ποίησης μπροστά σε μια τόσο ποιοτική ποιητική σύνθεση…
Το θεματικό μοτίβο που κυριαρχεί στην 2η ενότητα (Το άνθος της άπειρης άμμου) της Συλλογής είναι ο έρωτας, «…ο έρωτας ως απόκριση στην έρημο των ανθρώπινων σχέσεων», όπως γράφει η Ελένη Δημητρίου (σ. 68), η οποία μάλιστα, πολύ εύστοχα, παρατηρεί: «Μέσα από τη λειψυδρία και την αφορία των ανθρώπινων σχέσεων, την άπειρη άμμο, αναδύεται το άνθος του έρωτα, ευοίωνο μήνυμα, μήνυμα πίστης στη ζωή και αισιοδοξίας…».

Σε βρήκα και σε πήρα ένα πρωί
κομμάτι απ’ το βυθό
κι ήπια τη γεύση σου
που ήταν δική μου όλα τα χρόνια.
Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό
χάραξε τη ζωή
και βγήκαν αράδα
ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα
γράφοντας με χρυσό
τον κόσμο που ανασύραμε.
Το πρόσωπό μας
που άφησε τη νύχτα.

Αντίστροφα ανάλογη η μικρή έκταση του ποιήματος με την εξαιρετικά μεγάλη δύναμη της γραφής του, της διατύπωσης του νοηματικού του βάρους. Η ανάδυση του έρωτα συνυφαίνεται με τον ήλιο, με τη λάμψη, με το φως. Παρόντα και εδώ τα στοιχεία της φύσης, που κατακλύζουν τη σύνθεση από θεσπέσιες εικόνες (ένα πρωί, κομμάτι απ’ το βυθό, ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα…). Έντονη η αμεσότητα και η ζωντάνια με την έξαρση του α΄ προσώπου στους 4 πρώτους στίχους (Σε βρήκα και σε πήρα…, ήπια τη γεύση σου / που ήταν δική μου όλα τα χρόνια). Ακολουθεί τριτοπρόσωπη σύνταξη, όταν ο ποιητής αναφέρεται στη ζωή, στη αλλαγή και μετουσίωση της ζωής, μετά την ανάδυση του έρωτα (Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό / χάραξε τη ζωή / και βγήκαν αράδα / ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα / γράφοντας με χρυσό τον κόσμο…). Κι έπειτα ο «ένας» γίνεται «δύο», το α΄ ενικό μετατρέπεται σε α΄ πληθυντικό, το «εγώ» αλλάζει σε «εμείς» (…τον κόσμο που ανασύραμε, Το πρόσωπό μας…).
Βασική πηγή έμπνευσης του Γιάννη Ποδιναρά για τη σύνθεση της 3ης ενότητας (Καλοκαιρινά γητέματα) της Συλλογής είναι τα θέλγητρα του καλοκαιριού. «Το καλοκαίρι, δύναμη ψυχικής απολύτρωσης, εκτονώνει την ύπαρξη από τον σωματικό μόχθο και την ψυχική φόρτιση του χειμώνα και συντηρεί τη ζωή νέα μέσα στα κύτταρα. Εικόνες γεμάτες από τη χαρά της ζωής συνθέτουν ένα διθύραμβο για το καλοκαίρι…» σημειώνει με την ευαισθησία της κριτικής ματιάς της η Ελένη Δημητρίου (σ. 68).

Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού
αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος
στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.
Η ομίχλη του θερινού πρωινού
διαπέρασε το σώμα
κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.
Κάθε μόριο του κορμιού
ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης
και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό
– δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο
δρόσος στ’ αφυπνισμένο πνεύμα
στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής. –

Μα η αρμύρα άφησε ήδη
τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.
Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή
στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.
Ήπιαμε τη χαρά
κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.

Ένα ακόμη δείγμα τής από κάθε άποψη άψογης ποιητικής γραφής του Γιάννη Ποδιναρά. Ο ολόφωτος «κόσμος» του καλοκαιριού ξετυλίγεται μπροστά μας – μ’ έναν τρόπο μαγικό – από τον πρώτο κιόλας στίχο (Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού). Εκφράσεις, όπως: …στη νάρκη του καλοκαιριού, …διαθλάσεις του φωτός, …ομίχλη του θερινού πρωινού, …κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα, …ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης, …χόρτασε αρμυρό νερό, δρόσος…, στάλες…, αρμύρα…, …στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα, οδηγούν τον αναγνώστη κατ’ ευθείαν στην «καρδιά» του καλοκαιριού, και κατ’ επέκταση στον ήλιο της ίδιας της ζωής. Λέξεις, φράσεις, στίχοι πάλλονται από μιαν απίστευτη δύναμη ποιητικής έκφρασης. Μιας δύναμης που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή με τον κυριολεκτικά συναρπαστικό επίλογο της σύνθεσης: Ήπιαμε τη χαρά / κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.
Το καταληκτικό τρίστιχο του τελευταίου ποιήματος της Συλλογής, στο οποίο κυριαρχεί ο Έρωτας, αφήνει άφωνο από συγκίνηση και έκσταση τον κάθε αναγνώστη:

Ανασηκώθηκε ο Έρωτας
κρατώντας σφιχτά στην παλάμη του
το λευκό χέρι της θάλασσας.

Η σοδειά των ονείρων

Στην οργή της ψυχής σου

βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.

Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί

θα δεις όλα τα χρώματα

να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.

(Από τη Συλλογή «Φαράγγια των Αγγέλων»)

Η Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008) αποτελείται από 4 Μέρη· το Α΄ απαρτίζεται από 6 ποιήματα, το Β΄ από 26, το Γ΄ από 8, το δε Δ΄ (με τίτλο «Ελεγεία») από 4.

«…Ύστερα από μια δωδεκαετία, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέγουμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος, με το νέο ποιητικό του βιβλίο που έχει τον τίτλο «Φαράγγια των Αγγέλων», με ό,τι συνειρμικά θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων, σηκώνει ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους…» γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης στην εισαγωγή της ανάλυσης της Συλλογής αυτής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 299, χειμώνας 2008 – 2009, σ.93).

Σημάδια…
Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.
Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.
Τα μάτια υγρά
στη δίνη της ομορφιάς
ραγίζουν τη μέρα.
Πρόκειται για το πρώτο ποίημα της Συλλογής. Μία σύνθεση, της οποίας η μικρή έκταση, το νοηματικό βάρος και οι άψογα δουλεμένοι στίχοι ανακαλούν στη μνήμη μας εκείνα τα αθάνατα αριστουργήματα της αρχαιοελληνικής ποίησης, τα περίφημα Επιγράμματα της Ελληνιστικής Περιόδου.
Όλα τα ποιήματα της Συλλογής μαρτυρούν αφενός την λογιότητα ενός βαθυστόχαστου πνευματικού ανθρώπου και αφετέρου την τρυφερότητα μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης ψυχής. Πραγματισμός και λυρισμός συνυφαίνονται με τον πιο αρμονικό τρόπο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αναμφισβήτητα αψεγάδιαστης ποιητικής σύνθεσης.

Καταφύγιο

Μόνο να βλέπω
δυο αδελφάκια
στα βλέφαρα του ύπνου.
Με μισάνοιχτο στόμα
να σταλάζουν
τη γαλήνη της βεβαιότητας.

Έξι μόνο στίχοι, που κατακλύζονται από μιαν απέραντη θάλασσα τρυφερότητας. Ένα θαυμάσιο ποίημα, που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ποίησης.
Προσωπικά, διαβάζοντας ξανά και ξανά και μελετώντας εξονυχιστικά όλα τα ποιήματα της Συλλογής «Φαράγγια των Αγγέλων», ειλικρινά δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να «ξεχωρίσω» κάποιο ποίημα. Όλες οι συνθέσεις, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία, φέρουν τη σφραγίδα της τελειότητας και από αισθητικής και από νοηματικής άποψης. Κι όμως δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πως το ποίημα που με εντυπωσίασε, που με συγκίνησε και με άγγιξε πιο πολύ ήταν το «Τριών χρονών».

«Έχεις τη χάρη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

Διάφορα ποιήματα του Γιάννη Ποδιναρά, ιδιαίτερα αυτά που γράφτηκαν, όταν ο ποιητής ήταν πολύ νέος, δεν έχουν εκδοθεί. Σε κάποια πρόσφατη επικοινωνία μας, ο ποιητής μού είπε το εξής: «Το σημαντικότερό μου ανέκδοτο ποίημα το έγραψα το 2003, πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στο Βορρά, και αφορά το σπίτι μου στη Μόρφου… Αρκετές φορές «επισκεπτόμουν» το σπίτι στα όνειρά μου… Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, μπόρεσα να το επισκεφθώ μερικές φορές…»
Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δεχθεί έντονη επίδραση από τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο ίδιος μάλιστα πιστεύει ότι «ο ποιητής πρέπει να ακολουθεί τον δρόμο που χάραξε ο Σολωμός και ο Καβάφης· να γράφει λίγα, να είναι πολύ προσεγμένη η μορφή και να υπάρχει βάθος νοήματος». Αυτή άλλωστε η άποψη του Γιάννη Ποδιναρά ως προς την ποιητική τέχνη σχετίζεται άμεσα με τα κύρια χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής Ποίησης (μικρές σε έκταση συνθέσεις, τελειότητα της μορφής, αποφυγή κοινοτυπίας, υπαινικτικός τόνος και λογιότητα).
Εύχομαι ολόψυχα στον Γιάννη Ποδιναρά, τον «Πνευματικό Αδελφό» και Καλό μου Φίλο, Υγεία, Ευτυχία, Εμπνεύσεις, Δημιουργικότητα και ό,τι άλλο επιθυμεί… Ευχές που ξεκινούν από την ψυχή μου, ταξιδεύουν παρέα με τα θαλασσοπούλια στη Μεσόγειο και φθάνουν στο Λατρεμένο του Νησί, την «Κύπρο της Αγάπης και του Ονείρου», το «χρυσοπράσινο φύλλο, το ριγμένο στο πέλαγος»…

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ

1-φωτο μαρια

 

 

1-1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

Η Μαρία Τζίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στο Πολύγυρο Χαλκιδικής.
Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Το «Ελαττωματικό χώμα» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

 

ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟ ΧΩΜΑ (2015)

 

Ατελεύτητη μητρότητα

Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου.
Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι,
τεντώθηκε πάλι,
παιδί,
χαϊδεμένο απ την καθάρια αφή
της ψυχής μου,
μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό
της αγκάλης.

Την κράτησα
μικρό θεμέλιο του στήθους μου,
της εξιστόρησα με ανακούφιση
τον ανύπαρκτο χρόνο
την ατελεύτητη μητρότητα.

 

 

Μητέρα των νεφών

Στων θόλων τη φαντασμένη πληρότητα,
με προσωπεία
των ασχημάτιστων πόθων της
αιωρούνταν πάντα
αβέβαιο σώμα
μέχρι που της ζητήθηκε να πέσει
στις στιβαρές πιθανότητες του αέρα,
στο γδάρσιμο των πήλινων άστρων.

Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού.

Έζησε εκεί
μια χωμάτινη μητέρα των νεφών
πλανημένη
από τον δίποδο άνεμο
απόγινε συμβολισμός,
μια ζωντανή τοιχογραφία της αβύσσου.
Μια επιπόλαιη σχισμή το σώμα της
διανοίγει
το ατράνταχτο κενό
της ελευθερίας.

 

 

Ο γιός μου δεν είναι πολεμιστής

0 γιός μου δεν είναι πολεμιστής,
τα δάχτυλα του δεν είναι σπαθιά
τα νύχια του δεν είναι μαχαίρια,
στους μικρούς ώμους του
δεν εξογκώνεται ο όλεθρος.
Ο γιός μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές.
Στη θάλασσα αποπλέει με αθώες αναζητήσεις,
σε βουνά στην κάθοδο αντιστέκεται,
κορφές των βράχων κυριεύει.
0 γιός μου δεν είναι κυνηγός
δεν σφίγγει ξένους χτύπους
δεν καταπατά υψωμένα σώματα,
η ανέμελη προώθηση του βέλους του
στοχεύει το απρόσβατο χώμα.
Με μιαν απόχη μεταφέρει ωραίες εντυπώσεις,
τις αποθέτει πλούσιες
επάνω σε φιλέριδες εκφράσεις,
και τις χαλά.

 

 

Παιδικός ύπνος

Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων.

Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
νιόβγαλτα των αναμνήσεων,
αναπαύουν ξαφνιάσματα
στη μητρική γη,
στα μέτωπα της περιπλάνησης
χαϊδεύω ένα παλιό ταξίδι μου,
στραμμένο στους ωραίους μύθους,
και στη διαύγεια των μορφών.

Πάντα θα περιγελά την ωμή ξαγρύπνια μου
ο ευλογημένος ύπνος των παιδιών μου.

 

 

Τρελός του δρόμου

Είδα έναν άνθρωπο
να αντηχεί αδηφάγα γέλια,
εγκλωβισμένος στον λαβύρινθο του δρόμου,
τσίριζε υποσυνείδητες κενότητες
σε λαμαρίνες και ψυχές,
ακίνητος,
στη δίνη της ρέουσας ύπαρξης,
αφουγκραζόταν
τους βίους των δέντρων,
τον καθαρό ψίθυρο των βουνών,
τη νεκρή άσφαλτο του μυαλού.

Δεν γέλασα.
Δεν γελώ πια με τους τρελούς.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
θα περιφέρομαι
χάρτινη σημαιοφόρος των ονείρων,
με ανυπάκουα στην ευταξία φωνάγματα
θα με χλευάσουν για το ανάσκητο κεφάλι
και για αδόκιμους ήχους της αφροσύνης
που ξεφεύγουν σαν εκπνοές θανάτου.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
λιθοβολήσουν το στόμα μου,
από φόβο
μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.

 

 

Το σπίτι

Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούργια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.

 

 

Η αλήθεια

Όταν ακούμπησε την αλήθεια,
μια σπίθα από την κόλαση του Ρεμπώ
την ηλέκτρισε
ως τα βάθη της παραλυμένης σκέψη της.
Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά τις σημασίες.
Η αλήθεια
την κρέμασε,
με σχοινιά από το ταβάνι
για να μπορεί να στέκεται ολόρθη σα ζωντανή.
Τώρα πια ολόρθη σα ζωντανή,
συνηθίζει στο ψέμα.

 

 

Οι φίλοι μου

Οι δικοί μου φίλοι
ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
χειρονομούν τους φόβους τους
με αγκαλιές ασπόνδυλες
που καταρρέουν
πάνω μου τη στοργή,
ας ξέρουν
πως δεν κρατώ τίποτα γερό
να τους στεριώσω

Οι δικοί μου φίλοι
με σηκώνουν από το παρεξηγημένο σώμα,
επιδένουν την παραμέλησή του με τα οστά τούς
όση ώρα τρέχουμε στα σκαλιά
των φροντισμένων δέντρων

Οι δικοί μου φίλοι
διαβαίνουν με την απείθεια μου
άκριτα
από την πορώδη διάβαση της εποχής,
πάντα τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια
στοχεύοντας σε ενύπνιους αριθμούς
που λοιδωρούν το στέρνο μου

Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν
δεν υπήρξαν ποτέ,
είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια

 

 

Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων

Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν
από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώσιμο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσα τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης.

Σε ένα πνιγμένο ενυδρείο
επιπλέει η φωνή μου στη σκουριά
κάτω από τη νοητή τρίχα του ανθρώπου,
οι εγκόσμιοι
περιφέρουν πάνω μου τα δόντια τους
δαγκώνουν το τελευταίο κομμάτι
της σιωπής μου
για να μην αλυχτά
τις πολύτιμες μου υποχωρήσεις.

 

 

Μικρό ερωτικό της αβύσσου

Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήμερα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

 

Άφοβες ημέρες της ευτυχίας

Άσπιλος και ζωηρός, καλέ μου
τη θαλερότητα ξεζεύεις
από το κάκιωμα του ενήλικου χρόνου,
την ποθητή αυτοτέλεια της ύπαρξης
επιστρέφεις αλώβητη,
από την άχρηστη ώρα πληγωμένη.
Χωρομετρούν τη γη επαρκή και γόνιμη
οι διασταλμένες κόρες της ευχαρίστησης,
θεϊκά βουνά χαμηλώνουν
την υψηλή προσδοκία της ευτυχίας,
το ζωογόνο αυγό ενός αετού σπάει,
άφοβες ημέρες γεννιούνται.

 

 

Μνήμες ασωμάτων στιγμών

Μνήμη αθώα
των αφίλητων λόγων του,
σε παραδίδω
στο άτρητο κελί της σκέψης του,
στο αδάκρυτο «ύστερα» των δακρύων μου,
στην αγίνωτη ώρα του πόθου.
Μνήμη μυθική της εικόνας ,
ας μπορώ να σε σέρνω
σε μια εναλλακτική αφή
των χεριών που με ψάχνουν,
στην ευθεία τροπή του εμπράγματου έρωτα,
στον λυμένο του λαβύρινθο
που στρώνεται πλάτωμα εμπρός μας,
στο ελεύθερο άπειρο
με ρόδα για πλανήτες,
να γεμίζουν
την κώμη της καρδιάς μας
με ελπίδα,
με ισχύ μιας υπόσχεσης
που δεν εδόθη ποτέ,
κι είναι αυτή από μόνη της
τώρα ζωή.
Μνήμη ασώματη εκείνου,
σε αποθέτω
στο αναγνώσιμο μέλλον του
κι έχω ήδη αναβάλει τον θάνατο
μιας αγάπης απτής ,
του ιδρώτα.

 

 

Περί αγάπης

Λένε
πως στον αληθινό τόπο της αγάπης
πλάσματα με ασύνορα χαμόγελα
πλαταίνουν
τα χείλη του Θεού
ως τις αλαργινές πλευρές
ακμαίων οραμάτων,
κι εξασθενίζουν τον σαρκοβόρο διάκοσμο
στο διάφανο περίγραμμα της τελειότητας τους.
Εδώ,
αραιά ατενίζουμε
το άβατο νόημα
όπου η αγάπη ευδοκιμεί,
μόνο εκκινώντας
από ειρηνικές εστίες
κι από αγκαλιές παιδιών
-το σιωπηλό αιωρούμενο
της ομορφιάς που μας απόμεινε-
προσώρας ξηλωνόμαστε
από τον γλίσχρο μας κήπο,
ανάποδα δέντρα
προστρέχουμε
σε εύφορες σχισμές των ουρανών,
έρμαια στην κόψη των σφοδρών μας ετών
ολοκληρώνουμε τις αίσιες δυνατότητες
των αισθημάτων
μες στα τυχαία σώματα,
όπου η αγάπη
καθεύδει ατελής.

 

 

Τώρα που κατάφερα να κλάψω

Επιτέλους,
ξεσπώ τη βάναυση ύλη
που υπενδύει ο κόσμος
στα ανοιχτά σώματα.
Είναι μια διάλυση
ετούτη η ώρα,
η ώρα που αλλάζει
ο κρατημένος πόνος,
κι από ξεκρέμαστος λυγμός
αρθρώνεται
σε διακριτό συναίσθημα.

Τώρα που ρήμαξα
το θλιμμένο σύνορο
και πλήγωσα
το στημένο μου στρατιώτη,
πρέπει να ορμήσω μόνη
στη μάχη,
να λειτουργήσω πάλι
την κραυγή και
τους σπασμένους αισθητήρες της,
με δάκρυ της συναίσθησης
να μου επιστραφεί
η ζωή
από την άφεση της,
να την επωμιστώ
αδιάλλακτη,
έτσι
όπως είναι.

 

 

Ώρες που ο Θεός αναπαύεται

Ο Θεός αναπαύεται στην αχανή θάλασσα,
σαν ανυποψίαστο ψάρι αυτάρεσκα
εποπτεύει τους πολύτοκους υφάλους,
σαν οστρακόδερμο κολλάει την αφή Του στον απόκεντρο βυθό,
σαν σπόγγος καλοδέχεται στους πόρους Του την ενάλια εντέλεια.

Αναπαύεται περήφανος και καλοκαρδισμένος,
κάτω από σώματα ταξιδιωτών
που επιπλέουν με την ασχήμια του θανάτου,
κάτω από εξολοθρευτές καρχαρίες
που αφανίζουν ζωντανούς σχεδιασμούς.

Ο Θεός αναπαύει την υπομονή Του στη μεγάλη γη,
σα μακρόβιο πλατάνι καμαρώνει τη γενναιόδωρη φύση,
σα μοναστικό βουνό μακρόθεν φιλοσοφεί την ευταξία,
την καλοπιστία και τη μακροημέρευση στο χώμα κατεργάζεται,
πάνω από άπνοα παιδιά που δικαιώνουν αιτίες για την ανυπαρξία,
πάνω από αδηφάγους λέοντες που διακόπτουν αθώους σφυγμούς.

Ο Θεός αναπαύεται στον επίζηλο κόσμο Του,
σίγουρος για την επιτυχή δημιουργία,
μεταθέτοντας όλα τα λάθη
στα τέλεια πλάσματα Του.

 

 

Για το ΕΛΛΑΤΩΜΑΤΙΚΟ ΧΩΜΑ έγραψαν:

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Στο περιοδικό Fractal \1/6/2016

Ανοίγοντας τα κλειστά παραθυρόφυλλα της Μαρίας Τζίκα

«Ελαττωματικό χώμα» Εκδόσεις Κεντρί 2015

Διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» αυτό που κατ’ αρχάς σε εντυπωσιάζει είναι η δύναμη των λέξεων της.
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη Γένεση από το Άξιον Εστί.
Έτσι κι οι λέξεις της Μαρίας, ένα χελιδόνι που δραπετεύει μέσα από τις χαραμάδες των κλειστών παραθυρόφυλλων της ψυχής της, γεννάνε το ποίημα και μας φέρνουν το φως και την άνοιξη.
Στο ποίημα «Κλειστά παραθυρόφυλλα» το προτελευταίο ποίημα από τα 33 της συλλογής γράφει: (Απόσπασμα)

Είναι σκοτεινά τα φύλλα των παραθύρων σου.
Θέλω να ανοιχτώ μαζί τους
μα δεν βρίσκω χαραμάδα να με διαπεράσει,
να τρυπώσω στο στοιχειωμένο από αισθήματα δωμάτιο
να πλαγιάσω την περηφάνια στην απλωμένη σκέψη σου
να στερηθούμε και οι δύο την απτότητα
που ορίζει τις ανθρώπινες καταλήξεις.
Εκτός σου,
σε καμπυλώνω μέσα μου άγγιχτη φιγούρα
σε συνεχίζω πάνω μου λαθραίο γράμμα
σε κληρώνομαι πλάσμα της σελήνης
να με αντανακλάς φιλημένη
αλάργα των χειλιών σου,
θολωμένη από τις εκπνοές
που δεν μετράς στο στόμα μου.
Δεν με ακούς
που αλείφομαι βρόχινη
πάνω στο οχύρωμα που σε μονώνει απ τη απ’ τη ζωή μου
γι’ αυτό και διασκορπίζομαι
κοφτερό νερό,
χωρίζω το ήδη διαιρεμένο παρόν μας.
Αναζητώντας η ίδια η ποιήτρια το φως πίσω από τα σκοτεινά κλειστά παραθυρόφυλλα που τη περιβάλλουν μας αποκαλύπτει τα δικά της κλειστά παραθυρόφυλλα όπου βρίσκονται όλα τα συναισθήματα της και ένα – ένα βγαίνουν στο φως μέσα από τα ποιήματα της. Είναι μητέρα, γυναίκα, ένιωσε τον έρωτα, γεύτηκε την αγάπη αλλά και την απώλεια της οικογένειας, είναι φίλη, έχει ταξιδέψει στα μονοπάτια της ποίησης, παρατηρεί και αισθάνεται τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω της και τα μετουσιώνει σε ποίηση.
Πρώτα και κυρίαρχα τα αισθήματα της μητέρας, μια και το πρώτο της βιβλίο είναι αφιερωμένο στα δυο μικρά παιδιά της. Αλλά και σε κάποια από τα πιο δυνατά ποιήματα της συλλογής η μάννα, αν και αρκετά νέα μητέρα η ίδια, γράφει γι αυτά και αφουγκράζεται με τρυφερότητα στον ύπνο των παιδιών της την ανάσα τους και κλείνει μέσα της όλη την ομορφιά και την αγάπη της μητρότητας αλλά και το όνειρο για το αύριο τους. Όνειρα καθόλου ωραιοποιημένα και ρομαντικά αλλά προσγειωμένα, ανθρώπινα, γεμάτα ελπίδα για το ταξίδι τους στη ζωή. Ονειρεύεται τη κόρη της «γριούλα κάτω από άγριες ρυτίδες» αλλά «παιδί μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό της αγκάλης». Κι’ ονειρεύεται το γιό της που χωρίς να είναι πολεμιστής να «μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού ασκέπαστος» και «κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές» να κερδίζει την ομορφιά της ζωής.
Ένα πρόσωπο του οικογενειακού περιβάλλοντος που φαίνεται να έχει σημαδέψει την ποιήτρια και με τη παρουσία και με την απουσία είναι η γιαγιά της. Στο ποίημα «Το σπίτι» η ποιήτρια με περίσσια συγκίνηση αφήνει το σπίτι να δώσει το τελευταίο φιλί της στη γιαγιά λέγοντας της ότι την περιμένει ακόμα γιατί δεν ξέρει από θάνατο. Και το ποίημα αυτό της Μαρίας παίρνει μια ξεχωριστή σημασία. Σε μια εποχή που ζούμε το δράμα των προσφύγων και έχοντας ζήσει κι εγώ τη προσφυγιά το 74 στη Κύπρο, θέλω να πω ότι οι στίχοι της Μαρίας παίρνουν μια οικουμενική διάσταση γιατί το κάθε σπίτι αυτών που φύγανε είτε με θάνατο είτε με πόλεμο παραμένει θλιμμένο και περιμένει πάντα αυτούς που ζούσαν εκεί να ξαναγυρίσουν.

Το σπίτι

Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούργια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί τη ποιήτρια είναι ο έρωτας κι η αγάπη. Με τη δικιά της ματιά, ο έρωτας δεν είναι εξιδανικευμένος αλλά ανθρώπινος και ζει μέσα στη καθημερινότητα και στο χρόνο. Και με την πάροδο του χρόνου, ο έρωτας, όπως γράφει στο ποίημα «Εξίτηλος έρωτας», σβήνει από τα «ανυπάκουα αισθήματα». Και σ ‘ ένα άλλο ποίημα το «Ερωτευμένοι απόντες» μας λέει ότι ακόμα και οι επινοήσεις του ερωτευμένου καταλήγουν στον «όλβιο πόθο της φυγής» Κι η αγάπη, αυτή έρχεται σαν ξάφνιασμα . Στο ποίημα «Ξαφνική αγάπη» γράφει:

(Απόσπασμα)

έξαφνα
βάλθηκες να βάψεις την καρδιά σου κόκκινη
έναν χορό που σε παραμονεύει από παλιά
ξεκίνησες λευκή
στο υπέργειο άκουσμα της ευτυχίας,
την ώρα που αρμολογούσες αντοχές
ένιωσες να σου λείπει μια αρτηρία
σαν ξάφνιασμα την έπιασες
να σφύζει
σε ένα ξένο και βιαστικό αίμα
που άθελα σε τράβηξε
από την τραγική απόστασή σου,
σαν ξάφνιασμα
εμφανίστηκες να ρέεις ακέρια
στα τρυφερά χέρια
μιας αναπάντεχης συνάντησης
που κόβοντάς σε,
συμπλήρωσε
το σώμα της αγάπης.

Η ποιήτρια μας, νέα γυναίκα η ίδια που ζει και βιώνει αυτή τη δύσκολη εποχή, τη γεμάτη ανατροπές και φθαρμένα όνειρα, κοιτάζοντας τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των συνανθρώπων μας στο ποίημα «Κάτι σαν φιλανθρωπία» γράφει: «Κρατώ πάντα από ευγένεια/ένα μοιρασμένο χαρτονόμισμα/κι ένα καλοντυμένο γεύμα/ ακουμπώ στη πλάτη των μυρίων πόνων τους /δέκα χαμόγελα όλα κι’ όλα/ που περισσέψανε από προσωπικά παθήματα…» Δεν γελά με τον τρελό του δρόμου μια και αντιλαμβάνεται πως η κατάρρευση των ονείρων είναι αυτή που τον οδηγεί σ αυτό το ασυνάρτητο γέλιο, όπως μας λέει στο ποίημα «Ο τρελός του δρόμου.»
Η Μαρία Τζίκα ξέρει να απλώνει το βλέμμα της τριγύρω και να παρατηρεί τις αλήθειες της ζωής δυσάρεστες ή όχι όμορφες ή άσχημες. Δεν τις ωραιοποιεί, αλλά μιλά με θάρρος γι αυτές τις «ατυχείς ασυμμετρίες» όπως στο ποίημα «Άσχημες γυναίκες»
Κι οι φίλοι της πολύ παραστατικά μας λέει ότι «ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης/χειρονομούν τους φόβους τους», για να καταλήξει ότι «τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια» και είναι «λευκά αηδόνια»
Διαβάζοντας η ίδια Έλληνες και ξένους ποιητές επιλέγει, νομίζω όχι τυχαία, να γράψει ένα ποίημα-μονόλογο για τον Κώστα Καρυωτάκη, τον αυτόχειρα ποιητή, γιατί η ίδια ξέρει ότι, αν και προερχόμαστε από ελαττωματικό χώμα και εκεί καταλήγουμε, έχουμε να διανύσουμε το δρόμο της ζωής να γευτούμε και να χορτάσουμε την ομορφιά της και να αντέξουμε τις δύσκολες και ελαττωματικές στιγμές της. Κι όπως μας λέει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Αυτή η γη/που ανταμώσαμε/φαινομενικοί εραστές/σε ήμερα τοπία/είναι το ανάποδο/ της αβύσσου.»
Η Μαρία Τζίκα μια νέα ποιητική φωνή, ξεκινά με το δικό της προσωπικό- ποιητικό ύφος το ταξίδι της στη ποίηση. Δείχνει από την πρώτη στιγμή την άριστη γνώση της γλώσσας κάτι που δεν το βλέπουμε συχνά αλλά και το πλούσιο λεξιλόγιο της. Κι αυτά είναι εφόδια που σε συνδυασμό με τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο καλλιέργησαν τη σκέψη της και την ικανότητα της να παρατηρεί σε βάθος αυτά που την περιβάλλουν και τη βοήθησαν να ξεκινήσει δυνατά τη ποιητική της διαδρομή. Παρατηρεί με θάρρος το παρόν της ζωής είναι συμφιλιωμένη με τις αντιθέσεις της και τη χαρμολύπη που προκαλούν , τις αποδέχεται και τις κάνει ποίηση.
Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου που έχει ανθολογήσει ποιήματα της Μαρίας στο ιστολόγιο του «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται», μας λέει «Μου αρέσει η οπτική και το συναίσθημα της νέας αυτής ποιήτριας αλλά και η αξιόλογη τεχνική της. Πιστεύω ότι έχει τις δυνατότητες να φτάσει πολύ ψηλά στο ισόβιο ανηφορικό μονοπάτι της ποιητικής τέχνης»
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ για τις δυνατότητες της Μαρίας. Έχει βάλει εξαρχής τον πήχη ψηλά και περιμένουμε την ανάλογη πορεία.

Τελειώνοντας θέλω να συγχαρώ το Δήμο Πολυγύρου για τη πρωτοβουλία του να τιμήσει μια νέα ποιητική φωνή και εύχομαι να συνεχίσει να προβάλλει τους νέους δημιουργούς.

 

 

Λάσκαρης Π Ζαράρης ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ.ΒLOG 12/8/2015

Με τον άκρως συμβολικό τίτλο: «Ελαττωματικό χώμα», η φιλόλογος Μαρία Τζίκα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα, με μια ιδιαίτερη προσωπική ποίηση, με ποίηση που ανθίσταται στην πεπατημένη οδό και βρίσκει συνεχή διέξοδο, αν και ταλανίζεται από έντονο υπαρξιακό βάρος.
Το βιβλίο το αφιερώνει στα δύο παιδιά της, που βρίσκονται στο επίκεντρο των εμπνεύσεων της στα ποιήματα: «Ατελεύτητη μητρότητα», «Ο γιος μου δεν είναι πολεμιστής» και «Παιδικός ύπνος»:

«Ονειρεύτηκα την κόρη μου
γριούλα,
κάτω από άγριες ρυτίδες
αναίτια να πληγώνεται
το ευλογημένο σώμα
του ποιητή Θεού εντός της,
ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι
το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι,
να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη
μες στην άδεια κοιλιά μου».

«Ο γιος μου μάχεται τον ήλιο του μεσημεριού
ασκέπαστος
ξυπόλυτος συντάσσεται με το γυμνό καλοκαίρι
απλωτός στρατεύεται με την πυκνή βροχή
κηρύττοντας πόλεμο μόνο στις άγονες στεριές».

«Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
εγγίζω άπνοα
το λιόγερμα των βλεφάρων,
τις άφατες στιγμές,
τη δροσερή αδράνεια των κορμιών.
Ασπάζομαι μισάνοιχτες γροθιές,
ενόσω αποκαλύπτουν στο σεντόνι
ατόφιες τις αισθήσεις.
Τις συγκεντρώνω αυτούσιες
για την ενθύμηση των αισθημάτων».

Η συλλογή περιλαμβάνει τριάντα τρία ποιήματα, που αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη υπόσταση, προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες της μητρότητας, από τη μοναξιά και άλλα σημαντικά κοινωνικά θέματα, από μια αξιοπρόσεχτη προσέγγιση του έρωτα και της αγάπης, όχι διαμέσω μιας επίπλαστης επιφάνειας ρομαντισμού και καταιγισμού φωτεινών συναισθημάτων, αλλά διαμέσω μιας διηνεκούς προσπάθειας να αξιοποιηθεί κάθε λέξη ως στοχαστικός πυρήνας νοημάτων. Η λέξη γενικά γίνεται η πύλη την οποία πρέπει ν’ ανοίξει ο αναγνώστης προκειμένου να φανερωθούν οι αθέατες όψεις της αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται η ποιήτρια, μέσω του λογικού νου, που ακροβατεί σε καταστάσεις μη αποδοχής των κοινωνικών φαινομένων, αλλά και δημιουργικής μετάπλασής τους με μία γραφή αποκαλυπτική, αιχμηρή και ευρηματική ταυτόχρονα, σε βάθος υπαρξιακή.
Χαρακτηριστικό απόσπασμα που αποδεικνύει την τάση της ποιήτριας να αποφεύγει τις ωραιοποιήσεις και να ξεγυμνώνει τις καταστάσεις και τις νοοτροπίες, είναι το εξής απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο: «Άσχημες γυναίκες»:

«Μια άσχημη γυναίκα,
μια ενοχλητική σκίαση
της ορθής επιλογής,
του αγαθού έρωτα,
το πνεύμα της δέσμιο
μυθωδών πραγμάτων
μιαν άδηλη προσποίηση
διαβρώνει το αμιγές μυαλό,
εν τέλει
δεν αποτραβήχτηκε ποτέ
από την επίκτητη συνθήκη
της δύσμορφης ανο-η-σίας της».

Η αντιδιαστολή της σημασίας: όμορφης-άσχημης στο πεδίο των αισθήσεων εμφανίζεται δυναμικά με την οπτική εντύπωση, όταν όμως μεσολαβήσει ο νους που έχει καταγράψει μαθημένες συμπεριφορές κι έχει συντελέσει στη δημιουργία του προτύπου «γυναίκα» με παράλληλη διάθεση να το αμφισβητήσει κιόλας, καταρρίπτεται κάθε ψεύδος που συντηρεί κάποιες ωφέλιμες για τη γυναικεία ψυχική ευστάθεια, απάτες. Η ποιήτρια λοιπόν, αντικρίζει την αλήθεια που η κοινωνία κρατάει καλυμμένη πίσω από ένα πλήθος προκαταλήψεων και «ζωτικών» ψευδών. Εδώ όμως η ειδοποιός διαφορά, που καθορίζει την ομορφιά και την ασχήμια είναι η εκπομπή της ενέργειας της ψυχής και κατά πόσο το περιεχόμενό της καταλύει τον χρόνο και συμβαδίζει με την ποθητή αιωνιότητα.
Ο έρωτας στο ποίημα: «Εξίτηλος έρωτας» παρουσιάζεται γήινος, ενοχοποιημένος, γυμνός, χωρίς εξιδανικεύσεις αλλά με πραγματιστική αντίληψη και ως συνηθισμένη διαδικασία που στερείται ονειρικών εξάρσεων και απελευθερωμένης ηδονής:

«Μακρολογείς μιαν ένσαρκη επίθεση,
χτυπάς τον οργασμό,
κακουργείς τα ανυπάκουα αισθήματα
μιας ταγμένης ηδονής,
ενόσω εκείνος
με κατάκλειστο βλέμμα
απωθεί τις απροσποίητες εμμονές
σε πενιχρά αγκαλιάσματα
σαγήνης».

Ενώ στο ποίημα: «Ερωτευμένοι απόντες», η ποιήτρια περιγράφει δύο πρώην ερωτευμένους που αναπληρώνουν την ολοκληρωτική απουσία του πάθους, με τη φαντασίωση ενός άλλου ερωτικού συντρόφου:

«Ίσως να φταίει που λίγο πριν
το αμέτοχο δέρμα
επινόησε έναν ερωτευμένο
την μεταμόρφωσε σε θελκτική
μπροστά στον όλβιο πόθο
της φυγής της».

Στο ποίημα με τίτλο: «Μητέρα των νεφών» περιγράφει ορισμένες σκηνές, που θυμίζουν εικόνες από κινηματογραφική ταινία με ιδιαίτερο σασπένς. Ο πραγματικός της κόσμος παίρνει το φανταστικό σχήμα για να μεταδώσει στον αναγνώστη, με το ανοίκειο (με τα γλυπτά εντόσθια του νου της τσακισμένα / θαλασσινά πουλιά που ξέβρασαν περίσσεμα οι τρύπες του ουρανού), την ανατριχίλα της ματαίωσης των ονείρων των φιλόδοξων ή αιθεροβαμόνων της ζωής, που παρ’ όλες τις φιλότιμες και άοκνες προσπάθειες τους, κατέληξαν στο «ατράνταχτο κενό της ελευθερίας»:

«Θυμήθηκε κάτι φτερά,
καραδοκούν πισώπλατα
ορμούν σαν ένστικτα στις φτέρνες
θυμήθηκε τους εύτολμους
που γίναν φεγγαρόσχημα σημάδια
στα ανέγνωρα περάσματα,
μα όταν αφέθηκε
για να πληγώσει τη βαρύτητα
κατέληξε στο έσχατο κράτημα,
στην οροφή του διαβόλου
με τα γλυπτά εντόσθια του νου της
τσακισμένα
και δίπλα της χορταριασμένα πούπουλα
από θαλασσινά πουλιά
που ξέβρασαν περίσσεμα
οι τρύπες του ουρανού».

Η ποιήτρια Μαρία Τζίκα αποδεικνύει γενικά την ικανότητά της στην επιλογή των κατάλληλων λέξεων και την άνεση με την οποία δημιουργεί πετυχημένα σχήματα λόγου και ιδιαίτερα τη μεταφορά:

«Με γεφυρώνει το τρεμάμενο τζάμι
με την ομφάλια καταγωγή της φαντασίας,
πετάω αθάνατη πάνω από τα βουνίσια πέλματά μου,
νιώθω τα μαυρισμένα γόνατα των εξορμήσεων,
ξεμελανιάζω τις όμορφες πυγολαμπίδες
από την ασφυξία του γυάλινου κλουβιού,
της άγνωρης κυριαρχίας,
της δοκιμασίας του θανάτου».

(Από το ποίημα: «Ο απογευματινός ουρανός μου»).

Μας ενδιαφέρει πολύ η άποψη της για το φως στο υπέροχο ποίημα: «Στον ήλιο», όπου ο ποιητικός της λόγος δουλεύτηκε με τη σμίλη της ψυχής. Το φως που δίνει την ακέραια σημασία στον κόσμο, το φως που έχει την ικανότητα να διεισδύει κι από το πιο μικρό άνοιγμα του παραθύρου, από μια χαραμάδα, αυτό το φως μπορεί να γίνει βασανιστικό για την ποιήτρια, όταν αντιλαμβάνεται ότι εμείς οι άνθρωποι, σπαταλούμε καθημερινώς αμέτρητες ηλιαχτίδες σε ανούσιες δραστηριότητες και φθείρουμε τον νου μας, την ψυχή μας και το σώμα μας, ενώ θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε την ελπίδα που φέρνει το φως και να το θεωρήσουμε ως ευκαιρία να εγερθούμε από τον ατέλειωτο ύπνο της ύπαρξής μας.

«Μια φορά
τολμήσανε τα βλέφαρα
να έλξουν ένα διάφωτο ξημέρωμα,
να ομοιωθούν με τον ουράνιο καταρράκτη,
κι είναι από τότε
που μου φαίνονται όλοι σκοτεινοί,
στο αποτράβηγμα
πήραν το αληθινό τους χρώμα».

Συμπερασματικά, η ποίηση της Μαρίας Τζίκα αγγίζει βαθιά, με την έννοια ότι προϋποθέτει τη δραστήρια λειτουργία της σκέψης του αναγνώστη. Τα ποιήματά της παίρνουν τη θέση δοχείων, όπου μέσα τους αποστάζεται το καθαρό υγρό του νου, ενός νου που γεννά αλήθειες και αποφεύγει να στέκεται μονάχα στις εντυπώσεις, ενώ οδηγεί σε συγκροτημένη άποψη για τη ζωή και στη διάλυση των νεφών που θολώνουν συχνά την όραση και μας εμποδίζουν να βλέπουμε μακριά… Η ίδια δημιουργεί μεγάλης νοηματικής ευρύτητας εικόνες, για να δώσει στα συναισθήματά της την απαραίτητη αιχμή και δραστικότητα, ώστε να διαπεράσει την ποιητική ουσία:

«Η αλήθεια
την βρήκε πεταμένη
να μάχεται το σκληρό μαξιλάρι,
να διακινδυνεύει
στο φόβο μιας μαύρης τρύπας,
την κεκτημένη αρχή,
να συρρικνώνεται
τηρώντας νόμους της εξαφάνισης
σε ένα τσιμεντένιο κουτί,
με αργούς σφυγμούς της ζωικής θέλησης
να προετοιμάζεται για την σαρωτική αυτοσυνείδηση
και να αλλάζει εκφραστικά σημασίες».

Ο ποιητικός της λόγος είναι δύσκολος, μπορεί εξωτερικά οι στίχοι της να κυλούν γρήγορα, όμως η πρόσληψη και η αφομοίωση δεν κατακτιούνται εύκολα από τον αναγνώστη. Αυτό το στοιχείο της γραφής της άλλωστε, πρέπει να εκτιμηθεί ως το κυριότερο κέρδος που αποκομίζουμε από την ανάγνωση των ποιημάτων της. Γιατί βασικά έχουμε να κάνουμε με έναν εσωτερικό λόγο που εξωτερικεύεται με ασυνήθιστες εικόνες, πλούσια χρήση των επιθέτων, όπως γράφει στα ποιήματα: «Η φυσική εντελέχεια της ματαιότητας», «Βιβλική ημέρα» και «Αλυχτούν οι σιωπές των κρυμμένων»:

«Φυλλαράκι τυχάρπαστο
σε αγέρωχο δέντρο,
με εκβάλλει γλοιώδες
το στομάχι της κάμπιας.

Τώρα
υπόλειμμα αδιάφορο
κινούμαι
κάτω από περαστικά παπούτσια,
στα πατάκια εξόδων
με το στίγμα του λεκέ
ως μόνη υπόσταση».

«Όλες οι φαγωμένες σάρκες ενωθήκανε.
Γίναν αμνοερίφια κι άνθρωποι
φτύσανε το ελαττωματικό χώμα
με τους κυνόδοντες της ιστορίας μέσα του
που τους χρησίμευαν για ψεύτικα μάτια,
τρίψανε τα αποτυπώματά τους,
έφυγαν για νέα περιβολή».

«Για να με δείχνω στο έδαφος
δανείστηκα μια χαλασμένη χορδή.
Με αυτή βήχω γέλια
σχεδιάζω δειλές καταφάσεις,
με λέξεις που αυτοκτονούν από κατάχρηση.
Για να ανήκω στη στοιχειώδη φύτρα των λάλων,
μασώ το βρώμικο αλφάβητο τους
κοινωνώ με δεκάδες χειλικούς εαυτούς
διασκεδάζω με κρίκους τερπνούς
που ανάμεσά τους περνώ
υπογλώσσιος ακροβάτης».

Η ποιήτρια, εμπνευσμένη και πρωτότυπη, δεν είναι δυνατόν να μη φανερώσει την αγάπη της για έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, τον Κώστα Καρυωτάκη, στον οποίον και αφιερώνει το ποίημά της: «Αυτόχειρες ποιητές».

«Κύριε Κ
φοβάμαι τους θανατερούς λαιμούς,
μιλούν περίτεχνα την ομορφιά
στοιχειώνουν με οξυγονούχες πνιγμονές
τον ανοιχτό μας θώρακα
που χαίρεται ακόμη
με αφέλεια
την τόλμη των ανεμώνων».

Η Μαρία Τζίκα εκπροσωπεί -πιστεύω- αναμφισβήτητα μια δυναμική φωνή, που θα διεκδικήσει με αξιώσεις τη θέση της στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό «γίγνεσθαι», με δημιουργίες έμπλεες σε νοήματα και πολλαπλές προοπτικές.
Κατά την άποψή μου οφείλει να προχωρήσει σύντομα στο δεύτερο ποιητικό της εγχείρημα, αφού διαθέτει το ταλέντο και τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις λέξεις με αποτέλεσμα τα σαφή οφέλη του ποιήματος:

«Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό,
με τις βελούδινες τους κόχες
θα αμβλύνουνε τις άκριες της γης
να παχνιστεί με αβρά ξυπνήματα
το πρωινό αντάμωμα των οδυρμών μας».

(Γράφει στο ποίημα: «Σαρκοβόρες λέξεις»).

 

 

Γιώργος Λίλλης Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 1/2/2016

“Ελαττωματικό χώμα” τιτλοφορεί η Μαρία Τζίκα την πρώτη της ποιητική συλλογή. Διαβάζοντας τα ποιήματά της διακρίνω πως όντας γήινοι, είμαστε υποχείρια του χρόνου και της φθοράς. Προερχόμενοι από ένα χώμα ελαττωματικό δεν έχουμε το περιθώριο να ξεφύγουμε από το θάνατο. Ίσως ακούγεται μελοδραματικό αυτό, αλλά η ποιήτρια καταφέρνει μέσα σε αυτή την άγρια πραγματικότητα να αντισταθεί με τα υλικά της ποίησης, όπου χαρίζουν ομορφιά μέσα στην ασχήμια, φως μες στο σκοτάδι. Ναι, είμαστε καταδικασμένοι, αλλά μπορούμε να εφεύρουμε τρόπους άμυνας. Γράφει:

Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν τον πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό

Να μια καίρια αντίσταση μέσα στην μιζέρια. Εδώ ο ποιητικός λόγος είναι φορέας ελπίδας. Παρατηρώ πως στα περισσότερα ποιήματα της Τζίκα το μητρικό ένστικτο διανθίζει τους στίχους με μια θέληση για ζωή που δίνει την αίσθηση ότι έχουμε ακόμα δυνάμεις να πολεμήσουμε τον θάνατο. Το σύμβολο της γέννησης, της νέας αρχής, δυναμιτίζει τα ποιήματα:

Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι,
τεντώθηκε πάλι,
παιδί,
χαϊδεμένο από την καθάρια αφή
της ψυχής μου,
μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό
της αγκάλης.

Την κράτησα
μικρό θεμέλιο του στήθους μου,
της εξιστόρησα με ανακούφιση
τον ανύπαρκτο χρόνο
την ατελεύτητη μητρότητα.

Σπουδαίοι στίχοι μιας εμπνευσμένης ποιήτριας. Κι ας πρόκειται για την πρώτη της συγγραφική δουλειά. Με ενδιαφέρει όταν διαβάζω ένα βιβλίο να διακρίνω την προσωπική φωνή του δημιουργού. Την ιδιαίτερη εκείνη ματιά πάνω σε πράγματα ήδη γνωστά, αλλά κοιταγμένα με άλλο τρόπο. Πάνω σε αυτό συνεχίζει να υπάρχει η τέχνη σήμερα, όπου λέγεται ότι όλα έχουν ειπωθεί. Διαφωνώ. Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχουν πάντα διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος. Εξάλλου τι είναι η τέχνη παρά να μας φανερώνει κρυφές πτυχές των αισθημάτων μας τα οποία τα νιώθαμε αλλά δεν μπορούσαμε να τα εκφράσουμε; Διαβάζοντας τα ποιήματα Άσχημες γυναίκες, (έναν ύμνο στις αφανείς εκείνες γυναίκες που περνούν απαρατήρητες, σαν φαντάσματα και που η ποιήτρια τις εξευγενίζει, γιατί εστιάζει στην ψυχή και όχι στην παραπλανητική εξωτερική εμφάνιση), η Φυσική εντελέχεια της ματαιότητας, (με τον υπέροχο στίχο: δεν έχω προοπτική να γίνω πάλι φύλλο, να επιλέξω ένα αιωνόβιο κλωνάρι, να πρασινίσω το άχρωμο σύμπαν, αψηφώντας την άδικη φύση του) ή την Προδοσία, διακρίνω πως η Τζίκα κατάφερε να με κάνει να δω μέσα από το δικό της βλέμμα έναν ιδιαίτερο κόσμο, που υπάρχει δίπλα μου αλλά παρέμενε κρυφός. Αυτή είναι η μαγεία της αληθινής ποίησης. Και η Τζίκα γνωρίζει τον τρόπο να παραμένει βιωματική αλλά χωρίς να χάνεται μέσα στο απόλυτα προσωπικό της σύμπαν:

Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήρεμα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

Ο Λάουθ πίστευε ότι το ποίημα είναι καθρέφτης ο οποίος, αντί να αντικατοπτρίζει τη φύση, απεικονίζει το άδυτο νου του δημιουργού του. Ο ποιητής αντικατοπτρίζεται μέσα στους στίχους του, γυμνώνεται και αναδύεται στο φως της αλήθειας που πρεσβεύει. Απαξιώνει την περιγραφικότητα, δουλεύει με υλικά που παραλλάσουν την πραγματικότητα, μεταδίδει νοήματα που έχουν αποσιωπηθεί. Αφομοιώνει τη ζωτικότητα ενός ξεχασμένου χώρου για να επιστρέψει στις ρίζες της μνήμης, δουλεύοντας προσεκτικά, όπως ένας μινιατουρίστας που σμιλεύει στωικά για να δημιουργήσει μια εικόνα. Το ποίημα δρα κατασταλτικά στην συνειδητότητα των ορίων, εξυψώνει τον άνθρωπο, τραγουδά την τύψη δίχως φόβο για συνέπειες, νηφάλια αγκαλιάζει όσους έπαιξαν και έχασαν. Η κορύφωση του ποιήματος είναι η ίδια του η πλοκή, ένα ταξίδι που καταλήγει στο αρχέγονο ρόλο του ποιητή να μιλά απλά και αληθινά και με την δύναμη της γλώσσας του να επιμένει στην επικοινωνία ακόμα κι αν δεν υπάρχει αποδέκτης. Το σάστισμά του αυτό, όταν βρίσκεται παρόν στην αναδημιουργία των πνευματικών του υλικών, προέρχεται από την συνειδητοποίηση της ρευστότητας της ζωής αλλά και από το κλειδί που κρύβεται στο λόγο του για να ξεκλειδώσει με συνέπεια, μες στη δημιουργία, το χαμένο υλικό της υπόστασής του. Ενάντιος της υπεραπλούστευσης γίνεται ο υμνωδός μιας λυρικής γλώσσας, μακριά από τις ασημαντότητες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται λοιπόν για το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο και το αντίθετο, πως ο κόσμος οριοθετείτε μέσα από την δική μας πνευματική καλλιέργεια. Η θεωρία ενός βλέμματος που καλλιεργείται σταδιακά και γίνεται παρακαταθήκη μιας προσωπικής θεώρησης των πραγμάτων. Διαβάζουμε ποίηση γι΄ αυτό ακριβώς τον λόγο. Για να αντλήσουμε δυνάμεις του φανταστικού σ΄ ένα απέραντο μηχανισμό ποιητικών γεγονότων που θα μας δώσουν τη σιγουριά ότι μπορούμε μέσα από το σκοτάδι να αντλήσουμε φως. Η Μαρία Τζίκα, με αυτή την πρώτη της συλλογή μας χαρίζει άπλετο φως μες στο σκοτάδι. Ένα βιβλίο ποίησης που αξίζει να προσεχθεί.

 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος vakxikon.gr, Μάρτιος 2016

Ελαττωματικό χώμα, ποίηση, Μαρία Τζίκα, εκδόσεις Το Κεντρί 2015

Πριν από λίγο καιρό διαβάσαμε το βιβλίο της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Το Κεντρί». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα άλλοτε ερωτικά, άλλοτε κοινωνικά και άλλοτε υπαρξιακά προσπαθώντας πάντα, αλλά και καταφέρνοντας τις περισσότερες φορές να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα ποιήματα της Μαρίας Τζίκα έχουν μια απαισιόδοξη υφή. Αφήνουν μια πικρή γεύση στο τέλος. Είναι σαν η ποιήτρια να διαπιστώνει μια κατάσταση, όπου η ίδια νιώθει πολύ αδύναμη για να την επηρεάσει.

Στα ερωτικά της ποιήματα η Μαρία Τζίκα περιγράφει την ασυνεννοησία, που πολλές φορές υπάρχει στις σύγχρονες ερωτικές σχέσεις με ωραία, ποιητικά σχήματα λόγου: «Φίλησε με, / σε φιλώ, μου απαντάς, / μα ακουμπάς σκέψεις μπερδεμένες στα χείλη.»

Στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» συναντάμε και ορισμένα ποιήματα κοινωνικού προβληματισμού. Η ποιήτρια ταυτίζεται με τον τρελό του δρόμου, λέγοντας αλήθειες, που οι άλλοι δεν θέλουν να καταλάβουν: «Ίσως κάποια ημέρα / στον ίδιο δρόμο / λιθοβολήσουν το στόμα μου, / από φόβο / μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.»

Ένα ποίημα, που ξεχωρίσαμε από τη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, είναι «το σπίτι», όπου η Μαρία Τζίκα αναφέρεται στη γιαγιά της, που έχει πλέον φύγει από τη ζωή. Η ποιήτρια με μια άκρως συγκινητική διάθεση θα γράψει για το σπίτι της γιαγιάς της: «Είναι θλιμμένο το σπίτι σου, / σε περιμένει ακόμη, / γιατί από θάνατο δεν ξέρει. / Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους / οι άνθρωποι που λείπουν.»

Υπάρχουν στιγμές, που η ποιήτρια γίνεται σκληρή, για να καλμάρει, όμως, στο τέλους του ποιήματος. Στο ποίημα «Οι φίλοι μου», η Μαρία Τζίκα, φανερά επηρεασμένη από την Κατερίνα Γώγου θα γράψει: «Οι δικοί μου φίλοι / ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης», για να καταλήξει, όμως, ότι: «Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν / δεν υπήρξαν ποτέ, / είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια.»

Στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα», υπάρχουν και ορισμένα ποιήματα, που είναι δυσνόητα καθώς η ποιήτρια παρασύρεται σε υπερρεαλιστικούς λαβύρινθους, όμως, τα ποιήματα αυτά είναι λίγα και δεν χαλάνε την γενική εικόνα της ποιητικής συλλογής.

Κλείνοντας αυτό το μικρό μας ταξίδι στην ποιητική συλλογή της Μαρίας Τζίκα «Ελαττωματικό χώμα» συμπεραίνουμε ότι η ποιήτρια έχει κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα στο χώρο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα βήματά της.

 

 

Ελένη Χωρεάνθη «Διάστιχο»

Ελαττωματικό χώμα τιτλοφορεί την πρώτη της, μάλλον, ποιητική συλλογή η Θεσσαλονικιά φιλόλογος Μαρία Τζίκα. Αν και εμφανισιακά η συλλογή της υστερεί: ουδέτερο, απρόσωπο εξώφυλλο, ως προς το περιεχόμενο έχουμε να κάνουμε με αξιοπρόσεκτη περίπτωση. Υπάρχει σταθερό υπέδαφος ως υπόβαθρο, συγκροτημένη, καλλιεργημένη σκέψη, ποιητική διάθεση και ικανότητα μετουσίωσης της καθημερινότητας σε ποίηση. Η ποιήτρια έχει δέκτες, ώστε να αντιλαμβάνεται την ποίηση των απλών πραγμάτων και να συνθέτει σύντομα περιεκτικά ποιητικά σύνολα, με κυρίαρχο στοιχείο τη γυναίκα:
Ακολουθώ την πλάτη της γυναίκας
που καταπίνει ο νυχτωμένος δρόμος,
(«Η γυναίκα με τα εκατό παιδιά»)
Επιστρέφω,
βαστάζοντας το αναζωογονημένο γήρας των αναμνήσεων
και το παιδί που κόβει την κλωστή
από το πόδι του ωραίου πεπρωμένου.
(«Ο απογευματινός ουρανός μου»)
Αλλά και τα παιδιά παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή και στην ποίησή της:
[…] Όταν κοιμούνται τα παιδιά μου,
Νιόβγαλτα των αναμνήσεων,
Αναπαύουν ξαφνιάσματα
Στη μητρική γη […]
(«Παιδικός ύπνος»)
Και σε άλλο ποίημα συνεχίζει το όραμά της σε χαμηλούς, πάντα, τόνους:
[…]
Τα παιδιά
μια μάζα από φίλια στοιχεία,
ένας πάνσοφος κορμός
με πτερωμένες τις φολίδες του,
πιάστηκαν
στο γονεϊκό πλέγμα μιας θεότητας,
η εναπομείνασα ύπαρξη
εκτινάχτηκε στις ατραπούς του χάους
κι έπεσε σαν κέρας
στη μεγάλη μύτη του άστρου
που θα πέθαινε για πάντα
φόρεσε τα μαλλιά της
ξάπλωσε μόνη
όπως κάθε μέρα
γιατί για εκείνη
ο κόσμος έλειπε από καιρό
και τίποτα στον χαλασμό του
δεν τον είχε αλλάξει.
(«Βιβλική ημέρα»)
Όπως και ο έρωτας, η απώλεια, τα καθημερινά συμβάντα που της δίνουν ερεθίσματα για ποιητική δημιουργία, όπως είναι κι ένα «Μικρό ερωτικό της αβύσσου»:
Αυτή η γη
που ανταμώσαμε
φαινομενικοί εραστές
σε ήμερα τοπία,
είναι το ανάποδο
της αβύσσου.

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

ΒΑΣΙΛΚΑ ΦΟΤ

 

 

 

1-βιβλιο

 

 

Η Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα γεννήθηκε στη Σόφια. Σπούδασε Γερμανική και Αγγλική Φιλολογία.. Είναι σύζυγος του συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, εγκατεστημένη μόνιμα στην Κύπρο από το 1976. Εργάστηκε ως Λειτουργός Τύπου για πολλά χρόνια στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών όπου επιμελήθηκε πολλές εκδόσεις στα γερμανικά, αγγλικά και βουλγαρικά.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Γουλιά αέρα», Λευκωσία, 1983, «Ζωή
που αναβλήθηκε» εκδόσεις «Μπαλκόνι», Σόφια, 2003, «Λέξεις από καρύδι», εκδόσεις «Πλάμακ», Σόφια, 2009 και «Η μοναδική λέξη», εκδόσεις «Περί λύχνων αφάς», Λευκωσία, 2010. Η ποιήτρια εκφράζεται ποιητικά τόσο στη μητρική της γλώσσα όσο και στα Ελληνικά. Η ίδια έχει κάνει την ανθολόγηση και το μεγαλύτερο μέρος των μεταφράσεων του ειδικού αφιερώματος στην Κυπριακή Λογοτεχνία του έγκυρου βουλγάρικου λογοτεχνικού περιοδικού «Πλάμακ», τεύχος 11-12, 2009.
Έγραψε θεατρική κριτική στις εφημερίδες «Φιλελεύθερος» και «Το βήμα» της Κύπρου, ενώ για πολλά χρόνια είχε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στην εφημερίδα Πολίτης. Μαζί με τον σύζυγό της συγγραφέα Χρίστο Χατζήπαπα έχουν μεταφράσει ποίηση, πεζό και θεατρικά έργα από τη βουλγαρική που παίχτηκαν από τη σκηνή του ΘΟΚ και του Σατιρικού Θεάτρου.

 

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ (2010)

 

 

«…μη προσδοκώντας πλούτη να δώσει η Ιθάκη
Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι
Χωρίς αυτή δεν θάβγαινες στο δρόμο»

Κ.Π.Καβάφης
 

 

 

ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Διάβαζε αργά τις λέξεις
γουλιά γουλιά
για να ’χουν χρόνο
σαν πουλιά
μες στο ψηλό δωμάτιο να πετάξουν.
Ξελιγωμένα, μετά από μπόρα,
από ταξίδι μακρινό
πάνω από χειμωνιάτικους γιαλούς
πετώντας
να βρίσκουν καταφύγιο στην κάμαρά σου.
Το κελάδημά τους στο ταβάνι θα ηχήσει
κι ήσυχα στον τοίχο θα κουρνιάσουν
έπειτα ώρα πολλή
μες στο σκοτάδι θα σιωπούν.

 

 

ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

Ξεραΐλα παντού κι αναβροχιά
Όρθια στ’ αλήθεια τα δέντρα πεθαίνουν.
Τα πουλιά πετούν μακριά
ο ουρανός παίρνει φωτιά
το χώμα γίνεται στάχτη.
Από σύννεφο ούτε σημάδι.
Στράγγιξε του φεγγαριού η άλως
και του πουλιού το τελευταίο δάκρυ.
Αργεί χρόνο και πάνω η βροχή.
Το σπουργίτι σε φυλλωσιά ξερή έχει πνιγεί.

Ξεραΐλα παντού κι αναβροχιά.
Και σκόνη, σκόνη, σκόνη!

Κύπρος 2006 – 2007

 

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ

Δεν αγάπησα όπως μπορούσα.
Δεν αγαπήθηκα όπως θα ‘θελα.
Δεν έχω βρει
τη μοναδική τη λέξη
τον ήχο τον μοναδικό
που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει.
Τη σκέψη τη μοναδική
που τον πυρήνα ξεκλειδώνει,
της ζωής.
Δεν έχω βρει
του αιώνιου τη διάφανη σφαίρα
που κάθε τι δικό μου
ζεστό, σπαταλημένο,
σε δάκρυ κρυστάλλινο μαζεύει.

 

 

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Δεν κατανοούμε μήπως
και δε δεχόμαστε το τέλος
την έκρηξη εκείνη τη μικρή
που τον πυρήνα σπάζει
του θαύματος
της ζωντανής μας ύλης;

Έτσι τάχα διαφέρουμε
από τ’ άστρα
που σβήνουνε σε τροχιά
στη σιωπή
ή τους σπινθήρες
που κυλά αδιάφορα
ο άνεμος
στα ρείθρα των λεωφόρων;

Ή τέλος μοιάζουμε
με τις πυγολαμπίδες
που εν πτήσει χάνονται
μες στο σκοτάδι;

Και στάζει του φωτός
το κάλυμμα νεκρό
πάνω σε ξεραμένα φύλλα
και βότανα καμένα. 

 

 

ΣΑΝ ΜΕ ΒΑΛΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΗ

Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.

 

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Είναι ίσως η αγάπη
εκείνος ο νεκρός πλανήτης,
αστέρι
που έσβησε κρυφά από μας
εδώ κι εκατομμύρια έτη φωτός.

Και η λάμψη του σ’ εμάς
απατηλά
ακόμη ταξιδεύει;

 

 

ΝΑΙ, ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΝΑ ΖΗΣΩ

Ναι μπορώ και με τη θλίψη να ζω
αφού μέχρι τώρα έτσι έχω ζήσει.
Να μάθω πιο ελαφρά να ανασαίνω
να κρύβω τον τραχύ μου φόβο
να διδάσκομαι αργά τη μη προσμονή
ακούγοντας το ρίγος του κορμιού.
Κι όσο για τους άλλους
καλοσύνη να δείχνω κι αποδοχή.
Ναι, μπορώ και έτσι να ζήσω.

 

 

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ

Μόνη της θα ξυπνήσει
από το δεύτερό της ύπνο
η κοιμωμένη καλλονή.
Ο αγγελιαφόρος
της έφερε κακά μαντάτα
θα δικαστεί γι’ αυτό
και θα πεθάνει.

Ναι, ο πρίγκιπάς της είναι μακριά.
Πήγε να ξυπνήσει
κάποια άλλη
κοιμωμένη καλλονή…

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σαν με ξεβγάλει η ρουφήχτρα
σε κάποια φθινοπωρινή ακτή
με σώμα κατάκοπο
μάτια σβησμένα
δε θα ξαναβρώ δυνάμεις
να ριχτώ αντίθετα στο ρέμα.

Θα μείνω στην ακτή
το άλικο ρεμβάζοντας της δύσης
ενώ θα σβήνουν
άτακτα τα φώτα
στα βλέφαρα των οριζόντων.

 

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

Σουρούπωσε.
Άναψαν των αστεριών οι δάδες.
Κι εγώ μες στο λαβύρινθο
μονάχη προχωρώ
μες στις ξερολιθιές.
Την πλάτη ακουμπώ στον τοίχο
ψηλαφώ ψιθυριστά.
Πότε από το χέρι μου
έπεσε το νήμα
και χωρίς τον Θησέα
πλανώμαι στο σκοτάδι.
Μπροστά δεν ξέρω και πίσω δεν μπορώ.
Δεν βρίσκω ηρεμία.
Μες στο λαβύρινθό μου έχω χαθεί.
Κι ο τοίχος δίπλα μου
όλο και ψηλώνει
βλαστάνοντας λες από τη γη.

 

 

ΓΡΑΦΕΙΣ

Μήπως με λέξεις πρέπει να γεμίσεις
μιαν ανεπάρκεια ασύλληπτη –
κάτ’ απ’ τα πόδια σου
χαίνον κενό;
Γράφεις, όλο γράφεις
ρίχνοντας μέσα λέξεις
γράμματα, ήχους…

Τι βάραθρο να ‘ναι αυτό;

 

 

ΧΙΟΝΟΣΤΙΒΑΔΑ

Ξυπνώ μέσα σε εύθραυστη σιωπή.
Απ’ το παράθυρο
του φεγγαρόφωτου γλιστρούν
χιονοστιβάδα οι λέξεις
γύρω απ’ το κεφάλι μου
μαζεύονται
με τους ψιθυρισμούς τους με σκεπάζουν.
Κι εγώ με χέρια και με πόδια μάχομαι
για λίγο αέρα.
Μα σαν αρχίσω να τις γράφω
γαληνεύουν
και στο λευκό χαρτί μπροστά μου
ήσυχα κι ωραία.
αρχίζουν να μιλούν.

 

 

Ο ΑΔΗΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

Επαίτης δεν είμαι εγώ
στις παρυφές του θρόνου.
Αφού τον βασιλιά τον έχω στέψει εγώ
και σαν θελήσω
από το χρυσό του βάθρο
αυτός θα πέσει
με ελαφριά σπρωξιά
στη μαύρη λησμονιά του Άδη.

 

 

ΑΤΙΤΛΟ

Στη Ντάνκα

Τι να περιμένει τάχα

αυτή η παράξενη γυναίκα
νύχτες και μέρες
στην κάψα, στη βροχή
κοντά εκεί
στην τελευταία στάση.
Τι να περιμένει
η χλομή τούτη γυναίκα
με μάτια υγρά;
Από τα μέρη ετούτα
δεν περνά κανένας πια.

Περιμένει όμως αυτή
κι εγώ κρυφά ακολουθώ.
Τι άλλο τάχα ν’ αναμένει
μου ναι αδύνατο να φανταστώ.

 

 

ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΟ

Η γαλήνη
ρέει αργά στη φλέβα
και χαϊδεύει τις αισθήσεις.
Με την όπισθεν, σαν τα καβούρια
υποχωρούν οι φόβοι, η ταραχή.
Σκέψεις αγκαθερές
χαρές φαρμακωμένες
φεύγουνε σαν καπνός θαρρείς
από την καμινάδα.
Κι εγώ να μπαίνω στον άσπρο κήπο
της σιωπής και των σκιών
κι αφήνοντας εκεί τα βάρη
παίρνω δρόμους φωτερούς γαλήνιους.
Όλο και πιο σιωπηλά
λες από μακριά
ο χρόνος την καμπάνα του χτυπά.

Κι εγώ αδιάφορα να παρακολουθώ
πώς μέσα στον σύντομο μου ύπνο
για μένα σαν αστείο ακόμη
ύπαρξη και ανυπαρξία δουλεύουν.

 

 

ΕΓΝΟΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

Εσύ, εωθινό καθάριο δάκρυ
γιατί τόσο νωρίς να με ξυπνάς;
Η δρόσος στάζει απ’ τα λουλούδια.
Λάλησαν τρεις φορές οι πετεινοί.
Πού άραγε ν’ αργεί το φως;
Ξέρω: Και σήμερα
θ’ αποχωρήσει το σκοτάδι
θα λάμψει η μέρα.
Και σήμερα μεγαλόπρεπα πυρρός
θα κυλήσει στον αναμμένο θόλο
ο ήλιος.
Θα ξεχυθεί και πάλι
η συμφωνική του μουσική
με ακτίνες άλικες.
Χορωδία ποικιλόχρωμη
φωνές ευφραντικές
από παντού θα ηχήσουν.

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ

Νοστάλγησα τη βροχή
Και την υγρή σκιά της.
Τον αέρα που φωτίζει.
Της βαλανιδιάς την ευωδιά
και των κουκουναριών.
Το φως που
από τα φύλλα
της λεύκης κυλά.
Τις σταγόνες στο μέτωπο
που κουβαλούν της λήθης δροσιά.
Την πάχνη του φθινοπώρου νοσταλγώ
την ανάσα του παγωμένου λιβαδιού.
Τη νοσταλγώ και την προσμένω.
Εκείνη τη βροχή.

 

 

ΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Με περιμένουν κάπου
με μάτια άρρωστα, ασχημάτιστα, άδεια.
Μέλλον παγωμένο.
Απρόσιτος τοίχος, παγερός.
Η ανάσα πάνω του κολλά.
Και στέκομαι εγώ
με νιφάδες χοντρές σκεπασμένη
σαν συγχώρεση ή λησμονιά.

Τριγύρω όλα καθαρά.
Εγκαταλελειμμένα.

 

 

«Στιγμή που έκλεισε την είσοδο της
προς την έξοδο της μας καλεί…
Πίσω μένει η ανάμνηση μονάχα
σκόνη το νερό, υγρό η πέτρα»

Γκεόργι Κοσταντίνοβ

 

 

ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ ΚΑΡΥΔΙ

Τις άγραφές μου λέξεις
μάζευα ολημερίς
τις έκρυψα
σε φλούδες καρυδιού.
Ήρθε το απόγευμα
το ξανασκέφτηκα.
Τις κρέμασα στην καρυδιά.
Μα ήρθανε κόρακες τη νύκτα
αρπακτικά
και το πρωί
μήτε τσόφλια βρήκα
μήτε λέξεις.

Τώρα θα τις φροντίζουν
ο άνεμος κι η μπόρα.
Και στο στερέωμα τ’ ουρανού
με καρυδότσουφλα
θα γράφουν
τους τρυφερούς μου στίχους.

 

 

ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙΣ…

Να μιλήσεις θέλεις.
Των λέξεων που πονάν
το γκρίζο περιτύλιγμα
να σκίσεις.
Χτυπάς σε πόρτες διπλανές
μα τη φωνή σου δεν ακούν. γης
σε βάζο διάφανο
τις χύνεις σε ποτήρια έπειτα
σαν δάκρια παγωμένα.
Τη μέρα με γουλιές μικρές
τις πίνεις
το αφέψημα πικρό.
Και κάποτε τη νύχτα
από σταγόνες που σπιθίζουν –
στίχους
από κρυστάλλους κοφτερούς
αραδιάζεις στο χαρτί.

 

 

ΜΠΑΛΤΣΙΚ*

Μακριά μέσα στη θάλασσα
ο ήλιος άνοιξε το μοναδικό χρυσό του βλέφαρο.
Μαγεμένος ο πράσινος λόφος
στις μύτες σηκώνεται
να δει τον ορίζοντα.
Σμήνη γλάρων με κέρινα φτερά
ξυπνούν τον ψιθυρισμό
καταρρακτών που σίγησαν.
Πάνω από πίθους αρχαίους
δειλά στριφογυρίζουν
στον ασημένιο αέρα
οι μέλισσες.
Κι ο φλοίσβος ζεστός
τη στερνή ανάσα των κυμάτων
γυροφέρνει.

Και κάπου μακριά
στης όχθης την τεφρή γραμμή
μια γυναίκα περπατά.
Λες
σαν σκύλο
τη μοναξιά της
σεργιανά.

* Παράκτια πόλη της Βουλγαρίας, γνωστή για την ομορφιά και το ξακουστό ανάκτορό της.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Η ζωή μου – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσα να ζήσω.
Θέμα επιλογής…
Η ζωή σου – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσες να ζήσεις.
Θέμα επιλογής…
Η ζωή μας – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσαμε να ζήσουμε.
Η ζωή σας – μια απ’ τις πολλές.
Πάντα θέμα επιλογής.

Τώρα πια σε μονοπάτι χωρίς σταυροδρόμι.
Και χωρίς δικαίωμα επιλογής.

 

 

«Κάτω από τα χόρτα της πόλης μου πλαγιάζω…»

 

 

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Έρχονται κάποτε στιγμές –
αγωνίες, ταλαντεύσεις
βαθιές, σουβλερές
αποκαλύψεις.

Στο πάτωμα κάτω
κομματάκια αμέτρητα συντριμμένος
ο καθρέφτης
του εαυτού σου.

Εσύ από πάνω του
κομματάκι κομματάκι
μαζεύεις
μα είναι η εικόνα στρεβλωμένη.
Με ματωμένα δάκτυλα
μαζεύεις ξανά
τη μορφή σου.

 

 

ΛΕΞΕΙΣ ΜΝΗΜΕΣ

Ανεπανόρθωτα λοιπόν σας εγκατέλειψα
εσάς που πιο μοιραία έχω αγαπήσει.
Εσάς τάχα που καταδίκασα σε λήθη;
Και τώρα μες στον τραχύ μου στίχο σας γυρεύω..

Περνούν οι μέρες σαν σκιές ξυπόλυτες,
δεν κλαίω, δεν φωνασκώ, μήτε τον ουρανό καλώ.
Μνήμες αβέβαιες, λέξεις που τρεκλίζουν
την καρδιά με νύχια ξύνουν μυτερά. 

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Η βαλίτσα περιμένει.
Πόσα όμως πράγματα να βάλω
που δεν μπορώ να στερηθώ.

Μπορώ τάχα να πάρω της πασχαλιάς τις ευωδιές
τον ουρανό που κάτω του μεγάλωσα
τις καταπράσινες πεδιάδες
των αδέκαστων βουνών τα ύφη,
και τους ανθρώπους
που μοιραζόμασταν μαζί τη θλίψη;

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Να όμως που σε παίρνω –
καθρέφτισμα στο δάκρυ,
μ’ εκείνα τα μικρά αιμοσφαίρια
με τα οποία αναπνέω.
Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.

 

 

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Πού τάχα να πηγαίνει ο χρόνος
σα σβήνουνε τα φώτα των στιγμών
και την ουρά του αιθέρια παρασύρει
το παρελθόν
που λέγεται ζωή;

Μπορεί και σαν ακτίδα αόρατη
ή και δόνηση πραϋντική
το εύθραυστο να διαβαίνει τείχος
εκεί που η ανάσα μας παγώνει;

Και ύστερα αναστοιχίζεται
με τη σειρά,
με μεγαλείο
και πόνο
περιμένοντας εκεί
να τον προφτάσουμε;

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ

Υγρό κολλά το σκοτάδι.
Με φωτοστέφανο θολό
λάμπει η σελήνη.
Λευκή ομίχλη, ευωδιαστή
το ξερό χορτάρι
ανασταίνει.
Χαδιάρα νύχτα.
Η μυρωδιά του κάμπου
μες στα μαλλιά φωλιάζει.

Και μόνο ο φωτισμένος δρόμος
της ασφάλτου
προς τον νηφάλιο κόσμο
ανυποχώρητα τραβά.

 

 

Ποιήματα για τη μητέρα

 

 

III. ΣΚΟΙΝΕΝΙΕΣ ΣΚΑΛΕΣ

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

Χαμογελώντας εσύ
με περιμένεις
στο λευκό μονοπάτι
να μου διηγηθείς
πώς γίνανε όλα τούτα.
Πώς η εστία μας έσβησε
και το κενό μας κοιτάζει
μ’ ασπρισμένο μάτι;
Πώς οι κάμαρες γέμισαν
πτώματα πεταλούδων
σκονισμένα
κι η σκόνη τους
πασπαλίζει τα κεφάλια μας;

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

 

 

V. ΜΑΥΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ξύνω με το νύχι
την ανθρώπινη πληγή
που έχει επουλώσει
μέσα στην ψυχή
και φέρει το όνομα αιωνιότης.

Αιμοσταλάζει
μέσα μου ο κόσμος.

 

 

VI. ΑΚΟΥΜΠΗΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ακούμπησα το θάνατο
με μουδιασμένα δάκτυλα.
Δεν ήταν πυρά
δεν ήταν πάγος
μήτε φωνή ήταν
μήτε κτύπημα.
Απλώς μια ρουφήχτρα σιωπής.

Τα δάκρυα μου κυλούσαν
στο τραχύ τίποτε
της απουσίας
και πέφτανε στη σκόνη
λάσπη.

 

 

VIII. ΘΛΙΨΗ

Η θλίψη πέφτει –
διάφανες σταγόνες
στο παγερό ένδυμα της μέρας.
Σβήσαν τα μάτια σου.
Μακριά σπινθηρίζουν τ’ αστέρια
στον παρατεταμένο
αποχαιρετισμό μαζί σου.

Χύθηκε η μέρα με τα δάκρυα
και κάπου στο σκοτεινό αχανές
χτυπά, κόκκινη
η καρδιά του σύμπαντος.

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Κατά Άντερσεν

Μας εγκαταλείπουν
οι ορφανεμένες ελπίδες,
μαραίνονται οι μεγάλες προσμονές μας.

Κατακερματίστηκε το μέλλον
σε κομμάτια σκορπίστηκε
σαν τον κυρτό καθρέφτη
όπου μέσα αντανακλούσαμε τον ήλιο
τον δίκαιο.

Κάποιοι χαίρονται ακόμη
τα θραύσματα
που επωφελώς τους περιβάλλουν.
Άλλοι ματώνουν τα δάκτυλα
για να τα αποσπάσουν
από το στρεβλό σώμα του καιρού
όπου είναι σφηνωμένα.

Είναι κι αυτοί
που τρίβουν τα μάτια
ίσως εκβάλουν με το δάκρυ
του καθρέφτη τη σκόνη
που παραμορφώνει τον κόσμο.

Και μονάχα ο διάβολος
επιστρέφει ξανά
στο παραμύθι.

 

 

ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑΣ

Ιεροφάντη δυνάμεων και μορφών
που μες στα χέρια σου διαλύονται
σαν από ρέμα φαγωμένος ασβεστόλιθος,
πλάθεις μορφές και σχήματα
κωφεύοντας
στα υποβρύχια ρεύματα της εποχής.

Σε φοβίζουν ταραχώδεις άνεμοι
κατολισθήσεις πάγων
του πλήθους η καυτή ανάσα.

Ίσως γι’ αυτό
η ρωγμή στο σμιλεμένο έργο
περνάει τώρα απ’ την καρδιά σου.

 

 

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

Να διαβάσω τη χιλιοχρονίτικη
γλώσσα των χόρτων
και εκείνων των ριζών
που σκαλίζουν το βάθος
στην καθημερινή τους πάλη
με την δίψα.

Στις πέτρινες βαριές αυλές
να γυρέψω σκιά
να βολέψω την ελπίδα
κοντά στους άσπρους τοίχους της υπομονής.

Σπίτι να χτίσω
στον κρατήρα
κατ’ απ’ τα διασταυρούμενα πυρά
των τουφεκιών.

Από τον τόπο μου
τόσο μακριά
να διδάσκομαι
μίσος κι αγάπη.

 

 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Όταν το βράδυ σα φτερά πεταλουδίσια
κάτ’ από τις λάμπες εφημερίδες κιτρινίζουν.

Όταν αμέτρητοι σταθμοί με φωνές βραχνές
τον Πύργο της Βαβέλ επαναρχίζουν.

Όταν η κλειστή πόρτα
των τεσσάρων τοίχων
τις τρεις διαστάσεις χαράξει.

Τι περιμένεις;

Στα ενυδρεία του αλκοόλ πωλείται ανεμελιά.
Τρέχα. Μονάχος ανάσυρέ την
από το λάρυγγα των σαξοφώνων.
Η μέρα θα ’ναι μεγάλη.

Η μνήμη της καρδιάς χτίζει τον κόσμο.
Πάρε από το ρεύμα πέτρες, τις πιο λείες.
Η μέρα θα ‘ναι μεγάλη.

 

 

ΛΕΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Κάπου στο ξυλιασμένο δειλινό
κάπου μες στην τυφλή νυχτιά
περιπλανιέται η σκιά μου.

Δεν άπτεται του ονείρου των πραγμάτων
δεν ακουμπά στην κόψη του ανέμου
κάπου η σκιά μου.

Κάποτε μες στα χρωματιστά χαμόγελα της μέρας
το λευκό χαμόγελό μου κάποιος διακρίνει.
Και μπρος στην αμίλητη βαθιά ερημιά
τρομαγμένο βλέμμα αποκλίνει.

 

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ έγραψε

Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος 10/3/2016

Περί νόστου πατρίδος και έρωτος

Η ποίηση της Βασίλκας Χατζήπαπα, όπως τουλάχιστον τη γνωρίσαμε στα κυπριακά γράμματα, από μόνη της – apriori – συνιστά ένα διπλό επίτευγμα. Και αυτό έγκειται στο ότι: α) παρά το γεγονός ότι έχουμε να κάμουμε με μια ποιήτρια που δεν γράφει στη μητρική της γλώσσα, β) παρά το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια ιδιαίτερα ολιγράφο, το έργο της συνολικά χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ομοιογένεια, αισθητική, θεματική και υφολογική.
Τόσο στην πρώτη ποιητική συλλογή της «Γουλιά αέρα» (1983), όσο και στην υπό αναφορά δεύτερη συλλογή «Η μοναδική λέξη» του 2010, η Β.Χ. δημιουργεί μια ποίηση βαθιά αισθαντική, ιδιαίτερα χαμηλόφωνη, υπογείως εσωτερική και γενικά μια γλυκιά γαληνεμένη ποίηση ωριμότητας. Μεταξύ των δυο κυπριακών συλλογών βέβαια, μεσολάβησαν δυο βουλγάρικες ποιητικές συλλογές- «Ζωή που αναβλήθηκε» (2003) και «Λέξεις από καρύδι» (2004) – για τις οποίες δεν μπορούμε να έχουμε γνώση και γνώμη. Υποθέτουμε όμως ότι νομοτελειακά, η ποίηση της Β.Χ., τόσο στα βουλγάρικα όσο και στα ελληνικά, ακολουθεί την ίδια νοηματική, αισθητική και θεματική γραμμή. Και μάλλον κάποια ποιήματα θα συνυπάρχουν και στις δυο γλώσσες. Ασχέτως του ποια γλώσσα ήταν η γλώσσα της πρώτης γραφής τους, τα ελληνικά ή τα βουλγάρικα.
Στη συλλογή «Η μοναδική λέξη» η δεσπόζουσα θεματολογία της Β.Χ. χαρακτηρίζεται από ένα διπολισμό, νόστος πατρίδας, ο πλέον ισχυρός πόλος και έρωτας, ο έτερος βασικός πόλος. Όμως η Β.Χ., είτε πραγματεύεται τη νοσταλγία για την ιδιαίτερή της πατρίδα, είτε πραγματεύεται το προσφιλές θέμα του έρωτα, γράφει ποιήματα βαθιά ενδοσκοπικά, που ξεκινούν από μέσα της. Αφού τα πιο πολλά ερεθίσματά της είναι εσωτερικά, εκκινούν από τον ψυχικό, το συναισθηματικό της κόσμο.
Από το νόστο πατρίδας είναι διάχυτη ολόκληρη η συλλογή της Β.Χ., ακόμα και σε ποιήματα που δεν ανήκουν αμιγώς σε αυτή τη θεματική. Το θέμα αυτό έρχεται και επανέρχεται συνεχώς, πότε ευθέως και πότε πλαγίως, αλλά πάντοτε ελαυνόμενο από μια βαθιά εσωτερικότητα. Θεωρώ ότι την πλέον επαρκή συμπύκνωση της έννοιας του νόστου πατρίδας πέτυχε η Β.Χ. στο ποίημα «Κάτω από τα χόρτα της πόλης μου πλαγιάζω» (σελ.85) όπου λέει: «Έχω κουραστεί, στον ύπνο μου να φεύγω / με την αυγή να επιστρέφω».
Αλλού πάλι, στο ποίημα «Όχι, δεν είν’ αλήθεια» (σελ.95), με ιδιαίτερη ευστοχία παρομοιάζει τους νοσταλγούντες την πατρίδα, «Όπως το δέντρο που γερνά / που με τα χρόνια όλο και πιο χαμηλά / στις ρίζες γέρνει».
Μένοντας στην ίδια θεματική, θα έλεγα ότι η Β.Χ. ντύνει με όμορφα, νατουραλιστικά χρώματα τις αναμνήσεις από την ιδιαίτερη της πατρίδα. Κι αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτο στα ποιήματα «Μεταφυτευμένη» (σελ.36) και «Νοσταλγία βροχής» (σελ.59). Τα ίδια νατουραλιστικά αλλά και ιμπρεσιονιστικά στοιχεία εντοπίζονται και στο ποίημα της «Μπαλτσίκ» (σελ.71)
Περνώντας στο δεύτερο βασικό θεματικό πυλώνα στην υπό αναφορά ποιητική συλλογή της Β.Χ., τον έρωτα, θα έλεγα ότι αυτός, κατά κύριο λόγο, τυγχάνει λογοτεχνικής-ποιητικής επεξεργασίας ως πεπερασμένο, τετελεσμένο γεγονός, σε φθίνουσα πορεία ή ως ανάμνηση παλιά. Όπως π.χ. στο ποίημα «Ο νεκρός πλανήτης» (σελ.25), το οποίο και παραθέτω ολόκληρο: «Είναι ίσως ο έρωτας / εκείνος ο νεκρός πλανήτης / αστέρι / που έσβησε κρυφά από μας / εδώ κι εκατομμύρια έτη φωτός. / Και η λάμψη του σ’ εμάς / απατηλά / ακόμη ταξιδεύει;».
Ο έρωτας τυγχάνει ποιητικής πραγμάτωσης σε παρελθόντα χρόνο ακόμα και στο ποίημα: «Λέσβος» (σελ.52), όπου και με έντονα στοιχεία ποιητικής, η Β.Χ. με δηκτικότητα και ευκρίνεια, ψέγει τους διαβολείς, τους διαστροφείς, τους διαβρωτές του έρωτα αλλά και εκείνους που τον εκχυδαΐζουν και τον εμπορεύονται.
Παρά τους παρελθόντες χρόνους που κατά κόρον χρησιμοποίησε στα ερωτικά ποιήματά της, η Β.Χ. δεν χάνει την πίστη της στον έρωτα. Π.χ. στο ποίημα «Μαγικός άνθρωπος» (σελ.56) τραγουδά τη μαγεία ν’ αγαπά κανείς και ν’ αγαπιέται, παρουσιάζοντας τον ν’ αποκτά έτσι υπερφυσικές ή μεταφυσικές και εξωγήινες δυνατότητες.
Αν και στα πλείστα ερωτικά ποιήματά της, ο έρωτας είναι κυρίως ανάμνηση και σπανίως προσδοκία, στη συλλογή εντοπίζεται και αναλόγου προοπτικής ποίημα, που είναι το «Ελπίδα» (σελ.100)
Ως κριτική επισήμανση θα ήθελα να σημειώσω ότι, κατά την άποψή μου, στα υπαρξιακά, φιλοσοφικά ποιήματα της Β.Χ. η αισθητική καταξίωση είναι, κατά κανόνα, ασθενέστερη απ’ ότι στα ερωτικά ή στα νοσταλγικά για την ιδιαίτερη πατρίδα ποιήματά της. Συγκριτικά πιο εύστοχη όσον αφορά πάντα την αισθητική καταξίωση, μένει και στα ποιήματα ποιητικής. Στα τελευταία συγκαταλέγω τα ποιήματα «Λέξεις από καρύδι» (σελ.65) και «Να μιλήσεις» (σελ.66). Στοιχεία κυνισμού, έντονα συνυφασμένα με ευδιάκριτα ψήγματα ποιητικής εντοπίζονται και στο ποίημά της «Γράφεις» (σελ.42) που παραθέτω ολόκληρο: «Μήπως με λέξεις πρέπει να γεμίσεις / μιαν ανεπάρκεια ασύλληπτη – / κατ’ απ’ τα πόδια σου / χαίνον κενό; / Γράφεις, όλο γράφεις / ρίχνοντας μέσα λέξεις / γράμματα, ήχους… / Τι βάραθρο να’ ναι αυτό;».
Καίρια κρίνω τα πολύ ευσύνοπτα, ακαριαία εύστοχα ποιήματα της όπως το «Αναμονή» (σελ.75) όπου μόλις μέσα σε οκτώ λέξεις, λέει: «Αναμονή – / εύθραυστο γυαλί / σε πολύβουη σιωπή».
Από τη συλλογή της Β.Χ. δεν ελλείπουν βεβαίως και τα κοινωνικά σχόλια, έστω κι αν παρατίθενται κατά τρόπο αλληγορικό. Π.χ. στο ποίημα: «Εγκυκλοπαιδικό» (σελ.24) που παραθέτω ολόκληρο: «Κι αν κατά τύχη δεν είσαι / λύκος μονήρης / μάθε πως / στην αγέλη των αρπακτικών / διόλου ασφαλής δεν είσαι / μπρος στα δόντια τα μυτερά / των διπλανών».
Μια από τις κορυφαίες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ομότιτλο της συλλογής ποίημα, όπου η Β.Χ. υμνεί το αίσθημα του ατελούς, της ελλιπούς πληρότητας: «Δεν αγάπησα όπως μπορούσα. / Δεν αγαπήθηκα όπως θα ήθελα. / Δεν έχω βρει / τη μοναδική τη λέξη / τον ήχο το μοναδικό / που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει». (σελ.13)
Ολοκληρώνω με το εξής: Ποίηση, παν’ απ’ όλα, σημαίνει καταγραφή συναισθημάτων. Το συναίσθημα καθοδηγεί και τη Β.Χ. σ’ όλες τις ποιητικές της αναζητήσεις. Τη σημαντικότητα αλλά και τη συμπαντικότητα του συναισθήματος συμπυκνώνει η Β.Χ. μέσα από ένα και μόνο στίχο, στο ποίημα της: «Πολιορκία» (σελ.138) όπου, ανάμεσα σ’ άλλα λέει: «Η μνήμη της καρδιάς, κτίζει τον κόσμο».
Η Β.Χ. με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της στα ελληνικά «Η μοναδική λέξη» αποδεικνύει πως με χαμηλούς τόνους, σεμνά υλικά και ανεπιτήδευτα συναισθήματα, μπορεί να γραφτεί αξιόλογη ποίηση.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ