Monthly Archives: Ιουνίου 2016

ΜΑΝΟΛΗΣ ΞΕΞΑΚΗΣ

1-ΦΩΤΟ

 

Ο Μανόλης Ξεξάκης γεννήθηκε το 1948 στο Ρέθυμνο Κρήτης. Το 1966 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε διαδοχικά ως καθηγητής φροντιστηρίου, ως διευθυντής ραδιοφωνίας της ΕΡΤ-2 Θεσσαλονίκης (1983-19869 και ως συνεργάτης διαφημιστικής εταιρίας. Από το 1982 έως το 1987 παρουσίαζε την εκπομπή «Ο κόσμος του βιβλίου» στη ραδιοφωνία της ΕΡΤ-2. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1971 και υπήρξε στενός συνεργάτης του περιοδικού «Το τραμ».

Κυκλοφόρησε τα εξής βιβλία :

Ο θάνατος του ιππικού (αφηγήματα, 1977),
Ασκήσεις μαθηματικών (ποιήματα, 1980),
Πλόες ερωτικοί (ποιήματα, 1980),
Κάτοπτρα μελαγχολικού λόγου (ποιήματα, 1987),
Πού κούκος, πού άνεμος (μυθιστόρημα,1987),
Σονάτα κομπολογιών (διηγήματα και μικρά πεζά, 2000).
Ποιήματα 1972-2006, (2008)

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα αγγλικά.

1-Untitled.FR12 - 0002

Για την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (1972-2006), ο κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής, Αλέξης Ζήρας, αναφέρει:
Πρόκειται για μια έκδοση που συνοψίζει την ποιητική πορεία τριανταπέντε χρόνων του συγγραφέα. Δεν είναι, όμως, η αναδημοσίευση των ποιητικών του συλλογών. Ο ποιητής θεώρησε τα μέχρι σήμερα δημοσιευμένα βιβλία του ως υλικό, πρόσθεσε πολλά νέα ποιήματα και ξανάπλασε τα παλιά, με σκοπό να δημιουργήσει μορφές ικανές να αντέξουν στο χρόνο.

Υπάρχουν τρεις θεματικές ενότητες στο βιβλίο.

Η πρώτη περιλαμβάνει: 7 Κορδόνια, που είναι εκτενή ποιήματα αρκετών σελίδων για συγκινήσεις διάρκειας, 17 Όνειρα, που είναι φωτογραφίες της ενύπνιας μνήμης, 10 Λημνίσκοι, που είναι στιγμιότυπα κοινωνικής κριτικής και τέλος, 8 Χρόνοι, αναφορές σε γεγονότα του παρελθόντος και η αντιμετώπιση τους από το σημερινό παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η δεύτερη περιλαμβάνει πρωτότυπα ποιήματα, σε φόρμες και μοντέλα μαθηματικών εννοιών που περιγράφουν κυρίως υπαρξιακά ερωτήματα. Είναι χωρισμένη σε βιβλία: -Βιβλίο αξιωμάτων, -Βιβλία αιτημάτων και ορισμών του Ευκλείδη, -Βιβλία θεωρημάτων και Βιβλία ασκήσεων και προβλημάτων. Οι ασκήσεις και τα προβλήματα συνοδεύονται από εικονικές λύσεις, που μοιάζουν με τις λύσεις των μαθηματικών προβλημάτων, μόνο που εδώ τα αντικείμενα δεν είναι σχήματα και οι αριθμοί, αλλά αισθήματα και προσδοκίες. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει τα ποιήματα της συλλογής Πλόες Ερωτικοί στη νέα ξαναπλασμένη μορφή τους, καθώς και, με μικρότερα στοιχεία, ολόκληρη την παλαιά, δημοσιευμένη πριν από 25 χρόνια, μορφή τους. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για σκηνοθεσίες που μηχανεύονται οι ερωτευμένοι για να αντιπαλέψουν τη συναισθηματική φουρτούνα εκείνων των σπάνιων στιγμών της ζωής μας. Τέλος, όπως και σε όλες τις ενότητες, υπάρχουν εκτενείς σημειώσεις και σχόλια Ποιητικής.

 

 

ΚΟΡΔΟΝΙΑ

 

Κορδόνι πρώτο: Αινίγματα και φύλλα

ΦΥΛΛΑ ΠΑΡΑΚΤΙΑ πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη,

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη—

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης! 

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η ρηνώδης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ’ το φραγγέλιο
του άγριου καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ’ αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατελείωτα.

Μ’ έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει τα
ους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ’ αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή, 

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά’ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,
να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος…

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας μς βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραστο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου σ
το ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης…

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ’ εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.

 

 

Κορδόνι πέμπτο: Το φως των εποχών

ΕΛΕΝΗ, ΕΛΑ ΣΤΟ μπαλκόνι
να σου γνωρίσω τα νέα φύλλα
της μικρής λεμονιάς μας

τώρα που τα χαϊδεύει απαλά
ο κουρασμένος πλάγιος ήλιος
του φθινοπωρινού απογεύματος.

Πρέπει να προλάβεις· ο βασιλιάς,
απότομα βουτά και χάνεται μακριά
στην πυρφόρα αχλύ του Θερμαϊκού.

Έλα αμέσως. Μπορείς
να τρίψεις ελαφρά τα βαριά φύλλα
και να τα μυρίσεις.

Οι σκιές είναι μακριά.

Η ευωδία θα σε γεμίσει
ωραία αισθήματα γαλήνης.

Η ώρα περνάει·
αυτό το υπέροχο τίποτα, η νύχτα,
επελαύνει ήδη στις σκέψεις μου.

Νιώθω παράξενα αυτή την εποχή·
σαν να έχω κάτι μεγάλο στα χέρια μου.
Δικό μου και πολλών άλλων.

Φοβάμαι το σκοτάδι που χτίζεται αργά
γύρω από τα γήινα πράγματα.

Ελένη, τα φύλλα πάλλονται
από ξαφνικές ριπές ανέμου.

Αρχίζουν μια αρωματική
γυμναστική.

Αισθάνομαι ένα πίδακα οσμών
κοντά μου. Βιάζομαι·

ας αρχίσουμε τη θεραπευτική
ριναψία των αρωμάτων

με το αγαπημένο μας φυτό
που απαλύνει με τον τρόπο του
την ουσία της ροής του χρόνου:

Προσφέρει την ίδια στιγμή
όλα τα στάδια της ζωής·

άνθη λευκά με μια υποψία
κίτρινη στα καμπύλα τους,

εργατικούς στήμονες
που μεταφέρουν στους ώμους
οριζόντια ψωμάκια,

σπαθόμορφα πέταλα ανοιχτά
σε στάσεις θηλυκότητας,

πράσινα ημισφαίρια
μόλις δεμένα στους κάλυκες,
μικρά νήπια λεμόνια

και υπέροχα ώριμα γεμάτα χυμούς.

Ελένη, θα ξεχαστούμε μυρίζοντας
ξανά και ξανά τα φύλλα.

Το φθινόπωρο δεν είναι εποχή·
είναι προετοιμασία και προσευχή
για τον ακραίο χειμώνα που έρχεται.

Ας έχουμε ελπίδες. Να ασκούμε
μαζί όλες τις αισθήσεις μας.

Να είμαστε ικανοί, αν ξαφνικά βρεθούμε
σε καταιγίδες και βροχές.

Αγκαλιασμένοι τα λευκά του έρωτα
να ξεφυλλίσουμε αγαπημένα όλες τις νύχτες
του χειμερινού ημεροδείκτη.

 

 

 

Κορδόνι έκτο: Στα μπαράκια

1. Οι κηπουροί της μοναξιάς

ΔΥΟ ΚΑΙ, μετά τα μεσάνυχτα
όποιος είναι ακόμα στο μπαρ
θα ξεκουκίσει μόνος
και την υπόλοιπη νύχτα.

Δεν έχουμε σπίτι με παιδιά,
φωνές, αναπνοές και γέλια.

Όσοι είχαμε το χάσαμε.

Κανένας δεν σηκώνεται να φύγει.
Ακόμα ένα ποτό,
η ιστορία στα βιβλία με λέξεις,
πουθενά και κανένας, τίποτα.

Για τους κηπουρούς της μοναξιάς
ο χρόνος είναι άδικος, ατελείωτος
και τυρβώδης…

 

2. Οι νυχτοπεταλούδες

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΕΚΡΟΙ
πάνω στο μάρμαρο του μπαρ.
Δεν είναι το αλκοόλ στα ποτήρια.
Είναι τα χέρια των θαμώνων.

Αφήνονται αργά αργά στο δηλητήριο,
χαϊδεύουν το γυαλί που λαμπυρίζει.

Μετά κινούνται ανεπαίσθητα,
σαν να μην έχουνε ζωή.

Είναι αδύναμα, σινιάλα πάθους ισχυρά.

Πέφτουν τα βλέμματα
στους τάφους των δαχτύλων
που αλληλοσπαράσσονται,

που καίγονται στο φως
σαν νυχτοπεταλούδες.

 

 

ΟΝΕΙΡΑ

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΡΩΤΟ

 

ΦΕΥΓΟΥΝΕ ΜΑΚΡΙΑ ΤΑ σύννεφα.
Ελεύθερη η θάλασσα των ουρανών.

Λάμπει και χύνεται από ψηλά χιόνι φωτός
πανσέληνο και μουρμουρίζουν φύλλα.

Κάπου, στις καλαμιές μιας λίμνης,
ψάχνω το χρόνο, ως ερώτηση…

Σε εξισώσεις είναι βιδωμένος σίγουρα
με κόντρα παξιμάδι. Μα στη ζωή;

Λέει, ο δαιμόνιος Αλβέρτος Αϊνστάιν:
0 χρόνος είναι πιθανή σειρά με γεγονότα.

Δεν βοηθά μετρά τις αλλαγές
που έρχονται, αλλά το άπιαστο χάνεται και περνάει.

Εγώ τι χρόνο ζω μέσα στον ύπνο μου;
Που πλάθω κι αναπλάθω τη θολή και ταραγμένη
στρατιά των περασμένων γεγονότων…

Ας έρθουν τώρα νέφη μ’ άλλα όνειρα στη θάλασσα
των ουρανών, να διώξουνε το χρόνο ως ερώτηση,

κι όλες τις άλλες γήινες, ίσως κι αυτές ασήκωτες,
τις έβλεπα στην τηλεόραση πριν κοιμηθώ,
Ασιατών ανθρώπων λύπες.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΤΡΙΤΟ

 

ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ όνειρα
μακρινά με χαμένα τοπία της εφηβείας

ταξίδια που ταξίδευα ως φοιτητής,
δακρύβρεχτους αποχαιρετισμούς,
παράξενα πολλά του πρώτου έρωτα,
μάτια που πίστευα και τώρα πάγωσαν
στη ρέμβη άλλης θέας.

Νιώθω απείθαρχο το νου να σπαρταρά
ελεύθερος σε κύματα εμπειριών,
να χτίζει θέατρα ασυνήθιστα,
πανδέκτες σκηνικών.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΑΝΗΣΥΧΩ ΑΝ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ πως έζησα
στο παρελθόν μέσα σε όνειρα μεγάλα.

Και πως μεγαλουργώ σε ρόλους θεϊκούς
ως αρχηγός, ενώ τριγύρω μου παράξενοι,
με χρώματα, φανταχτεροί καθρέφτες.

Ας σπάσουν πια του ύπνου μου τα κρύσταλλα.

Να ’χω το πρόσωπο ελπιδοφόρο και ελεύθερο!
Να μη μ’ αγγίζει τέτοια ηλικιωμένη αθλιότητα.

Στις νύχτες των ονείρων που ονειρεύομαι,
να μην υπάρχουν φώτα εξουσίας πουθενά.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΟΓΔΟΟ

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ πεθαίνω τη νύχτα;

Πού πάει η ζωή μου;

Τι όνειρα βλέπω;

Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε
δεν είναι στον ουρανό.

Στα όνειρα φυγοδικούν

επιθυμίες ανομολόγητες,
φόβοι και ξεχασμένες οδύνες.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΔΕΚΑΤΟ: ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ

 

ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ
κατέβηκε απ’ το βουνό.

Μου πήρε τα παπούτσια
δίπλα απ’ την πηγή.

Ένα ξεροκάλαμο που ακουμπούσα
σ’ όλο το δρόμο το μάσησε.

Τώρα ουρλιάζει στον απέναντι λόφο.

Η νύχτα προχωρεί, εγώ ταξιδιώτης
χωρίς ραβδί και παπούτσια,

αλλά κι αυτός λύκος, λύκος,
λύκος και μοναχός στα ρουμάνια.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΔΕΚΑΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ: ΑΔΕΙΟ ΣΑΚΙ

 

ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ θαύματα στα όνειρα
Κανείς δεν σπέρνει μάγια.

Χτυπούνε τρίτα, τέταρτα μεσάνυχτα
παίρνεις τον ύπνο βιαστικά και τρέχεις·

έχεις σακάκι βυσσινί στον ώμο σου
εμένα στη μασχάλη σου ανύπνωτο,
άδειο και χιλιοτρύπητο σακί.

 

 

ΟΝΕΙΡΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ

 

ΣΤΗΝ ΑΛΥΣΙΔΑ των ονείρων του βαθύτερου ύπνου
πρόσωπα της ιστορίας διηγούνταν πώς έχασαν…

Ένα; στο Άργος άεργος άρχισε αργά αργά να κλαίει
μετά τα λόγια για το Γκούρα που άκουσε, για χίλια σουβλιστά
αγορασμένα με εγγλέζικα λιρόνια της βοήθειας,
σπατάλη για τον ανταγωνισμό, όχι για την πατρίδα.

0 δεύτερος ξετύλιγε τα σχέδια για μάχες,
ο τρίτος αναφέρθηκε στο οικονομικό,
υπήρχε ένας κοσμολόγος, επιστήμονας

και, τέλος, ένας, ως φιλόσοφος, τον τοποθέτησαν αργότερα
στους Προσωκρατικούς, έλεγχε τα θεμέλια της λογικής.

Πολλά μεγάλα έργα πνίγονται σε κουταλιές νερού…

Σε μια γωνιά αυτού του παραδείσου των απόψεων
άγγελος μ’ εμπιστεύτηκε κι άνοιξε την ποδιά του:

—Κοίταζε εδώ. Δεν τρώγονται τα φαγητά όλα μαζί.
Κανείς δεν πρέπει να απαντά, αν έχει γεύση το σακί
με όσπρια. Όλοι αυτοί που ακούς και μας τιμόνεψαν
ακόμα και σε θάλασσα υπερούσια, έπρεπε να μαγείρευαν
το κάθε φασολάκι χωριστά. Να δούλευαν
με κεφαλαία τις επιγραφές στα τεκταινόμενα.

Και τώρα συμβουλές από ’να γούμενο
που έκαμε πολύ καιρό κελάρης:
Φίλε, που βρίσκεσαι στο πέλαγο αυτού του αυγουστιάτικου
θανατοϋπνου, μετά τα μουσικόλογα που άκουσες,

αν δεν μπορείς να μαγειρέψεις χώρια κείνα που ’πάμε,
διώξε τα αναπάντητα ερωτήματα για τους ηγέτες μας,

περπάτησε σ’ άλλα πεδία χαύνωσης με δίχως όνειρα,
που έχει τρόπο το μυαλό, με κάποιο τίμημα, να διαθέσει…

 

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΙ

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

 

ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ… Καλώς ήλθατε!
Βρισκόμαστε σε μεγάλο εξοχικό
με κτήματα που τα δουλεύουν ντόπιοι.

Σήμερα τα παιδάκια τους ντυμένα
ομοιόμορφα με ψευτοκουστουμιές
σερβίρουν τα ποτά στους καλεσμένους:

Ο πρέσβης, ο καθηγητής, ένας γιατρός,
ο ευρωβουλευτής, η γηραιά κυρία του
—κάνει για art σπουδές ακόμα στο Παρίσι—
διάσημοι ζωγράφοι και πολλοί,
συμμαθητές σε κάτι, τέλος πάντων…

Ο άρχοντας αγέρωχος, ντυμένος ελαφρά,
στιλ αποικιακό και σκούρο ναυτικό κασκέτο,
στέλνει το βλέμμα του να πλανηθεί σ
τις κορυφές του χιονισμένου Ολύμπου.

Ύστερα στρέφεται σε κάποιο βεληγκέκα:

—Εδώ μ’ αρέσει να ζω
βλέπω τα λημέρια των ανταρτών
βλέπω τα παλάτια των Θεών
βλέπω το δρομολόγιο του Παύλου.

Ο Ελληνισμός παρελαύνει στη φαντασία μου…

 

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ άγιος
μα κρημνοβάτης παραβατικός.

Και όταν γράφει, φαίνεται,
αναζητά και άλλους συνωμότες…

 

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΣ ΕΚΤΟΣ

 

ΕΛΕΝΗ, ΕΛΑ
στα θολά ποτάμια
του κορμιού
ροκανίζει το δρόμο
μια τίγρη.

Μυρίζει
τον ιδρώτα
του φόβου μου.

 

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΣ ΟΓΔΟΟΣ: ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

 

ΝΥΧΤΕΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ
του φθινοπώρου
που βαθιά οδηγείτε
στο Δεκέμβρη,
σας βαρέθηκε
η ψυχή μου.

Νύχτες σκοτεινές
του φθινοπώρου,
σε ποιο ποτάμι πλέει
ο κλειδί της άνοιξης;

 

 

ΛΗΜΝΙΣΚΟΣ ΕΝΑΤΟΣ: ΦΟΥΡΝΑΡΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

ΚΑΠΟΤΕ ΤΡΙΓΥΡΙΖΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ
στα στέκια των φοιτητών.

Μα τώρα, πού ανήκω;
Πώς τα περνούν οι όμοιοι μου;

Θαρρώ πως είμαι μόνο φούρναρης
των μαθηματικών

ψήνω στο φροντιστήριο συνέχεια
προβλήματα ολοστρόγγυλα,

μπαγκέτες τρικολόρε ολικής.

Πουλώ μαζί με το ψωμί των μαθηματικών
κι ελπίδες για τα μέλλοντα.

Επιβιώνω- και έχω, χρόνια τώρα,
δίπλα μου τα λογχοφόρα νιάτα…

Έχω μαθήτριες που απορούν
με θεία χάρη για το δάσκαλο.

Λένε: διδάσκει υπέροχα και κατανοητά
όλa τα μυστικά των αριθμών.

Όμως εγώ πιστεύω ανίκητα και θαυμαστά
μόνο τα μυστικά στα σώματα, που βλέπω
να αναπτύσσονται γεμάτα εκρηκτικά.

 

 

ΧΡΟΝΟΣ

 

ΧΡΟΝΟΣ ΠΡΩΤΟΣ: Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΝΔΑΛΙΖΟΥΣΑ

 

ΥΠΑΡΧ0ΥΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΤΟΣΑ αγάλματα
της Αφροδίτης Σανδαλίζουσας,
βγαλμένα από λίγα αρχικά πρωτότυπα
σε εργαστήρια της ομορφιάς
του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα,

μας είπε ο διευθυντής Αρχαιολογικού Θεσσαλονίκης,
αγγίζοντας, τάχα αδιάφορα, οπίσθια μαρμάρινης θεάς
Μας κοίταζε στα μάτια και συνέχισε:

Υπάρχει πρόβλημα διότι, ναι, όλοι τη βλέπουμε
που σκύβει όμως το βάζει ή το βγάζει το σανδάλι της;

Μπα, συλλογίστηκα, η κάθε Αφροδίτη
πάντα βγάζει το σαντάλι της
και το πετά αδιάφορα στο ρεύμα των αιώνων.
Η ομορφιά προσφέρεται γυμνή και ανυπόδητη
κι ευφραίνει τους νοήμονες με κάθε τολμηρό
ηδυπαθές και αγαλμάτινο της προσδοκίας σκέρτσο. .

ΧΡΟΝΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: ΤΟ ΛΑΜΠΕΡΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ

ΣΧΕΔΟΝ ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ψεύδος ατελεύτητο,
μια χώρα απέραντη ονείρων καταρρέει.

Δεv πλέει πουθενά το λαμπερό πολεμικό των ιδεών,
Ποτέμκιν που τηλεβολεί τον εγκατεστημένο γίγαντα.

Ούτε ο ναύτης-μηχανή μετεωρίζεται ψηλά δεν στέλνει
η τρουμπέτα του, μαχητικά και διεγερτικά, τα πέταλα των ήχων.

0 πόλεμος για τη ζωή καλύτερη, αστραπιαία έγινε καπνός.
Χάνονται ορμητικά στο δειλινό ορίζοντα
ιστία του εφήμερου και προσδοκίες.

Συνταξιδιώτες πάντοτε στον ίδιο ποταμό των διαψεύσεων.
Μια μηχανή που διαλύει συνεχώς χαμόγελα
κρύβεται στο επόμενο επαναστατικό σκοτάδι.

 

 

ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ: ΑΠΟΡΙΕΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

 

ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Χιονίζει.
Τα βουνά κοιμούνται.

Να ρωτήσω το χρόνο
γιατί μας παγιδεύει έτσι;

Γιατί ο ουρανός αρχίζει με ήλιο,
φορεί το πηλήκιο της βροχής
και μετά παγώνει το χιόνι;

Ας άνθιζε στο κατώφλι μας
μια υποψία αμυγδαλιάς,
στις αποφάσεις που μας ζητούν τώρα…

 

 

ΧΡΟΝΟΣ ΟΓΔΟΟΣ: Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ δρόμος
τον περπατώ καθημερνά.

Χάνονται πράγματα στις άκρες
μα πιο πολλά στην άσπρη κεντρική γραμμή.

Τελειώνουν όλα γρήγορα,
μου φεύγουν απ’ τα χέρια τα κλειδιά.

Τις νύχτες πιο πολύ, τα περισσότερα δικά μου
εγκαταλείπουνε το φως.

Αμίλητα ακολουθούν δυνάμεις που αγνοώ
σε ένθερμο σκοτάδι, ψηλά στον ουρανό.

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

 

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΑΞΙΩΜΑΤΑ

 

ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ

ΑΓΝΩΣΤΕ Χι που λείπεις
απ’ αυτό το σύστημα,

που λείπεις απ’ την ψυχή μου,

φυγάδευσέ με σε λόφους
τέλειων αριθμών.

Τα χρόνια που περνούν
βαθιά με ρυτιδώνουν.

Η νύχτα φορεί

τον αγαπημένο μου χιτώνα
του σκοταδιού.

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΞΙΩΜΑ

ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΕΙΝΑΙ
τα 10 βήματα που κάνω

απάνω στη βρεγμένη άμμο
της καθημερινής ζωής·

Πάντοτε να υπάρχει
βήμα προηγούμενο

κι αφού διαλεχτηκε,
να επαναλαμβάνεται το ίδιο.

Ό,τι βρεθεί στο δρόμο μου,
πρέπει να χρησιμοποιώ

μία φορά τουλάχιστον
στα βήματα που ακολουθούν

μέχρι το τελικό, το μέγιστο,
το ακανθώδες βήμα.

 

ΠΕΜΠΤΟ ΑΞΙΩΜΑ
(Πρώτη διατύπωση)

ΟΣΟ ΧΩΡΩ βαθιά στην ηλικία,
πείθομαι, πως δεν υπάρχει
μέγιστος στο τέλος απ’ αυτούς
που αποτελούν
τη στρατιά των πρώτων.

Κι όσο το δέχομαι
και προχωρώ νηφάλιος
βλέπω στο δρόμο μου λιγότερους
πολύ μεγάλους πρώτους.

 

ΠΕΜΠΤΟ ΑΞΙΩΜΑ
(Τρίτη διατύπωση)

ΜΕΓΑΛΩΣΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ.
Μαζί με το χειμώνα που σαρώνει,

φτάνουν γυμνά κλαδιά ωχροπράσινα ως το παράθυρό μου.

Μεγάλωσαν και τα παιδιά μου
είναι παράξενα τα βήματα της λογικής,

όπως οι πρώτοι αριθμοί, όπως τα χρόνια που περνούν
ασπόνδυλα και διασχίζουν το μυαλό μου.

Μεγάλωσε η αγάπη μου
για κάθε άπιαστο και στιγμιαίο των αισθήσεων,

μήπως διασωθούν γεύσεις ευφρόσυνες εδώδιμων καρπών,
οι φυσικές οσμές, τα καθημερινά ασήμαντα…

Μεγάλωσε ο φόβος μου για κάθε εύθραυστο,
μεταξωτό κουκούλι της ζωής,

για τη συνέχεια, για όσα ξαφνικά και αναπότρεπτα
κινούν τις πτέρυγες δακρύων.

Κι άρχισε να κλαδεύει ο κηπουρός τους φυλλοβόλους γίγαντες, το χαρισματικό στρατό γυμνών κορμών, που πάλλονται αέναα

στις όχθες των βρεγμένων δρόμων της Θεσσαλονίκης.

 

ΟΓΔΟΟ ΑΞΙΩΜΑ

ΑΝ ΕΙΣΑΙ τ’ άφαντο νησί
σε θαλασσόδρομους των αρχηγών,
μονάχος ναυαγός στην ερεβώδη παγωνιά του σέλαος

φωτιστικό μετέωρο σε άβυσσο ηλεκτρική
μ’ ένα ποτάμι σιωπής για σύντροφο
και το κακό να έρχεται ταχύτατα,
ίσως και πίσω του ο μαύρος καβαλάρης.

Αν είσ’ εσύ μπροστά και πιο μπροστά
ο χρόνος των σωμάτων που πεθαίνουνε,
να ψιθυρίζεις ως το τέλος σου,
καταναλώνοντας για τη ζωή
χρόνο που της ανήκει:

Μητέρα του τίποτα, ούτε τώρα δεν παραδίνομαι
κι ας ξέρω, είν’ η μέρα αυτή απόλυτα δίκη σου.

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΑΣΚΗΣΕΙΣ

Άσκηση στο χωροχρονικό συνεχές της ζωής

ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ερημική μια μαυροφορεμένη
γριούλα, ντάλα μεσημέρι καλοκαιριάτικα,
αφού έβρεξε το μαντίλι στην κοντινή πηγή
το άπλωσε στο μέτωπο του εικονιζομένου Χριστού
να δροσιστεί κι αυτός κι εκείνος μέσα της που περιμένει.

Νύχτωσε και ξεχάστηκε με ατέλειωτες προσευχές.

Τα μεσάνυχτα είχαν φουσκώσει τα χρώματα.
Το εικόνισμα γέμισε μαύρες ρωγμές.
Πίσω από το γλυκύτατο πρόσωπο το σκοτάδι της ανυπαρξίας.
Η γριούλα κοίταζε αμίλητη και ακίνητη
στο τρεμάμενο ασθενικό φως των καντηλιών.
Εκεί μέσα να κουρνιάσω κι εγώ και να δροσιστώ, ψιθύρισε
και ξεψύχησε, ζώντας συνεχώς ως το θάνατο.

 

ΥΠΟΔΕΙΞΗ

Η ΓΡΙΟΥΛΑ έχει διασχίσει όλες τις ηλικίες της περιέργειας και τώρα καθρεφτίζεται στην ασημένια λίμνη του έσχατου πόθου. Ο κόσμος βυθίστηκε στην εικόνα του, και τάφος χτίζεται με υλικά από της γέννησης τη φάτνη. Αν και μ’ αυτά τα λόγια οδηγό δεν προχωρήσετε στη λύση, δεν θα το κάνετε ποτέ.

ΛΥΣΗ

—————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Άσκηση στα πολύγωνα

ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ Νύμφη,
πυξίδα και ορθόκεντρο και λεμονανθός!

Οι ώρες περνούν. Αλλάζει το φως.
Έρχεται αναστάτωση,
έρχεται ύπνος στη φύση
και πυρετός στις ψυχές.

Ψάχνω ακόμα απέραντα μαθηματικά λόγια.

Μέσα μου και στο χαρτί, ένα τυχαίο τετράπλευρο
έχει τσακισμένες από έρωτα όλες του τις γωνίες.

Αναγνώστες, βοηθήστε με! Βρείτε αυτά τα λόγια!
Πιο φοβισμένη βαρυχειμωνιά δεν έχω ξαναδεί…

ΛΥΣΗ

——————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————

Άσκηση πλοίων

ΑΚΟΥ ΚΙ ΕΜΕΝΑ, καπετάνιο μου:
Μην ψάχνεις μόνο ναύτες·

ψάξε για ό,τι κάνει το καράβι αξιόπλοο.

Και πρόσεξε, να βρεις τις θάλασσες
να το εμπιστευτείς, να πλεύσει.

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ

ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ ΕΠΕΣΤΡΕΦΑΝ από κυριακάτικη κυνηγετική εκδρομή.

Είχαν στις ζώνες κρεμασμένα αρκετά ορτύκια.
Στο δρόμο διαφώνησαν για την σκοπευτική τους ικανότητα.
Για να βρεθεί ο καλύτερος, πρότειναν διαγώνισμα:

Να πυροβολήσει καθένας μια φορά με τ’ όπλο του
την κορυφή του πιο ψηλού δένδρου.
Αν επιτύχει το στόχο, θα του δώσουν αμέσως οι υπόλοιποι
τα μισά από τα ορτύκια που έχουν στις ζώνες τους.
Αν αποτύχει, θα διπλασιάσει αυτός τα ορτύκια των άλλων.

Αφού απέτυχαν και οι τρεις, έγιναν όσα συμφωνήθηκαν.
Μετά, πήραν σιωπηλοί το δρόμο της επιστροφής
με 8 ορτύκια στη ζώνη του ο καθένας.
Πόσα ορτύκια είχαν πριν ακόμα μπει ο ανταγωνισμός στις ψυχές τους;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ TΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

ΕΠΕΣΤΡΕΨΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ απ’ το σχολειό κατάκοπος.
Έκοψα γκόρτσια απ’ του Βαγγέλη την πανύψηλη δεντράρα και τα ’φαγα.
Είπα δεντράρα και θυμήθηκα εκείνο το μαθητή την τελευταία ώρα που τους έβαλα το πρόβλημα των τριών φίλων κυνηγών. Σηκώθηκε πάνω και μου λέει:
Δεν το λύνω τώρα έχουν τα ίδια ορτύκια και πάνε να τα ψήσουν ευχαριστημένοι, τι θέλετε;
Να βρούμε πόσα είχαν στην αρχή και να ξαναμαλώσουν κυρ καθηγητή μου;

 

ΛΥΣΗ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ απ’ όπου αντέγραψα επιμένει πως η ενδιαφέρουσα λύση είναι:
0 πρώτος είχε 13, ο δεύτερος 7 και ο τρίτος 4 σκοτωμένα ορτύκια.

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο ΙΠΠΕΑΣ

 

ΙΠΠΕΑΣ ΔΙΑΝΥΕΙ 12,5 χλμ. την ώρα
και καταδιώκει πεζό που αναχώρησε
πολλά χρόνια πριν και περπατεί ακόμη.
Μετά από πόσες ώρες ο ιππέας θα φτάσει τον πεζό
και σε ποια απόσταση
από το σημείο της αναχωρήσεώς του θα τον φονεύσει;

 

ΛΥΣΗ

Ο ΠΕΖΟΣ, όλο αυτό το μακρύ καιρό, έχει λιπάνει ένα σωρό βουνά
και φύτεψε ρουμάνια δέντρα,
αλλά ο ιππέας ούτε καθυστερεί ούτε θαυμάζει.
Έτσι θα φτάσει τον πεζό σε Χι ώρες
και θα διανύσει 12,5 επί Χι χλμ
Ο θεματοθέτης σκόπιμα
δεν μας δίνει ταχύτητα για τον πεζό γιατί δεν είναι σταθερός.
Μπορεί να πελεκά
στο μονοπάτι κάποιες ώρες, ύστερα ξεκουράζεται, θαυμάζει τα φυτά,
τα φουσκωμένα μες στην άνοιξη οπωροφόρα δέντρα.
Αλλά να πάρουμε συμβατικά
για τον πεζό πως διανύει 5 χλμ. την ώρα.
Έχουμε 12,5 επί Χι = 5 επί (Χι + πολλά χρόνια). Λύνουμε την εξίσωση.
Για το δεύτερο ερώτημα, δεν έχουμε καθόλου στοιχεία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΠΟΛΛΟΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ
πως όλα αυτά τα χρόνια της ταλαιπωρίας,
θα σκληρύνει ο σβέρκος του πεζού
και το μαχαίρι του ιππέα θα σκουριάσει.
Δεν είναι όμως έτσι.
Αυτοί που νομίζουν πως ίσως δεν φονεύσει τον πεζό,
δεν ξέρουν τι λένε· …Κανείς ιππέας,
εστεμμένος ή τραγιασκοφόρος,
&ν λυπάται το λουλουδάκι του αγρού…

 

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΤΩΝ 100 ΠΤΗΝΩΝ

ΜΕ 100 ΕΥΡΩ θέλουμε ν’ αγοράσουμε 100 πουλιά.
Υπάρχουν ξεπουπουλιασμένα και άλλα κρέμονται
με τα φτερά, χήνες, κότες και σπουργίτια.
Μια χήνα κοστίζει 5 ευρώ, μία κότα 1 ευρώ
και μία ανθοδέσμη από 20 σπουργίτια 1 ευρώ.
Πόσα πουλιά μπορούμε να πάρουμε από το κάθε είδος;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Ο TORRICELLI, εφευρέτης του βαρόμετρου και δεινός μαθηματικός, έφτιαξε μια ανθολογία θεωρημάτων και προβλημάτων,
συμπληρωματική των Στοιχείων του Ευκλείδη,
με τον παράξενο τίτλο Αγρός Μανιταριών.

Κάτι θα βρω εκεί που θα με βοηθήσει στη λύση.
Ελπίζω να είναι μία, γιατί υποψιάζομαι πολλές.

Αυτά τα προβλήματα Απροσδιόριστης Ανάλυσης δεν έχουν μπέσα.
Όταν ξυπνήσω το πρωί, με καθαρό μυαλό, θα τα ανακαλύψω όλα.
Καληνύχτα στον εαυτό μου και δεν ανησυχώ. Ή μάλλον
ας κάνω ακόμα μια απόπειρα τώρα,
όπως είμαι με τις πιτζάμες, να το λύσω.

 

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ΛΥΣΗ! (ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ)

ΘΑΥΜΑΣΙΑ, αλλά και δυστυχώς, κόκαλα θα φάτε.

Η μοναδική λύση είναι: 19 χήνες, 1 κότα και 80 σπουργίτια
που δεν έχουν καθόλου κρέας.

Αν και, όπως λένε, αυτά τα ατίθασα εφηβόπουλα, οι μαθητές μου,
που τα κυνηγούν απλώνοντας δίχτυα στα περάσματα
ανάμεσα σε δέντρα,
η καλύτερη ομελέτα γίνεται με σπουργίτια σταυρωμένα στο τηγάνι.
Όταν ροδίσουν ρίχνουμε βρασμένες αβρονιές, δυο χτυπημένα αυγά
και μπόλικο θυμάρι.

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ:
ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ

ΠΡΩΤΟ ΑΙΤΗΜΑ

«…Ηίτήσθω από παντός σημείου επί παν σημείον
ευθείαν γραμμήν αγαγείν».

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ

ΦΙΛΟΙ, 01 ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ και χωριανοί,
όλοι οι ξενομπάτες, πιστέψτε το,
αν θέλετε, σε γέννες και βαφτίσια,
αλλά και πιο μπροστά
στου γάμου την αστραφτερή
πανέμορφη φουρτούνα,
από το σπίτι του γαμπρού
ως το υπόγειο της νύφης,
μπορείτε να τεντώσετε
ένα ολόισιο σχοινί.

Ορισμ,οί 2 και 4

 

2. «Γραμμή δε μήκος άπλατές».

4. «Ευθεία γραμμή έστιν ήτις εξ ίσου τοις εφ’ έαυτοίς
σημείοις κείται».

 

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ

ΔΥΟ ΕΦΑΠΤΟΜΕΝΕΣ ευθείες
βρίσκονται σε τέλεια επαφή
κι εμείς τις βλέπουμε
από το παρατηρητήριο των εγχειρήσεων.
Κάνουμε και το μάθημά μας.

Λοιπόν, από το δεύτερο ορισμό εμάθαμε:
«γραμμή δε μήκος άπλατές» κι από τον τέταρτο πως,
ειδικά η ευθεία, κείται εξίσου ως προς τα σημεία της.

Ευκλείδη, τι ορισμός είναι αυτός;
Θέλεις να πεις για την ευθεία,
μία λεπτεπίλεπτη βεργούλα,
που όταν τη βλέπουμε να περπατά καμαρωτή,
από τη μια ως την άλλη άκρη της
δεν προεξέχει τίποτα απολύτως;
Κανένα της σημείο δεν είν’ έξω;

Τότε, λοιπόν, να πω κι εγώ,
ως παρατηρητής-καθηγητής παράξενος,
για κάποια της σημεία αντίθετα, εγώ εννοώ μιας κοπελιάς,
που προεξέχουν απολύτως;
θεμελιώνουνε ως άρνηση το διορατικό Ευκλείδη:

Τα μάτια της είναι νησιά, έντρομα, βαθυπράσινα
στην κυρα-θάλασσα του καλοκαιρινού απογεύματος!
Το στόμα της ηφαίστειο και πάνω
αυτές οι δύο υψικάμινοι που ρουθουνίζουν λαύρα.
Ολόκληρη η λευκώλενος αέρινη,
μια κωνική τομή το στήθος της, καμπύλη
που πάλλεται στον υπολογιστή και μουσικίζει
στην ατμόσφαιρα εωθινό εμβατήριο πολλών και παλαιών,
από την πρώτη μας νεότητα,
πριν την παρέλαση της εικοστής ογδόης, Οκτωβρίων.

 

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

ΤΡΙΓΩΝΟ ΙΣΟΣΚΕΛΕΣ, έλα στο σχήμα μου!
Ξέρω πως είσαι εδώ- σε κυνηγάω ώρες.
Έφερα τις ευθείες μου παντού,
γέμισα σχήματα με απέραντες
ακτογραμμές καλοκαιριού
απάνω σε αόρατα, ολόφωτα και λαμπερά
κινούμενα μαντίλια

Ευκλείδη, η επιφάνεια είναι το πρόβλημα.
Αν έχω κατοικία ευθειών, θα βρω το τρίγωνό μου.

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΤΟ: ΘΕΩΡΗΜΑΤΑ

 

ΘΕΩΡΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: ΤΩΝ ΦΙΛΙΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΥΚΛΟΣ που μέσα του ζούμε,
χωρισμένος σε νικητές και νικημένους,
μυρίζει άσχημα

όπως το βάλτο μέσα στο σπίτι σας
όπως την ομορφιά σε λάθος χέρια.

 

ΠΟΡΙΣΜΑ

ΝΑ ΖΟΥΜΕ
αποκλειστικά σε ζεύγη
φιλιών αριθμών.

 

ΕΦΑΡΜΟΓΗ: ΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ

ΓΛΓΚΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ βροχή της Θεσσαλονίκης,
αυτοί που ξεκίνησαν μια επώδυνη βόλτα με την εξουσία
πριν από ογδόντα χρόνια, σήμερα την παράδωσαν
μάλλον ανώδυνα σε ενδιαφερομένους που την ήθελαν πάντα.

Γλυκιά φθινοπωρινή βροχή, είμαστε κι εμείς εδώ,
φιλίστορες, κάπως ενδιαφερόμενοι για τα κοινά,
και μας επηρεάζει τώρα η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Είμαστε περιπατητές της παραλίας και θέλουμε γαλήνη.

Φτάνει που έχουμε μπροστά στα μάτια μας,
ογκώδες και παράλογο, ένα παλάτι υψηλής φιλοξενίας,
που φύτεψαν στο πουθενά, χαριστικά, μέσα στην πρώην θάλασσα,
για εκμετάλλευση απ’ το ταμείο τους, ομάδες κομπραδόρικες
μ’ επιρροή στην κρατική εξουσία.

Δεν ξέρω πόσο είναι άσχημη μ’ αυτό το πέτρινο κουτί η παραλία
ας το ξεχάσουμε. Εμείς, έχει ο καθένας μας κάτι ατομικό
μα σχετικά υψιπετές να πολεμήσει

άλλος για τα κιλά, άλλος για την υγεία της καρδιάς,
άλλοι, που είναι ίδιοι με σκυλιά, για λόγους που δεν λέγονται
και πέντε δέκα φοβισμένοι αγωνιστές, που βλέπω κάθε μέρα,
γιατί ανακάλυψαν το αδιέξοδο πριν απ’ την πτώση του υπαρκτού
και γύρισαν στην τάξη τους και γύρισαν στη λύπη τους
στην ιδιώτευση και στον ανώδυνο,
στον καθημερινό, τον αναψυκτικό περίπατό τους.

 

 

ΘΕΩΡΗΜΙΑ ΤΡΙΤΟ: ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

 

Ο ΔΕΚΤΗΣ που λειτουργεί φθείρεται.

 

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ

στον Α. Φασιανό

 

ΤΡΕΜΕΙ ΜΕΣΑ στην ανοιξιάτικη νύχτα
περιφρονημένος γεμάτος κραυγές
ο ποδηλάτης της θλίψης.

Κανένας δεν μπορεί να γράψει
για την απογοήτευση που έρχεται.

Η λύπη αυτή δε γράφεται.
Το φως ερημώνει όπως η ηλικία.

 

ΑΠΟΔΕΙΞΗ

Η αντιθετοαντίστροφη της πρότασης είναι ισοδύναμη με την αρχική.
Αρκεί να δείξω ότι: «ο δέκτης που δεν φθείρεται, δεν λειτουργεί».
Αν είναι Χι ο δέκτης που δεν φθείρεται, παρ’ όλες τις φωνές-σπαθιές στ’ αυτιά του κι ο χρόνος μέτρησης ανήκει στη ζωή του παρατηρητή,
τότε, κι ο πιο κουτός ερευνητής κ
ανένα κύμα σκέψεων δεν θα μετρήσει.
Άρα, αφού ισχύει η αντιθετοαντίστροφη, το θεώρημα είναι αληθές.

 

Εφαρμογές

 

1 ΔΕΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣ με το σώμα σου- η πρωτεύουσα κυβερνά ερήμην της υπαίθρου αυτό που φαίνεται κρύβει το σκοτάδι.

2 ΚΑΙ Ο ΟΔΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ της καρδιάς
σας εύχεται καλά Χριστούγεννα.

3 ΣΤΟΝ άσπρο σκούφο του βουνού
φεγγοβολεί ελεύθερο ένα ελάφι
ενώ χιλιάδες ψέματα των αρχηγών μου κουρελιάζουνε τη μνήμη.

 

 

ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ: ΑΣΚΗΣΕΙΣ: Β’ ΟΜΑΔΑ

 

ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ αυτάρεσκα πουλιά
απάνω στο ακίνητο νερό της αργυρένιας λίμνης
να περιφέρουν το μανδύα αυθεντίας εξαιρετικά
αλλόκοτης, μιλώντας για ζητήματα
ανίκανα να συγκινήσουν τους απλούς ανθρώπους.

Επιθυμώ την άλλη όχθη και προσποιούμαι συνεχώς.

Λέω πως είμαι παθιασμένος και τρελός,
νυχτόβιος σ’ ατέλειωτα χρωματικά,
αλήτης και όχι σαν αυτούς
άνθρωπος αρχηγός με γνώμη,

αφού αυτοί οι μέντορες πολιτικοί παράγοντες,
πάντα για το καλό της ανθρωπότητας,
δουλεύουν με συμβιβασμούς, με οδηγό το εφικτό

τα καταστρέφουν και τα μηδενίζουν όλα τα απόλυτα
που μας μαθαίναν ευσυνείδητοι
ακόμα και στα πιο μικρά δημοτικά σχολεία.

 

ΑΣΚΗΣΗ ΑΠΟΡΙΩΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

 

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΦΩΤΑ για επόμενα δεινά
μου φόρτωσαν στον ύπνο δάκρυα
για όσα έγιναν κείνη τη ματωμένη νύχτα.

Βλέπω σχηματισμούς από γιατί,
κυρτώθηκαν οι φλέβες μου, ξεράθηκαν.

Δεν ήταν μόνο στενεμένοι άνθρωποι
και μάρτυρες, ήταν ιδέες που με δίωκαν-
ήταν που δεν πιστέψαμε κι εμείς.

Αν ήταν περισσότερα τα σώματα,
ίσως να μη σκοτώνανε τα όπλα.

Μύρισα σαν ελάφι κίνδυνο,
η λησμονιά για τα παιδιά ήταν εδώ,
έβρεχε στο δωμάτιο το χρώμα κίτρινο.

Λυθήκανε τα φρένα ασυλλόγιστα.
Βλέπω κυλάει κι άλλος πόλεμος.

Λογίζονται τα ερωτήματα για όπλα;

17. Νο. 1973

ΑΣΚΗΣΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ

στον Κώστα

ΕΝΑ ΠΡΩΙ, μου διηγήθηκε τ’ αδέρφι μου,
έβγαιναν στο βουνό η φανταρία
κι ο λοχαγός του φώναζε:

Εσύ, ψηλέ, με το μουστάκι,
τραγούδα, τραγούδα χάρε
τον ύμνο της «επανάστασης»,
τραγούδα, τραγουδάτε,
θα βγούνε φέρετρα αποδω-μέσα,
σας ετοιμάζω τη θηλιά.

1972

ΛΥΣΗ
———————————————————-
———————————————————-
———————————————————

 

 

ΠΛΟΕΣ ΕΡΩΤΙΚΟΙ

 

ΧΙΟΝΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

 

ΑΡΧΙΣΕ να ρίχνει απ’ τη νύχτα στις τρεις.

Έριχνε χιόνι πεταλούδα
και σκεπάστηκαν τα δέντρα.

Σηκώθηκα και περπάτησα
σε διάδρομους νοσταλγίας.

Επέστρεφε και χανόνταν συνεχώς,

ως το λευκό, χιονισμένο πρωί,
η εικόνα σου στο μυαλό μου..

 

.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

 

ΟΙ ΦΙΛΟΙ των χρωμάτων
δεν θα πιστέψουν ποτέ
πως σε ξεγύμνωσα ως τη βαθιά διαθήκη,

όπου τα ρόδινα πέπλα απλώνονται ρυθμικά
και χαϊδεύουν τη ρέουσα σμίλη.

Η βροχή δυναμώνει μέσα στο πράσινο δάσος.

Μ’ επισκέφτηκαν πόθοι άγνωστοι που δεν περίμενα
με καθαρό, αξιοπρεπέστατο μανδύα.

Τους αγνόησα. Σύρθηκα ήσυχα ήσυχα κοντά
στα υγρά σου φυλλώματα κι εσύ άρχισες ν’ αρμενίζεις…

 

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΣΣΑ

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΣΣΑ
κόρη του αρτοπώλη της γειτονιάς!
είσαι φίλη θερμών ανέμων που δεν ακολούθησαν
το φθινόπωρο στην πορεία του.

Χθες πέταξες προς τον ήλιο, έπλασες με λουλούδια ψωμί
και το ’ψησες στις κοιλότητες των νεφών και της νοσταλγίας.

Αγαπημένη Ρουμελιώτισσα, ποτέ δεν κοιμούνται οι αισθήσεις.

Ήμουν άφοβος, ελεύθερος, ιχνηλάτης της ομορφιάς.
Τώρα τρέμω φυλακισμένος την ανάγνωση των ελπίδων.

Αγαπημένη Ρουμελιώτισσα, κι εσείς φίλοι
που με περιμένετε μάταια για κάποιο κοινό προορισμό,

αφού υπάρχει αυτός ο πόλεμος κι η ομορφιά πυροβολεί,
πώς θέλετε να επιζήσω;

 

 

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

 

ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ ΠΡΩΙ καλοκαιριού
στο λιμενοβραχίονα,

κοντά στο δροσερό νερό,
απάνω στο ζεστό τσιμέντο,

μου πρόσφερες απάντηση σε όσα ζήτησα,
ένα μικρό ψαράκι.

Αρνήθηκα στην ομορφιά χωρίς φωνή.

Τριάντα χρόνια αργότερα κατάλαβα
τι σ’ έκανε μια σιωπηλή ψαρού.

Νομίζω ήθελες να πεις:

Με τα χειλάκια που έχω σάς φιλώ,
μη μου ζητάτε τίποτα άλλο.

 

 

ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ

ΠΕΡΑΣΑ ΣΤΗ Θεσσαλονίκη
ολομόναχο φθινόπωρο και το μισό Δεκέμβρη.

Πήρα μεσάνυχτα το τρένο των φτωχών και το πρωί
από Πειραιά κατάστρωμα καράβι για την Κρήτη.

Έστεκε στο νερό καιρός βαρύς
και ξέσπασε αργότερα δριμύτατος χειμώνας.

Μια ώρα με βροχή ανταμωθήκαμε.
Ένιωσα να καταχτυπά η καρδιά της.

—Καλά περνάς, Λενάκι; τη ρώτησα.
Μου χαμογέλασε πικρά.
—Στον ίδιο κανόνα βρισκόμαστε
και το μυαλό τ’ ανθρώπου είναι πάντα εκεί που αγαπά

Περπάτησα σκυφτά και λασπωμένα βήματα
ως το κηπάκι μας και κλείστηκα στην κάμαρα.

Σαν ρόδι έσκασε το σπίτι πάνω μου,
χίλια κομμάτια και με πλάκωσε.

 

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ του Ιουλίου
σβήστηκε, Ελενίτσα!

Αναπνοή είναι η αγάπη
και χάνεται μέσα σε πλήθος άλλες·

μετρώ τις αναπνοές και μου λείπεις

Πού πάνε όλα τα αισθήματα;

Με όσο φως έχει η σκέψη,
νιώθω πως τα μουσκεύει ο θάνατος

Πως λιώνουν μέσα σε ασήμαντες
άρρωστες αναμνήσεις…

 

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

 

ΗΡΘΕΣ ΠΑΛΙ κύματα κύματα
με τη ζέστη φυτεμένη στα μόριά σου

και λύγισες τα δέντρα
κι έφρυξες το χώμα

κι έστρωσες στη θάλασσα
αμμορυτίδες και θίνες

που οδεύουν κι ολοένα χάνονται
στο βάθος του ορίζοντα, αφρικανέ.

Ήρθες πάλι σήμερα και πήρες
τη συνάντηση με την Ελένη.

 

 

ΕΛΠΙΔΕΣ

 

ΣΤΗ ΧΑΙΤΗ του ανέμου
ταξιδεύω τις αναμνήσεις μου

σε κυνηγώ πάλι στις πολεμίστρες του κάστρου
και δεν σε χορταίνω, πέλαγο.

Τώρα αγκαλιά με την προχωρημένη νύχτα
περιμένω το φθινόπωρο,

τα μελτέμια και τα πρώτα κίτρινα φύλλα
οι ελπίδες είναι σαν τα σπαθιά.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Αγγελικη

 

Ο Αγγελική Ελευθερίου, ηθοποιός και ποιήτρια, αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου και της ζωγράφου Λιλής Ελευθερίου, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 25 Ιανουαρίου 1940. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω του πολέμου. Φοίτησε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν από όπου και αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Λίγο πριν τη Χούντα έφυγε για το εξωτερικό, πρώτα στο Λονδίνο, κι έπειτα στο Παρίσι. Στην Ελλάδα επέστρεψε την περίοδο της Μεταπολίτευσης και ασχολήθηκε με το θέατρο.
Στίχους της μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος και άλλοι.
Έφυγε από τη ζωή στα 75 της χρόνια, στις 23 Μαΐου 2015.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μια γυναίκα (1978 Κέδρος)
Ωδίνες (1983 Κέδρος)
Αργά τ’ απόγευμα (1990 Καστανιώτης)
Από τότε (1995 Πλανόδιον)
Θα καπνίζω (2004 Γαβριηλίδης)
Μια άδεια θέση (2011 Γαβριηλίδης)
Τα ποιήματα 1978-2011 (2015 Γαβριηλίδης)

 

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ (1978)

 

Εφυγε η φιλενάδα μου και κλαίω
η φιλενάδα μου έμεινε εκεί που πήγε
δεν κλαίω πια
κάθε βράδυ πριν πέσω της γράφω γράμματα για μας εδώ
φιλενάδα τής γράφω μας ξέχασες
δεν τα στέλνω
η φιλενάδα μου δεν ξέρει τίποτα για μας εδώ
θα σ’ τα διαβάσω μαζεμένα ένα βράδυ
ή ένα απόγευμα νωρίς και μάλλον θα ψιλοβρέχει
υστέρα θα φύγει πάλι ώς το τέλος
σήμερα είδα το Θάνο με την κόρη του στο πάρκο
ίδιος μου ’λεγε είναι
άρχισα να τρέχω για να τον προλάβω
κι όταν έφτασα τίποτα δε μου ’ρχότανε να πω
γύρισα σαν χαζή κι έκατσα σ’ ένα παγκάκι άναψα και τσιγάρο
ύστερα ήρθε κι έκατσε κοντά ένας φαντάρος
έλυσε τα κορδόνια απ’ τις αρβύλες του
ξεκούμπωσε λίγο το μπουφάν του
κι εγώ φοβήθηκα μην τόνε δει κανένας και τον γράψει και
του το ’πα
χάρηκε που του μίλησα κι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε
για το στρατό
και τέτοια
και τόνε κοίταζα
μη σου περάσει τίποτα απ’ το νου
όμως εγώ θυμόμουνα τον αδερφό μου το μεγάλο
όταν επήγα να τόνε δω πρώτη φορά στην Κόρινθο
με κείνα τα ψηλά τακούνια
κι έβρεχε και βουλιάζανε στη λάσπη
κι όταν τον είδα να ’ρχεται από μακριά
έκλαιγα και γελούσα
κι ύστερα στην πρώτη του άδεια
γονατιστό να κλαίει στα γόνατα της μάνας μου
και τόνε κοίταζα κι όλο θυμόμουνα
και κείνος το πήρε αλλιώτικα θαρρώ και σηκώθηκα να φύγω
και ήρθε από πίσω μου κουτσαίνοντας απ’ τις αρβύλες
και άνοιξα το βήμα μου
κι ύστερα πάλι τον λυπήθηκα που θα πονούσε
και στάθηκα για να του εξηγήσω και δεν εκαταλάβαινε
και άπλωσε με δύναμη τα χέρια και μ’ αγκάλιασε
άρχισε να με φιλάει και να με σφίγγει
και πάλευα εγώ δεν ήθελα και να φωνάξω
και μ’ έσφιγγε μ’ έσφιγγε
κι εγώ πια τίποτα δεν έκανα
κι ύστερα ησύχασε κι έριξε το κεφάλι του στον ώμο μου
κι άρχισα να κλαίω και να του χαϊδεύω το κουρεμένο του
κεφάλι
και θυμήθηκα που μια φορά είπα στον άντρα μου
ήθελα ν’ αγαπιόμαστε όταν ήσουνα φαντάρος
κι έκλαιγα ακόμα κι εκείνος ζήταγε συγνώμη
γύρισε λίγο έφτιαχνε τη ζώνη του θαρρώ
ήτανε ιδρωμένος σαν να ’χε βάλει το κεφάλι του κάτω από
βρύση
κι ήταν ωραίος έτσι
και τόνε κοίταζα
και πια τίποτα και κανένα δε θυμόμουνα

γύρισα σπίτι
κλαίω σαν να ’χασα κάτι πολύ ακριβό

γερνάω

 

***

 

Στον ύπνο της έβλεπε όνειρα ερωτικά
ξύπνησε με διάθεση να φάει φαγιά ωραία και γλυκά πολλά
γλυκά
δε βρήκε παρά ένα βαζάκι με ζαχαρωμένο σταφύλι
από το περασμένο καλοκαίρι
της το ’χε φέρει η μάνα της και δεν ξέρει πώς
αλλά της ήρθε να πει
το ’πε κιόλας «Θεός σχωρέσ’ την»
στάθηκε μια στιγμή άφησε το κουταλάκι στο γλυκό μπήκε
στο δωμάτιο
και πια ήξερε
μέρες τώρα την τριγύριζε
πως η αγωνία ξανάρθε
δεν ήθελε
ο καιρός ήταν ωραίος άνοιξη
είχε κατέβει και στα μαγαζιά
αγόρασε υφάσματα χρωματιστά
άκουσε κάτι γυναίκες στο τρόλεϋ που μιλούσαν για
χρώματα
φορέματα και τέτοια της άρεσε
σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη μάνα της
όχι τώρα αργότερα είπε
μπορεί να καταλάβει τώρα
τι να καταλάβει είπε και τ’ άφησε
μπήκε στο δωμάτιο άναψε τσιγάρο
το σπίτι βρώμισε σκέφτηκε κι ανασκουμπώθηκε
και θυμήθηκε που όταν ήτανε μικρή και μαλώνανε οι
γονείς της
όλο δουλειές έκανε κι έτρωγε και ξύλο κι όλο μαλώναν κι όλο
το ίδιο κι όταν ο άντρας της γύριζε με νεύρα
όλο έκανε για να περάσει η μπόρα όπως λέγανε και δεν
επέρναγε
κι άρχισε να σπάει και να πετάει να ξεκαθαρίζει τα παλιά
έβαλε και μουσική που της άρεσε
κι άρχισε να χορεύει γύρω απ’ τα σκουπίδια
κουράστηκε και σταμάτησε
από τα πόδια και τα χέρια της έτρεχε αίμα
σκοτωμένο το ’πε
πλύθηκε κι άλλαξε
το τηλέφωνο χτύπησε ήταν η μάνα της
το ακουστικό το κρατούσε λίγο μακριά

 

***

 

Κι ύστερα τι
δεν είχε τίποτα να φοβηθεί ή να κρύψει
οι φτωχοί δεν έχουν τίποτα να κρύψουν έλεγε
κι έγραφε με το δάχτυλο ένα κύκλο στο χώμα
και μέσα του στο κέντρο ένα ανθρωπάκι
η παραλία ήταν ήσυχη
κάποιος είχε ρίξει μια πετονιά
και περίμενε χωρίς να τρέμει
στο γυρισμό είχε βραδιάσει
τον βρήκε στην ίδια θέση
και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια από τότε που
ήτανε μικρό παιδί
του ’ρθε η επιθυμία
εκεί πίσω από τον άνθρωπο
να πάρει ένα χαλίκι και να το πετάξει στη θάλασσα
θαρρώ πως πήρε ένα
το ’σφίξε στη χούφτα του στάθηκε μια στιγμή
ο άνθρωπος εκεί ένα γυρτό μαύρο σημάδι
συνέχισε
το καφενείο ήταν κλειστό οι καρέκλες ανάκατες
κάθησε σε μια δίπλα στο τζιου-μποξ
στ’ αυτιά του ακόμα η πλάκα από τ’ απόγεμα
το φανταράκι απόψε πάλι
η Αλεξανδρούπολη είναι μακριά
ο Αριστείδης αυτή την ώρα θα γράφει γράμματα που δε
θα στείλει
ή θα σκέφτεται σκοπιά
θα μακαρίζει εμάς τους έξω
και θα ονειρεύεται μια βαθιά πολυθρόνα
έναν καφέ που θα πίνει μ’ αργές γουλιές
και τσιγάρα αμέτρητα τσιγάρα
στο μυαλό του ακόμα η πλάκα
έχει μεράκια
βλακείες είπε κι ένιωσε το κρύο
από τη νύχτα και τη θάλασσα
ήθελε να σηκωθεί και να φύγει
κι έμενε εκεί στην καρέκλα δίπλα στο τζιου-μποξ
χωρίς να κοιτάζει τη θάλασσα
και το μικρό πράσινο φωτάκι του φάρου
μια ν’ ανάβει μια να σβήνει
το τραγούδι συνέχιζε μέσα του και τον ενοχλούσε
γιατί έχει μέρες να πάρει γράμμα
μ’ αρέσει να βλέπω τους άντρες να ξυρίζονται
όλους;
ναι όλους
κι ύστερα το λίγο αίμα που έτρεξε
σκατά είπε και πάλι δεν κινήθηκε
ο άνθρωπος’ με την πετονιά σκέφτηκε και κρύωνε πάλι
το τραγούδι ακόμα
απ’ το κορίτσι του
ηλίθιε φώναξε δυνατά και σηκώθηκε ντροπιασμένος
όταν είδε λίγο πιο κάτω αριστερά στον άσπρο τοίχο με
τις διαφημίσεις
δυο νεαρούς να τρέχουνε και να χάνονται στο στενό
πήγε στον τοίχο
το χρώμα έσταζε σαν αίμα κάτω από τα γράμματα
μαλάκα είπε τρόμαξες τα παιδιά
είχε αρχίσει να ξημερώνει

 

***

 

‘Ητανε από τις φορές
που έλεγε πως τα μαλλιά της είχανε γίνει σύρματα
και της τρυπούσαν το μυαλό
όπως η τηλεόραση της διπλανής με τις διαφημίσεις στη
διαπασών
τότε που ήθελε να φωνάξει βοήθεια ή ησυχία
και που βαστούσε το κεφάλι της στα χέρια της
μέσα στα χέρια το κεφάλι της
θρυμματισμένο
και τα μάτια χυμένα
εικόνα του Χρίστου χρωματιστή
σε έργα φτηνά που της αρέσανε
κι έτσι για να μη σκέφτεται άρχισε πάλι να ψάχνει
τη μαύρη της ποδιά με τ’ άσπρο κεντημένο σήμα
και το πηλήκιο του αδερφού της με την κουκουβάγια
μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της Σύρας
στο θεωρείο Τρία με τα καμένα βυσσινιά βελούδα και με
τις αράχνες
μαζί με το Μαράκι
εκειδά μπροστά στην είσοδο
στους δυο ανθρώπους με τα μαύρα
έβγαλε την ποδιά της και μπήκε
λίγο πριν σκοτωθούν οι αδερφές Αρμάου από την Τήνο
οι Θεατρίνες
και την παράλλη η ταξιθέτρια μαζί με το Γυμνασιάρχη
τήνε γυρίζανε μέσ’ από τάξη σε τάξη
ρούχο κακοφορμισμένο για μπουρλότο
δε σήκωσε το χέρι
χρόνια μετά τριγύριζε μες στο βομβαρδισμένο Θέατρο της
Σύρας
και παρακάλαγε την ταξιθέτρια που ήτανε και κλωστηρού
Ανεζούλα τήνε λέγανε
για να της τήνε δώσει
και κείνη δεν την έδινε τη μαύρη της ποδιά
και το πηλήκιο του αδερφού της
κι ύστερα ήρθανε δω
κι εκεί δεν ξαναπάτησε
κι έμαθε εδώ ένα τραγούδι και τραγούδαγε
για μία νυχτερίδα
που τήνε σκότωσε το φως
όπως επήγαινε να βγει
απ’ το υπόγειο μες στην οδό Σταδίου
με τα λιωμένα φτερά του Ίκαρου να πέφτει να πέφτει

ξύπνησε κι έλεγε θα ’ρθω

 

***

 

Γύρισε
χαρτιά ήταν εκεί πάνω στο τραπέζι
τα χέρια της τρέμανε
άκρια άκρια στα δάχτυλα
ήθελε να κάτσει και να τους γράψει
γιατί δεν μπόρεσε να τους μιλήσει πάλι γιατί
να ’παιζα πιάνο σκέφτηκε
αυτό το τρεμούλιασμα στις άκριες
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δει κανένα
μες στο δρόμο
στις αυλές
μες στα καρνάγια που μεγάλωσε όχι ποτέ
μονάχα οβίδες νάρκες και γυαλάκια
ωστόσο έτρεμε εκεί στις άκριες στα δάχτυλα
γιατί δε μίλησε την ώρα εκείνη
είπε δηλαδή κάτι
ήτανε όμως για να δικαιολογηθεί
κι έπρεπε να βρίσει να φωνάζει
να φτύσει και να ξαναφτύσει
να ξεκολλήσει από πάνω της
τα χέρια τους και τα χαμόγελά τους τα πονετικά
τα μάτια τους
γιατί αυτή απόφευγε να τους κοιτάξει.
γιατί τα μάτια αυτηνής
είχανε μέσα τους το φόνο
και είχε δίκιο
το ’ξερε πως είχε δίκιο
να κάτσει τώρα ήσυχα να γράψει
να γράψει και να τους τα πει
τώρα
πεινούσε όμως πολύ
και το δωμάτιο ήτανε κρύο
τα δάχτυλα στις άκριες κρεμάσαν σταλαχτίτες
έμεινε εκεί σαν σπηλιά

 

 

 

 

ΩΔΙΝΕΣ (1982)

 

Άνοιξε την ατζέντα της και γύριζε τα φύλλα
ονόματα τηλέφωνα και διευθύνσεις
φτάνει στο τέλος
γυρίζει πάλι απ’ την αρχή
βάζει σταυρό στους πεθαμένους
δεν τους σβήνει
σ’ αυτούς που λείπουν μακριά
ένα μαντίλι
κόβει από δω ράβει από κει
και πάλι απ’ την αρχή
και δεν πιστεύει
όπως τα έξοδα: τόσο για νοίκι
τόσο για φως
και για νερό
βάλε και τ’ άλαλο τηλέφωνο
κι αφήνεις τελευταίο το φαί
και ύστερα τα ρούχα
γδυτός κι ανεζωσμένος θα γυρνάς
και λογαριάζεις με μολυβάκι και χαρτί
νύχτες και νύχτες
τη ζωή σου
και όλο τα μπερδεύεις κι όλο
ξαναμετράς στα δάχτυλά σου που τα ξέρεις
τι μένει λες
τι μένει
τι απόμεινε

Κι αρχίζεις να πυροβολείς ετοιμοθάνατους
πού να τους κουβαλάς μέσα στο χιόνι

 

***

 

Το πιο πολύ
μες στα βιβλία που εδιάβαζε
και μες στα παραμύθια που μεγάλωνε
της άρεσε ο χρόνος
έτσι γλυκά που επερνούσε
απάνω απ’ τους καιρούς
—θαρρώ πως ήταν η περπατησιά του—
όμως εμένανε
ατέλειωτη μου φάνηκε αυτή η ζωή
θα του ’λεγε
όπως θα βγαίνανε να περπατήσουν
δεν το ’πε
έτσι κι αλλιώς δε θα τον αναγνώριζε
γιατί οι περπατησιές
είχανε γίνει ίδιες των ανθρώπων τώρα

 

***

 

Κάποτε θα ’πρεπε αυτή η ιστορία να τελειώνει
μαζί ή μόνη
μαζί
μόνη
όχι μαζί
και ξανά μόνη
να μείνει ή να φύγει
να μείνει
να φύγει
να μείνει να
να φύγει πάλι
Στο τέλος αποφάσισε
ό,τι ήτανε από αρχής συντελεσμένο
μαζί
να μείνει μόνη
μαζί να φύγει
μόνη
Πες μου μια ιστορία χωρίς τέλος

 

***

 

Και γίναν κατακόκκινα
τα γαριασμένα ασπροκίτρινα σεντόνια του Νοσοκομείου
μικρές καρικατούρες οι σύζυγοι
χαϊδεύανε τα χέρια των σφαγμένων γυναικών
Τώρα
Εκείνη όμως κρύωνε πολύ
και μία Μικρασιάτισσα γριά
της έριξε στα πόδια τον πανάρχαιο μποξά της
και βγήκε από το θάλαμο με σέβας
τότε που στο διάδρομο
ακούστηκε μια μουσική
από νικέλινα εργαλεία
και εμαγιέ λεκάνες
Εκείνη
Τώρα
έβλεπε όνειρα λιβάδια
και παιδιά μικρά
αμέτρητα μικρά παιδιά
και τα κορίτσια ξεχωρίζανε
με μια κόκκινη πληγή ανάμεσα απ’ τα ποδιά τους
έτσι της είπαν

Κι ύστερα έκλαιγε κι έκλαιγε
εις τους αιώνες

 

***

 

Κι έσερνε η μάνα το παιδί της
να το πάει στο γιατρό
μες στα μεσάνυχτα
και που να το σηκώσει
σαράντα χρόνια βάρος
με τ’ άσπρα του μαλλιά
και το πουκάμισό του ανοιχτό
και εκείνης τα μάγουλα να στάζουν αίμα
αθώα τα γαλανά της μάτια
και στίγματα καφέ στα χέρια της
μες στα μεσάνυχτα
Και έπρεπε οπωσδήποτε να τη σκοτώσεις
ή να την προσκυνήσεις
ήσουνα όμως μακριά
και το ποτήρι το νερό στο προσκεφάλι σου χυμένο
Δεν ήταν όνειρο παραμονές του Πάσχα

 

***

 

Τη νύχτα εκείνη πέθανε
έκανε μόνη την εγχείρηση
και κακοφόρμισε
δάκρυα σε πρόσωπο γυαλένιο
εκυλήσανε
και τα σκυλιά αφουγκράζονταν
ένα γύρω
τα απαλά ουρλιαχτά
που κατακλύζαν το κορμί
Κι απόψε
γύρω μονάχα σκύλοι
και ησυχία
που τη χαράζουνε
στιλέτα ναυτικά
Αύριο
όλα θα γίνουνε
ξανά
κανονικά
Αύριο όμως

 

***

 

Και να ‘νaι όλη σου η ζωή
εκείνη η φωτογραφία —όλη κι όλη-
παραμονή του Γάμου σου
κι εκείνη η άλλη
που δεν τραβήχτηκε ποτέ

 

***

 

Οι κινήσεις των χεριών της
επήρανε με τον καιρό
το σχήμα των προσώπων
που αγάπησε
Γι’ αυτό κι όσο μιλούσε
ή εσώπαινε
και όταν αγαπιόταν
ξεθάβανε από μέσα της
πανάρχαια κομμάτια
ακέραια

 

***

 

Βρίσκουν τη θέση τους
τα πράγματα σιγά σιγά
όπως ετούτη η χαλκομανία
με το γράμμα στο ράμφος του πουλιού
απάνω στον καθρέφτη
τη βρίσκουνε αργά ή γρήγορα τη θέση τους
ακόμα και με θάνατο
γι’ αυτό να ετοιμάζεσαι κι εσύ σιγά σιγά
πλύνε το πρόσωπό σου
περπάτησε
γύρισε πίσω
πάρε τους δρόμους
τους ίδιους δρόμους
μην τους ακούς που σου φωνάζουνε
να προχωράς να προχωράς
κλείσε τ αυτιά σου
κι εκείνα τα τραγούδια
αν θέλεις άκουσέ τα δηλαδή
τραγούδια είναι
βάλε λίγο ουράνιο τόξο στα χείλη σου
έχεις ωραίο στόμα
κι αν θες να περιμένεις κάπου
πάνω σε κείνονε το βράχο κάτσε
που αποθέτει η αλκυόνα τα μωρά της
το Γενάρη
Κάθε Γενάρη
Έτσι

 

***

 

Έλεγα τ’ όνομά σου
χωρίς να σε θέλω τίποτα
Μ’ άκουγες δε μ’ άκουγες
φώναζα τ’ όνομά σου
σαν τα παιδιά που παίζοντας μιλάνε μόνα
χωρίς να περιμένω τίποτα
έλεγα και ξανάλεγα
το όνομά σου
έτσι για να τ’ ακούω
καθώς σε έπλαθα
Τώρα όλο εκείνο τον καφέ
να συλλογιέμαι
που χρώσταγα του καφετζή
όταν το μαύρο σύννεφο
μου ’δώσε μια
και βρέθηκα στην άλλη άκρη
με τ’ όνομά σου αιμόφυρτο
μες στη φωνή μου

 

***

 

Το τελευταίο της τσιγάρο
το ’πνίξε μες στη χούφτα της
υστέρα φύσηξε τα πούπουλα
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
και πέταξε η ψυχή της

 

***

 

Η μέρα
κάθε φορά της πληρωμής
αργούσε
και τίποτα κάθε φορά
δεν είχε να εξαργυρώσει
κι εκείνο ακόμα το χαμόγελό της
ήταν απ’ τους πολύ παλιούς καιρούς
τότε που οι άνθρωποι
αλλάζανε είδος με είδος
Όμως και κείνο έσβηνε
κάθε φορά
στο τέλος
πάντα

 

***

 

Ένα πλυντήριο ζητούσε
«η ποιήτρια»
όμως δεν είχε τα λεφτά
έριξε τότε ένα άδειο σακούλι
στον ώμο και βρήκε ένα ποτάμι

 

***

 

Στο μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας
μπροστά στο εικόνισμα του Άι-Γιώργη, στη Σύρα

Μπήκε γδαρμένη
με μάτια από καντήλι
στο ξωκλήσι
και είπε
«Άγιε μου Γιώργη» είπε
«σταμάτα να σκοτώνεις πια τα φίδια Νά με»
Ήταν δεκατριώ χρονώ

 

***

 

Κουράστηκα
να σας ακούω
να μου μιλάτε λόγια
Μη μου μιλάτε
δε σας ακούω
φεύγω καλπάζοντας
για το βυθό
γυρίστε τις φωνές σας πίσω
οι ριπές τους δε θ’ αγγίξουν
τη διάτρητη πλάτη μου
πάρτε τις πίσω
θα τσακιστούν
Εγώ δεν έχω φωνή
—ποτέ δεν είχα—
δυο μάτια έχω μοναχά λαχανιασμένα
τους αρνηθήκατε το ειρηνικό τοπίο
Έχω ταμπούρλα μυστικά στ’ αυτιά μου
για να σημαίνουνε κάθε φορά την ώρα
Κραυγές λυπητερές
και γόους μες στις φλέβες
Και ένα ντέφι —έχω— ιερό
στο βωμό του αιδοίου μου

 

***

 

Δεν ήξερε να περιμένει
Δεν ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει
θα το μάθαινε τώρα
Τώρα που γδύνεται τσιτσίδι στη βροχή
με τα μαλλιά
καλώδια κομμένα
απ’ τη συσκότιση
μιας νύχτας εποχής
Πώς να γυρίσει
τώρα πίσω
από ποιες θάλασσες και ποιες στεριές
και στο μαγκάλι να στεγνώσει
ένα σωρό κουκλόπανα
που στάζουν πόλεμο
Και τη ζωή της πια
—λαθραία ζωή—
να ξεσκλαβώσει

 

 

ΑΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ (1990)

 

θριαμβικοί και λυπημένοι
Περνάμε μες στον κόσμο.
Διανύομε χιλιόμετρα γιορτής
Κι ακολουθίες πένθιμες
Με πρόσωπα συγκεντρωμένα.
Τραγικά.
Φορώντας για διάδημα
Το αμετάκλητο που μας χωρίζει.

 

***

 

Αύτη η γυναίκα
Δεν ξέρεις πού θα πάει.
Κρατάει τα μάτια της κλειστά.
Ξέθαψε με τα νύχια της
Πρόσωπα αγαπημένα
Και κάνει τώρα
Τη μετακομιδή.
Εκείνη τον ξέρει τον τόπο
Και το δρόμο.
Κι αν πριν αυτός ο άνθρωπος
Αναρωτήθηκε
—κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
ώσπου να πάει για φαγητό—
Είναι που κάτι έτριξε
Στα υπόγεια του σπιτιού του.

 

***

 

Χάιδευε η τρέλα την υπομονή της
Και η υπομονή της χάιδευε την τρέλα
Πάνω στις κόρες των ματιών της.
Δεν είχε αποφασίσει πότε
Τα άσπρα στίγματα
Θα σημάδευαν το κορμί μας.
Πότε θα το πονούσαν.
Έμενε εκεί
Στην επιφάνεια
Και κάτω απ’ αυτήν
Να δίνει και να παίρνει
Σήματα φωτεινά.

 

***

 

Δε σε ακούω πια
Τις νύχτες που γυρίζεις
Σε τέτοια όνειρα
Που παραδέρνω.
Ωστόσο
Το πιο εφιαλτικό
— αυτό που μέ ξυπνάει
Είναι που δε σ’ ακούω.

 

***

 

Με νανουρίζει το σαράκι
Όμως εγώ έχω ξεσπάσματα χαράς.
Τα βήματα από πάνω της τυφλής
Και το ψηλάφισμά της
Μ’ αποκόβουν.
Κι εκείνη η άλλη γυναίκα-παιδί
Με βασανίζει.
Πώς να τις παρατήσω και να φύγω
Ή έστω να μη βλέπουν τη χαρά μου.
Με το σαράκι τα πάω μια χαρά

 

***

Τα σώματα σου
Που θυσίασες
Τα πήρες πίσω.
Τώρα που φλούδες ξεκολλούν
Απ’ τη ζωή
Τα χρόνια σου.
Και που τις καρτ-ποστάλ
Απ’ τα ταξίδια σου
Χαρίζεις.
Και άλλα
Π ιό πολύτιμα ενθύμια
Πετάς
Γιατί δε βρίσκεις
Να τα δώσεις.
Έφτασες ως εκεί που ’χες προβλέψει
Και θάλασσα δε φαίνεται
Και πουθενά τ’ αρχαίο θέατρο

 

***

 

Νύχτα εκκλησιών απόψε
’Άφωνη νύχτα
Φωλιά ψυχών.
Ξαφνικά ένας θόρυβος
Σα να τσαπίζουν κήπο
Ή να ανοίγουν τάφο

 

***

 

Αγριεύτηκα
Κυνηγημένη από τα όνειρα της νύχτας.
Δώσε μου το μαύρο μου μαντίλι
—ας έχει ήλιο—
Τα μάτια μου.
Στάσου μπροστά μου — πιο κοντά
Και κρύψε με.
Εκείνος o μαυριδερός παλαιοπώλης
Με παρακολουθεί και μ’ εκβιάζει
Για έναν μια σταλιά
Πορσελάνινον Έρωτα
Που λέει ότι του ράϊσε το βλέμμα μου
Όπως εκοίταζα στον πάγκο.
Πού είμαι.
Πώς βρέθηκα σ’ αυτή τη γειτονιά.
Εγώ μόλις εγύριζα απ’ τη θάλασσα

 

***

 

Το σώμα της
Από την άλλη μεριά
Έβγαζε σε εσωτερική πλακόστρωτη αυλή
Με καμάρες κι αγάλματα
Όπου κατάφευγε
Όταν ήθελε
Όταν γινότανε νεράιδα
Κι εκεί παράσερνε για ν’ αγαπήσει
Τα νεκρά της πρόσωπα
Στο κιόσκι
Με τις γυάλινες βέργες
Και τ’ αγιόκλημα

 

***

 

Το βράδυ που σε περί μένα
—δε θα μπορούσε να ’χεις έρθει το βράδυ εκείνο—
Το σπίτι άχνιζε.
Μύριζε γέννα και ζεματιστά νερά.
Με διάφορες τελετουργίες απ’ τούς χορούς
Και της ’Ανατολής το θέατρο
Με μύθους κι αρπαγές σε τοίχους και σπηλιές
Με μουσικές μονόχορδες από ψαλμούς και αμανέδες
Σε φευγαλέα βλέμματα ανθρώπων
Που έχουν πάψει να ονειρεύονται
Τα ξημερώματα φύσηξε.
Τώρα που πάλι σε περιμένω
—τώρα που θα ’ρθεις— μ’ ένα τσιγάρο στάχτη
Μπρος στο παράθυρο σκέφτομαι
Γρήγορα πού κρυώνει ο καφές

 

***

 

Πονάω εκεί
Πού θ’ ακουμπούσε η κάνη του περίστροφου.
Πονάω εκεί που σε σκέφτομαι.
Έναν πόνο παλιό
Που μ’ άφησε ανεπανόρθωτα το κρύο
Μες στο νου μου
Σε κάτι σπίτια
Και κάτι δωμάτια
Με κάτι φίλους
Με γάμους βιαστικούς πνιγμένους
— γατιά πνιγμένα στη θάλασσα.
Κι εγώ να κλαίω για ηδονή
Κι απ’ τη μεγάλη οικογένεια να φεύγω
Να γεννιέμαι κάθε μέρα
’Απ’ την πείνα της καρδιάς μου
Και κάθε απόγευμα πλημμύρα
Π’ ανεβαίνει

 

***

 

Ψιλοβρέχει φωτιά.
Τη νιώθω μεσ’ απ’ το μνήμα των σεντονιών μου.
Σκέφτομαι εκείνη τη φωνή
Που έκρυψα κάτω απ’ τις πέτρες
Όταν απαγορεύτηκε από το σώμα σου το σώμα μου.
Το πρόσωπό μου.
Όταν γεμάτος άνεμο
Εφύσηξες τα μάτια μου
Και τα ’σβησες.

 

***

 

Η φωνή σου
Θαμπός καθρέφτης
Και ανοιγμένο το σώμα σου.
Διορία τα χρόνια σου
Περνούν
Μ’ άλλη κατεύθυνση.
Μίλα
Όπως ξέρεις να μιλάς
Με το γυαλί
Στο χέρι.

 

***

 

Σβήνω το φως
Κάθε βράδυ
Και καπνίζω.
Περιμένω
Από παράθυρο σε πόρτα.
Περπατώ
Μεγάλες αποστάσεις.
Αλλάζω συνοδοιπόρους
Από σκέψη σε σκέψη.
Συνομιλώ με όνειρα
Και με χτυπήματα φλεβών.
Με την ανάμνηση του έρωτα.
Και ξενυχτώ
Τον διακεκομμένο ύπνο
Των φιλενάδων μου.
Σβήνω το φώς
Και καπνίζω

 

 

ΑΠΟ ΤΟΤΕ (1996)

 

Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
με μια χάρη
με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
και κάθισες στην ίδια θέση
σαν και πριν
Κάθισες έτσι
όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
που φτάνεις με καράβι
ξημέρωμα Γενάρη.

 

***

 

Όταν μου τηλεφώνησες υστέρα από μέρες
κι από μακριά
ο Αντρέας πέθαινε
Έλεγα μέσα μου — όσο μιλούσες δηλαδή
πως όλα μετρούν κάθε στιγμή για τελευταία
Γιατί έτσι
Χτυπάει το τηλέφωνο ένα πρωί
κι από το στόμα κάποιου — μπορεί να ’ναι και
άγνωστος
ακούς τη φωνή θαρρείς του ίδιου
έτσι όπως την ήξερες
— εγώ πάντως δεν θα ’μαι
εγώ πάντως δεν θα ’ρθω
Και με τη σκέψη αυτή
κι από το βράχνιασμα του σύρματος
δεν εκατάλαβα κάτι μικρές λεξούλες
κάτι σαν παύσεις
Κάτι στον τόνο της φωνής σου — που μου φάνηκε
ότι μου χάιδευε το στήθος.

 

***

 

Ας καθίσω στη σάλα μου — να σε σκεφτώ
Στην τόσο ήσυχη σάλα
Πριν φύγει το φως
Σαν να ’μαι επίσκεψη
μια άγνωστη γυναίκα τώρα πια
που ξαφνικά είχε χαθεί απ’ το Δημοτικό
στα χρόνια του Εμφυλίου — ας πούμε
Παίρνει στα χέρια της
σαν να ’ταν τράπουλα
κι αποκαλύπτει ένα ένα τα χαρτιά
—φωτογραφίες είναι—
Μα η πασιέντσα δεν της βγαίνει
Εσένα σκέφτεται εσένα
που κάποτε θα γνώριζα σε μια στιγμούλα
και με τα πόδια θα ανέβαινα στον ουρανό
Αργά και σκεφτικά τα δάχτυλά της πάνω τους
κι ωστόσο φευγαλέα τις κοιτάζει
Δεν θέλει να πιστέψει δεν θέλει να δει
το κοιμητήρι που απλώνεται στα μάτια της
θέλει να φύγει
όμως μένει.

Μια μυρωδιά από ανθόνερο και φρέζες
εφύσηξε μέσα στη σάλα ξαφνικά
και ξαφνικά
σαν να ’βγάλε τα μαύρα.

 

***

Κατά το πέρασμά σου
ένα σημείο παραμένει αμετάβλητο
Ένα σημείο σκοτεινό
που στάζει
Δεν ξέρω που να το εντοπίσω ακριβώς
Πάντως στο κάτω μέρος
Εκεί που αποτραβιέται η ψυχή
για ν’ αγαπήσει
Λέω πως είναι ένα καράβι
Σιωπή απόλυτη εκεί
Από το πάνω μέρος
η ζωή που αλλάζει
οι θόρυβοι ο κόσμος τ’ αυτοκίνητα
Όλα που πνίγονται.

 

***

 

Τους τραυμάτισες τους τοίχους του παλιού σπιτιού
Όλο καρφιά
Τη βούλησες την κάμαρα τη ρήμαξες
—Έτσι κι αλλιώς αιμορραγούσε απ’ την πρώτη νύχτα—
Να το κλείσεις καλύτερα
Να το σφαλίσεις
Να ’ναι εγκαταλειμμένο
Να χάσκουν τα παράθυρα μισάνοιχτα
Να μπαινοβγαίνουν άφοβα τα άγρια πουλιά
Να σταματάνε οι περαστικοί σαν να ’ταν στοιχειωμένο
Κι οι άγιοι να τα σπάσουν τα τζάμια τους
Κι εσύ μια βραχνή νύχτα από κλάμα
να σημαδέψεις με το τελευταίο καρφί
μιαν ημερομηνία
και να τραβήξεις επιτέλους το δρόμο σου.

 

***

 

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι
με τη σιωπή και με το άσπρο
Θα τη φυλάξω τη σιωπή
θα ’ναι το μυστικό μου.
Και με το άσπρο θα ντυθώ της ζωής μου το φόρεμα
Χαράματα
πριν απ’ τον όρθρο και το αξεδιάλυτο του ονείρου
Θα ’ρθω σε σένα
που με περίμενες στην άκρη του δρόμου
Ταπεινωμένη του έρωτα
εξόριστη από το βλέμμα του.
Λαθραία.

 

***

 

Από τότε πέρασε καιρός
Το ’χες πιστέψει πια
και μάλιστα μετά απ’ τη συμφορά
πως βρέθηκε ο δρόμος ο παλιός
η δίοδος εκείνη η στενή
που άνοιγες μισόν αιώνα τώρα με τα νύχια σου
Ποιος το περίμενε
πάλι να μπαζωθεί
από χέρια δικά
το ρέμα της ψυχής σου
και τα νερά τρελά
να πνίγονται
να καταπίνονται στις δίνες τους τις ίδιες
ώσπου η φωνή σου να γανιάσει
να σωπάσει
Δεν το περίμενες
και δε θα πείραζε ακόμα κι έτσι
φτάνει να μπόραγες να ψιθυρίσεις
μες στα κατοχικά σου κλάματα
«πάω να το πω στη μάνα μου»
Δεν θα σε πείραζε.

 

***

 

Στάθηκε προσοχή
όταν άκουσε τον Εθνικό Ύμνο
που μάθαινε στο πιάνο
το κοριτσάκι του κάτω σπιτιού
Έκανε πολλά λεπτά σιγής
μπροστά στην πόρτα της στους παραστάδες
όπου τη βρήκανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…»
Κάτι σαν πόνοι γέννας τη σταμάτησαν
κι έβγαλε μονότονη φωνή και φάλτσα
και κεραυνός που έκανε το δέντρο πέτρα
και πρόλαβε —όπως σε όραμα— να ξεδιαλύνει με τη λάμψη του
αυτό που πάντα γνώριζε και δεν το ήξερε
Να το πει Ελλάδα να το πει πατρίδα γλώσσα μητέρα αίμα
Η άσκηση στο πιάνο του Εθνικού Ύμνου
δεν κράτησε πολύ
Βιαζότανε το κοριτσάκι κάτι να δει στην τηλεόραση
ήταν κι οι ξένες γλώσσες το σχολείο
Η γυναίκα όμως του πάνω σπιτιού
εγνώρισε επιτέλους εκείνη την ανατριχίλα
στο προσφυγικό της σώμα
όπου τη σταματούσανε οι πρώτες συλλαβές και νότες
«Σε γνωρί…».

 

***

 

Λάθος
Συνέχεια λάθος βγαίνει
Τόσα χρόνια
και ξεχνάω πάντα το τηλέφωνό σου
Στην πραγματικότητα δεν το ’μαθα ποτέ
Τα δυο πρώτα νούμερα μονάχα
κι αυτά μπερδεύονται με άλλα
Συμβαίνει όμως μερικές φορές
και γίνεται συσκότιση στα δάχτυλα
για αριθμούς που ήμουν σίγουρη
κι έλεγα πως τους ήξερα νεράκι
Κάτι σαν τρέλα, δηλαδή
Σαν ξαφνικά να μην υπήρξανε ποτέ τα πρόσωπα
Σαν να μην έχω υποφέρει
Εντύπωση μου κάνει απ’ την άλλη
που κάποτε μες στον αέρα
χωρίς μολύβι και χαρτί
έρχονται μέσα μου στοιχεία
αγγέλων απ’ το άγνωστο
να με παρηγορήσουν
Και τότε βλέπω καθαρά πού γίνεται
το λάθος
κι η επανάληψή του.

 

***

 

Μια μέρα καλοκαίρι
σε κίνηση πολλή
σκέφτηκε το χειμώνα
κι έβαλε το χέρι στο λαιμό
για να σηκώσει το γιακά
Εκρύωνε πραγματικά
Γέρασα —μάλλον— είπε
Μήπως πέθανα;
Πρέπει να μάθω
να τηλεφωνήσω σε φίλους
– δεν βρίσκω τ’ όνομά μου
να ρωτήσω
να περάσω από τα σπίτια που έμεινε
κάτι μπορεί να ξέρουν
Θα ’χω και μια φωτογραφία
Να πάω να ’βρω τους δικούς του
τον είχανε αποξενώσει — ζητήματα σκοτεινά της οικογένειας
Όμως τώρα είναι ανάγκη
— Κι η τελευταία του δουλειά
— Δεν ξέρω δε μιλούσε
— Το τελευταίο σπίτι
— Ούτε κι αυτό
Μόνο πως είχε θόρυβο — όλο για θόρυβο μιλούσε
σκύλοι γαβγίζαν νύχτα-μέρα έσταζαν βρύσες
είχαν ανοίξει οι αρμοί έμπαιναν κρύο έντομα
Τις νύχτες από φόβο σκάλιζε κάτι σ’ ένα τετράδιο
Πρέπει να μάθω, πρέπει να δω
Πρέπει να βρω το όνομά του ή
το δικό μου όνομα.

 

***

 

Να θυμηθώ
τρεις Αύρες
κι ένα Καρέλια σκέτο

 

***

 

Είμαι ο κάποιος που ανοίγει το παράθυρο
είμαι ο κάποιος που χαμηλώνει το φως μέσα στο θάλαμο
που βάζει τάξη
κανείς δε με βλέπει
κανείς δε μ’ ακούει
έγινα αυτό που ονειρευόμουνα
Σκιά.

 

***

 

Με βρήκες
απ’ το βουνό των παιδικών σου χρόνων
γεμάτα Κυριακές
Είχες στο βλέμμα σου το φόβο του δρυμού
και μες στα κόκαλά σου ένα κρινάκι.

 

***

 

Λίγες μέρες πριν αρρωστήσει ο πατέρας της
δεν αναγνώρισε τη φωνή του στο τηλέφωνο
κι αμέσως ζήτησε συγνώμη απ’ τον ξένο
Ήταν η τελευταία φορά, που επικοινώνησαν.

 

***

 

Αυτό ήταν;
Όλα εκείνα;
Κι οι αποδείξεις, τα χαρτιά;
Τα έχω εδώ
Μπορώ να φέρω και φωτογραφίες
Τους φίλους μου
Κάτι ανθρώπους άγνωστους
που άνοιξα την καρδιά μου
Ακόμα και τους εραστές μου
να μαρτυρήσουνε
____________________

Δεν φτάνουν δεν φτάνουν
Κάθε πρωί τα ίδια
κι ο φόβος μου
μη σπάσουν τα γυαλιά μου.

 

 

 

ΘΑ ΚΑΠΝΙΖΩ (2004)

 

ΗΘΕΛΕΣ να τραβήξουμε φωτογραφίες
Πότε δεν είχαμε τη μηχανή
Και πότε φιλμ
Κι όλα κλειστά

 

***

 

ΔΕ σε ρώτησα
Δεν πρόλαβα
Δεν το ’χα σκεφτεί
Δεν το περίμενα
Ούτε στιγμή δεν το περίμενα
Επιστρέφω ξανά και ξανά
Στο πρόσωπό σου
Στη φωνή σου -σαν μέσα από ρωγμή-
Τι ήθελε να μου πει
Εκείνη την μπρούντζινη μέρα

 

***

 

ΘΑ καπνίζω
Στα διαλείμματα του σινεμά
Στους δρόμους και σε διαδρόμους
Σε τουαλέτες και σε σκάλες
Ακόμα σ’ εκκλησίες
Θ’ ανάβω «κόντρα στον αέρα»
Μου το ‘χες πει
Θα καπνίζω πάντα
Μέχρι τις τελευταίες μου ανάσες
Όπως εσύ

 

***

ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ τραύμα
Από τσέρκι – στη θάλασσα
Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί
Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας
Ένα ένα και κοντά κοντά
Σαν τα κεριά
Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο
Έδωσαν μορφή
Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα
Στο γόνατό σου
Δε στάζει
Μένει εκεί
Ένα κομμάτι φεγγαριού
Σε χάωση
Το γιατρέψαμε μόνοι μας
Με καπνό τσιγάρου
Απ’ τις τσίμπες
Πού μαζέψαμε από χάμω
Ακόμα μ’ ένα τάμα στην «Κοίμηση»
Που περιμένει
Δεν τρέξαμε σε γιατρούς
Ούτε σε φαρμακείο
Λες και γνωρίζαμε από τότε
Βρέφη σχεδόν
Πώς μερικές πληγές
Δεν κλείνουν

 

***

 

ΤΙ τα θέλω
Τι τα μαζεύω
Όλα αυτά τα αποκόμματα
Από εφημερίδες περιοδικά ή όπου
Αφού σπάνια
Σχεδόν ποτέ δεν τα ξανακοιτάζω
– Κι έτσι χωρίς καμία τάξη
Να βάλω φωτιά να τα κάψω να τα σκίσω
Και τα βιβλία κι αυτά
Να κρατήσω λίγα
Κι εκείνο το χάρτη πού μετράει το βυθό
Αν ήταν γυάλινα τουλάχιστον
Θα τα ’σπαγα σαν τζάμια σαν ποτήρια
Και μπορεί να ’κλαιγα
Ακόμα και να χόρευα
Και μοιρολόι να ’λεγα
Σαν να ’ταν χρόνια
Παιδικά και μη
Χαμένα;

 

***

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ όταν δε γράφουν μαραζώνουν
‘Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πώς ή αίτια είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τούς τρομάζει

 

***

 

ΕΜΕΙΣ δεν ήμασταν ποτέ μαζί
Πώς βρέθηκαν τα ρούχα σου
Με τα δικά μου εδώ κι εκεί
Στις φωτογραφίες μαζί
και στις αφιερώσεις

 

***

 

ΤΩΡΑ που σταμάτησες το κάπνισμα
Άνοιξε ψιλικατζίδικο στη γειτονιά σου
Και ξενυχτάει κιόλας
Ήθελες να μετακομίσεις
Μόνο και μόνο για τα τσιγάρα
Τότε σαν θυμιατό ανέβαινε η ψυχή σου
Έλεγες πώς η αγάπη σου θα κρατήσει
Πιο πολύ απ’ τούς ναούς
Έλεγες

 

***

 

ΚΑΙ ξαφνικά
Όταν θα έρθει η ώρα
Κι άγνωστοι άνθρωποι
Θα μπουν στο σπίτι μας
Θα ’ναι και μια επιτροπή
Πού θ’ αναγγείλει
Ότι παρέδωσα την κόλλα μου λευκή
Και ας ακούγεται παντού μες στον αέρα
Ένα γεμάτο άδειο η φωνή
Πού ορκιζόταν «σε ό,τι έχω ιερό»
Πώς κάποιο λάθος έγινε
Πώς η αλήθεια είναι άλλη
Έτσι κι αλλιώς
Δεν είχε πια καμία σημασία
Ο κόσμος έγινε για μια στιγμή
Αυλή σχολείου με μικρά παιδιά
Σε επαρχία
Που τραγουδούσανε
«Σέ γέλασε Παρασκευούλα μου» ξανά και
Και τέλος
Ο «Εθνικός Ύμνος»

 

***

 

ΘΑ κάπνιζα για χρόνια ακόμα
Θα ανάσαινα
Και θα περπατούσα
Σε δρόμους χωρίς όνομα για χρόνια
Οι λέξεις λιγοστεύανε φτερούγες έγιναν
Χαθήκανε
Όπως τα πράγματα πού ψάχνεις
Και δε βρίσκεις
Όπως όταν μιλάς σε γυρισμένα πρόσωπα
Και κάτι με το σώμα
Είχανε μείνει πίσω κι αυτά
Και τα βιβλία
Τα πράγματα
Από στιγμές κι ανθρώπους
Σε αποθήκες ξένες
Και το μικρό καΐκι
Με το γυναικείο όνομα
Σαπίζει ακόμα σ’ ένα χωράφι
Δεν έχω τόπο

 

***

 

ΘΑ φύγω σαν τις γάτες
Να πεθάνω μακριά
Να μη μετράω τα τσιγάρα μου
Να μη μετράω τη σιωπή
Να μην την περιμένω
Θα μπω σ’ ένα καράβι
Και σε νησί φυλακισμένο θα αράξω
Ένα γατί, βουβό και ξένο
Που θα το σέρνει μια τριχιά
Από του Πάσσαρη το γέλιο

 

***

 

ΚΟΙΤΑΖΑ τη θάλασσα
Και με ηρεμούσαν
Τα βουνά

 

***

 

ΚΑΙ να ξανάβρισκες
Όπως τους τόπους
Τους ανθρώπους

 

***

 

Σ’ ΕΚΕΙΝΟ το σπίτι
Ωραία που ακουγόταν
Η βροχή

 

***

 

ΑΠΟ την εγκατάλειψη
Αρρωσταίνει ή καρδιά

 

***

 

ΤΟΣΟΣ αέρας
Κι εσύ
Χωρίς ανάσα

 

 

 

ΜΙΑ ΑΔΕΙΑ ΘΕΣΗ (2011)

 

ΚΑΙ να ’ναι.
Όλη σου η ζωή
Εκείνη η φωτογραφία
Όλη κι όλη
Παραμονή του γάμου σου
Κι εκείνη η άλλη
Που δεν τραβήχτηκε
Ποτέ

 

***

 

Το ’ξερες
Μήπως δεν το ’ξερες
Κι ας είχες ξεκινήσει
Κι ας προχώρησες
Γύρισες πίσω
Με μια χάρη
Με μιαν ευλυγισία ναρκωμένη
Και κάθισες στην ίδια θέση
Σαν και πριν
Κάθισες έτσι
Όπως μπροστά σε μια καινούργια πόλη
Που φτάνεις με καράβι
Ξημέρωμα Γενάρη

 

***

 

ΔΕΝ θα ’χει μείνει τίποτα
Απ’ όλα αυτά που θα ’θελα
Να δείτε
— Να σου ’δειχνα
Το χρώμα του χώματος ίσως
Ήταν ένα χρώμα άγονο
Πουθενά δεν το ’χω ξαναδεί
Οι άνθρωποι θα ’χουν πεθάνει οι παλιοί
Κανείς δε θα θυμάται το όνομα
Τι θα πουν για μας
^Τίποτα δε θα υπάρχει
Το χώμα εκείνο ίσως
Το χρώμα του

 

***

 

ΠΙΣΩ από μιαν αυλαία
Σκοτεινή στάθηκα
Τρέμοντας
Να αφουγκράζομαι
Τις δονήσεις κάποιου
Μεγάλου γκογκ
Που προεκτείνονταν
Μέσα στο σώμα μου
Τα χρόνια μου δεν έφτασαν
Από τους τελευταίους των τελευταίων
Και δεν εγέλασα

 

***

 

ΚΑΠΟΤΕ
Θα παρακαλέσω
– όπως δεν παρακάλεσα ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Στον πλανόδιο θίασό του
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προϋπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως — τώρα – κάπως πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή

 

***

 

Η χίμαιρα μου
Τη βρήκα
Στα χώματα
Ψάχνοντας
Για κάτι άλλο
Θραύσμα από πηλό
Αρχαίου αμφορέα
Ολάκερη και ολοκάθαρη
Την έχασα
Μέσα στον κόσμο
Πολλά τα λόγια
Εύκολα
Να την ξεχάσω
Να σταματήσω
Να την ψάχνω να
Ωστόσο
Αργά και πού
Μέσα στα χρόνια
— Τελευταία όλο και πιο συχνά
Αισθάνομαι έναν απόηχο βαθύ
Παντού
Μέσα στο σώμα μου
Στο πρόσωπο
Που με χτυπάει
Αλύπητα

 

***

 

Από κάπου
Ερχόταν μια μουσική
Κάποιος έπαιζε πιάνο
Μια μηχανή
Κρυμμένη στα ερείπια
Φωτογράφισε δύο μικρά παιδιά
Καθισμένα κατάχαμα
Που άκουγαν σαστισμένα
Κρατιούνταν σφιχτά
Με τα χεράκια τους
-Περίεργα παιδιά
Αδέλφια μάθαμε
Χαθήκανε
Η μουσική που τα ‘χε καθηλώσει
Ήταν Σοπέν
Άλλοι την είπαν Βαμβακάρη
Δεν τ αναζήτησε κανείς
Όμως συχνά-πυκνά
Φέρνω στα μάτια μου
Το κοριτσάκι
-Που το κρατάω μέσα μου
Σαν σφαίρα
Που δεν μπορώ να βγάλω
Να σφίγγει την παιδική φωτογραφία
Απ’ τα ερείπια της φωτιάς
Και να τη δείχνει
Σ’ ανθρώπους άγνωστους
Πότε να είναι μάνα κι αδελφή
Στην Κύπρο
Πότε αλλού
Που χύθηκε αίμα
Που τους χώρισε
Όπως το αίμα ξέρει
Να χωρίζει

 

***

 

ΠΕΙ καιρός
Χρόνια τώρα
Που θέλω να γράψω ένα γράμμα
Όπως τότε παιδί
Έστελνα γραμματάκια στον Θεό
Τα πετούσα
Από το πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού μας
— Για πιο κοντά στον ουρανό
Κάτι Χριστούγεννα χωρίς φώτα
Κάτι απογεύματα με κρύο και βροχή
Που περνούσαν κηδείες σιωπηλές
Αραιές φιγούρες
Κάτι σκιές
Τα πετούσα σαν πέτρες μακριά
Κι αυτά βουλιάζανε στις λάσπες του καρόδρομου
Δεν ήτανε πουλιά
Τώρα κανένας παραλήπτης
Μπορεί ωστόσο να τολμήσω μια στιγμή
— Αφού δεν ξέρω να μιλώ
— Αφού κομπιάζω
— Αφού
Να ’γραφα ένα τουλάχιστο – για όλους
Και ας το κάνω ύστερα κομμάτια
Έτσι
Σαν ένα τίποτα
Σα χάρτινο παιχνίδι χαλασμένο
Κι είναι, φορές πάλι, που σκέφτομαι
Και τι δε θα ’δινα
Να έβρισκα
Ένα μόνο
Ένα μικρό τσαλακωμένο γραμματάκι
Με μολύβι στο παιδικό τετράδιο
Και ίσως να αναγνώριζα — έστω και τώρα
Κάτι αόρατο
Σαν μια κλωστή κεντήματος
Που κάποιος μ’ έδεσε μ’ αυτή
Για τιμωρία
Και μ’ άφησε εκεί
Έκλεισε το παράθυρο
Με ξέχασε

 

***

 

ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ
Την πόλη των παιδικών μου χρόνων
Ήτανε άδεια
Όλα τα σκέπαζε η σιωπή
– Μ’ αγριεύουν οι ήσυχες μέρες
Ούτε ένας άνθρωπος στους δρόμους
Που μοιάζανε πουλιά σταματημένα στον αέρα
Τα σπίτια ανοιχτά και μόνα
Το πρώτο που σκέφτηκα
Ήταν να τρέξω στο σπίτι μας – το πατρικό
Που χρόνια κατοικούσαν άλλοι
Όταν ξαφνικά είδα τη μητέρα μου — νέα
Ήταν λαχανιασμένη
Μύριζε ταρσανά
Όπως τότε – πενήντα χρόνια πριν
Που γύρισε από το δικαστήριο
Με την απόφαση στην τσάντα της
– Σταμάτα μου λέει γύρνα πίσω
– Μην πας στο σπίτι
– Δεν είναι πια δικό μας το σπίτι μας
– Βάλανε ψευδομάρτυρες και μας το πήρανε
– Βάλανε το χέρι τους στο ευαγγέλιο
– Είμαστε απόκληροι
Κι έκλαιγα
Κι εκείνη με τραβούσε πίσω
Έλεγα μέσα μου η μαμά μου
Η μαμά μου είναι εδώ μαζί
Τα χέρια της με κρατούσανε γερά
Τώρα δε θα ξεχνούσα
Σε ποια μεριά ήτανε η ελιά της
Στο ωραίο της πρόσωπο
Μέσα σε μια στιγμή την έχασα
Δεν ήταν πουθενά
Τριγύρω άνθρωποι θόρυβος
Μια ατελείωτη βουή
Με προσπερνάει μες στους δρόμους
Με κάτι λυπημένο και βαθύ
Πού είμαι τώρα
Χρειάζομαι τα φάρμακά μου
Ένα τσιγάρο

 

***

 

ΑΥΤΟ το φόρεμα
Ήταν
Νεκρής από χρόνια
Αγαπημένης γυναίκας
Ένας αέρας
Τώρα το φοράω εγώ
Κάθε χειμώνα
Περιμένω τον Αύγουστο
Κάθε Αύγουστο
Μετρώ τα καλοκαίρια της
Και τα δικά μου

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ :

 

Η Βικτωρία Καπλάνη στο περιοδικό Κοράλλι τ.8/2016

 

ΔΟΚΙΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

«Τα ποιήματα 1978-2011» Γαβριηλίδης 2015

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της Αγγελικής Ελευθερίου, λίγους μήνες μετά το θάνατό της, μας δίνουν την αφορμή να ξαναδιαβάσουμε και να γνωρίσουμε το ποιητικό της έργο, που η ίδια επιμελώς αποσιωπούσε και έκανε θαρρείς ό,τι μπορούσε για να περνά απαρατήρητο. Πρόκειται για μια δημιουργό αθόρυβη, διακριτική αλλά σαφέστατα διακριτή, εκλεκτική και εκλεκτή, η οποία δημοσιοποίησε για πρώτη φορά τη δουλειά της, χάρη στην παρέμβαση φίλων στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, ενώ οι συνομήλικοι ομότεχνοί της είχαν ήδη δώσει ευκρινή δείγματα γραφής. Έξι ποιητικές συλλογές από το 1978 μέχρι το 2011, που αν συνθέσουμε ένα ποίημα από τους τίτλους τους μπορούμε με τη φαντασία μας να φτιάξουμε μια πρώτη εικόνα για την ποίησή της.

Μια γυναίκα
Ωδίνες
Αργά το απόγευμα
Από τότε
Θα καπνίζω
Μια άδεια θέση

Η φωνή που μιλά στα ποιήματα είναι η φωνή μιας γυναίκας, που έχει βιώσει τις ωδίνες κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μπορούμε να τη φανταστούμε αργά το απόγευμα, όταν παίρνει να σκοτεινιάζει, να αναθυμάται στιγμές από τότε, από το μακρινό ή κοντινό παρελθόν να μιλά σε μια άδεια θέση, σε κάποιον απόντα.
Γεννημένη στη Σύρα το 1940, γέννημα –θρέμμα μιας δύσκολης και σκληρής εποχής έχει κατανοήσει από μικρή τον αγώνα της επιβίωσης, τη δύσκολη μοίρα των γυναικών που αναλαμβάνουν την ευθύνη της οικογένειας και δεν έχουν την πολυτέλεια να αυτοπροσδιορίζονται με βάση τις δημιουργικές τους δεξιότητες και ανησυχίες. Από τη Σύρα στην Αθήνα, με το μικρόβιο της τέχνης να δουλεύει υπόγεια και δραστικά, γυρεύοντας τρόπους να φανερωθεί, οι αντιστάσεις των γονιών κάμπτονται, τελειώνει το σχολείο, σπουδάζει στο Θέατρο Τέχνης του Κουν με υποτροφία, αλλά οι άριστοι δεν έχουν πάντα την τύχη που τους αξίζει κι αυτό το μάθημα η Αγγελική το μαθαίνει καλά από νωρίς. Στη συνέχεια Λονδίνο, Παρίσι, δικτατορία έρωτας, γάμος, μητρότητα, επιστροφή στην Αθήνα με τον ερχομό της Μεταπολίτευσης. Οι δυσκολίες της επιβίωσης σε μια ανελέητη και επιτακτική καθημερινότητα γεννούν όλα αυτά τα χρόνια την ανάγκη της έκφρασης ως μηχανισμού αποσυμπίεσης, εκτόνωσης, η γραφή λειτουργεί ως φάρμακο, ως αντίδοτο. Έτσι γεννιούνται οι στίχοι των τραγουδιών και τα πρώτα της ποιήματα. Μιλά μια γυναίκα, σαν όλες τις άλλες, μια γυναίκα της διπλανής πόρτας και γυρεύει απ’ το λευκό χαρτί μιαν απόκριση, ένα ευήκοον ους, έναν συνομιλητή της καρδιάς της. Από το λευκό χαρτί που γεμίζει λέξεις ζητείται η αποδοχή του εαυτού και των άλλων, η μαγική δύναμη να ληφθούν αποφάσεις, να σπάσουν τα δεσμά που την κρατούν αιχμάλωτη σε ανοίκειους ρόλους. Τα αισθητικά της κριτήρια όμως είναι εκλεκτικά και αυστηρά, καθώς ο πήχης ήδη έχει ανέβει ψηλά, μια και στο στενό οικογενειακό περιβάλλον υπάρχουν δύο άντρες συγγραφείς, δύο ισχυρές προσωπικότητες, ο Μάνος Ελευθερίου με τα διηγήματα και τους στίχους του, τις πολλά υποσχόμενες συνεργασίες με το Θεοδωράκη, το Μούτση, το Μαρκόπουλο και ο τότε σύζυγός της Γιώργος Σκούρτης που από το ξεκίνημά του κιόλας, με το έργο Οι νταντάδες προκάλεσε αίσθηση στο χώρο του θεάτρου.
Η πρώτη ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Μια γυναίκα (1978), τίτλο που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από περιγραφικά κι ως σκληρό αυτοσαρκαστικό σχόλιο, περιέχει ποιήματα αφηγηματικά εν είδει ημερολογίου σε στίχους ή σαν ανεπίδοτα γράμματα στον ιδανικό αναγνώστη, στον εαυτό ή σε μια αγαπημένη φίλη, που όλα μαζί συνθέτουν μια ιστορία που πολλές γυναίκες αντικατοπτρίζονται σ’ αυτήν και νιώθουν ότι τις περιέχει και τις εκπροσωπεί. Η Ελευθερίου ξεκλειδώνει στο χαρτί τη σιωπή μιας γυναίκας, μιλά γι’ αυτά που τριβελίζουν τη σκέψη της, για τους λογισμούς και τις έγνοιες που ζωγραφίζουν τις ρυτίδες στο βλέμμα της, που αφαιρούν το σφρίγος και σπέρνουν τον πρώτο σπόρο της ασθένειας. Διαβάζουμε στίχους που καταγράφουν την αποξένωση, τη φθορά του έρωτα, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Μια γυναίκα που βασανίζεται ν’ αποδεχτεί το ζωντανό θάνατο του έρωτα, να διαχειριστεί τα αντιφατικά συναισθήματα που διαρκώς αναδύονται, το θυμό, τον πόθο, την απόγνωση, ενοχοποιώντας και υποβιβάζοντας ενίοτε τον εαυτό της, ενώ παράλληλα περιμένει, ανέχεται και αγωνίζεται να επιβιώσει. Θέματα καθημερινά, συνηθισμένα, ειπωμένα με λόγο απλό, γυμνό, χωρίς μελοδραματισμούς με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια. Λόγος αρθρωμένος με τόλμη και διακριτό ύφος, εξομολογητικός, ρεαλιστικός, άμεσος, όπως παράγεται στο εργαστήρι του μυαλού και της καρδιάς, χωρίς να κρύβεται μέσα σε σύμβολα και μύθους. Από αυτό το πρώτο βιβλίο της μέχρι το τελευταίο θα υπάρχει στους στίχους της, μια αντρική φιγούρα, ο αγαπημένος, ο αδελφός, ο φίλος, ο άντρας ως παρουσία, αλλά κυρίως ως απουσία θα κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά ποιήματά της.
Τέσσαρα χρόνια αργότερα έρχεται το δεύτερο βιβλίο με τον τίτλο Ωδίνες (1982). Μοιάζει να συνεχίζει το προηγούμενο, μολονότι ο αφηγηματικός λόγος είναι πιο ελλειπτικός, πιο αφαιρετικός. Εδώ, συντελείται ένα εσωτερικό επώδυνο ξεκαθάρισμα, ένας απολογισμός που ονειρεύεται να φτάσει στην κάθαρση. Η αδικία πονά κι η εκδίκηση, αφενός δεν πραγματοποιείται, αφετέρου αδυνατεί να θεραπευτεί μέσω της συγχώρεσης κινδυνεύει να εσωτερικευτεί και να προκαλέσει αυτοτραυματισμό και αυτοτιμωρία. Οι ωδίνες της γέννας, της μνήμης, του απολογισμού.
Την εποχή που κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, την ίδια αυτή περίοδο, 78-82, ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει στίχους της Αγγελικής Ελευθερίου για να γίνουν τραγούδια. Έτσι προκύπτουν οι Χαιρετισμοί το 1982 και η Φαίδρα το 1985. Οι στίχοι αυτοί έχουν έκδηλη ποιητικότητα, δραματικό βάθος, αυτονομία, εσωτερική δύναμη πηγάζουν από την ίδια ρίζα και κινούνται στην ίδια θεματική με τα ποιήματα αυτής της περιόδου.
Μετά από οχτάχρονη σιωπή, επανέρχεται η Αγγελική Ελευθερίου με το βιβλίο Αργά το απόγευμα (1990). Εδώ έχουμε κάποιες αξιοσημείωτες διαφορές από τα πρώτα βιβλία. Τα προσωπικά βιώματα που δίνουν την αφορμή των ποιημάτων αυτών φιλτράρονται πολύ προσεκτικά, το κατακάθι μένει στην άκρη κι εκείνο που ενδιαφέρει είναι το απόσταγμα του βιώματος. Ο λόγος πηγαίνει σε βαθύτερα στρώματα, κερδίζει σε πολυσημία και αποτελεσματικότητα. Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί το πρώτο και δεύτερο ρηματικό πρόσωπο, ενισχύοντας τη θεατρικότητα του λόγου. Τα ποιήματα της συλλογής μοιάζουν σκηνές ενός μονόλογου, όπου μια γυναίκα κάθε βράδυ αφηγείται θραύσματα ιστοριών, έτσι όπως αυτά έρχονται στη μνήμη της, συνομιλεί με όνειρα και με την ανάμνηση του έρωτα, καταδύεται στα βάθη της συνείδησης, έχοντας αποδεχτεί την τραγικότητα της ζωής και τη σκιά του θανάτου. Κύκλοι ζωής κλείνουν, τοπία κι άνθρωποι αλλοιώνονται, αλλάζουν και χάνονται.
Ακολουθεί η σειρά ποιημάτων με τίτλο Από τότε το 1996.Μια σειρά ποιημάτων απολογισμού και αναστοχασμού, μια προσέγγιση κριτική του μέχρι τώρα βίου. Το πέρασμα του χρόνου δείχνει εμφανώς τα ίχνη του, όνειρα παραμένουν ανεκπλήρωτα, οι νεκροί αγαπημένοι αυξάνονται. Τον πρώτο λόγο εδώ έχει η μνήμη. Η ποιήτρια επιστρέφει σε μνήμες παιδικές, ένδον σκάπτει και ανασύρει χαμένες ψηφίδες του χρόνου, αισθήσεις και αισθήματα από τότε θαμμένα που τώρα επιστρέφουν, εμπειρίες επώδυνες, έρωτες, αρρώστιες, γέννες και θάνατοι, μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, βλέμματα, αγγίγματα, ξαναγυρίζουν μέσω των στίχων και ανασυνθέτουν το δικό της πρόσωπο.
Οχτώ χρόνια αργότερα, το 2004, η Αγγελική Ελευθερίου επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο με τον πρωτότυπο τίτλο Θα καπνίζω. Το τσιγάρο και ο καπνός πολλές φορές εμπλέκεται στους στίχους των ποιητών, αλλά αυτή τη φορά ονοματίζει μια ολόκληρη συλλογή. Τίτλος -δήλωση που παραπέμπει σε ένα πάθος, μια ανυπακοή, μια ελεύθερη επιλογή, αλλά και μια πρόκληση της μοίρας και του μοιραίου. Η Ελευθερίου συνεχίζει τη θεματική των δύο προηγούμενων συλλογών και υφολογικά ακολουθεί την ίδια γραμμή. Ελλειπτικές βιωματικές αφηγήσεις συμπυκνώνουν γεγονότα και αναμνήσεις και παραπέμπουν κρυπτογραφικά σε μια προσωπική ιστορία. Ήδη από το μότο της συλλογής, που περιέχει λόγια του χαμένου αδελφού της ποιήτριας, είναι εμφανές ότι ο θάνατος προσφιλών προσώπων και η αντιμετώπιση αυτής της απώλειας ανθρώπων αλλά και τόπων, πραγμάτων αλλά ακόμη και αυτών των νεανικών χρόνων θα έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο αιφνιδιασμός κι όλη η ανατροπή που φέρνει στη συνείδηση η απώλεια, η ματαίωση ονείρων και επιθυμιών αποτυπώνονται καίρια στους στίχους της Ελευθερίου, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο με ισχυρό έως θανάτου πάθος για τη ζωή και την αγάπη, έναν άνθρωπο που μάχεται με τους ίσκιους του ιδανικού. Το τσιγάρο συντροφεύει την Ελευθερίου δια βίου στην καθημερινότητα και την ποίηση, έχει γίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα, ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο που διατρέχει όλο της το έργο. Είναι συντροφιά, φάρμακο, ρολόι που μετράει τις στιγμές κι εδώ έχει κι ένα σχεδόν τελετουργικό ρόλο ∙ λειτουργεί ως σημείο επαφής, ως συνδετικό στοιχείο με το νεκρό αδελφό.
Η τελευταία συλλογή της Ελευθερίου εκδόθηκε το 2011 με τίτλο Μια άδεια θέση. Ίσως η πλέον υπαρξιακή συλλογή της Ελευθερίου, που συγκεντρώνει τους προβληματισμούς και τη γενικότερη στάση της απέναντι στη ζωή, το θάνατο και την τέχνη. Ένας απολογισμός ζωής μοιάζει να γίνεται εδώ, μια ανθρώπινη αναδρομή στο χρόνο, το χαμένο σπίτι, η μητέρα, η κρατημένη συγνώμη που ταλανίζει τις ψυχές, κι ακόμη η τραγική επίγνωση ότι η κλεψύδρα αδειάζει είναι φανερή και κινητοποιεί τη γραφή της να κάνει τα αναγκαία ξεκαθαρίσματα, αντιμέτωπη πλέον με το όριο, που καλεί για το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Η νεανική χίμαιρα έχει σωματοποιηθεί, το αδικαίωτο εγώ δεν μάχεται, δεν διεκδικεί , γίνεται φιγούρα ονείρου και ξεκινά έναν απαρηγόρητο αποχαιρετισμό. Ζητά ένα ρόλο στην τελευταία παράσταση. Ο τίτλος του βιβλίου διατηρεί μια έκδηλη πολυσημία. Προσδοκία και απουσία. Η προσδοκία να βρεθεί επιτέλους για την ποιήτρια μια άδεια θέση σ’ αυτό το θέατρο της ζωής, αλλά κοντά στην πόρτα για να μπορεί, όποτε νιώσει πίεση να φύγει κι από την άλλη ο τίτλος σηματοδοτεί ήδη μια απουσία που ακολουθεί σαν σκιά την Ελευθερίου σε όλο το βίο της. Μια απουσία και την ίδια στιγμή μια προσμονή, η αίσθηση της απώλειας και η επιθυμία του θανάτου ως λύτρωση, ως η άδεια θέση που επιτέλους την περιμένει.
Η Αγγελική Ελευθερίου μπήκε στην περιπέτεια της γραφής απρογραμμάτιστα, υπακούοντας σε μια εσωτερική ανάγκη, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Πολύ γρήγορα όμως η ποίηση έγινε ο δικός της χώρος, το σπίτι της, το οποίο φρόντισε με μεγάλη επιμέλεια. Η τελειομανία που τη χαρακτήριζε δεν της επέτρεψε ποτέ να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις. Τα ποιήματά της έχουν την απλότητα, την αμεσότητα, την τόλμη και την ειλικρίνεια του ικανού και σοφού τεχνίτη, που, σμιλεύοντας υπομονετικά το υλικό του, μέσα από την τέχνη του, βρίσκει το δικό του παραμελημένο πρόσωπο. Ενίοτε αυτοσαρκάζεται κι ο λόγος της τότε γίνεται εξόχως δραστικός και ανελέητος. Από τους ομοτέχνους της επιλέγει να συνομιλεί με όσους αντιστρατεύονται τη λογική της αγοράς, τους αθόρυβους ποιητές της σκιάς.
Η ποίηση της Ελευθερίου πηγάζει μέσα από τη ζωή μιας γυναίκας παλαιάς κοπής που έχει αποδεχτεί τις αρετές του φύλου της, την αγάπη, τη σύνδεση, την προσφορά, την υπομονή, την ανθεκτικότητα και την ανιδιοτέλεια. Μια ποίηση βιωματική, γήινη, ουσιαστικά ερωτική, ζυμωμένη με χώμα και νερό, βγαλμένη μέσα από τις οριακές στιγμές του βίου: τον έρωτα και το θάνατο. Ποίηση ατμοσφαιρική, ποίηση του κλειστού εσωτερικού χώρου, της μνήμης και της απουσίας γραμμένη με λόγο καθημερινό, λιτό, που αποπειράται να εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία μιας φωνής που γυρεύει απεγνωσμένα την επικοινωνία και τη συνάντηση με τον άλλο.

 

ΣΗΜ. Το κείμενο αυτό γράφηκε με αφορμή τη παρουσίαση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Αγγελικής Ελευθερίου, το Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016, στο Poems & Crimes των εκδόσεων Γαβριηλίδης

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ στο περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τ.109 5/2016

Για την Αγγελική Ελευθερίου

 

Την Αγγελική Ελευθερίου τη γνώρισα μέσω του Μιχάλη Κατσαρού, ένα ηλιόλουστο αθηναϊκό μεσημεράκι, τότε που τα μεσημεράκια είχαν την άξιο τους, και, κατόπιν προτάσεώς της, ήπιαμε και οι τρεις ένα καφεδάκι σε παρακείμενο καφενείο. Όλη την ώρα λοιπόν που καθόμουν εκεί, εγώ θαύμαζα τη σπουδαία Αγγελική, το γήινο και ανεπιτήδευτο πρόσωπό της, ίδιο σαν άγαλμα που το έβγαλαν ψαράδες από την αιγαιοπελαγίτικη θάλασσα, την προσήνεια, την πραότητα, την καλοσύνη, την αυτοπεποίθηση, το ρωμαλέο παράστημα του κορμιού της, την τρυφερότητα με την οποία σε κοιτούσε σαν να σε είχε μικρότερο αδελφό, την αθωότητά της και τη θαμπή λάμψη του προσώπου της — ενός προσώπου κι ενός δέρματος σταρόχρωμης αρχαιότητας.
Μόλις ήρθε η ώρα για να φύγουμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και διευθύνσεις, για να στείλει ο ένας στον άλλο τα βιβλία του, όπερ και εγένετο. Έτσι λοιπόν, μετά την αλληλοαποδοχή αυτή, η φιλία μας δέθηκε πιο στέρεα και δεν εφθάρη ποτέ μέσα στην ευτέλεια της καθημερινότητας, καθότι βλεπόμασταν όταν ακριβώς έπρεπε. Κανένα τηλέφωνο, κανένα σινεμαδάκι, μια φορά στο σπίτι της, όπου γνώρισα μωρό τον γιο της τον Σπύρο και παίξαμε, δύο φορές στο θέατρο όπου ήταν πρωταγωνίστρια. Δηλαδή, μία στο Θέατρο της Ρεματιάς, στο Χαλάνδρι, στον Ματωμένο γάμο, όπου ιδιαίτερα στον μονόλογο του τέλους ήταν μαγική «τρελή, φαρμακωμένη μάνα», με μια στεντόρια· σφαγμένη φωνή που, σε συνεργασία με τον αντίλαλο του φαραγγιού, σε συγκλόνιζε, και μία στον Ήχο του όπλου, της Λούλας Αναγνωστάκη, στο υπόγειο του Κουν, όπου και εδώ, μαζί με τη Ρένη Πιττακή, ήταν αξιοθαύμαστη.
Τέλος, θέλω να υπενθυμίσω μια ονειρική διήμερη εκδρομή μαζί με & παιδιά —θυμάμαι τον Γιώργο Κ. Καραβασίλη- στο εξοχικό σπίτι του Γιάννη Ζουγανέλη (του τούμπα), όπου η Αγγελική, μέσα στο αυτοκίνητο που μας μετέφερε, μου έκανε τρομερή εντύπωση, κλεισμένη ερμητικά στον εαυτό της, δεν σήκωσε κεφάλι καθ’ όλη τη διαδρομή, καθότι έγραφε ή «χτένιζε» τους στίχους της Φαίδρας. Όπως επίσης θέλω να υπενθυμίσω και τη φιλία μας, που κράτησε χρόνια στη συνέχεια, με τον κοινό μας φίλο Νάσο θεοφίλου, όπου όμως την “τραβούσαμε” επί καθημερινής βάσεως σε ένα λαϊκοί ποτοπωλείο, του Φινόπουλου, Αθηνάς και Ευριπίδου, και επειδή η Αγγελική δεν ήταν ρέκτης του ποτού και δεν έπινε σταγόνα, έπληττε, ώσπου σιγά σιγά αραιώνοντας μάκρυνε.
Παρά ταύτα, βλεπόμασταν, έστω και αραιά, ή τηλεφωνιόμασταν στις γιορτές μας, μέχρι που έφυγε.
Μέχρι που έφυγε λοιπόν, και από τότε εγώ κλείνω τα μάτια μου για να μην τη λησμονήσω, για να μην ξεχάσω ούτε ένα, έστω και το παραμικρό από τα πανάκριβα, από τα σπάνια χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Σχετικά με την ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου, θέλω να τονίσω ότι αυτή, και στις έξι συλλογές που έγραψε, διατηρεί σε όλες το ίδιο ύψος ποιότητας, ενώ και η θεματογραφία της δεν έχει καθόλου προκλητικές πειραματικές αποκλίσεις. Είναι ποίηση με μια θέλγουσα πρωτοτυπία, ποίηση η οποία, αν και με έντονη την ύπαρξη του κοινωνικού στοιχείου, εντούτοις το “μάτι” της ποιήτριας είναι στραμμένο σταθερά προς το μεταφυσικό. Γι’ αυτό και τη διακατέχει μια επίμονη σχέση με την αγωνία του θανάτου, προβάλλοντας τον φόβο της αυτόν μέσα από εικόνες συγκλονιστικές, που αναφέρονται σε νυχτερινές εκταφές αγαπημένων προσώπων, επιστροφές στα όνειρα μορφών που, εν τέλει, τις τορπιλίζει ο τρόμος της παντοτινής απουσίας τους, κρεουργημένες εικόνες παιδικής ηλικίας επίσης, καθώς και μία, λεπτότατων αποχρώσεων, αδιόρατη σχεδόν, ματαιότητα, μια σκιερή και μουντών χρωμάτων ματαίωση αλλά και μια ερωτική μελαγχολία, μια συννεφιά ερωτικής διάθεσης, αφού πάντα κάπου μακριά, πολύ μακριά, αχνοφαίνεται το επερχόμενο τέλος.
Αλλά, για να αναφερθούμε και στο κοινωνικό στοιχείο που, έντονο, με χρώματα ιδιαίτερων αρωμάτων, υπάρχει στην ποίησή της, θέλω να επισημάνω ότι η Ελευθερίου, με γραφή χαρακτηριστικά λιτή, πλημμυρισμένη από οδύνη αλλά χωρίς, χωρίς, χωρίς τον ελάχιστο μελοδραματισμό, μας προσφέρει εικόνες ψυχών ταπεινών και βαθύτατα πονεμένων, ψυχών που τις
αγιάζει η αδικαίωτη διάψευση των ονείρων τους. Επίσης, μέσα από στίχους απαλλαγμένους από οποιαδήποτε περιγραφικότητα ή από οποιεσδήποτε επιζήμιες επεξηγηματικότητες, σε ολόκληρο το έργο της παρελαύνουν άνθρωποι σπαραγμένοι, μέσα σε τοπία είτε έρημα είτε κατακρημνισμένα (βλέπε στη συλλογή Μια γυναίκα, 1978, την εκπληκτική όσο και μαγική ροή του λόγου), ενώ την κατακρήμνιση αυτή συμπληρώνουν σαν να έρχονται από άλλον κόσμο: απόηχοι ρεμπέτικων γαριασμένα σεντόνια νοσοκομείου Μικρασιάτισσες γριές γάμοι ματωμένοι ([…] γι’ αυτό και έκοψε το κρεβάτι της στα δύο/ το συζυγικό της κρεβάτι με τσεκούρι/ κι έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της μαχαίρι/ για να μη σφάξει τα παιδιά της […]) χωρισμοί (κάτω από το στρώμα μου/κρύβω ένα μαχαίρι/χρόνια τώρα/ κάποιος μου το ’δώσε/μέσα στον ύπνο μου/δεν ξέρω ποιος/χώμα δε βρίσκω/ να το θάψω/ και γυαλίζει) πληγωμένες μητρότητες (ιδιαίτερα στη συλλογή Ωδίνες, 1982) και Κυριακές με επισκέψεις στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων και σε αδέλφια λυπημένα και με αδέξια φορεμένη τη στολή.
Και όλα τα παραπάνω, και το κοινωνικό αλλά και το μεταφυσικό στοιχείο κυρίως— δοσμένα μέσα από στίχους εύθραυστους και λεπτούς και, άλλοτε, συνήθως σκληρούς, αποτρόπαια σκληρούς, όπως: […] Έβλεπε όνειρα, λιβάδια/και παιδιά μικρά/αμέτρητα μικρά παιδιά/ και τα κορίτσια ξεχωρίζανε/με μια κόκκινη πληγή ανάμεσα στα πόδια τους/έτσι της είπαν/κι ύστερα έκλαιγε κι έκλαιγε/εις τους αιώνες ή: Νύχτα εκκλησιών απόψε/Άφωνη νύχτα/ φωλιά ψυχών./ Ξαφνικά ένας θόρυβος/ Σα να τσαπίζουν κήπο/ Ή να ανοίγουν τάφο, δομημένους πάνω στις αρχές ενός θεατρικού ταχυδράματος, καθιστούν την Αγγελική Ελευθερίου μία από τις πλέον σπουδαίες ποιήτριες του καιρού μας. Μια ποιήτρια, το έργο της οποίας το εμπλουτίζει μια υπερχειλίζουσα δοτικότητα, μια γενναιοφροσύνη, ένα αίμα καρδιάς μαχαιρωμένης, και όταν είναι χειμώνας μια μοναδική δύναμη ψυχής σαν άνεμος, σαν άνεμος που γκρεμίζει.

 

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ στις ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

(http://filologikesmaties.blogspot.gr/)

Αγγελική Ελευθερίου : Ανακαλύπτοντας τις εκρήξεις

Με την ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα . Μοιάζει με αθώο κοριτσάκι που κάτω από τα ρούχα του κρύβει απροσδόκητες εκρήξεις .Περπατάς από δω , περπατάς από κει κι όλο σκάει μπροστά σου ένας στίχος , μια μικρή κροτίδα μαγείας .Βάζεις τον εαυτό σου να διαβάσει ένα ποίημα κι αισθάνεσαι πως ανεβαίνεις μαζί του τα σκαλοπάτια ενός αρχαίου θεάτρου που προσκαλεί νέους ηθοποιούς να ξαναζωντανέψουν μέσα του την έκσταση ,που προσκαλεί εσένα με τα δικά σου υλικά να παίξεις έναν ρόλο , αυτόν που κάθε φορά σου προτείνει η ποιήτρια . Έχω μιλήσει κι άλλες φορές για το έργο της .Ίσως λίγο βιαστικά ,χωρίς ν’αφήσω τους στίχους της να βαθύνουν μέσα μου .Με το πέρασμα του χρόνου και της ηλικίας , ανακαλύπτω μέσα τους κι άλλες ζωές που η πρώτη ανάγνωση δεν μπόρεσε , και καλά έκανε , να τις ξοδέψει .Ανακαλύπτω ως στάση απέναντι στα πράγματα μιαν αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια , ανάλογη με εκείνη που τόσο θαύμασα στην καβαφική ποιητική .Μιαν αξιοπρέπεια που δε δύναται να αποβάλει πάντοτε την ανθρώπινη τραγικότητα και που συμπυκνώνει με τον απλούστερο τρόπο την ουσία της ελληνικής ρίζας . Το συναίσθημα συμμετέχει στην οπτική της ποιήτριας στο βαθμό που χρειάζεται , χωρίς να θαμπώνει τη διαύγεια του νου , χωρίς να στέλνει άχρηστα φαντάσματα εκεί που κατοικούν οι ιδέες .Έτσι , κατορθώνεται αυτό που λαχταρά ο κάθε συνεπής και θαρραλέος δημιουργός , το μέτρο στην αισθητική απεικόνιση των εσωτερικών του σεισμών . Σ’ αυτό το θαρραλέο βήμα λοιπόν , η Αγγελική Ελευθερίου αποδεικνύεται έτοιμη . Μετριέται συνεχώς με το ποιητικό ύψος και προτιμά να το αγγίζει με σεβασμό παρά με την αλαζονεία του φτασμένου δημιουργού .Θ’άξιζε να μείνω σ’ένα ποίημα από την τελευταία συλλογή της «Μια άδεια θέση» και να δοκιμάσω να το πλησιάσω περισσότερο . Γράφει η ποιήτρια :

ΚΑΠΟΤΕ

Θα παρακαλέσω
-όπως δεν παρακάλεσα ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προυπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος
Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως -τώρα- κάπως πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή

Το ποίημα προφανώς συνομιλεί με το καβαφικό «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» .Μόνο που εδώ στη θέση του Αντωνίου βρίσκεται η ίδια η ποιήτρια ,η οποία οραματίζεται τον εαυτό της στο μέλλον να εκλιπαρεί κάποιον θεατρώνη να την προσλάβει στον πλανόδιο θίασό του . Μπορεί βέβαια φαινομενικά να διακρίνεται μία τάση μικροψυχίας η οποία αντιφάσκει με τα λεγόμενά μου παραπάνω περί αξιοπρέπειας , ωστόσο ο συνολικός τόνος του ποιήματος και το αντικείμενο της ικεσίας [ ένας αξιοπρεπής θάνατος («κάπως πρέπει να πεθάνω κι εγώ»)] πείθουν για το ακριβώς αντίθετο . Στο ποίημα της Ελευθερίου ο πλανόδιος θίασος του θεατρώνη βρίσκεται σε αντίστιξη με τον αόρατο θίασο του ποιητικού υποκειμένου .Ο ένας θίασος καμωμένος από φθαρτά πράγματα ,από μικρότητες και ολισθήματα [θα πέσω στα γόνατα , άδεια , προϋπηρεσία ,συστάσεις ] , ο άλλος ανίδεος από όλα αυτά και γι’αυτό άφθαρτος [Δεν είχε τέτοια πράγματα ]. Ο ένας εφήμερος , υποταγμένος στις επιθυμίες της στιγμής , συντονισμένος με τη δυναμική του «τώρα» , ο άλλος ισόβιος και γι’αυτό φορτωμένος με το στίγμα της καθολικής παρουσίας της ποιήτριας στη ζωή [«Ο αόρατος θίασος που αφιέρωσα στη ζωή μου»].Ωστόσο , ο πρώτος θίασος , εκείνος ο γεμάτος από φθορά , επιζητείται τελικά από την ποιήτρια ,για να δικαιώσει και να επισφραγίσει την πορεία του άλλου .Γιατί κάπως πρέπει να ολοκληρωθεί η παράσταση και ο τελευταίος ρόλος πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που του αρμόζουν . Να είναι γεμάτος από τα συστατικά που ορίζουν τον άνθρωπο : από πάθη κι από έλεος .Με τέτοιο τρόπο κλείνει το ποίημα , με την παράκληση του ποιητικού υποκειμένου για έλεος .Έλεος όμως όχι για την παράταση του ρόλου , αλλά για την τελευταία υπόδυσή του .

————————————————————————

Αγγελική Ελευθερίου «Δεν σε ακούω πια»
Δεν σε ακούω πια
Τις νύχτες που γυρίζεις
Σε τέτοια όνειρα
Που παραδέρνω
Ωστόσο
Το πιο εφιαλτικό
-Αυτό που με ξυπνάει
Είναι που δεν σ’ακούω

Σχόλιο : Γιατί πια παραδομένοι στα όνειρά μας στήνουμε κόσμους έξω απ’ τον κόσμο .Και κατεβαίνουμε στα πιο τολμηρά μονοπάτια της συνείδησης δειλοί .Εκεί που θα’ πρεπε να παλέψουμε με τα ξόανα του εαυτού μας , καταλήγουμε τελικά να τα προσκυνάμε .Και να μένει σαν αστεία δικαιολογία ,που κάποτε κατορθώνει βέβαια και μας κλωτσάει έξω απ’ τα όνειρα , ένα «δε σ’ ακούω πια».
Κώστας Τσιαχρής

Από την εξαιρετική συλλογή της Αγγελικής «Μια άδεια θέση»
Εκδόσεις Γαβριηλίδης

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

1-κωστας παπαθανασιου 2

 

 

1-βιβλια - 0001

1-βιβλια - 0002

 

1-βιβλια - 0003

 

Ο Κώστας Παπαθανασίου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται. Τακτικός συνεργάτης του περιοδικού «Jazz & Τζαζ», έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Πέτρινα πουλιά» (Οδός Πανός, 2006) , «Εκμαγεία» (Σαιξπηρικόν, 2011) και «Χωρίς λεξικό» (Θράκα 2016)
Κριτικές του για βιβλία ποίησης έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά («Οδός Πανός», «Ποιητική», κ.ά.), καθώς και στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας. Έχει λάβει μέρος στην παρουσίαση βιβλίων συγγραφέων όπως οι Γιώργος Χρονάς, Δημήτρης Δημητριάδης, Γιώργος Αλισάνογλου, Χλόη Κουτσουμπέλη κ.ά.

Κριτικογραφία
Για την ποίηση της Έλσας Κορνέτη, Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 8, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2014
Μια σιωπή που θα πάψει να υπάρχει όταν δεν θα την ακούμε πια [Γιώργος Αλισάνογλου, Jesu Christiana], Περιοδικό «Ποιητική», τχ. 11, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2013
Λήθη, πέντε θεατρικοί μονόλογοι, http://bibliotheque.gr, 13.11.2012
Σάββατο [Γιώργος Χρονάς, Σάββατο], Περιοδικό «Οδός Πανός», τχ. 157, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2012
Μια λεπτή ισορροπία για συναισθηματικές εντάσεις [Πέτρος Γκολίτσης, Η μνήμη του χαρτιού], «Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 632, 4.12.2010

 

 

ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΙΚΟ (2016)

 

TEMPUS

Κανείς δεν θα σταθεί όρθιος

Ημερολόγιο πολέμου

Φήμες πλανιούνται σαν κοφτερά
χελιδόνια

Όλα τα χειρότερα
σε μιαν αναμονή

Αυτοί που έκαψαν τα δέντρα
μας πρόσφεραν τις μάσκες

– Μην αναπνέετε γρήγορα
η ανάσα είναι πολύτιμη

και να φοβάστε
να φοβάστε

Κι εγώ ακολουθώ
το σκυλί
που μυρίζει έναν
άδειο τάφο
λες κι ο κόσμος
δεν θα τελειώσει

Ο ουρανός ξημερώνει
απ’ την αρχή
κι η ανάσα μου βιάζεται
καθώς τα δέντρα μεγαλώνουν
αργά
όπως αιώνες τώρα
ξέρουν

 

 

ΡΕΚΒΙΕΜ

Κανείς δεν ξέρει
πού έθαψαν τον Μότσαρτ
Το άψυχο σώμα του
ανάμεσα στα άλλα
δεν μαρτυρούσε μεγαλοφυΐα
Ούτε ένας δεν βρέθηκε
να πληρώσει
για μια αξιοπρεπή κηδεία
κι η χήρα παρακαλούσε
τους μαθητές του να τελειώσουν
το Ρέκβιεμ που άφησε στη μέση

Μεγάλη Πέμπτη Λακριμόζα
Ακούω αυτό το όγδοο μέρος
και σκέφτομαι:
Αυτή η μέρα δεν είναι γεμάτη δάκρυα
και θα φανερωθώ απ’ τη στάχτη κι απόψε
δίχως να ζητάω καμιά συγχώρεση
Δεν ζητάω, καλέ μου Ιησού
να μου δώσεις την αιώνια ξεκούραση
Κι αύριο να πεθάνω
– όπως ο Βόλφγκαγκ Αμαντέους
την ώρα που συνέθετε τα τελευταία
μέτρα του κύκνειου άσματος –
θα σκέφτομαι τα χρέη μου όπως εκείνος

Κι έπειτα πως τα χρέη είναι οι άνθρωποι
που ο καθένας όσο τιποτένιος κι αν είναι
θέλει να ζήσει

 

 

ΝΩΕ

Ρήμαξα στις παρυφές
αυτού του άσκοπου κόσμου
Η ζωή μου μέσα στις αποθήκες

να περιμένω
να περιμένω

Ένα περιστέρι χρόνια τώρα
που ταξιδεύει να δώσει
το τελευταίο μήνυμα

Έξω η νύχτα θυμίζει
εσένα μακριά μου
θυμίζει όλα τα ασήμαντα
όλα τα πικρά

τις μέρες που πέρασαν
μέσα σε βαγόνια
τα πρωινά που κάποτε
ξεκινήσαμε
τα βαριά σύννεφα
που σκοτείνιασαν
τον ουρανό
για πάντα

Ω ζωή μου!
στην πλημμυρισμένη
Γη
Δεν έχεις ταξίδι
Δευ εχεις προορισμό
Μονάχα επιπλέεις

 

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Μ’ ένα λαθραίο εισιτήριο και ρούχα βρόμικα
είμαι αυτός που συνεχώς αδειάζει

Οι φόβοι τελείωσαν στο σκοτάδι

Όταν ο δήμαρχος άναβε το φανοστάτη
στεκόμουν στο μπαλκόνι κι άκουγα
κάτι περίεργα πουλιά να τραγουδάνε

Ύστερα έσβησα κι εγώ

Την ώρα που τα νύχια μεγάλωναν
ο ουρανός γινόταν ένας πίνακας
που κανείς δεν ήξερε να ζωγραφίσει

Αφήστε με κάποτε να κοιμηθώ
να υπάρξουν εκείνες οι μέρες
που τολμήσαμε να ξαφνιαστούμε

Κι όλες οι νύχτες μέσα μου
να συνεχίζουν ν’ αναζητούν
εκείνη τη γυναίκα
που κοιμήθηκε δίπλα μου

Όταν άνοιγε ξαφνικά τα μάτια της
και με κοίταγε
η μέρα ξημέρωνε
κί ήθελα να κάνω
τα πάντα
για να νικήσω
αυτόν
το φοβερό
κόσμο

 

 

ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΙΚΟ

Με μάτια κλειστά μου ’δωσες τα χείλη σου
Είδα τις ζωές μας να φεύγουν
στον αέρα σαν πληγές ξεκολλημένες
με μιαν υπόσχεση πως όλα θα φτιάξουν

Όλες τις εξαίσιες μουσικές
τις ακούσαμε χώρια
όπως εκείνα τα πουλιά
που έμαθαν να τραγουδάνε
μέσα στα κλουβιά

Δεν ξέρω ακόμα
αν ο χρόνος
έσφιξε δυνατά
σαν τανάλια
– ο χρόνος που κάποτε
μας άφησε ελεύθερους –
αν τα μάτια μας που συναντιούνται
ερωτεύονται στα ψέματα
να γίνουνε αλήθεια

Ω υπέροχη άγνοια της αθωότητας!

Στη μέση δυο δρόμων
αγκαλιαζόμαστε σφιχτά

Για μια στιγμή υπάρχουμε
μόνο εμείς

Αυτοκίνητα περνάνε ξυστά
εδώ κι εκεί
όλα παράλογα
τρελά
σαν βιαστικός θάνατος

Ύστερα ο καθένας
μας τραβά αντίθετα
σαν να έχουμε αγαπηθεί
σαν να μην έχει τίποτα
συμβεί στ’ αλήθεια

Στρίβω τσιγάρο
Ψάχνω να βρω
ένα άδειο σπίτι
που δεν υπάρχει
πια

Τι σημασία έχει;

Σαν αράχνες οι φλέβες
του χεριού
μου δείχνουν διαδρομές
που πάλιωσαν πια
μέσα στο ίδιο αίμα

 

 

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ

Τι απόμεινε;
Ξημερώνει μ’ αυτήν
την περίεργη γοητεία
του μεταιχμίου
στα μάτια του δαρμένου
σκύλου

Όλα έφτασαν στο άκρο
στην αγάπη, στο μίσος
βουστροφηδόν σ’ αυτήν
την ανεξέλεγκτη ψυχή

Κοιτάζω στον τοίχο
ένα ημερολόγιο
με κάτι αλλόκοτους
ινδουιστικούς θεούς
Η δύναμη του χρόνου
που διαλύει τα πάντα
κι ο πανίσχυρος Σίβα
μεμιάς να κατακαίει
το θεό του έρωτα

Ακούω τις αλυσίδες
των πλοίων
να μαζεύονται
για το μεγάλο ταξίδι
Δεν θα ’σαι μαζί μου
κι εγώ μακριά
κοιτάω τον ορίζοντα
τη θλίψη των ματιών
στον αποχωρισμό

Πες μου πως
μ’ αγάπησες

Έξω χαράζει
Ακούω τις καρακάξες
να σκούζουν
χαρούμενα ή
λυπημένα
σε μια καινούρια μέρα
που έρχεται για όλους

 

 

ΡΑΨΩΔΙΑ ΜΗΔΕΝ

Έλα πίσω μου, σκύλε

Το ταξίδι συνεχίζεται

Μετρήσαμε τη ζωή μας
σε βλέμματα

Οι ίδιοι δρόμοι
πάλιωσαν μαζί μας

Καινούρια μάτια
δεν υπάρχουν πια

Δεν έχει άκρη
αυτός ο κόσμος

Απόψε θέλω να ουρλιάζεις
Με όση φωνή σου απομένει

0 Οδυσσέας πέθανε

Πώς να υπάρξεις
χωρίς επιστροφή
εσύ που έμαθες
μια ζωή να ελπίζεις

και πώς να ζήσεις
απ’ τα ξένα κόκαλα
που σου πετάνε;

Δείξε τους τα κοφτερά
σάπια δόντια σου
κι έλα μαζί μου

Μόνοι μας
θα φτάσουμε
     στο τέρμα

          εκεί
που δεν υπάρχει
κανείς
για να μας
          περιμένει

 

 

ΕΚΜΑΓΕΙΑ (2011)

 

 

ΕΚΜΑΓΕΙΑ

Το βάθος του Κόσμου πίσω απ’ τη μάσκα
γεμίζει τις τρύπες των ματιών με παλιό ουρανό
Στο οδυνηρό πουθενά ο ποιητής αναχωρεί για θαυμαστό ταξίδι
Αμέτρητοι οι σιωπηλοί νεκροί- μαρτυρούν τη σάρκινη μοίρα
Ο νικητής ακροβάτης αναδύεται στο επέκεινα κι ο κλόουν ξεχύνεται
στους δρόμους απελπισμένος ψάχνοντας να βρει το πρόσωπο του 

 

 

ΡΟΒΙΝΣΩΝ

Χρόνια χελώνες στην αμμουδιά του έρημου νησιού
Τα μάτια του ναυαγού χάθηκαν στη θάλασσα

Σκοτώνει τα πουλιά με τα χέρια του
Και τραγουδάει στον τρομαγμένο ουρανό
Πίνει κρασί κι ονειρεύεται φίδια
Έρωτες στα κόκκινα βράχια

Έδεσε μια σκουριασμένη άγκυρα
Στο γέρικο λαιμό του δέντρου
Γέμισε τις χούφτες του αυγά
Κι έμπηξε στην πλάτη του φτερά

 

 

ΟΣΤΡΑΚΑ

Απρόσμενες οι μνήμες στην ακτή
Όστρακα αρχέγονης θάλασσας

Αφήνεις τον εαυτό σου μακριά
Μαζί με σύννεφα σκοτεινά
Ψηλαφίζεις το Χάος που σ’ απορροφά
Σε φόβους γυμνούς που τους κοιτάς
Καθώς ανήμπορος πέφτεις στο κενό

Σ’ αυτήν την αβάσταχτη αξίωση
Να επιπλέεις στη γαλήνη
Αναζητάς τον παφλασμό στα βράχια
Ονειρεύεσαι την τρικυμία
Που θα σ’ αρπάξει
Εσένα τον κωπηλάτη του Οδυσσέα
Που δεν άκουσες ποτέ σου τις Σειρήνες
Που δεν ξεγέλασες ποτέ σου άνθρωπο
Γιατί εσύ ήσουν στ’ αλήθεια ο Κανένας

 

 

ΙΟΥΔΑΣ

Ετοιμοθάνατες λάμπες
ανασκιρτούν στο σκοτάδι
Ο ντεντέκτιβ πίνει σιωπηλός
στο αόρατο μπαρ
Σκιές του κρεμασμένου
ανεμίζουν στις κουρτίνες
Το παλιό εκκρεμές σημαίνει
Είναι η ώρα του δείπνου
Θα μαζευτούν στο τραπέζι
όλοι αυτοί που πίστεψαν
τα λόγια που ήθελαν
Κάποιος απ’ αυτούς
αιωρήθηκε στον πιο φριχτό ρόλο
Στ’ όνομα της αλήθειας
ο ντεντέκτιβ σβήνει το τσιγάρο
φοράει τα μαύρα γυαλιά
και δείχνει στον τοίχο
άδειο τον ξύλινο σταυρό

 

 

ΤΖΑΖ

Δεν μας έμειναν λέξεις

Φυσάμε αλλόκοτες κραυγές
Στα λευκά φαντάσματα
Που μας κοιτάνε

Σε κάτι δωμάτια όλοι μαζί
Κρύβουμε ουσίες παράξενες
Μαζί με τις ψυχές μας

Δεν είμαστε εκεί που περπατάμε
Και μαύρα δάχτυλα χαϊδεύουν
Τις χρυσές τρομπέτες

Παλεύουμε ιδρωμένοι
Σ’ αυτό το δρόμο που
Περίεργα μας ξετυλίγει

Τις νύχτες που υπάρχουμε
Ο γέρο-νέγρος μας τραγουδά
Τα μπλουζ
Όλοι μαζί γελάμε και καπνίζουμε
Κάτω απ’ το χλωμό φεγγάρι
— «Εσείς θα πετάξετε ψηλά»
Μας λέει
Τότε τα μάτια μας γυρνάνε ανάποδα
Και το μπλουζ γίνεται αέρας
Που μας παίρνει

 

 

ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝIΟYEΛ

Όταν έκοβε το μάτι
-σπονδή παράτολμη σε ρηξικέλευθους θεούς
θυμόταν
οικογενειακά γεύματα τις Κυριακές
μ’ ένα καιρό θλιμμένου φθινοπώρου

Τα νιάτα πέρασαν σαν πυροτέχνημα
Ένα κανόνι να βροντά
στους άδειους δρόμους του Τολέδο

Στα γεράματα καθόταν ακίνητος
σ’ ένα ψηλό κρεβάτι με το σκύλο του
Δίπλα το παλιό γραμμόφωνο
γυρνούσε τη σκόνη της σιωπής

Λίγο πριν το τέλος
του ’ρθε στο μυαλό ο Βερμεέρ
Ο ίδιος μικρός χώρος στη γωνία
με ένα ψεύτικο φως
να πέφτει στα πρόσωπα
Έξω απ’ το παράθυρο
ο άντρας κι η γυναίκα να κοιτάνε
τα χέρια που έπλεκαν αόρατα
τα αιώνια νήματα
Κι έξαφνα όλα
να τινάζονται στον αέρα

Λουίς Μπουνιουέλ
Το σύμπαν θα ξαναγεννηθεί

 

 

Ο ΚΛΟΟΥΝ

Δεν υπάρχει έλεος στα μάτια
Που προσδοκούν το θέαμα
Θέλουν να σε δουν στα γόνατα
Χωρίς να ξέρουν τη συνέχεια

Γυρίζουν οι γέλωτες στ’ αυτιά μου
Καθώς τρεκλίζω στη σκηνή
Σαν ένα ανήμπορο παιδί
Που δεν γνωρίζει τον κόσμο

Κάτω απ’ τα φώτα ζαλισμένος
Μαζεύω την οργή των ψυχών
Ξέρω καλά να κρύβομαι
Στην σκοτεινή αλήθεια

Τα βράδια γυρίζω στ’ άδεια καθίσματα
Ακούω τον θρήνο των άγριων ζώων
Θυμάμαι κι εγώ μια ζωή άλλη
Τότε που ο κόσμος ήταν μεγάλος
Τότε που τα μάτια μου χάνονταν στον ουρανό

Τώρα ένας πελώριος θόλος
Καλύπτει τα πάντα
Γυρίζω αέναα στον ίδιο κύκλο
Δίχως να φθάνω πουθενά

Ω ζωή λέω
Δείξε μου τα νύχια σου
Σκίσε τη μάσκα που μου φόρεσαν
Κάνε με να νιώσω την
Υπέρτατη γαλήνη αυτού
Που άφησε τα πάντα
Για ένα τίποτα
Που λέγεται ελευθερία

 

 

ΝΤΟΥΕΝΤΕ

Πίσω απ’ τα μάτια κρύβονται

Μισές αλήθειες τρεμοφέγγουν

Καμιά αγάπη δεν μας σώζει
Καμία γνώση

Αυτά τα ίχνη οδηγούν στο πουθενά

Ο άνθρωπος που έγινε
Πάνω σε κόκαλα που τρίζουν
Αναζητεί το νέο παραμύθι

Δεν του αρκεί να ακονίζει
Στο αμόνι
Χωρίς τις σκέψεις και τον θάνατο
Να δυναστεύουν την ψυχή

Δεν του αρκεί ν’ απελπίζεται
Στον έρωτα
Χωρίς τις σπίθες του ατσαλιού
Καυτή βροχή στο πρόσωπο

Τίποτα δεν του αρκεί
Που να μην ψάχνει
Μόνος του να βρει
Ν’ αφήνει και να χάνεται
Σε μιαν ατέλειωτη πλεκτάνη
Να βρίσκει για λίγο
Εκείνη τη λάμψη
Που καθρεφτίζεται στις κόρες

Και τον καλεί παράφορα
Ν’ αφήσει το σκοτάδι

 

 

Πέτρινα πουλιά (2006)

ΕΡΑΣΤΕΣ

Και τα σώματα υγρά τις νύχτες του καλοκαιριού
Σ’ ένα δωμάτιο νοικιασμένων ονείρων
Να τραγουδούν τον έρωτα
Με δυο ποτήρια κόκκινο κρασί
Κοιτώντας τα φώτα των πλοίων στο μπαλκόνι
Να πάνε και να ‘ρχονται στα μάτια τους
Κι ολοένα ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά
Μην τυχόν τους κλέψει η θάλασσα
Μια γουλιά απ’ τις αθάνατες ψυχές τους

 

 

ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ

Ήρθαν κι απόψε μέσα μου
Αυτά που ξέρουν οι τρελοί
Σκέψεις αλλήθωρες
Μες στη σιωπή και τον καθρέφτη
Ήρθαν πουλιά
Απ’ το βαλσαμωμένο ουρανό
Κι ακούστηκαν από μακριά
Κραυγές ανάποδα
Να σπαρταράνε στο κενό
Κι αντίκρυ μου οι νεκροί
Κάπνιζαν και χαϊδεύαν τα σκυλιά
Φωνές τρεμάμενες μες τον καπνό
Που αγκάλιαζε τη λήθη
«Ό,τι είχαμε εδώ απέμεινε
γι’ αυτό μας βλέπεις
πίσω να γυρνάμε»
Γυναίκες έμελπαν
Κρατώντας φίδια μέσα στα μαλλιά
τραγούδια έρωτα και κλαίγανε
με δάκρυα δηλητήριο

Ύστερα γέρασα
Και γύρισα στην πλήξη
Απ’ το παράθυρο
Κοιτούσα στα κλεφτά
Τον εαυτό μου νέο
Να γράφει στο χαρτί
Με μάτια αγριεμένα

 

 

ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ

Στις άδειες πλατείες
Αόρατο χέρι γεωμέτρη
Γυναίκες δίχως πρόσωπο
Να περιμένουν

Φόβοι αρχαίοι ρίχνουν σκιά
Στην πόλη της σιωπής
Στο μάτι του μάντη άσπιλα
Την απειλή φωτίζουν

Δίπλα στο άγαλμα μπανάνες
Κι ο ποιητής χωρίς χέρια
Χωρίς πόδια για να προχωρήσει

Κάποτε και το μέλλον ασφυκτιά
Στ’ αφηρημένα σχέδια των τρελών

Θέλουν οι μέρες να ξεφύγουν
Σαν άγρια άλογα που καλπάζουν
Αμέρωτα στην ακροθαλασσιά

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙΝ

Αποφάσισε να μη ζητήσει πια συγχώρεση
Γύρω του κυμάτιζαν κόκκινα πανιά
Μα αυτός είχε ξοδέψει όλο το θυμό του

Τα σιδερένια νεύρα είχαν λυγίσει
Και τα φλογισμένα λόγια έσβησαν

Προχωρούσε υπνωτισμένος
Καθώς όλα κατέρρεαν

Δεν επέστρεψε ποτέ

Ασυγχώρητος μες στους αιώνες
Των μεγάλων προσδοκιών
Διέσχιζε την έρημο
Κουβαλώντας στον ώμο του
Ένα κουτί με θανάσιμα λάθη

Ήταν αυτός που είναι
Ακριβώς γιατί τα είχε διαπράξει

 

 

ΕΝΟΧΗ

Έχω ριζώσει πια εδώ
Τα λόγια της αγάπης να λέω από συνήθεια
Κρύβοντας το φόβο να ξεχαστώ
Δίχως κουράγιο και δύναμη
Ν’ αγγίξω αληθινά μια ψυχή

Δεσμώτης φτηνού πάθους
Που ξεπηδά απότομα
Μέσα από τις σκοτεινές σπηλιές
Κι ύστερα χάνεται στο βρώμικο φως

Γυμνός μπρος στην ανοιχτή πόρτα
Κρατάω το κλειδί στο χέρι
Κοιτώντας τους φόβους μου
Στον καθρέφτη των άλλων
Φοράω τα ρούχα μου
Κι από συνήθεια κλειδώνω
Κλειδώνω επιθυμίες κι αβάσταχτα πάθη
Στ’ όνομα του πατρός
Υιός ανάξιος – Οιδίποδας
Στις αγκαλιές τυφλωμένων γυναικών
Να κρύβομαι σε αβασάνιστες υποσχέσεις
Κι όλο να φεύγω την τελευταία στιγμή
Ως μέγας εραστής των κούφιων χρόνων
Ψάχνοντας τάχα για το τέλειο
Να προσπερνάω πληγωμένες υπάρξεις
Λυπημένος γιατί δεν μπόρεσαν
Να βρουν το κλειδί
Να ελευθερώσουν τα φυλακισμένα πουλιά
Που εγώ ο ίδιος
Έκλεισα μέσα μου

 

 

ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Όλοι περίμεναν
Την τρομερή κάθαρση
Που θα έφερνε
Η καινούργια μέρα
Το σκοτεινό μυστήριο θα ’λύνε
Μ’ ένα σπαθί-σταυρό
ο εκδικητής ήλιος
Εμείς όμως
Δεν αντέχαμε τόση διαφάνεια
Θέλαμε τα μύχια μας
Όπως τα φανταζόμασταν να κρατήσουμε
Φυλαγμένα με ιερή προσοχή
Ρημαγμένα
Πίσω απ’ το μυστικό σκοτάδι

 

 

ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ
ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ

Μες στη σιωπή βαδίζαμε
Στην υποψία του όρθρου ένοχοι
Δίχως να γνωρίζουμε
Δίχως ν’ ανήκουμε στη στιγμή και το πάθος
Χωρίς φως ν’ αποκαλύπτει
Τα μυστικά των βράχων
Το θρόισμα στα φύλλα της αγωνίας

Μέσα στη νύχτα προχωρούσαμε
Καραβάνι στην έρημο των άστρων
Ακούγοντας την ανάσα της θάλασσας
Τα ήσυχα τύμπανα της καρδιάς του βουνού

Μακριά ήταν η πόλη
Η πόλη των τρελών
Με τους σίγουρους φόβους
Να περιμένουν κάτω απ’ τις λάμπες
Πάνω απ’ τα δώματα της υπερβολής
Έτοιμοι να διασχίσουν τις ευτελείς συνήθειες
Του χαμερπούς βίου των μυρμηγκιών

Κι όλο κατεβαίναμε
Χαμηλά όπως αρμόζει
Κι απομακρύνονταν η ψυχή
Απ’ την κούραση του σώματος
Σ’ ένα ταξίδι μετανοίας
Παραδομένη
Ώσπου όλα ν’ επανέρθουν
Ξανά σαν θαύμα

Μπροστά στα σπλάχνα του βουνού
Αμίλητοι σταθήκαμε
Μάρτυρες ταπεινής αιωνιότητας
Αγγίξαμε τα σημάδια
Συνεπαρμένοι
Βυζάξαμε το αέναο νερό
Και σκυφτοί μπήκαμε μέσα

 

 

Η ΣΠΗΛΙΑ

Τα μάτια σου άγνωστοι χάρτες
Κοιτάνε το ταξίδι μου

Για να ‘ρθω κοντά σου
Άφησα τα ίχνη μου παντού

Τ’ όνομα σου κυματίζει
Σ’ άγνωστες κορυφές

Κοιτάω το χάος που απλώνεται
Από ψηλά ένα βήμα πίσω
Απ’ τη ζωή και το θάνατο
Εγώ που ήθελα να πετάξω
Εγώ που ήθελα να βουτήξω στο κενό

Τώρα γυρνάω πίσω σε σένα
Να ζήσω και να πεθάνω
Έναν έρωτα μεγάλο

Μαζί κατρακυλούμε απ’ την
Ψηλότερη κορφή
Στην αρχή της αθωότητας

Σε μια αέναη κατολίσθηση
Που συνεχώς μας θάβει
Στη σπηλιά μας

 

 

ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΜΟΥ

Τι ελπίζεις για απόψε Κώστα;

Σ’ έμαθα καλά στα τόσα χρόνια
Κι ακόμη περιμένω

 

 

ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

Ακόμη καπνίζουν τα χώματα
Τα ίχνη των φορτηγών που έστριψαν
Χάθηκαν στην δική τους σκόνη
Κι η αόρατη ματιά να ρέει
Σε μια σκιά του χθες
Που μόνο για σένα θα υπάρχει

Αυτοί αποδέχθηκαν τη ζωή
Φωνάζουν φιλικά γεμάτοι λάσπη
Μ’ ένα τσιγάρο βαρύ
Να σβήνει στα τραχιά τους δάχτυλα
Τρώνε, πίνουν, γαμούν
Δίχως να σκέφτονται την αιωνιότητα
Ξέρουν βαθιά μέσα τους
Πως στο τέλος της μέρας
Οι τοίχοι θα υψωθούν
Το βράδυ θα κοιμηθούν
Μακάρια σε ένα σύννεφο
Το πρωί ο μηχανικός
Θα τους δώσει τις τελευταίες αλλαγές
Θα ανέβουν ψηλά στα ικριώματα
Με τραγούδια και βρισιές

Τι θα ‘ταν αυτό το παιχνίδι
Μόνο με κανόνες και βιβλία
Χωρίς αυτές τις δυνατές κραυγές
Τον ήχο των σφυριών μες το λιοπύρι
Να τραντάζει τον ύπνο των δικαίων;

 

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Έχω χρόνια να κλάψω
Τα δάκρυα που δεν κύλησαν
Ένα ποτάμι μέσα μου

 

 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Έμαθα με σένα από την αρχή
Την αλήθεια για τη ζωή των γυναικών
Πίσω απ’ το παραβάν
Και τα φώτα του έρωτα

Έκτοτε ανέλαβα το ρόλο
Του χαμένου πατέρα
Όπως θα ’θέλαν να είμαι
Και να μην είμαι ταυτόχρονα

 

 

ΤΕΧΝΗ

Δεν ξέρω ποιος διάολος
Μ έσπρωξε να σ’ αγαπήσω

Νόμιζα πως έτσι θα γινόμουν καλύτερος
Δεν κατάλαβα πως είχα ταλέντο από μικρός
Να αγαπάω
Τα θύματα

Τόσος χρόνος για να αποκτήσω
Χάρτινους συνενόχους

 

 

ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Ένα βράδυ αλλόφρων
θα ορμήξω στην πόρτα σας
Να ουρλιάξω την αλήθεια
Που με πνίγει

 

 

ΕΞΟΔΟΣ

Ξεχύνομαι στη νύχτα σαν το σκυλί
Που του ανοίγουν την πόρτα

 

 

ΠΙΟΤΟ

Χρειάζομαι μια ψεύτικη επιθυμία
Να με σπρώχνει στο γκρεμό

Πεθαίνοντας κάθε μέρα
Αγαπάς περισσότερο
Τη ζωή που θα ‘θελες να ζήσεις

 

 

ΤΣΙΓΑΡΟ

Χρειάζομαι μια δεύτερη ανάσα
Να ξεφυσάω καθώς διάγω
Τον αβίωτο βίο της επιβίωσης

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Η Έλσα Κορνέτη γράφει για τo «Χωρίς λεξικό»

 

«Η κατάκτηση της υπαρξιακής γενναιότητας»

Ο άνθρωπος ποιητής, ο ποιητής άνθρωπος κατακρημνίζεται και ταυτόχρονα ανυψώνεται αλώβητος, ακέραιος πραγματικός, πλούσιος σε εμπειρίες και ταυτόχρονα σοφός για να αποδείξει τι άλλο παρά την ύπαρξή του. Αμύνεται καλπάζοντας χωρίς άλογο, ξιφουλκώντας χωρίς ξίφος, με πραγματικούς κάκτους και φανταστικούς ανεμόμυλους στην άγρια έρημο της αδυσώπητης πραγματικότητας, απογυμνωμένος, αποφλοιωμένος κι είναι η απόφαση του αυτή να επιβιώσει έστω μετρώντας βαθιές τομές, δαγκωματιές και εγκαύματα κάτω από τον καυτό ήλιο, να γλιτώσει από τη δίψα, τα όρνια, τους ληστές και τους κροταλίες κι είναι η τρισδιάστατη αντίσταση με σώμα ψυχή και πνεύμα που κάνει τη διαφορά στη γενναιότητα.
Είναι η καταγραφή της ελεύθερης πτώσης του εντός του, σε χάος απύθμενο, απροσμέτρητο, προς αναζήτηση ενός αυθεντικού, ανεξάρτητου, γνήσιου, κυρίως ελεύθερου εαυτού απέναντι στην αγριότητα της ζωής, θύμα κι αντίπαλος ταυτόχρονα.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είχε πει χαρακτηριστικά: «Η ποίηση είναι η μοναδική σαφής απόδειξη της ύπαρξης του ανθρώπου» και πρόσθεσε την εξής χρήσιμη διαπίστωση που δεν χρησιμοποιώ τυχαία «Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να αντιληφθώ ότι ακόμα κι εκείνη η αίσθηση της ήττας ήταν ωφέλιμη γιατί δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε στον άλλο που να μην είναι χρήσιμο για ένα συγγραφέα» πόσο μάλιστα για έναν ποιητή, συμπληρώνω.

Ταξίδια χωρίς επιστροφή, δρόμοι αδιέξοδοι, σπίτια χωρίς στέγη, όνειρα χωρίς πάτωμα, μοναχικές διαδρομές σε ατέλειωτο τούνελ, πτήσεις χωρίς αεροπλάνο, βάρκες χωρίς κουπιά, εφιάλτες που γαβγίζουν στον ύπνο σαν λυσσασμένα σκυλιά, έρωτες σαν κατηφορικά απόκρημνα σκαλιά είναι ένα δείγμα μόνο από τη ζωηρή οπτικοποίηση της ποιητικής δράσης του ποιητή που εμπνέεται από ένα στυγνό περιρρέοντα ρεαλισμό και τον μεταμορφώνει σε έναν κόσμο πειραγμένο, ξεβιδωμένο, αλλόκοτο, αλλά σίγουρα περισσότερο φιλόξενο και ζεστό.

Είναι φορές που η ζωή γίνεται ένας κεραυνός που σε καταδιώκει σκάζοντας διαρκώς δίπλα σου κι εσύ στέκεσαι εκεί ανυπεράσπιστος χωρίς αλεξικέραυνο, είναι φορές που η ζωή γίνεται η σφαίρα που σ’ ακολουθεί κι εσύ είσαι εκεί γυμνός χωρίς αλεξίσφαιρο γιλέκο – είναι στιγμές που η ζωή σε προσπερνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι εσύ διαπιστώνεις ότι δεν έχεις κανένα μέσο για να της παραβγείς ούτε μια ρόδα για να την ακολουθήσεις. Είναι φορές που ομολογείς ότι για άνθρωπος – στόχος στάθηκες για άλλη μια φορά απλά τυχερός.
Και σ’ αυτό το σημείο μου έρχεται στο νου η όμορφη ατάκα του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι στο έργο του κορυφαίου ιταλού σκηνοθέτη Έτορε Σκόλα με τον τίτλο «Una giornata particolare», «Μια ιδιαίτερη μέρα». Λέει ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι μαζεύοντας όλα τα απομεινάρια της όποιας αισιοδοξίας που του απέμεινε στην συμπρωταγωνίστριά του Σοφία Λόρεν:
«Η ζωή όπως και να’χει πρέπει να βιωθεί. Θα έρχεται σαν την μάϊνα κάθε μέρα να στο θυμίζει πώς είναι μια μέρα ιδιαίτερη».

Αυτήν την κάθε ιδιαίτερη μέρα που παραδόξως τού συμβαίνει ή κατορθώνει να του συμβεί κάθε μέρα, περιγράφει στο ποιητικό του ανάγλυφο με τρόπο συναρπαστικό ο Κώστας Παπαθανασίου. Είναι η φτερωτή μέρα που του χτυπά με το ράμφος το τζάμι και τον παρακολουθεί από το περβάζι του παραθύρου του κομίζοντας όχι ένα δώρο απαραίτητα, αλλά μια έκπληξη οπωσδήποτε. Το κάθε ποίημα της συλλογής είναι μια ιδιαίτερη μέρα που τρεκλίζει κι έπειτα στέκεται στιβαρά στα πόδια της, είναι η μέρα που «γράφεται» μεθυστικά και κατόπιν βιώνεται χωρίς βοηθήματα, χωρίς υποστήριξη, χωρίς υποβολέα, χωρίς βολικές πατερίτσες, χωρίς ερμηνεία, χωρίς μετάφραση, εν τέλει χωρίς λεξικό.
Είναι κάποιες μέρες σημαδεμένες με το κόκκινο μελάνι του λάθους. Είναι κάποιες μέρες στοιχειωμένες, δαιμονισμένες. Είναι κάποιες μέρες που εκλύουν νέφη απελπισίας παράφορης, με μια ένταση ιδιάζουσα που δημιουργείται από την ένταση που τρέφει ο ποιητής ανάμεσα σε αυτόν και τον παραμορφωμένο κόσμο γύρω του. Θυμίζει κάτι από το γνωστικό πάθος του Ιταλού συγγραφέα Κάρλο Εμίλιο Γκάντα του επονομαζόμενου Τζόυς των Ιταλών που τον οδηγεί από την αντικειμενικότητα του κόσμου στη δική του απελπισμένη υποκειμενικότητα σε μια διαδικασία πολλαπλής αναπαράστασης του εγώ παραμορφωμένου και συντετριμμένου και του ιδίου.

Ο ποιητής έχει το χάρισμα να δομεί και να αποδομεί τον εαυτό του, να διαλύει τον ήρωα και να τον συναρμολογεί σαν αντιήρωα. Να συναρμολογεί τον αντιήρωα και να προκύπτει ένας αγνός αγωνιστής ορκισμένος και γενναίος υπερασπιστής της ύπαρξης, αλλά και του δικαιώματος να ερωτεύεται και να ζει με πάθος την κάθε στιγμή χωρίς να δίνει στον περίγυρο δικαίωμα στον κανιβαλισμό, στον εκχυδαϊσμό και στην ευτέλεια. Ο έρωτας αυτή η δίνη της ύπαρξης του σύμπαντος η κινητήρια ορμή. Στο περί έρωτος γράφει ο Σταντάλ: «Νομίζω πως βλέπω έναν άνθρωπο να πέφτει από το παράθυρο και να επιζητεί ωστόσο, να έχει μια χαριτωμένη πόζα φτάνοντας στο λιθόστρωτο. Ο ερωτευμένος είναι όπως αυτός κι όχι κάποιος άλλος».
Στην περίπτωσή μας ο ποιητής έχει το χάρισμα να αυτοαναφλέγεται, να καίγεται και κάθε φορά από τις στάχτες και πάλι να αναδύεται ολόκληρος, ετοιμοπόλεμος και μαχητικός με την απαραίτητη πόζα πάντα.
Η μούσα, η ερωμένη, η εξιδανικευμένη γυναίκα τοποθετούνται ακόμα και σήμερα στην ποίηση των αρρένων Ελλήνων ποιητών σαν «μια ασημένια φρουτιέρα με χρυσά μήλα μέσα» όπως συνήθιζε να χαρακτηρίζει τις γυναίκες αρκούντος υποτιμητικά τρεις αιώνες πριν ο Γκαίτε. Όμορφες, αψεγάδιαστες, πολυτελείς, ακίνητες, διακοσμητικές, εν τέλει ακίνδυνες.
Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις όπου στο αντρικό ποιητικό έργο στον αντίποδα της εξιδανικευμένης στέκεται πολλές φορές και η γυναίκα η δαιμονοποιημένη, η αποκρουστική ή η δαιμονική πανέμορφη μάγισσα.
Δείγματα αυτών των γυναικείων προτύπων ζουν κι αναπνέουν στην ποίηση του Κώστα Παπαθανασίου και δεν είναι σίγουρα ουδόλως διακοσμητικές.
Η γλώσσα είναι υπέρ του δέοντος δραστική μέσα στην απλότητά και τα λιτά της στοιχεία, η ποίηση είναι όμως πλούσια σε σκηνικά που κοσμούν μικρά θεατρικά δρώμενα δωματίου ξέχειλα με παράφορες εξομολογήσεις. Κάτι που συνιστά άλλη μια σημαντική αρετή του γράφοντος είναι ότι δεν διακρίνεται ίχνος επιτήδευσης ή κατασκευής. Τα δομικά στοιχεία που χρησιμοποιεί είναι στέρεα και το οικοδόμημα δεν κλυδωνίζεται και οπωσδήποτε δεν πέφτει. Σ’ αυτό το σημείο θα αναφερθώ στον Πώλ Βαλερύ και στο Ολικό Φαινόμενο, δηλαδή στην Ολότητα των σχέσεων, των συνθηκών, των δυνατοτήτων, των μη δυνατοτήτων. Η θεωρία του Ολικού Φαινομένου αν και αφορά περισσότερο σε πεζογραφικά έργα μπορεί να εφαρμοστεί ανενόχλητα και στο παρών ποιητικό έργο μια που την εκφράζει απόλυτα.
Δεν θα αναφερθώ σε σκόρπιους στίχους για να μην χαλάσω τη μαγεία της ολότητας που εξήγησα παραπάνω. Θα ομολογήσω όμως ότι τα ποιήματα αυτά προκαλούν στον αναγνώστη ρίγη συγκίνησης κάτι που ακόμα και μέσα στον ποιητικό κατακλυσμό της εποχής σπάνια συμβαίνει.
Συνοψίζοντας απομωνώνω από το έξοχο δοκίμιο του Ίταλο Καλβίνο, Οπτικότητα, έξι προτάσεις για την επόμενη χιλιετία, 1995: «Πραγματικότητες» και «φαντασίες» μπορούν να λάβουν μορφή μόνο μέσα από τη γραφή, εκεί όπου η φαινομενικότητα και η εσωτερικότητα, ο κόσμος και το εγώ, το βίωμα και η φαντασία μοιάζουν να αποτελούνται από την ίδια ρηματική ύλη. Τα πολύμορφα οράματα των ματιών και της ψυχής περιέχονται σε ομοιόμορφες γραμμές, σημεία πυκνά παρατεταγμένα σαν κόκκους άμμου, απεικονίζουν το ποικιλόχρωμο θέαμα του κόσμου σε μια επιφάνεια, πάντα ίδια και πάντα διαφορετική, όπως οι αμμόλοφοι της ερήμου που μετακινούνται από τον άνεμο».

http://www.thraca.gr/2016/06/o-o.html

 

 

Ο Κωνσταντίνος Μελισσάς στο Intellectum γράφει:

 

Με λέξεις αλκοόλ αλλά χωρίς λεξικό

Ο Κώστας Παπαθανασίου ενσαρκώνει ολοένα και περισσότερο με την τρίτη του συλλογή τον Τσαρλς Μπουκόφσκι της Θεσσαλονίκης και αναδεικνύεται ως ο μοναδικός «καταραμένος» ποιητής της σήμερα. Εκδίδοντας παραδόξως «αυστηρά» μια συλλογή κάθε 5 χρόνια (Πέτρινα Πουλιά (2006 –Εκμαγεία (2011) – Χωρίς Λεξικό (2016), παρουσιάζει μια συλλογή με τη μεγαλύτερη ωριμότητα αλλά και ωμότητα σε σύγκριση με τις προηγούμενες. Αφήνει πίσω του σαν παλιές αποσκευές όλα εκείνα τα ενδιαφέροντα λυρικά, υπερρεαλιστικά και καλλωπισμένα στοιχεία της ποιητικής συλλογής «Εκμαγεία» και τα αντικαθιστά αβίαστα με υποδόρια εφιαλτικές σκηνές από το «Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο» του Αρανόφσκυ στο τελευταίο του βιβλίο «Χωρίς Λεξικό» (εκδόσεις Θράκα, 2016).

Επιπλέον, ο Κώστας Παπαθανασίου γράφει ποίηση μ’ έναν τρόπο κλασικό αλλά ολότελα πρωτότυπο για τον καιρό μας. Γράφει δηλαδή ποίηση αυτοαναφλεγόμενος: κάθε στίχος και μια ώρα ζωής, κάθε βιβλίο κάποια χρόνια ζωής. Η ζωή και ο τρόπος που γράφει θυμίζει εκείνο το άγνωστο παραμύθι που κάθε εξαίσια ενέργεια απαιτούσε από τον ήρωα να δωρίσει κάποιο χρόνο από τον συνολικό χρόνο ζωής του και το στοίχημα ήταν να κάνει τις καλύτερες δυνατές επιλογές και να προλάβει να κάνει αρκετά σημαντικά πράγματα προτού γεράσει πρόωρα.

Για όλα τα παραπάνω, δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνουν άλλες περισπούδαστες κριτικές αναλύσεις για το έργο του Κώστα Παπαθανασίου, αλλά να αφήσουμε να μιλήσει το ίδιο το έργο για τον δημιουργό του.

Για μέρες σαν κι αυτές, για πολέμους, ατυχήματα και τρομοκρατικά χτυπήματα όπως τη συντριβή του αεροπλάνου των Αιγυπτιακών Αερογραμμών:
Κανείς δεν θα σταθεί όρθιος
Ημερολόγιο πολέμου
Φήμες πλανιούνται σαν κοφτερά
χελιδόνια
Όλα τα χειρότερα
σε μιαν αναμονή

Για μυθικά πρόσωπα αλλά αληθινές καταστάσεις:
Μοναχός στα σκοτεινά
κάθεται ο Κάπταιν Μπλουμ
Κοιτάζει τα χρυσόψαρα στη γυάλα
πετάει το μάτι του στη γάτα
Θυμάται τα πανιά
που φούσκωναν στα στήθια του
και ξεφυσάει

Και έπειτα γοργά πίσω στους Ομηρικούς χρόνους της Οδύσσειας:
Υπήρξε κάποτε ένας Κύκλωπας
που έφτιαξε τον πρώτο άνθρωπο
Ήταν αυτός που τον ξεγέλασε
κι ένιωσε τότε την ανάγκη να φωνάξει
δυνατά το αληθινό του όνομα

κι ούτε ένας άνθρωπος
στο μακρινό ορίζοντα
για να μου δώσει πίσω
τ’ όνομά μου

Κανείς δεν έφτασε
εκεί που ήθελε
Ποιος να εκδικηθεί
ποιον;

Ενώ κατόπιν επιστρέφει στο παρόν με αιχμηρά σχόλια για την υπερανταγωνιστική, υπερκαταναλωτική, υπερκαπιταλιστική παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας:
Σε κάθε παιχνίδι
νομίζουν πως ένας
πρέπει να είναι
ο κερδισμένος
κι ίσως έτσι να ’ναι
στα μάτια
του καθενός

Χωρίς φυσικά να λείπουν εκπληκτικές περιγραφές για τις τροϊκανές μέρες που βιώνουμε:
Το χέρι που κινεί
τα νήματα
Το χέρι του δεινού
αυτού μαριονετίστα
μας βολεύει

Όλο όμως αυτό τα ταξίδι, όλη αυτή η διαδρομή από τον Όμηρο ως τις μέρες μας επιστρέφει τελικά στον ίδιο τον δημιουργό και την προσωπική του πορεία:
Δεν θυμάμαι πώς έφτασα ως εδώ, Ηλέκτρα
Απόψε δεν ανήκω πουθενά
τα σπίτια ράγισαν
οι δρόμοι έσπασαν
και τα ποτήρια συνεχίζουν
να αδειάζουν την ψυχή μου.

Τίποτα δραματικό
στα καμπαρέ που ονομάστηκαν
περίεργα:
Voltaire, Αδέσποτος Σκύλος,
Γαλάζιο Γουρούνι

Κι αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δίχως αναφορά στις δικές του γενεαλογικές ρίζες:
Όταν ο πατέρας απέκτησε
τη δική του γη
έμπηξε ένα κοντάρι
στην καρδιά της

Το σκυλί του μεγάλωσε και πέθανε
και κείνος έπινε ούζο το μεσημέρι
λέγοντας πως έκανε το καθήκον του
για να κοιμάται ήσυχος τα βράδια

Κι ο έρωτας; Ο έρωτας έχει τη δική του βαρύνουσα σημασία, η οποία σημειώνεται στην αρχή και επισφραγίζει το τέλος της συλλογής:
Τα άδεια τούτα βράδια πρέπει να γεμίζω
Ένας τρελός θεός
που έκοψε τα νήματα
μάταια προσεύχεται για μας απόψε

Όλες τις εξαίσιες μουσικές
τις ακούσαμε χώρια
όπως εκείνα τα πουλιά
που έμαθαν να τραγουδάνε
μέσα στα κλουβιά
Δεν ξέρω ακόμα
αν ο χρόνος
έσφιξε δυνατά
σαν τανάλια
– ο χρόνος που κάποτε
μας άφησε ελεύθερους –
αν τα μάτια μας που συναντιούνται
ερωτεύονται στα ψέματα
να γίνουνε αλήθεια

Τι σημασία έχει;
Σαν αράχνες οι φλέβες
του χεριού
μου δείχνουν διαδρομές
που πάλιωσαν πια
μέσα στο ίδιο αίμα.

Δεν είναι ο καιρός που περνάει, Σαμ
Ο αδυσώπητος χρόνος
σ’ αυτήν την πόλη των απελπισμένων
Έτσι κι αλλιώς μια προδοσία
πάντα περιμένει στη γωνία
ένα γράμμα να σβήνει στη βροχή
και το τρένο να φεύγει
Μα κι αν ο κόσμος καταρρέει
μ’ ένα πιστόλι κολλημένο στον κρόταφο
εμείς που ερωτευτήκαμε στ’ αλήθεια
εμείς δώσαμε την απάντηση
σ’ όλες τις σιδερένιες ερωτήσεις
και φιληθήκαμε σαν να ’τανε
η τελευταία μας φορά
Κι ένα τραγούδι νοσταλγίας

http://www.intellectum.org/2016/05/20/no-dictionary/

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

1-ΦΩΤΟ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ0001

 

1-ΒΙΒΛΙΑ0002

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Ο Χρήστος Μαυρής (Λιμνάτι Λεμεσού, 1954) παρακολούθησε μαθήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών (Μόσχα) και δημοσιογραφίας (Αθήνα). Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο τύπο στην Κύπρο.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ενέδρα (1978- τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο των Μορφωτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας Κύπρου), Οι θέσεις του Απρίλη (1980), Ο μέγας αντίδικος (1993), Αποκαθήλωση (1995 -τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου), Ο αγρός του αίματος (2002), Ο εσπερινός της μνήμης (2003), Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών (2010).
Σε αυτοτελείς εκδόσεις έχει δώσει κριτικά δοκίμια και σύντομες μελέτες που αναφέρονται στο έργο των Μανώλη Αναγνωστάκη, Πέτρου Στυλιανού, Πίτσας Γαλάζη, Τάκη Σινόπουλου, Κώστα Μόντη, Μιχάλη Πασιαρδή, Μάριου Τόκα. Επίσης, τα βιβλία Το Πνεύμα της εποχής μας. 20 εκλεκτές συνεντεύξεις (1992) και ‘Είμαστε η γενιά της ήττας’. Συνεντεύξεις με τον Μάριο Τόκα (2009). Συμμετείχε επίσης σε ομαδικές εκδόσεις ποίησης.
Η ποίηση του Χ. Μαυρή στα αρχικά στάδια απηχεί έντονα τις αρνητικές εξελίξεις του 1974 στον γενέθλιο τόπο. Αλλά στη συνέχεια διευρύνει τη συνομιλία του με τη μεταπολεμική γενιά. Έτσι, συνδυάζει στοιχεία της ποίησης της αμφισβήτησης, του αντικομφορμισμού και της κοινωνικής οργής, σύμβολα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού με ένα ιδιόμορφο υπερβατικό λόγο.

ΠΗΓΗ: http://www.poiein.gr/archives/16217

Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών, (2010)

 

Α΄  ΟΙ ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΦΩΝΕΣ

 

Η επίθεση των πουλιών

Δεν υπάρχει άνοιξη για όσους
δεν τόλμησαν να πεθάνουν
Custave Roud

Τα χελιδόνια του θανάτου, Σου ’μηνάν μιαν άνοιξη
καινούρια…
Άγγελος Σικελιανός

Δεκάδες άγρια πουλιά
εισήλθαν σήμερα το μεσημέρι
απρόσμενα στο φτωχικό μου
με περίεργες διαθέσεις.
Φτερούγισαν για αρκετή ώρα
μέσα στα δωμάτια
του σπιτιού μου
κάνοντας μεγάλους κύκλους
σαν το μαύρο θάνατο
πάνω από το κεφάλι μου.
Μετά έβγαλαν
ένα δύο φωνές
σαν ανθρώπινες τσιριξιές
και τράβηξαν προς το άγνωστο,
αφήνοντας
σαν κρίνα άσπρα ανθισμένα
από μια μεγάλη κουτσουλιά
απάνω στο στρωμένο
γιορτινό τραπέζι μου.

8/5/2001

 

 

Τα νυχτερινά πουλιά

 Στον Π. Ποιονίδη

Χιλιάδες νυχτερινά πουλιά
επέστρεφαν χθες διψασμένα
και περνούσαν ορμητικά
μέσα από την ανοιχτή
παραθυρόπορτα του ονείρου μου
κρατώντας στα δυνατά ράμφη τους
δροσερά κλωνάρια ελιάς
δροσερά στεφάνια αγάπης.
Έρχονταν από πολύ βαθιά.
Έρχονταν
από ένα βελούδινο σκοτάδι
και κατέληγαν «και με φως
και με θάνατον ακαταπαύστως»
σ’ ένα ερωτικό ουράνιο πεδίο.

21/1/2000 

Τα παράξενα πουλιά

Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

Αυτά τα μικροκαμωμένα πουλιά
δεν μοιάζουν σαν και τ’ άλλα!
Αυτά τα παράξενα πουλιά
που έρχονται κάθε άνοιξη
και κτίζουν τις φωλιές τους
πάνω από τις καμαρόπορτές μας
δεν τα τρομάζει
η ανθρώπινη παρουσία,
δεν αποφεύγουν
την ανθρώπινη λαοθάλασσα!
Τα πρωινά μαζεύονται όλα
στα δέντρα της αυλής μας
και αρχίζουν το κελάηδημά τους
αρχίζουν να ερωτεύονται,
να ερωτεύονται και
να σχεδιάζουν τις πολιτείες τους.
Και όταν βρούνε την πόρτα
ή τα παράθυρα ανοιχτά
ορμάνε μέσα στα μαραζωμένα
σπίτια μας. Ανεβαίνουν
στις καρέκλες, στα τραπέζια
ακόμη και στα κρεβάτια μας.

Αυτά τα παράξενα πουλιά
με τα γαλαζοπράσινα μάτια τους
γεμάτα δάκρυα
δεν είναι σαν και τ’ άλλα
που καταδιώκουν τους ποιητές
ούτε σαν κ’ εκείνα τ’ αδίστακτα
που σφάξαν τις χωριατοπούλες!

29/1/2001

 

 

Τ’ αλλοδαπά πουλιά

Οι βοσκοί μάταια έψαχναν
τον δραπέτη ήλιο
στο απολιθωμένο δάσος.

Ο μαύρος ήλιος
βρέθηκε αγκυροβολημένος
μέσα στα ματωμένα λιβάδια
της πληγωμένης σκέψης μου.
Δίπλα του έβοσκε αμέριμνα
ένα κοπάδι άσπρα άλογα.
Στις πέτρινες ράχες τους
αναπαύονταν αμέριμνα
κόκκινα αλλοδαπά πουλιά.

25/3/2001, Περβόλια

 

 

Τα ξενιτεμένα πουλιά

Οι βοσκοί μάταια έψαχναν
τον δραπέτη ήλιο
στο απολιθωμένο δάσος.

Ο κόκκινος ήλιος
βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος
μέσα στα νοτισμένα λιβάδια
της τελευταίας δόλιας νύχτας.
Από το ξεσχισμένο στήθος του
ανάβλυζε
ένα ουράνιο δροσερό ποτάμι.
Στις όχθες του έσκυβαν
ομαδικά
χιλιάδες ξενιτεμένα πουλιά
για να ξεδιψάσουν.

26//3/2001

 

 

Τα ταξιδιάρικα πουλιά

Τα ταξιδιάρικα πουλιά
που φτεροκοπούσαν πανικόβλητα
γύρω τριγύρω στον ουρανό
την Κυριακή το απόγευμα
δεν ήξερες
αν τραγουδούσαν ή αν έκλαιγαν.

Οι ραγισμένες φωνές τους
ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν
μέσα στους μυστικούς ουρανούς.

Το άλλο πρωί
ο παγωμένος άνεμος που κατέβαινε
από το χιονισμένο βουνό
έφερνε στις αυλές μας
έναν ματωμένο αντάρτικο σκοπό
γεμάτο κραυγαλέο πόνο.

2/9/2006

 

 

Β’  Ο ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Τα πικραμένα πουλιά

Πλατύς έναστρος ουρανός.
Τριγύρω στην πλάση ανοίγει και
απλώνεται επικίνδυνα
μια θάλασσα σιωπής.
Μέσα στη βαθιά σιωπή
ταξιδεύουν
χιλιάδες πικραμένα πουλιά
και ψάρια χρυσοφτέρουγα.
Αγωνίζονται να φθάσουν
στη μυστική πηγή
για να πάρουν το αθάνατο νερό
να το φέρουν σπονδή
στα φαρμακωμένα χείλη της.

28/6/2001

 

 

Τα δυστυχισμένα πουλιά

Στα ραγισμένα μάτια της
τρέχουν και προπονούνται
έφηβες θάλασσες τρικυμισμένες.
Στο πέτρινο στήθος της
εκρήγνυνται και σβήνουν ακατάπαυστα
καλοκαιρινοί κεραυνοί.
Στο αίμα της δροσίζονται
άγρια άλογα της Αρκαδίας.
Στ’ αριστερά,
στο ύψος της ραγισμένης καρδιάς της
κατεβαίνουν να κουρνιάσουν
μικρά δυστυχισμένα πουλιά.

31/7/2002

 

 

Τα τυφλά πουλιά

Μέρες και νύχτες
γκρεμοτσακίζονταν
τα τυφλά πουλιά
μέσα στον αιώνιο ουρανό.
Μέρες και νύχτες
συνθλίβονταν μέσα στην έρημο
του καθημερινού θανάτου.

Αγωνίζονταν
να φθάσουν (όσα θα φθάσουν) κοντά της.
Ποθούσαν να σταθούν δίπλα της,
έστω για μία στιγμή!
Να πιουν κρύο νερό και να δροσιστούν
στις κρυφές πηγές που πηγάζουν
από τα βαθιά μάτια της.

15/7/2003

 

 

Ερωτευμένα πουλιά

Βαρι’ αναστέναξε-
το τρικυμισμένο νερό της θάλασσας
αποσύρθηκε
όπως το πληγωμένο φίδι στα βράχια.

Χαμογέλασε-
τα ερωτευμένα πουλιά της άνοιξης
κατέβηκαν
να λουστούν στα ηλιόλουστα μάτια της.

28/6/2001-31/10/2010, Λευκωσία

 

 

Τα γέρικα πουλιά

Σιχάθηκαν
τα βρώμικα νερά
τα γέρικα θαλασσοπούλια.
Εγκατέλειψαν άστοργα
τις σάπιες ψαρόβαρκες
και τα καΐκια με τ’ ανεμοδαρμένα,
τα ξεθωριασμένα κατάρτια.

Πέταξαν ψηλά,
σε άγνωστα μέρη,
τα γέρικα πουλιά.

Τώρα δύο δύο στη σειρά
ρίχνουν ζάρια μέσα
στον πλακόστρωτο ουρανό
για να διαβάσουν
τη σκοτεινή μοίρα τους.

5/8/2002, Περβόλια

 

 

Τα φλεγόμενα πουλιά

Από τα καταφύγια ψηλά
που βρίσκονταν
τα φλεγόμενα πουλιά
πανικόβλητα έβλεπαν
τον δίκαιο ήλιο τους
γκρεμισμένο
μεσ’ τα χαλάσματα
μέρα τη μέρα να βυθίζεται
κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους.

Στις ικεσίες και τις προσευχές τους
παρακαλούσαν τον αγαθό Θεό
ν’ αφήσει χωρίς φως τα μάτια τους
για να μην αντικρίζουν
αυτή τη φρίκη που τα κάλυψε.

23/8/2006, Περβόλια

 

 

Τα περιπλανώμενα πουλιά

Μνήμη Γ. Σεφέρη-Α. Σικελιανού

Μέσ’ από την πυκνή ομίχλη
στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
φάνηκε ακυβέρνητο ένα καράβι
να μάχεται
με τα αμείλικτα κύματα
ανοιχτά της μικρής πόλης.
Στα κατάρτια και τα σχοινιά του
βρίσκονταν γαντζωμένα
εκατοντάδες βρεγμένα πουλιά.
Αξιολύπητα πουλιά-
πρόσφυγες από άλλα μέρη.

Ο θάνατος που χιόνιζε
όλη νύχτα απάνω σ’ αυτά
τα περιπλανώμενα,
τα εξαντλημένα πουλιά
τα είχε μισοσκεπάσει.

Τώρα καρτερούσαν με αγωνία
να χαράξει η άλλη μέρα
ίσως
τα δεχτεί στη ζεστή αγκάλη του
ένας άλλος φιλόξενος ήλιος.

25/8/2006. Περβόλια

 

 

Τα αποδημητικά πουλιά

Σμήνη αποδημητικά πουλιά
πουλιά που δεινοπάθησαν
μέσα στους δρόμους
πεζεύουν κάθε βράδυ
στο μοναχιασμένο βουνό
και ξεδιψάνε
από την ανεξάντλητη
στέρνα της λύπης.

Το πρωί
ανανεωμένα τα πουλιά
ξαναρχίζουν
την κουραστική πορεία τους
προς τη γκρεμισμένη πύλη τ’ ουρανού
έχοντας για ταξιδιωτικό οδηγό τους
την αδυσώπητη μνήμη.

7/1/2007

 

 

Ο ΕΞΗΜΕΡΩΤΗΣ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (2015)

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

Ποίηση που εξαγνίζει τις ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στην μακρόχρονη ποιητική πορεία του, έχει κατορθώσει να δημιουργήσει ποιοτικό και διαχρονικό έργο, η αξία του οποίου αναγνωρίζεται σήμερα απ’ όλους, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας. Είναι έργο πλούσιο και μεγάλη εμβέλεια, που διεισδύει και εποπτεύει όλη την ελληνική επικράτεια, οριζοντίως αλλά και καθέτως, δηλαδή σε πλάτος και σε βάθος, με αποτέλεσμα να αγκαλιάζει χαι ν’ αναλύει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων γύρω από αυτό που λέγεται ελληνική πραγματικότητα. Γι’ αυτό, απ’ όποια
πλευρά και αν προσεγγίσεις αυτό το σπουδαίο ποιητικό έργο, είτε από την πλευρά του αναγνώστη είτε από την πλευρά του μελετητή, αναπόφευκτα πάντοτε κάτι θα σου ξεφεύγει.
Ένα αναγνωστικό ταξίδι στη γενναιόδωρα προικισμένη και βαθυστόχαστη ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, είναι αποδεδειγμένο πως αυτό καταλήγει να είναι πάντοτε συναρπαστικό, γιατί επιφυλάσσει στο φιλότεχνο κοινό ωραίες και αξέχαστες στιγμές.
Συναρπαστικό, γιατί η ποίησή του Μαρκόπουλου σε οδηγεί στο μυστήριο και στη μαγεία, γεγονός που σου δημιουργεί το ενδιαφέρον για συνεχή επαφή και ενασχόληση μαζί της, μέχρι να γίνεις, (όσο σου επιτρέπουν φυσικά οι γνώσεις, οι δυνάμεις, η ιδιοσυγκρασία και η ευαισθησία σου), κοινωνός αυτού του μυστηρίου και της μαγείας που περικλείει η ποίησή του.
Επιπλέον, είναι συναρπαστικό αυτό το ταξίδι, στην εξαιρετική ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου, γιατί σου δημιουργεί πολλά και διάφορα συναισθήματα, αλλά και σκέψεις και προβληματισμούς. Πραγματικά, δεν ξέρεις τι θα σου αποκαλύψει κάθε νέο βιβλίο του ή πού θα σε οδηγήσει η επόμενη σελίδα του κάθε νέου βιβλίου! Δηλαδή, δεν ξέρεις αν θα σε οδηγήσει στα μονοπάτια της ζωής ή του θανάτου, της χαράς ή του πόνου, του έρωτα ή της απόρριψης, του ονείρου ή του εφιάλτη, της μοναξιάς ή του πλήθους, του μαρτυρίου ή της ανάστασης.
Είναι ένα ταξίδι (η λέξη «ταξίδι» με τη μεταφορική και κυριολεκτική σημασία της) που σε οδηγεί, όπως ανάφερα, σε πολλές και ενδιαφέρουσες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Περιοχές φυσικές ή επινοημένες, γενέθλιες ή μητριές, κοινωνικές ή πολιτικές, ιστορικές ή ποιητικές.
Θέλω να τονίσω, ακόμη, πως η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από γνήσια υλικά. Εννοώ γήινα υλικά, που παράγει εν αφθονία ο γενέθλιος τόπος του. Δηλαδή, η ποίησή του είναι θεμελιωμένη στην ελληνική παράδοση αλλά και στο αξιόλογο έργο των προπατόρων του ποιητών, κυρίως αυτών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, γι’ αυτό και ξεχωρίζει ως έργο στέρεο, πολυεπίπεδο και πολυδύναμο, στοιχεία τα οποία είναι ικανά να του εξασφαλίσουν ακατάλυτη διάρκεια στο μέλλοντα χρόνο.
Όπως σωστά έχει επισημάνει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός, ένας από τους εγκυρότερους μελετητές της ποίησής του, «ο Μαρκόπουλος είναι από τους ποιητές της γενιάς του ’70, που μετέφερε σφιχτά, όπως ο αθλητής ταχύτητας τη σκυτάλη, την αγωνία της πρώτης
μεταπολεμικής γενιάς, και εγκέντρισε μ’ αυτήν το έργο του, ακολουθώντας την αγωνιστική παράδοση, όπως εκείνοι την όρισαν».
Κατά συνέπειαν, η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι κι έργο μεγαλόπνοο, ικανό να χωρέσει μέσα του όλα τα προβλήματα και συναισθήματα των συνανθρώπων μας, νέων ή γέρων, μαύρων ή άσπρων, πλούσιων ή φτωχών, δεξιών ή αριστερών, επιτυγχάνοντας συνάμα να μεταδίδει ασταμάτητα στην ψυχή των καταπονημένων συνανθρώπων μας την
ζωογόνο φλόγα της ελπίδας. Άρα είναι συνάμα και έργο με λυτρωτικό και ανορθωτικό χαρακτήρα.
Θα πρόσθετα, επιπλέον, πως είναι έργο καίριο και πανανθρώπινο που αν του δείξεις, όπως ήδη έχω σημειώσει, την ανάλογη αγάπη, σου επιτρέπει να κινηθείς μέσα του κατά πλάτος αλλά και κατά βάθος. Και αισθάνεσαι να ξεδιπλώνονται μπροστά σου, με όλες τις λεπτομέρειες της, η συλλογική Ιστορία αλλά και η προσωπική ιστορία του δημιουργού του ή διαφόρων άλλων συνανθρώπων μας.
Εννοώ πως στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου μπορούμε να εντοπίσουμε βασικές περιόδους της κοινωνικής και πολιτικής Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας, αρκετές φορές σε άμεση αναφορά με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού της ή άλλων επιφανών Ελλήνων ή ακόμη και απλών
πολιτών.
Ο Γ. Μαρκόπουλος, όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει ο αξέχαστος Γιάννης Βαρβέρης σε κριτικό σημείωμά του, με την ποίησή του «κατορθώνει, μέσω μιας γλώσσας έντονα ελεγειακής, να εξαγνίσει ακόμη και τις πιο ταπεινές και λησμονημένες πλευρές της ζωής». Ασφαλώς, της δικής του
ζωής και των δικών του ανθρώπων αλλά και των άλλων συνανθρώπων του.
Και αυτός ο στόχος, όπως διαπιστώνω, επιτυγχάνεται
με μεγάλη επιτυχία, γιατί η ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου είναι τέχνη γνήσια και αληθινή, με αψεγάδιαστα χαρακτηριστικά και ιερή αποστολή, γεγονός που του επιτρέπει ν’ αγγίζει και να ψηλαφεί τους πάντες και τα πάντα με καθαρή και αγνή ματιά. Πάγια τακτική και επιδίωξη ασφαλώς από την πλευρά του ποιητή, με αποτέλεσμα αυτό να δημιουργεί θετική διάθεση και ενέργεια στον αναγνώστη, πείθοντάς τον ότι δρέπει να διατηρεί σταθερή επαφή και αγάπη με την σπουδαία αυτή ποίηση.
Με άλλα λόγια, η ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι έργο πολύμοχθο, εμπνευσμένο και ολοκληρωμένο με περισσή μαστοριά, γεγονός που το κάνει να ξεχωρίζει για τη μεγάλη αξία του. Γι’ αυτό, δίκαια επιδέχεται ποικίλες αναγνώσεις και προσεγγίσεις, αναλύσεις και ερμηνείες! Είναι, θα έλεγα, ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μου, έργο που μπορείς να το απολαύσεις αναγνωστικά και ταυτόχρονα (αν διαθέτεις τα απαραίτητα εφόδια) να το συζητήσεις ή να το αναλύσεις φιλολογικά και αισθητικά. Και αυτό ακριβώς εννοούσα, όταν αρχικά έλεγα πως η ανάγνωση αυτού του ποιητικού έργου είναι ένα ωραίο και συναρπαστικό ταξίδι. Ταξίδι όμως που δεν έχει τελειωμό. Πρόσω ολοταχώς, λοιπόν, προς την ποιητική θάλασσα του Γιώργου Μαρκόπουλου!

Λευκωσία, Οκτώβρης 2013
Αγία Φύλα, Οκτώβρης 2014

 

Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών

Αναφορά στην ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου και του Μίλτον Σαχτούρη

Σε όλο το σώμα (corpus) με το εκδομένο ποιητικό έργο ίου Γιώργου Μαρκόπουλου υπάρχει πληθώρα αναφορών στην έβδομη και τελευταία μέρα της εβδομάδας, που δεν είναι άλλη ασφαλώς από την Κυριακή. Μέρα ξεχωριστή και πολύ αγαπημένη για τους περισσότερους ανθρώπους που
κατοικούν αυτό τον «διακεκριμένο πλανήτη», όπως λιτά αλλά πολύ εύστοχα τον έχει χαρακτηρίσει ο Νικηφόρος Βρετάκος.
Όπως διαπιστώνω, στο ποιητικό έργο του Γ. Μαρκόπουλου, υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται στην Κυριακή σχεδόν σε όλες τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει μέχρι σήμερα, όπως π.χ. «Η θλίψις του προαστίου», «Οι Πυροτεχνουργοί», «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», «Μη σκεπάζεις το ποτάμι» κ.ά.. Μάλιστα, κάποια από αυτά τα ποιήματα τιτλοφορούνται μονολεκτικά, δηλαδή με μία μόνο λέξη, τη λέξη «Κυριακή», και κάποια άλλα στον τίτλο τους περιέχεται οπωσδήποτε και η λέξη «Κυριακή»,
όπως είναι το ποίημα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής» κ.ά..
Οι τραγουδισμένες Κυριακές φυσικά αποτελούν κοινό τόπο στην ελληνική ποίηση, εφόσον το φαινόμενο αυτό το συναντούμε και σε πολλούς άλλους Έλληνες ποιητές, κυρίως τους παλαιότερους, τόσο αυτούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως είναι ο Μίλτος Σαχτούρης και ο
Μανόλης Αναγνωστάκης, όσο και αυτούς της «Γενιάς του ’30», όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αρκούμαι ν’ αναφέρω εδώ πως ο Γ. Ρίτσος σε ένα από τα εκτενή ποιήματά του, την «Αγρύπνια» (1955), θα γράψει: 

«Τραμπούκοι, τραμπούκοι, μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τα λεφτά μας.
Όλο μας κλέβετε. Δώστε μας πίσω τις μέρες μας.
Δώστε μας το ψωμί μας, την Κυριακή μας.
Δώστε μας πίσω τη ζωή μας».

Η Κυριακή όμως, παρόλο που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μέρα αργίας και αποχής από την καθημερινή ρουτίνα τους, εννοώ πως είναι μέρα αποχής από την κουραστική δουλειά τους, συνεπώς είναι μέρα χαράς, που
προσφέρεται για ξεκούραση και διασκέδαση (για πολλούς συνανθρώπους μας είναι και μέρα για έξοδο στο βουνό ή στη θάλασσα, στο γήπεδο ή στον ιππόδρομο, στο καφενείο ή στον κινηματογράφο), δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους περισσότερους Έλληνες ποιητές που έχουν καταπιαστεί με αυτό το θέμα. Θέλω να πω τους Έλληνες ποιητές που κάνουν αναφορές ή μνημονεύουν τις Κυριακές στην ποίησή τους.
Αντιθέτως, όπως διαπιστώνω, γι’ αυτούς τους ποιητές οι Κυριακές είναι συννεφιασμένες και ψυχρές, άδειες και μονότονες, έρημες και πληκτικές, θλιμμένες και άχαρες και, το κυριότερο, είναι στιγματισμένες πάντοτε από ένα θλιβερό γεγονός που συνέβη στους ίδιους ή σε κάποια άλλα άτομα από την οικογένειά τους ή από το στενό περιβάλλον τους. Γι αυτό και ονόμασα τη μικρή αυτή σπουδή μου «Οι θλιβερές Κυριακές των ποιητών». Τίτλος που καλύπτει επαρκώς, νομίζω, το περιεχόμενο που περικλείεται στην εργασία μου, αλλά και για να μας θυμίζει διαρκώς, τιμής ένεκεν, το πονεμένο ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη «Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών», που περιέχεται στη συλλογή του «Καταβύθιση» και εκδόθηκε το 1990, στην Αθήνα.
Θα δώσω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα, τόσο από την ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου όσο και από την ποίηση του Μ. Σαχτούρη, ικανά όμως να μας εισαγάγουν και να μας περιάγουν στο θέμα μας. Περιορίζομαι, για την ώρα, μόνο σε αυτούς τους δύο σημαντικούς ποιητές για δύο βασικούς λόγους:
Πρώτον, γιατί το συγκεκριμένο θέμα καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στο περιβόλι της ελληνικής ποίησης, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί διεξοδικά στις σελίδες της παρούσης δοκιμής.
Και, δεύτερον, για να μην ξεμακρύνουμε από την ποίηση του Γιώργου Μαρκόπουλου. Ποίηση που μου έδωσε το έναυσμα και την έμπνευση για να προχωρήσω στη σύνθεση αυτής της εργασίας, αλλά και γιατί πιστεύω πως η επιρροή που δέχθηκε ο Γ. Μαρκόπουλος, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο θέμα, προέρχεται κατευθείαν από την ποίηση του πρεσβύτερου Μ. Σαχτούρη, άσχετα αν η επίδραση αυτή δεν είναι κραυγαλέα και, κυρίως, έντονα χρωματισμένη για να είναι τουλάχιστον ευδιάκριτη με γυμνούς οφθαλμούς από
κάποια απόσταση. Σίγουρα όμως, η επίδραση αυτή είναι γονιμοποιός, άρα καρποφόρα, παρά την όποια απαισιοδοξία κουβαλάει μέσα της.
Σχετικά με αυτό το καταθλιπτικό κλίμα που διαχέεται στην κυριακάτικη ατμόσφαιρα που βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες ποιητές, και στο τέλος καταλήγει σαν το χυμένο φαρμάκι στην ποίησή τους, ο Γιώργος Μαρκόπουλος στο ποίημα του «Τις Κυριακές το απόγευμα», από τη συλλογή
«Η θλίψις του προαστίου», θα γράψει πως «Τις Κυριακές το απόγευμα οι πόρτες των πολυκατοικιών/μου θυμίζουν κάτι παλιά αρχοντικά μαυσωλεία/ που τα ξέχασαν».
Και στη συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», χωρίς περιστροφές, θα αποκαλύψει πως «από όλες τις ημέρες, μπορώ να σας πληροφορήσω ότι ανέκαθεν, πιο πολύ φοβόμουν την Κυριακή…».
Με τις ίδιες περίπου αρνητικές σκέψεις και απαισιόδοξα συναισθήματα για τις Κυριακές διακατέχεται, όπως ανάφερα, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που στάθηκε θα έλεγα δάσκαλος και οδηγός για τον Γ. Μαρκόπουλο, άσχετα
αν οι σκληρές συνθήκες της εποχής που έζησε και δημιούργησε, αλλά και τα πλούσια βιώματα που απεκόμισε, τον ανάγκασαν να δημιουργήσει μία τραγική, στο έπακρον εφιαλτική, ποίηση.
Συγκεκριμένα, στο ποίημά του που τιτλοφορείται «Σαν πανηγύρι», από τη συλλογή «Χρωματοτραύματα» θα αποκαλέσει την Κυριακή «ευλογημένη Κυριακή/ καταραμένη μέρα» γιατί, όπως λέει, «μ’ ένα κτύπημα ο θεοκόπος μ’ έσπασε στα δύο».
Θα προσπαθήσω να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο στο θέμα αυτό, για να αντιληφθούμε καλύτερα πώς λειτουργούν και πώς περιγράφονται οι Κυριακές στην ποίηση του Γ. Μαρκόπουλου και Μ. Σαχτούρη, δίδοντας ακόμη κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από το έργο των δύο αυτών επιφανών δημιουργών, επιχειρώντας ταυτόχρονα και μία σύγκριση, για να διαφανεί η έκταση που καταλαμβάνει το συγκεκριμένο θέμα στην ποίησή τους αλλά και τα σημεία επαφής τους όπως διαφαίνονται, έστω και αμυδρά, σε κάποια ποιήματά τους.
Στην ποιητική συλλογή «Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης», του Γ. Μαρκόπουλου, που εξέδωσε τον Μάρτιο του 1987, όλες οι αναφορές στις Κυριακές, που περιέχονται σε κάποια ποιήματά της, συνοδεύονται και από ένα κακό, πολύ θλιβερό, μαντάτο.
Για την ακρίβεια, στη συλλογή αυτή, γίνονται αναφορές στην Κυριακή σε τρία συνεχόμενα ποιήματα, που είναι τα εξής: «Σε μία παραλία το 1960 ή στο ρυθμό της Μπάντας», «Στη μάντρα του ασύλου» και στο «Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας». Είναι, θα έλεγα, τρία ομότροπα ποιήματα αλλά το καθένα με διαφορετικό ύφος.
Το πρώτο ποίημα, ειδικά το ύφος του, θυμίζει την ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, το δεύτερο θυμίζει την ποίηση του Τάκη Σινόπουλου και το τρίτο θυμίζει την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου.
Στο πρώτο ποίημα, το κακό μαντάτο περιγράφεται με τους εξής στίχους:
«Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί/ και έτσι που το φως του ηλίου/ ήταν τόσο διάφανο,/ το παιδάκι σηκώθηκε/ και προχώρησε προς τη θάλασσα/ ώσπου χάθηκε».
Στο δεύτερο ποίημα, το τραγικό γεγονός, (που συντελείται και αυτό ημέρα Κυριακή), περιγράφεται ως εξής:
«Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω./ Ήταν σφαγμένη/με το στήθος γυμνό/ και τα μαλλιά της λυμένα./ Ωραίοτάτη κοιμωμένη/ για τον τάφο της, φώναξα».
Και στο τρίτο ποίημα ο Μαρκόπουλος θα σημειώσει:
«Πάντα θυμάμαι το σπίτι μας που το έπιασε φωτιά και τους γονείς μου να τρέχουν μισόγυμνοι από τον ύπνο. Μετά από χρόνια πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο. Την τελευταία Κυριακή που τους είδα με ρωτούσαν συνέχεια για την αδελφή μου. Εγώ δεν είχα αδελφή ποτέ τους είπα- πως το ξεχνούσαν-».
Με άλλα λόγια, στο πρώτο ποίημα γίνεται λόγος για ένα παιδί που χάθηκε μία Κυριακή στην θάλασσα και δεν ξαναγύρισε. Ο ποιητής εδώ, παρόλο που δεν το ομολογεί ξεκάθαρα, αφήνει να εννοηθεί πως το παιδάκι έχει πνιγεί στη θάλασσα.
Στο δεύτερο ποίημα γίνεται λόγος για μία σφαγμένη κοπέλα που συνάντησε μέσα στο δρόμο, πάλι ημέρα Κυριακή, για να καταλήξει να σημαδεύει την ποίησή του αρνητικά και αυτή η ευλογημένη μέρα. Το γεγονός αυτό όμως, όπως αντιλαμβάνομαι, πρέπει ν’ ανάγεται στην σφαίρα της φαντασίας του ποιητή ή στην σφαίρα του ονείρου του, μετά
που πληροφορήθηκε για τη «σφαγμένη θέλησή» της και ύστερα από τον υποχρεωτικό γάμο που την ανάγκασε να συνάψει ο πατέρας της με κάποιο που δεν την ενδιέφερε.
Και στο τρίτο ποίημα γίνεται λόγος για τους γονείς του που «πέθαναν ημιπαράφρονες σε ένα άσυλο» αλλά και για το σπίτι τους που το έπιασε φωτιά.
Στο τέταρτο μέρος από το ποίημα «Διαβάσεις πεζών», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Μη σκεπάσεις το ποτάμι», ο Γ. Μαρκόπουλος περιγράφει ακόμη ένα «φοβερό δυστύχημα», που έλαβε χώρα και αυτό Κυριακή, χρωματίζοντας έτσι την άγια αυτή μέρα με τα πιο μελανά χρώματα
που υπάρχουν στη μεγάλη παλέτα του Θεού:
«-Κυριακή, Ιούνιος, δώδεκα το μεσημέρι. Ένα ταξί μεγάλο, χρώματος θαλασσί με κοκαλί σκεπή, σταματά σε ένα παλιό αρχοντικό κάποιας μεσαίας σε πληθυσμό επαρχιακής πόλης. Κατεβαίνει η μητέρα, επιστρέφοντας από το μαιευτήριο, με το νεογέννητο μωρό της. Ο πατέρας, φορώντας το γιλέκο του κοστουμιού (μαύρο) με το άσπρο πουκάμισο, την υποδέχεται με ναγκαλισμούς.
Το σούρουπο η πόλη ταράχτηκε από ένα φοβερό δυστύχημα-πνιγμό για όσους θυμούνται, με βάρκα, οκτώ μαθητριών του τοπικού Γυμνασίου. Αργά το βράδυ κατέφθασε στην προκυμαία το ναυαγοσωστικό. Έβγαζαν σώματα άψυχα, με το σωρό».
Βεβαίως, το πιο πάνω τραγικό περιστατικό, με τις πνιγμένες μαθήτριες, που σημειώθηκε σε επαρχιακή πόλη, φέρνει στη θύμησή μας κάποιες σκηνές από την ταινία «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956), του Μιχάλη Κακογιάννη, που γυρίστηκε στην Ύδρα, κάνοντας μας να πιστεύουμε πως το
γεγονός αυτό είναι πραγματικό, εφόσον καταγράφηκε με επιτυχία και από την Τέχνη, δηλαδή την τέχνη του κινηματογράφου.
Στη συλλογή τώρα του Μίλτου Σαχτούρη, που τιτλοφορείται «Σφραγίδα ή η ογδόη σελήνη» (1964), υπάρχει ανάμεσα σε άλλα και το ποίημα που ονομάζεται μονολεκτικά «Κυριακή», το οποίο αρχίζει με τους εξής στίχους:
«Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι…».
Ο Σαχτούρης, στο εμβληματικό αυτό ποίημα, μας κάνει ασφαλώς κοινωνούς της κυριακάτικης μοναξιάς του αλλά ταυτόχρονα αναφέρεται και αυτός σ’ ένα θλιβερό περιστατικό. Αναφέρεται «σ’ ένα πεθαμένο παιδί» που… «δεν ξενιτεύεται» και «πάει κρατώντας ένα κόκκινο σκυλάκι μέσα
στο μαντίλι…».
Στη συλλογή «Οι Πυροτεχνουργοί», όπως διαπιστώνω, ο Μαρκόπουλος καταπιάνεται και πάλι με τις Κυριακές και συγκεκριμένα κάνει αναφορές στα ποιήματα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής» και «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής 2». Μάλιστα, στο ποίημα «Απόγευμα Μαΐου Κυριακής», θα γράψει:
«Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι./ Και βέβαια
έτσι που καθόταν,/ έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και
χιλιάδες χρόνια».
Το ποίημα του Γιώργου Μαρκόπουλου όμως, φέρνει αμέσως στην θύμησή μας τη «Δύσκολη Κυριακή», του Μίλτου Σαχτούρη, το πρώτο ίσως ποίημα που κωδικοποίησε σε βιβλίο και περιέχεται στην πρώτη συλλογή του που τιτλοφορείται «Η Λησμονημένη» (1945), όπου, ανάμεσα σε άλλους θλιβερούς στίχους, διαβάζουμε:
«…φίλε αγάπη αίμα φίλε/ φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο
Ήτανε παγωνιά/ δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι/ κι έμεινα μ1 έναν ακρωτηριασμένο φίλο/ και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά».
Στα δύο αυτά ποιήματα φαίνεται πως υπάρχει μια κρυφή επικοινωνία ή, καλύτερα, ένας σιωπηλός αλλά ευεργετικός διάλογος που μοιάζει με το αθέατο νερό που κυλάει αθόρυβα κάτω από το σκληρό βράχο και πηγαινοέρχεται ασταμάτητα από την μία υπόγεια λίμνη στην άλλη. Με άλλα λόγια, όπως στοχεύει ν’ αποδείξει η δοκιμή μου, στα δύο αυτά ποιήματα υπάρχουν, πιστεύω, κοινά στοιχεία που φανερώνουν, θα έλεγα με ασφάλεια, έναν διακειμενικό διάλογο με θέμα το θάνατο αγαπημένων προσώπων. Ένα διάλογο για τον οποίο υποπτεύομαι ότι ανοίγει όπως ο κύκλος στο νερό και συμμετέχουν σε αυτό και άλλοι νεοέλληνες ποιητές γιατί, τα πιο πάνω αποσπάσματα, έμμεσα μπορεί να παραπέμπουν και στο στίχο «Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα», του Μανόλη Αναγνωστάκη, από το ποίημα «Ο Νεκρός», που περιέχεται στη συλλογή του «Η Συνέχεια 3».
Επιπλέον, το ποίημα του Γ. Μαρκόπουλου ακούγεται και σαν ένας φιλικός χαιρετισμός ή μία σιγανή απόκριση, έστω καθυστερημένα, στο ποίημα του Σαχτούρη. Ο Σαχτούρης, όπως διαβάζουμε, με ύφος που αποπνέει παράπονο, ομολογεί πως δεν ξέρει την ώρα που είχαν πεθάνει οι φίλοι
του και πως τώρα έχει απομείνει μόνος «μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο». Και ο Μαρκόπουλος, ωσάν να θέλει να παρηγορήσει τον Σαχτούρη αλλά και για να τον απαλλάξει από την αγωνία και τα ερωτηματικά που τον κυριεύουν, του
απαντάει πως οι φίλοι του έχουν πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Αυτοί οι ποιητικοί διάλογοι όμως, για τους επαρκείς αναγνώστες, δηλαδή για όσους γνωρίζουν σε βάθος τη δουλειά του Γ. Μαρκόπουλου, δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, το οποίο οφείλουν να έχουν υπόψη τους και οι νεότεροι. Θέλω να πω οι μελλοντικοί αναγνώστες του. Γιατί ο περιπαθής Μαρκόπουλος, όπως έχει επισημανθεί αλλού, και είναι ήδη γνωστό, από αγάπη και τιμή προς τους παλαιότερούς του, από αγάπη και τιμή προς την τέχνη της ποίησης, που υπηρετεί με ασίγαστο πάθος εδώ και δεκάδες χρόνια,
επιδιώκει αρκετά τακτικά να επικοινωνεί μέσω της ποίησής του με άλλους ομότεχνούς του. Κυρίως επικοινωνεί και συνομιλεί με ποιητές των αμέσως προηγούμενων γενιών, για τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη αγάπη και εκτίμηση,
συζητώντας μαζί τους για πολλά και ποικίλα θέματα, κυρίως υπαρξιακά και μεταφυσικά. Και αυτή η επικοινωνία γίνεται άλλοτε στα κρυφά και άλλοτε στα φανερά. Άλλοτε με ηχηρές σιωπές και άλλοτε με σιωπηρούς κρότους.

Λευκωσία, 24.4.2012-20.10.2012 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

1-ΓΕΩΡΓΙΑ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κατέχει δύο Μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά.

Συλλογές:
Ιστορίες με λυπημένη αρχή, 2012
Μελάνι στον ουρανίσκο, 2015.

 

 

ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ (2015)

 

ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

αύριο δεν είναι ποτέ μα άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες

οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση σε λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ

ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας

κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους

 

 

ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ

οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
διασχίζουν κάθετα τις μέρες
με πυροβολούν ωμή πραγματικότητα
φυτρώνω πόδια στην αυλή τους
φοβάμαι να μεγαλώσω

εφευρίσκουν τρόπους αυτοί

σκηνοθετούν θνησιγενείς αναχωρήσεις
στη νύχτα
συναλλασσόμαστε με το ανέφικτο
τα κέρματα λιγοστά
-έχει αλλάξει τελευταία η αριθμητική
των ανοιχτών πεδίων-
μετράμε δάχτυλα κόκκαλα μνήμες
όλα λειψά
συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις

πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα

 

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

στη νύχτα θα μπούμε
με πόδια γυμνά
θα φυτρώνουν αγκάθια
στους βολβούς των ματιών μας
το μυαλό μας θα λιώνει
σε τοίχους με χρώματα
ένας σκύλος θα γαβγίζει σε τέλειο ανάπαιστο
θα είμαστε ήδη νεκροί
τυλιγμένοι σε φύλλα
από δέντρα

στη νύχτα θα μπούμε
από περάσματα άδεια
που οδηγούνε σε σώματα
Παύλου Μελά Λασσάνη Προξένου Κορομηλά
σε πολιτείες ανυπόταχτες θα απλώσουμε
την πραμάτεια μας
ένα άδειο κουφάρι από κάποτε δέρμα
γάμπες γόνατα κνήμες
φλέβες χεριών
σε τιμή ευκαιρίας

στη νύχτα θα μπούμε
μετέωροι
ξένοι
που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου

από τη νύχτα θα μας βγάλει
μια σφαίρα
καρφωμένη
στα σπλάχνα της μέρας

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΛΕΥΣΕΩΣ ΓΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

το πένθος τις γιορτές
ένα στολίδι στο αθέατο κλαδί του δέντρου
ένα ντο μιας παιδικής φωνής που λέει τα κάλαντα
το καρουζέλ το βράδυ με τα φώτα
ένα αχνιστό ψωμί που μύριζε βούτυρο και κανέλα

δείξτε τη δέουσα προσοχή
ενόσω επιδίδεστε σε γιορτινές συνήθειες
τοποθετήστε με επιμέλεια -και προπαντός δικαιοσύνη-
τα λαμπιόνια στο δεντράκι
αποφύγετε μελωδικές φωνές με ήχους άλλων εποχών
προτιμήστε αντί πολύχρωμα αλογάκια παγοδρόμια
-υπάρχει πάντα εκεί το ενδεχόμενο της πτώσης-

και προπαντός φουρνίστε μόνοι τα ψωμιά σας
δίχως καρυκεύματα πολλά
-το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί
σε αθώα αντικείμενα-
έχετε έτσι πιθανότητες να αποφύγετε
τη βίαιη πρόσκρουση μαζί του

(πάντα υπάρχουν άλλωστε και οι Κυριακές)

 

 

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

έζησα σε κέλυφος αυγού
χωρίς αμνιακό υγρό
δίχως ομφάλιο λώρο
έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία
του ρήματος κόβω
–παρτίδες με το παρελθόν
τις εμμονές μου
τα νύχια μου που μεγαλώνουνε
καθώς ενός νεκρού μετά τον θάνατό του-

ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα
με ένρινα και υγρά
-ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της-
κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους
με παράξενα ονόματα

εγώ μισούσα τις κούκλες
την ατσαλάκωτή τους τελειότητα
ζωγράφιζα μαύρα πουλιά
στα παιδικά τετράδια της μνήμης
και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
που όταν μεγάλωσα έσταζαν
αντί μελάνι
αίμα

 

 

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

ξαπλώνει στο κρεβάτι του
αγγίζει τα οστεώδη χέρια του
το κορμί του ζεστό
το στόμα του άγραφη σελίδα
δεν τον φιλά
ανασαίνει δυο στιγμές σιωπής και φεύγει

μέσα της χιονίζει λέξεις

 

 

Η ΑΛΛΗ ΕΓΩ

κατοικεί σε πέταλα ρόδου
σε προσκέφαλα παραμυθιών
όπου όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν
– ο βάτραχος γίνεται πρίγκηπας
ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη
και ζουν αυτοί καλά –

τυλίγεται σε φύλλα υποσχέσεων
κι όλο διψά για το κορμί του
πεινάει για το σώμα του

τα βράδια γλιστρά στον πράσινο μίσχο
αποφεύγει αγκάθια
δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις
εκεί τον συναντά γυμνό
από προθέσεις
περιδιαβαίνει άπληστα το σώμα του
αφήνει ίχνη κόκκινα
στο μήλο του Αδάμ
το κάνει ζουμερό κεράσι
να θυμάται το πρωί
το φιλί του

 

 

FROGNER PARK

τα αγάλματα τις νύχτες
ψιθυρίζουνε το αναπότρεπτο
χρόνια τώρα η ανθρωπότητα περπατάει ανάπηρη
κραδαίνοντας διαψεύσεις
κοινοτοπίες του συρμού
−η ιστορία δήθεν επαναλαμβάνεται

ο θάνατος μονάχα είναι αυτός που επαναλαμβάνεται
ακούγεται σαν χλεύη μυστική
συντρίβοντας κάθε αυταπάτη

κι εμείς αναρωτιόμαστε
τι κάνουμε εδώ
ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο
με τον οβολό εκ γενετής στα μάτια
τα καρφωμένα πρόχειρα
στον ουρανό
μιας μνήμης

 

 

ΧΟΡΟΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΩΝ

να πεθαίνεις
ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούλη
να ταξιδεύεις
για την αιώνια λύπη
κι η ζωή τριγύρω να κυλά
με παγερή αδιαφορία

στο απέναντι μπαλκόνι
μια γυναίκα
να ξεπλενει την ενοχική ζωή της
η διπλανή οικογένεια να ψήνει
στο κυριακάτικο μπάρμπεκιου
ζουμερά κομμάτια ωμού συμβιβασμού
μακριά στη θάλασσα να κολυμπάει ένας έρωτας
που σ’ έχει από χρόνια πια ξεχάσει

και να μην έχεις ζήσει παρά σε μιαν ελάχιστη διάρκεια
ευτυχίας
που τώρα εξατμίζεται
στον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού και
– τι θλίψη –
να φεύγεις ξέροντας
πως σε κανέναν ποτέ
δεν έχεις λείψει

 

 

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

ύπαρξη αδικαίωτη
στέκεις
τομή αγεωγράφητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να’ σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου

 

 

ΟΝΕΙΡΑ

Ι

Συμβαίνει πάντα στο ίδιο σπίτι. Με κόκκινα τούβλα και τοίχο στον κήπο. Τον ψάχνω σε θάμνους και μωβ χρυσάνθεμα. Ψηλώνουν αφύσικα. Γίνονται κυπαρίσσια. Έπειτα είμαι ξαπλωμένη στο χώμα. Ποτέ δεν τον βλέπω να έρχεται.

ΙΙ

Περπατάω στο δάσος. Ξυπόλυτη. Η μαμά με τιμώρησε. Βούτηξε το μυαλό μου στο χιόνι. Δεν κυνηγάμε σκίουρους τη μέρα, λέει. Περιμένω τη νύχτα. Να φυτρώσει μια ουρά φουντωτή στο κεφάλι μου.

ΙΙΙ

Εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Μυρίζει γράσο. Στον τοιχο μια πόρτα. Κρυμμένη πίσω από λουρίδες δέρματος. Πρέπει να βγω στο ποτάμι. Να πάρω τη βάρκα. Οι τσέπες μου άδειες. Νομίζω θα τη γλιτώσω. Ξυπνώ με το κέρμα στο χέρι.

IV

Φωτογραφίζει ερείπια. Ισορροπία λευκού τα χέρια του. Αιχμαλωτίζομαι σε διάφραγμα μνήμης. Γίνομαι μαύρη μελάνη. Ρέω στις κόρες των ματιών του.

 

 

ΑΝΥΔΡΟ ΤΟΠΙΟ

κάτι μέρες όπως αυτή
που η σήψη απλώνεται στην πόλη
ο αέρας μυρίζει φορμόλη
οι γάτες μαδάνε
στα πλακάκια της κουζίνας
εσύ χαμογελάς από τη λήθη
κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί
για μιαν αυταπάτη βεβιασμένης ζήσης
το μυαλό μου εκρήγνυται σε κόκκους χρώματος
από την παλέτα σου στο υπόγειο
την ξεχασμένη
κάτι μέρες τέτοιες
θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη
να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό
μα δεν έχω στάλα μελάνι
στον ουρανίσκο

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΡΧΗ (2012)

 

 

ΕΓΓΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

Το σύμπαν μου όλο
Δυό φωνήεντα
Εύπλαστα και υγρά
Κι ένα σύμφωνο
Σκληρό
Σαρκοβόρο

Εσύ

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

στον Ηλία Κεφάλα

Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας

Είναι λοιπόν για τούτο που αγαπάνε τα λιβάδια;
Αρέσκονται να απλώνονται
σε απεραντοσύνη χλωροφύλλης
Με ίχνη από λάσπη στις άκρες των συμφώνων τους
Και μια υποψία βροχής πάνω απ’ τα φωνήεντά τους

Όταν – σπανίως – έχει αιθρία
Οι λέξεις τους γλιστρούν στιλπνές και φωσφορίζουσες
Ντυμένες τα καλά τους
Σαν έτοιμες για τη γιορτή
Υπεράνω πάσης υποψίας
Σχεδόν αθωωμένες
Για την αγχόνη του δήμιου
Που περνάνε στον λαιμό τους
Κάθε νύχτα

 

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΕΣ

Στον Γιώργο

Δραπετεύουν
Από τις γυάλινες ζωές τους
Με το δανεικό γοβάκι τους
Πλήρως υποψιασμένες
Ότι ο πρίγκηπας τους εμφορείται από ελατήρια ταπεινά
Κι ούτε που ψάχνει την ακριβή αναλογία του ποδιού τους
Μεγάθυμες γι’ αυτή του τη μικρόνοια

Περιφέρονται
Με το γοβάκι ανά χείρας
Αγορασμένο από παζάρια
Φτηνών αισθημάτων
Αναζητούν τον πρίγκηπα
Που θα υποκλιθεί στα ακροδάχτυλα της ανασφάλειάς τους
Προβάρουν στον καθρέφτη τα ωραία τους χαμόγελα
Ασκήσεις επί χάρτου
Ετοιμότητας
Μην συλληφθούν αίφνης ως μωρές παρθένες

Το βλέμμα τους θολώνει από τη στίλβη
Της απατηλής αναμονής
Τυφλώνονται
Κρατούνε το γοβάκι τους
Εν είδει βακτηρίας
Μ’ όλο που συναισθάνονται
Πως πλήρως είναι αδύναμο
Να αντέξει
Το βάρος τόσης προσδοκίας

 

 

ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Ξημερώματα Κυριακής
Θα σε συναντήσω σε μια πόλη ξένη
Θα κουβαλάς εικόνες από μέρη μακρινά
Που ονειρεύτηκα να δω μαζί σου
Θα με ρωτήσεις πώς περνώ
Αν μού ‘λειψες
Και πώς κυλήσανε οι μέρες μακριά σου
Θα ‘μαι χωρίς αποσκευές
Και θα ‘ρθω δίχως απαντήσεις
Ήχος κανείς δεν θ’ ακουστεί
Τα σφραγισμένα χείλη μου θ’ ανοίξουν
Μόνο για να γευτούνε τα δικά σου
Κι όταν το αίμα στάξει
Μέχρι τις άκρες των ποδιών σου
Θα σε αφήσω ως άπιστο Θωμά
Να ψαύσεις τις πληγές μου
Ολωσδιόλου ανίδεο
Γι’ αυτό αθωωμένον

 

 

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Τον γνώρισα ένα πρωί στη θάλασσα
Τα μάτια του ήταν μαγνήτες
Το βλέμμα του σκοτάδι
Διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου
Μου πρόσφερε καφέ ζεστό από την κούπα του
Τα χέρια του αιωρούμενα μόλις που αγγίζανε τον εύθραυστο πηλό
Ήταν η πρώτη γεύση του

Υπνωτισμένη
Παρατάχτηκα απέναντι του
Μολυβένιο στρατιωτάκι ανυπεράσπιστο
Στο μέτωπο της μάχης
Μου άρεσαν οι λέξεις του
Βελούδινες με όλες τις αιχμές τους
Ακολουθούσα κάθε βήμα του
Ανίχνευα κάθε ανάσα κάθε σκέψη του
Το ήξερα πως θα ’ταν ο αφανισμός μου
Δεν μ’ ένοιαζε
(Όπως δεν νοιάζεται ένας νεκρός
για την ανυπαρξία)

Ένα φθινόπωρο μετά τον δολοφόνησα στον ύπνο του
Και πέθανα μαζί του
Για να κρατήσω δικό μου
Εκείνο το βλέμμα του
Το διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου

 

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Χτες βράδυ πέθανε
Το ποίημα που έγραψα για σένα
Ως έμβρυο θνησιγενές
Ξεψύχησε στα χέρια μου
Φωνήεντα και σύμφωνα
Λέξεις ασπαίρουσες
Ξεχύθηκαν από τα σπλάχνα του
Άλλες ανείπωτες και άλλες μισοτελειωμένες
Μια δυο μετεωρίστηκαν αναποφάσιστες
Κι είναι γιατί αντίκρισαν τα μάτια σου
Να προσπαθούν εις μάτην να πούνε
Όσα δεν τόλμησε η φωνή σου
Γαλάζια θραύσματα στιγμών γέμισαν τον ορίζοντα
Τόσο που ξαφνικά ο αέρας λιγόστεψε επικίνδυνα
Κι ο βρόγχος στον λαιμό μου
Έγινε σύννεφο
Στάχτη
Εσύ

 

 

ΜΝΗΜΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

Έλα να πετάξουμε
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω να δω τις γυμνές σου πατούσες
Προκλητικά προτεταμένες
Όπως τα ανοιξιάτικα μεσημέρια μας
Στην άκρη του κρεβατιού
Τα μαλλιά σου μυρίζουν πικραμύγδαλο
Η γλώσσα σου αλέθει τούς ήχους του γήινου έρωτά μου
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω ν’ αγγίξω εκείνη τη ρυτίδα στο μέτωπό σου
Να μου πει ιστορίες παλιές
Με δράκους και βασιλοπούλες
Να σε ταξιδέψω στα μυστικά σου καταφύγια
Στις χώρες τού πάντα
Να βουτήξουμε σ’ ένα γαλάζιο Βαθύ τού Σεπτέμβρη
Με την αρμύρα να δροσίζει τα διψασμένα χείλη μας
Τα δάκρυα μου
Θα τα κρατήσω για αύριο
Σήμερα μοναχά θα γελώ

Έλα να πετάξουμε, είπες

Δεν είδες ότι τα φτερά μου είχαν πέσει στο χώμα

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Φυσάει
Από τις ρωγμές των ματιών μου
Αναδύονται κλωστές που οδηγούν στα βήματά σου
Μίτος της Αριάδνης κόκκινος
Οριοθετεί μονοπάτια επιθυμιών
Ένα παλιό γραμμόφωνο
Συλλαβίζει την ορθογραφία της απουσίας
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Δέντρα φυλλορροούν
Καρποί της λήθης πολιορκούν τα βήματά μου
Λιώνουν κάτω από τις σόλες
Των παιδικών μου παπουτσιών
Τυλίγομαι με το καινούριο μου κασκόλ
Βρόγχος πολύχρωμος που πνίγει τις σιωπές μου
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Βρέχει
Μικρές σταγόνες αίματος
Ζωγραφίζουν αθέατες γωνιές στο πρόσωπό μου
Ζητάνε το μερίδιο από τα δάκρυά μου
Μουσκεύω ως το κόκαλο
Στην τσάντα η ομπρέλα μου
Καλά προφυλαγμένη
Από μάταιες επιθέσεις υγρών αισθημάτων

Φθινόπωρο
Σιωπή
Ήθελα μόνο να μ’ αγαπάς

 

 

ΕΑΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ ΑΣΥΜΜΕΤΡΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Ας κλείσει κάποιος το παράθυρο
Η υγρασία μου τρυπάει τα κόκαλα
Όπως τη μνήμη η μορφή σου

Ας ρίξει λίγο φως
Μήπως στεγνώσει έστω μια σταγόνα
Απ’ τον ωκεανό των λέξεων
Που στάζουν στο περβάζι μου
Σε ασύμμετρη ρυθμική εναλλαγή
Αυταπάτες και όνειρα
Κι η μπλε σου ομπρέλα χαλασμένη
Κείτεται στον πάτο της ντουλάπας
Κι εγώ εκτεθειμένη
Στις αντιφάσεις του καιρού
Και στις συγκεχυμένες σου προθέσεις

Λέω να βγω
Να μουσκέψω ως το μεδούλι
Στην καταιγίδα
Της σιωπής σου

 

 

ΜΕΤΑΞΥ ΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Μετεωρίζεσαι σε λέξεις
Στον συνταγματικό μου άξονα αυτοδικαίως εγκαθίστασαι
Ευθαρσώς καταλαμβάνεις τον παραδειγματικό
Σειρήνες στα αυτιά μου
Οι λέξεις που σωπαίνεις
Άκλιτα τα ρήματα σε πρώτο πάντα πρόσωπο
Θυμάμαι, θυμάμαι
Ταλαντεύομαι στις καταλήξεις
Πώς είσαστε – μου λείπεις
Αναποφάσιστη
Μεταξύ ενικού και πληθυντικού
Ονείρου
Φτιάχνω φράσεις με όλα τα κλιτά και άκλιτα
Ταξινομώ επίθετα, προθέσεις, κατηγορούμενα
-αυτά κυρίως-
Μονάχα εσύ ο ουσιαστικός
Αταξινόμητος
Και απών

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Συμβαίνουν πράγματα τώρα που λείπεις
Άρχισα θεραπεία απεξάρτησης από τα όνειρα
Κάθε πρωί εισπνέω μια γερή δόση πραγματικότητας
Διανθισμένη με επαρκή ποσότητα ρεαλισμού
Ξεχνάω λέξεις επικίνδυνες
«Μαργατίτα καληνύχτα»
Τις διαγράφω από το λεξιλόγιό μου
Προσθέτω άλλες εύηχες και στιβαρές
Απόφαση σιωπή
Μαθαίνω γρήγορα
Μόνο καμιά φορά διαφεύγει αίφνης ένα «όταν»
Πετιέται άξαφνα
Την ώρα που με περισσή επιμέλεια ταξιθετώ τα πράγματα
Ανατρέπει τις τακτοποιημένες σκέψεις μου
Σκορπίζοντας στο πάτωμα φωνήεντα και σύμφωνα
Ήχους ανάερους ψιθυριστούς
Επιμένω ωστόσο
Άρχισα κιόλας να βαδίζω πια άκρη άκρη
Στη μεθοριακή γραμμή της σύνεσης
Κάποτε μ΄ ενοχλεί αυτό το πλήθος που συμφύρεται
Προσπαθώ να μην του δίνω σημασία
Συγκεντρώνομαι στην άσκησή μου
Κάθε μέρα
Μόνο τα βράδια στέκομαι λυπημένη στο παράθυρο
Ακολουθώ τις μυστικές διαδρομές που σε θυμίζουν
Το επόμενο πρωί διπλασιάζω τη δόση
Έχω – ξέρεις – βάσιμες ελπίδες
Να ξυπνήσω ένα πρωί θεραπευμένη
Και νεκρή

 

 

ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ

Ετοιμάζεις ταξίδι
Σε μέλλοντα σύμπαντα απουσίας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα του χρόνου
Θα σε ακολουθήσουν όλες οι λέξεις που άνθιζαν
Τα μεσημέρια της σιωπής
Θα υπάρχεις σε παλίμψηστες αφηγήσεις
Λειασμένες λέξεις
Κατακερματισμένοι ήχοι
Θα συνωθούνται να αφηγηθούν
Την ιστορία μιας χαμένης παιδικότητας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα της μνήμης
Μα θα επανέρχεσαι αενάως
Για να ακούω
Την αφήγηση του ανέμου στα μαλλιά σου
Να ψιθυρίζει πως δεν θα γλιστρήσεις ποτέ
Στη χαραμάδα του χρόνου
Θα υπάρχεις
Αιώνια εκκρεμότητα
Εντός μου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Μελάνι στον Ουρανίσκο

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

 ΦΡΕΑΡ/16/4/2016

Γεωργία Κολοβελώνη, Μελάνι στον Ουρανίσκο, Μελάνι, Αθήνα 2015.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή μου της ποιητικής συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη με τίτλο Μελάνι στον Ουρανίσκο η επίγευση που ένοιωσα στον δικό μου λογοτεχνικό ουρανίσκο, είναι, θα έλεγα, ένα μείγμα πολλών, αλλά συναφών, γεύσεων με κυρίαρχη εκείνη του πένθους, της απώλειας, της φθοράς, του ματαιωμένου χρόνου, της ήττας και του υπαρξιακού κενού και της αγωνίας, της έλλειψης, αλλά και της γλωσσικής περίσσειας που παραμένει εγκλωβισμένη στις παρυφές και στα διάκενα της γραφής ως παρούσα απουσία (ή και το αντίστροφο), αφού αυτά αποτελούν τις κεντρικές θεματικές της εν λόγω συλλογής. Σε κάποιες σκιερές κρυψώνες ορισμένων ποιημάτων, ελαφρώς προβάλλει και ο έρωτας, ως βίωμα της ματαίωσης και της απώλειας, όμως, κι αυτός, αφού οι όποιες χαρές του ακυρώνονται (καταργούνται) από την επίγνωση της εφήμερης υπόστασής του. Το ποιητικό υποκείμενο, συχνά εσωστρεφές και αποστασιοποιημένο από την υλικότητα των πραγμάτων, αλλά όχι και από εκείνη των λέξεων, συνομιλεί με τις μνήμες και τα τραύματα χρόνων παρόντων και αλλοτινών, τραύματα που εκπορεύονται από τις αέναες συναισθηματικές επενδύσεις του στους άλλους, «ξένες οφειλές» τις ονομάζει στο 1ο ποίημα της συλλογής «Μεγάλη οθόνη», όπως και στο πολιτιστικό περικείμενο από το οποίο αυτές αναδύονται: «Έζησα σε κέλυφος αυγού/δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία/του ρήματος κόβω/παρτίδες με το παρελθόν…Ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα/με ένρινα και υγρά/ ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της/κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους/με παράξενα ονόματα/εγώ μισούσα τις κούκλες/την ατσαλάκωτή τους τελειότητα/ζωγράφιζα μαύρα πουλιά/στα παιδικά τετράδια της μνήμης/και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα/έσταζαν αντί μελάνι/αίμα». («Πατριδογνωσία», σελ. 19.).
Στην ποίηση της Κολοβελώνη, αυτό που στην καθημερινότητά μας αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, βιώνεται ως μία έλλειψη που βρίσκει απάγκιο στις λέξεις και στο μελάνι, που κι αυτό, ωστόσο, από την έλλειψη εμφορείται: «Κάτι τέτοιες μέρες/θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη/να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό/μα δεν έχω στάλα μελάνι/στον ουρανίσκο» διαβάζουμε στο ποίημα «Άνυδρο τοπίο». Το μελάνι ως τροφή στο αδηφάγο στόμα του λευκού χαρτιού υποκαθιστά, μετουσιώνοντας, την τροφή σε λέξεις και την επιθυμία σε αέναη αναζήτηση. Έχουμε, δηλαδή, εδώ, αναπόφευκτα αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε sublimation of desire, δηλαδή, μετουσίωση της υλικής επιθυμίας σε πολιτιστικά υποκατάστατα και βέβαια αν δεν συνέβαινε αυτό στις κοινωνίες των ανθρώπων, τότε δεν θα υπήρχαν ούτε τέχνες ούτε και πολιτισμός, που μέσω αυτών, τελικά, το πένθος της έλλειψης προσπαθούμε να διεξέλθουμε και να διαχειριστούμε: «Όλα λειψά/συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις/πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου/που σαπίζει στο χώμα», διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Σχεδόν ζωή» (σελ. 12). Αλλά και η ίδια η γλώσσα μια έλλειψη είναι, μια παρούσα απουσία που δομείται από την περίφημη Λακανική εξίσωση: Απαίτηση μείον Χρεία ίσον επιθυμία. Γλώσσα και σώμα πάσχουν από την οδύνη της επιθυμίας ως έλλειψη, βρίσκοντας, ωστόσο, υποκατάστατο στο ηδονικό παιχνίδι της γραφής. «Γεννώ ποιήματα/αντί μωρά/τα εκκολάπτω στον βυθό της νύχτας/αθροίζονται οι λέξεις στο σκοτάδι/η υγρασία διογκώνει τους αρμούς/κολυμπούν στο αμνιακό υγρό του εγκεφάλου μου/τρέφονται με ιστούς και σάλιο απ΄ τα φιλιά/γεμίζουνε τα σωθικά με ήχους/κάποτε εγκαταλείπουνε τη θαλπωρή/της πρόσκαιρής τους κατοικίας/κυλάει τότε κόκκινο το αίμα/ανάμεσα στα πόδια μου/άχρηστα φωνήεντα (όπως ωμέγα, όμικρον)/σε θήκες νεκρές», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ωδίνη».

Η ζωή, και όλα όσα τη χαρακτηρίζουν βιώνεται με τρόπο ιδιαιτέρως εγκεφαλικό στην ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη, αφού είναι το σημαίνον και όχι το σημαινόμενο εκείνο που συστηματικά πριμοδοτείται εδώ. Μα τι άλλο είναι η γραφή και δη η ποίηση, ευλόγως θα μου αντιτάξει κάποιος, παρά ακριβώς αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος εις βάρος του σημαινόμενου; Ωστόσο, στην εν λόγω ποιητική συλλογή, αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, αφού το ποιητικό υποκείμενο κατονομάζει το κατ΄ εξοχήν υλικό συστατικό του, το μελάνι, προσβλέποντας σε αυτό ως τροφή ζωής. Το μελάνι επέχει θέση τροφής στον ουρανίσκο ως υποκατάστατο της βιολογικής ζωοδότρας τροφής, αλλά κι αυτό ακόμα το μελάνι, όπως και τα σύμβολά του πάνω στο λευκό χαρτί, την έλλειψη σηματοδοτεί, αφού η επιθυμία είναι πάντα αυτό που απομένει από την αιώνια πάλη ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανάγκη. Αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο μας μένει το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει. Η ζωή, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και τα τερτίπια της, είναι από μόνη της μία περίσσεια, που πάντα θα διαφεύγει της δεύτερης ως ενσώματη κατάσταση και οντότητα, αλλά που συνεχώς διατηρεί τη διαλεκτική της σχέση με τη γλώσσα, το μέσο της αναπαράστασής της. Όμως και το ίδιο το συμβολικό σύστημα, η γλώσσα πάσχει στον τομέα αυτό, αφού όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει το λόγο, το πεδίο της ομιλίας, αλλά και της γραφής. Γιατί η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου που πηγάζει από την έλλειψη του σώματος και του γλωσσικού κώδικα που αναπόδραστα το ετεροκαθορίζει, αυτοκαθορίζοντάς το ταυτόχρονα: «Ακροπατώντας στη σελίδα/έψαχνα/τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/φωνημάτων/κι ενώ στο ποίημα γίνονταν/σημεία και τέρατα/ένα μαύρο ζωγράφιζε/σήμα κινδύνου/σε στήθος λευκό/ο ποιητής/με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια/στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο/του μεσημεριού/και έκοψε στα δύο/τη μέρα/ στο μεταξύ η επιθυμία τρεφότανε από τη σάρκα της», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ισορροπία».

Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ, «είμαι σε κάθε στιγμή ένα τεράστιο συμβάν αναμνήσεων», πράγμα που μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγγραφή ή απλά γραφή χωρίς το αυτοβιογραφικό στοιχείο να λανθάνει ή να υποκρύπτεται μέσα της. Η Γεωργία Κολοβελώνη συνθέτει και χειρίζεται το βιωματικό υλικό της μετουσιώνοντάς το σε ποιητικό λόγο αναστοχαστικό με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδύεται ως ένα είδος προσωπικής εξομολόγησης ή μαρτυρίας. Δεν παραλείπει να τονίσει, ακόμα, την αυτο-αναφορική διάσταση του γλωσσικού της κώδικα, αφιερώνοντας το τελευταίο ποίημα της συλλογής στο ρήμα «γράφω», στο οποίο και αποδίδει μία σειρά από καίρια επίθετα που καταμαρτυρούν θέλω να πιστεύω και τις δικές μου, έως τώρα, παρατηρήσεις στην παρούσα προσέγγιση. Το χαρακτηρίζει λοιπόν ως ρήμα χαμαιλέοντα, άρα και ρήμα κοινωνικό, ρήμα απρόβλεπτο, άρα και ρήμα κομήτη, ρήμα ζογκλέρ, και ενδημικό, ρήμα γυμνό και ρήμα σαρκοβόρο που ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου, ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του, ρήμα ομπρέλα, θα το χαρακτήριζα, που όλα τα λέει, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί αυτός είναι ο προορισμός, η ίδια η μοίρα του.

Ακόμη, στην παρούσα ποιητική συλλογή, η Γεωργία Κολοβελώνη ανάμεσα σε όλα αυτά τα πολύσημα και αμφίσημα, μεταγράφει και τον αρχαίο, αλλά και το βιβλικό μύθο επανεγγράφοντάς τον, ενώ δεν λείπουν οι υπαινιγμοί της αναφορικά με την επιτελεστικότητα, τη λεγόμενη παραστασιακή διάσταση του «υπάρχειν, και του γράφειν, εις τον κόσμον», ενώ θίγεται και το ζήτημα του Άλλου ένδον ως «το ζώο που κρύβεται μέσα μας», όπως στα πολύ ιδιαίτερα ποιήματα «Η επιστροφή της Πηνελόπης», «Μεταμφίεση» και «Η Εύα και το φίδι».

Κλείνοντας, τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ, και στο υπαρξιακό ζήτημα του χρόνου που απασχολεί επίμονα, βασανιστικά, θα έλεγα, την ποιήτρια ως μνήμη, ως επώδυνο παρόν και μέλλον, ως ιστορία συλλογική και ατομική και ως ματαιωμένο αδικαίωτο παλίμψηστο στιγμών, όπου η έννοια του φαντάζει ως αντίπαλος, αλλά και ως αχώριστος, εκ των πραγμάτων συνοδοιπόρος, καίτοι επιφέρει την ήττα και τη ματαίωση: «αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα/αύριο είναι πάντα χτες/οι φίλοι έχουν όλοι φύγει/μια ορχήστρα αόρατη παίζει/σε σάλα αδειανή το βαλς/μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές/πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα/στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια/φτερά από καπέλα εποχής/μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό/που αγαπήθηκε πολύ/ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας/κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό/κοιτάμε βουβοί την οθόνη/πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν/ οι τίτλοι του τέλους» («Μεγάλη οθόνη»).

http://frear.gr/?p=13488

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

 Διάστιχο 12/4/2016

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «ένα έργο τέχνης είναι άξιο, μονάχα αν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη», ο λαός το λέει απλά: « η σφίξη βγάνει λάδι», όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κανένα ποίημα δεν υπάρχουν σημεία στίξης, ούτε μία τελεία πουθενά. Με μοναδική εξαίρεση τα «ΟΝΕΙΡΑ», το τρίτο από το τέλος πεντάστροφο που δίνει σε διαφορετική μορφή. Ένα ποίημα τρομερό, «μαύρη μελάνη – που ρέει στις κόρες των ματιών» του κόσμου. Επίσης δεν υπάρχει πουθενά κεφαλαίο γράμμα, εκτός από τους τίτλους και ελάχιστα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμιά ότι η γραφή της Γεωργίας Κολοβελώνη παρουσιάζει μια ιδιομορφία. Με προβληματίζει σοβαρά το γεγονός αυτό, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος, Μελάνι στον ουρανίσκο. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν είναι τυχαίο.
Δεν έχει μόνο στον ουρανίσκο μελάνι η Γεωργία Κολοβελώνη, αλλά όλη της η ποίηση είναι γραμμένη με σκούρο μελάνι. Ένα μελανό φάσμα φαίνεται να καλύπτει το πεδίο ορατότητας της ποιήτριας και μέσα από αυτό θεωρεί τον κόσμο και «ντύνει» τα έργα των ημερών της. Δεν βλέπει, θαρρείς, προς το μέλλον, αλλά αρχίζει με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω:
αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες
οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ
ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας
κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους. (ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ)
Μέσα σε δέκα έξι στίχους ζωγραφεί απλά, με σιγουριά περπατώντας πάνω στα ερείπια ενός σαραβαλιασμένου κόσμου, με μελανά χρώματα και καθημερινές λέξεις, κατανοητές την εικόνα της ερήμωσης που αφήνει πίσω του το ατελείωτο ΧΤΕΣ. Οι φράσεις που χρησιμοποιώ δεν είναι τυχαίες. Αν σταχυολογούσα στίχους, θα είχα πάλι την ίδια άποψη:
οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
[…] εφευρίσκουν τρόπους αυτοί
[…] πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα (ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ)
Ωστόσο, ενώ συχνά παραπέμπει στον Καρυωτάκη και ο λόγος της αφήνει, εκτός από μελάνι, γεύση αλόης στον ουρανίσκο, δεν είναι καταθλιπτικός, δεν σημαίνει παραίτηση, απελπισία, αλλά επισήμανση. Δίνει την εικόνα μιας ζωής σακατεμένης που έχει καταντήσει παρανάλωμα από τα κάθε λογής «ντεσιμπέλ σε λαβύρινθο πόνο». Κι ο ποιητής τι κάνει; Αναζητά το νόημα της ζωής όπως η ίδια:
ακροπατώντας στη σελίδα
έψαχνα
τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας
φωνηέντων
[…] ο ποιητής
με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια
στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο
του μεσημεριού
και έκοψε στα δύο
τη μέρα
στο μεταξύ η επιθυμία
τρεφότανε από τη σάρκα της (ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ)
Η ζωή τραβάει τον δρόμο της. Η πορεία των πραγμάτων ορίζεται από τις συντεταγμένες καιρών δύσβατων. Η ποιήτρια νιώθει πως είναι δέσμια των συνθηκών, υποχρεωμένη να δεχτεί μια πραγματικότητα επιβεβλημένη:
ύπαρξη αδικαίωτη
[…] το μη αγεωμέτρητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να ΄σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου (ΠΑΡΑΔΟΧΗ)
Έχει πολλή δύναμη μέσα της ετούτη η ποίηση των μελανών εικόνων. Πολλή ουσία και νοήματα. Ο χρόνος λίγος και ο χώρος. Ψάχνοντας στα συντρίμμια να βρω μια χαραμάδα, ώσπου να βρω διέξοδο για λίγο φως ταξίδεψα μαζί με την ποιήτρια πάνω:

σε μια κουκκίδα
[…] αψηφώντας τη βαρύτητα των φαινομένων
[…] με γνωστούς συνοδοιπόρους
[…] όλοι πασχίζουνε τον θάνατο να διώξουν μακριά
που τόσο απειλητικά τους αγκαλιάζει

ταξιδεύω σε μια κουκκίδα
και ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως (ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ)
Επέλεξα να σταματήσω εδώ. Γιατί η ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη έχει μέλλον και μάλιστα μέλλον ποιητικό κι ας ζωγραφεί με χρώματα μελανά τον κόσμο αυτόν των συντριμμάτων. Μέσα από κει θα βγει νέα ζωή, ο καινούργιος χρόνος και για την ποίηση, που ακόμα ψάχνει τον δρόμο που είχε χάσει. Έχει μια δυνατή γραφή, οι στίχοι στιβαροί στη λιτότητά τους καθηλωτικοί, πέφτουν στύλοι δωρικοί όπως σε περιστύλιο αρχαίου ναού.

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/5113-7-ell-poihtries

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

Poeticanet στη ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

 

Ποιήματα αθώα αλλά με αποτύπωμα ευδιάκριτο, βαθιάς προσήλωσης στην τέχνη της ποίησης. Πυκνά, υποφωτισμένα, σαν ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας. Ή σαν υπότιτλοι – πολλές φορές ασυγχρόνιστοι με την εικόνα, πολλές φορές σε άλλη, ξένη γλώσσα. Η ποιήτρια τα προβάλλει, έκπληκτη και η ίδια, απορροφημένη και η ίδια από την πλοκή που απλώνει εκτός γραφής, σε κινηματογραφικό χρόνο.
ΕΡ: Τι σκέφτεται για σας η δημιουργός σας;
Θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;
ΕΡ: Τι την «εξαναγκάζει» στην γραφή;
Μέσα της χιονίζει λέξεις.
ΕΡ: Πώς άρχισε την γραφή σας;
Ακροπατώντας στη σελίδα / έψαχνα / τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας /φωνημάτων.
ΕΡ: Είσαστε πολύ νεαρά ποιήματα. Γιατί έχετε μαυρίσει τόσο κιόλας;
Το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί / σε αθώα αντικείμενα.
ΕΡ: Ποια είναι η ενοχή σας, ποια είναι η έπαρσή σας;
Είναι που θέλεις να ’σαι ποιητής / σε κόσμο ανυπεράσπιστο / που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου.

*Σ’ αυτή τη στήλη, η Παυλίνα Παμπούδη επιλέγει ποιητικές συλλογές από την πρόσφατη ελληνική παραγωγή, προσθέτει λίγο αλάτι, και τις αφήνει να αυτοπαρουσιαστούν. Δηλαδή, παίρνει μίνι «συνεντεύξεις» από τους στίχους τους, καθώς πιστεύει ότι αυτοί είναι οι κατά ύλη και κατά πνεύμα αρμόδιοι να δώσουν το στίγμα του δημιουργού τους. Και οι στίχοι απαντάνε ευθαρσώς, με δικά τους λόγια.

http://www.poeticanet.gr/stili-alatos-a-1591.html?category_id=405

 

ΘΩΜΑΣ ΨΥΡΡΑΣ

θράκα 23/6/2016

Ποίηση που εμπιστεύεται την έλξη

(Γεωργία Κολοβελώνη, «Μελάνι στον ουρανίσκο», εκδόσεις Μελάνι, 2015)

Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλία -με εξαίρεση το Βόλο- συγκροτείται σταθερά μια νεότερη ομάδα ποιητών οι οποίοι κοντά στους παλιότερους, τον Ηλία Κεφάλα, τον Κώστα Λάνταβο, το Σωτήρη Παστάκα, τον Βαγγέλη Κάσσο, παράγει σημαντική ποίηση, τέτοια που μας επιτρέπει ήδη να μιλάμε για τη διαμόρφωση μιας θεσσαλικής ποιητικής διάθεσης, για να μην πω θεσσαλικής γραφής ή σχολής. Να αναφέρω πρόχειρα (γιατί όλο και κάποια ή κάποιος θα διαφεύγει) την Τρικαλινή Ελένη Αλεξίου, τους Λαρισαίους με πρώτη τη Γλυκερία Μπασδέκη, το Στάθη Ιντζέ, το Θάνο Γώγο, τον Αντώνη Ψάλτη, το Γιώργο Σαράτση, τη Λίνα Φυτιλή που ζει στον Αλμυρό και τις δύο Καρδιτσιώτισες τη Δανάη Σιώζου και την Ελευθερία Κυρίτση. Διόλου ευκαταφρόνητη σοδειά ποιητών!… Νομίζω ότι από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 έως σήμερα, δεν είχαμε ποτέ μια τέτοια πλειάδα νέων ποιητών και σε αριθμό και σε ποιητική αξία. Και σ’ αυτό έχει συντελέσει τα μέγιστα η συνεχής παρουσία του Ηλία Κεφάλα και του Κώστα Λάνταβου αλλά και η επιστροφή του Σωτήρη Παστάκα στον γενέθλιο τόπο οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργούν ως μέντορες ή καλύτερα ως εμψυχωτές στις ποιητικές προσπάθειες των νεότερων.
Στην ομάδα αυτή ανήκει και η Γεωργία Κολοβελώνη1. Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, “Μελάνι στον ουρανίσκο” που κυκλοφόρησε αρχές καλοκαιριού του 2015, έρχεται τρία χρόνια μετά τις «Ιστορίες με λυπημένη αρχή», (Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012) να επιβεβαιώσει με το έργο της ότι έχουμε να κάνουμε με μια ισχυρή ποιητική φωνή που εντάσσεται ακριβώς στο κλίμα αυτό της ακμής του θεσσαλικού ποιητικού λόγου.
***
H τιτλοφόρηση της συλλογής, “Μελάνι στον ουρανίσκο”, παραπέμπει σε μια “στοματική” φάση της γραφής. Αλλά ας αφήσουμε το Φρόυντ κι ας ανασύρουμε δύο οικείες σε όλους μας εμπειρίες.
Σκεφτείτε την εικόνα ενός παιδιού που αγωνίζεται να μάθει να γράφει· διαρκώς βάζει το μολύβι στο στόμα. Είναι καταφυγή στην αγωνία και την προσπάθεια να υποτάξει το αδέξιο ακόμα χέρι στους κανόνες μιας τέχνης που αργότερα θα γίνει το όχημα της σκέψης και του συναισθήματος. Το μολύβι στο στόμα είναι η πρωτόλεια σύλληψη της σκέψης μέσω της γραφής.
Σκεφτείτε οι πιο μεγάλοι που παιδεύτηκαν με το μάθημα της καλλιγραφίας με πένα, μελάνι και στυπόχαρτο, σκυμμένοι με άκρα προσοχή μη ξεφύγει η ουρά του κάθε γράμματος κάτω από το χαράκι. Θα θυμάστε τη γεύση της μελάνης όταν βάζαμε στα χείλη μας τα μουτζουρωμένα δάχτυλα. Για όσους δεν το δοκίμασαν κι αναρωτιούνται τι γεύση έχει το μελάνι, σπεύδω να πω ότι δεν εντάσσεται σε μια από τις τέσσερις βασικές γεύσεις: γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό. Μάλλον είναι μια γεύση πέρα από αυτές, κάτι σαν τη γεύση ουμάμι2 που λέγεται ότι περιγράφει τη γεύση του μητρικού γάλακτος. Πάντως – ως μελανοφάγος – σας λέω ότι το μελάνι ανάλογα με τα υλικά παρασκευής του3 έχει διαφορετική γεύση.
Προφανώς η τιτλοφόρηση της ποιητικής συλλογής δεν έχει σχέση με τη γεύση καθεαυτή. Όμως ο ουρανίσκος, ο μικρός ουρανός του στόματος, είναι ο “πράκτορας του πνεύματος” 4 και εκτός από γεύσεις σχετίζεται με το λόγο και τις λέξεις:
“ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν

χιλιάδες ανείπωτα λόγια.”

Τ. Λειβαδίτης, “Πυλάδης” στα “Ποιήματα (1958-1964)”

Η Γεωργία Κολοβελώνη με τον παράδοξο τίτλο της λοιπόν συμφύρει σ’ αυτόν την προσπάθεια της γραφής, την αγωνία της έμπνευσης να αποτυπωθούν στεριωμένα5 με το μελάνι στο χαρτί τα ανείπωτα λόγια και την επιδίωξη να μεταγράψει την ποιητική ιδέα και να την αποτυπώσει δίχως να βγει απ’ το νοητό χαράκι του ποιητικού της κανόνα. Άλλωστε ο τίτλος υπενθυμίζει επίμονα ότι “Η Ποίηση ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη6”.
Ίσως κάποιες και κάποιοι να διατηρούν μια απλοϊκή εικόνα για τη διαδικασία της ποίησης. Να πιστεύουν δηλαδή ότι ο ποιητής καθοδηγημένος από την έμπνευση βάζει ποταμηδόν στο χαρτί τις λέξεις. Και μετά τελειώνει. Λάθος μέγα! Η έμπνευση το πολύ-πολύ να δώσει το έναυσμα (μια ιδέα ή μια εικόνα, ή απλώς μια λέξη, ή μια ασαφή διάθεση). Αυτό μόνον. Από κει και μετά αρχίζει η αγωνία της μορφοποίησης, το πλάσιμο της ιδέας και η ζύμωση με τις λέξεις που έχει ο ποιητής στον ουρανίσκο. Τότε ο ποιητής ανακαλύπτει πόσο ελλειμματικός είναι. Γιατί διαπιστώνει ότι του λείπουν οι λέξεις ή γιατί ότι δεν εξέρχονται οι χρειαζούμενες λέξεις από το “έρκος οδόντων”7.
“Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ’ όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο. […] Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ’ αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε”. 8
Ο “ελλειματικός” ποιητής λοιπόν με το μολύβι στο χέρι, στο στόμα, στο χαρτί παιδεύεται να μεταγράψει σε καίριες λέξεις τη φωνή του. Αν δεν τα καταφέρει στην ουσία η φωνή του είναι σαν να μην αντήχησε9. Γι’ αυτό αγωνιά για το φορτίο της κάθε μίας λέξης, εκείνης που θα δώσει την ουσία. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. “Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..” που έλεγε ο Τάκης Παπατσώνης 10.
***
Αφήνοντας τα σημαινόμενα της τιτλοφόρησης και, πριν περάσω στα ποιήματα της συλλογής, θα κάνω μια μικρή αναφορά στο μότο που επιλέγει η ποιήτρια: τρεις στίχοι από ποίημα της συλλογής “Υπό ξένην σημαία”του ναυτικού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που συνεχίζει την παράδοση του Καββαδία. Τονίζω το “ναυτικού” διότι οι στίχοι που επιλέγονται υπονοούν και το ταξίδι μιας διχασμένης ζωής ανάμεσα στο σώμα και στην γραφή, ένα ποιητικό μοτίβο που τριβελίζει και τα ποιήματα της συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη. Ως παλιός μαρκόνης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έστειλε το μήνυμα και ανταποκρίθηκε η ποιήτρια επιβεβαιώνοντας την εκλεκτική της συγγένεια με τους μεταπολεμικούς ποιητές της Α και της Β μεταπολεμικής γενιάς:
“λίγο αν φυσήξει κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ’ αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί”11
***
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” απαρτίζεται από 32 ποιήματα τα οποία οργανώνονται σε δύο διακριτούς θεματικούς πόλους: στον ένα τα “ποιήματα ποιητικής”, στον άλλο τα “ποιήματα της απώλειας”.
Τα ποιήματα ποιητικής καταλαμβάνουν το ένα τρίτο περίπου της συλλογής. Πρόκειται για αυτοαναφορικά ποιήματα, από αυτά που κατατάσσουμε στα λεγόμενα “Ποιήματα για την ποίηση”12. Η ποιήτρια δοκιμάζει ποιητικά την ποίησή της, αναμετριέται με λόγο κρυπτικό ή αποκαλυπτικό με τη γραφή της κι έτσι το ποίημα που προκύπτει “μιλά” για τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αυτοαναφορικότητα δεν είναι δείγμα έλλειψης θεματολογίας, είναι προσπάθεια διαρκούς αυτοπροσδιορισμού και ποιητικού αυτοελέγχου από την οποία περνά σχεδόν υποχρεωτικά ένας ποιητής. Είναι μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον εαυτό του και με το “υλικό ” του. Θεματοποιεί το πλαίσιο της τέχνης του. Αισθητοποιεί τους κανόνες της τέχνης του. Επαναπροσδιορίζει ποιητικά τη σχέση της ποίησης με την πραγματικότητα, τη σχέση του με το πλέγμα των λέξεων και του νοήματος, διερευνά τη γένεση του ποιήματος, στοχάζεται για τα αποτελέσματα της ποίησης, νοηματοδοτεί τη θέση της ποίησης και του ποιητή στον κόσμο. (Είναι χαρακτηριστικό πόσα ποιήματα ποιητικής περιλαμβάνει το corpus των ποιημάτων του Καβάφη, του Καρυωτάκη, και των νεότερων ποιητών της Α και Β και Γ μεταπολεμικής γενιάς· σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα ποιήματα ανέρχονται ακόμα και στο 100% των ποιημάτων μιας συλλογής).
Έτσι τα ποιήματα ποιητικής γίνονται ένας ασφαλής ερμηνευτικός οδηγός για την γραφή. Το έδειξε άλλωστε ο Αλεξανδρινός γραμματικός εκείνος ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (215 -145 π.Χ.) ο οποίος με την ερμηνευτική του αρχή “Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν”, έδειξε πόσο το ίδιο το έργο των ποιητών διευκολύνει την ερμηνεία.
Ας παρακολουθήσουμε την ωρίμανση της ποιητικής της όπως μας την αποκαλύπτει η Γεωργία Κολοβελώνη.
Αρχίζει με την εκμάθηση της γραφής στην παιδική ηλικία, στον έρωτα ως γονιμοποιό στοιχείο της ποιητικής έκφρασης, επικεντρώνεται στον έρωτα για το κείμενο-σώμα, παρακολουθεί τη γέννηση του ποιήματος ως φυσική γέννα και τέλος αναλογίζεται τη θέση της ποιητικής συνείδησης στον κόσμο καθώς νιώθει σαν μια διχασμένη και αδικαίωτη ύπαρξη.
Συγκεκριμένα:
Το ποίημα “Πατριδογνωσία” (σελ. 19) Ήδη από την παιδική ηλικία η ποιήτρια παίζει με “κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα έσταζαν/ αντί μελάνι /αίμα”. Η επαφή με τη γραφή σταδιακά μετατρέπεται σε όργανο προσωπικού πάθους.
Στο ποίημα “Δεκέμβρης” (σελ. 23) και μάλιστα σε συνδυασμό με το ποίημα “Την ώρα που”” (σελ. 22) αναφέρεται στο ερωτικό σκίρτημα· ο έρωτας γίνεται η αφορμή που “μέσα της χιονίζει λέξεις”.
Στο ποίημα “Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση” (σελ 24) έκπληκτη αναρωτιέται “θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;” Και επιστρέφει πάλι πίσω στο ερωτικό κείμενο -σώμα: “τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι”.
Πλέον στο ποίημα “Ισορροπία” (σελ. 25) η γραφή (και η ανάγνωση) ορίζεται ως αναζήτηση : “έψαχνα /τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/ φωνημάτων”. Αλλά ετούτη η πράξη είναι επικίνδυνη: “ένα μαύρο ζωγράφιζε/ σήμα κινδύνου/ σε στήθος λευκό” και η ποιήτρια “έκοψε στα δύο/ τη μέρα”. Ωστόσο η επιθυμία της ποίησης είναι ισχυρή “τρεφότανε από τη σάρκα της”.
Το ποίημα “Η άλλη εγώ” (σελ. 26) η ποίηση ανιχνεύεται παραμυθιακά ως μεταμόρφωση, δραπέτευση και ερωτική συνάντηση: “ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη”, “δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις” και “αφήνει ίχνη κόκκινα/ στο μήλο του Αδάμ/ το κάνει ζουμερό κεράσι/ να θυμάται το πρωί/ το φιλί του”.
Στο ποίημα “Η ωδίνη” (σελ. 27) -από τα πλέον δυνατά κείμενα της συλλογής-περιγράφει την διαδικασία εκκόλαψης του ποιήματος ως γέννα. Ένα εξαιρετικό κείμενο υψηλής ποιητικής και γυναικείας ευαισθησίας. Εδώ τα ποιήματα ορίζονται ως “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”.
Το ποίημα “Δεμένη κόκκινη κλωστή” (σελ. 33) αναφέρεται στη μαγεία της αφήγησης, όπου ο αφηγητής χάνεται στην ίδια την αφήγησή του “τον είδαν να βαδίζει σε αρχαία χωριά/ με μια δεμένη κόκκινη κλωστή/ στον ίσκιο του”.
Το ποίημα “Παραδοχή” (σελ. 40) αφορά τον προβληματισμό για τη θέση του ποιητή στον κόσμο μας. Η αδικαίωτη ύπαρξη του ποιητή σε ένα κόσμο ανυπεράσπιστο “δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή/ μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις/ είναι που θέλεις να ‘σαι ποιητής/ σε κόσμο ανυπεράσπιστο/ που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου”.
Στο ποίημα “Άνυδρο τοπίο” (σελ. 42) – του οποίου οι δύο τελευταίοι στίχοι δίνουν και τον τίτλο στη συλλογή- ενώ από τη μια η ποιήτρια κυριεύεται από διάθεση διάλυσης και σήψης, δεν παύει να να επιθυμεί την ποιητική έκφραση: “κάτι μέρες τέτοιες/ θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη” έστω κι αν αδυνατεί να το πετύχει.
Στο ποίημα “Το ρήμα γράφω” -τελευταίο της συλλογής- η Κολοβελώνη συνοψίζει την ποιητική της ιδεολογία. Γράφω: ρήμα χαμαιλέοντας, ρήμα κοινωνικό, απρόβλεπτο, ρήμα κομήτης και ζογκλέρ, ρήμα γυμνό, ρήμα σαρκοβόρο.
Συμπέρασμα: Η μετατροπή των λέξεων σε ποιητική γραφή είναι για την Κολοβελώνη μια σωματική διεργασία. Το κείμενο (αυτό που κείται ξαπλωμένο μπροστά της) ή το έργο (αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του όργου, της επίπονης αναζήτησης της ποιητικής ηδονής) είναι εντέλει μια ερωτική διεργασία η οποία επίπονα “σκίζει” τον ποιητή στα δυο: στον καθ’ ημέρα άνθρωπο και στον άλλο που στοχάζεται ποιητικά και τελικά γεννά το ποίημα παράγοντας μια “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”. Γιατί η ποίηση είναι πράξη ερωτική και ταυτόχρονα πράξη απόγνωσης. Ο διχασμός αυτός πάντως είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας κι αποτελεί βαρύ ψυχολογικό φορτίο. Όπως και το ερώτημα “Γιατί γράφω;” είναι πιεστικό και αβάσταχτο. Ωστόσο δε γίνεται αλλιώς. Ο ποιητής είναι ταγμένος από τη φύση του να αναρωτιέται και να αγωνίζεται να βρει την ολοένα διαφεύγουσα απάντηση. Άλλωστε «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε»13.
***“
Τα “ποιήματα της απώλειας” είναι κείμενα-σπουδές πάνω σε μια αίσθηση: την αίσθηση των χαμένων αγαπημένων προσώπων, του χαμένου καιρού, του θανάτου και της αργής σήψης.14
Ενδεικτικά αναφέρω:
απώλεια του αγαπημένου προσώπου:
“οι φίλοι όλοι έχουν φύγει” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“πάντα κάποιος στο τέλος μένει μόνος” (Δείπνο, σελ. 13)
“το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί/ σε αθώα αντικείμενα” (Οδηγίες πλεύσεως για γιορτινές ημέρες, σελ. 18),

“τη νύχτα που σαλπάρησες/ για άλλες θάλασσες/ φορούσα, θυμάμαι, μια γαλάζια ανάμνηση στον κρόταφο/ που έσταζε σιωπή” (Επικήδειος λουλουδιών, σελ 34)
απώλεια του χρόνου:
“κι εμείς οι τελευταίοι/ έπρεπε να περιμένουμε/ αδικαίωτοι/ τον άλλο αιώνα” (Δικαιοσύνη, σελ. 31)
“εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“είναι πια καιρός/ να ετοιμαστώ/ για τη δική μου αναχώρηση” (Εκεί, σελ.16)
απώλεια από θάνατο και από την αργή σήψη:
“οι νεκροί μου ζουν / στη φορμόλη”, “συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις” (Σχεδόν ζωή, σελ. 12)
“θα είμαστε ήδη νεκροί”, “ξένοι / που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου” (Ενύπνιο, σελ 14)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“να πεθαίνεις”, “να φεύγεις ξέροντας/ πως σε κανέναν ποτέ/ δεν έχεις λείψει” (Χορός ματαιοτήτων, σελ. 39)
Όμως η αίσθηση της απώλειας όπως καταγράφεται στην ποίηση της Κολοβελώνη γίνεται τελικά μαθητεία στη ζωή: “αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι”, “συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια”, “τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια”, μαθαίνεις πως “τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής”, “με κάθε αντίο μαθαίνεις”… κι έτσι κερδίζεται η ποιητική αυτάρκεια.
“Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά

και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.”15

***
Τελικά ίσως αναρωτηθεί κάποιος πως επιτυγχάνεται εκείνη η αναγκαία ισορροπία που προσδίδει ενότητα σε ένα έργο. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη είναι απλό. Το ποιητικό υλικό της γεφύρωσης προκύπτει από επαναλαμβανόμενα ποιητικά μοτίβα που διαχέονται σε όλο το σώμα της συλλογής και αποτελούν τις ψηφίδες του προσωπικού ποιητικού της κόσμου. Άλλωστε αυτά υπήρχαν σε ένα βαθμό και στην προηγούμενη συλλογή της:
Το μοτίβο του ταξιδιού
“υπήρξα πάντα εραστής μιας άλλης διάστασης” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ήθελα πάντα να φεύγω/ κάθε βράδυ κι ένα ταξίδι” (Η επιστροφή της Πηνελόπης, σελ. 37)
“ταξιδεύω σε μια κουκίδα/ κι ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως” (Περίπατος, σελ 21)
“τι κάνουμε εδώ/ ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο”. (Frogner Park, σελ. 38)
Το μοτίβο της σήψης και της θλίψης
“η σήψη απλώνεται στην πόλη” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
“κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου” (Το ρήμα γράφω, σελ 43)

“απλώνει τη θλίψη του σε δέκα δάχτυλα” (Ένας άνθρωπος, σελ 32)
“το οικόσιτο ζώο μου/ η θλίψη” (Οικόσιτο ζώο, σελ. 28)
Το μοτίβο του διχασμού ή της διαίρεσης, αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού
“και η ζωή θρυμματίζεται/ κόκκαλο άδειο που σπάει/ στα δύο” (Ανακομιδή, σελ. 17)
“έζησα σε κέλυφος αυγού, χωρίς αμνιακό υγρό/ δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία / του ρήματος κόβω” (Πατριδογνωσία, σελ.19)
Το μοτίβο του θανάτου,
“δεν έχω μάτια/ και δεν μπορώ να δω πότε θα έρθει η σειρά μου” (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ό,τι απόμεινε/ από χορό σκουληκιών/ κρανίο άκρα κορμός” (Ανακομιδή, σελ17)
Το μοτίβο του έρωτα
“αψηφώ τη βαρύτητα των φαινομένων/ εμπιστεύομαι μόνο την έλξη” (Περίπατος, σελ 21)
“Την ώρα που έτριζε η σιωπή/ στην ξύλινη σκάλα του ισογείου/ εκείνη έψαχνε μια νέα πληγή” (Την ώρα που, σελ. 22)
“τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι” (Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση, σελ 24)
Το μοτίβο του ονείρου

“μοναδική μου ιδιοκτησία τα όνειρα/ τα ταξιδεύω σε ιστιοφόρα εποχής/ από ένα ξεχασμένο αιώνα”. (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“διαπλέω κοραλλιογενείς υφάλους/ μοναξιάς”, “ναυαγώ / στο πορτοκαλί μου πορτατίφ”, “κι ανασαίνω / ωκύαλους ψιθυρισμούς/ να με καλούνε/ στον υγρό σου τάφο”. (Ωκύαλοι ψιθυρισμοί, σελ 35)

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για το ποίημα “Όνειρα” (σελ. 41) που βασίζεται σε τέσσερα συμβολικά όνειρα απαιτώντας προκλητικά την ψυχαναλυτική ερμηνεία. Όμως μπορούμε να τα διαβάσουμε στο πλαίσιο των ποιημάτων ποιητικής και ως σαμανικά όνειρα : η ποιητική ψυχή ξεκολλά από το σώμα και περιπλανιέται σε ένα είδος ονειρικού ταξιδιού.
… …
Συνοψίζοντας:
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” είναι ένα δεύτερο σημαντικό βήμα στην ποιητική ωρίμανση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Αν με την πρώτη της συλλογή έδωσε υποσχέσεις ότι είναι μια πολύ καλή ποιήτρια, τώρα το επιβεβαιώνει. Είναι μια πάρα πολύ καλή ποιήτρια.
Προσπάθησα αναλυτικά – αν και δεν συνηθίζεται στις παρουσιάσεις – να ανιχνεύσω τα συστατικά στοιχεία του ποιητικού της κόσμου με ένα στόχο: να ανοίξω μαζί της μια συζήτηση για την ποίησή της και να συμβάλλω και στην δική της ποιητική αυτογνωσία και αναζήτηση. Γιατί η κριτική παρουσίαση ενός έργου δεν απευθύνεται μόνο στον αναγνώστη, αλλά και στον ίδιο τον ποιητή που αναζητά το “ανείπωτο”.
Γιατί κατά πως έγραψε ο Τίτος Πατρίκιος με τρόπο αντιστικτικό16:
“Δεν μένουν πολλά

για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.”

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ,
Λάρισα 15 Οκτωβρίου 2015

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΡΧΗ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΘ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

captainbook.7/3/2013

Ερχόμαστε σε γνωριμία για πρώτη φορά με την ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Όμως αυτό λίγη σημασία έχει, γιατί από τις πρώτες σελίδες διακρίναμε μια υπολογίσιμη ποίηση, σε σωστούς τρίβους και στίχο δυνατό. Άλλωστε αφήνει το στίγμα της από την αρχή:

«Μόνο για σένα
Θα γράφω στίχους
Με μολύβια λυπημένα
Σε λευκά χαρτιά απουσίας»
(Αυθαίρετες Συναρμογές)

Η ποιήτρια λειτουργεί με δυναμική γλωσσική αρτίωση, καταφέρνει να επικοινωνεί με πολλαπλούς τρόπους γραφής, προσπαθεί να προσεγγίσει την αισθητική ολοκλήρωση, διατηρώντας το όραμα μιας αναλλοτρίωτης ποιητικής μνήμης.

«Οι λέξεις μου τις νύχτες ξαγρυπνούνε
Υπνοβατώντας κατεβαίνουν τη μεγάλη ξύλινη σκάλα
Φορώντας λευκό σεντόνι όνειρα
Βαδίζουν σιωπηλές αναζητώντας ένα ίχνος ζωής
Στην ακύμαντη καθημερινότητα των γκρίζων ημερών μου»
(Η μυστική ζωή των λέξεων)

Δοξασμός – αποθέωση του έρωτα στη σκιά μιας ιδιότυπης μοναξιάς, σε χρόνους αισθηματικών μεταφορών της κυριολεξίας. Βουβή στέκεται η αναπνοή και ψιθυρίζει την απόγνωσή της από άδειο μπαλκόνι… Έτσι απλώνεται η σιωπή όταν η Σελήνη φανερώνει την κλητική της σε διπλανό αστεράκι.

«Στο σκοτάδι του έρωτά σου
Βυθίζομαι στο μαύρο του
Κι εσύ ούτε μια λέξη»
(Σιωπή)

Μονόλογος λυρικού δοξαστικού με υπογραμμισμένες ψυχικές απεικονίσεις, με έξοχη την μεταμορφωτική ανάπλαση ερωτικής πληρότητας… Λυρική κράση με τολμηρή φαντασία και ανοιχτές αντένες. Ποιήτρια με ανοιχτή όραση, με προσωπική έκφραση – παρά τις αχνές απομιμήσεις των… «μεγάλων» με φανερή εκφραστική ένδεια – η οποία δικαιώνει την υποδοχή της πρωτοεμφανιζόμενης στο χώρο.
Η Γεωργία Κολοβελώνη σελαγίζει την τόλμη της νέας πνευματικής γενιάς. Κάποιοι ίσως πουν: Ποίηση απλώς λυρική; Ναι! Μα ψηλοθώρητη από την πρώτη έκδοση.

Σε κάθε έρημο δισταγμού ανθοβολεί πάντα κάποια ελπίδα.

«Λέξεις εκτοξεύονται εκατέρωθεν
Ποιητές χορεύουν στα κύματα
Στίχοι αιωρούνται επί της κεφαλής συνδαιτυμόνων
Άλλοι αδυνατούν να επιπλεύσουν και βυθίζονται»
(Βαθύ γαλάζιο)

Μορφοποίηση της διονυσιακής όψης του λυρισμού με αξιοζήλευτη καλλιέργεια. Στους στίχους της ποίησης της Γεωργίας Κολοβελώνη, δύσκολα θα συναντήσει κανείς λέξεις που νοθεύουν, έστω και ελάχιστα, τη γνησιότητα των αισθημάτων. Βρίσκει ο «αναγνώστης» ένα συμπιεσμένο πάθος «καταφυγής», το οποίο επιτρέπει το πέρασμα μιας λόγιας συχνότητας – ίσως και από επαγγελματική διαστροφή, φιλόλογος γαρ – στο δημιουργικό προσωπικό βίωμα.

«Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας»
(Οι ποιητές)

Είναι εκπληκτικά ευρηματική ποίηση σε εύστοχες λέξεις, για τούτο δεν εκπίπτει ποτέ σε άνοστη φλυαρία. Λέξεις χαλκόχυτες, αργασμένες σε πεζό εργαστήρι με ερμητικότητα και κοντά σε σκηνική συμβατικότητα.
Διατηρεί πάντα τα διδάγματα μιας κλασσικής παιδείας και στη γλώσσα και στην έννοια της αφομοίωσης του ύφους, σε αυτό που στους στίχους της προβάλλει. Βέβαια είναι φυσικό γιατί ζει η ποιήτρια σε μια εποχή κρίσης των αισθητικών αξιών και αλλοτρίωσης – από τον γλωσσικό ιμπεριαλισμό των αγγλοσαξόνων της γλώσσας.

«Σαν ξημερώσει
Επιστρέφουνε κατάκοπες
Στη γαλάζια ησυχία του μυαλού μου
Με μιαν υποψία θλίψης στις άκρες των βλεφάρων τους
Για το μοναχικό ταξίδι
Που απαράλλαχτο επαναλαμβάνεται
Όλες τις νύχτες»
(Η μυστική ζωή των λέξεων)

Ποίηση με ξεχωριστό άρωμα Αγάπης… Χάδι στην πληγή λαβωμένης κραυγής. Με ερωτικό αίσθημα βγαλμένο από βιβλία του Κωστή Μοσκώφ? Για αυτό και διαρκές στην πολύφλογη εκρηκτικότητά του. Μόνο που σήμερα αισθήματα με τέτοιες εντάσεις κρύβουν παγιδεύσεις απατηλής ευδαιμονίας, οι οποίες οδηγούν τους ξένοιαστους λωτοφάγους σε άνυδρη έρημο ματαιωμένου ονείρου. Χώνεται με σπαραγμό σε ερημιές απογοήτευσης και εκβάλει Κιρκεγκωριανή κραυγή ως μήνυμα στου εωθινού το χάραγμα.

«Κι έμαθα μαζί σου να συλλαβίζω
Την ανυπαρξία
Σαν έφυγες στο τέλος του καλοκαιριού»
(Πεπρωμένο)

Η ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη έχει στενό δεσμό αίματος με τη συνείδηση. Τα ποιήματά της δεν είναι έκθεση ιδεών… Δεν προδίδουν ούτε τη λειτουργία της ποίησης, ούτε τους εραστές του λυρικού λόγου, ούτε την ελευθερία της. Η αληθινή ποίηση μόνο ευδαιμονία προσφέρει κι ας είναι αφορμή της σπαραγμός καρδιάς. Την ενδιαφέρει πιότερο η λειτουργία της Τέχνης από την εν-τέλειά της.
Υπηρετεί την ποίηση και όχι την στιχοποιία.
Στίχος λιτός, απαλός, με εσωτερική μουσικότητα, δίχως αισθητικούς και τεχνητούς ακροβατισμούς. Απόδραση επιχειρεί όσο η ζωή στενεύει και σε αισθήματα στερεύει. Καταφεύγει κάπου όπου αίρεται όχι το βάρος των βιωμάτων μας, αλλά η ωμή αίσθησή τους.

«Θα με βρεις
Στις ώρες της μοναξιάς σου
Όταν θα σκέφτομαι τα χείλη σου
Σαν δαγκωμένο φρούτο»
(Θα με βρεις)

Καλή αρχή Γεωργία. Κάθε ποίημά σου μια προσεχτική λαγαρή φωνή με γλωσσική ωριμότητα… Ίσως η έκδοση να την αδικεί λίγο… Ο φίλος μου ο Βασίλης στης Εδέμ τους θεήλατους λειμώνες με περηφάνεια θα διαβάζει φωναχτά τα ποιήματά σου…
Μη σταματάς? Περιμένουμε κι άλλη έκδοση.

https://www.captainbook.gr/article/8506

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ