ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

1-ΓΕΩΡΓΙΑ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Κατέχει δύο Μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά.

Συλλογές:
Ιστορίες με λυπημένη αρχή, 2012
Μελάνι στον ουρανίσκο, 2015.

 

 

ΜΕΛΑΝΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ (2015)

 

ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

αύριο δεν είναι ποτέ μα άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες

οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση σε λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ

ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας

κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους

 

 

ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ

οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
διασχίζουν κάθετα τις μέρες
με πυροβολούν ωμή πραγματικότητα
φυτρώνω πόδια στην αυλή τους
φοβάμαι να μεγαλώσω

εφευρίσκουν τρόπους αυτοί

σκηνοθετούν θνησιγενείς αναχωρήσεις
στη νύχτα
συναλλασσόμαστε με το ανέφικτο
τα κέρματα λιγοστά
-έχει αλλάξει τελευταία η αριθμητική
των ανοιχτών πεδίων-
μετράμε δάχτυλα κόκκαλα μνήμες
όλα λειψά
συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις

πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα

 

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

στη νύχτα θα μπούμε
με πόδια γυμνά
θα φυτρώνουν αγκάθια
στους βολβούς των ματιών μας
το μυαλό μας θα λιώνει
σε τοίχους με χρώματα
ένας σκύλος θα γαβγίζει σε τέλειο ανάπαιστο
θα είμαστε ήδη νεκροί
τυλιγμένοι σε φύλλα
από δέντρα

στη νύχτα θα μπούμε
από περάσματα άδεια
που οδηγούνε σε σώματα
Παύλου Μελά Λασσάνη Προξένου Κορομηλά
σε πολιτείες ανυπόταχτες θα απλώσουμε
την πραμάτεια μας
ένα άδειο κουφάρι από κάποτε δέρμα
γάμπες γόνατα κνήμες
φλέβες χεριών
σε τιμή ευκαιρίας

στη νύχτα θα μπούμε
μετέωροι
ξένοι
που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου

από τη νύχτα θα μας βγάλει
μια σφαίρα
καρφωμένη
στα σπλάχνα της μέρας

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΛΕΥΣΕΩΣ ΓΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

το πένθος τις γιορτές
ένα στολίδι στο αθέατο κλαδί του δέντρου
ένα ντο μιας παιδικής φωνής που λέει τα κάλαντα
το καρουζέλ το βράδυ με τα φώτα
ένα αχνιστό ψωμί που μύριζε βούτυρο και κανέλα

δείξτε τη δέουσα προσοχή
ενόσω επιδίδεστε σε γιορτινές συνήθειες
τοποθετήστε με επιμέλεια -και προπαντός δικαιοσύνη-
τα λαμπιόνια στο δεντράκι
αποφύγετε μελωδικές φωνές με ήχους άλλων εποχών
προτιμήστε αντί πολύχρωμα αλογάκια παγοδρόμια
-υπάρχει πάντα εκεί το ενδεχόμενο της πτώσης-

και προπαντός φουρνίστε μόνοι τα ψωμιά σας
δίχως καρυκεύματα πολλά
-το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί
σε αθώα αντικείμενα-
έχετε έτσι πιθανότητες να αποφύγετε
τη βίαιη πρόσκρουση μαζί του

(πάντα υπάρχουν άλλωστε και οι Κυριακές)

 

 

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ

έζησα σε κέλυφος αυγού
χωρίς αμνιακό υγρό
δίχως ομφάλιο λώρο
έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία
του ρήματος κόβω
–παρτίδες με το παρελθόν
τις εμμονές μου
τα νύχια μου που μεγαλώνουνε
καθώς ενός νεκρού μετά τον θάνατό του-

ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα
με ένρινα και υγρά
-ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της-
κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους
με παράξενα ονόματα

εγώ μισούσα τις κούκλες
την ατσαλάκωτή τους τελειότητα
ζωγράφιζα μαύρα πουλιά
στα παιδικά τετράδια της μνήμης
και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
που όταν μεγάλωσα έσταζαν
αντί μελάνι
αίμα

 

 

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

ξαπλώνει στο κρεβάτι του
αγγίζει τα οστεώδη χέρια του
το κορμί του ζεστό
το στόμα του άγραφη σελίδα
δεν τον φιλά
ανασαίνει δυο στιγμές σιωπής και φεύγει

μέσα της χιονίζει λέξεις

 

 

Η ΑΛΛΗ ΕΓΩ

κατοικεί σε πέταλα ρόδου
σε προσκέφαλα παραμυθιών
όπου όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν
– ο βάτραχος γίνεται πρίγκηπας
ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη
και ζουν αυτοί καλά –

τυλίγεται σε φύλλα υποσχέσεων
κι όλο διψά για το κορμί του
πεινάει για το σώμα του

τα βράδια γλιστρά στον πράσινο μίσχο
αποφεύγει αγκάθια
δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις
εκεί τον συναντά γυμνό
από προθέσεις
περιδιαβαίνει άπληστα το σώμα του
αφήνει ίχνη κόκκινα
στο μήλο του Αδάμ
το κάνει ζουμερό κεράσι
να θυμάται το πρωί
το φιλί του

 

 

FROGNER PARK

τα αγάλματα τις νύχτες
ψιθυρίζουνε το αναπότρεπτο
χρόνια τώρα η ανθρωπότητα περπατάει ανάπηρη
κραδαίνοντας διαψεύσεις
κοινοτοπίες του συρμού
−η ιστορία δήθεν επαναλαμβάνεται

ο θάνατος μονάχα είναι αυτός που επαναλαμβάνεται
ακούγεται σαν χλεύη μυστική
συντρίβοντας κάθε αυταπάτη

κι εμείς αναρωτιόμαστε
τι κάνουμε εδώ
ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο
με τον οβολό εκ γενετής στα μάτια
τα καρφωμένα πρόχειρα
στον ουρανό
μιας μνήμης

 

 

ΧΟΡΟΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΩΝ

να πεθαίνεις
ένα ζεστό μεσημέρι του Ιούλη
να ταξιδεύεις
για την αιώνια λύπη
κι η ζωή τριγύρω να κυλά
με παγερή αδιαφορία

στο απέναντι μπαλκόνι
μια γυναίκα
να ξεπλενει την ενοχική ζωή της
η διπλανή οικογένεια να ψήνει
στο κυριακάτικο μπάρμπεκιου
ζουμερά κομμάτια ωμού συμβιβασμού
μακριά στη θάλασσα να κολυμπάει ένας έρωτας
που σ’ έχει από χρόνια πια ξεχάσει

και να μην έχεις ζήσει παρά σε μιαν ελάχιστη διάρκεια
ευτυχίας
που τώρα εξατμίζεται
στον ανελέητο ήλιο του μεσημεριού και
– τι θλίψη –
να φεύγεις ξέροντας
πως σε κανέναν ποτέ
δεν έχεις λείψει

 

 

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

ύπαρξη αδικαίωτη
στέκεις
τομή αγεωγράφητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να’ σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου

 

 

ΟΝΕΙΡΑ

Ι

Συμβαίνει πάντα στο ίδιο σπίτι. Με κόκκινα τούβλα και τοίχο στον κήπο. Τον ψάχνω σε θάμνους και μωβ χρυσάνθεμα. Ψηλώνουν αφύσικα. Γίνονται κυπαρίσσια. Έπειτα είμαι ξαπλωμένη στο χώμα. Ποτέ δεν τον βλέπω να έρχεται.

ΙΙ

Περπατάω στο δάσος. Ξυπόλυτη. Η μαμά με τιμώρησε. Βούτηξε το μυαλό μου στο χιόνι. Δεν κυνηγάμε σκίουρους τη μέρα, λέει. Περιμένω τη νύχτα. Να φυτρώσει μια ουρά φουντωτή στο κεφάλι μου.

ΙΙΙ

Εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Μυρίζει γράσο. Στον τοιχο μια πόρτα. Κρυμμένη πίσω από λουρίδες δέρματος. Πρέπει να βγω στο ποτάμι. Να πάρω τη βάρκα. Οι τσέπες μου άδειες. Νομίζω θα τη γλιτώσω. Ξυπνώ με το κέρμα στο χέρι.

IV

Φωτογραφίζει ερείπια. Ισορροπία λευκού τα χέρια του. Αιχμαλωτίζομαι σε διάφραγμα μνήμης. Γίνομαι μαύρη μελάνη. Ρέω στις κόρες των ματιών του.

 

 

ΑΝΥΔΡΟ ΤΟΠΙΟ

κάτι μέρες όπως αυτή
που η σήψη απλώνεται στην πόλη
ο αέρας μυρίζει φορμόλη
οι γάτες μαδάνε
στα πλακάκια της κουζίνας
εσύ χαμογελάς από τη λήθη
κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί
για μιαν αυταπάτη βεβιασμένης ζήσης
το μυαλό μου εκρήγνυται σε κόκκους χρώματος
από την παλέτα σου στο υπόγειο
την ξεχασμένη
κάτι μέρες τέτοιες
θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη
να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό
μα δεν έχω στάλα μελάνι
στον ουρανίσκο

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΡΧΗ (2012)

 

 

ΕΓΓΕΝΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗ

Το σύμπαν μου όλο
Δυό φωνήεντα
Εύπλαστα και υγρά
Κι ένα σύμφωνο
Σκληρό
Σαρκοβόρο

Εσύ

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

στον Ηλία Κεφάλα

Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας

Είναι λοιπόν για τούτο που αγαπάνε τα λιβάδια;
Αρέσκονται να απλώνονται
σε απεραντοσύνη χλωροφύλλης
Με ίχνη από λάσπη στις άκρες των συμφώνων τους
Και μια υποψία βροχής πάνω απ’ τα φωνήεντά τους

Όταν – σπανίως – έχει αιθρία
Οι λέξεις τους γλιστρούν στιλπνές και φωσφορίζουσες
Ντυμένες τα καλά τους
Σαν έτοιμες για τη γιορτή
Υπεράνω πάσης υποψίας
Σχεδόν αθωωμένες
Για την αγχόνη του δήμιου
Που περνάνε στον λαιμό τους
Κάθε νύχτα

 

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΕΣ

Στον Γιώργο

Δραπετεύουν
Από τις γυάλινες ζωές τους
Με το δανεικό γοβάκι τους
Πλήρως υποψιασμένες
Ότι ο πρίγκηπας τους εμφορείται από ελατήρια ταπεινά
Κι ούτε που ψάχνει την ακριβή αναλογία του ποδιού τους
Μεγάθυμες γι’ αυτή του τη μικρόνοια

Περιφέρονται
Με το γοβάκι ανά χείρας
Αγορασμένο από παζάρια
Φτηνών αισθημάτων
Αναζητούν τον πρίγκηπα
Που θα υποκλιθεί στα ακροδάχτυλα της ανασφάλειάς τους
Προβάρουν στον καθρέφτη τα ωραία τους χαμόγελα
Ασκήσεις επί χάρτου
Ετοιμότητας
Μην συλληφθούν αίφνης ως μωρές παρθένες

Το βλέμμα τους θολώνει από τη στίλβη
Της απατηλής αναμονής
Τυφλώνονται
Κρατούνε το γοβάκι τους
Εν είδει βακτηρίας
Μ’ όλο που συναισθάνονται
Πως πλήρως είναι αδύναμο
Να αντέξει
Το βάρος τόσης προσδοκίας

 

 

ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Ξημερώματα Κυριακής
Θα σε συναντήσω σε μια πόλη ξένη
Θα κουβαλάς εικόνες από μέρη μακρινά
Που ονειρεύτηκα να δω μαζί σου
Θα με ρωτήσεις πώς περνώ
Αν μού ‘λειψες
Και πώς κυλήσανε οι μέρες μακριά σου
Θα ‘μαι χωρίς αποσκευές
Και θα ‘ρθω δίχως απαντήσεις
Ήχος κανείς δεν θ’ ακουστεί
Τα σφραγισμένα χείλη μου θ’ ανοίξουν
Μόνο για να γευτούνε τα δικά σου
Κι όταν το αίμα στάξει
Μέχρι τις άκρες των ποδιών σου
Θα σε αφήσω ως άπιστο Θωμά
Να ψαύσεις τις πληγές μου
Ολωσδιόλου ανίδεο
Γι’ αυτό αθωωμένον

 

 

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Τον γνώρισα ένα πρωί στη θάλασσα
Τα μάτια του ήταν μαγνήτες
Το βλέμμα του σκοτάδι
Διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου
Μου πρόσφερε καφέ ζεστό από την κούπα του
Τα χέρια του αιωρούμενα μόλις που αγγίζανε τον εύθραυστο πηλό
Ήταν η πρώτη γεύση του

Υπνωτισμένη
Παρατάχτηκα απέναντι του
Μολυβένιο στρατιωτάκι ανυπεράσπιστο
Στο μέτωπο της μάχης
Μου άρεσαν οι λέξεις του
Βελούδινες με όλες τις αιχμές τους
Ακολουθούσα κάθε βήμα του
Ανίχνευα κάθε ανάσα κάθε σκέψη του
Το ήξερα πως θα ’ταν ο αφανισμός μου
Δεν μ’ ένοιαζε
(Όπως δεν νοιάζεται ένας νεκρός
για την ανυπαρξία)

Ένα φθινόπωρο μετά τον δολοφόνησα στον ύπνο του
Και πέθανα μαζί του
Για να κρατήσω δικό μου
Εκείνο το βλέμμα του
Το διάστικτο με μικρά διαλείμματα γέλιου

 

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Χτες βράδυ πέθανε
Το ποίημα που έγραψα για σένα
Ως έμβρυο θνησιγενές
Ξεψύχησε στα χέρια μου
Φωνήεντα και σύμφωνα
Λέξεις ασπαίρουσες
Ξεχύθηκαν από τα σπλάχνα του
Άλλες ανείπωτες και άλλες μισοτελειωμένες
Μια δυο μετεωρίστηκαν αναποφάσιστες
Κι είναι γιατί αντίκρισαν τα μάτια σου
Να προσπαθούν εις μάτην να πούνε
Όσα δεν τόλμησε η φωνή σου
Γαλάζια θραύσματα στιγμών γέμισαν τον ορίζοντα
Τόσο που ξαφνικά ο αέρας λιγόστεψε επικίνδυνα
Κι ο βρόγχος στον λαιμό μου
Έγινε σύννεφο
Στάχτη
Εσύ

 

 

ΜΝΗΜΗ ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟΥ

Έλα να πετάξουμε
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω να δω τις γυμνές σου πατούσες
Προκλητικά προτεταμένες
Όπως τα ανοιξιάτικα μεσημέρια μας
Στην άκρη του κρεβατιού
Τα μαλλιά σου μυρίζουν πικραμύγδαλο
Η γλώσσα σου αλέθει τούς ήχους του γήινου έρωτά μου
Νιώθω τόσο ανάλαφρος απόψε
Θέλω ν’ αγγίξω εκείνη τη ρυτίδα στο μέτωπό σου
Να μου πει ιστορίες παλιές
Με δράκους και βασιλοπούλες
Να σε ταξιδέψω στα μυστικά σου καταφύγια
Στις χώρες τού πάντα
Να βουτήξουμε σ’ ένα γαλάζιο Βαθύ τού Σεπτέμβρη
Με την αρμύρα να δροσίζει τα διψασμένα χείλη μας
Τα δάκρυα μου
Θα τα κρατήσω για αύριο
Σήμερα μοναχά θα γελώ

Έλα να πετάξουμε, είπες

Δεν είδες ότι τα φτερά μου είχαν πέσει στο χώμα

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Φυσάει
Από τις ρωγμές των ματιών μου
Αναδύονται κλωστές που οδηγούν στα βήματά σου
Μίτος της Αριάδνης κόκκινος
Οριοθετεί μονοπάτια επιθυμιών
Ένα παλιό γραμμόφωνο
Συλλαβίζει την ορθογραφία της απουσίας
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Δέντρα φυλλορροούν
Καρποί της λήθης πολιορκούν τα βήματά μου
Λιώνουν κάτω από τις σόλες
Των παιδικών μου παπουτσιών
Τυλίγομαι με το καινούριο μου κασκόλ
Βρόγχος πολύχρωμος που πνίγει τις σιωπές μου
Θέλω μόνο να μ’ αγαπάς

Βρέχει
Μικρές σταγόνες αίματος
Ζωγραφίζουν αθέατες γωνιές στο πρόσωπό μου
Ζητάνε το μερίδιο από τα δάκρυά μου
Μουσκεύω ως το κόκαλο
Στην τσάντα η ομπρέλα μου
Καλά προφυλαγμένη
Από μάταιες επιθέσεις υγρών αισθημάτων

Φθινόπωρο
Σιωπή
Ήθελα μόνο να μ’ αγαπάς

 

 

ΕΑΡΙΝΗ ΒΡΟΧΗ ΑΣΥΜΜΕΤΡΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Ας κλείσει κάποιος το παράθυρο
Η υγρασία μου τρυπάει τα κόκαλα
Όπως τη μνήμη η μορφή σου

Ας ρίξει λίγο φως
Μήπως στεγνώσει έστω μια σταγόνα
Απ’ τον ωκεανό των λέξεων
Που στάζουν στο περβάζι μου
Σε ασύμμετρη ρυθμική εναλλαγή
Αυταπάτες και όνειρα
Κι η μπλε σου ομπρέλα χαλασμένη
Κείτεται στον πάτο της ντουλάπας
Κι εγώ εκτεθειμένη
Στις αντιφάσεις του καιρού
Και στις συγκεχυμένες σου προθέσεις

Λέω να βγω
Να μουσκέψω ως το μεδούλι
Στην καταιγίδα
Της σιωπής σου

 

 

ΜΕΤΑΞΥ ΕΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Μετεωρίζεσαι σε λέξεις
Στον συνταγματικό μου άξονα αυτοδικαίως εγκαθίστασαι
Ευθαρσώς καταλαμβάνεις τον παραδειγματικό
Σειρήνες στα αυτιά μου
Οι λέξεις που σωπαίνεις
Άκλιτα τα ρήματα σε πρώτο πάντα πρόσωπο
Θυμάμαι, θυμάμαι
Ταλαντεύομαι στις καταλήξεις
Πώς είσαστε – μου λείπεις
Αναποφάσιστη
Μεταξύ ενικού και πληθυντικού
Ονείρου
Φτιάχνω φράσεις με όλα τα κλιτά και άκλιτα
Ταξινομώ επίθετα, προθέσεις, κατηγορούμενα
-αυτά κυρίως-
Μονάχα εσύ ο ουσιαστικός
Αταξινόμητος
Και απών

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Συμβαίνουν πράγματα τώρα που λείπεις
Άρχισα θεραπεία απεξάρτησης από τα όνειρα
Κάθε πρωί εισπνέω μια γερή δόση πραγματικότητας
Διανθισμένη με επαρκή ποσότητα ρεαλισμού
Ξεχνάω λέξεις επικίνδυνες
«Μαργατίτα καληνύχτα»
Τις διαγράφω από το λεξιλόγιό μου
Προσθέτω άλλες εύηχες και στιβαρές
Απόφαση σιωπή
Μαθαίνω γρήγορα
Μόνο καμιά φορά διαφεύγει αίφνης ένα «όταν»
Πετιέται άξαφνα
Την ώρα που με περισσή επιμέλεια ταξιθετώ τα πράγματα
Ανατρέπει τις τακτοποιημένες σκέψεις μου
Σκορπίζοντας στο πάτωμα φωνήεντα και σύμφωνα
Ήχους ανάερους ψιθυριστούς
Επιμένω ωστόσο
Άρχισα κιόλας να βαδίζω πια άκρη άκρη
Στη μεθοριακή γραμμή της σύνεσης
Κάποτε μ΄ ενοχλεί αυτό το πλήθος που συμφύρεται
Προσπαθώ να μην του δίνω σημασία
Συγκεντρώνομαι στην άσκησή μου
Κάθε μέρα
Μόνο τα βράδια στέκομαι λυπημένη στο παράθυρο
Ακολουθώ τις μυστικές διαδρομές που σε θυμίζουν
Το επόμενο πρωί διπλασιάζω τη δόση
Έχω – ξέρεις – βάσιμες ελπίδες
Να ξυπνήσω ένα πρωί θεραπευμένη
Και νεκρή

 

 

ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ

Ετοιμάζεις ταξίδι
Σε μέλλοντα σύμπαντα απουσίας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα του χρόνου
Θα σε ακολουθήσουν όλες οι λέξεις που άνθιζαν
Τα μεσημέρια της σιωπής
Θα υπάρχεις σε παλίμψηστες αφηγήσεις
Λειασμένες λέξεις
Κατακερματισμένοι ήχοι
Θα συνωθούνται να αφηγηθούν
Την ιστορία μιας χαμένης παιδικότητας
Θα γλιστρήσεις αργά στη χαραμάδα της μνήμης
Μα θα επανέρχεσαι αενάως
Για να ακούω
Την αφήγηση του ανέμου στα μαλλιά σου
Να ψιθυρίζει πως δεν θα γλιστρήσεις ποτέ
Στη χαραμάδα του χρόνου
Θα υπάρχεις
Αιώνια εκκρεμότητα
Εντός μου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Μελάνι στον Ουρανίσκο

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

 ΦΡΕΑΡ/16/4/2016

Γεωργία Κολοβελώνη, Μελάνι στον Ουρανίσκο, Μελάνι, Αθήνα 2015.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή μου της ποιητικής συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη με τίτλο Μελάνι στον Ουρανίσκο η επίγευση που ένοιωσα στον δικό μου λογοτεχνικό ουρανίσκο, είναι, θα έλεγα, ένα μείγμα πολλών, αλλά συναφών, γεύσεων με κυρίαρχη εκείνη του πένθους, της απώλειας, της φθοράς, του ματαιωμένου χρόνου, της ήττας και του υπαρξιακού κενού και της αγωνίας, της έλλειψης, αλλά και της γλωσσικής περίσσειας που παραμένει εγκλωβισμένη στις παρυφές και στα διάκενα της γραφής ως παρούσα απουσία (ή και το αντίστροφο), αφού αυτά αποτελούν τις κεντρικές θεματικές της εν λόγω συλλογής. Σε κάποιες σκιερές κρυψώνες ορισμένων ποιημάτων, ελαφρώς προβάλλει και ο έρωτας, ως βίωμα της ματαίωσης και της απώλειας, όμως, κι αυτός, αφού οι όποιες χαρές του ακυρώνονται (καταργούνται) από την επίγνωση της εφήμερης υπόστασής του. Το ποιητικό υποκείμενο, συχνά εσωστρεφές και αποστασιοποιημένο από την υλικότητα των πραγμάτων, αλλά όχι και από εκείνη των λέξεων, συνομιλεί με τις μνήμες και τα τραύματα χρόνων παρόντων και αλλοτινών, τραύματα που εκπορεύονται από τις αέναες συναισθηματικές επενδύσεις του στους άλλους, «ξένες οφειλές» τις ονομάζει στο 1ο ποίημα της συλλογής «Μεγάλη οθόνη», όπως και στο πολιτιστικό περικείμενο από το οποίο αυτές αναδύονται: «Έζησα σε κέλυφος αυγού/δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία/του ρήματος κόβω/παρτίδες με το παρελθόν…Ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα/με ένρινα και υγρά/ ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της/κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους/με παράξενα ονόματα/εγώ μισούσα τις κούκλες/την ατσαλάκωτή τους τελειότητα/ζωγράφιζα μαύρα πουλιά/στα παιδικά τετράδια της μνήμης/και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα/έσταζαν αντί μελάνι/αίμα». («Πατριδογνωσία», σελ. 19.).
Στην ποίηση της Κολοβελώνη, αυτό που στην καθημερινότητά μας αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, βιώνεται ως μία έλλειψη που βρίσκει απάγκιο στις λέξεις και στο μελάνι, που κι αυτό, ωστόσο, από την έλλειψη εμφορείται: «Κάτι τέτοιες μέρες/θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη/να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό/μα δεν έχω στάλα μελάνι/στον ουρανίσκο» διαβάζουμε στο ποίημα «Άνυδρο τοπίο». Το μελάνι ως τροφή στο αδηφάγο στόμα του λευκού χαρτιού υποκαθιστά, μετουσιώνοντας, την τροφή σε λέξεις και την επιθυμία σε αέναη αναζήτηση. Έχουμε, δηλαδή, εδώ, αναπόφευκτα αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε sublimation of desire, δηλαδή, μετουσίωση της υλικής επιθυμίας σε πολιτιστικά υποκατάστατα και βέβαια αν δεν συνέβαινε αυτό στις κοινωνίες των ανθρώπων, τότε δεν θα υπήρχαν ούτε τέχνες ούτε και πολιτισμός, που μέσω αυτών, τελικά, το πένθος της έλλειψης προσπαθούμε να διεξέλθουμε και να διαχειριστούμε: «Όλα λειψά/συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις/πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου/που σαπίζει στο χώμα», διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Σχεδόν ζωή» (σελ. 12). Αλλά και η ίδια η γλώσσα μια έλλειψη είναι, μια παρούσα απουσία που δομείται από την περίφημη Λακανική εξίσωση: Απαίτηση μείον Χρεία ίσον επιθυμία. Γλώσσα και σώμα πάσχουν από την οδύνη της επιθυμίας ως έλλειψη, βρίσκοντας, ωστόσο, υποκατάστατο στο ηδονικό παιχνίδι της γραφής. «Γεννώ ποιήματα/αντί μωρά/τα εκκολάπτω στον βυθό της νύχτας/αθροίζονται οι λέξεις στο σκοτάδι/η υγρασία διογκώνει τους αρμούς/κολυμπούν στο αμνιακό υγρό του εγκεφάλου μου/τρέφονται με ιστούς και σάλιο απ΄ τα φιλιά/γεμίζουνε τα σωθικά με ήχους/κάποτε εγκαταλείπουνε τη θαλπωρή/της πρόσκαιρής τους κατοικίας/κυλάει τότε κόκκινο το αίμα/ανάμεσα στα πόδια μου/άχρηστα φωνήεντα (όπως ωμέγα, όμικρον)/σε θήκες νεκρές», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ωδίνη».

Η ζωή, και όλα όσα τη χαρακτηρίζουν βιώνεται με τρόπο ιδιαιτέρως εγκεφαλικό στην ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη, αφού είναι το σημαίνον και όχι το σημαινόμενο εκείνο που συστηματικά πριμοδοτείται εδώ. Μα τι άλλο είναι η γραφή και δη η ποίηση, ευλόγως θα μου αντιτάξει κάποιος, παρά ακριβώς αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος εις βάρος του σημαινόμενου; Ωστόσο, στην εν λόγω ποιητική συλλογή, αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, αφού το ποιητικό υποκείμενο κατονομάζει το κατ΄ εξοχήν υλικό συστατικό του, το μελάνι, προσβλέποντας σε αυτό ως τροφή ζωής. Το μελάνι επέχει θέση τροφής στον ουρανίσκο ως υποκατάστατο της βιολογικής ζωοδότρας τροφής, αλλά κι αυτό ακόμα το μελάνι, όπως και τα σύμβολά του πάνω στο λευκό χαρτί, την έλλειψη σηματοδοτεί, αφού η επιθυμία είναι πάντα αυτό που απομένει από την αιώνια πάλη ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανάγκη. Αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο μας μένει το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει. Η ζωή, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και τα τερτίπια της, είναι από μόνη της μία περίσσεια, που πάντα θα διαφεύγει της δεύτερης ως ενσώματη κατάσταση και οντότητα, αλλά που συνεχώς διατηρεί τη διαλεκτική της σχέση με τη γλώσσα, το μέσο της αναπαράστασής της. Όμως και το ίδιο το συμβολικό σύστημα, η γλώσσα πάσχει στον τομέα αυτό, αφού όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει το λόγο, το πεδίο της ομιλίας, αλλά και της γραφής. Γιατί η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου που πηγάζει από την έλλειψη του σώματος και του γλωσσικού κώδικα που αναπόδραστα το ετεροκαθορίζει, αυτοκαθορίζοντάς το ταυτόχρονα: «Ακροπατώντας στη σελίδα/έψαχνα/τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/φωνημάτων/κι ενώ στο ποίημα γίνονταν/σημεία και τέρατα/ένα μαύρο ζωγράφιζε/σήμα κινδύνου/σε στήθος λευκό/ο ποιητής/με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια/στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο/του μεσημεριού/και έκοψε στα δύο/τη μέρα/ στο μεταξύ η επιθυμία τρεφότανε από τη σάρκα της», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ισορροπία».

Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ, «είμαι σε κάθε στιγμή ένα τεράστιο συμβάν αναμνήσεων», πράγμα που μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγγραφή ή απλά γραφή χωρίς το αυτοβιογραφικό στοιχείο να λανθάνει ή να υποκρύπτεται μέσα της. Η Γεωργία Κολοβελώνη συνθέτει και χειρίζεται το βιωματικό υλικό της μετουσιώνοντάς το σε ποιητικό λόγο αναστοχαστικό με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδύεται ως ένα είδος προσωπικής εξομολόγησης ή μαρτυρίας. Δεν παραλείπει να τονίσει, ακόμα, την αυτο-αναφορική διάσταση του γλωσσικού της κώδικα, αφιερώνοντας το τελευταίο ποίημα της συλλογής στο ρήμα «γράφω», στο οποίο και αποδίδει μία σειρά από καίρια επίθετα που καταμαρτυρούν θέλω να πιστεύω και τις δικές μου, έως τώρα, παρατηρήσεις στην παρούσα προσέγγιση. Το χαρακτηρίζει λοιπόν ως ρήμα χαμαιλέοντα, άρα και ρήμα κοινωνικό, ρήμα απρόβλεπτο, άρα και ρήμα κομήτη, ρήμα ζογκλέρ, και ενδημικό, ρήμα γυμνό και ρήμα σαρκοβόρο που ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου, ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του, ρήμα ομπρέλα, θα το χαρακτήριζα, που όλα τα λέει, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί αυτός είναι ο προορισμός, η ίδια η μοίρα του.

Ακόμη, στην παρούσα ποιητική συλλογή, η Γεωργία Κολοβελώνη ανάμεσα σε όλα αυτά τα πολύσημα και αμφίσημα, μεταγράφει και τον αρχαίο, αλλά και το βιβλικό μύθο επανεγγράφοντάς τον, ενώ δεν λείπουν οι υπαινιγμοί της αναφορικά με την επιτελεστικότητα, τη λεγόμενη παραστασιακή διάσταση του «υπάρχειν, και του γράφειν, εις τον κόσμον», ενώ θίγεται και το ζήτημα του Άλλου ένδον ως «το ζώο που κρύβεται μέσα μας», όπως στα πολύ ιδιαίτερα ποιήματα «Η επιστροφή της Πηνελόπης», «Μεταμφίεση» και «Η Εύα και το φίδι».

Κλείνοντας, τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ, και στο υπαρξιακό ζήτημα του χρόνου που απασχολεί επίμονα, βασανιστικά, θα έλεγα, την ποιήτρια ως μνήμη, ως επώδυνο παρόν και μέλλον, ως ιστορία συλλογική και ατομική και ως ματαιωμένο αδικαίωτο παλίμψηστο στιγμών, όπου η έννοια του φαντάζει ως αντίπαλος, αλλά και ως αχώριστος, εκ των πραγμάτων συνοδοιπόρος, καίτοι επιφέρει την ήττα και τη ματαίωση: «αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα/αύριο είναι πάντα χτες/οι φίλοι έχουν όλοι φύγει/μια ορχήστρα αόρατη παίζει/σε σάλα αδειανή το βαλς/μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές/πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα/στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια/φτερά από καπέλα εποχής/μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό/που αγαπήθηκε πολύ/ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας/κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό/κοιτάμε βουβοί την οθόνη/πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν/ οι τίτλοι του τέλους» («Μεγάλη οθόνη»).

http://frear.gr/?p=13488

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

 Διάστιχο 12/4/2016

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «ένα έργο τέχνης είναι άξιο, μονάχα αν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη», ο λαός το λέει απλά: « η σφίξη βγάνει λάδι», όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε κανένα ποίημα δεν υπάρχουν σημεία στίξης, ούτε μία τελεία πουθενά. Με μοναδική εξαίρεση τα «ΟΝΕΙΡΑ», το τρίτο από το τέλος πεντάστροφο που δίνει σε διαφορετική μορφή. Ένα ποίημα τρομερό, «μαύρη μελάνη – που ρέει στις κόρες των ματιών» του κόσμου. Επίσης δεν υπάρχει πουθενά κεφαλαίο γράμμα, εκτός από τους τίτλους και ελάχιστα κύρια ονόματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία καμιά ότι η γραφή της Γεωργίας Κολοβελώνη παρουσιάζει μια ιδιομορφία. Με προβληματίζει σοβαρά το γεγονός αυτό, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος, Μελάνι στον ουρανίσκο. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν είναι τυχαίο.
Δεν έχει μόνο στον ουρανίσκο μελάνι η Γεωργία Κολοβελώνη, αλλά όλη της η ποίηση είναι γραμμένη με σκούρο μελάνι. Ένα μελανό φάσμα φαίνεται να καλύπτει το πεδίο ορατότητας της ποιήτριας και μέσα από αυτό θεωρεί τον κόσμο και «ντύνει» τα έργα των ημερών της. Δεν βλέπει, θαρρείς, προς το μέλλον, αλλά αρχίζει με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω:
αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες
οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ
ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας
κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους. (ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ)
Μέσα σε δέκα έξι στίχους ζωγραφεί απλά, με σιγουριά περπατώντας πάνω στα ερείπια ενός σαραβαλιασμένου κόσμου, με μελανά χρώματα και καθημερινές λέξεις, κατανοητές την εικόνα της ερήμωσης που αφήνει πίσω του το ατελείωτο ΧΤΕΣ. Οι φράσεις που χρησιμοποιώ δεν είναι τυχαίες. Αν σταχυολογούσα στίχους, θα είχα πάλι την ίδια άποψη:
οι νεκροί μου ζουν
στη φορμόλη
[…] εφευρίσκουν τρόπους αυτοί
[…] πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου
που σαπίζει στο χώμα (ΣΧΕΔΟΝ ΖΩΗ)
Ωστόσο, ενώ συχνά παραπέμπει στον Καρυωτάκη και ο λόγος της αφήνει, εκτός από μελάνι, γεύση αλόης στον ουρανίσκο, δεν είναι καταθλιπτικός, δεν σημαίνει παραίτηση, απελπισία, αλλά επισήμανση. Δίνει την εικόνα μιας ζωής σακατεμένης που έχει καταντήσει παρανάλωμα από τα κάθε λογής «ντεσιμπέλ σε λαβύρινθο πόνο». Κι ο ποιητής τι κάνει; Αναζητά το νόημα της ζωής όπως η ίδια:
ακροπατώντας στη σελίδα
έψαχνα
τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας
φωνηέντων
[…] ο ποιητής
με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια
στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο
του μεσημεριού
και έκοψε στα δύο
τη μέρα
στο μεταξύ η επιθυμία
τρεφότανε από τη σάρκα της (ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ)
Η ζωή τραβάει τον δρόμο της. Η πορεία των πραγμάτων ορίζεται από τις συντεταγμένες καιρών δύσβατων. Η ποιήτρια νιώθει πως είναι δέσμια των συνθηκών, υποχρεωμένη να δεχτεί μια πραγματικότητα επιβεβλημένη:
ύπαρξη αδικαίωτη
[…] το μη αγεωμέτρητη
δίχως πυξίδα
δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή
μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις
είναι που θέλεις να ΄σαι ποιητής
σε κόσμο ανυπεράσπιστο
που όλο το μελάνι το χρωστάει
του θανάτου (ΠΑΡΑΔΟΧΗ)
Έχει πολλή δύναμη μέσα της ετούτη η ποίηση των μελανών εικόνων. Πολλή ουσία και νοήματα. Ο χρόνος λίγος και ο χώρος. Ψάχνοντας στα συντρίμμια να βρω μια χαραμάδα, ώσπου να βρω διέξοδο για λίγο φως ταξίδεψα μαζί με την ποιήτρια πάνω:

σε μια κουκκίδα
[…] αψηφώντας τη βαρύτητα των φαινομένων
[…] με γνωστούς συνοδοιπόρους
[…] όλοι πασχίζουνε τον θάνατο να διώξουν μακριά
που τόσο απειλητικά τους αγκαλιάζει

ταξιδεύω σε μια κουκκίδα
και ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως (ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ)
Επέλεξα να σταματήσω εδώ. Γιατί η ποιήτρια Γεωργία Κολοβελώνη έχει μέλλον και μάλιστα μέλλον ποιητικό κι ας ζωγραφεί με χρώματα μελανά τον κόσμο αυτόν των συντριμμάτων. Μέσα από κει θα βγει νέα ζωή, ο καινούργιος χρόνος και για την ποίηση, που ακόμα ψάχνει τον δρόμο που είχε χάσει. Έχει μια δυνατή γραφή, οι στίχοι στιβαροί στη λιτότητά τους καθηλωτικοί, πέφτουν στύλοι δωρικοί όπως σε περιστύλιο αρχαίου ναού.

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/5113-7-ell-poihtries

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

Poeticanet στη ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

 

Ποιήματα αθώα αλλά με αποτύπωμα ευδιάκριτο, βαθιάς προσήλωσης στην τέχνη της ποίησης. Πυκνά, υποφωτισμένα, σαν ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας. Ή σαν υπότιτλοι – πολλές φορές ασυγχρόνιστοι με την εικόνα, πολλές φορές σε άλλη, ξένη γλώσσα. Η ποιήτρια τα προβάλλει, έκπληκτη και η ίδια, απορροφημένη και η ίδια από την πλοκή που απλώνει εκτός γραφής, σε κινηματογραφικό χρόνο.
ΕΡ: Τι σκέφτεται για σας η δημιουργός σας;
Θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;
ΕΡ: Τι την «εξαναγκάζει» στην γραφή;
Μέσα της χιονίζει λέξεις.
ΕΡ: Πώς άρχισε την γραφή σας;
Ακροπατώντας στη σελίδα / έψαχνα / τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας /φωνημάτων.
ΕΡ: Είσαστε πολύ νεαρά ποιήματα. Γιατί έχετε μαυρίσει τόσο κιόλας;
Το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί / σε αθώα αντικείμενα.
ΕΡ: Ποια είναι η ενοχή σας, ποια είναι η έπαρσή σας;
Είναι που θέλεις να ’σαι ποιητής / σε κόσμο ανυπεράσπιστο / που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου.

*Σ’ αυτή τη στήλη, η Παυλίνα Παμπούδη επιλέγει ποιητικές συλλογές από την πρόσφατη ελληνική παραγωγή, προσθέτει λίγο αλάτι, και τις αφήνει να αυτοπαρουσιαστούν. Δηλαδή, παίρνει μίνι «συνεντεύξεις» από τους στίχους τους, καθώς πιστεύει ότι αυτοί είναι οι κατά ύλη και κατά πνεύμα αρμόδιοι να δώσουν το στίγμα του δημιουργού τους. Και οι στίχοι απαντάνε ευθαρσώς, με δικά τους λόγια.

http://www.poeticanet.gr/stili-alatos-a-1591.html?category_id=405

 

ΘΩΜΑΣ ΨΥΡΡΑΣ

θράκα 23/6/2016

Ποίηση που εμπιστεύεται την έλξη

(Γεωργία Κολοβελώνη, «Μελάνι στον ουρανίσκο», εκδόσεις Μελάνι, 2015)

Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλία -με εξαίρεση το Βόλο- συγκροτείται σταθερά μια νεότερη ομάδα ποιητών οι οποίοι κοντά στους παλιότερους, τον Ηλία Κεφάλα, τον Κώστα Λάνταβο, το Σωτήρη Παστάκα, τον Βαγγέλη Κάσσο, παράγει σημαντική ποίηση, τέτοια που μας επιτρέπει ήδη να μιλάμε για τη διαμόρφωση μιας θεσσαλικής ποιητικής διάθεσης, για να μην πω θεσσαλικής γραφής ή σχολής. Να αναφέρω πρόχειρα (γιατί όλο και κάποια ή κάποιος θα διαφεύγει) την Τρικαλινή Ελένη Αλεξίου, τους Λαρισαίους με πρώτη τη Γλυκερία Μπασδέκη, το Στάθη Ιντζέ, το Θάνο Γώγο, τον Αντώνη Ψάλτη, το Γιώργο Σαράτση, τη Λίνα Φυτιλή που ζει στον Αλμυρό και τις δύο Καρδιτσιώτισες τη Δανάη Σιώζου και την Ελευθερία Κυρίτση. Διόλου ευκαταφρόνητη σοδειά ποιητών!… Νομίζω ότι από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 έως σήμερα, δεν είχαμε ποτέ μια τέτοια πλειάδα νέων ποιητών και σε αριθμό και σε ποιητική αξία. Και σ’ αυτό έχει συντελέσει τα μέγιστα η συνεχής παρουσία του Ηλία Κεφάλα και του Κώστα Λάνταβου αλλά και η επιστροφή του Σωτήρη Παστάκα στον γενέθλιο τόπο οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργούν ως μέντορες ή καλύτερα ως εμψυχωτές στις ποιητικές προσπάθειες των νεότερων.
Στην ομάδα αυτή ανήκει και η Γεωργία Κολοβελώνη1. Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, “Μελάνι στον ουρανίσκο” που κυκλοφόρησε αρχές καλοκαιριού του 2015, έρχεται τρία χρόνια μετά τις «Ιστορίες με λυπημένη αρχή», (Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012) να επιβεβαιώσει με το έργο της ότι έχουμε να κάνουμε με μια ισχυρή ποιητική φωνή που εντάσσεται ακριβώς στο κλίμα αυτό της ακμής του θεσσαλικού ποιητικού λόγου.
***
H τιτλοφόρηση της συλλογής, “Μελάνι στον ουρανίσκο”, παραπέμπει σε μια “στοματική” φάση της γραφής. Αλλά ας αφήσουμε το Φρόυντ κι ας ανασύρουμε δύο οικείες σε όλους μας εμπειρίες.
Σκεφτείτε την εικόνα ενός παιδιού που αγωνίζεται να μάθει να γράφει· διαρκώς βάζει το μολύβι στο στόμα. Είναι καταφυγή στην αγωνία και την προσπάθεια να υποτάξει το αδέξιο ακόμα χέρι στους κανόνες μιας τέχνης που αργότερα θα γίνει το όχημα της σκέψης και του συναισθήματος. Το μολύβι στο στόμα είναι η πρωτόλεια σύλληψη της σκέψης μέσω της γραφής.
Σκεφτείτε οι πιο μεγάλοι που παιδεύτηκαν με το μάθημα της καλλιγραφίας με πένα, μελάνι και στυπόχαρτο, σκυμμένοι με άκρα προσοχή μη ξεφύγει η ουρά του κάθε γράμματος κάτω από το χαράκι. Θα θυμάστε τη γεύση της μελάνης όταν βάζαμε στα χείλη μας τα μουτζουρωμένα δάχτυλα. Για όσους δεν το δοκίμασαν κι αναρωτιούνται τι γεύση έχει το μελάνι, σπεύδω να πω ότι δεν εντάσσεται σε μια από τις τέσσερις βασικές γεύσεις: γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό. Μάλλον είναι μια γεύση πέρα από αυτές, κάτι σαν τη γεύση ουμάμι2 που λέγεται ότι περιγράφει τη γεύση του μητρικού γάλακτος. Πάντως – ως μελανοφάγος – σας λέω ότι το μελάνι ανάλογα με τα υλικά παρασκευής του3 έχει διαφορετική γεύση.
Προφανώς η τιτλοφόρηση της ποιητικής συλλογής δεν έχει σχέση με τη γεύση καθεαυτή. Όμως ο ουρανίσκος, ο μικρός ουρανός του στόματος, είναι ο “πράκτορας του πνεύματος” 4 και εκτός από γεύσεις σχετίζεται με το λόγο και τις λέξεις:
“ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν

χιλιάδες ανείπωτα λόγια.”

Τ. Λειβαδίτης, “Πυλάδης” στα “Ποιήματα (1958-1964)”

Η Γεωργία Κολοβελώνη με τον παράδοξο τίτλο της λοιπόν συμφύρει σ’ αυτόν την προσπάθεια της γραφής, την αγωνία της έμπνευσης να αποτυπωθούν στεριωμένα5 με το μελάνι στο χαρτί τα ανείπωτα λόγια και την επιδίωξη να μεταγράψει την ποιητική ιδέα και να την αποτυπώσει δίχως να βγει απ’ το νοητό χαράκι του ποιητικού της κανόνα. Άλλωστε ο τίτλος υπενθυμίζει επίμονα ότι “Η Ποίηση ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη6”.
Ίσως κάποιες και κάποιοι να διατηρούν μια απλοϊκή εικόνα για τη διαδικασία της ποίησης. Να πιστεύουν δηλαδή ότι ο ποιητής καθοδηγημένος από την έμπνευση βάζει ποταμηδόν στο χαρτί τις λέξεις. Και μετά τελειώνει. Λάθος μέγα! Η έμπνευση το πολύ-πολύ να δώσει το έναυσμα (μια ιδέα ή μια εικόνα, ή απλώς μια λέξη, ή μια ασαφή διάθεση). Αυτό μόνον. Από κει και μετά αρχίζει η αγωνία της μορφοποίησης, το πλάσιμο της ιδέας και η ζύμωση με τις λέξεις που έχει ο ποιητής στον ουρανίσκο. Τότε ο ποιητής ανακαλύπτει πόσο ελλειμματικός είναι. Γιατί διαπιστώνει ότι του λείπουν οι λέξεις ή γιατί ότι δεν εξέρχονται οι χρειαζούμενες λέξεις από το “έρκος οδόντων”7.
“Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ’ όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο. […] Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ’ αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε”. 8
Ο “ελλειματικός” ποιητής λοιπόν με το μολύβι στο χέρι, στο στόμα, στο χαρτί παιδεύεται να μεταγράψει σε καίριες λέξεις τη φωνή του. Αν δεν τα καταφέρει στην ουσία η φωνή του είναι σαν να μην αντήχησε9. Γι’ αυτό αγωνιά για το φορτίο της κάθε μίας λέξης, εκείνης που θα δώσει την ουσία. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. “Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..” που έλεγε ο Τάκης Παπατσώνης 10.
***
Αφήνοντας τα σημαινόμενα της τιτλοφόρησης και, πριν περάσω στα ποιήματα της συλλογής, θα κάνω μια μικρή αναφορά στο μότο που επιλέγει η ποιήτρια: τρεις στίχοι από ποίημα της συλλογής “Υπό ξένην σημαία”του ναυτικού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που συνεχίζει την παράδοση του Καββαδία. Τονίζω το “ναυτικού” διότι οι στίχοι που επιλέγονται υπονοούν και το ταξίδι μιας διχασμένης ζωής ανάμεσα στο σώμα και στην γραφή, ένα ποιητικό μοτίβο που τριβελίζει και τα ποιήματα της συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη. Ως παλιός μαρκόνης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έστειλε το μήνυμα και ανταποκρίθηκε η ποιήτρια επιβεβαιώνοντας την εκλεκτική της συγγένεια με τους μεταπολεμικούς ποιητές της Α και της Β μεταπολεμικής γενιάς:
“λίγο αν φυσήξει κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ’ αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί”11
***
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” απαρτίζεται από 32 ποιήματα τα οποία οργανώνονται σε δύο διακριτούς θεματικούς πόλους: στον ένα τα “ποιήματα ποιητικής”, στον άλλο τα “ποιήματα της απώλειας”.
Τα ποιήματα ποιητικής καταλαμβάνουν το ένα τρίτο περίπου της συλλογής. Πρόκειται για αυτοαναφορικά ποιήματα, από αυτά που κατατάσσουμε στα λεγόμενα “Ποιήματα για την ποίηση”12. Η ποιήτρια δοκιμάζει ποιητικά την ποίησή της, αναμετριέται με λόγο κρυπτικό ή αποκαλυπτικό με τη γραφή της κι έτσι το ποίημα που προκύπτει “μιλά” για τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αυτοαναφορικότητα δεν είναι δείγμα έλλειψης θεματολογίας, είναι προσπάθεια διαρκούς αυτοπροσδιορισμού και ποιητικού αυτοελέγχου από την οποία περνά σχεδόν υποχρεωτικά ένας ποιητής. Είναι μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον εαυτό του και με το “υλικό ” του. Θεματοποιεί το πλαίσιο της τέχνης του. Αισθητοποιεί τους κανόνες της τέχνης του. Επαναπροσδιορίζει ποιητικά τη σχέση της ποίησης με την πραγματικότητα, τη σχέση του με το πλέγμα των λέξεων και του νοήματος, διερευνά τη γένεση του ποιήματος, στοχάζεται για τα αποτελέσματα της ποίησης, νοηματοδοτεί τη θέση της ποίησης και του ποιητή στον κόσμο. (Είναι χαρακτηριστικό πόσα ποιήματα ποιητικής περιλαμβάνει το corpus των ποιημάτων του Καβάφη, του Καρυωτάκη, και των νεότερων ποιητών της Α και Β και Γ μεταπολεμικής γενιάς· σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα ποιήματα ανέρχονται ακόμα και στο 100% των ποιημάτων μιας συλλογής).
Έτσι τα ποιήματα ποιητικής γίνονται ένας ασφαλής ερμηνευτικός οδηγός για την γραφή. Το έδειξε άλλωστε ο Αλεξανδρινός γραμματικός εκείνος ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (215 -145 π.Χ.) ο οποίος με την ερμηνευτική του αρχή “Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν”, έδειξε πόσο το ίδιο το έργο των ποιητών διευκολύνει την ερμηνεία.
Ας παρακολουθήσουμε την ωρίμανση της ποιητικής της όπως μας την αποκαλύπτει η Γεωργία Κολοβελώνη.
Αρχίζει με την εκμάθηση της γραφής στην παιδική ηλικία, στον έρωτα ως γονιμοποιό στοιχείο της ποιητικής έκφρασης, επικεντρώνεται στον έρωτα για το κείμενο-σώμα, παρακολουθεί τη γέννηση του ποιήματος ως φυσική γέννα και τέλος αναλογίζεται τη θέση της ποιητικής συνείδησης στον κόσμο καθώς νιώθει σαν μια διχασμένη και αδικαίωτη ύπαρξη.
Συγκεκριμένα:
Το ποίημα “Πατριδογνωσία” (σελ. 19) Ήδη από την παιδική ηλικία η ποιήτρια παίζει με “κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα έσταζαν/ αντί μελάνι /αίμα”. Η επαφή με τη γραφή σταδιακά μετατρέπεται σε όργανο προσωπικού πάθους.
Στο ποίημα “Δεκέμβρης” (σελ. 23) και μάλιστα σε συνδυασμό με το ποίημα “Την ώρα που”” (σελ. 22) αναφέρεται στο ερωτικό σκίρτημα· ο έρωτας γίνεται η αφορμή που “μέσα της χιονίζει λέξεις”.
Στο ποίημα “Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση” (σελ 24) έκπληκτη αναρωτιέται “θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;” Και επιστρέφει πάλι πίσω στο ερωτικό κείμενο -σώμα: “τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι”.
Πλέον στο ποίημα “Ισορροπία” (σελ. 25) η γραφή (και η ανάγνωση) ορίζεται ως αναζήτηση : “έψαχνα /τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/ φωνημάτων”. Αλλά ετούτη η πράξη είναι επικίνδυνη: “ένα μαύρο ζωγράφιζε/ σήμα κινδύνου/ σε στήθος λευκό” και η ποιήτρια “έκοψε στα δύο/ τη μέρα”. Ωστόσο η επιθυμία της ποίησης είναι ισχυρή “τρεφότανε από τη σάρκα της”.
Το ποίημα “Η άλλη εγώ” (σελ. 26) η ποίηση ανιχνεύεται παραμυθιακά ως μεταμόρφωση, δραπέτευση και ερωτική συνάντηση: “ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη”, “δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις” και “αφήνει ίχνη κόκκινα/ στο μήλο του Αδάμ/ το κάνει ζουμερό κεράσι/ να θυμάται το πρωί/ το φιλί του”.
Στο ποίημα “Η ωδίνη” (σελ. 27) -από τα πλέον δυνατά κείμενα της συλλογής-περιγράφει την διαδικασία εκκόλαψης του ποιήματος ως γέννα. Ένα εξαιρετικό κείμενο υψηλής ποιητικής και γυναικείας ευαισθησίας. Εδώ τα ποιήματα ορίζονται ως “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”.
Το ποίημα “Δεμένη κόκκινη κλωστή” (σελ. 33) αναφέρεται στη μαγεία της αφήγησης, όπου ο αφηγητής χάνεται στην ίδια την αφήγησή του “τον είδαν να βαδίζει σε αρχαία χωριά/ με μια δεμένη κόκκινη κλωστή/ στον ίσκιο του”.
Το ποίημα “Παραδοχή” (σελ. 40) αφορά τον προβληματισμό για τη θέση του ποιητή στον κόσμο μας. Η αδικαίωτη ύπαρξη του ποιητή σε ένα κόσμο ανυπεράσπιστο “δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή/ μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις/ είναι που θέλεις να ‘σαι ποιητής/ σε κόσμο ανυπεράσπιστο/ που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου”.
Στο ποίημα “Άνυδρο τοπίο” (σελ. 42) – του οποίου οι δύο τελευταίοι στίχοι δίνουν και τον τίτλο στη συλλογή- ενώ από τη μια η ποιήτρια κυριεύεται από διάθεση διάλυσης και σήψης, δεν παύει να να επιθυμεί την ποιητική έκφραση: “κάτι μέρες τέτοιες/ θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη” έστω κι αν αδυνατεί να το πετύχει.
Στο ποίημα “Το ρήμα γράφω” -τελευταίο της συλλογής- η Κολοβελώνη συνοψίζει την ποιητική της ιδεολογία. Γράφω: ρήμα χαμαιλέοντας, ρήμα κοινωνικό, απρόβλεπτο, ρήμα κομήτης και ζογκλέρ, ρήμα γυμνό, ρήμα σαρκοβόρο.
Συμπέρασμα: Η μετατροπή των λέξεων σε ποιητική γραφή είναι για την Κολοβελώνη μια σωματική διεργασία. Το κείμενο (αυτό που κείται ξαπλωμένο μπροστά της) ή το έργο (αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του όργου, της επίπονης αναζήτησης της ποιητικής ηδονής) είναι εντέλει μια ερωτική διεργασία η οποία επίπονα “σκίζει” τον ποιητή στα δυο: στον καθ’ ημέρα άνθρωπο και στον άλλο που στοχάζεται ποιητικά και τελικά γεννά το ποίημα παράγοντας μια “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”. Γιατί η ποίηση είναι πράξη ερωτική και ταυτόχρονα πράξη απόγνωσης. Ο διχασμός αυτός πάντως είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας κι αποτελεί βαρύ ψυχολογικό φορτίο. Όπως και το ερώτημα “Γιατί γράφω;” είναι πιεστικό και αβάσταχτο. Ωστόσο δε γίνεται αλλιώς. Ο ποιητής είναι ταγμένος από τη φύση του να αναρωτιέται και να αγωνίζεται να βρει την ολοένα διαφεύγουσα απάντηση. Άλλωστε «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε»13.
***“
Τα “ποιήματα της απώλειας” είναι κείμενα-σπουδές πάνω σε μια αίσθηση: την αίσθηση των χαμένων αγαπημένων προσώπων, του χαμένου καιρού, του θανάτου και της αργής σήψης.14
Ενδεικτικά αναφέρω:
απώλεια του αγαπημένου προσώπου:
“οι φίλοι όλοι έχουν φύγει” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“πάντα κάποιος στο τέλος μένει μόνος” (Δείπνο, σελ. 13)
“το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί/ σε αθώα αντικείμενα” (Οδηγίες πλεύσεως για γιορτινές ημέρες, σελ. 18),

“τη νύχτα που σαλπάρησες/ για άλλες θάλασσες/ φορούσα, θυμάμαι, μια γαλάζια ανάμνηση στον κρόταφο/ που έσταζε σιωπή” (Επικήδειος λουλουδιών, σελ 34)
απώλεια του χρόνου:
“κι εμείς οι τελευταίοι/ έπρεπε να περιμένουμε/ αδικαίωτοι/ τον άλλο αιώνα” (Δικαιοσύνη, σελ. 31)
“εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“είναι πια καιρός/ να ετοιμαστώ/ για τη δική μου αναχώρηση” (Εκεί, σελ.16)
απώλεια από θάνατο και από την αργή σήψη:
“οι νεκροί μου ζουν / στη φορμόλη”, “συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις” (Σχεδόν ζωή, σελ. 12)
“θα είμαστε ήδη νεκροί”, “ξένοι / που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου” (Ενύπνιο, σελ 14)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“να πεθαίνεις”, “να φεύγεις ξέροντας/ πως σε κανέναν ποτέ/ δεν έχεις λείψει” (Χορός ματαιοτήτων, σελ. 39)
Όμως η αίσθηση της απώλειας όπως καταγράφεται στην ποίηση της Κολοβελώνη γίνεται τελικά μαθητεία στη ζωή: “αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι”, “συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια”, “τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια”, μαθαίνεις πως “τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής”, “με κάθε αντίο μαθαίνεις”… κι έτσι κερδίζεται η ποιητική αυτάρκεια.
“Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά

και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.”15

***
Τελικά ίσως αναρωτηθεί κάποιος πως επιτυγχάνεται εκείνη η αναγκαία ισορροπία που προσδίδει ενότητα σε ένα έργο. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη είναι απλό. Το ποιητικό υλικό της γεφύρωσης προκύπτει από επαναλαμβανόμενα ποιητικά μοτίβα που διαχέονται σε όλο το σώμα της συλλογής και αποτελούν τις ψηφίδες του προσωπικού ποιητικού της κόσμου. Άλλωστε αυτά υπήρχαν σε ένα βαθμό και στην προηγούμενη συλλογή της:
Το μοτίβο του ταξιδιού
“υπήρξα πάντα εραστής μιας άλλης διάστασης” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ήθελα πάντα να φεύγω/ κάθε βράδυ κι ένα ταξίδι” (Η επιστροφή της Πηνελόπης, σελ. 37)
“ταξιδεύω σε μια κουκίδα/ κι ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως” (Περίπατος, σελ 21)
“τι κάνουμε εδώ/ ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο”. (Frogner Park, σελ. 38)
Το μοτίβο της σήψης και της θλίψης
“η σήψη απλώνεται στην πόλη” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
“κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου” (Το ρήμα γράφω, σελ 43)

“απλώνει τη θλίψη του σε δέκα δάχτυλα” (Ένας άνθρωπος, σελ 32)
“το οικόσιτο ζώο μου/ η θλίψη” (Οικόσιτο ζώο, σελ. 28)
Το μοτίβο του διχασμού ή της διαίρεσης, αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού
“και η ζωή θρυμματίζεται/ κόκκαλο άδειο που σπάει/ στα δύο” (Ανακομιδή, σελ. 17)
“έζησα σε κέλυφος αυγού, χωρίς αμνιακό υγρό/ δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία / του ρήματος κόβω” (Πατριδογνωσία, σελ.19)
Το μοτίβο του θανάτου,
“δεν έχω μάτια/ και δεν μπορώ να δω πότε θα έρθει η σειρά μου” (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ό,τι απόμεινε/ από χορό σκουληκιών/ κρανίο άκρα κορμός” (Ανακομιδή, σελ17)
Το μοτίβο του έρωτα
“αψηφώ τη βαρύτητα των φαινομένων/ εμπιστεύομαι μόνο την έλξη” (Περίπατος, σελ 21)
“Την ώρα που έτριζε η σιωπή/ στην ξύλινη σκάλα του ισογείου/ εκείνη έψαχνε μια νέα πληγή” (Την ώρα που, σελ. 22)
“τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι” (Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση, σελ 24)
Το μοτίβο του ονείρου

“μοναδική μου ιδιοκτησία τα όνειρα/ τα ταξιδεύω σε ιστιοφόρα εποχής/ από ένα ξεχασμένο αιώνα”. (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“διαπλέω κοραλλιογενείς υφάλους/ μοναξιάς”, “ναυαγώ / στο πορτοκαλί μου πορτατίφ”, “κι ανασαίνω / ωκύαλους ψιθυρισμούς/ να με καλούνε/ στον υγρό σου τάφο”. (Ωκύαλοι ψιθυρισμοί, σελ 35)

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για το ποίημα “Όνειρα” (σελ. 41) που βασίζεται σε τέσσερα συμβολικά όνειρα απαιτώντας προκλητικά την ψυχαναλυτική ερμηνεία. Όμως μπορούμε να τα διαβάσουμε στο πλαίσιο των ποιημάτων ποιητικής και ως σαμανικά όνειρα : η ποιητική ψυχή ξεκολλά από το σώμα και περιπλανιέται σε ένα είδος ονειρικού ταξιδιού.
… …
Συνοψίζοντας:
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” είναι ένα δεύτερο σημαντικό βήμα στην ποιητική ωρίμανση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Αν με την πρώτη της συλλογή έδωσε υποσχέσεις ότι είναι μια πολύ καλή ποιήτρια, τώρα το επιβεβαιώνει. Είναι μια πάρα πολύ καλή ποιήτρια.
Προσπάθησα αναλυτικά – αν και δεν συνηθίζεται στις παρουσιάσεις – να ανιχνεύσω τα συστατικά στοιχεία του ποιητικού της κόσμου με ένα στόχο: να ανοίξω μαζί της μια συζήτηση για την ποίησή της και να συμβάλλω και στην δική της ποιητική αυτογνωσία και αναζήτηση. Γιατί η κριτική παρουσίαση ενός έργου δεν απευθύνεται μόνο στον αναγνώστη, αλλά και στον ίδιο τον ποιητή που αναζητά το “ανείπωτο”.
Γιατί κατά πως έγραψε ο Τίτος Πατρίκιος με τρόπο αντιστικτικό16:
“Δεν μένουν πολλά

για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.”

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ,
Λάρισα 15 Οκτωβρίου 2015

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΑΡΧΗ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΘ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

captainbook.7/3/2013

Ερχόμαστε σε γνωριμία για πρώτη φορά με την ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Όμως αυτό λίγη σημασία έχει, γιατί από τις πρώτες σελίδες διακρίναμε μια υπολογίσιμη ποίηση, σε σωστούς τρίβους και στίχο δυνατό. Άλλωστε αφήνει το στίγμα της από την αρχή:

«Μόνο για σένα
Θα γράφω στίχους
Με μολύβια λυπημένα
Σε λευκά χαρτιά απουσίας»
(Αυθαίρετες Συναρμογές)

Η ποιήτρια λειτουργεί με δυναμική γλωσσική αρτίωση, καταφέρνει να επικοινωνεί με πολλαπλούς τρόπους γραφής, προσπαθεί να προσεγγίσει την αισθητική ολοκλήρωση, διατηρώντας το όραμα μιας αναλλοτρίωτης ποιητικής μνήμης.

«Οι λέξεις μου τις νύχτες ξαγρυπνούνε
Υπνοβατώντας κατεβαίνουν τη μεγάλη ξύλινη σκάλα
Φορώντας λευκό σεντόνι όνειρα
Βαδίζουν σιωπηλές αναζητώντας ένα ίχνος ζωής
Στην ακύμαντη καθημερινότητα των γκρίζων ημερών μου»
(Η μυστική ζωή των λέξεων)

Δοξασμός – αποθέωση του έρωτα στη σκιά μιας ιδιότυπης μοναξιάς, σε χρόνους αισθηματικών μεταφορών της κυριολεξίας. Βουβή στέκεται η αναπνοή και ψιθυρίζει την απόγνωσή της από άδειο μπαλκόνι… Έτσι απλώνεται η σιωπή όταν η Σελήνη φανερώνει την κλητική της σε διπλανό αστεράκι.

«Στο σκοτάδι του έρωτά σου
Βυθίζομαι στο μαύρο του
Κι εσύ ούτε μια λέξη»
(Σιωπή)

Μονόλογος λυρικού δοξαστικού με υπογραμμισμένες ψυχικές απεικονίσεις, με έξοχη την μεταμορφωτική ανάπλαση ερωτικής πληρότητας… Λυρική κράση με τολμηρή φαντασία και ανοιχτές αντένες. Ποιήτρια με ανοιχτή όραση, με προσωπική έκφραση – παρά τις αχνές απομιμήσεις των… «μεγάλων» με φανερή εκφραστική ένδεια – η οποία δικαιώνει την υποδοχή της πρωτοεμφανιζόμενης στο χώρο.
Η Γεωργία Κολοβελώνη σελαγίζει την τόλμη της νέας πνευματικής γενιάς. Κάποιοι ίσως πουν: Ποίηση απλώς λυρική; Ναι! Μα ψηλοθώρητη από την πρώτη έκδοση.

Σε κάθε έρημο δισταγμού ανθοβολεί πάντα κάποια ελπίδα.

«Λέξεις εκτοξεύονται εκατέρωθεν
Ποιητές χορεύουν στα κύματα
Στίχοι αιωρούνται επί της κεφαλής συνδαιτυμόνων
Άλλοι αδυνατούν να επιπλεύσουν και βυθίζονται»
(Βαθύ γαλάζιο)

Μορφοποίηση της διονυσιακής όψης του λυρισμού με αξιοζήλευτη καλλιέργεια. Στους στίχους της ποίησης της Γεωργίας Κολοβελώνη, δύσκολα θα συναντήσει κανείς λέξεις που νοθεύουν, έστω και ελάχιστα, τη γνησιότητα των αισθημάτων. Βρίσκει ο «αναγνώστης» ένα συμπιεσμένο πάθος «καταφυγής», το οποίο επιτρέπει το πέρασμα μιας λόγιας συχνότητας – ίσως και από επαγγελματική διαστροφή, φιλόλογος γαρ – στο δημιουργικό προσωπικό βίωμα.

«Στο μυαλό των ποιητών
Ανθίζουν μαργαρίτες
Αντί μεσολόβιων συνδέσεων
Μετωπιαίων λοβών
Και άλλων δυσερμήνευτων τινών
Τινάζουν πέταλα
Με λέξεις από μίσχους
Και κίτρινες στιγμές
Αοριστίας»
(Οι ποιητές)

Είναι εκπληκτικά ευρηματική ποίηση σε εύστοχες λέξεις, για τούτο δεν εκπίπτει ποτέ σε άνοστη φλυαρία. Λέξεις χαλκόχυτες, αργασμένες σε πεζό εργαστήρι με ερμητικότητα και κοντά σε σκηνική συμβατικότητα.
Διατηρεί πάντα τα διδάγματα μιας κλασσικής παιδείας και στη γλώσσα και στην έννοια της αφομοίωσης του ύφους, σε αυτό που στους στίχους της προβάλλει. Βέβαια είναι φυσικό γιατί ζει η ποιήτρια σε μια εποχή κρίσης των αισθητικών αξιών και αλλοτρίωσης – από τον γλωσσικό ιμπεριαλισμό των αγγλοσαξόνων της γλώσσας.

«Σαν ξημερώσει
Επιστρέφουνε κατάκοπες
Στη γαλάζια ησυχία του μυαλού μου
Με μιαν υποψία θλίψης στις άκρες των βλεφάρων τους
Για το μοναχικό ταξίδι
Που απαράλλαχτο επαναλαμβάνεται
Όλες τις νύχτες»
(Η μυστική ζωή των λέξεων)

Ποίηση με ξεχωριστό άρωμα Αγάπης… Χάδι στην πληγή λαβωμένης κραυγής. Με ερωτικό αίσθημα βγαλμένο από βιβλία του Κωστή Μοσκώφ? Για αυτό και διαρκές στην πολύφλογη εκρηκτικότητά του. Μόνο που σήμερα αισθήματα με τέτοιες εντάσεις κρύβουν παγιδεύσεις απατηλής ευδαιμονίας, οι οποίες οδηγούν τους ξένοιαστους λωτοφάγους σε άνυδρη έρημο ματαιωμένου ονείρου. Χώνεται με σπαραγμό σε ερημιές απογοήτευσης και εκβάλει Κιρκεγκωριανή κραυγή ως μήνυμα στου εωθινού το χάραγμα.

«Κι έμαθα μαζί σου να συλλαβίζω
Την ανυπαρξία
Σαν έφυγες στο τέλος του καλοκαιριού»
(Πεπρωμένο)

Η ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη έχει στενό δεσμό αίματος με τη συνείδηση. Τα ποιήματά της δεν είναι έκθεση ιδεών… Δεν προδίδουν ούτε τη λειτουργία της ποίησης, ούτε τους εραστές του λυρικού λόγου, ούτε την ελευθερία της. Η αληθινή ποίηση μόνο ευδαιμονία προσφέρει κι ας είναι αφορμή της σπαραγμός καρδιάς. Την ενδιαφέρει πιότερο η λειτουργία της Τέχνης από την εν-τέλειά της.
Υπηρετεί την ποίηση και όχι την στιχοποιία.
Στίχος λιτός, απαλός, με εσωτερική μουσικότητα, δίχως αισθητικούς και τεχνητούς ακροβατισμούς. Απόδραση επιχειρεί όσο η ζωή στενεύει και σε αισθήματα στερεύει. Καταφεύγει κάπου όπου αίρεται όχι το βάρος των βιωμάτων μας, αλλά η ωμή αίσθησή τους.

«Θα με βρεις
Στις ώρες της μοναξιάς σου
Όταν θα σκέφτομαι τα χείλη σου
Σαν δαγκωμένο φρούτο»
(Θα με βρεις)

Καλή αρχή Γεωργία. Κάθε ποίημά σου μια προσεχτική λαγαρή φωνή με γλωσσική ωριμότητα… Ίσως η έκδοση να την αδικεί λίγο… Ο φίλος μου ο Βασίλης στης Εδέμ τους θεήλατους λειμώνες με περηφάνεια θα διαβάζει φωναχτά τα ποιήματά σου…
Μη σταματάς? Περιμένουμε κι άλλη έκδοση.

https://www.captainbook.gr/article/8506

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s