Monthly Archives: Ιουλίου 2016

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

 

Παντελής-Μηχανικός ΦΩΤ

 

Ο Παντελής Μηχανικός γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1926 στο χωριό Λιμνιά της επαρχίας Αμμοχώστου. Αποφοίτησε από το Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου και την Αμερικανική Ακαδημία της Λάρνακας. Από το 1949 και έως τον θάνατό του εργάστηκε ως τελωνειακός στην Κυβερνητική Υπηρεσία της Κύπρου.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 από τις σελίδες του περιοδικού «Κυπριακά Γράμματα». Δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του ποιητικού διαγωνισμού του περιοδικού «Κυπριακά Γράμματα» για το ποίημά του «Δοκιμασία Ονείρων». To 1957 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Παρεκκλίσεις». Θα ακολουθήσουν άλλες δύο: «Τα δυο βουνά» (1963) και «Κατάθεση» (1975).
Η διαμόρφωσή του ως ποιητή συντελείται μέσω του διαλόγου του με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Τ.Σ. Έλιοτ. Το έργο του, πέρα από τη δημιουργική αφομοίωση της ποιητικής του μοντερνισμού, άνοιξε το δρόμο για νέες εκφραστικές επιλογές στους κύπριους ποιητές.
O Παντελής Μηχανικός πέθανε στο Λονδίνο στις 20 Ιανουαρίου 1979 από ασθένεια της καρδιάς. Κηδεύτηκε στην Κύπρο δημοσία δαπάνη.

 

 

ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ (1957)

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Πολλά πράγματα εγκαταλείψανε απόψε την πόλη
γα να παν κάπου να παραθερίσουν
κι έμεινε μονάχη της η ησυχία.—
Βασιλεύει..

Εσβήσανε το φως του σπιτιού για οικονομία
και κάτσανε έξω απ’ τις σκοτεινές πόρτες τους
δέκα χιλιάδες ψυχές που σκοτείνιασαν
για οικονομία.

(Οι άλλοι… οι άλλοι…,
θα δανειστούνε γ:’ απόψε το χαμόγελο
της χτεσινής μέρας, που το δανείστηκε από την προηγούμενη,
για να βολέψουνε τα βήματα τους, να εφαρμόσουν
επάνω στις πατημασιές
—να, φαίνουνται γραμμή ! —
της ευπρέπειας.)

Μια κοπέλα που βρήκε τώρα μια αβίαστη ώρα
ανοίγει τω ερμάρι της, το ερμάρι της…,
όπου έχει κουβαλήσει την ιερή αγωνία της
μέ κάτι λεπτές συγκινήσεις απ’ την εκκλησιά,
και περιμένει,
το φτερό του αγγέλου,
νά κινήσει το νερό της κολυμβήθρας του Σιλωάμ.

Τότες δυό ολόλευκα περιστέρια
μου ξέφυγαν και κάθισαν στους ώμους της.
Χάρηκα πολύ που δεν πρόφτασα να κρεμάσω την κάρτα μου στό
λαιμό τους
—που μου ‘χαν ξεφύγει.

 

 

ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μ’ αυτές τις ώρες που περνούν,
μετρούμε το θάνατο,
μετρούμε το μαύρο θάνατο
ενώ βρισκόμαστε στη ζωή.
Κύριε Ελέησον.
Μας σπρώξανε τόσο άσχημα,
που νομίζουμε πως ζούμε λαθραίως
αυτές τις ώρες, τέτοιες ώρες.
Η ευλογία
της λαίμαργης χαράς,
πού τσιγκουνεύεται τ& δευτερόλεπτα,
που παίζει στη χούφτα της
τα χρυσά νομίσματα των λεπτών και των δευτερολέπτων-
αυτή η ευλογία,
μήλο ζουμερό κι ολοκόκκινο,
είναι τώρα μήλο στυφής στάχτης,
η σορός της ευτυχίας, η στάχτη της,
που την αρπάζει ή κατάρα και σημαδεύει
τα μάτια των ωρών μας.
Φεύγουν τυφλές κυνηγημένες,
ώρες μας οι φοβισμένες.

 

 

ΓΡΑΜΜΑ

Αγαπητή μου μητέρα,

H Αγάπη σου,
σε πληροφορώ
μου δυσκολεύει τη ζωή.
Εδώ πέρα δεν υπάρχει άλλη διέξοδος.
Περπατώ στους δρόμους
με την ύπαρξή μου γραμμένη κάτω απ’ τα παπούτσια μου,
που τη ζουλεί το κάθε μου πάτημα.
Καμιά φορά βγάζουμε το παπούτσι μας
και το πετάμε στον αέρα,
γιατί είναι ανάγκη να παίξουμε.
Κάποια μέρα μπορεί να το χάσω μέσα σ’ αυτή την οχλοβοή
μαζί με ό,τι έχει γραμμένο από κάτω.

Εσύ μου είπες να μην τα κάνω όλ’ αυτά.
Μα ακριβώς σου γράφω για να σε πληροφορήσω πως δεν γίνεται
διαφορετικά.
Δεν μπορώ να σ’ ευχαριστήσω.
Η αγάπη σου με τραβά από τα μαλλιά, όταν εγώ
μάχομαι ολάκερος,
μ’ αποσπά δυνάμεις,
αυτή την κρίσιμη στιγμή,
που μόνο με μαντήλια βρεμένα στο αίμα
προσπαθούμε να δροσίσουμε το μέτωπο των ζαλισμένων μας
πεποιθήσεων.

 

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

Φέρτε μου ακόμα ένα περιστέρι,
που το πλατάγισμα των φτερούγων του
να με πασπαλίζει με χρυσόσκονη.
Φέρτε μου το ποτήρι,
που διηγείται
τους έρωτες των αιθέρων
και τα οργιά των υπογείων.

Μάς έμεινε μια μέρα.
Σ’ αυτό το κυνήγι
θα ρίξουμε τη σαΐτα μας
σ’ ό,τι επίμονα απωθήσαμε
ματώνοντας τρυφερές επιθυμίες.

Κάπελα !
Βάλει το σκούφο τον ψηλό,
το γέλιο σου το χαρωπό,
κι έλα!
Θ’ ανάψει γλέντι,
δεν έχομε αφέντη.

Τα κουμπιά των φορεμάτων μας,
αυτά τα κουμπιά της προσοχής και της εγκράτειας,
τα ορόσημα της δουλείας μας,
τις κεφαλές των καρφιών
που το καθένα τους έχει καρφωμένη μια σφαδάζουσα επιθυμία μας,
θα τα ρίξουμε σ’ ένα ποτήρι κρασί.
Είναι τόσος καιρός που θέλουμε να σχίσουμε τις φορεσιές μας,
αφού η ζωή μας ως τώρα ήταν γεμάτη επικίνδυνες υποχωρήσεις.

«’Ιδού ένας τρελός,
που θ’ αρχίσει να σκίζει τα ρούχα του»,
λέει αντίκρυ ο στωικός.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ

Μια μονάχα στιγμή απ’ αυτό το ταξίδι
μοιάζει σαν ολόκληρο ταξίδι
από κείνα που κάναμε άλλες φορές.

Τα πουλιά τ’ ουρανού εδώ
χτυπούν τις φτερούγες τους αλαλιασμένα,
οι άνθρωποι πού βημάτιζαν — τώρα τρέχουν,
και κείνοι που τρέχαν … ο Θεός
να τούς ελεήσει. Οι σεληνιακοί
λυμπούριασαν.

«Έλα, αγαπημένη, μην το παίρνεις κατάκαρδα.
Εμείς είμαστε ακόμη εφτά χρονώ.
Θα κάτσουμε στην κορφή του βουνού
και θα παίζουμε τις «πέντε πέτρες»
με πέντε αστέρια.

Η σελήνη θα γίνει η καλύτερη μας γιαγιά,
για να μας πει ένα ξωτικό παραμύθι με δράκους.
Ύστερα θα γίνει η καλύτερη μάσκα
με κείνο το πλατύ της στόμα,
για να γελάσει πρώτη με το ευχάριστο
τέλος του παραμυθιού.

Όταν το πρωί θα ‘ρτει ο ήλιος,
θα μας ξυπνήσει με το «εμβατήριο του παλιόπαιδου;
στο πείσμα της μητέρας.
Κι αυτή δε θα μας θυμώνει πια,
που θα παίζουμε όλη μέρα με τις λάσπες,
μες στις λάσπες…
πώς σε κάλεσα, αγαπημένη,
τώρα πού είμαι πάλι χωμένος μες στις λάσπες,
ξύνω τις λάσπες,
—το πουκάμισο του Κένταυρου —αγαπημένη,

περπατώ μες στις λάσπες
δεν βλέπω ένα πόδι γης χωρίς λάσπες,
το πουκάμισο του κένταυρου, αγαπημένη,
είμαι γιομάτος λάσπες
που πύρωσαν.

 

 

ΦΙΛΕ ΜΟΥ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ

θυμάσαι, φίλε μου, φίλε μου,
πού βημάτιζες μες στο παλάτι σου
νέος, ωραίος, ευθυτενής,
που βηματίζεις μόνος μες στο παλάτι σου
μετρώντας το ρίγος της ευτυχίας σου.

Περίμενες την αγαπούλα, ώ!
μα ποιάν αγαπούλα, ώ!
Κι αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.
Αυτή έρχονταν κάθε φορά που την περίμενες.

Στην αφή της ένιωθες το στήθος
άξιο μονάχα βρέφους φάτνης φωτοστέφανης.
Όταν τα μάτια της έστρεφαν να σε κοιτάξουν στο πρόσωπο
σε περιέλουε με το φως της αγάπης ο Θεός
κι ήξερες πως τάγματα αγγέλων
ήταν φίλοι πιστοί.

Όταν άγγιζες τα μαλλιά της
γέμιζες μια χούφτα μαλλιών μυστήριου,
που τα μελετούσες κλωστή την κλωστή
και σου φέγγαν με φανάρια άγγελοι.

Φίλε μου, φίλε μου,
που βάδιζες ωραίος, ευθυτενής, μεριμνώντας την ευτυχία
στο παλάτι που πέταξε με τα φτερά των αγγέλων
κι αφήκε μονάχα το γήπεδο
όπου βλάστησε τώρα μια ζούγκλα,
κι ο βρυχηθμός του λιονταριού,
φίλε μου, φίλε μου,
εξακοντίζει ένα μαχαίρι εγρήγορσης,
πού κόβει τη θύμηση.

 

 

ΤΙ ΜΑΣ ΕΦΕΡΕ Ο ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ

Τα πλούτη ήτανε κλουβί.
‘Ητανε μια μικρή γυάλινη σφαίρα όπου κλείσαμε την ψυχή μας.
Μικρός ουρανός, τεχνητός.
Ημίγυμνες γυναίκες μ’ αραχνοΰφαντα,
καπνοί
ώσπου είχαμε λεφτά
βρίσκαμε διαρκώς ασχολίες, διασκεδάσεις,
μες στη γυάλινη μικρή σφαίρα.

Πως τα δέσαμε τα μάτια μας,
πράγμα που δεν ήτανε ποτέ του γούστου μας.
Γιατί ο Βικέντιος Βαν Γκογκ,
γιατί αναζήτησε τα δυστυχισμένα πρόσωπα, τ’ αυλακωμένα,
γιατί ζωγράφισε τους καρβουνοβαμμένους ανθρακωρύχους
και τα θλιμμένα παλιοπάπουτσα με τις ρυτί­δες,
που τα φορούσε ο μόχτος τόσα χρόνια,
που τα ξεχαρβάλωσε η ανάγωγη γης
χαϊδεύοντάς τα με πέτρες και με χώματα
τόσα χρόνια, τόσα χρόνια.

Ο Βικέντιος
μας κουβάλησε απ’ τ’ ανθρακωρυχεία του Μπορινάζ
έναν κασμά,
να θραύσουμε τη μικρή γυάλινη σφαίρα.

 

 

ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ ΠΡΩΙΝΟ

Έτσι γλυκό που ‘ναι
κι αφήκαμε οπίσω,
απερίσκεπτα,
τρυφερά αισθήματα
που θα στόλιζαν τούτο τ’ ωραίο πρωινό
γαρουφαλλιές, τριανταφυλλιές,
τα παρεθύρια της μοναξιάς μου.

Κι εσύ κλείδωσες
με τ’ αδυσώπητο κλειδί της λογικής
την καρδιά σου.
Προχώρησες
ασφαλής μέσ’ απ’ τα φαράγγια
περιφρονώντας αμείλικτα
τις βιολέττες και τα αισθήματα μας
φυτεμένα στην άκρη του γκρεμού.

Τούτο το γλυκό πρωινό
παθαίνεται να στολιστεί.
Να μάζευες τις βιολέττες
ν’ άφηνα να μεγαλώσουν απαλά αισθήματα
Θα στολίζαμε τα παρεθύρια
της μοναξιάς μας
τούτο το γλυκό πρωινό
π’ ακούω φτερουγίσματα αγγέλων
πού γυρεύουν που να καθίσουν.

—θα τους δεχόμαστε.

 

 

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Ή Εύα
πέταξε και το τελευταίο φύλλο συκής
κι ένας σάτυρος
τη γαργαλάει δημοσίως.

Ο όφις
χτυπιέται στο χώμα απελπισμένος
που δεν μπορεί να σκαρφιστεί
ένα καινούριο αμάρτημα.

Τί θα γίνει τώρα που ο λαγός
συνάντησε τους πρώτους βάτραχους
πού στέκουνε μπροστά του ατρόμητοι?

 

ΟΙ ΝΕΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Κάτι μουγκρίζει πάλι από πολύ βαθιά
πάλι κάτι μουγκρίζει
και σηκώνει και ραγίζει το φλοιό της γης
πάλιν ένα άγριο ένστιχτο
πάει να σκίσει τη μάσκα μου.

Κι αν ραγίσει η γης
θα ξαναμελετήσουμε Γεωγραφία
(Κλείσαμε βιαστικά τα βιβλία
και ξεσκολίσαμε λαθραίως) .

Πάλι μουγκρίζει ένα θηρίο μέσα στο δάσος
πάλι μάς ξαναφέρνει στο νου
πως ο τόπος που περιποιηθήκαμε
τον λέγαμε ο «κήπος μας» ο κήπος
είναι ζούγκλα. Θα πηδήσουμε απάνω στα δέντρα
σαν τους πιθήκους.

Θα στραφούμε υστέρα στον κήπο
κι η καρδιά μας θα κλαίει
τη ντροπιασμένη περιπέτεια
των πιθήκων,

 

ΚΑΤΑΡΑ

Σ’ αυτό το χωράφι φυτέψαμε τους σπόρους των ελπίδων
και τους είδαμε όλους να σαπίζουν έναν ένα.
Οι σκελετοί αμαρτωλών προγόνων
άφυλλα δέντρα
πού σκουντουφλά το κεφάλι μου στο σκοτάδι.
Σκοτάδι. Όπου και να περπατήσω
τρικλίζω, χτυπώ, πληγώνομαι
επάνω στ’ άφυλλα δέντρα του σκοτεινού αυτού χωραφιού
στους σκελετούς πανάρχαιων αμαρτωλών προγόνων.
Όπου και να περπατήσω
το χέρι ενός σκελετού
στάζει μια κατάρα απάνω στο κεφάλι μου.

 

 

ΠΩΣ ΜΙΛΗΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΡΙΝ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εδώ φυτέψαμε τους σπόρους των ονείρων μας
και περιμένουμε βροχή και ήλιο.

Να δεις:
Σα θα ριζοβολάνε τα όνειρά μας
στη βροχή και τον ήλιο
στον ήλιο και τη βροχή
ο Θεός θα προβάλει ένα χαρούμενο πρόσωπο
φορώντας τη γιρλάντα τ’ ουράνιου τόξου
κι η καρδιά μας θ’ αντανακλά
όλους τους ιριδισμούς
της ευτυχίας.

 

 

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Ρόδα πού άνθισαν
απάνω στις όχθες των γκρεμών
λαμπρά.
Λέγαμε: «Αύριο
θα ‘ναι δικά μας
θα ροβολάμε στις βουνοκορφές
και θα μας αγαπάει ο κόσμος».
Πρόθυμη η καρδιά κι η ψυχή μας.

Στα μονοπάτια κατατσακιστήκαμε.
Άνθρωποι μπερδεύονταν στα πόδια μας
χωρίς να εννοούμε την πολιτική τους.
Προς το παρόν κρατιόμαστε από κάτι χαμόκλαδα
στις πλαγιές των βουνών
και κάτω στα πόδια μας
ένα χάος μας φοβερίζει.. (Θα πέσεις) .

Έχω δυό χέρια ματωμένα
και δεν έχω ένα Θεό να τα δείξω.

Έχασα το Θεό μου τόσο άδοξα
όταν ο ίδιος
δεν μπόρεσε να πιαστεί από τα χαμόκλαδα
κι έσκασε πέφτοντας
Αφήνοντας
μια προσευχή
να μαραζώνει στην καρδιά μου.

 

 

ΜΝΗΜΗ

Έλα να πάμε στην άλλη περιοχή.
Αύτη την περιοχή τη βαρεθήκαμε.
Εδώ προσφέραμε όξος σ’ εκείνους πού μας ζήτησαν νερό
και σα ζητήσαμε να ξεδιπλώσουμε την ψυχή μας,
ένα λευκό σεντόνι βρεγμένο στα δάκρυα,
στον ήλιο, στον αέρα να στεγνώσει,
μας πρόσφεραν αγκαθωτό συρματόπλεγμα,
πού μας τρυπούσε.
Την απλώσαμε
και σεις κι εγώ.
Κι ήρθαν τότες και κάθισαν απάνω
και κλάψανε και ξαναβρέξανε την ψυχή μας
κάτι ξωτικά πουλιά
που ‘χαν φωλιές μέσα στα όνειρα μας
—τα όνειρα μας, γυναίκες ντροπιασμένες, φοβισμένες
που ‘καναν εκτρώσεις όπου λάχαινε
στα κατσάβραχα, στους δρόμους, παντού.

 

 

ΣΤΙΓΜΗ ΑΓΑΠΗΣ

Άμα νιώθω
την αγάπη σου μες στην καρδιά μου,
ζωντανεύουν τα περιστέρια πού ‘θρεψα παιδί
δίνοντας τους σπόρους αθωότητας μες στη φούχτα μου.
Ξυπνούν
και μου φέρνουν μηνύματα στα τρυφερά τους ράμφη,
ζει ο βασιλιάς ‘Αλέξανδρος, ζει.

Άμα νιώθω την αγάπη σου μες στην καρδιά μου,
βλέπω το χέρι της μάνας μου,
που στη φούχτα της φωσφορίζουν τα γράμματα της βίβλου,
να μου ανασταίνει ξανά
το θεό που πέθανε.

Είναι μες στην καρδιά μου η αγάπη σου
όταν πέφτει μέσ’ απ’ τα χέρια μου
το ληστρικό μαχαίρι
και μου καρφώνει το πόδι.
Τότες
μπορώ να μεταφράσω στην Ελληνική γλώσσα
το βέλασμα των αρνιών
πού ρημάξαμε την άλλη φορά.

 

ΕYΔΟΚΙΑ

Κάτσαμε aνακούρκουδα
σε μια πλατεία της Κανά
περιμένοντας
τον Ασύγκριτο αλήτη, τον παλιό μας φίλο,
το γλυκό παιδί.
Γιομίσαμε τις -στάμνες μας νερό
κι ήπιαμε κρασί
και κάναμε το πανηγύρι.

Οι στάμνες τώρα
σημαδεμένες με δυο κόκκαλα χιαστά
και νεκροκεφαλή κορώνα, πένθιμες
μaς φοβερίζουν ακόμα
οι στάμνες με το ουράνιο
το νέο θαύμα όμως…

Όμως υπάρχουν οι αλκοολικοί της χαράς !

Υπάρχουν οι αλκοολικοί της χαράς. ”Α!
Καλπάστε αλόγατα,
καλπάστε λεβέντες!
Άμα σας βλέπω ορμητικούς και γενναίους
να σπέρνετε στην πλάση
χουφτιές —- χουφτιές το γέλιο —
παρελάστε λεβέντες!
Άμα γελάσει τούτη η γης
τούτη η ρυτιδωμένη η αιματωμένη γης άμα γελάσει
λεβέντες, λεβέντες,
θ’ Ανοίξει την καρδιά της
σκορπώντας πυροτεχνήματα
μέσ’ απ’ τούς κρατήρες τρελλών ηφαιστείων.
Καλπάστε, λεβέντες, καλπάστε.
Όταν διασπάσουμε το λιβάνι,
σα διασπάσουμε το λιβάνι της προσευχής μας,
θα φτάσει τα ρουθούνια του θεού
που θα προβάλει μεθυσμένος χαρά
σταματώντας μεσοστρατίς τους κεραυνούς
τα μπουμπουνητά θα σκάσουν στα γέλια
και θα ξεχάσει ανοιχτά
τα επουράνια.

—Τότες, Ρηνούλα,
ζήτηξε ό,τι ποθείς.

 

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Αν πασπατεύεις συνεχώς
το μίτο της Αριάδνης
Αν γουρλώνεις τα μάτια συνεχώς
απάνω στο μίτο της ‘Αριάδνης,
καλός ο σκοπός,
μα μπορεί να χάσεις την όράση,
μπορεί ν’ αλληθωρίσεις.

Να τον αφήσεις για μια στιγμή
το μίτο της Αριάδνης.
Σε μια λακκούβα εδώ στο λαβύρινθο
σε περιμένει, η αρραβωνιαστικιά σου να παίξεις
κι’ ένα σαπφείρι χαμογελάει στα τοιχώματα.
Μπορεί η αρραβωνιαστικιά σου να ‘ναι η Αριάδνη.
Κοίταξε σου λέω παλαβούλιακα,
μπορεί το στόμιο του λαβύρινθου
να βρίσκεται απάνω της.
Πρόσεξε,
αύριο θα σε κοροϊδεύουν τα παλιόπαιδα
π’ αφουγκράζονται
π’ ακούνε τη φωνή της γης πολύ γνήσια
πολύ πιο καλά ‘πο σένα.

Να φτάσεις αν είναι να φτάσεις
και να ‘ναι ο κόρφος σου γεμάτος
ανθούς λεμονιάς
και γρατζουνίσματα της αρραβωνιαστικιάς σου.

 

 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ

Τη μέρα πού έφυγες
δεν μάραναν τα γιασεμιά— ζωντάνεψαν πιο πολύ.
Η ροδιά του κήπου μας έτριψε τα μάτια στις δυο μετά τα μεσάνυχτα
κι όταν ξυπνήσαμε με το πρωί
μια πνοή πιο γλυκιά απ’ το γιασεμί
μια μορφή πιο λαμπρή απ’ τον ανθό της ροδιάς
έφεγγε και δονούσε την Κύπρο.

Κόκκινη γραβάτα. Η άνοιξη
ξεφυσά μέσ’ απ’ το πρόσωπο.
Δυό μεγάλα μάτια ερευνούν
για να δείξουν το δρόμο στην καλοσύνη.

Ένα άγαλμα που το σκάλιζες με προσοχή
νύχτα και μέρα
ένα άγαλμα που του φυσούσες ψυχή
νύχτα και μέρα
ζωντάνεψε τόσο πολύ
πού στις δυο μετά τα μεσάνυχτα
έγινε επικίνδυνο και τρομερό.
«Ούτος ανακρίνεται».
Θα σας πει πώς αγαπάει τον τόπο του.
Είναι τόπακας
σαν τα μάρμαρα της Σαλαμίνας
σαν τα πουλιά των αγρών μας —
γραμματικός του Απόστολου Βαρνάβα.
«Ούτος ανακρίνεται».
Ανακριτές με ανύπαρκτη όσφρηση
ανακρίνουν τα γιασεμιά.
Ανακριτές χωρίς δράση κρατάν
τη ζουγραφιά της ψυχής που μιλεί και δονεί.
Πού μιλεί και δονεί και κρατάει ψηλά το τριαντάφυλλο
μυρωμένη
λαμπρή
την ψυχή της Κύπρος ψηλά.
Ό Άης Γιώργης ζωντάνεψε.

Καρτερούμε να σηκωθεί η Αλυκή της Λάρνακας
πάλλευκη
σαν τα πανιά της ψυχής μας
να κυματίσει
στον γαλάζιο ενθουσιασμό μας.
Να ‘ρθει η Αφροδίτη από την Πάφο
με μέλη ουδέτερα για πέντε λεπτά, για ένα χρόνο, για δέκα χρόνια
να εποπτεύει τις βάρδιες.
Ο Ονήσιλος κι ο Διγενής
γέμισαν τον αέρα κλαγγές.
0ι πορτοκαλιές του Βαρωσιού
χορεύουν στον αέρα.
σημαδεύουν με τα πορτοκάλια τους απάνω σε κεφάλια
κι είναι φαρμάκι ο χυμός τους
για πέντε λεπτά, για ένα χρόνο, για δέκα χρόνια.
Ο πύργος του Οθέλλου
περιοδεύει την Κύπρο κραυγαλέος:
«Welcome to Cyprus
goats and monkeys!».

Περίεργο. Την ημέρα πού έφυγες
νιώσαμε πιο πολύ την παρουσία σου.
Απ’ την ημέρα που έφυγες
γέμισαν οι κάμαρές μας
γέμισαν οι δρόμοι
γέμισε η ατμόσφαιρα:
τόπο — Κύπρο — πατρίδα — πνοή — τρέλα — χορό,
αγάπη στο χώμα μας
αγάπη στα δένδρα μας
αγάπη στον ουρανό μας, στον αέρα μας,
στον άνθρωπο πού 5χε κρυμμένο τον εαυτό του χρόνια και χρονιά.
Δέξου για την ώρα το χαιρετισμό μας.
Ωσότου βλέπουμε το τριαντάφυλλο που κρατάς ψηλά
όσο να μας τραβήξει το τριαντάφυλλο που ψηλά κρατάς
μέχρι το σύνορο του ελεύθερου άνθρωπου
ώσπου να γίνουν οι ψυχές μας πέταλα στο τριαντάφυλλο
πού ψηλά κρατάς
δέξου το χαιρετισμό μας.

 

 

ΤΑ ΔΥΟ ΒΟΥΝΑ   (1963)

 

ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ

Στο παλιό μου σπίτι
απλώνουνταν μπροστά μου η θάλασσα
πνοή ασυδοσίας στα στήθια μου
ξεφυλλίζοντας ονειροκρίτες.

Τώρα
σκληρά βουνά
κόβουνε την όραση
όνειρα περικυκλωμένα.

Το άλογο
χλιμιντράει ξανά
οπλή και φλόγα.

Καβαλάρης
απάνω στις βουνοκορφές
αντηλιά στην απαλάμη
γυρεύει την ίδια τη θάλασσα
-δεν μπορώ να ζήσω
χωρίς πέντε καράβια στις ακτές μου
πανέτοιμα κι αστραφτερά.

 

 

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Γαλήνη, σαν λάδι η θάλασσα.
Και συ σκόρπισες φύλλα τριαντάφυλλα
και χαμόγελα συγκινημένα στην επιφάνεια.
Είναι ανάγκη στο λιμάνι της αναχώρησης
να κρατάω τη γαλήνη της Αξιοπρέπειας.
Δεν κράτησα μέσα στα χέρια, μου από σένα
τίποτε από το ποτάμι πού κύλησε
εχτός από κείνα που μπορούν να διαβάσουν οι γύφτισσες.

Δεν με ικανοποιεί ούτε με ξελαφρώνει τούτη η γαλήνη.
Ακούω τη θάλασσα να μουγκρίζει στό βάθος
είν’ ένα θηρίο πού μουγκρίζει στο βάθος
που βλέπει με κοκκινισμένα μάτια
τη γαλήνη και τα χαμόγελα και τα τριαντάφυλλα και την κοροϊδία.
Είναι μια θάλασσα έτοιμη ν’ Ανοίξει μεγάλα στόματα
να καταπιεί το καράβι σου και σένα.

Στους κάμπους πέρα μπολιάζουν αγριόδεντρα.
για να καρπίσουν ήμερα. ’Έχω μιαν ανθισμένη αμυγδαλιά
μες στην ψυχή μου
κι όμως Ακούω τις ρίζες της καμιά φορά να τριζολογάν
βρυχηθμούς ζούγκλας. Ηρέμησε
καταραμένη
θάλασσα.

 

 

ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ

Ραγδαία ευτυχία
πότισε την ψυχή
όταν ο πειρασμός του κορμιού σου
σχίζοντας πέπλα αιώνων
αυτομολούσε σ’ αχαλίνωτα δάχτυλα.

Ένας -φελλός αγέρας
κρέμασε τα πέπλα και τις πορφύρες στα κατάρτια της θάλασσας
και τα σκαμπανεβάζει σφυρίζοντας
πελαγίσια τραγούδια.

Και προχωρήσαμε βαθιά βαθιά
και ξέσπασε ο κανονικός σεισμός
κι ανοίξανε τα έγκατα της γης μου
κι ανέβηκε πιτσικλισμένος από λάβα
αγριωπός λεβέντης ο γιός μου ο Ιλαρίων
φορτωμένος βουνά και δέντρα στους ώμους του
να χαιρετά κατά το βοριά τη θάλασσα
να μάς βλέπει μικρούς κατά τη Λευκωσία
και να χωράει στην αγκαλιά του τον ουρανό.

 

 

ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Πήραν την πόλη πήραν την
μου πήρανε τα χέρια
πήραν κι άπ’ την Αγιά Σοφία
τα δυό μου περιστέρια.

Ο αρχηγός τους
πρώτα πρώτα
κατούρησε μέσα ατό δισκοπότηρο.

Είναι αυτός ο ίδιος θεομπαίχτης που προσευχήθηκε μετά
και κοινώνησε τους πιστούς του
άπ’ το κάτουρό του. Αυτοί
ήταν ο οχλος που γρύλλισε.

Κι οι ποιητές
μην έχοντας η καρδιά τους φωνή
χαϊδεύανε την κοιλιά
και το γουργουρητό
του χωριού τους.

Αλλά εγώ πίστευα σε σένα.
Εγώ πίστευα στη σπίθα
μέσα στην καρδιά του ποιητή.
Εγώ πιστεύω στον ποιητή της φωτιάς.
Εγώ πιστεύω στον ποιητή πού φωνάζει
στον ποιητή πού κατεβαίνει στο καλντερίμι
στον ποιητή πού μιλάει στα πλήθη.

—Πήραν την, πήραν, πήραν την.

Κι ένα πουλί
χλωμό πουλί
μυρολογάει και λέει
«Θουκή μου, Ορέστη μου».
Ζήτησα σύμμαχο κι ήρθε η απάντηση:
«Κανείς». Και στράφηκε ο Αντίλαλος
να τα σκεπάσει όλα μαύρα πέρα ως πέρα.
Και τότες

κατάμονος
μέσα στην Απέραντη ερημιά
γονάτισα στη γη μου
και της ορκίστηκα ακόμη μια φαρά:
«Εγώ θα πιστεύω».

Σήκωσα τά μάτια ψηλά
κι είδα τον Μαχαιρά να στέκει ακόμη γερά στα πόδια του
και ν’ ανεμίζει μια πυροκαμένη κορυφή.

 

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Καφτά
τα σπέρματα του Οιδίποδα
πέφτουνε άπ’ τη μήτρα της μάνας του
και του εκμηδενίζουν την ψυχή.
Καφτά επιστρέφουν τα σπέρματα του Οιδίποδα
μέσ’ άπ’ τη μήτρα της μάνας του
και του τρελαίνουν την ψυχή.

Ό θάνατός μας δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα.
Για τίμημα δεν ήτανε αρκετή η ζωή μας.

Και στρέφονται καφτά τα σπέρματα του Οιδίποδα
μέσ’ άπ’ τη μήτρα της μάνας του
και του τυφλώνουν την ψυχή.

Ό ήλιος παίζει
τις χρυσές αχτίδες του
απάνω στα παντζούρια.
Η ζωή δεν επένθησε.

Η ζωή, με μιαν άλλη σοφία,
θρασύτατη
φουντώνει τριανταφυλλιές
στα πονεμένα του αχνάρια.

Κι ένας βασιλιάς —- τί βασιλιάς! —
να ζητιανεύει για ένα άσυλο
τυφλός.

’Αλλά επιτέλους εστάθης.
Ολόρθος.
Ένας.
Ακέριος.
Μοναδικός
μπροστά στη ζωή τη μία την ολόκληρη

Και τούτη τη στιγμή
πατέρα κι αδελφέ μου και γιέ μου
(υιέ μου Οιδίποδα!)
σε βλέπω ν’ ανοίγεις τα δυο μεγάλα
τα δυό πανέμορφα μάτια σου
και να με κοιτάζεις
με το πιο γαλήνιο
το πιο ,καθάριο φως του κόσμου.

 

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Αυτή με τραβούσε απ’ τα μαλλιά.

Εσείς δεθήκατε
πέτρες στο λαιμό μου.

Μα που θα με πάτε
που θα με βυθίσετε. – Ο βυθός
του πόνου

ο βυθός της δικής μου θάλασσας

είναι γιομάτος μαργαριτάρια
και πολύτιμες πέτρες.

 

 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ (1975)

 

ΩΔΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ

Stetson !
You who were with me in the ships at Mylae!
That corpse you planted last year in your garden,
Has it begun to sprout? Will it bloom this year?
T. S. ELIOT, «Ή Έρημη Χώρα».

Αυτός ο κάμπος π’ απλώνεται μπροστά μου καταπράσινος
στολισμένος με το κίτρινο της μαργαρίτας
με το κόκκινο της παπαρούνας
με το χαμόγελο της βιολέτας
αυτός ο κάμπος
ανοιχτός κάτω απ’ τις θερμές
αχτίνες του ήλιου φωτεινές
αυτός ο κάμπος
πού μ’ ένα χάδι απαλό
δείχνει στην ψυχή μας το δρόμο της άνοιξης
α αυτό τον κάμπο
πού δοξάζει τον Κύριο και την ψυχή του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο πού δοξάζει το σώμα
και μουρμουρίζει το τραγούδι του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο

κείτεται
σκοτωμένο
ένα Τουρκάκι.

Ένα συσπασμένο πρόσωπο
κομμένο απάνω στον πόνο,
ανάγλυφη
ανήλικη μάσκα
κομμένη στην αιωνιότητα για να ρωτά
αν ο τόπος ήταν πράγματι πολύ στενός
μέσα στο πανηγύρι της άνοιξης
για να ρωτά
αν υπάρχουν εθνότητες ανάμεσα στους λαούς της μαργαρίτας
για να ρωτά
ποιας εθνικότητας είναι το πράσινο χορτάρι.

Ζεσταίνει ήλιος τις ρίζες και το χώμα.
Ξεχειλίζει η αγάπη σαν δροσούλα
μες απ’ τα φύλλα και τούς ανθούς της ψυχής του ανθρώπου
μέσα στην ανοιχτή ειλικρίνεια του κάμπου
και μια ανάγλυφη τρομερή μάσκα ενός παιδιού
κάτω απ’ το πολύ του ήλιου το φως
κινάει τα χείλη
και μιλεί: «Ευχαριστώ.
Με φέρατε σ’ αυτό το δρόμο.
Με φέρατε α’ αυτό το τέλος. Ευχαριστώ σας
δικούς και ξένους».

Γή μου! Κοίμησέ τον γλυκά,
νανούρισε τον. Για σένα

ή φωνή του ποιητή
ρωτάει και πάλι εφέτος
τούς εμπόρους των πετρελαίων
και τούς αποικιστές των πτωμάτων,
ρωτάει τον Στέτσον:

«Το κουφάρι που εφύτεψες πέρσι μέσα στον κήπο σου
άρχισε να βλαστάει, θ’ ανθίσει εφέτος;»

 

 

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΧΕΝΤΡΕΣ

Εμείς οι όχεντρες
έχουμε από δυο δόντια με δηλητήριο.

Όταν αποφασίσαμε
να κάνουμε επιτέλους μια κοινωνία ανθρώπων
αρέσαμε να βγάλει ο καθένας μας
να τα πετάξει
τα δυό του δόντια.

Πέρασε καιρός
σε ανακατατάξεις και προσαρμογές
αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά.

Ανακαλύψαμε πώς η καθεμιά όχεντρα
είχε πια
και τρία και τέσσερα δόντια με δηλητήριο.

Οι υπόλοιπες
όσες τούς κλέψανε τα δόντια
χαθήκανε.

Είπα στον μπάρμπα
άλλη φορά, αν ξαναποφασίσουμε,
να πάρει ο ίδιος τα δόντια
να τα εξαφανίσει εκ του ασφαλούς.
Έστω κι αν τον πούνε αντεθνικό, χιλιαστή,
ή .με άλλο αποτρόπαιο όνομα
οι όχεντρες.

 

 

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΙΜΑΧΟ

Και ποιος ήτανε τόσο λεβέντης
όπως τον Ριμαχό
που έσκυψε και φίλησε το χώμα
απ ‘όπου διάβηκε η αγαπημένη του
κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη
κι οι άλλοι τον είπανε βλάκα
κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώ­μα
ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.
Γεμάτα χαρά.

Ποιος ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό
Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν
για να υπερασπίσει το χώμα απ ‘όπου διάβηκε η αγάπη του.

Ποιος είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό
ποιος έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό
να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

Ριμαχό/ Ριμάκο/ Ριμακό: φανταστικό πρόσωπο με
πολλαπλούς συμβολισμούς, που εισήγαγε στην κυπριακή
ποίηση ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης (στη συλλογή Το αγ-
γείο με τα σχήματα, 1973) και στη συνέχεια αξιοποίησαν
και ανασημασιοδότησαν και άλλοι ποιητές, μεταξύ των
οποίων ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Γυμνή
με τα μαλλιά σου καψαλισμένα
σε βλέπω να ρίχνεσαι στη θάλασσα
και πάεις.

Δεν μπορούσες να μείνεις μαζί μας για πολύν καιρό.
Δεν είμαστε εμείς για ομορφιές
δεν είμαστε για όνειρα.
Είμαστε οι ταπεινοί άνθρωποι
με τον βούρκο στη μύτη
με τη σάπια ψυχή.
– Σε ποιους γιαλούς σε ποιους βυθούς να ταξιδεύεις τώρα.

Δεν μπορούσες να μείνεις μαζί μας πολύν καιρό
στα ερείπια και στα χαλάσματα
στα καμένα χορτάρια
δεν μπορούσες να μείνεις
εκεί όπου ο Άρης φτύνοντας αφρούς και αίμα εφώναζε
Εφιάλτη, Εφιάλτη, πού είσαι Εφιάλτη
και
(ποιος να το φανταστεί)
ήτανε φίλος του Εφιάλτη. Φίλος του.
– Τότες η γη μας εξέρασε τα σπλάχνα της.

Σε ποιους γιαλούς σε ποιους βυθούς να ταξιδεύεις τώρα.
Απελπισμένη
ερίχτηκες από την Πέτρα του Ρωμιού πίσω στη θάλασσα
και χάθηκες – ποια ψάρια
ποια κήτη
ποια τέρατα σμίγοντας
ω, κόρη μου, σε ποιους γιαλούς
σε ποιους βυθούς,
θεά μου.

 

 

ΟΝΗΣΙΛΟΣ

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγειρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

ΙΤΕ

Και τι περιμένεις από ανθρώπους
που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους
και δεν τράβηξαν τον σουγιά τους.
Απαθώς
τότε
κι απαθώς
σήμερα
ζητάνε απλώς
διαζύγιο.

Τέτοιοι ρουφιάνοι
δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε.

 

 

ΑΓΩΓΗ

Τον έβλεπα συχνά
πού οδηγούσε τη γυναίκα του
στα ιδιαίτερα τού Κομισάριου
για να εξασφαλίσει μια προαγωγή.

Κάτι, τέτοια
ήταν συνήθειες του καιρού μας
και δεν έδωσα ιδιαίτερη προσοχή
σ’ ένα ζήτημα ρουτίνας.

Μια μέρα που τον έβλεπα
να παίρνει τη γυναίκα του στον Κομισάριο
λέω
κοίταξε τί άνθρωπος!

Όταν το σκέφθηκα για λίγο
πείσθηκα πώς άνθρωπος δεν ήτανε αυτός.
Κι έτσι ή φύσις
μπορούσε να μένει ήσυχη.

Κι όμως η φύσις ανησυχούσε.
Κι έλεγες πώς μέ τον καιρό αυτός ο παλιοκερατάς
θα γίνει διχτάτορας εδώ μέσα.

 

 

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ

Λίγες οι βροχές και τα χιόνια
που πέρασαν από πάνω του, λίγα τον έμαθαν.
Λίγος ο ήλιος πού πέρασε από πάνω του,
λίγος ο αέρας, λίγη η άνοιξη.

Οι αλεπούδες και οι λύκοι
που έκρυβε μέσα του
παίζοντας κρυφτούλι ή συμμοριτοπόλεμο
με τους θεσμούς και τους νόμους,
επέζησαν με ακμή.

Λίγος ο ήλιος που τον έκαψε.
Λίγη η άνοιξη που τον δρόσισε.
Λίγος ο Θεός που μπήκε μέσα του.

Τώρα,
πάρτε τον.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ

Δεν έρχονται δεν έρχονται
δεν έρχονται τα πουλιά που περόνες.

Στον άδειο χώρο
στον τόπο της απουσίας τους
λέγε, τι βλέπεις
δείξε τί βλέπεις, μάγισσα.

Τα πουλιά δεν ήρθανε.
Δυνατοί άνεμοι
Τ’ αλλαξοδρόμησαν
κι ένας σατανάς χλιμιντρίζοντας
κατρακυλάει πολύχρωμος
κρατώντας απάνω σε ξόβεργα
όλα τα πουλιά
που περίμενες.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ

Την Κυριακή
στις 10 η ώρα το πρωί
θα πετάξει το χρωματιστό μπαλόνι
απ’ τον περίβολο της Καθεδράλας
ως εκ τούτου
καλείται ο λαός να διαδηλώσει τα αισθήματα του
και θα Επακολουθήσει συλλαλητήριο.

Καθισμένος στο πλακόστρωτο
ό Ιωσήφ έτριβε την κοιλιά της Μαγδαληνής
ήταν περίλυπος και της μιλούσε
έκαμα όλη την υπομονή, Μαγδαληνή,
για να γεννήσεις και συ κατιτί
Αλλά επρόλαβαν τον Άγγελον εξ ουρανού
Τούρκοι βιασταί
ετρέξαμε για εκτρώσεις
και δεν θα γεννήσεις πια τίποτα.

Περνώντας από κει ο Ριμάχο επόνεσε
κι εσκέφθηκε πως μάταια κάθεται ακόμη
ο Ιωσήφ στο πλακόστρωτο.
Οι έμποροι κρατούν τον οίκο του πατρός μου.
Τα σπήλαια οι ληστές.
Κι αν βάλουν πάλι το λαό να κάνει συλλαλητήριο
για το χρωματιστό μπαλόνι
σημαίνει πώς ο λαός προετοιμάζεται.
Γυμνάζεται.
Καθοδηγείται.
Δουλεύεται.
Εκμαυλίζεται.
Για να δεχθεί
και πάλιν
ντόπιους ή ξένους
ταχύτερους του ουρανίου Αγγέλου
επιβήτορες.

 

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

Ένας άνθρωπος περπατά.
Η στράτα τον οδηγά.
Δεν έφτιαξε αυτός τη στράτα.
Μήτε χαλίκι δεν έβαλε.
Τον έφτιαξε η πολεοδομία
για να τελειώνουμε πια
μέ τούς ουρανοβάτες αγγέλους.
—Εμείς περπατάμε στη γη.

Ένας άνθρωπος
σκουντουφλά, προχωρεί.
Χτυπιέται, τρεκλίζει, προσπαθεί.
—Ή στράτα τον οδηγά
.
Αν είναι άγγελος στην ψυχή σου
μπορείς να κλάψεις, διαβάτη.

 

 

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ

Ο Οδυσσέας δεμένος κάτω απ’ τον τράγο.
(Διόλου, βέβαια, ποιητική η εικόνα).

Βρισκόμαστε στο σπήλαιο
κι ο θάνατος στέκει στην πόρτα.
Το χτυποκάρδι θα περάσει
κάτω απ’ το ψηλαφητό
του Πολύφημου.

«Κριάρι μου,
θα σου φτιάξω χρυσά κέρατα
να βατεύεις με την πρεπούμενη λαμπρότητα
τις προβατίνες του Πολύφημου
Τώρα όμως
τέντωσε το στιβαρό κορμί σου
και βγάλε με έξω απ’ την πόρτα του θανάτου.
Θεόστραβος ο Πολύφημος δεν βλέπει φως
κι ο ήλιος λάμπει έξω απ’ τη σπηλιά.
Εκεί
θα σε φιλήσω στο κούτελο
και θα σου χαϊδέψω τ’ αχαμνά».

Είπε, και τραβώντας μια δυνατή τσιμπιά
στα πισινά του κριαριού
ο Οδυσσέας προχώρησε
για ζωή ή θάνατο.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ

 

ΕΝΑΣ ΑΗΤΟΣ ΠΕΘΑΝΕ

Στο δάσκαλο μου Κ. Π. Χατζηιωάννου

Δεν θά κλάψουμε τον αητό που πέθανε
υπάρχουν τόσο: άλλο: αητοί
κι εξ άλλου, ως γνωστόν,
παιάνες μονάχα αρμόζουν στη θανή του.

Ό δείχτης του χεριού μου
έγινε κάποτε ατσαλένιο κοντύλι
έδειξε κατά κάπου,
κι έκραξα το μεγάλο λόγο
της ψυχής μου.

Υπάρχουν κι άλλοι αητοί,
που θα ’ρτουν να καθίσουν στην αυλή μας.

Πίνουμε όλοι
απ’ το νερό της ζωής, που τρέχει
και δυναμώνει τις ιδιοτροπίες μας.
Τ’ αγιασμένο νερό,
που θ’ αλλάξει τους οργανισμούς
και θα βγάλει μόνον άνθη,
δεν θα ’ρτει
και δεν το περιμένουμε.

Μια στάση, δυό πόδια πίσω,
αητός, μάνα μ’ αητός καθότανε.

Κάθε πρωί
μια ρόδινη αυγή μπαίνει στην ψυχή μου,
της δίνει χρώμα,
της λέει λόγια γλυκά,
πώς αυτή κάθε μέρα ξαναγεννιέται,
και της λέει κρυφοκουβέντες για τον ήλιο.

 

 

ΘΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ;

Ταξιδέψαμε τόσο πολύ μες στην ακινησία.
Τα πανιά τυλιγμένα, ολόσκονα.
Οι ιστοί είναι ολόρθοι ακόμα
μα η ψυχή τους – μαρασμένη καμπούρα.
Ένας μαρμαρωμένος ναύτης – άγαλμα
αιγυπτιακό μ’ αρχαία γένια.
Η θάλασσα αφρίζει
γλύφει το καράβι
γυναίκα ηδονόπαθη μ’ όλα τα κόλπα
σειρήνα –
Είναι δεμένος ακόμα ο Οδυσσέας,
που δεν ταξίδεψε.
Ο μικρός Οδυσσέας σπουδάζει ακόμα, σπουδάζει.
Ακόμα δεν είναι καιρός, λέει,
θέλει να σπουδάσει στην εντέλεια καπετάνιος,
να εξετάσει πολύ καλά το σκαρί.
Η σιγουράδα του να ‘ναι σκαρί τέλειο.
Ετσι που ν’ αγωνιστεί χωρίς σχισμές,
χωρίς πληγές,
να ‘ναι ολοκληρωμένος, ίσος με τον εαυτό του.
Χωρίς ταξίδια όμως, πώς μπορεί να ολοκληρωθεί;
Δεν θα ‘ναι ο θάνατος η τελευταία γνώση της ολοκλήρωσής του;
-Σήμερα σκέφτεται να ξεκινήσει ο μικρός Οδυσσέας.

 

 

ΚΡΙΤΗΣ

Σαν είδαμε τούς μεγάλους βράχους να κάνουν τούμπες,
τη θάλασσα να ξεχνά τους νόμους της γήινης έλξης,
είπαμε,
είναι κι αυτό μια νόστιμη εμπειρία.

Τα ζωύφια κρατούσανε πιστά την τροχιά τους,
τύφλα από υπακοή.

Είπαμε,
κάπου πρέπει να στήσουμε μια βάση
να ξεκινήσουμε τα δικά μας τρεχαντήρια,
κι είπαμε
να μην ακούσουμε πια τις γνώμες κανενός
— τί γνώμες είν’ αυτές που δεν έχουν καμιά σταθερή βάση,
αφού όλα είναι σεισμός εδώ τώρα
και κατακλυσμοί —
κι είπαμε τότες
πως κι ή δική μας η κίνηση θα ’χει κάποια σχετική άξια.
Εδώ θα τρέξουν δρομείς,
θα τρέξουν τρεχαντήρια,
εκείνος που θα κρίνει τώρα
μπορεί να στηρίζεται σε βράχο.
Βράχο απ’ αυτούς που ΄δαμε, αναπάντεχα,
να κάνουν τούμπες.

 

 

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ

Σκόρπισες τόσες κούκλες τόσα παιχνίδια
Εσύ
Ο άνθρωπος του μαστιγίου.
Εσύ που ξέρεις πώς ο δρόμος σου
και ο δρόμος μας
είναι πνιγμένος στα καρφιά και στα ζιζάνια.
Εδώ,
σ’ αυτό το δρόμο
εσύ σκόρπισες κούκλες και παιχνίδια κι ‘Αι – Βασίληδες

Νιώθω πού δεν φύλαξες ένα παιχνιδάκι
έναν Αι Βασίλη για λόγου σου.
Νιώθω
πώς βάρεσες ακόμα πιο οδυνηρά το κορμί σου
γιατί στον ανήλεο και αδέκαστο δρόμο
δέχτηκες την καθυστέρηση μιας αργίας.

Σκόρπισες τις κούκλες και τούς ‘Αι – Βασίληδες.
άδειασες τα χέρια
και σκέπασες το ματωμένο σου πρόσωπο.

 

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1974

Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 

ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

Ο Οδυσσέας μάς έδειχνε το δρόμο.
Λυτός μας έστειλε στης Κίρκης.

Μ’ όλα τα κάλλη και τις μαγείες της
η Κίρκη ήταν γυναίκα ελαφρή στο βάθος.
Ήτανε παθολογικός ο εγωισμός της
—κι ο σπόρος του θανάτου παραμονεύει σε κάθε ελάττωμα.

Άγγιξε τόσο εύκολα με το ραβδί της
τους σύντροφους του Οδυσσέα.
Κι έκανε το σπιτικό της μια μάντρα από γουρούνια.

Για τούς ληστές που παραμόνευαν
ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή.
Τότες ήταν που κάνανε το ξαφνικό γιουρούσι
και μας κατάσφαξαν.

Ψέματα πως μας γλύτωσε ο Οδυσσέας.
Ήταν κι αυτός μαζί μας, γουρούνι,
που το σκότωσαν οι ληστές.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Ο σύντροφος Βικέντιος Βάν Γκόγκ
αφού έδωσε όλα του τα λεφτά στους φτωχούς
έσκισε τα ράσα του
κι έδωσε τα ρούχα
ατούς γυμνούς.

Αγανακτισμένοι οι άλλοι παπάδες
έξαλλοι απ’ το κακό τους
τον καθαίρεσαν.

Αλλά ο Ριμάχο
ενθουσιασμένος
και για να σκάσουν οι παπάδες
αρπάζει ένα μαχαίρι
κόβει τ’ αφτί του
κι έτσι ολοαίματο
το προσφέρει στον Βικέντιο.
«Για σένα, αδερφέ μου», του λέει.

Τότες οι παπάδες γεμάτοι έξαψη
τινάζοντας τα ράσα τους
φεύγανε μακριά
επειδή μπορούσε να φθάσει κι ο ίδιος ο ’Ιησούς
σ’ αυτό το φρενοκομείο
φεύγανε μακριά
για τα καλοθεμελιωμένα μοναστήρια τους.

 

[ ΑΤΙΤΛΟ I ]

Ιλαρίων, Ιλαρίων, ώ γλυκύ μου έαρ,

’Ήσουνα φως πού φώτιζε
κι ήσουν άνθος και μόσκος.

Φέρτε στάχτη ν’ αλείψουμε τα πρόσωπά μας. Μάνα, κλάψε.
Κι ας περπατήσουμε τη βαθιά σήραγγα, βαθιά βαθιά, όσο
να βρεθεί το νερό αν βρεθεί.

Αν δεν βρεθεί, θάνατος.

Κι αν βρεθεί
νίψετε τα πρόσωπά σας,
πλύνετε την καρδιά σας
καθαρίστε όλο το ρύπος.

Κάτι μου λέει πώς ο καθαρός άνθρωπος δεν φοβάται την ήττα,
Κάτι μου λέει πώς για τον καθαρόν άνθρωπο δεν υπάρχει ήττα,
αυτός προχωράει πάντα μπροστά. Κι όταν ακόμα τον χτυπήσει
ο θάνατος, αυτουνού η ψυχή πάει μπροστά. Μπροστά
χωρίς να κλαίει, χωρίς να ντροπιάζεται. ‘Ολόρθος και γελαστός
πάει μπροστά.

Ό ρύπος μας
ο δικός μας ρύπος
τώρα μάς τρομοκράτησε.
Τρομοκρατία
χτύπα βαθύτερα,
χτύπα βαθύτερα
όσο να τον ξεκάνεις
ή να τον αναστήσεις των άνθρωπο.

 

ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ ΜΟΥ

Χτυπώ τις κόρδες του λαγούτου μου
και δεν τραγουδούν,

χτυπώ τις κόρδες του λαγούτου μου
κι αυτές μουγγρίζουν
και βοούν υπόκωφα
κι είν’ αγγρισμένες κι οργίζονται.

Γιατί τις άγγιξαν πόρνες,
θεομπαίχτες κατεστημένοι
χτύπησαν το λαγούτο μου

Α, οι ρουφιάνοι

Σμάρια ωραία πουλιά
είναι μέσα στο λαγούτο μου
μ’ έναν αρχάγγελο αρχηγό.

—Πέτα,
πέταξε ωραίο πουλί
και σχίσε με φωτιά τον ουρανό.
Και στάλαξε τη φωτιά σου, αρχάγγελε
απάνω στ’ άντερο της αμαρτίας.

 

ΩΡΑΙΟ ΠΡΩΙΝΟ

Ήταν ωραίο αυτό το χέρι
που σε τράβηξε απ’ το σκοτάδι
ύστερα απ’ τη νύχτα
ήταν ωραίο το πρωί,
Ύστερ’ απ’ το πηγάδι
ήταν ωραίος ο κάμπος
πράσινος να πετάει τα χρωματιστά του πουλιά
— ήταν ωραίο το χέρι που σε σήκωσα.

Όμορφο που ’ναι το πρωινό.

Πια, δεν σε κυνηγάνε
τα θηρία της νύχτας καταλάγιασαν.
Κάμπε και πετούμενα,
φύση ωραία,
πάρε με. ’Αφήστε με
να κατοικήσω μαζί σας.

 

 

[ ΑΤΙΤΛΟ II ]

Και εγέμισε η πόλις από μουγκρητά
κι οι νεκροί σου δεν σκοτωθήκανε από μαχαίρι
μήτε είναι νεκροί πολέμου.

Και συ που εγίνης φάντασμα
ανέβηκες σ’ αψηλές στέγες για να φωνάξεις,
σε μάταια δώματα.

’Ιδού Κύριος Σαβαώθ.
Αυτός σου αφαίρεσε τη στολή,
αυτός έριξε το στέφανό σου
στον τόπο που πέθανες.

 

 

ΝΟΥΦΑΡΟ

Χωμένος μέσα στη λάσπη
βουτηγμένος στο βούρκο

από την άκρη του ματιού
μ:ά αθωότητα επιμένει ακόμη
γυρεύει
αναζητά

εσένα νούφαρο

δάκρυ
της ψυχής μου.

 

 

ΑΣ ΠΑΡΟΥΝΕ ΑΛΛΟΥ ΤΑ ΠΤΏΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.

Γραμμή περνούσε ο εχθρικός στρατός
υποχωρώντας
κάτω απ’ τις κάννες των οπλοπολυβόλων.

—Γιατί δεν τους θερίζουμε αυτούς
φώναξε κατάπληκτος ο στρατιώτης.

—Ασ’ τους να φύγουνε, αποκρίθηκε ο αξιωματικός.
Δεν θα μπορέσουμε να θάψουμε τόσους νεκρούς.
Μην τούς πυροβολήσετε. Άστε να πάρουνε άλλου
τα πτώματά τους.

-—Δικοί μας ήτανε
αυτοί που φεύγαν.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΕΓΡΑΨΑΝ

 

Λευτέρης Παπαλεοντίου
Κ 19 (Δεκ. 2009) 99-114

Παντελής Μηχανικός,
«Ωδή για ένα σκοτωμένο Τουρκάκι»

Η «Ωδή για ένα σκοτωμένο Τουρκάκι» του Παντελή Μηχανικού αποτελεί κορυφαία στιγμή στην κυπριακή ποίηση και, θα έλεγε κανείς, απαρχή μιας θεματικής που βρήκε ανταπόκριση σε μεταγενέστερους Κύπριους λογοτέχνες.[1] Γράφτηκε τον Απρίλιο του 1964, με αφορμή την πρόσφατη έκρηξη των αιματηρών διακοινοτικών ταραχών στο νησί, αλλά δημοσιεύτηκε με έντεκα χρόνια καθυστέρηση: προτάχθηκε στην τρίτη και ωριμότερη συλλογή του Π. Μηχανικού Κατάθεση (1975)[2]. Η πρόταξη αυτή ενδεχομένως υποδηλώνει ότι ο ίδιος ο ποιητής αναγνώριζε τη σημασία και την αξία του ποιήματος αυτού. Ίσως, όμως, ήθελε να υποδείξει ότι η «Ωδή…» έχει μεταιχμιακό χαρακτήρα, καθώς γράφτηκε στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στη δεύτερη και στην τρίτη συλλογή του, και ότι θα μπορούσε να λειτουργεί ως προανάκρουσμα, ως εισαγωγή στα ποιήματα της συλλογής που συνδέονται με την τραγωδία του 74. Όμως γιατί δεν αποφάσισε να τη δημοσιεύσει στη δύσκολη εκείνη εποχή στην οποία πρωτογράφτηκε, για παράδειγμα στο περιοδικό Κυπριακά Χρονικά ή, έστω, στην εφημερίδα Κύπρος, με την οποία συνεργαζόταν; Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί με σιγουριά ένα τέτοιο ερώτημα. Ενδεχομένως η καθυστέρηση αυτή δεν είναι άσχετη με τις πολιτικές επιλογές του Π. Μηχανικού και πολύ περισσότερο με την έκρυθμη πολιτική κατάσταση της εποχής, όταν άρχισε να διαφαίνεται ότι οι συνθήκες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατέρρεαν. Το πιθανότερο είναι ότι ένα τέτοιο ποίημα, με προωθημένη και τολμηρή ιδεολογία, θα ενοχλούσε πολλούς τότε στην Κύπρο, καθώς μάλιστα το ενωτικό αίτημα αναζωπυρώθηκε σημαντικά μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις και συντηρήθηκε ακόμα και στα χρόνια της δικτατορίας.[3] Πόσοι άραγε θα μπορούσαν τότε, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας
του 1960 και της Κυπριακής Δημοκρατίας, να αποδεχθούν τις «αιρετικές»
ιδεολογικές θέσεις που περνούν στο ποίημα αυτό (καταλογισμός ευθυνών τόσο σε «δικούς» όσο και σε «ξένους», επικέντρωση και στα αθώα θύματα μεταξύ των Τουρκοκυπρίων, ισότιμη αποδοχή του Άλλου, κατάργηση φυλετικών και εθνοτικοθρησκευτικών διαχωρισμών, τονισμός της ειρηνικής συμβίωσης με τους Τουρκοκύπριους και με όλους τους κατοίκους του νησιού κτλ), όταν ακόμη και στις μέρες μας, ύστερα από τη συμφορά του 1974 και τα δυσεπούλωτα παρεπόμενά της, δεν έχουν ξεπεραστεί οι ιδεοληψίες και οι φανατισμοί; Το παρήγορο είναι ότι οι νεότερες γενιές και ειδικότερα οι σημερινοί φοιτητές μας φαίνονται σαφώς πιο ώριμοι σε τέτοια ιδεολογικά θέματα, αν κρίνω από τη στάση τους και από τα γραπτά τους σε πρόσφατη διδασκαλία και εξέταση του ποιήματος αυτού. Ας δοκιμάσουμε να δούμε το ποίημα από πιο κοντά.
Ήδη με τις δυο πρώτες συλλογές του (Παρεκκλίσεις, 1957 και Τα δυο βουνά, 1963) ο Π. Μηχανικός έδειξε ότι ήταν σε θέση να συνδιαλέγεται με την ποίηση του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, και ειδικότερα με την ποίηση του Γ. Σεφέρη και του T.S. Eliot. Κατεξοχήν πολιτικός ποιητής, συλλαμβάνει με εξαιρετική ευαισθησία τα πολιτικά και άλλα προβλήματα του τόπου του και του καιρού του. Η έκρηξη των διακοινοτικών ταραχών τον Δεκέμβριο του 1963 δεν τον αφήνει αδιάφορο.[4] Η διεθνιστική/ ανθρωπιστική αντίληψη και η ώριμη ματιά που χαρακτηρίζουν σημαντικά κείμενα ποιητικών του προγόνων (όπως την Έρημη χώρα, 1922, του Eliot και τη συλλογή …Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν…, 1955, του Σεφέρη) τον βοηθούν να δει τα πολιτικά πράγματα στην Κύπρο με καθαρό βλέμμα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε εθνοκεντρικές αγκυλώσεις και σε οξυμμένες ιδεοληψίες της
εποχής – παρόλο που ο ίδιος ο Μηχανικός παρέμεινε ένθερμος θιασώτης της
ενωτικής ιδεολογίας, όχι μόνο στα χρόνια του 1950 (όπως συνέβαινε με τη
συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων), αλλά και κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Η επιγραφή του ποιήματος (τέσσερις στίχοι από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ:«Stetson! / You who were with me in the ships at Mylae! / That corpse you planted last year in your garden, / Has it began to sprout? Will it bloom this year?»)[5] είναι απόλυτα λειτουργική και δένεται ταιριαστά, όπως θα δούμε, με τη θεματική της «Ωδής…». Η διακειμενική αυτή συνομιλία ενδυναμώνεται στους καταληκτικούς στίχους του ελληνικού ποιήματος, στους οποίους περιλαμβάνονται αυτούσιοι, μεταφρασμένοι πια, οι δυο τελευταίοι στίχοι της αγγλόγλωσσης επιγραφής.
Η «Ωδή…» δομείται πάνω σε έντονες αντιθέσεις: Στις δυο πρώτες ενότητες απεικονίζεται η ανοιξιάτικη κυπριακή φύση σε όλο της το μεγαλείο: οι ευφρόσυνες και δοξαστικές εικόνες του κυπριακού κάμπου, που προβάλλει
διάστικτος με κίτρινες μαργαρίτες και κόκκινες παπαρούνες, λουσμένος από το δυνατό φως του ήλιου, αποτελούν ύμνο στον Θεό και κατάφαση στη ζωή:

Αυτός ο κάμπος π’ απλώνεται μπροστά μου καταπράσινος
στολισμένος με το κίτρινο της μαργαρίτας
με το κόκκινο της παπαρούνας
με το χαμόγελο της βιολέττας
αυτός ο κάμπος
ανοιχτός κάτω απ’ τις θερμές
αχτίνες του ήλιου φωτεινές
αυτός ο κάμπος
που μ’ένα χάδι απαλό
δείχνει στην ψυχή μας το δρόμο της άνοιξης
σ’ αυτό τον κάμπο
που δοξάζει τον Κύριο και την ψυχή του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο που δοξάζει το σώμα
και μουρμουρίζει το τραγούδι του ανθρώπου
σ’ αυτό τον κάμπο
κείτεται
σκοτωμένο
ένα Τουρκάκι.

Απότομα εισβάλλει στο ειδυλλιακό αυτό τοπίο η αποκρουστική και, κυρίως, απρόσμενη όψη του θανάτου, και μάλιστα με την πιο παράλογη μορφή της «αδικίας» της δημοτικής ποίησης, τον φόνο ενός παιδιού: Πρόκειται για ανήλικο, αθώο θύμα των «άφρονων» διακοινοτικών συγκρούσεων – όπως συνάγεται από τα ιστορικά συμφραζόμενα και τη χρονολόγηση του κειμένου. Ήδη με την επικέντρωση της εικόνας αυτής από την ευρυχωρία του ανοιξιάτικου κάμπου στο παγωμένο πρόσωπο του νεκρού αγοριού, το ποίημα φτάνει σε μια κορύφωση. Στη συνέχεια ο ποιητής, διατηρώντας την κοντινή λήψη στην εικόνα του άψυχου παιδιού, αποδίδει με σπαραγμό τον άδικο χαμό του και διατυπώνει μέσα από την παιδική σκοπιά καίρια και βασανιστικά ζητήματα, ενώ διαβλέπει προφητικά κινδύνους που επαληθεύτηκαν με τον πιο τραγικό τρόπο δέκα χρόνια αργότερα:[6]

Ένα συσπασμένο πρόσωπο
κομμένο απάνω στον πόνο,
ανάγλυφη
ανήλικη μάσκα
κομμένη στην αιωνιότητα για να ρωτά
αν ο τόπος ήταν πράγματι πολύ στενός
μέσα στο πανηγύρι της άνοιξης
για να ρωτά
αν υπάρχουν εθνότητες ανάμεσα στους λαούς της μαργαρίτας
για να ρωτά
ποιας εθνικότητας είναι το πράσινο χορτάρι.

Ασφαλώς πίσω από την παιδική απορία και την αφελή, αθώα ματιά κρύβεται η φωνή του ποιητή, ο οποίος με τη σειρά του εγείρει με πρωτόγνωρο τρόπο ζητήματα που σχετίζονται με την πολιτική και εθνική ταυτότητα των Κυπρίων (των «λαών της μαργαρίτας»). Μια πρώτη ανατροπή σχετίζεται με το γεγονός ότι ο ποιητής επιλέγει να βάλει ως κεντρικό πρόσωπο στο ποίημά του ένα «Τουρκάκι», δηλαδή ένα παιδί Τουρκοκυπρίων, και όχι ένα Ελληνόπουλο, ένα παιδί Ελληνοκυπρίων, που είχαν, βέβαια, και αυτοί τον βαρύ φόρο της αιματοχυσίας (κάτι που περιμένουμε ακόμα να το αναγνωρίσει η τουρκοκυπριακή λογοτεχνία, που το «κύριο ρεύμα» της δεν δείχνει πάντα έτοιμο να αναμετρηθεί ψύχραιμα και υπεύθυνα με τη δική της ιστορία). Με την επιλογή του αυτή ο Μηχανικός αποβλέπει, βέβαια, στο να δείξει ότι πάνω απ’ όλα τον ενδιαφέρει η απώλεια ενός αθώου παιδιού, αδιάφορο αν αυτό «ανήκει» στη μια ή την άλλη πλευρά. Αλλά δεν μένει έως εδώ. Μέσα από την τραγική μορφή του αλλόθρησκου αλλά αδικοχαμένου παιδιού ακούγεται η φωνή του ελληνοκύπριου ποιητή, που διερωτάται αν η Κύπρος είναι τόσο «στενός» τόπος ώστε να μην μπορεί να χωρέσει όλα τα παιδιά της, «αν υπάρχουν εθνότητες ανάμεσα στους λαούς της μαργαρίτας» και «ποιας εθνικότητας είναι το πράσινο χορτάρι»! Με άλλα λόγια, ο
ποιητής υποβάλλει (έστω και μέσα από την αφελή παιδική οπτική γωνία) τη
γενναία και τολμηρή ιδεολογική άποψη ότι, ακριβώς όπως η μεσογειακή /
κυπριακή φύση δεν έχει οποιαδήποτε εθνικά χαρακτηριστικά, έτσι και οι κάτοικοί της, οι Κύπριοι, δεν θα πρέπει να κομματιάζονται σε «εθνότητες» και να αλληλοσπαράζονται.[7]
Με ανάλογο τρόπο, με εναλλαγή δομικών αντιθέσεων, εξελίσσεται και το υπόλοιπο ποίημα. Επανέρχονται ανοιξιάτικες εικόνες της κυπριακής φύσης, για να τοποθετηθεί αντιστικτικά προς αυτές «η ανάγλυφη τρομερή μάσκα» του νεκρού παιδιού, θύματος ενός παράλογου πολέμου, και να ακουστούν από τα χείλη του συγκλονιστικά και σαρκαστικά συνάμα λόγια:

Ζεσταίνει ο ήλιος τις ρίζες και το χώμα
Ξεχειλίζει η αγάπη σαν δροσούλα
μέσ’ απ’ τα φύλλα και τους ανθούς της ψυχής του ανθρώπου
μέσα στην ανοιχτή ειλικρίνεια του κάμπου
και μια ανάγλυφη τρομερή μάσκα ενός παιδιού
κάτω απ’ το πολύ του ήλιου φως
κινάει τα χείλη
και μιλεί: «Ευχαριστώ.
Με φέρατε σ’ αυτό το δρόμο.
Με φέρατε σ’ αυτό το τέλος. Ευχαριστώ σας
δικούς και ξένους».

Πίσω από την παιδική αφέλεια και αγνότητα κρύβεται, και πάλι, η σπαρακτική φωνή του ποιητή, που ειρωνεύεται «δικούς» (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) και «ξένους» (τους Τούρκους αλλά και τους Βρετανούς, που υποκινούσαν συστηματικά από το 1957 τις διακοινοτικές συγκρούσεις, ακολουθώντας την πάγια τακτική του «διαιρεί και βασίλευε»). 0 ποιητής γνωρίζει (και δεν φοβάται να το πει) ότι κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών· και ότι όλες οι πλευρές, ντόπιοι και ξένοι, συνέβαλαν στον θάνατο αθώων ανθρώπων, ενώ στη συνέχεια άνοιξαν τον δρόμο για τα χειρότερα.
Η ειρωνεία και ο σαρκασμός, που διακρίνονται σε ένα δεύτερο στρώμα λόγου, πίσω από τα λόγια του νεκρού παιδιού, εναλλάσσονται, βέβαια, με πιο τρυφερούς τόνους: ο ποιητής καλεί την κυπριακή γη να νανουρίσει και να αποκοιμίσει γλυκά το αθώο αγόρι («Γη μου! Κοίμισέ τον γλυκά, / νανούρισέ τον»). Ωστόσο, στη συνέχεια ο λόγος του κύπριου ποιητή πάει να σμίξει με τον σκληρότερο τόνο της φωνής του αμερικανοβρετανού ποιητή, του T.S. Eliot, που αναβιώνει:

Για σένα
η φωνή του ποιητή
ρωτάει καί πάλι εφέτος
τους εμπόρους των πετρελαίων
και τους αποικιστές των πτωμάτων,
ρωτάει τον Στέτσον:
«Το κουφάρι που εφύτεψες πέρσι μέσα στον κήπο σου
άρχισε να βλαστάει, θ’ ανθίσει εφέτος;»

Με τους καταληκτικούς αυτούς στίχους ο Π. Μηχανικός επιχειρεί να
προσαρμόσειτο σχετικό χωρίο από την Έρημη χώρα στα συμφραζόμενα του δικού του ποιήματος και στα κυπριακά πολιτικά πράγματα του 1964. Κρίνει σκόπιμο να παραθέσει σε σημείωσή του μετάφραση της επιγραφής σε ελληνική απόδοση του Γ. Σεφέρη («Στέτσον! / Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια! / Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο, / Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;»), την οποίαν επεξεργάζεται μάλλον προς το καλύτερο,[8] για να επιτάξει στο ποίημά του τους δύο τελευταίους στίχους του παραθέματος.
Επίσης, υπομνηματίζει τη φράση «Με τα καράβια στις Μύλες» και δοκιμάζει να ερμηνεύσει τους στίχους που τον ενδιαφέρουν περισσότερο και να τους συνδέσει με την περίπτωση της Κύπρου: «Αναφέρεται σε πολέμους με εμπορικά κίνητρα. Πάνω από τα πτώματα των σκοτωμένων αναμένεται να ανθίσει το εμπόριο. Όσο για την Κύπρο, ο μαγνήτης των αραβικών πετρελαίων και τα ξένα συμφέροντα έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της τύχης της κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες» [9]. 0 Π. Μηχανικός διαβλέπει, λοιπόν, ότι πίσω από τις διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο δεν υπάρχουν απλώς και μόνο οι εθνικές διεκδικήσεις και οι ιδεολογικοί φανατισμοί των ντόπιων ή τα στρατηγικά σχέδιατης Τουρκίας, αλλά κρύβονται και οι οικονομικές βλέψεις ξένων χωρών, όπως της
Μεγάλης Βρετανίας και της Αμερικής, στον ορυκτό πλούτο των αραβικών χωρών. Ενδέχεται πίσω από τον όρο «ξένα συμφέροντα» να υπονοείται, πολύ πρώιμα, και η μελλοντικά εκρηκτική τροπή του Μεσανατολικού ζητήματος σε ανοιχτό πόλεμο Ισραηλινών και Αράβων. Επομένως, ο ποιητής διαπιστώνει ότι το χωρίο από την Έρημη χώρα ανταποκρίνεται απόλυτα και στην περίπτωση των διακοινοτικών συγκρούσεων στην Κύπρο, αφού οι Κύπριοι φαίνονται να είναι μαριονέτες – και θύματα – των ισχυρών της γης, που δεν είναι άλλοι από «τους εμπόρους των πετρελαίων και τους αποικιστές των πτωμάτων».
Τελικά, το ποίημα του Π. Μηχανικού που μας απασχολεί εδώ έχει τα
χαρακτηριστικά της ωδής ή βρίσκεται πιο κοντά στο ελεγείο; Προφανώς δεν έχει τα χαρακτηριστικά της υμνητικής ωδής του Πινδάρου, αλλά μπορεί να θεωρηθεί μετεξέλιξη της ρομαντικής ωδής (όπως διαμορφώνεται από τους J. Keats και S. Coleridge έως τον W. Stevens, και την ξέρουμε από τις «νεκρικές» ωδές του Δ. Σολωμού): με αφορμή μια όψη του εξωτερικού τοπίου ή την τύχη ενός προσώπου κατατίθεται η περισυλλογή του ποιητικού υποκειμένου για το κυπριακό πολιτικό πρόβλημα. Βέβαια, η «Ωδή…» συνδυάζει και στοιχεία της ελεγείας, αφού ο ποιητής αναφέρεται με θλίψη στον θάνατο ενός αθώου παιδιού. Όμως, ο Π. Μηχανικός διασπά τα όρια και των δύο παραπάνω ειδολογικών κατηγοριών, για να ασκήσει
έντονη κριτική και να καταλογίσει ευθύνες για τα θύματα των διακοινοτικών
συγκρούσεων στην Κύπρο.
Πολύ ενδιαφέρουσα για την ανάγνωση της «Ωδής…» είναι η δημοσιευμένη επιστολή του Π. Μηχανικού προς τον Π. Παιονίδη, με αφορμή τη βιβλιοκριτική του τελευταίου για την Κατάθεση. 0 Π. Παιονίδης είχε εκλάβει (μάλλον μονόπλευρα) ως ενωτικό κήρυγμα μερικούς στίχους του ποιήματος «Σκήνωμα» και εξέφρασε υπερβολικές ενστάσεις «για την καταφρόνεση προς όλους και όλα που αναδύεται μέσα από το καινούργιο βιβλίο του. Και για εκείνο το Έ-Ε-νωση με το οποίο κλείνει τη συλλογή». 0 ποιητής απάντησε ότι η «Ωδή…» «φανερώνει έναν άνθρωπο: 1ον διεθνιστή και 2ον που σκαμπάζει από κεφαλαιοκρατικές μανούβρες και διεθνή εγκλήματα. Αυτό θα ‘πρεπε να χρησιμεύσει σαν κλειδί για όλη τη συλλογή. Ρίχνει πολύ φως στη στάση μου. Δεν έπρεπε να το ξεχάσεις». Διευκρίνισε, επίσης, ότι με τους στίχους [η ψυχή] «και ψάλλει ε και ψάλλει ε / και ψάλλει νω και ψάλλει ση» δεν αναφέρεται στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά στην επιθυμία της ψυχής «να ενωθεί ξανά με τον κόσμο μας και με το σώμα μας. […] Να βρει ο κόσμος τη γνήσια ψυχή του. (Καμιά σχέση δεν έχει με το σύνθημα: ένωση Κύπρου Ελλάδας) -μόνο πλάγια, από σπόντα, ειρωνικά και μυκτηριστικά γι’ αυτού του είδους την ένωση. Και τέλος, παρακαλώ τον ήλιο να δυναμώσει την ψυχή να κάψει τα καπιταλιστικά λουριά και τις καπιταλιστικές ράγες. Για να ενωθεί η ψυχή, η εξόριστη ψυχή, με το σώμα μας, με τον κόσμο μας»[10]. Περισσότερο οργισμένα σχολιάζει σε άλλη δημοσιευμένη επιστολή του δημοσιογραφικό σημείωμα του Α. Ροδίτη για τη μη βράβευση της Κατάθεσης: «Μέσα στην Κατάθεση υπάρχουν υγιείς, προοδευτικές αρχές. Όσοι προσπαθούν να ανακαλύψουν αναρχικά, αντιδραστικά, αντιπολιτευτικά νοήματα, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν τα αντιπολιτευτικά τους πάθη, δεν παρουσιάζουν παρά ένα αηδιαστικό φαινόμενο. Πέρα όμως απ’ αυτά, μια και η Κατάθεση νοείται ως έργο
τέχνης, θα έπρεπε πρωτίστως να νοείται και να κρίνεταια μέσα σε πλαίσια
αισθητικά»[11]. Όμως οι διευκρινίσεις αυτές του ποιητή πείθουν τους ενήμερους αναγνώστες και τους υποψιασμένους κριτικούς του ή μπορούν να θεωρηθούν δεσμευτικές;
Ολοκληρώνοντας τις σημειώσεις αυτές αναζήτησα προγενέστερες αναφορές στην «Ωδή…». Με εξαίρεση τα ουσιαστικά και ενδιαφέροντα σχόλια του Κ. Βασιλείου και, κατά δεύτερο λόγο, του Γ. Ιωάννου, το ποίημα αυτό πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Δεν σχολιάζεται καθόλου, π.χ., στα αξιόλογα σχετικά άρθρα του Θ. Νικολάου και του Α. Χριστοφίδη [12]. Σε δημοσίευμα με τα αταύτιστα αρχικά Μ. Κ. (μήπως του Μάνου Κράλη;) αναπαράγεται η υπόδειξη του Π. Μηχανικού ότι η «Ωδή…» «είναι το κλειδί που ρίχνει φως σ’ ολόκληρη τη συλλογή». 0 Θ. Κουγιάλης σημείωσε ότι ο Μηχανικός στο ποίημα αυτό «δηλώνει κατηγορηματικά και απερίφραστα πως τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι πιάστηκαν σαν ψάρια αβοήθητα στα δίχτυα εκείνων που παίζουν βρόμικα παιγνίδια με τις τύχες των λαών». 0 Ν. Ορφανίδης εκτίμησε ότι η «»Ωδή…” κινείται στα μέτρα μιας ποιητικής τεχνικής που είναι πιο κοντά στα Δυο βουνά παρά στην Κατάθεση. Το μαγικό συναντάται με το εφιαλτικό, η αγάπη με το πάθος, η ζωή με τον θάνατο, το
όραμα με την πραγματικότητα. Πρόκειται για την επανάληψη μιας ποιητικής
τεχνικής που αξιοποιεί πλήρως τα υλικά της, οδηγώντας σ’ ένα ποιητικά επιτυχές έργο» [13]. Εξάλλου, ο Φοίβος Σταυρίδης αναφέρθηκε εκτεταμένα στο ποίημα αυτό σε πρόσφατη ομιλία του, σε εκδήλωση για τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατο του Π. Μηχανικού (Λευκωσία, Ινστιτούτο Πολιτισμού, 6 Απριλίου 2009). Ανάμεσα σ’ άλλα, ο ομιλητής παρατήρησε ότι «έχοντας επιλέξει τον ‘δύσκολο δρόμο’ σε σκληρούς καιρούς, με τόλμη – χαρακτηριστική του ανθρώπου και του ποιητή Μηχανικού – μας υποδεικνύει το αυτονόητο (που μερικές φορές κάτω από το βάρος των γεγονότων ξεχνού με): ότι ο πόνος δεν έχει σύνορα».
0 Κ. Βασιλείου σχολίασε με οξυδέρκεια και οξύτητα το ποίημα αυτό, έχοντας υπόψη «τις πολιτικές πεποιθήσεις που είχε ο Π. Μηχανικός το ’63-’64, τότε που θαύμαζε την αγωνιστική αξιοπρέπεια του Εθνάρχη [δηλαδή του αρχιεπισκόπου Μακαρίου] κι έβλεπε τόσο καθαρά την αλήθεια: ότι ένοχος για τις ταραχές εκείνες που είχαν σαν θύμα το Τουρκάκι ήταν ο Στέτσον, με τα ελληνόφωνα και τουρκόφωνα χέρια του, κι όχι ο κύπριος ηγέτης που, στο πείσμα όλων σχεδόν των άλλων, δικών και ξένων, μάχονταν να κρατήσει το νησί στην ανεξάρτητη, άρα και ‘φιλοτουρκική’ πορεία του». Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να καταλογίσει ευθύνες και στον Μακάριο, αφού το 1963 είχε εγείρει θέμα αναθεώρησης του κυπριακού συντάγματος, γεγονός που πυροδότησε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, αλλά και στους Κυπρίους γενικότερα, γιατί αφέθηκαν να παρασυρθούν σε φανατισμούς ή να διευκολύνουν τα σχέδια των ξένων. Από την άλλη, παρόλο που ο φιλόλογος-ποιητής κρίνει με υπερβολική αυστηρότητα το ποίημα ως υπέρμετρα ανεπτυγμένο (ο ίδιος θα κρατούσε μόνον τους στίχους 1-18, θεωρώντας περιττούς τους υπόλοιπους 31 στίχους], σημείωσε εύστοχα ότι η επιτυχία της «Ωδής…» έγκειται στην «ποιητική έκπληξη», η οποία βασίζεται σε τέσσερις παράγοντες: α] στην «εκλογή του συμβόλου» (δηλαδή «χρειαζόταν ανυπέρβλητος
ανθρωπισμός για να μπορέσει ο ποιητής, πνίγοντας τη φυλετική του αγανάκτηση, να προσωποιήσει το έγκλημα εις βάρος της Κύπρου σ’ ένα Τουρκάκι κι όχι σ’ ένα Ελληνάκι»]· β] στην «οργή ενάντια στον Στέτσον», αφού χρειαζόταν «το πιο ρωμαλέο πατριωτικό ένστικτο για να μπορέσει ο ποιητής του ’64, δαμάζοντας το χλωρό ακόμα ενωτισμό του, ν’ αποκαλύψει την ενωτική μάσκα του Ά-τσετσον [14], το αποτρόπαιο πρόσωπο του εμπόρου των πετρελαίων Στέτσον»· γ) στη «γερακίσια όραση του ποιητή να διαβλέψει από το ’64 που έγραψε το ποίημα το τραγικό βλάστημα του κουφαριού που έγινε το ’74»· και δ] στη διαπίστωση ότι «το κύριο θέμα δεν είναι απλώς το Τουρκάκι» αλλά «ολόκληρο το κυπριακό
τοπίο» [15]. Ανάλογες και άλλες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τη δομή και τη ρητορική του ποιήματος περιλαμβάνονται και σε άρθρο του Γιάννη Ιωάννου, ο οποίος σημείωσε ανάμεσα σ’ άλλα ότι: «The voice of the poet, expressed in the third person, is no longer only the voice of Mechanikos, it is the voice of every poet raised in terms charged with indignation and revulsion in opposition to the voice of the merchants (lines 44-46) »[16].
Εξάλλου, ο K. Βασιλείου, που γνώριζε από κοντά και τον άνθρωπο Π. Μηχανικό και τις πολιτικές-ιδεολογικές του απόψεις, σχολίασε γενικότερα τα ποιήματα της Κατάθεσης και υποστήριξε ότι ο «ενωτικός ερωτισμός» αποτελεί τη «ρίζα» τους και «σαν βίωμα διαποτίζει ολόκληρη τη συλλογή», «ονομασμένος με τελετουργική ιεροπρέπεια στο ‘Σκήνωμα’, πολύ έντεχνα δοσμένος στο ‘Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό’ και σε δύο άλλα που το πλαισιώνουν (‘Δυο τραγουδάκια για την ωραία’, που προηγούνται, και ‘Αφροδίτη’, που ακολουθεί)» [17]. Με άλλα λόγια, ο μελετητής δεν πείθεται καθόλου από την υπόδειξη του Π. Μηχανικού να διαβάσουμε την
Κατάθεση χρησιμοποιώντας ως «κλειδί» το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, την «Ωδή…». Μήπως ο ποιητής λέει τη μισή αλήθεια στην επιστολή του προς τον Π. Παιονίδη, στην προσπάθειά του να συγκαλύψει την ενωτική ιδεολογία ή τις αντιμακαριακές αιχμές που πιθανόν να λανθάνουν ή να υπόκεινται σε ορισμένα κείμενα του βιβλίου του, παρακινημένος και από το θόρυβο που προκάλεσε η μη βράβευση της συλλογής αυτής αλλά και από την έντονη κριτική που δέχτηκε από φίλους του, γιατί πείστηκε να διεκδικήσει το κρατικό βραβείο ποίησης, ενώ βρισκόταν στη μεριά της αντιπολίτευσης; [18] Επίσης, με αφορμή και τις παραπάνω επισημάνσεις του Κ. Βασιλείου (αλλά έχοντας υπόψη και μη δημοσιευμένες απόψεις του ίδιου), θα μπορούσε κάποιος να διερωτηθεί: Μήπως η «Ωδή…» ηχεί παράφωνα σε σύγκριση με τα ποιητικά συμφραζόμενα της Κατάθεσης; Μήπως ο ποιητής θέλησε να συγκαλύψει τον «ελληνοκεντρισμό» ή τον ενωτικό καημό της
Κατάθεσης προτάσσοντας ένα «διεθνιστικό», αντιπολεμικό ποίημα, στο οποίο
προβάλλεται παράλληλα μια κυπριακή ταυτότητα για όλους τους κατοίκους του νησιού, ή προτείνοντας την κατάργηση κάθε φυλετικού ή εθνοτικοθρησκευτικού διαχωρισμού ανάμεσα στους Κυπρίους; Με άλλα λόγια, πώς συμβιβάζεται ο διεθνισμός (αλλά και ο κυπροκεντρισμός) της «Ωδής…» με τον πατριωτισμό και τον «ενωτισμό» άλλων ποιημάτων του; Τελικά, μπορούμε να δεχτούμε αβασάνιστα την εισήγηση του Π. Μηχανικού να εκλάβουμε το αρχικό αυτό ποίημα «σαν κλειδί για όλη τη συλλογή»;
Είναι γνωστό ότι ο Π. Μηχανικός (όπως και ο Κ. Μόντης και αρκετοί άλλοι) υποστήριζε με πάθος την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και ότι σταδιακά εξελίχθηκε σε επικριτή της πολιτικής του Μακαρίου. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το αίτημα του Π. Μηχανικού και των Κυπρίων γενικότερα για ένωση με την Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικιστικό αίτημα, αλλά το πολιτικό ιδανικό που δέσποζε στα χρόνια της αγγλοκρατίας. Ωστόσο, μελετώντας την ποίησή του, μας ενδιαφέρει πρωτίστως το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Προφανώς δεν προσφέρεται να ερμηνεύουμε την «Ωδή…» ή τα υπόλοιπα κείμενα της Κατάθεσης με βάση τις ιδεολογικές-πολιτικές απόψεις του ποιητή και μόνον. Τότε παραβλέπουμε την πολυσύνθετη διάσταση της ποιητικής διαδικασίας και περιορίζουμε την εμβέλεια των ποιημάτων. Από την άλλη, δεν μπορούμε να
αγνοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό ποίημα, την
«Ωδή…», που σαφώς παραπέμπει στο κυπριακό ιστορικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1960. Μάλιστα, ειδικά στο ποίημα αυτό, ο ποιητής υπερβαίνει θεαματικά την ενωτική και ελληνοκεντρική ιδεολογία του και καταργεί κάθε φυλετικό διαχωρισμό ανάμεσα στους κατοίκους της Κύπρου. Ό,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής (ο κάθε καλός ποιητής) έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να «παίξει» με το θεματικό υλικό του όπως η γάτα με το ποντικέ Μπορεί να το φωτίσει από ποικίλες και αντιφατικές σκοπιές, να κονιορτοποιήσει ή να καμουφλάρει τις δικές του ιδεολογικές απόψεις και, με τη συμβολή της ειρωνείας, λογοτεχνικών προσωπείων και άλλων τεχνασμάτων, να φτάσει στο ποθητό ποιητικό αποτέλεσμα. Αν έχει το απαραίτητο ποιητικό ανάστημα, μπορεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα,
μπορεί να προσποιείται, να παλλιλογεί και να αντιφάσκει,
προκειμένου να χειραγωγήσει και να υπερβεί οποιεσδήποτε ιδεολογικές
αντιλήψεις για χάρη της ποίησης. Επομένως, είναι απρόσφορο και κυρίως μάταιο να επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε ένα ποιητικό έργο με βάση την πολιτική ιδεολογία ενός συγγραφέα.
Αλλά το ερώτημα παραμένει: Τελικά, η «Ωδή…» αποτελεί παραφωνία σε σχέση με τα υπόλοιπα ποιήματα της Κατάθεσης ή, έστω, συγκρούεται ιδεολογικά με ορισμένα από αυτά; Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι από μια άποψη ή σε κάποιο βαθμό, η διεθνιστική (ή κυπροκεντρ ική) ιδεολογία της «Ωδής…» συγκρούεται με τον ενωτισμό και τον πατριωτισμό που υπόκεινταιή πιθανόν να να λανθάνουν σε ορισμένα ποιήματα της Κατάθεσης (κυρίως σ’ αυτά που έχει επισημάνει ο Κ. Βασιλείου αλλά και στο πιο πατριωτικό και σαρκαστικό «Ίτε»]. Όμως δεν είναι χωρίς σημασία η υπόδειξη του Π. Μηχανικού να αξιοποιήσουμε την «Ωδή…» και ως
«κλειδί» για την ανάγνωση μερικών ποιημάτων της συλλογής. Εδώ ταιριάζει να επικαλεστούμε ένα σχόλιο του Ανδρέα Χριστοφίδη, ότι ο Π. Μηχανικός περιέλαβε στη συλλογή αυτή «τα πιο φοβερά του ποιήματα, τις πιο ωμές κι αφτιασίδωτες μαρτυρίες του», που «καλύπτουν γενικότερες καταστάσεις». Έτσι, η Κατάθεση «γίνεται φοβερή σαν την Αποκάλυψη, όταν, με τον παραμερισμό, όσο είναι δυνατό, των μερικών (από τα βάθη του εαυτού του ο ποιητής βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το σύνολο), γίνεται καθολική αποτίμηση και ακόμα οικουμενική διακήρυξη»[19]. Αλλά και ο Μάνος Κράλης είχε σχολιάσει στη βιβλιοκριτική του ότι «η Κατάθεση είναι μια νατριχιαστική, αυθεντική μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα της σύγχρονής μας πραγματικότητας. Είναι ‘μαρτυρία’ ποτισμένη όξος και χολή, κι οι μορφές που δανείζεται ο ποιητής από την ιστορία και τη μυθολογία είναι διάφανα προσχήματα για να μας φανερώσει με δέος τη δυστυχία που χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας. Θα μπορούσε να εκφρασθεί με άναρθρες
κραυγές – μισές ανθρώπινες, μισές ζωώδεις – σ’ ένα κόσμο που ξέχασε τη γλώσσα του, που έχασε κάθε επαφή με το υψηλό και το ωραίο. Γι’ αυτό και το έργο αυτό θα μπορούσε να πει κανείς είναι ‘εν πολλοίς βλάσφη μον’» [20].
Πιο συγκεκριμένα, θα λέγαμε ότι ο «αιρετικός» χαρακτήρας της «Ωδής…» απλώνεται και σε αρκετά άλλα κείμενα του τόμου, στα οποία η κριτική οξύνεται και αγγίζει την έκρηξη. Ο ποιητής, επιστρατεύοντας την ποιητική μορφή του Ριμαχό (ή Ριμάχο) και πρόσωπα του αρχαιοελληνικού μύθου και της κυπριακής ιστορίας (Αφροδίτη, Οδυσσέας, Ονήσιλος), επιδιώκει να διαθλάσει και να φωτίσει τα τραγικά συμβάντα του 1974 μέσα από τους καθρέφτες του μυθικού ή ιστορικού παρελθόντος και κυρίως να ασκήσει δριμεία κριτική στους υπεύθυνους της συμφοράς και μάλιστα σε όψεις της κυπριακής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Σε μερικά κείμενα της συλλογής («Ο ψάλτης», «Ευαγγελισμός», «Αγωγή», «Η σπηλιά του Κύκλωπα») ή ακόμα και σε ποιήματα της ίδιας σειράς που έμειναν
εκτός τόμου («Το φονικό στης Κίρκης», «Αντίσταση») θα μπορούσαν να
αναγνωριστούν καλυμμένες ή πιο ευδιάκριτες αιχμές για την αλαζονεία της
πολιτικής ή εκκλησιαστικής εξουσίας, τη χειραγώγηση του πλήθους, τον πολιτικό και ηθικό εφυλισμό, την κοινωνική υποκρισία κτλ. Σε δυο ποιήματα η Αφροδίτη δεν εμφανίζεται πια ως θεά του έρωτα και της ομορφιάς, αλλά, τραυματισμένη από τον πόλεμο του 74 και απελπισμένη από τους ανθρώπους, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το νησί, επιστρέφοντας στη θάλασσα από όπου αναδύθηκε. Σκληρή κριτική για κοινωνικές, πολιτικές και άλλες καταστάσεις μεθοδεύεται και στα ποιήματα «Εμείς οι όχεντρες», «0 ψάλτης», «Αγωγή» και «Σκήνωμα». Στα πεζόμορφα «Εμπιστευτικό για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή» και «Και πάλι φωνάζει», ο ενδοκειμενικός ποιητής-ομιλητής τείνει να ταυτιστεί με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, από την άποψη ότι και οι δύο φωνάζουν για να αφυπνίσουν τα πλήθη, αν και διαπιστώνεται ότι η θυσία τους αποβαίνει μάταιη και μοιραία για την τύχη τους. 0 Ιωάννης ο Βαπτιστής αναδεικνύεται κυρίως ως η άλλη, η εξεγερμένη φωνή
του ποιητή, ο ακατάδεχτος και ασυμβίβαστος εαυτός, που αδιαφορεί για την
καλοπέραση και «φωνάζει, ουρλιάζει, βρίζει». Είναι η φωνή της συνείδησης, που ελέγχει και τον ίδιον τον ποιητή: «πήγαινε, ψοφίμι, στη ζεστασιά σου». Σε γενικές γραμμές, η κριτική διοχετεύεται καλλιτεχνικά μεταπλασμένη μέσα από αξιόλογα ποιήματα, στα οποία ο συγγραφέας δεν περιορίζεται να θρηνεί πάνω στα ερείπια της Κύπρου, αλλά παράλληλα επικρίνει και μαστιγώνει με την ανελέητη σάτιρά του και αυτοσαρκάζεται. 0 ποιητής-προφήτης, ο εντεταλμένος να αφυπνίσει τους συμπατριώτες του από τον πολιτικό λήθαργο, επανέρχεται σε ένα από τα πιο συγκροτημένα κείμενα τη συλλογής: Στο ποίημα «Ονήσιλος» ο ομώνυμος βασιλιάς της αρχαίας Σαλαμίνας, που αποφάσισε να πολεμήσει τους Πέρσες και είχε άδοξο τέλος, επιχειρεί να διαμηνύσει κατά την κρίσιμη δεκαετία 1964-1974 στους Κυπρίους ότι το κυπριακό πρόβλημα εκτρέπεται επικίνδυνα. Όμως, οι μέλισσες που έστελλε για να τους κεντρίσουν (αυτές που είχαν φωλιάσει στο κρανίο του)
«όλες ψοφίσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα». 0 ενδοκειμενικός ποιητής-ομιλητής, που συναισθάνεται την ευθύνη του για το γεγονός ότι δεν κατάφερε να αφυπνίσει με ποιήματα-μέλισσες τις ναρκωμένες ή τις φανατισμένες συνειδήσεις των συμπολιτών του και να προλάβει το κακό, τελικά τιμωρείται από τον αρχαίο βασιλιά της Σαλαμίνας: «φρύαξε ο Ονήσιλος. / Άλλο δεν άντεξε. / Άρπαξε το καύκαλό του / και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου. / Κι έγειρα νεκρός. / Άδοξος, άθλιος, / καταραμένος απ’τον Ονήσιλο».
Καταλήγοντας, θα λέγαμε ότι ο αιρετικός χαρακτήρας της «Ωδής…»
εναρμονίζεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με τα πιο ντικομφορμιστικά, σατιρικά και ανατρεπτικά ποιήματα της Κατάθεσης αλλά και με ανάλογα ποιήματα των δυο πρώτων συλλογών του Π. Μηχανικού, στα οποία ο ποιητής ασκεί δριμεία κριτική σε πρόσωπα και καταστάσεις του τόπου του και της εποχής του. Για παράδειγμα, η (αυτο)κριτική και ο (αυτό)σαρκασμός σε ποιήματα όπως τα «Ονήσιλος», «Εμπιστευτικό για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή» «Και πάλι φωνάζει», «Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό», «Αγαλματοποιός», «Αφροδίτη», «Ίτε», «Ευαγγελισμός», «Η σπηλιά του Κύκλωπα», «Το φονικό της Κίρκης» κ.ά. λειτουργούν ως αντήχηση αλλά και ως τραγική επαλήθευση στα όσα προφητικά διέβλεπε ο ποιητής το 1964. Έτσι, η «Ωδή…» αποδεικνύεται ως η πλέον κατάλληλη εισαγωγή στην Κατάθεση και στην κυπριακή τραγωδία: αφενός, με αφορμή τις
διακοινοτικές συγκρούσεις και την όξυνση της πολιτικής κατάστασης στο νησί, προδιαγράφεται με την «Ωδή…» η συμφορά του ’74 ως αποτέλεσμα των εθνικών φανατισμών και του διχασμού στο εσωτερικό μέτωπο, που υποκινήθηκαν και από ξένες δυνάμεις· και αφετέρου, η οξεία πολιτική ματιά και ο προφητικός χαρακτήρας της «Ωδής…» επαληθεύονται με τον τραγικότερο τρόπο, από τη σκοπιά του συντελεσμένου δράματος, σε σειρά ποιημάτων της Κατάθεσης, στα οποία συνταιριάζονται ή εναλλάσσονται ο ελεγειακός τόνος, η πίκρα και η διάψευση, η ανοιχτόμυαλη και η βάναυση κριτική, η σάτιρα και ο σαρκασμός. Με άλλα λόγια, ο Π. Μηχανικός είναι πάνω απ’ όλα ποιητής· και στην ποίησή του κατορθώνει να υπερβαίνει ή να εναρμονίζει τον ενωτικό καημό του με τη διεθνιστική ματιά του και την οξεία κριτική του. [21]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για παράδειγμα, στο ποίημα του Κυρ. Χαραλαμπίδη «Αρέθουσα» [Κυδώνιον μήλον, 2006), σε ποιήματα του Λ. Ζαφειρίου («Στο Σιερκέτ», «Στον αρκαντάς», «Στη στροφή», Ποιήματα, 1975, 1977), στο διήγημα «Τα λευκά γάντια» (Ανάμεσα σ’ ένα φέρετρο κι ένα ήλιο, 1977) της Ιάνθης
Θεοχαρίδου, στο διήγημα «Οι στολές» (Αθέατη όψη, 1979) του Πάνου Ιωαννίδη, στο μυθιστόρημα Προτελευταία εποχή (1981) της Ήβης Μελεάγρου, στα δυο τελευταία μυθιστορήματα (Αρχιπέλαγος.
Είκοσι χρόνια γεννητούρια, 1990 και Αρχιπέλαγος. Η παγίδα, 2002) του Χρ. Γεωργίου, στα υπό έκδοση διηγήματα «Ρίψασπις λέων…» και «Εσύ, εγώ τζι ο Θεός» του Χρ. Χατζήπαπα, ίσως και σε άλλα.
2. Μάλιστα, όπως διευκρινίζεται στη συγκεντρωτική έκδοση Παντελής Μηχανικός, Ποιήματα, επιμ. Θεοδόσης Νικολάου & Φοίβος Σταυρίδης, Λευκωσία, Χρυσοπολίτισσα, 1982, σ. 132, ο Π. Μηχανικός φρόντισε να διαχωρίσει την «Ωδή…» από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, παρεμβάλλοντας ανάμεσά τους ένα διακοσμητικό σχέδιο του Τ. Στεφανίδη. Επίσης, ο ποιητής φρόντισε να διευκρινίσει σε σημείωσή του, που αναπαράγεται στην παραπάνω έκδοση: «Όπως θα προσέξει ο αναγνώστης, το πρώτο κείμενο της συλλογής είναι παλαιότερο, γραμμένο το 1964 (Απρίλης 1964). Τα υπόλοιπα γραφτήκανε προς το τέλος του 1974 και στις αρχές του 1975».
3. Από την άνοιξη του 1964 αρχίζει η κάθοδος της ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο, που αποσύρεται από το νησί τον Δεκέμβριο του 1968. Τον Δεκέμβριο του 1966 οι υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας
και της Τουρκίας συζητούν παραχώρηση βάσης στην Τουρκία με αντάλλαγμα την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Δυο μήνες μετά την επικράτηση της επταετούς δικτατορίας, η κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε ψήφισμα για ευόδωση της Ένωσης «μετά της μητρός Ελλάδος».
Ακόμα και μετά τη διακήρυξη του «εφικτού» από τον Μακάριο (12 Ιαν. 1968), κόμματα και οργανώσεις δηλώνουν ότι υποστηρίζουν την Ένωση. Ο Γ. Σεφέρης, από την άλλη, σε συνάντησή του με την Ήβη Μελεάγρου στις 20 Αυγούστου 1970, συμβουλεύει τους Κυπρίους: «Να προσέχετε τον
Μακάριο, να συσπειρωθείτε γύρω του». Ήβη Μελεάγρου, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά», Κυπριακά Χρονικά 70 (Δεκ. 1971) 90-96.
4. Έχω την εντύπωση ότι το θέμα αυτό δεν απασχόλησε πολλούς Κύπριους συγγραφείς, ή δεν τους απασχόλησε όσο και όπως έπρεπε, δηλαδή να γράψουν κάτι ουσιαστικό ξεπερνώντας εθνικά στερεότυπα ή μονόχνωτες εθνοκεντρικές προσεγγίσεις. Οι προγενέστερες σφαγές Ελληνοκυπρίων,
που έγιναν τον Ιούνιο του 1958 στην περιοχή του Κιόνελι και του Κοντεμένου από φανατισμένους Τουρκοκύπριους με τη συνδρομή βρετανών αποικιοκρατών, πέρασαν στο μυθιστόρημα Ανατολική Μεσόγειος (1969) της’Ηβης Μελεάγρου.
5. Οι στίχοι αυτοί περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος της Έρημης χώρας, που έχει τίτλο «Η ταφή του νεκρού». Βλ πρόχειρα, Τ.Σ. Έλιοτ, Άπαντα τα ποιήματα, μτφρ. Αριστοτέλης Νικολάίδης, Αθήνα, Κέδρος, 1984, σ.93.
6. Στο ποίημα «Ονήσιλος», που είναι γραμμένο από τη σκοπιά του συντελεσμένου δράματος, η σκληρή κριτική του ποιητή προς τα «παχύδερμα» της «εποχής των ολβίων» εξελίσσεται σε δριμεία αυτοκριτική, αφού ο ποιητής δεν κατάφερε να κεντρίσει τους συμπατριώτες του με τα ποιήματα-
μέλισσεςπου έστελνε για δέκα χρόνια, ή να τους αφυπνίσει με τις «αγριοφωνάρες» και τα ουρλιαχτά του Ιωάννη Βαπτιστή («Εμπιστευτικό για τον Ιωάννη Βαπτιστή», «Και πάλι φωνάζει»]. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν ισχύει η παρατήρηση του Α. Βοσκού ότι πρώτος ο Κ. Χρυσάνθης χρησιμοποίησε τον μύθο του Ονήσιλου στο ομότιτλο σονέτο που πρωτοδημοσίευσε το 1942: «Ονήσιλος: Από τον Ηρόδοτο στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία», Παρουσία 9 (Ιούν. 1999] 76. Πολλά χρόνια νωρίτερα, ο Ευγένιος Ζήνων δημοσίευσε το σονέτο «Ονήσιλος» [Αλήθεια, 1.1.1906 και Κυπριακόν Ημερολόγιου, 1918, σ. 18], το οποίο ενδεχομένως είχε υπόψη του ο Κ. Χρυσάνθης.
7. Η ποιητική διατύπωση είναι, φυσικά, αρκετά χρόνια προγενέστερη από το αθηναϊκό «αναρχικό» σύνθημα των graffiti: «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του».
8. Για παράδειγμα, το «last year» αποδίδεται από τον Σεφέρη με την πιο αναλυτική και κάπως αόριστη φράση «τον άλλο χρόνο», ενώ ο Μηχανικός προτιμά την πιο ουσιαστική μονολεκτική απόδοση «πέρσι». Μάλλον περιττή στην απόδοση του Σεφέρη είναι η χρήση της λέξης «κείνο» (απόδοση του αγγλικού that»). 0 ίδιος μάλλον αχρείαστα προσθέτει την έκφραση «πες μου», που δεν υπάρχει στο αγγλικό κείμενο.
9. Π. Μηχανικός, Ποιήματα, ό.π., σσ. 132-133.
10. Βλ. αντίστοιχα, Π. Παιονίδης, Νέα Εποχή 119-120 (Ιούλ-Οκτ. 1976) 319 και Π. Μηχανικός, Νέα Εποχή 121 (Νοέμβρ.-Δεκ. 1976) 375. Και τα δύο κείμενα περιλήφθηκαν στο βιβλίο του Π. Παιονίδη Τομές σε θέματαλόγου, Κύπρος 1981, σσ. 215-218.
11. Βλ. αντίστοιχα, Οξύπορος [Α. Ροδίτης], «Κρατικά λογοτεχνικά βραβεία», Η Σημερινή, 1.1.1977. Π. Μηχανικός, «Τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία και η Σημερινή», Η Χαραυγή, 4.1.1977. Τα κείμενα αυτά και άλλα έχουν συγκεντρωθεί στο δημοσίευμα του Άντη Ροδίτη «Για τον Παντελή Μηχανικό», Ακτή 26 (Άνοιξη 1996) 203-216.
12. Ανδρέας Χριστοφίδης, «0 Παντελής Μηχανικός μέσα στην κυπριακή πραγματικότητα», εφ. Ο Φιλελεύθερος, 20 και 21.3.1979 [= Α. Χριστοφίδης, Τα έλλογα και τα παράδοξα, Λευκωσία, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κόκκου, 1995, σσ. 131-141], Θεοδόσης Νικολάου, «Η ποίηση του Παντελή
Μηχανικού», 0 Κύκλος 1 (Ιαν.-Φεβρ. 1980) 7-12 [= Θ. Νικολάου, Φιλολογικά και κριτικά κείμενα, επιμ. Λ. Παπαλεοντίου, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2008, σσ. 426-435.
13. Μ.Κ. [Μάνος Κράλης;], Π. Μηχανικού: Κατάθεση. Μια ιδεολογική ανάλυση», Ο Φιλελεύθερος, 8 και 9.1.1977. Ας σημειωθεί ότι ο Μ. Κράλης, που συνδεόταν φιλικά με τον Π. Μηχανικό, δημοσιεύει αργότερα κριτική για την Κατάθεση (Η Σημερινή, 26.1.1979) αλλά και σημειώματα στη μνήμη του
ποιητή [ΗΣημερινή, 20.1.1979 και 22.7.1979). Θεοκλής Κουγιάλης, «Η κυπριακή ποιητική παραγωγή μετά τα γεγονότα του 1974», Διαβάζω 123 (17 Ιουλ. 1985) 43. Νίκος Ορφανίδης, «Όραμα και ματαίωση στον Παντελή Μηχανικό», Ακτή 10 (Άνοιξη 1992) 268.
14. Παίζοντας με τις λέξεις, ο Κ. Βασιλείου συνδέει το όνομα του Στέτσον με τον αμερικανό πολιτικό Ντην Άτσεσον, ο οποίος το 1964 εκπόνησε το λεγόμενο σχέδιο Άτσεσον, με το οποίο προβλεπόταν μονομερής ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και παραχώρηση εδαφών (λχ. της χερσονήσου
Καρπασίας και του Καστελλόριζου) στην Τουρκία. 0 Μακάριος απέρριψε το σχέδιο αυτό, η Τουρκία αποδέχτηκε την αρχική μορφή του, ενώ η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου συζητούσε κάποιες εκδοχές του.
15. Κώστας Βασιλείου, «Η κυπριακή κωμωδία μέσα από την Κατάθεση του Π. Μηχανικού», Ακτή 10 (Άνοιξη 1992) 309-311.
16. Yiannis Ε. Ioannnou, «The poets of dissent: the Ί974 generation’ in Cyprus», Modern Greek Studies Yearbook9 (1993) 325-329.
17. Κώστας Βασιλείου, «Ο Ριμαχό καιη ωραία»,Ακτή 25 (Χειμώνας 1995) 77-80.
18. Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες, ο Π. Μηχανικός, βαθιά πικραμένος από τη μη βράβευση της Κατάθεσης, έριξε στη φωτιά τα εναπομείναντα αντίτυπα του βιβλίου του και από τότε δεν δημοσίευσε κανένα ποίημά του. Βλ Αλέκος Κωνσταντινίδης, Αμφισβητήσεις, Λευκωσία 1977, σσ. 122-124. Ανδρέας Παστελλάς, «Όταν οι ποιητές αποφασίζουν να κάψουν τα ποιήματά τους». Ακτή 10 (Άνοιξη 1992) 231-232. Σάββας Παύλου, Φιλολογικά και άλλα, Λευκωσία 2005, σ. 201. Βλ επίσης, Φ. Σταυρίδης, «Για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας» (επιστολή), Ο Φιλελεύθερος, 8.1.1977. Ρήνα
Κατσελλή, «Σε ποιους ανήκει ο Παντελής Μηχανικός», Ο Φιλελεύθερος, 22.3.1979. Θεόφιλος Καμπούρης [=Σάββας Παύλου], «Ήθη λογοτεχνικής επαρχίας». Αυτοδιάθεση 5 (27 Μαΐου 1985) 9-10. Σάββας Παύλου, «Μερικές πλευρές της υπόθεσης Παντελή Μηχανικού», Η Σημερινή, 11.1.1989. Κιτιεύς [Φοίβος Σταυρίδης], «Παντελής Μηχανικός – Περιπέτειες (β): Κατάθεση και κρατικό βραβείο», στο ιστολόγιο του Φ. Σταυρίδη Retalia et alia, 19 Οκτ. 2008 (http:://kitieus.wordpress.com/2008/10).
19. Α. Χριστοφίδης, «0 Παντελής Μηχανικός μέσα στην κυπριακή πραγματικότητα», ό.π., σσ. 132,139.
20. Μάνος Κράλης, «Παντελή Μηχανικού: Κατάθεση», Η Σημερινή, 26.1.1979.
21. Ευχαριστώ τους φίλους και συνάδελφους Κώστα Βασιλείου, Γιώργο Κεχαγιόγλου, Σάββα Παύλου
και Φοίβο Σταυρίδη για την πολύτιμη βοήθειά τους.

 

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

Σύντομή παρουσίαση της ποίησης του Παντελή Μηχανικού στην
εκδήλωση «Οι φίλοι της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού» ,
στη Λάρνακα, 18 Μαΐου,2015. –
_________________________________________________________

«Τα πλούτη ήτανε κλουβί
Ήταν μια μικρή γυάλινη σφαίρα/ οπού κλείσαμε τη ψυχή μας
Μικρός ουρανός τεχνητός.
Ημίγυμνες γυναίκες μ’ αραχνοΰφαντα/καπνοί
Ώσπου είχαμε λεφτά/βρίσκαμε διαρκώς ασχολίες, διασκεδάσεις,/μες τη
γυάλινη μικρή σφαίρα.
Πώς τα δέσαμε τα ματιά μας, πράγμα που δεν ήταν ποτέ του γούστου
μας. /Γιατί ο Βικέντιος Βαν Γκογκ /γιατί αναζήτησε τα δυστυχισμένα
πρόσωπα, τ’ αυλακωμένα.
Γιατί ζωγράφισε τους καρβουνοβαμμένους ανθρακωρύχους /και τα
θλιμμένα παλιοπάπουτσα με τις ρυτίδες /που τα φορούσε ο μόχτος
τόσα χρόνια/που τα ξεχαρβάλωνε η ανάγωγη γης /χαϊδεύοντας τα με
πέτρες και με χώματα /τόσα χρόνια, τόσα χρόνια.
Ο Βικέντιος /μας κουβάλησε απ’ τ’ ανθρακωρυχεία του Μπορινάζ /ένα
κασμά/ να θραύσουμε τη μικρή γυάλινη σφαίρα.»
Αρχίζω τη σύντομη παρουσίαση της ποίησης του Παντελή
Μηχανικού με το ποίημα «Τι μας έφερε ο Βικέντιος» γιατί θεωρώ ότι
εμπεριέχει πολλά από τα στοιχεία της ποίησης του Παντελή
Μηχανικού, κοινωνικό προβληματισμό, ενδοσκόπηση ψυχής,
μοιρολατρία ή μάλλον αδυναμία διαφυγής, απόγνωση, απελπισία,
αλλά και ελπίδα αλλαγής, αν εμείς το αποφασίσουμε «να θραύσουμε
τη μικρή γυάλινη σφαίρα»
Ο Παντελής Μηχανικός, ποιητής με έργο αξιόλογο και ξεχωριστό που
τοποθετείται στο χώρο της μεταπολεμικής κυπριακής
ποίησης, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1926 στο χωριό Λιμνιά της
επαρχίας Αμμοχώστου. Αποφοίτησε από το Ελληνικό Γυμνάσιο
Αμμοχώστου και την Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας. Από το 1949 κι
έως το θάνατο του στο Λονδίνο το 1979 ,εργάστηκε ως τελωνειακός
υπάλληλος στο Τμήμα Τελωνείων – εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι ο
Παντελής Μηχανικός εργάστηκε για μερικά χρόνια , προς το τέλος της
ζωής του, στο Τελωνείο στη Λάρνακα.
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 από τις σελίδες του
περιοδικού «Κυπριακά Γράμματα» και δυο χρόνια αργότερα τιμήθηκε
με το πρώτο βραβείο του ποιητικού διαγωνισμού του περιοδικού
«Κυπριακά Γράμματα» για το ποίημα του « Δοκιμασία Ονείρων». Αυτό
είναι και το μοναδικό βραβείο ποίησης που θα λάβει ο Παντελής
Μηχανικός . Όταν το 1975 η τρίτη και τελευταία ποιητική του
συλλογή με τον τίτλο «Κατάθεση» θεωρήθηκε από τους κριτικούς και
την Επιτροπή Κρατικών Βραβείων ως το καλύτερο βιβλίο προς
βράβευση, η Επιτροπή αποφάσισε να δοθεί το πρώτο
βραβείο στην ποιητική συλλογή του Μηχανικού . Τότε όμως με
παρέμβαση του Υπουργού Παιδείας ακυρώθηκε η απόφαση γιατί
πίστευαν ότι κάποιοι αιχμηροί στίχοι σε ποιήματα της συλλογής
περιείχαν νύξεις κατά του Μακαρίου και της τότε διακυβέρνηση του.
Πριν προχωρήσουμε στη σύντομη παρουσίαση της ποίησης του
Παντελή Μηχανικού, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι
η διαμόρφωση του ως ποιητή συντελείται μέσα από ένα διαλόγο
ιδιαίτερα με τον T.S. Eliot, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο .
Ο Παντελής Μηχανικός αφομοίωσε δημιουργικά την ποιητική του
μοντερνισμού κι άνοιξε το δρόμο για νέες εκφραστικές επιλογές στην
κυπριακή ποίηση.
Οι χρονικές ενδείξεις των τριών ποιητικών συλλογών του Παντελή
Μηχανικού «Παρεκκλίσεις» 1957, «Τα δυό βουνά» 1963 και
«Κατάθεση» 1975 αντιστοιχούν σε καίριες στιγμές της σύγχρονης
ιστορίας μας.
Με την πρώτη του ποιητική συλλογή «Παρεκκλίσεις» που
περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη τη βραβευμένη από τα Κυπριακά
Γράμματα «Δοκιμασία Ονείρων» που αναφέραμε προηγουμένως
υποδηλώνει τη διαφοροποίηση του ποιητή από τις σύγχρονες
θεματικές κι εκφραστικές αναζητήσεις καθώς και το γενικότερο κλίμα
της εποχής εκφράζοντας μια βαθύτερη αγωνιά σε συλλογικό αλλά και
ατομικό επίπεδο.
Διαβάζουμε στο πρώτο ποίημα της συλλογής :
«Οι άλλοι, οι άλλοι
Θα δανειστούν για απόψε το χαμόγελο/της χτεσινής μέρας, που το
δανείστηκε από την προηγούμενη/για να βολέψουνε τα βήματα τους,
να εφαρμόσουν/απάνω στις πατημασιές/ -να φαίνονται γραμμή -\της
ευπρέπειας. »
Ο ποιητής όμως θέλει να ξεφύγει από αυτό τον κλοιό απελπισίας , θέλει
να μην περπατήσει πάνω στις προδιαγραφόμενες πατημασιές , θέλει να
παρεκκλίνει αλλά δεν μπορεί γιατί τα καθεστικότητα είναι τόσο ισχυρά
που είναι αδύνατη η παρέκκλιση.
«Εδώ πέρα δεν υπάρχει άλλη διέξοδος ..» γράφει στο ποίημα «Γράμμα»
που αρχίζει με το στίχο «Αγαπητή μητέρα» και συνεχίζει «Περπατώ
στου δρόμους / με την ύπαρξη μου γραμμένη κάτω από τα παπούτσια
μου που τη ζουλεί το κάθε μου πάτημα »
Αυτός ο προδιαγραφόμενος βηματισμός μέσα στη ζωή σε προσωπικό
επίπεδο ή/και μέσα στην ιστορία του τόπου απασχολεί τον ποιητή,
όπως θα δούμε, και σε μεταγενέστερα ποιήματα του όπως στο ποίημα
από την τελευταία του συλλογή «Κατάθεση» με τίτλο «Σκήνωμα»
«Ανθρώπινα χέρια/ στις κακές τους ώρες /σας έφτιαξαν
αυτές τις ράγες που σας βαδίζουν »

Το 1963 με την ποιητική του συλλογή «Τα δυο βουνά» ο ποιητικός
λόγος του Παντελή Μηχανικού αποκτά μια καθαρότερη έκφραση.
Η επίγνωση της τραγικότητας της ιστορίας μας και η αναζήτηση μιας
υπαρξιακής διεξόδου οδηγούν τον ποιητή σε μια γραφή άμεση και
παραστατική. Τα ποιήματα της συλλογής έχουν την ωριμότητα του
ποιητή που έχει πια διαμορφώσει το προσωπικό του ύφος.
Τα δυο βουνά δεν είναι άλλα από τον Ιλαρίωνα και τον Μαχαιρά , οι
δυο οροσειρές μας Πενταδάχτυλος και Τροόδος στο ομότιτλο
ποίημα εμψυχώνονται και συνομιλούν βουβοί, καρτερικοί μάρτυρες
ολόκληρης της ιστορίας μας .Ο Παντελής Μηχανικός έχει βαθιά γνώση
της ιστορίας, συναίσθηση της τραγικότητας της την οποία βιώνει και
μετουσιώνει σε μια ποιητική γραφή που την χαρακτηρίζει ο
σφιχτοδεμένος λιτός στίχος, βαθιά στοχαστικός , ευαίσθητος και
ρωμαλέος συγχρόνως, ενίοτε πικρός και σαρκαστικός.
Ο Παντελής Μηχανικός, όπως αναφέρει ένας άλλος σημαντικός
ποιητής μας , ο Θεοδόσης Νικολάου , δεν είναι ο διθυραμβικός ποιητής
ούτε ο εγκωμιαστής ιστορικών γεγονότων και προσώπων.
Στο ποίημα του «Ημιχρόνιο» με το δικό του προσωπικό πια ύφος,
κλείνει μέσα σε 119 στίχους όλη την ιστορία του τόπου μας, τη δόξα και
τον πόνο μας.
«΄Αγγελε σκληρέ, σκότωσε με στον σκληρό δρόμο/ μη με αφήσεις/ στην
εύκολη ευθεία/ Κάνε τη ψυχή μου να κλάψει/ αλλά να ιδώ /το πουλί
να λαλεί/ το δέντρο να ανθεί /τον σπόρο να κάνει το θαύμα/ -Βγάλε το
θαύμα μέσ’ απ΄το αίμα μου».
Ο σκληρός άγγελος είναι για τον ποιητή εκείνη η μυστική δύναμη που
κρατά το πνεύμα άγρυπνο ώστε να λάμπει και να κυβερνά τη ζωή
των ανθρώπων.

Το 1975, πριν κλείσει ένας χρόνος μετά την εισβολή, ο Παντελής
Μηχανικός , σαν μάρτυρας στο δικαστήριο το
χρόνου, μας δίνει τη δική του «Κατάθεση» . Την
τρίτη και τελευταία ποιητική του συλλογή που περιλαμβάνει
εμβληματικά ποιήματα, ποιήματα που μπορούν να θεωρηθούν ως
έκφραση πολιτικής διαμαρτυρίας, οργής και καταγγελίας όπως τον
«Ονήσιλο» την «Ωδή σ’ ένα σκοτωμένο Τουρκάκι», το «Ιτε» , το
« Σκήνωμα» κι άλλα ( θα ήθελα να κάνω μια εκτενή αναφορά στα
ποιήματα αυτά άλλα ο χρόνος δεν μας το επιτρέπει.)
Με την ενεργοποίηση διαφόρων ιστορικών προσώπων όπως του
Ονήσιλου, του Αισχύλου , του Θουκυδίδη και άλλων (εδώ είναι
ενδιαφέρον να αναφέρουμε τα ονόματα των τριών γιών του που είναι
Θουκυδίδης, Ορέστης και Ονήσιλος) Με την ενεργοποίηση αυτών των
ιστορικών προσώπων αλλά και φανταστικών όπως τον
Ριμαχό (πρόσωπο φανταστικό με πολλαπλούς συμβολισμούς )
ο Παντελής Μηχανικός καυτηριάζει τα πολιτικά πράγματα , τον
εφησυχασμό και την αδιαφορία μας , προκαλεί , σαρκάζει και
καταλογίζει ευθύνες .
Στο συγκλονιστικό ποίημα «Ιτε» γράφει : «Και τι περιμένεις από
ανθρώπους/ που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους και
δεν τραβήξανε το σουγιά τους./ Απαθώς τότε/ κι απαθώς σήμερα
/ζητάνε απλώς διαζύγιο./Τέτοιοι ρουφιάνοι / δεν μπορούν να
πολεμήσουν για τίποτε»
Και οι δέκα χιλιάδες μέλισσες που μας έστειλε ο Ονήσιλος «να μας
κεντρίσουν/να μας ξυπνήσουν/να μας φέρουν ένα μήνυμα»
«όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα χωρίς τίποτε να
νιώσουμε» και συνεχίζει ο ποιητής
«κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων/ έφτασε στη Σαλαμίνα/ φρύαξε
ο Ονήσιλος./Άλλο δεν άντεξα/ Άρπαξε το καύκαλο του και το
θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου/ Κι έγυρα νεκρός/ Άδοξος, άθλιος /
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.»
Ο Παντελής Μηχανικός μέσα από ένα ποιητικό λόγο καίριο και πυκνό,
απομυθοποιεί και ρεαλιστικά απογυμνώνει την τραγική
πραγματικότητα . Προφητικός, βαθειά στοχαστικός, με μια ποιητική
γραφή δυνατή κι έντονα αιχμηρή . Στα ποιήματα του η προσωπική
αίσθηση της ιστορίας μετουσιώνεται σε μια συλλογική οδυνηρή
εμπειρία με την κυπριακή τραγωδία ανάγλυφη στο σκηνικό της
ποίησης του.
Ο Παντελής Μηχανικός αποκωδικοποίησε τους οιωνούς του
κακού και της τραγωδίας, με αυθεντική λαλιά μίλησε για τα πάθη του
τόπου , συντονισμένος με την ανάσα της ιστορίας και των τραγικών
συμβάντων . Μίλησε για τις προδομένες διαθήκες του 1955, για τις
ναυαγισμένες ελπίδες του 1960, και με πόνο ψυχής μέσα «στα ερείπια
και στα χαλάσματα/στα καμένα χορτάρια» γράφει για τον κοινό μας
πόνο, γυρεύει τα αίτια του κακού και τις ευθύνες όλων μας αλλά δεν
απελπίζεται ,πιστεύει στην ποίηση και προχωρεί προς το φως
«Εγώ πιστεύω σε σένα /Εγώ πιστεύω στη σπίθα /μέσα στην καρδιά του
ποιητή/ Εγώ πιστεύω στον ποιητή του φωτός/Εγω πιστεύω στον ποιητή
που φωνάζει..»
Γράφει ο συγγραφέας Κυριάκος Μαργαρίτης για τον Παντελή Μηχανικό
«Ελάχιστοι ίσως τον θυμούνται, ελάχιστοι τον γνωρίζουν έξω από την
Κύπρο. Ειρωνεία μου φαίνεται , μα ας είναι, έχουμε την άγνοια για
τους ποιητές, την αδιανόητη ελαφράδα που τους περιφρονεί. Ας είναι.
Ο λόγος του επιβιώνει εμμόνως στο θρόισμα των κυπαρισσιών του τόπου.»
«Τις νύχτες/μαύρα κυπαρίσσια/περιδιαβάζουν τον τόπο μας/Κάπου-
κάπου ένας στεναγμός ξεφεύγει από τα κυπαρίσσια μας /μεσ’ από
μαύρες φτερούγες πουλιών /που πλαταγίζουν την πηχτή θλίψη των
ανέμων»

Θα ήθελα να κλείσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση του τόσο
σημαντικού ποιητικού έργου του Παντελή Μηχανικού που αν δεν
έφευγε στα 53 του χρόνια και συνέχιζε την ποιητική του
δημιουργία, η κυπριακή ποίηση θα ήταν ακόμη πιο πλούσια κι ο ίδιος
θα είχε τη ξεχωριστή θέση που του αρμόζει στην ιστορία της ελληνικής
λογοτεχνίας, θα ήθελα να κλείσω όπως ανέφερα με μερικούς στίχους
από ένα από τα τελευταία ποιήματα του :
«Κάτι μου λέει πως ο καθαρός άνθρωπος δεν φοβάται την ήττα,
Κάτι μου λέει πως για τον καθαρόν άνθρωπο δεν υπάρχει ήττα.
Αυτός προχωρεί πάντα μπροστά. Κι όταν ακόμα τον χτυπήσει
Ο θάνατος , αυτουνού η ψύχη πάει μπροστά. Μπροστά
χωρίς να κλαίει, χωρίς να ντροπιάζεται. Ολόγυρος και γελαστός
Πάει μπροστά.»

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Θεοδόσης Νικολάου (Πάφος 10/3/1930-Λευκωσία 8/2/2004) σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παιδαγωγικά στο Λονδίνο. Ύστερα από τις σπουδές του εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία της πόλης και της επαρχίας Aμμοχώστου έως το 1974.[1] Mετά την κατάληψη της πόλης από τους Tούρκους, για μικρό διάστημα, διέμεινε με την οικογένειά του στο Παραλίμνι και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα.Τη δεκαετία του 1950 δημοσιεύτηκαν ποιήματά του στο λογοτεχνικό περιοδικό Κυπριακά Γράμματα και το 1958 δημοσιεύτηκε η συλλογή διηγημάτων του Ρίζες στα χώματα. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές: Πεπραγμένα (1980)· Εικόνες (1988)· Το σπίτι (α΄ εκδ. 1993, β΄ εκδ. 2002)

ΕΙΚΟΝΕΣ (1998)

ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ TOΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Όλα τα χρώματα είναι ωραία

Και όλα τα χρώματα είναι αγνά.

Γυρίζουν οι εποχές και εκθέτουν

Τις ζωγραφιές της γης

Καμωμένες με άνθη.

Το μαύρο βλέμμα της παπαρούνας

Μέσ’ από τα κόκκινα πέπλα των φρουρών του,

Η θάλασσα των σταχιών

Που ξεδιπλώνει κίτρινα τα κύματά της

Μέσα στο καλοκαίρι.

Και η άλλη, η άλλη θάλασσα η μεγάλη

Με τα λευκά και τα γαλάζια των γαλάζιων

Ως τη χάλκινη κραυγή που αφήνει

Το φύλλο της χαρουπιάς

.Δροσίζοντας την κεφαλή των ανθρώπων.

Το τόξο του ουρανού τα αναλαμβάνει

Και πλυμένα από τη βροχή

Τα ταξινομεί.

Η ευαισθησία όμως για το λευκό

Δεν είναι γιατί λευκές είναι οι φτερούγες

Και λευκή η στολή των Αγγέλων.

Καθίσαμε κάποτε στον ποταμό της Αλβιόνος.

Εκεί μήτε κλάψαμε, μήτε γελάσαμε

Μήτε ρωτηθήκαμε, μήτε απαντήσαμε.

Το νερό του ποταμού κυλά

’Αλλά στην όαση φτάνει μια γκρίζα ακινησία.

Την κίνηση την αντιλαμβάνεσαι μονάχα

Με τα πανιά των καραβιών πού ταξιδεύουν

Ή όταν ένα σώμα παρασύρεται

Και συλλογίζεσαι πώς αυτό το σώμα

Μπορεί να είναι το δικό σου σώμα.

Κι εκεί που δεν υπήρχε τίποτα

Παρά μόνο μια έρημος

Κι εσύ μόνος μέσα στην έρημο γυμνός,

Όπου με λύσσα μάχονται οι τέσσερεις ανέμοι

Κουβαλώντας στα φτερά τους την παγωνιά,

Αντήχησε

Γλυκύτατη, αγαπημένη, οικεία

Η φωνή.

«Τα μάτια σου ακόμα συντηρούν τη λάσπη

Και δεν βλέπεις γύρω σου τούς ποταμούς του ελέους

Δεν βλέπεις τη βροχή της αγάπης.

Πάρε τα ιμάτια μου και κρύψε τη γύμνωσή σου.»

Τότε απέραντα από τον ουρανό ξετυλίγονταν

Ιμάτια λευκά, και αναδιπλώνονταν —

Γέμισε η γη με χιόνι.

Το χιόνι ανεβαίνει στα δέντρα

Ανεβαίνει ίσαμε την καρδιά σου

Το θάλπος της αγάπης τη ζεσταίνει.

Πάνω στα σκουριασμένα κλωνάρια της αμυγδαλιάς

Ανεβαίνουν χιλιάδες λευκές πεταλούδες.

Πάνω στη σκουριασμένη ψυχή μας ξεπετάγονται

Χιλιάδες λευκοί ανθοί ωσάν το χιόνι.

Εδώ στο κράτος του θανάτου λαμπροφορεί η ζωή

Και η οπτασία της ανθισμένης αμυγδαλιάς

Γαληνεύει το χειμώνα και το πνεύμα σου.

ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Στον Φοίβο Σταυρίδη

Α’

Γελούν όσοι δεν άκουσαν την ηχώ

Των σταθερών βημάτων. Μα ποιός θ’ ακούσει

Μέσα στην ταραχή και τις φωνές του κόσμου;

Ασθμαίνουμε για ν’ αυξήσουμε την αγάπη μας

Για ό,τι θηρεύει η αίσθηση κι αιχμαλωτίζει.

Και η ψυχή συντετριμμένη σαν κοχύλια πάνω στα λάφυρά μας,

Που η θάλασσα στο τέλος, με ακατάπαυστη κίνηση ελαφρύνει

Και στην άμμο εναποθέτει.

Ἢ το ενισχυμένο χέρι άλλες φορές

Με στρίψιμο επιδέξιο

Αποσπά μ’ ευκολία από το βράχο.

Είδα τον καπετάνιο να γελά

Με την πίπα του στο στόμα να καπνίζει

Ενώ το καράβι του βούλιαζε.

Γελούν ακόμα γιατί δεν έχουν κατεβεί

Σκαλί σκαλί τη σκάλα

Και δεν λεηλατήθηκε η ακοή τους

Από τα σκουριασμένα σιδερικά καθώς χτυπούσαν

Σε σιδερικά. Δεν έχουν ακούσει τα κλειδιά

Να γυρίζουν δυο και τρεις φορές στις κλειδαριές.

Κι εκείνες τις φωνές του πόνου να μαυρίζουν

Μέσα στις απέραντες κάμαρες το σκότος

Δεν άκουσαν.

Αν ξέραμε

Ίσως πάνω στα χείλη μας θ’ άνθιζε

Ένα πικρό μικρό χαμόγελο μονάχα

Όπως αυτό που βλέπεις στο πρόσωπο των αγαλμάτων

Γραμμένο από τους Έλληνες τεχνίτες

Τον καιρό που ερωτεύονταν τις πέτρες.

Β’

Ο ήλιος ρίχνει τα μαλλιά του από ψηλά

Και οι πέτρες κοκκινίζουν από τις γλώσσες της φωτιάς·

Λιποθυμά το χόρτο και γέρνει μέσα στον καπνό.

Όμως αυτή την κώχη δεν την πιάνει.

Όπως ο σπουργίτης διατηρεί απόσταση ασφαλείας

Από το πλησίασμα παιδιού με το πέταγμά του

Έτσι οι έλικες στην άμιλλα τους προχωρούν

Και βρίσκουν τόπο για ν’ απλώσει τα φύλλα του το αμπέλι

Τόπο για τη στερεομετρία της ταξιανθίας

Και ύστερα δροσιά για τον καρπό

Στην αιώρα των ανέμων. |

Δροσιά ακόμα και για την οχιά

Όταν τυλίγεται επάνω του με φρόνηση.

Άλογα τρέχουν χρεμετίζοντας

Κι ανάμεσα τους το πιο ευγενικό και ωραίο

Το τριανταφυλλί άλογο διακρίνεις.

Τόσο ελαφρό

Ελευθερωμένο τώρα από το βάρος της σοφίας

Που λες δεν τρέχει αυτό

Αλλά πετά.

Γ’

Η γνώση διδάσκει την ταπείνωση

Κρούοντας αθέατες χορδές

Και γεμίζοντας τον αιθέρα με ήχους

Που μήτε το ρεύμα που τρέχει,

Μήτε το φύλλο που ψιθυρίζει

Μήτε και το κρυφό αηδόνι

Έχει γνωρίσει.

Συλλαβίζουμε και τα χρόνια περνούν

Κι εμείς μαθητές ανεπίδεκτοι μαθήσεως

Δεν μπορούμε να πάμε στην άλλη σελίδα.

Για να εκτιμήσουμε το μέγεθος του φωτός

Πρέπει στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς να βάλουμε

Την ίδια ποσότητα του σκότους.

Έτσι για να χαρούμε τη χάρη της χορηγίας

Πρέπει τα δάκτυλά μας

Να ψηλαφήσουν το περίγραμμα της απουσίας της.

Αυτό το μάθημα

Είναι το μέγιστον μάθημα.

Δ’

Τα τέσσερα σημεία της οικουμένης

Άρκτος, Δύση, Ανατολή και Μεσημβρία

Είναι οι δρόμοι των ανέμων που κυλούν

Για ν’ αλλάζουν τις όψεις του προσώπου της.

Αινίγματα για την απογείωση του λογισμού

Φτερά στα όνειρα για να βιάζουν

Τις κλειστές θύρες.

Αν σας απογυμνώνω

Είναι γιατί μέσα στην ψυχή μου υπερεκχειλίζει η αγάπη

Αν σας απογυμνώνω

Είναι για ν’ αποζητήσετε τη λαμπρή στολή,

Για τη μεγάλη γιορτή που πλησιάζει.

Ε’

Ιδού λοιπόν και η λίμνη.

Χωρίς επιθυμίες, χωρίς όνειρα

Για να ξυπνά τις μυστικές επιθυμίες

Και όνειρα παλαιά ν’ ανακαινίζει.

Η λίμνη αφήνει γύρω τα βουνά και το τοπίο

Να κατοικούν μες στα νερά της.

Ποιο είναι το είδωλο, και ποιο είναι το αντικείμενο

Ποιο είναι αυτό που υπάρχει και ποιά η σκιά του;

Δεν μπορείς να πεις

Ούτε ακόμα και στη φωτογραφία

Που τη γυρίζεις πάνω κάτω μες στα χέρια σου.

Σύννεφο κυλά τριανταφυλλί

Ταράζει την επιφάνεια τού νερού

Κι ευθύς διαμελίζεται σ’ αμέτρητα πουλιά

Που κοιμούνται και ονειρεύονται ταξίδια,

Σκύβεις διψασμένος

Μα το νερό

Ξεφεύγει από τα δάχτυλα αλμυρό.

Όμως αυτή η ωραία μορφή που ενατενίζεις

Είναι το πρόσωπό σου

Που το βλέπεις τώρα μέσα στην ομορφιά του ουρανού

Και είναι ανάγκη να το αγαπήσεις

Για ν’ απαλείψεις έτσι τις ρυτίδες και τα σημάδια της φθοράς.

Γιατί και η λίμνη φεύγει με την αποδημία των πουλιών

Και απομένει μια λευκή έκταση

Που αστράφτει και τυφλώνει, την δράση.

Γι’ αυτό βύθισε το βλέμμα σου μέσα στο γαλάζιο

Καθώς ξεδιπλώνεται απαλό πάνω από την κεφαλή σου

Κι άφησε τούς υιούς των υποζυγίων

Συντρίβοντας τον καθρέφτη που σκληρύνεται

Να τρυγούν με υπομονή τον λευκό καρπό της.

ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Το προηγούμενο βράδυ έβρεξε βατράχους.

Κραυγή της φύσης για να υπενθυμίσει, το άλλο πρόσωπό της

Που αναπνέει μέσα στο σκοτάδι.

Ο άνεμος σηκώνει το νερό από τις λίμνες

Ταξιδεύοντάς το μέσα σε αόρατο κι απέραντο δοχείο

Πάνω από τα βουνά, τους κάμπους και τις πολιτείες.

Σηκώνει το νερό εξαντλημένο από τη νοσταλγία

Της περιπέτειας, μαζί με τους ενοίκους του

Και όταν τα δάχτυλά του κουραστούν το αφήνει

Και πέφτει βροχή με μάτια που πηδά και που κοάζει.

Ό διαφωτισμός έχει εγκαθιδρύσει παντού τις ηλεκτρικές του

εγκαταστάσεις.

Στρίβεις το διακόπτη και ικανοποιείς την περιέργειά σου.

Το πνεύμα σου σαν πολυέλαιος πάμφωτος

Από εκατό κεριά, τον ύπνο περιμένει να τα σβήσει.

Και όμως ό τυφλός του ευαγγελίου δεν αμάρτησε

Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός.

Ήταν μονάχα για να μεγαλυνθεί η δόξα του Κυρίου.

Τα παγώνια στολίζουν τα βυζαντινά μας χειρόγραφα.

Ελαφρύνουν το βάρος της ομορφιάς τους ακατάπαυστα

Σκύβοντας μέσα στο νερό.

Τη δίψα τους δεν μπορούν να ξεδιψάσουν.

Είναι φορές που δεξιπλώνουν τη δόξα τους

Και λάμπουν τα πράσινα και τα γαλάζια βλέμματά τους

Ανάμεσα σε ερείπια, οραμάτων και προσευχών

Ακρωτηριασμένα ανθέμια και κολόνες σπασμένες

Που δεν βυθίστηκαν ακόμα μες στο χώμα.

Όταν όμως έρθει η νύχτα κωπηλατούν με τα φτερά τους

Αποσείουν τη σκόνη και τη μυρωδιά του καιρού

Και με αντιπαροχή την ανέσπερη δόξα τους

Γίνονται κραυγές μέσα στο σκοτάδι.

Οι κραυγές σχίζουν τί νύχτα όπως ο υφασματοπώλης

Τα παλιά τα χρόνια τραβώντας μια κλωστή

Έσχιζε το ύφασμα σε δυο κομμάτια.

Τί θέλουν μέσα στο σκοτάδι; Τί ψηλαφούν μέσα στο σκοτάδι;

Το σκότος δεν μπορούν να το τρομάξουν

Τρομάζουν μόνο την ψυχή μας και δεν την αφήνουν

Να κλείσει μάτι έστω και για μια στιγμή.

Τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, πρέπει εν κατακλείδι να αναφέρω

Πως έπεφτε ψιλή, γλυκιά, χρωματιστή βροχή

Πάνω στο πρόσωπό μας και μέσα στα μαλλιά μας.

Αίσθημα οικείο όσο παράδοξο κι ανεξήγητο.

Σκίρτημα ζαρκαδιού μες στην ψυχή μας

Που μας έκαμνε να περπατούμε

Πάνω στις στέγες των σπιτιών αντί στους δρόμους.

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

Οι επισκέπτες τριγυρίζουν μες στην αίθουσα·

Βλέπουν στους τοίχους τις εικόνες

Συνομιλούν και σχολιάζουν.

«Ο τεχνίτης πρέπει να δίνει σάρκα και οστά στα οράματα του·

Από τα έργα απουσιάζει παντελώς η φρίκη του Θανάτου.

Τι θέση έχουν τα πουλιά, τί δέντρα, τα τοπία αυτά τα ειδυλλιακά

Την ώρα που η βία ωμή περνά και μας καταπατά;»

Μα όταν το βράδυ σβήσει τα φώτα ο φύλακας

Και στερεώσει το μοχλό στην πόρτα

Ανοίγουν το ράμφος τα πουλιά

Και η άδεια αίθουσα αντηχεί από ένα κλάμα

Σαν νι μοιρολογούν όλα μαζί την Αντριανόπολη.

Κι ακόμα όταν σηκώνεται ο άνεμος τη νύχτα

Την αίθουσα αυτή δεν αγνοεί. Πνέει

Και σείει τα φύλλα των δέντρων στις εικόνες.

Ένας στεναγμός ακούεται μέσα στους τέσσερεις τοίχους

Ίδιος με το θρήνο της Εκάβης

Που μαζί με τις άλλες Τρωαδίτισσες ζητούσαν

Μέσα στη λεηλατημένη Τροία τα παιδιά τους.

Φαίνεται πως δεν έχει σημασία το τί αλλά το πώς.

ΜΝΗΜΗ

Όταν ήμαστε παιδιά μάς έλεγαν πως πρέπει να σιωπούμε

Για να μπορούν ν’ ακούονται οι μεγάλοι

Που συζητούν για υποθέσεις σοβαρές.

Μας έλεγαν να μη μιλούμε στο τηλέφωνο

Γιατί δεν είναι το τηλέφωνο παιχνίδι για παιδιά•

Είναι κι αυτό αναγκαίο για τους μεγάλους

Και μάλιστα για πράγματα ουσιώδη.

Και άλλα πολλά μας έλεγαν

Που εστένευαν την απεραντοσύνη του κόσμου.

Ο λυγμός κατέβαζε τα βλέφαρα βαριά

Ενώ ο ύπνος στέγνωνε στο μάγουλο μια βούλα από δάκρυα.

Μιλήσαμε τέλος στο τηλέφωνο όταν μάθαμε τα περί ήχου•

Ότι δηλαδή ο ουρανός είναι μια άλλη θάλασσα

Με κύματα που σπάζουν ή που σβήνουν κι αυτά στην ακοή.

Μιλήσαμε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής

Δεν μπορούσε να είναι ούτε ο λύκος

Ούτε η αρκούδα, ούτε ο πρίγκιπας

Ούτε ο Αϊ-Βασίλης με το μυροβόλο ραβδί

Και τα περδίκια αγαπημένα με τα λευκά περιστέρια

Να σμίγουν τους κελαηδισμούς τους.

Τώρα που μάθαμε τι λέγουν οι μεγάλοι

Αφού γίναμε κι εμείς μεγάλοι πια,

Καταλάβαμε ακόμα και γιατί δεν μπορεί ο κόσμος

Να ησυχάσει μια στιγμή.

Και είναι τώρα πράγματι η ώρα για να κλαις

ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΕΝΥΠΝΙΩΝ

Όταν κοίταξες τον ουρανό

Τ’ αστέρια σου φάνηκαν

Αιχμές από πυρφόρα βέλη

Που κατευθύνονταν με στόχο την καρδιά σου.

Γι’ αυτό φοβάσαι το σκοτάδι.

Κι’ όμως μονάχα μια διάτρητη καρδιά

Μπορεί να γεμίσει από αγάπη.

ΚΡΥΦΗ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ

Φώτης Κόντογλου ο Κυδωνιεὺς

Άριστος τεχνίτης του λόγου κατά τους ζωγράφους

αλλ’ όχι και ζωγράφος

Εξαίσιος ζωγράφος κατά τους τεχνίτες του λόγου

ἀλλ’ όχι και τεχνίτης του λόγου

Οπωσδήποτε όμως οχληρός και για τις δυο τάξεις

Ήταν ο ελάχιστος αδελφός

Που το μέγεθος της αγάπης του για το κύριο αλλά

και το ουτιδανό

Έφερνε σε αμηχανία αυτούς που έχουν τη μανία

Να διαιρούν και να ταξινομούν.

Γιατί εκτός από όλα αυτά τα παρεμφερή

Πάνοπλος με όλα τα σύνεργα της κηπευτικής

Έπαιρνε τους ερημικούς λοφίσκους της Αττικής

Και φρόντιζε τα πυρίπνοα και ποικιλόχρωμά τους άνθη.

Ήταν φορές που άνοιγε μονοπάτια για εύκολη πρόσβαση

Ἢ με την παλάμη του έκοβε το κρύο, τον άνεμο, τη ζέστη,

Παραμέριζε τους ακανθώδεις θάμνους και άνοιγε

Χαραμάδες μυστικές για τη σαύρα, την αράχνη

Το χελιδόνι, τη μέλισσα και τ’ άλλα.

«Άνθρωποι και κτήνη

Ζουζούνια και μαμούνια

Κι όλα τα φτερωτά•

Αγγέλοι κι αρχαγγέλοι.»

Μιλά για κάτι ρημοκλήσια ξεχασμένα

Καταφυγή για καθετί που υπάρχει κι αναπνέει

Ραντίδα γλυκασμού στην άνυδρη τη γη και την ψυχή μας.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τον αγάπησε γιατί είχε μαύρα μάτια

Και τα μάτια του πέταγαν σπίθες.

Την αγάπησε γιατί μια πλεξούδα χρυσή των μαλλιών της

Κυμάτιζε πάνω στο μέτωπό της.

Σμίξανε τα βήματά τους

Σμίξανε τις ψυχές και τα σώματα.

Μια πυρκαγιά τότε φούντωσε

Που δεν μπορούσε να σβήσει

Παρά μονάχα στη στάκτη.

Τί ωραία όμως που έτρεχαν οι φλόγες κατά μήκος

του ουρανού.

Τί ωραία που λαφυραγωγούσαν το σκοτάδι.

ΓΗΡΑΣΚΩ Δ’ ΑΙΕΙ ΠΟΛΛΑ ΔΙΔΑΣΚΟΜΕΝΟΣ

Η ωραία κόρη που ζούσε στο σπίτι αντικρύ

Άπλωνε τα χέρια κι άγγιζε τις καρέκλες,

Τα τραπέζια, και γενικά όλα τα αντικείμενα.

Πάνω στα δάχτυλά της άναβε μια μικρή σπίθα

Και μέσα στην παλάμη της έβλεπε το χαμόγελο των ανθρώπων.

Οι τυφλοί ψηλαφούν και βρίσκουν το δρόμο τους.

Και όταν είδες στη μέση της εκκλησίας

Την εικόνα με γράμματα παράξενα

Που δεν μπορούσε εύκολα ένα παιδί να διαβάσει

Η ΨΗΛΑΦΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ, και άκουσες

Και τον ίδιο υστέρα να λέγει

Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού

Τον τύπον των ήλων και βάλω

Τον δάκτυλον μου εις τον τύπον των ήλων

Και βάλω

Την χείρα μου εις την πλευράν αυτού . . .

Τόσο λυπήθηκες

Πού δεν μπορούσες να κρατήσεις τα δάκρυα.

Και τώρα υστέρα από τόσα χρόνια

Τόσο διάβασμα και γνώση

Ανακαλύπτεις πως δεν ήταν τυφλός.

Γηράσκω δ’ αιεί πολλά διδασκόμενος.

Όμως συλλογίζομαι κι αναρωτιέμαι:

Ποιά πληροφορία είναι η ορθή από τις δύο.

Ήταν ο Θωμάς τυφλός ή δεν ήταν τυφλός;

Γιατί μου φαίνεται πως η πρώτη λανθασμένη γνώση

Ίσως να είναι και η μόνη αληθινή,

Και στην πραγματικότητα ήταν ένας τυφλός

Όχι μόνο στα μάτια

Άλλα και στ’ αυτιά, στο νου και στην καρδιά του

Αυτός που είχε ακούσει ένα δάσο από ελιές

Να μουρμουρίζει με φωνές ασημένιες

Για τους πραείς και τους πενθούντας

Τους πτωχούς τω πνεύματι και τους καθαρούς τη καρδία

Και δεν κατάλαβε.- Και τί κατάλαβε

Που είδε το τέρας της θάλασσας

Να χτυπιέται, και σφαδάζοντας

Να υποχωρεί στα υποβρύχια άντρα

Και τις φτερούγες των άνεμων να λιώνουν σαν από κερί;

Ήταν τυφλός και θα ’μενε τυφλός

Αν οι γλώσσες της φωτιάς

Δεν του έγλειφαν τα φθαρμένα όργανα των αισθήσεων του

Μαζί με το πρόσκαιρο ενδιαίτημα της ψυχής του.

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ

A’

Όλοι μας περιμένουμε να μιλήσει η Ιστορία.

Για να μιλήσει όμως κανείς πρέπει να δει

Το ουράνιο τόξο να γεφυρώνει την ομορφιά του κόσμου

Πρέπει ν’ ακούσει τη βροχή που κυλά

Πάνω στο αυγινό στέλεχος του σταριού

Και την ερωτική φλυαρία των κυκλάμινων,

Στον ουρανίσκο το μέλι της οπώρας

Και να κρατήσει στη φούχτα του πρέπει το νερό της θαλάσσης.

Ανοίγουμε λάκκους στη γη, μα γιατί;

Ανοίγουμε λάκκους μέσα στο σκοτάδι.

Γιατί;

Η Ιστορία είναι βέβαια απασχολημένη τριγυρίζοντας

Μέσα στα πεδία των μαχών και τους υπόγειους διαδρόμους

που ανοίγει η άβυσσος του νου.

Παραγγέλλει πρώτα στις μέρες

Να νίψουν τα αρματωμένα πρόσωπα

Παραγγέλλει στον Απρίλη και στ’ άλλα λαμπρά παλληκάρια

Ν’ αφαιρέσουν τη φρίκη ράβοντας το δέρμα

Συγκολλώντας τα σπασμένα κόκκαλα των νηπίων

Επιδιορθώνοντας και τοποθετώντας πάλι

Στις κόγχες του προσώπου τα πεσμένα μάτια.

Τότε μπορεί να γίνει η αναστήλωση των εικόνων

Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο των ψυχών μας.

Μα όταν λάβει καιρό χρονοτριβεί

Συγχύζοντας το βήμα της σε δρόμους που πήρε

Παραπλανημένη από οδόσημα που δεν οδηγούν πουθενά.

Τέλος όταν έρθει η ώρα να μιλήσει

Μιλά με γενικότητες και στατιστικές

Ενώ η λεπτομέρεια υποκύπτει και μηδενίζεται.

Αυτό που έχει σημασία είναι το επίτευγμα,

Όπως η ήρεμη επιφάνεια του ποταμού που κυλά

Αποκρύπτει την απεγνωσμένη πάλη των πρώτων κινήσεων.

Κι ακόμα όταν έρθει η ώρα να μιλήσει

Εμείς δεν είμαστε πια εκεί για ν’ ακούσουμε

Κι αυτοί που ακούουν δεν ενδιαφέρονται πως

Η μάχη ετράπη εις απλήν σφαγήν,

Ήτις μηδεμίαν ποιούσα διάκρισιν

Μεταξύ Βενέτων και Πρασίνων

Διήρκεσεν επί ώρας πολλάς, και έπήνεγκε

Τον θάνατον τριάκοντα χιλιάδων ανθρώπων.

Όμως τη φωνή του Γιάννη μέσ’ από τη σκόνη

που σήκωνε το χώμα

«Μη με θάβετε, είμαι ακόμα ζωντανός»,

Ποιος θα καταγράψει,

Τώρα που εκραταιώθη η εξουσία του βασιλέως

Και όλα τα πράγματα μπήκανε σε τάξη;

Β’

Ο άνθρωπος που έρχεται από την Ανατολή

δίνει, το χέρι στον άνθρωπο που έρχεται από τη Δύση.

Το νερό του ποταμού είναι ρευστό

Αλλά έρχεται ώρα που περνώντας κάτω από υπερυψούμενα τόξα

Πήζει, και στήνεται το πανηγύρι

Με τραγούδια και χρωματιστές ενδυμασίες.

Τρεις ποντικοί, τρεις ποντικοί, για δέστε τους πώς τρέχουν

Τα μάτια τους μοιάζουν κεριά σβησμένα που καπνίζουν.

Ένα μικρό τριαντάφυλλο π’ ανθίζει μες στον κάμπο

Κόρη πανέμορφη ξυπνά με τη μοσκοβολιά του.

Ρίχνουν χιόνι ο ένας επάνω στον άλλο και γελούν

Ρίχνουν πέτρες ο ένας επάνω στον άλλο και σιωπούν

Ρίχνουν βόμβες ο ένας επάνω στον άλλο

Βόμβες ναπάλμ

Και φωνή εν Ραμά ηκούσθη

Θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού

Ραχήλ αποκλαιομένη ουκ ήθελε παύσασθαι

Επί τοις υιοίς αυτής, ότι ουκ εισί.

Όλοι βουλιάζουν μέσα στον ποταμό

Που αγριεύει και χάνονται.

Δεν υπάρχουν τώρα οι αλλαγές των εποχών.

Οι μέρες που περνούν είναι ίδιες με τη νύχτα.

Είναι ο καιρός της σιωπής, είναι ο καιρός της κυοφορίας

Αναμένεται η γέννηση του μεγάλου Ήρωα.

Μαντήλι από μετάξι με κρόσσια χρυσάφια

Και χέρια, δυνατά για ν’ αντέχουν στα γυρίσματα του χορού.

Αυτός θα δείξει τον κρυφό δρόμο

Φτάνοντας στην καρδιά και την αταραξία της πέτρας.

Και πάλι το πανηγύρι με τραγούδια

Χρώματα και χτυπήματα

Πάνω στο πηχτό νερό

Χτυπήματα πάνω στο δώμα του θανάτου

Καί ο καταποντισμός μέσα στις γλώσσες των κυμάτων

Ακαταπαύστως.

Γιατί ο ήρωας βέβαια λάμπει

Αλλά λάμπει μονάχα από μια προκαθορισμένη γωνία.

Από τις άλλες ζει μέσα στα σκιά που ρίχνει το δικό του φώς

Ενώ το πρόσωπο του Αγίου ακτινοβολεί στον αιώνα

Ορατό από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης

Όπως ο μικρός θεός των ναυτικών

Που βασιλεύει στων ουρά της Μικράς Άρκτου.

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΑΡΙΟ

-Α, τα σπίτια μας, τα σπίτια μας

Πέτρες πάνω σε πέτρες και ξερός ο πηλός ανάμεσα τους

Χωρίς χρώμα, παρά μόνο το χρώμα της γης

Δειλά, λιτά και απέριττα

Που πρέπει να τους δώσεις το χέρι

Για να σου μιλήσουν.

Φίδια φαρμακερά χιλιάδες χρόνια

Τα πολιορκούν μα δεν μπορούν να τα πατήσουν.

Το θυμάρι στο στόμιο της υδρίας

0 δυόσμος, ο βασιλικός και το δεντρολίβανο

Προεκτείνουν το μικρό εμβαδόν

Πέρα σε χωράφια και κήπους

Όπου ο ήλιος πυρώνει και το φεγγάρι δροσίζει.

Οι ένοικοι ξυπνούν το πρωί, κοιτάζουν το ρολόι στον ουρανό

Περιποιούνται τ’ αμπέλι, κλαδεύουν το λιόδεντρο

Την ώρα που πρέπει ζευγαρώνουν

Και πάλι το ίδιο και το ίδιο απαράλλακτα όλες τις μέρες

Ωσότου στεγνώσει ο ιδρώτας πια στο σώμα

Και ξαπλώνουν στο ξύλινο κλινάρι

Περιμένοντας την άλλη αυγή που θα σωπάσουν τα πουλιά

Για ν’ ακουστεί ο μεταλλικός ήχος των σαλπίγγων.

Τότε όλοι μαζί αρχίζουν τη φυτεία μες στο χώμα

Που τα δάκρυα των ανθρώπων των γενεών πού έχουν περάσει

Και των άλλων που θα ’ρθουν το μαλακώνουν,

σίγουροι πια την ώρα της συγκομιδής για την καρποφορία.

Και οι περιλειπόμενοι επιστρέφουν

Ωσάν να ήταν η πρώτη μέρα του Μαγιού από εκδρομή

Άλλα ενώ πλησιάζουν στον τόπο από οπού ξεκίνησαν

Αίφνης σταματούν. Κάμνουν μεταβολή

Κι ολοένα μικραίνουν μέσα στη σιγή που επικρατεί.

Μικρές πλαγγόνες από κερί και φαντασία

Όπως αυτές που βλέπεις στις προθήκες των μουσείων

Για να τις παίρνουν στο χέρια

Οι θυγατέρες της Νύχτας και να παίζουν. . .

Σε λίγο όμως και πάλι το μέγεθος τους ξαναπαίρνουν

Τινάζουν το χώμα από τα πόδια

Και συνεχίζουν την πορεία.

ΑΜΗΧΑΝΟΝ ΚΑΛΛΟΣ

Και τί θα γίνει με τον Ανθέμιο Καλοκαίρη;

Αν λογαριάσουμε το έτος πού βγήκε μες στον κόσμο

Χωρίς αμφιβολία μέσα στην πιο παλιά γενιά ταξινομείται.

Όμως από το χρόνο που κάνει την ουσιαστική του παρουσία

Στη νέα γενιά των ποιητών συναριθμείτε.

Μεσήλιξ με γκρίζα μαλλιά και γκρίζα σκέψη

Αναπαλαιώνει τα καινούρια κι’ ανανεώνει τα παλιά

Αλλά μέσα στο έαρ των εφήβων, μέσα στα τερετίσματα των ρόδων

Ακούεται η φωνή του αν όχι βέβαια παράφωνη

Οπωσδήποτε όμως κάπως ξένη.

Οι εποχές όμως διαβαίνουν και χάνονται στην άβυσσο

Αλλά μέσα στο χώμα τούτο που πατούμε

Οι σπόροι έχουν το δικό τους το ρυθμό

Κι αθέατες οι ρίζες στο σκοτάδι

Βρίσκουν το δρόμο φωτεινό και προχωρούν.

Και η ποίηση;

Και η ποίηση ίσως δεν είναι μήτε ο κύκνος

Αλλά η σιγή που επιβάλλει προχωρώντας στο νερό του ποταμού

Ή μπορεί μονάχα ένα φτερό

Από τη συντετριμμένη ομορφιά του.

Ένα φτερό πού χρόνια τώρα ταξιδεύει με τον άνεμο που πνέει

Και φτάνει κάποτε στην όρασή σου

Και μπορείς τότε να μαντέψεις με υπομονή αλλά και τόλμη

Με λογισμό και με όνειρό

Το χρυσάφι των μαλλιών της

Και το ασήμι του προσώπου της

Και την κίνηση της κνήμης

Αυτής που κάποτε έφερε το όνομα. Αγησιχόρα.

ΦΩΝΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ

Όταν έφτασε στο φύλλο του ουρανού

Η Περικτιόνη που τον μάθαινε

Μέσα στη νύχτα τις πρώτες ν’ αρθρώνει συλλαβές

Υψώνοντας το χέρι είπε·

«Ώ παί, αυτή η σελήνη εστί.

Η σελήνη καλή εστί.

Ω παί, ούτοι οι αστέρες εισί.»

Κι όταν υστέρα από χρόνια κάποια νύχτα

Άνοιγε στα κτυπήματα την πόρτα

Γέμισε το σπίτι από φως σαν να ’ταν μεσημέρι.

« Είμαι ή Ψάπφα.» Κι υψώνοντας κι αυτή το χέρι

Έδειχνε τον ουρανό και μελωδούσε

« . . . άστερες μεν αμφί κάλαν σελάνναν

Αψ αποκρύπτοισι φάεννον είδος

Όπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπηι

Γαν …»

Είπε κι έφυγε. Όμως ο Πλάτων

Μέσ’ από τους χειμάρρους των ματιών του

Ώρες πολλές στεκόταν κι ατένιζε την ομορφιά

Λες και για πρώτη φορά έβλεπε το φεγγάρι

Λες και για πρώτη φορά έβλεπε τ’ άστρα.

Κι είναι γι’ αυτό που δεν μπορώ να εννοήσω

Γιατί τούτο το τραυλό όμως εν τέλει καλλικέλαδο αηδόνι

Που αναστενάζει καθώς το γλυκόπικρο ερπετό

Σέρνεται στα βάθη της ψυχής του

. . . Εδίψουν την, εκαύκουμουν

Τζ’ έτρεμα μεν τζαί πκιάσω την

Τζαί γίνουμεν τζ’ οι δκυδ στραπή . . .

Ή καθώς μέσα στην άδεια από φεγγάρι νύχτα

Εισρέουν χιλιάδες άστρα

. . . Νύχταμ Παρασσευκόνυχταν, πού τ’ άστρα μιλιούνια

Έλάμπασιμ πουπανωθκιόν . . .

Κι ακόμα όταν το νερό δεν μπορεί να ξεδιψάσει πέντε

λεύκες

. . . Τζ’ ήτουν το χώμαμ πολλά σκλερον

Τζ’ είχαν τζαί σύρπημ πολλήν τ’ αύλάτζια

Τζ’ ούλον έστάλωννεν το νερόν . . .

Γιατί αυτή ή φωνή πού τραγουδά στη μέση της Θαλάσσης

Ακούεται σαν ξένη και παραμένει ακατανόητη

Γι’ αυτούς πού ήρθαν χρόνια πολλά μετά τον Πλάτωνα.

Κι έτσι ο Βασίλης κρυώνει ακόμα μέσα στους γυμνούς

δρόμους του χειμώνα

Καμμιά υποψία

Ποιές ρίζες αναταράζει ο ήχος της φωνής του

Ποιούς ρυθμούς ξυπνά ο άνεμος που πνέει

Μέσα σε τούτο το έναστρο δέντρο

Που ακατάπαυστα αναθάλλει.

ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

Από το σπίτι μου πέταξα τα πάντα

Όσα στην ευτυχή έκβαση του ταξιδιού μου δεν συμβάλλουν

Κι από το σώμα μου κράτησα τη γύμνωσή μου μόνο.

Αυτά που λέγονται για μας μην τα πιστεύεις

Πως μας καίγουν κι εμείς τραγουδούμε

Κι όλα τα άλλα τα ψευδή και τα εμπαθή.

Κατάκτησα το ύψος μου πολεμώντας νύχτα και μέρα

Κατάκτησα το ύψος μου μετρώντας τη διαδρομή μου

Με το μέγεθός μου.

Γιατί βέβαια θα το ξέρεις

Πως ο δικός σας κόσμος είναι το σκοτάδι

Και πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός

Σ’ όλες του τις κινήσεις

Ενώ η περιπέτεια η δική μου μια συνεχής αποταμίευση φωτός.

Κι όμως όση προσοχή και σύνεση κι αν καταβάλλω

Έκθετο είμαι σ’ όλους τους κινδύνους

Και τίποτα άλλο δεν προβάλλω

Παρά την ελικοειδή σιωπή μου κι αναμένω

Μέσα στο χέρι το μεγάλο του Θεού.

Η φτέρνα σου βέβαια γνωρίζει 

Τον άδειο ήχο της εύθραυστης βασιλείας μου.

ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ (1980)

ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ

ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ

Στο χάσμα του βράχου στενάζει ό άνεμος

Μέσα στις ρίζες στενάζει και στους κλώνους των δέντρων.

Τα θηρία ωρύονται

Άλαλα τα ορυκτά μένουν.

Γυμνός

Μέσα στην παγωνιά και το σκοτάδι

Ψηλάφησα το σκοτάδι

Ψηλάφησα το σκοτάδι επάνω στο σώμα της αγαπημένης

Και η νύχτα γέμισε άστρα.

Τότε σηκωθήκαμε από το κατώφλι

Και είπα•

Ιδού εγώ, Κύριε, το πρώτο θαύμα.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ

«Δεν είναι στάβλος αυτό το κτίσμα, είναι εκκλησία.»

«’Ώστε μπορούμε να πάρουμε μια φωτογραφία.»

Ή μνήμη ντυμένη με χρώμα.

Τα ιστορικά γεγονότα διαστρεβλώνονται

Γιατί ο οδηγός πρέπει πάντα να μιλά

Και η σιγουριά να μη τον εγκαταλείπει.

Στο πανδοχείο εκεί στην άκρη

Κάθεται ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος

(Πού είναι η λυπημένη πριγκιποπούλα της Ναβάρρας;)

Και συζητά με τον Πτολεμαίο τον Λάγου

Το επίμαχο θέμα του filioque.

Εκεί ονειρεύτηκα τα μέλη σου

Την ακατάσχετη παλίρροια του κορμιού σου.

Οι αγκάλες μου να βαθαίνουν τις κοίτες

Και τα χέρια μου να μαζεύουν αστέρια.

Όμως το βουνό με τα δέντρα τί νύχτα

Βαραίνει σαν πέτρα επάνω στα στήθη σου-

Δεν μπορείς ν’ αναπνεύσεις.

Δεν είμαι ούτε πουλί, ούτε χαρταετός.

Είμαι ένας άνθρωπος κοινός, κι αυτός μισός

Πού προτιμά το χειμώνα τη θαλπωρή στην καλύβα του

Και το καλοκαίρι τη δροσιά μέσα σε γαλάζια σεντόνια.

Τα μάτια μας δεν αντικατοπτρίζουν τους διάττοντες

Μονάχα η αναλαμπή από το φως του κεριού και της λάμπας.

Ζούμε στο κράσπεδο της ζωής με χαμηλή φωνή

Ψιθυριστά

Σχεδόν βουβά.

«Ο πύργος της Πίζας, ο πύργος του ’Άιφελ

Το Τολέδο στην αποθέωση του φωτός, το Τολέδο με

καταιγίδα.

Εδώ γεννήθηκε ο Ντάντε. . .

Έχετε διαβάσει το όνομα της αιώνιας πόλεως παλινδρομικώς;»

Πλέουμε τον ωκεανό, διαπερνούμε τη στεριά.

Δεν γυρεύουμε παρά μια σπιθαμή καπνό.

Απλοί θεατές στο αμφιθέατρο

Το πιο πολύ ένας ασήμαντος ρόλος για να κυλήσει ή ζωή

Το πιο πολύ μια φτηνή αμφίεση για να πάρει χρώμα ή ζωή.

Στις ωμοπλάτες μας τεντώνονται οι σπάγκοι.

ΔΟΚΙΜΟΣ

Οι άλλοι γύρευαν τον ήλιο

Εκούσιοι αιχμάλωτοι της θαλπωρής του.

Αυτός αναζητούσε την ομίχλη

Και τη σκοτεινή της ελευθερία.

Έλεγε-

Αυτό το φως πού κατεβαίνει από ψηλά

Αυτό το φως που ποταμίζει προς το σκότος

Δεν είναι για μάς.

Είναι γι’ αυτούς

Πού κρατούν στο ένα χέρι

Το εκμηδενισμένο βάρος της Τροίας

Και στο άλλο

Το χαμόγελο το υγρό του Αστυάνακτα.

Είναι γι’ αυτούς που έχουν τελειώσει την προσευχή

Και είναι έτοιμοι πια για να πεθάνουν.

ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας είναι ένα μαρτύριο κι ένας καημός πού δεν αναπνέει

Πυρπολεί την ψυχή μας και τη γεμίζει με στάχτες.

Δέντρο που φλέγει και κατατρώγει την κόκκινη ομορφιά του

Μέσα στο καλοκαίρι.

Η νύχτα ξεφορτώνει την οδύνη της πάνω στο μέτωπο μας.

Ο ύπνος ετοιμάζει τραγικά προσωπεία πού θα φορέσουν τα όνειρα.

Μας ξεφεύγει ο σπάγκος

Κι ο χαρταετός μας

Άθυρμα στη συνομιλία των ανέμων.

Στα χέρια μας στάχτες, στο κορμί μας αιθάλη.

Κι όμως πρέπει ν’ αντέξουμε να δούμε το φεγγάρι.

Απόψε ό κύκλος του τριακοσίων εξήκοντα μοιρών.

Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στο Γαλαξία

Εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους

Περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες

Κι όμως η άλλη μέρα τους τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους.

Το φεγγάρι ανεβαίνει τις σκάλες τ ουρανού.

Ανάβει στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι.

Χορδίζει τα τριζόνια.

Θα μας σκεπάσει με σεντόνια

Που στάζουν αρμύρα και γαλάζιο

Και θ’ αγρυπνήσει στο στρώμα μας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ένα ποτάμι κουρασμένο

Που έχασε το δρόμο του

Μες στους κορμούς των δέντρων

Και ξενυχτάει παγωμένο

Μες στο δάσος

Η ζωή τους.

ΖΗΤΗΜΑ ΚΕΝΤΡΟΥ

Ιερείς με χρυσοποίκιλτα άμφια

Με τα τετραβάγγελα του πόνου και της ελπίδας στα χέρια

Ανάμεσα σε σύννεφα από μοσχολίβανο

Ανάμεσα στα εξαπτέρυγα

Και τα τραγούδια του Θεού

Ενώ μπροστά οι αρχαγγελικές δυνάμεις, αόρατες, οι αρχαγγελικές δυνάμεις

Ενταφιάζουν τον λίθον

Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες

Ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας.

Η πέτρα καταδύεται βαθειά μέσα στο χώμα

Όπως μέσα στο νερό

Η πέτρα πεθαίνει

Απλώνει τις ρίζες της βαθειά μέσα στο χώμα

Γίνεται δέντρο με παχιά σκιά

Κι ο Ήλιος της Δικαιοσύνης

Με ωραίους και γλυκούς καρπούς

Το εμπλουτίζει.

Έτσι γεννήθηκε η Εκκλησία

Ορατή και αόρατη

Άψαυστη με τους τύπους όμως των ήλων για την ψηλάφηση.

Και κάτω από τη σκέπη της οι στέγες μας

Ξεφύτρωναν κι απλώνονταν σαν άνθη

Και μέσα τα βρέφη που γίνονταν έφηβοι, άντρες και γυναίκες

και ύστερα γέροι

Σπουδάζοντας τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.

Η ζωή πατούσε το θάνατο

Γιατί βλέπαμε τα χωράφια μας να πρασινίζουν

Με τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη.

Και ξεχάσαμε από που ξεκινήσαμε

Τα χρόνια περνούν

Και η ζωή μας γίνηκε μια διαρκής κυκλική πορεία.

Ελευθερωθήκαμε από τη δεσποτεία των ανθρώπων

Ελευθερωθήκαμε από τη δεσποτεία του Θεού

Πετάξαμε την άγκυρα των καραβιών μας στο πέλαγο.

Τώρα κυκλοφορούμε τη μοναξιά μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα

μέσα σε πολυτελή αυτοκίνητα—

Φωταγωγημένες λεωφόροι μας οδηγούν στο χαμό μας.

Και η εκκλησία εμπόδιο στα ρυμοτομικά σχέδια του Γραφείου Πολεοδομίας

Διάτρητη από τις αιχμές του διαβήτη

Χωρίζεται σε πέτρες, ξύλα, κεραμίδια, χώμα και νερό

Δεν υπάρχει ούτε ένας κήπος για την ώρα της αγωνίας

ΕΙΚΟΝΕΣ TOΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Το καλοκαίρι που πέρασε, μια γοργόνα

Έσκυβε και μας ψιθύριζε στ’ αυτί το πικρό της τραγούδι.

Επιδιόρθωση σπασμένων παιγνιδιών

Μαύρα και λευκά εναλλάξ τετραγωνίδια

Για να τοποθετούμε τις λέξεις σε παράξενους σχηματισμούς.

Σπίθες μιας πυρκαγιάς πού δεν άναβε στις άκρες των δαχτύλων.

Αυτά που βλέπεις δεν είναι νέφη που διαλύονται

Καθώς σηκώνεται ο άνεμος μέσα στα μαλλιά σου.

Είναι πέτρες και βράχοι

Χωρίς κίνηση

Βουνά που χωρίζουν τον ένα άνθρωπο από τον άλλο

Φρουροί της μοναξιάς των σωμάτων μας.

Το καλοκαίρι που πέρασε

Άργησε πολύ να περάσει.

Τα τζιτζίκια όλο και τρόμαζαν το ευγενικό φθινόπωρο.

Κι όμως ο Άγιος Χριστόφορος

Συμπαθητικός σκύλος

Σείει ακόμη την ουρά του

Στην αυλή του Κυρίου του.

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων

Και οί φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν

Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα άγρυπνα

Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.

Δρασκελά το κατώφλι

Και επιδίδεται στο δυσχερές

Και ανόσιο έργο του.

Επιστρέφει όμως

Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη

Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.

Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του

Χαμογελά

Καθώς μια καλή οικοδέσποινα

Πού στιλβώνει ένα χάλκινο σκεύος.

ΜΝΗΜΗ ΑΠΟΛΛΩ

Άλλος εργοχειρούσε κομβοσχοινοποιός

Κι άλλος την ευτελή πλην χρήσιμη τέχνη του κουταλοποιού

Με χάρη έφερεν εις πέρας.

Το έργο όμως των χειρών του Απολλώ η απραξία.

Ήταν ντυμένος κι αυτός το σχήμα των Ασωμάτων.

Άλλα τη γύμνωσή του τη μεγάλη

Το άχραντο ιμάτιο δεν μπορούσε να καλύψει.

Γι’ αυτό κάθε μέρα έμπαινε μαζί με τον άνεμο

Μέσα στις σπηλιές και στις τρύπες της γης

Και το φριχτό μυστήριο υπηρετούσε.

Στο ένα του χέρι ένα πουλί καθόταν

Και στο άλλο αγγελικό παξιμάδι βάραινε πολλές φορές.

Τον τελευταίο καιρό τα πόδια του ήταν πιο ψηλά από το χώμα

Και ύστερα τρέχοντας μέσα στον αέρα

Χάθηκε μέσα στον ουρανό.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΜΕ ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ

Κύριε, διαλέξαμε το σπόρο με φροντίδα.

Γι’ αυτό και το χειμώνα μας ζέσταινε Η φωτιά και η χρυσή θέα

Τώρα μες στην ψυχή μας μπήγεται μαχαίρι.

Θέλεις ούν απελθόντες συλλέξομεν αυτά;

Ο Κύριος όμως έκθαμβος κοιτούσε το χωράφι του.

Χαρά του θόλωνε τα μάτια

Γιατί ποτέ δεν είδε

Ποτέ δεν αξιώθηκε τέτοιο θέαμα.

Αν τα ξεριζώσουν, θα ξεριζώσουν το στάρι.

Κι αν ξεριζώσουν το στάρι, ξεριζώνεται η ψυχή μας.

Υπάρχει και θα υπάρχει λίγος τόπος και γι’ αυτά.

Το χωράφι όμως δεν ήταν πια χωράφι.

Ήταν ένας άλλος ουρανός

Πεποικιλμένος με χρωματιστά άστρα

Που άναβαν στο φύσημα του ανέμου

Και ψιθυρίζανε το ουκ επ’ άρτω μόνον.

ΔΑΜΙΑΝΟΣ

Το χαμόγελο τούτο είναι οικείο

Το γνωρίζω

Το χαμόγελο τούτο είναι το δικό μας χαμόγελο.

Λησμονημένο σε συντρίμματα ήμερων

Εγκαταλελειμμένο σε κάποια αγορά, κάποιες πλατείες

Μέσα σε τόση πάλη για να φτάσουμε ως εδώ.

Σε τόσους συμβιβασμούς τόσες υποχωρήσεις

Για να μπορέσουμε να χαμηλώσουμε τις κραυγές της μοίρας μας.

Το χαμόγελο τούτο είναι το δικό μας χαμόγελο

Κι επιστρέφει και πάλι σ’ εμάς

Ύστερα από μια περιπλάνηση

Αλλά γράφεται στο πρόσωπο του παιδιού.

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙ-ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ

Ό έμπορος μέτρησε τα αργύρια του για τελευταία φορά

Χαμήλωσε το φως

Και ξάπλωσε στο στρώμα του

Με τη βεβαιότητα πώς καλά πηγαίνουν όλα.

Η χήρα βασανίστηκε για ώρες

Διπλώνοντας και ξαναδιπλώνοντας τα φτερά της

Ώσπου να γίνουν δυο μικρές καμπύλες στην άκρη των χειλιών της

Και στην αμεριμνησία δόθηκε του ύπνου.

Το μέτωπο του Άγιου σαράντα φορές μύρισε χώμα

Και μέσ’ από τις λάσπες περπατώντας

Προς τη βρεμένη του στρωμνή επορεύθη.

Μα πριν τον πάρει ο ύπνος

Εξύπνησεν ο νους του

Κι απάνω από την άβυσσο που βάθαινε μπροστά του

Ιλιγγιά

Ζαλίζεται

Και φρίττει.

Και μελετά αυτό το σταμάτημα του τροχού

Αυτή την παρέμβαση μέσα στην αέναη κίνηση

Που η δύναμη της αδυναμίας του υπερέβη.

Και άγρυπνα και δέεται στον Κύριο και Θεό του

Τον Κύριο των ανθρώπων, τον Κύριο των φιδιών.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

ΤΟΠΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ

Περίλυπος και πάλιν ο Αβραάμ.

Μαχαίρια μπήγονται μέσα στην καρδιά του

Για τα τέκνα της Σάρρας και τα τέκνα της Άγαρ.

Το αίσθημα του βέβαια στη στεφανωτική συμβία είναι δοσμένο.

Όμως κάποια συγκίνηση δεν διαπέρασε μάταια τα μέλη του

Καθώς κρατούσε στη φούχτα του το δροσερό κλωνάρι.

Στα βάθη της ψυχής του βρήκε κρυφό μέρος.

Τόσα πρόβατα, τόσα βόδια, τόσες γκαμήλες

Ασήμι και χρυσάφι,

Από την Ανατολή ως τη Δύση δικός τους ο κάμπος.

Τί γυρεύουν;

Ο τροχός δεν μπορεί να γυρίσει

Προς τα πίσω ούτε μια ώρα

Και πώς θα γυρίσει εφτά μέρες;

Ατάραχος μονάχα προβάλλει στον ορίζοντα ο Κύριος.

Πορεύεται μες’ από τους καπνούς

Και τα ιμάτια του είναι πιο λευκά κι από το χιόνι.

Περνά μες’ από τις γλώσσες της φωτιάς

Κι απάνω στα μαλλιά του και στα γένια του

Αύρα δροσοβόλος κατεβαίνει.

Έρχεται από την άβυσσο και στην άβυσσο επιστρέφει.

Μες στα σαγόνια της τα ολάνοιχτα αποθέτει

Πεποικιλμένο μαξιλάρι

Χρυσή κλωστή που τραγουδάει

Τον ήλιο, το φεγγάρι και τ αστέρια

Κι επάνω του ακουμπά το γαλήνιο του κεφάλι

Και κοιμάται.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ

Κορμιά χωρίς κεφάλια, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια

Κεφάλια σχισμένα, σπασμένα σαγόνια, μέλη

Ακρωτηριασμένα, καμένες σάρκες, καμένα μαλλιά

Λασπωμένα σωθικά.

Ήταν όμως ωραίοι έφηβοι.

Είκοσι χρόνια στον τροχό γυρίσματα της αγάπης.

Ο ύπνος τους ήταν μέσα σε κάμαρες

Από δυόσμο, βασιλικό και δεντρολίβανο.

Κάθε φιλί της μάνας τους κι ένα κλωνάρι

Και τα κλωνάρια απλώνονταν

Μέσα στην ’Ανατολή και μέσα στη Δύση.

Φούντωναν τα κυπαρίσσια και ψήλωναν προς τ’ άστρα.

Ο ήλιος άργειε να πάει στη μάνα του

Και το φεγγάρι πολλές φορές ξεγέλαγε τη μέρα

Για να κλέψει τη θέα του κάλλους.

Αλλά σκληρή νεφέλη εκάλυψε τον ήλιο.

Ήταν βροχή από σίδερο, χαλκό και θειάφι.

Κι όταν και πάλι το φως του ήλιου εφάνη

Συντετριμμένα έδειξε τα πήλινα σκεύη.

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΑ ΝΗΣΟΣ

Μια πέτρα στη μέση της θάλασσας.

Τα χείλη του ήλιου ακουμπημένα στη σκληρή επιφάνεια

Κυματίζουν το μικρό σώμα

Και το περιβόλι πια ευωδιάζει.

Τα νερά κυλούν για τελευταία φορά ανάμεσα στους μαστούς της

Κομίζοντας το πολύτιμο φορτίο στα κύματα.

Κρυφά τα πατήματα της θεάς

Κάτω από τους υάκινθους, τις ίριδες και τις ανεμώνες.

Τις νύχτες μέσα στις θαλασσοσπηλιές

Καθώς χτενίζουν τα μαλλιά τους οι μικρές θεές

Στον ουρανό πληθαίνουν τ’ άστρα.

Αν όμως ως σήμερα δέν έκλεισαν οι αγκάλες του ουρανού

Είναι γιατί, ανάμεσα σε πολλά άλλα,

Ο μικρός καλόγερος με στόμα πλατύ

Διαβάζει το Απόδειπνο κάθε βράδυ.

Προφέρει τις ακατανόητες λέξεις με θαυμασμό

Απωσθείσαν φύσιν, με ρυομένη, ής και τύχοιμι

Βλέπει το πόρρω σαν καλλιγράφημα

Καθώς είναι κεντημένο με μια ψιλή στο ένα ρω

Και μια δασεία στο άλλο.

Και ακόμη γιατί ο μεγάλος καλόγερος

Ευφραίνεται στο άκουσμα του Κύριε ελέησον τεσσαρακοντάκις

Όπως στο Ωρολόγιον το Μέγα

Της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας αναγράφεται.

Είναι βέβαια και άλλες μικρές λεπτομέρειες

Σχολαστικισμοί ίσως αργόσχολων και ομφαλοσκόπων

Πράγματα ασήμαντα και ουτιδανά.

Όλα αυτά που ξαφνικά αποχτούν σημασία μεγάλη

Όπώς καλά το ξέρουν

Αυτοί πού δόθηκαν στην ανεύρεση τού ειδικού βάρους των λέξεων

Γιατί δίχως αυτό

Δεν μπορούμε να ζυγίσουμε το βάρος της ψυχής μας.

ΠΑΡΟΔΟΣ

Δεν υπάρχει τόπος να σταθούμε

Γκρεμισμένα τα σπίτια μας, πεσμένα

Τα δέντρα μας, ένας σωρός ερειπίων.

Δεν υπάρχει χώρος να ονειρευτούμε.

Η σπορά των ονείρων προϋποθέτει ένα κομμάτι ουρανό.

Κι ο ουρανός πεσμένος, τη θέση του

Μαύρος καπνός την έχει καταλάβει.

Τ’ άστρα κι αυτά πεσμένα σκουριάζουν βουλιαγμένα μες στο χώμα.

Ξέραμε βέβαια πώς η ζωή πολλές φορές

Είναι ένα κουβάρι νήμα μπερδεμένο

Που πολεμάς χρόνια να βρεις την άκρη

Χωρίς να τη βρίσκεις γιατί οι κόμποι

Περιπλέκονται πιο πολύ ύστερα από κάθε προσπάθεια.

Τότε ο ουρανός γινόταν η ανέμη

Και το νήμα τυλιγότανε κανονικά.

Πού είναι όμως τώρα ο ουρανός;

Κι όμως αυτό το τοπίο η μνήμη το φυλάγει

Σε άλλα χρόνια πρέπει να το έχω ξαναζήσει.

Θυμάμαι το σύννεφο το μαύρο που καθόταν

Απάνω στο διαμελισμένο σώμα

Της πόλης μας που δεν ήταν πια πόλη

Αλλά πέτρες, κεραμίδια κι άλλα υλικά οικοδομής χωρίς τάξη.

Κι όπως στο θέατρο αλλάζει η σκηνογραφία

Καθώς τυλίγεται η παλιά στις περιάκτους

Και μια καινούρια θέα ξεδιπλώνεται

Είδα το σύννεφο να χτυπιέται από τους ανέμους και να φεύγει

Και τα ερείπια να γίνονται ένας κήπος.

Η πρωινή δροσιά τον περιποιείται

Και τη νύχτα το φεγγάρι κατεβαίνει

Και με άφθονο ασήμι καταρτίζει.

Και συλλογίζομαι πολλές φορές

Πώς τόσα χρόνια όλοι τούτοι οι σπόροι

Κάτω από τα όνειρα και κάτω από τα βήματα του ανθρώπου

Δεν περίμεναν άλλο παρά τη σάλπιγγα του δικού τους ήλιου

Και την ώρα μέσα στο δικό τους χρόνο

Για τούτη την ανεξήγητη μυστική ανθοφορία.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Είναι βέβαια το filioque.

Είναι βέβαια και τα άζυμα.

Είναι όμως και ο αίνος

Που το στόμα νηπίων και θηλαζόντων καταρτίζει.

Αυτό που λέμε ο θόρυβος.

Τα παιδιά τρέχουν πάνω κάτω στο κατάστρωμα.

Μήτε φρέατα, μήτε πέτρες

Κάτω από το ερευνητικό πόδι.

Τρέχουν σαν μέσα σε αυλή σπιτιού

Που ο καλός πάππος αφού υποδέχτηκε

Ύστερα κλείει

Και μοχλεύει την αύλειο θύρα.

Και το καράβι αναλαμβάνεται κάθε Κυριακή και γιορτή

Και προχωρεί από πέλαγο σε πέλαγο

Μαζί με το ανυποψίαστο πλήρωμα

Χωρίς ν’ αφήνει πίσω του αφρό

Χωρίς να φαίνεται η κίνησή του. 

ΝΕΑΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Μεγάλη η δόξα του Αρχιεπισκόπου της Κύπρου.

Φορεί σάκκο σαν αυτοκράτορας

Κρατεί σκήπτρο σαν αυτοκράτορας

Και υπογράφει σαν αυτοκράτορας

Διά κινναβάρεως.

Η φήμη του όμως δεν είναι μόνο Αρχιεπίσκοπος πάσης Κύπρου

Αλλά Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου.

Πρώτα το Νέας Ιουστινιανής

Που πολλές φορές παραλείπεται

Χάριν συντομίας

Ή και από άγνοια.

Νέα Ιουστινιανή . . . Νέα Ιουστινιανή . . .

Που είναι η παλιά και που η νέα;

Μήτε παλιά υπάρχει, μήτε νέα.

Εκεί που ήταν, άλλες πολιτείες τώρα ζουν

Με ξένα ονόματα και ξένους ανθρώπους,

Ή μονάχα το σίδερο αναταράζει τη μνήμη

Καθώς ανοίγει τα καινούρια αυλάκια.

Μνήμη που καίει χωρίς να καίγεται

Καημός πού δεν δροσίζει.

Νέα Ιουστινιανή . . .

Σκόλοπας που ακατάπαυστα διατρυπά

Τις φτερούγες της αυτοκρατορικής δόξας

Ασήκωτη άγκυρα στην έπαρση.

Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

Αυτός που ήξερε πώς ανάβει μια φωτιά χωρίς χέρι

ανθρώπου να την αρχίσει

Και ήξερε ακόμα πώς ανάβει μια φωτιά μες στις ψυχές των

ανθρώπων που χέρι ανθρώπου δεν μπορεί να σβήσει

Κάθισε στη σκιά του δειλινού

Εκεί που σμίγει η σιωπή των τζιτζικιών

Με τις κρυστάλλινες καμπανούλες του νερού

Και στο νου του έφερε και πάλι την αγαπημένη.

Πετούσε τα ιμάτια της ένα ένα, ώσπου

Φάνηκε η κοιλιά της φουσκωμένη κι επάνω

Στην κοιλιά της βαριά πεσμένα τα κόκκινα της στήθη.

Οι κνήμες της πρησμένες σαν να την κέντρισαν χιλιάδες σφήκες

Αυτή που κάποτε ήταν τόσο ωραία και αξιέραστη.

Και μέσα στα υδάτια γύρευε

Να βρει λίγη άνεση, λίγη παρηγοριά.

Να γράψεις . . . Τί να γράψεις;

Όταν συμβεί το κακό είναι πια αργά

Και το κακό είναι ανεπανόρθωτο.

Το πάθημα το δικό σου

Δεν μπορεί να γίνει το αλφαβητάρι του άλλου

Και το μονοπάτι το βλέπεις όταν πια είσαι επάνω στων κορφή τού βουνού.

Η σοφία είναι ένας καρπός που δεν ωριμάζει στην ώρα που πρέπει.

Η συγγραφή μπορεί να διδάξει

Πώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να καθίσει

Πάνω σε μια καρέκλα ή σ’ ένα πεζούλι για πολλή ώρα

Και ν’ απολαύσει ένα καφέ ή τη φωνή

Του βασιλικού μέσα στο σούρουπο.

Δεν απελπίστηκε όμως. ’Από ωραία λουλούδια

Που μάζεψε δροσερά μέσα απ’ το καμίνι

Που έκαιγε είκοσι εφτά χρόνια

Ένα στεφάνι έπλεξε για την ομορφιά που έγειρε στη γη.

Περίεργο! Πέρασαν χρόνια, πέρασαν αιώνες

Και δεν έχασαν τη μυρωδιά τους ή το σχήμα τους

Τα άνθη τί εξαίσια του Επιταφίου.

ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ

Αυτό το γελαστό ανθρωπάριο με τον κόκκινο σκούφο

Τα πράσινα χέρια και τα πράσινα πόδια

Με τα ωραία χρωματιστά φορέματά του

Δεν θα μπορέσει άλλη φορά να κουνήσει σπασμωδικά τα μέλη

Όσο κι αν τραβήξεις το σπάγκο.

Δεν μπόρεσε να ξεφύγει την κοινή μοίρα.

Η μοίρα των παιγνιδιών είναι η φθορά και η εξαφάνιση.

Πόσα λίγα παιγνίδια επιζούν και πώς επιζούν!

Ένα ξύλινο άλογο με τρία πόδια

Ένας τροχός από ένα τραίνο

Μια κούκλα χωρίς μαλλιά και μάτια.

Όλος ο κόσμος της ζωής σε μια μικρογραφία

Ξεθωριασμένος, ακρωτηριασμένος και καραβοτσακισμένος.

Κι ακόμη είναι η μοίρα των παιγνιδιών να μη επιδιορθώνονται.

Αν επιδιορθώσεις το χέρι σπάζει σε λίγο το πόδι

Επιδιορθώνεις το φουγάρο του πλοίου

Και ξηλώνεται η καρίνα.

Κι αν αγοράσεις καινούριο είναι το μέγα λάθος.

Το νέο αντικείμενο στέκεται σαν ένας παρείσακτος

Πού περιμένεις ώρα την ώρα να φύγει από το σπίτι σου

Και δεν φεύγει, και δεν υπάρχει ελπίδα γνωριμίας.

Η παλιά μνήμη επεμβαίνει

Φριχτή πληγή από μαχαίρι ακονισμένο.

H REBECCA JESSIE ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Ο κάτω κόσμος αν δεν έκλεβε

Για μια στιγμή μονάχα

Το φως του απάνω κόσμου

Αν δεν δανειζόταν την αυτοκρατορική χλαμύδα της νυχτός

Προ πάντων αν δεν άνθιζε εκείνο το χαμόγελο

Στα χείλη της αβύσσου

Δεν θ’ αντηχούσε με χαρά το πρώτο βήμα

Μέσα στις κάμαρες

Όπου το σκότος το πικρό

Μετρά το Χρόνο.

ΑΛΛΟΙΩΣΙΣ

Τα έργα τα ωραία και τα μεγάλα

Κυοφορούνται μες στα σπλάχνα της σιωπής.

Ίσως γι’ αυτό κι άκρα σιωπή σ’ αυτή την κώχη

Βασιλεύει, που ο φόβος και η αγάπη των ανθρώπων

Μ’ ευφημιστικά και με άλλα μεταφορικά ονόματα

Διακρίνει: κοιμητήρι, χωραφάκι ή κηπάριο του Θεού.

Ίσως ακόμη και γι’ αυτό το φως της κουκουβάγιας κάθε τόσο

Ξεσκίζοντας τούς μαύρους πέπλους της νυχτός

Υπενθυμίζει: «Μη ενοχλείτε τούς εργαζομένους.»

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Δεν πέθανε ο μικρός θεός κι ας γίνηκε

Θρύψαλα η άδεια υδρία.

Ας ξεδιψά η δίψα του χρυσαφιού

Εκεί που το χώμα ξεδιψούσε.

Δρόμοι και σπίτια και πλατείες επάνω

Στο αθάνατο σώμα το λησμονημένο

Από το εφήμερο γένος των ανθρώπων.

Και έρχεται ώρα που υψώνει το μέτωπο λαμπρό

Χτυπά η φτερούγα του αετού

Ξαναθυμάται την αθέατη κοίτη του

Και ωρύεται τα νερά του

Επιδεικνύοντας τίτλους ιδιοκτησίας.

Ωραίος ακουμπά την κεφαλή

Στο στήθος της μητέρας

Ο για χρόνια πολλά εκμηδενισμένος

Ενώ τα έργα της υπεροψίας σωριάζονται

Στη γη, όπως τα χτίσματα των παιδιών

Κοντά στο κύμα.

ΑΝΟΙΞΗ

Η ξερολιθιά στον τόπο μας ανθοφορεί την άνοιξη

Και τραγουδά με χίλια χρώματα.

Το φίδι προβάλλει το κεφάλι

Αναδιπλώνει τη φρίκη της μελανής ομορφιάς του

Και κάθε τόσο αλλάζει το πουκάμισο του

Καθώς γίνεται βαρύ από το φορτίο των αρωμάτων.

Η ανεμώνη με σοφία επιμηκύνει το λιγνό στέλεχος της

Βρίσκει το δρόμο της μες από το λαβύρινθο του

ακανθώδους θάμνου

Και διαστέλλει τα πέταλά της στον γλυκό αγέρα της ζωής.

Και συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε κι εμείς

Να βρούμε τον δικό μας δρόμο

Μες από τον σκοτεινό λαβύρινθο της αιχμαλωσίας μας

Χτισμένο με τόση μαστοριά και ακανθώδη τέλια

Συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε καμιά φορά

Να σηκωθούμε πιο ψηλά από το χώμα

Και να χαιρετίσουμε την ανατολή της άνοιξης.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ (2002)

α’

Οι πόρτες σπασμένες και τα παράθυρα σχισμένα

Χαλαρά τα φατνώματα έτοιμα να πέσουν

Κι από τους τοίχους οι ασβέστες ραγισμένοι

Σωριάζονται στο πάτωμα με κρότο κάθε τόσο.

Το σχήμα και το χρώμα του αλλάζει

Όπως η λάμψη ενός νομίσματος που έρχεται κοντά σου

Ταξιδεύοντας σε ποταμούς χεριών για χρόνια,

Και δεν υπάρχει νόμος

Να προστατεύσει αυτό το σπίτι

Ως οικοδόμημα ιδιαιτέρου και εξαισίου κάλλους

Μιας εποχής που φεύγει

Και να κριθεί διατηρητέον.

Οι χαραμάδες ανοίγουνε τη θέα

Με κάποια αδιαφορία αποκαλύπτοντας

Αυτό που τόσα χρόνια μ’ επιμέλεια και φροντίδα

Κρατούσε στο εσωτερικό του μυστικό

Και το περίεργο μάτι μ’ ενδιαφέρον προσπαθούσε

να ερευνήσει.

Και τώρα που ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα

Και η σκιά μου επιμηκύνεται και ξεπερνά το ανάστημά μου

Σχεδόν εκμηδενίζοντας την ύπαρξή μου

Φοβούμαι μήπως κι η αθέατη ομορφιά του κινδυνεύει

Γιατί το κάθε ωραίο που υπάρχει χρειάζεται

το στήριγμά του

Όπως το άγαλμα χρειάζεται το βάθρο του

Όπως το ρόδο την ισχύ του κάλυκος του.

β΄

Το πότε χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω.

Η χρονολογία στο υπέρθυρο φθαρμένη

Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη.

Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του

Είναι στρώματα από κόκκαλο

Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων,

Στρώματα από κόκκαλο

Ψαριών και άλλων εναλίων ζώων

Όστρακα αγγείων και ονείρων

Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα.

Γιατί ποταμοί παπαρούνες

Χύνονται από τις γύρω πλαγιές

Διαρρέουν τον κάμπο

Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως.

Οι άνεμοι και η θάλασσα

Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται.

Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί

Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες

Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν

Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού.

Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης

Λίγο πιο πάνω από τη γη

Λίγο πιο πάνω από τα κύματα

Διαρκώς αιωρούμενος.

Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα,

Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά

τις πτέρυγές του,

Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων

Σαλεύει τα γιασεμιά,

Τα κόβει

Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων.

η’

Τότε καθώς περνούσε ο καιρός

Συνέβη κοιτάζοντας τη μεγάλη λιτανεία να πορεύεται

Κάτι παράδοξο.

Ήταν σαν να έβλεπα απέναντί μου σε καθρέπτη

Το είδωλο μου.

Τον ίδιο τον εαυτό μου

Να παίρνει τη μορφή όλων αυτών

που ανεβαίναν και κατεβαίναν τις σκάλες.

Η κτίση έλαμψε

Σαν το άστρο που βγαίνει δροσερό από τη θάλασσα

Ο τρόμος και η φρίκη παραμέρισαν

Και περνά με τα λευκά της ιμάτια

Όλη φώς

Όλη μουσική

Η ζωή, η ωραία κι αγαπημένη.

2 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

1-2

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκε στην Πάφο το 1941. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες στην Ελλάδα και Αγγλία και είναι κάτοχος τίτλου Msc στην Κοινωνική Πολιτική και το Σχεδίασμά. Εργάστηκε μέχρι το 1996 στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και αφυπηρέτησε από τη θέση της Πρώτης Λειτουργού Ευημερίας.

Ασχολείται με την ποίηση από τα νεανικά της χρόνια δημοσιεύοντας ποιήματα της στα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής. Αργότερα ασχολήθηκε και με την παιδική- νεανική λογοτεχνία καθώς και με την ιδιωματική γραφή.

Τιμήθηκε με βραβεία από τον Σύνδεσμο Παιδικού-Νεανικού Βιβλίου, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, καθώς και με πανελλήνιο βραβείο. Έχει εκδώσει 23 έργα, τα 13 για παιδιά και νέους.

Ποιήματα της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό και έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες ( Αγγλική, Ιταλική, Γαλλική, Γερμανική, Ισπανική, Ρουμανική ).

Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου της οποίας επί σειράν ετών διετέλεσε πρόεδρος. Είναι επίσης μέλος του Κυπριακού ΠΕΝ, του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού- Νεανικού Βιβλίου καθώς και της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, 1978, ποίηση

2. ΗΡΩΙΚΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ,1983, ποίηση

3. ΑΧΡΟΝΗ ΦΥΣΗ,1988, ποίηση

4. ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ,1992, ποίηση για παιδιά, βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού-Νεανικού βιβλίου

5. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΕΣ,1994, ποίηση για παιδιά, βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού- Νεανικού βιβλίου

6. Της Γης μου οι Αντίλαλοι,1997,ποίηση για παιδιά, βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού-Νεανικού βιβλίου

7. Γράμμα στον Αγνοούμενο,1997,ποίηση για νέους, κρατικό βραβείο Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου

8. Στον Κρατήρα του Ηλιου,1999, πανελλήνιο βραβείο του περιοδικού «Νουμάς»

9. ΚΑΤΕΒΑ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΚΡΥΦΤΟ,2002, ποίηση για μικρά παιδιά, κρατικό βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου

10. Η ΦΟΥΡΝΑΡΟΠΟΥΛΑ ,2002, παραμύθι για παιδιά

ΙΙ.Άιμάτια γιαλλουρούδια, άι πόδια πεταλλούδια,2002,

δέκα μύθοι

12. Τα φκιόρα της πικραθασιάς, 2003, ιδιωματική ποίηση

13. ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ,2004, λαογραφία

14. Η πόρτα μου ήτανε μεράντι,2004, ποίηση για νέους, κρατικό βραβείο Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου

15. Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝΗ, 2006, παραμύθι για παιδιά, τιμητικός κατάλογος ΙΒΒΥ

16. Αριες του Περασμένου Καλοκαιριού,2007, ποίηση

17. Το τζιτζίκι παίζει ντέφι,2008, ποίηση για παιδιά

Ιδ.Ταξίδια Μαγικά στο Χτες, 2008, μικρές ιστορίες

19. Τραντάφυλλατζιαγκάθκια,2009 ,ιδιωματική ποίηση

20. Το τραινάκι τραγουδάει Χάι Κου- Χάι Κάι, 2011, ποίηση για παιδιά

21. Χρώματα κι Αρώματα, 2011,ποίηση για μεγάλα παιδιά, βραβείο ΚΣΠΝΒ

22. Ανάδρομη Πλεύση, ποίηση 2010-1965, Λευκωσία 2011 (Συγκεντρωτικός τόμος)

23. Σε κλίμακα ελάσσονα 2015, εκατό χαϊκού

24. Σε γνώριμες ράγες – Σονέτα

ΒΙΒΛΙΑ8

ΒΙΒΛΙΑ9

ΣΕ ΓΝΩΡΙΜΕΣ ΡΑΓΕΣ  (2018)

ΣΟΝΕΤΑ

Α΄ΜΕΡΟΣ

Θα φύγω

Θα φύγω είπες με το πρώτο

για κάποιον άγνωστο βορρά

μα είσαι ακόμα εδώ στο νότο

δεσμώτης γι άλλη μια φορά.

Θα φύγω είπες δίχως άλλο

δε θέλω τίποτα από δω

μα το ταξίδι σου μεγάλο

χωρίς διεύθυνση κι οδό.

Κι όλο καμώνεσαι πως φεύγεις

κι όλο από δίπλα σου περνάς

μόνο στα λόγια να ξεφεύγεις

με αυταπάτες να κερνάς

ζωή που δεν τη διαφεντεύεις

και λίγο-λίγο να γερνάς.

Η πόλη

Σε σημαδεύουνε σαν βέλη οι κεραίες

τανάλιες σφίγγουνε το νου

βρισιές και χάχανα παντού

οι μεθυσμένες σαν ξεχύνονται παρέες.

Μες στα φτηνά της τα αρώματα η πόλη

στα πεζοδρόμια ξενυχτά

γίνεται σκύλα κι αλυχτά

φαρμακερό γίνεται φίδι και σε ζώνει.

Κι όλο ετοιμάζεις μια βαλίτσα για να φύγεις

σαν θα το φέρει ο καιρός

και τα φτερά τα μουδιασμένα σου ανοίγεις

ίσως πετάξεις χαρταετός

λαθρεπιβάτης μ’ ένα σπάγκο να ξεφύγεις

σε κάποιο σύννεφο φωτός.

Μα τα παιδιά

Πώς χάθηκε η λάμψη από τα μάτια

το φως που σεργιανούσε στη μορφή σου

ρημάξανε της νιότης τα παλάτια

με τα βασιλικά του παραδείσου.

Η στενωπός του ορίζοντα μπροστά σου

πίσω η λεωφόρος με τα φώτα

φλόγα που τρεμοπαίζει η καρδιά σου

για τα παλιά, τ’ αλλοτινά, τα πρώτα.

Μα τα παιδιά δεν έπαψαν να παίζουν

στις ίδιες τις δικές σου τις αλάνες

και σαν ζαρκάδια ολόγυρα να τρέχουν.

Χαρταετούς στον ήλιο να πετάνε

όμοιες χαρές και όνειρα να γνέθουν

με τη φωνή, φωνή σου να μιλάνε.

Το σονέτο του αλμυρού νερού

Απλώθηκε μετά μια συννεφιά

και τα πουλιά λουφάξανε στα δέντρα

μικρό παιδάκι τη ζωή του εκέντα

στον άσπρο τον καμβά μια ζωγραφιά.

Μαύρα τα καραβάκια στη σειρά

τον ήλιο ένα πύρινο καμίνι

κάπου να επιπλέει ένα παιγνίδι

και τα νερά ζωγράφιζε αλμυρά.

Κι ύστερα τραγουδούσε ολονυχτίς

χωμένο σε μιαν άγνωστην αγκάλη

απόκοσμο τραγούδι της ψυχής

και έλεγε για τα χαμένα κάλλη

για την καυτή την άμμο μιας ακτής

για τη μικρή ζωή που δεν είν’ άλλη.

Νυχτερινός μονόλογος

Απ’ τον αυχένα ενός άλλου ουρανού

κρεμάστηκε ολοφώτεινο φεγγάρι

στα μονοπάτια τα απόκρυφα του νου

ασύγγνωστο παιδί να σουλατσάρει.

Να καταγράψει με ρολόι ρυθμικό

τις ώρες τα μεγάλα σου τα βράδια

της αγρυπνίας σου να παίρνει το σφυγμό

από μια δεύτερη καρέκλα άδεια.

Ένα κοκόρι από μακριά να διαλαλεί

πραμάτειες και καθέκαστα της μέρας

κι απ’ τον φεγγίτη η ζωή να σε καλεί

της Αμαλθείας φέροντας το κέρας

το σιντεφένιο της ν’ απλώνει το χαλί

να κρύβει τις σκοτούρες της εσπέρας.

Η αναχώρηση του ποιητή

(του Θεοκλή Κουγιάλη)

Έφυγε λένε ο ποιητής το βράδυ

το χέρι του γραφίδα και στυλό

στα μάτια του ξαπόστασε ένα χάδι

στα χείλη του χαμόγελο δειλό.

Οι λέξεις τριγυρνάνε στα σκοτάδια

ψάχνοντας ένα ποίημα γυμνό

στα σκονισμένα του καιρού τετράδια

στις κόγχες των ανήκουστων λυγμών.

Ω ποιητή των εύμορφων γραφών

τα σύνορα η ζωή δεν τα ορίζει

κι εγώ την άλλη όψη ιχνογραφώ.

Την μέσα όψη σου που κατακλύζει

του μέλλοντος αιώνος το παρόν

τον ζώντα λόγο που σε καθορίζει.

Περίκλειστη πόλη

(Αμμόχωστος)

Μέσα απ’ τα σπίτια δέντρα έχουν φυτρώσει

ως να κρατάνε τους απόντες αγκαλιά

κι η πόλη από τ’ ατσάλινο της κρόσσι

βγαίνει τις νύχτες με τ’ ανύσταχτα πουλιά.

Χέρσα τα λόγια στις αυλές του πόνου

-πού V το φρουκάλι, το φαράσι μας γιαγιά;-

Αύριο, μεθαύριο, του άλλου χρόνου

κουβάρι ο μίτος και ξεφτίζει στη σπηλιά.

Μα πάντα μια Αριάδνη θα προσμένει

ένα Θησέα απ’ το λαβύρινθο να βγει

και τον νεκρό Μινώταυρο να σέρνει.

Κι από την άγια θάλασσα τη γαλανή

ούριος άνεμος σκαρί να φέρνει

και ν’ ανεμίζει ένα κατάλευκο πανί.

Το δέντρο του αγνοούμενου

Οι μυροφόρες του μικρού συνοικισμού

στου δέντρου επάνω τα χλωμά κλωνάρια

-καρτερικές Μαγδαληνές του γυρισμού-

κρεμάνε του καημού τα θυμητάρια.

Κι όπως ο άνεμος βογκά μες τις βραγιές

και κίτρινα ανεμίζουνε τα υφάδια

ίδια με ξεσκισμένες μοιάζουνε καρδιές

στοιχειώνοντας τα άυπνα σου βράδια.

Το νυχτοπούλι στην κορφή του θρηνωδεί

αετίνα τις φτερούγες ξεμαδάει

κι αντιλαλεί απ’ άκρου σ’ άκρου η οιμωγή.

Η μέρα σκεφτική παραμιλάει:

μες την ασώματη σιωπή στη στέρφα γη

σκοπιά ο αγνοούμενος φυλάει.

Ρεμβάζοντας

Εδώ η θάλασσα απλώνει την ποδιά της

ως τ’ ουρανού το πιο ψηλό μπαλκόνι

τον ήλιο διαθλά στα λαγαρά νερά της

κι αμμοβολεί τη νύχτα που ζυγώνει.

Απ’ του ορίζοντα τη μακρινή πατρίδα

και της ζωής την γλιστερή τη σκάλα

λες και σαν όνειρο μου φάνηκε πως είδα

του κόσμου τα μικρά και τα μεγάλα.

Την ανηφόρα, τον ιδρώτα και το κλάμα

τον θάνατο εκλειπτικό φεγγάρι

την εγγενή μας χαρμολύπη και το δράμα

του έρωτα την υπερκόσμια χάρη

να υφαίνει της αέναης ζωής το θάμα

με μια σαΐτα και χρυσό υφάδι.

Β’ ΜΕΡΟΣ

ΣΟΝΕΤΑ ΣΤΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Η Παναγιά η Αφέντρικα

Έφκην η Παναγιά η Αφέντρικα

ολονυχτού που τα Καρπάσια

τζι ήρτεν ποδάξω γιαν την πέρτικαν

όπως που να την εφαράσαν.

Τα πόθκια της ούλα που τρέμασιν

που τον πολλύν τον ποσταμόν της

εμοιρολόαν τζαι πααίννασιν

βροσσιή τα δάρκα των ποθκιών της.

– Έμπα σσω μου τζυρά τζι αρκόντισσα

βρόκκον νερόν να πκιείς να πνάαεις.

Τέθκοια λοής την καλωσόρισα

έγειρα μέσα στην ποθκιάν της

γιαν το μιτσίν μωρόν εμώρισα

τζαι έκλαψα τζι εγιώ μετά της.

Ρα μουζουρού του Μόρφου

Άρκον έλα μιτά μου ρα κορού

να πάμεν κατατζεί μερκάν του Μόρφου

να δώκωμεν γυρόν του περβολιού

να σε φορτώσω αθθούς πουπανωκόρφου.

Να τρέχουν μες τ’ αυλάτζια τα νερά

πουλιά να τζελαδούσιν στην αλάναν

να μπαίννουσιν να βρέχουν τα φτερά

τζαι ν’ αδονά η καμπάνα τ’ λ\ Μάμα.

Να κατεβούμεν πέρα του βραμού

να μεν μας εσσιαστεί μμάτιν αδρώπου

μεν μας ακούσει φτιν του πασανού.

Τζαι μες τες ομορκιές τζείνου του τόπου

να πω τραούδιν κόρη του καμού

ρα μουζουρού για «δκιο βυζιά του κόρφου»

Απού το χάραμαν του φου

Έλα ττωρνόν απού το χάραμαν του φου

πριχού ψυσσιή πλασμάτου μας πισκάσει

κλούθα τον Κάρβαν τζαι το τζύμμαν του γιαλού

παθκιάν-παθκιάν να πάμεν το Καρπάσιν.

Φόρα παππέξω ρούχα μαύρα του πρεπού

να ρέξωμεν Πογάζιν, Βουκολίδαν

τον Αεονάρισσον, την Κώμαν του Γιαλού

τζαι την Λφέντρικαν την Παναγίαν.

Να ξηντιλήσω κόρη θάλασσες νερόν

να πλύννω με τα σιέρκα την καρκιάν τους

δέντρη, βουνούς τζαι κακοτράχαλα γυρόν

την πρωτινήν αρχαίαν ομορφκιάν τους

να αναστήσω όπως τζείνον τον τζαιρόν

που τζοίταζα στρουθίν μες την φουλιάν τους.

ΣΕ ΚΛΙΜΑΚΑ ΕΛΑΣΣΩΝΑ  (2015)

ΕΚΑΤΟ ΧΑΪΚΟΥ

ΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΑ

ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Η τριανταφυλλιά

Μαδάει τα πέταλα,

Αγκάθια μόνο

* *

Απρίλη μήνα

Σκαρφαλώνουν στις ροδιές

Οι παπαρούνες

* *

Στην πορτοκαλιά

Κοιμάται ο έρωτας

Άσπρα σεντόνια

* *

Κίτρινα φύλλα

Φθινοπωρινή βροχή

Αρχή του τέλους

* *

Χωρίς βαρκάρη

Τα νέφη ταξιδεύουν

Άγνωστοι δρόμοι

* *

Πού τάχα φεύγουν

Τα μαδημένα φύλλα

Του Φθινοπώρου;

Λευκό το χιόνι

Στο βουνό των κοχυλιών

Και η θάλασσα;

* *

Μια μελωδία

ξαγρυπνάει στο δάσος

να ‘ναι τ’ αστέρια;

* *

Μπήκε στην καρδιά

Από τη χαραμάδα

Μια ηλιαχτίδα

* *

Άκου πώς γελά

Στ’ αυλάκι το νερό!

Πιο κάτω δέντρα

* *

Σώπασε κι άκου

Χτυπήματα στην πόρτα

να ‘ναι η βροχή;

Το πρωτοβρόχι

Πώς ξέπλυνε τη σκόνη

Απ’ τη ψυχή μου!

* *

Μοσκοβόλησε

Το μουσκεμένο χώμα

Πόσο ακόμα;

* *

Μικρό κορίτσι

Χτενίζει τα μαλλιά του

Ετών δώδεκα

* *

Ήσυχο δείλι

Το παλιό γραμμόφωνο

Στη διαπασών

* *

Αφρός το κύμα

Στη λευκή ακρογιαλιά

Μαύρος ο βράχος

* *

Μικρό μυρμήγκι

Σέρνει νεκρή αράχνη

Μακριά η φωλιά

ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Της νύχτας ήχοι

Μαζί μου ξαγρυπνάνε

Άκου! Τριζόνι

* *

Το νυχτοπούλι

Έκλεισε τις πόρτες του

Νύχτα ή μέρα;

* *

Μικρό φεγγάρι

Μες τα κλαδιά του δέντρου

Αποκοιμήθη

* *

Τραγούδα νύχτα

Να κοιμίσω το παιδί

Που μ’ αγρυπνάει

ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Φυλακισμένο

Το πουλί μες το κλουβί

Μη με κοιτάς!

* *

Τα χελιδόνια

Στων γερανών τις πλάτες

Λαθρεπιβάτες

* *

Βουβά τα πουλιά

Το δέντρο κοιμήθηκε

Αύριο πάλι

* *

Χτυπά καμπάνα

Και τρομάζουν τα στρουθιά

Το κυπαρίσσι;

* *

Στα μανίκια του

Τρυπώσανε κοτσύφια

Φωλιά το σκιάχτρο

ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ

ΚΡΑΥΓΕΣ

Σε περιμένω

Τις νύχτες της αγρυπνίας

Και της συλλογής

* *

Φορώ το σώμα

Μοναδικό μου ρούχο

Και σε φωνάζω

* *

Σπάζει κομμάτια

Ο αντίλαλος ήχος

Και αργοσβήνει

* *

Άγονη πέτρα

Μαζεύει τα λόγια μου

Ξεψυχισμένα

* *

Καμένα δέντρα

Τα χέρια ολάνοιχτα

Σε προσκαλούνε

ΕΡΩΤΙΚΑ

Όταν σωπαίνεις

Ουρανοί χαμογελούν

Βαθειά τα μάτια

* *

Να ‘μουν αγέρας

Στα φύλλα της καρδιάς σου

Να ξαποσταίνω

* *

Να ‘σουν θάλασσα

Κι εγώ το βοτσαλάκι

Στην αμμουδιά σου

* *

Να ‘σουν ποτάμι

Κι εγώ μες τα νερά σου

Το αποκλάδι

* *

Η ανάσα σου

Το χνώτο της Άνοιξης

Μες το χειμώνα

* *

Αστέρια λάμπουν

Μες το βαθύ σκοτάδι

Είναι τα μάτια σου;

ΕΠΙΛΟΓΟΙ

Καινούριοι κόσμοι

Μα τα δικά μου ρούχα

Έχουν παλιώσει

Φεύγουν τα χρόνια

Στα ημερολόγια

Που έχουν λήξει

* *

Το κοριτσάκι

Με την άσπρη κορδέλα

Μεγάλωσε πια

* *

Το τραγούδι του

Ίσως το τελευταίο

Μα πού να ξέρει;

* *

Στα λασπόνερα

Η γέρικη ομπρέλα

Παραπατάει

* *

Έλα μαζί μου

Το δρόμο δεν τον ξέρω

Μόνο σημάδια

* *

Σκόρπισαν όλα

Τα λόγια σαν τα πουλιά

Που αποδημούν

* *

Η άσπρη πόλη

Τα φλογάτα δειλινά

Πόσο μακριά μας;

* *

Μάτια της νύχτας

Στα ταβάνια τ’ ουρανού

Περιδιαβάζουν

* *

Δώς’ μου τα χέρια

Μέσα στις παλάμες μου

Να τ’ αναστήσω

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΠΛΕΥΣΗ (2011)

Διαχρονικά-Αδημοσίευτα

ΠΟΙΟ ΓΛΥΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ποιο γλυκό παραμύθι

σφαλνά τα μάτια σου

πλανιέται

δροσερός μαΐστρος

στα μαύρα ματόκλαδα;

Κι αυτό το χαμόγελο

που απλώνεται

ως τις κόρες των ματιών σου

ω, ένας ήλιος αυγουστιάτικος

στα κύματα του απέραντου σιτώνα

που τραγουδάν οι ώρες

τα δευτερόλεπτα του νου μου

μικρή αγάπη, Έλενα

1968

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ

Αργούσες

Οι δικαιολογίες γέρασαν

– συνηθισμένες εκφράσεις –

τα λόγια φτώχυναν

κι η γλώσσα υποτάχτηκε

σ’ αυτά που η σκέψη ανασκαλεύει

τυραννικά

Λες και το έρμο το πουλί βουβάθηκε

τρομάζοντας την ίδια τη λαλιά του

κι ούτε για κλάμα

ή για χαρά

τολμά να κελαδήσει πια

1969

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΣ

Μη με ρωτάς πως βρέθηκα

σ’ ένα πεδίο που εκπέμπει

στη συχνότητα «τύψεις»

σε μια συν-οικία που πνίγεται

με κάγκελα και μάνταλα

και απαγορευτικές ενδείξεις

1970

ΤΩΡΑ

Τώρα στα κλειστά μας παραθύρια

αποκοιμιούνται

τα δειλινά του χρόνου

και στη στέγη μας

το χιόνι πλάκωσε λευκό

τόσο λευκό

που δεν τολμάς να το κοιτάξεις με τα μάτια

και το γνωρίζεις μόνο

απ’ την αμείλικτη παγωνιά

που περονιάζει την ψυχή σου

1970

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Ψηλά κι όλο ψηλότερα

ένας ευνοϊκός άνεμος

κι ένας μακρύς σπόγγος τόσο αόρατος

θα ‘βαζες στοίχημα

πως πετά από μόνος του

Ένας πολύχρωμος χαρταετός

τόσο μα τόσο βιαστικός

θα μας κοιτάζει από ψηλά

δεδομένου του σπόγγου

κι ουρίου ανέμου

1981

ΜΑΘΗΜΑ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ

Εντιμότατε

δεν ξέρω βέβαια

πόσο έντιμος είστε

και διατελώ μεθ’ υπολήψεως

που δεν έχω ιδέα

πόσο σας υπολείπεται

Οσιολογιότατε

δεν ξέρω βέβαια

πόσο όσιος είστε

και προσκυνώ

ένας Θεός ξέρει

τι προσκυνώ

1981

ΣΩΜΑ Τ’ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Σώμα τ’ Αυγούστου

με δυο σκοτώστρες άρβυλα

με χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα

κίβδηλα πρόσωπα

πως επανέρχεται

με προσωπεία τώρα απονενοημένων καιρών;

Τα μέτωπα ζάρωσαν

τα μάγουλα βυθίστηκαν στο χρόνο

τα σώματα φεύγουν δίχως σώμα

Κι εσύ

ένας ανέραστος μήνας

χωρίς ημερολόγια

χωρίς τις μικρές ή τις μεγάλες

μέρες σου

χωρίς τη μαγεία

της έκπαγλης νύχτας σου

Σώμα τ’ Αυγούστου

με τα χρυσά τα δόντια κρόταλα

σταμάτα πια

ν’ αποξερνάς σιδερικά και ρόπαλα

δεν σε μπορώ

με ανυδράργυρα θερμόμετρα

να μου μετράς τα όνειρα

1984

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μακρύς ο δρόμος του πηγαιμού

κι όλο να σκιάζεσαι

μη δε προλάβεις τη Θεά

Ήχος νερού

που αργοσταλάζει ολούθε της σπηλιάς

οσμή βουνού στα βράχια

κλωνιά και ρίζες αξεδιάλυτα

μα η συκή δεν εξηράνθη

Μην την είδατε την Αφροδίτη

άσπρο σεντόνι στα νερά;

Μιαν αχτίδα περίεργη

που τρύπωσε ανάμεσα στα φύλλα

κι αχνοφέγγει στον πάτο της σπηλιάς;

Μικρή ζαρκάδα γοργοκίνητη

με δυο αρμαθιές λουλούδια στην αγκάλη

να τρέχει αλαφιασμένη

στην άλλη άκρη του δρυμού;

Μη και την είδατε

μια χαδιάρα τρυγόνα

στο πέταλο της αροδάφνης

μ’ ένα φτερό της πεθυμιάς τρεμάμενο

να σέρνει πλουμιστό πουκάμισο

στην τραχηλιά του ήλιου;

Μη δεν την είδατε την Αφροδίτη

κι άδικο μείνει

το ταξίδι ως το Λατσί!

1989

ΤΑΦΟΙ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ

Ξένε

αυτός ο τόπος που πατάς κρατάει ακόμα

ότι απόμεινε από κάποιο βασιλιά

Κανένας τους

δεν άντεξε στο χρόνο

εξόν από την πέτρα

που διαφεντεύει το τοπίο

σκληρή

σαν την ανθρώπινη μοίρα

που τους ξεγέλασε

Κι αν θέλει ν’ αποτίσεις

κάποιο φόρο

τίμα τους άσημους και τους θνητούς

που μη όντες βασιλιάδες

όμοια μ’ εκείνους

είχανε μοίρα

1989

ΑΣΕ ΝΑ ΟΔΥΡΕΤΑΙ Η ΒΡΟΧΗ

Άσε να οδύρεται η βροχή

χειμώνες άλλους να θυμίζει

ζήλια να φλέγει το κορμί

ορμή νερού να μ’ αφανίζει

Άσε να οδύρεται η βροχή

χίλιες κραυγές να μ’ αγρυπνάνε

νάναι τραγούδι το φιλί

λιμιώνας η αγάπη να ναι

Άσε να οδύρεται η βροχή

χειμερινοί να ηχούνε θρήνοι

νυχτόβιος πόθος στο κορμί

η ανάσα ξέψυχη να σβήνει

2003

ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ

Αληθινά, τι άλλο πια να πω

απόκαμε η καρδιά να περιμένει

μένει στο στόμα μου το σ’ αγαπώ

απόκριση βουβή και ξεχασμένη

Χειμώνιασε στου κόσμου τα στενά

στενάζουν οι ουρανοί και κλαίνε πάλι

άλλη δεν είναι νάρθει πια ξανά

αναστεριά από τούτη πιο μεγάλη

Αληθινά δεν ξέρω τι να πω

αποκαΐδια γέμισε το δείλι

η λύπη αντάρα σέρνει το χορό

ορχείται και κρατεί μου το μαντίλι

Μάιος 2003

ΑΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ (2007)

Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ

Η αγάπη μου κοιμήθηκε

και η μορφή του γαληνεύει

νεύει στ’ αστέρια και καθίζουνε

νερόκρινα στην κοίτη μας επάνω

πάνωθε λάμπουν οι ουρανοί

ανοίγουν παραθύρια και κοιτάνε

τα νέφη σκίζουν άγγελοι

αγγελικά και περπατάνε

ανεβοκατεβαίνουνε στη στέγη μας

μαζί του και μιλάνε

Ανέβα τη μεγάλη σκάλα

αλαφροΐσκιωτο πουλί

λύσε του έρωτα τα μάγια

ΑΡΑΧΝΗ

Ήσυχα πέφτει απόψε το σκοτάδι

αδιόρατο χάδι

διαχυμένο στις ρύμες του μυαλού

Αλλού σε ταξιδεύει

βήμα-βήμα

η μαύρη τρύπα

η παγερή της νύχτας

Ασήκωτη η μοίρα

μύρα φορά

αγκίστρια και δολώματα

Αράχνη γίνεται και γράφει

αφηρημένους κύκλους στο κενό

ενώ στραγγίζει στην καρδιά

η ακριβή του έρωτα μελάνη

Νύχτα ξηλώνει το πανί

ανήμερα το υφαίνει

φαίνει και σένανε μαζί

ΝΟΜΑΔΑΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ήρθε με τους τρελούς βοριάδες

δέσμη από φως αλαργινό

νομάδας έρωτας δίχως βέλη

λειψός από φαρέτρες και φτερά

ερασιτέχνης ήρθε ραψωδός

Δώσε μου, είπε, το σώμα

Μα εγώ δεν είχα

Χάρισε μου την ψυχή σου, είπε

Πέρασα τα σαράντα κύματα

μα τα τυφλά πουλιά

λιανοπετώντας αντικρύ μου

μούσκλια σκορπώντας και κρωγμούς

μες του βυθού τις άγνωστες σπηλιές

εσώκλειστη κρατούσαν

σαν από χρόνια τη ψυχή μου

Ήμουν μικρό δεντρί και γέρασα

ΑΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Βουβό τ’ αηδόνι στα φυλλώματα

τα δέντρα τάφοι ωραίων

ονείρων που στοιχειώσανε

ανεμικά παράπονα μετρώντας

Άσμα δεν είναι πια κανένα

να τραγουδήσει ο ποιητής

τις νύχτες με φεγγάρια

Άρια του περασμένου πια καλοκαιριού

ΟΤΑΝ ΕΦΕΥΓΕΣ

Όταν έφευγες

έσταζε έρωτα η σελήνη

η νύχτα στέκονταν γυμνή

μνήμη του πόθου που πληγώνει

Όνειρο τ’ άστρα όπως τσακίζονταν

ανεμίζοντας σκόνη από χρυσάφι

Άφησε είπα να σ’ αγαπήσω

ίσως δεν είναι να γεννηθώ ξανά

Ανασήκωσε το κεφάλι

λυσίκομη η νύχτα και με κοίταξε

ξένα τα μάτια

ξένα τα βλέμματα

αίματα

ΕΛΑ

Η νύχτα πήζει τώρα

ώρα την ώρα τα σκοτάδια της

άδεια της ειμαρμένης τα χαμόγελα

Ελα, μου γνέψουν οι ωραίοι αγαπημένοι

Μένει το ναι στα χείλη μου να κρέμεται

τεφρή κατάφαση

ύστατο σέλας θανάτου

ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΛΥΧΝΑΡΙΑ

Μη μιλάς άλλο

αλλόκοτη η φωνή σου ανήκουστη

στείρα πηγή το στόμα

Στο μάτι ορθρίζει ακόμα

ο μακρινός ορίζοντας

όντας επέρναγες παιδί τους ύφαλους

άλλους να ψάχνεις αγγέλους

Γελούσε ο Θεός

στις φτέρουγες πατώντας των ανέμων

μοναχικός πολίτης

στο γυάλινο ουρανό

Ανώφελο τώρα να κυνηγάς τις χίμαιρες

οι μέρες τρέχουν σαν νερά

ανέραστες παρθένες βιαστικές

και συ με τα σβησμένα σου λυχνάρια

χνάρια γυρεύεις τάχα

άλλων χαμένων ερώτων;

Η ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ

Ο ήλιος τώρα βιαστικά

κατρακυλά στην κατηφόρα

ραγίζοντας στα δυο τη δύση

Σηκώνει στις ξαναμμένες πλάτες του

του δρόμου τα σημάδια

αδειάζει πύρινα τα χρώματα

άτακτα σχήματα τρελά

ελάφια αλαφροπάτητα

τάχα πως τρέχουν να προλάβουν

Βουνά μου παραστέκουν μακριά

ρυάκια και ρηχά νερά

Ράθυμα σκλήθρα γύρω μου

μου γνέφουν και τ’ ακολουθώ

θόλους ανοίγοντας για να περάσω

σώμα διάφανο μες την αχλή

λιτός, ατάραχος διαβάτης

της άλλης χώρας

ΓΥΑΛΙΝΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ

Όνειρο ο κόσμος

όσο ιριδίζει η μέρα μες τα μάτια του

του χρόνου ιχνογραφώντας τις στιγμές

Μεσούρανα θροΐζουνε τα λόγια ,

λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ

ερωτικές κραυγές που σπάνε

ανέλπιδα στους τοίχους

στους στίχους σπάνε

ανέκφραστων κι αλλόφωνων γραφών

Φωνές που σέρνονται στα χείλη

λιπόψυχοι ήχοι μακρινοί

οι τέλειες φράσεις της σιωπής

πισθάγκωνα δεμένες στο ζυγό

του γυάλινου ουρανού

Τώρα κιτρινισμένη γέρασε η γραφή

ΑΣ ΤΟ ΔΩ Τ’ ΩΡΑΙΟ ΣΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ

Ας το δω

στων ονείρων τ’ ακροδάκτυλα

τ’ ωραίο σου πρόσωπο

στο παλλόμενο πράσινο φύλλο

στο ατάραχο

το άχρωμο νερό

Τώρα με τους νεκρούς μου ζω

να ‘ρχονται αμίλητοι και φευγαλέοι

σχεδόν αόρατοι

σχεδόν ωραίοι

Τους ψηλαφίζω

με άλλα ανάλαφρα χέρια

μ’ αέρινα μάτια τους χαϊδεύω

Ας το δω

στης φωτιάς την αλλόφρονη φλόγα

τ’ ωραίο σου πρόσωπο

στου έσχατου ορίζοντα την κόψη

λευκό

κεκαθαρμένο φως

ΔΕΝ ΜΕ ΓΕΛΟΥΝ ΕΜΕ

(Του Ανδρέα Πετρίδη)

Δεν με γελούν εμέ

οι κραυγαλέες των χειλιών σου αναλαμπές

των οματιών σου η θλίψη με συνθλίβει

Αχ η αυγή

κομμάτι αυγή

να ξέπεφτε στα μάτια σου

κι ως φλόγα να ραγίσει το γυαλί

σχισμή ν’ ανοίξει στο παράθυρο

να’ μπει ο Απρίλης

να φωλιάσει μες τα ρόδα

να σκαρφαλώσει

αγκάθι-αγκάθι το παιδί

Η ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΕΡΑΝΤΙ (2004)

(ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ)

«Θέλω να δω το σπίτι μου» δήλωνε χωρίς περιστροφές, όταν άνοιξαν τα σύνορα. Οι άνθρωποι συνωστίζονται από το χάραμα στα σημεία εισόδου, περιμένουν ώρες μέσα στο λιοπύρι. Εικοσιεννέα χρόνια συμπυκνωμένα στο σήμερα. Όνειρα απλά κι ανθρώπινα που αρνούνται να ξεθωριάσουν, παρά μόνο περιφέρονται από το ένα σημείο εισόδου στο άλλο, αναζητώντας την πόρτα για τον παράδεισο που η καρδιά κι ο νους συντηρούν σα σε φωτογραφία, ανάλλαχτο.

«Θέλω να δω το σπίτι μου». Εικοσιεννέα Ιουλίου δυο χιλιάδες τρία, εικοσιεννέα χρόνια μετά το ξεριζωμό, η Άννα, καθισμένη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, αρχίζει το πιο μεγάλο ταξίδι της ζωής της, ξετυλίγοντας ένα κουβάρι νήμα την ιστορία της. Τόσο ήρεμη που της πέφτουν τα πράγματα από τα χέρια. Τόσο ήρεμη που της χύνεται το νερό από τη μικρή παγωνιέρα που κουβαλά. Τόσο μα τόσο ήρεμη. Η διαδρομή οδηγεί χωρίς πολλά λόγια στην κατεχόμενη γη.

Τα μάτια της τώρα βρίσκονται σε εγρήγορση. Κατοπτεύει το τοπίο, τα χωριά, τους δρόμους που άλλαξαν. Το βλέμμα της αμολημένο βοσκά στην ανοιχτή πεδιάδα, ανιχνεύει τις μπάλες του σανού κι αγκομαχά στ’ αντάκια με το θερισμένο στάρι. Όπου να ’ναι θα φανεί η πόλη.

* **

Δεν είναι αυτό το σπίτι μου σας λέω

Εγώ είχα ένα κλήμα στην αυλή

βέρικο

Η πόρτα μου ήτανε μεράντι

-ξύλο πρώτης ποιότητας –

με δυο μικρά παραθυράκια στα πλάγια για τον αέρα

Ύστερα

στο σπίτι εμπρός

δεν είχαμε κανένα πεύκο

μήτε κι ελιά στο πεζοδρόμιο

ούτε κι αυτό

το θεόρατο κυπαρίσσι στο πλάι

Ε, ναι

τα παράθυρα ήτανε βαμμένα

σε γκρίζο χρώμα σαν κι αυτά

μα πάλι το δικό μου σπίτι

χώριζε με χαμηλό τοίχο

κι από κει μιλούσα με τη γειτόνισσα

-ανταλλάζαμε κάποτε και φαγητό –

Δεν είναι αυτό το σπίτι μου σας λέω

Εγώ το είχα μόλις χτίσει

κι ήταν ολοκαίνουριο

Ε, ναι

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε

και φυσικό να έχει παλιώσει

Μα πάλι

πού πήγε η μικρή τζαμαρία;

πού πήγε το κοτέτσι

στο πίσω μέρος της αυλής;

-είχαμε κουνέλια και κότες –

Ναι, ναι

Εγώ είχα κι ένα μικρό υποστατικό

για πλυσταριό

-τώρα θυμάμαι –

και δεν είχα αυτό το φουρνάκι στη γωνιά

Μπορεί όμως και να’ ναι το σπίτι μου

Το μπάνιο έχει το ίδιο χρώμα

κι οι πάγκοι της κουζίνας ήτανε άσπροι σαν κι αυτούς

Και το σέντε κάπως έτσι με την ξύλινη πορτούλα

Γεννησαρέτ 3Α

αυτή ήταν η διεύθυνση

Μα εδώ γράφει οκτώ

κι η οδός εκεί

μου είναι άγνωστη

Ένα ή δυο στριψίματα

από τ’ ανώι του Αλυπόλητου

Δεν είναι αυτό το σπίτι μου σας λέω

Τα σκαλάκια από το δρόμο

ήτανε μόνο δύο

– αν θυμάμαι καλά –

κι αυτές οι πέτρες στο περιτοίχισμα

θαρρώ δεν το’ χαμε φτιάξει έτσι

ούτε και είχαμε αυτή

την ξύλινη βεράντα στην είσοδο

τζαμαρία είχαμε

-ναι σας το ξανάπα αυτό –

Κάτι

κάτι μου θυμίζει

αυτό το σήμαντρο στην πόρτα

μα σας είπα

η δικιά μου ήτανε μεράντι

Μπορεί όμως και να’ vaι το σπίτι μου

Η γειτονία ήτανε καινούρια

Φτωχόκοσμος

Σ’ ένα οικόπεδο χτίζαμε δυο

κι είχαμε ένα κοινό τοίχο

Γι’ αυτό σας λέω

Ούτε και το πλαϊνό

μοιάζει με το σπίτι της Νίκης

Έζησα στο σπίτι αυτό

οκτώ ολόκληρα χρόνια

πώς είναι δυνατό να μη θυμάμαι

Πάρε τη Νίκη στο τηλέφωνο

Νίκη Κασάπη

Μα παντρεύτηκε μετά

κι ούτε που ξέρω το επίθετο της

Τι κάνεις τώρα;

Γυρίζεις πίσω

χωρίς να δεις το σπίτι σου;

Μπορεί όμως και να ’ναι το σπίτι μου

Μα πάλι

πώς έγιναν έτσι οι τοίχοι;

Τα παράθυρα

τα παράθυρα μου ήταν γκρίζα

– σας το ξανάπα –

αυτά εδώ

είναι έτοιμα να πέσουν

Κάπου εδώ ήτανε το σπίτι μου

Με δάνεια το χτίσαμε

κι ούτε που το είχαμε ξοφλήσει

Φτύσαμε αίμα

αλήθεια σας λέω

Παρκέ στα υπνοδωμάτια

σαν και τούτο

Στο σαλόνι μια διαχωριστική καμάρα

κάπως έτσι

Για την τραπεζαρία

ένα τετράγωνο τορνευτό τραπέζι

-της μάνας μου –

με τέσσερις τόνενες καρέκλες

κι η οκταήμερη νυφική μου φωτογραφία στον τοίχο

Κάπου εδώ ήτανε το σπίτι μου

Δυο στριψίματα από τ’ ανώι του Αλυπόλητου

δέκα λεπτά από την εκκλησία της Αγίας Ζώνης

Να το καμπαναριό

– περπατητή πήγαινα –

Λίγο πιο ψηλά

από το εργοστάσιο του Εύρηκα

λίγο πιο χαμηλά

από το Μαντζούρειο σχολείο

-το περάσαμε καθώς ερχόμασταν –

εκείνο με τους χρωματιστούς τοίχους

Πώς είναι δυνατό

να μη θυμάμαι;

Κάπου εδώ σας λέω

ήτανε το δικό μου σπίτι

Γεννησαρέτ 3Α

Αυτό είναι το σπίτι μου

λέει η φωνή της

από τα τρίσβαθα του Άδη

σπασμένη σαν ηχώ

σε διάσελα βουνών

Ναι αυτό είναι το σπίτι μου

Χωρίς τα κλήματα

χωρίς την πόρτα από μεράντι

χωρίς το κοτέτσι

χωρίς την οκταήμερη φωτογραφία

χωρίς το τραπέζι της μάνας μου

χωρίς

χωρίς

χωρίς

το σπίτι μου Γεννησαρέτ 3 A

* * *

Μπαίνει μέσα ξανά

σε αργή κίνηση

— Παναγιά μου βοήθα

βόηθα –

μουρμουρίζει σαν υπνωτισμένη

Μπορώ; ρωτά

Και στο γνέψιμο του Μεχμέτ

αρχίζει την ανάβαση

Τα μάτια της γλείφουν το πάτωμα

ακουμπούν δεξά ζερβά τους τοίχους

καρφώνονται στο ταβάνι

και πάλι απ’ την αρχή

πάτωμα

τοίχοι

ταβάνι

οι μεσόπορτες

ναι οι μεσόπορτες

τα παραθύρια

το σέντε με τη μικρή ξύλινη πορτούλα

-βρήκατε τίποτα

-όχι μπήκαν άλλοι πριν από μας

-μα κοιτάξατε; επιμένει

-ναι, κοιτάξαμε

Περπατά πάνω κάτω

στέκει μπροστά στο παράθυρο

και κοιτάζει στην αυλή

ξανάρχεται στο διάδρομο

ξαναπηγαίνει στην κουζίνα

-αφήσατε τους πάγκους με φορμάικα

λέει μονολογώντας

και ψηλαφώντας το άσπρο

ανασηκωμένο επικάλυμμα

Όσοι δεν ξέρετε τι είναι το φορμάικα

καιρός να μάθετε

Είναι συνδετικό επικάλυμμα

για πάγκους και έπιπλα

ανθεκτικό στις κακουχίες και στο χρόνο

γυαλιστό τόσο

που μπορεί να αντιφεγγίζει τις μνήμες

δέκα χιλιάδων πεντακόσιων εβδομήντα ημερών

-Αφήσατε και την πόρτα –

λέει ακουμπώντας στοργικά

την πόρτα της κουζίνας

Τα μάτια της συγκρατούν

σα δυνατός φράκτης την πλημμύρα

που ανεβαίνει σιγά σιγά

-Μπορώ; ρωτά

Μπαίνει μόνη στο μπάνιο

και κλείνει πίσω της την πόρτα

τάχα προς νερού της

Αργεί να βγει

Τα μάτια της

χαμηλωμένα στο πάτωμα

-Με πείραξε η σκόνη του δρόμου

θα νομίσει πως εξαπατά όλους

-Έναν καφέ, κάτι κρύο;

ρωτά η ραγισμένη φωνή

του ευγενικού Μεχμέτ

Γνέφει ναι με το κεφάλι

Τώρα οικονομεί τα λόγια της

-Ευχαριστώ που μ’ αφήσα …

Σπάει κομμάτια η φωνή της

-Να ‘ρχεσαι… όποτε θέλεις

-Δεν είναι εύκολο απαντά τάχα ήρεμα

και δεν ξέρεις αν μιλά για την απόσταση

ή για την ηλικία της

ή για την αντοχή της ψυχής

Σιγά σιγά

πέφτει μια ηχηρή σιωπή

στο μικρό προχώλ

Αμηχανία στα χέρια

που δεν ξέρουν πώς να φερθούν

αμηχανία στα μάτια

που σταθμεύουν στο κενό

Μια απόκρυφη συνομιλία

αρχίζει ανάμεσα στους δυο

-Αυτό εδώ είναι το σπίτι μου

-Κατοικώ εδώ είκοσι χρόνια

-Αυτό εδώ είναι το σπίτι μου

-Ήταν ερημωμένο, ξόδεψα πολλά

-Αυτό είναι το σπίτι μου

με δάνεια το ‘κτισα μονάχη μου

-Αν δεν το ’χεις προσέξει μεγάλωσα την κουζίνα

-Είναι το σπίτι μου

-Μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις

-Το σπίτι μου

– Να μας ξανάρθεις

λέει δυνατά ο Μεχμέτ

και της γράφει το τηλέφωνο του

σ’ ένα κομματάκι χαρτί

Το διπλώνει και το φυλάει στην τσάντα της

-Να ξανάρθεις

επαναλαμβάνει η φωνή του Μεχμέτ

Κουνά το κεφάλι

με ακαθόριστο νόημα

Σηκώνεται

Το μπαστούνι αργό την οδηγεί στην έξοδο

-Να μου τηλεφωνάς λέει πάλι ο Μεχμέτ

Γνέφει ναι με το κεφάλι

Δεν έχει πια άλλα λόγια

Το αυτοκίνητο σκίζει την πεδιάδα ακολουθώντας τα βήματα του ήλιου.

Το νήμα τυλίγεται πάλι πίσω στην άτρακτο. Ο ήλιος βουτηγμένος σε χρυσόσκονη ταλαιπωρεί τα μάτια της. Τα κλείνει. Θαρρείς πως κοιμάται. Ησυχία. Μόνο η βουή του αυτοκινήτου ακούγεται αμυδρά καθώς ο ήχος σκορπά και χάνεται στην άπλα.

Δε νομίζω να ξανάρθω

ακούγεται ξαφνικά σίγουρη η φωνή της

από το πίσω κάθισμα

Δε νομίζω να ξανάρθω

Όλα εδώ έχουν αλλάξει

τίποτα δεν έμεινε όπως πριν

Ακόμα κι ο ήλιος

πιο κίτρινος μου φαίνεται

– αν είναι δυνατό –

εκτός κι αν δε θυμάμαι

Ο δικός μας ήλιος

γίνεται κόκκινος σα φωτιά

σαν πάει να δύσει Α

υτός εδώ θαμπός μου φαίνεται

Δε συμφωνείς κι εσύ;

Αλλιώτικος κόσμος

Τα πάντα αλλιώτικα

Κάπου εδώ ήτανε …

Να δεις τι ήτανε

Α ναι ένα εκκλησάκι

Κάνε σιγά

Κάπου εκεί στα δέντρα ήτανε …

Να δεις τι ήτανε…

Βάλε λίγη μουσική

Θες ένα μήλο

ζεσταθήκαν απ’ τον ήλιο

μα να βάλουμε κάτι στο στόμα μας

απ’ το πρωί τρέχουμε

να πάρω κι εγώ τα χάπια μου

Λίγο νερό να τα πάρω σιγά σιγά

-δεν κάνει να τα παίρνω μαζεμένα –

Δε νομίζω πως θα ξανάρθω

Να σας γράψω το σπίτι

μήπως και

άνθρωποι είμαστε

δεν ξέρεις τι γίνεται

καμιά φορά εκεί που είσαι καλά

Να θυμάσαι

Στο σέντε μέσα

έχω κρύψει όλα τα πολύτιμα

—ά, ναι, δε βρήκανε τίποτα —

Άνοιξε λίγο το παράθυρο

όχι κλείσε

με πνίγει ο αέρας

Γιατί δε βάζεις λίγη μουσική;

Λες να πηγαίνουμε σωστά;

Γιατί νομίζω πως πάμε πάλι πίσω;

Πρόσεχε τα σήματα μη χαθούμε

Ο ήλιος έδυσε

Βραδιάζει οπού να ’ναι

να βγούμε από δω

πριν νυχτώσει για καλά

Να βγούμε

Παναγιά μου βόηθα

να γυρίσουμε στο σπίτι μας

Ανοίγει την τσάντα

και βγάζει από μέσα

το διπλωμένο χαρτάκι του Μεχμέτ

-Κράτησε το, λέει

μπορεί και να το χάσω

έτσι που μπερδεύομαι ώρες-ώρες

Κι ύστερα

-Κοίτα τώρα

που ξέχασα να δώσω κι αυτά τα δώρα

Δε με θύμισες και συ

Μα πού να ‘ξερες

Ας είναι, κάπου θα χρειαστούν

Βγάζει τώρα τα γυαλιά και τα παπούτσια της

Απλώνει αναπαυτικά

το γέρικο σώμα

ακουμπά το κεφάλι

κι αποκοιμιέται

για το υπόλοιπο του ταξιδιού

του πιο μακρινού ταξιδιού

που έκαμε ποτέ η Άννα

στη ζωή της

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

1. ΤΡΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΖΙ ΑΓΚΑΘΚΙΑ (2009)

A…ΤΖΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΓΕΡΗΜΟΣ

Oi τόποι εγερημώσασιν

απoύ τα πλάσματά τους

τα πλάσματα εσκορπίστησαν

μα ‘πήραν τους μετά τους

ΤΡΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΖΙ ΑΓΚΑΘΚΙΑ

Εκάμασιν τραντάφυλλον

με δίχα τα αγκάθκια

μα μεν θωρείς την δείξην του

την μυρωθκιάν αγκάθκια

ΕΙΠΕΣ ΕΝ ΝΑ’ΡΤΕΙΣ

Είπες εν ν’άρτεις τζι εν ήρτες τζι έκατσα τζ’ εκαρτέρουν

ώστι τζι εχάραξεν το φως τζι ακόμα τζείθθεμέρου

Μες το καμίνιν έγκρουζα τζι εζώνναν με τα φίθκια

μεν τζι ήτουν ούλλα ψέματα τζι εν μ’ αγαπάς π’ αλήθκεια

Ήρτεν η νύχτα τζι’ ηύρεν με τζι’ έππεσα να πεθάνω**

τον κόσμον επογνώμησα τζι εμέναν παραπάνω***

Είπες εν να’ρτεις τζι εν ήρτες μ’ ακόμα καρτερώ σε

τζι ούλλον τες στράτες ασκοπώ μεν τζαι φανείς χαρώ σε

* έχω μεγάλη έγνοια, φόβο

** απελπίστηκα

*** βαρέθηκα αυτό τον κόσμο

ΠΛΑΣΜΑΝ ΑΛΛΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τ’ αμμάθκια σου εν θάλασσα τζύμματα τα μαλλιά σου

που πάσιν τζαι ξανάρκουνται τζαι φέρνουν με κοντά σου

Μαύρα πουλιά τα φρύθκια σου με τα φτερά αννοιμένα

σαν τζαι που σωζυάζονται στον ουρανόν για μέναν

Που σε θωρώ ζαλίζομαι σαν που ’χασα το φως μου Να’ σαι π’ αλήθκεια τούν’ της γης για πλάσμαν άλλου κόσμου;

2. ΤΑ ΦΚΙΟΡΑ ΤΗΣ ΠΙΚΡΑΘΑΣΙΑΣ (2003)

Λαλούσιν η πικραθασ’ιά

πως έσ’ιει χάρην άλλην

όντας οι άλλες πορουβούν

τζαι ‘παντινάσσουν τζιαι λουβούν

τζιείνη ν’ αθκιεί καπάλιν

ΣΤΟΛΙΖΕΤΑΙ Η ΟΜΟΡΦΗ

Ήλιε μου χρυσήλιε μου με το χρυσαππαρίν σου

τζι η καματόβερκα χρυσή

πόμεινε της να στολιστεί

πο’ ν όμορφη τζιαι πρέπει της να φέγγει στο γυρίν σου*

Τζι’ εστάθην ο χρυσήλιος μου που πόρταν ως ξαπόρτιν

ρέσσει ο κόσμος τζι’ αρωτά

είντα’ σ’ιει ο ήλιος τζι’ εν βουττά;

Στολίζεται η όμορφη, λαλεί, τζιαι καρτερώ την

* στη θέση σου, αντί για σένα

ΜΕΝ ΜΕ ΚΟΛΑΖΕΙΣ

Μεν με κολάζεις άφοη με τα καμώματά σου

εγιώ γυρεύκομαι τζι αλλού

έσ’ιει που με παρακαλούν

μα’ν να ραεί η καρκιά σου

Εν έσ’ιει παίξε γέλασε κόρη με τον καμόν μου!

Κάλλιον να φύεις που τωρά

παρά να με καστιοράς

τζιαι φέτι τζιαι του γρόνου

Μα μεν σου κακοφαίνεστε τζι ένας Θεός το ξέρει

πως τούτα εν λόγια της οκκάς*

Εσού στα σ’ιέρκα σου κρατάς

τζι εμέν τζιαι το μασ’ιαίριν**

*δεν έχουν σημασία ή αξία

** με έχεις στο χέρι

ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ

Να μπόρουν να πεθάνισκα έναν κάρτον

νά’ στρεφα πίσω τον τζιαιρόν

να κάλαρα τζιαι τον Θεόν

την πόρταν να μ’ αννοίξει να ξανάρτω!

ΕΝ ΤΖΙΑΙ ΖΗΛΕΥΚΩ ΚΑΝΕΝΟΥ

Εν τζιαι ζηλεύκω κανενού

πάνω στον κόσμον τούτον

ζηλεύκω τζιείνου του πουλιού

δίχα φκιολίν λαούτον

που τζιελαδά που το πωρνόν

ίσ’ια με νήλιου δύσην

τζι εν έσ’ιει έννοιαν μήτε φό’ν

για βρέξει για σ’ιονίσει

είντα να πκιεί, είντα να φα

’ντα τόπον να μονάσει

ούλλες οι πέτρες εν φουλιά

τα δέντρη τζιαι τα δάση

Ζηλεύκω του τζιαι που πετά

που μιαν χώραν ως άλλην

με πασαπόρτιν αρωτά

με εισιτήριον φκάλλει

ΠΑΛΛΙΩΝΩ ΜΕ ΤΑ ΤΖΙΥΜΜΑΤΑ

Έναν πεζούνιν έκατσεν

μονάτζιν στον βραμόν μου

λυπητερόν το κλάμαν του

λυπητερόν το δειν του

όπως το πλάσμαν ένωθεν

θαρκούμαι τον καμόν μου

ακόμα τζιαι που λλόου σου

επόνεν με περίπου

Μ’ έναν πουλλίν πετούμενον

έπεψα σου μαντάτον

Παλλιώνω με τα τζιύμματα

τζι εν πόμακρα η ξέρη

χοχλοκοπά τζι η θάλασσα

τζιαι παίρνει με πουκάτω

μα έξερε πως εν να φκω

ότι τζιαιρός το φέρει*

*χωρίς αμφιβολία

ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΗΡΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (1999)

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Νερό

ατόφιο κρύσταλλο η σταγόνα

που διασπάται στο πρώτο φως του πρωινού

Χάραξε η πέτρα

το πρόσωπό της στη σιωπή

με κοφτερό λεπίδι

Αγύρτης άνεμος πετροβολά τα στήθια της

ύμνος ακάθιστος

ανάκουστος

ανάκρουστοι καιροί των λουλουδιών

Φωτιά κι η θάλασσα

με πυροφάνι καίει τη σάρκα της

νερό κι αλάτι στις πληγές της

Σε σκιάζομαι ηδονή

το ρούχο σου σκιάζομαι

πυρακτωμένο σίδερο να με τυφλώνει

Σφράγισε η νύχτα

τις φωλιές των αηδονιών

κατάχαμα κοιμάται το φεγγάρι

σώμα του έρωτα που απόκαμε

Πέρασε η νύχτα βήμα-βήμα τη σιωπή

βουλιάζει ολόκληρη

στην άμμο που γλιστρά

μέσα από δάχτυλα χεριών

Σκόνη

ο πόνος στις παλάμες

και τα σημάδια στις πατούσες

τις γυμνές από στολίδια

σκόνη

Μαρμαρωμένο χέρι το κλαδί

μια άφωνη τρομπέτα

σε στάση αναμονής

φυλλοβολεί τον Αύγουστο

στα χίλια δώματα του κράχτη που σιωπά

στα μύρια κλειστά στόματα

των άστρων

Σε σκιάζομαι σιωπή

τον ήχο σου σκιάζομαι

που στάλα-στάλα με διαβρώνει

ΡΙΠΕΣ

(Δερύνεια 1996)

Ριπές

στην καρδιά του ήλιου

που ανασηκώνει μεσούρανα ατσάλινα χέρια

ριπές

ατσάλι φονικό

στη φτέρνα του αητού

την ώρα της ημίθεης απογείωσης

Αίμα

Τα λόγια δεν κρατάνε πια

τα παίρνει ο άνεμος και φεύγουνε φτερά

τα λόγια δεν κρατάνε

Μόνο η ψυχή που δέρνεται μονάχη

μπορεί να σχεδιάζει παράλογα άλματα

μόνο η ψυχή που από μείνε

μπορεί να υπογράφει

με κόκκινο μελάνι

την τελευταία παράτολμη κίνηση

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ ΒΑΘΑΙΝΟΥΝ

Οι ίσκιοι βαθαίνουν

στο προσκεφάλι του ύπνου

Η εγκάθετη άρκτος

αχαλίνωτη καλπάζει στο χαλαρό στερέωμα

Αύρα ξεχύνεται κατά μόνας

στα πηχτά σκοτάδια του αμετάθετου χρόνου

που φωλιάζει στα κοιμισμένα φύλλα

Ανάλαφρο πετούμενο

ενδημεί

στις παρυφές των άπλετων δρόμων

κι άγρυπνά

για τις στιγμές που ξέφυγαν άπλερες

από τις χαραμάδες της πολύβουης μέρας

Νύχτα

τα μάτια αγίνωτων παιδιών

βγαίνουν απ’ την κρυψώνα του μέγα κόσμου

για να αποτάξουν τη σοφία τους

και να ξεμωραθούν λευτερωμένα

στους βόλους της αυλής

ΑΧΟΣ ΚΥΜΑΤΟΥ

Αχός κυμάτου

αλλόκοτος ήχος

κλεισμένος στα βάθη της πολύπαθης πέτρας

εδώ στο δικό μου ερημικό ακρογιάλι

που απολιθώνει τον ίσκιο μου

Εδώ τα χαραγμένα

κατακόκκινα μάγουλα της γης

αποστάζουν τον φλεγόμενον ήλιον

φορώντας κατάσαρκα

τo ένδυμα του πόνου

το δικό μου αλάνθαστο ένδυμα

Μια λάβα ανθός το κύμα και με καίει

μια λάβα ανθός το δάκρυ και με σβήνει

Αχός κυμάτου

αλλόφωνος ήχος

στους λόφους που αγρυπνήσανε μαζί μου

δε με χωράνε τα κοχύλια

δεν με χωράν οι βράχοι και στα σπήλιά

δε με χωράνε τα φαράγγια και τα πέρατα

δε με χωρά ουδέ κι η θάλασσα

που την κατάπιανε τα μάτια σου

παρθένα

και δακρύζουν

Στα μάτια ενός παιδιού

Στα μάτια ενός παιδιού θα ξημερώσω

μιαν αειπάρθενην αυγή

με ένα πετράδι αμέθυστο στην κόμη μου

κι ένα αλάνθαστο σπαθί

στο αστραφτερό θηκάρι

να ξεπληρώσω την οδύνη ενός ρηχού χαμόγελου

του μισοτέλειωτου παραμυθιού την πίκρα

να απαλύνω

Ορκίζομαι

στα μάτια ενός παιδιού θα ξημερώσω

ΒΡΟΧΗ ΤΟ ΦΩΣ

Πάγωσε η φλόγα στο μαγκάλι

και το φως

κατρακυλάει χορεύοντας στο μάρμαρο

φλέβα της γης που πάλλεται αδιάκοπα

Βροχή το φως

σε πλάγιους ήχους ανασαίνοντας

πλένει τα χώματα

τα διάσπαρτα χρώματα

λευκή σινδόνη στην κλίνη του ήλιου

Αιώρα

που σταμάτησε μετέωρη

στο διάσελο των μακρινών βουνοκορφών

με το παιδί να ονείρεται

σ’ ανάπαιστους στίχους

Βροχή το φως

στις διάφανες τις πόρτες των σπιτιών

στους διάφανους τοίχους

στις στέγες

στα παντζούρια

που αφουγκράζονται διάτρητους ήχους

Σε σκιάζομαι βροχή

το φως σου σκιάζομαι

που με διαλύει

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ (1997)

Στον ανθυπολοχαγό

Πανίκο Παναγή

και σ’ όλους τους άλλους

αγνοούμενους του 1974

ελάχιστη μαρτυρία

και γραφή οδύνης

Βάρυνε η νύχτα

σα μολύβι στο στέρνο μου

και το κορμί μου ενέκρωσε

σε τούτη την κάμαρη

που την ορίζω πια

με τα καμώματα του νου και μόνο

Και να’ σαι τώρα

με τα λουλούδια της φωτιάς στα δάχτυλα

λαλέδες θα ’ναι

που παιδί τους μάζευες

κι όσο να φτάσεις

μαδούσανε στα χέρια σου

οι λαλέδες σου ’λεγα

δεν είναι για τα βάζα

παρά

για να στολίζει ο Θεός τους κάμπους

Και μπαίνεις και περπατάς με τα νερά

και τα βαριά σου τ’ άρβυλα

Οκτώβρης θα ’ναι και πρωτοβρόχι

«Βρέχει χιονίζει

τα μάρμαρα ποτίζει»

μπες μέσα σου ’λεγα

θ αρπάξεις καμιά πούντα

σι βροχές δεν είναι για παιγνίδι

παρά

για να ποτίζει ο Θεός τη γη

Κι αστράφτεις άξαφνα

στη σκοτεινή την κάμαρη

με το γαλάζιο φως

να κρέμεται στους ώμους σου

η στολή σου θα ναι

«κοίτα μάνα πως την κρεμμάς

μην είναι η τσάκιση στραβή»

Και να ’σαι από παντού

με τους λαλέδες

τα νερά

και το γαλάζιο φως

να προχωράς

να προχωράς

και να μη φτάνεις

γομάρι ασήκωτο στα πόδια μου

και δεν τα σέρνω

η καρδιά μου ορμά να σε πιάσει

να φύγει απ’ το κλουβί που την κρατά

να φύγει

να φύγει

να φύγει

και τ άσπλαχνο κουφάρι μου

ξυπνά

Λένε πως παντρεύτηκες εκεί μια δική τους πως έχεις σπίτι

και παιδί Μακάρι να το πίστευα και θα ’σερνα φωνή ν’ ακούσεις να ’σαι καλά όπου και να ’σαι γιε μου Εμάς δε μας πέφτει λόγος σε τέτοια θέματα πάντα το λέγαμε μια γυναίκα σου χρωστά ο Θεός και δεν έχει σημασία τ’ όνομά της να σ’ αγαπάει μόνο θέλαμε να σου στέκει σύντροφος θέλαμε και προπαντός να τιμά το στεφάνι της

Άλλοι λένε

πως είσαι σε στρατόπεδο κλεισμένος

μ’ άλλους πολλούς

πως έχεις ξεχάσει τη λαλιά σου

μέρα μπαίνει

μέρα βγαίνει

χρόνια που έπαψες να μετράς

πως ξέχασες ακόμα κι εμάς

αν είναι ποτέ μπορετό

να λησμονήσει ο άνθρωπος

το γάλα που τον βύζαξε

Μα κι έτσι να ’ναι κράτα

όσο κρατά ετούτος ο μακρύς χειμώνας

όσο να βγουν κι αυτά

τ’ απανωτά ζεστά μας καλοκαίρια

κράτα σου λέω

κράτα

Θέλω να ξέρεις πως ακόμα λαχταρώ με τα αυτοκίνητα που σταματούν έξω από την πόρτα μας στυλώνω τα μάτια μη σε δω να κατεβαίνεις Πως στον ύπνο μου απάνω αλαφιάζομαι ως να ’κουσα βήματα στην αυλή Πως φυλάω για σένα το τελευταίο σταφύλι στο κλήμα μην έρθεις χειμώνα και δεν έχω το φρούτο που αγαπάς Πως αλλάζω ακόμα τα στρωσίδια στο κρεββάτι να ’ναι καθαρά μην έρθεις νύχτα και στη χαρά μου δε βρίσκω σεντόνι να σου στρώσω Πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που παίρνω γράμμα κι η καρδιά μου τρελαίνεται όσο να βάλω τα γυαλιά και να διαβάσω. Δεν είναι

από σένα Πού να τα βρει παραμιλάω το παιδί τα γραμματόσημα και περιμένεις γράμμα…. τρομάρα σου;

Μη μου στέλλετε άλλα γράμματα

μη μου στέλλετε άλλες κάρτες

Δεν αντέχω πια

να μελετώ τους αποστολείς

δεν το μπορώ να περιμένω

το επόμενο ταχυδρομείο

Γυρίζω ακόμα στους δρόμους ίσως και κάποιος κάπου σ’ έχει δει Και τρέμω μην σ΄ έχουν αλλάξει τα χρόνια κι αυτή η φωτογραφία δεν σου μοιάζει πια…

………………………………………………….

Σκούζει το πουλί

από τις χαραμάδες

των ένοχων ψυχών

που βολεύτηκαν

στον κλεμμένο παράδεισο

Φοράει για στέμμα

τα πατημένα στέφανα του γάμου

που δεν στέριωσε

το ράμφος του πληγή

που αποξερνά το αίμα

των σφαγιασμένων παιδιών

Πουλί μη σωπαίνεις

εν’ ονόματι Κερύνειας

εν’ ονόματι Αμμόχωστος

εν’ ονόματι

επωνύμων και ανωνύμων προγόνων

οδύρου

Μπήκα στα χρόνια γιε μου κι οι γέροι όλο θυμούνται και παραμιλούν μονάχοι τους Κοίτα τώρα τι θυμήθηκα η τρελή που σε μάλωνα που δεν καθόσουν να διαβάσεις και λέω τι να τα κάνει τώρα το παιδί τα Μαθηματικά που δεν τα ’παίρνε κιόλας τι να την κάνει τη Φυσική Μα τα Αρχαία και τα Νέα και η Ιστορία αυτά σου είναι χρήσιμα δεν είναι; Κόλλησε ο νους μου σε κείνο το ποδήλατο που ήθελες κι όλο στην αναβολή έπεφτε Θα ‘πρεπε να στο χα πάρει κι ας έμενε πίσω η κρεβατοκάμαρη της μικρής που τη χτίσαμε με τα χέρια μας κι άλλοι τη χαίρονται αν τη χαίρονται δηλαδή κι αυτοί γιατί πώς να χαρείς τη ξένη στρώση που κουβαλάει ακόμα τα χνώτα του αλλουνού και τα σημάδια του κορμιού στην πλάτη της; Το ποδήλατο που λες γιε μου το πήρα και στο ’χω φυλαγμένο κι όλοι μου λένε να το δώσω γιατί μεγάλωσες και δεν είσαι πια για τα ποδήλατα Τι ξέρουν αυτοί τι αξία έχει για μένα ένα ποδήλατο που το ’θελες τόσο

Αχ να μπορούσα

να σε γεννήσω ξανά

να φυλακίσω κάθε στιγμή σου

στις φτωχικές μου μνήμες

να ξαναπαίξω μαζί σου

τα παιχνίδια που δεν πρόφταξα

να μάθω για χάρη σου

στα παιδικά σου πείσματα

άμυαλη μάνα

να ενδίδω

Αυτό τώρα διστάζω να στο πω μα δεν βαστάνω και κοίτα μη μου βαλαντώνεις με τις βλακείες του καθενού Βαλτήκανε φίλοι και δικοί να μου γυρίσουν τα μυαλά να σου κάνω λέει μνημόσυνο στην εκκλησιά ν’ αναπαυτεί η ψυχή σου να ησυχάσουμε όλοι απ’ το καρτέρα και περίμενε

Η αγωνία βλέπεις

σκάβει αργά με το νύχι

όλο και πιο βαθειά

όσο περνά ο καιρός

Ο θάνατος χτυπά δυνατά μια και έξω

ο πόνος κάποτε μερεύει

κι οι νεκροί

λησμονιούνται με τα χρόνια

στις ταφόπετρες

Μα εγώ προσέχω την υγεία μου να ’μαι γερή και να ’μαι εδώ

για σένα δε θα κιοτέψω τώρα στα στερνά Δεν κλαίω αλήθεια σου λέω δεν κλαίω για τίποτε γιατί δεν έχω πια καημό

Είναι η ίδια μου ο καημός

κι αν κάμω πως τον σβήνω

σβιέμαι κι εγώ μαζί του

τρεμάμενο κερί

που δεν έχει λόγο κανένα

ν’ ανάβει πια

Ξημέρωσε κιόλας κι έχω τόσα να σου πω μα όπου να ’ναι θα σηκωθεί ο κύρης σου θα τον ρωτώ και θα λέει πως κοιμήθηκε καλά θα με ρωτά και θα λέω πως κοιμήθηκα κι εγώ καλά Συνεννοούμαστε όπως πάντα Τα λόγια δεν λένε πάντα αυτό που λένε και το ξέρουμε κι ο πολύς ο ύπνος είναι χασομέρι τώρα για μας Εσύ όμως κοίτα να κοιμάσαι έχεις ανάγκη τον ύπνο στην ηλικία σου Θυμήθηκα τώρα το κουρδιστό ξυπνητήρι που βάραινε στ’ αυτιά σου κάθε πρωί κι εγώ σου φώναζα ξύπνα θ’ αργήσεις και τι θα λέει ο δάσκαλος για τη μάνα σου που δε ξυπνά τα παιδιά της στην ώρα τους;

Νύχτες αγρύπνιας

στην άγνωστη χώρα

που περιφέρεις τον ίσκιο σου

Κι αμόλησα τα περιστέρια

να σε ψάχνουν

κλωνάρι ελιάς

στους έρημους τόπους

του κατακλυσμού

Είπαμε ο πατέρας σου κι εγώ τώρα που είμαστε στα συγκαλά μας να σας μοιράσουμε τα χτήματα κι ας τα κρατάνε τώρα οι ξένοι αν είναι δυνατό να κρατήσει άνθρωπος στη γη Η γη κρατάει τον άνθρωπο κι ας το νομίζουνε αλλιώς Γράψαμε κατά το συνήθειο στο σπίτι στη μικρή και στους αδελφούς σου τ’ αμπέλια μας στις Πλάντες κι αφήσαμε για σένα τον ελιώνα στο

Δρουγγάρη ξέραμε πως και μόνος σου έτσι θα διάλεγες Μόνο που δεν μπορούμε να σ’ τα κοιτάξουμε

Μα τι τα θες

γη ειν’ αυτή

κι εκεί θα μείνει

δεν πάει πουθενά

δε φεύγει

δε χάνεται

Ωσότου να γυρίσετε

ωσότου να γυρίσουν τ’ αγγόνια μας

Τα λιόδεντρα βαστάνε

πέντε γενιές και βάλε

κι άμα γεράσουν

ξαναβλασταίνουν απ’ τη ρίζα

και φουντώνουν

και καρπίζουν πάλι

τί νόμισες;

Χαιρετισμούς από… – μα τι σου λέω αυτό το γράμμα είναι ένα μυστικό ανάμεσά μας κανένας τους δεν ξέρει Ίσως σου γράφουν κι αυτοί μα δεν το γνωρίζω Μιλάμε βλέπεις για άλλα πράγματα είναι τα καθημερινά που πρέπει να γίνουν είναι κι οι δουλειές που τρέχουμε όλοι μας Η αγάπη δε χρειάζεται δα και λόγια πολλά κι ο πόνος δε μιλά Μα μη θαρρεί; πως υποφέρουμε και μαραζώνεις τώρα και για μας Εμείς καλά τη έχουμε Εσύ τον εαυτό σου να φυλάς και να προσέχεις

Φιλιά σου στέλλω

με το φεγγάρι

αυτό το ίδιο το φεγγάρι

που φωτίζεται απ’ τα μάτια σου

Φιλιά σου γράφω

αμέτρητους σταυρούς

στα μύρια ταξιδιάρικα κύματα

στην αύρα της νυχτιάς

που σου χαϊδεύει τα μάγουλα

Φιλιά

Φιλιά σου στέλλω

ΑΧΡΟΝΗ ΦΥΣΗ (1988)

 ΑΧΡΟΝΗ ΦΥΣΗ

III. Το φίδι

Άπλωσαν ύστερα τη μαύρη σταφίδα

στο περήλιακο αλώνι

τέλος ζεστού καλοκαιριού

παρατεταμένος Σεπτέμβρης

τεντωμένος απ’ άκρη σ’ άκρη

όσο που χώραγε

έναν ηλιοκαμένο άντρα

σε ώρες ανάπαψης.

Ζώστηκα την κληματαριά

ένα μαύρο καλογυμνασμένο φίδι,

π’ απαντούσε το ταίρι του

αγνώριστο απ’ τα χρόνια τα πολλά,

που χάθηκαν στην αναζήτηση.

Τα λόγια μου σώθηκαν

σ’ αναπάντητες ερωτήσεις

τα πόδια μου σώθηκαν

περπατώντας σ’ ατέλειωτες στράτες.

Είχα μόνο τα μάτια μου,

ένα ζευγάρι διαπεραστικά μάτια

κοκκινισμένα από τις ολονύκτιες αγρύπνιες

στους χρόνους του σκληρού κατατρεγμού.

«Σκότωσέ το» μου φώναξαν

«Δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί»

Κι εγώ παρασυρμένη

έμπηξα ένα βέλος στην καρδιά μου

και την τρύπησα πέρα για πέρα.

Μ’ αυτή συνέχισε να κτυπά

ακριβώς πίσω απ’ το αριστερό μου στήθος

ενώ το βέλος

έπεφτε άψυχο

ματωμένο στα πόδια μου.

Το καλοκαίρι στάθηκε λίγο

ακόμα σκεφτικό

τίναξε το κόκκινο αίμα

από τους ώμους του

και κατρακύλησε

στην άκρη του ουρανού

ν’ αναπαυτεί,

για το επόμενο μακρύ,

σιωπηλό ταξίδι.

IV. Ιφιγένεια

Γύρισ’ η μέρα

άναψαν τις μεγάλες φωτιές στο ξέφωτο

πανέτοιμοι για τη μεγάλη θυσία.

Ακόμα κι ο άνεμος τότε

ήθελε μια θυσία

για νάναι ούριος.

Ήμουν πολύ μικρή,

ένα τρομαγμένο κορίτσι

στολισμένο και μυρωμένο

με σκόνη άγριας μυρσίνης.

Μούχανε πλέξει τα μαλλιά

σφιχτές κοτσίδες

και καμωνόμουν την ιλαρή παιδούλα

που προξενεύουν σε γαμπρό.

Μη, φώναξε η μάνα μου

απλώνοντας δύο βασιλικές αγκάλες

τριγύρω μου.

Την κοίταζα αδιάφορη.

Δεν είχε ιδέα για το θέμα

κι αν έτυχε να ήμουνα παιδί της

σάμπως με ήξερε από πριν;

Μη, σπάραξε!

Της έριξα μιαν αυστηρή ματιά,

τη βρήκε κατάστηθα και σώπασε.

Οι αυλιστές

τεχνοτροπούσαν στους ξύλινους αυλούς

προσηλωμένοι.

Οι ιερείς παραλληρούσαν

μέσα από δάφνες και καπνούς μεθυστικούς.

Πίσω ο γονιός μου παραπατούσε

ζαλισμένος από το χρέος

κι εγώ

ένα μοναδικό κορίτσι σε σφαγή

ανέμισα τ’ άσπρο μου πέπλο

σε πείσμα τους

κι έφυγα μέσα στο σύννεφο

που τους σπλαχνίστηκε

την ύστατην ώρα.

Για να ξελογιάσω τον άνεμο

να το γυρίσω με το μέρος τους

και να τους τιμωρήσω

έτσι άμυαλοι που δείχνονταν

να εκστρατεύσουν αύτανδροι

κατά της κάποιας Τροίας.

VI. Η Ελένη

Μ’ έστησαν ύστερα στο εδώλιο

γιατί τάχατες εγώ

αποπλάνησα

με δόλο τον άντρα.

Και προσήλθαν οι μάρτυρες κατηγορίας

κι ήταν πολλοί

όλοι εκείνοι οι γνωστικοί

που δεν κατάφερα ν’ αποπλανήσω.

Με κοίταζαν αγριεμένοι

οι ανάσες τους μ’ έπνιγαν από παντού.

Τα ιδρωμένα χνώτα τους

πετροβολούσαν τα μέλη μου

αναμάρτητοι καθώς ένιωθαν.

Μα εγώ δεν αποπλάνησα κανένα

επιχείρησα μιαν απολογία.

Ένας αυστηρός δικαστής από ψηλά

μου πέταξε κατάμουτρα

την καταδίκη μου.

Το φίδι, είπα, το φίδι φταίει –

μα κανένας δεν ήθελε το φίδι.

Εμένα ήθελαν

αμαρτωλή κι ένοχη

για να μπορούν να κατακτούν

και να απονέμουν αδέκαστοι

την υπέρ πάντων δικαιοσύνη.

Έφεραν ύστερα και την Ελένη

μιαν ωραία χωρίς αμφιβολία Ελένη

και τη δίκαζαν και ξένοι και δικοί.

«Κατηγορείσαι για τον πόλεμο της Τροίας»

-Μα εγώ

μόνο που αγάπησα πολύ

δεν απόσωσε.

Μας καταδίκασαν μαζί

για αμαρτήματα βαρεία κι ασήκωτα

για τους δικούς τους ώμους.

Χρόνια γερνούσαμε στη φυλακή

εγώ κι η Ελένη παρέα

με μόνη τη διαφορά

πως έξω οι ωραίες πλήθαιναν

κι αναγκάστηκαν στο τέλος οι γνωστικοί

ν’ αναζητήσουν τον άνδρα.

IX. Οδυσσέας

Όταν όλοι πια κουράστηκαν

να με προσμένουν στην Ιθάκη,

το γλυκόπιοτο κρασί

απ’ τα πυθάρια σώθηκε

και το χιλιοφαμένο νήμα

ξέφτησε στον αργαλειό.

Εκείνη,

νούσιμη καθώς ήταν

με τις παντείες μάγισσες κι ωραίες

να την αντιμάχονται

μ’ ένα πολυμήχανον

αλητήριον άντρα

να βολοδέρνεται για ξένες τιμές,

διάλεξεν επιτέλους ένα σύντροφο

για το κρεβάτι και το σπίτι της

κι ησύχασαν τα κουτσομπολιά

μέσα και έξω απ’ το παλάτι.

Χρόνια μετά

όταν τα καράβια των Αχαιών

γύρισαν με τις σκλάβες από την Τροία

βρήκα το σπίτι μου σε τάξη

κι έτοιμους απογόνους

τόσο πολύ που πάθιασα ο δύστυχος

και δεν αποζητούσα πια

εξόν από βολεμένα

και ήσυχα γεράματα.

X.  Σωκράτης

Μια ζωή

λυπόμουν το Σωκράτη

για κείνη την άδικη καταδίκη του

ώσπου μια μέρα

συνάντησα τη Ξανθίππη

να βγαίνει από το κομμωτήριο.

_ Δε σου στοίχισε πολύ της είπα

Με κοίταξε σχεδόν ήσυχη

– Τι είχα, τι έχασα, μ’ απάντησε

Και τότε κατάλαβα

πως τη Ξανθίππη

άξιζε να οικτίρω

που δεν κατάλαβε ποτέ

ούτε τι είχε

ούτε τι έχασε.

Γνώρισα το Σωκράτη

ένα απόγεμα στην αγορά

και δεν είχα λόγο κανένα,

προπάντων εγώ,

να αμφισβητώ τη σοφία του.

Όμως αυτή του την παράδοση

δεν την εννόησα ποτέ.

Χρόνια μετά

τον πήρε το μάτι μου

στην Ιερουσαλήμ

χωρίς καμιά φιλοσοφημένη απολογία

«ως πρόβατον επί σφαγή»

να δέχεται και πάλι

μιαν άδικη καταδίκη

ανυπεράσπιστος.

– Τι κάνεις πάλι στον εαυτό σου

του είπα

αν δεν τον σκέφτεσαι

σκέψου εμάς

που σ’ αγαπάμε.

Με κοίταξε

Δεν είναι αυτό το θέμα

μου πρόφτασε

και μου παράδωσε

μια κατακόκκινη παπαρούνα

που έλιωσε στα χέρια μου

προτού προλάβω να αντισταθώ.

Και πάλι

δεν κατάλαβα το λόγο

μικρός σαν ήμουνα

κι απαίδευτος

(Μια παπαρούνα

δε μιλά και στον καθένα

και γω τότες

δε σκάμπαζα πολλά

από παπαρούνες και τα τέτοια).

Χιλιάδες χρόνια μετά

σα γέρασα και γω

κατάλαβα το λόγο

όταν τον ξαναπάντησα ζωντανό

να ξεναγεί τους τουρίστες

στα Ηλύσια.

 ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Άρνηση

Στάθηκα

ένα μέτρο πάνω από το σώμα μου

γυμνή

όπως με γέννησεν η μάνα μου

έτοιμη για ένα πέταγμα

που από ανέκαθε λαχταρούσα.

Με το μυαλό μου καθάριο

σε πλήρη λειτουργία

πέταξα

μέσα από τοίχους κι αμπαρωμένες πόρτες

στο άγνωστο άπειρο.

Το σκοτάδι τριγύρω μου

έπηζε

λες και δεν είχα τα μάτια μου

αφημένα στ’ ανθρώπινο σώμα μου

που δεν υπήρχε

πέρα από μένα.

– Μην πας πολύ μακρυά, σκέφτηκα

ίσως δεν βρεις το δρόμο να γυρίσεις

και πρέπει να γυρίσεις

δεν είναι καιρός

για τέτοια πετάγματα.

Ήχος μηδέν χρόνος μηδέν

και φως ουδένα.

Τρόμαξα και γύρισα

ακριβώς την ώρα

που τ’ ανθρώπινο σώμα μου

ήταν έτοιμο να μ’ αρνηθεί

«πριν αλέκτορα φωνείσαι»

 ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Διαδρομή πρώτη –

Το φεγγάρι

Παρακολουθούσα ένα γεμάτο φεγγάρι

κρεμασμένη

στο σίγουρο ώμο του πατέρα μου

τόνα μου μάτι

παραδομένο στον ύπνο,

καλημέρα με χάδεψαν

οι σκυμμένες βαλανιδιές

δεν είχαν ιδέα

πως δεν είχα ανάγκη από δαύτες.

Καλημέρα τους ξέφυγα

και το φεγγάρι

λοξοδρόμησε μαζί μας στο μονοπάτι

ξεθωριάζοντας την εικόνα του.

Γύρισε την άλλη μέρα

μετανιωμένο

κι έκατσε στο τραπέζι μας

αστραφτερό.

Γέμισα το ποτήρι μου κρασί

και μέτρησα τα λόγια μου

μην είναι πολλά

μην πέφτουν λίγα.

Σοβάρεψα τα βήματά μου

στο βρεμένο χώμα

κι αντίκοψα τη βιασύνη

που έτρεχε ακάθεκτη στις φλέβες μου.

– Ο χρόνος είναι δικός σου

είπε

κι αν πέφτει λίγος

καλύτερα να πας στα ίσσια

παρά να χαθείς

στα πολυσύχναστα συντομία.

Βρέθηκα να περπατώ στο μονοπάτι

το φεγγάρι μ’ ακολουθούσε

ένα βήμα πιο μπροστά.

Ένας λαγός

προσπέρασε τρεχάτος

κυνηγημένος από λαγωνικά σκυλιά.

– Μην φεύγεις

είπε

κι αν τα στοιχειά

λαχταρούν να σε κυνηγήσουν

κοίτα μην τους κάνεις ποτέ

αυτή τη χάρη.

Το κυπαρίσσι

συγκατένευσε

μια σκιά απλωμένη πίσω μου.

Γύρισα να κοιτάξω

και τα στοιχειά μαρμάρωσαν

μια στήλη άλατος

στα πάλαι ποτέ Σόδομα.

Διαδρομή πέμπτη

Η βροχή

Η νύχτα

έμπαινε ακράτητη

από την ελάχιστη χαραμάδα

ένας Θεός ξεθύμαινε

λευτερώνοντας τα νερά

που βροντούσαν την πόρτα

«Μέγας είσαι, κύριε»!

Στρίμωξα την αγρύπνια μου

στ’ άβολο μαξιλάρι

χρονομετρώντας το διάστημα

ανάμεσα βροντών και αστραπών.

Ένα κλαρί μ’ ανησυχούσε

απελπισμένα στο παράθυρο τρίζοντας.

Η μάνα μου ανάσαινε ήσυχη

στο διπλανό κρεβάτι

και τα απορούσα

πως τα κατάφερνε

πως αξιώνονταν

που όλα τριγύρω ξαγρυπνούσαν

στοιχειά και φύση

σ’ ένα όργιο ζωής.

Ένα πουλί

φτεροκόπησε στο στήθος μου

φυλακισμένο.

Βρέχει, του σφύριξα στ’ αυτί

μα δεν τ’ αντίκοψα.

Βγήκε κατάνυχτα

και πέταξε

με τη μικρή μου ανάσα

στη φτερούγα του.

Σέλλωσε

ένα άλογο την αστραπή

κι έβαλε χαλινάρι

στο σβέρκο του τον άνεμο.

Κρεμάστηκε

μια κούνια στο κλαρί

μούσκεψα στη βροχή

και ξαναγύρισε

ένα ξέψυχο παιδί

σε πρώτη εκτέλεση.

Διαδρομή έκτη

Φυλακισμένος Απρίλης

Έσκαγε ο Απρίλης

σ’ ένα τριαντάφυλλο

κατακόκκινο ρόδο

σφιχτό μαστάρι της παρθένας

ξέγυμνο

ασυμμάζευτο στους κόρφους της.

Κουμπώσου, μ’ ορμήνεψε

κι ας μην είχα τίποτα καλύτερο

από τα απριλιάτικα ρόδα

που μ’ έντυναν ολόκληρη

ένα μπαξέ καλοκρυμμένο

από τα μάτια των περαστικών.

Πέρασε ύστερα ο πραματευτής

ένας πλανώδιος έρωτας

διαλαλώντας πραμάτιες κι αρώματα.

Δεν τα χρειάζεσαι, είπε

κι ας μην είχα τίποτα καλύτερο

από το παλιό μου ρούχο.

Έσκαγε ο Απρίλης

φυλακισμένος

στα μπουμπούκια της μηλιάς

κι όπως ο ήλιος έγνεθε

χρυσό το νήμα

για τ’ ακριβά προικιά

έσκαψα ένα πηγάδι

κι ακόμα ψάχνω

μια φλέβα κρύσταλλου νερού

που λαμπυρίζει στα βάθη του.

Διαδρομή έβδομη

Μετ’ εμποδίων

Έφτιανε η μέρα ασπροφορούσα

ένα στεφάνι φως στον κάμπο

πρασινομάλλης έφηβος

ξεφύτρωνε από τη γη

κι αδημονούσα

μια λαίμαργη κληματίδα

στα πρώτα της βήματα.

Ο κλαδευτής

μ’ ακολουθούσε όλη την ώρα

ξεραγκιανός, ηλιοκαμένος χάρος.

– Άσε με, είπα

θέλω να ζήσω.

Γύρισε την άλλη μέρα βιαστικός

ένα κονισμένο κλαδευτήρι

όλο το αίμα του.

-Άσε με, είπα

θέλω να μάθω.

Γύρισε τον άλλο μήνα

το φονικό του πρόσωπο

προβάλλοντας.

-Άσε με, είπα

θέλω ν’ ανέβω

Το κλαδευτήρι

χαράκωνε το σώμα μου

που αντιστεκόταν

ένας ρόζος του σκλήρυνε

μέσα από στράτες

και κακοραχιές.

Άπλωσα μια πυκνή φυλλωσιά

και τον ξεγέλασα

όπως παράγειρε

ν’ αναπαυτεί

και μου χαρίστηκε

όχι για μένα τον ίδιο

μα για το δικό του βόλεμα.

Και μη με παίρνετε κι αχάριστο

αυτό δα έλειπε

να πω κι ευχαριστώ.

Διαδρομή όγδοη

Ο γάμος

Έρριξαν στη μέση

το νυφιάτικο κρεβάτι

και στις γωνιές του

κέντησαν

τους κόκκινους σταυρούς του γάμου.

Ύστερα κύλησαν στη μέση

σερνικό παιδί

για την ευγονία και τη χαρά.

Ένα βιολί

παραφωνούσε ρυθμικά

σ’ ένα δοξάρι

που ανεβοκατέβαινε

σα δαμόκλεια σπάθη

στα ταλαιπωρημένα μου τύμπανα.

Στάθηκα εκεί

μια ασπροστόλιστη νύφη

το κόκκινο μαντήλι

ζωσμένο στη μέση μου

υποσταλμένη σημαία

της άνευ όρων παράδοσης.

Δύο μαραμένα τριαντάφυλλα

τρέμανε στα χέρια μου

κι ήτανε μόλις δεκατεσσάρων χρόνων.

Δεν έχω αντιρρήσεις

τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις.

Έτσι παραδώνουν οι καλοί γονιοί

τα κορίτσια τους

ανήξερα κι άβγαλτα

στα χέρια του γαμπρού

π αστράφτει

σα βουνίσιος αετός.

Μα εγώ, φώναξα χωρίς να μ’ ακούσουν

εγώ τον αητό τον έχω μέσα μου

ημερωμένο αηδόνι

που κελαδεί μόνο για με.

Διαδρομή ένατη

Τ’ αηδόνι

Η σοφολογιώτατη κουκουβάγια

ανοιγόκλεισε τα στρογγυλά της μάτια

για να ξυπνήσει

κι’ αποφάνθηκε στο τέλος

μ’ όλη την πρέπουσα σοβαρότητα

πως τ’ αηδόνι

δεν είχε θέση ανάμεσά τους

τόσο μικρό κι αδύναμο

με μια φωνή που μόλις ακουγόταν

διαφορετική

από τα δικά τους

μεγαλόπρεπα κρώγματα.

Τ’ αηδόνι

άκουσε την απόφαση

κι απαξίωσε ν’ απολογηθεί.

Στ’ αλήθεια δεν ταίριαζε

ένας ήχος αλλοιώτικος στο στόμα του

ένας δικός του ήχος

πολιορκημένος από ομώνυμα σύμφωνα

κι ετερώνυμα παράφωνα

που αξιώνουν την τέλεια ακουστική

σε ώτα μη ακουόντων.

Γι’ αυτό και γω

τ’ αγάπησα τ’ αηδόνι

όχι πως ήτανε μικρό κι αποδιωγμένο

ούτε και πως ουράνια μελωδούσε

παρά γιατί

μπορούσε να αποσύρεται

όταν oι σοφές κουκουβάγιες

ετυμηγορούσαν

κι όταν

οι μεγαλόπρεποι κόρακες

έκρωζαν.

Διαδρομή Δωδέκατη

– Επίλογος

Σου μιλώ

σε μια γλώσσα που πάλιωσε

σκουριασμένο κλειδί στην εξώπορτα

και δεν έχω αντικλείδι

κι ούτε την τέχνη

ενός κοινού διαρρήκτη

κατέχω ποσώς.

Πάψε λοιπόν

να μου θυμίζεις τις ευθύνες μου

για όλες εκείνες

τις μαγγωμένες εξώπορτες

και για τις εκλογές

που δεν έχω.

Εγώ επιμένω στα κλειδιά

κι ας σκουριάσανε

και προτιμώ

να στέκω απ’ έξω περιμένοντας

παρά να σκαρφαλώνω

τοίχους και παράθυρα.

Όχι πως τα φοβάμαι

τα οποιαδήποτε ψηλά

ούτε και πως μου λείψανε

τα νύχια και τα δόντια

– όλοι δα τάχουμε τούτα

από γεννησιμιού μας άφθονα –

μα μόνο γιατί δεν θέλω, φίλε

να βγω

έξω από κείνα τα δικά μου ρούχα

που με τα χρόνια

κύλησαν στο δέρμα μου

κι έγιναν ένα μ’ αυτό.

Κι ούτε τα μέτρα μου

θέλω να τραβήξω, φίλε,

έξω από κείνες τις διαστάσεις

που δικαιωματικά μου αναλογούν

τις δικές μου διαστάσεις

που αφήνουν χώρο για το γέλιο σου

και για το κλάμα σου

κι ακόμα για το λάθος σου

το δικαιωματικά ανθρώπινο.

Οι μεγάλοι

περίσσεψαν στις μέρες μας

κι οι κριτές αφθονήσαν ολόγυρα

σπαρμένες στον κάμπο

τσουκνίδες

κι εγώ ακόμα

μαζεύω αγριολούλουδα

μ’ ολόγυμνα χέρια

όσο μπορώ

κατά πως είμαι

από τη φύση μου τρωτή

να επιμένω

στα σκουριασμένα κλειδιά

και στα δικά μου

αναπόσπαστα ρούχα.

ΗΡΩΪΚΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ (1983)

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΜΝΗΜΑ

Φυλακισμένο μνήμα τί κρατάς;

εκείνο το χαρούμενο παιδί

σου ξέφυγε σ’ ένα φύλλο της ιστορίας

στο στίχο του στοχαστικού ποιητή

στο στόμα του δάσκαλου και του παιδιού

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Γέμιζαν πέτρες την καρδιά τους

κατρακυλούσαν χείμαρροι στους δρόμους

Έτρεχε η σημαία στον κατήφορο τραγουδώντας

η καρδιά τους έτρεχε κι αυτή

Το παραθύρι στο στενό χαμογελούσε

χειροκροτούσε ο καφενές της γειτονιάς

γαύγιζαν στο ξωπόρτι τα σκυλιά

τ’ αντικρυνό κοτέτσι ανησυχούσε

Αδειάζαν την καρδιά τους καταγής

όπως αδειάζουνε τις στάμνες σε κηδεία

έβρεχε πέτρες στην πλατεία

τ’ αυτόματα σ’ απόσταση βολής

Ο θάνατος μπερδευόταν ανάμεσα στα πόδια τους

έφερνε βόλτα τα κεφάλια τους

κεντούσε κόκκινους κύκλους στ’ ανοιχτά πουκάμισο

Έτρεχε η σημαία στον κατήφορο αιμορραγώντας

η καρδιά τους ματωμένη

έτρεχε κι αυτή

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (1978)

ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Ευαγόρας κι η Σαλαμίνα του μονάχοι

στη σύναξη του Τρυγητή

στο νεκρικό συμπόσιο τ’ Αλωνάρη

Όπως οι νύχτες μας κι οι μέρες

μετράνε το σταματημένο χρόνο

στα πανάρχαιο μάρμαρο

όπως τα λόγια και τα χρόνια μας

κάνουν σταθμό στην Σαλαμίνα

Εκεί κι ο Ονήσιλος

απ’ το κοντάρι της κτηνωδίας

κι απ’ την κυψέλη των ματιών του

φλογίζει τη μνήμη εισχωρώντας στο χρόνο

Η ακακία που επιμένει τόσο πολύ να υπάρχει

το πανηγύρι του κίτρινου

η μέλισσα κι η πεταλούδα η παιχνιδιάρα

τ’ ασήμαντο μυρμήγκι

το σκαθάρι

η ελισσαύρα

το νερό

aχ η ζωή που ξεχειλίζει

γύρω στα όπλα και τ’ άρματα του θανάτου

ΤΟ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Το φωτισμένο σπίτι

με τ’ ανοιχτά φιλόξενα παράθυρα

με τη βρύση να στάζει ρυθμικά στο νεροχύτη

-δε θυμάμαι αν άφησα την κατσαρόλα στη φωτιά-

τη μουσμουλιά π’ ανθίζει και καρπίζει μοναχή

Τη βουκαμβύλια ακλάδευτη και ξέφρενη

τη γυάλα με το ψάρι

τα περιστέρια που ψάχνουν για σπυριά

από δωμάτιο σε δωμάτιο

τα χελιδόνια

-λέτε να γύρισαν τα χελιδόνια; –

Κάθε τέτοιες μέρες

κάτι τέτοιες συνήθειες που μας λείπουν

που μας πονάνε

Ο ξεριζωμένος εαυτός μας εδώ

κι οι ρίζες μας εκεί

οι πιο βαθιές μας ρίζες

ΜΕΡΑ – ΝΥΧΤΑ

Πόσο αργά υφαίνει η μέρα το σεντόνι της

αναμετρώντας τις ατέλειωτες ώρες

στα μαλλιά τα ξέπλεκα του ήλιου

αναρριγώντας τ’ άγνωστα δευτερόλεπτα

στα ξεχασμένα στήθια του

ποδοβολώντας τη λαχτάρα της ζωής

στις σκονισμένες πατούσες του

Πόσο ταχειά ξηλώνει η νύχτα τα σκοτάδια της

Ριγμένο στη βιασύνη το φεγγάρι

μαζεύει τα χλωμά του πρόσωπα

Κι ο αυγερινός βαραίνοντας

του ύπνου τρομαγμένο βλέφαρο

να προλαλεί

με τη φωνή του αγουροξυπνημένου αλέκτορα

την έλευση της αγωνίας

ΦΡΙΚΗ

Αυτό τo θέμα δεν είναι για την ποίηση

Η φρίκη

μόνο η φρίκη το τολμά

όπως καλπάζει αλλόφρενη

παραβιάζοντας τα σύνορα του νου

όπως η φύση δρέπει

απ’ τον μαστό της σκοτωμένης μάνας

το αίμα της ζωής

ΩΡΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ

Κάθε που επήγαινες στη Μόρφου

τ’ άρωμα των λεμονανθών

σ’ έπνιγε από μακριά

Ύστερα χανόσουν στα λεμονοδάση

κι ως να ξεχνιόσουν στον παράδεισο

σε πρόφταινε το δειλινό

καθώς εκείνος ο Θεός κατέβαινε ν’ αναπαυτεί

μ’ όλα τ’ αρώματα

τα διαθλασμένα χρώματα

ώρα μοναδική της Μόρφου

Όπως πηγαίνεις για τη Μόρφου

ο δρόμος σου χαμογελά σε κάθε του στροφή

Σε καλοδέχονται τ’ ακούραστα νερά

σε προσκαλούν τα στοργικά τα χώματα

Ο ουρανός σου στέκεται καλός

κι οι εποχές κρατούν αλάθευτα το χρόνο τους

Όποιος και νάσουν

ότι και νάκανες

η Μόρφου δε σε γέλασε ποτές

Παιδί εγγόνι μου δισέγγονο

η Μόρφου θα σε καρτερά

Όσο το μάτι του περήφανου αετού

τηράει τα πέρατα

Όσο το χέρι του δικαίου Θεού

απ΄ τον Πενταδάκτυλο βλογάει την πλάση

Όσο οι φωνές εικοσάχρονων παλληκαριών

θα σε καλούν για επιστροφή

Και να γυρίζεις

κάθε φορά που ανθούν οι λεμονιές της Μόρφου

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΥΡΙΑΝΘΗΣ ΕΓΡΑΨΑΝ

Ανδρέας Πετρίδης

Παρουσίαση της συλλογής Ανάδρομη Πλεύση

Στοχεύοντας να σας δώσω τη λογοτεχνική φυσιογνωμία της Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, δεν έχω παρά να σχολιάσω συνοπτικά τη συλλογική της έκδοση Ανάδρομη Πλεύση, ένα βιβλίο που διατρέχει την κύρια ποιητική της παραγωγή μισού σχεδόν αιώνα ( από το 1965 μέχρι το 2010 ). Αλλά κι αυτό σίγουρα δεν είναι πλήρες, αφού η Μυριάνθη ευδοκίμησε με βραβεία και πολλές διακρίσεις και σε άλλα είδη, όπως την παιδική λογοτεχνία, το παραμύθι και την αφήγηση, αλλά και τη γλωσσική λαογραφική μελέτη. Πρόκειται λοιπόν για λογοτέχνιδα πολύπλευρη και πολύτροπη, με έντονη και διαρκή παρουσία στην τέχνη, το επάγγελμα και τη ζωή γενικότερα. Να μη ξεχώσουμε και τις οικογενειακές της επιδόσεις, αφού υπήρξε υποδειγματική μητέρα 5 παιδιών, και 12 εγγονιών για την ώρα. Ο σύζυγός της Γιώργος Παπαονησιφόρου, εκπαιδευτικός, της συμπαραστάθηκε με πολλή κατανόηση στον δύσκολο και πολυμέτωπο δρόμο που επέλεξε να προσφέρει.

Και τώρα ξανά στο προκείμενο, την καθαυτό λογοτεχνική της δημιουργία. Η πρώτη εκδοτική της εμφάνιση ανάγεται στο έτος 1978, με συλλογή ποιημάτων κάτω απ’ τον τίτλο Επιστροφή ( προηγήθηκαν φυσικά δημοσιεύσεις ποιημάτων και βραβεύσεις στον περιοδικό τύπο) Τα πρώτα της ποιήματα διακρίνονται από έντονο λυρισμό και την αγάπη του τόπου και της ιστορίας του. Κάποια από αυτά αντέχουν αισθητικά μέχρι σήμερα, και δεν είναι καθόλου παράξενο που επιλέγονται επανειλημμένα στις Ανθολογίες. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1983, βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι Ηρωικοί Απόηχοι, που απέσπασαν το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του συλλόγου Ευαγόρας. Η θεματική τους αναλώνεται κατά κύριον λόγο στον αγώνα ελευθερίας του 55 — 59, στον οποίο η Μυριάνθη είχε ενεργό ρόλο. Λέει κάπου σ’ ένα επιγραμματικό πεντάστιχο, με τον τίτλο Φυλακισμένο μνήμα:

Φυλακισμένο μνήμα τι κρατάς;

Εκείνο το χαρούμενο παιδί

σου ξέφυγε σ’ ένα φύλλο της ιστορίας

στο στίχο τον στοχαστικού ποιητή

στο στόμα τον δάσκαλου και του παιδιού.

Η τρίτη ποιητική συλλογή είναι κάτι πολύ διαφορετικό κι έχει τον τίτλο Άχρονη Φύση (1988 ). Εδώ δεν μιλάει πληθωρική και κυρίαρχη η καρδιά, αλλά ο συγκινημένος κι ελεγχόμενος βιωματικός στοχασμός. Ο ενθουσιασμός δίνει τη θέση του στη συνθετική ανάπτυξη και τη διαμόρφωση μιας κοσμογονικής ποιητικής δημιουργίας. Μιας δημιουργίας που αρχίζοντας οριακά απ’ το χάος, αφηγείται λυρικο-επικά την ανθρώπινη υπαρξιακή περιπέτεια, φτάνοντας μέχρι τον ζωντανό κόσμο της δικής της προσωπικής μνήμης. Σ’ αυτό το βιβλίο, που αδίκως δεν προσέχτηκε επαρκώς, βρίσκουμε μερικά από τα καλύτερα ποιήματα της Μυριάνθης, που είμαι βέβαιος πως θα τ’ ακούσετε στη συνέχεια.

Δέκα χρόνια αργότερα ( 1997 ) κυκλοφορεί το λυρικο-αφηγη ματικό Γράμμα στον Αγνοούμενο, μαρτυρία και γραφή οδύνης για το γειτονόπουλο που δεν γύρισε ποτές πίσω. Σπαρακτικός ακούγεται ο μητρικός θρήνος:

Αχ να μπορούσα

να σε γεννήσω ξανά

να φυλακίσω κάθε στιγμή σου

στις φτωχικές μου μνήμες

να ξαναπαίξω μαζί σου

τα παιχνίδια που δεν πρόφταξα

να μάθω για χάρη σου,

στα παιδικά σου πείσματα

άμυαλη μάνα

να ενδίδω.

Σε μικρή χρονική απόσταση, 2 χρό αργότερα, η Μυριάνθη μας

εκπλήσσει ξανά με μια καινούργια γραφή, αυτή τη φορά νευρώδη και σουρεαλιστικά τολμηρή, αποσπώντας το πρώτο βραβείο Πανελλαδικού ποιητικού Διαγωνισμού ( 1999 ). Της δίνει τον εκρηκτικό τίτλο Στον κρατήρα του Ήλιου. Καμιά σχέση με τον προαναφερθέντα νηφάλιο και συγκρατημένο λόγο της Άχρονης Φύσης, καμιά ομοιότητα με την προηγούμενη κλασικά διατυπωμένη λυρική της ιδιοσυστασία. Ανεξάντλητη στις εμπνεύσεις και τις μορφολογικές της μεταμορφώσεις, η Μυριάνθη μας πείθει κάθε φορά ότι μπορεί ν’ αποτινάσσει. το παλιό και φθαρμένο ρούχο από πάνω της, ανανεώνοντας το ψυχο-πνευματικό υπέδαφος που αρδεύει τον λόγο της. Είναι αναμφίβολα μια ποιήτρια αυθεντικά πρωτεϊκή, μια καλλιτεχνική προσωπικότητα πολύπτυχη, που δυσχεραίνει δίχως άλλο τη συνοπτική αξιολογική κρίση. Είχα γράψει τότε γι’ αυτό το βιβλίο το ακόλουθο συμπερασματικό σχόλιο:

…Η Μυριάνθη κατορθώνει πλέον να αισθητοποιεί τις εμπειρίες και τις ιδέες της, μεταπλάθοντάς τες σε ψηλαφητή ύλη αυθεντικών και ζωντανών εικόνων από τη φύση, της οποίας γνωρίζει καλά τα μυστικά και τη γλώσσα. Συνδυάζει επιτυχώς τη λυρική ευαισθησία που πάντα τη διέκρινε, με εκφραστική τόλμη και ρωμαλεότητα. Συνθέτει τελικά ένα ποιητικό πανόραμα ενιαίο και συμπαγές, αλλά και στα μέρη του σφριγηλό και παλλόμενο, όπως είναι κάθε σωστή και ισορροπημένη δημιουργία.

Το 2004, με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και τα γνωστά ανθρωπιστικά συνεπακόλουθα, η Μυριάνθη πάλι καινοτομεί και δίνει το λογοτεχνικό της παρόν μ’ ένα ποιητικό Οδοιπορικό. Φωτίζει αθέατες πτυχές του δράματος των εκτοπισμένων, που αντανακλούν στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων τις προσαρμοστικές μεταλλαγές από το πέρασμα του αδυσώπητου χρόνου.

Η ηρωίδα, μια ηλικιωμένη γυναίκα, με συνεχή αγωνία και χίλιες προσδοκίες, κάνει το ταξίδι επιστροφής στον γενέθλιο τόπο και το πατρικό σπίτι, όπου όμως σταδιακά συνειδητοποιεί την ανατροπή των αγαπημένων παραστάσεων της μνήμης. Πίσω από την προφανή ικανοποίηση για την πραγματοποίηση του πολύχρονου πόθου της, το σαράκι της αποξένωσης σηκώνει ανεπαίσθητα κεφάλι, ώστε αυθόρμητα κάποια στιγμή να εκδηλώνει την πρόθεση να γυρίσει σπίτι της, εννοώντας φυσικά τον συνοικισμό όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια. Να αναφέρω σ’ αυτό το σημείο και τη σημαντική θέση που κατέχει η γυναίκα στην ποίηση της Μυριάνθης Παπαονησιφόρου, κάτι που έχει σχολιαστεί από την κριτική γενικότερα. Σας διαβάζω μια παράγραφο από το προλόγισμα της Ανάδρομης Πλεύσης, του Ζήνωνα Ζαννέτου:

Η γυναίκα διαχρονικά, προσφέρεται επιβώμιο χρέους άλλοτε ως Ιφιγένεια, άλλοτε ως Ελένη απολογούμενη για το φύλο της, ενίοτε όμως πραγματώνει νικηφόρες υπερβάσεις καταξιώνοντας τον πυρήνα της ύπαρξής της. Στις ποιητικές αυτές καταθέσεις η Μυριάνθη γίνεται φώνηση του συναισθηματικού διαλόγου της απ’ όπου αναδύεται ένα πρότυπο σύμβολο της διαχρονικής Κυπρίας…

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μυριάνθης στην Πανελλήνια δημοτική με τον τίτλο Άριες του περασμένου Καλοκαιριού, εκδίδεται το 2007, και σονιστά το αυθεντικότερο και γνησιότερο ανάβρυσμα της λυρικής της ιδιοσυγκρασίας . Αποτελεί ένα αρτεσιανής εκροής δημιουργικό συναπάντημα δημοτικών βιωματικών τόνων, πρωτογενών εικονοκλαστικών παραστάσεων κι ερωτικής ονειρικής νοσταλγίας, με φόντο πια τη ζωή που γέρνει στη δύση της. Οι στίχοι είναι τώρα ρυθμός και τραγούδι, είναι αξιοπρεπής κι αρχοντική στάση για μια διαδρομή γεμάτη πληρότητα και δημιουργία. Ας ακούσουμε κάτι από τούτη τη ψυχική αρχοντιά της:

Νύχια, τι γυρεύεις στο περβάζι μου

μουγκή, σεληνοφόρα;

Φοράς τα ξεσκισμένα σου πουκάμισα

μισά φοράς τα τρύπια σου σαντάλια

λιανίζεις τα ’ όνομά μου στα νερά.

Ασήμωσε κυρά μου να σου πω

πως σκούζει απόψε το πουλί

λυπητερά πως κλαίει τ ’ αηδόνι,

δονεί τους κάμπους και ραγίζει τα βουνά —

Ασήμωσε κυρά!

Για το διαλεκτικό μέρος της ποίησης της Μυριάνθης Παναγιώτου -Παπαονησιφόρου, που από κάποιους θεωρείται ακόμα σημαντικότερο, ο χρόνος μου επιβάλλει να κάνω πολύ σύντομη αναφορά. Έχει εκδώσει 2 βιβλία, Τα φκιόρα της πικραθασιάς, το 2003, και τα Τριαντάφυλλα τζ’ αγκάθκια, το 2009. Χωρίς όπως είπα, να μακρηγορήσω, θα σας διαβάσω ένα χαρακτηριστικό κομμάτι από δικό μου προλογικό κείμενο, που δίνει και το στίγμα αυτής της ποίησης.

Τη διαλεκτική γλώσσα που χρησιμοποιεί στην ποίησή της η Μυριάνθη Παναγιώτου- Παπαονησιφόρου θα τη χαρακτήριζα κατά κάποιο τρόπο ανεβασμένη κι αρχοντική, αφού αντιπροσωπεύει πιστεύω την παραδοσιακά πιο συνειδητοποιημένη μερίδα του λαού μας. Αφού η εξεζητημένα βαριά και άκαμπτη κυπριακή διάλεκτος καταντά συχνά αντιαισθητική, καθότι φτιαχτή και άσχετη με τη γλωσσική πραγματικότητα… Κι ακόμα κάτι :Η ποίηση αυτή διακρίνεται κι από μια ευφρόσυνη διάθεση, γεμάτη πνευματικότητα και πηγαίο χιούμορ. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που μίλησα για ένα διάχυτο κλίμα λαϊκής αρχοντιάς, όχι μόνο στη μορφή αλλά και στον βαθύτερο χυμό που τη διατρέχει. Και τούτο δεν είναι απλά υπόθεση προσωπική της ποιήτριας, αλλά και στάση του κόσμου εκείνου που ζωντανεύει με την τέχνη του λόγου της.

Γράμμα στον αγνοούμενο

Γιώργος Φράγκος Περιοδικό Ανέμη τ. 11-12/2001

Η ποιητική σύνθεση «Γράμμα στον αγνοούμενο» της Μυριάνθης Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου καταξιώνεται αισθητικά, κατά την άποψή μου, για δυο βασικούς λόγους: α) Το έργο εξετάζει ένα ζήτημα πολυτραγουδημένο με τρόπο καινοτόμο, πολύπλευρο, σφαιρικό αλλά συνάμα ποιητικώς λειτουργικό και ομοιογενή, β) Το έργο φέρει μέσα του, δημιουργικώς αφομοιωμένες, επιδράσεις από αισθητικές κατακτήσεις άλλων δημιουργών σε συναφή ή παρεμφερή θεματογραφία. Προτού προχωρήσω στο εγχείρημά μου για αξιολογική παρουσίαση της ποιητικής σύνθεσης «Γράμμα στον αγνοούμενο», οφείλω να ομολογήσω ότι η πιο πάνω ποιητική σύνθεση ήταν το πρώτο έργο της Μυριάνθης Παναγιώτου που διάβασα. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργούσε και αρνητικές αλλά και θετικές προϋποθέσεις. Αρνητικές, γιατί δε θα μπορούσα να δω το συγκεκριμένο έργο μέσα από την εξελικτική πορεία γραφής της δημιουργού. Και θετικές γιατί θα μπορούσα να λειτουργήσω περίπου ως «tabula rasa», αν λέω σωστά τον λατινικό όρο που αποδίδει την έννοια του καθαρού πίνακα. Μ’ άλλα λόγια, το ότι η γνωριμία μου με το λογοτεχνικό έργο της Μυριάνθης Παναγιώτου έγινε μέσα από το «Γράμμα στον αγνοούμενο», πιστεύω ότι, μέσα από το στοιχείο της έκπληξης και τη δύναμη της πρώτης εντύπωσης, θα μπορούσα – και ίσως μπορέσω – να δω κάποια πράγματα με πιο καθαρό μυαλό και σε μεγαλύτερο βάθος.

Γνώρισα το συγκεκριμένο έργο υπό την ιδιότητά μου ως μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τα Βραβεία Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας και χωρίς διάθεση περιαυτολογίας σημειώνω ότι μάλλον θα πρέπει να υπήρξα πολύ ενθουσιώδης στις τοποθετήσεις μου. Αφού, στο σκεπτικό της βράβευσης με το Β’ βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας, κάποιες από τις σκέψεις που διατύπωσα ενσωματώθηκαν αυτούσιες.

Αυτό, βεβαίως, δε μου στερεί το δικαίωμα να σταθώ σήμερα με κριτική διάθεση απέναντι σε ένα έργο που μου διέγειρε τόσα θετικά συναισθήματα. Όποτε επιχειρήσω μια κριτική προσέγγιση απέναντι σ’ ένα λογοτεχνικό έργο, φέρνω στο νου τα λόγια ενός φτασμένου λογοτέχνη μας που μου είπε κάποτε με κυνισμό: «Μα κριτική στον τόπο μας είναι μια σχέση όπου ο ένας θωπεύει τον άλλο»!

Μακριά από θωπείες, λοιπόν, αλλά και προπηλακισμούς, ας επιχειρήσουμε να δούμε το «Γράμμα στον αγνοούμενο» μέσα από τις πραγματικές του διαστάσεις, μέσα από το πραγματικό του εκτόπισμα στην όλη λογοτεχνική δημιουργία του τόπου. Αρχικά, επιτρέψτε μου μια συνοπτική τοποθέτηση που στη συνέχεια θα αναλυθεί περαιτέρω.

Το «Γράμμα στον αγνοούμενο» είναι μια ουσιώδης, περιεκτική, συμπυκνωμένη και βαθιά συγκινητική ποιητική σύνθεση, που λειτουργεί άψογα, ποιητικά, νοηματικά και συναισθηματικά, έχοντας να δώσει με τον πλούτο της πολλά, κυρίως σε παιδιά λυκειακού αλλά και γυμνασιακού κύκλου. Η αλληλουχία του συμβατικά πεζού και του αμιγώς ποιητικού λόγου είναι αρμονικότατη. Παράλληλο, ο διαχωρισμός και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δυο λόγων είναι σαφέστατη. Κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο των τμημάτων του έργου που έχουν αποδοθεί με τον πεζό λόγο η γλαφυρότητα και η παραστατικότητα. Κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο των τμημάτων του έργου που έχουν αποδοθεί με τον ποιητικό λόγο, η λιτότητα, η ελλειπτικότητα, ο εσωτερικός ρυθμός και η υψηλή ποιητική. Αλλά, η αισθητική καταξίωση του έργου επιτυγχάνεται, όπως σημείωσα ήδη, κυρίως, γιατί η δημιουργός του κατάφερε να δει ένα χιλιοτραγουδημένο ζήτημα χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματικές εξάρσεις, αλλά με τρόπο βαθύ, πρωτότυπο και άξιο.

Καιρός, όμως, να αφήσουμε τις γενικές θεωρήσεις και να επιχειρήσουμε μια περιδιάβαση στις σελίδες του βιβλίου. Ακόμα και τα πεζά τμήματα του έργου, τα αναγνώσματα, ουδόλως υστερούν σε ποιητικότητα, πλαστικότητα του λόγου, εσωτερική ροή, ρυθμό κτλ. Για του λόγου το αληθές παραθέτω σχετικό απόσπασμα, από τα πρώτα, εισαγωγικά αναγνώσματα:

Θέλω να ξέρεις πως ακόμα λαχταρώ μετ’ αυτοκίνητα που σταματούν έξω απ’ την πόρτα μας, στυλώνω τα μάτια μη σε δω να κατεβαίνεις. Πως στον ύπνο μου απάνω αλαφιάζομαι ως να σα βήματα στην αυλή. Πως φυλάω για σένα το τελευταίο σταφύλι στο κλήμα μην έρθεις χειμώνα και δεν έχω το φρούτο που αγαπάς. Πως αλλάζω ακόμα τα στρωσίδια στο κρεβάτι να ’ναι καθαρά μην έρθεις νύχτα και στη χαρά μου δε βρίσκω σεντόνι να σου στρώσω. Πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που παίρνω γράμμα κι η καρδιά μου τρελαίνεται όσο να βάλω τα γυαλιά και να διαβάσω. Δεν είναι από σένα. Πού να τα βρει παραμιλάω το παιδί τα γραμματόσημα και περιμένεις γράμμα… τρομάρα σου;

Έξι πανέμορφες ποιητικές εικόνες μέσα σε έξι συνεχόμενες, απλές προτάσεις.

Μπορεί το θέμα του βιβλίου να είναι το δράμα των αγνοουμένων, η πιο τραγική πτυχή του Κυπριακού που δεν παύει, όμως, να είναι μια πτυχή. Το κύριο και το μέγιστο παραμένει η κατοχή και ο ασίγαστος πόθος για επιστροφή στις πατρογονικές εστίες. Αυτό δεν διαφεύγει ούτε στιγμή από την ποιητική γραφίδα της Μυριάνθης Παναγιώτου. Έτσι, το θέμα του πόθου αλλά και του δικαιώματος για επιστροφή στην κατεχόμενη σήμερα πατρώα γη, επανέρχεται συνεχώς.

Η Μυριάνθη Παναγιώτου έχει την ικανότητα να μεταπλάθει ποιητικά όχι μόνο ευρύτερα ζητήματα που απασχόλησαν πάμπολλες φορές πάμπολλους δημιουργούς, όπως η κατοχή, οι αγνοούμενοι, η επιστροφή κτλ. Η συγγραφέας του «γράμματος στον αγνοούμενο» μεταπλάθει ποιητικά και απλά γεγονότα της σύγχρονης καθημερινότητας. Για παράδειγμα, μια απλή μονόστηλη είδηση που δημοσιεύτηκε, πριν από δυο χρόνια στον τουρκοκυπριακό τύπο και αναδημοσιεύτηκε στις ελληνοκυπριακές εφημερίδες, μετουσιώθηκε σε ένα από τα αναγνώσματα του βιβλίου. Το σχετικό ειδησάριο στις εφημερίδες έλεγε πως ένα νυχτοπούλι στα τείχη της Αμμοχώστου κατατρόμαξε τους κατοίκους της γύρω περιοχής. Να πώς το μετάπλασε η Μυριάνθη Παναγιώτου:

Μη μου ξεφύγει και ξεχάσω να στο πω πως τρόμαξαν οι κουβαλητοί από κάτι κραυγές που βγαίνουν από τα τείχη της Αμμόχωστος κι είπαν πως στοίχειωσεν η πόλη. Λες να τους κυνηγάνε τα πνέματα των προγόνων μας; Ήρθαν ύστερα οι επιστήμονες κι είπαν πως ήταν πουλί, ανθρωποπούλι, λέει που έσκουζε. Μα εγώ δεν τους πιστεύω τους επιστήμονες. Κραυγές ήταν των προγόνων μας που θέλουν πίσω τη γη μας που αλμύρισε με τον ιδρώτα τους.

Και τα πιο απλά καθημερινά πράγματα περικλείουν μέσα τους απέραντη ποίηση, φτάνει να μπορεί να την δει κανείς.

Η δημιουργός λειτουργεί ενίοτε και ως κορυφαία σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Κάποιοι ποιητικοί μονόλογοι είναι εκπληκτικοί σε αισθητική αξία και συγκινησιακή φόρτιση. Να έα σχετικό παράδειγμα που συνάμα παραπέμπει συνειρμικά και στον «επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου:

Αχ να μπορούσα

να σε γεννήσω ξανά

να φυλακίσω κάθε στιγμή σου

στις φτωχικές μου μνήμες

να ξαναπαίζω μαζί σου

τα παιγνίδια που δεν πρόφταξα

να μάθω για χάρη σου

στα παιδικά σου πείσματα

άμυαλη μάνα

να ενδίδω.

Η μάνα του αγνοούμενου, μετεξελίσσεται και σε προσωποποίηση του καημού. Αυτός καταλήγει, εν κατακλείδι, να είναι και ο μοναδικός λόγος της ύπαρξης της. Υπάρχει όσο, υπάρχει ο πόνος της. Να πώς το λέει η Μυριάνθη Παναγιώτου:

Είμαι η ίδια καημός

κι αν κάμω πως τον σβήνω

σβιέμαι κι εγώ μαζί του

τρεμάμενο κερί

που δεν έχει λόγο κανένα

ν’ ανάβει πια.

Ο ύπνος με τον πόνο είχαν πάντοτε μια διαλεκτική αλληλοσύνδεση, ποσοτική αλλά και ποιοτική. Όσο αυξάνεται ο πόνος περιορίζεται ο ύπνος και όσο χειρότερος γίνεται ο πόνος, τόσο πιο άσχημος γίνεται και ο ελάχιστος ύπνος. Η Μυριάνθη Παναγιώτου συνεχίζει αυτή την παράδοση που απαντάται και στη δημοτική μας ποίηση με το εξής ανάγνωσμα:

Ξημέρωσε κιόλας κι εχω τόσα να σου πω μα όπου να’ ναι θα σηκωθεί ο κύρης σου, θα τον ρωτώ και θα λέει πως κοιμήθηκε καλά, θα με ρωτά και θα λέω πως κοιμήθηκα κι εγώ καλά. Συνεννογιόμαστε όπως πάντα. Τα λόγια δε λένε αυτό που λένε και το ξέρουμε κι ο πολύς ο ύπνος είναι χασομέρι τώρα για μας.

Καιρός όμως να περάσουμε και στις επιδράσεις που, κατά την άποψη μου, δέχτηκε η συγγραφέας, επιδράσεις δημιουργικά αφομοιωμένος όπως προανέφερα ήδη. Το αμιγώς ποιητικό μέρος του βιβλίου παραπέμπει συνειρμικά – κι ίσως με τον πλέον διάφανο τρόπο – στον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Η εγγύτητα του υπό παρουσίαση βιβλίου με το πιο πάνω έργο γίνεται ιδιαιτέρως απτή με την νοηματική γραμμή του έργου, τις καταστάσεις που καταγράφονται σε αυτό και την έντονη εικαστική διάθεση της δημιουργού. Το συμβατικώς πεζογραφικό μέρος του βιβλίου παραπέμπει συνειρμικά στα αναγνώσματα από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Εδώ η εγγύτητα είναι περισσότερο υφολογική και στυλιστική, παρά νοηματική ή θεματογραφική.

Επίσης, η μονολογική μορφή γραφής του έργου, η συναισθηματική φόρτιση που αυτό εμπερικλείει, όπως επίσης και η θεματική που αγκαλιάζει παραπέμπουν σε ένα άλλο έργο, κατά παλαιότερον, επίσης Κύπριου δημιουργού. Αναφέρομαι στο θεατρικό μονόπρακτο του Γιώργου Νεοφύτου «Μανώλη». Θα μπορούσαν να γίνουν πάμπολλοι παραλληλισμοί, συγκρίσεις και α’ παραβολές ανάμεσα στα δυο έργα. Ενδεχομένως ο «Μανώλης» του Γιώργου Νεοφύτου να αποτέλεσε μιας μορφής ερέθισμα για τη Μυριάνθη Παναγιώτου και το «Γράμμα στον αγνοούμενο». Ενδεχομένως, όμως και να μην αποτέλεσε και να μην τον έχει καν υπόψη της η δημιουργός. Ούτως ή άλλως ο «Μανώλης» είναι από χρόνια καταξιωμένος αισθητικά στις συνειδήσεις του φιλότεχνου κοινού και η εγγύτητα του «Γράμματος στον αγνοούμενο» με το πιο πάνω έργο ίσως αποτελεί ακόμη μια καλή «έξωθεν μαρτυρία» ότι το «Γράμμα στον αγνοούμενο», θα καταξιωθεί περαιτέρω.

Και για να μην είναι η κριτική «μια σχέση όπου ο ένας θωπεύει τον άλλο», θα πω ότι το μοναδικό ίσως στοιχείο που ενδεχομένως αφαιρεί από την αισθητική αξία του «Γράμματος στον αγνοούμενο» είναι, πάντα κατά την ταπεινή μου άποψη, η απουσία ιδεολογικού περιγράμματος γύρω από το όλο δράμα των αγνοουμένων που μεταπλάθεται ποιητικά. Κάτι που δεν ισχύει στον «Μανώλη» για να επανέλθουμε στο προηγούμενο. Από το «Γράμμα στον αγνοούμενο» απουσιάζει η αξιολογική ή άλλη αναφορά στη γενεσιουργό αφορμή της πρόσφατης κυπριακής τραγωδίας και κατ’ επέκταση του δράματος των αγνοουμένων. Απουσιάζει η αναφορά στο προδοτικό πραξικόπημα, κάτι που δε συμβαίνει με τον «Μανώλη» του Γιώργου Νεοφύτου.

Ολοκληρώνω τις κριτικές σημάνσεις μου τολμώντας την ούτως ή άλλως υποκειμενική παρατήρηση περί υπερβάλλουσας ελλειπτικότητας στο ποιητικό μέρος του βιβλίου. Ο ομιλών θα ήθελε τον ποιητικό λόγο της Μυριάνθης Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου να ανοίγει τις φτερούγες του ακόμη πιο πολύ και να αγκαλιάζει τον πόνο, τις έγνοιες, τους πόθους και τις αγωνίες αυτού του λαού ακόμη πιο πλατιά. Το αμιγώς ποιητικό μέρος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι εκτενέστερο τόσο ποσοστικά, όσο και νοηματικά. Αυτό; φρονώ, πως δε θα επηρέαζε είτε ‘την ομοιογένεια, είτε την ισορροπία της όλης ποιητικής σύνθεσης.

Εν κατακλείδι, σημειώνω ότι η Μυριάνθη Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου με το «Γράμμα στον αγνοούμενο» παρέδωσε στα κυπριακά γράμματα ό,τι αρτιότερο, ό,τι πληρέστερο, ό,τι αισθητικά αξιότερο και ό,τι συναισθηματικά εντονότερο έχει γραφτεί ποτέ για το δράμα των αγνοουμένων. Το έργο αυτό κοσμεί πραγματικά την κυπριακή λογοτεχνία. Η μεν δημιουργός του πρέπει να αισθάνεται υπερήφανη. Κι όλοι εμείς πρέπει να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη εκ βάθους καρδίας.

«Γράμμα στον αγνοούμενο»

Από τη Ζωή Καλαφάτη

Η πιο ζωντανή ιστορία ενός τόπου δε γράφεται από τους ιστορικούς μονάχα. Αντλείται μέσα από τη λογοτεχνία και την ποίηση και είναι σίγουρα αυτό που θα μείνει και δε θα ξεχαστεί. Τα γραπτά επίσης, όπως η μοναδική ποιητική σύνθεση της κορυφαίας Κύπριας ποιήτριας Μυριάνθης Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου, είναι αυτά που αποτελούν παρακαταθήκη πολύτιμη, μαρτυρία αλάθευτη και αλώβητη από το πέρασμα και τη λήθη του χρόνου. Συντηρούν και ενισχύουν την ιστορική συνείδηση, ώστε δράματα σαν αυτό που συνέβη στην Κύπρο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, να μην ξεχαστούν ποτέ. Όσο κι αν οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις στα χρόνια που πέρασαν θέλησαν να αλλοτριώσουν την αντικειμενική οπτική των γεγονότων και να αποπροσανατολίσουν τη διεθνή κοινή γνώμη. Καμία σύμβαση για παραχωρήσεις, κανείς ευτελής διακανονισμός δε θα μπορέσει ποτέ να αμφισβητήσει τα ίδια τα γεγονότα και να αμβλύνει τις μνήμες του κυπριακού λαού. Ακόμα, καμία αιτούμενη και πιθανώς επερχόμενη ευρωπαϊκή ένταξη των γειτόνων δεν θα μπορέσει ποτέ να μειώσει το μέγεθος της οδύνης και της καταστροφής από την εισβολή στην Κύπρο.

«Το Γράμμα στον αγνοούμενο» είναι μια ποιητική σύνθεση σε ελεύθερο στίχο, η οποία μέσα από εικόνες λεπτής και ευαίσθητης παρατήρησης επιγραμματικά διατυπωμένες, μετουσιώνει σε στίχους τον πόνο και το δράμα των αγνοουμένων μας που αποτελεί την πιο τραγική πτυχή της κυπριακής τραγωδίας. Η ποιήτρια με απλότητα, τρυφερότητα, αμεσότητα, πρωτοτυπία και ποιητική δεξιοτεχνία, συνθέτει μια εξαιρετική ποιητική δημιουργία η οποία ενέχει τα στοιχεία ενός άριστου θεατρικού μονολόγου χάρη στη θεατρικότητα της δομής και τη δύναμη της σύλληψης και της γραφής».

Με αυτό το σκεπτικό, το έργο της καταξιωμένης Μυριάνθης Παναγιώτου πήρε κρατικό βραβείο το 1997, ως ένα ελάχιστο αφιέρωμα τιμής στον αγνοούμενο ανθ/γό Πανίκο Παναγή και σ’ όλους τους άλλους αγνοούμενους του 1974.

Είναι ο συγκινητικός μονόλογος μιας μάνας που ονειρεύεται εις μάτην τον ερχομό του γιού της, του μιλά, τον περιμένει με όλα της τα καλά για εκείνον, του γράφει σημάδια αναγνώρισης:

«… Θέλω να ξέρεις πως φυλάω για σένα το τελευταίο σταφύλι στο κλήμα μην έρθεις χειμώνα και δεν έχω το φρούτο που αγαπάς. Πως αλλάζω ακόμα τα στρωσίδια στο κρεβάτι να’ ναι καθαρά μην έρθεις νύχτα και στη χαρά μου δε βρίσκω σεντόνι να σου στρώσω. Πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που παίρνω γράμμα… Γυρίζω ακόμα με τη φωτογραφία σου στους δρόμους ίσως και κάποιος κάπου σ’ έχει δει. Και τρέμω μη σε έχουν αλλάξει τα χρόνια κι αυτή η φωτογραφία δε μου μοιάζει πια…

Άλλοι λένε/πως είσαι σε στρατόπεδο κλεισμένος μ’ άλλους πολλούς/πως έχεις ξεχάσει τη λαλιά σου πως ξέχασες ακόμα κι εμάς/αν είναι ποτέ μπορετό… Πρέπει να σου πω πως γεράσαμε στ’ αλήθεια από τότε και μην τρομάξεις τα άσπρα μας μαλλιά τις ζάρες στα πρόσωπα μας τα σκούρα ρούχα που φοράμε… Θα σου πω και για το σπίτι μας στο συνοικισμό… Κι αν δυσκολευτείς να το ‘βρεις μην ντραπείς να ρωτήσεις…

Κι αν είναι νύχτα χτύπα δυνατά την πόρτα/ να σ’ ακούσουμε / νογάς/ πως το πρωτόπνι ο ύπνος έρχεται βαρύς/Κι αν δε σ’ ακούσουμε/ σπάσε την πόρτα/ κι έμπα/ γιε μου…».

Ανασύρει η ίδια πικρές μνήμες της φυγής τους της λεηλασίας, του ρημαγμού μέσα στον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο.

«Σκούζει το πουλί από τις χαραμάδες των ένοχων ψυχών/που βολεύτηκαν/στον κλεμμένο παράδεισο…».

Κρατά ακόμα το κλειδί του σπιτιού της σα φυλαχτό για να το βρει όταν επιστρέφει ο γιός της. Ο νους της σαλεμένος γυρνά πίσω, στα παιδικά του χρόνια, η ψυχή της γεμάτη ενοχές για τα παιχνίδια που δεν έπαιξαν μαζί, τα μαλώματα τους για τα μαθήματα, το ποδήλατο που του στέρησαν:

«… Το ποδήλατο που λες γιε μου το πήρα και στο χω φυλαγμένο κι όλοι μου λένε να το δώσω γιατί μεγάλωσες… Τι ξέρουν αυτοί τι αξία έχει για μένα ένα ποδήλατο που το ‘θελες τόσο».

Μια τραγική φιγούρα μάνας που δίνει η ίδια κουράγιο στον εαυτό της, μετουσιώνοντας την ίδια την ύπαρξή της σε οδύνη, που όμως την κρατά ζωντανή: «…Δεν κλαίω αλήθεια σου λέω δεν κλαίω για τίποτα γιατί δεν έχω πια καημό. Είμαι η ίδια μου καημός/ κι αν κάμω πως τον σβήνω/σβιέμαι κι εγώ μαζί του/ τρεμάμενο κερί/που δεν έχει λίγο κανένα/ν’ ανάβει πια…»

Του λέει όλα τα νέα από την οικογένεια, του μιλά για τα απλά και καθημερινά και κλείνοντας το γράμμα του στέλνει την αγάπη της με τα στοιχεία της φύσης:

«Χαιρετισμούς από…Μα τι σου λέω αυτό το γράμμα είναι ένα μυστικό ανάμεσά μας… Η αγάπη δε χρειάζεται δα και λόγια πολλά κι ο πόνος δε μιλά… Εσύ τον εαυτό σου να φυλάς και να προσέχεις…

Φιλιά σου στέλλω/με το φεγγάρι/αυτό το ίδιο το φεγγάρι/που φωτίζεται απ’ τα μάτια σου… Φιλιά σου γράφω/αμέτρητους σταυρούς/στα μύρια ταξιδιάρικα κύματα/στην αύρα της νυχτιάς/που σου χαϊδεύει τα μάγουλα/Φιλιά σου στέλλω».

Η ποιήτρια αποδίδει με ευαίσθητη, αυθεντική , εικονοπλαστική και ρέουσα γραφή – χωρίς στίξη – τα συναισθήματα της μάνας. Ένα συνταίριασμα θαυμαστό, λόγου πεζού και ποιητικού συνάμα, με άφθαστη και αφάνταστη ακριβοσύνη και λυρισμό που ταξιδεύει τον βουβό πόνο πάνω στη σχεδία του μοιρολογιού και αποφεύγοντας την υστερία τον κάνει ύψιστη τέχνη. Ο υπερήφανος θρήνος της μάνας στο έργο ανταγωνίζεται ισάξια εκείνου της Εκάβης, στην αρχαία τραγωδία. Ταυτίζεται με την Μικρασιάτισσα μάνα που αναζητά το παιδί της, με τις σύγχρονες Παλαιστίνιες μάνες της Γάζας με την ανώνυμη μητέρα που σπαράζει βουβά, που πάσχει και περιμένει… Κεντρικό σημείο του έργου δεν είναι η θλίψη, η απογοήτευση και ο ψυχικός μαρασμός, αλά η δύναμη, η περηφάνια και ο ηρωισμός. Η θέληση της μάνας να ζωντανέψει και να φέρει πίσω το χαμένο της παλικάρι, ζωντανεύοντας τη δική της ψυχή μέσα από τις μνήμες.

Το «Γράμμα στον αγνοούμενο αποτελεί ξεχωριστό παράδειγμα γραφής, διαχρονικής αφύπνισης και διεκδίκησης, εχέγγυο διατήρησης της εθνικής και πολιτισμικής μιας ταυτότητας, πηγή άντλησης, θάρρους και αξιοπρέπειας.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή

Από την «Ανάδρομη πλεύση»

«Σε κλίμακα ελασσόνα»

Τα μυρωμένα άνθη της ποίησης της κομίζει η καλή μας ποιήτρια Μυριάνθη Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου στα κάνιστρα μιας πολύχρονα καλλιέργειας του είδους και στα καλαθόπλεκτα «μεσόγεια» πανέρια της ευδόκιμης συγκομιδής: από τα χρώματα του έρωτα σε ηλιοφώτιστες μέρες ως τις σκιές του «μνησιπήμονος πόνου» σε ασέληνες νύχτες, από τους διθυραμβικούς ύμνους μιας ηρωικής εποχής μέχρι τους ελεγειακούς θρήνους των πέτρινων χρόνων της πατρίδας και από τους ιδιωματικούς τόνους της παραδοσιακής της εντοπιότητας έως τα ξενότροπα ποιητικά σχήματα της δικής της αποφθεγματική επιγραμματοποιίας.

Τον συγκεντρωτικό τόμο των εννέα επί μέρους συλλογών της, που εξέδωσε από το 1978 μέχρι το 2010, εύστοχα τιτλοφορεί «Ανάδρομη πλεύση», εφόσον μας πλοηγεί αναδρομικά στο σύνολο του ποιητικού της έργου, που ταυτόχρονα αποτελεί για την ίδια ευκαιρία σφαιρικής αξιολόγησης της δημιουργικής της πορείας, σύμφωνα με το προλογικό της σημείωμα. Νοούμενου όμως ότι στο Μέρος Γ του βιβλίου αυτού των 280 κειμενικών σελίδων περιλαμβάνει και μιαν επιλογή αδημοσίευτων ποιημάτων από το 1965, η πρόσφατη συλλογή της συμψηφίζει την πλούσια ευκαρπία μισού ακριβώς αιώνος, όχι ευκαταφρόνητης κατάθεσης στα ποιητικά μας πράγματα.

Με την πρωθύστερη πυξίδα της ποιήτριας ανιχνεύουμε ποιήματα ποικίλης Θεματικής, εμπνευσμένης από επίκαιρα και διαχρονικά δρώμενα, σε στίχους που αποπνέουν υφολογικά τον λυρικό στοχασμό με ρέουσα γλώσσα λιτής περιγραφικής έκφρασης και υποβλητικής εικονοπλασίας, αλλά και την πολυσημία πυκνών νοημάτων και εύληπτων αλληγορικών συμβολισμών. Κατ’ αρχήν, στις «Άριες του περασμένου καλοκαιριού» αφουγκραζόμαστε τρυφερά, σαν νανουρίσματα, τραγούδια της αγάπης και του έρωτα με «φωνή γυναίκας» «σαν κομπολόι» ανάμεσα στο πράσινο του «δέντρου» και τα «βότσαλα», από τους «γυάλινους ουρανούς» ίσαμε τα «ποτάμια» και τη «θάλασσα» της «άλλης χώρας». Αν και παράλληλα ενωτιζόμαστε το «μοιρολόι» κι έναν «ήχο θρηνητικό» της μοίρας -«αράχνης» των κατά προσέγγιση ομότιτλων ποιημάτων, ωστόσο, μας καθησυχάζει το μήνυμα πως το Σεφερικό «βουβό τ’ αηδόνι στα φυλλώματα» θα ξανατραγουδήσει «στο φως ενός τέλειου ήλιου». Λουσμένα στο ερωτικό φαν είναι και τα ποιήματα υπό τον τίτλο «Στον κρατήρα του ήλιου», αλλά και στις φωτοσκιάσεις μιας διαλεκτικής αντίστιξης από την «άρνηση» και τη «σιωπή» ως την κατάφαση της ζωής «στα μάτια ενός παιδιού».

Η μακρόστιχη ποιητική της σύνθεση «Η πόρτα μου ήτανε μεράντι» συνηχεί με τους όρους διηγηματικής δομής και ψυχογραφικής συνεκδοχικής αποτύπωσης την επώδυνη δοκιμασία της εκτοπισμένης γυναίκας, που μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων επισκέπτεται το αγνώριστο σπίτι της, μικρογραφία της κατεχόμενης γενέθλιας γης της. Εξόχως ευφυείς οι εικόνες του ανθεκτικού ξύλου της πόρτας και της ανεξίτηλης φωτογραφίας, μεταφορικές συνδηλώσεις της αντοχής και της εγκαρτέρησης για επιστροφή. Ενώ το «Γράμμα στον αγνοούμενο» είναι ένα αφηγηματικό ποίημα από έμμετρους και κατά λογάδην ασθματικούς άστικτους στίχους, που στοιχειοθετούν σπαρακτικά το δράμα των αγνοούμενων.

Στην «Άχρονη φύση» ο ποιητικός ιστός υφαίνει την ανακύκληση του χρόνου με τις μέρες,του5 μήνες και τις εποχές του, αποκρυπτογραφώντα τις συμβολικές προεκτάσεις των μυθικών, ιστορικών και καθημερινών προσώπων, καθώς και των προσωποποιημένων πλασμάτων της φύσης. Οι «Ηρωικοί Απόηχοι», που ξεδιπλώνουν πτυχές από την υπέρτατη θυσία των ηρώων του Απελευθερωτικού μας Αγώνα, ανακαλούν τον αδικαίωτο σκοπό του μέσα από τα ποιήματα της συλλογής «Επιστροφή», όπου συνοψίζεται η ατέλειωτη τραγωδία του 1974 ως συνέχεια των τραγικών στιγμών, των ηρωικών μορφών και των προδοτικών πράξεων της Κυπριακής Ιστορίας.

Στις δύο διαλεκτικές συλλογές «Τριαντάφυλλα τζ’ αγκάθκια» και «Τα φκιόρα της πικραθασιά5» το γραφικό παρελθόν του τόπου σμίγει με το απερίγραπτο παρόν των δεινών του.

Από τα 100 χαϊκού της πρόσφατης συλλογής της Mupiav0ns «Σε κλίμακα ελάσσονα», που αφιερώνει στα 12 εγγόνια της και όπου συμπυκνώνει την ποιητική της βιοθεωρία, ενδεικτικά σταχυολογούμε: «Το μικρό παιδί/Στις πλάτες του σηκώνει/Τον μέγα κόσμο».

ΖΗΝΩΝ ΖΑΝΝΕΤΟΣ

Σεπτέμβριος 2010

Στον “Κρατήρα» του ποιητικού στοχασμού τικ Μυριάνθης Παπαονησιφόρου

Η ποίηση είναι η αναγλυφική πλαστουργία του ζωοποιού πνεύματος, που ενοικεί στοχαζόμενο στον υπαρξιακό τόπο του προσώπου ή περιίπταται και υπερίπταται των όντων και του καθορισμένου τοπίου τους. Και στις δύο εκφράσεις η ποίηση εκφαίνει σε τόπο, ο οποίος είτε ως οίκος είτε ως αύλειος χώρος της προσφέει τα πεδία και τα όρια της δημιουργικής της ιδιότητας. Ο τόπος της ύπαρξης φιλοξενεί πάθη, χαρμολύπτες, συνειδησιακός λογχισμούς ή βυθίσεις ζοφερές, ονείρατα και υποσύνειδες φαντασιώσεις, εξάρσεις και σιωπές του ανύπνωτου λόγου, ενώ ο αντί-κείμενος χώρος προτείνει αναπλαστικές εικονοποιήσεις, τον λόγον της φθοράς και του αφθάρτου της φύσης και του μεταφύση, του Θανάτου και του υπέρλογου μυστηρίου. Με το ποικιλότυπο αυτό φύραμα πλάθεται η ζύμη και ο άρτος της ποίησης, με εργαλεία τη μουσική και τους ανήκουστους ρυθμούς από τους ήχους της ζωής και με σκευή τη γλώσσα.

Ο υπαρξιακός τόπος καλλιεργεί άνθη ευλαβείας του πνεύματος, τα συναισθηματικά εναγκαλίσματα του Όντος, και ψυχανθείς άκανθες τους γόους, της ύπαρξης και του μοιραίου της ζωής, ενώ το αντί-κείμενο τοπίο εκβλαστάνει τη φθορά και την τραγωδία του θανάτου με τη μείξη του κόσμου, της ωραιότητας δηλαδή του Όντος.

Η ποίηση, που πλαστουργείται απ’ αυτό το ζωογόνο πάλεμα του πνεύματος προσφέρεται άλλοτε ως στοχασμική ανάγνωση του Όντος, άλλοτε ως μουσικό άσμα της ροπής της Ζωής, άλλοτε ως βρόγχος της σιωπής του θανάτου και ως δραματική αλαλία – απουσία της ύπαρξης. Στον υπαρξιακό τόπο, κατ’ εξοχήν ευδοκιμεί και η ποίηση της Μυριάνθης.

Το σύνολο, σχεδόν, corpus της ποιητικής έκφρασης της Μυριάνθης Παπαονησιφόρου, που περιλαμβάνεται στον παρόντα συνοπτικό τόμο διακατέχεται από μια λεπταίσθητη ερωτική ροπή, που χαρακτηρίζει την πρόσληψη και τη μορφοποίηση της ποιητικής έμπνευσης. Άλλοτε, πάλι, αυτή η ροπή αρθρώνεται εκτυπότερη και διεκδικεί τον πρώτο λόγο στο ποίημα. Ο εκτυπότερος αυτός έρωτας, σε πολλά από τα ποιήματα του τόμου, μεταμορφώνεται σε κυρίαρχη αύρα της ύπαρξης της γυναίκας, καθώς διαλέγεται με τον βιούμενον λόγον και τρόπον του στοχασμού του πνεύματος για να απαντήσει στις ασίγαστες απορίες της ύπαρξης.

Ο έρωτας στην ποίηση της Μυριάνθης είναι ένα αυτοδίδακτο μάθημα του δημιουργικού πνεύματος, αλλά και χειραγώγητο, με μια φυσική φωτοστέφεια, που τη βαραίνει καταλυτικά η παρουσία της Παφίας Αφροδίτης, τα άσπιλα λουτρά της και τα λαίμαργα μάτια του τόπου με την αβάσταχτη ανασεμιά τους. Για τη Μυριάνθη ο έρωτας ως μητρική και προγονική διδαχή του σεβασμού και της βαθείας πηγής των αισθημάτων, της καθαρής ματιάς και της αμόλυντης χαράς, συνοδεύεται συχνά με ανεκπλήρωτες ατολμίες, φαντασιώσεις του παράδοξου, νίκες της υπαρξιακής προαίρεσης και πλησμονές πόθου υπό εκπλήρωση. Μια άνοιξη ζωής σ’ ένα ανθόεν κοριτσόπουλο. Για την ευαίσθητη γυναίκα, την ποιήτρια, ο έρωτας, ως ροπή και τελεολογία ζωής, είναι και υπαρξιακή ομολογία, μέτρο μυστικής δικαίωσης της ύπαρξης εν βίω. Τελετές ετοιμασίας της ερωτικής παστάδας π.χ. που με τον χρόνο γίνονται έθη και χαρμόσυνα δρώμενα, ως βιωμένες παραδόσεις, ανατέμνονται με τις οπλές του έρωτα στην υπαρξιακή ομολογία και καταλήγουν σε ποιητικές δημιουργικές χαράξεις και στοχασμικούς ρυθμικούς κρυστάλλους.

Η ποίηση της Μυριάνθης, με ανυστερόβουλη και απροσποίητη ομολογία, υποκύπτει σε ονειρικά ταξίδια του έρωτα, όπου αναφύονται οι δραματικές ανισότητες του μέτρου πραγμάτωσής του, σε ομιλίες ψυχής μαλακής σαν το χόρτο, που πυρακτώνεται και αιμορραγεί κάτω από τη δυναστεία του ήλιου – έρωτα. Ενίοτε οι στίχοι ηχούν ως αυτομαστιγώσεις, ως αυτόφωνες μοναχικές υπερβάσεις, ως αιθέριες ασκήσεις πεθυμιάς, πάντοτε σ’ ένα εύκρατο κλίμα τέχνης και ομορφιάς. Η μελέτη του έρωτα, ως εξαίρετη παρουσία και δυναστεία στη ζωή του ανθρώπου και, ιδιαίτερα, της γυναίκας αρθρώνει κυήματα φαντασίας, καταβιώσεις υποσύνειδες, εικόνες ιδεατής όσο και απτής πραγματικότητας με φθόγγους μελλωδικούς της ποιητικής τέχνης και δημιουργίας. Εν συνάψει, αποτελεί φωνημένη μελωδικά βηματοδότηση και ερμηνεία της κρυμμένης σιωπής της ύπαρξης.

Η Μυριάνθη, κατά καιρούς, κυριεύεται από ένα υπαρξιακό ερωτηματικό στοχασμό, επίκαιρο ή διαχρονικό, που εκρήγνυται σε απαντητικές ποιητικές καταθέσεις, ομοιογενείς και ομόκεντρες, που συνομιλούν στην έκδοση μιας ποιητικής συλλογής. Η εκάστοτε έκδοση μιας τέτοιας συλλογής αποτελεί ένα συνδεδεμένο όλον έκφρασης, με ισότιμες και ομοιόηχες δοκιμές γραφής και απόδοσης του συναισθηματικού λογισμού, που, ως έμπνευση πλημμυρίζει την ποιήτρια και διεκδικεί τη μετοχή του στο αρχοντικό της Ποίησης. Η φεγγοβολή αυτής της μετοχής βαίνει προϊούσα, τόσο στη λειτουργία των ποιητικών συμβόλων, όσο και στη γλωσσική τους σκευή και μελωδική τους ρυθμοποιία. Οι στοχασμικοί της εναγκαλισμοί αφορούν ανεξάντλητα και πολύτροπα σύμβολα, όπως ο ήλιος η άνοιξη, ο έρωτας, που πέραν της ποιητικής τους υφής, παρέχουν και την ασφάλεια μιας προσωπικής ύφανσης του τρόπου και του διαλόγου τους με την ποιήτρια. Η έκδοση του αγαπητικού αυτού στοχασμού ακροβατεί στην ευαισθησία του αναγνώστη, που οδηγείται στην αφετηρία της παιδικότητας και της αγνότητας της πρόσληψης και της συναφούς συγκίνησης.

Ένας άλλος αγαπητικός οίστρος, που διελαύνει και αιμοδοτεί την ποίηση της Μυριάνθης είναι ο έρωτας της Πατρίδας, ο πατριδικός καημός, ως φτερουγία της ψυχής και ως θλιβή για τα σκαιά που βρήκαν την Κύπρο. Η φτερουγία έχει ως όχημα τον Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. και τα θαυμαστά του, ενώ η θλιβή αποστάζεται στον καημό για τον αγνοούμενο, στη φρίκη του βιασμού του τόπου και των ανθρώπων του από τους νεοσαρακηνούς, στον φονικόν ευτελισμό της αξίας Άνθρωπος από ανθρωποειδή του σκότους, τους κενόψυχους Αγαρηνούς. Η ειλικρίνεια και η λεπτότητα της συναισθηματικής προσέγγισης του θέματος της τραγωδίας της εισβολής και η αποφυγή ποιητικών κλαυθμηρισμών του συρμού και γοϊκής διαπραγμάτευσης του τραύματος της απώλειας του τόπου και των ανθρώπων, προφυλάσσει την ποίηση της Μυριάνθης από την κουραστική ομοιοφωνία και τη δακρύβρεχτη φλυαρία των Κυπρίων ομολόγων της. Η πατριδική ποίηση της Μυριάνθης διαπνέεται από διακριτική προσέγγιση του δράματος, από συμπάσχοντα σεβασμό στον ατομικό πόνο, από τρυφερότητα και ειλικρίνεια για το δράμα του αγνοουμένου και από στοχαστική κατανόηση της ουσίας της πατριδικής τραγωδίας. Χωρίς η ίδια να είναι πρόσφυγας, υιοθετεί το δάκρυ και του στεναγμό της προσφυγιάς και ραψωδεί τα πάθη της. Μέσα από τη σπουδή των παθών αναδύεται δειλά και η ελπίδα της ανάστασης της πατρίδας, εν επιγνώσει της ιστορικής διαπίστωσης πως η Πατρίδα, παλαιόθεν και ως σήμερα υπόκειται σε σκαιά και κατά καιρούς, καλύπτεται από κούφη νεφέλη δουλείας. Υπόκειται, αλλά πάντοτε σώζεται με την προσήλωση στις σωστικές

αρετές του λαού της: στην πείσμονα αγωνιστική διατήρηση της ταυτότητας του προσώπου του, στην πίστη στη σωτήρια σκέπη του Θεού.

Η αλήθεια της ποίησης της Μυριάνθης εδράζεται στη θεμελιακή της δόμηση: ο προσωπικός ένδον τόπος και το οικείο τοπίο ομορφιάς, εκεί όπου η Αφροδίτη άφησε την «παθκιάν» της, προσφέρονται ως αγρός και κήπος για σπορά. Δεν πιθηκίζει η Μυριάνθη, πειρώμενη να προσεγγίσει αλλότριους τόπους και ποιητικά θέματα με τον αφελή τρόπο του συρμού. Ακόμα και τα κορυφαία ποιητικά σύμβολα, όπως ο ήλιος, οικειώνονται στα μέτρα του φυσικού τοπίου και φωτός της Παφιακής γης, της πατρώας γης, και στους συμβολικούς κανόνες της υπαρξιακής διαπορίας της Μυριάνθης. Η ποιήτρια αφήνεται να προδοθεί στον πρωτογενή τρόπο που προσεγγίζει την ποίηση για να την οικειώσει. Η ανάγκη της έκφρασης, που φωνεί στην ψυχή της και διαπορεί για τα αινετά της ζωής και του βίου, λυτρώνεται με τη λυρική προσέγγιση και τη ρυθμική ύφανση του λόγου των όντων και των φαινομένων και, πιο πέρα, των ερωτηματικών της ύπαρξης. Μιας νηφάλιας και ερευνητικής, ανοιχτής σε προσδοχές, που είτε κατακτώνται εξυπαρχής είτε υφίστανται για διάλογο και νεοπλασία.

Η Μυριάνθη, με θετικό πλήρωμα ψυχής τα παραδεδομένα για τη διαμόρφωση και ολοκλήρωση της Κύπριας γυναίκας, χωρίς εξεζητημένες φωνασκίες, πετυχαίνει να συνθέσει τα διεστώτα: το ανυπότακτο δηλαδή φρόνημα και τον στέρεο λόγο της βιοτικής παράδοσης σε μιαν ελεύθερη ποιητική προαίρεση με καθαρή φωνή και ειλικρινή εντιμότητα. Έτσι το υπαρξιακό εγώ, στις λυτρωτικές του προσεγγίσεις στα ερωτήματα του στοχασμού, εκφάζεται ποιητικά ως συλλογικό Εγώ της γυναίκας της Κύπρου και της ιστορικής της βιοτής. Μορφώσεις και μεταμορφώσεις της ύπαρξης στον διάλογό της με τον χρόνο και με τον ίδιο τον εαυτό της. Ως ενέργεια η ύπαρξη γίνεται ζωή, φθείρεται και πεθαίνει σε προζύμι μιας άλλης ύπαρξης στο διηνεκές. Μια τέτοια στάση είναι παρηγόρια για τον θάνατο, τη μοίρα και το πεπρωμένο της ζωής.

Η γυναίκα, διαχρονικά, προσφέρεται ως επιβώμιο χρέους άλλοτε ως Ιφεγένεια, άλλοτε ως Ελένη απολογούμενη για το φύλον της, ενίοτε όμως πραγματώνει νικηφόρες υπερβάσεις καταξιώνοντας τον πυρήνα της ύπαρξής της. Στις ποιητικές αυτές καταθέσεις η Μυριάνθη γίνεται φώνηση του συναισθηματικού διαλόγου της ύπαρξης, απ’ όπου αναδύεται ένα πρότυπο

σύμβολο της διαχρονικής Κύπριας, που με θαυμαστόν τρόπο ισορροπεί τα εσωτερικά ραπίσματα της ύπαρξης με το ήρεμο χάδι της ιστορημένης έκφρασης της.

Μ’ ένα λόγο, η ποίηση της Μυριάνθης προσφέρει στον αναγνώστη της συγκίνηση ευεργετική και μεταμορφωτική, γιατί προσεγγίζει, με ειλικρινή σεβασμό και τιμή τον οικείο της τόπο για να συντύχει με τον οικείο της άνθρωπο. Απ’ αυτή τη συντυχιά ελευθερώνεται η αλήθεια της ζωής και της δημιουργικής της ανάλωσης, η μυστική μουσική του ρυθμού των όντων και ερμηνεύεται ο κρυμμένος λόγος της διαλεκτικής συναφής των ορωμένων και των φαινομένων. Ο σεβασμός, ως μέτρο της ποιητικής συναφής, είναι έκδηλος και στη γλώσσα της ποίησης της Μυριάνθης, που, ως οικείον κήπο, κατ’ εξοχήν, τον ανθοφορεί και τον καρπίζει, καθώς πλάθει τον στίχο της. Καρποφορία εύανθη και εύκαρπη, που αντιδωρίζεται στον αναγνώστη ως τόκος του πνευματικού στοχασμού, ποίηση προς λογισμό και όνειρο, διάλογο και συγκίνηση.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ