Monthly Archives: Αύγουστος 2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

1-ΑΝΔΡΕΑΣ

 

 

Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής γεννήθηκε στη Λευκωσία και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών. Δίδαξε σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ζει στη Λεμεσό.
Είναι μέλος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου. Δημοσίευσε ποιήματα, μελέτες και άρθρα σε έγκριτα περιοδικά της Κύπρου, της Ελλάδας και του εξωτερικού καθώς και σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα ιταλικά, σέρβικά και στα γερμανικά. Ανθολογήθηκε σε διάφορες ποιητικές ανθολογίες. Δημοσίευσε επίσης κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Απέσπασε Λ’ Πανελλήνιο Βραβείο Ποίησης (Μικρής Ποιητικής Συλλογής) σε πανελλήνιο διαγωνισμό.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
Απ’ τα’ αλωνάκι της σιγής (2002)
Στην Ακτή των ποιητών (2008)
Όνειρα αμενηνά (2014)
Οδυσσέας Αστέρης (2018)

 

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΣΤΕΡΗΣ (2018)

Γένεση

 

Αφηγητής

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΣΤΕΡΗΣ

Γεννήθηκε μες στους λεμονανθούς και μες στα μόρα,
σε έναν τόπο που τον δέρνουν οι αιώνες,
πάνω στον αφρό της θάλασσας,
με ένα κρίνο του γιαλού στο χέρι
και ένα αγκάθι στην καρδιά,
καβάλα σ’ έναν στίχο.

Με τις μοίρες να καιροφυλακτούν,
ανάμεσα σε δυο χτύπους των καμπάνων,
περίκλειστος από τείχη,
χωρίς παράθυρα,
χωρίς εξόδους,
χωρίς σύνορα.

Έτσι έμαθε την ελευθερία των κυμάτων,
τη σκλαβιά της εφήμερης άμμου,
έτσι έμαθε την ομορφιά των κρίνων,
τ’ αγκάθια των αχινών.
Ενεδύθη την επώδυνη μεταμόρφωση
και ταξίδεψε το φωτεινό ταξίδι του άλγους,
μέσα στο παιδικό δωμάτιο,
με το βλέμμα της σιωπής
και τις λέξεις να φέγγουν
τις άπιαστες κορυφές. 

 

Χορός ποιητών

ΑΕΙΖΩΟΝ ΦΩΣ

Αίφνης αιώνιο πρόσταγμα,
έκρηξη αγάπης εγένετο
στο απέραντο σκότος,
πύρινη ουσία
φωτοβόλησε την αυλή τον Θεού,
άπιαστο πυρ,
άσπιλο νεύμα
στον κάμπο τον απείρου.
Κι από τότε
αέναοι πύρινοι δρομείς
σταχυολογούν το χρόνιο δράμα,
λευκόφως της ζωής
που πυρπόλησε τα φώτα των όντων,
σπίθες ζωής
που φεγγοβολούν σε κάθε αμόλυντη ύπαρξη,
έτοιμες για την αόρατη μάχη,
την αδιάλειπτη μάχη
φωτός και σκότους
στα χώματα τον κόσμου,
στ’ αλώνια της ψυχής.

 

Ταξίδι στο βάθος του κόσμου

 

Αφηγητής

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

Πήρε στα χέρια
ένα βαγόνι χωρίς ράγες
και βρέθηκε σ’ άλλη γη,
οι ουρανοί τον πρόδωσαν,
έριχναν βόμβες ναπάλμ
αντί για αστέρια,
έριχναν αλεξιπτωτιστές
αντί νιφάδες χιονιού,
το σπίτι έγινε αντίσκηνο,
το παιδικό δωμάτιο
χάθηκε για πάντα.

Του ’παν πως η γη σκίστηκε στα δυο
με μια κόκκινη γραμμή
και μια νεκρή πράσινη ζώνη,
του ’παν πως δεν πρέπει να ξεχνά,
πως το κόκκινο είναι εχθρός,
πως το μαύρο είναι χρέος,
πως το πράσινο είναι διαχωριστικό,
πως το μπλε είναι τόσο μακριά.
Ποιον να πιστέψει πια;
Τα χρώματα τον ξεγέλασαν;

 

Χορός ποιητών

ΙΡΙΔΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ

Μυριάδες χρώματα
ιριδίζουν στον βυθό
του μικρόκοσμου,
γεμίζουν με απεραντοσύνη
κι αλήθεια τα σπλάχνα του,
φωτιά και πυρ
φεγγοβολούν
την απύθμενη άβυσσο
κι ακονίζουν
το αμόνι του πνεύματος
για τα μέγιστα της ζωής,
για τα μέγιστα του κόσμου,
κόσμου των λευκών γιασεμιών
και των φωτεινών άστρων,
του κόσμου του απείρου
που λάμπει αιώνια. 

 

Αφηγητής

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ψάχνοντας τ’ αστέρια που έχασε,
βρήκε τη θάλασσα,
βρήκε τον Σείριο και την Αργώ
να λαμπυρίζουν
στα αλμυρά νερά της νιότης,
δίπλα στα παλάτια της άμμου
και στα φωτεινά κιονόκρανα,
δίπλα στο ατέλειωτο μπλε της αλήθειας.

Οι ωρίωνες γλάροι τον καλούσαν
να βγει στ’ ανοιχτά,
μικρή σχεδία
στα νερά της Μεσόγειος,
κι οι ψαράδες ύφαιναν δίχτυα
να ψαρέψουν τον πολυπόθητο
φλοίσβο των λέξεων.

Μέσα στις δακρυσμένες
θαλασσοσπηλιές της προσμονής
οι φώκιες θρηνούσαν
τις πιο θνητές μέρες του
και τα θεόρατα κύματα
την πιο πικρή εκδοχή του.

 

Χορός ποιητών

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Η δική μας η θάλασσα
λευκά μαντίλια π’ ανεμίζουν
την αλμύρα τον αποχαιρετισμού
στην προκυμαία της Λεμεσού.

Κάστρα και πύργοι της Ρήγαινας
ξαγρυπνούν στ’ αγριεμένα κύματα
που ξεβράζουν κατακτητές
και Σαρακηνούς,
πλάι στις κόκκινες παπαρούνες
που ανθούσαν τη νιότη μας,
πλάι στις ακτίνες του ήλιου
που λούζονταν
στο λυκαυγές των Φοινικούδων
και στα κρυστάλλινα
χρώματα της Αμμοχώστου.

Η δική μας η θάλασσα
κουρασμένοι σφουγγαράδες
της Καλύμνου
που πλέουν τριίστια όνειρα
στο γαλάζιο της Κερύνειας.

Αχινοί και αστερίες στην υγρή διαφάνεια
κι οι ολόφωτοι άγγελοι
που βουτούν στα νερά
για να τους πιάσουν.
Τα φύκια που συλλαβίζουν
το τραγούδι της δύσης
κι οι Αφροδίτες που αναδύονται
στην αγκαλιά του ηλιοβασιλέματος
πίσω απ ’ τον βράχο της ψυχής τους.

Η δική μας η θάλασσα
φυλακισμένοι κόκκοι χρυσαυγής
που χαϊδεύουν τις ουρές των γοργόνων
μέσα απ’ τα συρματοπλέγματα.

Αιώνια θάλασσα,
με τις νύμφες τον πελάγους να χορεύουν
στην ξαστεριά τον σύμπαντος
με την ελπίδα να γεννιέται
σε κλειστά όστρακα
και το φεγγάρι σε αγρυπνία
να λιβανίζει με αιωνιότητα
την προσμονή,
να ψέλνει τον όρθρο της ζωής,
τον χερουβικό ύμνο τον φωτός.

Η δική μας η θάλασσα
ακρογιαλιές του Ομήρου,
πατημασιές του Ζήνωνα και
του Στασίνου
στην ίδια άμμο,
στον ίδιο πόνο,
χιλιάδες χρόνια τώρα.

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Γεννήθηκες μες στο ηλιοβασίλεμα
κι έφερες την αυγή δροσάτη,
με ένα πανέρι γεμάτο σύκα
και σταφύλια στο κεφάλι,
κρατώντας
ένα φωτεινό κρίνο στα χέρια
κι ένα κόκκινο γαρίφαλο στην καρδιά
με τη δύναμη του ανέμου,
με τη χαρά του ήλιου
και το τραγούδι να ρέει στην ψυχή
κρυστάλλινο νερό αγάπης.

Κι όλο κερνάς απ’ τη στάμνα σου
τη φιλία δροσάτη,
την καλοσύνη καθάρια,
την αγνότητα ολόλευκη.

Ένας άγγελος επί της γης,
που πετάει
με τα φτερά της άνοιξης,
με τα φτερά της αρετής,
με τα φτερά της πίστης.

Κόρη των αστεριών,
κόρη του ήλιου.

 

Χορός ποιητών

Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΤΑΣ

Μικρά παιδιά,
ανοίξαμε πρώτη φορά,
με δισταγμό,
την κλειστή πόρτα της σοφίτας
και μπήκε το μέλλον,
σκληρό κι αγέρωχο,
κρατώντας μια δεσμίδα
με αριθμούς και χειμώνες,
με συναρτήσεις και παραδοχές,
αφήνοντας για πάντα πίσω μας
το παιδικό δωμάτιο
με τις νιφάδες του χιονιού
και τις λευκές μαργαρίτες,
κι εμάς,
μεγάλους πια,
να ψάχνουμε
ένα φως
να γυρίσουμε πίσω,
ένα φως
να φωτίσει
κοιλάδες και οροπέδια,
βάθη και ουρανούς,
ενός θνητού εαυτού
που λάτρεψε την αιωνιότητα.

 

Οδυσσέας Αστέρης

Ο ΕΣΩ ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Σε ψάχνω κάτω απ’ το δέρμα μου,
μέσα σε μια θάλασσα από λυπημένες τρικυμίες,
στους έρημους λόφους της ιλαρής σιωπής,
στους θεσπέσιους ουρανούς των ονείρων.

Σε ψάχνω στα θεόρατα βάθη του κόσμου μου,
μέσα στα κρυμμένα φαράγγια των οδυνηρών σκιών,
στους ανέμους που ξεφυσούν το ανείπωτο,
στους γαλαξίες των οραματισμών.

Σε βρίσκω διάφανο,
να ταξιδεύεις στα έγκατα της ψυχής μου,
Άχρονο,
Άπειρο,
Αιώνιο,
Αρχαίο Φως,
Διάπυρη λάμψη,
που αναβλύζει απ’ τις κρήνες της αγάπης
και χρυσώνει με αιωνιότητα
το πολύπαθο της ύπαρξης.

 

Χορός ποιητών

ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

Ερευνούμε το φως,
αναλύουμε το θάμβος των λέξεων,
ζυγίζουμε τον ήχο τους,
ζυγίζουμε την ηχώ τους εντός μας,
σηκώνουμε το βάρος τους
και μεταμορφώνουμε
αυτά που έφυγαν
αυτά που θα ’ρθουν,
ανασκάπτουμε την ύλη,
ανασκάπτουμε τα όστρακα του μυστικού,
γινόμαστε ρήματα
για να βρούμε
τη μία λέξη,
τον έναν στίχο,
το ένα ποίημα
που θα δικαιώσει το δάκρυ
ενός θλιμμένου κεριού
και θ’ ανάψει ένα φως
στα μάτια ενός παιδιού.

Ποιο είναι το δικό μας φως;
Ποιά είναι η δική μας λέξη;
Ποιο είναι το δικό μας σκότος; 

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Από παιδί,
για χρόνια,
κρατούσα στα χέρια
μια φωτογραφία
του πατέρα των ονείρων μου,
τον είπαν αγνοούμενο,
μα εγώ έπαιζα μαζί του για ώρες
μέσα στο παιδικό δωμάτιο
τις μέρες των μεγάλων βροχών.

Όμως άξαφνα έφευγε
κι άφηνε στη θέση του
ένα μαύρο σκοτάδι
που τρύπωνε μες στην καρδιά.

Όμως άξαφνα έφευγε
κι άφηνε το παιχνίδι στη μέση,
χωρίς τη χαρά του τέλους
κι ένα παράπονο στα μάτια.

Με πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο,
όμως όταν πλησίασα τη δασκάλα
άξαφνα έφυγε,
αφήνοντας το χέρι μου μετέωρο,
να κρατά μόνο τη φωτογραφία του.

Αργότερα τον σύστησα στην άνοιξη,
είχα τόσο πολλά να πω γι’ αυτόν,
όμως άξαφνα έφυγε,
αφήνοντάς μου έναν βαρύ χειμώνα
και μια φωτογραφία στο χέρι.

Τον είδα που ήρθε κρυφά στα στέφανα,
χάρηκα,
ήταν σαν φως
που χόρευε μες στη χαρά του,
όμως άξαφνα έφυγε
κι άφησε στα χέρια μου
μόνο τη φωτογραφία του.

Χθες μου τον έφεραν
σε ένα μικρό κασόνι,
τον είπαν ήρωα
και τον στόλισαν
με χρώματα και σημαίες,
μα εγώ
εξακολουθώ
να κρατώ στα χέρια μου
μόνο τη φωτογραφία του
κι ένα κλωνάρι πικροδάφνης
με άνθη αιμάτινα.

 

Χορός ποιητών

ΦΩΤΟ-ΓΡΑΦΙΕΣ

Ζούμε
με μια αντανάκλαση του φωτός,
χωρίς το ίδιο το φως,
με μικρές
φωτο-γραφίες
στα χέρια και στην καρδιά,
με μικρές ιστορίες
που έγραψε το φως
μες στο σκοτάδι,
ζωγραφισμένη μνήμη
στιγμών που έφυγαν για πάντα
και που ζουν για πάντα,
σε μια άλλη διάσταση,
άτοπη,
σε έναν άλλο χρόνο,
άχρονο,
ενός παράλληλου σύμπαντος
κι ενός διάτρητου παρόντος.

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ AYLAN

Το κύμα σ’ αγκαλιάζει
στην πιο σκοτεινή ακτή του κόσμου
κι ο φλοίσβος σε νανουρίζει
στην αγκαλιά της γης,
μικρέ μου Aylan.
Ολόφωτοι άγγελοι
σου μαζεύουν κλειστά κοχύλια
και πορφυρά κοράλλια
για τα παιχνίδια σου.

Παίξε ξέγνοιαστος
στον κάμπο με τις ανεμώνες,
ο πόλεμος είναι μακριά, Aylan,
η φτώχεια είναι μακριά, Aylan,
μόνο η ενοχή έχει φωλιάσει
στην ψυχή της ελπίδας,
μόνο η ενοχή έχει τρυπώσει
στο δάκρυ του Θεού.

Εκεί,
στη χώρα της διαύγειας,
μαρτύρησε κρυφά στο αυτί του Θεού
όλα όσα κάνουμε,
πες του για τη σκοτωμένη άνοιξη,
για το λαβωμένο φως,
πες του για τα πνιγμένα βιβλία,
για τα ματωμένα παραμύθια.

Μαρτύρησέ τα όλα.
Μ’ ακούς;
Όλα.

 

Χορός ποιητών

ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

Πνίγουμε την ελπίδα του κόσμου
σε θάλασσες από γρανίτη και μάρμαρο,
πνίγουμε την αγάπη του κόσμου
σε θάλασσες φόβων και αριθμών.
Ποιος κόβει τη θάλασσα σε λωρίδες;
Ποιος μοιράζει του ήλιου τις αχτίδες
σε πατρίδες αγάπης και μίσους;
Μεγαλώνουμε το φως
ν’ ανθίσει υάκινθους και γιασεμιά
μες στην ψυχή μας,
οργώνουμε τη γη που μας γέννησε,
να καρπίσει το φως της πατρίδας
εντός μας.

Ανέστιοι,
ψάχνουμε την Ιθάκη
στα πέρατα του κόσμου,
μα η Ιθάκη εντός μας.

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΑΛΛΟΤΙΝΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Ύστερα…
ύστερα ήρθαν οι ιππότες
με τα γεράκια στους ώμους
και τα χέρια γεμάτα χρυσάφι,
από χώρες μακρινές
μ’ ένα άλλο φεγγάρι,
να μου χαρίσουν τη δόξα της αστραπής
και να παραδώσω εκείνες τις λέξεις που φύλαξα
σ’ έναν σκληρό και άκαρδο κόσμο.

Φοβήθηκα…
«Δεν είμαι εγώ»,
τους είπα,
«άλλος είναι».
«Εγώ είμαι μόνο ένας ζητιάνος των λέξεων,
ένας υπηρέτης των μοναχικών λουλουδιών,
ένας δραπέτης αλλοτινών καιρών που πέθαναν».
Δεν με πίστεψαν…

Κι έτσι συνέχισα
ν’ ανεβαίνω στην αόρατη σκάλα
με τις μαργαρίτες και τ’ άπειρα σκαλοπάτια,
να φτάσω τα πουλιά,
κι όλο παραπατούσα και τσακιζόμουν
κι έπεφτα,
μα αρχινούσα απ’ την αρχή,
κάθε φορά που άκουγα εκείνο το φλάουτο
να τραγουδά τις νύχτες της σιωπής
όσα δεν ήθελα να ξεχάσω.

 

Χορός ποιητών

H ΠΑΛΙΑ ΞΥΛΙΝΗ ΝΤΟΥΛΑΠΑ

Παιδιά κρυβόμασταν απ ’ το φως
μέσα στην παλιά ξύλινη ντουλάπα,
κι όταν βγαίναμε φορούσαμε
παλτά γερασμένα
και σακάκια προγονικά.

Εκεί,
μέσα στην ντουλάπα,
αφήσαμε κλεισμένα για πάντα
βλαστάρια μυριστικά
και άνθη λεβάντας
που μόλις είχαν πλασθεί
από το χέρι του Θεού.

Εκεί μέσα αφήσαμε
κι ένα παιδικό χαμόγελο
που χάσαμε για πάντα
φορώντας ένα πρόσωπο
με γερασμένα αισθήματα
και παγωμένα βλέμματα
ενός κρύου χειμώνα
που τρύπωσε μες στην καρδιά μας.

Εκεί μέσα αφήσαμε
το νόημα του κόσμου,
ανάμεσα σε φθαρμένα υποδήματα
που περπάτησαν δρόμους και δρόμους
και πολιτείες μακρινές και ξακουσμένες,
όμως δεν έφτασαν πουθενά.

 

Νόστος

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΣ

Από καιρό θέλησα
να βάλω κάποια τάξη
στην αποθήκη του αθέατου,
να ξεχωρίσω
εύκολες νίκες
και αιμάτινες ήττες,
μάχες που έχασα,
μάχες που κέρδισα δύσκολα,
συναρτήσεις και παραδοχές,
αισθήματα και αριθμούς,
όσα έχασα για πάντα,
όσα έσωσα την τελευταία άνοιξη,
ζωντανά τραύματα
και οδυνηρές χαρακιές,
πρωτότοκους φόβους
και αιωνόβιες ελπίδες,
να μετρήσω πόσο φως έχανα
από τρύπες που άνοιγα
με τα ίδια μου τα όνειρα,
ρήματα που μάτωσα,
ουσιαστικά που με μάτωσαν,
σκιές που σκόρπισα,
σκιές που με συνέτριψαν.
Κι έτσι, γυμνός πια,
να κολυμπήσω
μέσα στο φως,
φορώντας
μόνο τη γυμνότητά μου,
όπως γεννήθηκα,
πρωτόπλαστος.

 

Χορός ποιητών

ΑΔΥΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κυνηγάμε χρόνια
τον παράδεισό μας,
έναν διάφανο παράδεισο
που να καθρεφτίζει το είναι μας,
έναν παράδεισο προσωπικό,
μόνο δικό μας,
φτιαγμένο με όσα αγαπήσαμε
και όσους αγαπήσαμε
και λήθη,
πολλή λήθη
για όσα δύσκολα ζήσαμε
και μια απέραντη,
άδυτη νοσταλγία
για κάτι που δεν ζήσαμε ποτέ.

 

Οδυσσέας Αστέρης

ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΑΞΙΔΙ

Γέμισα την ψυχή μου
με σκιές και θαμβός
που μάζεψα
σε σταθμούς και αναμονές,
σκιές αλλιώτικες
και φώτα αλλοτινά,
που συνομιλούν,
που αλληλομάχονται,
που αλληλοπλέκονται,
ζωγραφίζοντας
κορυφές και κοιλάδες,
όρμους και πεδιάδες,
μες στην ψίχα
του διάφανου
είναι μου.

Ποιος είμαι
δεν γνωρίζω
αν γνωρίζω,
ούτε αν είμαι
αυτός που ήμουν
ή κάποιος άλλος
που έγινα
ή που θα γίνω.

Πώς να επιστρέψω
εγώ που ήμουν
σε αυτό που ήταν;

Πώς να επιστρέψω
εγώ που δεν είμαι
σε αυτό που δεν είναι;

Δύσκολο και οδυνηρό
το μέγα της επιστροφής ταξίδι

 

Χορός ποιητών

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Τα ηλικιωμένα χρόνια
βάρυναν τα βήματά του,
στο βλέμμα του όμως πλέουν ακόμα
λευκά τριίστια και ψαρόβαρκες
αλλοτινών καιρών ξενιτεμένων,
και ονειρεύεται ταξίδια και λευτεριές
και επώδυνες επιστροφές
σε έναν κόσμο με ένα άλλο φως,
σε ένα φως ενός άλλου κόσμου.

Οδυσσέας αυτός που έκανε
το μέγα
της επιστροφής
ταξίδι.

 

ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ (2014)

 

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ

Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή
αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;

Μέσα στα μάτια της καθρεφτίζονται
ο αφρός της θάλασσας που κρυφοφίλησε την άμμο,
μια ηλιακτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι,
ένα βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ.

Κάνει πως κοιμάται κι ονειρεύεται
πως με δυο διάφανες φτερούγες πετάει
στον ουρανό της αιωνιότητας,
στην ιερότητα της διάρκειας,
στην ελευθερία των ονείρων.

Ο χρόνος, ανελεήμονας,
τη διατάζει
«εκεί θα μείνεις
στην κουνιστή σου την καρέκλα
μια ανάμνηση».

Μα το όνειρο, όνειρο
κι η στιγμή, στιγμή,
υπάρχει
και χθες
και σήμερα
και αύριο.

Λεμεσός

 

 

ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ

Χθες πέρασε απ’ εδώ
μια ξεχασμένη ονειροπόληση,
μου ’πε πως βρήκε ξανά
καινούργιο σθένος,
μετά από εκείνη
τη χειμωνιάτικη επαλήθευση.

Μου ’λεγε με τρόπο
πως οι πληγές του ονείρου επουλώθηκαν
και πως άρχισε την εργασιοθεραπεία,
ψηφιδωτό,
με ψηφίδες
κάτι πορφυρές προθέσεις,
κάτι μαβιά θέλω
και άλλες χρωματιστές ελαφρότητες.

Να την πιστέψω δεν θέλω
καθότι γνωρίζει καλά
η μοναχικότητά μου
τι σημαίνει όνειρο
και τι ακριβώς
η απομυθοποίησή του. 

Λατσί Μάριον

 

 

ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ

Όνειρα αμενηνά παγιδευμένα
στη δίνη της αδίστακτης κλεψύδρας,
αιματόβρεχτο βόλι ο κάθε κόκκος της άμμου της.

Άνοιξη παραδομένη
στη θάλασσα των δακρύων,
στον άνεμο που ανταριάζει και λυσσομανά.

Μοναχικά θαλασσοπούλια
ισορροπούν σε ουράνια ρεύματα,
μελωδούν την ενάλια αύρα.

Θαλερά φωταξίδια στο ζόφο της νύχτας μας,
πολύτιμα πετράδια που αντιφεγγίζουν
το προαιώνιο κάλλος,
το φως το πρώτον,
δεσμίδα φωτός που γεννάει κυκλάμινα
πάνω στην πέτρα.

Αιέν ονειρεύεσθαι…

Λεμεσός

 

 

Ο ΞΕΝΟΣ

Σγουρά μαλλιά έσταζαν
το μπλε της Μεσόγειος,
μες στα χέρια του
έπλαθε το φως κιονόκρανο,
κερί που λιώνει η ψυχή,
μεγαλωμένος με ηλιοστάλακτο ύδωρ
και Χριστόψωμο.
Μάζευε στα δίκτυα του
λαμπερά αστέρια
και πορφυρές παπαρούνες.

Τώρα ταξιδεύει μέσα στη θάλασσα
με ξένη βάρκα,
με ξένα κουπιά,
για μια ξένη Ιθάκη.
Ονειρεύεται ξένα όνειρα.
Αυτός.
Ο Ξένος.

Ακτή των Κοραλλίων

 

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μέσα στο κάστρο της Κερύνειας
τα πήραν πισθάγκωνα
οι κάθε λογής εθελόδουλοι σαγιτάρηδες
και με επιδέξιες κινήσεις
τους λύγισαν τους νεανικούς καρπούς,
τους θρυμμάτισαν τα λεύτερα άκρα,
τους λόγχισαν τη μυώδη πλευρά
και τους φίμωσαν το λαλίστατο στόμα
που μιλούσε για λευτεριά.
Από το μάτι των ονείρων κύλησε
ένα στερνό πικρό δάκρυ.

«Βλέπετε τι έπαθαν τα αφελή όνειρα;»
είπαν οι ζωντανοί νεκροί αφέντες.
«Έτσι θα πάθετε κι εσείς.
Αν θέλετε να γλιτώσετε
προσκυνήστε
κι ευθύς ελεύθεροι θα ζήσετε».
(Το «μες στη σκλαβιά σας» δεν το ξεστόμισαν)

Κάποιοι επιφανείς
μετά από ενδελεχή μελέτη
των φιλίων και εναντίων,
έτσι νεκροί σαν ήταν,
έσκυψαν και γονάτισαν.

Από το στήθος των ονείρων
πέταξαν δυο άσπρα περιστέρια
κατά τον Μαχαιρά και το Δίκωμο,
μου φαίνεται.

Λατσί Μάριον

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Εκείνο το σύννεφο
που κουβαλούσε μες στην ψυχή
επέμενε να του δείχνει τον ήλιο,
εκείνος ο ήλιος
που κουβαλούσε μες στην ψυχή
επέμενε να του δείχνει το σύννεφο.
Κι είπαν το σύννεφο πόνο
και τον ήλιο ποίηση.

Ακτή των Κοραλλίων

 

 

ΑΛΕΞΙΑ

Ουρλιάζει καιρό τώρα
κείνο το βουβό όνειρο.
Ποιος να του πει
πως μιλιά δεν έχει
και πως οι χορδές της ψυχής του
πάλλονται ρυθμικά απ’ τον απόηχο της Σιωπής.

Ουρλιάζει καιρό τώρα
κείνο το βουβό όνειρο.
Ποιος να του πει
πως λέξεις δεν υπάρχουν πια
σε καιρούς αλεξίας.

Ουρλιάζει καιρό τώρα
κείνο το βουβό όνειρο.
που λέξεις δεν υπάρχουν πια
για να εκφράσει
την κραυγαλέα του έμπνευση.

Λεμεσός

 

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

Κοιτάζει τη θάλασσα που λαμπυρίζει
και σκέφτεται την αλμύρα της,
κοιτάζει το διάφανο φως που ρέει
και μετράει την ισχύ του,
κοιτάζει το πέταγμα του αετού
και υπολογίζει τη σάρκα του,
μετράει το χρόνο με σπασμένο ρολόι
και γεμίζει το κενό της ψυχής του
με συσσωρευμένο τίποτα.

Βουτηγμένος σε πελάγη μοναξιάς
αναλύει τις ανάγκες
μιας απέραντης γκρίζας επιφάνειας
κι ονειρεύεται να ’ταν
οι στερήσεις όνειρα και
τα όνειρα φλουριά.

Ακτή των Κοραλλίων

 

 

ΑΜΕΡΙΜΝΗΣΙΑ

Αποβραδίς την κοίταγα γιαλό ποιον αρμενίζει
η βάρκα που ξεχώριζα μες στη λευκή νυχτιά.
Μην είν’ του ανέμου η θωριά,
του ονείρου η φαντασία
ή του καραβοκύρη της απλώς μια ξιπασιά;
Γύρω τριγύρω γύριζε στο ίδιο το βραχάκι
και πάλι ίσια τράβαγε μονάχα μια οργιά,
σαν έφτασε όμως σιμά της μπάρας μαϊστράλι,
εκίνησε σαν πρώτα ευθύς στην Ιθάκη της καρδιάς.

Λεμεσός

 

 

ΚΑΠΟΤΕ

Κάποτε δεν είναι παρά
μια βουτιά στο υπερούσιο φως,
μια λάμψη διάρκειας
μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.

Κάποτε πάλι δεν είναι παρά
ένα άγγιγμα του ήλιου,
ένα λυχνάρι που ’γίνε φως,
πάνω από πλόες ατελέσφορους,
πάνω από πικρά ναυάγια.

Κινούνται αμήχανοι,
εξορίζουν τα όνειρα
πέρα απ’ το φως,
πέρα απ’ τη ζωή,
που πλούτισε
απ’ τ’ άδικο,
που πλούτισε
απ’ την απληστία.

Ο ποιητής συνεχίζει
να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρα,
αιθεροβάμων μελετητής των αστεριών,
ταπεινός προσκυνητής των λέξεων.

Καράβια όνειρα,
εμπνεύσεις της ζωής,
θαύματα ιδεών,
λευκά πανιά
στου γλαυκού
το πανώριο ταξίδι,
ελάτε πάρετέ μας…

Ακτή των Κοραλλίων

 

 

 

ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ (2008)

 

ΕΤΑΖΟΜΕΝΟΣ

Ιδού εγώ και πάλι
εταζόμενος.

Τα μόνα που θα βρείτε μέσα μου είναι
οικοσυστήματα του φωτός
και βιότοπους του ωραίου,
λιόφυτα και βοτάνια,*
πληθυσμούς ανθέων και
κοινότητες της αθωότητας.

Δεν το ’θελα αλλά έβλεπα
την Αφροδίτη τη θεά
μονάχη στα λουτρά της,
κόρες και κούρους, λάρνακες
στης Σκάλας τα δρομάκια
και Σαλαμίνες νιόφερτες
στης άμμου τα παλάτια.

Αγγέλους μυριόφτερους
και Παναγιές παρθένες
να με ξυπνούν, να μου λαλούν,
να τραγουδούν, να γράφουν
και τους κινδύνους όλορθους
εμπρός μου ν’ αγριεύουν.

Απλά εγώ σχημάτιζα
γραμμές εις τα χαρτιά μου

*Βοτάνια των πληγωμένων λέξεων
που χτύπησαν σαν έπαιζαν σχοινάκι
και ’γω τις βρήκα κατάμονες
στο ξασπρισμένο σκαλοπάτι,
με τα χεράκια τους να κλείνουν τα ματάκια
και το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα.
Οι στίχοι όρθιοι τις περίμεναν για να παίξουνε κρυφτό

 

 

Πνευματική πολιτεία

 

ΠΑΡΑ ΘΙV’ ΑΛΟΣ

Από όστρακα θραυσμένα κάτασπρη,
ηχογράφος
στον βρυχηθμό της θάλασσας,
κάθε ρυτίδα σου και μια αγκαλιά για τα παιδιά
σαν κτίζουν το εφήμερο κάστρο τους,
να οριοθετεί το μπλε της θάλασσας,
το φαιοπράσινο της γης.

Πάνω σ’ αυτό το όριο,
σ’ αυτό ακριβώς το όριο του μετεωρισμού,
μύρια κογχύλια ολόμονα
να γράφουν στίχους για το αύριο.

Πόσοι στ’ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα
κρατούν τις σάλπιγγες σ’ όλες της γης τις θάλασσες
κι η ψυχή τους ανεμοδέρνεται ανάμεσα στους αλίανθους,
σ’ αυτό το ενδιαίτημα του λόγου,
το ενδιαίτημα των στίχων π’ άνθισαν;

Στην ακτή των ποιητών,
ενδιαίτημα υψηλού κινδύνου προς εξαφάνιση.

 

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Πόσοι στ’ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα,
μονήρεις,
αφήνοντας πίσω τους πόλεις και χτίσματα,
τείχη και μέταλλα,
αποτραβήκτηκαν σ’ αυτή την ακτή,
σε κάθε ακτή,
εκδυόμενοι της ψυχής τους το όστρακο,
να σχηματίσει μαζί μ’ αυτά των προηγούμενων ποιητών
θίνες ανά τους αιώνες;

Ως οι δρυάδες και οι νύμφες,
ως οι νεφέλες και οι νηρηίδες
μεταβαίνουν εις την ενωποιό
πάγλαυκη πνευματική πολιτεία,
με τα φτερά της ίριδας,
με τις ακτίνες του ήλιου,
να συναντήσουν αχανή
τα ποσειδώνια λιβάδια των οραματισμών
και τις υγρές ερήμους των στοχασμών,
να δουν τα ψάρια πουλιά,
τους ανθρώπους θεούς.*

* Αστέρια κρατούν στις απαλάμες,
προικιά της θάλασσας και φυλακτά,
σαν το σκοτάδι και πάλι κρύψει
του ήλιου τα μάτια τα λαμπερά,
θα’ ναι αυτά για να φωτίζουν
τη γη, τη θάλασσα και τα παιδιά

 

 

τέχνης τρόποι:
Με όρους των βοτάνων

ΠΟΙΗΣΗ

Με βοτανικούς όρους
Δένδρον υψηλόν, αειθαλές, οξύκορφο η ποίηση
με βλαστούς σπάνιους περικαλλείς,
όρθιους.

Ολιγαρκές φωτόβιο είδος,
σε εδάφη φτωχά, άγονα,
με ρίζες βαθιές, σαρκώδεις,
διεισδύουσες στην ευκάρυα ζώνη της καρδιάς.

Αυστηρώς κινδυνεύον με εξαφάνιση.

Σε φυτοκοινωνίες μυστικές και αχανείς,
πνευματικές και αθάνατες.

Φύλλα καρδιοειδή, ακέραια,
ευπαθή, ρυπανσιόφοβα.

Άνθη λέξεις ακτινόμορφες με στεφάνη.

Με καρπούς πτερυγιοφόρους, εύοσμους,
αστερόμορφους, φωτεινούς,
διαρκείς, μακρόβιους,
με διεργασίες εσωτερικές,
μυστικές, πνευματικές και αθάνατες.

Ωρίμανση πολυετής επώδυνη.

 

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

-Ούτε απόψε μας μέτρησε κανείς.
Εσένα;
-Κανείς.
-Ούτε είδε κανείς το στερνό φωταξίδι μας.*

* Μας έσβησαν φαίνεται με τα φώτα της πόλης.
Τα υπερεκτίμησαν αυτά τα φώτα.

 

 

ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Στο μαύρο της νύκτας κοιτάζουν ακόμη τ’ άστρα,
στις Κυριακές τ’ απόγεμα μαζεύουν αγρολούλουδα,
σμίγουν τα γέλια τους με τα γέλια των παιδιών,
γράφουν στίχους στην άμμο για τη θάλασσα,
να ’ρθει να τους πάρει και να φύγει,
να τους μαζέψει στα λευκά αφρώδη δίκτυα της.
Μαζέψτε αυτούς που έχουν τη δύναμη ακόμα να ονειρεύονται.
Αυτούς μαζέψτε.
Αποτελούν τη δύναμη της αύριον,
αποτελούν τους φορείς της άνοιξης,
αν η αύριον θα ’ναι άνοιξη.

 

 

ΟΡΑΜΑ

Είναι τ’ όραμα υπέρβαση, είναι αλλαγή και μετάβαση;

Ή μήπως οραματίστηκα έναν κόσμο
που δεν μπορεί να υπάρξει,
έναν κόσμο ουτοπικό;

Μήπως ο κόσμος πυροβολεί τους οραματιστές,
ή ο κόσμος ουτοποιεί τα επίπονα;

Ή μήπως οραματίζομαι
έναν κόσμο για ποιητές σ’ έναν κόσμο λεόντων;

Μόνη διέξοδος ο αυτοεγκλεισμός
στα όρια της ποίησης και των ποιητών.
Μόνη διέξοδος ο αυτομεθορισμός στην ακτή των ποιητών.
Μόνη διέξοδος η αυτοαπολιθωματοποίηση
ελπίζοντας σε άλλους γεωλογικούς αιώνες.

 

 

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΑΨΙΑΣ

Νοστάλγησα μια χειραψία
που να μη μεσολαβούν
ανάμεσα στα δυό χέρια χρήματα
σαν στα φακελλάκια του γάμου.

Αλήθεια, γιατί τα συγκρατούμε
μέχρι το τελευταίο βήμα μας;
Αλήθεια, γιατί τα κρύβουμε βαθιά στην απαλάμη μας,
μέχρι ν’ αποτυπωθούν στην απαλάμη μας,
μέχρι να εμποτίσουμε τους χυμούς των κυττάρων μας;

Νοστάλγησα μια χειραψία
που να νιώσω, έστω, την παγωνιά του συντυγχάνοντα.

 

 

ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Είδα πέτρες συστηματικά βαλμένες
τη μια δίπλα στην άλλη,
ξερολιθιές,
είδα ξυλοσανίδες κλειδαμπαρωμένες,
είδα τη γούρνα άποτη,
το γιασεμί κατάξερο,
είπαν πως κάποτε ακούγονταν
φωνές και κλάματα παιδιών
και των ερώτων οι κορώνες,
είπαν πως κάποτε ακούγονταν απ’ αυτό ψυχές,
είπαν πως κάποτε ήταν σπίτι.

 

ΕΝΑ ΜΕ ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ

Το αίμα που διαπότιζε τώρα τα πατρογονικά χώματα
αποφάσισε ν’ αγκαλιαστεί όσο πιο σφιχτά μπορούσε
με τα χώματα της πατρίδας.

Πιότερο έτσι παρά πρόσφυγας στα ξένα.

Το χέρι του αδυνατούσε πλέον να συγκρατήσει
τους σπόρους που φύλαξε,
αργά αργά τους απόθεσε
στα βρεγμένα με το αίμα του χώματα.

Μια νεαρή ιστορικός τον φωτογράφισε
και μετά γύρισε στην αγκαλιά του εραστή της,
φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα,
θαυμαστή του Κίσσιγκερ.

 

 

ΠΟΛΕΜΟΣ

Όλα τα μάτια κι όλα τ’ αφτιά της γης
στράφηκαν στην κραυγή
του μικρού αγοριού.

Πριν από λίγο είδε πλακωμένα
στα χαλάσματα του σπιτιού του
την παραμυθία της μάνας,
την υπομονή του πατέρα,
τη μοναξιά των παππούδων,
τα παιγνίδια των αδερφιών
και την υποστήριξη των φίλων.

Ξαπλωμένος κι αυτός στην απόγνωση των ερειπίων,
έβγαλε από μέσα του
την προαιώνια κραυγή του πλανήτη μας
και την απεγνωσμένη φωνή των μελλοθανάτων του.

Μέσα στην τσέπη του παντελονιού του κρύφτηκε
μικρή πεταλούδα, η ειρήνη.

 

τέχνης τρόποι:
Πρωτοκαθεδρία υποκειμένων

 

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Με πρωτοκαθεδρία υποκειμένων

Οι γρίλιες φώτιζαν τις λευκές σελίδες,
το στυλό ξάπλωνε στο γραμμωτό φορμάικο,
τα χέρια κρατούσαν το κρεμαστό κεφάλι,
ο οινοχόος πρόσμενε τον πνευματικό οίνο,
το βλέμμα περπατούσε στα άδεια βιβλία,
οι σκέψεις απέφευγαν, οι λέξεις απέφευγαν,
επέκτειναν υπερβολικά τα όρια των νοημάτων τους,
η καρδιά αποσύρθηκε εντός των τειχών.
Έρημος.

 

 

ΗΜΙΚΑΤΟΧΗ

Με πρωτοκαθεδρία υποκειμένων

Οι δίσκοι κερνούσαν τα μισό άδεια ποτήρια,
τα πηρούνια πλήγωναν το μισοψημένο μοσχάρι,
οι καρέκλες πλησίαζαν το ημιπαράλυτο τραπέζι,
τα χημικά συγκρατούσαν τα ημιφορμαρισμένα μαλλιά,
οι κουβέντες επαναλάμβαναν το ημιελληνικό σίριαλ,
τα αυτοκίνητα οδηγούσαν τους ημιαδιέξοδους δρόμους,
οι τσέπες χωρούσαν τα μισοκλεμμένα φλουριά,
οι θυρίδες αποταμίευαν τα μισοφαγωμένα πουγκιά,
Έλεος.

 

 

 

Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής (2002)

 

Ιαχές Πατρίδας

 

Στη γη των ασφοδέλων

Και πάλι αγέρηδες λυσσομανούν τις θύελλες,
τις τραντάζουν απ’ τα μαλλιά,
αποσείουν την πλάση ολόκληρη,
ουρανοί μαύρα ντυμένοι βροντούν,
μπουμπουρίζουν κραδασμούς ισοπέδωσης,
φωτιές ίδιες που μας ξανάκαψαν τούτη τη γη,

οι ασφόδελοι όμως …εκεί.

Στη γη ετούτη φωτιές που πέρασαν,
φωτιές που θα ’ρθουν για ερήμωση,

οι ασφόδελοι όμως …εκεί.

Ένας ένας ξεπετάγουν απ’ τη γη ετούτη οι ασφόδελοι
λευκές ταξιανθίες επιμονής,
βαθιά προσαρμοσμένες σε τούτη τη γη
και στο γαλάζιο της θάλασσας.
Δεν φοβούνται οι ασφόδελοι
σκλαβιές και πίκρες.
Δάκρυα και στεναγμούς
που ήπιαν οι ασφόδελοι
για την αιώνια αναμενόμενη,
ερχόμενη Αγαπημένη,
στη γη ετούτη,
στη γη των ασφοδέλων. 

 

ΣΗΜ. Ασφόδελοι: φυτά βολβώδη που έχουν προσαρμοστεί στα μεσογειακά οικοσυστήματα με τις συχνές πυρκαγιές.

 

 

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι,
ο αργαλειός, ο λιόμυλος, η γούρνα του σπιτιού μου,
της ιστορίας οι γραφές,
το βλέμμα του παιδιού μου.

 

 

Αντίδωρο

Στον Τάσο Ισαάκ
καί Σολωμό Σολωμού

Σήμερα μεταγγίσαμε αίμα στο συρματόμπλεγμα
να ζωντανέψει και να φύγει.
Σήμερα μεταγγίσαμε αίμα στον ιστό της σημαίας
να δρασκελήσει τη γραμμή
να λευτερώσει τον Πενταδάκτυλο.
Σήμερα τις φωτιές π’ άναψαν
τις σβήσαμε με ελιά και δάφνη.

 

 

Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής

 

Κοινωνία της πληροφορίας

Τρέχουμε παραδαρμένοι μέσα στη θύελλα των καιρών

για το αποθησαύρισμα πληροφοριών
κωδικοποιημένων με αριθμούς.

Υδρορροές πληροφοριών, που γίνονται ποταμοί
και φουσκώνουν,
και γίνονται χείμαρροι
ορμητικοί,
και γίνονται θάλασσες,
και γίνονται ωκεανοί,
και πλημμυρίζουν το ανθρώπινο μυαλό,
που βουλιάζει στην ατέρμονη,
απύθμενη αριθμολογία.

Ποια πληροφορία μπορεί να καταγράψει
χελιδονοφωλιές που ξαναζωντάνεψαν,
μυγδαλιές μυριάνθιστες, κατάλευκες, πανώριες,
τη γαλήνη του μικρού παιδιού που κοιμάται
στην αγκαλιά του Κυρίου,
και του πουλιού το πρώτο αδέξιο ανέμισμα,
το θρόισμα του πρώτου φύλλου που ’πεσε κίτρινο,
το χάδι της θάλασσας στην ακτή των κογχυλιών,
τ’ αποψινού αστεριού το στερνό φωταξίδι;

Ποια πληροφορία μήνυσε
στους λιγοστούς αποδέκτες της
τη φωνή της Ζωής στις χορδές της ψυχής μας;
Τη φωνή της Ζωής, …της Ζωής, …της Ζωής…

 

 

Θάλασσα

Σχέδια, χρώματα σε φόντο από υδράργυρο,
Θάλασσα,
δεν ξέρω ζωγραφιά αν είσαι ή ζωγράφος,
απέραντη θάλασσα, αχόρταγη,
χρώματα, σχήματα,
καΐκια, σπίτια, πουλιά, άνθρωποι,
Ποιος είπε πως είναι άψυχη;
Ποιος είπε πως δεν μπορεί να νοιώσει την αγάπη μας;
Μας ζωγραφίζει ακατάπαυστα μ’ ένα πινέλο,
γρήγορα, να προλαβαίνει τις κινήσεις μας.

 

Αξιότιμος επισκέπτης

Υπερήλικας νάνος.
Έκανα πολύ δρόμο, θάλασσα,
για να σου φέρω αυτό το δάκρυ,
είναι πολλή η αγάπη
…κι η μοναξιά.
Γειά σου τώρα πάω,
δεν με περιμένει κανείς
και για τ ανήμπορα πόδια μου
ο δρόμος μακρύς.

 

 

Αφουγκράζομαι…

Τη σιγή της νύκτας με το φωτεινό πέπλο της,
τη σιγή της θάλασσας και τον ψίθυρό της,
τη σιγή του φωτός,
τη σιγή μιας εικόνας,
τη σιγή του ρόδου μου,
τη σιγή των ηχηρών αισθημάτων μου γι’ αυτήν,
που με κτυπούν στον τοίχο από τη δύναμη,
τη σιγή …μιας στάλας αέρα.

 

 

Νοσταλγία

Καταχείμωνο.
Καθισμένος πίσω απ’ το μεγάλο παράθυρο
χιλιάδες στάλες πλουμίζουν το διάφανο,
στολίζουν τη θέα,
οι μέρες περνούν, γίνονται χρόνια
κι’ ο ουρανός δεν λέει ν’ αλλάξει το γκρίζο του,
τα πουλιά φοβισμένα, κρυμμένα,
δεν κελαηδούν, δεν υμνούν, δεν ψάλλουν,
δεν αινούν, δεν δοξολογούν,
δεν τραγουδούν την Άνοιξη,
περιχαρακώθηκαν όλα γύρω από ένα
…sing,
Η ώρα πέρασε,
άρχισε πάλι η βροχή,
κι’ οι στάλες άρχισαν να κατηφορίζουν πικρά.
Να μπορούσα να δρασκελούσα το πέλαγο
και στη γη του φωτός με αστείρευτη διακριτικότητα
να πολυλογούσα μονολεκτικά
να μονολογούσα πολύλεκτα …

 

 

Εκστατική Δοξολογία

Τα λευκά πουλιά σε λαξευτές φωλίτσες
με τις φτερούγες προς τα πάνω ανοικτές
να γεμίσουν
ήλιο άχρονο,
ήλιο άπειρο, άπτωτο,
με τα ιλυώδη κεφάλια προς τα κάτω,
προς τη γη,
ωσάν φιγούρες χορού αργόσυρτου
να γλυκοτραγουδούν εύηχα
ενύμνια απειρόκαλλης μυσταγωγίας,
ηχηρούς Υάκινθους και ψαλμικούς λαλλέδες,
αίνους ηλιοτρόπια,
κύμβαλα και σάλπιγγες,
χορδές και κιθάρες σε χρώμα από βιολί,
εντεύξεις ψυχικής κατάνυξης,
εκστατικής δοξολογίας. 

 

 

Νυκτερινές Ερωτοτροπίες

Όλη τη μέρα τον παρακαλούσε,
τον προσκαλούσε να σμίξει μαζί της,
κι’ αυτός παραδομένος τώρα
βυθίζεται αργά αργά μέσα της,
παραδομένος της χαρίζει το γλυκύτερο φως
κάνοντας πασιφανή την ευαρέσκειά του, ο Ήλιος
κι’ η Αλυκή ηδονοκλονισμένη, τον καθρεφτίζει.

 

 

Ποίηση ΙΙ

Βάζω κι’ αυτή την τελευταία πέτρα,
από άφωνα σύμφωνα και εύφωνα φωνήεντα,
κι ακουμπώ να ισορροπήσω,
ένας γλάρος ήρθε και κάθισε
κι έγινε διάφανος,
μια μαργαρίτα άνθισε,
παράξενο,
κι’ εγώ σαν μέτοχος της ευτυχίας αισθάνθηκα,
κι’ ήταν τόσο ευτελή τα κτιστικά,
κι’ οι πέτρες τόσο συνήθεις
για να ανοίξουν τους κρουνούς τ’ ουρανού,
να διαπεράσουν το εξώδερμα
κι απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής να διέλθω.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

Όνειρα Αμενηνά

[Από το νυν στο «αιέν ονειρεύεσθαι]

Aν «μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα το Ζερμπινιώ» στο γνωστό Παπαδιαμαντικό διήγημα, η δική μου έκπληξη ήταν αναμενόμενη, όταν πριν από λίγο καιρό με πολλή χαρά έλαβα μιαν καινούργια ποιητική συλλογή και με άλλη τόση αγάπη πρωτόγνωρης αποκάλυψης έσκυψα στις πενήντα σελίδες των τριανταπέντε εκλεκτών ποιημάτων της. Αν και είχα στα παλαιότερα συναδελφικά μας χρόνια γνωρίσει από κοντά τη βραβευμένη πανελληνίως ποιητική δημιουργία του Ανδρέα Χατζηχαμπή μέσα από τις προηγούμενες δύο ποιητικές του συλλογές υπό τον τίτλο Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής και Στην ακτή των ποιητών, εντούτοις η τωρινή του συγκομιδή, πιστεύω, ότι συνιστά σταθμό ωριμότητας για τον ίδιο και μακρόπνοη αισιοδοξία συνέχειας για τα σοβαρά ποιητικά μας πράγματα.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις αθηναϊκές εκδόσεις Γαβριηλίδης, φέρει τον αρχαιοπρεπή Ομηρικό τίτλο Όνειρα αμενηνά με τον ποιητικό επιθετικό προσδιορισμό των ευφάνταστων και έλλογων ονείρων του να μας αιφνιδιάζει κατ’ αρχήν• και ευθύς αμέσως να μας δίδει το αίσθημα της αναγωγής στον γενάρχη των ποιητών όλου του κόσμου και όλων των εποχών και συνακόλουθα της υπερηφάνειας και της ευθύνης του φυλετικού ποιητικού κυττάρου των επιγενομένων. Ο στίχος 562 από το τ΄ της Οδύσσειας ευστόχως προτάσσεται ως η πλέον ευσύνοπτη προειδοποιητική προμετωπίδα του περιεχομένου της συλλογής: «Δοιαί γαρ τε πύλαι αμενηνών εισίν ονείρων…» και κατά λογοτεχνική μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή: «Τα ονείρατα τ’ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν…». Είναι, όπως επεξηγεί η «περίφρων» Πηνελόπη στον Οδυσσέα, η ελεφάντινη πύλη των απατηλών ονείρων και η κεράτινη των αληθινών, ενώ ο περίφρροντις αναβάτης στην Καβαφική «πολύ υψηλήν της Ποιήσεως [τ]η σκάλα» στις εδώ δικές μας «αμμουδιές του Ομήρου», κατά τον Ελύτη ή στα οικεία ενάλια μέρη των εμπνεύσεών του, σύμφωνα με την υστερόγραφη γεωγραφική ένδειξη της δικής του εντοπιότητας, τα πλέκει αξεδιάλυτα με τα σύνεργα της προσωπικής ποιητικής του διαλεκτικής. Και καθώς τα πραγματώνει ποιητικά, τα μνημειώνει ρεαλιστικά στη σφαίρα του υπαρκτού φαντασιακού και στην επικράτεια της υπερρεαλιστικής ενσυνείδητης ιδεο-ποίησής τους. Για τούτο και επικαλείται και πάλι προϊδεαστικά τον ποιητή του Αιγαίου και του «Άξιον Εστίν»: «Ο ποιητής πιστεύω είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσαεί απλησίαστη».

Στην αντιστικτική σύνθεση της εναλλαγής των αντιθέσεων μεταξύ φωτός και σκότους, τουτέστιν την αλληλοπεριχώρηση φαντασιακού και πραγματικού, υπαρκτού και ιδεατού μέσα από την Ηρακλείτεια διάσταση της παλίντροπης αρμονίας τους, τα «Όνειρα αμενηνά» του ομώνυμου ποιήματος, που δανείζει συνεκδοχικά τον τίτλο στη συλλογή, συλλαμβάνονται καθώς συμπλέκονται κάτω από το υφάδι και το στημόνι του ποιητή ως:

«θαλερά φωταξίδια στο ζόφο της νύχτας μας,
πολύτιμα πετράδια που αντιφεγγίζουν
το προαιώνιο κάλλος,
[…]
Αιέν ονειρεύεσθαι».

Ο τελευταίος προτρεπτικός στίχος, Ομηρικής και πάλι υφής, επαναλαμβάνεται στη συγκινητική αφιέρωση που μου χάρισε ενυπογράφως ο ποιητής με την ευχή τα ποιήματά του να μου «μιλήσουν». Και να μου μιλήσουν, προφανώς, όχι με τη γλώσσα της Φροϋδικής τους ερμηνευτικής, αλλά με το ύφος και το ήθος της δικής τους ιδιαιτερότητας.

Ωστόσο, όχι απλώς μου μίλησαν οι αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές αποτυπώσεις του Ανδρέα Χατζηχαμπή, αλλά οι έντονοι παλμοί της φιλοσοφημένης γραφής τους και οι λεπταίσθητοι κραδασμοί μιας αναστοχαστικής λυρικής εγγραφής στ’ αυλάκια της σκέψης και την κοίτη της ψυχής αναμεταδίδονται μέσα μου σε ζωντανό διάλογο ζεστής συνομιλίας. Ομολογουμένως, διαβάζοντας τους στίχους δεν νιώθεις να επιπλέεις στον αφρό ή να νανουρίζεσαι στον φλοίσβο των ονειρικών του προσλήψεων, αλλά να καταδύεσαι ολοένα και πιότερο στο βάθος τους, για να συμβιώσεις και να συνονειρευτείς εις το «αιέν» του «Δήμου Ονείρων», κατά τον αντίστοιχο και πάλι Ομηρικό τίτλο ενός άλλου ποιήματος:

«Ψηλά στους αιθέρες
νεφέλες ευθραστότητας
ανεμίζουν την ακήρατο γαλήνη
μπροστά από τις ευχές
που λάμπουν σαν τ’ αστέρια.
Κάτω στη θάλασσα της μνήμης
αγκυροβόλησε η ιλαρή αρμονία
σε ύδατα ακύμαντα,
λαμπυρίζοντα πέπλα φωτονίων.
Όλα λουσμένα
στο άκτιστο φως του ασύλληπτου.
Δήμος Ονείρων».

Στις ενοραματικές του ενατενίσεις, τις οραματικές αναζητήσεις και τις εκστασιακές του ανατάσεις ο ποιητής δεν παύει να στοχάζεται πάνω στη στιγμή και τη διάρκεια του ονειρικού γεγονότος είτε την ανατρεπτική αντιστροφή τους, μετασχηματίζοντας άλλοτε εκτατικά μέσα του και άλλοτε συμπυκνώνοντας τον ποιητικό χρόνο από τη χρονικότητα του νυν στην υπερχρονικότητα του «αιέν» ή στη διάσταση ενός μεταφυσικού αέναου επέκεινα. Αυτή η πρωτεϊκότητα, όχι απλώς επιφανειακά έντεχνης αλλά ενυπόστατα δημιουργικής μεταμόρφωσης από το γίγνεσθαι στο είναι ή από τον συρφετό των ειδώλων στον κόσμο των ποιητικών ιδεών ανήκει σ’ αυτόν που

«Σπούδασε την επιστήμη των θαλασσίων ρευμάτων
και τη μουσική των φλοίσβων»
και σ’ αυτόν που σε καλεί
«να αναδυθείς
ως και να ελπίσεις
σε μια θάλασσα από εσπέρια αστέρια,
να αγκαλιάσεις τον υπέρτατο ουρανό»,

καθώς μας ψιθυρίζουν σημαδιακοί στίχοι ποιημάτων του.

Αξίζει να σταθούμε στις μεταστοιχειώσεις αυτές των ποιητικών φιλοσοφικών του προσλήψεων μέσα από τα σημαινόμενα ή τα κρυπτικά νοήματα ορισμένων ποιημάτων, παραπέμποντας συνειρμικά σε παρεμφερείς συλλήψεις άλλων ποιητών. Εν πρώτοις, δεν είναι τυχαίο ότι από το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής τον ποιητή απασχολεί έντονα η βαθύτερη έννοια του χρόνου όχι ως προς την επιστημονική του σχετικότητα, αλλά ως αμφίσημη έκφραση παλίνδρομης εφημερότητας και μιας άχρονης αιωνιότητας, ένα κινούν – ακίνητο μνήμης και ανάμνησης. Έτσι αποφαίνεται με την εικονοποιία τού ανθρωπομορφισμού μιας υποβλητικής σκηνοθετικής επινόησης:

«Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή
αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;
[…]

Ο χρόνος ανελεήμονας,
τη διατάζει
“εκεί θα μείνεις
στην κουνιστή σου την καρέκλα
μια ανάμνηση,”

Μα το όνειρο, όνειρο
κι η στιγμή, στιγμή,
υπάρχει
και χθες
και σήμερα
και αύριο».

Η δηλωτική των ευθύγραμμων ή κυκλικών παλινδρομήσεων «κουνιστή καρέκλα» υποφαίνει τη στατικότητα της ακινησίας και ταυτόχρονα μιας ροϊκής κίνησης στην αντινομία μιας αμετάβλητης μεταβολής μέσα από τη συμπαντική νομοτέλεια του αιώνιου απείρου, καθώς τη στοχάζονται οι ποιητές στην ποιητική ερμηνευτική των ονείρων τους. Ανατρέχουμε, προσφυώς, στον T. S. Eliot: «Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος / είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο / και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο. / […] / Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη δείχνουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν». Έτσι και ο ποιητής μας δεν συμβιβάζεται με τη λήθη του παρελθόντος σε «Μια ξεχασμένη ονειροπόληση», κατά το ομότιτλο ποίημα, που καταργεί το αέναο παρόν και απεργάζεται την «απομυθοποίηση» του ονείρου. Γιατί, ακριβώς, ομολογεί μέσα από την αλληγορική εκμυστήρευση ενός άλλου ποιήματος: «Το μεγαλώνω χρόνια αυτό το όνειρο» και δεν θέλει να βυθιστεί «στον χρόνιο λήθαργο» «μ’ έναν ήλιο κρυμμένο στα θεόρατα σύννεφα», κατά τον επιλογικό στίχο, εφόσον και εδώ το άνευ χρονικών ορίων όνειρο μιας άυλης θεϊκής απεραντοσύνης πρέπει να αφυπνιστεί με «ήλιου κοίταγμα και […] φεγγαριού άγγιγμα» μέσα στο δημιουργικό του ενύπνιο. Οδύνεται, ωστόσο, ο ποιητής πως τέτοια «Όνειρα αμενηνά [αντιπαλεύουν] παγιδευμένα / στη δίνη της αδίστακτης κλεψύδρας». «Τον κάθε κόκκο της άμμου της» ευστόχως παραβάλλει με «αιματόβρεχτο βόλι» στον παρανοϊκό πόλεμο μιας σκληρής εφήμερης πραγματικότητας.

Για τούτο και επίμονα αναζητεί το ονειρικά πραγματικό, αποκρυπτογραφώντας την πεμπτουσία της άλλης πραγματικότητας:

«Η πραγματικότητα
γνωρίζει πολύ καλά
τι θα πει να βάφεις με σκοτάδι
τις μέρες φωτός».

Είναι ως να φιλοτεχνεί σε «μια ζωγραφιά του ονείρου» με «τα χρώματα των λουλουδιών», τους ιριδισμούς της «Άνοιξης» και του «Ανέσπερου Φωτός», καθώς και τους ρυθμικούς αναπαλμούς «απ’ τον απόηχο της Σιωπής» τα άνθη της Κύπριδας πέτρας, ποτισμένα με «ηλιοστάλακτο ύδωρ» και θρεμμένα με «Χριστόψωμο» στην αιγιαλίτιδα ζώνη της ψυχής του.

Ο ποιητής με εξομολογητικούς τόνους αρνείται την εκκοσμικευμένη αυταρέσκεια της γραφής του, ενώ καταφάσκει τη θητεία του στην ποιητική παιδαγωγία «για τα παιδιά του κόσμου», όντας ένας από τους «Ποιητές όλου του κόσμου», σύμφωνα με το φερώνυμο ποίημα, που απηχεί την οικουμενική προσέγγιση της ποίησης και της ποιητικής του. Μια ποίηση αισθαντικής ποιητικότητας, «πνοή ζώσα στην εκπνέουσα ζωή», που συναιρεί τα άσχημα και τα κακά του κόσμου μας και του καιρού μας, από την κακοποίηση της φύσης και την «Αποδόμηση» του πολιτισμού μας μέχρι την «Πτώση» σε «Ερείπια» των ανθρώπινων αξιών και την «Κατεδάφιση» των παλαίτυπων αρετών μας. Για τούτο, κατά μία άλλη εκδοχή του Αλμπέρ Καμύ, μέσα σε όλη αυτή την αποξένωση της αλλοτριωτικής παραχάραξης ταυτοποιεί υποστασιακά τον άνθρωπο ως «Ξένο» στην αντωνυμική του τριτοπροσωπία.

Και όμως, μετα-ποιώντας την ασχήμια σε αΐδιο αρχαιοελληνικό κάλλος ή σ’ εκείνη την πλήρη οράσεως, κατά τον Καβάφη, και ενοράσεως, κατά τον Χατζηχαμπή, ιδεατή ομορφιά, τη μόνη κοσμοσώστρα, καθώς ορμηνεύει ο Ντοστογιέφσκυ, δεν παραμένει στην άρνηση της απόγνωσης και την απάλειψη της αισιόδοξης ελπίδας. Αέναος αυτός, ως ποιητής, Ελυτικός «ναυτίλος» ταξιδευτής και θηρευτής «Ονειροπόλος» προσβλέπει στους ορίζοντες ενός κοσμογονικού αναγεννητικού ονείρου εμπνευσμένης ζωής και αληθινής δημιουργίας.

Συγκεφαλαιωτικά συνοψίζει στους ακροτελεύτιους στίχους του τελευταίου ποιήματος της αξιόλογης συλλογής του:

«Ο ποιητής συνεχίζει
να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρα,
αιθεροβάμων μελετητής των αστεριών,
ταπεινός προσκυνητής των λέξεων.

Καράβια όνειρα,
εμπνεύσεις της ζωής,
θαύματα ιδεών,
λευκά πανιά
στου γλαυκού
το πανώριο ταξίδι,
ελάτε πάρετέ μας…».

Στον φίλτατό μου ποιητή Αντρέα Χατζηχαμπή εύχομαι εκ βαθέων να συνεχίσει να μελετά τα πιο φωτεινά αστέρια κάτω από τον αστερισμό του Σείριου, να προσκυνά με ευλάβεια τις ελληνικές λέξεις και να εμπνέεται με χριστιανική κατάνυξη για τον καλοτάξιδο προορισμό της ποίησης.

 

 

ΚΡΙΣΤΗ ΧΑΡΑΚΗ

Ποιητής – κριτική λογοτεχνία –ποιητικές συλλογές – ποιητική βράβευση – ποιητική επικοινωνία – φυσιολατρική ποίηση – ποιητική έρευνα – ποιητική παιδαγωγία: όλα αυτά, αλλά και άλλα είναι συστατικά της ακτινοβολούσας όψης του Ανδρέα Χατζηχαμπή στις τρεις ποιητικές συλλογές του.

Με αίσθημα ευθύνης προς τον ποιητή, αλλά και προς τον πολιτισμό της πόλης μας, παρουσιάζουμε σήμερα την Τρίτη του Ποιητική Συλλογή. Το βιβλίο: «Όνειρα Αμενηνά», μαζί με τις δύο προηγούμενες συλλογές: το «Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής» (2002), και το «Στην Ακτή των ποιητών» (2008), συμπληρώνει μια τριλογία. Είναι, όμως, και το καθένα μια ποιητική ολότητα από μόνη της. Κι’ ως ένα ποιητικό ολοκλήρωμα, το «Όνειρα Αμενηνά», παρουσιάζεται ταξιδεύοντας με τον ποιητή.

Και, κατά συνέπεια, διαβάζεται πετώντας, σαν ένα ταξίδι, στην “Ιθάκη των μουσών”. Το ποιήματα είναι μια ενότητα με φτερούγες φιλοσοφικών οραμάτων. Ο δραματικός ρυθμός του Ίκαρου σε μια προσπάθεια για πέταγμα, με κέρινα φτερά πάνω, από τη θάλασσα, εξασφάλισε τη μελλούμενη μυθολογική αρμονία των κυμάτων του αρχιπελάγους. Κι’ ο φαντασμαγορικός κήπος της μυθολογίας, απ’ όπου δανείζεται λουλούδια σε πολλά από τα ποιήματά του ο Αντρέας Χατζηχαμής, άλλοτε απαγγέλλεται πετώντας με δαιδαλώδεις φτερούγες, κι’ άλλοτε με στοχασμούς, για μελλούμενες αρμονίες. Η ποίηση του Χατζηχαμπή, θα δούμε, πώς μέσα από το «πνευματικό γίγνεσθαι», μεταφέρει τη φαντασία στο αμφίπλευρο πέταγμα πάνω από τις θάλασσες, διά μέσου των «φιλοσοφικών ανέμων» και «κυμάτων», στον δρόμο της υπαρκτής συνείδησής μας.

Σε αυτό το ταξίδι του ποιητή, κυρίαρχο στοιχείο είναι η συναίσθηση της πραγματικότητας, που ποιητικά επιδρά στη συνείδησή μας, στο σώμα και το πνεύμα μας. Όμως, μπροστά ακόμη και σε κάποιες υπερρεαλιστικές εικόνες στίχων του Χατζηχαμπή είναι η αφαίρεση στην ποιητική του, που αποκαλύπτει «τραγουδιστή» και «τραγούδι», ως ρέουσα πηγή εξερευνητικών ιδεών – όπου ποιητής και ποίημα ποτίζουν την περιπέτεια της διψασμένης δικής μας νοητικής εξερεύνησης.

Ο αρχαιοπρεπής τίτλος της νέας συλλογής δίνει τα πρώτα ερεθίσματα από την ποιητική διαλεκτική του γενάρχη των ποιητών. Και, αντί όποιου προλόγου ή εισαγωγής, ο ποιητής, επιλέγει «ενέργεια»!

– Την ενέργεια, που εκπέμπει το αμφίπλευρο «πέταγμα» της Πηνελόπης, που περιγράφει η Οδύσσεια [τ’ 562], «Δοιαὶ γάρ τε πύλαι ἀμενηνῶν εἰσὶν ὀνείρων» – όπου αποδίδεται στην προμετωπίδα του βιβλίου του, με τη λογοτεχνική μετάφραση των Καζαντζάκη και Κακριδή, «Τα ονείρατα τ᾿ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν»

– Την ενέργεια που o “ψυχοπομπός” Ερμής, οδηγεί τις ψυχές των μνηστήρων από τη «Λευκή Πέτρα», τις «πύλες του Ήλιου» και τον «Δήμο των ονείρων», που συναντούν οι ψυχές στο ταξίδι ενός οράματος για τη μακάρια οδό στον Άδη, όπου θα συναντήσουν ψυχές ηρώων του Τρωικού πολέμου, «[..] ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων ἤισαν […]», [Οδύσσεια, ω΄ 13].

Η «παρά δῆμον [ομηρικών] Ὀνείρων» ενέργεια, Οδύσσεια, ω΄ 11-13, ασκεί στον ποιητή έλξη• γράφει υπερρεαλιστικούς στίχους, που λειτουργούν κατά ένα παράδοξο τρόπο με αφαίρεση. Δανείζεται την έμπνευση του γενάρχη της επικής εποχής «περί ονείρου» και μετατρέπει, στον «σκληρό του δίσκο», το όνειρο σε όραμα και δημιουργικό οραματισμό.
– Ας δούμε οκτώ εισαγωγικούς στίχους από την πορεία – θα έλεγα – των ψυχών, της τελευταίας ραψωδίας της Οδύσσειας, σε μετάφραση του λόγιου Ιάκωβου Πολυλά, που εμφανώς άσκησαν την έλξη στον Χατζηχαμπή – στίχοι που είχαν και ιδιαίτερη έλξη και σε ποιητές, όπως ο Κάλβος και ο Σεφέρης, αλλά και σε πεζογράφους, όπως ο Χειμώνας ∙

«Και των μνηστήρων τες ψυχές σιμά του προσκαλούσε
ο Ερμής Κυλλήνιος ∙ χρυσό ραβδί κρατούσε ωραίο.
μ’ εκείνο ανθρώπου βλέφαρα γλυκά ‘ς τον ύπνο κλίνει,
οπόταν θελ’, η κ΄ έξαφνα κοιμώμενον εγείρει
[Οδύσσεια ω 1-4]

Ψηφιδωτό Αμφίπολης

[…]
Τα ρείθρα του Ωκεανού, την πέτρα την Λευκάδα,
τες πύλες του Ηλίου και την χώρα των ονείρων,
πέρασαν, κ’ έφθασαν γοργά ‘ς τ’ ασφοδελό λειβάδι,
όπου οι ψυχές εγκατοικούν, σκιές αναπαυμένων».
[Οδύσσεια ω 11-14]

Η διαλεκτική ποιητική μπαίνει με ενσυναίσθηση στη ψυχή των «σφαγμένων από τον αετό χήνες», και η αφαιρετική συναίσθηση δίνει στην ποίηση μια υπερρεαλιστική ψαλμική φωνή στους μνηστήρες-ψυχές ∙ και, την ίδια στιγμή που ταξιδεύουν μέσα από το ρέμα του Ωκεανού, που – όπως πίστευαν οι αρχαίοι – περιέκλειε τα γήινα, ανανεώνεται το όραμα του φυσικού ωραίου και των αισθητικών συγκινήσεων.

Η αλληλοπεριχώρηση ποίησης και διαλεκτικής ομηρικής ποιητικής αφήνει τον αναγνώστη αφενός να απολαύσει ελεύθερα το ανάστημα της συστημικής απειρότητας της ελληνικής γραμματείας, και αφετέρου να ανοίξει ένα διάλογο ελπίδας ποιητή-αναγνώστη «προ των ομηρικών πυλών του Ήλιου». Στην ποιητική του Χατζηχαμπή περιγράφεται η «έξις» της αρετής των θεοτήτων του Ομήρου, αλλά και οι στοχασμοί μιας ελπίδας, που σε αυτό το ταξίδι περιορίζεται παίζοντας «κρυφτούλι» «στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι», όπου ήδη κατοικούν οι ψυχές.

«Λοφίσκοι μυστηρίου
κατάφυτοι ανθισμένης έμπνευσης
οριοθετούσαν το παραλίμνιο έαρ,
στις πλαγιές τα σπίτια των αιώνων
σπίτωσαν τη στιγμιαία ευτυχία
και στη μέση τους
αχειροποίητος ναός σταυρωειδής
ψάλλει τον όρθο της ζωής

[…]

Μυριοπτέρυγα όνειρα φτεροκοπούν
πάνω απ’ το κεφαλόβρυσο της ελπίδας»•

Στη συστημική οντότητα του ποιήματος αυτού, το φύσει ηθικά και πνευματικά ωραίο υπερκαλύπτει το καλλιτεχνικά ωραίο, τραντάζοντας μέσα μας ένα ολόκληρο δάσος μυστηρίου από «ελπίδες». Στην προκειμένη περίπτωση συλλαμβάνεται η «ελπίς», με την έννοια ενός υψηλού σε φύση «εσωτερικής απειρότητας» στοχασμού, που φανερώνει το πνεύμα σαν μια διαχρονικά ελεύθερη αντανάκλαση της φιλοσοφικής διανόησης ενός αρχέγονου ονείρου. Η «ελπίς» από τον «όρθο ζωής» των ψυχών της ομηρικής εποχής, θερμαίνει την ελεύθερη δέσμευσή μας για το Είναι, στο «Πάσχα των αγιασμένων νερών» του δικού μας Κεφαλόβρυσου, που στέρεψε στην Κυθραία και τον Πενταδάκτυλο• και,

καταλήγει ο ποιητής, σε τρεις τελευταίους στίχους:

«Όλα λουσμένα
στο άκτιστο φως του ασύλληπτου.
Δήμος Ονείρων»

– όπου, η συνθετότητα της γραφής του, διαπερνά – ως εν κατόπτρω – το ποιητικό μυστήριο του κάλλους της ποίησης, για να μορφώσει νέες συνεκτικές δομές και να δημιουργήσει πολιτισμό και νέες «προκλήσεις» αναζητήσεων στον αναγνώστη.

Μήπως το κάλλος της Αμφίπολης, εκεί στον μέγιστο Τύμβο των Ψυχών, όπου – όπως λέει ο ποιητής – «Όλα λουσμένα στο άκτιστο φως του ασύλληπτου», ρίχνει ποιητικό φως στο μυστήριο της Μακεδονικής Εποχής;

Μήπως το κλέος του αθάνατου Αλέξανδρου βρήκε το «Ασφοδελό Λιβάδι», που κοιμάται ο Αχιλλέας, με τον Ηφαιστίωνα και τον Πάτροκλο, για να μεταφέρει, μαζί με τη δική του Ψυχή, και όλες τις ψυχές των νεκρών Μακεδόνων;

Ιδού κάποια ερωτήματα μπροστά σε στίχους και ψηφιδωτό, με τον «Κυλλήνιο Ερμή» να ηγείται ως «πομπός» την πορεία. Μπορεί η εικόνα να συνθέτει μύθους, ως μια «ποιητική υπόθεση», ακόμη και εκτός του περιεχομένου της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής. Για άλλους, μπορεί να είναι ένα «ρητορικό σχήμα», μπροστά σε ένα τύμβο των απροσδιόριστων μυστηρίων. Όμως, δεν παύει να υπάρχει η πραγματικότητα των μύθων, που γεννούν ερωτήματα, όπως και η δυνατότητα αναγωγής της ποιητικής σε μια οντολογική θεώρηση, για ένα τεράστιο κενοτάφιο, που φιλοξενεί τις ψυχές των πεσόντων Ελλήνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποιητική σκέψη – άσχετα ορθού ή λάθους – διαπερνά μέσα από τον ποιητικό λόγο του «ταξιδευτή στον χρόνο ποιητή», σε αυτοπραγμάτωση μιας υπεροχής στην ομοίωση εικόνων και στίχων με το αρχαίο πνεύμα υπερουσίας.

– Η ουσία της ποίησης είναι, έτσι, σε τελική ανάλυση, η ενεργοποίηση της ποιητικότητας του πολιτισμού μας, που προκαλεί κίνηση στην σκέψη και δίνει μάτια στην καρδιά του εσωτερικού μας πολιτισμού.

– Σε μια δεύτερη προμετωπίδα του βιβλίου είναι γραμμένη η ενεργός σκέψη του αθάνατου Ελύτη. Μάς μεταφέρνει ο ποιητής – πριν ακόμα διαβάσουμε Χατζηχαμπή – στη δυναμική της σχέσης της ενεργοποίησης της φαντασίας, με το ζωντανό πεδίο δράσης ενός ποιητή, «Ο ποιητής, γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο “Συν τοις άλλοις”, είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι’ αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσαεί απλησίαστη».

Ο Αντρέας Χατζηχαμπής, με το «Όνειρα Αμενηνά», βάζει τη φαντασία στον δρόμο της ανθρωποκεντρικής του πραγματικότητας. Δανείζεται τον ποιητικό ανθό-πνουν του Ομήρου – όπου η πιστή Πηνελόπη βρίσκεται σε ποιητικό διάλογο με τον Αητό του άνευ μένους ονείρου της. Και, γράφει στίχους εν συγχρονία του «Πριν» με το όραμα του «Μετά», πλησιάζοντας την πραγματικότητα της φύσης του ανθρώπου, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτό, γιατί δίνει «ψαλμό ευκαιρίας», για να μεταβληθεί το ασυνείδητο μας σε συνειδητό. Φέρνει στο συνειδητό εικόνες από το «γαληνό κατάφωτο μάτι [του τυφλού Ομήρου]», που όπως υμνολογεί ο Καζαντζάκης είναι «σαν τον δίσκο του ήλιου, που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα»!

Η έμπνευση του Ομήρου είναι για τον ποιητή η αρχική «πρόκληση» στη νέα του ποιητική συλλογή. Έχει εμβάσει το δραματικό πνεύμα της επικής εποχής στη διαδικασία της επαγωγικής αυτοποίησης, δίνοντάς μας μια δέσμη σύγχρονης ποίησης, που αναζητεί την ουσία του όντος. Ο ποιητής ασχολείται με ανθρωπολογικά και βιολογικά θέματα, ενεργοποιώντας «τα εσωτερικά μας προγονικά τραντάγματα» με «υπερ-ρεαλιστικές» εικόνες «χρόνου», «δισταγμών», «μοναχικότητας», «σθένους», «όρθρου», «ελπίδας», «επιθυμίας», «δεήσεων» και «παγιδευμένων ονείρων και οραμάτων». Οι στίχοι του, ενεργοποιούν τη δική μας εσωτερική terra incognita, το εσωτερικό μας περιβάλλον, την «άγνωστη προσωπική γη-μας», τα δικά μας «αμένεα ονείρατα».

«Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα», γράφει ο Καζαντάκης στο «Αναφορά στον Γκρέκο», Κεφάλαιο ΚΘ «ο Ζορπάς». Στην ποίηση του Ανδρέα Χατζηχαμπή ταυτίζονται αυτοί οι δύο «ευεργέτες»!

– Αν διαβάσουμε τον Χατζηχαμπή εστιάζοντας αποκλειστικά στίχους με κάλλος φανταστικών ιδεατών «κήπων» και «χρωμάτων», σας διαβεβαιώνω ότι αποτύχαμε να ανακαλύψουμε το συστημικό γνώρισμα των οραμάτων του. Θα είμαστε μάλιστα πολύ πιο μακριά από τον πολιτισμό της ποίησής του, αν δεν χτίσουμε δικά μας οράματα. Η ποίησή του είναι μια πνευματική στροφή στο ουσιώδες. Δεν δεσμεύει τον στοχασμό στον «ακίνητο» χρόνο μιας εποχής, ούτε σε ένα ενιαίο για όλα χρόνο, αλλά θερμαίνει τη σκέψη σε ένα αρθρωτό φιλοσοφικό χρόνο, που προσδιορίζεται συστημικά από τον συγχρωτισμό των καλλιτεχνικών ρευμάτων, ανάλογα με την απάντηση στα ερωτήματα: Χρόνος, Αυτοποίηση

Οι στίχοι του είναι «ανοικτά συστήματα» ενέργειας, και «κλειστά» στα επουσιώδη παραληρήματα του «ωραιοποιουμένου λόγου». Η ποίηση του εξωτερικεύει ενεργοποιημένο κριτικό ανήσυχο πνεύμα στοχαστή, που αναζητεί την εν ενεργεία ύπαρξή μας. Οι Μορφές υπάρχουν σε στίχους, είναι, όμως, φύσει και θέσει ενεργοποιημένες σε ένα προ-αφαιρετικό «Τοπολογικό Σύμπλεγμα Χρόνου και καλλιτεχνικών ρευμάτων», που η ενέργεια τις μετατρέπει σε συναισθήματα.

Οι ζωντανές εικόνες, «αφρός της θάλασσας», «ηλιαχτίδα», «ουρανός», «σπίτια και λοφίσκοι», «πολυθρόνα», «ψηφίδες», «ηλιοβασίλεμα», σωσίβιο», «ξένη βάρκα» και οι τόσες άλλες «Μορφές», στα τριάντα πέντε ποιήματά του, είναι λέξεις στίχων, που συλλαμβάνονται στη φιλοσοφική τους αφαίρεση ως διαδράσεις στίχων, με άλλους στίχους, άλλων εποχών και ταυτόχρονα στο ποιητικό σύμπλεγμα του Τώρα – όχι ως ωραιοποιημένες μορφές, αλλά ως πνευματική και ηθική ομορφιά. Αυτή η αφαιρετική ικανότητα του ποιητή καταδεικνύει και την αρχιτεκτονική της ποίησής του.

Οι αφαιρέσεις του Χατζηχαμπή επιτρέπουν τα ανοίγματα που ενεργοποιούν τη συνείδηση, με ή χωρίς την ανάγκη να υπάρχει ως φορέας η εικόνα ενός συγκεκριμένου υποκειμένου. Ο ποιητής διαθέτει τη γλωσσική και παιδαγωγική συνέπεια, που δίνει φωνή και αναπαράγει «θάρσος» στη συνείδηση, από την υπάρχουσα σιωπηλή συνείδηση του «Κάποτε» των εξορισμένων, όπως τα ονομάζει ο ποιητής, τα οράματά του.

«Κάποτε δεν είναι παρά
μια βουτιά στο υπερούσιο φως,
μια λάμψη διαρκείας
μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.

Κάποτε …
Κάποτε…
Κάποτε…

[…]

Καράβια όνειρα!
Εμπνεύσεις της ζωής!
Θαύματα ιδεών!
Λευκά πανιά στου γλαυκού
το πανώριο ταξίδι,
Ελάτε πάρετέ μας…»

Ο ποιητής αναζητεί δημότες στα «Όλα» της ποίησης του. Ποίηση που δημιουργεί «δημότες», συντελεί στην ανάπτυξη της εν δυνάμει λειτουργικής αφαίρεσης του ανθρώπινου νου, και ενεργοποιεί την αυτογνωσία στη «Λίστα του Πρέπει» ∙

– νοιώστε ένα απόσπασμα από αυτή τη «Λίστα», που χειραφετεί το ανθρώπινο συναίσθημα:

Του πρέπει, που
«θα κοιτάξει στα μάτια τον διπλανό του»,

Του πρέπει, που
«θα κοιτάξει τ’ αστέρια,
θα κοιτάξει τα χρώματα των λουλουδιών»

Του πρέπει, που
Θα ονειρευτεί

Του πρέπει, που
Θα αρχίσει να ζει…»

Η αφαίρεση διαπιστώνεται σχεδόν σε όλα τα ποιήματα του, αφενός ως άδηλη πηγή της ευαισθητοποίησής του, και αφετέρου ως μια εμφανής «τροπικότητα», που ο συγκεκριμένος ποιητής ευαισθητοποιεί την έμφυτη κριτική σκέψη του αναγνώστη, με το φιλοσοφικό κάλλιστο. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση οντολογικής φύσεως, «Δημότη της ποίησης» ονομάζω το στοχαστικό σύστημα ευαισθητοποίησης, που αυτοπαράγεται από τα «ρίχτερ» της δυναμικής των ανησυχιών ενός ποιητή και διακρίνεται ως ενέργεια στο εσωτερικό περιβάλλον του αναγνώστη και όχι ως κάποιο υπερβατικό Υποκείμενο, όπως θα οριζόταν από την οντολογία.

– Δημότης της ποίησης του Ανδρέα Χατζηχαμπή, δεν είναι εκείνος που διαβάζει ένα ποίημα «Στο Γιαλό» και εστιάζεται στον «γιαλό», τη «βαρκούλα», το «καράβι με το κύμα, που δέρνει την πλώρη», ή το «φεγγάρι που φωτίζει το λιμάνι, ενώ την ίδια στιγμή το ίδιο φεγγάρι τραβάει άμπωτη», αλλά είναι ο άλλος, αυτός με τα ερωτήματα ανησυχίας ή ελπίδας, για το κατοικητήριον του πνεύματος, της ψυχής∙

«Τι αλλάζει;
[…]
– αν αυξάνεται η εμπόλεμη ζώνη…

Τι θα μείνει;

[…]
– αν όλα γίνουν κομμάτια

Τι να τα κάνουν;
[…]

«Λες να υπάρχει το ενδιαίτημα της ψυχής»;
Μου το ‘πε η Άνοιξη,
Το Ανέσπερο Φως»

Η στοχαστική ποίηση του Αντρέα Χατζηχαμπή χρησιμοποιεί τη φαντασία και το όραμα, αφήνοντας την αφαίρεση να διεισδύει με διαλεκτικές δονήσεις, στην πραγματικότητα της ζωής μας. Δανείζεται από τον Ηράκλειτο εργαλεία και δίνει αρμονία αντιθέσεων στην ποίησή του, πλησιάζοντας τον ασύμπτωτο άξονα της πραγματικότητας των αισθημάτων μας. Με αυτό το γνώρισμα η ποιητική του κινείται μέσα σε ένα Ωκεανό λειτουργικής πραγματικότητας των πολλών «προκλήσεων» του «Τώρα», των κινούμενων νερών, και των διαφορετικών ηρακλειτικών ταχυτήτων και παλίντονων ήχων, που αναπτύσσουν την αυτοποίηση της ποιητικότητας του εαυτού μας.

– Και, όταν το «αυτό + ποιώ» ανακαλύπτει την «ποιητικότητα» του, στον διάλογο του «Εγώ» με τα αισθήματα, ακόμη και η χωρίς στίχους εσωτερική ποίηση πάλλεται με «Δελφικά Παραγγέλματα». Μεταφέρνεται το «ενεργεία ον» στο είναι μας, βιώνοντας τις τεντωμένες χορδές της καρδίας από την προέκτασή μας με τη φύση, βιώνοντας το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ! Την ποιητικότητα μας!

Αυτή η εν παλινδρομία εικόνα στον ποιητικό λόγο, προσωποποιεί τη σκέψη, μεταφέροντας την αρμονία παλίντονων στίχων μέσα στις χορδές της terra icognita των δικών μας ανησυχιών, και είναι τότε που «βγάζουμε ήχους» και «κινούμε βέλη», γιατί η εσωτερική ποιητικότητα του ανθρώπου είναι γεννήτρα ποίησης.

Η ποίηση του φίλου Ανδρέα Χατζηχαμπή πλησιάζει μια Μορφή στοχαστικής πραγματικότητας, που ανιχνεύει τον δρόμο προς πληρότητα, είναι ένα «τραπέζωμα “δελφικών προβληματισμών” επί τραπέζης», που δίνει τροφή στις αλυσιδωτές αντιδράσεις των αισθημάτων μας. Ο στίχος του, σαν βέλος, διαπερνά όλες στην σειρά – και τις «δώδεκα αξίνες» του Οδυσσέα – και με τριάντα πέντε ποιήματα, μεταφέρει το όνειρο «δυνητικοποίησης της πραγματικότητας» και γεννά οράματα «πραγματοποίησης της δυνητικότητας των αισθημάτων».

Το «Μια στιγμή που ονειρεύεται», είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής, στη σελίδα 11, γραμμένο στη Λεμεσό.

– Το «Μια στιγμή που ονειρεύεται», ξεκινά με την «ελευθερία του ονείρου»,
στο ποιητικό του ερώτημα:

«Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή
αφημένη στην κουνιστή πολυθρόνα; […]»

– Ο ποιητής προσωποποιεί τον Χρόνο
– Ο «χρόνος-Μορφή» μπαίνει στη Μορφή μιας «γιαγιάς»
– Ο Χρόνος καθηλώνει τη γιαγιά στην πολυθρόνα.

Αυτό είναι μια πραγματική εικόνα που βγαίνει με απλή λογική.

– Δεν καταφέρνει όμως, ο «ανελέητος», να εκτοπίσει το όνειρο, που ανοίγει την ελεφάντινη πόρτα στον δρόμο της ανάμνησης.

Ποια πόρτα ανοίγει τον πραγματικό δρόμο σε αυτή τη «συγχρονικότητα της ασυγχρονίας» του προσωποποιημένου Χρόνου;

– Η Μορφή του Χρόνου βρίσκεται ήδη στη Μορφή της «γιαγιάς», με την κουνιστή πολυθρόνα, ο συσχετισμός με το όνειρο, που βάζει τη μια Μορφή μέσα στην άλλη, δίνει τη διαφορά του Πριν από το Μετά, όλα στο Τώρα!

Ποιο όνειρο είναι απατηλό;

το,
«[…] Ο αφρός της θάλασσας που κρυφομίλησε στην άμμο (;)»

«Η ηλιαχτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι (;)»

«Το βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ (;)»

ή

«Ο ανελεήμονας Χρόνος» που έμαθε να διατάζει (;)

Οι στίχοι μεταφέρουν την ποίηση στην ποιητική!

«Εκεί θα μείνεις
Στην κουνιστή σου την καρέκλα
μια ανάμνηση … (!)»

– «[…] Μια ανάμνηση (;)» – ρωτά η εσωτερική μου ποιητικότητα.

Η κεράτινη πόρτα είναι η πραγματική;
Ή, η ελεφάντινη, που είναι πιο κοντά με τον φόντο της ανάμνησης;

Η Στιγμή, σε στιγμιαία πάλη, νικά τον ανελεήμονα χρόνο! Ακόμη και η αιχμάλωτη στην πραγματικότητα μιας πολυθρόνας, ελευθερώνεται με το όνειρό της, δεν δέχεται την εξαφάνιση της πραγματικότητας μιας ζωής. Η δυνητικοποίηση γίνεται επικοινωνία της Στιγμής στην ποιητική του Χατζηχαμπή. Η αναφορά μου στο «ποιητική», αντί «ποίηση», σε ορισμένα χωρία υποδηλώνει διαλεκτική σκέψη, που συλλαμβάνεται στην ποίηση του ποιητή – όπου εμφανώς ή σε λανθάνουσα κατάσταση δημιουργούσε, αναπτύσσοντας ο ίδιος διάλογο με τον Χρόνο.

Το «όνειρο στιγμής», «επανεισάγει» στη φαντασία την πραγματικότητα μιας ζωής του Πριν, ανοίγοντας την ελεφάντινη πόρτα της ανθρωποποιημένης Στιγμής – όπου διαπιστώνεται η ενσυναίσθηση στην ποιητική διανόηση του ποιητή: ο στίχος μπαίνει μέσα στη στοχαστική Μορφή μιας «γιαγιάς», που θεοποιεί τη Στιγμή, κι’ ο ποιητής ζει μαζί της το Τότε, διά μέσου της συν-αρθρωτής αλυσιδωτής αντίδρασης του Τώρα.

«Όνειρο» και «Στιγμή» υπάρχει πάντα στον άνθρωπο, ακόμη κι αν είμαστε «αφημένοι» και μόνιμα «σε κουνιστή πολυθρόνα», ακόμη και αν και δεν ανιχνεύσαμε την πάλη, που γίνεται μέσα στην «άγνωστη γης μας», ένα μόνο εκατοστό πίσω από το μέτωπό μας.

Ο ποιητής, με το «Όνειρα Αμενηνά», ξεδιπλώνει ποιητικές τοπολογικές συναρτήσεις, από την φαντασία και από την πραγματικότητα, που αφυπνίζουν τις ανησυχίες των αισθημάτων μας. Μάς περνά μέσα από τα σύννεφα της διπλής ενδεχομενικότητας των αισθημάτων, ανοίγοντας τον δρόμο στο «Δελφικό Ε» προς την υπαρκτή μας πραγματικότητα.

Το «Όνειρα αμενηνά», αυτό το ποίημα, με τις υπέροχες στιχουργικές πινελιές του, ενώ φαίνεται να μας παγιδεύει στον «ανελέητο χρόνο», την ίδια στιγμή μάς επιτρέπει να διαρρήξουμε στον χώρο τον χρόνο. Στη συνθετότητά του, με το πρώτο, όπου «το όνειρο, όνειρο/ κι η στιγμή, στιγμή», αποπραγματοποιεί το «βασίλειο της κλεψύδρας», και φέρνει μπροστά μας, το υπέροχο, το «Αιέν ονειρεύεσθαι», το ελπιδοφόρο!
Η «παραδομένη Άνοιξη» στον χρόνο ελευθερώνεται, η «θάλασσα των δακρύων» χαμογελά, τα «θαλασσοπούλια» ισορροπούν με κοινωνικοποιημένα πετάγματα και μελωδίες στα ουράνια ρεύματα! Η δυνητική διάσταση του ποιητή, μάς μεταφέρνει από την αδυναμία στη δύναμη και από τη σκοτεινιά στο φως, που, όπως λέει, «γεννάει κυκλάμινα πάνω στην πέτρα»!

«Το προαιώνο κάλλος,
το φως το πρώτον…

: Δεσμίδα φωτός, που γεννά το όραμα, την προσδοκία,

το «Αιέν ονειρεύεσθαι»!

«Ό,τι έγραψα – λέει ο ποιητής – ήθελα μόνο
να μπορούν να το διαβάσουν οι μέλισσες…»

Με αυτόν τον ποιητικό αφορισμό αγκαλιάζει την Ιθάκη για τον καθένα μας, δίνει την παιδαγωγία ενός οράματος, που ενώνει τους «Ποιητές όλου του κόσμου» να «συλλάβουν τους πολέμους», να «φυλακίσουν το δάκρυ», να «φιμώσουν την πείνα», να «τραυματίσουν την εξαθλίωση», να «αναδυόσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια»!

Αναζητώντας την Ιθάκη της ποίησής του, σταματώ στον στίχο, που κλείνει ένα ποίημα σε ένα άλλο ποίημα,

«Ό,τι έγραψα ήθελα μόνο
να είναι μια ζωγραφιά
:της μουσικής,
:της μελωδίας
:της ειρήνης,
για τα παιδιά του κόσμου»!

Η ποίησή σου όντως είναι αξιόλογη!

Είναι γενεσιουργός ποίηση αξιών. Το κάθε σου ποίημα διαθέτει μια απορροφητικότητα που το κάνει να είναι συνθετικό με τα άλλα, γιατί το ένα ποίημα μπορεί και μπαίνει μέσα στο άλλο, και μπορούν να σχηματίσουν μια νέα συνθετική Μορφή, που στην ανάλυσή της, ενώ διαφέρει από τα μέρη, συνοψίζει την ουσία του όλου στοχασμού. Είναι η περίπτωση που το τραγούδι οδηγεί στον τραγουδιστή!

Μια άλλη πρωτοτυπία του έργου σου, βρίσκεται στο ότι ο αναγνώσας «επανεισάγει» λειτουργικά «Δελφικά Παραγγέλματα», κάτι που το προσφέρεις, χωρίς καν να το είχες επιδιώξει, ίσως είναι μέρος στη φύση ενός μύστη της ποίησης!

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Συμβολή στον αισθητικό φωτισμό της ποίησης του ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ-

Φωτίζουμε απόψε , ο καθένας με τον τρόπο του, την ποίηση και ποιητική του Ανδρέα Χατζηχαμπή, μιας ενδιαφέρουσας και σοβαρής νέας φωνής στον χώρο της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης. Εξαρχής, στην πρώτη μας περιστασιακή γνωριμία – και προτού τον γνωρίσω ως ποιητή – εκτίμησα σιωπηρά τη σεμνότητα και την εγκράτεια που χαρακτήριζε την καθόλου συναναστροφή του. Εκείνο που δεν ήξερα ακόμα, που δεν ήμουν βέβαιος να προϋποθέσω, ήταν το λογοτεχνικά πολύ καίριο ερώτημα: Πόσο μια τέτοια, έκδηλα συγκροτημένη και αυτοκυριαρχούμενη ιδιοσυγκρασία, θα μπορούσε συναισθηματικά κι εκφραστικά να απογειωθεί, και να δώσει επαρκώς εμπνευσμένο λυρικό λόγο! Οι ποιητικές συλλογές του που ακολούθησαν, και ιδιαίτερα η τελευταία με τον τίτλο ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ, έδωσαν μια ανεπιφύλακτα θετική απάντηση: Ναι, ο Ανδρέας Χατζηχαμπής μπόρεσε να γράψει αρκετά ποιήματα με πυκνότητα, υπαινικτικότητα, και δομική αρμονία. Στις καλύτερές του στιγμές- που δεν είναι λίγες- ξεπερνά οποιαδήποτε αφηγηματική χαλαρότητα ή γνωσιολογική υπερφόρτωση- τόσο συχνή στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση – και δίνει ποιήματα υποδειγματικής συνθετικής δομής και ισορροπημένα δοσολογημένου λυρισμού. Αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας τέτοιας ποίησης είναι και οι τίτλοι ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ , όπως και το ποίημα ΚΑΠΟΤΕ, που επέλεξα να σχολιάσω απόψε εν συντομία.

Στο πρώτο ποίημα, τη «ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ», συνυπάρχουν, ή αντιμάχονται ακριβέστερα, δυο αντίρροπες δυνάμεις. Η μια ως ανάγκη της ψυχής να κρατήσει ζωντανό το βιωματικό αποθησαύρισμα, στα νάματα του οποίου διψά πάλι και πάλι να ευδαιμονήσει – ανακαλώντας αδιάλειπτα κι ενσαρκώνοντας μνήμες. Η συγκεκριμένη βιοτική στιγμή, εκκινώντας από το νανούρισμα μιας κουνιστής πολυθρόνας, διαστέλλεται και διανοίγεται, επαναπροβάλλοντας λυτρωτικά τόπους των αισθήσεων, αλλά και της ψυχής αλησμόνητα φτερουγίσματα. Ακούστε πόσο καίρια και αρμονικά ξεδιπλώνεται το ποιητικό σκηνικό:

Τί να ονειρεύεται εκείνη ηστιγμή
αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;
Μέσα στα μάτια της καθρεφτίζονται
ο αφρός της θάλασσας που κρυφοφίλησε την άμμο,
μια ηλιακτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι,
ένα βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ.

Κι ενώ οι παραπάνω στίχοι αντικαθρεφτίζουν και αναπαριστούν τη μαγεία του υλικού κυρίως κόσμου, ο ποιητής με μαεστρία αφήνει τη συμβολική τούτη στιγμή να μπει σκόπιμα στην επικράτεια του ύπνου, οδηγώντας τους στίχους σε τόπους οράματος, ιερότητας και υπερβατικότητας των πραγμάτων. Τώρα ακούεται πια, δίκην φτερωτής ψαλμωδίας, ένας άλλος βηματισμός και διαφορετικό κτύπημα φτερούγων:

Κάνει πως κοιμάται κι ονειρεύεται
πως με δυο διάφανες φτερούγες πετάει
στον ουρανό της αιωνιότητας,
στην ιερότητα της διάρκειας,
στην ελευθερία των ονείρων.

Η διαλεκτική όμως αντιμαχία της ζώσας συνείδησης, που ονειροπόλα προσδοκεί την υπέρβαση του εφήμερου- και των άκαμπτων φυσικών νόμων, που θέτουν τα όρια της φθοράς και θνητότητας – έρχεται με αυστηρότητα και κυνισμό να προσγειώσει τον αναγνώστη στην πραγματικότητα που σενέχει τον κόσμο, έτσι όπως ορίζεται απ’ τους ακόλουθους στίχους:

Ο χρόνος ανελεήμονας,
τη διατάζει
«εκεί θα μείνεις
στην κουνιστή σου την καρέκλα
μια ανάμνηση».

Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής όμως, δεν κλείνει με τέτοιους καταθλιπτικούς κι απαισιόδοξους στίχους. Έχοντας επίγνωση της νομοτελειακής κι αναπόδραστης έκβασης των ανθρωπίνων, αναιρεί συγκινησιακά το υπαρξιακό αδιέξοδο κι ανοίγει ποιητικά χώρο επιβίωσης της ελπίδας και του ονείρου. Έτσι καταλήγει με τους εξής ελπιδοφόρους στίχους:

Μα το όνειρο, όνειρο
κι η στιγμή, στιγμή,
υπάρχει
και χθες
και σήμερα
και αύριο.

Πόσο ευτύχησε ο Ανδρέας Χατζηχαμπής σ’ αυτό το ποίημα; Βγαίνει πιστεύω καθαρά, πως αρχιτεκτόνησε άρτια την ολότητα της σύνθεσης. Στο πρώτο μέρος έφτιαξε το ονειρικό σκηνικό, που θα διευκόλυνε το συναισθηματικό ξεδίπλωμα και την ενεργοποίηση της μνήμης. Οι εικόνες του- καθρεφτιζόμενες με λαγαρότητα στην μαγική ενδοχώρα μιας στιγμής, εκτυλίσσονται μετρημένα και χωρίς αναλυτικότητα ή πλατυασμό. Ανοίγουν διάπλατα την εξωτική αυλαία ενός κόσμου που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ενός κόσμου – που ο χρόνος παίρνοντας τη σκυτάλη στους επόμενους στίχους – θυμίζει πως είναι απλώς μια ανάμνηση μακρινή. Είναι εδώ που ο ποιητής παρεμβαίνοντας σαν από μηχανής λυτρωτικός Θεός – σηκώνει ανάλαφρα τον αναγνώστη στο φτερωτό όχημα της ποίησης, θυμίζοντας το διαχρονικό κι αναφαίρετο δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα. Κάτι που μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να εμπνεύσει και να ενεργοποιήσει το πέταγμα στον παράδεισο της δημιουργίας – και πιο πέρα ακόμα, στον ουρανό της αιωνιότητας. Ακόμα κι αν τούτο μας φαίνεται σαν μια ψευδαίσθηση ποιητική, φτάνει που αυτή η ψευδαίσθηση ανεβάζει, έστω για λίγο, τον πήχυ της ψυχικής και πνευματικής ευδαιμονίας.
*
Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «ΚΑΠΟΤΕ» , έχει μια βαθιά νοηματική και αισθητική συγγένεια με το προηγούμενο ποίημα, που μόλις σχολίασα. Αναπαριστά παράλληλα με δυνατές εικόνες, τις αιώνιες και διαλεκτικά αντιμαχόμενες δυνάμεις της ανθρώπινης μοίρας. Προβάλλει αισθητηριακά – ήτοι βαθιά ποιητικά – την ακατάπαυστη σε διάρκεια διελκυστίνδα ανάμεσα στην άνω θρώσκουσα και την κάτω θρώσκουσα ροπή, ανάμεσα στη δόξα των υψηλών και ωραίων, και στην καταχνιά των ανάξιων και χαμερπών της ζωής. Με τη δυαδική τούτη συμβολική δυναμική ηλεκτρίζονται αισθητικά και και κυλούν απρόσκοπτα οι στίχοι των πρώτων τριών κινήσεων του ποιήματος, των οποίων το μέτρο και τις εκφραστικές ισορροπίες καθορίζει εύστοχα κι αποτελεσματικά ο τεχνίτης ποιητής.

Κάποτε δεν είνα παρά
μια βουτιά στο υπερούσιο φως,
μια λάμψη διαρκείας
μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.
Κάποτε πάλι δεν είναι παρά
ένα άγγιγμα του ήλιου,
ένα λυχνάρι πού’ γινε φως,
πάνω από πλόες ατελέσφορους,
πάνω από πικρά ναυάγια.

Κι ενώ η επέλαση των σκοτεινών πλευρών της αντιφατικής ανθρώπινης φύσης, στην επόμενη στροφή κορυφώνεται – με θλιβερές φιγούρες να κινούνται αμήχανα «εξορίζοντας τα όνειρα», ή μετέχοντας στο «άδικο» και την «απληστία»- έρχεται πάλι ο ποιητής να ρίξει στη ζυγαριά το αναμφισβήτητο βάρος του, ορθοδρομώντας το ποίημα. Ελπιδοφόρα κι ανακουφιστικά ξεδιπλώνεται κι εδώ η κατακλείδα του ποιήματος, που μέσω της persona του ποιητή ευαγγελίζεται για τον άνθρωπο μια πιο καταξιωμένη ζωή. Θριαμβικά τότε ακούεται η φωνή του να καλεί με παιδική σχεδόν αθωότητα:

Καράβια όνειρα
εμπνεύσεις της ζωής,
θαύματα ιδεών,
λευκά πανιά
στου γλαυκού το πανώριο ταξίδι,
ελάτε πάρετέ μας…

Κλείνοντας, συγχαίρω τον φίλο Ανδρέα Χατζηχαμπή- που κατέθεσε προς βαθύτερη τέρψη αρκετά τέτοια, αισθητικά και σημασιολογικά κατορθωμένα ποιήματα.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ

Αναφορά στο ποίημα της συλλογής: Ό,τι έγραψα

Στην ποιητική συλλογή του αγαπητού μας Α. Χατζηχαμπή «Όνειρα αμενηνά», ανάμεσα σε άλλα ξεχωριστά ποιήματα που διακρίνονται για τη συνεκτικότητα αλλά και για την αρτιότητα τους, στη σελίδα 41 ξεχωρίζει και το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Ο,ΤΙ ΕΓΡΑΨΑ». Σ’ αυτό ο ποιητής – δημιουργός κάνει αρχή με μια τρυφερή συνομιλία με τον Ποιητή και Δημιουργό του παντός. Με σεμνότητα απευθύνεται στον Κύριο. Εννοεί ασφαλώς τον Κυρίαρχο των πάντων και Παντοκράτορα, για το τόλμημά του να γράφει ποίηση. Με απολογητικό μάλιστα ύφος αναφέρει:

«Δεν με ενδιαφέρει ποτέ Κύριε/ να αρέσω στον κόσμο./ Ό, τι έγραψα ήθελα να το διαβάσουν/ οι μέλισσες, οι ποταμοί, οι θάλασσες, να μπορούν να το μαζέψουν / ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα/ ή έναν αμφορέα με ρέον φως/ τα παιδιά του κόσμου./ Ό, τι έγραψα ήθελα μόνο/ να είναι μια ζωγραφιά του ονείρου/ για τα παιδιά του κόσμου»

Στους στίχους του πιο πάνω ποιήματος διακρίνουμε καταρχήν να υπάρχει, κοντά στ’ άλλα, όπως και σε ορισμένα άλλα του ποιήματα, ήθος και γραφή, που σε κάποια σημεία, θυμίζει γραφή Νικηφόρου Βρετάκου ή ποιητών όπως ο Νίκος Αρβανίτης, ο αείμνηστος Νίκος Β. Τυπάλδος, ο Ματθαίος Μουντές ή ο Παντελής Πάσχος και άλλοι. Ποιητές που ανήκουν σ’ ένα από παρακλάδια των Ελληνικών μας Γραμμάτων, στα Ελληνορθόδοξα Γράμματα. Η θρησκευτική ποιητική δημιουργία, είναι ευρέως γνωστό, πως ανήκει στις πιο δύσκολες ποιητικές δημιουργίες. Εδώ ο ποιητικός λόγος, για να είναι γνήσια και αληθινή ποίηση, πρέπει να είναι, κυρίως, έμμετρος βιωματικός λόγος. Ο λόγος του χριστιανού ποιητή, ταπεινός, φυτρώνει και αναπτύσσεται και γίνεται δέντρο έξω από τον περίβολο του ναού και οι ρίζες του, απλωμένες, παίρνουν τη δύναμη και τους χυμούς κάτω από το ιερό βήμα και την Άγια Τράπεζα. Τον χριστιανό ποιητή – λογοτέχνη «δεν τον ενδιαφέρει ποτέ Κύριε / ν’ αρέσει στον κόσμο» ( αναφέρομαι στους δυο πρώτους στίχους)

Από κάποιο σημείο ξαναδιαβάζω το ποίημα:

«Ότι έγραψα ήθελα μόνο
να μπορούν να το διαβάσουν
οι μέλισσες, οι ποταμοί, οι θάλασσες,
να μπορούν να το μαζέψουν
ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα
ή έναν αμφορέα με ρέον φως

( πολύ δυνατός εδώ ο στίχος)

τα παιδιά του κόσμου.
Ότι έγραψα ήθελα μόνο
να είναι μια ζωγραφιά του ονείρου
για τα παιδιά του κόσμου»

Ο ποιητής θέλει, επιθυμεί στην ουσία αυτό που έγραψε – εδώ ας θυμηθούμε τον τίτλο του ποιήματος, «Ο, τι έγραψα» « να μπορούν να το μαζέψουν / ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα/ ή έναν αμφορέα με ρέον φως/ τα παιδιά του κόσμου»

Στο κρίσιμο αυτό σημείο ο ποιητής, με το συγκεκριμένο ποίημα ή και με τα άλλα ποιήματά του, επιζητεί οι στίχοι του να ΄ναι αγρολούλουδα. Αγρολούλουδα φυτρωμένα στον κάμπο, για να μπορούν και να έχουν τη δυνατότητα να τα «μαζέψουν.. τα παιδιά του κόσμου». Θέλει η ποιητική του γραφή, να μην την πνίγει το σκοτάδι αλλά να τη λούζει το ζωογόνο φως . Να΄ ναι αμφορέας γεμάτος «με ρέον φως».
Και διερωτώμαι. Με ρέον φως δεν πρέπει να είναι λουσμένη η αληθινή ποιητική δημιουργία; Ο γνήσιος ποιητής, μέσα από την κάθε ποιητική του συλλογή, μαζεμένα «σε αμφορέα» δεν πρέπει να φυλάει τα ποιήματά του και να τα προσφέρει «ρέον φως» για τα «παιδιά του κόσμου»; Ότι με έμπνευση γράφει αποτελεί, παράλληλα, και «μια ζωγραφιά του ονείρου». Του αποκλειστικά δικού του ονείρου και αποδημώντας αφήνει το «αποκλειστικό του όνειρο», τα οράματα του γραμμένα σε ποιητικό λόγο, κληρονομιά «για τα παιδιά του κόσμου». Αν είναι έργο άξιο προσοχής, αν είναι αξιόλογο, αν είναι ακριβώς «ρέον φως» θα είναι μια κατάθεση ενός φωτισμένου πνεύματος για τις επόμενες γενιές του κόσμου.

Ο κάθε αληθινός ποιητής, ότι έγραψε, στ’ αλήθεια, δεν το έγραψε με το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου; Σ’ αυτό τον κόσμο του φωτός βλέπω πως από τα πρώτα δειλά του βήματα άρχισε να κινείται και επιζητεί να δημιουργεί ο ευαίσθητος ποιητής Ανδρέας Χατζηχαμπής. Σε μια δημιουργική προσπάθεια που ευχόμαστε, με την πάροδο του χρόνου, να ωριμάζει, να δένει, να συμπυκνώνεται και περισσότερο να καρποφορεί.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Για το ποίημα Στην αυγή του νέου χρόνου

 

ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στην αυγή του νέου χρόνου
δόθηκε συναγερμός στους τραυματιοφορείς
των ονείρων,
τα νέα όπλα είναι δυνατό να σκοτώσουν
χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα,
να σωπάσουν για πάντα
χιλιάδων παιδιών τις φωνές.
Οι νέοι πύραυλοι είναι δυνατό
να ξυπνήσουν
χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια.

Επιτυχημένη δοκιμή νέων βαλλιστικών πυραύλων.

Στην αυγή του νέου χρόνου
δόθηκε συναγερμός στα όνειρα
των τραυμάτων,
τα νέα ποιήματα μπορούν να ζωντανέψουν
χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα,
να ξυπνήσουν για πάντα
χιλιάδων παιδιών τις φωνές.
Τα νέα ποιήματα είναι δυνατό
να κοιμίσουν
χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια.

Στην αυγή του νέου χρόνου
οι ποιητές και τα όπλα τους
θα σώσουν τον κόσμο.

Πρόκειται για ένα ποίημα καθαρά αντιπολεμικό. Ο ποιητής χωρίς εισαγωγές και περιττολογία, μπαίνει στο θέμα κατευθείαν, με εύγλωττους και δυνατούς στίχους.
«Στην αυγή του νέου χρόνου, δόθηκε συναγερμός στους τραυματιοφορείς των ονείρων, τα νέα όπλα είναι δυνατό να σκοτώσουν χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα».
Οι στίχοι αυτοί είναι μια σπαραχτική κραυγή, από έναν ιδεολόγο ποιητή, ο οποίος έχει συναίσθηση του τι συμβαίνει γύρω του, ανησυχεί για τον κόσμο και προειδοποιεί τον άνθρωπο για τον χειρότερο και πιο φριχτό εχθρό του, που δεν είναι άλλος από τον πόλεμο.

Στη συνέχεια σε μια εύστοχη και ισοζυγισμένη αντιπαραβολή, θέλει την ποίηση να νικά κάθε κακό και να φέρνει τη σωτηρία στον άνθρωπο.
Με μια αρχιτεκτονική δομή «ακριβείας» ο ποιητής δομεί το όλο σώμα του ποιήματος με περισσή μαεστρία. Δύο στροφές δομημένες με ακριβώς τον ίδιο αριθμό στίχων, ακόμα και τις ίδιες λέξεις μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται η αφόρμηση, η ποιητική αφορμή που εμπεριέχει εκείνο το συναισθηματικό φορτίο για να κινητοποιήσει τον ποιητή. «Επιτυχημένη δοκιμή νέων βαλλιστικών πυραύλων». Με την επιδεξιότητα ενός άριστου τεχνίτη του λόγου καταφέρνει να δημιουργήσει μια αντιπαραβολή μοναδικών εικόνων, υψηλών και διαχρονικών νοημάτων, βαθιών και διαπεραστικών συναισθημάτων στον αναγνώστη του.

Η πρώτη στροφή με την αγωνία του ποιητή για τον πόλεμο, η δεύτερη στροφή με την ελπίδα και το όνειρο «Τα νέα ποιήματα είναι δυνατό να κοιμίσουν, χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια». Και στο τέλος η προσωπική κατάθεση του ποιητή που είναι μια αισιόδοξη κατακλείδα «Στην αυγή του νέου χρόνου οι ποιητές και τα όπλα τους, θα σώσουν τον κόσμο», ώστε να αφήσει τον αναγνώστη του με ένα δυνατό και αισιόδοξο στίχο, όπως συνηθίζει σε πολλά ποιήματά του ο Ανδρέας Χατζηχαμπής.
Χωρίς το απρόοπτο, το αναπάντεχο, το μη αναμενόμενο, το ποίημα αυτό αποτελεί μια προσωπική αντιπολεμική κατάθεση του ποιητή, που τον κατατάσσει στους αντιπολεμικούς ποιητές που έχουν υμνήσει την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης ως νόημα ζωής και διέξοδος απέναντι στις ολέθριες επιπτώσεις του πολέμου. Αντιπολεμικός ποιητής όπως ο Γ. Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μ. Αναγνωστάκης. Αντιπολεμικά μηνύματα έχει και σε άλλα ποιήματα του ο Ανδρέας Χατζηχαμπής όπως το ποίημα που ακολουθεί στη συλλογή «Όνειρα Αμενηνά» με τίτλο «Ποιητές όλου του Κόσμου».

Το ποίημα «Στην αυγή του νέου Χρόνου» αφυπνίζει και συγκινεί.

 

 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΕΛΙΡΗΣ
Εκπαιδευτικός – Λογοτέχνης

 

ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»
(ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ)

Πήρα να διαβάσω το νέο αποκύημα του πνεύματος και της αισθαντικότητας
του Δρ. Χατζηχαμπή και βρέθηκα απ’ αρχής να περιπλανιέμαι, συνοδοιπορώντας μαζί με τον ποιητή, σε κόσμους παραδεισιακούς και
κρυφογωνιές φυσικής ομορφιάς και γαλήνης. Η ποίηση του αγαπητού Αντρέα
δεν είναι εγκεφαλικά ένα ψυχρό κατασκεύασμα υψηλών νοημάτων και
προβληματισμών. Είναι μια αρμονική σύζευξη λυρισμού και μοντέρνας
ποιητικής έκφρασης, που εύτολμα διακινείται σε χώρους μαγευτικούς κι όρους φυσιογνωστικούς, που μετατρέπονται σε ακτινοβόλα σύμβολα των
προβληματισμών και των φιλοσοφημάτων του. Έτσι, πορεύτηκα σ’όλη τη
διαδρομή της νέας του ποιητικής συλλογής «Στην Ακτή των ποιητών», με τον
λυρισμό του τίτλου της να σε προδιαθέτει, με άκρα συγκινησιακή παρόρμηση
και ψυχική ευφορία αναντίλεκτη. Απόλαυσα τον λυρισμό των εικόνων και των
όρων του φυσικού περιβάλλοντος, τον δυναμισμό και τον πλούτον των
εκφραστικών του μέσων, τον λυρισμό των στίχων των ποιημάτων του, που
ως συμβολική υπόκρουση, χαϊδεύει και γαληνεύει τις ψυχές. Ακόμα κι όταν η
ψυχή του ποιητή αντιβοά, σε θέματα πατρίδος και κοινωνικών
προβληματισμών, η αγωνία του αυτή καταλαγιάζεται κι εκφράζεται με στίχους
ικετήριας προσευχής στο Θεό.

«Είθε ο Θεός να φανεί ίλεως εις τας ψυχάς μας»

Μ’ αυτή την προλογική προδιάθεση ας πορευθούμε όλοι μας, σε
συνοδοιπορία με τον ποιητή, στην πνευματική και καρδιακή περιπλάνηση του,
μορφοποιώντας σε στίχους τους προβληματισμούς της ψυχής του, μέσα σε
μια κοινωνία «λωτοφάγων», που σύνθλιψε τους οραματισμούς της καρδιάς
και ζεί, ευοχούμενη, στα ζωώζη ένστικτα και τα αισθητήρια της σάρκας.
Έτσι ο ποιητής, απ’ αρχής, μελωδεί τους αρπισμούς της σκέψης του και
στέρεά τους διαχέει στην ομορφιά της φύσης στα άνθια – βοτάνια της, που
θεραπεύουν κάποιες αδυναμίες έκφρασης, κι αναζητά βοήθεια γι’ αυτό, στους
βηματισμούς της Ιστορίας μας, αλλά και στον φωτισμό της Παναγιάς και των
Αγγέλων.

«Το μόνο που θα βρείτε μέσα μου είναι
οικοσυστήματα του φωτός
και βιότοπος του ωραίου
Αγγέλους μυριόφτερους
και Παναγιές παρθένες
να με ξυπνούν, να μου λαλούν
να τραγουδούν, να γράφουν
(Εταζόμενος)

Ο ποιητής εξειδικεύει τα ερεθίσματα της έμπνευσής του και μαγεύεται από τις
ομορφιές της θάλασσας. Κάνει προέκταση της σκέψης του κι αφήνει την ψυχή
του να πλανηθεί, ν’ανεμοδαρθεί, ανάμεσα στους ερυθρωπούς Αλίανθους,
μέσα στο δημιουργικό δυναμικό του λόγου, το κατοικητήριο της έμπνευσής
του, που γεννοβολά άνθια μύρια, τους στίχους του.

«Πόσοι στ’αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα
Κρατούν τις σάλπιγγες σ’όλες της γης τις θάλασσες
Κι η ψυχή τους ανεμοδέρνεται ανάμεσα στους αλίανθους
Το ενδιαίτημα των στίχων που άνθισαν.»
(Παρά θίν’αλός)

Έτσι αρχίζει μια πορεία εκζήτησης του ονείρου, της φαντασίας και της
πραγματικότητας, συνδιασμένης με το λυρισμό της φυσικής ομορφιάς. Οι
ποιητές, υπερβαίνοντας τις πραγματικότητες της καθημερινότητας,
πορεύονται «εν αγαλλιάσει», ιππεύοντας τις ακτίνες του ήλιου, να
συναντήσουν:

«Ως οι δρυάδες και αι νύμφες,
Ως οι νεφέλες και οι νηρηϊδες
Αχανή τα ποσειδώνια λιβάδια των οραματισμών
Και τις υγρές ερήμους των στοχασμών
Να δουν τα ψάρια πουλιά,
Τους ανθρώπους θεούς»
(Πνευματική πολιτεία)

Ο ποιητής συνεχίζει να’ναι προσκολλη μένος εκεί «Στην Ακτή των ποιητών»,
«Παρά θιν’ αλός», στ’ ακρογιάλι της έμπνευσής του, αποστασιοποιημένος
από τα εγκόσμια. Ταξιδεύει με τα φτερά της ίριδας και τις ακτίνες του ήλιου,
ταξιδεύει με τα ασπραποβόλα πετάγματα της φαντασίας του σε ποσειδώνια
λιβάδια των οραματισμών του, στη δημιουργική του μοναξιά, «την υγρή έρημο
των στοχασμών» του, για ν’ αντικρύσει το υπερβατικό: τον άνθρωπο θεό, τον
θεωμένο άνθρωπο, που τα φωτεινά του έργα καταυγάζουν τα σκοτάδια της
κακίας. Για τον ποιητή το σκοτάδι και η πνευματική άνυδρη έρημος είναι
πράγματα έξω από την τεχνοτροπία και τη δόμηση των στίχων του. Κυρίαρχο
στοιχείο δόμησης των στίχων του οι ιριδίζουσες ακτίνες του Ήλιου της ζωής,
του άκτιστου Φωτός της Θεότητας. Ως άριστος επιστήμονας φυσιογνώστης
και στην πράξη, αλλά και στα πετάγματα της έμπνευσής του παιδεύεται
κυριολεκτικά, περιδιαβάζει, ταυτίζεται, μαγεύεται από θάμνους και λούλουδα
ευωδιαστά, σύμβολα των πνευματικών του ανησυχιών.
Σε μια υπέροχη σύνθεση, μια ζωγραφιά δόκιμου ζωγράφου, παρουσιάζει τα
λουλούδια, τις εμπνεύσεις του, να επαναστατούν εναντίον του, γιατί τα
ονομάζει «άγρια» κι αυτός υπόσχεται να τ’ αγαπά με δύναμη, γιατί είναι
«παιδιά δικά του», δικά του δημιουργήματα.

«Πέρυσι σ’εκείνο το ρυάκι
Φοβήθηκα την ανταρσία των λουλουδιών,
Μαζεύτηκαν ολόγυρα μου και απαίτησαν
Να διορθώσω το λάθος μου,
Απαίτησαν να μην τα αναφέρω ξανά άγρια,
Μου’ παν για τις μέλισσες που ταΐζουν
Τους το υποσχέθηκα
Ιδίως σε εκείνα τα κρυστάλλινα
Που κουνούσαν το δακτυλάκι του.
(Η πορεία των στίχων)

Κι αφού ο ποιητής μάς περιδιάβασε μέσα από τα όμορφα και τα εξαίσια της
φύσης, που συμβολίζουν τις εμπνεύσεις του και το εκφραστικό προζύμι των
στοχασμών του, πορεύεται με ευλάβεια προς το σύστοιχο στοιχείο κάθε
βουνοκορφής, τα ξωκλήσια μας. Με μια θαυμάσια σύζευξη πατερικής
ποίησης, με ποιητές που άρθρωσαν εξαγιαστικό λόγο, με πρώτο μαϊστορα
τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προβάλλει τις «πνευματικές πυγολαμπίδες»,
ταις «εν πνεύματι θείω», να φωτίζουν ως ιερά αγιοκέρια τα βάθη της ψυχής.

«Οι πυγολαμπίδες ανάβαν κεριά το σώμα τους
και φώτιζαν σαν σκόνη αστρική
τους γαλαξίες της ψυχής τους».
(Εαρινή λειτουργία)

Διαβαίνοντα&με τον ποιητή το Δεύτερο μέρος της ποιητικής του συλλογής,
που βασικό δομικό στοιχείο των στίχων και των προβληματισμών του είναι οι
«βοτανικοί όροι», θ’απολαύσουμε εικόνες εξαίσιου κάλλους, συνταιριασμένες
με όλα τα είδη των φυσικών εναλλαγών του περιβάλλοντος, με ό,τι το πιο
ωραίο ετεχνοτρόπησε ο των Απάντων Ποιητής και Δημιουργός, ο Θεός. Το
φυσικό περιβάλλον σ’όλες τις εκφάνσεις και τις αποχρώσεις του είναι
επιστημονικά οικειότατο στον ποιητή, γΓαυτό γίνεται εύπλαστο δομικό υλικό
πυργοποίησης εννοιών και εικόνων πνευματικής αρτιότητος. Μπροστά στην
«Ελληνική Γλώσσα» αποκαλύπτεται με σεβασμό και περηφάνια κι ανυμνεί
πινδαρικά με «βοτανικούς όρους».

«Πολυετής, πολύκλαδη, σαρκώδης,
Ολόρθη, έμμορφη, αγαπημένη J
Ανεμοχωρούσα πολύμορφους
Απαστράπτοντες κρυστάλλους
Του κόσμου υψίπεδο,
Η Ελληνική μας Γλώσσα»
(Η Ελληνική γλώσσα)

Κυρίαρχο στοιχείο και μέλημα πρωταρχικό στην έμπνευσή τούτοι ποιητές,
αυτά τα «παράξενα», «σημαδιακά» όντα, τα εξωκοσμικά, που κοιμισμένοι και
ξύπνιοι ονειρεύονται την ομορφιά.

«Στο μαύρο της νύκτας κοιτάζουν ακόμη τ’άστρα,
Στις Κυριακές τ’απόγευμα μαζεύουν αγριολούλουδα,
Γοάφουν στίχους στην άμμο για τη θάλασσα,
Να’ρθει να τους πάρει και να φύγει.
Μαζέψτε αυτούς, που έχουν τη δύναμη ακόμα να ονειρεύονται.
Αποτελούν τους φορείς της Άνοιξης.
(Οι Φορείς της άνοιξης)

Κατ’αντιδιαστολή, με παραπλήσιο πνευματικό πέταγμα εισχωρεί αθέατος στις
φυλλωσιές των βελανιδιών, σε ακροποταμίσιες μυστικές ομορφιές, παρέα με
τα «κοάζοντα άφρονα βατράχια» να ανιχνεύσει τους πνευματικούς
ανθρώπους, που:

«κρύβουν τα μάτια και βλέπουν
Τη στιγμή που διαστέλλεται,
Την αιωνιότητα που συμπυκνώνεται
Στην ψύχα των καρπών τους».
(Πνευματικοί άνθρωποι)

Είναι πραγματικά εξαίσια χαρακτηριστικός ο τρόπος που ο ποιητής
ζωγραφίζει και σμιλεύει οπτασίας όνειρα και απεικονίζει πνευματικά ιδιώματα
κι ιδέες πανανθρώπινες, μορφοποιώντας τις μέσα από πληθώρα εικόνων και
βοτανικών όρων. Στον «βράχο», στον βαρύ κι ακατέργαστο όγκο του
τσιμέντου, που συνθλίβει τα στήθια και τις ψυχές των ανθρώπων στις πόλεις
με τις «υψηλές θερμοκρασίες» και τις «υψηλές πιέσεις», ο ποιητής
οραματίζεται ανανεωτικά οράματα και σωστικές «εικονοπλασίες»

«Κρυμμένος μέσα στο βράχο μου,
Θ’αρχίσω να σμιλεύω, να σμιλεύω,
Να φτιάξω δέντρα, άλση, δάση ολάκερα,
Φως, ήλιο, θάλασσες ν’αποτυπώσουν το είναι μου,
Τα παιδιά, τα λουλούδια, τα χρώματα και το φώς μου.»
(Απολιθωματοποίηση)

Στο βραχνά του τσιμέντου και της πνικτικής ατμόσφαιρας των πόλεων, βράχος αποξένωσης των ανθρώπων «το ιδιοτελές» κι η μανία του προσωπικού κέρδους. Δίνουμε τα χέρια, κάνουμε χειραψία μονάχα σε συνθήκες ιδιοτέλειας και συμφέροντος την Αγάπη την αποδιώξαμε, στρέψαμε αλλού το πρόσωπο μας, σφυρίζοντας αδιάφορα. Δεν δίνουμε τα χέρια στ’όνομα της Αγάπης και πορευόμαστε στη ζωή ψυχροί κι εγωιστικά αυτάρεσκοι. Κι όμως ο ποιητής αποζητά να του συντύχει μια χειραψία, έστω και παγερή, μια χειραψία τέλος πάντων, που να ενώνει:

«Νοστάλγησα μια χειραψία
Που να νιώσω, έστω, την παγωνιά του συντυχάνοντα»
(Η παρακμή της χειραψίας)

Η ιδιοτέλεια κι η αδιαφορία που βασιλεύουν στη σημερινή κοινωνία της
αυταρέσκειας και του συμφέροντος προβάλλεται με αγωνιώδες παράπονο
στην άρνηση της φιλοξενίας και της επικοινωνίας με τον συνάνθρωπο, γίναμε
«αξένιοι». Αν είχαμε έστω κι ελάχιστη επιθυμία φιλοξενίας, δεν θα κτίζαμε τις μικρές εξοχές των σπιτιών μας, για να εξοικονομήσουμε χώρο και δεν θα
εμποδίζαμε τα χελιδόνια να κτίσουν τις φωλιές τους στα υπόστεγα μας.

«Αν είχαν γνώση οι αξένιοι
Δεν θα τό’ χτιζαν και κείνο το υπόγειο.
Αν είχαν γνώση
Δεν θα πρόδωναν τις φωλιές των χελιδονιών»
(Αξένιοι)

Ο λυρισμός του ποιητή συνεχίζει να είναι μουσική υπόκρουση αδιάλεπτη.
Υμνώντας τον μήνα Αύγουστο, μήνα της γέννησης του, μ’όλες τις χάρες και
τις ομορφιές μιας γλυκειάς, αυγουστιάτικης φεγγαροβραδιάς θα του μπλέξει
στεφάνι από γιασεμί και θα του χαρίσει από ευγνωμοσύνη ένα ολάνθιστο
αλίανθο.

«σαν περπατά στην ακροθαλασσιά των Φοινικούδων,
σαν θα’χει υπό μάλης την πανσέληνο του»
(Αύγουστος)

Και προεκτείνοντας τον λυρισμό του σε μια θαυμαστή σύνθεση, τραγουδά και
προβάλλει όλες τις φυσικές ομορφιές τ’Αυγούστου, που συγκροτούν τη μαγεία
του σύμπαντος και την αδιάκοπη ροή στον κύκλο της ζωής.

«Όλη η βλάστηση μια αγκαλιά,
Όλη η αγκαλιά ελπίδα.
Όλα σωπαίνουν, μόνο ο γρύλος κατάλαβε ότι ήρθε,
Μόνο ο γρύλος κατάλαβε ότι ήρθε σιμά η αθανασία»
(Αθανασία)

Σ’ένα εξαίσιο καταληκτικό μοτίβο ο ποιητής ανυμνώντας λυρικά την
«Εσπερινή άνοιξη» μ’ένα τρόπο που μαγεύει κι αιχμαλωτίζει τα μύχια της
ψυχής, αναφέρεται σε ποιητικές εικόνες της ακροποταμιάς «των ονείρων μας» και «στις λεύκες, που ευθυβόλησαν την κόμη τους», σε κληματαριές που
γεμίζουν την ερημιά των σοκακιών.

«Αμφίβιες συναυλίες στην ακροποταμιά των ονείρων μας,
οι λεύκες ευθυβόλησαν την κόμη τους
κατ’ευθείαν στις συστοιχίες των αστεριών
κι οι κληματαριές με τα κρόσια. τους πασχίζουν
να γεμίσουν την ερημιά των σοκακιών.»

Παγιδευμένος από την ομορφιά της φαντασίωσης του και την επιστημονική
ενασχόληση του με λουλούδια και φυτά συνέρχεται.

«Τινάζομαι μη και ξεχάσω κανένα,
Πριχού αποκάμω,
Πριχού το γαρύφαλλο κουραστεί»
(Εσπερινή άνοιξη)

Σ’ένα επιλογικό ποίημα του Β’ Μέρους της συλλογής λαξεύει, σε βράχο
γρανιτένιο, εγχάρακτα, με πύρινα γράμματα, μια εναρκτήρια λέξη των στίχων
το «χάσαμε», να δηλώνει τραγικά τη θηριοποίηση και την εκβάρβάρωση του
ανθρώπου. Ό,τι το πιο ωραίο, ό,τι υψηλό δημιούργησε το ανθρώπινο πνεύμα,
ό,τι συνιστά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ό,τι χαρακτηρίζει τη θεϊκή
συνομολόγηση «ποιήσωμε άνθρωπον κατ’εικόνα ημών και ομοίωσιν»,
συντρίφτηκε, βεβηλώθηκε, εκθεμελιώθηκε από τους φορείς του Κακού.
Εναγώνια στο τέλος αναφωνεί έμφοβος:

«Ω Θεέ μου, η ανθρωπότητα σταυρώνεται
Ω Θεέ μου, η ανθρωπότητα πεθαίνει,
Ω Θεέ μου, η εικόνα σου πεθαίνει»
(Χάσαμε)

Εν τέλει, κι αυτή είναι η τραγική αλήθεια, γίναμε «λωτοφάγοι». Ριχτήκαμε με τα μούτρα στον αισθησιασμό και στη λατρεία της σάρκας και ξεχάσαμε την
Πατρίδα. Αρνηθήκαμε την ιερή προτροπή «να φυλάγουμε Θερμοπύλες» και
κρύψαμε «τα γαλάζια» ντουφέκια μας στα υπόγεια των ξενοδοχείων,
αποπροσανατολίζοντας τους εαυτούς μας. Ναρκωμένοι από την επήρεια και
την ηδονική γεύση των «λωτών» της καταναλωτικής μας κοινωνίας,
διαστρέψαμε κι απορρίψαμε σε σκουπιδότοπο ό,τι αγνό και ιερό, την ίδια την
καρδιά μας: Κάποιοι, οι πιο πολλοί από εμάς:

«Έτσι, ελεύθεροι τώρα και αδέσμευτοι πολίτες
Φόρτωσαν στις ράχες τους
Εκείνο το λογχοειδές χρυσόφυλλο,
Που από καιρό τους ενοχλούσε
Να το απορρίψουν για ανακύκλωση ή κανένα σκουπιδότοπο»
(Η προετοιμασία των λωτοφάγων)

Στην αγωνία του ο ποιητής και στην κατάπτωση από τη λωτοφαγία, σωστικά
προσφεύγει στον επικό Αγώνα της ΕΟΚΑ κι αποζητά, εκ μέρους όλων,
εξιλέωση και συγχώρηση από τον Θεό, για τον εθελούσιο εγκλωβισμό μας
στη Black Maria των καιρών μας, στα πάθη και τις εφάμαρτες ροπές μας. Κι
αναφωνεί:

«Είθε ο Θεός να φανεί ίλεως εις τας ψυχάς μας»
(Ξαναβιώνοντας τον αγώνα)

Επιλογικά ο Δρ. Χατζηχαμπής καταθέτει τρία ποιήματα με γενικό τίτλο «Με
Πρωτοκαθεδρία Υποκειμένων». Κυρίαρχα στους στίχους ουσιαστικά ονόματα,
ως υποκείμενα πρότασης να ερμηνεύονται, επεξηγηματικά, με
κατηγορηματικές φράσεις, σε μια συνεκτική σύζευξη, έτσι που στο τέλος αυτή
η ανομοιογενής παράθεση ουσιαστικών να καταλήγει σε μια γενική
απόφανση, σ’ένα φιλοσοφικό απόσταγμα. Έτσι στο πρώτο ποίημα

«Προσμονή» τα ουσιαστικά ονόματα: οι γρίλιες, το στυλό, τα χέρια, ο
οινοχόος, το βλέμμα, οι σκέψεις, καταλήγουν στη γενίκευση
«οι λέξεις απέφευγαν, επέκτειναν υπερβολικά τα όρια των νοημάτων τους,
η καρδιά αποσύρθηκε εντός των τειχών.

Έρημος»

(Προμονή)

Στο δεύτερο ποίημα «Ημικατοχή» με την κατηγορηματική ερμηνεία των
ουσιαστικών: «οι δίσκοι, τα πηρούνια, οι καρέκλες, τα χημικά, οι κουβέντες, τα αυτοκίνητα, οι τσέπες, καταλήγει στο απόσταγμα της στόχευσης του:

«Οι θυρίδες αποταμίευαν τα μισοφαγωμένα πουγκιά,
Τα όπλα κρατούσαν την ημικατεχόμενη πατρίδα.
Έλεος».
(Ημικατοχή)

Και στο τρίτο ποίημα «Ακήρυκτος Πόλεμος» τα ουσιαστικά: «τα σπίτια, τακορμιά, τα δεκανίκια, οι πετρελαιοκηλίδε,ς οι γέφυρες, τ’αγάλματα, ο
φώσφορος, τα βλήματα, τα τζιτζίκια» καταλήγουν στη φοβερή καταληκτική
ομολογία:

«Οι κουκουβάγιες φώλιασαν στη μεριά των αγαλμάτων.
Πόλεμος»
(Ακήρυκτος Πόλεμος)

Το φιλοσοφικό απόσταγμα των τριών ποιημάτων εμπεριέχει, και ως
κατακλείδα της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής του Δρ. Χατζηχαμπή, την
υπόμνηση των τραγικών στιγμών, που περνά η κοινωνία μας, ως αποτέλεσμα
του φθοροποιού πνεύματος της «παγκοσμιοποίησης», της απαξίωσης και της
βεβήλωσης θεσμών και προγονικών αρετών. Ως κάθαρση, όμως ψυχής και
πνεύματος, ο ποιητής προβάλλοντας τα αρνητικά «Έρημος – Πόλεμος»^
προσφεύγει στο «Έλεος», ως σωστικό σωσσίβιο επιβίωσης κι ανάνηψης
πνευματικής. Οι ποιητές είναι εκεί άγρυπνοι φρουροί στα τείχη και ηχούν τη
βούκινα, ως εγερτήρια σαλπίσματα αφύπνισης κι αλλαγής πλεύσης. Τελικά ο
ποιητής μας στέλνει αγαπητικά τις αγωνίες και τα μηνύματα του, μ’ένα μικρό
σπουργίτη – αγγελιοφόρο:

«Άμε σπουργίτι μου τώρα,
Σκόρπισε τα ψυχία που σου’δωσα στον αυλές του κόσμου».

 

 

ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

Η λογοτεχνική ισχύς των ακτών παραμένει πανίσχυρη και αναλλοίωτη. Κυρίως όσον αφορά τις νησιωτικές ακτές των Ελληνικών θαλασσών, μα πιο πολύ των ιδεατών ακτών της πνευματικής θάλασσας.
Σε τούτο μοιάζει με την λογοτεχνική ισχύ της φυματίωσης ή της τρέλας. Η ακτή ως χώρος και ως χρόνος, ως ροή και ως κυματισμός, ως ενδελεχής αναζήτηση του μοιραίου και του παγανιστικού, αποτελεί την καταφυγή ενός ακόμα ποιητή, του Ανδρέα Χατζηχαμπή. Ο ρευστός και μεταβαλλόμενος κόσμος , όπου το υγρό στοιχείο των υδροβιοτόπων, αποτελείται από τα δάκρυα των πραγμάτων, συνιστά το πανίσχυρο εξωτερικό εφεύρημα του ποιητή για να αποθέσει την πνευματική συγκομιδή των τελευταίων χρόνων . Lacrimae rerum λοιπόν, όχι μόνο ως αραξοβόλι και ως αποκούμπι αλλά και ως όρμος απόπλου προς τις θάλασσες του ονείρου, προς τα πεΑάγη των δακρύων. Lacrimae rerum όπως το θλιμμένο ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα που μας κρατούσε από το χέρι στα πρώτα Λογοτεχνικά μας βήματα, όταν ως μαθητές συλλαβίζαμε την ζωή.
Η ακτή των ποιητών είναι μια αρχαία μαγική παραλία σμιλεμένη επάνω στις εγκεφαλικές έλικες των αθώων , είναι τα βότσαλα στα οποία ακουμπάει η καρίνα ενός ιστιοφόρου που δεν απέπλευσε ποτέ γιατί δεν φύσηξε ούριος άνεμος, είναι os εκβολές του Σκάμανδρου με μισοθαμμένα στην αμμουδερή λάσπη αρχαία αγάλματα και αδειανά πουκάμισα και αγωνίες για ένα κόσμο που χάνεται, αλλά είναι και τα στάσιμα νερά με τον σεσηπότα βυθό που αργοσαλεύουν γύρω από μια αδημονούσα τριήρη, που αναμένει να ριχθεί
στην μάχη για την σύλληψη του ενεδρεύοντος πόθου.
Είναι οικοσυστήματα φωτός , στείρες φώκιες, ξεραμένα λιοφόρια και απειλούμενοι βιότοποι. Είναι σαφέστατα η Αχαιών Ακτή στην σκλαβωμένη
Καρπσσία, η ακτή του Κουρίου με τα υγρά χαλίκια, όπου ο Ανδρέας Παστελλάς αποβιβάζει τον Διονύσιο Καρδιανό, είναι το πέντε μίλι όπου ανήξερη κι αχάπαρη, ξανάνθισεν η κάπαρη, εκεί ακριβώς όπου ο Κώστας Μάντης αποβιβάζει την εθνική μας ταπείνωση.
Ενώπιον παραμορφωτικών καθρεφτών εταζόμενος ο ποιητής, ανακαλεί την ύστερη παιδικότητα , την αθωότητα των ασφοδιλιών και αυτάρεσκα
παραπέμπει σε κάποιον άλλο, άνδρα, Θεό ή ημίθεο ή άφυλο άγγελο, πάνω και πέρα από τα εγκόσμια: Εγώ απλά καταγράφω στο χαρτί. Αυτό που βλέπω είναι η αλήθεια? Βεβαίως είναι η αναζήτηση του άλλοθι. Σε ποιον
άραγε παραπέμπει? Ο αποστολικός και προδρομικός άξονας Ελιοτ-
Σεφέρης με την προφητική παραφυάδα του Ελύτη και πολλά εμβόλια από τον Κύπριο Κώστα Μόντη συνδράμουν την μεταφυσική αναζήτηση του Ανδρέα
Χατζηχαμπή, που όπως τεκμαίρεται αναλύει την μελαγχολία του κυπριακού τοπίου σε χοντρές σταγόνες: Ιδρώτα, αίματος ή αγωνίας. Εντός της
περικλεέστατης νήσου όπου η έρημος ψυχών και σωμάτων αναζητεί την φυλλωσιά και την θάλασσα, αναζητεί εναγωνίως την πρωινή δρόσον επί των
φύλλων κάθε ψυχής και κάθε δένδρου, εις απόδρασιν του διαχρονικού θανατικού, και καθώς οι θρύλοι καλπάζουν καβάλα σε αφιονισμένα άτια, το δράμα αναζητεί την κάθαρση στις όχθες του Νείλου ή στα Ποτάμια τα Παφλαγονίας .
Είτε στην πυρακτωμένη υδρόγειο, ουσιαστικά και μεταφορικά, ή στην Καρπασία των Αγίων, με άμεση παραπομπή στα Σεφερικά ομοιοτέλευτα αλλά και με βιβλική επένδυση που αναδεικνύει την ποιητική αρετή και την βαθειά γνώση. Ο ποιητής καταθέτει τον αρχέγονο πηλό στο ποίημα ή μάλλον στην
υποσημείωση:
Βοτάνια των πληγωμένων λέξεων
που χτύπησαν σαν έπαιζαν σχοινάκι
κι εγώ τις βρήκα κατάμονες
στο ξασπρισμένο σκαλοπάτι,
με τα χεράκια τους να κλείνουν τα ματάκια
και το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα.

Οι στίχοι όρθιοι τις περίμεναν για να παίξουν κρυφτό. Για να ακολουθήσει με την αυθαίρετη παρουσία του Ρίτσου ως φρουρού της εισόδου, «η Πνευματική
Πολιτεία», με το ποίημα «Παρά θίν αλός». Βεβαίως η αυθαιρεσία είναι ίδιον των ποιητών και αλίμονο αν έλειπε. Η αποκοτιά και το ρίσκο γράφουν την μεγάλη ποίηση.
Στην εναλία πόλη του Ανδρέα, κατοικούν από χρόνια οι ποιητές. Μια πόλη ακταία ή μισοβυθισμένη στο πέλαγο, χαμηλή και διάτρητη, διαφανής , φτιαγμένη από φωτόνια, με προδιαγραφόμενο μέλλον μιας ακόμη χαμένης Ατλαντίδος των αθώων και ιδεολόγων. Κι ακόμη, χαρακτήρισα την παρουσία του Ρίτσου αυθαίρετη διότι επιτηδευμένα ή τυχαία η παρουσία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του Ελύτη στο ποίημα τούτο, είναι πασιφανής.
Πέρα από το γεγονός ότι εγώ σκηνοθετώ τον εαυτό μου κάθε φορά που το διαβάζω να κινείται στην ακτήτου Ειρηνικού Ωκεανού καμιά δεκαριά χιλιόμετρα νότια του Βαλπαραΐσο στο σπίτι του Πάμπλο Νεραύντα και να παίζω ταυτόχρονα όλους τους ρόλους: Της ποίησης, του ποιητή, της ερωμένης του, της καμπάνας που καθώς φυσάει ο ωκεανός στέλνει
δονήσεις στους επί της άμμου θαμμένους εραστές.
Δεν διεκδικώ να δώσω κάποιαν απάντηση και δεν χρειάζεται. Χρειάζεται μόναχα η απαγγελία να γίνει στην Αχαιών Ακτή όπου ο κυματισμός της φωνής
σύντομα και σύγχρονα διαπλέκεται με το όνειρο:

Πόσοι στ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα
κρατούν τις σάλπιγγες σ όλες της γης της θάλασσες
και η ψυχή τους ανεμοδέρνει ανάμεσα στους
αλίανθους,
σ αυτό το ενδιαίτημα του λόγου,
το ενδιαίτημα των στίχων που άνθισαν.
Στην ακτή των ποιητών,
ενδιαίτημα υψηλού κινδύνου προς εξαφάνισιν.

Είμαι σίγουρη πως ο Πάμπλο Νερούντα αυτήν ακριβώς την σάλπιγγα κρατάει. Ο Χατζηχαμπής αναμένει πως το σάλπισμα της θα συνεγείρει τον κόσμο.
Βεβαίως τα νησιά του Αιγαίου και οι άσπρες θάλασσες με την τουρκουάζ μνήμη των ηφαιστείων και τις λοξές ανατολές μέσα στον στίχο και τις
πάγλαυκες λέξεις και φράσεις ενώ αποκαθηλώνουν την ωραιοπάθεια του παρελθόντος και το καύχημα της αρχαίας δόξης μέσα στις απλές ώρες
αποφοίτησης νεανίδων Δρυίδων και μουσών, στοιχειοθετούν την θανάσιμη μοναξιά του ποιητή. Παρόμοια μοναξιά είναι ίσως η πρώτη νύχτα του
νεκρού μέσα στον τάφο. Ακούστε:

Πόσοι στ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα, μονήρεις
αφήνοντας πίσω τους πόλεις και κτίσματα
τείχη και μέταλλα, αποτραβήχτηκαν σ αυτή την ακτή,
σε κάθε ακτή,
εκδυόμενοι της ψυχής τους το όστρακο
να σχηματίζει μ αυτά των προηγουμένων ποιητών
Θίνες ανά τους αιώνες?

Η ποιητική συλλογή « Στην Ακτή των ποιητών» είναι η δεύτερη του Ανδρέα Χατζηχαμπή. Εκδόθηκε το 2008 στην Λεμεσό. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε επίσης στην Λεμεσό το 2002 και έχει τον τίτλο « Απ τα αλωνάκι της σιγής». Το χρονικό διάστημα των 6 χρόνων ανάμεσα στις δύο
ποιητικές συλλογές είναι νομίζω ικανοποιητικός χρόνος για να επέλθει η ανανέωση των βιωμάτων και της «ισθαντικής προσέγγισης της ζωής, που
απαιτείται για να έχεις κάτι διαφορετικό να πεις. Ίσως και πιο ώριμο ή πιο μεστό, αλλά στην ποίηση μετράει πρωτίστως η αισθαντικότητα. Διαφορετικά γιατί να ενοχλήσεις τας λέξεις που λέει και ο Μόντης.
Διάβασα και την πρώτη ποιητική συλλογή του Ανδρέα, πως αλλιώς θα μπορούσα να παρουσιάσω την δεύτερη. Μου την χάρισε καθώς περπατούσαμε
στις όχθες μιας όμορφης λίμνης στον υδροβιότοπο του Ακρωτηρίου, εκεί που είναι ο αληθής και πάγκαλος κόσμος και το οικοσύστημα του ποιητή.
Μου μιλούσε για την δουλειά του, μου έδειχνε τα φαλκόνια, τις πεταλούδες, τα βότανα, τις καλαμιές και τον ανασασμό των φύλλων.
Η έκδοση που έγινε από την «Βιβλιεκδοτική» είναι ωραία και περιλαμβάνει δύο υδατογραφίες και ένα απόσπασμα υδατογραφίας -ίσως και αν δεν κάνω
λάθος , του ζωγράφου Στάθη Οικονομίδη.

Ξεκινάει με το εισαγωγικό δίκην προοιμίου ποίημα «Εταζόμενος» και συνεχίζει με την ενότητα «Πνευματική πολιτεία», που περιλαμβάνει 29
ποιήματα. Η συλλογή κλείνει με την ενότητα «Της Πατρίδας» που περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα. Βεβαίως , δεν θα προσθέσω τίποτε λέγοντας σας πως ο Ανδρέας έχει σπουδάσει βιολογία και διαχείριση οικολογικών συστημάτων, θα προσθέσω όμως πολλά λέγοντας πως ο ποιητής έχει μάθει και μέσα από τις σπουδές του να αγαπάει αυτό τον τόπο, τις ομορφιές
και την αγριάδα του, το στεγνό και άνυδρο τοπίο και τα οικοσυστήματα του, και προπαντός την αντανάκλαση των ρυτίδων των συμπατριωτών μας
επάνω στους αμμόλοφους, τις θίνες, τους κυματισμούς και τα βαλτόνερα που μας περιβάλλουν. Ο κόσμος των φυτών των γοητεύει και αείποτε τον
εκπλήσσει. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων, καταφέρνει να του υποβάλλει το μυστήριο της ζωής.
Ο Ανδρέας καταθέτει συχνά πυκνά πρόθεση ποιητικής, τόσο στο πρώτο του βιβλίο όσο και στο δεύτερο και θεωρώ ότι το ποίημα « Η πορεία των στίχων» επιχειρεί να χαρτογραφήσει αυτήν ταύτην την ποιητική διεκδίκηση του.
Που μεγαλώνει και ανασαίνει μέσα στους λαμπρούς λειμώνες της Θεϊκής δημιουργίας, μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων και των αρωμάτων , των
ήχων και των σαλπισμάτων . Οι στίχοι ασφυκτιούν καθώς η ποίηση κρούει την θύρα μας βράδυ μεσάνυχτα κι εμείς σπεύδομε περιδεείς να την
συναντήσουμε, οι στίχοι ξεπετάγονται σαν χελιδόνια και φεύγουν λεύτερα από τα στήθια μας και μας λευτερώνουν.
Ο ποιητής δεν μπόρεσε στους στίχους ν αρνηθεί
Άνοιξε το παράθυρο και όλοι μαζί εψύγαν
Το φως μέσα άπλετο έρρεε από κει
Κι ο ποιητής ολόφωτος διάβαινε την γη.

….

Ένα ακόμη πόνημα ποιητικής ακολουθεί στην συνέχεια, με έντονες τις επιδράσεις του Κώστα Μόντη. Οι επιδράσεις αυτές, κατασταλαγμένες, αφομοιωμένες και ώριμες είναι εμφανείς σε πολλές μικρής ή μεγαλύτερης διάρκειας στιγμές του Χατζηχαμττή και αναμένω πως όταν το κάθε του ποίημα, η κάθε του λέξη, ο κάθε τόνος ή σημείωση του, θα μπουν στον
δοκιμαστικό σωλήνα της παραφιλολογίας των υποψηφίων διδακτόρων της φιλοσοφικής, θα αναλυθούν σωστότερα από μένα. Διότι εγώ επιχειρώ
απόψε μια λογοτεχνική παρουσίαση, μια πρώτη ανάλυση και ταυτοποίηση αν θέλετε των ποιημάτων.
Ωστόσο, θα προχωρήσω στην ανάγνωση και του ποιήματος «Προς ποίηση» γιατί περιέχει σημαντικά στοιχεία σημειωτικής για την ανάγνωση της
συλλογής. Τα key words δηλαδή. Επειδή δε, πιστεύω πως η μαγεία της ποίησης είναι να την ανακαλύπτεις, θ αφήσω σ εσάς την
αποκρυπτογράφηση των μυστικών του ποιητή. Ο κώδικας είναι το ποίημα που ακολουθεί. ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΣΗ
Βεβαίως υπάρχουν πολύ σημαντικές στιγμές στην ποίηση του Ανδρέα και πιστεύω πως το μεσσιανά κομμάτι, Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ είναι το πιο δυνατό, το πιο μεστό. Αξίζει τον κόπο να μελετηθεί και να αναλυθεί το κάθε ποίημα Γιατί το κάθε ένα ξεχωριστά εισάγει έννοιες της καθημερινότητας που διακτινίζονται προς το μέλλον , αντισταθμίζει την
σαφήνεια του παρόντος με την ρευστότητα του μέλλοντος, Προσωπικά λέγω, για όση σαφήνεια μπορεί να παρέχει ο υφιστάμενος κόσμος και η νομοτέλεια του σε ανθρώπους που γεννήθηκαν αλλά δεν μεγάλωσαν ποτέ και συντηρούν την αθωότητα τους μέσα στα παιγνίδια των λέξεων, μέσα σε μια λιγότερο οδυνηρή έκφανση της ύπαρξης, σκιώδη μεν και ονειρική αλλά πραγματική στην διάσταση ύλη που είναι πνεύμα. Γιατί δεν γερνάει ημερολογιακά.
Σε κάθε ποίημα και σε κάθε στίχο αυτής της συλλογής ανιχνεύεται πάντοτε ο μεγάλος έρωτας του ποιητή για την φύση, για κάθε της πλάσμα , για την ομορφιά της που μαραίνεται από την άναρχη παρέμβαση του ανθρώπου. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως είναι μια σειρά οικολογικών ούτως ειπείν ποιημάτων, ωστόσο, εγώ απορρίπτω τον όρο, διότι στερεί τον ποιητή από την οικουμενικότητα της προσέγγισης ενός γνήσιου νατουραλιστή και ματεριαλιστή και τον περιορίζει στην πολιτική ιδιαιτερότητα των πρασίνων. Λαμπρά παραδείγματα αποτελούν πέντε ποιήματα στην σειρά: ΑΞΕΝΙΟΙ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ,ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ, ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΑΝΟΙΞΗ.
Σίγουρα δεν είναι νατουραλιστικές περιγραφές αυτά τα ποιήματα, είναι βαθιές τομές στην σύγχρονη τραγωδία σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι ραπίσματα
στην αναλγησία ενός κόσμου που κοιτάζει αμέτοχος το δράμα να εξελίσσεται από την τηλεόραση του σαλονιού του. Από την άλλη, ο Ανδρέας Χατζηχαμπής δεν αποκρύβει την ευαισθησία του, την αφήνει έκθετη, γιατί μπορεί να αγαπά και να το δείχνει.
Υπάρχει και ένα ποίημα με τον τίτλο» ΧΑΣΑΜΕ που με ξάφνιασε. Είναι θα έλεγε κανείς ένα πολιτικό μανιφέστο με κατάθεση της τεκμαρτής άρνησης ενός προδομένου κόσμου, από ποιους, από εμάς τους ίδιους που αφήσαμε τους ολετήρες να στρογγυλοκαθίσουν στις αυλές μας και να πίνουν νερό από το πηγάδι της άνυδρης πια ζωής μας. Το τελευταίο κεφάλαιο της συλλογής είναι για την πατρίδα «Της πατρίδας» λέγεται. Αν και ολόκληρη η
συλλογή είναι για την πατρίδα, τούτο δω το τμήμα καταγράφει την ανθρωπογεωγραφία του σήμερα, την εικόνα ενός λαού που τον τάίζουν λωτούς για να ξεχνάει οι οχτροί μας που έρχονται καθημερινά ντυμένοι φίλοι και στρογγυλοκάθονται στις αυλές μας.
Αυτή η προσπάθεια καταστροφής της θεσμικής και εθνικής μνήμης του λαού είναι η πεμπτουσία της συνομιλίας του ποιητή με τα ιστορικά δρώμενα και
ουσιαστικά συνιστά κραυγή αντίστασης σε όλες τις σημαίες ευκαιρίας που κατακλύζουν τις θάλασσες έμπροσθεν της ακτής των ποιητών. Η συγκεκριμενοποίηση της αντίστασης αφορά κατά μείζονα λόγο την ποίηση αλλά και την μελέτη της καταγεγραμμένης ιστορίας που ενοχλεί αφάνταστα
τους εχθρούς μας. Σε τούτο το σημείο είχα πρόθεση να αναφερθώ στο σημαντικό ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Κίσσιγγερ , αλλά γυρίζοντας σελίδα διαπίστωσα ότι το κάνει ο ίδιος ο ποιητής με τον δικό του τρόπο. Λιγότερο φλύαρο και αρκετά περιεκτικό . Με το ποίημα «ένα με τα χρώματα», οι ακροτελεύτιοι στίχοι του οποίου λένε:

Μια νεαρή ιστορικός τον φωτογράφισε
και μετά γύρισε στην αγκαλιά του εραστή της
Φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα
Και θαυμαστή του Κίσσιγγερ.

Ένα εφεύρημα του ποιητή είναι οι ποιητικές υποσημειώσεις, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Στην αρχή με ενοχλούσαν, στην συνέχεια τις βρήκα λειτουργικές, αν και πιστεύω πως θα ήταν καλύτερα αν προσπαθούσε να τις ενσωματώσει στον κορμό. Χρειάζεται άσκηση και ο Χατζηχαμπής είναι καλός ασκητής.
Καταληκτικά και με την ένταση και την γλυκύτητα εσπερινής ψαλμωδίας, τα άγια των αγίων του κυπριακού Λαού γίνονται εναπόθεση στο ποίημα
«Αναβιώνοντας τον Αγώνα». Η τεφροδόχος του αγώνα ακουμπάει στους στιβαρούς στίχους ενός ανθρώπου που τον έζησε μόνο μέσα από διηγήσεις .
Επιτρέψτε μου και πάλι να πω, ίσως με την υπερβολή και την έλλειψη μέτρου που λένε μερικοί ότι με χαρακτηρίζει όταν μιλώ για ζητήματα εθνικά , πως
όσο γράφονται ποιήματα όπως το «Αναβιώνοντας τον Αγώνα» τα οποία βασίζονται στα απομνημονεύματα που γράφουν οι ίδιοι οι αγωνιστές
δεν κινδυνεύουμε από την παραχάραξη της ιστορίας μας. Έχομε ισχυρά αντίδοτα. Όπως είπα η έκδοση είναι καλαίσθητη, παρ όλα αυτά μοιάζει με τραυματισμένο κάκτο που πυορροεί. Είναι μια έγγραφη κατάθεση που προδιαθέτει σε συναρπαστική συνέχεια. Ως λυγμός και ως διαζευκτικός όρθρος της Ανάστασης.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ

Η Νανά Τσόγκα γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε  Αγγλική Γλώσσα και Γερμανική Λογοτεχνία και  Κοινωνιολογία – Ψυχολογία στο Tubingen της Γερμανίας. 
Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με υποτροφία και έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ασχολείται με τη μετάφραση αγγλόφωνων και γερμανόφωνων δημιουργών (ποίηση, πεζογραφία, φιλοσοφία, κριτικά δοκίμια, κοινωνικοπολιτικές μελέτες) 
Διδάσκει Αγγλικά και Γερμανικά, καθώς και σε  θεατρικά σεμινάρια Υποκριτικής και Λόγου. Επίσης κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο 

 

 

 

 

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Μεταφράσεις (από και προς αγγλικά, γερμανικά):

24 βιβλία αγγλόφωνων και γερμανόφωνων δημιουργών
(ποίηση, πεζογραφία, φιλοσοφία, κριτικά δοκίμια,
κοινωνικοπολιτικές μελέτες)

Ποίηση:
-Ακροβολισμοί, αυτοέκδοση (εξαντλημένο)
-μεταποίηση μετΑμφιέσεων, εκδ. Γαβριηλίδης 1997 (εξαντλημένο)
-το ανοίκειον κέλυφος, εκδ. Απόπειρα 2000
-η είλη της ύλης, εκδ. Απόπειρα 2003
-σημειΟμματα, εκδ. Δωδώνη 2010 (εξαντλημένο)
-η απληστία του φωτός 2016

Πεζογραφία:
-Χαριστική αναΒολή, μυθιστόρημα, εκδ. Γαβριηλίδης 2007
-τοΟΝειροτου Κόσμου, μικρές ιστορίες, διάθεση: εκδ. Δωδώνη

Περιοδικό:
-«Πανσέληνος» – Περιοδικό Όχημα – Ένα κυνικο-τρυφερο-ιλιγγιώδες
Βήμα πριν από το Χάος.
-Κείμενα και ποιήματά της δημοσιεύονται σε ανθολογίες, ελληνικά
και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας.

 

 

Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ (2016)

 

Παραλαμβάνω όστρια από ένα σγουρό
κυματάκι που έσκασε στην πόρτα μου
με την ευλυγισία των σπάνιων αρωμάτων
ωσάν υπαινιγμός παράδεισου
για να ζηλέψει η στεριανή μου φύση.
Σε λίγο, πάλι τα γήινα μού κλείνουνε
ως και την τελευταία χαραμάδα περιέργειας.
Ξεφεύγουν μόνο κομματιασμένες λέξεις σε συλλαβές
– ελεήμων αυτοχειρία: να μη γίνουνε κραυγές.
Αφού μας κάνει μια χαψιά το σύμπαν
όπου κι αν τρέχουμε
πέφτω ευτυχία στην αγκαλιά σου
που με γλυτώνει απ’ την ακροβασία
άλλης μιας προοπτικής.
Μες στο χορό των άστρων
παιδιά θα φύγουμε με τη χαρά
και με τις λύπες αγκαλιά.
Και τις καρδιές σπασμένες.

Και, πάλι, φυσάει πολύ λιγότερα
απ’ όσα υπονοώ

 

Στο φως

Γελούσα γελούσα μέχρι δακρύων
γελούσα με δάκρυα
με καμουφλαρισμένα
δάκρυα για τη χαρά σου
που πετούσε πεταλούδες στον ουρανό
για τη ματιά σου
που άρπαζε το γέλιο μου
και το σκόρπιζε λουλούδια εφήμερα
σε άθροισμα μοναδικό
στον κόσμο τον θνητό
πάντα παιδί γινόμενο
υπόλοιπο μηδέν

όπως όλοι
μας

. . .

Εμένα κλέβω ασύστολα
όταν τις νύχτες μπαίνω στα σκοτεινά
σαν διαρρήκτης σε ξένη περιουσία
να βρω πού
ο άλλος μου εαυτός
πού κρύβει όλα τα “σ’ αγαπώ”
τα γέλια που τον γέλασαν
τις άσπιλες πληγές του
δραπέτης, περιπλανώμενος
ή μεταπράτης ένοχος του πιο κρυφού
ονείρου;
Αλλιώς, ποια είναι αυτή η σκιά
που μόνη παίρνει τους δρόμους
προσμένοντας μες στα χαλάσματα
της παγκοσμιοποιημένης ευτυχίας
πως τάχα θα ξημερώσει;

Γλώσσα σημαίνει αναΠνοή
ευτυχώς που συνηθίζω στην άΔηλο.

Φορές, από απελπισία
τις πιο πολλές, από ανάγκη

 

 

Φιλί

Κάτω απ’ τον ίσκιο των βλεφάρων μου
μόλις τα μισανοίξω
τοπίο αταξίδευτο πάλι και πάλι το κορμί σου
αφού στο πέλαγος βυθίστηκα
– εδώ κι αιώνες – της ψυχής σου.

Ολόκληρη η γεωγραφία του πάθους
μες στα θνητά μας χέρια.

Στο σκοτεινό θάλαμο η μνήμη υφαίνει την αράχνη της
γυρίζει ακόμα στο κενό η μηχανή σαν στοιχειωμένη
“κάπου σε ξέρω από παλιά”, μου ψιθυρίζει ο ήχος
ασπρόμαυρη ταινία να μη φαίνεται το αίμα.
Δήθεν.

Αφήνω και το νου μου να πνιγεί
σαν το παιδί που θέλει να ξεχάσει το κολύμπι

 

. . .

 

θέλω η νύχτα μας να είναι
ένα βουνό από γιασεμιά
να χωθούμε να χαθούμε
στην ευωδιά των βελούδων τους
με τη γεύση των φιλιών μας
και μόνο ανάσες απαλές
ν’ ανταγωνίζονται τα χέρια
-τσιτάκι παρμένο απ’ τις αισθήσεις –
γυμνοί από της μέρας
τα συνοφρυωμένα
να αθανατίζουμε και πάλι
για μια στιγμή τα εφήμερα
να λάμπουμε κι απ’ το φεγγάρι
πιο πολύ.

θα ’ρθουν και οι νεράιδες συννεφένιες
και οι γοργόνες που στεγνώσαν από χάδια
αλλά εσύ
θα θες
μόνο εμένα

 

 

Σχεδόν καλοκαίρι

Πλησίστιο κατηφορίζοντας στην επικράτεια
της αθωότητας
μικρό πουλί τουφεκισμένο κάθε τόσο
πέφτοντας κόβει γιασεμιά
για τις πληγές του-
πορτοκαλί αναπνοή για να ζηλέψει
ο ήλιος φρούτα του Σεζάν
και άλλα υποκατάστατα ονείρων.

Αν και άναυδο
το σκότος χάσκει και παραφυλά
η εκπυρσοκρότηση κατά κανόνα
γεννάει αστέρια
– στις εξαιρέσεις πιάνονται οι αιώρες
των ερώτων.

Μετά θα πάμε μαζί ως τον γκρεμό
του φεγγαριού
μα τώρα μείνε λίγο στο φάσμα
της πρωινής νεότητας που τρέχει
να προλάβει το τελευταίο
λεωφορείο
σε υπαίθριο διάλειμμα λουσμένος στάσου
βρέχει περσίδες πάνω στην χαρισάμενη
θνητότητα

 

 

σημειΟμματα (2010)

 

Το πλεονέκτημα των αγγέλων

Πεθύμησες μου λες να ξαναντυθείς
τα μάτια μου – γι’ αυτό σου γράφω.
Οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, είναι μονάχα ορμή˙
σε στέλνει η επιτάχυνση στην καρδιά της ερήμου
εσύ ζητάς νερό κι αυτή σε εφοδιάζει με πλαστό
διαβατήριο πως τάχα πας εκεί για άσκηση
ανώφελη γυμναστική προβλέψεων
– εμείς απλώς υποδιαστολή του χάους.

Με βλέπω πάλι μες στη σκέψη σου
σαν μισοτελειωμένη ιχνογραφία
θυμάσαι μόνο πόλεμο
κι όλο ξεχνάς
πού άφησες τα χρώματά σου
– απ’ τον καθένα εσύ καλύτερα γνωρίζεις
το βαρετό και φλύαρο, μοναχικό σκοτάδι.

Σκάνε τζιτζίκια σαν πυροτεχνήματα
στην οργιαστική γιορτή του θέρους
βάζει τα δυνατά του να σε κάνει να πιστέψεις
πως τάχα διαρκεί για πάντα
– το Τίποτα και το Ποτέ εξόριστα
πέρα απ’ τις ενοχές των βράχων
που ξεπλένει θάλασσα μετά-νοια
που, δηλαδή, όλο αλλάζει γνώμη
όπως σ’ εκείνες τις ιλιγγιώδεις αποστάσεις
που διανύεις μόνος ανάμεσα
κρεβατοκάμαρα και τύψη τον χειμώνα
στα σύνορα με τον γελοίο υπαινιγμό
περί ακίνητης αιωνιότητας.
Βλέπεις τώρα τα χέρια σου γεμάτα
από χάδια αξόδευτα
να γίνονται μικρού παιδιού
που έπιασε αχινό για να μαντέψει άθελά του
την συννεφένια υφή του μέλλοντός του.

Μα ο καιρός φυσάει τη ζωή μας σαν να ’ναι χάρτινη
– ε, τα ποιήματα της δίνουν κάποιο βάρος.

 

 

Των ορατών η ερημιά

Από μια πίκρα θάλασσα, από μιαν Ερινύα υποταγή
βαδίζω, λέει, κατάστηθα στον χρόνο
και στου παιδιού την περιφρόνηση για τους επιφανείς
ενήλικους.
Κοντά κοντά τ’ αγκάθια πυκνωμένα σαν στρατιώτες μάχιμοι
που έχουν ξεχάσει να πεθάνουν ή, πώς πέθαναν
και μόνο από τις αστραπές των όλμων
βλέπεις πού και πού θύματα ενθυμήματα
φορές κι ολόκληρες ζωές σε στοπ καρέ
λίγο πριν τιναχτούνε στον αέρα
και τα τραυματισμένα μέλη τους μέλι να στάζουν αντί για αίμα
από την δακρυσμένη νοσταλγία της ηλιόλουστης ζωής.

Στον μέσα χρόνο κάθε βράδυ συναντώ
τα αβίωτα λιβάδια με τις παπαρούνες τού Μονέ
χρώματα λυγμικά που μεταφράζουνε
νυχθημερόν αισθήματα
φυσιούνται ευωδιές και κόκκαλα στον κήπο μου
με τρόμο υποδέχομαι τα αμίλητα σκοτάδια τους
ό,τι και τους πω αυτά μοσχομυρίζουν
νότες, ψυχές και αδόκητα τετελεσμένα
φύλλα καρδιάς αστράφτουνε στα δέντρα
κι όλο μετατοπίζονται άκοπα καθώς
φυτεύω στα ακατοίκητα βελούδα μου
ψεύτικα αστέρια
οι φρέζιες που δεν χάρισαν στα συνομήλικα κορίτσια
επάγωσαν στην κάψουλα του χρόνου
μου γνέφουν ανάμεσα δάκρυα και γέλια
ούτε στιγμή να μη διστάσω να τις ενσαρκώσω
να συνεχίσω έστω πειραματικά
μονόχνωτα κλεισμένη σ’ εκείνα που δεν οίδα
να οσφραίνομαι ανάσταση στη μέση των λεωφόρων
και μουσικές ανήκουστες που τρέφουν γαλαξίες.

Αν μ’ έχασες, είναι που έχω αναλάβει την ευθύνη.

 

 

Ιφιγένεια

Ποτέ δεν θα μάθουμε τι έγραφε ο Αγαμέμνων
στην παραλία της Αυλίδας – πριν από τη θυσία –
ακριβώς τη στιγμή που
σ’ έναν αρκετά σκυμμένο βράχο
πάει να σταθεί για λίγο
επιπόλαιος γλάρος
σαν ξάφνου αγγιγμένος από θάνατο
που θέλει κιόλας να ξεχάσει.

Αν όχι άλλο τίποτα
ο πόνος μένει άλιωτος
όταν θάβεις την μνήμη.

Σκύβει λοιπόν ο μεγαλοπρεπής
ο άτρωτος και γράφει…
Ν’ αφήνει έωλο χρησμό για να τον φάει το κύμα;
να σκάβει με άπελπι λεπίδα για μια άλλη Πυθία;
-ουκ(;) εν πολέμω θνήσκεις…

Έρχονται τώρα αλλιώς τα επάλληλα νερά
όχι ως νεύμα ακούραστα ερωτικό
της ποθητής του κλίνης
αλλά ως γοερός οιωνός με καθαρό
τον πυρετό
προτού θεραπευτεί απ’ την ασθένεια
της εξουσίας.

Σε απαρηγόρητο σκοτάδι περιμένει
τώρα η θάλασσα τον πλου
– απ’ την απέναντι ακτή
το ουρλιαχτό της Κασσάνδρας
σε molto cantabile – ακόμα – και
η ρομφαία στο χώμα.

 

 

Ως αστρικό ηδύποτο

Όμορφα που ακούγονται
οι ευωδιές των άστρων!…
Σαν να σε δονούν ουράνιες μουσικές
μες στην κοιλιά της φάλαινας
σαν να πετάς ανάμεσα
σε ευεργετικά φυλλώματα-αφές
και αναπνέεις
πράσινο σμαραγδένιο
ή, σαν ν’ ανοίγεις μπαλκόνι σε ουρανοξύστη
και σε απόσταση αναπνοής
φυτρώνει φουντωτή και
τρισχαριτωμένη αζαλέα
-πρέπει να κλάψεις για να την ποτίσεις
με την σεσημασμένη αξιοπρέπεια του πόνου –

ενώ επτά βιολιά παίζουν
ανεξιχνίαστα
απ’ τα ακρογιάλια τα παράφορα
πέρα, ως τα δάση τα αιμόφυρτα
αι Γενεαί Πάσαι

στα θαλασσινά μεσάνυχτα όπου
φαίνεται η πείνα των αγγέλων
ως τρομερή Άρκτος
στα χρηματιστήρια των ε(κ)λείψεων
-κι εσύ, απλώς
στην ποίηση εξορισμένος.

Αποστηθίζω την απόσταση
ως την σιωπή:
ατέλειωτα χιλιόμετρα…

 

 

(Δια)μέρισμα

Βλέπω μόνο σκασμένη γη και πρόσωπα φευγάτα
πάνε όλοι λένε στη γιορτή προς την οδό Λεόντων
εκεί που καταφίλησε ο Λάιος τη Μοίρα
γύρισε ανάποδα η Γη μαζί με το φεγγάρι
κι οι προξενήτρες του καημού, οι όλβιες Ερινύες
μεθούσαν και ξεσπάγανε σε γλέντια πηγαδίσια.

Πέρασα τρυφηλή ζωή με δόσεις μαραμένες
στους ώμους κουβαλήθηκα με τ’ άρματα σερνόμουν
μιλάει η Μοίρα αντ’ αυτού, που γέλαγε στην Τύχη
– την πάει μια με το καλό και μια με καροτσάκι
έχουνε δει τα μάτια της γκρεμούς αβύσσους
λουλούδια δάκρυα και φτέρες φτερωμένες.
Με του πηλού τη μυρωδιά δεμένη σταυρουδάκι
βγαίνει κατά καιρούς τσάρκα στα σημερινά
με την ευκολία που εμείς ξεφυλλίζουμε
την Ιστορία του Δημοτικού.

Έχω βαθιά μεσάνυχτα στις τσέπες
βαραίνοντας οι πέτρες της Βιρτζίνια Γουλφ
μου πέσανε στο δρόμο.
Θαυμάζω, δεν μπορώ να πω,
την γενναιοδωρία της Ίριδας
– λούζει τη Μοίρα μου με φωτοβολταϊκά τόξα
ενώ εγώ ακόμη κυνηγάω με τα προϊστορικά
το μυαλό μου –
αλλά αυτό που με απασχολεί κυρίως
είναι η ξηρασία: δεν γίνεται
να πας να πνιγείς
ούτε σε μια κουταλιά νερό.

 

 

Νοέμβριος …ετών 37

Σκέφτηκες ποτέ
τι πάταγο εκκωφαντικό κάνει
το αέρινο γιασεμί πέφτοντας
κατά τύχη πάνω σ’ ένα περαστικό μυρμήγκι;
Ούτως ή άλλως με θόρυβο
πρωτάκουστο η κάθε πτώση
– ώρες ώρες φαίνεται συνετός ο ουρανός
επειδή δεν υπάρχει.

Μα τώρα, πίσω στα μεγαλεπήβολα
όπως είμαστε συνηθισμένοι:
θέλω να πω, με το άλλοθι
πως ψάχνουμε τον ένοχο
εγκαταλείπουμε την ύπαρξη
στα αστυνομικά σοκάκια της ευτέλειας
και χάνουμε τις αλήθειες της στιγμής…
πολλές αλήθειες, γιατί η μόνη και σιωπηλή
(παρα)θερίζει μονίμως στο Είναι
όπου ως γνωστόν
απαγορεύεται η πρόσβαση – access denied.
Μαύρη ζωή έκαναν άλλοι Κλέφτες
εμείς το πολύ μια διαδήλωση.
Φαντάζεσαι, κάθε εκπνοή
να έβγαζε κι από ένα όνειρο;

Η (επ)ανάσταση είναι το εσωτερικό
αίθριο του ατόμου που δεν συναγελάζεται
με θεωρίες κουρέλες ή παράσημα
και έπαθλο μια νύχτα στα μπουζούκια
της διάσημης αγέραστης ηλίθιας
της ντε και καλά αισιοδοξίας
με τον χαζοβιόλη καθρέφτη κατακούτελα
ανάμεσα στα φρύδια.

 

 

Ελλειπτική τροχιά σε συ ύφεση

Κι ενώ έχεις κινήσει ήδη
για τον αποχωρισμό
το σούρουπο που ξεμπερδεύεις
τα μαλλιά μου απ’ τ’ αστέρια
-βάρος που το ’χει η τρυφερότητα
όταν σωπαίνουν τα μαχέρια –
ένα αγρολούλουδο-καθρέφτης μού μαθαίνει
τι θα πει αρμονία
τότε σε χάνω χωρίς δάκρυ χθεσινό
κι απ’ την ψηλότερη έξαψη
του θέλω
κατηφορίζω με άνεση ως τη χαρά
του ζω.

Λυπημένα κοχύλια διώχνει η θάλασσα
εκεί που ετοιμαζόμουνα
να σου αποδείξω ότι απέχεις μόλις ένα
βότσαλο απ’ το παιδί που ήσουν.

Μια εξορία-εαυτός όπως
το σαλιγκάρι το σπιτάκι του.

Μετά, αλλού και άλλοτε μικραίνεις
κιόλας στην προοπτική του βάθους
το γέλιο πια μόνο του ήλιου, σπάνιο
-στο τέλος βλέπω στη ραφή
στην άκρη του χειμώνα
δυο κερασάκια όμορφα
σε βάρκα νουφαράκια.

 

 

Πόλεμος Έρως

Ανοίγει η γη στα δυο γόνιμο ρόδι
πέφτω στο βάθος του φλεγόμενου πυρήνα
φτερά καψαλισμένα ανωριμότητα
φθινόπωρα εικοσιένα στη σειρά
μ’ ένα μικρούλη έρωτα γυμνό
τσιτάκι από τ’ αστέρια δανεισμένο
όλοι με κοροϊδεύουνε με το χαμόγελό σου
η άνοιξη απούσα ταξιδεύει
μόνο σε σένα.

Με τάιζες σπόρους ροδιού, είδα στον ύπνο μου
το δρόμο για να βρίσκω, έλεγες
πίσω στο θαλερό σκοτάδι σου
αιώνια να επιστρέφω Περσεφόνη – ώσπου
και ας μην είμαι η ίδια, να μεταμορφωθώ
μόνο σε μένα.

Αστέρια πέφτουν στα μαλλιά
κι η έρημος σφαδάζει
στο όνομα της άωρης ομορφιάς μου
θα πνιγεί ο Άδης
προτού αλλάξει προσωπείο
και σε δω
πάλι στην πόρτα.

Αθώες φράσεις με ξηλώνουνε καρφιά
και βγαίνω από την άγνοια στο μπαλκόνι
χύνεται μέσα μου ποτάμι αλμυρό
σε λίγο ξημερώνει
σονάτα τού Σκαρλάτι θάλασσα ως πέρα
κι η μάνα μου ντυμένη Αλεξάνδρεια
χαρίζει όλα τα ρούχα στον αέρα.

 

 

Κρεσέντο

Ήρθε με λασπωμένες μπότες
μούσκεμα στον ιδρώτα της απόστασης ˙
οι τρύπιες τσέπες ένδειξη πως τα όνειρα δραπέτευσαν
– το βραδινό καράβι είχε σαλπάρει
κι εκείνος έψαχνε ως την τελευταία στιγμή
τα ναύλα για τον ουρανό σ’ ένα λουλούδι.

Στο δρόμο έχασα πολλά, μα όχι την ψυχή μου
είπε κι ακούμπησε επάνω στο τραπέζι
λευκό και άφιλο χαρτί – μολύβι
η ματιά του ακονισμένο
από ιδιωτική βροχή ανομολόγητη – κι εγώ
έδαφος πρόσφορο για τα οικεία βέλη.

Πριν απ’ αυτόν, με καίει
το χαμόγελό του από αιθρία
αξέχαστη στη μέση του χειμώνα
– για ώρα ανάγκης, μου έλεγε
όταν με κοίταζε απ’ τα βάθη
ως την ψυχή μου – μαγνήτης
πελάγη απεγνωσμένα ανάμεσα,
τριαντάφυλλες ανάσες σε γέφυρα πυρφόρα
– ο στεναγμός μού ζωγραφίζει πεταλούδες
μες στα σωθικά –
δεν έχω δεύτερο πουκάμισο
εκτός απ’ την αφή μου να του δώσω.

Διασχίζουμε στο ραλοντί και εν ριπή
στιγμές φωσφορίζουσες
με δρασκελιές ανίατης νεότητας
ατέλειωτες εκ(σ)τάσεις
σε αέναη που λατρεύαμε την πτήση
– τέρψη και τύψη πώς ζυγιάζονται θανάσιμα
πάνω στα φτερά αρπακτικού
αμετανόητη προσδοκία
απειλούμενη
από την γνώση που διαθέτει υπομονή.

Προτού μ’ αγγίξει ένα αστέρι φεύγει
απ’ την παλάμη του πυροτεχνήματα
καθώς με τύλιγε
ο ουρανός κάτω απ’ την στέγη
μα με ανοιχτούς κρουνούς και βρέχουν
άυλο χρυσάφι.

Τώρα, εκεί. Και πάλι εδώ:
αργά και αστραπιαία ταυτόχρονα
γυμνό και το δωμάτιο
φέγγει ως το αύριο των δακρύων
ο έναστρος πόθος.

 

 

Ο ποιητής

Να μη μιλάς ποιητικά
του ’λεγε ο δάσκαλός του
εν ανάγκη να μη μιλάς καθόλου!
Διωγμένος κι απ’ τη γλώσσα ακόμα
καλά καλά ως το απέναντι βουνό δεν είχε πάει
ξυπόλητος από ταξίδια κι όμως
στου νου τις τσέπες όλο φως
θάλασσες και βουνά με αγρίμια, κι ο ίδιος
χώραγε στο ανοιγόκλειμα του βλέμματος.

Πότιζε μόνο δέντρα και κηπευτικά
δάκρυα των ονείρων κουβάδες
πηγαινόφερνε με την αυγή στα περιβόλια ^
κι ύστερα να κοιμηθεί έτρεχε πριν απ’ τον ήλιο
γιατί απ’ τον ύπνο έβγαζε
πάντα ουράνιες βλέψεις λύτρωνε
τον ιδρώτα του με δροσερό φασκόμηλο
και ακουμπούσε ραβασάκια γιατρειές
στου κάθε επιλήσμονα το απλωμένο χέρι
για να κεντήσει κι ο φτωχός
τ’ αστέρια που του πρέπουν.

Σε λίγο πάλι ακούραστα έκοβε
σαν λουλουδάκια νέρινα τα λάθη
των ανθρώπων – ουραγός
του Ωμέγα απαρατήρητος
πώς να τον κάνεις φύλλο;
Μόνο τα φτερά του έβγαζε
κι άφηνε στο κατώφλι
ν’ αναγνωρίζουν τα παιδιά πού
έχουν σύναξη αύριο όλες οι επιθυμίες.

Πώς βρέθηκα σ’ αυτή την αίθουσα αναμονής
αναρωτιόταν τώρα σε πλήρη
αστική υπνηλία παγιδευμένος
κι εκτός από τον παπαγάλο στο κλουβί
που τσίριζε ανόρεχτα τσιτάτα σεμνά
και ταπεινά από την πρόσφατη Ιστορία
δεν ακουγόταν παρά η φωνή διαταγή ριγέ
γραβατωμένου οικοδεσπότη
να νουθετεί την κόρη του:
Μακριά από ποιητές! Ψάξε καλύτερα
δυσεύρετο υδραυλικό ή ηλεκτρολόγο!

 

 

Το ποίημα

Τόσο παρηγόρα ζεστό
σαν λυχναράκι σε έρημο
εξέχει όμως η ασχήμια τύραννος
ο πάνθηρας χαζεύει χορτασμένος
ουδέν ψοφίμι
-όλα αλληλοφαγώθηκαν
πριν καν να ξεψυχήσουν –

μα μια αντιλόπη ξένοιαστη
και πάμφωτη αγάπης
περνάει μπροστά σαν έκρηξη
εν φρίκη γνώσει ίπταται
ως μαγικό μαστίγιο
επί αθλιοτήτων
ζωή και αβροδίαιτη ένα!
μοναδική σπανιότητα, προκλητική εικόνα
σεσημασμένη των άγριων ανέμων

ποίημα τρυφερό
-στα χρόνια του σκληρού χαλκού
σε τι να χρησιμεύσει;

Τα όνειρα του Άμλετ απαρέμφατα
-στον ενικό μάς βλέπει μόνο
ο θάνατος.

Αφού κι εμείς, καμιά φορά
όταν τα κύματα περιφρονούν
λησμονημένες τραγωδίες
κρατάμε όλη την έρημο
μες στην μικρή παλάμη.

 

 

Η αλληλουχία των Τεχνών

(Για να μη φλουτάρει η φωτογραφία
μετατοπίσου μια ιδέα από την λογική
και ζουμάρισε στο μέσα χρώμα.)

Ψάχνω ζευγάρια των μηνών Ιούλιου και Αυγούστου
Καίσαρ και Strindberg αψιμαχούν σε σκοτεινά μεγέθη
αχός Ρουβίκων μαίνεται σε μοίρα στερημένη
από την άλλη, ο βόρειος
σε ζητιανιά λιακάδας
κι οι δυο μαζί σε κλασικές
– αξιολύπητοι – επιδόσεις.

Αν και αταίριαστο πολύ
σαν φούξια στον Στάλιν
κάνω πειράματα δειλά με την βιοχημεία:
Ιούλιος και Αύγουστος μου ιδρώνουνε την πλάτη
ενώ Μασνέ και Ρενουάρ, οι συνονόματοι τους
παίζουν βιολιά και χρώματα
στη μέση εδώ του κήπου’
ο ουρανός σαν θάλασσα
πέφτει και με δροσίζει

απόδειξη τόσα νερά που μπήκαν μες στο σπίτι
και στην κορφή του λόφου μου
να, κιόλας κολυμπάω!

Τι σου ’λεγα; Έχει ο Θεός
ακόμη αξόδευτο γαλάζιο.

 

 

Με τον τρόπο του Κάλβου

Την ώρα που μένω στα μισά του δρόμου
γιατί δεν ξέρω πώς φτιάχνονται
απ’ την αγρύπνια οι χειροβομβίδες
και αν αυτό έχει σχέση
με τους είλωτες
ή με τον Κολοκοτρώνη

μου στρώνεις λεωφόρο ροδοπέταλα
χάνει χρόνο το όνειρο και θα το δει η μέρα
πάει λοιπόν στα βιαστικά
να βρει τις ρίζες του στην πίσω αυλή του ουρανού
εκεί που είναι κόκκινα τ’ αστέρια απ’ την αγρύπνια
όπως σιωπηλά κυλάνε τα νερά της μυστικής
ζωής που δεν αξιωθήκαμε.

Ανασκοπεί ο ουρανός την Αόρατη Δόξα
κι οι ευωδιές ξεχύνονται λαχανιάζοντας
σε σκάλα στριφογυριστή
για να σε φτάσουν.
0 άνθρωπος είναι ικανός
ως και φτερά να βγάλει
για να την αχρηστέψει

γιατί ο Θεός είναι η μόνη
ειρωνεία που αντέχουμε. 

 

 

Momentum ~ η επικράτηση

Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ την λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.

Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.

Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Μαγκρίτ τα μούσμουλα φεγγάρια.

Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).

Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.

Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.

 

 

Και μαγεμένη και άρνηση

Χτυπάει πάλι άνοιξη στη φλέβα του Νοέμβρη
ο φτερωμένος ουρανός πουλάκια κυνηγάει
και ξεμυτίζει γαλανό το δακρυσμένο γέλιο’
μαζεύει ο νους τα χρώματα
τα βάζει στο συρτάρι
κι ακούει τα τραγούδια του
αφού θα σκοτεινιάσει
για να κεντήσουν όνειρα
που θα φυσούν νοτιάδες
σε αγκαλιές να κλείνονται
τα μαγεμένα μάτια.

Στέλνω μια κάρτα Αλληλούια στην αιωνιότητα
μαζί μου να γελάσει
– είναι παράξενος καιρός, γι’ αυτό τον καλοπιάνω –
ανοίγω το παράθυρο να μπούνε φεγγαράκια
σαν διαλεχτός της άρνησης και ακριβός της πίστης

 

 

Οι κορδέλες της Σκάρλετ

Ήθελα να πάω στον καιρό της μάνας μου
όταν εγώ δεν υπήρχα.
Ήρθαν μαζί σαν συνεννοημένες
πριν από τα χαράματα
δυο φίλες – μεταξύ τους, όχι με μένα –
η Άγρια Νοσταλγία και η Τρυφερή Ομορφιά
και βάλθηκαν χωρίς να με ρωτήσουν
να εξοντώσουν, λέει, την Χαρμολύπη
που ήρεμα φτερούγιζε και μου ’κάνε παρέα.
“Μα, βρε καλή μου, βρε γλυκειά, κακιά κι ονειρεμένη”
τίποτ’ αυτές, το δρόμο τους
με λύσσα και με δόρυ
κυμάτιζαν σπαθιά και δίχτυα στον αέρα
φορέματα αίματα και αστέρια στο ταβάνι.

Μετά από λίγο, ούτε ήχος στο δωμάτιο
ούτε δροσιά όπως πριν – κι εκείνες
ιδρωμένες να κρύψουνε τα όπλα τους
και να με πλησιάσουν:
“Εσένα σε αφήνουμε να σε σκοτώσει ο ήλιος!”
μου φώναξαν και τράβηξαν απότομα τα στάρια.

Αν τύχει κάτι έκτακτο
θα σε ενημερώσω.

 

 

 

η είλη της ύλης (2003)

 

ειλητάριο

Άδειες φωλιές χελιδονιών οι χούφτες
το μέσα κρύο αδυσώπητο
—έξω, η έγχρωμη ζωή.
Θροΐζουν στο ξεψύχισμα οι χάρτινες νύχτες
—της σελήνης κομμάτια
και θρύψαλα στο πάτωμα
το πολύτιμο βάζο
του ανοίκειου παρελθόντος—
θυμωμένους αγέρηδες φυσάνε τα σύννεφα
αποδίδοντας δικαιοσύνη στα βαλσαμωμένα όνειρα. 

Γιατί ποτέ δε λάμπει το φεγγάρι
χωρίς να φέρνει όνειρα με χάρη…

For the moon never beams
without bringing me dreams.

 

. . .

 

Και με την απορία του άστρου
το άσπρο φουστάνι άψυχο
σαν μουσική πεταμένη
—να αλωνίζει ο πανικός
και να χορεύει ο τρόμος—
δίπλα στο χάσμα του τάφου
πάνω στην τελεσίδικη σιωπή.

Ό,τι πρέπει το φρεσκοσκαμμένο χώμα
για να φυτέψω πάλι ενοχές.

Η ηδονή των περασμένων ερώτων
αφήνει λιπόθυμα ίχνη
αφού αποκαλύψει την κρυμμένη αποστολή της
Ότι χους εσμέν…—
Φταίει, φαίνεται, ο νόμος της βαρύτητας:
πέφτεις και τσακίζεσαι.

 

 ευαγώς ναυαγός

 

Όχι, κάτι άλλο με συνεπαίρνει ·
τραβούνε, ναι, το βλέμμα μου
οι μηχανές, οι πολύβουοι δρόμοι
τα άδεια μάτια και τα φωτεινά ονόματα ·
εμένα όμως αλλού πετάει ο νους μου
—θέλω να βλέπω τα σύννεφα
τη νύχτα τα μακρινά σιωπηλά φώτα
και τις σκοτεινές θάλασσες.

Όταν σου λέω μανταρίνι να…

 

 . . .

 

Σαν αίνιγμα ξεχασμένο
μέσα στην παιδική μου κασετίνα ·
σαν μυρωδιές από παλιά
που ανακαλύπτω πάλι ·
σαν μακρινή ανάμνηση από φωνές και πρόσωπα ·
σαν ένα βουνό που ξεσκεπάζεται απ’ τα χιόνια
κι από μια μύχια του σχισμή
ξεμυτίζει κρινάκι θαλασσινό ·
σαν αμμουδιά χρυσή παρθένα
που μόνο εμείς πατήσαμε

είναι το ποίημα
που θα μου γράψεις μια μέρα (;)

. . .

εική ειμή… ειμί

 

Ερχότανε καλπάζοντας
το άλογο του Απρίλη — να φυλαχτώ
να τοιμαστώ ξανά για την Εαρινή Επίθεση.

Σφιχτόδεσα τα μποτάκια του Δημοτικού
και χίμηξα προς την αντίθετη κατεύθυνση
με μάτια σφαλισμένα για να βλέπω
το μαύρο ζωντανό.
Ύστερα μπήκα στο πιο αρχαίο μαγαζί
κι αγόρασα χρωματιστό φουστάνι
πληρώνοντάς το με τρία βιβλία.

Επέστη επιτέλους η στιγμή
να διαψεύσω τον πατέρα μου
και τη δυσοίωνη πρόβλεψη
πως δεν μπορείς να πας
στο super market να δώσεις δύο
ποιήματα και να πάρεις
ένα κιλό φέτα.

Αφού δεν έχει απομείνει
άλλη καλοσύνη
για ν’ αγοράσω κεράσια.

 

. . .

 

Ο Αγαμέμνονας μες στο λουτρό εφονεύθη;
Για τον Μαρά, είμαστε σίγουροι
υπάρχει η απεικόνιση της Ιστορίας:
το αίμα νερό δε γίνεται!

Και ο καιρός μαινόμενος στη μνήμη
των μνημάτων-υπομνημάτων
ατελών η τροχιά στις φάσεις της σελήνης.

Εναπόκειται, φορές, στους κεκοιμημένους
να μας αφυπνίσουν.

 

. . .

 

Ελύτης και Καρούζος με κατοίκησαν
στα μάτια κοιτάζουν τη ζωή
και εισηγούνται τα δυσπρόσιτα.

Καθώς τραβάω την κουρτίνα
της καινούργιας μέρας
λέω ν’ αφήσω την άθλια
πραγματικότητα να περιμένει ·
ξέρει αυτή, άπρακτη δε θα μείνει:
θα κυνηγήσει πάλι τους λαγούς
να τους φορέσει πετραχείλια.

 

 

το ανοίκειον κέλυφος (2000)

 

το ανοίκειον κέλυφος

 

Σαν να ’ναι εχθρός σου η ζωή και την παραφυλάς
τη φιλάς σφιχτά και τη φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη —
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.

Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσ’ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
—άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.

Και που κουβέντα πιάνεις
με τ’ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σ’ αγαπάει—
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απ’ το χώμα.

Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.

 

. . .

 

Μπαίνω στο ποίημα την ημέρα
και θέλω να νυχτωθώ
στην κάμαρά του
—τη βρίσκω άδεια
παραθυρόφυλλα κλειστά
κι εσύ μόνο να λείπεις.

Στους τοίχους ζωγραφισμένα χάδια
και τα φιλιά αμίλητα
στο πάτωμα αφίλητα—
τα χρόνια που έρχονται
προάγγελοι ιχνηλάτες του απρόσιτου
και βρέχονται από τη θάλασσα
των πεπραγμένων.

 

. . .

 

καταχραστής θαυμάτων

 

Σου λέω ταξίδι όταν με κοιτάς
κι εσύ με κόβεις με μοιράζεις με πετάς
μου λες βροχή μου κι απ’ το χέρι με κρατάς
ίχνος ο ήχος — και στο θαύμα θα με πας;
Χτυπάει σφυγμός αβάφτιστος
μα στη στροφή άλλος καιρός:
τρίζουνε κιόλας τα φτερά μας.

Πού είναι ο ουρανός που προτιμάει
το όνειρο απ’ τη σάρκα;

 

. . .

 

Τα φώτα στη θάλασσα
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ’ αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω
στους αιώνες κατά πίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
—και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.

 

 . . .

 

 

οδών ωδές

Στη-χυμα-τι-ζω
στο χώμα-σώμα να θρέψω
την απειρία του εκατόφυλλου.

Βρέχει γιατί το σύννεφο
κανείς δεν το ρωτάει
αν η βροχή το λύτρωσε
ή το ’θάψε στο χώμα.

Και ν’ ακουμπώ σε καίγομαι
και να μισεύεις λιώνω.

 

. . .

 

Ένας καινούριος ήλιος ανατέλλει ευωδιές
και καθαρίζει την ατμόσφαιρα—
από τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
που μόνο σ’ αυτόν χαρίζεται
πρωτάκουστα τα μυστικά που φέρνει:
λουλούδια πέρα από το μαρασμό
των εποχών και της συνήθειας.
Έτσι φτιάχνονται τα γεγ-Ον-ότα: εκ του Όντος.

Μετά η βροχή ανάβει κεράκια στο χώμα
που ρουφάει τις σταγόνες της —να
σβήνει την κρυμμένη φωτιά —αυτό, ξέρει.

 

. . .

 

ο θησαυρός της ήττας

 

Κάνει βουτιά απόψε το φεγγάρι
από τα κεραμίδια μέσα στ’ όνειρό σου
να δει αυτό που τόσο επιθυμείς κι όμως το τρέμεις
-δικό σου ρούχο που σαν ξένο το φοράς.
Γιατί δεν παραδέχεσαι τη νύχτα πως το ξέρεις,
ιη μέρα πως το αισθάνεσαι, τη χαραυγή το χάνεις;
Δικό σου πάλι γίνεται σαν γαλανό τραγούδι
παλιό ηλιοβασίλεμα, κύμα που το φιλάει—
κι εσύ γυμνός ορίζοντας και άπληστος προδότης.

 

. . .

 

Καληνύχτα κι απόψε
πάλι δεν θα συναντηθούμε—
εσύ κοιμάσαι με τη σιγουριά
εγώ ξαγρυπνώ δίπλα στην αμφιβολία
γιατί όλο ξεσκεπάζεται
κι έχω να τη φροντίζω.

 

 η διαρκής σύμπτωση

 

Μ’ αρέσουν τα μικρά ποιήματα
γιατί είναι του χεριού μου
που μέσα τους δεν χάνομαι
—και όταν ξάφνου αγριεύομαι
κι απ’ το όνειρο πετιέμαι
να ξέρω πως στα σκοτεινά νερά
ψηλαφώντας όλα τα φτάνω
— βγαίνω απ’ το λαβύρινθο
πριν να μου βγει η ψυχή.

Και το ίδιο το Ανέφικτο
είναι πελαγωμένο. 

. . .

 

Τα καράβια τα τρένα τα σύννεφα
κι όλα τ’ αρχαία και σκοτεινά παιχνίδια
τα έχω κάθε βράδυ δίπλα στο μαξιλάρι μου
—τα όνειρα του παρελθόντος και
του μέλλοντος σαν ανοιχτό βιβλίο
και τους καλούς και τους δυνατούς
που νικάνε πάντα στα παραμύθια.
Για τα σκοτωμένα πουλιά
που βρίσκουν άλλοι στην ακτή,
εγώ δεν ξέρω τίποτα—
έχω να περιμένω κάθε πρωί την ανατολή.
Τη νύχτα πάλι έχω δουλειά:
να θυμηθώ τα θαύματα
που είδα μέρα μεσημέρι.

Ο δογματικός είπε: —Πετάς στα σύννεφα.
Ο αστός είπε:— Εθελοτυφλείς και καλά κάνεις.
Κι η μάνα μου:
—Αυτό το πείσμα τρέφεται με αίμα.

. . .

Εσύ;

-…

 

μετα-ποίηση μετ’ Αμφιέσεων  (1997)

 

Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.
Αν δεν τo ‘χεις μάθει ο λάκκος είναι ακόμα άδειος. Για να αισιοδοξήσει, σκέφτεται το μέλλον του ρόδινο: το πολύ να καταντήσει κενοτάφιο.

Θα μου πεις, το δις εξαμαρτείν…
Θα σου πω, οι σοφοί με σφραγίδα είναι επτά και κατοχυρωμένοι. Δεν έχει άλλες θέσεις. Είναι να ξοδευόμαστε;

Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι, εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου, κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο και ξεγελάω τις ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν ασφαλείας…

Αν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, να καις τουλάχιστον μόνο παράλληλες αρτηρίες. Ποτέ τις διασταυρώσεις. Υπάρχει κίνδυνος βραχυκυκλώματος. Το αίμα δεν αστειεύεται.

Έχεις τουλάχιστον οάσεις στις ερήμους σου; Κάπου να ξεκουράζεσαι κι εσύ απ’ τη μονοτονία της ασφάλειας.
Να φανταστείς πως ζήλευα τις –έστω μικρές– περιπλανήσεις σου. Πήγες κι ακριβοπλήρωσες την έμπνευση, ενώ εδώ είναι δωρεάν.

Δεν ξέρω τι να το κάνω το παράπονό της, που μένει τόσον καιρό ανεπίδοτη. Γι’ αυτό στη στέλνω. Αν έχεις την καλοσύνη, να συμπληρώσεις τα κενά.

Φέτος κάψανε πάλι όλες τις συμφωνίες – του πράσινου με το γαλάζιο, του ιώδους με το υπόλευκο, τη δική μας. Πρόλαβα και φύτεψα καινούργιες να θεριέψουν με τα πρώτα δάκρυα του νέου χρόνου.

Ό,τι αγαπούσα στέρεψε.

Σου γράφω απ’ τη μέση του ωκεανού, τριγυρισμένη από πολύτιμα δυσεύρετα κοχύλια. Κανείς δε νοιάζεται. Από ποιόν να ζητήσω τα εύρετρα;

Εδώ στα βαθιά, τουλάχιστον, δεν κινδυνεύω να πιάσω πάτο. Είναι λίγο κουραστικό, αλλά θα συνηθίσω.

. . .

Να κλείσω τα μάτια
σ’ ένα ύπνο παιδί
και να ξυπνήσω επιτέλους
στην αρχή που μου ανήκει.

. . .

 

Πεθύμησα ένα γέλιο λούνα-παρκ
ένα κήπο ελεήμονα
με τρυφερή σκουριά
έστω μια παιδική χαρά
ανίκατε μάχαν.

Οι τριαντάφυλλες πληγές
αιμορραγούν απόσταση.

Κάνω πως δεν καταλαβαίνω
το αδυσώπητο της λεπτολόγας υπομονής
και παίρνω μαζί μου
ένα κομμάτι
νύχτα για το δρόμο.

Μην πεινάσω…

. . .

 

Κάτι με σπρώχνει στην ψευδαίσθηση
πως παίζω δήθεν στην επιθεώρηση.

Των αισθημάτων σου.
Έχω τον πρώτο ρόλο
μπροστά σε άδεια καθίσματα
και να μην ξέρω πότε βγαίνω.

Απ’ τη ζωή σου.

Ουρές απ’ εξω, στο κλειστό ταμείο
της καρδιάς σου.
Ούτε διάλειμμα ούτε και τέλος
έχει αυτό το έργο.
Καλύτερα να φύγω
από την πίσω πόρτα.

Των κομπάρσων.

. . .

Πνίγηκε κάποιος στη λίμνη χθες το βράδυ.

Η αναστάτωση του συνεργείου
επισκιάζει το ακάλεστο πένθος
σαν σμήνος κοράκων πάνω
απ’ τα σιταροχώραφα του Βαν Γκογκ.

Το έργο θα μείνει στη μέση.

Αν με δεις κάτω απ’ τα φώτα
τη ζωή μου ντουμπλάρω
να ξεχρεώσω από τώρα
τους πιστωτές του Τέλους.

. . .

 

Αλλέγκρο μα νον τρόπο
με τρόπο, σας παρακαλώ:
προέρχομαι από συμφωνία
σε συ μείζονα θλίψη.

Τώρα που γνωριστήκαμε,
πέστε μου ένα χρώμα
για τον Έρωτα.
Φανείτε πιο πρωτότυποι
από το κόκκινο, αν είναι δυνατόν.

Με δοτική απόλυτο σκοτάδι
συντάσσεται – για να σας βοηθήσω…

. . .

 

Φεύγω απ’ τον έρημο σταθμό
και βάζοντας το χέρι στην τσέπη
ενώ στην ουσία ψάχνω το δικό σου
είναι σαν να θέλω να φυλάξω
τη φωτογραφία της ζωή μου.

Στο τελευταίο πλάνο δεν θα ‘χω
λόγο: παίζω πλάτη.

Και καθώς απομακρύνομαι στη σιωπή
του αβέβαιου μέλλοντος
θα πέσουν οι άχρηστοι τίτλοι
και το σημαίνον Τέλος.

Συνώνυμο της έλξης
είναι το κενό.
Και όσα μας μαθαίνουν στο σχολείο
ανώμαλοι χρόνοι κι ανώφελες γραμματικές
για το καλάθι των αχρήστων.

Αισθημάτων.

. . .

 

Ήρθαν στο ραντεβού μας συνεπέστατοι:
Οι ζωντανοί κισσοί της ηδυπάθειας
Τ’ αστραπιαία γεύματα και τα πεταχτά φιλιά.
Τα δειλινά βλέμματα βαθιά σχεδόν σκοτεινεμένα.
Οι ταπεινόφρονες αναμονές – κυκλάμινα
με υπαινικτικά γερμένο το κεφάλι.
Οι μοιρασμένες αγκαλιές παραδομένες στη λήθη.
Οι νηπενθείς καλόβολες αναβολές
με το μοιραία Επερχόμενο από κοντά.
Τα φυλαχτά χάδια μόνα τους
μούσκεμα στον ιδρώτα της απογείωσης.
Κι εκείνοι οι διπρόσωποι εφιάλτες
οι μεταμφιεσμένοι σε γαϊτανάκι.

Απάνω που τακτοποιήθηκαν,
έλα εσύ τώρα να τους μιλήσεις

για τη μετακόμιση.

. . .

 

Ναι, άφησες
την πόρτα ανοιχτή. Μα
μην κοιτάξεις πίσω:
θα γίνεις στήλη άλατος.
Και το αλάτι όπως ξέρεις
κάνει κακό στην πίεση.

Της μνήμης.

. . .

Το ξέρω, κι εσένα σ’ άφησα μισό:
σου πήρα τη λαχτάρα μου.

Φυσάει τώρα στ’ αριστερά σου
πλευρίτης καιρός
κι είσαι στο ρεύμα ανάμεσα
προδοσία και μεταμέλεια.

Πάντως ούτε και σήμερα θα πνεύσουν
άνεμοι να συναντηθούμε μεσοπέλαγα.

Πάρε τουλάχιστον το μισό
πόνο μου να νιώσεις.

Μη μένεις άπονος και μου κακομαθαίνεις…

. . .

 

Απόψε ανοίγω πάλι την αποθήκη.
Μόνο οι μυρωδιές έχουνε μείνει.
Παλιότερα, αυτή η πόρτα
έβγαζε κατευθείαν στον κήπο
των όρκων.

Τώρα ασφυκτιούν σε χώρο δύο επί δύο
χρωματιστές πολυνησίες πόθου,
η δολοφόνος πανσέληνος Πανδώρα
και αποξηραμένα χάδια
μες στην αχερουσία υπόσχεση.

Έχτισες αυθαίρετη μεσοτοιχία,
μου κόβεις και τη θέα στη θάλασσα
της παιδικής μου ηλικίας.

Εντάξει, εσύ ήρθες.
Ο ποιητής τι απέγινε;

Οι ακριβές επιθυμίες.
Ποτέ ακριβείς.

. . .

 

Πώς έφτασα ως εδώ; Με απλωτές αναποδιές.
Όμως ας μην τα ρίχνω πάλι στον καιρό. Εκείνος καιροφυλακτεί. Όπως πάντα. Κι εγώ, πήγα κι έπεσα πάνω του. Όπως συνήθως.
Κάτι ψιθύρισε για λαθρεπιβάτες, με λήστεψε από το περιττό – όπως αποδείχτηκε – φορτίο και μ’ άφησε αντιμέτωπη στην αιθρία παροδικοτητα. Και με την καθυστέρηση που φόρτωσε ο νικητής στις πλάτες της τύχης μου, έχασα το λεωφορείο της δεκάτης πέμπτης Ιουλίου.
Κι απ’ όσα σου έγραψα ως τώρα τίποτα δεν ισχύει, όπως καταλαβαίνεις.
Εκ των υστέρων, να σου πω, καλύτερα: Πρώτον, γιατί τελικά δεν ξύπνησα στις πέντε το πρωί – που το σιχαίνομαι σαν τις αμφιβολίες μου, όπως ξέρεις. Κια δεύτερον, τρία ολόκληρα χρόνια σε ονειρευόμουνα νομίζοντας πως ζούμε. Τώρα, αν είναι αυτό καλό ή κακό, εσύ θα μου το πεις.

Αχ, μόλις πέρασε η στάση μου κι έχασα πάλι την ευκαιρία να κατέβω. Κι ούτε να πεις ότι μπορώ ν’ απολαύσω τη διαδρομή, γιατί κάθομαι απέναντί μου μετά από έναν αιώνα. Και τα τοπία είνια απίστευτα ίδια.
Δεν τη γνωρίζω από μέσα. Βλέπω μόνο ένα κορμί – λαχτάρα και μια ανάσα – τώρα. Ίσως θυμάται και το δέρμα και την ψυχή της.
Ήθελα να της πω συγνώμη
μα και πως σ’ αγαπώ ακόμη.
Δεν ξέρω πώς θα το πάρει και διστάζω.

Με τούτα και με κείνα, έχασα και το έργο. Λοιπόν μην περιμένεις να σου διηγηθώ την υπόθεση. Πολύ λιγότερο, βέβαια, το
Τέλος

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιο τεύχος 8 /Φθινόπωρο 1988)

 

Ι

ΕΒΑΛΑ ΤΟΝ ΕΑ ΥΤΟ ΜΟΥ στη ντουλάπα σε μια κρεμάστρα προσέχοντας
τις δολοφόνες άκρες της να μη με πονέσουν στους ώμους κι αφήσουν σημάδια.
Ήθελα να ‘μαι πάνω και πέρα απ’ αυτά τα πράγματα και τους ανθρώπους
που τρυπούν την καρδιά. Ήθελα να μπορώ να πω, αυτός ο χορός να
διαρκέσει για πάντα. Κρέμασα λοιπόν το κορμί μου και βγήκα έξω άλλη.
μεταξύ ύλης και αφθαρσίας και λίγα εκατοστά πάνω απ’ το έδαφος – μόνο.
Καθώς δεν έβλεπα το περίγραμμά μου που διαγραφόταν στον ουρανό από ένα
μονοκόμματο κορδόνι «νέον» κι όλο μετατοπιζόταν καθώς πετούσα, φοβόμουν μήπως κοπούν τα νήματα και συγκρουστώ με το φεγγάρι. Δεν ήθελα να συγκρουστώ μαζί του… Με το πρώτο αντιφύσημα θα γύριζα ατό καβούκι μου. Και τί δικαιολογία θα είχα να του πω για τη στέρηση των έναστρων νυχτών… θα είχα πάλι την ανάγκη του.

 

II

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ πού ματαιοπονούσαν επιμένοντας.
Ήταν κι η ζέστη, ο ήλιος που έκαιγε, το χαρούμενο χρώμα γενικά στον αέρα.
Κι όμως το καλοκαίρι ξεψυχούσε: τα γεράνια φωτίζονταν εσωτερικά απ’ τη
λύπη τους, ο ουρανός γινόταν σκούρος μπλε προτού νυχτώσει, ο αγέρας
κουβαλούσε στα μεγάλα χέρια του τη θάλασσα να την αποθέσει πάνω στην
πόλη και πια δε μύριζε πεύκο κι αρμύρα, μήτε νοιαζόταν να στεγνώσει κορμιά
στις παραλίες και σκέψεις στα σύννεφα.
Ένα πρωί που είχε παραγίνει το κακό – ο ήλιος όλο και αποτραβιόταν –
αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει εκεί που την είχε συναντήσει, θαρρούσε
πώς ήτανε φευγάτος κιόλας ένας μήνας – ή μήπως δεκατρείς;… Όλη η ιστορία είχε αρχίσει και τελειώσει μέσα σε λίγες στιγμές – ή μάλλον σε σταματημένα ρολόγια μέ αναποδογυρισμένες γιρλάντες.
Βρέθηκε σε κείνη την ξανθή πεδιάδα βράδυ. Η θάλασσα δεν ακουγόταν κι ο
σκούρος όγκος του βουνού στο βάθος επόπτευε άλλα κι εγκυμονούσε.
Διάτρητο σκοτάδι. Αίφνης, χωρίς τυμπανοκρουσίες, ξεπρόβαλε το ασημένιο
τάσι ολοστρόγγυλο και τήν ίδια στιγμή κύλησε ανάποδα μπροστά στα πόδια
του. ’Εκεί, στην πίσω μεριά του, στο ακαθόριστο κοίλωμα, ήταν κουλουριασμένη η Σελήνη. Χωρίς κανένα ήχο ή μάγια ανεξήγητα. τινάχτηκε σα μίσχος και βλάστησε μονομιάς, κόλλησε απάνω του, τον φίλησε με πόθο και – στο ανοιγόκλειμα των βλεφάρων – εκείνος απόμεινε βουβός με ένα διαμαντένιο δάκρυ της στο γυμνό του στήθος. Μια κλωστή μπερδεύτηκε στα δάχτυλά του και προσπαθεί από τότε να τη συνταιριάζει με τ’ ασημένια κουρελάκια της, που είχαν απομείνει άψυχα πάνω στο χορτάρι. Είχε τρέξει άπειρες φορές ξοπίσω της, μα αύτη, λες και δεν ήταν η ίδια, όλο τον άφηνε με άδεια αγκαλιά, χανόταν σε κείνη τη μυστική στροφή του ουρανού: πίσω της, σα χνάρι ανεξίτηλο και προκλητικό, το «νυχάκι» τον φεγγαριού, πότε πλαγιαστό πότε φευγάτο, να τον κοροϊδεύει από ψηλά.
Έφτασε σούρουπο στην πεδιάδα σφίγγοντας στο αριστερό του χέρι την
ασημένια κλωστή, αποφασισμένος να ζητήσει εξηγήσεις. Ορθάνοιξε τα
μάτια, ανάσανε βαθιά. Κάθισε στην καρδιά της πεδιάδας και περίμενε.

 

III

ΤΡΙΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ επάλληλα και συμπληρωματικά – άλλα συμπτωματικά:
Το φεγγάρι χλεύαζε πάνω απ’ το σκουπιδότοπο της μεγαλούπολης, που
στροβιλιζόταν σα θάλασσα σε χειμωνιάτικη θύελλα με ψάρια τους πολίτες. Ο
ίδιος τρελός άνεμος φυσούσε φαίνεται και ψηλά, γιατί το φεγγάρι, από
πανσέληνο, έχανε κάθε τόσο λίγο απ’ το σώμα του. Σαν τιμωρία για το
χλευασμό ο άνεμος έτρωγε κάθε τόσο λίγο απ’ το σώμα του όπως:
Σ’ ένα εστιατόριο με ζεστά χρώματα, προς το αίμα. Τραπεζάκι στο μισόφωτο.
Η φλόγα έτρωγε το κερί για το επετειακό γεύμα ανελέητα με διάθεση
εξόντωσης. ’Εκείνη, σα γενναία πεταλίδα σε ώρα τρικυμίας, με νύχια και με
δόντια να κρατηθεί. Ο γκρεμός ανάμεσα τους. ’Εκείνος, παρ’ όλο χωρίς
ορατά εμπόδια, χαμένος ολόγυμνος χωρίς παραισθήσεις λέξεων, το μάτι του
κολλημένο για μερικά δευτερόλεπτα στη γωνία: η σκοτεινή ομπρελοθήκη
συγκροτούσε μια μοναχική ομπρέλα σαν ανεξιχνίαστο καρφί στη καπάκι του
παράταιρου φέρετρου. Ύστερα, απέναντι του, οι – πριν λίγο φλουταρισμένες
– τρεις κηλίδες, βαθυκόκκινες, στον άσπρο γιακά της, όπως:
Οι δεκατρείς σταγόνες σκούρο αίμα στ’ άσπρα πλακάκια τον μπάνιου. Το
σώμα τυλίχτηκε χωρίς βάρος και ήχο ζωής σε άσπρο σεντόνι κι η σήμανση
αποκόλλησε – εύκολα – απ’ τα πλακάκια τρεις κηλίδες βουβό αίμα για
εξέταση. Ύστερα έγινε σκοτάδι, όπως:
Μια νύχτα το φεγγάρι εξαφανίστηκε στη χάση τον
αφού ο τρελός άνεμος σίγησε μόλις κατέφαγε το σώμα του
όπως ή φλόγα κατατρώγει το κερί που θ’ ανάψει για να φωτίσει το σκοτάδι
των ανθρώπων πριν επιτέλους ξημερώσει.
Κανένας θάνατος δεν είναι καλύτερος από έναν άλλο θάνατο.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΜΑΡΙΑ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Νανά Τσόγκα «Το παλιρροιακό κύμα της ποίησης»

Η ποιήτρια Νανά Τσόγκα, μία από τις πιο αξιόλογες γραφές της νέας γενιάς, ξέρει να μετατρέπει την ποίηση σε ένα παλιρροιακό κύμα αισθήσεων και ονείρων. Με ένα ευφυέστατο και πλούσιο λεξιλόγιο και ένα συναίσθημα που βρίσκεται ανάμεσα στην τρυφερή ειρωνεία και το βελούδινο όνειρο, που πολλές φορές δαγκώνει, η ποιήτρια Νανά Τσόγκα είναι η χαρισματική εκπρόσωπος του νεορομαντισμού στην ποίηση. Όμως δεν ξεχνά να είναι ρεαλιστική, πολλές φορές με, έξυπνα καλυμμένο, σκληρό τρόπο που με μια τυχαία ανάγνωση μπορεί να διαφύγει από τον αναγνώστη. Με βαθιά αγάπη απέναντι στην Τέχνη που υπηρετεί, η Νανά Τσόγκα είναι η ποιήτρια που ξαναφέρνει τον λυρισμό σε απόλυτη αρμονία με τον σουρεαλισμό που διέπει σχεδόν όλο της το έργο. Και καλεί τον αναγνώστη σε μια εκ βαθέων περιπέτεια ‘γυμνάζοντάς’ τον μέσα από την έντονη ζωγραφική της ποίησής της.

 

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΝΑΝΑΣ ΤΣΟΓΚΑ

Σήμερα θα συν-ομιλήσουμε με την ποίηση της ΝΑΝΑΣ ΤΣΟΓΚΑ — ή αν θέλετε με την ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ, την ποιήτρια, που έχει μέχρι σήμερα μια πορεία ανοδική, μια πορεία ωρίμανσης.

Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, 1997

Το Ανοίκειον Κέλυφος, 2000,

η οποία διαρθρώνεται σε επιμέρους κινήσεις, σαν τα μέρη μιας μουσικής συμφωνίας: ανοίκειον κέλυφος – καταχραστής θαυμάτων – οδών ωδίνες – ο θησαυρός της ήττας – η διαρκής σύμπτωση.

Στους χαλεπούς καιρούς όπου βρεθήκαμε να διαβαίνουμε, ένας λόγος για την ποίηση ίσως μοιάζει μάταιος — δεν είναι, όμως! Γιατί πώς μπορεί να είναι μάταια η αναφορά σε ένα ξεχωριστό ανθρώπινο γνώρισμα, ένα γνώρισμα, το οποίο, όπως λέει ο Αριστοτέλης, είναι «σύμφυτο τοις ανθρώποις»;

Η πρώτη λέξη που άρθρωσε ο άνθρωπος, ήταν μια λέξη όπου το σημαίνον και το σημαινόμενό της ταυτίζονταν τελείως. Ήταν μια λέξη όπου ήχος και νόημα ήσαν ένα και το αυτό. Ήταν μια λέξη φυσική, όχι σύμβολο. Η πρώτη ανθρώπινη λέξη, όπως υποστηρίζει ο Κρατύλος, στον ομώνυμο Πλατωνικό διάλογο, ήταν μια δήλωση ουσίας όχι μια απλή γραμματική σήμανση — ήταν, μ’ άλλα λόγια, ΠΟΙΗΣΗ !

Δεν είναι, όμως, φριχτή πεζότητα να μιλάμε για ποίηση με όρους γλωσσολογικούς και με ψυχρές λέξεις όπως : σήμανση, σημαινόμενο και τα παρόμοια; Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τον καβαφικό Ιάσωνα Κλεάνδρου, ο οποίος μελαγχολών, στην Κομμαγηνή, εν έτει 595 μ.Χ., ορίζει την ποίηση ως «του άλγους δοκιμή εν φαντασία και λόγω».

Η ποίηση της Νανάς, κυρίες και κύριοι, είναι πλήρης πλουσίας φαντασίας και υψηλού λόγου, το προσωπικό άλγος κρύβεται, και κρύβεται καλά, στα κενά διαστήματα των περίτεχνων στίχων, στην προσωδία των ηθελημένων, ειρωνικών ομοιοκαταληξιών τις ακαριαίες, κι απρόσμενες ανατροπές των μετέωρων φινάλε. Κι αυτό νομίζω ότι είναι το ξεχωριστό γνώρισμα της Νανάς Τσόγκα ως ποιήτριας. Αυτή η απόκρυψη, αυτή η μάσκα, αυτή η περσόνα που κρύβει το πρόσωπο και αφήνει έκθετη την ψυχή είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι πολυτιμότερο έχει αποκομίσει από την ενασχόλησή της με το θέατρο.

Με την ποίηση της Νανάς, έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι διαρκώς μπροστά σε μια μαγική εικόνα, νιώθεις ότι μέσα από τα σχήματα, τις επιφάνειες, τα χρώματα ακόμα, πρέπει ν’ ανακαλύψεις κάτι που κρύβεται. Κι αν είσαι τυχερός και το ανακαλύψεις, τότε, σε περιμένει μια μεγάλη έκπληξη, γιατί αυτό το κάτι που κρύβεται είναι ο εαυτό της. Είναι η ίδια που κρύβεται με μια παρθενική αιδημοσύνη που παραπέμπει στην απάρνηση του τετριμμένου, την απόρριψη του ανώφελου, στην εναγώνια θήρευση του άρρητου. Όσο περισσότερο η μαγική εικόνα αποκαλύπτει το μυστικό της, τόσο περισσότερο γνώριμα νιώθεις. Λες και συνάντησες κάποιον παλιό σου φίλο. Και τότε, η ποίηση της Νανάς, γίνεται οικεία, παρόλη την επιφανειακή ανοικειότητά της.

Είναι αυτονόητο ότι κάθε ποιητής, ακόμα και χωρίς να το θέλει, συμβάλλει στην λύση των μεγάλων προβλημάτων της ποίησης και ότι, συγκροτώντας το δικό του ποιητικό πρόσωπο, διαμορφώνει, ταυτόχρονα, και το πρόσωπο της ποίησης καθόλου. Να διερευνήσουμε, λοιπόν, το ποιητικό σύμπαν της Νανάς σε σχέση με αυτά τα προβλήματα.

Αν αληθεύει ότι ο σημερινός ποιητικός λόγος τρέφεται από την επαφή του με την καθημερινότητα, κι ότι μια πρόχειρη ματιά στην τρέχουσα ποιητική παραγωγή θα του φανερώσει αφηγηματικούς τρόπους, ανάκληση προσωπικών στιγμών, μικρές εξιστορήσεις και δραματικό μονόλογο, τότε, η ποίηση της Νανάς Τσόγκα, είναι μια ποίηση άκρως νεοτερική, γιατί περιέχει όλα αυτά τα στοιχεία σε ισχυρότατες δόσεις.

Η δεύτερη συλλογή της, Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, αρχίζει με μια σειρά poems en prose όπου η καθημερινότητα εμφανίζεται γυμνή από στολίδια:

Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.

Ήχοι γνώριμοι, οικείοι. Λέξεις κοινές, «ανήδυστες». Το τσιγάρο, η πεμπτουσία της μοναξιάς ως άλλοθι επικοινωνίας. Και η καλημέρα, η ανθρώπινη, του Θεού η καλημέρα, μετέωρη, ανεπίδοτη σαν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Θα μου πεις το δις εξαμαρτείν….
Είναι να ξοδευόμαστε ;

Ο υψηλός γνωμικός λόγος ενταγμένος στην καθημερινή χρήση χάνει το μέγεθός του αλλά διατηρεί την ειρωνική εξωτικότητά του. Στοιχείο εξόχως ποιητικό αφού, ο ειρωνικός τόνος όντας μια απόκλιση, ένα πάθος της πεζότητας, είναι γεμάτος ποιητική ενέργεια.

Αυτή ακριβώς η γύμνια, η απάρνηση κάθε ηδύσματος, αίρει την καθημερινότητα στο ύψος του δραματικού μονολόγου. Του δίσημου μονολόγου, αφού σηματοδοτεί και το θέατρο που ενυπάρχει στο δράμα της ζωής, αλλά και την έντονη ψυχική κίνηση με την οποία δηλώνεται η υπαρξιακή αναταραχή.

Συνήθισα στην άδηλη αναπνοή. Αφού ό,τι δηλώσεις είσαι,
Εγώ θα τους παραπλανήσω: αναπνέω παράνομα στη σκέψη σου,
Κλείνω το μάτι στην καινούργια μέρα σαν να είναι όλα υπό έλεγχο
Και ξεγελάω τα ανασφάλειες κλειδώνοντάς τες για να μοιάζουν
Ασφαλείας…

Η ανάκληση των προσωπικών στιγμών ανακατεύουν την επιθυμία με την θύμηση :

Πεθύμησα ένα γέλιο λούνα παρκ
Ένα κήπο ελεήμονα
Με τρυφερή σκουριά
Έστω μια παιδική χαρά
Ανίκατε μάχαν.

Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
Που έβγαζε παλιότερα
Στην κρυψώνα των φιλιών
……………………………
τον πόθο δεν τον είδα πουθενά — άφαντος !

Ιδού αναγνωρίζω τα ίχνη
Της αρχαίας φλόγας και ανέρχομαι
Απ’ τις πολλαπλές καταδύσεις στο σώμα
των ονείρων σου —

Και καταμεσής ανάμνησης και θύμησης φυτρώνει ο έρωτας. Ο έρωτας σαν ζητούμενο. Ο παρακλητικός έρωτας. Άσπιλος και λιτός, ο σοφόκλειος στίχος που επεμβαίνει απρόσμενα και καταλυτικά, έρως ανίκατε, ή σαν τον αφορισμό του Φιλόστρατου, Ου το εράν νόσος, αλλά το μη εράν, που αλλάζει ανατρεπτικά το κλειδί της μελωδίας προς τη μεριά πάλι της αμφίσημης ειρωνείας. Στο κάτω – κάτω τον Σοφοκλή τον ξέρουμε ποιος είναι, για τον Φιλόστρατο, τέσσερις μ’ αυτό το όνομα απαριθμούν οι γραμματολογίες. Έτσι, ο έρωτας από φωτεινή παρουσία μετουσιώνεται σε σκοτεινή απουσία, σε μαύρη τρύπα της ύπαρξης, ενώ το αγαπημένο πρόσωπο ένα άγνωστο ον που η αναζήτησή του κάθε άλλο παρά τρυφερή είναι.

Θα σε αφήσω στο έλος τα ερημιάς σου.
Χωρίς ηχώ και χωρίς γέφυρες.
Να δούμε πότε
θα μάθεις να λες καλημέρα
και να το εννοείς.

Αν το πρωί που βγαίνεις
Απ’ το σπίτι
Έχεις την αίσθηση
Πως κάτι ξέχασες,
Εγώ σου το ’χω κλέψει.
……………………………..
Πάω πάλι
για άκαρπη ισοπαλία. Σε ξένο γήπεδο.

Έξοχη μεταφορά : ο έρωτας σαν ποδοσφραιρικός αγώνας.

Κοίτα μόνο να μην
εκτίθεσαι στα ρεύματα

της λήθης

κι εγώ σ’ αγαπάω: πιάσε κόκκινο !

Κάθομαι σπίτι και
Στήνω ενέδρα στη σκιά σου
Για να μη βγω στην ανεργία.
Της νοσταλγίας.

Έκανα λάθος. Μίλησα, παραπάνω, για απουσία τρυφερότητας και τα αποσπάσματα που παρέθεσα αναιρούν την άποψή μου. Υπάρχει παντού κάτω από ένα παραπέτασμα καπνού, που άλλοτε παίρνει την όψη μαλώματος κι άλλοτε την όψη του ιδιόρρυθμου ερωτικού «νταϊλικιού», μια υποδόρια τρυφερότητα, σαν ένα συναίσθημα που ματώνει αλλά που, κατά παράξενο τρόπο, αυτοϊαίνεται. Σαν ένα παιδί που έπεσε κι έγδαρε το γόνατό του, σαλιώνει την πληγή για να πάψει να πονά. Έτσι κι εμείς, αισθανόμαστε κάτι σαν «ποιητικό σάλιο» να μαλακώνει την πληγή της απουσίας. Και το σάλιο, μην το ξεχνάτε, είναι ζωικός χυμός, όπως το αίμα, το δάκρυ, ο ιδρώτας, το σπέρμα.

Να αναρωτηθούμε τώρα. Έχει ο ποιητής προσωπικές στιγμές; Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο αφού είναι υποχρεωμένος να δημοσιοποιεί τα βαθύτερα συναισθήματά του, απαντάμε αμέσως… Η θεωρία ορίζει ότι το προσωπικό στοιχείο στην ποίηση εκβάλει στο λυρισμό. Πολιτικο-κοινωνικά απορρέει από την θέσπιση της Δημοκρατίας, η οποία εξατομικεύει τον άνθρωπο. Είναι πασίγνωστο ότι ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της νεοτερικότητας στην ποίηση, είναι η ελαχιστοποίηση του λυρικού και η πριμοδότηση του δραματικού, που κάνει την ποιητική πραγματικότητα να άπτεται, σχεδόν, στην πραγματική πραγματικότητα της ζωής. Δεν γίνεται, λοιπόν, ποίηση χωρίς μεγάλες ή μικρές προσωπικές στιγμές. Ποίηση, μ’ άλλα λόγια, είναι η μεταποίηση των προσωπικών στιγμών σε συγκινησιακή γλωσσική αλληλουχία – για να παραφράσω το ρηθέν υπό Ι. Α. Richards ότι «ποίηση είναι η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας»(1). Η διαφορά έγκειται στο πόσο και πώς αφήνει ο κάθε ποιητής να κοινωνούμε μ’ αυτές του τις στιγμές. Η Νανά, είναι σεμνή, της αρέσει να κρύβεται, να παίζει, της αρέσει, πάνω απ’ όλα, να αυτοσαρκάζεται, να ειρωνεύεται αλύπητα τον εαυτό της και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται.

Ανάμεσα στο πάντα και το ποτέ,
Με δυο λόγια να μου πεις
Τώρα τι κάνουμε.

Εχω κι αυτόν
Τον ημισφαίριο πόθο
Που βαυκαλίζεται πως θα ιαθεί
Αν γίνει
Έτερον ήμισυ.

Ο αυτοσαρκασμός είναι το ανώτατο στάδιο της αυτογνωσίας, ποιος το είπε αυτό δεν θυμάμαι. Πρέπει όμως να είναι αλήθεια. Η γνώση του εαυτού, ζητούμενο παλιό των ανθρώπων, της τέχνης, ακόμα και των θεών, λειτουργεί εδώ, μέσα από την προβολή της προσωπικής στιγμής, μιας προσωπικής στιγμής διυλισμένης μέσα από το φασματοσκόπιο του σαρκασμού και της ειρωνείας. Πόσες λέξεις, επίθετα ή ουσιαστικά, έχετε δει ή ακούσει να στολίζουν την εξαίσια λέξη π ό θ ο ς, πάμπολλες σίγουρα, όχι όμως και την λέξη ημισφαίριος. Μια λέξη δανεισμένη από την γεωμετρία, που σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης μοιάζει αφηρημένη και αντιποιητική. Δεν είναι, όμως. Η Γεωμετρία, και όλο το σύστημα των μαθηματικών, στην αρχαία Ελλάδα είχε σχέση με την αρμονία και την ισορροπία της ανθρώπινης ψυχής και του σύμπαντος κόσμου. Στην είσοδο του ναού των Δελφών υπήρχε η επιγραφή «ουδείς αγεωμέτρητος εισήτο». Απέδιδαν, ακόμα, στον Θεό την ιδιότητα του γεωμέτρη. «Αεί ο Θεός γεωμετρεί». Μετά απ’ αυτήν την αναγωγή η λέξη ημισφαίριο αποκτά κρυπτική και μυστική σημασία και, γι’ αυτό ακριβώς, πληρούται ποιητικής ενέργειας, αναιρώντας κάθε ίχνος αντιποιητικότητας. Όσο για την μετωπική σύγκρουση με τον θεσμό του γάμου με το άκρως σαρκαστικό εκείνο : έτερον ήμισυ, τα σχόλια περιττεύουν.

Ο Επικούρειος Απόλλων
Έγινε άγαλμα μου είπαν
Και δεν μπορεί να σπεύδει
Πλέων σε
βοήθεια

Ο μοντερνισμός αν και απορρίπτει τον ακαδημαϊσμό δεν αποκόπτεται από την παράδοση. Ο Έλιοτ, από του πατριάρχες του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, το υποστήριξε αυτό στο περίφημο δοκίμιό του Η Παράδοση και το Ατομικό Ταλέντο (Tradition and the Indivitual Talent)(2). Στην ελληνική εκδοχή του μοντερνισμού, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία, αλλά και στην ζωγραφική, η παράδοση, αυτή η ιδιαίτερη ιστορική αίσθηση, που είναι μια αίσθηση του αιωνίου και του προσωρινού ταυτοχρόνως, είναι ισχυρότερη και πλουσιότερη, γιατί αντλεί από δύο πηγές συγχρόνως, κι από το απώτερο, αρχαίο, και από το νεώτερο και νεότατο παρελθόν. Και είναι τόσο ισχυρή η παρουσία της που η ελληνικότητα, σαν η υπέρτατη έκφραση της νεοελληνικής παράδοσης, να καταντάει, ορισμένες φορές, τραύμα και παθολογία.

Η ποιητική νεοτερικότητα της Νανάς Τσόγκα, ακριβώς επειδή αρθρώνεται με όχημα το ιδίωμα της ειρωνείας, του σαρκασμού και της αυτο-αναίρεσης, περιορίζει το στοιχείο της παράδοσης στα μέτρα του, και απεκδύει την ελληνικότητα από τα μαλάματα του εξόφθαλμου μοντερνισμού που, με τον καιρό, σκέπασαν το πρόσωπό της. Η Νανά, όχι μόνο δεν ψάχνει τον βασιλιά της Ασίνης στα χαλάσματα της Τίρυνθας, αλλά έχει και την παλικαριά να μεταμορφώσει τον Επικούρειο Απόλλωνα σε γιατρό του ΕΣΥ.

Έως εδώ ανιχνεύσαμε βασικά στοιχεία της νεοτερικότητας σε σχέση με την προσωπική ποιητική γλώσσα της ποιήτριας. Και διαγνώσαμε πέρα από τα βασικά στοιχεία του μοντερνισμού που ενυπάρχουν στα ποιήματά της, ισχυρές δόσεις ειρωνείας και αυτοσαρκασμού σαν ξεχωριστά γνωρίσματα του ποιητικού ιδιώματός της.
Να πάμε λίγο παρακάτω.

Το ποίημα είναι μια δομή. Δομικό υλικό του είναι η γλώσσα με στοιχειώδη μονάδα την λέξη. Η λέξη, σύμφωνα με τον πατέρα της γλωσσολογίας Φερδινάνδο ντε Σωσσύρ(3), αποτελείται από το σημαίνον και το σημαινόμενο. Η σχέση των δύο αυτών στοιχείων είναι αυθαίρετη κι αυτή ακριβώς η αυθαιρεσία εμπλουτίζει την καθημερινή, επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας με πολυσημία. Στη ποίηση, η αυθαιρεσία των ορατών και των αοράτων στοιχείων της γλώσσας παύει να υφίσταται και την θέση της παίρνει η ταύτιση ήχου και νοήματος. Στην ποίηση οι λέξεις κινούνται, στεγνώνουν , ραγίζουν και φορές σπάνε, γλιστρούν, παραπατούν, φθείρονται κάτω από το βάρος του νοήματος, κάτω από την πίεσή του(4), έχουν, δηλ., την φυσική ζωντάνια τα οργανισμού.
Θεραπεύει σωστά τη γλώσσα η Νανά Τσόγκα; Της δίνει την αξία που της πρέπει; Την εμπλουτίζει; Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ανεπιφύλακτα, ΝΑΙ !

Η Νανά θέλγεται από την γλώσσα, ερωτοτροπεί μαζί της, την παίζει δεν παίζεται απ’ αυτήν. Φτάνοντας στην λέξη, την ενδιαφέρει περισσότερο το νόημα και λιγότερο ο ήχος της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο λυγερός ελεύθερος στίχος της στερείται μουσικότητας. Από τους τίτλους ακόμα των συλλογών, βλέπουμε αυτό το νοηματικό και νοητικό παιχνίδι. Μεταποίηση Μεταμφιέσεων. Η λέξη μεταποίηση σημαίνει : αλλαγή της μορφής ή της σύνθεσης κάποιου πράγματος ώστε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο (Εμμ. Κριαρά, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, 1995). Στην θεωρία της ποίησης, μεταποίηση ονομάζεται η ενασχόληση της ποίησης με την ίδια την ποίηση. Η αμφίσημη αυτή λέξη τοποθετημένη κοντά στη λέξη μεταμφιέσεων, που από μόνη της είναι μια μεταποίηση είτε του ενδύματος, είτε του προσώπου, είτε του σώματος είτε της ψυχής, δημιουργεί μια εκρηκτική εντύπωση τόσο στο νοηματικό επίπεδο με τις αλληλοσυγκρουόμενες έννοιες των λέξεων, όσο και στο ηχητικό με την παρήχηση των φθόγγων μ και σ.

———————————————————–

Η δεύτερη συλλογή τιτλοφορείται το ανοίκειον κέλυφος. Το κέλυφος είναι καταφύγιο, αραξοβόλι, τόπος γνώριμος και οικείος. Είναι το σπίτι, ο τόπος, ο έρωτας. Τι κάνει, λοιπόν, αυτό το κέλυφος ανοίκειο, ίσως και εχθρικό ; Του καιρού ντροπές και χάλια, τ’ άδικο απ’ τον δυνατό, ο εξευτελισμός από τον φαντασμένο, ο πόνος της περιφρονημένης αγάπης, η άργητα του νόμου, οι τραμπουκισμοί της εξουσίας(5). Το γλωσσικό παιχνίδι παίρνει και τις μορφές, τις ομοηχίες και τα ομοιοκατάληκτα : (σ)Τύψη-μο — τρίψιμο, Χυμό – θυμό, φιλάς–φυλάς, ζηλεύεις–ζήτουλας, σάλι–σαλούς, χώματα – πτώματα, Ωδών Ωδίνες, ηδυπαθής – δυήπαθος, ανεμώνες-μόνες, όπλο ή οπλή, εωσφόρος – εαροφόρος. Κάποιες φορές η λέξη απο-συναρμολογείται για να δοθεί νέο νόημα στα επιμέρους συστατικά της. Στη –χύμα-τι- ζω, γεγ -ον- οτα , συν – χώρεσε.

Οι λέξεις που ξοδεύτηκαν
Χωρίς να τις ακούσω
…………………………
οι λέξεις είναι πάλι
που τυλιγμένες στην υγρή ομίχλη

Σχετικά με τη λέξη ο Έλιοτ συμβουλεύει στα Τέσσερα Κουαρτέτα :

Η λέξη ούτ’ αδιάφορη ούτ’ επιδειχτική,
Η κοινή λέξη σωστή χωρίς φτήνια,
Η λόγια λέξη ακριβής μα όχι σχολαστική.(6)

Η γλώσσα στον ποιητικό κόσμο της Νανάς λες κι ακολουθεί κατά γράμμα τις ελιοτικές υποδείξεις. Και κάτι ακόμα. Στην λαγαρή κι ευλύγιστη γλώσσα της δεν υπάρχει γλωσσικό πρόβλημα. Είναι μια ζωντανή, δυνατή και ρωμαλέα μικτή γλώσσα με ελαφρά απόκλιση προς την λόγια με ηθογραφικές παλαιο-δημοτικές λέξεις: ξελευτεριά, μαυρομάνικη, μισεύεις, κιτάπια, βιάση.

Η ομοιοκαταληξία που θεωρήθηκε σαν η πεμπτουσία του ακαδημαϊσμού στην ποίηση και μέσα από την χρεοκοπία τα οδήγησε στην επανάσταση του ελεύθερου στίχου, αρχίζει τον τελευταίο καιρό να επανεμφανίζεται με άλλοθι την «επαναμάγευση του ποιητικού λόγου» και την επανακατάκτηση της προσωδίας που χάνεται εξαιτίας της πεζότητας του ελεύθερου στίχου.

Πάνω στο θέμα αυτό, και στη συζήτηση που άρχισε, πριν ένα περίπου χρόνο, με αφορμή μια εκδήλωση του περιοδικού Μανδραγόρας και φιλοξενήθηκε στα Ενθέματα τα κυριακάτικης Αυγής, ειδικό βάρος έχει η γνώμη του καθηγητή της Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ν. Βαγενά, ο οποίος παρεμβαίνοντας από τις στήλες του Βήματος γράφει, «Η επαναμάγευση του ποιητικού λόγου δεν μπορεί να γίνει με τα ποιητικά μέσα του παρελθόντος αλλά με βάση τα υλικά και τους ποιητικούς τρόπους του παρόντος.»

Πολλά ποιήματα της Νανάς έχουν ομοιοκαταληξία, πιο πολύ στο δεύτερο βιβλίο, το ανοίκειον κέλυφος και ιδιαίτερα η ενότητα Καταχραστής Θαυμάτων. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ομοιοκαταληξία είναι ένα ψυχρό τέχνημα, ο καγχασμός για μια παρωχημένη ποιητική φόρμα και λειτουργεί όπως ακριβώς κι ο ελεύθερος στίχος, λες και θέλει να δείξει πόσο πολύτιμη είναι η παρουσία του τελευταίου στο ποιητικό σώμα τα νεοελληνικής ποιητικής έκφρασης.

Σου λέω ταξίδι όταν με κοιτάς
Κι εσύ με κόβεις με πετάς
Μου λες βροχή μου κι απ’ το χέρι με κρατάς
Ίχνος ο ήχος — και στο θαύμα θα με πας

Εδώ η ειρωνεία, σαν υπόγειο ρεύμα κατατρώει τα θεμέλια τα προτεινόμενης στιχουργίας. Όσο για την προσωδία, αυτή μάλλον παραμένει επίτηδες χαμηλή και κοινότοπη με τις τετριμμένες ομοηχίες κοιτάς – πετάς, κρατάς – πας, μόνο και μόνο για να καταδείξει το παρωχημένο της μορφής.

Της μνήμης δε το κόκαλο αν θέλω να αφαιρέσω
Θα μου κρατάει συντροφιά κι η μοναξιά — ν’ αρέσω.

Τρελό καπνό φουμάρει η ψυχή μου
Κι εσύ την ταξιδεύεις σε χαράδρες
Θάλασσες βρίσκει εκείνη να μιλήσει
Λευκή κατάλευκη νιφάδα στους βοριάδες.

Η συγκινησιακή αλληλουχία των παραπάνω στίχων παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην δραματικότητα της αφηγούμενης κατάστασης και δεν κάνει καμιά παραχώρηση προς την πλευρά του λυρισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο υπερβαίνει τη φανερά προτεινόμενη παρελθοντική μορφή, καλύπτοντας μια δεύτερη μορφή που λανθάνει, αυτήν δηλ. του ελεύθερου στίχου.

Και ν’ ακουμπώ σε καίγομαι
Και να μισεύεις λιώνω.

Ένα ομοιοκαταληκτικό ερωτικό δίστιχο, δεκαπεντασύλλαβος σπασμένος σε ένα οκτασύλλαβο και σε έναν επτασύλλαβο, που θυμίζει στιχάκι ημερολογίου ή κρητική μαντινάδα , είναι το αναπάντεχο φινάλε του ποιήματος με στιβαρό ελεύθερο στίχο, μια ανατροπή τόσο συναισθηματική όσο και στιχουργική, μια αυτο-σάτιρα, που αγαπά η ίδια η ποιήτρια, του απαρχαιωμένου τρόπου.

Πρωτεύον στοιχείο της ποιητικής νεοτερικότητας αποτελεί, σύμφωνα με του θεωρητικούς της λογοτεχνίας, η σκοτεινότητα, η δυσκολία της κατανόησης του νοήματος με την κοινή λογική.(7) Ο υπερρεαλισμός ανήγαγε το στοιχείο αυτό σε αποκλειστικό γνώρισμά του με κύριο όργανό του την αυτόματη γραφή.

Συνδέεται η Νανά με τον υπερρεαλισμό;

Εν αρχή ην ο Μαγκρίτ, τα εξώφυλλα και τα οπισθόφυλλα των βιβλίων της κοσμούνται με έργα του.

Μπροστά στην Μεταποίηση Μεταμφιέσεων, η Μνήμη με την αυθαίρετη συνύπαρξη δύο μήλων με μάσκες. Το μυαλό πάει αμέσως, και σωστά, στο θέατρο. Πίσω το Φόρεμα της Νύχτας, με ένα poem en prose.

Στο ανοίκειον κέλυφος , βλέπουμε πρώτα την Ερωτευμένη Προοπτική και μετά τον Θεραπευτή.

Ο Μαγκρίτ, παρόλο που είναι υπερρεαλιστής έχει μια οικειότητα. Εκκινώντας από έναν φαινομενικό ρεαλισμό, απογειώνει το θέμα του σε αντιρρεαλιστικά ύψη, διατηρώντας, μαζί με την κριτική που ασκεί στο ορατό, την ποίηση του αοράτου.

Μετά η αυτόματη γραφή:

Στους τοίχους ζωγραφισμένα χάδια
Και τα φιλιά αμίλητα
Στο πάτωμα αφίλητα

Εδώ το ασυνείδητο εμφανίζεται χαλιναγωγημένο. Είμαστε μπροστά σε ένα ευαίσθητο γλωσσικό παιχνίδι που ανακόπτει την συνειδησιακή ροή.

Κάτω απ’ το αλεξίσφαιρο εωθινών ερώτων
Εμπόδιο θαμπό που αγαπάει
Τη νύχτα τα σιωπής σου
Ως μακρινή ανάμνηση – αμμουδιά
Που ήσουνα πριν γεννηθείς.

Πάλι κάτι σταματά την αυτόματη ροή. Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, η ανάσχεση αυτή πολλαπλασιάζει την προσωδιακή ενέργεια.

Όπου το θαύμα πεζοπορεί διστακτικό
Στην παραλία των αισθημάτων
Βουτηγμένο στην αμετανόητη
Λαχτάρα των εγκοσμίων

Εδώ υπάρχουν λιγότερα ίχνη συνείδησης, αλλά υπάρχουν.
Μήπως κάνω πάλι λάθος εκτίμηση; Μήπως τα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω δεν είναι δείγματα αυτόματης γραφής αλλά στίχοι γεμάτη κρουστή νεοτερική ενέργεια ;

Ο υπερρεαλισμός κι ο αυτοματισμός της Νανάς μοιάζει με εκείνον του αγαπημένου της Μαγκρίτ . Το οικείο που απογειώνεται στο χώρο του α(ν)–οικείου διατηρώντας, ταυτόχρονα, κάποια σπέρματα ρεαλισμού ώστε να μην αποξενώνεται ο αναγνώστης από τα νοηματικά επίπεδα του ποιήματος.

Η Νανά διαλογίζεται και πάνω στην ποίηση με ευαισθησία και γνώση, αλλά και με ταπεινότητα.

Αρχίζοντας απ’ το παράθεμα του Έζρα Πάουντ που στολίζει την πρώτη σελίδα του ανοικείου κελύφους. «Αυτούς που θα γράψουν ποιήματα, τους αγαπούσα από παλιά», φτάνει στο παρακάτω ωραίο μετα-ποίημα της ενότητας η Διαρκής Σύμπτωση.

Μ’ αρέσουν τα μικρά ποιήματα
Γιατί είναι του χεριού μου
Που μέσα τους δεν χάνομαι
—- όταν ξάφνου αγριεύομαι
κι απ’ το όνειρο πετιέμαι
να ξέρω πως στα σκοτεινά νερά
ψηλαφώντας όλα τα φτάνω
—- βγαίνω απ’ τον λαβύρινθο
πριν να μου βγει η ψυχή.

Και το ίδιο το Ανέφικτο
Είναι πελαγωμένο

Εξομολόγηση γεμάτη ευαισθησία. Ο λαβύρινθος έξοχη μεταφορά που θυμίζει τη δαντική selva oscura, αλλά και την σεφερική άποψη για την ποιητική εμπειρία του αναγνώστη.(8)

Ο Σεφέρης, στον Μονόλογο για την ποίηση (1939)(9), χρησιμοποιώντας τα κύρια στοιχεία του αριστοτελικού ορισμού της τραγωδίας, περιγράφει την διαδικασία της ποιητικής εμπειρίας έτσι:

ΕΛΕΟΣ : η δύναμη που μας κάνει να μένουμε προσκολλημένοι στην καθημερινότητά μας μέχρι την στιγμή της ποιητικής εμπειρίας.

ΦΟΒΟΣ : το αντίκρισμα της έλξης που προκαλεί η ποίηση, η διαφορετική διάταξη των στοιχείων του κόσμου, η απελευθέρωση του πνεύματος από το σώμα, που μοιάζει με μυητική διαδικασία.

ΚΑΘΑΡΣΗ : Η ισορροπία των δύο αυτών δυνάμεων, η αποτελείωση της ποιητικής εμπειρίας.

Και τα τρία στάδια διακρίνονται εύκολα στο παραπάνω ποίημα.

Πριν το τέλος, θα ήθελα να σταθώ σε δύο εξαιρετικές κι εξέχουσες όψεις της ποιητικής της Νανάς Τσόγκα: στην ειρωνεία και την αίσθηση της απουσίας που ζωογονούν τον ποιητικό οργανισμό της.

Το βασικό χαρακτηριστικό της ειρωνείας είναι η αντίθεση ανάμεσα στο φαινόμενο και την πραγματικότητα. Όντας η ειρωνεία ένα διανοητικός τρόπος αντίληψης του κόσμου συνοδεύεται από τα δικά του ξεχωριστά συναισθήματα και τις δικές του ξεχωριστές συγκινήσεις. Πάνω απ’ όλα, η ειρωνεία λειτουργεί μέσα από μια φαινομενική απουσία, μέσα από την δραστικότητα σκέψεων και συναισθημάτων που υπονοούνται ή αποσιωπούνται.(10)

Η Νανά, όπως κάθε γνήσιος ποιητής, συγκρούεται με την υπάρχουσα πραγματικότητα και για να την αντιμετωπίσει, δημιουργεί μια προστατευτική ασπίδα από αισθήματα και συγκινήσεις — αισθήματα και συγκινήσεις βιωμένες και αιμάσουσες, βγαλμένες από ένα μυαλό εν εγρηγόρσει και μια ψυχή που ανυπομονεί να ψηλαφίσει, σαν να βρίσκεται στην πρώτη, παραδείσια ώρα της, τα μυστήρια της ύπαρξης και της ζωής. Συχνά οι λέξεις της δεν καλύπτουν νοηματικά αυτό που αισθάνεται και κάποτε δηλώνουν το αντίθετο απ’ αυτό που θέλει να πει. ΄Αλλοτε, όταν, εντείνοντας την αντίθεση νοήματος, πρόθεσης και οπτικής ή ηχητικής εντύπωσης, φτάνει στο σημείο να αποκαλύψει, έστω και ψιχία της πραγματικότητας, μας αφήνει να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μια αυταπάτη.

Στο ποιητικό σύμπαν της Νανάς είναι παρούσα μια απουσία ή μάλλον η αναζήτηση μιας παρουσίας που κι αυτή απουσία είναι, αφού το ζητούμενο δεν καθορίζεται επακριβώς. Ο αγαπημένος, το ιδανικό, το ερωτικό σώμα, η αίσθηση της πληρότητας, το μυστικό του πρέπει και του θέλω, όλα αυτά βρίσκονται και χάνονται σε ένα διαρκές παιχνίδι με αμφίβολο αποτέλεσμα. Συγκρουόμενα το φαίνεσθαι και το είναι παράγουν μιαν αέναη απουσία της αλήθειας, που μπορεί να ονομαστεί έρωτας, κοινωνία, πολιτική, άνθρωπος, ζωή, μιας ζωής σαν αυτή που υπήρξε την πρώτη μέρα της δημιουργίας.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι το ποιητικό ρήμα και η ευαισθησία της Νανάς είναι τόσο χωνεμένα μεταξύ τους που δε μπορεί κανείς να τα αισθανθεί χωριστά.

Η ποίηση, γράφει ο Έλιοτ, δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από την συγκίνηση — δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα. Αλλά βέβαια, μόνο εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συγκινήσεις γνωρίζουν τι σημαίνει η θέληση της φυγής από αυτά τα πράγματα.(11)

Τέτοιου είδους ποίηση ποιεί η ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ, τέτοιου είδους ποιήτρια είναι !

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΛΙΛΙΑΝ ΜΠΟΥΡΑΝΗ

1-φωτο

 

 

 

1-1-ΕΡΩΜΑΤΑ2

 

 

 

Η Λίλιαν Μπουράνη γεννήθηκε στο Βόλο αλλά ζει στην Αθήνα από τα δεκαοχτώ της.
Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών όμως γρήγορα εγκατέλειψε την ιδέα της δικηγορίας και κατέληξε στον χώρο των Τηλεπικοινωνιών όπου εργάζεται μέχρι σήμερα.
Αν και γράφει από μικρή ηλικία, μόλις το 2008 αποφάσισε να βγάλει από τα συρτάρια τα ποιήματα της και να τα δημοσιεύσει στο προσωπικό
ιστολόγιο «pandora’s bookmarks» υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Pandora. Εκεί την ανακάλυψε ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου ο οποίος την ενθάρρυνε και την παρότρυνε να προχωρήσει στην έκδοση των ποιημάτων της.

 

 

ερώματα (2012)

 

 

Ερώματα

 

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Την ώρα που ενδύεσαι
το ιερό σου σχήμα
κι αριστερόστροφα
κυκλώνεις το βωμό
ζυγίζοντας τα χέρια
πότε σε αιώρηση αετός
και πότε Εσταυρωμένος
σ’ αναγνωρίζω, άντρα.
Δρεπανωτά το σώμα σου
την ήττα όταν θερίζει
σε πίνω απ’ τον ιδρώτα
κι απ’ του γονάτου, σ’ αγαπώ,
το σπάσιμο,
μετρώντας
εννιά φορές το μπόι σου
κι εννιά φορές την πτώση.

Απ’ όλα μου τα ονόματα
χόρεψε
το Ευδοκία.

 

 

ΜΠΟΝΣΑΪ

Φύτεψέ με
σε μια γλάστρα μικρού
περιορισμένου χώρου
αβαθή όσο γίνεται
Δες με τοπίο εικαστικό,
ημιτελές
σαν κάποιος
να μην πήρε την ευθύνη
να το ολοκληρώσει
Αν τύχει και βλαστήσουν,
εκεί ανάμεσα Μάρτη-Απρίλη,
οι αντοχές μου
και βρεις πως παρεκκλίνω
ψαλίδισέ μου τις απρόβλεπτες
προεκτάσεις.

 

 

ΟΙΚΤΙΡΜΟΙ

Απολύεται
η αναμονή σου, κύριε,
σαν λιτό
αθωνικό απόδειπνο.
Χόρτασε η ψυχή
από του Φθινοπώρου
τα άζυμα ξεροκόμματα
και με οίνους κεκραμένους
σπονδίστηκε ο βωμός σου,
να μην τρίξει
από καμιά αιφνίδια
τεκτονική μέθη
και καταρρεύσει
η πίστη μας
στα πόδια σου.
Νηστεύσαμεν τας γραφάς
τας αμαρτίας ημών
ομολογήσαμεν
και τώρα οδεύομεν
προς μακράν αγρυπνίαν,
στιχολογώντας
στο κομποσκοίνι
ναι-όχι
ναι-όχι
ναι-όχι…

 

.

ΝΑΝGΑ-ΕΦΤΑ ΟΥΡΑΝΟΙ

Εφτά ουρανούς
γυμνό βουνό
την είδαν που σκαρφάλωνε
-ως την κορφή της Νanga-
κι αλόγιστα ομόρφαινε
το υποβαρές του ύψους
στης θέας το λεπίδι
ακονίζοντας
το φτερωτό της ποίημα.
Την είδαν που το χέρι της
έφτανε στη Σελήνη,
με ιλίγγους δεκατέσσερις
της έκλεβε τον οίστρο
να τον περάσει στο λαιμό
τον ακλινή
του Κύκνου.
Μα ένα πρωί την έχασαν
τα ένοχα τα μάτια’
εφτά ουρανούς
ξετύλιγο
του κόσμου το κουβάρι
το πέταξε
και χάθηκε
στον αφαλό της λίμνη:
Άκλαυτη πέτρα
αμίλητη
κι από καιρό
φευγάτη.

 

Nanga Parbat: Γυμνό βουνό, από τις υψηλότερες κορυφές της οροσειράς των Ιμαλαΐων, στην περιοχή του Κασμίρ.

 

 

ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΡΤΡΕΤΟ

Μεθυσμένο
σε φαντάζομαι,
από τη θέα εξωτικού τοπίου
σκυμμένο πάνω στον καμβά
ν’ αδειάζεις τον πυρετό σου
-χιλιάδες χρώματα!
ηφαιστειακά-
από μια εκρηξιγενή
ερωτική φλέβα.
Να σε ρουφάνε
πόροι ανοιχτοί,
διψασμένοι
και πέλματα γυμνά
να πολιορκούν το σχήμα σου
με κύκλους Πανσέληνους.
Ύστερα το σπίτι πίσω σου
φαντάζομαι,
βυθισμένο σε αργή
νηφάλια λήθη
ν’ αναχωρεί ασπρόμαυρο,
φορτωμένο
τα παλιά του ντουβάρια.
Κι εμένα,
πορτρέτο ημιτελές
σε άλλου καιρού τον τοίχο,
να διασχίζω κατακόρυφα
του χρόνου την ρωγμή,
αιμορραγώντας
του τετελεσμένου
το πιο βαθύ ιώδες .

 

 

CERCΑ ΜΙ

Πρέπει να μάζεψα
τα πράγματα μου
σε κάποια στιγμή έκστασης.
Μάλλον σήκωσα
και τους τοίχους
γιατί
η πόρτα αυτονομήθηκε.
Ανοιγοκλείνει στο κενό
έκτοτε.
Θα μπεις;
Θα βγεις;

Έρχεται βροχή.

 

 

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Καμιά φορά η αγάπη
αντί να αναληφθεί
στους ουρανούς
μικραίνει τόσο
που πέφτει στον υπόνομο.
Τα βράδια που ξυπνάς
να πιεις νερό
την βρίσκεις στην κουζίνα
να τρέχει στις ρωγμές
για να κρυφτεί
σαν μαύρη
τρομαγμένη κατσαρίδα
και παραμερίζεις.
Ούτε να την πατήσεις
δεν καταδέχεσαι. 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ 

Χτες που ξανακοίταξε το ρολόι
η ίδια ώρα ήταν.
Οι παρόντες παρόντες
και οι απόντες
συνεπείς στην απουσία τους.
Κάποιος γελάει δίπλα.
Είναι άλλος.
Πάντα είναι άλλος.
Κάποιος κλαίει μέσα.
Είναι πολύ μέσα.
Δεν ακούγεται.
Μόνο γαμήλιες πομπές,
ασθενοφόρα
κι η ζάχαρη
που θρυμματίζεται
με ήχους εκκωφαντικούς
στο πάτωμα.

 

Τεθλασμένα

 

ΒΟΡΕΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Καρδιά μου
πόλη
μακρινή και φωταγωγημένη
σε ονείρου
μυστική γεωγραφία
ακόμα
αχαρτογράφητη.
Καρδιά μου, ποτάμι.
Δέλτα του Νείλου
δίκλωνο
που χύνεσαι στη θάλασσα
από δυο πληγές ισόβαθες.
Καρδιά μου, εγκοπή.
Χαραμάδα θλίψης
σ’ εξώφυλλο χαμόγελο.
Καρδιά μου, επιθυμία.
Ορίζοντα πετρόχτιστε.
Του ανέμου πέρασμα
ανοιχτό
και βορεινό παράθυρο.

 

ΜΟΡΣΙΚΟΝ

Έχτισα
πάνω σε κάποια
της ζωής
μεγάλη παράλειψη.
Ανοίγω το παράθυρο
και μπαίνει χώμα.
Πατώ στο πάτωμα
και ανοίγουν τρύπες.
Η σκάλα μονόδρομη
στο υπόγειο κατεβαίνει
μαζί με τα νερά
μαζί με την άμμο
μαζί με τα ναυάγια. 

 

 

ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ

Τώρα
ας παραμερίσουν οι λέξεις.
Σιγή
η θάλασσα να ημερέψει
κι ο ουρανός ν’ ανοίξει
ένα-ένα τα κελιά του
και ν’ απλωθεί.
Τρομάξαμε αρκετά.
Μια λύπη τρωκτική
μας επιστρέφει
μέσα μας
σκάβοντας τάφρο
με τα δόντια. 

 

 

ΤΟ ΕΝΑ

Ω! μοναξιά,
μοναδική
και αδιαίρετη
όσο κι αν ο Έρωτας
σε εξαπατά,
η ηδονή σε παραπλανεί,
το φύλο, σε παγιδεύει,
θα πεθαίνεις
αλυσοδεμένη
με το ομόκλινο
ψέμα σου.

 

 

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Εδώ,
στου χρόνου την κλειστή καμπύλη
θα αποταμιεύομαι,
ισχνό περίσσευμα μιας ύπαρξης
που φτώχυνε σε ελπίδες
και πλούτισε σε διαψεύσεις.

Μια κουρασμένη υδρόγειος
που όλο επιβραδύνει
την εγωκεντρική περιστροφή της.

Μια νύχτα ανυπέρβλητη
που εισέρχεται οριστικά
στο χειμερινό της
ηλιοστάσιο.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΠΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ (ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ)

Μύθο ή αλήθεια;
πρέπει κάποτε να διαλέξεις
κι όταν μιλάς
μην ανακρούεις την φωνή σου
άκου την!
είπες πως ήρωες δεν βρήκες
ούτε γυναίκες πουθενά
από έρωτα
τον μίτο να χαρίζουν
κι άνοιξες διάπλατα τις πόρτες
να δούμε με τα μάτια μας
και να πειστούμε
πως τέρας δεν υπάρχει
ούτε Λαβύρινθος
μες στο λαμπρό μυαλό σου.

Τα βράδια,
πες μου μόνο,
ποιος βογκά;
ποιόν απ΄ την πίσω πόρτα
φυγαδεύεις;

Το πτώμα σου ή του ταύρου;

 

 

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ (ΠΡΑΞΗ 1Η)

Ετούτο τον τόπο
να τον ρίξετε στη θάλασσα
παρορμητικά,
χωρίς πολλή σκέψη,
όπως ένα παιδί θα πέταγε
ξαφνικά
το παιχνίδι του.

Έχει κι άλλο παρακάτω
δεν θα το αντέξετε
ούτε με το κεφάλι στην άμμο
ούτε με το καλώδιο στη μπανιέρα.
Κυριακή
και κορνάρουν οι αμετανόητοι
σε πλανόδιους γάμους,
σε κηδείες μπουρλέσκ
παρφουμαρισμένοι,
σοβαντισμένοι
μέχρι τ’ άντερα,
μισοί πρόσκοποι
οι άλλοι μισοί ναυτάκια.

Κλικ κλοκ
κουρδίζονται-ξεκουρδίζονται
στο χυλωμένο μυαλό μου
την ώρα που πέφτω να κοιμηθώ
αγκαλιά με τον σκορπιό
και το σκυλί που με δάγκωσε.

 

 

ΤΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΙΣΚΙΟ

Οξύς ανέρχεται
ο θρίαμβος,
από την φύτρα του
υπερόπτης,
κι όσο την ύλη
εμψυχώνουν
νέες δοσοληψίες
στης σιωπής το χλιμίντρισμα
σκύβει,
τιθασεύεται ο κόσμος.

αν κολυμπήσω
εσώκλειστη
στο μεδούλι μου,
ίσως να με καταδεχθούν
στα συσσίτια του πλακούντα
χτες πρόσφυγα,
σήμερα ορφανό,
ως αύριο δραπέτη
μέχρι ο φύλακας των κυπαρισσιών
να βρει τον ίσκιο μου
και να τον τουφεκίσει.

 

 

ΕΚΕΙΝΟ

Όταν έρχεται εκείνο
ξεχνά πού έχει βάλει τη ζάχαρη,
η θάλασσα γίνεται χαρτοπολτός,
καλές προθέσεις και ρήματα
της β’ συζυγίας
ανατρέπονται
στην στροφή του Μαλιακού∙
ο όμορφος πατέρας της
είναι το σκιάχτρο
που τσιμπολογούν τα πουλιά
τη μάνα της
την βίασε τρελός
ή μεθυσμένος ναύτης
τη λένε Σάρα,
είναι θαμμένη στην Πολωνία
κι εγώ δεν ξέρω
σε ποια γλώσσα
θα την καταδώσω
πάλι.

 

 

ΙΔΙΟΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

Το σώμα μου,
χτισμένο
σε άρτιο οικόπεδο
με πόδια αντισεισμικά
και ηχομόνωση στα σπλάχνα,
τις νύχτες
καρφώνει τα πατώματα,
την ψευδοροφή του
απολύει·
το πρωί
φοράει σταυρουδάκι
τιμή στον ένοικο
που αναλήφθηκε
στο ύψος
του υπογείου.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΛΙΑΝ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Τις φλέβες που ακουμπάς,
σαν τίποτα να μη συμβαίνει
παίζοντας με τα δάχτυλα
τον άναρχο σφυγμό τους,
χίλιες φορές τις έκοψαν
του έρωτα οι κοφτερές λεπίδες
κι άλλες τόσες τις έραψα μόνη
μόνη! ακούς;
με γρήγορες ραφές
να μην προλάβει ο πόνος
να χυθεί ζεστός στο πάτωμα
και χάσω τις «αισθήσεις».
Μα πάντα επιζώ
για την επόμενη σφαγή μου
από κάποιο χέρι αγαπημένο,
σαν τώρα το δικό σου
που αφήνω – τάχα – ανυποψίαστη
να με διατρέχει,
να με εξερευνά
και να με δοκιμάζει.

Σαν σε φωνάζω έρωτα
γυαλίζει το μαχαίρι.

Το εξαιρετικό αυτό ποίημα της Λίλιαν Μπουράνη, με τίτλο «Ερωτικό», το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στα «Ερώματα», υπογράφεται με το μυθολογικό όνομα της πρώτης θνητής γυναίκας, το όνομα «Πανδώρα», που η ποιήτρια χρησιμοποιούσε ως ψευδώνυμο στο blog της «Μικρό καταφύγιο στην εξοχή», εκεί όπου πριν από κάμποσους μήνες τη γνώρισα και την ξεχώρισα και την αγάπησα, μέσ’ από τους υπέροχους στίχους της, από τη μουσική που επέλεγε για να συνοδεύει αυτούς τους στίχους, από την ευγένεια και την ευαισθησία της και από μία φράση της που άγγιξε βαθιά την ψυχή μου: «Το πιο όμορφο ποίημά μου είναι η κόρη μου»…

Η Λίλιαν Μπουράνη, γεννημένη στον Βόλο, ζει από τα 18 της χρόνια στην Αθήνα. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, γρήγορα όμως εγκατέλειψε την ιδέα της δικηγορίας. Αν και έγραφε από μικρή, μόλις το 2008 έβγαλε από τα συρτάρια της τα ποιήματά της και αποφάσισε να τα δημοσιεύσει στο προσωπικό της ιστολόγιο «pandora’s bookmarks», όπου την ανακάλυψε ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου, στην ενθάρρυνση και την παρότρυνση του οποίου οφείλεται η απόφασή της να εκδώσει τα «Ερώματα»…

Το πρώτο αυτό βιβλίο της Λίλιαν Μπουράνη, από τις Εκδόσεις «Μανδραγόρας», αρχίζει να κατακτά τον αναγνώστη ήδη από το εξώφυλλό του, με την εκπληκτική λεπτομέρεια ενός πίνακα του Toulouse Lautrec και κυρίως με τον ξεχωριστό τίτλο «Ερώματα», λέξη – δημιούργημα της ποιήτριας, με το αρχικό έψιλον γραμμένο με το κόκκινο χρώμα του ερωτικού πάθους. Μια λέξη που παραπέμπει άμεσα στον Έρωτα και στα αρώματα… Όλα εκείνα τα αρώματα που αποπνέει αυτός ο παντοδύναμος γιος της Αφροδίτης… Εμένα προσωπικά, ως αρχαιοελληνίστρια φιλόλογο, τα «Ερώματα» με παραπέμπουν και στον παθητικό παρακείμενο ἔρρωμαι του ρήματος ῥώννυμι που σημαίνει «ενισχύω, ενδυναμώνω κάποιον». Ενδυνάμωση, λοιπόν, αλλά και ανάταση ψυχής η ανάγνωση, η ενασχόληση και η απόπειρα μιας βαθύτερης ανάλυσης των «Ερωμάτων» της Λίλιαν Μπουράνη…

Η θεματική του ποιητικού αυτού έργου, αποτελούμενου από 35 συνολικά ποιήματα [Α΄ Μέρος – 20 ποιήματα, Β΄ Μέρος (με τίτλο «Τεθλάσματα») – 15 ποιήματα] είναι ποικίλη και παρουσιάζει πραγματικά ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Η Αγάπη, ένα από τα κύρια μοτίβα της συλλογής, κυριαρχεί έντονα στο ποίημα «Γονυκλισία». Προσκυνώ την αγάπη είναι ο πρώτος στίχος του ποιήματος, στον οποίο συνοψίζεται όλο το νόημα της συγκεκριμένης σύνθεσης. Και μάλιστα αξιοσημείωτη είναι η επανάληψη (6 φορές) του ρήματος προσκυνώ από την ποιήτρια, στην οποία – όπως διαφαίνεται μέσα από το σύνολο του έργου της – οι επαναλήψεις δεν αποτελούν ιδιαίτερα προσφιλή τρόπο έκφρασής της… Το μοτίβο της Αγάπης κυριαρχεί και στο ποίημα «Μετασχηματισμοί», το οποίο όμως νοηματικά εμφανίζεται ως αντίποδας της «Γονυκλισίας»…

Καμιά φορά η αγάπη
αντί να αναληφθεί
στους ουρανούς
μικραίνει τόσο
που πέφτει στον υπόνομο.
Τα βράδια που ξυπνάς
να πιεις νερό
την βρίσκεις στην κουζίνα
να τρέχει στις ρωγμές
για να κρυφτεί
σαν μαύρη
τρομαγμένη κατσαρίδα
και παραμερίζεις.
Ούτε να την πατήσεις
δεν καταδέχεσαι.

Ακολουθεί το εξαιρετικό ποίημα με τίτλο «Οδύσσεια», στο οποίο η Λίλιαν Μπουράνη προτάσσει δύο θαυμάσιους στίχους (183 και 184) από την ραψωδία α της ομηρικής Ὀδυσσείας (πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον ἐπ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους, / ἐς Τεμέσην μετὰ χαλκόν, ἄγω δ’ αἴθωνα σίδηρον = ταξιδεύοντας στη σκοτεινή θάλασσα σ’ αλλόγλωσσους ανθρώπους, στην Τεμέση για να βρω χαλκό, και μεταφέρω αστραφτερό σίδηρο). Επίκεντρο της σύνθεσης, στην οποία εναρμονίζονται υπέροχα η προσφώνηση (Ω! μικρή, / σαρκοφάγα μου αγάπη), η ερώτηση (ως πότε / θα σε σώζει / η αυταπάτη / ότι διαπλέεις / τον οίνοπα πόντο;) και η διατύπωση μιας προφητικής σκέψης (Κάποτε / θα ξαναδιαβάσεις / τον α 183 / και θα πνιγείς / μέσα στο αίμα μου), είναι ο περίφημος ομηρικός λογότυπος οἴνοψ πόντος, η απέραντη σκοτεινή θάλασσα του Ομήρου, στο χρώμα του βαθυκόκκινου κρασιού αλλά και του αίματος…

Δεν είναι τυχαίο ότι η Λίλιαν Μπουράνη, λάτρης του αρχαιοελληνικού ποιητικού λόγου, προτάσσει και σ’ ένα άλλο ποίημά της, με τίτλο «Λευκή μελαγχολία – Τα τζάμια», το πασίγνωστο και αθάνατο χορικό από τη σοφόκλεια Ἀντιγόνη : Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, /… ὁ δ’ ἔχων μέμηνεν (στ. 781 – 790).

Λευκή μελαγχολία
είναι της νύχτας
το μισοπαιγμένο βαλς
κι η πρόβα του χορού
στο τρίτο στάσιμο
σταματημένη
«ο δ’ έχων μέμηνεν!»… (απόσπασμα).

Ο έρωτας, βασικό μοτίβο των «Ερωμάτων», απαντά μ’ έναν αριστουργηματικό τρόπο στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Αντί – έρωτες». Η ηρωίδα απευθύνεται στον Αγαπημένο με μια κυριολεκτικά «αφοπλιστική», ικετευτική προτροπή…

Ρίξε με στην αγκαλιά σου
μόνο αν είναι να κινδυνεύσω…
Όσο με θες αρνήσου με

κι όταν μ’ αιχμαλωτίζεις
σκότωνέ με…
και μην με ταξιδέψεις
ποτέ
ως το τέλος!… (αποσπάσματα).

Ο έρωτας, στο ποίημα «Το ένα», συνδέεται άμεσα με το μοτίβο της μοναξιάς, της μοναδικής / και αδιαίρετης μοναξιάς που, όσο κι αν ο Έρωτας την εξαπατά, θα πεθαίνει / αλυσοδεμένη / με το ομόκλινο / ψέμα της. Εκπληκτική με τη λιτότητά της η διατύπωση της ιδιότητας του έρωτα να εξαπατά καθώς και της διαπίστωσης για την ανάγκη, που έχει η ανθρώπινη ψυχή γι’ αυτή την απάτη, γι’ αυτό το ψέμα… Δεν είναι δυνατόν παρά να υπογραμμίσει κανείς αυτή την πολυσύλλαβη μετοχή αλυσοδεμένη, με την οποία η ποιήτρια χαρακτηρίζει τη μοναξιά, καθώς και το αρχαΐζον επίθετο ομόκλινο, που προσδιορίζει το «ψέμα». Και είναι, στ’ αλήθεια, αυτές οι λεπτομέρειες που έχουν τόσο βαρύνουσα σημασία και που, τελικά, συνυπογραμμίζουν την ποιητική δεινότητα της Λίλιαν Μπουράνη…

Η νύχτα, και με την ουσιαστική και με τη μεταφορική σημασία της λέξης, εμφανίζεται διάσπαρτη μέσα στα «Ερώματα»…

Σε ψάχνει η νύχτα.
Όχι, μη βγαίνεις
δεν τέλειωσα με τα κοψίματα…
Όχι μη βγαίνεις
άναψε μόνο ένα καντήλι
για τη νυχτερινή μου
προσευχή… (αποσπάσματα από το ποίημα «Μη βγαίνεις»).

Σχήμα παλιό
που πια δεν σε χωρά
ετούτη η νύχτα.
Να λείπεις ο μισός
κι ο άλλος μισός να κρύβεσαι
στις σκιές των περαστικών… (απόσπασμα από το ποίημα «Apassionata»).

Σπαραγμός καρδιάς και θρήνος η σύνθεση «Ακτήμων λύπη», αφιερωμένη στον Νικόλα, λατρεμένο πρόσωπο της ποιήτριας που πρόσφατα έφυγε από κοντά της… Μια εξαιρετική έκφραση του μοτίβου του θανάτου, της οριστικής απώλειας…

Στάχυασε ο κάμπος
και θρηνώ
τα σφιχταγκαλιασμένα
όταν σφυρίζει από μακριά
το αδόκητο δρεπάνι.
Απ’ τη σπορά
ως τον θερισμό
τίποτα δεν μου ανήκει.
Οφείλω σαν κολίγας.
Το αίμα,
τον ιδρώτα μου
κι όσους πολύ αγαπάω.

Το προτελευταίο ποίημα της συλλογής φέρει τον τίτλο «Χαρακίρι». Πρόκειται για μία πραγματικά αριστουργηματική σύνθεση, της οποίας πηγή έμπνευσης είναι η ίδια η ποίηση. Η Λίλιαν Μπουράνη αποπειράται, εδώ, να δώσει τον δικό της, τον προσωπικό της ορισμό για τον ποιητικό λόγο…

Κάθε ποίημα είναι
ένα αποτυχημένο χαρακίρι.
Ξεκινάς με τη βεβαιότητα
ότι κρατάς την πιο αιχμηρή λέξη
και καταλήγεις ν’ αναρωτιέσαι
αν το επόμενο θα σε λυτρώσει
με κάποια
που κόβει καλύτερα.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου της Λίλιαν Μπουράνη είναι η λιτότητα της γραφής. Συνθέσεις που διακρίνονται για τη συντομία τους, αποτελούμενες συχνά από στίχους μονολεκτικούς. Η λιτότητα, όμως, αυτή είναι αναμφίβολα αντίστροφα ανάλογη προς τον βαθύτατο στοχασμό της ποιήτριας. Στα ποιήματα της Λίλιαν Μπουράνη δεν συναντάμε πομπώδεις και υψηλών τόνων εκφράσεις. Λίγα, αλλά σοφά επιλεγμένα επίθετα (όπως: εύκρατες σιγουριές // οθόνες ιριδίζουσες // λευκή μελαγχολία // άκλαυτη πέτρα / αμίλητη // εκρηξιγενής / ερωτική φλέβα // ορίζοντας πετρόχτιστος), ακόμη πιο λίγες μετοχές (όπως: μισοπαιγμένο βαλς // πεινασμένη καληνύχτα // θρυμματισμένο μάτι // ηττημένος μονομάχος // τα σφιχταγκαλιασμένα // τηγμένο σίδερο) και ελάχιστα επιρρήματα (όπως: αριστερόστροφα / κυκλώνεις το βωμό // δρεπανωτά το σώμα σου / την ήττα όταν θερίζει // διασχίζω κατακόρυφα / του χρόνου την ρωγμή) εμπλουτίζουν τους στίχους με θεσπέσιες εικόνες, τους προσδίδουν μουσικότητα και, αναμφισβήτητα, συμπληρώνουν τις ιδέες της ποιήτριας….

Κάποιες φορές, το φυσιολατρικό στοιχείο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διατύπωση των σκέψεων αλλά και των αισθημάτων της ποιήτριας… (Αν είσαι άμμος κινούμενη / μάτι κυκλώνα στον τροπικό / ή στα όρη / άγνωστο ναρκοπέδιο // κι εκβάλλω απ’ τη θάλασσα // τα γέλια του κόσμου / κρεμασμένα στον πευκώνα // την είδαν που σκαρφάλωνε / – ως την κορφή της Nanga – / Την είδαν που το χέρι της / έφτανε στη Σελήνη // ν’ αδειάζεις τον πυρετό σου / – χιλιάδες χρώματα / ηφαιστειακά – // Κι είχα καιρό ν’ ανάψω / τόση Πανσέληνο, / τόση Πανσέληνο, / για να μ’ επιθυμήσεις // Καρδιά μου, ποτάμι. / Δέλτα του Νείλου / δίκλωνο / που χύνεσαι στη θάλασσα / από δυο πληγές ισόβαθες. / Καρδιά μου, επιθυμία. / Ορίζοντα πετρόχτιστε. / Του ανέμου πέρασμα / ανοιχτό / και βορεινό παράθυρο. // Είμαι ένα δέντρο γυμνό / που πληθαίνει στη ρίζα. / Δεν έχω ίσκιο. Τα φύλλα μου στη γη τα ρίχνω / για ν’ αφρατεύει το χώμα / κι απ’ τα λουλούδια μου / είναι οι στήμονες κομμένοι… / Ανήκω μόνο στη βροχή / στον άνεμο / και στην βουρκωμένη / ερημιά του τοπίου. // Στάχυασε ο κάμπος // Το βράδυ άκουσα να χιονίζει / στον διάδρομο… / Εδώ ακόμη, Σαχάρα).

Αξιοσημείωτες και κάποιες παρομοιώσεις και προσωποποιήσεις, οι οποίες αναμφισβήτητα υπογραμμίζουν μεταξύ άλλων την ποιητική δεξιοτεχνία της Λίλιαν Μπουράνη: Κι εκβάλλω απ’ τη θάλασσα / γυμνή, / σαν ανοιγμένο όστρακο / ακουμπώ / στην κοιλιά σου. / Μη σαλεύεις! / μισοκοιμάται η στιγμή…// Ζεστός / σαν Λίβας…// κι οι λέξεις πέφταν / γράμμα το γράμμα / σαν χαλασμένοι σοβάδες. // Καμιά φορά η αγάπη…/ σαν μαύρη τρομαγμένη κατσαρίδα // Σώμα μεταλλικό / σαν λέπι ψαριού.

Η εσωτερική φωνή της ποιήτριας, η φωνή της ψυχής της, μεταφέρεται άμεσα στη δική μας ψυχή, μ’ έναν τρόπο ξεχωριστό, με μια γραφή απέριττη και γλαφυρή, που σημαίνει πολλά κι αφήνει να εννοηθούν πολύ περισσότερα… Η Λίλιαν Μπουράνη γράφει άλλοτε στο α΄ πρόσωπο, εκφράζοντας το δικό της είναι, τα βιώματά της, τον κόσμο της σκέψης κα της ψυχής της (Προσκυνώ την αγάπη // Το πιο σπαρακτικό Επιτάφιο δάκρυ / το είδα να κυλά από έναν φαλλό… / Και τότε / πρόσταξα το σώμα μου ν’ ανθίσει…/ Μα ήμουν ολόκληρη Σταυρός. // Πρέπει να μάζεψα / τα πράγματά μου / σε κάποια στιγμή έκστασης. // Θρηνώ των λέξεων / την ασήμαντη θυσία) κι άλλοτε στο β΄ πρόσωπο – στο αντικείμενο αγάπης, έρωτα, θαυμασμού, μνήμης, νοσταλγίας οργής και θυμού (Ρίξε με στην αγκαλιά σου… / …μην με ταξιδέψεις / ποτέ / ως το τέλος! // Την ώρα που ενδύεσαι / το ιερό σου σχήμα… / σ’ αναγνωρίζω, άντρα! // Φύτεψέ με… / Δες με… / ψαλίδισέ μου… // Σε ψάχνει η νύχτα. / Όχι, μη βγαίνεις… // …θα αναδύεσαι / μέσ’ απ’ της μνήμης / τα λεπτά επιχρίσματα. // Να λείπεις ο μισός / κι ο άλλος μισός να κρύβεσαι / στις σκιές των περαστικών. // …θα πνιγείς / μέσα στο αίμα μου).

Ιδιαίτερα συναρπαστικός είναι και ο επιγραμματικός – αποφθεγματικός λόγος της ποιήτριας, ο οποίος τίθεται συνήθως ως κατακλείδα της σύνθεσης: ταξίδι που το χόρτασες / χίλιες φορές ματαιωμένο. // Όταν βραδιάζει / καθένας μας / καληνυχτίζει / τα δικά του τοπία. // Όλα αναβάλλονται / στο χρόνο. // …διαρκούμε περισσότερο / από τις ιστορίες μας.

Πιστεύω ανεπιφύλακτα ότι η Λίλιαν Μπουράνη από το πρώτο κιόλας ποιητικό της έργο καταξιώνεται ως Ποιήτρια. Ως ποιήτρια, της οποίας το έργο σφραγίζεται από μία εξαιρετικά υψηλή ποιητική δεξιοτεχνία. Τα «Ερώματα», με τις ιδιαίτερα προσεγμένες από κάθε άποψη συνθέσεις τους, με την εκπληκτική νοηματική δύναμη και τη μουσικότητα των στίχων τους, ξεχωρίζουν σαν ένα άστρο ολόφωτο μέσα στον απέραντο έναστρο ουρανό της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης…

Τελειώνοντας, θα ήθελα να παραθέσω τον επίλογο ενός εξαιρετικού άρθρου με τίτλο «Ο Κόσμος Της Κυρίας Λίλιαν Μπουράνη», που έγραψε πρόσφατα ο Κώστας Μπίρμπας και το οποίο – ειλικρινά – εκφράζει απόλυτα και τις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου συναισθήματα:

«…Ο κόσμος της Λίλιαν Μπουράνη είναι ένας κόσμος γλυκός. Όχι γλυκερός, ούτε τρυφηλός. Είναι ένας κόσμος γλυκός στην ουσία του. Έχει την γεύση των πιο αθώων φιλιών, του υποβρύχιου των παιδικών χρόνων, των παιδικών φόβων, των εφηβικών ματαιώσεων. Είναι ένας κόσμος αθώος! Είναι ένας κόσμος που αθωώνει πάντα τον κόσμο των άλλων. Είναι ένας κόσμος ευγενής. Είναι ένας κόσμος γλυκός. Η ποίηση της κυρίας Μπουράνη μπορεί να λυπάται και να θλίβεται αλλά είναι μια ποίηση που χαμογελά στους ανθρώπους. Όπως ακριβώς το πρόσωπό της. Είναι μια ποίηση ειλικρινής».

 

ΑΝΤΩΝΗΣ Δ. ΣΚΙΑΘΑΣ

«Άκλαυτη πέτρα αμίλητη κι από καιρό φευγάτη»

Οι σπαρακτικές επιτάφιες κραυγές της Λίλιαν Μπουράνη, για τις εύφορες πατρίδες του έρωτα με μοναδικό τρόπο, γεωγραφούν αφ’ ενός τη μνήμη του επιθυμητού εγώ για το σώμα και αφ’ ετέρου τις κοινές οδοιπορίες του εμείς στην οδύσσεια του πάθους. Μας περιγράφουν, πως κορυφώνεται λοιπόν στις πατρίδες της λατρευτικής ασυνταξίας του σώματος, ο μύθος του πάθους, για το άνισο και το ιδιοτελές του έρωτα των θνητών. Ολοκληρώνουν κειμενικά τα μανιφέστα των εμμονών που υπηρετεί ο βίος των ανθρώπων.
Γνωρίζει καλά να δομεί στους στίχους της η Λ.Μ την αισθητική του απροσδόκητου.
«Μόνο γαμήλιες πομπές, ασθενοφόρα κι η ζάχαρη που θρυμματίζεται με ήχους εκκωφαντικούς στο πάτωμα…».
Συνομιλεί, μάλλον περιγράφει με τον τρόπο που ορίζει, ο επαρκής φιλοσοφικός λόγος με όλες εκείνες τις άφωτες αλλά και φωτισμένες πλευρές των επιθυμιών μας.«…κι είχα καιρό, ν’ ανάψω τόση πανσέληνο τόσο πανσέληνο για να μ’ επιθυμήσεις».
Σε μια ώριμη πνευματική στιγμή, οι δυο ενότητες ποιημάτων που μας παραθέτει η Λ.Μ με τίτλους «Ερώματα» και «Τεθλάσματα» παρουσιάζουν τις σχέσεις της σάρκας με την ηδονή και το πάθος, με τον τρόπο που οι μύστες της εσωτερικότητας της γλώσσας μπορούν να υπηρετήσουν.«…φαίνεται πως διαρκούμε, περισσότερο από τις ιστορίες μας».
Μας αναφέρει με ένδοξο τρόπο, με τον τρόπο λοιπόν που η ποίηση, μπορεί και ξέρει να περιγράφει, σκέψεις, ήθη και κυρίως το βίο ανθρώπων, που τους αφορά το πώς και το γιατί, το όταν και το πρέπει των χειρονομιών της ζωής τους καθημερινά.
Σε αυτή την πρώτη της εκδοτική προσπάθεια, χωρίς πειραματισμούς, χωρίς τις ανασφάλειες που δημιουργεί η πρώτη έκδοση-ενός ποιητή- χωρίς τις αδυναμίες του πρωτοείσακτου, καταθέτει η Λ.Μ με βαθειά γνώση της ποιητικής φόρμας-μια σύνθεση από 35 σπονδυλωτά κείμενα χωρισμένα σε δυο ενότητες και μας προτείνει τη … «Λευκή μελαγχολία» που αποκτά το σώμα στους χρόνους των επικών διαδρομών του στο πεπερασμένο της νεότητας του.… «Σώμα μεταλλικό σαν λέπι ψαριού σφηνωμένο στο δόντι λευκού καρχαρία ως το πρωί αταξίδευτο».
Η ποιητική φωνή της Λ.Μ, σε αυτή τη σύνθεση πιθανόν να καταταχτεί σε αυτό που εσφαλμένα από τη διάθεση των εθισμών των κριτικών, ονομάσθει «Γυναικεία Ποίηση», καλύτερα ακόμα μια γραφή, από γυναίκα που υπηρετεί τη γυναικεία «φύση» της ποίησης.
Η γραφή της Λ.Μ στην ποιητική σύνθεση «Ερώματα» είναι ευδιάκριτη, έχει παρών, έχει δομηθεί, από ένα ασκητικό ποιητικό παρελθόν και θα υπηρετεί με αξιοπρέπεια το ποιητικό της μέλλον. Έχουν ταυτότητα τα κείμενα, σε αυτή την ποιητική σύνθεση, έχουν κώδικες ανάγνωσης, έχουν συνέχεια και κυρίως έχουν τα προσωπικά βιώματα της δημιουργού που γίνονται άχρονα και απρόσωπα για να ταυτιστούν με τους αναγνώστες της. Είναι λοιπόν κείμενα αναφοράς συναισθημάτων που με έντεχνο τρόπο σταματούν να είναι προσωπικά βιώματα και γίνονται σκέψεις φιλοσοφικές, για τα του έρωτος χωρίς να είναι ερωτογραφίες. Συνομιλούν τα κείμενα αυτά με τα βιώματα της αγάπης καθώς όπως η ίδια αναφέρει:«…απολύεται η αναμονή σου, κύριε, σαν λιτό αθωνικό απόδειπνο». Καταγράφουν, αξιώνουν από τον αναγνώστη τους να τα συνοδεύσει στις δυσκολίες αλλά ιδιαιτέρως στις ποιητικές διαδρομές και εμείς θα το κάνουμε καθώς μπορούμε να παραφράσουμε κάποιους στίχους της Λ.Μ … μερόνυχτα που θα τρίζουν τα πατώματα να περιμένουμε, να πέφτουν οι λέξεις γράμμα γράμμα, σαν χαλασμένοι σοφάδες για να μας περιγράψουν τη δομή του οίκου τους.
Η αλλού…«Προσκυνώ την αγάπη… Προσκυνώ των ρημάτων τους μητρικούς ανάπαιστους από το Σ ως το Ω».
Μα αυτό είναι η ποίηση, όταν μπορεί να μελλοντολογεί χωρίς να αναφέρεται στο χρόνο, όταν μπορεί να περιγράφει χωρίς να δείχνει το σημείο του φόνου, αλλά τις αιτίες του. Όταν μπορεί το εσωτερικό εγώ να γίνεται εμείς διαχρονικό.
Αυτή τη διαχρονία της γλώσσας υπηρετεί με αυτό το πρώτο της βιβλίο η Λίλιαν Μπουράνη.
Αναμένουμε την συνέχεια.

 

 

ΗΛΙΑΣ Θ. ΠΑΠΠΑΣ

στίγμαΛόγου 15/1/2013

Το στίγμαΛόγου πάντα προσπαθεί να ασχολείται με την καλή, κατά τη γνώμη του, ποίηση. Η Λίλιαν Μπουράνη είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, αν κρίνουμε από τη συλλογή της «ερώματα» (εκδόσεις Μανδραγόρας.)

Σε αυτή περιέχονται ποιήματα που είχε από πολύ καιρό στο συρτάρι της και αποφάσισε να τα εκδώσει μόλις το 2008, μετά από προτροπή του ποιητή Τόλη Νικηφόρου.

Η ποίηση της Μπουράνη έχει ένα φιλόδοξο και πολυσύνθετο ύφος, με αρκετές λεκτικές ακροβασίες που μπορεί αρχικά να μπερδέψουν.

Τις περισσότερες φορές όμως υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας στα ποιήματά της, ο οποίος αποκαλύπτεται για όποιον είναι επιμελής.

Το ύφος της, κάποιες φορές καυστικό, κάποιες απολογητικό και κάποιες έντονα δυναμικό, ντύνεται με εικόνες και κίνηση, σε μια προσπάθεια ίσως να κρύψει μια βαθιά παραίτηση που κάνει κάποιες φορές την εμφάνισή της.

Η λιτή προσέγγισή της βασίζεται επίσης σε δουλεμένα συναισθήματα και καταστάσεις, πολύ περισσότερο από άλλους «λιτογράφους.»

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΚΡΙΤΙΔΗΣ

Αποστακτήριο του Λόγου και της Τέχνης 29/11/2012

Δυναμικά κάνει την πρώτη της εκδοτική εμφάνιση η ποιήτρια Λίλιαν Μπουράνη, που έχει γεννηθεί στον Βόλο και κατοικεί στην Αθήνα, με την ποιητική συλλογή που φέρει τον αινιγματικό τίτλο «Ερώματα». Ίσως να παράγεται από τη μείξη των λέξεων έρως + αρώματα, αλλά αυτό το αφήνουμε στην ίδια να μας το εξηγήσει…

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη γραφή της είναι οπωσδήποτε η πρωτοτυπία στην επιλογή των θεμάτων που πραγματεύεται, γεγονός που σπάει τη μονοτονία και κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Με γλώσσα πλούσια και επιτηδευμένη, έξυπνη αλληλουχία σκηνών και εικόνων, φράσεις που αφήνουν υπονοούμενα, δείχνει μια προτίμηση προς τον υπερρεαλισμό και τη φαντασία.

Ποίηση σε ελεύθερο στίχο και κάπου κάπου αφαιρετική, που εμφανίζεται σχεδόν με δυο διαφορετικά πρόσωπα. Άλλοτε γίνεται περίπλοκη και μυστηριακή κι άλλοτε παρουσιάζεται λιτή και περισσότερο οικεία. Είναι συχνή η χρήση αρχαιοελληνικών στοιχείων, που εντέχνως παντρεύονται με σύγχρονες καταστάσεις. Στοιχεία παρμένα από τη μυθολογία και συστατικά, που συνδέονται με ιερές τελετουργίες και σύμβολα γονιμότητας.

Θεματικά την απασχολεί ο έρωτας, το ανθρώπινο συναίσθημα, ο εγκλεισμός, η μοναχικότητα, η ποιητική τέχνη, οι παιδικές μνήμες. Σημείο σύνδεσης με τις δικές της παιδικές μνήμες και τον τόπο καταγωγής της ίσως αποτελεί το ποίημα «Ακτήμων λύπη», που μπορεί να μιλάει για την ανιδιοτελή προσφορά του ανθρώπου, μεταφέρει ωστόσο εικόνες από την αγροτική ζωή των κολίγων του απέραντου θεσσαλικού κάμπου μιας άλλης εποχής. Η ποιήτρια δεν μετράει τα λόγια της. Όπου χρειαστεί να γίνει τολμηρή, συμπλέκει με άνεση την αγνότητα με τον σεξουαλισμό. Όπου χρειαστεί να γίνει επικριτική με θάρρος παραθέτει τη γνώμη της. Για τον εκφυλισμένο έρωτα, που αναζητά μάταια την σπίθα του παρελθόντος, γράφει στους πρώτους στίχους:

Ρίξε με στην αγκαλιά σου
μόνο αν είναι να κινδυνεύσω
και τελειώνει…
ταξίδι που το χόρτασες
χίλιες φορές ματαιωμένο.

Μου άρεσε πολύ το υπέροχο ποίημα η «θέα των εραστών» καθώς ξεκαθαρίζει πως ο καθένας ζει στον δικό του διαφορετικό μικρόκοσμο, με την διαφορετική του αισθητική και την διαφορετική ποιότητα ζωής. Κατά προέκταση το ποίημα θα μπορούσε κάλλιστα, εκτός από την αισθηματική του πλευρά, να υπονοεί ακόμα και την κοινωνική διαστρωμάτωση.

Το παράθυρό μου
δε βλέπει
την πλατεία φωταγωγημένη
τα γέλια του κόσμου
κρεμασμένα στον πευκώνα
τις πατημασιές της παρέας
να στερεώνουν το σπίτι
από την αυλόπορτα
ως την δημοσιά.
Το δικό μου παράθυρο
βλέπει
ένα φουγάρο παλιό
που καπνίζει
σαπίζοντας της νύχτας
το άρρωστο πλεμόνι.
Τη λάμπα του δρόμου
με το θρυμματισμένο μάτι.
Την πλάτη των περαστικών
που αργοπόρησαν.
Όταν βραδιάζει
καθένας μας
καληνυχτίζει
τα δικά του τοπία.

Εξαιρετικό επίσης το «Ζεϊμπέκικο», με το οποίο περιγράφει τον επίμαχο αντρικό χορό από την οπτική γωνία μιας γυναίκας. Η ποιήτρια διεισδύει επακριβώς στην τελετουργία αυτού του ιδιαίτερου ελληνικού χορού των 9/8, ο οποίος προέρχεται από τον Πόντο και τις Κυκλάδες. Παρομοίως ο Μάνος Χατζηδάκις είχε γράψει πως ένας έμπειρος χορευτής μπορεί να εκμεταλλευτεί στο έπακρο κάθε μουσική νότα του Ζεϊμπέκικου και να την ακολουθεί πιστά ανάλογα με τον ρυθμό του παιξίματός της από τον οργανοπαίχτη. Με αυτό το ποίημα θα κλείσω τον σχολιασμό μου γι’ αυτό το πετυχημένο εγχείρημα ευχόμενος στην Λίλιαν Μπουράνη να μας ταξιδέψει σύντομα και σ’ άλλους πρωτότυπους στοχασμούς.

Την ώρα που ενδύεσαι
το ιερό σου σχήμα
κι αριστερόστροφα
κυκλώνεις το βωμό
ζυγίζοντας τα χέρια
πότε σε αιώρηση αετός
και πότε εσταυρωμένος
σ’ αναγνωρίζω, άντρα.
Δρεπανωτά το σώμα σου
την ήττα όταν θερίζει
σε πίνω απ’ τον ιδρώτα
κι απ’ του γονάτου, σ’ αγαπώ,
το σπάσιμο,
μετρώντας
εννιά φορές το μπόι σου
κι εννιά φορές την πτώση.
Απ’ όλα μου τα ονόματα
χόρεψε

το Ευδοκία.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΟΥΤΣΕΤΗΣ, μουσικός

«…Για να αποδώσω τον τρόπο που εκλαμβάνω την ποίηση της Λίλιαν Μπουράνη, θα θυμηθώ μία προτροπή που μου δόθηκε όταν χρειάστηκε να ταξιδέψω για πρώτη φορά οδικώς από την Αθήνα προς την Δυτική Μακεδονία. Μου συστήθηκε να φύγω από την Εθνική οδό μόλις το μπορέσω μετά τη Βοιωτία, και να οδηγήσω στην παλαιά Εθνική, το δρόμο δηλαδή που περνάει από το τμήμα της ενδοχώρας το οποίο δε φαίνεται από το νέο δρόμο. Μου τονίστηκε ότι είναι πιο δύσκολος δρόμος, πιο αργός, αλλά αξίζει τον κόπο. Έτσι κι έγινε, λοιπόν, και γνώρισα τι σημαίνει ενδοχώρα!Αυτός ακριβώς είναι και ο δρόμος στην ποίηση της Λίλιαν. Ο δρόμος που περνάει από την ενδοχώρα της ψυχής…»

 

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ

Ερώματα: Ένα θλιμμένο χαμόγελο

Λέω να ξεκινήσω από το τίτλο αυτής της συλλογής, όπου ο έρωτας και το άρωμά του, οπού ο χορός των αισθήσεων και ο σπαραγμός των αισθημάτων, οπού, κυρίως, η λέξη που ηχεί ως έναρξη και διαβάζεται ως κωδικός οδοδείκτης μιας μοναδικής περιπλάνησης στα εσώτερα της ανθρώπινης ύπαρξης. Διαβάζω:

Σε ψάχνει η νύχτα. / Όχι μη βγαίνεις / δεν τέλειωσα με τα κοψίματα… / κι έχω / ένα μουτζουρωμένο βλέφαρο /- επιτοίχιο ρολόι- / που γρατζουνάνε πάνω του / οι λεπτοδείχτες / κάθε που αργεί να κλάψει…

Έχει μια μεγαλοπρέπεια, εδώ, σ’ αυτή την περιπλάνηση, ο θρήνος. Ακούγεται παντού ο ήχος ενός βηματισμού με αδιόρατη την αστάθεια του. Γιατί όσο γυμνή αποκαλύπτεται η τραγική πραγματικότητα των συντελούμενων, άλλο τόσο προβάλλει η αξιοπρέπεια , δείγμα της θέλησης να είναι όρθια η πτώση, να κρατηθεί, στα κρυφά, η ελπίδα της ανόρθωσης. Δεν υπάρχει καμιά αγωνία φωτός σ’ αυτή την ποίηση. Αντίθετα αφήνεται να χυθεί ανεμπόδιστα το σκότος, να φτάσει το όν ως την συντριβή και την απόγνωση, για να αναδυθεί από εκεί αβίαστα η όποια υποψία φωτεινού νεφελώματος.
Διαβάζω πάλι:

…την ήττα μου θ’ αφήσω / απ’ τα δάχτυλα / το στόμα / της σάρκας τη μοιραία / ακυβερνησία / να τσακιστεί στον αφρό / ενός μακρινού οργασμού / που κι απόψε / δε θα σε φτάσει.

Μοιάζει ο έρωτας να είναι ο πρώτος του χορού σε αυτή την ποιητική τελετουργία, ωστόσο, τούτος ο έρωτας ενδύεται το όλον του, για να είναι πόθος και στέρηση μαζί, πάθος και αίσθημα γαλήνιο, ηδονή και πόνος, προσδοκία και απώλεια, ζωή και θάνατος.
Σε μια μεγαλειώδη ποιητική στιγμή, το «ζεϊμπέκικο», γίνεται χορός μιας σύνθεσης που διαγράφει όλο το πλάτος των αντιθέσεων από την πτώση ως την ανόρθωση από το γήινο έως το ουράνιο, από την αιώρηση του αετού έως την καθήλωση του Εσταυρωμένου.
Δεν είναι λοιπόν , εδώ σ’ αυτό το ποίημα, ο ερωτισμός παρών μόνον ως πόθος, αλλά ως μια σύνθεση αισθημάτων, όπου ο άντρας- πρότυπο υπάρχει σε όλους τους σπαραγμούς και τα πετάγματα του. Από το κορυφαίο λοιπόν αυτό ποίημα διαβάζω:

Την ώρα που ενδύεσαι / το ιερό σου σχήμα / κι αριστερόστροφα / κυκλώνεις το βωμό / ζυγίζοντας τα χέρια / πότε σε αιώρηση αετός / και πότε Εσταυρωμένος / σε αναγνωρίζω άντρα. / Δρεπανωτά το σώμα σου / την ήττα όταν θερίζει/σε πίνω απ’ τον ιδρώτα / κι απ’ του γονάτου, σ’ αγαπώ, / το σπάσιμο, / μετρώντας εννιά φορές το μπόι σου / κι εννιά φορές την πτώση…

Όμως ο Έρωτας είναι παρών και με όλη την μεγαλειότητα της σάρκας του . Εδώ, η ποιητική γραφή υπερβαίνει τους εκφραστικούς δισταγμούς, όχι για να κάνει επίδειξη αλλά για να σφραγίσει την τέλεια ευαισθησία των νοημάτων. Είναι χαρακτηριστικό το υπέροχο ποίημα «Επί του τάφου» από το οποίο διαβάζω:

Το πιο σπαρακτικό επιτάφιο δάκρυ /το είδα να κυλά από έναν φαλλό / την ώρα που θυσίαζε /κάποια μονάκριβη / ειλικρινή του επιθυμία. /Και τότε /πρόσταξα το σώμα μου ν’ ανθίσει /σαν έφηβης παρθένας /για να τον στεφανώσει. / Μα ήμουν ολόκληρη Σταυρός. /Ανάβλυζε το αίμα /απ’ το δεξί μου μάγουλο / κι απ’ της καρδιάς τα’ αγκάθι.

Εδώ η ηρωίδα γίνεται Ιέρεια σε μια τελετουργία εξαγνισμού των φθαρτών και συμφιλίωσης του ταπεινού με το ύψιστο. Οι πιστοί προσέρχονται γυμνοί κι αληθινοί στο βωμό, οπού η θυσία της «μονάκριβης» και η επιθυμία του απόλυτου. Καιροφυλακτεί όμως, η πραγματικότητα του Σταυρού, ως υπενθύμιση της τραγικότητας του αδυνάτου.
Επανέρχομαι όμως, στον καθολικό ανθρώπινο σπαραγμό, οπού η βασίλισσα μοναξιά οπού ο ψίθυρος και η βουβή κραυγή όχι ως χαρακτηριστικό άρνησης του τραγικού, αλλά ως αταλάντευτη επιβεβαίωσή του. Το χέρι με το νυστέρι δεν τρέμει καθώς ανοίγει την πληγή να στάξει ο πόνος, το βλέφαρο δεν παίζει καθώς ορθάνοιχτο το μάτι αντικρίζει τον άλλον που συνεχώς είναι το είδωλό του, και το είδωλο του ειδώλου… οι στίχοι, λιτοί απέριττοι, χτίζονται με χαμηλόφωνες καλοδιαλεγμένες λέξεις, μετρημένες, όσες χρειάζονται για να υψωθεί ο ίσκιος- όπου θα αναζητήσει ο καθείς τον έγκλειστό του-για να δημιουργηθούν οι σιωπές οπού θα αφουγκραστεί το βαθύ μέσα κλάμα .
Από το ποίημα, «Για την Άννα»:

Χτες που ξανακοίταξε το ρολόι / η ίδια ώρα ήταν. / Οι παρόντες, παρόντες / και οι απόντες / συνεπείς στην απουσία τους. / Κάποιος γελάει δίπλα. / Είναι άλλος. / Πάντα είναι άλλος. / Κάποιος κλαίει μέσα. / Είναι πολύ μέσα. / Δεν ακούγεται.

Υπάρχουν στιγμές ποιητικές, στη εδώ δημιουργία, όπου αλαφραίνει η ύπαρξη, στη συντελούμενη συντριβή, αλαφραίνει το ποίημα και γίνεται ένας ρυθμικός ήχος απουσίας, μια διαδοχή αλλεπάλληλων εικόνων, ένα σύμβολο αφηρημένης τέχνης, έξοχο δημιούργημα αφαιρετικής σύνθεσης. Παρουσιάζω εδώ ένα τέτοιο δείγμα:

Πρέπει να μάζεψα / τα πράγματά μου / σε κάποια στιγμή έκστασης. / Μάλλον σήκωσα / και τους τοίχους / γιατί / η πόρτα αυτονομήθηκε. / Ανοιγοκλείνει στο κενό / έκτοτε. / Θα μπεις; / Θα βγεις; / / Έρχεται βροχή.

Η καταβύθιση στην υπαρξιακή θλίψη όσο κι αν συντελείται απόλυτα και καταλυτικά δεν οδηγεί στην πλήρη εξουθένωση και τον μηδενισμό. Η τρυφερότητα και η ευαισθησία είναι παρούσες σε όλους τους κατακλυσμούς, χαρίζοντας ομορφιά στο μαύρο και αφήνοντας ίχνη λευκής προσδοκίας. Διαβάζω από το ποίημα, «Λευκή μελαγχολία- Τα τζάμια»

Λευκή μελαγχολία / είναι της νύχτας / το μισοπαιγμένο βάλς / και η πρόβα του χορού / στο τρίτο στάσιμο σταματημένη / «ο δ’ έχων μέμηνεν!».

Και από το ποίημα « Ανισότητες»
Κι εκβάλλω απ’ τη θάλασσα / γυμνή, / σαν ανοιγμένο όστρακο / ακουμπώ / στην κοιλιά σου. / Μη σαλεύεις!

Κι εκεί όπου οι αγαπημένες απουσίες σφραγίζονται από διαπιστώσεις τελεσίδικες κι εκεί η τραγωδία των αντιθέσεων δημιουργεί ροές συναισθημάτων έξω από τα διατυπωμένα νοήματα. Είναι τόσο δυνατές οι προσδοκίες που εικονίζονται ως λάμψεις που η ματαίωση περιορίζεται στο παρελθόν και στο παρόν, εν τέλει. Σε ένα- έστω ακαθόριστο-μέλλον προβάλλει η ελπίδα της πραγμάτωσης. Διαβάζω:

Σχήμα παλιό / που δε σε χωρά / ετούτη η νύχτα. / Να λείπεις ο μισός / κι ο άλλος μισός να κρύβεσαι / στις σκιές των περαστικών. / Κι είχα καιρό ν’ ανάψω / τόση Πανσέληνο…

Η ηρωίδα σ’ αυτό το ποιητικό έργο κατέρχεται στο σκοτεινό λαβύρινθο χωρίς δισταγμό. Είναι ο δρόμος της μοίρας της που δεν της υπόσχεται κάποια φωτεινή έξοδο, ούτε κανένα μυθικό μίτο επιστροφής. Φαίνεται πως δεν υπάρχει επιστροφή, παρά μόνο ως έκρηξη που θα δημιουργήσει ξανά πάνω στη λύτρωση του χαμού.
Τη βλέπουμε στο «Ημιτελές πορτρέτο» να διασχίζει «κατακόρυφα» τη «ρωγμή» «του χρόνου» «αιμορραγώντας» « το πιο βαθύ ιώδες»- οι τελευταίες λέξεις από τους στίχους της.
Ταυτόχρονα όμως την ακούμε να δίνει οραματικά, στο ίδιο ποίημα, μέσα από την εικόνα της δημιουργίας μιαν άλλη αίσθηση ζωής , έξω από τα όρια της μοίρας της:

Μεθυσμένο / σε φαντάζομαι /… / να αδειάζεις τον πυρετό σου / -χιλιάδες χρώματα / ηφαιστειακά / από μια εκρηξιγενή / ερωτική φλέβα..

Τη βλέπουμε, αλλού, να χάνεται «στον αφαλό της λίμνης» εκεί στο πιο ψηλό βουνό και να είναι αυτή η φυγή όχι χαμός αλλά ανάληψη.
Διαβάζω, αποσπασματικά:

Εφτά ουρανούς / γυμνό βουνό / την είδαν που σκαρφάλωνε / … / την είδαν που το χέρι της / έφτανε στη Σελήνη, /… / Μα ένα πρωί την έχασαν / τα ένοχα τα μάτια, / εφτά ουρανούς / ξετύλιγο / του κόσμου το κουβάρι / το πέταξε / και χάθηκε / στον αφαλό της λίμνης…

Την ακούμε στο «Δέντρο» να μας επιβεβαιώνει τις σκέψεις μας πώς έχουμε εδώ μια υπαρξιακή περιπλάνηση, όπου και η αυταπάτη και η ματαιότητα δημιουργούν μια ξεχωριστή Οδύσσεια, με συνεχή τη δοκιμασία και ακατόρθωτη την επιστροφή , όμως με ανοιχτή την προοπτική ενός νέου ονείρου. Οι ρίζες κρατάνε την ύπαρξη σε μιαν παράξενη συντήρηση της ζωής, οπού η φωτοσύνθεση έχει αντικατασταθεί από τη νυχτοσύνθεση.

Είμαι ένα δέντρο γυμνό / που πληθαίνει στη ρίζα / … / είναι οι στήμονες κομμένοι / μη γίνει ο ύπνος μου μυριστικός και λιγοθυμήσει / κανένα όνειρο ανήλικο / μες στο αειθαλές δικό μου… / Μου ανήκει το τρέμουλο μιας πλάτης / που ακούμπησε φευγαλέα / ο δισταγμός του μαχαιριού / πριν με χαράξει για πάντα.

Και το τρέμουλο, σκίρτημα ζωής, και ο δισταγμός, σημείο ζωντανής ευαισθησίας αφήνουν ως υποψία την ελπίδα μιας άλλης ύπαρξης που θα ανασυντεθεί μες στα εσωτερικά της συντρίμμια, μιας ύπαρξης που θα χαρεί και θα ζήσει και τα μικρά, τα απλά, τα όμορφα.
Διαβάζω αποσπασματικά και σκόρπια:

…με χάρτινα μικρά βαρκάκια / να με διαπλέεις όταν χαλάει ο καιρός… Νυν και αεί! αγάπη μου / φαλτσάρει ο ψάλτης ήχος / μα εσύ κοιμήσου… Καρδιά μου, εγκοπή. / Χαραμάδα θλίψης / σε εξώφυλλο χαμόγελο. / Καρδιά μου, επιθυμία…

«Ερώματα», ένα θλιμμένο χαμόγελο. Αβίαστα καταλήγω σ’ αυτό τον τίτλο που από πρώτη ματιά φαίνεται να αγνοεί τον πόνο και την απόγνωση του υπαρξιακού δράματος που αναδεικνύει αυτή η ποίηση.
Φρονώ ότι όχι μόνο δεν τον αγνοεί, αλλά τον σφραγίζει, τον επιβεβαιώνει και κάνει ένα ακόμα βήμα. Γιατί η θλίψη είναι , τελικώς, η υπέρβασή του πόνου. Για τούτο ακριβώς το λόγο τα πιο σπαρακτικά, λέγονται ήρεμα, χαμηλόφωνα. Δεν έχουν εδώ θέση οι κραυγές, οι γοεροί θρήνοι, το φανταχτερό κόκκινο, οι λέξεις που σκίζουν τις σάρκες και ανοίγουν τις πληγές. Εδώ κυριαρχεί η λιτότητα. Τα ποιήματα δομούνται με τη λογική της αφαίρεσης, αυτή που περιορίζει τη χρήση των εκφραστικών μέσων, δίνοντας πλάτος και βάθος στα νοήματα, δημιουργώντας τις σιωπές εκείνες που επιτρέπουν στον αναγνώστη να συμμετέχει στα ποιητικά δρώμενα, ενεργοποιώντας τις δικές του παλμικές κινήσεις που προκαλεί το ποίημα.Όμως αυτή η λιτότητα δεν αντιστρατεύεται τον ρυθμό και τη μουσικότητα του στίχου, αντίθετα τα υπηρετεί. Και κυρίως υπηρετεί την διαδοχή αλλεπάλληλων εικόνων που είναι ό,τι καλύτερο για την ποίηση. Συνοδεύεται μάλιστα αυτή η λιτότητα από μια διάχυτη ευαισθησία αλλά και από την συνεχή-αν και μετρημένη- παρουσία του συναισθήματος. Φαίνεται πώς είναι αυτό το συναίσθημα που πυροδοτεί την γενικότερη υπαρξιακή ανάφλεξη και που εν τέλει συντηρεί και την προσδοκία.
Η Λίλιαν Μπουράνη μας έδωσε με αυτή την ποιητική της συλλογή, δείγματα υψηλής τέχνης. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι όπου η έμπνευση είναι δυνατή, η γραφή υπερβαίνει τις λογοτεχνικές επιρροές και τα δανεικά σχήματα και η ποιήτρια δημιουργεί μοναδικά με τη δική της προσωπική σφραγίδα. Έχουμε, εδώ, μια ώριμη ποίηση, παρά το γεγονός ότι είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
Είχα τη χαρά να διαβάσω και μια δεύτερη ποιητική συλλογή που είναι αναρτημένη στην ηλεκτρονική της σελίδα. Με σιγουριά μπορώ τώρα να πω ότι η συνέχεια αναμένεται ακόμα καλύτερη.
Ένα ποίημα συντίθεται σε τρία στάδια. Στα δύο πρώτα, της σύλληψης, της γραφής και της επεξεργασίας έχουμε τον δημιουργό αντιμέτωπο με το ποίημα. Στο τρίτο στάδιο ο δημιουργός είναι απών. Εδώ ο αναγνώστης προσθέτει, αφαιρεί, με βάση τους δικούς του κραδασμούς, τους προβληματισμούς και τους στοχασμούς του, κρατώντας αναλλοίωτο το κύτταρο της ποιητικής δημιουργίας. Εδώ ο αναγνώστης με την μία ή και τις πολλαπλές, συνήθως, αναγνώσεις ολοκληρώνει την ποιητική σύνθεση βάζοντας την δική του προσωπική σφραγίδα. Θα αισθανόμουν ευτυχής αν για αυτή την ξεχωριστή τελετουργία, έδωσα με την ομιλία μου ερεθίσματα μιας γόνιμης συμμετοχής σας.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΙΡΜΠΑΣ

Ο κόσμος της κ.Λίλιαν Μπουράνη

Πετώντας το νόμισμα στον αέρα, διακινδυνεύεις ταυτόχρονα τις δύο του όψεις. Η μια όψη, η ζωή και το βίωμα.
Η άλλη όψη το φαντασιακό ως πραγματικότητα και η ουτοπία ως η ουσιώδης εκδοχή της ύπαρξης.
Εναλλάσονται αυτές οι δυο όψεις στον αέρα και κρατάς την ανάσα σου καθώς ό,τι στοχαστικό εμπεριέχεται στην κίνηση αυτή, ανεπανόρθωτα και ντετερμινιστικά καθιζάνει στο χώμα της πραγματικής μας ζωής. Γιατί το χώμα είναι η μία ορίζουσα.
Και η πτήση του νομίσματος είναι το πέταγμα, ο άλλος ορίζοντας. Και η ποίηση της κυρίας Μπουράνη είναι ο διττός χαρακτήρας της ζωής: έρωτας και θάνατος. Μια τεφροδόχος διακοσμημένη με ερωτικές παραστάσεις, μια κόκκινη γραμμή χαραγμένη από την ήβη μέχρι το στέρνο, ένα στιχολόγημα στο κομποσκίνι από ναι και όχι.

Ο κόσμος της κυρίας Λίλιαν Μπουράνη είναι ένας κόσμος κοίλος. Συμπαγές μέταλλο και κενό απερίγραπτο ταυτόχρονα.
Ένας κόσμος που μιλά με τον θάνατο, η παρουσία του θανάτου είναι συνεπής με την απουσία και το κενό. Ο κόσμος είναι ένα δοχείο πληρωμένο με την απουσία, πληρωμένο με την παρουσία. Κι ανάμεσα σ΄ αυτά τα δυό, ο διάπλους μιας θάλασσας, χάρτινα μικρά βαρκάκια στην σειρά, ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Κι αν κάποτε η θλίψη βαραίνει, κι αν κάποτε μια λύπη τρωκτική σπαράζει πίσω από τις λέξεις, ο κόσμος της κυρίας Λίλιαν Μπουράνη δεν είναι κόσμος λυπημένος. Είναι ένας κόσμος προσώπων. Ακόμη και ο απών ζει, αναπνέει μέσα στις λέξεις της.
Του συγχωρείται ακόμη και η απουσία, του συγχωρείται η φυγή, η ίδια η ζωή συγχωρείται ως αγαπημένη ερωμένη.

Όσο κι αν η κυρία Μπουράνη γράφει σε ένα πρώτο πρόσωπο, αναγνωρίζει κανείς το πλήθος των προσώπων που τα λόγια τους γράφει για λογαριασμό τους το ποιητικό υποκείμενο. Το πλήθος των εαυτών, ίσως. Όμως, καταφέρνει να είναι απλή, συμπαγής και επιδέξια χορευτική στη διάθεση, ακόμη και στη ζειμπέκικη λύπη της. Λόγια, λέξεις που ποτέ δεν είναι μονόλογος ακόμη κι όταν επί της ποιητικής σκηνής, ακόμη κι όταν στη σελίδα φαίνεται να κατοικεί η πιο εγωτική εκδοχή της ερωτευμένης ποιήτριας.
Η ποίηση της κυρίας Μπουράνη ακόμη κι όταν γίνεται σπαρακτική, είναι ένα σκηνικό πάνω από το οποίο αναλύεται ο εαυτός στα πολλαπλά του πρόσωπα κι ύστερα συντίθεται ολόκληρος ο κόσμος. Άλλοτε η ποιήτρια με τον μισθοφόρο στρατό των λέξεων και το ποίημα το αιχμηρό, άλλοτε η γυναίκα, άλλοτε η κόρη, άλλοτε η χρονομέτρης της ίδιας της της ζωής.
Και πάντα, ή σχεδόν πάντα: ο άλλος. Όχι απέναντι! Μέσα. Συγκάτοικος του ίδιου κόσμου. Ως ξένος, ως εραστής, ως ερωτικό αντεικέιμενο, ως φυγή, ως καταφύγιο, ως βλέμμα, ως ανάγνωση, ως κίνηση στην ακινησία και ως ήχος στην πιο βαθιά σιωπή.
Αν θα μπορούσε κανείς να σκηνογραφήσει τούτη την θεατρικότητα των λέξεων με τα τόσα πρόσωπα που εναλλάσσονται στις σελίδες, θα όφειλε να σχεδιάσει μια θλιμμένη πόλη, μια νυχτερινή πόλη όπως θα φαινόταν από ένα δωμάτιο με χίλια παράθυρα. Κάθε παράθυρο κι ένα ποίημα, κάθε ποίημα κι ένα βλέμμα. Δεν είναι χαρούμενη η θέα από τα παράθυρα, δεν είναι χαρούμενος ο κόσμος που αγναντεύει η κυρία Λίλιαν Μπουράνη. Επειδή καταφανώς δεν της ταιριάζει. Ότι της ταιριάζει είναι οι πράξεις που διαδραματίζονται στην μικροκλίμακα του αισθήματος και της αισθητικής. Ένα θεατρικό έργο παιγμένο από τους ηθοποιούς στα κλαδιά ενός μπονσάι ή σε ένα ενυδρείο, σε ένα δωμάτιο λαϊκό με τον ζεϊμπέκικο ρυθμό, σε ένα αμάξι με τα τζάμια θολωμένα, σε μια εγκοπή, σε μια χαραμάδα του κόσμου.
Πώς καταφέρνει σε τούτα τα κβάντα του χώρου να φυτρώνει τόσα παράθυρα, τόσα βλέμματα; Μάλλον, αυτή είναι η δουλειά του ποιητή.

Όλα αυτά τα πρόσωπα διαλέγονται, σπαράζουν, φεύγουν κι έρχονται, ηττώνται, πάντα ηττώνται, ακόμη κι ο νικητής-άλλος ηττάται και πνίγεται στο κόκκινο αίμα της, όλοι ηττώνται. Όμως, παρά τον σπαραγμό και την λύπη που τυλίγει σαν ομίχλη μερικά ποιήματα, παρά τον στίλβοντα ερωτισμό που οξύνει άλλα, ό,τι ξεχωρίζει την κυρία Μπουράνη είναι η εσωτερική ευγένεια του ποιητικού της λόγου. Ευγένεια όχι με την έννοια του καθωσπρεπισμού μιας ψυχαναλυτικής εκτόνωσης και του συμβατικού φορμαλισμού, αλλά με την έννοια της συμφιλίωσης με τις κορυφές και με τα βάθη.

Ο σπαραγμός γίνεται ήττα, η ήττα γίνεται λύπη, η λύπη γίνεται απόσυρση και η απόσυρση γίνεται σιωπή. Κι ύστερα μέσα στη σιωπή ακούγονται εκκωφαντικά οι κόκκοι της ζάχαρης στο πάτωμα. Οι κόκκοι της ζάχαρης!
Γιατί ο κόσμος της Λίλιαν Μπουράνη είναι ένας κόσμος γλυκός. Όχι γλυκερός, ούτε τρυφηλός. Είναι ένας κόσμος γλυκός στην ουσία του. Έχει την γεύση των πιο αθώων φιλιών, του υποβρύχιου των παιδικών χρόνων, των παιδικών φόβων, των εφηβικών ματαιώσεων. Είναι ένας κόσμος αθώος! Είναι ένας κόσμος που αθωώνει πάντα τον άλλον. Ένας κόσμος που αθωώνει πάντα τον κόσμο των άλλων. Είναι ένας κόσμος ευγενής. Είναι ένας κόσμος γλυκός. Η ποίηση της κυρίας Μπουράνη μπορεί να λυπάται και να θλίβεται αλλά είναι μια ποίηση που χαμογελά στους ανθρώπους. Όπως ακριβώς το πρόσωπό της. Είναι μια ποίηση ειλικρινής.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Μανδραγόρας 5/2/2016

αρώματα ποίησης κι έρωτα από τη Λίλιαν Μπουράνη

Ο ποιητικός λόγος τρέφεται από την επαφή, από την ουσιώδη επικοινωνία της ποιητικής γλώσσας με τον καθημερινό λόγο· η γλωσσική όμως αναζήτηση της ιδιαίτερης διατύπωσης, που να διατηρεί ρυθμό και να ελέγχει την ένταση, είναι εκείνη που λειτουργεί ως ελιξίριο νεότητας και διατηρεί την ποίηση στους αιώνες ζωντανή. Και οι ποιητές της αγανάκτησης φαίνεται ότι τούτο το έχουν καταλάβει, καθώς όλο και περισσότεροι αναζητούν διεξόδους στους γλωσσικούς πειραματισμούς, διαμορφώνοντας ένα νέο ύφος μέσα από την εκφραστική καινοτομία.
Σε μία τέτοια διαρκή αναζήτηση βρίσκεται και η Λίλιαν Μπουράνη («ερώματα», Μανδραγόρας, 2012) της οποίας η γλώσσα συναρπάζει (ζεϊμπέκικο, ανισότητες, ημιτελές πορτρέτο, μη βγαίνεις) με τις ρηξικέλευθες διατυπώσεις (ψάλτης ήχος, μουτζουρωμένο βλέφαρο, τα γέλια του κόσμου/κρεμασμένα στον πευκώνα, πεινασμένη καληνύχτα, σαρκοφάγο λαρύγγι). Ταυτόχρονα με τόλμη εισάγει θρησκευτικά στοιχεία στη στιχουργική της (οικτιρμοί, μη Nanga-εφτά ουρανοί, γονυκλισία) που προσδίδουν μία διαχρονική δύναμη στην ποιητική της με στόχο να εξυμνήσουν την αγάπη και τον έρωτα.
Σαν χείμαρρος εκβάλλει με φυσική αγριότητα τον πλούσιο συναισθηματισμό της γοητεύοντα τον αναγνώστης. Άλλοτε υιοθετεί ένα ύφος εξομολογητικό -έως και απολογητικό- με πρωτοενική έκφραση κι άλλες φορές το ύφος γίνεται περιγραφικό, στο οποίο η ποιήτρια θεμελιώνει το υπαρξιακό ή κοινωνικό οικοδόμημα της ποιητικής της. Το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο όμως δεν είναι προσωπικό ούτε αναδεικνύει έναν ατομισμό· αντίθετα, περισσότερο μοιάζει με αντιπροσώπευση της συλλογικής εμπειρίας, ακόμα και σε συνθέσεις που φαίνεται να συνδιαλέγεται με ένα συγκεκριμένο β΄ ενικό (τον αγαπημένο).
Έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι ο ποιητικός κόσμος των “ερωμάτων”, παρά τη μελαγχολία της μοναχικότητας και του χωρισμού από αγαπημένα πρόσωπα (μπονσάι, λευκή μελαγχολία-τα τζάμια, ημιτελές πορτρέτο, επί του τάφου, ακτήμων λύπη, διακόσμηση τεφροδόχου, χαρακίρι) και της ήττας (ανισότητες, χαρακίρι) ένα ημίφως αισιοδοξίας φωτίζει το ποιητικό κάδρο μυροβολώντας μία γλυκύτητα και μοναδική ευγένεια -σχεδόν καβαφική- αντιμετώπισης της ζωής.
Η πλούσια έκφρασή της ξεδιπλώνεται με φυσικότητα χωρίς να χάνει την ισορροπία της με το θρυμματισμένο στίχο και την δαψιλή εικονοπλασία με το πηγαίο συναίσθημα, δίχως έτσι να χάνεται ο έλεγχος του ρυθμού και της έντασης. Η δημιουργός αρνείται τους υψηλούς ποιητικούς τόνους επιλέγοντας συχνά επίθετα ήπιων ιδιοτήτων.
Αξίζει να σημειωθεί παράλληλα η αξιοποίηση του συναισθηματικού και συμβολικού βάρους θρησκευτικών και ιστορικών στοιχείων (αν-έπαφη επαφή, επί του τάφου) ενισχύοντας το αναδυόμενο ψυχικό φορτίο και εμπλουτίζοντας το στίχο της με παράλληλα νοήματα. Η εισαγωγή τούτη όμως όχι μόνο δεν ξαφνιάζει τον αναγνώστη μα τον γοητεύει κιόλας· αβίαστα και σε αρμονία με το στιχουργικό ρυθμό (Nanga-εφτά ουρανοί, οδύσσεια, λευκή μελαγχολία-τα τζάμια, μετασχηματισμοί) παρεμβαίνουν σαγηνεύοντάς τον.
Μάλιστα σε συνδυασμό με την αναπαραστατική δύναμη των λέξεων, οι όροι έρχονται να εμπλουτίσουν εικαστικά το ποιητικό κάδρο κάθε σύνθεσης. Έτσι παράλληλα, με το μελαγχολικό ημίφως των συνθέσεων, αναδύεται ένα υπαρξιακό άρωμα μέσα από τα ανοιγμένα κοχύλια της εικαστικής της.
Η συνειρμική αλληλουχία των εικόνων και η εμπλουτισμένη και πρωτότυπη εκφραστική, όχι μόνο συντηρούν το στιχουργικό ρυθμό, αλλά διατηρούν αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη. Η αφαιρετικότητα που καταγράφεται σε αρκετές συνθέσεις, τις ενισχύει εικαστικά και προσδίδει μία μυστικιστική ανάσα. Δίνεται δε μία ψευδαίσθηση κίνησης που ενισχύεται από τα στιχουργικά σπαράγματα, και προσωποποίησης των απεικονισμένων αντικειμένων (εύ-φ-λεκτα).
Πηγή άντλησης εικόνων είναι ο αρχαίος πολιτισμός ως εσωτερικευμένη σχέση (διακόσμηση τεφροδόχου, Nanga-εφτά ουρανοί, λευκή μελαγχολία-τα τζάμια, Οδύσσεια) και η βιωματική της σχέση με την ύπαιθρο (επικοινωνία, δέντρο) με την ιστορία του τόπου της (ακτήμων λύπη) -κατά το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ποιητών της περιφέρειας. Φυσικά οι κοινωνικές αναφορές κυριαρχούν, ειδικά στη δεύτερη ενότητα (για την Άννα, insomnia-aquarium, βορεινό παράθυρο, μορσικόν, γενέθλια, λεπτομέρεια, τα πρότυπα).
Η ποίηση είναι το καταφύγιο της γλώσσας. Σε μία κοινωνία στην οποία κυριαρχεί ο γλωσσικός τηλεβόθρος και τα τηλεγραφικά τιτιβίσματα με τη συνθηματολογία και την εμπάθεια, η Λίλιαν μέσα από την ποίηση της σκορπά τα δικά της αρώματα προκειμένου να πλησιάσουμε ακόμα πιο κοντά στον ίδιο τον Άνθρωπο. Άλλωστε, στην εποχή της εικόνας μόνο η ποίηση στέκεται με κριτική διάθεση στο λόγο. Γιατί η ποίηση είναι η κρίση της γλώσσας. Δεν ισοπεδώνει, αλλά εγείρει γέφυρες μεταξύ των ανθρώπων και πειραματίζεται με τις λέξεις γεννώντας εικόνες και ζωγραφίζοντας συναισθήματα.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΥΣΑ ΒΛΑΧΟΥ

1-ΧΡΥΣΑ

 

 

 

Η Χρύσα Βλάχου γεννήθηκε στη Λακωνία και ζει στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στη σχολή Νομικών-Οικονομικών και στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του ΑΠΘ.
Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:
Τροπή (2012), Εν ώρα λήθης (2013) και Η ταραχή του νόστου (2015)

 

ΤΡΟΠΗ (2012)

 

ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Τα μπλε σου μάτια νανούρισες
Σε λεπτά πέντε.
Κραδασμός.
Αιφνιδίως.
Ο χαρτοκόπτης λευτέρωσε
την ξεχασμένη σελίδα.
Μέσα της κρυβόμουν εδώ και χρόνια.
Μ’ ένα άγγιγμα έγινα λέξη
Και μ’ ένα άλλο χωρίστηκα απ’ τα μέλη μου
Μη χαθούν μαζί μου όσοι
με πιστέψουν.

 

 

ΛΕΥΚΟ

Πώς να γράψω
με κροτίδες στα χέρια,
και πιο κει η λευκή μέρα
Μαρία
ο φύλακας με την πληγή στο πόδι,
τα παράθυρα με τα σιδερένια t
τα μικρά παράθυρα
πάντα γεννούν ελπίδα.

Πώς να γράψω…
Να εκτοπίσω λίγο από το σώμα μου
Tη θέση του να πάρει
ένα ρολόι ξεκούρδιστο
μια βροχερή μέρα
και μέσα της ν’ ακούγεται το ρυθμικό τικ-τακ
τόσο δύσκολο να είναι ρυθμικό τέτοιους καιρούς

 

 

ΜΙΤΟΣ

Άνθρωποι σε σούρουπο.
Αδιάφοροι σαν δείκτες ρολογιού.
Σχοινοβάτες διάφανοι
Τραβούν το νήμα έξω απ’ την ιστορία.
Εκεί, δεν χρειάζεται ισορροπία.
Μόνο τύχη.
Μη τύχει
Και το νήμα χαθεί.
Η Αριάδνη αρνήθηκε.
Εκτός προσδοκίας.

 

 

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Στο σκοτάδι
κρέμεται σαν ύφανση
ο χρόνος.
Στο κατώι
αρμαθιές αποξηραμένου χειμώνα.

Αθίγγανοι πλέκουνε καλάθια
Ακούγεται ο ήχος
απ’ τα νύχια της γάτας
στο φως, στο λυχνάρι που έγδαρε.

Δεν κοιμήθηκα απόψε
κι ένιωσα μέσα μου ευτυχής.
Η μέρα ακούμπησε στα γόνατά
το χάραμα
κι ώσπου να το ζεστάνω
τρίξιμο πόρτας
πέλαγο βαθύ
τα μάτια σου φωτιά μεγάλη
και το ρολόι
το ντουλάπι
η ασπίδα
το παιδί
στην κούνια
όλα γίναν ήχος
και κόπηκε η τράπουλα στα δυο
στα τρία
και φανέρωσε
ρήγα, βαλέ και ντάμα
όλα στο κόκκινο

και φτάσαμε χωρίς να το καταλάβω στη γενέθλια πόλη
ακατοίκητη και πληγωμένη
έρημη
σαν ξεχασμένο αντικλείδι.

πού νά βρω της ψυχής μου τη γαλήνη…

 

ΧΙΑΣΤΙ

Κατά στοίχον , ευμάρεια .
Και απόλαυση των λουομένων
στους αρμούς των κανόνων.

Κατά μέτωπον, σύγκριση.
Και ασκοί του Αιόλου
πεπτωκότων δακρύων.

Κατά στίχον προώθηση
των νοημάτων «εμπάργκο».

Κατά τύπον , η ελευθερία.
Η ουσία της , δέσμευση.

Ενεργώ άρα cogitο,
Cogitο άρα υπάρχω.

Τα ομοίως χιαστί διαγράφονται.
Ενεργώ και υπάρχω αποσυντίθενται.
Δεν αγαπήθηκαν σωστά οι λέξεις.

 

 

ΤΡΟΠΗ

Τ’ ακύμαντο του πελάγους ανασαίνεις και γίνεται ταραχώδες
το ποτό σου.
Λικνίζεσαι στην πορφυρή υγρή του όψη.
Σε συλλαμβάνει η τάξη.
Περνά χειροπέδες στον ίλιγγό σου.
Στριμώχνεσαι στον τοίχο μαζί με τις άλλες βοκαμβίλιες.
Και καθώς σε πατούν, σκουραίνει το δάπεδο.
Έτσι είναι.
Ξεβάφουν τα αισθήματα όταν αναμειγνύονται στον ίδιο κάδο.

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ

Μεταλαβαίνεις φως και χρώμα μπροστά στον ορίζοντα που ολονυχτίς
καίγεται.
Σε κιτία παραπόνων εμφωλεύεις την ημέρα που με ίμερο
πότισες.

Η αλληγορία των χρωμάτων σε διαδικασία αλληλογραφίας σε βάζει με το άπειρο.
Ενδέχεται ν’ αποκριθεί. Μπορεί και όχι.

Η ηδονή της λαχτάρας περισσεύει από τον περσινό Χειμώνα.
Έρχεται σύρριζα. Δεν απαντιέται.

Ηδονή με δάνειο.
Ηδονή υποθηκευμένη.

 

 

ΣΤΙΧΟΙ

– Α-

Με αναστολή βγήκες απ’ το όνειρο.
Πρέπει να δείξεις καλή διαγωγή μην ξαναβρεθείς μέσα του.

– Β-

Παραγέμισμα οστράκων στο λινό μαξιλάρι μου.
Αποθήκευση θάλασσας σε χρονιές ξηρασίας.

 

 

ΔΕΙΛΙΑ

Οι υπαινιγμοί επικάθησαν στα ποτήρια του κρασιού.
Οι μύστες των επτάπυλων Θηβών, λιγόστεψαν.
Ξεπούλησαν οι οικήτορες τη χώρα τους.
Η οργή φυγαδεύτηκε στα σύνορα.
Στους θύλακες του
δυνητικού αν
κατατροπώθηκε
η δειλία.

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ

Συμβατές καταστάσεις.
σε αδιέξοδα αστικόλαγνης πολυκαιρίας.
Οι παντόφλες που σύρονται από δώμα σε δώμα
Η Ιουλία που πλέκει νυχθημερόν
-με άρωμα μνήμης εαρινό-
σύρεται στο παρελθόν μέσω του μίτου.
Ο Εριχθόνιος απόκτημα συνεύρεσης χώματος και νήματος
Οι εκτάσεις φωτός στην έρημο
Τα σώματα –ερπετά- στο « café del mare»
Όλα σύρονται αβασάνιστα
Να ξεχυθούνε κάποτε
Στον ορίζοντα
Να απεμπλακούν
Να γευματίσουν
με τη μεταμόρφωσή τους
-ερπετά σε κινούμενη άμμο-.

 

 

ΟΡΙΣΜΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Συμβιβασμός είναι…..
Ό, τι προλάβεις να κρατήσεις απ’ το χαρτί που καίγεται.
Αυτό που απέμεινε είναι η μέγιστη ενηλικίωσή σου.

 

 

S O S

Σου λένε:
Φόβος.
Και συ απαντάς με έξι σπαθί.
Σου λένε:
Έρωτας κόκκινο, πόνος.
Και συ απαντάς με γάντι ψησίματος Νο 3.
Αλείφεις πρώτα τα τελικά s,o,s
Εκεί φαίνεται το κάψιμο.
Σταματάς κάθε φορά που τα φωνήεντα ανάβουν.
Τότε θέλει λιγότερη φωτιά.
Έτσι που η μάζα να υπακούσει.
Κι όταν μέχρι το κόκαλο ψηθούν
Στρώνεις την όρεξή σου.
Σε λινή εποχή.
Μην κακομάθει το πάθος
που έπαιξε κορώνα γράμματα
το κορμί του
στη
φωτιά.

 

 

ΦΟΒΟΣ

Το αμφίλογο, ευκίνητο.
Το πολλαπλό, μητιόεν.

Απάτη σημαίνει τέχνασμα
Ίσως και ατροπία
Ο φόβος, γρίφος των ερπετών
Μέθη των υπολοίπων.

Φόβος και στους θεούς που καταπίνουν τα παιδιά τους
Μη τύχει και στη θέση τους εκείνα βασιλέψουν…..

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ

Κυριακή μεσημέρι..
-Όλα τα παλιά αγοράζω…
Και βαθιά αναστατώνομαι.
Ψάχνω μέσα μου και γύρω μου
Τι να δώσω τι έχει φθαρεί.
Το σεντούκι μου είναι απαραίτητο
Φυλάσσει την αγιοσύνη όσων παραμελήθηκαν.
Οι παλιές κορνίζες, το ίδιο.
Αγαπήθηκαν γιατί περιμάζευαν θλίψη.
-όλες οι παλιές φωτογραφίες σε παλιώνουν στη θέα τους-

Κάτι κινέζικες ομπρέλες με κέντημα σε μετάξι
-Νοσταλγός ταξιδιών που δεν ξοδεύτηκαν-
Όχι, ούτε αυτές.
Και τώρα… τα παπούτσια…
Στοίβες στα ράφια.
Αρνούνται να μισθώσουν άλλο καταφύγιο
Μένουν αμετακίνητα
Mε τα κορδόνια φθαρμένα.
Και οι σόλες ,με κενά ,χαρακιές και βαθουλώματα.
Τα αφήνω με τη σκόνη να απαλύνει τις ρυτίδες τους.

Τα αφήνω να χρεώσουν στην ανάμνηση
διαβατήριο
για την απέλασή τους.

 

 

ΤΖΟΥΚ ΜΠΟΞ

Βροχή
και κοίταζε
πώς τρέχει το νερό
ανάποδα στις τσέπες του.
Ο τελευταίος κλόουν.
Με το καπέλο στα γόνατα.
Ζητώντας ένα κέρμα
Nα ρίξει στο τζουκ μποξ
Για ένα τραγούδι.
Κ22 ή Α11.

 

 

ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Σκυφτή καθαρίζει- το φως περιμένοντας-
Στα υπόγεια του νου
Underground σιγή
Μια αχτίδα και σώπασε
Μια αχτίδα που χτύπησε
το φτηνό μανικετόκουμπο
και άστραψε η ματιά της.

 

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

….Αναζήτησα τη λάμψη του ξέφωτου. Στον πυρήνα του ένας έρωτας άατος. Καλπάζει η ηδονή σαν το ρίγος της θλίψης.
Σήμερα είναι το Κi (μερον) που μας φέρνει πιο κοντά.
Σκέψου τον Χρυσάωρα και τον Πήγασο…
Ξεπήδησαν απ’ τον κομμένο λαιμό της Μέδουσας.
Σκέψου τον χαμένο μας έρωτα.
Ξεπήδησε από τη στιγμή
καθώς χωριζόταν από την αναπόλησή της.

 

 

ΕΝ ΩΡΑ ΛΗΘΗΣ (2013)

 

Ποιητική

 

ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ

Λευκό χαράζεται στο σώμα της σιγής
και φτιάχνει μαριονέτα άνθρωπο
μισό χαρτί μισό σχοινί
που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.

Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
πεθαίνουν σαν αιτία
και όταν πίσω γυρίζουμε να τα ’βρούμε εκεί
έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμί τους
πιωμένο να κατρακυλά
σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
να μη χωρά στις λέξεις.

Πετά σχοινί για να πιαστεί και κείνο του αρνιέται
και πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο.

 

 

ΕΚΧΡΟΝΙΚΕΥΣΗ

Σε βρήκα στο χαρτί.
Λιτανεία να κάνεις – να βρέξει νοήματα.
Ήσουν στη σκέψη μου πριν από εμένα.
Σκιά. Δεμένη στην άκρη της σελίδας. Έκανες ευχές. Δόξαζες.
Κόσμος περπατούσε πάνω στις γραμμές. Δόξαζε κι αυτός.
Σαν ισχνά, καμένα στην άκρη, σπίρτα.
Αστροπελέκι οι δοκιμές.
Έκαναν τρύπα στο χαρτί.
Δεν εξαπατήθηκαν οι παραστάσεις.
Ένα α άτολμο παραχώρησε τη θέση του σε ένα σίγμα τελικό.
Τοπίο άνυδρο.
Μην το βιάζεις.

 

 

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Σαράντα πέντε μάστοροι
και δε βρέθηκε η στατικότητα
ακόμα του χαρτιού
να ισορροπήσει
τα νοήματα
και κείνα σκόρπιες πέτρες
σε γκρεμισμένο γεφύρι.
—Πρέπει κάποιος να θυσιαστεί, ακούγεται,
και να ’ναι γυναίκα.
—Άφησέ το να λιαστεί λίγο ακόμα,
λέει κάποιος απ’ τους μαθητάδες.
Οι πέτρες όταν καίνε, ανέγγιχτες γίνονται.
Να ’ρθει το σούρουπο. Να πέσουν οι εντάσεις.
Το νόημα θέλει άπνοια.
Κενό αέρα.
Σύσταση στο φως.
Μόνο. Εσύ.
Γυναίκα του πρωτομάστορα. Ανοίγεις. Μπαίνει φως.
Από το φως. Φυλάξου. Έρχονται οι μαθητάδες. Τους ανεβάζεις στο βουνό.
Τους ρίχνεις απ’ το βράχο. Δεκαπέντε μάγεψες.
Οι άλλοι απομείναν. Σαράντα πέντε μάστοροι.
Το ίδιο μαθητάδες. Στοίχειωσε τώρα το γεφύρι.
Ισορροπία στο χαρτί.
Το ποίημα εσώθη.

 

 

σημειολογία ρυθμού

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗΣ ΓΡΑΦΗ

Σε είδα να πουλάς τα μπακιρένια κανάτια,
τις καδένες,
τα χειροποίητα μενταγιόν,
εκείνα που θαύμαζες στο λαιμό μου,
αφήνουν, βλέπεις, καθαρά τα ίχνη τους
εκεί που τα προδίδεις.
Σε είδα να ξεθάβεις παλιές φωτογραφίες
εκείνο το γκριζογάλανο που αγάπησες
ασπρόμαυρο να γίνει
δίστομο αγγείο
ηχώ
που σβήνει ευθύς
ρουφώντας
ξεθυμαίνοντας
αέρα να πάρει
ο σφυγμός
να τρέξει
διάφανους παλμούς
σε άνοιγμα κάρτας γιορτινής
με αστεράκια
κυρτά επίπεδα
δαφνόφυλλα και μέντα
κι όλα στο σούρουπο
που φέγγει
που σκιρτά
μια τελευταία ηλιαχτίδα.

Ανάμνηση με χόρτασες
κι εγώ θα σε γιορτάσω
με κίτρινο θαμπό λικέρ
στο βάζο στάχια…
Κρατάς την άκρη της γιορτής,
διαβάζεις τις ρωγμές της.
Εκεί που σε πεθύμησα
εκεί θα σε βουλιάξω.

 

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Το σώμα σου στη νύχτα κυλιέται αμφίρροπα.
Σκίζει ασύμμετρα τη διάρκεια.
Κρυστάλλινα γέλια σπάνε στην άκρη της κραυγής.
Η φλόγα
στα δυο
κυρτώνει
τον καθρέφτη
που μέσα του πια δεν πονάς.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Ξέχασες πάλι το τετράγωνο της λογικής. Σε παρέσυρε η στάχτη
της αλφαβήτου. Σπίθες οδοντωτές σε κάθε γράμμα. Τρένο
που κινείται στη ραχοκοκαλιά σου. Κάνει στάση στα μισά της
αφής. Στον έκτο σπόνδυλο περίπου. Εκεί μένεις. Και ανάβεις με
καύτρα υψηλούς σου πόθους. Κολλημένους στο δέρμα. Σαν ξεραμένες
νερομπογιές. Τώρα βρήκες μια σπίθα στη στάχτη εκείνη.

Στη συνέχεια γεμίζεις με ανοίκειες προσφορές, φυλαγμένες στο
πρώτο συρτάρι του ορίζοντα. Συνεχίζεις. Και ξεδιψάς με χείμαρρο
ηλεκτρονίων που αραδιάζονται στο άτακτο κορμί σον.

Αμφίβιο κάλεσμα. Σπαρταρά ανάμεσα σε γη κι ουρανό.
Μέσα σου κουρδισμένα κλειδοκύμβαλα, κτίσματα σε κύματα,
άκρες χιτωνίων που σέρνουν θερμή φυλλοξέρα, πλατανόφυλλα
κολλημένα στον υγρό σου καθρέφτη. Πώς να βοηθήσω μην εκραγεί
η γοργή βραδυπορία σου; Μετράς τη γωνία του σφυγμού σον
με την ανώτερη στάθμη του νερού. Τα υγρά ματοτσίνορα με τις
φτερούγες των γλάρων. Έκβαση ατελής. Αυτό το σώμα σου…
Εγγυάται τόπους και τοπία αμφίδρομης κίνησης. Η πιο φωτεινή

του μέρα: Εκείνη που ξεγέλασε τις προσδοκίες των άλλων. Ο πιο
αδίστακτος προορισμός: χώρος γεωμετρικός. Πλευρικά παλλόμενος.
Όπως το ρο της πληγής. Δεν έχει ρο; Μα πώς -αλήθεια-
βλασταίνει;

 

ιχνηλασία

 

ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Το φεγγάρι ταξίδεψε στη λάμια που άστραφτε.
Είδε τον κόσμο μέσα της.
Μια κουκκίδα μονάχα.
Κι ένα ξίφος περασμένο στον πυρήνα της.
Ένα έντομο χτυπημένο σε παρμπρίζ αυτοκινήτου.
Αυτός είναι ο κόσμος.
Η ταχύτητα των άλλων να ρυθμίζει την τύχη μιας.

 

 

ΣΤΙΧΟΙ

i

Υπνόσακοι κρύβουν τις ώρες.
Ζεστές, σαν κάστανα στην Αριστοτέλους.
Θέλουν κι αυτές τον οίκτο μας.

ii

Ακεστήρας, η ψευδαίσθηση.
Ημερεύει το ποτάμι.
Αναίτια πληγώθηκες.

iii

Όποιος λαθραία ονειρεύεται, στοχεύει με την πρώτη.

χώρος άχρονος

 

 

ΣΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Το κόκκινο σπάει.
Δείλι που χάνεται.
Ανάγκη να κυλιστείς μαζί του.
Τραβάς κάτι από το δέρμα σου.
Μεταξωτό και ανκορά.
Κι αλλού κουρέλια.
Η μάνα σαν τα έδενε και τα ’κάνε στρωσίδια.
Και πάλι.
Ύφασμα ρεγιόν που τρίζει
κι αφήνει οσμή
κάθετη
που εγκολπώνει ροή
και πάντα τραβάς λωρίδες – υφάσματα
με ελαστίνη
προσαρμογής εντεταλμένης
και γκλίτερ στη γεύ-ση του
ευ ζην.
«Μη χαθείς».
Το σούρουπο το έσβησες με ξύσμα μολυβιών στο χάρτη.
Στη ράχη αγέννητη μοναξιά.
Φέγγει λυσιτελές εμβατήριο.
Αντίο.

 

 

ΧΩΡΟΣ ΑΧΡΟΝΟΣ

Λόφοι.
Συρταρωτά μπήγουν τις φλέβες τους
ο ένας μες στον άλλον.
Ποτάμι μαρμαρόσκονη χύνεται ανάμεσά τους.
Κοιλάδα φως
ασπροπέτρινα σπίτια
χρυσίζουν στα πόδια τους οι εκτάσεις.
Βασίλεια γης σταχυοδεμένα.
Ελάφινος ορίζοντας.

Υφαντό διάτρητο μοιάζει η ομίχλη το πρωί
που το κρατούν οι κορυφές
σαν τα φτερά του γλάρου
πέφτοντας κατακόρυφα
βαριά και
νοτισμένα.

Κι ένα όνειρο υγρό.
Στο βάθος των ματιών σου.
Αμφίρροπα στενάζει
και ζυγίζεται
χύνεται στο παρελθόν
σαν το πρωτόγαλα της μάνας
διαβάζει μου το μέλλον.
Και μια γραμμή όλο τραβά
το σώμα μου να μείνει
σε τούτη τη στιγμή.
Γιατί

 

 

ΑΠΕΡΙΣΚΕΨΙΑ

Να ξυπνάς μ’ έναν κόκκινο ουρανό στην τσέπη και ο χρόνος
θηρίο ανήμερο
να ζητά τα λουστρινάτα του παπούτσια να γυαλίσεις…
Οι άστεγοι, σου τραβούν το μαντίλι. Κατακόκκινο. Μην αρνηθείς.
Κι ας σε ρήμαξαν οι έννοιες. Πάντα να ’χεις κατά νου.
Πριν τυφλώσεις τον Πολύφημο, απάγγειλέ του ένα ποίημα.

επίκαιρη αγνωσία

 

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ

Ένα πιάτο στοργή
δεμένο με όστρακα.
Κι από πάνω να στάζει
η ευθύνη του κόσμου.
Για κείνο το πιάτο που γέμισε μνήμη
και ξεχείλισε οργή
μην παραπονεθείς που για πάντα άδειασε.
Απέμεινε στην αυλή να το γλείφει η γάτα.

 

 

ΦΥΓΗ

Στα χέρια σου χνάρια που μάτωσαν
καιρών και φίλων.
Τα στύβεις και βγαίνει αχνητό –
θάλασσας βοή στ’ ανοιχτοβόλι,
αίθρια φωνή πλανόδια.
Κουρδίζεις μια χορδή και χάνεσαι.
Μετράς κατάρτια και συνθέσεις.
Ακροβατείς στον τράχηλο
ακίνητων λαθρεπιβατών.
Φεύγεις.

Γιασεμί κι αστροπελέκι.
Ευωδία ευφάνταστη.

 

 

ΚΡΙΚΟΣ ΑΚΕΡΑΙΟΣ

Πατρίδες και παρτίδες.
Στο ίδιο χωνευτήρι παθών.
Η πρώτη να χάνεται από τη δεύτερη
και τούτη να ποντάρει στην πρώτη.

«Μια παρτίδα ακόμη».

Με έντρομο ύφος ξυπνάς
από το λήθαργο μεσαζόντων ονείρων.
Αυτά, βέβαια, κερδίζουν διπλά.
Από την παραγωγή υποσχέσεων
και την κατανάλωση μύθων.

Και η παρτίδα σώζεται.
Ράθυμα κάποιοι σκορπούν τα χαρτιά.
Και η νύχτα, με μαύρη δαντέλα, αποπνέει σιμά τους.

Και η πατρίδα πενθεί.
Έντρομοι κάποιοι συλλέγουν χαρτιά.
Αποτυπώματα νύχτας σε ορθάνοιχτη πόρτα.

ερωτικά

 

 

ΒΡΑΔΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Λόγια αλκοόλης χύνονται στο τραπέζι.
Το ποτάμι μέσα σου, κατοικίδιο που διψά.
Πλαστελίνης αβέβαιο σχήμα, το σώμα σου.
Πλάθεσαι σε απουσία.
Με βλέμμα που κρούει το κρύσταλλο του ποτηριού.
Και φαίνεσαι θολή, διπλή και ραγισμένη.
Φοράς ασημένια γάντια.
Πενταδάκτυλοι αστερίες, λεκέδες στο κορμί
κομμένη στα δυο.
Ενώνεσαι.
Στο κείμενο του χαράκτη.
Του χαρίζεις θάλασσα. Κυρτώνεις.
Πέφτεις στο κρεβάτι άοπλη.
Αισθήσεις να γευτεί το άλλο σώμα.
Βλέμμα, κινήσεις και ποτό στροβιλίζονται σε κόκκινα τακούνια.
Ρίχνεις μια σταγόνα φως στο δηλητήριο της σάρκας.
Διχαλωτό και άνευρο το βράδυ του Σαββάτου.
Μετά τα μεσάνυχτα η κάθε ανάσα χρεώνεται διπλά.

Ξημέρωσε.
Ρέστα σου γύρισε η ηχώ που φλυαρούσε ασύστολα όλη νύχτα.

 

 

ΑΣΗΜΟΧΑΡΤΟ

—Κράτησε με.
Με το ίδιο πάθος.
Σαν να ρουφάς τη σκιά σου.
Σαν στάχυ που δακρύζει στον ήλιο.
Ποτάμι που περνά απ’ τους μίσχους των δακτύλων σου
και γίνεται στάμπα στο ποτήρι που κρατάς.
Ανεμόβαρκα που σκίζεται στα δυο
και μένουν τα κουπιά
στο φεγγαρόφωτο ν’ αστράφτουν.

—Διπλώνομαι
στ’ ασημί του κόσμου τσιγαρόχαρτο
στο κουτί με τις μπλε πεταλούδες
στενάζω
γλείφω λίγο απ’ τη ζάχαρη που τις τάισες,
ακούω τα δεμένα βατράχια
στην άμμο
πριν γίνουν πρίγκιπες.
Τους τέλειωσε
να λεν η μοναξιά
και ψάχνουν τ’ ασημί τσιγαρόχαρτο
να κάνουν σφυρίχτρα πριν λήξει
η παρτίδα.

—Κόψε τα χαρτιά.
Η Άνοιξη μοιράζει.

 

 

Η ΤΑΡΑΧΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (2015)

 

Ταξίδι με τρένο. Ακουμπισμένη στο παράθυρο. Ψιθυρίζω μια
λέξη. Η λέξη γίνεται τοπίο. Χάνομαι σε φως σφραγισμένο. Οι
τσιγγάνοι τραβούν την ταινία. Το μέρος φλογίζεται. Φωτιές
από ξερά χόρτα, ασβέστης σε πεζούλια, φλουριά σε κόκκινα
μαντήλια χτυπάνε ρυθμικά τους γοφούς, τα μικρά παιδιά
κοιτάζουν τη γραμμή των υπερηχητικών αεροπλάνων, τα
σκυλιά λυτά και ήρεμα, κουτσούβελα κλαψουρίζουν και
ζητάνε αγκαλιά, οι μάνες τα βουτούν από τη μασχάλη και
τα χώνουν σε τσίγκινη λεκάνη με νερό, αυτά τσαλαβουτούν
και ησυχάζουν, οι μύγες κολλούν στο ματωμένο πόδι
του παππού, οι άντρες κουβαλούν καλαμιές, οι γυναίκες
μαζεύουν δυόσμο, ένα τρίκυκλο περνά, πατά το κλάξον τρεις,
τα παιδιά πετάγονται στο δρόμο, ζητούν παγωτό χωνάκι. Ο
αγέρας άπνοος.
Πάντα κάτι λείπει. Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι.

 

Βυθίζονταν τα πόδια μας στην άμμο, τα παιδιά κρατούσαν
τα καπέλα τους. Κοιτούσαμε το κάθε τι σαν τους
φωτογράφους που εντοπίζουν ξεψυχισμένα τοπία και ύστερα
τα παραδίδουν σε θαλάμους εκτύπωσης. Βαλσαμώναμε
γαλάζιο απ’ τη χαραμάδα της σπηλιάς μένοντας εκεί μέχρι
το ξημέρωμα. Γύρω μας μαζεύονταν ξερά φύκια, νοτισμένα
πρόσωπα που ξερνούσε η ιστορία. Να εμπιστευτούμε το
ταξίδι, δε μας άφηνε. Η πίστη, πιο δυνατή απ’ την απόγνωση.
Εμμονή και φυγή σε σπάργανα. Τραβούσαμε δίχτυα απ’
το βυθό τ’ ουρανού. Αστέρια χαρίζαμε. Λίμνες. Σε χέρια
κλειστά… κι εκείνα άνοιγαν…
και είπα …
-να ένας τρόπος ν’ αγαπηθείς…

Κάποιες φορές αγγίζαμε τον ώμο του άλλου σαν τον τυφλό
που χάνει το βήμα του και θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει.
Νιώθαμε ξένοι, αποφεύγοντας να σμίξουμε τα κοινά
μας βάσανα. Καρφιτσώναμε μιαν άμπωτη βαθιά στα
βλέμματά μας. Η οικουμένη γέμιζε καθρέφτες. Οι φωνές
μας, τρυπημένα υφάσματα από ράμφος ορχιδέας. Κάποιος
άγνωστος τριγυρνούσε ανάμεσά μας.
Οι ψαλμοί του με τα μεγάλα μάτια πόσο ανυπόφοροι…

 

Δεχόμασταν θραύσματα σιωπής. Τα πόδια μας βούλιαζαν
στην άμμο μ’ ένα γλυκό τρίξιμο και μια βαθιά απόλαυση σα
νάθελε το δέρμα να απελευθερώσει το κορμί ή το αντίθετο.
Και στο νου μου ήρθε ο ξερακιανός χασάπης που γδέρνει το
σφαγιασμένο ζώο
και όπως είναι κρεμασμένο ανάποδα
και στάζουν μικρές σταγόνες αίμα απ’ το κεφάλι,
χώνει τη στρογγυλή γροθιά του ανάμεσα απ’ το δέρμα και τη
γλίνα επιφάνεια κι ακούγεται εκείνος ο ομαλός ήχος
του σπρωξίματος μέχρι που φτάνει κοντά στο κεφάλι
και το απεκδύει εντελώς
γεμάτος σιγουριά
για τη λεπτομερή ολίσθηση
χεριού και δέρματος
με τρόπο συμμετρικό
κρατώντας ανάμεσα στα χείλη
το κοφτερό, ματωμένο μαχαίρι.

 

Ερημωμένο πανδοχείο. Η στέγη του, μαχαιριές στον ορίζοντα
που δε συναντιούνται.
—Να διατρέξουμε το φως. Μην αφεθούμε. Να ανταμώσουν
τα βλέμματα. Σπασμένος δείχτης ο ήλιος και ο πόλεμος.
Κοιτούσαμε στο βάθος της ακτής. Φράγμα υπέργειο,
ογκώδες. Από ξερολίθαρα φτιαγμένο. Το ‘πλάθε ο μέγας
ήλιος, το σμίλευε και μάσαγε τους χτίστες. Κέρινο γλυπτό,
έλιωνε απ’ τον ήλιο, έπαιρνε σχήμα ανθρώπου σαλπιστή κι
ύστερα γάτας, χελώνας, φλογέρας. Τα βράδια του Χειμώνα
τραγουδούσε, το καλοκαίρι έλιωνε.

 

Απρόσεχτα βράδια σκόνταφταν στην ίδια τους τη φωνή.
Δισύλλαβες ιαχές. Τις ακούγαμε μέσα απ’ τη φωνή μας πριν
εξελιχθούν σε γλώσσα. Άγρια ομορφιά. Γυμνή. Τελεία. Η
μελαγχολία της τελείας.
—Η σταδιακή λιγόστεψη της κουβέντας, προπαίδεια στη
μοίρα του θανάτου .Τις νύχτες παίζαμε με τα δάχτυλά μας.
Σκιές στον τοίχο της σπηλιάς. Σχήματα ζώων και πουλιών.
Χειρόγραφες σελίδες μοναξιάς.
—0 Ερμόλαος δεν απαντά.
—Φτεροκοπά.
Όλο το βράδυ φτεροκοπούσε.
Το πρωί πέταξε.
Μ’ ένα βλεφάρισμα.

 

Η νύχτα πέφτει πυκνά σαν το χορτάτο σκυλί που
αποκοιμιέται στα πόδια του. Τα δοξάρια των κοριτσιών,
φαλλικά αναστήματα στη μικρή κόκκινη νύχτα. Η κορυφαία
παίζει βιολί στην άκρη της ακτής.
Το βιολί, σώμα μιας άλλης γυναίκας, το δοξάρι εισέρχεται
στο σώμα της, στο σώμα μιας άλλης γυναίκας κι ύστερα ήχος
vacuum, βαθύς στεναγμός, και πάλι μελωδία, γλυκιά επαφή,
ύστερα κενό, σηκώνει ψηλά το δοξάρι, δεν αγγίζει το βιολί
μόνο το κοιτά, από πάνω, έως κάτω, μηροί, καμπύλες, λαιμός,
ακούγεται το θρόισμα των βλεφάρων καθώς ανοιγοκλείνουν
στο κάλεσμα.

 

Κόκκινες γλώσσες ερπετών στην όχθη της στεριάς
φωταγωγούσαν την ακτή. Ο τυφλός τριγυρνούσε μ’
ένα ποτήρι δάκρυα, φωτίζοντας το δικό του κόσμο. Η
βραδύτητα. Ενέχυρο στον καλπασμό σου.
—Μη βιάζεσαι, σου έλεγα. Αργεί η παραπλάνηση…
Μα εσύ στην άμμο. Μεθυσμένη κι απόκοσμη.
—Τα μάτια σου, αγριοπούλια. Το ράμφος τους ταΐζει επτά
σιωπές θαμμένες στο σώμα μου. Ραμφίζεις,
ξεκοιλιάζονται και πέντε γρίφους λύνουν.
—Κανένας δεν ξεκλείδωσε το δρόμο στην πατρίδα.
—Με αποκαλύπτει η πατρίδα. Γι’ αυτό με πονά.
Όπως αποκαλύπτομαι στου τυφλού το άγγιγμα.

 

Το τρένο περνά, οι ράγες σμίγουν μέχρι τον επόμενο σταθμό
—Ποιος θα μας σώσει…
Ποτέ δεν ρίξαμε νερό στη στέρνα που διψά.
Δεν ταΐσαμε τον ουρανό χορτάρι.
Τα άλογα, δε μάθαμε, γιατί τα βράδια ξενυχτούν.
Τα λιμάνια, γιατί αποσύρθηκαν στις παλέτες του ζωγράφου.

 

Οι χαρταετοί πίνουν βαθύ γαλάζιο. Όνειρα ξεδιψούν σε
σώματα. Τα σχοινιά στο έδαφος. Εκεί τ’ αφήσαμε παιδιά. Και
η κόλλα από ζυμάρι, απολίθωμα σε κίτρινη μνήμη.
—Επιστρέφω στην υγρή κάμαρα. Σώμα με σώμα η σκιά
του αγιοκλήματος. Πλεγμένος κορμός ανάμεσα στα πόδια
μου. Χυμένος πολτός βραδινού ύπνου στο σεντόνι. Με
τη γεύση του μέλλοντος θα γεμίσει ο τοίχος αποστάσεις.
Μια κόκκινη σκιά μου δείχνει την έξοδο. Μα εγώ σύρω τις
ξύλινες παντόφλες μου μ’ ένα σοκολατένιο γεφύρι στο στόμα,
ξεγυμνώνοντας την ξανθή ολοστρόγγυλη σάλα.

 

Στο παλιό σπίτι.
Κάρβουνα στο πλατύσκαλο.
Έγραψα τα αρχικά μου. Η πόρτα δε με αναγνώρισε.
Σφράγισε. Σαν το στόμα του παιδιού που λυπάται. Θυμήθηκα
την κόκκινη φυσαρμόνικα. Έπαιξα παιδικό τραγούδι. Η
πόρτα άνοιξε δειλά.
Πλησίασα στο παράθυρο, λες και θα άλλαζε προοπτική η θέα
του παρελθόντος. Κρατούσα ένα ξεροκόμματο δειλινό και
το άλειφα με τη ρετσίνη μυγδαλιάς. Φωτίστηκε το σπίτι. Όλο
μέλι κι αγριάδα. Η μεσάντρα του σπιτιού από καλαμωτή,
τόσα όνειρα, ποιο να προλάβει να υποσχεθεί κάτι ήσυχο, μια
ταραγμένη θάλασσα πηδούσε απ το παράθυρο, ένας ύπνος
ξορκιστής με παρέδιδε σε calma vita, σάρωνα με βεβαιότητα
τη σκόνη απ’ τις παλιές διαιρέσεις. Πόσο χωράει τελικά το
παρελθόν στο παρόν

 

.

ΤΡΕΙΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Μονόλογος Ι

Πως με βρήκες Ινώ
Σου είπα να μη γυρίσεις.
Όμως εσύ διαρκώς με σκάβεις.
Να με αφαιρέσεις. Να με βγάλεις απ’ την απομόνωση.
Να με ρίξεις στους φράχτες
Να με μαδούν πτηνά.
Στεγνά τομάρια ζώων
που τα μαδά η προχειρότης.

 

Κόκκινοι κήποι
τινάζουν την κάφτρα
των χρωμάτων
στα υγρά σου μάτια.
Σε βλέπω Ινώ.
Πολύχρωμα καντηλέρια στην πλάτη σου.
Ρόδες, αλυσίδες, τροχοί, περασμένα στα δόντια σου
Σέρνουν κοπάδια μύγες, μέλισσες, ξανθά περιβόλια.
Χρήσιμο
υλικό
πολτοποιείται
σε χωματερή συμπράξεων.
Ξεπροβάλλει μόνο
το πλατύ μέτωπο
του αντικειμένου
που
ανθίσταται.

 

Μονόλογος ΙΙ

Η Ανναϊς είναι σκυφτή. Κοιτάζει τα παπούτσια της.
Σπόνδυλο, σπόνδυλο σηκώνει το σώμα. Στέκεται όρθια
μπροστά στο ξεφλουδισμένο τοίχο. Κάτω απ’ την κορνίζα.
Πέφτει κομμάτι γυαλιού. Στην απλωμένη χούφτα της. Και
μια χάντρα. Από το περιδέραιο. Της μητέρας-νύφης. Σκύβει,
σκάβει το πάτωμα. Σανίδια αποστεώνονται. Μένουν τα
κόκαλα.
Στα χέρια της.
—Ανναϊς πού πας τα κόκαλα;

 

Ινώ… ακούς;
Ποδοβολητό αγέρα
κάτω απ’ το μαξιλάρι…
ώσεις αγγέλων που νερό στα τρίσβαθα χορταίνουν.
Οι χαραμάδες, πλατύτερες του ορίζοντα
Και το σημάδι, τραγικότερο της απουσίας.
—Νομίσματα στο περβάζι μετρώ
Μεταλλικό άρωμα
Τις πληγές
Ξύνω
Δυο όψεις τρίβονται πάνω μου
και
Με απογυμνώνουν.

 

Μονόλογος ΙΙΙ

Με κίτρινο της συλλαβής
λερώθηκε το σύμπαν
Κι ακούω μια φωνή…
—Μην πουλάς το τομάρι πριν σκοτώσεις το ζώο.
Ινώ…
Κληματόβεργες ριζώνουν
Στον ουρανό
Με κάθε παράκληση
Δική μου
Η δική σου
—Μη σκοτώσεις το ζώο…

 

—Από το πρωί βρέχει
Βρέχει και σύρομαι. Στο ρέμα, στα ποτάμια
Στους λευκανθούς ανθρώπους
Που μυρίζουν απόσταση
Η ασφάλεια κηδεύεται
Κάθε μέρα
Με πολύχρωμα λουλούδια και θυμιατά
Με ύμνους και επικήδειους
—Αννα’ίς μη χαλάς τα λουλούδια
για τη στείρα ασφάλεια.

 

Βγήκα στο φως…
Αγέρας πήρε το σώμα μου.
Η ζωή με κατέλαβε αιφνιδίως.
Είμαι η ράχη αλόγου που φεύγει με τον άνεμο.
Ακούγεται καλπασμός. Το λευκό άλογο πέφτει από το
περιδέραιο. Στους γλουτούς μπερδεύονται τα πόδια του,
η λιγνή μέση μου χαρίζει στη χαίτη, χάδι. Δαγκωματιές
συμπάθειας χαράζουν το στήθος μου, λευκό χάδι στα σκέλη,
το πέταλο μπερδεύεται στα κόκκινα μαλλιά μου, κραυγή,
τινάζω το σώμα μακριά, κόβεται η αλυσίδα.

 

Φτάνω στην κορυφή του λόφου

Η μέρα
Αυτή η μέρα
πέτρα σε πέτρα αναθάρρεμα
γλιστρά, περνά
του ίσκιου τη φορά
συντρίβει αγέρηδες
ποθεί τραγούδια
αστραφτερά
λεμόνι και πανί
αόρατα γραψίματα
λευκόσωμη Μυρτώ
επιστολή σε άγαλμα
στα χείλη αίμα
σπίτια, σκεπές κεραμίδι
απύθμενο πηγάδι
νερό να πιω
νερό να πιεις
τέσσερις συλλαβές πλην μία
πλην δύο
μόρος-θάνατος
βροτός, βιβρώσκω
πόσο το ένα στ’ άλλο χώρεσαν και πάντα θα χωρούν.

 

Ευχή

Δέκα τροχοί ανάτροχοι
δέρμα σκιάς γυαλίζει
Μώλωπες νύχτας
γιόμα φεγγαριού
Διώξε τρεις νάνους
φέρ’ είκοσι
Φτερά και λύπη πρώτη
νερό να πιω
Νερό να πιεις
κρύπτη Κριού χρυσίζουσα
Χρως χρωτός
έρως έρωτος
Κορμιά καπνίζουν
λυπημένα
Υγρό μανίκι
και σουγιάς
Στρατιώτης λυπημένος
φτερά δεν έχει ο πόλεμος
La nostra morte, ξένο.
Στο μέσο ταξιδιού
τραγούδι και κόκκινη χόβολη
Το όνομά σου
Στον ώμο μ’ αγγίζει
με χωρίζει.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΥΣΑ ΒΛΑΧΟΥ

 

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

Χρύσα Βλάχου, Η Ταραχή του Νόστου, Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη 2015.

Θα ξεκινήσω από το τίτλο του βιβλίου. Η Ταραχή του νόστου, μιας πολύ-επιθυμούμενης επιστροφής, δηλαδή, αλλά επιστροφή σε ποιο τόπο και σε ποια πατρίδα; Σε μία ενδοχώρα του φαντασιακού, ίσως, όπου τα πάντα λειτουργούν με όρους ονείρου, μέσα σε ένα όνειρο ήδη, και της οποίας η γραμματική και το συντακτικό υπαγορεύονται από τους κανόνες μιας άλλης, υποσυνείδητης πραγματικότητας, που όμως φέρει εντός της το «Φροϋδικό Υπόλειμμα» της μέρας –που βρίθει εικόνων των προσφυγικών ημερών μας– της εμπειρίας και του συναισθήματος, ως αποτέλεσμα της εγγενούς του ανθρώπινου υποκειμένου επιθυμίας που το αυτοκαθορίζει, αλλά και το ετεροκαθορίζει ταυτόχρονα. Όμως, φέρει εντός της και τα ίχνη του τραύματος, της ψυχικής επένδυσης στον Άλλο εκτός μας, αλλά και σε εκείνον που μας κατοικεί ένδον, εκείνο το ζώο των πολλαπλών εαυτών που κατοικοεδρεύει μέσα μας. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή, με μια εσωτερική τοπιογραφία και τοπογραφία, μια τοιχογραφία, ίσως, που προσιδιάζει στην όποια πραγματικότητά μας, με τρόπο ανάστροφο και υπερρεαλιστικό ή σουρεαλιστικό, εν είδει ταξιδιού σε τόπο και χρόνο εντελώς ακαθόριστο και μη συμβατικό. Εκεί, όπου οι φαινομενικά αντίθετοι κόσμοι ονείρου και πραγματικότητας μετασχηματίζονται σε ένα είδος απόλυτης ή εναλλακτικής πραγματικότητας, σε μία υπερ-πραγματικότητα με όχημα το συνειρμό, την παντοδυναμία του ονείρου και το παιχνίδι της σκέψης, που όμως στην πράξη και στο παιχνίδι της γραφής και της τέχνης γενικότερα, δεν μπορεί παρά να είναι αυθόρμητo μεν, αλλά, ταυτόχρονα, δουλεμένο με την δέουσα μελετημένη λεπτομέρεια. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο της έλλειψης συνόρου μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου, πραγματικού και φαντασιακού, συνείδησης και ασυνειδήτου, το ποιητικό υποκείμενο χαρακτηρίζει τον παλίνδρομο νόστο του ταραγμένο και επιχειρεί να εκφράσει την αλλόκοτη φύση της έννοιας του «σκέπτεσθαι» και του «εν τω κόσμω είναι» ως σκεπτόμενο, μεν, αλλά πάντα διχασμένο ον.
Υπό το κράτος αυτού που θα ονομάζαμε συνειρμική γραφή, λοιπόν, η νέα δουλειά της Χρύσας Βλάχου είναι μια συλλογή μικρών πεζών με έντονο το υπερρεαλιστικό στοιχείο τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν με τον αμφιλεγόμενο και εισέτι αδόκιμο όρο πεζοποιήματα, ωστόσο στη συλλογή υπάρχουν και ορισμένα έμμετρα ποιήματα σε ύφος που θυμίζει τις γνωστές μας παραλογές στο 2ο μέρος της συλλογής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τρεις μονόλογοι και μία Ιστορία». Η μορφή, και η θεματική (ή το περιεχόμενο) των κειμένων χαρακτηρίζεται συνολικά από συντομία, αλλά και από μία ιδιάζουσα ενότητα, μέσω μιας έντονης συμπύκνωσης των εκφραστικών τρόπων της παραδοσιακής ποιητικής, τα οποία αντικαθίσταται, ή υποκαθίσταται, από ένα είδος εσωτερικού ρυθμού που παράγει μία σειρά νοημάτων, τα οποία απαιτούν σύνθετο στοχασμό από την πλευρά του αναγνώστη και της αναγνώστριας, αφού αμφότεροι συνειδητοποιούν ότι το ασυνείδητο είναι εν πολλοίς συνυφασμένο με τη δυναμική της λογοτεχνίας γενικότερα και το βάθος της ποιητικής εικόνας ειδικότερα. Έτσι, αλλάζει ριζικά η συνθήκη της ανάγνωσης, αφού το φιλολογικό ιδανικό της ακρίβειας και της αντικειμενικότητας τίθεται υπό αίρεση και το εν λόγω ταξίδι της επιστροφής διενεργείται με τους δικούς του όρους. Υπάρχουν ακόμη συχνές αναφορές του γράφοντος υποκειμένου στον ίδιο το γλωσσικό κώδικα, στο ίδιο του το εκφραστικό μέσον του δηλαδή, και στην έλλειψη που το χαρακτηρίζει, αφού ως γνωστόν, κάθε που η γλώσσα επιχειρεί να εκφράσει την επιθυμία, ταυτόχρονα με την παραγόμενη έλλειψη, πάντα αναδύεται και μία περίσσεια, ένα λανθάνον άρρητο περίσσευμα, που υποφώσκει υποδορίως, σε ό,τι παραμένει ανείπωτο στο κείμενο, με αποτέλεσμα πάντα είτε κάτι να λείπει, είτε να περισσεύει: «Πάντα κάτι λείπει, Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι», διαβάζουμε στον τελευταίο στίχο του 1ου κειμένου, που επαναλαμβάνεται και στο αμέσως επόμενο κείμενο. Και στη σελίδα 14 διαβάζουμε: «Αγάπησέ με Εριφύλη/χρειάζομαι/το Φ για τη φωτιά και το ήτ(τ)α σου.»
Στα κείμενα υπάρχει σχέδιο, ένας παράλογος σχεδιασμός πραγμάτων. Γέμει εικόνων αυτός ο ταραγμένος νόστος, εικόνες διφορούμενες, αμφίσημες έως και πολύσημες μέσα από μια κατακερματισμένη σχέση πραγμάτων, λέξεων και συμβόλων. Ασαφείς ως προς το νόημα του εξωτερικού κόσμου, περιλαμβάνουν και ανακαλούν αντιφάσεις και αντιθέσεις, συμπυκνώνουν πολλά νοήματα, περιέχουν διπλές εικόνες, σημαίνουν το εφιαλτικό ταυτόχρονα με το ειδυλλιακό, το φανταστικό και το ασυνήθιστο μέσα στο συνηθισμένο. Όλα αυτά μας παραπέμπουν στο όνειρο, φυσικά, που ενισχύεται από φροϋδικά σύμβολα, από μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής, από μια εφιαλτική ακινησία, αλλά, ταυτόχρονα, και από μία απεγνωσμένη πάλη για το αντίθετό της, καθώς και από έννοιες όπως το πάσχον σώμα, ο ευνουχισμός, η αποσύνθεση, καθώς και από βιομορφικά σχήματα, ρευστά υλικά και φυσικά στοιχεία υπό μορφή απειλής, αλλά και υπό μορφή λύτρωσης, που προσλαμβάνουν και ενδύονται το όποιο νόημά τους μέσα από το όνειρο:
Tα παιδιά γύρισαν. Έφεραν κομμάτια φως απ’ τη στεριά. Τ’ άλειψαν πάνω τους. Φεγγοβολούσαν. Ήρθαν οι γυναίκες, ρωτούσαν…τι είναι; -φως… είπαν. Και εκείνες αλαφιάστηκαν. Τα ΄πιασαν απ’ την ουρά – σαύρες είναι… και τις πέταξαν στη θάλασσα. Τα παιδιά κρατήθηκαν απ’ την ουρά τους. Όταν αναδύθηκαν είχαν σώμα ερπετού και κεφάλι ανθρώπου. Σάστισαν ο μάνες τους έκοψαν το κεφάλι.
-Κακό όνειρο, είδα.
-Μη το μηνάς. (σελ. 27)
Το ταραχώδες ταξίδι της επιστροφής ξεκινά ως μία αναπαράσταση. Ως ένα ταξίδι με τρένο, με «λέξεις που γίνονται τοπίο» μέσα από μία έλλειψη, μία απώλεια, που φέρει μέσα της τη σύγκρουση, αφού «ό,τι χτίζεται και ριζώνει είναι αφορμή για σύγκρουση» (σελ. 29) σύμφωνα με το ποιητικό υποκείμενο» που μας/με προτρέπει, πάντως, εμένα την αναγνώστρια, απευθυνόμενο ταυτόχρονα και στον εαυτό του: «Να εμπιστεύεσαι το κάθε στάδιο απώλειας. Ακούς πιο καθαρά τον εαυτό σου, σου λέω» (σελ. 28). Η κυκλική γραμμικότητα της απώλειας μέσα από μία διαρκή επανάληψη σηματοδοτεί, λοιπόν, αυτό το νόστο, που φέρει πάντα μέσα του τη νοσταλγία, αλλά και το τραύμα και συνακόλουθα και την ταραχή. Ανάστροφα, σαν σε όνειρο, ξεδιπλώνεται το τοπίο της έλλειψης και της επιθυμίας, των πολλαπλών εαυτών. Οι λέξεις, ωστόσο, δεν γίνονται μόνο τοπίο, αλλά και αέρας, φωτιά νερό και άμμος (τα πρωταρχικά φυσικά στοιχεία), ενώ ο καθρέφτης είναι πάντα εκεί ως επιβεβαίωση της ύπαρξης στο συμβολικό και στην επιθυμία του Άλλου. Το δε νερό κυριαρχεί ως μακρινή ανάμνησης μιας πρότερης προ-συμβολικής κατάστασης. Στην ποίηση της Βλάχου η ανάγκη ξυπνάει την πρόθεση ως απαίτηση, αφού αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο, μας μένει πάντα το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η μετωνυμική επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει, να παίζει μαζί τους.
Από το κέντρο του συνειρμικού νόστου προβάλλει και παρεμβάλλεται διαρκώς, μία ιδιαίτερα σημαντική παρουσία/περσόνα που υφαίνει το δικό της παράλληλο αφηγηματικό ιστό μέσα στο υγρό στοιχείο που την περιβάλει και οπτικώς στις δικές της, εντελώς ξεχωριστές κειμενικές εμφανίσεις. Είναι η φιλότεχνος υφάντρα Ανναΐς, που ως αράχνη και ως αίλουρος, ως το ζώο, ίσως, που μας κατοικεί, διαπλέκει το δικό της αρχετυπικό μύθο-αφήγημα, αντικαθιστώντας «το θεό με δαίμονα.» (σελ. 15) Τραγουδάει, διπλασιάζεται κι ανακαλεί αρχέτυπα για να υπάρξει στον καθρέφτη της και στον δικό μας, ενώ επανεμφανίζεται ως δραματοποιημένη παρουσία στο δεύτερο μέρος της συλλογής και συνομιλεί με τις ίδιες της τις μεταμορφώσεις ως Ινώ, που παρηχεί το Ανναΐς, αλλά και ως Ανθυλίς, ως Εριφύλη, ως Ελβίρα και ως Μελισσινή, με το υγρό σύμφωνο Λ να παρηχεί και εδώ. Το όλον, παραπέμπει στη φαντασίωση της λεγόμενης ενδομήτριας ζωής (intra-uterine life), της επιθυμίας, δηλαδή του γράφοντος υποκειμένου επιστροφής στην μητρική χώρα και σε μια πρότερη, ευδαίμονα κατάσταση αδράνειας και μακαριότητας, όπως την περιέγραψε ο Freud στο Πέρα από την Αρχή της Ηδονής (Beyond the Pleasure Principle, 1920), επιθυμία που ενέχει, σύμφωνα με το Freud, την ενόρμηση του θανάτου, η οποία αντιτίθεται σε αυτήν της ζωής και που οργανώνει και ίσως υπερτερεί κάθε άλλης ενόρμησης, προκειμένου το ανθρώπινο υποκείμενο να απαλλαγεί από το διχασμό και το άγχος που επιφέρει η κουλτούρα και το συμβολικό σύστημα.
«I think where I am not, therefore I am where I do not think.» «Σκέφτομαι εκεί όπου δε βρίσκομαι γι’ αυτό και είμαι εκεί όπου δεν σκέφτομα» μας είπε ο Λακάν. H απατηλότητα του Καρτεσιανού «σκέφτομαι άρα υπάρχω», που δηλώνει την φαινομενικά αδιαμφισβήτητη φύση της έννοιας του «σκέπτεσθαι» και του «υπάρχειν» εις τον κόσμο ανατρέπεται πολλαπλώς στα εν λόγω κείμενα της Βλάχου, μια και φαίνεται να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι εκτός από σκεπτόμενα όντα, διάγουμε τον βίο μέσα στο δίπολο κουλτούρα-φύση ως λαθρόβια πνεύματα, αλλά και ως ποικιλοτρόπως πάσχοντα σώματα που αγωνίζονται να ερμηνεύσουν τον αυθεντικό(;) εαυτό τους με απώτερο όραμα την κατάκτηση ενός υπέρτατου βαθμού πληρότητας. Αλλά τί εστί αυθεντικός εαυτός, τελικά, και πόσο πλήρης μπορεί αυτός να υπάρξει; Την απάντηση μας τη δίνει η Χρύσα με το δικό της τρόπο όταν λέει ότι «ο μικρός άνθρωπος βρέθηκε στο εσωτερικό όμικρον», αλλά πάντα εκεί βρισκόταν, βρίσκεται και θα βρίσκεται εσαεί, εν κινήσει α-κινητοποιημένος στο πρωταρχικό, και τελικά απολεσθέν φωνήεν/αντικείμενο της επιθυμίας, που στην ψυχανάλυση το λέμε και μικρό α (the little object a) και που αενάως θα αναζητάει σε λογής-λογής πολιτιστικά και βιολογικά υποκατάστατα μέσα από τη διαμεσολάβηση του συμβολικού συστήματος. Για το λόγο αυτό, και σύμφωνα και με την προτροπή του γράφοντος υποκειμένου, δεν σκοτώνουμε το όποιο ζώο μέσα μας, απλά το αποδεχόμαστε και προσπαθούμε να διαχειριστούμε την ύπαρξή του, την ύπαρξή μας, δηλαδή:
Μονόλογος ΙΙΙ
Με κίτρινο της συλλαβής
Λερώθηκε το σύμπαν
Κι ακούω μια φωνή
– Μην πουλάς το τομάρι πριν σκοτώσεις το ζώο
Ινώ
Κληματόβεργες ριζώνουν
Στον ουρανό
Με κάθε παράκληση
Δική μου ή δική σου
-Μη σκοτώσεις το ζώο…

 

 

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Η ταραχή του νόστου. Νόστος. Πόσα δεν έχουν γραφεί από τον Όμηρο ως σήμερα γι’ αυτή τη γλυκιά προσμονή, τη γλυκιά επιστροφή σε κάτι που πέρασε, χάθηκε ή χάσαμε… Για το σπίτι μας, τον τόπο μας, τους ανθρώπους που έφυγαν, τις μνήμες του παρελθόντος, την αρχή των πραγμάτων. Η νοσταλγία. Συναίσθημα συνυφασμένο με τη φύση του ανθρώπου, που δικαίως
δημιουργεί ταραχή. Γιατί πάντοτε ο χρόνος που φεύγει είναι καλύτερος από τον μελλοντικό, τον μεγάλο άγνωστο, τον «άχρονο χρόνο». Η Χρύσα Βλάχου γυρίζει νοσταλγικά στο προσφιλές θέμα της ποίησής της, τη στιγμή και τον χρόνο που αιχμαλωτίζεται για πάντα σ’ αυτήν. Άλλωστε, ό,τι φεύγει και χάνεται, συγκρινόμενο με το αόρατο μέλλον, αποκτά ένα πέπλο μαγείας. Όσοι έφυγαν, όσα έφυγαν είναι δεμένα με το παρελθόν μας, με την παιδική και την εφηβική μας ηλικία. Γι’ αυτό και το πέρασμα του χρόνου προκαλεί ταραχή, αφού: «Πάντα κάτι λείπει. Ένα πρόσωπο ή ένα τραγούδι».
Πρωτότυπη, ιδιαίτερη η γραφή της Χρύσας Βλάχου στη νέα της εμφάνιση. Το «εσύ» και το «εγώ», γίνονται τώρα «μας», χωρίς ωστόσο να χάνεται το «εγώ», που θυμίζει ότι. πίσω από τη συλλογικότητα, την κοινή εμπειρία, υπάρχει πάντα το προσωπικό βίωμα, αυτό που μένει ως κατακάθι. Η ποιητική συλλογή περιγράφει ένα θαλασσινό ταξίδι, μια μικρή προσωπική οδύσσεια.
Συνειρμικός ο λόγος, ο τόνος νοσταλγικός. η γλώσσα τρυφερή και οι εικόνες αισθαντικές. Ο χρόνος παρατατικός, για να φαίνεται η μακρά νοσταλγία για όσα πέρασαν και άφησαν πίσω τους μια γλυκιά μελαγχολία:

«[…] Καρφιτσώναμε μιαν άμπωτη βαθιά στα/ βλέμματα μας. Η οικουμένη γέμιζε καθρέφτες. Οι φωνές /μας, τρυπημένα υφάσματα από ράμφος ορχιδέας. Κάποιος άγνωστος τριγυρνούσε ανάμεσα μας [..]»

Εμβόλιμη και η Αννάίς σχολιάζει ντυμένη στα λευκά, μοιάζοντας με λουλούδι που ανθίζει, τραγουδώντας και δημιουργώντας…
Σε μια χρονική στιγμή που μια γενιά σημαντικών ποιητών φεύγει, είναι τόσο παρήγορο που αναδύεται μια άλλη, μια νέα γενιά ποιητών, την οποία εκπροσωπεί η Χρύσα Βλάχου. Γι’ αυτό την ευχαριστούμε που συμβάλλει δυναμικά στη συνέχεια της μόνης μας ελπίδας, της ποίησης.

 

 

Χ. Δ. ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Μια άποψη για την ποιητική συλλογή Εν Ώρα Λήθης, της Χρύσας
Βλάχου.

Ο Άγγλος ποιητής W. Η. Auden λέει ότι όταν νέοι ποιητές έρχονταν να τον επιστεφτούν τους ρωτούσε, τι τους κάνει να γράψουν ποίηση. Πολλοί απαντούσαν ότι γράφαν ποίηση γιατί είχαν κάτι να πουν. Παράλληλα, ελάχιστοι έλεγαν ότι θέλαν να παίξουν με τις λέξεις.
Τότε, μας λέει ο Auden πως ήξερε, ότι οι πρώτοι δεν θα γίνουν καλοί ποιητές. Πράγματι ίσως η καλή ποίηση είναι ένα παιχνίδι με λέξεις, ένα ταίριασμα λέξεων, το οποίο παρουσιάζεται σαν να είναι μια προσπάθεια του ποιητή να φτάσει το ανοίκειο, το κρυμμένο, πέρα από την τετριμμένη καθημερινή γλώσσα.
Αλλά αναρωτιέται κανείς αν κάποιος που έρχεται να γράψει ποίηση μπορεί να μείνει στο παιχνίδι των λέξεων και μόνο. Η κινητήρια δύναμη οπωσδήποτε δεν είναι μόνο οι λέξεις. Είναι και τα συναισθήματα, και οι εικόνες που έχουμε στοιβαγμένες στη μνήμη, αλλά είναι και οι διεργασίες στο ασυνείδητο – στα τρίσβαθα της ύπαρξής μας. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις τους δύο τελευταίους αιώνες δεν μπορεί να αγνοηθούν, αναπόφευκτα οι ποιητές σήμερα βρίσκονται στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού – από τον Ρομαντισμός και το Συμβολισμός μέχρι την Ψυχανάλυση και τον Υπερρεαλισμός.
Με αυτή τη διαπίστωση κατά νου μπορούμε να πούμε ότι η Χρύσα Βλάχου ασκείται στη στράτευση αυτών των δυνάμεων. Παίζει με τις λέξεις και περιπλανιέται στα άδυτα του ασυνειδήτου. Και οπωσδήποτε φλέγεται συγκινησιακά και ας δίνει την εντύπωσε σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι απλώς μια διανοούμενη φιλόλογος που ξέρει και επιλέγει λέξεις και καταλήγει σε μιαν πολύτροπο αρμονία.
Η ποίηση είναι σα να λέγαμε μια επαναστατική πράξη. Οι δοκιμασμένοι ποιητές προσπαθούν να ξεπεράσουν ό,τι θα θεωρούσαμε συμβατικά αποδεκτό. Και σε αυτούς ανήκει η Χρύσα Βλάχου. Γι’ αυτό σε αρκετά σημεία της ποίησής της παρουσιάζεται μάλλον σκοτεινή. Ας σκεφτούμε το παιχνίδι που δημιουργείται μεταξύ ενός ονείρου και της αφήγησής του: Της
αφήγησης του τη\’ άλλη ημέρα στον συγκάτοικό μας. Είναι φύσει αδύνατον να αποδώσουμε με λέξεις αυτό που είδαμε στον ύπνο μας. Και είναι διπλά δύσκολο για τον προσλαμβάνοντα να πλησιάσει την ονειρική εμπειρία μας όπως τη ζήσαμε. Πολλοί στίχοι της Χρύσας προέρχονται από μια περιπλάνηση στο σκοτεινό δάσος – αυτόν τον χοίρο που ονόμαζε ο
Σεφέρης SELVA OSCURA. Δηλαδή μια ανέλεγκτη και αδιευκρίνιστη εκφορά σε λέξεις που κυρίως εκπηγάζει αυθόρμητα από το ασυνείδητο.
Μα αν πρέπει να δεχτούμε, όμως, ότι τίποτε δεν είναι έξω από την αρμονία του σύμπαντος, τότε τίποτε δεν είναι ακαταλαβίστικο και ποτέ τίποτε δεν είναι ακανόνιστο. Όλα φαίνεται να τείνουν σε μια συμπλήρωση, όπως ομολογεί η ίδια με το ομώνυμο ποίημα «Συμπλήρωση» «Αφιονισμένο τοπίο/ καταιγίδας σφυρήλατο βάθος/ οπή σε κενό/στρόβιλοι αγέρηδων/ κομμάτια γκρίζου ουρανού στις σκαλωσιές/ στο μέσα δωμάτιο/ασάμινθος» .
Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος της συλλογής της Χρύσας με την μυστικιστική έκφραση: Εν Ώρα Λήθης. Πρόκειται για το σβήσιμο της μνήμης κάτι ανάλογο με τον όρο «το σβήσιμο της προσωπικότητας του ποιητή» που πρώτος επιστράτευσε ο T.S. Eliot στην εποχή μας (και από τον Eliot τον πήρε τον όρο αυτό κι ο Σεφέρης). Έχουμε ακούσει τόσους ορισμούς που
εκφράζουν το σβήσιμο της προσωπικότητας ιδιαίτερα από τους ποιητές του 20ού αιώνα, όταν χαρακτηρίζουν τα ποιήματα τους: «δοσμένο», «άγραφο», «αχειροποίητο» και για το ρόλο του ποιητή «ένθεος», «άκοπος από τον ουρανό», «αλαφροΐσκιωτος» και για το αποτέλεσμα της τέχνης τους «ύφος πραγμάτων», «θολό κρύσταλλο», «τρίτη κατάσταση».
Νομίζω ότι αυτό θέλει να πει η παρούσα συλλογή συμβολικά με το κιτρινιασμένο φύλλο από δέντρο στο εξώφυλλο (φωτογράφιση της Μαρίλιας Γαβρή.) Ένα σύμβολο ότι μπορούμε να γίνουμε άθυρμα στον αέρα, χωρίς προσδιορισμό και χωρίς σκοπό. Αλλά τίποτα δεν πάει στα χαμένα, ακόμη και οι σιωπές έχουν νόημα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα από τη συλλογή. Η σημερινή συλλογή ομοιάζει με την προηγούμενη που είχε τον τίτλο Τροπή,
2012 από τις ίδιες εκδόσεις «Θερμαϊκός». Νιώθω όμως ότι στην παρούσα συλλογή η κυρία Βλάχου γίνεται ακόμη περισσότερο πειραματική. Προσθέτει πεζοτράγουδα (που δεν είχε η προηγούμενη συλλογή) και αφήνεται ακόμη περισσότερο στο σβήσιμο της προσωπικότητας. Το παράδειγμα αυτό που έχω να σας παρουσιάσω το παίρνω από το πεζοτράγουδο που περιλαμβάνεται ως πρόλογος στη συλλογή που ακολουθεί. Μαζί με το πεζοτράγουδο έχει
και δύο ξεκάρφωτους στίχους σαν να θέλει να μας προετοιμάσει για το άγνωστο και την περιπλάνηση που θα επακολουθήσει: «Περπατάμε σε αναγνώσεις του παρελθόντος με διαφορετική γραμματοσειρά».
Αρχίζω με το πεζοτράγουδο που έχει τον τίτλο «Χειραψία». Μάλλον θέλει να παρουσιάσει μεταφορικά το εθιμοτυπικό της χειραψίας, μια κίνηση που με την επαφή των χεριών μοχλεύονται δεκάδες σκέψεις, φαντασιώσεις και αισθήματα. Και εδώ σας διαβάζω μερικές αράδες από το πεζό, το οποίο αποτελείται από δύο ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, περιγράφει κινήσεις και μανιερισμούς μιας χειραψίας. Στη δεύτερη ενότητα λέει:

Η απόσταση γεμίζει φυσαλίδες. Πετάς. Σε μέρη που θυμήθηκες. Λικέρ αγριοκέρασο, να χύνεται σα δάκρυ. Πετράδια απ’ την Αντίπαρο. Θαλασσινή χρυσοπηγή και μέντα από το Φάρο. Γαληνότατη αιωρείσαι πριν πατήσεις έδαφος σε σκηνικό ξιφασκίας μνήμης-φαντασίας. Χάνεσαι. Σε γλαυκό μονοπάτι. Ρίχνεις σπόρια για να βρεις το δρόμο της επιστροφή;. Ράμφη πουλιών σου μασουλάνε το χάρτινο ρούχο, «η άκρη του ξίφους βρίσκει το χάρτινο – σώμα – κουρέλι εξαντλημένο απ’ τους αγέρηδες. Με
κοιτάζεις. Η σχισμή στο χαρτί στάζει φως. Αμηχανία λεκτική. Έχεις τώρα ανανεώσει το σύμπαν – αυτό το κατακόρυφο κατασκεύασμα από γιγάντιους καθρέφτες – μς κείνη την άγευστη ορμή ρήσης και τριγμού. Χιλιάδες κόκκινα καπέλα στο έδαφος. Πάθος που σκόρπισε τα ίχνη του. Η χειραψία υφίσταται. Το βλέμμα, απαθές. Με θηλυκό πρόσημο αναρωτιέσαι και αποχωρείς.

Όταν το διαβάζεις δύο και τρεις φορές νιώθεις ότι αναζητά γέφυρες με το παρελθόν, με συναισθήματα, με μνήμες και φαντασιώσεις, μέχρι που το ποιητικό υποκείμενο μπαίνει όπως το προσδιορίζει «Στο γλαυκό μονοπάτι» εκεί που «Χάνεσαι». Μετά από το «χάνεσαι» προσθέτει την εικόνα του παραμυθιού όταν «Ρίχνεις σπόρια για να βρεις το δρόμο της επιστροφής. Ράμφη πουλιών σου μασουλάνε το χάρτινο ρούχο. Η άκρη του ξίφους βρίσκει
το χάρτινο – σώμα – κουρέλι εξαντλημένο απ’ τους αγέρηδες. Με κοιτάζεις. Σχισμή στο χαρτί στάζει φως. Αμηχανία λεκτική».
Και μετά από αυτή τη σιωπή που υπονοείται εδώ «αμηχανία λεκτική» και πάλι ξαναγυρίζει στην πραγματικότητα με το να μας πει ότι «Η χειραψία υφίσταται. Το βλέμμα, απαθές. Με θηλυκό πρόσημο αναρωτιέσαι και αποχωρείς». Δηλαδή μένεις εμπλουτισμένος. Δεν πρόκειται για απόπειρα να δώσω νόημα στις αράδες αυτές, αλλά αναγνωρίζω ότι πιάνω «εξ όνυχος τον λέοντα». Και ποιος είναι ο λέοντας; Οι δυνάμεις που συγχρωτίζονται μέσα μας.
Και με αυτή την πρόφαση, ότι πιάνω μόνο εξ όνυχος τον λέοντα, θα θίξω μερικά ακόμη σημάδια αυτής της διανοούμενης σύνθεσης που έχουν το δικό τους χάζι. Την ορίζω ως «διανοούμενη», γιατί έχει διαφορά από τους κοινωνικά πληγωμένους Ρίτσο, Αναγνωστάκη και Λειβαδίτη, (για να αναφέρω μόνο τους αείμνηστους τρεις μεγάλους ποιητές μας) που αυτοί για ένα μεγάλο μέρος της ποίησης τους μιλάνε κυρίως (ως πληγωμένοι) με εικόνες από την ταραγμένη εποχή τους. Στην ποίηση της Βλάχου έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο. Η συλλογή, εδώ, διαιρείται σε ενότητες και οι τίτλοι των ενοτήτων
αποκαλύπτουν τις διαφορετικές πτυχές ενός και του ίδιου χώρου – του χώρου δηλαδή που επιδιώκει να βρίσκεται η Χρύσα Βλάχου «εν ώρα λήθης».
Πώς αντιλαμβάνομαι αυτή την κατάσταση που μπορεί ο άνθρωπος να βρεθεί χωρίς μνήμη, εν ώρα λήθης; Την αντιλαμβάνομαι να είναι χωρίς συγκρίσεις, οι οποίες ανήκουν στη συνείδηση (δηλαδή στο συνειδητό έλεγχο). Την αντιλαμβάνομαι να είναι χωρίς χρόνο, δηλαδή χωρίς αίτιο και αιτιατό. Ας σκεφτούμε το πώς θα ήταν η ζωή χωρίς χρόνο, έτσι ώστε να μην ξέρεις τη διαφορά του πριν και του μετά.
Στη πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται «Ποιητική» αρχίζει με την προσπάθεια να φτιάξει ένα ανάγλυφο ποίημα και πράγματι συμβολικά το πρώτο ποίημα έχει τίτλο «Χαρακτική»:

Λευκό χαράζεται στο σώμα της σιγής
Και φτιάχνει μαριονέτα άνθρωπο
Μισό χαρτί μισό σχοινί
Που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.
Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
Πεθαίνουν σαν αιτία
Και όταν πίσω γυρίζουμε να τα βρούμε εκεί
Έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμί τους
Πιωμένο να κατρακυλά
Σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
Να μην χωρά στις λέξεις.

Πετά σχοινί για να πιαστεί και κείνο του αρνιέται
Και πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο.

Έχει ένα ρυθμό στην ανάγνωσή του, σαν να είναι παροιμία ή αίνιγμα. Και είναι θολό σαν αίνιγμα. «Πετά σχοινί για να πιαστεί και εκείνο του αρνιέται/πέταξε τα όνειρα για να σωθεί και εκείνο». Ποιό είναι το «εκείνο»; Μάλλον είναι το ποιητικό υποκείμενο ως «μαριονέτα άνθρωπο/ μισό χαρτί μισό σχοινί/’ που γράφει και εγγράφεται στην ίδια τη σελίδα.» Το αποτέλεσμα είναι ότι «πέταξε τα όνειρα για να σωθεί κι εκείνο» – δηλαδή το ποιητικό υποκείμενο σαν να υπάρχει όπως το προσδιορίζει η ίδια η ποιήτρια: «Λευκό χαράζεται στο
σώμα της σιγής».
Και μάλιστα εδώ μας περιγράφει αυτή την κατάσταση του να βρίσκεται κανείς στην απελευθέρωση εκτός χρόνου και εκτός λέξεων, με σβησμένη την προσωπικότητα:

Έτσι και με τα όνειρα.
Χαράζονται σαν αφορμή
πεθαίνουν σαν αιτία
και όταν πίσω γυρίζουμε να τα ‘βρούμε εκεί
έχουν αφήσει παγερό το άσεμνο κορμή τους
πιωμένο να κατρακυλά
σε μπλε μεθύσι, ψίθυρο,
να μην χωρά στις λέξεις
.
Δηλαδή, τα όνειρα υπάρχουν και δεν υπάρχουν. Μπορούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν να βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση «πιωμένος να κατρακυλά/ σε μπλε μεθύσι, ψίθυρος, να μη χωρά στις λέξεις».
Να λοιπόν ένα ποίημα που μου έδωσε στη αρχή την εντύπωση ότι είναι δύσκολο και θολό. Ποτέ ένα ποίημα δεν διαβάζεται με μιας, γιατί πάντα «η δημιουργία» συμπεριλαμβάνει την πολύτροπη συμπαντική αρμονία. Τίποτε δεν είναι χωρίς ρόλο και νόημα. Αρκεί να το αναζητήσουμε.

* * * *
Θα ήθελα να σας διαβάσω δύο επιπλέον ποιήματά της για να μην σας κουράζω περεταίρω με δικές μου αναλύσεις. Θεώρησα, όμως, ως επιτακτική ανάγκη να δείξω γιατί μου αρέσει η ποίηση της Χρύσας Βλάχου. Εξεικονίζει το υπαρξιακό ερώτημα που απασχολεί όλους μας: που ζούμε μια αυταπάτη, όπως η ίδια ομολογεί στο μόττο που έχει βάλει στη συλλογή: «Οι λέξεις προσάναμμα – θυσία στην αυταπάτη». Και πράγματι αυτό είναι που την απασχολεί κυρίαρχα. Δηλαδή ότι δήθεν θα επιστρέφουμε, αλλά «τα ψίχουλα που ρίξαμε για να βρούμε την επιστροφή τα φάγανε τα πουλιά».
Θα σας διαβάσω από την ενότητα «Χώρος άχρονος». Τίτλος του ποιήματος: «Μελί και καίγεσαι»:

Αποσπάς μια ηλιαχτίδα απ’ τα πλευρά
Του γλάρου και τη φυτεύεις στα τετράδια σου.
Να που πήρε φως όλη η σελίδα.
Τόσο που αργοκαίγεται απ’ άκρη σ’ άκρη.

Προφταίνεις να δεις σχήματα και χρώματα,
Να εκραγείς μαζί, να χάσεις, να γεράσεις.

Κι έρχεται δειλά το μελί
Της σελίδας που καίγεται
Και γλείφει αργά τις πληγές σου.

Πρόκειται για μια πρόκληση στο πόνο που νιώθει. Με ένα τόνο στακάτο, αφήνοντας σιωπές και κενά. Δεν είναι, όμως, ρομαντική η μελαγχολία της Βλάχου. Αναζητά δοκιμασίες όπως λέει «Προφταίνεις να δεις σχήματα και χρώματα,/ να εκραγείς μαζί, να χάσεις, να γεράσεις» υπονοώντας ότι βρίσκεται στο στρόβιλο της ενδόμυχης επιθυμίας.
Γράφει με μέτρο τα σημερινά δεδομένα και δεν απηχεί την ποίηση κανενός προηγούμενου. Έχει το δικό της χαρακτήρα. Αρνείται να ριζώσει. Είναι ανάλαφρη και φτερουγίζει πάνω από την αδυσόπητη πραγματικότητα. Θα έλεγα ότι η ποίησή της προέρχεται από μια εσωστρέφεια ως αντίδραση στην σκληρότητα της εποχής μας. Αυτή η εσωστρέφεια είναι σαν παραμιλητό, σαν να σου λέει μιλώ στο εαυτό μου. Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα σύνδρομο, το οποίο σηματοδοτεί την απομόνωση του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι ποίηση ως πράξη επαναστατική, γιατί τολμά να αντικαθρεπτίσει την ουσία
της τραγικότητάς μας. Μια επανάσταση σήμερα γίνεται από το άτομο ως μονάδα και όχι ως σύνολο. Η ποίηση της Βλάχου καθορίζει αυτήν την ιντιβιτσουαλιστική στάση, δηλαδή να είναι σε θέση κανείς να σβήσει την προσωπικότητα του και να περάσει στα άδυτα των αδύτων.

 

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Χρυσά Βλάχου Εν ώρα λήθης 2013

Η Χρυσά Βλάχου είναι νέα ποιήτρια με ήδη βραβευμένη την πρώτη συλλογή της, Τροπή, με το Βραβείο Μαρία Πολυδούρη, στην Καλαμάτα το 2012. Έτσι, η επιτυχία της πρώτης συλλογής οδήγησε την ποιήτρια, αμέσως στην δεύτερη, Εν ώρα λήθης, γεμάτη από το πάθος του βιώματος, που ούτως ή άλλως, την συγκλονίζει, και την ώθηση που δίνει η αυτοπεποίθηση. Ίσως δεν είναι υπερβολή να πω, προκαταβολικά, ότι το πάθος εκείνο που σπαρακτικά έδωσε η Πολυδούρη, στην εποχή της, δεν είναι διαφορετικό από εκείνο που μας δίνει η Βλάχου, μόνο που έχει άλλο εκφραστικό όργανο. Εκατό χρόνια μετά, η γραφή έχει διανύσει μεγάλο δρόμο και στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει με κώδικα. Είναι μια γραφή που δεν κολακεύει τον αναγνώστη. Δεν του δίνει κλειδιά να ξεκλειδώσει το κείμενά της, αντίθετα θα λέγαμε πως του βάζει εμπόδια και όστις θέλει οπίσω της ελθείν πρέπει να απαρνηθεί την πεπατημένη. Η απόλαυση του κειμένου της δεν φτάνει από τη βασιλική οδό. Κι ενώ η πρώτη εντύπωση είναι αυτή που καταλήγει στο κλασικό ερώτημα «τι θέλει να πει εδώ ο ποιητής» η δεύτερη και τρίτη φωτίζει σιγά σιγά, προσφέροντας στον αναγνώστη ορισμένες διευκολύνσεις.
Εν ώρα λήθης, χωρίς να λησμονεί τίποτα, αντιθέτως με μια μνήμη σε πλήρη διέγερση, η ποιήτρια στήνει και ξεστήνει τον ιστό της συλλογής της. Σαν Πηνελόπη ξηλώνει ό,τι έχει υφάνει για να ξαναϋφάνει. Κάθε ποίημα είναι τρανή απόδειξη της ζωντανής παρουσίας εκείνου που έχει ξηλωθεί. Και τίποτα δε βρίσκεται σε λήθη, ούτε το παραμικρό ξέφτι. Η αδηφάγα μνήμη γίνεται αίσθηση σωματική και το σώμα εργαλείο και παιχνίδι της.
Η Βλάχου είναι υπαρξιακή ποιήτρια. Αντικείμενο της τέχνης της είναι η ύπαρξή της και αυτής της ύπαρξης χειροπιαστό είναι το σώμα. Αυτό βρίσκεται στην τράπεζα της θυσίας. Το σώμα της που συμπαρασύρει το μυαλό της, την καρδιά της, τα πάντα, εν ολίγοις. Αυτό πάσχει και πάσχει από έρωτα, κι ας μην το λέει με σαφήνεια. 0 έρωτας ο λυσιμέλης, το αμάχανον όρπετον, που έλεγε η Σαπφώ, είναι που της ροκανίζει τα σωθικά. Ο έρωτας, όχι εκείνος που θα αναπαραγάγει το είδος, αλλά εκείνος που θα δώσει υπόσταση, θα γίνει ρυθμιστής της ζωής και της συγκρότησης του «είναι». Εκείνος που θα δικαιώσει την παρουσία του ανθρώπου στη ζωή και θα τον ολοκληρώσει. Ωστόσο, όλα, δίνονται με ασάφεια, αινιγματικά και απροσδιόριστα. Όμως, από αυτό το απροσδιόριστο υλικό υψώνονται, σαν ιστία βουλιαγμένου καραβιού, κάποιες σημαδούρες, παρηγορητικές, αν και δυσερμήνευτες. Το μότο, «οι λέξεις προσάναμμα – θυσία στην αυταπάτη», μας προϊδεάζει βέβαια. Οι λέξεις είναι εκεί για να περιγράφουν τα πράγματα, προσάναμμα και πρόσχημα. Η λέξη «προσάναμμα» ειδοποιεί ότι άλλη είναι η μεγάλη φωτιά. «Αλλού ο λαιμός κι αλλού το μαχαίρι» λέει ο Ελύτης. Το σώμα είναι που πυρπολείται και νομίζω πως, ενώ θα το ήθελε του Διόνυσου, το ρίχνει στον Ήφαιστο. Auto da fe. Και το κακό είναι ανήκεστο. Ωραία, όμως, ενδεδυμένο. Επιμελώς κεκαλυμμένο. Η πληγή δεν φαίνεται απέξω. Οι λέξεις την καλύπτουν. Οι επίδεσμοι είναι ευπρεπείς.
Η ποιήτρια δεν συνθέτει στιχάκια. Οικοδομεί με αρχιτεκτονικό σχέδιο τη συλλογή της. Με τριπλή γραφή-μορφή χτίζει. Την θεμελιώνει με τάξη και νόμο σε κείμενο «πεζό», σε μικρά δίδυμα ή τρίδυμα στίχων και σε εκτεταμένα ποιήματα, πάντα συνεπής στην στίξη. Η τελεία μπαίνει μετά από κάθε φράση, κάθε στίχο, για να δώσει δείγμα της κοντής ανάσας, της λαχτάρας που δεν την αφήνει να οργανώσει μακροπερίοδο λόγο. Και μοιάζουν τα κείμενά της σαν από την ανάπτυξη του «πεζού» να περνούν στην απόλυτη πύκνωση της μικρής φόρμας και έπειτα πάλι στο ποίημα της μεγάλης, δοκιμάζοντας όλα τα είδη της ποιητικής μορφής και αναπνοής. Το σχήμα είναι επαναλαμβανόμενο. Η Βλάχου παιδεύει τη λέξη, πελεκάει το ποίημα σαν σώμα, σαν γλύπτης παράφορος (και η ακουστική αναλογία δεν είναι αμελητέα). Η σάρκα είναι η ύλη των ποιημάτων, το ποίημα η ύλη των νοημάτων. Σώμα και πνεύμα και ψυχή όλα, υλικοποιημένα. Η «Χειραψία», π.χ., έχει τα μυστικά της, τα σημαινόμενά της. Τα χέρια αποκαλύπτουν αλλά και κρύβουν, μεταμορφώνονται σε πουλιά, τα λόγια σε ερπετά, το χειροκρότημα σε επιβράβευση. Αλλά και τα μάτια και τα βλέμματα, το στόμα και τα λόγια, τα δόντια και το σάλιο. Κι οι αναμνήσεις από τα νησιά και τα χαμένα βήματα, όλα συμμετέχουν στο χορό των παθών και στης ουσίας, σαν σε χορογραφία, της οποίας τα σημαινόμενα καλείται ο αναγνώστης να εννοήσει, να νοιώσει, να αισθανθεί με εργαλεία ασαφή, σχήματα, όνειρα και εικόνες. Η ιστορία επαναλαμβάνεται σε παραλλαγή: «Περπατάμε σε αναγνώσεις του παρελθόντος με διαφορετική γραμματοσειρά». Όπως παλιά, έτσι και τώρα, ο άνθρωπος τις ίδιες απαντήσεις ζητά αλλά απαντήσεις δεν βρίσκει. Κι έτσι προκύπτουν όλες οι επιθυμίες ακυρωμένες. Άλλα επιθυμεί ο ένας, αλλιώς αντιδρά ο άλλος, κάθε τέχνασμα και τέχνημα χάνει το νόημά του. Κάθε απόπειρα αστοχεί: «Έβαλα φωτιά στο πρόγραμμα ξενάγησης…», εσύ όμως «έφυγες». Ανεπίδοτα τα μηνύματα, επομένως. Το διεκδικούμενο, προκαλούμενο δεν δέχτηκε την πρόκληση, δεν σήκωσε το γάντι. Η ωραία ματαιοπονία αξίζει τον κόπο:

«Σε βρήκα στο χαρτί./ Λιτανεία να κάνεις – να βρέξει νοήματα/
Ήσουν στη σκέψη μου πριν από εμένα./ Σκιά. Δεμένη στην άκρη της
σελίδας. Έκανες ευχές. Δόξαζες./ Κόσμος περπατούσε πάνω στις
γραμμές. Δόξαζε κι αυτός./ Σαν ισχνά, καμένα στην άκρη, σπίρτα./
Αστροπελέκι οι δοκιμές./ Έκαναν τρύπα στο χαρτί./ Δεν εξαπατήθηκαν οι παραστάσεις./ Ένα α άτολμο παραχώρησε τη θέση του σε ένα
σίγμα τελικό ./Τοπίο άνυδρο./ Μην το βιάζεις.» («Εκχρονίκευση»),

Η ποιήτρια προσπαθεί να γράψει. Το αποτέλεσμα δεν την ικανοποιεί. Το
ποίημα είναι διάτρητο, γεμάτο διαρροές. Το μήνυμα φεύγει και όπου φτάσει, όσο φτάσει. Και, φυσικά, το τοπίο δεν είναι «άνυδρο». Το ποίημα εδώ μπαίνει στη θέση του σώματος, διότι, ό,τι πάσχει το ποίημα έχει αντίκτυπο στο σώμα.
Αποτέλεσμα η εξάντληση της κλίμακας-αλφαβήτας που άρχισε με
το «α άτολμο» για να καταλήξει στο «σίγμα τελικό». Σε ένα «ς» δηλαδή, σε έναν όφι που έβαλε τον συριγμό του τέλους. Ή υπάρχει και άλλη εκδοχή; «Ο ερωδιός καθώς πετά βυθίζει το λαιμό στο σώμα του. Έτσι, σχηματίζει ένα ς τελικό. Συστολή λόγω επαγρύπνησης ή λόγω μονοσήμαντου ερωτισμού» («Πτήση εντός μου»). Η πληροφορία συνεπάγεται συνυποδηλώσεις και ποικίλες ερμηνείες.
Ωραία μεταπλάθει το μύθο «Του γιοφυριού της Άρτας» («Ισορροπία») και μεταμορφώνει την πρωτομαστόρισσα σε μάγισσα, που καταπίνοντας δεκαπέντε μαθητάδες (ήταν εξήντα, στην αρχή), τους ισοσκελίζει με τους μαστόρους, σε δυο χορούς των σαράντα πέντε, για την ισορροπία στην ορχήστρα. Μια καλή μετάπλαση της παραλογής που παρόμοια μας έχει δώσει σε ποίημα ποιητικής και ο Στάθης Κουτσούνης στη δική του εκδοχή «του γιοφυριού της ποίησης» με το όμορφο «δαχτυλίδι» να γυαλίζει προκλητικά στο χαρτί σαν στη «βαθιά καμάρα γιοφυριού». 0 Κουτσούνης θέλει να στοιχειώσει την «της άγριας έμπνευσης την όμορφη την κόρη». Η Βλάχου θέλει «γυναίκα» και είναι η ίδια που θυσιάζεται στη δική της εκδοχή ποιητικής:
«-Πρέπει κάποιος να θυσιαστεί… και να ’ναι και γυναίκα./-Άφησέ το να λιαστεί λίγο ακόμα,/ λέει κάποιος από τους μαθητάδες./ Οι πέτρες όταν καίνε, ανέγγιχτες γίνονται./ Να ’ρθει το σούρουπο. Να πέσουν οι εντάσεις» και με έμφαση επισημαίνει πως «το νόημα θέλει άπνοια./ Κενό αέρα», πράγμα που σημαίνει πρέπει κράτημα αναπνοής για να συμβεί το θαύμα. Κι έτσι επέρχεται «Ισορροπία στο χαρτί» και τελικά «Το ποίημα εσώθη». Δεν είναι γεφύρι δεν είναι δαχτυλίδι. Είναι το ποίημα. Το ποίημα εσώθη, λοιπόν. Το σώμα όμως;
Ό,τι αυθορμήτως και εν θερμώ γεννιέται θέλει ξανακοίταγμα. Η ποιήτρια ξέρει καλά ότι ο έλλογος έλεγχος οφείλει να τηρεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Γι’ αυτό στην επεξεργασία του κειμένου της γίνεται μεθοδική, κι ας δείχνει παρορμητική. Τηρεί τις αποστάσεις από το συναίσθημα και το λόγο. «Όλα έρχονται απ’ τις γωνίες του καθρέφτη. Ριπές που κεντρώνουν το σώμα μου και το κάνουν ένα δεύτερο σώμα. Αυτό το χαρίζω στο κείμενο. Όσα αναληθή γράφονται, είναι επιτρεπτά. Γιατί το σώμα δεν του ανήκει. Γιατί το σώμα του έχει γίνει ένα με το χαρτί… Τριπλά νοήματα αιωρούνται… Το σώμα μου είναι σώμα του και σώμα του καθρέφτη». Είναι φανερό, πλέον, πως η φλόγα της μεταμόρφωσης σε λόγο της μικρής αστραψιάς του μυαλού έχει ένα μόνο μέσο για να περάσει· το σώμα, το φέρον, το σήμα που γίνεται ποίημα για να σηκώσει τα βάρη της ψυχής. Και όλα είναι σώμα, τρισυπόστατο ιερό και φλεγόμενο. Ουσιαστικό σαν ύλη. Ποίημα σαν νους. Είδωλο ενός κόσμου και «φωτεινό αστέρι που φυτεύτηκε στη χαραμάδα της γραφής τάζοντας υψιπετές μειδίαμα». Και πάλι φλεγόμενο και κομμένο «στα δυο/ κυρτώνει / τον καθρέφτη/ που μέσα του πια δεν πονάς» («Αντανάκλαση»), και έτσι, ρατώντας όλο τον πόνο για το σώμα, ελευθερώνει το είδωλο, προσφέροντάς του την αυταπάτη της λύτρωσης εξ αντανακλάσεως: «Σώμα με σώμα οι αλληγορίες. Παραμύθι και σιγή./Και συ άκουγες καθισμένη στα γόνατα
της υπόσχεσης./ Γύρνα πλάτη. Μη δεις την έκφραση. Σκιά που παραιτήθηκε» («Σκιά σε τοίχο»).
Και με ξεπουλημένες όλες τις αναμνήσεις, σε κατάσταση έκρηξης, αφήνει λευκή μελλοντική απειλή την εκδίκηση μέσω της αυτοτιμωρίας:
«Εκεί που σε πεθύμησα/ εκεί θα σε βουλιάξω». Κρατώ το ρήμα «πεθύμησα» σαν λέξη κλειδί, με βαρύ φορτίο από την εποχή του άκρατου υπερρεαλισμού -desire- που δεν ξεκλειδώνει αλλά αφήνει «δάχτυλα φωτιές, στο κορμί. Καταιγίδα υποδόρια» («Στίχοι») να υποδηλωθεί. Κι ακόμα «Ευρύχωρη ανία / σε ποθώ για να χωρέσω όσο μπορώ» («Ανία»). Επίσης, «0 στήμονας η κρόκη γεννιούνται απ’ τη στρεπτική κίνηση της τουλούπας, το σώμα συμμετέχει, το σάλιο, τα δόντια, οι μηροί, τα δάχτυλα, πόσο ερωτική η επιθυμία της γένεσης» («Το σύμπαν πριν τη γένεση του»).
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια φωνή δυναμικά σπαρακτική,απελπισμένα ερωτική, τραγικά ειλικρινή, φωνή που μεταμφιέζει σε στίχους την ένταση και το ασίγαστο πάθος, για να ανταποκριθεί αισθησιακά στη σκέψη: «Κύμα, ήλιος κι έρωτας./ Κοπάδι υδρατμών στα μάτια μου κάθε που ανασαίνω διπλά./Έρωτας είναι: / Στο βυθό να βρίσκεσαι. Με ανάσα. Και να μην πνίγεσαι» («Στόχοι.»). «Χλωμό μισοφέγγαρο … συμπλήρωσε με να εκραγώ…» («Στίχοι»). Ζητείται έρωτας που να ολοκληρώνει σαν θάνατος: «να εκραγώ».
Κλιμτ, Κίρχνερ, Μποτερό, είναι οι ζωγράφοι στους οποίους παραπέμπει και τους οποίους προτιμά. Παραμορφωμένες υλικότητες. Άλλοτε ακραία ρομαντικές, άλλοτε φριχτές και επιεικώς απωθητικές. Σε όλες αυτές δίνεται αφειδώς για να βρει άλλοθι, παραλλαγή σκευής, για μια νέα μεταμόρφωση, μια λυτρωτική αλλαγή. Παλεύει με τα σχήματα να αποδώσει το αναπόδοτο. Και η συλλογή που τραυματικά ξεκίνησε και εξελίχτηκε και ολοκληρώθηκε, τελειώνει με ένα αναπάντητο ερώτημα:
« Τι είναι αυτό που άγουρο στη σκέψη μας/ παραμένει / ενώ πρόωρα μας ωριμάζει·,» Πιστεύω πως το θέμα άφησε άλυτο, πριν από πολλά χρόνια, ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Μαρίνα των βράχων», με τη φράση «στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο …θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου». Έχει άλλωστε, πιστεύω, η ποιήτρια όλα τα χαρακτηριστικά της ελυτικής ηρωίδας, στην πιο εξπρεσιονιστική τους εκδοχή δοσμένα. Κι έτσι, σιβυλλικά, χωρίς απάντηση η συλλογή κλείνει. Η περισυλλογή όμως συνεχίζεται. Η δίψα για απάντηση, για πλήρωση, για δικαίωση, για ένα μικρό, έστω, μερίδιο ευτυχίας, είναι αίτημα που δεν μπορεί να εγκλωβιστεί και να εξαντληθεί σε μια συλλογή. Η αγωνία συνεχίζεται.
Η Βλάχου είναι μια σπαρακτική αγωνιώδης φωνή που ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο και μοιάζει έτοιμη και πάνοπλη να σκίσει τον ορίζοντα, να καταστρέψει το χάρτινο σκηνικό για να ελευθερωθεί στον ποιητικό αέρα και να βιώσει τον έρωτα-θάνατο της αληθινής απόλαυσης- δημιουργίας, αν είναι αλήθεια πως υπάρχει, πως ανιχνεύεται και
πως κάπου εδώ γύρω πετά.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

Η Χρύσα Βλάχου έχει διαμορφώσει ήδη το πρώτο ποιητικό της σώμα, θα
έλεγα, και ταυτόχρονα έχει το σύγχρονο θηλυκό πρόσωπο της Ποίησης της
Θεσσαλονίκης.
Με την ποιητική δουλειά της ήρθα σε γνωριμία την Άνοιξη του 2013, όταν η
ίδια διακρίθηκε ως πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια για τη συλλογή της Τροπή
στον ποιητικό διαγωνισμό ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ του Δήμου Καλαμάτας.
Ευτυχής συγκυρία: συνέπεσε το εν λόγω βραβείο να το μοιραστεί με τον
ποιητή και φίλο Θάνο Πάσχο, με τον οποίο μας συνδέει φιλία -ευτυχής διπλή
σύμπτωση- από την εποχή της συνυπηρέτησής μας στη Λακωνία, όπου και ο
τόπος καταγωγής της Χρύσας. Μόνο που μετά τις σπουδές της την κράτησε η
Θεσσαλονίκη.
Ως αναγνώστης και φίλος θα επιχειρήσω να πω λίγα λόγια.
Σας διαβάζω, για να συνδεθούμε με το πρωτογενές ποιητικό υλικό-
προεξαγγελτικά ας παρατηρούσα, μιας λεπτής ευρηματικής σκηνοθεσίας:
Σκιά στον τοίχο.
Βέργες χρυσές,
Σκιές που φυτρώνουν
καθώς ο ήλιος χάνεται.
το ένα στο άλλο (σ.31)
Τα απώτερα καταγωγικά ίχνη της γραφής του ποιητή θα τα αναζητούσαμε
όχι σε όποια ενδεχόμενη μηχανική εφαρμογή της θεωρίας αλλά στις
εγχάρακτες μνήμες των πρώτων χρόνων νομίζω. Ο χρόνος νικιέται πάντα
από τη μνήμη, στην περίπτωση της ποιητικής έκφρασης ή της καλλιτεχνικής
εν γένει δημιουργίας, με την μετουσιωμένη πύκνωση του βιώματος. Από την
άλλη, για λόγους που δεν θα αναλύαμε επί του παρόντος, η λήθη, αρκετά
βολική κάποτε, είναι η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας.
Πατώντας στο πύρινο έδαφος της πραγματικότητας εν ώρα κρίσης, Εν
λήθης λοιπόν επανέρχεται η Χρύσα Βλάχου έτοιμη, λίγους μήνες μετά
την εναρκτήρια Τροπή, και εδώ με εύρυθμη λεκτική ευκινησία που δεν
υπολείπεται του αναμενόμενου νοηματικού βάρους.
Κι ενώ ο τόπος -που με διαφορετικά ονόματα επιστρέφει- θα πρέπει να
διαβαστεί σαν ψυχική κατάσταση, εύλογα θα φανταστούμε στην ποίησή της
έναν αβίαστο, γονιμοποιό συνδυασμό των προτύπων, όπως η απηχητική
επίδραση της λακωνικής ελλειπτικότητας και η συνομιλία με τη σχετική
διαφορά ιδιοσυγκρασίας Ρίτσου – Βρεττάκου, και η παράδοση του εσωτερικού
μονολόγου και της λογοτεχνίας των συνειρμών από την άλλη που καλλιέργησε
η συμπρωτεύουσα.
Εν προκειμένω, θα πρόσθετα το νεο-ρομαντικογενή απόηχο ή τις
ανακλάσεις του περίφημου ιδιωτικού οράματος στην ποίηση της δεκαετίας του
’80 σήμερα, μια εποχή επώδυνων προσαρμογών.
Η ευγενική όσο και αιφνιδιαστική πρόσκληση της Χρύσας να μιλήσω
απόψε, δίπλα στους εκλεκτούς συνομιλητές, για το δεύτερο εκδοτικό της
βήμα, ομολογώ με βρήκε εν μέσω άλλων πιεστικών προτεραιοτήτων. Όσο
και αν ήταν να αποφύγω λέξεις που μπορεί να μοιάζουν κουρασμένες και
άδειες, δεν θα έκρυβα αισθήματα ιδιαίτερης χαράς φυσικά και τιμής. (Πώς
θα μπορούσα να αρνηθώ;) Έχοντας την αδιαμφισβήτητη αίσθηση ότι στο
επίπεδο των συστάσεων με το παρουσιαζόμενο νέο ποιητικό βιβλίο της
Χρύσας, οι όποιες προσωπικές μου αναγνώσεις θα καλυφθούν σημαντικά ή
με το παραπάνω από την εγνωσμένη επάρκεια των συνομιλητών, δράττομαι
απλά της ευκαιρίας να τονίσω πως το βιβλίο -γενικά- δεν είναι ούτε θα έπρεπε
να εκπίπτει σε ένα ομοίωμα αισθητικής απόλαυσης, προϊόν κάλυψης αναγκών
με ημερομηνία λήξης. Κρίνεται απαραίτητη, επομένως, η τήρηση των
αποστάσεων από τους καταιγιστικούς ρυθμούς ενός πολύβουου παρόντος,
που δεν διαφοροποιούν τα πράγματα, επί της ουσίας, από εκείνους του
λανσαρίσματος ενός τελευταίου καταναλωτικού μοντέλου. Από την άλλη, σε
εποχές που συσσωρευμένα προβλήματα έχουν ανατρέψει άρδην βεβαιότητες
μιας στιλβωμένης ζωής, να μία αφορμή συντονισμού σε ένα κοινό αίσθημα,
σκέφτομαι για κάθε παρόμοια προσπάθεια συνάντησης που -καθώς και η
ήρεμη φιλία η ανάγνωση- θέλει το χώρο της. Ορίστε, ίσως, και ένα αίτημα
αθωότητας τις μέρες της «απομάγευσης» που όλα μοιάζει να έχουν ειπωθεί.
Λέγεται ότι ένα βιβλίο που το στηρίζεις είναι ένα βιβλίο που πέφτει. Τα
βιβλία της Χρύσας δεν χρειάστηκε να «στηριχθούν». Θα πω η ίδια δε στηρίζει
φωτογραφικά τη μνήμη για να τη διασώσει, αλλά καθώς όποιος ασκεί μία
εργασία μνήμης όπως είναι η ποίηση μπορεί να αντιλαμβάνεται τους δικούς
της φορείς νόησης του κόσμου με την πνοή της εσωτερικότητας και βέβαια όχι
μέσα από μια ανερμάτιστη φλυαρία.
-Φυγή-
Στα χέρια σου χνάρια που μάτωσαν
καιρών και φίλων.
(σ. 67)
Η χρήση του δεύτερου προσώπου ως ταυτόχρονη έκκληση, σταθερά, σε
άλλο πρόσωπο ακολουθεί το οικείο ύφος του οργανωμένου ρεμβασμού στο
ποίημα Φυγή, που μόλις σας διάβασα, καθώς αποκαλύπτει -θα έλεγα- μία
στοχαστικής οξύτητας εσώτερη πάλη, ενώ η τεχνική δεξιότητα συνδυάζει τη
συγκερασμένη αίσθηση του βιώματος με την κρυπτικότητα της αφαίρεσης.
Σκέψεις ακόμα που μου γεννήθηκαν διαβάζοντας προσεκτικά τα ποιήματα
της Χρύσας είναι ότι η ίδια η ουσία της ποιητικής λειτουργίας είναι σύμφυτη
με έναν εναλλακτικό τρόπο βίωσης και «επανανακάλυψης» του κόσμου
και ότι η διασφάλιση κάθε εκδοτικού προαπαιτούμενου παραμένει μια
τυπική περισσότερο επιβεβαίωση. Μία αθόρυβη και από την αρχή κάθε
φορά «ανακάλυψη της πυρίτιδας» μόνο σε κοινωνία με το αληθινό πρόσωπο
της ποίησης, συνεπώς, θα πρέπει να παραπέμπει.
Ξέχασες πάλι το τετράγωνο της λογικής, ξεκινάει ένα από τα πεζόμορφα
ποιήματα της ενότητας Σημειολογία του ρυθμού με τον τίτλο Ερωτικό
και είναι ενδεικτικό μιας στακάτο μουσικότροπης χρήσης της ερωτικής
θεματολογίας της συλλογής. Μέσα σου κουρδισμένα κλειδοκύμβαλα…
Είναι θαυμαστό πώς τα παιδιά εισέπραξαν μουσικά, όπως θα ακούσετε, την
ποίηση της Χρύσας.
Αυτή η λεπτότητα της χειραψίας έχει την οργάνωση της σειραϊκής μουσικής.
Εστιάζοντας στο παιγνιώδες ενός ποιητικού στοχασμού, επιλέγω την
ανάγνωση του ποιήματος Μελί και καίγεσαι:
Αποσπάς μια ηλιαχτίδα απ’ τα πλευρά (σ.50)

«Εν ώρα λήθης» ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ της Αθήνας

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Είναι μεγάλη τιμή και χαρά μου να παρευρίσκομαι σήμερα στην εν Αθήναις παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της καλής συναδέλφου και φίλης Χρύσας, εδώ, στον φιλόξενο και οικείο χώρο του Ιανού.
Η αλήθεια είναι ότι με εξέπληξε ευχάριστα το άκουσμα της έκδοσης αυτής της συλλογής, καθώς δεν γνώριζα ότι η Χρύσα δοκιμαζόταν και στη δική της προσωπική γραφή. Η έκπληξη όμως έγινε μεγαλύτερη όταν διάβασα τα πρωτόλειά της. Ποιήματα απαιτητικά, πολύ καλά δουλεμένα, που κάθε
άλλο παρά πρωτόλεια θυμίζουν.
Η γραφή της, προσωπική, με έντονο το στοιχείο της θηλυκής αποτύπωσης των πραγμάτων, δείχνει πως ο πνευματικός κάματος απέδωσε πολλά υποσχόμενους – και για το μέλλον – καρπούς. Εστιάζω στη θηλυκή αποτύπωση της πραγματικότητας, καθώς ο λόγος της είναι βαθύτατα
συγκινησιακός. Χρωματισμένος άλλοτε με αισιόδοξα καλοκαιρινά χρώματα κι άλλοτε – συχνότερα – με χρώματα μουντά, ενός σκοτεινού και υγρού χειμώνα.
Το συγκινησιακό φορτίο πηγάζει από ένα πλούσιο απόθεμα βιωμάτων που ανακαλώνται μνημονικά, άλλοτε από μια χαμένη παιδική ηλικία αθωότητας κι άλλοτε από στιγμές μιας έντονης προσωπικής διαδρομής. Ο έρωτας, διακριτικός, είναι πανταχού παρών κι απόμακρος συνάμα.
Ωστόσο, τα βαθιά υπαρξιακά ποιήματά της δεν αποδίδουν μόνο μια πορεία προσωπικών βιωμάτων. Το συλλογικό ενυπάρχει και συνυφαίνεται με τις προσωπικές αγωνίες. Σε μια εποχή έντονης κρίσης, η ποίηση δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη, και η Χρύσα καταθέτει τη δική της αγωνία.
Η προσδοκία υπέρβασης της ζοφερής πραγματικότητας, χωρίς αιθεροβάμονες σκέψεις, είναι παρούσα αλλά εξαιρετικά συγκρατημένη. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αισθητοποιεί τις σκέψεις και τα έντονα συναισθήματά της, οφείλω να σταθώ ιδιαίτερα στα συχνά παιχνίδια, ακόμα και στις ακροβασίες, με τις λέξεις. Λέξεις σπάνιες, κάποιες ξεχασμένες, με φορτία μυθολογικά, αλλά κυρίως ψυχαναλυτικά, απαιτούν από
τον αναγνώστη να καταβάλει κι εκείνος τον δικό του κάματο για να «ξεκλειδώσει» τα καλά κρυμμένα νοήματα.
Θα σταθώ ιδιαίτερα σε τέσσερα ποιήματα: ένα αντλημένο από μια ζοφερή πραγματικότητα που παραπέμπει στο δύσκολο παρόν μας ένα ποίημα «ποιητικής» ένα με έντονο το ψυχαναλυτικό στοιχείο και θα ολοκληρώσω με το ακροτελεύτιο της συλλογής.
Θα ξεκινήσω με το ποίημα «Δειλία», ένα ποίημα που συνυφαίνει την τραγωδία του σήμερα με την πανάρχαιη τραγωδία κάθε ηττημένης Πολιτείας. Σχήμα κύκλου: τίτλος και ακροτελεύτια λέξη, ίδιες: «Δειλία». Τίνων; Εκείνων πο λιγόστεψαν και δεν μπόρεσαν να φυλάξουν τις επτάπυλες Θήβες; Δειλία των πολλών; «Ξεπούλησαν οι οικήτορες τη χώρα τους». Η σύγκριση με ένα
μυθολογικό-ηρωικό παρελθόν είναι αναπόφευκτη για όλους εμάς που ζούμε σ’ ένα παρόν εξαιρετικά ζοφερό. «Κατατροπώθηκε η δειλία μόνο σε κάποιους θύλακες, όχι στο πλήθος; Στους θύλακες του δυνητικού αν». Θα περιμέναμε τον αναγραμματισμό – να – . Η λεπτή ειρωνεία όμως για την έλλειψη αποφασιστικότητας τόσο των πολλών όσο και των λίγων – εκλεκτών – είναι εκεί παρούσα. Προφανώς μόνο υπαινικτική μεταξύ προπόσεων, οι μύστες επέλεξαν να χρεώσουν στους άλλους τη δειλία και την ήττα, το ξεπούλημα της χώρας. Ο λόγος λιτός, πυκνός, υπαινικτικός, μας οδηγεί σε μιαν ανάγνωση της πραγματικότητας μέσα από ένα βαθιά φιλοσοφικό και ποιητικό
πρίσμα. Η ποίηση είναι και πολιτική πράξη που καταυγάζει όσα σκοτεινιάζει ο ζόφος της πολιτικής δειλίας.
Το δεύτερο με τίτλο «Στίχοι – Β’» Πρόκειται για ένα ποίημα «ποιητικής», δηλ. ποίημα που αποκαλύπτει τις πεποιθήσεις τηςδημιουργού του για τη διακονία της τέχνης της. Εδώ η ποιήτρια μάς εισάγει στα άδυτα του
εργαστηρίου της. Η ίδια, μια εργατική κι ακάματη «αράχνη», καταγράφει με έντονο μπλε χρώμα τις μαρτυρίες της, εν είδει «ημερολογίου». Φροντίζει για το «έκκριμά» της, τον ιστό-δημιούργημά της. Σε μόλις τρεις στίχους, με αξιοσημείωτη λιτότητα και πυκνότητα, καταθέτει τον τρόπο της επίμονης,
διαρκούς, μοναχικής ποιητικής της προσπάθειας. Διακριτικά φανταζόμαστε να την παρακολουθεί η τιμωρός και προστάτιδά της, θεά της σοφίας, Αθηνά-Εργάνη. Η θεά αυτή θα μας παρακολουθεί διακριτικά, κρατώντας την ασπίδα της αυτή τη φορά, και στο επόμενο ποίημα, «Το τέλος μιας επιστολής» (σελ. 51), ένα ποίημα ιδιαίτερα αινιγματικό. Ένας φανταστικός αποδέκτης-παραλήπτης διαβάζει μια ερωτική επιστολή, εξαιρετικά απαιτητική
στην αποκρυπτογράφησή της. Εικόνα έρωτα σε ξέφωτο η αρχή. Η λάμψη ενός έρωτα που θα διέλυε τα πυκνά σκοτάδια. Ενός έρωτα άατου, χωρίς «άτη», δηλ. χωρίς τιμωρία. Η ερωτική κίνηση περιγράφεται σαν καλπασμός αλλά και σαν «ρίγος». Τι έφερε κοντά αυτούς τους δύο εραστές; «Σήμερα είναι το Κί (μερον) που μας φέρνει πιο κοντά». Λογοπαίγνιο η ευφάνταστη
δημιουργία μιας σύνθετης λέξης. Ίμερος είναι ο έντονος ερωτικός πόθος. Ενώνεται εδώ με τη σουμεριακή θεότητα Κι’, θεότητα της γης, αδελφή του Αη, του θεού του ουρανού. Ο έρωτας ενώνει τα αντίθετα, είναι η δύναμη που οδηγεί τη γήινη ύπαρξή μας στον ουρανό, μ’ έναν ξέφρενο καλπασμό. Όσοι έχουμε νιώσει ερωτευμένοι μπορούμε να καταλάβουμε όλη αυτή τη ζωική ενέργεια που μας απογειώνει και συνάμα μας απελευθερώνει από τις συμβάσεις που μας κρατούν δέσμιους μιας μίζερης αποδοχή των όποιων «επίγειων» συμβάσεων και περιορισμών.
Αμέσως μετά η ποιήτρια καλεί τον αποδέκτη της επιστολής να σκεφθεί τον Χρυσάωρα και τον Πήγασο, τα μυθικά παιδιά της Μέδουσας, που ξεπήδησαν από το κομμένο κεφάλι της, όπως ξεπήδησε και η πάνοπλη Αθηνά από το κεφάλι του Δία, ο ένας έτοιμος για μάχη, με το χρυσό σπαθί στο χέρι, κι ο άλλος (ο Πήγασος) έτοιμος για πτήση. Ποιος έρωτας δεν απαιτεί μάχη με τον εαυτό μας, με τον καθωσπρεπισμό, με τα εμπόδια; Ποιος έρωτας δεν μας οδηγεί σε φρενήρη καλπασμό στα ουράνια; Κάθε στίχος, κάθε μυθολογική αναφορά κι ένα συνειρμικό ταξίδι στα έγκατα της ύπαρξής μας, στις στιγμές των μεγαλύτερων πτήσεών μας, δηλ. τις ερωτικές στιγμές. Η Μέδουσα,
παρούσα εκεί, πριν γίνει αποτροπαϊκό σύμβολο στην ασπίδα της Αθηνάς Παρθένου, πρόλαβε να φέρει στο φως δύο γιους, που δεν αρνούνται στους θνητούς τον έρωτα, αλλά αντίθετα συμβάλλουν στην υπέρβαση των εμποδίων που τον στοιχειώνουν.
Οι συχνές μυθολογικές αναφορές, σαφέστατα ψυχαναλυτικές, καταδεικνύουν όχι μόνο τη φιλολογική ενασχόληση με τα πράγματα αλλά και τη γνώση των συμβόλων που κρύβονται πίσω από αυτές. Σύμβολα απαιτητικά που μας καλούν σε μια διαρκή πνευματική και ψυχολογική άσκηση, σε εποχές έντονης ξηρασίας. Θα ολοκληρώσω με μια σύντομη αναφορά στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής. Τίτλος «Σκέψη» (σ. 53) ένα ποίημα «γραμματικής τεχνολογίας». Η λέξη-κλειδί εδώ είναι το «α-παρέμφατο», αυτό που δεν «παρεμφαίνει», δηλ. δεν φανερώνει το υποκείμενό του. Μπορεί να παίξει, βέβαια, το ρόλο του υποκειμένου και του αντικειμένου, το ρόλο δηλ. τόσο του θύτη όσο και του θύματος. «Πόσο λυπηρό…». Αυτή ακριβώς η δυνατότητα, η «τέλεια βαθμίδα» του απαρεμφάτου να καθορίζει τελικά και να προσδιορίζει το παρελθόν – το πριν – του καθενός μας. Ό,τι αφήσαμε να λειτουργήσει
ερήμην μας χωρίς το δικό μας cogito, το δικό μας sum, εξελίχθηκε σε ένα πριν που χάθηκε… Σ’ ένα παρελθόν που σχηματοποιήθηκε χωρίς τη λειτουργία του προσώπου μας. Τρεις στίχοι σε κλιμακωτή αύξουσα παράταξη που εκφράζουν τη λύπη για ό,τι χάθηκε ανεπιστρεπτί. Η ίδια θλίψη/
σκέψη και στο ποίημα «Συμμετρία δράσης» (σ. 48). Ευτυχώς αυτό που δεν χάθηκε είναι το παρόν. Αυτή η αξιόλογη ποιητική προσπάθεια που μας
γεμίζει προσμονή για το μέλλον. Ευχαριστούμε για την ευαισθησία, για την κατάθεση ψυχής.
Καλώς όρισες και καλοτάξιδο το βιβλίο σου!

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Σοφια

 

 

 

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Ποιήματά της και δοκίμια για έργα ομότεχνών της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά ’Εμβόλιμον, Η Παρέμβαση, Το Κοράλλι, Ο Σίσυφος και Πνευματική Ζωή.
Από το 2010 μέχρι και το 2015 συμμετείχε ως κριτής στο Πολιτιστικό Πρόγραμμα: Λογοτεχνικό εργαστήριο της Δ/νσης Β΄ θμιας εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, με τίτλο «Οι μαθητές γράφουν» και έχει διοργανώσει πολλές φορές το λογοτεχνικό διαγωνισμό στο σχολείο της.
Από το 2017 είναι βοηθός σύνταξης στο λογοτεχνικό περιοδικό ο Σίσυφος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Νοσταλγός κατά συρροήν, (2018) Γαβριηλίδης
Από φεγγίτη μικρό, (2016) Γαβριηλίδης

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ (2018)

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

Κανέλα και μπαχαρικά
μαγεύουν τη ζωή μας,
γλυκό ταξίδι θύμησης
στη μακρινή Ανατολή
στην κοντινή μας Πόλη,
γλυκιά Κωνσταντινούπολη
του πόθου της καρδιάς μας.
Της γεύσης τέλειες διαδρομές,
αναδρομές στο παρελθόν,
στα παραμύθια της γιαγιάς
και στις γλυκές κι ονειρικές
παραμυθένιες λιχουδιές.

 

ΜΠΛΕ ΘΑΛΑΣΣΙ

Βαθύ το μπλε της θάλασσας
όμορφα συνταιριάζει
με το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Η Λέρος μ’ αρχοντιά ξαπλώνει στο Αιγαίο.
Μα και του κάστρου η Παναγιά
σε βάρκα μέσα φτάνοντας
με τρόπο θαυματουργικό
από πατρίδα μακρινή,
χαμένη μες στο χρόνο,
Κυρά ακριβοθώρητη
το κάστρο διαφεντεύει.

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ

Κατά συρροήν νοσταλγός
της δικής σου μορφής,
στα χνάρια βαδίζω
του πόθου μου για σένα.
Μα γκρεμίζομαι απότομα
στο απαγορευτικό της καρδιάς σου.

 

ΑΠΩΛΕΙΑ

Ήλιος, βροχή, ίδιος καιρός για μένα.
Τοπίο γκρίζο, σκοτεινό σαν την ψυχή.
Καρδιά μου έμεινες λειψή.
Μαύρες τουλίπες, ακριβές
δεν ευωδιάζουν.
Ο χρόνος φεύγει, έρχεται, περνά,
μόνος του τέλος τρέχει.
Φωνάζουν γύρω μου, γελούν
είναι ευχαριστημένοι
εύκολα πέτυχαν χαιρέκακα
να διώξουν ό,τι αγαπούσα.
Κι ο χρόνος τρέχει.
Περνούν οι μέρες,
απελπισμένη εγώ
να βαδίσω αντίστροφα
πασχίζω.

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ

Στ’ όνειρό μου ήρθες σήμερα.
Με άγγιξες στο μάγουλο
που έκαιγε
μα όπως ξύπνησα
είχες χαθεί.
Και όμως σε αισθάνθηκα
κοντά μου
τόσο που νόμισα

αλήθεια πως ήτανε.

 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Ήταν κι αυτές οι Κυριακές
που μ’ αδημονία περίμενα
το πρωινό να ξημερώσει.
Ήταν οι Κυριακές αυτές
που όταν πίσω έφευγαν
με τι λαχτάρα σε αντίκριζα
το επόμενο πρωί.
Και τώρα
οι Κυριακές μου γκρίζες,
ανούσιες, μουντές,
χωρίς καν την ελπίδα.
Δευτέρα πάλι έρχεται.
Κι εγώ δεν θα σε δω,
αφού αλλού θα βρίσκεσαι
πολύ πια μακριά μου.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ήσουνα μιλιά αμέτρητα
πολλά πολύ μακριά μου
σ’ ένα πανέμορφο νησί
μες στην αχλή του ονείρου.
Απείχες χρόνια αρκετά
Οδύσσειας τα έτη.
Μα σαν στην Ιθάκη πάτησες
καλά ένα πρωί,
τότε ένιωσα ξεκάθαρα
βαθιά μες στην καρδιά
πως για μια υπόλοιπη ζωή
το νόστο της μορφής σου
διαρκώς θ’ αποζητώ.

 

Η ΦΥΓΗ ΣΟΥ

Μου φεύγεις πάντα.
Πας εκεί που ανήκεις.
Δεν παραπονιέμαι γι’ αυτό.
Μονάχα την καρδιά μου
νεκρώνω, να μη νιώθει τον πόνο
της δικής σου φυγής.

 

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Σκάβω τον τοίχο με ορμή,
με χέρια πληγιασμένα,
αυτόν που ο χρόνος παγερά
χαιρέκακα ορθώνει.
Μα πιο πολύ αισθάνομαι
την πληγωμένη μου καρδιά
στον τοίχο να γκρεμίζεται
με θέα τη μορφή σου.

 

ΕΡΗΜΗΝ

Ερήμην σου σε θέλω,
ερήμην σου μου λείπεις,
σ’ αναζητώ παντού.
Δεν σε χορταίνω πλέον,
μέσα από σένα ζώντας,
ερήμην μου υπάρχω.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ

Να με βλέπεις δε θέλεις,
δε σου λείπω καθόλου.
Κι εγώ καταγδέρνω τις μέρες
ξεμαλλιάζοντας τις νύχτες,
να εξαφανιστούν, να περάσουν
μήπως κι έρθει η στιγμή
να βρεθούμε για λίγο.

 

Η ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

ΣΕΛΗΝΗ ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΥΣΑ

Πανσέληνος πάλι
η πιο λαμπρή του Αυγούστου.
Αντικρίζω μονάχη
το φεγγάρι π’ αστράφτει.
Μ’ απόγνωση ψάχνω
τη δική σου μορφή.
Σινιάλο σου στέλνω
πως μου λείπεις ακόμα
με βαθιά την ελπίδα
ν’ αγναντεύεις κι εσύ
την ίδια σελήνη.

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ

Το φεγγάρι αγναντεύω
απ’ του μπαλκονιού τη θέα.
Σε λίγες μέρες ολόγιομο θα ’ναι.
Πανσέληνος πάλι,
πιστό στο ραντεβού το φεγγάρι,
ποτέ δεν με πρόδωσε.
Μ’ αγωνία το προσμένω
με σφιγμένη ψυχή
όπως όταν μου λείπεις.
Μα εσύ γιατί μ’ αποφεύγεις;

 

ΕΞΙ ΑΚΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση,
αγκυροβόλι ύστερ’ από
μανίας καταιγίδα.
Του νου αποκούμπι της καρδιάς
πληγή σαν δεκανίκι.
Αέναη δίψα του πόθου ξεδιψάς,
για λίγο ανακουφίζεις
αμυδρή την ελπίδα προσπορίζοντας.
Κι όποιον σ’ εμπιστεύεται
μες στην απελπισία του
τέλος σού παραδίνεται.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ

Λυπάμαι αυτούς που κλεμμένους στόχους
βάζουν στη ζωή τους,
εκείνους που, ανίκανοι όντες,
επιπλέουν, όπως τα απορρίμματα.
Μερικούς που με υποσχέσεις κίβδηλες
ξεγελούν τους αφελείς,
σαν χαμαιλέοντες μεταλλάσσονται
και διακρίνονται,
ενώ δεν αξίζουν
Και για να είμαι ακριβής:
δεν τους λυπάμαι,
απλώς τους σιχαίνομαι.

 

ΑΠΟ ΦΕΓΓΙΤΗ ΜΙΚΡΟ (2016)

 

Α’ Φεύγοντας τα καΐκια

ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΑΔΗΜΟΝΙΑ

στον Αποστόλη Σεμένογλου,
που το έναυσμα της έμπνευσης μου έδωσε

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Αι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούριος χρόνος τι θα φέρει;

 

 

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ TOY 1922

Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί και τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

 

 

ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Αράχνες, σ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

 

 

ΑΡΩΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

στους γονείς μου

Στα σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης
έτρεχαν τα μικρά παιδιά
αμέριμνα παίζανε βόλους και σκοινάκι
ενώ το νυχτολούλουδο
παρέα με το γιασεμί
κεντούσε ευωδιαστά το αεράκι
χανόταν στο γαλάζιο του ουρανού.
Στο βάθος γλάροι ασπάζονταν τα κύματα
της θάλασσας του Μαρμαρά
που μύρια είχε να αφηγηθεί
να κρύψει και ν’ αποκαλύψει.

 

 

ΣΚΙΑΜΑΧΩΝΤΑΣ ΤΗ ΦΥΓΗ

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

 

 

Β Συλλέγοντας στιγμές

 

ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Καλοκαίρι ήταν και τότε·
θυμάμαι ήμουν εδώ
στο ίδιο σημείο
κάτω από την κουκουναριά
στην αιώρα μέσα.
Ανακοινώθηκε επίσημα
το όνομά σου, ο ερχομός σου.
Δεν σε γνώριζα τότε
κι όμως σε ονειρεύτηκα.
Και τώρα πάλι κάτω
από το ίδιο δέντρο
σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια
μαζί μας και αυτό κάνει
τις μέρες μου ανυπόφορες.

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

 

 

ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ

Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα
μαζί σου οι στιγμές.
Τις ψάχνω συνέχεια.

Περνούνε τις νιώθω ανεξέλεγκτα
στις φλέβες μου μέσα
ζωή με γεμίζουν.

Και όταν τελειώνουν
τις ζητώ και πάλι
καθώς εκείνες μού λείπουνε
πριν εξαφανιστούν.

Αδιάκοπο το κυνήγι
μαρτύριο ευτυχίας
οι στιγμές μου μ’ εσένα.

 

 

ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ

Το μαύρο της ψυχής μου
όταν εσύ δεν είσαι πλάι
το κόκκινο που θα ’θελα να ζήσω
απεγνωσμένα
μα ούτε το επιτρέπεις μήτε το μπορώ
το γαλάζιο των ονείρων μου
μ’ εσένα
το μωβ της προσμονής σου
παλέτα ανεξίτηλη
μαύρη να με ρουφάει τρύπα
να εξαφανίζομαι
πάντα στην αναζήτησή σου.

 

 

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Κύματα βουνά
στο βυθό με τραβούν
με έλκει η δίνη η δική σου
παγιδεύομαι και μόνο
στη σκέψη της μορφής σου.
Αν με άφηνες
θα γινόμουν της ψυχής σου
εξερευνήτρια για πάντα.

 

 

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

 

 

ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΜΟΥ

Έρχεσαι στα όνειρά μου
μα κρύβεσαι καλά.
Εκεί που πάω να σε αντικρίσω
αίφνης εξαφανίζεσαι.
Το πρόσωπό σου αναζητώ
με περισσήν απόγνωση.
Εσένα νιώθω δίπλα μου
αλλά σε κάθε νύχτα
σε κάθε μου χαμένο όνειρο
δεν σ’ έχω δει ποτέ.
Κι αυτό συμβαίνει πάντα.
Χάσμα κι απογοήτευση.
Δίχως ικανοποίηση η παγωνιά.
Στο βάραθρό μου μιας ψυχής
στυγνά τεμαχισμένης.

 

 

ΤΟ ΒΕΛΟΣ

Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε
σε μια στιγμή χαμένη μες στο χρόνο·
σε βρήκε σ’ αιφνιδίασε σε πέτυχε γερά.
Το βέλος μυτερό καρφώθηκε
βαθιά στη ρίζα της καρδιάς σου
κι έκτοτε εκεί μένοντας αγκιστρωμένο
ενώ κινείσαι αυτό
αιμορραγεί φρικτά.
Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις

να το τραβήξεις ν’ απαλλαγείς από αυτό
ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;

 

 

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τ. 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2017

«Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές» γράφει στο ποίημα «Σεπτέμβρης του 1922» η Σοφία Παπαχριστοφίλου. Ας αναζητήσουμε «Μέσα από φεγγίτη μικρό» τι αφήνουν πίσω τους «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας τις στιγμές» που καταγράφονται στη ψυχή της ποιήτριας γιατί «…ο νους παρέμενε εκεί/ αντάμα με το βλέμμα που είχε/πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές/μαζί και τους καπνούς…» συνεχίζει στο ίδιο ποίημα. Τα βιώματα της ποιήτριας μας, είτε δικά της, είτε δικών της αγαπημένων ανθρώπων είναι αυτά που την εμπνέουν και μετουσιώνονται σε ποίηση.
Η συλλογή της Σοφίας «Από φεγγίτη μικρό» είναι η πρώτη της ποιητική παρουσία. Τα 45 ποιήματα της συλλογής χωρίζονται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο «φεύγοντας τα καΐκια» τα 13 ποιήματα μιλάνε για τον έρωτα της με τη Κωνσταντινούπολη και της χαμένες πατρίδες. Στο δεύτερο μέρος με το τίτλο «συλλέγοντας τις στιγμές» στα 32 ποιήματα όπως μας λέει η ίδια σε μια αναφορά της «προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου.»
Τα ποιήματα και η αγάπη για τη Πόλη, γεννήθηκαν μέσα από τις αφηγήσεις αγαπημένου φίλου ο οποίος γεννήθηκε εκεί και έζησε τα παιδικά του χρόνια λίγο πριν από το 1964 που εκδιώχθηκαν από τη Πόλη. Μετά δε από την επίσκεψη της ποιήτριας στη Κωνσταντινούπολη η θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκιποννήσων, αυτός ο κόσμος ο γεμάτος ιστορία, μύθους, θρύλους, μυστήριο, μα και αρώματα, γεύσεις, εικόνες, μαγεία έγινε έρωτας και αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Περπάτησε τις γειτονιές της Πόλης και μέσα από το άρωμα του γιασεμιού και της κανέλλας, ένοιωσε τον πόνο των ανθρώπων που διώχτηκαν από το τόπο τους με τη βία, κουβαλώντας το βιό τους σε μια βαλίτσα 20 κιλών. Λέει στο ποίημα «Ζήτημα Στιγμής»

Πώς να χωρέσεις μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;
Σου είπανε μαζί να πάρεις
μόνο είκοσι κιλά.
Όμως τα όνειρα, οι ελπίδες και
οι αναμνήσεις βάρυναν περισσότερο
και δεν χωρούσαν μέσα.
Έμειναν πίσω να ελπίζουν
να επιβιώσουν να προσμένουνε…
Τη στιγμή να περιμένουν του δικού σου γυρισμού.

Η ποιήτρια περιγράφει με το καλύτερο τρόπο τις στιγμές των απελάσεων του 1964 στη Πόλη. Ίδιες στιγμές, να προσθέσω ζήσαμε και το 1974 στη Κύπρο και πάλι από τον ίδιο καταχτητή.
Και για τη Μικαριατική καταστροφή του 1922 μας λέει «Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα/κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.»
Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι μόνο οι δυσάρεστες στιγμές των απελάσεων και του ξεριζωμού. Είναι μια Πόλη μαγική μας λέει στο ομότιτλο ποίημα

Και ξάφνου πρόβαλες
μες στην αχλή του πρωινού
σαν από παραμύθι αλλοτινό.
Μοναδική, εντυπωσιακή, πορφυρογέννητη
Πόλη εσύ, Κωνσταντινούπολη
ακτινοβολώντας Βυζάντιο και Πορφύρα.
Οι τόσες εκκλησιές αγέρωχα έστεκαν
πλάι στα τζαμιά,
κι ο Βόσπορος ένωνε δροσερά με παφλασμό
Ανατολή και Δύση
Μια Πόλη αξιολάτρευτη, γητεύτρα μου
της σκέψης και της καρδιάς μου.
Μια Πόλη όλη γεύσεις, σοκάκια θρύλους,
γλάρους, θάλασσα και ανθρώπους,
ανθρώπους διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους.

Κανείς δεν σε κατέκτησε στ’ αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

Ένα ποίημα ύμνος για τη Πόλη αλλά και τα Πριγκιπικά της διαμάντια, όπως ονομάζει τα Πριγκηπονήσια της. Ένας ύμνος για το ατέλειωτο μεγαλείο της Πόλης μέσα στους αιώνες και την ιστορία, με τον αυθεντικό και αυθόρμητο λόγο της Σοφίας.

Στο ποίημα Ίμβρος πολύ παραστατικά μας μιλά για το φιλί του Ιούδα που γεύτηκε το μαρτυρικό νησί απ’ αυτούς για τους οποίους αγωνίστηκε. Και δεν μπορώ να μη θυμίσω την επανάληψη της ιστορίας στη Κύπρο.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου «Συλλέγοντας στιγμές» η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη συναισθήματα και στιγμές που βίωσε και βιώνει με ανθρώπους της ζωής της. Με λόγια-στίχους εξομολογητικούς μας μιλά για τον έρωτα, τις απογοητεύσεις, το πόνο, τον αποχωρισμό, την απουσία, την αγωνία να συλλέξει στιγμές με το αγαπημένο της πρόσωπο. «Μικρά μα διαμάντια πολύτιμα/μαζί σου οι στιγμές/Τις ψάχνω συνέχεια.»
Η απουσία όμως είναι «κοφτερό διαμάντι/την καρδιά κομματιάζει/την αφήνει σφαδάζουσα.» μας λέει στο ποίημα «Απουσίας διαμάντι»
Κι οι αντιθέσεις και εναλλαγές των στιγμών και των συναισθημάτων συνεχίζονται και σε άλλα ποιήματα. Μας λέει στο ποίημα «Για σένα»

Γράφω για σένα/νοιώθω ότι μου φεύγεις/απομακρύνεσαι σταθερά./Το αύριο σκέφτομαι/δεν θέλω να έρθει/χωρίς εσένα.

Κι όταν το συναίσθημα γίνεται βάρος από τον αποχωρισμό θέλοντας η ποιήτρια να αλαφρύνει τη ψυχή τα μας λέει

ΝΟΣΤΑΛΓΟΝΤΑΣ ΕΣΕΝΑ

Θα μου φτάσουν οι στιγμές μαζί σου
που έζησα
συντροφιά μου
από εδώ κι εμπρός
που θα φύγεις;
Ήδη νιώθω τη μοναξιά
δυνατή τη γροθιά
της απουσίας σου
στην καρδιά μου επάνω
που στο βάραθρο
με ρίχνει της απόγνωσης
ν’ αναρωτιέμαι
πώς θα συνεχίσω.

Οι στιγμές που μοιράζεται μαζί μας η ποιήτρια, ευχάριστες ή δυσάρεστες είναι κομμάτια της ζωής της και ξεκλειδώνοντας της ψυχή της μας εξομολογείται στο ποίημα «Φυλακισμένες λέξεις»
για ότι έχει μέσα της λέξεις-αλήθειες που δεν τόλμησε να ξεστομίσει, λέξεις που την στοιχειώνουν και τη βασανίζουν στα όνειρα.

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.
Στα όνειρά μου έρχονται συχνά
ζωντανεύουν και
με βασανίζουν.
Απόδραση αναζητούν
από τη φυλακή των χειλιών
μα ανάλγητη η λογική
για πάντα υπερισχύει.

Σ αυτή τη πρώτη της ποιητική συλλογή η Σοφία Παπαχριστοφύλου ανοίγει τα ποιητικά της φτερά με λόγο απλό, συναισθηματικό, εμπνευσμένο, αυθόρμητο, αληθινό και εξομολογητικό, στοιχεία τα οποία αγγίζουν το κάθε αναγνώστη και χαράζουν ένα προσωπικό ποιητικό λόγο.
Εύχομαι να συνεχίσει τη ποιητική της πορεία με την ίδια δύναμη
ψυχής και όπως είπε η ίδια να ζωντανεύει τα όνειρά της μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων της.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ 

«Fractal», Απρίλιος 2016

Περί έρωτος

Ο έρωτας είναι θέμα κοινό στη λογοτεχνία. Είναι παρόν και στο δεύτερο μέρος του πρώτου βιβλίου της Σοφίας Παπαχριστοφίλου με γενικό τίτλο «Από Φεγγίτη Μικρό». Ο έρωτας διάχυτος, ανελέητος, βασανιστικός. Βάζει το ποιητικό υποκείμενο στη διαδικασία να συλλέγει στιγμές και να γεννά ποιήματα που αφορούν την υφή και την ποιότητά του. Ο αναγνώστης καλείται να γευτεί όλες τις εκφάνσεις του έρωτα: τον θαυμασμό που αυτός προκαλεί (ποίημα «Εσύ», σελ.28/ ποίημα «Ξημέρωμα γενεθλίων», σελ.30), την νοσταλγία, την μοναξιά, την απόγνωση που με σκληρότητα προσφέρει όταν είναι απών. Η απουσία είναι γροθιά δυνατή στο σώμα και στο πνεύμα αυτού που υφίσταται την έλλειψη.

Εσένα πάντα ατένιζα
κι ήσουν η Ιθάκη μου
προορισμός του νόστου της μορφής σου»

{Η δική μου Ιθάκη, σελ.32}

Η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται όμως στο ποίημα «Ζωντανός», στη σελίδα 34. Ο μεγάλος έρωτας ίσως είναι προτιμότερο να μένει ανεκπλήρωτος, αλλιώς χάνει την δύναμη, την γοητεία και την αξία του. Η απόσταση φουντώνει τον έρωτα. Το ανέφικτο της ολοκλήρωσής του τον διατηρεί ζωντανό, ατόφιο και ακέραιο στις συνειδήσεις και στις καρδιές, δίνοντας παράλληλα ένα μοναδικό νόημα ζωής σε αυτούς που τον βιώνουν ως τέτοιο. Οι χίμαιρες, αν και μοιραίες, είναι λειτουργικές καμιά φορά. Αναζωογονητικές και ικανές στο να δοκιμάζουν αντοχές. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας λοιπόν, ο γνώριμος πόνος, ο Γολγοθάς του ανικανοποίητου, η σφοδρή επιθυμία, η λαχτάρα για εξερεύνηση της ψυχής που ασκεί την έλξη, ο αρκετά μεγάλος βαθμός αυτογνωσίας σε ό,τι αφορά μια ψυχή «στυγνά τεμαχισμένη», σε ό,τι αφορά το «ρήμαγμα» που ο έρωτας παρέχει, όλα αυτά και άλλα συναφή, απαρτίζουν το ερωτικό σκηνικό που στήνει η Σοφία Παπαχριστοφίλου στην συλλογή της «Συλλέγοντας Στιγμές». Η σταθερή απεύθυνση στο «Εσύ» που έχει σαφώς εξιδανικεύσει, μικρές ερωτήσεις-αγωνίες, παράφοροι συσχετισμοί προσδίδουν δραματικότητα, ένταση και ζωντάνια στα μικρά ποιήματα που δημιουργεί.
Ιδιαίτερη σύνδεση με την συναισθηματική μνήμη παρατηρούμε στην πρώτη συλλογή του βιβλίου με τίτλο «Φεύγοντας τα καίκια», η οποία μας μεταφέρει σε έναν τόπο πολυσυζητημένο, που διαθέτει το δικό του ιστορικό βάρος και άρωμα, που παραπέμπει σε χιλιάδες εικόνες και άλλους τόσους συμβολισμούς. Λίγα ποιήματα, ολιγόστιχα, στοχευμένα, ισορροπημένα, μικρές ολότητες με εσωτερική συνοχή που ηχούν στ” αυτιά μας σαν παλιά νοσταλγικά τραγούδια. Γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, αλλά χωρίς μοντέρνες γραμμές, επικίνδυνες ή ακραίες μεταφορές, βερμπαλισμούς και υπερβολές. Αντίθετα, με άρωμα παραδοσιακό, με μια γαλήνια κανονικότητα. Εδώ η ιστορική μνήμη τρυφερά συμπλέει με τον ποιητικό λόγο. Από μικρό φεγγίτη οι στιγμές του σήμερα ατενίζουν τις στιγμές ενός ιδιαίτερου παρελθόντος. Στίχοι «μάρτυρες των περασμένων». Ξεχωριστό το ποίημα με τίτλο «Σεπτέμβρης του ’22», που καθρεφτίζει κρίσιμες στιγμές, εικόνες χαλασμού πασπαλισμένες με στοχαστική διάθεση:
[…]
Mα o νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγε ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Για την Κωνσταντινούπολη ξεδιπλώνεται ένας ύμνος, ένας Άλλος έρωτας είναι στη συνείδηση της ποιήτριας αυτή η πόλη που έχει άπειρα πράγματα να αφηγηθεί και άλλα τόσα να κρύψει.
Γράφει:
[…]
Πόλη του ονείρου
και του στεναγμού
της ιστορίας και της θύμησης.

[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΛΑΜΠΟΥΣΑ]

και αλλού:
Kανείς δεν σε κατέκτησε στ” αλήθεια
αφού μόνη μπορείς και σαγηνεύεις όλους.

[ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ]

Άλλη λέξη κλειδί ο «Βόσπορος»: στολίδι, σημείο αναφοράς, τέλος, αλλά και αφετηρία.
Ακόμα: τα Πριγκηπονήσια, αλλά και η Ίμβρος το μαρτυρικό νησί, με την αγωνιστική διάθεση των κατοίκων, όλα αυτά ερεθίζουν την ποιήτρια, από αυτά εκκινεί η σκέψη της και συνεπώς οι λέξεις της. Συνθέσεις λιτές που διαθέτουν ήρεμη δύναμη, και προσπαθούν να εγκλωβίσουν αισθήματα, να σκιαγραφήσουν στιγμές, με συστολή και τρυφερότητα περισσότερο ,παρά με πυγμή και θράσος, προδίδοντας μια ευγένεια ψυχής και μια ειλικρίνεια από μέρους της δημιουργού, η οποία πατά σταθερά στις λέξεις και τη σημασία τους και δεν φοβάται να κυριολεκτεί ακόμα κι όταν το ζητούμενο είναι ένα τοπίο ποιητικό.

ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Η Σοφία Παπαχριστοφίλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στο κοινό με μια μικρή ποιητική συλλογή, μικρή αλλά συναισθηματικά δυνατή, με
έντονο το βίωμα που την προκάλεσε, αλλά και εντονότερη την επιθυμία
να καταλάβει μια θέση στην ποιητική μας ενδοχώρα.
Η συλλογή απαρτίζεται από δύο μέρη- ενότητες, άνισα, ως προς
την έκταση, μεταξύ τους, εξίσου δυνατά και τα δύο, ωστόσο. Η πρώτη
ενότητα είναι το «Φεύγοντας τα Καΐκια» με δεκατρία ποιήματα και η
δεύτερη με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές» υπερδιπλάσια της πρώτης,
με τριάντα δύο ποιήματα.
Στην πρώτη. Ένα ταξίδι στη Βασιλεύουσα είναι το όνειρο του κάθε Έλληνα κι αν κάποιος δεν το έκανε ποτέ, πάντα έχει στο νου του ότι
έπρεπε να το είχε κάνει αλλά δεν ευνόησαν οι συνθήκες. Για μας τους
Έλληνες είναι κάτι σαν προσκύνημα όχι τόσο, νομίζω, στην έδρα της
Ορθοδοξίας, τουλάχιστον, όχι μόνο σ’ αυτήν, αλλά στην Ιστορία, στην,
επί χίλια χρόνια, Βασιλεύουσα. Στα πάθη του βυζαντινού Ελληνισμού,
τα οποία, αν και έχουν περάσει στην Ιστορία, παραμένουν υλικό μιας
παράδοσης ζωντανής συνυφασμένης με την εξέλιξή μας, των νεότερων
Ελλήνων. Όπως και να το κάνουμε η Κωνσταντινούπολη μπορεί στα χέρια των νέων κτητόρων της να άλλαξε όνομα, για μας όμως είναι πάντα
η δική μας Κωνσταντινούπολη και όσο κι αν σε έκταση μεγαλύνθηκε το
τωρινό της μεγαλείο, το βυζαντινό της είναι που την κάνει ακόμα πόλο
έλξης επισκεπτών και ας την ανταγωνίζεται το αντίπαλο πολιτισμικό
δέος με παλάτια και τζαμιά και μαντίλες.
Τίτλος της συλλογής η φράση Από φεγγίτη μικρό. Αυτό σημαίνει
ότι έχει περιορισμένη θέα ή ανάσα. Από την άλλη πάλι ισχύει και το
αντίθετο. Ένας φεγγίτης φέρνει φως, όπως και να ’ναι. «Η άνοιξη
περαστικά από το σπίτι άφησε μια χαρακιά στο φεγγίτη», λέει ο Τέλος
Άγρας κι αυτή η χαρακιά αλλάζει το τοπίο, γενικώς. Εξαρτάται τι βλέπει κανείς από τον φεγγίτη κι ας είναι μικρός.
Οι δύο ενότητες έχουν τίτλο του οποίου το βάρος πέφτει στη
μετοχή. Η μία «φεύγοντας» και η άλλη «συλλέγοντας». Και οι δύο μετοχές
σε χρόνο ενεστώτα, αδυνατίζοντας τη λειτουργία του ρήματος, του δίνουν έκταση και διάρκεια, σε αντάλλαγμα. Σαν να είναι το συναίσθημα
εν εκτάσει, εν εξελίξει. Σαν η διαδικασία τού «φεύγοντας» να μην
τελειώνει εύκολα ούτε και η διαδικασία τού «συλλέγοντας», δίνοντας
έτσι την εντύπωση ότι κρατάει πολύ και η πράξη και το συναίσθημα
που γεννά στον αναγνώστη, σαν να αφήνει ανοιχτό στο διηνεκές αυτό
που ενεργεί το ρήμα. Η ποιήτρια βλέπει τα καΐκια να φεύγουν και συλλέγει στιγμές. Όμως αυτές οι δυο μετοχές αφήνουν σε εκκρεμότητα το
τελικό αποτέλεσμα. Και αυτή η επιβράδυνση φορτώνει το συναίσθημα.
Και πολύ σωστά, το «φεύγοντας» διαιωνίζει το ταξίδι και αυτό
σημαίνει ζωή και εξέλιξη. Κυρίαρχος και αξιομνημόνευτος φυσικά ο
Βόσπορος που «λαμπύριζε/ στραφτάλιζε στον ήλιο». 0 χρόνος των ποιημάτων, όπως προκύπτει, είτε από το στίχο, είτε από το μότο είτε από
τον τίτλο, παίζει σε ένα μεγάλο διάνυσμα. Είναι η αρχή στο 1453 «Απ’
το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες! τα καράβια που είχε στείλει ο
εχθρός». Σε νεότερη εκδοχή ο «Σεπτέμβρης του 1922» μας φέρνει στη
μνήμη τη συμφορά της μεγάλης Καταστροφής, ενώ η «16 Μαρτίου 1964»
έρχεται πιο κοντά για να μας ξαναθυμίσει άλλον ένα εκπατρισμό. Όμως
ανεξάρτητα από το χρόνο, το πότε, εκείνο που φαίνεται είναι η αναγκαστική φυγή, το δύσκολο είναι ότι η ζωή όλη πρέπει να χωρέσει σε μια βαλίτσα.
Και η βαλίτσα χωράει τα απολύτως απαραίτητα και πρακτικά.
Τι γίνεται όμως με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις αναμνήσεις, που αν
και άυλα βαραίνουν περισσότερο από τα άλλα; «Τα φριχτά σηκώνει η
γης και η ψυχή τα φριχτότερα» λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί.
Και τα καΐκια φεύγανε γεμάτα. Και, όσο πιο γεμάτα τόσο πιο μεγάλη η
φυγή, τόσο πιο βαρύς ο πόνος. Και πίσω μένουν οι φωτιές, οι καπνοί, ο
θάνατος. Θυμάμαι εδώ το τραγούδι «0 Χάρος βγήκε παγανιά», με τον
Δημήτρη Μητροπάνο σε στίχο του Μάνου Ελευθερίου και μουσική Δήμου
Μούτση, όπου μέσα στα τρία λεπτά της διάρκειάς του έδινε την τραγωδία της Μικράς Ασίας. «0 Χάρος βγήκε παγανιά και θέρισε τη γειτονιά».
Η ματιά της νέας ποιήτριας μπαίνει στις λεπτομέρειες, κοιτάζει και
τα μικρά και τα ασήμαντα, με τα οποία ο χρόνος επιδαψιλέυσε αυτές
τις εποχές:

«Αράχνες, σ’ όλα/ τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια! του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες! μάρτυρες των περασμένων βουβοί/που παντού σκορπούν ανατριχίλα». Δεν είναι πολύ μακριά η αίσθηση του χώρου που έγινε πλέον μνήμη οδυνηρή και δεν μας διαφεύγει μια άλλη φωνή μακρινή, ωστόσο, ζωντανή, η φωνή του Γιάννη Ρίτσου που σταματούσε πάνω στα έπιπλα και σε όλα τα μικροπράγματα του σπιτιού για να δείξει την πληγή που η μνήμη τους άφησε. Έτσι κι εδώ, η ποιήτριά μας, με ανάλογο τρόπο και πικρό λόγο, διαπιστώνει πως «οι λέξεις δεν τολμούν/ στην επιφάνεια να βγουν. /Φοβούνται μήπως διαλυθούν! όταν γνωστές γίνουν στους άλλους». Είναι κι αυτή μια διάσταση της σκέψης και του αισθήματος της ποιήτριας να νιώθει
πως αυτό που το μυαλό και η ψυχή της επεξεργάζεται δεν μπορεί να
αποκτήσει ύλη και να φανερωθεί. Δεν μπορούν οι λέξεις να γίνουν
πράγματα, είναι δύσκολη η ψυχική και η διανοητική διαδικασία της
μετάπλασης. Και όμως μια ανάγκη εσωτερική θέλει να δώσει σώμα στη
σκέψη. Και αυτό το σώμα είναι το ποίημα.
0 ύμνος στην Κωνσταντινούπολη είναι σαφής: «Πολλοί σε λάτρεψαν… ο πόθος τους …πόλεμος σφοδρών καταχτητών». Πρόκειται για μια ερωτική εξομολόγηση στην πόλη θρύλο και πραγματικότητα μαζί, που κεντρίζει, προσελκύει, θέλγει τον κατακτητή. Σαν όμορφη και ερωτική γυναίκα η Πόλη είναι εκεί, είναι η Ωραία Ελένη των πόλεων. Και η όλη περιγραφή ακολουθώντας τον χάρτη της ψυχής της φιλοτεχνεί το πορτρέτο. Με όλα τα απαραίτητα μαγνάδια: τον φιδίσιο Βόσπορο, τα Πριγκηπόννησα, τα αρώματα των λουλουδιών, χωρίς να ξεχνά τις αθέατες ψηφίδες που συμπληρώνουν το ψηφιδωτό, εκείνο που πηγάζει από το όνειρο, το στεναγμό, την ιστορία. Όλα αυτά μαζί, σαν ένα, εκβάλλουν στην τρέχουσα πραγματικότητα, εκεί που παίζουν και τρέχουν τα παιδιά, εκεί που ο γλάροι ασπάζονται στα κύματα του
Μαρμαρά, εκεί που το νυχτολούλουδο και το γιασεμί επιδαψιλεύουν
τα αρώματά τους.
Το ποίημα «Ίμβρος» αποτελεί την απόπειρα σύνθεσης μιας συγγνώμης για ό,τι η Ελλάδα έκανε ή δεν έκανε και για ό,τι η Ιστορία προκάλεσε. 0 «Πύργος του Λέανδρου» έχει τουριστική, συναισθηματική και πολιτισμική σημασία, κάποτε και στρατηγική. Στο ποίημα γίνεται λόγος για ένα τραγικό συμβάν:

«Πύργος λευκός ψηλόλιγνος/ στη μέση του Βοσπόρου/ ορθός στέκει
αγέρωχος/ στον άνεμο στο κύμα/ κρύβει καλά το μυστικό /του τραγικού συμβάντος. / Μες στην αντάρα του χιονιά/ και το βουνίσιο κύμα/
μάταια η κόρη πρόσμενε/ να έρθει ο καλός της. / 0 φάρος μένοντας
σβηστός/ από την αμυαλιά/ ή και από το φύσημα του δυνατού βοριά.
/ Η αδηφάγος θάλασσα τον πήρε στο βυθό της/ κι η κόρη τον ακολουθεί/ αφού ήταν ριζικό της».

Κάτι λίγο από την αμυλιά των Εστιάδων του Γιάννη Γρυπάρη θυμίζει, που άφησαν και «Έσβησε η άσβηστη φωτιά» και του πύργου έσβησε ο φάρος από τον αέρα ή από την αμυαλιά της Κόρης. Κι έτσι ο Λέανδρος πνίγηκε και εκείνη έπεσε στα κύματα και πνίγηκε, επίσης.
Εδώ κάνω παρέκκλιση. Οι Ευρωπαίοι ονόμασαν το νησάκι του φάρου «Πύργο του Λέανδρου» για να τον συνδέσουν με τον μύθο της Ηρώς και του Λέανδρου. Στην ουσία πρόκειται για ένα βράχο μ’ ένα φάρο που έχτισε ο Αλκιβιάδης το 408 π. X. για να ελέγχει τα περσικά πλοία. Ο πύργος αξιοποιήθηκε και από τους Βυζαντινούς κήτους Οθωμανούς. Και εδώ, ο Λόρδος Μπάιρον, στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο γενικώς, διέσχισε την απόσταση από τη Μικρασιατική στην Ευρωπαϊκή ακτή, από την Άβυδο στη Σηστό, κολυμπώντας, θέλοντας να επαναλάβει τον άθλο του Λέανδρου που, κολυμπώντας, πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη του. 0 Λόρδος Μπάιρον, δεινός κολυμβητής έκανε τη διαδρομή σε μία ώρα και δέκα λεπτά. Και καθώς ο στίχος του Κάλβου λέει «και ο μύθος κρύπτει νουν αλήθειας», εδώ η αλήθεια επιβεβαίωσε έναν μύθο. 0 Άγγλος λόρδος ήθελε
να ζωντανέψει τον αρχαίο μύθο και να δημιουργήσει τη νέα Ελλάδα.
Και τα καΐκια έφυγαν φορτωμένα βάσανα, απώλειες και μνήμες.
Ακολουθεί η ενότητα «Συλλέγοντας στιγμές».
Το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, κατά έναν επιδέξιο τρόπο
ανοίγει την αυλαία στη δεύτερη ενότητα.

Πρώτο ποίημα «Τότε και τώρα». Τελείως κρυπτικό: «Καλοκαίρι ήταν και τότε·/ θυμάμαι ήμουν εδώ/ στο ίδιο σημείο/κάτω από την κουκουναριά/ στην αιώρα μέσα-/Ανακοινώθηκε επίσημα /το όνομά σου, ο ερχομός σου. / Δεν σε γνώριζα τότε/ κι όμως σε ονειρεύτηκα. /Και τώρα πάλι κάτω/ από το ίδιο δέντρο/ σκέφτομαι ότι δεν θα είσαι πια/ μαζί μας και αυτό κάνει/ τις μέρες μου ανυπόφορες».

Ποιο είναι το εδώ και το τώρα του ποιήματος, ήτοι ο χώρος και ο χρόνος;
Ποιο είναι το πρόσωπο που λείπει και κάνει τις μέρες «ανυπόφορες»;
0 στίχος δεν καταμαρτυρεί, κι όμως ό,τι θέλει να ξέρουμε το ξέρουμε.
Καμιά σημασία δεν έχουν για το ποίημα οι συμβάσεις του χώρου και
του χρόνου ή ποιος είναι ποιος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η
ποιήτρια θυμάται κάτι ευδαιμονικό από την παιδική ίσως ζωή της, το
οποίο τώρα στην ίδια θέση αναθυμάται με πίκρα, κάνοντας την διαπίστωση του τότε και του τώρα, του ερχόμενου που έφερνε και την αλλαγή στη στασιμότητα και την τραυματική έλλειψη στον παρόντα χρόνο.
Είπα, προηγουμένως, ότι ο «Πύργος του Λέανδρου» ανοίγει την
αυλαία στη νέα ενότητα, γιατί αυτά τα δύο ποιήματα είναι σχεδόν ίδια.
Δυο κοπέλες μια αρχαία -του μύθου- η Ηρώ- και μια σύγχρονη
-η ποιήτρια- περιμένουν ένα αγαπημένο πρόσωπο. Πλην ματαίως και
οι δύο. Η σύγχρονη αλήθεια και ο αρχαίος μύθος δεν είναι παρά η μία
και μοναδική εκδοχή της επανάληψης της ζωής και των προβλημάτων,
συναισθηματικών εμποδίων, που δεν έχουν ηλικία και τόπο. Πάντοτε
και παντού οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Κάποια κόρη ή μάνα, περιμένει.
Κάποιος αγαπημένος ή σύζυγος ή γιος ή αδελφός δεν έρχεται· κι αυτό
γίνεται τραγούδι και ποίημα που δείχνει το μέγα τραύμα της ψυχής.
Η μνήμη λοιπόν μπαίνει και εδώ, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, η μνήμη μεταφέρει το φορτίο των καλών και των κακών αναμνήσεων και
πάνω της χτίζεται η ζωή και τα έργα της. Η ποιήτρια στην ενότητα αυτή
γίνεται πιο προσωπική. Κάνει στροφή προς τα μέσα, κοιτάζει τον εαυτό της, κοιτάζει τον άνθρωπο απέναντι της, στην ουσία, με αφορμή τον καθένα γύρω και την όποια συμπεριφορά μιλάει για τις αντινομίες της ζωής. Για όλα εκείνα που μοιάζουν καλά και όλα εκείνα που ανατρεπονται. Και φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να λείπει ο έρωτας. Είναι ο Έρωτας μια στιγμή ορόσημο στη ζωή του ανθρώπου, αυτή που τον κάνει να είναι άνθρωπος. Και η στιγμή που εμφανίζεται είναι θαυμαστή και η στιγμή που χάνεται είναι τραγική. Αυτός είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση. Τα ποιήματα «Εσύ», «Όνειρα που επιμένουν», «Ξημέρωμα γενεθλίων», «Ζωή μουντή», «Για σένα» είναι διαποτισμένα από την ερωτική θλίψη, από την αίσθηση του κενού που δημιουργεί η απουσία.
Και ιδού και η αντίφαση, όταν τα πράγματα ήταν και δεν είναι πια:

«Μικρά διαμάντια πολύτιμα/ μαζί σου οι στιγμές … Αδιάκοπο κυνήγι/ μαρτύριο ευτυχίας/ οι στιγμές μου μ’ εσένα». Αυτό πλέον είναι
το μοτίβο των ποιημάτων αυτής της ενότητας. Η ποιήτρια αφορμάται
από τα ιδιωτικά της, τα οποία την κατακλύζουν. Η επιθυμία να βγάλει
στο φως αυτό που την πονεί είναι κατάδηλη.

Από τεχνικής απόψεως η Σοφία Παπαχριστοφίλου (δείτε τη συγκυρία
των συμπτώσεων: και Σοφία και παπα- και Χρίστο- και φίλου) δεν
ενδιαφέρεται για μια ενιαία γραμμή. Αφήνεται στη ροή του στίχου
της. χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Ο ελεύθερος
στίχος δεν υποχρεούται σε καμιά δέσμευση, ενώ συχνά ο στίχος παίρνει
κάτι το πανηγυρικό, ενθουσιαστικό, όπου οι σπασμένοι δεκαπεντασύλλαβοι δίνουν ρυθμό στο βάδισμα του στίχου.
Η γλώσσα της η συναισθηματική και οι στίχοι εξόφθαλμα «πατριωτικοί» και οργισμένοι μερικές φορές, μοιάζουν κάποτε σαν παραμύθι,
όπως συμβαίνει στο ποίημα «Ίμβρος» ή «0 Πύργος του Λέανδρου» για
παράδειγμα. Τα ποιήματα όμως της δεύτερης ενότητας είναι προσωπικά, προσωπικότατα. Θα μπορούσε κανείς να πει πως θρηνεί. Κι επίσης
θα μπορούσε να την παραβάλει με την αρχαία ποιήτρια Σαπφώ για το
πικρό αίσθημα του βασανιστικού έρωτά της ή με την ερωτική Μαρία
Πολυδούρη, μόνο που η πρώτη έχει βάλει πολύ ψηλά τον πήχη και η
δεύτερη, για τα μέτρα των κοινών θνητών, επίσης πολύ ψηλά, τηρουμένων πάντα και των αναλογιών, χρόνων, εποχών, στιγμών και συνθηκών.
Το μέτρο σύγκρισης δεν μπορεί βέβαια, να είναι η μία ή η άλλη, αλλά
δυνάμει δίνουν και δείχνουν κάποιο δρόμο.
Η Παπαχριστοφίλου κάνει την πρώτη δοκιμή των ποιητικών φτερών
της. Η έμπνευση έχει την εμπειρία σκαλοπάτι. Το προσωπικό πάθος.
Ένα είναι πάντα το θέμα, λέει ο Σεφέρης: το φθαρτό μου σώμα. Εκεί
επάνω στήνεται η φιλοσοφία σαν σύστημα, ο στοχασμός, η ποίηση και
η τέχνη εν γένει.
Επόμενο ήταν ότι και της Σοφίας η αφόρμηση θα ήταν ο εαυτός της·
Τα ερωτικά της, η λαχτάρα της να τα δει τυπωμένα. Ο δρόμος της τέχνης
είναι μακρύς. Ο Σολωμός δοκίμαζε τον ίδιο στίχο δεκαεννέα φορές. λεει
ο Ελύτης (Ιδιωτική οδός, σ. 65). Ο ίδιος έκανε είκοσι χρόνια να ετοιμάσει το Άξιον Εστί. «Χρειάζεται συνεχώς ν’ απωθείς, ν’ αποποιείσαι, να επιλέγεις, να υιοθετείς», μας λέει επίσης. Το ταλέντο που υπάρχει καλλιεργείται και εξελίσσεται. Και αφού η Σοφία βγήκε στον πηγαιμό για την Ιθάκη ας της ευχηθούμε να απολαύσει το ταξίδι και «καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει» όπως συμβουλεύει ο γέρων της Αλεξάνδρειας.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

Ο Σίσυφος τχ. 11, Ιανουάριος-Ιούνιος 2016

Οι δυσάρεστες εμπειρίες που σημαδεύουν τη ζωή των ανθρώπων είναι πολλές, όμως καμιά τους δεν είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους.
Ακόμη και ο θάνατος αγαπημένων προσώπων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κοινή εμπειρία για όλους τους θνητούς. Πράγματι, ο καθένας μας, μετά από κάποια ηλικία αρχίζει να βιώνει τον θάνατο αγαπημένων του προσώπων, όμως άλλο πράγμα είναι η απώλεια της μάνας σε παιδική ηλικία, άλλο η απώλεια του πιο αγαπημένου φίλου στην εφηβεία -ας μη συνεχίσω. Πολύ περισσότερο οι υπόλοιπες δυσάρεστες εμπειρίες χτυπάνε την πόρτα μας επιλεκτικά. Σε κάποιους θα «τυχει» αυτό ή εκείνο, σε άλλους όχι. Τον ένα θα τον βρει η μια ατυχία, τον άλλον η άλλη. Με αποτέλεσμα, πολλές από αυτές να μην «μιλάνε» με την πραγματική τους ένταση σε πολλούς από μας. Διότι αν δεν έχεις ζήσει ο ίδιος κάτι, όσο και να καταλαβαίνεις τον πόνο που κουβαλάει, δύσκολα, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις κάπως να προσεγγίσεις τη θέση αυτού που το υφίσταται.
Ας πούμε, ο διωγμός. Η βίαιη απομάκρυνση ανθρώπων από τις
εστίες τους. Φανταζόμαστε αυτούς τους ανθρώπους να ζούνε ήρεμα
στον τόπο τους, εκεί που έχουν γεννηθεί, εκεί που έζησαν γενιές και γενιές προγόνων τους πριν από αυτούς. Ήρεμα, με τις χαρές τους και τις
λύπες τους, με τις δυσκολίες και τα καθημερινά προβλήματα, αλλά πάντως ήρεμα, μια κανονική ανθρώπινη ζωή. Και ξαφνικά, ξημερώνει μια καινούργια μέρα: Πρέπει να φύγουν, να φύγουν όπως όπως, να πάνε αλλού, και προπαντός να φύγουν τρέχοντας, πριν ο θάνατος τους κλείσει το δρόμο.
Μια λέξη έρχεται αυθόρμητα στον νου, η λέξη «αβάσταχτο».
Αβάσταχτο για τους ενήλικους, τους κάπως τέλος πάντων υποψιασμένους, αυτούς που έχουν προλάβει να μάθουν πως «αυτά συμβαίνουν». Τι να πούμε όμως για τα παιδιά, τι μπορεί να σημαίνει αυτό το
ξαφνικό για ένα παιδί; Ένα από αυτά τα παιδιά που μέχρι χτες Στα
σοκάκια μέσα της μαγεμένης Πόλης / έτρεχαν […] / αμέριμνα παίζανε
βόλους και σκοινάκι / […] ; Πώς βιώνει ένα από αυτά τα παιδιά τον
ξεριζωμό; Εδώ λοιπόν, ίσως μόνο η τέχνη μπορεί κάπως να αποδώσει
το δράμα. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου το επιχειρεί με το πρώτο ποίημα
της πρώτης της ποιητικής συλλογής:

Παραμονής αδημονία

Ο Βόσπορος λαμπύριζε
στραφτάλιζε στον ήλιο
που έβγαινε τολμηρός, αγέρωχος
αλλά και χειμωνιάτικος.
Κι εσύ μικρό παιδί, κρυμμένο στη σοφίτα
περίμενες καρτερικά τον Άι Βασίλη
που αργούσε να φανεί.
Απ’ το μικρό φεγγίτη αργά παρατηρούσες
τα καράβια που είχε στείλει ο εχθρός.
– Άραγε ο καινούργιος χρόνος τι θα φέρει;

Να λοιπόν που ο καίριος ποιητικός λόγος καταφέρνει, αρθρωμένος
σ’ αυτούς τους ελάχιστους στίχους, να στήσει μπροστά στα μάτια μας
μια εικόνα συγκλονιστική. Η ποιήτρια, χωρίς να κραυγάζει, χωρίς καν
να υψώνει τον τόνο της φωνής της, με άκρα λιτότητα, περισσότερο με
αυτά που υπαινίσσεται, παρά με αυτά που καταγράφει, περισσότερο
με αυτά που αφήνει να αναδύονται μόνα τους στην επιφάνεια παρά με
αυτά που εικονίζει, καταφέρνει να μας κάνει συμμέτοχους στο βουβό
δράμα αυτού του μακρινού παιδιού.
Κάπως έτσι, και στα υπόλοιπα ποιήματα του πρώτου μέρους της
συλλογής ζωντανεύει το δράμα του διωγμού. Στα περισσότερα έχουμε
ευθεία ή εμφανή αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, σε ένα συναντούμε
τα κοντινά της Πριγκιποννήσια, κάπου αλλού την Ίμβρο, ενώ με το
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922 τα μάτια μας θαμπωμένα απ’ τους καπνούς
διακρίνουν τα αποκαΐδια της Σμύρνης: Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα /
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές / ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους
βιος / μέσα σ’ ένα πουγκί. […] . Με αυτά τα δεδομένα, η αίσθηση
που αφήνει στον αναγνώστη το πρώτο μέρος της συλλογής -αίσθηση
οφειλόμενη, κατά τα ανωτέρω, κυρίως σε λόγους «στατιστικούς»- είναι
αυτή μιας πολυπρισματικής ελεγείας επικεντρωμένης στον ξεριζωμό
από την Κωνσταντινούπολη, αυτή την Πόλη των πόλεων, την Πόλη του
ονείρου / και του στεναγμού / της ιστορίας και της θύμησης, που
όμως απλώνεται αγκαλιάζοντας με τους απέριττους στίχους της και
άλλες χαμένες πατρίδες, συντηρώντας τη μνήμη και άλλων μαρτυρικών τόπων, τόπων με ονόματα οικεία στον Έλληνα αναγνώστη. Πρέπει,
ακόμη, να επισημανθεί ότι δεν λείπουν και τα ποιήματα με γενική αναφορά σε διωγμούς, χωρίς μνεία συγκεκριμένου τόπου ή χρόνου, επειδή
με αυτά ακριβώς τα ποιήματα επιτελείται η κορυφαία λειτουργία της
ποιητικής τέχνης, αυτή που από το ατομικό και το μερικό οδηγεί στο
καθολικό, στο πανανθρώπινο. Έτσι, όταν, ας πούμε, διαβάζουμε ΤΑ
ΔΙΧΤΥΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ, μπορεί εμείς, επειδή τα διαβάζουμε μέσα
στο συγκεκριμένο πλαίσιο, να τα περιορίζουμε σ’ αυτό, όμως εκείνα
με τους πέντε στίχους τους στήνουν το σκηνικό της ξαφνικής εγκατάλειψης, αυτό που μένει πίσω ως βουβή -μα και σπαρακτική- μαρτυρία
μετά από τον όποιο ξεριζωμό, όπου γης:

Αράχνες, σ’ όλα
τα σπίτια φωλιάζουν αράχνες ζωύφια
του παρελθόντος κρυμμένα στις γωνίες
μάρτυρες των περασμένων βουβοί
που παντού σκορπούν ανατριχίλα.

Κατά παρόμοιο τρόπο και η αντικριστή τους ΣΚΟΠΙΜΗ ΑΝΩΝΥΜΙΑ, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί, ενδεχομένως, να
εκληφθεί ως αδυναμία -ή και άρνηση- του θύματος της βαρβαρότητας
να «κοινωνήσει» στους άλλους τα πάθη του. Ή μπορεί, ακόμη, να διαβαστεί ως η κραυγή αγωνίας του ποιητή που, έχοντας επίγνωση των ορίων της τέχνης του, γνωρίζει πως αυτή η τέχνη ναι μεν μπορεί στις
κορυφαίες στιγμές της να προκαλέσει την ύψιστη αισθητική συγκίνηση,
όμως ποτέ δεν θα μπορέσει να ζωντανέψει πλήρως μέσα στην ψυχή
του αναγνώστη αυτό που, για να επιστρέψω στην αρχή της ομιλίας
μου, ορίζεται ως «αβάσταχτο». Προσωπικά ωστόσο, είδα μέσα από
τους τέσσερις στίχους του να προβάλει ενώπιον του ποιητή (πάλι, του
όποιου ποιητή, όπου γης) η στιγμή της σιωπής. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο ποιητής αισθάνεται ότι πρέπει να σταματήσει – το πέραν ανήκει στη σιωπή. Οι ίδιες οι λέξεις του τον ειδοποιούν: Αξιώθηκες, προσεγγίζοντας σημαδιακές στιγμές ή καταστάσεις, να βυθιστείς στα απύθμενα του ανθρωπίνου βίου -δικού σου ή άλλων, καμιά σημασία- ανέσυρες ό,τι μπόρεσες να ανασύρεις, μην επιχειρείς λοιπόν, πέρα από τούτο το σημείο, να μοιραστείς τίποτε, με κανέναν. Αν επιμείνεις να μας βγάλεις στην επιφάνεια ώς το τέλος μας, θα σβήσουμε, θα χαθούμε όλες μαζί. Άφησε τα υπόλοιπα στη σιωπή, δεν σου ανήκουν. Ανάλογα με τον βαθμό της σοφίας του και της άσκησής του ο ποιητής υπακούει ή όχι· το βέβαιο είναι πως η υπακοή ανταμείβεται αφού από αυτό ακριβώς το σημείο και πέρα η σιωπή τα καταφέρνει καλύτερα!
Αυτά για το πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια». Η ζωή, ωστόσο, συνεχίζεται, αφού διαθέτει ανεξάντλητο πείσμα και ακαταμάχητα όπλα. Όπως -ας πούμε- τον έρωτα, αυτή την κορυφαία εκδήλωση της θέλησης για ζωή, η οποία και κατά παράδοση, ευλόγως αντιτάσσεται -πρώτη και καλύτερη- στον θάνατο και την καταστροφή. Έτσι, σοφά επιλέγει η ποιήτρια ν’ αφιερώσει σ’ αυτόν το δεύτερο μέρος του βιβλίου της, στο οποίο και θα αναφερθώ πολύ σύντομα στον λιγοστό χρόνο που απομένει.
Πρόκειται για καταγραφή μεμονωμένων στιγμών, που αποσπώνται
από τις -προφανώς αμέτρητες- οι οποίες και απαρτίζουν μιαν ολόκληρη ζωή, κοινή ζωή με τον ερωτικό σύντροφο, εξ ου και ο τίτλος: «Συλλέγοντας στιγμές». Τώρα γιατί επιλέγονται οι συγκεκριμένες στιγμές και όχι άλλες, αφού όλες τους είναι Μικρά διαμάντια πολύτιμα, όπως διαβάζουμε στο ποίημα με τον παρεμφερή τίτλο (ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΩΝ);
Μα, αυτό είναι ένα από τα μικρά μυστήρια της ποίησης – αυθαίρετα
εντελώς γίνονται αυτές και όχι κάποιες άλλες ποιήματα, πράγμα που
δεν έχει, άλλωστε, την παραμικρή σημασία αφού το ζητούμενο είναι να
αποδοθεί η συνολική εμπειρία, να αποτυπωθεί αυτό το διαρκές μαρτύριο ευτυχίας όπως διαβάζουμε στο ίδιο ποίημα που μόλις αναφέρθηκε.
Κάτι σαν εύστοχος ορισμός του ίδιου του Έρωτα, όπως θαυμάσια μπορεί να μας το επιβεβαιώσει και το ποίημα ΤΟ ΒΕΛΟΣ: Ευθύβολος ο Έρωτας σε τόξευσε / […] Το βέλος μυτερό καρφώθηκε / […] κι έκτοτε εκεί μένοντας […] / αιμορραγεί φριχτά. / Και πια τη δύναμη δε βρίσκεις / να το τραβήξεις […] / ή μην, να το αποχωριστείς δεν θες;
Με τον ίδιο χαμηλό τόνο, με άκρα λιτότητα, απτή ευαισθησία και
αυθορμητισμό η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη πτυχές του
ψυχικού της κόσμου (που μπορεί, κάλλιστα, να συναντιέται -και ενίοτε να ταυτίζεται- με τον αντίστοιχο του αναγνώστη, και πρωτίστως της αναγνώστριας), πότε αναδεικνύοντας στιγμιότυπα του καθ’ ημέραν
βίου, πότε επιμένοντας στα παντός είδους ΡΗΓΜΑΤΑ (τίτλος ποιήματος), κάποτε εστιάζοντας στα ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΤ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ (ομοίως, τίτλος ποιήματος), και οπωσδήποτε επιστρέφοντας, πάντα επιστρέφοντας στις λέξεις. Είτε πρόκειται για τις ΛΕΞΕΙΣ ΣΗΜΑΔΙΑ είτε για τις ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ – λέξεις, αυτές οι τελευταίες, που όπως
ομολογεί […] δεν τολμώ / να σου προφέρω […], οπότε εκείνες […]
Απόδραση αναζητούν / από τη φυλακή των χειλιών / μα ανάλγητη η
λογική / για πάντα υπερισχύει.
Στο σημείο ακριβώς αυτό, και έχοντας φτάσει στο τέλος της ομιλίας
μου, ας μου επιτραπεί να θυμίσω όσα είπα κλείνοντας την αναφορά
μου στο πρώτο μέρος του βιβλίου, για τον μυστικό διάλογο του ποιητή
με τις λέξεις. Ώστε να μπορώ να υποστηρίξω ότι ναι, συναντώνται τα
δύο -φαινομενικά τόσο απόμακρα μεταξύ τους- μέρη αυτού του βιβλίου,
πέρα από το ενιαίο ύφος, συναντώνται και κάπου εδώ, στις λέξεις,
για περισσότερη ακρίβεια στον απρόσιτο, υπόγειο χώρο συνάντησης
του ποιητή με τις λέξεις.

 

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Παρέμβαση τχ. 180, Απρίλιος-Αύγουστος

ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Λαμπερή και τριζάτη, μέσα από ένα μεταφορικό μικρό φεγγίτη και τα αθώα μάτια ενός παιδιού προβάλλει η Βασιλεύουσα στην Α΄ ενότητα ποιημάτων της ποιητικής συλλογής της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Φεύγοντας τα καΐκια». Μάγισσα και πλανεύτρα, όπως την τραγούδησε κι ο Παλαμάς στη «Φλογέρα του Βασιλιά», ξεδιπλώνεται νωχελικά με τους επιδέξιους στίχους της Παπαχριστοφίλου, μέσα από την αχλύ του παραμυθιού, στο λαμπύρισμα του Βοσπόρου με τα σοκάκια, τους γλάρους και τους ανθρώπους της. Στίχοι που σαγηνεύουν, λέξεις που λάμπουν σαν τα Πριγκιποννήσια, η ποιήτρια μας παρασύρει στη δική της νοσταλγία και μελαγχολία για την απώλεια που στέρησε από τον ελληνισμό τόση ομορφιά… Εμβόλιμα στην πρώτη ενότητα και ποιήματα αντικριστά στον καθρέφτη: αυτά που αποτυπώνουν όχι τη δόξα και τη λάμψη αλλά τον πόνο και την προδοσία, τον καημό της Καταστροφής και του ξεριζωμού:

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1922
Φεύγανε τα καΐκια γεμάτα
φορτωμένα όνειρα κι απαντοχές
ανθρώπινες σκιές με το μικρό τους βιος
μέσα σ’ ένα πουγκί.
Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…
Μέσα σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα
κι αμείλικτος διαφέντευε παντού ο Χάρος.

Στη Β΄ ενότητα της ποιητικής συλλογής «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια αναφέρεται σε καθαρά προσωπικές της στιγμές και συναισθήματα από το παρελθόν και το παρόν, κάποια από τα οποία έχουν την προβολή τους και στο μέλλον:

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Πολύχρονος να ’σαι
να ζεις να υπάρχεις
να δημιουργείς να ονειρεύεσαι.
Κι εγώ να σε σκέφτομαι
να σε νοιάζομαι πρώτη
να προσμένω
τη στιγμή που εσένα
θα συναντήσω ξανά.

Κατά κάποιο τρόπο και αυτή η ποιητική ενότητα είναι ιδωμένη από «φεγγίτη μικρό». Ο πομπός σε όλα το «εγώ» και ο δέκτης το αφηρημένο «εσύ», το οποίο ίσως έχει ένα, ίσως και ποικίλα πρόσωπα στον καθρέφτη της ζωής. Καθοδηγητικό νήμα στο παρελθόν η μνήμη και έδρα η καρδιά. Λυρικά ποιήματα, όχι όμως με τον τρόπο της Πολυδούρη. Έντονα μελαγχολικά, χωρίς όμως απότομες εξάρσεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Βασανιστική νοσταλγία και πάθος που ελέγχεται από μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, ένας ήρεμος συναισθηματισμός που καθαγιάζει στιγμές του παρελθόντος, τις οποίες βίωσε το ποιητικό υποκείμενο με πόνο, ερωτική αδημονία και ματαίωση. Η απουσία παρούσα σε όλα σχεδόν τα ποιήματα αυτής της ενότητας:

ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Ο έρωτας ανεκπλήρωτος
ε και;
Καλύτερα για να ‘χεις κάτι
να κυνηγάς
έναν στόχο να παλεύεις
να επιμένεις, να υπάρχεις
να κρατιέσαι ζωντανός.

Στάλες πολύτιμες, σαν διαμαντάκια, οι όμορφες στιγμές που κάποτε υπήρξαν με το «εσύ», γι’ αυτό και η λαχτάρα της επανένωσης. Βεντάλια τα χρώματα των συναισθημάτων: από το μαύρο –το κενό, το κόκκινο της επιθυμίας για ζωή και το γαλάζιο των ονείρων στο μωβ της προσμονής και «κυκλοτερώς» ξανά στο μαύρο της αναζήτησης (ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΔΙΝΗ).
Οι λέξεις παρήγορες έρχονται να απαλύνουν τη θλίψη του κενού, του χωρισμού, του ανικανοποίητου. Η ποίηση γραπώνει τις εικόνες για να μείνουν ζωντανές. Ο νους ταλανίζεται από ερωτήματα. Αδύναμη να συγκρατήσει τις σκέψεις που την βασανίζουν, η ποιήτρια στήνει δοκάρια και τις συλλαμβάνει για να τις ακινητοποιήσει κι αυτές στο χρόνο, έστω και παγωμένες, κι ας πονάνε περισσότερο.
Ο ποιητικός λόγος της Παπαχριστοφίλου χαρακτηρίζεται από απλότητα, αμεσότητα, αυθορμητισμό. Λαγαρός σκόπιμα, καθόλου συσκοτισμένος. Κύριο γνώρισμά του η εφηβική σεμνότητα. Οι λέξεις και οι στίχοι της καλοδουλεμένα. Ο έρωτας με την πανάρχαια ιστορία του σφραγίζει την ποιητική συλλογή είτε ως ιστορική μνήμη (Α’ ενότητα) είτε ως ερωτικές στιγμές συλλεγμένες στο πέρασμα του χρόνου σε μικρά, σύντομα και όμορφα ποιήματα.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιοnet 12/1/2017

Πόλη Λάμπουσα γεμάτη πόνους

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «από φεγγίτη μικρό» (Γαβριηλίδης, 2016) έχει επίκεντρο τον έρωτα. Στον έρωτα της Παπαχριστοφίλου διακρίνονται όλα τα στάδια: ο ανολοκλήρωτος έρωτας, ο ρομαντικός, ο χωρισμός και η μοναξιά. Όλα όμως συντελούν σε έναν έρωτα εξιδανικευμένο.

Λυρικές αποχρώσεις σαν από οπτασίες φωτίζουν την ποίηση της. Συχνά οι συνθέσεις της θυμίζουν ερωτικά σημειώματα απευθύνονται σε κάποιο βουβό β’ ενικό. Εξάλλου, το σταθερά αυτοαναφορικό ποιητικό υποκείμενο ορίζει τον εκμυστηρευτικό χαρακτήρα της ποιητικής της. Η έκφρασή της αξιοποιεί μία γλώσσα οικία και καθημερινή. Ο στιχουργικός ρυθμός ορίζεται από την ελευθερόστιχη νοηματική απόδοση ελέγχοντας παράλληλα τη συναισθηματική ένταση.

Ωστόσο, στην πρώτη ενότητα της συλλογής κυριαρχεί η νοσταλγία και το ψυχικό άλγος για την Κωνσταντινούπολη. Με ήπιους τόνους που κρατούν σε απόσταση εθνικιστικές εξάρσεις η δημιουργός στρέφεται στην ομορφιά της παραθαλάσσιας ευρωπαϊκής Τουρκίας που έφερε τόσους πόνους και ξεριζωμούς (Κωνσταντινούπολη Λάμπουσα, Πόλη μαγική, άρωμα Κωνσταντινούπολης).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η καταληκτική σύνθεση, με κέντρο τον Λέανδρο (ο πύργος του Λέανδρου),  αποσιωπά την Ηρώ και περιορίζει την ερωτική ιστορία σε ένα μέλος, εκείνο που ζουν στη βόρεια -ευρωπαϊκή- ακτή. Την ίδια στιγμή, στο ποίημα εντοπίζεται ένας πολικοϊστορικός συμβολισμός, μια και το κύμα που έπνιξε τον Λέανδρο το σήκωσαν οι θεοί (με τη μυθολογική ερμηνεία ότι ζήλεψαν τον άνδρα ή επειδή έπρεπε να διατηρήσει κόρη την παρθενιά της). Έτσι, σε μία τέτοια αλληγορική οπτική, το ρόλο των θεών τον αποκτούν οι Μεγάλες Δυνάμεις της κάθε εποχής. Παράλληλα, η σύνδεση με το διττό χαρακτήρα της (τόπος και θέμα) λειτουργεί μεταβατικά στην επόμενη -ερωτική- ενότητα.

Ο Βόσπορος (παραμονής αδημονία, πριγκιπικά διαμάντια), ο ξεριζωμός (ζήτημα στιγμής, Σεπτέμβρης του 1922, σκιαμαχώντας τη φυγή) και τα ερείπια (τα δίχτυα των μαρτύρων) με τον φόβο (σκόπιμη ανωνυμία) κυριαρχούν στην ενότητα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ύμνος στην πόλη των πόνων. Τα όνειρα και ο ξεριζωμός συνυπάρχουν πλάι στην ομορφιά του Βοσπόρου και της πόλης μεγεθύνοντας τον πόνο με τα πλούσια χρώματα και αρώματά της.

 

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

Περιοδικό «Ο Σίσυφος», τχ. 14, Δεκέμβριος 2017

Πώς η Απουσία μπορεί να συλληφθεί από τις λέξεις και να γίνει Ποίηση, όταν η ίδια η φύση της Ποίησης είναι το άλεκτον; Πώς να κοινωνήσεις το απόσταγμα του τέλους της παρουσίας, όταν η φύση της Ποίησης
είναι το α-τελές (με την έννοια του μη τέλους);
Η εκλεκτή χώρα όμως, που ονομάζεται Ποίηση, είναι ακάματη, με
μια μαχητική διάθεση για ανεξάντλητες προσεγγίσεις του διαφεύγοντος. Σαν αντίσταση κατάφασης στη φθορά του τελεσίδικου. Πράξη εγκαινίων είναι, αφού ο Ποιητής γεννά τον κόσμο κάθε φορά από την αρχή. Είναι έκρηξη ενεργειακή, αναπόφευκτη, ζωτική. Είναι τελετουργικό μύησης σε ένα χώρο και χρόνο, όπου δεν χρωστάς τίποτε σε κανέναν. Είναι η ύψιστη όραση που βλέπει με έκπληξη το σύνηθες, το αόρατο. Είναι ο λόγος της μοναξιάς, που δεν έχει ανάγκη από τη μοναξιά του άλλου. Του φτάνει η δική του. Είναι η εξορία του περιττού, το συμμάζεμα του λόγου, που πολλαπλασιάζει τον κόσμο. Είναι η εσωτερική, η μυστική μουσική, που την κατοικεί. Αυτή η μουσική που την αχούν μόνο η δύναμη της ψυχής και ο παλμός της καρδιάς. Η Ποίηση
δεν λέει τίποτε, δεν κρύβει τίποτε. Μόνο σημαίνει. Και γενναιόδωρη
καθώς είναι, προσφέρει νέα μάτια και στους αποδέκτες της.
Με αυτά τα νέα μάτια είδε η Σοφία Παπαχριστοφίλου την Απουσία. Την έβαλε απέναντι της, ανακαλώντας τόπους και συνάφειες του κόσμου της, με το πάσχον σώμα και την οδυνόμενη ψυχή να αφουγκράζονται την παραμικρή ανάκληση μνήμης.
Καταφεύγοντας στην ιερότητα της λέξης, δηλαδή το σημείο εκείνο
όπου το μυστήριο της δικής της εμπειρίας συναντά τον Άλλον, η Σ. Π.
γράφει μια χαμηλόφωνη ποίηση, χωρίς κορώνες και κραυγές. Αποδεσμεύει τη σιωπή της και μας καταθέτει την ένδον χώρα, ως προσωδία του μυστικού, ως προσευχή. Αποστάγματα αναστοχαστικά είναι οι ποιητικές καταθέσεις της
Σ. Π. Είναι κατασταλαγμένα συναισθήματα που πολιορκούν «κυκλοτερώς» την Απουσία, με απόλυτη συμμετοχή στην ηδονή και την οδύνη της αρετής του ποιείν. Αυτή ακριβώς η κίνηση είναι που χαρακτηρίζει την πολιορκία των λέξεων της ποιήτριας πανταχόθεν, ταυτόχρονα με μορφή διύλισης, για να σιγάσει η κραυγή και να αναδυθεί η μνήμη της συναισθηματικής κρύπτης. Συνδιαλέγεται με το εφήμερον του βίου μέσα από την Απουσία, καθιστώντας την αιώνια μέσα από την Ποίηση.
Ξεκινώντας από το πρώτο μέρος της συλλογής, η Απουσία της Πόλης, ως μήτρας χαίνουσας, εγκολπώνεται την Απουσία της Ύπαρξης,
που πλατύνεται στο δεύτερο μέρος και ενδύεται του έρωτα τα πάθη. Η
δική μου ανάγνωση βρήκε ένα σκηνικό μιας άλλης εποχής, ενός άλλου
,
πολιτισμού, που με έπιασε από το χέρι και με έκανε κάτοικό του. Με
άλλα λόγια, η Σ. Π. κατάφερε να χαρτογραφήσει την Απουσία, να της
δώσει υπόσταση και να την επιδώσει στους αποδέκτες της αντάξια της
θέσης που κατέχει στην καρδιά της.
Όσο καιρό επέστρεφα στην ανάγνωση των ποιημάτων, όλο και περισσότερο ένιωθα να βαθαίνει τούτη η χαμηλή φωνή, όλο και πιο πολύ
έπιανα το νήμα της εσωτερικότητας, που ανέσκαπτε τραύματα, από
εκείνα που βγάζουν ρίζες στο χώμα. Κάθε ποίημα είναι μια απόσπαση θαμμένων σωμάτων, μια ανασύσταση των απολεσθέντων, η έξοδος
του παλαιού τραύματος, μέσα από τον στοχασμό και τη σκέψη. Με τη
γλώσσα του μη-περιττού ως όχημα, η Σ. Π. κάνει να καρποφορήσει η
σιωπή της Απουσίας και να γίνει φωνή, για να βρει ανταπόκριση σε ένα
άλλο έσωθεν, ατομικό ή συλλογικό:

Είναι φορές
που νιώθω κατάμονη
πώς μόνη παλεύω
και πιστεύω σε σένα
μονάχα εγώ
εσύ όμως τις κάνεις;
Μου γυρίζεις την πλάτη
και απλά εξαφανίζεσαι
καπνός άυλος σαν
να μην υπήρξες ποτέ.

Στην ποίηση της Σ. Π. συντελείται η έκθεση του ιδιωτικού πόνου ως
επιδέξια στιγμή της κατάφασης στον εαυτό, τον κόσμο, τη γλώσσα. Πρόκειται για την κατάφαση έτσι όπως την είδαν τα μάτια της Σ. Π. από ένα
φεγγίτη μικρό, με πρόσβαση κατευθείαν στον ουρανό για να έχουν μεγαλύτερη συνείδηση του πόνου της Απουσίας, ως ανθρώπινης συνθήκης.
Κλείνοντας την «ανάγνωσή» μου, θα ήθελα να απαντήσω σε ένα ποίημα της συλλογής, που αποπνέει μια δημιουργική αγωνία:

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους

Εξάλλου, όταν οι λέξεις είναι αληθινές και εύκαρπες σαν της Σ. Π., αυξάνουν και πληθαίνουν με το μοίρασμα. διάγοντας σε κάθε ανάγνωση μια νέα ζωή. Γιατί είναι μια δημόσια ομολογία, την οποία αναλαμβάνει και την εκθέτει ολοκληρωτικά, με μόνο εφόδιο τα πάθη, τις παραλείψεις, τα λάθη, τις αισθήσεις, την ατέλεια και την τελειότητα του ανθρώπινου όντος, χωρίς να δεσμεύει ως άνθρωπος κανέναν άνθρωπο.
Εξάλλου, αυτή είναι η μέγιστη αποστολή της Ποίησης. Να ανοίγει
προφητικούς φεγγίτες προς όλους, φέροντας μια νέα ιερότητα, η οποία
δεν έχει καμιά σχέση με τον καθωσπρεπισμό και τους κανόνες. Είναι μια
ιερότητα βέβηλη, ανίερη, που δηλώνει την αδυναμία της να παρηγορήσει.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

BOOK TOUR, 28/12/2016

Η ΦΥΓΗ

Στην ποιητική συλλογή της Σοφίας Παπαχριστοφίλου «Από φεγγίτη μικρό» το πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Φεύγοντας τα καΐκια», αριθμεί δεκατρία ποιήματα που θεματικά μας φέρνουν στον νου τη φυγή, τη βίαιη απομάκρυνση από αγαπημένο τόπο. Ολιγόστιχα, όσο επιτρέπει μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του δράματος μέσω του ποιητικού λόγου, και περιεκτικά σε νόημα και εικόνες.

Πώς να χωρέσει μια ζωή
σε μια εικοσάκιλη βαλίτσα;

Τα όνειρα, οι ελπίδες θα μείνουν πίσω, εκεί που χτίστηκαν, με άγνοια των έξωθεν επιλογών που αδιαφορούν για τις επιθυμίες των απλών ανθρώπων.

Μα ο νους παρέμενε εκεί
αντάμα με το βλέμμα που είχε
πλέον αφεθεί να βλέπει τις φωτιές
μαζί με τους καπνούς…

Σε μια σκόπιμη ανωνυμία οι λέξεις από τον φόβο μήπως τις διαλύσει η αναγνώριση. Σε υπόκωφη ουσία οι στίχοι, μήπως και με έναν ευρύτερο σχολιασμό απολεσθεί το κλίμα, η πνοή αυτής της απρόσμενης και βίαιης αποκοπής από γενέθλιο τόπο.

Οι λέξεις δεν τολμούν
στην επιφάνεια να βγουν.
Φοβούνται μήπως διαλυθούν
όταν γνωστές γίνουν στους άλλους.

Κωνσταντινούπολη, Ίμβρος, Πριγκηποννήσια. Η ιστορική μνήμη τους στοιχειώνει την ποιήτρια, που αποτολμά να καταθέσει μια δική της εκδοχή για τη φυγή των ανθρώπων.

Σκιαμαχώντας τη φυγή

Σε ψάχνω στην ομίχλη σου·
απεγνωσμένα σε ζητώ
κι ο Βόσπορος στενάζει
κάτω απ’ το βάρος του χιονιού.
Πάγωσαν τα φτερά των γλάρων.
Οι σταλακτίτες σκίζουνε
του ήλιου τις ακτίνες.
Κι εσύ που κρύφτηκες καλά
επέλεξες να φύγεις.

Είναι μερικές φορές που στα ποιητικά σχεδιάσματα η σημασία δίνεται στον τίτλο, και τότε το ποίημα καθεαυτό απλώς αφήνεται να σχολιάζει ή να προσθέτει λίγη ακόμα ουσία στο πλήρες (κατά μία έννοια) αυτού του τίτλου. Γιατί, είναι αλήθεια, δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να πεις αυτό που αγγίζει τον πυρήνα των πραγμάτων. Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει αυθεντικός λόγος που να συμπυκνώνει το νόημα. Όπως εδώ στα ποιήματα της Σοφίας Παπαχριστοφίλου.

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο «Συλλέγοντας στιγμές», η ποιήτρια οδηγεί, με τριάντα δύο ποιήματα, σε άλλο τοπίο, αυτό της συνομιλίας με ένα δεύτερο πρόσωπο, το οποίο στην περίπτωση αυτή δεν υποκρύπτει, ως είθισται, ένα άλλο προσωπείο του ποιητικού υποκειμένου, αλλά απευθείας αφορά το έτερο πρόσωπο, αποδέκτη του λόγου της ποιήτριας. Λόγος για τον έρωτα, για μια άλλη φυγή εδώ, για μια απουσία.

Κάποιες ώρες μαζί
ευτυχίας κομμάτια
ο προορισμός δεν αργεί.
Να σε βλέπω κι ας μην
σε έχω ποτέ
να σε βλέπω συνέχεια ποθώ.
Να παγώσω τον χρόνο
και να μείνουμε εκεί μακριά
απ’ τους άλλους
– αυτό μόνον αρκεί.

Περισσότερο πεζολογικό το ύφος σ’ αυτά τα ποιήματα, ίσως για να υπογραμμίσει ότι ο πόνος μιας φυγής (γιατί πάλι για φυγή πρόκειται, μόνο που είναι πιο προσωπική) δεν χρειάζεται πολλά στολίδια, μόνον εσωτερικό ρυθμό για να μιλήσει ειλικρινά.

Ωστόσο είναι και κάποιοι στίχοι που -αφημένοι περισσότερο σε πιο αυθόρμητο λόγο- αναδεικνύουν και μια άλλη πτυχή της στιχουργικής ικανότητας της ποιήτριας. Στο παρακάτω ποίημα (κατά τη γνώμη μου το καλύτερο της συλλογής) ο λόγος σαν να σπάει τα δεσμά μιας πεζολογίας και αφήνεται σε ρέοντα ρυθμό να αποδώσει ένα πλήρες συναίσθημα.

Η σκέψη ανυπότακτη
σε βαθύ την κλείνω πηγάδι
ξεπετάγεται αναβλύζοντας με ορμή
σε κλουβί σκοτεινό τη φυλακίζω
ξεγλιστρά με πάθος και αντίσταση
τρέχει πάντα ξεφεύγει
πηγαίνει όπου θέλει
την επιθυμία συναντά
βασανίζουν μαζί
αρραγές δίδυμο δυνατό
την ψυχή και το είναι μου.

Και με τον ένα αλλά και με τον άλλο τρόπο, η ποιήτρια προσφέρει την προνομιούχο θέα στον χώρο της φυγής και της απουσίας. Μια συλλογή μοιρασμένη σε δύο μέρη, με τα ποιήματα της απόστασης, με ένα ποιητικό υποκείμενο στον ρόλο του παρατηρητή προσώπων και τόπων που απομακρύνονται. Η οπτική μέσα από ένα μικρό φεγγίτη, ικανό όμως να αποτυπώσει την εσωτερική θέα του ελλειπτικού χώρου, τη θέα του κενού που αφήνει η απουσία. Μια ποίηση χαμηλόφωνη, ουσιαστική στις επισημάνσεις της, που συνταιριάζει απολύτως με την εικαστική παρέμβαση της Χριστίνας Καραντώνη (εξώφυλλο και εμβόλιμες φωτογραφίες). Αποκομίζεις διαβάζοντας τον πόνο, τη βιωμένη θλίψη, την ωριμότητα της ποιητικής καταγραφής.

 

ΦΩΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

«Fractal», Φεβρουάριος 2017

Μικρές αλήθειες και μεγάλη νοσταλγία

«Από φεγγίτη μικρό» παρατηρώντας τα θύραθεν της ψυχής της η Σοφία Παπαχριστοφίλου ανακαλύπτει τη βαθύτερη ουσία της θεωρητικής προσπέλασης εμπειριών και δράσεων καθημερινής ζωής και ταυτόχρονα από τον ίδιο “μικρό φεγγίτη” αποκαλύπτει λαχτάρες και συναισθήματα του άβατου ψυχισμού της σφυρηλατημένα με τη συγκινησιακή αξία του ποιητικού λόγου. Ένας ολόκληρος κόσμος αισθητικής θέασης και ιστορικής, ισχυρότατης μάλιστα, μνήμης (Κωνσταντινούπολη), και η διάχυση ενός εσαεί ανολοκλήρωτου έρωτα συναντώνται στο “μικρό φεγγίτη”, συγκλίνουν και κλείνονται σε μορφή οργανικά, ποιητικά δεμένη, και εναρμονίζονται με τις αισθητικές και πνευματικές μυστικές αναζητήσεις τις προερχόμενες από αναρίθμητους μικρούς φεγγίτες προσώπων κλειδωμένων «δια τον φόβον» των «πολιτικών ζώων». Ευτυχώς υπάρχει ακόμη το άλας της γης που εμπιστεύεται με υπομονή και επιμονή τα μελωδικά μοτίβα της ποίησης και γενικότερα της τέχνης εναποθέτοντας σ’ αυτήν τις ελπίδες όχι μόνον της ψυχικής ευφορίας της αισθητικής απόλαυσης αλλά και του επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής αναγκαιότητας.

Και θα χρειαστούν, ίσως, αιώνες παιδείας και εκπαιδεύσεως, για να διερευνηθεί ο ‘’μικρός φεγγίτης’’, να γίνει απέραντη πύλη αμφίδρομης και ελεύθερης διάβασης επικοινωνίας και θέασης του ένδον και εκτός των τειχών της ψυχής μας. Και ακριβώς προς αυτόν τον σκοπό συνεισφέρει ‘’ο μικρός φεγγίτης’’. Μία δέσμη ακτίνων εισέρχεται και φωτίζει τα ψυχικά δώματα και μία λάβα συναισθημάτων εκρήγνυται και εξέρχεται απελεύθερη από τα δεσμά του φροϋδικού πύργου id-ego-superego. Aυτά τα δεσμά σπάζει η τέχνη και στην προκειμένη περίπτωση η ποίηση. Η Σοφία Παπαχριστοφίλου με τους στίχους της ντύνει το μικρό φεγγίτη με φως· με το φως του λόγου. Και χάρη στην ποίηση της δεν μένει απλός θεατής του δάσους των εικόνων της «Πόλης των πόλεων» αλλά οσφραίνεται και αρώματα , ακούει μυστικούς ήχους και ψηλαφεί πληγές. «Πόλη του ονείρου/ και του στεναγμού/ της ιστορίας και της θύμησης/… μοναδική, πορφυρογέννητη… που μύρια έχει να αφηγηθεί/ να κρύψει και να αποκαλύψει…» Και ταυτόχρονα από φεγγίτη μικρό ξεχύνεται και το κύμα των στιγμών που η ποιήτρια συνωθούσε και απωθούσε στις κρυφές σοφίτες του δικού της βασιλείου, της δικής της βασιλεύουσας. Με «λέξεις εύηχες, ευφάνταστες, μικρές, μακροσκελείς» σημαδεύει την ατέρμονη πορεία του Εγώ προς το Εσύ. Δυνατή η γροθιά της απουσίας του άλλου και νιώθει τη μοναξιά. «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον…» διαβάζουμε άλλωστε και στους πρώτους στίχους της Βίβλου. Προσμένει και ονειρεύεται τον ερχομό των ανεξίτηλων χρωμάτων που θα γεμίσουν το κενό και αγωνίζεται να οικοδομήσει το αρραγές δίδυμο των ονείρων της. ‘’Και ωκοδόμησε ο θεός τήν πλευράν…’’ συνεχίζει η Βίβλος!

Γιατί και στο Α’ μέρος της συλλογής -’’Φεύγοντας τα καΐκια’’- και στο Β’ -’’Συλλέγοντας στιγμές’’- κυριαρχεί και οικοδομείται το ονειρικό της δίδυμο μ’ ένα βαθύτατο και οδυνηρό πάθος. Το πάθος του πόθου. Του πόθου, του ΕΡΩΤΑ, του υποκειμένου που έχει κατακτήσει αυτοσυνειδησία, δηλαδή της ποιήτριας, προς το αντικείμενο, προς το Εσύ που στο Α’ μέρος είναι η προσωποποιημένη ‘’μοναδική εντυπωσιακή γητεύτρα’’ Πόλη και στο Β’ μέρος Εκείνος που έρχεται στα όνειρά της, Ευθύβολος Έρωτας που διαρκώς αιμορραγεί φρικτά ανολοκλήρωτος μα ανεξίτηλος. Και στα δύο μέρη επιβεβαιώνει η Παπαχριστοφίλου το Εγώ της: με την πορεία εισόδου μιας πόλης προς τον έσω κόσμο ανακαλύπτει την Ιστορία με σάρκα και οστά και με την πορεία εξόδου προς τον έξω κόσμο αποκαλύπτει το μαγικό κλειδί της ψυχής της που σπαρταρά για τον Πλατωνικό Έρωτα -την όψη του μαγνήτη- τον πανταχού παρόντα. Και το χαρακτηρίζω Πλατωνικό με την κυριολεξία του όρου. Είναι τόσο δυνατός και κοσμογονικός ώστε η ποιήτρια παρ’ όλες τις οικείες σε όλους μας εικόνες του και εκφράσεις, τον παρουσιάζει ως γνώση από ανάμνηση ‘’Δεν σε γνώρισα κι όμως σε ονειρεύτηκα’’. Όχι μόνο ως προσμονή ή ενατένιση Ιθάκης ή ζωντανό πάθος πολλά υποσχόμενο που -φευ!- κάποτε τελειώνει αλλά και ως «νοσταλγία δυσβάστακτη ματωμένο παράπονο». Η προσμονή και νοσταλγία μάλιστα φανερώνουν ότι η ανακάλυψη του έξω κόσμου και η αποκάλυψη του εσώτερου ψυχισμού βρίσκονται σε μία διαρκή και ασταμάτητη ροή που πιστοποιείται από την ποιήτρια με τη σφραγίδα της αιωνιότητας όπως δείχνει το «ποιόν ενεργείας» των επιγραφών των δύο ενοτήτων διατυπωμένων σε χρόνο ενεστώτα: «φεύγοντας τα καΐκια» και «συλλέγοντας στιγμές». Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξεως στο διαρκές παρόν.

Και το αέναον, το παντοτινό του παρόντος μπορεί να το ανακαλύψει σύμφωνα με την ποιήτρια το Εγώ του καθενός αρκεί το Εσύ, ο άλλος να βρει το ‘’κλειδί της ψυχής’’. Τότε θα μπορέσει όχι μόνο να αφηγηθεί «όσα μικρό παιδί κρυμμένο στη σοφίτα» περίμενε χρόνια ολόκληρα καρτερικά αλλά και να ζήσει τη ζωή εκείνη που σίγουρα δεν είναι δυνατό να χωρέσει ‘’σε μία εικοσάκιλη βαλίτσα’’. Κι όταν η Παπαχριστοφίλου ξεκλειδώνει τον ψυχισμό της και ανοίγει διάπλατο τον -έστω- μικρό φεγγίτη επαφής με το φως, δεν μένει απλώς στην αισθητική αντίληψη που γίνεται αισθητή μόνο με τη φωτεινή διαύγεια της διάνοιας ή της περιστασιακής εμπειρίας αυτής που της προσφέρει η βυζαντινή πριγκήπισσα και το ιστορικό σύμπαν που κυλάει σαν αίμα στις φλέβες της ή και το ‘’μαρτύριο ευτυχίας’’ σιωπής, απουσίας, απογοήτευσης που βασανίζουν το αρραγές δίδυμό της -«ψυχή και είναι»-· κυρίως προβάλλει, με την γλυκειά διαίσθηση του συναισθήματος, εσώψυχες τάσεις που ανάγουν σε πανανθρώπινα σύμβολα τα αισθητά και ψυχικά φαινόμενα και καταστάσεις που πηγάζουν από τις δικές της διαθέσεις ή ενέργειες. Ξεκλειδώνει η Παπαχριστοφίλου λαχτάρες, φιλοδοξίες, όνειρα, ιδέες, θησαυρούς ολόκληρους που κρατούσε μέχρι τώρα ζηλότυπα στη μυστική κρύπτη της ψυχής της. Ακόμα και ενοχές προσωπικές ή και συλλογικές. Και ιδιαίτερα για τις συλλογικές-εθνικές όταν μια νέα ποιήτρια ζητάει συγνώμη «ενώ εμείς κωφεύαμε μες στην ασφάλειά μας» (ποίημα ΙΜΒΡΟΣ) τότε «τη Ρωμηοσύνη μην την κλαίς…!»

 

Diastixo

H Σοφία Παπαχριστοφίλου σε α΄ πρόσωπο

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Η ποίηση με γοήτευε από μικρή και φυσικά μου άρεσε να τη διαβάζω και να ταξιδεύω στον φανταστικό κόσμο των λέξεων που με δεξιοτεχνία έπλεκαν οι δημιουργοί της.
Αργότερα, ως καθηγήτρια, ήθελα να μυήσω τους μαθητές μου στην παραπάνω διαδικασία, έτσι ώστε να βιώσουν τη λατρεία για τα λογοτεχνικά δημιουργήματα, πεζά και ποιητικά. Έτσι, πολλές φορές, στο πλαίσιο του μαθήματος αλλά και μέσα από πολιτιστικά προγράμματα δημιουργικής γραφής ,ένιωθα ικανοποίηση όταν άκουγα τις βαθύτερες σκέψεις των παιδιών μου να εξωτερικεύονται και να εκφράζονται στα τετράδιά τους.
Απαρχή της έμπνευσής μου υπήρξαν τα λόγια κάποιου καλού μου φίλου, ο οποίος μου αφηγήθηκε δύσκολες στιγμές που βίωσε όταν ήταν μικρό παιδάκι στην Κωνσταντινούπολη και ζούσε με την οικογένειά του στην Αντιγόνη (ένα από τα Πριγκηπόννησα), λίγο πριν από τις απελάσεις του 1964. Αυτές τις προσωπικές του στιγμές τις μετουσίωσα σε ποίημα και έκτοτε εισχώρησε μέσα μου το μικρόβιο της ποίησης. Ένιωθα πια επιτακτικά έντονη την ανάγκη να εκφράσω στο χαρτί τα συναισθήματα και τα βιώματά μου.
Έτσι προέκυψε η πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο Από φεγγίτη μικρό από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Είναι ο έρωτάς μου για την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες που εδραιώθηκε μέσα μου, ύστερα από την πρώτη μου επίσκεψη στη «Νέα Ρώμη» και της καρδιάς μου το σκίρτημα κάθε φορά που ακούω τη λέξη «Πόλη». Ένας ολόκληρος κόσμος γεμάτος μύθους, θρύλους, ιστορία, εικόνες, αρώματα, γεύσεις, ανατολίτικο μυστήριο, αξιόλογους ανθρώπους, με τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και των Πριγκηποννήσων που με σαγηνεύει διαρκώς, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί για μένα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
Τα παραπάνω αποδίδονται στο πρώτο μέρος της συλλογής μου, στην ενότητα «Φεύγοντας τα καΐκια», καθώς θέλησα να αποδώσω τον πόνο των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το βιος, τα όνειρα και την πατρίδα τους (καταστροφή της Σμύρνης το 1922, απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964), ενώ γνωρίζουν καλά ότι ένα κομμάτι του εαυτού τους έχει μείνει πίσω μαζί με αυτά που βίαια αναγκάστηκαν να χάσουν.
Η Κωνσταντινούπολη «της ιστορίας και της θύμησης», «η Πόλη του ονείρου και του στεναγμού», με την παντοτινή της αίγλη και το διαχρονικό της μεγαλείο, τα πευκόφυτα Πριγκιποννήσια, η Ίμβρος, οι γειτονιές της Πόλης με τα αρώματα του γιασεμιού και των μπαχαρικών καθώς και το ανέμελο παιχνίδι των παιδιών στα στενά σοκάκια, η Μικρασιατική Καταστροφή και οι απελάσεις του 1964 εμφανίζονται μέσα στα ποιήματα της πρώτης ενότητας, καθώς αποτελούν στοιχεία δυνατής και συγκινησιακής έμπνευσής μου.
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής μου, που το ονόμασα «Συλλέγοντας στιγμές», προσπάθησα να αποτυπώσω στο χαρτί συναισθήματα που βίωσα και συνεχίζω ακόμη να βιώνω για ανθρώπους και καταστάσεις που στιγμάτισαν τη ζωή μου. Ήταν το βάρος τους αβάσταχτο και σκέφτηκα να ελαφρύνω την ψυχή και την καρδιά μου, γράφοντάς τα με την ελπίδα της ανακούφισης, αν τα μοιραζόμουν με τους αναγνώστες του βιβλίου μου. Ο έρωτας, η απογοήτευση, η διάψευση των ελπίδων, η ανιδιοτελής αγάπη, ο πόνος και η συντριβή για τον αποχωρισμό ενός σημαντικού για μένα προσώπου θεωρώ ότι διακρίνονται μέσα στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, καθώς και η αγωνία μου να συλλέξω πολύτιμες στιγμές με το αγαπημένο πρόσωπο.
Αυτά τα ποιήματα απαρτίζουν ό,τι με ενέπνευσε, με καθήλωσε , με πόνεσε, με συντάραξε ή με εξόργισε, μια έκθεση και μαζί κατάθεση της ψυχής μου, καθώς το να γράφω πια μου έγινε απαραίτητη και ζωτικής σημασίας, γλυκιά, εθιστική ανάγκη.

 

Σκέψεις για την ποίησή μου και την πρώτη ποιητική μου συλλογή «Από φεγγίτη μικρό»

«Από φεγγίτη μικρό» θέλησα να ατενίσω την Κωνσταντινούπολη και τις χαμένες πατρίδες, καθώς αποτελούν για μένα σημείο αναφοράς, παρ’ όλο που δεν έχω Πολίτικη καταγωγή, αλλά με έλκει αφάνταστα αυτή η Πόλη με την ιστορία της, τη γοητεία, τα θέλγητρα και τον κοσμοπολίτικο αέρα της που τον διατηρεί στο πέρασμα των αιώνων , από την ίδρυσή της, μέχρι και σήμερα.

Προσπάθησα να εκφράσω το θαυμασμό και την αγάπη μου για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν με τρόπο βίαιο και σκληρό ν’ αποχωριστούν το βιος, τη γενέτειρά τους, τη γειτονιά και τους φίλους τους και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Εμπνευσμένη από τις βιωματικές εμπειρίες ενός αγαπημένου φίλου (που έζησε τις απελάσεις του 1964) έγραψα το πρώτο μου ποίημα, όπως μου είχε διηγηθεί, ότι μικρό παιδάκι περίμενε κρυμμένος στη σοφίτα τον Άγιο Βασίλη, αφού οι γονείς του προσπαθούσαν να διαλύσουν μέσα από τη μαγεία του παραμυθιού και της προσμονής του λατρεμένου Αγίου των παιδιών, την αγωνία τους για την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε τότε και για την τύχη τους, καθώς ήταν Έλληνες της Πόλης που αναγκάστηκαν να απελαθούν.

Η Πόλη με το μυστήριο και τη σαγήνη της, τα μεθυστικά αρώματα της κανέλας και των μπαχαρικών, τη θαλασσινή αύρα του Βοσπόρου και του Μαρμαρά, κατεύθυναν την πένα μου, και με οδήγησαν στο πρώτο μέρος του βιβλίου μου, όπου ταξίδεψα στη Σμύρνη της καταστροφής, στα καλντερίμια και τις γωνιές της Βασιλεύουσας, στα πευκόφυτα Πριγκηπόννησα, στον πύργο του Λεάνδρου, στη μαρτυρική Ίμβρο, σε όλα αυτά τα μέρη που θεωρώ πλέον κομμάτια της καρδιάς μου.

Στο δεύτερο μέρος προσπάθησα να αποδώσω μια συλλογή και παρουσίαση των πολύτιμων στιγμών που αναφέρονται σε αγαπημένο μου πρόσωπο, καθώς και καταστάσεις που σημάδεψαν τη ζωή μου.

Εδώ βρήκαν καταφύγιο οι αλήθειες μου, τα συναισθήματά μου, αυτά που απίθωσα στο χαρτί για να μπορέσω να τ’ αντέξω, για να μην τα ξεχάσω και για να συνεχίσω να υπάρχω και να γράφω πια, αφού ανακάλυψα ότι η ποίηση αποτελεί ευλογημένη διέξοδο, ελιξίριο ζωής και σηματοδότη της ζωντανής καρδιάς .

Τώρα ξέρω πως θα ήθελα στη ζωή μου να συνεχίσω γράφοντας, γιατί ποίηση για μένα πια σημαίνει αγάπη. Έχοντας στο νου μου κάποιους αγαπημένους στίχους από τα << Τρία αποσπάσματα>> του Ανδρέα Εμπειρίκου: <<Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες./ Όταν τ ’ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει./ Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.>>, σκέφτομαι ότι θα συνεχίσω να ονειρεύομαι και να ζωντανεύω τα όνειρά μου μέσα από τις λέξεις των ποιημάτων μου, αφού τα θεωρώ δομικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής μου.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ