Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2016

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

 

 

 

 

Η Κλεπάτρα Μακρίδου- Robinet γεννήθηκε στη Λευκωσία. Τελείωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Σπούδασε με υποτροφία χημικός στη Grenoble και τη Lyon της Γαλλίας και είναι Διδάκτωρ Χημικός στην Ανόργανο Χημεία ( Docteur de Spécialité). Διετέλεσε χρόνια στέλεχος του Γαλλικού Υπουργείου Συγκοινιών και Έργων καθώς επίσης και του Υπουργείου Οικολογίας και Αειφόρου Ανάπτυξης όπου εξήσκησε τα καθήκοντα της Διευθύντριας του Τμήματος «Υδάτινοι Πόροι» στην Ορλεάνη.
Είναι παντρεμένη με τον Γάλλο ακαδημαϊκό Jean Claude Robinet και είναι μητέρα δυο παιδιών.
Είναι πρόεδρος και ενεργό μέλος συλλόγων «Οι Φίλοι της Κύπρου» στη Γαλλία απ´όπου συντελεί στο ν´ακουστεί η φωνή της Κύπρου.
Μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στη Γαλλία και την Κύπρο.
To βιβλίο της Άσμα ερωτικό και πένθιμο, έχει μεταφραστεί στα Αλβανικά και εκδοθεί τον Ιούλιο του 2016. Το βιβλίο Μνημόσυνο-Ιχνηλασία έχει μεταφραστεί στα γαλλικά και εκδοθεί από τις εκδόσεις « Variations » σε δίγλωσση έκδοση τον Οκτώβριο του 2015.
Έργα της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης στην Κύπρο την Ελλάδα και Γαλλία. Το ποιητικό της έργο έχει βραβευθεί τον Ιουνιο του 2017 από την Διεθνή Ακαδημία Arts-Sciences-Lettres που εδρεύει στο Παρίσι με το Αργυρό μετάλλειο.

Εργογραφία:

Ποίηση
Ωδή για την Κύπρο, Λευκωσία 1992,
Πατερ απελθέτω απ´εμόυ το ποτήριον τούτο, Λευκωσία 1994,
Σαλαμίνα τε, Λευκωσία 1996,
«Πρέσβυν αρ’ εισδέξομαι πάτερ», Λευκωσία 1998,
Ὁ νόστος των Ηρακλείδων, Λευκωσία 2006,
Το Κάππα της Κύπρου, Λευκωσία 2013
Μνημόσυνο. Ωδή στον χαμένο Υπαξ/κό Κύπρο Γ. Ἰωάννου, Ιχνηλασία, 2014,
Ρε Αλέξης , Ο Ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης , 2015,
Άσμα ερωτικό και πένθιμο, 2015.
Εντοπία φωνή  2017
Εάλω η ψυχή  2018

Επιμελήθηκε την Ανθολογία της σύγχρονης κυπριακής ποίησης – δίγλωσση ανθολογία στα ελληνικά και γαλλικά « Editions variations » 2016

 

 

 

 

 

 

 

ΕΑΛΩ Η ΨΥΧΗ  (2018)

 

I   Το κόκκινο του Έρωτα

 

ΕΤΣΙ ΣΥΝΗΘΩΣ

 

Έτσι συνήθως χάνονται

τα ωραία χρόνια της ζωής μας

από έναν ανέλπιδο Έρωτα

που μας ξεριζώνει από τα γήινα

και μας εκτοξεύει στο σύμπαν

ενώ η Ψυχή έχει ανάγκη από γης!

 

Κάπου ανάμεσα στην Παλίρροια

και στην Άμπωτη

άρχισα να σ’ αγαπώ

την ώρα που πήγαινα να πνιγώ.

Ανάσαινα μέσα στο νερό

υπήρχα μέσα στο αχανές…

 

 

 

ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Είναι κάτι γεγονότα

που τα ξεχνάμε θεληματικά

για να επιβιώσουμε

και άλλα που θυμόμαστε άθελα

για να μένουμε ταπεινοί

και κάτι άλλα ασήμαντα

που μας έχουν αποστρέψει από το φως.

 

Τα μεσάνυκτα όμως

βγάζεις ένα ένα τα ρούχα σου

μέχρι που να μείνεις ο εαυτός σου! 

 

ΘΛΙΨΗ

 

Κάθισε στον ώμο η θλίψη

με τα φίδια των μαλλιών της

να πνίγουν το χαμόγελο

να διατρυπούν το αλμυρό φως των ματιών

κι, ο αμείλικτος χρόνος να εκφυλίζει τη μνήμη

που ραγίζει, σαν καθρέφτης

ενώ μακριά

τα τσαλακωμένα μηνύματα

των κοχυλιών

υφαίνουν ένα μυστήριο τραγούδι,

για να ενώνουν τα κομμάτια της…

 

 

 

ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ

 

Η κάθε λέξη

είναι, μια διέξοδος

ένα μήνυμα

πολλές φορές γραμμένο

μες στη στενοχώρια

μες στην αδιαφορία της μέρας.

Το κάθε ποίημα

είναι μια δήλωση Αγάπης

μιας στιγμής αιωνιότητα

σαν αστραπή!

 

 

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

 

Τις νύχτες βυθίζεται

στο οργισμένο ηφαίστειο των αναμνήσεων

την ημέρα δραπετεύει

πάνω στ’ ανθισμένα κλαδιά του ονείρου

και καθώς αγναντεύει από μακριά

τα ξεχασμένα κουφάρια των λογισμών

χάνεται στην άβυσσο

στη φωτιά των χρησμών

με τις λέξεις να στροβιλίζουν

στη στάχτη του κατακρεουργημένου λόγου

καθώς αναζητούν ανυποψίαστες

το απέραντο Κενό!

 

 

 

ΑΠΟΣΥΡΟΜΑΙ

 

Αποσύρομαι,

χωρίς θόρυβο

και δάκρυα

στα οχυρά της Ποίησης

και στην ηδονή των λέξεων.

Και μόνο η ευτυχία του έρωτα

που εκείνες γεννούν

αξίζει να ζεις!

 

 

 

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ

 

Ο πληγωμένος δεν ξεχνά εύκολα.

Ακλουθεί πάντα

πορεία προς τη μήτρα της ζωής.

Να ξεπλύνει, μέσα στο αμνιακό υγρό

την πληγή ζητά

μια ζωή!

 

 

 

ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

 

Επιμένεις πάντα να φοράς

ένα διάτρητο χαμόγελο

ενώ το βλέμμα σου θολώνει

στο άφρισμα των λέξεων

καθώς χαϊδεύει με τα πλήκτρα του χρόνου

εκείνη τη στιγμή

που έμεινε ακίνητη στη μνήμη. 

 

 

 

ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ

 

Είναι κάτι φθινόπωρα

κρεμασμένα στα δάκρυά σου.

Τα μαζεύεις όλα σε μια σακούλα

Ύστερα έρχεται ο χρόνος

και ξεχωρίζει σιγά σιγά

αυτά που είναι για Σένα

και τα άλλα που είναι για μένα!

 

 

 

     ΙΙ Νότες νόστου
 

ΜΗΝ ΡΩΤΑΣ

 

Μην ρωτάς Πατρίδα

γιατί κλαίω

είναι, που σου στερούν τον ουρανό

κι εγώ δεν έχω παρά λίγους στίχους

το σώμα μου που λυγίζει στον άνεμο

και λίγο χώμα που δεν αρκεί

ούτε για να με σκεπάσει…

 

 

 

ΑΚΟΥ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ…

 

Τα φαγωμένα τείχη να κρατούν μέσα στις λαβωμένες πέτρες

όλα τα μυστικά του Χρόνου…

Από τις γαλάζιες φλέβες τους

να κυλάει ακόμη το αίμα των νεκρών

κι εσύ να επιμένεις.

Την κατάλληλη στιγμή θ’ αλλάξει το χρώμα τους

και θα γίνει κόκκινο

το κατακάθι θα σκαλίσει το σεντούκι της Μνήμης

ο Κέρβερος δεν θα ξαναπιάσει δουλειά

θέτοντας έτσι σε δοκιμασία

την ισορροπία των Τεκτονικών πλακών

που η Ιστορία της ψυχής κατέγραψε.

Δεν γνωρίζουν από γεράματα οι ψυχές

μου είπες

φλόγες είναι που καίνε

άκουσε μόνο τη σιωπή τους!

 

 

 

ΠΕΡΙΠΛΑΝΙΕΜΑΙ

 

Περιπλανιέμαι στις σελίδες της Ιστορίας μου

της πρώτης

τα μάτια των προγόνων μου

να συνωμοτούν με τα δικά μου

να θησαυρίζω τις αξίες τους

μαρμαρωμένος σκοπός απ’ την υπομονή

ακίνητος οπλίτης

μες στο συρφετό των δακρύων μιας άγρυπνης σκοπιάς

απόγονος μπουρλοτιέρη λέξεων

με την καρδιά μου ν’ αθωώνει

εκεί που η λογική δικάζει…

 

 

 

ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ…

 

Σε τούτο τον τόπο

ανθοφορούν οι στημένες βεβαιότητες

για τις αχίλλειες πτέρνες μας

τις τρύπιες πανοπλίες μας

τους κουρνιαχτούς των θριάμβων του εχθρού

τις ατροφικές μας παλάμες…

Το ξέρουμε πως στην Τροία

τ’ αμούστακα παιδιά μας πήγαν ξυπόλυτα

χωρίς ντουφέκια

χωρίς άρβυλα…

 

Γι’ αυτό κι οι επινίκιο λόγοι,

δεν είναι, κουρνιαχτός στα μάτια των πληβείων

μα προσευχή με τους αθάνατους

που θάνατο δεν είδαν

και, που μας περιμένουν μέχρι να εξαντληθούν

όλα τα αποθέματα ανδρείας

των εντοπίων θεών μας.

 

 

 

 

ΑΤΙΤΛΟ

 

Αναζητήσαμε στο ψεύτικο

και στην πολιορκία των ίσκιων

τη νίκη της ουσίας

αυξάνοντας το λεξιλόγιό μας

με μεταλλαγμένες λέξεις…

Είπαμε τον καπιταλισμό ελεύθερη αγορά

τον ιμπεριαλισμό παγκοσμιοποίηση

και την προδοσία ρεαλισμό…

Δεν είναι τυχαίο που μόνοι κρεμαστήκαμε ξέσαρκοι

στα καρφιά που μπήξαν στον σταυρό μας

οι δυνατοί του κόσμου

και τώρα αιωρούμαστε καπνοί

αέναοι,

προς τον ουρανό…

 

 

 

ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ

 

Διχοτόμησα το σώμα μου

κόντυνα το βλέμμα μου

πάλεψα με τις λέξεις

για να χωρέσω ολόκληρη

στο Ποίημά Σου

Ήταν η εποχή της δίψας

και της αμίλητης ορφάνιας

η Αγάπη φόραγε τη φωτιά

και του σπαθιού την κόψη

Φωνή μιας άφθαρτης φθοράς

και φυλαχτό κατάρας

τον Τόπο έκρυβε και τον Τόπο τραγουδούσε

το νήμα σέρνοντας

σε χρόνους οιδίποδους…

Κι εγώ μάζευα τα κομμάτια της

σε γειτονιές ανατολίτικες

να εύρει καμινάδα

ο αναθρώσκων καπνός μου.

 

 

 

 

 

ΕΝΤΟΠΙΑ ΦΩΝΗ (2017)

ΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΣΚΥΦΤΑ

Γύρω σου οι ώρες
οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια
ψήνονται στον πυρετό της Χίμαιρας
λιώνουν στη λάβα της απελπισίας
καθώς στροβιλίζονται μόρια
στο απέραντο Μηδέν.

Με τα κεφάλια σκυφτά
αιώνες τώρα
παρασυρμένοι από τις πιέσεις
των εκάστοτε λόρδων,
των δημαγωγών,
των πρυτάνεων
που επέβαλλαν τις ήττες μας
με φωνασκίες θριάμβου!

Δούλοι εμείς
και τη ζωή μας θα δίναμε
για την αφεντιά μιας βασίλισσας
εκτός από κάτι παιδιά που πρόσφεραν
το κεφάλι τους στον βωμό
οι άλλοι, γελωτοποιοί
στο θέατρο του παραλόγου
να μην γνωρίζουμε πώς να κρύψουμε
την ενοχή μας!

Λίγο δεν είναι που εσύ δραπέτευσες
χωρίς τη θέλησή σου
και παρέμεινες αλώβητος
φέροντας μόνο τα μαύρα στίγματα
της πάλης με τους θεούς
απάνω στο κορμί σου!

ΜΑΣ ΞΕΡΟΥΝ

Τώρα μας έμαθαν όλοι
για τους πανηγυρικούς θεατρινισμούς μας
κάθε φορά που δημαγωγοί μάς παρασύρουν
στο ναυάγιο των αποτεφρωμένων μας ελπίδων.
Γι’ αυτό και μας ετοιμάζουν
έναν καινούργιο εμπαιγμό!

ΕΣΥ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ

Με είχαν δέσει πισθάγκωνα
οι φίλοι μου
στον τοίχο κολλημένη
με το πιστόλι στον κρόταφο
για να εγκρίνω τη μεταλλαγμένη τους ψυχή.

Μα εγώ κοιτούσα ακόμη προς το μέρος Σου
και Σε ρωτούσα
ουρλιάζοντας
για ν’ ακούσεις τη φωνή μου
αιμάσσοντας
«είσαι καλά Αγάπη μου;»
σαν να ’σουνα παιδί μου.

ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ούτε οι αμυγδαλιές την Άνοιξη
δεν γιατρεύουν το κορμί της
μόνο δακρύζει κρυφά
κι αφήνεται στο όνειρο.

Μαζί με τους ανθούς
σαν πέφτουνε στο χώμα
το κλάμα της κισσός
αιώνες τώρα γυρεύει δέντρο
μ’ αναρριχέται μοιρολόι.

Οι στεναγμοί αναφωνούν
ρήματα μες στα κοχύλια
που η θάλασσα τραγούδια τα ξερνάει
ραγίζοντας θεμέλια
στα παζαρέματα με τους θεούς
κι ο Ήλιος τ’ αγκαλιάζει στη γης
την κατάρα να στεγνώσει
στίχοι να γίνουν
στην άγραφη Ιστορία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

θαμμένοι βαθιά
μες στους κρατήρες του ονείρου
αποσυνάγωγοι
έχουν τα όνειρα να μηρυκάζουν
στα υπόγεια στρώματα
κάτω από τα λασπωμένα βέλη των Γραμματέων
και τις ατέλειωτες συζητήσεις των Φαρισαίων στις Συναγωγές
τους χαρακτηρισμούς
τις δηλώσεις
τις καταχρήσεις του λόγου
σε ό,τι αντιβαίνει στο political correct
ενώ η θάλασσα ξεβράζει ακόμη τα κουφάρια
των λησμονημένων μας παιδιών…

Κι όμως τρέμουν για το κομμάτι της ζωής
που τους χαρίστηκε
γνωρίζοντας πως δεν πληρούν τις προδιαγραφές της Σατραπείας
των απαιτήσεων συμμόρφωσης
με το ενδεδειγμένο μέτρο.
Στενάζουν στο αδιάκοπο σφυροκόπημα
του πυρακτωμένου σιδήρου των εκτελεστικών οργάνων
και επιμένουν να ντύνονται την ψυχή τους
για να σώσουν τουλάχιστον αυτήν της Ποίησης!

ΤΟΝ ΜΗΝΑ ΙΟΥΛΙΟ

Με τρομάζει ο μήνας Ιούλιος
γιατί εκθέτει το σώμα του σε επίδοξους μνηστήρες
οι μέρες γεμάτες φεγγάρια που αιμορραγούν
οι νύχτες πίνουν της ημέρας την προδοσία
κι εκείνη η χειρότερη εκεί ψηλά
φίδι λάβαρο στου Πενταδάκτυλου την πλαγιά
να με σημαδεύει στην καρδιά
και στον κρατήρα της Μνήμης.

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

Στα ερείπια του αρχαίου ναού
ψάχνεις το άλλο πρόσωπο του Ιούλη
καθώς τα φύκια της θάλασσας
τυλίγουν με ευκαιριακές εξισώσεις
τις φλέβες των αγαλμάτων
όσο για να καθησυχάσουν τις εμμονές μας
στα σύνορα του φόβου.
Οι εικονολήπτες του αύριο
σφραγίζουν τα εγκαύματα των τόπων
με θηλυκό φώσφορο
εξαϋλώνοντας τη φρίκη
που ρυθμίζει τη ζωή
στη Γη των παιδιών μας.
Με πρόσχημα πως άργησαν να γεννηθούν
κουβαλούν ένα προπατορικό αμάρτημα
με ισόβια τιμωρία
αντίδοτο στ’ απόρρητα Μυστικού Δείπνου!

ΑΣΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

Άσε την καρδιά σου
να μιλήσει ξανά χωρίς φόβο
γράψε με λέξεις
που στάζουν αίμα
κι άφησε τις κενές ρητορικές
για τους εμπόρους του λόγου
τους εντολοδόχους της εξουσίας
τους εκθειαστές του Αιόλου
τους ραψωδούς των κομματικών επικλήσεων
τους τραγουδούς των μεταλλαγμένων ψυχών

Μην διστάσεις να δακτυλοδείξεις
τους αίτιους και τους υπαίτιους
των μαγειρεμένων λογικών
τους κτίστες των ψεύτικων συνειδήσεων
κι ας αμολήσουν απάνω σου τα σκυλιά τους

Ποτέ μην καταδεχτείς
να σε κυβερνήσουν αφεντικά
χρηματιστικών και άλλων συμφερόντων…

ΣΤΑΧΤΗ

Σκύψε και φίλησε τη στάχτη
κι ας επιμένουν οι ειδήμονες
πως είναι σκόνη χρυσού
οριστικά καταχωρημένη
αφού την ξεθάβουν τα σπλάχνα της αιώνιας γης μας
στα εναπομείναντα εδάφη μας
της ημέτερης Πατρίδας
των πυρακτωμένων βουνών της Σολέας
με τις διαβεβαιώσεις
των δικών μας ρητορειών
και των δεσμεύσεων των πρεσβευτών
στη μείζονα Λευκωσία
σε φρεσκομαγειρεμένες0 συνειδήσεις…

Κι εμείς δεν βλέπουμε
πως είναι λάβα στον κρατήρα της Ποίησης
ποιήματα θαμμένα στο υπέδαφος
έτοιμα να εκπυρσοκροτήσουν
λες κι όλα έγιναν ερήμην μας
λες και οι «προοδευτικές δυνάμεις»
δεν υπήρχαν
και δεν γνωρίζαμε τους δολοφόνους
και ότι μια μέρα θα μας κόψουν την ανάσα
θα μας στερήσουν τη συνείδηση
για να υμνούμε τον δικό τους Βασιλέα…

ΣΥΧΝΑ

Συχνά αγναντεύοντας το πέλαγος
ορκίζομαι ενδόμυχα
να μην φύγω από τον κόσμο τούτο
πριν σε δω ελεύθερη
Πατρίδα.
Έτσι ρίχνω πέτρες συνέχεια στη θάλασσα
νομίζοντας πως εξαφανίζω τα ίχνη
του εγκλήματος!

ΑΚΟΥΣΤΑ Σ’ ΕΧΟΥΝ

Ακουστά σ’ έχουν οι εχθροί σου
πως φοβάσαι, πως σκύβεις αυχένα
γιατί τρέμεις μια νέα εγκατάλειψη
μια νέα πανωλεθρία

Ακουστά σ’ έχουν οι φίλοι σου
πως παραδίνεσαι αμαχητί
πως δεν γίνεται να κάμεις αλλιώς
σ’ άλλη εποχή, σε άλλες συγκυρίες…

Πάντα εσύ κι ο φόβος σου
εσύ και η σκιά σου
κι εγώ να τρέχω από πίσω σου
με δάκρυα να δροσίζω τις πληγές σου.

Εγώ η ντροπαλή φωνή
των ασημάντων στίχος
να οδύρομαι μες στην εξορία μου
που το αύριο σου γράφεται
μόνο στην προδοσία.

 

ΑΣΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ (2015)

Ι

Κλείνω τα μάτια
και Σε σκέφτομαι
σκέφτομαι το σώμα Σου
πώς να είναι άραγε;
Δεν πρόλαβα να το κοιτάξω
και η θάλασσα είχε ήδη μπει μέσα μου
καθώς το αίμα ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα.

Απλώνω τα χέρια μου
στην ουράνια κλίμακα
ξυπόλητη
γυμνή
με μόνη αποσκευή
το παραμιλητό του Έρωτα.
Μα το σώμα Σου παραμένει άπιαστο!
Οι νύχτες ασέληνες
αιμορραγούν.

Έρχου
τώρα που με πλημυρίζει
πυρίκαυστος ο Έρωτας.
Έλα κοντά μου
και για Σένα θα παραμείνω
ανέραστη!

. . .

Κι Εσύ γητευτής της πρώτης μου γλώσσας
αποτυπώνεις στο δέρμα μου
την αδυσώπητη μνήμη των τόπων
σμιλεύεις τη σιωπή του Έρωτα
στο βλέμμα μου
υφαίνεις αόρατα δίχτυα
που με τυλίγουν αλυσοδεμένη
σε άγνωστες παραλίες
ενώ κάθε άλλη αγάπη
που κυοφορεί μέσα μου
δραπετεύει ασάνδαλη.

ΙΙ

Σκύβω πάνω από τα μάτια Σου
να οριοθετήσω το βάθος τους
που μετεωρίζεται αναποφάσιστο
ανάμεσα στο μαύρο το δικό Σου
και το πράσινο των δακρύων μου.
Στα μάτια Σου μετρώ
το ζαλισμένο Πάθος μου
καθώς αναμετριέται
με την απόσταση και τη θάλασσα
που μας χωρίζει.

Κάθε πρωί φορτώνεσαι
τη δίψα των αιώνων
πέρα από το ποδοβολητό των ήχων
με την ευχέρεια της Άνοιξης
στο σώμα
της χάρης τ’ άπλετο μυστήριο
και την άλλη ανάγνωση των γεγονότων
της ζωής και του λόγου
και δρασκελώντας απεγνωσμένα
το κατώφλι του Σήμερα
μάχεσαι να θωρακίσεις το δίκαιο του Αύριο
ακολουθώντας απερίσπαστα
τη μοίρα των Μεγάλων.

Σκύβεις μες στα βαθιά πηγάδια
της εναλίας νήσου Σου
στίχους Σεφερικούς ν’ ακούσεις
κι ύστερα αφουγκράζεσαι τ’ αλέτρι
καθώς σμίγει με τη γη
σοδιά το στάχυ να φέρει.
Με το νερό του νερόλακκου
τον ήχο να διασχίζει τους αιώνες
ποτίζεις τη γη ν’ ανθίσει
χυμούς στάζουν τ’ αμπέλια Σου
και κρασί τα κόκκινα σταφύλια Σου
τις μεθυσμένες Ερινύες να ξεριζώσει.

. . .

Πουλιά Σού στολίζουν τους ώμους
καθώς ντύνεσαι τα φυλλώματα των λέξεων
μέσα στη γαλήνη του μεσημεριού
μα ξαφνικά άγριοι κυνηγοί ́
Σου καρφώνουν το στήθος
και τότε ξαναγεννιέσαι
αντιστέκεσαι
και φωνάζεις
και δέρνεσαι
για να γίνεις ύστερα το βέλος
και το πληγωμένο Περιστέρι.

ΙΙΙ

Είναι ο Έρωτάς μου
και η Σιωπή Σου
και η κομμένη μου ανάσα
ο ήχος των μακρινών κυμάτων
και το βαθύ Σου βλέμμα
που ξύπνησε μέσα μου
τη γέννηση του Σύμπαντος
και του σώματός μου
είναι το δροσερό θρόισμα
των φύλλων
που σκόρπισε την απόγνωση
της καθημερινότητας
κι αναδύει μέσα από την αυγινή αύρα
τα εξαίσια χρώματα της μνήμης,

είναι η χαρά του σώματός μου
καθώς ψάχνει ανέλπιστα
μέσα σε αδέξιες χειρονομίες
τα ζεστά Σου χέρια
ενώ οι λέξεις Σου πυροβολούν το ψέμα
και η καταχωνιασμένη νοσταλγία μου
σέρνεται μέσα στ’ άλυτα δεσμά
του πόθου μου για Σένα.

. . .

Έλα
σήκωσε το βλέμμα
φέρε καινούργιους σπόρους
και νέους μίσχους
κι άλλες αισθήσεις γι’ ανθοφορία
να χτίσουμε το νέο αύριο
να ανατρέψουμε τον κόσμο
να συλλάβουμε το μέλλον
στη μνήμη των παιδικών ερώτων.

. . .

IV

Έρωτά μου
Εσύ που ξεπήδησες από θαλασσινή σπηλιά
μέσα από το ανοξείδωτο Πάθος
της Αφροδίτης και του Άδωνη
έλα ξεδίψασε την άπληστη ψυχή μου
ξάγνισε την υπερούσια φλόγα της Αγάπης
τυλίγοντάς με μέσα στα άμφια
των χεριών σου
διαχέοντας το Πάθος μου
στους οργασμούς της μνήμης.

. . .

Εσύ, εγώ κι ο πόνος
να ταξιδεύουμε ολονυκτίς
στην ευωδιά του σώματός Σου
ενώ τα πλοκάμια αόρατων χεριών
θα ξεκουμπώνουν το λαβωμένο Σου πουκάμισο
και το απολλώνιο στήθος Σου θα αναβλύζει
μύρο ελιάς και σταφυλιού
να με μεθά μέχρι το πρωί.

Κάθε μέρα υφαίνω
και ξηλώνω τον Έρωτα
να βρει η ψυχή μου ανάσα
και τα μάτια μου το φως.

. . .

V

Δεν ξέρω πλέον από οριοθετήσεις
τις έχω χαράξει μια ζωή
μα ζωή δεν έχω ζήσει
το Πάθος μου πλημυρίζει τον ύπνο μου
χτυπιέται ανήσυχο επί των παρειών
και τρέμει μπρος σε μια πιθανή συνάντηση
με το βλέμμα Σου.

Η αγάπη μου
πότε μου είναι μαγεία
πότε απειλή
οι ασύμμετρες διαστάσεις της
που ακατάπαυστα αναπάλλονται
καταργούν τους πόλους
και τα σύνορα του κόσμου.

. . .

Ο φλογερός μου έρωτας
έγινε στάχτη
από την ίδια του τη φλόγα.

Από αύριο θα είσαι ξένος
στις σελίδες της ποίησής μου
τα λόγια Σου θα μείνουν κλειστά
στα κοχύλια μιας ηδονοπαρμένης μέρας
και η ανάμνησή Σου
θα μείνει χαραγμένη εκεί
μέσα στο ορθογώνιο γραφείο Σου.

Η ζωή που ξέχασες να ζήσεις
θα φυτρώσει κάποτε κάκτος
για να Σου πληγώσει τα δάχτυλα
γιατί αυτή ξέρει πάντα
να εκδικείται τον εαυτό της.

Οι κύκλοι των δακρύων μου
που άνοιξαν τα χέρια Σου
θα έχουν πια κλείσει.
Και καθώς το κύμα ξεκουράζεται
το σώμα μου
βρίσκει πια τη θέση του
και η ψυχή μου το σώμα της
μες στο τρέμουλο της ανάμνησής Σου
έτοιμη ωστόσο στο προσκάλεσμα
του εξαίσιου βλέμματός Σου.

ΡΕ ΑΛΕΞΗΣ (2015)

Ο ΗΓΕΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ι

Αλυσοδεμένος δουλοπάροικος
την πέτρα τού τόπου
βαρούσε ο Αλέξης
γνωρίζοντας καλά από κατατρεγμό
στα μέτωπα,
χαλκό στην Ταμασσό
ξύλα στην Ξυλοφάγου
αμίαντο στο Πελέντρι και βάλε…

. . .

Τις νύχτες μες στους στάβλους
η ανάσα των άλογων
ζέσταινε τον ύπνο του
και καθώς οι πέτρες
πού είχε κρεβάτι
τού τρυπούσαν τις σάρκες
έβλεπε τον πυρετό μέσα του
να εγκυμονεί Επανάσταση!

ΙΙ

. . .

Τρακόσια χρόνια Φραγκιάς
να ζεις την απόγνωση
καθημερινά
στο παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον.
Τα χαρτιά της Ιστορίας αυτής
τα πήραν σηκωτά οι αέρηδες
τα στριφογύριζαν αιώνες
και τα έριξαν τέλος
στο σκουπιδότοπο
της Ιστορίας.
. . .
Κι όπως ο οξειδωμένος τροχός
γύριζε
δραπέτης της Ιστορίας
ο Κύπριος
θηλιά στο λαιμό
ξεπουλούσε το βιός του
μέχρι πού αιμορραγώντας ο τόπος
έτρωγε το σώμα του.

Κι εσύ, Αλέξη, λαμπρός
μες στις χαρακιές τού μετώπου σου
να κουβαλάς μηνύματα
μιας πρωτοπόρας ’Επανάστασης
μιας άλλης εποχής τραγούδια
ύστερων αιώνων

ΙΙΙ

. . .

Και γέμιζες πουλιά τα πνεμόνια
τραγούδι ν’ ανθίσει την άνοιξη
φωνή πρωτοπόρα
καρπό ριζοσπάστη
στους κάμπους να φέρει
κρασί στ’ αμπέλια
πέτρα και χαλκό
στα λατομεία
νερά κρύσταλλα
στα ματωμένα ποτάμια
θάβοντας μες στη μνήμη
τούς αδικοχαμένους.

Και ενώ το μαχαίρι
μες στη σάρκα σου
άγγιζε το κόκαλο
ξετύλιγες μίτους γυρισμού
προς την αφετηρία
και πατρίδας Λευτεριά
πάσκιζες να ριζώσεις.
Και ενώ έκλαιγες τούς χαμένους αιώνες
πού περνούσαν
τη φωνή σου προζύμι έπλαθες .
ψωμί για τούς επόμενους.

. . .

IV

. . .

Μένουν τα βήματά σου
μες στις αλυκές
πού περπατούσες
καθώς το αλάτι του νερού
γιάτρευε τους πόνους στο κορμί
και την πείνα από τη μνήμη.
Κι έρχεται μέσα μου
όλος ο καιρός που παιδευόσουν
μες στη σκλαβιά
μες στη φτώχεια
πού δεν ήσουν Τίποτα.
Σφηνωμένος εκεί
πού οι πέτρες παλιές και έκπτωτες
αναστενάζουν

. . .

V

. . .

Όπου κοιτάξεις είναι το κακό
κι εκείνο συνεχώς επινοείται
για να μην ανασαίνεις.
Σίδηρα, συρματοπλέγματα
και πάσσαλοι
για να μην αναπνέεις.

Ούτε το κύμα ούτε η θάλασσα
φέρνουν το φώς
κι ή Αφροδίτη γυμνή
δεν τολμά να βάλει το πόδι
στην άμμο.
Τί απόκριση να πάρεις
από τούτα τ’ ασβεστωμένα τείχη
πού σε κοιτάζουν ασάλευτα
σαν τον ’Εφιάλτη;

Το καμένο σου πρόσωπο
κουβαλά μες στις χαρακιές του
χαντάκια το αίμα
από αιώνα σε αιώνα!

. . .

Ανάμεσο μας οι σκιές
κι οι καλαμιές να λικνίζονται
στις όχθες της μαρμαρωμένης Αμμοχώστου
ή πλάι στο ασυναρμολόγητο άγαλμα
του Πράξανδρου
στην Κερύνεια
καθώς ό Δημιουργός δάκρυζε
ολόγυμνος σε ύποπτα δωμάτια
της ήμικουρσεμένης Λευκωσίας.

Αυγινά ερυθριάσματα
να σε στολίζουν διάφανο
από το γαλάζιο τού νεφρίτη
στο λευκό τού αλάβαστρου
αναδυόμενο από το χρυσαφένιο φώς
της Ιστορίας
καθώς βασιλεύει ό ήλιος
και φυσά ένας κρύος αέρας
στις ταλαίπωρες ψυχές μας.

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πίσω από τα πορτοπαράθυρα
η θάλασσα με τη γαλήνη να επανέρχεται
τα καράβια να λάμπουν από μακριά
στο απογευματινό φως
στο μπαούλο καταχωνιασμένη ή ώριμή σου γνώση
το απροσδόκητο πάθος του έρωτα
να γεμίζει τη γραφή σου
χωρίς να μπορείς να πιαστείς πουθενά…
Το κορνάρισμα στον παραλιακό δρόμο
να σε αφυπνίζει από τα τσαλακωμένα σου όνειρα
καθώς σε ενώνουν με το γαλάζιο των θαλασσινών θεών.
Και τρέχεις να στείλεις μηνύματα μέ το διαδίκτυο
που σαν πέταλα αδειάζεις χωρίς φειδώ
από τις τσέπες σου
ρίχνοντάς τα ένα ένα πίσω σου
στην περίπτωση που σε γυρέψει
ποιος ξέρει
μες στη νύκτα
κι έτσι ίσως μπορέσει να σε βρει!

ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑ

. . .

Μια μέρα μες στον καύσωνα
και το ποδοβολητό των βαρβάρων
εκεί που γύρευα την Ελένη
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
τα μυστικά της να μοιραστώ
φόρεσα τη μνήμη μου ανάποδα
κι ήλθα να σ’ ανταμώσω
φρουρός στις αυλάδες της φωνής σου
τούς παλμούς τής ψυχής σου
ν’ ακούσω.

Μα βρήκα το σώμα σου πυρπολημένο
να αιμορραγεί ολομόναχο
χωρίς ψυχή
ενώ ή θάλασσά σου
είχε φάει το κορμί της
λουόμενη στο χώμα.

. . .

ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1992)

I

Η πατρίδα μου, τραγούδι ορφανό του χρόνου,
είναι κτισμένη μες στα βράχια, μες στους άνεμους,
μες στο κύμα,
λίγο απόμερα, λίγο ανατολικά, λίγο νότια,
λίγο δεξιά, λίγο αριστερά.
Η πατρίδα μου, σταγόνα μετέωρη του κόσμου,
έχει τις ρίζες της μες στο γυαλό,
μες στον ανεμοστρόβιλο, μες στους χειμώνες,
τα σκληρά χαλίκια,
τα στεγνά χαμόγελα,
την οργή του Αγαμέμνονα, τους έρωτες της Ελένης,
το πάθος της Κλυταιμνήστρας.
Η πατρίδα μου, με τις ρίζες της
λίγο Ενετικές, λίγο ανατολίτικες,
λίγο κόκκινες, λίγο δυτικές,
λίγο ξέβαθες,
κάθε μέρα δάκρυ τις ποτίζω
κάθε μέρα δάκρυ τις ραντίζω
και πάλι ξερές τις βρίσκω.
Η πατρίδα μου
έχει τα μάτια της υγρά, τα χείλη της κατάξερα,
απ’ την υπομονή και τα λυπημένα ακρογιάλια
λίγο πιο λίγα, λίγο πιο σκλαβωμένα.
Λίγα ακόμη καρτίνια αριστερά
λίγα ακόμη καρτίνια νότια
και θα ξαναγεννηθεί η Αφροδίτη.

. . .

Το καλοκαίρι εκείνο
ποιος το παραλάλησε
ένα τέτοιο φονικό
ένας τέτοιος ποταμός αιμάτων
τρύπιων σωμάτων, μισοφαγωμένων κορμιών,
κομμάτια κακά από βαλτό μίσος,
αγνοούμενοι, πεθαμένοι,
λησμονημένοι, άθαφτοι.

. . .

ΙΙ

. . .

Σε βλέπω Ελένη,
με τα μάτια της αποδημίας
σκυλί που εγκατέλειψε τη μάντρα
που ψάχνει κουτσό, κεφάλι μαρμάρινο,
χωρίς αγκώνες ν’ ακουμπήσει
να ξεδιαλύνει του κόσμου το θρήνο
του πόθου το ραγισμένο σταμνί να κολλήσει
γαυγίζοντας, ουρλιάζοντας
μέσα στα βάθη του απείρου
να συναντήσει φωνές άλλες
ανώνυμες αναχρονικές
στους κάμπους με τούς άνεμους
και τις κόκκινες παπαρούνες
κόκκινες σαν το αίμα του Ευαγόρα,
τις ρίζες της καρυδιάς που πότισε ο Γρηγόρης.
Πόνος γραμμένος στην αγκάλη τ’ ουρανού,
στο σφύριγμα τού ανέμου πού κλαίει τις
ξεχασμένες θάλασσες
στο κροτάλισμα της βροχής
στο κλειστό φτερούγημα του πουλιού
που δεν λέει να ταξιδέψει.
Αγχόνη που του πέρασαν στο λαιμό
μόλις δεκαεπτά χρόνων,
για να σε ντύσει νύμφη, Ελένη,
μα συ σαν πόρνη ξεχασμένη, κοιμάσαι
ακόμη μέσα σε ξένες αγκάλες…

. . .
ΙΙΙ

Μες στην παλάμη της θάλασσας
ξεδιψάς το κορμί σου, Μητέρα,
με την άμμο στα πόδια
με την οδύνη στα χρόνια,
σφίγγεις τα δάχτυλά,
σιμά σου λαγήνι νερό αλμυρό
κοχύλι ν’ αντηχεί τον πόνο τού χρόνου
την ηλικία του ήλιου στο κορμί σου
τον άνεμο στα χείλη σου
μες στα μαλλιά σου αετοί και λάβαρα
περιμένουν τον άνεμο εις την Αυλίδα,
στα σωθικά σου ο γαρμπής σαν τρελός
παίζει το αρμόνιο της ελευθερίας 
την ώρα πού ο ήλιος πάει να σβήσει
πίσω απ’ το τροπάριο της θλίψης.

Η ανάμνηση, όταν ξυπνάει,
γίνεται ρίγος,
φίδι πού διαπερνά το σώμα,
μιας στιγμής χωρητικότητα που λιώνει
ελπίδες χρόνων,
γίνεται δάκρυ στα μάτια, θρήνος
μιας ζωής δεμένης με το χώμα
χώμα ποδοπατημένο, βρεγμένο,
χαλίκια ελεύθερα.
Νησί τυραννισμένο της νύχτας
που βουλιάζει
χωρίς κραυγές και μοιρολόγια
χωρίς ανεμοδαρμούς.
Ο αδελφός μας δίπλα
βλέφαρα κλεισμένα
μάς κοιτάει λυπημένα.
Ήταν τα μάτια του της θάλασσας
φουρτούνα των αφρών
μα τάκαψε ο άνεμος
του ήλιου ο σπαραγμός.
Ακούγαμε μόνο το τραγούδι του
μες στους καλαμιώνες
μες στους κάμπους με τις παπαρούνες
που την άνοιξη μάζευε μπουκέτα
μα σκόρπιζαν ύστερα τα πέταλα
μες στην παλάμη του και τούς πέντε ανέμους
χωρίς να μπορεί να τα κρατήσει.
Ό,τι είχε αγαπήσει στην περασμένη του ζωή
χάθηκε μες στους κύκλους της
και το κουφάρι του εδώ πού κείτεται
περιμένοντας θάψιμο
ψάχνει έξω από το θάνατο
μια στιγμή ελευθερίας.

. . .

IV

. . .

Βυθίστηκες μες στην ανωνυμία του χρόνου σου
στεναγμός στην άμμο η μορφή σου
από σώματα ετερόφωτα
πού ν’ αφανίσουν θέλουνε τα ίχνη σου
λεηλατώντας τούς ώμους σου τη μνήμη
εκεί που η θάλασσα ζευγάρωνε
με τ’ ουρανού τη χθεσινή γαλήνη
ελεύθερα κυκλοφορούν
της μυστικής αυγής σου θρήνοι
μα ο βορράς σου ματωμένος
πάει να σου ξεφύγει
ανολοκλήρωτες ψυχές
θεμέλια των εχθρών σου
ταυτίζονται με τούς ισχυρούς
να μοιραστούν τον ίσκιο σου
να σχίσουν το κορμί σου
φυτά αναρριχώμενα

Ξέρω δεν θέλεις μοιρολόγια

Ξέρω δεν θέλεις μοιρολόγια
ούτε φωλιές για ερπετά
τα μνήματά σου γίναν χιτώνες
γυμνά κόκκαλα σφενδόνες
να συντυχαίνουν μοναχά
μάρμαρα, πέτρες και χορτάρι
να στροβιλίζει ο βοριάς
όταν τα κόκκαλα σου σπάζει
από το κρύο και τη ζάλη
άνθρωπος ξένος στον ντουνιά
ο τόπος σου σ’ έπαιξε ζάρι
στα λατομεία της ψευτιάς
πού τάιζε γύφτους μπουρζουάδες
των φλουριών σου η μυρουδιά
μα ένα μόνο θέλω να ξέρεις
τα ναρκωτικά σου τα σεντόνια
δεν τύλιξαν όλους από μάς
είναι πολλοί πού ’μειναν ξένοι
με γυμνωμένα τα στηθιά
μπρος του Αιόλου τα σακιά.

Famaguste

Μες στους αφρούς της φουρτούνας σου
διαλύθηκε η γαλήνη
στο ακρογιάλι πού νόμιζα ήρεμο
της θάλασσας εκείνης.

Με χέρια απλωμένα προς εσένα
προσμένω κάθε καλοκαίρι,
Ελένη, της ψυχής μου Παρθένα,
ν’ ανοίξω της καρδιάς σου το δεφτέρι.

Από της Δερύνειας το δίπατο
ματογιάλια τα μάτια μου ανάπηρα
ν’ ατενίζω των Τούρκων το βάδισμα
και της καρδιάς σου το χτύπο.

Μέσα στον ύπνο μου τρομάζω
το ευαγγέλιο της μοίρας που διαβάζω
βουβό της καμπάνας το κτύπημα,
πόλη του Ευαγόρα φάντασμα.

Άφησ’ τα χέρια σου να ’ρθουν
με τα δικά μου να σμίξουν
προτού γυρίσει ο άνεμος
και πάρει την πνοή μου.

Μνημόσυνο – Ιχνηλασία 2014

Μνημόσυνο
Ώδή στον χαμένο Ύπαξιωματικο Κύπρο Γ. Ίωάννου

Ι

Εκεί που τις νύχτες νόμιζες
πώς τ’ άστρα
κρεμασμένα από το στερέωμα
θα πέφταν μες την χούφτα σου,
Εκεί που οι άνθρωποι
γιάτρευαν τις πληγές τους
με λιβάνι,
που οι γριές σταυρώνονταν
πριν κατέβουν για νερό
μες στους λάκκους,
που σε κοίταζαν χαμογελώντας
παρ’ όλο τον κάματο της μέρας…
. . .
Εκεί που παλιά κατοικούσαν
οι ψυχές των άστρων
έπεσαν ο λεβεντονιός
σαν έσβηνε ο Ήλιος.

ΙΙ

Ήταν εκεί αγέρωχος
με τις ψυχές παρθένων να βογκάνε
σαν μάζευαν τα κορμιά
αμούστακων παιδιών
στο χώμα ριζωμένα
για να τα θάψουν
Αντιγόνες ζητώντας μια κόχη
να κτίσουν πατρίδα…

ΙΙΙ

Κι εσύ παιδί οδοιπόρος
με τ’ όνομά σου αλάλητο
τρόχιζες γυμνάζοντας φωνή
βοών εν τη ερήμω
και στα εν υψίστοις μελωδούσες
την φάτνη της νήσου σου
σε καιρούς δαμόκλειους
και σήμαντρα εκκλησιών
νηπιοκτόνα…
Με εύφλεκτο δαδί
τις κρύπτες φώτιζες
βροχή στο δάσος
και κεραυνό μέχρι τη θάλασσα
κουβαλούσε το πάθος σου
τα ούρια να φέρει…
O ύπνος σου ανόνειρος
καμπάνες σήμανε
κι έγινες Υλάτης
κι έγινες φωτιστής
με την φωνή σου να κραδαίνει
στα πυρωμένα έλατα των λέξεων.
Και στην στεριά
άναβες χρησμούς
Ιφιγένειας βωμούς
θάλασσας αταξίδευτης.

IV

Από τα εγκαταλελειμμένα φυλάκια σας
ο Τούρκος δήμιός σου σε παραμόνευε
και μια βολή στο τέλος
σε γονάτισε…

Στο χώμα μια στιγμή
κινήθηκαν τα φίδια
μα άλλαξαν δρόμο
μην σου μολύνουν την ψυχή!

Καμπάνα δεν ακούστηκε
ούτ’ ήρθε μαντατοφόρος
κι έμεινες μόνος
ριζωμένος στο χώμα
ώσπου σ’ αφουγκράστηκε ό Πενταδάκτυλος
και γονατίζοντας
σέ πήρε στην αγκαλιά του!

V

Λένε για σένα
πως Θεός έριξε σπόρο
κι αναδύθηκες
πορφυρογέννητος
στέλλοντας την ηχώ της φωνής σου
στους μακρινούς ορίζοντες.

Λένε για σένα
πώς όταν οι Θεοί σκύψαν
στην κούνια σου
ο Άδωνης ζήλεψε την ομορφιά σου
και στον Δία ζήτησε επίμονα
να σ’ αφήσει απροστάτευτο…

Τώρα αυτός ό τόπος
αντηχεί το όνομά σου
κρατά το κάπα σου καλά
την κόψη του ακονίζοντας
που ματωμένο γέννησε φωνή
ποίημα στον οίκο της φωνής σου
βυζαντινό τροπάρι του έρωτα
το δάκρυ.

Γυμνή την μάννα άφησες
στην άλλη όχθη
να τραβιέται πέρα από τον θάνατο
πληρώνοντας φόρο ακριβό
λαιμός από μαχαίρι να περάσει.

Εκείνη, μισή θεά μισή γυναίκα
Γοργόνα στα πέλαγα
τον Αλέξανδρό της ζητούσε
επί δεκαετίες,
Χωρίς η ψυχή να ξαποσταίνει
αψηφώντας τον χρόνο
καθώς ο πόνος ανυποψίαστος
τον χρόνο αντίστροφα μετρούσε.

Φυτίλι η μνήμη φαρμακερό
να καρτερεί με όλα τα χαίρε
μα το ποτάμι βαθύ φαράγγι
να της σκάβει το πρόσωπο
ενώ τον χρόνο πάσκιζε να
φέρει πίσω.

VII

. . .

Ιούλης, μεστωμένο καλοκαίρι
μα ό κάμπος ξεχασμένος
με το στάρι του
τα κοπάδια να τριγυρίζουν χαμένα
χωρίς βοσκούς
απολωλότα πρόβατα στον κάμπο.
Ό χρόνος κουρασμένος εσταμάτησε
μπροστά στο λαβωμένο σώμα σου
όπου ο Θεός το βλέμμα του
απόστρεψε
για να μην κλάψει…

ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου...

Κ. Καβάφης

Στην μνήμη της Νίκης Μαραγκού

Λούστηκα μες στα νερά της ποίησής σου
και δροσίστηκα
φωνή γλυκεία στα όνειρά μου
μιας ύστερης ποίησης της ζωής μου
που επιστρέφει.
Αυτό που θυμάμαι από σένα
η ευγένεια της ψυχής σου
νότα σπάνια
στην Κύπρο της αναλγησίας.
Αυτό πού θυμάμαι από σένα
το γλυκό σου χαμόγελο
τα μετρημένα λόγια σου
και μια μικρή φιλία πού ξεκίνησε
μα δεν πρόλαβε να ωριμάσει.
Ήταν ή Μεσόγειος ολόκληρη που μας χώριζε
και η σιωπή μου
παλιά ιστορία η σιωπή μου
και η ξενιτειά που κουβαλούσα μέσα μου.
Εσύ ταξιδιώτισσα του κόσμου
κουβαλούσες άμμο από τη θάλασσα τού Πρωτέα.
Εγώ εξόριστη,
κουβαλούσα χώμα
από τη θάλασσα της Κερύνειας.
Και οι δυο κουβαλούσαμε μαζί μας
τις πληγές
και τα μεγάλα μας όνειρα…
Εσύ ελεύθερη
εγώ παγιδευμένη στις διαψεύσεις μου.
Μας έφτανε να μιλήσουμε απλά
απλά όπως αγαπάει κανείς
όπως ερωτεύεται.
Το χαμόγελό σου
σημάδεψε την καρδιά μου
κάπου εκεί ζούσε ένα παιδικό παλιό μου όνειρο.
Το τελευταίο ραντεβού μας ήταν αργά.
Εσύ είχες ήδη φύγει
κι έμεινα μόνη μες τη σιωπή μου
και την φιλία μας
που δεν έγινε ταξίδι.
Έτσι απροσδόκητα ο Νείλος
ο αγαπημένος σου Νείλος
σε πήρε στην αγκαλιά του
και ο Καβάφης μες στην μνήμη του…

Νοέμβριος 2013

Γρηγορείτε…

Μέσα από το παραμύθι
ξεφυτρώνουν ήρωες και θεριά
η ζωή όμως τρώει τους ήρωες
και αποθεώνει τα θεριά…
Μέσα στα παραμύθια σου
κρύβεται το βλέμμα αυτών
που προσπαθούν να σ’ αφαιρέσουν την ιστορία…
Στο χορό της γης μέσα στο χρόνο
οι τεκτονικές πλάκες
μεταμορφώνουν προχωρώντας ασταμάτητα
το πρόσωπό της.
Έρημος και το μαρτύριο της δίψας
κόσμος χωρίς ετερότητα
πολιτισμός που ξεφυτρώνει
από την σύνθλιψη των ορίων.
Αγριότητα της φύσης
που ξεπηδά ανερμήνευτη
μετά το ηφαίστειο…
Γρηγόρα, γρηγορείτε
προτού η πληγή γίνει φαράγγι
και γκρεμιστούν μέσα του
τα όνειρα μας…

Ο πόθος για Ειρήνη

Τι θυμούνται οι φαγωμένες κερκίδες
από τα λόγια των αρχαίων τραγωδών
σαν έπαιζαν αρχαίο δράμα;
Τους οδυρμούς τα δάκρυα
την πονηριά, το δόλο
τις κατακρεουργημένες ψυχές των Τρώων…
Τι θυμούνται οι αρχαίοι θεατές
σαν αφουγκράζονται των τραγωδών τους θρήνους
μες τα σοκάκια της πυρπολημένης Τροίας;
Πέρασαν οι αιώνες, οι χιλιετίες
καινούργιοι ηθοποιοί
με καινούργια κοστούμια
παίζουν τα ίδια δράματα
σ’ ένα καινούργιο κόσμο…
Τι θυμούνται οι φαγωμένες από τους αιώνες κερκίδες;
Το χέρι τού Άρη να αιωρείται απειλητικό
τα ίδια δράματα να επαναλαμβάνονται
οι ίδιοι πόλεμοι να σκαρώνονται
από τούς ίδιους Θεούς
ερείπια παλιά, ερείπια καινούργια
οι αιώνες ν’ αντιγράφουν τον εαυτό τους…
Τροίες παλιές, Τροίες καινούργιες
κι ένας διαχρονικός πόθος για Ειρήνη
χωρίς να μπορεί να σταματά το φονικό χέρι του Άρη
από ένα καινούργιο πόλεμο…
Μόνο ο πόθος για Ειρήνη σταθερά μοναχικός
να ουρλιάζει μέσα στους αιώνες…

Απρίλιος 2014

ΤΟ ΚΑΠΠΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (2013)

Αισιοδοξία

Στο χείλος του γκρεμού
φορέσαμε τον μανδύα του Νέσσου
ίσως περισώσουμε
ό,τι έχει απομείνει.
Μην κοιτάς τα μαύρα σύννεφα
τα μαύρα κλαδιά
τα μαύρα κυπαρίσσια
Κρατάνε πάνω τους
την ανάμνηση ξοδεμένου παρελθόντος.
Κοιμάται ο σπόρος ήσυχα στη γη
μέχρι την Άνοιξη.
Σου στέλλω πυρετό την προσευχή μου
το κόκκινο ποτάμι
τού αίματός μου
τα λέπια που πέσανε
απ’ το εγκλωβισμένο μου κορμί,
όπως γδύνεται ο σπόρος το φλοιό του
και μες στο χώμα θάβεται
σπάζοντας τον κλοιό του.
Σου στέλλω λαβωμένη Μάννα
την ψυχή μου στα πόδια σου
όπως ή νύκτα γονατίζει
μπρος τον ήλιο
και το χθες γονατίζει μπρος το αύριο.

Ιούλιος 2009

Πριν

Η σκοτεινή τρύπα στον τοίχο
πριν το 74
ήταν ήλιος.
Τα μαύρα σύννεφα στα μάτια σου
ήταν φεγγάρια.
Οι φωνές των παιδιών
την προηγούμενη μέρα
δεν ξανακούστηκαν πια
στην γειτονιά.
Φούσκωσε της αυγής το κλάμα
μες τούς μαστούς της νύκτας.
Απόμακρα γνέφει
θυμούς, αφροσύνη
ξαμώνει, περιμένει
την άνοιξη και το θλιμμένο γιασεμί
την αγαπημένη μορφή σου
να φέρει.

Στο δρόμο προς Άγιο Ιλαρίωνα

Στο δρόμο προς το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα
την ώρα πού ο ήλιος βασιλεύει
πίσω από την θάλασσα,
ο τουρκοκύπριος ξεναγός
συλλαβίζει την φυλλάδα στην αγγλική
και συ γυρνάς απόκρημνη Ρήγαινα
ανάμεσα στους τουρίστες
ξυπόλητη στης ερημιάς το βράχο
σε ύπνο φιλαρμονικό
γυρεύεις τα κλειδιά
σε ήχους σιδερένιων πόρτων
με την γεύση της αγανάκτησης
στα χείλη
τις κόρες των ματιών σου
ν’ αγριεύουν
τα βότσαλα ν’ αντηχούν Βυζάντιο
κι οι άνεμοι να παίρνουν τη φωνή σου.
Κάθε χαλίκι αετός
κάθε πέτρα και στεναγμός
τα σα και τα μα της φωνής σου
μνημονεύουν Κομνημία.
Ρίζες δίνεις στην φωνή σου
να γυρεύει το δέντρο της
να μονιάσει η σιωπή σου Ρήγαινα
μην γλιστρήσει σε τρύπιες παλάμες
κι ό άνεμος σε τραβήξει μακριά
μια προς ανατολάς
μια προς δυσμάς….

Στην αυλή των Περσών

Συ πού ήσουν προορισμένος για ωραία και
μεγάλα έργα
που ήσουν καμάρι της μάνας σου
που ζητούσες τα μεγάλα εύγε
από την Πολιτεία και τούς σοφούς
πώς πιάστηκες με τα ευτελή
και τα μάταια
τα τιποτένια και τ’ αδιάφορα
πώς ενέδωσες στους Πέρσες.
Η Ματαιότητα σου έδωσε πολλά
άλλα η ψυχή σου άλλα θέλει…
τα υψηλά και τ’ άπιαστα
των σοφών του κόσμου.
Μα πρόσεξε
η συνήθεια στα ευτελή
έτσι φρικτά σε απειλεί
κι ανέτοιμο και πάλι θα σε βρει
που εν τέλει ανεπιστρεπτί, θα ενδώσεις…

Morges la coquette
(Morges η φιλάρεσκη)

Εκεί που νόμιζα
πώς η πόλη δεν είχε τίποτα να μου δείξει
μια συνηθισμένη πόλη της Ελβετίας
πάνω στην λίμνη Leman 
κάνοντας βόλτα την μικρή Ίριδα
στο κάστρο του Louis de Savoie
δίπλα στην αποβάθρα
με περίμεναν ιππότες μεσαιωνικοί
και δυο λιοντάρια στην είσοδο
να με κοιτάζουν με κείνο το βλέμμα
που σου λέει πως τους είσαι γνώριμος…
Ένα κομμάτι από το παλαιό τείχος
μου θύμισε πώς χίλια χρόνια πριν
προστάτευε την πόλη,
μα ήταν μάταιο να ψάχνω τα χαμένα.
Την άνοιξη η πόλη γιόρτασε την
ημέρα της τουλίπας
το φεστιβάλ του γέλιου τον Ιούνιο
περιμένοντας τις δάλιες τον Οκτώβρη
που θα στολίσουν και πάλι
την φιλάρεσκη πόλη.
Μες τό λαντό της
η μικρή Ίρις χαμογελά αδιάφορα
ατενίζοντας τις πάπιες
που κολυμπούσαν
μες τα παγωμένα νερά της λίμνης.

Κάτω από τον ήλιο

Μέσα στο σύμπαν
το άπειρο
η γη και ο μόχθος της
η πατρίδα
βραχάκι κρεμμάμενο επί ξύλου
μεταξύ ανατολής και δύσης
τα αρχαία μάρμαρα και τις κολόνες
ήθελα να ρωτήσω τον ήλιο
να μου μιλήσει για το αιώνιο,
οι άνθρωποι μόνο για το στιγμιαίο απαντούν
να μου πει για το αύριο,
οι άνθρωποι μόνο για το σήμερα μιλούν
να μου μιλήσει για Ιστορία
και όχι για Μύθους
να μου πει για τον Θεό
και όχι για Θεούς
για ποίηση και όχι για λέξεις
για το Παν και όχι για το Τίποτε.
Κάτω από το φως του ήλιου
τα άκρα συνυπάρχουν
και γίνονται ένα…

’Ιανουάριος 2012

Της Ορλεάνης

Εδώ στην ’Ορλεάνη
το φεγγάρι ολοκόκκινο
πίσω από το βασιλικό γεφύρι.
Είναι το αίμα μου
που κουβάλησα σ’ ένα σταμνί
από την Λευκωσία
και μια μέρα
το έχυσα μες το Λύγηρα.
Αιδώ, η Jeanne d’ Arc
κατασπάραξε το στρατό
των ’Άγγλων κατακτητών
κι απελευθέρωσε την Ορλεάνη.
Ύστερα οι αρχιερείς
της καθολικής εξουσίας
την καταδίκασαν σε θάνατο
για μαγεία
και την έκαψαν ζωντανή…

Διαπίστωση

Τόσα χρόνια να γυρίζεις
στις θάλασσες
βάρεσε ή ψυχή
και το σώμα κουρασμένο
φυτεύεται όλο και πιο βαθειά
στο χώμα.
Η γεύση της ιστορίας πικρή
κόλλησε στο λαιμό μας
έτοιμη να μάς πνίξει.
Πάμφωτοι Βόλοι από την Πόλη
να θολώνουν τα μάτια σου
μ’ ανύμφευτη μένει η πατρίδα μου.
Η ιστορία να συνεχίζει αδίστακτα
και φονικά
κι ο γιος του σκοτωμένου
να περιμένει ακόμη εκδίκηση.
Σε κάθε λιμάνι πιστεύαμε
πώς ξεκινούσε κάτι καινούργιο
στην ουσία ξύναμε κάθε φορά
την ίδια παμπάλαια πληγή.
Στην Κερύνεια το άγαλμα του Πράξανδρου
παραμένει σε στάση ημιανάπαυσης
και τα χέρια μου μετέωρα
προσπαθούν μάταια
να ενώσουν τα κομμάτια σου…

Φεβρουάριος 2013

Τα κάππα της Κύπρου

Νησί των φιδιών
του Ζέφυρου
και της χονδρής άμμου
φως του ανέμου
στεφάνι ελιάς
φωτοστέφανο Χριστού
Δείπνου Μυστικού
μάρτυρας αυτόπτης
ανήλικη
παγκόσμιου βιασμού
να επιπλέεις στον όλεθρο
του απόηχου
Κασσάνδρων καί Πυθίων.
Χείλη κολλημένα
στην παμπάλαιη πληγή
να τραβούν αιώνες
το δηλητήριο του θανάτου
κι εκείνην που νόμιζες για αιώνες
να ξαγρυπνά για σένα
ήταν φωνή στην έρημο
κερί και μέλι Ονήσιλλου
μαχαίρι
που σε κατακρεούργησε!
Και συ να παραμένεις
ασφόδελος τσαλαπατημένος
σύμφωνο λυγμών
στις πέντε θάλασσες
πεντάμορφη, πεντάρφανη
κατάπικρη ελιά
να αναρτάς απ’ την αρχή
το κάππα σου
με φωνές και κραυγές άηχες
των σφαγιασμένων σου παιδιών.

Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΔΩΝ (2006)

Ι

Αν μ’ εξημερώσεις,
Η ζωή μου θα γίνει σπόρος
Που θα βλαστήσει
Πουλιά των χεριών σου
Και καρποί πού ζεσταίνεις.
Αν μ εξημερώσεις
Το βήμα μου θα ‘ναι αλλιώτικο
Απ’ όλα τ’ άλλα
Θα μαζέψει η ζωή τα κομμάτια της
Για ν’ αποτρέψουν συγκολλημένα
Κρύπτες κορακιών
Να κτίσουν
Οι στεναγμοί κραδαίνοντας.
Αν μ’ εξημερώσεις,
Κάθε λέξη σύμφωνο
Λαβωματιά στο κορμί μου
Από το ταξίδι τού νόστου
Οδύσσειο ποίημα
Απαιτώντας μες τη λήθη.
Αν μ’ εξημερώσεις
Θα πορευτώ τις νύκτες
Κρυφά αλητεύοντας μες τα ξωκλήσια
Όνειρα στην ρομφαία τού άγιου

. . .

Πηγάδι άνυδρο ή εξορία μου
Έσκυβα μέσα να βρω
Νερό ελευθερίας
Το σώμα μου
Κομμένο στα δυο
Νήσος τίς έστι
Με κυρτή την ’Αφροδίτη.
Νυκτοήμερα πάσκιζα
Με θυμιατό
Οσμή θανάτου να ξοντώσω
Και με λάδι των Δελφών
Ν’ ανάψω τα καντήλια μου
Εικόνες κατεβάζοντας
’Από τις πυριτιδαποθήκες
Συλλαβίζοντας ανέμελα
την καταδίκη μου.

. . .

ΙΙ

Η ώρα σφηνώθηκε
Ανάμεσα στην νύκτα και την αυγή
Άωρα σε βρήκε
Το φέρετρο της νιότης
Αυτόβουλη εν τούτοις στο βωμό
Ενώ ονειρεύονταν ακόμη οι Αχαιοί
Άνεμο στην Αυλίδα
Βγήκες ’Εσύ
Στων σκοταδιών την άμπωτη
Ιφιγένεια εν λήθη
Ξεκουρδισμένα καράβια
Στον περιβόητο γιαλό
Με λήθη έμοιαζε η θάλασσα
Με λήθη έμοιαζες Εσύ
Άπειρος λήθη
’Έντρομα αφυπνίζονταν τα τηλαυγή
Και τα επινίκια
Στα Εύξεινα και τα πόντια
Να ξανάβρουν την Ελένη

. . .

ΙΙΙ

. . .

’Έφυγα ένα καλοκαίρι
Πριν χιλιάδες χρόνια
Μα η μνήμη μου κρατάει
Ζεστή την παρουσία σου
Έμαθα να κρατιέμαι
Από τις λέξεις σου
Πού σεργιανίζουν κάθε τόσο
Στην μνήμη μου
και με τρέφουν
Ασύνορη η αγάπη σου.
Το περσινό σου χαμόγελο
Στένεψε τον ορίζοντα
Κατήργησε την ελπίδα της επιστροφής
Έστείρεψε τους στίχους
Που στιχούργησα για Σένα.

. . .

Να φιλάς σαν τότες τις ακρογιαλιές
Και τις θαλασσινές σπηλιές
Μα τα λυπημένα σου ακρογιάλια
Κάνουν την εξορία μου ανυπόφορη
.
Δεν είναι γιατί έγινες όνειρο
Είναι γιατί ο χρόνος
Απειλεί το όνειρο
Σεβάσμιε τόπε
Τού πρώτου μου βίου.

IV

. . .

Εκεί στ’ αμέτρητα γεφύρια
Πού ανασαίνουν
Μες την απέραντη καταχνιά
Σε γύρεψα,
Μέσα στον άδειο Σηκουάνα
Γύρεψα το νερό πού σε δρόσισε
Τα δάκρυά μου
Στάλες βαρείες
Στο πρόσωπο της οικουμένης.
Ο Σηκουάνας κυλά
Ποιος θά τον σταματήσει
Τώρα πια η ψυχή φοβάται
Μήπως μια μέρα ξεψυχήσει
’Έξω από τα τείχη της ζηλευτής
Πολιτείας
Στην κοίτη του ποταμού
Χωρίς ταφή…

V

. . .

Σκύψε να δεις
Ένα λαό που τον εμποδίζουν
Να βαδίζει
Μες τούς αιώνες ηχεί
Τού Εφιάλτη το φιλί
Ιούδας π’ αντιβιώνει μονομερώς.

Ποιος τον λαό βλέπει
Προσκυνητής ταμένος στ’ ακρωτήρι
Να περπατεί
Αλυσοδεμένος;
Ποιος ξέρει πώς χθες
Σήμερα, απόψε και αύριο
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο
Παρά ν’ αγαπηθούμε;

Επίλογος

. . .

’Εδώ σιμά
μας έχουνε μολύνει τόσες μνήμες
Οστά χλωρά ακέφαλης Νίκης
Στους ώμους φορτώνω
Τα ολιγόστιχα απλοϊκά μου ποιήματα.
Δεν τραγουδώ παρά γιατί σ’ αγάπησα
Πατρογονικό ελαιόδεντρο
Φυλή της φωνής μου
Ελένη του ξεριζωμού
Ελένη της Λακωνίας.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα
Ελένη της Καρπασίας,
Ελένη της Κυρήνειας
Για σένα θρηνώ βουβά
Την άχαρη ζωή
Την ανεκπλήρωτη
Που ένα πρωί σ’ εδόθη.

«ΠΡΕΣΒΥΝ ΑΡ’ ΕΙΣΔΕΞΟΜΑΙ ΠΑΤΕΡ» (1998)

Ι

Αμπέλια σιωπηλά και δακρυσμένα
κι ανάμεσα τους εσύ
μικρό αγόρι με τη μαύρη κόμη
να τρέχεις
με τη φωνή να τρέμει
τα μέλη σου αδύνατα
αναζητώντας την ποδιά της μάνας.
Εκείνη σάς άφησε ορφανούς
στη γέννα την τελευταία
κι έμεινες τεσσάρων χρόνων παιδί
έρημος να σπαράζεις
να εγκυμονείς την πίκρα μας!

Η θάλασσα δεν ήξερε να πιει
τον πόνο σου
και τα ποτάμια κατάξερα
μουρμούριζαν μόνο μυρολόγια
ξερνώντας εξαντλημένα
τη μέλλουσα πληγή μας.

. . .

Μάτια κοκκινισμένα
από την αλμύρα της ζωής
λίγη ζεστασιά σπιτιού ζητούσες
κι έτρεχες τριγυρισμένος από στοιχειά
καθ’ όλη τη διάρκεια τού ταξειδιοΰ σου
μπροστά σου πάντα
το φάντασμα τού Οδυσσέα.

Την άνοιξη
μάζευες πέτρες
και σημάδευες τα πουλιά
πάνω στα δέντρα
γιατί δεν ήθελες άλλη μάνα
με το ίδιο μαντήλι στο κεφάλι!
Κι ’έτρεχες ψιθυρίζοντας προσευχές
μες στο σκοτάδι
για να μπορέσεις να σταθείς ορθός
μες στον ορίζοντα της αδυσώπητης μοίρας.

. . .

ΙΙ

Χρόνια μελετούσα κρυφά
την αιτία τού πόνου σου
κρατώντας στα χέρια μου
την ιστορία σου ανείπωτη.
Μα εσύ μέσα στο θόρυβό της
ένα θρόισμα ακαθόριστο
και τραγικές φωτογραφίες
κρατούσες σιωπηλά
τα λαβωμένα σου γόνατα.
Κανείς δεν ήξερε
από πού ήρθες
πού ανήκες.
Μόνο λέγον πως παντρεύτηκες
την ωραία Τερψιχόρη
μια μούσα λέγαν
με τα ωραία ροζ πόδια
που χόρευαν στην καρδιά σου.

. . .

ΙΙΙ

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

. . .

Η γη σε πήρε στην αγκαλιά της
σαν μάνα που τόσο στερήθηκες
στον κόσμο των ζωντανών.
Τώρα η ψυχή σου διατρυπά
τη μνήμη μου
και σε ξαναφέρνει στη γήινη ζωή.
Τη βλέπω κρυμμένη
στο καμένο πρόσωπο
κάποιου φανταστικού εραστή
την βλέπω
μια ζωή ανυπότακτη
να προσκυνά τις εικόνες γονατιστή,
να ταξιδεύει στο σύμπαν
δεμένη με τη δική μου,
με το νήμα της Αριάδνης τεντωμένο
έτοιμο να κοπεί
γιατί ό δρόμος δύσκολος ακόμη
και μακρύς…

. . .

IV

ΥΜΝΟΙ
. . .

Τα βήματά σου αντηχούν ακόμη
σε κάποιες έρημες ακρογιαλιές μας
που γυρνούσες κάθε τόσο
ρωτώντας να μάθεις
για την αδελφή του Μεγαλέξανδρου
μέσα σ’ ένα σύννεφο φωτός.
Τώρα κανείς δεν σ’ ακούει
κανείς δεν σε βλέπει
μα ένα μικρό φως πού ολοένα μεγαλώνει
αναβλύζει από τον τάφο σου.

. . .

Τώρα κανείς δεν σ’ ακούει
κανείς δεν σε βλέπει
μονάχα οι τυφλοί
κι’ αυτοί πού δεθήκανε μαζί σου
με το ίδιο κρυφό σαράκι.

. . .

V

Το δάκρυ που δρόσιζε
το μάγουλό μου
τις ώρες του καλοκαιριού
ενώ πύρωναν οι πέτρες
και τα ποτάμια ακόμη
το δάκρυ αυτό πού έπλασε τη μνήμη μου
και την ανάμνησή σου
σου το προσφέρω ύστατη δροσιά
μαζί με το ποτάμι που ήπια
για να ντυθώ τον πόνο σου.

. . .

Τώρα θέλω να λογαριάσω τον πόνο
να τον μετρήσω με σταθμά ανθρώπινα
να τον μπολιάσω στις φλέβες τ’ ουρανού
για να φουσκώσει προζύμι
τώρα θέλω να δω καθαρά
γιατί σου πούλησαν ψεύτικη πραμάτεια
και με κάρφωσαν έτσι στο βράχο
και μου τρύπησαν τις σάρκες
με τη λόγχη…

«ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΕ» (1996)

I

Πώς κατρακυλήσαμε, αδελφέ μου,
μες τα λαγούμια της απελπισίας
με τα μάτια στυλωμένα στον ουρανό
να τραυματίζουμε τ ’ αστέρια;
Πώς πέσαμε, σύντροφε, τόσο χαμηλά;
Εδώ και χρόνια
το καράβι μας βουλιαγμένο
σαν κήτος μισοπεθαμένο
διανυκτερεύει στη μέση του νερού.
Πώς καταφέραμε, φίλε,
και ταπεινωθήκαμε τόσο
κι είδαν τη γύμνια μας
αυτοί που περιφρονούσαμε
μες τις παλαίστρες
αυτοί που μας πήραν ύπουλα
το μαραθώνιο
και τον τρέξανε γρηγορότερα από μας!

Το δέντρο αυτό που δρόσιζε
το πρόσωπό μας
μέσα στην κάψα του μεσημεριού
στο κάμπο της Μεσαορίας,
που μας θυμίζει κάθε πρωί στην εξορία
γυμνές αγκαλιές
κι έρωτες που δεν τέλειωσαν
ένα χαμένο πρόσωπο
και χίλιες ρυτίδες
το δέντρο αυτό το βλέπουμε
με άλλα μάτια:
μέσα από την ματοβαμένη σφενδόνη
που έβαφε χιτώνες
’Αχαιών, Φράγκων, Σαρακηνών…

Πώς καταφέραμε, αδελφέ μου,
και πήραμε το δρόμο των πεθαμένων
κρατώντας την ζωή μας
ανάμεσα στην ζωή και την ανάμνησή της
ανάμεσα στην Ιστορία και την άρνησή της
ανάμεσα σε ανθρώπους και την φυσιογνωμία
των ανθρώπων
ανάμεσα στις πληγές μας
και τα μαχαίρια που μας πλήγωσαν!

. . .

Σε βλέπω ν ’ ανασαίνεις
μες τα στενά, της Σαλαμίνας
ιέρεια των Τευκρίδων
κάποτε να κυνηγάς ελάφια
αψηφώντας την Άρτεμη
μέσα στα δάση του Τροόδους.
Σε βλέπω να ερωτοτροπείς με τον Άδωνη
μες τούς Αμαθούντιους κρυψώνες
ενώ η ψυχή σου γινόταν ένα
με τον καταδιωγμένο Άρη
κάτω από τα μάτια των Θεών
κρατώντας την ζωή σου στο κρυφό.
Κι έτρεχες, αφήνοντας πίσω
τα σεντόνια σου να παγώνουν
ενώ βροντούσε ή Δήμητρα κατάρες
έτσι πού έμενε ριζωμένη στο χώμα
χωρίς στο στάχυ της καρπό
και λύγιζες από το βάρος στους ώμους
και λυγίζοντας δεν άντεξες
και γονάτισες και Συ

’Ορλεάνη, Φεβρουάριος 1995

ΙΙ

Κράτα την μνήμη τού πόνου σου ακέρια
και μην υποχωρείς μοναχικό μου κάστρο
κι αν είναι φθονερός ο Θεός
που θέρισε τα σπλάχνα σου
«τήν θάλασσα την θάλασσα
δεν θα μπορέσουν να την εξαντλήσουν…»

Περιμένω τα μάτια σου
να με κοιτάξουν
πριν σκουρύνουν τ ’ αγάλματα της αρετής
περιμένω μια πορεία προς τον Ήλιο
πριν η πίκρα της φθοράς
κολλήσει βδέλλα στο κορμί…

Περιμένω στο λογισμό σου
χάλκινο χέρι
ν ’ αναδύει η τόλμη σου
δροσοσταλίδα στις βραχοπλαγιές του αγώνα
ο θρύλος σου
και η τρυγόνα που της πλήγωσαν το ταίρι
ν’ αποτρέψει το πέρασμα
της Αχερουσίας την όχθη.
Περιμένω να στεριώσεις τούς πόθους σου
στον αργαλειό της τιμής
και της νικημένης θέλησης νικήτρια,
περιμένω ν ’ ανανεώσεις τόν πόθο σου
για λευτεριά
ανάβοντας φλόγα στην καρδιά
μην τύχει και ξεχάσεις τις ψυχές
μην τύχει και σαλπάρει η βούληση σου.
Προφυλάσσω την πηγή σου
μην την ξεμοναχιάσουν
οι εχθροί!

ΙΙΙ

Πώς πέρασαν τόσα χρονιά, αδελφέ μου,
χωρίς να επισημάνουμε λιμάνι;
Τ’ άστρο πού μας οδηγούσε χάθηκε
στη συνείδηση της αδυσώπητης μοίρας.

Πώς τελείωσε τούτο το ταξίδι
κι έμεινε ο σκοπός μας ανεκπλήρωτος;

Πέρασε η καταιγίδα
και σε σάρωσε Πατρίδα
πέρασε η θύελλα
και βύθισε τ ’ αστέρια
και μας έμεινε η μνήμη
θρυμματισμένη
μέσα στο διάστημα
να ψάχνει μάταια μια χαμένη γη.
Έφυγε ο χρόνος
κυνηγημένος στο τέλος μιας μαυροφορημένης
μέρας
αφήνοντας πίσω τη λαχτάρα
της Άνοιξης
και την προσδοκία
της επιστροφής.

Πέρασε η νεροποντή
παρασύροντας και τα τελευταία
αχνάρια των θεών μας.
Έμεινε η πόλη
ακυβέρνητη σχεδία
στα χέρια της φθονερής μοίρας
λησμονημένη
βυθισμένη στο στόμα,
των μυλόπετρων.

. . .

IV

Συ πού γνώριζες την κατάρα της Μήδειας
σαν σε κοίταξε πάνω στο σκάφος
της Αργώ
πριν σκοτώσει τα παιδιά της
και τα παιδιά σου
για να ξεφύγει την ντροπή
δάκρυα πού αφήσανε στη μνήμη
την ανάμνηση μιας μεγάλης ευτυχίας
πετρωμένα χαμόγελα αγιογραφίας
πού απείλησαν το χρυσό δέρας
βαμμένο στο αίμα
γυρεύοντας τον ίσκιο του ένδοξου
καραβιού.
Σε κυνηγούν
το παραμίλημα της σάρκας
όταν το αίμα πυρώνει τις φλέβες
το δακρυσμένο πουλί στην καρδιά
της μέρας
το δακρυσμένο χαμόγελο της προδομένης
γυναίκας
το γλίστρημα τού φιδιού ανάμεσα
σε πελαγίσιους τάφους
τα πατήματα των άλογων
στην παγωμένη πηγή τού κεφαλόβρυσου
το σπαρτάρισμα τού ψαριού
μες το δίκτυ των ψαράδων
το κλάμα της Ανδρομέδας
προτού την προλάβει ο ο Περσέας
η απάτη των Θεών
κάθε πού αναμετρούνται οι θνητοί…

Σύ πού γνώριζες τούς μαυριδερούς κύκλους
των ερινυών
σαν έσκυβαν όλες οι φωτιές
προς το μέρος του Ηρόστρατου
πόσο παράξενα σε κοιτάζουν τώρα
το σκυλί με την σπασμένη κεφαλή
μπροστά στην πόρτα
το χαράκωμα στη μέση της αυλής
που πρόδωνε το φεγγάρι
τις νύκτες ξαστεριάς
ο ρυθμός μιας ποίησης
πού βγαίνει από τον πόνο της εξορίας
και την παράλογη
την ανεξήγητη αγάπη για τις πέτρες
τα κοχύλια, τη θάλασσα
τα ερείπια
τα παλαιά και τα καινούργια
τούς εγκαταλειμμένους απ ’ τούς Θεούς ναούς
τον αγώνα ενάντια στην σήψη της χλιδής
τη φθορά της λήθης
το φόβο μιας τελικής καταστροφής…

. . .

V

Ο έρωτας για την Πατρί8α
που σ ’ εγκατέλειψε
πού δεν βρήκες στην επιστροφή
ούτε διάλεξες
δεν σ ’ εγκατέλειψε ποτέ.
Ο άνεμος που βογκούσε
τις βουερές μαχητικές ημέρες
σαν σημάδευες τον ατέλειωτο δρόμο
σαν παρακολουθούσες τα τεθωρακισμένα
που ανέβαιναν τον Πενταδάκτυλο
πέταξε τα σωθικά σου
ριπή ψυχρού ανέμου
στις τέσσερεις γωνιές της γης
θρύψαλα άμμου
ξεχειλίζοντας το χρόνο από τις όχθες του
στο πέρασμα τού ωκεανού
πού πλημύριζε την πόλη
χωρίς κανείς να σβήσει την τελευταία σου γραφή
χωρίς κανείς να κρύψει τα τελευταία σου ρούχα
στους βράχους.
Ένα κομμάτι από το σώμα σου
να μεταμορφώνεται σε μνήμη
ένα κομμάτι από την σκέψη σου
να μεταμορφώνεται σε όνειρό
κι άλλο σε εκδίκηση.

. . .

VI

Ό δρόμος μας δεν έχει αλλαγή,
και η ζωή ακόμη
να μας χαμογελάσει.
Πίσω αφήνουμε τήν έρημο
και μπροστά μας
η έρημος δεν τελειώνει.

Πέσανε απάνω μας
λιοντάρια σε πληγωμένο ελάφι
και γύρεψαν να μας θάψουν
πριν καν ακόμη πεθάνουμε.
Μας ξερίζωσαν πρώτα τη γλώσσα
βουλώνοντας το στόμα μας
με πέτρες
υστέρα μάς ξερίζωσαν τα μπράτσα
κι έμεινε το κορμί μας
ένα κεφάλι χωρίς γλώσσα
κι ένα κορμί δίχως χέρια
υστέρα μάς κόψανε τα πόδια
και μείναμε κεφάλι μόνο
κι ένα ψόφιο κορμί.
Στο τέλος μας έμεινε ένα παραμορφωμένο
κεφάλι, χωρίς γλώσσα
που μόνο σκέπτεται
βουβό και άλαλο
έτοιμο να βρικολακιάσει
με τόσους λύκους που το διεκδικούν
με τόσα σκυλιά που το σέρνουν στην λάσπη.
Κανείς δεν ξέρει τί κρύβουν
η σιωπή των όπλων
στο απέναντι οικόπεδο
τ ’ ακίνητο βλέμμα των αγαλμάτων
σαν ο αέρας σαλεύει ψίθυρους
μακρινούς,
οι ψυχές των σκοτωμένων
που τις φορτώσαμε
μ ’ όλες τις πληγές και τις τύψεις μας,
η μνήμη
τόσο παλαιά όσο κι ο κόσμος.
Κανείς δεν ξέρει τί κρύβουν
το αρχαγγελικό φως του Ραφαήλ
ο άγιος με το σπαθί
ή με το κοντάρι
τα δάκρυα της Παναγίας
μπρος το μαρτύριό του γιου Της
ό κίνδυνος μιας θολωμένης
μνήμης
τα εξισωμένα χωράφια
δίχως σπαρτά, δίχως πέτρες
δίχως τάφους
τα δέντρα δίχως ρίζες…

. . .

VII

Μένουν ακόμα τα θολά σου μάτια
που είδαν το θάνατο από κοντά
μες τα σοκάκια της αντρειωμένης Τροίας
μένουν ακόμα
τα μαρμαρωμένα σου χέρια
ν ’ αγκαλιάζουν το ξανθό του κεφάλι
τα καλοκαίρια
κι εκείνοι που ζουν
μες την σιωπή
την πίκρα τ ’ αποχωρισμού.
Μένουν ακόμη
τα κλεισμένα σου βλέφαρα
τα κλεισμένα μου όνειρα
κι ή πορτοκαλιά στο βάθος της αυλής
τ ’ άσπρα σου μαλλιά
κι οι δυο σου ρυτίδες
να βουλιάζουν μες την δίψα
της φλογισμένης μου εκδίκησης.
Μένει ακόμη
το λίκνισμα της θάλασσας
η διψασμένη άμμος
κι η αμηχανία μου
όταν με ρωτούν που γεννήθηκα.

«ΠΑΤΕΡ ΑΠΕΛΘΕΤΩ ΑΠ’ ΕΜΟΥ
ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ» (1994)

Ι

Τού σταυρού ασήκωτο το βάρος
ανατρίχιασμα κορμιού η Δημιουργία
και των ματιών σου η εικόνα
όνειρο απότιστο, πάθος.

Των Ποντίων Πιλάτων πέτρωμα
των συμπληγάδων τσάκισμα
του Έκτορα εξαντλημένη η ανδρεία
και τους αδελφούς μας στη χαμένη Τροία.

Γδύθηκες των ανέμων το ηλιοβασίλεμα
χέρια ν’ απλώνεις στους εφτά ορίζοντες
ντύθηκες το χρόνο των θεών
σταγόνα διαλυμένη στο στερέωμα.

Ποιος θα φέρει πίσω τη ζωή σου
αυτήν πού σπατάλησες
κι εκείνην πού είδες να σωριάζεται
καθρέφτης των ονείρων σου;

Μνήμη γεύση θανάτου
σύννεφο πού το σύρει ο άνεμος
στην απέναντι όχθη του ωκεανού
ελευθερίας θρύμμα άνομο.

Ποιος θα υφάνει της οργισμένης νύκτας
μύθο μεταθανάτιο τάμα
προτού βρικολακιάσει το αίμα
κι ο πόνος στεριώσει σ’ ανώνυμο μνήμα;

Στο περιθώριο του χρόνου
προσμένουν χρόνια αδικοσκοτωμένοι
χωρίς να ξέρουν σε τι διαφέρει
ο μύθος από τη μνήμη…

ΙΙ

Εσύ, ’Έρωτας μεταθανάτιος
εξόριστος στους βράχους του νησιού
να παίρνεις στη νιότη σου
τους δίσεχτους καιρούς μας
και ηνίοχος των ξεροβουνιών μας
να λαύνεις κασσανδρικός
κραυγάζοντας μηνύματα των αποκεφαλισμένων.
Μα αυτοί γνωρίζανε τη δική σου λάμψη
ενώ οι εξόριστοι μεθούσανε
μέσα από δισκοπότηρα έρωτα αγιάτρευτου.
Ακόμα σ ακούω, βοή βοώντος εν τη ερήμω
να φωνάζεις πνιγμένος στη φωνή σου
Κωνσταντίνων ονόματα Παλαιολόγων
ενώ μαρμαρωμένοι οι αλέκτορες
πάσκιζαν μάταια να ξυπνήσουν τη
χαμένη μέρα.
Σε βλέπω να θρηνείς
αηδόνι κι αγριοπερίστερο
το σπασμένο λαγήνι της Βάφτισής σου
γιατί ο χορός της Σαλώμης ήταν έξοχος
και το πλήθος των Φαρισαίων ζητούσε
επίμονα το κεφάλι του ’Ιωάννη.
Ενώ σε άλλη εποχή οι Πάφιοι
ξυλοκοπούσαν τους πιστούς σου
τυφλά χτυπώντας και φωνάζοντας
χωρίς να ξέρουν να διαβάζουν
τη γυμνή σου ποίηση.

. . .

Ορλεάνη, Οκτώβρης 1992

IΙΙ

Εσύ Κύριος της δημιουργίας
είπες σπόρο σιναπιού τη βασιλεία σου
και την ελευθερία μας
που γενιές γενεών έσπειραν
μα δέντρο δεν φύτρωσε.
Και πουλιά φωλιές δεν κτίσαν
γιατί κλαδιά δεν βρήκαν.
Μεσάνυχτα και κτίζανε
στα κουφώματα των βράχων
ακούγοντας από μακριά το Αιγαίο
να μουγκρίζει όνειρα.
Κι εσύ έριχνες πέτρες πίσω σου
δαιμονισμένος που ‘βλεπες να φουσκώνει
του νησιού το πλεούμενο αντί το προζύμι.
Γιατί οι μάνες το έσμιγαν με τρία σάτα αλεύρι
για να φουσκώνει ζύμη
μα ψωμί δεν έβγαινε.
Αλλού εσύ, αλλού το μήνυμά σου!
Χρόνια πελεκούσαμε, άπιστοι, προσευχές
για να μην τραβήξουμε μαχαίρι από τη θήκη
Χρονιά χτυπούσαμε παλαμάκια
τους ξένους που σήπονταν καθιστοί
στις έδρες πού τούς κτίζαμε…

. . .

Εμείς που ξεκινήσαμε από αιώνες
το ταξίδι τούτο
χωρίς να δούμε ακόμη τίποτα
παρά το θάνατο να μας φιλά τα πόδια,
γνωρίζουμε καλά τη μοίρα μας
και το σκληρό ταξίδι της φυλής μας.
Εμείς που τους είδαμε
να γαντζώνουν την γη μας στα κρικέλια τους
αφήνοντας τα κόκκαλα των πολιορκημένων
στα κατεχόμενα άταφα,
και τους πληγωμένους να σπαρταρούν
ελευθερία
που τους είδαμε να ρημάζουν τάφους
οκτώ χιλιάδων χρόνων,
ρίγος, σεισμός στην πλάτη τους
ανατινάζοντας τον τάφο του Λεωνίδα
βουλιάζουμε τώρα μες στους βάλτους
με τις δάφνες μας
πού πικρίζουν χρησμούς
αιώνων προφητείας σου
πολύ πριν ακούσουμε τούς
χτύπους των καρφιών σου. 

. . .

ΙV

’Εσύ, Κύριε, βράχος στον ύπνο
της μοναξιάς μας
δρυς, οξιά στο σκοτάδι της γενιάς μας
ρομφαία στητή προς το μέρος της καρδιάς μας
μαύρο ψωμί στη άλωσή μας
στο σφύριγμα άνεμων Μεσολογγιών μας.
Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε ο Θεός
σε φύτεψε σε όστρακο πεσμένο σ’ ακρογιάλι
σκυφτό το σώμα να σφαδάζει
και την ψυχή δοσμένη στο Αιγαίο.

Περασμένα μεσάνυχτα η ζωή σου
άλφα και ωμέγα της απόγνωσής σου
να κατεβαίνεις νυκτοβάτης
από τον έβδομο ουρανό
παραμιλώντας τροπάρια ελευθερίας
σε τόπο που τα δάκρυα των μανάδων
πότιζαν για να φυτρώσουν σπόροι
τα κόκκαλα πού ξεπούλησαν
αδέλφια δολοφόνοι.
Πριν από Σένα ορφανέψαμε
μα σε λιμάνι άλλο
δεν αράξαμε.

. . .

V

. . .

Μια μέρα η δίψα μου
μ’ οδήγησε στους πορθμούς της πίκρας
που εκσπερμάτωσε η θάλασσα
της λήθης σου.

Μια μέρα η ξηρασία μου
που εξάτμισε τις σταγόνες της ελπίδας μου
μ έσπρωξε σαν το Θωμά
να ψαχουλεύω τον τύπον των ήλων σου
και το καλάμι μου έγινε αυλός
να τραγουδάει την ιστορία
στην αφετηρία της.
Μέχρι που το δέρμα γδαρμένο
από το μαστίγωμα της Αλήθειας
ματώνει τα πόδια της εξορίας μου
και ποτίζει τη δίψα της άριζης
Δικαιοσύνης σου.

. . .

Στιγμές αποκεφαλισμένες
ώρες ανάπηρες
χλωμές σαν λαμπάδα
πού ξενυχτά τον πεθαμένο.
Λίγος ο σπόρος
κι η λάσπη πολλή
πώς να κρατηθεί!
Σου σφίγγω το χέρι
μα δεν νοιώθω την αφή σου
μόνο λίγες ανακατωμένες εικόνες
στη μνήμη σου
που αφουγκράζομαι.
Κι αν σου μιλώ συνέχεια
για τον πόνο σου
τον πόνο μου
είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή!

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΜΑΚΡΙΔΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ :

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 26/09/2018

Και πάλιν πατρίδαν

«Εντοπία φωνή», εκδόσεις Κουκκίδα.

Σταθμός Ορλεάνη. Σύνδεση με το Παρίσι. Μετρό Austerlitz. Συνταξιδιώτης μου η ποιήτρια Κλεοπάτρα Μακρίδου, από τη Λευκωσία, βραβευμένη με αργυρό μετάλλιο από τη Διεθνή Ακαδημία Arts – Sciences – Lettres, στο Παρίσι. Στέλεχος επί χρόνια του Γαλλικού Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, καθώς και του Υπουργείου Οικολογίας και Αειφόρου Ανάπτυξης στην Ορλεάνη. Παντρεμένη με το Γάλλο ακαδημαϊκό Jean Claude Robinet, μοιράζεται το χρόνο της ανάμεσα στη Γαλλία και την Κύπρο.

Η τελευταία της ποιητική συλλογή με τίτλο Εντοπία φωνή από τις εκδόσεις Κουκκίδα περιέχει σαράντα τρία ποιήματα που μιλούν κυρίως για την Κύπρο.

Σε επισκέφτηκα και πάλιν
Πατρίδα
αφού η απουσία του σώματός σου
μου είναι αβάσταχτη.
Να καταλάβω εκ του σύνεγγυς ήθελα
τη δύναμη της ψυχής μου
καθώς αντιστέκεται
στην αόρατη ύπαρξή σου
στα κράσπεδα της Ιστορίας
ενώ βουλιάζει βαθιά μέσα μου
χωρίς αντίσταση
ο πόθος να σ΄ αναστήσω ολόκληρη
μπροστά μου
πριν εκφυλίσει τη μνήμη
ο αμείλικτος χρόνος
και μείνουμε μόνοι
Εσύ, εγώ και ο πόθος μου.

Με λόγο σπαραχτικό και λυρικό, ποτισμένο από λατρεία για την πατρίδα, η Κλεοπάτρα Μακρίδου εκθέτει τα πάθη της Μεγαλονήσου. Θάλασσα, χρώματα, κοχύλια, ευωδιές και το πατρικό σπίτι με τις λεμονιές. Χρόνος, μνήμη, νοσταλγία.

Ύστερα, ο πικρός Ιούλης του 1974. Πόνος, προσφυγιά, ξεριζωμός. Αίφνης λέξεις παγερές: εμπαιγμός, προδοσία, δημαγωγία, σύνδρομο Στοκχόλμης. Μια χώρα με πανάρχαια ελληνική ιστορία∙ και τώρα, πράσινη γραμμή, κατοχή. Η σκέψη παλινδρομεί. Από τη μια, ο διακαής πόθος της Απελευθέρωσης. Από την άλλη, η πραγματικότητα με το όνειρο κομματιασμένο.

Συχνά αγναντεύοντας το πέλαγος
ορκίζομαι ενδόμυχα
να μην φύγω από τον κόσμο τούτο
πριν σε δω ελεύθερη
Πατρίδα.
Έτσι ρίχνω πέτρες συνέχεια στη θάλασσα
νομίζοντας πως εξαφανίζω τα ίχνη
του εγκλήματος!

Ο πόνος ξεχειλίζει. Οι εικόνες αισθητοποιούν παραστατικά το συναίσθημα.

Γη μου παρθένα άβγαλτη
όλες τις προσδοκίες Σου
σ΄ ένα καράβι φόρτωσες
που βούλιαξε στο τέλος ανελέητα
έτσι που με την ελπίδα μιας στιγμής
χρεώθηκες το αύριο!

Η συχνή χρήση της κλητικής προσφώνησης (Ω) προσδίδει τόνο αρχαιοελληνικής τραγωδίας στο λόγο που διαπερνά το συναίσθημα και μεταφέρεται σαν ένα διαρκές κλάμα στον αναγνώστη. Ένα αργόσυρτο μοιρολόι, συνοδεύει την ανάγνωση, ήχος υπόκωφος.

Ω χέρι – γροθιά δουλοπάροικου, ω μουσική απόμακρη, ω αναπνοή μου, ω ελευθερία μου.

Τα πάθη της πατρίδας ταυτίζονται με τα Πάθη του Θεανθρώπου. Το ποιητικό εγώ γίνεται μάνα αιμάσσουσα που αγωνιά για το παιδί της.

{…}

Μα εγώ κοιτούσα ακόμη προς το μέρος Σου
και Σε ρωτούσα
ουρλιάζοντας
για ν΄ ακούσεις τη φωνή μου
αιμάσσοντας
«είσαι καλά Αγάπη μου;»
Σαν να ΄σουνα παιδί μου.

Ο λόγος δηκτικός, στηλιτεύει τη μετάλλαξη μερίδας συμπατριωτών της που εύκολα προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες.

Τους είδατε; Σαν λεύτεροι συμπεριφέρονται ενώ είναι σκλαβωμένοι! {…} Τους είδατε; Πετάνε στα σκυλιά ό, τι ενοχλεί τη μνήμη καθώς βουλιάζουν στις ακριβές τους πολυθρόνες και προσκυνούν ό, τι καλομαγειρεμένο τους σερβίρουν στις υπόγειες εμφανίσεις οι Πρεσβευτές των Ιουδαίων.

Είναι οι έμποροι του λόγου, οι εντολοδόχοι της εξουσίας οι εκθειαστές του Αιόλου, οι ραψωδοί των κομματικών επικλήσεων, οι τραγουδοί των μεταλλαγμένων ψυχών, αφεντικά χρηματιστικών και άλλων συμφερόντων.

Οι υπαίτιοι κατονομάζονται ευθέως. Διαφαίνεται τότε ένα ξέσπασμα, παράπονο για την τραγικότητα της ιστορίας, αλλά και βαθύς προβληματισμός για το μέλλον. Η πληγή δεν φαίνεται να κλείνει.

Ήρθε η μπόρα εκεί στο σπίτι με τις λεμονιές κι εσύ μάζευες στις χούφτες σου στάλα στάλα το αίμα των αγαλμάτων αλλά αυτά να μη σαλεύουν…

Η θάλασσα κοιτά λυπημένα. Τα νερά είναι μολυσμένα. Τα ψάρια νεκρά. Ο θάνατος έκαμε φωλιά στον κόρφο της.

Εκείνη γεύεται, ονειρεύεται, οικτίρει και προσφεύγει στη Μούσα, να της λειάνει τον πόνο.

Πατρίδα στάζω αίματα ακόμη από το σώμα Σου. {…} Ξαναζώ τα πάθη Σου κάθε που η αναπνοή σου κοντεύει. {…} Καθ΄ οδόν προς τον Ουρανό αναζητώ τη μορφή Σου {…} Μα Εσύ συνεχίζεις να σέρνεσαι σε πατημένες διαδρομές και άνυδρα πηγάδια.

Ο προσωπικός διχασμός ανάμεσα στις δύο πατρίδες αναπόφευκτος.

Ω έκλαψες
πολύ έκλαψες
να πεθάνεις ήθελες…
Ποιος είδε τα δάκρυά σου
τη σκόνη στις ρωγμές των οστών
και στα κενά των ιστορικών αναδιφήσεων
τη λάσπη
μες στη λάβα της Λήθης;
Ωραίο Νησί μου,
σταθμός Ορλεάνη
σύνδεση με το Παρίσι μετρό Austerlitz
λες και όλα έγιναν χωρίς εσένα…

Η χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου, κυρίαρχου προσώπου στη συλλογή, σκηνοθετεί κλίμα διαλόγου. Το ποιητικό εγώ απευθύνεται άλλοτε στον εαυτό του, άλλοτε στον αναγνώστη, άλλοτε στην πατρίδα. Η συναισθηματική φόρτιση μεταδίδεται. Οι αλλεπάλληλες ερωτήσεις, τα εκφραστικά μέσα, η εικονοποιία, δημιουργούν κλίμα έντασης. Ο αναγνώστης συμπάσχει.

Και δώσε πλέξιμο
με νήμα τις λέξεις
μες στ΄ ονείρου τα σωθικά
να Σε στολίσω με το πλεχτό
φόρεμα της Άνοιξης
και με φωτοστέφανα
κομμάτια από Ήλιο
και καταπίνοντας τις λέξεις
να Σε δω επιτέλους ολόκληρη
πριν περάσω την Αχερουσία!

Χαρακτηριστικό της γραφής η αφηγηματικότητα, η θεατρικότητα. Η ποιήτρια ταξιδεύει στα λημέρια της μνήμης. Τα δάκρυα των ονείρων ημιτελή, ατελέσφορα, ρέουν με τη ζωτικότητα μιας πρώην άνθησης.

Το ποιητικό υποκείμενο απασχολούν εξίσου προβληματισμοί για τη ζωή, το θάνατο, την ύπαρξη, την υποκειμενικότητα της Αλήθειας. Όμως, όσο το όνειρο της ελευθερίας της Κύπρου παραμένει ανεκπλήρωτο τόσο τη σκέψη μονοπωλεί η πατρίδα. Το σφύριγμα του ανέμου μαστιγώνει τη σκέψη και κόβει την αναπνοή στα δύο.

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου, στην τελευταία της συλλογή Εντοπία Φωνή, δεν εμμένει στο θρήνο για το ατελέσφορο του πολιτικού ζητήματος της Κύπρου, παρά το πάθος που τη διακρίνει για το θέμα. Στην ποίησή της αφήνει ελεύθερα να διαφανεί η πίστη στη λυτρωτική δύναμη της Αγάπης και στην τόλμη της ζωής, αισιόδοξη κατάθεση για το μέλλον.

Σήκωσε τη ζωή σου
κι εκτόξευσέ την
πάρε την να ταξιδέψει
και σε νέους ήλιους να καεί
σε νέες θάλασσες να λουστεί
και το σώμα της
άπιστη ερωμένη της ποίησης
να πλημμυρίσει η γύρη των ημερών

Μην αφήσεις την Αγάπη να στερέψει
κι ας μην είναι η δική σου αλλά ξένη
κι ούτε τα μάτια με δάκρυα
στη μοναξιά της σιωπής
νέα παράθυρα άνοιξε στον ουρανό
και μυγδαλιές ν΄ ανθίσουν
στα περβόλια της Άνοιξης…

Μαστίγωσε εσύ τον χρόνο
προτού σου ραμφίσει τις πληγές
και αιμορραγήσουν…
Βύθισε την ψυχή σου στην ψυχή τ΄ ουρανού
και γίνου ένα μαζί της
μην δειλιάσεις μοιραία και άβουλα
μπροστά στο Κενό
και σου ξεστρατίσει η φωνή
κι αν σε προδώσει η Ποίηση
μην διστάσεις
να την σημαδέψεις στην καρδιά!

Έλα πάρε ξανά τον λόγο
πριν το μαχαίρι φτάσει στο κόκκαλο
ν΄ αντισταθείς σε κάθε αρνητική δύναμη
που σε παραμονεύει
στην ένοχη σιωπή
δώσε αναστολή στο τέλος
φόρεσε ολόγυμνος τον εαυτό σου
η πιο ωραία ζωή είναι αυτή
που δεν έχεις ακόμη ζήσει.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

ΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

H Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1951. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και σπούδασε με υποτροφία Χημεία στη Γαλλία, στις πόλεις Grenoble και Lyon. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή στην Ανόργανη Χημεία (Docteur de Specialité). Υπήρξε στέλεχος του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων της Γαλλίας και του Υπουργείου Οικολογίας και Αειφόρου Ανάπτυξης. στο οποίο υπηρέτησε ως διευθύντρια του Τμήματος Υδάτινων Πόρων, στην Ορλεάνη. Ο Γάλλος σύζυγός της Jean-Claud Robinet είναι καθηγητής Πανεπιστημίου. Είναι μητέρα δύο τέκνων.
Ως προς την κοινωνική δράση της, είναι πρόεδρος του συλλόγου «Οι Φίλοι της Κύπρου» στη Γαλλία, στόχος του οποίου είναι να προβληθούν ο πολιτισμός και τα προβλήματα της Κύπρου. Η Κλεοπάτρα Μακρίδου εργάζεται σύντονα, ώστε να ακούγεται στη δεύτερη πατρίδα της η φωνή της Κύπρου, με τον πόνο και τη νοσταλγία της οποίας ζει.
Το ποιητικό έργο της αρχίζει από το 1992 και εκτείνεται σε επτά συλλογές:

1. Ωδή για την Κύπρο (1992)
2. «Πάτερ απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Ποιήματα (1994)
3. Σαλαμίνα τε (1996)
4. «Πρέσβυν άρ’ εισδέξομαι πάτερ». Ποιήματα (1998)
5. Ο νόστος των Ηρακλειδών (2006)
6. Το Κάππα της Κύπρου (2013)
7. Μνημόσυνο – Ιχνηλασία (2014)

Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, με πονεμένους λυρικούς τόνους, έχει ως κέντρο την πατρίδα της την Κύπρο. Η ξενιτιά, η εξορία, όπως την αποκαλεί στους στίχους της, δεν αποτελεί παράπονο για τη ζωή της· η επιτυχημένη σταδιοδρομία της και η καλή οικογενειακή της κατάσταση αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μας, την αγάπη για τη δεύτερη πατρίδα της. Ο αφόρητος πόνος της ξενιτιάς, η οποία υπήρξε ανέκαθεν μοίρα των απανταχού Ελλήνων, των Κυπρίων ιδιαίτερα, λόγω των πολλαπλών καταδρομών και των αλλεπάλληλων κατακτητών, οφείλεται στην αγιάτρευτη αγάπη του Έλληνα προς τη γενέθλια γη, την αθεράπευτη νοσταλγία και τον αστείρευτο πόθο της επιστροφής στα χώματα των γονιών του. Οφείλεται, ακόμη, στην εσωτερική ανάγκη της εναπόθεσης του αποτελέσματος των μόχθων του στη γη που πρωτοαντίκρισε το φως.
Η ποιήτρια ταξιδεύει τα καλοκαίρια στην Κύπρο για να ανανεώνει τις ελπίδες της επιστροφής, το τραύμα όμως είναι βαθύ, επειδή οι αλλαγές που αντικρίζει, σημαίνουν και μικρές ή μεγάλες απώλειες, που της μαρτυρούν ότι οι ημέρες της παιδικότητας και της αμεριμνησίας δεν θα επαναληφθούν.
Τα σκληρά βιώματα της ξενιτιάς δεν είναι όμως αποκομμένα από την κοινωνική και την ιστορική πραγματικότητα της πεφιλημένης πατρίδας. Οι απώλειες των γονιών της –πληγή χαίνουσα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα αποκατάστασης– της εμπνέουν ελεγειακούς στίχους και επιτείνουν τις δυσκολίες της αποξένωσής της. Στην περίπτωση αυτή η ποίησή της γίνεται αυτοβιογραφική και συχνά αυτοκριτική, με αυτοψυχογραφικές πτυχές που αναδεικνύουν την ευαισθησία και το ποιητικό ήθος της.
Η μεγάλη πληγή, ωστόσο, της ποιήτριας είναι η τουρκική εισβολή και η διαίρεση της πατρίδας της στα δύο, πόνος αβάσταχτος και αυτός, πολύ οδυνηρός, που φοβάται ότι δεν θα έχει ποτέ γιατρειά. Η Κλεοπάτρα Μακρίδου συνθέτει ύμνους για την Κύπρο, τους αγώνες και τους νεκρούς της. Η εισβολή αποτελεί θλιβερό πρόκριμα που άλλοτε την οδηγεί πίσω στο παρελθόν και τη λαμπρή ιστορία του νησιού της μέσα από μια περιπετειώδη πολλών αιώνων διαδρομή, που βρίσκει την ευκαιρία να δείξει την ελληνικότητά της, από την αρχαιότητα έως σήμερα, και άλλοτε την προσγειώνει στο παρόν, στους αδικοχαμένους, στους κακοπαθούντες, στους διωγμένους από τις πατρογονικές εστίες τους. Η στάση της γίνεται καταγγελτική και εκ νέου αυτοκριτική (αισθάνεται ως άτομο το βάρος που της αναλογεί ως μέλος της κυπριακής κοινότητας), όταν στηλιτεύει τους ένοχους της καταστροφής, από τους εφησυχασμένους και όλβιους έως τους μηδίσαντες, τους κύριους αίτιους της συμφοράς. Η σύγχρονη ιστορία, επομένως, λόγω της βαρύτητας που έχει, μετουσιώνεται σε ποίηση και ακολουθώντας τη διαδρομή των δεινών της Κύπρου, εστιάζει στους ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Άγγλων και απογειώνεται στους νέους ήρωες, του δράματος του 1974, όπως ο υπαξιωματικός Κύπρος Ιωάννου, από τους νεομάρτυρες του κυπριακού αγώνα, που έχασε τη ζωή του κατά την εισβολή, στον Τράχωνα, τον Ιούλιο του δυσοίωνου 1974.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου έχει προτίμηση στις μεγάλες συνθέσεις και τους συμβολισμούς, που συνάπτουν το παρόν με το παρελθόν, οδηγώντας συνειρμικά τον νου του αναγνώστη σε παραλληλισμούς και συγκρίσεις, που του διαμορφώνουν την αίσθηση ότι επίβουλη μοίρα αντιστρατεύεται την πατρίδα της, ένα παράξενο πεπρωμένο καθορίζει την ιστορία της, χτυπώντας την ανελέητα, θύμα των δυναστών της· παράλληλα όμως έχει την αίσθηση ο αναγνώστης ότι η ίδια βάσκανη μοίρα την έχει χαλυβδώσει να αντέχει σε όλες αυτές τις καταδρομές. Η απέραντη μοναξιά της Κύπρου την συγκλονίζει και αυτή τη μοναξιά την αισθάνεται ομοιοπαθητικά και η ίδια.
Τα σύμβολα, από την αρχαιότητα κυρίως, ακολουθούν πρωτόγνωρες χρήσεις: Ελένες και Ονήσιλοι, Τροίες και Ηρακλείδες, μπολιάζουν συστηματικά τους στίχους της με τη δύναμη του αιώνιου αρχαιοελληνικού πνεύματος (ακολουθώντας τη μεγάλη ποιητική μας παράδοση και τη συνέχειά της στον χρόνο), χάρη στον διάλογο που ανοίγει με το ιστορικό παρελθόν.
Το κυπριακό τοπίο, ιδίως μετά την εισβολή, η οικογενειακή και η κοινωνική ζωή του νησιού, περνούν διακριτικά και αυτά στους στίχους της, όπου αποθεώνονται τόποι με ιερές ιστορικές ονομασίες και χώροι καθαγιασμένοι, όπως ο Πενταδάκτυλος. Αλλού, πάλι, οι συμβολισμοί παραπέμπουν στα κείμενα των ιερών γραφών.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου δεν είναι ποιήτρια εκ συστήματος ή εξ επαγγέλματος. Δημιουργεί από εσωτερική ανάγκη και υπό το συναισθηματικό βάρος να απαλλαγεί από το μεγάλο φορτίο που φέρει μέσα της. Γι’ αυτό δεν θα βρει ο αναγνώστης διακειμενικό υλικό ή και αναφορές που να σχετίζονται με εμβληματικούς ποιητές, με φορείς δηλαδή της ποιητικής μας παράδοσης. Μόνο στα πρόσφατα έργα της και μετά μεγάλη πια ενασχόληση με την ποίηση μπορεί να διακρίνει κανείς επιδράσεις του είδους αυτού. Για παράδειγμα, η «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», ανακαλεί στη σκέψη μας, αχνά αλλά βάσιμα, την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και του Οδυσσέα Ελύτη, τον Επιτάφιο και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αντίστοιχα· και ακόμη, έντονα αυτή τη φορά, τον Κ.Π. Καβάφη, στο ποίημά της «Στην αυλή των Περσών», το οποίο συνομιλεί ευθέως με τη «Σατραπεία» του Αλεξανδρινού.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, απροσποίητη, ειλικρινής, μη υποκείμενη αυστηρά σε κανόνες, αλλά αποτελώντας ξέσπασμα και ανάγκη για προσωπική έκφραση (ένα είδος αυτόματης γραφής σε ορισμένα σημεία), έχει ιδιότυπη φρεσκάδα. Θα επισημάνουμε τους ασυνήθεις συνειρμούς της, τα ανοίκεια ζεύγη των λέξεων ή των φράσεων που έχουν πρωτογενή υπερρεαλιστική δύναμη, με συντάξεις διαταραγμένες από το πάθος, παρά τον παραδοσιακό γενικά τρόπο γραφής που ακολουθεί. Αυτό το εκ πρώτης όψεως ασύνδετο που μοιάζει στον ρυθμό και στην τυπογραφική εικόνα σαν ασταμάτητο ποτάμι, έχει μια πηγαία αγνότητα και τόλμη, ιδίως στο λεκτικό μέρος, και μάλιστα στην επιθετικοποίηση των ουσιαστικών («οδύσσειο ποίημα») ή και το αντίθετο («ν’ αναζητά το δρόμο προς τα γόρδια»), και κάνει τον αναγνώστη να το προσέξει και να το αποδεχτεί για την πρωτοτυπία του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Φιλελεύθερος 26/10/2014

Στην ποιητική σύνθεση «Μνημόσυνο», που είναι το έβδομο βιβλίο της, η Κλεοπάτρα Μακρίδου συμπλέκει – επιτυχώς σκηνές από την ένδοξη αρχαιοελληνική ιστορία με σκηνές πλέρια ρεαλιστικές και απόλυτα ευκρινείς. Θεωρώ αυτό το «σύμπλεγμα» αρμονικό και λειτουργικό:
«Εσύ Λεωνίδας / τραγούδι Πατρίδας εκάλπαζες / χωρίς τους τριακοσίους σου / και κόψη σπαθιού ακόνιζες / τους Μήδους ν’ αποτρέψεις / μην διαβούνε… / Πριν γείρει το κορμί σου / στάθηκες βράχος / μπροστά
στα παλληκάρια σου! / Καλύπτοντας τα με το πολυβόλο σου / οπισθοχώρησαν ένας ένας / προς την Ομορφίτα…». (σελ. 18-19)
Στο συνθετικό αυτό ποίημα, που φέρει τον πληροφοριακό υπότιτλο: «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», η Κ.Μ., συχνά, δίνει δείγματα ευφάνταστης και συνειρμικής γραφής, με πολυεπίπεδες αναφορές και παραπομπές, όπου ενυπάρχει ο μύθος, η ιστορία και το αμείλικτο παρόν: «Στου Τράχωνα το λόφο / που έπεσε το σώμα σου / η ρίζα ανέβαινε καπνός / σκοτεινιάζοντας το καλοκαίρι εκείνο / φωτιά ορφανεμένη / και μελίσσι η
μνήμη να βουίζει / κρανίο Ονησίλιο / με τα δακτυλικά αποτυπώματα / του Απόλλωνα / το αιχμηρό βλέμμα του Δία / απάνω σου / κι εσύ να θουκιδίζεις / ανάμεσα στ’ αγκάθια». (σελ. 23) Συνολικά στο βιβλίο, πιστεύω ότι η ποιήτρια, εκεί όπου καταφέρνει να τιθασεύσει την πλατειάζουσα σκέψη
της και την έφεσή της στους ρητορισμούς, με αποφθεγματικότητα, συμπύκνωση και ενδοσκοπικό προβληματισμό, πετυχαίνει αξιομνημόνευτο αποτέλεσμα: «Μια ζωή νοσταλγείς / αυτό που ποτέ δεν έζησες /παρά στα όνειρά σου / κι όμως αυτό ήταν όλη σου η ζωή…». (σελ. 40)
Τα ίδια θετικά σχόλια ισχύουν και για τους αμέσως επόμενους στίχους: «Μέσα από το παραμύθι / ξεφυτρώνουν ήρωες και θεριά / η ζωή όμως τρώει τους ήρωες / και αποθεώνει τα θεριά…». (σελ. 41)
Γενικά, στην υπαρξιακή θεματική και με φιλοσοφική διάθεση, πιστεύω ότι η ποιήτρια επιτυγχάνει αρκετά ενδιαφέροντα αποτελέσματα: «Ό,τι ζήσαμε, να ξέρεις, / χάνεται / γκρεμίζεται μέσα στον χρόνο. / Όσα δεν ζήσαμε είναι / που μας ανήκουν…». (σελ. 18)
Στη σύνθεση του πρώτου μέρους του βιβλίου εντόπισα και κάποια αξιοπρόσεκτα ψήγματα ποιητικής, στον λόγο που η ποιήτρια απευθύνει προς τον ήρωα τον οποίο υμνεί: «Κι εγώ ποίημα σελλώνω / άθικτο νάρθει να σε βρει / αγγελιοφόρος μες στο σκοτάδι / ποτάμι δακρύων η τύψη της λήθης / πυρετός λαμπάδα τα όνειρα / μηνύματα αγγέλου η ανάμνηση / σε τόπο που
πελεκά την προφητεία…». (σελ. 24)
Επιμένοντας στις καλές στιγμές του βιβλίου, εκτιμώ ότι η αυτοαναφορικότητα και ο εσωτερικός χώρος δίνουν καλύτερα αποτελέσματα και σε ό,τι αφορά στη νοηματοδότηση των στίχων της Κ.Μ., αλλά και σε ό,τι αφορά στην αισθητική τους υπόσταση:
«Μικρή μου ζωή / στην καρδιά ενός αλλόκοτου τόπου / βρήκες και φώλιασες / σε ρωγμή απόμακρη / φωλιά μου ζεστή απλησίαστη / αγριολούλουδο / που νίκησε τον γρανίτη / τον ασβέστη και το μάρμαρο του βράχου». (σελ. 44)
Συνεχίζοντας την περιδιάβαση στις καλές στιγμές του βιβλίου, θέλω ν’ αναφερθώ, επιγραμματικά έστω, στο ποίημα: «Ο πόθος για ειρήνη» (σελ. 54), το οποίο δεν παραθέτω αποσπασματικά για να μην αδικήσω. Αλλά ούτε και ολόκληρο μπορώ να παραθέσω, λόγω χώρου. Στο ποίημα αυτό θεωρώ ότι συναντούμε έναν καβαφισμό με λειτουργικότητα και αρμονία, συνοχή, ξε-
κάθαρη δομή και καθολική ματιά, κάτι που συνιστά και το κύριο προσόν του.
Έχω όμως και κάποιες παρατηρήσεις να παραθέσω. Πιστεύω πως ενίοτε η Κ.Μ. ενδίδει σε πλατειασμούς, σε πολλές επαναλήψεις που στόχο έχουν, αποκλειστικά και μόνο, τη συναισθηματική κορύφωση. Η ποίηση όμως δεν είναι μόνο συναισθηματική κορύφωση, είναι και νοηματική συμπύκνωση, εμβάθυνση στον κόσμο των ιδεών, των θέσεων και των αντιθέσεων. Για του
λόγου το αληθές, το απόσπασμα που ακολουθεί:
«μάννα σου Κύπρο / Ηρωομάνα της Κύπρου / μάννα ακραιφνής υπομονή / μάννα καρτερία / μάννα των αέναων παλληκαριών / μάννα μυρωδιά των ματσικόριδων / μάννα ελευθεροσκλάβα /φυλακισμένη στα μνήματα». (σελ. 26)
Παρακάτω η ποιήτρια λέει: «Ο χρόνος κουρασμένος εσταμάτησε / μπροστά στο λαβωμένο σώμα σου…». (σελ. 28) Και όντως διεκτραγωδεί τα γεγονότα ως να συνέβησαν χθες. Έτσι όμως, τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν
δεν βρίσκουν την έκφρασή τους στο ποίημά της. Παρόλο που αυτό γράφτηκε τον Ιούνιο του 2014. Το πεδίο μάχης του Τράχωνα, σήμερα, προφανώς, έχει άλλη όψη. Ίσως σήμερα να είναι σημείο διέλευσης λαθρέμπορων, ίσως να
ξανάγινε βοσκότοπος, όπως ήταν πριν τον πόλεμο, ίσως να έχει «σπαρθεί» με επαύλεις ή εργοστάσια. Ποια είναι η νέα εικόνα; Ποια τα νέα δεδομένα; Ποια συναισθήματα και ποιες σκέψεις γεννούν; Ποιες επιβεβαιώσεις προσυπογράφουν και ποιες αναθεωρήσεις επιβάλλουν; Αυτά φρονώ πως είναι τα ερωτήματα προκλήσεις που θα ’ταν τόλμημα ν’ αγγίξει η ποιήτρια.
Πέρα από τους ρητορισμούς και τους πλατειασμούς, στις αβαρίες που προσάπτω στην Κ.Μ. συγκαταλέγεται και η πολιτικολογία, έστω κι αν αυτή απαντάται πολύ σπάνια. Είναι ορατή, π.χ. σε μια απάντησή της στον ποιητή Γ. Μολέσκη, όταν σημειώνει: «Οι δαίμονες φίλε μου δεν θέλουν την
ειρήνη / ίσως μελλοντικά και εξ ανάγκης / σε καμιά πεντακοσιά χρόνια / μα ως τότε…έχουμε καιρό / η Κύπρος ολόκληρη θα ’ναι / Τουρκικό προτεκτοράτο / και ο Διάβολος τότε / θα κάμει ειρήνη με τον εαυτό του…».
(σελ. 51) Ο ποιητής δεν είναι πολιτευτής, είναι πολίτης. Και όποτε ενεργεί ως πολιτευτής, υποσκάπτει, από μόνος του, τα δημιουργήματά του.
Ολοκληρώνω με ένα παράθεμα από την κατακλείδα του βιβλίου, όπου η Κ.Μ.
σημειώνει με πόνο: «…ψάχνω μέσα στη νύχτα / των γεγονότων και της επικαιρότητας / μια ακτίδα φωτός / λίγη θαλπωρή να σε τυλίξω…». (σελ. 56) Αυτή η ακτίδα υπάρχει. Και η ποιήτρια έχει χρέος να ψάξει καλύτερα.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Μνημόσυνο και Ιχνηλασία
Σπονδή στη μνήμη και πορεία «επί τα ίχνη» της πεφιλημένης Κύπρου

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet, Κύπρια της διασποράς, γεννημένη το 1951 στη Λευκωσία, ζει στη Γαλλία, όπου σπούδασε, δημιούργησε οικογένεια και έκανε σημαντική καριέρα. Πρόσφατα εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μνημόσυνο, Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου – Ιχνηλασία (Λευκωσία 2014). Είναι η έβδομη συλλογή της αυτή, στην οποία περισσεύει ο πόθος, ο νόστος και ο άφατος πόνος για την αγαπημένη πατρίδα, όπως και στις προηγούμενες συλλογές.
Η Κύπρος αποτελεί το μοναδικό και ιερό κέντρο της ποίησής της, ιδωμένη πολυθεματικά: ως μάνα γη, από την οποία νιώθει εξόριστη, ως θεϊκή φύση, ως ιστορία αιώνων, ως τόπος της παιδικής αθωότητας και του εφηβικού ερωτισμού, ως καθαγιασμένο έδαφος που φυλάει τα οστά των γονιών της, ως χώρα του πόνου, λεηλατημένη από τους κατά καιρούς δυνάστες της, με αποκορύφωμα τους εισβολείς του 1974, ως Ιθάκη, από τις καμινάδες της οποίας ονειρεύεται επιστρέφοντας να αντικρίσει καπνόν αναθρώσκοντα.
Η τελευταία αυτή συλλογή είναι διμερής: Το πρώτο μέρος, το Μνημόσυνο (σ. 13-28) είναι μία πολύστιχη ωδή, χωρισμένη σε επτά μέρη. Είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Κύπρου Γ. Ιωάννου, υπαξιωματικού του κυπριακού στρατού, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά την τουρκική εισβολή του 1974.
Ο Κύπρος Γ. Ιωάννου, δεκανέας πολυβολητής του 3ου Λόχου του 211ου Τάγματος πεζικού, γεννημένος στις 8 Μαρτίου του 1954, σκοτώθηκε στις 22 Ιουλίου του 1974, κατά την τουρκική εισβολή. Η αυτοθυσία του είναι αυτή που ανέδειξε ακόμα περισσότερο τον θάνατό του. Ο νεκρός του δεν παραδόθηκε από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να θεωρείται αγνοούμενος, έως το 2000 που η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνώρισε τον θάνατό του, έπειτα από ύπαρξη μαρτυρίας αυτοπτών.
Ο Ιωάννου σκοτώθηκε πολεμώντας στο ύψωμα Χοιροστάσιο έξω από τον Τράχωνα, όπου είχε οχυρωθεί με λίγους συντρόφους του, από τους τελευταίους υπερασπιστές της περιοχής. Οι μαρτυρίες για τον ηρωισμό του, για την παραμονή του μέχρις εσχάτων και την προάσπιση του μέρους που τάχθηκε να φυλάξει, είναι συγκινητικές, ιδιαίτερα η αυτοθυσία του, όπως αναφέραμε, αφού δέχτηκε καταιγισμό εχθρικών πυρών, τη στιγμή που προσπαθούσε να μεταφέρει στους ώμους του βαριά τραυματισμένο συστρατιώτη του.
Η Μακρίδου, φίλη της οικογένειας του ήρωα, γνωρίζοντας το ιστορικό της απώλειάς του σε όλες τις λεπτομέρειες (αυτές που χάρη στο προσωπικό στοιχείο αναδεικνύουν την τραγωδία και εξαγιάζουν τον ηρωικό θάνατο), εμπνευσμένη από τον θάνατο αυτό, μέρος των τραγικών συμβάντων της Κύπρου, συνέθεσε την ωδή της, η οποία αποτελεί πτυχή της αντίστασης κατά του κατακτητή. Σε παλαιότερες συνθέσεις της εμπνέεται από το δράμα του νησιού γενικά. Σ’ αυτήν βλέπει το ίδιο δράμα μέσα από μια επώνυμη, μια τραγική πτυχή του: τη θυσία ενός ήρωα είκοσι χρόνων. Από το μέρος το όλο.
Η ωδή, γραμμένη σε επικό ύφος, είναι δομημένη, όπως λέχθηκε, σε επτά ενότητες, στην καθεμία από τις οποίες εμπεριέχεται και ένα μέρος της ιστορίας: Στην πρώτη γίνεται η περιγραφή του τόπου της θυσίας, που εξαγιάζεται χάρη στην ποίηση. Είναι η περιοχή της Λευκωσίας Τράχωνες, ειρηνική προ της εισβολής και ανθρώπινη, όπου έπεσε ο Ιωάννου:

Εκεί στη γυμνή πεδιάδα
κοντά στα βόρεια περίχωρα της Χώρας
εκεί που άλλοτε βοσκούσαν πρόβατα
[…]
εκεί που οι βοσκοί σε κοιτούσαν
μ’ εκείνο το βλέμμα πούμοιαζε
βλέμμα προβάτου,
[…]
εκεί που οι άνθρωποι
γιάτρευαν τις πληγές τους
με λιβάνι,
που οι γριές σταυρώνονταν
πριν κατέβουν για νερό
μες στους λάκκους
[…]
έπεσεν ο λεβεντονιός
σαν έσβηνε ο ΄Ηλιος

Με εξημμένο για τον αναγνώστη το ενδιαφέρον από την παρουσίαση εκ προοιμίου της υπόθεσης, στη δεύτερη ενότητα εξυμνείται η περιοχή, με την ήσυχη και απλή ζωή, η γαλήνια Κύπρος, των απλών ανθρώπων του μόχθου. Στην τρίτη περιγράφεται ο Κύπρος Ιωάννου, το όμορφο παλικάρι, το ευλογημένο από τους θεούς και τις μοίρες. Στην τέταρτη εισέρχεται στην κυρίως υπόθεση, στη συμμετοχή του ήρωα στον αγώνα της πατρίδας του, κλείνοντας με τον θάνατό του και την εξαφάνιση του νεκρού σώματός του, όπου και κορυφώνεται η ιστορία. (Οι Τούρκοι δεν τον παρέδωσαν για ταφή, άλλο τραγικό σημείο αυτό της ιστορίας):

Κι ενώ έβλεπες τον Εφιάλτη
να βαδίζει δίπλα σου
η οργή σου κτυπούσε
ως τις φτέρνες πολυβόλα
Θερμοπύλες να φυλάξει
[…]
τους Μήδους ν’ αποτρέψεις
μην διαβούνε…

Στο λόφο του Χοιροστασίου
πυροδοτούσες
Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος
Πατρίδας πολιορκημένης
κι Αλέξανδρος Φιλίππου
[…]

Καμπάνα δεν ακούστηκε
ούτ’ ήρθε μαντατοφόρος
κι έμεινες μόνος
ριζωμένος στο χώμα
ώσπου σ’ αφουγκράστηκε ο Πενταδάκτυλος
και γονατίζοντας
σε πήρε στην αγκαλιά του!

Στην επόμενη ενότητα ο νεκρός αποθεώνεται και κατατάσσεται στους αγίους του αγώνα της Κύπρου για την ελευθερία. Στην έκτη αναφέρεται στους τραγικούς γονείς, οι οποίοι ως βουβά μέρη του δράματος συγκινούν ξεχωριστά την ποιήτρια:

Κι εγώ ποίημα σελλώνω
άθικτο νάρθει να σε βρει
αγγελιοφόρος μες στο σκοτάδι
ποτάμι δακρύων η τύψη της λήθης
πυρετός λαμπάδα τα όνειρα
μηνύματα αγγέλου η ανάμνηση
σε τόπο που πελεκά την προφητεία…

Η ωδή κλείνει, εντάσσοντας τον Ιωάννου στο αγιολόγιο των μαρτύρων της κυπριακής ιστορίας, με μία αποστροφή προς τη μάνα Παναγία, «που έκλαψε σαν τον είδε να πολεμά».
Η «Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου», θρήνος και ύμνος, αποθέωση του ήρωα στην αγκαλιά της Παναγιάς, είναι επηρεασμένη αρχικά από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του Οδυσσέα Ελύτη. Πέρα από τον τίτλο, τις ενότητες και το περιεχόμενό τους, το πνεύμα, την όλη δομή, είναι και στίχοι με εκλεκτικές ομοιότητες αξιοπρόσεκτες, όπως η αρχή της τρίτης ενότητας «΄Ηταν ωραίος νιος», που ανακαλεί στη μνήμη την αρχή από την έκτη ενότητα του ανθυπολοχαγού της Αλβανίας, «Ήταν ωραίο παιδί». Θεωρούμε επιτυχή τη διακειμενική σύνδεση της ωδής της Μακρίδου με το πολυσυζητημένο και καταξιωμένο άσμα του Ελύτη. Και αυτό, διότι αποτελεί αυτή μία συνέχεια του ελληνικού έπους ανά τους αιώνες, όπως πέρασαν οι κατά καιρούς σκηνές του στην ποίηση. Έπειτα, μας θυμίζει, αχνότερα αλλά βάσιμα, το Μοιρολόι για τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα, αποθέωση ενός ήρωα άλλης μορφής, όπου και πάλι ο θάνατος, ο μεγάλος πρωταγωνιστής, με την άκαιρη έλευσή του, ανατρέπει την τάξη των ανθρώπινων πραγμάτων.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, το έχουμε ξαναγράψει, έχει ξεχωριστή τόλμη, πρωτογενή δύναμη και μια ακατέργαστη γοητεία. Κυμαίνεται ανάμεσα στον πηγαίο, τον αυθόρμητο και αυθεντικό λόγο και την έντεχνη ποίηση.
Η πρωτότυπη αξιοποίηση του ιστορικού υλικού, οι ιδιόμορφες συζυγίες των λέξεων, που σε πολλά σημεία προκαλούν την προσοχή για την ευρηματικότητά τους, η δυνατή παρουσία του επιθετικοποιημένου ουσιαστικού, ιδίως των κύριων ονομάτων, αποτελούν αξιοπρόσεκτα εφόδια.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου (σ. 29-56) αποτελείται από δώδεκα ποιητικές συνθέσεις, εμπνευσμένες από ποικίλα βιώματα και οραματισμούς της ποιήτριας. Η Μακρίδου αναζητεί με πόνο τα ίχνη του παρελθόντος, τους τόπους και τους ανθρώπους που ανήκουν στον χώρο της αγιάτρευτης νοσταλγίας. Το πρώτο ποίημα, «Εσύ και οι πληγές μου…» (σ. 31-36) δεν είναι απλά ένα θλιμμένο τραγούδι για την προδομένη πατρίδα. Η τύχη της Κύπρου συνυφαίνεται με τη ζωή της ποιήτριας, που κι αυτή μακριά, σε μια άλλη μεσογειακή περιοχή, βιώνει το δράμα της μοναξιάς, αποχωρισμένη από τον παράδεισο της παιδικής αμεριμνησίας, ορφανή και αποκομμένη από τα προσφιλή της πρόσωπα. Με άλλα λόγια, το δράμα της Κύπρου την τραυματίζει διπλά, αφού δεν βρίσκεται τις δύσκολες αυτές εποχές εκεί που την γέννησε η ζωή και όπου τελείται το ανοσιούργημα. Το ποίημα κλείνει με τους εξής πονεμένους τόνους:

Ω νιότη μου
αιμάτινη σιωπή
πατρίδας που αιμορραγούσε.
Χώμα της μακρινής μου αγάπης
το σημερινό σου δράμα
ξαναζωντανεύει της νιότης
τις πληγές μου
που μπόλιασε επάνω μου
το αιμάσσον σου σώμα…

Στην ίδια λογική, υπό άλλη όμως οπτική γωνία, ως ενύπνιο, στο οποίο της παρουσιάζεται η γη των ονείρων της, η φωνή της μάνας γης της, κινείται το ποίημα «Ενύπνιος φωνή» (σ. 42-43). Το βαθιά πονεμένο περιεχόμενο φέρνει στον νου μας τη φωνή ενός μεγάλου ξενιτεμένου, του Ανδρέα Κάλβου, που ζει με το όνειρο της μάνας του στη Ζάκυνθο ή με τη μάνα Ζάκυνθο στο μυαλό του, νύχτα και μέρα, ξύπνιος ή ονειρευόμενος. Εννοούμε την ωδή του «Ο Φιλόπατρις» και τους στίχους του «ωραία και μόνη η Ζάκυνθος με κυριεύει».
Σπαρακτική γίνεται η φωνή της ποιήτριας στη «Μυστική…ορφάνια» (σ. 44-45). Είναι η ορφάνια που υπαινιχθήκαμε παραπάνω, των φυσικών γονιών και της μεγάλης μάνας, της πατρίδας. Οι επόμενοι στίχοι δεν χρειάζονται εξήγηση, αφοπλίζουν, τα λόγια περιττεύουν:

Μικρή μου ζωή
στην καρδιά ενός αλλόκοτου τόπου
βρήκες και φώλιασες
σε ρωγμή απόμακρη
φωλιά μου ζεστή απλησίαστη
αγριολούλουδο
που νίκησε τον γρανίτη
τον ασβέστη και το μάρμαρο
του βράχου.
Άσε με να υφάνω
στην γλώσσα της τελικής εξορίας μου
το φόρεμα της εσχάτης γύμνιας σου
ποίημα
άσμα ασμάτων
που η απόσταση
και η θάλασσα
και ο χρόνος με τις ιστορίες
και τα πλήγματά του
άφησαν ατελεύτητο…
[…]

Αφιερωμένο στη μνήμη τής πρόσφατα αδικοχαμένης κύπριας λογοτέχνιδας Νίκης Μαραγκού είναι το ποίημα με τον καβαφογενή τίτλο «Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου…» (37-38). Ο Καβάφης, Έλληνας της διασποράς, των ανατολικών υδάτων, αποτελεί μαζί με τον Σεφέρη τον πιο αγαπητό και πολυσυζητημένο ποιητή από τους κύπριους ομότεχνούς του. Είναι η ομοιοπαθητική οπτική, η μοναξιά και η απομόνωση από τον άλλο ελληνισμό, που τους κάνει να αισθάνονται συγγενείς μαζί του. Στα νερά της Κύπρου, στον ίδιο στίχο του τίτλου, αναφέρεται και ο Χαραλαμπίδης, επηρεασμένος και αυτός από τον Καβάφη.
Στην περίπτωση της Μακρίδου οι στίχοι έχουν ένα πρόσθετο βάρος, που πέφτει κατεξοχήν στην τελευταία λέξη, την Αίγυπτο, με τα συνοδευτικά αποσιωπητικά. Η Μαραγκού σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αίγυπτο. ΄Ετσι, το ποίημα αποκτά διπλό νόημα, εκφράζει διπλό πένθος. Το σύνθεμα αυτό είναι ένας λυρικός αποχαιρετισμός, μια ελεγεία με δύο αποδέκτες, τη Μαραγκού στο εκείσε και την ίδια την ποιήτρια στη γη.
Το ποίημα «Μικρή ζωή και μεγάλα όνειρα» (σ. 39-40) λειτουργεί ως απολογισμός των απωλειών. Με ευαισθησία η Μακρίδου παρουσιάζει τον βίο σαν πεδίο διαψεύσεων, αποτυχημένων επιλογών, κάνοντας αναδρομή στα βιώματα της άλλης ζωής, όπως γράφει, «της φανταστικής» που την κράτησε, ενώ όλα δείχνανε «να στενάζει δίπλα το ανεκπλήρωτο». Είναι ο πόνος του ξεριζωμού και η αποστασιοποίηση από τον χώρο των πρώτων οραματισμών. Είναι η διάψευση της ζωής, όπως την απέδωσε ο Βάρναλης στους στίχους του «Αχ, πού ’σαι νιότη, που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!».
Και το «1974-2014» (σ. 46-48), ευανάγνωστο από τις χρονολογίες και μόνο, περιστρέφεται στα σαράντα χρόνια που πέρασαν άπρακτα για την επανένωση του νησιού. Όμως η ποιήτρια διαθέτει την ικανότητα να φορτίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη, συνάπτοντας το μαρτύριο της πατρίδας της με το δικό της. Το ποίημα αυτό έχει έντονη πολιτική χροιά, με την έννοια ότι η Κύπρος αποτελεί βορά της διεθνούς πολιτικής αγυρτείας.
Σε άλλη γραμμή, υπαρξιακή, είναι γραμμένο το ποίημα «Ανάμεσα σε σένα και σένα» (σ. 49-50) –τίτλος με αυτοπαθητική σημασία. Σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές, ειδικά στην Ιχνηλασία είναι εμφανής η αγωνία της ποιήτριας σε σχέση με τον χρόνο, την απώλεια και τον θάνατο. Μπορεί το ερέθισμα να ξεκινά από τους δύο κόσμους που ζει, όμως μεταφέρεται στην αγωνία του αύριο, όταν μάλιστα τα αδιέξοδα δείχνουν το οριακό σημείο και την αδυναμία μιας σωτήριας επιλογής που θα ακυρώσει τον διαχωρισμό.
Στο θέμα της Κύπρου και της ιδιότυπης σκλαβιάς της επανέρχεται με τις «Αντιρρήσεις», απάντηση στον κύπριο ποιητή Γιώργο Μολέσκη (σ. 51). Η αντίρρηση εστιάζεται στη διακρινόμενη αδυναμία συνεννόησης με τους εισβολείς και όχι ασυμφωνία με την πρόταση του Μολέσκη, που συνίσταται στην εύρεση των κοινών σημείων και των διαφορών των δύο κοινοτήτων. Με αφαιρετικό τρόπο, με την περιδιάβαση της ιστορικής διαδρομής της Κύπρου, θίγει το ίδιο θέμα στον «Πόθο για Ειρήνη» (σ. 54). Όμως η Ειρήνη ήταν και παραμένει λόγος κενός, αφού η υποκρισία πλεονάζει· αφού παίζεται στους αιώνες το ίδιο θέατρο, το ίδιο δράμα, με τους ίδιους υποκριτές και τα ίδια θύματα:

[…]
Τι θυμούνται οι φαγωμένες από τους αιώνες κερκίδες;
Το χέρι του Άρη να αιωρείται απειλητικό
τα ίδια δράματα να επαναλαμβάνονται
οι ίδιοι πόλεμοι να σκαρώνονται
από τους ίδιους Θεούς
ερείπια παλιά, ερείπια καινούργια
οι αιώνες αντιγράφουν τον εαυτό τους…

Τα ποιήματα για τις πόλεις έχουν συνήθως ερωτικό-νοσταλγικό τόνο. Ο τόνος του ποιήματος «Η άλλη όψη της Λευκωσίας» (σ. 55-56), του τελευταίου της Ιχνηλασίας, είναι πένθιμος και απελπιστικός. Η πόλη κινδυνεύει από μαρασμό, η νοσταλγία έχει δώσει τη θέση της στην απαισιοδοξία. Η Μακρίδου πρωτοτυπεί τραγικά, αφού η μισή πόλη της είναι νεκρή. Μια πρωτοτυπία όχι δική της, αλλά της μοίρας:

[…]
Λευκωσία της νιότητς μου,
σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
θα σου γράψω ποίημα
με αίμα που στάζει βροχή
στο κατώφλι της Πράσινης Γραμμής,
πριν πήξει από τον αδυσώπητο χρόνο,
με λέξεις ανορθόγραφες
μικρού παιδιού που κλαίει
[…].

Υπάρχουν γεννημένοι ποιητές, άλλοι που ερωτοτροπούν στην εφηβεία τους με την ποίηση, άλλοι που με τον χρόνο και την επιμονή ολοκληρώνονται. Υπάρχουν και άλλοι που διοχετεύουν σε στίχους το υλικό της καρδιάς τους, τον κρυμμένο λυρισμό τους. Σπάνια όμως υπάρχουν ποιητές που το υλικό αυτό συσσωρεύεται, όπως της Μακρίδου, αργά, σαν απόσταγμα, στην ώριμη ηλικία και ψάλλουν με ξεχωριστό πόνο την απώλεια, χτυπημένοι στην απομόνωση της ξενιτιάς· την απώλεια των δικών τους, της πόλης τους, με αποκορύφωμα τη συνεχή απειλή κατά της πατρίδας τους.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Οι μυροφόρες πόλεις της Κύπρου

Έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν με την ποίηση της κύπριας ποιήτριας Κλεοπάτρας Μακρίδου-Robinet, που ζει στη Γαλλία, αθεράπευτη νοσταλγός της «γλυκείας χώρας Κύπρου», τα πάθη της οποίας ψάλλει με την αφοπλιστική απλότητα του φοιβόληπτου ποιητή.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου έχει το μεγάλο χάρισμα, καίτοι όψιμα στην ποιητική συντεχνία του νησιού της, να τιθασεύει τις λέξεις και να δημιουργεί με αυτές ζωντανές μορφές, μεταπλάθοντας τα άψυχα σε έμψυχα και τα έμψυχα σε θεϊκά. Αυτή η πνοή που αφηρωίζει τις εμβληματικές επιλογές της έχει εφαρμογή σε μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας του νησιού της, από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα, την ιστορία του 19ου αιώνα, κατεξοχήν δε σε πρόσωπα του σύγχρονου κυπριακού πανθέου, αγωνιστές της ελευθερίας. Ως έμψυχα, με πολλαπλές ιδιότητες, ως περιεκτικές εμψύχων, εκλαμβάνει και αποθεώνει πολύτροπα τις πόλεις της, τις πολύπαθες ιστορικές πόλεις της Κύπρου, στις οποίες δίνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, μετατρέποντάς της σε φορείς ζωής, σε αγωνίστριες της ελευθερίας, της έννοιας που αποτελεί τον κεντρικό και τον απώτερο στόχο σύμπασας της ποίησης της Μακρίδου.
Την προσωνυμία των μυροφόρων, αξιοποιώντας μεταφορικά τον ρόλο των Μυροφόρων που μας παραδίδουν οι Ευαγγελιστές στο θείο δράμα, δώσαμε στις πόλες της Κύπρου. Διότι παρακολούθησαν το μέγα πάθος της Κύπρου τον αιώνα που πέρασε και, όπως αφήνει η ποιήτρια να πλανάται, με τη σταθερότητα και την πίστη τους, θα αποτελέσουν και τις πρώτες που θα χαιρετίσουν την ανάστασή της.
Η Μακρίδου, εμπνεόμενη από την ομορφιά, τα φυσικά χαρίσματα, την ιστορία και τα δραματικά συμβάντα των πόλεών της, συνάπτει αυτές με την ιστορία του νησιού, τις εξαϋλώνει, τους δίνει ιδιότητες υπεράνθρωπες και τις διαποτίζει με το ερωτικό πένθος που προσιδιάζει στους μεγάλους παθόντες όλων των εποχών. Το Καϊμακλί, η Σαλαμίνα και η Πάφος, καθεμιά για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους αλλά και από κοινού ως μάρτυρες του κυπριακού δράματος ξετυλίγουν μέσα από την ιστορία τους τα οράματα του κυπριακού λαού, που εκπροσωπεί η ποιήτρια, αντικρίζοντας με τα μάτια του απλού Κύπριου τις μυροφόρες πόλεις της, αιμόφυρτες, ταπεινωμένες, πενθούσες, αλλά και προσδοκώσες την αναστάσιμη ημέρα, όπως οι Μυροφόρες της νεοδιαθηκικής παράδοσης, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη Ιωσήφ του Μνήστορος, η Μαρία του Κλωπά, για να μνημονεύσω τρεις από αυτές.
Οι μυροφόρες πόλεις της Κύπρου, αυτόπτες του μαρτυρίου της, μάρτυρες του πένθους αλλά και προφήτες της αναγέννησης, αξιοποιούνται από την Κλεοπάτρα Μακρίδου ως ζώντα και αγωνιώντα πρόσωπα, για να παρουσιάσει συμβολικά την πρόσφατη δραματική ιστορία της πατρίδας της, προαναγγέλλοντας το θαύμα με τη δικαίωση των κατατρεγμένων.
Το Καϊμακλί, ο κατά την παράδοση Μεσοκελεύς, κομμένο από τη διαχωριστική γραμμή, καταδικασμένο στον τεμαχισμό των μελών του, είναι η πόλη του πρώτου φωτός της. Περιοχή αγροτική και ποιμενική κατά βάση, όπου χτυπούσε η λαϊκή καρδιά της Κύπρου, πρόσφατα άρχισε να ανακάμπτει, να αναρρώνει, διατηρώντας όμως εμφανείς τις βαθιές ουλές των τραυμάτων της. Η ποιήτρια φέρνει στον νου της τις σκηνές του ανυποψίαστου παρελθόντος, ξετυλίγει την ιστορία της, την ιστορία της συνοικίας της ορθότερα. «Η Πόλη μου», με την εκτός τίτλου για τους μη γνώστες διευκρίνιση «Το Καϊμακλί», έτσι επιγράφει το ανέκδοτο ποίημά της:

Τυλιγμένη στα σχισμένα σεντόνια σου
προχωράς περίλυπη μαυρομαντιλωμένη
στα δρομάκια της παλιάς πόλης
με τους καφενέδες, τα μπακάλικα, το κουρείο
τον φούρνο, τον ποδηλατά, τη Συνεργατική
σήμερα ερειπωμένα, αγνώριστα
συλλαβίζοντας ακατανόητες λέξεις
γιατί δεν ξέρεις πια να μιλάς τη γλώσσα σου
μόνο να τη σκέφτεσαι…

Γυμνή πλέον να τρέχεις στους δρόμους
μαλλιά ν ανεμίζουν στο άνεμο
ανάμεσα σε παράξενες φυσιογνωμίες
που σε κοιτούν σαν ξένη
και αδειάζοντας το σώμα σου
γυρεύεις αναμνήσεις σε κρυμμένες αυλές
πυρπολημένες στη άκρη της μνήμης,
οι γέροι να σέρνουν τα σώματά τους
καθ’ οδόν προς τα καφενεία, τα σωματεία
τον «Μεσοκελέα» ή τον «Αχιλλέα»,
στιγματισμένοι έτσι σε «δεξιούς» κι «αριστερούς»
παγιδευμένοι ακόμη από τα νεκρά τους όνειρα
εγκλωβισμένοι μες στα παιγνίδια των Μεγάλων
ν’ αναθεματίζουν το αύριο …
Οι νέοι να έχουν πια φύγει
ακολουθοώντας τη ρευστότητα του κόσμου…

Η ποιήτρια φωτογραφίζει με ποικίλους φακούς, σε γκρο πλαν αλλά και με πληθώρα λεπτομερειών την πόλη της, τους ανθρώπους της, μετακινούμενη από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, με εμπνευστή αλλά και ισοπεδωτή τον χρόνο. Εκείνο που αναδεικνύει τις περιγραφές της είναι η πιστή αποτύπωση της απλής ζωής και μέσα από αυτήν η ψυχογράφηση των κατοίκων της, στο βάθος δε του ιδιότυπου καθρέφτη της διακρίνει το έμπειρο μάτι τις αρχές των αγαθών του μαγικού για την παιδικότητά του χώρου της, αλλά και τα αίτια της κακοδαιμονίας του, τους σπόρους μιας σοβούσας διαίρεσης, τη σταδιακή αποδυνάμωσή του από τα ζωντανά κύτταρά του, δοσμένα όλα μέσα από τη νοσταλγική ματιά ενός παρελθόντος συνυφασμένου με τη δική της αναγνώριση του ερωτικού αντικρίσματος του κόσμου και της αγαπητικής σχέσης με τους άγνωστους ανθρώπους και τα πράγματα, χώρου όμως διεμβολισμένου βάναυσα από την ιστορία.

Στο δρόμο του Κεραμεικού, το Κοιμητήριο
να το περιζώνει η Πράσινη Γραμμή
με τα χαρακώματα, τα συρματοπλέγματα
και το ερειπωμένο φυλάκιο
με το μοναδικό στρατιώτη
και τους νεκρούς ξεχασμένους μες στο μνήμα τους
ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο
στο βάθος της αιματοβαμμένης κοιλάδας
κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος
κοιλιά ξεσχισμένη, να βουλιάζει στο χώμα
καθώς περιμένει απο σένα λύτρωση!

Στο προαύλιο της Αγίας Βαρβάρας
το μνημείο με τα αμέτρητα ονόματα των παιδιών σου
Αντώνης, Μιχάλης, Κύπρος, Ζήνωνας,
Θεόδωρος, Σταύρος, Ανδρέας, Κωνσταντίνος ….
που δέσανε πιστάγκωνα
εκείνο το τραγικό καλοκαίρι
πέρα από τα συρματοπλέγματα και την Πράσινη Γραμμή
κι άλεσαν οι μυλόπετρες του κατακτητή
αποκεφαλίζοντας τα όνειρα των μανάδων.
Ποιοος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα
ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή την Ομορφίτα
με κομμένο το λαιμό
συντροφιά με τα φίδια
μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου…

Ακολουθούν οι τελευταίοι στίχοι του συνθέματος, του μνημοσύνου και της ανέσπερης ελπίδας για την πόλη της, στο βάθος των οποίων αχνοφαίνεται η ανάγκη μιας νέας καρποφορίας, που θα επέλθει με την αρωγή των αδικαίωτων νεκρών:

Δεν είναι αυτή η γειτονιά μου είπες
με τα ξεριζωμένα κυπαρίσσια
τις ξεριζωμένες λεμονιές
και τις πολυκατοικίες απέναντι στο σπίτι μου
να μου κριύβουν τον ήλιο τ’ απογεύματα…
Ούτε το σπίτι μου, Μητέρα,
είναι αυτό όπου με γέννησες
με τη ζεστασιά από το πλιθάρι
και τη αγάπη που με γέμιζες.
Στη θέση του το νέο σπίτι με μπετόν
να σου παγώνει τα κόκαλα ακόμη και τη άνοιξη
αδειάζει την ανάμνηση της αγάπης!

[…]

Η Ελευθερία, Πατέρα, ακόμη δεν ήρθε
κι εσύ έφυγες ανώνυμος, άδοξος
ξεχασμένος από Θεούς και Πολιτεία.

Και καθώς η πόλη περπατεί στον ύπνο μου
κυνηγημένη από τις εικόνες
που ρίζωσαν μέσα μου ερινύες
ψάχνω τη φωνή σας μέσα στη μαρμαρυγή του φωτός
καρπό να δώσει το ποίημα.
Μα εσύ, Πατέρα, κι εσύ, Μητέρα,
καθώς δακρύζετε μέσα από το μνήμα σας
πριονίζετε τη μνήμη μου
με τους αναστεναγμούς σας.

«Στη Σαλαμίνα την Κυπρία» τιτλοφορεί ένα άλλο, ανέκδοτο επίσης, σύνθεμά της η Κλεοπάτρα Μακρίδου. Δεν πλεονάζει ο εθνικός προσδιορισμός, αντίθετα επιτονίζει με πείσμα την ελληνικότητα της μακραίωνης Σαλαμίνας, υποταγμένης μετά το 1974 στον κατακτητή. Στο ποίημα αυτό το βιωματικό στοιχείο έρχεται σε παράλληλη μοίρα σε σχέση με το ιστορικό. Η ποιήτρια κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους, αφενός στην ένδοξη αρχαιότητα της Κύπρου, με τα λαμπρά επιτεύγματα, απαραίτητα για να δείξει την ελληνική διαδρομή της Σαλαμίνας και ως αντίποδα τον παραλογισμό του αφελληνισμού της, και αφετέρου στα συναισθήματα που της προκαλεί η σημερινή κατάσταση.

Ο νέος κατακτητής
ήλθε από τη Ανατολή
να ξεριζώσει τους Τευκρίδες.
Μπήκε στην Κύπρο
από το λιμάνι της Σαλαμίνας
να διώξει λέει τους Αχαιούς
από τη Βασιλική Νεκρόπολη
και τον Δία από τον θρόνο του!

Μετά από την αναφορά στις εμβληματικές για την Κύπρο και την ελευθερία της μορφές της αρχαιότητας η Μακρίδου αναστρέφει τον χρόνο, τάσσοντάς τον ουσιαστικά σε μια ενιαία γραμμή, και περιγράφει την οδύνη της σκλαβιάς:

Μια μέρα μες στον καύσωνα
και το ποδοβολητό των βαρβάρων
εκεί που γύρευα την Ελένη
στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
τα μυστικά της να μοιραστώ
φόρεσα τη μνήμη μου ανάποδα
και ήλθα να σ’ ανταμώσω
φρουρός στις αυλάδες της φωνής σου
τους παλμούς της ψυχής σου
ν’ ακούσω.

Μα βρήκα το σώμα σου πυρπολημένο
να αιμορραγεί ολομόναχο
χωρίς ψυχή
ενώ η θάλασσά σου
είχε φάει το κορμί της
λουόμενη στο χώμα…

Και καθώς αγκάλιαζα
τις φαγωμένες κολόνες
στο Θέατρο, στην Αγορά, στο Γυμνάσιο
η φωνή σου ανέβαινε όρκος Ομηρικός
δεμένος με το χώμα
ενώ ο Δίας διαλαλούσε
τα ούρια και τα δούρεια του
μες στους Βασιλικούς Τάφους…

Η μνήμη και η ευθύνη αποτελούν βασικές έννοιες της ποίησης της Μακρίδου. Η τελευταία, με την έννοια του χρέους, στοχεύει τόσο στην αποφυγή της λήθης όσο και στην υποκίνηση των σημερινών Κυπρίων να φανούν αντάξιοι της ιστορίας τους:
Πυρακτωμένη λάβα
η μνήμη ξεφυτρώνει μέσα από τη στάχτη
απειλητική σαν σπαθί
ενώ τα καρναβάλια στη Λεμεσιανή Αμαθούντα
ανάποδα ηχούν τον χρόνο!
Κι όπως η Ιστορία σε βλέπει
μόνο όταν την βλέπεις
έτσι και η Σαλαμίνα.
Κομμάτια από την ένδοξη ζωή της σου ανήκουν
αν ένδοξη είναι η ζωή σου
κι ελεύθερος εργάζεσαι
να εμποδίσεις τη θάλασσα να εισβάλει στη γης
μην τύχει και ξεράνει τις λεμονιές
μην τύχει και ξεράνει τη μνήμη…
κι ο Ονήσιλος στο τέλος θρυμματίσει το καύκαλό του
πάνω στο κεφάλι σου….

Δύο ποιήματα για την όμορφη Πάφο, και αυτά ανέκδοτα, που μας τα εμπιστεύτηκε η ποιήτρια, αποτυπώνουν μια άλλη πλευρά της ποίησής της: την ομορφιά του νησιού της, ομορφιά πονεμένη, εκτεθειμένη στον κίνδυνο. Έτσι και στην ελεύθερη Πάφο κουβαλά τη θλίψη της, διαπορούσα για τον τρόπο που υπονομεύουν οι ίδιοι οι άνθρωποι την ομορφιά της. Καταχωρίζουμε ένα μέρος από το υμνητικό αυτό σύνθεμα με την αγωνία της ποιήτριας για την εσωτερική αλλαγή, για την ενδοκυπριακή κακοδαιμονία. Τιτλοφορείται «Η άλλη όψη της Πάφου». Είναι η όψη της παλαιάς αγνότητας σε αντίστιξη προς την τουριστική λαίλαπα και την αλλοτρίωση των ολβίων κατοίκων των ημερών μας:

Έκλεινες τα μάτια
κι έβλεπες μικρές πατρίδες
τηης Πέτρας και του Γρανίτη
αμπέλια να τραγουδούν Διόνυσο
και την αρχέγονη Αφροδίτη
αγκαλιά με τον Άρη…
Κάποτε εδώ τα νερά
ξεδιψούσαν θεούς
ποτάμι το φώς
ν’ ανατέλλει αιώνες
μες στους χειμώνες της Μεσόγειος

Κούκλια, Κτήμα, Πόλις …
να τ’ αγκαλιάζει η θάλασσα
αύρα από την αναδυόμενη Θεά.
Βράχοι
καντούνια θεών αδιάβατα
να σκορπίζουν μυρωδιές πεύκου
και προφητείες
χελιδόνια να οργώνουν τους ουρανούς
αντάμα με τις συμμορίες των παιδιών
στις φτωχογειτονιές.

[…]

Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές
στον Πέλικαν
με στίχους του Σεφέρη
τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι
ενώ η Α̈̈ισιέ
με τα ωραία μάτια
μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια…
Τώρα πιος ξέρει
πού να βρίσκεται….

Κι η πόλις να διαχρονίζει τον χρόνο
να διατοπίζει τους τόπους
να σμίγει τους τόπους και τους χρόνους
το παλιό και το καινούργιο
το πραγματικό και το ψεύτικο
το ωραίο και το άσχημο
το πάνω και το κάτω
την ζωή και τον θάνατο…

Κι εσύ, Θεά, να παραμένεις
μες στα κρύα σεντόνια σου
χωρίς μνήμη!

Ποιος θα φέρει πίσω την φωνή του Ποιητή;
Ποιος θα κτενίσει ξανά
τα μαλλιά της αφρόσπαρτης παραλίας;
Ποιος σπόρος θα γεννιήσει ξανά την Αφροδίτη;

Το δεύτερο ποίημα για την Πάφο, που δεν είναι υποταγμένη στον δυνάστη αλλά στο κέρδος και στην παραχάραξη των ιδεωδών, κινείται στο ίδιο ιδεολογικό και φυσιολατρικό πλαίσιο, όντας και πάλι διαποτισμένο από την ανησυχία της ποιήτριας για την προϊούσα αλλοτρίωση, που σημαίνει και κίνδυνο της παράδοσης. Τίτλος του «Ένα τραγούδι για την Πάφο», από το οποίο απομονώνουμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία, όπου Πάφος και Αφροδίτη αποτελούν ενιαίο τοπικό και ιδεολογικό σώμα και ανακαλούν στη μνήμη μας το εξαιρετικό κείμενο για τα Κούκλια του Νίκου Καζαντζάκη, που με πρωτοφανή διαίσθηση στο βιβλίο των ταξιδιών του θεωρεί την Πάφο, που την επισκέφτηκε, πόλη της αιώνιας πάλης του έρωτα με τον θάνατο:

Σε ακολούθησα, Θεά,
μες στην απελπισία της Πατρίδας
ενω το ποτάμι πλημμύριζε μέσα μου
καθώς κουβαλούσε το άλλο μου σώμα
μες στα καπηλιά της Παλιάς Πόλης
στην άλλη ακτή
στο άλλο λιμανάκι…

Το σώμα σου
μισό Θεά μισό στο Χώμα
αντι-νάρκισσος
στο σπιίτι του Διόνυσου
κορμί κομματιασμένο
σχεδον απρόσωπο
να το μοιράζονται τρόπαιο
στ’ ανατολίτικα παζάρια..

Η γη σου, Αφροδίτη,
αμπέλια των αιώνων
ν’ αποστρέφονται την θάλασσα
στον Κόλπο των Κοραλλιών
την πλήμμυρα των τουριστών
τα σκουριασμένα πολυβολεία
το αρμύρισμα του νερού
μην τύχει και στο τέλος
η πόλη του Αγαπήνορα
αρχαιότατη και τόσο νέα
φάει το κορμί της…
Όπως η Αφροδίτη σε βλέπει
μόνο όταν την βλέπεις
έτσι και η πόλη του Κινύρα,
δεν είναι για σένα πρόσχημα
να πεις
θέλω να λουστώ μες στα νερά
της βραχόκλειστης ακτής της
μες στα νερά
της νότιας θάλασσας…

Οι πόλεις αποτελούν αγαπητικά σημεία αναφοράς για τους ποιητές. Κυρίως αναβιώνουν στιγμές ερώτων και πόνων, ξαναζωντανεύουν πρόσωπα και τιμαλφή του βίου. Όσο και αν πέρασαν οι στιγμές και οι εικόνες αυτές, η μνήμη μπορεί να τις επαναφέρει, ατελέσφορα μεν αλλά εξίσου τραυματικά, όπως όταν τελούνταν οι διάφορες πράξεις που ο καιρός δεν εξαφάνισε. Οι πόλεις, ωστόσο, της Κλεοπάτρας Μακρίδου έχουν κάτι το ιδιαίτερα δραματικό. Δεν είναι απλώς χτυπημένες από τον χρόνο, είναι σκληρά χτυπημένες και από τη μοίρα· είναι πόλεις εν δεινώ κινδύνω, που η απώλειά τους θα συναπολέσει και τα σημεία αναφοράς της ποιήτριας.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

 Ρε Αλέξης, ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, 2015

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου, από την πρώτη εμφάνισή της το 1992 μέχρι σήμερα, ακολουθεί αταλάντευτα μια ενιαία γραμμή, μετατρέποντας τα τραύματα της ιστορίας σε προσδοκία. Κύπρια της διασποράς με επαγγελματική σταδιοδρομία και μόνιμη διαβίωση στη Γαλλία, έταξε σκοπό της ποίησής της να ψάλλει τα πάθη του νησιού της. Η μακρά μάλιστα απομάκρυνσή της έχει μεγιστοποιήσει τον νόστο αλλά και την αγωνία της για τις τύχες του, που τις βλέπει μελαγχολικά. Η σύγκριση, εξάλλου, της παιδικής ηλικίας που έζησε στο νησί με ό,τι αντικρίζει επισκεπτόμενη αυτό, προσδίδει στην ποίησή της μια ιδιογενή θλίψη, που βέβαια την επιτείναι ό,τι τραγικό συνέβη το 1974. Έχει αξία, επομένως, η ποιητική ματιά της, από την άποψη ότι ιστορία, μύθος, πάθη και προσδοκίες συμπλέκονται στα έργα της, παρουσιάζοντας μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων, του μοναχικού Κύπριου της αλλοδαπής, που αγωνίζεται να μην αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο του.
Το νέο βιβλίο της Κλεοπάτρας Μακρίδου αποτελείται από δύο μέρη: Το κύριο είναι, ένα ποιητικό χρονικό από τη μυθική εποχή του Ρε Αλέξη έως τις μέρες μας, με κέντρο της αφήγησης τον βίο και τα έργα του ήρωα αυτού του κυπριακού ελληνισμού. Είναι η τραγική μορφή της Κύπρου κατά της ξενοκρατίας, μορφή η οποία ακολουθεί τους διαιώνιους αγώνες της, ως παράδειγμα αντίστασης και πρότυπο της αντοχής της στον χρόνο έναντι μιας ατελεύτητης σειράς κατακτητών. Ωστόσο, η ποιήτρια κινείται αμφίδρομα τόσο προς το ηρωικό παρελθόν της ελληνικής αρχαιότητας όσο και στο πρόσφατο της αγγλοκρατίας και της σύγχρονης συμφοράς, συνδέοντας έτσι την κυπριακή ιστορία. Ο πόνος του σήμερα αποτελεί το κίνητρο και την έμπνευση της Κλεοπάτρας Μακρίδου και ο Ρε Αλέξης λειτουργεί ως σύνδεσμος και θυρεός, ως σταθερός δείκτης, ως παραμυθία και εξορκισμός μιας άδικης περιπέτειας στα ξένα χέρια.
Στο δεύτερο μέρος, μεμονωμένα ποιήματα, ανασύρουν μνήμες που μετουσιώνονται σε στίχους και αποτυπώνουν τη λατρεία του Κύπριου για τα χώματά του, το σπίτι του, τους νεκρούς του. Πόλεις, χωριά, εκκλησιές, το Καϊμακλί (η δική της πόλη), παίρνουν σάρκα και οστά και μυθοποιούνται χάρη στην ευαισθησία της. Αν οι απώλειες, με πρώτη τη χαμένη παιδικότητα και από κοντά τους θανάτους των δικών της, αποτελούν ισχυρά συγκινησιακά φορτία από μόνα τους, η πάσχουσα πατρίδα επενισχύει τραγικά αυτά και η κορύφωση ολοκληρώνεται με την προσθήκη της απόστασης από το θέατρο του δράματος, την αδυναμία δηλαδή συμμετοχής στα δρώμενα.
Η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου στη νέα συλλογή της έχει παγιώσει τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Απέριττη, λιτή σε γενικές γραμμές, αφτιασίδωτη και πηγαία, με αρκετά στοιχεία της κυπριακής λαϊκής ψυχής, με αποφυγή των περίτεχνων σχημάτων και του φιλολογικού φόρτου, κερδίζει τον αναγνώστη για την ειλικρίνεια και το πάθος της. Παραδοσιακή, κατά κύριο λόγο, παρά ταύτα συχνά διακρίνεται από μια καθαρά προσωπική (και όχι γραμματολογική) νεωτερικότητα, ενώ σε άλλα σημεία οι εικόνες ή οι λεκτικοί σχηματισμοί της τείνουν αχνά προς το υπερρεαλιστικό, δημιουργώντας τολμηρές ανοίκειες εικόνες, παρεμφερείς με εκείνες του δημοτικού τραγουδιού, που μαρτυρούν την ύπαρξη πηγαίου ποιητικού ταλέντου.
Γράφει, αναφερόμενη νοσταλγικά στην Πάφο («Η άλλη όψη της Πάφου», σ. 44), με εμφανή την αβεβαιότητα για το αύριο και λανθάνουσα την προσδοκία:

Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές
στο «Πέλικαν»
με στίχους του Σεφέρη
τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι
ενώ η Αϊσέ
με τα ωραία μάτια
μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια.
Τώρα ποιος ξέρει
πού να βρίσκεται.

Κι η πόλις να διαχρονίζει το χρόνο
να διατοπίζει τους τόπους
να σμίγει τους τόπους και τους χρόνους
το παλιό και το καινούργιο
το πραγματικό και το ψεύτικο
το ωραίο και το άσχημο
το πάνω και το κάτω
τη ζωή και το θάνατο.

Κι εσύ, θεά, να παραμένεις
μες στα κρύα σεντόνια σου
χωρίς μνήμη!

Ποιος θα φέρει πίσω τη φωνή του Ποιητή;
ποιος θα κτενίσει ξανά
τα μαλλιά της αφρόσπαρτης παραλίας;
ποιος σπόρος θα γεννήσει ξανά την Αφροδίτη;

 ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

«Κυπριακη Βιβλιοφιλια» Φθινοπωρο 2016

Ποίηση του ανοιχτού τραύματος

Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, Λευκωσία, 2015.

Στην όγδοη ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Μακρίδου, που φέρει τον τίτλο Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης (2015) εκτός από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση που αρθρώνεται σε έξι ενότητες, περιλαμβάνονται εννέα ποιήματα μικρής ή μέσης έκτασης. Τα στοιχεία που συνδέουν την ποιητική σύνθεση με τα υπόλοιπα ποιήματα είναι η αγάπη για την Κύπρο και τον λαό της, η οργή και η αγανάκτηση για το διαχρονικό δράμα του νησιού και τις ιστορικές του περιπέτειες, το ζωντάνεμα του μύθου και της ιστορίας που στοιχειώνει τη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου, ο νόστος και η διάθεση της επιστροφής τόσο σε ένα μακρινό χαμένο παράδεισο μιας περασμένης εποχής όσο και στον γενέθλιο χώρο, τόπο του μαρτυρίου. Ο τόπος της Κύπρου βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ποιήτριας που, ζώντας μακριά από αυτόν, επέλεξε «να κρατήσει», όπως γράφει σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής, «την πληγή ανοιχτή / να θρηνεί και να αιμάσσει / στη γη της μετοικεσίας» (σ. 54).
Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι το αποκλειστικό θέμα της συλλογής είναι η επανάσταση του Ρε Αλέξη. Ενδεχομένως, η προσθήκη σε αυτόν της φράσης «και άλλα ποιήματα» θα μπορούσε να προλάβει αυτή την αναγνωστική προσδοκία. Ωστόσο, ο θεματικός άξονας της επανάστασης στην ποιητική σύνθεση συνδέεται με τα επιμέρους θεματικά στοιχεία των υπόλοιπων ποιημάτων, όπως είναι το δίπολο δικαιοσύνη-αδικία, η λειτουργία της ιστορικής μνήμης σε συνάρτηση με τον γενέθλιο τόπο και σε συνδυασμό με το αίτημα για αντίσταση με σκοπό τον απεγκλωβισμό από τα αδιέξοδα της λήθης και της αλλοτρίωσης.
Με την ποιητική αφήγηση στο Μέρος I της ποιητικής σύνθεσης Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης, που εκφέρεται σε τρίτο ρηματικό πρόσωπο, εξιστορούνται αδρομερώς οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των χωρικών που οδήγησαν τον Ρε Αλέξη στην απόφαση να επαναστατήσει. Στα υπόλοιπα μέρη της σύνθεσης (II-VI), χωρίς να εγκαταλείπεται η δεσπόζουσα ποιητική εξιστόρηση, ο ομιλητής-ποιητής απευθύνεται στον ήρωα με τη χρήση του δεύτερου ρηματικού προσώπου. Οι δολοφονίες πολλών Κυπρίων από τους Φράγκους στα λατομεία και αλλού και γενικότερα η κοινωνική διάσταση της εξέγερσης του Ρε Αλέξη (Μέρος II), η εθνική διάσταση της ίδιας επανάστασης και η κατάπνιξή της με τον απαγχονισμό του ήρωα (Μέρος III), οι στοχασμοί γύρω από τη θυσία του από την οπτική γωνία του παρόντος (Μέρος IV), η ιστορικιστική συγχώνευση παρελθόντος και παρόντος με τη συνάντηση του Ρε Αλέξη με τους αιχμαλώτους και τους νεκρούς του 1974 αλλά και με τον Κίμωνα (Μέρος V) και, τέλος, ο απολογισμός της θυσίας του με κυρίαρχη την αίσθηση της αποτυχίας και της ήττας (Μέρος VI) συνθέτουν την αφηγηματική δομή του ποιήματος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε τρία σημεία (τα δύο μικρής έκτασης), στα μέρη II-IV, η ποιητική αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο διακόπτεται και τον λόγο παίρνει ο ενδοκειμενικός ποιητής (χρήση 1ου ρηματικού προσώπου). Πιο συγκεκριμένα, στο Μέρος II, μετά την εξιστόρηση των δολοφονιών των Κυπρίων από τους Φράγκους, ο ενδοκειμενικός ποιητής, όπως αντίστοιχα ο ποιητής-χρονικογράφος, στον Σινόπουλο, αισθάνεται την ανάγκη να ετοιμάσει κατάστιχα νεκρών: «Πρέπει να φτιάξω ένα κατάστιχο / των νεκρών παιδιών / που κρέμασαν στα δέντρα / δίπλα στα λατομεία». Στο ποίημα «Σημειώσεις, I» του Τάκη Σινόπουλου διαβάζουμε: «Από εδώ κι εμπρός (όσο μπορείς). Οι λέξεις μία μία ό,τι γυμνό κι αδέκαστο μπορείς να δώκεις[…]. Να φτιάξω ένα κατάστιχο νεκρών». Εξάλλου, στο Μέρος III, με την παρεμβολή της πρωτοπρόσωπης εκφοράς του λόγου, δηλώνεται ρητά η συγγραφική πρόθεση που διαπνέει ολόκληρη την ποιητική σύνθεση: «Κι εγώ το πυρακτωμένο / βλέμμα σου / μάχομαι να ανασύρω / από την εθνική λήθη». Στο Μέρος VI η πρωτοπρόσωπη εκφορά των ρημάτων χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερη έκταση, σε συνδυασμό με τη χρήση του δεύτερου προσώπου. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στο καταληκτικό αυτό μέρος έχουμε κυρίως ρήματα πρώτου πληθυντικού προσώπου που παραπέμπουν σε ένα συλλογικό ποιητικό υποκείμενο, δηλαδή τους σύγχρονους Κυπρίους: «[…] Μείναμε σφηνωμένοι / ανάμεσα στη σκιά Σου / και το αίμα των σκοτωμένων / που φωσφορίζει αποσύνθεση / στη ματωμένη πλαγιά του Πενταδάχτυλου […]. / Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας […]».
Όπως έχει επισημανθεί από τον Γιώργο Φράγκο, στην ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου συνυπάρχουν «ο μύθος, η ιστορία και το αμείλικτο παρόν». Η αναμέτρηση των λογοτεχνών με την ιστορική θεματική ύλη δεν ήταν ποτέ εύκολη. Η μεγάλη δυσκολία είναι να μεταπλαστεί το ιστορικό γεγονός με την αξιοποίηση των συμβάσεων της τέχνης του λόγου, ώστε να μην έχει ο αναγνώστης την αίσθηση ότι διαβάζει ιστοριογραφικό κείμενο. Σε αρκετά σημεία της σύνθεσής της η ποιήτρια υπερβαίνει την πιο πάνω δυσκολία. Σε άλλα η ιστορική ύλη παρατίθεται αμετάπλαστη και κατά τρόπο πεζολογικό, ενώ δεν λείπουν οι γενικές αναφορές στην Ιστορία και ειδικότερα στην ιστορική μνήμη, αλλά και στον κίνδυνο ηρωικές μορφές, όπως ο Ρε Αλέξης, να παραδοθούν στη λήθη. Οι αναφορές αυτές, που φορτίζουν την ποιητική γραφή της Μακρίδου με δραματική ένταση, συχνά περιέχουν διακείμενα από την ποίηση του Τ. Σινόπουλου, όπως λόγου χάρη στους στίχους: «Τα χαρτιά της Ιστορίας αυτής / τα πήραν σηκωτά οι αέρηδες / τα στριφογύριζαν αιώνες / και τα έριξαν τέλος / στο σκουπιδότοπο / της Ιστορίας» ή «Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας». Πάντως, η αίσθηση του ανοιχτού τραύματος που κυριαρχεί στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου, αφενός σημαίνει την προσήλωση στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και, αφετέρου συνδέεται στενά με τα τοπιογραφικά της ενδιαφέροντα.
Στα ποιήματα «Ένα τραγούδι για την Πάφο», «Στην Παναγία του Άρακα», «Η άλλη όψη της Πάφου», «Στη Σαλαμίνα την Κύπρια» και «Η πόλη μου το Καϊμακλί» η περιδιάβαση του ποιητικού υποκειμένου στον χώρο δεν είναι μονοδιάστατα περιγραφική. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Θεοδόσης Πυλαρινός, «οι πόλεις της Κλεοπάτρας Μακρίδου έχουν κάτι το ιδιαίτερα δραματικό. Δεν είναι απλώς χτυπημένες από τον χρόνο, είναι σκληρά χτυπημένες και από τη μοίρα· είναι πόλεις εν δεινῲ κινδύνῳ».
Στο ποίημα «Ένα τραγούδι για την Πάφο», που «συνομιλεί» εν πολλοίς με ομόθεμα ποιήματα της Ντίνας Κατσούρη από τη συλλογή της Της Αφροδίτης και του Άδωνη (2006), η Κλ. Μακρίδου δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη του γνωστού μύθου της Κύπριδας στα γεωγραφικά όρια που καθορίζονται από τον τίτλο, αλλά προσδίδει στη θεά συμβολικές διαστάσεις που παραπέμπουν στην ημικατοχή και «στην απελπισία της πατρίδας», καθώς και στον εμπαιγμό της από τη διεθνή διπλωματία: «Σε ακολούθησα, θεά, / μες στην απελπισία της Πατρίδας / ενώ το ποτάμι πλημμύριζε μέσα μου / καθώς κουβαλούσε το άλλο μου σώμα / μες στα καπηλειά της Παλιάς Πόλης / στην άλλη ακτή / στο άλλο λιμανάκι. […] Το σώμα σου […] κορμί κομματιασμένο / σχεδόν απρόσωπο / να το μοιράζονται τρόπαιο / στ’ ανατολίτικα παζάρια» (38). Ομόλογη είναι η ποιητική σκηνοθεσία στο ποίημα της Ντίνας Κατσούρη, «Και απέστρεψαν το πρόσωπό τους», μολονότι εδώ η θεά περιδιαβάζει στη Λευκωσία και όχι στην Πάφο: «Και η Αφροδίτη / πρόβαλε γυμνή / έτσι όπως την ξέβγαλε / η Πέτρα του Ρωμιού / και άρχισε να περιφέρεται / στους δρόμους της ημικατεχόμενης Λευκωσίας.[…] Να καταφεύγει στην πράσινη γραμμή / κι οι στρατιώτες / να αποστρέφουν το πρόσωπο».
Εξάλλου, στο ποίημα «Στην Παναγία του Άρακα», με κινηματογραφική τεχνική περιγράφονται κατά σειρά το εξωτερικό τοπίο, το εσωτερικό του ναού με έμφαση σε μια πανοραμική αποτύπωση των φωτογραφιών του ναού και τέλος με πολλές λεπτομέρειες η τοιχογραφία της Γεννήσεως. Στη συνέχεια, η εστίαση της προσοχής του ποιητικού υποκειμένου (τελευταία στροφή του ποιήματος) στην προτομή ενός δολοφονημένου από τους εισβολείς εθνοφρουρού ανατρέπει τον κυρίαρχο σε όλες τις προηγούμενες στροφές θρησκευτικό τόνο με τη λιτή αναφορά στο δράμα της Κύπρου: «Στον περίβολο του ναού / η προτομή του εθνοφρουρού / να σε κοιτάζει αδιάφορα / κάτω από τα μάτια του ήλιου / καθώς τα κυπαρίσσια στο βάθος του δρόμου / σκύβουν δουλικά να υποδεχθούν την Αφροδίτη / όπου έχουν εναποθέσει τα όνειρά τους» (42).
Παρόλα αυτά και παρά τη συνειδητή επιλογή της να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα της ημικατοχής στην ποίησή της, η Κλ. Μακρίδου στο ποίημα «Η άλλη όψη της Πάφου» υπερβαίνει το φυλετικό μίσος. Το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα αυτό αποτυπώνει νοσταλγικά τη θετική του στάση απέναντι στην ειρηνική συνύπαρξη Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων: «Κάποτε τελειώναμε τις καλοκαιρινές βραδιές / στο «Πέλικαν» / με στίχους του Σεφέρη / τα χέρια απλωμένα προς το λιμανάκι / ενώ η Αϊσέ / με τα ωραία μάτια / μας τραγουδούσε τούρκικα τραγούδια. / Τώρα ποιος ξέρει πού να βρίσκεται» (44). Όμως, η στάση αυτή, καθώς αφορά το παρελθόν, δεν μεταστοιχειώνεται στη συλλογή που σχολιάζουμε σε μιαν εφικτή προοπτική υπέρβασης των διαφορών ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Στο ποίημα «Στη Σαλαμίνα την Κύπρια», στο οποίο ενσωματώνονται διακείμενα από την ποίηση του Γ. Σεφέρη και του Π. Μηχανικού, προβάλλονται τόσο η ιστορική μνήμη όσο και η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων για την ενίσχυση της αγωνιστικότητας του λαού.
Τα ίδια στοιχεία εντοπίζονται στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» (50-53), το αρτιότερο, κατά την άποψή μας, ποίημα της συλλογής, όπου το βιωματικό στοιχείο και η ιστορική πρώτη ύλη συνυφαίνονται και εναρμονίζονται δημιουργικά. Όπως έχει σημειωθεί, στο ποίημα αυτό, «οι νοσταλγικές αναμνήσεις από τον γενέθλιο χώρο διαπλέκονται με τις εικόνες από την Πράσινη Γραμμή και τα άλλα σημάδια της ημικατοχής, μνημεία πεσόντων και αγνουμένων, αλλά και από την πικρία για την καθυστερημένη (μετά θάνατον) απόδοση τιμής στον πατέρα πολεμιστή του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου». Γράφει, για το τελευταίο θέμα, η Μακρίδου: «Η Ελευθερία, Πατέρα, ακόμη δεν ήρθε / κι εσύ έφυγες ανώνυμος, άδοξος / ξεχασμένος από Θεούς και Πολιτεία» (53).
Όπως και σε πολλά από τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, έτσι και στο «Η πόλη μου το Καϊμακλί» εντοπίζουμε τη δυναμική αντίθεση μνήμη-λήθη. Οι νεκροί παρουσιάζονται «ξεχασμένοι μες στο μνήμα τους / ν’ ατενίζουν καθημερινά τον Πενταδάκτυλο / κι αυτός να βογκάει φυλακισμένος» (51). Από την άλλη, η αγωνία για την τύχη των αγνοουμένων είναι βασανιστική: «Ποιος ξέρει πού να βρίσκονται σήμερα / ίσως σε κανένα πηγάδι στη Μια Μηλιά ή στην Ομορφίτα […] μες στη σκουριά και την αδιαφορία του χρόνου». Ευθύνη, λοιπόν, των επιζώντων είναι να θυμούνται και να θυμίζουν και, άρα, του ποιητή να συντηρεί ανοιχτό το τραύμα, για να καθοδηγεί τον λαό σε επαγρύπνηση και αγώνα. Εύστοχα, επομένως, υποστηρίχθηκε ότι η «μνήμη και η ευθύνη είναι βασικές έννοιες στην ποίηση της Κλ. Μακρίδου». Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως στην ποίησή της, ποίηση του τραύματος, όπως την ονομάσαμε, η άγρυπνη ποιητική συνείδηση παραμένει προσηλωμένη στο χρέος της, που είναι η αγωνιστική εγρήγορση: «Τούτη την πληγή / την κράτησα ανοιχτή / η ψυχή μου να ξαγρυπνά όταν κοιμάμαι» (54). Κεντρικό σύμβολο της αγωνιστικότητας στη συλλογή της Κλ. Μακρίδου είναι η μορφή του Ρε Αλέξη: «Κάπου εδώ κοιμάσαι, Αλέξη, / μέσα στις καρδιές μας / μέσα στο αίμα μας / μέσα στα όνειρά μας / […] Ακόμη κι οι μηδίζοντες / αναγνωρίζουν την ηχώ της φωνής σου».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 29/10/2016

Κλεοπάτρα Μακρίδου: «Ρε Αλέξης», ιδιωτική έκδοση, 2015

Ποίηση-υπόλογος στην ιστορική μνήμη

Στη συλλογή «Ρε Αλέξης» η Κλεοπάτρα Μακρίδου, εν ολίγοις, λειτουργεί ως αναλυτικός χρονικογράφος, με έντονη, μακρά, ενδεχομένως κάποτε και εξεζητημένη αφηγηματικότητα. Ωστόσο, η ανασύσταση ενός μύθου, από μόνη της, δεν θα αρκούσε για να συντελεστεί μια ποιητική πράξη. Αν δεν συνυπάρχουν παραλληλισμοί και συγκρίσεις με τη σύγχρονη εποχή, με τους συμβολισμούς και τη σημειωτική της, εάν ο χωρόχρονος δεν διαρρηχθεί με όχημα τη φαντασία, εάν δεν ανατραπούν γόνιμα και δημιουργικά πολλές παράμετροι, ποίηση δεν συντελείται. Φρονώ ότι η Κ.Μ., πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ξεφεύγει επιτυχώς από τους πιο πάνω σκοπέλους. Κι αυτό είναι κάτι που αξίζει να σημειωθεί, καθώς η ποίηση πραγματώνεται. Και πραγματώνεται, κατά κύριο λόγο, μέσω της συχνής προσφυγής στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία, και τις συμβολικές, εμβληματικές φυσιογνωμίες τους, όπως ο Σίσυφος, ο Όμηρος, ο Κίμωνας και άλλοι.

Έχω την άποψη ωστόσο ότι η ποιήτρια, αναπλάθοντας την εξέγερση του «Ρε Αλέξη», που συντελέστηκε το 1426, προσδίδει δυσανάλογα μεγαλύτερη διάσταση στην ελληνορθόδοξη πτυχή της και κατά συνέπεια φωτίζει αμυδρότερα την κοινωνική της πτυχή. Όμως η δεσπόζουσα αιτία της εξέγερσης είχε βαθύ κοινωνικό υπόβαθρο, αφού στην ουσία ήταν απότοκο της ανέχειας των άκληρων χωρικών στα χρόνια της φεουδαρχίας, υπό το ζυγό των Λουζινιανών.

Στο μεγαλύτερο μέρος του συνθετικού αυτού ποιήματος η Κ.Μ. βρίσκεται σε απευθείας πρωτοπρόσωπο διάλογο με τον κεντρικό ήρωα Αλέξη, γεγονός που λειτουργεί προσθετικά ως προς την αμεσότητα του όλου έργου.

Η ποιήτρια βλέπει τον «Ρε Αλέξη» ως εμβληματικό πρόσωπο αναφοράς μέσα στους αιώνες. Βλέπει τον ήρωα ως σύμβολο της κάθε εξέγερσης ενάντια σε κάθε κατακτητή, της κάθε εποχής, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας: «…Ρήγα Αλέξη, / διαχρονική συνείδηση / του μαχόμενου Κύπριου, / μες στα φέουδα / μες στα φουσάτα των κατακτητών…». (σελ. 21-22)

Η Κ.Μ. λειτουργεί και ως ιστορικός αναλυτής, τοποθετώντας την εξέγερση στο ιστορικό γίγνεσθαι των αιώνων: «Η επανάσταση σας, Αλέξη / τρεις αιώνες πριν την Γαλλική / κι έναν αιώνα πριν τον Πόλεμο των χωρικών / στη Γερμανία / έσπασε την παντοδυναμία / της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας / έστω και για λίγους μήνες…». (σελ. 23) Ωστόσο, αφού φτάνει μέχρι τη Γαλλική επανάσταση, διερωτώμαι γιατί δεν προχωρά μέχρι και την Παρισινή Κομούνα έναν αιώνα αργότερα, που είχε τόσα κοινά με την εξέγερση του «Ρε Αλέξη». Κατ’ αρχάς αμφότερες οι εξεγέρσεις είχαν ουτοπικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου και μια κοινή ποιητική διάσταση, που θα μπορούσε να αναδειχθεί στο εκτενές ποίημα της Κ.Μ.

Στη συνέχεια πιστεύω ότι η ποιήτρια αστόχως ή μάλλον ατυχώς, χαρακτηρίζει το «Ρε Αλέξη» «σύμβολο Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα» (σελ. 24), διότι στην εποχή που έζησε και έδρασε ο ήρωας, τα έθνη δεν είχαν καν διαμορφωθεί! Τα έθνη, όπως πολύ καλά έχει τεκμηριώσει η ιστορική επιστήμη, αρχίζουν να διαμορφώνονται στα τελευταία χρόνια της φεουδαρχίας και στα πρώτα πρώιμα χρόνια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η Κύπρος του Ρε Αλέξη, όμως, απείχε πολύ από αυτή την εποχή. Άρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εθνικούς αγώνες.

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια της ποιήτριας να δώσει έμφαση στη διαχρονικότητα της σκλαβιάς και της κατοχής στην πατρίδα μας. Να αναδείξει κοινούς τόπους, ομοιότητες και ταυτοσημίες. Και να προβεί σε προεκτάσεις ευθύβολες ή και υπαινικτικές, που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας: «…τα τραγούδια στο λαιμό ξεράθηκαν / μες στους αιώνες…». (σελ. 25) Η συνέχεια, η επανάληψη και η διαχρονικότητα υποδεικνύονται διαρκώς: «Όπως πάντα στην ιστορία / φυσάει διαβολεμένος αέρας!». (σελ. 27)

Βέβαια, ο παραλληλισμός και η συνομιλία με την τραγωδία του ’74 γίνονται κάποτε ονομαστικά και επί λέξει: «Στο ξερό πηγάδι της Άσσιας / συνάντησες Αλέξη, / τα εκατό πτώματα των Ασσιωτών / γυναικόπαιδα, γέρους…». (σελ. 29) Και αμέσως μετά η καθολίκευση και η διάρρηξη αιώνων και εποχών: «Κάθε πηγάδι / συναξάρι νεκρών / γνωστών και άγνωστων / Κι εσύ, Αλέξη, / να σκοντάφτεις συνέχεια / πάνω στο πτώμα του Κίμωνα». (σελ. 29-30)
Λυπούμαι πραγματικά που στο τέλος είμαι υποχρεωμένος να το σημειώσω και αυτό. Έχω τη γνώμη ότι η ποιήτρια -ενίοτε και πολύ σπανίως- διολισθαίνει στο δέλεαρ ενός εντυπωσιοθηρικού βερμπαλισμού, ενός πομπώδους ρητορισμού, που μοιραία την προδίδει στο αισθητικό επίπεδο και λειτουργεί υποσκαπτικά για την όλη προσπάθειά της.

Ολοκληρώνω με τα εννέα αυτόνομα ποιήματα που παρατίθενται στο τέλος της συλλογής, όπου η ποιήτρια συνεχίζει να πραγματεύεται έννοιες όπως η μνήμη, η ιστορία, η ιστορική μνήμη κλπ. Και νιώθει βαθιά υπόλογη απέναντι σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, όχι μόνο από το βάθος του τότε, αλλά και από το ύψος του σήμερα: «Πυρακτωμένη λάβα / η μνήμη ξεφυτρώνει μέσα απ’ τη στάχτη / απειλητική σαν σπαθί… /…Κι όπως η ιστορία σε βλέπει / μόνο όταν την βλέπεις, / έτσι και η Σαλαμίνα. / Κομμάτια από την ένδοξη ζωή της σου ανήκουν, / αν ένδοξη είναι η ζωή σου…» (σελ. 49). Θεωρώ τους πιο πάνω στίχους μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου.

ΓΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Παρουσιάζω το ποιητικό έργο της Κλεοπάτρας Μακρίδου Robinet, γιατί είναι καιρός να γνωρίσουν οι πνευματικοί άνθρωποι της πατρίδας της μια ποίηση που ξεχειλίζει από αγάπη για την Κύπρο, πόνο για τα πάθη της, γνώση του μύθου και της Ιστορίας της και προπάντων να ακούσει μια φωνή πληγωμένη, που ζει μακριά, γι’ αυτό και βλέπει πολύ καθαρά πράγματα και καταστάσεις.
Το σύνολο του έργου της αποτελείται από τις εξής ποιητικές συλλογές:
1992 Ωδή για την Κύπρο
1994 «Πάτερ, απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»
1996 Σαλαμίνα τε
1998 «Πρέσβυν αρ’ εισδέξομαι πάτερ»
2006 Νόστος των Ηρακλείδων
2013 Το Κάππα της Κύπρου
2014 Μνημόσυνο –Ωδή στον χαμένο υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου
Και Ιχνηλασία
2015 Ρε Αλέξης. Ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης
2015 Άσμα ερωτικό και πένθιμο
Πρόκειται περί εννέα ποιητικών καταθέσεων γραμμένων με συνέπεια και ταυτότητα.
Στην παρούσα ομιλία μου θα δω, εκτός από μια γενική εισαγωγή στο περιεχόμενο
2. την ξενιτειά και την αγάπη για τον τόπο
3. τον γενέθλιο και την ξένην
4. Μυθολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, θρησκευτικά στοιχεία στο έργο
5. Δεσπόζοντα πρόσωπα, ως τον πατέρα, την μητέρα και άλλους
6. Θα προβώ στο τέλος σε μερικές αισθητικές παρατηρήσεις στους εκφραστικούς τρόπους
Και θα καταθέσω τα συμπεράσματά μου από την περιδιάβαση στο όλον.
Ήδη στο πρώτο της βιβλίο «Ωδή για την Κύπρο» περιέχονται σπερματικά όλες οι άλλες συλλογές.
Ο τίτλος απλός, αλλά βαρύς, περιεκτικός. «Κύπρος»: το κέντρο της ζωής και της ποίησής της και σ’ αυτήν η πρώτη οφειλή και η πρώτη σοβαρή προσπάθεια, εις ύψος λόγου.
«Ωδή»: αρχαιοπρεπές, μεγαλοπρεπές, εγκωμιαστικό είδος ποίησης.
Ως προς το περιεχόμενο, καλώς το είπε ο Καβάφης: «Η πόλις θα σε ακολουθεί». Αυτός ο τόπος και ο πόθος του με τα πάθη του 1974 ακολουθεί τη δημιουργό όπου κι αν βρίσκεται, εντός, εκτός αλλά επί τα αυτά.
Διαβάζω:
«Μες στις αλυσίδες της σιωπής σου
Την ακινησία του ρυθμού σου
Την ανάσα σου ν’ αμφιταλαντεύεται
Την αλμύρα του νερού σου
Τη φυγή σου,
Μαρμάρινο χαμόγελο σε κλωνί ανάνθιστο
Οι πληγές μου
Με καταδίωκαν από γειτονιά σε γειτονιά
Λευκωσία της οδύνης μου
Από πατρίδα σε πατρίδα
Μα οι λεμονανθοί στον κόρφο σου,
Κυπαρίσσι ο καλοκαιρινός ίσκιος σου
Το γιασεμί σου
Μ’ ακολούθησαν, ονόματα παμπάλαια
Αγάλματα, ιστορίες και αίματα
Η τραγωδία σου
Ίλιγγος στο πετσί μου ο πύργος του Άιφελ
Το γραφείο μου, το υπουργείο μου
Κι η θάλασσα ατέλειωτη που μας χωρίζει
Η εξορία μου.»
Η Κύπρος και οι πληγές της γίνονται πληγές της ποιήτριας. Καθοριστικά της ταυτότητας του τόπου, δέντρα και φυτά, η θάλασσα, η Ιστορία κι ο πόνος της πατρίδας την ακολουθούν επώδυνα στον ξένο τόπο, στην καθημερινή της ζωή.
Η ωδή αρχίζει με τους στίχους
«Η πατρίδα μου, τραγούδι ορφανό του χρόνου
Είναι κτισμένη μες στα βράχια, μες στους ανέμους
Μες στο κύμα
Λίγο απόμερα, λίγο ανατολικά, λίγο νότια
Λίγο δεξιά, λίγο αριστερά…»
Με ελάχιστους στίχους τοποθετηθήκαμε συναισθηματικά, πνευματικά, γεωγραφικά.
Αγάπη πατρίδας ίσως να είναι η φράση που ταιριάζει γενικά στην ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου. Μια αγάπη που την ακολουθεί και εκφράζεται από τότε που πήρε στο χέρι πένα και χαρτί, για να ιστορήσει διαφοροτρόπως τους καημούς της Κύπρου και της ίδιας ως Ελληνίδας της Κύπρου, που ξέρει να διαβάζει Ιστορία και αδικία, ως εμφαίνεται στο «Πάτερ, απελθέτω απ’ εμού».
Αυτή η ξενιτειά είναι ίσως και μια αιτία της παραγνώρισης της ποιήτριας από πολλούς από εμάς, ενώ θα έπρεπε ήδη από τις πρώτες ποιητικές συλλογές της να καταλέγεται ανάμεσα στις άξιες της κυπριακής γραμματείας, γιατί η ποιητική της δύναμη είναι πηγαία, ειλικρινής, πλούσια και βαθιά.
Έξω από την Κύπρο ζουν, δρουν και γράφουν αξιόλογοι άνθρωποι. Μεγάλο κέρδος μας η γνωριμία με το έργο τους. Αυτογνωσία διά της ετερογνωσίας.
Όπου και να πάει η ποιήτρια συναντά μπροστά της την πατρίδα, ταυτίζει πρόσωπα και τοπία δικά της και ξένα, ενώ στο τέλος ομολογεί, ανακεφαλαιώνοντας το μέγα της μήνυμα, απευθυνόμενη προς την πατρίδα, «Κι αν σου μιλώ συνέχεια για τον πόνο σου τον πόνο μου είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή!»
Είδαμε ήδη -με την αναφορά στον πύργο του Άιφελ στην «Ωδή για την Κύπρο» – όχι μόνο την πατρίδα αλλά και την ξένη. Εδώθε, εκείθε, η πόλις ακολουθεί, όχι πουκάμισο αδειανό αλλά πολιτισμική ταυτότητα.
Όμως η πόλις δεν είναι μόνο τόπος είναι και χρόνος ιστορικός:
«Η πατρίδα μου με τις ρίζες της λίγο ενετικές, λίγο ανατολίτικες»
Μερικά ποιήματα σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη ζωή της, με ταξίδια και επισκέψεις σε άλλες χώρες και πόλεις, όπου και πάλι δεν εγκαταλείπει την ελληνικότητά της, ενώ αναδύεται η περηφάνια για την Ιστορία και τον πολιτισμό μας, συνοδευμένα με γνώσεις, μέσα στις οποίες άνετη κυκλοφορεί.
Στιγμές της ζωής και αλησμόνητα επεισόδια καταγράφονται ποιητικά. Το πολιτικό στοιχείο με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας, αλλά και το φιλοσοφικό, κοινωνικό, αισθητικό, με αναφορές σε έργα τέχνης και ποίησης είναι διάσπαρτα στο έργο της, όπως εις «Το Κάππα της Κύπρου».
Αισθάνεται επιτακτική την ανάγκη να εκφράζεται, γι’ αυτό δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη καμιά ευκαιρία, ώστε η ποίηση να γίνεται και να είναι καταφύγιο και μνημονική κατάθεση ζωής, σαν ένα ποιητικό ημερολόγιο μέσα στο οποίο παρακολουθούμε τις παγκόσμιες διαδρομές της.
Διαβάζω:
«Τα περασμένα γεγονότα, τα περασμένα κακά σου, τα περασμένα μοιρολόγια σου με ακολούθησαν μέχρι την Ορλεάνη, μέχρι το γραφείο μου, μέχρι το χημείο μου
μέχρι και τη στιγμή που γεννούσα, μέχρι και αύριο μέχρι το θάνατο.»
Η Γαλλία, δεύτερη της πατρίδα, το Παρίσι κι οι φυσικές ομορφιές του με την πνευματική του ζωή και παράδοση. Όπου και να πάει, αγγίζει, ακούει:
«Στο Λούβρο άγγιξα την Ιωνία/την Αίγυπτο, την Φοινίκη/ την Αμαθούντα, το Κούριο/φωνές της Κύπρου…»
Ακόμα και στις βαθύτατα ερωτικές στιγμές της, όπως στην τελευταία ποιητική της συλλογή, ο έρως της πατρίδας όχι μόνο δεν την εγκαταλείπει αλλά αυτός είναι το κύριο θέμα της.
Στη συλλογή «Το Κάππα της Κύπρου» η μνήμη εναποθέτει συνεχώς εικόνες πατρίδας, εικόνες προσώπων και τόπων που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα της τόσο, που την πληγώνουν γιατί βρίσκεται μακριά, ή πάλι, ίσως η ξενιτιά της να είναι και η αιτία του πόνου, που τον γεμίζει με τα ποιήματά της για να λυτρώνεται.
Η μελέτη του έργου της επιβεβαιώνει πως πρόκειται για τον αιώνιο Οδυσσέα που έφυγε από την πατρίδα κι όμως δεν μπορεί να κάμει μακριά της, ιδιαίτερα μετά το 1974.
Γι’ αυτό και οι επισκέψεις της στο νησί αθανατίζονται με περιγραφικά ποιήματα τόπων, όπως τα ποιήματα «Ένα τραγούδι για την Πάφο», «Στην Παναγία του Άρακα», «Στη Σαλαμίνα την Κύπρια», «Η πόλη μου το Καϊμακλί».
Αυτή όμως η πατρίδα έπλασε μυθολογία και έγραψε Ιστορία
«την οργή του Αγαμέμνονα, τους έρωτες της Ελένης, το πάθος της Κλυταιμνήστρας.»
Μνήμες από την βαθιά στο χρόνο ελληνική μας γραμματεία, με πρώτο πάντα το θείο Όμηρο, όλη η μυθολογική σκευή για τη θλίψη και την οργή, για το κακό που επέπεσε στο νησί μας, χρησιμοποιούνται για την έκφραση της πίκρας.
Οι μυθικοί ήρωες ξαναζούν τα πάθη τους. Από αρχαιοτάτων χρόνων μύθοι για τη γέννηση αυτού του τόπου και τη μοίρα του επαληθεύονται με τις ιστορικές στιγμές της κατακρεούργησής του.
Ο πόνος του εκπατρισμένου από μια παθούσα πατρίδα, ο επανερχόμενος Οδυσσέας με τον πόθο για την Ιθάκη, από τόπους και ιστορικούς χρόνους πολυποίκιλους από αρχαιοτάτων έως συγχρόνων ηρωικών, οι περασμένοι κατακτητές με τους ηρωικούς αγωνιστές μας, αλλά και οι προδοσίες γίνονται ένα, ενσωματώνονται στην ποιήτρια και στο έργο της.
Μέσα από την κάθε καταστροφή της Ιστορίας μας αναδύεται η Τροία, κι η ενοχή των ζώντων να μνημονεύουν τους πεθαμένους συντρόφους και να αναζητούν την εκδίκηση.
«Ποιητής και τώρα Οδυσσεύς/κτυπώ φωνή σφυριά εν ερήμω/
ναυαγός και ανώνυμος/γίνομαι πέτρα που καπνίζει./
Γόνατα σπασμένα από φαράγγια άβατα/
και καταριέμαι τους θεούς/που σ’εγκατέλειψαν…
Εδώ σιμά/
μας έχουνε μολύνει τόσες μνήμες/οστά χλωρά ακέφαλης Νίκης/
στους ώμους φορτώνω/τα ολιγόστιχα απλοϊκά μου ποιήματα.»
Μέσα στην ίδια την Ιστορία μας, ποταμοί αιμάτων, άρα ρεαλιστικές εικόνες καταστροφής, ως τις νατουραλιστικές, ασυνήθιστες στην ποίηση, εκφράζουν τις καταστροφικές συνέπειες των εχθρικών επιδρομών ενάντια στην πατρίδα και στον πληθυσμό της.
Και όμως αυτή την Ιστορία προσπαθούν μερικοί να αλλοιώσουν. «Γρηγορείτε».
Η αποθέωση του κακού, η προσπάθεια παραποίησης της Ιστορίας μας, η μεταμόρφωση του προσώπου, η ισοπέδωση των πολιτισμών οδηγούν στην κραυγή:
«Γρηγορείτε, προτού η πληγή γίνει φαράγγι και γκρεμιστούν μέσα του τα όνειρά μας.»
Η ταύτιση της ποιήτριας με την πατρίδα, επιτυγχάνει τη σύζευξη του λυρικού με το επικό, του υποκειμενικού με το αντικειμενικό
Την τραγικότητα της Ιστορίας μας συλλαμβάνει στο ποίημα «Εσύ και οι πληγές μου…» στη συλλογή «Ιχνηλασία», όταν με τη γένεση της πατρίδας και την παρθενική ονειροπόλησή της για ένα ευτυχές μέλλον με ιδανικά,
παρατηρεί πως τα ανθρώπινα οδηγούσαν σε αντίθετα μονοπάτια. Οι προδοσίες, η κολοβή ελευθερία, τα παιχνίδια των μεγάλων και οι ευθύνες μας, οδήγησαν στον τόπο στην καταστροφή, πολιτική και οικονομική.
Η τραγική μοίρα του τόπου, αγώνες, θυσίες, προδοσίες, όνειρα, μέσα από ιστορικές στιγμές και πρόσωπα ποιητικά δοσμένα, κυοφορούν, στην ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου, την επίγνωση της μοίρας των μικρών και αθώων.
Η μοίρα του τόπου καρφωμένη στη μοίρα των ανθρώπων του -και ιδιαίτερα των ποιητών του- συλλαμβάνεται ως βαθύτερη ιστορική πορεία με τραγικούς πρωταγωνιστές που απολήγει,
αφ ενός στην επίγνωση της αδυναμίας μας, αφ ετέρου στο πείσμα των αγώνων και την προθυμία για θυσία:
«Κι εμείς θα προσφέρουμε το σώμα μας, του έρωτα προσάναμμα για το μεθύσι της Ελευθερίας με σπόρους αρχαίους και χώμα για την ποίηση.»
Η ανάβαση στα ύψη του μύθου και η εμβάθυνση στη μοίρα αίρει από το παρόν και διαιωνίζει τα πάθη της Κύπρου στον πνευματικό κόσμο της Τέχνης.
Τριών χιλιάδων χρόνων γενιές ελληνικές με τους μύθους, τους θρύλους, τους ήρωες, τις ανόδους και καθόδους της Ιστορίας, έχουν ως έξοδο του χορού από την ορχήστρα μια καταστροφή και το χάσιμο των οριζόντων, του προσανατολισμού.
Η σύλληψη της έννοιας της μοίρας και της τραγικότητας του τόπου και των ανθρώπων της σημαίνει την προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει τα ανεξήγητα, την αδικία, τις περιπέτειες ή ανατροπές.
Έτσι, αναγκαστικά, ανέρχεται σε φιλοσοφικές συλλήψεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, τη μοίρα και το δυσβάστακτο βάρος της. Ποιήματα που οδηγούν όλο και σε περισσότερο βαθύ προβληματισμό για τη μοίρα των ανθρώπων, των λαών, των πολιτισμών, στην Παγκόσμια αλλά προπάντων στην ελληνική Ιστορία, μια ενδοσκόπηση που ολοένα περικυκλώνει το θέμα με όσα ο λόγος παρέχει όπλα, ένας θαυμαστός πλούτος γνώσεων και αληθειών, οδηγεί την ποιήτρια σε συλλήψεις με παναθρώπινο χαρακτήρα.
Από τα γενικότερα στα επί μέρους και αντίθετα, το ένδον σκάπτειν συνεχίζεται από τη μια συλλογή στην άλλη, με έμπνευση αδρή, σταθερή, πυκνή, βαθιά.
Όλος όμως αυτός ο πνευματικός αγώνας δεν οδηγεί σε απτά αποτελέσματα φωτός, αφού η αδικία συνεχίζεται και ο κόσμος της Κύπρου είναι καταρρακωμένος. Η ποίηση όμως κατορθώνει να τον αποκαταστήσει στο επίπεδο του πνεύματος, στην ιδέα, στο άφθορο.
Κάποτε η κατάσταση αποδίδεται με βιβλικές εικόνες των παθών.
Εικόνες από την θρησκευτική παράδοση συνταιριάζονται με την ποντιοπιλατική στάση των παγκόσμιων πολιτικών κέντρων αποφάσεων. Η ταύτιση των παθών του Κυρίου και της πατρίδας, η διχόνοια, η εισβολή, ιστορικοί σταθμοί και θυσίες οδηγούν σε μια πρόσωπο προς πρόσωπο επικοινωνία με τον Θεάνθρωπο: «Η ψυχή Σου σπαρταρά επάνω στο σταυρό μας» στη συλλογή «Πάτερ απελθέτω…»
Μια ελπίδα πάντα στο βάθος του ορίζοντα προερχόμενη από από τις θυσίες, από τη συνύφανση Ιστορίας και Θρησκείας, από τα πρότυπα και αρχέτυπα του πολιτισμού μας οδηγεί σε εκφραστικά μέσα φλεγόμενα και φλέγοντα.
Νιώθει βαθιά και πλατιά τον πόνο της πατρίδας, σε μια προσευχή –διάλογο με τον Κύριο και τα πάθη του, όπως και τα πάθη των ηρώων αυτής της γης, προαιώνια, παλαιά και σύγχρονα, με τελευταία των αδικοχαμένων της τουρκικής εισβολής.
Οι σταθμοί της επαναστατικής απελευθερωτικής ιστορίας μας είναι πολλοί, με θυσίες και αίμα σφραγισμένοι.
Στο «Πάτερ, απελθέτω…» η ιστόρηση των αποτυχιών μας ως λαού αποτελεί μια πρωτότυπη σύλληψη ελεύθερα δοσμένη ποιητικά, με υπόκωφο πάντα το ρυθμό μιας καρδιάς πληγωμένης και τεμαχισμένης όπως η πατρίδα.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου κατορθώνει να συνταιριάσει την προσωπική αγάπη για την πατρίδα με την θεανθρώπινη ιστορία και τα φρικτά πάθη του Κυρίου. Αγκάλιασε την ελληνική μας ιστορία και τις θυσίες των ηρώων μας, κρατώντας πάντα φλογερή την ελπίδα της δικαίωσης!
-Ως τώρα είδαμε σε μια ανοδική πορεία από διάφορα έργα της την αγάπη στην πατρίδα, το μυθολογικό και ιστορικό στοιχείο, τη φιλοσοφική ερευνητική μέσα στην τραγωδία του τόπου, το θεανθρώπινο δράμα της πατρίδας.
Μια άλλη πτυχή της ποίησής της είναι η επικέντρωση σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Πρώτα, τα κύρια πρόσωπα στο έργο, ο πατέρας και η μητέρα.
Για τον πατέρα η συλλογή του 1998 «Πρέσβυν αρ’ εισδέξομαι πάτερ» στίχος από την Ιφιγένεια εν Αυλίδι.
«Ο πατέρας δεν άντεξε και πήρε το δρόμο των πεθαμένων δεν άντεξε την προσβολή. ‘Η Κερύνεια είναι δική μας’ είπε και ξεψύχησε» είχε γράψει προηγουμένως στη συλλογή «Σαλαμίνα τε…»
Ο σεβασμός της θυγατέρας στον νεκρό πατέρα, ενδύεται στη συλλογή αυτή την ποιητική στολή, για να εκφράσει τη ζωή, την προσφορά, την οφειλή.
Η ορφάνια του μικρού παιδιού, πατέρα αργότερα, το φυσικό περιβάλλον, η πρώτη αντίστασή του στο θάνατο κι ο αγώνας του για απελευθέρωση από τα όποια δεσμά, μεταδίνονται στα παιδιά του ως ιδανικά ζωής στο σκλαβωμένο νησί.
Στρατιώτης των ελληνικών αγώνων κατά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, αιχμάλωτος, επανερχόμενος επιδίδεται στον αγώνα για επιβίωση και ανατροφή των παιδιών μέσα στις περιπέτειες και τις αγωνίες, με τη μικρή τότε θυγατέρα να παρακολουθεί και να βιώνει την περίοδο του αγώνα επί αγγλοκρατίας.
Σημαδιακά γεγονότα συνταράζουν και σφραγίζουν την κόρη, παραμυθικά διδάγματα την οδηγούν, θεμέλια τίθενται, πρόσφορο το έδαφος για να φυτρώσει ο σπόρος του καλού στην εξορία της και στην πάσχουσα Πατρίδα.
Ένας κομμός της αρχαίας τραγωδίας απαντάται εδώ, ο νεκρός πατέρας σπέρνει το σπόρο της ποίησης κι η ραγισμένη και θλιμμένη φωνή της θυγατέρας προσκομίζει στίχους συγκλονιστικούς.
Τα ποιήματά της για τη μητέρα, στη συλλογή «Το Κάππα της Κύπρου», όπως προηγουμένως για τον πατέρα, αποτελούν και το καλύτερο μνημόσυνο και τη δημόσια ομολογία για την οφειλή της κόρης προς τους γονείς.
Συνομιλία με τα αγαπημένα πρόσωπα, άμεση εξομολόγηση του πόνου του αποχωρισμού, και της τραγικής αντιστροφής των όρων της ζωής, άλλα ονειρευόταν, αλλού οι δρόμοι την οδήγησαν.
Όπως γράφει σε ένα από τα νεότερα ποιήματά της, του 2015,
«Μα εσύ Πατέρα κι εσύ Μητέρα, καθώς δακρύζετε μέσα από το μνήμα σας πριονίζετε τη μνήμη μου με τους αναστεναγμούς σας.»
«Νήσός τις έστι…»
Ἐνα ποίημα στο οποίο για πρώτη φορά εισέρχονται οι Τουρκοκύπριοι, κι οι προσπάθειες για λύση, μέσα στο γενικότερο κλίμα της εποχής του και των γενικότερων ελπίδων και τάσεων.
Άλλα ποιήματα, σε συγκεκριμένους φίλους, όπως στη μνήμη της Νίκης Μαραγκού και στην πνευματική τους σχέση, ποίημα με τίτλο «Νερά της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου…»
Ένα ποίημα για ένα συγκεκριμένο νεκρό ήρωα πολεμιστή έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, πρόσωπα, τον ήρωα, τον πατέρα και μητέρα του, τον τόπο, γνωστά στην ποιήτρια χώματα κοντά στην Ομορφίτα και στο Καϊμακλί, μαύρο σημάδι στο χρόνο θανάτου, Ιούλης 1974, και ανταριασμένες συνθήκες.
Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία στήνεται το ποιητικό οικοδόμημα της «Ωδής στο Χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου». Ένας αέρας ίσως περνά από άλλα παρόμοια ποιήματα, όπως εμφαίνεται και από τον τίτλο, όμως αμέσως η δημιουργός αφήνεται στον ίδιο τον εαυτό της, πλούσιο σε γνώσεις Μυθολογίας και Ιστορίας, ένα θησαυροφυλάκιο από το οποίο μπορεί να αντλεί ό τι και όποτε χρειαστεί.
‘Ετσι, πλην του αφηγημένου γεγονότος, ανάγεται η ποιήτρια στο ευρύτερο και ανώτερο επίπεδο των Ελλήνων ηρώων της Ιστορίας μας, από Ομηρικής Ιλιάδας και εξής, για να εντάξει μέσα στο ηρωικό πνεύμα της παράδοσης και τον συγκεκριμένο νέο, Κύπρο Γ. Ιωάννου.
Το ποίημα αρχίζει με την νοσταλγική τοπογραφία και ανθρωπολογία, με ήθη ανθρώπων παρωχημένης εποχής, συγκινητικά στην αγνότητά τους, με το ανθρώπινο και θεϊκό στοιχείο αξεδιάλυτα.
Έργα και Ημέραι, θα έλεγε ο Ησίοδος, σε μια χορωδία με τον Ονήσιλο, τον Οδυσσέα, την Αντιγόνη. Διαπλάτυνση στο χρόνο και στον κόσμο των ιδεών που ελευθερώνει από το συγκεκριμένο και οδηγεί στο γενικότερο ηρωικό κλίμα.
Η ομορφιά του ήρωα μυθολογικά παραπέμπει σε αρχαίες θεότητες και θρύλους, με φιλοσοφική διάθεση και αποφάνσεις.
Οι δύσκολες ώρες στο ρολόι του 1974 μόνο με παρόμοιες ιστορικές μπορούν να συνηχήσουν, για να φωτιστεί η Ιστορική στιγμή στη επαναληπτικότητά της.
Ο συγκεκριμένος τόπος, αιρόμενος σε μυθολογικά ύψη, προσφέρει την απαραίτητη απόσταση, για να δοξολογηθεί στη γενίκευσή της η θυσία του ήρωα, με την τραγικότητα της μοίρας που παίζει τον καίριο μεταφυσικό της ρόλο.
Το συγκεκριμένο, συνυφασμένο αξεδιάλυτα με το μυθολογικό, ιστορικό, θρησκευτικό στοιχείο, αίρεται στο ύψος του ποιητικού λόγου, που υμνεί και διαιωνίζει.
Συνεχίζοντας το προσκύνημα στο τέμπλο των ηρώων της στέκομαι στον Ρε Αλέξη.
Από τις τελευταίες ποιητικές της συλλογές, (2015) ο Ρε Αλέξης, ο ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης με ιστορημένη την εποχή της Φραγκοκρατίας, τους διωγμούς των μοναχών της Καντάρας και το μέστωμα της επαναστατικής ιδέας στα στήθια του Ρε Αλέξη, ιστορικό ποιητικό αφήγημα, μιας εποχής δυστυχίας για τους γηγενείς, μα η ιστορική συνείδηση σιγόκαιε κι ετοίμαζε μια πρωτοπόρα επανάσταση των χωρικών της Ευρώπης.
Γνώστης της Ιστορίας των επαναστάσεων, η ποιήτρια κρίνει, καταξιώνει, ιεραρχεί την επανάσταση, συνειδητοποιώντας το έργο που επιτελεί:
«Κι εγώ το πυρακτωμένο βλέμμα σου μάχομαι να ανασύρω από την εθνική λήθη.»
‘Ομως γνωρίζει από ποιους και πώς γράφεται η Ιστορία, συνταιριάζοντας ποίηση και Φιλοσοφία της Ιστορίας. Από τα τότε όμως γεγονότα αναθρώσκουν τα σύγχρονα της τουρκικής εισβολής, οι κακουχίες της φραγκοκρατίας συναντούν τη σύγχρονη τουρκοκρατία.
Διαβάζω:
«Ονειρεύτηκα, Ρήγα Αλέξη, πως γύρισες σ’ απύθμενες ώρες κι ήσουν ωραιότερος ακόμα με χαρακιές στο μέτωπο πιο βαθιές σημάδια του αμείλικτου χρόνου που περνάει και τα μάτια σου υγρά ν’ αναδίνουν τη θλίψη των προδομένων.»
Στις αισθητικές παρατηρήσεις τώρα
Γενικά, η ποίηση της Κλεοπάτρας Μακρίδου είναι πηγαία, γιατί είναι γνήσιος ο πόνος και η συνειδητοποίησή του.
Ο στίχος, που εκφράζει τα πάθη του τόπου, χύνεται πυρακτωμένος, ελεύθερος, μοναδικός, με πλούσια και ποικίλη εκφραστική δύναμη. Με ποιητικά άλματα, καινούργιους δρόμους, πειραματισμούς θεμιτούς, για νέους εκφραστικούς τρόπους στην ποίηση
Συλλογές της γραμμένες προ εικοσαετίας είναι πολύ σύγχρονες και αξίζει να διαβαστούν ως κολυμβήθρα αναβάπτισης της μνήμης μας, σε μια από τις πράγματι κορυφαίες και κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας μας. Οι ποιητές έχουν τον ανανεωτικό λόγο.
Οι στίχοι σε υψηλό βηματισμό, έκφραση και περιεχόμενο, μαρτυρούν μια ανωτέρου επιπέδου ποιητική γραφή.
Στο «Νόστο των Ηρακλείδων» του 2006 βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταθμό στην ποιητική πορεία της Κλεοπάτρας Μακρίδου, που φανερώνεται στη ρηματική της σκευή και στην επιθετική, ένας πλούσιος τώρα κόσμος εισβάλλει, ύστερα σίγουρα από πολλή μελέτη της γλώσσας.
Τολμηρά λεκτικά πρωτότυπα σύνολα ομολογούν την μελετημένη, σπουδασμένη, γνώστρια της γλώσσας και της Ιστορίας, απελευθερωμένη ποιήτρια, ριζωμένη από τη μια στην πλουσιότατη παράδοσή μας και από την άλλη την ιπτάμενη στον ελεύθερο αέρα της ποίησης.
Η ποιητική πρόοδος είναι εν πολλοίς οφθαλμοφανής.
Και η λεξιλογική επανάσταση. Όσο κι αν το θέμα είναι η μεγάλη πληγή της πατρίδας και του ταυτισμού της με την ποιήτρια, ο πλούτος των εκφραστικών μέσων είναι τόσος κι οι τρόποι τόσοι πολλοί που προκαλούν τον γνήσιο θαυμασμό του επαρκούς αναγνώστη, που παρακολουθεί τις εναγώνιες προσπάθειες εκφραστικής διεξόδου του ανθρώπου που ποιεί και επιδιώκει τον εμπλουτισμό της ποίησής του, έστω και με ελαφρούς απόηχους άλλων μεγάλων της λογοτεχνίας, ένα γνώρισμα της τέχνης της, θετικό, όταν ερμηνευτεί παρόμοια με την «επίκληση στην αυθεντία» στον πεζό λόγο.
Τα ποιήματα διατηρούν τα γνωρίσματα της αμεσότητας της επικοινωνίας, κι ενός αβίαστου και φυσικού εκπληκτικού συνδυασμού λέξεων, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως μια πηγή λαλέουσα μας δίνει τη χαρά να ποιεί και να μας προσφέρει την ευκαιρία της μετοχής στον ποιητικό της κόσμο, για τα οποία πάντοτε ευχαριστούμε οι αναγνώστες τους ποιητές.
Κάποτε στην ποίησή της προβληματίζει η διάζευξη: ή ποιήματα του συγκεκριμένου τόπου, χρόνου, προσώπων
ή ποιήματα προσπάθειες σύλληψης του ασύλληπτου, που εκφράζουν την ίδια την ψυχή, τη ζωή, το νόημα, όπως νεφελωδώς και ποιητικά συλλαμβάνεται και εκφράζεται, όπως στη συλλογή «Ιχνηλασία».
Η απάντηση είναι δύσκολη, ποια είναι τα προτιμότερα, γιατί ενώ ο αναγνώστης χαίρεται ποιήματα αφηρημένα, όπου κελαηδεί ελεύθερο πουλί ο ποιητής και εκφράζεται, όπως το «Ενύπνιος φωνή», βαθύτατο τραγούδι της ψυχής, συλλήψεις του ασύλληπτου και ουσιώδους που περικλείει τη ζωή της,
έρχονται όμως και ποιήματα συγκεκριμένου τόπου- χρόνου- προσώπων, που οδηγούν τον αναγνώστη στην αναβίωση κοινών με τη δημιουργό παραστάσεων, όπως το «Η άλλη όψη της Λευκωσίας» με το οποίο ταξιδεύουμε σε γνώριμους τόπους και ξαναζούμε χρόνια της ζωής μας με τη δωρεά του λόγου.
Το τελευταίο της έργο «Άσμα ερωτικό και πένθιμο» θυμίζει βέβαια ως τίτλος μόνο το ηρωικό εκείνο του Ελύτη, θέτει όμως ως προμετωπίδα στίχους από τον Ερωτικό Λόγο του Σεφέρη, Ρόδο της μοίρας… μια προσκόλληση στους μεγάλους και θαυμασμός, η επίκληση στην αυθεντία που λέγαμε.
Είναι δύσκολο να αναλύσει κανείς όλα εκείνα τα στοιχεία που διακρίνουν ένα ποίημα από την πεζολογία, ακούει όμως εδώ, τον εσώτερο λόγο, στο διάλογό του με τον άλλο, τα αναπάντητα ερωτήματα, και το ξάφνιασμα από τα εκφραστικά ευρήματα.
Διαβάζω: «Κλείνω τα μάτια και Σε σκέφτομαι σκέφτομαι το σώμα Σου, πώς να είναι άραγε; Δεν πρόλαβα να το κοιτάξω και η θάλασσα είχε ήδη μπει μέσα μου καθώς το αίμα ταξιδεύει χωρίς πυξίδα.»
Η θάλασσα μπαίνει μέσα στον άνθρωπο, η αντιστροφή των πραγμάτων, η άλλη οπτική της ποίησης, ταξιδεύει το αίμα χωρίς πυξίδα, αφήνεται ελεύθερη και απροσανατόλιστη η έμπνευση κι ο λογισμός. «Οι νύχτες ασέληνες αιμορραγούν».
Προσωποποιήσεις, μεταφορές , υπονοούμενα, και προπάντων εικόνες τολμηρές, χωρίς τις οποίες ποίημα δεν υπάρχει. Κινηματογραφικές σκηνές, σ΄ένα σπασμένο χρόνο, ασυνεχή, ασπόνδυλο, με τα πηδήματά του, η μνήμη στο κουτσό. Όλες οι αισθήσεις σε διέγερση. Κίνηση, ρυθμοί, χρώματα, ύλη στις αποχρώσεις και στην ποικίλη υφή της. Όλα αυτά δεν είναι λέξεις κενές περιεχομένου αλλά ζωντανή απαίτηση μιας πλήρους ψυχής να εκφραστεί, κι έτσι βρίσκει τις αντίστοιχες λέξεις.
Αλλά ο λόγος δεν έχει τελειωμό, αν δεν του θέσεις όρια.
Αναλογιζόμενος τις συλλογές, φοβούμαι πως πολύ λίγα λέχθηκαν.
Ευτυχώς το έργο είναι εκεί, και προσκαλεί τους αναγνώστες.
Τελειώνω με στίχους αντιπροσωπευτικούς εαυτής.
Ένα από τα ποιήματα που εκφράζουν την ίδια, όταν συλλαμβάνει την ουσία του εαυτού της:
«Μια ζωή να νοσταλγείς αυτό που ποτέ δεν έζησες
παρά στα όνειρά σου
κι όμως αυτό ήταν όλη σου η ζωή…»
Η δημιουργός συνεχίζει το έργο της – με τις ευχές μας- ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά της, με όλες τις σημασίες των λέξεων πατρίδα και ξενιτιά, με ιχνηλασίες εντός και εκτός.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

1-%ce%bb%ce%b9%ce%bd%ce%b1

 

 

Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα, ζει στον Αλμυρό Βόλου κι εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το 1997 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της «Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας». Τη χρονιά 2003/2004 εκδόθηκε η εργασία της «Η Ευέλικτη ζώνη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση», σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και μαθητές, από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου)
Το 2011 εκδόθηκε το μυθιστόρημα «Τώρα είναι αργά», το 2014 ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Μυθική μέρα» και το 2016 τα διηγήματα «Παράξενο καλοκαίρι»

 

 

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf1-1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%be%ce%b5%ce%bd%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86

μυθική μέρα (2014)

ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Τα πρωινά,
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι,
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ
νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου.

Ένα χρυσόψαρο λάμπει
στο στομάχι σου,
το πελώριο παγόβουνο που πλέει
προς το Βορρά
αλλά δε λιώνει,
δε λιώνει
η αναπνοή σου,
από την ανυπομονησία
σε μια στριφογυριστή σκάλα.

Ο ελεύθερος χρόνος
αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι
βγαίνοντας βιαστικά έξω
ενώ το φεγγάρι
τρυπάει την κοιλιά του,
πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου
που περνάει τον καιρό της
σε κάποιο ίδρυμα
βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.

 

ΟΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΣ

Θα στείλω τις λέξεις μου
στην κατασκήνωση
ένα καλοκαίρι,
ντυμένες μ’ άσπρα ρούχα
να ξεσηκώσουν
όσους πρόωρα γερνούν.
Θα τους κρατούν
παρέα τα μεσάνυχτα
κι εκείνοι έκπληκτοι
θα τις κοιτούν
να λεν χορεύοντας
τα ακονισμένα τους τραγούδια.

 

ΑΧΤΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ

Τα πράγματα είναι στη θέση τους
Η άκρη του νιπτήρα,
τα πόδια στο οβάλ τραπέζι,
το λευκό άδειο φλιτζάνι.
Ψυχές δεν τριγυρίζουν
τ’ όνομά μου,
η ζωή από απόσταση γυρίζει.

Στον κήπο
χιόνι απάτητο.
Μια αχτίδα έχει φυτρώσει στον πάγο.

Αν ήμουν κάποια άλλη
θ’ άλλαζα
τα παπούτσια μου,
το σπασμένο χερούλι του απογεύματος,
τις σακούλες κάτω από τα μάτια της πόλης.
Αν ήμουν κάποια άλλη
Θ’ ακολουθούσα το δρόμο μέσα στο ποίημα
της σελίδας 125
αργά τη νύχτα

Μα όποια κι αν είμαι
Δεν με πιστεύουν πια 

 

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ’90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης-
αν έγραφα το ποίημα
απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου

 

ΡΟΖ ΑΣΒΕΣΤΗΣ

Τις μέρες που
ένα γκρίζο πουλί
στέκεται δίπλα στα φύκια
με το ράμφος τεντωμένο,
κάνεις νοερούς κύκλους δερβίση
γύρω απ’ το ίδιο σημείο.

Ένα ζεστό κι υγρό απόγευμα
σε φως ξέπνοο
η μνήμη,
ένα ανοίκειο σώμα
σε άγνωστη χιλιετία,
ρίχνει πασιέντζες
πάνω στο χάρτινο κιβώτιο
του πατρικού σου σπιτιού.

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Νωρίς το πρωί
θα βρω
τα χέρια και τα πόδια μου,
το δρόμο της επιστροφής,
τη μάνα σε απόγνωση
να κρατάει την τύχη μου
σε μια ξύλινη κορνίζα

δίπλα μια χούφτα κάρβουνα
στο τζάκι
να σβήνουν
τους θορύβους της μέρας
και τις μεταμορφώσεις
για τις οποίες είναι
φτιαγμένο-

– αν όχι σήμερα,
αύριο,
του χρόνου –

αυτό που ξεπερνάει
τις δυνάμεις μου.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Καθ’ οδόν

Την ώρα
Που βασίλευε η μουσική
Έφεγγε το αιώνιο σκοτάδι.
Περπατώντας
Σαν τιμωρία
Στον ταπεινό λόφο,

Είδα κάτω στα παράθυρα
όπως σε όνειρο
Τρεις γενιές πίσω,
Οικογένειες αγνώστων
Να τσουγκρίζουν
Μέσα στη νύχτα
Τα ποτήρια τους.

Σε μια διάλεκτο άγνωστη
Έλεγαν εις υγείαν
Κι εκείνη η κλειστή ψυχή
Του νοήματος
Δεν άνοιγε με τίποτα
Την πόρτα,
Κάτω απ’ τα φώτα
Του κεφιού
Να δω τα πρόσωπά τους,
Μήπως μάθω,
Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι
Από πού ήρθαν

 

Φυγή

Είναι μια ύπουλη γροθιά
Το πρωί
Ένα ημερολόγιο
που καταγράφει απουσίες.

Κι η ομοιομορφία των τοίχων,
Η τύψη της φωνής
Στον ώμο σου τον πένητα.

Δε θα δω πια τίποτα
Από της εβδομάδας
Τα συμβάντα,
Τα ίχνη των βημάτων,
Κι απ’ τους αγίους που
εξημερώνουν
περιπλανώμενα σκυλιά.

 

Ώρα οχτώ και μισή

επιστρέφουν
καβάλα με τον έφορο
η θεία Καίτη,
οι ανθισμένες νεραντζιές,
το φεγγάρι
στον ακάλυπτο −

τα χρόνια μου που πιο
βαθιά από ρυτίδες
κόβουν −

Παίζουν την ιστορία
στα δάχτυλα,
ορμούν στο αλώνι με
τις μαργαρίτες

και θάλλει − η εκτός τόπου
παρουσία σου −

ψηλώνουν τα χορτάρια

 

 

Δημοσιευμένα στον ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΥΡΗΝΑ

ΑΕΡΙΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Ισοπεδωμένη εποχή
σαν εξαπάτηση
Πώς ν΄ αναγνωρίσουμε
τα τραγούδια των νεκρών παιδιών
ακούγοντας
κουαρτέτα εγχόρδων
Πώς να μιμηθούμε
τις αέρινες κινήσεις
της ξυπόλυτης χορεύτριας
Εμείς που απομακρυνθήκαμε
ηθελημένα
από τα θαύματα
Δένοντας σκοινί κορδόνι
το φουλάρι της
κάτω από τις ρόδες
του αυτοκινήτου
Ξεχάσαμε τελείως ότι
ο χορός έβγαινε
από κάποια άλλη τρύπα
στο κεφάλι της
Ισιδώρας Ντάνκαν.

 

ΦΥΣΙΚΗ ΠΡΟΕΚΤΑΣΗ

Τακτοποιώντας ζητήματα
όπου η ενοχή δεν επαληθεύτηκε
μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας,
παράνομες ρίψεις βεγγαλικών
δυο τρία πέναλτι σε άδειο τέρμα
που δεν εκτελέστηκαν,
κοροιδευτικά γέλια,
αισχρά πειράγματα,
αναπάντεχες επισκέψεις

Πέφτω στο τελείωμα μιας Κυριακής
που δε θα γίνει ποτέ Δευτέρα
(μάλλον σταμάτησε το ρολόι του τοίχου)

Κι αφού ο χρόνος μου είναι
μια εκκρεμότητα ανοιχτή,
το τέλος θα ΄ναι μια ροή
που δεν επιστρέφει.

 

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ 78 ΣΤΡΟΦΩΝ.

Σαν τομή ανασκαφής
το πρόσωπό της
Κεντραρισμένη φωτογραφία
την κοίταζα
Καθώς έβγαινε από την τουαλέτα
τρεκλίζοντας ελαφρά
ως το χείλος του πεζοδρομίου
Τα μάτια της παπαγάλιζαν
τις στροφές του δρόμου
Πόσο αναποτελεσματική άμυνα
το ποτό στην μοναξιά,
είπε ένα αγόρι με υπερμεγέθη μάτια,
καρφωμένα στον πίνακα ανακοινώσεων
του Κτελ

Αμέσως μπήκαν όλοι
σε ένα λεωφορείο με τεράστιους γιακάδες
Τους ακολούθησε βουβά
πεσμένη στα γόνατα

Η θεσσαλική ενδοχώρα χανόταν
κι η δίδυμη αδερφή μου,
ζαλισμένη ακόμα
Νόμιζε ότι έβλεπε το Θεό
(να περνάει)
έξω από το τζάμι
Αλλά αυτός ξεροστάλιαζε
σε ένα στασίδι
πολύ μακριά
Ακούγοντας ψαλμούς
σε δισκάκια
78 στροφών.

 

ΝΗΣΟΣ

Όταν στο μισοσκόταδο
τη βαλίτσα σου ετοιμάζεις
για κάποιο μακρινό νησί
δεν μιλάς
για τη Χαβάη, τα Κανάρια νησιά,
τις Εβρίδες,
τη Σαντορίνη,
προορισμούς που όλοι θέλουνε να πάνε.
Δεν λες λέξη
για το Τριστάν ντα Κούνια,
τα Φερόες,
τη νήσο των Χριστουγέννων.
Μόνο για τη νήσο της Θλίψης
μιλάς,
με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα
και το άδειο δωμάτιο
που της μοιάζει
ο εύθραυστος γυάλινος κόσμος.

 

Από το «Ποιείν» 27/11/2013

ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ.

στον Βασίλη Στεριάδη

Ο ποιητής γεννημένος το 47
Η ποιήτρια το 74
Μια αναστροφή αριθμών
σαν του αρχαγγέλου το φτερό
και το ποίημα
περνά στην αιωνιότητα
με το ιδιωτικό του αεροπλάνο.
Αχ μωρέ Βασίλη
έξω βρέχει άπλετο φως καλοκαιριού
και του Παγασητικού το κάμα
ενώ το τρίτο σου αδέκαστο μάτι
περνάει και με κόβει γυαλί
μπροστά από τη Νέα Ιωνία.

Ζηλευτός από τα κυπαρίσσια
Με τα ποιήματά σου υπό μάλης,
λες κι έπεσες από τον ουρανό
με τους άσσους των γηπέδων
στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη,
ή στο τέρμα της Ιάσονος
κι έγιναν οι προσδοκίες απαιτήσεις
μέλλοντες αόριστοι, αμίμητα ζώα,
σκυλιά που γαβγίζουν τις νύχτες
στην αρχή της άλλης πόλης.
Μόνο πρόσεχε τις λέξεις αναρριχώμενα
Μη σε πάρουν κάποιο βράδυ στο λαιμό τους
ή πάρουν εργολαβία το ποίημα
– κι είναι το τελευταίο σου

 

ΑΟΡΑΤΗ

Θα στην έχουν στημένη
οι εντυπώσεις,
οι ήχοι στα αυτιά της πόλης,
τα μπαλκόνια όπου
φυτρώνουν σγουρά κεφάλια.

Στην πλατεία
που στέκεσαι
τίποτα δεν είναι ίδιο-

κάτω από φώτα κίτρινα
τα χέρια που κινούν τα νήματα
κόβουν αέρα και θερίζουν.

Κι αν ακόμα θυμάσαι,
την Εδέμ τη χάσαμε
σε άλλη εφηβεία

δίσεκτη -εκ γενετής-

χωρίς να πούμε λέξη
για τη λόξα του κόσμου,
αυτή την αόρατη γυναίκα
που είχε τα μάτια σου

 

ΤΑ ΚΑΝΟ

Στις έρημες αποβάθρες
οι περαστικοί
δεν ξέρουν κολύμπι.

Πίνουν το αμίλητο νερό τους
διαβάζουν τύχες ναυαγών,
σηκώνουν τα βάρη τους
με φουσκωτό’

Από καιρό σε καιρό
κοιτούν τη θάλασσα
να τρώει τα νησιά της

Μάταια περιμένουν
πλοία σωτηρίας,
καραβίσια φώτα,
σωσίβιες λέμβους

Τους πνίγουν
μια νύχτα ασέληνη
σε κανό
made in China

 

ΆΣΣΟΣ ΣΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

( στο νέο τεύχος του Intellectum…)

Μας πετούσε
τους κύβους της ζάχαρης
στα μάτια,
χαλίκια στο στόμα

ο θυμός τρέφει το βλέμμα
έλεγε,

Μα ποιος φανταζόταν

πριν θάψει στην κοιλιά
την τρέλα του
πως θα έριχνε τις κατάρες
βροχή

 

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ   (2016)

(Δυο αποσπάσματα)

Σύρματα σιωπής

Το πρόσωπο της μοναξιάς απομάκρυνε κάθε νησίδα ασφαλείας κι ας ισχυριζόσουν ότι δε σ’ ένοιαζε. Δε σ’ ένοιαζε στον βαθμό που ξυπνούσες με το κεφάλι σου σαν βαριά πέτρα μετά από άπειρες ώρες στριφογυρίσματος στο σπίτι. Το παρόν το παρακολουθούσες στον τοίχο σε μια φανταστική οθόνη,
σε φάσεις ακατάπαυστης επαγρύπνησης. 0 ύπνος ερχόταν χαράματα, όταν έπεφτες ξερός στο κρεβάτι. Άλλες φορές κατέφευγες σε κάποιο υπνωτικό χάπι για λίγη ξεκούραση, αλλά ούτε τότε ξυπνούσες ευχαριστημένος.
     Μιλούσαμε στο τηλέφωνο, όταν είχε πια ξημερώσει. Από το παράθυρο έριχνες μια κουρασμένη ματιά στην πόλη.
     Μια πόλη πήχτρα που χωράει μισή στο κάδρο, μια πόλη με σπασμένα πλευρά, έλεγες.
     Την αγαπούσες, αφού ζούσες εκεί, σου απαντούσα.
   …

Τα πράγματα που μας συντροφεύουν

Έφτασα στο σημείο με τους χιονανθρώπους.
Γονάτισα μπροστά τους, άρχισα να τους αγγίζω έναν έναν, με τη σκέψη ότι ένα χάδι θ’ απάλυνε τη λύπη από τα πρόσωπά τους.
Με τον δείκτη μου σχημάτιζα φευγαλέα χαμόγελα, να σβήσουν οι πληγές των στομάτων, ν’ ανακουφιστούν. Μου φάνηκε ότι αυτό το άγγιγμα τούς άλλαξε πολύ, γιατί μου έφερε στον νου τον στίχο του αγαπημένου μου τραγουδιού, «πρίγκηπες μιας νιότης τόσο μακρινής», πλάσματα που είχαν γνωρίσει αρχικά τη χαρά και μετά τη λύπη αυτού του κόσμου, σαν αληθινοί άνθρωποι και τώρα είχαν μια πιθανότητα, μια ύστατη ευκαιρία να ξεφύγουν απ’ αυτή.
Τα χέρια μου είχαν ξυλιάσει από το κρύο αλλά δεν μ’ ένοιαζε.
Μια παράταση χαράς, σκεφτόμουν, κοιτάζοντας τον ουρανό. Αυτό χρειάζομαι. Αυτό χρειάζονται όλοι. Μια παράταση.

ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

 

Γιώργος Λίλλης

Η μυθική μέρα, της Λίνας Φυτιλή είναι ένας παράπλευρος κόσμος που συνυπάρχει με την πραγματικό. Τα ποιήματά της, αποκαλύπτουν την αξία του μύθου μέσα στις ατραπούς της καθημερινότητάς μας. Θα έλεγα πως οι στίχοι της είναι ένα μανιφέστο που επιθυμεί να επαναφέρει τον μύθο στη ζωή μας. Παλιότερα ο μύθος έπαιζε σημαίνοντα ρόλο στους ανθρώπους. Πιστεύω πως χάσαμε τον κρίκο εκείνο από την στιγμή που γίναμε πιο πραγματιστές. Ή όταν χάσαμε την παιδικότητά μας και εγκλωβιστήκαμε στην στιβαρή ενηλικίωση. Η Φυτιλή αναζητά τα αίτια γι΄ αυτή την απώλεια:

Τα πρωινά,
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι,
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ,
νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου.

Σπάνια έχω διαβάσει ένα τόσο καίριο ποίημα, που να μιλά για την φυλακή της καθημερινότητας, για τον αγώνα να απελευθερωθούμε από το γίνουμε αντικείμενα. Είναι τραγική η διαπίστωση ότι ζούμε τόσο πεζά, όπου ο χρόνος μας μετατρέπει σε μηδενικά μέσα στην συνεχόμενη επαναλαμβανόμενη κίνηση προς το άγνωστο. Τελικά τι είμαστε; αναρωτιέται η Φυτιλή. Έρμαια των συνθηκών, ή συναισθηματικά όντα που αποζητούν την ελευθερία;

Όταν με τη σειρά σου,
μάθεις να είσαι
με τα πράγματα
κι όχι με τις λέξεις,
τότε
ένας ωκεανός
σε μικρογραφία
πίσω σου,
θα παίζει αμφιταλαντευόμενος
τη σκηνή
όπου οδύνη κι ηδονή
απέχουν
στον τυφλό καθρέφτη σου
Ενός λεπτού σιγή.

Η Φυτιλή πιστεύει στον άνθρωπο. Στην δύναμη των αισθήσεων. Αναζητά το μύθο πίσω από τις έννοιες, το θαύμα πίσω από το μεγαλεπήβολο. Ο σε μικρογραφία ωκεανός στον τυφλό καθρέφτη, όπου μπορείς να φανταστείς ή να ονειρευτείς αυτό που είσαι ή αυτό που θα ευχόσουν να είσαι. Οι στίχοι της, ώριμοι, διαυγείς, δείχνουν ένα δρόμο μέσα στο χάος με το συναίσθημα να παίζει τον κυρίαρχο ρόλο του καθοδηγητή κι όχι η λογική που μας στερεί πολλές φορές να αισθανόμαστε την υπέρβαση στη ζωή μας. Βρίσκω στα ποιήματά της την κατασταλαγμένη σοφία των Σούφι της ανατολίτικης φιλοσοφίας, κι έναν προσεγμένο λυρισμό, χωρίς περιττά στολίδια, που δημιουργούν όχι μόνο εντυπωσιακές ποιητικές εικόνες, αλλά και προσφέρουν, το πιο σημαντικό, ιαματική ομορφιά για όλα αυτά που δεν χάνονται μέσα στο χρόνο και που μας καθορίζουν:

Δεν ξέρω
από που έρχονται
τα χειροκροτήματα,
οι παθιασμένες ζητωκραυγές
απ΄ τον εξώστη, τον ουρανό
από κάποια φυγόκεντρη στροφή
του δρόμου ίσως,
όταν μπαίνω σε μια λίμνη βαθιά
όπου τα νερά είναι κρύα,
οι ήχοι βουβοί
κι η νύχτα, από
χίλιες και μία ζωές αγνώστων

σπαρμένη φώτα δίπλα,
ετοιμάζεται
αναπάντεχα
να εκραγεί.

 

 

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

θΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ

ΝΕΑ 3/7/2016

Θα χρειαστεί κάποια στιγμή να αντιμετωπιστεί σοβαρά μια πάγια ασθένεια των περισσότερων εκδοτικών οίκων να φαντάζονται πως τα οπισθόφυλλα,
των αφηγηματικών ιδιαίτερα βιβλίων, δικαιολογούνται μόνον όταν υπάρχει το
ενδεχόμενο να λειτουργήσουν ως κράχτες. Ανεξάρτητα αν ευθύνεται ο ίδιος
ο συγγραφέας τους ή ένας επιμελητής τους. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, στο
οπισθόφυλλο του βιβλίου διηγημάτων της Λίνας Φυτίλη με τον τόσο επίκαιρο αυτή την στιγμή τίτλο ·<Παράξενο καλοκαίρι»; «Δώδεκα ιστορίες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τα κενά που αφήνουν, για τη συγκυρία που θολώνει την σκέψη, για όνειρα που ξαναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες τους. Παρόν και παρελθόν βαδίζουν χέρι-χέρι πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Άνθρωποι καθημερινοί αναζητούν τρόπους πίσω από σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα για να ανατρέψουν την πορεία της ζωής τους. Ψάχνουν τις αντιστάσεις τους σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».
Καταρχάς αν συνέβαιναν όλα αυτά μέσα στα δώδεκα – κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέροντα – διηγήματα της Λίνας Φυτίλη θα χρειάζονταν τετραπλάσιες το λιγότερο σελίδες σε σχέση με τις 136 που αριθμεί σήμερα το βιβλίο. Και κατά δεύτερο λόγο, δεν θα χρειαζόταν να διαβάσει κανείς τα
οκτώ δέκατα της υπόλοιπης πεζογραφικής παραγωγής του τελευταίου χρόνου, αφού το «Παράξενο καλοκαίρι» θα είχε καλύψει με τη θεματολογία του – όπως καταγράφεται στο οπισθόφυλλο – κάθε άλλη πεζογραφική επιλογή.

Η ανακολουθία

Όσο και αν φαίνεται ηθικής τάξεως προβληματισμός που θα είχε τη θέση του σημειώνοντας κανείς τις επιφυλάξεις του για ένα δοκιμιακό βιβλίο, δεν μπορεί να μην υπογραμμίσει την ανακολουθία ανάμεσα στο βαρύγδουπο της έκφρασης «ψάχνουν (οι ήρωες) τις αντιστάσεις τους σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά» σε σχέση με τις συμπεριφορές τις υλοποιημένες υπό τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα των διηγημάτων. Όπως για παράδειγμα η Ελένη στο «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» ή η Γλυκερία στο «Δίχτυ της μνήμης» ή η χωρίς όνομα ηρωίδα της «Πισίνας» που η συμπεριφορά
τους ακολουθεί μια λογικά φορά – χωρίς αυτά να τις κάνει λιγότερο σημαντικές – με αποτέλεσμα «οι αντιστάσεις σε έναν κόσμο όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά» να φαντάζει σαν ένα ρούχο που αν συμβεί να το φορέσουν θα αισθανθούν ότι γίνονται συναρπαστικές.
Αδυνατεί ωστόσο να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη μιας ατμόσφαιρας σε όλα τα
διηγήματα, που αν συνέπιπτε σε μεγαλύτερο βαθμό με τις κινήσεις των προσώπων που είναι εγκατεστημένα μέσα σε αυτά, το αποτέλεσμα θα ηχούσε πιο φυσιολογικό. Αφού τελικά ένας πεζογράφος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος που διαθλάται μέσα του ο κόσμος ώστε οι ανθρώπινες σχέσεις και η συμπτωματική συνάντηση των ανθρώπων που επιλέγει ως ήρωες του, ή μια συνάντηση που δεν θα συντελεστεί ποτέ, κουμπώνουν ανάμεσα τους με έναν τρόπο που να αποφέρει ένα τελεσίδικο αισθηματικό αντίκρισμα.

Στερεή συρμαγιά

Η αγωνία της Λίνας Φυτίλη να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο ή να μην της ξεφύγει μια πρωτοτυπία που την αισθάνεται να καραδοκεί πίσω από κάθε συμβατική όψη της ζωής την κάνει να μετατοπίζει διαρκώς το κέντρο βάρους στα διηγήματά της και ενώ η συρμαγιά των χαρακτήρων της είναι τόσο στερεή, τελικά μένεις με μια έντονη αίσθηση απορίας ως προς το τι ακριβώς την ενδιαφέρει. Όπως αίφνης στην «Πισίνα» με τον ομοφυλόφιλο Στέφανο που τον ορέγεται η ηρωίδα – έναν άντρα τόσο γοητευτικό που θα μπορούσε
να τον ερωτευτεί κάθε γυναίκα -. ενώ ο ίδιος ερωτευμένος με τον Αλέξη (την
μόνη πληροφορία που έχουμε γι’ αυτόν είναι άτι φοράει ένα αποκαλυπτικό μαγιά) έχει ως αποτέλεσμα το διήγημα να μένει κυριολεκτικά στον αέρα. Εκτός και αν ως «τέλος» του διηγήματος μπορεί να θεωρηθεί ο πνιγμός του Στέφανου – χωρίς πάλι να διευκρινίζεται αν πρόκειται για αυτοκτονία ή για έγκλημα – με το έμμεσο επιμύθιο πως ό,τι αγαπάει κανείς μεταβάλλεται τελικά σε έναν θανάσιμο βρόχο – ο Στέφανος κυριολεκτικό λάτρευε το
υγρό στοιχείο. Με μια άλλης τάξεως και ποιότητας μετατόπιση βάρους στο «Δίχτυ της μνήμης» καθώς φυσιολογικότερη θα φαινόταν η ομολογία όσον αφορά την ερωτικά συγκίνηση που προκαλεί η ανάμνηση ενός στιβαρού Κρητικού στην ηρωίδα σε σχέση με το επίμονο οε όλο το διήγημα αντιφέγγισμα της ίδιας και μιας φίλης της στην τζαμαρία ενός τσιπουράδικου.
Θα ήταν αδικαιολόγητο να ζητά κανείς από έναν πεζογράφο την ύπαρξη ενός συγχρόνου προβληματισμού, φτάνει όμως να μην τον έχει υπαινιχθεί ο ίδιος. Διαφορετικά ακόμα και η μνεία για την αγωνία
που αισθάνεται ένας ήρωας ότι ενδέχεται να απολυθεί θα απέτρεπε το διήγημα να πάρει τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου ή ένας άντρας που σωριάζεται νεκρός στον γκισέ της εφορίας να μεταβάλλεται σε παρωνυχίδα στην εξέλιξη μιας καθ’ όλα ενδιαφέρουσας ιστορίας.

 

 

ΡΑΝΙΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΡΗ

Η παρούσα συλλογή 12 διηγημάτων είναι το τέταρτο λογοτεχνικό έργο της εκπαιδευτικού Λίνας Φυτιλή (γενν. 1974, Λάρισα). Προηγήθηκε η νουβέλα Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (Καστανιώτης, 1997), το μυθιστόρημα Τώρα είναι αργά (Απόπειρα, 2011) και η ποιητική συλλογή Μυθική μέρα (Ενδυμίων, 2014).

Κάθε διήγημα της εν λόγω συλλογής αποτελεί έναν διαφορετικό, οικείο όμως κόσμο. Όλες οι ιστορίες, εκτός από τον «Αράπη», διαδραματίζονται στο σήμερα ή ανάμεσα στο σήμερα και το χθες, με τη συγγραφέα να μπαινοβγαίνει με άνεση στη γυναικεία και την ανδρική ψυχολογία, αφού στις μισές ιστορίες ο κύριος χαρακτήρας ανήκει στο ανδρικό φύλο –αγόρι, νέος ή άντρας– και στις υπόλοιπες στο γυναικείο –κορίτσι, κοπέλα ή γυναίκα–, άνεση που παρατηρείται και στα διαφορετικά ηλικιακά τους γνωρίσματα.

Το πρώτο διήγημα, «Τα σεντονάκια», μια γλυκόπικρη ιστορία θερινής ανεμελιάς που εξελίσσεται σε θλίψη αποχωρισμού, μας εισάγει στο ύφος που χαρακτηρίζει εν γένει τη συλλογή· ύφος νοσταλγικό αλλά στέρεο, οικείες εναλλασσόμενες εικόνες, που συνήθως κλιμακώνονται επιφυλάσσοντας μια έκπληξη για το τέλος της ιστορίας, γνώριμοι ήχοι που σβήνουν με τρόπο απροσδόκητο, καθώς: «Στα όνειρα, όλα επιτρέπονται. Είχαμε κι εμείς όνειρα κάποτε, τραγούδια που αγαπούσαμε και τα ψιθυρίζαμε κλεφτά. Επιθυμίες, που τις κατάπιαν οι εποχές» («Ο Αράπης», σελ.28).

Ιστορίες διαχρονικής αγάπης μπλέκονται με ιστορίες διαχρονικής, πολυεπίπεδης προδοσίας, ιστορίες ανοιχτές σε ερμηνείες, που κορυφώνονται σ’ ένα εξίσου ανοιχτό ερμηνευτικά τέλος: «Ελευθερία και έρωτας. Δεν είναι εύκολο να συνυπάρξουν», λέει αυτή. «Εμείς βρήκαμε έναν τρόπο», λέει αυτός (σελ.35). Αξιοσημείωτη θεματική ποικιλία, καθώς το ενδιαφέρον της συγγραφέως εστιάζεται και στην ψυχολογία του νεαρού μετανάστη, στην ανάγκη του νέου ανθρώπου να νιώσει αποδεκτός, στην έννοια της πατρίδας, που ίσως για κάποιους να είναι εξίσου ρευστή με την επιφάνεια μιας λίμνης («Μια πατρίδα για τον Σεργκέι»).

Κοινός άξονας σε κάποιες ιστορίες είναι το άρπαγμα από τις αναμνήσεις του παρελθόντος για την αντιμετώπιση του σκληρού παρόντος («Τα πράγματα που μας συντροφεύουν», «Το δίχτυ της μνήμης»). Σε κάθε περίπτωση, οι χαρακτήρες προσεγγίζονται από άλλη σκοπιά και τα διηγήματα δομούνται με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο έντεχνα παρουσιάζονται οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην καθημερινότητα ανθρώπων πάνω στην ακμή τους, που έχουν ζήσει και νοσταλγούν μιαν αλλιώτικη ζωή.

Στο διήγημα «Η πισίνα» παρατηρείται ύφος πιο αποσπασματικό, και πάλι όμως η εποχική δουλειά, ο εποχικός έρωτας και ο εποχικός πόθος κλιμακώνονται σε μια κατάσταση ζοφερή, που ασφαλώς και δεν είναι εποχική, έρχεται όμως αμέσως μετά η ιστορία «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» για να προσφέρει στον αναγνώστη τη δροσιά και την αισιοδοξία της άνοιξης. Το «Παράξενο καλοκαίρι», που δανείζει τον τίτλο του σε όλο το έργο, είναι πράγματι το πιο παράξενο διήγημα της συλλογής. Και πάλι, έχουμε μια ιστορία ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες – από την πιο αθώα, εφηβική, αν και παραληρηματική, εκδοχή, έως τη μεταφυσική προσέγγιση ενός υπεραισθητού κόσμου.

Η Λίνα Φυτιλή, κατέχοντας τα μυστικά της μικρής φόρμας, παρουσιάζει δώδεκα καλοδομημένα διηγήματα διαφορετικών καταστάσεων και χαρακτήρων, τα οποία, είτε συνδέονται εσωτερικά μεταξύ τους είτε όχι, αποτελούν ένα αρμονικό σύνολο, στον κόσμο του οποίου αξίζει να περιηγηθεί κανείς.

 

 

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ

Αυτό που σε στοιχειώνει

Αυγή 7/6/2016

«Τι είναι αυτό που σε στοιχειώνει;» αναρωτιέται ο Σεργκέι κολυμπώντας μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης, αυτής της ρευστής επιφάνειας, που αντιπροσωπεύει τη μόνη πατρίδα.

Στοιχειωμένοι, άνθρωποι που κατοικούνται από φαντάσματα, είναι στο σύνολό τους οι ήρωες των δώδεκα διηγημάτων υπό τον τίτλο «Παράξενο καλοκαίρι» της Λίνας Φυτιλή.

Η έντονα νοσταλγική διάθεση του πρώτου διηγήματος δίνει τη θέση της στον σπαρακτικό «Αράπη» και «στις επιθυμίες που τις κατάπιαν οι εποχές». Στο αμέσως επόμενο, η «Παρείσακτη» εγγονή παρακολουθεί έναν ανεκπλήρωτο έρωτα της συνονόματης γιαγιάς της και επιλέγει να δραπετεύσει από «τα όρια του δωματίου, τα σχήματα, τα χρώματα, τις θηλιές των σωμάτων» σε ένα ωραίο ονειρικό φινάλε. Η έξωση, αποτέλεσμα της ανεργίας, οδηγεί τον ήρωα στο διήγημα που ακολουθεί, βλέποντας «όλα τα όνειρά του να βγαίνουν στο σφυρί», να διανυκτερεύει σε ένα γιαπί και δίνει τη δυνατότητα στη συγγραφέα, με πινελιές ευαισθησίας σε έναν πίνακα ανθρώπινων διαστάσεων, να διηγηθεί μια τρυφερή ιστορία φιλίας και αλληλεγγύης.

Διαβάζοντας το «Δίχτυ της μνήμης», ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής, αρχικά είχα την εντύπωση πως παρακολουθούσα ταινία μικρού μήκους: η βροχερή πόλη, οι θολές αντανακλάσεις των σωμάτων στα τζάμια, οι σιωπές, ο χορός του Κρητικού. Στη συνέχεια ήμουνα ή θα ήθελα να ήμουνα κι εγώ μέλος της παρέας των δύο γυναικών, να καθόμουνα μαζί τους, με ένα ποτήρι τσίπουρο και λίγο μεζέ, παρατηρώντας τη βροχή να βρωμίζει τα τζάμια, άλλη μια «Κουρασμένη γυναίκα που αγαπάει το παρελθόν της», συμβιβασμένη με την ιδέα πως «Καμιά αδικία δεν διορθώνεται όταν όλα έχουν τελειώσει». Στην «Πισίνα» ο ανεκπλήρωτος έρωτας που βασανίζει την ηρωίδα την αφήνει στο τέλος με άδεια χέρια να σκέφτεται «τον τιποτένιο θεό που πέρασε από δίπλα της και μετά εξαφανίστηκε».

Στο «Μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» η μοναχική ηρωίδα αφήνεται τελικά να παρασυρθεί από μια μοιραία συνάντηση. Στο ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα, τα όρια της εφηβικής φαντασίας -η πάλη με την πλήξη, με άλλα λόγια- συγχέονται με την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα «την υπέρβαση κάθε λογικής». Στα εξαιρετικά «Σύρματα σιωπής», η ερωτική ένταση περνάει μέσα από τα τηλεφωνικά σύρματα και καταλήγει σε μια τελεσίδικη σιωπή. Στο «Σπίτι» ζωντανεύει το παρελθόν -με όλη την αμφισημία του- και διαφαίνεται το μέλλον μέσα στην αποτύπωση του παρόντος. Στο «Βλέμμα», ένας «αόρατος, αθόρυβος» άνθρωπος καταλαβαίνει πως το μεγαλύτερο ταξίδι είναι αυτό «στη χώρα των ματιών».

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πνευματική οκνηρία, έλλειψη παράδοσης στο μυθιστόρημα, θέμα ιδιοσυγκρασίας ή ό,τι άλλο, πάντως τα τελευταία αρκετά χρόνια η ενασχόληση πολλών συγγραφέων, παλαιότερων αλλά και νέων, με τη μικρή φόρμα, δίνει άρτιες συλλογές διηγημάτων που πολλές από αυτές είναι μικρά κομψοτεχνήματα. Μια τέτοια είναι και το «Παράξενο καλοκαίρι» της Λίνας Φυτιλή. Πεζογράφος χαμηλής φωνής, με θητεία όμως και στην ποίηση, κάτι που ανιχνεύεται στην πυκνότητα των νοημάτων που έχουν οι φράσεις της. Φράσεις λιτές με μεγάλη υφολογική σαφήνεια. Ο τόνος της αφήγησης είναι αποστασιοποιημένος και κάπως απρόσωπος, με έντονο συγκινησιακό έλεγχο, δημιουργώντας μια ψευδή εντύπωση πως είμαστε αντιμέτωποι με μια ασάλευτη επιφάνεια. Όταν όμως μπει κανείς στον κόσμο της Φυτιλή -έναν κόσμο συναίνεσης για τη μοίρα του ανθρώπου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό-, βιώνει τη συγκίνηση σαν ένα μικρό κλονισμό, σαν το κέντρισμα ενός βέλους που σε βρίσκει στην καρδιά και δοκιμάζει τα όρια του ανθρωπισμού σου. Το μεγάλου ατού της συγγραφέως είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα δίχως περιττά στολίδια, που, φαινομενικά χωρίς προσπάθεια, αλλά με τις κατάλληλες λέξεις στη σωστή σειρά -πράγμα που απαιτεί πολλή προσπάθεια- αναδεικνύει το βάθος και την ένταση των ιστοριών της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

(Οδός Πανός)

Πεζογραφικές περιδιαβάσεις εντός των πλαισίων (κι ενίοτε στα όρια) του πολιτικώς ορθού. Ψυχισμοί και οντότητες, νοοτροπίες και υπερβάσεις (ή έστω απόπειρες υπερβάσεων), χαρμολύπη μη πεισιθάνατος. Η συγγραφέας Λίνα Φυτιλή γνωρίζει καλώς την τέχνη να κρούει στο θυμικό του αναγνώστη τις αρμονίες εκείνες που τον αναγκάζουν στην ενσυναίσθηση. Είναι όπως η αυτόματη αντίδρασή μας στα περιστέρια με τη σπασμένη φτερούγα που τα λιώνουν τα βιαστικά ταξί στις λεωφόρους της αναλγησίας. Ως παιδαγωγός, η λογοτέχνιδα επιδιώκει την ευαισθητοποίηση τρυφερών ψυχών, ή (για να μην είμαστε πιο ακριβείς) τη μη σκλήρυνση των ήδη ευαισθητοποιημένων. Είναι σαν το αναμνηστικό εμβόλιο του τετάνου, σαν τον αντιλυσσικό ορό, σαν τον αντιοφικό ορό, που μας βοηθάνε να μεταβολίσουμε τον θυμό και την οργή σε δημιουργικά αισθήματα αρωγής στον πλησίον. Ναι, αυτό είναι το μήνυμα που υποφώσκει κάτω από αυτά τα σύντομα πεζά: «αγαπάτε αλλήλους», αγαπάτε τον εαυτό σας, αγαπάτε τη μνήμη, ακόμα κι αν «όπου και να την αγγίξεις πονεί» (όπως καλά πόνεσε ο Σεφέρης). Συμφιλίωση με το παρελθόν, για να αντέξουμε το παρόν και να πορευτούμε στο μέλλον, νομοταγείς κι αναλλοίωτοι, συμβιβασμένοι με τον κόσμο, ειρηνεμένοι με τον εαυτό μας, γαληνεμένοι βαθιά μέσα στην ψυχή μας. Μια γλυκόπικρη γεύση αφήνει στην αισθητική μνήμη η ανάγνωση αυτών των πονημάτων της Λίνας Φυτιλή. Επιλέγει να μιλάει άλλοτε μέσα από ανδρικά κι άλλοτε μέσα από γυναικεία προσωπεία, εναλλάξ, συνήθως σε πρώτο πρόσωπο και σπανιότερα σε τρίτο ενικό. Ανθρωπιά, ανθρωπισμός, ουμανιστικά ιδεώδη, όλα αυτά που ενδυνάμωσαν την Εκπαίδευση από τον Διαφωτισμό και μετά, στην πλέον λογοτεχνικώς επεξεργασμένη μορφή τους. Οι ιστορίες δώδεκα, όσοι και οι απόστολοι του Χριστού.

Ας ακούσουμε όμως την ίδια την καλή συγγραφέα: «Κουνάω το κεφάλι και σκέφτομαι ότι μπορεί αυτές οι ιστορίες να είναι γέννημα-θρέμμα της φαντασίας της, ότι τις κατεβάζει από το μυαλό της, μόνο και μόνο για να μ’ εντυπωσιάσει. Αλλά δεν είμαι σίγουρη. Έτσι δεν λέω τίποτα, ρίχνω μια ματιά στον σκοτεινό δρόμο, στην πινακίδα απέναντι, που με το ζόρι ξεχωρίζει πια, στις φιγούρες μας που αχνοφέγγουν στο τζάμι και στις ξεχειλωμένες σκιές μας που απλώνονται στο δωμάτιο. Για μια στιγμή νομίζω ότι είναι οι πλασματικές μορφές άλλων ανθρώπων, προγόνων από το παρελθόν, που μας επισκέφθηκαν απόψε, έτσι για να πάρουν μια ιδέα από τον σύγχρονο κόσμο και ν’ ακούσουν τις κουβέντες μας, να δουν αν σκεφτόμαστε καθόλου τα περασμένα ή τα ‘χουμε ξεχάσει».

 

 

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

thinkfree

Με ματιά τρυφερή και ταυτόχρονα νοσταλγική υπογράφει τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Παράξενο καλοκαίρι» η Λίνα Φυτιλή, που κυκλοφορεί από τις εκδ. Εστία. Συνδετικός ιστός των διηγημάτων αυτών η ανθρώπινη μοίρα. Η σχέση του ανθρώπου με το χρόνο και τις αλλαγές που φέρνει στη ζωή. Το ξόδεμα και το στοίχειωμά του, η νοσταλγία για ό,τι έφυγε και θα χαθεί. Αλλά και η μνήμη ως προσδιοριστικός παράγοντας ενδοσκόπησης.

Η Φυτιλή καταθέτει ένα αφηγηματικό κολάζ για την ανθρώπινη συνείδηση και ταυτόχρονα οδηγεί τους ήρωές της στα μονοπάτια της αυτογνωσίας, εκεί όπου θα ανακαλύψουν εκ νέου τον πραγματικό τους εαυτό. Χαμένες επιθυμίες, ανεργία, ανεκπλήρωτοι έρωτες, αντανακλάσεις συναισθημάτων πάνω στο χρόνο, συμβιβασμένες συνειδήσεις. Στοιχεία που συγκροτούν την αφηγηματική ροή των διηγημάτων και γίνονται η αφορμή για να αναλογιστεί ο αναγνώστης πόσο αλώβητος παραμένει ο άνθρωπος μέσα στην πορεία του χρόνου, πόσα όνειρα χάνει ή συμβιβάζεται να σταματήσει να κάνει.

Διηγήματα γραμμένα μελωδικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι τρυφερή και αισθαντική. Η εκφραστική της ροή δίνει μια δύναμη στα κείμενά της, όπως συμβαίνει στο εξαιρετικό «Δίχτυ της μνήμης», κάνοντάς τα να μοιάζουν σκηνές από κινηματογραφική ταινία. Η συγγραφική της ευαισθησία αυξάνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, καθώς φέρνει στο φως όλο το συναισθηματικό ορίζοντα των απωλεσμένων ονείρων των ηρώων. Και τότε τους στήνει αντιμέτωπους μαζί του και ο αναγνώστης βλέπει την προσωπική τους πάλι με το τέλος της δικής τους εποχής.

Σημαντικές είναι και οι σιωπές των ηρώων. Η Φυτιλή τις χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη μαεστρία. Η ερωτική ανάγκη που κρύβει η φωνή όταν περνά μέσα από τα σύρματα του τηλεφώνου. Οι κρυμμένες εντάσεις πάνω στη θολή αντανάκλαση του σώματος στο τζάμι. Το θολό τοπίο μιας μαραμένης ψυχής που ακροβατεί στο μεταίχμιο της συνειδητοποίησης του ασύνειδου, «μια Δευτέρα γεμάτη άνοιξη» και ο ορίζοντας των τυχαίων, των απροσδόκητων συναντήσεων. Ο αόρατος θόρυβος που κάνει ένα τυχαίο βλέμμα. Όλα όσα συνομολογούν τη χαμένη αθωότητα ενός ανθρώπου που αναμετράται με τις φιλοδοξίες, τις ανάγκες, τα όνειρά του συναρμολογημένα σε μια τρυφερή συλλογή διηγημάτων που γίνεται η αφορμή για την προσωπική ενδοσκόπηση του ίδιου του αναγνώστη.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών 29/5/2016

Το Παράξενο καλοκαίρι είναι το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της Λίνας Φυτιλή∙ έχουν προηγηθεί: η νουβέλα Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (1997), το μυθιστόρημα Τώρα είναι αργά (2011) και η ποιητική συλλογή Μυθική μέρα (2014). Το βίωμα από πρώτο αλλά και από δεύτερο χέρι∙ όσα ζούμε και όσα μας λένε οι άλλοι ότι ζήσανε: μια γιαγιά, μια νονά, ένας συνάδελφος, ένας φίλος.

Παιδιά που παίζοντας στην αυλή ατενίζουν τα καράβια και μαθαίνουν τη ζωή∙ ένας σκύλος που τον σκοτώνουν και ζωντανεύει στο όνειρο∙ μια εγγονή που, ακροβατώντας ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, παρακολουθεί αθέατη την κρυφή ζωή της συνονόματης γιαγιάς της∙ ένας απολυμένος άνεργος και άστεγος στην απάνθρωπη πόλη ζητά «μια παράταση χαράς» μέσα στο χιόνι ή στη μυρωδιά από τα ζεστά κάστανα∙ άνθρωποι που θυμούνται τα παλιά και βρίσκουν διέξοδο «σ’ ένα παρόν με μετρημένες διαστάσεις», όπως η Γλυκερία στο εξαιρετικό «Το δίχτυ της μνήμης»∙ άνθρωποι που βολεύονται σε εποχικές δουλειές και μετά, βουτηγμένοι στην ανασφάλεια, ξημεροβραδιάζονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας∙ δύο πρώην ερωτευμένοι που εκτονώνονται με μακρόπνοα πρωινά τηλεφωνήματα∙ πατρικές κληρονομιές που βγαίνουν στο σφυρί∙ βλέμματα που μόλις θητεύσεις στο αλφαβητάρι τους σε ταξιδεύουν σε βάθη και ύψη, αυτός είναι ο κόσμος και οι συνθήκες που απομονώνει η συγγραφέας, η οποία καταγράφει το παρόν, επιστρέφει στο παρελθόν και ψάχνει το μέλλον των ηρώων της.
Η ποιότητα των ιστοριών είναι άνιση, κάποια με υψηλό τον πήχη, όπως το «Μια πατρίδα για τον Σεργκέι», «Το βλέμμα» ή «Το δίχτυ της μνήμης», άλλα επαρκώς καλά, τα περισσότερα, και κάποια αδύναμα, όπως το ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα.

Η εντύπωσή μου είναι ότι η Φυτιλή, χειριζόμενη με άνεση τον λόγο, αποδίδει καλύτερα στην απλή αφήγηση∙ όταν επιχειρεί να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα ενισχύοντας το μερίδιο της φαντασίας, χάνει λίγο τον στόχο. Πρόκειται πάντως για γραφή αισθαντική και τρυφερή, που παρακολουθεί με ματιά διεισδυτική τον γύρω και τον μέσα κόσμο των ηρώων της.

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

 

Αριθμώ τα μέρη του βιβλίου: δώδεκα στο σύνολο διηγήματα ενταγμένα σε ενιαία συλλογή υπό τον αδέξιο – κατά την αντίληψή μου – τίτλο του ενός και όχι πιο χαρακτηριστικού διηγήματος και υπό τη μορφή μιας αρκετά καλαίσθητης από όλες τις απόψεις – αν μου επιτρέπεται το σχόλιο – έκδοσης. Ο λόγος για τη νέα συλλογή της Λίνας Φυτιλή, «Παράξενο Καλοκαίρι», τρίτο στη σειρά πεζογραφικό έργο της ύστερα από το μυθιστόρημα «Τώρα είναι αργά» (εκδ. Απόπειρα, 2011) και τη νουβέλα «Οι νύχτες της άχρωμης Κιμωλίας (εκδ. Καστανιώτης, 1997).
Αν υπάρχει κάτι ενιαίο στην πολυθεματική εστίαση της συγγραφέα, έχει να κάνει με την εμμονή της στο ήσσον: η ανθρώπινη απουσία περιγράφεται σαν άδειο σεντόνι, η απώλεια της παιδικής αθωότητας σκιαγραφείται σαν σαλεμένος σκύλος, οι πληγές του παρελθόντος γίνονται τηλεφωνικές σιωπές, η βία της ανεργίας αποδίδεται με τη μορφή άδειου βλέμματος και η αποκοπή από το παρελθόν εξιστορείται μέσα από την πώληση της πατρικής οικίας. Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας χωρίς να υποτιμά το γενικό περίγραμμα του μείζονος καταφέρνει να αποδίδει πιο πυκνούς και πολλαπλασιασμένους τους κραδασμούς του, κλείνοντάς τους σε ό,τι φαινομενικά μοιάζει να είναι ήσσονος σημασίας.
Μια παράλληλη κίνηση που παρατηρώ είναι η ανεπαίσθητη μετακίνηση από ό,τι παρουσιάζεται σαν κεντρικό θέμα σε κάτι άλλο, με την εξής διαδικασία: υπάρχει ένας βασικός θεματικός άξονας που ξετυλίγεται. η αφήγηση τον απλώνει για να εμβαθύνει εντός του. με την τεχνική της προσήμανσης αναδεικνύεται μία από τις πτυχές του. στο τέλος τούτη η πτυχή εδραιώνεται. Έτσι, το θέμα στο «Σπίτι» μετατοπίζεται από την πώληση του πατρικού στην αδελφή, το θέμα στην «Παρείσακτη» μετατοπίζεται από το ζευγάρι των ηλικιωμένων στον απρόσκλητο ωτακουστή, το θέμα στα «Πράγματα που μας συντροφεύουν» μετατοπίζεται από τον άστεγο στις χειρονομίες αλληλεγγύης. Η απόσταση που εξασφαλίζεται μέσα από αυτήν ακριβώς τη μετακίνηση διευκολύνει τη συγγραφέα να ανιχνεύσει, να αφουγκραστεί και να ψηλαφίσει πιο αβίαστα, πιο στοχαστικά και το αρχικό θέμα και τις επιμέρους παραφυάδες του, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να φέρει το στοιχείο της ολοκλήρωσης.
Ένα τρίτο γνώρισμα αφορά τα αφηγηματικά και γλωσσικά μέσα. Δίχως να υποτιμώνται η αφήγηση και η γλώσσα φαίνεται να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στη γραφή της Φυτιλή, που θέτει σε προτεραιότητα το καθαυτό υλικό της αφήγησης. Μπορεί ο ίδιος – αν έχει κάποια σημασία αυτό – να διαφωνώ με τούτη την αισθητική επιλογή αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ παρά να επισημάνω ένα πειστήριο ωριμότητας: ότι δηλαδή στην περίπτωση της Φυτιλή η τέτοιου είδους χρήση της αφήγησης και της γλώσσας αποβαίνει προς όφελος του συνολικού αποτελέσματος, αφού υπηρετεί με συνέπεια τον σκοπό της συγγραφέα προβάλλοντας το συμβάν, την ιδέα, τη μνήμη, δίχως να τα αποσκεπάζει με εκφραστικές πιρουέτες και αφηγηματικούς πειραματισμούς.
Από την άλλη, εδώ αναγνωρίζω τη βασική αδυναμία της συλλογής. Αναφέρομαι στην αίσθηση συμβατικότητας που αποπνέει η αφήγηση, τον διεκπεραιωτικό χαρακτήρα που έχει η γλώσσα σε κάποια σημεία (κυρίως στα διαλογικά μέρη), την πλαδαρότητα στην πλοκή και τα αφηγηματικά κλισέ που απαντώνται σε ορισμένα διηγήματα.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι κατηγορητικός στην τελική μου θέση: το «Παράξενο Καλοκαίρι» είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική πρόταση γι’ αυτό το έτσι και αλλιώς παράξενο – από πολλές απόψεις – καλοκαίρι που έρχεται. Προς επίρρωση επικαλούμαι τα «Σεντονάκια», τον «Αράπη», τα «Σύρματα σιωπής», την «Πισίνα», το «Σπίτι» και κυρίως «Το βλέμμα».

 

 

Διονύσης Μαρίνος

Άνθρωποι εν κενώ

Το παρελθόν είναι ένα γυμνό καλώδιο που κάποιες φορές το πιάνεις με χέρια υγρά. Καμιά φορά και το παρόν την ίδια επίδραση έχει στους ανθρώπους. Τίποτα δεν θάβεται για πάντα, τίποτα δεν μένει απείραχτο από το νόμο της μεταβλητότητας. Πράγματα που έγιναν ή δεν έγιναν. Αγγίγματα που δεν δόθηκαν στο σωστό χρόνο ή δεν δόθηκαν καθόλου. Κουβέντες που έμειναν σφραγισμένες στην κλειστή δέσμη των δοντιών. Κάπως έτσι φτιάχνονται τα «κενά» των ανθρώπων. Κάπως έτσι πέφτουν μέσα.
Οι άνθρωποι της Λίνας Φυτιλή, στα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Παράξενο καλοκαίρι» καλούνται να διαχειριστούν τα όνειρα που δεν ευοδώθηκαν, τις στιγμές που έχασαν, την ίδια τη θέση τους μέσα στη ζωή: τη δική τους των άλλων. Πρόκειται για μια διευθέτηση που ξεπερνάει τη χρονική αλληλουχία μιας ζωής (παρελθόν-παρόν-μέλλον) και συντάσσεται από την ανάγκη τους για αξιακή πραγμάτωση. Τι κράτησαν από τη μοίρα τους; Τι διασώθηκε από το σάρωθρο του χρόνου; Ποιο σώμα άντεξε τις κακουχίες της ζωής; Ποιο ζητάει λίγες ακόμη ακριβές αισθήσεις; Κι όλα αυτά με μια ήρεμη αποδοχή σαν κι αυτή που συναντάμε στα διηγήματα της Άλις Μάνρο. Στα διηγήματα της Φυτιλή δεν συμβαίνουν εμπρηστικές εκρήξεις, ούτε θυμικές αντανακλάσεις. Είναι σαν να βλέπεις μια πρόσκαιρα αρυτίδωτη επιφάνεια που φτάνει ένα μικρό πετραδάκι να της προκαλέσει ομόκεντρους κύκλους. Μέσα σε αυτούς κινούνται οι ήρωες: σπειροειδώς, ακαταπόνητα, μακρόθυμα, επιφανειακά ατάραχοι, εσωτερικά, όμως, ζωσμένοι από τα δεσμά που τους καθορίζουν.
Η λυρικότητα των κειμένων είναι ευδιάκριτη, αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με τον μελίρρυτο λυρισμό της ωραιοποίησης (ειδικά του παρελθόντος), αλλά της αποδοχής. Επειδή ακριβώς οι ήρωες της Φυτιλή δεν κραδαίνουν κάποια απόφαση για ριζικές αλλαγές, ούτε επιθυμούν να φέρουν τα πάνω κάτω, δείχνουν αποφασισμένοι να τακτοποιήσουν της μοίρας τις αποφάσεις όπως τους έρχονται. Η γλώσσα είναι λιτή, σχεδόν υλική, ακόμη και όταν μεταφέρει κρούσεις, χρώματα και μνήμες από το παρελθόν. Ο καθαρμός σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υποσημειώνονται με βαρύ φορτίο λέξεων, αλλά με ισόποση, από τη μεριά της συγγραφέα, λιτότητα ύφους και προθέσεων.
Από τη δωρική έως την κινηματογραφική οπτική, η Φυτιλή μοιάζει πλέον περισσότερο ώριμη να διαχειριστεί το υλικό της και να δώσει πνοή στους ήρωές της. Η σχετικά πρόσφατη θητεία της στην ποίηση (με μια συλλογή στην οποία πνέει παρόμοιος άνεμος) δείχνει να της έδωσε τη δυνατότητα να αφαιρεί προσθέτοντας ό,τι πραγματικά χρειάζεται.
Από τα δώδεκα διηγήματα παρελαύνουν άνθρωποι της καθημερινότητας, της βιοπάλης, αλλοτινών καιρών, σε αθηναϊκό ή επαρχιακό περίγραμμα. Άνθρωποι που τους ξέρουμε και μας ξέρουν μόνο που τους βρίσκουν σε απομαγευτικές στιγμές ή σε άλλες που πρέπει να διαχειριστούν τα ζύγια της ζωής τους. Άρα, τους βρίσκουμε σε στιγμές κρίσιμες και καθοριστικές.

Από τα δώδεκα διηγήματα αυτό που ξεχωρίζει είναι το «Δίχτυ της Μνήμης», ίσως διότι μπορεί να λειτουργήσει και ως σενάριο σε ταινία μικρού μήκους. Έχει την απαραίτητη κινηματογραφική οπτική δημιουργώντας εικόνες με γκρο πλαν και περάσματα από χώρους και πρόσωπα. Από την άλλη, το πιο υποβλητικό, σπαραχτικά ανθρώπινο, είναι το διήγημα «Παρείσακτη» όπου ένα νέο κορίτσι παρακολουθεί το ερωτικό ξανασμίξιμο της γιαγιά της με τον εραστή της νεότητάς της. Ένας έρωτας που δεν βρήκε απάγκιο εμφανίζεται στην «Πισίνα» και η απουσία ολοκληρώνεται μέχρι τέλους. Ο «Αράπης» και τα «Σεντονάκια» φέρνουν μνήμες από άλλες εποχές και κινούνται μεταξύ νοσταλγίας, αλλά και πικρής ενθύμησης. Το «παράξενο καλοκαίρι» που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής επικεντρώνεται στο διχασμό μιας κοπέλας όπου το τέλμα της καθημερινότητας διαχέεται μέσα στην αχαλίνωτη φαντασία. Στα «Σύρματα σιωπής», το ερωτικό παίγνιο είναι… καταδικασμένο να ακουστεί και όχι να σωματοποιηθεί. Διαμεσολαβητής είναι ένα τηλέφωνο, άρα και ο φόβος του κενού και της σιωπής – όπως και συμβαίνει. Το «βλέμμα» έχει την κυριολεκτική και μεταφορική έννοιά του για έναν άνθρωπο που δεν έχει ιδιότητες, όπως ο πρωταγωνιστής του συγκεκριμένου διηγήματος. Όλα συμβαίνουν μέσα από αυτά που καταγράφουν τα μάτια. «Στη χώρα των ματιών», όπως εύγλωττα αναφέρεται.
Υπάρχουν στιγμές μέσα στα διηγήματα όπου οι πιο σημαντικές δράσεις είναι όταν δεν γίνεται τίποτα. Αυτή η στατικότητα έχει ποιητική και υποβλητική εκφορά. Είναι το αποτέλεσμα μιας παραδοχής ή ίσως μια ήττας στα σημεία για τους ανθρώπους που βρίσκονται εν κενώ.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στην Καθημερινή, στον Ηλία Μαγκλίνη. (5 Ιουνίου 2016)
500 λέξεις με τη Λίνα Φυτιλή

Ποια βιβλία έχετε αυτό τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Αυτό τον καιρό διαβάζω το μυθιστόρημα «Καρδιά τόσο άσπρη» του Javier Marias και το βιβλίο «Εξι Ευρωπαίοι ποιητές», σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ισαρη.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ για την αινιγματική της αθωότητα και τη ροπή της προς την περιπέτεια.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Αντόνιο Ταμπούκι έχω την αίσθηση πως θα κάναμε καλή παρέα. Με τον Δημήτρη Πετσετίδη, παρά τη διαφορά ηλικίας μας, μου αρέσει πάντα να συζητάω μαζί του.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

Δεν θυμώνω με βιβλία. Αν κάποιο δεν μου αρέσει, το αφήνω στην άκρη.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Με συγκίνησε το βιβλίο «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» του Alejandro Zamba από τις εκδόσεις Ικαρος. Επίσης τα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού «Επείγουσα ανάγκη ελέου», που τα διάβασα αρκετές φορές.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;

Δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ.

Τι είναι το «Παράξενο καλοκαίρι»; Βρίσκεται κάπου εκεί έξω ή μέσα μας;

Είναι η ανάγκη να δραπετεύεις από έναν σίγουρο κόσμο σε μια πιο υπεραισθητή εκδοχή του. Ο τρόπος να υπερβαίνεις μια αδυσώπητη καθημερινότητα. Ολα υπάρχουν μέσα μας και γύρω μας. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε μια δική μας μεταφυσική, αλλά να παρατηρήσουμε γύρω μας.

Σας ενδιαφέρει η σύντομη φόρμα στην πεζογραφία και ειδικά η διηγηματογραφία;

Με ενδιαφέρει πολύ το διήγημα, όπως και η ποίηση. Τα μικρότερης έκτασης μυθιστορήματα. Οι γρήγοροι ρυθμοί της ζωής, ο καταιγισμός των πληροφοριών, ο κόσμος που γίνεται ολοένα πιο αποσπασματικός, οδηγούν με τον καιρό σε αφηγήσεις πιο περιεκτικές και σύντομες.

Εχετε fb, twitter; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;

Εχω μόνο fb. Το χρησιμοποιώ με μέτρο. Είναι ένα χρήσιμο μέσο ενημέρωσης και επικοινωνίας, ιδίως όταν ζεις στην επαρχία. Φροντίζω, πάντως, να μη με αποσπά από τα ενδιαφέροντά μου.
Έντυπη

Συνέντευξη: Πηνελόπη Πετράκου

Culture Now: Στο εξώφυλλο του βιβλίου βλέπουμε το έργο «Μαρία» του Βασίλη Σελιμά. Πώς έγινε η επιλογή;

Λίνα Φυτιλή: Μου αρέσει πολύ η δουλειά του Βασίλη. Όταν είδα αυτό το έργο, ακαριαία σκέφτηκα ότι θα ήθελα να είναι το εξώφυλλο του νέου μου βιβλίου. Του το πρότεινα κι εκείνος δέχτηκε με χαρά.

C. N.: Στο διήγημα «Το δίχτυ της μνήμης» η Γλυκερία είναι δεμένη πάνω στις μνήμες της. Γινόμαστε πιο ισχυροί όσο δεν ξεχνάμε;

Λ. Φ.: Η μνήμη είναι ένα καταφύγιο, ακόμη κι όταν υπάρχουν βιώματα οδυνηρά. Δεν ξέρω αν γινόμαστε πιο δυνατοί, πάντως απ’ αυτά τα γεγονότα που δεν σ’ αφήνουν στην ησυχία σου, συνήθως κάτι καλό προκύπτει. Η λήθη κι η ομοιομορφία είναι που σκοτώνει.

C. N.: Απ’ τα διηγήματα προβάλλει μια θλίψη για τις κατά καιρούς απώλειες. Ποια απώλεια κοστίζει περισσότερο στους ήρωές σας;

Λ. Φ.: Καθετί που χάνεται έχει ένα τίμημα. Τα θρύμματα της παλιάς ευδαιμονίας, τα κομμάτια μιας άλλης ζωής κοστίζουν περισσότερο απ’ όλα. Η απώλεια της αθωότητας.

. NC.: Βρίσκετε τη μικρή φόρμα πιο συμβατή με την πένα σας;

Λ. Φ.: Αγαπώ πολύ τη μικρή φόρμα γιατί μπορεί να δίνει εύρος στην περιεκτικότητα, την αυτάρκεια και το ρυθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μου αρέσουν τα μυθιστορήματα. Πάντως εκτός από κάποια ογκώδη κλασσικά έργα, ρέπω περισσότερο σε μικρότερης έκτασης βιβλία. Ίσως οι εξαντλητικοί ρυθμοί της ζωής μας, η αποσπασματικότητά της να μας οδηγούν με τον καιρό σε συντομότερες και περιεκτικότερες μορφές αφήγησης.

C. N.: Σε παλαιότερη συνέντευξή σας διαβάσαμε πως έχετε «μουσικές εμμονές». Στο Παράξενο Καλοκαίρι, τι μουσική ακούγατε;

Λ. Φ.: Στο συγκεκριμένο βιβλίο άκουγα πότε τον ήχο της θάλασσας από το ανοιχτό παράθυρο, πότε τους ήχους της πόλης. Μια ορχηστρική μουσική της φύσης. Υπήρχαν φορές που δεν άκουγα τίποτα, όταν έγραφα με κλειστά παράθυρα.

C. N.: Πόσο αρμονικά συνδυάζονται η εργασία σας κι η καθημερινότητά σας ως μητέρα με τη συγγραφή;

Λ. Φ.: Είναι ένας αγώνας δρόμου. Τα διαστήματα που γράφω ξυπνάω πάρα πολύ νωρίς, στις 5:30 το πρωί. Δουλεύω μέχρι τις 7:00 και μετά ετοιμάζομαι για το σχολείο. Φροντίζω ακόμη να εκμεταλλεύομαι κάθε στιγμή πολύτιμης ησυχίας. Πολλές φορές νιώθω σαν ζογκλέρ, είναι πραγματικά δύσκολο.

C. N.: Στην αρχή του διηγήματος «Παράξενο καλοκαίρι» σημειώνετε στίχους του Γιάννη Τζανετάκη. Πώς συνδέονται με το διήγημα;

Λ. Φ.: Οι στίχοι είναι: «Πως έγινε άξαφνα ο βίος βαθύς/ που βρήκε τοίχο/ σκάλες να κατέβει». Τους παραθέτω επειδή σκέφτηκα ότι ο έφηβος της ιστορίας που παρακολουθεί τις ζωές των άλλων κρυφά ή φαντάζεται πράγματα σε βαθμό υπερβολής, όπως αλλόκοτες πτήσεις αντικειμένων, νιώθει ξαφνικά ότι κατρακυλάει σε μια ζωή ξένη, σε έναν βίο που αναιρεί την τάξη του κόσμου, όπως τον ήξερε ως τότε. Κι ίσως αυτό να επιθυμεί κιόλας.

C. N.: Στην «Πισίνα», ο θυμός από τον ανεκπλήρωτο έρωτα δεν περνά. Στην «Παρείσακτη», ο απαγορευμένος έρωτας στοιχειώνει δυο βίους. Το πείσμα για την πραγμάτωσή του είναι ηρωισμός ή εγωισμός;

Λ. Φ.: Στις μέρες μας επικρατεί περισσότερο ο εγωισμός και χρειάζεται μια ηρωική αποφασιστικότητα για να αφεθείς σε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα, η οποία συνήθως, λείπει από τους περισσότερους ανθρώπους.

C. N.: Αυτόν τον καιρό είστε σε διαδικασία γραφής ποιημάτων, πεζού ή απλώς διαβάζετε;

Λ. Φ.: Διαβάζω πάντα. Τους τελευταίους μήνες γράφω ποιήματα και διορθώνω ένα πεζό. Δεν έχω αποφασίσει όμως, τι θα ακολουθήσει.

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

1-ΝΙΚΟΣ3

 

 

Γεννήθηκε στο Βασίλι της Κύπρου το 1948. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διηγήματα και άλλες εργασίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελλαδικά και κυπριακά περιοδικά. Έχει πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

ΚΑΡΠΑΣΙΑ ΠΟΙΗΣΗ (1984)
Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2003)
ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ ΠΟΙΗΣΗ (2012)
20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2014)
ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ ΠΟΙΗΣΗ (2014)
ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ ΠΟΙΗΣΗ (2016)

 

 

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ (2016)

 

ΓΕΝΕΣΙΣ

Ανάμεσα
Σέ δύο άγρινά θυμωμένα
Πού σφίγγουνε τά δόντια
Πού χτυπάνε τά πόδια
Πού χτυπάνε κεφάλια με βουητά
Βρυχηθμούς καί πόνους τής γέννας
Διάπυρη λάβα πηχτή στο χάσμα
Ό μαστός σου γυμνός ξεπροβάλλει
Στήν άρχέγονη ράχη
Ν’ άνθίσει.

Στήν άγκαλιά μου ή ζωή σου
Στήν άγκαλιά μου
Ή πρώτη σου άνάσα.

Τυφλωμένο άπ’ τον ήλιο
Ράθυμα τό ένα άγρινό προχωρεί
Καί τό άλλο μανιασμένο
Τό σκληρό του όφιόνιο κέρατο
Στο σώμά σου βυθίζει.

Κι έτσι πλεγμένα
Με μάτια θολά
Θυμωμένα
Πιο ψηλά σέ σηκώνουν
Καί μέσα στο φώς, στούς άνέμους
Τον άλλο μαστό σου
Εκθέτουν.

Ποτάμι έκατόβρυσο
Τον κόρφο σου ποτίζει
Ένδυμα χαλκοπράσινο
Στο σώμα άνεμίζει
Αλλάζει γίνεται άσημί
Γίνεται χαλί χρυσό
Κάτω από γαλάζιο θόλο.

Στήν ύδάτινη άγκαλιά μου
Τό ομορφότερο πλάσμα τού κόσμου
Στήν άγκαλιά τής Πανθαλάσσου
Γεννιέσαι.

 

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ

Άκούγεται τριτώνιο κοχύλι πού φυσάει
Μήνυμα για τούς ναυτικούς σε όλα τα πελάη

Ό βύθιος Λεβεντόκορμος καί οί πενήντα κόρες
Χορεύουνε καί τραγουδούν πάντα έλπιδοφόρες

Τό κύμα μου πρωτεϊκό φτάνει στο περιγιάλι
Χορεύει μέ τά βότσαλα καί με τήν αύρα ψάλλει

Κάποτε γίνεται άγριο θαλασσινούς φοβίζει

Κι αν έχουνε κακό σκοπό στά βράχια τούς τσακίζει

Στόλοι πανίσχυροι περνούν τριήρεις καί πεντήρεις
Μετά πλοίο δεν φαίνεται ούτε καραβοκύρης

Μες στο πλατύ τό χέρι μου παλεύουν παλικάρια
Βγάζουν φωτιά τά μάτια τους στά χέρια τους κοντάρια

Άλογα χαλκοπόδαρα μες στον βυθό καλπάζουν
Έχουν τή χαίτη τους χρυσή καί τούς κακούς δικάζουν.

 

 

ΤΑΞΙΔΙ

Έλαμψε πάλι ή χρυσαυγή χάθηκε τό σκοτάδι
Ό κόσμος Λούστηκε στο φως ζεστό τού ήλιου χάδι
Στέκονται νέοι στή σειρά φοράνε δαχτυλίδι
Σημάδι άποχωρισμού γιά μακρινό ταξίδι
Σέβονται τήν άπόφαση πού ή πόλη έχει Λάβει
Ήρθε στιγμή σημαδιακή νά μπούνε σέ καράβι.

Μά ποιος κατέχει τον καιρό μόνο ό Θεός τον ξέρει
Θυσία τού προσφέρουνε τύχη καλή νά φέρει
Ένα καράβι μέ πανί κι ένα ψηλό κατάρτι
Θά ταξιδέψει σήμερα μέ οδηγό καί χάρτη
Μ’ ένα καράβι τολμηρό καί στήν καρδιά ελπίδα
Θά ταξιδέψουν μακριά στή νέα τους πατρίδα
Έχουν άγγεία, φυλαχτά, κοσμήματα ωραία
Δέν πάνε ’κεΐγιά πόλεμο μά γιά πατρίδα νέα
Καράβι φεύγει μέ τούς νιούς κι άφήνει πονεμένη
Μάνα πού κλαίει τό παιδί καί πάντα τό προσμένει.

Ποιος είπε πώς τό σώμά μου είναι μιά λίμνη λάδι
Κάποτε είμαι μάγισσα στά βάθη μου σκοτάδι
Καί τραγουδώ βράδυ πρωί άλάτι τούς ποτίζω
Άν βρούν πατρίδα σώζονται πίσω δέν τούς γυρίζω.

 

 

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

 

γ’

 

Κρύφτηκες μες στά κάστρα σου
Θές νά με ξεγελάσεις
Νά θυσιάσω άρνήθήκες
Στον σεβαστό Θεό σου
Δεν ήξερες πώς γιος Θεού
Γεννήθηκα κι εγώ;

Στηρίζεσαι στούς πύργους σου
Καί σε γενναίων πυρφόρα βέλη
Μά όλα στή γή θά σωριαστούν
Οί γιοί κι οί θυγατέρες σου
Θά είναι γιά πάντα σκλάβοι.

Θύμωσαν οι θεοί
Θύμωσε ή θάλασσα
Έσφαξες άνανδρα αιχμαλώτους
Αδύνατη ή συγχώρεση.

Γι’ αύτή την πράξη την αισχρή
Πράξη τού παραλόγου
Θά ξεψυχήσει ή δύναμη
Στά πόδια ενός άλογου.

 

 

Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ

 

α’

 

Ποιος άνεμος πού φύσηξε σ’ έφερε στα νερά μου
Ποιά τιμή μ ένα κύματα σε ρίξανε κοντά μου

Καί ποιό καράβι με πανί είχε μίά τέτοια τύχη
Νά ταξιδεύει τούς θεούς πού έχουν τά στήθια τείχη

Όποιος δέν έχει λεβεντιά στον τόπο περισσεύει
Τού Κάτω Κόσμου τά σκαλιά γρήγορα θά κατέβει

Καλώς τον, τον πολεμιστή ό τόπος μου δικός σου
Μόλις έδώ σκοτώθηκε μπροστά ό γυρισμός σου.

 

 

ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ (2014)

 

Τα Βότσαλα

Τα ποιήματα
Ως εύπλαστη ύλη
Σαν τα βότσαλα ταξιδεύουν
Της θάλασσας

Σε βυθούς σιωπής ταξιδεύουν
Μαζί με τους χτύπους της καρδιάς
Με του έρωτα τα χρώματα
Και της σοφίας τα πολύτιμα πετράδια
Που προκαθόρισε ο δημιουργός.

Σε φουρτουνιασμένη άβυσσο ταξιδεύουν
Ωσότου η περιπέτεια να λειάνει το σώμα τους
Και τότε τα κύματα
Στις ακρογιαλιές τα εναποθέτουν
Και στο φως.

Κι επάνω στη σκληρή πια επιφάνεια

Τα περιστέρια κουβαλούν
Τα χελιδόνια χτίζουν
Κι ανάβουν πράσινα κεριά
Και κόκκινες λαμπάδες.

 

 

Η Πέτρα

 

α’

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Καμωμένη με τέχνη και κόπο
Σφυροκοπώντας βράχο σκληρό

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Περίεργα τριγύρω κοιτώντας
Από πείνα, από πείσμα και φόβο

Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι
Μα πάντα μένω στα ίδια δάση
Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ.

 

ε’

Το άλλο τραγούδι
Που φέρνει ο αγέρας
Με τραβάει σαν μαγνήτης
Μου ταράζει τα σπλάχνα
Μακρινό μου τάζει ταξίδι.

Ακολουθώ το ποτάμι
Ως εκεί όπου το χώμα
Σμίγει με άμμο χρυσή
Κι ο αγέρας αλοσάχνη
Στο διψασμένο μου στόμα
Και στα χείλη στεγνώνει.

Εκεί όπου η αχλύς με τυλίγει
Τη μουσική της μια οπτασία αρχίζει
Στον σκοπό της κι εγώ τραγουδώ
Ενώ μέσα μου ο πόθος φουντώνει.

Το ανυπόμονο σώμα μου
Σ’ έναν ίμερο θαλασσή πνίγεται
Και στο πρώτο του βάπτισμα
Αναρριγώντας ταράσσεται.

Μια απέραντη γάζα γλαυκή
Με καλεί να ξεχάσω την πέτρα
Το κύμα εκεί πάντα αγαλήνευτο
Και μέσα μου το σπλάχνο σπαγιάζεται.

Τότε κι εγώ φυλάγω την πέτρα
Και παίρνω στα χέρια μια κώπη.

 

 

Τα Πουλιά

τι άραγε γνωρίζουν τα πουλιά; * ποιος τα μαζεύει εδώ στις παραλίες; * και τι είναι εκείνο που επίμονα στο βάθος του ορίζοντα κοιτούν; * πού να πηγαίνουν τα πουλιά * και ποιος διατάζει ξαφνικά όλα μαζί * να φεύγουν μέσα στη νυχτιά * να χάνονται στο πέλαγος * σαν ένας νους να ξεκινάνε; * κι ύστερα πάλι, όταν γλυκαίνει ο καιρός * ποια δύναμη κρατάει μέρες και νύχτες τις φτερούγες ανοιχτές * και μέσα στο σκοτάδι όπου κυλάνε όλα μαζί * βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;

 

 

Έρωτας και Θάνατος

Το σώμα του με πάθος
Το φίδι μ’ άλλο συνταιριάζει
Περίτεχνα χορεύουνε
Την έμπυρή τους μελανή ομορφιά
Μέσα σε θάλασσα από καλαμιές
Σ’ ολόχρυσα χωράφια θερισμένα
Σφυρίζοντας τραγούδι ερωτικό
Κι από κλωστή αόρατη πιασμένα.

Ύστερα ύπουλα κουλουριάζεται
Γύρω από μια φωλιά στο χώμα
Που φτιάξαν από έρωτα και τέχνη δυο πουλιά
Και με κινήσεις τέλειες του σώματος μαγικές
Τη μάνα που σπαράζει γοητεύει
Τον κύκλο της μικραίνοντας γύρω από τη φωλιά.

Κι όταν πια άλλη επιλογή γι’ αυτήν δεν απομένει
Με γοερή κραυγή
Στο στόμα πέφτει τ’ ανοιχτό του απορημένη
Κι απ’ το φαρμάκι το πολύ
Τρεμουλιαστή και μορισμένη αργοπεθαίνει.

 

 

Η ΣΚΗΤΗ

 

α΄

Στο βάθος τα βουνά του Μαχαιρά
Μέσα σε σύννεφα πυκνά
Κρύβουν τον ήλιο∙ καταχνιά!

Μα οι αχτίδες
Βρίσκουν διέξοδο σε δέσμες
Και στη δροσιά του δειλινού
Το πράσινο χορτάρι αναπνέει.

Εμείς, οι γραφικοί περιπατητές
Σχολιάζουμε την επιφάνεια του τοπίου
Χωρίς ν’ ακούμε του χειμάρρου τη βοή
Που ρέει κάτω απ’ τον φλοιό
Χωρίς να αισθανόμαστε τον ρυθμό του
Που σε λίγο θα ξεσπάσει σε μαβί.

Είναι οι μυροφόρες, βέβαια
Οι μυροφόρες που ενδύουν το σώμα τους
Βιαστικά που ενδύουν το γυμνό τους σώμα
Καθώς η μεγάλη μέρα πλησιάζει.

 

β΄

στην απόκρημνη πλαγιά του βουνού ♦ μια σκήτη μυστική στη γη έχω σκάψει ♦ είναι από πέτρα σκληρή ♦ και μέσα σ’ αυτή του βουνού τη σπηλιά ♦ κλαίω, γελώ, τραγουδώ, σιωπώ ♦ για τον τόπο μου ονειρεύομαι κι ακούω τ’ αηδόνι.

της ανοιξιάτικης μέρας το φως καταυγάζει τον σπήλιο ♦ μου φωνάζουν, βγες έξω απ’ το ψέμα και το μαύρο σκοτάδι ♦ βγες έξω στο φως, στην αλήθεια ♦ μα δεν ξέρουν πως το φως είναι εδώ ♦ κι έξω είναι το πηχτό, το αιώνιο δικό τους σκοτάδι ♦ μέσα μου φουντώνει για λευτεριά ένας πόθος ♦ ο εχθρός δεν με σκιάζει, παρά μόνο οι προδότες ♦ μα, νά τους έφτασαν κιόλας τριγύρω στη σκήτη κουρδισμένοι οπλισμένοι στρατιώτες ♦ γνωρίζουν ποιος είμαι ♦ και τα πάντα θα κάνουν να κερδίσουν τη μάχη που σε λίγο θ’ αρχίσει.

ο αρχηγός στους εξήντα ουρλιάζει ♦ κι έναν λεβέντη όπως είπε διαλέγει ♦ με σαφείς εντολές τη ζωή να μου πάρει ♦ μα πριν Προλάβει μια σκέψη να κάνει ♦ η ζωή η δική του τελειώνει ♦ λίγα μέτρα μακριά από του φούρνου τη λάβρα.

και τότε των άνανδρων φτάνει η ώρα ♦ οι δειλοί στον απολέμητο σπήλιο ρίχνουν βενζίνη ♦ καίνε το σώμα μέσα σε λίγα λεπτά ♦ καίνε μονάχα το σώμα ♦ κι έναν μικρό τρυπομάζη – δίπλα στη σκήτη, που είχε φτιάξει τη δική του φωλιά ♦ όμως την ψυχή δεν μπορούν να την κάψουν ♦ την ιστορία αυτή στους αιώνες θα λέει ο πατέρας στον γιο κι ο παππούς στο εγγόνι.

με την παλάμη το σημάδι μου αφήνω ♦ στην πέτρα μου αφήνω ♦ ένα κόκκινο σημάδι από αίμα.

 

 

Το Πηγάδι

μια φορά κι έναν καιρό * εκεί που ανθίζουν τα καπνολούλουδα * πυρωμένα ξετυλίγονταν παραμύθια * γι’ ακρίτες που πολεμούσανε μέχρι θανάτου * και που με τέχνη ο πατέρας * τραγούδαγε στα παιδιά * το χωράφι μεμιάς γέμιζε δράκους * κι άρχιζε άνιση πάλη μέχρι θανάτου * έρχονταν τέρατα, γίγαντες κι αλλόκοτα όντα με τα σπαθιά τους.

ο Παναγιώτης ο πιο μικρός * πάνω σε αόρατο άλογο πηλαλούσε * τα μαγικά μουρμουρίζοντας * της μυστικής του γλώσσας τα λόγια * σε δράκους χιμούσε μια πέτρα κρατώντας στο χέρι * και πάντα νικούσε.

γύριζαν σπίτι κι είχε σειρά πια ο παππούς * κλώτσο έδινε στην ανέμη παραμύθι αρχινούσε * μα δεν άντεχε ο γέρος κοιμότανε * τα παιδιά τον ξυπνούσαν κι αυτός ξαφνιασμένος απ’ την αρχή ξεκινούσε

Τέσσερα τζαι τέσσερα μας κάμνουσιν οκτώ
Τέσσερα παλληκάρκα πάνε στον πόλεμο

σώπαιναν κι άκουγαν το τραγούδι * κι ο Παναγιώτης με απορία ρωτούσε * γιατί ο πιο πρόθυμος ο πιο καλός, ο πιο λεβέντης, ο πιο μικρός άλλους πρέπει να ξεδιψάει; * γιατί στα τραγούδια το δρεπάνι του μαύρου χωρίς απονιά τούς θερίζει; * και γιατί, επιτέλους, κανένας δεν εβουλήθηκε τον Χάροντα να σκοτώσει;

άκουγε ο παππούς λυπημένος κι αυτός, μα ήτανε δύσκολο ν’ απαντήσει * έλεγε πως αυτά γίνονταν μόνο στα παραμύθια και στα τραγούδια του * και συνέχιζε σίγουρος τάχα κι ανύποπτος το τραγούδι

Ερίξαν το λαχνίν τους ποιος εν να κατεβεί
Τζαι έππεσεν ο κλήρος πά’ στο μικρόν παιδίν

Τραβάτε με αδέρφκια μου τζαι είδα το νερόν
Εν κότσινον τζαι μαύρον μα τζαι φαρματζερόν

ήρθε ο καιρός κι ο μαύρος πήρε και τον παππού * κι ήταν καλύτερα γιατί δεν έμαθε * δεν έμαθε πως στρατιώτης στον πόλεμο σαν πήγε ο Παναγιώτης * ο εγγονός του ο πιο μικρός * καθώς τον έσπρωχναν στο πηγάδι των εκατόν ορκών * σ’ ένα χωριό, την Αγιά * θυμήθηκε τον παππού του και το τραγούδι του * και πικραμένος σιγοψιθύρισε

Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί
Γιατί τον γιον της τον μιτσή δεν θα τον ξαναδεί

το χώμα τον σκέπασε * μαζί με τους άλλους * κι η απορία του * ήταν γραφτό του * να μη λυθεί.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Αναφορά στον ομοχώριό μου Παναγιώτη Φωτίου. Το 1974 υπηρετούσε τη θητεία του και πολέμησε τους Τούρκους στην περιοχή Αμμοχώστου. Τα οστά του βρέθηκαν μαζί με τα οστά άλλων στρατιωτών σε πηγάδι στο χωριό Αγιά, ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA και τάφηκαν στη Λάρνακα.

 

 

Νανούρισμα

«Ελαχταρούσεν ολογαίματη η κορούδα της πάνω στο νεκρό της σώμα κι έγλειφε τα αίματά της»

 

α’

 

κοίταξέ με στα μάτια * κοίταξέ τα καλά προτού κλείσουν * κοίταξε της μανούλας σου την ωραία μορφή * κοίταξέ την προτού η μαύρη της τύχη και το σκοτάδι τη σβήσουν * εσύ πρέπει να ζήσεις μωρό μου * τρόμαξέ τους να φύγουν * εγώ παγώνω και πώς να ζεστάνω το κορμάκι σου η έρμη * πού ν’ ακουμπήσεις το μικρό σου κεφάλι * στο στήθος μου χάσκουν από σφαίρες δυο τρύπες * κι αντί εγώ η μάνα σου το γάλα να σου δίνω στο στόμα * εσύ βυζαίνεις το μαύρο μου αίμα * που τρέχει και ποτίζει το χώμα * εγώ φεύγω μωρό μου, μα εσύ γλυκό μου κοιμήσου * κοιμήσου αγγελούδι μου * κοιμήσου

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Που ‘ποτζοιμίζεις τα μωρά
‘Ποτζοίμισ’ το κορούδιν μου
Το πιο γλυτζύν τραούδιν μου
Έπαρ’ το πέρα γύρισ’ το
‘Που τον φονιά μου γλύτωσ’ το.

 

β’
Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
‘Ποτζοίμισ’ την μανούλα μου
Την πιο γλυτζειάν του κόσμου μου

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
Πάρε την πέρα γύρισ’ την
Τζαι πάλε πίσω φέρ’ μου την

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
Την μάνα μου ‘ποτζοίμισες
Σε κόσμους άλλους ξέχασες

Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά
Κοντά μου φέρ’ την πάλι
Τη μάνα μου την πιο γλυτζειάν
Μεσ’ στην δική μου αγκάλη

Κλαίω της τζαι φωνάζω της
Ξύπνα μανά ξύπνα μανά
Δίκλα ‘ποτζεί δίκλα ‘ποδά
Τι έχεις μωρό στην αγκαλιά
Μα η μάνα μου δεν απαντά

Έσιει τα μάθκια της κλειστά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ελαχταρούσεν ολογαίματη η κορούδα της πάνω στο νεκρό της σώμα. Ήταν δεκατριών μηνών κι έγλειφε τα αίματα της νεκρής μάνας της. Έπιασα το μωρό, το πήγα σπίτι μου, το έλουσα και του φόρεσα καθαρά ρουχαλάκια. Πρόκειται για τη συγκλονιστική μαρτυρία μιας εξηνταεξάχρονης γυναίκας για τη βάρβαρη δολοφονία μιας νεαρής μητέρας, της Σ.Π. 26 ετών, η οποία δολοφονήθηκε κρατώντας το βρέφος της στην αγκαλιά της. Το 1974 δόθηκαν πολλές μαρτυρίες για την τούρκικη θηριωδία που εκφράστηκε με βιασμούς, δολοφονίες και εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

 

 

ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ (2012)

 

Φως

Ήρθες
Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Της ελιάς
Κι εγνώρισα
Το ασημί
Την απλότητα
Και την αγάπη.

Ανάμεσα από τα φυλλώματα
Του κυπαρισσιού
Κι εγνώρισα
Το πράσινο
Την πάλη
Την παλληκαριά.

Της ροδιάς
Κι εγνώρισα
Το κόκκινο
Την τρέλα
Και τον έρωτά σου.

Κι ο κόσμος όλος φως.

 

 

Ἀόρατος

Ἐδῶ γεννήθηκα
Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἄκρη τραγουδῶ
Ἀνάμεσα σὲ δύο πέλαγα
Ἀείφυλλος, ἀόρατος μοσχοβολῶ
Κι ἁπλώνω τὰ κλωνάρια μου στὸν Κάρβα
Καὶ τοὺς ἄλλους ἀνέμους ποὺ φυσοῦν.

Κι ὁ ἥλιος ποὺ βλέπει ἀπὸ ψηλὰ
Κοντοστέκεται γιὰ λίγο
Καὶ μ᾿ ἀπορία μὲ ρωτᾶ
Ποιός σ᾿ ἔμαθε νὰ τραγουδᾶς γλυκὰ
Τὶς οὐράνιες τοῦτες νότες;

Κι ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ ἁπλὰ
Βρίσκω γοργόνες τζαὶ φιλῶ τες.

 

 

Ἑλένη

 

α΄

 

Τὴ δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.

Στὸ παιδικὸ κεφάλι της τὸ πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ δαντέλα ὁλόγυρα μ᾿ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.

Σίγουρα θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.

Κι ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ᾿ ἐπιμέλεια κρύβει.

Μὰ ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.

 

 

β΄

 

Τὸ σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.

Λευκὸ κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.

 

γ’

 

Τῆς ἱστορίας ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.

Στὸ κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.

Μὲ τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ᾿ ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄντρα της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.

Κι ἐνῶ ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει συνέχεια στὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
᾿Νοῦ καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.

 

δ’

 

Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ᾿ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν᾿ ἀρκεύκει νὰ στοιβάζει
Στένεψε ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.

Σίδερο βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.

Τὴν Οὐρανία Ἑλένη.

 

 

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δυο κομμάτια με χωρίζει.

Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν…

Προσπαθώ να ταιριάξω φωνήεντα
Στα ʺξὶʺ καὶ ʺζήταʺ
Καθώς στον ήλιο διάπλατα
Η μάνα ψιθυρίζοντας
Το σπίτι ανοίγει.

Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα και άλλοι αστερισμοί
Δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των βλεφάρων μου.
Κυνηγώντας τη σκιά μας ανάμεσα στα καπνόφυτα
Με την πίσσα στα χέρια και στa ρούχα μας
Αποχωρίζουμε τσακ-τσακ τα νοτισμένα φύλλα
Κι ενώ το χρυσαφί ρουφάει το πράσινο
Ο ήλιος ανεβαίνει
Και οι μακριές αυλακιές
Μικραίνουν στο μέτωπο του πατέρα
Μετρώντας τον με κοντάρια.

Μα ένας ρόδακας
Ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μία πίσω
Επιστρέφοντας εικόνες του παλιού καιρού
Και δείχνοντας τις άλλες
Που συνθέτουν οι μέρες που θα ᾿ρθουν.
Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας
Κι ας μην είναι δια την δόξαν
Ας είναι για τα καπνολούλουδα
Και τις σκορπισμένες ψηφίδες
Της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας.

 

 

Χαράκωμα

Ὁ ἄνεμος στριφογυρνοῦσε μανιασμένα
Μέσα στοὺς κλώνους τῆς μικρῆς ἀμυγδαλιᾶς
Καὶ τοὺς λευκοὺς ἀνθοὺς σκορποῦσε
Στὰ τέσσερα σημεῖα∙ καταχνιά!

Μολύβι ὁ οὐρανὸς περνοῦσε
Χιλιάδες τ᾿ ἄνθη ταξιδεύανε μαζί του
Κι ὅσο χαμήλωνε αὐτὰ ποθοῦσαν
Τὴ θέση τους νὰ πάρουνε ἐπάνω στὰ κλαδιά.

Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε, ἔπιασε μπόρα
Καὶ σὰν τὰ δάκρυα ἄνθη καὶ στάλες
Πάνω στὸ σῶμα τῆς ἀμυγδαλιᾶς κυλοῦσαν
Καὶ φτάναν στὰ ριζὰ γιὰ νὰ γεμίσουν
Σκαμμένο καὶ μὲ νούμερο ἀναγνώρισης
Χαράκωμα πολέμου.

 

 

ʺΣαλαμίνιαʺ

Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,
πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης [Δημόκριτος]

Τὶ τύχη κι αὐτὸς
Νὰ βλέπει ἔτσι τὴν πόλη του!

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια
Ἕνα μέρος τῆς πόλης
Μιὰ λωρίδα χρυσὴ ἀμμουδιὰ
Καταπράσινα περιβόλια
Νὰ κρέμονται
Ἀπὸ ἕναν θαλασσὴ οὐρανό.

Τὰ κάτω ἄκρα ἄνω
Φυτεμένα σὲ συντρίμμια
Τὰ ἄνω ἄκρα κάτω
Μὲ τὰ δάχτυλα τεντωμένα.

Ἡ πατρίδα ἀνάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στὴν παλάμη του.

 

 

Μονόλογος

Τὸ πουκάμισο τοῦ φιδιού
Στὴν πληγὴ τῆς σπασμένης φτερούγας μου
Μέσα στὴ μοναξιά μου μὲ κατατρώει.

Αὐτοὶ ἂν ἔρχονται κοντά μου ἔρχονται ἀπὸ περιέργεια
Μοῦ τραβοῦν τὰ φτερά, δοκιμάζουν τὴ δύναμή μου
Τῶν ἄλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών ἡ φυγή.

Τὸν Μεγάλον Ἄγγελο ταχύπλοα σκάφη τσάκισαν
Τὴν ὥρα ποὺ τραβοῦσε τὰ δίχτυα μαζὶ μὲ τοὺς ψαράδες.

Ὅσοι σωθῆκαν πνίγηκαν
Πνίγηκαν στὴ στεριὰ
Φορώντας τὸ ἄσπρο πουκάμισο τὸ μαύρο παντελόνι.
Καὶ κουβαλοῦν καὶ κουβαλοῦν τοὺς δίσκους μὲ καφέδες.

Θὰ ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ
Νὰ ραγίσει αὐτὴ ἡ πλάκα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Α’ ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Πατριδογνωσία και επική ανάταση

[Ο Φιλελεύθερος, 22 Ιουνίου 2015, Πρώτη Γραμμή, Κυπριακή Ποίηση, σελ. 25]

Το νέο βιβλίο του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ είναι μια ευσύνοπτη ποιητική σύνθεση που συνδυάζει την αρχαιογνωσία με την πατριδογνωσία και το λυρισμό με ψήγματα επικής ανάτα­σης. Στο πρώτο σκέλος του βιβλίου ο ποι­ητής ταυτίζεται και συνοδοιπορεί με τον προϊστορικό άνθρωπο. Ανακαλύπτει μαζί του την πέτρα και την χρηστική της αξία, τη φωτιά, το νερό στο ποτάμι και τελικά τη θάλασσα. Εκπλήσσει και εκπλήττεται σ’ αυτή τη μαγευτική πορεία της γνώσης, με συγκίνηση αλλά και δέος.

Μόνο στα μέσα του βιβλίου ξεκαθαρί­ζει ότι ο ποιητής παρακολουθεί την εξέλι­ξη του ανθρώπινου γένους στην αρχαιότη­τα από κυπριακό έδαφος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ματιά του είναι πανανθρώπινη και καθολική. Η πρώτη υπόμνηση που παρα­πέμπει στη γη της πατρίδας μας γίνεται μόλις στο ποίημα «Παλιό καράβι» που ανα­φέρεται στα πρώτα βήματα της ναυσιπλο­ΐας στον τόπο μας: «Γιατί όταν ήρθε ο και­ρός και φύσηξε Απηλιώτης / Στ’ αμέτρητα ταξίδια μου σ’ ατέλειωτο γιαλό / Σκορπού­σα μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα / Καθώς τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτε­ρός χαλκός /…». (σελ. 30)

Μοιραία, αλλά και αισθητικά ωραία, η περιπλάνηση του Ν.Ν-Χ. στον αρχαίο κό­σμο γενικά και στην αρχαϊκή Κύπρο ειδικά, καταλήγει στην αρχαία ιστορία του νησιού μας και τις ελληνικές του ρίζες, απ’ όπου ο ποιητής επιχειρεί ν’ αντλήσει διδάγματα και παραδείγματα προς μίμηση ή αποφυγή για τη σύγχρονη εποχή και τις μέρες μας: «… δοκιμάστε απ’ το δικό μου, της προδο­σίας το πικρόμελο / που στάζει απ’ το κρα­νίο μου για να θυμάστε / πως πρέπει πάντα να φυλάγεστε απ’ τους αισχρούς Στασάνορες μα, πιο πολύ απ’ τους προδότες Γόργους». (σελ. 31)

Με το συγκεκριμένο ποίημα θα έλεγα ότι αναπτύσσεται και μιας μορφής διακει­μενικός διάλογος με το ομόθεμο ποίημα του Παντελή Μηχανικού «Ονήσιλος» από τη συλλογή «Κατάθεση», 1975 -όπου η μορφή του Βασιλιά της Σαλαμίνας χρησι­μοποιείται ως εγερτήριο σάλπισμα κατά της παχυδερμίας, της αδιαφορίας και της αταραξίας, πνευματικής, πατριδολατρικής ή άλλης: «Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος / κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα / χωρίς τίποτα να νιώσου­με…».

Βέβαια, παραδείγματα – φωτεινοί φά­ροι για το μέλλον -άμεσο, μακροπρόθεσμο ή διαχρονικό- μπορούν ν’ αντληθούν και από τη σύγχρονη ιστορία του νησιού. Π.χ. από τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59, όπου δεσπόζει η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου. Τη διαχρονικότητα αυτής της θυσίας υμνεί ο ποιητής: «… οι δειλοί στον απολέμητο σπήλιο ρίχνουν βενζίνη / καίνε το σώμα μέσα σε λίγα λεπτά / καίνε μονά­χα το σώμα / κι ένα μικρό τρυπομάζη – δί­πλα στη σκήτη, που είχε φτιάξει τη δική του φωλιά / όμως την ψυχή δεν μπορούν να την κάψουν / την ιστορία αυτή στους αιώνες θα λέει ο πατέρας στον γιο κι ο παππούς στο εγγόνι…». (σελ. 34)

Από τις κορυφαίες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα «Το πηγάδι» (σελ. 36) όπου επιχειρείται μια παρώδηση και μια παράλληλη συνανάγνωση του γνωστού παραδοσιακού κυπριακού τραγουδιού «Τέσσερα τζιαι τέσσερα» με τη σύγχρονη κυπριακή τραγωδία του 1974 και τον χαμό ενός αγνοούμενου, που μικρός άκουγε με δέος και απορία τον παππού του να τού τραγουδά το πιο πάνω άσμα. Ο μύθος πε­ριπλέκεται περίτεχνα με την ιστορία και οι παραλληλισμοί λειτουργούν με αισθητική επάρκεια: «… ήρθε ο καιρός κι ο μαύρος πήρε και τον παππού / κι ήταν καλύτερα γιατί δεν έμαθε / δεν έμαθε πως στρατιώ­της στον πόλεμο σαν πήγε ο Παναγιώτης / ο εγγονός του ο πιο μικρός / καθώς τον έσπρωχναν στο πηγάδι των εκατόν ορκών σ’ ένα χωριό, την Αγιά / θυμήθηκε τον παπ­πού του και το τραγούδι του / και πικραμέ­νος σιγοψιθύρισε: «Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί / Γιατί τον γιον της τον μιτσήν δεν θα τον ξαναδεί»…». (σελ.37)

Ανάλογο εγχείρημα με το αμέσως προ­ηγούμενο επιχειρείται και στο προτελευ­ταίο ποίημα της συλλογής, «Νανούρισμα» (σελ. 38), όπου και πάλι συνυφαίνεται ένα κυπριακό παραδοσιακό τραγούδι με την τραγωδία του 74. Αυτή τη φορά το βρέφος «νανουρίζει» τη νεκρή μάνα του ευρισκό­μενο πάνω στο άψυχο στήθος της: «Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά / Παρακαλώ σε έλα δα / Ποτζοίμισ’ τη μανούλα μου / την πιο γλυτζειάν του κόσμου μου /… Κλαίω της τζαι φωνάζω της / Ξύπνα μανά ξύπνα μανά / Δίκλα ‘ποτζεί δίκλα ‘ποδά / Τι έχεις μωρό στην αγκαλιά /Μα η μάνα μου δεν απαντά έσιει τα μάθκια της κλειστά». (σελ. 39)

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο και αρκούντως εύγλωττο βρίσκω το γεγονός ότι στις πιο δραματικές στιγμές της ποίησης του ο Ν.Ν-Χ. καταφεύγει στους πυκνόρρευστους κι ευωδιαστούς χυμούς της κυπριακής δι­αλέκτου. Αυτό συμβαίνει τόσο στο υπό παρουσίαση βιβλίο, όσο και σε προηγούμενα έργα του ποιητή.

Ολοκληρώνοντας θέλω να σημειώσω ότι η νέα ποιητική συλλογή του Ν.Ν-Χ. χα­ρακτηρίζεται και από μια ιδιαίτερη αφηγηματικότητα. Τα ποιήματα του είναι το ίδιο γλαφυρά και παραστατικά όπως εκείνα της προηγούμενης συλλογής του, «Διθαλάσσου», 2012, αλλά το πρόσθετο στοιχείο της αφηγηματικότητας, κατά την άποψή μου, καθιστά τη νέα δουλειά περισσότερο ευά­λωτη σε πεζολογικές ατραπούς, τις οποίες ο ποιητής δεν καταφέρνει ν’ αποφεύγει πάντα. Η αφήγηση, η εξιστόρηση ενός μύ­θου ή ενός γεγονότος, μέσω της ποίησης, πάντοτε ελλοχεύει κινδύνους διολίσθησης σε πεζολογίες. Έχω την αίσθηση ότι ο Ν.Ν-Χ. θα μπορούσε να ελέγξει περισσό­τερο αυτό τον κίνδυνο, μέσω αυξημένης εσωτερικής ροής και μουσικότητας των στίχων του.

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

[ΑΚΤΗ, έτος ΚΣΤ΄, τ. 103, Καλοκαίρι 2015, σελ. 362]

Από τη «Διθαλάσσου», την εμποτισμένη με τα μύρα της θαλασσοφίλητης γενέτειράς του Καρπασίας, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ κομίζει στα κάνιστρα της ποιητικής του ψυχής το αρχέγονο σύμβολο ολάκερης της γης του και μαζί βαρύτιμο φυλαχτό της πατρογονικής του κληρονομιάς: τον «Πικρόλιθο» της δεύτερης ποιητικής του συλλογής, που τον έφερε πρόσφατα ο καλοτάξιδος άνεμος Κάρβας των προσωπικών του εκδόσεων. Και αν με τους πρώτους του στίχους ανάστησε στο «Φως» ανάγλυφες «…Εικόνες» από ενδημικά πουλιά, θάμνους και δέντρα, διάβηκε μέσα από μια νοερή «Μικρή Περιήγηση» γνώριμους τόπους και νεκροπόλεις με «Τα Άλογα» της Σαλαμίνας, συνομίλησε στην ντοπιολαλιά τους με ανθρώπους των περασμένων χρόνων κι ανιστόρησε τα δεινά της «Παναγίας της Καναριάς» και του Μεγάλου Αγγέλου, έρχεται τώρα να επισφραγίσει τις προηγούμενες «Παλιές σφραγίδες» με νέα εμφαντικότερα χαράγματα.

Ταυτίζοντας την αλληγορική προσωποποίηση της πατρίδας του με την υπαρκτή Καρπασιτοπούλα «Ελένη» του ομώνυμου ποιήματος της «Διθαλάσσου», που απαθανάτισε με τις πέτρες στην πλάτη μοναδικό φωτογραφικό στιγμιότυπο του «Νational Geographic» το 1928, καταφέρνει να εισχωρήσει τούτη τη φορά στα μεγαλύτερα της βάθη, για ν’ ανασύρει από τα χαλκολιθικά στρώματα της Ιστορίας και του πολιτισμού της τον κατ’ εξοχήν ενδογενή της «πικρόλιθο». Την ακριβολογική τεχνουργική του ιδιότητα για την κατασκευή των δημοφιλών σταυρόσχημων ειδωλίων του Κυπριακού Μουσείου επεξηγεί στις «Σημειώσεις», που μαζί με τον σελιδοδηγό των αρχαιολογικών «εικόνων» και το διαλεκτικό «Γλωσσάρι» επιτάσσονται της συλλογής. Τόσο, όμως, ο τίτλος της «Πικρόλιθος» όσο και ο υπότιτλός της «σημειώσεις σχεδίας» παραπέμπουν σε μεταφορικά νοήματα και συμβολισμούς πολυσημίας, όπου κατά μία συνεκδοχική σύζευξη τα οιονεί Σολωμικά σχεδιάσματα του ποιητή συνταξιδεύουν πάλι με τον ούριο Κάρβα της μνήμης, αλλά και της πικρής θύμησης πάνω στην Οδυσσεακή σχεδία, πανομοιότυπη με την πανάρχαια σχεδία, τη χαραγμένη σε κάποιο πικρό βράχο της Κύπρου. Και οι άνθρωποί της να περιμένουν την επιστροφή στο μισό της ακροθαλάσσι, δεόμενοι με ανοικτά τα χέρια σ’ ανάμνηση των γηγενών ειδωλίων του «πικρόλιθού» της.

Από τις 14 ποιητικές συνθέσεις, που κατατίθενται στην παρούσα συλλογή, είτε ως αυτοτελή ποιήματα είτε επιμερισμένες σε αριθμημένες θεματικές ενότητες, μερικές εξ αυτών στιχηδόν και άλλες μορφικώς καταλογάδην, στεκόμαστε κατ’ αρχήν στα εμβληματικά δύο πρώτα ποιήματα, που απηχούν ονοματολογικές παραλλαγές ή παραπληρωματικές προεκτάσεις του τίτλου. Έτσι, «Τα Βότσαλα», κατά τον ποιητή, παραλληλίζονται ευστόχως με τα ποιήματα, αποτυπώνοντας τις ιδέες της ποιητικής του βιοθεωρίας σε ευφάνταστες εικονοπλαστικές συλλήψεις: «Τα ποιήματα / Ως εύπλαστη ύλη / Σαν τα βότσαλα ταξιδεύουν / Της θάλασσας» πότε «Σε βυθούς σιωπής», πότε «Σε φουρτουνιασμένη άβυσσο» μέχρι να έλθουν «στο φως». «Η Πέτρα», ωστόσο, που κρατεί ιερό φυλακτό στις πέντε ποιητικές του διαδρομές ή στις επώδυνες αναβάσεις για τις ανατάσεις των πέντε του αισθήσεων, δεν είναι άλλη από εκείνη τη ριζιμιά της γης του, που δεν μπορεί «να ξεχάσ[ει]» όποιο «ποτάμι» ή «μονοπάτι» κι αν πάρει. Οι ακροτελεύτιοι στίχοι του α΄ και ε΄ μέρους είναι δυναμικά ενδεικτικοί του αναπόσπαστου ομφάλιου λώρου, που δένει στα σπλάχνα της στο πρόσωπο του ποιητή τους συμπατριώτες συνοδοιπόρους του: «Περπατώ με μια πέτρα στο χέρι / Μα πάντα μένω στα ίδια δάση / Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ». «Τότε κι εγώ φυλάγω την πέτρα / Και παίρνω στα χέρια μια κώπη». Αυτήν, προφανώς, της παλιννόστησης, όπως, ακριβώς, «Τα Πουλιά» του επόμενου ποιήματος, που «βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;» κι ας διερωτάται με απορία Σωκρατικής ειρωνείας.

Στα αμιγώς, θα λέγαμε, θαλασσινά ή ναυτικά ποιήματα «Η Σχεδία», «Το Τραγούδι του Ναύτη της Σχεδίας», «Το Ακρογιάλι» και «Παλιό Καράβι» αποτυπώνεται μαζί με τις αεικίνητες αναζητήσεις και τη φιλοτάξιδη έφεση του ψυχισμού του το στίγμα του φυλετικού κυττάρου του αιώνιου Έλληνα ταξιδευτή των μακρινών οριζόντων του Καββαδία, αλλά και του Ομηρικού νόστου ή της αμετατόπιστης Καβαφικής «πόλης». Έτσι, ντύνοντας με τα «βαθυκύανα» χρώματα του Ελύτη τα δικά του «δελφίνια», καταγράφει τις αποδράσεις και τις επανόδους του: «Πάνω απ’ τα κύματα πετούν / Ύστερα χάνονται· ξαναγυρνούν». Και καθώς ο Ποιητής του Αιγαίου ομολογεί πως «Τα ανώτερα Μαθηματικά του τα έκανε στο Σχολείο της θάλασσας» ο ίδιος, όντας Μαθηματικός με τα γεωμετρικά σχήματα των λυρικών επαναφορών του μεταστοιχειώνει τον «μικρό Ναυτίλο» στη μουσική κλίμακα του δικού του «Ναύτη», τονίζοντας μέσα από το «Τραγούδι» του το δυσεπίτευκτο του γυρισμού του: «Ναύτη μου / Ναύτη / Όποιος σε θάλασσα αρμενίσει / Με θαλασσόμελο ξεδιψάσει / Πίσω στο σπίτι του δεν θα γυρίσει / Την πρώτη αγάπη του θα ξεχάσει». Για να ομολογήσει, εντούτοις, αλλού, ανακρούοντας «αλίδρομος θαλασσομάχος» την πρύμνη του «καραβιού» του, που υπενθυμίζει από τους συμφραζόμενους στίχους το φυλακισμένο καράβι της Κερύνειας και την ελπίδα της επιστροφής: «Κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα / Γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως».

Τους επικούς αγώνες του Κυπριακού Ελληνισμού συνοψίζει ο ποιητής μέσα από τα ποιήματά του «Πικρόμελο», «Η Σκήτη», «Διάλογος» και «Το Πηγάδι». Σε μιαν αντιστικτική σύνθεση αρχαίας και νέας τραγωδίας ή εν είδει συνοπτικού ποιητικού χρονικού της «γλυκείας» αλλά και πικρής «χώρας Κύπρου» ανιστορεί την επανάσταση του Ονήσιλου εναντίον των Περσών, τη θυσία του Αυξεντίου και του Μάτση για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, καθώς και του ομοχώριού του Παναγιώτη, που έπεσε πολεμώντας τους Τούρκους το 1974. Ενώ στο «Νανούρισμα», μεταπλάθοντας αριστοτεχνικά σε μοιρολόι το γνωστό κυπριακό τραγούδι, μνημειώνει μιαν από τις πολλές τραγικές ιστορίες της βάρβαρης τουρκικής εισβολής. Για τούτο και ο ποιητής, σαν άλλος δυνατός «Σπουργίτης», που επιβιώνει των κακουχιών και των κατατρεγμών μονολογεί: «μα εγώ, εδώ θα ζήσω …να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός».

 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗΣ

Ποιήματα,
σαν οδηγίες
προς ναυτιλλομένους
με τον Απηλιώτη στα πανιά τους

[Καθημερινή της Κύπρου, Ματιές, Πρώτη Ανάγνωση, 12 Ιουλίου 2015, σελ. 4,

Η σύγχρονη κυπριακή ποίηση έχει να επιδείξει αρκετά αξιόλογα έργα από καλούς λογοτέχνες, και κατά καιρούς είναι όμορφο να επιστρέφεις σε αυτά, ξαναδιαβάζοντάς τα, ανακαλύπτοντας κρυμμένες λέξεις στη γωνιά κάποιας στροφής. Κάπως έτσι επέστρεψα στην τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «Πικρόλιθος, σημειώσεις σχεδίας». Έχοντας κατά νου την προ­ηγούμενη συλλογή του, τη «Διθαλάσσου», όπου ο άνεμος της Καρπασίας και η θά­λασσα της Αμμοχώστου είχαν κυρίαρχο ρόλο, με τα υπόρρητα μηνύματα τους, άρχισα να διαβάζω τον Πικρόλιθο, με τον τίτλο να μου φέρνει στο μυαλό την πέτρα και τον ιδρώτα του ανθρώπου να κατακτήσει το μέλλον του, αλλά και τη δύναμη της πέτρας, που με πίκρα πολλές φορές γίνεται όπλο φονικό. Ωστόσο, κά­που στάθηκα στον υπότιτλο της συλλογής, σημειώσεις σχεδίας, άραγε τι θέλει να δείξει ο Νικολάου με τις σημειώσεις, ποιας σχεδίας, ποιου συντάκτη;

Η συλλογή περιλαμβάνει 13 ποιήματα, με κάποια από αυτά να χωρίζονται σε περισσότερα μέρη, και καθένα από αυτά είναι σαν ένα βήμα ενός πρωτόγονου ανθρώπου, ο οποίος προχωράει σιγά-σιγά, αναζητώντας τον τόπο του, κτίζοντας τον κόσμο γύρω του, πολεμώντας και αντιπαλεύοντας τις δυνάμεις που στέκονται εμπόδιο στον δρόμο του. Με την πέτρα δημιουργεί και με την πέτρα αμύνεται και καταστρέφει. Με τα ποι­ήματα να έχουν τοποθετηθεί σε μία λο­γική αλληλουχία, όπως θα περίμενε κάποιος, τα βήματα του πρωτόγονου αν­θρώπου τον φέρνουν σ’ έναν τόπο που μοιάζει με την Κύπρο, την πάντοτε χειμαζόμενη Κύ­προ, την Κύπρο που ανέ­καθεν πολεμούσε με πέτρες ιταμούς κατακτητές και ύπουλους υπερασπι­στές.

Έως τη σύνθεση «Πικρόμελο» η σχεδία γίνεται σκαρί από καλό πεύκο και ο επιβάτης της σχεδίας έχει πια φτάσει σε τόπο όμορφο, σχεδόν όμως κα­ταραμένο. Τότε, ξαφνικά με άλματα χρονικά και με εικόνες καλά σμιλεμένες στη γη αυτού του νησιού, ο ποιητής μιλάει για έναν τόπο με άντρες γενναίους, με ανθρώπους με πάθη, αναπτύσσει με κυκλικότητα τα γεγονότα. Άραγε τι γυρεύει τόσα χρόνια ο Αρτύβιος στην Κύπρο; Πώς ο Γρηγόρης Αυξεντίου συνομιλεί τρα­γικά με τον Κυριάκο Μάτση με την κουβέντα αυτή να ηχεί υπόκωφα στις πέτρες των κρησφύγετων του καθενός;

Ίσως ο ποιητής να έκα­νε ένα μετέωρο άλμα, αφού από τον Ονήσιλο και τη Σαλαμίνα μεταπηδά σχεδόν απότομα στα δάση του Μαχαιρά, και σταδιακά, ομαλά ωστόσο, φτάνει στις τραγικές μέρες του μορισμένου καλοκαιριού του 1974, χωρίς να αναφέρει τίποτε στο ενδιάμεσο.

Στη συλλογή αυτή φαίνεται, θεωρώ, η αγάπη του δημιουργού για τον τόπο του και η συνειδητότητα ότι αυτό το νησί, ριγμένο σχεδόν σε μια γωνιά της Μεσογείου, από την οργή του Ηφαίστου, ως άλλη Λήμνος, γίνεται σκηνή τραγικότητας, όπου ο άνθρωπος έφτασε σκυφτός με την πέτρα της γης αυτής εφόδιο, να καταλήγει όπλο εναντίον του όποιου δυνάστη και υπονομευτή της κανονικότητας.

Οπωσδήποτε η συλλογή διακρίνεται για την εκδοτική αρτιότητα της. Άλλωστε, και οι προηγούμενες δουλειές του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ χαρακτηρίζονται από λεπτολογία και αισθητική επάρκεια. Προς διευκόλυνση του αναγνώστη ο συγγραφέας στο τέλος της συλλογής δίνει επεξηγηματικές σημειώσεις για με­ρικά ποιήματα, καθώς και ένα μικρό λε­ξιλόγιο για τις λίγες ιδιαίτερες λέξεις που χρησιμοποιεί, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δίνουν στη σχεδία το στίγμα του προορισμού της, και υποβοηθούμενες από τον Απηλιώτη να τη σπρώχνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Δυστυχώς, όμως, μετά τη σχεδία έφτασαν στο νησί, και Αρτύβιοι, και Γόλγοι βασίλεψαν, με τα πουλιά ωστόσο πάντα να επιστρέφουν στις ίδιες ακτές, σε πείσμα όλων.

Η συλλογή κλείνει με το αισιόδοξο και συνάμα τραγικό ποίημα «Μονόλογος σπουργίτη», με το πουλί αυτό το ταπεινό να μονολογεί… «μα εγώ θα ζήσω κι ας πονώ στον τόπο αυτό που αγαπώ, φάρος ακοίμητος, να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά, του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός».

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

 

[Αλήθεια, Δευτέρα 16 Φεβ 2015, πολιτισμός, σελ. 43]

Αυτό που ξέρω εγώ, κυρίες και κύριοι, είναι ότι από μέτρο και τεχνική, στην ποίηση, δεν σκαμπάζω. Αλλά αυτό που, επίσης, ξέρω, κυρίες και κύριοι, είναι ότι, και αυτή τη φορά, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, με την άφθαστης σαγήνης τρυφερότητά του και, φυσικά, με τον σπάνιας αισθητικής λυρισμό του ο οποίος, σαν καθάριος ποταμός, διατρέχει τα ποιήματά του, με ταξίδεψε, ξανά, σε μέρη που μοιάζουν με προσκυνητάρια, μου κόλλησε φτερούγες στις πλάτες για να πετάξω, επιτέλους, σε πολεμίστρες ονείρων, σε κρησφύγετα αξιοπρεπείας, σε μετερίζια ιδεολογιών. Εκεί, θέλω να πω, που δεν μπορούν να φτάσουν οι βολεμένοι και οι άβουλοι, οι πεσσοί μιας σκακιέρας που φτιάχτηκε από άλλους, για να παρασύρει ανθρώπους και ψυχές στις καλογυαλισμένες λεωφόρους της ευμάρειας, της χλιδής και, συνεπώς, της αποχαύνωσης. Είναι, λοιπόν, οι τεντωμένες αισθήσεις του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και οι πανάκριβες εμπνεύσεις του που με οδήγησαν πλάι στον Αυξεντίου, για να ακούσω την ουρανομήκη κραυγή της λευτεριάς, δίπλα στον ανώνυμο πρόσφυγα, για να μοιραστώ μαζί του τα θεμέλια της πατρογονικής του εστίας, πίσω από ένα περιστέρι που αναζητεί, πεισματικά, δυσεύρετες έννοιες όπως ευτολμία, λεβεντιά, καθήκον και σε ευθεία γραμμή με μια δακρυσμένη ακρογιαλιά όπου σκύβω, σαν προσκυνητής, και μαζεύω το βότσαλο εντός του οποίου καθρεφτίζονται το Βασίλι, η Καρπασία, ο Λεονάρισος, το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, τα κόκαλα των ηρώων μας του 1974. Και, τέλος, κρατώντας τον ίδιο τον ποιητή από το χέρι, ατενίζω από το σκονισμένο φυλάκιο της Πράσινης Γραμμής τον Πενταδάχτυλο, καθώς ραγίζει λόγω προχωρημένης, ίσως και ανίατης, λήθης.

 

 

Β’ ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Πίδακες λυρισμού, νόστου και μνημών από την κατεχόμενη γη

Τα ποιήματα του Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ μοιάζουν με πίδακες που αναβλύζουν λυρισμό, νόστο και μνήμες από την κατεχόμενη γη της πατρίδας μας, ως επί το πλείστον από τη χερσόνησο της Καρπασίας απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και συγκεκριμένα από το χωριό Βασίλι. Κι είναι όλα ποιήματα που επαναφέρουν μνήμες πριν από την καταστροφή του ’74, μνήμες ειδυλλιακές, γεμάτες αθωότητα, ομορφιά, φως, χρώματα και χάρη.

Στην ποιητική συλλογή του Ν.Ν.Χ. «Διθαλάσσου», που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Κάρβας», κυριαρχούν οι παιδικές μνήμες -άχραντες και αμόλυντες, μα προπαντός ατόφιες, ξεπροβάλλουν σχεδόν μέσα απ’ όλα τα ποιήματα του βιβλίου. Όπως π.χ. στο «Καρπασία» (σελ. 23) όπου, ανάμεσα σε άλλα, ο ποιητής λέει: «Κυνηγώντας τη σκιά μας ανάμεσα στα καπνόφυτα / Με την πίσσα στα χέρια και στα ρούχα μας / Αποχωρίζουμε τσακ τσακ τα νοτισμένα φύλλα / Κι ενώ το χρυσαφί ρουφάει το πράσινο / Ο ήλιος ανεβαίνει / Και οι μακριές αυλακιές / Μικραίνουν στο μέτωπο του πατέρα / Μετρώντας τον με κοντάρια».

Βέβαια, αυτές τις ολόφωτες, ειδυλλιακές εικόνες, ακαριαία και καίρια, διαπερνούν συχνά μαύρες αστραπές ή μαύροι κεραυνοί, που διαρρηγνύουν τον χρόνο ερχόμενοι από τη μελλοντική, για τότε, τραγωδία του ’74. Π.χ. στο ολόγλυκο ποίημα «Ελένη» (σελ. 19) χαρακτήρα μαύρου κεραυνού ή μαύρης αστραπής έχει ο τελευταίος στίχος: «Το βλέπουν το μαντήλι της απ’ τα βουνά του Ταύρου».

Η εξαντλητικά αναλυτική περιγραφικότητα του Ν.Ν.Χ., με επίκεντρο πάντα τον περιβάλλοντα χώρο, εξοικειώνει με λεπτομέρεια αλλά και λεπτότητα τον αναγνώστη με δέντρα, πουλιά, χρώματα, αρώματα, ενίοτε και μιλήματα της πατρώας γης.

Η γενέθλια γη, το πατρικό σπίτι, η ακρογιαλιά της παιδικής περιδιάβασης και τόσες άλλες γλαφυρές και παραστατικές στιγμές, ανακαλούνται σπαρταριστές από τη μνήμη του ποιητή και γίνονται ένα ιδιότυπο παρόν, γεμάτο πόνο και αγάπη. Ό,τι κι αν γράφει ο Ν.Ν.Χ. γράφεται υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης, κι είναι αυτό πρόδηλο αλλά και ουδόλως μεμπτό. Όμως, από μόνη της η συναισθηματική φόρτιση δεν αρκεί για να συντελεστεί ποίηση. Υπολείπεται το υπερβατικό μα και το αφαιρετικό στοιχείο για να επέλθει επαρκές αισθητικό αποτέλεσμα. Και ευτυχώς αυτό είναι κάτι που επιτυγχάνει πολύ συχνά ο Ν.Ν.Χ.

Η έντονη εικονοπλαστική διάθεση του Ν.Ν.Χ. είναι διάχυτη παντού. Και ο ιματζινισμός του είναι γεμάτος νοσταλγία, θλίψη και ομορφιά. Π.χ. στο «Τέσσερις εικόνες» (σελ. 29) ο ποιητής, ανακαλώντας πάντα μνήμες από την κατεχόμενη γη της πατρίδας μας, δημιουργεί εικόνες που συγκινούν, πρώτ’ απ’ όλα για την αγάπη την οποία αναβλύζουν, τη γλαφυρότητα, την ευκρίνεια και τη φωτεινότητά τους.

Λυρική ιστοριοδίφηση στην Κύπρο αλλοτινών εποχών συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το «Παλιές σφραγίδες» (σελ. 27) όπου ο Ν.Ν.Χ. αναζητά το κύριο στίγμα της πατρίδας μας μέσα από τους αιώνες. Στην άκρη βέβαια παραφυλάει το υπερβατικό στοιχείο, αφού: «Για χρόνια πολλά φυλάς το κλάμα των παγονιών». Κι εμείς, κατά τον ποιητή: «Περιμένουμε τη στιγμή / Που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι τα φτερά τους / Και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους / Όπως τότε…». Από την άλλη θέλω να σημειώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Ν.Ν.Χ. υμνεί την αντίσταση στον κατακτητή εμπεριέχει σημαντικά παγανιστικά και φυσιολατρικά στοιχεία. Αφού αυτός που αντιστέκεται -πέρα από τον άνθρωπο και πρωτίστως τον εσωτερικό του κόσμο, τις μνήμες και τα συναισθήματά του – είναι η φύση της πατρίδας μας, η χλωρίδα και η πανίδα του τόπου μας.

Ολοκληρώνοντας με τη θεματική νόστος πατρίδας στην προ του ’74 εποχή, θέλω να καταγράψω μιαν ένσταση. Στην ποίηση του Ν.Ν.Χ. ο τόπος μας και οι άνθρωποί του παρουσιάζονται εξ ολοκλήρου, ως παθητικοί δέκτες του κακού. Ίχνος ευθύνης για τη συμφορά δεν αποδίδει σε κανέναν από εμάς ο ποιητής. Μόνος και απόλυτος ένοχος ο κατακτητής. Όπως λέει και στο «Εμμονή» (σελ. 30): «Ήρθε ένα κύμα όλο σκοτάδι / Από την άλλη θάλασσα / Και σκέπασε τούτη τη γη». Όμως ποίηση σημαίνει και αυτοκριτική ενδοσκόπηση, σημαίνει και κριτική θεώρηση των πραγμάτων. Μένω ως εδώ διότι η ένστασή μου μπορεί να εκληφθεί ως ιδεολογική, παρόλο που είναι πέρα για πέρα αισθητική.

Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάμω στον τρόπο που ο Ν.Ν.Χ. αξιοποιεί την κυπριακή διάλεκτο, εμβόλιμα μεν μέσα στα ποιήματα του, αλλά ουδόλως ως διακοσμητικό στοιχείο, χάριν πρόσδοσης απλώς κυπριακού ηχοχρώματος, στυλιστικά και υφολογικά. Το κυπριακό ιδίωμα αποτελεί το καταφύγιο του ποιητή σε στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, νοηματικής και αισθητικής κορύφωσης. Το ιδίωμα στην προκειμένη περίπτωση απορροφά και εκφράζει κραδασμούς που δεν μπορούν να αποδοθούν στην πανελλήνια δημοτική. Π.χ. στο «Πρωινή συμφωνία» (σελ.16) όπου ο Ν.Ν.Χ. καταλήγει… «αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά / θαρκούμαι ανακαλιούμαι».

Ολοκληρώνοντας, θέλω να πω πως όλα τα ποιήματα του Ν.Ν.Χ. είναι καλοδομημένα και προφανώς καλοδουλεμένα. Ο ποιητής δίνει μεγάλη σημασία στην αρχιτεκτονική δόμηση ενός ποιήματος, στη συμμετρία, την ισομέρεια, στο ειδικό βάρος του κάθε στίχου, της κάθε στροφής. Και είναι ιδιαίτερα αυστηρός και πολύ επιμελής όσον αφορά στις πιο πάνω αισθητικές παραμέτρους. Παράλληλα δε, τα μηνύματα και τα νοήματα στην ποίησή του είναι διαυγή, κρυστάλλινα, απολύτως ευκρινή και ουδόλως διφορούμενα. Θεωρώ τη γραφή του δωρική και απέριττη και σχεδόν κατά κανόνα με σωστή και συμμετρική δόμηση.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

 

ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ «ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 1974»

 

Η λεγόμενη «Γενιά της Εισβολής» ή «Γενιά του 1974» βρίσκεται, ίσως, στην πιο ώριμη φάση της. Πρόκειται για κύπριους συγγραφείς που γεννήθηκαν γύρω στα 1950 και έζησαν στα νιάτα τους την τραγωδία του ’74, τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Λούης Περεντός (γενν. 1948) και ο Χρίστος Χατζήπαπας (γενν. 1947), είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιεύουν τα πρώτα νεανικά κείμενά τους λίγα χρόνια πριν από την κρίσιμη χρονιά της Εισβολής, αλλά και αυτοί ανδρώνονται λογοτεχνικά ύστερα από το μείζον ιστορικό γεγονός που σημάδεψε τη μοίρα της Κύπρου. Μερικοί άλλοι, όπως ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ (γενν. 1948), εμφανίστηκαν με λίγη καθυστέρηση, κατά τη δεκαετία του 1980 ή και αργότερα. Τουλάχιστον ηλικιακά, όμως, όλοι αυτοί ανήκουν στην ίδια «γενιά» συγγραφέων, που βίωσαν έντονα την κυπριακή τραγωδία. Πολλοί από αυτούς εγκλωβίστηκαν στη θεματική του ’74, κυρίως στα πρώτα βιβλία τους, ενώ αρκετοί εξάντλησαν τις δυνάμεις και τα όριά τους στη θεματική αυτή και σιώπησαν. Οι πιο αξιόλογοι συγγραφείς αυτής της «γενιάς» ανανέωσαν τη θεματική ή και τη γραφή τους και αξιοποίησαν δημιουργικά το στοιχείο της εντοπιότητας, το οποίο σε άλλους λειτούργησε ως ασφυκτικός κλοιός. Δυο από τους συγγραφείς, ο Χρ. Χατζήπαπας και ο Ν. Νικολάου, είναι περισσότερο γνωστοί ως πεζογράφοι. Με το τελευταίο βιβλίο τους, όμως, επιστρέφουν εκεί από όπου ξεκίνησαν, στον χώρο της ποίησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι τρεις συλλογές που παρουσιάζουμε εδώ είναι αρκετά προσεγμένες και καλαίσθητες, διακοσμημένες με σχέδια, πίνακες ή φωτογραφίες των συγγραφέων ή συγγενικών τους προσώπων.

 

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Διθαλάσσου,
Λευκωσία, Κάρβας, 2012, σελ. 47.

Με την πρώτη ματιά, η ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου μάς ξαφνιάζει ευχάριστα για την εκδοτική της αρτιότητα και καλαισθησία. Ζωγράφος ο ίδιος, αλλά και έχοντας θητεύσει, μαζί με τον Φοίβο Σταυρίδη, στην ομάδα του Κύκλου της Λάρνακας (1980-1986), δέχτηκε την ευεργετική ακτινοβολία ενός ξεχωριστού πνευματικού ανθρώπου, του Θεοδόση Νικολάου, και φρόντισε με μεγάλο μεράκι την έκδοση αυτή ώς την τελευταία λεπτομέρεια. Πρόκειται για ιδιωτική έκδοση (ο ποιητής, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν εμπιστεύτηκε τη δουλειά του αυτή σε αθηναϊκό εκδοτικό οίκο)· οι εκδόσεις «Κάρβας» είναι δημιούργημα του συγγραφέα, που αξιοποιεί πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου και παραιτέρω του Δημήτριου Σαλαμίνιου, σύμφωνα με την οποία η Καρπασία ή Καρβασία οφείλει την ονομασία της στον άνεμο κάρβα που φυσά από τη μεριά της χερσονήσου. Έτσι το λογότυπο των εκδόσεων «Κάρβας» δένει ταιριαστά με το σχέδιο «Ο άνεμος που φυσά» του Φ. Κόντογλου, που είχε αξιοποιηθεί παλιότερα και στο εξώφυλλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του Θεοδόση Νικολάου (Πεπραγμένα, 1980). Η έκδοση συνοδεύεται και με κοσμήματα και σχέδια του συγγραφέα, που συνδέονται με τη θεματική ορισμένων ποιημάτων.

Ο Νίκος Νικολάου δημοσίευσε αρχικά σε χειρόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου ένα ποίημα για τη γενέθλια γη (Καρπασία, 1984), καλλιγραφημένο με βυζαντινίζουσα γραφή (που παραπέμπει στο γράψιμο του Θ. Νικολάου ή και του Φ. Κόντογλου) και διανθισμένο με σχέδια και κοσμήματα του ιδίου. Έγινε όμως ευρύτερα γνωστός με το δεύτερο βιβλίο του, την αξιόλογη συλλογή διηγημάτων Η κόρη του δραγουμάνου (εκδ. Μεταίχμιο, 2003), όπου προστίθεται πια στο πολύ κοινό ονοματεπώνυμό του η οικογενειακή προσωνυμία Χατζημιχαήλ. Ορισμένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι επίσης εμπνευσμένα από τη γενέθλια Καρπασία.

Και στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του ο Ν. Νικολάου αξιοποιεί αρκετά αποτελεσματικά το στοιχείο της εντοπιότητας. Η αγάπη για τον γενέθλιο χώρο, σε συνάρτηση με την οδυνηρή απώλειά του, είναι η κινητήρια δύναμη της έμπνευσης. Ο ποιητής επιχειρεί να μνημειώσει λογοτεχνικά την Καρπασία και ειδικά τη γενέτειρά του, το Βασίλι, για να υπερβεί και να ξεπεράσει τη σύγχρονη κατάσταση της απώλειας και της φθοράς. Με συγκίνηση και αγάπη καταθέτει «σκορπισμένες ψηφίδες / της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας», για να ακυρώσει με τη δύναμη της τέχνης την απουσία της και να εξουδετερώσει την αιχμαλωσία της από τον Αττίλα του ’74.

Η ανθρωπογεωγραφία της Καρπασίας, η χλωρίδα και η πανίδα της, το πατρικό σπίτι και μνημεία της ευρύτερης περιοχής της επαρχίας Αμμοχώστου (όπως η υπέρκαλλη εκκλησία της Παναγίας της Κανακαριάς και τα λαμπρά κατάλοιπα της αρχαίας Σαλαμίνας) σμίγουν με προσωπικά βιώματα και αισθήματα, με ιστορικές και λογοτεχνικές μνήμες, παραδόσεις και εικόνες. Διαβάζοντας ορισμένα ποιήματα της συλλογής, έρχονται στον νου μας οι στίχοι του Σεφέρη: «Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα» («Ελένη»), «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» («Μνήμη, Α΄»), «δε χρειάζεται μακρύ καιρό / για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι» ή «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό» («Σαλαμίνα της Κύπρος»), «Ο κόσμος ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας» («Έγκωμη»), κτλ. Αν ο Σεφέρης είναι ο ένας από τους βασικούς δασκάλους-οδηγούς του Ν. Νικολάου, οι άλλοι συμπαραστάτες και συνοδοιπόροι στην καρπασίτικη περιδιάβασή του είναι ο Θ. Νικολάου και ο Κυρ. Χαραλαμπίδης (ιδίως της συλλογής Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, 1982).

Ο έρως της Καρπασίας εκδηλώνεται ποικιλότροπα· από την εικαστική αναπαράσταση του σγαρτιλιού που κάθεται αγέρωχα στον ρόδακα-ανάγλυφο σε πέτρα στον Άγιο Φίλωνα και κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, της φραγκολίνας που συνοδεύει τα Περιεχόμενα, στα σχέδια ή τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τις χρήσιμες και διαφωτιστικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, ή στο ζευγάρωμα της πέρδικας και της φραγκολίνας πάνω στον ίδιο ρόδακα στον κολοφώνα της έκδοσης. Και φυσικά διατρέχει όλα τα ποιήματα της Διθαλάσσου.

Οι εικαστικές δεξιότητες απλώνονται και σε ποιήματα στα οποία ζωντανεύουν εικόνες και ήχοι, χρώματα και αρώματα της γενέθλιας γης: Η ελιά και η χαρουπιά, η μαυρομμάτα, ο αόρατος και τα σκίνα, οι παπαρούνες, τα κυκλάμινα, τα κρινάκια του γιαλού και η αύρα της θάλασσας σμίγουν με τα τραγούδια των πουλιών, της πέρδικας και της φραγκολίνας, του σγαρτιλιού και του σπίνου, του τρυπομάζη, της τριβιτούρας και της σκαλιφούρτας. Μάλιστα ο ποιητής, γοητευμένος από τα ονόματα του κάρβα και της Καρπασίας, καταφεύγει σε λεξιπλασίες για να πλάσει δικά του φανταστικά πουλιά και φυτά, τις καρβατσίνες, τις καρβαρίνες και τα καρβαρίσσια, τα οποία λειτουργούν ως λογοτεχνικά υποκατάστατα των πραγματικών που έχουν παρασυρθεί από τη λαίλαπα του Αττίλα, μετριάζουν την απουσία και μαλακώνουν τη θλίψη.

Ο ύμνος στην Καρπασία σμίγει αναπόφευκτα με την ελεγεία, το ανακάλεμα. Έτσι, όταν ο ποιητής δοκιμάζει να τραγουδήσει μαζί με τα πουλιά τις «κρυμμένες ομορφιές» της πατρίδας, διαπιστώνει ότι η δική του φωνή πνίγεται από τη θλίψη και το άδικο και ηχεί σαν θρήνος: «Μα η φωνή μου ακούγεται πικρή, λυπητερή / Γιατί η μεγάλη συμφορά και τ’ άδικο με πνίγει / Κι αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά / Θαρκούμαι ανακαλιούμαι» («Πρωινή Συμφωνία»). Οι δυο κυπριακοί ιδιωματισμοί που εισβάλλουν στον τελευταίο στίχο ξαφνιάζουν αλλά και γοητεύουν, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν και ορισμένοι ιδιωματικοί στίχοι από τη δημώδη παράδοση ή άλλες ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις σε άλλα ποιήματα της συλλογής. Όσο φειδωλή και αν είναι η χρήση ιδιωματισμών, κρίνεται αρκετά αποτελεσματική, καθώς συμβάλλει στην απόδοση της εντοπιότητας. Ταιριάζει να μεταφέρουμε εδώ την άποψη του ποιητή: «Χρησιμοποιώ, λοιπόν, στα ποιήματά μου αρκετές φορές το κυπριακό ιδίωμα για να δροσίσω και να ενδυναμώσω τον στίχο μου με αυτά που έχω πιο βαθιά μέσα μου και που ουσιαστικά είναι οι πανάρχαιες ρίζες των λέξεων» (εφ. Πολίτης, 8.4.2012).

Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει το τετράχορδο ποίημα «Ελένη». Όπως διευκρινίζεται στις σημειώσεις, το ποίημα αυτό βασίζεται σε ένα πραγματικό πρόσωπο, την Ελένη από το Ριζοκάρπασο, που έγινε γνωστή από τις φωτογραφίες του M. O. Williams, διευθυντή του γνωστού περιοδικού The National Geographic Magazine. Οι φωτογραφίες αυτές δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό αυτό σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές, το 1928, όταν η όμορφη παιδούλα έλκυσε την προσοχή του ξένου περιηγητή, και το 1952, όταν η Ελένη είναι πια ώριμη γυναίκα. Ο ποιητής παρακολουθεί την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας του σε τέσσερις διαφορετικές στιγμές, μέσα από τα γνωστά φωτογραφικά στιγμιότυπα, σε συνάρτηση και με τις ιστορικές περιπέτειες της Κύπρου. Η ηρωίδα παρουσιάζεται να φορά στο κεφάλι της μαντίλια διαφορετικού χρώματος (πρώτα πράσινο και άσπρο, ακολούθως κόκκινο και τέλος μαύρο): α) αρχικά αποτυπώνονται η ομορφιά και η αθωότητα του δωδεκάχρονου κοριτσιού σε μια ανοιξιάτικη φύση· β) την ίδια εποχή παρουσιάζεται να σπάζει πέτρες με τη μητέρα της και με άλλες γυναίκες της Καρπασίας, για την κατασκευή του δρόμου προς το μοναστήρι του Απόστολου Ανδρέα· γ) είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, την βλέπουμε να ξεφουρνίζει ψωμιά και κουλούρια, ενώ «Πολύ μακριά ακούγονται τα βήματα βαριά / ’Νού καβαλλάρη βάρβαρου και μοχθηρού και μαύρου»· και δ) με στίχους από την ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μιχαηλίδη «Η 9η Ιουλίου 1821…», υποβάλλεται η εικόνα της καταστροφής του 1974. Εδώ ο ποιητής, χωρίς να βασίζεται πια σε καμιά φωτογραφία της ηρωίδας του, την φαντάζεται γερασμένη και μαυροντυμένη, «Αμίλητη και σοβαρή να περιμένει». Έχοντας ζήσει τις χαρές και της λύπες της ζωής, αλλά και τις ιστορικές περιπέτειες της πατρίδας της, η «Ουρανία Ελένη» (ας θυμηθούμε ότι η γενέτειρά της αποτελεί εξέλιξη της αρχαίας πόλης Ουρανία στην Καρπασία) συμπληρώνει τον κύκλο της ζωής της και είναι έτοιμη να ταξιδέψει σε έναν άλλο κόσμο.

Τέσσερα από τα τελευταία ποιήματα της συλλογής («Τα άλογα», «Αναγέννηση», «Άνθος αλός», «Σαλαμίνια») επικεντρώνονται στον χώρο της Αμμοχώστου ή της αρχαίας Σαλαμίνας. Εδώ το παρελθόν δένει με το παρόν, ειδυλλιακές και ευτυχισμένες στιγμές εναλλάσσονται με εικόνες της καταστροφής. Ως επιστέγασμα του βιβλίου έρχεται το ποίημα «Ανθέμιος Καλοκαίρης», «Ένα ευτελές άνθος στη μνήμη του φίλου και Διδασκάλου μου Θεοδόση Νικολάου», μας πληροφορεί ο Ν. Νικολάου, χρησιμοποιώντας σκόπιμα την ίδια αφιέρωση του Θ. Νικολάου στον Φ. Κόντογλου. Στο ποίημα αυτό ο Ν. Νικολάου συνδιαλέγεται με ποιήματα του Θ. Νικολάου («Αμήχανον κάλλος», «Έκθεση ζωγραφικής», «Η εργασία του ποιητή», «Έρωτας»), για να σκιαγραφήσει μια ποιητική όσο και ανθρώπινη προσωπογραφία του «δασκάλου» του και να τονίσει και να μνημειώσει στοιχεία της φυσιογνωμίας ή της ποιητικής του: λ.χ. «Χάιδεψε τη γκρίζα γενειάδα του / Θαυμάζοντας την ομορφιά / Του φεγγαριού που έλαμπε στον ουρανό», «Φέρνοντας στο στόμα άρωμα και ποτήρι / Με κίνηση αργή του κεφαλιού και του χεριού / Κρίνοντας πως στη ζωή μας τελικά / Δεν έχει σημασία το τί αλλά το πώς. / Τέλος, τράβηξε για τη σκήτη του / Να ονειρευτεί το πρώτο σπίτι του / Να ονειρευτεί την πρώτη του τη μαγική του πόλη / Προσέχοντας να σταματά, να μην πατά / Τα βατραχάκια που διασταύρωναν τον δρόμο / Έχοντας τα κλοπιμαία της μέρας του στον ώμο». Ταιριάζει να θυμηθούμε εδώ ότι και άλλοι ποιητές έγραψαν αξιόλογα ποιήματα για την Καρπασία: κυρίως η Νάσα Παταπίου αλλά και οι Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Νίκη Μαραγκού, Λεύκιος Ζαφειρίου, Χρίστος Χατζήπαπας, Χρήστος Αργυρού, ο Τουρκοκύπριος Ζιενάν Σελτσούκ κ.ά. Αξίζει να αναφερθεί και η εύστοχη καβαφική παρωδία του Γεώργιου Kâhyaoğlou-Επιστατίδη (δημοσιεύτηκε στο περ. Άνευ, τχ. 20, 2006). Ο Ν. Νικολάου-Χατζημιχαήλ πάνω απ’ όλα τραγουδά τη γενέθλια Καρπασία με τα δώρα της ψυχής του. Ακολουθώντας τους ποιητικούς δρόμους του Σεφέρη, του Κυρ. Χαραλαμπίδη και του Θ. Νικολάου, κατορθώνει να αποκαθηλώσει την «πεφιλημένη πατρίδα» από το σταυρικό της μαρτύριο και να τη μνημειώσει στην περιοχή της τέχνης, αναπληρώνοντας με τον τρόπο του το κενό της απώλειας. Σε τέτοιες «υποθέσεις ψυχικές», δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για να εκφράσει κανείς αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις.

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δεκαεπτά ποιήματα συνθέτουν το παλίμψηστο της Διθαλάσσου. Δεκαεπτά παραλλαγές του τόπου της Καρπασίας, όπου επιστρέφει ο Νίκος Νικολάου για να τον αφηγηθεί στην απώλειά του. Κατ’ ουσίαν, για να μιλήσει τη Διθαλάσσου ως εσωτερική πραγματικότητα -περίπου τρεις δεκαετίες μετά-, όπως ανοίγεται ο τόπος στη διάνοια του δημιουργού.

Ο Νικολάου αξιοποιεί τις παραστάσεις του εξωτερικού κόσμου, τις οικειοποιείται και τις αναπλάθει για να αποδώσει μια νεοπλατωνική Διθαλάσσου, όπου κάθε τι σημαίνει και συνεχίζει να υπάρχει με αυτήν τη σημασία του στην ιστορική εξέλιξη και τις επακόλουθες μεταβολές. Θα μπορούσε κανείς να σχεδιάσει έναν περιηγητικό χάρτη «μαρκάροντας» σημεία στην επικράτεια της Καρπασίας. Κι αποκεί να προσεγγίσει τόπους και πρόσωπα που απογυμνώθηκαν -είτε βιαίως είτε υφιστάμενα τη φυσική φθορά του χρόνου- κι απέμειναν ποιήματα κι αυτόνομες μετωνυμίες ενός χαμένου Παραδείσου που μετρήθηκε όχι στην ιδεατή μορφή του -αποκύημα πιθανώς της δημιουργικής φαντασίας ή του αναγκαίου μύθου-, αλλά στο μέρισμα της απώλειας.

Το ποίημα είναι ο τόπος κι ο τόπος είναι οι άνθρωποι μέσα από σκηνές, φωτογραφίες, τραγούδια – μέσα από τις ψηφίδες που συνταιριάζει μεθοδικά ο Νικολάου για να κτίσει τα επιμέρους ποιήματα και να ανακαλύψει εκ νέου τη Διθαλάσσου με τη συναισθηματική διαύγεια που πλέον τον κυριαρχεί. Η εξωτερική πραγματικότητα -όπως του δόθηκε πριν την εισβολή του ’74 και όπως του επιβλήθηκε ύστερα απ’ αυτήν, με την περιπλοκή των ιστορικών συνθηκών- μετουσιώνεται σε πνευματικό εφόδιο, το οποίο συνδράμει τον ποιητή ως ιστορικό υποκείμενο για να αντεπεξέλθει στην απώλεια όχι επικαλούμενος αυτήν, αλλά μέσα από την επίγνωση πως μπορεί να μνημονεύει και να αναδημιουργεί τη Διθαλάσσου, ακριβώς επειδή την έχασε.

Ετσι, μολονότι η Διθαλάσσου αποκαλύπτεται σε πρώτο επίπεδο ως τόπος αγωνίας του θανάτου, ουσιαστικά αποτελεί έναν τόπο αγωνίας της ίδιας της ύπαρξης, όπου ο Νικολάου αντιπαραβάλλει στη ρευστότητα των ιστορικών δρώμενων και γεωπολιτικών στρατηγικών μια -τρόπον τινά- αρχετυπική διάσταση των λέξεων που δηλώνουν την υπόσταση της Διθαλάσσου πέρα από τον χρόνο. Ο άνεμος κάρβας ή το δέντρο αόρατος, για παράδειγμα, δεν συνιστούν απλώς αναπόσπαστα κομμάτια της φυσιογνωμίας του τοπίου, αλλά προβάλλονται έξω από το αισθητό πλαίσιο της ανθρώπινης αντίληψης, περίπου ως ιδέες που διατηρούν αναλλοίωτο το συναισθηματικό και πνευματικό φορτίο τους.

Αλλωστε, η φύση προχωρά και δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση. Η εξελικτική της πορεία -εμπεριέχοντας ζωή και θάνατο, ομορφιά και φρίκη- είναι από μόνη της αμείλικτη κι είναι αυτήν ακριβώς τη συνθήκη που μετέρχεται ο Νικολάου για να αφηγηθεί το δράμα που ανεβαίνει στη σκηνή της Διθαλάσσου. Προσπαθώντας να μεταδώσει ένα αμετάκλητο νόημα στην κάθε στοιχειακή δύναμη που συνθέτει τον τόπο. Δεδομένου ότι η «δικαιοσύνη» της ανθρώπινης ιστορίας είναι η δικαιοσύνη που αποδίδει ο ισχυρός κι η δικαιοσύνη της φύσης ενέχει τη φθορά, την απώλεια και το τέλος που αναγεννά τον τόπο, ο Νικολάου προβαίνει σε ένα ποιητικό εγχείρημα υψηλών απαιτήσεων και προσδοκιών όπου αναδεικνύει τη δικαιοσύνη της τέχνης, όταν δίνει την αίσθηση πως ο χρόνος «αναβάλλεται» και πως αισθήματα, πρόσωπα κι αντικείμενα ανακτούν τη δική τους αιώνια ζωή μέσα από το καλλιτεχνικό έργο. Η ιδεαλιστική ουσία της εν λόγω δικαιοσύνης σίγουρα βρίσκεται πιο κοντά στον στοχασμό και στην ψυχική διάθεση ενός ανθρώπου που βίωσε την κατοχή του τόπου και τη μοίρα του πρόσφυγα στην πατρίδα του.

Κι όλα αυτά δίνονται μέσα από την καθαρότητα ενός λυρισμού που βρίσκει τη μουσική του στη «σωστή» άρθρωση των στίχων, αλλά και τη συμπερίληψη φράσεων της κυπριακής διαλέκτου στο κυρίως σώμα των ποιημάτων. Αισθητικές εμμονές, μεγαλόπνοα ρητορικά σχήματα και λεκτικοί ελιγμοί που είθισται να λειτουργούν σε βάρος του ποιητικού έργου, της διανοίας που το εμπνέεται και εργάζεται πάνω σε αυτό, αποφεύγονται στη Διθαλάσσου, όπου τα πάντα μοιάζουν δομημένα με γνώση και συνέπεια στην πρωταρχική σύλληψη του Νικολάου: ότι το ποίημα είναι ο τόπος.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Η φύση της πατρίδας. Η πατρίδα της φύσης. Η ηθική της μνήμης. Η μνήμη της ηθικής. Η φαντασία της νοσταλγίας. Η νοσταλγία της φαντασίας. Η παιδικότητα της χαράς. Η χαρά της παιδικότητας.
Το αγόρι που τρέχει στην πυρωμένη άμμο. Το πρώτο χνούδι στο μάγουλο. Η χρυσή Αμμόχωστος. Η ολόχρυση Καρπασία. Ο άνεμος που ακούγεται σαν λυπητερό τραγούδι. Το φως που δραπετεύει μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων. Η κόκκινη ευωχία της ροδιάς. Η δηλητηριώδης τρίαινα της κατοχής. Το φιλί στα μάγουλα της ιστορίας. Το βυσσινί μαντίλι της Ελένης.

Η καρδιά που ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ». Το κουδούνι για διάλειμμα. Ο μαυροπίνακας και η κιμωλία. Οι μικρές αυλακιές στο μεγάλο πρόσωπο του πατέρα. Η μάνα που ετοιμάζει, χαράματα, το φαγητό του μεσημεριού. Οι φιλντισένιες σφραγίδες. Ένα δέκα με θαυμαστικό! Μια έμπνευση με δύο θαυμαστικά!!
Χωράφια κίτρινα σαν φλουριά. Γεωργοί που πίνουν νερό από το παγούρι. Χιλιάδες άνθη που ταξιδεύουνε μαζί με τον ουρανό. Χιλιάδες άνθη που κρύβονται, για να μην αντικρίσουν το μούτρο του εισβολέα. Αλλά και χιλιάδες άνθη που σκορπάνε το άρωμά τους απλόχερα, για να διαλύσουν την μπόχα του εισβολέα.
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και σαλπάρω, διστακτικά στην αρχή, με ενθουσιασμό στη συνέχεια, για τα ρημαγμένα τοπία της πατρίδας. Για εκείνο τον στριφογυριστό δρόμο έξω από τον Λεονάρισσο, για εκείνο τον γραφικό καφενέ στο κέντρο της Γιαλούσας, για εκείνο το παντοπωλείο με τις πράσινες πόρτες στο έμπα τουΡιζοκάρπασου, για εκείνη την μητρική αγκαλιά στο προαύλιο του Αποστόλου Ανδρέα που άνοιγε, θαρρείς, για να με σφίξει μέχρι να ψάλλω το Πάτερ Ημών.
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, υπέροχα λυρικός και λυρικά υπέροχος, γράφει μια συλλογή υψηλών απαιτήσεων. Βουτάει τη γραφίδα του στο μελανοδοχείο της προσωπικής, της κοινωνικής και της εθνικής αξιοπρέπειας και απλώνει μπροστά στα μάτια μας εικόνες που γδέρνουν. Όσο όμως περισσότερο γδέρνουν, τόσο περισσότερο τρυφερές γίνονται. Στίχοι φορτωμένοι ήθος και ηθική, στίχοι που κουρδίζουν, επιτέλους, το κοιμισμένο ρολόι του τοίχου και του μυαλού, στίχοι που στάζουν, σαν βάλσαμα, σε ανοικτές πληγές. Και, πάνω απ’ όλα, η λογοτεχνική καθαρότητα, λευκή σαν παιδική επιθυμία, ενός ανήσυχου, και δημιουργικού, πνεύματος.

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Από το ιστολόγιο τής Πόλυς Χατζημανωλάκη:
ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ

Ήθελα να γράψω δυο λόγια για την ποιητική συλλογή του αγαπημένου φίλου μου Νίκου, [facebook: @Νίκος Νικολάου –Χατζημιχαήλ] τη «Διθαλάσσου»… δυο θάλασσες, μια στενή λωρίδα γης ανάμεσό τους, η «βοός ουρά», η Καρπασία στην Κύπρο… αλλά δυσκολεύομαι αφάνταστα, να μην προκαταλάβω τον αναγνώστη από τη δική μου συγκίνηση…

Εξόριστοι όλοι δια παντός από την παιδική μας ηλικία είμαστε… Και να σκεφτεί κανείς, πως εκεί που ο Σεφέρης, μη θέλοντας να ξανακάνει την κατάβαση στον Άδη –στα Βουρλά της Μικράς Ασίας– επιχείρησε να αναζητήσει τον δικό του Χαμένο Χρόνο με το Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, εκεί ακριβώς μνημειώνεται με την ποίηση του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ μια αβάσταχτη, ανεξαργύρωτη εξορία: της παιδικής ηλικίας, της προσφυγιάς, της Κατοχής της πατρίδας.

Αυτό γίνεται με μια απαράμιλλη ευαισθησία με μια ποίηση εικόνων, τεκμηρίων, αναμνήσεων, φωτογραφιών, φράσεων –όλα παρατίθενται εξαιρετικά στις σημειώσεις του τέλους– που ακόμα και τις πέτρες τες «ασύντυχες» κάνει να κλάψουν…

Έχω ξαναπαρουσιάσει στο παρελθόν ποιήματα του Νίκου και οι φίλοι εδώ τα αγάπησαν πολύ. Πιστεύω πως καταφέρνει να μεταδώσει τη συγκίνηση και την νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα του με ένα τόσο αυθεντικό, προσωπικό και βαθύ τρόπο, που το αίσθημα αυτό διηθείται και περνά το κέλυφος της αδιαφορίας του μέσου Νεοέλληνα για το Κυπριακό… Που τις ρίζες του έχει όπως είχα γράψει παλαιότερα στο ότι το «κακό», η εισβολή, συνέβη με τη Μεταπολίτευση, τότε που εδώ το κοινό αίσθημα ήταν η ευφορία και δεν είχαμε διάθεση να σκοτιστούμε με την τότε δυστυχία των αδελφών μας.

Μήπως σκοπεύετε την άλλη μου πληγή να ψηλαφίσετε;
Αυτήν που υπάρχει μέσα μου κι είναι ακόμα ανοιχτή;

 

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

[Αποσπάσματα της κριτικής δημοσίευσαν οι εφημερίδες Πολίτης 21/7/2012, Σημερινή 12 /8/2012 και Αλήθεια 18/8/2012.
Εδώ, δημοσιεύεται ολόκληρο το κείμενο]

Ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ με τα ποιήματα – πήματά του αυτά εκπονεί μνησιπήμονα διατριβή στις ανατροπές των πικρών καιρών και στις εναγώνιες προσδοκίες των πολύχρονων δεινών της κατεχόμενης πατρίδας. Ειδικότερα, εστιάζει τη διεισδυτική όραση του νου και την προφητική ενόραση της καρδιάς στα πάθη της εγκλωβισμένης Καρπασίας και των εύψυχων ελευθέρων πολιορκημένων της, καθώς με στοχασμό και μ’ όνειρο τού το υπαγορεύει το ενδοσκόπιο του λεπταίσθητου ψυχισμού του. Άλλωστε, στη γη που τον γέννησε και τον έθρεψε με τις προγονικές υποθήκες των Αχαιών και τα μυρωμένα νάματα των Αγίων και των μαρτύρων της ήταν ένα ελάχιστο οφειλόμενο χρέος: κάτι σαν τάμα ατομικό κι αφιέρωμα συλλογικής μνήμης, να ξορκίσει το δαιμονικό με την επίκληση και την προσμονή του θαύματος, για να τελετουργήσει ξανά στον τόπο των ιερών και των οσίων του.
Έτσι, με την πολύμοχθη σκαπάνη μιας αριστοτεχνικής ποιητικής γραφίδας ανασκάπτει βαθιά το πανάρχαιο χώμα τούτης της γης, εξορύσσοντας τα πλούτη των αμύθητων θησαυρών της και ανασύροντας από τα έγκατά της παμπάλαιες ιστορίες και παραδόσεις, ηρωικές μορφές του μύθου και θρυλικές φυσιογνωμίες ανθρώπων μιας αλλοτινής αυθεντικής εποχής μαζί με τα αρχοντικά ήθη και τα αρχέγονα έθιμά τους. Όλες εκείνες τις έντονες παραστάσεις μιας ατέλειωτης κληρονομιάς βιωμάτων και καθημερινών δρώμενων, τουτέστιν των έργων και ημερών ενός ολόκληρου κόσμου, που δεν κατάφερε να τις ξεθωριάσει ο χρόνος μήτε να τις αλλοτριώσει ή να τις ξεριζώσει κανένας άνεμος υποβολιμαίας λήθης σε πείσμα του ανενδοίαστου κατακτητή. Γιατί, ακριβώς, μέσα από τούτη την ολιγοσέλιδη αλλά μεστή περιεχομένου συλλογή του μάς το θυμίζει περίτρανα ο ποιητής: πως ο Κάρβας, που φυσά από τη μεριά της Καρπασίας, όπως μας προειδοποιεί στην επεξηγηματική αναφορά για τον λογότυπο των ομώνυμων εκδόσεών του, κομίζει ως άλλος αγγελιαφόρος το μήνυμα της Καρβασίας κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, της αρχαίας Βοός ουράς. Και άλλοτε μάς το μεταφέρει μέσα από τα χρώματα και τις ανταύγειες του φωτός της ή στο ράμφος των ποικιλόμορφων πουλιών της σε μια εναρμόνια συμφωνία είτε ακόμα με την πεισμονή του τζίτζικα στο μονότονο τραγούδι του και μέσα από το θρόισμα των φύλλων του αόρατου. Κι άλλοτε πάλι μάς το φέρνει με τη νοσταλγική αύρα του θαλασσινού της φλοίσβου ως αρχαίο άνθος αλός, αλλά και ως κραυγή οιμωγής και ταυτόχρονα υπόμνησης και προσταγής μέσα από «ένα βράχο με το κύμα του» ή με το δυνατό χλιμίντρισμα των Σαλαμίνιων αλόγων.
Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα δεκαοχτώ ποιήματα της άρτια επιμελημένης συλλογής του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ, ανατρέχοντας στις διαφωτιστικές σημειώσεις, τις διανθισμένες με χαρακτηριστικά φωτογραφικά και σχεδιαστικά στιγμιότυπα, που παραπέμπουν στην ανθρωπογνωσία, στη θρησκευτική ζωή και την αρχαιολογία της θαυμαστής αυτής ιστορικής χερσονήσου. Μη παραλείποντας εκ προοιμίου τη γενική αίσθηση που συναποκομίζουμε, υπογραμμίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αποκάλυψη. Είχαμε, βεβαίως, γνωρίσει στα διηγήματά του την ευφάνταστη πλοκή ενός δομημένου αφηγηματικού λόγου, που απέπνεε τους λυρικούς τόνους μιας ποιητικότητας κάτω από τη γνησιότητα μιας δημιουργικής προσωπικής σφραγίδας. Ωστόσο, την αποτύπωση της δόκιμης ποιητικής του γραφής μόλις φέτος ευτυχήσαμε να δούμε στο φως της δημοσιότητας, εφόσον η πρώτη του συλλογή του 1984, που επιγράφεται Καρπασία, είναι χειρόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, όπως αναγράφεται στη σχετική του εργογραφία. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι μέχρι στιγμής εισέπραξε τόσον εδώ όσο και στον ελλαδικό χώρο διθυραμβικές κριτικές. Καταθέτοντας με τη σειρά μας το γενικό στίγμα της δικής μας αποτίμησης, θα επισημαίναμε απερίφραστα ότι το κάθε ποίημα είναι και ένα καλοδουλεμένο ακριβό κέντημα, φιλοτεχνημένο στον καμβά του καλλιτεχνικού αισθητηρίου του δημιουργού του με τα κεντίδια ενός άμεμπτου πολυτονικού. Το γλωσσικό ένδυμα, ανάλογο των μεταφορικών αλληγορικών συμβολισμών και των υποβλητικών εννοιολογικών σχημάτων, εμπλουτίζεται από λόγια και διαλεκτικά στοιχεία στην πληρότητα της ποικιλομορφίας και την άρρηκτη συνοχή της γλώσσας μας. Όχι μόνο απηχεί το κάλλος του ηδυσμένου ποιητικού λόγου, που αποδίδεται με τα σύνεργα μιας αφομοιωμένης εμβάθυνσης στα έργα των μεγάλων ποιητών μας, εξού και οι κάποιες φραστικές ή νοηματικές συνηχήσεις γόνιμων επιδράσεων. Στις στροφές μιας αισθητικής στιχουργικής συμμετρίας, καθώς και στις επιγραμματικές ή εκτενέστερες ενότητες των ποιημάτων του δεν διαφαίνεται απλώς, αλλά επαρκώς πιστοποιείται η αβίαστη έμπνευση επαγωγικών συλλήψεων, μέσα από τις συνεχείς αναζητήσεις και τις μεταρσιωτικές κατανυκτικές ανατάσεις στην υψηλή της Ποιήσεως Καβαφική σκάλα. Κι όσο κι αν είναι δύσκολο και σπάνιο, ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ επιτυγχάνει να πολιτογραφηθεί εις των ποιητικών ιδεών την πόλι.
Βαδίζουμε, λοιπόν, και περιδιαβάζουμε μαζί με τον ποιητή, συνταξιδιώτες και συνοδοιπόροι, στη στενή λωρίδα της γενέθλιας γης του, της Διθαλάσσου, πλημμυρισμένοι από τα δάκρυα των δυο θαλασσών της, που σμίγουν τα σμαραγδένια νερά τους ανάμεσα στο ακρωτήρι του Αποστόλου Αντρέα και τις Κλείδες των γλάρων. Τούτη η γη, στ’ αλήθεια, μαζί με την παρούσα συλλογή που τη μνημονεύει και την ανιστορεί ποιητικά, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πιο εύστοχα, παρά από ένα τέτοιο αρχαιοελληνικό επίθετο, που συνειρμικά σημαδεύει τις πέτρες των ερειπίων της και τις αμμουδιές των ακτών της, όπου έφτασαν οι απόγονοι του Τεύκρου πρώτοι οικιστές. Της διθαλάσσου αυτής γης σαφής συνδήλωση, επιπλέον, είναι η συνάντηση του ελληνικού και του χριστιανικού κόσμου, όπως καταφαίνεται από την οικοδομική διαστρωμάτωση των αρχαιοπρεπών κτισμάτων και του πλήθους των βυζαντινών εκκλησιών της. Τούτο τον διφυή κόσμο συνέχισαν οι επίγονοι με το δέος της πανάρχαιας φυλετικής καταγωγής και την πίστη της θρησκευτικής τους ευλάβειας. Έτσι, και η διήκουσα γραμμή των ποιημάτων της Διθαλάσσου δεν μπορεί να διασπάσει τον συνδετικό ειρμό της σφαιρικής τους σύνθεσης σε επί μέρους νοηματικές ενότητες.
Το «φως» ως προανάκρουσμα της συλλογής συνέχει τα ποιήματα στη συνθετική τους ενότητα, φωτίζοντας το πνεύμα της ταυτότητάς τους. Ένα «φως» μιας απέραντης κοσμογονικής φωτοχυσίας σ’ όλες τις αποχρώσεις και τους ιριδισμούς του, που φανερώνει αποκαλυπτικά τους παλμούς της Καρπασίτικης φύσης μαζί με τους κραδασμούς του ποιητή, που συνεκδοχικά αντιπροσωπεύει τους συντοπίτες του: τους ελάχιστους εκείνους, αλλά αδέκαστους και ανένδοτους εγκλωβισμένους, «όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες», καθώς και εκείνους που αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Για τούτο και αφειδώλευτα μοιράζεται μαζί τους ο ποιητής και κατ’ επέκταση με όλους εμάς τους ακατασίγαστους πόθους και τις ανειρήνευτες έγνοιες του για τη μοίρα του έσχατου οχυρού της ελληνικότητάς μας στις ακρώρειες και τις εσχατιές της μοιρασμένης μας νήσου. «Εδώ γεννήθηκα» διαλαλεί με περηφάνια, αλλά και με πόνο ψυχής εδώ επιστρέφει νοερά, οδηγώντας μας στη «μικρή περιήγηση» τού αντίστοιχου ποιήματος στην πατρογονική εστία του σπιτιού του «με τους κίονες». Είναι εδώ, όπου «κι αντί να τραγουδ[ά] γλυκά σαν τα πουλιά», οδυνόμενος «ανακαλ[ιέται]. Εδώ «μέσ’ από φωτογραφίες την Ελένη μελετ[ά]» μαζί με τους αστερισμούς των παιδικών του χρόνων. Εδώ κι η ανεπούλωτη πληγή της Παναγίας της Κανακαριάς μέσα από τους ελεγειακούς στίχους του ομώνυμου ποιήματος. Εδώ είναι, επίσης, όπου ξετυλίγονται μπροστά του, ανεξίτηλα ιστορικά τεκμήρια, οι «παλιές σφραγίδες», «τα άλογα», που ζωντανεύουν από τους τάφους της Σαλαμίνας «έτοιμα για αναχώρηση». Σ’ αυτό το μοιρόγραφτο σημείο της Κυπριώτισσας γης εμμένει ο ποιητής να αντιπαραβάλλει εικόνες της αλλοτινής ευτυχισμένης ζωής, που έθαλλε στο σκίρτημα των αιωνόβιων θάμνων, των λουλουδιών, και των γοργοφτέρουγων ενδημικών πουλιών, με τις δυσοίωνες σκηνές του πολέμου και της συμφοράς, όπως σκιαγραφούνται με μουντές σκιές στο ποίημά του «χαράκωμα».
Προεκτείνοντας, ωστόσο, την απερίσπαστη οπτική της θέασής του, φτάνει μέχρι την πόλη – φάντασμα της Αμμοχώστου, όπου τώρα βλέπει να ξαναζωντανεύουν μπροστά του το ονομαστό Γυμνάσιο της φοίτησής του και στα ιωνικά του προπύλαια ο κήπος με τις γιορτινές πορτοκαλένιες διακοσμήσεις. Η αθάνατη μορφή του γυμνασιάρχη του δρος Κυριάκου Χατζηιωάννου τού εμπνέει το ελπιδοφόρο όραμα της «αναγέννησης», που, σύμφωνα με τους δυο τελευταίους στίχους του ομότιτλου ποιήματος, με αισιόδοξο κέλευσμα προστάζει: «Στης χαλκοφόρου το στερέωμα / Να ξαναλάμψει». Σύροντας, εξάλλου, τα βήματα προς τη θάλασσα, αναστοχάζεται με φιλοσοφική διάθεση την τραγική μοίρα του ξενοδοχείου «Σαλαμίνια» και του άτυχου νέου, που ξεψύχησε μετέωρος ανάμεσα στα βομβαρδισμένα συντρίμμια κι έμεινε εκεί να κοιτάζει την «πατρίδα ανάποδα γυρισμένη». Δεν διστάζει, όμως, σ’ ένα άλλο ποίημα να προφητέψει με στεντόρεια φωνή τα εξής: «Και η Καμήλα / Θ’ ανασηκώσει την καμπούρα της / Θα ξεσηκώσει κύματα / Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια». Αυτή την εσπευσμένη εγρήγορση τη νιώθει ως επιτακτική αναγκαιότητα ο ποιητής στον «μονόλογο» της πνιγηρής μοναξιάς του, όπου συναισθάνεται με κρίση εναγώνιας υπαρξιακής συνείδησης τη δουλική χαμέρπεια των προδομένων ιδανικών και τη ματαίωση του τραγικού αδιεξόδου. Γι’ αυτό και η αμφισημία της πλάκας στο προτελευταίο ποίημα: είτε το κακόγουστο αστείο πρέπει να σταματήσει είτε η ταφόπλακα του χρόνιου ενταφιασμού οφείλει να ραγίσει, για να βγούμε, επιτέλους στο φως, θρυμματίζοντας τα αδιέξοδα.
Στο τελευταίο ποίημα, που επιστεγάζει τη συλλογή, ο «Ανθέμιος Καλοκαίρης» είναι μια υποβλητική μετωνυμία, που κομίζει το κατ’ εξοχήν αισιόδοξο μήνυμα κατάφασης της ζωής, αλλά και του τόπου της ονειρικής ειρηνικής μας διαβίωσης. Το ποίημα αποτελεί μιαν αναθηματική ωδή αγάπης και ευγνωμοσύνης στον φίλο και Διδάσκαλό του, τον αείμνηστο Θεοδόση Νικολάου, στη μνήμη του οποίου στοιχειοθετεί ανασυνθετικά στίχους, που αποσπά από ποιητικές του συλλογές, για να υπομνήσει αποφθεγματικά στον επίλογό του: «Και στο φεγγάρι ρίχνοντας ματιά ευγνωμοσύνης / Τι στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι ανάβει».
Αντί άλλου σχολίου ή πρόσθετης αναφοράς και επισήμανσης, μεταφέρουμε ως ακροτελεύτιο αυτούσια τη φωνή του ποιητή από το ποίημά του «Καρπασία», όπως καταγράφεται μέσα από τον νόστο της πατρώας γης και την αγωνιστική αφύπνιση για απελευθέρωση και επιστροφή: «Κάθε πρωί / Ακονίζω τη μνήμη μου / Κι ένα μαχαίρι / Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν / Σε δυο κομμάτια με χωρίζει. / …/ Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας / Κι ας μην είναι διά την δόξαν / Ας είναι για τα καπνολούλουδα / Και τις σκορπισμένες ψηφίδες / Της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας».

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο

«Κι ο κόσμος όλος φως»

Σ’ ένα στίχο με πέντε μικρές λέξεις βαλμένες στη σωστή ρυθμική τους θέση, περικλείονται δεκάδες εικόνες, ιστορικές στιγμές, συναισθήματα… χαρά, πόνος. Περικλείεται όλη η Καρπασία. Η ψυχή της!

Τον ποιητή Νίκο Νικολάου -Χατζημιχαήλ πρωτογνωρίσαμε ως πεζογράφο, με τα γεμάτα ευαισθησία κι ανατροπές διηγήματά του στη συλλογή «Η κόρη του δραγουμάνου» (Εκδ. Μεταίχμιο). Ένα βιβλίο που δεν πέρασε απαρατήρητο. Σ’ αυτά τα πεζογραφήματα, λοιπόν, ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορέσει άνετα να νιώσει την ανάσα του ποιητή.

Το «Διθαλάσσου», για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν, ή να ταξιδέψουν σ’ εκείνα τα μέρη, κι από τον τίτλο και μόνο θα φέρει στη μνήμη τους το κομμάτι εκείνο το μοναδικό, δεξιά κι αριστερά σου η θάλασσα, κι εσύ στο ανάμεσό της, να ταξιδεύεις… Να ταξιδεύεις στο όνειρο. Το ίδιο, το όνειρο του ποιητή όπου, στίχο με στίχο σε ξεναγεί στους χώρους εκείνους που η ελιά, το κυπαρίσσι, η ροδιά είναι ακόμα ριζωμένα στη γη τους, ζωντανά στη μοναδική απλότητά τους, στην παλικαριά τους να σου θυμίζουν τον έρωτα στην πιο βαθιά του έννοια. Να θυμηθούμε αυτό που λέει ο Κούντερα για το θέμα της «ύπαρξης» όπου «ο δημιουργός πρέπει ν’ αγγίζει στην πορεία της δουλειάς του. Ο ποιητής το αγγίζει σε κάθε του ποίημα».

Η ζωή… η ύπαρξη… Τότε, τώρα, στη συνέχεια. Κι η Παναγιά η Κανακαριά σε ακολουθεί με τα Βυζαντινά της μάτια βουρκωμένα. Φτάνεις στο σπίτι του ποιητή. Και να, η ψηλή «μαυρομάτα» με μια «άδεια» φωλιά στη φυλλωσιά της. Εκείνη – τη θυμάσαι – τη φωλιά που έφτιαξαν με τέχνη κι αγάπη δυο σγαρτίλια…».

Παρομοιώσεις, μεταφορές, αντιθέσεις σε μια απίστευτη ποιητική πανδαισία σε γεμίζουν πόνο μα και χαρά μαζί, χαρά που η ομορφιά δεν σβήνει από τη μνήμη.

Διαβάζεις και προχωρείς. Προχωρείς αναπνέοντας τη μυρωδιά της γης, ακούγοντας τα κελαδήματα των πουλιών και ξεχωρίζοντας το κελάδημα κάθε πουλιού. Στέκεσαι, ανασαίνεις κι απλώνεις τη χούφτα σου, χαϊδεύεις το σγαρτίλι, νιώθεις «τις κρυμμένες ομορφιές» που ο ποιητής τραγουδάει. Τραγουδάει ακόμα και στη γλώσσα των παππούδων και στη γλώσσα του Ομήρου:

«Αφτοτζηνάρα του γιαλού
τζιαι σμέρνα του πελάου
Δεν σου το λάλουν, μάνα μου
‘που λλόου μου φυλάου».

Μνήμες, ντυμένες λυρικά, «καθώς το φως σκουντάει τα πουλιά και ξημερώνει» σε φέρνουν και σε ακουμπούν σ’ ένα βράχο, όπου ο γλάρος κάθεται και κοιτάει «αδιάφορα» (αδιάφορα;) το πέλαγο. Και το παραμύθι ξεπετιέται μπροστά σου. Το ‘χει φέρει ο άνεμος, ο Κάρβας στα φτερά του, το παραμύθι της δωδεκάχρονης πανέμορφης Ελένης, μιας κόρης που ένας ξένος επισκέπτης έχει απαθανατίσει φωτογραφικά.

«Κι εσύ καλέ ταξιδευτή μισή ανατολίτισσα την είπες…».

Ιστορία, θρύλοι, μύθοι, παραδόσεις σε στίχους συμπυκνωμένους, που συχνά σε κάνουν να βουρκώνεις για το άδικο που γνώρισε τούτος ο τόπος. Γιατί «οι κρυφοί ανέμοι» που «φυσούσαν τζιαι που τες τέσσερις μερκές, τα νέφη εκουβαλούσαν». Και σκόρπισε ο κόσμος, κι έμεινε η γη τους έρημη κι ορφανή.

Μονάχα ο ουρανός μένει πάντα ο ίδιος. Σε ακολουθεί.

«Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα κι άλλοι αστερισμοί
δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος
των βλεφάρων μου».

Κι η φωνή του ποιητή ξανά στο τώρα. Όμως εξαρχής μας προετοιμάζει πως το τραγούδι του δεν θα ‘ναι χαρούμενο, αλλά η φωνή του θ’ ακουστεί πικρή, λυπητερή σαν μοιρολόι «καθώς η συμφορά και το άδικο τον πνίγει». Στέκομαι στη φράση «ανακαλιούμαι» και στη μνήμη μου η τραγωδία που χτύπησε το νησί μας, οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι μάνες… Ανακαλιούμαι, μια λέξη που μοιάζει με καινούργιο φεγγάρι, με το πάντα λυπημένο του φως.

«Εμείς περιμένουμε
περιμένουμε τη στιγμή
που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι
τα φτερά τους
Και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους…
Όπως τότε..».

Οι εικόνες αναλλοίωτες, σταθερές κάνουν την ψυχή του ποιητή να συνεγείρεται και να τραγουδά πότε χαρούμενα, πότε λυγμικά…

«Ένας βράχος με το κύμα του
Μια χαρουπιά και μια λευκή λωρίδα άμμου
Τότε να δεις κρινάκια του γιαλού
Σγαρτίλια κι ολόλευκο αστραφτερό αλάτι».

Σε μια αναφορά σαν αυτήν εδώ, ο χώρος δεν μας επιτρέπει ν’ αγγίξουμε και δεκάδες άλλα σημεία, αυτού του βιβλίου με τις άκοπες σελίδες και τη συγκίνηση που σου χαρίζει. Θα ‘θελα, ωστόσο, να πω για την άρτια επιμέλειά του, το εξώφυλλο, τα συμβολικά του σχέδια.

Άνθος Αλός

Πες θάλασσα…

Και η Καμήλα
Θ’ ανασηκώσει την καμπούρα της
Θα ξεσηκώσει κύματα
Θα ξυπνήσει τα μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια
Θα φυσήξει τη γλυκόπικρη αύρα της μνήμης
Να σου χαϊδέψει το πρόσωπο
Να σε ποτίσει θαλασσόμελο.

Ολόχρυσοι κόκκοι άμμου
Μαζί με τον ιδρώτα σου
Θα κυλούν επάνω στο σώμα
Καθώς θα δοκιμάζεις τις αντοχές σου.

Η θάλασσα θα βλέπει προς την πόλη
Και η πόλη προς τη θάλασσα

Ξαγρυπνώντας.

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

[Ομιλία στο Σπίτι της Κύπρου, στην Αθήνα, στις 8/4/2013, στην παρουσίαση της εν λόγω συλλογής του Νίκου Νικολάου –Χατζημιχαήλ από τον καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινό και τον ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλο.]

Ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός
«Και είπεν ο θεός γενηθήτω φως και εγένετο φως και είδεν ο θεός το φως ότι καλόν και διεχώρισεν ο θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους». Ξεκινώ από τη βιβλική «Γένεση», παραπέμποντας διακει­μενικά στην πρώτη πηγή του φωτός, δί­νοντας δηλαδή έτσι τη θεολογική αίσθη­ση, τον θεόθεν προορισμό, που επιφυ­λάσσει ο Νίκος Νικολάου στη δική του δημιουργία, στο δικό του πρώτο φως της γλυκείας νήσου Κύπρου. Περιέλαβα στο παράθεμα και τον διαχωρισμό φωτός-σκότους, διότι το δεύτερο ποίημα της Διθαλάσσου υποβάλλει διακριτικά την πάλη φωτός και σκότους στον περιούσιο τόπο της καρδιάς του, δηλώνοντας την αντιφατική, όπως δείχνει η εξέλιξή της, εναλλαγή, τη σφοδρή σύγκρουση των αντίρροπων δυνάμεων, που καθιστούν μαρτυρικό και ιστορικά καθαγιασμένο τον τόπο αυτό, ώστε να υπερβαίνει τη συμ­βατική χρονική ακολουθία και να διεκδικεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την οντότητα και την αυθυπαρξία του.

Αυτή τη διαδρομή ο ποιητής επιλέγει προσφυώς να ακολουθήσει, φθάνοντας στο σημείο των ημερών μας και προοιωνιζόμενος την ιστορική και μυθική συνέχεια του μεθιστορικού τόπου του, συζευγνύοντας συνειρμικά και συμβολικά τη βι­βλική Γένεση με την ανάδυση μέσα από τη θάλασσα της Αφροδίτης Κύπρου [σημ.1]:

Ήρθες
Ανάμεσα από τα φυλλώματα της ελιάς
Κι εγνώρισα

Το ασημί
Την απλότητα
Και την αγάπη.

[…]

Κι ο κόσμος όλος φως.

Το μεγαλείο της φύσης, όπως μας το έδειξε ο Σολωμός, με την καθολική σύμ­πραξη του ουρανού, της γης και της θά­λασσας και με τη γενική συμμετοχή των έμβιων όντων και των οργανισμών της πανίδας και της χλωρίδας, ο Νικολάου δεν το επικαλείται για να προβάλει απλώς την απέριττη ομορφιά της Κύπρου. Το φυσικό αυτό μεγαλείο το αξιοποιεί ως άκρα αντίθεση, αφού αυτή η φαντασμαγορία, η γεμάτη «ομορφιά και χάρη» γίνεται εντονότερη αλλά και ιδιαίτερα πονε­μένη, αυτό το γιορτάσι πλήττεται από τη θλίψη, γιατί αντίμαχες δυνάμεις του κα­κού έρχονται κατά σύστημα να διαταράξουν την αρμονία, να αμαυρώσουν την ομορφιά [σημ.2]:

[…]

Θέλω κι εγώ τον τόπο αυτό τον ζη­λευτό
Και τις κρυμμένες του ομορφιές να τραγουδήσω
Μα η φωνή μου ακούγεται πικρή, λυ­πητερή
Γιατί η μεγάλη συμφορά και τ’ άδικο με πνίγει

Κι αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά
Θαρκούμαι ανακαλιούμαι.

Ύμνος και θρήνος, επομένως, για τη μάνα γη, άσμα ελεγειακό για τη χαμένη της άνοιξη, μοιρολόι της ομορφιάς ψάλει ο Νίκος Νικολάου, βασισμένο στα συμβάντα που ο «κόσμος ο μικρός και συνάμα ο μέ­γας» της Κύπρου τού υποβάλει, μη επιλέγοντας ωστόσο τα κορυφαία γεγονότα της ιστορίας αλλά τις δραματικές στο μεγαλείο τους στιγμές του. Ύμνος στη μο­ναδικότητα αλλά και τη μοναξιά της, στην αφοπλιστική απλότητα αλλά και την δυστυχία της να αποτελεί το αντικεί­μενο συνεχών επιβουλών. Είναι η φωνή της Κύπρου, με άλλα λόγια, διά στόματος του ποιητή της, φωνή οδύνης και συνάμα μητρικής στοργής και πόνου, που ανακα­λεί στη μνήμη μας την αγέλαστο πέτρα, όπου κάθισε η Δήμητρα για να ανασάνει και να κλάψει τον χαμό της κόρης της [σημ.3]:

Το πουκάμισο του φιδιού
Στην πληγή της σπασμένης φτερού­γας μου
Μέσα στη μοναξιά μου με κατατρώει.
Αυτοί αν έρχονται κοντά μου έρχονται από περιέργεια
Μου τραβούν τα φτερά, δοκιμάζουν τη δύναμή μου
Των άλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών η φυγή.

[…]

Θα έρθει κάποτε η στιγμή
Να ραγίσει αυτή η πλάκα.

Στο σύνθεμα της Διθαλάσσου, διότι πρόκειται για ενιαία σύνθεση και όχι τυ­χαία τοποθετημένα ποιήματα, η πλοκή είναι πυκνά υφασμένη· χωρίς δόση υπερ­βολής δεν περισσεύει λέξη∙ η δομή είναι απέριττη, με ηρεμία δωρική, που ποικίλλε­ται όμως με πονεμένους λυρικούς τόνους και σπάει έτσι η στασιμότητα, οπότε το συναίσθημα διαπερνά βαθιά τον ανα­γνώστη. Με τη Διθαλάσσου, η οποία οδη­γεί στην ανεμόεσσα Καρπασία, τη λωρί­δα του φωτός του ποιητή και γενεαλογι­κή του μήτρα, την ουρά του βοδιού, όπου συναντώνται ο Βορράς με τον Νότο και την βρέχουν δυο θάλασσες, την πανάρ­χαια Αχαιών ακτή, με αυτήν ως αφορμή ξετυλίγει την ιστορία της Κύπρου, ακο­λουθώντας ένα ιδιότυπο λυρικό ρεαλισμό ο ποιητής. Τα γνωστά περιστατικά της γεγονοτολογικής ιστορίας είναι δευτε­ρεύοντα, θα φάνταζαν ασήμαντα μπρο­στά στο δραματικό γεγονός της εισβολής που διαπερνά υπόρρητα ή υπαινικτικά και όχι ονομαστικά όλη τη συλλογή.

Ζούμε τη Μεγάλη Παρασκευή της Κύ­πρου στους στίχους του, την εαρινή πενθηφορία της στο ζενίθ της. Μετά από το πέρασμα όλων των ημερών του θείου δράματος της, είναι η ώρα της μεγάλης κρίσης, του παράδοξου πόνου και του άφατου θρήνου, σε ώρα πάντοτε εαρινή -αυτή η αντίφαση είναι η μοίρα αλλά και η ελπίδα της- γι’ αυτό και η θλίψη είναι αβάσταχτη [σημ. 4]:

Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!

Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται από έναν θαλασσή ουρανό.

Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σε συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.

Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του.

Με εξαιρετική ικανότητα ο Νικολάου παρουσιάζει το μέγεθος της απώλειας και της ανατροπής. Είναι η Αμμόχωστος, είναι η Καρπασία, είναι η Κύπρος, είναι ο μαρτυρικός άνθρωπος τους; Είναι αδιά­φορο το ποιος. Το μέγεθος της απώλειας πρωτεύει, η αίσθηση του θανάτου συν­ταράζει και κινητοποιεί τον αναγνώστη.

Επιλέγει λοιπόν σκηνές της πορείας προς τον Γολγοθά, πτυχές του μαρτυρί­ου και τις παρατάσσει στο συναξάριό του ο Νικολάου: Είναι η συμπάσχουσα φύση καταρχάς, είναι η Ελένη της Καρ­πασίας, η απολεσθείσα Ελένη, είναι τα ματωμένα νερά της Καρπασίας, είναι η δική του παιδική ηλικία και οι μνήμες της, εξορισμένη από την πατρώα γη και την πατρίδα των προγόνων, είναι η λεηλατη­μένη Παναγία η Κανακαριά και οι σφραγί­δες με τα λιοντάρια και τα εμβλήματα των κατά καιρούς κατακτητών, είναι η ανάκληση μέσω αυτών της διαχρονικής διαδρομής της Κύπρου. Είναι και ο τρυπομάζης και τα κρινάκια του γιαλού, τα βράχια και η χαρουπιά με τα σγαρτίλια. Και για να μη λησμονούμε την πολιά αρ­χαιότητα της Κύπρου, είναι τα άλογα της αρχαίας θυσίας, προκρίματα μιας προφη­τικής μοίρας στο ποίημα «Τα Αλογα» Σαλαμίνας: Η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας ήρθε ως «κύμα όλο σκοτάδι / από την άλλη θάλασσα / και σκέπασε τούτη τη γη». Εύλογα ο Νικολάου θα σταματήσει εδώ, θα προσκυνήσει, καλύτερα, τα σε­πτά πάθη της πατρίδας του, στο ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Χαράκωμα» [σημ.5]:

Ο άνεμος στριφογυρνούσε μανιασμέ­να
Μέσα στους κλώνους της μικρής αμυ­γδαλιάς
Και τους λευκούς ανθούς σκορπούσε
Στα τέσσερα σημεία∙ καταχνιά!

Μολύβι ο ουρανός περνούσε
Χιλιάδες τ’ άνθη ταξιδεύανε μαζί του
Κι όσο χαμήλωνε αυτά ποθούσαν
Τη θέση τους να πάρουνε επάνω στα κλαδιά.

Ο άνεμος φυσούσε, έπιασε μπόρα
Και σαν τα δάκρυα άνθη και στάλες
Πάνω στο σώμα της αμυγδαλιάς κυ­λούσαν
Και φτάναν στα ριζά για να γεμίσουν
Σκαμμένο και με νούμερο αναγνώρισης
Χαράκωμα πολέμου.

«Κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε»: για να θυμηθούμε τον στίχο του εμβληματικού ζακύνθιου ποιητή, στο οποίο μας οδηγεί το «Χαράκωμα».

Και η κατακλείδα: ο αιώνιος ποιητής, ο «Ανθέμιος Καλοκαίρης», ο ποιητής Θεοδό­σης Νικολάου, ο δάσκαλος και μυητής του Νίκου Νικολάου, ο ποιητής προφήτης όλων των εποχών, που σύννους και χαρμολυπικός θα στρέψει τα μάτια της ψυχής μας στο όνειρο, στην ελπίδα και όλα θα δείξουν την άλλη, την ευοίωνη και αναστάσιμα προσδοκώμενη όψη τους: και τα νεκρά άλογα θα χτυπήσουν τις οπλές τους τότε στο καλντερίμι, και η πατρίδα θα αναστραφεί και θα επανέλ­θει στην όρθια θέση της, και η σπασμένη φτερούγα θα ιαθεί, και οι άγιοι της Καρ­πασίας θα ξαναλειτουργηθούν, και η πόλη θα ξεπροβάλλει ξανανιωμένη και θα ξαναλάμψει. Όπως γράφει ο ποιητής, «Περιμένουμε τη στιγμή / που τα πουλιά θ’ ανοίξουν πάλι τα φτερά τους / και θα ενώσουν τις μικρές κραυγές τους / / όπως τότε…». Το όνειρο του μύστη ποιητή και δασκάλου, απλό και αυτό, καθημερι­νό, δικαιωματικό, αυτονόητο αλλά απο­στερημένο, διατυπώνει ο Νίκος Νικολάου στο αφιερωματικό ποίημα «Ανθέμιος Κα­λοκαίρης», εκφράζοντας με τον πιο απο­καλυπτικό τρόπο τη σκέψη του απλού ανθρώπου, του αδικαίωτου ανθρώπου όλων των εποχών, και συμποσώνοντας στους στίχους του το περιεχόμενο και αί­τημα ολόκληρης της συλλογής:

Χάιδεψε την γκρίζα γενειάδα του
Θαυμάζοντας την ομορφιά
Του φεγγαριού που έλαμπε στον ου­ρανό.

Με συγκίνηση υποκλίθηκε στον τρελό της γειτονιάς
Υψώνοντας τον με χαιρετισμό και με κρυφή χαρά
Που ήταν αδύνατο τα μάτια του να κρύψουν.

Το βραδάκι στην ταβέρνα της γωνιάς, το μαύρο
Στερκό επαίνεσε του τόπου του κρα­σί
Φέρνοντας στο στόμα άρωμα και ποτήρι
Με κίνηση αργή του κεφαλιού και του χεριού
Κρίνοντας πως στη ζωή μας τελικά
Δεν έχει σημασία το τι αλλά το πώς.

Τέλος, τράβηξε για τη σκήτη του
Να ονειρευτεί το πρώτο σπίτι του
Να ονειρευτεί την πρώτη του τη μαγι­κή του πόλη
Προσέχοντας να σταματά, να μην πατά
Τα βατραχάκια που διασταύρωναν τον δρόμο
Έχοντας τα κλοπιμαία της μέρας του στον ώμο
Και στο φεγγάρι ρίχνοντας ματιά ευ­γνωμοσύνης
Τι στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονο­πάτι ανάβει.

Η ποίηση του Νικολάου στη Διθαλάσ­σου αποτελεί σπάνιο παράδειγμα λιτό­τητας και πυκνότητας. Τα επιμέρους με­γέθη συναιρούνται στο αδιαίρετο και μο­ναδικό της απώλειας. Είναι βαθιά βιωμένα και χωνεμένα όσα διηγείται ο ποιητής. Εί­ναι αφομοιωμένα και γι’ αυτό απέριττα και απλά παρά τη συνθετότητα και πο­λυμορφία τους. Γιατί η μαγεία της ποίησης και η πειθώ της έγκειται στην απόδοση με την έσχατη απλότητα των πιο σύνθετων φαινομένων, στην αποτύπωση του ζη­τούμενου, ει δυνατόν, μονολεκτικά, μονοφραστικά. Την ενότητα, εξάλλου, επιδιώ­κουν οι μεγάλες αντιθέσεις, του αρχαίου προς το σύγχρονο, του βορρά προς τον νότο, του πόνου προς τη χαρά, της ζωής προς τον θάνατο, που καταγράφει με τη νομοτέλεια φυσικών φαινομένων ο ποι­ητής. Το πάθος λοιπόν της Κύπρου με επιλεγμένα κινηματογραφικά καρέ περ­νά μπροστά από τους οφθαλμούς μας, φθάνοντας έως την ώρα της σταύρωσης, αφήνοντας εκκρεμή αλλά σαφώς επικείμενη την αναστάσιμη ημέρα. Όλα προμη­νύουν, όλα αναμένουν την ανάσταση και την αποκατάσταση, η φύση, τα δημιουρ­γήματα της, έμψυχα και άψυχα, οι άνθρω­ποι. Και η Ελένη της Καρπασίας προαναγγέλλει την έλευση της μελλοντικής Ελένης της Κύπρου.

Η γραφή του Νικολάου είναι κρουστά συνυφασμένη με τη γλώσσα του. Γλώσσα απλή, υποβλητική, μελωδικά λυρική, άλλο­τε δραματική, άλλοτε υμνητική, αποδίδει θαυμαστά το περιεχόμενο των συνθεμά­των του. Λέξεις απλές, έντεχνα αρμοσμένες, όπου η φύση πυροδοτεί το συναίσθημα και το μεταβολίζει σε πόνο ή σε ελπίδα, με προσφυώς παρεμβαλλόμενο διακειμε­νικό υλικό, συναφές με την ιστορία του τό­που, αποδίδει εν τέλει τη μεγάλη μοναξιά και τον πόνο της εγκατάλειψης από θε­ούς και ανθρώπους τού σθεναρά μαχόμε­νου και ανθιστάμενου επί αιώνες κυπριακού χώρου. Οι φράσεις της κυπριακής λαλιάς, αντλημένες είτε από το στόμα του λαού είτε από τη λαϊκή του παράδοση είτε από τους ποιητές του (ο Βασίλης Μιχαη­λίδης άμεσα και ο Θεοδόσης Νικολάου υπόρρητα συνιστούν δύο διδακτικά δείγ­ματα) εντείνουν την αίσθηση του εγκλει­σμού εντός των απομονωμένων κυπρια­κών τειχών και του διηνεκούς αγώνα για επιβίωση. Η λεκτική εξάλλου μεταφορά στο απώτατο, το απώτερο και το εγγύς παρελθόν, στην αρχαιότητα, στο Βυζάν­τιο, στο 1821, δοσμένη μέσα από τα σύμ­βολα των αλόγων της Σαλαμίνας, της Παναγιάς της Κανακαριάς, της «9ης Ιουλί­ου 1821», της Ελένης του 1928, του εμβλη­ματικού δάσκαλου ποιητή, αυτή τη δια­χρονική αγωνία υποδηλώνει και την ελλη­νική ταυτότητα του χώρου διεκδικεί.

Στη Διθαλάσσου «ξεκινούν οι ιστορίες που ονειρεύτηκαν» τα πουλιά και τα τραγούδια με τις «ουράνιες νότες» του αείφυλλου αόρατου, του ακατάβλητου θά­μνου του ποιητή. Οι ιστορίες και τα τρα­γούδια αυτά ύμνοι της φύσης και της κυπριακής γης και των ανθρώπων της, αλλά και μαρτυρολόγια των παιδιών της και ελεγεία για το αίμα που δεν έπαψε να αναβλύζει, συντέμνουν και συναιρούν τον χρόνο, ώστε σαν ρόδακας που «ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μια πίσω» και προχωρεί από τον παλιό καιρό προς τις μέρες που θάρθουν, αποκαλύπτουν το μωσαϊκό «της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας», σε μια πανοραματική θεώρη­ση του αδιαίρετου σώματος της. Ο χρό­νος του μετριέται με μια παράδοξη κλεψύ­δρα που αναστρέφεται επάπειρον, κάθε φορά που θα μεταγγιστεί το υλικό της από τον ένα στον άλλο κώνο της

Η συλλογή του Νίκου Νικολάου δεν αποτελεί ιστορική περιήγηση στα σημεία του πάθους του νησιού του, ούτε ρομαν­τική αναπόληση της χαμένης παιδικότη­τας. Είναι η αντίσταση στον ευνουχισμό της μνήμης, η αντιστράτευση στην απα­γόρευση, έστω διά της μνήμης, την προ­σέγγιση των ιερών και οσίων ενός λαού που διεκδικεί επί αιώνες το δικαίωμα στη ζωή και στην προάσπιση της ταυτότητας του, Είναι τελικά η αντίδραση σ’ αυτούς που σκόπιμα ή αφελώς συντελούν στην υπονόμευση της ιερότητας του νόστου

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΕΡΟΠΗ ΜΩΥΣΕΩΣ

1. Η ιστορία της ζωής σας σε 20 λέξεις.

Ἐδῶ γεννήθηκα / Σ΄ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἄκρη τραγουδῶ / Ἀνάμεσα σὲ δύο πέλαγα / Ἀείφυλλος, ἀόρατος μοσχοβολῶ / Κι ἁπλώνω τὰ κλωνάρια μου στὸν Κάρβα / Καὶ τοὺς ἄλλους ἀνέμους ποὺ φυσοῦν.

2. Η ποίηση ξεκινά… και τελειώνει …

Η ποίηση γενικά, ούτε ξεκινά ούτε τελειώνει. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει μέσα στην αέναη ροή του χρόνου και όταν ακόμα εμείς δεν θα υπάρχουμε. Σε μένα, τον θνητό και ασήμαντο ανθρωπάκο, Ήρθε / ανάμεσα από τα φυλλώματα / της ελιάς / κι εγνώρισα / το ασημί / την απλότητα / και την αγάπη. / Ανάμεσα από τα φυλλώματα / του κυπαρισσιού / και γνώρισα το πράσινο / την πάλη / την παλληκαριά. / Της ροδιάς / κι εγνώρισα / το κόκκινο / την τρέλα / και τον έρωτά της. / Κι ο κόσμος όλος φως.

3. Γιατί γράφετε;

Για να μαλακώσω το άλγος του νόστου για τον ξεχασμένο και πολύπαθο γενέθλιο τόπο μου. Για να μπορώ να περπατώ όρθιος. Για να αναπνέω.

4. Για τι γράφετε;

Γράφω για σγαρτίλια, τζιτζίκια και ανέμους. Τραγουδώ τον τρυπομάζη, τη σκαλιφούρτα και το κρινάκι του γιαλού. Τραγουδώ τις αγριελιές, τις μοσφιλιές και τις αφτοτζηνάρες. Μόνο που πολλές φορές αντί να τραγουδώ γλυκά σαν τα πουλιά, θαρκούμαι ανακαλιούμαι.

5. Η παρουσία ελληνικής και κυπριακής στα ποιήματά σας…

Υποθέτω ότι εννοείτε «κυπριακή γλώσσα». Μα, δεν υπάρχει κυπριακή γλώσσα. Η γλώσσα είναι μία. Η ελληνική γλώσσα, που μιλιέται στον τόπο χιλιάδες χρόνια τώρα χωρίς διακοπή. Χρησιμοποιώ λοιπόν, στα ποιήματά μου αρκετές φορές το κυπριακό ιδίωμα για να δροσίσω και να ενδυναμώσω τον στίχο μου με αυτά που έχω πιο βαθιά μέσα μου, και που ουσιαστικά είναι οι πανάρχαιες ρίζες των λέξεων.

6. Οι σημειώσεις|παράλληλες ιστορίες των ποιημάτων σας στο τέλος της έκδοσης…

Η ποίηση δεν έχει ανάγκη από σημειώσεις. Ούτε ο ποιητής επεξηγεί ποτέ τι εννοεί με τους στίχους του. Το ζητούμενο είναι η χαρά της αποκρυπτογράφησης και κατανόησης του ποιήματος, από τον επαρκή αναγνώστη, μετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις και μελέτη. Οι σημειώσεις μου στο τέλος της συλλογής, επέχουν θέση παράλληλων ιστοριών και έχουν σκοπό να φωτίσουν τον τόπο από μια διαφορετική γωνία. Να τον κρατήσουν ζωντανό στη μνήμη. Αλλά ο τόπος τον οποίο φωτίζω έχει ενδιαφέρον για όλο τον κόσμο. Είναι τα ψηφιδωτά της Κανακαρίας. Η πόλη της Αμμοχώστου. Και αυτά δεν χαρίζονται σε κανένα εισβολέα κατακτητή.

7. Ποιον/α Κύπριο/α λογοτέχνη ξεχωρίζετε και γιατί;

Τον Θεοδόση Νικολάου που είχα πολύ μεγάλη τύχη να συνδεθώ φιλικά μαζί του από το 1980 μέχρι το τέλος της ζωής του. Μέσα στις τρεις ποιητικές συλλογές του, συμπύκνωσε την αγάπη του για τον τόπο και την ιστορία του, μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Με γνησιότητα.

8. Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε και πώς ήταν;

Ο Ολισθηρός Ιστός, ένα δίτομο έργο με δοκίμια και μελέτες, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη: Η σχέση του με τους ανθρώπους και τα πράγματα που τον άγγιξαν για σχεδόν μισό αιώνα.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ