Monthly Archives: Νοέμβριος 2016

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

xristiana2

 

 

Η Χριστιάνα Αβρααμίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι απόφοιτος του πανεπιστήμιου Κύπρου στον κλαδο της Αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας καθώς και του πανεπιστημίου του Warwick του Ηνωμένου Βασιλείου στον κλάδο της Αγγλικής λογοτεχνίας και ψυχανάλυσης. Έχει εκδώσει 6 συλλογές και το 2011 το ψηφιακό περιοδικό Λογοτεχνικά Επίκαιρα φιλοξένησε ποιήματά της από την ανέκδοτη συλλογή Μάτια Ανάποδα.
Το 2001 εκπροσώπησε το πανεπιστήμιο του Warwick στην Ταραζόναν της Ισπανίας και το 2005 συμμετείχε εκ μέρους της Κύπρου στην Μπιενάλε της Νάπολης. Το 2006 εκπροσώπησε την Κύπρο στο Βερολίνο για λογοτεχνικές συναντήσεις σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας. Έχει συμμετάσχει σε πολλούς διαγωνισμούς ποίησης σε Κύπρο και Ελλάδα και ποιήματά της αναρτώνται σε πολλές ανθολογίες ποίησης σε Ελληνικά, Ιταλικά και Γερμανικά.
Ποίημα της έχει μελοποιηθεί και τραγουδηθεί στην συναυλία Τραγουδώ το Νησί μου το 2008 ενώ όλη της η ποίηση έμελλε να μελοποιηθεί από γνωστό συνθέτη και πάλι το 2008.
Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστότοποι φιλοξενούν ποιήματά της από το 2000.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
Σχοινιά και Ναυάγια, 1999,
Ένας Λόγος να Αγαπήσεις τη Νύχτα, 2002,
Όλες οι Μέρες Χιόνι, 2005,
Ώρα κάτω απ το νερό, 2008,
Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει, 2014

 

 

 

 

 

ΕΣΕΝΑ Σ’ ΕΧΩ ΞΑΝΑΓΑΠΗΣΕΙ (2014)

 

Αν κάθε στίχος μου
ήτανε μια στιγμή,
πλούσια πολύ θα ’χα ζωή
αν και τις στιγμές μου
ύλες
δεν τις θυμάμαι.

Αν κάθε στίχος μου
ήταν η άλλη ζωή,
θα ’χα περάσει σε αυτήν
μία μία
όλες τις στιγμές μου.

Αν στους στίχους μου
ακούσατε την καρδιά
πως έφυγα θα μάθατε
-μέσα-
δεν χώραγαν άλλοι.

Παράγωγα
Επίθετα
Επιρρήματα
Ουσιαστικά.
Μια λέξη θυμάμαι εγώ,

Αγάπη.

 

<|>

 

Ζω την κατοχή στη χώρα
στο σώμα
καρδιά
ψυχή
και γειτονιά μου.
Τα τσιγάρα μού παίρνουν,
παίρνουν και τη φωτιά μου
χάνω την αυτοτέλειά μου
σε μοιρασμένες εποχές.

Ζω την κατοχή στη χώρα
στην ψυχή
στον έρωτά μου.
Σβήσανε τον κύκλο που ’χα κάνει για εμάς
με κιμωλία πράσινη
και πάμε παρακάτω.

Τα τσιγάρα μού παίρνουν,
παίρνουν και τη φωτιά μου
αγάπες μού παίρνουν
πατρίδες
και φεγγάρια.

 

<|>

 

Δεν τον θέλω άλλο τον ήλιο στη ζωή μου,
με έχει κάψει στα μάτια.
Δε θέλω τη μέρα,
το φως,
μόνο κάποια παλιά τραγούδια για σένα.

Δουλεύω μια ζωή σκληρά
μα τίποτα δεν έχω επιδιορθώσει.
Δεν θέλω άλλο τη ζέστη στα μέσα μου,
βρέξει χιονίσει,
με χεις εγκαταλείψει.

Οι δυνατότητές μου ίσως να ‘ταν για περισσότερα.
Μια καθαρίστρια όμως υπήρξα,
για σκοτεινούς,
σκληρούς
ανθρώπους.

 

<|>

 

Τη στιγμή που πέφτεις
δεν υπάρχει σωστή κραυγή να βγάλεις,
λέξη να πεις,
να ψιθυρίσεις.

Τη στιγμή που πέφτεις,
λες ήξερα πως θα γινότανε έτσι
μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι.

Πέφτεις.

 

<|>

 

00:30

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι.
Κανείς δεν το καταλαβαίνει όταν γεννιέται.
Ίσως,
να το νιώσει πριν πεθάνει
και αναρωτιέμαι
πόσος συνωστισμός εκεί πάνω επικρατεί,
με ψυχές που δεν πρόλαβαν
ένα τόσο απλό πράγμα
να καταλάβουν.

 

<|>

 

01:30

αρχή ήταν…
το Φως.
Όμορφα ήταν,
δεν πονούσανε τα μάτια.
……………………………………….

«Στο ένα ποίημα
μιλάει για τον άντρα της,
χρόνια τώρα
μόνο για εκείνον μιλάει
οι λέξεις σημεία είναι απλά
αίμα ή τιμωρία
ποτέ δεν κουβαλάνε».

Με ανθρώπους άκουσα
δεν μιλάς πια.
Εγώ περνώ στα χείλη τη γλώσσα
να δω αν ακόμα υπάρχει.
Έχασα λίγα σύμφωνα
το 2008,
φωνήεντα και συνδέσμους
το ’68…

Αγαλματάκια Ακούνητα
παίζουμε λιγάκι;


<|>

 

1-1-1-0

Τα βράδια φοβάμαι
για τη συντέλεια του κόσμου.
Αρχαία ελληνικά δεν ξέρω να μιλώ.
Αν και νομίζω ήξερα
στην προηγουμένη ζωή μου
αφού γίνεται κάτι παράξενο και λες
εγώ αυτό
το έχω ξαναζήσει.
Εσένα σίγουρα εγώ
σε έχω
ξαναγαπήσει.

 
<|>

 

1-1-1-0

Πώς τελειώνεις νωρίτερα το τσιγάρο
θα τρελαθώ
το άρχισα εγώ,
ώρες πριν από εσένα.
Περιμένεις το τραμ
ή το μετρό
τί περιμένω εδώ που είμαι εγώ,
πάλι
δεν το θυμάμαι.

 

<|>

 

ΠΟΙΗΣΗ

κανείς δεν θα ψάξει, να σε βρει,
μα θα σε δει στη στροφή,
σε ένα τοίχο
ολοκόκκινη μπροστά του.

Θα σε δει,
θα σε αρνηθεί,
τρεις φορές το τιμόνι
θα στρίψει απ’ την άλλη.

 

<|>

 

Μνήμη Νίκης Μαραγκου

Στο κρανίο λευκή ουσία,
στυλό Μουράνο
από τη Βενετία,
στιγμή δεν πόνεσα
θυμάμαι τα γόνατά μου.

Στο κρανίο λευκή ουσία,
στυλό Μουράνο
από τη Βενετιά
την κληρονομιά μας
με άσπρο χρώμα
να γράψουμε από κοινού.

Δεν μίλησα από τότε ξανά,
μέχρι τη μέρα
της Επανένταξής μου,
που ήταν θρίαμβος σαν την Πρωτοχρονιά
σε Τόκιο
και σε Νέα Υόρκη.

 

<|>

 

Αν είναι να με αγαπήσεις
αγάπησέ με γυμνή.
-Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια
τα μεγάλα ανέχεια και πενία-
με δασείες και ψιλές αρχικά σου μιλούσα
στο λυχνάρι με έκλεισαν και ως προχτές ασφυκτιούσα
αν είναι να με αγαπήσεις
αγάπησέ με γυμνή.
Λόγια Πολλά
είπαμε εμείς
με τα Μεγάλα
δεν χορτάσαμε την πείνα.

 

<|>

 

Αυτοί που παραδίνονται,
κάποτε σηκώνουν τα χέρια ψηλά
κάποτε όχι.
Δεν αναγνωρίζουνε τον εχθρό,
ένας είναι,
πολλοί
ή ο εαυτός τους;
Περιμένουν απλά
να αλλάξει η εποχή,
το χιόνι να πέσει
πυκνό
και μαύρο.

Αυτοί που παραδίνονται,
ταξινομούνται και αριθμούνται.
Πονάνε μα δεν ξέρουν
ποιο τραύμα
πονάει πιο πολύ.

Αυτοί που παραδίνονται,
φοβούνται τον λόγο να ορίσουν.
Τον εχθρό στα μάτια
τολμούν να αντικρίσουν
για δύο λεπτά
ανακωχή.

 

<|>

 

Πέμπτη θα μάθω
-θα μου πουν-
πόσα ακόμα
μπορεί να αντέξει η καρδιά μου.
Τα φορτία της σε πίνακες αφού δουν
αν τολμήσουν θα σκεφτούν
ως ποιο σημείο
αντέχουν οι άλλοι
να αγαπάνε.

Μα εγώ μετά απ’ το χτεσινό
εκτίμησα όλα τα ελαττώματά της
το παντελόνι σαν κατέβαζες
να φύγεις από δω
της μίλησα
την παρακάλεσα
φτάνει!

 

<|>

 

Κυριακή ξυπνήσαμε
σε αντίθετα στρατόπεδα-
η εγκατάλειψή σου με ανάγκασε
άμεσα να μπω σε χαρακώματα,
πριν η χειροβομβίδα πέσει
ήμουνα ήδη γυμνή
τη σωματική μου ακεραιότητα
θεωρούσα σημαντική
μέχρι που έφτασα
να μην ξέρω πια
το γιατί.

«Ο Ποιητής άμα πονάει,
πονάει αλλιώς-
από τον πόνο πολύ συχνά
αποβιώνει».

Εκατομμύρια έτη φωτός
και δεν σε συγχώρεσα
σε αντίθετα που βρεθήκαμε
στρατόπεδα
-τη σημαία,
το φεγγάρι και να σηκώσει για εμάς-
η εγκατάλειψή σου δεν διαπραγματεύεται
ούτε με είδος
ούτε με χρήμα.
Στο λόγο εγώ,
κάνω οικονομία.

 

<|>

 

Μνήμη Γιάννη Κατσούρη

Τη ζωή μου την παρακολουθώ
με παγωμένα τα άκρα.
Να μου κάνει κακό,
να μου κάνει καλό,
το σφυρί στο Ευαγγέλιο να χτυπά
σε κάθε απόφασή της.
Ανθρώπους – σύννεφα
να παίρνει και να φέρνει
το άσπρο φόραγα μικρή
κόκκινη
είναι τώρα η μυρωδιά μου.

Δημιουργική Γραφή…
Πότε τέλειωσε,
πότε άρχισε,
και τι είναι,
το έμαθα μόνο
μια στιγμή.

Την ζωή μου
την παρακολουθώ εγώ
με παρακολουθεί και αυτή.

 

<|>

 

Είναι μέρες
που όλα τα αντέχω
καλοκαίρια
τίποτα και κανένα.
Θέμα επιβίωσης
οι ανάσες που παίρνω
ένα ένα τα τσιγάρα τα πλένω
νικοτίνη να πιω
για σιρόπι.

Είναι μέρες
που εμένα αντέχω
Κυριακές καθόλου.
Με παρατώ
με σταθμεύω
και με τοποθετώ
σε επικίνδυνη
στροφή θανάτου
-αξίζεις περισσότερα-
είχε πει η μαμά
-όλα υπό έλεγχο
με ρωτά
τίποτα υπό έλεγχο
δεν είχα όμως ποτέ μου.

Μέχρι ως ένα σημείο
φτάνουν τα αεροπλάνα
τρόπος να σε δω πια
δεν υπάρχει.
Μια εποχή λέγαμε,
οι μέρες αυτές θα περάσουν
πέρασε η εποχή
και οι ημέρες για εμάς μόνο
έχουν αλλάξει.

 

<|>

 

Χίλια και ένα
μέτρησα χτες βράδυ τα μέλη μου
άλλαξε η εποχή
αν ακόμα λυπάσαι
-μη-.
Ελεύθερη βούληση
και αυτό που ζω με ξεπερνά
η επανένταξη μου σήμανε
και σε αγάπησα απ’ την αρχή.

Αγαλματάκια ακούνητα
νύχτα να κινηθούμε όλα μαζί
στον Επιτάφιο να βγούμε με το τελεφερίκ
σαν ύμνους να ψάλουμε
όλων τα ποιήματά μας.

Το τέλος…
Αργώ πολύ να καταλάβω.

 

 

ΩΡΑ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΡΟ (2008)

1.

Άλλοτε δεν υπάρχει ίχνος φωτιάς στο σπίτι,
και άλλοτε βρίσκονται μαζεμένοι
πέντε, δέκα αναπτήρες.
Ο ύπνος σου βαρύς,
σαν το τσιγάρο που μόλις έστριψες,
μα ακόμα δεν κατάλαβα
πως έφυγες το βράδυ.

Βολική όμως να ήξερες
πόσο μου στάθηκε η φυγή σου,
ευκολότερα αφού μάσαγα
στίχους μες την απώλειά σου.
Που γράφτηκαν ημιτελείς,
στην αύρα του κορμιού σου
αν και ακόμα εκκρεμούν
φιλιά,
αγκαλιές,
και το πλατύ Αντίο.

5.

Μαζεύω κόλλες, βιβλία,
Αν και προτιμώ μινιατούρες μπιμπελό:
αεροπλανάκια,
τρενάκια,
βαρκούλες,
κανό,
να ’χω λιμάνι
στο σπίτι μου μέσα,
αεροδρόμιο δικό μου
και σιδηροδρομικό σταθμό.

8

Λίγα τελικά πράγματα
δεν πεθαίνουν με το χρόνο –
ούτε καν με τη ζέστη του καλοκαιριού –
που είναι πάντα αφόρητη
και μόνοι ξαπλώνουμε τα βράδια.
Κανείς να μην μας ακουμπάει,
να μην μας αγγίζει…
κανείς.

12

Απ’ τη στιγμή που το ίδιο το φεγγάρι έχει αρχίσει να
ψεύδεται
πως να πειστείς
πως έρχεται το βράδυ;

13

Αν είναι η ποίηση ευλογία και χάρισμα
γιατί ούτε ένα καλάθι
δεν γέμισα με ψάρια;

15

Το ποίημα άγουρο
σαν το τραβήξεις απ’ τη μέση,
εφταμηνίτικο σου προκύπτει
από πρόωρη καισαρική.
Μουγκό,
λειψό,
άσχημο,
ζαβό.

Μην επιμένεις ποίηση πλέον να διαβάζω.

Απαξιώ!

18

Είναι κάποιες μέρες,
που το κρύο σε αναγκάζει να ζήσεις
τον πιο άτυχο εαυτό σου.
Σε εγκλωβίζει στην ανία
και την κούραση των λαθών σου,
και σε αναγκάζει να ζεσταθείς
γλείφοντας τον παγετό σου.

Είναι αυτές τις μέρες,
που επιμένεις να ντύνεσαι Ποιητής
(αρχοντικά να επιδεικνύεις στα μπαλκόνια τις αντοχές
σου).

Η προτεραιότητα σου…
Ένα ζεστό πιάτο φαί
-εγχώριας παραγωγής-
(η εξωτική κουζίνα
ανακατεύει τα μυαλά σου).

Έρχεται όμως έπειτα ο λογαριασμός.
Και η ώρα να πληρώσεις (σε ξένο πάντα νόμισμα).
Το χέρι βαθιά να βάλεις στην τσέπη
και στο τραπέζι,
να αφήσεις μια καρδιά.

25

«Παρακαλώ μην αγγίζετε» και «προσοχή εύθραυστο»
– σκορπισμένες εντολές μες τη βιτρίνα.
Μα τι να σε κάνω Ομορφιά
σαν δεν μπορώ να σε αγγίζω…

«Δέκα μέτρα απόσταση» από τον πίνακα κρατήστε,
και από τα «είκοσι να απολαμβάνετε τη θέα».
Μα τι να την κάνω τη ζωή
σαν δεν με αφήνουν να τη ζήσω;

«Παρακαλώ μην αγγίζετε»
και προπαντός μην ξεχνάτε
«ό,τι από εδώ μέσα σπάσετε
το πληρώνετε ακριβά»…

27

Ανοίγω τα χέρια μου
να αγκαλιάσω το χειμώνα στο παγκάκι.
Όπως κάθε που ήμουνα πλάι σου,
άνοιγα το παράθυρο
ν ’ αρπάξω την Αγάπη.

Θυμάμαι μόνο
σπασμένα πράγματα:
καρδιές,
μπρελόκ,
κλειδαρότρυπες,
χάδια…
Κοιτώ κυρίως αδιαίρετα πράγματα…
ψυχές,
όνειρα,
υποσχέσεις,
μάτια…

Μέχρι να φτάσω στο σταθμό,
αδιάκοπα με απασχολεί αυτό το ένα πηλίκο:
– ψυχή δια καρδιά,
όνειρα δια μπρελόκ
κλειδαρότρυπα δια μάτια –

Και έτσι είναι που μια ζωή
…χάνω το τρένο.
31

Ψάχνω…
Στων λεωφόρων τα στενά και στης αγάπης την απάτη.
Επίμονα ψάχνω…
Μα μια ζωή μονάχα ακούω
για το πώς αυτό που ψάχνω
μοιάζει.

34.
Γελάω πολύ,
μα μια ζωή
είμαι για κλάματα.

35

Ξέχασες τη σκιά σου
Και αν θες περνάω
να την αφήσω έξω απ την πόρτα

37

Κάπου σε Ιούλη μέσα
ήρθαν καταστροφές,
μα η γιαγιά επέμενε
σχολείο να μας στέλνει
γράμματα για να μάθουμε,
που δε στείλαμε
ποτέ.

41

«Νέα εικοσπεντάρα μόνη ψάχνει»
“«νεαρός ομοφυλόφιλος ζητά συντροφιά»
πωλούνται,
ενοικιάζονται,
ζητούνται,
αγοράζονται,

η πιο κερδοφόρα επιχείρηση
κατά της μοναξιάς.

45

Καλωσορίσατε στην πτήση της Αγάπης.
Αφήστε τις ζώνες σας δεμένες,
καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού,
και σας υπενθυμίζουμε πως απαγορεύεται να ελπίζετε
μέχρι να σβήσουν τα φωτεινά σήματα ασφαλείας,
πάνω από την καρδιά σας.

47

Η επόμενη μέρα,
μας βρίσκει με ένα χαλασμένο ψυγείο.
Άφραγκους,
άνεργους,
και καταχρεωμένους.

Η επόμενη μέρα,
μας βρίσκει κινούμενους στόχους.
Με χαμηλή την πίεση,
και αφυδατωμένους.

Υπάρχει βέβαια και η μεθεπόμενη.
Μόνο που δεν ξέρουμε ακόμα,
αν θα μας βρει.

55

Έτσι τελειώνουν
τα όμορφα πράγματα.
Σαν τη ζέστη,
το κλάμα,
και το ζεστό ψωμί.

 

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΧΙΟΝΙ (2005)

1.

ΣΤΑΜΑΤΑ να μπαίνεις εμπόδιο στην ευτυχία μου
και μη ζητάς την υπέρβαση να κάνω.
Χρόνια ολόκληρα μου πήρε να σου μοιάσω
χρόνια
να παραμορφωθώ.

2.

ΕΝΑ εκατομμύριο λέξεις έχω να πω,
ένα εκατομμύριο θάλασσες.
Ένα εκατομμύριο λάθη στο σακάκι μου,
μα «ας είναι που φεύγεις η τελευταία αυτή φορά».

Έπαψε η ηχώ στην αμμουδιά…
Ο καιρός δε λέει να φτιάξει.

Ένα πρόχειρο έβαλα στο τραπέζι πρωινό,
δίπλα του,
εκατομμύρια λάθη…

3.

ΕΧΕΙ πολύ φεγγάρι απόψε,
και από τότε που σε αγάπησα
αυτά τα φοβάμαι.

Είναι λες και χρωστάς
στα περσινά καλοκαίρια μια χάρη.
Είναι λες και ακούμπησες
τον παλιό εαυτό σου στο πλάι.

Περιττό το φεγγάρι απόψε.
Και από τότε που σε αγάπησα,
φοβάμαι.

8.

ΤΟ ΜΟΝΟ που μπορούσα να δω απ’ τη θέση μου,
ήταν οι κύκλοι από καπνό που ανάπνεες.
Και ήθελα να σου κλείσω το μάτι
-το δεξί-
και ας μην το ανάκανα ποτέ μου.

Αν τα προβλήματα σου είναι πολλά,
δώσε μου να λύσω έστω και ένα.

14.

ΕΙΜΑΣΤΕ δύο τελευταίες στιγμές
τίποτα άλλο.

15.

ΑΝ ΚΑΠΟΙΑ μέρα αγγίξω το Τέλειο,
με πάσα λεπτομέρεια
τις απορίες σου θα λύσω.
Μεγαλώσαμε και πρέπει να παραδεχτούμε
έρωτα κάναμε
μα δεν κάναμε παιδί.

20.

ΜΗΝ προσπαθείς τόσο πολύ.
Η άσπρη μέρα που θα ‘ρθει
θα ‘ναι γεμάτη χιόνι.

Και μην κουράζεσαι πια πολύ
οι μέρες σου όλες άσπρες,
όλες οι μέρες
χιόνι.

23.

ΠΟΝΑΩ…
σε γόνατα, δάχτυλα, χείλη.
Μα πιο πολύ πονάω
που έφυγες πριν ένα λεπτό,
χωρίς να δεις που πονάω
να πονέσεις.

27.

ΕΧΩ πια χάσει την αίσθηση του χρόνου,
την έχω αφήσει στο παγκάκι της γειτονιάς.
Εις γνώσιν μου κείτεται εκεί τα τελευταία οχτώ χρόνια.
Αν είναι εκεί!
Κι αν είναι οχτώ!
Αφού έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου.

30.

ΘΑ μπορούσα να σου δώσω
λίγη απ’ τη θλίψη μου
είναι ξανθιά, είναι λεπτή και έχει όμορφα μάτια.
Την κρατώ ζεστή, κάτω απ’ το μαξιλάρι
μέχρι που βαραίνουν οι ώμοι τα βράδια.

Θα μπορούσα να σου δώσω αρκετή απ’ τη θλίψη μου,
μα φοβάμαι
μη δεθείς κι εσύ μαζί της.

33.

ΛΕΣ «πώς να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσέ- να» –
και λέω «τρέχα, θα αργήσουμε,
έρχεται ο κατακλυσμός».
Και αν χαθούμε εμείς,
θα εξαλειφθεί το είδος μας,
που είναι το πιο Ωραίο,
το πιο Φαντασμαγορικό.

38.

ΜΙΑ φορά και έναν καιρό,
στη ζωή μου άργησες πολύ να γυρίσεις.
Ήρθες πάνω στο γλέντι, ήρθες πάνω στο φως.
Κόπιασε.
το τραπέζι μου πάνω φρούτα,
πικρός καφές
και παξιμάδι.

45.

ΔΕΝ ξέρω να αγαπώ.
Μα ξέρω όμως να σκοτώνω.
Φέρε μπροστά μου εκατομμύρια στρατό,
και αν είσαι μέσα εσύ
σκοτώνω.

46.

ΑΓΟΡΑΣΑ σήμερα με το νήμα των χεριών σου μια Ελπίδα.
Γυναίκα έμοιαζε,
ίδια καταιγίδα.
Στα πόδια μου σύρθηκε,
τρεις φορές μ’ απαρνήθηκε,
γύρισε,
με κοίταξε
και γέλασε δυνατά.

48.

Ο ΧΩΡΟΣ, ο Χρόνος και ο Χάρος
είναι αφέλειες που ξεκινάνε από Χ.

 

 

ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ 2002

1

ΕΙΣΑΙ εκείνο το είδος της νύχτας
που με κάνει να καρφώνω τα μάτια στην αλήθεια
την ξαπλωμένη μες στον απόηχο της σιωπής σου.
Και είσαι εκείνο ακριβώς το είδος της λύπης
που χαμογελά και μυρίζει όπως τα κρίνα,
αφήνοντας την πόλη
να αγαπιέται εν αγνοία της.

Και σαστίζεις…
σαν σου φανερωθεί ι καρδιά της ομορφιάς μου
και πασχίζεις να ζήσεις.
Μα είσαι εκείνο ακριβώς το είδος της απουσίας
που αγγίζει κακομαθημένα σαν κύμα,
και εκείνο ακριβώς το είδος της σκιάς
που φεύγει κρυφά
στις μύτες των ποδιών της…

2
ΑΝ ΕΡΘΩ κοντά σου το ξέρω.
Θα απλώσεις την αριστερή παλάμη σου,
θ’ αδράξεις τη νύχτα μ’ ένα στίχο,
σιγά σιγά,
θ’ αναστενάξεις πόσο κουράστηκες
μέχρι να φτάσουν τα μάτια σου
κλειστά μέχρι τον ύπνο.

Αν έρθω,
το ξέρω.
Όλα θα ’ναι απαλά,
απαλότερα…

Φτάνει να ’ρθω.

6

ΗΤΑΝ ένα παράλληλο φως και ο θάνατος,
κάποτε που γεννήθηκα.

Ήταν ένα επίπεδο σύννεφο και πλάι του μάρμαρο.
Κάποτε που γεννήθηκα,
είχα τη μυρωδιά του θανάτου.
Είχα τη μυρωδιά του θανάτου,
είχα…

8
ΑΡΠΑΞΑ τον πρώτο τόνο της φωνής σου και τον κράτησα,
ψιθυρίζοντας πως,
αν έπαιζες με την ψυχή μου πιο απαλά,
θα αυτοσχεδίαζα τη στιγμή που θα σου δώριζα τ’ όνομά μου,
θα αποστήθιζα, ως ατύχημα,
την εξομολόγηση του έρωτά μου,
και θα σ’ ανέβαζα, με την ελαφρότητα της ενοχής,
εκεί όπου πιο εύκολα τραγουδάς.

Γι’ αυτό άρπαξα τον πρώτο τόνο της φωνής σου
και τον κράτησα.
Να σ’ έχω νεκρό
όποτε φλέγεται το στήθος μου,
και πρόχειρο,
σε κάθε φευγαλέα αναστάτωση της καρδιάς μου.

14
Ο ΚΟΣΜΟΣ δεν σταματούσε ποτέ.
Περνούσε πλάι μου τυλιγμένος σ’ αόρατα μάτια.
Και πριν προλάβω να γίνω αντιληπτή
κάτι ξεχώριζε ανάμεσα στο λάθος.

Ήσουν εκεί,
κοιτούσες το φως από μέσα και απ’ το πλάι.
Και ήμουν εδώ.
Μ’ ένα τέταρτο της σκιάς προσευχές,
μ’ ένα νύχι της αγάπης κορδέλες,
διψασμένη να φτάσω στο σημείο
όπου κοιμούνται τα πάντα.

Πες μου,
αν γίνω αετός
θα αποχτήσω κάποιο νόημα;

Βερολίνο, 1999

19
ΥΠΑΡΧΕΙ μια στιγμή μόνο στον έρωτα,
όταν το πάθος παγώνει
και μόνη της η γλώσσα
ανοίγει το στόμα και φεύγει.

20

ΔΕΝ ξέρω πού βρίσκεται η αγάπη.
Τελευταία φορά που την άγγιξα με την άκρη της ουράς μου
ήταν τη μέρα που ξύπνησα αράχνη,
και έτσι έγειρα στον ώμο σου,
να γίνω το υποσύνολό σου.

Δεν γνωρίζω πού κρύφτηκε η αγάπη.
Αν και ανοίγω το φως μου κάθε πρωί,
να απλώσω τα απορρίμματα μου στον ήλιο,
και έπειτα πάλι στον ώμο σου,
το υποσύνολό σου,
να είμαι ότι δεν χωράει σε καμία πέτρα
γυαλί
ή φλιτζάνι…

Ένας άγνωστος είμαι,
μεταξύ παπαγάλων.

25

Dieser zug, endet hier…

ME ΔΥΟ τουλίπες και ένα άσπρο καπέλο,
έτσι ήρθα.
Η καρέκλα ήταν παλιά,
δεν μας άντεχε.

Πήγα να σταυρώσω δυο λόγια και σε σταύρωσα.
Νύχτωσε,
και σ’ αγαπούσα ακόμα.

Η καρέκλα έφταιγε….
Ήταν παλιά και από ξύλο.

29
ΣΕ ΤΡΕΙΣ πράξεις να παίξεις το θάνατό μου.
Τόσο μου παίρνει συνήθως
να πεθάνω.

33

ΑΓΡΙΑ που ’ναι η λάβα σου,
και ένα κουτάκι σπίρτα
να μην έχει στο συρτάρι.
Αποτραβιέσαι από μένα μακριά σαν τα λουλούδια,
έτσι γιατί σ’ αρέσει,
γιατί το ’θελες.

Μα δεν αγαπιέται αυτή η αγάπη.
’Άντε μέχρι τα γόνατα
αυγουστιάτικα να σε γεμίσει φεγγάρια.

36

ΛΕΙΠΕΙΣ για να δεις
πόσο απέχει το φως μου
απ’ τη νύχτα
και πόσο τακτοποιημένη
είν’ η ζωή μου στο γραφείο.

«Σε θυμάμαι, όμως,»
να λες,
«και σήμερα
και αύριο
και το βράδυ.»

 

 

Σχοινιά και Ναυάγια (1999.)

1)

«Έλα σε μένα, χαρά ενοχής,
γέννημα του κενού,
γυμνή μεσ΄ τους γυμνούς
στενή
μεσ΄ την ευχέρεια,
με κατεβασμένες τις άγκυρες
του μεθυσμένου σου ματιού,
να αρμέγω στις κόρες του παντρέματα.

Έλα,
και θα μεριμνήσει η αλήθεια μου για το φως σου
και η ανάσα μου για τη μοναδικότητά σου,
αναρρώνω έξω απ΄ τη μεγάλη σου καρδιά,
με ανοιχτά τα πεδία
με κλειστά τα δεινά,
Πάψε…
Σ΄ άκουσα να το λες.
Όλο το ίδιο και το ίδιο παρακάλιο:
Ω, σε ικετεύω,
Δει-
ξε-
μου,

πως να πεθάνω..»

2)

Γλιστράω…
Έτσι όπως γλιστράνε τα λόγια σου μέσα στο άπειρο,
εφτά φορές σαν χαλαρό μονοπάτι.
Γλιστράω…
Κάθε που γυρίζεις,
που κινδυνεύεις να με φας
με παρδαλές, τσουχτερές μεγεθύνσεις,

καθώς η απουσία σου
παίρνει χρώμα γαλάζιο.

Χλιαρή μου αγάπη…

Μην διαψεύσεις τα σπαθιά μου.
Τ΄ ακόνισα χθες
για σένα.

5)

Δεν θα συναντηθούμε ποτέ.
Και αυτό γιατί το ριγέ βενζινάδικο
χασμουριέται στο κάτω μου στέρνο.
Και τα κοινόβια κλείσαν Μεγάλη Παρασκευή,
Αφήνοντάς μου αγγέλους στην στην Τρωική μου πρύμνη.
Όλος ο γρίφος του μανικιού σου,
όλη σου η γύφτισσα ζωή.

Δεν θα σε αφήσω να με κοιτάς.
Με αρτηρίες θρύψαλα θα σε κατασκοπεύω.
Ως ότου η κλεψύδρα του άλγους
αλέσει σταδιακά το μίσος μας
μην με κοιτάς
η περίμετρος μου είναι μηδέν.

Αντίο νάρθηκα του γαλαξία της Έχθρας.
Οι γόνδολες της ψυχής μου,
μακριά σου όλες σαλπάρουν.

11)

Γλιστράω…
Έτσι όπως γλιστράνε τα λόγια σου μέσ’ το άπειρο
εφτά φορές σαν χαλαρό μονοπάτι.
Γλιστράω…
κάθε που κινδυνεύεις να με φας
με παρδαλές, τσουχτερές μεγεθύνσεις
καθώς η απουσία σου
παίρνει χρώμα γαλάζιο.

Ω χλιαρή μου αγάπη…

Μην διαψεύσεις τα σπαθιά μου.
Τα ακόνισα χθες για σένα.

16)

Άρπαξα τον πρώτο τόνο της φωνής σου και τον κράτησα,
Ψιθυρίζοντας πως
αν έπαιζες με τη ψυχή μου πιο απαλά,
θα αυτοσχεδίαζα τη στιγμή που θα σου δώριζα το όνομά μου,
Θα αποστήθιζα ως ατύχημα την εξομολόγηση του έρωτά μου
και θα ανέβαζα με την ελαφρότητα της ενοχής
εκεί όπου πιο εύκολα τραγουδάς.

Γ’ αυτό άρπαξα τον πρώτο τόνο της φωνής σου
και τον κράτησα.
Να σ’ έχω νεκρό όποτε φλέγεται το στήθος μου,
και πρόχειρο,
σε κάθε φευγαλέα αναστάτωση της καρδιάς μου.

17)

Τρωτή πανσέληνος.
Δεν είμαι παρά μια πολωμένη συντομία.
Η λέξη που τέλειωσες ότι ήτανε να πεις\
Αφού λογομάχησες με την αγάπη
για ένα αηδόνι.

18)

Δυστυχισμένοι άνθρωποι
μέσα στην δυστυχία,
που στέκονται στην μέση του διαδρόμου της φυγής
και σε κοιτάνε.

Αν μ’ άφηναν μόνο να τους διαβάσω
όπως τους διάβαζα τις παλιές Κυριακές
Αν μ’ άφηναν μόνο να τους διδάξω…

Δυστυχισμένοι άνθρωποι
κάτω από ουρανούς που θυμώνουν
αφελείς, αδύναμοι, αγνώριστοι άνθρωποι,
λιγνά διακεκομμένα λάθη πάνω στη ζωή μου…

27)

Σ’ αυτή την πόλη
μπορείς να αποπλανηθείς απ’ όλα τα μέρη του σώματός μου
τα δυσανάλογα,
τα μπλε μου μάτια τα ανεπτυγμένα,
σ΄ αυτή την πόλη
μπορείς να ερωτοτροπείς με την σιωπή μου,
με την απόστασή μου
από δω μέχρι την σκάλα που οδηγεί στα πεθαμένα.

Οι όμορφοι άνθρωποι δεν μ’ αγαπάνε ποτέ.
Έχουν στεγνά πράγματα, απλωμένα στο εσώρουχό τους.

34)

Μίλησες…
Και κάθισαν τα βέλη σου παγερά στην ψυχή μου.
‘Όπως μια φέτα χοντρή σιωπή,
Απάνω σ΄ ένα άδειο στομάχι.

η περίμετρος μου είναι μηδέν.

Αντίο νάρθηκα του γαλαξία της Εχθρας.
Οι γόνδολες της ψυχής μου,
μακριά σου όλες σαλπάρουν.

Δημοσιευμένα στα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
Αύγουστος 2011

ΜΑΤΙΑ ΑΝΑΠΟΔΑ

Τώρα που πάψανε οι νόμοι να ισχύουν
με τί δουλειά θα ασχοληθείς;
Τώρα που οι κανόνες έγιναν
σαν μια παλιά της γιαγιάς συμβουλή,
να φοράς ό,τι θές,
μη σε περάσουν έναν απ’ αυτούς.

Δεν πολεμήσαμε σε κανένα εμείς πόλεμο.
Δεν προκαλέσαμε καταστροφή·
Τώρα που οι εντολές του θεού γίνανε χίλιες,
ποια αναρωτιέμαι μία,
θα τηρείς εσύ;

<>|<>

Λιγοστεύουν οι άνθρωποι…
Χρόνο με το χρόνο,
λιγοστεύουν οι φίλοι.
Κρύβονται,
όπως τα φίδια πού ολάκερο καλοκαίρι δεν μπόρεσα να βρω,
αραιώνουν,
απ τη μια στιγμή στην άλλη
ξεφεύγουν μεθοδικά.

Τελείωσαν έξω απ την πόρτα μου οι άνθρωποι.
Τελείωσαν τα λουλούδια,
τα σπουργίτια,
τα φυτά.
Ξέμεινα από γάλα,
αγάπη και συντροφιά,
αργά αργά
λιγοστεύουνε καί οι μερες μου,
απέμειναν
λίγα μόνο λεπτά.

<>|<>

Ο άνθρωπος τρέφεται με άνθρωπο.
Βγάζει τα μάτια να μη θυμάται το χρώμα.
Κανένα να μη μείνει αποτύπωμα,
τεκμήριο,
η σώμα.
Δεν υπολογίζει αν είχε όνομα,
εθνικότητα η χώρα,
ο άνθρωπος επιβιώνει μέ άνθρωπο,
έστω και αν είναι
ήδη κάτω απ’ το χώμα.

Μετά από κάθε γεύμα,
πάντοτε μετανοεί
και σκύβοντας κάνει το σταυρό του.
Τού ανθρώπου, ο άνθρωπος είναι πλέον τροφή,
όλα τα άλλα
έχουν προ καιρού εκλείψει.

<>|<>

Μου αρέσει να σε κακοποιώ.
Μου αρέσει να σε ρίχνω κάτω και να σε πατάω.
Έχω μια κάποια διαστροφή,
σαν πολλές από αυτές που έχουν και οι άλλοι.
Μου αρέσει να σε χτυπώ.
Μου επιτρέπεται και να σε γρατζουνάω.
Μόνο το θεό μου νοιάζει που κάθεται σιωπηλός,
μαζεύει τα σύννεφά του,
και κλαίει.

<>|<>

Η επιστήμη θαυματουργεί,
αυτό είναι αλήθεια.
Απ’ τον ομφάλιο λώρο του παιδιού,
θεραπεύεται ο καρκίνος και η λευχαιμία.
Την μια πενταετία ψάχνονται γιό το Aids,
την άλλη για την επιληψία…
για την υποκρισία
κανείς δεν ψάχνει τίποτα,
και αναγεννιέται το είδος,
μέσα στο ψέμα και την αηδία.

<>|<>

Σιγά μην οι τυφλοί αρχίσουν να βλέπουν
και οι μουγγοί να μιλούν,
σιγά μην ο πλανήτης σωθεί.
Μέχρι και αυτοί που πλησιάζουν το αυτοκίνητό σου ως πονεμένοι,
μέχρι και αυτοί σε κοροϊδεύουν,
πως πεθαίνουν της πείνας
και πως είναι ασθενείς.

Καλό, και τί γίνεται – απλά ρωτώ,
αν έστω και ένας απ’ αυτούς πει την αλήθεια;
Τί γίνεται αν τον πέρασες εσύ για απατεώνα
και την επόμενη πεθάνει απ την πείνα και την κακουχία;

Υ.Σ
Εδώ είναι που διερωτάσαι,
τί συμβαίνει με το Θεό.

<>|<>

Άκουγα να λένε,
πώς παίζουν οι τολμηροί τη ζωή τους κορώνα
Αποφάσισα να το κάνω και εγώ,
να δε επιτέλους,
αν επιφέρει κάτι.

Ρίχνω το κέρμα στη μέση του δρόμου,
γράμματα.
Το ξαναρίχνω,
κορώνα.
Μεσημέρι Αύγουστου, στους 40 βαθμούς,
εγώ έπαιξα τη ζωή μου κορώνα – γράμματα.
Και παρακαλώ όπως καταγραφεί,
πώς μάλλον δεν φάνηκα διόλου τολμηρή.
Έπαιξα τα πάντα κορώνα – γράμματα,
μα καμία αγάπη η άνοιξη
δεν είχε -αν μην τί αλλο-
σωθεί.

<>|<>

Γιατί δεν ανοίγουμε ακόμα όλα τα μνήματα,
να σπρώξουμε τη νέκρα πού κουβαλάμε μέσα, μας εκεί;

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ

 

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ ΤΧ. 64 ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017
Και με την πέμπτο ποιητικό βιβλίο της δίνεται η εντύπωση ότι η Χριστιάνα Αβρααμίδου (Αθήνα 1978) παραμένει κατεξοχήν ποιήτρια του ιδιωτικού χώρου, παρά το γεγονός ότι εδώ ενισχύονται οι εξωστρεφείς ματιές. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση, έστω και αν τα επιμέρους κείμενα, στην πλειονότητά τους άτιτλα, έχουν σχετική αυτοτέλεια. Συχνά επαναφέρονται θεματικά μοτίβα, ιδέες, εικόνες και εκφράσεις, που λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα μέρη του συνόλου.
Η απώλεια και η απουσία, η διάψευση και η άρνηση, η κούραση και η σιωπή, η αναζήτηση τρυφερότητας και το τέλος της αγάπης αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες που διατρέχουν τις διάφορες ενότητες της ποιητικής σύνθεσης. Δεν είναι πάντα εύκολο στον αναγνώστη να συμπληρώσει και να κατανοήσει τα κενά και τις αμφισημίες του ποιητικού λόγου, που γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις υπέρμετρα αφαιρετικός ή σκοτεινός. Βέβαια, είναι φανερό ότι δεσπόζει η ποιητική ματιά στα πράγματα και ότι προκρίνεται μια γραφή υπαινικτική, που μιλά με σιωπές και υπονοούμενα, έστω και αν δοκιμάζεται η επικοινωνία με τον αναγνώστη.
Από τα λίγα ποιητολογικά ποιήματα του τόμου μάς σταματούν οι παρακάτω στίχοι, που ίσως δεν είναι άσχετοι με ό,τι επιχειρούμε να πούμε εδώ: «Και η ποίηση να διαταράσσει την κοσμική μου ηρεμία / να γίνω ανεκτή / από όλου του κόσμου την απραξία / να γράφω / χωρίς να ορίζω / με αυτοσαρκασμό». Ο ποιητής δεν μπορεί να κάνει αλλιώς: Βρίσκεται σε διαρκή ρήξη με τον κόσμο και τα πράγματα, όσο και αν προσπαθεί να τα «ορίσει» και να τα σηματοδοτήσει με τον δικό του τρόπο, με τη δική του μυστική γλώσσα. Η Χριστιάνα Αβρααμίδου κατέχει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη μυστική γλώσσα της ποίησης, την οποία καλείται να επεξεργάζεται διαρκώς, να την εκλεπτύνει και να την αναμορφώνει από βιβλίο σε βιβλίο. Εξίσου ενδιαφέρον και καίριο είναι και το παρακάτω ποίημα με τον τίτλο «Ποίηση»: «κανείς δεν θα ψάξει να σε βρει, / μα θα σε δει στη στροφή / σε ένα τοίχο / ολοκόκκινη μπροστά του. // Θα σε δει, / θα σε αρνηθεί, / τρεις φορές το τιμόνι / θα στρίψει απ’ την άλλη».
Ίσως για πρώτη φορά η Χριστιάνα Αβρααμίδου αφιερώνει τόσα πολλά ποιήματα σε επώνυμους συγγραφείς, κυρίως σε μη ζώντες: στην Κική Δημουλά, στη Νίκη Μαραγκού, στον Κώστα Μόντη και στον Γιάννη Κατσούρη. Οι αφιερώσεις αυτές δεν είναι τυχαίες· μαρτυρούν μια πιθανή, προσωπική ή αναγνωστική σχέση της ποιήτριας με τους παραπάνω λογοτέχνες. Μεταφέρουμε εδώ μερικούς από τους στίχους που είναι αφιερωμένοι στον Μόντη και παραπέμπουν και στο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου: «Στην αρχή ήταν / η Αθήνα και η Σπάρτη. / Ο Έρωτας και η Αγάπη. / Η δημιουργία, / ο Πενταδάκτυλος, / η άλλη σημαία / και η λησμονιά. / Τα τραγούδια σου κληρονομιά / σε μια πατρίδα / που δεν πρόλαβες δικιά σου».
Η έντονη ψυχική συναναστροφή της ποιήτριας με τον κόσμο και τα πράγματα (και με το κυπριακό πρόβλημα) αποτυπώνεται και στους παρακάτω στίχους: «Σέρνω πόδια και ψυχή, / δίχως να ξέρω / αν είναι τα δικά μου / όλο τον κόσμο σού λέω Γιάννη κουβαλώ, / τον δάσκαλο, / τους μαθητές απ’ το κρυφό σχολειό, / τον Πενταδάχτυλο / και μια θάλασσα / που ώρες ώρες / ακόμα μου μοιάζει». Επομένως, δεν αρκεί να λέμε ότι η Χριστιάνα Αβρααμίδου είναι ποιήτρια του εσωτερικού χώρου.

 

Ελένη Λιντζαροπούλου

Αν περάσεις μέσα από την ποίηση και βγεις απαράλλακτος, αν κοιταχτείς μέσα στο έργο του ποιητή και δεν βρεις κανέναν άλλον εκεί, ούτε καν τον ίδιο, τότε διάβασες εγκεφαλογραφήματα κι ανίερες προσεγγίσεις του ανεξήγητου φαινομένου της δημιουργίας. Μόνο αυτό δεν συμβαίνει διαβάζοντας τα ποιήματα της Χριστιάνας Αβρααμίδου.
Συνάντησα την ποίηση της εντελώς τυχαία, όπως «τυχαία» μας συμβαίνουν κάποια σπουδαία πράγματα στη ζωή. Με κέρδισε αμέσως. Με ώθησε να κοιτάξω ξανά μέσα μου, όχι αναθεωρώντας αλλά επιβεβαιώνοντας τις υποψίες κάποιου εσωτερικού δρόμου ανάγνωσης της πραγματικότητας. Ένιωσα συγγενής, αναγνώρισα «εκεί» δικούς μου ανθρώπους, εμπειρίες, φίλους, απόψεις. Μου άρεσε. Την αισθάνθηκα οικεία.
Γυναικεία ποίηση και γυναικεία αναγνωστική εμπειρία που όμως απλώνεται και στις ανθρώπινες αφορμές και όχι μόνο στις αφορμές και τις αιτίες του φύλου. Ποίηση με δυνατότητες.
Οι σχέσεις, οι απώλειες, η κατανόηση του κόσμου μέσα από το Εγώ, το Εμείς, το Μαζί, το Μόνη, το Πριν και το Τώρα, ξεδιπλώνονται ή αποτυπώνονται στα, συνήθως, μικρά της ποιήματα, με άριστη συμπύκνωση και καθαρότητα.
Αυτό που θεωρώ αξιοσημείωτο, είναι ότι δεν υπονοείται πάντα το είδος της σχέσης στην οποία γίνεται αναφορά, αναδεικνύοντας έτσι ότι οι εξαρτήσεις και οι καταναγκασμοί της «αγάπης» είναι πάντα και παντού δυνατοί με την σημασία της δυνατότητας και όχι μόνο της δύναμης.

http://lafyra.blogspot.gr/2012/01/blog-post_30.html

Ο Έκτορας Σχολιάζει τη Χριστιάνα Αβραμίδου…

ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ, η αγαπητή μας κι ως Tanac του Aνεμολογίου, διαβάστε τη! είναι σαν να πίνετε νέκταρ. Μαγικές στιγμές ανάγνωσης… Aπόλαυση! Γραφή τρυφερή έχει τη λευκότητα κι είναι αστραφτερή σαν φρέσκο χιόνι, απαλό δέρμα σαν θάλασσα, ευρηματικές εικόνες.
Εμπαίσματα από λευκούς ροδανθούς σε κατάλευκο μάρμαρο.
Λιτό διάφανο λείο γάργαρο ύφος ερωτική αύρα, πνοές ζέφυρου υποψιασμένο νόημα κι η θάλασσα δεν έχει τέλος.
Όμορφες τρικυμίες γραφής σε τέμπο λάντο. Ποιός δε θα ήθελε να μείνει ακροατής νύχτες με περιπατητή το φεγγάρι, όταν σ ένα ποτήρι με βότκα σβήνουν σάν άστρα τα φώτα;

«Ντρέπομαι…
Για όσα δεν έζησες μαζί μου,
Αφού θυσίασες πηδώντας απ’ την αδράνεια της ψυχής μου
την αιωνιότητά σου,
να ζήσεις έστω ακόμα μια φορά το άγγιγμα
και να μυρίσεις τη ζωή στα μαλλιά μου.
Ντρέπομαι…
και σταματάω σ’ ολοσκότεινους δρόμους να χαθώ,
να ξεφορτωθώ αυτό το ασήκωτο νόημα,
καθώς όσα δεν προλάβαμε να ζήσουμε,
κάθονται πίσω μου και με κοιτάνε απ’ τη πλάτη.

Ω ανόητο ανόητο νόημα…
ελευθερώνεις πότε-πότε τα χέρια σου απ’ την αγάπη,
να ανοίξεις τα εκατομμύρια μάτια του κορμιού σου
να με δείς,
χαρίζοντας διαστάσεις στην ηρεμία σου
και πιστεύω πως,
αν καθίσουμε πλάι-πλάι εμείς οι δύο
θα χωρέσουμε σ’ ό,τι ακολουθεί την ‘Aνοιξη
-αν αυτό είναι ακίνητο μυστικό-
Πόσο ντρέπομαι
Κι αποσυντίθεμαι στη μυστικότητα της νύχτας».

Διάφανη καθαρή σαν δάκρυ λαγαρή σπιθίζει, ποιητική φωνή που αξίζει να γίνει γνωστή, να χαρούν την ανάγνωση της ευρύτερα. Γράφω από ενθουσιασμό κι εν θερμώ όταν γίνει η αίσθησή μου σαν στο ποίημα της εκείνο στον πάγο,
θα καίνε τα λόγια μου περισσότερο νομίζω από τη λευκή φλόγα του στίχου της:

«Τι περιμένεις να ακούσεις μέσα στη νύχτα..
Το πολύ-πολύ μια θάλασσα
Να περνάει από κάτω»

Λυρισμός πηγαία αισθήματα αισθαντικότητα τόλμη.

«ΜΙΛΗΣΕΣ….
Και κάθισαν τα βέλη σου παγερά στην ψυχή μου.
Όπως μια φέτα χοντρή σιωπή
Απάνω σ’ ένα άδειο στομάχι.»

Κι ακόμα:

«ΈΛΑ να παίξουμε σχοινάκι.
Εγώ θα γυρίζω την αγάπη
Κι εσύ μονάχα θα μετράς»

«ENAΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ»
Εκδόσεις ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ
Αναζητείστε το, απολαύστε το λυρισμό της.

ΚΙ Η ΝΕΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΧΙΟΝΙ» που μόλις κυκλοφόρησε σε μια καλαίσθητη έκδοση απο το ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ.
Εξίσου θαυμάσια και τώρα μάλιστα με χιόνι …χιόνι!

http://www.peri-grafis.net/ergo.php?id=973

 

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
ΥΛΑΝΤΡΟΝ 2003

Η νύχτα της ποίησης του έρωτα και του θανάτου

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Ένας λόγος για ν’ αγαπήσεις τη νύχτα, Πλανόδιον, Αθήνα 2002

Ο έρωτας κι ο θάνατος
ίδια σπαθιά κρατούνε
κι οι δυο με τρόπο ξαφνικό
και ύπουλο χτυπούνε.
(Χαίνηδες, ψηφιακός δίσκος «Με κόντρα τον καιρό»)

Τρία περίπου χρόνια μετά τη συλλογή Σχοινιά και ναυάγια (1999), η Χριστιάνα Αβρααμίδου επιστρέφει με το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο που φέρει τον ανοιχτό και πολύσημο τίτλο Ένας λόγος για ν’ αγαπήσεις τη νύχτα.(1) Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη, γιατί σηματοδοτεί μια ποιητική μεταστροφή από ένα βίαιο και εν πολλοίς σκληρό, αλλά πρωτότυπο ποιητικό λόγο που δεσπόζει στην πρώτη της συλλογή, σε ένα πυκνό, πολυσήμαντο, χαμηλόφωνο, εξομολογητικό λυρικό λόγο που αντιμετωπίζει τον κόσμο, τη μοναξιά, το χρόνο, την εσωτερική ερήμωση μετουσιώνοντάς τα σε ποίηση. Διαβάζοντας τα 36 ποιήματα της συλλογής ολιγόστιχα, επιγραμματικά
ενίοτε, λυρικά και μαζί στοχαστικά, συστήνεται ένα ομοιογενές θεματικά και υφολογικά τοπίο που υποδέχεται τη μελαγχολία, τη διάψευση ματαίωση, την απογοήτευση και την υπαρξιακή αναζήτηση. Όσο και αν αυτά τα στοιχεία
δίνονται κάποτε με κάποια υπερβολή, με αποτέλεσμα να πέφτει κατά περιοχές η ποιητική θερμοκρασία, δεν παύουν να είναι σημαντικά
στοιχεία μιας ενδιαφέρουσας παρουσίας.
Κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά και αρετές της ποιητικής της γραφής που συστήνουν παράλληλα και έναν ιδιότυπο λυρισμό είναι: α) η εναργής και αξιοσημείωτα λιτή εκφραστική, β) οι ανοίκειες λεκτικές συνδέσεις και οι πρωτότυπες εικόνες που στηρίζουν την προσπάθεια ανάδειξης του απροσδόκητου στο οικείο, γ) η υποδόρια αυτο-ειρωνεία και δ) η ήρεμη ανάσα της φωνής. Παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες του ποιητικού υποκειμένου που κατόρθωσε να σκάψει ως τις ρίζες της ύπαρξής του, προτού μιας παραδοθούν ποιητικά κρυσταλλωμένες, έχουν περάσει πρώτα από ένα επίπονο στάδιο βίωσης και ύστερα από ένα δεύτερο στάδιο έντονης και
δραματικής επεξεργασίας, είναι εκπληκτική η αίσθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη μιας εκφραστικής αθωότητας. Ή με την έννοια ότι τα ποιήματα της δόθηκαν, της χαρίστηκαν. Επιμένω σ’ αυτό γιατί πρόκειται για ένα μοναδικό λυρικό ποιητικό λόγο που πασχίζοντας να μεταδώσει την αγωνία και το άγχος μιας ταλανιζόμενης ύπαρξης, επιτυγχάνει συχνά να οδηγήσει τον αναγνώστη πιο μακριά από τα γνωστά μονοπάτια και να ανοίξει καινούριους ορίζοντες ευαίσθητης γραφής.
Στην ποίηση της Χριστιάνας Αβρααμίδου γενικότερα και ειδικότερα στην παρούσα συλλογή, εντοπίζουμε μια θεματολογία που εξακτινώνει τον ποιητικό λόγο γύρω από δύο βασικούς θεματικούς άξονες: τον έρωτα και τον θάνατο. Πρέπει να επισημανθεί ότι τούτο το θεματικό ζεύγος δεν παρουσιάζεται μέσα από την παραδοσιακή αντιθετική του οπτική, σύμφωνα με
την οποία η παρουσία του ενός ακυρώνει την παρουσία του άλλου. Αναδεικνύει μάλλον μια συμπληρωματική και ταυτόσημη σχέση όπου το ένα διαθλάται μέσα στο άλλο, έτσι ώστε ο έρωτας να βιώνεται ως θάνατος και ο θάνατος ως έρωτας. Εδώ, όμως, πρέπει να σταματήσουμε και να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Παρά το γεγονός ότι το αίσθημα της απώλειας πηγάζει
από ένα ευαίσθητο γυναικείο βλέμμα, μάταια θα αναζητήσει κανείς στην ποίηση της τη λεγάμενη «γυναικεία γραφή» που εκφράζει την πλευρά
του καταπιεσμένου φύλου που διεκδικεί τα δικαιώματα του. (2)
Σε αυτή τη συλλογή δεν έχουμε σε καμιά περίπτωση την ολοκλήρωση του έρωτα ή την απογείωση που προσφέρει η πλήρης ερωτική εμπειρία. Αντίθετα δεσπόζει ένας αιμάσσων ερωτισμός, αφού το ποιητικό υποκείμενο κατατρύχεται συνεχώς από την αποτυχία-ματαίωση του έρωτα και την τελική εγκατάλειψη. Χωρισμένο από το αντικείμενο του πόθου υποδέχεται τη νύχτα καταμετρώντας τις απώλειες της φθοράς: τα άδεια σχήματα της απουσίας, χειρονομίες μετέωρες. Επομένως, η διάψευση του ερωτικού βιώματος συνδέεται άμεσα με την οξεία αίσθηση της φθοράς και του θανάτου, καθιστώντας έτσι τη νύχτα σύμβολο ματαίωσης της ερωτικής επαφής. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι το ποιητικό υποκείμενο βιώνει μια αντιφατική, διχασμένη ερωτική συμπεριφορά. Και αυτό γιατί, ενώ βιώνει την επώδυνη αποτυχία του έρωτα και την τραγική εσωστρέφεια, όταν σε κάποιες περιπτώσεις του δίνεται η δυνατότητα να σπάσει το φράγμα της εγκατάλειψης
του και να βιώσει τον έρωτα, αυτό προτιμά την ιδεαλιστική αποστασιοποίηση και τη μελαγχολική αυτοπαρατήρηση της ερωτικής μοναξιάς.

3.
Μέσα σε αφόρητους πόνους
εξαντλώ
τη μυρωδιά της βροχής σου
και διεισδύω γεμάτη ουρανό
μέσα σ ’ όλα όσα περιμένω.
(Μόνο να υπήρχε μια αξιοπρέπεια
να της βγάλω τα μάτια.)

7.
Δεν μ’ αρέσει που είσαι ανοιχτός και φυσάει.
Δεν μ’ αρέσει που διαρκείς,
ξύπνησαν όλοι.
Όλο χωράς,
μετριέσαι
ανήκεις…

μ ’ αρέσει που εξατμίζεσαι.
Μένω μόνη.

Η τραγική σύζευξη των δύο αυτών θεματικών περιοχών (έρωτας-θάνατοςς) επιτελείται στο χώρο-χρόνο της νύχτας όπου το ποιητικό υποκείμενο ωθείται σε μια οντολογική αναζήτηση που βιώνεται ως καταβύθιση εις εαυτόν, ως επώδυνη πορεία ενδοσκόπησης στα σκοτεινά μονοπάτια της συνείδησης και της ύπαρξης. Ό προβληματισμός γύρω από τον έρωτα και το
θάνατο γίνεται εντονότερος όταν ο άνθρωπος προσεγγίζει ένα κρίσιμο βιολογικό σύνορο. Βιώνεται κυρίως ως φόβος για το άγνωστο και ως
φόβος για την αναπότρεπτη φυσική φθορά. Το αίσθημα του φόβου υποδηλώνεται στη συλλογή με την κυρίαρχη παρουσία της αίσθησης της
ακοής και ειδικότερα της αφής. Η πλήρης σχεδόν εξάρτηση από την αίσθηση της αφής εντείνεται από τη δεσπόζουσα παρουσία της νύχτας και αποκαλύπτει την έντονη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου να πιάσει κάτι για να αντιληφθεί, να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του.

20.

Δεν ξέρω πού βρίσκεται η αγάπη.
Τελευταία φορά που την άγγιξα με την άκρη
της ουράς μου
ήταν τη μέρα που ξύπνησα αράχνη,
και έτσι έγειρα στον ώμο σου,
να γίνω το υποσύνολό σου.

……………………………

2.
Αν έρθω κοντά σου το ξέρω.
Θα απλώσεις την αριστερή παλάμη σου,
θ’ αδράξεις τη νύχτα μ ’ ένα στίχο,
σιγά σιγά,
θ ’ αναστενάξεις πόσο κουράστηκες
μέχρι να φτάσουν τα μάτια σου
κλειστά μέχρι τον ύπνο.
Αν έρθω,
το ξέρω.
Όλα θα ’ναι απαλά
απαλότερα…

Φτάνει να ’ρθω.

Τούτη η εναγώνια και οδυνηρή προσπάθεια ψηλάφησης συνδέεται άμεσα με την ίδια τη διαδικασία της γραφής, είναι δηλαδή απολύτως ταυτόσημη, παράλληλη με τη γραφή του ποιήματος. Συνεπώς, η τραγική υποχώρηση μιας
πληγωμένης ύπαρξης στην εσωτερική της ενδοχώρα, εκεί όπου συντελείται το υπαρξιακό δράμα και κυοφορείται το προποιητικό βιωματικό υλικό, επεξηγεί την καθοριστική παρουσία του μοτίβου της νύχτας, τόσο στον τίτλο, όσο και σε όλη την έκταση της συλλογής. Η επώδυνη ενδοσκόπηση και εσωτερική καταβύθιση καταξιώνεται εντέλει γιατί αποτελεί βασική
προϋπόθεση της ποιητικής γραφής. Το ποίημα αποτελεί με άλλα λόγια Ένα λόγο για να αγαπήσεις τη νύχτα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε oxt πέντε ποιήματα της πρώτης συλλογής επανεκδίδονται και στη δεύτερη.
2. Για την παρουσία της ‘γυναικείας γραφής’ στην Ελλάδα βλ. Karen Van Dyck, Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές στην ελληνική ποίηση 1967-1990, Άγρας, Αθήνα 2002, σ. 32.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

elitis

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ (1941)

 

ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
I
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

 

II

Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας –

Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος –

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή –

 

 

III
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο – Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών
Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει – Φλοίσβος

 

 

ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ (1943)

 

 

ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΠΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ
ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ.
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ

 

Ι
Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στο ουρανί
Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.
Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει
Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

 

 

II
ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:
Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!
Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ’ όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

 

 

III
Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
Ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο
Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

 

 

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΛΒΑΝΙΑΣ (1945)

 

 

6

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
Η αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Να βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!…

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του – γιαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στώμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Ήταν γενναίο παιδί!

 

 

13

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο –

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Ενώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Τότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Και πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Και κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μίλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
– Κι έπνιγ’ η βαρυσυννεφιά τα βουρκωμένα στήθη –
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα, δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

 

 

 

ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)

 

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

 

 

 

ΤΑ ΠΑΘΗ

Ζ’
Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι•
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε•
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

 

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα
στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γω-
νιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεν-
νήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα
πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και
το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβου-
νε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιη-
τή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και
στο ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων
και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των
δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

 

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κάμα που κλωσάει
στο γιοφύρι από κάτω τα ωραία κοτρόνια
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
ένα πέλαγος βράζοντας και δίχως τέλος

Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης
οι φωνές οι αδέσποτες της ερημίας
ενός ίσκιου το πέρασμα μέσα στον τοίχο

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα-φλόκο
Στον γαρμπή τ’ αρμενίζοντας πόντζα – λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ’ αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια
Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

Του κορμού του αρχαίου του δέντρου η Ήρα
ο δαφνώνας ο απέραντος ο φωτοφάγος
ένα σπίτι σαν άγκυρα κάτω στο βάθος
η Κυρα-Πηνελόπη με την ηλακάτη

Της αντίπερα όχθης των πουλιών ο βόσπορος
ένα κίτρο απ’ όπου ο ουρανός εχύθηκε
η γλαυκή ακοή μισή κάτω απ’ το πέλαγος
μακροσύσκιοι ψίθυροι νυμφών και σφένταμων

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του Παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημιάς των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική

 

 

ΕΞΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1960)

 

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ
Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη από το πέρασμά
τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
Μπρούμυτα, σ’ ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα’ φτανε
να πικράνει τον αέρα του Άδη
(Το’ να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν’αρπαχτεί απ’ το μέλλον,
τ’ άλλο κάτω απ’ την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι
Σαν να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου
αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)
Κει τους απάλλαξε ο Καιρός. Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κά-
λυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, σάλευε κιόλας μες
στο διάστημα.
Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα
Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται,
μέσα στη μελανάδα τ’ ουρανού
Ήλιος νέος, αγίνωτος ακόμη
Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό
τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το
έρεβος…
Κι απαρχής Κοιλάδες, Όρη, Δέντρα, Ποταμοί
Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη και ανα-
στραμμένη, να τη διαβαίνουν οι ίδιοι τώρα, με θανατωμένο μέ-
σα τους τον Δήμιο
Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!
Μήτε η ώρα δώδεκα χτυπώντας μες στα έγκατα, μήτε η φωνή του Πό-
λου κατακόρυφα πέφτοντας, αναιρούσανε τα βήματα τους.
Διάβαζαν άπληστα τον κόσμο με τα μάτια τ’ ανοιχτά για πάντα, κει
που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
Μπρούμυτα, κι όπου με βία κατέβαιναν οι γύπες να ευφρανθούν τον
πηλό των σπλάχνων τους και το αίμα.

 

 

ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)

 

 

Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ
Έχοντας ερωτευθεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα έμαθα
γραφή και ανάγνωση
Ώστε τώρα να μπορώ σε μεγάλο βάθος πίσω τις γενιές απανωτές
όπως αρχίζει ένα βουνό προτού τελειώσει το άλλο
Να κοιτάζω Και μπροστά πάλι το ίδιο:
Το βαθύ σκούρο μπουκάλι και η νέα στο μπράτσο Ελένη με το
πλάι επάνω στον ασβέστη
Να γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα της φευγάτο κιό-
λας στην Ασία την αντικρινή
Και το κέντημα όλο μετατοπισμένο μες στον ουρανό με τα διχα-
λωτά πουλιά τα κιτρινάκια και τους ήλιους.

 

 

ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ
Ι
Ζούσε ακόμη μ’ ένα λαχούρι σκοτεινό στους ώμους η μητέρα μου
όταν πρώτη φορά μου πέρασε απ’ το νου να βρω ένα τέλος μες στην
ευτυχία
Με τραβούσε ο θάνατος όπως η λάμψη η δυνατή όπου δε βλέπεις
τίποτε άλλο Και δεν ήθελα να ξέρω δεν ήθελα να μάθω τι τον έκα-
νε η ψυχή τον κόσμο
Κάποτε ο γάτος που μου ανέβαινε στον ώμο στύλωνε πέρα τα
χρυσά του μάτια κι ήταν τότε που ένιωθα μιαν αντιφεγγιά να μου
‘ρχεται απ’ αντίκρυ σαν αγιάτρευτη όπως λένε νοσταλγία
Κι άλλες πάλι φορές που ακούγονταν από την κάτω σάλα το μάθη-
μα του πιάνου με το μέτωπο στο τζάμι κοίταζα μακριά πάνω
απ’ τους σωρούς τα ξύλα μια ψιχάλα κάτασπρα πουλιά να σπάει στο
μόλο και να γίνεται αχνή
Άγνωστο πως συζούσε μέσα μου ο αδικημένος αλλά ίσως
Να μου ‘χε ακούσει σε μια μακρινή πρωτομαγιά ο αέρας το παράπο-
νο επειδή να: μία ή δύο φορές το Τέλειο φάνηκε στα μάτια μου
κι υστέρα πάλι τίποτε
Ίδια πουλί πριν του προλάβεις τη λαλιά που πάει το πήρε ο ήλιος
μες στα κόκκινα και βασιλεύει.

 

 

ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ
Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν
έχει αλφάβητο
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την
αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκι-
κες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστή-
σεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο
Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι που μπορεί να
‘ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που
χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να
δώσει μιαν αλήθεια
Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι τους ένα
μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.

 

 

Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ (1971)

 

Ο ΗΛΙΟΣ
Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές

ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του άλλου πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του

με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές

με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε
Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Φύγανε τα πουλιά γι’ αλλού
μα εγώ στο κύμα του γιαλού

θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ’ αποσώσω δεν μπορώ.

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Τέσσερις μήνες χτίζουμε
και τους οχτώ γκρεμίζουμε

και κάθε γινωμένη ελιά
στοιχίζει και μια φαμελιά.

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Όνειρο πόκανα κρυφά
για τα παιδιά π’ ανάθρεφα
Ποιος το ‘λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.

ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ
Άλλος εβγήκε απ’ τα βουνά
κι άλλος απ’ τα πλεούμενα

με το πουκάμισο χακί
κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί.

Ο ΗΛΙΟΣ
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα

Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους

Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ’ τη μέση τους δοξολογεί.

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση

κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί

Μα ‘ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα

τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βίος

κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά

του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί
γι’ αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»
Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί
γι’ αυτούς δεν έχει χόρταση.

 

 

 

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)

 

 

V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

 

 

VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να ‘χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί
Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!

 

 

VII
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

 

 

 

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (1972)

 

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ
Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ
Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα
που’ κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

Βρήκα τα φρούτα που ‘χε το πανέρι της
το δαχτυλίδι που ‘πεσε απ’ το χέρι της

Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
τις ρόδες το τιμόνι το πεντάλι της

Βρήκα τη ζώνη της βρήκα σε μιαν άκρη
μια πέτρα διάφανη που ‘μοιαζε με δάκρυ

Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα
κι έλεγα που ‘ναι που ‘ναι η ποδηλάτισσα

Την είδα να περνά πάνω απ’ τα κύματα
την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα

Την τρίτη νύχτωσ’ έχασα τ’ αχνάρια της
στους ουρανούς άναψαν τα φανάρια της.

 

 

Η ΤΕΛΕΤΗ
Σύννεφο σύννεφο που πάς
είδα και πέρασε παπάς
Δίχως το καλημαύχι του
κι είχε σταυρό στη ράχη του

Τις ξέρω αυτές τις μυρωδιές
τα γιούλια και τις πασχαλιές
Τις ρόδες που ακουστήκανε
κι οι ξώπορτες κλειστήκανε

Συννέφιασε συννέφιασε
κι έτσι ο Θεός μας έφιασε
Στους έρωτες και στους καιρούς
ν’ αφήνουμε μικρούς σταυρούς.

 

 

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες στην άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να ‘ν’ η αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΟ
Από τον πάνω δρόμο πάω και κοιτώ
που ‘ναι το μαύρο σπίτι το ακατοίκητο

Κι αν είναι η νύχτα σκοτεινή
μες στον αέρα πιάνω
Μια κοριτσίστικη φωνή
κι ένα σκοπό στο πιάνο

Μαρία και Βασιλική
χλωμή σαν Παναγίτσα
Με την νταντέλα τη λευκή
και τη χρυσή καρφίτσα

Φύσα Νοτιά μου κι άδικα λυπήθηκα
σ’ άλλους καιρούς μπορεί και ν’ αγαπήθηκα.

 

 

ΣΤΗΝ ΞΥΛΙΝΗ ΠΑΡΑΓΚΑ
Φθινόπωρο και πάλι μου γυρίζει ο νους
στην ξύλινη παράγκα με τους αίλανθους

Στον Φίλιπ και στην Άννα και στην Αιρήν
που ‘ρχονταν κάθε χρόνο απ’ το Αμπερντήν

Κορίτσι κοριτσάκι που για χάρη του
είχε τσακίσει ο ήλιος το κοντάρι του

Το σήκωσε το πήγε πάνω απ’ τα βουνά
κρατούσε ένα ματσάκι από κυκλάμινα

Έγινε κάτι λάθος μες στα ριζικά
στους ουρανούς δεν ήξεραν εγγλέζικα

Χτύπησε μια μικρή καμπάνα ντιν ντιν ντιν
στην ξύλινη παράγκα και στο Αμπερντήν.

 

 

ΣΟΥ ΤΟ ‘ΠΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Σου το ‘πα για τα σύννεφα
σου το ‘πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ‘πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το ‘πα με τα κύματα
σου το ‘πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με τη χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το ‘πα με τα κύματα
Σου το ‘πα μες στη νύχτα

Σου το ‘πα τα μεσάνυχτα
σου το ‘πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου λίγο μόνο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το ‘πα τα μεσάνυχτα
Με τ’ άστρα που κοιτούσες.

 

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ
Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ’ όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα ‘κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.

 

 

Ο ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ
ΤΥΧΗ
Λάμπει τ’ ασημί του σπάρου
μες στο μάρμαρο της Πάρου
Στου μεσημεριού το φως
το τραγούδι της Σαπφώς

Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου
μες στην άσπρη κάμαρα μου

Κωπηλάτες του θανάτου
να ‘χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;
Να με πάτε να με πάτε
σαν νησάκι που κοιμάται

Και βουές γεμίζει μόνον
στους αιώνες των αιώνων.

 

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά

Αύγουστε μήνα και Θεέ σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις στο βράχο να φιλιόμαστε

απ’ την Παρθένο στον Σκορπιό χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό στη χάρη σου ν’ ανάψουμε

Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.

 

 

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
1. Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω

2. Διαβάζω μέσα στο νερό
το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα ρόδια

3. Σ’ έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω

4. Σου ‘χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
την Τύχη κι άμε να τη βρεις

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
Μια φορά κι έναν καιρό
ζούσ’ ένα παιδί καλό
που το πότιζαν φαρμάκι
κι είχε μείνει τ’ ορφανό
δίχως φαΐ δίχως νεράκι

Παιδί παιδάκι της οχιάς
παιδί παιδάκι μου καρτέρα
κάποτε θα ‘ρθει θα ‘ρθει η μέρα
όπου θα πιεις όπου θα φας
όπου θα βρεις άλλη μητέρα.

 

 

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ
Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν
Μα ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε
ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο
Τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν
αλλά δε φτάνουνε ποτέ στο Ιράν.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ
ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ
Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη
μέσ’ από δάφνες και μυρτιές
κι από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη

Ως τη θωρεί πετιέται ορθός
ο Άνεμος ο ακοίμιστος
άντρας ο άτιμος κοιτάει
γλείφεται γλώσσες τις εννιά
κι απέ γλυκά της τραγουδάει:

-Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ιδώ
άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα σπάθα αστραφτερή

Αχού το κύμα πως στενάζει
ο ελιώνας αχού πως χλωμιάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινόν αέρα:

-Τρέχα τρέχα Παινεμένη
τι όπου να ‘ναι σε προφταίνει
ο Άνεμος χιμάει να
γλείφεται γλώσσες τις εννιά

Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα τρομαγμένη
της δίνουνε κάτι να πιει
κι εκείνη λέει κι ανιστορεί

Ενώ απ’ τη λύσσα του θηρίο
γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο
δέρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.

 

Η ΚΥΡΑ Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ
Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ’ τα σκοτεινά
η Κυρά η Παντέρμη ροβολά

Μαύρη μαυρίλα είν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

-Παντέρμη τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι να ζητώ
πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε

-Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
‘γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

-Παντέρμη λούσε το κορμί σου
λούσ’ το χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τηνε να ‘βρει αναπαμό

Άχου τσιγγάνικες ψυχές
όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.

 

 

 

ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ (1974)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
Μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό
Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
Τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμ-
Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
Δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
Μακριά σου πιο κι απ’ το Α του Κενταύρου

«Ως έν τινι φρουρά εσμέν»
Μαργωμένοι μες στο χρόνο
Κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’
Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής
Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
Έχεις μιλήσει ελληνικά
Ως «εις τον έπειτα χρόνον»

Κι από την ομιλία σου ακόμη
Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.

1955

 

 

ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡ1ΑΚΟ-ΓΚΙΚΑ

Τόσο μόνον
Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο ρόχθος
Ή ν’ αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ’ ουρανού
Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου

Κι εκεί
Μακριά στην πούντα του Καιρού
Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι

Τόσο μόνον κι εκεί: ευδοκιμεί το Αόρατο!

Αλλ’ εμείς το χτίζουμε άλλ’ εμείς το κηπεύουμε
Αλλ’ εμείς νύχτα μέρα το ιστορούμε

Και συχνά την ώρα που απ’ τη λέπρα της ηπείρου
Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας
Θεομητορική

Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου

Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε
Ποιος το λίθο ποιος τη δρόσο ποιος το ουράνιο κονίαμα

Ω γαιώδη άνθρωπε

Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε
Κυανό και κιννάβαρι πορφύρα και ώχρα

Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία
Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα
Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε

Τ’ αχνάρια που άφησαν -και που ακολούθησες-
Η άγρια μέλισσα κι ο αμνός ο πενθοφόρος.
1958

 

 

MOZART : ROMANCE

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΑΡ. 20, KV 466

Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν

Γάγγη κρυφέ της νύχτας πού με παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μες στο ασήμι να τρέχουν να τρέχουν
Και δε ζω και δεν έχω πεθάνει

Ούτε ο έρωτας ούτε κι η δόξα
Ούτε τ’ όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει.
1960

 

 

ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ

ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη
Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνον δώσ’ του
ο άνεμος
Δώσ’ του με το ράντιστρο. Και δύο ή τρία πουλιά
Δυνατά κι ελεύθερα σαν ευτυχίες.
Έτσι για να ‘χω ζήσει αντίθετα
Στα ερχόμενα και να μην έχω
Λάβει τίποτα ευτυχώς
Παρεχτός από τα χέρια μου όλα
Τώρα πάλι ακουγόμουν
Καταμόνας όπως ο ασκητής
Προτού ανεβεί απ’ τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη

Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από τ’ άλλο μέρος υψω-
Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης
Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

Χιλιετηρίδες υστέρα
Που το νερό αναπήδησε
Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
Φαίνονται ακόμα κοίτα
Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι
Περασμένα τωρινά μου
Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;
Στρίβοντας τ’ ακρωτήρι σειρές κατεβατές
Τ’ αμπέλια μ’ ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
Φερμένη απ’ τις λευκές Μαρίες των κυμάτων
Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

Πώς να ‘ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες
Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
Κερασιές να υπάρχουνε;
Και ποιά τώρα να κάνει
Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
Αγία το θαύμα της;
Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

Αλλού. Είναι αλλού
Που το θαύμα το αέναο γίνεται
Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Το χέρι αυτό που θα γυρίσει
Στους καιρούς πίσω τ’ άχρηστα
Θ’ ανοίξει σαν ηλίανθος
Και δρομείς με την ελληνική λαλιά θα παν το μήνυμα
Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ’ τη βερβένα
Σάλευε στ’ αεράκι και το πόδι του έλαμπε

Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία
Μία στην άλλη δίνονται
Νιωσμένο φανερώνεται
Το κορίτσι που κρατεί ένα κάνιστρο
Γεμάτο μ’ αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου
Μ’ ευωδιά και μ’ αγκάθι

Παλεμένο στ’ άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε
Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δέντρων να ευστοχούν
Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε
Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε
Κι η μέρα που απελπίστηκες
Επιστρεμμένη σαν ηχώ άλλ’ απέραντη
Και οι λύπες οι μικρές
Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
Των ουρανών επάνω στο νερό
Που ο νους μόνον εγγίζει

Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
Και κομμάτια κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
Τα ‘παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά
Μ’ ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες

Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς
Του μέλλοντος αρχαιολόγος
Και των επουρανίων
Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά
Πατρίδα που δε χάνεται
Κει που γυάλισαν κάποτε υστέρα η αλήθεια ήρθε.
1971

 

 

ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ (1978)

 

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ
Τώρα θα τεντώσω τ’ ανοιχτά μου μπράτσα
και στα ρεύματα μέσα που θα σχηματίσω
δίχως να σιμώσεις θα φανείς
Ίρις Μαρία Νεφέλη
πράσινη στα μεγάλα καταστήματα των νεωτερισμών
μενεξεδιά στα υπόγεια καφενεία
κόκκινη στις κηδείες των φτωχών

Η Μαρία Νεφέλη λέει:
Αλλού είναι ο θάνατος.
Κεραυνός οιακίζει.
Εσείς άνθρωποι θα χαθείτε
το χτένι μες στο χέρι σας θ’ ακινητήσει ένα πρωί στον αέρα
κι ο καθρέφτης θα δείξει την υποδόρια υφή
των ιστών όπου ο χρόνος
όπως έντομο σε απελπισία παγιδεύτηκε.
Αλλού είναι ο θάνατος.
Μη μ’ αφήνετε να τρέξω γιατί θα χαθώ.
Δεν μου δόθηκε η χάρη να κλάψω αλλά φοβάμαι.

Δεν έχω συγγενείς
απ’ όλη μου τη ζωή
προσπάθησα να φτιάξω μια πετρώδη νεότητα.
Γέμισα τον έρωτα σταυρούς.
Η Λύπη ομορφαίνει
επειδή της μοιάζουμε.

Και ο Αντιφωνητής:
και γαλάζια στον ύπνο των νηπίων·
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με το νυχτικό στον άνεμο
ιπταμένη και αποκοιμισμένη
σαν σε πίνακα της Leonora Finni
χρυσαλλίδα του ύπνου μου.
Tra un fioro colto e l’ altro donato
l’ imesprimibile nulla.
Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο
σ’ ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι και στον αγριόγατο·
είσαι η νεροποντή μέσα στις πολυκατοικίες
η θεόπεμπτη διακοπή του ρεύματος·
η αστρολογία θα προσέξει το κρεβάτι σου
και θα στηρίξει τα προγνωστικά της στην απελπισία σου·
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με τη γοητεία του πισινού σου όταν
καθίζει ξάφνου ανύποπτα πάνω σ’ ένα ξυράφι.
Ο τρομοκράτης
είναι ο άξεστος των θαυμάτων.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Πρώτη φορά σ’ ενός νησιού τα χώματα
δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
τα «ζόρικα» που λεν αμέσως τα ‘νιωσα.
Μήνες εννέα πριν την πρώτη μέρα μου
δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
και πεντακόσιους τρεις κατά συνέχεια
μετά – για την ψευτιά και την ανέχεια.
Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα.
Μέσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα.
Ώσπου μια μέρα το ‘φερε η περίσταση
κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα
πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
και δεύτερον γιατ’ ήμουν είδος Άμοιαστο.
Εφ’ ω και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.

 

 

Η ΙΣΟΒΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου
άνθρωπε· δώσε της διάρκεια· μπορείς!
Από τη μυρωδιά του χόρτου από την πύρα του ήλιου
πάνω στον ασβέστη από το ατέρμονο φιλί
να βγάλεις έναν αιώνα·
με θόλο για την ομορφιά
και την αντήχηση όπου
σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τους κόπους σου όλο φρούτα στρογγυλά
και κόκκινα·
τη στενοχώρια σου
γεμάτη πλήκτρα που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο
ή σωλήνες ορθούς που τους φυσάς καθώς αρμόνιο
και βλέπεις να συνάζονται τα δέντρα σου όλα
δάφνες και λεύκες οι μικρές και μεγάλες
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες·

 

 

 

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ (1982)

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ

 

2. Τι θα γίνει λοιπόν όταν
κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

κενό

που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

θάμβος

οι άλλοι εμείς
θ’ αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας

όπως θέλω να πω ζωγράφιζεν ο Piero
della Francesca ή κατουρούσε o Arthrur Rimbaud
πάντοτε με τη συγκατάθεση των ηλιοτροπίων
(να μωρέ Ποίηση)
αλλά τότε ακόμα υπήρχανε
τριανταφυλλιές με σημασία θρησκευτική
αλληλούια

η Κυρία των Αγγέλων
με χρυσό αλεξίπτωτο
κατέβαινε ως το μαξιλάρι σου
Υιέ μου πλάγιαζε κοντά σου
η απέραντη πεδιάδα
φυσημένες δεξιά οι τουλίπες όλες
αριστερά ο αέρας
χρωμοθέτης αλάνθαστος

ο κήπος βλέπει
ανάγκη να μετατρεπόμαστε κάθε στιγμή σε εικόνα
Tout la mer et tout le ciel pour un seul
victoire d’ enfance

μ’ αλλά λόγια κάτι ελάχιστο αλλά και
σημαντικό τόσο που
η μαγεία να κινεί το χέρι μας και να το ερμηνεύει
καταπώς οι σκιές αλλάζουν θέση

λες
έχουν πάρει κιόλας το μερίδιο του Θεού

ίδια σ’ άλλους καιρούς οι Όσιοι.

 

 

ΤΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

5. (Ακόμα ένα τσιγάρο
που να βαστάει ωσότου ξεψυχήσουμε
δυο – τρία λεπτά ζωή
με στιγμές αλήθεια υπέροχες
αυλές όπου ακατανόητα μεγαλώσαμε

κι εσύ πικρέ που το ‘βαλες γινάτι
να βρεις να κόψεις λέει το αμύγδαλο του κόσμου
και σου απόμεινε το χέρι
γράφοντας κάτι ποιήματα
λευκά στη μαύρη τη σελίδα επάνου

ποιος ποτέ κατάλαβε
τα δειλινά που τ’ άντεχες μην και δακρύσεις;
υπάρχει ένας προδότης μέσα σου
που η ώρα του θα ‘ρθει να τιμωρηθεί

ω φίλοι
αν κάποιος από μας αμάρτησε
πρέπει να ‘ναι ο Θεός
χαλάλι του
ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται
να ‘ μαστε άνθρωποι σωστοί
σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα
κοίταξε:
σπαν τ’ αστέρια ένα ένα
και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
κι εκείνο σώνεται
πάτα το χάμου
αντίο.)

6. Θεέ μου
αν η αλήθεια γίνεται
κάποτε μουσική που τρώει την ύλη
πρέπει να ‘μαι ψεύτης αλλά πιο πιστευτός
απ’ όλα τα όντα
που βομβούν επάνου στον πλανήτη
άκου
ο άνθρωπος είναι σαν να ‘ρχεται απ’ αλλού
γι’ αυτό και ηχεί παράτονα
μ’ ένα θυμητικό κατακερματισμένο άλλ’
εφεκτικό στα θαύματα

ίσως και να ‘χω λάθος ίσως και να ‘ναι που
δεν ξέρω από γραφή και ανάγνωση
ολομόναχος
κρέμομαι
από τους καιρούς του Ηράκλειτου
όπως το αμύγδαλο τον κόσμου
από ‘ναν κλώνο του βορείου Αιγαίου
αρχαίος ψαράς με το τρικράνι του
που εγνώρισε πολλές φουρτούνες ώσπου να:
καπότες η στιγμή φτάνει

τα νερά γύρω του γίνονται
αγλαά
ψυχρά
τριανταφυλλένια
μισοκλείνει τα βλέφαρα
είναι που η αντανάκλαση
όλο κάλλος απόλυτο
δείχνει με ποιoν προσώρας είχε
άθελά του συνάντηση εμπιστευτική.

 

 

AD LIBIDUM

 

6. Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω

απ’ τα μάτια μου πέρασε μια χώρα
βράχων μ’ αψηλά τεράστια μοναστήρια
και μικρούς δοκίμους μοναχούς όπως εγώ
τακτικά κομίζοντας κλώνους ροδιάς
κοριτσιών εσώρουχα διάφανα
κι άλλα της τελετουργίας άχραντα
λόγια όπως «βοριάς»
ή «θέρος» ή και «αέτωμα»
στον όρθρο
επάνου είναι που αναλογίζομαι
πόσο ελάχιστα είμαστε
πραγματικοί
και η σφαίρα μας
μία μηχανή όπου καμιά
βίδα κανείς μοχλός κανένα
έμβολο δεν εβρέθηκε στη θέση του
εν τοσούτω
λειτουργεί και οι μυριάδες
βόνασοι κερασφόροι που είμαστε
κουτουλώντας παγαίνουμε όπου λάχει

να φανεί το ευλογημένο χέρι
όπως μες στις χρυσές εικόνες

ανεξήγητα μετακινούνται οι θάμνοι
πνοή νιώθω να με παίρνει
ελαφρά στο νερό
υπογράφω και χάνομαι

Ad Libitum.

 

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ (1984)

 

Μ.ΔΕΥΤΕΡΑ, 20
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες
να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα
του Ήλιου.
Μ. ΤΡΙΤΗ, 21
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέ-
ρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα
μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα.
Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται
σαν να ‘ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φα-
γωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο
μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23
Μέρα τρεμάμενη όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωματένια πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

 

 

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β
Σωστός θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.
Ίσως και να ‘μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 β
Αντίς για όνειρο
Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ‘μαι λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά

Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίμματά μου
-της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια-
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β
Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο εκείνο σύννεφο
που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26
Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-
φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-
να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την
ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη
θέση στον τάφο που σου ανήκει.
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
Ασμάτιον
Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου ‘δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδιά
Μεθαύριο θα ‘ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ‘ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.

 

 

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

 

 

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [Ι-VΙΙ]
Ι
Μια μέρα τη ζωή που ‘χασα την ξαναβρήκα στα μάτια ενός νέου μο-
σχαριού που με κοίταζε μ’ αφοσίωση. Κατάλαβα πως δεν είχα γεν-
νηθεί στην τύχη. Βάλθηκα να σκαλίζω τις μέρες μου, να τις φέρνω
άνω κάτω, να ψάχνω. Ζητούσα να ψαύσω την ύλη των αισθημά-
των. Ν’ αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέ-
σα στον κόσμο αυτόν, μιαν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει
τα αίματα -το άδικο- και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου
αρέσουν.
Δύσκολο – αλλά πως να γίνει; Κάποτε νιώθω να ‘μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.
Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.

 

 

ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [1-7]

7

Τώρα που ο νους απαγορεύεται και οι ώρες δε γυρίζουν
Από κήπο σε κήπο η σκέψη μου
Δειλή σαν τριανταφυλλιά πρωτάρα
Που αρπάζεται απ’ τα κάγκελα
Δοκιμάζει απαρχής ν’ αρμόσει πάλι
Με σταγόνων σφήνες λαμπερών
Τα παμπάλαια πράσινα και τα χρυσά κείνα που μέσα μας
Έχουν παντοτινές δεκαεφτά Ιουλίου
Ν’ ακουστεί και πάλι της Αγίας Μαρίνας το νερό στις πέτρες
Ο ύπνος που μυρίζει ζευγάρι αγκαλιασμένο
Η φωνή
μια φωνή σαν της Μητέρας
Και ξανά ξυπόλυτη να βγει να περπατήσει
Πάνω στις πλάκες του Μεσολογγιού η Ελευθερία
Έτσι καθώς την εχαιρέτησε για λόγου μας -καλή του η ώρα-
Ο ποιητής και κάναμε από τότε Ανάσταση.

 

 

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [ XV-ΧΧΙ]
XV
Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο
για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανε-
παίσθητους συριγμούς, ν’ ακριβολογώ μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και
άλλο πράγμα ο έρωτας· άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα· άλλο η
πίκρα και άλλο το μαράζι· άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά. Με
καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που -αλίμονο- τους αντιλαμβάνον-
ται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνον-
ται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφο-
μοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κά-
θε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας
αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό
που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο που δίνουμε, για να
μας αποδοθεί λευκό· το θνησιμαίο, αείζωο.
Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.
ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ [15-21]
15
Αυτό το πέτρινο κεφάλι και οι σπασμένες γλάστρες
Βασιλεύοντας ο ήλιος την ώρα που ποτίζουνε
Στην Αίγινα ή στη Μυτιλήνη – το χαρμάνι αυτό
Από γιασεμί λουίζα και αρμπαρόριζα
Που κρατάει τον ουρανό σε απόσταση
Εάν είσαι αλήθεια εκείνος που την ίδια
Στιγμή περνά ψηλά πάνω απ’ τις στέγες
Απαράλλαχτο καΐκι μ’ ανοιχτά πανιά
Τα γεμάτα χώμα κοριτσιών τραγούδια
Όπου τα δάκρυα λάμπουν σαν την Άρκτο
Και το περισσευούμενο χορτάρι τ’ ουρανού που πάτησες
Κάποτε μια φορά και μια για πάντα υπάρχει
Προσαρτημένο στη δική σου ελληνική επικράτεια
Εάν είσαι αυτός που αλήθεια ζει και ζει εναντίον
Των περιττών πραγμάτων και ημερών
Ο αριστερός Ιησούς ω
τότε θα με καταλάβεις.
16
Πού να τα πω νύχτα μες στον αέρα
Στα δέσπολα των άστρων στη μαυρίλα που μυρίζει
Θάλασσα πού να τα πω τα ελληνικά της πίκρας
Με δέντρα κεφαλαία πού να τα γράψω
Οι σοφοί να ξέρουν ν’ αποκρυπτογραφήσουν
Ανάμεσ’ από δεύτερο και τρίτο κύμα
Έναν τέτοιον διακαμό βαρύ από πέτρες που δε βούλιαξαν
Άγιε Σώζοντα, συ που εφοράς φουρτούνες
Ανέβασέ μου της θάλασσας το μάτι
Να κάνω μίλια μέσα του στην πράσινη διαφάνεια
Να φτάσω εκεί που σκάβουν τ’ ουρανού οι μαστόροι
Και να ‘βρω πάλι τη στιγμή πριν γεννηθώ
Τότες που ευώδιαζαν οι βιόλες άμα δε νογούσα
Πως δε νογάει την αστραπή του ο κεραυνός
Μόνο σε τεταρτοχτυπά -λάμψη όλος!

 

 

 

ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ (1991)

 

 

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε
ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

 

 

ΙΟΥΛΙΟΥ ΛΟΓΟΣ

Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος άλλ’
Απέραντος!
Απέραντος ο κήπος όπου μόλις απο-
Χωρισμένος απ’ τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη

Ο ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιουπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!

Τι τώρα μου ήρθαν. Αλλά σαν χθες υπήρξα
Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
Έστω. Και μόνο να τα λες ωραία ξοδεύεσαι· όπως του νερού η ροή
Που ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από ‘να σ’ άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
Ενώ κάτω απ’ τα πόδια σου βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι

Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές.
Θήλεις άγγελοι
Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο
Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από
τις καμινάδες!
Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ’ το παράθυρο
Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα
Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Επειδή τ’ απέξω
Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
εκδικείται
Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
που το λένε Σκέψη
(Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Που το κολύμπι μ’ έβγαζε απ’ ανέκαθεν)

Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ’
Απέραντος!
Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας· ώστε
Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από ‘να
Σ’ άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.

 

 

 

ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (1995)

 

 

ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ
Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χε άγριες πείνες άπνοιας
ο Αύγουστος
Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και
Στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς
ευώνυμο
Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας
Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
Που βλέπεις τόσο καθαρά να πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τα όρη
Και μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται

Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι απ’ τον αέρα
Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’ τα ίδια της παιδιά η Ευ-
Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ο άνθρωπος πριν δυο και τρεις
φορές
Τον παραστήσει ο ύπνος
Στον καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες
αν όχι και
Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη. Ας είναι
Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα
Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει
το άδικο;
Μια συγχορδία η ζωή
όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
Και είναι αυτός που λέει στ’ αλήθεια τι πετά ο φτωχός
Και τι μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα της λυγαριάς
Αψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν
Ασπασμούς απ’ τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
Σε τι μπλε Ιυυλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου
να διαβάζεις
Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα
Διαζώματα. Όμως δεν ποτέ ομορφιά μου εδανείσθηκεν ο χρόνος
Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να
επιμηκύνει ώστε
Πιο ευφυής πιο εύφωνος να κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
Απ’ τον δικό του άμβωνα
Σύννεφο συνοφρυωμένο που τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»
Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
Ομήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και
Συνεχίζεις στου κήπου τ’ άπατα να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου
Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης
Και θα μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς
όπως συνήθως στην αγάπη
Όμως απ’ τη μαστίχα του πηλού της γης μια γεύση αιρετική
ανεβαίνει
Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία

Εάν εξακολουθούμε να ‘μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που
Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες
τότε
Η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία
Και η τελειότης η άκρα
συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους
Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό
Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν
Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά
Να χαράζεται
πάνω σε μπλε Ιουλίτας.

 

 

 

ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ (1998)

 

 

ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΜΟΚΥΚΛΙΣΤΟΣ

Κάποτε πρέπει και να παίρνει ανάσα ο άνεμος.
Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ’ την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.
Φθόγγοι Πομπηίας υποχθόνιοι μαζί με κατά καιρούς καταρρέουσες
λέξεις από τον Δάντη έως τον Ungaretti σ’ ένα εικοσιτετραώρου
διαρκείας ηλιοβασίλεμα, παρισταμένης πάντοτε και της σελήνης,
γίνονται τα προσκόμματα στην απόφαση της ανθρωπότητας να θέσει
τέρμα στην ιστορία της.
Μες στον βαθύ ουρανό
Κάθε βουνό κι η υπογραφή του.
Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο
Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά
τ’ άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω
ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.
Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη ματώνει ποτέ η
ευλάβεια.
ΤΗΣ ΛΕΠΡΑΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ. ΣΩΡΕΥΕΙ
Ο ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΑΙ

Στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησίες αφθονούν και λάμπουν όπως τα
βότσαλα. Αλλού πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο ειδω-
λολάτρες. Και είναι με το μέρος τους ο Θεός.
Το πινέλο του ζοφερού δεν πιάνει ποτέ στο μαύρο
Χρειάζονται αλήθειες, ακόμη και για να πεις ψέματα.
Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν να
γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη άνοιξη.
Μην ακούτε τον Armstrong. Η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να
είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων.
Οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξα-
κολουθούν να υπάρχουν. Τις κλοτσάς, κι εκείνες δεν σαλεύουν! Εάν
δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ.
Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια.

 

 

OIL SARDINEN!
Μες στους πολλούς γάμους των αρωμάτων οι αιμομιξίες αφθονούν.
Δεν σημειώνεται όμως ποτέ διαζύγιο
Με λίγα σπουργίτια, μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ’ αυτά μόνον,
γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων.
Για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Shakespeare.
Κάθε τόσο μου στέλνουν ένα μπουκετάκι με μισοσπασμένες λέξεις
δυο μακρινές ξαδέλφες μου από την εποχή της Σαπφώς. Τη μια τη λέ-
νε Αστρινή και την άλλη Λεμονέσσα..
Στα ερείπια συχνάζουν οι μέλισσες και οι πρώην ιδέες.

 

 

ΑΜΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΥ Ο ΠΑΡΑ
ΠΟΤΑΜΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΙ ΑΡΓΕΙ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ
*
Όπως και να το κάνεις, ένα κομμάτι «πάντοτε» στον άνθρωπο θα
υπάρχει.
Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς το σχοινί που
ανεβάζει το καλαθάκι σου στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα.
Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε πε-
ράσει!
Επειδή και η φύσις δίγλωσση μοιάζει να είναι, και με τη λέξη θάνα-
τος πεθαίνουν όλοι, αλλά στα ψέματα.
Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι’ αυτό βλέπεις να
καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά
φωτιά.
Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα
αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ
του μη όντος ον λογαριάζει.
Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού.

 

Σχολιάστε

Filed under ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%b5%ce%bb%ce%b1

 

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1977. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στο τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας. Διορίστηκε ως καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση το 2003. Φέτος ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με την εκπόνηση της διπλωματικής της εργασίας για την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον.
Γράφει ποιήματα και ασχολείται με το θέατρο παρουσιάζοντας μαθητικές παραστάσεις. Αυτή είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-1

ΣΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ
Η ΑΓΑΠΗ 
[2016]

 

ΕΠΟΧΗ ΠΡΩΤΗ

μετόπωρον

 

 

γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή

Τον πατέρα μου τον τυραννούσε μια έγνοια.
Κοιμήθηκε μ’ αυτήν.
Κι εμείς κάναμε ησυχία,
μη και στον ύπνο ταραχτεί.
Αιώνιος νόστος,
νυν και εγώ γυρίζω τις ραφές ανάποδα.
Πού ξηλώθηκα, δεν βρίσκω.
Φυσά μέσα μου εκείνη του
η ανάγκη,
να αφήσει πίσω του Μνήμη Αρσενική.

Ενίοτε οι παραδόσεις
ρημάζουν
-το παρόν-.

 

 

κάπου έχεις πάει

Ακούω τη φωνή σου μέσα μου,
ζεστό ρυάκι στην ψυχή.
Λένε πως έφυγες,
χωρίς αποσκευές.
Σου έσφιγγα το χέρι – το θυμάσαι;
Μα δεν σε κράτησα κοντά.

Κάθε που νυχτώνει, μίλα μου.

Δεν υπάρχει πιο βέβαιος δρόμος
(Από τη μοναξιά)

 

 

ΕΠΟΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
χειμών

 

 

ο ορισμός της αγάπης

Αν ήσουν, θα το ήξερα.
Ίσως η σκέψη μόνο υπήρξε.

Μα αυτό το σφηνωμένο μάρμαρο
στο στήθος μου,
αποκαλύπτει.

(Αιώνια χαλάσματα η αγάπη)

 

 

δεν βρεθήκαμε ποτέ

Όχι, γιατί δεν μπορώ
ή γιατί δεν πρέπει.
Όχι, γιατί φοβάμαι
ή λυπάμαι.
Όχι.
Δεν έρχομαι,
γιατί περίμενα πολύ,
ενώ -εσύ- μετρούσες τα βήματά σου.

 

 

dead lines

Οι στίχοι γράφονται στο περιθώριο,
εκεί που δεν έχεις ζήσει,
στο επέκεινα.
Καρφώνονται οι λέξεις στην καρδιά
και σε γεννούν ξανά,
σαν σπάραγμα μαρμάρινο,
χωρίς πνοή,
μονάχα ιστορία.
Εκείνος που ορίζει το παιχνίδι,
είναι βέβαιο πως θα χάσει.

Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

 

 

ΕΠΟΧΗ ΤΡΙΤΗ
έαρ

 

 

γυναίκα

δεν ήμουν πιστή,
άπιστη υπήρξα
στο όνομα των δικών σας Αλλάχ και Θεών,
δεν ήμουν Πηνελόπη,
δεν ήμουν Μαρία,
δεν ήμουν Πίστη,
ούτε Μεργέμ,
δεν ήμουν Ρουθ ούτε Εσθήρ,
Σάρρα ή Σύλλα.
Δεν ήμουν λουλούδι,
ήμουν ασπάλαθος,
ίδια η Κλυταιμνήστρα.

 

 

επέμβαση χειρουργική

Ξεντύνομαι προσεχτικά.
Διπλώνω το πουκάμισο,
τακτοποιώ το μάλλινο κασκόλ μου στην καρέκλα.
Τα πόδια τρέμουν, βυθίζεται
το σώμα στο αχανές πάτωμα
και η φωνή γλιστρά ανάμεσα στους τοίχους
– στριγκιά από τα σωθικά.
Αβέβαιη κινούμαι στο δωμάτιο,
μια νυχτερίδα κολλημένη στα μαλλιά
κι ένα σαράκι, επίμονο,
κόβει κομμάτια από τα οστά.
Μέσα το φως τυφλώνει
και ο κύριος με τ’ άσπρα γάντια
σκύβει προσεχτικά
να ράψει την ψυχή -μου-

 

 

ΕΠΟΧΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
θέρος

 

 

τα όνειρα αποστατούν

Δεν έχω πόδια.
Με δυο σίδερα κυκλοφορώ
βαραίνουν το περπάτημά μου.
Όλο λέω θα ξεφύγω,
μα εκείνα με προδίδουν.
Με πιάνεις
στο σημείο που γυρίζω το Κλειδί.
-Στις πιθανότητες πέφτω πάντα έξω-.
Λες και η Μοίρα μου το έχει αποφασίσει.

Καθώς ξαπλώνω όμως στο κρεβάτι
τίποτα δεν μοιάζει βέβαιο.
Τα όνειρα περιπατούν στη ράχη μου,
τρυπώνουν μες στο στήθος,
γίνονται γάλα,
παίρνουν μορφή.
-Κάποτε- θα ελευθερωθούν.

Τότε που θα ξέρω – (ποια είμαι).

 

 

χάικου 2

Τα φύλλα πέφτουν
κι η γη γεμίζει από
από αισθήματα

 

 

περί ονείρων

Η Ιοκάστη είχε μια πλεχτή θηλιά.
Την έφτιαχνε από μικρό παιδί.
Κάθε χρόνο προσέθετε έναν κόμπο.
Πνίγηκε με αυτήν.
Η θηλιά έμεινε.
Οι θηλιές παραμένουν.
Μέσα τους τα όνειρά μας δένονται.

 

 

ΠΕΝΤΕ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

νύχτα στην Τσιμισκή

Περπατούσαμε νύχτα στην Τσιμισκή. Φώναζα για να με ακούσεις μα εσύ χανόσουν στον εαυτό σου. Ακουμπούσα τα χέρια μου στο στέρνο σου και τα δάχτυλά μου πάγωναν. Τόσο το χιόνι που μας κάλυπτε σαν να κύλησαν όλοι οι χειμώνες μέσα στα σώματά μας. Δεν ήξερα τους δρόμους πια. Δεν έβρισκα πουθενά γνώριμο έδαφος. Με στένευε η πόλη-τόσο που ο θώρακας γινόταν κομμάτια. Ένιωσα να εισχωρεί σκοτάδι στην ύπαρξή μου/
Όλα έχουν ένα τέρμα\μια πόλη τελειώνει και βρίσκεσαι σε μια άλλη.
Μα είσαι πάντα λίγο από αυτό που πίσω σου αφήνεις.

 

 

ο μαυροπίνακας της λήθης

Φοβάμαι σε ξεχνώ.
Σβήνονται οι αναμνήσεις,
όπως η κιμωλία από τον μαυροπίνακα.
Δεν ξέρω τι θα μείνει,
ποιό αδάκρυτο φιλί,
ποιά ανείπωτη ευχή
να μας ενώνει.
Εγώ σε λησμονώ-
πικρό το κατακάθι στον καφέ μας-
την ώρα που βουλιάζουμε,
η πόλη βγαίνει από την ομίχλη.

 

 

γέννηση

Έγινα γυναίκα για τον άνδρα, γυναίκα από πηλό.
Έγινα ψάρι σε ποτάμι, δέντρο στη σκιά,
αεράκι στη μέση της ερήμου,
δροσιά στον καύσωνα του Αυγούστου.
Ξαναγεννιέμαι από το χώμα,
διασκορπίζομαι στη γη,
η φωνή μου αντηχεί ζεστή
και γίνομαι άνθος για να το δρέψεις.
Να ζήσω,
να μπορώ να σου μιλώ με χρώματα,
να γίνομαι γυναίκα,
για εσένα
και να με επιστρέφεις μισή,
όταν η αυγή χαράζει.
Σε φυλακίζω στο σώμα μου,
δραπετεύεις, όταν το σκοτάδι μας έχει πια εξαντλήσει
και γκρεμίζω τους τοίχους
σώμα γινωμένο από πηλό/
σώμα πλασμένο μόνο από σένα.

 

 

Σακουλέβας

Ήξερα πως απομακρυνόμουν από εσένα /περπατούσα ανάποδα, όπως μου ‘μαθε εκείνη: «πάντα να αποφεύγεις το πλήθος, εκεί που βρίσκονται πολλοί θα μοιάζεις λίγη». Και έγινε συνήθειά μου η σιωπή. Δεν θα με έβρισκες ποτέ σε εκείνο το μονοπάτι. Ήταν γεμάτο ήμερα κοπάδια πουλιών και συστάδες δέντρων. Η μοναξιά φώλιαζε μέσα μου/ μπορούσα να ακούω τους χτύπους της καρδιάς και να σε ερωτεύομαι ξανά. Δεν σε άγγιζα, μα στο όνειρο ζει κανείς πιο ευτυχισμένος. Τώρα κανείς μας δεν τολμά να γυρίσει στο ίδιο σημείο/κάποιοι άλλοι ίσως αγαπηθούν εκεί/εμείς συναντηθήκαμε νωρίς /αργά θα πεις εσύ, ενώ εγώ θα επιμένω ότι υπήρχε χρόνος/
στο ποτάμι θα σε θυμάμαι, όπως σε γνώρισα ήλιο και θάνατο μαζί.

 

 

αποδημία της αγάπης

Ανησυχώ για σένα.
Μήπως οι νύχτες σου γεμίσουν άμμο
και δεν μπορείς να ονειρευτείς.
Σκέφτομαι αν θα αντέξεις τα πουλιά να αποδημούν,
αν είσαι έτοιμος να αποχαιρετήσεις τις στάχτες του κορμιού μου,
να φύγεις δίχως πίσω να κοιτάζεις.
Τελείωσε το καλοκαίρι μας λοιπόν,
τόσο που κράτησε μοιάζει με έρημο,
δεν φτάνει το νερό να ξεδιψάσεις.
Όμως εσένα έχω στο μυαλό.
Φυλάξου από την υγρασία της βροχής
και να κρατάς πάντα στην πίσω τσέπη σου ένα μαχαίρι-
ποιος ξέρει αν θα χρειαστεί να κόψεις τους φόβους σου στα δυο.
Να μην κοιμάσαι μόνος σου τα βράδια,
να έχεις πάντα κάποιον αγκαλιά
-γυναίκα ή παιδί,
αντέχω,
φτάνει να διώχνεις τα σύννεφα μακριά σου.
Α ,όχι.
Για μένα δεν με νοιάζει.
Νομίζω πως ξανά θα γεννηθώ,
είτε έτσι είτε αλλιώς,
θα μάθω να επιπλέω.
Το ξέρω, το έχω ξανακάνει.
Δεν ήταν το ίδιο, μα κολύμπησα στο έρεβος πολλές φορές,
είναι η ύπαρξή μου τέτοια,
κρατώ από γενιά ηφαιστειακή, λάβα τρέχει στις φλέβες μου,
καίγομαι,
μα πάντα συγκρατώ λίγο νερό και συνεχίζω.
Εξάλλου εγώ δεν αποφεύγω την αγάπη.
Για σένα ανησυχώ.

 

 

Για την ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά έγραψαν :

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Frear October 27, 2016

Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη της Άντζελας Γεωργοτά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Στον πατέρα της, έναν πατέρα που έφυγε, αφιερωμένη αυτή η πρώτη συλλογή της Άντζελας Γεωργοτά. Και δύο πρώτοι στίχοι στην αρχή πριν όλα αρχίσουν. «Όλη την νύχτα έστηνα δόκανα/όμως να συγκρατήσω κανένα όνειρο δεν μπόρεσα».
Ευθύς εξαρχής λοιπόν το κουδούνι έξω από την πόρτα της συλλογής γράφει την λέξη απώλεια. Και όλες τις λέξεις από Α: απουσία, αποστασία, ανείπωτο, ανεπιδότο, ασύμπτωτο.

Χωρισμένη σε εποχές η συλλογή:

Εποχή πρώτη μετόπωρον (η εποχή μετά τα φρούτα), η εποχή μετά τον θάνατο του πατέρα. Έξι ποιήματα στον Παρατατικό, σ’ αυτό που υπήρξε και χάθηκε, την αρσενική παρουσία, τον πατέρα ζεστό και ταυτόχρονα πια κρύο. Διαφορά θερμοκρασίας. Ελλειπτικά ανάμεσα στις λέξεις προβάλλει το σχήμα και η μορφή του πατέρα. Οι τίτλοι των ποιημάτων παράλληλα διηγούνται την δική τους κρυφή ιστορία. Γιατί και τα ποιήματα έχουν τους υποτίτλους τους.

Γιατί ποτέ δεν ήμουν αρκετή, υπάρχει το κενό ανάμεσά μας, επίσκεψη νυχτερινή, μου μιλούσαν με τα λευκά τους ρούχα, κάπου έχεις πάει, αυτό που είμαστε.

Στην μυστική γλώσσα των ποιημάτων εγώ ακούω: αυτό που είμαστε είναι ο πατέρας που υπήρξε, που τον ενσωματώνουμε αφού φεύγει, που όπως ο Αινείας τον κουβαλάμε στην πλάτη μας, είναι οι απαιτήσεις, η κριτική του αλλά και η τρυφερότητά του, είναι οι αναμνήσεις του, το πορτοκάλι, ο βασιλικός, οι λευκές ποδιές των γιατρών και νοσοκόμων, η αιθανόλη. Ακόμα και το πηγάδι της αυλής, που το ποιητικό υποκείμενο δροσίζεται πριν γίνει γυναίκα. Είναι ο πατέρας. Αφιερωμένη λοιπόν η εποχή αυτή στον πατέρα.

«Θυμήσου./ Και το πρωί/ θα σε σκεπάσω χώμα». Είναι το χώμα των λέξεων και η ποιήτρια το σκάβει βαθιά και το νοτίζει.

Εποχή δεύτερη, χειμών. Δέκα πέντε ποιήματα.

Το παιδί κόρη γίνεται γυναίκα. Ερωτεύεται. Ας εξετάσουμε πάλι τους τίτλους των ποιημάτων που είναι ένα είδος αρχαίου χορού γιατί κτίζουν την ατμόσφαιρα της ενότητας.

Ο ορισμός της αγάπης. Σε κλίμακα χαμηλή. Ορθολογικός χωρισμός. Αντί. Έξωση. Υπάρχουν αποδείξεις. Περί μιας ανείπωτης υπόσχεσης. Δεν βρεθήκαμε ποτέ. Η τέχνη της παράστασης. Ανεπίδοτη επιστολή. Dead Lines. Φόβος της αριθμητικής. Αιωνιότητα. Μέχρι να έρθεις. Περί προθέσεων και αντοχών.

Όμως γιατί ή πού στην λογοτεχνία ο έρωτας παρομοιάζεται με τον χειμώνα; Εδώ έχουμε έναν έρωτα χώμα. Σε παρατατικό. Κρύο. Ασύμπτωτο. Όπως ο θάνατος του πατέρα στο μετόπωρον. Έρωτας ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, αντίδικος και αντίλαλος. (Που φοράει δανεικά ματωμένα ρούχα και σύμφωνα με αρχαία εντολή πρέπει να επιστρέψει ξεπλυμένα). Απατηλός και φανταστικός, αλλά ταυτόχρονα έρωτας που υπήρξε πράξη μέσα από το δέρμα.

Στα ποιήματα της Γεωργοτά υπάρχει η τέχνη του υπαινιγμού. Αυτό που ξεκίνησε αιώνες πριν με την Σαπφώ που έγραφε: είναι μεσάνυχτα κι εγώ κοιμάμαι μόνη, χάραξε μία γαλακτερή γραμμή στο φεγγάρι και όλοι συνεχίζουμε από εκεί. Γιατί υπάρχει συνέχεια στην ποίηση και γιατί όλοι προσθέτουν ένα λιθαράκι στο τεράστιο ψηφιδωτό της.

Υπαινικτικοί στίχοι λοιπόν μέσα σ’ αυτή την ενότητα που περικλείουν και περιλαμβάνουν:
Δεν υπάρχει τίποτε πιο σίγουρο/ από την απάτη πως με άγγιξες.
(Αν ήμουν μόνο σάρκα, τότε θα σε συγχωρούσα)
Δεν έρχομαι, γιατί περίμενα πολύ, ενώ- εσύ- μετρούσες τα βήματά σου
Πήρα μόνο το οικόσημό σου,/στο λαιμό το κρέμασα/και με μια ταινία σφράγισα/το χολ για πάντα.

Και βέβαια ο στίχος που αποτελεί και τον τίτλο της συλλογής και είναι ολόκληρο μυθιστόρημα από μόνος του. Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

Εξομολογητική ποίηση σε πρώτο πρόσωπο που αμέσως δημιουργεί την σχέση με τον αναγνώστη. «Υπήρξα χαμηλών τόνων», εμπιστεύεται στον εξομολογητή αναγνώστη το ποιητικό υποκείμενο. «Υπήρξα συμβιβαστική/ να χωρέσω έναν κροκόδειλο μες στην ψυχή». Συγκλονιστική εικόνα που με παραπέμπει στον βόα που καταπίνει έναν ελέφαντα στον Μικρό Πρίγκηπα του Σαιντ Εξυπερύ.

Μία συλλογή σε ενότητες που διαδέχονται η μια την άλλη. Θα μπορούσε μυθιστόρημα. Ελλειπτική, με την ενδιαφέρουσα χρήση παρενθέσεων ιδίως στο τέλος των ποιημάτων. Που συνοψίζουν, τονίζουν, αποκαλύπτουν αυτό που κρύβει το ποίημα, ή κρύβουν αυτό που αποκαλύπτεται. Πολλές φορές η λέξη παρένθεση απαντάται στην συλλογή. (Όλη η ζωή μας μονάχα μία παρένθεση) Και πολλές φορές οι στίχοι της Γεωργοτά βρίσκονται μέσα στην παρένθεση. Μήπως τελικά στην παρένθεση στηρίζεται η αγάπη; Μήπως οι αγκύλες της είναι οι αγκαλιές;

Η ενότητα του χειμώνα, του παγωμένου έρωτα που δεν ανταποκρίθηκε στο εμείς του, τελειώνει με το ποίημα περί προθέσεων και αντοχών που το διαβάζω παρακάτω:

περί προθέσεων και αντοχών

Και αν μου μιλάς με ερμηνείες κι αριθμούς,
χάνω το μέτρημα,
τα όνειρα μπερδεύω με τις ψευδαισθήσεις.

Μίλα μου λοιπόν με τις σιωπές,
με αγγίγματα,
με το παράφορο φιλί σου,
με χάδια ηλεκτρισμένα,
με το κορμί,
τα δάχτυλα,
το βλέμμα .

Μίλα μου
καθώς σκορπάμε στον αέρα,
την ώρα που ξεθηλυκώνονται οι ενοχές,
τότε που χώμα είμαι και συ νερό
και ρίζα δεν υπάρχει.

Τότε ν’ ακούω θέλω,
όχι ποιος είσαι,
όχι τι θέλεις.

Αλλά πόσα μπορείς.

Γιατί στο τέλος τέλος αυτή η γυναίκα μέσα στην συλλογή, αυτό το ποιητικό υποκείμενο μιλάει για την αριθμητική του έρωτα. Για τις συντεταγμένες της ψυχής, για την μυστική εξίσωση. Πόσο τελικά ο εραστής μπορεί να αναμετρηθεί με αυτό το τρομακτικό και γιγάντιο ον, τον έρωτα που μοιάζει με θάνατο και είναι εξίσου απειλητικό για τις ελαφριές καρδιές που δεν μπορούν.
Τρίτη ενότητα, τρίτη εποχή. Έαρ. Εποχή ενηλικίωσης.

Χρόνος και πόνος. Χειρουργείο. Κοριτσάκι διπλωμένο στα δύο. Όστρακα που καταξεσκίζουν τα χέρια και το στήθος. Η μνήμη δεν είναι γυάλα με ψεύτικο χιόνι που αναποδογυρίζεις και χιονίζει.

(Ξηλώστε τον κόσμο. Σπάστε τα βουνά.
Οι μέρες μας και οι νύχτες άλλη δεν αντέχουν μνήμη)

Πάλι εδώ η χρήση της παρένθεσης. Ό,τι περιέχεται ανάμεσα στην παρένθεση, είναι μνήμη κοφτερή. Όμως στην ενότητα αυτή έχουμε πιο έντονη την συνειδητοποίηση της φυλετικής ταυτότητας του ποιητικού υποκειμένου. Το κοριτσάκι που πενθεί και ερωτεύεται μετατρέπεται σε γυναίκα που εξεγείρεται, που σπάει το κουκούλι του στερεότυπου. Μία γυναίκα που έρχεται σε επαφή με τις ρίζες της και την αληθινή της δύναμη και ουσία και αποποιείται τον ρόλο και τις ενοχές με την οποία την έχουν επιφορτίσει μέσα στους αιώνες.

Έτσι λοιπόν έχουμε αναφορά σε γυναικείες μορφές. Υπατία, Πηνελόπη, Μαρία, Μεργέμ, Ρουθ, Εσθήρ, Σάρρα ή Σύλλα, Κλυταιμνήστρα, Λίλιθ. Η ποιήτρια απεκδύεται τις κορδελίτσες και τις χάντρες, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, ξελαφρώνει από τα πασουμάκια, σαμποτάρει τα οικογενειακά γεύματα και κάνει μία δήλωση αντινομιφροσύνης στο ποίημά της Δήλωση νομιμοφροσύνης που τελειώνει έτσι.

Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαια ,
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.

(Μα όταν η ώρα που να υπογράψω έρχεται
αίτηση νομιμοφροσύνης,
θεριεύει μέσα μου το αίμα
και κόκκινο βάφει το χαρτί).

Θυμός λοιπόν και δίκαιη αγανάκτηση, αλλά και μία διείσδυση στα κατάβαθα του εαυτού, μία προσπάθεια να εντοπίσει και να κατανοήσει η ποιήτρια, πώς πλάστηκε το καλούπι του ρόλου ή αλλιώς πού είναι κρυμμένες οι ραφές του δαντελένιου φορέματος που έδωσαν με το ζόρι στο κοριτσάκι να φορέσει.

Γράφει η ποιήτρια:

Δεν έχει αλλάξει τίποτα,
εκείνη η γραμμή
με βασανίζει ακόμα.

( Κανείς δεν κλείνει το λογαριασμό
με τον εαυτό του)

Τέλος περνάμε στην τελευταία εποχή του θέρους.

Εδώ πια η ποιήτρια πατά γερά στα πόδια της. Μέσα από τις τρεις εποχές που έχει διανύσει έχει βρει την φωνή της και με αυτήν συνομιλεί με την Ανδρομάχη στο ποίημα Καθώς ο άντρας μαθαίνει την αγάπη. Οι άντρες βάφουν την σημαία στο δικό τους χρώμα, αυτοί μοιράζουν τα λάφυρα και με το σπαθί τους προξενούν πληγές, ενώ ο θρήνος και το πένθος είναι η μοίρα της γυναίκας. Η Ιοκάστη θηλιά με την θηλιά δένει το πεπρωμένο της από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Συνομιλεί με την Άννα Αχμάτοβα στο ομώνυμο ποίημα για να καταλήξει με τον στίχο ότι ακόμα των αθώων οι ζωές πηγαίνουν στα χαμένα.

Επίσης στην ενότητα αυτή τελεσίδικα πια και ξεκάθαρα τονίζεται το φευγαλέο σχήμα του κορμιού της αγάπης. Σύμφωνα με την ποιήτρια, αυτά τα όνειρα που αποστατούν και διαφεύγουν, θα πάρουν την οριστική τους μορφή και θα μπορέσει να τα αιχμαλωτίσει, όταν ολοκληρωθεί η αυτογνωσία της. Άρα συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία έγκειται στην δική της ολοκλήρωση και όχι στην φασματική μορφή του έρωτα.

Στο ποίημα Δεύτερη Πτώση, πιο δυνατή πια η ποιήτρια, αφού έχει πέσει και σηκωθεί ξανά και ξανά, μπορεί να αντέξει τις επόμενες πτώσεις της, μπορεί να αναγνωρίσει την ομορφιά των τραυμάτων της. Δεν χάνει την πίστη στον έρωτα, απλώς μπορεί να αποστασιοποιηθεί, να αναλύσει τους μυστικούς του νόμους και να τον μετασχηματίσει σε γραφή, χωρίς ωστόσο να χάσει την ελπίδα στην ύπαρξή του στο ποίημα σκέψεις για την διάρκεια του έρωτα.

Η άποψη ότι η καμπύλη είναι πιο όμορφη από τις τετράγωνες γωνίες, η αίσθηση ότι το σύμπαν είναι ολοστρόγγυλο, η ιδέα ότι οι γυναίκες αντέχουν τον φόβο του κενού περισσότερο από τους άντρες όταν ερωτεύονται και πολλές ακόμα λεπτομέρειες δίνουν μία έμφυλη απόχρωση στην ποίηση της Άντζελας Γεωργοτά που ολοκληρώνεται σ’ αυτό το τελευταίο μέρος.

Η συλλογή και η ενότητα τελειώνουν με δύο ποιήματα. Το πρώτο ποίημα με τίτλο άτιτλο θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τον ερωτικό μονόλογο «λαχταρώ» της Σάρα Κέην και το δεύτερο που έχει τίτλο περί τυχαίων συμβάντων με το ποίημα Κεραυνοβόλος Έρωτας της Βισλάβας Σιμπόρσκα. Αυτή η διακειμενικότητα με δύο πολύ αγαπημένες γυναίκες επιβεβαιώνει το ότι η Πηνελόπη τότε παλιά ξεκίνησε ένα υφαντό σε έναν αργαλειό, που ακόμα δεν έχει τελειώσει. Αυτά τα αργυρά νήματα της συνέχειας πάνω σε ένα φεγγάρι που αιώνια αλλάζει, είναι και η δικαίωση και η μαγεία της ποίησης.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

http://frear.gr/?p=15626

 

 

Πέτρος Γκολίτσης

efsyn.gr /11/9/2016

Η Αντζελα Γεωργοτά (Κέρκυρα, 1977) με σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ξεκινά από την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον, συναντώντας τη μετωπική αμεσότητα της μιας και την εξομολογητικότητα της δεύτερης, στην πρώτη της συλλογή Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, μας ανοίγει σε έναν δικό της μορφικά και ατμοσφαιρικά κατακτημένο κόσμο.

Κινούμενη μακριά από έτοιμες φόρμες και στροφικά σχήματα, η ποίησή της −με ομοιοκαταληξίες και τονισμούς που ζευγαρώνουν σπειροειδώς σε φαινομενικά άτακτα σημεία του στίχου− βαδίζει έμμετρα σε μετα-σαχτουρικά μονοπάτια και ξέφωτα, πιστοποιώντας τη μέγιστη δυνατή μουσικότητα της ποίησης και τη χαρακτηριστική εξπρεσιονιστική της εικονοποιία, η οποία τελικά πυκνώνεται σ’ ένα ποίημα κάδρο.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στεκόμουν μετέωρη/κάτω από τα πόδια/το σύμπαν έκαιγε […] Ασπρες κυρίες μου μιλούσαν/και ένας Ανδρας με σιδερένιο πρόσωπο/με χτύπαγε στην πλάτη,/καθώς οι λέξεις του με κάρφωναν στο πάτωμα» ή συντομότερα: «Θυμόμουν το κόκκινο και έσταζαν τα χέρια παπαρούνες» ή «τα όνειρα τρυπώνουν μες στο στήθος,/γίνονται γάλα,/παίρνουν μορφή».

Είναι φανερό πως η εικόνα-κάδρο είναι αυτή που οδηγεί το ποίημα, ενώ το «νόημα» σαφώς έπεται. Η εικαστική-σκηνοθετική μάλιστα οργάνωση-άρθρωση του ποιήματος, η οποία συχνά αποκαλύπτεται ως πηγαία, ξεκομμένη από το «νόημα», λες και κάνει σημειωτόν στο ίδιο σημείο διανοίγοντας έναν μεταιχμιακό τόπο ή ενεργοποιώντας μια καταβύθιση.

Η ποιήτρια, προτάσσοντας έντονα το υποκείμενο, τον φορέα του προσωπικού θα λέγαμε βιώματος, σκηνοθετεί ή προσπαθεί να αδράξει ένα μεταίσθημα, κινούμενη ταυτόχρονα προς τον τόπο του απολόγου, με την έννοια του τελικού λόγου-απολογισμού, όπου και προσπαθεί να καταλήξει σε οριστικά σχετικά συμπεράσματα και σε ποιητικές μεταγραφές που αποτυπώνουν τη στιγμιαία αίσθηση-συναίσθημα.

Η νόηση εκ των υστέρων φιλτράρει και «λογοκρίνει» το βίωμα οδηγώντας το συχνά σε προειλημμένες θεωρήσεις και στάσεις.

Η ρυθμική και η φραστική λιτότητα της ποίησής της, ο χειρισμός του ρυθμού έως την τελευταία σελίδα της συλλογής με ωριμότητα, οι σαφώς προσεγμένες αλλαγές στίχων και στροφών, η λιτότητα και η πυκνότητα των ποιημάτων, η αξίωση μιας κάποιας αρχιτεκτονικότητας στο σύνολο, αλλά και ο παιγνιώδης διάλογος μεταξύ ρυθμού και περιεχομένου, όχι απλά αφήνουν μια αίσθηση πως ο αναγνώστης κοινώνησε-συμμετείχε σε ποίηση, αλλά επίσης καλούν και προς μια επαναφορά και μια μελλοντική επανατοποθέτηση απέναντι στο ποίημα το οποίο και αναμένει μες στην ερμητικότητα την επανεκτέλεσή του.

http://www.efsyn.gr/arthro/protoemfanizomenes-poiitikes-fones-me-prooptiki

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Fractal 24/5/2017

Δια πυρός και σιδήρου

Ανοίγοντας την ποιητική συλλογή της Άντζελας Γεωργοτά δεν είναι δυνατό να μην σε σταματήσει αμέσως το μόνο:

«Όλη τη νύχτα έστηνα δόκανα.
Όμως, να συγκρατήσω κανένα όνειρο δεν μπόρεσα»

Τα όνειρα είναι φτερωτά, όπως τα λόγια, δεν πιάνονται όσα δόκανα κι αν στήνει η καλή ποιήτρια στις εξέδρες και στα περάσματα του νησιού της ακόμα κι όση τόλμη κι αν διαθέτει από την πρώτη μάλιστα είσοδό της στον δύσβατο χώρο της ποίησης. Και προϋποθέτει αγώνα με τις λέξεις, με τα νοήματα

Αμέσως αντιλαμβάνεσαι ότι σε τούτη τη λεπτεπίλεπτη, διακριτική φωνή υπάρχει ποιότητα, ότι η ποιήτρια αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα την έκφραση, τη γραφή και την πραγματικότητα που βιώνει.

Ο τίτλος της συλλογής επίσης είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση που συνιστά τη σοβαρή αμφισβήτησή της όσον αφορά τη σταθερότητα της αγάπης και το μεταβλητό των αισθημάτων, αφού:

«Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη».

Πρόκειται για ποίηση, ίσως και ευτυχώς, όχι εντυπωσιακή, αλλά ατόφια, αληθινή, έχει μια εσωτερικότητα, είναι ποίηση ψυχής και καρδιάς και είναι καταχωρισμένη σε τέσσερεις ενότητες, εποχές: ήτοι Εποχή πρώτη: μετόπωρον, Εποχή δεύτερη χειμών, Εποχή τρίτη έαρ, Εποχή τέταρτη θέρος

Η Εποχή πρώτη μετόπωρον, αφιερωμένη στον πατέρα της, κεντρικό και κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή της και καθοριστικό στοιχείο, παράγοντα σημαντικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και τη στάση ζωής της ποιήτριας, αφορά τη στενή, την καταλυτική σχέση της με τον πατέρα και αισθάνεται υπεύθυνη που εκείνος έφυγε από τη ζωή ανικανοποίητος, γιατί δεν άφησε «πίσω του Μνήμη Αρσενική», αρσενικό κληρονόμο του ονόματός του:

Τον πατέρα μου τον τυραννούσε μια έγνοια.
Κοιμήθηκε μ’ αυτήν.
.………
Φυσά μέσα μου εκείνη του
η ανάγκη,

να αφήσει πίσω του Μνήμη Αρσενική.

Το αντιλαμβάνεται, το κατανοεί, αλλά δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι «ποτέ δεν ήταν αρκετή» για τον πατέρα της, ότι κάτι τέτοια έωλα κατάλοιπα της παράδοσης καταστρέφουν το παρόν. Πιο πολύ λυπάται για κείνον που δεν χάρηκε ό, τι του έδωσε η ζωή, την ίδια. Και ό, τι κι αν του πει εκ των υστέρων, «το λευκό μάρμαρο» τίποτα δεν ακούει. Μόνο τη νύχτα με τη σιγαλιά, στην απόλυτη μοναξιά, υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας:

Ακούω τη φωνή σου μέσα μου
….Κάθε που νυχτώνει μίλα μου….

Και συνεχίζει αναθυμούμενη τις όμορφες μέρες, μιλάει σε άλλο πρόσωπο για τα πρώτα χρόνια της ζωής της με τον πατέρα και αν είναι αυτή που είναι σ’ εκείνον το οφείλει και σε όσα εκείνος δημιούργησε για τα παιδιά του. Και αισθάνεται μεγάλη ευγνωμοσύνη. Κουβαλάει μαζί της όμορφες μνήμες από την παιδική της ηλικία:

Μεγάλωσα ανάμεσα σε κυκλάμινα,
με την λευκότητα της πέτρας
των φύλλων το ψιθύρισμα
……………..

Αν ο πατέρας μου ήταν άλλος
δεν θα μπορούσα να γίνομαι κύμα ζεστό
στα χέρια σου τώρα………
………….

Στο σπίτι που γεννήθηκα
όλοι παίζαμε με τα χώματα και φτιάχναμε τον κόσμο.
…………….

Αυτό που κρατώ είναι το τοπίο μου.
Και πάντα θα με ακολουθεί

Ακολουθεί η μετάθεση των διαπροσωπικών σχέσεων και των συναισθημάτων από τον πατέρα σε άλλο πρόσωπο, στο σύντροφο και η μετάβαση στη δεύτερη Εποχή χειμών. Και είναι ο βαρύς χειμώνας της καρδιάς, «η έξωση της αφής», η ώρα της διακριτικής αποχώρησης, η ανεπίδοτη επιστολή, η προσπάθεια της ποιήτριας να δώσει τον ορισμό της αγάπης, μα δεν τη βρίσκει πουθενά, εκτός από τη σκέψη:

Αν ήσουνα, θα το ήξερα.
Ίσως η σκέψη μόνο υπήρξε.
…….

Εκείνος που ορίζει το παιχνίδι,
είναι βέβαιο πως θα χάσει.
Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη.

Αλλά η αγάπη είναι όνειρο, άπιαστο πουλί,. Και ο κρύος χειμώνας της καρδιάς είναι βαρύς, μια ατελέσφορη, απροσδιόριστη ανείπωτη μοναξιά που λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες, βουβή κι ανέκφραστη επιβάλλεται με την καταλυτική της δύναμη:

Δεν έχει λόγια η μοναξιά.
Σκίζει τους τοίχους, μπερδεύεται στα χώματα,
γίνεται λάσπη και κολλά στο δέρμα,
απλώνεται στο σώμα το βυθομετρά.
………………………..

Έπαψα να ακούω φωνές·
ακούω μόνο ένα μικρό ρυάκι,
που μέσα μου κυλά.
Και με πηγαίνει
πίσω από τις κουρτίνες,
μ’ ένα φιλί στα χείλη,
που περιμένει ακόμη
-εσένανε-

Σημασία έχει πόσα μπορεί ο άλλος να σου δώσει, πόσα μπορεί, όχι πόσα και τι θέλεις, τι περιμένεις από τον άλλο, ποιες είναι οι προθέσεις του άλλου και οι αντοχές, η αγάπη δεν είναι απλή υπόθεση, απαιτεί θυσίες. Έχοντας αποκτήσει αυτήν τη γνώση η Άντζελα Γεωργαντά, αρκείται στα απλά: στο άγγιγμα, στα λόγια της σιωπής, σ’ ένα παράφορο φιλί, σε χάδια ηλεκτρισμένα, σε ό, τι έχει σχέση με το δέρμα και γίνεται αντιληπτό, και δεν μπερδεύει τα όνειρα με τις ψευδαισθήσεις. Και καταλήγει καθώς τελειώνει κι ο χειμώνας:

Μίλα μου
καθώς σκορπάμε στον αέρα,
την ώρα που ξεθηλυκώνονται οι ενοχές,
τότε που χώμα είμαι και συ νερό
και ρίζα δεν υπάρχει.
Τότε ν’ ακούω θέλω,
όχι ποιος είσαι,
όχι τι θέλεις.
Αλλά τι μπορείς.

Ξέρει πια τι θέλει και τι μπορεί να περιμένει από τον άλλο. Ξέρει το χρώμα της αγάπης, την επίφαση. Και με αυτή την προϋπόθεση ως ξεκάθαρη θέση περνάει στην άλλη εποχή, στο έαρ, στην εποχή των προσδοκιών. Ωστόσο κάθε απόπειρα πέφτει στο κενό, όλα τα όνειρα γκρεμίζονται, αναποδογυρίζεται ο κόσμος της γυναίκας και μεταβάλλεται σ’ ένα υπάκουο, άβουλο ον:

Θέλω να συμμορφωθώ.
Να υπακούω σε όλους τους κανόνες ηθικής.
…..Θάλω να είμαι
γυναίκα εστεφανωμένη,
σε κάδρο ασημένιομ’ ένα στεφάνι στολισμέρνο τριαντάφυλλα

και υάκινθους
γυμνά από αγκάθια.
Θέλω να βαπτιστώ γυναίκα,
τη μοίρα μου να ασπαστώ
πανάρχαια,
βγαλμένη από τα έγκατα της γης.

Και τότε είναι που ξυπνάει μέσα της η οργισμένη, η αρχέγονη γυναίκα, σκίζει τις ενοχές που βάζουν φραγμούς στη θέλησή της. Αυτή η δύναμη την κάνει να βγει από το σώμα, να γίνει μια εκδικήτρα Κλυταιμνήστρα, η Λίλιθ, άτομο με αξιώσεις, έχει απαιτήσεις, έμαθε πως χρειάζονται αγώνες για να επιβάλει τα θέλω της. Το δικό της, το ατομικό, εσωτερικό δράμα παίρνει καθολικότητα. Και, καθώς θα πετάξει από πάνω της τη γυναίκα χωρίς θέληση, το άτομο της υποταγής που της «φόρεσαν» οι αιώνες ως μοναδική αποστολή, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος θα στραφεί θαρρετά στο σύντροφό της, στον άντρα που ως πατέρα λάτρεψε και της έμαθε να είναι πιστή και υπάκουη, τρυφερή, αλλά άβουλη, θα πει θαρρετά, τελεσίδικα:

Εγώ είμαι η Λϊλιθ, ακριβέ μου.
Ανυπότακτη. Από χώμα.
…Φύσηξε μέσα μου το κάλεσμα της φύσης…
…Είμαι η Λίλιθ,
εξορισμένη από τον κήπο της Εδέμ,
….Εγώ είμαι η Λίλιθ,
δεν με θυμάται κανείς,
στάθηκα ίση σου,
ταυτόχρονα μας γέννησε το φως,
δεν σε φοβόμουν ούτε θέλησα να σε πλανέψω.
Είμαι η Λίλιθ,
Ελεύθερη.

Για να μην πει: είμαι ο δαίμονας, το ξωτικό», η εκδικήτρα, η τιμωρός. Προτιμάει να είναι η σηματωρός του καλού, του καινούριου κόσμου που σίγουρα θα ανατείλει, δεν μπορεί να πάνε στράφι τόσοι αγώνες, τόσο αίμα που έχει χυθεί.

Αφού ξεπέρασε με ήλιο και με αέρα και με βροχή τις τρεις εποχές, βγαίνοντας από τα πεσμένα φύλλα, φυλλορροώντας και ίδια, αναγεννημένη πια, ώριμη, ωραία, δυνατή και ως εκ τούτου, και κυρίως, ελεύθερη να κάνει τις επιλογές της, είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τη ζωή, όχι όμως όπως την προόριζαν οι άντρες που κυριάρχησαν ίσαμε τότε στη ζωή της και διαμόρφωσαν όπως τους συνέφερε τη μοίρα και τη θέση της αλλά με τον τρόπο που θεωρεί σωστό και δίκαιο εκείνη. Και να σταθεί δίπλα στον άντρα ως ίση προς ίσον! Τώρα είναι η τέταρτη εποχή της καρποφορίας:

Εποχή τέταρτη χειμών.

Ωστόσο, δεν είναι διατεθειμένη να αλλάξει τους ρόλους και να γίνει εκείνη ο δυνάστης του άλλου, αλλά να του δείξει τον άλλο δρόμο, αυτόν της ισότητας, να του μάθει την αγάπη, το πιο βασικό στοιχείο, που –πρέπει να- αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε οργανωμένης κοινότητας, τον συνδετικό κρίκο μεταξύ δύο ατόμων και – πρέπει να- διέπει τις διαπροσωπικές σχέσεις των μελών κάθε κοινότητας και κάθε κοινωνίας ατόμων που συμβιούν, συνυπάρχουν και συνεργάζονται. Δεν πρόκειται να θυσιάσει ό, τι απόκτησε περνώντας «δια πυρός και σιδήρου: Να αφήσει να φιμώσουν τη φωνή της! Και προτρέπει να σταματήσουν οι άνθρωποι τις κραυγές, να ηρεμήσει ο κόσμος, να κοιτάξουν κάτω από τα πόδια τους τη Γη που μας τρέφει, να μην σκορπούν λόγια στον αέρα, να σεβαστούν τη σιωπή, να μάθουν και να ακούνε:

Μη σπάτε τη σιωπή
είναι ημέρες επικίνδυνες.
Οι άνθρωποι κρύβουν στις φλέβες τους
το χάος.
Μην τους μιλάτε,
στα δόντια τους σφίγγουν μαχαίρια,
τις νύχτες δεν κοιμούνται πια,
Μην σκορπάτε τις λέξεις,
καρφώστε τες
στο χώμα
να θεριέψουν.

Έχει πολλά να πει η Άντζελα Γεωργοτά, και θα τα πει, ας είναι και από σύμπτωση. Οι συμπτώσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Και η συνάντηση δύο ανθρώπων που ερωτεύονται είναι μια ίσως ευλογημένη σύμπτωση, έστω κι αν δεν διαρκεί. Ο έρωτας είναι άστατο, πανούργο, κακομαθημένο «παιδί», έρχεται με ορμή, δημιουργεί αυταπάτες ευτυχίας κι όπως ήρθε απρόβλεπτα, εξαφανίζεται. Η αγάπη μένει. Ο έρωτας δημιουργεί ψευδαισθήσεις και πρόσκαιρες ελπίδες, ωστόσο για την Άντζελα Γεωργοτά:

Όλες τις εποχές του έρωτα
οι άνθρωποι αποφασίζουν να χωρέσουν στα χέρια τους
τις ακτίνες του ήλιου,
να γίνουν ο λωτός που αποκοιμίζει τη βίαιη της νύχτας
εισβολή
και να αποσύρουν κάθε βεβαιότητα.
……………………………..

Ήμουν μονάχα έτοιμη για το χειμώνα
και αυτό το λίγο φως μου φάνηκε η ώρα της αγάπης.
Και με «αυτό το λίγο φως», το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, η Άντζελα Γεωργοτά αθόρυβα, λιτά, σεμνά και ταπεινά, με χαμηλούς τόνους, με καθαρά ελληνικά φτιάχνει ποιητικά σύνολα που κάνουν υπολογίσιμη την παρουσία της στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποιητικής πραγματικότητας.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/biblio /1/1/2017

Έμφυλη ποίηση για την αγάπη

Ο έρωτας και η αγάπη αποτελούν τα πλέον κοινά θέματα στην ποίηση με ηλικία που χάνεται στα βάθη της ελληνικής ποίησης. Συνήθως έχουν έναν βιωματικό χαρακτήρα ή άλλοτε έναν απρόσωπο υπαρξιακής φύσης χαρακτήρα με εμφανή έμφυλα χαρακτηριστικά. Σε αυτή την οδό τη δική της επέκταση κάνει και η Άντζελα Γεωργοτά με την ποιητική συλλογή «στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη» (Γαβριηλίδης, 2016).

Τα εμφύλα χαρακτηριστικά της ποιητικής της είναι εμφανή σε αρκετές συνθέσεις (ο ορισμός της αγάπης, η τέχνη της παράστασης, γυναίκα, δήλωση νομιμοφροσύνης, Λίλιθ, ενδέκατη εντολή). Μολονότι η συλλογή σε μία επιπόλαιη ματιά μοιάζει με ποιήματα περί έρωτος, στην πραγματικότητα αναδεικνύουν τον γυναικείο έρωτα με τη ρομαντική του διάσταση και κορώνες υψίφωνες που διεκδικούν την ελευθερία της γυναίκας στην αγάπη δίχως υποτιμητικά σχόλια ή κοινωνικά κατακραυγή (όταν η γυναίκα ερωτεύεται, η μοιρασιά, περί τυχαίων συμβάντων).

Πρόσωπα από τη μυθολογία (δήλωση νομιμοφροσύνης, κάθε άνδρας μαθαίνει την αγάπη, περί ονείρων) ή τη λογοτεχνία (Αννα Αχμάτοβα, Λίλιθ) ή την ιστορία (Υπατία) εκφράζουν ακριβώς αυτή την θηλυκή κεντρικότητα ως εύληπτα σύμβολα. Η ποιήτρια τα αξιοποιεί τόσο με το συμβολικό τους βάρος όπως αυτό διαμορφώθηκε στην κοινωνική αντίληψη στους αιώνες (Πηνελόπη, Κλυταιμνήστρα), αλλά ταυτόχρονα τα εκθέτει και σε μία νέα λογική ως ήρωες-πρότυπα της γυναικείας ελευθερίας. Την ίδια στιγμή δίνουν μία διαχρονική βαρύτητα στον ερωτικό υποβιβασμό της γυναίκας.

Η ποιήτρια αναζητά το ρόλο της γυναίκας σε μία σεξιστική κοινωνία (κάθε άντρας μαθαίνει την αγάπη) διατρανώνοντας την ελευθερία στον έρωτα (Λίλιθ) αρνούμενη την κοινωνική απαξίωση (γυναίκα, ενδέκατη εντολή, δήλωση νομιμοφροσύνης, μία προέκταση του πνιγμού).

Καθώς, η συλλογή διακρίνεται σε τέσσερις ενότητες, τις τέσσερις εποχές της αγάπης και του έρωτα αρχίζοντας από το φθινόπωρο (κι όχι την άνοιξη ή το θέρος), οφείλουμε να διακρίνουμε την πρώτη ποιητική ενότητα, το μετόπωρον (που ταυτίζεται με το φθινόπωρο). Εδώ η αγάπη δεν έχει ούτε έμφυλα ούτε ερωτικά χαρακτηριστικά. Είναι ποίηση πένθους με κεντρική αναφορά στον θάνατο του πατέρα.

Μνήμες και υποθετικές διάλογοι αποκαλύπτουν τη βαθιά συναισθηματική σχέση με τον πατέρα. Το πένθος ως μνήμη κυριεύει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από την υπαρξιακή διαδρομή της αναπόλησης και του αδιεξόδου της απουσίας. Η θλίψη δίνει τη θέση της σε ένα αλληγορικό συναίσθημα απώλειας που περισσότερο τείνει προς τη μελαγχολία μέσα από την αξιοποίηση του σαρκασμού και την υπαρξιακή αγωνία του ζώντος. Το ενδιαφέρον μεταφέρεται από τον εκλιπόντα στο ζων υποκείμενο που βιώνει την απόγνωση και τη μοναξιά, τη φθορά, τη μνήμη και το χρόνο, δίχως ίχνος διάθεσης παρηγοριάς και θεραπείας.

Η έκφραση της Γεωργοτά Κινείται πέρα από τις «έτοιμες» φόρμες που κληροδότησε η ερωτική ποίηση. Διακρίνεται από την αμεσότητα σαν να επρόκειτο για ανεκπλήρωτες φιλικές επιστολές. Το πρωτοενικό υποκείμενο -που ταυτίζεται με τη δημιουργό- απευθύνεται στο αντικείμενο της αγάπης ή άλλοτε «καταγράφει» εμπειρίες. Η γραφή της είναι συνειρμική (περί μιας ανείπωτης υπόσχεσης, απόπειρες, προσοχή εύθραυστον, δήλωση νομιμοφροσύνης, περί ονείρων, άτιτλο) με υπερρεαλιστικές συχνά επιρροές (υπάρχουν αποδείξεις, Υπατία, κάθε άντρας μαθαίνει την αγάπη, δεύτερη πτώση) ή με πλούσιο μεταφορικό λόγο (έξωση, φόβος της αριθμητικής, χειρονομία του μυαλού).

Ελεγχόμενες δόσεις ρομαντισμού διαποτίζουν της σύνθεσης ισορροπώντας με ένα αίσθημα ερωτικής απογοήτευσης. Το ρομαντικό όνειρο (δήλωση νομιμοφροσύνης) συνυπάρχει με τις δυσκολίες της αγάπης και της κοινής ζωής (προσοχή εύθραυστον, γυναίκα, επέμβαση χειρουργική). Έτσι η Γεωργοτά δεν εξιδανικεύει τον έρωτα αλλά εκθέτει ακόμα και τον πόνο για την αγάπη (ο κύκλος της αυτοεκτίμησης, παιχνίδια ζωγραφικής, αντί, ορθολογικός χωρισμός, δεύτερη πτώση) πάνω στα κύματα της μνήμης (Υπατία, η τέχνη της παράστασης, ανεπίδοτη επιστολή, αιωνιότητα, σκέψεις για τη διάρκεια του έρωτα) ή τη μοναξιά (μέχρι να έρθεις).

Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να βλέπουμε δημιουργούς που αγγίζουν μία θεματική με μία ενιαία αντίληψη κι όχι μέσα από αποσπασματικές συνθέσεις. Τα πολλά πετραδάκια μπορούν με συνδετικό υλικό την επεξεργασία και τη σύλληψη μία ιδέας να δημιουργήσουν ένα πρωτότυπο ποιητικό ψηφιδωτό και να ξεφεύγει πειραματικά και δημιουργικά από τις σταθερές που άλλοι όρισαν.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ