ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s
College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.  Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

1.  Σαν ίαμβος καθρέφτης, (Πλανόδιον, 2009) (Κρατικό Βραβείο
2.  Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη)
3.  Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν, (Πλανόδιον, 2012)
4.  Οινοποίηση, (Ιδιωτική έκδοση, 2014)
5.  Παραλογή, (Gutenberg, 2016)
6.  Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση,
(Θράκα, 2017, μαζί με τον Μιχάλη Παπαδόπουλο)
7.  Η νύφη του Ιούλη, (Σμίλη 2019)

ΚΡΙΤΙΚΗ / ΔΟΚΙΜΙΟ

1. Με λογισμό και μ’ όνειρο. Σκέψεις πάνω σε δύο ποιήματα και
δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου, (Ακτίς, 2016)
2. Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη
σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90, (Διόραμα, 2018)

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

1. Πάφος. Λόγος ποιητικός από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα,
Οργανισμός «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης – Πάφος
2017» και Εταιρεία Λογοτεχνών Πάφου, Πάφος 2016 (μαζί με
τον Αντρέα Πετρίδη και τον Αντρέα Χατζηθωμά)
2.  Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης 1960-2018, (Κύμα, 2018)
(μαζί με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη)

.

.

ΒΙΒΛΙΑ46

.

.

Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ (2019)

α’

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβουραν.
Εν είσεν νερόν.
Άμαν τζι εγίνην το κακόν
τζι ο τόπος εμοιράστηκεν
εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου
τζι εγύρεψεν να με πιάσει.
Εν τον εκατάλαβα.
Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν
τζι έκλαια.

εβάσταν= κρατούσε,
εβούρ«ν= έτρεχε,
είσεν= είχε,
Εν= δεν,
τζύρης= πατέρας

.

ια’

στην Ακανθού της μάνας μου

Άνοιξε δρόμο
ανάμεσα σ’ αγκάθια κι αγριόχορτα.
Λευκά λεπτά.
Αόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ύστερα λέξεις ξένες
αιχμηρές
μαύρο σπαθί,
κι η πόρτα κλείνει αδιάφορη
και παγωμένη.

Φεύγοντας του ψιθύρισε μια λεμονιά:
«Μεν φύεις.
Μείνε, λαλώ σου, τζι είμ’ αθθισμένη».

.

ιγ’

Στην Καρπασία
το κίτρινο της λαψάνας ρυθμίζει
την κυκλοφορία του αίματος.
Μέσα στα χέρια του ήλιου
μολόχες τζόχοι αβρόσσιλλα
αγρέλλια πάγκαλλοι λάχανα
στρουθκιά χωστές αναθρήκες.
Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.
Στο μοναστήρι ο άνεμος στάθηκε όρθιος.
Εκεί φιλήσαμε στα χείλη τον Άγιο
κι από τον βράχο του πάνω στο κύμα
πήραμε αγιασμένο νερό.
Και είπα, Θεέ μου,
κάμε να σπάσει το δόντι του χρόνου.
Αυτό το ποίημα
έχει μια θάλασσα μόνο
μοιρασμένη στα δυο.

λαψάνα= αγριοσινάπι
μολόχες […] αναθρήκες= βρώσιμα ως επί
το πλείστον φυτά

.

ιε’

στον πατέρα μου

Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.
Τω καιρώ εκείνω
τα τείχη των Φράγκων αλλάζανε χρώμα.
Πιο πίσω η θάλασσα και το λιμάνι
μια διαλεκτική ανθρώπου χρόνου
μέσα στο αναμμένο ηλιοβασίλεμα.
Εδώ
καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.
Κι όμως,
θα πω για σε περίκλειστη κόρη
με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια
κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα
σ’ ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.
Κλαμόντα,
βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο
να πάρω λίγη από την άμμο σου.
Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα, κόρη,
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη,
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας^
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

.

ιστ’

της Αργυρώς

Ήτουν να παντρευτώ Κυριακήν.
Παρασκευήν εφέραν μου το νυφικόν.
Εφόρησά το μόνον μιαν φοράν
(άμπα τζαι λερωθεί)
τζι ύστερις
άννοια το ερμάριν μου κρυφά
τζι εθώρουν το.
Σάββατον ξημερώματα εγίνην η εισβολή.
Το νυφικόν έμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στην Περιστερωνοπηγήν.
Εικοσιμιάν του Ιούλη
Κυριακήν
εσταματήσαν ούλλα τα πουλιά

στον αέραν.

.

άμπα= μήπως,
ούλλα= όλα

.

ιη’

Arbeit macht frei

Ακόμα κι αν πούμε
την εισβολή σας                             φτερούγισμα
τους έποικους                                 πρόσφυγες
την κατοχή                                      ουρανό

ακόμη κι αν πούμε
τις σφαίρες                                     βάλσαμο
τα παγωμένα σας σύμφωνα        θάλασσα
και τους νεκρούς μας                   απλώς πλεονάζοντες
                                                         σε κακό καιρό

το θέμα είναι πως
είμαστε όλοι μολυσμένοι με θάνατο
και πως το αίμα θα ’ναι για πάντα
το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητος.

.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Την Πέμπτη 7.3.2019, μαζί με τους αγαπητούς συναδέλφους μου από το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς και την οικογένειά μου, επισκέφθηκα τα Κατεχόμενα και το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου. Ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία, καθώς στην ηλικία των σαράντα πέντε ετών, έστω ως επισκέπτης, είδα για πρώτη φορά την πατρίδα μου ολόκληρη. Για πρώτη φορά οι αφηγήσεις και οι περιγραφές της μάνας μου και του τζυρού μου, που κατάγονται από την κατεχόμενη Ακανθού και την Αμμόχωστο αντίστοιχα, έγιναν ζωντανή εικόνα, βίωμα και αίσθημα. Ένιωσα πραγματικά ότι ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού μου βρέθηκε, λες και μια τρύπα που είχα μέσα μου έκλεισε και γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου. Ευχαριστώ, λοιπόν, γι’ αυτό τον διευθυντή μου Πέτρο Μιχαήλ, που έκανε αυτή την επίσκεψη πραγματικότητα. Την Τετάρτη 20.3.2019, μέρος αυτού του συνθετικού ποιήματος διαβάστηκε για πρώτη φορά στη Λέσχη Βιβλίου Παλαιάς Λευκωσίας «Το Υφαντουργείο», σε εκδήλωση με αφορμή την ημέρα ποίησης μαζί με τους φίλους ποιητές Γιώργο Χριστοδουλίδη, Γιώργο Καλοζώη και Μιχάλη Παπαδόπουλο.

ια’

Στις 23 Απριλίου 2003, τριάντα περίπου χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και την παράνομη κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού, οι κατοχικές αρχές προχώρησαν σε μερική άρση των απαγορεύσεων της ελεύθερης διακίνησης και άνοιξαν τα οδοφράγματα στην Κύπρο.
Μετά από αυτό αρκετοί πρόσφυγες, έστω ως επισκέπτες,
μπόρεσαν να δουν ξανά αυτά που τους στέρησε η τουρκική
εισβολή και κατοχή.

ιγ’

Η φημισμένη μονή του Αποστόλου Ανδρέα βρίσκεται στο ομώνυμο ακρωτήρι στην κατεχόμενη Καρπασία, στο ανατολικότερο σημείο της Κύπρου, και παραμένει η μοναδική υπό τουρκική κατοχή εν ενεργεία μονή. Κτίστηκε
το 1867 σε βραχώδη έκταση στα νότια του ακρωτηρίου, στο μέρος όπου πιστεύεται ότι αποβιβάστηκε ο απόστολος και, σύμφωνα με την παράδοση, φανέρωσε με θαύμα πηγή νερού δίπλα στη θάλασσα. Μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 ήταν από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της
Κύπρου.

ιε’

Μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, στις 16 Αυγούστου 1974, από τα τουρκικά στρατεύματα, η πόλη λεηλατήθηκε και σφραγίστηκε με συρματόπλεγμα. Η περίκλειστη περιοχή χαρακτηρίστηκε το 1977 από τον Σουηδό δημοσιογράφο Γιαν Όλοφ Μπένγκστον «πόλη φάντασμα».

ιστ’

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από το έργο Το νυφικό που δεν φορέθηκε (χαρτί και μέταλλο) [εικαστικοί δημιουργοί: Μαριάννα Κωνσταντή, Ανδριάνα Νικολαΐδου· ραφή: Νικολέτα Δημητρίου], το οποίο προβλήθηκε στην έκθεση «Νύφες», στο Λεβέντειο Μουσείο Λευκωσίας, από τις 30.11.2016 μέχρι τις αρχές Ιουλίου του 2017- ειδικότερα αναφέρεται στην τραγική ιστορία της Αργυρώς Χριστόφορου, η οποία επρόκειτο να παντρευτεί στις 21.7.1974, την
Κυριακή της εισβολής. Το νυφικό της έμεινε κρεμασμένο στο σπίτι της, στην Περιστερωνοπηγή Αμμόχωστου, όταν μαζί με τους συγχωριανούς της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό της.

ιη’

Τον Ιούλιο του 2018 παρουσιάστηκε από τον Χάρλεπ Ντεζίρ, αντιπρόσωπο του Γραφείου για την [δήθεν] Ελευθερία του Τύπου του ΟΑΣΕ, το πολυσυζητημένο γλωσσάρι για Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους. Πρόκειται στην ουσία για 53 λέξεις και φράσεις, οι οποίες
επελέγησαν και προτάθηκαν ως «ουδέτερες» και από τις δύο πλευρές, αλλοιώνοντας για μια ακόμη φορά την ιστορική αλήθεια.

.

.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2016)

Οδηγίες Χρήσεως

.

Παρενέργειες

Έτρεχες σαν
λαγός στον ύπνο μου
κοιτάζοντας πίσω φοβισμένα
Κοίτα να δεις μου λες
για να σωθείς
σφάξε στο γόνατο τις λέξεις
Κι άμα σε γλύφει χαρούμενο σκυλί
κλείσε τα μάτια
και μέτρα
ποτάμι
ποτάμι
το ποίημα

.

Παραλογή

.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Τρομοκράτης

σκότω λιμός ξύνοικος

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Γιατί ‘ναι νύχτα δεν θωρείς;

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Περνώ τα σύνορα της ποίησης
και ζώνω με εκρηκτικά
τις λέξεις

.

Σεισάχθεια

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω

.

Πάροδος

Πώς να περάσου στο βελόνι
το φώς
Δεν υπάρχει άλλο φώς
Κάποια στιγμούλα
δάχτυλο
θα τρυπήσω στο σκοτάδι

.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Β

.

ΙΙ

Φύλλο
Φύλλο
Ταξιδεύω στον χρόνο
ανάποδα
Έτσι μετρώ τη ζωή μου
Το φύλλο γίνεται κλαρί
και το κλαράκι δέντρο
το δέντρο σκάλα να ‘ρκουνται
στη γην οι πεθαμμένοι
Θέλει στοιχειό
για να στεριώσει δέντρο
Ξεσφάλισε
Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις
τα δοκάρια του κόσμου
είναι ξύλινα

νά ρκουνται – νά έρχονται

.

Πάροδος

Σαν λίγο ή ζωή
Σαν θάνατος
Κι η ψυχούλα λευκή
σε χαράδρα
Κι αν δεμένος ό κόσμος
στον διάβολο

Γλώσσα βλέπουσα

Σαν αράχνη
συλλαβίζει το βάραθρο
στον αιθέρα

.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Γ

.

Οδυσσέας

Αν είσαι μισοκαμένο πεύκο
κι αν τα μισά σου κλαδιά στο χθες
κυματί-
ζουν παράλληλα
μην παραιτείσαι
Πιάσε την τέχνη σου απ’ τα μαλλιά
Τύμμα τύμματι τίααι
που ‘λεγε κι ο Αισχύλος
γνωρίζοντας πως μες στον καθρέφτη
ο χρόνος έχει μάτια
ορθάνοιχτα

.

Νιόβη

Άμα έβρεχε
παίζαμε κρυφτό με τη μάνα
Κρυβόμουν θυμάμαι: πίσω από τον καναπέ
Σήμερα παίζουμε κρυφτό στο διαμέρισμα
Όταν βλέπω τον γιό μου
πίσω από τον καναπέ
και τις πατούσες των κοριτσιών
να φέγγουν στην κουζίνα
απομακρύνομαι
και τους κοιτάζω τρέχοντας
να φτύνουν τον χρόνο

.

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Δ

.

Ελένη

Στέκεται στην κουζίνα
Η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει
Κι ίσως γι’ αυτό
βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι
αποπειράται να μεταφράσει
τον άνεμο
Πίσω από τον ήχο
η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει

Το ένα της μάτι δακρύζει
Το άλλο ορθάνοιχτο

βασιλιτζιά – βασιλικός | ψιντρή – λεπτοκαμωμένη

.

Πάρις

Ξάφνου δυόαμος
Μνήμη βαθιά
Λιθάρι στ’ όνειρο
Χρόνος οπλίζει στην ομίχλη του Άδη
Κι έτρεχε αίμα
Το φεγγάρι στο πάτωμα
Όλα ένα βλέφαρο
κι οι πατούσες της
φως
στο ποτάμι

.

Έξοδος

ΙΙ

Σ’ αυτή τη σελίδα
το χιόνι
δεν μπορεί ν’ ακουστεί
Κι όμως ως το πρωί
θα ‘χει σκεπάσει όλο
το ποίημα

.

.

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν

.

ΟΡΕΚΤΙΚΟΝ

Πίννε κρασίν να ‘σεις ποίησιν

<>|<>

Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτουνται

<>|<>

Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελϊόνιν
Είμαι τζαι λευκόν

<>|<>

Πον’ να μ’ αννοίξεις
Στούππωσ’ με με τον φελλόν
Μου ανάποδον

.

ΚΥΡΙΩΣ ΚΡΑΣΙΝ

Πρώτα μυρίστου
Τζι ύστερις δε με στο φως
Μετά φίλα με

<>|<>

Το ξυνιστέριν
Εν’ λευκόν περιστέριν
Στον ουρανίσκον

<>|<>

Δίχα φεγγάριν
Δεν αμπλέπω την νύχταν
Οι Θεοί πίννουν

<>|<>

Το κρασίν τζαι το ποίημα στρακόττον

το ποίημαν: Που τον Ομηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν

<>|<>

το κρασίν Έσει έναν γρόνον
θυμωμένον: Π’ αναπνέω βανίλλιαν
το ποίημαν: Καταλάβω σε

<>|<>

το ποίημαν: Είμαι λαλουσιν
Η βασίλισσα τέχνη
το κρασίν: Βρίξε τζαι πίννε

<>|<>

το κρασίν: Λαλουσιν οτι
Ωφελώ στην καρδίαν
το ποίημαν: Όι λαομόν

<>|<>

Ποιητής

Τρώω σταφύλιν
Τζι ύστερα κάμνω στίχον
Ολοκότσινον

<>|<>

Οινοποιός

Δουλεύκω λευκόν
Πιστεύκω στο κοτσινον
Είμαι ποιητής 

<>|<>

Το δοτζίμιν του ποιητή

Φύτεψε λέξεις
Ύστερα κρούσ’ τες ούλλες
Τζαι κάμε κρασίν

<>|<>

Το δοτζίμιν του οινοποιού
Βάλε τον ήλιον
Την γην τζαι την θάλασσαν
Μες στο πιθάριν

<>|<>

Προς πιστούς του κρασιού
τζαι της ποίησης

Για να πολύσει
Κλαδεύκω τ’ αμπέλιν μου
Κατασείμωνα

<>|<>

Καλλυττερεύκω
Άμαν μ’ αφήσεις τζαιρόν |
Μες στο τζελλάριν

<>|<>

Μεν με κουλιάσεις
Να δεις τι πόνον τραβώ
Που με λιώννουσιν

<>|<>

Ο οίνος ερωτεύτηκεν την
ποίησην τζαι συντυχάννουν

.

Οίνος

Η γη γυρίζει
Τζαι πιτσικλιάζει κρασίν
Την Αφροδίτην

Αντζέλισσα μου
Έγλεπε που παρπατάς
Πατάς σταφύλιν

Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;

<>|<>

Ποίηση

Ξυπνάς τα πουλιά
Τζαι χαμηλοπετούσιν
Μες στο ποίημαν

<>|<>

Οίνος
Είσαι το κρασίν
Είσαι τζαι το ποίημαν
Εγιώ ποιος είμαι;

<>|<>

Ποίηση
Είσαι σύννεφον
Που το μέσα ποτάμιν
Στάξε μου κρασίν

ΕΠΙΔΟΡΠΙΟΝ

Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετε τους
Πως εν’ σάκχαρα;

<>|<>

Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις

<>|<>

Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν

.

.

ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012)

άλλαξα δέρμα
για ν’ ακούσεις τις παλιές
φωνές

<|>

Ο ποιητής κι ο χρόνος
καιροφυλακτούν
ο ένας μες στον άλλον

<|>

μια λέξη πίσω
μια μπροστά
το παντελόνι του χρόνου
φαρδαίνει

<|>

βαθιά του χρόνου
κοιταχτήκαμε και
τώρα πώς φέγγεις

<|>

ξυπνά η μάνα
με ξυπνά
ψήνει καφέ να σηκωθεί
οχιά ο χρόνος

<|>

με μία ζαριά ο θάνατος
παίρνει τη μάνα

<|>

Ανάβουν τα μάτια σου
βουνά
μπρούμυτα στον αέρα 

<|>

φόρεσες όλα τα βουνά
θυμάρι της αβύσσου
το βλέφαρό σου
μέσα μου
και με γκρεμίζεις

<|>

σκλερή κυρά
έκαμες με και πεθυμώ
τα μάτια μου να ράψω
ίτσου κοιμώντα καμμυτά
με δίχα φως αστράφτω

<|>

βρέχω τ’ αλεύρι
πριν απ’ τη βροχή

με το κλαράκι στο ράμφος

<|>

πυκνός κι αυτάρκης
απ το βυζί της μάνας
δημιουργώ άν-τί-
σώματα 

<|>

σε τούτο το βάραθρο
βάση μου είναι η Στιγμή
ο Σολωμός κομήτης

<|>

στη γλώσσα μου
κλίνεται η ψυχή

σ’ όλες τις πτώσεις 

<|>

ύφος πατρίδα μου
υφαντουργείς
το ιώδες

<|>

με μάτι κλεφτοφάναρο
χαράζω στα δυο
τον τράχηλο της νύχτας

<|>

γωνία Αυγούστου
κάθετη
γυάλινο μεσημέρι

<|>

χρόνια εμπορευόμαστε
το φως
κι όμως σκοτάδι
ασάλευτο

<|>

με φυσικό αέριο
ορύσσουμε
ξανά
την ιστορία

<|>

μ’ ένα στενό ντουφέκι
πενθώ
τα τρομαγμένα κοπάδια

<|>

ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού
ξερολιθιές και θημωνιές
ρίγανη και θυμάρι

<|>

Οί τερατσιές μας κρέμουνται
στον ούρανον καντήλες
τζ’ άμαν φυσήσει, νακκουρίν
στάσσει το λάδιν μες στην γην
πέφτει βραστόν στες φούχτες τους
βκάλλουν ξανά καντύλες

<|>

Το ποίημα
βγαίνει μετά τη βροχή
σαν σαλιγκάρι στ’ αλάτι

<|>

Το ποίημα
δεν είναι αλήθεια
δεν είναι ψέμα
είναι το ουράνιο τόξο
του ποιητή

.

.

ΣΑΝ ΙΑΜΒΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2009)

Σαν ίαμβος

α’

Χρόνος αστράφτει
και βροντά
η ψίχα του

δ’

Μέσα σαλεύει το καρφί
Στο κύτταρο με πολεμά
με αφαιρεί και σβήνω

Γίνομαι χώμα και νερό
Να πάρω σχήμα φωτεινό
Ν’ ανοίξω μες στον ήλιο

ε’

Η πρωινή δροσιά
Το πρώτο φως της δημιουργίας
Πριν απ’ την δράση
σχηματίζονται οι μορφές
Τα φυτά και τα σώματα
Τα βουνά και τα δάση

η’

Δε σ’ είδα
Σ ένοιωσα
Πάνω στην απροφύλακτη στιγμή
καρφώθηκες στο σώμα
Χάλκινο χάδι
Άστραψες φως
στο σκοτεινό πυρήνα

ια’

Οκτώβριος
Περίπατος στην πόλη
Πρόσωπα πίσω από άλλα πρόσωπα
γεμίζουν τις επώνυμες οδούς
κι ύστερα χάνονται
Περπατώ μαζί τους
Εσωτερική διαδρομή
με το χέρι στο διακόπτη

Και τότε φάνηκες εσύ
λευκό πουκάμισο
Προσπέρασες με κόκκινο
διάβαση πουλιών
Κράτησα την ανάσα σου
Μια εισπνοή ή μια εκπνοή
στο κύτταρο της μέρας

ιδ’

Βαθιά χτισμένος στ’ όνειρό
θρέφω καμένο σώμα
Αν λίγο μετακινηθώ
τρέμει το φώς μες στο νερόν
αφταίνω και χιονίζω
Φέρτε μου πέτρες τζιαί πηλόν
το σώμαν μου να χτίσω
τί έχω μέσα μου λαμπρόν
μην τύχει και το σβήσω

ιθ’

Ύστερα φως με χτύπησε
Αίμα
Ρυθμός
Ρινίσματα φωτός
Ουράνιες βλεφαρίδες
Τρέμει το σώμα
Τρέχει λόφους
κάθετα βουνά
Κοιλάδες αρτεσιανού φωτός
ανάβουν οι φωνές σου

Νύχτες και νύχτες
τ’ άστρα σου μαλλιά
καλάμια που λυγίζουνε
κι αγγίζουν τα νερά
μ’ ασήμι του θανάτου

κβ’

Ποτέ δεν είχα κλίση μαθηματική
Μα του πατέρα η επιμονή
μ’ έμαθε τέχνη χρήσιμη και διαχρονική
Η μέθοδος των τριών η απλή
χωρίζει τους ορούς χιαστί
αποδεικνύοντας στο πι καί φι
το σκοτεινό άγνωστο X
Μα έλα που ήρθε δύσκολη πράξη φονική
κι ο δεύτερος όρος σου βγάζει απ’ το στόμα την ψυχή
Μονάχος τώρα σβήνω γράφω στο χαρτί
σαν λαβωμένο φίδι επιστρέφω στη σιωπή

κστ’

Όταν αγάπη αρχίζει
ανοίγει βάραθρο λευκό
Ξεμανταλώνει φως χρυσό
σε νυχτωμένο κήπο
Όταν αγάπη τελειώνει
ξεπλένει το αίμα βιαστικά
Μπαλώνει χάδια χρώματα φτερά
σε πεθαμένο σώμα
Όταν αγάπη πέσει στο κενό
δέντρο που έχασε το φως
αντίλαλος στο χρόνο

κζ’

Όσα το σώμα κράτησε
σφιχτά δεμάτια φως
βλέμματα που φτερούγισαν
ανάσες στο νερό
Όσα το σώμα κέρδισε
παράθυρα στο φως
ποδά κομμάτιν λασμαρίν
ποτζιει κομμάτιν δκυόσμος
Σώμα ουράνιο υφαντό
πλέκεις το χρόνο σου με φώς
Σώμα βαθύ πορτοκάλι
βελόνι του θανάτου

Δώρον ασώματου θεού
στο μέτρο του ανθρώπου

.

καθρέφτης

β’

Λέξεις μολύβι μες στις φλέβες μου
Η νύχτα σέρνει τα χαρτιά

γ’

Μια λέξη
Κουδουνίζει στο κεφάλι μου
Μπερδεύεται στα χέρια μου
Στα πόδια μου
Την πάτησα

δ’

Πριν τιναχτεί με σάλτο φοβερό
απλώνει το μελάνι του στο χρόνο

ε’

Δε γίνεται αλλιώς
Ήταν σε φόρμα ποιητική
Αφού διέσχισε ταχέως
τις κοιλάδες των λέξεων
αφού με κόπο σκαρφάλωσε
απότομους τόμους ποιήσεως
κατάφερε επιτέλους να αντικρίσει
της τέχνης τον ορίζοντα
Κατάφερε επιτέλους να τον προσέξει η κριτική
να συμπεριληφθεί σε ανθολογίες
Και προπαντός
να προεδρεύσει της συντεχνίας των ποιητών

στ’

Δεν καταλαβαίνω τί ζόρι τραβάς
Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;
Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου
σε σωματεία και δημόσια κτίρια;
Εντάξει μπορεί να μη σου φτιάξαμε
άγαλμα επιβλητικό
Σου γράψαμε όμως
Υψηλά Ποιήματα

θ’

Ό,τι αξίζει στον καφέ
δεν είναι το φλιτζάνι
ούτε το ζουμί
μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα
Είναι το μαύρο κατακάθι

Το πικρό

.

.

ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ’ ΟΝΕΙΡΟ (2016)

Σκέψεις πάνω σε δυο ποιήματα
και δυο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου

Σχόλια πάνω σε δύο ποιήματα ποιητικής
του Θεοδόση Νικολάου

I.

Τεταρτοετής φοιτητής, μέσα της δεκαετίας του ’90 και μ’ όλες τις οικονομικές και τις άλλες δυσκολίες, χαρούμενος. Ένα βράδυ στο καφενείο του Σίμη στην παλιά Λευκωσία, όπου μαζευόμασταν κάθε Δευτέρα για να ακούσουμε και να διαβάσουμε ποίηση, συνέβη κάτι απρόσμενο . Ένας αθόρυβος, μετρημένος και εν πολλοίς ντροπαλός ποιητής , κάποιος που
τότε, στην εξωτερική του εμφάνιση, δεν ταυτιζόταν με το μοντέλο του εκρηκτικού ποιητή που είχα στο μυαλό μου, άρχισε να διαβάζει τα ποιήματά του. Ξάφνου η κάμαρα γέμισε με αντηχήσεις πουλιών. Θα ’θελα αυτή τη μνήμη να την πω τώρα, που δέκα περίπου χρόνια μετά το βράδυ εκείνο, ο Θεοδόσης Νικολάου έφυγε από κοντά μας διά παντός.
Εκείνη η πρώτη και ισχυρή εντύπωση, αλλά και οι επερχόμενες και πιο προσεκτικές αναγνώσεις του ποιητικού του έργου, απέδειξαν σε μένα ότι πρόκειται χωρίς αμφιβολία για έναν ποιητή ενήμερο πολιτισμικά και καταρτισμένο θεωρητικά, ο οποίος έχει ακονίσει τη γλώσσα και την ευαισθησία του πάνω σε δυνατά λογοτεχνικά κείμενα και έχει σκεφτεί πάνω στα προβλήματα που επιτακτικά θέτει η σύγχρονη ποίηση. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές ήταν άνθρωπος εξαιρετικής λογιοσύνης, που αξιοποιούσε όλο τον πλούτο της παιδείας του, για να φτάσει στη γλώσσα της ποίησης. Είναι για τούτο τον λόγο που επέλεξα ως θέμα μου την ανίχνευση ορισμένων πτυχών της ποιητικής του τέχνης, εστιάζοντας σε δύο σημαντικά ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Εικόνες: «Έκθεση ζωγραφικής» και «Το σαλιγκάρι».
Προτού όμως μπούμε για καλά στο θέμα μας, θα πρέπει να σημειωθεί μια προκαταρκτική παρατήρηση, που αφορά το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ποιητή. Η εξέλιξη της ποιητικής τέχνης του Θ. Νικολάου δεν παρουσιάζει βαθιές τομές με την έννοια της ριζικής διαφοροποίησης στη θεματική και τις μορφολογικές επιλογές. Πρόκειται μάλλον για μια τέχνη που, από την πρώτη κιόλας εκδοτική παρουσία, καθορίζει ευδιάκριτα τους βασικούς άξονές της, τους οποίους και εμβαθύνει από συλλογή σε συλλογή.

.

Μοντερνισμός και χριστιανισμός
Σκέψεις πάνω σε δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου
για τον Τ. Σ.Έλιοτ

Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των πολλών ποιητών-κριτικών και ταυτόχρονα δοκιμιογράφων στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση συγκαταλέγονται ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Εζρα Πάουντ, οι οποίοι, με το ποιητικό, αλλά και με το δοκιμιακό και κριτικό τους έργο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση δεσπόζουν οι μορφές του Κωστή Παλαμά, του Τέλλου Άγρα και του νεότερου Γιώργου Σεφέρη. 0 τελευταίος μάλιστα, αφού ακολούθησε το μοντερνιστικό
πρότυπο των Ευρωπαίων ομοτέχνων του, εισήγαγε, καλλιέργησε και μορφοποίησε το μοντέλο του λόγιου ποιητή και σπουδασμένου κριτικού· με άλλα λόγια, ένα μοντέλο ποιητή που, παράλληλα με το δημιουργικό του έργο, είναι και μεταφραστής και θεωρητικός της ποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλληλεπίδρασης ποιητικού και κριτικού λόγου, το 1965, ο εκπαιδευτικός, ποιητής και κριτικός Θεοδόσης Νικολάου, ως μέλος του Επιστημονικού και Φιλολογικού Συλλόγου Αμμοχώστου, καταπιάνεται συστηματικά με την κριτική παρουσίαση της ποίησης του Έλιοτ· μάλιστα τα χρόνια από το 1960 ως και το τραγικό έτος της τουρκικής εισβολής του 1974 ήσαν πολύ δημιουργικά, ιδιαίτερα για τον κριτικό Νικολάου. «Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο, δίνει διαλέξεις (για τους Κ. Π. Καβάφη και Τ. S. Eliot), επιμελείται βιβλία φίλων του, εκδίδει σε τομίδια τις πρώτες μελέτες του: Το 1961 τυπώνεται στην Αμμόχωστο ένα μικρό σε έκταση βιβλίο (27 σελίδων) με τίτλο Παπαδιαμάντης, σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας
του έργου του, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του Χρυστάλλας. Το 1966 τυπώνεται αυτοτελώς στην Αθήνα η αισθητική-μετρική μελέτη του Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα· και το 1969 τυπώνεται στην Κύπρο η μικρή μονογραφία του για τον Τ S. Eliot». Αντίθετα, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η όψιμη ποιητική εμφάνισή του μόλις στα 1980, με την ποιητική συλλογή Πεπραγμένα, δεν προετοιμάστηκε με τη δημοσίευση ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, αφού μετά τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων-
νεανικών ποιημάτων στα περιοδικά Κυπριακά Γράμματα και Ο Αιώνας μας κατά τη διετία 1948-1950, δεν έχουμε άλλες μαρτυρημένες δημοσιεύσεις ποιημάτων του. Πέρα από την έκδοση της συλλογής νεανικών διηγημάτων Ρίζες στο χώμα (Αμμόχωστος 1958), φαίνεται ότι η πνευματική του συγκρότηση και θεωρητική του προεργασία πριν από την άρθρωση ώριμου ποιητικού λόγου συντελείται κυρίως με τη συγγραφή σημαντικών μελετών, κριτικών και ειδικότερα δοκιμίων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη του κριτικού του έργου σημαντικότατη.
Μπορούμε, λοιπόν, με σχετική ασφάλεια να συμπεράνουμε
ότι, μέσα σε μια τριακονταετή περίοδο εσωτερικών αναζητήσεων και περιορισμένης δημόσιας ποιητικής παρουσίας, η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο απασχολεί έντονα και βαθιά τον ποιητή· και είναι ίσως εξαιτίας αυτής της δημιουργικής, αλλά και ταυτόχρονα επώδυνης,
διελκυστίνδας (ποίηση – κριτική) που ο Θεοδόσης Νικολάου ωριμάζει αθόρυβα και ταπεινά ως δημιουργός και συστήνει σε ώριμη πια ηλικία το αυθεντικό ποιητικό του πρόσωπο.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση
της σχέσης μοντερνισμού και θρησκευτικής ποίησης, όπως αυτή προκύπτει ειδικότερα από δύο μελετήματα του Κύπριου κριτικού για το ποιητικό και το δραματικό έργο του Τ. Σ. Έλιοτ. Η επιλογή των συγκεκριμένων κειμένων αιτιολογείται διττά: Πρώτον, ο Έλιοτ αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο
μοντερνιστή ποιητή, η ποίηση του οποίου προβάλλει έντονα ένα θρησκευτικό μήνυμα· μάλιστα η συστηματική κριτική ενασχόληση του Θεοδόση Νικολάου με την ποίηση του Έλιοτ, μια ενασχόληση που οδήγησε στην πραγματοποίηση δύο διαλέξεων (1965 και 1966), μαρτυρά τον φόρο τιμής που απέτισε ο κριτικός στη μνήμη του πρόσφατα θανόντος Αγγλοσάξονα ποιητή (4 Ιανουάριου 1965). Δεύτερον, καταδεικνύει τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Κύπριου κριτικού, το βαθύτατα ανθρώπινο, χριστιανικό και ποιητικό του όραμα, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει μια ισχυρή κριτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο μείζονες Έλληνες μοντερνιστές ποιητές για την αξία της θρησκευτικής ποίησης του Έλιοτ: στον Τάκη Παπατσώνη και στον Γιώργο Σεφέρη.

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ  ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/07/25/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%83-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85/

.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Παραλογή, 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ομιλί στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στις 20/102017

Είμαι εδώ απόψε να μιλήσω για την “Παραλογή” του Παναγιώτη Νικολαιδη, αφού προηγουμένως έχω “δωροδοκηθεί” κατά καιρούς από μια σειρά εξαίσιων εδεσμάτων που έχει φτιάξει ο ίδιος με τα επιδέξια χέρια του, καθώς και με μπουκάλια κρασιού όλων των χρωμάτων και των γεύσεων που έχει επιλέξει με την μοναδική αισθητική της γευσιγνωσίας του. Ο Παναγιώτης είναι ένας καταπληκτικός μάγειρας, ένας εκλεκτικός εραστής του οίνου αλλά και ένας φίλος. Παρ’ όλα αυτά δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε, και αυτό μπορεί να το βεβαιώσει, αν ήταν να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο εκτός από ποίηση εμφαντική και ευφραντική. Θα ήταν ίσως λιγότερο καλός ποιητής ο Νικολαϊδης, αν δεν ήταν τόσο γενναιόδωρος ως άνθρωπος, αν δεν αγαπούσε τόσο τα μικρά του πάθη, για την γαστρονομία, το καλό κρασί, την καλή παρέα και άλλα, πιο πνευματώδη, όπως την εξαντλητική μελέτη του ποιητικού γίγνεσθαι, αν δεν γινόταν φίλος με τα πάθη του, αν δεν τα επεξεργαζόταν και δεν τα εξέλισσε και κυρίως, αν δεν τα κοινωνούσε. Υπάρχουν διαφόρων ειδών κατηγορίες ποιητών, στέκομαι όμως βασικά στις ακόλουθες δυο: Η πρώτη, η εσωστρεφής, δημιουργεί σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί αφενός η αυστηρή λιτότητα της δράσης, αφετέρου, ο πλεονασμός της εγκράτειας. Κάπου, κάπου αυτή η κατηγορία, πετυχαίνει μερικά καλά ποιήματα, ορισμένες φορές, μερικά σπουδαία ποιήματα, αλλά κατά κύριο λόγο, όσο το συγκεκριμένο είδος σταδιακά μαραζώνει και στερεύει, έχοντας λίγα να αντλήσει από τον εγκλεισμό και την μόνωση του, άλλο τόσο στερεύει και η ποίηση του ή γίνεται πιο σκοτεινή και ερεβώδης ενδεχομένως και πιο ομφαλοσκοπούσα. Η άλλη κατηγορία ποιητών είναι εκείνη που επιζητά και απορροφά τις χαρές της ζωής. Εκείνη που δημιουργεί ζωή και τροφοδοτείται από αυτήν. Μια τέτοια ποίηση στερεύει πιο δύσκολα και εν πάση περιπτώσει διακατέχεται από μια πραϋντική φωτεινότητα. Ο Παναγιώτης Νικολαϊδης κατατάσσεται κατά την άποψη μου στη δεύτερη κατηγορία, στους ποιητές εκείνους που η γεύση και το χρώμα της ζωής, διαποτίζουν και το έργο τους. Ο Νικολαϊδης γράφει κυρίως στην νεοελληνική όμως σε αντίθεση με τους πλείστους σύγχρονους Κύπριους ομότεχνους του, επιδιώκει και την κυπριακή διάλεκτο, είτε ως μοναδικό δομικό υλικό ενός αυτόνομου ποιήματος, είτε ως διάνθισμα ή ακόμα, συνεκτικό αρμό της ποιητικής αρχιτεκτονικής του. Και αυτή του η επιδίωξη που αποτελεί μια θαρραλέα επιλογή, τον δικαιώνει,προσφέροντας σταθερά προστιθέμενη αξία στην “Παραλογή” του, αφού πέραν του αισθητικού αποτελέσματος, αναδεικνύει τον πλούτο που εμπεριέχει ο ιδιότυπος γλωσσικός δυισμός ο οποίος την χαρακτηρίζει. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Γνωρίζοντας προσωπικά τον ποιητή, μπορώ να ισχυριστώ ότι μέσα στον Νικολαϊδη, συμβιώνει εν αρμονία, ο Ελληνας με τον Κύπριο. Πρόκειται δηλαδή για ένα πολιτισμικό εγώ που εξωτερικεύεται λογοτεχνικά ψάχνοντας ανάλογους τρόπους έκφρασης και επιχρίοντας γλωσσικά την ποίηση του. Είναι πραγματικά κάτι σπάνιο, σε μια εποχή εθνικής και πολιτισμικής σύγχυσης,να συναντά κανείς έναν τύπο, με συμφιλιωμένες μέσα του τις δυο ταυτότητες:Την ελληνική και την κυπριακή,σε τέτοιο βαθμό, που αυτή η σύζευξη να του επιτρέπει όχι απλώς να κινείται άνετα, αλλά και να τεχνοτροπεί, ανάμεσα σε μια απαιτητική γλώσσα και σε ένα δύστροπο ιδίωμα το οποίο γίνεται ακόμη πιο δύστροπο κατά την μεταφορά του στον γραπτό λόγο.

Παραλογή Α’ ……

Μες στον πόλεμον η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά μες στα αγκάλια της τζι εβούραν
Εν είσεν νερόν Αμαν τζι εγίνην το κακόν τζι ο τόπος εμοιράστηκεν
εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου τζι εγύρεψεν να με πιάσει
Εν τον εκατάλαβα
Εθώρουν λαλεί η μάνα μου μες στα μάθκιαν του τον φονιάν τζι έκλαια
Κόμα θθυμούμαι ως την πέμπτη του δημοτικού
έππεφτα με την μάναν μου εξύπνουν λαλεί τζαι που τον φοόν
εν εκλείαν τα μμάθκια μου
Αμαν τζι έφυα να σπουδάσω
εκατάλαβα πόσον τυχερός εν ο κόσμος
που τζοιμάται τζαι ξυπνά χωρίς φόν.

Το κυπριακό ιδίωμα, χωρίς το ιδιοκατάληκτο γνώρισμα, αλλά κυρίως το απογυμνωμένο από το περιττό λίπος της επινόησης, βίωμα- η συγκινητική εξομολόγηση του τρεμάμενου από το φόβο του πολέμου, παιδιού-, όπως με τόση λυρική αφηγηματικότητα και απλότητα παρατίθεται από τον ποιητή, γίνεται θαρρείς νοητός δείκτης υπόμνησης που μας παραπέμπει στις καλύτερες στιγμές κορυφαίων μας ποιητών όπως οι(Λιασίδης, Μιχαηλίδης κ.α.) . Ακόμη πιο εγγύτερο σε αυτόν το συνειρμό λόγω και της πιο παραδοσιακής μορφής του, είναι το ποίημα:

“Πάροδος η γλάστρα”
Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμα τζαι με χρώμα
Κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισον το γιόμαν
τζι εβάλαν σε να σαιρετάς τον ήλιο πα στο δώμαν
εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμα.

Ανάλογα αξιοπρόσεκτη επίδοση παρατηρείται και στα ποιήματα που είναι γραμμένα στη νεοελληνική , δείγμα του ότι έχουμε να κάνουμε με έναν πολυτεχνίτη του ποιητικού λόγου. Ενδεικτικό το ποίημα που σηματοδότησε το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της παρέμβασης. Το άηχο χιόνι που πέφτει πάνω στη σελίδα του ποιήματος, προσομοιάζει με την αγνότητα της δημιουργίας, τροφοδοτούμενης από τη γονιμότητα της συνεύρεσης με την ανεξερεύνητη ερωτική-υπαρξιακή θλίψη. Αν πρέπει να ξεχωρίσω κάτι που με έκανε να σταματήσω, να επικεντρωθώ και να επιστρέφω σε μέρη της “Παραλογής” είναι πρώτα απ’ όλα η αναβλύζουσα βιωματικότητα κάποιων ποιημάτων που κυρίως αφορούν την παιδική ηλικία. Αυτά είναι ίσως και οι θελκτικότεροι προορισμοί για κάθε επισκέπτη της συλλογής. Η “Παραλογή Α’” που ανέγνωσα προηγουμένως αποτελεί πειστικό δείγμα. Το ίδιο και η “Παραλογή Β”, το ίδιο και η “Παραλογή Γ”, η “Νιόβη” καθώς και μερικά άλλα. Σε αυτά τα ποιήματα, ο ποιητής καταφέρνει να τιθασεύει και να δαμάσει την ορμητικότητα της ποιητικής πνοής, να την πείσει να υποταχθεί στη δική του στόχευση με εργαλεία την οικονομία του λόγου, την καίρια αντίληψη πρόσθεσης και αφαίρεσης, την αυθεντικότητα της σύλληψης του υπό διαπραγμάτευση θέματος. Η προβολή και η συχνή επίκληση δυο γυναικείων μορφών, αυτών της μάνας και της γυναίκας-συντρόφου-συζύγου, ο ισορροπημένος χειρισμός και αλληλοσυσχετισμός της χρονικής, αριθμητικής και ποιοτικής δοσολογίας τους με τα ποιητικά ζητούμενα, εκπληρώνουν την ανάγκη του Νικολαϊδη,να εξορκίσει αφενός τις μνήμες-φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, αφετέρου να εντάξει χωρίς απώλειες, φθορές αλλά και υπερβολές, τη σημασιολογική τους ύπαρξη στο σήμερα και το αύριο. Δύο γυναικείες μορφές καθαγιασμένες, αμόλυντες, φωτισμένες αλλά και στιβαρές, εκπροσωπούσες μια ολόκληρη οντολογία νοημάτων, ώστε να αντέξουν το βάρος της αδιάλειπτης παρουσίας τους,την ευθύνη που εναποθέτει σε αυτές ο ποιητής για το ότι υπάρχει και συνεχίζει. Μέσω τους, ο ποιητής, βλέπει και εκπέμπει την αγάπη, το φως, την ελπίδα.

Παραλογή Δ’ στην Μαριάννα

Η αγάπη μας είναι ένα δέντρο
Γι’ αυτό κατεβαίνουν τα πουλιά από το ξέφωτο
και τα παιδιά τραγουδάνε ξυπόλητα τα μεσημέρια
Είν’ η αγάπη μας δέντρο
όταν η μέρα σπάζει σαν κλαδί
κι εμείς έχουμε κάπου να ακουμπήσουμε
Η αγάπη μας είναι δέντρο
ραγίζει πριν γκρεμμιστεί
πατούμε γερά στο ένα κλαδί
προτού ραγίσουμε το άλλο.

Είναι βαθιά μου πεποίθηση πώς ένας κάπως ασφαλής τρόπος για να κρίνει κανείς μια ποιητική συλλογή είναι να προσμετρήσει τους εξής τρεις παράγοντες: -Ποιά ύψη διεκδικούν τα καλύτερα ποιήματα της; -Πόσο βαθιά σε χώμα λήθης πρέπει να θάψεις τα χειρότερα; -Προς τα πού δείχνει ο δείκτης ποιότητας των περισσότερων; Ο Νικολαϊδης χρησιμοποιώντας ή όχι το κυπριακό ιδίωμα και έχοντας πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, πετυχαίνει σε αρκετά ποιήματα το ποθούμενο της κορύφωσης, με νοηματικό αναμεταδότη, άλλοτε το προσωπικό βίωμα, άλλοτε τον μύθο. Τα καλύτερα των επιτευγμάτων του θα τον συνοδεύσουν στις μελλοντικές αναμετρήσεις με τον χρόνο. Ελένη Στέκεται στην κουζινα Η βρύση τρέχει κι ό χρόνος τρέχει κι ίσως γι’αυτό βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι αποπειράται να μεταφράσει τον άνεμο Πίσω από τον ήχο η βρύση τρέχει κι ο χρόνος τρέχει Το ένα της μάτι δακρύζει το άλλο ορθάνοιχτο. Μια σειρά άλλων ποιημάτων συνιστούν ένα σημαντικό απόθεμα για τη συλλογή, ενώ οι ατυχείς δοκιμές υφίστανται αλλά είναι λίγες. Ομως ακόμα και αυτές, μέσα στο γενικότερο πνεύμα του βιβλίου, οριοθετούνται ως αναγκαίες ανεμόσκαλες, για να ανεβούν και να φωλιάσουν στους πρόποδες του ουρανού, όσα ποιήματα είναι προορισμένα για τέτοια ύψη. Εξάλλου, τι άλλο είναι η ποίηση από μια προσπάθεια μέσα από χιλιάδες ανεπιτυχείς απόπειρες να γράψεις πέντε ποιήματα που θα μείνουν; Η διαλεκτική της πλήρους επάρκειας με εκείνην της λιγότερης, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, διακλαδώνεται και δεν αφαιρεί από το τελικό αποτέλεσμα, επειδή οι πυλώνες της ποίησης του Νικολαϊδη δεν είναι εύθραυστοι, αλλά ανυπέρβλητοι και αλύγιστοι σαν πλάτανοι.
Κλείνω αναφέροντας μια σειρά από σκέψεις που επανέφερε στο μυαλό μου η ανάγνωση της “Παραλογής”:

-Η τέχνη σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να είναι τρομαχτική. Να σε κάνει να συνέρχεσαι από την πραγματικότητα Xρόνος, είναι η στιγμή που είμαστε ερωτευμένοι, συγκλονισμένοι, απελπισμένοι, εκστασιασμένοι, επαναστατημένοι. Το υπόλοιπο διάστημα είναι ο δρόμος που σε κρατά μακριά από την κρισιμότητα της έξαψης.
-Σε τι διαφέρει αυτός από τους άλλους; Οι ιδέες του φυτρώνουν
-Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους
-H αοριστία και η γενίκευση είναι θανάσιμοι εχθροί της ποίησης
-Είναι καλύτερα να διαβάσεις ένα σπουδαίο ποίημα 1000 φορές παρά 1000 ποιήματα που δεν θα θυμάσαι.
-Ποίηση δεν είναι να περιγράψεις το βουνό, τη θάλασσα, το συναίσθημα, το πλήγωμα με ωραίες λέξεις, αλλά να πεις αυτό που είσαι εσύ μπροστά τους. Τότε θα αρχίσουν να έρχονται και οι λέξεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 10/10/2016

«Παραλογή», 2016

Ποίηση με διαυγείς στοχεύσεις

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με την τέταρτη ποιητική συλλογή του, έρχεται με αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσει το έκδηλο και προφανές από μιας αρχής. Είναι ένας δημιουργός επίμονος, με διαυγείς στοχεύσεις, εργατικός και φιλόπονος. Δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί το ταλέντο και την ποιητική του φλέβα. Και οι προσπάθειές του, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δικαιώνονται.

Εναρκτήριο ποίημα στη νέα συλλογή μια αποφθεγματική αποτύπωση του τι εστί ποίηση κατά τον Π.Ν. Σε τέσσερις μόνο στίχους παρατίθενται δύο πτυχές της θεώρησής του. Ποίηση είναι αυτή που, ανάμεσα σε άλλα, αφαιρεί το μαύρο από τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται πολύ «ξύσιμο», όπως λέμε πολύ σκάψιμο, μέχρι να φτάσει κανείς στην ευτυχή αισθητική πραγμάτωση μιας ποιητικής ιδέας: «Ξύσε το μαύρο / λέξη προς λέξη / και θα βρεις το τυχερό / ποίημα». (σελ. 11)

Ο ποιητής έζησε την τραγωδία του ’74 σε νηπιακή ηλικία. Αυτό δεν τον εμποδίζει από το ύψος εκείνης της ηλικίας, να ανακαλεί στη μνήμη του εκείνες τις ημέρες: «Άμαν τζι εγίνην το κακόν / τζι ο τόπος εμοιράστηκεν / εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου / τζι εγύρεψεν να με πιάσει / Εν τον εκατάλαβα / Εθώρουν λαλεί η μάνα μου / μες στα μάθκια του / τον φονιάν / τζι έκλαια». (σελ. 17) Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά η συγκινησιακή φόρτιση οδηγεί τον ποιητή στο κυπριακό ιδίωμα. Όταν τα βαριά ή βαθιά συναισθήματα δεν χωρούν ή νιώθουν στενόχωρα μέσα στην πανελλήνια δημοτική, ο ποιητής καταφεύγει, λυτρωτικά, στη διάλεκτο.

Στο ποίημα «Σεισάχθεια» (σελ. 22) βλέπουμε, εκ μέρους του Π.Ν., μια ανατρεπτική διάθεση ανάγνωσης της ιστορίας των αρχαίων χρόνων, προς αναζήτηση της αλήθειας, της ορθοκρισίας και των αξιών που διέπουν την ανάδειξή τους. Εδώ, προκειμένου να αποδοθεί το νόημα, επιστρατεύεται και η αργκό και τα αρχαία ελληνικά. Βεβαίως, η πεμπτουσία του ποιήματος άπτεται της αντιπαραβολής των αγαθών προθέσεων με τα ουδόλως ευτυχή αποτελέσματα: «Όπως έσκαβα / μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα / φιλόσοφο και ποιητή και / φραπεδιά στο χέρι / Κοίτα μου λέει νεαρέ …Πλήρης / σεισάχθεια χρεών / Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια / της λέξης / Κοίτα του λέω Σόλωνα …χλωμό… / Αν ήσουν μάγκας και σωστός / δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο / δεν θα ‘χαμε Κλεισθένη…». Βεβαίως, η κατακλείδα του ποιήματος απολήγει σε στίχους ποιητικής, όπως, ενδεχομένως, να ήταν και η αρχική πρόθεση του Π.Ν.: «Και για τις λέξεις …δυστυχώς… / πρώτα κουβαλώ / και μετά γράφω».

Θέλω να χαιρετίσω ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο ποιητής πειραματίζεται συνεχώς, όχι μόνο γλωσσικά και υφολογικά, αλλά και μετρικά. Π.χ. στο ποίημα «Του Δέντρου» απαντούμε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά με ευδιάκριτο εσωτερικό ρυθμό, ροή και μουσικότητα: «Ποιος είδε πεύκο στο βουνό / τζαι τερατσιάν στον κάμπο / ποιος είδε δέντρον έμορφον / στο μέσο της αυλής του / Εγώ είδα κόρην εύμορφη / γλυκειάν Αμαδρυάδα / να θλίβεται να δέρνεται / να κιτρινοφυλλιάζει…». (σελ. 28) Στην κατακλείδα του δεύτερου σκέλους του ιδίου ποιήματος απαντούμε και πάλι μια αποφθεγματική νοηματική συμπύκνωση εν είδει καταληκτικού πορίσματος, πρακτική που υιοθέτει συχνά ο ποιητής: «Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις / τα δοκάρια του κόσμου / είναι ξύλινα». (σελ. 30)

Καθήκον, χρέος του ποιητή είναι πάντα να υποδεικνύει και να αναδεικνύει τη ρίζα, την αιτία, το βάθος των πραγμάτων, την πρωταρχική τους ύλη. Γι’ αυτό και ο Π.Ν. πάντα επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στο δέντρο, στο χώμα, στη γενεσιουργό φύτρα της ζωής, αλλά και της νόησης. Να τι λέει ο ποιητής απευθυνόμενος σε μια γλάστρα: «Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμαν τζαι με χρώμαν / κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισσον το γιόμαν / τζι εβάλαν σε να σιαιρετάς τον ήλιον πα’ στο δώμαν / Εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμαν». (σελ. 39).

Στη συλλογή απαντώνται βέβαια και ποιήματα ιδιωτικού χώρου. Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο από αυτά. Το «Παραλογή Δ» (σελ. 40) και το «Αγαμέμνων Κλυταιμνήστρα» (σελ. 43) όπου αντιπαραβάλλονται η γόνιμη, λειτουργική και δημιουργική συζυγική σχέση με την άγονη, τη συμβατική και συνθηκολογημένη. Πρώτα για τη θετική σχέση, που δημιουργεί, έστω κι αν αφήνει κραδασμούς: «Η αγάπη μας είναι δέντρο / Ραγίζει πριν γκρεμιστεί / Πατούμε γερά στο ένα κλαδί / προτού ραγίσουμε το άλλο». (σελ. 40).

Στο δεύτερο ποίημα ο Π.Ν. ψέγει τη συμβατικότητα, τη συνθηκολόγηση ή ακόμη και την παράδοση στη φθορά μιας σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων: «Κλείνουν το φως μηχανικά / Ανέπαφα τα σώματα παρκάρουν / στη γωνιά / Στο ενδιάμεσο κοινό / οικοδομείται πέτρινο κενό / Κι ούτε να δεις ούτε να πεις…». (σελ. 43)

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι ο Π.Ν. παρακολουθεί τα ρεύματα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, δέχεται επιδράσεις από αυτά, αλλά συνάμα αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα. Αξιοσημείωτοι είναι οι διακειμενικοί διάλογοι που αναπτύσσει με σύγχρονους Ελλαδίτες δημιουργούς όπως ο Αργύρης Χιόνης, ο Γ. Παυλόπουλος και ο Μιχάλης Γκανάς. Πρόκειται, στις πλείστες των περιπτώσεων, για μια γόνιμη, παραγωγική και δημιουργική διεργασία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ

Μια νεότροπη ποιητική στα γράμματα μας
(Το ποίημα ως συμβάν)

Κλείνω αυτή την επισκόπηση με την τελευταία συλλογή ενός Κύπριου ποιητή, του Παν. Νικολαΐδη. Ποιητή διαφορετικού ταπεραμέντου, διαλεκτικού στη σύλληψη και οικονομικότερου στην έκφραση. Πρόκειται για την Παραλογή του (2016), ύστερα από τις πρόδρομες Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009) και
Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012). Τα σημεία συναναφοράς του αλλά και διάκρισης από τούς άλλους της κοινής δεκαετίας είναι εμφανή: δεν υπονοεί και αυτός απλώς αλλά ενσωματώνει, επανατιτλοφορώντας το ως «Παραλογή», το έναντι από την ·<Πορτοκαλιά» του ποίημα του Σαχτούρη· και βαθύτερα προϋποθέτει τις Παραλογαίς εκείνου, την ομότιτλη Παραλογή
του Μιχ. Γκανά και όλη τη δημοτική παράδοση του είδους.
Μάλιστα και τα δικά του λέγονται ή εξυπακούονται ως παραλογές, εναλλακτικά σε δύο γλώσσες: την κοινή ελληνική και την διαλεκτική κυπριακή. Απ’ τη δεύτερη θα πρότεινα για ανάγνωση, από τα Ιστορικά και τα προσωπικότερα κώματα, την «Παραλογή Α’» και « Β ‘ » αντίστοιχα: «’Άμαν
τζί έγίνην τό κακόν/τζί ό τόπος έμοιράστηκεν…». Και από την κοινή ελληνική τα περισσότερα, από τα όποια υποδεικνύω δυο, ανισοβαρή και ετερόκλιτα. Ένα με πολιτική αναφορά στη σύγχρονη διαχειρίστρια της κρίσης, ονομαστικά στην κ. Μέρκελ, που υποτιτλοφορείται «Θάνατος του Βελή Γκέκα», και με πρόσβαρα τα δύο μότο από την παράδοση του είδους,
αλλά καί ως μια φανταστική σκηνή του Πολέμου των άστρων (όπως δείχνει ή υποσημείωση στό jedi):

Στις μέρες μας
(υπονοεί ό anonumous)
το ποίημα δεν είναι φωτεινό σπαθί
jedi
είναι ντουφέκι μαύρο καί βαρύ
πού ρίχνει τρεις πικρές γραφές
να σε βαρέσει μία
στο κεφάλι.

Και ένα με την σχετική προειδοποίηση στον αναγνώστη του έσχατου μονόστιχου ποιήματος « Έ ξ ο δ ο ς ΙΙΙ»:
Ζω μέχρι το χέρι σου να γυρίσει σελίδα

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

«Οινοποίηση», 2014

Το κρασί, η ποίηση και η διαλεκτική τους σχέση

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με δύο ακόμα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά επανέρχεται επιχειρώντας ένα ποιητικό γύμνασμα, ένα πειραματικό εγχείρημα υπό τη μορφή μιας ευσύνοπτης ποιητικής συλλογής, γραμμένης στο κυπριακό ιδίωμα, αλλά διατυπωμένης σε φόρμα χαϊκού.

Η συλλογή, που φέρει τίτλο «Οινοποίηση», πραγματεύεται το κρασί και την ποίηση, πότε μαζί και πότε χώρια, ως αισθητικές κατηγορίες. Διαβάζοντάς την, έφερα στο νου τη γνωστή ρήση του Άγγλου λογοτέχνη Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον ότι «το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση». Αυτή βεβαίως είναι μόνο η μία πτυχή του όλου ζητήματος. Ο Π.Ν. μιλά και για την άλλη, την αντίστροφη, όπου η ποίηση προσφέρει μεθυστικές γεύσεις και αρώματα, ακριβώς όπως το κρασί.

Ο ποιητής έβαλε μπόλικο μεράκι και αγάπη σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν την πήρε ελαφρά και αψήφιστα, αλλά πολύ σοβαρά, με αφοσίωση, προσοχή, εργατικότητα και σχολαστικότητα.

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου περιέχει πιο γενικούς και διακηρυκτικούς στίχους. Ο ποιητής καταθέτει το αισθητικό, κοινωνιολογικό και εν μέρει ιδεολογικό του credo σε σχέση με το κρασί, την ποίηση και τη διαλεκτική τους αλληλοσύνδεση.

Θεωρώ άκρως υποβοηθητική για τους στόχους του ποιητή τη φόρμα που επέλεξε, τη γραφή χαϊκού. Μέσω της επιτυγχάνει τη συμπύκνωση των μηνυμάτων και των νοημάτων, τη λιτότητα και την απλότητα μιας ανεπιτήδευτης λακωνικής αμεσότητας. Υποβοηθητική είναι και η επιλογή του κυπριακού ιδιώματος, με τους παχύρευστους χυμούς, όμοιους μ’ αυτούς του κυπριώτικου κρασιού, που υμνεί ο Π.Ν.

Η γραφή σε χαϊκού, συχνά-πυκνά, αξιοποιείται ολοένα και περισσότερο, τον τελευταίο καιρό, από σύγχρονους Κύπριους ποιητές. Ωστόσο, γραφή χαϊκού στο κυπριακό ιδίωμα σπανίζει. Αν δεν κάνω λάθος, ανάλογο εγχείρημα, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, επιχείρησε μέχρι τώρα μόνο ο Τάσος Αριστοτέλους.

Ο Π.Ν., σε όλο το βιβλίο, μας αποδεικνύει πως δεν χρειάζονται και πολλά-πολλά για να φτάσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων. Π.χ., μέσα σε έξι μόνο λέξεις σκιαγραφεί τον αέναο μετεωρισμό του ανθρώπου μεταξύ φαντασίας και πραγματισμού: «Ο νους πετάσιν / Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα». (σελ. 17)

Στην ίδια σελίδα και ένα ποίημα ποιητικής-ύμνος στην πυκνότητα και τη συμπύκνωση: «Φτωχέ μου στίχε / Εν θα γίνεις ποττέ σου / Μαραθεύτικον». Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για ποίηση, ειδικά για… οινοποίηση, και να μην αναφερθεί στην μυστηριακή διαδικασία της παλαίωσης; «Έναν ποίημα / Έμεινεν στο συρτάριν / Τζι εγίνην κρασίν». (σελ. 18)

Ολόκληρη η συλλογή διαχέεται και από ένα σκωπτικό πνεύμα σαρκασμού, διακωμώδησης, αστεϊσμού και πειράγματος κατά πάντων. Π.χ. στο «Ένας μεθυσμένος μιλά του Γριστού», διαβάζουμε: «Πε μου Γριστέ μου / τζοινωνώ κάθε νύχταν / Εν’ αμαρτία;». (σελ. 21)

Ο ποιητής ψάχνει, ανακαλύπτει ή επινοεί αναλογίες, συμμετρίες, αντιστοιχίες, ενίοτε και ταυτολογίες μεταξύ κρασιού και ποίησης και τις αναδεικνύει. Π.χ. στο «Ποιητής» (σελ. 22) λέει: «Τρώω σταφύλιν / τζ’ ύστερα κάμνω στίχον / ολοκότσινον». Την ίδια στιγμή στο «Οινοποιός» (σελ. 22) αποφαίνεται: «Δουλεύκω λευκόν / Πιστεύκω στο κότσινον / Είμαι ποιητής».

Και βέβαια από τη συλλογή δεν γινόταν ν’ απουσιάζει η δηκτικότατη κριτική όσων δεν μετέχουν των αχράντων μυστηρίων του κρασιού και της ποίησης: «Είντα ‘ν’ που θέλεις; / Με πίννεις με δκιαβάζεις / Ππέσε τζοιμήθου». (σελ. 27)

Γιομάτος λυρισμό αλλά και συγκίνηση είναι ο μακρύς διάλογος που αναπτύσσουν ο «ερωτευμένος οίνος» με την ποίηση στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 30-35). Παραθέτω μόνο μια ενδεικτική στιγμή, όταν η ποίηση αναρωτιέται: «Δέρνω τον νου μου / έννεν κρίμα τα πουλιά / Να μεν πίννουσιν;» (σελ. 35). Εδώ βεβαίως η νύξη αφορά το στοιχείο της υπέρβασης, που μπορεί φυσικά να χαρακτηριστεί και …πτήση. Καθότι ποίηση και κρασί, είτε μαζί, είτε χώρια, κάνουν τον άνθρωπο να πετά, να υπερίπταται, να υπερβαίνει, περίπου όπως τα πουλιά.

Το επιλογικό μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Επιδόρπιον» και φέρει ως προμετωπίδα τη ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ: «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν». Το απόφθεγμα εδώ, ποιητική αδεία, έχει αποδοθεί, δικαιωματικά, στην κυπριακή διάλεκτο.

Το βιβλίο κλείνει με μια υπόμνηση στον αναγνώστη, η οποία και υποδηλοί πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τις ρίζες, τις πηγές, τις γενεσιουργές αιτίες. «Ο,τι τζι’ αν πούσιν / Εσού πάντα να ξέρεις / Είμαι σταφύλιν». (σελ. 39)

Τελειώνω σημειώνοντας πως η μικρή ποιητική συλλογή «οινοποίηση» είναι από τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί και κάνουν τον αναγνώστη του να …λυπάται που τελείωσαν. Βεβαίως, δεν υπάρχει πετυχημένη δουλειά με ποιητικές αξιώσεις που να μην κυριαρχείται από το μεράκι του δημιουργού της. Στην προκειμένη περίπτωση το μεράκι του Π.Ν. ήταν κεφάτο, εύοσμο, εύγευστο και εκ του αποτελέσματος ευτυχές.

Γιώργος Κ. Μύαρης

Στη συντυχιά του οίνου με τον στίχο
ΑΠΡ 24
Κατηγορία: Η Κρίση της Ποίησης, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ο ποιητής Παναγιώτη Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1974 στη Λευκωσία, σπούδασε για τα καλά τη φιλολογία (Πανεπιστημίου Κύπρου και King’s College του Λονδίνου) και εργάζεται στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, επιτυχώς και ευτυχώς για όλους μας. Ποιήματα, μελέτες και κριτικές του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (λογοτεχνικά και επιστημονικά) στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως και σε ανθολογίες ποιητικές. Εξέδωσε το 2009 την ποιητική συλλογή «Σαν ίαμβος καθρέφτης», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Ακολούθησε η συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» (Πλανόδιον, 2012). Και στις αρχές του 2014 έδωσε στον τύπο τη συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (αυτοέκδοση, Λευκωσία).
Ευθύς αναρωτήθηκα αν ο ποιητής υιοθετούσε το (ή απομακρυνόταν από το) νόημα του στίχου που αποδίδεται στον αρχαίο λυρικό Ιππώνακτα: «Το γιοματάρι πίνοντας αδειάζει το μυαλό μας» και, αν αυτό το πνεύμα διαπερνά το περιεχόμενο της νέας συλλογής, πώς αποτυπώνεται στα ποιήματά της. Ο Π. Νικολαΐδης συμφωνεί, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι ακόμη και μέσα στην ολόπλευρη κρίση ή στον πόλεμο επιθυμούν το γλέντι, την ωραία διασκέδαση. Για τούτο φυσιολογικά οι ποιητές εμπνέονται και γράφουν από την επιθυμία και την ευφορία της ψυχής. Ωστόσο, ανέμενα ως συνομιλητές του τον μεταβυζαντινό «Πέτρο Κρασοπατέρα τον Ζυφόμουστο», τον θαυμαστή του οίνου «άρχοντα Βυζάντιον Δράκον Σούτζον τον εν Ουγγροβλαχία»∙ τους συνθέτες των λαϊκών ασμάτων της Κωνσταντινούπολης που συνδέουν τον οίνο, τον πόθο και τη συλλογή διηγημάτων «Έρωτος Αποτελέσματα» του ΙΚ (Βιέννη, 1792)• ίσως και τους πρωταγωνιστές στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα «Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος» του Μιχαήλου Περδικάρη(Βιέννη, 1817)• ίσως τους αισθαντικούς και εγλεντζέδες ποιητές Ιωάννη Βηλαράκαι Αθανάσιο Χριστόπουλο, ή τον Διονύσιο Σολωμό∙ επίσης, ο Κ.Π. Καβάφηςπροσφέρει το πεντάστροφο ποίημα του 1886 που έχει τον τίτλο «Βακχικόν», στα ίδια χρόνια που και ο Βασίλης Μιχαηλίδης της Κύπρου προσέφευγε στους σατιρικούς στίχους και σε τραγούδια «εντεψίζικα».
Τίποτα από αυτά. Στην ποιητική συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (προεξαγγελτικά τοποθετούμαι!) το αυθεντικό λαϊκό κυπριακό ύφος και ήθος συναντά στο αλωνάκι της ποίησης το λαϊκό είδος ποιητικής έκφρασης που έχει τη ρίζα του στην Ιαπωνία (από τον 15ο αιώνα και εξής), που στη Δύση αποδίδεται με τη λέξη «χαϊκού». Μέσα στην αυστηρή τρίστιχη μορφή των δεκαεπτά συλλαβών [5-7-5] με φυσιοκρατικό περιεχόμενο, πολλοί δημιουργοί δοκιμάστηκαν και συνετρίβησαν, εκλαμβάνοντας ως «ευπρόσιτο» το «δύσβατο» του χαϊκού! Εγχείρημα δύσκολο. Αλλά η προκείμενη συνάντηση του Π. Νικολαΐδη με το «χαϊκού» παράγει ένα αποτέλεσμα πυκνό, αφαιρετικό, χωρίς φλυαρίες, πρωτοποριακό σε σημαντικό βαθμό. Και εξηγούμαι: ο λυρισμός του δεν εξαντλείται στην απόδοση λεπτών συναισθηματικών εκφάνσεων ή απεικονίσεων της Φύσης. Σαν σε κινηματογραφικό πλατό, ο ποιητής εισάγει τον άνθρωπο με τους έρωτες, τις χαρές και τους καημούς του, την κοινωνία με τις φοβίες, τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες. Βεβαίως, ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις τις δικές μου ή τρίτων, ο αναγνώστης κρίνει, αν του αρέσει ένας τέτοιος τρόπος ποιητικής έκφρασης.
Μελετώντας τα ποιήματα της συλλογής, στη σκέψη μου στριφογυρνούσε ένας ωραίος στίχος: «Και το κρασί μηχανευτής πολύλαλος (είναι)». Ανήκει στον λυρικό ποιητή της αρχαιοελληνικής κλασικής εποχής Φιλόξενο τον Κυθήριο (435 π.Χ., Κύθηρα – 380 π.Χ., Έφεσος). Ακριβώς, επειδή χορηγός της έκδοσης είναι το «Οινοποιείο Βλασίδη» (βιοτεχνία της ορεινής Λεμεσού), η έκδοση γίνεται γεγονός στο μεταίχμιο ποίησης και οινοποίησης, όσο κι αν οι στυγνές λογικές των «αγορών» και της παγκοσμιοκρατίας πασχίζουν μέσα από μεγέθη βιομηχανοποιημένων παραγωγών να περιθωριοποιήσουν την ποιοτική δημιουργία και την προσωπική σφραγίδα τόσο του ποιητή όσο και του βιοτέχνη οινοποιού. Εδώ, ο στίχος και ο οίνος συμμαχούν και σπεύδουν να ανανεώσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: Δεν γίνεται να αποκρυφτεί η απήχηση του αρχαίου θεού Διόνυσου, καθώς συνεχίζουν, ευτυχώς, οι άνθρωποι και σήμερα να επιθυμούν το ωραίο ξεφάντωμα, ιδίως μέσα από το συλλογικό γλέντι.
Στις ποιητικές συλλογές που προηγήθηκαν, ο ποιητής γίνεται ο ίδιος «Σαν ίαμβος καθρέφτης», δοκιμάζει υπαινικτικά τις δυνάμεις του ώσμε ν’ αγγίξει το αληθινό, παραμερίζοντας την επιφάνεια∙ με λυρισμό νεανικό δομεί την αισθαντικότητα και την αισθητική του• πολιορκεί τον ένδον κόσμο και εκπορθεί τα «μυστικά» του• αποκαλύπτει με ειρωνεία τις γκρίζες ζώνες των ποιητικών συντεχνιών. Στη δεύτερη συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» η πίκρα από τη γενικευμένη αλλοτρίωση και από την αποκαρδιωτική στάση της μητριάς πατρίδας που σακατεύει την ιστορική μνήμη, τον λόγο, την ανθρωπιά, την ηθική αγνότητα, τις «ελληνικές αντοχές» ∙ οδηγεί στην πικρή ξενιτειά, στη φιλόξενη «πατρίδα του λόγου», στην ιώδη επικράτεια της ποίησης. Στις συλλογές αυτές, με την πυκνή και αφαιρετική αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου, με την προσεκτική αξιοποίηση πολλών μορφικών στοιχείων, αποπειράται να αποδώσει όλα όσα ο ίδιος θεωρεί υλικά αντοχής και αντίστασης στην πολύμορφη πολιορκία του ποιητικού υποκειμένου.
Με την «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» ο Παναγιώτης Νικολαΐδης οδηγεί τον αναγνώστη στον τρίτο αναβαθμό της ποιητικής κλίμακας, που επί χρόνια με πεισμώδη προσπάθεια ο ίδιος διαμορφώνει. Με τη δύναμη της κυπριακής διαλέκτου, με άδολο ύφος και νεανικό μπρίο ο δημιουργός συνεχίζει χωρίς εκπτώσεις αισθητικές, αλλά και χωρίς εκζήτηση. Η άμπελος η αληθινή έφερε ωραίους καρπούς στον καλλιεργητή της ποίησης. Κι αυτός μάς κερνά μόνο 198 στίχους και, όπως στόχευε, μάς ευφραίνει με το απόσταγμα των καρπών της κυπριακής γης, αυθεντικό, ατόφιο, κερασμένο στο κρυστάλλινο, καθάριο ποτήρι της ντοπιολαλιάς. Στο σημείο αυτό ανακαλώ στη μνήμη τον Κώστα Μόντη και τους χαρακτηριστικούς στίχους, που σαν να γράφτηκαν για να προκαλέσουν τους νεότερους δημιουργούς, μαζί με αυτούς και τον Π. Νικολαΐδη:
Και τι θα γίνει η ποίηση
που πρέπει να γραφτεί στην Κυπριακή διάλεκτο,
και τι θα γίνει η ποίηση
που δεν έχει άλλη εκλογή;
Η προσεγμένη καλλιτεχνικά και τυπογραφικά έκδοση μικρού σχήματος «τραβήχτηκε» από το γνωστό λευκωσιάτικο τυπογραφείο «Θέοπρες». Προσγειώνεται, λοιπόν, στο σκληρό και άνυδρο πολιτιστικό πεδίο με τη μεστότητα, τη μεθυστική γλυκύτητα και την ευγένεια ήθους που προσδίδει στο ολιγόστιχο ποιητικό σώμα η χρήση του κυπριακού ιδιώματος. Η ευφορία συναισθημάτων και ο εγκωμιασμός του οίνου διαχέονται στα τρία μέρη της συλλογής: «Ορεκτικόν», «Κυρίως κρασίν» και «Επιδόρπιον».
Βεβαίως, δεν θα παραλείψω να αναφερθώ και στις αρχικές πεζόμορφες, μα μεστές και ρυθμικές, «Ευκαριστίες», όπου ξεχειλίζει η ποιητική διάθεση και το κεκτημένο του ποιητάρη: Σοφία ζωής η έναρξη με ευχαριστίες προς τον Θεό και προς τις Μούσες. Ακολούθως μνημονεύονται οι Διονύσιος Σολωμός και Βασίλης Μιχαηλίδης, πηγές της πνευματικής ζωής –εμπνευστές του Νικολαΐδη, αλλά και εραστές του οίνου οι ίδιοι. Συνάμα είναι παρούσα και η πραγματική ζωή, γονείς, αγαπημένη σύζυγος , τέκνα. Έπονται οι αμπελουργοί, οι οινοποιοί, ο λαϊκός άνθρωπος που αγαπά, εργάζεται τίμια, παράγει πνεύμα και οίνο και ποίηση! Καταστάλαγμα της λαϊκής εμπειρίας στην κατακλείδα η αποστροφή προς το «ζοπόκρασσον τζαι ξίδιν» (δηλαδή το χαλασμένο και ξινισμένο κρασί) που οι ακαμάτηδες πολιτικοί κερνούν τον κοσμάκη, καθώς δεν νιώθουν τον παλμό της ζωής παρά μόνον τα ξινισμένα συναισθήματά τους.
Περιγραφικά μιλώντας, στα προεόρτια του γλεντιού περιλαμβάνεται το πρώτο μέρος, το «Ορεκτικόν» (λιτό και αναγκαίο σαν το σύνηθες ορεκτικό). Αυτό βεβαιώνει ο αποφθεγματικός υπότιτλος «Πίννε κρασίν να ’σεις ποίησιν» , που ξεμπροστιάζει τους «γιατρούς» και τις εύκολες «συνταγές υγιεινής ζωής», που μας φοβίζουν διαρκώς ότι το κρασί ανεβάζει την «πίεση». Το ίδιο επενεργούν και τα τρία πρώτα χαϊκού, όπου η σύμπλεξη κρασιού και ποίησης περνά μέσα από την σκέψη και την αξία της – από το χρώμα κι από την φαινομενικά «τετριμμένη» καθημερινή οδηγία διατήρησης του εμφιαλωμένου κρασιού. Οι στίχοι κατατείνουν σε πυκνές οπτικοποιημένες επεξηγήσεις προς τον ρέκτη των απολαύσεων. Συγκρατώ ιδίως το πρώτο χαϊκού, που φαίνεται να επέχει θέση διακήρυξης του ποιητή, όταν διατείνεται:
Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτονται
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κυρίως Κρασίν», ο ποιητής ανοίγει τα χαρτιά του, για την ακρίβεια ετοιμάζει τα ποτήρια και κερνά ακροατές, αναγνώστες, γνωστούς και άγνωστους φίλους. Έχει, βεβαίως, τοποθετήσει πρώτα ως υπότιτλο τη λατινική φράση “Ιn vino veritas’ (: «Στο κρασί η αλήθεια»). Απόφθεγμα για το οποίο δεν θα είχε ισχυρή αντίρρηση ο πρόγονος μας Ηράκλειτος, που αναζητούσε «εν βυθώ» την αλήθεια, ενίοτε με τη βοήθεια του οίνου. Η ρήση των γλεντζέδων Ρωμαίων προϊδεάζει για τα επόμενα οκτώ χαϊκού [σελ.15-17], όταν το ξυνιστέρι και το μαραθεύτικο συναντούν τον λιγωμένο εραστή, τον ανήσυχο για τις μικρές απολαύσεις της ζωής άνθρωπο, τον σκεπτόμενο που αναζητά την πορεία του κόσμου πέρα από περιορισμούς, σύνορα και καθωσπρεπισμούς. Όταν τα κρασιά με τη βαθιά τους δύναμη και τη φίνα γεύση ενισχύουν τον υπαρξιακό κραδασμό:
Ο νους πετάσιν
Το γαίμαν τραβά κάτω
Εμοιράστηκα
Ή όταν επηρεάζουν την εναγώνια πάλη με τις λέξεις και την ποιητική τέχνη:
Φτωχέ μου στίχε
Εν θα γίνεις ποττέ σου
Μαραθεύτικον
Εδώ με τρόπο μελετημένο έχουν κατακτήσει τη θέση τους ποιήματα που φέρνουν τον αναγνώστη της ποίησης του Π. Νικολαΐδη (μακριά από το υστερικό τηλεοπτικό σήριαλ «Μπρούσκο» των νεοπλουσίων) στην πιο φυσική ζωή της λαϊκής συνοικίας και ιδίως της επαρχίας. Μια ζωή, όπως τη ζούμε ακόμη ή έστω αυτή που κουβαλάμε μέσα στα παιδικά μας χρόνια και τον νου μας, όσοι βιώσαμε ανάλογες εμπειρίες. Μια ζωή που πρωταγωνιστεί ο αληθινός άνθρωπος –μέσα και πέρα από τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες του– με τους μύθους και τις αλληγορίες, τα πειράγματα και τα «τσιαττιστά» του καφεννέ, με τα αινίγματα και τα λογής παραμύθια στην οικογενειακή μάζωξη, με τα ντέρτια και τη σκωπτική διάθεση, με το άγγιγμα του πόνου και τη διαφυγή στο τραγούδι της μάνας το απόβραδο ή με τον χορό και τα «δοτζίμια» στα γλέντια και στα πανηγύρια. Παραθέτω τους τίτλους των ποιημάτων: «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν», «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον», «Ποιητής», «Οινοποιός» «Το δοτζίμιν του ποιητή» , «Το δοτζίμιν του οινοποιού», «Αίνιγμαν ποιητή», «Αίνιγμαν οινοποιού», «Προς πιστούς του κρασιού τζαι της ποίησης», «Προς άπιστους», «Προς πιστούς τζαι άπιστους», «Προς οινοποιούς», «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» .
Ιδιαίτερα αισθητή παρουσία έχουν τα ποιήματα κοινωνικής ηθικής και κριτικής με αναφορές «Προς κατακτητές παλιούς τωρασινούς τζι αυριανούς», «Ένας μεθυσμένος μιλά τού Γριστού», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ τζαι συσκευήν ανίχνευσης», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ μανιχόν του».
Ως «Επιδόρπιον» (και μάλιστα με μότο την κυπριακά δοσμένη αποφθεγματική ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν») τρία χαϊκού: ως απόληξη μιας ευφρόσυνης και γενναίας προσπάθειας, που κατατείνει στο
Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν
μια αναφορά στην πρώτη αρχή του ταπεινού κόσμου της ευτυχίας.
Την έκδοση κλείνει ένα πολύτιμο τετρασέλιδο «Γλωσσάριν» με καίριες πραγματολογικές, ερμηνευτικές και νοηματικές επεξηγήσεις για τους αναγνώστες που κινούνται στο πανελλήνιο πολιτισμικό πεδίο. Ενισχύεται, έτσι, η σκέψη ότι η συλλογή και το γλωσσάρι συγκροτούν μια σημαντική συνεισφορά προβολής και κατανόησης της κυπριακής διαλέκτου στον εκτός Κύπρου Ελληνισμό.
*
Στη συλλογή αυτή, ο λυρισμός συνυφαίνεται με την πύκνωση εικόνων, συναισθημάτων, προσωπικής ευαισθησίας και συλλογικών προβληματισμών. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι οι αληθινές ποιητικές φωνές και εμπνεύσεις με απλότητα φωτίζουν και επιτρέπουν τη διαισθητική προσέγγιση αυτού του πολύπλοκου κόσμου μας:
Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελιόνιν
Είμαι τζαι λευκόν
Μέσα σε 66 τρίστιχα ποιήματα με τη φόρμα των χαϊκού αποκαλύπτεται ένα πλήθος θεμάτων που πάνω τους εδράζεται η καθημερινότητα στη θετική και στην αρνητική της διάσταση (σελ. 39):
Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετέ τους
Πως έν’ σάκχαρα;
Διαμορφώνουν αυτά το βασανιστικό και συνάμα γοητευτικό πέρασμα του ανθρώπου στην αιωνιότητα ή έστω την απόπειρα διεμβολισμού της μέσα στις σταθερές της φυσικότητας (σελ. 35):
Έναν πηγάδιν
Δεν σώννω να γεμώσω
Δος μου θάνατον
Έρωτας κι απόρριψη, αφοσίωση και άρνηση, αρχή και τέλος της βιωτής, φύση και «επινοήσεις/ κατασκευές», γλέντι και θρήνος: ιδού μερικά από τα καθοριστικά δίπολα της ανθρώπινης ζωής και της συλλογής «Οινοποίηση».
Με τη σκευή μεταμοντέρνων τεχνικών, ο ποιητής στήνει έναν κόσμο που ανασαίνει ακόμη παράδοση λαϊκή. Είναι ένας κόσμος της προφορικότητας –εμφανής ακόμη και στις σιωπές που επιβάλλει ο κάθε στίχος (σελ. 26):
Κλείσε τα μμάθκια
Να δεις τον κόσμον ξανά
Με την μούττην σου
Με τα πειράγματα, τα ευφάνταστα υπονοούμενα, την ιδιοσυστασία, τη λεβεντιά του, την καθαρή ματιά μπροστά στο καλό και στο κακό.
Ένας κόσμος που δεν εξαλείφτηκε παρά την επέλαση νεοφανών και εν πολλοίς ολέθριων ξενόφερτων στοιχείων. Κι ένας ποιητής αυτού του ωραίου κόσμου που έχει όπλο τον έρωτα και τη σάτιρα μεταμφιέζεται σε οίνο και χλευάζει την ξενόφερτη κατανάλωση ουισκιού (σελ. 27) :
Πίννε ουίσκιν
Τζι ας με πίννουν οι ξένοι
Που καταλάβουν
Με θυμοσοφία, ριζωμένη σε ευγενή μέταλλα του ελληνικού, δηλαδή του οικουμενικού, πολιτισμού ο ποιητής δίνει γλεντζέδικη εντολή για τη θανή του (σελ. 28):
Πον’ να πεθάνω
Να μεν κλάψει κανένας
Πιείτε ούλλοι σας
Με σατιρική διάθεση ανεξάντλητη γράφει για ρηχά πρόσωπα (σελ. 28):
Ήρτα σε ούλλους
Τζι εν μού ’δωκεν κανένας
Μιαν πότσαν μούχτιν
Ή προς σύμβολα της καταστολής και γραφειοκρατίας (σελ. 29):
Κκελλέν ! Γράψε με!
Πον’ να σε γραψω τζι εγιώ
Να με ‘γοράσεις
Μια κριτική εμπνευσμένη από λογοπαίγνια του λαού σε βάρος των αστυνομικών οργάνων της τάξεως (σελ. 29):
Φτωχόν όργανον
Μετράς το οινόπνευμαν
Δίχα τον πόνον
Με τις αισθήσεις (όραση, αφή, όσφρηση, γεύση κι ακοή ακόμη) να δίνουν τον γήινο τόνο και στις μεταφυσικές μεταβολές, μακριά από πανικούς και υστερίες για τις αναπόφευκτες αλλαγές της τύχης και της ζωής ανησυχίες, ο οίνος που ενισχύει το να ξεχνά ο άνθρωπος (σελ. 39):
Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις
Έτσι, απλά αποδίδεται ο επικούρειος φιλοσοφικός στοχασμός, σχεδόν ψυχοθεραπευτικός, στις συνθήκες γενικευμένης αλλοτρίωσης.
Με σατιρικό οίστρο, με οξυμένη κι εκλεπτυσμένη διάθεση ν’ ασκήσει κριτική σε καθιερωμένα πλέγματα μέσα από τη συνομιλία με τον ίδιο τον Χριστό ή έστω την αναπόφευκτη γκρίνια ως σύμπτωμα σωστικό στη δυσκολία της ζωής και της ποίησης (σελ. 21):
Πε μου Γριστέ μου
Τζοινωνώ κάθε νύχταν
Έν’ αμαρτία;
Κι ακόμη γράφει:
Φέρτε τον Γριστόν
Να γράψει το ποίημαν
Εν έσει κρασίν
Ξεχωρίζω από τις δεκάδες των στίχων που και σε τούτη τη συλλογή αγγίζουν ή υπαινίσσονται θέματα ποιητικής – παράμετρος που επανέρχεται και βασανίζει τον Π. Νικολαΐδη σε όλα τα έργα του- το ποίημα με τίτλο «Αίνιγμαν οινοποιού» (σελ. 24):
Πέντε γεναίτζες
Εκάμαν εφτά παιδκιά
Τζαι πέντ’ αγγόνια
Εδώ, δηλαδή, η σωματοποίηση της τεχνικής του χαϊκού [συλλαβές 5-7-5] συνυφαίνεται με την ανθρώπινη γονιμότητα και την ευφορία που το κρασί προσδίδει. Ένας κύκλος δημιουργίας, καρποφορίας, ευθυμίας!
Στο ποίημα «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον» (σελ. 19, τέσσερα χαϊκού): Τα δύο στοιχεία, κρασί και ποίημα, προσωποποιημένα σαν τον παλιό καλό καιρό του δημοτικού τραγουδιού, βρίσκονται σε αμάχη, αμφίρροπη κι αποκαλυπτική της εσώτερης σχέσης τους. Εδώ η χάρη και η φαντασία του ποιητή διαμορφώνουν έναν πρωτοφανή για χαϊκού διάλογο.
Το ποίημαν: Που τον Όμηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
Το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν
Στη σύνθεση «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» (18 χαϊκού, σελ. 30-35]: Ο Έρωτας είναι παρών ως ζωοδότης, μα και ωσάν σαράκι επικίνδυνο στον συναρπαστικό ποιητικό διάλογο του Ερωτευμένου Οίνου με την αέρινη Αγγέλισσά του, την Ποίηση! Ήχοι και εικόνες που σαν να φτάνουν ώσμε τις μέρες μας από τα «κυπριακά ερωτικά ποιήματα», τις αναγεννησιακές «Ρίμες αγάπης»!
Οίνος Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;
Στα 66 χαϊκού της ποιητικής συλλογής τεχνική, μελωδία, ρυθμός, λόγος συνυφασμένα με μια βιοθεωρία επηρεασμένη από το λαϊκό πολιτισμό και μια σύνθετη επεξεργασία πολλαπλών αισθητικών και φιλοσοφικών ωσμώσεων, αναπνέουν μέσα στα «βαρέλια» ενός ευαίσθητου και δημιουργικού ποιητή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Θυμίζω, τέλος, τον παλιό οινόφιλο και λόγιο πολυμαθή άρχοντα Βυζάντιο Δράκο Σούτζο που «έζησε εν Ουγγροβλαχία». Διάβασε κι αυτός την «Οινοποίηση», κι ενθουσιάστηκε θεωρώντας την μια πρωτοποριακή ποιητική σύνθεση για την κυπριακή ποιητική παραγωγή. Ο άρχοντας αυτός, συνέγραψε τον 17ο αι. το ποίημα «Έπαινος εις το κρασίν» και ζήτησε να μας θυμίσει μέσω του διαδικτυακού περιοδικού την απόληξή του ποιήματος, καθώς προσαρμόστηκε κι ο ίδιος στο ποιητικό κλίμα της ποιητικής συλλογής και επιθυμεί να προειδοποιήσει όποιον τον οίνο δεν αγαπά:
«Εσένα όποιος σ’ αρνηθεί και δεν μετανοήσει,
μένει αναπολόγητος εις την δευτέρα κρίση.
Πτωχός αν ζήσω πάντοτε και τύχω μεθυσμένος
στην ώρα του θανάτου μου, πεθαίν’ ευτυχισμένος».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Ιαμβογράφοι, τόμος Δ΄, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007³, σελ. 155-156: «Ολίγα φρονέουσιν οι χάλιν πεπωκότες».
2- Σ’ αυτό συνυπάρχουν οι κριτικές για τα ήθη της εποχής, τα γλεντοκοπήματα του αφέντη Μελιρά και τα παθήματα του φημισμένου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Ερμήλου, που από μια παραξενιά της τύχης μεταμφιέστηκε σε όνο.
3-Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα ποιήματα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990, 25.
4- Ενδεικτικά βλ. Βασίλης Μιχαηλίδης, Επιλεγμένα ποιήματα. Επιμέλεια Λευτέρης Παπαλεοντίου, εκδ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία 2013, 44-45.
5-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Χορικολυρικοί, τόμ. Α΄, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2003, σελ. 296-297: «Ευρείτας οίνος πάμφωνος».
6-Γιάννης Στρούμπας, «Του καρπού και της λαλιάς», Τα Ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014, σ. 7-8.
7- Να ‘σεις = να έχεις.
8-Ποιοτικές οινοποιήσιμες ποικιλίες της Κύπρου.
9- Πετάσιν, το : ο χαρταετός.
10-Τσαττιστά: στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί δύο και πλέον ποιητάρηδων που ταιριάζουν δίστιχα με ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.
11-Δoτζίμιν, το: η δοκιμασία, αγώνισμα με λιθάρι.
12-Σελιόνιν, το: το χελιδόνι.
13-Μούττη, η : η μύτη
14-Πότσα, η: η μπουκάλα• μούχτιν: δωρεάν.
15-Κκελέν: αγύριστο κεφάλι (έκφραση αγανάκτησης).
16-Να ξηάννεις: να ξεχνάς
17-Γεναίτζες: γυναίκες.
18- Συντυχάννω: συνομιλώ.
19-Το δειν: η ματιά, το βλέμμα.
20- Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «’Έπαινος εις το κρασίν’-“Περί μεθύσου’. Δημώδη μεσαιωνικά και νεώτερα κείμενα», Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. 39ος (Αθήνα, 1972-73), σ. 594-611, εδώ σ. 607.
http://www.poiein.gr/archives/33119/index.html

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Τα ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014

Του καρπού και της λαλιάς

Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Οινοποίηση», Λευκωσία 2014, σελ. 48.

Ο οίνος ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, σύμφωνα με τη βιβλική ρήση· η τέχνη του λόγου, πάλι, μαγεύει και μεθά. Εφόσον το κρασί κι η ποίηση συναντιούνται στην πρόκληση ευφορίας, ο Κύπριος ποιητής Παναγιώτης Νικολαΐδης δικαίως αποφασίζει να τα παντρέψει στην ποιητική του συλλογή Οινοποίηση. Χωρισμένη σε τρία μέρη, το «Ορεκτικόν», το «Κυρίως κρασίν» –που εύλογα αντικαθιστά το «κυρίως πιάτο»– και το «Επιδόρπιον», η συλλογή σερβίρει «66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν» στο λαγαρό κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, επιβεβαιώνοντας την κυπριακή φιλοξενία σε ψυχοπνευματικό επίπεδο, φιλεύοντας τη θέρμη των στοχασμών και των συναισθημάτων.
Το εγκώμιο του Νικολαΐδη στο κρασί δικαιολογείται από τη δραστικότητα του εκλεκτού ποτού: το κρασί συμφιλιώνει, αδελφώνει, καταργεί συρματοπλέγματα, γκρεμίζει τείχη, αφού «Μετά το κρασίν/ Αννοίουν τα σύνορα/ Ούλλου του κόσμου». Επιπλέον, η κοινωνία του κρασιού είναι και πράξη ερωτική, που ενεργοποιεί τις αισθήσεις. «Πρώτα μυρίστου/ Τζι ύστερις δε με στο φως/ Μετά φίλα με»· όσφρηση, όραση, γεύση, αφή πρωτοστατούν σ’ αυτή την επαφή, που, όπως υπονοεί το φιλί, δεν περιορίζεται μόνο στη γευστική της πτυχή. Το επακόλουθο πέταγμα ερμηνεύει την παρομοίωση του κρασιού με πουλιά: «Το ξυνιστέριν / Έν’ λευκόν περιστέριν/ Στον ουρανίσκον»· και «Είμαι τζαι μαύρον/ Όπως το σελϊόνιν / Είμαι τζαι λευκόν».
Η συνάντηση του κρασιού με την ποίηση συντελείται μέχρι στιγμής στον απευθυνόμενο στο κρασί ύμνο, ο οποίος αναπέμπεται με μέσο τα χαϊκού του Νικολαΐδη, δηλαδή τα ποιήματα. Η σχέση, όμως, οίνου και ποίησης είναι βαθύτερη, όπως αποτυπώνεται στα «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν»: το ποίημα μπορεί, με το πέρασμα του χρόνου, να ξινίσει και να γίνει ξίδι· το βαρέλι κρασί, αν πέσει από τη βάρκα που το μεταφέρει, μπορεί να γίνει ποίημα· το ποίημα πάλι, αν μείνει στο συρτάρι, ωριμάζει και γίνεται κρασί. Κρασί και ποίημα, συνεπώς, μεταστοιχειώνονται το ένα στο άλλο, σε μια χημική αντίδραση αμφίδρομη, που περιλαμβάνει σαν αποτέλεσμά της κάθε προοπτική, καί τη φίνα του κρασιού καί την αψιά του ξιδιού.
Η αδιάρρηκτη αυτή σχέση περιλαμβάνει και συγκρούσεις. Ιδίως όταν μεθούν, το κρασί και το ποίημα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Το κρασί οικτίρει τους θεούς του Ολύμπου, που πίνουν νέκταρ αντί οίνου· παράλληλα, αμφισβητεί την τέχνη του ποιήματος, καλώντας το «να σκάσει και να πίνει» («Βρίξε τζαι πίννε»)! Το ποίημα, με τη σειρά του, θεωρεί τρελό το κρασί, αν εκείνο νομίζει ότι ωφελεί «στην καρδίαν». Ας μην παραπλανούν, ωστόσο, οι μεταξύ τους συγκρούσεις, αφού οι μεγαλύτεροι «έρωτες» συχνά χαρακτηρίζονται από αντίστοιχες συγκρουσιακές σχέσεις. Άλλωστε, η ποίηση, σαν πράξη αυτοσυνειδησίας ή και αντίστασης, περνά ανά τους αιώνες μέσα απ’ το κρασί: «Για να σου γράψω/ Ήπια πολλά βαρέλλια/ Μες στους αιώνες».
Από το «κονταροχτύπημα» κρασιού-ποιήματος δεν θα έλειπαν, βέβαια, οι δημιουργοί τους, ο οινοποιός κι ο ποιητής. Στη διελκυστίνδα των μεταξύ τους «θαυμάτων», ο οινοποιός μοιάζει να επικρατεί, όταν θαυματουργεί δημιουργώντας από το σταφύλι κρασί, ενώ ο ποιητής φαίνεται επικρατέστερος, όταν κατορθώνει το θαύμα της επιστροφής του κρασιού πίσω, μέσα στο σταφύλι! Κι αν, πάλι, ο ποιητής συνθέτει χαϊκού, δηλαδή ποιήματα, το «ποίημα» του οινοποιού υποδηλώνεται στην καρποφορία που υπόσχεται η εύθυμη διάθεση, η προκαλούμενη από το κρασί, στο ποίημα «Αίνιγμαν οινοποιού»: «Πέντε γεναίτζες / Εκάμαν εφτά παιδκιά/ Τζαι πέντ’ αγγόνια»· οι «πέντε γεναίτζες», λοιπόν, είναι οι πέντε συλλαβές του πρώτου στίχου, τα «εφτά παιδκιά» οι εφτά συλλαβές του δεύτερου στίχου, τα δε «πέντ’ αγγόνια» είναι οι επίσης πέντε συλλαβές του τρίτου στίχου. Έτσι, το «ποίημα» του οινοποιού ενδύεται συνάμα και μορφή ποιητική.
Εφόσον, επομένως, ο οινοποιός κι ο ποιητής συναντιούνται σε κοινό πεδίο δράσης, δεν εκπλήσσει που το αποδοτικό αμπέλι κι ο ποιοτικός στίχος εμφανίζουν κοινές ανάγκες: τόσο το αμπέλι όσο κι ο στίχος χρειάζονται κλάδεμα – το αμπέλι κυριολεκτικό, ο στίχος μεταφορικό, με την αφαίρεση κάθε στοιχείου που πλεονάζει· τόσο το κρασί όσο και ο στίχος απαιτούν ωρίμανση – κυριολεκτική για το κρασί, με την παραμονή του στο «τζελλάριν» , και μεταφορική για το ποίημα, με την αναμονή του στο συρτάρι του ποιητή· τέλος, τόσο το κρασί όσο και το ποίημα χρειάζονται διήθηση – το κρασί κυριολεκτική, με τη συλλογή κι απομάκρυνση των στερεών υπολειμμάτων του, ενώ το ποίημα μεταφορική, με την απομάκρυνση οτιδήποτε περιττού.
Ο Νικολαΐδης εκφράζει τους στοχασμούς του με δραστική ποιητική γλώσσα, με την αμεσότητα νηφάλιων, όχι εκνευρισμένων, αντιδραστικών τοποθετήσεων. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται από θέρμη, είτε όταν εκφέρονται από τους προσωποποιημένους ήρωες της συλλογής, δηλαδή το κρασί και την ποίηση, είτε από άλλους ήρωες που επιστρατεύει στον ποιητικό του μύθο ο ποιητής. Ο μεθυσμένος παραλληλίζει την κοινωνία του κρασιού με τη Θεία Κοινωνία: «Πε μου Γριστέ μου/ Τζοινωνώ κάθε νύχταν/ Εν’ αμαρτία;» Το ολίσθημα του αλκοολισμού ελαφραίνει από την τραγικότητά του στο τιθέμενο με προσποιητή αθωότητα ερώτημα «Εν’ αμαρτία;», μέσω του οποίου ο λαϊκός άνθρωπος, ο θυμόσοφος, κατεργάρης μεθύστακας, με το παιγνιώδες πνεύμα του, τη μελετημένη του συστολή και την πλαστή του αφέλεια διαγράφει το αμάρτημα.
Έπειτα από τόσους χώρους συνύπαρξης του οίνου με την ποίηση, ο έρωτας επέρχεται απολύτως φυσιολογικά, όπως προκύπτει από τον μεταξύ τους μακροσκελή διάλογο στο ποίημα «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν ». Οίνος και ποίηση, ερωτευμένα, ανταλλάσσουν λόγια αγάπης. Η ύπαρξη του ενός δικαιώνεται στο μπόλιασμά του από τον άλλο. Με θυμοσοφική και σκωπτική διάθεση, περνώντας απ’ όλα τα στάδια που οδηγούν στον έρωτα, ο οίνος και η ποίηση παρακάμπτουν τις διαφορές τους και ενώνονται αρμονικά στην Οινοποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Το εγχείρημα της ποιητικής απόδοσης στο κυπριακό ιδίωμα ενισχύει τα ιδιαίτερα τοπικά αρώματα του καρπού και της λαλιάς σε τούτη τη γνήσια, βιολογική καλλιέργεια της έκφρασης και των συναισθημάτων.

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Οινοποίηση, 66 χαϊκού για τον κρασίν τζαι την ποίησην,

Και στο τρίτο βιβλίο του ο φιλόλογος Παναγιώτης Νικολάί’δης (γενν. 1974)
περιλαμβάνει ποιήματα μικρής φόρμας, και συγκεκριμένα 66 χαϊκού, που
έχουν ως βασικούς θεματικούς άξονες το κρασί και την ποίηση. Όσο γνωρίζω,
ο Τάσος Αριστοτέλους εξέδωσε πρώτος μια συλλογή με χαϊκού στο κυπρια-
κό ιδίωμα: Ακρολοηθου (2007). Τέτοια δείγματα περιλαμβάνονται και στη
συλλογή του Κυπριακές μελωδίες (2011).
Ο Π. Νικολαΐδης αντιπαραθέτει και συμπλέκει τις έννοιες του κρασιού και
της ποίησης με ποικίλους τρόπους: Ανάμεσα σ’ άλλα, τα προσωποποιεί και τα
παρουσιάζει να συνομιλούν μεθυσμένα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίστιχου·
το ένα συμπληρώνει το άλλο ή το προσγειώνει ανώμαλα και το απογυμνώνει:
λ.χ. «Είμαι λαλούσιν / Η βασίλισσα τέχνη» / «Βρίξε τζαι πίννε». Και αλλού,
σε μια εκτενέστερη ενότητα («Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυ-
χάννουν»), ανταλλάζουν κολακευτικά σχόλια και επαίνους, χωρίς να λείπει το
λεπτό χιούμορ ή μια πιο γήινη αντίληψη των πραγμάτων. Οίνος προς Ποίηση:
«Αντζέλισσα μου / Έγλεπε πού παρπατάς / Πατάς σταφύλιν».
Στις καλύτερες περιπτώσεις, όταν ο ποιητής προσεγγίζει με περισσότερη
τόλμη το γλωσσικό υλικό του και ανοικειώνει το ιδίωμα με ευφάνταστες εικόνες
και μεταφορές, το αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, ανακαλώντας ήχους
και από τη λογοτεχνική παράδοση των κυπριακών πετραρχικών ποιημάτων του
16ου αιώνα (Ποίηση προς Οίνον: «Πωρνόν και βράδυν / Μισεύγω πεθυμώντα /
Κορμίν τζαι κρασίν») ή απηχώντας κάποτε τις «Στιγμές» του Κ. Μόντη.
Σε γενικές γραμμές η ποιητική πρόταση του Π. Νικολάίδη κρίνεται ενδια-
φέρουσα και αξιοσημείωτη. Ίσως υπήρχε περιθώριο να επεξεργαστεί περισ-
σότερο τη μορφή των κειμένων ή να ανοικειώσει περισσότερο τον λόγο και να
τον απογειώσει ποιητικά. Όμως δε λείπουν τα παραδείγματα που επιβεβαι-
ώνουν τη δεξιότητα του ποιητή να συμπυκνώνει τον λόγο και να υποβάλλει με
τη φωνή του κρασιού, με τη συμβολή της μεταφορικής προσωποποίησης και
του πολύσημου υπαινιγμού, πράγματα που παραπέμπουν στα ανθρώπινα,
πάντα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίχορδου ποιήματος (με 5+7+5 συλλα-
βές), χωρίς να λείπουν οι χαλαρώσεις στο ιαμβικό μέτρο: « 0 νους πετάσιν /
Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα».

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,(2012)

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,

Με το νέα δεύτερο βιβλίο του ο Παναγιώτης Νικολάίδης (γενν. 1974) επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τη γραφή που εγκαινίασε με την πρώτη συλλογή του γοητευμένος και από τις Στιγμές του Μόντη: επιμονή σε ολιγόστιχα ποιήματα, που συνήθως δεν ξεπερνούν τους δυο ή τρεις στίχους, αποφθεγματικότητα έντονη αφαίρεση και συμπύκνωση του λόγου, αξιοποίηση του κυπριακού ιδιώματος, καίρια και ακαριαία διατύπωση ή απροσδόκητη εικόνα (λ.χ. «με μια ζαριά ο θάνατος / παίρνει τη μάνα»). Υπάρχουν, όμως, και κείμενα που καταλήγουν στον ερμητισμό, στη φραστική επιτήδευση, στη λεκτική αφασία. 0 νέος αυτός ποιητής δείχνει ότι διαθέτει αρκετές δεξιότητες, που θα τον βοηθήσουν να γράψει πιο απαιτητικά ποιήματα. Θα θέλαμε, πάντως, πιο ανεπτυγμένα ποιήματα, που να παρέχουν στον αναγνώστη περισσότερα αντικλείδια του ποιητικού πυρήνα, χωρίς να ξεχειλώνει, βέβαια, η σπίθα της έμπνευση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Φιλόξενη ξενιτιά

Αν χρειάζεται να ξενιτευτεί κανείς για να ακούσει «τις παλιές/ φωνές», το παρελθόν, να διασώσει μνήμες, ίσως και τη συλλογική συνείδηση, ποια είναι η «ξενιτιά» στην οποία θα κατέφευγε για την εκπλήρωση του οράματος, και ποιο το μέσο για την προσέγγισή της; Με όχημά του «ένα φωνήεν» και τον χρόνο ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, στην ποιητική του συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», διασχίζει μονοπάτια της σκέψης και ψυχικές διαθέσεις, αξιοποιώντας τα φώτα ομίχλης που του παρέχει η ποίηση, κι ας υποκρίνεται εκείνη πως «λυγίζει/ την όραση/ καθώς κρεμμύδι»:

________________________________________
* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 367, 16/5/2013.
μέσα από τη θολή, ομιχλώδη της ατμόσφαιρα, υπερβαίνοντας τις αισθήσεις και τις εμπειρικές αποτυπώσεις, η ποίηση έχει άλλα μέσα για να διαλύσει την καταχνιά.
Συχνά, λοιπόν, τα φαινόμενα απατούν, οι παραστάσεις κατασκευάζονται και παραπλανούν. Μα «όταν/ δεν/ βλέπεις/ ακούς/ καλύτερα», σημειώνει ο Νικολαΐδης, αποκαλύπτοντας μέρος των μέσων με τα οποία η ποίηση διασκορπίζει τη θολούρα. Γι’ αυτό αφουγκράζεται «τις παλιές/ φωνές» ο ποιητής, γι’ αυτό αναμετριέται με τον χρόνο, μες στον οποίο είναι κλεισμένος, μα τον οποίο τον περικλείει κι εκείνος με τη σειρά του: «ο ποιητής κι ο χρόνος/ καιροφυλακτούν/ ο ένας μες στον άλλον». Η αμφίρροπη αναμέτρηση ενέχει κινδύνους, καθώς «οχιά ο χρόνος», σαν «Μάτι φιδιού», ενεδρεύει και φέρνει με το πέρασμά του κοντά τον θάνατο. Ο θάνατος, πάλι, παίρνει τη μάνα κι αφήνει πίσω του μόνο στάχτες. Ο χρόνος, ωστόσο, σε βάθος δομημένος, εμπεδώνει και την εμπιστοσύνη. Ανασύρει επίσης την ανάμνηση της μάνας, στην οποία καταφεύγοντας το παιδί καταπνίγει την ανασφάλειά του. Έτσι αναφύονται, σε αντίθεση με το σκοτάδι του θανάτου, η χαρά και το φως.
Το φως κερδίζει τις εντυπώσεις. Ο ποιητής επιμένει στο φως «σαν ράγισμα παλιό/ στον καθρέφτη», με σταθερότητα, σ’ ένα χάραγμα ανεξίτηλο, που δεν διασαλεύεται από τίποτα. Την κυριαρχία του φωτός την επικυρώνει το γεγονός πως «με φως σφαλίζουμε τα μάτια/ των νεκρών»: ακόμη κι απέναντι στο σκοτάδι του θανάτου, το φως επεμβαίνει απαλύνοντάς τον. Βέβαια, η αντιπαράθεση φωτός-σκότους είναι προαιώνια, κι ο σκοτεινός αντίπαλος διαρκώς επανέρχεται: «χρόνια εμπορευόμαστε/ το φως/ κι όμως σκοτάδι/ ασάλεφτο». Ο Νικολαΐδης, μάλιστα, εισάγει και μία προέκταση στην ανθρώπινη στάση έναντι του φωτός, η οποία φαίνεται να επιζητά την εμπορική εκμετάλλευση του φωτός, πέραν της ηθικής αγνότητας που αυτό εκπέμπει. Κι ίσως η πρόκριση της υλικής του λειτουργίας να ευθύνεται για την επάνοδο του σκότους, το οποίο παραμένει «ασάλεφτο», κι όχι «ασάλευτο», ακριβώς για να υπονοήσει τα «λεφτά», την επιδίωξη του χρήματος και της ύλης από τον άνθρωπο-έμπορο. Η κατίσχυση, επομένως, του φωτός δεν είναι αυτονόητη, παρά καρπός διαρκούς προσπάθειας, καρπός που ωριμάζει μόνο μέσα από την επίπονη αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ύλη από τη μια, και το πνεύμα με την ψυχή από την άλλη.
Ο προβληματισμός του Νικολαΐδη απέναντι στα πράγματα συχνά διανοίγεται προς δύο κατευθύνσεις, με την επισήμανση τόσο των θετικών, όσο και των αρνητικών λειτουργιών. «φύτρωσα/ στην πέτρα και στον φόβο», διαλογίζεται ο ποιητής, αντικατοπτρίζοντας στους στίχους του -ανάκληση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου «Κουβέντα με ένα λουλούδι»- τις αντιξοότητες, τη μοίρα της ελληνικής φυλής, μιας φυλής καλούμενης επί χιλιετίες να επιβιώσει σ’ ένα πετρώδες, άγονο τοπίο, υπό την επιβουλή ποικίλων άλλων φυλών που επιδίωξαν να την υποτάξουν, διερχόμενων από τούτο το σταυροδρόμι του κόσμου. Παράλληλα, όμως, από τον ίδιο προβληματισμό «φυτρώνει» η αισιοδοξία για τις ελληνικές αντοχές και την επιβίωση, που συντελείται έστω κι αν οι συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες. Η ανθεκτικότητα εκφράζεται και μέσα από τη συμπύκνωση του δίστιχου «χωρίς βροχή μεγάλωσα/ λιθάρι φως σκοτάδι».
Οι διαλογισμοί του Νικολαΐδη, αν και ζυμωμένοι από την ελληνική μοίρα και δη την κυπριακή – ο ποιητής είναι Κύπριος -, προσπερνούν τις διαχωριστικές γραμμές που θέτουν οι πατρίδες κι αγκαλιάζουν τον όπου γης άνθρωπο. «δίχως πατρίδα/ περπατώ στον χρόνο πόνο/ πόντο»: η πορεία στον χρόνο, αργή, προσεκτική, συντελείται βήμα-βήμα, «πόντο-πόντο», αλλά και «πόνο-πόνο», γιατί ο πόνος συχνά ορίζει την ανθρώπινη ζωή, καταργώντας τα σύνορα και την καταγωγή, κι εξηγώντας γιατί τούτη η πορεία είναι «δίχως πατρίδα». Εδώ όμως θα μπορούσε ίσως ο «πόντος» να σηματοδοτηθεί εντελώς διαφορετικά ως η θάλασσα, σαν μια διαφορετική, επίσης, πατρίδα του ποιητή και της ανθρωπότητας. Οι πολυσημίες του Νικολαΐδη οφείλονται σε σημαντικότατο βαθμό στη χρήση της γλώσσας από τον ποιητή: «στη γλώσσα μου/ κλίνεται η ψυχή// σ’ όλες τις πτώσεις». Αν κάθε γραμματική πτώση εκφράζει και μια λειτουργία, η ποιητική ψυχή όχι απλώς «κλίνεται» σε όλες τις πτώσεις, μα και περικλείεται σ’ αυτές, εκφράζοντας η ίδια ποικίλες ψυχικές λειτουργίες. Η ψυχή, συνεπώς, ορίζεται από την έκφραση, αλλά κι η έκφραση περικλείει ψυχή.
Η δεινότητα του Νικολαΐδη να αξιοποιεί την έκφραση προς την επίτευξη πολλαπλών νοηματικών σηματοδοτήσεων αναδεικνύεται στο τετράστιχο «με φυσικό αέριο/ ορύσσουμε/ ξανά/ την ιστορία». Η ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να προσλάβει το συγκεκριμένο ποίημα είναι εντυπωσιακή. Πρώτη ερμηνεία, εντελώς πρωτοβάθμια: το φυσικό αέριο, που εντοπίζεται στη νότια θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, παρέχει το φως που απαιτείται για ένα νέο ανασκάλεμα, για μια νέα προσέγγιση της ιστορίας. Δεύτερη ερμηνεία: η ιστορία προσπελάζεται και ερμηνεύεται εκ νέου μέσω της θεώρησης του ρόλου των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της διάθεσης που επιδεικνύουν ποικίλοι διεκδικητές τους προς εκμετάλλευση αυτών. Τούτοι οι διεκδικητές κινούν και τα νήματα των ιστορικών εξελίξεων. Τρίτη ερμηνεία: η εξεύρεση φυσικού αερίου και η προοπτική της αξιοποίησής του ωθούν μία χώρα να ξαναγράψει την ιστορία της, βελτιώνοντας την οικονομική και διεθνή της θέση. Η συγκεκριμένη ερμηνεία διαποτίζεται κι από τραγική ειρωνεία λόγω της σύγχρονης διάψευσης των προσδοκιών, της οφειλόμενης στις ωμές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι επέρχεται η διολίσθηση της ευλογίας σε κατάρα. Τέταρτη ερμηνεία: αντί να εξορύσσεται το φυσικό αέριο, με μία μαγική, αγαπημένη από την ποίηση αντιστροφή, εξορύσσεται η ιστορία. Η ιστορία μετατρέπεται στο πολύτιμο ορυκτό που πρέπει πάση θυσία να εξορυχθεί, ώστε να φωτίσει τα μελλούμενα, να μαρκάρει τους υφάλους, να αποτρέψει τις κακοτοπιές. Πέμπτη ερμηνεία: αν η εξόρυξη της ιστορίας συντελείται κομμάτι-κομμάτι, αν οδηγεί στην κατάτμησή της, στην παρανόηση αλλά και στην εξάντλησή της στον βωμό του κέρδους, τότε αφήνει πίσω της κουφάρια, νεκρή γη, πνευματική εκθεμελίωση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία επαφίεται στην ευαισθησία του κάθε αναγνώστη.
Γλώσσα, πνεύμα και ψυχή συνδιαμορφώνουν διαρκώς την ποίηση του Νικολαΐδη. Στο «δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε» του ποιητή, δεν περικλείεται απλώς η ιστορική εισβολή του «Αττίλα» στην Κύπρο και η αποτύπωσή της στο ιστορικό σύνθημα τού «δεν ξεχνώ» την εθνική καταστροφή· αποτυπώνεται συνάμα η κατάρρευση της μνήμης, η αποκοπή απ’ αυτήν, η αντικατάστασή της από κάθε ευκαιριακή ευκολία. Η διανοητική διαπίστωση του Νικολαΐδη συνοδεύεται από το ψυχικό μαράζωμα που επιφέρει η απάθεια, η αφασία. Η ψυχική δε τούτη αφασία βρίσκει τρόπο να αποτυπωθεί γλωσσικά με δραστικότατο τρόπο στο μονόστιχο αυτό ποίημα, που αποτελεί εντέλει έναν ευθύβολο ορισμό της σύγχρονης ανθρώπινης αλλοτρίωσης και, ακόμη ειδικότερα, της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική φυλή, ενώ επιβεβαιώνει και την ικανότητα του ποιητή να μιλά αποφθεγματικά.
Ο Νικολαΐδης πετυχαίνει με τη γλώσσα του ό,τι ακριβώς σχολιάζει στο ποίημά του «μ’ ένα σακί/ λέξεις/ ανεβοκατεβαίνω/ στον ουρανό». Οι λέξεις απογειώνουν, οδηγούν στον ουρανό, όμως και καταρρακώνουν, καταβαραθρώνουν, όπως αποκαλύπτει το ρήμα «ανεβοκατεβαίνω». Στην πτώση και στην άνοδο που ορίζονται από τη γλώσσα, η χρήση ιδίως του κυπριακού ιδιώματος επενεργεί κατευναστικά, μαγευτικά, τρυφερά: «έμπης τζ’ ο τόπος έφεξεν/ εστάξαν φως τα δέντρα». Η ντοπιολαλιά αποτυπώνει την αγνότητα της λαϊκής ψυχής, που εκφράζεται άμεσα, ειλικρινά, χωρίς περιστροφές, και που συμπυκνώνει, για μία ακόμη φορά αποφθεγματικά, τη λαϊκή σοφία.
Κάθε λαλιά, ωστόσο, διαμορφώνεται από τον τόπο μέσα στον οποίο ευδοκιμεί. Το τοπίο του Νικολαΐδη ανακαλεί τα ελληνικά τοπία του Σεφέρη, του Ελύτη και του Ρίτσου, με τον ανοιχτό ουρανό («ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού»), τις άγονες εκτάσεις («ξερολιθιές»), τις ξερικές καλλιέργειες («θημωνιές»), μα και τα θαυματουργά, ως εξόχως αρωματικά, φυτά («ρίγανη και θυμάρι»). Στη φυσιολατρία αυτή και στην ποιητική παράδοση των συγκεκριμένων τοπίων ριζώνει και η ποίηση του Νικολαΐδη, καθιστώντας σαφές ότι όχι μόνο η ντοπιολαλιά, αλλά και η ποιητική λαλιά διαμορφώνεται, επίσης, από τον τόπο. Ευνοείται, μάλιστα, κι εκείνη από τη σπάνια βροχή που αναζωογονεί το χώμα, επιστρέφοντας καταληκτικά την εύνοια στον ποιητή, καθώς γίνεται το ουράνιο τόξο του: πολύχρωμη, ανοιχτόκαρδη, μια ευρυχωρία μετά την καταιγίδα («το ποίημα/ δεν είναι αλήθεια/ δεν είναι ψέμα/ είναι το ουράνιο τόξο/ του ποιητή»).
Στον τόπο όμως τούτον, όπου σπανίζει η βροχή, πώς αντιμετωπίζονται τα καύματα, οι φλόγες; «όταν τα σύμφωνα φλέγονται/ ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», εξομολογείται ο Νικολαΐδης στο επιλογικό ποίημα της συλλογής του, προτάσσοντας μάλιστα ως μότο τη λατινική φράση «pacta sunt servanda», δηλαδή τα συμφωνηθέντα, τα σύμφωνα, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Οι φλόγες, κατά τον ποιητή, κατακαίουν τις συμφωνίες, τα διακρατικά ή ιδιωτικά σύμφωνα. Η ποιητική ματιά τείνει να επιστρέψει στην ιστορική θεώρηση που την απασχόλησε πρωτύτερα. Ο Νικολαΐδης, ωστόσο, μετατοπίζει τελικά το νόημα από τα συμφωνηθέντα στα σύμφωνα του αλφαβήτου, της γλώσσας. Η απουσία ήχου, η αλαλία που υποδηλώνει ένα σύμφωνο, θεραπεύεται από την καταφυγή στο φωνήεν: στον τονισμένο ήχο, στον ανοιχτό ήχο, στη συναισθηματική ανοιχτωσιά, την οποία ανακαλεί το ανοιχτό κλίμα και τοπίο, προηγούμενα αντικείμενα της πραγμάτευσης του ποιητή. Η ομιλία, η επικοινωνία υποδηλώνονται από τα φωνήεντα, η ίδια η ποίηση, σε τελική αναγωγή. Η διαφυγή όμως αυτή του ποιητή δεν παύει να είναι πικρή, εφόσον προκαλείται βίαια από την κατάλυση των συμφωνηθέντων, που καθιστά και τα σύμφωνα «φλεγόμενα». Γι’ αυτό και η διέξοδος δεν εντοπίζεται φυσιολογικά, παρά αποτελεί προϊόν ξενιτιάς: «ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν». Πρόκειται όμως για την πιο φιλόξενη ξενιτιά, γιατί, παρά την πίκρα της, επιφέρει εντέλει τη σωτηρία. Κι ίσως εδώ να εντοπίζεται κι η απαρχή για τη μετατροπή της ξενιτιάς σε μια νέα πατρίδα, την πατρίδα του λόγου, του προσωπικού ύφους, της ποίησης: «ύφος πατρίδα μου/ υφαντουργείς/ το ιώδες». Άλλωστε, η επικράτεια της ποίησης διαθέτει, προς μια αντίστοιχη μετατροπή, όλα τα εχέγγυα.
Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», Αθήνα 2012, εκδόσεις Πλανόδιον, σελ. 80.

Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Λυρικά επιγράμματα

Παναγιώτης Νικολαΐδης: Σαν ίαμβος καθρέφτης

Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινέςδιαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).

Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.

Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.

Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.

Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης.

* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.

.

ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ

155514_10150129389963047_6011304_n

 

Η Μαρία Θωμά γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αθήνα και θεωρία λογοτεχνίας στο University of Leicester. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Μια ιστορία για τον ουρανό, 2001 (Κρατκό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη της Κύπρου) και Καλωσόρισες στις Μυκήνες, 2008. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί στην Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, εκδ. Μανδραγόρας 2011 και στην έκδοση του περιοδικού της Κοζάνης «Παρέμβαση» Η Κύπρος και η ποίησή της σήμερα: Ανθολόγιο 50 + 2 ποιητών 2005. Κάποια ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα λιθουανικά, τα βουλγαρικά και τα γερμανικά και περιλήφθηκαν σε αντίστοιχες ανθολογίες κυπριακής ποίησης στις γλώσσες αυτές, ενώ άλλα έχουν δημοσιευτεί σε κυπριακά περιοδικά. Τρία ποιήματά της έχουν αποτελέσει έμπνευση για εικαστικά έργα (ζωγραφική, αφίσα, ξυλογλυπτική).

 

1-untitled-fr12-0002

1-untitled-fr12-0003

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ (2008)

 

Ι  ΣΒΕΣΗ

 

Σονάτα για τέσσερα πόδια

Τα χέρια σου είναι από μελάνι
το καθένα ξεχειλίζει κι από άλλο γοτθικό γυαλιστερό φτερό
τ’ αποτυπώματά σου παρεξέκκλιναν του σχήματός σου
όταν με έσπρωξες

Τα χείλη σου χαμογελούν μέσα σε κιθάρα με γλυκόκαμπτες χορδές
κι ευλαβικά κεράκια
οι ώμοι σου τεντώνουν καινούργιο σκουροκόκκινο σπίτι
με δραστήριο τζάκι κι οι καλεσμένοι μοιράζουν γελώντας ψωμί
στο τραπέζι, αρπίζοντας ψιθυριστά τ’ όνομά σου

Αλλά μόνο τα πόδια σου
μακρόστενα μαλακά ασπιρινόχρωμα
δέχτηκαν τα πόδια μου όπως το κουμπί η κουμπότρυπα
με την αφέλεια βατραχιών
την ώρα που σε θέρισε ο λαμπερός σου ύπνος

Όταν άνοιξες τα μάτια σου ο ήλιος πέρασε σε δεύτερη μοίρα,
γιατί δεν είναι αυτός μέλι ταυτόχρονα κι ελεύθερο μαύρο πουλί

Η ρίζα σου αναδεύτηκε με ξύλινο θρόισμα,
και με στήθος ορθάνοιχτο πετροβολεί η καρδιά σου
καστανά μονοπάτια, για σένα κύλησα απ’ την κορφή ως το δέλτα
του ίδιου πάλι παιδιού

Αλλά μόνο τα πόδια σου μ’ αναγνωρίζουν τώρα
μεγάλα και αστεία, δικά μας και τα τέσσερα
χαμογελούσαν, μοίραζαν φιλιά,
παρασύρθηκαν και ζεστάθηκαν στα αντίκοιλα
γάργαρου ζωντανού κλαμπ-σάντουιτς

 

 

Αίνιγμα

Κοιμήσου σείοντας τη στεριά κυλώντας πάνω
απ’ τα νερά μαζί με τον πουνέντε
Χωρίζοντας τα σύννεφα πουλί γαλάζιο γελαστό
ξημέρωσε αν επιπλέει στο γέλιο σου το φως
Κι ύστερα πάλι σπάσε σε άστρα νύχτωσε και κλάψε

 

 

Επικλινής αισθητική

Όπως γέρνουν τα πλινθόκτιστα ψηλά σπίτια
με το χρόνο και τον άνεμο στα πάνω μέρη

Όπως γέρνουν οι πύργοι υπό την πίεση της μάζας
κινδυνεύοντας να σωριαστούν και να πλακώσουν τους διαβάτες
και κινούν τη μνήμη συννέφων χώματος που ανεβαίνουν
σε αφήνω μέσα μου να γέρνεις προς τα κάτω

Όπως γέρνουν και τρίζουν οι παλιές καρέκλες
υπό το βάρος νέων φουριόζικων ανθρώπων
και τέμνονται τα πόδια τους διαγωνίως όσο λυγίζουν οι κλειδώσεις
αφήνω να χορεύουν τα μαλλιά γύρω απ’ το πρόσωπό μου

Όπως γέρνουν τα άλογα που κούρασε ο δρόμος
κι αφήνονται να πέσουν οριζόντια στο χώμα
βγάζοντας αφρό απ’ το στόμα
σε αφήνω μέσα μου να γέρνεις προς τα πίσω

Όπως σέρνονται τα κουρέλια από το σώμα των αστέγων
και γδέρνονται άρρυθμα στο χώμα

Όπως σέρνεται το παντελόνι μου μέρα με μέρα στο τσιμέντο
και σκίζονται από πάνω του λουρίδες σαν ταινίες κινουμένων σχεδίων
σαν κορδέλες σε μαγιάτικο στεφάνι
αφήνω μέσα σου το γδούπο της καρδιάς μου

 

 

 

ΙΙ Η ΤΥΦΛΩΣΗ

 

Juliette

Ο χρόνος είναι το πιο εύθραυστο κλαδί
μαδάει φυλλορροεί και σπάει
με την απόγεια αύρα
Κοιμάται ξεσκέπαστο
με ανοιχτά παράθυρα
το πιο φιλάσθενο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου

Κυλάει και κελαρύζει σαν ρυάκι
δεν περιμένει δεν ακούει
δεν αρκεί
Φλυαρεί και τρωγοπίνει
ξοδεύει και ξοδεύεται
το προστυχότερο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου

 

 

Πρωινή ευχή

Σήμερα το πρωί είδα στο δρόμο
ένα μαύρο περιστέρι
μου έχει λείψει το αμεγέθες
το ελαφρύ κορμί
η φυγή
Να ‘μουν το φως στα φτερά σου και
να φεύγαμε μαζί
ή το πιο σκούρο αβγό στη φωλιά σου

 

 

Παρτιτούρα για τέσσερα χέρια

Τα χέρια μου είναι σχοινιά δεμένα σε παράλληλους τοίχους
κίτρινα εσταυρωμένα αποκοιμήθηκαν
Χθες βράδυ τα ονειρεύτηκα να πέφτουν στους ώμους σου

Και θυμάμαι την παρατεταμένη κίνηση των χεριών
που άφηναν ραβδώσεις στον αέρα σαν διαμέτρημα φτερών
και τσάκισε ο αυχένας πέταξαν τα χοντρά μαλλιά μου
σαν μαύρο συντριβάνι σκίζοντας το πράσινο του λερωμένου ήλιου

Τρία χρόνια έβαλαν στα χέρια μου έναν έλικα πλοίου
Με περιέργεια κοίταζα και τον γύριζα αργά
με τη φορά που παίρνει στο νερό
για να τον φέρω στη ζωή
Αλλά πώς δίνεις ζωή με χέρια δεμένα

 

 

 

ΙΙΙ Ο ΘΥΜΟΣ

 

Καθόλου κυνικό συμπέρασμα

Απλό
Όσο το στροβίλισμα στίβας χαρτιών σε γραφείο υπουργού
Όσο η διδασκαλία φιλοσοφίας κι αισθητικής στο Πολυτεχνείο
Απλό κι εύκολο
Όσο η ανάλυση του συνδρόμου μπόρντερ λάιν
Όσο η εξεύρεση επιχειρημάτων για την ύπαρξη της ψυχής
Και του ορισμού της τέχνης
Απλό εύκολο και ευχάριστο
Όσο ο Επιτάφιος του Περικλή, η Πολιτεία του Πλάτωνα
Κι η Αποκάλυψη του Ιωάννη
Όσο οι παγκόσμιοι πόλεμοι κι η ανακάλυψη του ατόμου
Απλό εύκολο ευχάριστο κι απέριττο
Όσο το μπαρόκ το ροκοκό κι η ελληνιστική τέχνη του υψηλού
Όσο οι θρησκείες τα τοτέμ και το κουτσομπολιό στο χασάπη
Όσο τα κρεμοσάπουνα κι οι σαπουνόπερες το μεσημέρι

ήταν τελικά να μ’ αγαπάς

 

 

Πρόσφυγα Άγιε

Διαφώτισε με πάλι με ένα κήρυγμα
Τι εφόδια να κρατώ, πού να σταθώ
ενόσω οι κεραίες μου θα καταγράφουν το τοπίο
Με τα μαλλιά μου μακριά, αξύριστες μασχάλες
Όσο σεμνά και να ντυθώ θυμίζω κόλαση, το ξέρω
ψηλότερη, πιο ήρεμη κι ευγενική
απ’ όσο σε γυναίκες επιτρέπεις
Πες μου, γλυκά σαν παραμύθι, όπως
με μεγάλωνες στα γόνατά σου,
ο δρόμος που οδηγεί εκεί
είν’ ανηφόρα ή σκαλοπάτια και τι αρμόζει να φορώ
Πες μου πώς είναι ο Παράδεισος, τι χάνω
Αν χάνω, Πάτερ

 

 

IV Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ

 

 

Καλωσόρισες στις Μυκήνες

Ξεκινώ από σένα που έχεις παίξει με το χρόνο μου
Που μου έχεις προσφέρει μόνο ένα τοπίο με ματωμένες πολυθρόνες
Καταλήγω στα μέρη όπου είχες κρατήσει τους γοφούς μου
και κρατώ από πάνω τεντωμένο ένα σεντόνι από άστρα για
να μη σε δω

Ξεκινώ από σένα που κρατάς στο όνειρό μου το στήθος μου
Περιμένω ένα φύλλο να σαλέψει, ούτε καν να πέσει
Καταλήγω στο πρόσωπο μιας βιτρίνας με σπασμένο το τζάμι
και υποθάλπω εικόνες θολές που τους αντιστάθηκα χρόνια με
κάθε είδους όπλο και στρατό

Ξεκινώ απ’ τα μάγουλά σου που δαγκώνω στον ύπνο μου
από σένα που χαρτογραφείς το όνειρο
και υποσκάπτεις το στέμμα μου
γιατί έμενα μόνη με σένα όταν θύμωνες
γιατί σε υπηρέτησα πρωί βράδυ με ακούραστο χέρι
για να καταλήξω σε σένα που
δεν υπέκυψες ποτέ και δεν νικήθηκες
Δειλά ξεκινώ από σένα
και δεν βλέπω τέλος ή αρχή
μόνο το χορό του φόνου, τον κύκλο του αίματος στην πετσέτα
μου μια από τις λίγες μας νύχτες

 

 

Ticino

Είστε φύλλα που κιτρίνισαν και ζάρωσαν
μέσα σε μια μικρή αυλή σε άκρη πολίχνης
κι εγώ είμαι ο Τιτσίνο
λάγνα κρυμμένη κραυγή με μικρή αμμουδιά
ξυπνώντας απ’ τον ξύπνιο μου

Όταν κλαίτε αγριεύετε ονειρεύεστε
γράφετε τραγούδια και κεντάτε αστέρια
μα εγώ, ο Τιτσίνο, γιατί να συνθέσω,
όταν είμαι τραγούδι

Με φιλούν σαράντα γέφυρες
το βράδυ σφύζω και σφυρίζω
εσείς είστε τα οράματά μου
κι εγώ είμαι ο Τιτσίνο,το αυτί και το μάτι σας

 

 

Η περίοδος

I. Το ναι

Το δοχείο γεμάτο ζωή
διασχίζει αχανείς πολιτείες
και με σώζει, ποτέ δεν αγάπησα όχημα όσο
το λεωφορείο που με απάγει
από εσάς, κι από εκείνη

Ποιο ίχνος μου ανήκει σε κουτί ανοιχτό
χθες με μάτια καμένα
πείτε μου, τι ζητούσατε από μένα

Η πρώτη σταγόνα είναι δική μου
η πρώτη
αίμα βελούδινο
θα σας τη στείλω σ’ ένα φάκελο, τι λέτε

Η δεύτερη είναι αίμα πρόσφυγα
η τρίτη ανανεώνει ένα ταξίδι από βωμό σε βωμό
κι ύστερα δεν θα πάψει να κυλά για επτά μέρες
Αλλά κανείς δεν μου εγγυάται κιόλας πως θα πάψει

Βάφω τα μαλλιά μου κόκκινα για την κηδεία
και φορώ τα κόκκινα καλά μου
για μια στιγμή πέφτουν πάνω μου όλα
ανελκυστήρες, βιβλία απ’ τα ράφια λόγω δονήσεων και τα κακά
λόγια που είχα πει για σας
ταυρομάχοι σε αρένες και καρχαρίες στις θάλασσες
στάζω αίμα, όσο κι αν πλένομαι
Σας αγαπάω κύριε, δώστε μου μια ευκαιρία

Αγαπημένο όχημα
Πόσες φορές με χτύπησες και μ’ άφησες αβοήθητη στο δρόμο
με νεκρώσιμη αγάπη
νεκρικό φιλί

Θέλω μόνο να θυμάστε κάτι από μένα στα γεράματά σας
επανάσταση δεν είναι η βωμολοχία
κι όπως εκφράζεστε εγώ δεν σας βρίσκω ιν
επανάσταση είναι η ευγένεια
όπως την εντοπίζετε στα μάτια μου
όπως την αφουγκράζεστε στις τονικότητες των λέξεών μου
Μη με ξεχάσετε κύριε
Τουλάχιστον στη μνήμη σας
δώστε μου μια ευκαιρία

 

 

Και επιτέλους

Είμαι εκδίκηση
επειδή ονειρεύομαι τα βράδια ένα δωμάτιο για μένα
με το κρεβάτι οκτώ δοκάρια, στενό
να μη χωράει ούτε εμένα μπρούμυτα ή ανάσκελα, χωρίς καν
στρώμα
και με τη σκέψη μου στα έπιπλα και στο φως τριών παραθύρων
σε μικρή πόρτα ξύλινη που ανοίγει σε δρομάκι

Είμαι εκδίκηση
επειδή δεν έγινα θυμός
επειδή γράφω σε χαρτί με κάθετες γραμμές χωρίς να νευριάζω
και να σκίζω
αναίμακτη εκδίκηση, επειδή έγινα άφοβη
άι
Δεν σε αναγκάζω ν’ ανακαθίσεις
αλλά δεν σ’ αφήνω να κοιμηθείς

σε ελευθερώνω
αλλά δεν σ’ αφήνω να σκεφτείς

Αγαπώ την εκδίκηση
Είναι μια πόρτα ανοιχτή που εσύ δεν μπορείς να διαβείς
αν δεν σε θυμάμαι
Ήμουν εκδίκηση
ως γυναίκα με δυο στόματα
και σφαιρική φιγούρα του Μιρό
όψη πολύπλευρη κι αυταρχική

Ήμουν εκδίκηση
στο Μπαρί Γκοτίκ έναντι άλλης γειτονιάς
και περιδέραιο σκαλισμένο στο λαιμό σου

Ήμουν εκδίκηση
που σε ερωτεύτηκα χωρίς να είσαι εσύ ο στόχος
που κοίταξα την Πράσινη Γραμμή χωρίς να κλάψω
αλλά δάκρυσα για κάποιο γράμμα ερωτικό
που μιλούσε για πόνο χωρίς να πονέσω

Εκδίκηση
που όσο κι αν με δίδαξες να σκέφτομαι σαν άντρας
πάλι συμφιλιώνω αντί να χωρίζω στη σκέψη μου
έννοιες ιδέες και καταστάσεις
για κάθε μικρό κήρυγμα που μου έκανες
λες κι ήτανε δίδαγμα μεγάλο
εκδικούμαι ξεπερνώντας το και αγαπώντας κάτι άλλο

 

 

 

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (2001)

 

Θέλω κι εγώ μια σελήνη
στο μαξιλάρι μου
να φωτίζει
τα κλειδωμένα μάτια
Δώσε μου τη σελήνη
να ‘ναι κρεβάτι μου
να μη χρειάζεται να γελώ
να μη χρειάζεται να υπάρχω

 

ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Διώξε τη λεηλασία από μπροστά μου
κι άσ’ την πίσω μου
πάρε τη λύσσα και τον τρόμο μου μακριά
Πάρε το πήλινο μου κέλυφος
με στενεύει και με γδέρνει όταν πάω να σηκωθώ
κι αφήνει πίσω ίχνος όταν σέρνομαι
και δεν μ’ αφήνει να εμπνέω σεβασμό
Φόρα μου κατάσαρκα φτερούγες
-δεν με πειράζει αν τσιμπάνε-
Χύσε μου κατάκαρδα πελάγη
-και μη σε νοιάζει αν κρυώνω-
να μη μ’ αγγίζει άλλο το κενό
μη με χλευάζουν άλλο τ’ άλλα αστέρια κυκλικά
πως πρώτα άκουσα μια ευχή κι ύστερα έπεσα στη γη

 

 

ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕ

Όσες αυγές δεμένες
ξημέρωσαν όλες μαζί
έκαψαν μια νύχτα ζωντανή

Επειδή μου είχες αφήσει
μια πληγή που μέσα της
το ερωτηματικό κρεμάστηκε
να γδέρνει η άκρη του
με λύγισαν

Αγόρασα ένα κόκκινο τετράδιο
υστέρα θυμήθηκα πώς σε είχανε
σκοτώσει
και δεν μπορούσα να το ακουμπήσω
κι ούτε μπορούσα να περπατήσω

Μέσα απ τα μαλλιά σου και τα γένια σου
ξεγλίστρησε το γαλανό του δειλινού
πως είχες έρθει στ όνειρό μου απ’ το πρωί
και με βοήθησε αυτό
σ’ ευχαριστώ

Ζωγράφισε μια ιστορία να κοιμηθώ
σου ζήτησα
Μου ‘δωσες ένα μυστικό τραγούδι
μα βάρυνε πολύ το στόμα μου
που το άνοιξα
Έπεσε κι έσπασε
Συγγνώμη

Ονειρεύτηκα το εξωτικό νησί
ένα πουλί με κόκκινα φτερά
έκοψε τον ορίζοντα
έσκισε τη ν κοιλιά μου
Έβηξες κι άλλαξες πλευρό
Ευτυχώς ξύπνησα
Άλλη μια νύχτα με όνειρα γλυκά
με περιμένει.

 

 

ΚΙΡΚΗ

Έχω στο κορμί μου κόμπους για αρθρώσεις
για να μπορώ να καλπάζω ελεύθερα
τα βράδια δεν κοιμάμαι πια
κάποτε ξαναστήνω λίγο λίγο
τα γυάλινα τείχη μου
Άλλαξα πορείες
αντάλλαξα γέλια φωνές
είμαι λευκή και φωτεινή
για να χύνομαι εύκολα σε ακτίνες
Δεν υπάρχουν κορμιά
που να μην κουράζονται
από ορμές κι επιθυμίες
Κοιμήθηκα πολλούς χειμώνες
κοιμόμουν και ξυπνούσα κλαίγοντας
έχω γαλανές φτερούγες
για να μπορώ να χάνομαι
πίσω απ’ τα σύννεφα

 

 

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Εκείνους
που τα πουλιά τούς εγκατέλειψαν
κι έμειναν μόνοι
και σιωπηλοί
ξεκίνα μια βραδιά
με την καρδιά γεμάτη
να τους φιλέψεις
ένα γλυκό
Με μια γλυκιά ευχή
ένα γλυκό σου λόγο
με μια ζεστή καρδιά
κι ας είναι κρύα τα χέρια
δώσε τους κάτι ν’ αγαπούν
και μια μαγική σκούπα
και μάθε τους
το γέλιο και το κλάμα της ψυχής
και μάθε τους
ανέκδοτα κι αστεία
που θα ‘ναι ακόμα εκεί
κι όταν θα ‘χεις φύγει
για να παίξεις κι αλλού
με τη φλογέρα σου

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Τι μουρμουρίζεις μεσ’ τη νύχτα
κλέφτη σκοτεινέ της λύπης
πώς είναι τα μάτια σου ανοιχτά
ως το μέτωπο
ξαφνικά, άνοιξαν σαν τον ήλιο
Νιώθω δυο χείμαρρους
στις πλαγιές του λαιμού σου,
ταξιδιώτη σκοτεινέ των αστεριών,
και τη σελήνη κομμάτια στα χείλη σου
θηρία που σωπαίνουν
περπατούν στις γωνιές του κορμιού σου
και φορείς αργά και τρέμοντας
σκοτεινή αστροθύελλα
προστατεύεις τα πουλιά
μεσ’ στις μασχάλες σου
κουρνιάζουν νυχτερίδες
στα γαλανά μαλλιά σου
πλανήτη σκοτεινέ της μοναξιάς
συνταξιδιώτη μου.

 

 

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Το φεγγάρι κοιμήθηκε
στην αγκαλιά του χειμώνα
χρόνια με είχε κράτησε, απ το χέρι
μα εγώ μια νύχτα Θέλησα να δω
να ξημερώνει

Κοίταζα μέσα απ’ το παράθυρο
το φεγγάρι που έτρεχε πίσω απ’ τα σύννεφα
το πρόσωπο σου το σκαμμένο με κοιτούσε
τα μάτια ταυ είχαν βαθουλώσει από το κλάμα

Από τότε έχω χάσει
τ’ αστέρια τον ήλιο τη θάλασσα
τώρα ταξιδεύω μ’ ένα στρόβιλό
και με κρατά από το χέρι η βροχή

 

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ

Εγώ πνιγμένη στο κρασί
πάω για ύπνο
κλείνομαι, κλειδώνομαι
μην καταλάβουν
από που γυρνώ

Εγώ φτιαγμένη από γυαλί
ολοένα πέφτω
σφίγγομαι, δένομαι
μην ακούσω
τον τελευταίο κρότο.

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήτανε φωτεινό το καλοκαίρι στο βυθό
κατέβηκες μια νύχτα και μου είπες
μια ιστορία για τον ουρανό
Άφησε μια τσουλήθρα ο φυσητήρας σου
και χύθηκαν στις φλέβες μου
αστέρια και μελτέμια
Οι εισπνοές σου είναι μεγάλες και βαριές
είναι ο ήχος του γαλάζιου
το χαμόγελό σου δεν κουνιέται, δεν αλλάζει
είναι η σιωπή του παφλασμού
Μέσα στις φλέβες σου χορεύει το αίμα σου
μέσα στα μάτια σου κυλά η εικόνα μου
κι ας μονοπωλεί τον τρόπο που συντάσσομαι στο χώρο
τρόμος πουλιού που έχασε το δρόμο
Απόψε έμαθε ότι δεν έχω κάπου να πιαστώ
να φτάσω να χαράξω να κριθώ
απόψε είμαι κιβωτός με αστέρια και μελτέμια
που χρόνια άντεξα να κουβαλώ χωρίς να ξέρω.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Θα ταξιδέψω αύριο
στα λιονταρίσια μάτια μου
όλα θα δείχνονται γυμνά
αλλά θα φεύγω
κυματίζοντας καλπάζοντας γελώντας
Στην κόκκινη στολή μου
τα τυρκουάζ φλουριά θα κουδουνίζουν
τα κοχύλια θ’ ακονίζουν τους ανέμους
κι η κουκούλα μου στην πλάτη
για να κραδαίνει η χαίτη μου τα σύννεφα.
Δεν θα δίνω πια χρησμούς
δε θα μιλώ για την αλήθεια
Θα έχω το όραμά σου πίσω
-ζεστό και ζωντανό, μα πίσω-
και μπροστά
το αμέτρητο το άχρωμο το κρύο
πιο ανοιχτό από άλλοτε
προκλητικά θα με ζητάει
κι εγώ θ’ αφρίζω θα δαγκώνω
και θα εκπυρσοκροτώ.
Αύριο θ’ αρχίσω απ’ το μηδέν
και δεν φοβάμαι
Το έχω ξανακάνει.

 

 

ΧΟΙΡΟΚΟΙΤΙΑ

Ονειρευόμουν
πως πετούσα
κι ας ήμουνα δεμένη με τη γη
Στο στενό σπίτι
τότε που δε μιλούσαμε
τότε που δεν μπορούσαμε
Όμως ζούσαμε
τόσο ανθρώπινα
με μόνη συντροφιά
τη λυγερή φωτιά που τρέκλιζε στη μέση
Το κοντινότερο μυστήριο
εσύ
ανώτερος απ’ αυτούς που θέλησες να φτάσεις
αν και είχες όπλα ταπεινά
τη βαριά σου αγάπη
μεσ’ στη βαριά σιγή
Μια νύχτα είπες να ρίξουμε
το φόβο στη φωτιά
και τις φτερούγες
τό κάνες δύσκολο για μένα να μισώ
κ; ενώ όλοι γύρω μάς κοιτούσαν
ξαφνιασμένοι
εμείς
αδιάφοροι μαζί
υπολογίζαμε
πόσο κρύα θα ‘ταν τ’ αστερία

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ

.

Η Ευφροσύνη Μαντά -Λαζάρου γεννήθηκε στη Κύπρο όπου ζει και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Από το 1995 έως το 2003 εργάστηκε με απόσπαση στην ‘Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του ‘Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ως συντονίστρια ειδικών προγραμμάτων στα Γυμνάσια και για παραγωγή παιδαγωγικού υλικού. Από το 2003 μέχρι το 2011 εργάστηκε ως συντονίστρια σε προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για τη Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας των σχολείων της Φανερωμένης στην Παλιά Λευκωσία.
Έχει εκδώσει μέχρι τώρα 5 ποιητικές συλλογές και 2 πεζά. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα διάφορα περιοδικά της Ελλάδος και της Κύπρου και μεταφράστηκαν στα Ιταλικά.
Για τη ποιητική της συλλογή Ο Νώε στη πόλη τιμήθηκε στη Κύπρο με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για εκδόσεις 2012

.

Εργογραφία

Ποίηση
Οι Μέρες Υφάντρες 0ι Νύχτες Γυμνές, Λευκωσία, 2002.
…σε έρωτα η θάνατο θα πάμε…, Λευκωσία, 2005.
Το Μέσα Φόρεμα, εκδόσεις Αφή, 2011.
Ο Νώε στη πόλη, Πλανόδιον 2012 Κρατικό βραβείο ποίησης Υπ. Παιδείας & Πολιτισμού Κύπρου
Ναρκοσυλλέκτρια,  Γαβριηλίδης  (2014)
Κρανίο Κύκλωπα, Εντευκτήριο (2019)

.

Πεζά
Χωρίς την Αριάδνη. Στη χώρα τον αυτισμού παρέα με την
ποίηση, Μυθιστόρημα, Γκοβόστης, Αθήνα, 2006.
Φίλε μου εγώ δεν είμαι σαν και σένα. Το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού,
Λευκωσία, 2006.

.

ΒΙΒΛΙΑ18

.

.

.

ΚΡΑΝΙΟ ΚΥΚΛΩΠΑ (2019)

.

Σαρκοφάγοι πολιτείες
Ποιοι Κύκλωπες, ποια άντρα, ποια γη αγεώργητη;

Αλλά
Θα μυρίσει η ζωή σαν πούδρα δροσερή
σε πληγιασμένη σάρκα

*

Κρανίο Κύκλωπα

Ανεμελιά πλάι στην όχθη ποταμού ξαπλώνει το ζωάκι της,
την τρυφερή της γούνα
θα ακουμπήσει μια μέρα το χέρι στο αλέτρι και
θα ξυπνήσει τον κορυδαλλό.
Πάνω από το χώμα της. Αργότερα, αργότερα η ταφή.
Τώρα ο ποταμός να φεύγει.
Το μάτι πληγή.
Μέσα στο αίμα καίγεται σγουρό κοπάδι ο κόσμος.
Όλα η αυθάδεια τα πήρε στη φωτιά της.
Στη χαραγή του τέρατος-ανθρώπου
στο γύρισμα που παίζει με τη γλώσσα του
τους γρίφους, τα αινίγματα, την ήττα
ένα λεπίδι φως σχίζει και σχίζεται, πονά και προχωρεί.

*

Γυναίκα και κοπέλα μου παλιά κι αγαπημένη,
στο φως σε κοίταξα μα στο σκοτάδι σε είδα.
Πιο τρυφερή από το αρνί λευκότερη από γάλα.
Θα σου χαρίσω έντεκα ελαφάκια για να παίζεις,
στα κυπαρίσσια και στις δάφνες να γυρνάς,
στα χλοερά λιβάδια.
Νερά θα έχεις και πηγές να λούζεσαι.
Θα μάθω και να κολυμπώ στη θάλασσα που αγαπάς.
Τα γελαστά δελφίνια της, τα σιωπηλά της ψάρια,
τα τριχωτά μου χέρια στη σάρκα τους τη νόστιμη.
Μην τα σκιαχτείς, ξέρουν να χαϊδεύουν.*

Γλυκύ χειμώνα σου υπόσχομαι.

Χιόνια θα ρίχνουν έξω μοναξιά —
Μέσα φωτιά θα σε παρηγοράει

*

Κρανίο Κύκλωπα:
Εκεί που δίχως βλέμμα οι κουρσεμένοι του θανάτου
το μάταιο σου τάζουν, τον αφανισμό μέσα στις τρύπες των ματιών τους
εκείνο έχει το χάραγμα μιας αυγής που μέσα φέγγει.
Το μέσα του σκοτάδι υγραίνει τώρα με παράπονο:

Φεύγουμε — μένουμε
στο ίδιο δίχτυ η ζωή, όμοια μια ψαριά βαραίνει.

.

.

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (2014)

Μου ακουμπάνε κάποια μυστικά
και μου λένε κράτησέ τα!
κι εγώ τρομάζω
γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα
που επιθυμώ να εκραγεί.
Καρφώνομαι στον τοίχο μια πινέζα κατανόησης
Κι εγώ θέλω να εκραγεί σαν ήλιος
να κάψει κι άλλα μάτια
ν’ ανοίξει κι άλλες καρδιές
να μιλήσουν κι άλλα στόματα.
Να μην είμαι μόνη.

*******

Φίλια στρατεύματα οδοιπορούν
σε τακτικούς διαδρόμους.
Ανιχνεύουν έγκαιρα όσα αποφεύγουν οι φρόνιμοι.
Κι εγώ τους παροτρύνω
να μαζέψουν λαλέδες και κυκλάμινα.
Πράγμα που δεν το έσπειρε ανθρώπινο χέρι
φόβο δεν έχει.

*******

Ιχνηλατεί μόνος ουσίες χημικές.
Είναι δικός του ο πυρετός ή του ξένου ποταμού;
Γνωρίζει όλα τα στοιχεία μα καλού κακού
παίρνει τις προφυλάξεις του.
Ένα ένα ξέχωρα τα καταχωρεί μη δέσουν και καρπίσουν ένα σώμα
μην ονομάσουν ένα πρόσωπο γυμνές πληροφορίες να μένουν
τη θερμοκρασία του νερού τα ρεύματα και την ανατριχίλα του
το πέταγμα ενός πουλιού, το βύθισμα μιας πάπιας, τα υπολογίζει
το φως μιας φέτας φεγγαριού
μια φυσαλίδα τέτοιων αντιλήψεων,
μέσα της εισπνέει το παρόν. Μόνος.
Εκπνέει.

*******

Τα βράδια μεταφέρω τη σιωπή από τον τάφο μου
στο κρεβάτι μας. Εσύ δεν το νιώθεις ευτυχώς!
Κοιμάσαι όμορφα.
Κι εγώ δραπετεύω στη συλλογή με τα κτερίσματα,
(σ’ αγαπώ αλλά πιο πολύ κοιτάω τη θλίψη μου)
πήλινα πουλιά, ξύλινα αλογάκια, μυροδοχεία
και αγγεία χρήσιμα για τη δουλειά.

Έζησα όπως ο στρατιώτης το χαράκωμα.
Μια λεπτή σιωπή μας χωρίζει κι εσύ την αναπνέεις.
Μια λεπτή σιωπή μας ενώνει στο κρύο φυλάκιο μου.

*******

Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων
μπαίνω στο ναρκοπέδιο
ελπίζοντας πως όταν βγαίνω
κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Κομμάτι το κομμάτι
μια μέρα θα βγω σώος.

*******

Μα εγώ θέλω να τραγουδώ
αλλά το κύμα της φωνής επηρεάζει
τα συρματόσχοινα στο ναρκοπέδιο
κι ένας μικρός, ελάχιστος κραδασμός
μπορεί να είναι και το τετέλεσται.
Μα εγώ θέλω να τραγουδώ σαν άνθρωπος
και να σφυρίζω καμιά φορά σαν αλήτης
μαζεύοντας λουλούδια και καρπούς από τους κήπους

*******

Ας είναι μια μέρα δίχως κίνδυνο
να ξεδιπλώσω τις αστραπές μου
όπως μια φωταψία καλοκαιρινή στον ουρανό
σαν να γιορτάζω αθώα το αναστρέψιμο.

*******

Ας είναι μια όμορφη μέρα.
Με τα πουλιά της, με τα δάση και τους δρόμους της,
με τα εργόχειρά της.
Ο μόνος συναγερμός ας είναι ο ήλιος της

*******

Ας είναι μια νύχτα δίχως κίνδυνο.
Να ξεδιπλώσω τη λύπη μου φοδραρισμένη
με τα ρετάλια του θυμού και του φόβου μου.

*******

Ας είναι μια όμορφη βραδιά
με τα αστέρια της, με τα φεγγάρια και τα μονοπάτια της,
με την ανάπαυση της.

*******

Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή•
πότε της μάνας μου πότε του παιδιού μου
πότε της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης
που άφησα πριν χρόνια,
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή,
την ψυχή μου.
Μπαίνω με όλη μου τη μοναξιά στο θάνατο.

*******

Ο ύπνος είναι μια παράκαμψη ακόμη.
Τα όνειρα αφήνουν στη φάτνη μου
τα φάρμακά τους:
πότε τα δώρα
πότε τα ξόρκια
πότε τα δηλητήρια.

*******

Έτσι όπως ξύπνησα ένα πρωί κι ήμουνα μια ψυχοσυλλέκτρια
έτσι βρέθηκα πάλι γεμάτη
σαν το λαγήνι πλήρης•
θέλεις τα δάκρυά μου ήτανε, θέλεις το αίμα της καρδιάς μου,
ή παίζει παιχνίδια ο νους αρπαγμένος σε όνειρα
πάντως γέμισα ξανά
φροντίδες, έρωτες, συντροφιές,
δουλειές και μεροκάματα.

*******

Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
— Αμήν!

.

.

Ο ΝΩΕ ΣΤΗ ΠΟΛΗ (2012)

(ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)

.

Οι εφτά πληγές της γειτονιάς αιμάτινο

.

Κόκκινη πληγή.

Κλείνει την πόρτα του κάθε αυγή. Τον διώξανε
απ ’ το χωριό, γιατί ξεμυάλιζε τους άντρες.
Έκθαμβος μένει τώρα, εδώ, όπου τον δέχονται,
με τις μελαγχολίες του και τα ξεσπάσματά του,
ζωγράφοι, ποιητές και φοιτητές. Όταν
οι άντρες τον παίρνουν στο κρεβάτι τους,
ανοίγουν κόκκινοι κρουνοί τα μάτια του, διψασμένα
γι αγάπες και τρυφερά συντροφέματα.

.

Άλικο τριαντάφυλλο.

Είναι οι πέντε χλωμές γυναίκες κάτω από το
φώς του φεγγαριού σαν ιερό μυστήριο. Τα
τριάντα ροδοπέταλα ανοίγουν αίφνης σαν το
χάχανο, το φτύνουν κατάμουτρα και περιπαι-
κτικά, καθώς τις λούζει το φανάρι της μαύρης
λιμουζίνας. Τις μαζεύει και φεύγει. Μια κηλίδα
μαύρη απομένει, το βλέμμα της ηδυπάθειας,
ώσπου να το καταπιεί η ξαναμμένη ανάσα του
αέρα. Το άλλο πρωί εκεί στο ίδιο πεζοδρόμιο
πριν σωπάσει για πάντα κάτω από
τα πρώτα βήματα, ανθίζει κάτι, πού αν
προλάβαινε να γίνει αχός, θα ήταν η φωνή ζώου
πού πονάει κι αγνοεί την αίτια.

.

Μαύρα απόνερα.

Απόβλητα της νοικιασμένης τρώγλης ραίνουν
τις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Οι αλλοδαποί
εργάτες γυρίζουν έξω, όταν δεν εργάζονται,
και κλειδώνονται μέσα τις ελάχιστες ώρες
πού μοιράζονται με τη σειρά κρεβάτι, φώς,
νερό και κάθε πρώτη του μηνός το νοίκι.

.

Παρακμιακό καφενείο.

Ξενυχτά μοναχικό. Κρυφοί παίκτες σε κρυφό
δωμάτιο. Σκληρότερο το πόκερ στις αμυχές
των πληγωμένων σπιτικών τους. Όμως άλλο
παιγνίδι από την μπλόφα δεν γνωρίζουν κι
έρχονται κάθε βράδυ εδώ. Οι ίδιοι πάντα παίκτες.
Καφέ-μπαρ σκάκι, βιβλία, πίνακες και
ποτά, λικνίζεται φωτισμένο. Ποιά μουσική ν’
ακολουθήσει και τι ταξίδι ν’ αρμενίσει; Οι
θαμώνες νυστάζουν, μα φοβούνται τον ύπνο,
που όταν έρχεται δεν φέρνει δώρα. Σαν
πεθαμένος Αϊ Βασίλης ενός άλλου αιώνα.

.

Ένα ζευγάρι.

Πίσω από την κλειστή πόρτα ενός παλιού
σπιτιού γερνά τίμια κι άπλα με τούς ειλικρινείς
τρόπους της ρυτίδας. Στο αχνό φωτισμένο
παράθυρο φέγγουν οι δυο τους πλάι πλάι,
όπως οι λαμπάδες στο μανουάλι της γειτονικής
εκκλησιάς. Λιώνουν.

.

Γυναίκα παλαιάς κοπής.

Ψιθυρίζει μέσα της σαν προσευχή πώς δεν
μπορεί, κάπου δύο άνθρωποι θα κοιμούνται
αγκαλιά, αιώνια ερωτευμένοι. Όλο και πιο
σπάνια συναντά ζευγάρια στους δρόμους.

.

Ούτε ένα μωρό δεν γεννήθηκε φέτος εδώ.

Κανένα φαρμακείο δεν διανυκτερεύει. Μια
μέρα δεν θα υπάρχει και κανένας για να πεθάνει
εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά.

 

 * * *

Όταν η πόλη χασμουριέται οι αυταπάτες της
απλώνονται όπως ο ουρανός.

Η ίδια θλίψη κάθε βράδυ φέρνει τους χαρούμενους
νέους στα μπαρ, στα θέατρα, στα σινεμά,
στα καταγώγια ή στην πλατεία. Είναι η
αγάπη τους γι’ αύτη την εγκατάλειψη φιλί
της νεκρανάστασης κάποιου χαμένου ονείρου,
ξόρκι δικής τους λύπης.

Έρχονται οι ξέφρενες ερωμένες κι έχουν τα
χαϊδεμένα μαλλιά τους λυτά .Έρχονται να
εκδικηθούν τον προηγούμενο αιώνα για τις
αρραβωνιαστικιές και τις μικρές μανούλες, που
έγιναν σεπτές τοιχογραφίες, ξαφνικά στα
κλειστά τους δωμάτια. Πέθαναν πιστές στη
λάτρα των σπιτιών, υπηρετώντας άρρωστες
μητέρες και καρτερώντας αγαπημένους κι
αδελφούς από αρχαίες μάχες.

Τι όμορφα που ήταν τα νυχτέρια μας λέγανε
στα τελευταία τους κι ήταν σαν να λέγανε τι
όμορφα που ήτανε τα νιάτα μας . Έτσι καθώς
μέχρι προ τίνος έσβηναν το νέον και το
ηλεκτρικό και πήγαιναν ύστερα να ονειρευτούν
κοντά στο φως της λάμπας. Άλλες βυθίζονταν
μαλακά στη θάλασσα τού ύπνου κι άλλες
διώχνανε μακριά το πνιγηρό μαντίλι του.

Ό βόμβος της ανησυχίας έκανε φύλλο και
φτερό τα κεντημένα προικιά τους και τίποτε
δεν βρήκε. Θρυμμάτισε με κρότο τη γυάλα
τους όπου πολύ σπαρτάρησαν. Μια φουρκέτα
χρειάζεται το γυαλί της λάμπας πετρελαίου
κι αντέχει όλη τη νύκτα τη φωτιά ώσπου να
ξημερώσει.

Έφυγαν με τούς κεντημένους ήλιους, τα λουλούδια,
τα φεγγάρια, τα στεφάνια, τις υποσχέσεις,
φορτωμένα μπαούλα, και με τις λίστες
του μπακάλη, τα ορνιθοσκαλίσματα των παιδιών,
τη χλωρίνη στα σφουγγάρια, αχτένιστες
αφρόντιστα μαλλιά χωρίς φουρκέτες.

Δεν ήτανε σπουργίτια τα χρόνια που σκορπίσανε
με μία ντουφεκιά. Φορέσανε τή μαύρη
κάπα τους και πήγαν να αποικίσουνε τη χώρα,
όπου κάνεις δεν έχει ακουστά ούτε το
όνειρο ούτε τον εφιάλτη.

Ένα κορίτσι δεκαεφτά χρονών αγκίστρωνε
στον ουρανό το απόγευμα της πόλης. Βάδιζε,
μια φορά, ανάλαφρε, σαν ελαφίνα, στο
Μακρύδρομο, ανάμεσα σε κόσμο πού ψώνιζε ή
έκανε απλά έναν περίπατο. Στεκόταν κάθε τόσο,
άφηνε κάτω μια κούπα με χρωματιστό υγρό,
μ’ ένα λεπτό καλάμι έπαιρνε και φυσούσε
μπουρμπουλήθρες. Εκείνες έσκαγαν όμορφα
γύρω της έσβηναν στον αέρα. Πόσο να ζει
μια μπουρμπουλήθρα; Ανυποψίαστη συνέχιζε
τη μελέτη της.

Μα ποιος θα ερχότανε να αναστήσει τη ζωή
αν ό ίδιος δεν ήτανε βαρυπενθής;

Μικρά ξενοδοχεία μακιγιάρονται στο φώς
των φαναριών, συμμορφώνουν τις παλιές
δαντέλες τους στις πλάτες του αιώνα.
Προσφέρουν στα ζευγαράκια έρωτα δίχως όνειρα.
Εκεί παραπλεύρως σε διαμέρισμα πωλούνται
κι αγοράζονται γυναίκες, όπως άλλοι πουλούν
κι άλλοι αγοράζουν το κρασί ή το νερό,
γρήγορα αυτοκίνητα ή πίνακες και υπερτιμημένα
ένα επώνυμο παλτό. Εύκολα ρωτάει κανείς
κι εύκολα απαντά ποιός και γιατί αγοράζει
ένα παλτό, ποιός το πουλά και πόσο.

Φυλάκια φυτεμένα στη μεσοτοιχία των
συνοικιών, στρατιώτες που τους ξέχασαν από
τον τελευταίο πόλεμο. Ένοπλοι φοράνε τη
διεκδίκηση σαν τα φτωχά αποφόρια. Ένθετοι
σε τοίχους που συνορεύουν με σπίτια της χαράς
—θεραπευτήρια μελαγχολίας υπόσχεται
μια ταμπέλα— μπαράκια, μουσικές σκηνές,
και ξυλουργεία, τσαγκαράδικα, εργαστήρια,
παλιά τυπογραφεία. Το μαύρο αίμα των φονικών
σκεπάστηκε με κίτρινα ούρα μεθυσμένων
και εμετούς των μελαγχολικών. Οι γάτες
παίζουν με κάδους σκουπιδιών. Δίπλα τους
καταρρέει ο πλίνθος κι οι αιώνες. Ξύλινα
δοκάρια, αντιστηρίξεις. Απαγορεύεται η
διέλευση οριζοντίως και καθέτως, σταυρωτά, σε
όλους, δίχως εξαίρεση. Στην αποσύνθεση
όλοι και όλα γίνονται ένας πολτός, μια λάσπη,
και μέσα της δεν διακρίνεις τούς φόβους
χωριστά του καθενός.

Αν αύριο άνθιζε εδώ ένας τριανταφυλλόκηπος,
αν έτσι γίνονταν, τότε ό φαντάρος ορκίζεται
αδιαλείπτως να προσεύχεται. Τώρα
σφυρίζει σαν να κρατάει τσίλιες σε κόλπα
λωποδύτη. Αστείος τρόπος να περνά τις μέρες
και τις νύκτες του, αριθμεί τις βίζιτες άγνωστων
αντρών στο διπλανό μπορντέλο, χρονομετρεί
την κάθε μια τους, σημειώνει σε τοίχους
αριθμούς, συγκρίσεις, και διακόπτει σαν
έρχεται η έφοδος, το σύνθημα, τό παρασύνθημα.
Έχει μια μόνη αντίρρηση. Να του φέρουν
πάραυτα έμπροσθεν του μια έστω μόνη
ανυπεράσπιστη ζωή. Όμως δεν βλέπει άλλη εκεί
εξόν από τη δική του. Το βράδυ, αργά πολύ,
αφήνει κάτω το όπλο του και φεύγει μέσα σε
πηκτή καραβίσια μοναξιά ακολουθώντας
εθιστικούς καπνούς.

.

.

Το μέσα φόρεμα (2011)

.

ΤΟ ΜΕΣΑ ΦΟΡΕΜΑ

Καθόλου δεν μου μοιάζει
αυτή που συναντήσατε προχθές.
Εκείνη έφευγε.
Εγώ ερχόμουν.
Επέστρεφα με ένα χαμόγελο ασφοδέλους.
Μη μας τρομάζεις, είπατε όλοι σας.
Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο
από τα χείλη πού πόνεσαν θανατηφόρα.
Έτσι καθώς ανοίγει η καρδιά και πάλι σαν πρώτη φορά.

.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΦΑΝΤΗΡΙΟΥ

1

Με την αναπνοή της πάλλευκης σιωπής
στο φως ανεβαίνει το σώμα χρυσίζοντας
ανατολή μου ρόδινη, μεταξωτό σε τυλιγάδι.
Τον κόσμο τον υφαίνουνε τα μάτια
σαν γάτα πού κοιμάται στα λουλούδια μας
τεντώνεται ξυπνώντας από όνειρο ή ζωή.
Ο κήπος με τ’ αγάλματα γέμισε πεταλούδες.

Στο φώς ανεβαίνει το σώμα χρυσίζον
τσαμπί από μέλι που ο έρωτας πυκνώνει στις κηρήθρες του

και η ψυχή ψιχίον πέφτει στο δισάκι.

Είπα το σύννεφο που διασχίζω, χρόνο.

.

5

Όλοι καθόντουσαν φρόνιμα
κανένας δεν ήθελε
μία αταξία ακόμη στο κεφάλι του.
Αρκετός μπελάς ήταν κιόλας η νύχτα.

Όταν ξημερώσει…
Θα περάσω στη σάλα
με όλα τα φώτα αναμμένα
λαμπεροί πολυέλαιοι κρύσταλλα λόγια.

Πες μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, άλλα πώς απλώνουν το χέρι τους μες την ακίνητη ζωή μας.

Θα γλιστρήσω στην έναστρη νύχτα
που στρώνεις κρεβάτι
στην άφεγγη βραδιά των ματιών σου
γυναίκα ο πόθος σου
θα ξημερώσω το φώς σου.

Πες μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, άλλα πώς νιώθεις το αίμα τους όταν ξυπνάμε.

(Brighton, Αύγουστος 2006.)

.

6

Με χαράζουν οι μέρες
η ακτίνα του μέτρου τους
ήλιος ήλιος και φως.

Γυρεύω τον ίσκιο μου σαν παιδάκι πού παίζει
ατά μεγάλα τετράγωνα στης αυλής μας τις πλάκες
τοπία εγγεγραμμένα στα εμβαδά των ονείρων μου
τρέχουν με την ταχύτητα τρένου πού φεύγει.
Διπλώνομαι διπλώνομαι και πιάνομαι
κάτω από τον ειρμό των καπέλων μας συνημμένο
χαράζω τούς κύκλους
η ακτίνα του μέτρου μου με τρυπάει.
Έτσι, μάλιστα χωράει!

.

ΕΝΤΟΣ ΠΟΛΕΩΣ

II

Αύτη η πόλη μόλις που στέκεται στην όχθη της νεροσυρμής.

Καμώνεται πως είναι όμορφη και νέα
πως έχει το μέλλον λαμπρότατο
το τυχερό της, καμαρόπορτα μπροστά της.
Αδειάζει όλα τα σπίτια της σαν πρωινά απορρίμματα
που τα συνεργεία του δήμου μαζεύουν αδιάφορα.

Ερωτευμένη ταξιδιάρα
στέκεται σε σταθμό αναμονής ονείρων.

Ταχείας εκπληρώσεως συρμοί…
Εγκιβωτίζεται και σέρνεται σε σιδηροτροχιές.
Πραμάτειες οι έρωτές της και μηχανές
την εμπορεύονται προεκλογικά και άλλα συνεργεία.

.

IΙΙ

Στην πόλη αυτή θα ζήσουμε μοναχικά
καθένας με τους έρωτες του.
Καθώς τα λάβαρα και οι σημαίες αποσύρονται δια παντός
αφήνουν τον ουρανό ελεύθερο
να κοιτάξει στα μάτια
καθένα χωριστά
να σκύψει να ονοματίσει
όπως κοιτάζει η μάνα το νεογέννητο.

Μια νέα δόξα κυματίζει, αίφνης μεταξένια
στα σφριγηλά στήθη μιας γλυκιάς αγάπης νέας.
Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.

Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

(Λήδρας, Μάιος 2006)

.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ

.

1

Με φυλακίζουνε τα όνειρα μου
τις νύχτες βγάζουν μάτια κλαδιά
περικοκλάδες αναφιλητά.
Αδύνατο, σου λέω, να γλιτώσεις από όνειρα
σχέδια ανεκπλήρωτα
που τα έκανες εαυτό σου.
Βγάλε το δέρμα σου αν χρειαστεί
να τα διαχωρίσεις.
Εκείνα όνειρα να σε ντύνουν
να ξορκίζουν το φόβο σου
κι’ εσύ…
Κοίταξα βαθιά στα μάτια σου
και σε είδα.

.

2

Μόλις συνάντησα τον εαυτό μου.
Τι κρίμα πού του αντιστέκομαι ακόμη.

Είμαι κοχύλι στην έρημο της κλειστής καρδιάς σου
γίνομαι κορυδαλλός στο κλαδάκι της αγάπης σου.

.

11

Γυναίκα στη θάλασσα.
Κοιτάζει -θαρρούνε- τον ορίζοντα,
καράβια και ναύτες φευγάτους.

Κλαίει- θαρρούνε- αποχαιρετισμούς.
Θανάτους.

Κι’ όμως αυτή κοιτάζει δίχως έγνοια
τον πλάνητα μοναχικό της εραστή.
Με το παραδεισένιο φως πού κόσμους
δεν χωρίζει στα μαγικά της μάτια
λούζεται σε αφρούς ψιθυρισμάτων,
παραδίνεται στην αύρα των ονείρων του.

Κι’ αγαπιέται αξόδευτη ομορφιά πάλι και πάλι.
Γυναίκα.

(Αμαθούς, 2006)

.

19

Μπορεί να είναι η αγάπη σου
αυτά τα πλαγιασμένα κρίνα των λέξεων σου
αυτά τα λινά και βαμβακερά πουκαμισάκια
για το καλοκαίρι μας.

Μπορεί να είναι η αγάπη σου αυτές οι ανθισμένες ομπρελίτσες
πού σφυρίζεις με ανεμελιά σκέπη τη σκέπη τους μες τη βροχή
καλά να μας φυλάξουνε στεγνούς από το παγωμένο αιφνίδιο.

Θα σου χαρίσω μια σφενδόνη, αν μάθεις να κελαηδάς.
Για να μπορείς να κυνηγάς μακριά μου,
τα όνειρά σου πού νυκτοπορούν.
Φορούνε κίτρινες κάλτσες, πράσινα ζεστά κασκόλ,
παπούτσια γεμενιά στις σκανταλιές τους
και πολιορκούν τις τρυφερές εκφορές της αγάπης μου.

Αλλά, αν μάθεις να κελαηδάς τα όνειρά σου που υπνοβατούν,
θα γίνουν ματοτσίνορα στα γελαστά μου μάτια.

.

21

Όταν ήμουν παιδί επινοούσα νέες χώρες
τούς έδινα μέσα μου ονόματα μυστικά
στη σιωπή του πλήθους απαντώντας
τραγουδούσα τούς φθόγγους τους.
Έτσι το έκανα, σας λέω, για παιγνίδι
για να έχει περιπέτεια το μάθημα της Γεωγραφίας.
Τώρα στη μοναξιά μου σκέφτομαι, καμιά φορά
πώς μια μέρα οι χάρτες μου θα σας φέρουνε κοντά μου.
Αν ταξιδεύονται τα όνειρα άλλων.

.

22

Όλα ταχτοποιούνται.
Ή σκόνη επικάθεται.
Ψηφίζω αναστάτωση

.

ΤΟ ΤΡΙΜΜΕΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Το τριμμένο πουκάμισο

(Έρχονται βροχές).
Στο κατώφλι μιας άνοιξης
προβάλλει ο κοκκινολαίμης τη γραφίδα
μιας μέρας που θα ζήσει στη φαντασία του ουρανοί).
Ακόμη κι’ αν σου λέει «καλημέρα»
με τη φωνή που έχουν τα πουλιά
μέσα από τή φωλιά πού έφτιαξε στον κήπο σου
εσύ πάντα θα προτιμάς το όνειρο.

(Έρχονται βροχές).
Σκεπάσου, αγάπη μου
με το τριμμένο πλεκτό της αδελφής σου.
Έχει ζήσει όλες τις ανάσες του πάνω στην πλάτη της
ζεσταίνοντας κόκκινο αίμα.
Κοιμήσου Έρχονται βροχές!

Όλως τυχαίως ό ουρανός μας πλαισιώνει.
Γιατί λοιπόν να μας εκπλήττει ή ιδέα
να ζούμε με τον ίδιο τρόπο
την απάτη της χλωροφύλλης
στα κεντημένα τετράδια και στην οθόνη.
Τα χέρια άφηναν το πλεκτό στην πλάτη
αφήναν το ψωμί στο φούρνο, το γλυκό στο κουτάλι
όπως αφήνον τώρα

τα γράμματα, τις συλλαβές και τις λέξεις.

.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κι’ όταν νυχτώνει όμορφα
ο ήλιος ξενυχτάει αθώρητος.
Το τρυφερό του φως ατό παραθύρι μου ακουμπάει
στρογγυλό σημάδι της αγάπης μου.

Το ζήτημα είναι αυτό:
Να αγαπώ αθάνατα και θαμμένη στο χιόνι της έρημου
να μπορώ ν’ αγαπώ κι’ εμένα κι’ εσένα χαρούμενα.
Το τι θα κάνεις και για ποιους είναι η δική σου νύχτα.

Δεν μπορεί κάτι θα έχει να σε ντύσει.

Γυμνός δεν έμεινε ποτέ κανείς
ούτε κι’ ο θάνατος ούτε και η αλήθεια.

.

.

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΡΙΑΔΝΗ (2006)
(Απόσπασμα)

.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ
ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΣΙΩΠΗ… ΣΙΩΠΗ… Ακόμη μια φορά σιωπή…

— Να ήξερα τι σκέφτεσαι, τι κρύβεις μέσα στο νου σου!
— Μέσα στο νου μου έχω την ψυχή μου, τον εαυτό μου.
Δεν μπορώ να ολοκληρώσω ένα πεζό, αφηγηματικό έργο. Να γράψω την αληθινή ιστορία ή να πλάσω ένα μυθιστόρημα αντλώντας υλικό από τη δική μου ζωή και τη ζωή του παιδιού μου, από στοχασμούς, ιδέες και συναισθήματα που γεννιούνται, όταν βιώνεις καταστάσεις οριακές. Τέτοιες που σε φέρνουν στην ανάγκη να ισορροπείς κάθε λεπτό τις αντιδράσεις σου πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί. Αν μπορούσα να σας αποκαλυφθώ σε τέτοιο βαθμό, τότε τα συναισθήματά μου θα όργωναν την καρδιά σας.
Δεν με ενδιαφέρει όμως και τόσο η προοπτική αυτή, γιατί έτσι θα φωτίζονταν τα γεγονότα, τα περιστατικά, ο πόνος, οι δυσκολίες, οι σχέσεις, τα προβλήματα της ζωής μιας οικογένειας με ένα παιδί, που όσο μεγαλώνει, γίνεται όλο και πιο διαφορετικό. «Τρελό» ή αυτιστικό, ιδιαίτερο ή κάτι άλλο;
Εξάλλου έχουν γραφτεί τόσα βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες και στο μέλλον θα γραφτούν ακόμη κι άλλα τέτοια έργα και μάλιστα πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσα με το φτωχό μυαλό μου να γράψω.
Σκέφτομαι λοιπόν το ταξίδι το βαθύτερο στην ψυχή και το νου -τον εαυτό- αφού, όπως λέει και το παιδί, ένα παιδί μόλις πέντ’ έξι χρονών, μέσα στο νου έχει την ψυχή και τον εαυτό του. Αυτό το ταξίδι γεμάτο πόνο και πάθος μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την απόλυτη αγάπη, χωρίς όρους και ανταπόδοση. Καθαρή σαν την πρώτη ζύμη του παραδείσου, διαυγή, αμόλυντη σαν την πρώτη πρώτη βροχή στο νεογέννητο κόσμο, να ζυμώνει τα πρώτα υλικά του σύμπαντος, να πλένει αστρόσκονη. Λέω δηλαδή πως η αγάπη είναι συστατικό υλικό του σύμπαντος κι όχι επιπλέον στοιχείο, που αναπτύχθηκε αργότερα ως σχέση κι αλληλεπίδραση του υποκειμένου, του ανθρώπου δηλαδή με τον άνθρωπο και την ύλη.
Ούτε όμως κι αυτό το ταξίδι πρέπει να σας υπόσχομαι, γιατί δεν πρόκειται για μια ταξιδιωτική εντύπωση, περιγραφή, να σας την χαρίσω. Μακάρι να ήταν τόσο απλό, τόσο εύκολο. Είναι ταξίδι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Υπάρχουν πάντα προορισμοί νέοι να εξερευνήσεις. Την ίδια στιγμή είναι παλιοί προορισμοί σαν λιμάνια της αρχαιότητας, αν ιδωθούν μέσα στο ερώτημα και την αγωνία για απάντηση: Από πού έρχεται το ανθρώπινο; Το μόνο που μπορώ, είναι κάπως να σας βάλω στη δική μου υποψία, πως επιχειρώντας ένα τέτοιο ταξίδι διατρέχεις μια διαδρομή, που είναι ήδη μια επιστροφή σε μια αρχή χαμένη μες την αχλή της μεγάλης περιπέτειας του ανθρώπινου γένους. Το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι η χαρά, η φρεσκάδα από καινούρια πράγματα, που συναντάς σ’ ένα ταξίδι. Πιο έντονος είναι ο νόστος. Ένας νόστος, που πάει να σε ολοκληρώσει κι όλο σε αφήνει ακρωτηριασμένο. Είναι ο νόστος να γυρίσεις στην πηγή της ζωής απ’ όπου οντογενετικά ξεκίνησες ως μέλος της ανθρώπινης φυλής. Από αυτή την άποψη ιδωμένο το θέμα του αυτισμού προκαλεί το ενδιαφέρον γενικότερα – γι’ αυτό και τα βιβλία που γράφτηκαν, οι ταινίες που γυρίστηκαν και θα γυριστούν ακόμη.
Η ποιητική καταγραφή που ακολουθεί, είναι η πιο ταιριαστή, η πιο πιστή γραφή στη δική μου περίπτωση και δεν έχει κανένα φανταστικό στοιχείο. Τα πρόσωπα, ακόμη και τα όνειρά τους, είναι όλα πραγματικά. Το προσωπικό σύμβολο, ο σουρεαλισμός, η ποιητικότητα των εικόνων του παιδιού, είναι η περιοχή της όποιας «παθολογίας» του, ο μετεωρισμός του μεταξύ λόγου και προ-λόγου, ανάμεσα γλώσσας και σιωπής, μιας σιωπής που την προκαλεί αυτό, που είναι υπέρ -λόγο ή πλησίον, παράλληλο, κοντά, παρά- λόγο… Είναι το «σύμπτωμα» της όποιας παθολογίας και την ίδια ώρα σαν την άλλη όψη του νομίσματος στοιχείο της προσδοκώμενης υγείας. Είναι η άμυνά του και ταυτόχρονα η άρνηση του θανάτου. Η επίκληση προς τη ζωή.
Ευλόγησα πολλές φορές τη σύμπτωση να αγαπώ πολύ την ποίηση, από παιδί, και να την απολαμβάνω προσλαμβάνοντας την χωρίς τους «παθολογοανατόμους» της κριτικούς ή τη διαμεσολάβηση φιλολόγων στερημένων έμπνευσης κι ανοιχτοσύνης πνευματικής.
Η ποίηση στάθηκε ο μόνος δυνατός τόπος της συνάντησης με το παιδί μου, ο κώδικας επικοινωνίας, εκεί όπου κάθε άλλη επαφή απογοήτευε. Παίρνω λοιπόν κουράγιο να προχωρήσω το γράψιμο. Αυτισμός και ποίηση. Το σουρεαλιστικό στοιχείο ή/και το προσωπικό σύμβολο στον αυτιστικό λόγο. Δεν είμαι νηφάλια για να γράψω σε λόγο δοκιμιακό μια μελέτη. Έχω τόσο υλικό, που θα έκανε πανευτυχή οποιοδήποτε ερευνητή. Είμαι μέρος της ιστορίας. Ξαφνικά μετά από χρόνια ξαναδιαβάζοντας στίχους μου διαπιστώνω πως αλιεύω τις σκέψεις του γιου μου. Κλέβω
το γιο μου να γίνω ποιητής. Θα μπορούσε να γίνει ο τίτλος του βιβλίου.
— Φεγγάρι μου! Του είπα χαϊδευτικά με αγάπη, παίρνοντάς τον αγκαλιά.
— Φοβάμαι!… είναι μακριά. Απάντησε ξαφνιάζοντας με και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήταν καθόλου τυχαία η απάντηση του τετράχρονου παιδιού σε μια εποχή που το άγχος του χωρισμού το βασάνιζε πολύ περισσότερο από όσο γινόταν αντιληπτό μέσα στο περιβάλλον του.
Φοβάται να είναι το φεγγάρι, να είναι τόσο ψηλά, τόσο μόνο, εκεί έξω μέσα στο σκοτάδι. Γιατί κάτι τέτοιες δηλώσεις, όπως «φεγγάρι μου», τις έπαιρνε απολύτως κυριολεκτικά. Γύρισε κι είδε ψηλά το φεγγάρι. Ανατρίχιασε κι έπιασα πως σε κλάσματα δευτερολέπτου μέτρησε τρομαγμένος την απόσταση, το χωρισμό.
Ήταν όλα τόσο δύσκολα. Ακόμη και μια τόσο τρυφερή φράση γεμάτη λατρεία, «φεγγάρι μου», που θα έπρεπε να του έδινε χαρά, γινόταν για το παιδί πηγή άγχους, αγωνία. Σε μια ηλικία λίγο μεγαλύτερη το άγχος γινόταν πιο αποκαλυπτικό. «0 νους μου, ο νους μου, οι σκέψεις μου χύθηκαν έξω» έλεγε με αγωνία κι άδειαζε το νερό από το βάζο, το ράντιζε με πίεση από το τηλέφωνο του ντους, ξεχείλιζε από το νεροχύτη γυρεύοντας ανακούφιση με τρόπο ακατανόητο για μας και δημιουργώντας γύρω μας ακαταστασία και μέσα μας ένταση. Οι ειδικοί το έλεγαν στερεοτυπίες, ψυχαναγκασμό.
Υπέφερα μαζί του. Κι ένα βράδυ κλείνοντας κουρασμένη το παράθυρο και ατενίζοντας τ’ αστέρια, θέλοντας ν ανασύρω την παρήγορη ρομαντική γοητεία τους από κάποια άλλη εποχή, σχηματίστηκαν στο νου και στην καρδιά μου οι στίχοι. Και μου μίλησαν σαν συνέχεια του περίεργου φόβου του παιδιού για το φεγγάρι.
Τ’ αστέρια δεν τα κατεβάζει η νύχτα.
Κοντά του τ ανεβάζει το φεγγάρι
που σκιάζεται τη μοναξιά.
Ύστερα από μερικές μέρες μιας ασυνείδητης ψυχικής διεργασίας-μελέτης της μοναξιάς συμπλήρωσα οδηγώντας αλλού το θέμα.
Είπες και δεν εβρήκα νόημα κανένα
ή για τη σχέση μας υπαινιγμό.
Έφυγες χαιρετώντας ήσυχα…

.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

.

Η ΧΑΛΚΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ

Χριστούγεννα Καλά και Αναίμακτο το Πάσχα!
Άγνωστοι φίλοι στα παράθυρα
κολλούν τα χνώτα τους
μάζες αδιαπέραστες.
Ένας στρατώνας με τη μελαγχολία της μνήμης
και το σβησμένο κρεματόριο εκπέμπει:
― Άλλαξε δόντια για άλλα φαγοπότια ο αιώνας.
Μια χάλκινη περίπολος περνά αόρατη
ξυπνάει τη χλόη και το έντομο, ξύνει το χιόνι ―
στα μάτια τους τίποτε δεν τήκεται.
Όταν φυτέψεις ένα δέντρο θα φας καρπό.
Όμως το μέλλον και η επιβίωση μάχη αναίμακτη
πολύ μακριά, αλλού ο μόχθος κι αλλού η ρίζα που πονά.
Μέσα στο τίποτε για τίποτε δεν θα πεινάς
ήσυχος δεν θα ενοχλείς τα δείπνα και τους γάμους του Θυέστη.
― Άλλαξε δόντια ο αιώνας για άλλα φαγοπότια τρυφερά.

.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες
ζεστές στο βάθος τους εδώ. Επιθυμούν.
Επάνω τους το γυαλί θα γυρίσει
τις αιχμές του στην άμμο
και άμμος θα χωθεί στον στεναγμό της θάλασσας.
Κάποιος από ψηλά δεν βλέπει.
Ανοίγει μια πόρτα πρωινή, ανοίγει μια πόρτα βραδινή.
Ρίχνει φως ― και το σκοτάδι του.
Ρίχνει νερό ― και τη φωτιά του.
Ρίχνει φωτιά ― και το χιόνι της.
Πέφτουν μαζί ― χωρίζουν μέσα σε δύο οφθαλμούς.
Η συμφιλίωση είναι μια λέξη δική σου
μέσα στις προθέσεις ενός ξένου.
Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες ο χρόνος
ο χρόνος πυργώνει ό,τι ανάβει σαν άστρο το μέλλον.
Όμως με μια Βαβέλ ο χρόνος τελειώνει χωριστά
με τον καθένα. Καμιά ρωγμή.
Η Βαβέλ φέρνει ένα αηδόνι πάνω από τις χωριστές μας λέξεις.
Μια πρόθεση σε ένα ράμφος. Ακουμπάει.
Κοντά και πλάι πλάι.
Κοντά και πλάι πλάι δέντρα μνημονικά
και δεντρόσπιτα γεμάτα φίλους και καρπούς
τον ουρανό τρυγούν τη θάλασσα
τα ηλιοπότηρα υψώνουν στον αέρα
και ακούν το αηδόνι
το μεθυσμένο εδώ
εμείς ακούμε.

Δημοσιέυτηκαν στο Λοοτεχνικό περιοδικο Εντευκτήριο

.

Μινύρισμα

Τρυγάει ο θάνατος τρυγάει και ο έρωτας
Τρυγάει ο έρωτας τρυγάει και ο θάνατος
Από τη Σκιάθο έφτανε το πουλί και ψαλμωδούσε
Θέλει να θυμιατίσει, να γυρίσει τον καιρό
Τρυγάει πολύ στις μέρες μας ο θάνατος
Την Ακριβούλα, τη γραία με τα ορφανά και το λιγόχρονο Ευθύμη
Τη Θεμιστούλα, τη Φατμά, τον Άχμετ
Το νήπιο το απαρηγόρητο με τα χειλάκια στην πιπίλα ακόμη
Το τρυγάει
Απτούλ, Φατμά, Ομάρ, Φατί
Τρυγάει πρώτα τον πρόσφυγα και τους ξενιτεμένους
Τρυγάει σήμερα τρυγάει, εξηκολούθει το πουλί
Να θυμιατίσει θέλει πάνω από τις θάλασσες
Όλα τ’ αφανισμένα

21/12/2017

.

.

ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΣΩ ΜΑΝΤΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

.

«ΚΡΑΝΙΟ ΚΥΚΛΩΠΑ» Εντευκτήριο 2019

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Η μονόφθαλμη πλευρά της ανθρωπότητας

Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου «ΚΡΑΝΙΟ ΚΥΚΛΩΠΑ» Εντευκτήριο 2019

Η Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου γεννήθηκε και ζει στη Κύπρο, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δυο πεζά: Στις δυο τελευταίες συλλογές της «Ο Νώε στην πόλη» (2012) που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου και «Ναρκοσυλλέκτρια» (2014), η Μαντά, μιλά για τον άνθρωπο και τη διπλή του ιδιότητα, του θύτη και του θύματος ασκώντας μια κριτική απέναντι στην ανθρώπινη φύση, συμπεριφορά και νοοτροπία μέσα από μια υπαρξιακή αναζήτηση και κάνοντας χρήση συμβόλων.
Στο «Κρανίο Κύκλωπα» η ποιήτρια έχει σαν σύμβολο τους Κύκλωπες, που σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν ένας λαός τερατόμορφων ανθρώπων, γιων του Ποσειδώνα, που έφεραν έναν και μοναδικό οφθαλμό στην μέση του μετώπου. Και όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια ήταν άγριοι, χωρίς κάποια στοιχεία πολιτισμού και κοινωνικής οργάνωσης, που εξόντωναν, έτρωγαν, όσους πλησίαζαν στην περιοχή τους. Και μια και οι Κύκλωπες έχουν εξαφανιστεί η Φρόσω Μαντά χρησιμοποιεί ένα κρανίο κύκλωπα, μια και έχουν βρεθεί υπολείμματα, σαν συνομιλητή στη ποιητική της σύνθεση. Συνομιλητή σε ένα διάλογο ανάμεσα στη καλή και τη κακή πλευρά των ανθρώπων, της κοινωνίας, της ανθρωπότητας. Ένα σύμβολο της ανθρώπινης πλευράς μας, αυτής που εγωιστικά φερόμενη, χωρίς πνευματικότητα και αξίες, κοιτάζει μονόφθαλμα μονάχα τον εαυτό της, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της αδιαφορώντας για τον άλλον άνθρωπο. Και προεκτείνοντας αυτή τη μονόφθαλμη συμπεριφορά στη κοινωνία, στη κάθε εθνότητα ή το κάθε κράτος τα αποτελέσματα είναι οδυνηρά. Πόλεμοι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εθνοκαθάρσεις όπως των Αρμενίων, των Ποντίων και των Εβραίων, επεμβάσεις και κατοχή στη Κύπρο, τη Παλαιστίνη τη Συρία και αλλού.
Μια βία, προϊόν της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Λέει ο Κύκλωπας στη ποιητική σύνθεση.

«Εκεί που δίχως βλέμμα οι κουρσεμένοι του θανάτου
το μάταιο σου τάζουν, τον αφανισμό μέσα στις τρύπες των ματιών τους
εκείνο έχει το χάραγμα μιας αυγής που μέσα φέγγει.
Το μέσα του σκοτάδι υγραίνει τώρα με παράπονο:
Φεύγουμε — μένουμε
στο ίδιο δίχτυ η ζωή, όμοια μια ψαριά βαραίνει»

Και ο αντίλογος όπως μας το παρουσιάζει η ποιήτρια, ένα φως ελπίδας για το αύριο, μια αισιόδοξη ματιά για τα κακά που προκαλεί η ανθρωπότητα στον εαυτό της:

«Παιδί πλάι στην όχθη ποταμού.
Ας μένει εκεί να παίζει με το ψάρι στο νερό που φεύγει.
Κι η μέλισσα ας πληγώνει τον ανθό.
Τώρα κοιμάται προβατάκι κάτω από χέρι άγριου Κύκλωπα
Κύκλωπα σιτοφάγου.
Θα ακουμπήσει αύριο το χέρι στο αλέτρι και
θα γυρίσει ρολόι τον ουρανό ανοίγοντας
τους κατεβάτες, τα κλειδιά νερού στο οργωμένο χώμα.»

Η Φρόσω Μαντά, ζώντας στη Λευκωσία και βλέποντας απέναντι στο κατεχόμενο Πενταδάκτυλο ζωγραφισμένη την ημισέληνο, ερχόμενη σε επαφή με τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους λογοτέχνες, δεν μπορεί παρά να πιστεύει και να ελπίζει σε μια ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων. Ο Κύκλωπας που κουβαλά η ανθρωπότητα μέσα της αιώνες τώρα θα πρέπει να κοιμηθεί ή να εξημερωθεί για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ονειρευτεί ένα καλύτερο αύριο.
Και όπως γράφει η Μαντά στη «Ναρκοσυλλέκτρια»

«Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων
μπαίνω στο ναρκοπέδιο
ελπίζοντας πως όταν βγαίνω
κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Κομμάτι το κομμάτι
μια μέρα θα βγω σώος.»

Και στο Κρανίο κύκλωπα να μας πει:

Νερά θα έχεις και πηγές να λούζεσαι.
Θα μάθω και να κολυμπώ στη θάλασσα που αγαπάς.
Τα γελαστά δελφίνια της, τα σιωπηλά της ψάρια,
τα τριχωτά μου χέρια στη σάρκα τους τη νόστιμη.
Μην τα σκιαχτείς, ξέρουν να χαϊδεύουν.
Γλυκύ χειμώνα σου υπόσχομαι.
Χιόνια θα ρίχνουν έξω μοναξιά —
Μέσα φωτιά θα σε παρηγοράει

Θα σταθώ και στα 8 σχέδια του Νικόλα Σιδέρη τα οποία δένουν απόλυτα με τη ποιητική σύνθεση της Φρόσως Μαντά, μιας ποιήτριας που τιμά τα Κυπριακά γράμματα , όχι μόνο με τη γραφή της αλλά και με τη παρουσία της σαν άνθρωπος στα λογοτεχνικά δρώμενα της Κύπρου.

.

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Κριτική ιδιωτικού και δημόσιου χώρου

Στην κριτική αποτίμηση -τόσο ενδοσκοπικά, όσο και κοινωνικά- ενδιατρίβει, με την τελευταία ποιητική συλλογή της, που φέρει τίτλο «Ναρκοσυλλέκτρια», η Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου. Η κριτική προσέγγισ;h της είναι σχεδόν κατά κανόνα έμμεση, υπαινικτική, αλληγορική και υποβλητική. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια κριτική υψηλής ισχύος και αναλόγου εμβελείας.

Η ποιήτρια παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη της σε μια επικίνδυνη διαδρομή μέσα σ’ ένα ναρκοπέδιο, ένα ναρκοπέδιο ιδιωτικού χώρου, που συχνά-πυκνά μεταλλάσσεται ή μετεξελίσσεται σε ναρκοπέδιο κοινωνικού χώρου. Η ίδια επιφυλάσσει για τον εαυτό της το ρόλο της ναρκοσυλλέκτριας, άλλοτε μιλώντας ευθύβολα και άλλοτε αλληγορικά.

Η Ε.Μ.Λ. προλειαίνει το έδαφος για την κριτική στάση της απέναντι στους ανθρώπους, απέναντι στην ανθρώπινη φύση, συμπεριφορά και νοοτροπία, από την αρχή του βιβλίου: «Φίλια στρατεύματα οδοιπορούν / σε τακτικούς διαδρόμους. / Ανιχνεύουν έγκαιρα όσα αποφεύγουν οι φρόνιμοι. / Κι εγώ τους παροτρύνω / να μαζέψουν λαλέδες και κυκλάμινα. / Πράγμα που δεν το έσπειρε ανθρώπινο χέρι / φόβο δεν έχει». (σελ. 13)

Στη συνέχεια βέβαια η κριτική αποτίμηση αποκτά και ιδιωτικό χαρακτήρα, προσλαμβάνοντας προσωπικό και εξομολογητικό τόνο: «Μου φαίνεται πως όλοι οι άλλοι / ξέρουν να πολλαπλασιάζονται / κι εσύ να τεμαχίζεσαι». (σελ. 14)

Στην πορεία επιστρατεύεται και ο κυνισμός μαζί με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για ακόμη πιο καίρια και απτά αποτελέσματα: «Αποστρέφομαι τις μέρες δίχως κίνδυνο. / Σπουδάζω πάντα πως να αχρηστεύω ύποπτες δοσοληψίες, / ληγμένες ιστορίες και αυταπάτες. / Τις πιο πολλές φορές / προλαβαίνω να μετρήσω ως το τρία». (σελ. 15)

Η μεγάλη αλληγορική εικόνα που συνθέτει η ποιήτρια σε όλο το βιβλίο εκτείνεται, διευρύνεται και αναπτύσσεται συνεχώς, κάνοντας χρήση όλων των σχετικών συμβόλων, ορολογιών αλλά και μικρών εικόνων που αναφέρονται σε νάρκες, ναρκοπέδια, ναρκαλιευτές κλπ. Υιοθετούνται παράλληλα και όλες οι σχετικές διαδικασίες και πρακτικές για αποναρκοθετήσεις, άρσεις ναρκοπεδίων κ.λπ. Σχεδόν κατά κανόνα όμως, το θεματικό επίκεντρο είναι άλλο από αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται: «Με τη μεταλλική του ράβδο προχωρεί ο ιχνηλάτης. / Αφήνει έξω απ’ τη δουλειά καλά δεμένο το σκυλί. / Στα ναρκοπέδια είναι επικίνδυνος ο φίλος. / Σε γνοιάζεται. / Θέλει την ανταπόκρισή σου». (σελ./ 21)

Ενίοτε η κριτική της προσλαμβάνει χλευαστικές, σαρκαστικές διαστάσεις, ψέγοντας με δριμύτητα αξιοκατάκριτες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Το ειρωνικό ύφος προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη ευστοχία στο στίχο της: «Ολίγη δημοσιότης επίσης δε θα έβλαπτε, / προωθεί τη συντεχνία, προσδίδει κύρος στον κλάδο. / Ελάτε τώρα!». (σελ. 30)

Οι νοηματικές προεκτάσεις των στίχων της Ε.Μ.Λ. είναι θεματικά ποικιλότροπες, αγγίζουν τη σφαίρα των υπαρξιακών και κοσμοθεωρητικών αναζητήσεων. Και είναι συνάμα περιβεβλημένες με έντονη φιλοσοφική διάθεση: «Άλλος αφήνει ένα κομμένο πόδι, / άλλος το χέρι του μες στον επίδεσμο / μετράει κανένα δάχτυλο λιγότερο / μα πιο συχνά αφήνει κόκκινο / το αίμα του μες στο τραχύ αλωνάκι, / λάφυρα της ζωής ή του θανάτου / μου φαίνονται τώρα το ίδιο. / Αυτά δηλαδή που οι άνθρωποι τα λένε / ματαιώσεις, απώλειες, επιτυχίες, κέρδη / και ευτυχίες που δεν άντεξαν, / όλα τους διπλοπρόσωπα νομίσματα». (σελ. 33)

Όπως προανέφερα η εναλλαγή μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, κοινωνικού χώρου είναι συνεχής. Τους στίχους δημοσιολογικής κριτικής διαδέχονται στίχοι βαθειάς εσωτερικότητας ή και διαπροσωπικών σχέσεων: «…δεν μπορείς / τίποτα δικό σου να φυτέψεις σε ξένη καρδιά / μονάχα να μεγαλώσεις τα δικά της δέντρα». (σελ. 35)

Η ποιήτρια ενδιατρίβει με ευστοχία στην αυτοκριτική και τον αυτοσαρκασμό, επιτυγχάνοντας συνάμα αξιοπρόσεκτο αισθητικό αποτέλεσμα με την ευρηματικότητα αλλά και την ανατρεπτικότητα των εικόνων της: «Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων / μπαίνω στο ναρκοπέδιο / επιλέγοντας πως όταν βγαίνω / κουβαλώ κι ένα κομμάτι / του εαυτού μου. / Κομμάτι το κομμάτι / μια μέρα θα βγω σώος». (σελ. 38)

Ευρηματικό θα χαρακτήριζα και τον τρόπο που βρίσκει η Ε.Μ.Λ. για να εξυμνήσει την ελπίδα, την προσδοκία, την προοπτική. Το πράττει αξιοποιώντας τα σύμβολα της πάλι με απρόσμενο τρόπο: «Κλειστά περίκλειστα κάστρα / κι εσύ πολιορκείς τα μυστικά τους / τις κρυφές εισόδους ψάχνεις. / Ούτε ψύχη! / Εκεί έξω μονάχος / πολιορκείς μια ενδεχόμενη παρουσία». (σελ. 49)

Παρά τις πολλές παρεκβάσεις, και υποθεματικές παρενθέσεις, η ποιήτρια επιστρέφει πάντα στον κεντρικό θεματικό κορμό της συλλογής της, στα σύμβολα και τη σημειωτική του. Πέραν της ειρωνείας και του σαρκασμού, επιστρατεύει και τον κυνισμό, προκειμένου να πει, κατά βάση, πικρές αλήθειες: «Αρουραίοι ναρκοσυλλέκτες / αναλαμβάνουν τώρα. / …Καλά κάνουν κι εκπαιδεύουν τώρα τους αρουραίους / φτηνά υλικά, στοιχίζει ελάχιστα / όλοι τους ίδια φάτσα / επομένως κανένας δεν θα νοιαστεί αν χαθούν μερικοί, / και αρουραίοι θα τους κλαίνε έτσι κι αλλιώς». (σελ. 62)

Οδεύοντας προς το τέλος του βιβλίου η Ε.Μ.Λ. επικαλείται και συνάμα προσκαλεί την έμπνευση. Και το πράττει με ένα ευφάνταστο, παραστατικό και ευρηματικό τρόπο: «Ας έρθει μια καινούργια ιδέα, ας έρθει! / μια έμπνευση καλοσήμαδη / όπως το πρωινό συναπάντημα με μια γειτόνισσα, / καλή ψυχή που φέρνει το καλό ξημέρωμα». (σελ. 70)

.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου «Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο»

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ 24/8/2016

Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
– Αμήν!

Σε τούτο το εξόδιο ποίημα από την τελευταία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ναρκοσυλλέκτρια», η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου», αξιοποιεί επιδέξια την εκκλησιαστική βιογραφική παράδοση, για να αποπνευματώσει το σύμβολο του ναρκοσυλλέκτη (ή ψυχοσυλλέκτη, αν προτιμάτε · άλλωστε μέσα στα ποιήματα της συλλογής οι ψυχές λογαριάζονται για νάρκες), και μέσω της επαφής με το σεπτό και το πάναγνο της παρουσίας του Αγίου να «επικολλήσει» σε αυτό τις υπερχρονικές και υπερτοπικές ιδιότητες που επιδιώκει . Ο Άγιος Φωκάς, σύμφωνα με τη βιογραφία του, καταγόταν από τη Σινώπη και είχε ως μοναδική περιουσία του έναν κήπο, τον οποίο καλλιεργούσε με μεγάλη αγάπη. Ακολουθώντας μάλιστα έναν ολιγαρκή τρόπο ζωής, κατόρθωνε με τη σοδειά που του προσέφερε ο κήπος, να συντρέχει τους φτωχούς και τους πεινασμένους της περιοχής του. Κήρυσσε δε ότι και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένας κήπος ,ο οποίος πρέπει να δέχεται την κατάλληλη περιποίηση, έτσι ώστε να απαλλάσσεται από τα αγκάθια και τα ζιζάνια, και να παραδίδει γερούς καρπούς. Η αφηγηματική φωνή συσσωματώνει το άυλο με το εγκόσμιο μέσα στο κυρίαρχο χωρικό πλαίσιο των ποιημάτων αυτής της συλλογής, το ναρκοπέδιο. Κι όπως στα περισσότερα ποιήματα αναθέτει στον εαυτό της το παράτολμο ,την περισυλλογή δηλαδή των εκρηκτικών συσκευών από το ατομικό και το πανανθρώπινο «είναι» ή έστω την ανώδυνη περιδιάβαση μέσα από αυτές, αντιστοίχως και εδώ είναι έτοιμη να υποδυθεί τη μοίρα της, να ριχτεί στο ίδιο επίμοχθο και ολέθριο αγώνισμα. Σα να ορίζει κάτι αόρατο τις γεωγραφικές συντεταγμένες της πορείας της, την «ορισμένη γεωγραφική μοίρα». Το ανέλπιστο, η τραγική συνειδητοποίηση της ματαιότητας του εγχειρήματος, έρχεται με την εμφάνιση του αγίου, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποσυνείδητη παραδοχή του αδιεξόδου. Ο Άγιος, σαν ένα θρησκευτικής υφής άλλοθι, συμβουλεύει την αφηγηματική φωνή να περισώσει τις λέξεις της, τα αλεξίκακα όπλα της στον κόσμο του ναρκοπεδίου, και να φύγει, να γλιτώσει. Και, βεβαίως ως φιλεύσπλαχνος -και απολύτως συνεπής στην ταυτότητα που του προσέδωσε η εκκλησιαστική παράδοση – Άγιος, της προσφέρει το απαραίτητο παρηγορίας ανάγνωσμα, «μια κούπα ωραίους καρπούς», που για να ριζώσουν όμως τα κουκούτσια τους, χρειάζεται η θωπεία των λέξεων. Κι έτσι, στο τέλος του ποιήματος αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παραίτηση από τον σκληρό μόχθο της περισυλλογής των ναρκών είναι μόνο μια προσωρινή ανακωχή με στόχο την ανασύνταξη των δυνάμεων.

http://filologikesmaties.blogspot.gr/2016/08/blog-post_21.html

.

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ

Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου είναι μια ρωμαλέα ποιήτρια που έχει φορτωθεί αιώνες ιστορίας, όλο το παράλογο του πολέμου, της διχοτόμησης – την φοβερή περιπέτεια του τόπου της. Τα παίρνει όλα προσωπικά και προσπαθεί να τα διαχειριστεί παράλληλα με τις δικές της δοκιμασίες. Εξερευνά ένα βουνό ακατέργαστο πόνο που, πολύριζος και πολυπλόκαμος, απλώνεται σε δαιδαλώδεις υπόγειες διαδρομές υπονομεύοντας την όποια ήμερη καθημερινότητα, την όποια μικρή χαρά. Και αγωνιά καθώς νιώθει πως έχει μια αδιανόητη αποστολή:
«Μου ακουμπάνε κάτι μυστικά / και μου λένε κράτησέ τα!
Κι εγώ τρομάζω / γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα / που επιθυμώ να εκραγεί.»
Έτσι αρχίζει το βιβλίο της. Μιλάει για το παρόν, το γύρω και το μέσα της, αλλά μιλάει και εκ μέρους των νεκρών –για τους οποίους πάσχει δυο φορές περισσότερο, καθώς είναι παντού, και γι αυτό δύσκολα εντοπίζονται: «Και οι νεκροί ως να μην ήτανε ποτέ / δεν ήτανε στο χώμα τους / άφαντοι / και μες στο χιόνι του πένθους οι άλλοι»
Κινείται λοιπόν στα σκοτεινά, αθόρυβα, να μην ενοχλήσει τον ύπνο τους: «Μετρώντας βήματα, ελαφρά πατώντας, υπολογίζοντας ίχνη / σε μια ήπειρο διάσπαρτη νάρκες»
Ο δρόμος της, ουροβόρος, δαγκώνει πάντα την ουρά του, επιστρέφοντας συνεχώς στην αρχή του: «Τις νύχτες επιστρέφω στο σπίτι / στην πόρτα δεν με περιμένει κανείς / κάθονται μέσα οι δικοί μου άνθρωποι / υπερβολικά ήσυχοι για να είναι πιστευτό»
Βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνωρίζει ως σκεύος οδύνης: «Έμοιαζα με ξυσμένο πιθάρι εκατό χιλιάδες αιώνες αφημένο στον ήλιο»
Νιώθει πως: «Όταν πια οι μεγάλες κρίσεις τελειώνουν / σε έχουν ξεχάσει εκεί με τα πτώματα / με τα ερείπια, ποια φαντάσματα και πώς παλεύεις»
Συνεχίζει όμως, πείσμων, τον κυκλικό δρόμο της (που μικραίνουν ολοένα οι κύκλοι του), και χάνεται «στα δάση των ονείρων» – παρόλο που κι αυτά είναι γεμάτα παγίδες και ξόβεργες: «Μια ζωή χτυπάω και τσιμπολογώ την ξόβεργα / γύρω από τ’ ακίνητα πόδια μου». Κι όταν καταφέρει να ξεφύγει, πέφτει σε ναρκοπέδιο – ξόβεργες και ναρκοπέδια, κυκλώνουν από παντού αυτή την ελεύθερη ψυχή, η οποία, όμως, δεν πτοείται, προχωρά. Ξέρει πως οφείλει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ξανά και ξανά, να τραυματίζεται και να νικά, προκειμένου να επιτελέσει τον σκοπό της: «Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων / μπαίνω στο ναρκοπέδιο / ελπίζοντας πως όταν βγαίνω / κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου / κομμάτι το κομμάτι / μια μέρα θα βγω σώος» γράφει.
Όμως, δεν της είναι καθόλου εύκολο να διασχίζει αυτά τα ρημαγμένα, κινούμενα τοπία όπου, κατά εντολή της αποστολής της, πρέπει να ψάξει, να βρει και να περισώσει ό, τι περισώζεται.
«…θέλω να τραγουδώ / αλλά το κύμα της φωνής επηρεάζει τα συρματόσχοινα στο ναρκοπέδιο / κι ένας μικρός ελάχιστος κραδασμός / μπορεί να είναι και το τετέλεσται»
Προχωρά λοιπόν μέσα στη σιωπή και εισδύει στα άφατα.
«Να συνεννοηθώ με τη μοναξιά μου» λέει, «και τη σιωπή του τάφου σας / ελπίζοντας πως τα κλεισμένα χείλη σας / ζούνε τη μυστική ζωή των λέξεων / εκατομμύρια λέξεις δις και τρις περάσανε από αυτά τα χείλη / ζούνε τη μυστική ζωή τους / στο βαθμό που και οι κήποι απ’ την άλλη / πάνω από τη γη ζουν φανερά την άνοιξή τους»
Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου στέκει για μια στιγμή αποστασιοποιημένη – όσο μπορεί -και συλλογίζεται, βαθιά, εκ μέρους θυτών και θυμάτων. Και συλλαμβάνει υπαινιγμούς αιωνιότητας: «Οι αισθήσεις είναι το μέρος / κι ο θάνατος το όλον / και το όλον το ταυτόχρονο των αισθήσεων / στιγμιαία ή για πάντα δε γνωρίζω … όπως απλώνει τα νοήματα η θάλασσα / όταν διεγείρεται από τους ρεμβασμούς / τις σκέψεις των ανθρώπων που την αγναντεύουν.»
Αμέσως μετά επανέρχεται στη φύση της και στα μεγέθη συνεσταλμένου, ταπεινού διακόνου της ζωής. Αναγνωρίζει το μέτρο της αδυναμίας και της δύναμής της:
«(…) δεν μπορείς / τίποτα δικό σου να φυτέψεις σε ξένη καρδιά / μονάχα να μεγαλώσεις τα δικά της δέντρα».
Καθώς οδηγεί προς το τέλος του το βιβλίο (χωρίς να το κλείνει, γιατί το βιβλίο αυτό γράφεται ισόβια) μας δίνει στίχους με ειδικό βάρος, που σαν να ξαλαφρώνουν λίγο το δικό της. Η ποιήτρια ανασυντάσσεται και συνεχίζει να πορεύεται ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς, προς τη δικαίωση τους– κι όχι πια μόνη.
(…) έτσι βρέθηκα και πάλι γεμάτη / σαν το λαγήνι πλήρης / θέλεις τα δάκρυά μου ήταν, θέλεις το αίμα της καρδιάς μου /
(…) πάντως γέμισα ξανά /φροντίδες, έρωτες, συντροφιές, δουλειές και μεροκάματα.
Φίλοι μου τώρα και συνοδοιπόροι/ έρχονται πλάι μου όσοι έχουν ξυπνήσει από πόλεμο».

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΙΩΠΩΝ

ΣΤΟ BOOKPRESS 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014

Ομολογώ ότι την ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, ως όνομα και ως δημιουργό, την γνώρισα από τη βραβευμένη και όλως εξαιρετική ποιητική της συλλογή Ο Νώε στην Πόλη (Πλανόδιον, 2011). Παρουσία σεμνή γι’ αυτό και αθόρυβη, την πρωτοσυνάντησα στην Κύπρο, στην απονομή των εκεί κρατικών βραβείων λογοτεχνίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Όταν πήρα στα χέρια μου τη νέα της συλλογή Ναρκοσυλλέκτρια (εκδ. Γαβριηλίδη, 2014) ξαφνιάστηκα. Πρώτα, ευχάριστα, για την τιμή που μου έκανε, να με συμπεριλάβει στους αποδέκτες μιας καθόλα ευγενικής χειρονομίας. Έπειτα, ένιωσα αμήχανα για τον ασυνήθη τίτλο της συλλογής, ίσως και εξαιτίας της επίτασης που προσέδωσε στη λέξη η μεγαλογράμματη γραφή, για την οποία φρόντισε ο επιμελητής της έκδοσης. Προσπάθησα να διασκεδάσω την αμηχανία μου, και σ’ αυτό με βοήθησε ο αυτοματισμός με τον οποίο ενεργεί ο συνειρμός, επιστρατεύοντας μνήμες από την στρατιωτική μου θητεία στο 70 ΤΜ. Ειδικότητα: ναρκοπόλεμος-καταστροφές!
Ο όρος «ναρκοσυλλέκτρια» είναι αφ’ εαυτού φορτισμένος με άκρως επικίνδυνες εμπειρίες. Οι δεξιότητες και τα υλικά στα οποία παραπέμπει είναι, αυτόχρημα, άκρως αντιθετικά και προς την ποιητική ιδιοσυγκρασία
Ο όρος «ναρκοσυλλέκτρια», ως προσδιοριστικό ιδιότητας, ακόμη και στην μεταφορική του σημασία και εκδοχή, είναι αφ’ εαυτού φορτισμένος με άκρως επικίνδυνες εμπειρίες. Ενώ, οι δεξιότητες και τα υλικά στα οποία παραπέμπει είναι, αυτόχρημα, άκρως αντιθετικά και προς την ποιητική ιδιοσυγκρασία. Και όχι μόνο τη γυναικεία. Προεκτείνοντας το νόημα της λέξης-τίτλου, ή μάλλον λογοπαίζοντας, σκέφτομαι ότι η ιδιότητα αυτή, του ναρκοσυλλέκτη, είτε ως κυριολεξία είτε ως μεταφορά, προϋποθέτει επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, για τον εντοπισμό ναρκοθετημένων χώρων, που ισοδυναμούν με παγίδες θανάτου. Φυσικά, όσο πιο έμπειρος είναι ο ναρκοθέτης τόσο και δυσχεραίνεται το έργο του ναρκοσυλλέκτη.
Εκρητικά ευρήματα
Πολύ σύντομα, το ίδιο το ποιητικό σώμα με έπεισε ότι όφειλα να παραμερίσω τις όποιες ενστάσεις μου για τον τίτλο. Τώρα, μετά τη δεύτερη ανάγνωση, μπορώ να πω ότι οι πρωτοβάθμιες εκτιμήσεις μου για τη συλλογή ενισχύονται ακόμη περισσότερο. Δεν δυσκολεύομαι να πω ότι η μεταφορική σημασία όχι μόνο της λέξης-τίτλου, αλλά και του όλου ποιητικού λόγου που συναρτάται με αυτήν, είναι πρωτότυπη και ευρηματική. Και προσαρμόζοντας το ύφος μου στα συμφραζόμενα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό σημειώνω ότι πρόκειται για «εκρηκτικό» εύρημα υψηλής ποιητικής ισχύος, τις δυνατότητες του οποίου, η ποιήτρια εκμεταλλεύεται με γόνιμο τρόπο. Κι αυτό, αντανακλάται στα 64 άτιτλα ποιήματα της συλλογής. Με αυτό το τελευταίο, μάλιστα, η κ. Μαντά-Λαζάρου κατορθώνει να δημιουργήσει μία ενιαία και αδιάσπαστη ποιητική αφήγηση, ή καλύτερα έναν, συχνά ασθματικό στην εκφορά του, εσωτερικό μονόλογο.
Στη συγκεκριμένη συλλογή έχουμε έναν πολύ ικανό ναρκοσυλλέκτη, γένους θηλυκού, που διαρκώς περιφέρεται σε παγιδευμένους χώρους, όπου παραμονεύει το αναπότρεπτο. Το «έξω» είναι μια πλήθουσα αγορά από τοπία θανάτου και επικίνδυνους ναρκοθέτες. Πρόσωπα επικίνδυνα, καταχραστές εμπιστοσύνης που τους δόθηκε απλόχερα, προδότες που δεν περιορίστηκαν μόνο σε αναιρέσεις υπεσχημένων και σε ένοχη φυγή, αλλά και τολμητίες που παγίδεψαν τα πάντα, ακόμη τα μυστικά περάσματα της σκέψης. Το «μέσα», τα τοπία της ψυχής, η ίδια μνήμη γίνεται παρόν και κατακλύζει τα πάντα. Πρόκειται για ανεξίτηλες καταγραφές στην πιο ευαίσθητη γι’ αυτό και αιμάσσουσα πλευρά, αυτήν της ποιητικής συνείδησης. Η ομιλούσα φωνή, εξαρχής δηλώνει την ταυτότητά της με τους κυρίαρχους, σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, πρωτοπρόσωπους ρηματικούς τύπους: Πονούσα-σου μιλάω-τα θυμάμαι-Φαντάζομαι-Τινάζομαι-επιστρέφω-να ξεδιπλώσω. Ακόμη, και όταν απευθύνεται σε ένα δεύτερο πρόσωπο, σε ένα συμβατικό «εσύ» ή πάλι όταν αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, επικοινωνεί με το «εγώ».

Στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, η ομιλούσα φωνή, με πεισιθάνατη μελαγχολία, καταγράφει την απουσία ζωής σε ένα τοπίο, όπου ακόμη και ο θάνατος φαίνεται να έχει δραπετεύσει. Και όταν τα ερείσματα της ζωής, οι άνθρωποι που πιστέψαμε αφανίζονται, τότε η ποίηση, το μόνο «καταφύγιο όπου πονάμε» ασθμαίνει και ακουσίως μεταβάλλεται σε τοπίο με φθόγγους νεκρούς (σ. 8):

δίχως εικόνες λέξεις/ έφευγαν/ ελάτε, πίσω τις καλούσα, ελάτε μέσα μου/ μιλήστε/ ο γδούπος τους κενός του πουθενά/ και δίχως λόγια πύκνωνε ο θάνατος […] (σ. 8)
Και η ζωή, μάταια ψηλαφεί στις εσχατιές του ακατανόητου ίχνη και ανάσες ανθρώπων που πέρασαν και χάθηκαν.
Και οι νεκροί ως να μην ήτανε ποτέ/ δεν ήτανε στο χώμα τους/ άφαντοι (σ. 9)
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το ποιητικό υποκείμενο βιώνει το τετελεσμένο:

Πονούσε το άδειο μου οστέινο κουφάρι./ Το ακατοίκητο κενό του σφάδαζε […]
Έμοιαζα με ξυσμένο πιθάρι/ εκατό χιλιάδες αιώνες αφημένο στο διαρκή ήλιο
Στέγνωσα./ Όλα ρουφήχτηκαν […] Νυχτώνει μαύρο. (σ. 10)
Εδώ το ποίημα νοιώθεται όμοια με αυλαία που κλείνει. Και όταν ευθύς ξανανοίγει, βρισκόμαστε σε ένα παγιδευμένο εσωτερικό και συνάμα εξωτερικό τοπίο, με ύποπτους και προδότες –ορατούς και μη ορατούς, καταγεγραμμένους ωστόσο στη μνήμη– να φοράνε τη μάσκα του δόλου. Ή, μήπως, ο προδότης είναι το άλλο μας μισό…

[…] Από το παράθυρο μπαίνει κάθε πρωί μια μέρα/ κι ένας προδότης.
Μαζεύει τα σύνεργα σαν καλός φίλος που βοηθάει […]
Όσες φορές δοκίμασα να κλείσω έξω τον προδότη/ απέτυχα. (σ. 13)
Όμως, η ομιλούσα φωνή ομολογεί ότι είναι εθισμένη στους κινδύνους. Το ζην επικινδύνως τής είναι δευτέρα φύσις. Γι’ αυτό αναζητεί διαρκώς Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και άλλα δαιμόνια που ναρκοθετούν τα τοπία του έσω κόσμου. Στόχος μοναδικός, η απαγκίστρωση από σηψαιμίες και άλλα παρόμοια. Και, επιτέλους, ένα ταξίδι σε γάζες αιθέρος αλεύκαντες.

Αποστρέφομαι τις μέρες δίχως κίνδυνο./ Σπουδάζω πάντα/ πώς να αχρηστεύω ύποπτες δοσοληψίες,/ ληγμένες ιστορίες και αυταπάτες. (σ.15)
Η ναρκοσυλλέκτρια εκστρατεύει/ με όλη την ψυχή της./ Κατάφορτη./ Διαθέτει σύνεργα για τις καρδιές των άλλων μόνο./ Θέλει ένα βάρος να διασχίσει/ διάφανα τοπία ουρανού./ Και να μην είναι φυγή. (σ.52)

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗ

Η ποιητική ως τέχνη του κινδύνου. Σχόλια στη Ναρκοσυλλέκτρια

Αποδέχτηκα την πρόσκληση του Εκδοτικού Οίκου Γαβριηλίδης και του Βιβλιοπωλείου Ενδοχώρα να μιλήσω για τη Ναρκοσυλλέκτρια(Αθήνα: 2014),[1] τη νέα ποιητική συλλογή της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, παίρνοντας ένα προσωπικό ρίσκο. Όταν είπα το ναι δεν είχα ακόμη διαβάσει με προσοχή τη συλλογή (εννοώ όπως μας δίδασκε ο Κ. Θ. Δημαράς: ότι «η πρώτη ανάγνωση είναι πάντα η δεύτερη»). Ήταν βέβαια μια συλλογή που τηνείχα ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά και την είχα βάλει μαζί με τα βιβλία στα οποία λογάριαζα να επανέλθω. Είχα, άλλωστε, σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την προηγούμενη συλλογή της Ευφροσύνης (Ο Νώε στην πόλη), κάτι που το είχα εκφράσει σε πολλούς φίλους πριν από τη δίκαια βράβευσή της.

Έτσι, λοιπόν, όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο που μας έφερε απόψε εδώ, είχα ήδη απολέσει το προνόμιο του απροκατάληπτου αναγνώστη που διαβάζει ένα βιβλίο μόνο για το κέφι του, δίχως ίχνος ιδιοτέλειας, αντίθετα δηλαδή με ό,τι πράττει ο κάθε διαμεσολαβητής ανάμεσα στο κοινό και στο έργο τέχνης. Συνάμα ένιωθα ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια παράξενη αναγνωστική εμπειρία. Ότι είχα αναλάβει ως αναγνώστης (και οιωνεί κριτικός )μιαν επικίνδυνη αποστολή: να μπω σ’ ένα “ναρκοπέδιο” του οποίου θα έπρεπε να αναγνωρίσω τους κινδύνους προσπέλασης αν ήθελα να βγω ακέραιος και, το κυριότερο, χωρίς να τραυματίσω πρόσωπα και πράγματα και νοήματα του συγκεκριμένου ποιητικού πεδίου.

Έπρεπε λοιπόν να βρω έναν τρόπο προσπέλασης κι αυτός δεν ήταν άλλος από την προσπάθεια αναγνώρισης των βασικών θεματικών μονάδων που ορίζουν την ποιητική περιοχή που συγκροτεί αυτή η συλλογή65 άτιτλων ποιημάτων ―θα έλεγε κάποιος βιαστικός αναγνώστης του βιβλίου. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για συλλογή ποιημάτων, αλλά για ένα, ενιαίο και συμπαγές ποίημα, στο ποίο μπορεί κανείς να ιχνηλατήσει ακόμη και οδόσημα από ένα σενάριο. Αν κοιτάξει κανείς τα σημεία όπου αρθρώνεται, σχεδόν ως σπονδυλωτή η σύνθεση, δηλαδή τα τέλη και τις αρχές των ποιημάτων, τότε θα διαπιστώσει ότι δεν είναι λίγα αυτά που συνδέονται μεταξύ τους με αρκετά εμφανή τρόπο.

Για παράδειγμα: το υπ’ αριθμό16 (σελ. 22) ξεκινά με τον στίχο «Ιχνηλατείς μόνος ουσίες χημικές» και το υπ’ αριθμό17 που ακολουθεί με τον στίχο «Ιχνηλατεί μόνος ουσίες». Το υπ’ αριθμό 21 (σελ. 27) τελειώνει με την εικόνα ενός πουλιού που είναι κολλημένο στην ξόβεργα («Κι είναι αλήθεια πως εγώ κολλάω / μικρό πουλί στην ξόβεργα») και το 22 (σελ. 28) ξεκινά με τους στίχους: «Να καθαρίσω πρώτα με το ράμφος / μόριο μόριο κολλώδεις ενοχές…»). Το υπ’ αριθμό 24 (σελ. 30) τελειώνει με την ειρωνική αποστροφή «Ελάτε τώρα!. και το 25 (σελ. 31) ξεκινά με τη φράση «Άσε με τώρα!.). Το υπ’ αριθμό 37 (σελ. 43) τελειώνει με τον στίχο «Μου χρωστάς κάτι φιλιά» και το ποίημα που ακολουθεί (το 38, σελ. 44) ξεκινά με τον στίχο «Ένα φιλί είναι ένα ποτήρι γεμάτο μοναξιά». Το ποίημα υπ’ αρ. 44 (σελ. 50) τελειώνει με το δίστιχο «Κι ούτε μια ελάχιστη μετατόπιση φορτίου / την ώρα που μπαίνει στο ναρκοπέδιο», και το ποίημα που ακολουθεί (το υπ’ αρ. 45, σελ. 51) ξεκινά με τον στίχο «Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο». Το υπ’ αριθμό 56 (σελ. 63) προβάλλει έντονα το μοτίβο της ψυχής, καθώς είναι το σημείο όπου έχουμε για πρώτη φορά τη μεταμόρφωση της λέξης (και της έννοιας) της «ναρκοσυλλέκτριας» σε «ψυχοσυλλέκτρια» (στ. 1).Το ποίημα αυτό κλείνει με την εικόνα:

«μαζεύονται παρέα σιγά σιγά οι ψυχές
στραγγισμένα φρύγανα και δείχνουν ολοφάνερα πως πονάνε
ένα κρακ και το τέλος τους φτάνει.»

Το ποίημα που ακολουθεί (57/64) ξεκινά με τον στίχο: «Αλλά πάλι παίρνουν να φέγγουν οι ψυχές».

Στο προτελευταίο ποίημα της σύνθεσης (το υπ’ αρ. 63, σελ. 70) υπερτονίζεται η ευχετική έναρξη, αφού οι πρώτες δύο τετράστιχες στροφές του μικρού αυτού ποιήματος (που συμπληρώνεται με μία ακόμη δίστιχη στροφή) ξεκινούν με την ευχή:

η πρώτη στροφή: «Ας έρθει μια καινούρια ιδέα, ας έρθει!»
και η δεύτερη: «Ας έρθει μια γενναία έκπληξη,»

ευχή η οποία βρίσκει θετική αντίστιξη στους πρώτους στίχους του υπ. αρ. 65 (σελ. 72), που είναι το τελευταίο ποίημα του βιβλίου και ξεκινάμε τους στίχους:

«Ήρθε τέλος μια νύχτα στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο κηπουρός».

Η τακτική αυτή (μιας εσωτερικής τριαδικής κλιμάκωσης) που υπογραμμίζει τη συνοχή της ποιητικής σύνθεσης, είναι περίτεχνα δομημένη, καθώς από τη διπλή ευχή για μιαν αφηρημένη έννοια (την «καινούρια ιδέα»), περνάμε στην ευχή για κάτι που είναι θετικά προσδιορισμένο: τη «γενναία έκπληξη». Δύο αναβαθμοί στο θέμα του «ερχόμενου» που προετοιμάζουν την έλευση ενός προσώπου με δύο ξεχωριστές ιδιότητες (ως προς τη θεματική της ποιητικής σύνθεσης): αυτήν του Αγίου και αυτήν του κηπουρού. Θα δούμε στην καταληκτική ενότητα αυτής της εισήγησης τον καταλυτικό ρόλο που παίζει αυτό το δισυπόστατο πρόσωπο για την τελείωση και την έξοδο του ποιήματος.

.

Ο ΝΩΕ ΣΤΗ ΠΟΛΗ

.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

13/10/2013

Ως Βιβλική φιγούρα ο Νώε συνιστά την περίπτωση του εκλεκτού εκείνου όντος που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ένα υπερφυσικό αίτημα για την αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας .Εκφράζει το πρότυπο της δικαιοσύνης και της ευσέβειας το οποίο ξεχώρισε ο Θεός μέσα από τον συρφετό της ακολασίας και του εμπιστεύτηκε το μοναδικό αλλά συνάμα τραχύ έργο της ανασύστασης του ανθρώπινου είδους .Έτσι , ο Νώε επιλέχτηκε να είναι ο επιζών ενός καθαρτήριου κατακλυσμού ,προορισμένου να επιφέρει τη θεραπεία της ηθικής κατάπτωσης των ανθρώπων .

Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν είναι άσχετες με το εννοιολογικό υπόβαθρο της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευφροσύνης Μαντά -Λαζάρου «Ο Νώε στην πόλη» . Το δίπολο «φθορά- κάθαρση » , τόσο εμφαντικά δοσμένο μέσα από την οικονομία της Βιβλικής ιστορίας του Νώε , ραβδοσκοπεί τα υπόγεια ρεύματα της έμπνευσης της ποιήτριας και συγκροτεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η σύνθεση του έργου της «Ο Νώε στην πόλη». Κι αν η μία ορίζουσα στον τίτλο της συλλογής έχει Βιβλική προέλευση και ανάγεται στο πεδίο του υπερβατικού , η άλλη ορίζουσα , η «πόλη» , στρέφει το βλέμμα και τη σκέψη μας κατευθείαν στα δεδομένα της καθημερινής εμπειρίας . Αυτή λοιπόν η συγκρουσιακή συνάντηση του ιδεατού με το φθαρτό υφαίνεται ποικιλότροπα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής και συμπληρώνεται με το στοιχείο της κάθαρσης . Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πορεία της ανάγνωσης , η οποία θέτει στο κέντρο την πόλη , ακολουθεί μέχρι το τέλος εκείνους τους χρονικούς δείκτες που παραπέμπουν στη διαδικασία της λύτρωσης . Οι πολλαπλές εικόνες της πόλης τοποθετούνται αρχικά μέσα σε μία σχεδόν παρακμιακή νυχτερινή κορνίζα , με τους απόηχους συναισθητικών ακρωτηριασμών παντός είδους [ οι άνθρωποι «ακρωτηριάζουν» την πόλη , η πόλη είναι ήδη κομματιασμένη , οι γυναίκες αποκομμένες από τους άντρες τους] και με την περίπου επιτακτική απαίτηση κάθε πόλη να έχει το λιμάνι και τη γυναίκα της , για ν’ αποφεύγει τους οδυνηρούς ακρωτηριασμούς. Η ανάγνωση συνεχίζεται πλαισιωμένη πάντοτε με νυχτερινά σκηνικά .Η πόλη , ως κυρίαρχο ποιητικό υποκείμενο , πλασμένη από την ποιήτρια με μία ανθρωπομορφική αντίληψη , επιβεβαιώνει με κάθε της κίνηση την ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης : χασμουριέται , βάζει στο λαιμό της σαν φθοροποιό κόσμημα τις εφτά πληγές όχι του Φαραώ αλλά της γειτονιάς , αυταπατάται , κρύβει τις ομορφιές της . Στο τέλος ωστόσο της ανάγνωσης ο χρονικός δείκτης της αυγής αποδίδεται ως ρηματική ενέργεια στην ίδια την πόλη , ακριβώς για να σηματοδοτήσει το πέρασμα στην αναγέννηση , για να γαλβανίσει μέσα μας την επιθυμία της επιστροφής στο φως . Η δε εμμονή στην εικόνα των εργατών του δήμου που καθαρίζουν τους δρόμους , επιβεβαιώνει εύγλωττα τον παραπάνω συμβολισμό .Οι εργάτες του δήμου μετατρέπονται σε ένα ποιητικό όχημα διευκόλυνσης της συνέχειας της ζωής . Κάπως έτσι κι αφού προηγουμένως έχει συντελεστεί ο εξαγνισμός , αποβαίνει εντελώς φυσική η βούληση της αφηγηματικής φωνής να συνενωθεί οριστικά με την αποκαθαρμένη πλέον πόλη [«Τότε στο τίμιο βλέμμα του πρωινού της πόλης μου θέλω να γίνω δάκρυ. Ή πάλι μια σταγόνα φως στο τζάμι του ύπνου της .Κι ύστερα να ξυπνώ τριανταφυλλιά στους κήπους»] . Και ξεπροβάλλει ο Νώε ,αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο σκουριάς και μούχλας , για να ονοματίσει αυτά που τελικά πρέπει να σωθούν .

Η πόλη για την οποία μιλά στα ποιήματά της η Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου , η Λευκωσία ,προσεγγίζεται από την ποιήτρια με μία κινηματογραφική διάθεση . Πρόσωπα , κινήσεις , χώροι , αντικείμενα και συναισθήματα μπαίνουν κάτω από το φακό της γραφής της σε μία ρέουσα γραμμή που τείνει προς κάποια διαρκώς αναβαλλόμενη διέξοδο. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι η ποιήτρια προσπερνά με μία σχεδόν γενναιόψυχη αποφασιστικότητα το στερεότυπο της δοκιμαζόμενης από την τουρκική κατοχή πόλης και αντιμετωπίζει τη Λευκωσία με την παράνοια και με την αγάπη που ταιριάζει σε κάθε μοιραία πόλη .Τραβάει απ’ τα σκοτάδια της τις πιο τρυφερές λέξεις ,όπως αντίστοιχα υφαίνει με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα τις αφανέρωτες πτυχές της . Κι η πόλη στέκεται μετάρσια μεταξύ της νύχτας και της μέρας , μεταξύ του έρωτα και του κατακλυσμού , μεταξύ του ύπνου και της έκρηξης των ορμονών , ενώ η αφηγηματική φωνή της επιφυλάσσει εκλεκτές συγκινήσεις .Σε μια τέτοια στιγμή μάλιστα λυρικής έξαρσης ,όταν διαβάζει κανείς τους ακόλουθους στίχους «Σκεπάσου περιστέρα μου , σκεπάσου αηδόνα !Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους , το βαρύ ξύπνημά τους , σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι σαν ανάληψη στον ουρανό» , ο ερωτικός παλμός τον αιφνιδιάζει με τη δύναμη της εκφοράς του , με το απροσδόκητο της φλέβας μέσα στην οποία πάλλεται .

Από την άποψη της σύνθεσης , « Ο Νώε στην πόλη» διαρθρώνεται από επτά επιμέρους ποιητικές ενότητες , σε καθεμία από τις οποίες αναδεικνύεται συνήθως ένα κυρίαρχο μοτίβο .Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Όταν η πόλη γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους , ανοίγουν οι μαστοί πελώριας νύκτας» ,το ζευγάρι « γυναίκα» -«λιμάνι» ανασκαλεύει στη διάθεση του αναγνώστη την παράσταση μιας ανοχύρωτης πόλης που ψάχνει απελπισμένη ένα καταφύγιο [«Κάθε πόλη πρέπει να έχει το λιμάνι της και τη γυναίκα της»]. Το ποίημα «Τυχαίνει καμιά φορά ,όταν η πόλη χασμουριέται , να βρέχει συγχρόνως» διαπερνάται από το τρίπτυχο «βρώμικο»-«ψεύτικο»- «παλιό» .Από τη βρώμικη ανάσα της πόλης [«Τότε η παλιά πόλη βρωμάει σαν στόμα αρρώστου ή σαν χνώτα πεινασμένου» ] μεταφερόμαστε στα παλιά σπίτια που αναδύονται μέσα από το αμυδρό φως των αστεριών και των αυτοκινήτων [«τότε αναδύονται -σαν από θάλασσα ή στεριά -σπίτια παλαιικά , εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης»] , κι ύστερα σε μια διάσταση όπου τα πάντα μοιάζουν με πλατωνικές σκιές , με ψεύτικο υπόβαθρο στο οποίο στέκονται διάφορες μορφές [«να που στο τέλος όλα τους είναι σκηνικά»] . Στο «Οι εφτά πληγές της γειτονιάς αιμάτινο αλυσιδάκι στο λαιμό της πόλης» συνυπάρχουν ένας κατατρεγμένος κίναιδος , ένα μυστηριώδες άνθος ,οι αλλοδαποί εργάτες , οι θαμώνες ενός παρακμιακού καφενείου , ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που λιώνουν μαζί ,μια γυναίκα με αντιλήψεις άλλων καιρών κι ένας κόσμος που θυμίζει την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ [«Κανένα φαρμακείο δεν διανυκτερεύει . Μια μέρα δεν θα υπάρχει και κανένας για να πεθάνει εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά»]. Με την ενότητα «Όταν η νύχτα χασμουριέται πάνω από τις στέγες , ανοίγουν οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα» ετοιμάζονται τα γιατρικά για τις «εφτά πληγές»,όπως αυτά κρυσταλλώνονται στις λέξεις «φαρμακείο» , «ταρίχευση» , «φωτογραφία» .Έτσι , ο ταριχευτής -φαρμακοποιός και ο φωτογράφος καταλήγουν σύμβολα της επιθυμίας για τη συντήρηση αυτών που χάνονται . Στη σύνθεση «Όταν η πόλη χασμουριέται οι αυταπάτες της απλώνονται όπως ο ουρανός» κυριαρχεί η αντίθεση «νέοι» -«στρατιώτες» για να σημάνει την απόσταση που χωρίζει τη ζωή έξω από τα όρια από τη ζωή μέσα στα όρια . Στην προτελευταία ενότητα « Η πόλη κρύβει τα λουλούδια της σε ηλιακούς και μυστικές αυλές» ,ο κομβικός στίχος «Μα ποιος θα μπορούσε να δίνει το φιλί της ζωής αν δεν είναι ο ίδιος βαρυπενθής;» φέρνει στο προσκήνιο τη φιγούρα του ποιητή ως του τραγικού εκείνου όντος που έχει τη δύναμη να συναισθανθεί βαθιά την απώλεια της ζωής και ακολούθως να την εκφράσει στην πιο ζωντανή της όψη. Από την άλλη , το τηλέφωνο μετατρέπεται με παράδοξο τρόπο σε διακριτικό γνώρισμα της αδυναμίας επικοινωνίας σε μια εποχή δικτύωσης των πάντων . Στο εξόδιο κομμάτι της συλλογής «Όταν η πόλη ξημερώνει , επιστρέφουν οι μέρες σαν υπόσχεση» οι εργάτες του δήμου και ο Νώε φέρνουν μαζί τους τον αέρα της κάθαρσης .

Από την άποψη της έκφρασης πάλι , οι λέξεις της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , αν και ριζώνουν στα χωράφια της ποίησης , παρατάσσονται και συντάσσονται πάνω σε μία αφηγηματική φόρμα που συγγενεύει αισθητικά με εκείνη του μοντέρνου διηγήματος .Κι ενώ επιδερμικά το αφηγηματικό στοιχείο μοιάζει να αποτελεί το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο , κάτω από αυτή την επίφαση παραμένει ζωντανός ο σφυγμός του ποιητικού λόγου. Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι σ’ αυτή την ποίηση δεν υπάρχουν ακριβώς στίχοι ή στροφές , αλλά συστάδες φράσεων που συγκεντρώνονται σε μικρές ή μεγάλες αφηγηματικές ενότητες και μεταφέρουν μία κυρίαρχη κάθε φορά διάθεση .Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι κάθε τέτοια ενότητα αποτελεί στην πραγματικότητα ανάπτυγμα ενός στίχου , έτσι ώστε να μεταλαμβάνουν περισσότερες λέξεις αυτό που συμπυκνωμένα αποδίδει μία μόνο φράση .Όταν λοιπόν η ποιήτρια γράφει «Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δυο , να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του . Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους ακρωτηριασμούς .Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής .Με τις αψιμαχίες των ανθρώπινων καρδιών , βαθιά , ως το μεδούλι της ζωής και του θανάτου το κόκκαλο» αισθάνομαι ως αναγνώστης ότι μέσα σ’ αυτή την αλυσίδα φράσεων διαβάζω την ανάπτυξη του στίχου «Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους ακρωτηριασμούς». Κι είναι στην ουσία οι λέξεις που τριγυρίζουν αυτή τη φράση , εκείνες που την ανασηκώνουν στο ύψος του στίχου ,και συνακόλουθα της ποίησης .

Η ποίηση λοιπόν της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , «δραματική» και την ίδια στιγμή εσωτερική , συν-κινητική και ταυτόχρονα απόμακρη , το ίδιο ιμπρεσιονιστική και ρεαλιστική , λειτουργεί με τους δικούς της όρους , με την ένταση μιας εφηβικής έξαψης όπως αυτή αποτυπώνεται σ’ ένα σώμα που ανακαλύπτει στις απαρχές του τον Έρωτα .Κι αυτός ο έρωτας στη συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» έχει τη φυσιογνωμία της Λευκωσίας , της πόλης που μεγαλώνει σαν εφηβικό στήθος στο κορμί της ποιήτριας .

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου: Ο Νώε στην πόλη (Πλανόδιον, 2012)

Ο μύθος του Κατακλυσμού απαντάται από το Έπος του Γκιλγκαμές και την αρχαία ελληνική μυθολογία, μέχρι το Κοράνι, τις Βέδες και τη σκανδιναβική μυθολογία, καθώς βέβαια και στην πλέον γνωστή του εκδοχή στο Βιβλίο της Γένεσης. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, η τιμωρία που επιβάλλει μία ή περισσότερες θεότητες στον ανθρώπινο πολιτισμό, στέλνοντας πλημμύρα για να τον καταστρέψει.

Η ποιητική σύνθεση της Λαζάρου θα καταλήξει στον Κατακλυσμό, μια συνθήκη ωστόσο που διέπει τη δομή και των 7 επιμέρους κεφαλαίων που απαρτίζουν το βιβλίο. Καθότι εξαρχής η ποιήτρια προϋποθέτει ότι τελέστηκε ένας άλλος Κατακλυσμός («Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού και ανάπαυση λεχώνας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.»), μια συντριπτική ήττα του ανθρώπινου Γένους, και στην περίοδο που μεσολαβεί της νέας καταστροφής –γιατί εν τέλει αυτή είναι η αμετάκλητη μοίρα του κόσμου– αποτυπώνεται εκ νέου η παρακμή των ανθρωπίνων, στο πλαίσιο του αστικού περιβάλλοντος που άλλοτε υπονοείται εμφαντικά ως η Λευκωσία κι άλλοτε λαμβάνει καλειδοσκοπικές διαστάσεις μέσω συμμετρικών εικόνων που θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη.

Η καλειδοσκοπική αξιοποίηση του μύθου αποτελεί και το ιδιαίτερο στοιχείο της ποιητικής της Λαζάρου. Το κείμενο λειτουργεί ως ο σωλήνας που από τη μιαν άκρη του εφαρμόζει η ποιητική διάνοια και στην άλλη αποκαλύπτεται ο ανθρώπινος πολιτισμός με τη φθορά του. Τα κάτοπτρα του κειμένου αντανακλούν σκηνές από έναν παρηκμασμένο αστικό πολιτισμό που οδηγεί τον εαυτό του στην τιμωρία. Η δομή του ποιήματος ακολουθεί τη περιστροφική κίνηση του καλειδοσκοπίου εμφανίζοντας μικρά είδωλα που μετατίθενται στον χώρο και στον χρόνο, που συμπλέκονται και προσδίδουν καταιγιστικό τόνο στην εικονοποιία του ποιήματος, η οποία αν και μετέρχεται σχήματα του υπερρεαλισμού και εξπρεσιονισμού, εντούτοις εκφέρεται με την ορμή ενός απόλυτα συντεταγμένου Λόγου, δίχως γλωσσικούς ακροβατισμούς και χάσματα.

Η καταστροφή στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος, όμως, δεν νοείται ως επιβολή από κάποιο ανώτερο Ον. Στο ποίημα της Λαζάρου δεν υπάρχει ο τιμωρός-Θεός που νουθετεί τον άνθρωπο διά της βίας. Η συντριβή του ανθρώπινου Γένους παρουσιάζεται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται. Αυτή η προοπτική εξηγεί πιθανώς και τη διάθεση συμπάθειας του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στους ανθρώπους, που εγγενώς διαδραματίζουν τον διττό ρόλο του θύτη και του θύματος από τον ίδιο τον εαυτό τους στις πλέον καθημερινές τους πράξεις και συνήθειες.

Εδώ, η παρακμή κι η φθορά, η παραβατικότητα κι η περιθωριοποίηση δεν αποκαλύπτονται ως κάτι ξένο που ανάγεται σε αμαρτία κι υφίσταται τις τιμωρητικές συνέπειες των πιο πάνω καταστάσεων ή συμπεριφορών. Εδώ, ο μύθος του Κατακλυσμού επιβεβαιώνει τη φύση των ανθρωπίνων. Εδώ, ο Κατακλυσμός σηματοδοτεί το τέλος του μετα-Βιομηχανικού ανθρώπου, όπως ο Ωγύγιος Κατακλυσμός ολοκλήρωσε την «Αργυρή Εποχή» και ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα την πρώτη «Χάλκινη».

* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 10/3/2013

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

.

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

Η Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου μας μιλά για την τελευταία της ποιητική συλλογή «Ναρκοσυλλέκτρια», εκδ. Γαβριηλίδη

από τον Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη

Ο Νώε έτυχε, δικαίως, μεγάλης αναγνώρισης. Αγκαλιάστηκε, βραβεύτηκε, ταξίδεψε. Αυτή η αποδοχή και αναγνώριση, δυσκόλεψε ή διευκόλυνε τα μετέπειτα βήματά σου;

Ο Νώε διαβάστηκε και συνεχίζει να διαβάζεται κι αυτή η αποδοχή του με γεμίζει χαρά. Το βραβείο βοήθησε να γίνει ακόμη πιο γνωστό και να μεταφραστεί στα Ιταλικά. Τώρα μεταφράζεται και στα σέρβικα. Δεν ξέρω ακόμη πώς θα μπορούσε να επηρεάσει το δημιουργικό μου κομμάτι, τη γραφή εννοώ επειδή ήδη όταν ανέλαβε ο εκδότης ο Γιάννης Πατίλης την έκδοση του Νώε κι ενώ δεν είχε ακόμη εκδοθεί άρχιζε η γραφή του νέου μου βιβλίου, της Ναρκοσυλλέκτριας. Το θεωρώ ως συνέχεια του ίδιου δημιουργικού κύκλου αν και μορφικά διαφέρει. Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου εγραψε χαρακτηριστικά πώς αν ο Νώε είναι τραγούδι δρόμου, μπαλάντα, η Ναρκοσυλλέκτρια είναι άσμα δωματίου. Η δυσκολία ήλθε την ώρα της απόφασης να προχωρήσει σε έκδοση. Κι αν προχώρησε κι είμαστε έτοιμοι τώρα να το παρουσιάσουμε κι επισήμως οφείλεται σε αρκετό βαθμό και στη φίλη ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου που το πήγε στον εκδότη δια χειρός διαβλέποντας πως ίσως από έναν κάποιο φόβο μετά τη βράβευση του Νώε θα δίσταζα και θα καθυστερούσα αδικαιολόγητα την έκδοση.

Από το Νώε στη Ναρκοσυλλέκτρια. Ποια ήταν η πορεία στο χρόνο και στη δημιουργία;

Υπήρχε κάτι πυκνό πολύ σε σχέση με την Λευκωσία, μια μοιραίο πόλη, ως μια μοιραία ύπαρξη, ως μια γυναίκα αν θέλετε. Όπως την βίωσα και την βιώνω όπως την βιώνουμε όλοι κι αγωνιζόμουνα να το ονομάσω και να το θρηνήσω και να το τραγουδήσω και πένθιμα και ερωτικά και σε όλους τους τόνους και πάλι κάποια υπόλοιπα άρρητα ακόμη ακούγονταν μέσα μου, όταν τελείωσε η γραφή του Νώε. Έτσι είναι η ποίηση χωρίς τελεία. Η Ναρκοσυλλέκτρια έτσι ακολούθησε πιο εξομολογητική θέλοντας να αποπυροδοτήσει όλες τις νάρκες, τους κινδύνους, τις αγωνίες, τις ματαιώσεις, τους θανάτους…

Υπάρχει κάποιος κοινός άξονας ανάμεσα στο Νώε και στη Ναρκοσυλλέκτρια;

Κοινός αξονας στα δύο έργα: η ιδιοσυγκρασία της ποιήτριας , ο ψυχισμός της ίσως ή μάλλον η πολιορκία να φωτίσει πάντα τα ίδια για όλους μας ζητήματα έρωτας θάνατος από άλλη γωνία, κάνοντας έφοδο από άλλη είσοδο με άλλα μέσα.

«Ναρκοσυλλέκτρια» εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014, γιατί επέλεξες αυτόν τον τίτλο;

Από την αρχική σύλληψη του έργου, η Ναρκοσυλλέκτρια ως έμπνευση κυοφόρησε όλους τους στίχους. Την παρακολουθούσα ως παρουσία στο ναρκοπέδιο της καθημερινά, και την κατέγραφα, για πολλούς μήνες κι ήταν γυναίκα. Γι αυτό Ναρκοσυλλέκτρια με κάποιους μόνο στίχους για το Ναρκοσυλλέκτη.

Είναι η ποίηση τέχνη τόσο επικίνδυνη όσο ο τίτλος της τελευταίας σου συλλογής.

Με πολλούς τρόπους είναι επικίνδυνη τέχνη η ποίηση και ριψοκινδυνεύεις να χαθείς ή να σωθείς δηλαδή να παραπλανηθείς ή να παρηγορηθείς υπαρξιακά.

Από πού προέρχονται τα ερεθίσματα για να γράφεις;

Όλα όσα υπάρχουν και συμβαίνουν και σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε και ελπίζουμε και κάνουμε και ζούμε οι άνθρωποι είναι θέματα για την τέχνη . Ερέθισμα για να γραφτεί κάτι είναι ο σπινθήρας που δημιουργείται εκεί που η προσωπική μου ιστορία και το προσωπικό βίωμα συναντιέται με κάτι από όλα αυτά.

Σου λείπει η επαφή με τα παιδιά και την εκπαίδευση;

Ένα πρωί μπαίνοντας στην αυλή του σχολείου, αισθάνθηκα πως δεν με αφορούσε πια αυτό που γινόταν στο σχολείο. Ότι υπάρχουν πολλοί νέοι και καλύτεροι που αναμένουν με το πάθος του σταυροφόρου έτσι όπως ήμουνα κάποτε κι εγώ για να υπηρετήσουν το όραμα της παιδείας. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να είμαι ειλικρινής με αυτό που έκανα τόσα χρόνια στο σχολείο -θέλω να πιστεύω δημιουργικά και γνήσια- κι έτσι την άλλη μέρα πήρα τις αποφάσεις μου. Εξ άλλου υπάρχουν άνθρωποι στη, ζωή μου που σε αυτή τη φάση της ζωής μου και της ζωής τους θέλω να είμαι κοντά τους. Δεν το μετάνιωσα εξ άλλου σε μερικά χρόνια θα έφευγα ούτως ή άλλως. Η σχέση με τους μαθητές μου ήταν κάτι που θα μου έλειπε. Αλλά ο εκπαιδευτικός ξέρει πάντα πως είναι εκεί για να συναντήσει νέα παιδιά να δουλέψει μαζί τους μακάρι να εμπνεύσει να βοηθήσει για να τα δει να φεύγουν και να χαίρεται. Όταν καμιά φορά τα συναντά και τον χαιρετούν βεβαίως χαίρεται γιατί σημαίνει πως κάτι σημαντικό παιδαγωγικά γινόταν τότε αλλά δεν νιώθει ερημιά έξω από την τάξη. Αν νιώθει ανύπαρκτος χωρίς μαθητές και επαγγελματική ταυτότητα πρέπει να το δουλέψει με τον εαυτό του. Έφυγα χαρούμενη γεμάτη από πολλά και καλά χρόνια με τα παιδιά.

.

ΠΕΝΝΥ ΓΙΩΣΑ

OXYGONO/4/5/2014

Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου: «Καταδυθείτε στις αναμετρήσεις σας με την αλήθεια»

Την γνώρισα ένα καλοκαιρινό σαββατόβραδο του Ιούλη στη Λεμεσό στο σπίτι μιας κοινής μας φίλης. Ευφροσύνη στο όνομα και στη χάρη! Λιγομίλητη στην αρχή, σκεπτική και με τη μελαγχολία εκείνη που διακρίνει όλους τους βαθιά ρομαντικούς και σκεπτόμενους ανθρώπους της κοινωνίας μας. Γυναίκα καλλιεργημένη, προσιτή, που ξέρει να αγαπάει και να αγαπιέται. Κινείται με μια φυσική άνεση μέσα στο χώρο και στέκεται επάξια του καλού ονόματος που έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια τόσο στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίον υπηρετεί από το μετερίζι της φιλολογίας, όσο και στο χώρο της ποίησης. Το Νοέμβριο του 2013, η ποιητική της συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο, ανταμείβοντας επάξια την ποιήτρια για τον πνευματικό της μόχθο. Σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, φιλόλογος και ποιήτρια, αγαπημένη φίλη κι αγαπημένος άνθρωπος που σαν φανοστάτης δείχνει το δρόμο στους αναγνώστες της προς την πνευματική λύτρωση και ψυχική ανάταση.

Κυρία Ευφροσύνη, προλογίζοντας την ποιητική σας συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύχτες Γυμνές» λέτε ότι ο κόσμος πρέπει να γεννήθηκε από μια έκρηξη Σιωπής. Ποια ανάγκη θεωρείτε ότι γέννησε την Ποίηση;

Ο κόσμος κι η γραφή κυοφορείται και γεννιέται μέσα από τη σιωπή. Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή από τη σιωπή, μια σιωπή που κουβαλάει ως σπέρμα όλες τις δυνατότητες. Στο σημείο ακριβώς που ο άνθρωπος εισέρχεται στο χωροχρόνο αρχίζει η ιστορία της τέχνης. Σε όλες τις μορφές της και φυσικά η ποίηση. Με τη γένεση. Δεν θα μπορούσε να γεννηθεί ζωή και να συνεχίζει χωρίς αυτή την πρώτη κίνηση. Κι ό,τι βαθαίνει και ό,τι ανυψώνει την ποίηση αιώνες τώρα και την ανανεώνει είναι το γεγονός πως κάθε στιγμή άνθρωποι συλλαμβάνουν με τρόμο σχεδόν την ύπαρξη τους στο σύμπαν. Για να γεμίσεις μια έρημο, για να αντέξεις ένα σύμπαν, θα βγάλεις την πιο δυνατή κραυγή, θα χορέψεις, θα ζωγραφίσεις, θα τραγουδήσεις… κι όλα με πάθος. Η ποίηση δεν προκύπτει από μια επιπρόσθετη ανάγκη που δημιουργείται στην πορεία και στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό δεν είναι ποτέ περιττή, ή μια κάποια πολυτέλεια σε οποιουσδήποτε καιρούς.

Αντιλαμβάνεστε την Ποίηση ως ταξίδι ή ως προορισμό και γιατί;

Το ταξίδι και ο προορισμός ως θέμα ενέπνευσε και εμπνέει τους ποιητές. Από τα κορυφαία ποιήματα η Ιθάκη του Καβάφη. Η ποίηση η ίδια όμως δεν είναι ταξίδι σε χώρες και προορισμούς που σου ετοιμάστηκαν από πριν και σε περιμένουν να τους συναντήσεις. Ή να τους φωτογραφίσεις. Παίρνεις από όγκους λέξεων που μπορούν να ονομάσουν άπειρα πράγματα, καταστάσεις, νοήματα κι αφαιρώντας από τη μια και δουλεύοντας τες από την άλλη προσπαθείς αλληλέγγυος με τον κόσμο και τη μοίρα του, να ονομάσεις σημεία στο χάρτη της ανθρώπινης περιπέτειας κι αναζήτησης.

Διακρίνω σε όλες τις ποιητικές σας συλλογές μια ιδιαίτερη αγάπη για τη Λευκωσία, με αποκορύφωμα την τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» όπου την αποθεώνετε. Τι είναι αυτό που σας γητεύει τόσο σε αυτή την πόλη;

Δεν την αποθεώνω. Κάθε άλλο. Μιλώ για φθορά, για μια πόλη αιμάσσουσα, για καταστάσεις τραγικές… Η αίσθηση της αποθέωσης που αναφέρετε έχει να κάνει με την αποθέωση του έρωτα για αυτήν την πόλη. Ο έρωτας αποθεώνεται. « Σκεπάσου περιστέρα μου, σκεπάσου αηδόνα! Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους, το βαρύ ξύπνημά τους, σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο· βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι· σαν ανάληψη στον ουρανό» Και δεν είναι για τη Λευκωσία μόνο ο έρωτας αυτός. Είναι για κάθε μοιραία πόλη και κάθε μοιραία ύπαρξη, για ό,τι είναι η πόλη. Γιατί και στο μυθιστόρημά μου « Χωρίς την Αριάδνη» εκφράζεται ένα παρόμοιο πάθος για την Κερύνεια.

Υπάρχουν κάποια πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε στη Λευκωσία και γενικότερα στην Κύπρο;

Όποιος ζει στη Λευκωσία και γνοιάζεται για την πόλη του, ένα πράγμα μπορεί να θέλει: να αναστρέψει την τραγική της μοίρα. Να την δει και πάλι να γίνεται πόλη. Τώρα είναι ένα σκέλεθρο. Κι οι πιο πολλοί δεν το βλέπουν. Κι άλλοι γοητεύονται από την εντός των τειχών Λευκωσία ως να είναι ένα μαγικό σκηνικό… « σπίτια παλαιικά εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης … παρακμιακά καφενεία,… διάβρωση, οξείδωση, σκελετοί παλιάς σκάλας, μια καμάρα που γέρνει δίχως συντροφιά… φυλάκια φυτεμένα στη μεσοτοιχία των συνοικιών…» Κι όμως είναι ένα τοπίο θανάτου απένθητο που το ξορκίζουμε με μπαράκια, καφετέριες, κάποτε και με κάποιο εργαστήρι καλών τεχνών, μια γκαλερύ… ελπίζοντας πως έτσι από την ακρωτηριασμένη πόλη θα γεννηθεί ένα σώμα ολόκληρο, γερό, ένας κόσμος άρτιος.

Στο ποίημα «Ξεπεσμός», θέτετε ως ρητορικό ερώτημα αν γυρεύει κανείς αετούς σ’ αυτό τον τόπο. Στη συνέχεια απαντάτε ότι τους αετούς εδώ, τους μάθαμε πώς να πετούν στα χαμηλά και αν δεν τα καταφέρνουν, τους κόβουμε και λίγο τα φτερά. Με αφορμή αυτό το ποίημα, θα ήθελα να μου σχολιάσετε εν συντομία την κυπριακή κοινωνία και νοοτροπία. Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί περισσότερο σ’ αυτήν και αντιστοίχως τι σας κάνει να νιώθετε περήφανη που είστε Κύπρια;

Το ποίημα «Ξεπεσμός» ιδωμένο μέσα στη συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες οι Νύχτες Γυμνές» αποτυπώνει το αίσθημα της ματαίωσης και του συμβιβασμού. Είναι ποιήματα που κουβαλούν την αντίδραση του εφηβικού μου στήθους απέναντι στη βία της εισβολής. Ήταν το αίσθημα της ματαίωσης, της διάψευσης, η απόγνωση της μοναξιάς που κουβαλά η ιστορία των μικρών τόπων και η ανάγκη να συμβιβαστείς με τα «χαμηλά» και με τα όρια που σου επιβάλλονται. Δεν είναι λοιπόν περίεργο κάποια στιγμή για κάποιους η μετριότητα να φαίνεται ως κανονικότητα. Οπόταν μπορεί και να υπονομεύεται όποιος ξεφεύγει. Συναισθηματικά δεν αντέχω πια να μιλώ εύκολα για την κοινωνία μας και τη νοοτροπία μας. Ακούω συχνά να συζητούν επαναλαμβάνοντας μερικές συγκεκριμένες απόψεις με αυτιστική στερεοτυπία αλλά και με ύφος ως να έχουν δει και μελετήσει τα θέματα αυτά εις βάθος. Γενικεύουν προσωπικές εμπειρίες, αποστηθίζουν λόγια άλλων και τα ενστερνίζονται χωρίς να τα περάσουν από έλεγχο, συμπεραίνουν στη βάση μιας ελλιπούς γνώσης. Αισθάνομαι όλο και περισσότερο την ανάγκη να μας βρίσκω ελαφρυντικά. Η Κύπρος επαρχία και η Κύπρος κράτος. Να μια σημαντική παράμετρος για περίεργες θα λέγαμε τουλάχιστον καταστάσεις μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μια κοινωνία όλο και πιο ζαλισμένη, σε ίλιγγο, μικρή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που συνεπάγονται από αυτό και ταυτόχρονα πολύ εκτεθειμένη λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Με ενοχλεί που τόσο αργά αλλάζουν τα πράγματα κι η μόνη φορά που είδα να αλλάζουν ξαφνικά δεν έγινε από μια επανάσταση γνώσης κι επίγνωσης. Συνέβη κάτω από συνθήκες μιας βίαιης εισβολής και κατοχής που άλλαξε το κοινωνικό τοπίο μέσα σε λίγο χρόνο. Δυσκολεύομαι με τη λέξη περήφανη. Νιώθω ότι είναι πολύ αξιοπρεπές να είμαι μέλος της Κυπριακής κοινωνίας που δεν είναι η καλύτερη ούτε η χειρότερη κοινωνία.

«Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο από τα χείλη που πόνεσαν θανατηφόρα» λέει ένας στίχος από το ποίημά σας «Το Μέσα Φόρεμα» στην ομώνυμη ποιητική συλλογή. Η εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού, θαρρείτε πως οφείλεται στον πόνο που έχει βιώσει; Πώς βλέπετε να διαγράφεται η μοίρα αυτού του τόπου, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις για το κυπριακό ζήτημα;

Όταν έγραφα το στίχο αυτό, δεν είχα κατά νου την εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού. Ξέρω όμως ανθρώπους που δοκίμασαν τέτοια ακραία μορφή πόνου και κινδύνου στη ζωή τους, που έμοιαζαν μετά ως να γύριζαν από το θάνατο. Κάποιοι τα καταφέρνουν να επιστρέψουν όντως στο φως και το σκοτάδι που αφήνουν πίσω τους, κάνει πιο φωτεινά τα πρόσωπά τους. Χαμογελούν από ένα άλλο βάθος μιας κατανόησης της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι φιλολογικές σας σπουδές και η επαφή σας με τον αρχαίο πολιτισμό έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Αναπόφευκτα. Κι αυτά και πολλά άλλα.

Είναι αποτρεπτικό ή τελικά πιο εύκολο για εκείνον που διδάσκει λογοτεχνία και ποίηση να ασχοληθεί με τη συγγραφή ανάλογων κειμένων;

Είναι δύσκολο έως επικίνδυνο να είσαι φιλόλογος και συγγραφέας. Την ώρα που γράφεις πρέπει να απεκδύεσαι την ιδιότητα του φιλολόγου, να την σβήνεις εντελώς.

Η τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε θριαμβευτικά το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο για το 2012. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτή τη δουλειά και γιατί θεωρείτε ότι αγαπήθηκε τόσο από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς.

Το σκεπτικό της βράβευσης ήταν το εξής: «Η ποιήτρια χρησιμοποιεί την αλληγορία του κατακλυσμού του Νώε για να μνημειώσει το δράμα μιας χειμαζόμενης πόλης, υιοθετώντας το πολύμορφο είδος του «πεζού ποιήματος» που σπανίζει στην κυπριακή ποιητική παραγωγή. Η πόλη, στην οποία αναγνωρίζουμε την παλιά Λευκωσία, σπαράσσεται από τα πλήγματα που της επισώρευσε η ιστορία, όπως σε μια βιβλική καταστροφή: πόλεμος, προσφυγιά, οικονομική ανέχεια, γήρας, αποτυπώνονται στα ερειπωμένα κτίσματα όσο και στο ανθρώπινο τοπίο. Άνθρωποι του περιθωρίου, πόρνες, μετανάστες, φαντάροι, μοναχικοί, ανάπηροι, σκιαγραφούνται σε μικρά πορτραίτα που συγκεφαλαιώνουν τον πόνο και τον κατατρεγμό. Η ποιήτρια, στραμμένη σ’ αυτόν τον κόσμο των ταπεινών και καταφρονεμένων, αποτυπώνει σε χαμηλόφωνους λυρικούς τόνους την ανθρώπινη βάσανο απηχώντας τη συμβολική γλώσσα των Γραφών. Θρηνητική και δεητική, η συλλογή λειτουργεί μεταφορικά ως κιβωτός λέξεων στην οποία διασώζεται η ανθρώπινη ευαισθησία προς τον συμπάσχοντα.»

Η γραφή του έργου ως διαδικασία ήταν μια μοναδική εμπειρία, ως μια εσωτερική απελευθέρωση που με έφερνε σε επαφή με τα κατάβαθα του είναι μου. Έγραφα αβίαστα ακολουθώντας ένα εσωτερικό ρυθμό. Στο τέλος του έργου μέσα σε λίγες μόνο γραμμές εμφανίζεται ο Νώε. Είχα την αίσθηση όμως πώς ήταν εκεί πίσω μου στη σκιά ως να παράστεκε στη γραφή του.

Εκτός από ποίηση έχετε γράψει κι ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Χωρίς την Αριάδνη», όπου αναφέρεστε στον αυτισμό. Μιλήστε μας για το εν λόγω εγχείρημα και τη σύλληψη της ιδέας.

Ο επεξηγηματικός υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι «στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση.» Είναι η ιστορία ενός αυτιστικού παιδιού φωτισμένη από τη σύνθεση του αυτιστικού του λόγου και άλλων κωδίκων που χρησιμοποιεί και η ιστορία αυτή κινείται σε μια αυτιστική κοινωνία και πολιτεία. Στα έργα μου γράφω για πράγματα, πρόσωπα, καταστάσεις που με έχουν αγγίξει βαθύτατα, που με αφήνουν άγρυπνη, που με κρατούν συγκινημένη.

Έχω πληροφορηθεί ότι ετοιμάζετε μια νέα ποιητική συλλογή. Θα θέλατε να μας αποκαλύψετε κάποια περισσότερα στοιχεία για αυτή;

Έχει τίτλο Ναρκοσυλλέκτρια και αναμένεται να κυκλοφορήσει το καλοκαίρι.

Κλείνοντας αυτή την όμορφη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε απλόχερα, θα σας ζητήσω να απευθυνθείτε στα νέα παιδιά της γενιάς μου και να τους δώσετε μια ευχή-συμβουλή που θεωρείτε ότι θα τους είναι ωφέλιμη για τη ζωή τους. Επίσης, τι θα συμβουλεύατε όλους όσους έχουν ήδη, ή πρόκειται να ακολουθήσουν το δύσκολο μονοπάτι της ποίησης και της συγγραφής εν γένει, υπό την έννοια ότι αυτή η δραστηριότητα (σε αντίθεση με αυτό που υποστήριζε ο Ελύτης) δεν είναι η συνήθης ασκούμενη βιοποριστική ενασχόληση.

Να μου επιτρέψετε να σχολιάσω με δύο στίχους από τη συλλογή «… σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε»

«Καταδυθείτε στις αναμετρήσεις σας με την αλήθεια»

«Ρωτήστε εκείνους που δεν υπόσχονται απαντήσεις»

Τι να πω στους νέους που επιλέγουν το δρόμο της ποίησης; Κι εγώ στο δρόμο είμαι, σε πορεία. Δεν έχει τέλος ο δρόμος αυτός και πάντα δοκιμάζεις ένα ακόμη βήμα … Προτιμώ να συνομιλώ και να μοιράζομαι με τους άλλους ελπίζοντας πως αυτό είναι πολύ πιο ωφέλιμο. Καμιά άποψη και γνώση που παίρνεις για να εγκιβωτιστεί ως πληροφορία στη μνήμη σου δεν έχει αξία. Μόνο αν καταστεί αντικείμενο συνομιλίας αποκτά νόημα και μάλιστα προσωπικό για τον καθένα από τους συνομιλούντες.

Τελειώνοντας τη συνέντευξη με την ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, νιώθω πιο ανάλαφρη και συνάμα πιο ζωντανή. Ευθύς μου έρχονται στο νου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: «Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα». Και η ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου απέδειξε και συνεχώς αποδεικνύει τόσο με το πνευματικό της έργο όσο και με το ήθος της ότι κατέχει πολύ καλά την τέχνη της αρχιτεκτονικής του λόγου…

http://www.oxygono.org/?wp=interview&article=1F9DCB64DC91620BB44AD579953A84CD