Monthly Archives: Δεκέμβριος 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b1%ce%ba%ce%b7-2

Η Κυριακή Αν. Λυμπέρη γεννήθηκε και ζει στη Χαλκίδα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Τα Ποιητικά, Το Φρέαρ, Οροπέδιο, Δέκατα, Μανιφέστο, Θευθ, Πόρφυρας, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά poeticanet, frear. gr και άλλα. Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
«Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι», Χαλκίδα 2009.
«Εμαυτού», Χαλκίδα 2010.
«Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012.
«Ζητήματα ύψους», εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2015.
«Ορμητικοί φθόγγοι ως το χάνομαι» (2017)
Κριτικά της σημειώματα για ποιητικά και άλλα βιβλία έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Απόπλους, στο περιοδικό Θευθ, στη στήλη «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής και στα ηλεκτρονικά περιοδικά  frear. gr και bookpress. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών Αθηνών.

 

 

 

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ (2017)

 

ΔΗΘΕΝ ΔΙΚΗ MOΥ

Ά, γλώσσα άτιμη Ιερόδουλη
-για να το πω κομψά-
πως ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους
εδώ κι εκεί και σ’ οποίον να ’ναι
και τα «πολλών ανθρώπων λόγια σου»
μ’ ακολουθούν αδιάκοπα
απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!
Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά
και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα
υστέρα στη βιβλιοθήκη για καφέ
και το βράδυ
δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν
να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια
ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι.
Χτυπάνε μες στα δόντια μου
ταμπούρλο τα φωνήεντα σου
να μην τελειώνει η μουσική
καλέ τί ωραία που εξασκούμαι
στα ανείπωτα!
Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου
αλλά λείπει ο ένας
γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;
Και άραγε, γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω
τόσο σοφή -ως τώρα- που έγινα κλέβοντας;
Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά
-άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!-
πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;

 

 

ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΥΧΤΑ

’Από την τρύπα μιας βελόνας
εννοείς να περνάς τα εκατομμύρια των Άστρων
χειρονομίες, βλέμματα, συνομιλίες
αναμνήσεις μιας αγάπης
που έφυγε χωρίς επιστροφή.
Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα
η απουσία σφραγίδα στο δέρμα
μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις
σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.
Σε όλους τους δρόμους μες στην πόλη
μια πληγωμένη λέαινα βρυχάται
-η καρδιά- και δε λέει να ξαποστάσει
γυμνή αναδύεται στις γωνίες η θλίψη
σε καπνιστήρια, φαρμακεία, παγκάκια
το τελευταίο νόμισμα της ημέρας
στο ζητιάνο πού ντρέπεται λιγότερο
να δείξει την αδυναμία του στους περαστικούς.
Τί βάσανο οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν
το αλάτι που δεν έγινε δάκρυα
ότι κανένας δεν περιμένει στο σπίτι είναι ψέμα.
Ένα μπουκάλι, ένα μαχαίρι, ένα γράμμα
με όλα αυτά μπορείς να ταξιδέψεις
να αποχαιρετίσεις μπορείς, διαλέγεις μόνο πώς
και το άλλο πρωί σκοτάδι θα είναι πάλι
σαν να μην πρόκειται να ξημερώσει ποτέ.

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΣ

Ότι οι δράκοι του ύπνου είναι καλοκάγαθοι
παίζουν τη βάρβιτο στα νύχια κι ημερεύουν
κι ας λαχταράει η γλώσσα δέρμα ζωντανό
τόσο πολύ
με μουσική ότι ενώνεται το αίμα
καλώδια κύτταρα ηλεκτρισμένα
να χορεύουν στον αγέρα
κι η γη να είναι μια σταλιά
βόλος στα δάχτυλα να παίζω
περίπατο σε άγρια να κάνω μονοπάτια
του λύκου τα δόντια να μην τα φοβηθώ
τόσο πολύ
ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα
ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη
ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε
τόσο πολύ
τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ

 

 

ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζει
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα ποδιά αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα την νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

 

 

ΣΤΑ ΑΚΡΑ

Βλέπετε, είμαι γυναίκα
δε μου επιτρέπεται
σαν καθώς πρέπει, λεπτεπίλεπτη κι ευγενική
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.
Συνθήματα να γράφω δε μου πάει
βόμβες δε μ’ εμπιστεύεται κανείς
και δε μ’ αφήνει η αιδώς
τη γύμνια μου να περιφέρω
ψυχή εκτεθειμένη τόσο
τι χρειάζεται του σώματος τις μαγγανείες;
Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές
ά, τότε μια χαρά μπορώ
την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό
μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από
την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.

 

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ήταν μια παράσταση απλώς θα μου πεις.
Φωτισμένη νύχτα
κλωστές να κινούν τα παράλυτα μέλη μας
επιθυμίες ενισχυμένες με κονιάκ
σαν ψέματα, όλα σαν ψέματα.
Και ποιος να διεύθυνε το έργο από ψηλά
ποιος σκηνοθέτης σχεδίαζε σκηνές
ποιος για τη χαρά οικονομούσε σταγόνες
ποιος στον κίνδυνο έσπρωχνε με φόρα
ποιος στα παθήματα
γελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του;
Όταν χάραξε
τα σώματα ξάπλωναν στο πανί
έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητές τους
τις κινήσεις που προβλέπονταν όλες
όλες τις γκριμάτσες που τους επιβλήθηκαν.
Έμοιαζαν κούκλες τσαλακωμένες -γιατί;
ας υπήρχε τουλάχιστον μια δικαιολογία !-
τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν
ξανά στα κουτιά τα σύνεργα
και μη το μέλλον μας
θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.

 

 

ΣΟΥ ΘΥΜΩΝΩ

Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω
γιατί ξέρεις ποιο πλήκτρο να πατήσεις
για να ορμήσει στο δωμάτιο η συγκεκριμένη νότα
γιατί ξέρεις να στέλνεις
τη νότα στο αυτί που θέλεις
γιατί αυτό το αυτί
μπορείς να το κάνεις να γίνει και στόμα
που θα θέλει τώρα να λέει τα τραγούδια σου.
Σου θυμώνω γιατί θέλεις να σε τραγουδούν
ολοένα και περισσότερα στόματα.
να σε αγκαλιάζουν
όλο και περισσότερα χέρια
γιατί δε σου αρκεί μια αγάπη
γιατί οι νύχτες σου είναι ήσυχες
όταν οι δικές μου τελειώνουν μέσα στο μαρτύριο.
Σου θυμώνω γιατί με παιδεύεις με αμφισημίες
γιατί έχεις επιχειρήματα.
γιατί αν σου έλεγα όλα αυτά
θα γελούσες απλώς ή θα μ’ έδιωχνες
αμέσως θα με αντικαθιστούσες αδίστακτα.
Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου
και φτιάχνεις ωραία μουσική.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
να κουνάς το δάχτυλο και να έρχομαι
οποιαδήποτε ώρα
σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου
με καράβια, τραίνα και γράμματα
κουράστηκα να έρχομαι.
Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να κατοικήσω
στο σπίτι αυτό που αιωρείται στον ουρανό
και ξεφεύγουν οι μουσικές από τα παράθυρα
και τρίζουν ολοένα μαγεμένα τα πατώματα
να μυρίζουμε το πρωί τον καφέ που αχνίζει
να πετούν τα δάχτυλά μας φωτιές
οι λέξεις να υπακούουν.
Κουράστηκα να είμαι τόσο δική σου
κι ωστόσο τόσο ανάμεσα, τόσο μεταξύ
ποτέ ολόκληρη εκεί
κι όμως παντού αλλού μισή.
Ναι, δε θέλω πια να είμαι τόσο δική σου
μα είδες; Πάλι νυχτώνει
και μόνο μες στο ποίημα
μπορούμε να κλάψουμε μαζί.

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ (2015)

 

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έχει στης μέρας το χαμόγελο στηρίξει
μία χελιδονοφωλιά του νου
όλη μέρα τιτιβίζει τις ευχές της,
διακονία κανονική στο αόρατο.
Έχει στα στήθη του ανάψει μια φωτιά,
φως τίμιο να γδέρνει μ’ αστραπές,
να καυτηριάζει σπλάχνα μ’ επιμέλεια
στον ύπνο τους.
Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά,
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες,
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Στους ορίζοντες πετάει σχοινιά
να θηλυκώσει τα τέσσερα σημεία.
Και έχει ανθώνες για τη γη φυλάξει
και φυλλαράκια αρωματικά βασιλικού
διαμελισμένη από στοργή
θα συναντήσετε την καρδιά του
στους δρόμους των ηπείρων να κυλάει,
μπάλα στα πόδια των παιδιών.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Αρχίσαμε με τα κρουστά.
Τα πλήκτρα πάνω στις πληγές
και κακοφόρμιζε η σάρκα,
μέχρι να πέσει το άρρωστο κομμάτι.
Ήρθανε κι οι μικροί τυμπανιστές
να παιανίσουν χαρούμενα την είσοδο της μέρας.
Μετά, το φλάουτο στο στήθος μου
δεν έλεγε να σωπάσει
κι ήθελε να ενωθεί με τους κορυδαλλούς.
Πες είσαι παιδί
και σε μαθαίνουν από την αρχή
ν’ ανασαίνεις.
Πες φίδι κι άλλαξες το δέρμα σου,
ορθώνεις μεθυσμένο το λαιμό στη μελωδία.
Τα έγχορδα έρχονται στο τέλος.
Νύχια να γρατζουνίζουν μέρη τρυφερά,
λεπίδια να χαράζουν σπλάχνα.
Και παίξε παίξε, τελικά
σε καταπίνει η αγκαλιά της μουσικής
κι ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω.

 

ΕΝΑΣ ΙΝΔΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά.

 

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΛΩΣΣΑ

Ο λύκος που έγινε γλώσσα
ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι,
πονάει τη συνείδηση των εντοσθίων του,
ελλιπής
στην πρώτη των κοπτήρων αρτιότητα,
στην ικανότητα προσανατολισμού.
Α, λύκε, λύκε, μην έρχεσαι
παρά την ώρα του έρωτα,
να βγάζω νύχια τρυφερά,
να βγάζω και καλές κραυγές
κι η λύκαινά μου να ’ναι εδώ
ζεστή,
παραδομένη
στο τρίχωμά μου,
στο νόημά μου
κι η περηφάνια μας στο χόρτο πατημένη
να μένει.

 

ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΟΜΟΡΦΑΙΝΕΙΣ

Βαθιά που ομορφαίνεις με τ’ αστέρια,
στέκεσαι,
αργυρόχροα ετοιμάζεις
τα μέταλλα που θα με τελειώσεις,
τρέχει στα κόκαλα μια χθόνια μουσική,
γυαλίζουν τα μάτια σου σαν μοίρα.
Κι εγώ άμαθη κι αμήχανη
τα δάχτυλα δεν ξέρω να βολεύω,
την αγάπη λιγότερο
κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού.

 

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Στις φούχτες τ’ ουρανού μ’ εμπιστοσύνη
την εσπέρα απόθεσα το κορμί μου,
αδειάζοντας από αγάπες, λύπες, επιθυμίες.
Κι αν το βαθύ ξημέρωμα με πλάθει απ’ την αρχή,
χαμηλώνουν επικίνδυνα οι σημασίες
θεέ μου πού είναι το μονοπάτι σου να πατήσω,
βρέφος την ωραιότητα να θυμιατίζω,
να καλώ στο κέντρο της τη χαμένη αθωότητα,
κερδισμένο όνειρο ως το πρωί,
φως που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη.

 

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.
Κι εσείς, φίλοι πουλιά μου, δώστε μου
την όρασή σας να κοιτάζω την πλάση,
τη γλώσσα σας να τραγουδήσω δώστε μου
στα πιο ψηλά κλαδιά της κατάφασης.
Μ’ αυτό τ’ αγεράκι σήμερα
να πυκνώσω θέλω το μέγεθος του κόσμου,
να λιώνουν απαλά στα χέρια μου
φρούτα, καρποί, επιδαψιλεύσεις της αγάπης.
Το λέμε τώρα έρωτα
του ουρανού και των άλλων άστρων,
το λέμε υποταγή στην ομορφιά
που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει.
Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή
το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,
άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου
και ροδιού σπόροι οι λέξεις,
τ’ όνομά μου.

 

ΔΟΚΤΩΡ ΦΑΟΥΣΤΟΥΣ

Αγαπητέ μου δόκτορα,
δεν ξέρω εσύ τι λόγους είχες,
καθένας δοκιμάζεται, αλλιώς.
Έλεγα κι εγώ μήπως
για το χατήρι των λέξεων
να παραδώσω την ψυχή μου.
Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται.
Λοιπόν στου άρχοντα του σκότους
τα παλάτια οδηγήθηκα
(και τρέμιζε ο παντεπόπτης άστρο μακρινό),
τι αποτυχία!
Πως είναι η μοίρα μας εμάς των εραστών
και μέσα στις φωτιές ακόμα,
από τιμές και χρήμα κι ηδονές,
να προτιμάμε μάτια αγαπημένα.
Τα νύχια μας αντί να μεγαλώνουν,
γινόμαστε άκακα αρνιά,
αντί -που κατατρώνε σπλάχνα- γύπες,
γινόμαστε ταπεινά στρουθιά.
Και συ άλλωστε,
δόκτορα Φάουστους
-πρώτε που μας δίδαξες—
στου χαλασμού τις φλόγες βουτηγμένος
ξέκλεψες μια αστραπή από φως
κι έτσι όπως το πονεμένο κοίταζες
βλέμμα της Μαργαρίτας,
νοστάλγησες ξανά τον ουρανό.

 

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών,
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας.
Ο ίλιγγος του ύψους ακόμα στο μυαλό.
Στο κούτελο η σαϊτιά από το φως.
Της όψης των θεών καταπρόσωπο
η γοητεία που τυφλώνει.
Τα αιθέρια παλάτια
σχέδιο για το αίμα σου.
Και, των ανθών που έδρεψες
του Ολύμπου, η γύρη
κολλημένη στα δάχτυλα.
Να τρίψεις στις περγαμηνές
να γεμίσουν χρυσόσκονη.
Από μνήμης
να εξασκηθείς στην ωραιότητα.
Να πλάσεις τώρα τον πηλό με φρονιμάδα.
Δεν είναι ίδιος πια ο τεχνίτης
σαν γυρνά απ’ τα βουνά,
τα σύννεφα σαν γνώρισε,
δεν τον χωράει ο τόπος.

 

Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Σε μια κλωστή κρεμόταν η επίγνωση της νύχτας
έλεγα μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ
ότι θα απίθωνες στα πόδια μου λωτούς
στα στήθη μου φιλιά ώριμα, καρποφόρα.

Τώρα είναι μεσημέρι -όχι καταφυγές!-
έχει ένα φως που πυρπολεί τα μέσα μέρη της
αβύσσου, πουλιά δεν τραγουδούν εδώ
κρανίου τόπος η αλήθεια κατάματα.

Να μοιραζόμαστε με γρύλους την ορφάνια μας
ανοξείδωτες λύπες, ηχηρές, που κατρακυλούν
στα πηγαδίσια σπλάχνα μας και παφλάζουν
δυνατά του τέλους τα νερά.

 

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΩΡΑ

Υγραίνεται, πάλι η καρδιά.
Λικνίζονται στα βλέφαρα
οι σταλαγματιές των δακρύων,
εδώ περάσανε ράμφη, άνεμοι, πευκοβελόνες,
ένα μουντό φθινόπωρο που ετοίμαζε βροχές,
άνθη της τρικυμίας στη ράχη του νερού.
Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;
Η νύχτα ετοιμόγεννη ξεβράζει
συντρίμμια σάρκας, απόβλητα του έρωτα,
ξεφλουδισμένα σφάλματα, διφθέρες ανημπόριας
κι αυτές τις ρυτίδες λύπης ανάμεσα στα φρύδια.
Κι έτσι όπως χάσαμε των άστρων τα πατήματα,
ναυαγοί του ίσως,
σπαταλημένης σύνεσης ξεσκλίδια,
μόνο εδώ,
στην άκρη του καιρού,
ζητιάνοι πειστικοί του ελέους τώρα
που η δωδεκάτη ώρα σήμανε,
επί τέλους νοήμονες,
αλλιώς ποτέ, ποτέ!

 

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ

Ζητήματα ύψους πραγματεύομαι, ακόμα,
ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό’
θα κοιτώ απ’ το αιωρόπτερό μου
τα φαινόμενα.
Τις μέρες γυπαετοί, στρουθιά
και τζιτζικιών θυσία ερωτική
τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες.
Και μέσα σε υπόγειες τρύπες
φίδια, σκορπιοί,
πάντα αόρατα, καλά κρυμμένα τα επικίνδυνα.
Δε λέει αυτό το δάσος
να δώσει όλα του τα μυστικά,
μπερδεύομαι.
Όμως ο θάνατος απλώνει γύρω,
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση
ακριβοδίκαια μοιράζει την ποινή.
Και μόνο, εκεί ψηλά, τ’ αστέρια
ρίχνουν ματιές συμπονετικές
και στις γυμνές βραγιές στο χώμα
φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες.

 

 

ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ (2012)

 

ΣΤΟ ΝΑΟ

Αφού δεν έρχεσαι τέχνη
έρχομαι να σ’ επισκεφτώ εγώ
επί πώλου όνου μπαίνω
και αναμένω ιαχές.
Α, σιωπηλή, σιωπηλή μου αγάπη
πόσο με βασανίζεις ενίοτε
τα ξέφτια σου να κυνηγάω
στις πέντε άκρες του Ναού.
Κι αν (πόσο) με θυμώνουν
επαίτες κι αργυραμοιβοί
με φραγγέλιο θέλω
να υπερβώ το περιττό.
Ύστερα στα πόδια σου θα πέσω
-σε θυμάμαι
δροσιά μελών
ευφροσύνη αρμών—
όταν θα μου παραδοθείς
επιτέλους θα νιώσω
μικρός θεός εν τη βασιλεία μου.

 

ΕΞΟΡΙΑ

Από τότε που μας δόθηκε η εξορία
χνάρια γυμνά αφήνουμε στο χώμα
ελαφάκια
που αναζητάμε την τροφή και το νερό,
την ουσία,
η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική.
Ο τόπος ο εκεί
μας δένει με σκοινιά.
Αν ξέραμε τουλάχιστον με σιγουριά
ποιο είναι το καλό και το κακό!
Τιμωρείται ο κλέπτων οπώρας μάθαμε.
Ως πότε πια
θα μας τσακίζει αυτή η γνώση!

 

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Λοιπόν
έφτασα στην ηλικία
ακόμα και τους πόνους μου
να τους κοιτώ αφ’ υψηλού.
Στο τέλος
εύκολη γίνεται η ζωή
απλή
μάθημα που το ξέρεις πια απέξω
χιλιοδιαβασμένο.
Τώρα
μόνο το πρόσωπό μου
θέλω να κρατήσω
(από τα πάθη η περηφάνια
τελευταία αποχωρεί)
κι όσο για τα υπόλοιπα
μετρώ τα πλούτη μου
αφαιρώντας ένα ένα τα ιμάτιά μου,
τη γυμνότητά μου
θεσπέσια εσθήτα
φως
σου παραδίνω.

 

ΕΡΩΤΑΣ

Πώς έμπαινες στις φλέβες μου
λουτρώο φως
λυτά μαλλιά του φεγγαριού,
πώς έμπαινες στα σπλάχνα μου
πυρά, πνοή ειμαρμένης,
τα δάχτυλά σου όρη έπλαθαν
της τρυφερότητας στρογγυλής,
τα χείλη σου άρθρωναν βραχνά
τα πιθανά ονόματα του πόθου.
Κι ήτανε μέρες που ακούμπησα
στην άκρη του γκρεμού για να συναντηθούμε,
ήτανε νύχτες που μονάχη μέτρησα
μήκη χιλιόμετρα άστρα.
Α, έρωτα, έρωτα
χαράδρα εαυτού
κοιλάδα άνω κάτω ανθοφόρας γης πατρίδα,
πάρε με έρωτα
τυράννησέ με ως το πρωί
να διαλυθώ
να σκορπιστώ
μες στο μηδέν να βρω το νόημά μου.

 

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Ο κόσμος όλος
σ’ ένα μικρό κουτάκι.
Μηχανισμοί, γρανάζια, ώρες
πλανήτες που παιδεύονται στις συζυγίες τους
διαδρομές υπομονής
πλήξεις επαναληπτικές
τικ τακ του χρόνου ατελείωτο
γεωμετρία της φθοράς.
Κι εσύ συνείδηση που επιμένεις να υφαίνεις
ολοένα διαστάσεις του αθέατου
μες στην καρδιά του υπαρκτού
αν απατάσαι
με όραση ανάποδη
αισθήσεις πρόστυχες, ανυπόληπτες.
Τι ωραία ωστόσο που ανατέλλεις
από τα πάθη σου!
Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου.

 

ΠΛΕΟΥΜΕΝΟ

Ένα πλεούμενο ποίημα σήπεται
σε μια γωνιά του εγκεφάλου μου
το καημένο
η γλώσσα —ρυμουλκό φιλότιμο-
επιχειρεί ανέλκυση·
α, ποίημα, ποίημα του βυθού.
Ναι.
Να θυμηθώ να ροκανίσω
τη φλούδα-φλοιό
να επιστρέφω
στην εποχή της αθωότητας
(γίνεται; εάν ίσως
αριθμομνήμων πόνος
σπρώχνει τις έλικες)
να υπάρξω
βρέφος σπαργανωμένο
στο νησί του τίποτα·
α, ποίημα, ποίημα
φέρε με
στο κέντρο του λωτού!

 

Η ΣΙΩΠΗ

Μες στη σιωπή
αναδεύονται
όλα τα τελειωμένα πράγματα
ζώα, φυτά κι αστέρια του μυαλού μου·
με τη σιωπή σχεδιάζω τη δημιουργία μου
λίαν αυτάρκης
πλάθω κόσμους απ’ το σώμα μου
πλανήτες-λέξεις στο στερέωμα εξακοντίζω
λέω «γενηθήτω φως»
και τότε Θεέ μου
σε καταλαβαίνω.

 

ΚΥΜΒΑΛΟ ΑΛΑΛΑΖΟΝ

Κύμβαλο αλαλάζον
καρδιά μου
σάρκα μου
ατέλεια φύσης που αγωνίζεται
να υπερβεί τον εαυτό της
σάλπιγγα για καταστροφή
μα και για κτίση
ταμπούρλο με τους χτυπους σου
αιμοδοτείς τον κόσμο που τρεκλιζει
στα τείχη της Ιεριχούς
ή εδώ
βραδιάζει ξημερώνει
καρδιά μου
πάντα σταθερά στο μετερίζι.

 

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα δέντρα έχουν κόκαλα
τρίζουν στον άνεμο
τεράστιες γέρικες αρθρώσεις
και ύστερα την άνοιξη
φορούν χρωματιστά φορέματα
και βγαίνουν βόλτα στους λειμώνες.
Κι εγώ
πότε μες στους χυμούς των κλάδων λούζομαι
ντύνομαι τα φυλλώματα κατάσαρκα
καρπούμαι την ανθοφορία
και πότε της φθοράς την ξηρασία εσοδεύω
γερνάω με τις εποχές.
Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Τόσες νύχτες εδώ
ταξιδεύουμε σε μέρη παραδείσια
και το πρωί ξυπνάς
το φίδι κουλουριάζεται στη γλώσσα σου
με τεμαχίζει ιδανικά
δοκιμάζει τα όριά μου
ποια σημασία έχει σήμερα την τιμητική της·
λιγνή, λιγνεύω ολοένα
περιφέρομαι
τα δικά μου όλα αποποιούμαι
λιγνή-φτερό-αέρας να δεθώ
στο κατάρτι της επιθυμίας σου
κάθε μέρα επιλέγω
σε ποιον ιστό θα σταυρωθώ
για να σου ταιριάζω.

 

Η ΑΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη αναδύεται ανελλιπώς
με πέταλα και πεταλούδες
προβάλλει ακούραστη, αμετανόητη
απλώνει το χιτώνα της στα δάση
με χρώματα στολίζει το κορμί της γης
άνθη πληθαίνουν και τελειώνονται
δέντρα κοσμούνται χαρίτων
και κάπου κάπου μια αιχμή
(επί των ρόδων)
να υπενθυμίζει:
το κάλλος απαιτεί το τραύμα του·
έχει κι η Άνοιξη αγκάθια!

 

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Με τα φτερά του πόθου σου στους ώμους
διαπλέω ουρανούς γαλακτόχροες-
α, τέχνη, αγαπημένη ιδανική
μήπως μέσα στις συλλαβές
εφευρίσκω τον εαυτό μου;
Κάθε μέρα περνάει απαράλλαχτη
το τίποτα κινείται τόσο γρήγορα
η κινούμενη ακινησία με εγκλωβίζει-
αν τίποτα δεν κινείται
πώς σκέπτομαι λοιπόν;
πώς υποφέρω;
Ή όλα κινούνται με την ίδια ταχύτητα
προς το ίδιο τέλος
ώστε ο κινούμενος παρατηρητής
δεν είναι παρά παρατηρητής μόνο,
συμπαρασύρεταυ
ποτέ δε συμμετέχει.
Εγώ επομένως
με αλφαβήτα σπέρνω τον πηλό
σύμπαντα συναρμολογώ
επινοώ την επικράτεια της αλήθειας μου.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΟΡΜΗΤΙΚΟΙ ΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ ΩΣ ΤΟ ΧΑΝΟΜΑΙ

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 19/7/2017

Το β΄ πρόσωπο της ποίησης

σαρξ εκ πνεύματος
πνεύμα εκ σαρκός

Όταν μια ποιητική συλλογή στην προμετωπίδα έχει αυτό το ανατρεπτικό, σε προετοιμάζει για μια ποίηση γήινη αλλά και για τη μετάπλαση του σώματος σε μια ενδιαφέρουσα δημιουργία. Οι λέξεις της Κυριακής Λυμπέρη είναι διαλεγμένες με κριτήριο μια ευθύβολη σκληρότητα. Και το ποίημα φτιάχνεται από υλικά τραχιά στην αφή.

Διαβάζοντας δεν ξέρω αν αυτός ο λόγος είναι αληθινός ή αν παίζει τον ρόλο του σε σκηνικό που η ποιήτρια έστησε. Η ποίηση αρέσκεται να δημιουργεί το περιβάλλον για να ακουμπήσουν οι λέξεις της. Κάποτε απολύτως ρεαλιστικό και κάποτε υπερβατικό και αθέατο σχεδόν. Σε κάθε περίπτωση (αληθινό ή μυθοπλαστικό, πραγματικό ή όχι) το περιβάλλον αυτό ενσωματώνει τον λόγο και έτσι, σαν ένα σύνολο αδιαίρετο, παρουσιάζεται σε μας αλλά και στον δημιουργό, που με διαφορετική ματιά κοιτάζει τη σκέψη του με νέο τώρα μανδύα, ποιητικό.

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχει δείξει και από προηγούμενες καταθέσεις ότι έχει άγρια ψυχή, και εννοώ μ’ αυτό (το αρχικά τρομακτικό) ότι δεν πατά σε δρόμους χαραγμένους αλλά προτιμά να ανοίγει μόνη της πέρασμα σε απάτητα ρουμάνια. Το προσωπικό κόστος πάντα εκεί για συνυπολογισμό, γιατί το σώμα είναι που πληγώνεται από τα κοφτερά αγκάθια, για να έρθει μετά ο νους, η σκέψη (τρωθείσα και ηττημένη) να μιλήσει με την ποιητική γλώσσα. Στην προηγούμενη συλλογή της η ποιήτρια (Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ) πρόσφερε τα ποιήματά της εν είδει ιδιόμορφων ιαμάτων σε όποιον ευαίσθητο αποδέκτη της. Εδώ περισσότερο ο αποδέκτης είναι η ίδια, που καταφεύγει σ’ αυτά ίσως σε μια απόπειρα να δει τον εαυτό της καταγεγραμμένο, με όσα μέσα του σκουρόχρωμα κουβαλά.

Με βάζεις στο κέντρο της οθόνης
με μελετάς σαν μύγα νοιώθω.
Σε πόσες διαστάσεις βλέπω
οι οφθαλμοί αν είναι στερεοσκοπικοί
πώς το κορμί μου σπάζε
πώς στριφογυρίζει
υπάκουα, αρθρωτά τα πόδια αν έχω
αν τα φτεράκια στην εντέλεια λειτουργούν
για να πετάω γύρω από τα ίδια
με μια βουή σαν κλάμα.
Το ενδιαφέρον σου όμως μόνο
περιέργεια φυσιοδίφη.
Μα την ψυχή της μύγας ποιος θα τη νοιαστεί;
Τα όνειρα στο μαλακό κεφάλι της
με μια κίνηση γίνονται λιώμα·
πάει η μύγα
τώρα πολτός απλώνεται η ζωή της.

(Της μύγας)

Το πρόσωπο που περισσότερο επιλέγει είναι το δεύτερο ενικό. Θα μπορούσε να εννοείται ο ποιητικός λόγος πίσω από αυτή την επιλογή, σε μια θέση-αντίθεση με την ποιήτρια (άλλωστε το έργο αυτονομείται ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό του). Σε μια άλλη αναγνωστική εκδοχή πάλι θα ανακαλύπταμε το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στον καθρέφτη του. Ίσως μια άλλη παρουσία, ένας άντρας, να υποκρύπτεται πίσω από το β΄ πρόσωπο, στον οποίο η ποιήτρια απευθύνει τον λόγο και τον εγκαλεί για την απουσία του; Ναι, θα ήταν μάλλον η πιο βολική από όλες τις ερμηνευτικές εκδοχές. Το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι ότι διαβάζοντας δέχεσαι πότε τη μια και πότε την άλλη, σε μια ακολουθία σκέψεων και προσωπικών πλέον προβολών του ποιητικού λόγου σε σένα, τον αναγνώστη της ποίησης. Μήπως, όμως, αυτό είναι ένα από τα γνωρίσματα της δυνατής ποίησης, δηλαδή η κοινωνία του ποιήματος (πολυδιάστατη και πολύμορφη) με τον αναγνώστη του;

Η ποιήτρια έχει ισχυρό όπλο, ικανό να λειτουργήσει ως όχημα για να επιτευχθεί η κοινωνία/επικοινωνία: τον λόγο της, ιδιαίτερα αιχμηρό, ώστε να προκαλεί αλλά και να προσκαλεί σε μέθεξη μαζί του, με τις λέξεις φροντισμένα επιλεγμένες, ώστε να βρίσκουν στόχο ασφαλή.

Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα
σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου
αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται
και δεν αντέχει την οδύνη του
αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας
αν είμαι σώμα που υποφέρει
μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο
μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει
βεγγαλικό που σκάει
την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ
με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω.

(Αν είμαι)

Η ποίηση κάτω από αυτό το πρίσμα, όπως την εκλαμβάνει η Κυριακή Λυμπέρη, λειτουργεί σωματικά και νοητικά απέναντι στην παρουσία αλλά και την απουσία του έρωτα, κυρίως ως σαρκική βίωση. Και ανοίγοντας «διάλογο» με την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ θα μιλήσει για τον απόντα έρωτα και το πώς αυτός πυροδοτεί την τέχνη της ποιητικής γραφής. Γνωστό αυτό άλλωστε. Δεν γράφεται ποιητικός λόγος αξιώσεων ως απότοκο χαρούμενης διάθεσης. Κι αν η ένταση της ερωτικής συνεύρεσης συχνά οδηγεί τη γραφίδα, πολύ περισσότερο και πιο βαθιά γράφει (κατάσαρκα) η απουσία της.

Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν
ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν.
Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·
στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος
φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα
γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή
τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη
παρελαύνουν σαν άνθη σε μίσχους
με μια ριπή που θέρισε ο ζηλιάρης άνεμος
ή σαν πεφτάστερα που έσβησαν
πρόωρα απ’ το χάρτη τ’ ουρανού.
Όσο να πεις για τα δάκρυα
αλλάζει το χαρτί σε στέρνα
για να σηκώσει το βάρος τους
χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να νοτίσει
αλλάζει σε φωλιά για να στεγάσει
ό,τι δεν μπόρεσε ο έρωτας.
Γιατί όταν έχεις τον έρωτα
το ποίημα τι να το κάνεις;

(Κι όμως Κατερίνα, Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Ο κόσμος της ποιήτριας ανοιχτός σε ερμηνείες, κυρίως προκλητικός για μια είσοδο αναγνωστική. Μπορεί να ξαφνιάζει πού και πού με την ωμότητα αλλά θα δείξει αλλού μια τρυφερότητα αναπάντεχη. Είναι το ίδιο πρόσωπο που γράφει εδώ:

[…]
Ταλέντο έχεις στις πλαστές τις συγκινήσεις
η τέχνη μάλλον όλα τα επιτρέπει.
Κι έτσι τα βράδια καθήκον σου συζυγικό
ν’ ανακατεύεις σάρκα μετά πνεύματος
και πάνω στην κορύφωση σου να ονομάζεις
έρωτα το τερατικό υβρίδιο.

Και αλλού:

[…]Νύφη της μοναξιάς
αρμένιζα στους ουρανούς
τυλιγμένη στα εξομολογητικά μελάνια μου.
Και μόνο το πρωί συμπονετικό
τον κάματό μου ελεούσε με τον ύπνο.

Δύο όψεις ενός και του αυτού δίνει η ποιήτρια. Το πρόσωπο της μοναξιάς με τη συνειδητοποίηση του απολεσθέντος πλέον αυθεντικού σκιρτήματος. Και μετά οι πιο τρυφερές λέξεις για την ίδια την τέχνη της που επιμένει εξομολογητικά να δημιουργεί τα γραμμένα της. Για μια ακόμα φορά ας μείνουμε στους στίχους της. Ίσως να προχωρούν πιο πέρα από αυτά που επιφανειακά δίνουν. Άλλωστε η ίδια δηλώνει τι θα ήθελε:

[…]
να μεθύσω, να φωνάξω, να βγω στους δρόμους
στα άκρα κάπως για το ποίημα
να φτάσω βρε παιδί μου.

Αυτά τα άκρα μήπως δεν υπαινίσσεται και ο τίτλος της συλλογής;

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.νετ 26.09.2017

Η Κυριακή Λυμπέρη με τους φθόγγους της ποίησης

Η ποίηση είναι μία τέχνη προφορική και είναι από χιλιετίες αναπόσπαστο τμήμα της προφορικής μας παράδοσης. Παρά το γεγονός ότι εμείς την διαβάζουμε συνήθως, εκείνη συντίθεται για να απαγγέλλεται και να τέρπει διά της ακοής. Την παράδοση αυτή συνεχίζει με την νέα της ποιητική συλλογή και η Κυριακή Λυμπέρη, «ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι» (οι εκδόσεις των φίλων, 2017).
Η ποίηση της Λυμπέρη με υπερρεαλιστικές επιρροές (παραμυθίες, τοπίο Μαΐου, το τρένο) κινείται στον ρυθμό της προφορικής συνειρμικότητας. Με την αξιοποίηση του διασπασμένου θέματος ενσωματώνει αβίαστα αγωνίες υπαρξιακές και κοινωνικές παραστάσεις (ο άνδρας που δεν, για την καλή χρονιά, μαθαίνεις νύχτα, στο κοιμητήριο, amabilis insania, στα άκρα) σε αδιάσπαστες νοηματικά συνθέσεις που κινούνται στο συνειρμικό ρυθμό.
Ο θάνατος (για να σου μοιάζω, η εξάρτηση, στα κοιμητήρια) και η ποιητική αυτοαναφορικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο των αποτυπώσεων της Λυμπέρη. Συχνά η στιχουργική διατηρεί χαρακτηριστικά της ποίησης του πένθους (επί σκηνής). Η ποιήτρια θρηνεί και νιώθει τη μοναξιά μιας απώλειας που δεν κατονομάζεται (το σπίτι στον ουρανό, τοπίο Μαΐου, όταν το ταβάνι υπαγορεύει).
Η έκφρασή της διακρίνεται από μία προφορικότητα εμπλουτισμένη με λυρικά στοιχεία. Οι ερωτήσεις (δήθεν δική μου, ο άντρας μου να μ’ επιθυμεί, αμφιβολίες δειλινού, τα δώρα, της μύγας, στα άκρα, κι όμως Κατερίνα, τα άγια τοις κυσί) υποστηρίζουν τον στιχουργικό ρυθμό και διαμορφώνουν ένα ψευδοσκηνικό περιβάλλον, που δεν συνοδεύεται από κάποιο διαλογικό ύφος. Αντίθετα, με παραστατικότητα τονίζουν τις βαθύτερες αγωνίες της δημιουργού (η παράσταση, επί σκηνής, ένας λόγος για το τίποτα, η σελίδα του κόσμου, διηγητικόν).
Και στη στοχαστική στιχουργική της οι υποθετικές προτάσεις βοηθούν στην κίνηση των αναζητήσεων της. Άλλοτε λειτουργούν σαν έμμεσες παρομοιώσεις και άλλες φορές σαν ερωτήσεις που περιμένουν την απόδοση/απάντησή τους.
Από την άλλη, οι «λέξεις» (όταν το ταβάνι υπαγορεύει, μαθαίνεις νύχτα, το τρένο) και η «γλώσσα» (παραμυθίες, αμφιβολίες δειλινού) χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας ποιητικής αυτοαναφορικότητας. Εντάσσονται στο ύφος μίας διασπασμένης θεματικά ποιητικής για την ποίηση (η εξάρτηση, στα άκρα, amabilis insania, ένας λόγος για το τίποτα, επί σκηνής, κι όμως Κατερίνα, η τέχνη λοιπόν όλα τα επιτρέπει;).
Το φυσικό στοιχείο ενσωματώνεται αυθόρμητα στον συνειρμικό της στίχο. Το φυσικό περιβάλλον οπλίζει με εικόνες που μετασχηματίζει σε μέσο έκφρασης των υπαρξιακών της αγωνιών (να σκέφτεσαι χελιδονάκι, με τον τρόπο των δέντρων, της μύγας, τα μη γεγονότα). Και την ίδια στιγμή την εικονοποιία της υποστηρίζουν υπερρεαλιστικές πινελιές (στα κοιμητήρια, τοπίο Μαΐου, στα άκρα, όταν το ταβάνι υπαγορεύει). Χαρακτηριστική είναι η χρήση των λέξεων «ρίζες», «φύλλα» και «πουλιά» (με τον τρόπο των δέντρων, αν είμαι, να σκέφτεσαι χελιδονάκι).

 

 

 ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΨΟΥΣ 

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

Σήματα ενδοποιητικής στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα Ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη 

January 12, 2017

Στη μελέτη του με τίτλο Seuils, «Κατώφλια», ο Gérard Genette εξετάζει τα στοιχεία που περιβάλλουν ένα κείμενο με σκοπό να το «παρουσιάσουν» και να το «καταστήσουν» παρόν. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν το παρακείμενο και είναι ό,τι μεσολαβεί ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, όπως ο τίτλος ή οι επιμέρους τίτλοι όταν πρόκειται για ποιητική συλλογή, αφιερώσεις, μότο, σημειώσεις και άλλα. Όλα τα παρακειμενικά στοιχεία ανήκουν σε μια ζώνη, σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ένα κατώφλι μετάβασης αλλά και μεταβίβασης. Είναι δηλαδή σαν ένα σύστημα οδηγιών χρήσεως για τους αναγνώστες και μελετητές του. Ακολουθώντας τα βότσαλα που μας αφήνει η Κυριακή Λυμπέρη στο κατώφλι της τέταρτης ποιητικής της συλλογής παρατηρούμε ότι ο τίτλος είναι Ζητήματα Ύψους και ότι αρχίζει με δυο μότο, με το πρώτο να αποτελείται από δυο στίχους του ποιητή Paul Eluard «Γιατί το σώμα και η ψυχή εκτίθενται μαζί/ Γιατί χρησιμεύουν ως δικαιολογία το ένα για την άλλη», και το δεύτερο με το στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου «Κανένα κυπαρίσσι στο ύψος της αγάπης».

Η ποιήτρια με αυτά τα παρακειμενικά στοιχεία αποδίδει τα χρέη της στους δυο ποιητές, υπογραμμίζει τις προσωπικές της αναφορές αλλά και μας προϊδεάζει για τα θεματικά μοτίβα της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Δυο είναι λοιπόν οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται διττά. Μέσα από την ποιητική κατάδυση και ανάδυση στο σώμα αναζητάται η οδός του ύψους από τη μια, και της αγάπης από την άλλη.

Η ανυψωτική τάση είναι έκδηλη σ΄ όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη Ζητήματα ύψους. Η ποίηση εγγράφεται στο κορμί του ποιητή. Και τα δυο μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν αναμέτρησης με το ύψος. Όταν όμως αναμετριέσαι με το ύψος, χρειάζεται να μελετήσεις την απόσταση που διανύεις ως εαυτός. Χρειάζεται να ενσκήψεις στο σώμα σου ως βάθος. Να ζυγίζεις το βάρος του κόσμου για να βρεις τις οδούς του ύψους. Και αυτό κάνει η Κυριακή Λυμπέρη εδώ.

Όλα τα ποιήματα, λες και ζητούν να αποτινάξουν από πάνω τους ή πάνω από το ποιητικό εγώ, ό,τι ως έρμα καθιστά το άγγιγμα τού επάνω δύσβατο.

Ποιο το επάνω και ποιο το κάτω; συχνά συγχέονται, αλλά μόνο γιατί η ανάβαση είναι ταυτόχρονα και μια κατάβαση στον εαυτό, όπως στον ηρακλείτειο στίχο «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή». «Κι αν καμιά φορά μετράω τα ύψη/ είναι τα βάθη που συλλογιέμαι» αναφέρει στο ποίημα «Με άγρια βότανα»: «Μα, όταν βγαίνω από εκεί,/ πόσα κομμάτια ουρανού/ μπορώ και θέλω να χαρίζω!» και στο «Χαρμολύπης εγκώμιον» «Και στα σύννεφα όταν ανεβαίνω/- δώσε γαλάζιο και σκοινιά! / ύστερα από λίγο βουλιάζω/ σε βάθη άπατα./ Αρμυρή, αρμυρή απ’ τον καιρό/ κι όμως αθώα,/ ξανακερδίζω την πρώτη μου ψυχή.»

Κινούμενη στης υπαρξιακής ποίησης τα μονοπάτια, σ΄ αυτή τη συλλογή η ψυχή σωματοποιείται διαμέσου οραματισμού στο χώρο της φύσης. Με απλή αλλά και πλούσια γλώσσα που ρέει σε εικονοποιία συμβολιστική, συχνά υπερρεαλιστική, με αποχρώσεις από τη διαδρομή της νεώτερης ποίησης, του Καρυωτάκη, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Ν. Καρούζου, αλλά και από τα ιερά κείμενα (στο ποίημα «Επί των υδάτων» (Ars Poetica) η ίδια η ποιήτρια μάς πλοηγεί στις ποικίλες πηγές της ποίησής της), στοχεύει στο συναίσθημα του αναγνώστη με αιχμές που απαλύνονται όμως, από μια εσωτερική τρυφερότητα.

Με τη συναίσθηση της δίψας του ουρανού αλλά και της φύσης του πηλού γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η αρχή της αρχής» «η δίψα μου είναι των άστρων […] η καρδιά μου χώραγε τους ουρανούς/ και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!». Με αφετηρία την οδύνη της αδυναμίας του ανθρώπου, η ποιητική της συλλογής αποκτά μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με άλλοτε πικρή και άλλοτε μεταφυσική ένταση.

Τα ποιήματα της Κ.Λ. ως «απαλοί ροδώνες όπου εξαντλεί την ανεπάρκειά της» με ποιητικά δομικά υλικά «άγρια βότανα, φρούτα, καρποί, λωτοί- φιλιά ώριμα, έχοντας στα δόντια το κλαράκι της μυρτιάς» και με όντα ζώντα του χάμω να αναμετρώνται και να τείνουν προς αυτά του άνω. Έτσι παρελαύνουν .. μια σφήκα κόκκινη στο δέντρο της καρδιάς, αηδόνια γυπαετοί, στρουθία /και τζιτζικιών θυσία ερωτική˙/ τις νύχτες μπούφοι, αηδόνια και πυγολαμπίδες/ άγγελοι του ουρανού αλλά και μέσα σε υπόγειες τρύπες/φίδια, σκορπιοί, μια καμηλοπάρδαλη, που και στα ψηλά, μα και στα χαμηλά γνωρίζει να ελπίζει, να τρώει, και να ζει/ ένας σκύλος που γλείφει τα χέρια του κυρίου του με ευγνωμοσύνη, αλλά και ένας λύκος που έγινε γλώσσα και ουρλιάζει κάθε νύχτα στο φεγγάρι- ένα ελάφι που η καρδιά του χώραγε στους ουρανούς αλλά μοιράστηκε στα ερπετά, ένα κήτος που σε ρουφάει ολόσωμο και είναι πάντα εκεί, μέχρι και ένας δράκος που έγινε με τα χρόνια άγγελος.

Ώσπου και ένας άγγελος ινδός προσφέρει τη μόνη ενσάρκωσή του, το ίδιο του το σώμα:

«Ένας Ινδός άγγελος,/ με τα ανοιχτά σε έκταση/ μαύρα χέρια του φτερά,/να συνοψίζει το απόγευμα/ επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια, / όχι την πτώση των αγγέλων/ -ότι αυτός δεν γνώρισε / της έπαρσης την αμαρτία- /μα τη λιγνή απελπισία να ζυγιάζεται/ στην άκρη του φωτός, / μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει/ το μόνο ιμάτιο που κατέχει –σώμα του / στο πουθενά.» («Ινδός άγγελος»).

Μια παράλληλη εσωτερική αγωνία ζητά τον τόπο της ψηλά στα ποιήματα αυτά. Η αγωνία της αγάπης. Ναι, η αγάπη έχει ύψος. Εκεί κατοικεί. Μόνη. Η μοναξιά του επίδοξου αναβάτη – ακροβάτη στην αγάπη, άλλοτε ως πικρή διαπίστωση, άλλοτε ως προϋπόθεση κι άλλοτε ως υπόσχεση, υπερχειλίζει όλη τη συλλογή: «δύσκολη η μοναξιά, η αγάπη πονάει στα γόνατα./ Ακόμα κι αν δε βρεθούμε, ακόμα κι αν/ είσαι ήδη εδώ» γράφει στο ποίημα με τίτλο «Η προφητεία».

Η καρδιά της ποιήτριας στην μοναξιά της, αναζητά με πείσμα να αναμοχλεύσει το αόρατο, το ανέφικτο, με μια τιμιότητα που μόνο η αγάπη έχει, με μια αγαθότητα θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, θέλει υπομονή και πόνο αυτός ο δρόμος. Συχνά διαβάζεις τίτλους ποιημάτων ή και στίχους όπου ο βαθύς πόνος υψώνεται σε εγκαρτέρηση, και το μάτωμα ακούγεται σαν σιωπηλό ουρλιαχτό. Στο ποίημα «Με άγρια βότανα» «Στον πόλεμό μου μ’ αίματα,/ στα σπλάχνα με πληγές/ και στο υφαντό μου το πανί / με υπομονή Πηνελόπης» ή στο ποίημα «Να επιμένεις» «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ/ στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη,/ ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες,/ μουσική,/να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις.»

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σε όλη την ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη η αυτοαναφορικότητα είναι το κύριο δομικό υλικό. Ότι η ποιήτρια παρατηρεί τον εαυτό της τη στιγμή της ποιητικής της διεργασίας και στη συνέχεια γράφει ποιήματα. Η κοινωνία όμως εγγράφεται στο σώμα του ποιητή και στη συνέχεια στο corpus του, την ποίησή του. Η ποίηση της Κ.Λ. όσο είναι αυτοαναφορική άλλο τόσο είναι σε αμοιβαιότητα με τον κόσμο γύρω της. Λαμβάνει και προσφέρει. Γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε αν και αναχωρητής ο ποιητής, αυτό να μη συνιστά φυγή από τον κόσμο αλλά συνομιλία με αυτόν.

Η ποιητική διαδικασία της ανόδου/ καθόδου δείχνει να έχει λυτρωτική καθαρτική επενέργεια στο ατομικό αλλά και στο συνολικό υποκείμενο. Η ποιητική δημιουργία εκλαμβάνεται ως προσφορά αν και υποσκάπτεται συχνά από το αδιάφορον των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ματαιότητα του υλικού βίου και της απώλειας της αγάπης ή της απουσίας του ύψους απειλεί με καρυωτακικό πνιγμό την ποιήτρια στο ποίημα με τίτλο «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος»: «των νηπενθών η αθωότητα/ είναι εξακολουθητική:/ ως προς το πράττειν δρουν ενστικτωδώς˙ ελευθερία τι σημαίνει; Ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά/ τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά. Της σάρκας η τροφή/ μόνη τους ασχολία. / Και για την πρόκληση χρώμα, μυρωδιά/ και τα υπόλοιπα που η φύση επιτρέπει.»

Και αναρωτιέται: «Έχει τέλος της πίκρας το ανάβρυσμα;» («Η δωδεκάτη ώρα»).

Και απαντά στο ποίημα «Στους αντίποδες»: «Πέφτουν τ’ αστέρια ένα ένα/ σαν κέρματα χάλκινα για τους ζητιάνους. Θα περιμένω ό,τι περισσέψει / τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα. / Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους.» Στην ταπεινότητα, στο ελάχιστο των πραγμάτων μπορεί να βρίσκει κανείς την λύτρωση – αν ζεις στο ελάχιστο ή αν διερευνάς και ανατροφοδοτείσαι από το τίποτα, από το ανεπαίσθητο, μπορείς να βρεις την γαλήνη. Την ηρεμία της απάντησης ίσως;

Ο πόθος και η ανάγκη για τη χαμένη αγάπη λοιπόν. Για την αγάπη που ήταν υπόσχεση στον κόσμο αυτό και δεν εκπληρώθη. Για έναν Paradise Lost, μια αγάπη που ήταν προφητεία από το θεό αλλά δεν πραγματώθηκε. Δε νιώθεται. Μοναχά ελπίζεται μέσα σε ένα κόσμο σκοτεινό, αδιάφορο, έναν κόσμο ματαιότητας. Έναν κόσμο του τίποτα ή του μετρίου, που μόνο ανεπαίσθητες αναλαμπές της θεότητας των πραγμάτων, του Ωραίου, της αγνότητας που κάποτε ήταν και τώρα δεν είναι πια.

Ο ποιητής, ο άνθρωπος, βρίσκει μια χαμένη αθωότητα στην μοναξιά του δείχνει να μας λέει η Κ.Λ., στην δική του αναζήτηση με το χαρτί και το μολύβι, με την ενατένιση των άστρων, με την καταβύθιση στην ψυχή, όπου έχει καλά κρυμμένα τα λευκά σιδερωμένα βρεφικά λες ρουχαλάκια του εαυτού.

Σαράντα ένα ποιήματα σε αυτή τη συλλογή. Οι τίτλοι τους ως «μακροσκοπικά σήματα ενδοποιητικής» κατά τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, μας οδηγούν συμβολικά και συνοπτικά στα θεματικά ρεύματα της ποιητικής αυτής συλλογής της Κ.Λ. Σταχυολογώντας μερικούς τίτλους θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα ενδεικτικό παλίμψηστο: «Η καρδιά του ποιητή» – «Πορτραίτο» – «Με άγρια βότανα» – «Αντίποδες» – «Στα ύψη με το σώμα» – «Μη μιλήσω άλλο για αγάπη» – «Σαρκοβόρων νηπενθών ο βίος» – «Χαρμολύπης εγκώμιον» – «Επί των υδάτων (Ars poetica)» – «Τα μικρά άνθη» – «Στη φλούδα μου» – «Στην αναμονή του» – «Δωδεκάτη ώρα» – «Προφητεία» – «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» – «Γένοιτο» – «Στα σύννεφα» – «Ο τόπος μου» – «Να επιμένεις» – «Στην αρχή της αρχής» – «Από χίλιες οδούς» – «Ζητήματα ύψους».

Ποιήματα – Ζητήματα ύψους λοιπόν. Ενός ύψους που ορίζεται ως βάθος. Ενός ύψους που φέρεται ως ερώτηση και απάντηση, ως διαδρομή και τέλος, ως επιλογή και τυραννία. Ως η μόνη οδός εντέλει για την επιστροφή στην ουρανική αγάπη.

Αρχή και τέλος εδώ τα λόγια του Ν. Καρούζου: «Για το ύψος και για το βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος είναι η ποίηση».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Alex Strohl.]

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Διάστιχο 19/10/2016

Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.

Η ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη με τον τίτλο Ζητήματα ύψους είναι μια de profundis εξομολόγηση, «De profundis clamavi ad te, lector», θα μπορούσε να πει η ποιήτρια, παραφράζοντας τον ψαλμό που έκανε διάσημο ο Όσκαρ Ουάιλντ. Ένα βιβλίο με σαράντα ένα ποιήματα μιας σπαρακτικής εξωτερίκευσης συναισθημάτων που εξέθρεψε η απώλεια, η προδοσία, η ματαίωση του ονείρου. Ο έρωτας.
Η συλλογή μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, με σημείο τομής ενός πριν και ενός μετά το ποίημα «Επί των υδάτων (Ars Poetica)». Κόλαση και καθαρτήριο. Παράδεισος δεν υπάρχει πια.
Στο πρώτο ποίημα προσδιορίζει το χώρο της∙ μπαίνει στο δάσος απελπισμένη: Αγκάθια μες στο δάσος μου∙/ εύκολα σκίζεται το δέρμα (δεν ξέρω αν σωστά ακούω εδώ το θρόισμα από το «Μετάξι στον κήπο» του Γιώργου Βέη). Εκεί, σ’ αυτό το δάσος θα περιπλανηθεί και θα γδαρθεί, εκεί στο δέρμα της θα ανοίξει δρόμους για να φανεί το μέσα πάθος, η κόλαση – inferno.
Η υπερρεαλιστική της γραφή θα της δώσει την ελευθερία να πει τα ανείπωτα. Στην αλληγορία θα χτίσει το ποιητικό οικοδόμημα για να μην εκπέσει σε μελό ρεαλιστικές διατυπώσεις. Έτσι, καθόλου παράταιρος δεν φαίνεται «ένας ελέφαντας» που «ξαφνικά πετά». Μάλιστα, θα λέγαμε πως είναι η καλύτερη μεταφορά εκείνου που χονδροειδώς οφείλει να καταπιεί.
Μοιάζουν ωραία βέβαια τα βράδια στη σελήνη
αθώα είναι η ιστορία εκεί πάνω
τα λάθη μόνο για τους βράχους.
Των παλιών ρομαντικών τα σύνεργα –«βράδια» και «φεγγάρια»– δεν επαρκούν για να βαστάξουν το βάρος της ψυχής. Και όσο πιο ψηλά κοιτάζει κανείς τόσο πιο βαρύς γίνεται ο κόσμος. Βράχος ασήκωτος ο καημός που το πάσχον εγώ πρέπει να άρει. Απέλπιδες είναι οι προσπάθειες να σκαλώσει σε κάτι, να υψωθεί πάνω από τις συμβάσεις, να κρατηθεί στην επιφάνεια και να μη βουλιάζει στων παραισθήσεων το τέλμα, όπου τη σέρνουν οι παλιές ευτυχισμένες σκηνές:
Μια χελιδονοφωλιά του νου
…διακονία κανονική στο αόρατο
…Έχει στο σώμα του σημάδια από φιλιά
νυχτερινές ερώτων μαρτυρίες
χέρια πλεγμένα αγαπητικά
και άλλα δάχτυλα που κεντούν
σταυροβελονιά το ανέφικτο.
Ένας μικρός ιδιωτικός παράδεισος που μεταλλάχτηκε σε κόλαση. Γιατί κάθε παράδεισος έχει τον όφι του και της γνώσεως το δέντρο του και τη φιλέρευνη Εύα του. Ο δρόμος είναι μπροστά, η πόρτα ανοιχτή, μπαίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει ότι στη στροφή περιμένει η αλλαξοκαιριά. Κι εκεί παίζεται το δράμα.
Η ποιήτρια, σαν τον ζητιάνο της παραβολής, εξόριστη του παραδείσου πια, αρκείται σε ό,τι έχει περισσέψει από το τραπέζι του πλούσιου: τα αποφάγια, τα υπόλοιπα/ και τα σκουπίδια όλα./ Τα άχρηστα που γίνονται πολύτιμα/ στους πεινασμένους, γιατί κι ένα μικρό ψίχουλο αρκεί από τον παράδεισο που δεν μπορεί να έχει. Η ερωτική έλλειψη έρχεται σαν διακριτικό παράπονο, καθόλου διεκδικητικό. Κι επειδή το παράλογο έχει μπει για καλά στη ζωή, το «πράσσειν άλογα» ή «πράσιν’ άλογα» ή «πράττειν παράλογα» προεκτείνεται στο ζωγραφίζειν παράλογα, στο «Πορτρέτο». Η πράσινη κυρία, με φουλάρι από άνθη, ταιριάζει στη θεωρία του τοπίου –Αν είναι χρώματα κισσού/ αν είναι αγράμπελη–, οι στίχοι μάς γυρίζουν σε άλλες εποχές και άρωμα παλιάς τεχνοτροπίας, μόδας και γυναικείας κοκεταρίας – το πράσινο «πορτρέτο» δίνει μια αίσθηση κακίας, ψυχικής διαστροφής, σαπίλας και μούχλας. Δεν είναι το πράσινο της νιότης, της φύσης, της χλόης, της ζωής. Πράσινο σαν φίδι φαρμακερό∙ «χολή;», αναρωτιέται η ποιήτρια. «Ναι», θα ήταν η απάντηση που αιωρείται και δεν κατατίθεται. Σπαρακτική επίσης ακούγεται η ορχήστρα με όλα τα όργανα να οργώνουν το νου και την ψυχή, να αρχίζουν δυνατά για να καταλήξουν οδυνηρά. Με τα κρουστά στην ενθουσιαστική αρχή και το θρήνο, lamentο, στο τέλος. Πληγές της ψυχής με ήπιες μεταφορές στο σώμα αντανακλούν: Η αγάπη πονάει στα γόνατα. Και όσο το ύψος πιο ψηλό τόσο το βάρος της πικρής γείωσης πιο βαρύ. Το ανηλεές «σαρκοβόρο νηπενθές» του Ομήρου, του Καρυωτάκη, του Μποντλέρ, τα φάρμακα της «νάρκης του άλγους» του Καβάφη, κανένα δεν μπορεί να ηρεμήσει το θηρίο, το «αμάχανον όρπετον» που τρώει από μέσα. Και ο «έρως ο λυσιμέλης», ο «ελθών εξ οράνω» (παραφράζω λίγο τη Σαπφώ) είναι ανήκεστος. Τι είναι το φιλί, η αναμονή, η πίεση, το βάθος της ουλής, τα δάχτυλα, ηλεκτρικά καλώδια; Όλα είναι του έρωτα σύνεργα, προσαγωγά νεύρα που στοχεύουν σωστά και πετυχαίνουν την καρδιά. Σταματώ για λίγο στο ποίημα «Χαρμολύπης εγκώμιον», όπου συνυπάρχουν η «χαρμολύπη» και η «πικροδάφνη», μισή χαρά, μισή λύπη, μισή πίκρα, μισή δόξα. Τα κλαδιά της πικροδάφνης σαν χέρια απελπισμένα. Οι βράχοι κοφτεροί με μασέλες, δόντια τρωκτικά/ που σκίζουν σάρκες από μέσα. Τα «δοξαστικά μεσημέρια» (του Ελύτη) με τα τζιτζίκια και τη συμβασιλεία των φυτών και λουλουδιών, των φτερωτών αγγέλων και των ερωτικών φιλιών, στον ήλιο τον καυτό, όλα μια επιφάνεια παραδείσου, ένα τσιρότο στην πληγή. Η ζείδωρη φύση με τα δώρα της, λουλούδια κι αρώματα, ορχήστρα ανεκλάλητου παραδείσου πλην, παρελθόντος. Μετρημένος ο χρόνος του. Αλλιώτικο το χρώμα του κι ας είναι ίδιος.
Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι. Μια αστραφτερή απάτη: αργυρόχροα ετοιμάζεις/τα μέταλλα που θα με τελειώσεις. «Αχ, ομορφιά, συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας», λέει ο Ελύτης. «Αχ, έρωτα, καθώς Ιούδας με παρέδωσες», θα μπορούσε να λέει η ποιήτρια. Μ’ ένα φιλί κι ένα χάδι μου έκλεψες την αθωότητα, την ιερή στιγμή μου.
Ωστόσο, στο ποίημα «Αρχή της αρχής» κάνει επανεκτίμηση των πράξεων και επανεκκίνηση της ελπίδας. Στο «Επί των υδάτων (Ars poetica)», συνθεμένο από στίχους ή ιδέες ποιητών που αγάπησε, στηρίζει την πίστη που κλονίστηκε. Έτσι, γνωρίζει, με την πληγή στο πλευρό, ποιο το καλό, ποιο το κακό και ότι της αθωότητας η γλώσσα έχει τίμημα. Φως ανατέλλει πάλι, ο λόγος γίνεται πιο στοχαστικός, ο πόνος αποσύρεται από τη σκηνή, παραφυλάει ωστόσο στα παρασκήνια. Είναι αυτός που θα εκθρέψει τη νέα σοδειά. Το λέμε τώρα έρωτα/ του ουρανού και των άλλων άστρων/ το λέμε υποταγή στην ομορφιά/ που κατεργάζεται τα μέταλλά της και παλιώνει./ Και όταν έρθει κάποτε η στιγμή/ το πήλινο εκμαγείο μου στη γη να παραδώσω,/ άρωμα γιασεμιού η διαθήκη μου/ και ροδιού σπόροι οι λέξεις,/ τ’ όνομά μου.
Έτσι, λοιπόν, η συγκατάβαση επετεύχθη. Η παραδοχή έτοιμη. Η ποιήτρια αποφθέγγεται: Ευτυχισμένοι/ αυτοί που ξέρουν να τρυγούν την άνοιξη,/ ευτυχισμένοι/ αυτοί που κοιτούν κατάματα την αγάπη/ και τρισευτυχισμένοι αυτοί που δεν γνωρίζουν φόβο./ Κι εγώ δέντρο που καίγομαι/ και σβήνω τις φωτιές μου στα ποτάμια!, αλλιώς: «Μακάριοι οι μη ειδότες…», γιατί οι ειδότες δεν είναι μακάριοι, γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,/ εκ του μακρόθεν, λέει, δεν περιγράφεται. Αν δεν καείς μες στη φωτιά, δεν μαθαίνεις, «φωτιά, ωραία φωτιά, καίγε μας, λέγε μας τη ζωή», είπε ο Ελύτης. Η φωτιά, αυτή το πρώτο ρίζωμα και δεν είναι τυχαίο.

«Έτσι ο έρωτας και τα ανθρώπινα όλα∙ μισά και για λίγο. Τόσο όσο να γεμίζει ο νους με μνήμη, η ψυχή με πληγές και η ζωή με πείρα. Μια διαρκής είσοδος – έξοδος από το δράμα, ένα φαίνεσθαι διάφορο του είναι.»

Ο καιρός της περισυλλογής έφτασε. Η ποιήτρια περιηγήθηκε τον πόνο, περιέγραψε την απώλεια, κοίταξε από ψηλά την πτώση, από χαμηλά τον ουρανό, κράτησε μέσα της τα τιμαλφή της. Αξιοποίησε ό,τι η τέχνη της έδωσε, έδωσε στον πόνο της ρυθμό, ανακαίνισε την παλιά φόρμα, έπαιξε δίκαια ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, και: Θα αναχωρήσω τώρα/ –αν δεν σας πειράζει– για τον τόπο μου/ …Αγαπητοί φίλοι,/ θα λείψω για λίγο τώρα,/ αποσύρομαι στην ηλικία που μου ταιριάζει,/ θα δοκιμάζω εξαρτήματα εκεί/ που οι κόσμοι συναρμολογούνται χάρτινοι/ αθώοι, θα εγκατασταθεί στα δίκαιά της. Και όλα στη θέση τους. Το σύμπαν δεν θα ανατραπεί. Η ζωή θα συνεχίζεται κι ο καθένας με την πληγή του θα ιδιωτεύει στον ιδιωτικό του κόσμο, στο όνειρο που μπορεί να ελπίζει για να μπορεί να ζει.
Η Κυριακή Λυμπέρη με τα Ζητήματα ύψους, αλλά και τα ζητήματα βάθους, μας άνοιξε την πόρτα για να μπούμε στο δάσος που την έγδαρε, την πόνεσε, την έκανε να νιώσει κανονικός άνθρωπος και, σαν πρωτόπλαστη, διωγμένη από τον παράδεισο, να συμβιβαστεί με το μεγάλο τίποτα:
Ο θάνατος απλώνει γύρω
στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί
η τόση επαγρύπνηση.
Εντέλει μας υπενθυμίζει πως τα ανθρώπινα δεινά είναι κοινά κι εμείς είμαστε εκεί για να υπομένουμε, συμπάσχοντας μαζί της, έστω κι αν καθένας «μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου», όπως έλεγε ο Σεφέρης.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 13/1/2016

Μια κριτική ανάγνωση στην ποιητική συλλογή «Ζητήματα ύψους» της Κυριακής Λυμπέρη, από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ»

Η ποίηση είναι οπωσδήποτε ένα “ζήτημα ύψους”, τουλάχιστον για τον ποιητή που της δίνει πνοή με τη γραφή του αλλά και για τον αναγνώστη που μεταλαμβάνει την ανάσα αυτή. Ζαλιστικό το ύψος αυτό, γι’ αυτούς που είναι μαθημένοι να πατούν μόνο στα γήινα και απολύτως ερμηνεύσιμα. Αντιθέτως, δελεαστικό με όλον του τον κίνδυνο, γι’ αυτούς που αντέχουν «απρόσμενες παγίδες, θαύματα ερήμην».

Είναι αναμενόμενο ίσως μέσα σ’ ένα ποίημα να ανιχνεύεται μια δόση αυτοαναφορικότητας. Περίπου αυτό που ονομάζουμε “ποιητική” του κάθε δημιουργού, τα χτίσιμο της δικής του οπτικής στην υπόθεση της γραφής. Η Κυριακή Λυμπέρη στα «Ζητήματα ύψους» παρουσιάζει -άλλοτε φανερά και άλλοτε πιο καλυμμένα- σχεδόν σε όλα τα 41 ποιήματα της συλλογής της αυτόν τον κόσμο στον οποίο κινείται η ποιητική σκέψη δίνοντας έτσι τη δική της εκδοχή για τα ποιητικά πράγματα. Μας προετοιμάζει ακόμη από τους πρώτους στίχους

«… Και αν ακούσεις ουρλιαχτό,
να με πονάς, αλλά να μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!»

Άγρια η ψυχή του ποιητή; Κάποιες φορές ναι. Πάντως με άγρια βότανα τροφοδοτούμενη. Αλλιώς δεν γίνεται να μεταδώσει αυτά τα κομμάτια ουρανού, αν πρώτα δεν έχει δοκιμαστεί στα πιο σκληρά μονοπάτια. Η ποίηση δεν γράφεται με χαρές και τραγούδια. Απαιτεί αίμα ψυχής. Όπως αυτό που φαίνεται να κυλά στις φλέβες αυτής της ποίησης.

Ο κόσμος του ποιητή έχει ουρανό, με την απαιτούμενη εξύψωση, έχει όμως και καταβύθιση σε υδάτινα τοπία, εκεί που σαν νέος δύτης (στα ίχνη εκείνου του αρχέτυπου της ποίησης του Ρίτσου) θα δεχτεί από τον πυθμένα όλα τα θαυμαστά

«Η μισή μου καρδιά είναι εδώ πέρα,
όταν ξεβράζει η φουσκοθαλασσιά
ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη μοιάζει να είναι ένα κομμάτι φυσικού κόσμου, σαν να βλάστησε όπως το δέντρο, να αναζητά την τροφή με το ένστικτο του ζώου, να καθοδηγεί τα βήματά της στο δάσος με την άνεση του θηρίου.

«Κι εγώ δέντρο που καίγομαι
και σβήνω τα φωτιές μου στα ποτάμια»

Αφήνεται να τη ρουφήξει «το κήτος ολόκληρο» σαν νέος Ιωνάς, γιατί μόνον έτσι

«πέστε μου,
δεν δίνεται ύστερα σαν χάρισμα η προφητεία;»

Μόνο που δεν έχει αυταπάτες. Στην περίπτωση της ποίησης, ο ποιητής δεν είναι ο Ιωνάς και το κήτος το έχει μέσα του, έναν δράκο-άγγελο.

«Ο δράκος μου κοιμάται
διαρκώς με το ένα μάτι ανοιχτό,
περιμένει τη κλήση μου τη σωστική,
στην αγωνία είναι πάντα έτοιμος.»

Έτσι λειτουργεί και το “φαρμακείο” των λέξεων, πάντα στα διανυκτερεύοντα, έτοιμο να δώσει τα δικά του γιατρικά στον πόνο των ανθρώπων. Μόνο που τα φάρμακα του ποιητή πρέπει να περάσουν από πολλές παγίδες των δρόμων για να φτάσουν να αποβούν ιαματικά. Και πρωτίστως θα πρέπει ο ποιητής να έχει παραδώσει την ψυχή του σαν νέος Φάουστ

«Γιατί πώς να μιλήσεις για την κόλαση σωστά,
εκ του μακρόθεν λέει δεν περιγράφεται».

Κατόπιν θα μπορεί κι αυτός να συνομιλεί με τους θεούς

«Όταν συχνάζεις πολύ
σε δώματα θεών
στην επιστροφή πάντα θα κουβαλάς
στο ρούχο σου λίγη
από των συμποσίων τη χυμένη αμβροσία,
παρέα για φθαρμένα απογεύματα,
εξαίσια μυρωδιά αθανασίας»

Διαβάζοντας την ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη έχω την αίσθηση του “όλου”, όχι μόνον ως συνολική εικόνα του κόσμου του ποιητή αλλά και ευρύτερα, ως αντίληψη που διακατέχει την ποιήτρια για το αδιάσπαστο του σύμπαντος. Μοιάζει εδώ να καταργείται εκείνο το καρτεσιανό περίφημο “cogito ergo sum” που οδήγησε τη σκέψη του ανθρώπου σε έναν ανελέητο κατακερματισμό σε σώμα και πνεύμα, σε σκέψη και σε ύλη, σε αντιμετώπιση της ζωής πάντα ως προς κάτι που την κατηγοριοποιεί και την καταδικάζει σε διάσπαση αέναη. Εδώ όλα δένουν, όλα υπακούουν στον εσώτερο ρυθμό που δίνει ο λόγος ο ποιητικός, που όλα τα ενώνει και τα βάζει να συμπλέουν μέσα στους στίχους. «Στα ύψη με το σώμα» θα μας προτείνει ανατρέποντας όλα τα περί κατώτατων ενστίκτων και ανώτερων πνευματικών ιδιοτήτων. Στα ύψη ανεβαίνεις με το όλον της ύπαρξής σου, επομένως και με το σώμα, ίσως κυρίως με αυτό, εφόσον με όχημα το σώμα βυθίζεσαι, ας πούμε, στον έρωτα, και τότε φτιάχνεις δυο τρεις στίχους από τους πιο ερωτικούς

«κι άμα λυθούν τα σπλάχνα,
αναβρύζουνε αρτεσιανά τα δάκρυα,
μερίζεται ο άρτος του γκρεμού».

Η ποιήτρια έχει επίγνωση της θέσης της στον κόσμο των ποιητών, ακόμη κι όταν καταχωρίζει τον εαυτό της στα «χειμαδιά»

«Ταγμένοι οι ποιμένες ν’ αγρυπνούν
και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων
κι εγώ εδώ στα χειμαδιά
μαθαίνω την ψυχή μου.»

Αυτή, ωστόσο, η εκμάθηση ψυχής είναι που εκτινάσσει τον λόγο και από ένα απλό ψέλλισμα στίχων (που συχνά απαντάται στο λογοτεχνικό σύμπαν) τον μεταλλάσσει σε ώριμη ποιητική πρόταση, ικανή να μιλήσει στον αναγνώστη, κι έτσι να τεθεί σε λειτουργία η μετακένωση με τον γραπτό λόγο μιας εμπειρίας ζωής και μιας συνάμα ενδιαφέρουσας σκέψης.

Θέλω να κρατήσω για το τέλος αυτής της ανάγνωσης ένα μικρό θαύμα ποιητικού λόγου που συνάντησα σ’ αυτές τις σελίδες. Και το παραθέτω ολόκληρο καθόσον μόνον έτσι “ζωγραφίζει” την εικόνα του και την παραδίδει πλήρη

«Ένας Ινδός άγγελος,
με τα ανοιχτά σε έκταση
μαύρα χέρια του φτερά,
να συνοψίζει το απόγευμα
επί ποδηλάτου στην κατωφέρεια,
όχι την πτώση των αγγέλων
-ότι αυτός ποτέ δεν γνώρισε
της έπαρσης την αμαρτία-
μα τη λιγνή απελπισία που ζυγιάζεται
στην άκρη του φωτός,
μια τελευταία στιγμή πριν παραδώσει
το μόνο ιμάτιο που κατέχει-σώμα του
στο πουθενά»

Είναι εδώ που όλα είναι ένα: ο στίχος-λόγος, η εικόνα, το φως, το χρώμα, η μουσική, ακόμη -θα τολμούσα να πω- εκείνο το απίθανο ποδήλατο που μας το σύστησε πρώτος ο Εμπειρίκος για να δούμε την ίδια την ποίηση σαν ανάπτυξη του στίλβοντος χρωματισμού του. Μα έχουμε Ποίηση εδώ! Και τότε «ο θάνατος κοιτάζει απ’ έξω».

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 9/2/2016

Η αύξηση της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων ετών έφερε στο προσκήνιο και την ελληνική περιφέρεια. Έχουμε ξανασημειώσει το γεγονός ότι έως τώρα οι περισσότερες ανθολογίες και ποιητικές εκδόσεις προέρχονταν από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, δίνοντας μία καθαρά αστική οπτική στην ποίηση. Η εγγύτητα των ποιητών των αστικών κέντρων και οι συχνές μεταξύ τους επαφές διαμόρφωσαν όχι μόνο κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και οδήγησαν στην αδιαφορία για ποιητές της περιφέρειας, των μικρών ή μεσαίων πληθυσμιακά αστικών κέντρων.

Τούτοι μακριά από τις επαφές και τις άμεσες επιρροές από ομοτέχνους διαμόρφωσαν ένα δικό τους ύφος συνδυάζοντας προσωπικά χαρακτηριστικά με κυρίαρχες -σε εθνικό επίπεδο- ποιητικές τάσεις και ρεύματα. Συνέδεσαν τις δικές τους κοινωνικές παραστάσεις κι εμπειρίες συνδέοντάς τις με τον περιβάλλοντα χώρο, το πλούσιο ελληνικό τοπίο.

Έτσι, αποκαλύπτεται μία νέα ομάδα ποιητών (που ακόμα δεν μελετήθηκε ως ομάδα λόγω ακριβώς τη μη συλλογικής καλλιτεχνικής έκφρασής τους) με πολλά κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους και κυρίαρχη τη βιωματική φυσιολατρική προσέγγιση, που απέχει σημαντικά από την αστική ποίηση, παρά τα κοινά ποιοτικά στοιχεία που ίσως εντοπίσουμε. Σε αυτή την ομάδα θα εντάξουμε και την Κυριακή Λυμπέρη, «Ζητήματα ύψους» (τυπωθήτω, 2015).

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη είναι ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή κατά βάση. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στον ονειρικό της κόσμο· μαγεμένος ονειρεύεται κι αυτός. Και αν στόχος της τέχνης και της ποίησης είναι το ταξίδι του αναγνώστη/ακροατή, τότε ο στόχος της δημιουργού έχει επιτευχθεί στο απόλυτο καθώς το κοινό βιώνει τον αισθησιασμό της αισιοδοξίας μέσα από την ποιητική μαγεία της Κυριακής Λυμπέρη .

Ένας αξιοπρόσεκτος πλούτος διαφορετικών φυσικών παραστάσεων (χλωρίδα και πανίδα) εμπλουτίζουν την εικαστική, χωρίς βέβαια να εκλείπουν οι κοινωνικές παραστάσεις. Το λυρικό στοιχείο διαποτίζει όλη τη συλλογή και αναδύει μία νότα αισιοδοξίας, ακόμα κι όταν αγγίζει αποφάγια και σκουπίδια (οι αντίποδες). Και ακριβώς ζώντας στην ελληνική περιφέρεια, τόσο κοντά στην ύπαιθρο, η δημιουργός έχει πλούσιες εικόνες φύσης· σκηνές που καθώς τις μεταχειρίζεται με στιχουργική μαεστρία σε μία μείξη με βασικό συστατικό το σουρεαλισμό, αναδύουν ένα άρωμα ποίησης μακριά από την αστική απομόνωση και το μουντό της περιβάλλον.

…μη ζητήσεις
να επιστρέψω αμέσως, ώρες που
με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ.
Μα όταν βγαίνω από εκεί,
πόσα κομμάτια ουρανού
μπορώ και θέλω να χαρίζω!…

Η γλώσσα της είναι άμεση και ρέουσα. Η απλότητα του αφηγηματικού ύψους και η ροή της επιτρέπουν την ήπια κίνηση των εικόνων και έτσι το συναίσθημα εισχωρεί ταχύτερα στην ψυχή του αναγνώστη. Ωστόσο, η αφηγηματική απλότητα, δε σημαίνει γλωσσική ή εκφραστική απλότητα. Αντίθετα, υιοθετεί μία πλούσια εκφραστική.

Πολλά είναι τα επίθετα και οι άκλιτες λέξεις που πλουταίνουν την έκφρασή της. Παράλληλα, οι συχνές εναλλαγές προσώπων και ποιητικών υποκειμένων με τη σαγηνευτική γλώσσα μαγνητίζουν τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα τη μεταφορική χρήση των λέξεων, τις παρομοιώσεις, τις αντιθέσεις (δόκτωρ Φάουστους) και το ασύνδετο σχήμα (να επιμένεις) εντείνοντας ή χαλαρώνοντας τη συναισθηματική ένταση των στίχων της.

Η χρήση ερωτήσεων (οι αντίποδες, πορτραίτο, επί υδάτων, το κήτος, Ιώβ) και το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο (η μουσική, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, στην επικράτεια του βράχου, δόκτωρ Φάουστους, στα σύννεφα) προσδίδουν μαζί με το α΄ ενικό (ο τόπος μου, στη φλούδα μου, ο δράκος μου, ζητήματα ύψους, έτσι κι αλλιώς) μία θεατρικότητα· αναδύουν μία υποκριτική διάσταση μέσα από τον -φενάκη σκηνικό- διάλογο.

…Τρέχει το ελάφι πάνω κάτω στα ψηλώματα,
ξεραίνεται το γέλιο μου στην άκρη του λαιμού,
η δίψα μου είναι των άστρων…

Η ποιήτρια αξιοποιεί τον υπερρεαλισμό στο γλωσσικό επίπεδο διευρύνοντας τη γλώσσα με καινοφανή ονοματικά ή ρηματικά σύνολα (των ελαχίστων, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον, γένοιτο). Άλλοτε ο υπερρεαλισμός γίνεται ένα όχημα αλληγορίας για να εκφράσει τις αγωνίες για την πολιτική (στην επικράτεια του βράχου, το φαρμακείο), την κοινωνία (των ελαχίστων, τα μικρά άνθη, μια ομοταξία για ν’ ανήκω, Ιώβ), τον ίδιο τον άνθρωπο. Παρά την κρυπτικότητα του συμβολισμού το γενικό μήνυμα είναι εύληπτο και αγκαλιάζει τον αναγνώστη.

Βέβαια, βασικό γνώρισμα του υπερρεαλισμού είναι η εικονοπλαστική του ισχύς· μία δυναμική την οποία η Κυριακή Λυμπέρη αξιοποιεί επιτυχημένα. Εμπλουτίζει τη φυσική ροή της αφήγησης με εικόνες μετωνυμικής και μεταφορικής υφής. Ονοματικά σύνολα με ρίζες στους σουρεαλιστικούς συνειρμούς όχι μόνο πυκνώνουν τις παραστάσεις στο ποιητικό της κάδρο, αλλά και επιτρέπουν στο λυρισμό να ρέει ελεγχόμενος από το στιχουργικό ρυθμό· διατηρεί τον έλεγχο της συναισθηματικής έντασης και κεντρίζει τον αναγνώστη με τον γλωσσικό της πλούτο.

Έτσι, μετατρέπεται σε εκφραστική δίοδο αποτύπωσης της στιγμής (βαθιά που ομορφαίνεις) ή λειτουργεί ως οδός με άμεσες αναφορές στον έρωτα και την αγάπη (ημίμετρο, μη μιλήσω άλλο για αγάπη, η προφητεία, θαύματα ερήμην, στη φλούδα μου), τη μοναξιά (ο δράκος μου, το μονοπάτι), την ποίηση και τις τέχνες (πορτραίτο, η μουσική, έτσι κι αλλιώς, χαρμολύπης εγκώμιον) ή την ίδια την ποιητική παράδοση του τόπου (επί των υδάτων) και υπαρξιακές προσεγγίσεις (η αρχή της αρχής, το μονοπάτι, στα σύννεφα, η δωδέκατη ώρα, το κήτος).

Ας μην παραβλέπουμε ότι το μόνο υλικό της ποίησης είναι οι λέξεις, η γλωσσική δημιουργία που επιτρέπει τη ροή των συναισθημάτων προκαλώντας τις αισθήσεις. Και ακριβώς με αυτό το υλικό -και λίγη από την ύλη των ονείρων εμποτισμένων σε λυρισμό και αισιοδοξία- πειραματίζεται και μαγεύει η Κυριακή Λυμπέρη.

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΕΥΘ, τεύχος 5, Ιούνιος 2017

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΜΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ…
(Κυριακή Λυμπέρη, Ζητήματα ύψους, εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015, σελ. 60)

Στην ποιητική συλλογή Ζητήματα ύψους η Κυριακή Λυμπέρη αιωρείται μεταξύ αστεριών και σπηλαίων, μεταξύ ζωής και θανάτου. Πτήσεις και πτώσεις οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος: συνεχείς αποδράσεις, συνεχείς καταβυθίσεις σε έναν κόσμο που τον έχει ζήσει, αλλά τον μελετά ακόμη: «Δε λέει αυτό το δάσος να δώσει όλα του τα μυστικά / μπερδεύομαι». Και τα όντα συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα διαρκές ταξίδι στον αέρα. Ο ελέφαντας καταργώντας τους νόμους της βαρύτητας πετά, αν και γρήγορα με τον επόμενο στίχο αναιρείται η αλήθεια της ύπαρξής του, αφού μετατρέπεται σε χάρτινη ομπρέλα:
και να ένας ελέφαντας ξαφνικά που πετά,
ομπρέλες χάρτινες για θερινές βροχές

Άλλοτε μικρές σε έκταση ποιητικές συνθέσεις, άλλοτε μεγαλύτερες και μία εκτεταμένη, «Επί των υδάτων», δεν απομακρύνουν την ποιήτρια από το κύριο μέλημά της να κλείσει τα μηνύματά της στους τελευταίους κυρίως στίχους, μηνύματα φιλοσοφικά, κάποτε ειπωμένα με ιδιαιτέρως αυστηρό ύφος.
Η ποίηση της Λυμπέρη είναι και μια ξενάγηση στη φύση. Κυρίαρχα στοιχεία τα πουλιά. Λατρεύει τα πετάγματά τους, προσφέρονται εξάλλου για αλληγορικές αναγνώσεις, στοιχείο που συνηγορεί στην επιλογή του τίτλου της ποιητικής συλλογής Ζητήματα ύψους. Ο τίτλος, με μικρή διαφοροποίηση, θυμίζει στίχο του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» λέει ο μεγάλος ποιητής μας: «Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. / Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι / ζήτημα ύψους».
Κατά έναν περίεργο τρόπο οι πτήσεις μετατρέπονται σε πτώσεις και αναπτύσσονται στα βάθη. Τα όρια μεταξύ τους ασαφή, σχεδόν ταυτίζονται:
Και αν καμιά φορά μετράω τα ύψη,
είναι τα βάθη που συλλογιέμαι.

Η καρδιά του/της δημιουργού, άλλοτε «διαμελισμένη», άλλοτε «μισή», πάντως και στις δυο περιπτώσεις κομματιασμένη, περιφέρεται ή μένει σταθερή «εδώ πέρα»: προορισμός της ποίησης ο διαμοιρασμός της στα πέρατα του κόσμου «στους δρόμους των ηπείρων» ή παραμονεύει ως μία σταθερά να εγκλωβίσει την έμπνευση μέσα σε «ρήματα, λέξεις και μαργαριτάρια».
Η απορία αναγνωστών, που δεν είναι πάντα άμοιρη σκωπτικής διάθεσης, «τι θέλει να πει άραγε ο ποιητής», χρησιμοποιείται από την ποιήτρια για ζωγραφικό πορτραίτο, κάθε άλλο όμως παρά ειρωνικά. «Τι να σημαίνουν άραγε / πράσινα χείλη… και πράσινα μαλλιά». Με σοβαρότητα παραθέτει τον προβληματισμό της σε θέματα οπτικής του δημιουργού: το βλέμμα του καλλιτέχνη είναι διαφορετικό από εκείνο του απλού παρατηρητή; Αναρωτιέται η ποιήτρια:
Μια ιδιοτροπία του καλλιτέχνη;
Μια υπενθύμιση ότι
ο κόσμος είναι
όπως εκείνος που τον βλέπει;

Μάλλον πρόκειται για ρητορικό ερώτημα, η απάντηση ενυπάρχει στην ερώτηση. Ποιος μας βεβαιώνει ότι η δική μας ματιά είναι ίδια με των άλλων; Μήπως βλέπουμε τον κόσμο, όπως επιθυμεί ο καθένας; Θεωρώ λοιπόν ότι στη συλλογή αυτή αποπειράται η ποιήτρια να καταγράψει την εξωτερική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου μέσα από το πρίσμα, την οπτική του δικού της καλλιτεχνικού εγώ.
Η ποίηση της Λυμπέρη συχνά γίνεται διδακτική. Στο ποίημα «Στα ύψη με το σώμα» παίζει με τις ομόρριζες λέξεις «ψηλώνει|», «ψηλός», «ύψος», και φιλοσοφεί:
να ’ναι κανείς έτοιμος για όλα/
…και στα ψηλά μα και στα χαμηλά γνωρίζει
να ελπίζει, να τρώει και να ζει.

Οι λεπτομερείς αναφορές στο φυτικό και ζωικό βασίλειο μου δίνουν τη βεβαιότητα ότι η γνώση της και η αγάπη της γι’ αυτά οφείλονται σε μια πιο εξειδικευμένη ενασχόληση της ποιήτριας. Τα ποικίλα θέματα δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση, δίνουν ήχο, κυρίως χαρίζουν κίνηση. Η στασιμότητα μάλλον άγνωστη, η νεκρή φύση, όπως θα την εισπράτταμε από έναν ζωγραφικό πίνακα, εξοστρακισμένη. Ο σουρεαλισμός, εφιαλτικός κάποιες φορές, και ο ρεαλισμός συνυπάρχουν. Ενίοτε στους τελευταίους στίχους με θαυμαστή απλότητα αποκαλύπτεται η αλληγορική διάθεση. Ολοφάνερα οι αλληγορίες και οι μεταφορές συμπράττουν για να προβληθεί η ιδέα που γέννησε το ποίημα. Περνά από την παραβολή και εξασφαλίζει έναν δυνατό εκφραστικό τρόπο, ταυτόχρονα μέσω αυτής αποφεύγει τη ρητορική κενολογία. Στο «Σαρκοβόρων νηπενθών βίος» περιγράφει αρχικά τη συμπεριφορά των αναρριχητικών σαρκοβόρων φυτών με την ονομασία νηπενθή, προς το τέλος με ύφος καταγγελτικό αποκαλύπτει τον προβληματισμό της σε ζητήματα αξιών, ηθικής: «ελευθερία, ευθύνη, εκλογή, και τα λοιπά / τα νηπενθή δεν έχουν ακουστά».
Το «τίποτα» και το «κενό» του «Ημίμετρου» συναντιούνται με το «πουθενά» του «Ένας Ινδός άγγελος» για να σχολιάσει η ποιήτρια την απογοήτευση από όπου κι αν αυτή προέρχεται ή την απελπισία. Η μοναχικότητα ή και η μοναξιά, ο πόνος, η φθορά, η ανάλωσή μας σε ποταπά πράγματα –«η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς / και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά»– είναι καταστάσεις επώδυνες, όμως αναζητά τρόπους να τις ξεπεράσει, αν τις ξεπερνάει είναι ένα ζήτημα, αφού αναρωτιέται αν «Δύο ένα κάνουν ένα»; Τελικά καταλήγει στο «κενό».
Κάποιες περιγραφές είναι πολύ τολμηρές και προκαλούν τον αναγνώστη να μετρήσει τις αντοχές του στη φανταστική τους ανασύνθεση, όπως γίνεται στα ποιήματα «Μια ομοταξία για ν’ ανήκω» και «Έτσι κι αλλιώς». Αφαιρούνται τα πραγματικά στοιχεία από τα θέματα και χρησιμοποιείται ο σουρεαλισμός με εκφραστική δύναμη και προκλητική ελευθερία. Η παιχνιδιάρικη διάθεση εκφρασμένη σε στίχους που θυμίζουν παιδικό τραγούδι, «Δράκε-άγγελέ μου είσαι εδώ», καθώς και «Α, Λύκε, λύκε μην έρχεσαι» δεν αφήνουν περιθώρια επιστροφής στα χρόνια της αθωότητας. Η σχέση με τη φύση δεν είναι μια ανάλαφρη βουκολική απεικόνιση, αντίθετα είναι μια αφορμή εξομολόγησης προβληματισμών ή ακόμα και τραυματικών εμπειριών καθώς και αναζήτησης απαντήσεων.
Στο τελευταίο ποίημα «Ζητήματα ύψους» υπάρχει η απαισιόδοξη παραδοχή της ματαιότητας του κόσμου αυτού και στον ουρανό και σε υπόγειες τρύπες, στη νύχτα και στη μέρα και οπουδήποτε κρύβονται επικίνδυνα ζωύφια, «ο θάνατος απλώνει γύρω, / στο τέλος, την πάχνη του, δεν ωφελεί/η τόση επαγρύπνηση». Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια χαρίζει κομμάτια ουρανού, στο τελευταίο τα αστέρια ρίχνουν «ματιές συμπονετικές, φυτεύουν χρυσαφιές ανταύγειες». Ο θάνατος είναι νομοτελειακός, η ζωή κάνει αισθητή την παρουσία της από τον ουρανό μέχρι τις «υπόγειες τρύπες».
Στα περισσότερα ποιήματα χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο, με το εγώ της ποιήτριας να κάνει έντονη την παρουσία του με μια εξομολογητική διάθεση, ενώ με το δεύτερο ενικό πρόσωπο εν είδει παραινέσεων συνομιλεί με τους αναγνώστες, αν και δεν καθίσταται προφανής η άμεση ανταπόκρισή τους. Έτσι η ποίηση αποκτά μια θεατρικότητα με πρωταγωνιστές όχι μόνο την ποιήτρια, αλλά και ένα πλήθος άλλων όντων που διαλέγονται μαζί της. Το σκηνικό ορίζεται από την ίδια τη φύση με συνεχείς εναλλαγές.
Η στίξη υπάρχει για να κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς να ανακόπτει τον ρέοντα λόγο. Μέσα από μια προσιτή γλώσσα, αυθεντική όσο και συναισθηματική, η ποιήτρια συνομιλεί διακειμενικά με άλλους ποιητές που φαίνεται να αγαπά και υπενθυμίζει στίχους ή φράσεις αυτολεξεί σε πλάγια γραφή ή σε παραφθορά. Στο «Επί των υδάτων (ars poetica)» είναι παρόντες ο Σεφέρης, «που δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν», «αμυγδαλιές που ανθίζουν», ο Καρυωτάκης, «σύμβολα ζωής υπερτέρας», ο Ελύτης, «το μεγάλο κόσμο, το μικρό», «Άσμα ηρωικό», «Νεφέλη», ενώ ο Καβάφης υπονοείται μέσα από τις αυτοβιογραφικές ή θεματικές αναφορές, «μέτοικος», «Πτολεμαίοι». Δεν είναι μόνο η ανάγκη να ζητήσει την υποστηρικτική συνδρομή τους σε όσα εκφράζει, αλλά και μια ομολογία, μια παραδοχή πως κάποια πράγματα ειπώθηκαν με έναν τελεσίδικο τρόπο. Η ποιήτρια ενσωματώνει δημιουργικά στη δική της ποίηση την παρακαταθήκη των μεγάλων δημιουργών. Ταυτόχρονα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις όχι μόνο για την αναζήτηση της ταυτότητας, αλλά και για τον αυτοπροσδιορισμό της ποιήτριας, «κι εγώ εδώ στα χειμαδιά / μαθαίνω την ψυχή μου», εμβαπτιζόμενη μέσα σε υψηλού επιπέδου ποιητικό περιβάλλον. Στο δεύτερο τίτλο «Αrs Poetica» γίνεται ευθεία αναφορά στον Λατίνο ποιητή Οράτιο και τις συμβουλές του προς τους συγγραφείς για τη σημασία της μελέτης των ανθρώπινων σχέσεων καθώς και τη σπουδαιότητα της έμπνευσης και της κριτικής.
Η ανάγνωση της συλλογής τελειώνει με υποβόσκουσα τη χιουμοριστική διάθεση που δημιουργεί με τη σειρά της αίσθημα αισιοδοξίας. Στο ποίημα «Με τα νήπια» χαιρόμαστε χαριτωμένες στιγμές με τα πληγωμένα από τα παιχνίδια γόνατα των παιδιών, με το φιλί της μάνας που τα γιατρεύει, με τα χνουδωτά αρκουδάκια, εξακολουθεί η ποιήτρια όμως να βρίσκεται σε σύγχυση, καθώς ακόμα δεν αποφάνθηκε για το «ποιο να ’ναι το ύψος το σωστό».
Η Κυριακή Λυμπέρη κατορθώνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, τον περνά μέσα από πάθη, πόθους, αναζητήσεις, αμφισβητήσεις. Όλα αυτά είναι όχημα για να δώσει τη μεγάλη αφορμή στον αναγνώστη να σκύψει στη δική του ψυχή, να ψάξει τις δικές του αντοχές, να ενισχύσει τις δικές του άμυνες:
Κι αν κοιτάξει κανείς στα βαθιά με προσοχή,
θα διακρίνει τουλάχιστον την ουρά.
Γιατί το κήτος είναι πάντα εκεί.

Θα επικαλεστώ για το τέλος στίχους ενός δυνατού και ευρηματικού ποιήματος της Κυριακής Λυμπέρη, «Η αρχή της αρχής». Η ποιήτρια δεν διστάζει να αυτο-αποκαλυφθεί με μια εξομολόγηση προσωπική συνδυασμένη με έντονη αυτοκριτική ή και μια δυναμική παραίνεση αποφυγής επανάληψης λαθών προς όλους.
Πώς άνθισα στα μέρη αυτά τα χαμηλά,
πήλινα πόδια χάρισα στο μέτριο
η καρδιά μου χώραγε στους ουρανούς
και εγώ μοιράστηκα στα ερπετά!

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Ποιητικά/6/2017

Ο ίλιγγος του ύψους

Παιδιά στον δρόμο παίζουν με τη μπάλα τους ποδόσφαιρο. Μπαλιές συρτές εξερευνούν το έδαφος. Μα μία δυνατή κλωτσιά είναι ικανή να στείλει τη μπάλα στα ουράνια, να της δώσει φτερά, προτού εισέλθει και πάλι σε τροχιά προσγείωσης. Στα ύψη και στα βάθη πραγματεύεται η Κυριακή Αν. Λυμπέρη τα ανθρώπινα σκαμπανεβάσματα του πνεύματος και της ψυχής, σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων εναλλαγών, διαρκών προσδοκιών και διαψεύσεων. «Ζητήματα ύψους» διερευνά στην ομότιτλη ποιητική της συλλογή, ιδίως στις απρόβλεπτες διαστάσεις που τα ζητήματα αυτά προσλαμβάνουν όταν «μπάλα στα πόδια των παιδιών» γίνεται η καρδιά του ποιητή.
Το τοπίο της διερεύνησης η Λυμπέρη δεν το βρίσκει παρθένο. Αναζητώντας τον ουρανό βρίσκει το πατημένο μονοπάτι του Μίλτου Σαχτούρη. «Διψάμε για ουρανό», διατείνεται ο ποιητής στο ποίημα «Το ψωμί», και τον διεκδικεί ακόμη κι αν φαντάζει «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα», αυτοχριζόμενος «κληρονόμος πουλιών» («Ο Ελεγκτής»). Ακόμη και τα «άχρηστα που γίνονται πολύτιμα» συναντούν τον «Συλλέκτη» του Σαχτούρη. Της «μέρας το χαμόγελο» απηχεί το «ράμφος της πρωίας» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Τα πράσινα μαλλιά κυρίας σε πορτραίτο, που ποτέ δεν τα «ερωτεύτηκε η κόμη», εντοπίζονται στα «μαλλιά» της «Ιτιάς» του Μάρκου Μέσκου. Στα φαρμακεία, ως «πρόχειρες ενέσεις αιωνιότητας», «αναβολές φθοράς» κι «ευπώλητες ελπίδες σε συσκευασία» καθρεφτίζονται ο Κ. Π. Καβάφης («Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.») και ο Γιάννης Κοντός («Το φαρμακείο»). Ακόμα και το «δεντράκι μοναχό» της Λυμπέρη είναι δημοτικοφανές ή μπορεί και να αντικατοπτρίζει το «Πουλάκι» του Ιωάννη Βηλαρά. Άλλωστε, και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει, αιώνες νωρίτερα, στην πραγματεία του Ψευδολογγίνου Περί ύψους.
Μια συλλογή, ωστόσο, που πραγματεύεται το ύψος, είτε σε επίπεδο αισθητικό, είτε σε συναισθηματικό ή νοητικό, δεν θα μπορούσε να μην εμπεριέχει τη συνέχεια στην πορεία των σχετικών ανθρώπινων αναζητήσεων και τη συνομιλία με τους προγενεστέρους. Είναι σαφές πως μέσα από τη γόνιμη συνομιλία με τους προγόνους, η Λυμπέρη προτίθεται να προεκτείνει τη συζήτηση προς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η προσωπική της θέαση, οι επιταγές της καρδιάς και του μυαλού της. Αισθητικά, όλες οι τάσεις που έχουν μπολιάσει τη νεοελληνική ποίηση, έτσι όπως ανακύπτουν από τις διαφαινόμενες συνομιλίες, συμβάλλουν στον προσδιορισμό του ύψους.
Το ύψος για τη Λυμπέρη, όμως, στη διανοητική του πραγμάτευση, που αφορά την τοποθέτηση εντός κοινωνικού πλαισίου, αποκτά διαστάσεις στοχαστικές. Όταν, λοιπόν, το όραμα για τον ουρανό και τ’ αστέρια του δεν εκπληρώνεται, ελλοχεύει ο κίνδυνος του χθαμαλού, του μέτριου. Η ποιητική ηρωίδα γνωρίζει πως όταν φτάνει κανείς στα ύψη, πρέπει να μαθαίνει και να σκύβει, κι ίσως μάλιστα «πιο πολύ απ’ τον καθένα», αποφεύγοντας την υπεροψία. Γνωρίζει επίσης ότι κάθε άνοδος ακολουθείται κι από κάθοδο. Και τότε η ίδια νιώθει να σέρνεται σαν ερπετό στα χαμηλά, αδικαίωτη. Η οδυνηρή πτώση διδάσκει πως όλα τ’ αγαθά είναι εντέλει δανεικά. Οι βασιλικές χλαμύδες κάποτε επιστρέφονται, εφόσον, όπως γυμνοί ερχόμαστε στον κόσμο, έτσι και φεύγουμε γυμνοί «για τα νερά του θανάτου»· οπότε ο βιβλικός Ιώβ, με το παράδειγμά του, παρέχει μια απάντηση στις επιτακτικές ανθρώπινες υλικές διεκδικήσεις. Παρέχει, μάλιστα, τη γνησιότερη απάντηση, καθώς τα σιρόπια και τα έμπλαστρα δεν είναι παρά αστραφτερά καθρεφτάκια απευθυνόμενα σε ιθαγενείς, χωρίς αξία πραγματική.
Η νοητική προσέγγιση, όσο απαραίτητη κι αν είναι, βαραίνει με τη λογική της επεξεργασία τα φτερά. Η σοφία ρημάζει την αμεριμνησία, και το ελπιδοφόρο φως των αστεριών σπαταλιέται στη διεκδίκηση μιας τεμαχισμένης σύνεσης, που οδηγεί μονάχα στην απώλεια του ελέους. Ακόμη και το συναίσθημα πλήττεται, καθώς συντρίβεται σε έναν σύγχρονο κόσμο που το έχει κάνει στάχτη. Γι’ αυτό η ποιήτρια αναγκάζεται να μη μιλήσει άλλο για αγάπη, ανταποκρινόμενη μεν στο αίτημα, αυτή τη φορά, του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά ενεργώντας κατά τον συγκεκριμένο τρόπο για λόγους εκ διαμέτρου αντίθετους: σταματά να προβάλλει τα συναισθήματα όχι επειδή εκείνα βρίσκονται παντού, οπότε είναι περιττές οι οποιεσδήποτε υπομνήσεις τους, αλλά επειδή θλίβεται από τον μαρασμό που επιβάλλει η ηγεμονία της προαναφερθείσας στάχτης.
Η διαφαινόμενη αποχώρηση από τον αγώνα για τον συναισθηματικό πλούτο, ωστόσο, είναι και η ίδια κομμάτι της νοητικής προσέγγισης, η οποία βαραίνει τη λογική. Κι αν οι νοητικές υπαγορεύσεις έχουν τη λογική τους, το συναίσθημα δεν παραιτείται έτσι εύκολα. Εξακολουθεί να εκδηλώνεται στον έντονα μεταφορικό λόγο της ποιήτριας και στον βαθύ λυρισμό της, όπως συμβαίνει στο ποίημα «Βαθιά που ομορφαίνεις», όπου η αμηχανία της ερωτικής προσέγγισης προκαλεί δάκρυα αστείρευτα, σπλάχνα και σώψυχα ακροβατούντα στην κόψη του γκρεμού και παραδομένα στον ίλιγγό του (εδώ η συνομιλία με τον «εξαίσιο ίλιγγο» από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου), απόρροια και πάλι του ύψους. Από κοντά η μουσική υποδαυλίζει το συναίσθημα, χαράσσοντας με τα έγχορδα «λεπίδια» της τα σπλάχνα. Με τις εικόνες που δημιουργεί η ποιήτρια κεντά «σταυροβελονιά το ανέφικτο», σ’ ένα έργο τέχνης που αρνείται εντέλει να υποταχτεί στον «ρεαλισμό» της λογικής.
Παρά την όποια απογοήτευση, συνεπώς, η ποιητική ηρωίδα βρίσκει τις διεξόδους της. Και σε αυτό συμβάλλει ιδίως η επιστροφή στην παιδικότητα, στην αθωότητα του «χάρτινου» κόσμου, των παιδικών ζωγραφιών και κατασκευών, με την οποία η Λυμπέρη, οδηγούμενη στον επίλογο της συλλογής της, έρχεται να συναντήσει εκ νέου τα παιδιά της εκκίνησης, τα οποία έπαιζαν μπάλα με την καρδιά του ποιητή. Τον κύκλο των πραγματεύσεων σφραγίζει, λοιπόν, η παιδικότητα, και δη η ποιητικά εκφρασμένη παιδικότητα. Οι δυσκολίες, βέβαια, δεν θα πάψουν να ορθώνονται. Όμως οι «χρυσαφιές ανταύγειες» των αστεριών επίσης θα βρίσκουν τρόπο να τρυπώνουν ανάμεσα στα εμπόδια και να φωτίζουν τις οδούς διαφυγής απ’ το σκοτάδι.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Τ. 21 ΠΟΙΗΤΙΚΑ

Τέταρτη συλλογή. Διάχυτος, πλην όμως πειστικός, εύηχος λυρισμός. Φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος την παραδοσιακή ποίηση και όχι μόνον, ημεδαπή και μέρος της αλλοδαπής. Το ερωτικό στοιχείο δεν φωνασκεί. Παρέχεται έτσι κειμενικό έδαφος, ικανό και αναγκαίο, για την ανάπτυξη υλικού άλλου γένους. Διακρίνω την αλκή μιας εσωτερικής δύναμης, μιας ορμής προς τα εμπρός.
Παραπέμπω στους τελευταίους επτά στίχους του εισαγωγικού κομματιού με τίτλο «Με άγρια βότανα»: «Και αν ακούσεις ουρλιαχτό, / να με πονάς, αλλά μη ζητήσεις να επιστρέφω αμέσως, ώρες που / με άγρια βότανα το αίμα μου τροφοδοτώ. / Μα όταν βγαίνω από εκεί, / πόσα κομμάτια ουρανού μπορώ και θέλω να χαρίζω!». Δεν διστάζει να αναπτύξει θέματα που άπτονται της
κλασικής γραμματολογίας, όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει με την περίπτωση των ποιημάτων που τιτλοφορούνται «Ιώβ» και «Δόκτωρ Φάουστους» Κατάφαση στη ζωή χωρίς επιφυλάξεις. Δείγμα: «Είναι καιρός που έμαθα να περπατώ / στων ματιών σου την οικουμένη φιλέρημη, / ψαλμωδίες τρυφερές πουλιών στους άκμονες μουσική, / να επιμένεις στην αγάπη, να επιμένεις» Από τις πλέον αισιόδοξες γραφές των ημερών.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ

 

Μια άλλη άνοιξη διαφορετική

Μια νέα ποιητική συλλογή με τίτλο «Ζητήματα ύψους», της Κυριακής Λυμπέρη, κάνει την εμφάνισή της στις προθήκες των βιβλιοπωλείων τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη. Του Θανάση Τοτόμη.

Είναι η τέταρτη παρουσία της ποιήτριας στα γράμματα, μετά τις συλλογές «Κοιτούσα μέσ’ στο ποτήρι», 2009, «Εμαυτού», 2010, και «Το κάλλος και το τραύμα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Η συλλογή περιέχει σαρανταένα ποιήματα, σε 64 σελίδες, κι έχει εκδοθεί το 2015, στη σειρά «λάλον ύδωρ», από τις εκδόσεις »Γκούτενμπεργκ – Τυπωθήτω».

Η Κυρ. Λυμπέρη εδώ, διαμορφώνει τη δική της ποιητική φόρμα. Η ποίηση της ανθρωποκεντρική, ανανεωτική, στοχαστική κι αλληγορική, εναλλάσσει τον εξωτερικό κόσμο των μοτίβων και των εικόνων, με τον εσώτερο – «ο λύκος που έγινε γλώσσα», «το κήτος», και «στην επικράτεια του βράχου».

Η αναζήτηση της ενότητας, και της αθωότητας του κόσμου, είναι το αίτημα στην ποιητική τής Κυρ. Λυμπέρη.

Η ποίηση της, είναι «κραταιός προφήτης μιας άλλης άνοιξης διαφορετικής», γράφει στο ποίημά της με τίτλο «γένοιτο».

Η Κυρ. Λυμπέρη «πετάει σχοινιά στους ορίζοντες», στο ποίημά της «η καρδιά του ποιητή», και τεχνουργεί αλλού, στο «επί των υδάτων», γράφοντας «ταγμένοι οι ποιμένες να αγρυπνούν και να σηκώνουν τα φορτία των άστρων», και στη συνέχεια, το «φώς που ανταλλάχτηκε με συγγνώμη»- «στο μονοπάτι».

Η Κυριακή Λυμπέρη, ανήκει στις νέες ποιητικές φωνές της περιφέρειας.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά, «φρέαρ», «δέκατα», «μανιφέστο», και κριτικά της σημειώματα στις «Αναγνώσεις» της κυριακάτικης Αυγής.

 

http://tvxs.gr/news/biblio/mia-alli-anoiksi-diaforetiki-i-nea-poiitiki-syllogi-zitimata-ypsoys-tis-kyriakis-lymperi

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι πτυχιούχος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει Master στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία από το King’s
College του Λονδίνου. Σήμερα εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τέσσερεις ποιητικές συλλογές:
Σαν ίαμβος καθρέφτης, 2009 (κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη), Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν, 2012, Οινοποίηση, 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην 2014 και Παραλογή, 2016. Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

 

 

1-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00051-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00041-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00031-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00021-%cf%84%ce%b1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2016)

Οδηγίες Χρήσεως

 

Παρενέργειες

Έτρεχες σαν
λαγός στον ύπνο μου
κοιτάζοντας πίσω φοβισμένα
Κοίτα να δεις μου λες
για να σωθείς
σφάξε στο γόνατο τις λέξεις
Κι άμα σε γλύφει χαρούμενο σκυλί
κλείσε τα μάτια
και μέτρα
ποτάμι
ποτάμι
το ποίημα

 

Παραλογή

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Τρομοκράτης

σκότω λιμός ξύνοικος

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Γιατί ‘ναι νύχτα δεν θωρείς;

Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
έμενα η νύχτα μου
Περνώ τα σύνορα της ποίησης
και ζώνω με εκρηκτικά
τις λέξεις

 

Σεισάχθεια

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω

 

Πάροδος

Πώς να περάσου στο βελόνι
το φώς
Δεν υπάρχει άλλο φώς
Κάποια στιγμούλα
δάχτυλο
θα τρυπήσω στο σκοτάδι

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Β

 

ΙΙ

Φύλλο
Φύλλο
Ταξιδεύω στον χρόνο
ανάποδα
Έτσι μετρώ τη ζωή μου
Το φύλλο γίνεται κλαρί
και το κλαράκι δέντρο
το δέντρο σκάλα να ‘ρκουνται
στη γην οι πεθαμμένοι
Θέλει στοιχειό
για να στεριώσει δέντρο
Ξεσφάλισε
Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις
τα δοκάρια του κόσμου
είναι ξύλινα

νά ρκουνται – νά έρχονται

Πάροδος

Σαν λίγο ή ζωή
Σαν θάνατος
Κι η ψυχούλα λευκή
σε χαράδρα
Κι αν δεμένος ό κόσμος
στον διάβολο

Γλώσσα βλέπουσα

Σαν αράχνη
συλλαβίζει το βάραθρο
στον αιθέρα

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Γ

 

Οδυσσέας

Αν είσαι μισοκαμένο πεύκο
κι αν τα μισά σου κλαδιά στο χθες
κυματί-
ζουν παράλληλα
μην παραιτείσαι
Πιάσε την τέχνη σου απ’ τα μαλλιά
Τύμμα τύμματι τίααι
που ‘λεγε κι ο Αισχύλος
γνωρίζοντας πως μες στον καθρέφτη
ο χρόνος έχει μάτια
ορθάνοιχτα

 

 

Νιόβη

Άμα έβρεχε
παίζαμε κρυφτό με τη μάνα
Κρυβόμουν θυμάμαι: πίσω από τον καναπέ
Σήμερα παίζουμε κρυφτό στο διαμέρισμα
Όταν βλέπω τον γιό μου
πίσω από τον καναπέ
και τις πατούσες των κοριτσιών
να φέγγουν στην κουζίνα
απομακρύνομαι
και τους κοιτάζω τρέχοντας
να φτύνουν τον χρόνο

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Δ

 

Ελένη

Στέκεται στην κουζίνα
Η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει
Κι ίσως γι’ αυτό
βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι
αποπειράται να μεταφράσει
τον άνεμο
Πίσω από τον ήχο
η βρύση τρέχει
Κι ο χρόνος τρέχει

Το ένα της μάτι δακρύζει
Το άλλο ορθάνοιχτο

βασιλιτζιά – βασιλικός | ψιντρή – λεπτοκαμωμένη

 

Πάρις

Ξάφνου δυόαμος
Μνήμη βαθιά
Λιθάρι στ’ όνειρο
Χρόνος οπλίζει στην ομίχλη του Άδη
Κι έτρεχε αίμα
Το φεγγάρι στο πάτωμα
Όλα ένα βλέφαρο
κι οι πατούσες της
φως
στο ποτάμι

 

 

Έξοδος

ΙΙ

Σ’ αυτή τη σελίδα
το χιόνι
δεν μπορεί ν’ ακουστεί
Κι όμως ως το πρωί
θα ‘χει σκεπάσει όλο
το ποίημα

 

 

 

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν

 

ΟΡΕΚΤΙΚΟΝ

Πίννε κρασίν να ‘σεις ποίησιν

 

<>|<>

Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτουνται

<>|<>

Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελϊόνιν
Είμαι τζαι λευκόν

<>|<>

Πον’ να μ’ αννοίξεις
Στούππωσ’ με με τον φελλόν
Μου ανάποδον

 

ΚΥΡΙΩΣ ΚΡΑΣΙΝ

Πρώτα μυρίστου
Τζι ύστερις δε με στο φως
Μετά φίλα με

<>|<>

Το ξυνιστέριν
Εν’ λευκόν περιστέριν
Στον ουρανίσκον

<>|<>

Δίχα φεγγάριν
Δεν αμπλέπω την νύχταν
Οι Θεοί πίννουν

<>|<>

Το κρασίν τζαι το ποίημα στρακόττον

το ποίημαν: Που τον Ομηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν

<>|<>

το κρασίν Έσει έναν γρόνον
θυμωμένον: Π’ αναπνέω βανίλλιαν
το ποίημαν: Καταλάβω σε

<>|<>

το ποίημαν: Είμαι λαλουσιν
Η βασίλισσα τέχνη
το κρασίν: Βρίξε τζαι πίννε

<>|<>

το κρασίν: Λαλουσιν οτι
Ωφελώ στην καρδίαν
το ποίημαν: Όι λαομόν

<>|<>

Ποιητής

Τρώω σταφύλιν
Τζι ύστερα κάμνω στίχον
Ολοκότσινον

<>|<>

Οινοποιός

Δουλεύκω λευκόν
Πιστεύκω στο κοτσινον
Είμαι ποιητής 

<>|<>

Το δοτζίμιν του ποιητή

Φύτεψε λέξεις
Ύστερα κρούσ’ τες ούλλες
Τζαι κάμε κρασίν

<>|<>

Το δοτζίμιν του οινοποιού
Βάλε τον ήλιον
Την γην τζαι την θάλασσαν
Μες στο πιθάριν

<>|<>

Προς πιστούς του κρασιού
τζαι της ποίησης

Για να πολύσει
Κλαδεύκω τ’ αμπέλιν μου
Κατασείμωνα

<>|<>

Καλλυττερεύκω
Άμαν μ’ αφήσεις τζαιρόν |
Μες στο τζελλάριν

<>|<>

Μεν με κουλιάσεις
Να δεις τι πόνον τραβώ
Που με λιώννουσιν

<>|<>

Ο οίνος ερωτεύτηκεν την
ποίησην τζαι συντυχάννουν

Οίνος

Η γη γυρίζει
Τζαι πιτσικλιάζει κρασίν
Την Αφροδίτην

Αντζέλισσα μου
Έγλεπε που παρπατάς
Πατάς σταφύλιν

Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;

<>|<>

Ποίηση

Ξυπνάς τα πουλιά
Τζαι χαμηλοπετούσιν
Μες στο ποίημαν

<>|<>

Οίνος
Είσαι το κρασίν
Είσαι τζαι το ποίημαν
Εγιώ ποιος είμαι;

<>|<>

Ποίηση
Είσαι σύννεφον
Που το μέσα ποτάμιν
Στάξε μου κρασίν

 

ΕΠΙΔΟΡΠΙΟΝ

Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετε τους
Πως εν’ σάκχαρα;

<>|<>

Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις

<>|<>

Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν

 

 

 

ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012)

 

άλλαξα δέρμα
για ν’ ακούσεις τις παλιές
φωνές

<|>

Ο ποιητής κι ο χρόνος
καιροφυλακτούν
ο ένας μες στον άλλον

<|>

μια λέξη πίσω
μια μπροστά
το παντελόνι του χρόνου
φαρδαίνει

<|>

βαθιά του χρόνου
κοιταχτήκαμε και
τώρα πώς φέγγεις

<|>

ξυπνά η μάνα
με ξυπνά
ψήνει καφέ να σηκωθεί
οχιά ο χρόνος

<|>

με μία ζαριά ο θάνατος
παίρνει τη μάνα

<|>

Ανάβουν τα μάτια σου
βουνά
μπρούμυτα στον αέρα 

<|>

φόρεσες όλα τα βουνά
θυμάρι της αβύσσου
το βλέφαρό σου
μέσα μου
και με γκρεμίζεις

<|>

σκλερή κυρά
έκαμες με και πεθυμώ
τα μάτια μου να ράψω
ίτσου κοιμώντα καμμυτά
με δίχα φως αστράφτω

<|>

βρέχω τ’ αλεύρι
πριν απ’ τη βροχή

με το κλαράκι στο ράμφος

<|>

πυκνός κι αυτάρκης
απ το βυζί της μάνας
δημιουργώ άν-τί-
σώματα 

<|>

σε τούτο το βάραθρο
βάση μου είναι η Στιγμή
ο Σολωμός κομήτης

<|>

στη γλώσσα μου
κλίνεται η ψυχή

σ’ όλες τις πτώσεις 

<|>

ύφος πατρίδα μου
υφαντουργείς
το ιώδες

<|>

με μάτι κλεφτοφάναρο
χαράζω στα δυο
τον τράχηλο της νύχτας

<|>

γωνία Αυγούστου
κάθετη
γυάλινο μεσημέρι

<|>

χρόνια εμπορευόμαστε
το φως
κι όμως σκοτάδι
ασάλευτο

<|>

με φυσικό αέριο
ορύσσουμε
ξανά
την ιστορία

<|>

μ’ ένα στενό ντουφέκι
πενθώ
τα τρομαγμένα κοπάδια

<|>

ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού
ξερολιθιές και θημωνιές
ρίγανη και θυμάρι

<|>

Οί τερατσιές μας κρέμουνται
στον ούρανον καντήλες
τζ’ άμαν φυσήσει, νακκουρίν
στάσσει το λάδιν μες στην γην
πέφτει βραστόν στες φούχτες τους
βκάλλουν ξανά καντύλες

<|>

Το ποίημα
βγαίνει μετά τη βροχή
σαν σαλιγκάρι στ’ αλάτι

<|>

Το ποίημα
δεν είναι αλήθεια
δεν είναι ψέμα
είναι το ουράνιο τόξο
του ποιητή

 

 

ΣΑΝ ΙΑΜΒΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2009)

 

Σαν ίαμβος

 

α’

Χρόνος αστράφτει
και βροντά
η ψίχα του

δ’

Μέσα σαλεύει το καρφί
Στο κύτταρο με πολεμά
με αφαιρεί και σβήνω

Γίνομαι χώμα και νερό
Να πάρω σχήμα φωτεινό
Ν’ ανοίξω μες στον ήλιο

ε’

Η πρωινή δροσιά
Το πρώτο φως της δημιουργίας
Πριν απ’ την δράση
σχηματίζονται οι μορφές
Τα φυτά και τα σώματα
Τα βουνά και τα δάση

η’

Δε σ’ είδα
Σ ένοιωσα
Πάνω στην απροφύλακτη στιγμή
καρφώθηκες στο σώμα
Χάλκινο χάδι
Άστραψες φως
στο σκοτεινό πυρήνα

ια’

Οκτώβριος
Περίπατος στην πόλη
Πρόσωπα πίσω από άλλα πρόσωπα
γεμίζουν τις επώνυμες οδούς
κι ύστερα χάνονται
Περπατώ μαζί τους
Εσωτερική διαδρομή
με το χέρι στο διακόπτη

Και τότε φάνηκες εσύ
λευκό πουκάμισο
Προσπέρασες με κόκκινο
διάβαση πουλιών
Κράτησα την ανάσα σου
Μια εισπνοή ή μια εκπνοή
στο κύτταρο της μέρας

ιδ’

Βαθιά χτισμένος στ’ όνειρό
θρέφω καμένο σώμα
Αν λίγο μετακινηθώ
τρέμει το φώς μες στο νερόν
αφταίνω και χιονίζω
Φέρτε μου πέτρες τζιαί πηλόν
το σώμαν μου να χτίσω
τί έχω μέσα μου λαμπρόν
μην τύχει και το σβήσω

ιθ’

Ύστερα φως με χτύπησε
Αίμα
Ρυθμός
Ρινίσματα φωτός
Ουράνιες βλεφαρίδες
Τρέμει το σώμα
Τρέχει λόφους
κάθετα βουνά
Κοιλάδες αρτεσιανού φωτός
ανάβουν οι φωνές σου

Νύχτες και νύχτες
τ’ άστρα σου μαλλιά
καλάμια που λυγίζουνε
κι αγγίζουν τα νερά
μ’ ασήμι του θανάτου

κβ’

Ποτέ δεν είχα κλίση μαθηματική
Μα του πατέρα η επιμονή
μ’ έμαθε τέχνη χρήσιμη και διαχρονική
Η μέθοδος των τριών η απλή
χωρίζει τους ορούς χιαστί
αποδεικνύοντας στο πι καί φι
το σκοτεινό άγνωστο X
Μα έλα που ήρθε δύσκολη πράξη φονική
κι ο δεύτερος όρος σου βγάζει απ’ το στόμα την ψυχή
Μονάχος τώρα σβήνω γράφω στο χαρτί
σαν λαβωμένο φίδι επιστρέφω στη σιωπή

κστ’

Όταν αγάπη αρχίζει
ανοίγει βάραθρο λευκό
Ξεμανταλώνει φως χρυσό
σε νυχτωμένο κήπο
Όταν αγάπη τελειώνει
ξεπλένει το αίμα βιαστικά
Μπαλώνει χάδια χρώματα φτερά
σε πεθαμένο σώμα
Όταν αγάπη πέσει στο κενό
δέντρο που έχασε το φως
αντίλαλος στο χρόνο

κζ’

Όσα το σώμα κράτησε
σφιχτά δεμάτια φως
βλέμματα που φτερούγισαν
ανάσες στο νερό
Όσα το σώμα κέρδισε
παράθυρα στο φως
ποδά κομμάτιν λασμαρίν
ποτζιει κομμάτιν δκυόσμος
Σώμα ουράνιο υφαντό
πλέκεις το χρόνο σου με φώς
Σώμα βαθύ πορτοκάλι
βελόνι του θανάτου

Δώρον ασώματου θεού
στο μέτρο του ανθρώπου

 

 

καθρέφτης

 

β’

Λέξεις μολύβι μες στις φλέβες μου
Η νύχτα σέρνει τα χαρτιά

γ’

Μια λέξη
Κουδουνίζει στο κεφάλι μου
Μπερδεύεται στα χέρια μου
Στα πόδια μου
Την πάτησα

δ’

Πριν τιναχτεί με σάλτο φοβερό
απλώνει το μελάνι του στο χρόνο

ε’

Δε γίνεται αλλιώς
Ήταν σε φόρμα ποιητική
Αφού διέσχισε ταχέως
τις κοιλάδες των λέξεων
αφού με κόπο σκαρφάλωσε
απότομους τόμους ποιήσεως
κατάφερε επιτέλους να αντικρίσει
της τέχνης τον ορίζοντα
Κατάφερε επιτέλους να τον προσέξει η κριτική
να συμπεριληφθεί σε ανθολογίες
Και προπαντός
να προεδρεύσει της συντεχνίας των ποιητών

στ’

Δεν καταλαβαίνω τί ζόρι τραβάς
Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;
Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου
σε σωματεία και δημόσια κτίρια;
Εντάξει μπορεί να μη σου φτιάξαμε
άγαλμα επιβλητικό
Σου γράψαμε όμως
Υψηλά Ποιήματα

θ’

Ό,τι αξίζει στον καφέ
δεν είναι το φλιτζάνι
ούτε το ζουμί
μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα
Είναι το μαύρο κατακάθι

Το πικρό

 

ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ’ ΟΝΕΙΡΟ (2016)

Σκέψεις πάνω σε δυο ποιήματα
και δυο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου

 

Σχόλια πάνω σε δύο ποιήματα ποιητικής
του Θεοδόση Νικολάου

I.

Τεταρτοετής φοιτητής, μέσα της δεκαετίας του ’90 και μ’ όλες τις οικονομικές και τις άλλες δυσκολίες, χαρούμενος. Ένα βράδυ στο καφενείο του Σίμη στην παλιά Λευκωσία, όπου μαζευόμασταν κάθε Δευτέρα για να ακούσουμε και να διαβάσουμε ποίηση, συνέβη κάτι απρόσμενο . Ένας αθόρυβος, μετρημένος και εν πολλοίς ντροπαλός ποιητής , κάποιος που
τότε, στην εξωτερική του εμφάνιση, δεν ταυτιζόταν με το μοντέλο του εκρηκτικού ποιητή που είχα στο μυαλό μου, άρχισε να διαβάζει τα ποιήματά του. Ξάφνου η κάμαρα γέμισε με αντηχήσεις πουλιών. Θα ’θελα αυτή τη μνήμη να την πω τώρα, που δέκα περίπου χρόνια μετά το βράδυ εκείνο, ο Θεοδόσης Νικολάου έφυγε από κοντά μας διά παντός.
Εκείνη η πρώτη και ισχυρή εντύπωση, αλλά και οι επερχόμενες και πιο προσεκτικές αναγνώσεις του ποιητικού του έργου, απέδειξαν σε μένα ότι πρόκειται χωρίς αμφιβολία για έναν ποιητή ενήμερο πολιτισμικά και καταρτισμένο θεωρητικά, ο οποίος έχει ακονίσει τη γλώσσα και την ευαισθησία του πάνω σε δυνατά λογοτεχνικά κείμενα και έχει σκεφτεί πάνω στα προβλήματα που επιτακτικά θέτει η σύγχρονη ποίηση. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποιητές ήταν άνθρωπος εξαιρετικής λογιοσύνης, που αξιοποιούσε όλο τον πλούτο της παιδείας του, για να φτάσει στη γλώσσα της ποίησης. Είναι για τούτο τον λόγο που επέλεξα ως θέμα μου την ανίχνευση ορισμένων πτυχών της ποιητικής του τέχνης, εστιάζοντας σε δύο σημαντικά ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Εικόνες: «Έκθεση ζωγραφικής» και «Το σαλιγκάρι».
Προτού όμως μπούμε για καλά στο θέμα μας, θα πρέπει να σημειωθεί μια προκαταρκτική παρατήρηση, που αφορά το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ποιητή. Η εξέλιξη της ποιητικής τέχνης του Θ. Νικολάου δεν παρουσιάζει βαθιές τομές με την έννοια της ριζικής διαφοροποίησης στη θεματική και τις μορφολογικές επιλογές. Πρόκειται μάλλον για μια τέχνη που, από την πρώτη κιόλας εκδοτική παρουσία, καθορίζει ευδιάκριτα τους βασικούς άξονές της, τους οποίους και εμβαθύνει από συλλογή σε συλλογή.

 

Μοντερνισμός και χριστιανισμός
Σκέψεις πάνω σε δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου
για τον Τ. Σ.Έλιοτ

Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των πολλών ποιητών-κριτικών και ταυτόχρονα δοκιμιογράφων στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση συγκαταλέγονται ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Εζρα Πάουντ, οι οποίοι, με το ποιητικό, αλλά και με το δοκιμιακό και κριτικό τους έργο καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση δεσπόζουν οι μορφές του Κωστή Παλαμά, του Τέλλου Άγρα και του νεότερου Γιώργου Σεφέρη. 0 τελευταίος μάλιστα, αφού ακολούθησε το μοντερνιστικό
πρότυπο των Ευρωπαίων ομοτέχνων του, εισήγαγε, καλλιέργησε και μορφοποίησε το μοντέλο του λόγιου ποιητή και σπουδασμένου κριτικού· με άλλα λόγια, ένα μοντέλο ποιητή που, παράλληλα με το δημιουργικό του έργο, είναι και μεταφραστής και θεωρητικός της ποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλληλεπίδρασης ποιητικού και κριτικού λόγου, το 1965, ο εκπαιδευτικός, ποιητής και κριτικός Θεοδόσης Νικολάου, ως μέλος του Επιστημονικού και Φιλολογικού Συλλόγου Αμμοχώστου, καταπιάνεται συστηματικά με την κριτική παρουσίαση της ποίησης του Έλιοτ· μάλιστα τα χρόνια από το 1960 ως και το τραγικό έτος της τουρκικής εισβολής του 1974 ήσαν πολύ δημιουργικά, ιδιαίτερα για τον κριτικό Νικολάου. «Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο, δίνει διαλέξεις (για τους Κ. Π. Καβάφη και Τ. S. Eliot), επιμελείται βιβλία φίλων του, εκδίδει σε τομίδια τις πρώτες μελέτες του: Το 1961 τυπώνεται στην Αμμόχωστο ένα μικρό σε έκταση βιβλίο (27 σελίδων) με τίτλο Παπαδιαμάντης, σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας
του έργου του, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του Χρυστάλλας. Το 1966 τυπώνεται αυτοτελώς στην Αθήνα η αισθητική-μετρική μελέτη του Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα· και το 1969 τυπώνεται στην Κύπρο η μικρή μονογραφία του για τον Τ S. Eliot». Αντίθετα, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η όψιμη ποιητική εμφάνισή του μόλις στα 1980, με την ποιητική συλλογή Πεπραγμένα, δεν προετοιμάστηκε με τη δημοσίευση ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, αφού μετά τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων-
νεανικών ποιημάτων στα περιοδικά Κυπριακά Γράμματα και Ο Αιώνας μας κατά τη διετία 1948-1950, δεν έχουμε άλλες μαρτυρημένες δημοσιεύσεις ποιημάτων του. Πέρα από την έκδοση της συλλογής νεανικών διηγημάτων Ρίζες στο χώμα (Αμμόχωστος 1958), φαίνεται ότι η πνευματική του συγκρότηση και θεωρητική του προεργασία πριν από την άρθρωση ώριμου ποιητικού λόγου συντελείται κυρίως με τη συγγραφή σημαντικών μελετών, κριτικών και ειδικότερα δοκιμίων, γεγονός που καθιστά τη μελέτη του κριτικού του έργου σημαντικότατη.
Μπορούμε, λοιπόν, με σχετική ασφάλεια να συμπεράνουμε
ότι, μέσα σε μια τριακονταετή περίοδο εσωτερικών αναζητήσεων και περιορισμένης δημόσιας ποιητικής παρουσίας, η σχέση της ποίησης με τον εφαρμοσμένο κριτικό λόγο απασχολεί έντονα και βαθιά τον ποιητή· και είναι ίσως εξαιτίας αυτής της δημιουργικής, αλλά και ταυτόχρονα επώδυνης,
διελκυστίνδας (ποίηση – κριτική) που ο Θεοδόσης Νικολάου ωριμάζει αθόρυβα και ταπεινά ως δημιουργός και συστήνει σε ώριμη πια ηλικία το αυθεντικό ποιητικό του πρόσωπο.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση
της σχέσης μοντερνισμού και θρησκευτικής ποίησης, όπως αυτή προκύπτει ειδικότερα από δύο μελετήματα του Κύπριου κριτικού για το ποιητικό και το δραματικό έργο του Τ. Σ. Έλιοτ. Η επιλογή των συγκεκριμένων κειμένων αιτιολογείται διττά: Πρώτον, ο Έλιοτ αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο
μοντερνιστή ποιητή, η ποίηση του οποίου προβάλλει έντονα ένα θρησκευτικό μήνυμα· μάλιστα η συστηματική κριτική ενασχόληση του Θεοδόση Νικολάου με την ποίηση του Έλιοτ, μια ενασχόληση που οδήγησε στην πραγματοποίηση δύο διαλέξεων (1965 και 1966), μαρτυρά τον φόρο τιμής που απέτισε ο κριτικός στη μνήμη του πρόσφατα θανόντος Αγγλοσάξονα ποιητή (4 Ιανουάριου 1965). Δεύτερον, καταδεικνύει τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Κύπριου κριτικού, το βαθύτατα ανθρώπινο, χριστιανικό και ποιητικό του όραμα, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει μια ισχυρή κριτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο μείζονες Έλληνες μοντερνιστές ποιητές για την αξία της θρησκευτικής ποίησης του Έλιοτ: στον Τάκη Παπατσώνη και στον Γιώργο Σεφέρη.

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ  ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2016/07/25/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%83-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85/

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Παραλογή, 2016

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ομιλί στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στις 20/102017

Είμαι εδώ απόψε να μιλήσω για την “Παραλογή” του Παναγιώτη Νικολαιδη, αφού προηγουμένως έχω “δωροδοκηθεί” κατά καιρούς από μια σειρά εξαίσιων εδεσμάτων που έχει φτιάξει ο ίδιος με τα επιδέξια χέρια του, καθώς και με μπουκάλια κρασιού όλων των χρωμάτων και των γεύσεων που έχει επιλέξει με την μοναδική αισθητική της γευσιγνωσίας του. Ο Παναγιώτης είναι ένας καταπληκτικός μάγειρας, ένας εκλεκτικός εραστής του οίνου αλλά και ένας φίλος. Παρ’ όλα αυτά δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε, και αυτό μπορεί να το βεβαιώσει, αν ήταν να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο εκτός από ποίηση εμφαντική και ευφραντική. Θα ήταν ίσως λιγότερο καλός ποιητής ο Νικολαϊδης, αν δεν ήταν τόσο γενναιόδωρος ως άνθρωπος, αν δεν αγαπούσε τόσο τα μικρά του πάθη, για την γαστρονομία, το καλό κρασί, την καλή παρέα και άλλα, πιο πνευματώδη, όπως την εξαντλητική μελέτη του ποιητικού γίγνεσθαι, αν δεν γινόταν φίλος με τα πάθη του, αν δεν τα επεξεργαζόταν και δεν τα εξέλισσε και κυρίως, αν δεν τα κοινωνούσε. Υπάρχουν διαφόρων ειδών κατηγορίες ποιητών, στέκομαι όμως βασικά στις ακόλουθες δυο: Η πρώτη, η εσωστρεφής, δημιουργεί σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί αφενός η αυστηρή λιτότητα της δράσης, αφετέρου, ο πλεονασμός της εγκράτειας. Κάπου, κάπου αυτή η κατηγορία, πετυχαίνει μερικά καλά ποιήματα, ορισμένες φορές, μερικά σπουδαία ποιήματα, αλλά κατά κύριο λόγο, όσο το συγκεκριμένο είδος σταδιακά μαραζώνει και στερεύει, έχοντας λίγα να αντλήσει από τον εγκλεισμό και την μόνωση του, άλλο τόσο στερεύει και η ποίηση του ή γίνεται πιο σκοτεινή και ερεβώδης ενδεχομένως και πιο ομφαλοσκοπούσα. Η άλλη κατηγορία ποιητών είναι εκείνη που επιζητά και απορροφά τις χαρές της ζωής. Εκείνη που δημιουργεί ζωή και τροφοδοτείται από αυτήν. Μια τέτοια ποίηση στερεύει πιο δύσκολα και εν πάση περιπτώσει διακατέχεται από μια πραϋντική φωτεινότητα. Ο Παναγιώτης Νικολαϊδης κατατάσσεται κατά την άποψη μου στη δεύτερη κατηγορία, στους ποιητές εκείνους που η γεύση και το χρώμα της ζωής, διαποτίζουν και το έργο τους. Ο Νικολαϊδης γράφει κυρίως στην νεοελληνική όμως σε αντίθεση με τους πλείστους σύγχρονους Κύπριους ομότεχνους του, επιδιώκει και την κυπριακή διάλεκτο, είτε ως μοναδικό δομικό υλικό ενός αυτόνομου ποιήματος, είτε ως διάνθισμα ή ακόμα, συνεκτικό αρμό της ποιητικής αρχιτεκτονικής του. Και αυτή του η επιδίωξη που αποτελεί μια θαρραλέα επιλογή, τον δικαιώνει,προσφέροντας σταθερά προστιθέμενη αξία στην “Παραλογή” του, αφού πέραν του αισθητικού αποτελέσματος, αναδεικνύει τον πλούτο που εμπεριέχει ο ιδιότυπος γλωσσικός δυισμός ο οποίος την χαρακτηρίζει. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Γνωρίζοντας προσωπικά τον ποιητή, μπορώ να ισχυριστώ ότι μέσα στον Νικολαϊδη, συμβιώνει εν αρμονία, ο Ελληνας με τον Κύπριο. Πρόκειται δηλαδή για ένα πολιτισμικό εγώ που εξωτερικεύεται λογοτεχνικά ψάχνοντας ανάλογους τρόπους έκφρασης και επιχρίοντας γλωσσικά την ποίηση του. Είναι πραγματικά κάτι σπάνιο, σε μια εποχή εθνικής και πολιτισμικής σύγχυσης,να συναντά κανείς έναν τύπο, με συμφιλιωμένες μέσα του τις δυο ταυτότητες:Την ελληνική και την κυπριακή,σε τέτοιο βαθμό, που αυτή η σύζευξη να του επιτρέπει όχι απλώς να κινείται άνετα, αλλά και να τεχνοτροπεί, ανάμεσα σε μια απαιτητική γλώσσα και σε ένα δύστροπο ιδίωμα το οποίο γίνεται ακόμη πιο δύστροπο κατά την μεταφορά του στον γραπτό λόγο.

Παραλογή Α’ ……

Μες στον πόλεμον η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά μες στα αγκάλια της τζι εβούραν
Εν είσεν νερόν Αμαν τζι εγίνην το κακόν τζι ο τόπος εμοιράστηκεν
εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου τζι εγύρεψεν να με πιάσει
Εν τον εκατάλαβα
Εθώρουν λαλεί η μάνα μου μες στα μάθκιαν του τον φονιάν τζι έκλαια
Κόμα θθυμούμαι ως την πέμπτη του δημοτικού
έππεφτα με την μάναν μου εξύπνουν λαλεί τζαι που τον φοόν
εν εκλείαν τα μμάθκια μου
Αμαν τζι έφυα να σπουδάσω
εκατάλαβα πόσον τυχερός εν ο κόσμος
που τζοιμάται τζαι ξυπνά χωρίς φόν.

Το κυπριακό ιδίωμα, χωρίς το ιδιοκατάληκτο γνώρισμα, αλλά κυρίως το απογυμνωμένο από το περιττό λίπος της επινόησης, βίωμα- η συγκινητική εξομολόγηση του τρεμάμενου από το φόβο του πολέμου, παιδιού-, όπως με τόση λυρική αφηγηματικότητα και απλότητα παρατίθεται από τον ποιητή, γίνεται θαρρείς νοητός δείκτης υπόμνησης που μας παραπέμπει στις καλύτερες στιγμές κορυφαίων μας ποιητών όπως οι(Λιασίδης, Μιχαηλίδης κ.α.) . Ακόμη πιο εγγύτερο σε αυτόν το συνειρμό λόγω και της πιο παραδοσιακής μορφής του, είναι το ποίημα:

“Πάροδος η γλάστρα”
Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμα τζαι με χρώμα
Κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισον το γιόμαν
τζι εβάλαν σε να σαιρετάς τον ήλιο πα στο δώμαν
εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμα.

Ανάλογα αξιοπρόσεκτη επίδοση παρατηρείται και στα ποιήματα που είναι γραμμένα στη νεοελληνική , δείγμα του ότι έχουμε να κάνουμε με έναν πολυτεχνίτη του ποιητικού λόγου. Ενδεικτικό το ποίημα που σηματοδότησε το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της παρέμβασης. Το άηχο χιόνι που πέφτει πάνω στη σελίδα του ποιήματος, προσομοιάζει με την αγνότητα της δημιουργίας, τροφοδοτούμενης από τη γονιμότητα της συνεύρεσης με την ανεξερεύνητη ερωτική-υπαρξιακή θλίψη. Αν πρέπει να ξεχωρίσω κάτι που με έκανε να σταματήσω, να επικεντρωθώ και να επιστρέφω σε μέρη της “Παραλογής” είναι πρώτα απ’ όλα η αναβλύζουσα βιωματικότητα κάποιων ποιημάτων που κυρίως αφορούν την παιδική ηλικία. Αυτά είναι ίσως και οι θελκτικότεροι προορισμοί για κάθε επισκέπτη της συλλογής. Η “Παραλογή Α’” που ανέγνωσα προηγουμένως αποτελεί πειστικό δείγμα. Το ίδιο και η “Παραλογή Β”, το ίδιο και η “Παραλογή Γ”, η “Νιόβη” καθώς και μερικά άλλα. Σε αυτά τα ποιήματα, ο ποιητής καταφέρνει να τιθασεύει και να δαμάσει την ορμητικότητα της ποιητικής πνοής, να την πείσει να υποταχθεί στη δική του στόχευση με εργαλεία την οικονομία του λόγου, την καίρια αντίληψη πρόσθεσης και αφαίρεσης, την αυθεντικότητα της σύλληψης του υπό διαπραγμάτευση θέματος. Η προβολή και η συχνή επίκληση δυο γυναικείων μορφών, αυτών της μάνας και της γυναίκας-συντρόφου-συζύγου, ο ισορροπημένος χειρισμός και αλληλοσυσχετισμός της χρονικής, αριθμητικής και ποιοτικής δοσολογίας τους με τα ποιητικά ζητούμενα, εκπληρώνουν την ανάγκη του Νικολαϊδη,να εξορκίσει αφενός τις μνήμες-φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, αφετέρου να εντάξει χωρίς απώλειες, φθορές αλλά και υπερβολές, τη σημασιολογική τους ύπαρξη στο σήμερα και το αύριο. Δύο γυναικείες μορφές καθαγιασμένες, αμόλυντες, φωτισμένες αλλά και στιβαρές, εκπροσωπούσες μια ολόκληρη οντολογία νοημάτων, ώστε να αντέξουν το βάρος της αδιάλειπτης παρουσίας τους,την ευθύνη που εναποθέτει σε αυτές ο ποιητής για το ότι υπάρχει και συνεχίζει. Μέσω τους, ο ποιητής, βλέπει και εκπέμπει την αγάπη, το φως, την ελπίδα.

Παραλογή Δ’ στην Μαριάννα

Η αγάπη μας είναι ένα δέντρο
Γι’ αυτό κατεβαίνουν τα πουλιά από το ξέφωτο
και τα παιδιά τραγουδάνε ξυπόλητα τα μεσημέρια
Είν’ η αγάπη μας δέντρο
όταν η μέρα σπάζει σαν κλαδί
κι εμείς έχουμε κάπου να ακουμπήσουμε
Η αγάπη μας είναι δέντρο
ραγίζει πριν γκρεμμιστεί
πατούμε γερά στο ένα κλαδί
προτού ραγίσουμε το άλλο.

Είναι βαθιά μου πεποίθηση πώς ένας κάπως ασφαλής τρόπος για να κρίνει κανείς μια ποιητική συλλογή είναι να προσμετρήσει τους εξής τρεις παράγοντες: -Ποιά ύψη διεκδικούν τα καλύτερα ποιήματα της; -Πόσο βαθιά σε χώμα λήθης πρέπει να θάψεις τα χειρότερα; -Προς τα πού δείχνει ο δείκτης ποιότητας των περισσότερων; Ο Νικολαϊδης χρησιμοποιώντας ή όχι το κυπριακό ιδίωμα και έχοντας πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, πετυχαίνει σε αρκετά ποιήματα το ποθούμενο της κορύφωσης, με νοηματικό αναμεταδότη, άλλοτε το προσωπικό βίωμα, άλλοτε τον μύθο. Τα καλύτερα των επιτευγμάτων του θα τον συνοδεύσουν στις μελλοντικές αναμετρήσεις με τον χρόνο. Ελένη Στέκεται στην κουζινα Η βρύση τρέχει κι ό χρόνος τρέχει κι ίσως γι’αυτό βασιλιτζιά ψιντρή στο πεζούλι αποπειράται να μεταφράσει τον άνεμο Πίσω από τον ήχο η βρύση τρέχει κι ο χρόνος τρέχει Το ένα της μάτι δακρύζει το άλλο ορθάνοιχτο. Μια σειρά άλλων ποιημάτων συνιστούν ένα σημαντικό απόθεμα για τη συλλογή, ενώ οι ατυχείς δοκιμές υφίστανται αλλά είναι λίγες. Ομως ακόμα και αυτές, μέσα στο γενικότερο πνεύμα του βιβλίου, οριοθετούνται ως αναγκαίες ανεμόσκαλες, για να ανεβούν και να φωλιάσουν στους πρόποδες του ουρανού, όσα ποιήματα είναι προορισμένα για τέτοια ύψη. Εξάλλου, τι άλλο είναι η ποίηση από μια προσπάθεια μέσα από χιλιάδες ανεπιτυχείς απόπειρες να γράψεις πέντε ποιήματα που θα μείνουν; Η διαλεκτική της πλήρους επάρκειας με εκείνην της λιγότερης, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, διακλαδώνεται και δεν αφαιρεί από το τελικό αποτέλεσμα, επειδή οι πυλώνες της ποίησης του Νικολαϊδη δεν είναι εύθραυστοι, αλλά ανυπέρβλητοι και αλύγιστοι σαν πλάτανοι.
Κλείνω αναφέροντας μια σειρά από σκέψεις που επανέφερε στο μυαλό μου η ανάγνωση της “Παραλογής”:

-Η τέχνη σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να είναι τρομαχτική. Να σε κάνει να συνέρχεσαι από την πραγματικότητα Xρόνος, είναι η στιγμή που είμαστε ερωτευμένοι, συγκλονισμένοι, απελπισμένοι, εκστασιασμένοι, επαναστατημένοι. Το υπόλοιπο διάστημα είναι ο δρόμος που σε κρατά μακριά από την κρισιμότητα της έξαψης.
-Σε τι διαφέρει αυτός από τους άλλους; Οι ιδέες του φυτρώνουν
-Ευλογημένοι όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα τους. Ευλογημένοι όσοι διασώζουν τα καλύτερα εδάφη της ψυχής τους
-H αοριστία και η γενίκευση είναι θανάσιμοι εχθροί της ποίησης
-Είναι καλύτερα να διαβάσεις ένα σπουδαίο ποίημα 1000 φορές παρά 1000 ποιήματα που δεν θα θυμάσαι.
-Ποίηση δεν είναι να περιγράψεις το βουνό, τη θάλασσα, το συναίσθημα, το πλήγωμα με ωραίες λέξεις, αλλά να πεις αυτό που είσαι εσύ μπροστά τους. Τότε θα αρχίσουν να έρχονται και οι λέξεις.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 10/10/2016

«Παραλογή», 2016

Ποίηση με διαυγείς στοχεύσεις

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με την τέταρτη ποιητική συλλογή του, έρχεται με αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσει το έκδηλο και προφανές από μιας αρχής. Είναι ένας δημιουργός επίμονος, με διαυγείς στοχεύσεις, εργατικός και φιλόπονος. Δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί το ταλέντο και την ποιητική του φλέβα. Και οι προσπάθειές του, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δικαιώνονται.

Εναρκτήριο ποίημα στη νέα συλλογή μια αποφθεγματική αποτύπωση του τι εστί ποίηση κατά τον Π.Ν. Σε τέσσερις μόνο στίχους παρατίθενται δύο πτυχές της θεώρησής του. Ποίηση είναι αυτή που, ανάμεσα σε άλλα, αφαιρεί το μαύρο από τη ζωή μας. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται πολύ «ξύσιμο», όπως λέμε πολύ σκάψιμο, μέχρι να φτάσει κανείς στην ευτυχή αισθητική πραγμάτωση μιας ποιητικής ιδέας: «Ξύσε το μαύρο / λέξη προς λέξη / και θα βρεις το τυχερό / ποίημα». (σελ. 11)

Ο ποιητής έζησε την τραγωδία του ’74 σε νηπιακή ηλικία. Αυτό δεν τον εμποδίζει από το ύψος εκείνης της ηλικίας, να ανακαλεί στη μνήμη του εκείνες τις ημέρες: «Άμαν τζι εγίνην το κακόν / τζι ο τόπος εμοιράστηκεν / εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου / τζι εγύρεψεν να με πιάσει / Εν τον εκατάλαβα / Εθώρουν λαλεί η μάνα μου / μες στα μάθκια του / τον φονιάν / τζι έκλαια». (σελ. 17) Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά η συγκινησιακή φόρτιση οδηγεί τον ποιητή στο κυπριακό ιδίωμα. Όταν τα βαριά ή βαθιά συναισθήματα δεν χωρούν ή νιώθουν στενόχωρα μέσα στην πανελλήνια δημοτική, ο ποιητής καταφεύγει, λυτρωτικά, στη διάλεκτο.

Στο ποίημα «Σεισάχθεια» (σελ. 22) βλέπουμε, εκ μέρους του Π.Ν., μια ανατρεπτική διάθεση ανάγνωσης της ιστορίας των αρχαίων χρόνων, προς αναζήτηση της αλήθειας, της ορθοκρισίας και των αξιών που διέπουν την ανάδειξή τους. Εδώ, προκειμένου να αποδοθεί το νόημα, επιστρατεύεται και η αργκό και τα αρχαία ελληνικά. Βεβαίως, η πεμπτουσία του ποιήματος άπτεται της αντιπαραβολής των αγαθών προθέσεων με τα ουδόλως ευτυχή αποτελέσματα: «Όπως έσκαβα / μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα / φιλόσοφο και ποιητή και / φραπεδιά στο χέρι / Κοίτα μου λέει νεαρέ …Πλήρης / σεισάχθεια χρεών / Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια / της λέξης / Κοίτα του λέω Σόλωνα …χλωμό… / Αν ήσουν μάγκας και σωστός / δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο / δεν θα ‘χαμε Κλεισθένη…». Βεβαίως, η κατακλείδα του ποιήματος απολήγει σε στίχους ποιητικής, όπως, ενδεχομένως, να ήταν και η αρχική πρόθεση του Π.Ν.: «Και για τις λέξεις …δυστυχώς… / πρώτα κουβαλώ / και μετά γράφω».

Θέλω να χαιρετίσω ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο ποιητής πειραματίζεται συνεχώς, όχι μόνο γλωσσικά και υφολογικά, αλλά και μετρικά. Π.χ. στο ποίημα «Του Δέντρου» απαντούμε δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο στην κυπριακή διάλεκτο, αλλά με ευδιάκριτο εσωτερικό ρυθμό, ροή και μουσικότητα: «Ποιος είδε πεύκο στο βουνό / τζαι τερατσιάν στον κάμπο / ποιος είδε δέντρον έμορφον / στο μέσο της αυλής του / Εγώ είδα κόρην εύμορφη / γλυκειάν Αμαδρυάδα / να θλίβεται να δέρνεται / να κιτρινοφυλλιάζει…». (σελ. 28) Στην κατακλείδα του δεύτερου σκέλους του ιδίου ποιήματος απαντούμε και πάλι μια αποφθεγματική νοηματική συμπύκνωση εν είδει καταληκτικού πορίσματος, πρακτική που υιοθέτει συχνά ο ποιητής: «Όσο τσιμέντο κι αν ρίξεις / τα δοκάρια του κόσμου / είναι ξύλινα». (σελ. 30)

Καθήκον, χρέος του ποιητή είναι πάντα να υποδεικνύει και να αναδεικνύει τη ρίζα, την αιτία, το βάθος των πραγμάτων, την πρωταρχική τους ύλη. Γι’ αυτό και ο Π.Ν. πάντα επιστρέφει στην παιδική ηλικία, στο δέντρο, στο χώμα, στη γενεσιουργό φύτρα της ζωής, αλλά και της νόησης. Να τι λέει ο ποιητής απευθυνόμενος σε μια γλάστρα: «Κόμα τζι αν σε στολίσασιν με σχήμαν τζαι με χρώμαν / κόμα τζι αν σε φυτέψασιν γλυκάνισσον το γιόμαν / τζι εβάλαν σε να σιαιρετάς τον ήλιον πα’ στο δώμαν / Εσούνη πάντα πεθυμάς πάλε να γίνεις χώμαν». (σελ. 39).

Στη συλλογή απαντώνται βέβαια και ποιήματα ιδιωτικού χώρου. Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο από αυτά. Το «Παραλογή Δ» (σελ. 40) και το «Αγαμέμνων Κλυταιμνήστρα» (σελ. 43) όπου αντιπαραβάλλονται η γόνιμη, λειτουργική και δημιουργική συζυγική σχέση με την άγονη, τη συμβατική και συνθηκολογημένη. Πρώτα για τη θετική σχέση, που δημιουργεί, έστω κι αν αφήνει κραδασμούς: «Η αγάπη μας είναι δέντρο / Ραγίζει πριν γκρεμιστεί / Πατούμε γερά στο ένα κλαδί / προτού ραγίσουμε το άλλο». (σελ. 40).

Στο δεύτερο ποίημα ο Π.Ν. ψέγει τη συμβατικότητα, τη συνθηκολόγηση ή ακόμη και την παράδοση στη φθορά μιας σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων: «Κλείνουν το φως μηχανικά / Ανέπαφα τα σώματα παρκάρουν / στη γωνιά / Στο ενδιάμεσο κοινό / οικοδομείται πέτρινο κενό / Κι ούτε να δεις ούτε να πεις…». (σελ. 43)

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι ο Π.Ν. παρακολουθεί τα ρεύματα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, δέχεται επιδράσεις από αυτά, αλλά συνάμα αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα. Αξιοσημείωτοι είναι οι διακειμενικοί διάλογοι που αναπτύσσει με σύγχρονους Ελλαδίτες δημιουργούς όπως ο Αργύρης Χιόνης, ο Γ. Παυλόπουλος και ο Μιχάλης Γκανάς. Πρόκειται, στις πλείστες των περιπτώσεων, για μια γόνιμη, παραγωγική και δημιουργική διεργασία.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ

Μια νεότροπη ποιητική στα γράμματα μας
(Το ποίημα ως συμβάν)

Κλείνω αυτή την επισκόπηση με την τελευταία συλλογή ενός Κύπριου ποιητή, του Παν. Νικολαΐδη. Ποιητή διαφορετικού ταπεραμέντου, διαλεκτικού στη σύλληψη και οικονομικότερου στην έκφραση. Πρόκειται για την Παραλογή του (2016), ύστερα από τις πρόδρομες Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009) και
Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (2012). Τα σημεία συναναφοράς του αλλά και διάκρισης από τούς άλλους της κοινής δεκαετίας είναι εμφανή: δεν υπονοεί και αυτός απλώς αλλά ενσωματώνει, επανατιτλοφορώντας το ως «Παραλογή», το έναντι από την ·<Πορτοκαλιά» του ποίημα του Σαχτούρη· και βαθύτερα προϋποθέτει τις Παραλογαίς εκείνου, την ομότιτλη Παραλογή
του Μιχ. Γκανά και όλη τη δημοτική παράδοση του είδους.
Μάλιστα και τα δικά του λέγονται ή εξυπακούονται ως παραλογές, εναλλακτικά σε δύο γλώσσες: την κοινή ελληνική και την διαλεκτική κυπριακή. Απ’ τη δεύτερη θα πρότεινα για ανάγνωση, από τα Ιστορικά και τα προσωπικότερα κώματα, την «Παραλογή Α’» και « Β ‘ » αντίστοιχα: «’Άμαν
τζί έγίνην τό κακόν/τζί ό τόπος έμοιράστηκεν…». Και από την κοινή ελληνική τα περισσότερα, από τα όποια υποδεικνύω δυο, ανισοβαρή και ετερόκλιτα. Ένα με πολιτική αναφορά στη σύγχρονη διαχειρίστρια της κρίσης, ονομαστικά στην κ. Μέρκελ, που υποτιτλοφορείται «Θάνατος του Βελή Γκέκα», και με πρόσβαρα τα δύο μότο από την παράδοση του είδους,
αλλά καί ως μια φανταστική σκηνή του Πολέμου των άστρων (όπως δείχνει ή υποσημείωση στό jedi):

Στις μέρες μας
(υπονοεί ό anonumous)
το ποίημα δεν είναι φωτεινό σπαθί
jedi
είναι ντουφέκι μαύρο καί βαρύ
πού ρίχνει τρεις πικρές γραφές
να σε βαρέσει μία
στο κεφάλι.

Και ένα με την σχετική προειδοποίηση στον αναγνώστη του έσχατου μονόστιχου ποιήματος « Έ ξ ο δ ο ς ΙΙΙ»:
Ζω μέχρι το χέρι σου να γυρίσει σελίδα

 

ΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ (2014)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

«Οινοποίηση», 2014

Το κρασί, η ποίηση και η διαλεκτική τους σχέση

Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, με δύο ακόμα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά επανέρχεται επιχειρώντας ένα ποιητικό γύμνασμα, ένα πειραματικό εγχείρημα υπό τη μορφή μιας ευσύνοπτης ποιητικής συλλογής, γραμμένης στο κυπριακό ιδίωμα, αλλά διατυπωμένης σε φόρμα χαϊκού.

Η συλλογή, που φέρει τίτλο «Οινοποίηση», πραγματεύεται το κρασί και την ποίηση, πότε μαζί και πότε χώρια, ως αισθητικές κατηγορίες. Διαβάζοντάς την, έφερα στο νου τη γνωστή ρήση του Άγγλου λογοτέχνη Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον ότι «το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση». Αυτή βεβαίως είναι μόνο η μία πτυχή του όλου ζητήματος. Ο Π.Ν. μιλά και για την άλλη, την αντίστροφη, όπου η ποίηση προσφέρει μεθυστικές γεύσεις και αρώματα, ακριβώς όπως το κρασί.

Ο ποιητής έβαλε μπόλικο μεράκι και αγάπη σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν την πήρε ελαφρά και αψήφιστα, αλλά πολύ σοβαρά, με αφοσίωση, προσοχή, εργατικότητα και σχολαστικότητα.

Η πρώτη ενότητα του βιβλίου περιέχει πιο γενικούς και διακηρυκτικούς στίχους. Ο ποιητής καταθέτει το αισθητικό, κοινωνιολογικό και εν μέρει ιδεολογικό του credo σε σχέση με το κρασί, την ποίηση και τη διαλεκτική τους αλληλοσύνδεση.

Θεωρώ άκρως υποβοηθητική για τους στόχους του ποιητή τη φόρμα που επέλεξε, τη γραφή χαϊκού. Μέσω της επιτυγχάνει τη συμπύκνωση των μηνυμάτων και των νοημάτων, τη λιτότητα και την απλότητα μιας ανεπιτήδευτης λακωνικής αμεσότητας. Υποβοηθητική είναι και η επιλογή του κυπριακού ιδιώματος, με τους παχύρευστους χυμούς, όμοιους μ’ αυτούς του κυπριώτικου κρασιού, που υμνεί ο Π.Ν.

Η γραφή σε χαϊκού, συχνά-πυκνά, αξιοποιείται ολοένα και περισσότερο, τον τελευταίο καιρό, από σύγχρονους Κύπριους ποιητές. Ωστόσο, γραφή χαϊκού στο κυπριακό ιδίωμα σπανίζει. Αν δεν κάνω λάθος, ανάλογο εγχείρημα, με ουδόλως ευκαταφρόνητα αποτελέσματα, επιχείρησε μέχρι τώρα μόνο ο Τάσος Αριστοτέλους.

Ο Π.Ν., σε όλο το βιβλίο, μας αποδεικνύει πως δεν χρειάζονται και πολλά-πολλά για να φτάσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων. Π.χ., μέσα σε έξι μόνο λέξεις σκιαγραφεί τον αέναο μετεωρισμό του ανθρώπου μεταξύ φαντασίας και πραγματισμού: «Ο νους πετάσιν / Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα». (σελ. 17)

Στην ίδια σελίδα και ένα ποίημα ποιητικής-ύμνος στην πυκνότητα και τη συμπύκνωση: «Φτωχέ μου στίχε / Εν θα γίνεις ποττέ σου / Μαραθεύτικον». Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για ποίηση, ειδικά για… οινοποίηση, και να μην αναφερθεί στην μυστηριακή διαδικασία της παλαίωσης; «Έναν ποίημα / Έμεινεν στο συρτάριν / Τζι εγίνην κρασίν». (σελ. 18)

Ολόκληρη η συλλογή διαχέεται και από ένα σκωπτικό πνεύμα σαρκασμού, διακωμώδησης, αστεϊσμού και πειράγματος κατά πάντων. Π.χ. στο «Ένας μεθυσμένος μιλά του Γριστού», διαβάζουμε: «Πε μου Γριστέ μου / τζοινωνώ κάθε νύχταν / Εν’ αμαρτία;». (σελ. 21)

Ο ποιητής ψάχνει, ανακαλύπτει ή επινοεί αναλογίες, συμμετρίες, αντιστοιχίες, ενίοτε και ταυτολογίες μεταξύ κρασιού και ποίησης και τις αναδεικνύει. Π.χ. στο «Ποιητής» (σελ. 22) λέει: «Τρώω σταφύλιν / τζ’ ύστερα κάμνω στίχον / ολοκότσινον». Την ίδια στιγμή στο «Οινοποιός» (σελ. 22) αποφαίνεται: «Δουλεύκω λευκόν / Πιστεύκω στο κότσινον / Είμαι ποιητής».

Και βέβαια από τη συλλογή δεν γινόταν ν’ απουσιάζει η δηκτικότατη κριτική όσων δεν μετέχουν των αχράντων μυστηρίων του κρασιού και της ποίησης: «Είντα ‘ν’ που θέλεις; / Με πίννεις με δκιαβάζεις / Ππέσε τζοιμήθου». (σελ. 27)

Γιομάτος λυρισμό αλλά και συγκίνηση είναι ο μακρύς διάλογος που αναπτύσσουν ο «ερωτευμένος οίνος» με την ποίηση στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 30-35). Παραθέτω μόνο μια ενδεικτική στιγμή, όταν η ποίηση αναρωτιέται: «Δέρνω τον νου μου / έννεν κρίμα τα πουλιά / Να μεν πίννουσιν;» (σελ. 35). Εδώ βεβαίως η νύξη αφορά το στοιχείο της υπέρβασης, που μπορεί φυσικά να χαρακτηριστεί και …πτήση. Καθότι ποίηση και κρασί, είτε μαζί, είτε χώρια, κάνουν τον άνθρωπο να πετά, να υπερίπταται, να υπερβαίνει, περίπου όπως τα πουλιά.

Το επιλογικό μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Επιδόρπιον» και φέρει ως προμετωπίδα τη ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ: «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν». Το απόφθεγμα εδώ, ποιητική αδεία, έχει αποδοθεί, δικαιωματικά, στην κυπριακή διάλεκτο.

Το βιβλίο κλείνει με μια υπόμνηση στον αναγνώστη, η οποία και υποδηλοί πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τις ρίζες, τις πηγές, τις γενεσιουργές αιτίες. «Ο,τι τζι’ αν πούσιν / Εσού πάντα να ξέρεις / Είμαι σταφύλιν». (σελ. 39)

Τελειώνω σημειώνοντας πως η μικρή ποιητική συλλογή «οινοποίηση» είναι από τα βιβλία που διαβάζονται απνευστί και κάνουν τον αναγνώστη του να …λυπάται που τελείωσαν. Βεβαίως, δεν υπάρχει πετυχημένη δουλειά με ποιητικές αξιώσεις που να μην κυριαρχείται από το μεράκι του δημιουργού της. Στην προκειμένη περίπτωση το μεράκι του Π.Ν. ήταν κεφάτο, εύοσμο, εύγευστο και εκ του αποτελέσματος ευτυχές.

 

Γιώργος Κ. Μύαρης

Στη συντυχιά του οίνου με τον στίχο
ΑΠΡ 24
Κατηγορία: Η Κρίση της Ποίησης, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Ο ποιητής Παναγιώτη Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1974 στη Λευκωσία, σπούδασε για τα καλά τη φιλολογία (Πανεπιστημίου Κύπρου και King’s College του Λονδίνου) και εργάζεται στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου, επιτυχώς και ευτυχώς για όλους μας. Ποιήματα, μελέτες και κριτικές του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά (λογοτεχνικά και επιστημονικά) στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως και σε ανθολογίες ποιητικές. Εξέδωσε το 2009 την ποιητική συλλογή «Σαν ίαμβος καθρέφτης», που τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Ακολούθησε η συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» (Πλανόδιον, 2012). Και στις αρχές του 2014 έδωσε στον τύπο τη συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (αυτοέκδοση, Λευκωσία).
Ευθύς αναρωτήθηκα αν ο ποιητής υιοθετούσε το (ή απομακρυνόταν από το) νόημα του στίχου που αποδίδεται στον αρχαίο λυρικό Ιππώνακτα: «Το γιοματάρι πίνοντας αδειάζει το μυαλό μας» και, αν αυτό το πνεύμα διαπερνά το περιεχόμενο της νέας συλλογής, πώς αποτυπώνεται στα ποιήματά της. Ο Π. Νικολαΐδης συμφωνεί, λοιπόν, ότι οι άνθρωποι ακόμη και μέσα στην ολόπλευρη κρίση ή στον πόλεμο επιθυμούν το γλέντι, την ωραία διασκέδαση. Για τούτο φυσιολογικά οι ποιητές εμπνέονται και γράφουν από την επιθυμία και την ευφορία της ψυχής. Ωστόσο, ανέμενα ως συνομιλητές του τον μεταβυζαντινό «Πέτρο Κρασοπατέρα τον Ζυφόμουστο», τον θαυμαστή του οίνου «άρχοντα Βυζάντιον Δράκον Σούτζον τον εν Ουγγροβλαχία»∙ τους συνθέτες των λαϊκών ασμάτων της Κωνσταντινούπολης που συνδέουν τον οίνο, τον πόθο και τη συλλογή διηγημάτων «Έρωτος Αποτελέσματα» του ΙΚ (Βιέννη, 1792)• ίσως και τους πρωταγωνιστές στο πολύστιχο αφηγηματικό ποίημα «Ερμήλος ή Δημοκριθηράκλειτος» του Μιχαήλου Περδικάρη(Βιέννη, 1817)• ίσως τους αισθαντικούς και εγλεντζέδες ποιητές Ιωάννη Βηλαράκαι Αθανάσιο Χριστόπουλο, ή τον Διονύσιο Σολωμό∙ επίσης, ο Κ.Π. Καβάφηςπροσφέρει το πεντάστροφο ποίημα του 1886 που έχει τον τίτλο «Βακχικόν», στα ίδια χρόνια που και ο Βασίλης Μιχαηλίδης της Κύπρου προσέφευγε στους σατιρικούς στίχους και σε τραγούδια «εντεψίζικα».
Τίποτα από αυτά. Στην ποιητική συλλογή «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» (προεξαγγελτικά τοποθετούμαι!) το αυθεντικό λαϊκό κυπριακό ύφος και ήθος συναντά στο αλωνάκι της ποίησης το λαϊκό είδος ποιητικής έκφρασης που έχει τη ρίζα του στην Ιαπωνία (από τον 15ο αιώνα και εξής), που στη Δύση αποδίδεται με τη λέξη «χαϊκού». Μέσα στην αυστηρή τρίστιχη μορφή των δεκαεπτά συλλαβών [5-7-5] με φυσιοκρατικό περιεχόμενο, πολλοί δημιουργοί δοκιμάστηκαν και συνετρίβησαν, εκλαμβάνοντας ως «ευπρόσιτο» το «δύσβατο» του χαϊκού! Εγχείρημα δύσκολο. Αλλά η προκείμενη συνάντηση του Π. Νικολαΐδη με το «χαϊκού» παράγει ένα αποτέλεσμα πυκνό, αφαιρετικό, χωρίς φλυαρίες, πρωτοποριακό σε σημαντικό βαθμό. Και εξηγούμαι: ο λυρισμός του δεν εξαντλείται στην απόδοση λεπτών συναισθηματικών εκφάνσεων ή απεικονίσεων της Φύσης. Σαν σε κινηματογραφικό πλατό, ο ποιητής εισάγει τον άνθρωπο με τους έρωτες, τις χαρές και τους καημούς του, την κοινωνία με τις φοβίες, τις διαψεύσεις και τις προσδοκίες. Βεβαίως, ανεξάρτητα από τις αποτιμήσεις τις δικές μου ή τρίτων, ο αναγνώστης κρίνει, αν του αρέσει ένας τέτοιος τρόπος ποιητικής έκφρασης.
Μελετώντας τα ποιήματα της συλλογής, στη σκέψη μου στριφογυρνούσε ένας ωραίος στίχος: «Και το κρασί μηχανευτής πολύλαλος (είναι)». Ανήκει στον λυρικό ποιητή της αρχαιοελληνικής κλασικής εποχής Φιλόξενο τον Κυθήριο (435 π.Χ., Κύθηρα – 380 π.Χ., Έφεσος). Ακριβώς, επειδή χορηγός της έκδοσης είναι το «Οινοποιείο Βλασίδη» (βιοτεχνία της ορεινής Λεμεσού), η έκδοση γίνεται γεγονός στο μεταίχμιο ποίησης και οινοποίησης, όσο κι αν οι στυγνές λογικές των «αγορών» και της παγκοσμιοκρατίας πασχίζουν μέσα από μεγέθη βιομηχανοποιημένων παραγωγών να περιθωριοποιήσουν την ποιοτική δημιουργία και την προσωπική σφραγίδα τόσο του ποιητή όσο και του βιοτέχνη οινοποιού. Εδώ, ο στίχος και ο οίνος συμμαχούν και σπεύδουν να ανανεώσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: Δεν γίνεται να αποκρυφτεί η απήχηση του αρχαίου θεού Διόνυσου, καθώς συνεχίζουν, ευτυχώς, οι άνθρωποι και σήμερα να επιθυμούν το ωραίο ξεφάντωμα, ιδίως μέσα από το συλλογικό γλέντι.
Στις ποιητικές συλλογές που προηγήθηκαν, ο ποιητής γίνεται ο ίδιος «Σαν ίαμβος καθρέφτης», δοκιμάζει υπαινικτικά τις δυνάμεις του ώσμε ν’ αγγίξει το αληθινό, παραμερίζοντας την επιφάνεια∙ με λυρισμό νεανικό δομεί την αισθαντικότητα και την αισθητική του• πολιορκεί τον ένδον κόσμο και εκπορθεί τα «μυστικά» του• αποκαλύπτει με ειρωνεία τις γκρίζες ζώνες των ποιητικών συντεχνιών. Στη δεύτερη συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν» η πίκρα από τη γενικευμένη αλλοτρίωση και από την αποκαρδιωτική στάση της μητριάς πατρίδας που σακατεύει την ιστορική μνήμη, τον λόγο, την ανθρωπιά, την ηθική αγνότητα, τις «ελληνικές αντοχές» ∙ οδηγεί στην πικρή ξενιτειά, στη φιλόξενη «πατρίδα του λόγου», στην ιώδη επικράτεια της ποίησης. Στις συλλογές αυτές, με την πυκνή και αφαιρετική αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου, με την προσεκτική αξιοποίηση πολλών μορφικών στοιχείων, αποπειράται να αποδώσει όλα όσα ο ίδιος θεωρεί υλικά αντοχής και αντίστασης στην πολύμορφη πολιορκία του ποιητικού υποκειμένου.
Με την «Οινοποίηση. 66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησην» ο Παναγιώτης Νικολαΐδης οδηγεί τον αναγνώστη στον τρίτο αναβαθμό της ποιητικής κλίμακας, που επί χρόνια με πεισμώδη προσπάθεια ο ίδιος διαμορφώνει. Με τη δύναμη της κυπριακής διαλέκτου, με άδολο ύφος και νεανικό μπρίο ο δημιουργός συνεχίζει χωρίς εκπτώσεις αισθητικές, αλλά και χωρίς εκζήτηση. Η άμπελος η αληθινή έφερε ωραίους καρπούς στον καλλιεργητή της ποίησης. Κι αυτός μάς κερνά μόνο 198 στίχους και, όπως στόχευε, μάς ευφραίνει με το απόσταγμα των καρπών της κυπριακής γης, αυθεντικό, ατόφιο, κερασμένο στο κρυστάλλινο, καθάριο ποτήρι της ντοπιολαλιάς. Στο σημείο αυτό ανακαλώ στη μνήμη τον Κώστα Μόντη και τους χαρακτηριστικούς στίχους, που σαν να γράφτηκαν για να προκαλέσουν τους νεότερους δημιουργούς, μαζί με αυτούς και τον Π. Νικολαΐδη:
Και τι θα γίνει η ποίηση
που πρέπει να γραφτεί στην Κυπριακή διάλεκτο,
και τι θα γίνει η ποίηση
που δεν έχει άλλη εκλογή;
Η προσεγμένη καλλιτεχνικά και τυπογραφικά έκδοση μικρού σχήματος «τραβήχτηκε» από το γνωστό λευκωσιάτικο τυπογραφείο «Θέοπρες». Προσγειώνεται, λοιπόν, στο σκληρό και άνυδρο πολιτιστικό πεδίο με τη μεστότητα, τη μεθυστική γλυκύτητα και την ευγένεια ήθους που προσδίδει στο ολιγόστιχο ποιητικό σώμα η χρήση του κυπριακού ιδιώματος. Η ευφορία συναισθημάτων και ο εγκωμιασμός του οίνου διαχέονται στα τρία μέρη της συλλογής: «Ορεκτικόν», «Κυρίως κρασίν» και «Επιδόρπιον».
Βεβαίως, δεν θα παραλείψω να αναφερθώ και στις αρχικές πεζόμορφες, μα μεστές και ρυθμικές, «Ευκαριστίες», όπου ξεχειλίζει η ποιητική διάθεση και το κεκτημένο του ποιητάρη: Σοφία ζωής η έναρξη με ευχαριστίες προς τον Θεό και προς τις Μούσες. Ακολούθως μνημονεύονται οι Διονύσιος Σολωμός και Βασίλης Μιχαηλίδης, πηγές της πνευματικής ζωής –εμπνευστές του Νικολαΐδη, αλλά και εραστές του οίνου οι ίδιοι. Συνάμα είναι παρούσα και η πραγματική ζωή, γονείς, αγαπημένη σύζυγος , τέκνα. Έπονται οι αμπελουργοί, οι οινοποιοί, ο λαϊκός άνθρωπος που αγαπά, εργάζεται τίμια, παράγει πνεύμα και οίνο και ποίηση! Καταστάλαγμα της λαϊκής εμπειρίας στην κατακλείδα η αποστροφή προς το «ζοπόκρασσον τζαι ξίδιν» (δηλαδή το χαλασμένο και ξινισμένο κρασί) που οι ακαμάτηδες πολιτικοί κερνούν τον κοσμάκη, καθώς δεν νιώθουν τον παλμό της ζωής παρά μόνον τα ξινισμένα συναισθήματά τους.
Περιγραφικά μιλώντας, στα προεόρτια του γλεντιού περιλαμβάνεται το πρώτο μέρος, το «Ορεκτικόν» (λιτό και αναγκαίο σαν το σύνηθες ορεκτικό). Αυτό βεβαιώνει ο αποφθεγματικός υπότιτλος «Πίννε κρασίν να ’σεις ποίησιν» , που ξεμπροστιάζει τους «γιατρούς» και τις εύκολες «συνταγές υγιεινής ζωής», που μας φοβίζουν διαρκώς ότι το κρασί ανεβάζει την «πίεση». Το ίδιο επενεργούν και τα τρία πρώτα χαϊκού, όπου η σύμπλεξη κρασιού και ποίησης περνά μέσα από την σκέψη και την αξία της – από το χρώμα κι από την φαινομενικά «τετριμμένη» καθημερινή οδηγία διατήρησης του εμφιαλωμένου κρασιού. Οι στίχοι κατατείνουν σε πυκνές οπτικοποιημένες επεξηγήσεις προς τον ρέκτη των απολαύσεων. Συγκρατώ ιδίως το πρώτο χαϊκού, που φαίνεται να επέχει θέση διακήρυξης του ποιητή, όταν διατείνεται:
Έναν ποίημαν
Τζι έναν μπουκκάλλιν κρασίν
Καλόν σκέφτονται
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κυρίως Κρασίν», ο ποιητής ανοίγει τα χαρτιά του, για την ακρίβεια ετοιμάζει τα ποτήρια και κερνά ακροατές, αναγνώστες, γνωστούς και άγνωστους φίλους. Έχει, βεβαίως, τοποθετήσει πρώτα ως υπότιτλο τη λατινική φράση “Ιn vino veritas’ (: «Στο κρασί η αλήθεια»). Απόφθεγμα για το οποίο δεν θα είχε ισχυρή αντίρρηση ο πρόγονος μας Ηράκλειτος, που αναζητούσε «εν βυθώ» την αλήθεια, ενίοτε με τη βοήθεια του οίνου. Η ρήση των γλεντζέδων Ρωμαίων προϊδεάζει για τα επόμενα οκτώ χαϊκού [σελ.15-17], όταν το ξυνιστέρι και το μαραθεύτικο συναντούν τον λιγωμένο εραστή, τον ανήσυχο για τις μικρές απολαύσεις της ζωής άνθρωπο, τον σκεπτόμενο που αναζητά την πορεία του κόσμου πέρα από περιορισμούς, σύνορα και καθωσπρεπισμούς. Όταν τα κρασιά με τη βαθιά τους δύναμη και τη φίνα γεύση ενισχύουν τον υπαρξιακό κραδασμό:
Ο νους πετάσιν
Το γαίμαν τραβά κάτω
Εμοιράστηκα
Ή όταν επηρεάζουν την εναγώνια πάλη με τις λέξεις και την ποιητική τέχνη:
Φτωχέ μου στίχε
Εν θα γίνεις ποττέ σου
Μαραθεύτικον
Εδώ με τρόπο μελετημένο έχουν κατακτήσει τη θέση τους ποιήματα που φέρνουν τον αναγνώστη της ποίησης του Π. Νικολαΐδη (μακριά από το υστερικό τηλεοπτικό σήριαλ «Μπρούσκο» των νεοπλουσίων) στην πιο φυσική ζωή της λαϊκής συνοικίας και ιδίως της επαρχίας. Μια ζωή, όπως τη ζούμε ακόμη ή έστω αυτή που κουβαλάμε μέσα στα παιδικά μας χρόνια και τον νου μας, όσοι βιώσαμε ανάλογες εμπειρίες. Μια ζωή που πρωταγωνιστεί ο αληθινός άνθρωπος –μέσα και πέρα από τις μικρότητες και τις μεγαλοσύνες του– με τους μύθους και τις αλληγορίες, τα πειράγματα και τα «τσιαττιστά» του καφεννέ, με τα αινίγματα και τα λογής παραμύθια στην οικογενειακή μάζωξη, με τα ντέρτια και τη σκωπτική διάθεση, με το άγγιγμα του πόνου και τη διαφυγή στο τραγούδι της μάνας το απόβραδο ή με τον χορό και τα «δοτζίμια» στα γλέντια και στα πανηγύρια. Παραθέτω τους τίτλους των ποιημάτων: «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν», «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον», «Ποιητής», «Οινοποιός» «Το δοτζίμιν του ποιητή» , «Το δοτζίμιν του οινοποιού», «Αίνιγμαν ποιητή», «Αίνιγμαν οινοποιού», «Προς πιστούς του κρασιού τζαι της ποίησης», «Προς άπιστους», «Προς πιστούς τζαι άπιστους», «Προς οινοποιούς», «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» .
Ιδιαίτερα αισθητή παρουσία έχουν τα ποιήματα κοινωνικής ηθικής και κριτικής με αναφορές «Προς κατακτητές παλιούς τωρασινούς τζι αυριανούς», «Ένας μεθυσμένος μιλά τού Γριστού», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ τζαι συσκευήν ανίχνευσης», «Προς αστυνομικόν αλκοτέστ μανιχόν του».
Ως «Επιδόρπιον» (και μάλιστα με μότο την κυπριακά δοσμένη αποφθεγματική ρήση του Άγγλου κληρικού και συγγραφέα Τόμας Φούλερ «Ο Διόνυσος έπνιξεν πιο πολλούς που τον Ποσειδώναν») τρία χαϊκού: ως απόληξη μιας ευφρόσυνης και γενναίας προσπάθειας, που κατατείνει στο
Ό,τι τζι αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν
μια αναφορά στην πρώτη αρχή του ταπεινού κόσμου της ευτυχίας.
Την έκδοση κλείνει ένα πολύτιμο τετρασέλιδο «Γλωσσάριν» με καίριες πραγματολογικές, ερμηνευτικές και νοηματικές επεξηγήσεις για τους αναγνώστες που κινούνται στο πανελλήνιο πολιτισμικό πεδίο. Ενισχύεται, έτσι, η σκέψη ότι η συλλογή και το γλωσσάρι συγκροτούν μια σημαντική συνεισφορά προβολής και κατανόησης της κυπριακής διαλέκτου στον εκτός Κύπρου Ελληνισμό.
*
Στη συλλογή αυτή, ο λυρισμός συνυφαίνεται με την πύκνωση εικόνων, συναισθημάτων, προσωπικής ευαισθησίας και συλλογικών προβληματισμών. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι οι αληθινές ποιητικές φωνές και εμπνεύσεις με απλότητα φωτίζουν και επιτρέπουν τη διαισθητική προσέγγιση αυτού του πολύπλοκου κόσμου μας:
Είμαι τζαι μαύρον
Όπως το σελιόνιν
Είμαι τζαι λευκόν
Μέσα σε 66 τρίστιχα ποιήματα με τη φόρμα των χαϊκού αποκαλύπτεται ένα πλήθος θεμάτων που πάνω τους εδράζεται η καθημερινότητα στη θετική και στην αρνητική της διάσταση (σελ. 39):
Εγιώνη κλαίω
Τζι εσείς πιστεύκετέ τους
Πως έν’ σάκχαρα;
Διαμορφώνουν αυτά το βασανιστικό και συνάμα γοητευτικό πέρασμα του ανθρώπου στην αιωνιότητα ή έστω την απόπειρα διεμβολισμού της μέσα στις σταθερές της φυσικότητας (σελ. 35):
Έναν πηγάδιν
Δεν σώννω να γεμώσω
Δος μου θάνατον
Έρωτας κι απόρριψη, αφοσίωση και άρνηση, αρχή και τέλος της βιωτής, φύση και «επινοήσεις/ κατασκευές», γλέντι και θρήνος: ιδού μερικά από τα καθοριστικά δίπολα της ανθρώπινης ζωής και της συλλογής «Οινοποίηση».
Με τη σκευή μεταμοντέρνων τεχνικών, ο ποιητής στήνει έναν κόσμο που ανασαίνει ακόμη παράδοση λαϊκή. Είναι ένας κόσμος της προφορικότητας –εμφανής ακόμη και στις σιωπές που επιβάλλει ο κάθε στίχος (σελ. 26):
Κλείσε τα μμάθκια
Να δεις τον κόσμον ξανά
Με την μούττην σου
Με τα πειράγματα, τα ευφάνταστα υπονοούμενα, την ιδιοσυστασία, τη λεβεντιά του, την καθαρή ματιά μπροστά στο καλό και στο κακό.
Ένας κόσμος που δεν εξαλείφτηκε παρά την επέλαση νεοφανών και εν πολλοίς ολέθριων ξενόφερτων στοιχείων. Κι ένας ποιητής αυτού του ωραίου κόσμου που έχει όπλο τον έρωτα και τη σάτιρα μεταμφιέζεται σε οίνο και χλευάζει την ξενόφερτη κατανάλωση ουισκιού (σελ. 27) :
Πίννε ουίσκιν
Τζι ας με πίννουν οι ξένοι
Που καταλάβουν
Με θυμοσοφία, ριζωμένη σε ευγενή μέταλλα του ελληνικού, δηλαδή του οικουμενικού, πολιτισμού ο ποιητής δίνει γλεντζέδικη εντολή για τη θανή του (σελ. 28):
Πον’ να πεθάνω
Να μεν κλάψει κανένας
Πιείτε ούλλοι σας
Με σατιρική διάθεση ανεξάντλητη γράφει για ρηχά πρόσωπα (σελ. 28):
Ήρτα σε ούλλους
Τζι εν μού ’δωκεν κανένας
Μιαν πότσαν μούχτιν
Ή προς σύμβολα της καταστολής και γραφειοκρατίας (σελ. 29):
Κκελλέν ! Γράψε με!
Πον’ να σε γραψω τζι εγιώ
Να με ‘γοράσεις
Μια κριτική εμπνευσμένη από λογοπαίγνια του λαού σε βάρος των αστυνομικών οργάνων της τάξεως (σελ. 29):
Φτωχόν όργανον
Μετράς το οινόπνευμαν
Δίχα τον πόνον
Με τις αισθήσεις (όραση, αφή, όσφρηση, γεύση κι ακοή ακόμη) να δίνουν τον γήινο τόνο και στις μεταφυσικές μεταβολές, μακριά από πανικούς και υστερίες για τις αναπόφευκτες αλλαγές της τύχης και της ζωής ανησυχίες, ο οίνος που ενισχύει το να ξεχνά ο άνθρωπος (σελ. 39):
Είμαστιν χώμαν
Να θυμάσαι να πίννεις
Για να ξηάννεις
Έτσι, απλά αποδίδεται ο επικούρειος φιλοσοφικός στοχασμός, σχεδόν ψυχοθεραπευτικός, στις συνθήκες γενικευμένης αλλοτρίωσης.
Με σατιρικό οίστρο, με οξυμένη κι εκλεπτυσμένη διάθεση ν’ ασκήσει κριτική σε καθιερωμένα πλέγματα μέσα από τη συνομιλία με τον ίδιο τον Χριστό ή έστω την αναπόφευκτη γκρίνια ως σύμπτωμα σωστικό στη δυσκολία της ζωής και της ποίησης (σελ. 21):
Πε μου Γριστέ μου
Τζοινωνώ κάθε νύχταν
Έν’ αμαρτία;
Κι ακόμη γράφει:
Φέρτε τον Γριστόν
Να γράψει το ποίημαν
Εν έσει κρασίν
Ξεχωρίζω από τις δεκάδες των στίχων που και σε τούτη τη συλλογή αγγίζουν ή υπαινίσσονται θέματα ποιητικής – παράμετρος που επανέρχεται και βασανίζει τον Π. Νικολαΐδη σε όλα τα έργα του- το ποίημα με τίτλο «Αίνιγμαν οινοποιού» (σελ. 24):
Πέντε γεναίτζες
Εκάμαν εφτά παιδκιά
Τζαι πέντ’ αγγόνια
Εδώ, δηλαδή, η σωματοποίηση της τεχνικής του χαϊκού [συλλαβές 5-7-5] συνυφαίνεται με την ανθρώπινη γονιμότητα και την ευφορία που το κρασί προσδίδει. Ένας κύκλος δημιουργίας, καρποφορίας, ευθυμίας!
Στο ποίημα «Το κρασίν τζαι το ποίημαν στρακόττον» (σελ. 19, τέσσερα χαϊκού): Τα δύο στοιχεία, κρασί και ποίημα, προσωποποιημένα σαν τον παλιό καλό καιρό του δημοτικού τραγουδιού, βρίσκονται σε αμάχη, αμφίρροπη κι αποκαλυπτική της εσώτερης σχέσης τους. Εδώ η χάρη και η φαντασία του ποιητή διαμορφώνουν έναν πρωτοφανή για χαϊκού διάλογο.
Το ποίημαν: Που τον Όμηρον
Οι Θεοί πίννουν νέκταρ
Το κρασίν: Τζείνοι χάννουσιν
Στη σύνθεση «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν» (18 χαϊκού, σελ. 30-35]: Ο Έρωτας είναι παρών ως ζωοδότης, μα και ωσάν σαράκι επικίνδυνο στον συναρπαστικό ποιητικό διάλογο του Ερωτευμένου Οίνου με την αέρινη Αγγέλισσά του, την Ποίηση! Ήχοι και εικόνες που σαν να φτάνουν ώσμε τις μέρες μας από τα «κυπριακά ερωτικά ποιήματα», τις αναγεννησιακές «Ρίμες αγάπης»!
Οίνος Το δειν σου κόρη
Ραΐζει το ποτήριν
Πόθθεν να σε δω;
Στα 66 χαϊκού της ποιητικής συλλογής τεχνική, μελωδία, ρυθμός, λόγος συνυφασμένα με μια βιοθεωρία επηρεασμένη από το λαϊκό πολιτισμό και μια σύνθετη επεξεργασία πολλαπλών αισθητικών και φιλοσοφικών ωσμώσεων, αναπνέουν μέσα στα «βαρέλια» ενός ευαίσθητου και δημιουργικού ποιητή, του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Θυμίζω, τέλος, τον παλιό οινόφιλο και λόγιο πολυμαθή άρχοντα Βυζάντιο Δράκο Σούτζο που «έζησε εν Ουγγροβλαχία». Διάβασε κι αυτός την «Οινοποίηση», κι ενθουσιάστηκε θεωρώντας την μια πρωτοποριακή ποιητική σύνθεση για την κυπριακή ποιητική παραγωγή. Ο άρχοντας αυτός, συνέγραψε τον 17ο αι. το ποίημα «Έπαινος εις το κρασίν» και ζήτησε να μας θυμίσει μέσω του διαδικτυακού περιοδικού την απόληξή του ποιήματος, καθώς προσαρμόστηκε κι ο ίδιος στο ποιητικό κλίμα της ποιητικής συλλογής και επιθυμεί να προειδοποιήσει όποιον τον οίνο δεν αγαπά:
«Εσένα όποιος σ’ αρνηθεί και δεν μετανοήσει,
μένει αναπολόγητος εις την δευτέρα κρίση.
Πτωχός αν ζήσω πάντοτε και τύχω μεθυσμένος
στην ώρα του θανάτου μου, πεθαίν’ ευτυχισμένος».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Ιαμβογράφοι, τόμος Δ΄, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007³, σελ. 155-156: «Ολίγα φρονέουσιν οι χάλιν πεπωκότες».
2- Σ’ αυτό συνυπάρχουν οι κριτικές για τα ήθη της εποχής, τα γλεντοκοπήματα του αφέντη Μελιρά και τα παθήματα του φημισμένου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Ερμήλου, που από μια παραξενιά της τύχης μεταμφιέστηκε σε όνο.
3-Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα ποιήματα, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 1990, 25.
4- Ενδεικτικά βλ. Βασίλης Μιχαηλίδης, Επιλεγμένα ποιήματα. Επιμέλεια Λευτέρης Παπαλεοντίου, εκδ. Μικροφιλολογικά, Λευκωσία 2013, 44-45.
5-Γιάννης Δάλλας, Αρχαίοι λυρικοί, Χορικολυρικοί, τόμ. Α΄, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2003, σελ. 296-297: «Ευρείτας οίνος πάμφωνος».
6-Γιάννης Στρούμπας, «Του καρπού και της λαλιάς», Τα Ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014, σ. 7-8.
7- Να ‘σεις = να έχεις.
8-Ποιοτικές οινοποιήσιμες ποικιλίες της Κύπρου.
9- Πετάσιν, το : ο χαρταετός.
10-Τσαττιστά: στιχουργικοί αυτοσχεδιασμοί δύο και πλέον ποιητάρηδων που ταιριάζουν δίστιχα με ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.
11-Δoτζίμιν, το: η δοκιμασία, αγώνισμα με λιθάρι.
12-Σελιόνιν, το: το χελιδόνι.
13-Μούττη, η : η μύτη
14-Πότσα, η: η μπουκάλα• μούχτιν: δωρεάν.
15-Κκελέν: αγύριστο κεφάλι (έκφραση αγανάκτησης).
16-Να ξηάννεις: να ξεχνάς
17-Γεναίτζες: γυναίκες.
18- Συντυχάννω: συνομιλώ.
19-Το δειν: η ματιά, το βλέμμα.
20- Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «’Έπαινος εις το κρασίν’-“Περί μεθύσου’. Δημώδη μεσαιωνικά και νεώτερα κείμενα», Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών, τόμ. 39ος (Αθήνα, 1972-73), σ. 594-611, εδώ σ. 607.
http://www.poiein.gr/archives/33119/index.html

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Τα ποιητικά, τχ. 14, Ιούνιος 2014

Του καρπού και της λαλιάς

Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Οινοποίηση», Λευκωσία 2014, σελ. 48.

Ο οίνος ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, σύμφωνα με τη βιβλική ρήση· η τέχνη του λόγου, πάλι, μαγεύει και μεθά. Εφόσον το κρασί κι η ποίηση συναντιούνται στην πρόκληση ευφορίας, ο Κύπριος ποιητής Παναγιώτης Νικολαΐδης δικαίως αποφασίζει να τα παντρέψει στην ποιητική του συλλογή Οινοποίηση. Χωρισμένη σε τρία μέρη, το «Ορεκτικόν», το «Κυρίως κρασίν» –που εύλογα αντικαθιστά το «κυρίως πιάτο»– και το «Επιδόρπιον», η συλλογή σερβίρει «66 χαϊκού για το κρασίν τζαι την ποίησιν» στο λαγαρό κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, επιβεβαιώνοντας την κυπριακή φιλοξενία σε ψυχοπνευματικό επίπεδο, φιλεύοντας τη θέρμη των στοχασμών και των συναισθημάτων.
Το εγκώμιο του Νικολαΐδη στο κρασί δικαιολογείται από τη δραστικότητα του εκλεκτού ποτού: το κρασί συμφιλιώνει, αδελφώνει, καταργεί συρματοπλέγματα, γκρεμίζει τείχη, αφού «Μετά το κρασίν/ Αννοίουν τα σύνορα/ Ούλλου του κόσμου». Επιπλέον, η κοινωνία του κρασιού είναι και πράξη ερωτική, που ενεργοποιεί τις αισθήσεις. «Πρώτα μυρίστου/ Τζι ύστερις δε με στο φως/ Μετά φίλα με»· όσφρηση, όραση, γεύση, αφή πρωτοστατούν σ’ αυτή την επαφή, που, όπως υπονοεί το φιλί, δεν περιορίζεται μόνο στη γευστική της πτυχή. Το επακόλουθο πέταγμα ερμηνεύει την παρομοίωση του κρασιού με πουλιά: «Το ξυνιστέριν / Έν’ λευκόν περιστέριν/ Στον ουρανίσκον»· και «Είμαι τζαι μαύρον/ Όπως το σελϊόνιν / Είμαι τζαι λευκόν».
Η συνάντηση του κρασιού με την ποίηση συντελείται μέχρι στιγμής στον απευθυνόμενο στο κρασί ύμνο, ο οποίος αναπέμπεται με μέσο τα χαϊκού του Νικολαΐδη, δηλαδή τα ποιήματα. Η σχέση, όμως, οίνου και ποίησης είναι βαθύτερη, όπως αποτυπώνεται στα «Τρία Παραμύθκια που ήπιαν κρασίν»: το ποίημα μπορεί, με το πέρασμα του χρόνου, να ξινίσει και να γίνει ξίδι· το βαρέλι κρασί, αν πέσει από τη βάρκα που το μεταφέρει, μπορεί να γίνει ποίημα· το ποίημα πάλι, αν μείνει στο συρτάρι, ωριμάζει και γίνεται κρασί. Κρασί και ποίημα, συνεπώς, μεταστοιχειώνονται το ένα στο άλλο, σε μια χημική αντίδραση αμφίδρομη, που περιλαμβάνει σαν αποτέλεσμά της κάθε προοπτική, καί τη φίνα του κρασιού καί την αψιά του ξιδιού.
Η αδιάρρηκτη αυτή σχέση περιλαμβάνει και συγκρούσεις. Ιδίως όταν μεθούν, το κρασί και το ποίημα διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Το κρασί οικτίρει τους θεούς του Ολύμπου, που πίνουν νέκταρ αντί οίνου· παράλληλα, αμφισβητεί την τέχνη του ποιήματος, καλώντας το «να σκάσει και να πίνει» («Βρίξε τζαι πίννε»)! Το ποίημα, με τη σειρά του, θεωρεί τρελό το κρασί, αν εκείνο νομίζει ότι ωφελεί «στην καρδίαν». Ας μην παραπλανούν, ωστόσο, οι μεταξύ τους συγκρούσεις, αφού οι μεγαλύτεροι «έρωτες» συχνά χαρακτηρίζονται από αντίστοιχες συγκρουσιακές σχέσεις. Άλλωστε, η ποίηση, σαν πράξη αυτοσυνειδησίας ή και αντίστασης, περνά ανά τους αιώνες μέσα απ’ το κρασί: «Για να σου γράψω/ Ήπια πολλά βαρέλλια/ Μες στους αιώνες».
Από το «κονταροχτύπημα» κρασιού-ποιήματος δεν θα έλειπαν, βέβαια, οι δημιουργοί τους, ο οινοποιός κι ο ποιητής. Στη διελκυστίνδα των μεταξύ τους «θαυμάτων», ο οινοποιός μοιάζει να επικρατεί, όταν θαυματουργεί δημιουργώντας από το σταφύλι κρασί, ενώ ο ποιητής φαίνεται επικρατέστερος, όταν κατορθώνει το θαύμα της επιστροφής του κρασιού πίσω, μέσα στο σταφύλι! Κι αν, πάλι, ο ποιητής συνθέτει χαϊκού, δηλαδή ποιήματα, το «ποίημα» του οινοποιού υποδηλώνεται στην καρποφορία που υπόσχεται η εύθυμη διάθεση, η προκαλούμενη από το κρασί, στο ποίημα «Αίνιγμαν οινοποιού»: «Πέντε γεναίτζες / Εκάμαν εφτά παιδκιά/ Τζαι πέντ’ αγγόνια»· οι «πέντε γεναίτζες», λοιπόν, είναι οι πέντε συλλαβές του πρώτου στίχου, τα «εφτά παιδκιά» οι εφτά συλλαβές του δεύτερου στίχου, τα δε «πέντ’ αγγόνια» είναι οι επίσης πέντε συλλαβές του τρίτου στίχου. Έτσι, το «ποίημα» του οινοποιού ενδύεται συνάμα και μορφή ποιητική.
Εφόσον, επομένως, ο οινοποιός κι ο ποιητής συναντιούνται σε κοινό πεδίο δράσης, δεν εκπλήσσει που το αποδοτικό αμπέλι κι ο ποιοτικός στίχος εμφανίζουν κοινές ανάγκες: τόσο το αμπέλι όσο κι ο στίχος χρειάζονται κλάδεμα – το αμπέλι κυριολεκτικό, ο στίχος μεταφορικό, με την αφαίρεση κάθε στοιχείου που πλεονάζει· τόσο το κρασί όσο και ο στίχος απαιτούν ωρίμανση – κυριολεκτική για το κρασί, με την παραμονή του στο «τζελλάριν» , και μεταφορική για το ποίημα, με την αναμονή του στο συρτάρι του ποιητή· τέλος, τόσο το κρασί όσο και το ποίημα χρειάζονται διήθηση – το κρασί κυριολεκτική, με τη συλλογή κι απομάκρυνση των στερεών υπολειμμάτων του, ενώ το ποίημα μεταφορική, με την απομάκρυνση οτιδήποτε περιττού.
Ο Νικολαΐδης εκφράζει τους στοχασμούς του με δραστική ποιητική γλώσσα, με την αμεσότητα νηφάλιων, όχι εκνευρισμένων, αντιδραστικών τοποθετήσεων. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται από θέρμη, είτε όταν εκφέρονται από τους προσωποποιημένους ήρωες της συλλογής, δηλαδή το κρασί και την ποίηση, είτε από άλλους ήρωες που επιστρατεύει στον ποιητικό του μύθο ο ποιητής. Ο μεθυσμένος παραλληλίζει την κοινωνία του κρασιού με τη Θεία Κοινωνία: «Πε μου Γριστέ μου/ Τζοινωνώ κάθε νύχταν/ Εν’ αμαρτία;» Το ολίσθημα του αλκοολισμού ελαφραίνει από την τραγικότητά του στο τιθέμενο με προσποιητή αθωότητα ερώτημα «Εν’ αμαρτία;», μέσω του οποίου ο λαϊκός άνθρωπος, ο θυμόσοφος, κατεργάρης μεθύστακας, με το παιγνιώδες πνεύμα του, τη μελετημένη του συστολή και την πλαστή του αφέλεια διαγράφει το αμάρτημα.
Έπειτα από τόσους χώρους συνύπαρξης του οίνου με την ποίηση, ο έρωτας επέρχεται απολύτως φυσιολογικά, όπως προκύπτει από τον μεταξύ τους μακροσκελή διάλογο στο ποίημα «Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυχάννουν ». Οίνος και ποίηση, ερωτευμένα, ανταλλάσσουν λόγια αγάπης. Η ύπαρξη του ενός δικαιώνεται στο μπόλιασμά του από τον άλλο. Με θυμοσοφική και σκωπτική διάθεση, περνώντας απ’ όλα τα στάδια που οδηγούν στον έρωτα, ο οίνος και η ποίηση παρακάμπτουν τις διαφορές τους και ενώνονται αρμονικά στην Οινοποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Το εγχείρημα της ποιητικής απόδοσης στο κυπριακό ιδίωμα ενισχύει τα ιδιαίτερα τοπικά αρώματα του καρπού και της λαλιάς σε τούτη τη γνήσια, βιολογική καλλιέργεια της έκφρασης και των συναισθημάτων.

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Οινοποίηση, 66 χαϊκού για τον κρασίν τζαι την ποίησην,

Και στο τρίτο βιβλίο του ο φιλόλογος Παναγιώτης Νικολάί’δης (γενν. 1974)
περιλαμβάνει ποιήματα μικρής φόρμας, και συγκεκριμένα 66 χαϊκού, που
έχουν ως βασικούς θεματικούς άξονες το κρασί και την ποίηση. Όσο γνωρίζω,
ο Τάσος Αριστοτέλους εξέδωσε πρώτος μια συλλογή με χαϊκού στο κυπρια-
κό ιδίωμα: Ακρολοηθου (2007). Τέτοια δείγματα περιλαμβάνονται και στη
συλλογή του Κυπριακές μελωδίες (2011).
Ο Π. Νικολαΐδης αντιπαραθέτει και συμπλέκει τις έννοιες του κρασιού και
της ποίησης με ποικίλους τρόπους: Ανάμεσα σ’ άλλα, τα προσωποποιεί και τα
παρουσιάζει να συνομιλούν μεθυσμένα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίστιχου·
το ένα συμπληρώνει το άλλο ή το προσγειώνει ανώμαλα και το απογυμνώνει:
λ.χ. «Είμαι λαλούσιν / Η βασίλισσα τέχνη» / «Βρίξε τζαι πίννε». Και αλλού,
σε μια εκτενέστερη ενότητα («Ο οίνος ερωτεύτηκεν την ποίησην τζαι συντυ-
χάννουν»), ανταλλάζουν κολακευτικά σχόλια και επαίνους, χωρίς να λείπει το
λεπτό χιούμορ ή μια πιο γήινη αντίληψη των πραγμάτων. Οίνος προς Ποίηση:
«Αντζέλισσα μου / Έγλεπε πού παρπατάς / Πατάς σταφύλιν».
Στις καλύτερες περιπτώσεις, όταν ο ποιητής προσεγγίζει με περισσότερη
τόλμη το γλωσσικό υλικό του και ανοικειώνει το ιδίωμα με ευφάνταστες εικόνες
και μεταφορές, το αποτέλεσμα είναι αρκετά γοητευτικό, ανακαλώντας ήχους
και από τη λογοτεχνική παράδοση των κυπριακών πετραρχικών ποιημάτων του
16ου αιώνα (Ποίηση προς Οίνον: «Πωρνόν και βράδυν / Μισεύγω πεθυμώντα /
Κορμίν τζαι κρασίν») ή απηχώντας κάποτε τις «Στιγμές» του Κ. Μόντη.
Σε γενικές γραμμές η ποιητική πρόταση του Π. Νικολάίδη κρίνεται ενδια-
φέρουσα και αξιοσημείωτη. Ίσως υπήρχε περιθώριο να επεξεργαστεί περισ-
σότερο τη μορφή των κειμένων ή να ανοικειώσει περισσότερο τον λόγο και να
τον απογειώσει ποιητικά. Όμως δε λείπουν τα παραδείγματα που επιβεβαι-
ώνουν τη δεξιότητα του ποιητή να συμπυκνώνει τον λόγο και να υποβάλλει με
τη φωνή του κρασιού, με τη συμβολή της μεταφορικής προσωποποίησης και
του πολύσημου υπαινιγμού, πράγματα που παραπέμπουν στα ανθρώπινα,
πάντα στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός τρίχορδου ποιήματος (με 5+7+5 συλλα-
βές), χωρίς να λείπουν οι χαλαρώσεις στο ιαμβικό μέτρο: « 0 νους πετάσιν /
Το γαίμαν τραβά κάτω / Εμοιράστηκα».

 

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,(2012)

 

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν,

Με το νέα δεύτερο βιβλίο του ο Παναγιώτης Νικολάίδης (γενν. 1974) επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τη γραφή που εγκαινίασε με την πρώτη συλλογή του γοητευμένος και από τις Στιγμές του Μόντη: επιμονή σε ολιγόστιχα ποιήματα, που συνήθως δεν ξεπερνούν τους δυο ή τρεις στίχους, αποφθεγματικότητα έντονη αφαίρεση και συμπύκνωση του λόγου, αξιοποίηση του κυπριακού ιδιώματος, καίρια και ακαριαία διατύπωση ή απροσδόκητη εικόνα (λ.χ. «με μια ζαριά ο θάνατος / παίρνει τη μάνα»). Υπάρχουν, όμως, και κείμενα που καταλήγουν στον ερμητισμό, στη φραστική επιτήδευση, στη λεκτική αφασία. 0 νέος αυτός ποιητής δείχνει ότι διαθέτει αρκετές δεξιότητες, που θα τον βοηθήσουν να γράψει πιο απαιτητικά ποιήματα. Θα θέλαμε, πάντως, πιο ανεπτυγμένα ποιήματα, που να παρέχουν στον αναγνώστη περισσότερα αντικλείδια του ποιητικού πυρήνα, χωρίς να ξεχειλώνει, βέβαια, η σπίθα της έμπνευση.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Φιλόξενη ξενιτιά

Αν χρειάζεται να ξενιτευτεί κανείς για να ακούσει «τις παλιές/ φωνές», το παρελθόν, να διασώσει μνήμες, ίσως και τη συλλογική συνείδηση, ποια είναι η «ξενιτιά» στην οποία θα κατέφευγε για την εκπλήρωση του οράματος, και ποιο το μέσο για την προσέγγισή της; Με όχημά του «ένα φωνήεν» και τον χρόνο ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, στην ποιητική του συλλογή «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», διασχίζει μονοπάτια της σκέψης και ψυχικές διαθέσεις, αξιοποιώντας τα φώτα ομίχλης που του παρέχει η ποίηση, κι ας υποκρίνεται εκείνη πως «λυγίζει/ την όραση/ καθώς κρεμμύδι»:

________________________________________
* α΄ δημοσίευση: εφημ. «Αντιφωνητής», αρ. φύλλου 367, 16/5/2013.
μέσα από τη θολή, ομιχλώδη της ατμόσφαιρα, υπερβαίνοντας τις αισθήσεις και τις εμπειρικές αποτυπώσεις, η ποίηση έχει άλλα μέσα για να διαλύσει την καταχνιά.
Συχνά, λοιπόν, τα φαινόμενα απατούν, οι παραστάσεις κατασκευάζονται και παραπλανούν. Μα «όταν/ δεν/ βλέπεις/ ακούς/ καλύτερα», σημειώνει ο Νικολαΐδης, αποκαλύπτοντας μέρος των μέσων με τα οποία η ποίηση διασκορπίζει τη θολούρα. Γι’ αυτό αφουγκράζεται «τις παλιές/ φωνές» ο ποιητής, γι’ αυτό αναμετριέται με τον χρόνο, μες στον οποίο είναι κλεισμένος, μα τον οποίο τον περικλείει κι εκείνος με τη σειρά του: «ο ποιητής κι ο χρόνος/ καιροφυλακτούν/ ο ένας μες στον άλλον». Η αμφίρροπη αναμέτρηση ενέχει κινδύνους, καθώς «οχιά ο χρόνος», σαν «Μάτι φιδιού», ενεδρεύει και φέρνει με το πέρασμά του κοντά τον θάνατο. Ο θάνατος, πάλι, παίρνει τη μάνα κι αφήνει πίσω του μόνο στάχτες. Ο χρόνος, ωστόσο, σε βάθος δομημένος, εμπεδώνει και την εμπιστοσύνη. Ανασύρει επίσης την ανάμνηση της μάνας, στην οποία καταφεύγοντας το παιδί καταπνίγει την ανασφάλειά του. Έτσι αναφύονται, σε αντίθεση με το σκοτάδι του θανάτου, η χαρά και το φως.
Το φως κερδίζει τις εντυπώσεις. Ο ποιητής επιμένει στο φως «σαν ράγισμα παλιό/ στον καθρέφτη», με σταθερότητα, σ’ ένα χάραγμα ανεξίτηλο, που δεν διασαλεύεται από τίποτα. Την κυριαρχία του φωτός την επικυρώνει το γεγονός πως «με φως σφαλίζουμε τα μάτια/ των νεκρών»: ακόμη κι απέναντι στο σκοτάδι του θανάτου, το φως επεμβαίνει απαλύνοντάς τον. Βέβαια, η αντιπαράθεση φωτός-σκότους είναι προαιώνια, κι ο σκοτεινός αντίπαλος διαρκώς επανέρχεται: «χρόνια εμπορευόμαστε/ το φως/ κι όμως σκοτάδι/ ασάλεφτο». Ο Νικολαΐδης, μάλιστα, εισάγει και μία προέκταση στην ανθρώπινη στάση έναντι του φωτός, η οποία φαίνεται να επιζητά την εμπορική εκμετάλλευση του φωτός, πέραν της ηθικής αγνότητας που αυτό εκπέμπει. Κι ίσως η πρόκριση της υλικής του λειτουργίας να ευθύνεται για την επάνοδο του σκότους, το οποίο παραμένει «ασάλεφτο», κι όχι «ασάλευτο», ακριβώς για να υπονοήσει τα «λεφτά», την επιδίωξη του χρήματος και της ύλης από τον άνθρωπο-έμπορο. Η κατίσχυση, επομένως, του φωτός δεν είναι αυτονόητη, παρά καρπός διαρκούς προσπάθειας, καρπός που ωριμάζει μόνο μέσα από την επίπονη αμφιταλάντευση ανάμεσα στην ύλη από τη μια, και το πνεύμα με την ψυχή από την άλλη.
Ο προβληματισμός του Νικολαΐδη απέναντι στα πράγματα συχνά διανοίγεται προς δύο κατευθύνσεις, με την επισήμανση τόσο των θετικών, όσο και των αρνητικών λειτουργιών. «φύτρωσα/ στην πέτρα και στον φόβο», διαλογίζεται ο ποιητής, αντικατοπτρίζοντας στους στίχους του -ανάκληση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου «Κουβέντα με ένα λουλούδι»- τις αντιξοότητες, τη μοίρα της ελληνικής φυλής, μιας φυλής καλούμενης επί χιλιετίες να επιβιώσει σ’ ένα πετρώδες, άγονο τοπίο, υπό την επιβουλή ποικίλων άλλων φυλών που επιδίωξαν να την υποτάξουν, διερχόμενων από τούτο το σταυροδρόμι του κόσμου. Παράλληλα, όμως, από τον ίδιο προβληματισμό «φυτρώνει» η αισιοδοξία για τις ελληνικές αντοχές και την επιβίωση, που συντελείται έστω κι αν οι συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες. Η ανθεκτικότητα εκφράζεται και μέσα από τη συμπύκνωση του δίστιχου «χωρίς βροχή μεγάλωσα/ λιθάρι φως σκοτάδι».
Οι διαλογισμοί του Νικολαΐδη, αν και ζυμωμένοι από την ελληνική μοίρα και δη την κυπριακή – ο ποιητής είναι Κύπριος -, προσπερνούν τις διαχωριστικές γραμμές που θέτουν οι πατρίδες κι αγκαλιάζουν τον όπου γης άνθρωπο. «δίχως πατρίδα/ περπατώ στον χρόνο πόνο/ πόντο»: η πορεία στον χρόνο, αργή, προσεκτική, συντελείται βήμα-βήμα, «πόντο-πόντο», αλλά και «πόνο-πόνο», γιατί ο πόνος συχνά ορίζει την ανθρώπινη ζωή, καταργώντας τα σύνορα και την καταγωγή, κι εξηγώντας γιατί τούτη η πορεία είναι «δίχως πατρίδα». Εδώ όμως θα μπορούσε ίσως ο «πόντος» να σηματοδοτηθεί εντελώς διαφορετικά ως η θάλασσα, σαν μια διαφορετική, επίσης, πατρίδα του ποιητή και της ανθρωπότητας. Οι πολυσημίες του Νικολαΐδη οφείλονται σε σημαντικότατο βαθμό στη χρήση της γλώσσας από τον ποιητή: «στη γλώσσα μου/ κλίνεται η ψυχή// σ’ όλες τις πτώσεις». Αν κάθε γραμματική πτώση εκφράζει και μια λειτουργία, η ποιητική ψυχή όχι απλώς «κλίνεται» σε όλες τις πτώσεις, μα και περικλείεται σ’ αυτές, εκφράζοντας η ίδια ποικίλες ψυχικές λειτουργίες. Η ψυχή, συνεπώς, ορίζεται από την έκφραση, αλλά κι η έκφραση περικλείει ψυχή.
Η δεινότητα του Νικολαΐδη να αξιοποιεί την έκφραση προς την επίτευξη πολλαπλών νοηματικών σηματοδοτήσεων αναδεικνύεται στο τετράστιχο «με φυσικό αέριο/ ορύσσουμε/ ξανά/ την ιστορία». Η ευρύτητα των ερμηνειών που μπορεί να προσλάβει το συγκεκριμένο ποίημα είναι εντυπωσιακή. Πρώτη ερμηνεία, εντελώς πρωτοβάθμια: το φυσικό αέριο, που εντοπίζεται στη νότια θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, παρέχει το φως που απαιτείται για ένα νέο ανασκάλεμα, για μια νέα προσέγγιση της ιστορίας. Δεύτερη ερμηνεία: η ιστορία προσπελάζεται και ερμηνεύεται εκ νέου μέσω της θεώρησης του ρόλου των πλουτοπαραγωγικών πηγών και της διάθεσης που επιδεικνύουν ποικίλοι διεκδικητές τους προς εκμετάλλευση αυτών. Τούτοι οι διεκδικητές κινούν και τα νήματα των ιστορικών εξελίξεων. Τρίτη ερμηνεία: η εξεύρεση φυσικού αερίου και η προοπτική της αξιοποίησής του ωθούν μία χώρα να ξαναγράψει την ιστορία της, βελτιώνοντας την οικονομική και διεθνή της θέση. Η συγκεκριμένη ερμηνεία διαποτίζεται κι από τραγική ειρωνεία λόγω της σύγχρονης διάψευσης των προσδοκιών, της οφειλόμενης στις ωμές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να ελέγξουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Έτσι επέρχεται η διολίσθηση της ευλογίας σε κατάρα. Τέταρτη ερμηνεία: αντί να εξορύσσεται το φυσικό αέριο, με μία μαγική, αγαπημένη από την ποίηση αντιστροφή, εξορύσσεται η ιστορία. Η ιστορία μετατρέπεται στο πολύτιμο ορυκτό που πρέπει πάση θυσία να εξορυχθεί, ώστε να φωτίσει τα μελλούμενα, να μαρκάρει τους υφάλους, να αποτρέψει τις κακοτοπιές. Πέμπτη ερμηνεία: αν η εξόρυξη της ιστορίας συντελείται κομμάτι-κομμάτι, αν οδηγεί στην κατάτμησή της, στην παρανόηση αλλά και στην εξάντλησή της στον βωμό του κέρδους, τότε αφήνει πίσω της κουφάρια, νεκρή γη, πνευματική εκθεμελίωση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία επαφίεται στην ευαισθησία του κάθε αναγνώστη.
Γλώσσα, πνεύμα και ψυχή συνδιαμορφώνουν διαρκώς την ποίηση του Νικολαΐδη. Στο «δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε» του ποιητή, δεν περικλείεται απλώς η ιστορική εισβολή του «Αττίλα» στην Κύπρο και η αποτύπωσή της στο ιστορικό σύνθημα τού «δεν ξεχνώ» την εθνική καταστροφή· αποτυπώνεται συνάμα η κατάρρευση της μνήμης, η αποκοπή απ’ αυτήν, η αντικατάστασή της από κάθε ευκαιριακή ευκολία. Η διανοητική διαπίστωση του Νικολαΐδη συνοδεύεται από το ψυχικό μαράζωμα που επιφέρει η απάθεια, η αφασία. Η ψυχική δε τούτη αφασία βρίσκει τρόπο να αποτυπωθεί γλωσσικά με δραστικότατο τρόπο στο μονόστιχο αυτό ποίημα, που αποτελεί εντέλει έναν ευθύβολο ορισμό της σύγχρονης ανθρώπινης αλλοτρίωσης και, ακόμη ειδικότερα, της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική φυλή, ενώ επιβεβαιώνει και την ικανότητα του ποιητή να μιλά αποφθεγματικά.
Ο Νικολαΐδης πετυχαίνει με τη γλώσσα του ό,τι ακριβώς σχολιάζει στο ποίημά του «μ’ ένα σακί/ λέξεις/ ανεβοκατεβαίνω/ στον ουρανό». Οι λέξεις απογειώνουν, οδηγούν στον ουρανό, όμως και καταρρακώνουν, καταβαραθρώνουν, όπως αποκαλύπτει το ρήμα «ανεβοκατεβαίνω». Στην πτώση και στην άνοδο που ορίζονται από τη γλώσσα, η χρήση ιδίως του κυπριακού ιδιώματος επενεργεί κατευναστικά, μαγευτικά, τρυφερά: «έμπης τζ’ ο τόπος έφεξεν/ εστάξαν φως τα δέντρα». Η ντοπιολαλιά αποτυπώνει την αγνότητα της λαϊκής ψυχής, που εκφράζεται άμεσα, ειλικρινά, χωρίς περιστροφές, και που συμπυκνώνει, για μία ακόμη φορά αποφθεγματικά, τη λαϊκή σοφία.
Κάθε λαλιά, ωστόσο, διαμορφώνεται από τον τόπο μέσα στον οποίο ευδοκιμεί. Το τοπίο του Νικολαΐδη ανακαλεί τα ελληνικά τοπία του Σεφέρη, του Ελύτη και του Ρίτσου, με τον ανοιχτό ουρανό («ψηλά ο θόλος τ’ ουρανού»), τις άγονες εκτάσεις («ξερολιθιές»), τις ξερικές καλλιέργειες («θημωνιές»), μα και τα θαυματουργά, ως εξόχως αρωματικά, φυτά («ρίγανη και θυμάρι»). Στη φυσιολατρία αυτή και στην ποιητική παράδοση των συγκεκριμένων τοπίων ριζώνει και η ποίηση του Νικολαΐδη, καθιστώντας σαφές ότι όχι μόνο η ντοπιολαλιά, αλλά και η ποιητική λαλιά διαμορφώνεται, επίσης, από τον τόπο. Ευνοείται, μάλιστα, κι εκείνη από τη σπάνια βροχή που αναζωογονεί το χώμα, επιστρέφοντας καταληκτικά την εύνοια στον ποιητή, καθώς γίνεται το ουράνιο τόξο του: πολύχρωμη, ανοιχτόκαρδη, μια ευρυχωρία μετά την καταιγίδα («το ποίημα/ δεν είναι αλήθεια/ δεν είναι ψέμα/ είναι το ουράνιο τόξο/ του ποιητή»).
Στον τόπο όμως τούτον, όπου σπανίζει η βροχή, πώς αντιμετωπίζονται τα καύματα, οι φλόγες; «όταν τα σύμφωνα φλέγονται/ ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», εξομολογείται ο Νικολαΐδης στο επιλογικό ποίημα της συλλογής του, προτάσσοντας μάλιστα ως μότο τη λατινική φράση «pacta sunt servanda», δηλαδή τα συμφωνηθέντα, τα σύμφωνα, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Οι φλόγες, κατά τον ποιητή, κατακαίουν τις συμφωνίες, τα διακρατικά ή ιδιωτικά σύμφωνα. Η ποιητική ματιά τείνει να επιστρέψει στην ιστορική θεώρηση που την απασχόλησε πρωτύτερα. Ο Νικολαΐδης, ωστόσο, μετατοπίζει τελικά το νόημα από τα συμφωνηθέντα στα σύμφωνα του αλφαβήτου, της γλώσσας. Η απουσία ήχου, η αλαλία που υποδηλώνει ένα σύμφωνο, θεραπεύεται από την καταφυγή στο φωνήεν: στον τονισμένο ήχο, στον ανοιχτό ήχο, στη συναισθηματική ανοιχτωσιά, την οποία ανακαλεί το ανοιχτό κλίμα και τοπίο, προηγούμενα αντικείμενα της πραγμάτευσης του ποιητή. Η ομιλία, η επικοινωνία υποδηλώνονται από τα φωνήεντα, η ίδια η ποίηση, σε τελική αναγωγή. Η διαφυγή όμως αυτή του ποιητή δεν παύει να είναι πικρή, εφόσον προκαλείται βίαια από την κατάλυση των συμφωνηθέντων, που καθιστά και τα σύμφωνα «φλεγόμενα». Γι’ αυτό και η διέξοδος δεν εντοπίζεται φυσιολογικά, παρά αποτελεί προϊόν ξενιτιάς: «ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν». Πρόκειται όμως για την πιο φιλόξενη ξενιτιά, γιατί, παρά την πίκρα της, επιφέρει εντέλει τη σωτηρία. Κι ίσως εδώ να εντοπίζεται κι η απαρχή για τη μετατροπή της ξενιτιάς σε μια νέα πατρίδα, την πατρίδα του λόγου, του προσωπικού ύφους, της ποίησης: «ύφος πατρίδα μου/ υφαντουργείς/ το ιώδες». Άλλωστε, η επικράτεια της ποίησης διαθέτει, προς μια αντίστοιχη μετατροπή, όλα τα εχέγγυα.
Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν», Αθήνα 2012, εκδόσεις Πλανόδιον, σελ. 80.

 

 

Σαν ίαμβος καθρέφτης (2009)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Λυρικά επιγράμματα

Παναγιώτης Νικολαΐδης: Σαν ίαμβος καθρέφτης

Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινέςδιαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).

Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.

Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.

Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.

Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης.

* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.

.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ

155514_10150129389963047_6011304_n

 

Η Μαρία Θωμά γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αθήνα και θεωρία λογοτεχνίας στο University of Leicester. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Μια ιστορία για τον ουρανό, 2001 (Κρατκό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη της Κύπρου) και Καλωσόρισες στις Μυκήνες, 2008. Ποιήματά της έχουν περιληφθεί στην Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, εκδ. Μανδραγόρας 2011 και στην έκδοση του περιοδικού της Κοζάνης «Παρέμβαση» Η Κύπρος και η ποίησή της σήμερα: Ανθολόγιο 50 + 2 ποιητών 2005. Κάποια ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα λιθουανικά, τα βουλγαρικά και τα γερμανικά και περιλήφθηκαν σε αντίστοιχες ανθολογίες κυπριακής ποίησης στις γλώσσες αυτές, ενώ άλλα έχουν δημοσιευτεί σε κυπριακά περιοδικά. Τρία ποιήματά της έχουν αποτελέσει έμπνευση για εικαστικά έργα (ζωγραφική, αφίσα, ξυλογλυπτική).

 

1-untitled-fr12-0002

1-untitled-fr12-0003

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ (2008)

 

Ι  ΣΒΕΣΗ

 

Σονάτα για τέσσερα πόδια

Τα χέρια σου είναι από μελάνι
το καθένα ξεχειλίζει κι από άλλο γοτθικό γυαλιστερό φτερό
τ’ αποτυπώματά σου παρεξέκκλιναν του σχήματός σου
όταν με έσπρωξες

Τα χείλη σου χαμογελούν μέσα σε κιθάρα με γλυκόκαμπτες χορδές
κι ευλαβικά κεράκια
οι ώμοι σου τεντώνουν καινούργιο σκουροκόκκινο σπίτι
με δραστήριο τζάκι κι οι καλεσμένοι μοιράζουν γελώντας ψωμί
στο τραπέζι, αρπίζοντας ψιθυριστά τ’ όνομά σου

Αλλά μόνο τα πόδια σου
μακρόστενα μαλακά ασπιρινόχρωμα
δέχτηκαν τα πόδια μου όπως το κουμπί η κουμπότρυπα
με την αφέλεια βατραχιών
την ώρα που σε θέρισε ο λαμπερός σου ύπνος

Όταν άνοιξες τα μάτια σου ο ήλιος πέρασε σε δεύτερη μοίρα,
γιατί δεν είναι αυτός μέλι ταυτόχρονα κι ελεύθερο μαύρο πουλί

Η ρίζα σου αναδεύτηκε με ξύλινο θρόισμα,
και με στήθος ορθάνοιχτο πετροβολεί η καρδιά σου
καστανά μονοπάτια, για σένα κύλησα απ’ την κορφή ως το δέλτα
του ίδιου πάλι παιδιού

Αλλά μόνο τα πόδια σου μ’ αναγνωρίζουν τώρα
μεγάλα και αστεία, δικά μας και τα τέσσερα
χαμογελούσαν, μοίραζαν φιλιά,
παρασύρθηκαν και ζεστάθηκαν στα αντίκοιλα
γάργαρου ζωντανού κλαμπ-σάντουιτς

 

 

Αίνιγμα

Κοιμήσου σείοντας τη στεριά κυλώντας πάνω
απ’ τα νερά μαζί με τον πουνέντε
Χωρίζοντας τα σύννεφα πουλί γαλάζιο γελαστό
ξημέρωσε αν επιπλέει στο γέλιο σου το φως
Κι ύστερα πάλι σπάσε σε άστρα νύχτωσε και κλάψε

 

 

Επικλινής αισθητική

Όπως γέρνουν τα πλινθόκτιστα ψηλά σπίτια
με το χρόνο και τον άνεμο στα πάνω μέρη

Όπως γέρνουν οι πύργοι υπό την πίεση της μάζας
κινδυνεύοντας να σωριαστούν και να πλακώσουν τους διαβάτες
και κινούν τη μνήμη συννέφων χώματος που ανεβαίνουν
σε αφήνω μέσα μου να γέρνεις προς τα κάτω

Όπως γέρνουν και τρίζουν οι παλιές καρέκλες
υπό το βάρος νέων φουριόζικων ανθρώπων
και τέμνονται τα πόδια τους διαγωνίως όσο λυγίζουν οι κλειδώσεις
αφήνω να χορεύουν τα μαλλιά γύρω απ’ το πρόσωπό μου

Όπως γέρνουν τα άλογα που κούρασε ο δρόμος
κι αφήνονται να πέσουν οριζόντια στο χώμα
βγάζοντας αφρό απ’ το στόμα
σε αφήνω μέσα μου να γέρνεις προς τα πίσω

Όπως σέρνονται τα κουρέλια από το σώμα των αστέγων
και γδέρνονται άρρυθμα στο χώμα

Όπως σέρνεται το παντελόνι μου μέρα με μέρα στο τσιμέντο
και σκίζονται από πάνω του λουρίδες σαν ταινίες κινουμένων σχεδίων
σαν κορδέλες σε μαγιάτικο στεφάνι
αφήνω μέσα σου το γδούπο της καρδιάς μου

 

 

 

ΙΙ Η ΤΥΦΛΩΣΗ

 

Juliette

Ο χρόνος είναι το πιο εύθραυστο κλαδί
μαδάει φυλλορροεί και σπάει
με την απόγεια αύρα
Κοιμάται ξεσκέπαστο
με ανοιχτά παράθυρα
το πιο φιλάσθενο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου

Κυλάει και κελαρύζει σαν ρυάκι
δεν περιμένει δεν ακούει
δεν αρκεί
Φλυαρεί και τρωγοπίνει
ξοδεύει και ξοδεύεται
το προστυχότερο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου

 

 

Πρωινή ευχή

Σήμερα το πρωί είδα στο δρόμο
ένα μαύρο περιστέρι
μου έχει λείψει το αμεγέθες
το ελαφρύ κορμί
η φυγή
Να ‘μουν το φως στα φτερά σου και
να φεύγαμε μαζί
ή το πιο σκούρο αβγό στη φωλιά σου

 

 

Παρτιτούρα για τέσσερα χέρια

Τα χέρια μου είναι σχοινιά δεμένα σε παράλληλους τοίχους
κίτρινα εσταυρωμένα αποκοιμήθηκαν
Χθες βράδυ τα ονειρεύτηκα να πέφτουν στους ώμους σου

Και θυμάμαι την παρατεταμένη κίνηση των χεριών
που άφηναν ραβδώσεις στον αέρα σαν διαμέτρημα φτερών
και τσάκισε ο αυχένας πέταξαν τα χοντρά μαλλιά μου
σαν μαύρο συντριβάνι σκίζοντας το πράσινο του λερωμένου ήλιου

Τρία χρόνια έβαλαν στα χέρια μου έναν έλικα πλοίου
Με περιέργεια κοίταζα και τον γύριζα αργά
με τη φορά που παίρνει στο νερό
για να τον φέρω στη ζωή
Αλλά πώς δίνεις ζωή με χέρια δεμένα

 

 

 

ΙΙΙ Ο ΘΥΜΟΣ

 

Καθόλου κυνικό συμπέρασμα

Απλό
Όσο το στροβίλισμα στίβας χαρτιών σε γραφείο υπουργού
Όσο η διδασκαλία φιλοσοφίας κι αισθητικής στο Πολυτεχνείο
Απλό κι εύκολο
Όσο η ανάλυση του συνδρόμου μπόρντερ λάιν
Όσο η εξεύρεση επιχειρημάτων για την ύπαρξη της ψυχής
Και του ορισμού της τέχνης
Απλό εύκολο και ευχάριστο
Όσο ο Επιτάφιος του Περικλή, η Πολιτεία του Πλάτωνα
Κι η Αποκάλυψη του Ιωάννη
Όσο οι παγκόσμιοι πόλεμοι κι η ανακάλυψη του ατόμου
Απλό εύκολο ευχάριστο κι απέριττο
Όσο το μπαρόκ το ροκοκό κι η ελληνιστική τέχνη του υψηλού
Όσο οι θρησκείες τα τοτέμ και το κουτσομπολιό στο χασάπη
Όσο τα κρεμοσάπουνα κι οι σαπουνόπερες το μεσημέρι

ήταν τελικά να μ’ αγαπάς

 

 

Πρόσφυγα Άγιε

Διαφώτισε με πάλι με ένα κήρυγμα
Τι εφόδια να κρατώ, πού να σταθώ
ενόσω οι κεραίες μου θα καταγράφουν το τοπίο
Με τα μαλλιά μου μακριά, αξύριστες μασχάλες
Όσο σεμνά και να ντυθώ θυμίζω κόλαση, το ξέρω
ψηλότερη, πιο ήρεμη κι ευγενική
απ’ όσο σε γυναίκες επιτρέπεις
Πες μου, γλυκά σαν παραμύθι, όπως
με μεγάλωνες στα γόνατά σου,
ο δρόμος που οδηγεί εκεί
είν’ ανηφόρα ή σκαλοπάτια και τι αρμόζει να φορώ
Πες μου πώς είναι ο Παράδεισος, τι χάνω
Αν χάνω, Πάτερ

 

 

IV Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ

 

 

Καλωσόρισες στις Μυκήνες

Ξεκινώ από σένα που έχεις παίξει με το χρόνο μου
Που μου έχεις προσφέρει μόνο ένα τοπίο με ματωμένες πολυθρόνες
Καταλήγω στα μέρη όπου είχες κρατήσει τους γοφούς μου
και κρατώ από πάνω τεντωμένο ένα σεντόνι από άστρα για
να μη σε δω

Ξεκινώ από σένα που κρατάς στο όνειρό μου το στήθος μου
Περιμένω ένα φύλλο να σαλέψει, ούτε καν να πέσει
Καταλήγω στο πρόσωπο μιας βιτρίνας με σπασμένο το τζάμι
και υποθάλπω εικόνες θολές που τους αντιστάθηκα χρόνια με
κάθε είδους όπλο και στρατό

Ξεκινώ απ’ τα μάγουλά σου που δαγκώνω στον ύπνο μου
από σένα που χαρτογραφείς το όνειρο
και υποσκάπτεις το στέμμα μου
γιατί έμενα μόνη με σένα όταν θύμωνες
γιατί σε υπηρέτησα πρωί βράδυ με ακούραστο χέρι
για να καταλήξω σε σένα που
δεν υπέκυψες ποτέ και δεν νικήθηκες
Δειλά ξεκινώ από σένα
και δεν βλέπω τέλος ή αρχή
μόνο το χορό του φόνου, τον κύκλο του αίματος στην πετσέτα
μου μια από τις λίγες μας νύχτες

 

 

Ticino

Είστε φύλλα που κιτρίνισαν και ζάρωσαν
μέσα σε μια μικρή αυλή σε άκρη πολίχνης
κι εγώ είμαι ο Τιτσίνο
λάγνα κρυμμένη κραυγή με μικρή αμμουδιά
ξυπνώντας απ’ τον ξύπνιο μου

Όταν κλαίτε αγριεύετε ονειρεύεστε
γράφετε τραγούδια και κεντάτε αστέρια
μα εγώ, ο Τιτσίνο, γιατί να συνθέσω,
όταν είμαι τραγούδι

Με φιλούν σαράντα γέφυρες
το βράδυ σφύζω και σφυρίζω
εσείς είστε τα οράματά μου
κι εγώ είμαι ο Τιτσίνο,το αυτί και το μάτι σας

 

 

Η περίοδος

I. Το ναι

Το δοχείο γεμάτο ζωή
διασχίζει αχανείς πολιτείες
και με σώζει, ποτέ δεν αγάπησα όχημα όσο
το λεωφορείο που με απάγει
από εσάς, κι από εκείνη

Ποιο ίχνος μου ανήκει σε κουτί ανοιχτό
χθες με μάτια καμένα
πείτε μου, τι ζητούσατε από μένα

Η πρώτη σταγόνα είναι δική μου
η πρώτη
αίμα βελούδινο
θα σας τη στείλω σ’ ένα φάκελο, τι λέτε

Η δεύτερη είναι αίμα πρόσφυγα
η τρίτη ανανεώνει ένα ταξίδι από βωμό σε βωμό
κι ύστερα δεν θα πάψει να κυλά για επτά μέρες
Αλλά κανείς δεν μου εγγυάται κιόλας πως θα πάψει

Βάφω τα μαλλιά μου κόκκινα για την κηδεία
και φορώ τα κόκκινα καλά μου
για μια στιγμή πέφτουν πάνω μου όλα
ανελκυστήρες, βιβλία απ’ τα ράφια λόγω δονήσεων και τα κακά
λόγια που είχα πει για σας
ταυρομάχοι σε αρένες και καρχαρίες στις θάλασσες
στάζω αίμα, όσο κι αν πλένομαι
Σας αγαπάω κύριε, δώστε μου μια ευκαιρία

Αγαπημένο όχημα
Πόσες φορές με χτύπησες και μ’ άφησες αβοήθητη στο δρόμο
με νεκρώσιμη αγάπη
νεκρικό φιλί

Θέλω μόνο να θυμάστε κάτι από μένα στα γεράματά σας
επανάσταση δεν είναι η βωμολοχία
κι όπως εκφράζεστε εγώ δεν σας βρίσκω ιν
επανάσταση είναι η ευγένεια
όπως την εντοπίζετε στα μάτια μου
όπως την αφουγκράζεστε στις τονικότητες των λέξεών μου
Μη με ξεχάσετε κύριε
Τουλάχιστον στη μνήμη σας
δώστε μου μια ευκαιρία

 

 

Και επιτέλους

Είμαι εκδίκηση
επειδή ονειρεύομαι τα βράδια ένα δωμάτιο για μένα
με το κρεβάτι οκτώ δοκάρια, στενό
να μη χωράει ούτε εμένα μπρούμυτα ή ανάσκελα, χωρίς καν
στρώμα
και με τη σκέψη μου στα έπιπλα και στο φως τριών παραθύρων
σε μικρή πόρτα ξύλινη που ανοίγει σε δρομάκι

Είμαι εκδίκηση
επειδή δεν έγινα θυμός
επειδή γράφω σε χαρτί με κάθετες γραμμές χωρίς να νευριάζω
και να σκίζω
αναίμακτη εκδίκηση, επειδή έγινα άφοβη
άι
Δεν σε αναγκάζω ν’ ανακαθίσεις
αλλά δεν σ’ αφήνω να κοιμηθείς

σε ελευθερώνω
αλλά δεν σ’ αφήνω να σκεφτείς

Αγαπώ την εκδίκηση
Είναι μια πόρτα ανοιχτή που εσύ δεν μπορείς να διαβείς
αν δεν σε θυμάμαι
Ήμουν εκδίκηση
ως γυναίκα με δυο στόματα
και σφαιρική φιγούρα του Μιρό
όψη πολύπλευρη κι αυταρχική

Ήμουν εκδίκηση
στο Μπαρί Γκοτίκ έναντι άλλης γειτονιάς
και περιδέραιο σκαλισμένο στο λαιμό σου

Ήμουν εκδίκηση
που σε ερωτεύτηκα χωρίς να είσαι εσύ ο στόχος
που κοίταξα την Πράσινη Γραμμή χωρίς να κλάψω
αλλά δάκρυσα για κάποιο γράμμα ερωτικό
που μιλούσε για πόνο χωρίς να πονέσω

Εκδίκηση
που όσο κι αν με δίδαξες να σκέφτομαι σαν άντρας
πάλι συμφιλιώνω αντί να χωρίζω στη σκέψη μου
έννοιες ιδέες και καταστάσεις
για κάθε μικρό κήρυγμα που μου έκανες
λες κι ήτανε δίδαγμα μεγάλο
εκδικούμαι ξεπερνώντας το και αγαπώντας κάτι άλλο

 

 

 

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (2001)

 

Θέλω κι εγώ μια σελήνη
στο μαξιλάρι μου
να φωτίζει
τα κλειδωμένα μάτια
Δώσε μου τη σελήνη
να ‘ναι κρεβάτι μου
να μη χρειάζεται να γελώ
να μη χρειάζεται να υπάρχω

 

ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Διώξε τη λεηλασία από μπροστά μου
κι άσ’ την πίσω μου
πάρε τη λύσσα και τον τρόμο μου μακριά
Πάρε το πήλινο μου κέλυφος
με στενεύει και με γδέρνει όταν πάω να σηκωθώ
κι αφήνει πίσω ίχνος όταν σέρνομαι
και δεν μ’ αφήνει να εμπνέω σεβασμό
Φόρα μου κατάσαρκα φτερούγες
-δεν με πειράζει αν τσιμπάνε-
Χύσε μου κατάκαρδα πελάγη
-και μη σε νοιάζει αν κρυώνω-
να μη μ’ αγγίζει άλλο το κενό
μη με χλευάζουν άλλο τ’ άλλα αστέρια κυκλικά
πως πρώτα άκουσα μια ευχή κι ύστερα έπεσα στη γη

 

 

ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕ

Όσες αυγές δεμένες
ξημέρωσαν όλες μαζί
έκαψαν μια νύχτα ζωντανή

Επειδή μου είχες αφήσει
μια πληγή που μέσα της
το ερωτηματικό κρεμάστηκε
να γδέρνει η άκρη του
με λύγισαν

Αγόρασα ένα κόκκινο τετράδιο
υστέρα θυμήθηκα πώς σε είχανε
σκοτώσει
και δεν μπορούσα να το ακουμπήσω
κι ούτε μπορούσα να περπατήσω

Μέσα απ τα μαλλιά σου και τα γένια σου
ξεγλίστρησε το γαλανό του δειλινού
πως είχες έρθει στ όνειρό μου απ’ το πρωί
και με βοήθησε αυτό
σ’ ευχαριστώ

Ζωγράφισε μια ιστορία να κοιμηθώ
σου ζήτησα
Μου ‘δωσες ένα μυστικό τραγούδι
μα βάρυνε πολύ το στόμα μου
που το άνοιξα
Έπεσε κι έσπασε
Συγγνώμη

Ονειρεύτηκα το εξωτικό νησί
ένα πουλί με κόκκινα φτερά
έκοψε τον ορίζοντα
έσκισε τη ν κοιλιά μου
Έβηξες κι άλλαξες πλευρό
Ευτυχώς ξύπνησα
Άλλη μια νύχτα με όνειρα γλυκά
με περιμένει.

 

 

ΚΙΡΚΗ

Έχω στο κορμί μου κόμπους για αρθρώσεις
για να μπορώ να καλπάζω ελεύθερα
τα βράδια δεν κοιμάμαι πια
κάποτε ξαναστήνω λίγο λίγο
τα γυάλινα τείχη μου
Άλλαξα πορείες
αντάλλαξα γέλια φωνές
είμαι λευκή και φωτεινή
για να χύνομαι εύκολα σε ακτίνες
Δεν υπάρχουν κορμιά
που να μην κουράζονται
από ορμές κι επιθυμίες
Κοιμήθηκα πολλούς χειμώνες
κοιμόμουν και ξυπνούσα κλαίγοντας
έχω γαλανές φτερούγες
για να μπορώ να χάνομαι
πίσω απ’ τα σύννεφα

 

 

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Εκείνους
που τα πουλιά τούς εγκατέλειψαν
κι έμειναν μόνοι
και σιωπηλοί
ξεκίνα μια βραδιά
με την καρδιά γεμάτη
να τους φιλέψεις
ένα γλυκό
Με μια γλυκιά ευχή
ένα γλυκό σου λόγο
με μια ζεστή καρδιά
κι ας είναι κρύα τα χέρια
δώσε τους κάτι ν’ αγαπούν
και μια μαγική σκούπα
και μάθε τους
το γέλιο και το κλάμα της ψυχής
και μάθε τους
ανέκδοτα κι αστεία
που θα ‘ναι ακόμα εκεί
κι όταν θα ‘χεις φύγει
για να παίξεις κι αλλού
με τη φλογέρα σου

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Τι μουρμουρίζεις μεσ’ τη νύχτα
κλέφτη σκοτεινέ της λύπης
πώς είναι τα μάτια σου ανοιχτά
ως το μέτωπο
ξαφνικά, άνοιξαν σαν τον ήλιο
Νιώθω δυο χείμαρρους
στις πλαγιές του λαιμού σου,
ταξιδιώτη σκοτεινέ των αστεριών,
και τη σελήνη κομμάτια στα χείλη σου
θηρία που σωπαίνουν
περπατούν στις γωνιές του κορμιού σου
και φορείς αργά και τρέμοντας
σκοτεινή αστροθύελλα
προστατεύεις τα πουλιά
μεσ’ στις μασχάλες σου
κουρνιάζουν νυχτερίδες
στα γαλανά μαλλιά σου
πλανήτη σκοτεινέ της μοναξιάς
συνταξιδιώτη μου.

 

 

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Το φεγγάρι κοιμήθηκε
στην αγκαλιά του χειμώνα
χρόνια με είχε κράτησε, απ το χέρι
μα εγώ μια νύχτα Θέλησα να δω
να ξημερώνει

Κοίταζα μέσα απ’ το παράθυρο
το φεγγάρι που έτρεχε πίσω απ’ τα σύννεφα
το πρόσωπο σου το σκαμμένο με κοιτούσε
τα μάτια ταυ είχαν βαθουλώσει από το κλάμα

Από τότε έχω χάσει
τ’ αστέρια τον ήλιο τη θάλασσα
τώρα ταξιδεύω μ’ ένα στρόβιλό
και με κρατά από το χέρι η βροχή

 

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ

Εγώ πνιγμένη στο κρασί
πάω για ύπνο
κλείνομαι, κλειδώνομαι
μην καταλάβουν
από που γυρνώ

Εγώ φτιαγμένη από γυαλί
ολοένα πέφτω
σφίγγομαι, δένομαι
μην ακούσω
τον τελευταίο κρότο.

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήτανε φωτεινό το καλοκαίρι στο βυθό
κατέβηκες μια νύχτα και μου είπες
μια ιστορία για τον ουρανό
Άφησε μια τσουλήθρα ο φυσητήρας σου
και χύθηκαν στις φλέβες μου
αστέρια και μελτέμια
Οι εισπνοές σου είναι μεγάλες και βαριές
είναι ο ήχος του γαλάζιου
το χαμόγελό σου δεν κουνιέται, δεν αλλάζει
είναι η σιωπή του παφλασμού
Μέσα στις φλέβες σου χορεύει το αίμα σου
μέσα στα μάτια σου κυλά η εικόνα μου
κι ας μονοπωλεί τον τρόπο που συντάσσομαι στο χώρο
τρόμος πουλιού που έχασε το δρόμο
Απόψε έμαθε ότι δεν έχω κάπου να πιαστώ
να φτάσω να χαράξω να κριθώ
απόψε είμαι κιβωτός με αστέρια και μελτέμια
που χρόνια άντεξα να κουβαλώ χωρίς να ξέρω.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Θα ταξιδέψω αύριο
στα λιονταρίσια μάτια μου
όλα θα δείχνονται γυμνά
αλλά θα φεύγω
κυματίζοντας καλπάζοντας γελώντας
Στην κόκκινη στολή μου
τα τυρκουάζ φλουριά θα κουδουνίζουν
τα κοχύλια θ’ ακονίζουν τους ανέμους
κι η κουκούλα μου στην πλάτη
για να κραδαίνει η χαίτη μου τα σύννεφα.
Δεν θα δίνω πια χρησμούς
δε θα μιλώ για την αλήθεια
Θα έχω το όραμά σου πίσω
-ζεστό και ζωντανό, μα πίσω-
και μπροστά
το αμέτρητο το άχρωμο το κρύο
πιο ανοιχτό από άλλοτε
προκλητικά θα με ζητάει
κι εγώ θ’ αφρίζω θα δαγκώνω
και θα εκπυρσοκροτώ.
Αύριο θ’ αρχίσω απ’ το μηδέν
και δεν φοβάμαι
Το έχω ξανακάνει.

 

 

ΧΟΙΡΟΚΟΙΤΙΑ

Ονειρευόμουν
πως πετούσα
κι ας ήμουνα δεμένη με τη γη
Στο στενό σπίτι
τότε που δε μιλούσαμε
τότε που δεν μπορούσαμε
Όμως ζούσαμε
τόσο ανθρώπινα
με μόνη συντροφιά
τη λυγερή φωτιά που τρέκλιζε στη μέση
Το κοντινότερο μυστήριο
εσύ
ανώτερος απ’ αυτούς που θέλησες να φτάσεις
αν και είχες όπλα ταπεινά
τη βαριά σου αγάπη
μεσ’ στη βαριά σιγή
Μια νύχτα είπες να ρίξουμε
το φόβο στη φωτιά
και τις φτερούγες
τό κάνες δύσκολο για μένα να μισώ
κ; ενώ όλοι γύρω μάς κοιτούσαν
ξαφνιασμένοι
εμείς
αδιάφοροι μαζί
υπολογίζαμε
πόσο κρύα θα ‘ταν τ’ αστερία

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ

.

Η Ευφροσύνη Μαντά -Λαζάρου γεννήθηκε στη Κύπρο όπου ζει και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Από το 1995 έως το 2003 εργάστηκε με απόσπαση στην ‘Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του ‘Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ως συντονίστρια ειδικών προγραμμάτων στα Γυμνάσια και για παραγωγή παιδαγωγικού υλικού. Από το 2003 μέχρι το 2011 εργάστηκε ως συντονίστρια σε προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για τη Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας των σχολείων της Φανερωμένης στην Παλιά Λευκωσία.
Έχει εκδώσει μέχρι τώρα 5 ποιητικές συλλογές και 2 πεζά. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα διάφορα περιοδικά της Ελλάδος και της Κύπρου και μεταφράστηκαν στα Ιταλικά.
Για τη ποιητική της συλλογή Ο Νώε στη πόλη τιμήθηκε στη Κύπρο με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για εκδόσεις 2012

.

Εργογραφία

Ποίηση
Οι Μέρες Υφάντρες 0ι Νύχτες Γυμνές, Λευκωσία, 2002.
…σε έρωτα η θάνατο θα πάμε…, Λευκωσία, 2005.
Το Μέσα Φόρεμα, εκδόσεις Αφή, 2011.
Ο Νώε στη πόλη, Πλανόδιον 2012 Κρατικό βραβείο ποίησης Υπ. Παιδείας & Πολιτισμού Κύπρου
Ναρκοσυλλέκτρια,  Γαβριηλίδης  (2014)
Κρανίο Κύκλωπα, Εντευκτήριο (2019)

.

Πεζά
Χωρίς την Αριάδνη. Στη χώρα τον αυτισμού παρέα με την
ποίηση, Μυθιστόρημα, Γκοβόστης, Αθήνα, 2006.
Φίλε μου εγώ δεν είμαι σαν και σένα. Το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού,
Λευκωσία, 2006.

.

ΒΙΒΛΙΑ18

.

.

.

ΚΡΑΝΙΟ ΚΥΚΛΩΠΑ (2019)

.

Σαρκοφάγοι πολιτείες
Ποιοι Κύκλωπες, ποια άντρα, ποια γη αγεώργητη;

Αλλά
Θα μυρίσει η ζωή σαν πούδρα δροσερή
σε πληγιασμένη σάρκα

*

Κρανίο Κύκλωπα

Ανεμελιά πλάι στην όχθη ποταμού ξαπλώνει το ζωάκι της,
την τρυφερή της γούνα
θα ακουμπήσει μια μέρα το χέρι στο αλέτρι και
θα ξυπνήσει τον κορυδαλλό.
Πάνω από το χώμα της. Αργότερα, αργότερα η ταφή.
Τώρα ο ποταμός να φεύγει.
Το μάτι πληγή.
Μέσα στο αίμα καίγεται σγουρό κοπάδι ο κόσμος.
Όλα η αυθάδεια τα πήρε στη φωτιά της.
Στη χαραγή του τέρατος-ανθρώπου
στο γύρισμα που παίζει με τη γλώσσα του
τους γρίφους, τα αινίγματα, την ήττα
ένα λεπίδι φως σχίζει και σχίζεται, πονά και προχωρεί.

*

Γυναίκα και κοπέλα μου παλιά κι αγαπημένη,
στο φως σε κοίταξα μα στο σκοτάδι σε είδα.
Πιο τρυφερή από το αρνί λευκότερη από γάλα.
Θα σου χαρίσω έντεκα ελαφάκια για να παίζεις,
στα κυπαρίσσια και στις δάφνες να γυρνάς,
στα χλοερά λιβάδια.
Νερά θα έχεις και πηγές να λούζεσαι.
Θα μάθω και να κολυμπώ στη θάλασσα που αγαπάς.
Τα γελαστά δελφίνια της, τα σιωπηλά της ψάρια,
τα τριχωτά μου χέρια στη σάρκα τους τη νόστιμη.
Μην τα σκιαχτείς, ξέρουν να χαϊδεύουν.*

Γλυκύ χειμώνα σου υπόσχομαι.

Χιόνια θα ρίχνουν έξω μοναξιά —
Μέσα φωτιά θα σε παρηγοράει

*

Κρανίο Κύκλωπα:
Εκεί που δίχως βλέμμα οι κουρσεμένοι του θανάτου
το μάταιο σου τάζουν, τον αφανισμό μέσα στις τρύπες των ματιών τους
εκείνο έχει το χάραγμα μιας αυγής που μέσα φέγγει.
Το μέσα του σκοτάδι υγραίνει τώρα με παράπονο:

Φεύγουμε — μένουμε
στο ίδιο δίχτυ η ζωή, όμοια μια ψαριά βαραίνει.

.

.

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (2014)

Μου ακουμπάνε κάποια μυστικά
και μου λένε κράτησέ τα!
κι εγώ τρομάζω
γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα
που επιθυμώ να εκραγεί.
Καρφώνομαι στον τοίχο μια πινέζα κατανόησης
Κι εγώ θέλω να εκραγεί σαν ήλιος
να κάψει κι άλλα μάτια
ν’ ανοίξει κι άλλες καρδιές
να μιλήσουν κι άλλα στόματα.
Να μην είμαι μόνη.

*******

Φίλια στρατεύματα οδοιπορούν
σε τακτικούς διαδρόμους.
Ανιχνεύουν έγκαιρα όσα αποφεύγουν οι φρόνιμοι.
Κι εγώ τους παροτρύνω
να μαζέψουν λαλέδες και κυκλάμινα.
Πράγμα που δεν το έσπειρε ανθρώπινο χέρι
φόβο δεν έχει.

*******

Ιχνηλατεί μόνος ουσίες χημικές.
Είναι δικός του ο πυρετός ή του ξένου ποταμού;
Γνωρίζει όλα τα στοιχεία μα καλού κακού
παίρνει τις προφυλάξεις του.
Ένα ένα ξέχωρα τα καταχωρεί μη δέσουν και καρπίσουν ένα σώμα
μην ονομάσουν ένα πρόσωπο γυμνές πληροφορίες να μένουν
τη θερμοκρασία του νερού τα ρεύματα και την ανατριχίλα του
το πέταγμα ενός πουλιού, το βύθισμα μιας πάπιας, τα υπολογίζει
το φως μιας φέτας φεγγαριού
μια φυσαλίδα τέτοιων αντιλήψεων,
μέσα της εισπνέει το παρόν. Μόνος.
Εκπνέει.

*******

Τα βράδια μεταφέρω τη σιωπή από τον τάφο μου
στο κρεβάτι μας. Εσύ δεν το νιώθεις ευτυχώς!
Κοιμάσαι όμορφα.
Κι εγώ δραπετεύω στη συλλογή με τα κτερίσματα,
(σ’ αγαπώ αλλά πιο πολύ κοιτάω τη θλίψη μου)
πήλινα πουλιά, ξύλινα αλογάκια, μυροδοχεία
και αγγεία χρήσιμα για τη δουλειά.

Έζησα όπως ο στρατιώτης το χαράκωμα.
Μια λεπτή σιωπή μας χωρίζει κι εσύ την αναπνέεις.
Μια λεπτή σιωπή μας ενώνει στο κρύο φυλάκιο μου.

*******

Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων
μπαίνω στο ναρκοπέδιο
ελπίζοντας πως όταν βγαίνω
κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Κομμάτι το κομμάτι
μια μέρα θα βγω σώος.

*******

Μα εγώ θέλω να τραγουδώ
αλλά το κύμα της φωνής επηρεάζει
τα συρματόσχοινα στο ναρκοπέδιο
κι ένας μικρός, ελάχιστος κραδασμός
μπορεί να είναι και το τετέλεσται.
Μα εγώ θέλω να τραγουδώ σαν άνθρωπος
και να σφυρίζω καμιά φορά σαν αλήτης
μαζεύοντας λουλούδια και καρπούς από τους κήπους

*******

Ας είναι μια μέρα δίχως κίνδυνο
να ξεδιπλώσω τις αστραπές μου
όπως μια φωταψία καλοκαιρινή στον ουρανό
σαν να γιορτάζω αθώα το αναστρέψιμο.

*******

Ας είναι μια όμορφη μέρα.
Με τα πουλιά της, με τα δάση και τους δρόμους της,
με τα εργόχειρά της.
Ο μόνος συναγερμός ας είναι ο ήλιος της

*******

Ας είναι μια νύχτα δίχως κίνδυνο.
Να ξεδιπλώσω τη λύπη μου φοδραρισμένη
με τα ρετάλια του θυμού και του φόβου μου.

*******

Ας είναι μια όμορφη βραδιά
με τα αστέρια της, με τα φεγγάρια και τα μονοπάτια της,
με την ανάπαυση της.

*******

Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή•
πότε της μάνας μου πότε του παιδιού μου
πότε της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης
που άφησα πριν χρόνια,
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή,
την ψυχή μου.
Μπαίνω με όλη μου τη μοναξιά στο θάνατο.

*******

Ο ύπνος είναι μια παράκαμψη ακόμη.
Τα όνειρα αφήνουν στη φάτνη μου
τα φάρμακά τους:
πότε τα δώρα
πότε τα ξόρκια
πότε τα δηλητήρια.

*******

Έτσι όπως ξύπνησα ένα πρωί κι ήμουνα μια ψυχοσυλλέκτρια
έτσι βρέθηκα πάλι γεμάτη
σαν το λαγήνι πλήρης•
θέλεις τα δάκρυά μου ήτανε, θέλεις το αίμα της καρδιάς μου,
ή παίζει παιχνίδια ο νους αρπαγμένος σε όνειρα
πάντως γέμισα ξανά
φροντίδες, έρωτες, συντροφιές,
δουλειές και μεροκάματα.

*******

Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
— Αμήν!

.

.

Ο ΝΩΕ ΣΤΗ ΠΟΛΗ (2012)

(ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)

.

Οι εφτά πληγές της γειτονιάς αιμάτινο

.

Κόκκινη πληγή.

Κλείνει την πόρτα του κάθε αυγή. Τον διώξανε
απ ’ το χωριό, γιατί ξεμυάλιζε τους άντρες.
Έκθαμβος μένει τώρα, εδώ, όπου τον δέχονται,
με τις μελαγχολίες του και τα ξεσπάσματά του,
ζωγράφοι, ποιητές και φοιτητές. Όταν
οι άντρες τον παίρνουν στο κρεβάτι τους,
ανοίγουν κόκκινοι κρουνοί τα μάτια του, διψασμένα
γι αγάπες και τρυφερά συντροφέματα.

.

Άλικο τριαντάφυλλο.

Είναι οι πέντε χλωμές γυναίκες κάτω από το
φώς του φεγγαριού σαν ιερό μυστήριο. Τα
τριάντα ροδοπέταλα ανοίγουν αίφνης σαν το
χάχανο, το φτύνουν κατάμουτρα και περιπαι-
κτικά, καθώς τις λούζει το φανάρι της μαύρης
λιμουζίνας. Τις μαζεύει και φεύγει. Μια κηλίδα
μαύρη απομένει, το βλέμμα της ηδυπάθειας,
ώσπου να το καταπιεί η ξαναμμένη ανάσα του
αέρα. Το άλλο πρωί εκεί στο ίδιο πεζοδρόμιο
πριν σωπάσει για πάντα κάτω από
τα πρώτα βήματα, ανθίζει κάτι, πού αν
προλάβαινε να γίνει αχός, θα ήταν η φωνή ζώου
πού πονάει κι αγνοεί την αίτια.

.

Μαύρα απόνερα.

Απόβλητα της νοικιασμένης τρώγλης ραίνουν
τις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Οι αλλοδαποί
εργάτες γυρίζουν έξω, όταν δεν εργάζονται,
και κλειδώνονται μέσα τις ελάχιστες ώρες
πού μοιράζονται με τη σειρά κρεβάτι, φώς,
νερό και κάθε πρώτη του μηνός το νοίκι.

.

Παρακμιακό καφενείο.

Ξενυχτά μοναχικό. Κρυφοί παίκτες σε κρυφό
δωμάτιο. Σκληρότερο το πόκερ στις αμυχές
των πληγωμένων σπιτικών τους. Όμως άλλο
παιγνίδι από την μπλόφα δεν γνωρίζουν κι
έρχονται κάθε βράδυ εδώ. Οι ίδιοι πάντα παίκτες.
Καφέ-μπαρ σκάκι, βιβλία, πίνακες και
ποτά, λικνίζεται φωτισμένο. Ποιά μουσική ν’
ακολουθήσει και τι ταξίδι ν’ αρμενίσει; Οι
θαμώνες νυστάζουν, μα φοβούνται τον ύπνο,
που όταν έρχεται δεν φέρνει δώρα. Σαν
πεθαμένος Αϊ Βασίλης ενός άλλου αιώνα.

.

Ένα ζευγάρι.

Πίσω από την κλειστή πόρτα ενός παλιού
σπιτιού γερνά τίμια κι άπλα με τούς ειλικρινείς
τρόπους της ρυτίδας. Στο αχνό φωτισμένο
παράθυρο φέγγουν οι δυο τους πλάι πλάι,
όπως οι λαμπάδες στο μανουάλι της γειτονικής
εκκλησιάς. Λιώνουν.

.

Γυναίκα παλαιάς κοπής.

Ψιθυρίζει μέσα της σαν προσευχή πώς δεν
μπορεί, κάπου δύο άνθρωποι θα κοιμούνται
αγκαλιά, αιώνια ερωτευμένοι. Όλο και πιο
σπάνια συναντά ζευγάρια στους δρόμους.

.

Ούτε ένα μωρό δεν γεννήθηκε φέτος εδώ.

Κανένα φαρμακείο δεν διανυκτερεύει. Μια
μέρα δεν θα υπάρχει και κανένας για να πεθάνει
εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά.

 

 * * *

Όταν η πόλη χασμουριέται οι αυταπάτες της
απλώνονται όπως ο ουρανός.

Η ίδια θλίψη κάθε βράδυ φέρνει τους χαρούμενους
νέους στα μπαρ, στα θέατρα, στα σινεμά,
στα καταγώγια ή στην πλατεία. Είναι η
αγάπη τους γι’ αύτη την εγκατάλειψη φιλί
της νεκρανάστασης κάποιου χαμένου ονείρου,
ξόρκι δικής τους λύπης.

Έρχονται οι ξέφρενες ερωμένες κι έχουν τα
χαϊδεμένα μαλλιά τους λυτά .Έρχονται να
εκδικηθούν τον προηγούμενο αιώνα για τις
αρραβωνιαστικιές και τις μικρές μανούλες, που
έγιναν σεπτές τοιχογραφίες, ξαφνικά στα
κλειστά τους δωμάτια. Πέθαναν πιστές στη
λάτρα των σπιτιών, υπηρετώντας άρρωστες
μητέρες και καρτερώντας αγαπημένους κι
αδελφούς από αρχαίες μάχες.

Τι όμορφα που ήταν τα νυχτέρια μας λέγανε
στα τελευταία τους κι ήταν σαν να λέγανε τι
όμορφα που ήτανε τα νιάτα μας . Έτσι καθώς
μέχρι προ τίνος έσβηναν το νέον και το
ηλεκτρικό και πήγαιναν ύστερα να ονειρευτούν
κοντά στο φως της λάμπας. Άλλες βυθίζονταν
μαλακά στη θάλασσα τού ύπνου κι άλλες
διώχνανε μακριά το πνιγηρό μαντίλι του.

Ό βόμβος της ανησυχίας έκανε φύλλο και
φτερό τα κεντημένα προικιά τους και τίποτε
δεν βρήκε. Θρυμμάτισε με κρότο τη γυάλα
τους όπου πολύ σπαρτάρησαν. Μια φουρκέτα
χρειάζεται το γυαλί της λάμπας πετρελαίου
κι αντέχει όλη τη νύκτα τη φωτιά ώσπου να
ξημερώσει.

Έφυγαν με τούς κεντημένους ήλιους, τα λουλούδια,
τα φεγγάρια, τα στεφάνια, τις υποσχέσεις,
φορτωμένα μπαούλα, και με τις λίστες
του μπακάλη, τα ορνιθοσκαλίσματα των παιδιών,
τη χλωρίνη στα σφουγγάρια, αχτένιστες
αφρόντιστα μαλλιά χωρίς φουρκέτες.

Δεν ήτανε σπουργίτια τα χρόνια που σκορπίσανε
με μία ντουφεκιά. Φορέσανε τή μαύρη
κάπα τους και πήγαν να αποικίσουνε τη χώρα,
όπου κάνεις δεν έχει ακουστά ούτε το
όνειρο ούτε τον εφιάλτη.

Ένα κορίτσι δεκαεφτά χρονών αγκίστρωνε
στον ουρανό το απόγευμα της πόλης. Βάδιζε,
μια φορά, ανάλαφρε, σαν ελαφίνα, στο
Μακρύδρομο, ανάμεσα σε κόσμο πού ψώνιζε ή
έκανε απλά έναν περίπατο. Στεκόταν κάθε τόσο,
άφηνε κάτω μια κούπα με χρωματιστό υγρό,
μ’ ένα λεπτό καλάμι έπαιρνε και φυσούσε
μπουρμπουλήθρες. Εκείνες έσκαγαν όμορφα
γύρω της έσβηναν στον αέρα. Πόσο να ζει
μια μπουρμπουλήθρα; Ανυποψίαστη συνέχιζε
τη μελέτη της.

Μα ποιος θα ερχότανε να αναστήσει τη ζωή
αν ό ίδιος δεν ήτανε βαρυπενθής;

Μικρά ξενοδοχεία μακιγιάρονται στο φώς
των φαναριών, συμμορφώνουν τις παλιές
δαντέλες τους στις πλάτες του αιώνα.
Προσφέρουν στα ζευγαράκια έρωτα δίχως όνειρα.
Εκεί παραπλεύρως σε διαμέρισμα πωλούνται
κι αγοράζονται γυναίκες, όπως άλλοι πουλούν
κι άλλοι αγοράζουν το κρασί ή το νερό,
γρήγορα αυτοκίνητα ή πίνακες και υπερτιμημένα
ένα επώνυμο παλτό. Εύκολα ρωτάει κανείς
κι εύκολα απαντά ποιός και γιατί αγοράζει
ένα παλτό, ποιός το πουλά και πόσο.

Φυλάκια φυτεμένα στη μεσοτοιχία των
συνοικιών, στρατιώτες που τους ξέχασαν από
τον τελευταίο πόλεμο. Ένοπλοι φοράνε τη
διεκδίκηση σαν τα φτωχά αποφόρια. Ένθετοι
σε τοίχους που συνορεύουν με σπίτια της χαράς
—θεραπευτήρια μελαγχολίας υπόσχεται
μια ταμπέλα— μπαράκια, μουσικές σκηνές,
και ξυλουργεία, τσαγκαράδικα, εργαστήρια,
παλιά τυπογραφεία. Το μαύρο αίμα των φονικών
σκεπάστηκε με κίτρινα ούρα μεθυσμένων
και εμετούς των μελαγχολικών. Οι γάτες
παίζουν με κάδους σκουπιδιών. Δίπλα τους
καταρρέει ο πλίνθος κι οι αιώνες. Ξύλινα
δοκάρια, αντιστηρίξεις. Απαγορεύεται η
διέλευση οριζοντίως και καθέτως, σταυρωτά, σε
όλους, δίχως εξαίρεση. Στην αποσύνθεση
όλοι και όλα γίνονται ένας πολτός, μια λάσπη,
και μέσα της δεν διακρίνεις τούς φόβους
χωριστά του καθενός.

Αν αύριο άνθιζε εδώ ένας τριανταφυλλόκηπος,
αν έτσι γίνονταν, τότε ό φαντάρος ορκίζεται
αδιαλείπτως να προσεύχεται. Τώρα
σφυρίζει σαν να κρατάει τσίλιες σε κόλπα
λωποδύτη. Αστείος τρόπος να περνά τις μέρες
και τις νύκτες του, αριθμεί τις βίζιτες άγνωστων
αντρών στο διπλανό μπορντέλο, χρονομετρεί
την κάθε μια τους, σημειώνει σε τοίχους
αριθμούς, συγκρίσεις, και διακόπτει σαν
έρχεται η έφοδος, το σύνθημα, τό παρασύνθημα.
Έχει μια μόνη αντίρρηση. Να του φέρουν
πάραυτα έμπροσθεν του μια έστω μόνη
ανυπεράσπιστη ζωή. Όμως δεν βλέπει άλλη εκεί
εξόν από τη δική του. Το βράδυ, αργά πολύ,
αφήνει κάτω το όπλο του και φεύγει μέσα σε
πηκτή καραβίσια μοναξιά ακολουθώντας
εθιστικούς καπνούς.

.

.

Το μέσα φόρεμα (2011)

.

ΤΟ ΜΕΣΑ ΦΟΡΕΜΑ

Καθόλου δεν μου μοιάζει
αυτή που συναντήσατε προχθές.
Εκείνη έφευγε.
Εγώ ερχόμουν.
Επέστρεφα με ένα χαμόγελο ασφοδέλους.
Μη μας τρομάζεις, είπατε όλοι σας.
Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο
από τα χείλη πού πόνεσαν θανατηφόρα.
Έτσι καθώς ανοίγει η καρδιά και πάλι σαν πρώτη φορά.

.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΦΑΝΤΗΡΙΟΥ

1

Με την αναπνοή της πάλλευκης σιωπής
στο φως ανεβαίνει το σώμα χρυσίζοντας
ανατολή μου ρόδινη, μεταξωτό σε τυλιγάδι.
Τον κόσμο τον υφαίνουνε τα μάτια
σαν γάτα πού κοιμάται στα λουλούδια μας
τεντώνεται ξυπνώντας από όνειρο ή ζωή.
Ο κήπος με τ’ αγάλματα γέμισε πεταλούδες.

Στο φώς ανεβαίνει το σώμα χρυσίζον
τσαμπί από μέλι που ο έρωτας πυκνώνει στις κηρήθρες του

και η ψυχή ψιχίον πέφτει στο δισάκι.

Είπα το σύννεφο που διασχίζω, χρόνο.

.

5

Όλοι καθόντουσαν φρόνιμα
κανένας δεν ήθελε
μία αταξία ακόμη στο κεφάλι του.
Αρκετός μπελάς ήταν κιόλας η νύχτα.

Όταν ξημερώσει…
Θα περάσω στη σάλα
με όλα τα φώτα αναμμένα
λαμπεροί πολυέλαιοι κρύσταλλα λόγια.

Πες μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, άλλα πώς απλώνουν το χέρι τους μες την ακίνητη ζωή μας.

Θα γλιστρήσω στην έναστρη νύχτα
που στρώνεις κρεβάτι
στην άφεγγη βραδιά των ματιών σου
γυναίκα ο πόθος σου
θα ξημερώσω το φώς σου.

Πες μου για τα πράγματα.
Όχι πώς είναι, άλλα πώς νιώθεις το αίμα τους όταν ξυπνάμε.

(Brighton, Αύγουστος 2006.)

.

6

Με χαράζουν οι μέρες
η ακτίνα του μέτρου τους
ήλιος ήλιος και φως.

Γυρεύω τον ίσκιο μου σαν παιδάκι πού παίζει
ατά μεγάλα τετράγωνα στης αυλής μας τις πλάκες
τοπία εγγεγραμμένα στα εμβαδά των ονείρων μου
τρέχουν με την ταχύτητα τρένου πού φεύγει.
Διπλώνομαι διπλώνομαι και πιάνομαι
κάτω από τον ειρμό των καπέλων μας συνημμένο
χαράζω τούς κύκλους
η ακτίνα του μέτρου μου με τρυπάει.
Έτσι, μάλιστα χωράει!

.

ΕΝΤΟΣ ΠΟΛΕΩΣ

II

Αύτη η πόλη μόλις που στέκεται στην όχθη της νεροσυρμής.

Καμώνεται πως είναι όμορφη και νέα
πως έχει το μέλλον λαμπρότατο
το τυχερό της, καμαρόπορτα μπροστά της.
Αδειάζει όλα τα σπίτια της σαν πρωινά απορρίμματα
που τα συνεργεία του δήμου μαζεύουν αδιάφορα.

Ερωτευμένη ταξιδιάρα
στέκεται σε σταθμό αναμονής ονείρων.

Ταχείας εκπληρώσεως συρμοί…
Εγκιβωτίζεται και σέρνεται σε σιδηροτροχιές.
Πραμάτειες οι έρωτές της και μηχανές
την εμπορεύονται προεκλογικά και άλλα συνεργεία.

.

IΙΙ

Στην πόλη αυτή θα ζήσουμε μοναχικά
καθένας με τους έρωτες του.
Καθώς τα λάβαρα και οι σημαίες αποσύρονται δια παντός
αφήνουν τον ουρανό ελεύθερο
να κοιτάξει στα μάτια
καθένα χωριστά
να σκύψει να ονοματίσει
όπως κοιτάζει η μάνα το νεογέννητο.

Μια νέα δόξα κυματίζει, αίφνης μεταξένια
στα σφριγηλά στήθη μιας γλυκιάς αγάπης νέας.
Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.

Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

(Λήδρας, Μάιος 2006)

.

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ

.

1

Με φυλακίζουνε τα όνειρα μου
τις νύχτες βγάζουν μάτια κλαδιά
περικοκλάδες αναφιλητά.
Αδύνατο, σου λέω, να γλιτώσεις από όνειρα
σχέδια ανεκπλήρωτα
που τα έκανες εαυτό σου.
Βγάλε το δέρμα σου αν χρειαστεί
να τα διαχωρίσεις.
Εκείνα όνειρα να σε ντύνουν
να ξορκίζουν το φόβο σου
κι’ εσύ…
Κοίταξα βαθιά στα μάτια σου
και σε είδα.

.

2

Μόλις συνάντησα τον εαυτό μου.
Τι κρίμα πού του αντιστέκομαι ακόμη.

Είμαι κοχύλι στην έρημο της κλειστής καρδιάς σου
γίνομαι κορυδαλλός στο κλαδάκι της αγάπης σου.

.

11

Γυναίκα στη θάλασσα.
Κοιτάζει -θαρρούνε- τον ορίζοντα,
καράβια και ναύτες φευγάτους.

Κλαίει- θαρρούνε- αποχαιρετισμούς.
Θανάτους.

Κι’ όμως αυτή κοιτάζει δίχως έγνοια
τον πλάνητα μοναχικό της εραστή.
Με το παραδεισένιο φως πού κόσμους
δεν χωρίζει στα μαγικά της μάτια
λούζεται σε αφρούς ψιθυρισμάτων,
παραδίνεται στην αύρα των ονείρων του.

Κι’ αγαπιέται αξόδευτη ομορφιά πάλι και πάλι.
Γυναίκα.

(Αμαθούς, 2006)

.

19

Μπορεί να είναι η αγάπη σου
αυτά τα πλαγιασμένα κρίνα των λέξεων σου
αυτά τα λινά και βαμβακερά πουκαμισάκια
για το καλοκαίρι μας.

Μπορεί να είναι η αγάπη σου αυτές οι ανθισμένες ομπρελίτσες
πού σφυρίζεις με ανεμελιά σκέπη τη σκέπη τους μες τη βροχή
καλά να μας φυλάξουνε στεγνούς από το παγωμένο αιφνίδιο.

Θα σου χαρίσω μια σφενδόνη, αν μάθεις να κελαηδάς.
Για να μπορείς να κυνηγάς μακριά μου,
τα όνειρά σου πού νυκτοπορούν.
Φορούνε κίτρινες κάλτσες, πράσινα ζεστά κασκόλ,
παπούτσια γεμενιά στις σκανταλιές τους
και πολιορκούν τις τρυφερές εκφορές της αγάπης μου.

Αλλά, αν μάθεις να κελαηδάς τα όνειρά σου που υπνοβατούν,
θα γίνουν ματοτσίνορα στα γελαστά μου μάτια.

.

21

Όταν ήμουν παιδί επινοούσα νέες χώρες
τούς έδινα μέσα μου ονόματα μυστικά
στη σιωπή του πλήθους απαντώντας
τραγουδούσα τούς φθόγγους τους.
Έτσι το έκανα, σας λέω, για παιγνίδι
για να έχει περιπέτεια το μάθημα της Γεωγραφίας.
Τώρα στη μοναξιά μου σκέφτομαι, καμιά φορά
πώς μια μέρα οι χάρτες μου θα σας φέρουνε κοντά μου.
Αν ταξιδεύονται τα όνειρα άλλων.

.

22

Όλα ταχτοποιούνται.
Ή σκόνη επικάθεται.
Ψηφίζω αναστάτωση

.

ΤΟ ΤΡΙΜΜΕΝΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Το τριμμένο πουκάμισο

(Έρχονται βροχές).
Στο κατώφλι μιας άνοιξης
προβάλλει ο κοκκινολαίμης τη γραφίδα
μιας μέρας που θα ζήσει στη φαντασία του ουρανοί).
Ακόμη κι’ αν σου λέει «καλημέρα»
με τη φωνή που έχουν τα πουλιά
μέσα από τή φωλιά πού έφτιαξε στον κήπο σου
εσύ πάντα θα προτιμάς το όνειρο.

(Έρχονται βροχές).
Σκεπάσου, αγάπη μου
με το τριμμένο πλεκτό της αδελφής σου.
Έχει ζήσει όλες τις ανάσες του πάνω στην πλάτη της
ζεσταίνοντας κόκκινο αίμα.
Κοιμήσου Έρχονται βροχές!

Όλως τυχαίως ό ουρανός μας πλαισιώνει.
Γιατί λοιπόν να μας εκπλήττει ή ιδέα
να ζούμε με τον ίδιο τρόπο
την απάτη της χλωροφύλλης
στα κεντημένα τετράδια και στην οθόνη.
Τα χέρια άφηναν το πλεκτό στην πλάτη
αφήναν το ψωμί στο φούρνο, το γλυκό στο κουτάλι
όπως αφήνον τώρα

τα γράμματα, τις συλλαβές και τις λέξεις.

.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κι’ όταν νυχτώνει όμορφα
ο ήλιος ξενυχτάει αθώρητος.
Το τρυφερό του φως ατό παραθύρι μου ακουμπάει
στρογγυλό σημάδι της αγάπης μου.

Το ζήτημα είναι αυτό:
Να αγαπώ αθάνατα και θαμμένη στο χιόνι της έρημου
να μπορώ ν’ αγαπώ κι’ εμένα κι’ εσένα χαρούμενα.
Το τι θα κάνεις και για ποιους είναι η δική σου νύχτα.

Δεν μπορεί κάτι θα έχει να σε ντύσει.

Γυμνός δεν έμεινε ποτέ κανείς
ούτε κι’ ο θάνατος ούτε και η αλήθεια.

.

.

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΡΙΑΔΝΗ (2006)
(Απόσπασμα)

.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ
ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΣΙΩΠΗ… ΣΙΩΠΗ… Ακόμη μια φορά σιωπή…

— Να ήξερα τι σκέφτεσαι, τι κρύβεις μέσα στο νου σου!
— Μέσα στο νου μου έχω την ψυχή μου, τον εαυτό μου.
Δεν μπορώ να ολοκληρώσω ένα πεζό, αφηγηματικό έργο. Να γράψω την αληθινή ιστορία ή να πλάσω ένα μυθιστόρημα αντλώντας υλικό από τη δική μου ζωή και τη ζωή του παιδιού μου, από στοχασμούς, ιδέες και συναισθήματα που γεννιούνται, όταν βιώνεις καταστάσεις οριακές. Τέτοιες που σε φέρνουν στην ανάγκη να ισορροπείς κάθε λεπτό τις αντιδράσεις σου πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί. Αν μπορούσα να σας αποκαλυφθώ σε τέτοιο βαθμό, τότε τα συναισθήματά μου θα όργωναν την καρδιά σας.
Δεν με ενδιαφέρει όμως και τόσο η προοπτική αυτή, γιατί έτσι θα φωτίζονταν τα γεγονότα, τα περιστατικά, ο πόνος, οι δυσκολίες, οι σχέσεις, τα προβλήματα της ζωής μιας οικογένειας με ένα παιδί, που όσο μεγαλώνει, γίνεται όλο και πιο διαφορετικό. «Τρελό» ή αυτιστικό, ιδιαίτερο ή κάτι άλλο;
Εξάλλου έχουν γραφτεί τόσα βιβλία, έχουν γυριστεί ταινίες και στο μέλλον θα γραφτούν ακόμη κι άλλα τέτοια έργα και μάλιστα πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσα με το φτωχό μυαλό μου να γράψω.
Σκέφτομαι λοιπόν το ταξίδι το βαθύτερο στην ψυχή και το νου -τον εαυτό- αφού, όπως λέει και το παιδί, ένα παιδί μόλις πέντ’ έξι χρονών, μέσα στο νου έχει την ψυχή και τον εαυτό του. Αυτό το ταξίδι γεμάτο πόνο και πάθος μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την απόλυτη αγάπη, χωρίς όρους και ανταπόδοση. Καθαρή σαν την πρώτη ζύμη του παραδείσου, διαυγή, αμόλυντη σαν την πρώτη πρώτη βροχή στο νεογέννητο κόσμο, να ζυμώνει τα πρώτα υλικά του σύμπαντος, να πλένει αστρόσκονη. Λέω δηλαδή πως η αγάπη είναι συστατικό υλικό του σύμπαντος κι όχι επιπλέον στοιχείο, που αναπτύχθηκε αργότερα ως σχέση κι αλληλεπίδραση του υποκειμένου, του ανθρώπου δηλαδή με τον άνθρωπο και την ύλη.
Ούτε όμως κι αυτό το ταξίδι πρέπει να σας υπόσχομαι, γιατί δεν πρόκειται για μια ταξιδιωτική εντύπωση, περιγραφή, να σας την χαρίσω. Μακάρι να ήταν τόσο απλό, τόσο εύκολο. Είναι ταξίδι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Υπάρχουν πάντα προορισμοί νέοι να εξερευνήσεις. Την ίδια στιγμή είναι παλιοί προορισμοί σαν λιμάνια της αρχαιότητας, αν ιδωθούν μέσα στο ερώτημα και την αγωνία για απάντηση: Από πού έρχεται το ανθρώπινο; Το μόνο που μπορώ, είναι κάπως να σας βάλω στη δική μου υποψία, πως επιχειρώντας ένα τέτοιο ταξίδι διατρέχεις μια διαδρομή, που είναι ήδη μια επιστροφή σε μια αρχή χαμένη μες την αχλή της μεγάλης περιπέτειας του ανθρώπινου γένους. Το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι η χαρά, η φρεσκάδα από καινούρια πράγματα, που συναντάς σ’ ένα ταξίδι. Πιο έντονος είναι ο νόστος. Ένας νόστος, που πάει να σε ολοκληρώσει κι όλο σε αφήνει ακρωτηριασμένο. Είναι ο νόστος να γυρίσεις στην πηγή της ζωής απ’ όπου οντογενετικά ξεκίνησες ως μέλος της ανθρώπινης φυλής. Από αυτή την άποψη ιδωμένο το θέμα του αυτισμού προκαλεί το ενδιαφέρον γενικότερα – γι’ αυτό και τα βιβλία που γράφτηκαν, οι ταινίες που γυρίστηκαν και θα γυριστούν ακόμη.
Η ποιητική καταγραφή που ακολουθεί, είναι η πιο ταιριαστή, η πιο πιστή γραφή στη δική μου περίπτωση και δεν έχει κανένα φανταστικό στοιχείο. Τα πρόσωπα, ακόμη και τα όνειρά τους, είναι όλα πραγματικά. Το προσωπικό σύμβολο, ο σουρεαλισμός, η ποιητικότητα των εικόνων του παιδιού, είναι η περιοχή της όποιας «παθολογίας» του, ο μετεωρισμός του μεταξύ λόγου και προ-λόγου, ανάμεσα γλώσσας και σιωπής, μιας σιωπής που την προκαλεί αυτό, που είναι υπέρ -λόγο ή πλησίον, παράλληλο, κοντά, παρά- λόγο… Είναι το «σύμπτωμα» της όποιας παθολογίας και την ίδια ώρα σαν την άλλη όψη του νομίσματος στοιχείο της προσδοκώμενης υγείας. Είναι η άμυνά του και ταυτόχρονα η άρνηση του θανάτου. Η επίκληση προς τη ζωή.
Ευλόγησα πολλές φορές τη σύμπτωση να αγαπώ πολύ την ποίηση, από παιδί, και να την απολαμβάνω προσλαμβάνοντας την χωρίς τους «παθολογοανατόμους» της κριτικούς ή τη διαμεσολάβηση φιλολόγων στερημένων έμπνευσης κι ανοιχτοσύνης πνευματικής.
Η ποίηση στάθηκε ο μόνος δυνατός τόπος της συνάντησης με το παιδί μου, ο κώδικας επικοινωνίας, εκεί όπου κάθε άλλη επαφή απογοήτευε. Παίρνω λοιπόν κουράγιο να προχωρήσω το γράψιμο. Αυτισμός και ποίηση. Το σουρεαλιστικό στοιχείο ή/και το προσωπικό σύμβολο στον αυτιστικό λόγο. Δεν είμαι νηφάλια για να γράψω σε λόγο δοκιμιακό μια μελέτη. Έχω τόσο υλικό, που θα έκανε πανευτυχή οποιοδήποτε ερευνητή. Είμαι μέρος της ιστορίας. Ξαφνικά μετά από χρόνια ξαναδιαβάζοντας στίχους μου διαπιστώνω πως αλιεύω τις σκέψεις του γιου μου. Κλέβω
το γιο μου να γίνω ποιητής. Θα μπορούσε να γίνει ο τίτλος του βιβλίου.
— Φεγγάρι μου! Του είπα χαϊδευτικά με αγάπη, παίρνοντάς τον αγκαλιά.
— Φοβάμαι!… είναι μακριά. Απάντησε ξαφνιάζοντας με και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ήταν καθόλου τυχαία η απάντηση του τετράχρονου παιδιού σε μια εποχή που το άγχος του χωρισμού το βασάνιζε πολύ περισσότερο από όσο γινόταν αντιληπτό μέσα στο περιβάλλον του.
Φοβάται να είναι το φεγγάρι, να είναι τόσο ψηλά, τόσο μόνο, εκεί έξω μέσα στο σκοτάδι. Γιατί κάτι τέτοιες δηλώσεις, όπως «φεγγάρι μου», τις έπαιρνε απολύτως κυριολεκτικά. Γύρισε κι είδε ψηλά το φεγγάρι. Ανατρίχιασε κι έπιασα πως σε κλάσματα δευτερολέπτου μέτρησε τρομαγμένος την απόσταση, το χωρισμό.
Ήταν όλα τόσο δύσκολα. Ακόμη και μια τόσο τρυφερή φράση γεμάτη λατρεία, «φεγγάρι μου», που θα έπρεπε να του έδινε χαρά, γινόταν για το παιδί πηγή άγχους, αγωνία. Σε μια ηλικία λίγο μεγαλύτερη το άγχος γινόταν πιο αποκαλυπτικό. «0 νους μου, ο νους μου, οι σκέψεις μου χύθηκαν έξω» έλεγε με αγωνία κι άδειαζε το νερό από το βάζο, το ράντιζε με πίεση από το τηλέφωνο του ντους, ξεχείλιζε από το νεροχύτη γυρεύοντας ανακούφιση με τρόπο ακατανόητο για μας και δημιουργώντας γύρω μας ακαταστασία και μέσα μας ένταση. Οι ειδικοί το έλεγαν στερεοτυπίες, ψυχαναγκασμό.
Υπέφερα μαζί του. Κι ένα βράδυ κλείνοντας κουρασμένη το παράθυρο και ατενίζοντας τ’ αστέρια, θέλοντας ν ανασύρω την παρήγορη ρομαντική γοητεία τους από κάποια άλλη εποχή, σχηματίστηκαν στο νου και στην καρδιά μου οι στίχοι. Και μου μίλησαν σαν συνέχεια του περίεργου φόβου του παιδιού για το φεγγάρι.
Τ’ αστέρια δεν τα κατεβάζει η νύχτα.
Κοντά του τ ανεβάζει το φεγγάρι
που σκιάζεται τη μοναξιά.
Ύστερα από μερικές μέρες μιας ασυνείδητης ψυχικής διεργασίας-μελέτης της μοναξιάς συμπλήρωσα οδηγώντας αλλού το θέμα.
Είπες και δεν εβρήκα νόημα κανένα
ή για τη σχέση μας υπαινιγμό.
Έφυγες χαιρετώντας ήσυχα…

.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

.

Η ΧΑΛΚΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ

Χριστούγεννα Καλά και Αναίμακτο το Πάσχα!
Άγνωστοι φίλοι στα παράθυρα
κολλούν τα χνώτα τους
μάζες αδιαπέραστες.
Ένας στρατώνας με τη μελαγχολία της μνήμης
και το σβησμένο κρεματόριο εκπέμπει:
― Άλλαξε δόντια για άλλα φαγοπότια ο αιώνας.
Μια χάλκινη περίπολος περνά αόρατη
ξυπνάει τη χλόη και το έντομο, ξύνει το χιόνι ―
στα μάτια τους τίποτε δεν τήκεται.
Όταν φυτέψεις ένα δέντρο θα φας καρπό.
Όμως το μέλλον και η επιβίωση μάχη αναίμακτη
πολύ μακριά, αλλού ο μόχθος κι αλλού η ρίζα που πονά.
Μέσα στο τίποτε για τίποτε δεν θα πεινάς
ήσυχος δεν θα ενοχλείς τα δείπνα και τους γάμους του Θυέστη.
― Άλλαξε δόντια ο αιώνας για άλλα φαγοπότια τρυφερά.

.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες
ζεστές στο βάθος τους εδώ. Επιθυμούν.
Επάνω τους το γυαλί θα γυρίσει
τις αιχμές του στην άμμο
και άμμος θα χωθεί στον στεναγμό της θάλασσας.
Κάποιος από ψηλά δεν βλέπει.
Ανοίγει μια πόρτα πρωινή, ανοίγει μια πόρτα βραδινή.
Ρίχνει φως ― και το σκοτάδι του.
Ρίχνει νερό ― και τη φωτιά του.
Ρίχνει φωτιά ― και το χιόνι της.
Πέφτουν μαζί ― χωρίζουν μέσα σε δύο οφθαλμούς.
Η συμφιλίωση είναι μια λέξη δική σου
μέσα στις προθέσεις ενός ξένου.
Καμιά ρωγμή ― στον πηλό φλέβες ο χρόνος
ο χρόνος πυργώνει ό,τι ανάβει σαν άστρο το μέλλον.
Όμως με μια Βαβέλ ο χρόνος τελειώνει χωριστά
με τον καθένα. Καμιά ρωγμή.
Η Βαβέλ φέρνει ένα αηδόνι πάνω από τις χωριστές μας λέξεις.
Μια πρόθεση σε ένα ράμφος. Ακουμπάει.
Κοντά και πλάι πλάι.
Κοντά και πλάι πλάι δέντρα μνημονικά
και δεντρόσπιτα γεμάτα φίλους και καρπούς
τον ουρανό τρυγούν τη θάλασσα
τα ηλιοπότηρα υψώνουν στον αέρα
και ακούν το αηδόνι
το μεθυσμένο εδώ
εμείς ακούμε.

Δημοσιέυτηκαν στο Λοοτεχνικό περιοδικο Εντευκτήριο

.

Μινύρισμα

Τρυγάει ο θάνατος τρυγάει και ο έρωτας
Τρυγάει ο έρωτας τρυγάει και ο θάνατος
Από τη Σκιάθο έφτανε το πουλί και ψαλμωδούσε
Θέλει να θυμιατίσει, να γυρίσει τον καιρό
Τρυγάει πολύ στις μέρες μας ο θάνατος
Την Ακριβούλα, τη γραία με τα ορφανά και το λιγόχρονο Ευθύμη
Τη Θεμιστούλα, τη Φατμά, τον Άχμετ
Το νήπιο το απαρηγόρητο με τα χειλάκια στην πιπίλα ακόμη
Το τρυγάει
Απτούλ, Φατμά, Ομάρ, Φατί
Τρυγάει πρώτα τον πρόσφυγα και τους ξενιτεμένους
Τρυγάει σήμερα τρυγάει, εξηκολούθει το πουλί
Να θυμιατίσει θέλει πάνω από τις θάλασσες
Όλα τ’ αφανισμένα

21/12/2017

.

.

ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΣΩ ΜΑΝΤΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

.

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Κριτική ιδιωτικού και δημόσιου χώρου

Στην κριτική αποτίμηση -τόσο ενδοσκοπικά, όσο και κοινωνικά- ενδιατρίβει, με την τελευταία ποιητική συλλογή της, που φέρει τίτλο «Ναρκοσυλλέκτρια», η Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου. Η κριτική προσέγγισ;h της είναι σχεδόν κατά κανόνα έμμεση, υπαινικτική, αλληγορική και υποβλητική. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια κριτική υψηλής ισχύος και αναλόγου εμβελείας.

Η ποιήτρια παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη της σε μια επικίνδυνη διαδρομή μέσα σ’ ένα ναρκοπέδιο, ένα ναρκοπέδιο ιδιωτικού χώρου, που συχνά-πυκνά μεταλλάσσεται ή μετεξελίσσεται σε ναρκοπέδιο κοινωνικού χώρου. Η ίδια επιφυλάσσει για τον εαυτό της το ρόλο της ναρκοσυλλέκτριας, άλλοτε μιλώντας ευθύβολα και άλλοτε αλληγορικά.

Η Ε.Μ.Λ. προλειαίνει το έδαφος για την κριτική στάση της απέναντι στους ανθρώπους, απέναντι στην ανθρώπινη φύση, συμπεριφορά και νοοτροπία, από την αρχή του βιβλίου: «Φίλια στρατεύματα οδοιπορούν / σε τακτικούς διαδρόμους. / Ανιχνεύουν έγκαιρα όσα αποφεύγουν οι φρόνιμοι. / Κι εγώ τους παροτρύνω / να μαζέψουν λαλέδες και κυκλάμινα. / Πράγμα που δεν το έσπειρε ανθρώπινο χέρι / φόβο δεν έχει». (σελ. 13)

Στη συνέχεια βέβαια η κριτική αποτίμηση αποκτά και ιδιωτικό χαρακτήρα, προσλαμβάνοντας προσωπικό και εξομολογητικό τόνο: «Μου φαίνεται πως όλοι οι άλλοι / ξέρουν να πολλαπλασιάζονται / κι εσύ να τεμαχίζεσαι». (σελ. 14)

Στην πορεία επιστρατεύεται και ο κυνισμός μαζί με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για ακόμη πιο καίρια και απτά αποτελέσματα: «Αποστρέφομαι τις μέρες δίχως κίνδυνο. / Σπουδάζω πάντα πως να αχρηστεύω ύποπτες δοσοληψίες, / ληγμένες ιστορίες και αυταπάτες. / Τις πιο πολλές φορές / προλαβαίνω να μετρήσω ως το τρία». (σελ. 15)

Η μεγάλη αλληγορική εικόνα που συνθέτει η ποιήτρια σε όλο το βιβλίο εκτείνεται, διευρύνεται και αναπτύσσεται συνεχώς, κάνοντας χρήση όλων των σχετικών συμβόλων, ορολογιών αλλά και μικρών εικόνων που αναφέρονται σε νάρκες, ναρκοπέδια, ναρκαλιευτές κλπ. Υιοθετούνται παράλληλα και όλες οι σχετικές διαδικασίες και πρακτικές για αποναρκοθετήσεις, άρσεις ναρκοπεδίων κ.λπ. Σχεδόν κατά κανόνα όμως, το θεματικό επίκεντρο είναι άλλο από αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται: «Με τη μεταλλική του ράβδο προχωρεί ο ιχνηλάτης. / Αφήνει έξω απ’ τη δουλειά καλά δεμένο το σκυλί. / Στα ναρκοπέδια είναι επικίνδυνος ο φίλος. / Σε γνοιάζεται. / Θέλει την ανταπόκρισή σου». (σελ./ 21)

Ενίοτε η κριτική της προσλαμβάνει χλευαστικές, σαρκαστικές διαστάσεις, ψέγοντας με δριμύτητα αξιοκατάκριτες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Το ειρωνικό ύφος προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη ευστοχία στο στίχο της: «Ολίγη δημοσιότης επίσης δε θα έβλαπτε, / προωθεί τη συντεχνία, προσδίδει κύρος στον κλάδο. / Ελάτε τώρα!». (σελ. 30)

Οι νοηματικές προεκτάσεις των στίχων της Ε.Μ.Λ. είναι θεματικά ποικιλότροπες, αγγίζουν τη σφαίρα των υπαρξιακών και κοσμοθεωρητικών αναζητήσεων. Και είναι συνάμα περιβεβλημένες με έντονη φιλοσοφική διάθεση: «Άλλος αφήνει ένα κομμένο πόδι, / άλλος το χέρι του μες στον επίδεσμο / μετράει κανένα δάχτυλο λιγότερο / μα πιο συχνά αφήνει κόκκινο / το αίμα του μες στο τραχύ αλωνάκι, / λάφυρα της ζωής ή του θανάτου / μου φαίνονται τώρα το ίδιο. / Αυτά δηλαδή που οι άνθρωποι τα λένε / ματαιώσεις, απώλειες, επιτυχίες, κέρδη / και ευτυχίες που δεν άντεξαν, / όλα τους διπλοπρόσωπα νομίσματα». (σελ. 33)

Όπως προανέφερα η εναλλαγή μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, κοινωνικού χώρου είναι συνεχής. Τους στίχους δημοσιολογικής κριτικής διαδέχονται στίχοι βαθειάς εσωτερικότητας ή και διαπροσωπικών σχέσεων: «…δεν μπορείς / τίποτα δικό σου να φυτέψεις σε ξένη καρδιά / μονάχα να μεγαλώσεις τα δικά της δέντρα». (σελ. 35)

Η ποιήτρια ενδιατρίβει με ευστοχία στην αυτοκριτική και τον αυτοσαρκασμό, επιτυγχάνοντας συνάμα αξιοπρόσεκτο αισθητικό αποτέλεσμα με την ευρηματικότητα αλλά και την ανατρεπτικότητα των εικόνων της: «Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων / μπαίνω στο ναρκοπέδιο / επιλέγοντας πως όταν βγαίνω / κουβαλώ κι ένα κομμάτι / του εαυτού μου. / Κομμάτι το κομμάτι / μια μέρα θα βγω σώος». (σελ. 38)

Ευρηματικό θα χαρακτήριζα και τον τρόπο που βρίσκει η Ε.Μ.Λ. για να εξυμνήσει την ελπίδα, την προσδοκία, την προοπτική. Το πράττει αξιοποιώντας τα σύμβολα της πάλι με απρόσμενο τρόπο: «Κλειστά περίκλειστα κάστρα / κι εσύ πολιορκείς τα μυστικά τους / τις κρυφές εισόδους ψάχνεις. / Ούτε ψύχη! / Εκεί έξω μονάχος / πολιορκείς μια ενδεχόμενη παρουσία». (σελ. 49)

Παρά τις πολλές παρεκβάσεις, και υποθεματικές παρενθέσεις, η ποιήτρια επιστρέφει πάντα στον κεντρικό θεματικό κορμό της συλλογής της, στα σύμβολα και τη σημειωτική του. Πέραν της ειρωνείας και του σαρκασμού, επιστρατεύει και τον κυνισμό, προκειμένου να πει, κατά βάση, πικρές αλήθειες: «Αρουραίοι ναρκοσυλλέκτες / αναλαμβάνουν τώρα. / …Καλά κάνουν κι εκπαιδεύουν τώρα τους αρουραίους / φτηνά υλικά, στοιχίζει ελάχιστα / όλοι τους ίδια φάτσα / επομένως κανένας δεν θα νοιαστεί αν χαθούν μερικοί, / και αρουραίοι θα τους κλαίνε έτσι κι αλλιώς». (σελ. 62)

Οδεύοντας προς το τέλος του βιβλίου η Ε.Μ.Λ. επικαλείται και συνάμα προσκαλεί την έμπνευση. Και το πράττει με ένα ευφάνταστο, παραστατικό και ευρηματικό τρόπο: «Ας έρθει μια καινούργια ιδέα, ας έρθει! / μια έμπνευση καλοσήμαδη / όπως το πρωινό συναπάντημα με μια γειτόνισσα, / καλή ψυχή που φέρνει το καλό ξημέρωμα». (σελ. 70)

.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου «Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο»

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ 24/8/2016

Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
– Αμήν!

Σε τούτο το εξόδιο ποίημα από την τελευταία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ναρκοσυλλέκτρια», η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου», αξιοποιεί επιδέξια την εκκλησιαστική βιογραφική παράδοση, για να αποπνευματώσει το σύμβολο του ναρκοσυλλέκτη (ή ψυχοσυλλέκτη, αν προτιμάτε · άλλωστε μέσα στα ποιήματα της συλλογής οι ψυχές λογαριάζονται για νάρκες), και μέσω της επαφής με το σεπτό και το πάναγνο της παρουσίας του Αγίου να «επικολλήσει» σε αυτό τις υπερχρονικές και υπερτοπικές ιδιότητες που επιδιώκει . Ο Άγιος Φωκάς, σύμφωνα με τη βιογραφία του, καταγόταν από τη Σινώπη και είχε ως μοναδική περιουσία του έναν κήπο, τον οποίο καλλιεργούσε με μεγάλη αγάπη. Ακολουθώντας μάλιστα έναν ολιγαρκή τρόπο ζωής, κατόρθωνε με τη σοδειά που του προσέφερε ο κήπος, να συντρέχει τους φτωχούς και τους πεινασμένους της περιοχής του. Κήρυσσε δε ότι και η ψυχή του ανθρώπου είναι ένας κήπος ,ο οποίος πρέπει να δέχεται την κατάλληλη περιποίηση, έτσι ώστε να απαλλάσσεται από τα αγκάθια και τα ζιζάνια, και να παραδίδει γερούς καρπούς. Η αφηγηματική φωνή συσσωματώνει το άυλο με το εγκόσμιο μέσα στο κυρίαρχο χωρικό πλαίσιο των ποιημάτων αυτής της συλλογής, το ναρκοπέδιο. Κι όπως στα περισσότερα ποιήματα αναθέτει στον εαυτό της το παράτολμο ,την περισυλλογή δηλαδή των εκρηκτικών συσκευών από το ατομικό και το πανανθρώπινο «είναι» ή έστω την ανώδυνη περιδιάβαση μέσα από αυτές, αντιστοίχως και εδώ είναι έτοιμη να υποδυθεί τη μοίρα της, να ριχτεί στο ίδιο επίμοχθο και ολέθριο αγώνισμα. Σα να ορίζει κάτι αόρατο τις γεωγραφικές συντεταγμένες της πορείας της, την «ορισμένη γεωγραφική μοίρα». Το ανέλπιστο, η τραγική συνειδητοποίηση της ματαιότητας του εγχειρήματος, έρχεται με την εμφάνιση του αγίου, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποσυνείδητη παραδοχή του αδιεξόδου. Ο Άγιος, σαν ένα θρησκευτικής υφής άλλοθι, συμβουλεύει την αφηγηματική φωνή να περισώσει τις λέξεις της, τα αλεξίκακα όπλα της στον κόσμο του ναρκοπεδίου, και να φύγει, να γλιτώσει. Και, βεβαίως ως φιλεύσπλαχνος -και απολύτως συνεπής στην ταυτότητα που του προσέδωσε η εκκλησιαστική παράδοση – Άγιος, της προσφέρει το απαραίτητο παρηγορίας ανάγνωσμα, «μια κούπα ωραίους καρπούς», που για να ριζώσουν όμως τα κουκούτσια τους, χρειάζεται η θωπεία των λέξεων. Κι έτσι, στο τέλος του ποιήματος αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παραίτηση από τον σκληρό μόχθο της περισυλλογής των ναρκών είναι μόνο μια προσωρινή ανακωχή με στόχο την ανασύνταξη των δυνάμεων.

http://filologikesmaties.blogspot.gr/2016/08/blog-post_21.html

.

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ

Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου είναι μια ρωμαλέα ποιήτρια που έχει φορτωθεί αιώνες ιστορίας, όλο το παράλογο του πολέμου, της διχοτόμησης – την φοβερή περιπέτεια του τόπου της. Τα παίρνει όλα προσωπικά και προσπαθεί να τα διαχειριστεί παράλληλα με τις δικές της δοκιμασίες. Εξερευνά ένα βουνό ακατέργαστο πόνο που, πολύριζος και πολυπλόκαμος, απλώνεται σε δαιδαλώδεις υπόγειες διαδρομές υπονομεύοντας την όποια ήμερη καθημερινότητα, την όποια μικρή χαρά. Και αγωνιά καθώς νιώθει πως έχει μια αδιανόητη αποστολή:
«Μου ακουμπάνε κάτι μυστικά / και μου λένε κράτησέ τα!
Κι εγώ τρομάζω / γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα / που επιθυμώ να εκραγεί.»
Έτσι αρχίζει το βιβλίο της. Μιλάει για το παρόν, το γύρω και το μέσα της, αλλά μιλάει και εκ μέρους των νεκρών –για τους οποίους πάσχει δυο φορές περισσότερο, καθώς είναι παντού, και γι αυτό δύσκολα εντοπίζονται: «Και οι νεκροί ως να μην ήτανε ποτέ / δεν ήτανε στο χώμα τους / άφαντοι / και μες στο χιόνι του πένθους οι άλλοι»
Κινείται λοιπόν στα σκοτεινά, αθόρυβα, να μην ενοχλήσει τον ύπνο τους: «Μετρώντας βήματα, ελαφρά πατώντας, υπολογίζοντας ίχνη / σε μια ήπειρο διάσπαρτη νάρκες»
Ο δρόμος της, ουροβόρος, δαγκώνει πάντα την ουρά του, επιστρέφοντας συνεχώς στην αρχή του: «Τις νύχτες επιστρέφω στο σπίτι / στην πόρτα δεν με περιμένει κανείς / κάθονται μέσα οι δικοί μου άνθρωποι / υπερβολικά ήσυχοι για να είναι πιστευτό»
Βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνωρίζει ως σκεύος οδύνης: «Έμοιαζα με ξυσμένο πιθάρι εκατό χιλιάδες αιώνες αφημένο στον ήλιο»
Νιώθει πως: «Όταν πια οι μεγάλες κρίσεις τελειώνουν / σε έχουν ξεχάσει εκεί με τα πτώματα / με τα ερείπια, ποια φαντάσματα και πώς παλεύεις»
Συνεχίζει όμως, πείσμων, τον κυκλικό δρόμο της (που μικραίνουν ολοένα οι κύκλοι του), και χάνεται «στα δάση των ονείρων» – παρόλο που κι αυτά είναι γεμάτα παγίδες και ξόβεργες: «Μια ζωή χτυπάω και τσιμπολογώ την ξόβεργα / γύρω από τ’ ακίνητα πόδια μου». Κι όταν καταφέρει να ξεφύγει, πέφτει σε ναρκοπέδιο – ξόβεργες και ναρκοπέδια, κυκλώνουν από παντού αυτή την ελεύθερη ψυχή, η οποία, όμως, δεν πτοείται, προχωρά. Ξέρει πως οφείλει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ξανά και ξανά, να τραυματίζεται και να νικά, προκειμένου να επιτελέσει τον σκοπό της: «Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων / μπαίνω στο ναρκοπέδιο / ελπίζοντας πως όταν βγαίνω / κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου / κομμάτι το κομμάτι / μια μέρα θα βγω σώος» γράφει.
Όμως, δεν της είναι καθόλου εύκολο να διασχίζει αυτά τα ρημαγμένα, κινούμενα τοπία όπου, κατά εντολή της αποστολής της, πρέπει να ψάξει, να βρει και να περισώσει ό, τι περισώζεται.
«…θέλω να τραγουδώ / αλλά το κύμα της φωνής επηρεάζει τα συρματόσχοινα στο ναρκοπέδιο / κι ένας μικρός ελάχιστος κραδασμός / μπορεί να είναι και το τετέλεσται»
Προχωρά λοιπόν μέσα στη σιωπή και εισδύει στα άφατα.
«Να συνεννοηθώ με τη μοναξιά μου» λέει, «και τη σιωπή του τάφου σας / ελπίζοντας πως τα κλεισμένα χείλη σας / ζούνε τη μυστική ζωή των λέξεων / εκατομμύρια λέξεις δις και τρις περάσανε από αυτά τα χείλη / ζούνε τη μυστική ζωή τους / στο βαθμό που και οι κήποι απ’ την άλλη / πάνω από τη γη ζουν φανερά την άνοιξή τους»
Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου στέκει για μια στιγμή αποστασιοποιημένη – όσο μπορεί -και συλλογίζεται, βαθιά, εκ μέρους θυτών και θυμάτων. Και συλλαμβάνει υπαινιγμούς αιωνιότητας: «Οι αισθήσεις είναι το μέρος / κι ο θάνατος το όλον / και το όλον το ταυτόχρονο των αισθήσεων / στιγμιαία ή για πάντα δε γνωρίζω … όπως απλώνει τα νοήματα η θάλασσα / όταν διεγείρεται από τους ρεμβασμούς / τις σκέψεις των ανθρώπων που την αγναντεύουν.»
Αμέσως μετά επανέρχεται στη φύση της και στα μεγέθη συνεσταλμένου, ταπεινού διακόνου της ζωής. Αναγνωρίζει το μέτρο της αδυναμίας και της δύναμής της:
«(…) δεν μπορείς / τίποτα δικό σου να φυτέψεις σε ξένη καρδιά / μονάχα να μεγαλώσεις τα δικά της δέντρα».
Καθώς οδηγεί προς το τέλος του το βιβλίο (χωρίς να το κλείνει, γιατί το βιβλίο αυτό γράφεται ισόβια) μας δίνει στίχους με ειδικό βάρος, που σαν να ξαλαφρώνουν λίγο το δικό της. Η ποιήτρια ανασυντάσσεται και συνεχίζει να πορεύεται ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς, προς τη δικαίωση τους– κι όχι πια μόνη.
(…) έτσι βρέθηκα και πάλι γεμάτη / σαν το λαγήνι πλήρης / θέλεις τα δάκρυά μου ήταν, θέλεις το αίμα της καρδιάς μου /
(…) πάντως γέμισα ξανά /φροντίδες, έρωτες, συντροφιές, δουλειές και μεροκάματα.
Φίλοι μου τώρα και συνοδοιπόροι/ έρχονται πλάι μου όσοι έχουν ξυπνήσει από πόλεμο».

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ ΣΙΩΠΩΝ

ΣΤΟ BOOKPRESS 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014

Ομολογώ ότι την ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, ως όνομα και ως δημιουργό, την γνώρισα από τη βραβευμένη και όλως εξαιρετική ποιητική της συλλογή Ο Νώε στην Πόλη (Πλανόδιον, 2011). Παρουσία σεμνή γι’ αυτό και αθόρυβη, την πρωτοσυνάντησα στην Κύπρο, στην απονομή των εκεί κρατικών βραβείων λογοτεχνίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Όταν πήρα στα χέρια μου τη νέα της συλλογή Ναρκοσυλλέκτρια (εκδ. Γαβριηλίδη, 2014) ξαφνιάστηκα. Πρώτα, ευχάριστα, για την τιμή που μου έκανε, να με συμπεριλάβει στους αποδέκτες μιας καθόλα ευγενικής χειρονομίας. Έπειτα, ένιωσα αμήχανα για τον ασυνήθη τίτλο της συλλογής, ίσως και εξαιτίας της επίτασης που προσέδωσε στη λέξη η μεγαλογράμματη γραφή, για την οποία φρόντισε ο επιμελητής της έκδοσης. Προσπάθησα να διασκεδάσω την αμηχανία μου, και σ’ αυτό με βοήθησε ο αυτοματισμός με τον οποίο ενεργεί ο συνειρμός, επιστρατεύοντας μνήμες από την στρατιωτική μου θητεία στο 70 ΤΜ. Ειδικότητα: ναρκοπόλεμος-καταστροφές!
Ο όρος «ναρκοσυλλέκτρια» είναι αφ’ εαυτού φορτισμένος με άκρως επικίνδυνες εμπειρίες. Οι δεξιότητες και τα υλικά στα οποία παραπέμπει είναι, αυτόχρημα, άκρως αντιθετικά και προς την ποιητική ιδιοσυγκρασία
Ο όρος «ναρκοσυλλέκτρια», ως προσδιοριστικό ιδιότητας, ακόμη και στην μεταφορική του σημασία και εκδοχή, είναι αφ’ εαυτού φορτισμένος με άκρως επικίνδυνες εμπειρίες. Ενώ, οι δεξιότητες και τα υλικά στα οποία παραπέμπει είναι, αυτόχρημα, άκρως αντιθετικά και προς την ποιητική ιδιοσυγκρασία. Και όχι μόνο τη γυναικεία. Προεκτείνοντας το νόημα της λέξης-τίτλου, ή μάλλον λογοπαίζοντας, σκέφτομαι ότι η ιδιότητα αυτή, του ναρκοσυλλέκτη, είτε ως κυριολεξία είτε ως μεταφορά, προϋποθέτει επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, για τον εντοπισμό ναρκοθετημένων χώρων, που ισοδυναμούν με παγίδες θανάτου. Φυσικά, όσο πιο έμπειρος είναι ο ναρκοθέτης τόσο και δυσχεραίνεται το έργο του ναρκοσυλλέκτη.
Εκρητικά ευρήματα
Πολύ σύντομα, το ίδιο το ποιητικό σώμα με έπεισε ότι όφειλα να παραμερίσω τις όποιες ενστάσεις μου για τον τίτλο. Τώρα, μετά τη δεύτερη ανάγνωση, μπορώ να πω ότι οι πρωτοβάθμιες εκτιμήσεις μου για τη συλλογή ενισχύονται ακόμη περισσότερο. Δεν δυσκολεύομαι να πω ότι η μεταφορική σημασία όχι μόνο της λέξης-τίτλου, αλλά και του όλου ποιητικού λόγου που συναρτάται με αυτήν, είναι πρωτότυπη και ευρηματική. Και προσαρμόζοντας το ύφος μου στα συμφραζόμενα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό σημειώνω ότι πρόκειται για «εκρηκτικό» εύρημα υψηλής ποιητικής ισχύος, τις δυνατότητες του οποίου, η ποιήτρια εκμεταλλεύεται με γόνιμο τρόπο. Κι αυτό, αντανακλάται στα 64 άτιτλα ποιήματα της συλλογής. Με αυτό το τελευταίο, μάλιστα, η κ. Μαντά-Λαζάρου κατορθώνει να δημιουργήσει μία ενιαία και αδιάσπαστη ποιητική αφήγηση, ή καλύτερα έναν, συχνά ασθματικό στην εκφορά του, εσωτερικό μονόλογο.
Στη συγκεκριμένη συλλογή έχουμε έναν πολύ ικανό ναρκοσυλλέκτη, γένους θηλυκού, που διαρκώς περιφέρεται σε παγιδευμένους χώρους, όπου παραμονεύει το αναπότρεπτο. Το «έξω» είναι μια πλήθουσα αγορά από τοπία θανάτου και επικίνδυνους ναρκοθέτες. Πρόσωπα επικίνδυνα, καταχραστές εμπιστοσύνης που τους δόθηκε απλόχερα, προδότες που δεν περιορίστηκαν μόνο σε αναιρέσεις υπεσχημένων και σε ένοχη φυγή, αλλά και τολμητίες που παγίδεψαν τα πάντα, ακόμη τα μυστικά περάσματα της σκέψης. Το «μέσα», τα τοπία της ψυχής, η ίδια μνήμη γίνεται παρόν και κατακλύζει τα πάντα. Πρόκειται για ανεξίτηλες καταγραφές στην πιο ευαίσθητη γι’ αυτό και αιμάσσουσα πλευρά, αυτήν της ποιητικής συνείδησης. Η ομιλούσα φωνή, εξαρχής δηλώνει την ταυτότητά της με τους κυρίαρχους, σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, πρωτοπρόσωπους ρηματικούς τύπους: Πονούσα-σου μιλάω-τα θυμάμαι-Φαντάζομαι-Τινάζομαι-επιστρέφω-να ξεδιπλώσω. Ακόμη, και όταν απευθύνεται σε ένα δεύτερο πρόσωπο, σε ένα συμβατικό «εσύ» ή πάλι όταν αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, επικοινωνεί με το «εγώ».

Στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, η ομιλούσα φωνή, με πεισιθάνατη μελαγχολία, καταγράφει την απουσία ζωής σε ένα τοπίο, όπου ακόμη και ο θάνατος φαίνεται να έχει δραπετεύσει. Και όταν τα ερείσματα της ζωής, οι άνθρωποι που πιστέψαμε αφανίζονται, τότε η ποίηση, το μόνο «καταφύγιο όπου πονάμε» ασθμαίνει και ακουσίως μεταβάλλεται σε τοπίο με φθόγγους νεκρούς (σ. 8):

δίχως εικόνες λέξεις/ έφευγαν/ ελάτε, πίσω τις καλούσα, ελάτε μέσα μου/ μιλήστε/ ο γδούπος τους κενός του πουθενά/ και δίχως λόγια πύκνωνε ο θάνατος […] (σ. 8)
Και η ζωή, μάταια ψηλαφεί στις εσχατιές του ακατανόητου ίχνη και ανάσες ανθρώπων που πέρασαν και χάθηκαν.
Και οι νεκροί ως να μην ήτανε ποτέ/ δεν ήτανε στο χώμα τους/ άφαντοι (σ. 9)
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το ποιητικό υποκείμενο βιώνει το τετελεσμένο:

Πονούσε το άδειο μου οστέινο κουφάρι./ Το ακατοίκητο κενό του σφάδαζε […]
Έμοιαζα με ξυσμένο πιθάρι/ εκατό χιλιάδες αιώνες αφημένο στο διαρκή ήλιο
Στέγνωσα./ Όλα ρουφήχτηκαν […] Νυχτώνει μαύρο. (σ. 10)
Εδώ το ποίημα νοιώθεται όμοια με αυλαία που κλείνει. Και όταν ευθύς ξανανοίγει, βρισκόμαστε σε ένα παγιδευμένο εσωτερικό και συνάμα εξωτερικό τοπίο, με ύποπτους και προδότες –ορατούς και μη ορατούς, καταγεγραμμένους ωστόσο στη μνήμη– να φοράνε τη μάσκα του δόλου. Ή, μήπως, ο προδότης είναι το άλλο μας μισό…

[…] Από το παράθυρο μπαίνει κάθε πρωί μια μέρα/ κι ένας προδότης.
Μαζεύει τα σύνεργα σαν καλός φίλος που βοηθάει […]
Όσες φορές δοκίμασα να κλείσω έξω τον προδότη/ απέτυχα. (σ. 13)
Όμως, η ομιλούσα φωνή ομολογεί ότι είναι εθισμένη στους κινδύνους. Το ζην επικινδύνως τής είναι δευτέρα φύσις. Γι’ αυτό αναζητεί διαρκώς Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και άλλα δαιμόνια που ναρκοθετούν τα τοπία του έσω κόσμου. Στόχος μοναδικός, η απαγκίστρωση από σηψαιμίες και άλλα παρόμοια. Και, επιτέλους, ένα ταξίδι σε γάζες αιθέρος αλεύκαντες.

Αποστρέφομαι τις μέρες δίχως κίνδυνο./ Σπουδάζω πάντα/ πώς να αχρηστεύω ύποπτες δοσοληψίες,/ ληγμένες ιστορίες και αυταπάτες. (σ.15)
Η ναρκοσυλλέκτρια εκστρατεύει/ με όλη την ψυχή της./ Κατάφορτη./ Διαθέτει σύνεργα για τις καρδιές των άλλων μόνο./ Θέλει ένα βάρος να διασχίσει/ διάφανα τοπία ουρανού./ Και να μην είναι φυγή. (σ.52)

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗ

Η ποιητική ως τέχνη του κινδύνου. Σχόλια στη Ναρκοσυλλέκτρια

Αποδέχτηκα την πρόσκληση του Εκδοτικού Οίκου Γαβριηλίδης και του Βιβλιοπωλείου Ενδοχώρα να μιλήσω για τη Ναρκοσυλλέκτρια(Αθήνα: 2014),[1] τη νέα ποιητική συλλογή της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, παίρνοντας ένα προσωπικό ρίσκο. Όταν είπα το ναι δεν είχα ακόμη διαβάσει με προσοχή τη συλλογή (εννοώ όπως μας δίδασκε ο Κ. Θ. Δημαράς: ότι «η πρώτη ανάγνωση είναι πάντα η δεύτερη»). Ήταν βέβαια μια συλλογή που τηνείχα ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά και την είχα βάλει μαζί με τα βιβλία στα οποία λογάριαζα να επανέλθω. Είχα, άλλωστε, σε πολύ μεγάλη εκτίμηση την προηγούμενη συλλογή της Ευφροσύνης (Ο Νώε στην πόλη), κάτι που το είχα εκφράσει σε πολλούς φίλους πριν από τη δίκαια βράβευσή της.

Έτσι, λοιπόν, όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο που μας έφερε απόψε εδώ, είχα ήδη απολέσει το προνόμιο του απροκατάληπτου αναγνώστη που διαβάζει ένα βιβλίο μόνο για το κέφι του, δίχως ίχνος ιδιοτέλειας, αντίθετα δηλαδή με ό,τι πράττει ο κάθε διαμεσολαβητής ανάμεσα στο κοινό και στο έργο τέχνης. Συνάμα ένιωθα ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια παράξενη αναγνωστική εμπειρία. Ότι είχα αναλάβει ως αναγνώστης (και οιωνεί κριτικός )μιαν επικίνδυνη αποστολή: να μπω σ’ ένα “ναρκοπέδιο” του οποίου θα έπρεπε να αναγνωρίσω τους κινδύνους προσπέλασης αν ήθελα να βγω ακέραιος και, το κυριότερο, χωρίς να τραυματίσω πρόσωπα και πράγματα και νοήματα του συγκεκριμένου ποιητικού πεδίου.

Έπρεπε λοιπόν να βρω έναν τρόπο προσπέλασης κι αυτός δεν ήταν άλλος από την προσπάθεια αναγνώρισης των βασικών θεματικών μονάδων που ορίζουν την ποιητική περιοχή που συγκροτεί αυτή η συλλογή65 άτιτλων ποιημάτων ―θα έλεγε κάποιος βιαστικός αναγνώστης του βιβλίου. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για συλλογή ποιημάτων, αλλά για ένα, ενιαίο και συμπαγές ποίημα, στο ποίο μπορεί κανείς να ιχνηλατήσει ακόμη και οδόσημα από ένα σενάριο. Αν κοιτάξει κανείς τα σημεία όπου αρθρώνεται, σχεδόν ως σπονδυλωτή η σύνθεση, δηλαδή τα τέλη και τις αρχές των ποιημάτων, τότε θα διαπιστώσει ότι δεν είναι λίγα αυτά που συνδέονται μεταξύ τους με αρκετά εμφανή τρόπο.

Για παράδειγμα: το υπ’ αριθμό16 (σελ. 22) ξεκινά με τον στίχο «Ιχνηλατείς μόνος ουσίες χημικές» και το υπ’ αριθμό17 που ακολουθεί με τον στίχο «Ιχνηλατεί μόνος ουσίες». Το υπ’ αριθμό 21 (σελ. 27) τελειώνει με την εικόνα ενός πουλιού που είναι κολλημένο στην ξόβεργα («Κι είναι αλήθεια πως εγώ κολλάω / μικρό πουλί στην ξόβεργα») και το 22 (σελ. 28) ξεκινά με τους στίχους: «Να καθαρίσω πρώτα με το ράμφος / μόριο μόριο κολλώδεις ενοχές…»). Το υπ’ αριθμό 24 (σελ. 30) τελειώνει με την ειρωνική αποστροφή «Ελάτε τώρα!. και το 25 (σελ. 31) ξεκινά με τη φράση «Άσε με τώρα!.). Το υπ’ αριθμό 37 (σελ. 43) τελειώνει με τον στίχο «Μου χρωστάς κάτι φιλιά» και το ποίημα που ακολουθεί (το 38, σελ. 44) ξεκινά με τον στίχο «Ένα φιλί είναι ένα ποτήρι γεμάτο μοναξιά». Το ποίημα υπ’ αρ. 44 (σελ. 50) τελειώνει με το δίστιχο «Κι ούτε μια ελάχιστη μετατόπιση φορτίου / την ώρα που μπαίνει στο ναρκοπέδιο», και το ποίημα που ακολουθεί (το υπ’ αρ. 45, σελ. 51) ξεκινά με τον στίχο «Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο». Το υπ’ αριθμό 56 (σελ. 63) προβάλλει έντονα το μοτίβο της ψυχής, καθώς είναι το σημείο όπου έχουμε για πρώτη φορά τη μεταμόρφωση της λέξης (και της έννοιας) της «ναρκοσυλλέκτριας» σε «ψυχοσυλλέκτρια» (στ. 1).Το ποίημα αυτό κλείνει με την εικόνα:

«μαζεύονται παρέα σιγά σιγά οι ψυχές
στραγγισμένα φρύγανα και δείχνουν ολοφάνερα πως πονάνε
ένα κρακ και το τέλος τους φτάνει.»

Το ποίημα που ακολουθεί (57/64) ξεκινά με τον στίχο: «Αλλά πάλι παίρνουν να φέγγουν οι ψυχές».

Στο προτελευταίο ποίημα της σύνθεσης (το υπ’ αρ. 63, σελ. 70) υπερτονίζεται η ευχετική έναρξη, αφού οι πρώτες δύο τετράστιχες στροφές του μικρού αυτού ποιήματος (που συμπληρώνεται με μία ακόμη δίστιχη στροφή) ξεκινούν με την ευχή:

η πρώτη στροφή: «Ας έρθει μια καινούρια ιδέα, ας έρθει!»
και η δεύτερη: «Ας έρθει μια γενναία έκπληξη,»

ευχή η οποία βρίσκει θετική αντίστιξη στους πρώτους στίχους του υπ. αρ. 65 (σελ. 72), που είναι το τελευταίο ποίημα του βιβλίου και ξεκινάμε τους στίχους:

«Ήρθε τέλος μια νύχτα στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο κηπουρός».

Η τακτική αυτή (μιας εσωτερικής τριαδικής κλιμάκωσης) που υπογραμμίζει τη συνοχή της ποιητικής σύνθεσης, είναι περίτεχνα δομημένη, καθώς από τη διπλή ευχή για μιαν αφηρημένη έννοια (την «καινούρια ιδέα»), περνάμε στην ευχή για κάτι που είναι θετικά προσδιορισμένο: τη «γενναία έκπληξη». Δύο αναβαθμοί στο θέμα του «ερχόμενου» που προετοιμάζουν την έλευση ενός προσώπου με δύο ξεχωριστές ιδιότητες (ως προς τη θεματική της ποιητικής σύνθεσης): αυτήν του Αγίου και αυτήν του κηπουρού. Θα δούμε στην καταληκτική ενότητα αυτής της εισήγησης τον καταλυτικό ρόλο που παίζει αυτό το δισυπόστατο πρόσωπο για την τελείωση και την έξοδο του ποιήματος.

.

Ο ΝΩΕ ΣΤΗ ΠΟΛΗ

.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

13/10/2013

Ως Βιβλική φιγούρα ο Νώε συνιστά την περίπτωση του εκλεκτού εκείνου όντος που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ένα υπερφυσικό αίτημα για την αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας .Εκφράζει το πρότυπο της δικαιοσύνης και της ευσέβειας το οποίο ξεχώρισε ο Θεός μέσα από τον συρφετό της ακολασίας και του εμπιστεύτηκε το μοναδικό αλλά συνάμα τραχύ έργο της ανασύστασης του ανθρώπινου είδους .Έτσι , ο Νώε επιλέχτηκε να είναι ο επιζών ενός καθαρτήριου κατακλυσμού ,προορισμένου να επιφέρει τη θεραπεία της ηθικής κατάπτωσης των ανθρώπων .

Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν είναι άσχετες με το εννοιολογικό υπόβαθρο της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευφροσύνης Μαντά -Λαζάρου «Ο Νώε στην πόλη» . Το δίπολο «φθορά- κάθαρση » , τόσο εμφαντικά δοσμένο μέσα από την οικονομία της Βιβλικής ιστορίας του Νώε , ραβδοσκοπεί τα υπόγεια ρεύματα της έμπνευσης της ποιήτριας και συγκροτεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η σύνθεση του έργου της «Ο Νώε στην πόλη». Κι αν η μία ορίζουσα στον τίτλο της συλλογής έχει Βιβλική προέλευση και ανάγεται στο πεδίο του υπερβατικού , η άλλη ορίζουσα , η «πόλη» , στρέφει το βλέμμα και τη σκέψη μας κατευθείαν στα δεδομένα της καθημερινής εμπειρίας . Αυτή λοιπόν η συγκρουσιακή συνάντηση του ιδεατού με το φθαρτό υφαίνεται ποικιλότροπα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής και συμπληρώνεται με το στοιχείο της κάθαρσης . Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πορεία της ανάγνωσης , η οποία θέτει στο κέντρο την πόλη , ακολουθεί μέχρι το τέλος εκείνους τους χρονικούς δείκτες που παραπέμπουν στη διαδικασία της λύτρωσης . Οι πολλαπλές εικόνες της πόλης τοποθετούνται αρχικά μέσα σε μία σχεδόν παρακμιακή νυχτερινή κορνίζα , με τους απόηχους συναισθητικών ακρωτηριασμών παντός είδους [ οι άνθρωποι «ακρωτηριάζουν» την πόλη , η πόλη είναι ήδη κομματιασμένη , οι γυναίκες αποκομμένες από τους άντρες τους] και με την περίπου επιτακτική απαίτηση κάθε πόλη να έχει το λιμάνι και τη γυναίκα της , για ν’ αποφεύγει τους οδυνηρούς ακρωτηριασμούς. Η ανάγνωση συνεχίζεται πλαισιωμένη πάντοτε με νυχτερινά σκηνικά .Η πόλη , ως κυρίαρχο ποιητικό υποκείμενο , πλασμένη από την ποιήτρια με μία ανθρωπομορφική αντίληψη , επιβεβαιώνει με κάθε της κίνηση την ατμόσφαιρα της αποσύνθεσης : χασμουριέται , βάζει στο λαιμό της σαν φθοροποιό κόσμημα τις εφτά πληγές όχι του Φαραώ αλλά της γειτονιάς , αυταπατάται , κρύβει τις ομορφιές της . Στο τέλος ωστόσο της ανάγνωσης ο χρονικός δείκτης της αυγής αποδίδεται ως ρηματική ενέργεια στην ίδια την πόλη , ακριβώς για να σηματοδοτήσει το πέρασμα στην αναγέννηση , για να γαλβανίσει μέσα μας την επιθυμία της επιστροφής στο φως . Η δε εμμονή στην εικόνα των εργατών του δήμου που καθαρίζουν τους δρόμους , επιβεβαιώνει εύγλωττα τον παραπάνω συμβολισμό .Οι εργάτες του δήμου μετατρέπονται σε ένα ποιητικό όχημα διευκόλυνσης της συνέχειας της ζωής . Κάπως έτσι κι αφού προηγουμένως έχει συντελεστεί ο εξαγνισμός , αποβαίνει εντελώς φυσική η βούληση της αφηγηματικής φωνής να συνενωθεί οριστικά με την αποκαθαρμένη πλέον πόλη [«Τότε στο τίμιο βλέμμα του πρωινού της πόλης μου θέλω να γίνω δάκρυ. Ή πάλι μια σταγόνα φως στο τζάμι του ύπνου της .Κι ύστερα να ξυπνώ τριανταφυλλιά στους κήπους»] . Και ξεπροβάλλει ο Νώε ,αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο σκουριάς και μούχλας , για να ονοματίσει αυτά που τελικά πρέπει να σωθούν .

Η πόλη για την οποία μιλά στα ποιήματά της η Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου , η Λευκωσία ,προσεγγίζεται από την ποιήτρια με μία κινηματογραφική διάθεση . Πρόσωπα , κινήσεις , χώροι , αντικείμενα και συναισθήματα μπαίνουν κάτω από το φακό της γραφής της σε μία ρέουσα γραμμή που τείνει προς κάποια διαρκώς αναβαλλόμενη διέξοδο. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι η ποιήτρια προσπερνά με μία σχεδόν γενναιόψυχη αποφασιστικότητα το στερεότυπο της δοκιμαζόμενης από την τουρκική κατοχή πόλης και αντιμετωπίζει τη Λευκωσία με την παράνοια και με την αγάπη που ταιριάζει σε κάθε μοιραία πόλη .Τραβάει απ’ τα σκοτάδια της τις πιο τρυφερές λέξεις ,όπως αντίστοιχα υφαίνει με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα τις αφανέρωτες πτυχές της . Κι η πόλη στέκεται μετάρσια μεταξύ της νύχτας και της μέρας , μεταξύ του έρωτα και του κατακλυσμού , μεταξύ του ύπνου και της έκρηξης των ορμονών , ενώ η αφηγηματική φωνή της επιφυλάσσει εκλεκτές συγκινήσεις .Σε μια τέτοια στιγμή μάλιστα λυρικής έξαρσης ,όταν διαβάζει κανείς τους ακόλουθους στίχους «Σκεπάσου περιστέρα μου , σκεπάσου αηδόνα !Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους , το βαρύ ξύπνημά τους , σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι σαν ανάληψη στον ουρανό» , ο ερωτικός παλμός τον αιφνιδιάζει με τη δύναμη της εκφοράς του , με το απροσδόκητο της φλέβας μέσα στην οποία πάλλεται .

Από την άποψη της σύνθεσης , « Ο Νώε στην πόλη» διαρθρώνεται από επτά επιμέρους ποιητικές ενότητες , σε καθεμία από τις οποίες αναδεικνύεται συνήθως ένα κυρίαρχο μοτίβο .Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Όταν η πόλη γέρνει ράθυμη στο φίλημα του σκότους , ανοίγουν οι μαστοί πελώριας νύκτας» ,το ζευγάρι « γυναίκα» -«λιμάνι» ανασκαλεύει στη διάθεση του αναγνώστη την παράσταση μιας ανοχύρωτης πόλης που ψάχνει απελπισμένη ένα καταφύγιο [«Κάθε πόλη πρέπει να έχει το λιμάνι της και τη γυναίκα της»]. Το ποίημα «Τυχαίνει καμιά φορά ,όταν η πόλη χασμουριέται , να βρέχει συγχρόνως» διαπερνάται από το τρίπτυχο «βρώμικο»-«ψεύτικο»- «παλιό» .Από τη βρώμικη ανάσα της πόλης [«Τότε η παλιά πόλη βρωμάει σαν στόμα αρρώστου ή σαν χνώτα πεινασμένου» ] μεταφερόμαστε στα παλιά σπίτια που αναδύονται μέσα από το αμυδρό φως των αστεριών και των αυτοκινήτων [«τότε αναδύονται -σαν από θάλασσα ή στεριά -σπίτια παλαιικά , εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης»] , κι ύστερα σε μια διάσταση όπου τα πάντα μοιάζουν με πλατωνικές σκιές , με ψεύτικο υπόβαθρο στο οποίο στέκονται διάφορες μορφές [«να που στο τέλος όλα τους είναι σκηνικά»] . Στο «Οι εφτά πληγές της γειτονιάς αιμάτινο αλυσιδάκι στο λαιμό της πόλης» συνυπάρχουν ένας κατατρεγμένος κίναιδος , ένα μυστηριώδες άνθος ,οι αλλοδαποί εργάτες , οι θαμώνες ενός παρακμιακού καφενείου , ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που λιώνουν μαζί ,μια γυναίκα με αντιλήψεις άλλων καιρών κι ένας κόσμος που θυμίζει την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ [«Κανένα φαρμακείο δεν διανυκτερεύει . Μια μέρα δεν θα υπάρχει και κανένας για να πεθάνει εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά»]. Με την ενότητα «Όταν η νύχτα χασμουριέται πάνω από τις στέγες , ανοίγουν οι αρμοί της πόλης επικίνδυνα» ετοιμάζονται τα γιατρικά για τις «εφτά πληγές»,όπως αυτά κρυσταλλώνονται στις λέξεις «φαρμακείο» , «ταρίχευση» , «φωτογραφία» .Έτσι , ο ταριχευτής -φαρμακοποιός και ο φωτογράφος καταλήγουν σύμβολα της επιθυμίας για τη συντήρηση αυτών που χάνονται . Στη σύνθεση «Όταν η πόλη χασμουριέται οι αυταπάτες της απλώνονται όπως ο ουρανός» κυριαρχεί η αντίθεση «νέοι» -«στρατιώτες» για να σημάνει την απόσταση που χωρίζει τη ζωή έξω από τα όρια από τη ζωή μέσα στα όρια . Στην προτελευταία ενότητα « Η πόλη κρύβει τα λουλούδια της σε ηλιακούς και μυστικές αυλές» ,ο κομβικός στίχος «Μα ποιος θα μπορούσε να δίνει το φιλί της ζωής αν δεν είναι ο ίδιος βαρυπενθής;» φέρνει στο προσκήνιο τη φιγούρα του ποιητή ως του τραγικού εκείνου όντος που έχει τη δύναμη να συναισθανθεί βαθιά την απώλεια της ζωής και ακολούθως να την εκφράσει στην πιο ζωντανή της όψη. Από την άλλη , το τηλέφωνο μετατρέπεται με παράδοξο τρόπο σε διακριτικό γνώρισμα της αδυναμίας επικοινωνίας σε μια εποχή δικτύωσης των πάντων . Στο εξόδιο κομμάτι της συλλογής «Όταν η πόλη ξημερώνει , επιστρέφουν οι μέρες σαν υπόσχεση» οι εργάτες του δήμου και ο Νώε φέρνουν μαζί τους τον αέρα της κάθαρσης .

Από την άποψη της έκφρασης πάλι , οι λέξεις της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , αν και ριζώνουν στα χωράφια της ποίησης , παρατάσσονται και συντάσσονται πάνω σε μία αφηγηματική φόρμα που συγγενεύει αισθητικά με εκείνη του μοντέρνου διηγήματος .Κι ενώ επιδερμικά το αφηγηματικό στοιχείο μοιάζει να αποτελεί το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο , κάτω από αυτή την επίφαση παραμένει ζωντανός ο σφυγμός του ποιητικού λόγου. Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι σ’ αυτή την ποίηση δεν υπάρχουν ακριβώς στίχοι ή στροφές , αλλά συστάδες φράσεων που συγκεντρώνονται σε μικρές ή μεγάλες αφηγηματικές ενότητες και μεταφέρουν μία κυρίαρχη κάθε φορά διάθεση .Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι κάθε τέτοια ενότητα αποτελεί στην πραγματικότητα ανάπτυγμα ενός στίχου , έτσι ώστε να μεταλαμβάνουν περισσότερες λέξεις αυτό που συμπυκνωμένα αποδίδει μία μόνο φράση .Όταν λοιπόν η ποιήτρια γράφει «Οι άνθρωποι κόβουν την πόλη σαν ψωμί στα δυο , να πάρουν ο καθένας το κομμάτι του . Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους ακρωτηριασμούς .Με τους πολέμους των φυλών εκτεταμένη μαχαιριά κατά μήκος μιας πράσινης γραμμής .Με τις αψιμαχίες των ανθρώπινων καρδιών , βαθιά , ως το μεδούλι της ζωής και του θανάτου το κόκκαλο» αισθάνομαι ως αναγνώστης ότι μέσα σ’ αυτή την αλυσίδα φράσεων διαβάζω την ανάπτυξη του στίχου «Τα έχουν αυτά οι έρωτες τους ακρωτηριασμούς». Κι είναι στην ουσία οι λέξεις που τριγυρίζουν αυτή τη φράση , εκείνες που την ανασηκώνουν στο ύψος του στίχου ,και συνακόλουθα της ποίησης .

Η ποίηση λοιπόν της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου , «δραματική» και την ίδια στιγμή εσωτερική , συν-κινητική και ταυτόχρονα απόμακρη , το ίδιο ιμπρεσιονιστική και ρεαλιστική , λειτουργεί με τους δικούς της όρους , με την ένταση μιας εφηβικής έξαψης όπως αυτή αποτυπώνεται σ’ ένα σώμα που ανακαλύπτει στις απαρχές του τον Έρωτα .Κι αυτός ο έρωτας στη συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» έχει τη φυσιογνωμία της Λευκωσίας , της πόλης που μεγαλώνει σαν εφηβικό στήθος στο κορμί της ποιήτριας .

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου: Ο Νώε στην πόλη (Πλανόδιον, 2012)

Ο μύθος του Κατακλυσμού απαντάται από το Έπος του Γκιλγκαμές και την αρχαία ελληνική μυθολογία, μέχρι το Κοράνι, τις Βέδες και τη σκανδιναβική μυθολογία, καθώς βέβαια και στην πλέον γνωστή του εκδοχή στο Βιβλίο της Γένεσης. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, η τιμωρία που επιβάλλει μία ή περισσότερες θεότητες στον ανθρώπινο πολιτισμό, στέλνοντας πλημμύρα για να τον καταστρέψει.

Η ποιητική σύνθεση της Λαζάρου θα καταλήξει στον Κατακλυσμό, μια συνθήκη ωστόσο που διέπει τη δομή και των 7 επιμέρους κεφαλαίων που απαρτίζουν το βιβλίο. Καθότι εξαρχής η ποιήτρια προϋποθέτει ότι τελέστηκε ένας άλλος Κατακλυσμός («Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού και ανάπαυση λεχώνας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.»), μια συντριπτική ήττα του ανθρώπινου Γένους, και στην περίοδο που μεσολαβεί της νέας καταστροφής –γιατί εν τέλει αυτή είναι η αμετάκλητη μοίρα του κόσμου– αποτυπώνεται εκ νέου η παρακμή των ανθρωπίνων, στο πλαίσιο του αστικού περιβάλλοντος που άλλοτε υπονοείται εμφαντικά ως η Λευκωσία κι άλλοτε λαμβάνει καλειδοσκοπικές διαστάσεις μέσω συμμετρικών εικόνων που θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη.

Η καλειδοσκοπική αξιοποίηση του μύθου αποτελεί και το ιδιαίτερο στοιχείο της ποιητικής της Λαζάρου. Το κείμενο λειτουργεί ως ο σωλήνας που από τη μιαν άκρη του εφαρμόζει η ποιητική διάνοια και στην άλλη αποκαλύπτεται ο ανθρώπινος πολιτισμός με τη φθορά του. Τα κάτοπτρα του κειμένου αντανακλούν σκηνές από έναν παρηκμασμένο αστικό πολιτισμό που οδηγεί τον εαυτό του στην τιμωρία. Η δομή του ποιήματος ακολουθεί τη περιστροφική κίνηση του καλειδοσκοπίου εμφανίζοντας μικρά είδωλα που μετατίθενται στον χώρο και στον χρόνο, που συμπλέκονται και προσδίδουν καταιγιστικό τόνο στην εικονοποιία του ποιήματος, η οποία αν και μετέρχεται σχήματα του υπερρεαλισμού και εξπρεσιονισμού, εντούτοις εκφέρεται με την ορμή ενός απόλυτα συντεταγμένου Λόγου, δίχως γλωσσικούς ακροβατισμούς και χάσματα.

Η καταστροφή στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος, όμως, δεν νοείται ως επιβολή από κάποιο ανώτερο Ον. Στο ποίημα της Λαζάρου δεν υπάρχει ο τιμωρός-Θεός που νουθετεί τον άνθρωπο διά της βίας. Η συντριβή του ανθρώπινου Γένους παρουσιάζεται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται. Αυτή η προοπτική εξηγεί πιθανώς και τη διάθεση συμπάθειας του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στους ανθρώπους, που εγγενώς διαδραματίζουν τον διττό ρόλο του θύτη και του θύματος από τον ίδιο τον εαυτό τους στις πλέον καθημερινές τους πράξεις και συνήθειες.

Εδώ, η παρακμή κι η φθορά, η παραβατικότητα κι η περιθωριοποίηση δεν αποκαλύπτονται ως κάτι ξένο που ανάγεται σε αμαρτία κι υφίσταται τις τιμωρητικές συνέπειες των πιο πάνω καταστάσεων ή συμπεριφορών. Εδώ, ο μύθος του Κατακλυσμού επιβεβαιώνει τη φύση των ανθρωπίνων. Εδώ, ο Κατακλυσμός σηματοδοτεί το τέλος του μετα-Βιομηχανικού ανθρώπου, όπως ο Ωγύγιος Κατακλυσμός ολοκλήρωσε την «Αργυρή Εποχή» και ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα την πρώτη «Χάλκινη».

* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 10/3/2013

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

.

ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

Η Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου μας μιλά για την τελευταία της ποιητική συλλογή «Ναρκοσυλλέκτρια», εκδ. Γαβριηλίδη

από τον Κωνσταντίνο Κοκολογιάννη

Ο Νώε έτυχε, δικαίως, μεγάλης αναγνώρισης. Αγκαλιάστηκε, βραβεύτηκε, ταξίδεψε. Αυτή η αποδοχή και αναγνώριση, δυσκόλεψε ή διευκόλυνε τα μετέπειτα βήματά σου;

Ο Νώε διαβάστηκε και συνεχίζει να διαβάζεται κι αυτή η αποδοχή του με γεμίζει χαρά. Το βραβείο βοήθησε να γίνει ακόμη πιο γνωστό και να μεταφραστεί στα Ιταλικά. Τώρα μεταφράζεται και στα σέρβικα. Δεν ξέρω ακόμη πώς θα μπορούσε να επηρεάσει το δημιουργικό μου κομμάτι, τη γραφή εννοώ επειδή ήδη όταν ανέλαβε ο εκδότης ο Γιάννης Πατίλης την έκδοση του Νώε κι ενώ δεν είχε ακόμη εκδοθεί άρχιζε η γραφή του νέου μου βιβλίου, της Ναρκοσυλλέκτριας. Το θεωρώ ως συνέχεια του ίδιου δημιουργικού κύκλου αν και μορφικά διαφέρει. Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου εγραψε χαρακτηριστικά πώς αν ο Νώε είναι τραγούδι δρόμου, μπαλάντα, η Ναρκοσυλλέκτρια είναι άσμα δωματίου. Η δυσκολία ήλθε την ώρα της απόφασης να προχωρήσει σε έκδοση. Κι αν προχώρησε κι είμαστε έτοιμοι τώρα να το παρουσιάσουμε κι επισήμως οφείλεται σε αρκετό βαθμό και στη φίλη ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου που το πήγε στον εκδότη δια χειρός διαβλέποντας πως ίσως από έναν κάποιο φόβο μετά τη βράβευση του Νώε θα δίσταζα και θα καθυστερούσα αδικαιολόγητα την έκδοση.

Από το Νώε στη Ναρκοσυλλέκτρια. Ποια ήταν η πορεία στο χρόνο και στη δημιουργία;

Υπήρχε κάτι πυκνό πολύ σε σχέση με την Λευκωσία, μια μοιραίο πόλη, ως μια μοιραία ύπαρξη, ως μια γυναίκα αν θέλετε. Όπως την βίωσα και την βιώνω όπως την βιώνουμε όλοι κι αγωνιζόμουνα να το ονομάσω και να το θρηνήσω και να το τραγουδήσω και πένθιμα και ερωτικά και σε όλους τους τόνους και πάλι κάποια υπόλοιπα άρρητα ακόμη ακούγονταν μέσα μου, όταν τελείωσε η γραφή του Νώε. Έτσι είναι η ποίηση χωρίς τελεία. Η Ναρκοσυλλέκτρια έτσι ακολούθησε πιο εξομολογητική θέλοντας να αποπυροδοτήσει όλες τις νάρκες, τους κινδύνους, τις αγωνίες, τις ματαιώσεις, τους θανάτους…

Υπάρχει κάποιος κοινός άξονας ανάμεσα στο Νώε και στη Ναρκοσυλλέκτρια;

Κοινός αξονας στα δύο έργα: η ιδιοσυγκρασία της ποιήτριας , ο ψυχισμός της ίσως ή μάλλον η πολιορκία να φωτίσει πάντα τα ίδια για όλους μας ζητήματα έρωτας θάνατος από άλλη γωνία, κάνοντας έφοδο από άλλη είσοδο με άλλα μέσα.

«Ναρκοσυλλέκτρια» εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014, γιατί επέλεξες αυτόν τον τίτλο;

Από την αρχική σύλληψη του έργου, η Ναρκοσυλλέκτρια ως έμπνευση κυοφόρησε όλους τους στίχους. Την παρακολουθούσα ως παρουσία στο ναρκοπέδιο της καθημερινά, και την κατέγραφα, για πολλούς μήνες κι ήταν γυναίκα. Γι αυτό Ναρκοσυλλέκτρια με κάποιους μόνο στίχους για το Ναρκοσυλλέκτη.

Είναι η ποίηση τέχνη τόσο επικίνδυνη όσο ο τίτλος της τελευταίας σου συλλογής.

Με πολλούς τρόπους είναι επικίνδυνη τέχνη η ποίηση και ριψοκινδυνεύεις να χαθείς ή να σωθείς δηλαδή να παραπλανηθείς ή να παρηγορηθείς υπαρξιακά.

Από πού προέρχονται τα ερεθίσματα για να γράφεις;

Όλα όσα υπάρχουν και συμβαίνουν και σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε και ελπίζουμε και κάνουμε και ζούμε οι άνθρωποι είναι θέματα για την τέχνη . Ερέθισμα για να γραφτεί κάτι είναι ο σπινθήρας που δημιουργείται εκεί που η προσωπική μου ιστορία και το προσωπικό βίωμα συναντιέται με κάτι από όλα αυτά.

Σου λείπει η επαφή με τα παιδιά και την εκπαίδευση;

Ένα πρωί μπαίνοντας στην αυλή του σχολείου, αισθάνθηκα πως δεν με αφορούσε πια αυτό που γινόταν στο σχολείο. Ότι υπάρχουν πολλοί νέοι και καλύτεροι που αναμένουν με το πάθος του σταυροφόρου έτσι όπως ήμουνα κάποτε κι εγώ για να υπηρετήσουν το όραμα της παιδείας. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να είμαι ειλικρινής με αυτό που έκανα τόσα χρόνια στο σχολείο -θέλω να πιστεύω δημιουργικά και γνήσια- κι έτσι την άλλη μέρα πήρα τις αποφάσεις μου. Εξ άλλου υπάρχουν άνθρωποι στη, ζωή μου που σε αυτή τη φάση της ζωής μου και της ζωής τους θέλω να είμαι κοντά τους. Δεν το μετάνιωσα εξ άλλου σε μερικά χρόνια θα έφευγα ούτως ή άλλως. Η σχέση με τους μαθητές μου ήταν κάτι που θα μου έλειπε. Αλλά ο εκπαιδευτικός ξέρει πάντα πως είναι εκεί για να συναντήσει νέα παιδιά να δουλέψει μαζί τους μακάρι να εμπνεύσει να βοηθήσει για να τα δει να φεύγουν και να χαίρεται. Όταν καμιά φορά τα συναντά και τον χαιρετούν βεβαίως χαίρεται γιατί σημαίνει πως κάτι σημαντικό παιδαγωγικά γινόταν τότε αλλά δεν νιώθει ερημιά έξω από την τάξη. Αν νιώθει ανύπαρκτος χωρίς μαθητές και επαγγελματική ταυτότητα πρέπει να το δουλέψει με τον εαυτό του. Έφυγα χαρούμενη γεμάτη από πολλά και καλά χρόνια με τα παιδιά.

.

ΠΕΝΝΥ ΓΙΩΣΑ

OXYGONO/4/5/2014

Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου: «Καταδυθείτε στις αναμετρήσεις σας με την αλήθεια»

Την γνώρισα ένα καλοκαιρινό σαββατόβραδο του Ιούλη στη Λεμεσό στο σπίτι μιας κοινής μας φίλης. Ευφροσύνη στο όνομα και στη χάρη! Λιγομίλητη στην αρχή, σκεπτική και με τη μελαγχολία εκείνη που διακρίνει όλους τους βαθιά ρομαντικούς και σκεπτόμενους ανθρώπους της κοινωνίας μας. Γυναίκα καλλιεργημένη, προσιτή, που ξέρει να αγαπάει και να αγαπιέται. Κινείται με μια φυσική άνεση μέσα στο χώρο και στέκεται επάξια του καλού ονόματος που έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια τόσο στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίον υπηρετεί από το μετερίζι της φιλολογίας, όσο και στο χώρο της ποίησης. Το Νοέμβριο του 2013, η ποιητική της συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο, ανταμείβοντας επάξια την ποιήτρια για τον πνευματικό της μόχθο. Σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, φιλόλογος και ποιήτρια, αγαπημένη φίλη κι αγαπημένος άνθρωπος που σαν φανοστάτης δείχνει το δρόμο στους αναγνώστες της προς την πνευματική λύτρωση και ψυχική ανάταση.

Κυρία Ευφροσύνη, προλογίζοντας την ποιητική σας συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύχτες Γυμνές» λέτε ότι ο κόσμος πρέπει να γεννήθηκε από μια έκρηξη Σιωπής. Ποια ανάγκη θεωρείτε ότι γέννησε την Ποίηση;

Ο κόσμος κι η γραφή κυοφορείται και γεννιέται μέσα από τη σιωπή. Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή από τη σιωπή, μια σιωπή που κουβαλάει ως σπέρμα όλες τις δυνατότητες. Στο σημείο ακριβώς που ο άνθρωπος εισέρχεται στο χωροχρόνο αρχίζει η ιστορία της τέχνης. Σε όλες τις μορφές της και φυσικά η ποίηση. Με τη γένεση. Δεν θα μπορούσε να γεννηθεί ζωή και να συνεχίζει χωρίς αυτή την πρώτη κίνηση. Κι ό,τι βαθαίνει και ό,τι ανυψώνει την ποίηση αιώνες τώρα και την ανανεώνει είναι το γεγονός πως κάθε στιγμή άνθρωποι συλλαμβάνουν με τρόμο σχεδόν την ύπαρξη τους στο σύμπαν. Για να γεμίσεις μια έρημο, για να αντέξεις ένα σύμπαν, θα βγάλεις την πιο δυνατή κραυγή, θα χορέψεις, θα ζωγραφίσεις, θα τραγουδήσεις… κι όλα με πάθος. Η ποίηση δεν προκύπτει από μια επιπρόσθετη ανάγκη που δημιουργείται στην πορεία και στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό δεν είναι ποτέ περιττή, ή μια κάποια πολυτέλεια σε οποιουσδήποτε καιρούς.

Αντιλαμβάνεστε την Ποίηση ως ταξίδι ή ως προορισμό και γιατί;

Το ταξίδι και ο προορισμός ως θέμα ενέπνευσε και εμπνέει τους ποιητές. Από τα κορυφαία ποιήματα η Ιθάκη του Καβάφη. Η ποίηση η ίδια όμως δεν είναι ταξίδι σε χώρες και προορισμούς που σου ετοιμάστηκαν από πριν και σε περιμένουν να τους συναντήσεις. Ή να τους φωτογραφίσεις. Παίρνεις από όγκους λέξεων που μπορούν να ονομάσουν άπειρα πράγματα, καταστάσεις, νοήματα κι αφαιρώντας από τη μια και δουλεύοντας τες από την άλλη προσπαθείς αλληλέγγυος με τον κόσμο και τη μοίρα του, να ονομάσεις σημεία στο χάρτη της ανθρώπινης περιπέτειας κι αναζήτησης.

Διακρίνω σε όλες τις ποιητικές σας συλλογές μια ιδιαίτερη αγάπη για τη Λευκωσία, με αποκορύφωμα την τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» όπου την αποθεώνετε. Τι είναι αυτό που σας γητεύει τόσο σε αυτή την πόλη;

Δεν την αποθεώνω. Κάθε άλλο. Μιλώ για φθορά, για μια πόλη αιμάσσουσα, για καταστάσεις τραγικές… Η αίσθηση της αποθέωσης που αναφέρετε έχει να κάνει με την αποθέωση του έρωτα για αυτήν την πόλη. Ο έρωτας αποθεώνεται. « Σκεπάσου περιστέρα μου, σκεπάσου αηδόνα! Σκεπάσου αγαπημένη πόλη μου τον ανάλαφρο ύπνο τους, το βαρύ ξύπνημά τους, σκεπάσου τη ζωή τους και το θάνατο· βάλε κορώνα στο κεφάλι σου τη λαμπερή σελήνη και μέσα από σκοτάδια φύγε αστέρι· σαν ανάληψη στον ουρανό» Και δεν είναι για τη Λευκωσία μόνο ο έρωτας αυτός. Είναι για κάθε μοιραία πόλη και κάθε μοιραία ύπαρξη, για ό,τι είναι η πόλη. Γιατί και στο μυθιστόρημά μου « Χωρίς την Αριάδνη» εκφράζεται ένα παρόμοιο πάθος για την Κερύνεια.

Υπάρχουν κάποια πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε στη Λευκωσία και γενικότερα στην Κύπρο;

Όποιος ζει στη Λευκωσία και γνοιάζεται για την πόλη του, ένα πράγμα μπορεί να θέλει: να αναστρέψει την τραγική της μοίρα. Να την δει και πάλι να γίνεται πόλη. Τώρα είναι ένα σκέλεθρο. Κι οι πιο πολλοί δεν το βλέπουν. Κι άλλοι γοητεύονται από την εντός των τειχών Λευκωσία ως να είναι ένα μαγικό σκηνικό… « σπίτια παλαιικά εμποτισμένα με το όπιο της νέας χρήσης … παρακμιακά καφενεία,… διάβρωση, οξείδωση, σκελετοί παλιάς σκάλας, μια καμάρα που γέρνει δίχως συντροφιά… φυλάκια φυτεμένα στη μεσοτοιχία των συνοικιών…» Κι όμως είναι ένα τοπίο θανάτου απένθητο που το ξορκίζουμε με μπαράκια, καφετέριες, κάποτε και με κάποιο εργαστήρι καλών τεχνών, μια γκαλερύ… ελπίζοντας πως έτσι από την ακρωτηριασμένη πόλη θα γεννηθεί ένα σώμα ολόκληρο, γερό, ένας κόσμος άρτιος.

Στο ποίημα «Ξεπεσμός», θέτετε ως ρητορικό ερώτημα αν γυρεύει κανείς αετούς σ’ αυτό τον τόπο. Στη συνέχεια απαντάτε ότι τους αετούς εδώ, τους μάθαμε πώς να πετούν στα χαμηλά και αν δεν τα καταφέρνουν, τους κόβουμε και λίγο τα φτερά. Με αφορμή αυτό το ποίημα, θα ήθελα να μου σχολιάσετε εν συντομία την κυπριακή κοινωνία και νοοτροπία. Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί περισσότερο σ’ αυτήν και αντιστοίχως τι σας κάνει να νιώθετε περήφανη που είστε Κύπρια;

Το ποίημα «Ξεπεσμός» ιδωμένο μέσα στη συλλογή «Οι Μέρες Υφάντρες οι Νύχτες Γυμνές» αποτυπώνει το αίσθημα της ματαίωσης και του συμβιβασμού. Είναι ποιήματα που κουβαλούν την αντίδραση του εφηβικού μου στήθους απέναντι στη βία της εισβολής. Ήταν το αίσθημα της ματαίωσης, της διάψευσης, η απόγνωση της μοναξιάς που κουβαλά η ιστορία των μικρών τόπων και η ανάγκη να συμβιβαστείς με τα «χαμηλά» και με τα όρια που σου επιβάλλονται. Δεν είναι λοιπόν περίεργο κάποια στιγμή για κάποιους η μετριότητα να φαίνεται ως κανονικότητα. Οπόταν μπορεί και να υπονομεύεται όποιος ξεφεύγει. Συναισθηματικά δεν αντέχω πια να μιλώ εύκολα για την κοινωνία μας και τη νοοτροπία μας. Ακούω συχνά να συζητούν επαναλαμβάνοντας μερικές συγκεκριμένες απόψεις με αυτιστική στερεοτυπία αλλά και με ύφος ως να έχουν δει και μελετήσει τα θέματα αυτά εις βάθος. Γενικεύουν προσωπικές εμπειρίες, αποστηθίζουν λόγια άλλων και τα ενστερνίζονται χωρίς να τα περάσουν από έλεγχο, συμπεραίνουν στη βάση μιας ελλιπούς γνώσης. Αισθάνομαι όλο και περισσότερο την ανάγκη να μας βρίσκω ελαφρυντικά. Η Κύπρος επαρχία και η Κύπρος κράτος. Να μια σημαντική παράμετρος για περίεργες θα λέγαμε τουλάχιστον καταστάσεις μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μια κοινωνία όλο και πιο ζαλισμένη, σε ίλιγγο, μικρή κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που συνεπάγονται από αυτό και ταυτόχρονα πολύ εκτεθειμένη λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Με ενοχλεί που τόσο αργά αλλάζουν τα πράγματα κι η μόνη φορά που είδα να αλλάζουν ξαφνικά δεν έγινε από μια επανάσταση γνώσης κι επίγνωσης. Συνέβη κάτω από συνθήκες μιας βίαιης εισβολής και κατοχής που άλλαξε το κοινωνικό τοπίο μέσα σε λίγο χρόνο. Δυσκολεύομαι με τη λέξη περήφανη. Νιώθω ότι είναι πολύ αξιοπρεπές να είμαι μέλος της Κυπριακής κοινωνίας που δεν είναι η καλύτερη ούτε η χειρότερη κοινωνία.

«Μα δεν υπάρχει πιο εγκάρδιο χαμόγελο από τα χείλη που πόνεσαν θανατηφόρα» λέει ένας στίχος από το ποίημά σας «Το Μέσα Φόρεμα» στην ομώνυμη ποιητική συλλογή. Η εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού, θαρρείτε πως οφείλεται στον πόνο που έχει βιώσει; Πώς βλέπετε να διαγράφεται η μοίρα αυτού του τόπου, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις για το κυπριακό ζήτημα;

Όταν έγραφα το στίχο αυτό, δεν είχα κατά νου την εγκαρδιότητα του κυπριακού λαού. Ξέρω όμως ανθρώπους που δοκίμασαν τέτοια ακραία μορφή πόνου και κινδύνου στη ζωή τους, που έμοιαζαν μετά ως να γύριζαν από το θάνατο. Κάποιοι τα καταφέρνουν να επιστρέψουν όντως στο φως και το σκοτάδι που αφήνουν πίσω τους, κάνει πιο φωτεινά τα πρόσωπά τους. Χαμογελούν από ένα άλλο βάθος μιας κατανόησης της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι φιλολογικές σας σπουδές και η επαφή σας με τον αρχαίο πολιτισμό έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Αναπόφευκτα. Κι αυτά και πολλά άλλα.

Είναι αποτρεπτικό ή τελικά πιο εύκολο για εκείνον που διδάσκει λογοτεχνία και ποίηση να ασχοληθεί με τη συγγραφή ανάλογων κειμένων;

Είναι δύσκολο έως επικίνδυνο να είσαι φιλόλογος και συγγραφέας. Την ώρα που γράφεις πρέπει να απεκδύεσαι την ιδιότητα του φιλολόγου, να την σβήνεις εντελώς.

Η τελευταία σας ποιητική συλλογή «Ο Νώε στην πόλη» απέσπασε θριαμβευτικά το κρατικό βραβείο ποίησης στην Κύπρο για το 2012. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτή τη δουλειά και γιατί θεωρείτε ότι αγαπήθηκε τόσο από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς.

Το σκεπτικό της βράβευσης ήταν το εξής: «Η ποιήτρια χρησιμοποιεί την αλληγορία του κατακλυσμού του Νώε για να μνημειώσει το δράμα μιας χειμαζόμενης πόλης, υιοθετώντας το πολύμορφο είδος του «πεζού ποιήματος» που σπανίζει στην κυπριακή ποιητική παραγωγή. Η πόλη, στην οποία αναγνωρίζουμε την παλιά Λευκωσία, σπαράσσεται από τα πλήγματα που της επισώρευσε η ιστορία, όπως σε μια βιβλική καταστροφή: πόλεμος, προσφυγιά, οικονομική ανέχεια, γήρας, αποτυπώνονται στα ερειπωμένα κτίσματα όσο και στο ανθρώπινο τοπίο. Άνθρωποι του περιθωρίου, πόρνες, μετανάστες, φαντάροι, μοναχικοί, ανάπηροι, σκιαγραφούνται σε μικρά πορτραίτα που συγκεφαλαιώνουν τον πόνο και τον κατατρεγμό. Η ποιήτρια, στραμμένη σ’ αυτόν τον κόσμο των ταπεινών και καταφρονεμένων, αποτυπώνει σε χαμηλόφωνους λυρικούς τόνους την ανθρώπινη βάσανο απηχώντας τη συμβολική γλώσσα των Γραφών. Θρηνητική και δεητική, η συλλογή λειτουργεί μεταφορικά ως κιβωτός λέξεων στην οποία διασώζεται η ανθρώπινη ευαισθησία προς τον συμπάσχοντα.»

Η γραφή του έργου ως διαδικασία ήταν μια μοναδική εμπειρία, ως μια εσωτερική απελευθέρωση που με έφερνε σε επαφή με τα κατάβαθα του είναι μου. Έγραφα αβίαστα ακολουθώντας ένα εσωτερικό ρυθμό. Στο τέλος του έργου μέσα σε λίγες μόνο γραμμές εμφανίζεται ο Νώε. Είχα την αίσθηση όμως πώς ήταν εκεί πίσω μου στη σκιά ως να παράστεκε στη γραφή του.

Εκτός από ποίηση έχετε γράψει κι ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Χωρίς την Αριάδνη», όπου αναφέρεστε στον αυτισμό. Μιλήστε μας για το εν λόγω εγχείρημα και τη σύλληψη της ιδέας.

Ο επεξηγηματικός υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι «στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση.» Είναι η ιστορία ενός αυτιστικού παιδιού φωτισμένη από τη σύνθεση του αυτιστικού του λόγου και άλλων κωδίκων που χρησιμοποιεί και η ιστορία αυτή κινείται σε μια αυτιστική κοινωνία και πολιτεία. Στα έργα μου γράφω για πράγματα, πρόσωπα, καταστάσεις που με έχουν αγγίξει βαθύτατα, που με αφήνουν άγρυπνη, που με κρατούν συγκινημένη.

Έχω πληροφορηθεί ότι ετοιμάζετε μια νέα ποιητική συλλογή. Θα θέλατε να μας αποκαλύψετε κάποια περισσότερα στοιχεία για αυτή;

Έχει τίτλο Ναρκοσυλλέκτρια και αναμένεται να κυκλοφορήσει το καλοκαίρι.

Κλείνοντας αυτή την όμορφη συνέντευξη που μου παραχωρήσατε απλόχερα, θα σας ζητήσω να απευθυνθείτε στα νέα παιδιά της γενιάς μου και να τους δώσετε μια ευχή-συμβουλή που θεωρείτε ότι θα τους είναι ωφέλιμη για τη ζωή τους. Επίσης, τι θα συμβουλεύατε όλους όσους έχουν ήδη, ή πρόκειται να ακολουθήσουν το δύσκολο μονοπάτι της ποίησης και της συγγραφής εν γένει, υπό την έννοια ότι αυτή η δραστηριότητα (σε αντίθεση με αυτό που υποστήριζε ο Ελύτης) δεν είναι η συνήθης ασκούμενη βιοποριστική ενασχόληση.

Να μου επιτρέψετε να σχολιάσω με δύο στίχους από τη συλλογή «… σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε»

«Καταδυθείτε στις αναμετρήσεις σας με την αλήθεια»

«Ρωτήστε εκείνους που δεν υπόσχονται απαντήσεις»

Τι να πω στους νέους που επιλέγουν το δρόμο της ποίησης; Κι εγώ στο δρόμο είμαι, σε πορεία. Δεν έχει τέλος ο δρόμος αυτός και πάντα δοκιμάζεις ένα ακόμη βήμα … Προτιμώ να συνομιλώ και να μοιράζομαι με τους άλλους ελπίζοντας πως αυτό είναι πολύ πιο ωφέλιμο. Καμιά άποψη και γνώση που παίρνεις για να εγκιβωτιστεί ως πληροφορία στη μνήμη σου δεν έχει αξία. Μόνο αν καταστεί αντικείμενο συνομιλίας αποκτά νόημα και μάλιστα προσωπικό για τον καθένα από τους συνομιλούντες.

Τελειώνοντας τη συνέντευξη με την ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, νιώθω πιο ανάλαφρη και συνάμα πιο ζωντανή. Ευθύς μου έρχονται στο νου τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: «Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα». Και η ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά- Λαζάρου απέδειξε και συνεχώς αποδεικνύει τόσο με το πνευματικό της έργο όσο και με το ήθος της ότι κατέχει πολύ καλά την τέχνη της αρχιτεκτονικής του λόγου…

http://www.oxygono.org/?wp=interview&article=1F9DCB64DC91620BB44AD579953A84CD

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

%ce%b5%cf%86%ce%b7

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Είναι πτυχιούχος του Φυσικού τμήματος του Παν/μίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας.

Συνεργάτης θεατρολόγος και βοηθός σκηνοθέτη στις παραστάσεις:

«Huis Clos – Κεκλεισμένων των Θυρών» (2002-2003), «Leonce und Lena» (2004-2006) και «Tο σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (2008-2010) στο θέατρο-εργαστήριο «Μαύρη σφαίρα» της Τότας Σακελλαρίου.

Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και Ιταλικά.

Ως θεατρολόγος συνεργάζεται με το περιοδικό Θράκα  κρατώντας την στήλη θεατρικής κριτικής «εξώστης».

Εργάζεται στην εκπαίδευση, και ζει στην Αθήνα.

ΕΧΕΙ ΕΚΔΩΣΕΙ

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)

ΑΜΜΟΣ (2013)

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ (2017)

CHART OF SHIPWRECKS (2017)

CARPE DIEM *

Καλωσορίσατε στον κόσμο των ζωντανών νεκρών

κοιτάξτε τους!

Κοιτάξτε από τι ανεκτίμητο υλικό είναι καμωμένοι

Στάχτες. Μόνο στάχτες.

Κι η στάχτη καίγεται; Όχι

Καλωσορίσατε λοιπόν

στον κόσμο των αθάνατων νεκρών

στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο ψωτιάς

και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας

* Οράτιος, Ωδές, Ι.ΧΙ.8

CARPE DIEM *

Welcome to the world of the living dead

look at them!

Look what fabulous material they are made of

Ashes. Just ashes.

And do ashes bum? No

So welcome

to the world of the immortal dead

the world of marble-like cold fire

and hope’s unquenched flame

* Horace, Odes, I.XI.8

ΜΠΑΡΚΟ

Έρχεται και φεύγει το παλιρροϊκό κύμα

των ανοιχτών φτερών μου

μα στο κατάρτι της μοίρας μου δεμένος

από λέξεις, με λέξεις πάλι άνοιξα πανί

σε θάλασσα άγρια από λέξεις

ταξιδεύω

AT SEA

It ebbs and flows the tidal wave

of my open wings

but roped to the mast of my fate

from words, with words I again set sail

on a sea rough with words

I voyage

ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ελεύθερος δεν είσαι

παρά στο βλέμμα σου μονάχα

λέει ο καθρέφτης

που τον καθρέφτη καθρεφτίζει

ILLUSION

Free you aren’t

only in your look

says the mirror

mirroring the mirror

ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα

οι λέξεις που δε γίναμε

τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας

ξημερώματα

οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες

χειρονομίες τους

οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου

το παράθυρο

Είμαστε το λίγο

του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου

είμαστε

η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE

We are the lost possibility

the words we never were

the children falling from our dreams

at dawn

roads blind alleys and their endless

gestures

the vacant seats next to the train’s

window

We are the least

the minimum of time

The world’s aloneness

we are

the dust of slain time

ΘΑΛΑΣΣΑ

Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη

βλέμμα πριν το βλέμμα

γη δίχως εξουσία

πόρτα ανοιχτή

σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη

το ολόκληρο

το ανερμήνευτο

το καθαρό το αίμα της θυσίας

ο βυθός του Καλού

η γνώση της απώλειας

το πηγάδι που αναβλύζει

το τέλος του θανάτου

SEA

For love is an entire sea

a look before a look

land without authority

an open door

silence unlocked

For love is

the whole

the unexplained

the pure blood of sacrifice

the depth of Goodness

the mastery of loss

the well gushing out

the end of death

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ Β’

Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου

ταμειακή μηχανή συναισθημάτων

να κόβει αποδείξεις.

Η μικρή μου πράξη τρέμει άγρυπνη

ανάμεσα στα δάχτυλα πριν περάσει οριστικά

στο λυγμικό χώρο της σιωπής

NOCTURNAL Β’

I hear only the sound of my typewriter

emotional cash register

issuing receipts.

My small act trembles wakeful

between my fingers before passing for good

in the sobbing space of silence

ΦΑΡΣΑ

Ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα

είναι η σιωπή

και η βαρύτητα το λύνει

FARCE

A carton tied with a ribbon

is silence

and gravity unties it

ΓΗΤΕΥΤΕΣ

Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο

από σπασμένος καθρέφτης

ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα

και πίστη

γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση

υπέροχα πλανημένοι

θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως

σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ

γητευτές πουλιών διάφανοι

θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη

γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική

και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε

θάλασσα ανάσταση κι αγάπη

CHARMERS

And since I love you I need be something more

than a broken mirror

yes miracles derive from despair

and faith

that’s why hanging in our own hell

prodigiously beguiled

we’ll transform the heavy light of night

to soft white snow

transparent bird charmers we’ll dream that we’re still dreaming

since miracle has a secret fate

and the habit of smelling as usual

of sea resurrection and affection

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Νύχτωσε

σκοτείνιασε αλλά στο βάθος

φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας

ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα

βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής

κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη

φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών

ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων

δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό

άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν για πάντα το κενό

Κι ακόμη

δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα

από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ

THE GARDEN OF MEMORIES

Nightfall

it’s growing dark but at the back

shines as usual the garden that on walking

you leaf through what is inexplicable

How many

looks of roses tesserae of life

were forcibly cut and fell on the grass

rustle of leaves chirping of birds

airy flapping of dreams

escaped from a childish nightmare

slight cries of stars marking

the void forever

And even

narrow streets less dangerous

than those we never lived

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ποια άμμος; Ποιος θάνατος; Ποιο σώμα;

Το κερδισμένο της αφής βυθίζεται στη γλώσσα

οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία

η μνήμη τους δεν τις ενώνει

Είμαστε άβυσσος περιπλάνηση

ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος

Ποιο κέρδος; Ποια ζημιά;

Το νόημα είναι η απουσία νοήματος

οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία

ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα

Είπε η φωνή μέσα μου

Γεννήθηκα στον αστερισμό του ανέμου

έχω καταφύγιο μόνο τον ουρανό

το κορμί μου σκορπίζω μες στη σκόνη

πενθώ για κείνο που δε χάνω

πενθώ

για κείνο που απ’ τον εαυτό του δεν εξορίστηκε

γιατί μόνο ό,τι εξορίστηκε απ’ τον εαυτό του θα χαθεί |

πενθώ

της επιθυμίας την αρχή γιατί εκεί είναι το τέλος

απομακρύνομαι απ’ των χεριών την αγριότητα

τελειώνω για να μπορώ να ξαναρχίσω

Με στάχτες

θα τραφεί η περιπλάνηση

κι η ελπίδα

απ’ το μηδέν θα ανθίσει

ETERNITY

What sand? What death? What body?

What the touch earns is absorbed by the tongue

the words grew heavy and they fall without whims

their memory doesn’t unite them

We are an abyss peregrination

a continuous dirge

What profit? What loss?

The meaning is the absence of meaning

water drops signify drought

ripening fruit is fed on blood

Said my inner voice

I was bom in the wind constellation

my only shelter is the sky

I scatter my body in the dust

I mourn for what I do not lose

I mourn

for what of me wasn’t banished

because only what of me was banished will be lost

I mourn

for a wish’s beginning because there it ends

I move away from the harshness of hands

I finish that I may start again

With ashes

will peregrination be nourished

and hope

will flourish with zero

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας

English translation by Yannis Goumas

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ (2015)

DESERT AS DESIRE (2015)

Είναι ένα καρότσι

ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή

ο μπροστινός τροχός τρίζει

το σπρώχνω σταθερά

βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου

μέχρι που

ο δρόμος χάνεται

δεν υπάρχει δρόμος

δεν υπάρχει κανείς

μόνο αέρας.

There is a cart

its wheels pledge perpetual flight

the front wheel squeaks

I push it steadily

by the side of the road

until

the road vanishes

there is no road

there is no one

only air.

*

Ξήλωνε

το φαρδύ ρούχο της στέρησης

με τις τεράστιες άδειες τσέπες.

Γυμνώθηκε τελείως.

Νήματα είναι τα σώματα, είπε,

να τα υφάνεις περιμένουν.

She was unpicking

deprivation’s large garment

with the huge empty pockets.

She stripped to the buff.

Bodies are threads, she said,

they wait for you to weave them.

*

Δεν θυμάται

γιατί δεν θέλει να θυμάται.

Βαδίζει διαρκώς –

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία,

και συνέχιζε

ανάμεσα στο πλήθος,

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε.

Με προορισμό το δρόμο

αναζητώντας λίγη σκιά

δεν είχε παρά τον ίσκιο του

μονάχα.

He can’t remember

because he doesn’t want to remember.

He keeps on walking –

you must cross the desert, he’d say, that’s what matters,

and he carried on

among the crowd,

you must cross the desert, he’d say.

The road his destination,

looking for some shade,

he had nothing more than

his shadow.

*

Βάδιζε

λες κι ένα τζάμι κάτω από τα πόδια του

θύμιζε διαρκώς το βάρος.

Άξαφνα

το δίχτυ της βεβαιότητας υποχώρησε

ο πάγος έσπασε

νερό γέμισε η τρύπα

και πνιγμένους.

He was walking

as if a piece of glass under his feet

reminded him of his weight.

Suddenly

the net of certainty gave way

the ice broke

and the hole was filled with water

and drowned people.

*

Κλωστές νήματα υφάσματα

όλα τα πουλάω

μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε

δεν βγάζω στο παζάρι.

Threads yams fabrics

I’m selling them all

only that tom off shred of blood

isn’t for sale.

*

Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·

Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.

He has the patience of a tree on fire;

A previous silent matter exists there

*

Κάποτε

μια αστραπή στάθηκε αρκετή.

Άνοιξαν ταυτόχρονα

τις ομπρέλες της σιωπής

κι έζησαν έτσι άβρεχτοι

για χρόνια.

Once

a lightning was enough.

They opened at once

the umbrellas of silence

and thus dry they lived

for years.

*

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται

ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή

και το τυφλώνει

ξερός κρότος ακούγεται

καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν

το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.

Γίνονται ένα.

Quarry and hunter look at each other

their pupils dilate

the quarry’s fear occupies the hunter’s eyes

blinding him

a dry sound is heard

as he blinks

the quarry overcomes the hunter.

They become one.

*

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του

σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή

φάνηκε στο μυωπικό του μάτι

όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν

τι μένει;

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο

ελατήριο-

με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε

τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη

ύλη σιωπής,

πρόσθεσε. 

Κι όπως ξεδίπλωνε το φιλμ

άρχισε να μετράει, αργά στην αρχή, γρήγορα με ρυθμό

κατόπιν, τόσοι οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι, τόσοι

οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι κι ανάμικτη σκόνη

και υγρασία μαζί, ασπρόμαυρη ζωή να πέφτει στο

τραπέζι, κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να

παίξουμε, μου λέει.

-Τι βλέπεις;

– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.

-Τι βλέπεις;

– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.

– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

Η γη γυρίζει, και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα

καλά καμένο.

Deeper than the look, what?

A wild voice sounded in his ears

a winding stairway with a handrail

appeared in his myopic eye

everything shortens, as they fall

what remains?

Deeper than the look, what?

With the precision of a watchmaker -who presses the

cut spring-

with the last — remaining screw

he removed what from the question.

Deeper than the look he added

matter,

silent matter.

As he was unfolding the film

he started counting, lowly at first, then with a quick

rhythm, so many people alive, so many dead, so many

alive, so many dead, along with a mixture of dust and

moisture, a black — and — white life falling on the table,

and then he cuts, cuts, cuts eyes, and tells me to come

and play.

-What do you see?

– The eyes are time’s windows, I say.

-What do you see?

-Nothing. Nothing at all, I say.

-The blind are smiling, he says.

The earth revolves and the cut film now really smells

burnt.

*

Η τελευταία λέξη

αιωρείται

ρούχο άδειο

κρεμασμένο από τοίχο αόρατο

πέτρα που γκρεμίζεται

στο χρόνο.

Η τελευταία λέξη

αιχμάλωτη

στο τρύπιο γάντι της σιωπής

στην τρέλα γέρνει και

συλλαβίζει λέξεις

όπως ζάρι παρτίδα νίκη

απελπισία στάχτη

το χαμένο δαχτυλίδι

ενός έκπτωτου άγγελου εκδίκησης

λέξη – πουλί με ράμφος κοφτερό

αυτόχειρας αυτάρεσκη

λέξη θάνατος – έρωτας

τυφλή

η τελευταία λέξη

όταν θυμώσει

με την άκρη του φτερού της

φωτιά ανάβει

σ’ όλους τους κήπους

του ουρανού.

The final word

an empty garment

hovers

hanging on an invisible wall

a stone falling

in time.

The final word

withheld

in the holed glove of silence

tends to madness and

syllabifies words

like die, game, victory

despair ash

the lost ring

a fallen angel’s revenge

a word — cum — bird with a sharp bill

suicidal self-satisfied

a word death – cum – love

blind

is the final word

when it gets angry

with the tip of its wing

it lights a fire

in all heavenly

gardens.

*

το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό

το λιωμένο μέταλλο του χρόνου

το ξυράφι του

το παγωμένο γάλα της συνείδησης

και το μαχαίρι που το κόβει.

Κι ήταν η σάρκα του νερού

ίο σώμα του νερού που απ’ τα δάχτυλα γλιστρώντας

τον ρωτούσε:

Ι Πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις;

Κι έτσι ο χαμένος χρόνος

Ι ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του

ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής

απ’ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος

του έδειχνε σβήνοντας

μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει

χωρίς αυτά

να υπάρχει

I σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου

παράξενος

που μαζεύει τις βαλίτσες του

και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες

και κυλάει

σκορπίζοντας βλέμματα ζώων

κραυγές παιδιών

και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι

και κυλάει

με όλα τ’ αδέσποτα των δρόμων

αδέσποτος κι αυτός

άδετος αδαής δεόμενος

κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή

του μυστήριου της ζωής

και του φωτός αιχμάλωτος. 

the black water of oblivion’s river

time’s melted metal

its razor

the frozen milk of conscience

and the knife cutting it.

And it was the water’s flesh

the water’s flesh that asked him

as it slipped from its the fingers:

Of what illness will you die?

Thus lost time

the time he waited for his incidents to happen

the suspended time of silence

hanging on the nails of need

showed him as it was extinguished

another potential of his existence

to exist

without them

like a heap of another weary time

odd

gathering its bags

and going up its round wheels again

and rolling

dispersing the looks of animals

children’s cries

and bits of roses in the dark

rolling

with all stray animals on the streets

he also stray

loose ignorant beseeching

overcome by utter silence

prey to life’s mystery

and light.

*

Ο ήχος της απώλειας τρύπιος

σφυρίζει μέσα του ο αέρας

φυσάει

μόνο στις εσοχές σωπαίνει

δίπλα

ένα καραβάνι τυφλών ποντικών

διασχίζει την πλατεία

σπασμένο πεζοδρόμιο στο αριστερό μου χέρι

και στο δεξί ένας δρόμος

κι εκεί τελειώνει•

το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος

το τσιγάρο μου απόψε είναι δρόμος

με προορισμό το άπειρο

μα το άπειρο είναι τυφλό

μπορεί να περιμένει

ναι μπορεί να περιμένει•

σκοτάδι πηχτό

στο βάθος άγριο

μυρίζει έρωτας

χρόνος αυτός μαύρος

σημαδεμένος

γλιστρά στα πεζοδρόμια

-χέρι με χέρι-

νύχτα αυτή λευκή

τρεκλίζει

ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει

και πάει εκεί που τελειώνει•

ο δρόμος

ο κόσμος

πάνω κάτω

εκεί που τελειώνει•

σε υψηλό σημείο τήξης

αχνίζει ο ήχος της απώλειας

βυθομετρώντας ουρανό και γη

αλλάζει η επιθυμία δέρμα

και το άπειρο έρημο χέρι

ένα απλωμένο πεινασμένο χέρι

που μπορεί να περιμένει•

στο τέρμα της κεντρικής οδού

κάτω απ’ τη λάμπα

σ’ ένα παγκάκι

εξόριστοι ζωής κι οι δυο

με το ξημέρωμα

νεκρή αυτή – tattoo

στο μπράτσο του

θα χαραχτεί

για πάντα.

The sound of loss is pitted

through it the wind whistles

and blows

only in the cavities does it quieten

close by

a swarm of blind mice

go across the square

on my left a cracked pavement

and on my right a road

and there it ends;

tonight my cigarette is a road

tonight my cigarette is a road

leading to infinity

but infinity is blind

it can wait

yes, it can wait;

a heavy, baleful darkness

at the back

there’s a smell of love

time is black

branded

sliding on the pavements

-hand in hand-

the night is white

staggering

kicking a tin of death

and going where it ends;

the road

people

more or less

where it ends;

At a high-level melting point

steams the sound of loss

fathoming heaven and earth

desire changes skin

and the poor old hand

a stretched out hungry hand

that can wait;

at the end of the main street

under the street light

on a bench

life’s exiles both of them

at dawn

she dead – a tattoo

on his arm

will be marked

forever.

*

Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων

υγρασία

μέχρι να γίνει λέξη.

Πίσω απ’ τις λέξεις

τοίχοι γυμνοί

χάρτης πένθους

αυτή η σκασμένη γωνιά από ασβέστη

ανοίγει ρωγμή στη διπλανή σελίδα

εσοχή που ξεπλένει

κρίματα κι ανορθογραφίες.

Ξεφυλλίζουμε

χρόνο παιδικό στην άκρη

μας χτυπούν πισώπλατα οι λέξεις

κάθε φορά σε άλλη θέση

βρίσκουν στόχο

εκεί

την πλάτη γδέρνει ένα καρφί

φωνήεν

κρατά παλιά σκουριά

κάτι τραυλίζει

κάτι μου λέει

που γίνεται πηλός

λεκές ήχου στρογγυλός

σώμα από χώμα

κι άλλοτε

ακίδα που πληγώνει.

Κι ύστερα στο Πέρασμα του Φόρου

πατημασιές πλήθος

τα θαύματα κατηφορίζουν

ένα δρομάκι παράπλευρο στο κοιμητήρι

κι έρχονται στο δωμάτιο

νύχτα

παράφορες φράσεις σμίγοντας

στα σκοτεινά, του τύπου:

Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί

χαμογελούν.

Κι αν ο τοίχος

είναι κάτι περισσότερο;

Ας πούμε

ένα τοπίο απέραντο

έρημος ή ναρκοπέδιο

που διασχίζεις

σαν δραπέτης συμβάντων

δραπέτης ζωής

συχνά με την πλάτη σύρριζα

κι άλλες

έχοντας κατά νου τον πυροβολισμό

η μια έκρηξη ακαριαία

έτσι

χιλιοστό χιλιοστό

μέχρι το μαύρο δάσος

με τα πανύψηλα ρολόγια

και τα άφωνα πουλιά στους λεπτοδείχτες

τα άφωνα πουλιά

του φόβου.

Moisture

behind the backs of books

before being a word.

Behind words

are bare walls

a mournful map

this lime-cracked comer

forms a gap on the next page

a hollowness rinsing out

wrongdoings and spelling errors.

We leaf through

childish time, at the end

words hit us on the back

each time in a different spot

do they find their target

there

a nail – cum –

vowel

bearing old rust scrapes our back

it stammers something

it’s telling me something

which turns into potter’s clay

a circular sound stain

earthen body

and another time

a wounding spike.

And after Paying the Price

a mass of footprints

miracles go down

a lane next to the cemetery

and come into the bedroom

at night

joining passionate phrases

in the dark, of the type:

When you love, even the dead

smile.

What if the wall

is something more?

Let’s say

a vast landscape

desert or minefield

that you cross

like a runaway from events

a runaway from life

often with back to the wall

and other times

bearing in mind the shooting

or a sudden explosion

thus

inch by inch

up to the black forest

with the towering clocks

and the mute birds on the minute hands

the mute birds

of fear.

*

Στο δρόμο

στην έρημο

στην όχθη μιας φυγής

σ’ ένα ταξίδι

χωρίς προορισμό

στην άμμο

στη θάλασσα

στον έρωτα

στην ελευθερία.

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει

αινίγματα στάχτη

και κάρβουνο

όλα τα καταπίνει η νύχτα

όσοι έρχονται

κι όσοι ακολουθούν

τον ίδιο δρόμο ανεβαίνουν

κι όλες οι λέξεις

θραύσματα και ύλη

μαγικοί λαβύρινθοι

που κρύβονται στα πλήκτρα

μακρινοί απόγονοι

μιας ανεξάντλητης κραυγής.

Τόσοι ουρανοί

τόσοι γκρεμοί

κι ένα μηχανικό άλογο

που γελάει καλπάζοντας

μέσα στη φωτιά.

Όμως συνεχίζω

γιατί το πένθος μου

ένα ποτάμι δροσερό το σβήνει

κι η μοίρα

είναι θάνατος και γέννηση μαζί

και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό

ατόφιο στο καιρό και ζωντανός ξανά

ανοίγεσαι στα ύψη.

Και θέλω να πω

και λέω

σήμερα είμαι μόνο

λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

On the road

in the desert

on a flight’s bank

on a journey

without destination

on the sand

in the sea

in love

in freedom.

What was lost travels in time

enigmas ashes

and coal

all are swallowed by the night

those who come

and those who follow

go up the same road

and all words

are fragments and matter

magical labyrinths

hiding in piano keys

distant descendants

of an inexhaustible cry.

So many skies

so many precipices

and a mechanical horse

laughing as it gallops

in the fire.

But I continue

because my mourning

is washed away by a cool river

and fate

is both death and birth

and you give the bright part of you wholesale

to time and once again alive

you open out sky-high.

And I want to say

and I say

today I’m only

words and roses for you.

Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας

English translation by Yannis Goumas

ΑΜΜΟΣ (2013)

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Βαθύ σκοτάδι απόψε

άφησε με

να πλύνω τη νύχτα.

Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το

τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια

που δεν θυμάται, ποιός είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο

μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά σιγά

και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε

θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να

ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι

άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει, σου λέει όχι εδώ, η φυγή,

η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί,

να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται

πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά το ανείπωτο,

η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το

κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα

αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι,

καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το

φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα

μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα

όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

*

Στέρηση η πέτρα

καθρέφτης το νερό

δήμιος ο καιρός

το δέντρο προσευχή

χτίστης αόρατος το φως

λαβύρινθος η απώλεια

σκοτάδι το κενό

θάλασσα ο νόστος.

Χώμα ζεστό το σώμα

το σώμα σου.

*

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη

σε τόσα υλικά περίφραξης

πάσχουσα

δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες

σύρματα, γλάστρες σπασμένες

χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα

να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα

πάσχουσα

ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες

μισομαγειρεμένες.

Η επίμονη μνήμη περπατά με δυσκολία

ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της

μουσκεύει ψωμί, το μοιράζει

συλλαβίζοντας ακατάληπτα

στο φράχτη δένει το άλογό της.

Η επίμονη μνήμη

πρόσφυγας είναι

σε λάθος πατρίδα.

*

Στη Κοιλάδα των Δακρύων

μπήκε σέρνοντας ένα καρότσι

ώριμα σταφύλια.

Κλάψτε για μένα, τους είπε.

Κρασί ποτήρια γέμιζε

μεσάνυχτα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ

Με ένα κοπίδι φως στο χέρι

έκοβε νύχτα όλη νύχτα.

Το πρωί το χέρι του

έσταζε αίμα.

Είναι που κράζουν οι γλάροι

όλο το απόγευμα σε αυτό το παιχνίδι θανάτου

έτσι που διασχίζουν ορίζοντα

πριν με το ράμφος τους καρφώσουν

ένα ακόμη ψάρι ελαφρύ

κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή

και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της.

Κι ύστερα που με βία

τινάζουν πάνω το κεφάλι

να πιάσουν πάλι ουρανό

είναι οι κραυγές τους θάλασσας χορός

και πένθος δεμένο στα φτερά τους

πριν με το χέρι του το κύμα

άγρια στην άκρη τούς σκορπίσει.

*

Βάδιζε σε δρόμο έρημο

ανάμεσα σε πόρτες

που άνοιγε κι έκλεινε

βαδίζοντας συνέχεια

ανάμεσα σε πόρτες

ανάμεσα σε πόρτες

όλες ίδιες.

Κάποιες άνοιγαν μόνες τους

καθώς πλησίαζε

κι έκλειναν πίσω του

σαν προσπερνούσε.

Για πόσο βάδιζε δεν γνώριζε

ώσπου έφτασε σε μια λίμνη τριαντάφυλλα

τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα

είχα μια επιθυμία, είπε

μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι.

*

Στη Λένα Θ.

Αν ήταν ψάρι

στη θάλασσα ονειρεύτηκε

να επιστρέψει.

Μιλούσε κι ένα σμήνος μύγες

βούιζε ανάμεσα στις λέξεις της.

Κάποτε κάποιος

της γύρισε τη πλάτη.

Από τότε το ίδιο

συνέβαινε συχνά.

Δεν είχε τόπο

δεν είχε δρόμο

χθες γλίστρησε έξω απ’ το φράχτη.

Στο βυθό, φώναξε

θα βρεθούμε στο βυθό.

Έκτοτε

το επίθετο έγινε όνομα

κι εκείνη πρόσωπο.

*

Μου ‘στειλες ερωτήσεις ένα σωρό

κι από το μεσημέρι

λέξεις ξεδιπλώνω

γράμματα αποσυνδέω

και στο σκοτάδι τα πετάω

καύσιμο.

Ξέρει αυτό να αλέθει.

Ό,τι επιζήσει μάζεψε

και δώσε την απάντηση.

Τι σόι συλλέκτης σκουπιδιών

είσαι άλλωστε;

ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ονειρεύεται…

Την πηχτή σούπα της νύχτας

αναδεύει

Χάθηκες μάνα

χάνεσαι

σε φύσηξε ο αέρας

σε παίρνει

και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα

τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει

και σβήνει στον αέρα.

ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις

στο απέναντι μπαλκόνι.

Όχι δεν είναι φωτιά μάνα

που κατεβαίνει από το βουνό

πρόσεχε θα σε καταπιεί

μη το κοιτάς!

Και οι σκιές στο ταρατσάκι

αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα

κρεμασμένοι άνθρωποι,

κορμάκια που δροσίζονται

ας είναι μάνα.

Αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι

πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;

Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε

ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν

θα το χουν τάμα φαίνεται.

Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα

«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»

σ’ ακούω να μου λες

«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα».

*

Ανέβηκε τη σκάλα

στο τέλος της συνάντησε

ένα παράθυρο φαρδύ

σχεδόν μακρύ, ψηλό

ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο

αυτή η τρύπα αέρα

πού ‘βγάζε σε ουρανό.

Πλήθος στοιχίζονταν

ο ένας πίσω από τον άλλον

το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε

να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό

κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο

ακριβώς την ίδια διαδρομή.

Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας

δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες

έσκαβαν η κάθε μια για λογαριασμό της

το γυμνό μέτωπο του χρόνου

με αγωνία και φόβο

μήπως το χώμα τελειώσει.

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΑ

Από νύχτα σε νύχτα

πάντα υπάρχει μια γέφυρα που την ξεπλένει.

Το νερό της μέρας

Τη νύχτα

αδειάζει το δωμάτιο

χαράζει κύκλο από σιωπή

και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.

Από την τσέπη

Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο

και του μιλά.

Κι είναι φορές που σπάζει αυτό

σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις

και πέφτουν

και πέφτει.

Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.

*

Τι θέλω εδώ σ’ αυτήν την άκρη;

Που άκρη δεν έχει

στη χώρα του Ήλιου με το ιδρωμένο κίτρινο

τη φαγωμένη από το χρόνο

στη μυτερή ακίδα από ασβέστη

μιας πέτρας ελάχιστης.

Τι θέλω εδώ;

*

Αυτή

ταξιδεύει στο σώμα της

νιώθει ελευθερία και ασφάλεια

είναι το σπίτι της, το ξέρει.

Χρόνια διανυκτερεύει κι αυτός εκεί

και για αυτό δεν ανησυχεί ποτέ

όταν εκείνη φεύγει.

Εισπνέουν κι εκπνέουν μαζί.

Αυτός αγοράζει μικρές παγίδες χρόνου

και τις της δωρίζει.

Αιωρούνται και οι δυο πάνω τους

για ώρα.

Όταν κουράζονται

αυτή αποτραβιέται στη μέσα κόχη

ίου κόκκινου παράθυρου

κι αυτός δραπετεύει

στο τελευταίο της σκάλας σκαλοπάτι.

Στο σπίτι της

στο σώμα της.

*

Φως, άφθονο, ακίνδυνο

έπεφτε κατακόρυφα στις πέτρες

τρυφερά τους σμίλευε τα πρόσωπα.

Αυτό είναι το πολύ που έχω, έλεγε

καθώς ξεδίπλωνε η αγάπη το λευκό της.

Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη

Ντρέπονταν τόση σιωπή.

ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ

Έφτυσε φως

το πρόσωπο του άνοιξε

ώριμο φρούτο.

Ζωγράφισα ένα μεταλλικό κλειδί

σε περίπτωση που το χάσω

-σκέφτηκα-

την επομένη το ‘χασα.

Χωρίς χρονοτριβή

απ’ το συρτάρι έβγαλα αυτό

που είχα ζωγραφίσει.

Μάταια όμως

χάρτινο είναι το κλειδί μου

κι η κλειδαριά μένει κλειστή.

*

Σήμερα βρέχει μια σιγανή βροχή

δύσκολα βρίσκει κανείς στεγνό χώμα

να πατήσει.

Έτσι αναγκάζεται να κόβει βήμα

να ανοίγει βήμα

μικρές λιμνούλες να αποφεύγει

σε λάσπη να βουλιάζει

και συχνά την πλάτη να τσακίζει

κάποιου φτωχού σαλιγκαριού.

Κι είναι το μυστικό της βροχής αυτό

σε μία κατά τα άλλα

συνηθισμένη μέρα.

ΕΚΤΗ ΝΥΧΤΑ

Τα δίχτυα ρίχνει

μαζεύει θάλασσα.

Το παλιό ναυάγιο απότομη πήρε κλίση

ο σκύλος μου σοφότερος έγινε κατά χρόνια τρία

κι εγώ πίσω μου αφήνω

την οικογένεια των θαλασσινών πουλιών

και πλώρη στρέφω στον ανοιχτό ορίζοντα.

Το αίνιγμα του βυθού δεν το έλυσα

τα κοχύλια, η άμμος, οι αστερίες

παιχνίδια θυέλλης θα παίζουν με το κύμα

χλευάζοντας τα βάθη

κι εγώ μ’ αλάτι και νερό ένα ταξίδι θα ξεπλένω

στις ανοιχτές θάλασσες αφήνοντας τη λύση.

Οι άνθρωποι που γνώρισα

άλλοι με μονόξυλα κι άλλοι με σχεδίες

το δικό τους θα κάνουνε ταξίδι

στα δίχτυα του χρόνου αιχμάλωτοι

όμοιοι κι αυτοί μαζί πλάσματα βυθού κι αφρόψαρα.

Κι εκεί στα ανοιχτά σαν σε νησί

θα συναντηθούμε κάποτε

κρατώντας στα χέρια μας

όση σιωπή αρπάξαμε λαθραία

από τα βάθη των βυθών.

*

Κι όμως είμαι εδώ μαζί σου

και εσύ δεν είσαι εδώ

κι είναι αλήθεια πώς είμαι τυχερή

που σε ‘σένα έρχομαι όταν πεινάω.

Το δέντρο έχει ακόμα καρπούς

και η ζυγαριά δεν σκούριασε ακόμη

έτσι που όταν τη φωτογραφία σου βάζω από τη

και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη

ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου

και πότε το ένα, πότε το άλλο

κλέβει της ζυγαριάς το ζύγι.

*

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως

να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.

Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας

είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι

ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.

Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις

και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.

Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα

ψηλά να πετάμε στον αέρα

εσένα

κι εμένα

λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους

μας προφτάσει.

*

Λευκό άλογο κάλπαζε στη θάλασσα

ψάρια χόρευαν στον ήλιο

αυτή δάγκωνε ένα κόκκινο μήλο και έγραφε.

Κύματα άμμου σάρωναν το κορμί του αέρα

έφευγε η άνοιξη και το καλοκαίρι έφτανε ξυπόλητο

καίγοντας τα πόδια του στη καυτή άμμο.

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ (2010)

Ι

Το πέρασμα

Στη γειτονιά των γλάρων

Ξημέρωμα, βροχή. Λίγο νερό, αβέβαιο, γλί-

στρησα στο λιμάνι δεξιά, κίτρινο φώς στις απο-

θήκες και τα στενά δρομάκια όμοια με ουρές

ποντικιών που τρέχουν στο σκοτάδι. Δραπε-

τσώνα, τσιμέντα Ηρακλής, χοντρές άσπρες δε-

ξαμενές της φτώχειας, πατάω γκρίζο, οδηγώ,

φώτα μικρά για μάτια, φουγάρο αριστερά, δια-

σχίζω τη γειτονιά των γλάρων, ιχθυόσκαλα

Κερατσίνι, πίσω από φορτηγά, μπροστά περ-

νώντας, μυρωδιά ψαριού, λάδι, πετρέλαιο,

πίσσα, αέρας υγρός χυμάει στα ρουθούνια,

ανάμεσα εγώ ,πιο κάτω θάλασσα χαμηλά στο

βάθος όσο ο Θεός θέλει μπλε. Πέραμα, ναυ-

πηγεία, σκαριά ριγμένα όλα μαζί, τόσα μαζί,

άδεια από θάλασσα κι η θάλασσα δίπλα άδεια,

μόνο θάλασσα χρόνου εκεί, όχι άλλη, μόνο θά-

λασσα χρόνου και εργάτες με ενέσεις οξυγό-

νου τρυπάνε να διώξουν τη σκουριά που τρώει

την κοιλιά. Βροχή, λίγο νερό, αβέβαιο.

Δεν έφτασε.

Ναυαγοί

ξεβράστηκαν

στη στεριά της μέρας

κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα

και άλλοι θάλασσα

όσοι γλίτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει

οι άλλοι νεκροί ακόμη

μα προπαντός πλυμένοι

στέγνωναν στις πέτρες

ο καιρός δεν τους ξεχώριζε

και αυτοί που σώθηκαν

και οι άλλοι άφησαν πίσω

τις κομμένες τους ουρές.

ΙΙ

Η ελευθερία

Ανταπόδοση

Αγκαλιάζω τον ήλιο

γριές ακτίνες χυμάνε και

μου δαγκώνουν την καρδιά.

Τύχη

Χιλιάδες πόδια στους ίδιους δρόμους

όλα πατούν

άλλα σκοντάφτουν

κάποια λασπώνονται

λίγα την βγάζουν καθαρή.

Έρωτας

Έρωτας

ιερή ακροβασία

δίχως πίστη.

Ποίηση

Ποίηση

ανεξάντλητη σιωπή

στη σκιά της λέξης.

Επιστρέφω

Όλο το βράδυ

η πόρτα ανοίγει ελαφρά

από τον αέρα

ανοίγει και κλείνει ελαφρά

από τον αέρα

κάπου κάπου τρίζει

τότε ένα πουλί

στο πόμολο πετά τρομαγμένο

και επιστρέφει

ο αέρας φυσά

το σκοτάδι πέφτει.

ΙΙΙ

Η συνάντηση

Φυσάει θάλασσα

Να σε προφτάσω

επιστρέφοντας

μέσα σε μια τρύπα αέρα

που φυσάει η θάλασσα

να μετρήσω

τους κορμούς των δέντρων

πίσω μου

τα φύλλα τους

τα χέρια τους

όπως στριμώχνονται

στα δίχτυα

της μέρας

να προφτάσω

τη νύχτα

να γεννήσει μπροστά μου τα τέσσερα κουτάβια της

κι ας χαμογελά ο σοφός βράχος

που υψώνει το χέρι στο καιρό

και λύνει τα μάγια του στην άμμο

έτσι κι αλλιώς μισότρελος χορεύει

στον άσπρο λαιμό της καταιγίδας.

Αποσιωπητικά

Έφυγε η ζωή η περισσότερη

κι όπως λιγόστεψε

έπαψες να κρατάς το νήμα

την άλλη άκρη του συνεχίζω

να κρατώ εγώ, κι ανάμεσα

χρόνος πυκνός των φύλλων

σε κρύβει

διώχνω τη σκόνη

μα δεν υπάρχουν δέντρα

μια γραμμή μου έριξε ο θεός

βήμα να βρίσκω

με αυτήν χαράζω κύκλους

και τους ποτίζω αποσιωπητικά

νερό να πίνουν

πουλιά και σαύρες.

Πληρωμή

Θα χάσεις το κορμί

που ‘χεις για να ακουμπάς

ο, τι κι αν είναι αυτό

απείλησε

τότε ο χρόνος

σωριάστηκε μπροστά τους

μ όλα του τα σκουπίδια.

ΣΩΣΜΕΝΟΙ

Και δεν θα σ αφήσω να φύγεις

πιο γρήγορα θα τρέξω,

στα χέρια το χώμα θα σηκώσω

πριν πατήσεις.

μαζί στο πυκνό δάσος, στα φυλλώματα

θα χυθούμε γυρνώντας το κεφάλι πίσω

το χρόνο κοροϊδεύοντας

σε ένα στρόβιλο αέρα τυλίγοντας τα χέρια

τις ξέρες θα αποφύγουμε

πατώντας ο ένας στου άλλου τα ακροδάχτυλα

και θα διασχίσουμε το φως

εκείνο που τα φτερά του ανοίγοντας

τη νύχτα τρομάζει

πιο μακριά

πιο ψηλά

απ’ όλους

στο συρματόσκοινο της μέρας

που ο ουρανός απλώνει

κάθε λύπη πλυμένη θα κρεμάσω

ο Θεός να βλέπει

και τις άλλες που σαν πέτρες

τον ώμο μας γδέρνουν

στο νερό το βαθύ θα πετάξω

να λιώσουν

πριν στερέψει

πιο ψηλά

πιο μακριά

χαρούμενοι

σωσμένοι

IV

Η νύχτα

Παλαιστίνη 1

Δεν έχει πατρίδα

ούτε πόδια

χέρια μονάχα

αρπαγμένα απ’ την ουρά

θηρίου προϊστορικού

πού την τινάζει με δύναμη

στις ξέρες

τη ζωή του κεραυνός χαράζει

χι η καρδιά του θαμμένη στο χώμα είναι

οι νεκροί του δίπλα

στοές ανοίγουν στους τερμίτες με τα δόντια

κραυγές γυναικών

ουρλιαχτά μωρών

οπλές αλόγων που ξεχύνονται στους δρόμους

η οργή με το φαρδύ της στόμα

λαίμαργα ψάχνει στις πέτρες

κι αυτός

λουσμένος

με του θάνατου το φώς

κηδεύεται άσβηστος

νύχτα και μέρα

απ’ τον πατέρα του.

Παλαιστίνη 2

Δέντρα

δεκάδες

ξεριζωμένα

ριγμένα

σωριασμένα

κι οι καρποί τους σκόρπιοι

μπροστά σε πόρτα που αιωρείται

δίχως τοίχο, δίχως περβάζι

ο χρόνος να φυσάει πάνω τους σκόνη

και γύρω φράχτες και σύρματα

κι ούτε ιστός αράχνης να σταθεί στον ουρανό,

μόνο μια κανάτα στην αυλή

σπασμένη

κόκκινο κρασί να τρέχει

ποτάμι

άδικο

απ’ το στόμα.

Το κλειδί

Έσπρωχνε το Αόρατο

με τα χέρια

μετά κουράστηκε

τέντωσε τις παλάμες,

άνοιξε τα δάχτυλα

κι ανάμεσα

πέρασαν σειρές με πρόσωπα

το ένα πίσω από το άλλο

ύστερα άδειασε ο αέρας

κι έφυγε κι αυτός

όταν έμεινε μόνος

στο κενό κλείδωσε

το δικό του πρόσωπο

και

πέταξε

το κλειδί.

Δεν υπήρξε μάρτυρας

Ένα πουλί

ανάποδα πέταξε στο χρόνο

κι αυτός βύθισε στη κοιλιά του

το σουβλερό του δόντι

έπαψε να κρώζει

τα νύχια του κάρφωσε

στα σπλάχνα του αέρα

και έσκουξε

κραυγή ανθρώπινη

ένα κομμάτι ουρανού ξεκόλλησε

και μαζί του έπεσε στο χώμα

φίδι νερού έσυρε τη κοιλιά του

άπλωσε το μακρύ του χέρι

τους τράβηξε μακριά

δεν υπήρξε μάρτυρας

ούτε άλλο σημάδι.

Δάσος

Όλο τα απόγευμα με ένα μυτερό μολύβι σχε-

δίαζε δέντρα, ρίζες, κλαδιά και φύλλα μετά τα

έκοβε προσεκτικά και με επιμέλεια σε χοντρό

χαρτόνι τα κολλούσε έτσι έφτιαξε ολόκληρο

δάσος με αλέες και τώρα ανάμεσα σε αυτές

προχωρά στα δροσερά φυλλώματα από κάτω

και ευτυχία νοιώθει μεγάλη για τον περίπατο

αυτό και την ελευθερία πιο κάτω μόνο σε ένα

κομμένο σκόνταψε κορμό δέντρου ψηλού βα-

θύρριζου, γυμνό που ευχόταν στη θάλασσα κά-

ποιος να το πετάξει ταξίδι μακρύ να κάνει και

να μη μένει άλλο εκεί ριγμένο στα μάτια των

περαστικών.

Ήθελε να ξέρει

Ήθελε να ξέρει τι φτάνει στη καρδιά του

βύθιζε λοιπόν τα δάχτυλα στις φλέβες του

δεν έγραφε ποτέ ημερολόγιο.

Κάθε βράδυ

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί

έπλενε τα δόντια της μέρας του

που τέλειωνε

κοίταζε στο καθρέφτη κι έλεγε

-τι κίνηση κι αυτή!

Τρία πόδια

Με τρία πόδια παιδεύεται να ζήσει

με θλίψη και απορία κοιτάζει

τον κόσμο που το προσπερνά

δεν μπορεί να καταλάβει

ποιος και γιατί του ‘κοψε το πόδι

σπρώχνει το κορμί του ανηφορίζει

δεν διαμαρτύρεται δεν αδικεί

στέκεται όρθιο

το λευκό σκυλί

εκεί

ανάμεσα σε τόσους δήμιους.

Κάθε πρωί

Έχει γυρίσει

την πλάτη

στον ήλιο

κι όμως

κάθε πρωί

ξυπνά

πριν

την ανατολή.

Να συνεχίσει

ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ (2007)

μαζί σου

τη νύχτα

ξεδίπλωσα το πρόσωπο σου

άγρια

τη χαμένη μου αθωότητα

να ψηλαφήσω

ήθελα

μαζί σου

εκδικούμαι το χρόνο

μετάληψη

τη νύχτα μεγάλωσε η μέρα

άξαφνα

απρόσμενα

ανύποπτα

σιωπηλά

σκάλες φώς κατρακυλούσαν

πάνω μου

και με διαμέλιζαν

στις σκιερές παύσεις

του κορμιού σου

έντρομη έκρυψα

τα πιο ακριβά μου μέλη

σώμα γυμνό

λύσε τα μυστήρια

όταν χυθεί

απ το τρύπιο κορμί μου

ο χρόνος

θα μεταλάβεις

το πιο ουσιώδες τίποτα

της αποψινής μου διάρκειας

Λαύριο

Λαύριο, αύριο, λάβα

αύριο, αύρα ποιος έρωτας με χτύπησε

και άδειασαν από αίμα τα φιλιά

που φεύγεις

στίχους σκαρώνω, κοροϊδεύω

μεταλλεία πατάω, χώμα γυρεύω

τόσο σκάψιμο

τόσο σκάψιμο

Λαύριο, περπατώ και σ’ ακολουθώ

σιωπηλά, τρίζουν οι πόρτες

σα σκουριά στο σίδερο

πάνω σου ,πάνω μου

πού πάω;

ξεδιάντροπα κοιτάζω

σπασμένα τζάμια, γυαλιά, παράθυρα

και πόρτες λαμαρίνες

σιωπηλά, μερικά μέτρα πίσω

πιο μπροστά μετά

σαν έρωτας ο χρόνος φονιάς

μυρίζει

λάθος η σιωπή

η λέξη κρίμα

σκέψη άσχημη σκύλα

όταν πεινάς δαγκώνεις

γριά ξεδοντιάρα

τρόμαξα,

πού φεύγεις ;

εκεί που πατάς και ‘γω

βουλιάζω απόψε

Λαβίνια

αέρας μαύρος τρελός

με ρουφάει στη δίνη του

άνοιξε τις αποσκευές μου

τρέχει ανάμεσα στις πέτρες

αίμα στο δεξί του γόνατο

με αρπάζει

με στρέφει

σε ευθεία μοίρα με τον ήλιο

ζυγίζομαι

στα μάτια μου σμήνη πουλιών

ζαλίζομαι

τυφλή

δίχως χέρια

καρφώνω σανίδες

στην εξώπορτα

ταξίδι

πλήρωσα τις δόσεις

μια θάλασσα λογαριασμοί

το ‘χα ξοφλήσει το ταξίδι

πριν

το σκάφος

έγερνε

ακυβέρνητο

στο γυμνό κατάρτι

δεμένο πρόχειρα

σκληρά μαστίγωνε

τον άνεμο

ένα πανί

ένας νεκρός

ζητούσε να υπάρξει

ένας κρεμασμένος

από τα πριν πνιγμένος

κι απ΄ τον εαυτό του ακόμη

αγέννητος νεκρός

ένα πανί

ένας

Μονεμβασιά

πέτρες μισοχωμένες στη λάσπη

κορμιά φαγωμένα

σπίτια αιώνων

ακίνητα

πόσοι νεκροί κλαίνε τις νύχτες

στις πόρτες σας ;

πόσες σας λέξεις ξεπλένει η βροχή ;

πόσα κλειδιά σκουριάσαν στις χούφτες σας ;

σε σας μιλώ

και στο υγρό το ξύλο

φλέβες του χρόνου

από τότε

σε δανεικό και ανύποπτο

απ’ τη ζωή μου χρόνο

στο ερώτημα μιας χειραψίας ατέλειωτης

η αγάπη μου έπαιξε το τελευταίο της

χαρτί

από τότε στις άχρωμες μέρες

ξαναπερπάτησα γυρεύοντας

του εαυτού μου

την οίηση

απόψε οι αντιστάσεις εξασθενούν

η αγωνία εκτροχιάζεται

ξυράφι στο πρόσωπο της νύχτας

που μορφάζει

αγέλη ίσκιων σπαθίζει

το κενό

για την αλήθεια ψάχνω

ψέμα και υπεράσπιση

Λογόρροια

στις κόχες

σε σπασμένα δόντια

ανάμεσα

εκεί

που χρόνια ολόκληρα

ζωής

κομμάτια

φτύνω

λέξεις κουβάρια λέξεις

εκεί

στα ίδια κιόσκια

λέξεις αιμόφυρτες χτυπούν

μπερδεύονται και ακροβατούν

φωλιάζουν και εξεγείρονται

σκοντάφτουν και παιδεύουν

με τις φθαρμένες σόλες τους

αλήτικα χορεύουν

σε πτώσεις επιδίδονται

θύτες και αυτόχειρες μαζί

ζυγίζουν και ζυγίζονται

αγριεύουν και μερεύουν

χυμούν και καθρεφτίζονται

γκρεμίζονται ,τσακίζονται

μα πάντα περισσεύουν

φύσαγε νοτιάς

με ρυτίδες στρωμένο το τραπέζι

και φροντίδα

φύσαγε νοτιάς

κι ο χειμώνας ζαρωμένο σκυλί

στα πόδια της

πέρασε καιρός

έφτασε καλοκαίρι

σε βαθύ πηγάδι ρίχνει

δεμένο κόμπους το μυαλό

κοντό σκοινί, τρύπιο μυαλό

τι να τραβήξει

εικόνες

πλήθος ένας σωρός

στολίζονται

θέλουν να βγούν

άγρια

αέρα και ήλιο

να μυρίσουν

άλλες

ξερόκλαδα και σκόρπια φύλλα

στα πιο βαθιά

βουλιάζουνε

μόνο στην άκρη του ματιού

εκεί που πνίγεται η σιωπή

σα μέσα από σκασμένο βράχο

βρίσκει το δρόμο η ψυχή

να στάζει

κι είναι

σκυμμένο δέντρο η φωνή

κομμάτια λέξεις το ψωμί

κρασί νωπό παράπονο

και το τραπέζι στρογγυλό

τριγύρω εμείς

το άδειο χώμα

και καρέκλες

σιωπή σα σκόνη

και μέσα στο νερό τα νεύρα θα κρέμονται

των σπιτιών που τα κορμιά τους χάσκουν

σα ψόφια ψάρια ανάποδα ξεκοιλιασμένα

με τα χέρια τους θα κρύβουν τη σκουριά

τους

παράθυρα τα μάτια τους ορθάνοιχτα

γριά νύφη με βλέμμα λαίμαργο ντυμένη

προβάλλει

γέλιο τρελό να ρίχνει στα ναυάγια

προσμένοντας

και η σιωπή σα σκόνη

καθισμένη στα βλέφαρα

από πάνω νύχτα θα στάζει

και ρίζες καλώδια τηλεφώνου παντού

ήχους λιωμένους θα φυτεύουν στού κάθε

τοίχου το μεδούλι

κι ανάμεσα άνθρωποι υγροί την πολιτεία

από νερό

όρθιοι θα διασχίζουν με κουρασμένα πόδια

κι ένα δίχτυ θα μαζεύει ανάγκη το πρωί

και φρέσκο λίπος

στο βυθό

ο οργανοπαίκτης συνεχίζει

τρομπέτα να παίζει

εξαίσια

εξαίσια

απαρηγόρητα

δίχως οίκτο

μέσα σε έκλειψη

κοιτάζοντας το τέλος

κάνουμε έρωτα

στην άνοιξη βουτηγμένοι

εκθέτουμε

την τελευταία θλίψη

σημεία

σβησμένη φωτιά

σβήνοντας

εγώ εσύ εγώ εσύ εγώ

δυό σημεία στον τοίχο

εσύ εγώ εγώ εσύ εσύ εγώ

μια στρογγυλή

παλιώνει

χάνω θέση μου στο κάδρο

σε επικηρύσσω

σε ψάχνω

συνθλίβω προφυλάξεις

σε τροχιά ανήμερη πετώ

εκπέμπω μνήμη

ελεύθερα προσγειώνομαι

σε μολυσμένο βάλτο

και πάλι δραπετεύω

τι χαράζει

κόβει πόνο

βλέμμα μπαλόνι στο κενό

σε ψάχνω

και μετά;

κόκκινος ουρανός απλώθηκε

τα χέρια μου κρατούσαν

υπομονετικά

για χρόνια την ανάσα σου

ένας κόκκινος ουρανός

απλώθηκε

τόσος θάνατος σκέφτηκα

μπορεί και νάναι

αυτοπροστασία

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιο.net 24.10.2017

Η Έφη Καλογερόπουλου χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής

Η νέα δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, «Χάρτης ναυαγίων» (ποιείν, 2017), σε αγγλική μετάφραση από τον ποιητή Γιάννη Γκούμα, είναι το στιχουργικό ταξίδι της δημιουργού στους ωκεανούς των λέξεων και των συναισθημάτων απέναντι στα κύματα των υπαρξιακών αγωνιών.

Η ποίηση της Καλογερόπουλου είναι βαθιά υπαρξιακή. Με μία ζωηρή εικονοποιία αφηρημένες οι υπαρξιακές αγωνίες (επίκληση α’, επίκληση β’, αυλαία) ζωντανεύουν συμπλεκόμενες με τα ερωτήματα της ποιήτριας για τη ζωή (επίγνωση, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, βυθός). Η απώλεια της δυνατότητας να ορίσει ο άνθρωπος στη ζωή και τα ναυάγια των ονείρων που περικλείουν τον ατομικό και κοινωνικό βίο μπαίνουν στο επίκεντρο της μελαγχολικής ποίησης της.

Μέσα στο «κινηματογραφικής» υφής ποιητικό της καναβάτσο η Καλογεροπούλου δημιουργεί τις δικές της αλληγορίες φέροντας σε ισορροπία το εικαστικό με το στοχαστικό υλικό και το συναίσθημα με τις αισθήσεις (μπάρκο, titanic bar, νυχτερινό β’, μεταμορφώσεις, μαριονέτα). Με φρέσκια ματιά που γοητεύει με τη ζωντάνια της στιχουργικής της και την «οπτικοακουστική» διάσταση της έκφρασής της παρασέρνει τον ακροατή/αναγνώστη στο βάθος των συλλογισμών της. Εκπληκτικά επιμύθια με ποιητική αποφθεγματικότητα (σφάλμα τυχαίας διαδρομής, νυχτερινό α’, φάρσα, η περίσκεψη μιας κίνησης) εντείνουν την έκφρασης της υπαρξιακής αγωνίας.

Η Καλογερόπουλου φαίνεται να έχει κατακτήσει πια το δικό της προσωπικό ύφος[1]. Το σκηνικό στοιχείο διαπνέει όλη τη στιχουργική της. Η διαλογικότητα δομείται άλλοτε σε προτρεπτικές προστακτικές (carpe diem, άγγελοι ναυαγίων επίκληση α’, επίκληση β’) κι άλλες φορές σε ερωτήσεις που διαμορφώνουν ένα ψευδοδιαλογικό ύφος σπάζοντας την «αφηγηματική» ροή (δρόμος των απόντων, νυχτερινό α’, μικρές οδύσσειες, προειδοποίηση, αιωνιότητα, ανάληψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες). Από την άλλη, το β’ ενικό (έγινες ποίημα, η περίσκεψη μιας κίνησης, αθέατη όψη, η αγωνία με τις 4 γωνίες, titanic bar, επίγνωση, ωκεανός, με νερό και σκοτάδι) και το α’ πληθυντικό (δοκιμασία, σφάλμα τυχαίας διαδρομής, μικρές οδύσσειες, γητευτές, το τίμημα) ενισχύοντας την παρουσία προσώπων στην ποιητική σκηνή, ορίζουν μία θεατρική ρευστότητα στη στιχουργική της.

Παράλληλα, το α’ ενικό συστήνει έναν μονολογικό υποκριτή με δραματική αμεσότητα. Κι ας σημειώσουμε πως το πρωτοενικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά ως παρενθετικό σχόλιο μέσα στην ποιητική αφήγηση. Έτσι λειτουργεί ως αυτοαναφορικός αφηγητής που ζωντανεύει τη σκηνή (βυθός, μικρές οδύσσειες, ο κήπος των αναμνήσεων) ενίοτε μαζί με ένα β’ πρόσωπο (titanic bar, η αγωνία με τις 4 γωνίες).

Άλλωστε, την αισθητική της διαπνέει μία «κινηματογραφική» ματιά (με νερό και σκοτάδι, επίκληση α’, δρόμος των απόντων, ανάληψη, μία πράξη απόγνωσης νυχτερινό β’, χρόνος αόριστος), καθώς το κάδρο της είναι πλήρες κίνησης και ήχων. Συχνά η κίνηση δηλώνεται απλά με έναν ενεστώτα (ανάληψη, η λίμνη των τύψεων, χρόνος αόριστος, αυλαία) μέσα στη συνολική περιγραφή. Ας μην παραβλέπουμε πως η λεπτομερής περιγραφή αποτελεί έναν πυλώνα της ποιητικής της, καθώς το στοχαστικό υλικό στηρίζεται στην εικονοποιία της, αναδυόμενο μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα (με νερό και σκοτάδι, δρόμος των απόντων, μεταμορφώσεις).

Η ποιήτρια σαν σε σενάριο αποτυπώνει το κάδρο της δίνοντας συχνά σκηνοθετικές και σκηνογραφικές πληροφορίες. Μέσα όμως από την πλούσια «φιλμική» στιχουργική της αναδύεται στοχαστικό υλικό. Ζωντανεύουν οι κοινωνικές της αγωνίες και εκείνες για την ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά για την αγάπη.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 26/7/2017

«Σε θάλασσα άγρια από λέξεις ταξιδεύω»

«Χάρτης ναυαγίων». Η νέα ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου, από τις εκδόσεις «Ποιείν» (Μάιος 2017). Συλλογή με 37 ποιήματα, δίγλωσση, στα ελληνικά και τα αγγλικά, σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση του ποιητή Γιάννη Γκούμα και με μότο τα λόγια του άγγλου ποιητή S. T. Colleridge :

«Alone, alone, all, all alone,

αlone on a wide wide sea!

And never a saint took pity on

my soul in agony¨.

Η ποιήτρια ταξιδεύοντας σε θάλασσα άγρια από λέξεις χαρτογραφεί τα ναυάγια της ζωής και του πολιτισμού μας χαρίζοντάς μας καλή ποίηση. Χωρίς στίξη, με λόγο ασθμαίνοντα, με άξονα τη μοναξιά και την υπαρξιακή ανησυχία, αναδύονται ποιήματα σπαράγματα, ποιήματα φωνές, που κραυγάζουν απόγνωση. Μικροί μονόλογοι αυτοαναφορικοί ή απευθυνόμενοι στον άνθρωπο του αιώνα μας, αυτόν της αλλοτρίωσης, τον χαμένο μέσα στην εικόνα του, στο ατομικό του σύμπαν, τον ανελεύθερο άνθρωπο, τον άνθρωπο του καθρέφτη.

Ένας κόσμος διάψευσης και αποτυχίας αποκαλύπτεται από τα ποιήματα και εκφράζεται μέσα από αρνητικά ρήματα και εκφράσεις. Οι άνθρωποι μετέωροι, απόντες, «ξεχασμένοι από τρυφερότητα, παραδομένοι στην απόγνωση, έρποντας στα τέσσερα, δοσμένοι σ΄ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής». Δοκιμάζονται, αγωνιούν. «Δεν ξέρουν, δεν θέλουν να ξέρουν, δεν είναι εκεί, έχουν φύγει». Οι τύψεις «μέλισσες που βομβίζουν αφύλακτες για ώρες πάνω κάτω πάνω κάτω κι ανεβαίνουν πότε στα χείλη πότε στην καρδιά κοσκινίζοντας τα βρόμικα του χρόνου μας στις φλέβες».

Άνθρωποι που αυταπατώνται, που οδηγούνται στην αυτεπίγνωση, μικρές οδύσσειες, φάρσες ζωές.

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα

Μασάει νικοτίνη

Ντύνεται πουλί πετά

Κλείνει τα μάτια

Είναι παντού

Βρέχει φωτιά

Κι αστέρια

Το ποιητικό υποκείμενο σε «μπάρκο». «Δε ζει, διανυκτερεύει. Σε νύχτες ασάλευτες, αδυσώπητες, σκληρές». Μετράει αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, σφραγίζει με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής. «Σκόρπιος, αταξινόμητος, διασκορπισμένος, αφοπλισμένος» ο εαυτός. Ξεκλειδώνει θρήνους, χτυπά δαιμονικά τα πλήκτρα ως τα ξημερώματα. «Ακούω μόνο τον ήχο της γραφομηχανής μου ταμειακή μηχανή συναισθημάτων να κόβει αποδείξεις».

Ο χρόνος τρέχει δαιμονισμένα. Γρήγορα γίνεται αόριστος, τετελεσμένος. Οι άνθρωποι μαριονέτες. «Όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο».

Η ζωή κι ο θάνατος χορεύουν χέρι χέρι. «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Μη ρωτάς. Τίποτα δε γνωρίζω που να μην είναι θάνατος τίποτα που να μην είναι σπόρος».

Το ποιητικό υποκείμενο κάνει απεγνωσμένα επίκληση στη φύση, στο αποδημητικό πουλί: «πάρε με πέρα απ΄ της λύπης την τρομερή σκιά γίνε απόψε για λίγο έστω το λιμάνι μου».

Κάνει δεύτερη επίκληση διψώντας για αιωνιότητα: «της Αθανασίας το μαγικό πουλί … Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί δέξου με άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω».

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα

οι λέξεις που δεν γίναμε

τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας

ξημερώματα

οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες

χειρονομίες τους

οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου

το παράθυρο

Είμαστε το λίγο

του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου

είμαστε

η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

«Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο άλογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη, ά-λογα και χαλινάρια».

«Αποδημητικά πουλιά κουρασμένα που έπαψαν να πετούν κι ανοιγοκλείνουν από συνήθεια τα φτερά στο χώμα».

Όμως φέγγει στο βάθος ο κήπος. Η απειρότητα της φύσης κερδίζει, γιατί «αυτή ξέρει να φιλοξενεί όλες τις εκδοχές ενίοτε και Παραδείσους».

Η μνήμη, η νύχτα, η σιωπή.

Ο έρωτας, η πίστη, η αγάπη.

Ο έρωτας: «κι όταν σε βλέπω να σου χαρίσω θέλω πάντα αυτή τη μικρή γέφυρα ένα κόκκινο χειροποίητο λουλούδι απ’ το αίμα μου να ρίχνεις πάνω απ’ τα δύσκολα και να περνάς άγγελος καλός να γίνομαι μόνο για σένα γιατί ο ουρανός σου είναι το σπίτι μου».

Η αγάπη: «γιατί είναι η αγάπη το ολόκληρο το ανερμήνευτο το καθαρό το αίμα της θυσίας ο βυθός του Καλού η γνώση της απώλειας το πηγάδι που αναβλύζει το τέλος του θανάτου».

Η πίστη: «χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα ζαρώνει το αίμα της λιμνάζει το νερό δεν ξεδιψά σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα».

Ο πλάνητας από καταβολής κόσμου άνθρωπος βαδίζει σε αχαρτογράφητους ωκεανούς. Όμως η απελπισία δεν έχει θέση στο ταξίδι. Ένας τόνος ελπίδας διαγράφεται μέσα από τα χαλάσματα, για να γίνει ύμνος στην αγάπη την ελπίδα, την καλοσύνη, τον έρωτα.

«Τότε μαθαίνεις πως μόνο μια επίθεση καλοσύνης μπορεί πραγματικά να σε συντρίψει και ο πηλός της προσωπικής σου ήττας πλάθει την πιο όμορφη καμπάνα».

«Καλωσορίσατε λοιπόν στον κόσμο των αθανάτων νεκρών, στον κόσμο της ψυχρής σαν μάρμαρο φωτιάς και της άσβηστης φλόγας της ελπίδας».

«Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση κι η ελπίδα απ’ το μηδέν θα ανθίσει».

Η πίστη στην αγάπη και η ελπίδα ίσως είναι και τα πολυτιμότερα συναισθήματα που αντλεί ο αναγνώστης από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων» της Έφης Καλογεροπούλου. Και έχουμε τόση ανάγκη τα συναισθήματα αυτά στην εποχή των πάσης φύσεως ναυαγίων…

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

http://deepunctum.blogspot.gr/2017/09/blog-post.html?spref=fb

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Δραπέτη παρελθόντος χρόνου νομίζεις ότι ταξιδεύεις; Είσαι ακόμη στο λιμάνι, τίναξε τη σκόνη απ’ τα φτερά σου

Χάρτης Ναυαγίων είναι ο τίτλος της 5ης ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος – Σειρά Ποιείν. Η περιπέτεια ξεκίνησε με τα Σκεύη Ταξιδίου από τις εκδόσεις Ενδυμίων το 2008. Μεσολάβησαν οι συλλογές Ήχος από Νερό 2010, Άμμος 2013 και Έρημος όπως Έρωτας. Δεμένη από λέξεις, με λέξεις στο κατάρτι της μοίρας η ποιήτρια, άνοιξε τα πανιά της σε θάλασσα άγρια από λέξεις και ταξιδεύει… «Μετράω αποτσίγαρα ερώτων εφήμερων, Σφραγίζω με μελάνι όλα τα νυχτερινά τυπογραφεία της ψυχής… Επιβάτης και μηχανοδηγός ενός τρένου που το βαγόνι του διασχίζει τους συρμούς του εικονικού σας κόσμου, στρέφω στο τζάμι το κεφάλι μου, δεν με βλέπετε, σας βλέπω… Δεν ζω Διανυκτερεύω» (από την κατακλείδα στο ποίημα ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ) Τι είναι, λοιπόν, εκεί στο βάθος του πνιγμού, όπως θα ρωτούσε ο Ρίτσος. Στη δική του σκηνή ναυαγίου, στη Σονάτα Σεληνόφωτος, έκπληκτος ανακαλύπτει: «κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις και χθεσινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας…». Με τη σειρά του ο Χάρτης Ναυαγίων της Καλογεροπούλου έχει στο δικό του Βυθό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, απρόοπτες μεταμορφώσεις σιωπών!.. «Η Σιωπή είναι άβυσσος, έρημος και φωτιά… Σιωπή το πριν και το μετά, η λύπη η κραυγή η αφωνία μαζί και χωριστά…» μας λέει στο ποίημα Βυθός (σελ. 39). Και συνεχίζοντας τους προσδιορισμούς της πολυδαίδαλης σιωπής γράφει στο ίδιο ποίημα: «το καλό και το κακό σιωπή και το νερό το τρεχούμενο στο μονοπάτι της λήθης, σιωπή το κύμα το παλιρροϊκό της ασίγαστης ελπίδας, η τρυφερότητα που καίει και κλαίει, το Είναι και το Μηδέν σιωπή, τα γράμματα και οι αριθμοί οι λίμνες και της ζωής μας τα αποσιωπητικά…». Στην Αγωνία με τις 4 Γωνίες (σελ. 23) ξεπετάγονται χέρια σιωπής: «χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης χέρι της ζωής της φυγής της γραφής, χέρια δάκτυλα δίχτυα». Σ’ άλλο ποίημα «σιωπές στρώνει τώρα το ανεξάντλητο, απαντήσεις σε ερωτήσεις βουβές» (Με Νερό και σκοτάδι σελ. 15) ενώ, λίγο πριν την κορύφωση των Μεταμορφώσεων, στη Φάρσα (σελ. 47) μας πληροφορεί πως, τελικά, πρόκειται για «ένα χαρτόκουτο δεμένο με μια κορδελίτσα που η βαρύτητα το λύνει». Αυτές οι διακυμάνσεις της σιωπής είναι ένα σημείο στο Χάρτη των Ναυαγίων, «διακυμάνσεις του αόριστου και του τετελεσμένου μέλλοντα στην άμπωτη και την παλίρροια των νερών εκεί που ρήματα καταρρέουν αβοήθητα σε αβυσσικά πεδία και κραυγές βυθίζονται σε εκκωφαντική σιωπή, του γυροσκόπου γίνονται απελπισμένο μάτι… κύμα φλεγόμενο και απόκοσμη αλήθεια, σμήνος φωνών και αυθάδης στοχασμός όπου εκπνέει αργά πολύ αργά η ανάσα του δαιμονισμένου χρόνου» (Μεταμορφώσεις σελ. 57). Μέλλοντας κι Αόριστος είναι οι χρόνοι της Σιωπής με εύφλεκτα υλικά που «αφέθηκαν σε μια αιώνια στοχαστικότητα παγιδεύοντας στην ανάσα τους κάθε σφιγμό ζωής…» (Χρόνος Αόριστος σελ. 37). Σημείο αμφιλεγόμενο και οι ψυχικές διακυμάνσεις των ταξιδιωτών στο Χάρτη Ναυαγίων. Άγγελοι Ναυαγίων και Ληστές αθωότητας αποκαλούνται από την ποιήτρια που μας τους παρουσιάζει λέγοντας: «Κοιτάξτε τους! Πόσο στοργικά χαρίζουν ετούτα τα φτερά της σιωπής που φύτρωσαν στα βράγχια τους στους τωρινούς αγαπημένους τους. Και δώστε τους πίσω λίγη απ’ την αθανασία σας» (Άγγελοι Ναυαγίων σελ. 49). Η «Ιθάκη» σ’ αυτό το ταξίδι είναι το Ποίημα, καλό τέλος στην αναζήτηση ναυαγίων σιωπών!.. «Ναι θα μπορούσε είναι ενδεχόμενο… όλα να σαρωθούν στο χρόνο… να υποκλιθούν στον παροξυσμό των έντιμων σωμάτων, το ανεπίδοτο αιχμάλωτο να μείνει… η απειρότητα της φύσης να κερδίσει…» (Έγινες Ποίημα σελ. 81). «Αιωνιότητα» είναι ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, στο οποίο η ποιήτρια αναρωτιέται: «Ποιο κέρδος, ποια ζημιά; Το νόημα είναι η απουσία νοήματος, οι σταγόνες νερού σημαίνουν ξηρασία, ο καρπός που ανθίζει τρέφεται με αίμα…» (Αιωνιότητα σελ. 83). Στη συνέχεια, ανάμεσα στα ποιήματα που ανθολογούνται, εντοπίζονται στο Χάρτη και άλλα σημεία/ θησαυροί Ναυαγίων και αποδελτιώνονται στίχοι που δίνουν το στίγμα τους και την αξία τους

ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΕ ΤΥΧΑΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΑΠΟΝΤΩΝ: «Κατοίκησε απόψε της λέξης μου το αόρατο κλουβί, δέξου με, άφησέ με να σε αιχμαλωτίσω» (Επίκληση Β σελ. 69)

Βασικό στοιχείο στο Χάρτη Ναυαγίων είναι οι διαδρομές λέξεων. Με τις λέξεις ανοίγουν τα πανιά του καραβιού στην άγρια θάλασσα, με τις λέξεις αρχίζει και τελειώνει η δοκιμασία των διαδρομών για τη συνάντηση με τον άλλον. Λέξεις εκμηδενίζουν τις αποστάσεις… «Για να συναντηθούμε πρέπει να διακινδυνεύσουμε την απόσταση του άλλου… ντυμένοι μυθιστόρημα… έρποντας ή ακόμα και στα τέσσερα, δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι πένθους αφής σφαγής…» (Δοκιμασία σελ. 21). Η Οδύσσεια των διαδρομών έχει Λαιστρυγόνες Κύκλωπες, συμπληγάδες και αδιέξοδα… «Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο ά-λογό του κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη ά-λογα και χαλινάρια» (Δαίμονες σελ. 25). Οι ταξιδιώτες αφήνουν πίσω τους σκόνη, «σκόνη του σκοτωμένου χρόνου». Έχουν επίγνωση των λαθών και της προσωπικής ήττας: «είμαστε η χαμένη δυνατότητα, οι λέξεις που δεν γίναμε, τα παιδιά που πέφτουν από τα όνειρά μας ξημερώματα, οι δρόμοι, τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες χειρονομίες τους, οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου το παράθυρο» (Σφάλμα τυχαίας Διαδρομής σελ. 29). Η πινακίδα στις διαδρομές… «αστραπές εκτροπές παρεκτροπές στον ακάλυπτο» γράφει: «Δρόμος Απόντων»: «Ό,τι ήθελε να ζήσει είχε ένα ξεχασμένο όνομα πριν το τέλος, κάθε ομορφιά του φαινόταν περιττή κι ο έρωτας μια πρόβα θανάτου με προπληρωμένο τέλος» (σελ. 33). Λέξεις αμήχανες αιωρούνται πάνω από διάφανο κενό Χρόνου Αόριστου: «Ο αόριστος χρόνος αιμορραγεί και διαλύεται στο υγρό χειρόγραφο της μέρας ό,τι δίνει ζωή στο άγραφο επιστρέφει από τον κόσμο της σιωπής και μας χρεώνει. Μοιάζει τότε επιστροφή η αναχώρηση και αρχή ξανά το τέλος» (σελ. 37). Η αναζήτηση είναι αδιάκοπή και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Το δαιμονικό χτύπημα των πλήκτρων ως τα ξημερώματα ξεκλειδώνει τελικά το θρήνο των λέξεων και «κάθε επιθυμία καταρρέει υπό το βάρος της συνείδησής της…» (Νυχτερινό Α σελ. 41). Τότε ακούς μόνο τον ήχο που κάνει η «ταμειακή μηχανή συναισθημάτων» που κόβει αποδείξεις λέξεων σιωπής που εγείρουν ερωτήματα «Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω; Τίποτα δεν ξέρω. Βλέπω δρόμο μόνο δρόμο και μια γη επίπεδη που έγινε σκοτάδι από πέτρες και… γκρεμισμένες λέξεις» (Μικρές Οδύσσειες σελ. 45). «Υγρασία της μνήμης» είναι οι λέξεις, «ίχνη πελμάτων, ανεμοδαρμένες τρυφερές σκιές», «φλοίσβος φωνών στις φλόγες», «οι λέξεις με τα χαμηλωμένα μάτια» που υποκλίνονται «στον παροξυσμό των σωμάτων»: «να μη θέλεις να θυμηθείς και να θυμάσαι, θάλασσες να έρχονται να φεύγουν να θυμάσαι… νερά ν’ ανοίγουν να κλείνουν την αυλαία, να αποσύρονται δίχως να στερεύουν, να επιστρέφουν ξανά και ξανα και ξανά…» (Υγρασία της Μνήμης σελ. 65). Όλα τελικά είναι λέξεις και αποσιωπητικά: το πολύ, το λίγο, τόσες μέρες τόσα χρόνια, ορφανές υποσχέσεις, η φωτιά και το νερό, άβυσσος, περιπλάνηση, ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος, στάχτες και ερείπια, η θάλασσα κι ο Ωκεανός, το Ποίημα και η Αιωνιότητα «Οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία, η μνήμη τους δεν τις ενώνει… Με στάχτες θα τραφεί η περιπλάνηση και η ελπίδα απ’ το μηδέν θ’ αρχίσει» (Αιωνιότητα σελ. 83)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ

diastixo 6/3/2018

Η ανεξάντλητη σκιά της Λέξης.

Από την πρώτη της συλλογή η Έφη Καλογεροπούλου προειδοποιεί ότι «έχει καιρό απόψε, κρατήσου γερά φώναξα, ρίχνω σχοινιά απόψε, άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά, τη ζωή να δέσω».

Κι ακόμα, «καθρέφτες ρίχνω στο νερό, σκοτάδι έχασα να βρω, ψάχνω κι αυτό που όνομα δεν έχει, τρομαγμένο σπαρταρά, στην άκρη του καιρού».

Από την πρώτη της, λοιπόν, ποιητική συλλογή, ο καιρός, οι άγκυρες, τα καιρικά φαινόμενα, τα στοιχεία της φύσης, της φύσης έξω μας, αλλά και μέσα μας, γιατί μετά το στάδιο του καθρέφτη, μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει κάτι μεγαλοπρεπώς αφανές, αόρατο, που έχει τα ίδια υλικά και στην έξω μορφή του και τη μέσα, δεν έχει όνομα, αλλά συνέχεια σπαρταρά τρομαγμένο στην άκρη ενός καιρού που δεν μένει ποτέ στο ίδιο σημείο, αλλά κυλάει, ρέει, θορυβεί.

Στην παλιά, πρώτη της συλλογή, στο Σχεδόν μαζί, παίζει δραματικά με τον χρόνο, αφού «δίχως νερό, πριν το τέλος, κραυγή βαθιά χωρίς νερό, μόνο» και «όταν ήρθε η ώρα, και δεν ήξερε, εκείνη τι ζητούσε, πριν το τέλος, που ήρθε πριν».

Έτσι, ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, υπάρχει για να νομίζουμε, ενώ ποτέ δεν προλαβαίνουμε να ετοιμαστούμε, γι’ αυτό και η κραυγή βαθιά χωρίς νερό αρχίζει και λήγει με τη λεξούλα «μόνο».

Στον Χάρτη ναυαγίων, τελευταία της συλλογή και μάλιστα δίγλωσση, με τη μετάφραση στα αγγλικά του Γιάννη Γκούμα, στο ποίημα «Δοκιμασία» γράφει για το κενό τού «ανάμεσα», το ρίσκο της συνάντησης, την επικοινωνία με αγαπημένες φωνές, την ανάγκη της ύπαρξης του μυθικού στοιχείου. «Για να συναντηθούμε, πρέπει να διακινδυνεύσουμε, την απόσταση του άλλου, μια απόσταση φωνών, ντυμένοι μυθιστόρημα», και πιο κάτω αναφέρεται «σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι, πένθους, αφής, σφαγής».

Η Έφη Καλογεροπούλου, φυσικός και θεατρολόγος, μιλάει για τις Πρώτες Συναντήσεις, την αμηχανία της διερεύνησης του ανεξερεύνητου, όταν τρομεροί και τρομαγμένοι γινόμαστε συνοδοιπόροι της οδύνης «σε πρώτη δίχως πρόβα, στη μέση της σκηνής για χρόνια». Για μια συνεχόμενη πρεμιέρα χωρίς προετοιμασία, χωρίς να έχουμε μάθει τα λόγια, τους ρόλους, αλλά και το πού θα παίζουμε.

Αυτό είναι σημαντικό για δύο λόγους, πρώτον γιατί το «φυσικό» μέσα κι έξω μας δεν το γνωρίζουμε, μας διαπερνά ασυγχώρητα, γι’ αυτό λειτουργούμε εκστασιακά μέσα σε πεδία που παίζουν αλύπητες κι ατέλειωτες ιστορίες, δεύτερο γιατί έτσι η ποίηση της Καλογεροπούλου είναι στιγμιαία, ακαριαία, σχεδόν μοριακή, είναι αδυσώπητα επιθετική, γιατί «το εργαστήρι του χρόνου μετράει αντί για λεπτά γιγάντιες λάμψεις, αστραπές».

Ο Χάρτης ναυαγίων χαρτογραφεί τον βυθό της θάλασσας, προσέγγιση του συνειδητού και του ασυνειδήτου, ψάχνει εκεί που το νερό πατώνει μια έρημο που κρύβει μέσα της τα πάντα κι ενώ είναι μέσα στη θάλασσα, «δίχως νερό, πριν το τέλος, κραυγή βαθιά χωρίς νερό, μόνο».

Αυτός ο Χάρτης μοιάζει με νεκροταφείο, και μέσα στην άμμο, κόκκο τον κόκκο όπως λέει ο Μπέκετ, θάβονται τιμαλφή μη χρηστικά, μνήμες, αισθήματα, ψυχές πνιγμένων, αλλά και ζωντανών, ελπίδες που ναυάγησαν, αλλά και ιστορίες ενδιαφέρουσες, μαγευτικές, που βρίσκουν καταφύγιο σε έναν απέραντο χώρο ροών, ανέμων, ρευμάτων, που συγκεντρώνουν απροσδιόριστες δυνάμεις. Μέσα σ’ αυτά τα ναυάγια είναι τα χαμένα, που πρέπει να δηλωθούν ως χαμένα, ακόμα κι αν δεν ανασυρθούν, για να μάθουμε αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ, αυτό που θα παραμείνει αχαρτογράφητο, αυτό που κι αν το ξεχάσαμε θα ’ρθει στο όνειρό μας και στον έρωτα. Δηλώνοντας τα χαμένα επανέρχονται αισθήματα που μαλακώνουν την καρδιά, ακόμα και με σκληρές σαν πέτρες και σίδερα λέξεις. Εκεί, στην έρημο της επικοινωνίας ρίχνει την άγκυρά της η ποιήτρια, στην έρημο-έρωτα, στον χρόνο-έρωτα, που και τα δυο σμιλεύουν, μεταμορφώνουν και σκουριάζουν, μέσα σε θαλασσοταραχή και αμμοθύελλες. Σε χαοτικές τάξεις, οργανωμένες αταξίες, κι έτσι η ποίηση ρίχνεται σε ένα ρευστό, ερωτικό, σπασμωδικό επιθυμητό πεδίο, σε τοπίο βυθού, όπως στο δεύτερο βιβλίο της, στον Ήχο από νερό, όπου ανακεφαλαιώνει συνεχώς την πλατωνική διάσταση της ποίησής της, που είναι «η ανεξάντλητη σκιά της λέξης».

Όλη η θάλασσα είναι στρώματα θέασης, θολά ή διαυγή, είναι αναμνήσεις σε σμίκρυνση ή μεγέθυνση, είναι αισθήματα που ακολουθούν φυσικές δυνάμεις και παφλασμούς, με πολλές σιωπές, κοφτούς επαναλαμβανόμενους ρυθμούς, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση παίζουν ο σαρκασμός κι η ειρωνεία, η απροσδιοριστία κι η αλληλοεπικάλυψη ενεργειακών πεδίων, μια γοητευτική, δηλαδή, προσέγγιση της Θεωρίας της Διαταραχής.

Σ’ αυτό το κλίμα κέντρο και περιφέρεια αλλάζουν συνεχώς θέση. Προωθούν εγγραφές και επανεγγραφές στα πεδία του χρόνου, κάνοντας τα ανθρώπινα να αναχωρούν από κάθε τι παρόν. Μια διαρκής αναχώρηση από κάθε τι. Κι όλο αυτό συμβαίνει σε μια εντυπωσιακή ανοιχτότητα και δοτικότητα, που αναζητάει μια φιγούρα φίλη με την αταξία, την ξηρασία, την υγρασία, τη στάχτη και την αναγέννηση. Με λίγα λόγια, το ποίημα συνηθίζει να φεύγει, να κινείται, να μη λειτουργεί ως συνήθως στερεωτικά, φορμαλιστικά, μαθηματικά.

Στην ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου δεν υπάρχει δρόμος, είμαστε μέσα στον δρόμο, η γραφή είναι ραφή, ραφή που δένει ποτάμια, κι αυτά με τη σειρά τους έχουν όχθες, «όχθες μιας ερώτησης, στην αύρα μιας απάντησης», ενός μετέωρου «αύριο». Το ταξίδι της ζωής είναι μια εξορία μέσα στην «απειρότητα της φύσης».

Γι’ αυτό ο Χάρτης ναυαγίων αποζητάει περιπλάνηση, τέλος κι αρχή, τέλος μέσα στην αρχή. Γιατί όλο το τέλος βρίσκεται ήδη μέσα στην αρχή, χωρίς να είναι όμως προκαθορισμένο. Είναι λέξεις που βάρυναν και βούλιαξαν, μνήμη που κυλάει στο αίμα, μέσα από τις φλέβες, φτάνει στα δάχτυλα και γίνεται αφή, δηλαδή γραφή.efi kalogeropoulou

Στο ποίημα «Μαριονέτα», η Καλογεροπούλου μας θυμίζει πως «όταν αρπάξει φωτιά η κλωστή που σε κρατάει, θα μάθεις αν η ζωή σου έχει οξυγόνο».

Μάθημα θανάτου, σύμπτωμα ζωής, εκκρεμότητα, νήματα ζωής, νάματα, σχοινιά και αόρατες άγκυρες, πανιά, ναι, πανιά φουσκωμένα είναι η Μαριονέτα όταν κοπεί η κλωστή, ράμματα, δηλαδή υλικό μνήμης και ονείρου.

Η ποιητική γλώσσα δεν αιχμαλωτίζει όλα τα μυστικά, προδίδει όμως την απουσία τους. Κι η γραφή της Καλογεροπούλου είναι ποιητική, σκληρή, προειδοποιητικά πρόσκαιρη και αυστηρή, γιατί παίζει συνέχεια με τη διαψευσιμότητα των νόμων.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

(ομιλία στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης) 12-4-2018

Καλησπέρα σας. Είναι μεγάλη μου χαρά που παρουσιάζω αυτό το νέο ποιητικό βιβλίο της κας Καλογεροπούλου. Και δεν το λέω με τη συνήθη αβρότητα ή –κάτι που ενοχλεί συχνά εμένα– επαινετική λογική για να έχουμε απλά να λέμε καλά. Έχω τη χαρά να παρακολουθώ την πορεία της Έφης Καλογεροπούλου από το 2013 και την « ΑΜΜΟ », ενώ ήδη αναφέρθηκα αναλυτικά στην προηγούμενη συλλογή της « ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ » (2015) πάντα από τον Μετρονόμο και σε μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα. Και κατά τη γνώμη μου είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη της Καλογεροπούλου όπως και η κατάκτηση ενός προσωπικού ύφους που ωριμάζει. Και δεν είναι ασήμαντο πράγμα η κατάκτηση ενός αναγνωρίσιμου ύφους από έναν καλλιτέχνη.

Έχω πολλές φορές αναφερθεί στη λογοτεχνική εγγύτητα του θεάτρου με την ποίηση. Για αιώνες, άλλωστε, οι δύο τέχνες ήταν συνοδοιπόροι. Είναι όμως εξόχως ενδιαφέρον το αποτέλεσμα όταν διαβάζουμε υβριδικούς πειραματισμούς θεατρικών έργων με ποιητική προσέγγιση ή ποιητικών συλλογών με έντονο το δραματουργικό στοιχείο. Σε μία τέτοια τάση θα εντάξουμε και τον «ΧΑΡΤΗ ΝΑΥΑΓΙΩΝ», όπως βέβαια και την προηγούμενη « ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ ».

Στη συλλογή κυριαρχεί το θεατρικό στοιχείο εμπλουτισμένο με οιονεί «κινηματογραφικό» υλικό. Εξάλλου, συχνά μέσα από την αφηγηματική ροή η ίδια η ποιήτρια δίνει «σκηνοθετικές» οδηγίες και ορίζει τις σκηνογραφικές λεπτομέρειες του πλάνου της. Ο ποιητικός της φακός «αιχμαλωτίζει» καθημερινά στιγμιότυπα και στρέφει την προσοχή στο φαινομενικά «ανούσιο» ως λυρική αποτύπωση της στιγμής με μία ιδιάζουσα ρομαντική γραφή. Και το κάδρο της είναι πλήρες κίνησης και ήχων. Συχνά η κίνηση δηλώνεται απλά με έναν ενεστώτα (ανάληψη, η λίμνη των τύψεων, χρόνος αόριστος, αυλαία) μέσα στη συνολική περιγραφή. Ας μην παραβλέπουμε πως η λεπτομερής περιγραφή αποτελεί έναν πυλώνα της ποιητικής της, καθώς το στοχαστικό υλικό στηρίζεται  στην εικονοποιία της, αναδυόμενο μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα (με νερό και σκοτάδι, δρόμος των απόντων, μεταμορφώσεις). Μα η κίνηση είναι συνεχής. Αισθητοποιείται τόσο με τα διαλογικά στοιχεία ή τις ερωτήσεις όσο και με τις επαναλήψεις. Ακόμα και οι τίτλοι συμβάλλουν στην στιχουργική κίνηση και τον έλεγχο της συναισθηματικής κλιμάκωσης αναζητώντας μία σταθερότητα στη μεταβλητότητα της ζωής. Το καναβάτσο μοιάζει σκοτεινό. Η απουσία δεδηλωμένου φωτός και η μελαγχολική διάθεση ιχνογραφούν ένα σκοτεινό σκηνικό. Μα η ποιητική της σκηνή είναι διαυγής. Η ποιήτρια δίνει προσοχή στις περιγραφές της και τις εκθέτει ολοζώντανες με δραματική ταχύτητα.

Μέσα όμως από την πλούσια «φιλμική» στιχουργική της αναδύεται το στοχαστικό υλικό. Ζωντανεύουν οι κοινωνικές της αγωνίες και εκείνες για την ανθρώπινη ζωή και συμπεριφορά, για την αγάπη. Πρόκειται για ένα στιχουργικό ταξίδι στους ωκεανούς των λέξεων και των συναισθημάτων απέναντι στα κύματα των υπαρξιακών αγωνιών. Και η ποίηση της Καλογεροπούλου είναι βαθιά υπαρξιακή. Ο κοινωνικός στοχασμός/κριτική διαποτίζει με αλληγορικό τρόπο τη δραματική εικαστική της. Άλλωστε, στις συνθέσεις της παραμένει σταθερή η θέση των κοινωνικών στιγμιότυπων με ένα αίσθημα ματαιότητας και απογοήτευσης παράλληλα με την υπαρξιακής φύσης αγωνία για το χρόνο. Στη ζωηρή εικονοποιία της, αφηρημένες οι υπαρξιακές αγωνίες (επίκληση α’, επίκληση β’) ζωντανεύουν συμπλεκόμενες με τα ερωτήματα της ποιήτριας για τη ζωή. Η απώλεια της δυνατότητας να ορίσει ο άνθρωπος στη ζωή και τα ναυάγια των ονείρων που περικλείουν τον ατομικό και κοινωνικό βίο μπαίνουν στο επίκεντρο της μελαγχολικής ποίησης της. Επιμύθια με ποιητική αποφθεγματικότητα εντείνουν την έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ Α΄

Bλέμμα 

τρελό πουλί που ραμφίζεις

σαρκαστικό ανυπαρξίας γέλιο

και εκδικείσαι και μεθάς 

με της αποδημίας το κόκκινο κρασί

συνεπιβάτη της απώλειας  

Τη μια 

τόπος δέρμα έντομο

πυγολαμπίδα που λάμπει στο σκοτάδι

Την άλλη

τελειότητα φωτοχυσίας αισθημάτων

σφαίρα ψυχής αδέσποτη

ψηφιδωτό τόπων ανείπωτων

αιμορραγία λέξης

προδοσίας κύμα

θάλασσα άπειρη της προσδοκίας

παιδί της αθωότητας του έρωτα αμέριμνο

Πάρε με πέρα απ’ της λύπης

την τρομερή σκιά

γίνε απόψε –για λίγο έστω–

το λιμάνι μου

Μέσα στο «κινηματογραφικής» υφής ποιητικό της καναβάτσο δημιουργεί τις δικές της αλληγορίες φέρνοντας σε ισορροπία το εικαστικό με το στοχαστικό υλικό και το συναίσθημα με τις αισθήσεις (titanic bar, νυχτερινό β’).

TITANIC BAR

Χωρίς πίστη η ελπίδα αλλάζει βλέμμα

ζαρώνει

το αίμα της λιμνάζει

το νερό δεν ξεδιψά

σέρνει τα πόδια του στην άσφαλτο

σκοτάδι ροκανίζει τα υπόλοιπα

Πέφτω δίπλα μου τρομάζοντας

τυφλός άδειος εικόνας

ό,τι τελειώνει ένα πρωί

είναι θάνατος που κοιμίζει γλυκά τα περιστέρια

Το μαύρο βάφει

η φωτιά καίει

η μνήμη καίγεται

Θα κρατάς πάντα σπίτι σου

το χαλασμένο ραδιόφωνο

θα φεύγω πάντα ξημερώματα

πατώντας σε κεραίες τηλεόρασης

και σκοτωμένα τσιγάρα άσπρα

κάτι μυρίζει οινόπνευμα και μέλι

Οι ταξιδιώτες συνήθως

αφήνουν πίσω τους την πόρτα ανοιχτή

Με φρέσκια ματιά παρασέρνει τον ακροατή/ αναγνώστη στο βάθος των συλλογισμών της και μας γοητεύει με τη ζωντάνια της στιχουργικής της και την «οπτικοακουστική» διάσταση της έκφρασής της.

Από την άλλη, το θεατρικό στοιχείο διαπνέει ολόκληρη τη στιχουργική της. Η διαλογικότητα δομείται άλλοτε σε προτρεπτικές προστακτικές (άγγελοι ναυαγίων, επίκληση α’, επίκληση β’) κι άλλες φορές σε ερωτήσεις που διαμορφώνουν ένα ψευδοδιαλογικό ύφος σπάζοντας την «αφηγηματική» ροή (μικρές οδύσσειες). Από την άλλη, το β’ ενικό (titanic bar) και το α’ πληθυντικό (μικρές οδύσσειες, γητευτές) ενισχύοντας την παρουσία προσώπων στην ποιητική σκηνή, ορίζουν μία σκηνική ρευστότητα.

ΓΗΤΕΥΤΕΣ

Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο

από σπασμένος καθρέφτης

ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα

και πίστη

γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση

υπέροχα πλανημένοι

θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως

σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ

γητευτές πουλιών διάφανοι

θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη

γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική

και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε

θάλασσα ανάσταση κι αγάπη

Παράλληλα, το α’ ενικό συστήνει έναν μονολογικό υποκριτή με δραματική αμεσότητα. Κι ας σημειώσουμε πως το πρωτοενικό υποκείμενο εμφανίζεται συχνά ως παρενθετικό σχόλιο  μέσα στην ποιητική αφήγηση. Έτσι λειτουργεί ως αυτοαναφορικός αφηγητής που ζωντανεύει τη σκηνή ενίοτε μαζί με ένα β’ πρόσωπο (η αγωνία με τις 4 γωνίες).

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕ ΤΙΣ 4 ΓΩΝΙΕΣ

Δεν ξέρω

δε θέλω να ξέρω

δεν είμαι εκεί

έχω φύγει               

Ποτέ δε με κοιτάς εκεί που σε βλέπω

δεν είχε έξοδο η γραφή πότε φως

πότε σκοτάδι

το μάτι ησυχάζει από το βλέμμα;

Το βλέμμα από πού έρχεται;

Του έριχνε στάχτη στα μάτια

οι ακριβοί καθρέφτες ποτέ δεν κάνουν λάθος

θα ’χεις την τύχη της καταιγίδας

το σχέδιό σου στάζει αμηχανία

Τον έκλεψε από τον εαυτό του

τον κοίταζε από παντού

Χέρι της φωνής της σιωπής της κραυγής της μνήμης

χέρι της ζωής της φυγής της γραφής

χέρια δάχτυλα δίχτυα

Βέβαια κατά τον Gerard Genette –αν και το έθεσε με την πεζογραφία– το πρωτοενικό υποκείμενο δεν είναι παρά ένας σκηνικός αφηγητής που δεν ταυτίζεται με τον ποιητή.

Είναι ένας αριστοτελικός χαρακτήρας, ένα ποιητικό αίτιο, που απομακρύνεται από τον συγγραφέα ( π ρ ά ξ ι ς και ή θ ο ς ). Έτσι το ποιητικό εγώ λειτουργεί ως ένας σκηνικός χαρακτήρας κατά τον Thomas Docherty, σαν ένας υποκριτής που συνομιλήσει αμεσότερα με το κοινό.

Από την άλλη, είναι σημαντικό κατά τη γνώμη μου να αναφερθούμε λίγο στους τίτλους των ποιημάτων της συλλογής. Ας μην ξεχνάμε πως ο τίτλος κατέχει λειτουργική θέση την ποίηση και διεκδικεί το δικό του μερίδιο στη συναισθηματική ένταση. Έτσι, τον «ΧΑΡΤΗ ΝΑΥΑΓΙΩΝ» οι τίτλοι  δε συνδέονται ως λεκτικό περιεχόμενο με τις συνθέσεις, δεν επαναλαμβάνουν κάποιο στίχο ούτε και διατηρούν κάποια περιληπτική ιδιότητα. Αν τις δούμε μόνο ως λέξεις, θα τις δούμε «μετέωρες» ως προς το λεξιλόγιο του ποιήματος. Μα στη συνειρμική λογική και με μία εξπρεσιονιστική διάσταση λειτουργούν ως αντικλείδια –για να θυμηθώ τον αγαπημένο μου Γιώργη Παυλόπουλο– που ανοίγουν την πόρτα της ποίησης της Καλογεροπούλου.

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, σημειώνω ότι η Έφη Καλογεροπούλου με την πλούσια σκηνογραφία της τοποθετεί τον αναγνώστη στην ποιητική σκηνή μέσα σε ένα φιλμικής λογικής έργο γεμάτο χρώματα, κίνηση και ήχους. Κυκλικά σχήματα και στοχαστικές αναζητήσεις, «δεμένες» με μία αποφθεγματική διατύπωση, δημιουργούν υπόγειους συναισθηματικούς δρόμους που συγκλονίζουν τον ακροατή/αναγνώστη. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση για αναφέρεται κατά τον Αριστοτέλη στα γενόμενα, μα στα καθόλα, συνδέοντας στην ουσία την φιλοσοφία με την ποιητική τέχνη. Και μέσα στο μπεκετικό, τολμώ να πω, θεατρικό της ύφος η Καλογεροπούλου τούτη την ανάγκη την ικανοποιεί.

ΑΝΝΑΣ  ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ ΤΕΥΧΟΣ  17-18

ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΩΣ ΕΚΔΟΧΑ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ

Προλογικό σχόλιο

Αν θέλαμε να ορίσουμε ένα χωροχρονικό στίγμα για την ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου θα λέγαμε ότι χώρος της είναι το νερό, που το συχνότερο εμφανίζεται ως θάλασσα και αναζητά έναν ταξιδευτή, χωρίς τον οποίο ,το ποίημα θα μείνει μετέωρο και η ποιητική φωνή ορφανή. Χρόνος της ποίησης της είναι η νύχτα με κύριο έκδοχό της το σκοτάδι, συνθήκη της το ναυάγιο όχι τόσο ως καταστροφή αλλά ως απομεινάρι μιας εμπειρίας που έχει πια τελειώσει. Και συγκείμενό της η ερημία, με την έννοια της επίγνωσης της μοναχικής πορείας, όταν όλες οι χειρονομίες της συνύπαρξης έχουν πια τελειώσει. Καταστατική αρχή όλων των παραπάνω είναι η ρευστότητα. Ο  χείμαρρος της μνήμης συμβάλλει το ταραγμένο του νερό με τα απομεινάρια των γεγονότων, των συναντήσεων, των ανθρώπων που χάθηκαν και άφησαν ένα κρυστάλλωμα μοναξιάς ,της συγκρατημένης θλίψης μιας προσδοκίας ότι μόνοι μας προχωρούμε πάντα στα σκοτεινά.

Ταξίδι και καθρεπτισμός

Μόνιμος πόθος, αν και χωρίς ιδιαίτερη αγωνία, για το ποιητικό κόσμο παραμένει το ταξίδι, η απόσταση που πρέπει να διανυθεί, η ποιητική φωνή που ως πηδαλιούχος και επιβάτης, ως ταξιδευτής και οιωνεί αταξίδευτος ,προσπαθεί να καθηλώσει ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, την διάρκεια και τον τόπο της μνήμης, προβάλλοντας το φευγαλέο της είδωλο, θρυμματισμένο από ένα φθοροποιό παρόν, εξουθενωμένο από ένα αβέβαιο μέλλον. Τα απλουστευμένα σημάδια μιας τέτοιας θυμικής αντίδρασης στις δύο πρώτες συλλογές δίνουν την θέση τους σε εικόνες πιο σύνθετες ποιητικά στις επόμενες δύο ,ενώ η θλίψη και ο πόνος για ό,τι χάνεται  και δεν μπορεί να διατηρηθεί «εν ζωή» με σήμα του τις λέξεις ,κάνουν ισχυρή την παρουσία τους και στο τελευταίο της βιβλίο τον Χάρτη Ναυαγίων.

Οι ζωντανοί νεκροί, το μοτίβο των πουλιών ως των εν δυνάμει αέναων ταξιδευτών που όμως διαψεύδουν τη δυνατότητα της φυγής όσο και την μετουσιώνουν, η φωτιά, η στάχτη, ό καθρέφτης είναι σταθεροί μετωνυμικοί δείκτες της ποίησης της Καλογεροπούλου. Ο καθρέφτης αποτελεί μόνιμο μέσο και τρόπο ,ώστε να αρθεί η απόσταση ανάμεσα στο ιδεατό και το απτό, να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη μέρα κα τη νύχτα ,στο επιθυμητό και το δυνατό, μια μάταιη μάχη με την πικρή επίγευση της ήττας. Τα διαφορετικά δραματικά προσωπεία σχεδόν αγνοούνται, ενώ ο καθρεπτισμός γίνεται αντανάκλαση της φαντασίωσης που οικειοποιείται τον παθολογικό ρόλο του έρωτα: τα εναλλασσόμενα πάθη της αγάπης, τα επάλληλα πάθη του χωρισμού. Η προσδοκία φαίνεται να ματαιώνεται ,ενώ το βαθύτερο ήθος του ερωτικού αισθήματος προοιωνίζεται το θάνατο τόσο όσο προσπαθεί να τον ξορκίσει.

Η ρευστότητα ως κοσμολογία

Η ροϊκότητα του υγρού στοιχείου, η ρευστότητα του χρόνου, αλλά και η έλλειψη ενός σταθερού χοϊκού στοιχείου αφού συνεκδοχή της γης αποτελεί κυρίως η άμμος, οδηγεί στην αναζήτηση ενός συμπαγούς σημείου αναφοράς, έναν άξονα περιστροφής του ταξιδιού. Κάποιος περίκλειστος χώρος ή ένα νησί προβάλλεται ως τόπος επιστροφής της μνήμης και περιήγησης στην εμπειρία, ο χωρόχρονος μιας χαμένης προσδοκίας, μιας εποχής όπου όλα τα σταυροδρόμια φαίνονταν ανοιχτά όταν οι επιλογές έμοιαζαν ακόμη πρόσφορες στην επιθυμία, μια πατρίδα των αγαπημένων ανθρώπων αλλά και των αλησμόνητων νεκρών. Έτσι προεξέχει ένας δυϊσμός ανάμεσα σε αυτόν, τον κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας, και τον άλλο κόσμο εκείνον του καλλιτεχνικού οράματος, μια διαπάλη του ονείρου με την εμπειρία, τα ταξίδια που μένουν ανολοκλήρωτα ή χωρίς επιστροφή. Μια μοίρα που ζητά να γίνει λόγος ,ώστε να αρθρωθεί ξανά και ξανά κι ας υπάρχει η επαναληπτική διάψευση κι ας διαπιστώνεται εξακολουθητικά η νικητήρια υπεροχή μιας σιωπής που το βάρος της δύσκολα αντέχουμε.

Αν παρακολουθήσουμε την ποιητική εξέλιξη της Καλογεροπούλου, διαπιστώνουμε ότι εξακολουθητικά δηλώνεται μια μετακίνηση με όχημα την μνήμη: έτσι ώστε να μετακινείται μέσα από τις συμπληγάδες του χρόνου σε έναν άλλο κόσμο ,σε αυτό που πάει να στήσει η ποιητική σκηνοθεσία με τα μνημονικά υλικά που προσπορίζεται από τον χώρο της θάλασσας και του ταξιδιού. Ενδεικτική είναι η υποχώρηση της σκηνοθεσίας της καθημερινότητας της πρώτης συλλογής της ποιήτριας, υπέρ μιας πιο αφαιρετικής εικονοποιίας στις επόμενες. Ο ενάλιος χώρος συνεισφέρει στην κοίτη των ποιημάτων έναν χρόνο άχρονο και έναν χώρο καθαρμένο από τα ιστορικά του ίχνη με έντονο το μεταφυσικό φίλτρο. Τα μοτίβα των ναυαγίων, των νεκρών, και των αγγέλων επανέρχονται στην ποίηση της Καλογεροπούλου, κάποτε συμφιλιωμένα μέσα στην έξαρση της ομορφιάς ,κάποτε αλληλοσυγκρουόμενα μέσα στο λασπερό κλίμα της θλίψης .Εδώ φαίνεται πιο καθαρά πώς η ποίηση δεν είναι ανέξοδη ,μας παρηγορεί αλλά τρώει και τα σωθικά μας ,ακόμη κι αν αρκετές φορές το συναίσθημα που υποβάλλεται είναι μια μελαγχολική αποδοχή και όχι μια απεγνωσμένη οδύνη.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά

Συμψηφίζοντας αναφέρω ορισμένα από τα στροφικά και στιχουργικά συμπτώματα των ποιημάτων. Τρείς είναι οι κυρίαρχες μορφές που προτιμά η ποιήτρια: τα δίστιχα ή τρίστιχα επιγράμματα, τα εκτενέστερα ποιήματα όπου η στιχουργική μορφοποίηση εξαρτάται από τον αριθμό των συλλαβών των στίχων που δίνουν μια οπτική συμμετρία, και τα πεζόμορφα τύπου vesret-πεζών εδαφίων δηλαδή υπό την μορφή παραγράφου. Σε καμιά μορφή δεν παρατηρούμε επιμονή στην  εναλλαγή του μέτρου, εφόσον υπάρχει διάχυτη εσωτερική μουσικότητα χωρίς σταθερά ωστόσο χαρακτηριστικά. Στην Τρίτη συλλογή εμφανίζεται η ιδιομορφία της στοίχισης στο κέντρο, χωρίς κάποια σημαντική μετατόπιση στα υπόλοιπα γνωρίσματα ή τα θεματικά μοτίβα του ποιητικού κόσμου, αφού απουσιάζει οποιαδήποτε τάση καθιέρωσης κάποιας στροφικής «νόρμας», μια που και τα πιο πολύστιχα ποιήματα διατάσσονται σε ελευθερωμένες μορφές. Εκ παραλλήλου αυξάνεται η τάση να εμφανίζονται εμφατικοί στίχοι, πολύ συχνά επαναλαμβανόμενοι, για να συμπυκνώνουν το κυρίαρχο νόημα, συναίσθημα ή μοτίβο.

Επιλογικό σχόλιο

Ίσως σ’ αυτό το σημείο να βρίσκεται ο βαθύτερος πυρήνας και η γενεσιουργός αιτία του ελεγειακού τόνου που κυριαρχεί. Είναι αδύνατον να δώσουμε απαντήσεις που μπορούν πραγματικά να παρηγορήσουν. Κι αυτό γιατί στο ποιητικό ταξίδι εκείνο που αναζητούμε αλλά κι εκείνο από το οποίο απεγνωσμένα αγωνιζόμαστε να ξεφύγουμε είναι το φριχτό παιχνίδι της μνήμης. Διότι γράφοντας, θυμόμαστε, για να ξεχάσουμε και ξεχνώντας αναβαπτίζουμε πάλι την επιθυμία μας ,να θυμηθούμε, στρίβοντας το μαχαίρι στις πληγές μας. Κατά έναν παράδοξο τρόπο η ελεγειακή δραστικότητα της ποίησης γίνεται ο χορηγός μιας φαντασιακής παραμυθίας μπροστά στο τελικό και μόνο βέβαιο της ζωής μας ταξίδιον, που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε αιωνιότητα. Ακόμη κι αν, όσα απεγνωσμένα βότσαλα κι αν αφήνουμε πίσω μας ‘ως ψήγματα υστεροφημίας ,γνωρίζουμε καλά πώς τον δρόμο της επιστροφής δεν θα τον βρούμε.

Κλείνω με τον «Καθρέφτη» του «Ήχου του νερού»

«Καθρέφτης κλέφτης ο καιρός

Σε καθρεφτίζει 

Και σε επιστρέφει δίχως σώμα»

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

(ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ

Τετάρτη 3 Οκτωβρη 2018)

«ΤΟ ΠΑΛΙΡΡΟΙΚΟ ΚΥΜΑ ΤΩΝ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΗΣ»

Το ταξίδι στη θάλασσα, η ζωή σαν αρμένισμα, η ζωή – Οδύσσεια, ο πνιγμός, το ναυάγιο και το μετά, η καθρεφτική ζωή στο επέκεινα, στη σιωπή του βυθού είναι η αλληγορία πάνω στην οποία βασίζεται η πρόσφατη ποιητική σύνθεση της Έφης Καλογεροπούλου «Χάρτες ναυαγίων», που κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Μετρονόμος το 2017. Είναι η πέμπτη ποιητική σύνθεση της ποιήτριας, που είναι πτυχιούχος Θεατρικών Σπουδών αλλά και Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ένας κόσμος ανάποδα, καθρεφτικός, ψυχρός, σε μια εγκλωβισμένη συνθήκη ακινησίας, μια συμβολική καταβύθιση στον Άδη δίνει την ευκαιρία να αναπτυχθούν τα θέματα της ζωής και της ποιητικής με μια οραματική δραματικότητα, με την παραμόρφωση του βλέμματος που μόνο ο στοχασμός και η βεβαιότητα του θανάτου μπορούν να χαρίσουν.

Με παρέσυρε η αγωνία του μότο – στίχοι από την «Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού» του Κόλριτζ να αναζητήσω εκεί πνευματικές οφειλές. Αναμφίβολα, η συλλογή οφείλει σε κάθε ταξίδι, οφείλει στην «Οδύσσεια» (υπάρχει άλλωστε και ποίημα με τον τίτλο «Μικρές Οδύσσειες» αλλά και εικόνες του ναυτικού δεμένου στο κατάρτι της μοίρας). Ωστόσο, δεν υπάρχουν τύψεις ούτε το μεγάλο παράπτωμα του αφηγητή. Αντιθέτως, ο ρυθμός του λόγου -σύνθεση σαν ορατόριο- παραπέμπει στον Έλιοτ. Και ναι, η καμπάνα, τα πουλιά, ο κήπος και τελικά ο χρόνος – ο χρόνος που με τόσους τρόπους επανέρχεται: αόριστος χρόνος, σκοτωμένος χρόνος, ο δαιμονισμένος χρόνος, ο παρελθών χρόνος.

Συναρπαστική είναι η συσχέτιση με το ναυάγιο το θέμα του Τρίτου Κουαρτέτου του Έλιοτ, του «Dry Salvages», της περιοχής με τον φάρο στη Μασσαχουσέτη, τον τόπο του ναυαγίου, των σχεδόν προϊστορικών θαλάσσιων οργανισμών «Ο χάρτης ναυαγίων» επιβεβαιώνει μια βαθιά πνευματική σχέση με τον ποιητή, που όμως η Καλογεροπούλου δεν αντιγράφει, δεν μιμείται -ούτως ή άλλως βρίσκεται στο μέσον και όχι στο τέλος της ποιητικής της διαδρομής-, αλλά εμπνέεται από αυτόν δημιουργικά. Υπαρξιακό το έργο της, αλλά όχι -σε καμία περίπτωση- θρησκευτικό.

Αγωνία για τη μνήμη, τη γραφή – τις λέξεις – «Οι λέξεις βάρυναν και πέφτουν χωρίς ιδιοτροπία / η μνήμη τους δεν τις ενώνει / Είμαστε άβυσσος περιπλάνηση / ένας διαρκής επιτάφιος θρήνος» – την αποτύπωση στο χαρτί που θα μνημειώσει ό,τι έχει ή ίσως δεν έχει νόημα. Ο υλικός τρόπος της έκφρασης την απασχολεί εξίσου. Η σχέση του λόγου με το χαρτί, η αγωνία για ασάφεια των λέξεων, η διά της γραφής παγίωση του λόγου αποτελούν μια στοιχειώδη βεβαιότητα μέσα στη ρευστότητα του υγρού θανάτου. Έτσι και το καθόλου οξύμωρο της χαρτογράφησης του επέκεινα -«χάρτες ναυαγίων» ώστε να βιωθεί το άρρητο, να διά- «τυπωθεί» το όραμα στο «τυπογραφείο της ψυχής».

«Μόνο μια ουλή έκοβε το άγραφο στα δυο / να διασχίζει και να βρέχει το χαρτί σαν ποτάμι»

Ψυχρόαιμοι οι κάτοικοι του υγρού βασιλείου -πολύτιμη και άπιαστη η ύλη των αθανάτων- «ψυχρή σαν μάρμαρο φωτιάς» η ουσία τους. Θερμή θερμότατη και πάλλουσα η ποιητική της Καλογεροπούλου. Με δραματικό πάθος και αίσθημα εκφράζει θέματα που πλήττουν κατάστηθα με πάλλουσα θερμή καρδιά και ευθύβολο οραματικό λόγο.

Το νησί

Έγινε νησί απελπίστηκε / σωρός από σκοτάδι/ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω από την πόρτα / τώρα μπορεί να δει ολόκληρο τον εαυτό του/φεύγει ψάχνει επιστρέφει / κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο/βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος/πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία/τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο/η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός / σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους / μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει / δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό / καλπάζει χρόνια/από πού ήρθε; Πού πηγαίνει; / Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα/μασάει νικοτίνη / ντύνεται πουλί / πετά / κλείνει τα μάτια / είναι παντού / βρέχει φωτιά / κι αστέρια;

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

ΦΡΕΑΡ 2/12/2016

Με τον τίτλο της συλλογής θα μας προϊδεάσει η ποιήτρια για το κεντρικό της θέμα: Έρημος όπως έρωτας. Δηλαδή ‒με άλλα λόγια‒ με μια έρημο μοιάζει ο έρωτας, διατύπωση η οποία μου θυμίζει τον τίτλο του εμβληματικού πεζογραφήματος του Φρανσουά Μωριάκ H ερημιά του έρωτα ή κατά μια νεώτερη μετάφραση Η έρημος της αγάπης, και στα γαλλικά Le desert de l’ Amour. Προσωπικά προτιμώ την πρώτη μεταφραστική εκδοχή λόγω του πλέον εύηχου εξ αιτίας της παρήχησης, αλλά και της εννοούμενης διαφοράς του πάθους, ενώ η καθαρή αγάπη ποτέ δεν γνωρίζει μοναξιά κι απελπισία. Και ‒κατά τον Απόστολο μάλιστα‒ «ου ζητεί τα εαυτής… πάντα υπομένει… και ουδέποτε εκπίπτει». (Το ερώτημα βέβαια πάντα είναι, εάν αυτή είναι επιτεύξιμη και για πόσο.) Σε συμφωνία θαρρώ με τα παραπάνω, η ταυτόχρονη μετάφραση των ποιημάτων της Καλογεροπούλου στα αγγλικά από το Γιάννη Γκούμα, μας αποδίδει τον τίτλο ως Desert as desire δηλ. έρημος όπως επιθυμία.

Μια έρημος λοιπόν ο έρωτας: η έκφραση αυτή υποβάλλει σε ένα στεγνό και απειλητικό τοπίο δύσκολα συμβατό με τη ζωή. Αλλά αυτός είναι ο προδομένος ή ο μονόδρομος έρωτας. Γιατί ο αμοιβαίος και εκπληρωμένος έρωτας στην ανάπτυξή του είναι ίσα ίσα το πιο ανθισμένο τοπίο της ανθρώπινης ψυχής. Ωστόσο τα ωραία τελειώνουν νωρίς συνήθως. Και κρατούν όσο μια ανάσα, «σε μια εισπνοή έπαιξες/ σε μια εκπνοή έχασες», μας λέγει η ποιήτρια και μάλιστα αφού «το παιχνίδι με τις κάρτες/ μοιάζει από την αρχή χαμένο». Όμως «να διασχίσεις την έρημο έλεγε, αυτό έχει σημασία»: το ποιητικό υποκείμενο (και όλοι μας) πορεύεται, εν μέσω των δυσκολιών της διαδρομής, προς την αυτοσυνειδησία του, προς τη δόμηση της ψυχικής του και συναισθηματικής ταυτότητας και ολοκλήρωσης. Στο δρόμο θα αφήσει τα βιοτικά σκουπίδια «το σκουπάκι της γράφει/ τετράγωνους κύκλους στον αέρα/ στο βυθό τα σκουπίδια», τις προδοσίες, τις απώλειες, τις ματαιώσεις, τις διασαλεύσεις βεβαιοτήτων, το ράγισμα των σχέσεων, το «σπασμένο ανάμεσά μας», τον φόβο. Επειδή ο χρόνος είναι το καταλυτικό μέγεθος που επηρεάζει και φθείρει όλα τα ωραία συναισθήματα, καταστάσεις, σώματα. «Ο χρόνος ‒ σιωπή/ ο χρόνος – εφιάλτης/ ο χρόνος – παγίδα/ ο χρόνος – δήμιος», μα και «Ο χρόνος ο μεγαλύτερος ‘Eρωτας όλων των Eρώτων», επειδή προφανώς έχει τη δύναμη να στέκεται παραπάνω από τους έρωτες και να τους καταλύει. Από την άλλη όμως και «ο χρόνος ο δημιουργός μου», ο δημιουργός ενός νέου εαυτού και μιας, δια μέσου της στέρησης και του πάσχειν, αυτοπραγμάτωσης. Ωστόσο, επειδή το τέλος των αισθημάτων είναι πιθανό να συμβεί, δεν μπορεί κανείς να είναι αναίσθητος και ψυχρός στην έλευση μιας επερχόμενης ερωτικής κοινωνίας. Η διακινδύνευση είναι το παν στις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα, σαν τυχερό παιχνίδι, όπου θα δώσεις όλο σου τον εαυτό και θα κερδίσεις ή θα χάσεις, επειδή «άμα δεν βγεις από τον εαυτό σου/ δεν θα συναντήσεις ποτέ κανέναν». Και η συνάντηση, η ανταλλαγή σκέψεων, αισθημάτων, εμπειριών είναι το ζητούμενο ανάμεσα στους ανθρώπους και αυτό αφορά όχι μόνο τον ερωτικό τομέα. Εξ άλλου η ψυχή δεν παύει να κάνει όνειρα. «Πριν γκρεμιστεί/ ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα.» Όμως ο χρόνος είναι πάντα ο πρωταγωνιστής του βίου, σαν ακίνητος και σαν ανίκητος (ωραίο ποιητικό εύρημα ο αναγραμματισμός αυτός!). Μάλιστα «Το ανίκητο του χρόνου/ τα μάτια είναι», διότι ο άνθρωπος είναι ο μετρητής όλων των μεγεθών. Ενός χρόνου που το ποιητικό υποκείμενο θα ήθελε να τον γυρίσει ‒συρρικνώνοντάς τον μέσα στο κοσμικό αυγό από το οποίο υποτίθεται πως ξεπήδησε‒ στο σημείο δηλαδή μηδέν (στην αθωότητα; στην κατάργηση του προκαλούμενου από την ατυχή, ηθελημένα ή αθέλητα, δράση πόνου;). Από την άλλη όμως δεν διστάζει ‒σε μια συνολική θεώρηση του κόσμου‒ να ξανοιχτεί στο επέκεινα, στη διαστολή των ορίων, λέγοντας: «κι αν ο τοίχος είναι/ κάτι περισσότερο;»

Η Καλογεροπούλου προσφέρει στο βιβλίο της αυτό, αντί για ανεξάρτητα ποιήματα, μια σύνθεση όπου υποστηρίζει τα πιο πάνω θέματα με επιμονή και ωριμότητα. Το κλίμα είναι κλειστοφοβικό. Οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να πάσχουν από έλλειψη συνεννόησης πχ. «-Τι είπες;/ Δεν ακούω, δεν ακούω» ή «-Τι βλέπεις;/ Τίποτα.» και αυτά μάλιστα επαναληπτικά. Οι εκφράσεις της υπαρξιακής οδύνης αρκετές, όπως «το σύμπαν σε εκτινάσσει/ και παίζει μαζί σου/ μέχρι να σε καταβροχθίσει», ή «αιχμάλωτη/ στο τρύπιο γάντι της σιωπής/ στην τρέλα γέρνει», ή «απελπισία στάχτη», ή «ο ήχος της απώλειας τρύπιος», ή «σκοτάδι πηχτό», ή «ένα τενεκεδάκι θάνατο κλωτσάει», ή «χάρτης πένθους». Αλλά αυτή ακριβώς δεν είναι η ανθρώπινη μοίρα; Ένας κόσμος όπου ‒όπως και η ίδια διατείνεται‒ θήραμα και θηρευτής είναι θύματα κι οι δύο. Κι όμως αυτοί οι δύο μέσω του έρωτα γίνονται ένα. Εναλλάσσοντας το τρίτο με το πρώτο και με το δεύτερο πρόσωπο στην αφήγηση, τους ρηματικούς χρόνους, αλλά και ένα εμπρός-πίσω ‒σαν με το μάτι μιας κάμερας‒ των εξιστορήσεών της, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό σκηνικό (μας υποβάλλει ακριβώς η ίδια η ποιήτρια την αίσθηση αυτή στους στίχους «η γη γυρίζει και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα / καλά καμένο»), όπου κανείς δεν παύει να αναρωτιέται την κάθε στιγμή, εάν παραμένει κάτοχος του νοήματος και εάν πράγματι ερμηνεύει σωστά το απόσπασμα που μόλις διάβασε, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να κρατιέται αμείωτο ως το τέλος της σύνθεσης. Στο νόημα και το περιεχόμενο είναι που η ποιήτρια φαίνεται να θέλει να επιμείνει, εκθέτοντας αρκετούς σημαντικούς και αξιομνημόνευτους στίχους. Συχνά το κείμενό της ‒με μια συγκοπτική τακτική‒ το διατρέχουν στίχοι που κατασκευάζει από ελάχιστες λέξεις, ή και καθιστώντας κάποτε στίχο τη μια μόνη λέξη, αποτυπώνοντας μάλλον έτσι ένα θρυμματισμένο από την απώλεια εαυτό και όνειρο, ή απλώς με διάθεση δημιουργίας ενός ιδιαίτερου ποιητικού ύφους. Αυτό, όταν στην ποίηση το ζητούμενο είναι η επιτυχημένη συνάρθρωση των λέξεων, μοιάζει σε μερικά σημεία να δημιουργεί κάποιο αίσθημα διακοπής της συνέχειας του ρυθμικού λόγου, σε μια προφορική τουλάχιστον απαγγελία (χωρίζοντας π.χ. το υποκείμενο από τον προσδιορισμό του, όπως «ο κήπος του ουρανού» μοιρασμένος σε δυο στίχους και παρόμοια). Από το περίκλειστο σκηνικό όμως τελικά αναφαίνεται η ελπίδα, όταν ακόμα και ο θάνατος ακολουθείται από μια γέννηση και μια νέα αρχή «κι η μοίρα/ είναι θάνατος και γέννηση μαζί/και δίνεις το κομμάτι σου το φωτεινό/ατόφιο στον καιρό και ζωντανός ξανά/ αφήνεσαι στα ύψη», έστω κι αν προηγουμένως έχεις υπάρξει «του ύψους ναυαγός». Πιο πολύ ο ποιητής ‒πλάθοντας ανθρώπους από νερό ή χαρτί‒ ξέρει να το κατορθώνει αυτό με την τέχνη του. Μ’ ένα καρότσι κυλώντας δοκιμάζει να ξεφύγει από το χρόνο, τη δυστοπία, τον θάνατο. Κι οι λέξεις του «μαγικοί λαβύρινθοι/ που κρύβονται στα πλήκτρα». Θα τους διασχίσει για να συναντήσει το φως.

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

http://frear.gr/?p=16011

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Εισέρχομαι στην ανάγνωση με όλες μου τις ιδιότητες*. «Έρημος όπως έρωτας» της Έφης Καλογεροπούλου

Είμαι ευτυχής και ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανε η Έφη Καλογεροπούλου, να με περιλάβει στο εκλεκτό πάνελ, απόψε που παρουσιάζουμε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, το «Έρημος όπως έρωτας». Θέλω να δηλώσω πως με ρώτησε – τι να δηλώσουμε, τι να γράψουμε δίπλα στην ιδιότητα τη δική μου στην πρόσκληση για την εκδήλωση – της είπα λοιπόν εγώ αυτό που γράφει τώρα, λογοτέχνης δοκιμιογράφος ή κάπως έτσι και συμπληρώνει. Να μη βάλουμε το φυσικός; Ω όχι της λέω, έχει παρέλθει καιρός, δεν θέλω να γράφω αυτήν την ιδιότητα…

Το σκεφτόμουν όμως. Μια ποιητική συλλογή, μια ανάγνωση είναι πάντα αφορμή να συμβούν αναταράξεις, υπαρξιακές ανακατατάξεις εντός. Έτσι λοιπόν σκεφτόμουν ότι όντως – ανεξάρτητα βεβαίως με το τι γράφουμε δίπλα στο όνομά μας – ερχόμαστε στην ανάγνωση με όλους μας τους εαυτούς. Εν προκειμένω και για τον εαυτό μου μιλώ και με την ιδιότητα του φυσικού. Μετά λόγου γνώσεως το λέω αυτό και αναφέρομαι σε όλες τις αναγνώσεις που κάνει κάποιος και εδώ που μιλάμε για την Έφη, είναι για την τέταρτη ποιητική της συλλογή είναι και για την τρίτη – εδώ γνωριστήκαμε, εδώ συναντηθήκαμε στον κυβερνοχώρο – στον χώρο των αναρτήσεων, των κειμένων, των ποιημάτων, των ψεύτικων ταυτοτήτων έτσι Άμμος ήταν η πρώτη της συλλογή που διάβασα εγώ και θυμάμαι ότι σκέφτηκα τότε κλεψύδρα, ρευστότητα, απώλεια, χρόνος, έρημος όπως έρωτας… έτσι αν εκείνη λέει για αυτήν εδώ τη συλλογή σε σχέση με την προηγούμενη «καμία σχέση» – είναι το ίδιο με εμένα που λέω φυσικός – καμία σχέση…

Καταλαβαίνω ωστόσο αυτό που ήθελε να πει. Η άμμος, ο κατακερματισμός – η υδραργυρική ρευστότητα από τη μια – από την άλλη η έρημος, η άμμος που δεν αναφέρεται αλλά υπονοείται, το αχανές, η έλλειψη προσανατολισμού, ο αχανής ορίζοντας, η ερήμωση – στην έρημο, ο έρωτας μα υπάρχει μεγαλύτερη ερήμωση από τον έρωτα;

Έρημος το τοπίο που επαναλαμβάνει τον εαυτό του – που δεν σε αφήνει να βρεις μια αναφορά, ένα σταθερό σημείο μόνο ο ουρανός μόνο τα άστρα – έρημος η δίψα, η μοναξιά και έχω αυτό στο νου μου την ώρα που διαβάζω –

Μέχρι που

Ο δρόμος χάνεται

Δεν υπάρχει δρόμος

Δεν υπάρχει κανείς

Μόνο αέρας

Διαβάζω ανάποδα, από πίσω προς τα εμπρός, το πρώτο ποίημα της συλλογής

Είναι ένα καρότσι

Οι ρόδες του υπόσχονται αιώνια φυγή

(ο μπροστινός τροχός τρίζει/τον σπρώχνω σταθερά)

Είναι ένα καρότσι – εκεί λένε, σε ένα καρότσι έγραψε ένα βιβλίο ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – όταν διαβάζω καρότσι είναι δρόμος, είναι αράδα, είναι γραφή – που σβήνεται ίσως στην άμμο – είναι αμάξι – είναι η άμαξα η μεγάλη άρκτος – ο μόνος προσανατολισμός στην έρημο όπως είπαμε στην αρχή…

σταθερά – γράφει τον σπρώχνω σταθερά

Αλλά έχω την αίσθηση πως αυτό το συνθετικό ποίημα, αυτή η ποιητική σύνθεση προσπαθεί να σπάσει κάθε σύνδεσμο σταθερότητας. Ο ποιητής θέλει να με αποπροσανατολίσει….

Ξεκλειδώνει τα υπόγεια

Ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα

Το δάπεδο βουλιάζει

Οι τοίχοι τρέμουν

Οι αρμοί της σκάλας λύνονται

Η στέγη υποχωρεί

Τα γείσα πέφτουν

Θέλει να δημιουργήσει αστάθεια, ίλιγγο

Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο

Η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου

Ή πιο πριν

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη

Ανύποπτη

Δίχως κουπί

Δίχως σκαρί

Ταξιδεύει

Μια μυητική διαδρομή λοιπόν, μια λαβυρινθική πορεία, που αντί να γίνεται ένδον, αντί να γίνεται με καταβύθιση σε σπηλιές, στο άντρο του Μινωταύρου γίνεται στο αχανές, στο έξω.

Ποιες οι δικές μου αποσκευές για να βαδίσω στην Έρημο;

– Νυκτερινή Πτήση – Γη των ανθρώπων του Σαιντ Εξυπερύ – εκεί συνάντησα άλλη μια φορά την έρημο

-Τσάι στη Σαχάρα του Μάικλ Οντάντζε – μια διαδρομή που δεν θυμάμαι πια – με μια μαγική όαση στο κέντρο, μια μυθική Ζερζούρα

– Και φυσικά τις φοβερές μεταφορές για την έρημο από τον Άγγλο Ασθενή – νομίζω εκεί είναι που γράφει κάπου η έρημος μοιάζει σαν στόμα σκύλου…

Στις αποσκευές μου και τα οράματα της ερήμου – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, τα τέρατα, οι δαίμονες της ερημιάς – συναντήσεις του περίεργου αναγνώστη, που ιερόσυλα διαβάζει τις μαρτυρίες των γραφών…

Ο λαβύρινθος μια διαδρομή ολισθηρή, επικίνδυνη, που στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγεί στην απώλεια – γι΄αυτό φημίζεται – οι πολλοί που χάνονται. Πολύτιμος όμως για τον ένα, τον κεντρικό ήρωα, τον αφηγητή που θα τον διαβεί. Θα φτάσει στο κέντρο και θα ξαναβγεί. Η ανθρωποποίηση, η εκπλήρωση της κάθε αποστολής, η Οδύσσεια par excellence – όλα έγιναν για να περάσουμε μέσα από αυτά. Για να διασχίσεις την έρημο έγιναν.

Δεν θυμάται

Γιατί δεν θέλει να θυμάται

Βαζίζει διαρκώς

Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία

Και συνέχιζε

Ανάμεσα στο πλήθος

Να διασχίσεις την έρημο, έλεγε

Να διασχίσεις την έρημο, αυτό έχει σημασία.

Και μετά έρχονται τα οράματα – οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου που είπαμε στην αρχή. Οι εφιάλτες της ερήμου

Σχήματα ζωομορφικά – δέρμα φιδιού, σώμα χωρίς πόδια, άνθρωπος από νερό – το υλικό, η υφή της ύπαρξης – το χαρτί, το χιόνι το νερό –

είδε σκύλους στο αίμα του αδέσποτους

Ελάφια να διασχίζουν το κορμί του

Κυνηγούς ακροβολισμένους

Στις τέσσερις γωνίες του ορίζοντα

Φωνές μικρών παιδιών στα χέρια του

Η συγκέντρωση στον εαυτό – το σταθερό σημείο στην έρημο – εισπνοή – εκπνοή

Και κυρίως το βλέμμα, το μάτι. Μια συγκέντρωση στην ακρίβεια της όρασης. Στη συρρίκνωση, συσπείρωση που βλέπει

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα

Τι βλέπεις

Τίποτα για τίποτα

Τι συλλέγει το βλέμμα; Το βλέμμα κυνηγός –

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

Ο αμοιβαίος φόβος – το μάτι που ανοιγοκλείνει – το βλέφαρο – το κλείστρο της μηχανής

Τι σημαίνει το βλέμμα;

Τι υπάρχει μέσα από το βλέμμα;

Η ακρίβεια ωρολογοποιού

Η εστίαση –

Το ρολόι ο χρόνος – η χρονικότητα του βλέμματος –

Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα

Η συνέχεια το μετείκασμα

Ο κινηματογράφος…

Ο θάνατος

Μέσα από το βλέμμα ύλη

Ύλη σιωπής

Μια σπουδή – μια ασπρόμαυρη φαντασμαγορία που θα αποδόσει μια επαναδημιουργία του κόσμου – και δεν μιλώ για το κοσμικό αυγό και τα ορφικά βεβαίως – αλλά την εστίαση στο θάνατο, το μετείκασμα, τον κινηματογράφο, την κατοίκηση στο όνειρο μέσα από την εναλλαγή του φωτός και του σκότους…

τη μνήμη

Το τι είναι θεός

Ο ποιητής είναι ένας δημιουργός θεός – που δημιουργεί τον κόσμο και τον χρόνο , τη μνήμη τη λήθη – ονειρευόμενος.

Η κυριαρχία του άδειου

Του ακίνητου στο χρόνο

Το ανίκητο του χρόνου

Τα μάτια είναι

Μια δημιουργία – ύπνος όνειρο, λήθη, μάτι καθρέφτης – συνείδηση – χρόνος – μάτι χρόνος

Οι Ώρες πετούν

Από το μανίκι του Θεού ξεχύνονται λευκά πουλιά

Οι Ώρες μοναχικοί του Απείρου ακροβάτες

Και ο Χρόνος κλόουν τρελός παλιάτσος

Του Ουρανού διασκεδαστής

Αυτάρεσκα υποκλίνεται

Και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει…

Η Ορφική δημιουργία, η αντιστρεπτότητα – η ταινία του Βερτόφ ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή –

Το μανιφέστο Κινηματογράφος – μάτι πιστεύω πνευματική οφειλή

Εκεί η σκηνή με το ανάποδο αυγό που μαζεύεται στην ταινία του

Έτσι και αυτάρεσκα υποκλίνεται και στο κοσμικό αυγό ξαναμπαίνει

την ίδια σκηνή από την ταινία του Βερτόφ περιγράφει και Κώστας Μαυρουδής στις τέσσερις εποχές με το ποίημα «Επιστρεψιμότητα»…

Εκεί που φαντάζεται πως ίσως είναι δυνατόν να συμβεί όταν γράφει:

«από το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ

επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το

σπίτι.

Πρωινό στην κουζίνα.

Το γάλα πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, τα δημητριακά επιστρέφουν στη συσκευασία της Νεστλέ.

Με τις πιζάμες του ο σύζυγος

Βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι

[…]»

Και παρακάτω:

«όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερτόφ

ο χρόνος κινείται αντίστροφα,

το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι…»

Εδώ είναι που κι εγώ έπρεπε αν είχα πει φυσικός – να μην το κρύβω – όταν στις σπουδές μου παιδευόμουν να βρω τις πρώτες αρχές της εντροπίας – την μη αντιστρεπτότητα – δεν μπορούσα να μην σχολιάσω με αυτόν τον τρόπο την πνευματική αυτή οφειλή της Έφης. Σπουδές σκηνοθεσίας – σπουδές φυσικής – την στοιχειώνει η επιστρεψιμότητα – η μη επιστρεψιμότητα….

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Δεν θα επαναλάβω την ανάγνωση. Δεν θα χαράξω ένα χάρτη της ερήμου – σαν αυτούς που σχεδίαζε η Γερτρούδη Μπελ – μια αναφορά πάλι στον Άγγλο Ασθενή. Η ποιητική συλλογή – το συνθετικό ποίημα – είναι καλύτερα αυτό που πρέπει ο αναγνώστης να διασχίσει. Είναι μια έρημος που τον καλεί μέσα της να χαθεί και να αναδυθεί στο δικό του χρόνο, έχοντας περάσει αυτές ή άλλες δοκιμασίες. Αυτές από τον δικό του βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων που λέει ο Παπαδιαμάντης.

Μια αναγέννηση, μια αναδημιουργία στις παρυφές του λαβυρίνθου

Αναγέννηση – μοίρα και θάνατος και γέννηση μαζί

Όλες οι λέξεις

Θραύσματα και ύλη

Μαγικοί λαβύρινθοι

Που κρύβονται στα πλήκτρα

Εκεί στα πλήκτρα είναι οι λαβύρινθοι, εκεί είναι η έρημος…

Εύχομαι από καρδιάς στην Έφη καλή συνέχεια, όμορφα ταξίδια. Να διαβαστεί να αγαπηθεί αυτή η νέα της συλλογή και να έχει την αναγνώριση που της αξίζει…

*To κείμενό της εισήγησής μου, στην εκδήλωση για την ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «Έρημος όπως έρωτας», βιβλιοθήκη Βολανάκη, Σάββατο 20 Ιουνίου

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ

Έφη Καλογεροπούλου, «Έρημος όπως Έρωτας»

μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας,

Σειρά Ποιείν 12, εκδ. Μετρονόμος

 

Η Έφη Καλογεροπούλου συνεχίζει να παραμένει εξελικτικά πιστή σε αυτό που γνωρίζει καλά: στο να πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν προσφέροντας τη μαγιά στον αναγνώστη και αφήνοντας το προζύμι στο ποιητικό της εργαστήρι. Κάτι που δεν είναι πάντα φυσικό και αναμενόμενο αν προστρέξει κανείς στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Σε αυτήν την τέταρτη συλλογή της στην οποία συγκεντρώνονται όλες οι περασμένες της κατακτήσεις γραφής, πάει ένα βήμα παραπέρα και μας προσφέρει ένα βιβλίο το οποίο διαβάζεται με οποιονδήποτε τρόπο: ξεκινώντας από οποιαδήποτε σελίδα, από οποιοδήποτε πλάνο, από οποιαδήποτε σκηνή, ο αναγνώστης καταλήγει μέσω των μικρών ή μεγαλύτερων ποιητικών της θραυσμάτων στη σύνθεση του όλου, στην αποκάλυψη όλης της κινηματογραφικής ταινίας ή του θεατρικού έργου. Σε αυτήν την κινηματογραφική-θεατρική διάσταση του έργου της Καλογεροπούλου θα σταθώ λίγο περισσότερο.

Αυτή επιτυγχάνεται με εναλλασσόμενα γκρο πλαν:

Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται

ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή

και το τυφλώνει

ξερός κρότος ακούγεται

καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν

το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.

Γίνονται ένα.

με τους διαλόγους:

– Τι βλέπεις;

– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.

– Τι βλέπεις;

– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.

– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

και με τις σκηνοθετικές της οδηγίες:

Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. Συνεχίζει να περπατά. Χρόνια σκοτάδι ανάμεσα. Στρίβει. Στον καθρέφτη της διπλανής βιτρίνας τον βλέπει πάλι. Κοιτάζονται. Πλησιάζει. Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια. Βγαίνει. Τώρα. Χρόνια μετά. Τίποτα ίδιο. Βιάζεται, τρέχει, βγαίνουν στον υπόγειο. Ένας ήχος ακούγεται.

Έχω, δηλαδή, την εντύπωση πως μετά και από αυτή τη συλλογή η Καλογεροπούλου βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη συγγραφή ενός ποιητικό-θεατρικού έργου-αν δεν το έχει ήδη στο συρτάρι της- . Ένα θεατρικό έργο με ποιητικό περιεχόμενο, με ψυχογραφικούς χαρακτήρες και με μια δράση που φωτίζει τα ήθη και τα συναισθήματα μέσα από τη χρήση αντικειμένων με συμβολιστικό χαρακτήρα όπως το νερό, το σπασμένο ποτήρι, το δέντρο, η πέτρα, το σώμα. Γνωρίζει, δηλαδή, πιθανόν και εξαιτίας και της θεατρολογικής της παιδείας, το πώς να δημιουργεί εικόνες στις οποίες η δράση να γίνεται ταυτόχρονα αφήγηση, η πλοκή να μετεωρίζεται στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία και το υπερρεαλιστικό του λόγου να υπηρετεί τη σκηνική οικονομία.

Πέραν όμως αυτής της θεατρικής-κινηματογραφικής διάστασης της ποίησης της Καλογεροπούλου, στο βιβλίο εμπεριέχονται ποιήματα που είτε είναι μόνο δυο στίχοι:

«Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται. Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν»

είτε μια μακροσκελή ποιητική σύνθεση όπως είναι το «ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων»

διατηρούν την αυτοτέλεια των στίχων που διατηρούνται στη μνήμη του αναγνώστη ως συμπυκνωμένα και αυτάρκη νοήματα και παράλληλα οργανικά δεμένα με το υπόλοιπο περιβάλλον. Η παραθετικότητα δε των στίχων στην ποιητική σύνθεση λειτουργεί ως λεκτική υπενθύμιση η οποία με έναν καταιγιστικό ρυθμό σχολιάζει ποιητικά και υπαινικτικά το παρόν μας μέσα από μια σύζευξη της ατομικής με τη συλλογική ιστορία, έτσι δηλαδή όπως οφείλουν να κάνουν τα μεγάλα -εδώ ο όρος αξιολογικά- ποιήματα.

Στην εποχή του facebook και του twitter όπου τα πάντα αποκτούν μικρές φόρμες λειτουργώντας ως τσιτάτα προς τέρψιν και likes των διαδικτυακών αναγνωστών, η ποίηση της Καλογεροπούλου αντιστέκεται χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα, δηλαδή, το ακαριαίο του λόγου και της συγκίνησης, το ποιητικό απόφθεγμα και τη φιλοσοφούσα ρήση:

«Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί χαμογελούν» , «Πίσω από τις ράχες των βιβλίων υγρασία, μέχρι να γίνει λέξη», «Ο δικός μου άγγελος είναι από σκοτάδι», «Αν δεν βγεις από τον εαυτό σου δε θα συναντήσεις ποτέ κανέναν», «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα»

είναι μερικοί από αυτούς τους στίχους που μπορούν να αναπαραχθούν σε πλείστους διαδικτυακούς τοίχους. Αυτή η παρατήρηση δεν υποβιβάζει ασφαλώς την ποιητική της Καλογεροπούλου ούτε υπονοεί σκοπιμότητα εκ μέρους της. Αντιθέτως αυτή η τακτική των διαδικτυακών χρηστών έχει τη σημειολογία της. Μας δείχνει πως οι στίχοι των ποιητών οφείλουν να έχουν δραστικό ρόλο στην καθημερινότητά μας, να συνυπάρχουν με τις ζωγραφιές, τις φωτογραφίες, τα video, τις selfie, να λειτουργούν ενίοτε και ως λεζάντες της καθημερινότητας και ως σχόλια του καιρού. Το αν θα αναζητήσουμε και αν θα προχωρήσουμε στην ανάγνωση βιβλίων, αν θα εντάξουμε και την ποίηση στην ολότητά της μέσα στη ζωή μας και όχι μόνο τις ποιητικές στιγμές εν είδει αναγνωστικής επίδειξης και εν τέλει ημιμάθειας, αυτό ξεφεύγει από την υποχρέωση του εκάστοτε δημιουργού και εναπόκειται στο ποιον του κάθε αναγνώστη και της παιδείας του.

Κλείνοντας θέλω να τονίσω πως το να εκδίδεται ένα βιβλίο σήμερα σε δίγλωσση μορφή χωρίς την άμεση εμπορική προώθησή του σε διεθνές αναγνωστικό κοινό δεν οφείλεται σε κάποια αυταρέσκεια και αλαζονική στόχευση εκ μέρους του δημιουργού. Πηγάζει καθαρά από μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων που τους ενώνει η γλώσσα της δημιουργίας και που για να μπορέσουν να την αισθανθούν τη μεταγράφουν, η μεν Καλογεροπούλου σε λέξεις ο δε Γκούμας μεταφράζοντας στα αγγλικά, στη γλώσσα δηλαδή που έμαθε ή πιο σωστά του έμαθαν να σκέφτεται.

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ,μια ανάγνωση από την ΤΟΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

7/01/2015 09:27:00 π.μ. θράκα

εκδόσεις μετρονόμος-σειρά ποιείν,Μάιος 2015

ΕΡΗΜΟΣ..τόπος ασύχναστος..απάτητος…απομονωμένος..εγκαταλελειμμένος..ακατοίκητος..

Στην τελευταία ποιητική της συλλογή, η Εφη Καλογεροπούλου, επιλέγει-κυριολεκτικά- μια σκηνογραφία ξηρασίας, χωρίς βλάστηση, χωρίς νερό, ένα χώρο επικίνδυνο, όπου όλα μπορούν να συμβούν.

Κι επειδή η αναζήτηση της αλήθειας είναι πιο πολύτιμη από την κατοχή της, αυτό που εχει σημασία είναι το ταξίδι, ένα ταξίδι σε τόπο άνυδρο, μια πορεία φυγής..…

«να διασχίσεις την έρημο-αυτό εχει σημασία…κι αναζητώντας λίγη σκιά,δεν είχε παρά τον ίσκιο του μονάχα»

Τόπος σιωπηλός γεμάτος κινδύνους, συναντήσεις με δαίμονες φόβους, εφιάλτες, μνήμες, παγίδες,τη βάσανο του χρόνου-ρολογιού με το αδίστακτο τικ τακ του, δοκιμασίες θανάτου, οφθαλμαπάτες, σισύφειο άχθος, αλλά και τόπος προσευχών, ονείρων, προσδοκιών, επινοήσεων, θαυμάτων και μιας άγριας ομορφιάς που δεν μπορεί, παρά να προκαλέσει τη λύτρωση..

Η ποίηση της Εφης Καλογεροπούλου, είναι ζωντανή, εντατική, βρίθει καταστάσεων και νοημάτων. Είναι η μεταφυσική, αγωνιώδης της αντίληψη για την μορφή του χρόνου –«ο χρόνος,ο μεγαλύτερος Ερωτας όλων των Ερώτων»-, αυτήν την αντίληψη, την σπάει σε μικρά κομμάτια, δημιουργώντας δυναμικά ταχυδράματα πλούσιας θεατρικότητας με δυνατά νοητικά σχήματα εικόνων.

Μια επίμονη πορεία μελαγχολικής αυτοπαρατήρησης, αυτογνωσίας και αναγέννησης, ένα salto mortale στον εαυτό και στον Aλλο αυτό το ταξίδι στην έρημο,με μια σχεδόν κινηματογραφική δομή, ένα road movie,όπου η αλληλουχία των δραματικών εικόνων/συμβάντων φορτίζει διαρκώς την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, αφήνοντας χώρο ελεύθερο στον συνειρμό και τη μετωνυμία. Θέτει απέναντι ως συνομιλητή τον αναγνώστη κι επειδή ποίηση είναι ό,τι μπορείς να μεταφράσεις με νόημα στη δική σου γλώσσα, σε καλεί να απαντήσεις, με την υπόσχεση μιας συνέχειας.

Αιφνίδια cut από γενναίες, μικρές, προσεκτικές αυτοχειρίες, ανάσες, επιφωνήματα, ψίθυροι, μουρμουρίσματα, κραυγές, συνθέτουν το ηχητικό περιβάλλον, κραυγές αγωνίας για τα δευτερόλεπτα που περνούν και γίνονται χρόνια, βάρος αβάσταχτο οι ακίνητες λίμνες με τα καθαρά νερά, ποτάμια ορμητικά γεμάτα λάσπη και πέτρες, κρωξίματα γλάρων και βλέμματα ναυαγών.

Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από αυτό το ταξίδι, έχοντας στο νου την κουβέντα του Γιώργου Σαραντάρη, που είπε πως η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ και τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, πως η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα

«Ο ύπνος σαν άλλος εφιάλτης των παρόντων και των απόντων τα σώματα συνημμένα ριγμένα μέσα σε αυτή την μηχανή του χρόνου που διαρκώς περιστρέφεται σαν το νερό στον κρύσταλλο μέσα και χάρτες χαράζει στο βλέμμα στην καρδιά της όρασης στην καρδιά του κόσμου έτσι που ο χρόνος σε φώς ξεσπάει η φωτιά της φύσης ρίχνει λιωμένο μέταλλο ποτίζει τις πληγές και το αίμα περιπλανώμενο ανάμεσα σε μας και στο στρογγυλό του καθρέφτη μάτι που μας ακολουθεί μια μουσική γεννάει εκεί που τα παράθυρα της ψυχής τα χέρια μας ανοίγουν σαν άλλες των φτερών ανταύγειες μια προσευχή μια περιπλάνηση για το Αλλού του κόσμου τούτου.

Οι γραμμές

Οι αριθμοί

Τα πρόσωπα

Το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος

Το Νόημα

Το Απόκτημα

Ο Θάνατος

Ο νεκρός αδερφός

Το ανεκπλήρωτο μέλλον

Τα παιδιά που έμειναν νάνοι

Οι νάνοι νεκροί

Οι μέσα μας νεκροί

Η αφετηρία πριν την αρχή

Το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο

Ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος

Ο χρόνος σιωπή

Ο χρόνος εφιάλτης

Ο χρόνος παγίδα

Ο χρόνος δήμιος

Ο χρόνος ο μεγαλύτερος Ερωτας ολων των Ερώτων

Το καρφί και το πύον της συνείδησης

Το αίμα στο φιλί

Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας

Το άσπρο πόδι της ματαίωσης

Η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της

Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες

Το άδειο που δεν έχω όταν σε εχω

Το πριν το τώρα το μετά το πάντα από το κλάμα μου

Το φαγωμένο μήλο της ζωής μας και τα φτυσμένα κουκούτσια του

Ο ήχος από σπασμένα ποτήρια που σε ξυπνά τις νύχτες

Το σπασμένο ανάμεσά μας

Ο χρόνος ο αδερφός μου ,ο πατέρας μου ,η μάνα μου

Τα παιδιά μου

Ο δημιουργός μου και ο δήμιος μου

Ο δήμιος μου

Ο δήμιος μου

Η φωτιά που καίει τα σταφύλια

Τα σπασμένα φρένα της απόγνωσης

Το ζώο στο σφαγείο

Το ζώο στο διάδρομο του σφαγείου

Το σφαγμένο βλέμμα σου

Οι νυχτερίδες της σκέψης

Οι τύψεις

Ο Θάνατος

Οι χειρονομίες του

Το ανεπίστροφο

Το ανεπίδοτο

ο γκρεμισμένος τοίχος της σκιάς σου

οι σκιές μας

τα κομμένα δάχτυλα της τρέλας

οι μέρες μας που ανοιγοκλείνουν στο σκοτάδι

οι πόρτες της συνείδησης

οι πόρτες μας

το ποτάμι της λήθης με το μαύρο νερό

το λιωμένο μέταλλο του χρόνου

το ξυράφι του

Το παγωμένο γάλα της συνείδησης

και το μαχαίρι που το κόβει

κι ήταν η σάρκα του νερού

το σώμα του νερού, που απ τα δάχτυλα γλιστρώντας

τον ρωτούσε

πες μου από ποια αρρώστια θα πεθάνεις ;

Κι έτσι ο χαμένος χρόνος,

ο χρόνος της αναμονής των συμβάντων του

ο κρεμασμένος χρόνος της σιωπής

απ τα νύχια της ανάγκης κρεμασμένος

του έδειχνε σβήνοντας

μιαν άλλη δυνατότητα του να υπάρχει

χωρίς αυτά,

να υπάρχει

σαν ένας σωρός άλλου κουρασμένου χρόνου

παράξενος

που μαζεύει τις βαλίτσες του

και ανεβαίνει πάλι στις στρογγυλές του ρόδες

και κυλάει

σκορπίζοντας βλέμματα ζώων

κραυγές παιδιών

και ψίχουλα ρόδων στο σκοτάδι

και κυλάει

με όλα τα αδέσποτα των δρόμων

αδέσποτος κι αυτός μαζί

άδετος, αδαής , δεόμενος

κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή

του μυστήριου της ζωής

και του φωτός αιχμάλωτος»…….(Ερημος όπως Ερωτας-απόσπασμα)

Είναι ένας θρήνος ή το πένθος του?

Όπως και να έχει, η «έρημος όπως έρωτας», κρύβει εντός της μια ορατή ή αόρατη εξίσωση-σχεδόν κρυπτική-το νόμισμα είναι ένα και έχει δυο πλευρές – spot σκοτάδι φως- και η φωτεινή πλευρά, είναι εκείνη η ερωτηματική, που μας καλεί να την αποκωδικοποιήσουμε.

Τότα Σακελλαρίου

Ηθοποιός-σκηνοθέτης

(ομιλία στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου «Ερημος όπως Ερωτας», στην βιβλιοθήκη Βολανάκη στις 20 Ιουνίου 2015 στα Εξάρχεια).

Διώνη Δημητριάδου

«Ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων»

fractal 25/5/2016

«…αυτός που στο μάτι του ζώου

θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα…»

Η ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου δημιουργεί ένα ρήγμα σ’ αυτό που πιστεύεις ή που νομίζεις ότι αξίζει να πιστεύεις. Είναι ένα ξάφνιασμα ο λόγος της, που σου ανατρέπει τον κόσμο όπως αυτός σου παρουσιάζεται. Και αυτό ξεκινά από τον τίτλο της ποιητικής της συλλογής, εκεί που συνταιριάζει τις δύο λέξεις έρωτας και έρημος, ηχητικά συγγενείς έτσι κι αλλιώς. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι ένα γνώρισμα εκείνης της αληθινής ποίησης που αγνοεί τα κοινότοπα -και τόσο πεζά σε τελευταία ανάλυση- με τα οποία αρέσκονται ακόμη κάποιοι να ταλανίζουν την πένα τους.

Οι στίχοι εδώ έρχονται και σε βρίσκουν με την υποδειγματική τους λιτότητα, σε μια αποθέωση της ουσίας, η οποία πάντοτε προτιμά τη λακωνικότητα, ποτέ τη φλύαρη επιμονή στο ευτελές και εύκολο του φορτωμένου λόγου.

«Οι γραμμές

οι αριθμοί

τα πρόσωπα

το αμνημόνευτο της αγάπης βάθος

το Νόημα

το Απόκτημα

ο Θάνατος

ο νεκρός αδερφός

το ανεκπλήρωτο μέλλον

τα παιδιά που έμειναν νάνοι

οι νάνοι νεκροί

οι μέσα μας νεκροί

η αφετηρία πριν την αρχή

το χέρι που δε φτάνει να κόψει το χρόνο

ο σάπιος χρόνος είναι ο ώριμος χρόνος

ο χρόνος σιωπή

ο χρόνος εφιάλτης

ο χρόνος παγίδα

ο χρόνος δήμιος

ο χρόνος ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων

[…]

άδετος αδαής δεόμενος

κυριευμένος από την απόλυτη σιωπή

του μυστηρίου της ζωής

και του φωτός αιχμάλωτος[…]

Στίχοι με την ελάχιστη στίξη, το ελάχιστο αυτό στίγμα του σχολιασμού, καθαροί προσφέρονται σε όποιον μπορεί να δει πίσω από αυτούς μια πλήρη εικόνα, συνολική του κόσμου, μέσα στον οποίο εντάσσεται και ο άνθρωπος και τα πάθη του, εσωτερικά και εξωτερικά παθήματα.

Αιχμάλωτος του φωτός, όπως λέει η ποιήτρια, εγκλωβισμένος στον χώρο των φαινομένων, αντικρίζει τα σημαίνοντα αγνοώντας τα σημαινόμενα. Αδυνατεί να δει ότι το μυστήριο της ζωής ανοίγεται μόνον όταν μπορέσει να δει ενταγμένο τον εαυτό του στο σύμπαν, όσο κι αν αυτό υποκρύπτει την αλήθεια του.

Μέσα σ’ αυτή την περιδίνηση του χρόνου, που ορίζει τη ζωή χωρίς ο ίδιος να ορίζεται ποτέ, που απατηλές και ασαφείς εικόνες μόνο προσφέρει, αφήνεται και ο ατυχής άνθρωπος, ο τάχα σοφότερος των δημιουργημάτων, να αντιμετωπίσει τις αυταπάτες του. Έρωτας όπως έρημος, μια που και ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος Έρωτας όλων των Ερώτων. Ο έρωτας άλλη μια ασταθής βεβαιότητα, όσο κι αν προσπαθεί να τη δει μέσα σε χρονικές διάρκειες. Αυτός πάντα θα ξεφεύγει, περιγελώντας την ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας. Πώς αλλιώς να οριστεί όμως ο έρωτας έτσι ταυτισμένος με μια χαώδη, άπειρη διάσταση του κόσμου, όπου λειτουργούν ερήμην του ανθρώπου άλλοι νόμοι και κυρίως μια άλλη λογική (έτσι συμβατικά εδώ ο όρος με μια αδυναμία να ξεφύγουμε από τα όρια του ανθρώπινου μυαλού).

Κάτω από αυτή την οπτική, έχουμε μια φιλοσοφική διάσταση στον λόγο, που πολύ απέχει από την απλή αισθητική πρόσληψη της ποίησης. Οι χρόνοι του ρήματος -κυρίως ο Ενεστώτας ενός παρόντος μιας αδυσώπητης διάρκειας, αλλά και ο Αόριστος της συσσώρευσης χρονικών στιγμών- υπογραμμίζουν την αδιάκοπη και βασανιστική πορεία του ανθρώπου σε μια ζωή που ίσως αποδεικνύεται λίγη για τις απατηλές ελπίδες του.

«Δεν θυμάται

γιατί δεν θέλει να θυμάται.

Βαδίζει διαρκώς –

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία

και συνέχιζε

ανάμεσα στο πλήθος,

να διασχίσεις την έρημο, έλεγε[…]

«Κάποτε

μια αστραπή στάθηκε αρκετή.

άνοιξαν ταυτόχρονα

τις ομπρέλες της σιωπής

κι έζησαν έτσι άβρεχτοι

για χρόνια.»

Αυτή η τελευταία θα μπορούσε να είναι μια εκδοχή του έρωτα, ίσως γενικότερα μια όψη ζωής ακύμαντης. Ίσως αν παραμείνεις άβρεχτος, σκιαγμένος από την πρώτη αστραπή και με την ομπρέλα ασφαλείας από πάνω σου, όλα να είναι πιο ήρεμα αλλά και πιο επίπεδα. Η ποίηση, όπως μας την προτείνει η ποιήτρια εδώ, περισσότερο αφορά αυτούς που δεν αρκούνται στα στεγανά δωμάτια, που αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν μια αέναη αναζήτηση ουσίας, με το αναμφίβολο κόστος που τέτοια επικίνδυνα βήματα φέρουν μαζί τους. Σε μια τέτοια περίπτωση και ο έρωτας έχει άλλη μορφή

«Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται

οι κόρες των ματιών διαστέλλονται

ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή

και το τυφλώνει

ξερός κρότος ακούγεται

καθώς τα βλέφαρα ανοιγοκλείνουν

το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.

Γίνονται ένα.»

οπότε θα ταίριαζε να πούμε όχι μόνο έρωτας όπως έρημος αλλά έρωτας όπως πόλεμος, πλησιάζοντας έτσι τον σκοτεινό φιλόσοφο που όρισε τον πόλεμο πατέρα πάντων, όπως συγκρούονται όλα τα αντίθετα για να προκύψει η σύνθεση διαλεκτική και ενδιαφέρουσα.

Διαβάζοντας τον ποιητικό λόγο της Έφης Καλογεροπούλου έχω την αίσθηση ότι καλούμαι να συμπληρώσω τα κενά διαστήματα ανάμεσα στους στίχους της με τον λόγο του αναγνώστη. Ιδανικά αυτό παίρνει τη μορφή ερωτημάτων, όπως θα ταίριαζε σε μια φιλοσοφική συζήτηση ιδιαίτερων απαιτήσεων. Μένω σε μια ερώτηση που θέτει η ίδια

«κι αν ο τοίχος είναι κάτι περισσότερο;»

Δηλαδή ένα τοπίο απέραντο, όπως μας προτείνει σε μια ακόμη ανατροπή του σκηνικού; Εκεί που υπάρχουν όρια, μπορείς να δεις το άπειρο που φυσικά σε εμπεριέχει; Αρκεί να καταργήσεις τον τοίχο που σου στερεί τη θέα της συνολικής εικόνας. Και ο φόβος, αυτή η ανθρώπινη αναστολή της επιθυμίας; Πόσο δυνατός μπορεί να είναι; Μα, ακόμη κι αν μείνουν αναπάντητα τα ερωτήματα αυτά, η αξία του ποιητικού λόγου παραμένει αναμφισβήτητη, στον βαθμό που κινητοποίησε τη σκέψη και ενεργοποίησε τον μηχανισμό απελευθέρωσης του δέσμιου ανθρώπου. Λέξεις που επανέρχονται σχεδόν εμμονικά λειτουργούν σαν φωτεινές ενδείξεις της πορείας:

περιστροφή

παράθυρα

καθρέφτης

χρόνος

έρωτας

άπειρο

σιωπή

σύμπαν

Ποίηση απαιτητική; Οπωσδήποτε. Ας σκεφτούμε πως ίσως μόνον έτσι αξίζει η ενασχόληση με τα ποιητικά πράγματα.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το τέλος. Η προσεγμένη αισθητικά συγκεκριμένη έκδοση είναι δίγλωσση. Διαβάζουμε τα ποιήματα και σε πολύ καλή αγγλική μετάφραση από τον Γιάννη Γκούμα, χωρίς αυτά να χάνουν κάτι από τον ρυθμό τους. Με αυτόν τον τρόπο μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε τον μετασχηματισμό του ποιητικού λόγου (του πιο ιδιαίτερου λογοτεχνικού είδους) σε μια άλλη γλώσσα, στην ουσία σε μια άλλη εκδοχή λειτουργίας της σκέψης, μια που η άλλη γλώσσα απηχεί και μια διαφορετική δομή του σκέπτεσθαι. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον.

http://fractalart.gr/erimos-opws-erwtas/

Δήμος Χλωπτσιούδης

Η δραματικότητα στην ποίηση της Έφης Καλογεροπούλου

τοβιβλιο.net 7.07.2016

Έφη Καλογεροπούλου μτφρ: Γιάννης Γκούμας

Μετρονόμος

Έχουμε κι άλλες φορές υπογραμμίσει τη λογοτεχνική εγγύτητα του θεάτρου με την ποίηση. Για αιώνες, άλλωστε, οι δύο τέχνες ήταν συνοδοιπόροι. Είναι όμως εξόχως ενδιαφέρον το αποτέλεσμα όταν διαβάζουμε υβριδικούς πειραματισμούς θεατρικών έργων με ποιητική προσέγγιση ή ποιητικών συλλογών με έντονο το δραματουργικό στοιχείο. Στην τελευταία περίπτωση θα εντάξουμε και την δίγλωσση ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «έρημος όπως έρωτας» (Μετρονόμος, 2015) με μετάφραση στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα.

Στη συλλογή κυριαρχεί το θεατρικό στοιχείο εμπλουτισμένο με οιονεί φωτογραφικό υλικό. Εξάλλου, συχνά μέσα από την αφηγηματική ροή η ίδια η ποιήτρια δίνει «σκηνοθετικές» οδηγίες και ορίζει τις σκηνογραφικές λεπτομέρειες του πλάνου της. Ο ποιητικός της φακός «αιχμαλωτίζει» καθημερινά στιγμιότυπα και στρέφει την προσοχή στο φαινομενικά «ανούσιο» ως λυρική αποτύπωση της στιγμής με μία ιδιάζουσα ρομαντική γραφή.

Μία συνειρμική ροή (αφήγησης ή στοχασμού) διαπερνά τις άτιτλες συνθέσεις της συλλογής, ενώ εξπρεσιονιστικές πινελιές εμπλουτίζουν το ποιητικό κάδρο. Και στο πλαίσιο της θεατρικής διάστασης της ποιητικής της απουσιάζουν χαρακτηριστικά οποιεσδήποτε χρωματικές αναφορές· τα χρώματα εξάγονται εντελώς συνειρμικά μέσα από την αφηγηματική κίνηση, χωρίς κανέναν προσδιορισμό.

Η ποιητική δράση περιορίζεται σε χώρους ανοιχτούς/εξωτερικούς κατά βάση νυχτερινούς ή μίας αδιάφορης φωτεινότητας. Ωστόσο, ο σκηνικός χώρος δεν είναι θολός, σαν ένα κινηματογραφικό «πέρασμα». Η ποιήτρια εμμένει στις περιγραφές της και τις εκθέτει ολοζώντανες με δραματική ταχύτητα.

Πρόκειται όμως για έναν χώρο διαρκούς ανομβρίας παρά την τακτική παρουσία του υγρού στοιχείου. Το τελευταίο μοιάζει σαν να μην μπορεί να απαλύνει τον πόνο που γεννά η ξηρασία του τοπίου διαμορφώνοντας ένα έρημο σκηνικό -κοινωνικό- περιβάλλον. Την αίσθηση της ερήμου συνδιαμορφώνει μία χαρακτηριστική σιωπή που κυριαρχεί στο θεατρικό φόντο, παρά τη διαλογικότητα που αναπτύσσεται έμμεσα ή άμεσα, εμφανώς (με παύλες) ή καλυμμένα.

Η δημιουργός πειραματίζεται με το στίχο και την έκφραση. Ενσωματωμένοι στο στίχο διάλογοι συμπλέουν με ένα βουβό δευτεροενικό πρόσωπο και μαζί με ερωτήσεις διαμορφώνουν το υποκριτικό πλαίσιο. Στις μεγαλύτερες συνθέσεις τα σκηνικά και στοχαστικά χαρακτηριστικά ενισχύονται, όπως και τα πεζολογικά χαρακτηριστικά του στίχου της. Επαυξημένες προτάσεις και δευτερεύουσες εμπλουτίζουν το αρχικό λυρικό ύφος, ενώ αντιθέσεις και διάλογοι προσφέρουν μία ιδιαίτερη κίνηση στο στίχο.

Η διαρκής τούτη κίνηση αισθητοποιείται και με το κεντράρισμα των στίχων, την ώρα που επαναλήψεις αισθητοποιούν την αγωνία για έναν σταθερό βηματισμό μέσα στη μεταβλητότητα των καιρών. Μία αστάθεια που καλύπτει τόσο την υπαρξιακή -με φιλοσοφική προσέγγιση- αγωνία του χρόνου για το παρόν και το μέλλον.

Ο κοινωνικός στοχασμός/κριτική διαποτίζει με αλληγορικό τρόπο τη δραματική εικαστική της. Οι μετωνυμικές και μεταφορικές εκφράσεις με την αποφθεγματικότητα τονίζουν το στοχαστικό ύφος και εντείνουν την κοινωνική αλληγορία. Μετέωρα ελλειπτικά ονοματικά σύνολα εκφράζουν την αβεβαιότητα της ποιήτριας μέσα στη ρευστότητα των καιρών. Άλλωστε, στις συνθέσεις της παραμένει σταθερή η θέση των κοινωνικών στιγμιότυπων με ένα αίσθημα ματαιότητας και απογοήτευσης παράλληλα με την υπαρξιακής φύσης αγωνία για το χρόνο.

Η Έφη Καλογεροπούλου, συγκεντρώνει τα θρυμματισμένα συναισθήματα και τις κομματιασμένες εικόνες μίας κοινωνίας που ζει σε ανασφάλεια και τα φιλτράρει μέσα από τα στοχαστικά της φίλτρα. Συμμετέχει στη διάνοιξη μίας οδού προς την ποίηση απλώνοντας τα στιχουργικά της χαλίκια μακριά από τον οδοστρωτήρα της καθημερινότητας. Με οδηγό τις αισθήσεις οδηγεί τον αναγνώστη/ακροατή κοινό μέσα από τη φωτεινή οδό της ποίησης στο χώρο των συναισθημάτων.

http://tovivlio.net/η-δραματικότητα-της-έφης-καλογεροπού/?doing_wp_cron=1474842634.0399329662322998046875

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

περιοδικό Τα ΠΟΙΗΤΙΚΑ ,τεύχος 21

Δεν είναι εύκολο να γράψεις σήμερα ερωτική ποίηση. Εχουν γραφτεί τόσο όμορφα ερωτικά ποιήματα στο παρελθόν που είναι σχεδόν αδύνατο να προσφέρεις κάτι καινούργιο. Επίσης η ποίηση που γράφεται σήμερα ,θέλοντας να ξεφύγει από τα στερεότυπα γίνεται όλο και πιο κυνική και πεζολογική .Εδώ όμως μιλάμε για θέματα όπως ο έρωτας που παίζει σημαντικό ρόλο στην ζωή και όχι για στιχάκια του συρμού. Αλλο η ερωτική ποίηση που επικεντρώνεται στο μεγάλο αυτό αίσθημα και άλλο η ποίηση της αγοράς που πλασάρεται ότι είναι ικανή να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον πόνο του χαμένου έρωτα. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι ποιητές σήμερα σπάνια καταπιάνονται με τον έρωτα. Όμως η αληθινή ποίηση δεν φοβάται να μιλήσει για τα μεγάλα ανθρώπινα θέματα. Ας μην το ξεχνάμε αυτό όλοι εμείς που γράφουμε. Αυτό που μένει είναι τελικά η προσωπική και ειλικρινής προσέγγιση ,είτε πρόκειται για ερωτικό ποίημα ,είτε για κοινωνικό ή πολιτικό .Είναι το προσωπικό, μοναδικό θα έλεγα βλέμμα του ποιητή εκείνο που σώζει το ποίημα από το να γίνει ένα αδιάφορο ανάγνωσμα. Με τον πρόλογο αυτό θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου για το βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου, Έρημος όπως Έρωτας, όπου τολμά να ασχοληθεί με την ερωτική ποίηση ,προσφέροντας όμως ένα ιδιαίτερο βλέμμα, λοξό, γι αυτό και τόσο όμορφο ,με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη. Τα ποιήματα της συλλογής ,άτιτλα, είναι ένα ταξίδι ψυχής, αναζητώντας την ταυτότητα δια μέσου των αισθήσεων. Η ποιήτρια δεν πέφτει στην παγίδα να γράψει μελιστάλαχτα στιχάκια ,αλλά με την δύναμη ενός ελεύθερου πνεύματος αναρωτιέται για την δύναμη του έρωτα, μέσα από την απώλεια, τον πόνο, αλλά και μέσα από την χαρά, την τρέλα ,την υπέρβαση:

Άρρωστος από μίσος

πιο νεκρός κι από νεκρό

αυτός που στο μάτι του ζώου

θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα

Σε ξέρα ριγμένος

βυθισμένος στα πνιγμένα του νερά

αυτός που δέρμα αλλάζει κι από φίδι πιο γρήγορα

πουλί να γίνει θέλει με δανεικά φτερά.

Όπως διαπιστώνουμε με τους παραπάνω στίχους η Καλογεροπούλου υμνεί τον έρωτα, το αντικείμενο του πόθου της με έναν τρόπο που φαινομενικά δεν θυμίζει ερωτικό λόγο, αλλά αν αφουγκραστούμε προσεκτικά διαπιστώνουμε πως εδώ το ερωτικό στοιχείο είναι αυτό που δυναμιτίζει τις στιγμές ,που δίνει το χάρισμα της ελπίδας σε ένα χώρο στεγνό, αντιποιητικό. Αυτή η υπέρβαση στους στίχους της δημιουργεί μια ατμόσφαιρα έξω από τα στενά όρια που ζούμε τις ζωές μας, έστω και με δανεικά φτερά, μπορούμε να πετάξουμε. Δεν είναι λίγο:

Πιο μέσα απ το βλέμμα τι;

Με ακρίβεια ωρολογοποιού –που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-

με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε

τράβηξε το τι απ την ερώτηση.

Πιο μέσα απ το βλέμμα ύλη

υλη σιωπής

πρόσθεσε.

Η Καλογεροπούλου με αυτήν την τέταρτη ποιητική της συλλογή , ώριμη όσο ποτέ, με στίχους που εισχωρούν μέσα σου και σε αναστατώνουν, όπως η κάθε καλή ποίηση ,καταφέρνει να περιγράψει το στοιχείο εκείνο του έρωτα που καθρεφτίζει την αλήθεια των ανθρώπινων πράξεων. Ανακαλύπτει την αιτία αυτών των πράξεων. Δεν δικαιολογεί δεν ωραιοποιεί. Ο έρωτας ξεγυμνώνει τα ένστικτα. Μας εκθέτει:

Το καμένο κάρβουνο της προδοσίας

το άσπρο πόδι της ματαίωσης

η λάσπη της αγάπης και η Θεία κοινωνία της

Ο άγριος σκύλος που κοιμάται μέσα μου τις νύχτες

το άδειο που δεν έχω όταν σε έχω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΣΤΑΧΤΕΣ 05/06/2015

Στην τέταρτη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου Έρημος όπως έρωτας βρισκόμαστε ενώπιον ενός υπαρξιακού ταξιδιού με ισχυρή εικονοποιία, σπονδυλωτές εξιστορήσεις (ποιητικές συνθέσεις) με υπερρεαλιστικές αποτυπώσεις, θραύσματα εικόνων προερχόμενα από τον κόσμο του ονείρου και από τον κόσμο του παραμυθιού και, τέλος, ομιχλώδη ενσταντανέ ως αποτυπώματα υπαρξιακής αγωνίας σε χαμηλούς τόνους, ψίθυρους σχεδόν, σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση.

Τα λιτά εκφραστικά μέσα σε συνδυασμό με τα ασύνδετα σχήματα, τη συνειρμική παράθεση ιδεών και εικόνων, την επανάληψη και τα κυκλικά σχήματα λειτουργούν στο χώρο της Αισθητικής, δίνοντας ιδιαίτερο ρυθμό και ατμόσφαιρα σε μία ποιητική που απευθύνεται στον αποδέκτη διά μέσου μίας υπόγειας ενέργειας, αποτέλεσμα των προαναφερόμενων τεχνικών και της δυναμικής ροής του λόγου∙ πολλά ποιήματα θα μπορούσαν να είναι μικρές σκηνές με πλάγιο φωτισμό, σκηνές κάποτε που παραπέμπουν έντονα στο θέατρο του Μπέκετ.  Αυτοί οι χειρισμοί φαίνεται πως παγιώνονται πλέον στην ποίηση της Καλογεροπούλου, χαρακτηρίζοντας και το προσωπικό της ύφος.

Μέλημα ποιητικής εξιστόρησης είναι ο χρόνος, ο χώρος, το βλέμμα, το σώμα, το σκοτάδι, η σιωπή, ο ευνουχισμός, η αστάθεια, η ρευστότητα, η αιώρηση και η πτώση στο κενό – η έννοια του θανάτου πανταχού παρούσα ήδη από τη λέξη έρημος στον τίτλο της συλλογής, όπως και από το μότο του Ρίλκε Παράξενο να μην επιθυμείς πια τις επιθυμίες (Πρώτη ελεγεία, Ελεγείες του Ντουίνο). Και αυτό το «παράξενο» της απουσίας του επιθυμείν την επιθυμία δεν είναι τίποτε άλλο από το αίτιον του θανάτου και την ακύρωση του ποιητικού υποκειμένου μέσα από έναν παρελθοντικό και μη αποδεκτό πλέον διαμορφωμένο τρόπο του επιθυμείν: προφανώς διά μέσου της επιθυμίας της μη επιθυμίας ενός ανεπαρκούς καθρεφτικού άλλου. Εξ ου και η ματαίωση στον τίτλο: Έρημος όπως έρωτας.

Σκοτάδι πηχτό/στο βάθος άγριο/μυρίζει έρωτας (…)

Στη συλλογή ο άλλος μετατρέπεται σε εμμονή και διώκτη του υποκειμένου που ομιλεί, σε αίτιον της στέρησης, της φυγής και της κενότητας: Eίναι ένα καρότσι/οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή (…) Δεν υπάρχει δρόμος/δεν υπάρχει κανείς/μόνο αέρας (…) To άδειο/τρύπα από σιωπή/κρεμασμένη στο σκοτάδι/πάντα άσπρο (…)

Το σώμα, αποδιοργανωμένο και ελλιπές, επιστρέφει και σε αυτήν την ποιητική συλλογή της Καλογεροπούλου, αλλά περισσότερο δεμένο πλέον στη γλώσσα, που το αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο καθρεφτικός άλλος στέκεται εκεί άλλοτε αδιάφορος, άλλοτε κατακερματιστικός και καταβροχθιστικός, άλλοτε παγωμένος και απών: νήματα είναι τα σώματα, είπε,/να τα υφάνεις περιμένουν (…) Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη/ ανύποπτη/ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους/τροφή για ψάρια /δίχως κουπί δίχως σκαρί /ταξιδεύει (…) Άρρωστος από μίσος/πιο νεκρός κι από νεκρό /αυτός που στο μάτι του ζώου/ θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα (…)

 Η ρευστότητα και η ανυπαρξία ενός υποκειμένου που γλιστρά μες στο κενό δίνεται με υπερρεαλιστικές εικόνες όπως, για παράδειγμα, με τα σημαίνοντα του χιονιού, του χαρτιού, του νερού. Άνθρωποι από χιόνι, νερό και χαρτί. Η Καλογεροπούλου κατασκευάζει ένα σύμπαν μετωνυμιών με καινούργια ποιητικά υλικά, όπως για παράδειγμα, με αυτό του νερού (άνθρωπος από νερό και εν συνεχεία ξεδίψασε άραγε ποτέ; και τα νερά θυμούνται: ταύτιση του περιεχομένου με το περιέχον), τα οποία επανανοηματοδοτεί για να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Το σώμα αιωρείται, κινείται, ευνουχίζεται. Η μη ύπαρξη και η κραυγή της γίνεται αντιληπτή διά μέσου της απουσίας, διάλυσης, αποσύνθεσης της ύλης, αόρατης από τον άλλον στον τρισδιάστατο χώρο: Σώμα (Σoma) από χώμα (…)  χώμα μου η γη /εγώ από νερό είμαι (…) Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται∙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν (…)

Ξανασυναντούμε επίσης το σημαίνον του βλέμματος, αλλά αυτήν τη φορά σε σχέση με τον υποκειμενικό, άχρονο χρόνο του ποιητικού υποκειμένου. Το βλέμμα ως διττή διαδρομή, προς τα έξω (ως καταβροχθιστικό ή σχεδόν τυφλό, μιλά για δύο είδη θανάτου: του φαντασιακού σωματικού και του ψυχικού σε σχέση με τη διαταραγμένη καθρεφτική σχέση) και προς τα έσω, ως επιστροφή στο χώρο της σιωπής και του κενού για την αναζήτηση μιας νέας αυθεντικής ταυτότητας: ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή/ και το τυφλώνει (…) σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή /φάνηκε στο μυωπικό του μάτι /όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν τι μένει; (…) κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να παίξουμε, μου λέει (…)Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω (…) Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει (…) Επιπλέον, το βλέμμα λειτουργεί ως παρατηρητής της ανυπαρξίας χρόνου, ενός χρόνου όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον είναι ενιαία.  Η Φυσική και η τέταρτη διάσταση σε συνδυασμό με τον υπαρξισμό είναι παρούσες στην ποιητική συλλογή, υπενθυμίζοντάς μας και το γνωσιολογικό υπόβαθρο της Καλογεροπούλου.  Είναι χθες. Προβάρει ένα ζευγάρι αόρατα παπούτσια (…) Η κυριαρχία του άδειου/του ακίνητου στο χρόνο∙/το ανίκητο του χρόνου/τα μάτια είναι (…)

Η μυθολογία, τέλος, και δη η ορφική διδασκαλία με τη γέννηση του Έρωτα όχι μόνον από το Κοσμικό Αυγό μέσα στο χάος αλλά και με την αρχαιοελληνική δοξασία που θέλει τον Έρωτα πηγή φωτός και γενεσιουργό αιτία του σύμπαντος έχουν ιδιαίτερο ρόλο στην εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Σε αυτό, άλλωστε, το παιχνίδι εμπλέκεται και η ποιητική λειτουργία ως προσπάθεια εγγραφής του ποιητικού υποκειμένου στο χώρο,  ως συμβολική κίνηση επανεύρευσης της απολεσθείσης αγάπης αλλά και του ίδιου ταυτισμένου πλέον με τη γλώσσα: κι έρχονται στο δωμάτιο/ νύχτα /παράφορες φράσεις σμίγοντας/ στα σκοτεινά, του τύπου: Όταν αγαπάς μέχρι και οι νεκροί/χαμογελούν (…) κι όλες οι λέξεις θραύσματα και ύλη/ μαγικοί λαβύρινθοι που κρύβονται στα πλήκτρα/μακρινοί απόγονοι μιας ανεξάντλητης κραυγής (…) Σήμερα είμαι μόνο/ λέξεις και τριαντάφυλλα για σένα.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το ενδιαφέρον της συλλογής δεν εστιάζεται αποκλειστικά και μόνον στην κοσμοθεωρία και στον τρόπο καταγραφής της από την Καλογεροπούλου, αλλά και στη « θέση» από την οποία γράφει η ποιήτρια, μετουσιώνοντας την πραγματικότητα με τον πολύ προσωπικό και αναγνωρίσιμο τρόπο της.

Σημείωση: Η έκδοση είναι δίγλωσση. Η μετάφραση στην αγγλική οφείλεται στη γνώση και στην ευαισθησία του Γιάννη Γκούμα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΕΠΠΟΥ

Νησίδες Περιοδικό λόγου και τέχνης τεύχος 15

Μια προσέγγιση σε δύο ποιητικές συλλογές της Έφης Καλογεροπούλου:

Άμμος και Έρημος όπως Έρωτας

«Ερώτηση: Από πού αντλείς την έμπνευσή σου;

Έφη Καλογεροπούλου: Από κάθε περίσταση έντονα βιωμένης εμπειρίας!»(1)

Στο 6ο ο Τεύχος των ΝΗΣΙΔΩΝ με μια παρόμοια αποφώνησή της

ολοκληρώθηκε η παρουσίαση των 2 πρώτων ποιητικών της συλλογών.

Η Έφη Καλογεροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι φυσικός και θεατρολόγος και εργάζεται στην εκπαίδευση. Το 2008 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή «Σκεύη ταξιδιού» από τις εκδόσεις. Ενδυμίων και το 2010 η δεύτερη «Ήχος από νερό» από τις ίδιες εκδόσεις.(2) Ενσαρκώνει και έχει ουσιαστική επαφή και εμπειρία ποιητικής γραφής πολύ καιρό προτού εκδώσει τις πρώτες συλλογές της. Εδώ θα δοκιμάσουμε μια παρουσίαση των δύο πρόσφατων συλλογών της: «ΑΜΜΟΣ» και «ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ

ΕΡΩΤΑΣ». Ίσως καταφέρουμε να αποκρυπτογραφήσουμε τις ποιητικές της ανατάσεις.

Την ποίηση της Έφης την ονειρεύεσαι. Το θέατρο του παραλόγου (πρβλ. την προμετωπίδα του Μπέκετ στην ΑΜΜΟ, κ.ά.) καθώς και τα κινηματογραφικά διακείμενα κυριαρχούν.

Εκκινεί από τα πρώτα στοιχεία του Σύμπαντος: νερό, γη, φωτιά, αέρας, τη φυσική αρχή του χρόνου και όλα τα παραπάνω τα μεταγράφει με γλώσσα (καίτοι εξωτερικά λιτή), γεμάτη αγωνία

ΑΜΜΟΣ, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά ΠΟΙΕΙΝ, Αθήνα, Ιανουάριος 2013.

Μελέτη χρόνου, μνήμης. Ανατομία στο μεθόριο ζωής και φθοράς, νύχτας και ημέρας. Σε αυτά τα δίπολα στροβιλίζεται η ΑΜΜΟΣ. Χρόνος, άχρονος, μνήμη, λήθη. Ο φόβος για τον χαμένο χρόνο και πολλή απουσία.

Μαγεία, φώς, χρόνος, φύση, η φυσική επιστήμη και η σκηνοθεσία καθοδηγεί το πνεύμα και τη γραφή της Έφης Καλογεροπούλου σε ονειρικούς στίχους κρυπτικών σημαινομένων.

Κινούμενη άμμος, η ζωή της ποιήτριας. Διαφυγή για να φανεί το φως που κι αυτό «σα τσακισμένη εφημερίδα» κάπου-κάπου «ξεδιπλώνεται». Και ματώνει η ίδια να φωτίσει τη νύχτα των λέξεων, των γραμμάτων, να αρμόσει τους στίχους. Ματώνει, καθώς ταξιδεύει στη μνήμη, στο όνειρο, στη σκιά, στους δαίμονές της, στους φόβους της. Εικόνες από το παρελθόν, σχέσεις, φωνές, κληρονομιές, γενιές που την πνίγουν, την αιχμαλωτίζουν.

Κι ο χρόνος σαν άμμος την ταξιδεύει, την πισωγυρίζει, την πλάθει, την αδειάζει, την γερνά, τη βαπτίζει σε φαντάσματα και ιστορίες που την σφραγίζουν. Ερημονήσια που δίδασκε σε παιδιά-τρεχούμενα νερά.

Σύμβολο η άμμος, η διδασκαλία, ένα προσωπείο της για να ψηλαφίσει τον εαυτό της, να αποτυπώσει, χωρίς να εκθέσει, τον θάνατο, τις σχέσεις και τη μοναξιά.

Μια εξομολόγηση μέσα από σκηνικά θεάτρου και κινηματογράφου, μέσα από πέτρες, ερειπωμένα παράθυρα, παλτά που αιωρούνται ή απλωμένα πουκάμισα μέσα από τα οποία αναπολείς αγαπημένα σώματα που χάθηκαν

στο χρόνο. Άρρητες εικόνες που κλείνονται σε λιτό στίχο ή επιγράμματα.

Την ΑΜΜΟ τη μελετώ από το 2013. Η Έφη Καλογεροπούλου πρόλαβε τον καιρό, τα γεγονότα, τους θανάτους και το χάος τού σύγχρονου κόσμου. Σήμερα, το 2016, οι στίχοι της επαληθεύονται καθώς μάς κατακλύζουν αιματηρές ειδήσεις από Ανατολή και Δύση, καθώς η Άμμος της σύγχρονης ανθρωπότητας κινείται σε μια αέναη δίνη και βυθίζεται στην ανυπαρξία.

Σκηνοθετεί άπειρες εικόνες, αγκαλιάζει ποικιλία αισθητικών

μορφών: ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφο. Συνομιλεί με κείμενα, συγγραφείς, ποιητές.

Μια ελάχιστη σπορά κάποιας ερμηνείας αποτυπώνεται στις πα-

ρακάτω παραπομπές:

σ. 19: «ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ: Με ένα κοπίδι φως στο χέρι / έκοβε

νύχτα όλη νύχτα. Το πρωί το χέρι του / έσταζε αίμα.» Ματώνεις για

να φωτιστείς.

σ. 47: «ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ Έφτυσε φως / το πρόσωπό του άνοιξε / ώριμο φρούτο.» Σαν το χώμα που το έφτυσε ο Ιησούς, το έκανε λάσπη και με αυτήν άλειψε τα βλέφαρα τού εκ γενετής τυφλού.

σ. 58: «Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως / να διπλώνει σα

τσακισμένη εφημερίδα.» Κινηματογραφικό. Έκλειψη ηλίου. Φωςσκοτάδι-φως. Αυτό το ποίημα είναι μια σύνοψη – επίλογος όλης της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής ένα ποίημα περί ποιητικής.

αυτόθι: «… και φως / να διπλώνει σα τσακισμένη εφημερίδα.» Διπλώνει το φως; Το φως φωτίζει ή χάνεται· αλλόκοτη παρομοίωση. Φως επομένως, είναι κάποιο ανθρώπινο πλάσμα ατόφιο, αθώο, ανυπόκριτο, που δεν άντεξε το ψέμα γύρω του και τσακίστηκε και εχάθη.

Οι εποχές ενσαρκώνονται, συμβαδίζουν μαζί της σε ατέλειωτες βόλτες, σε παραλίες που τις καίει ο ήλιος του καλοκαιριού. Η καυτή άμμος τρέφει την περισυλλογή και ολοκληρώνει με τους κόκκους της την ποιητική πανδαισία που απλόχερα μάς χάρισε η Έφη Καλογεροπούλου.

ΕΡΗΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΡΩΤΑΣ, εκδ. Μετρονόμος Σειρά: ΠΟΙΕΙΝ

Αθήνα, Απρίλιος 2015, δίγλωσση έκδοση

DESERT AS DESIRE, English translation by Yannis Goumas

Το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της Έφης Καλογεροπούλου είναι

μία δίγλωσση συλλογή.

Βάθος, όνειρο· διόραση και προφητεία. Οι εικόνες της φωτογραφίζουν το σήμερα, το αύριο με αποκαραδοκία, με έναν ενδόμυχο λυγμό ενώπιον της ωραιότητας που λιώνει και πνίγεται. Ένας λυγμός για την ανθρωπότητα που δεν συναισθάνεται τη βαθύτερη ουσία της ύλης της.

Άτιτλα ποιήματα ριγμένα στο κέντρο της σελίδας. Η λέξη και ο στίχος ξεδιπλώνονται αργά, αργά. Σαν καλειδοσκόπιο η γραφή της βηματίζει ψηλαφητά και εμβαθύνει. Σα να αναπολεί τα όνειρά της πισωγυρίζει υπνοβατώντας, για να επαναφέρει παρελθούσες μνήμες, άγνωρες ή λησμονημένες κληρονομιές, γενεαλογίες προσωπικές ή πανανθρώπινες. Ανοίγεται έτσι η ανάγνωση της ποίησής της.

Με το σταγονόμετρο συλλέγουμε ασφαλείς νοηματικές συνδηλώσεις και ώρες-ώρες οι στίχοι της είναι ανυπεράσπιστοι σε παρερμηνείες. Αυτή όμως είναι η ομορφιά κι η απλοχωριά της ποιήτριας, ίσως και η θυσία της.

Παράδοξα, αλλόκοτα σχήματα λόγου: π.χ. «τετράγωνους κύκλους» σ. 13. Ομιχλώδη τοπίασκηνικά, ερμητικές εικόνες κ.ά.

Η Έφη σκάβει για να ανακαλύψει τον τρόπο της Ποιητικής της. Οι εικόνες της υπαινίσσονται λέξεις και αυτεπίγνωση της ποιητικής της γραφής.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναλύσω κάποιους στίχους της:

σ. 25, 2η στροφή: «Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται˙/ Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.» Πρβλ. και σ. 29, τους τρεις τελευταίους στίχους: «Πιο μέσα απ΄ το βλέμμα ύλη/ ύλη σιωπής,/πρόσθεσε.» Καλειδοσκοπική γραφή, στριφογυρίζουν οι στίχοι και επανέρχονται στον πρωταρχικό.

σ. 26-27: «in one you gambled / in one you lost» / «σε μια εισπνοή έπαιξες / σε μια εκπνοή έχασες». Εδώ αριστοτεχνικά ο Γιάννης Γκούμας αποδίδει το νόημα αντί της κατά λέξη μετάφρασης.

σ. 35: «Στη χώρα / που ευχές δεν υπάρχουν / μπορείς άνετα

να καθίσεις / στους λεπτοδείχτες του ρολογιού σου / και να κουρδίσεις απευθείας / την ανάσα σου.» Αισθήματα μοναξιάς, πλήξης και

ματαιότητας. «Άνθρωποι από χιόνι./ Άνθρωποι από χιόνι..» και

«Ἀνθρωποι από χαρτί./ Άνθρωποι από χαρτί.» Νεκροί και αδιάφοροι,

πλαστοί άνθρωποι, μαριονέτες.

σ. 37: «Είναι χθες. Κοιτάζει τον εαυτό του, πίσω γωνία / αριστερά στο βάθος, να έρχεται προς το μέρος του. / Συνεχίζει να περπατά. … …/ είμαστε δυο σε σχήμα ενός», αναφερόμενη στο «εγώ», τον εαυτό και το είδωλό του.

σ. 39: τελευταία στροφή: «το ανίκητο του χρόνου / τα μάτια είναι.», αγέραστο το βλέμμα του κάθε ανθρώπου. Είναι αυτό που δηλώνει την ταυτότητά του ες αεί. Όταν κλείσουν τα μάτια, όταν σβήσουν εντελώς, χάνεται ο άνθρωπος ως υπόσταση. Μεταβαίνει στο άχρονο, στη μνήμη. Πα-

ραμένει σαν ουσία καθολική ο άνθρωπος. Χωρίς ατομικότητα πλέον παραδίδεται στη φύση. Πρβλ. και σ. 23: «Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα.» Βαθαίνει στις αισθήσεις, κυρίως στην όραση που την καθιστά μονάδα χρόνου. Τα μάτια δείχνουν την ηλικία, την αθωότητα, την υποκρισία,

την καθαρότητα. Τα μάτια αποκαλύπτουν τη χαρά ή τη λύπη, την παιδικότητα ή την ενηλικίωση, τον έρωτα, την απόγνωση, τα ευφρόσυνα ή δυστοπικά αισθήματα. Το βλέμμα ντρέπεται ή σαρκάζει. Τα μάτια σε ευσπλαγχνίζονται ή σε περιφρονούν. Τα μάτια χρονολογούν τους ιστούς σου, τις στιγμές του βίου σου, επαγρυπνούν και σε φωτίζουν.

σ. 59: «Τότε βουλιάζουμε και οι δύο σ’ ένα μαξιλάρι λέξεις. Η Μητέρα ντυμένη χιόνι μπαίνει απ’ το παράθυρο.» Μνήμες παλιές, γηρατειά. Παγώνει η μνήμη και στέκεται σε πρόσωπα αγαπημένα του παρελθόντος που παρεισφρύουν στο νου και στην καρδιά μας κάθε φορά που τα ποθούμε. Το ποίημα αυτό ανοίγει το δρόμο για το επόμενο για την υγρασία που γίνεται λέξη.

σ. 61: «Πίσω απ’ τις ράχες των βιβλίων/ υγρασία/ μέχρι να γίνει

λέξη.» Ποίημα περί ποιητικής το συγκεκριμένο, παίζει με την αμφισημία, προσωποποιεί έννοιες, υποστασιοποιεί καταστάσεις, όνειρα ή μαθηματικά σχήματα.

Εξ αυτού και η δυσκολία του όποιου διαισθητικού μεταφραστή να μεταγλωττίσει τους στίχους της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο συνθέτης, ηθοποιός, ποιητής και μεταφραστής Γιάννης Γκούμας επεξεργάστηκε με εξαιρετική επιμέλεια και γλωσσική μαεστρία την μεταφορά από το πρωτότυπό

της στα αγγλικά.

σ. 65, «τρελός, ένας του ύψους ναυαγός έμεινε για πάντα /στο

βυθό στα ψάρια χαρίζοντας/ τα ολόλευκα φτερά του.» Τώρα πολλοί, εκατοντάδες, χιλιάδες «του ύψους ναυαγοί», κυρίως νεογνά σαν γλάροι μικροί θαλασσοπνίγονται … στο «κενοτάφιο της θαλάσσης.» Εδώ φανερώνει και κρύβει ταυτόχρονα η Καλογεροπούλου. Προφητεύει και φωτίζονται οι στίχοι της στην απεραντοσύνη μιας θάλασσας που αιματοβαμμένη θαλασσοπνίγει ιστορίες, ανθρώπινες υπάρξεις. Κορυφώνεται ο μαγικός ρεαλισμός της στις

τελευταίες σελίδες. Οι εικόνες της διορατικές πραγματώνονται στις

ειδήσεις για το προσφυγικό. Το άλογο καλπάζει τον θάνατο και τα θαλάσσια σύνορα κοκκινίζουν από πτώματα, που μπαινοβγαίνουν ανέστια, χωρίς γλώσσα, χωρίς μέλλον στο χάος.

Ο φακός της απαθανατίζει τη φρίκη. Παύει η μαγεία. Οι λέξεις σαν κοφτερό λεπίδι ματώνουν και κλαις γοερά, καθώς λιγοστεύει η ανθρωπιά και σβήνει ο κόσμος.

Η Έφη Καλογεροπούλου επιμένει στην λέξη, στην έκφραση, στην γλώσσα. Ανιχνεύει τις απαρχές της γραφής. Μελέτες για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση συμπλέουν με την ιστορία του κόσμου, της ανθρωπότητας, τις

προσωπικές ιστορίες, τις θεωρίες της λογοτεχνίας. Αφουγκράζονται τη φρίκη του καιρού μας, το ναυάγιο του κόσμου, τη μετακίνηση ανθρώπων και τόπων.

Στο τέλος του έργου κυριαρχεί ένας τόνος δοξαστικός, σαν γύρος

του θριάμβου και σαν αναδρομική δοξολογία για όσα όνειρα εικόνες, λέξεις εντυπώθηκαν από την αρχή.

Κλείνεις τα μάτια και στοχάζεσαι την ποίησή της αλλιώς δεν

κατανοείται. Στις πολλαπλές αναγνώσεις ανοίγεσαι σε εσώτερους

στοχασμούς αυτογνωσίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Από την ραδιοφωνική εκπομπή τού Δευτέρου Προγράμματος της ΕΡΤ την Πέμπτη 17-3-2016: «Διακριτικές σχέσεις διεθνούς ρεπερτορίου – με τον Νίκο Αϊβαλή» αφιερωμένη στην παγκόσμια ημέρα ποίησης με καλεσμένη του την ποιήτρια: Έφη Καλογεροπούλου.

2. Πρβλ. Νησίδες, Περιοδικό τέχνης και λόγου, τεύχος 6, Ρόδος, Καλοκαίρι 2011, βιβλιοπαρουσίαση από Αναστασία Ζέππου, σσ. 137-140.

ΑΜΜΟΣ

Βασίλης Λαλιώτης

ποιητής-μεταφραστής

Δραπέτις Ιάμβων

Έφη Καλογεροπούλου, Δραπέτις Ιάμβων, Για τη συλλογή άμμος.

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η στρατηγική στόχευση της Καλογεροπούλου να αναμετρηθεί με τα πρωταρχικά στοιχεία. Η συλλογή Άμμος διατηρεί την αυτονομία της και επιπλέον αποτελεί την πιο τολμηρή λεκτικά απόπειρα της γραφής της.

Κατά περίεργο τρόπο είναι η περιφέρεια της γραφής των ποιήμάτων της που για μένα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι κόσμοι που διαγράφουν οι παραπομπές των λέξεων. Τοπία που δεν είναι τοπία, δωμάτια που δεν είναι δωμάτια, χώροι που δεν είναι χώροι αλλά σκηνικά διττής παραπομπής θεατρικής και ψυχικής. Η Καλογεροπούλου επιζητεί το ποιητικό σε εκείνη τη χειρονομία που ονομάζοντας ταυτόχρονα αποσιωπά και ορίζει ένα χώρο δράσης που προτείνεται στο βλέμμα με τις απόλυτα απαραίτητες νύξεις που χρειάζεται το βλέμμα μας για έναν προσανατολισμό. Μικρά σενάρια της κομέντια ντελ άρτε με τις σκηνικές οδηγίες ενσωματωμένες στην εκτύλιξη της υπόθεσης.

Η παράθεση του Μπέκκετ στην αρχή, δεν θέλει να κρύψει αλλά να σημάνει τη γενεαλογία των κειμένων που μας προτείνει ως χώρους της ποιητικής εμπειρίας. Αν θέλω κι ένα ελληνικό θα παραπέμψω στα μικρόστιχα ποιήματα του Ρίτσου, στις μαρτυρίες ας πούμε, ή στις Χειρονομίες.

Αν ό τίτλος της συλλογής πρέπει να σημανθεί στο γλωσσικό υλικό η επιτυχία είναι απόλυτη. Το λεκτικό είναι κυριολεκτικά διψασμένο, αφυδατωμένο. Όσο νερό χρειάζεται το προσθέτει η δίψα του αναγνώστη, όσο του την προκαλεί η ανάγνωση. Και στην μετρημένη δόση υπάρχει και το ποίημα που μοιάζει να τρέπεται προς τη λεκτική έκφραση του τοπίου της δίψας.

Αν δεν καταλάβατε ποια είναι αυτή η δίψα, είναι η δίψα της προσφοράς που δεν βρίσκει αποδέκτη, η δυσκολία της γλώσσας που είναι όργανο όχι ατελές αλλά σαραβαλιασμένο από τις εκφορές και αδυνατεί να σηκώσει τη λευκότητα ενός πρωταρχικού βιώματος.

θα μείνω στην κουζίνα του βιβλίου, που θα έλεγε κι ο Καρούζος και θα αφήσω την πλησία ανάγνωση στους αναγνώστες των ποιημάτων, με το στοίχημα να ακούσω αν η σκηνοθεσία της φωνής τους προσεγγίζει τα ευρήματα της κατ’ ιδίαν και σιωπηλής ανάγνωσής μου.Έγραψα στον τίτλο Δραπέτις Ιάμβων. Αν παραλλάσσοντας τη φράση του Λακάν ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα εις τα καθ’ ημάς, πούμε το εξ ίσου έγκυρο πως το ασυνείδητο του Νεοέλληνα είναι δομημένο σαν ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, η συλλογή της Καλογεροπούλου μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για συνειδητή απώθηση του ιαμβικού δεκαπεντασυλλάβου. Ο στίχος βαδίζει, πεζοπορεί, ούτε καν κατά τα νοήματα, αλλά κατά την λέξη, λέξεις σπυριά της άμμου από ένα χέρι που της αφήνει να πέσουν. Έτσι έχω την εντύπωση ότι είναι γραμμένα αυτά τα ποιήματα. Κανένας ρυθμός που να παρασύρει τις λέξεις σε υποψία μουσικής διαχείρισης. Πρόκες σε μαδέρι που σιγά σιγά διαμορφώνουν νύξεις περιγύρου. Θα μπορούσα να πω με υλικά πεζογραφίας, δεν είναι όμως υλικά πεζογραφίας, είναι μινιμαλισμός λέξεων, όπου προσεκτικά έχει ληφθεί πρόληψη να μην ξεστρατίσουν, ούτε καν στα συλλαβικά συστατικά τους κι αρχίσουν χορευτικές πόζες.

Η Έφη Καλογεροπούλου, ανεπηρέαστη από την τρέχουσα συναισθηματική πορνογραφία μας προτείνει έναν τόπο στεγνό όπου αν δεν σωθούν τα αισθήματα σώζεται η γλώσσα.

Από τις λίγες ποιήτριες που υπομονετικά μαστορεύει μια ποίηση που ψάχνει το κοινό της και δεν συγκατανεύει στα τρέχοντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άρχισε να το βρίσκει

ΑΜΜΟΣ

Όταν αγάπη εχει,..της Βαρβάρας Ρούσσου

Η Έφη Καλογεροπούλου μετρά το τρίτο της βιβλίο (Άμμος) με αρχή το 2007 (Σκεύη ταξιδίου) και συνέχεια το 2010 (Ήχος από νερό). Όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο η σχέση με το νερό, και μάλιστα με το αλμυρό – είτε πρόκειται για θάλασσα είτε για δάκρυα-, συνεχίζεται αδιάπτωτη. Αυτή τη φορά η Καλογεροπούλου, αν και συνεχίζει να δημιουργεί σε γνωστά θεματικά μοτίβα (τα βιώματα με προεξάρχον το ερωτικό) και στην μικρή φόρμα με επιγραμματική διάθεση, παρουσιάζει την ώριμη και κατασταλαγμένη γραφή της. Η ποιητική οικονομία υπηρετείται με συνέπεια τόσο από τη συντομία στη μορφή όσο και από την προσεκτική επιλογή του γλωσσικού υλικού και την πύκνωση του λόγου του οποίου όμως η συναισθηματική φόρτιση διατηρείται ακέραια και επιτυγχάνει το ζητούμενο της Καλογεροπούλου: τον στοχασμό και την αναγνωστική συγκίνηση από το ειλικρινές πλην όμως στοχαστικά επεξεργασμένο βίωμα από το οποίο απορρέουν τα ποιήματα. Τα 37 ποιήματα της παρούσας συλλογής –διαιρεμένα σε έξι ενότητες-νύχτες- αποτυπώνουν την επεξεργασία της βιωμένης εμπειρίας εν είδει αναστοχασμού ενός εγώ που ταράζεται από την πραγματικότητα γύρω του αναμετρώντας την απόσταση μεταξύ αυτού και του κόσμου και διχάζεται μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας, μεταξύ εγώ και εσύ. Αυτός ο τελευταίος διχασμός σηματοδοτεί τον έρωτα με λυρικό τρόπο και εν πολλοίς η δυναμική του έρωτα και της αγάπης είναι το κινούν του λόγου ή αλλιώς με τις λέξεις της ποιήτριας «αυτός που πόδια δεν έχει/χορεύει/όταν αγάπη έχει».

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

Φιλόλογος-κριτικός λογοτεχνίας Περιοδικό poema ,τεύχος 18

 Άμμος

Συσσωρεύοντας κόκκο – κόκκο τον αβάσταχτο σωρό

Γράφει η: Πόλυ Χατζημανωλάκη

Α. Στην άμμο: η γραφή που σβήνεται

Αρκετοί θα θυμούνται την Άρνηση, το εμβληματικό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ίσως σαν κρυφό περιγιάλι, από τη συλλογή Στροφή, μόνο για εκείνη την περίφημη άνω τελεία. Η θέση της κατά την τονισμό της ανάγνωσης που επέφερε η μελοποίηση, τροποποιούσε το νόημα και έκανε να κουνούν σκεφτικά το κεφάλι τους όσοι είχαν επιφυλάξεις για το αν η ποίηση πρέπει να μελοποιείται. Μια ρευστότητα ωστόσο αθέλητη εκδηλωνόταν. Το διαφορετικό νόημα κάθε φορά που συμβαίνει μια ανάγνωση.

Σε δεύτερο πλάνο, για το ίδιο ποίημα πάντα, παραμένει και αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε μια άλλη, διαφορετική ρευστότητα, η χειρονομία της γραφής που εξαφανίζεται από την επιφάνεια της άμμου. Η γραφή που σβήνει – η μνήμη που χάνεται – ίσως και η ταυτότητα μαζί της. Απώλεια – παρουσία, ταυτότητα, σε ένα όνομα γραμμένο στην άμμο. Τη μαλακή επιφάνεια με τους μικρούς κόκκους, μια υδραργυρική κατάσταση ανάμεσα στο στερεό και το ρευστό, μια μεταφορά για να συλλάβεις όλον τον κόσμο από την αρχή. Να επιχειρήσεις να την χαράξεις. Ματαιότης, ψευδαίσθηση ωστόσο αυτή η χειρονομία μια και με το παραμικρό φύσημα του αέρα αναδεύεται, σβήνει και τίποτα πια δεν μένει. Μόνο η χειρονομία εν κενώ – Η φωνή χωρίς φωνή. Άπιαστη, φεύγει από τα δάχτυλα. Η άμμος με το συμβολικό φορτίο του χρόνου εκ γενετής – όλες οι κλεψύδρες που γεμίζουν και αδειάζουν μετρώντας – γίνεται σύννεφο όταν φυσά ο αέρας, πονά και πληγώνει όταν πέφτει πάνω σου με δύναμη, καίει όταν την πατάς μέσα στον καφτό ήλιο, μνήμη που δεν μπορείς να κρατήσεις, πόνος που εντείνεται όταν την αγγίζεις.

(οι πρώτες σκέψεις μετά την πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου και μια μικρή ανθολόγηση)

Η επίμονη μνήμη

πρόσφυγας είναι

σε λάθος πατρίδα

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη

σε τόσα υλικά περίφραξης

πάσχουσα

Κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή

και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της

τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα

είχα μια επιθυμία, είπε

μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι

Β. Άμμος: φωνή χωρίς φωνή

Διαβάζω ξανά την Άμμο της Έφης Καλογεροπούλου, το τρίτο της ποιητικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος, μια ποιητική σύνθεση σε έξι νύχτες και αφήνομαι στην βίωση της αποσάρθρωσης, της αποσύνδεσης των λέξεων, της ρευστότητας, μιας κυκλικής μέθης… Μια σκηνοθεσία, μια κατασκευή χωρίς κέντρο και με απατηλή την αίσθηση της αλληλουχίας. Μια ταυτότητα χωρίς σχήμα, ένα παχνίδι με το φως, πολλαπλές αντανακλάσεις και miseenabime, οι διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, η λαβυρινθική αίσθηση… Η άμμος εν κατακλείδι. Εν τούτοις, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μια – έστω αγωνιώδης – φαντασμαγορία. Η ατμόσφαιρα της ρευστότητας, η ομίχλη, η εξαφάνιση των ορίων είναι σπάνιας έμπνευσης δοκιμές λόγου που υπηρετούν μια φιλοσοφική, μια υπαρξιακή αγωνία. Η απώλεια, ο θάνατος, το σκοτάδι, η σιωπή, η ύπαρξη, η ταυτότητα, το σώμα, τα όριά του, ο έρωτας. Το αβάστακτο βάρος της συσσώρευσης, ο αδύνατος σωρός που μαζεύεται κόκκο κόκκο, σαν τον στίχο από το endgameτου SamuelBecket στο moto…το θέατρο σε μια ευτυχή συνάντησή του με την ποίηση, η Έφη Καλογεροπούλου αν και φυσικός είναι άνθρωπος του θεάτρου πια, με σπουδές θεατρολογίας και πρακτική στη σκηνοθεσία. Έξι ποιητικές πράξεις, ένα ταξίδι – μια Μπεκετική ματιά… Η φωνή χωρίς τη φωνή – εμβληματική ποιητική εισαγωγή – μπορεί να είναι πνευματική οφειλή, φόρος τιμής στο δάσκαλο αλλά κυρίως εκφράζει στην ουσία της τη δική της, την προσωπική της αναμέτρηση – και την αναμέτρηση στην οποία καλεί τον αναγνώστη – με τον κατακερματισμό. Χωρίς να του δείξει τον δρόμο εκείνος πρέπει να βαδίσει, να μοχθήσει, να φτάσει, να δει από άλλη – πολλαπλή προοπτική. Να πολλαπλασιαστεί. Να κατοικήσει σε άλλο σώμα. Μια ποίηση κίνηση, περιδίνηση, αμμοδίνη. Το ανθρώπινο ποτάμι που πασχίζει να φτάσει, ανέβασμα σκαλοπατιών σε μια ατέρμονη κλίμακα… Αυτό που μένει είναι το ταξίδι.

Ένα ποίημα από την 6η νύχτα:

Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως

να διπλώνει σαν τσακισμένη εφημερίδα.

Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας

είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι

ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.

Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις

και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.

Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα

ψηλά να πετάμε στον αέρα

εσένα

κι εμένα

λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους

μας προφτάσει.

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Περιοδικό poeticanet,Οκτώβριος 2014

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΘΡΑΚΑ 21/11/2013

«Άμμος» —

To εκλιπόν σου σώμα

εγέγονε

να ονοματίσει ποίηση

Στην Άμμο, την τρίτη και πιο ώριμη από τις δύο προηγούμενες συλλογές της, η Έφη Καλογεροπούλου —με δοκιμασμένη ήδη τη λιτή εκφραστική προσέγγιση της ποιητικής απόφανσης—, προχωρά ακόμη περισσότερο όχι μόνον όσον αφορά την ακρίβεια με την οποία χειρίζεται το στίχο της και τον αυστηρά δομημένο τρόπο με τον οποίο επιτηρεί από την αρχή έως το τέλος το ενδολεκτικό τοπίο της, αλλά διαπραγματευόμενη το θέμα της ανθρώπινης ταυτότητας εξαρχής, εκεί όπου δηλαδή σχηματίζεται, και μάλιστα παραθέτοντας τους τρόπους και τα αποτελέσματα αυτής της ασυνείδητης διαδικασίας. Οι καθρέφτες, το βλέμμα, η φωνή, ο μαστός, πολλά στοιχεία που σχετίζονται με τη σύνθεση, την αποσύνθεση, τα απορρίμματα ή τα παράγωγα του σώματος, τον ευνουχισμό, το θάνατο, επανέρχονται στα ποιήματα είτε με άμεσα ειπωμένο τρόπο είτε διά μέσου συμβολικών εικόνων και μετωνυμικών αναπαραστάσεων, των οποίων όμως η Καλογεροπούλου μας δίνει πάντα με συνέπεια όλα εκείνα τα απαραίτητα κλειδιά για να αποκρυπτογραφήσουμε. Στην Άμμο μπορούμε να δούμε καθαρά και να ανιχνεύσουμε τόσο τις ποιητικές προθέσεις και τις νοηματικές συντεταγμένες όσο και τον τρόπο με τον οποίο κτίζεται τεχνικά το ποίημα. Υπό την έννοια αυτή, τα ποιήματα της συλλογής αφενός συνιστούν πολύ καλές ποιητικές προσεγγίσεις και αφετέρου βλέποντας και την πορεία της Καλογεροπούλου, μπορούμε να αναμένουμε και αξιόλογη συνέχεια. Τα χαρακτηριστικά λοιπόν γνωρίσματα της συλλογής αυτής, από δομικής απόψεως, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Επαναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός σημαινόντων στο ποίημα μέσα από κυκλικά σχήματα. Το ίδιο το ποίημα δίνει τα κλειδιά για να αποκρυπτογραφηθεί η σημειωτική της ποιητικής της Καλογεροπούλου. Τα ποιήματα στήνονται κάποτε με μικρά θραύσματα εικόνων, θα λέγαμε, με μία επιλεκτική δυναμική στην άσημη λεπτομέρεια, η οποία γαντζώνεται γερά πρώτον στις εικόνες και δευτερευόντως στους ήχους με αποτέλεσμα την ολοκληρωμένη και σφιχτοδεμένη ποιητική πράξη.

Στέρηση η πέτρα/καθρέφτης το νερό/ δήμιος ο καιρός/ το δέντρο προσευχή/ χτίστης αόρατος το φως/ λαβύρινθος η απώλεια/ σκοτάδι το κενό/ θάλασσα ο νόστος/ Χώμα ζεστό το σώμα/ το σώμα σου

2. Χωρίς να είναι πάντα ιδιαίτερα αφηγηματικά, αλλά με λιτά εκφραστικά μέσα, επιτρέπουν να χτιστεί μία ιστορία η οποία, εν τέλει, διηγείται τον εαυτό της. Το ποίημα διηγείται το ίδιο το ποίημα και συνδιαλέγεται μαζί του, ο ποιητής απλώς δημιουργεί τους αρμούς του και αποχωρεί αδιάφορος για το διάλογο που οι λέξεις θα κάνουν μεταξύ τους και ερήμην του. Είναι χαρακτηριστικά τα τοπία και τα πρόσωπα που ελλοχεύουν στο ενδιάμεσο των λέξεων της ποίησης της Καλογεροπούλου, μιας ποίησης που ξεγελά με την σε πρώτο επίπεδο αφαιρετική φόρμα και τα απλά υλικά ή σκηνικά που επιλέγει για να δομήσει το στίχο της. Η ποίησή της, εάν κανείς μείνει στην προτεινόμενη και μόνον εικόνα, ξεγελά. Η εικόνα παραμένει λιτή, αλλά οι ήχοι της έχουν βάρος και υπαρξιακή αγωνία. Κι αυτό είναι ανατρεπτικό. Ζητούμενο δηλαδή στην ποίηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το επόμενο ποίημα, όπου ένα ομιλούν «συ» ή «σε» ακούγεται στους ήχους του ποιήματος να μιλά και μάλιστα μ’ έναν ένθερμο λόγο, έναν λόγο δαντικής κόλασης, θα λέγαμε, αλλά στην εικόνα του ποιήματος απουσιάζει, αναφέρεται ως μη υπαρκτό, ως αποκύημα της φαντασίας.

Έσερνε φωνές ο αέρας/ σε μυστικά περάσματα. / Κραυγές άνοιγαν κι έκλειναν /τρύπες στο σκοτάδι/ Σιωπές έπαιρναν φωτιά/Έστρεφε το κεφάλι τότε/ στη φορά της φλόγας/ Τίποτα κανείς. /Φόνοι πολλοί/ πολλά φαντάσματα

3. Υπό την έννοια αυτή, στην ποίηση της Καλογεροπούλου δεν θα βρούμε ακροβατικές συνάψεις λεκτικών σχημάτων, ιδιαίτερα τολμηρές μεταφορές ή εικονοποιητικές υπερβάσεις. Επιπόλαια, από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε κάποιος, λαμβάνοντας υπόψη τη λιτότητα, να θεωρήσει ότι βρισκόμαστε ενώπιον μίας ρεαλιστικής θέασης του κόσμου. Πράγμα που θα ήταν άστοχο. Η ποίηση της Καλογεροπούλου ξεκινά από φαινομενικά ρεαλιστικές εικόνες, οι οποίες όμως εν συνεχεία διογκώνονται και εκτείνονται. Είτε με μία διαφορετική διαπραγμάτευση σε ό, τι αφορά το χρόνο είτε με την εισαγωγή ενός απρόσμενου αντικειμένου που ανατρέπει τις ατμόσφαιρες είτε με ήχους και την επαναλαμβανόμενη ηχώ τους είτε με τοπία ενυπνίων είτε με ονειροπολήσεις. Το πραγματικό υπεισέρχεται στο φαντασιακό και αντίστροφα. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι εδώ.

Μια πέτρα άγρια από σιωπή/ Χτυπούσε το παράθυρο της μνήμης του/ μέρα μεσημέρι. / Άνοιγε τα παντζούρια αυτός/ έξω έγερνε το κεφάλι/ η πέτρα σίγουρη για καβγά/ σήκωνε τα μανίκια. / Έτοιμος από καιρό. / Άναψε το φως/ τράβηξε τις κουρτίνες

4. Η Καλογεροπούλου, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μας εισάγει σε ατμόσφαιρες με μία μοναδική αγαθότητα και ηρεμία, λέγοντάς μας πολύ απλά, καλώς ήρθατε, αυτός είναι ο κόσμος μου. Καθίστε, θα δείτε το έργο μου να παίζεται! Η γράφουσα σκηνοθετεί θεατρικά τη γραφή της. Πολλά ποιήματα της συλλογής διαπνέονται από τα ρευστά και τις ατμόσφαιρες της θεατρικής δράσης. Χρησιμοποιούνται όχι απλώς ενεργητικά ρήματα, από γραμματικής απόψεως, αλλά ρήματα δράσης από τη πλευρά της λειτουργικότητάς τους στην ποιητική σκηνή. Ρήματα που πλαισιώνουν πρόσωπα και σκηνικά αντικείμενα. Είναι αξιοπρόσεκτος επίσης ο φωτισμός στα ποιήματα αυτά, ο τρόπος που η Καλογεροπούλου χειρίζεται το φως. Επιπλέον, δεν φωτογραφίζει απλώς τη σκηνή, δεν αιχμαλωτίζει το χρόνο και τη δράση δημιουργώντας σταθερές ποιητικές αποφάνσεις, αλλά δραματοποιεί στο έπακρο το συμβάν. Τα ποιήματά της με αυτόν τον τρόπο, και όχι απλώς οι συντελεστές τους, κινούνται στο χώρο που εκείνη έχει επιλέξει στη συγκεκριμένη συλλογή, στο χώρο της νύχτας.

Ανέβηκε τη σκάλα/ στο τέλος της συνάντησε/ ένα παράθυρο φαρδύ/ σχεδόν μακρύ, ψηλό/ ή ίσως και να μην ήταν καν παράθυρο/ αυτή η τρύπα αέρα/ που ’βγαζε σε ουρανό. Πλήθος στοιχίζονταν/ ο ένας πίσω από τον άλλον/ το ανθρώπινο ποτάμι πάσχιζε/ να φτάσει εκεί, κοιτούσε σιωπηλό/ κι έφευγε επαναλαμβάνοντας σε κύκλο/ ακριβώς την ίδια διαδρομή. /Δυο κρίκοι της ίδιας αλυσίδας/ δυο βαθιές κυκλικές ρυτίδες/ έσκαβαν η κάθε μια για λογαρισμό της/ το γυμνό μέτωπο του χρόνου/ με αγωνία και φόβο/ μήπως το χώμα τελειώσει.

5. Πιο συγκεκριμένα σε μία ακολουθία συμβάντων που ολοκληρώνονται σε έξι νυχτερινές ενότητες. Η συμβολική της νύχτας ως τόπος θανάτου, σιωπής και κενού είναι και η σταθερή σκηνή στην οποία εκτυλίσσεται η δράση, ακόμη και αν ο εξωτερικός χρόνος είναι διαφορετικός. Ακόμη και μία σκηνή στο φως κυκλώνεται από το φωτισμό του σκοταδιού. Κι αυτή είναι ακόμα μία ανατροπή που ευνοεί την ποιητική λειτουργία. Ο ρυθμός άλλωστε της νύχτας ή, ίσως καλύτερα, του χρόνου στον οποίο κατοικεί η νύχτα, είναι και ο εσωτερικός ρυθμός που αισθανόμαστε ανάμεσα στις φράσεις των ποιημάτων. Η Καλογεροπούλου έχει επιτύχει να ισορροπήσει τη θεματική της με τη φόρμα για έναν πολύ απλό και συνάμα πολύ ουσιαστικό λόγο: διότι η ίδια γράφει από τον τόπο της νύχτας. Η ποίηση είναι κατάσταση, δεν είναι περιγραφή της κατάστασης, η ποίηση πρωτίστως βιώνεται και εν συνεχεία αναμετριέται με τον ποιητή, που θα επιχειρήσει να λεκτικοποιήσει το βίωμα επιστρέφοντας στον «τόπο του εγκλήματος», στον τόπο του θανάτου του ίδιου του ποιήματος. Το ποίημα βρίσκεται κάπου εγγεγραμμένο πεθαμένο. Αυτή ακριβώς είναι και η θεματική της Άμμου κι εκεί επιστρέφει η Καλογεροπούλου για να αναμετρηθεί με τον ποιητικό λόγο.

· Και τα χέρια τους ζεστά πάνω στον ασβέστη/ Ντρέπονταν τόση σιωπή

· Και ομίχλη υγρή χρόνου από την άλλη/ ισόποσα ποτέ δεν είναι εσύ και η απουσία σου

· Μ’ ένα κοπίδι φως στο χέρι/ έκοβε νύχτα όλη νύχτα

6. Η Άμμος είναι μία συλλογή όπου η Καλογεροπούλου αναμετριέται με τον υπαρξισμό και την ανθρώπινη ταυτότητα, με όλες τις κινήσεις της ύπαρξης έναντι των αντικειμένων που μας προσδιορίζουν, αλλά και μας ευνουχίζουν συνάμα. Και όσο και να φανεί περίεργο, ο τίτλος Άμμος δεν είναι ούτε αθώος ούτε θαλασσινός ούτε ακόμη περισσότερο ρομαντικός. Είναι τρομακτικός. Όταν μπει πλάι στα σημαίνοντα που επανέρχονται με διαφορετικό τρόπο, καθώς ξεδιπλώνεται η ποιητική συλλογή σπειροειδώς μέσα από πολλαπλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όταν με μαθηματική και χειρουργική ακρίβεια μελετήσουμε το πώς χρησιμοποιούνται από την Καλογεροπούλου και πώς επαναπροσδιορίζονται, όταν πραγματικά δούμε τα σημαίνοντα στη σχέση και στην ακολουθία τους, θα διαπιστώσουμε ότι οι έξι νύχτες βρίσκονται ήδη στον τίτλο της συλλογής: Άμμος είναι το νεκρό σώμα, το «σώμα» που έχει αποκοπεί σε μικρά μόρια, έχει κατασπαραχθεί από το βλέμμα και μετατραπεί σε κόκκους. Άμμος είναι το νεκρό σώμα που τώρα αναζητά με αγωνία εκείνο το «όμμα» (amo:s, oma, καθρεφτική σχέση και amo= αγαπώ, λατ.) εκείνο το βλέμμα που θα το κοιτάξει, θα το αγαπήσει, θα το επαναπροσδιορίσει και θα το αναστήσει.

· Χώμα ζεστό το σώμα/το σώμα σου

· Γιατί το κλάμα είναι/ ένα κομμάτι βρώμικο κρέας/ στο στόμα πεινασμένου σκύλου

· Χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα,/ να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα/ πάσχουσα,/ ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες/ μισομαγειρεμένες

· Στο βυθό, φώναξε/ θα βρεθούμε στο βυθό/Έκτοτε/ το επίθετο έγινε όνομα/ κι εκείνη πρόσωπο

Άμμος είναι ο τόπος όπου βιώνεται ο θάνατος, το σώμα του θανάτου, το σώμα με το οποίο μιλιέται ο θάνατος, το σώμα του ανθρώπου και της ποίησης εν τέλει:

Τη νύχτα/ αδειάζει το δωμάτιο/ χαράζει κύκλο από σιωπή/ και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο. Από την τσέπη/ Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο και του μιλά/ Κι είναι φορές που σπάζει αυτό/ σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις/ και πέφτουν και πέφτει. /Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΝΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Περιοδικό e-poema

Τεύχος 14,Αυγουστος 11.

Εφη Καλογεροπούλου, Ηχος από νερό, Ενδυμίων 2010

Η ποίηση, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πιο ευσυνείδητων απολογητών του υπάρχοντος να της στερήσουν τη δυνατότητα να συμβάλει στην αύξηση του πληροφοριακού δυναμικού για τον κόσμο όπου βρισκόμαστε ριγμένοι, δεν είναι δυνατόν να παραδώσει άνευ όρων εκείνη την όψη της αλήθειας που την αφορά, έστω και αν συχνά την περιφέρει στα διαμερίσματα των μικροαστών διανοουμένων ως ένα είδος επιστροφής στην αυθεντικότητα κάποιου προλογικού παραδείσου. Οσο καλά κι αν φυλάει η κατακυρωμένη από το υπάρχον θεωρία το ιερό της αλήθειας, οι τοίχοι, τα θεμέλια, η στέγη του είναι πάντα γεμάτα με μικρά και μεγάλα ρήγματα -στα οποία οφείλεται άλλωστε σχεδόν κάθε πραγματική πνευματική πρόοδος- απ’ όπου άλλες όψεις του λέγειν εισβάλουν πότε ως ζητιάνοι, πότε ως αιρετικοί και πότε ως βεβηλωτές. Η ποίηση ανήκει σίγουρα στο τελευταίο είδος εισβολέων, έστω και αν συχνότατα οι βέβηλες διαθέσεις της παρουσιάζουν κάποια διστακτική προσήλωση στον βάκιλο της μορφής, με τον οποίο τη μόλυνε η κλασσική αισθητική˙ έτσι κι αλλιώς, τον ρόλο του βεβηλωτή τής τον επέβαλε η ίδια η θεωρία, όταν ανέλαβε το τραγικό έργο της μαθηματικοποίησης του πολιτικού στοιχείου. Οπως και να ‘χει, όποιες συγκρούσεις οντολογικού, ιδεολογικού, λογιστικού ή ακόμη ακόμη πολιτικού χαρακτήρα κι αν διαδραματίζονται στη μάλλον σκοτεινή περιοχή, όπου συμπίπτουν τα συμβολικά συστήματα της θεωρίας και της ποίησης, η δεύτερη μας δίνεται ως δύναμη που τροφοδοτεί ιδιάζουσες διαδικασίες αλήθειας. Ποιος διάβασε ποτέ ένα έστω ποίημα χωρίς να αποκομίσει την αίσθηση πως κάτι έμαθε; Στον βαθμό που έγινε αντικείμενο ανάλυσης, η εν λόγω αίσθηση παρουσίασε ομοιότητες με το είδος της ικανοποίησης που απολαμβάνουμε όταν συλλαμβάνουμε τη λύση ενός γεωμετρικού προβλήματος, παρά με το είδος του αισθήματος που αποκομίζουμε από τη φιλοφρονητική ματιά ενός επίδοξου εραστή. Οφείλουμε να δεχθούμε, δηλαδή, πως ανήκει κατά το μάλλον ή ή