Monthly Archives: Ιανουαρίου 2017

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

ΧΡΗΣΤΟΣ 2

O Χρήστος Αργυρού γεννήθηκε το 1972 στη Γιαλούσα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει, επίσης, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Birmingham στην Ελληνική Αρχαιολογία, με ειδίκευση στη βυζαντινή τέχνη, και στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στις Επιστήμες της Αγωγής. Είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται από το 1998 στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μονογραφίες σε θέματα εκπαίδευσης και ιστορίας της βυζαντινής τέχνης. Παράλληλα, ασχολείται με τη λογοτεχνία.

Δημοσίευσε ποιήματα, διηγήματα και κριτικές – παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Κατάδυση στο χρόνο» (2008, Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη) και «Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων» (2015) τη μεσαιωνική μυθιστορία «Ο Άνθρωπος του Βασιλέως» (2009) και τα Διηγήματα «ΑΙΡΟΤΕΣ ΕΡΕΤΙΚΟΙ και άλλες ιστορίες» (2019)

ΦΩΤΟ

.

.

ΑΙΡ0ΤΕΣ ΕΡΕΤΙΚΟΙ
και άλλες ιστορίες (2019)

ΘΕΚΛΑ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗ ΘΕΚΛΑ ήταν κεραυνοβόλος. Θυμάται τώρα εκείνη την πρώτη τους συνάντηση. Τσαχπίνα αυτή, λουσού, αεράτη, κοντολογίς μια Παριζιάνα άρτι αφιχθείσα στη μικρή επαρχιακή του πόλη. Οι φωνές της, τα νάζια, τα κουνήματά της…, αυτά τα κουνήματα! Κάποτε οι κινήσεις της θύμιζαν αιλουροειδές -απειλητικό και σαγηνευτικό ταυτόχρονα- και το ανοιγοκλείσιμο των ματιών της έκανε τα αρσενικά της γειτονιάς να αναστενάζουν. Δεν ήταν λίγοι που την πολιορκούσαν. Μα αυτή πήρε την απόφασή της. Μια αυγουστιάτικη νύχτα εκεί, δίπλα στο μεθυστικό γιασεμί που ξυπνούσε τις αισθήσεις των περαστικών, η σουρλουλού Θέκλα τού ορκίστηκε αιώνια πίστη. Την έμπασε στο μικρό δυάρι του, κουτσομπολιά και κακεντρεχή σχόλια τής κάθε γλωσσοκοπάνας της γειτονιάς δεν υπολόγιζε, και ο κοινός τους βίος άρχισε. Η σχέση τους ήταν εξαρχής άκρως πλατωνική. Πολλά λόγια δεν αντάλλαζαν παρά μόνο αυτά που τους υποχρέωναν οι καθημερινές συμβάσεις της ζωής. Τα αλληλοκοιτάγματά τους όμως ήταν ριπές περιπαθών μηνυμάτων. Η Θέκλα σε μια στιγμή που την στροβίλισε η αγάπη της για αυτόν του δήλωσε με μια δόση μάλιστα μελοδραματισμού:
«Στο ορκίζομαι, άλλον δεν θα γυρίσω ποτέ μου να κοιτάξω».
Παρά τη φραστική της δήλωση όρκου αιώνιας πίστης και κατ’ επέκταση παρθενίας, αφού ουσιαστικά μεταξύ τους δεν είχαν ποτέ ολοκληρώσει τη σχέση τους -αν και τα χαϊδέματα του και τα ηδυπαθή της γουργουρίσματα ήταν στην ημερήσια διάταξη της καναπεδίσιας ζωής τους-, αυτή άρχισε τα σουρτουκέματα και τις ολονύχτιες απουσίες από το τσαρδί τους. Αυτόν δεν τον ενοχλούσε καθόλου η ιδέα ότι θα μπορούσε να ήταν με κάποια άλλη παρέα, αλλά τον σκότωνε κυριολεκτικά η μοναξιά. Η ιδέα ότι μια μέρα θα μπορούσε να τον εγκαταλείψει οριστικά τον έκανε να παραλογίζεται και να τον καταδυναστεύει ο τραγοπόδαρος θεός Πάνας. Μέχρι και στην άλλη άκρη του κόσμου θα μπορούσε να φτάσει για χάρη της. Η αγάπη του για αυτήν ήταν χωρίς όρια. Για αυτό και φρόντιζε να της κουβαλά στο σπίτι και του πουλιού το γάλα. Ήταν έτοιμος να ικανοποιήσει κάθε παραγγελιά της και κάθε καπρίτσιο της. Κι αν τύχαινε να μην κάλυπτε τις ανάγκες της η εγχώρια αγορά, αυτός με αγωνία αναζητούσε τη νέα της απαίτηση στην άκρη του κόσμου και το παράγγελνε διαδικτυακά. Η αδυναμία της ήταν οι ψαρομεζέδες. Αυτός πήγαινε νωρίς νωρίς στο ψαρολίμανο προκειμένου να είναι από τους πρώτους αγοραστές σαν οι ψαρόβαρκες κατέφθαναν φορτωμένες το αλίευμά τους. Και βέβαια της αγόραζε τους πιο εκλεκτούς θαλάσσιους μεζέδες που διέθεταν τα νερά της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτή όμως δεν στάθηκε πιστή στον όρκο της. Αυτός παρατήρησε πως η Θέκλα του άρχισε να φέρεται περίεργα. Δεν έκανε πια τις μακρόσυρτες εκείνες βόλτες και τα νυχτοπερπατήματα στους δρόμους της γειτονιάς παρά μόνο προτιμούσε να τη βγάζει στο σπίτι. Μεταμορφώθηκε σε αληθινή σπιτόγατα. Οι παρατηρήσεις του γρήγορα μετατράπηκαν σε υποψίες. Κι οι υποψίες σε εφιάλτη. Η Θέκλα είχε σχέση με άλλον. Γρήγορα οι υποψίες του
επαληθεύτηκαν. Τα περιττά κιλά που απέκτησε προσφάτως η Θέκλα δεν ήταν το αποτέλεσμα της αδράνειάς της στον γδαρμένο τους καναπέ, αλλά το προϊόν της απιστίας της. Η Θέκλα ήταν έγκυος. Αυτός δεν ήθελε να πιστέψει την πραγματικότητα. Ο έρωτάς του για αυτήν ήταν τόσο τυφλός που κάθε νόμος της βιολογίας ανατρεπόταν. Προσπαθώντας να πείσει τους γύρω του, μα προπάντων τον εαυτό του, για την αμοιβαία τους αφοσίωση, απέδωσε την εγκυμοσύνη της σε μια μεταφυσική πράξη. Ναι, αυτό ήταν. Η σύλληψη ήταν άμωμος· η σύντροφός του ήταν αγνή κι αμόλυντη όπως η Αγιομάρτυρας Θέκλα, από την οποία πήρε και το βαφτιστικό της όνομα.
Το σκέφτηκε πολύ. Βασανίστηκε. Στο τέλος το αποδέχτηκε. Θα αναγνώριζε το παιδί που η Θέκλα κουβαλούσε στην κοιλιά της κι ας ήξερε πως δεν ήταν δικό του. Η λατρεία του για εκείνη καθόριζε τη σκέψη και την κρίση του. «Θα το αγαπήσω, όπως αγαπώ εκείνη. Αν έχει μάλιστα τα γατίσια, γαλάζια μάτια της…» σκεφτόταν.
Σιγά σιγά με την αυθυποβολή αυτός εξελισσόταν στον πλέον εν δυνάμει στοργικό πατέρα. Έτσι κατά την περίοδο της κύησης οι περιποιήσεις στη Θέκλα αυξήθηκαν. Αυτή την έβγαζε περιοδεύοντας από καρέκλα σε καρέκλα και από καναπέ σε καναπέ. Ακόμα και στο εργονομικό κάθισμα του γραφείου του, στο οποίο άλλοτε την μάλωνε που πήγαινε και θρονιαζόταν, τώρα, όχι μόνο της το επέτρεπε, μα τη ρωτούσε όλο τρυφερότητα: «Είσαι αναπαυτικά, Θεκλίτσα μου; Να σου φέρω μήπως κι ένα μαξιλάρι;» Αυτή με τη σειρά της φαινόταν να απολάμβανε τις περιποιήσεις και τα κανακέματά του και μάλλον δεν βιαζόταν να τελειώσει αυτή η παραδείσια περίοδος.
Μα μια μέρα ο εγκυμοσύνη τελείωσε και ήρθε ο πολυπόθητος τοκετός. Μα άλλη μια έκπληξη τον περίμενε. Η Θέκλα γέννησε τρίδυμα. Τρία πανέμορφα Θεκλάκια ήρθαν στον κόσμο για να γεμίσουν το σπίτι με ακόμη περισσότερες χαρές. Δύο κοριτσάκια κι ένα αγοράκι. Εννοείται, φτυστά η μάνα τους. Αυτός καταχάρηκε. Τα κοιτούσε με τις ώρες σαν παλαβός κι ευχαριστούσε τον Θεό που δεν είχανε σουσούμια του αγνώστου πατρός τους. Ακόμα και εκείνα τα σχόλια του τύπου «ολόιδια ο πατέρας τους», που εκστόμιζε ειρωνικά και πικρόχολα το σόι του και η γειτονιά, αντί να τον γεμίζουν οργή και θυμό, τα αποδεχόταν με υπερηφάνεια και συγκίνηση. Ένιωθε το αίσθημα της πατρότητας να πλημμυρίζει τα κατάβαθα της ψυχής του. Αν για τη Θέκλα μπορούσε να κάνει τόσες θυσίες, για αυτά τα αθώα πλασματάκια μπορούσε να φτάσει στα όρια της παράνοιας και σε πράξεις εγκληματικές.
Όπως έτσι ξαφνικά μπήκε στη ζωή του η αλανιάρα Θέκλα και τα αναποδογύρισε όλα, έτσι αναπάντεχα εξαφανίστηκε. Μετά από μια από τις εξόδους της, που άρχισαν ξανά να αυξάνονται, δεν γύρισε πίσω. Ούτε άφησε καν ένα σημείωμα. Αυτός απεγνωσμένος πήρε τους δρόμους και τις συνοικίες της πόλης, σύρθηκε ακόμα και σε κάτι ύποπτα και κακόφημα στέκια όπου υποψιαζόταν ότι μπορούσε η Θέκλα να είχε σούρτα-φέρτα. Πουθενά όμως η Θέκλα. Θέκλα γιοκ. Στο σπίτι τα μικρά έκλαιγαν από την πείνα και την απουσία της μάνας τους. Αυτός, με υψηλό πάντα αίσθημα ευθύνης, ανέλαβε αμέσως δράση και αντικατέστησε τη μητρική στοργή της άσωτης Θέκλας με τη δική του φροντίδα. Μπιμπερό, χαϊδέματα, νυχτοξημερωνόταν μαζί τους κι αναπολούσε τις ευτυχισμένες στιγμές με τη χαδιάρα σύντροφό του.
«Ευτυχώς, τουλάχιστον», σκέφθηκε, με όση αισιοδοξία του είχε απομείνει «δεν θα χαραμιστούν τόσες γατοτροφές που είναι γιομάτοι οι πάγκοι της κουζίνας».

.

ΑΝΘΟΥΣΑ

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΑΝΤΑ να μπαίνω μέσα της με ορμή και μετά ξέπνοος να ξαπλώνω πάνω της ανάσκελα, να μυρίζω το άρωμά της, να νιώθω τη δροσερή της επιδερμίδα και σχεδόν να αποκοιμιέμαι στο κυματιστό κορμί της, εννοείται όλα αυτά όποτε μου το επέτρεπε, καθώς πιο κυκλοθυμική από δαύτην δεν συνάντησα άλλη. Έπρεπε να την πετύχεις στις καλές της, πράγμα όχι και τόσο συχνό, κι αν ήσουν τυχερός να μην έχει τα μπουρίνια της, σου δινόταν με μια αφοσίωση και ένα πάθος πρωτόγνωρο. Εκτός από τη συνεχή και τόσο εκνευριστική εναλλαγή των συναισθημάτων της είχε και πολλά άλλα κουσούρια. Πιότερο, όμως, απ’ όλα ήταν που ήταν άπιστη σκύλα κι εύκολα σε προέδιδε για την αγκαλιά ενός άλλου μορφονιού. Είχε τσούρμο εραστές, νέους και γέρους, μπεκιάρηδες και παντρεμένους, μουρντάρηδες και καλόγερους, και ανερυθρίαστα τους κατασπάραζε στα μεγάλα της σαγόνια. Ακόμα και σε μικρά αγόρια δεν αρνιόταν τον ζεστό της κόρφο κι ας την καταριόντουσαν μέρα και νύχτα οι δύστυχες μανάδες τους πως αποπλανούσε τάχαμου τους κανακάρηδες τους. Εκείνες την πολεμούσαν με κάθε μέσο, την έκραζαν δαιμονικό κι αρρώστια, την κατασυκοφαντούσαν πως έκανε γητειές στα αθώα παιδιά τους, την ξόρκιζαν φέρνοντας παπάδες με τις αγιαστούρες και τον σταυρό, έκαναν τάματα χρυσά φλουριά στους αγίους να τα γλυτώσει από τις ορέξεις της. Αυτής, όμως, δεν ίδρωνε το αυτί της από τέτοιες φοβέρες. Λεύτερη και κιμπάρισσα πρόσφερε αφειδώλευτα το σώμα της και συνέχιζε το έργο της, να καταδυναστεύει τον νου των σερνικών και σαν βρικόλακας να τους απομυζεί την καρδιά και το αίμα. Έτσι όμοια έτρωγε και τη δική μου καρδιά.
Η σχέση μας ξεκίνησε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου σε τούτο τον κόσμο. Εξ απαλών ονύχων άρχισα να ανακαλύπτω τα κάλλη της κι αυτή, έχοντας συνείδηση της γοητείας που μου ασκούσε, όλο και πιο πολύ με τύλιγε στα δίχτυα της. Σαν έκλεινε το σκολειό και ο δάσκαλος μάς έδινε τον έλεγχο και φεύγαμε για τα σπίτια μας, δεν περίμενα ούτε στιγμή. Πήγαινα κατευθείαν και την έβρισκα και για δυο μήνες ξημεροβραδιαζόμουν μαζί της, με αποτέλεσμα να κατεβαίνει ο πατέρας στο λημέρι που ξεροσταλιάζαμε αυτή κι εγώ και να με παίρνει με το ζόρι στο σπίτι. Την άλλη μέρα επαναλαμβανόταν η ίδια ιστορία. Κι όταν έπρεπε να πάμε πίσω στο σκολειό το φθινόπωρο, με έπιανε η απελπισία που θα αποχωριζόμουν τα φιλιά και τους έρωτές μας. Την αγαπούσα τόσο που της τα συγχωρούσα όλα. Ακόμη και το γεγονός ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που κινδύνεψα από τα καμώματα και τα επιπόλαια ξεσπάσματά της. Της συγχωρούσα ακόμη και το ότι, ενώ μου εξομολογούνταν τον έρωτά της, την ίδια κιόλας στιγμή με κεράτωνε με τον πασαένα, η μπερμπάντισσα. Με χόρευε στο ταψί, μα εγώ δεν της κακιωνόμουν. Η αγάπη μου για δαύτην ήταν τόσο βαθιά στεριωμένη μέσα μου, που τίποτα δεν μπορούσε να τη χαλάσει.
Είναι αλήθεια, βέβαια, πως κι εγώ δεν της φερόμουν τίμια. Ενώ για μήνες πολλούς τα κορμιά μας γινόντουσαν ένα και ο φουντωμένος πόθος μου για αυτήν με έκανε να ξεχάσω όποια άλλη μέριμνα του καθημερνού βίου μου, άξαφνα την άφηνα σύξυλη χάνοντας την να αφρίζει από το κακό της. Περνούσαν μήνες να ματαγυρίσω κοντά της γιατί φοβόμουν πως σε μια από τις εκρήξεις θυμού της ήταν άξια να με πνίξει με τα ίδια της τα χέρια κι ας μοιραστήκαμε τόσα πολλά μαζί. Ωστόσο όσο κι αν έβραζε απ’ τον θυμό της, όσο κι αν χτυπιόταν σεληνιασμένη από τη δίκιά μου προδοσία, άνοιγε τις αγκάλες της και συνάμα τα σκέλια της και δεχόταν πίσω τον άσωτο εραστή της. Η σχέση μας ήταν και θα παραμείνει τρικυμιώδης, για τούτο και σαν την αγναντεύω μίλια μακριά από κάποια βουνοκορφή, χαμογελώ και της ψιθυρίζω εκείνο το νησιωτικό δίστιχο:

Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
Όλοι σε λένε θάλασσα κι εγώ σε λέω ανθούσα.

.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΚΑΝΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ, θα φτάσουμε στο χωριό μας, κάνε υπομονή».
Εκείνη σφιγγόταν απάνω στο σώμα του με τα χέρια και τα πόδια της. Αυτός περπατούσε ώρες στον χωμάτινο δρόμο και τα πόδια του βούλιαζαν μέχρι τα γόνατα στις λάσπες. Μα προχωρούσε αδιαμαρτύρητα φορτωμένος στην πλάτη την ανήμπορη γυναίκα του. Έπρεπε να διανύσει δεκάδες χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στο χωριό τους. Από το νοσοκομείο της πόλης τού το είχαν ξε-καθαρίσει, παρά τα παρακάλια και τα κλάματά του, ναι έκλαιγε σαν μικρό αγόρι κι ας ήταν σαράντα πέντε χρονών. «Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε ασθενοφόρο. Θα πρέπει να βρείτε εσείς κάποιο μέσο για να τη μεταφέρετε». Οι μύες των χεριών και των ποδιών του πονούσαν κι η μέση του τον έσφαζε, μα αυτός περπατούσε σαν παλικάρι είκοσι χρονών. Καμιά παραμόρφωση στο πρόσωπό του, κανένα λύγισμα του κορμιού, μόνο ο ιδρώτας έτρεχε Γάγγης, μούσκευε το άσπρο βαμβακερό πουκάμισό του και τον εξάγνιζε. Μια γαλήνη φώλιαζε στο πρόσωπό του. Κι εκείνη ολοένα γαντζωνόταν στο σώμα του και κούρνιαζε στο πρόσωπό του.
«Κουράγιο, καλή μου, θα φτάσουμε στο μικρό φτωχικό μας. Θα έχουν ανάψει τη φωτιά στην εστία τα κορίτσια μας και θα μαγειρέψουν το αγαπημένο σου κάρυ. Θα φάμε, θα πιούμε, θα γιορτάσουμε την επιστροφή σου. Ξέρω τι μου λες τώρα με το παραπονεμένο βλέμμα σου, ομορφιά μου. Πως δεν θα μπορείς πια να είσαι η αρχόντισσα της μικρής κουζίνας μας. Μα είσαι καλή μάνα, καρδιά μου, φρόντισες κι έμαθες στις κόρες μας τις μυστικές σου συνταγές. Πόσο όμορφα μαγειρεύεις, καμάρι μου! Μου αρέσει που κάθε φορά που επαινώ το φαγητό σου, εσύ μου απαντάς με νάζι: “Είναι που το φτιάχνω με αγάπη για σας Μα δεν είναι μόνο τη μαγειρική σου που λατρεύω. Με συνεπαίρνει το καθετί απάνω σου. Πόσο στοργική γίνεσαι με τα παιδιά μας! Πώς μεταμορφώνεσαι σε τίγρη της Βεγγάλης σαν νιώσεις πως κάποιος κίνδυνος απειλεί κάποιο από τα κορίτσια μας, έτοιμη να ξεσκίσεις με τα νύχια σου την απειλή! Πώς χαμογελάς, πώς κλαις, αγαπώ ακόμη και τον τρόπο που κοκκινίζεις σα θυμώνεις στα καβγαδάκια μας! Κρατήσου απάνω μου, μάτια μου, θα τα καταφέρουμε. Θα επιστρέφουμε στην πλίνθινη καλύβα μας. Στο φτωχικό μας θα μυρίσεις τα λουλούδια μας, θα κόψουμε βόλτες στους δρόμους του χωριού μας, θα μάθεις τα νέα της γειτονιάς που για τόσο καιρό έχεις να ακούσεις, θα γελάσεις με τις κουβέντες και τα αστεία των φιλενάδων σου, θα κλάψεις για τη φτώχεια και την κακοριζικιά μας, θα κοιμηθείς κάτω από τον ολόφωτο ουρανό του χωριού μας.
Κοντοστάθηκε λίγο, απίθωσε τη γυναίκα του για λίγο στο μαλακό χόρτο δίπλα από τον κακοτράχαλο δρόμο. Κάθισε δίπλα της. Χάιδεψε τα μαλλιά της φέρνοντάς τα πίσω, καθώς είχαν πέσει στο πρόσωπό της, ενώ έπαιρνε βαθιές ανάσες από την κούραση της οδοιπορίας. Έριξε ένα βλέμμα στο βάθος του δρόμου που έσβηνε σε μια στροφή, η οποία θα του απεκάλυπτε μια άλλη στροφή και στη συνέχεια μια άλλη και πάει λέγοντας. Το χωριό τους ήταν ακόμη μακριά. Ούτε τη μισή διαδρομή δεν είχαν διανύσει. Σήκωσε ξανά τη γυναίκα του όρθια και την ακούμπησε με αργές κινήσεις στο ταλαιπωρημένο σώμα του. Φιλώντας την απαλά στο μέτωπο, συνέχισε να της ψιθυρίζει.
«Θυμάσαι, αγάπη μου, τον γάμο μας; Πάνε είκοσι πέντε χρόνια τώρα. Ήταν από τους ομορφότερους γάμους. Είχαν όλοι να το λένε και να το θυμούνται από τότε. Ήταν μαζεμένο όλο το χωριό. Και τι χορό που ρίξαν όλοι! Χορεύαμε ασταμάτητα στην πλατεία του χωριού. Χορεύαμε ακόμα κι όταν έπιασε ξαφνικά μια δυνατή κι επίμονη βροχή. Ήσουν πολύ όμορφη μες στο άλικο, όλο κεντίδια νυφικό σου εκείνη τη μέρα, αγγέλισσά μου! Μες στο πορτοκαλοκίτρινο σάρι σου ήσουν σαν ανοιξιάτικη μέρα γεμάτη κατιφέδες! Κατάκοσμη μες στα χρυσά βραχιόλια, περιδέραια και σκουλαρίκια σου ήσουν ένας πυρούμενος ήλιος. Ζηλιάρικα που μου έλεγαν οι φίλοι μου πόσο τυχερός ήμουν που έπαιρνα μια τόσο όμορφη νύφη! Θα μαζευτούν όλοι πάλι στο χωριό, όπως τότε. Δεν θα λείπει σχεδόν κανείς, αγάπη μου, ακόμα και η γεροντοκόρη η Ρέσμι που ποτέ δεν σε χώνεψε, θα είναι εκεί. Θα είναι όλοι εκεί να σε αποχαιρετήσουν και θα ρίξουν όλοι από ένα λουλούδι στο ποτάμι, αποχαιρετώντας σε, καθώς θα σκορπίζεται η τέφρα σου στα σπλάχνα της Ινδίας».

.

ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΠΙΑ. Κάθε μέρα το ίδιο βάσανο. Από το πρωί στις δέκα μέχρι τις έξι. Κουράστηκα. Δεν το καταλαβαίνουν; Κάθε μέρα ζω την ίδια μαρτυρική μέρα, η οποία επαναλαμβάνεται την επόμενη και τη μεθεπόμενη και την επόμενη της μεθεπόμενης μέρας. Κι η ελπίδα για μια αλλιώτικη μέρα να ξημερώνει, πουλί που πεταρίζει μακριά. Κάθε μέρα παρελαύνουν ορδές στο δωμάτιό μου. Κι όμως νιώθω τόση μοναξιά. Κόβουν βόλτες γύρω μου σαν το μελίσσι, σταματάνε λίγο βλέποντας με σε προφίλ, ύστερα υπό γωνία σαράντα πέντε μοιρών, μετά θαυμάζουν το τορνευτό μου σβέρκο που γέρνει μπρος σαν μίσχος λωτού, και τέλος έρχονται μπροστά μου και σκύβοντας με αγένεια το πρόσωπό τους στο δικό μου -τόσο πολύ που μυρίζω τα χνώτα τους καρφώνουν πάνω μου το διαπεραστικό τους βλέμμα. Πού να τολμούσε κάποιος υπήκοός μου να κάνει κάτι τέτοιο! Θα γινόταν αμέσως βορά των κροκοδείλων. Μα αυτοί εδώ οι ασεβείς -άλλες εποχές, άλλες συνήθειες- χαζεύουν σπιθαμή προς σπιθαμή το μελαχρινό μου πρόσωπο. Το λεπτό πηγούνι μου, τα αμυγδαλωτά μου μάτια, τονισμένα με μαύρο χρώμα και στεφανωμένα με τα μαύρα παχιά φρύδια μου, το κόκκινο στομόχειλό μου. Πιότερο, όμως, θαυμάζουν τον μακρύ μου λαιμό. Ναι, πάντα ήμουν αυτάρεσκη, το ομολογώ. Οι τωρινοί φρουροί μου κοιτάζουν με βλέμμα βλοσυρό τους επισκέπτες μου, έτοιμοι να επέμβουν. Δεν μπορώ να πω πως δεν μου φέρονται ευγενικά όλοι εδώ σε τούτο το παλάτι. Είναι εκεί για κάθε μου ανάγκη και διέθεσαν για τη μεγαλειότητά μου την πιο όμορφη αίθουσα του κτιρίου. Μόνο για μένα. Αντίθετα οι υπόλοιποι ένοικοι, άνθρωποι ταπεινοί της αγροτιάς, μαστόροι και τεχνίτες, μα και βασιλιάδες και ηγεμόνες, φιλόσοφοι και ποιητές, ω θεέ μου, ακόμη και θεοί του τόπου μου, στριμώχνονται στα υπόλοιπα δωμάτια. Αχ, ας ήμουν μαζί τους σε αυτές τις στενάχωρες κάμαρες, θα πνίγαμε μαζί με τους συντοπίτες μου τις στεναχώριες της ξενιτειάς και της αιχμαλωσίας μας.
Στην αρχή μου άρεσαν όλα αυτά που γίνονταν γύρω από μένα. Ναι, θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Ικανοποιούσαν τη ματαιοδοξία μου. Ίσως να ήμουν κι ευτυχισμένη. Μου θύμιζαν όλα τούτα τις πολύωρες ακροάσεις που είχε ο άντρας μου στο παλάτι. Τώρα, όμως, είμαι δυστυχισμένη. Νιώθω αιχμάλωτη. Θα ήθελα να τρέξω προς τον νότο, στα ηλιοφώτιστα μέρη μου, μα δεν έχω πόδια. Για την ακρίβεια δεν έχω καν κορμό. Είμαι ένα πλάσμα ασώματο. Μα έχω καρδιά. Ή έτσι πιστεύω. Πώς αλλιώς εξηγείται ο αβάσταχτος μου πόνος! Είναι στιγμές που η απελπισία με οδηγεί σε σκέψεις παράξενες. Βλέπω τον εαυτό μου χαρούμενο στον Κάτω Κόσμο και την καρδιά μου να ζυγίζει ο Θεός. Ναι, είμαι μια ζωντανή νεκρή. Θέλω να πεθάνω, δεν βαστώ άλλο φυλακισμένη σε αυτή τη σκοτεινή αίθουσα. Με πιάνει τρόμος, είμαι μάλλον κλειστοφοβική. Θα ήθελα να δω ξανά τον ήλιο του τόπου μου, που τόσο λατρέψαμε με τον άντρα μου. Αυτό θυμάμαι ήταν κι η αιτία που όλοι μας εχτρεύονταν, αυτή η εμμονή μας στον Ήλιο. Ναι, αυτή ήταν η αιτία της πτώσης μας. Ο Ήλιος τότε μας πλημμύριζε και μας γέμιζε ζωή. Μα τώρα μόνο συννεφιά. Θέλω να αυτοκτονήσω σε αυτό το ανήλιαγο δωμάτιο. Μα δεν μπορώ. Έχω τη δύναμη. μα μου λείπουν τα χέρια που θα στρέψουν ένα μαχαίρι στην καρδιά μου. Δεν με βοηθάνε κι αυτοί οι ημίγυμνοι τύποι θρονιασμένοι στην οροφή του δωματίου μου. Είναι όλοι τους πάνοπλοι και σκοτώνουν τέρατα και σημεία. Τους ζήτησα πολλές φορές να δώσουν ένα τέλος στο μαρτύριό μου, μα όλοι τους άνανδρα μου το αρνήθηκαν. Είναι βλέπεις όλοι μουτρωμένοι μαζί μου. Δεν θέλουν καν να ανταλλάζουμε κουβέντα. Κι είμαι τόσο μόνη σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο! Κι ας με τριγυρίζουν χιλιάδες κάθε μέρα. Ρωτάς γιατί δε με συμπαθούν; Μα δεν το καταλαβαίνεις; Ζηλεύουν, δεν τους αδικώ, κι εγώ το ίδιο θα ένιωθα αν δεν μου έδινε κανένας σημασία. Όλοι κοιτάνε εμένα και θαυμάζουν τα κάλλη μου. Κανένας δεν γυρνά το κεφάλι προς τα πάνω να τους δώσει λίγες στιγμές θαυμασμού. Κι ας υπήρξαν κι οι τέσσερις τους πιο τρανοί από μένα.
Κρυώνω. Κρυώνω πολύ σε αυτή την παγωμένη χώρα. Θέλω τη ζέστα της πατρίδας μου. Δεν λέω, προσπαθούν να μου προσφέρουν τα πάντα οι άνθρωποι εδώ, η θέρμανη δεν σταματά σχεδόν καθόλου, και κρατάνε πάντα σταθερή θερμοκρασία. Φροντίζουν μάλιστα να μην υπάρχει υγρασία κι αυτό πολύ με συγκινεί γιατί μου θυμίζει το ξηρό κλίμα του τόπου μου. Έχει κι εδώ ένα ποτάμι που περιβάλλει τα κτίρια που με φιλοξενούν, δεν έχει όμως τη μεγαλοπρέπεια του ποταμού της χώρας μου. Αχ, ο ποταμός μου! Ταξίδια που έκανα σε αυτό τον ποταμό διαπλέοντας όλη τη χώρα μου! Κυρά του Βορρά και του Νότου με υμνούσε ο σύζυγός μου. Αχ, θέλω να ξαναβρεθώ στη χώρα που με γέννησε κι ας με πότισε τόσες πίκρες. Θέλω να αγναντέψω, κι ας μου λείπει το ένα μου μάτι, το Δέλτα του γαλαντόμου Νείλου και τα δάκρυα του που χύνονται στον κόρφο της ζεστής, μεγάλης θάλασσας μας. Να οσμιστώ τη λάσπη που μας κουβαλά από το νότο, την άμμο της ερήμου, τους χρυσοφόρους σιτοβολώνες μας. Μα όλο αυτό το φως μένει στη σκέψη μόνο πεθυμιά. Κι εγώ στο έρεβος. Είμαι μια πρόσφυγας χωρίς ελπίδα.
Αχ, Τούθμωσι, καταραμένη η ώρα εκείνη που σου παράγγειλε ο Φαραώ την προτομή μου! Ακούω στα αυτιά μου τα λόγια του: «Αναπαράστησέ την όσο πιο πιστά μπορείς. Θέλω να σωθεί η ομορφιά της. Είναι κρίμα να χαθεί μια για πάντα πίσω από τους λινούς επιδέσμους». Μα τώρα σκέφτομαι, Τούθμωσι, πως εγκλωβίζοντας στον ασβεστόλιθο σου την εφήμερη ομορφιά μου, υπέγραψες την καταδίκη μου να βασανίζομαι αιώνια σε τούτη την ειρκτή. Κι ας μη μου άξιζε ποτέ μια τέτοια τύχη. Εγώ, η κληρονόμος, πρώτη στα προτερήματα και Μεγαλόχαρη κυρά, γλυκιά του έρωτα, καλλίμορφη, η αγαπημένη του ζωντανού Ατόν, η πρώτη σύζυγος του βασιλιά, που την αγαπά. Οικοδέσποινα της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου, ανυπέρβλητη του έρωτα, η Νεφερτίτη, που ζει στην αιωνιότητα, μα πάντα ξένη στην ξένη γη του γκρίζου Βερολίνου.

.

ΘΗΡΕΥΣΗ

ΟΛΟ ΣΕ ΚΥΝΗΓΩ ΚΙ ΕΣΥ μου ξεφεύγεις σαν τρομαγμένο ελάφι μες στα ορμάνια. Πού θα μου πας, θα σε τσακώσω άτιμη και τότες θα είσαι δίκιά μου, ολόδικιά μου. Το ξέρω, είναι δύσκολο το έργο μου, μα για αυτό γίνεται όλο και πιο γοητευτικό το κυνήγι σου. Δεν τρέφω αυταπάτες. Σε κανένα δεν χαρίζεσαι, θα υποκύψεις μόνο σε αυτόν που θα ματώσει πιο πολύ για σένα. Ίσως και να μην σε κατακτήσω ποτέ, ομορφιά μου. Γιατί οι ανταγωνιστές μου είναι αμέτρητοι. Τους τραβάς όλους σαν τα λευκά ανθιά του μελισσόχορτου τις μέλισσες και τις πεταλούδες. Μα εγώ δεν παραιτούμαι, θα σε διεκδικώ άχρι θανάτου. Φαντάζομαι τη μέρα που θα σε κάνω δίκιά μου. Σκέφτομαι, ακόμα, τα φθονερά βλέμματα, αστροπελέκια να με κάψουν, των άλλων μνηστήρων σου. Κι αυτό ανάβει πιότερο τον πόθο μου για σε.
Κάνω να γαντζωθώ από τους λυγερούς αγκώνες σου, την όμορφή σου απαλή πλάτη κι όλο μου φεύγεις ή κάποιος άλλος θηρευτής σε αρπάζει από μένα. Κάνω να κλάψω από θυμό κι απογοήτευση, μα σύντομα γεμίζει η καρδιά μου με λεμονανθούς του πρωινού και μια πεταλούδα πεταρίζει και πάλι εντός της βλέποντάς σε να του το σκας αφήνοντάς του μόνο δώρο τα κελαρυστά σου χάχανα. Μα δεν μαθαίνω από τα παθήματα των ξένων και τα δικά μου. Σε ξαναβρίσκω, σε αγκαλιάζω, χώνεσαι μες στον κόρφο μου έτοιμη να μου παραδοθείς κι εκεί που εγώ υπνωτισμένος από το μαλαματένιο σου κορμί αφήνομαι στα χάδια σου, με αφήνεις σύξυλο, ανεράδα κι αερικό μου.
Άλλη από σε πιο ωριόθωρη βασιλοπούλα δεν συναντά κανείς σ’ όλης της πλάσης τα ρηγάτα. Και γίνεσαι ακόμα πιο πολύτιμη, μονάκριβή μου. και σε ορέγονται όλοι, καθώς ο βασιλιάς πατέρας σου υπόσχεται πλούτη αμύθητα και στεφάνια δόξας σ’ αυτόν που θα δεχτείς για ταίρι σου. Είναι και κάποιοι, λιγοστοί ευτυχώς, ανόητοι κι αφελείς που σε αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι! Κανένας μας δεν μπόρεσε να τους καταλάβει και κανένας μας βέβαια δεν άκουσε ποτέ τις αλαφιασμένες φωνές τους που μας προέτρεπαν να εγκαταλείψουμε τα κυνήγια γιατί θενά τσουρουφλιστούμε τάχατες στο άγγιγμά σου.
Τα μακριά σου ολόγλυφα πόδια τρέχουν μες στα δωμάτια και τα γραφεία, κάθε λογής υπηρεσίες και τα υπουργεία. Υπαλληλίσκοι, γραφιάδες, αξιωματούχοι, αρχόντοι και πληβείοι σχεδιάζουν κι εκτελούν επί μακρόν τη θήρευσή σου. Δεν σταματάμε σε τίποτα προκειμένου να σε κατακτήσουμε, άγγελέ μου! Αχ, μακάρι να είμαι εγώ ο τυχερός που θα καταδεχθείς να μου χαμογελάσεις. Κι ο αγώνας των κυνηγών σκληρός, γεμάτος πείσμα. Ακόμα και τη μάνα που τους βύζαξε δεν σέβονται στον πόθο τους για σένα. Την κομματιάζουν, της βγάζουν τα μάτια και την ξεκοιλιάζουν, τη δίνουν στα σκυλιά για να σου δείξουν την αγάπη τους. Αδελφός σκοτώνει αδελφό και γιος πατέρα. Κι εγώ μαζί τους παλαβωμένος από τη θωριά σου, αγγελοκάμωτή μου, βυθίζομαι μες σε ποτάμια από αίμα.
Πώς μας μανιάζεις το μυαλό, κακούργα! Μπορεί ακόμα και την πατρίδα, για τα μάτια σου, πολλοί να την προδώσουμε. Τα παραδείγματα πολλά μες στους αιώνες. Δεν διστάζουμε σε τίποτα. Φιλίες, πίστη, λευτεριά, αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια, κι όσα μας τσαμπούναγαν χρόνια και χρόνια γονιοί και δασκάλοι, πάνε του βρόντου εν μία νυχτί, σαν κάτσεις χρυσόσκονη στα στενοσόκακα του εγκεφάλου μας. Το ύψιστο ιδανικό το λυγερό κορμί σου, αγάπη μου! Το ψέμα πα’ στο ψέμα χτίζουμε, πλεκτάνες όλο καταστρώνουμε για να αποδεκατίσουμε τους άλλους διεκδικητές σου, πέρδικά μου. Και το θήραμα ένα κι οι θηρευτές πολλοί. Ρίχνουμε, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, κάθε όπλο μας για να σε αποκτήσουμε. Τα ξόβεργα, τις παγίδες, τα κυνηγετικά ντουφέκια και τα κυνηγόσκυλά μας στο κατόπιν σου. Τις μηχανορραφίες μας, τα ψεύδη μας, τις ψευδορκίες μας, τα μίση μας, τις συκοφαντίες μας. Μα εσύ λαγός γλιστράς και χάνεσαι. Μας κάνεις να σκεφτόμαστε αν υπάρχεις ή είσαι παιδί της δόλιας φαντασίας μας. Κι όσο σε κυνηγάμε, όλο και πιο πολύ μεθάμε από το άρωμα της δόξας που θα στεφανώσει αυτόν που με αυτάρεσκο ύφος μια μέρα θα έχει το προνόμιο να πει: «Σε μένα παραδόθηκε η όμορφη νεράιδα, μες στα δικά μου δίχτυα μπλέχτηκε το ποθητό κορμί της».
Για σένα μπορεί να αφανίσουμε τον κόσμο, ψυχή να μην αφήσουμε, γλυκιά καταραμένη, κι ας μην έχει μείνει πια στο τέλος κανείς να διαφεντέψουμε. Κι όταν στρογγυλοκάτσουμε στην πολυπόθητη καρέκλα σου, νομίζουμε πως ήρθε η ώρα της απόλαυσης και να θερίσουμε τους κόπους από τα κουραστικά κυνήγια. Μα τότε δαιμόνισσα, μας οδηγείς στον πλήρη εξευτελισμό μας. Κι αν είχε μείνει μέσα μας κάποιο σπυρί ανθρωπιάς, μάς το καταληστεύεις κι αυτό. Μας διαφθείρεις μόνο και μόνο σπέρνοντας τον φόβο μέσα μας για την απώλειά σου, κι είμαστε πια ζωντανοί νεκροί, πουτάνα Εξουσία.

.

.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (2015)

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Είναι στιγμές που η κορυφογραμμή σου
Πενταδάκτυλε
το σούρουπο
γίνεται λάμα κοφτερή
κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο το φως
έτοιμος να αυτοχειριασθείς.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

Στον προσφυγικό συνοικισμό
ήξερες την προέλευση του καθενού.

Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας
πνιγμένο λεμονόδεντρα,
μια μικρή Λάπηθο είχε φτιάξει.
Χρυσομηλιές ο Αμβρόσιος,
ο Άης Γρόσης κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν.

Και σ’ εμάς το κολοκάσι
μες στον αγιωμένο ντενεκέ
μπροστά μπροστά στον κήπο μας
σα θυρεό έβαλε ο πατέρας
να σημαίνει τη Γιαλούσα.

Απρίλιος 2013

ΠΕΤΡΕΣ

Θα ’ταν δεν θα ’ταν είκοσι χρονών
σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της
έφυγε μεσοκαλόκαιρα.

Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε
στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει.
Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών.
Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια
ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα.
Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την
πέτρα.
Στέκεται και μιλά στες κάμαρες,
οσμίζεται τες μυρουδιές,
των δέντρων τους κορμούς φιλά.

Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο.
«Ας εν’ τζαι πέτρες» σκέφτεται.
Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό,
φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους,
καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

Μάρτιος 2014

ΤΙΜΕΣ

Επ’ ώμου
Παρουσιάστε
Αρμ
Οι Εύζωνες
μες στο λιοπύρι του καλοκαιριού
φόρο τιμής στον άγνωστο στρατιώτη αποτίουν

Πιο πέρα γέροντας σακάτης
με απλωμένη την παλάμη
τους διαβάτες επαιτεί.
Άγνωστος στους περαστικούς
άγνωστα και τα πάθη κι οι καημοί του

Ίσως και να πολέμησε
Ίσως και όχι
Ίσως ο πόλεμός του να ’τανε μια φάμπρικα
χαράκωμά του ένα καταγώγι σκοτεινό
κι οχτρός η κακοριζικιά του

Επ’ ώμου
Παρουσιάστε
Αρμ

Τους πεθαμένους πιότερο
τούτος ο τόπος γνοιάζεται
παρά τους ζωντανούς

Αθήνα, Ιούλιος 2009

ΣΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

II

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τρελό απριλιάτικο χορό στήσαν στην Αρακιώτισσα
οι προφήτες πιάσαν τους καρσιλαμάδες
οι άγγελοι ασίκικο συρτό
οι λαμπαδηφόρες κόρες καλαματιανό
κι εσύ, Κύριε,
πάνω στις σπασμένες πύλες του Άδη
ένα ζεϊμπέκικο βαρύ

Απρίλης 2012

IV

Ο ΛΙΟΝΤΑΣ Τ’ ΑΗ ΜΑΜΑ

0 λιόντας που καβαλλικάς ελούθηκεν το κλάμαν
’εν τζ’ έν’ αγκάθιν με γιαράς
μα ‘ν’ ο καμός της προσφυγιάς
βοσσέ μου Αη Μάμα.

ΑΠΟΡΙΑ

Του καρχαρία τού έδωσε εκείνο το τριγωνικό πτερύγιο η φύση,
στη θέα του να προφυλάγονται τα ζωντανά της θάλασσας.
Και του φιδιού εκείνο το συριστικό το σύρσιμο
να νιώθουνε την άφιξή του σαν σιμώνει.

Μα απ’ τους ανθρώπους
που ντυνόμαστε την αγιοσύνη,
που πουδράρουμε με ηθικολογίες τη φάτσα μας,
που δένουμε φύλλα από το Ευαγγέλιο για γραβάτα,
από εμάς πώς θα προστατευθούν οι αφελείς;
πώς θα κρυφτούν οι αγνοί;
πώς θα διαφύγουν τα παιδιά;

Οκτώβριος 2009

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ

Κάθε φορά που στηνόμαστε για φωτογραφία διαβατηρίου
ποτέ δεν συνειδητοποιούμε
πως τόση πόζα, τόσα χαμόγελα
μπορεί να προορίζονται για την αγγελία θανάτου μας

Αύγουστος 2011

ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΝΟΣ
ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΖΑ

Τι ποίηση να γράψεις πια;
Τι ποιήματα να δημοσιεύσεις πλέον;
Τι αντιποιητικός που είσαι εις το εξής,
όταν το μικρό κορίτσι σκαλίζει τα χαλάσματα
στο σπίτι του στη Γάζα
για να περισώσει τα σκισμένα του βιβλία και τετράδια!

28 Ιουλίου 2014

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

0 έντιμος κύριος βουλευτής
προσήλθε πανηγυρικά στην αίθουσα
χαιρέτισε δεξά ζερβά
απλόχερα φιλοφρονήσεις μοίρασε
και κάθισε περιχαρής για την αποψινή ψαριά

Σαν η εκδήλωση άρχισε
φάνηκαν τα πρώτα δείγματα ανίας
Στίχοι ακατάληπτοι και νεφελώδεις
νευρικά το ρολόι του κοιτά
Βαριεστημένος στέλνει, λαμβάνει SMS
εν μέσω ανάγνωσης
σε χρόνο ανύποπτο η καρέκλα του άδεια

Μα δεν ταιριάζει δυσανασχέτηση καμιά
Είθισται να γράφουνε στ’ αρχίδια τους τους ποιητές

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 2012

ΑΝΑΤΡΟΦΗ

Αύριο θα ’σαι μάνα ή πατέρας
ενός ποιήματος που θα γεννήσεις με άφατες οδύνες.
Μα πρόσεξε να ’σαι καλός γονιός.
Να το αφήνεις να κοιμάται για καιρό,
ο ύπνος θρέφει τα παιδιά λέει ο λαός εξάλλου.
Νανούριζέ το και κανάκευέ το, μα μην το κακομάθεις,
απλά και χωρίς επιτήδευση να μάθει να διάγει τη ζωή του.
Τους στίχους μην αφήνεις έκθετους ώρα πολλή στο φως του ήλιου,
οι λέξεις οι νιογέννητες είναι μαλακές και μην τις κάψεις.
Και σε λάθη να το αφήνεις να υποπίπτει,
πώς θα μάθει αλλιώς να ’ναι προσεκτικό!
τα λάθη των μεγάλων ποτέ δεν συγχωρούνται.
Κι ύστερις,
σαν έτοιμο να βγει ανδρωμένο από το πατρικό το σπίτι,
μην κλαις που δεν το εχόρτασες μωρό.

Οκτώβριος 2009

ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ

III

Χρόνια τώρα μαγείρευες ποιήματα
κι όλο έψαχνες εξαίσια υλικά
Έκοβες λέξεις φρέσκιες από τον μπαξέ
κι αγόραζες καρυκευμένες ρίμες
Δεν το κατάλαβες ακόμη;
Η επιτυχία είναι στη δοσολογία

Ιανουάριος 2013

ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Στης νιότης τους τη ροδαυγή
με όραμα κι ωραίοι σαν κι εσέ
χιλιάδες και χιλιάδες χάθηκαν
στη μαύρη αντάρα του πολέμου.
Μα εσένα η Ποίησίς σου σέσωκέ σε, Rupert Brooke.

Πλατεία της Αιώνιας Ποίησης, Χώρα της Σκύρου
Αύγουστος 2011

ΜΑΥΡΟ

Σηκώθηκε
Τεντώθηκε
Τίναξε το χώμα απ’ τ’ άσαρκά του μέλη
Έτριψε τα βαθουλώματα που στέγαζαν τα μάτια
Κοίταξε γύρω
Κόλαση
Μαύρο παντού
Σκέφτηκε για μια στιγμή
πως θα ’ταν ο τόπος
που ιστορούσε ο μάγος τους
για κείνους που κλέβανε τον σπόρο
και παίρνανε άπληστα
κομμάτι μεγαλύτερο από το κυνήγι.
Απόρησε.
Θεωρούσε
πως ήταν δίκαιος στη σύντομη, θηρευτική ζωή του.
Κοίταξε ξανά, με τρόμο πάλι,
μα πιο προσεκτικά.
Δυο αυλάκια γκρίζα, σα φίδια φθονερά,
σφάζανε την παλιά μικρή κοιλάδα
και τέρατα φρικτά που μουγγανίζαν τρομαγμένα
τρέχανε πάνω κάτω.
Μα οι μυριστές πλαγιές;
Οι σκίνοι;
Τα θυμάρια;
Οι ελιές κι οι χαρουπιές;
Τίποτα στις πλαγιές
Μαύρο πάνω στο μαύρο
Κορμοί απανθρακωμένοι
Κόλαση.
Ένα δάκρυ κύλησε
από τα ανύπαρκτά του μάτια.
Περίλυπος
επέστρεψε στη μέση του κυκλικού σπιτιού του
στο λάκκο άπλωσε τα κίτρινα οστά του
παίρνοντας ξανά την εμβρυακή του στάση.

Χοιροκοιτία, μετά την καταστροφή της πυρκαγιάς του Ιούνη
Ιούλιος 2013.

.

.

ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (2008)

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΣΕ ΛΑΤΙΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ

Έγραφε το φίδι ο Λιουτπράνδος
– της Κρεμώνης πίσκοπος –
πεμπάμενος του Όθωνα στη βασιλική αυλή του γέροντα σοφού
βασιλέως μας Νικηφόρου του Φωκά:

.. .και ο αυτοκράτωρ των Γραικών
φορεί χλαμύδες, μανίκια στα φορέματά του, στη μακρυμάλλα κάρα του
καπέλα,
τεχνίτης στα ψέματα και πρωτομάστορας στους δόλους,
χωρίς ίχνος ελεημοσύνης στην καρδιά,
περιπόνηρος, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων,
το χρήμα βλέπει στα όνειρά του,
όλα τα θέλει αυτός χωρίς να αφήνει ούτε ψίχουλο για τον πλησίον,
τρώει σκόρδους, κρομμύδια, πράσα
κι όλο ρουφά ηδύποτα σαν το νερό…

Αυτά έλεγε ο πικρέντερος Λατίνος
για την κεφαλή της Ρωμανίας
Αυτά συλλογιζούνταν ο κακομάζαλος
που δεν μπορούσε να κατανοήσει τους εξ Ανατολών,
που δεν μπορούσε να χωνέψει ο κακομούτσουνος πώς είχαν τα πρωτεία

«Ειλικρινά χεστήκαμε Λιουτπράνδε της Κρεμώνης,
έχουνε δει τα μάτια μας χιλιάδες σαν κι εσένα»
θα του ψιθύριζαν περήφανα μα και μ’ αλαζονεία οι παλατιανοί στ’ αφτί
σαν τα μαθαίναν τα γραφόμενα του.

Απρίλιος 2001

ΤΟ ΣΗΚΩΜΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΑΕΞΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΓΙΑΤΩΝ

Έβαλαν οί χωργιάτες καπετάνον […] εις
τό Λενκόνοίκον ρήγαν Άλέξην, καί όλοι
οί χωργιάτες έδόθησαν εις τήν ’πότάξίν
του καί άννοΐξαν τές αποθήκες καί
έκουβαλούσαν τα κρασία τούς
καλοπίχερους, έτεροι έπαιρναν το
ψουμίν από τ’ αλώνια, άλλοι τα
ζαχάριτα καί τά προδέλοιπα πράγματα
τούς καλούς λας…

Λεόντιος Μαχαιράς, §696

Σαν εκίνησε για την ανατολή το παράνομο φουσάτο
κι είχε μαζί του τη φράγκικη της Κύπρου κεφαλή,
τότες, μες στο δαιμονισμένο κουρνιαχτό πο ’χε σηκώσει Σαρακηνού άτι
εσμίχτηκαν στριγκλιές βαθύκοχων τρεμάμενων ματιών.
Οι κλέφτες κι οι χωργιάτες στρατό σηκώσανε
και καπετάνιος τους ο ομορφάντρας Ρήγας Αλέξης,
απ’ το Λευκόνοικο να ορίζει τη δουλειά.
Και πεινασμένοι μπήκαν στα ξέχειλα τα σώσπιτα των ύπουλων αρχόντων.
Κι οι τσιφλικάδες θωρούσαν το έχει τους να ξεπορτίζει εύκολα
όπως εύκολα, βέβαια, με την ατιμιά είχε μπει.
Κι ο γαρδινάλης ζήτησεν του Φρε Αγγέλου – κεφαλή των φιλοαίματων καλογήρων του Άη Γιάννη
και του Αντώνιε απ’ το Μιλάνο να μάθουνε σ’ αυτούς τους άμοιρους,
πως η γνώμη μόν’ των χρυσοφορεμένων είν’ η αληθινή
Έτσι κι εγίνηκε η σφαγή, σαν η Φραγκιά το φονικό άρχισε,
κι οι ταπεινοί, ως είθισται, ταπεινωθήκαν.
Κι ο Ρήγας Αλέξης, της Κάτω Μηλιάς παιδί,
σαν μήλο κάτω απ’ τη μηλιά κρεμόταν στα σκοινιά,
μες στα τειχιά της Λευκωσίας.

TERRA SIGILLATA

Η γης δεν άντεξε τη σιωπή της
κι αρχίνησε την ξομολόγηση.
Κάτω από το νοτισμένο χώμα
της παλαιοχριστιανικής Αμφίπολης
ξεπετάχτηκε πουλί πρωτόπετο
ένα μικρό – μια χούφτα – όστρακο.
Terra sigillata απεφάνθη ο νεαρός αρχαιολόγος.
Δυο έκτυπες μορφές ζωντάνευαν μέσα απ’ τον πηλό,
με τα insignia και την επίσημη αμφίεσή τους.
Υπάτοι, συγκλητικοί, παλατιανοί, εν πάση περιπτώσει
αξιωματούχοι της χριστιανικής αυτοκρατορίας των Ρωμαίων
ένα χριστόγραμμα στα ενδύματά τους μαρτυρούσε
τη χριστιανική πεποίθησή τους.
Όλα γενήκαν ως απαιτούσε η ανασκαφική μεθοδολογία,
όλα απαντηθήκαν:
μέτρηση βάθους, καταγραφή, περιγραφή.
Μα για τα άλλα, τα σπουδαία και τα ουσιαστικά;
Ποιοι να ’ταν, ποιο τ’ όνομα και η γενιά τους;
Κοιμόντουσαν με ελαφρύ το βλέφαρο τις νύχτες;
Σ’ αυτά απαντήσεις δεν θα βρει
ο νεαρός αρχαιολόγος, ξάγρυπνος στην Αμφίπολη.

Ιανουάριος 2003

ΤΣΟΥΚΑΛΙ

του Χαράλαμπου Μπακιρτζή
που μ’ έμαθε, μεταξύ άλλων,
πως τα κεραμικά έχουν ψυχή

Τρίσβαθη χαρά στη θέα ενός σπασμένου τσουκαλιού
στο άγγιγμά του πανηγύρι και χορός μες στην καρδιά
ο σχεδιαστής και ο συντηρητής καλώς να ορίσουν για να αποτυπώσουν τις
πληγές του χρόνου
ύστερις ο αρχαιολόγος να το αφουγκραστεί
καθώς την ιστορία του διηγιέται και τους πόνους του
άλαλοι στέκουν και βουβοί μπροστά του ο Χωνιάτης, ο Μαλάλας κι η Αννα
η Κομνηνή

λάσπη, φωτιά και ιδρώτας κεραμέως
ιστορία πήλινη και ταπεινή για ένα λιμάνι, μια αγορά και μιαν αρχόντισσα
βυζαντινή

Μάρτιος 2002

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΒΡΑΔΥ ΕΡΧΟΤΑ

Κάθε που βράδυ ερχόταν
και τελευταίος έλεγε το καληνύχτα στο γέρο κάπελα σαλπάριζε στον ύπνο του με χαμηλό και βρώμικο ντιβάνι κι ερχόταν η καλή που γνώρισε
με τα λογής λογής παιχνίδια κι επινοήσεις των σωμάτων για ηδονή.
Και το πρωινό σαν γύριζε
κι ο ήλιος κακομούτσουνος του θύμιζε
πως όλα είναι μπαούλο, που προσδοκάς γεμάτο λίρες και κωσταντινάτα,
μα ’ναι άδειο σαν ανοίξει,
για το καρνάγιο βαρύς επροχωρούσε,
μα ’χε στα μάτια και στο στόμα τα φιλιά
και τ’ άρωμα στα πόρτα τα βαθιά του Μαρμαρά και του Αιγαίου.

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Πόσο μ’ αναστατώνουν
πέντ’ έξι αερόκορμες λέξεις – ερωμένες στο κρεβάτι μου

Πόσο με ξεσηκώνει
ένας στίχος λαμπρός ποιήσεως – λαθρεπιβάτης στο καράβι μου

Δέκα χιλιάδες στρατηγοί μου λέγαν
πως μάταιο είναι στους πειρατές πλέον ν’ αντιστέκομαι

κι αυτός, χωρίς κύρος μεγάλου και τρανού,
χωρίς επωμίδες και παράσημα,
μου ’γνεφε όχι

Κι αν με τραβολογάνε τώρα οι πειρατές
μπρος στο μονόφθαλμο αρχηγό τους
το ξέρω
με δικαίωσες τελικώς
στίχε κοντόσωμέ μου.

ΤΟ ΑΣΠΡΟΓΙΑΣΜΑΝ

του Χουσεΐν

Στο Καλό Χωριό το κοιμητήριο εφέτος ασπρογιάστηκε.
Οι χλωμές πέτρες πήραν ένα λαμπρό φως.
Μα πιότερο ο τόπος έλαμπε
που η βούρτσα δεν σταμάτησε στις δόμες του κοιμητηρίου,
μα πήρε σβάρνα να καλύπτει κι αυτές του τούρκικου νεκροταφείου
που φιλούσε χρόνια τώρα σε αυτό των Χριστιανών.
Στο φόβο του θανάτου η ζωή υποκλίνεται.
Ήδη τις νύχτες οι νεκροί χαμογελώντας βγαίνουν από τα μνήματα, ασπάζονται και χαιρετιούνται πάνω απ’ το μεσότοιχο:
-γεια σου Οσμάν
-merhaba Petris bey –
γεια σου Τζεμαλιέ
Ύστερις πάλι ξέγνοιαστοι ξαναεπιστρέφουν στα κιβούρια.
Στο φόβο της ζωής ο θάνατος πεθαίνει.

Σεπτέμβρης 2002

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

της Ρήνας Κατσελλή
που δεν έφυγε ποτέ από την Κερύνεια

Σε τούτο τον μακάριο χώρο
που αλλιώς θα μας εφάνταζε μακάβριος
οι ζωντανοί φθονούνε τους νεκρούς.
Ο ποιητής αχολογά στα αφτιά μας:
να μη μου δώκει η μοίρα μου
ν’ αφήσω το κορμί μου
σε ξένο χώμα μακρινό
γιατί αλλού δεν είν’ γλυκός
παρά στον τόπο τον δικό
του θάνατου ο ύπνος.

Απρίλιος 2005

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΟ

του Χρυσήλιου Πολυκάρπου
που ήπιε μέχρι πάτο τη ζωή

Πώς μας πολιορκεί έτσι ο θάνατος!
Πώς μας στέλλει τηλεγραφήματα και καρτ ποστάλ
με ταχυδρόμους φίλους αγαπημένους!
Πώς προσπαθεί να πιάσει φιλίες και να μας γίνει οικείος,
λες και τον ξέραμε χρόνια τώρα!
Δεν τον ξέραμε;
Μάλλον τα παιδικά παιχνίδια και τα εφηβικά μας όνειρα
ανέβαλλαν τη συνάντηση.
Για δες τον, σα βδέλλα χώνεται μες στις παρέες μας
και επιμένει εναγώνιος να γίνει μέλος της ομάδας.

Από το θάνατο των φίλων φιλιώνουμε κι εμείς μαζί του,
έτοιμοι πια, χωρίς ενδοιασμούς, να του σφίξουμε το χέρι.

Η ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΛΕΜΠΑΣ

του βασιλιά της Κερύνειας

“Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες”
Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Γ’: Ο πειρασμός

Κάθε που κατηφόριζα τα χρυσόσκαλά της για να γιομίσω,
κάθε που η σίκλα μου ξεχείλιζε νεαρόν ύδωρ,
που αφειδώλευτα η καμαρωτή μου χάριζε απ’ τα στήθια της,
ήμουνα σίγουρος
δεκάδες ανεράδων, ξωτικών μάτια με παρακολουθούσαν
πίσω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων.

τα όμορφα καλοκαίρια της αναζήτησης
των μεσαιωνικών καμινιών της Λέμπας

ΚΑΝΑΚΕΜΑΤΑ

του Αναστάσιου Αγγέλου
κατά τον τρόπο των παππούδων μας

Μικρέ θαλασσομάτη μου, ρουσόμαλλό μου αγόρι
να αντρειέψεις καρτερώ ν’ αγγίζεις το φεγγάρι

Βυζαντινέ μου πρίγκιπα στην κούνια σου θαρρώ σε
γλυκό πως είσαι ’κόνισμα μικρού Χριστού, χαρώ σε

αητέ μου κοσμοπόθητε κι αγγελοκάμωτέ μου
το γέλιος σου παράδεισος και λυτρωμός γλυκέ μου

η μάνα σου φυλάγει σε κι έχει σε στα μετάξια
και τάζει σου αλόγατα και χρυσαφένια αμάξια

Φαντάζουμαί σε νιούτσικο σ’ άσπρο φαρί καβάλα
να κόβεις κάμπους και βουνά ολημερίς τρεχάλα

μα μη ξεχάσεις γιόκα μου μες στα πολλά τα λούσα
κείνο το δύσκολο στρατί που βγάζει στη Γιαλούσα

Ιανουάριος 2002

ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΑΡΙΝ

των ποππούων τζιαι των στετάων μου

Στο μακρυνάρι του παππού μου επιστρέφω.
Πέτρες λευκές, σχεδόν εκτυφλωτικές στον ήλιο του καλοκαιριού,
σφίγγουνται αγκαλιασμένες σχηματίζοντας τις κάμαρες του.
Τα παραθύριά του χωρίς παντζούρια, κορμί πεσμένο που ψυχορραγεί
με τραύματα διαμπερή.
Ο άνεμος που φτάνει από την ακτή
ανακατεμένος με τα χνώτα των οκτώσχημων ασπιδοφόρων
το διαπερνά.
Τα βολίκια που σκέπαζαν τους πόνους και τα κρυφά όνειρα επτά γενιών και βάλε αγνοούμενα.
Ανοικτό τώρα με τα αστέρια τη νύχτα να διαλέγεται.
Τ’ αλώνι πια δεν διακρίνεται.
Μα η μνήμη του πατέρα, πιο αιχμηρή κι από τις αθκειακόπετρες,
την κυκλοτερή του κάτοψη ξανά διαγράφει.
Οι νερόλακκοι, χρόνια και χρόνια αμίλητοι, βαθιά κραυγή αφήνουν,
καθώς με πέτρες δοκιμάζουμε τα σπλάχνα τους.

Κάνω να μπω, αργά,
καθώς τα πόδια μου βουλιάζουν μες στη γη,
μα μια ορθογωνισμένη πέτρα πάνω από τ’ ανώφλι,
φύλακας σαν τους λέοντες των Μυκηνών, με σταματά.
Διαβάζω:
«1798»
πάνω από τις κεραίες του λιθανάγλυφου σταυρού
και του «Ιησούς Χριστός Νικά».
Πετρώνω σαν την πέτρα
που είναι σκαλισμένοι οι αριθμοί.
Νόμιζα τόσα χρόνια αρχαιολογώντας
πως είχα νιώσει την παλαιότητα του κόσμου.
Ψηλαφώ τις πέτρες και τα λιωμένα ξύλα
σαν να ’ναι μέλη κόρης που πρωτερωτεύεσαι.
Ενώνομαι με το ακρωτηριασμένο παρελθόν μου.
Βραδιάζει…
Δεν περίμενα ποτέ πως η άφιξη της νύχτας θα μου ήταν τόσο ανεπιθύμητη.

Κατά τις απελπιστικές, γλυκόπικρες επιστροφές μου
στην κατεχόμενη Γιαλούσα
2004-2008

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΕ ΛΑΤΊΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ
Ο επίσκοπος της Κρεμώνας Λιουτπράνδος στάληκε τον Ιούνιο του 968, ως
πρεσβευτής του βασιλιά της Γερμανίας Όθωνα A’, στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, με στόχο να διαπραγματευθεί την ειρήνη μεταξύ Όθωνα και Νικηφόρου Φωκά, καθώς ο πρώτος είχε καταλάβει εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ιταλία και στέφθηκε στη Ρώμη αυτοκράτορας από τον πάπα. Η αποστολή του Λομβαρδού επισκόπου οδηγήθηκε σε αποτυχία. Κατά την τετράμηνη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ο Λιουτπράνδος άφησε μια λεπτομερή περιγραφή για τη βυζαντινή πρωτεύουσα, αλλά και για την αυτοκρατορική αυλή. Η αφήγηση του Λιουτπράνδου, η οποία αποπνέει ένα μίσος προς τους Έλληνες, αντιμετωπίζεται από τους ιστορικούς με επιφύλαξη, καθώς υπάρχει μια δόση υπερβολής και έλλειψη αντικειμενικότητας. Η στάση αυτή του Λιουτπράνδου μπορεί, ως ένα βαθμό, να δικαιολογηθεί από την περιφρονητική υποδοχή και εχθρική αντιμετώπιση που είχε από τους Βυζαντινούς. Στην περιγραφή του, σκιαγραφεί πολύ αρνητικά τη βυζαντινή αυλή, πιθανώς για να δικαιολογήσει την αποτυχία της διπλωματικής αποστολής του. Με την ίδια υπερβολή και προκατάληψη περιγράφει ο Λιουτπράνδος τον αυτοκράτορα, τον οποίο αποκαλεί αυτοκράτορα των Γραικών αρνούμενος στον Νικηφόρο Φωκά τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων, καθώς τη διαδοχή και την πολιτική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διεκδικούσε ο Όθων.

ΤΟ ΣΗΚΩΜΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΑΛΕΞΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΓΙΑΤΩΝ

Το καλοκαίρι του 1426 δυνάμεις των Μαμελούκων του σουλτάνου·της Αιγύπτου εισέβαλαν στην Κύπρο. Ο Φράγκος βασιλιάς Ιανός (1398-1432) επεχείρησε να αντιμετωπίσει τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Στην τελική σύγκρουση στον κάμπο της Χοιροκοιτίας, στις 7 Ιουλίου 1426, ο βασιλικός στρατός ηττήθηκε και ο ίδιος ο βασιλιάς συνελήφθη αιχμάλωτος. Οι Μαμελούκοι αφού κατέλαβαν όλο το νησί έφυγαν με πλήθος λαφύρων, 6000 αιχμαλώτους και τον βασιλιά Ιανό, ο οποίος θα απελευθερωνόταν μετά από μερικούς μήνες με την καταβολή μεγάλων λύτρων. Αμέσως μετά την αποχώρηση των Μαμελούκων της Αιγύπτου και την αναρχία που δημιουργήθηκε, οι Κύπριοι χωρικοί και δουλοπάροικοι εξεγέρθηκαν εναντίον των πλουσίων και των Φράγκων ευγενών. Οι επαναστάτες ανακήρυξαν τοπικούς ηγέτες και ένας εξ’ αυτών, Ρήγας ή Ρε Αλέξης, επιβλήθηκε ως ο ηγέτης των επαναστατών της υπαίθρου. Οι Φράγκοι κατέστειλαν την εξέγερση το επόμενο έτος 1427 και θανάτωσαν τους αρχηγούς της.

στ. 8 στα ξέχειλα τα σώσπιτα των ύπουλων αρχόντων, το σώσπιτον [έσω +
σπίτιν] είναι εσωτερικό δωμάτιο του μεσαιωνικού και του παραδοσιακού σπι-
τιού, το οποίο συνήθως χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος.

στ. 11-12 Κι ο γαρδινάλης ζήτησεν του Φρε Αγγέλου – κεφαλή των φιλοαίμα-
των καλογήρων του Άη Γιάννη·. Ο Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Ούγος ντε
Λουζινιάν, αδελφός του βασιλιά Ιανού, ήταν γνωστός και ως καρδινάλιος της
Κύπρου. Ο Ούγος εξελέγη αντιβασιλιάς από τους ευγενείς που είχαν διαφύγει
στην Κερύνεια, λόγω τόυ κινδύνου των Μαμελούκων. Ο Ούγος, εκτός από την
οργάνωση στρατιωτικής δύναμης υπό την αρχηγία του ευγενούς Μπατίν ντε
Νόρες για καταστολή της εξέγερσης, επιστράτευσε επίσης τον Ιωαννίτη ιππότη Αγγελον Μουσετούλα, τον οποίο διόρισε ως διοικητή της Πάφου και τον διέταξε να στραφεί κατά των χωρικών της Πάφου.

στ. 13 και του Αντώνιε απ’ το Μιλάνο: Ο ιππότης Αντώνιος ντε Μιλάν (από
το Μιλάνο) βοήθησε τον Αγγελον Μουσετούλα, μετά από εντολή του Αρχιεπισκόπου και αντιβασιλιά Ούγου ντε Λουζινιάν, στην καταστολή της εξέγερσης στην περιοχή Λεύκας και Μόρφου.

στ. 17 της Κάτω Μηλιάς παιδί: Ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει ως τόπο
καταγωγής του Ρε Αλέξη το χωριό Κάτω Μηλιά, το οποίο μπορεί να ταυτιστεί
με το χωριό Μηλιά Αμμοχώστου και το οποίο γειτνιάζει με το χωριό Λευκό-
νοικο, έδρα του ηγέτη των επαναστατών Ρήγα Αλέξη.

TERRA SIGILLATA
Σφραγισμένη γη. Τύπος αγγείων ευρύτατα διαδεδομένος κατά τη ρωμαϊκή
περίοδο, γνωστός και ως Σαμιακή κεραμική. Κυρίως επιτραπέζια σκεύη, από
πηλό σε χρώμα πορτοκαλί ή κεραμίδι, με γυαλιστερό επίχρισμα, και έκτυπο ή
εμπίεστο διάκοσμο στο χείλος ή στον πυθμένα.

ΤΟ ΑΣΠΡΟΠΑΣΜΑΝ
Τίτλος Το άσπρισμα, το βάψιμο με λευκό χρώμα, το ασβέστωμα τοίχων με
ασπρόϊν [<βυζ. ασπρόγειον = χώμα λευκάργιλο].
στ. 4 στις δόμες του κοιμητηρίου: η δόμη [<αρχ. δόμος {ρ. δέμω = οικοδομώ}]
είναι τοίχος κτισμένος με πέτρες χωρίς πηλό.

ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΑΡΙΝ
στ. 9 Τα βολίκια που σκέπαζαν τους πόνους…: ξύλινα δοκάρια που υποστηρί-
ζουν την οροφή [<γαλλ. volige].
στ. 12 πιο αιχμηρή κι από τις αθκειακόπετρες: Οι αιχμηρές σκληρές πέτρες
από πυριτόλιθο οι οποίες είναι στερεωμένες στο κάτω μέρος της δουκάνης,
βουκάνης ή λουκάνης [αρχ. τυκάνη], μιας βαριάς, επιμήκους και πλατιάς σανίδας. Κατά το αλώνισμα, όταν η δουκάνη συρόταν από βόδια ή άλλα υποζύγια οι αθκειακόπετρες συνέθλιβαν τα στάχυα για να ξεχωρίσει το γέννημα (σιτάρι, κριθάρι, κ.άλ.) από τα στάχυα και για να σχίζει την ποκαλάμη [στέλεχος του σταχυού] σε άχυρο που χρησιμοποιείται σαν ζωοτροφή.

.

.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ (2009)

(Οπισθόφυλλο)

Η μεσαιωνική μυθιστορία 0 Άνθρωπος του Βασιλέως είναι η τραγική
ιστορία του Βυζαντινού αφεντόπουλου Νικήτα Ευγενικού, στα
τέλη του 12ου αιώνα. Ευνουχισμένος από τον τυραννίσκο της
Κύπρου Ισαάκιο Κομνηνό ξεκινάει ένα ταξίδι δίχως όνειρα για
τον Όλυμπο της Βιθυνίας για να καταλήξει στο παλάτιον των
Βλαχερνών, δεξί χέρι του άβουλου βασιλέως Τσαάκιου Β’ Αγγέλου
και ουσιαστικά ο εγκέφαλος της Αυτοκρατορίας. Διπλωματικές
αποστολές, αυτοκρατορικοί γάμοι συμφερόντων, επαναστάσεις,
αιματηρές μάχες, μαγγανείες, συνωμοσίες, δολοφονικές απόπειρες
και συγκρούσεις συνθέτουν τον πολύβουο μα και επικίνδυνο δρόμο
στον οποίο πορεύεται ο Νικήτας. Μέσα από την ιστορία του
πρωτονωβελισσιμοϋπερτάτου και πρωτοβεστιαρίου Νικήτα
Ευγενικού καταγράφονται τα δύσκολα εκείνα χρόνια, όταν οι
άνεμοι της επικείμενης καταστροφής φυσούσαν από παντού για
τη Ρωμανία, αλλά και το προσωπικό δράμα ενός ευνούχου που
το μόνο του αμάρτημα ήταν να αγαπήσει παράφορα. Μπορεί κι
έχει δικαίωμα ένα «λειψό» στο σώμα πλάσμα να αγαπήσει και
να αγαπηθεί; Τι λογής έρωτας θα αναπτυχθεί και ποια δύσβατα
μονοπάτια παίρνει; Μπορεί ένας τέτοιος έρωτας να επιβιώσει και
πόση δύναμη χρειάζεται για τούτο, όταν η αγαπημένη Αριάδνη
είναι μια μοναχή σε μια κοινωνία όπως η βυζαντινή; Μέσα από τις
γραμμές της μαγευτικής τούτης ιστορίας δίνονται πινελιές της
καθημερινότητας των Βυζαντινών που μας οδηγούν συνεχώς στη
διαπίστωση πόσο κοντά είμαστε, παρά το νεωτερικό μας κάλυμα,
στους ανθρώπους τούτους και στην εποχή τους – ένα χρονικό
φάσμα που αποτελεί περισσότερο παράλληλο παρόν παρά μακρινό
παρελθόν.

.

.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΓΥΡΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ, 2015, σελ. 63.

Ήδη με τα πρώτα βιβλία του (μια συλλογή ποιημάτων και ένα μυθιστόρημα) ο Χρήστος Αργυρού (γενν. 1972) εμφανίστηκε με πολλές αξιώσεις και υποσχέσεις τόσο στον χώρο της ποίησης όσο και στην πεζογραφία. Με τα νέα ποιήματά του επιβεβαιώνει τις προσδοκίες που δημιούργησε εξαρχής: Ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο την ποιητική του φωνή, ενώ παράλληλα στοιχειοθετεί ευκρινέστερα τις θεματικές και τεχνοτροπικές περιοχές του.
Όσο και αν επιμένει σε κυπριακά θέματα ή στη θεματική του 1974, ή έστω και αν χρησιμοποιεί πιο συστηματικά το κυπριακό ιδίωμα, και στη μια και στην άλλη περίπτωση κατορθώνει να δώσει το προσωπικό του στίγμα: Στις καλύτερες περιπτώσεις η στροφή στην εντοπιότητα αποδεικνύεται πολύ δημιουργική. Δεν πρόκειται για τοπικισμό ή ομφαλοσκόπηση ούτε για στείρα αναπαραγωγή κοινών τόπων στη θεματική ή την τεχνοτροπία. Αντλώντας διδάγματα από την ποιητική του Μόντη ή του Καβάφη, διαμορφώνει μια λιτή και ουσιαστική γλώσσα (ιδίως στα πιο ευσύνοπτα ποιήματά του αλλά όχι μόνο σ’ αυτά) και προσεγγίζει με ευρηματική, ανθρωπιστική και ιστορική ματιά ή αποφορτίζει με χιουμοριστικές, ειρωνικές και σατιρικές πινελιές επιλεγμένα στιγμιότυπα από την παλαιότερη και τη σύγχρονη ιστορία ή την καθημερινή της Κύπρου, αλλά και πανανθρώπινα θέματα, μικρά και μεγάλα δράματα και ζητήματα, μελαγχολικές διαθέσεις και ευτράπελες συμπεριφορές.
Τα ποιήματα που προτάσσονται (σσ. 9-16) συνδέονται με τη θεματική του 1974 και μάλιστα με τον αγαπημένο γενέθλιο χώρο της Καρπασίας. Εδώ δεσπόζουν μερικές μαρτυρίες και ευαίσθητες τοπιογραφίες, που αποτυπώνονται με αφαιρετικές γραμμές και μελαγχολική διάθεση. Αν και είναι ενδιαφέροντα ή αξιόλογα, δεν είναι τα καλύτερα του βιβλίου. Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές του βιβλίου είναι, κατά την αντίληψή μου, το τρίπτυχο «Κουρκουτάες», το οποίο ενδεχομένως προϋποθέτει το ποίημα «Κουρκουτάς» (γρ. 1999) του Τουρκοκύπριου Γκιουργκέντς Κορκμάζελ. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση τα πράγματα φωτίζονται μέσα από το βλέμμα ή και τη φωνή της ενδημικής αυτής σαύρας· με τη διαφορά ότι στα τρία ποίηματα του Χρ. Αργυρού (με τους επιμέρους τίτλους «Ο βασιλιάς της Αλάσιας», «Δοξαστικόν ιδιόμελον κουρκουτά Αλασίας Αρχιερέως» και «Ο κουρκουτάς της Περγαμηνιώτισσας») οι γνωστές σαύρες επιφορτίζονται και με ιστορική ματιά, για να υπαινιχθούν και να αξιολογήσουν παλιές και σύγχρονες περιπέτειες και καταστάσεις της Κύπρου. Μεταφέρουμε εδώ το τρίτο και πιο ευσύνοπτο από αυτά, στο οποίο ο συμπαθής ή αντιπαθής κουρκουτάς (μια μινιατούρα κροκόδειλου) περιφέρεται στον περίβολο του βυζαντινού ναού της Παναγίας της Περγαμηνιώτισσας (ανάμεσα στην Κερύνεια και την Ακανθού), όπου υπάρχουν και κατάλοιπα από το αρχαίο Αφροδίσιο, και ρίχνει τα σατιρικά βέλη του στον ξένο φύλακα (μάλλον έποικο), που μάλιστα στόλισε τον πρόναο της εκκλησίας αυτής με διάφορα κάδρα προς πώληση, στα οποία εικονίζονται ο Χριστός παρέα με τον Κεμάλ Ατατούρκ (!):
Ο κουρκουτάς τελεί λιτή / πέριξ της Παναγίας Περγαμηνιώτισσας / και σαρκαστικά χαμογελά / – ή έτσι μου φάνηκε, άραγε χαμογελούν οι κουρκουτάδες; – / καθώς τον ξένο φύλακα από άλλη γη κοιτά / που δεν αναγνωρίζει τα σκόρπια βαρούλκα και πατητήρια του αρχαίου Αφροδισίου / «καημένε, δεν κατάλαβες / πως γίνεσαι περίγελος σε κάθε πέτρα, σε κάθε κόκκο χώματος;».
Δεν υπάρχει περιθώριο να σχολιάσουμε εδώ τις πολλές καλές στιγμές στη συλλογή αυτή· τα ειρωνικά χαμόγελα στα γυρίσματα των καιρών ή στα καμώματα ηγεμόνων (λ.χ. «Η Άνασσα και οι ξηροί καρποί», «Ευχές», «Το πορτρέτο της Άννας της Κλέβης» και τα δυο ολιγόστιχα για τα παθήματα του βασιλιά Φαυστιανού), τις ενδιαφέρουσες ή ανατρεπτικές προσεγγίσεις σε απεικονίσεις αγίων («Στοιχογραφίες», «Πασχαλινός χορός», «Ο λιόντας τ’ Άη Μάμα», «Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος»), τις ανθρωπιστικές, τρυφερές ματιές στο δράμα της Γάζας («Άμστερνταμ – Γάζα – Παράδεισος», «Ποιητής μπροστά στις φωτογραφίες ενός κοριτσιού από τη Γάζα») κτλ. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναγνωρίζουμε συχνά ευεργετικά διδάγματα από τις ποιητικές «στιγμές» του Κ. Μόντη.
Δεν λείπουν βέβαια οι πιο ευθύβολες και καίριες σατιρικές σκοπεύσεις σε καταστάσεις και νοοτροπίες της σύγχρονης πολιτικής και άλλης ζωής (λ.χ. «Ποιητική βραδιά»), τα πειρακτικά σχόλια σε ομοτέχνους («Ανατροφή», «Μαγειρέματα»), η σκληρή σάτιρα «Προς τιβέλλοππερς», όπως δεν λείπουν και οι πιο τρυφερές και ευαίσθητες προσεγγίσεις σε θέματα της ελληνικής ιστορίας (λ.χ. «Όπλα του αγώνος στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο») αλλά και το αμείωτο ενδιαφέρον και η αγάπη για τον γενέθλιο χώρο και τις καταβολές του, για το γλωσσικό ιδίωμα, τα τοπωνύμια και τις ομορφιές του («Ονομάτων επίσκεψις», «Ακουαρέλα», «Καραολότσιβλον», «Γιαλούσα, Κώμα του Γιαλού»). Αξίζει να σημειωθεί η τόλμη του ποιητή να αξιοποιήσει το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα σε αρκετά ποιήματά του, παντρεύοντάς το πολλές φορές με μια μη ιδιωματική, νεοελληνική γλώσσα.
Ας κλείσουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση με το εύστοχο τετράστιχο «Σχολικός εορτασμός της 25ης Μαρτίου», στο οποίο ένας μικρός μαθητής ουκρανικής καταγωγής στη σύγχρονη πολυπολιτισμική Κύπρο καλείται να ενσαρκώσει τον ρόλο του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και να απαγγείλει πατριωτικούς στίχους από τη γνωστή ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μιχαηλίδη για την επιβίωση της ρωμιοσύνης· και στην περίπτωση αυτή ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να μειδιάσει μπροστά στα απρόσμενα γυρίσματα των καιρών:
«Η Ρωμιοσύνη εννά χαθεί όντας ο κόσμος λείψει!» / Έτσι, μες στα λαμπρά αρχιεπισκοπικά άμφιά του, / τον Μουσελίμ αγά αποστομώνει / ο μικρός Βίκτωρας από την Ουκρανία».
Ύστερα από όλα αυτά, διερωτάται κανείς αν μπορεί να μιλήσει για «κήπο θλιμμένων ποιημάτων». Παρόλο που σε πολλά ποιήματα υπόκεινται μικρά και μεγάλα δράματα, η θλίψη για τα ανθρώπινα αποφορτίζεται σημαντικά με τη δραστική αξιοποίηση του χιούμορ, της ειρωνείας και της σάτιρας και καταλήγει σε ανακουφιστικό χαμόγελο (κάποτε και σε ξεκαρδιστικό γέλιο) αλλά και σε γόνιμη διδαχή.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΕΠ’ ΩΜΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ ΑΡΜ Οι Εύζωνες μες στο λιοπύρι του καλοκαιριού φόρο τιμής στον άγνωστο στρατιώτη αποτίουν Πιο πέρα γέροντας σακάτης με απλωμένη την παλάμη τους διαβάτες επαιτεί. Άγνωστος στους περαστικούς άγνωστα και τα πάθη κι οι καημοί του Ίσως και να πολέμησε Ίσως και όχι Ίσως ο πόλεμός του να ‘τανε σε μια φάμπρικα χαράκωμά του ένα καταγώγι σκοτεινό κι οχτρός του η κακοριζικιά του Επ’ ώμου Παρουσιάστε Άρμ Τους πεθαμένους πιότερο τούτος ο τόπος γνοιάζεται παρά τους ζωντανούς

Να ‘σου, πάλι, μπροστά στα μάτια μου μου η τρυφερότητα της ποίησης. Και η ποίηση της τρυφερότητας. Το άρωμα, αλλά και ο ιδρώτας μαζί, των στίχων. Ο φαρισαϊσμός της βασίλισσας και, γενικότερα, όσων βόλεψαν τα καλομαθημένα τους οπίσθια σε θώκους και θρόνους. Η αναγκαστική, λες και του έχουν δέσει τα ποδάρια με σιδερένια μπάλα, παρουσία του βουλευτή στην ποιητική βραδιά – τι γυρεύει, αλήθεια, η αλεπού στο παζάρι; Η μνήμη του δασκάλου που στροβιλίζεται, ανάλαφρα, γύρω από τους μαθητές του οι οποίοι, τώρα πια, θα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, καθώς «γηράσκουν αεί διδασκόμενοι». Ένα λουλούδι στην Κώμα του Γιαλού. Ένα ρυάκι στον Άγιο Αμβρόσιο. Οι πέτρες του πατρικού σπιτιού που μεταφέρονται στον προσφυγικό συνοικισμό, ως επιλεγμένη μορφή ψευδαίσθησης. Μέχρι και ο αγαπημένος μου Μπλεκ που τα βάζει με τον Άγγλο, με τον οποίο τα βάζαμε κι εμείς. Ο Χρήστος Αργυρού παλμογραφεί στιχουργικά την κοινωνία και τον κόσμο ολόγυρά μας. Το περιορισμένο εμβαδόν της πατρίδας μας, γεωγραφικής και συναισθηματικής, αλλά, ταυτόχρονα, και την απεραντοσύνη της οικουμένης η οποία, στους μεθυσμένους καιρούς που ζούμε, παίρνει την έκταση γειτονιάς. Βαθιά λυρικός, αυστηρός με εκείνους που υπηρετούν, και εξυπηρετούν, την πνευματική αποχαύνωση και, ταυτόχρονα, επιεικής με τους πάντες αφού, άλλος λίγο και άλλος πολύ, παρασυρόμαστε, συχνά, από τα μεθυστικά ρεύματα της αυταπάτης, ξεφλουδίζοντας τα σάπια φρούτα του κήπου, του κήπου, εννοείται, των θλιμμένων ποιημάτων, τόσο θλιμμένων που, στιγμές-στιγμές, ίσα που προλαβαίνουν να σφουγγίσουν τα δάκρυά τους, απεικονίζει, με σπάνιας αιχμηρότητας εμπνεύσεις, προφανώς επειδή το συνώνυμο της αιχμηρότητας είναι η ειλικρίνεια, τον εσωτερικό μας κόσμο, τον κόσμο, με άλλα λόγια, που παλεύουμε να κρύψουμε πίσω από, τις έτσι κι αλλιώς, διαφανείς ανέσεις μας. Καθώς, λοιπόν, περνάω, σαν άνεμος, από ποίημα σε ποίημα, θυμάμαι, με συγκίνηση, το απέναντι βουνό που το σφάζει η σημαία του κατακτητή, τον πρόσφυγα που επιβιβάστηκε στο ανοικτό διπλοκάμπινο, ελπίζοντας ότι θα γυρίσει πίσω σε λίγα εικοσιτετράωρα, και, τώρα, αναπαύεται εν ειρήνη στο κεντρικό κοιμητήριο της πόλης, τον Βαγορή που πήγαινε τραγουδώντας στην αγχόνη, το χελιδόνι που, πιστό στο ραντεβού του, κάνει ερωτική εξομολόγηση στην άνοιξη.*
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΝΕΥ
Η ΑΝΑΣΣΑ ΚΑΙ ΟΙ ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ Εγκύκλιο σε ύφος αυστηρό τους έστειλε η άνασσα να μην απλώνουν τάχα χέρι στους ξηρούς καρπούς της. Μολύβι πήρε, τράβηξε γραμμή τη στάθμη τους σημείωσε στα μπολ του Μπάκιγχαμ. Καιρό υποψιαζόταν πως τους καρπούς αφάνιζαν και σαν η στάθμη έπεσε και φλούδες έμειναν στον πάτο-είναι δύσκολο να αντισταθείς, άλλωστε στην αλμυρή τους γλύκα και στην ανία του παλατιού -αυτή θριαμβευτικά τους τσάκωσε τους ληστές ξηρών καρπών. Μα η χαμηλή στάθμη τους στις κούπες, δεν κατάλαβε; τη δική της στάθμη τώρα θα μετρούσε. Γερόντισσα παλιμπαιδίζει η αυτού μεγαλειότης και τους αστυνομικούς της διατάζει τα κουλά τους να μην ξαναπλώσουν μες στα μπολό πως κι αυτής η αυτοκρατορία εξάλλου δεν άπλωσε τα χέρια της ποτέ σε ξένης γης καρπό.
ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΔΑΣΚΑΛΩ -Ωραία, τιμήσαμε τους υπουργούς για το έργο τους στα πενηντάχρονα της κυπριακής παιδείας! Μα τον λουσμένο μες στο φως του ήλιου δάσκαλο που πάσκιζε αγογγύστως να διδάξει τα εις -μι, που έφερνε το ακοίμητο νερό μπροστά σε διψασμένα μάτια, που οι λέξεις του, σαν σπίθες, έσκιζαν το βαθύ σκότος, εκείνου δεν του αξίζουν οι δάφνες και οι τιμές της πολιτείας;-Μην είσαι αφελής του αρκεί ένα χαμόγελο μετά από χρόνιασε μια τυχαία συνεύρεση από την αμίλητη του πρώτου θρανίου αριστερά, κι εκείνος ο πληθυντικός ευγενείας από τον αλήτη του σχολείου, του φτάνει ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης από τον αχάριστο της τάξης.
ΠΕΤΡΕΣ Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν είκοσι χρονών σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της έφυγε μεσοκαλόκαιρα. Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει. Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών. Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα. Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την πέτρα. Στέκεται και μιλά στες κάμαρες, οσμίζεται τες μυρουδιές, των δέντρων τους κορμούς φιλά. Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο. «Ας εν τζιαι πέτρες» σκέφτεται. Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό, φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους, καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚ. ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ

‘‘Ας εν’ τζαι πέτρες’’ λοιπόν;
Σκέψεις για τον ‘Κήπο των Θλιμμένων Ποιημάτων’ του
Χρήστου Αργυρού.

Αυτές οι πέτρες που μαζευτήκαν με τα χρόνια,
Απ’ τους γιαλούς των νησιών της πατρίδας.
Τούτες οι στάμνες και τα πιάτα κι οι μορφές
Πώς να γίνουν τώρα…. τα δικά μας δικά σου;….
Πως θα μοιράσουμε εκείνο
το απομεσήμερο στην καλύβα μπροστά στη θάλασσα;………

Γιάννης Καρατζόγλου, Η μοιρασιά (1982)

Από τη Magna Grecia (Φωτογραφία του Γεωργίου Σχορετσανίτη, σε επεξεργασία Ειρήνης Σουλτάτου).

Στη ‘μη σύγχρονη’ παράδοση, ο προβληματισμός και η λαχτάρα, η αποξένωση και η αγάπη, συμπλέουν. Επιπλέον, για ορισμένους μη μοντερνιστές του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα που έλκουν την καταγωγή από παραδόσεις που θεωρούνταν περιθωριακές ή επαρχιακές σε σχέση με την πολιτιστική ενσωμάτωση, από την Ανατολική Ευρώπη έως τη Λατινική Αμερική, καθώς και για πολλούς εκτοπισμένους ανθρώπους από όλο τον κόσμο, η δημιουργική επανεξέταση της νοσταλγίας δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική συσκευή, αλλά μια στρατηγική για επιβίωση, ένας τρόπος για να κάνει αίσθηση την αδυναμία της επιστροφής στην πατρίδα. Η Svetlana Boym, εν προκειμένω, ήταν αρκούντως σαφής!

Οι ιστορικοί θεωρούν συχνά τη ‘νοσταλγία’ ότι είναι αρνητική λέξη ή μια στοργική προσβολή στην καλύτερη περίπτωση. ‘‘Η νοσταλγία είναι λαχτάρα, όσο και το κιτς είναι τέχνη’’, γράφει κάπου ο Charles Maier. Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά περιφρονητικά. ‘‘Η νοσταλγία … είναι ουσιαστικά ιστορία χωρίς ενοχές. Πολιτιστική κληρονομιά είναι κάτι που μας κατακλύζει με υπερηφάνεια και όχι με ντροπή’’, γράφει ο Michael Kammen. Έχοντας αυτή την παρατήρηση κατά νου, η νοσταλγία θεωρείται ως αποποίηση της προσωπικής ευθύνης, μια χωρίς ενοχές επιστροφή στην πατρίδα, μια ηθική και αισθητική αποτυχία. Η νοσταλγία παράγει υποκειμενικά οράματα της πληγείσας φαντασίας που τείνουν να αποικίσουν τη σφαίρα της πολιτικής, την ιστορία και την καθημερινή αντίληψη.

Όλα αυτά ξαναήρθαν στο προσκήνιο, διαβάζοντας την καινούργια ποιητική συλλογή, ‘Ο Κήπος των Θλιμμένων Ποιημάτων’ του γεννημένου στη Γιαλούσα (1972) Χρήστου Αργυρού, η οποία εκδόθηκε πρόσφατα (2015) από τις Εκδόσεις Άνευ της Λευκωσίας. Η πλειονότητα των ποιημάτων της συλλογής ταξιδεύει δίκην στροβίλου πάνω από χαμένα μέρη, πατρίδες ‘μακρυνές’ που ήρθαν ξαφνικά πάλι ‘κοντά’ με το όποιο άνοιγμα της διαχωριστικής γραμμής, αρχής γενομένης με τον ‘Πενταδάκτυλο το Σούρουπο’, όταν το τελευταίο ‘γίνεται λάμα κοφτερή, κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο το φως έτοιμος να αυτοχειριασθείς’.
Δυστυχώς έτσι ήταν κι έτσι θα μείνει για πάντα! Τα βιώματα που προσφέρονται για λογοτεχνική αξιοποίηση, δεν ήταν πάντα τα καλύτερα, αλλά μάλλον τα πλέον τραυματικά. Έρχεται κάποια στιγμή κατά την οποία οι επώδυνες εμπειρίες συσσωρεύονται ατάκτως, και το ξεχείλισμα της επώδυνης μνήμης δίνει τη θέση στην ποιητική, κυρίως, δημιουργία. Χρόνια και δεκαετίες κύλισαν μακρυά από τα πάτρια εδάφη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στιγμές που ‘τα ψάρια οι γυναίκες τους τηγάνιζαν και με το δάκρυ τους τ’ αλάτιζαν’, κι η πιο μεστή συναισθηματικά μέση ηλικία της Κύπρου δίνει τη δική της κατάθεση. Κι όταν έρθει η ποιητική βραδυά, τα προσχήματα να πέφτουν. Οι εκπρόσωποι του αχρείου πολιτικού συστήματος, ένθεν κακείθεν, οι υπεύθυνοι για σωρεία δεινών με κατάληξη που ακόμα βρίσκεται σε εξέλιξη, όλοι όσοι απέφευγαν τους ‘λαπάδες ποιητές’ με δηλώσεις προκρούστιες, ρίχνουν απροκάλυπτα τις μάσκες ενώπιον των ποιητών και του κοινού τους, εκείνες τις μάσκες που φορούσαν πάνω στις έγχρωμες και απαστράπτουσες γιγαντοαφίσες, ζητώντας συμμετοχή στη διαδικασία, όρα συνενοχή!
Οι πέτρες του πατρικού σπιτιού μεταφέρονται έτσι στο Νότο, αφού δεν μπορεί να γίνει αλλοιώς. Απλή μοιρολατρία λοιπόν, επιλεγμένος τρόπος ψευδαίσθησης, τροποποιημένη προσπάθεια άμυνας του εγώ, ή αποδοχή τελικά της σκληρής πραγματικότητας; Ο ‘Κήπος των Θλιμμένων Ποιημάτων’, βρίσκεται ανοιχτός μπροστά μας, στον έξω κόσμο, χωρίς περίφραξη!
Ο Χρήστος Αργυρού με τους στίχους του, περιστρέφεται και σεργιανίζει στις αυλές του ελληνισμού, ειδικά του πονεμένου. Αλλά εξομολογείται,
‘τα ονόματα επισκέπτομαι, όχι τον τόπο
Οι λέξεις μένουν, κι όλα τ’ άλλα τοίχοι ρημαγμένοι
Μου μένουνε κληρονομιά τούτες οι λέξεις
Τη γλώσσα για πατρίδα μου στα πέρατα του κόσμου κουβαλώ’.

Το περιορισμένο από γεωγραφικής απόψεως εμβαδόν του ελληνισμού, και ειδικότερα του κυπριακού, αντιρροπείται από τον συναισθηματικό πλούτο του ποιητή. Αλλού λυρικός, όπως στα τρία ‘μαγειρέματα’,
‘τσιγάριζες τις λέξεις με κρεμμύδια,
Κι οι στίχοι σου μου έκαψαν τα μάτια’,

κι αλλού ανελέητα οξύς με όσους βάζουν φραγμούς στους ορίζοντες, περιφέρεται παρατηρώντας τα φρούτα του κήπου του, του κήπου δηλαδή των θλιμμένων ποιημάτων, κι ακόμα στις εσχατιές του ελληνισμού με επώδυνες κατά κύριο λόγο αναφορές, κι όλα αυτά έως ότου καταλήξει με αφόρητη ειλικρίνεια στη μοιραία διαπίστωση, ότι:

‘Τους πεθαμένους πιότερο
Τούτος ο τόπος γνοιάζεται
Παρά τους ζωντανούς’ !

Η νοσταλγία, για να τελειώσουμε, συνεχίζει την επιστροφή της, έρχεται και ξανάρχεται στο προσκήνιο! Οι ρομαντικοί ήταν πάντοτε νοσταλγικοί. Οι κάτοικοι της Βικτωριανής εποχής ήταν φυσικά νοσταλγικοί, όπως βεβαίως και οι νεωτεριστές καλλιτέχνες και κριτικοί. Ήταν νοσταλγικοί για ένα παραδοσιακό και ατομικό ταλέντο, επιθυμούσαν κοινωνικές σχέσεις και αρχιτεκτονικές δομές που ήταν τόσο απλές όσο κατά τη διάρκεια της φεουδαρχίας, ήθελαν τη φεουδαρχία αλλά χωρίς την πανούκλα και τη δουλοπαροικία. Είχαν μια λαχτάρα για ένα χρόνο και τόπο που δεν υπήρξαν ποτέ, την αρχαία Αθήνα χωρίς τη σκλαβιά. Η εμμονή με το παρελθόν δεν είναι κάτι νέο. Αυτό που είναι ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι οι ίδιοι οι κριτικοί συχνά δείχνουν κάποια κλίση προς τη νοσταλγία. Γιατί όμως και αυτοί υποκλίνονται στη γοητεία της ; Μια πιθανή απάντηση είναι ότι κανένας τελικά δεν ξεφεύγει από τη μακρά σκιά της λαχτάρας για έναν τρόπο σκέψης. Η νοσταλγία είναι επίσης μέρος της παραπλάνησης της φύσης για το τι μπορεί να σημαίνουν κάποια πράγματα από το παρελθόν. Γνωρίζουμε ότι οι μελέτες και θεωρίες της νοσταλγίας τείνουν στο συμπέρασμα ότι, με κάποιο τρόπο, η μνήμη και η ιστορία είναι ξεχωριστές κατηγορίες της σκέψης. Η πρώτη παριστά ένα σύστημα ανάκτησης, ενώ η δεύτερη αναλίσκεται στους τρόπους της ανάκτησης και ότι ακόμα η νοσταλγία είναι ένας θλιβερός συγγενής των διαφόρων τρόπων ανάκτησης της μνήμης. Τα περισσότερα δοκίμια για τη νοσταλγία εστιάζονται όχι μόνο στις γενικότερες πολιτιστικές αντιδράσεις, αλλά και στο αντικείμενο και την ιστορία της νοσταλγίας. Επισημαίνουν ότι η νοσταλγία μπορεί να αφορά πολλά πράγματα, όπως ένα πρώιμο στάδιο της ζωής, ένα τοπίο, έναν ήχο ή μια αφήγηση και ότι μπορεί να είναι πολλών διαφορετικών ειδών. Από τη λαχτάρα για το σπίτι στην Οδύσσεια, μέχρι τη διατριβή του Johannes Hofer το 1688 για τη νοσταλγία και έως σήμερα ακόμα, η νοσταλγία έχει συνδεθεί με τις έννοιες της απώλειας και της θεραπείας. Η πίστη του Καντ ότι η ανθρωπότητα προχωρούσε αλάνθαστα και η έννοια του Χέγκελ της ώθησης για τελειοποίηση της ανθρωπότητας, ήταν ιδέες που θεωρήθηκαν δυσμενείς και μάλιστα ριζικές για όσους βρίσκονταν στην εξουσία και σε εκείνους που ήθελαν οι σχέσεις εξουσίας να παραμείνουν σταθερές. Ο Μαρξ πίστευε ότι ο κόσμος κινείται προς μια πιο δίκαιη κοινωνία και ότι για να συνεχιστεί αυτό, το παρελθόν θα πρέπει να μείνει πίσω. ‘Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς’, έλεγε! Αλλά ο Μαρξ απαντούσε σε δύο ιδέες! Την αποτυχημένη επανάσταση του 1848, η οποία αποδείκνυε ότι το παρελθόν δεν μπορεί να επαναληφθεί και ότι υπήρχαν πάρα πολλές παλιές ιδέες που μόλυναν το παρόν και τις μελλοντικές δυνατότητες για κοινωνική δικαιοσύνη.
Ενδιαφέρουσες βεβαίως είναι οι σχέσεις μεταξύ του τραύματος, της αφομοίωσης και της νοσταλγίας, μέσα από λογοτεχνικά παραδείγματα. Η εποχή μετά τον εμφύλιο πόλεμο στις ΗΠΑ, είδε την επιβολή των ιδεολογιών του εθνικισμού, της βιομηχανοποίησης και της υπεροχής των λευκών, να ενθαρρύνει ένα είδος ιστορικής αμνησίας, ειδικά στον αμερικάνικο Νότο. Τα συνηθέστερα νομίσματα της παγκοσμιοποίησης που εξάγονται σε όλο τον κόσμο, είναι τα χρήματα και ο λαϊκός πολιτισμός. Η νοσταλγία, είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά απαιτεί διαφορετικό συνάλλαγμα. Μετά από όλα αυτά, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι λέξεις-κλειδιά που καθορίζουν την παγκοσμιοποίηση, όπως πρόοδος, εκσυγχρονισμός και εικονική πραγματικότητα, εφευρέθηκαν από τους ποιητές και φιλοσόφους. Η ‘πρόοδος’ επινοήθηκε από τον Immanuel Kant, το ουσιαστικό ‘νεωτερισμός’ είναι δημιουργία του Σαρλ Μπωντλαίρ, ενώ την ‘εικονική πραγματικότητα’ για πρώτη φορά τη φαντάστηκε ο Henri Bergson, και όχι φυσικά κάποιοι νεώτεροι. Κατά τον ορισμό του Bergson ωστόσο, η ‘εικονική πραγματικότητα’ αναφερόταν στα επίπεδα της συνείδησης, τις πιθανές διαστάσεις του χρόνου και της δημιουργικότητας που είναι σαφώς και αμίμητα ανθρώπινα. Αλλά όταν απέτυχαν να αποκαλύψουν τον ακριβή τόπο και εστία της νοσταλγίας τον δέκατο όγδοο αιώνα, οι γιατροί συνέστησαν και ζήτησαν εναγωνίως βοήθεια από τους ποιητές και τους φιλοσόφους!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2015

Χρήστος Αργυρού: «Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων», εκδόσεις Άνευ, 2015

Με ευθυβολία και καμιά αμφισημία

Ο Χρήστος Αργυρού έχει κατασταλαγμένο ποιητικό ύφος, ξεκάθαρες θεματικές προτεραιότητες και επαρκώς κατεκτημένες τεχνοτροπικές πρακτικές. Αυτή είναι η γενική -ευχάριστη βεβαίως- γεύση που μου άφησαν τα ποιήματά του στο σύνολό τους. Από πλευράς υποδομής μα και προοπτικής, θεωρώ λοιπόν πως ο ποιητής βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Ο Χρ. Α. επιλέγει την ευθυβολία, το μονοσήμαντο και την αμεσότητα στα μηνύματα που θέλει να εκπέμψει μέσω της ποίησής του. Οι τοποθετήσεις του είναι ακαριαία καίριες και οι εικόνες του ευκρινείς και ουδόλως αμφίσημες: «Είναι στιγμές που η κορυφογραμμή σου / Πενταδάκτυλε / το σούρουπο / γίνεται λάμα κοφτερή / κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο φως / έτοιμος να αυτοχειριασθείς». (σελ. 9)

Αξιοπρόσεκτα θεωρώ τα ποιήματα «Κλήρωση» (σελ. 10) και «Ψάρεμα» (σελ. 11) όπου ο Χρ. Α. επιχειρεί, άμεσα και παραστατικά, να αναπαραστήσει αισθητικά τις μνήμες των γονιών του από τον εγκλωβισμό στη γενέθλια γη της Γιαλούσας. Ο ποιητής, ορθώς κατά την άποψή μου, αφήνει τα πράγματα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις να μιλήσουν από μόνα τους και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Οι στιγμές του μεγάλου πόνου, του μεγάλου νόστου, γενικά της πικρής συναισθηματικής κορύφωσης, αποδίδονται καλύτερα, πιστότερα και λειτουργικότερα στο κυπριακό ιδίωμα. Σ’ αυτό προσφεύγει, σε ανάλογες περιπτώσεις και ο Χρ. Α., όπως πράττει άλλωστε και μια σειρά από άλλους σύγχρονους Κύπριους ποιητές, οι οποίοι επίσης υιοθετούν αυτή την ιδιότυπη «τεχνική» προσέγγιση: «Γιαλούσα μου τζι’ οι φίνες σου φαίνονται σιελεντρούνες / τζ΄ οι σμέρνες τζαι οι δράτζαινες, παιρνώ τες για κουρκούνες / τζαι τ’ άλας μες τες λάντες σου εν’ ζάχαρι με μέλι / τ’ αρκόχορτα, τα αγκάθκια σου εν’ καρπερόν αμπέλιν». (σελ. 14)

Ο Χρ. Α. επιχειρεί να προσδώσει κυπριακό ηχόχρωμα σε όλα τα σύμβολα που χρησιμοποιεί και εμπλουτίζει αναλόγως το σύνολο της σημειωτικής του. Π.χ. παρομοιάζει τους Ελληνοκύπριους με «κουρκουτάες», «Εμείς οι κουρκουτάες, / μπορεί, όπως τους σέσηες, / να βουρούσαμεν τζαι να χωννούμαστεν ‘που κάτω στα λίντερκα, / αλλά είχαμεν πάντα μας εις τάψη την κκελλέν μας γυρισμένην / τζαι εζήσαμεν / γιατί τζείνος π’ ορπίζει τζαι πιστεύκει / αντέχει τον πόνον τζαι την κακοριζιτζιάν». (σελ. 18)

Μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου πιστεύω πως είναι το ποίημα «Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος», όπου ο ποιητής, με σκωπτική διάθεση, σημειώνει: «Γιατί υποψιάζομαι πως με τον δράκοντα τελικά γίνατε φίλοι; / Γιατί νομίζω πως, αιώνες τώρα, τόσο πάλιωμα σας κούρασε; / Γιατί πιστεύω πως τελικά μένετε στην ίδια στάση χάριν διδαχής;». (σελ. 28) θεωρώ το ευσύνοπτο, αλληγορικό και παραστατικό αυτό ποίημα, ενδεχομένως και ως μιας μορφής ψόγο για όσους συμβιβάζονται και ειρηνεύουν με την παγίωση της όποιας καθεστηκυίας τάξης αλλά κυρίως με την παγίωση της «καθεστηκυίας» τάξης των τετελεσμένων της τουρκικής κατοχής. Γενικά, όμως, το ποίημα αυτό μπορεί να τύχει πρόσληψης ως έμμεσος ψόγος μέσω παραλληλισμού, για την κόπωση που επιφέρει ο όποιος ατελέσφορος αγώνας.

Στην ίδια θεματική ξεχώρισα και το ποίημα «Προέλευση», (σελ. 15) κυρίως για την παραστατικότητα, τη συμμετρία, την εκφραστικότητα και τη σχηματική ανάπτυξή του: «Στον προσφυγικό συνοικισμό / ήξερες την προέλευση του καθενού. / Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας / πνιγμένο λεμονόδεντρα, / μια μικρή Λάπηθο έχει φτιάξει. / Χρυσομηλιές ο Αμβρόσιος, / ο Άης Γρόσης κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν. / Και σ’ εμάς κολοκάσι /μες στον αγιωμένο ντενεκέ / μπροστά μπροστά στον κήπο μας / σα θυρεό έβαλε ο πατέρας / να σημαίνει τη Γιαλούσα».

Ωραίο και αισθαντικό αισθητικό αποτέλεσμα, κατά την άποψή μου, επιτυγχάνει ο ποιητής και στο ποίημα: «Μόνον για σας ρε ‘πέρκαλλες», όπου με ύφος και ήθος Λιπέρτη, αλλά και ανάλογο ερωτικό οίστρο, με βαθύ υπόστρωμα νοσταλγικότητας και πάθους περί του γυναικείου κάλλους, λέει: «Μόνον για σας ρε ‘πέρκαλλες, πιστεύκω στον Θεόν / σγοιαν το καντούνιν της ζωής γείρω τζαι δεν θωρώ / πως πέμπει τον Αρκάντζελον τζαι παίρνει την ψυσήν μου / τζαι πάλε σ’ έναν νιουλλικον φυτεύκει την τζαι ζιω». (σελ. 32)

Στα ευσύνοπτα, ολιγόστιχα ποιήματά του, που παραπέμπουν στις «Στιγμές» του Μόντη, πιστεύω πως ο Χρ. Α. πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα, με συμπύκνωση, λακωνικότητα και συχνά σκωπτική διάθεση. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτά τα ολιγόστιχα ποιήματα, θεωρώ πως έχρηζαν μεγαλύτερης ανάπτυξης και πλουσιότερης εσωτερικότητας. Και βεβαίως τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται στα βιωματικά ποιήματα, όπου και τα μηνύματα είναι πιο άμεσα, πιο καίρια και πιο λειτουργικά.

Από την άλλη, τα πλείστα ποιήματα του Χρ. Α. χαρακτηρίζονται από περιγραφικότητα και ατμοσφαιρικότητα. Αν και το υπερβατικό και άλογο στοιχείο, θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να είναι κάπως πιο ανεπτυγμένο. Αυτό εξάλλου συνιστά και μία από τις ειδοποιούς διαφορές για την ποίηση, σε σχέση με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη.

Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι, όπως σε όλες τις θεματικές, έτσι και στα ποιήματα ποιητικής, ο Χρ. Α. είναι απόλυτα ευκρινής, διαυγής και μονοσήμαντος: «Αύριο θα ’σαι μάνα ή πατέρας / ενός ποιήματος που θα γεννήσεις με άφατες οδύνες. / Μα πρόσεξε να ’σαι καλός γονιός. / Να το αφήνεις να κοιμάται για καιρό, / ο ύπνος θρέφει τα παιδιά λέει ο λαός εξάλλου». (σελ. 46)

Επί του προκειμένου, μοναδική αλλά ισχνή επιφύλαξη που διατηρώ είναι η χρήση της προστακτικής, που με προβλημάτισε καθώς, από μόνη της, όζει διδακτισμού. Ίσως να ήταν καλύτερα αν επιλεγόταν άλλη συντακτική φόρμα…

ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η έκδοση μιας ποιητικής συλλογής από ένα νέο άνθρωπο, δε θα ’πρεπε να περνά απαρατήρητη. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, την εποχή στην οποία τα πάντα κινούνται γύρω από δείχτες οικονομικούς και οι πάντες περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται. Η ποίηση δεν έχει λεφτά, λέει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, αλλά και από την άλλη, προσθέτουμε, ευτυχώς, ούτε και τα λεφτά έχουν ποίηση. Μια νέα, λοιπόν, ποιητική φωνή με λόγο καθαρό και γνήσιο έρχεται να καταθέσει τη δική της οπτική, τη δική της ερμηνεία για τον κόσμο μας.
Είναι, μάλιστα, μια δυναμική εμφάνιση στο ποιητικό προσκήνιο, αφού η συλλογή Κατάδυση στο χρόνο, του Χρήστου Αργυρού που εκδόθηκε το 2008, μοιράστηκε με την Τίτσα Διαμαντοπούλου το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη.
Η ποίηση του Χρήστου Αργυρού πατάει γερά στα πόδια της, διαθέτει προσωπικό ύφος, έχει αφομοιώσει ποικίλα εκφραστικά μέσα και συνδιαλέγεται γόνιμα με την παράδοση, ώστε να μιλήσει με εύσχημο τρόπο και οξυδέρκεια για το σήμερα. Κυριαρχεί ο στοχασμός, η ενατένιση, η καταβύθιση στη μνήμη και η συνομιλία με το χρόνο, η ευαισθησία, η έντονη δραματικότητα, ο υπαινιγμός, η ειρωνεία, ο εξομολογητικός τόνος. Ο ποιητής έχει καταγράψει στη συλλογή του τη δική του εκδοχή του κόσμου που μας περιβάλλει, αθέατου και θεατού. Με τρόπο που το απρόσιτο καθίσταται προσιτό και το ανοίκειο οικείο.
Όπως πολύ εύγλωττα καταγράφεται στον τίτλο, ο ποιητής καταδύεται μέσα στο χρόνο. Κι αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής. Ο Χρήστος Αργυρού εκμεταλλεύεται στο έπακρο την «τρισυπόστατη» φύση του. Ως αρχαιολόγος έχει χαρτογραφήσει το χώρο του, έχει οριοθετήσει τις ανασκαφικές του τομές και τους μάρτυρες, έχει ανασκάψει στα σκάμματα και έχει επεξεργαστεί τη στρωματογραφία, ανασύροντας από τα βάθη του χρόνου πρόσωπα, γεγονότα, ιδέες και ξεχασμένα αντικείμενα. Και για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη, ως ιστορικός έχει καταγράψει τα γενόμενα, αλλά ως ποιητής έρχεται να δώσει μια νέα ερμηνεία πέρα από τα φαινόμενα. Έτσι, ενώ η ιστορία παρουσιάζει τα ειδικά, η ποίηση τα γενικεύει και τα ανάγει στο καθολικό.
Με αυτό τον τρόπο, «η ιστορία προκαλεί τη συνείδηση του ποιητή και την ευαισθησία του». Η ποίηση μπορεί να συνδράμει αποφασιστικά με τη διεισδυτική της ματιά τα ιστορικά γεγονότα, να συλλάβει τους κραδασμούς που η ιστορία αδυνατεί να καταγράψει. Με λίγα λόγια, εκεί που σταματά η ιστορία, αρχίζει το έργο της ποίησης. Έτσι πρέπει να λειτουργεί η ποίηση και ο ποιητής απέναντι σε κορυφαία ζητήματα που αφορούν την ιστορία, το λαό του και την ανθρωπότητα. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε τρεις από τους σημαντικότερους ποιητές μας, των οποίων η παρουσία, άλλοτε εμφανής κι άλλοτε αμυδρή, υποκρύπτεται πίσω από ορισμένα ποιήματα της συλλογής: τον Καβάφη για την κατανόηση της ελληνιστικής και βυζαντινής περιόδου, τον Σεφέρη και σ’ ένα βαθμό τον Αναγνωστάκη για την εποχή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξής. Ο ποιητής φέρει αβάστακτο το βάρος της ιστορίας στη συνείδησή του, γι’ αυτό αισθάνεται έντονη την ανάγκη, εκεί που η ιστορία αδυνατεί, να καταδυθεί στη μνήμη, να επικαιροποιήσει τα πεπερασμένα, να αποκαταστήσει την τάξη, την αδικία, να δικαιώσει τον αδύνατο, να κατακεραυνώσει τον ισχυρό, εν τέλει να επιφέρει την κάθαρση.
Ο Χρήστος Αργυρού εντάσσει την οπτική του μέσα στο ρεύμα της παράδοσης, της ιστορίας και της ποίησης, της γραμμής που ξεκίνησε από τον Όμηρο, τους μεγάλους ποιητές και τραγικούς, τη Βυζαντινή εποχή, το δημοτικό τραγούδι και τη νεοελληνική κληρονομιά. Η θεματική του, εν πολλοίς ελληνοκεντρική, προδίδει τις σπουδές, την ενασχόληση και προτίμησή του για τη βυζαντινή και γενικά τη μεσαιωνική περίοδο. Άλλωστε, Ο άνθρωπος του βασιλέως, το μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε το 2009 διαδραματίζεται στη διάρκεια της βυζαντινής περίοδου της Κύπρου. Τα ποιήματα συνοδεύονται από πλήθος παρακειμενικών στοιχείων: αφιερώσεις με σχόλια, προμετωπίδες με αποσπάσματα πηγών, αλλά και επεξηγηματικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, ενδεικτικές της ευσυνειδησίας ενός ερευνητική.
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής Των αστεριών τα περπατήματα, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Στ΄, παρασυρμένος από τις προβλέψεις του αστρολόγου Παγκράτιου, επιτίθεται απερίσκεπτα κατά των Βουλγάρων το 792 και υφίσταται συντριπτική ήττα. Στο δεύτερο ο Μιχαήλ Ε΄ ο Καλαφάτης βρίσκει φρικτό τέλος εξαιτίας των αυθαιρεσιών της βραχύβιας βασιλείας του.
Για τον ποιητή είναι μια ευκαιρία να στοχαστεί την ανθρώπινη ματαιοδοξία, τη μανία για εξουσία, τη διασάλευση της τάξης, την ύβρη που οδηγεί στην τιμωρία. Όπως ο Κεκαυμένος, που κατέγραψε τα γεγονότα της εποχής, συλλογίζεται κι αυτός τη ματαιότητα του κόσμου και την αιφνίδια αλλαγή της τύχης. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου του Στ΄:

Ίσως το πιο αισιόδοξο της θλιβερής και άτακτης μάχης
ήταν που μαζί με τις προφητείες και τα λόγια τα κενά
έτσι κι ο Παγκράτιος ο αστρολόγος χάθηκε στο άγριο φονικό.

Όσο για τον Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη:

έπεσε έξω, είναι αλήθεια, απ’ τα σχέδιά του
κι αστόχαστα εμπλέχτηκε μέσα στους δολοφονικούς ιστούς
της λάγνας εξουσίας.
…………………………………………
ήταν να τον λυπάσαι, σαν ζητιάνος ήταν,
ήταν σαν γέρος έρημος,
που, αφού τον ξεζουμίσαν τα παιδιά του,
τον αφήκαν,
ήταν σαν άστρο που έφεγγε κι εχάθη.

Στη βυζαντινή εποχή τοποθετείται και το ποίημα Απαντήσεις σε Λατίνο επίσκοπο. Ο επίσκοπος της Κρεμώνας Λιουτπράνδος, το 968 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και στην αφήγησή του εκφράζεται πολύ αρνητικά για την αυτοκρατορική αυλή και τους Έλληνες. Ο ποιητής δεν του χαρίζεται, έντονα ειρωνικός, σαρκαστικός, τού απαντά μια χιλιετία και πλέον από τότε:
«Ειλικρινά χεστήκαμε Λιουτπράνδε της Κρεμώνης,
έχουνε δει τα μάτια μας χιλιάδες σαν εσένα»
θα του ψιθύριζαν περήφανα μα και μ’ αλαζονεία οι παλατιανοί στ’ αφτί
σαν τα μαθαίναν τα γραφόμενά του.

Τα ποιήματα Το σήκωμα του ρήγα Αλέξη και των χωργιατών και Χούλου αναφέρονται στην περίοδο που η Κύπρος τελούσε υπό την εξουσία των Φράγκων. Εξετάζεται κι εδώ η θέση των ανθρώπων μέσα στην ιστορία, η μοίρα των αδύνατων. Ο ρήγας Αλέξης, που ξεσηκώθηκε κατά των δυναστών, υπέκυψε τελικά μπροστά στους ισχυρούς:

Έτσι κι εγίνηκε η σφαγή, σαν η Φραγκιά το φονικό άρχισε,
κι οι ταπεινοί, ως είθισται, ταπεινωθήκαν.
Κι ο ρήγας Αλέξης, της Κάτω Μηλιάς παιδί,
σαν μήλο κάτω απ’ τη μηλιά κρεμόταν στα σκοινιά,
μες στα τειχιά της Λευκωσίας.

Ο ποιητής συνδέει υπόγεια και υπαινικτικά το ποίημα και την εξέγερση, με την αναφορά στη γενέτειρα του ρήγα Αλέξη, την κατεχόμενη σήμερα από τους Τούρκους Μια Μηλιά και τη διαχρονική μοίρα του τόπου. Μπορεί η επανάσταση να κατεστάλη, ωστόσο, τούτος ο τόπος και η ιστορία του θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Οι εκάστοτε κατακτητές θα είναι παροδικοί, όπως κι αν αυτοί ονομάζονται, Φράγκοι ή Τούρκοι.

Η Ιωάννα Ντ’ Αλεμάν, η Ροδαφνούσα του δημοτικού τραγουδιού, παρεισφρέει στο ποίημα Χούλου, καθώς η νεανική παρέα του ποιητή περιφέρεται στο χωριό, για να ικανοποιήσει τη λαογραφική της περιέργεια.

Με τυμπανοκρουσίες πως ψάξαμε να βρούμε λαίμαργα
την καύχα Ιωάννα Ντ’ Αλεμάν! λέει ο ποιητής.

Η Ιωάννα, χήρα του Ιωάννη ντε Μοντολίφ της Χούλου, ερωμένη του Φράγκου βασιλιά Πέτρου Α΄ που υπέφερε τα πάνδεινα από τη σύζυγό του Ελεονώρα, συμβολίζει την Κύπρο, την οποία πόθησαν και καταδυνάστευσαν πολλοί κατακτητές.
Και τα δύο αυτά, λοιπόν, ποιήματα πραγματεύονται τη διαχρονική μοίρα της Κύπρου, την κατάκτηση του νησιού και την καταπίεση. Και ασφαλώς πρέπει να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης εποχής, της ημικατεχόμενης τουρκοκρατούμενης πατρίδας.

Τα ποιήματα Terra Sigillata και Τσουκάλι έχουν ιστορικό-αρχαιολογικό χαρακτήρα. Σ’ αυτά εκφράζεται η χαρά και η έκπληξη του αρχαιολόγου, όταν μέσα από τη γη προβάλλουν απρόσμενα ευρήματα έπειτα από πολλούς αιώνες. Ταυτόχρονα, όμως, ο ποιητής στοχάζεται το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης και την καταβύθιση στη λήθη εποχών και ανθρώπων.

Terra Sigillata απεφάνθη ο νεαρός αρχαιολόγος.
Δύο έκτυπες μορφές ζωντάνευαν μέσα απ’ τον πηλό,
με τα insignia και την επίσημη αμφίεσή τους.
Υπάτοι, συγκλητικοί, παλατιανοί, εν πάση περιπτώσει
αξιωματούχοι της χριστιανικής αυτοκρατορίας των Ρωμαίων˙
ένα χριστόγραμμα στα ενδύματά τους μαρτυρούσε
τη χριστιανική πεποίθησή τους.
Όλα γενήκαν ως απαιτούσε η ανασκαφική μεθοδολογία,
όλα απαντηθήκαν:
μέτρηση βάθους, καταγραφή, περιγραφή.
Μα για τα άλλα, τα σπουδαία και τα ουσιαστικά;
Ποιοι να ’ταν, ποιο τ’ όνομα και η γενιά τους;
Σ’ αυτά απαντήσεις δεν θα βρει
ο νεαρός αρχαιολόγος, ξάγρυπνος στην Αμφίπολη.

Το ποίημα αυτό αξίζει να συναναγνωστεί με την Έγκωμη του Σεφέρη τη στιγμή της ανασκαφής.

Ήταν μια πολιτεία παλιά, τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδέτη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Το σύντομο ποίημα Για τα σύννεφα με την έντονη φιλοπαίγμονα διάθεση και ειρωνεία, αναφέρεται στη νεφελοκοκκυγία του Αριστοφάνη, με πρόθεση να διακωμωδήσει τη σημερινή εποχή και κάθε είδους ουτοπία. Στο ποίημα Προφάσεις, ο ποιητής με σαρκασμό θυμάται την ομορφιά της Ελένης του Τρωικού πολέμου, για να στηλιτεύσει τη σύγχρονη υποκρισία, τη βαρβαρότητα και το δίκαιο του ισχυρού.

Τουλάχιστον οι αρχαίοι
σοφιζόντουσαν
ρομαντικότερες προφάσεις
στους πολέμους των.
Την ομορφιά σου Ελένη
στο Ιράκ
αντικατέστησαν
με όπλα μαζικής καταστροφής
οι Αμερικάνοι.

Τα ποιήματα Η βρύση της Λέμπας και τα Φυδκιώτικα, με την εύστοχη χρήση ιδιωματισμών της κυπριακής διαλέκτου, είναι εμπνευσμένα από προσωπικά βιώματα, αλλά έχουν και πάλι να κάνουν με το αρχαιολογικό-λαογραφικό ενδιαφέρον του ποιητή. Η βρύση της Λέμπας φέρει ως προμετωπίδα το γνωστό στίχο Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι’ δες από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού. Ταυτόχρονα συνδιαλέγεται σ’ ένα βαθμό και με την Ανεράδα του Βασίλη Μιχαηλίδη:

Καθώς δεκάδες ανεράδων, ξωτικών μάτια με παρακολουθούσαν
πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων.

Μέσα από τα ποιήματα Το ασπρόγιασμαν, και το Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας ο ποιητής συνδέει το θέμα του θανάτου με πτυχές της σύγχρονης ιστορίας και τις συνέπειες και τις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν μετά την τούρκικη εισβολή. Ο ποιητής στέκεται στοχαστικά απέναντι σ’ αυτό το μέγα γεγονός, την αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου. Στο ασπρόγιασμαν, το καλύτερο ποίημα της συλλογής κατά την προσωπική μας άποψη, η τραγική έλευση του θανάτου δίνει την ευκαιρία στον ποιητή να υπερπηδήσει τα σύνορα της πραγματικότητας, όπως δεν μπορεί να κάνει ο ιστορικός και να εισέλθει στο χώρο του μεταφυσικού, εξωλογικού στοιχείου, απηχώντας μια μακρινή, έστω, σχέση με το ποίημα Στα στέφανα της κόρης του, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και την παραλογή Του νεκρού αδελφού, την κοινή, ίσως, πηγή και των δύο. Ο θάνατος διαγράφει τα προβλήματα και τις διαφορές της εφήμερης ζωής και οι νεκροί τις νύχτες εγείρονται από τα μνήματα των γειτονικών νεκροταφείων, το χριστιανικό και το τούρκικο, ασπάζονται ο ένας τον άλλον και χαιρετιούνται. Έτσι, μπροστά στο φόβο της ζωής, ο θάνατος πεθαίνει, αποφαίνεται ο ποιητής. Αυτό που απομένει ως επίμετρο είναι η εξισωτική δύναμη του θανάτου και στο τέλος η συμφιλίωση.

Στο φόβο του θανάτου η ζωή υποκλίνεται.
Ήδη τις νύχτες οι νεκροί χαμογελώντας βγαίνουν από τα μνήματα,
ασπάζονται και χαιρετιούνται πάνω απ’ το μεσότοιχο:
-γεια σου Οσμάν
-merhaba Petris bey
-γεια σου Τζεμαλιέ
Ύστερις πάλι ξέγνοιαστοι ξαναεπιστρέφουν στα κιβούρια.
Στο φόβο της ζωής ο θάνατος πεθαίνει.

Στο Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας, οι ζωντανοί φθονούν τους νεκρούς, οι οποίοι δεν αποδήμησαν ποτέ από τον τόπο τους και έτσι ο θάνατός τους αποδεικνύεται γλυκύς. Στο ποίημα προβάλλεται η πίστη πως είναι ευτυχής σύμπτωση για τον άνθρωπο, όταν ο γενέθλιος τόπος συμπέσει με τον τόπο του θανάτου. Αναδεικνύεται έτσι η αγάπη προς τη σκλαβωμένη γη. Η Κερύνεια εδώ, και η Καρπασία και η Γιαλούσα σε άλλα ποιήματα της συλλογής, ανάγονται σε σύμβολα του αγώνα κατά της κατοχής, όπως συμβαίνει με την ποίηση πολλών άλλων ποιητών μετά το 1974 και ιδιαίτερα του Μόντη.

Σε τούτο τον μακάριο χώρο
που αλλιώς θα μας εφάνταζε μακάβριος
οι ζωντανοί φθονούνε τους νεκρούς.
Ο ποιητής αχολογά στα αφτιά μας:
να μη μου δώκει η μοίρα μου
ν’ αφήσω το κορμί μου
σε ξένο χώμα μακρινό
γιατί αλλού δεν είν’ γλυκός
παρά στον τόπο τον δικό
του θανάτου ο ύπνος.

Στο ποίημα Επιθανάτιο επανέρχεται ο στοχασμός, με μια δόση πικρής ειρωνείας, για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ζωής. Ο θάνατος ενός φίλου, είναι το μήνυμα, μια καρτ ποστάλ που φτάνει κοντά μας με το ταχυδρομείο και καθίσταται η αφορμή για την εξοικείωση με το τραγικό γεγονός και τη συμφιλίωση με το επερχόμενο τέλος.
Στην ίδια κατηγορία ποιημάτων, ας μας επιτραπεί να τα ονομάσουμε πιο προσωπικά, ανήκουν και τα ποιήματα Στην καρδιά, με την ερωτική θεματική του (που απηχεί σ’ ένα βαθμό το γνωστό ποίημα του Αναγνωστάκη Το σκάκι), Το πιάνο, με τον έντονο υπερρεαλισμό του, και το ποίημα Κανακέματα, γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, που συνομιλεί με τη δημοτική παράδοση και ιδιαίτερα τα Νανουρίσματα. Το ποίημα Ο στίχος (και σ’ ένα βαθμό το Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας) αναφέρεται σε θέματα ποιητικής, στο σάστισμα μπροστά σ’ ένα λαμπρό στίχο και την επιλογή των κατάλληλων λέξεων, θυμίζοντας έτσι την ποιητική του Μόντη, του Τίτου Πατρίκιου και άλλων ποιητών.
Το τελευταίο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο Το μακρυνάριν και φέρει την αφιέρωση: των παππούων τζιαι των στετάων μου. Και εδώ ο ποιητής έχει τη συναίσθηση ότι ζει εντός της ιστορίας μέσα από τις βιωματικές του εμπειρίες. Το μακρυνάριν είναι το σπίτι των παππούδων του στην κατεχόμενη Γιαλούσα, το οποίο επισκέφθηκε επανειλημμένα. Η εικόνα του ανάγλυφου υπέρθυρου με το σταυρό και τη χρονολογία 1798 και τα αρχικά ΙC και ΧΝ, δηλ. «Ιησούς Χριστός Νικά», που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, προέρχεται από αυτό το σπίτι. Οι συνέπειες τις τούρκικης εισβολής, η επώδυνη μνήμη και η θλίψη, η αγάπη για το γενέθλιο τόπο, η εμψύχωση του σπιτιού, το οποίο μοιάζει με κορμί πεσμένο που ψυχορραγεί με τραύματα διαμπερή, καθιστούν το ποίημα μια ανοιχτή, ανεπούλωτη πληγή.

Πετρώνω σαν την πέτρα
που είναι σκαλισμένοι οι αριθμοί.
Νόμιζα τόσα χρόνια αρχαιολογώντας
πως είχα νιώσει την παλαιότητα του κόσμου.
Ψηλαφώ τις πέτρες και τα λιωμένα ξύλα
σαν να ’ναι μέλη κόρης που πρωτοερωτεύεσαι.
Ενώνομαι με το ακρωτηριασμένο παρελθόν μου.
Βραδιάζει…
Δεν περίμενα ποτέ πως η άφιξη της νύχτας θα μου ήταν τόσο ανεπιθύμητη.

Και αυτό το ποίημα απηχεί έντονα την τεχνική του Σεφέρη κυρίως το Λεπτομέρειες στην Κύπρο αλλά και το ποίημα Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, που γράφτηκε στο Κάιρο μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τότε που ακόμα δε διαγραφόταν καμιά ελπίδα στον ορίζοντα για απελευθέρωση. Η απόγνωση ήταν εμφανής, αλλά ο ποιητής θα αρθεί πάνω από την τρέχουσα επιφάνεια της ιστορίας, θα αποστασιοποιηθεί και μέσα στην πορεία του χρόνου θα συλλογιστεί:

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι
τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα
χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα ή
έστω και για τα μεγάλα˙

Έτσι και Στο μακρυνάρι, ο ποιητής παρά τον πόνο του, βλέπει πέρα από την επιφάνεια της ιστορίας. Η χρονολογία 1798, χαμένη πίσω στο βάθεμα του χρόνου και τους αιώνες και κυρίως η επιγραφή «Ιησούς Χριστός Νικά» στο ανώφλι, «φύλακας» όπως αναφέρει «σαν τους λέοντες των Μυκηνών», είναι η συνείδηση του ποιητή, η παρηγοριά που προσβλέπει στο μέλλον.
Είναι εμφανές ότι ο Χρήστος Αργυρού αντλεί τα εκφραστικά του μέσα από την αστείρευτη δεξαμενή των ρητορικών τρόπων της παράδοσης και της σύγχρονης ποίησης. Συνδιαλέγεται γόνιμα με την ιστορία, διαμορφώνοντας μια νέα οπτική πάνω στα γεγονότα, ανασύροντας το καθολικό από το ειδικό και προσδίδοντάς του επικαιρότητα, συγχρονίζοντας έτσι τη γνήσια ποιητική του φωνή με το παρελθόν και το παρόν. Οι στίχοι του διακρίνονται από πυκνότητα και απλώνονται σε πολλές κατευθύνσεις, ρίχνοντας πολλαπλές γέφυρες με τις ποικίλες συνδηλώσεις τους. Ο ποιητής αφήνει σκόπιμα στους στίχους του απηχήσεις, επηρεασμούς, γλωσσικά αποτυπώματα, για να τα ακολουθήσει ο ιχνηλάτης-αναγνώστης και να φτάσει στις πηγές του: Θεοφάνους Χρονογραφία, Κεκαυμένος-Στρατηγικόν, Λεόντιος Μαχαιράς, δημοτικό τραγούδι, Διονύσιος Σολωμός, Βασίλης Μιχαηλίδης, Σεφέρης, Καβάφης (ενδεικτικό είναι το ποίημα Κάθε βράδυ ερχόταν), Μόντης ανάμεσα σ’ άλλους. Ανακεφαλαιώνοντας, η ποίηση του Χρήστου Αργυρού κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την πλημμυρίδα και την άμπωτη της ιστορίας, με θέματα ιδωμένα μέσα από την προσωπική ματιά και νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Είναι η ανάγκη που νιώθει να τοποθετηθεί απέναντι στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Ή όπως αλλιώς το λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, Η ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Αλήθεια, Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Μπορεί κι έχει δικαίωμα ένα λειψό στο σώμα πλάσμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί;

ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ: Ο Άνθρωπος του Βασιλέως
Μέσα από τις γραμμές της μαγευτικής αυτής ιστορίας δίνονται πινελιές της καθημερινότητας των Βυζαντινών

Το σημειώνω ευθύς εξ αρχής: είναι το πιο πρωτότυπο βιβλίο που διάβασα φέτος. Και, πιθανότατα, το πιο αριστοτεχνικά δομημένο. Ξεκινάς να το διαβάζεις και κολλάς στις σελίδες. Παίρνεις μέρος στη θαυμάσια ιστορία του Χρήστου Αργυρού, ξυπνάνε μέσα σου γνώσεις που, για δεκαετίες, ήταν θαμμένες βαθιά στο χώμα της λησμονιάς, αισθάνεσαι τον παλμό του συγγραφέα αλλά και των χαρακτήρων του, και εκεί που αλληλογραφούν οι δύο νέοι, λιώνεις σαν κερί από τη συγκίνηση.
Είναι γεγονός ότι η ταμπέλα Μεσαιωνική Μυθιστορία, τουλάχιστον αρχικά, με απώθησε. Ήμουνα και μπερδεμένος, προσπαθώ, επίσης, να δραπετεύσω, μια και καλή, από τας δέλτους της Ιστορίας, ιδίως όταν εφάπτεται της Μυθολογίας, αλλά δεν άργησα να καταπίνω με βουλιμία τις λέξεις, τις περιγραφές, τις συγκρούσεις, τις γενναιότητες και τις δειλίες που παρελαύνουν μέσα στο μυθιστόρημα, σαν στρατοί με πανοπλίες.
Τελικά, η έμπνευση του Χρήστου Αργυρού είναι μεγαλειώδης. Και ως τέτοια διακλαδώνεται στα διάφορα κεφάλαια, καθιστώντας τον αναγνώστη όμηρο μιας συγκλονιστικά αληθινής γραφής, η οποία διατηρεί τη λάμψη και τη διαύγειά της έως την τελευταία σελίδα. Όπου, φυσικά, η ανακάλυψη του Δόκτορος Henry James κατεβάζει, με μαεστρία, τα παντζούρια της αφήγησης. Ή μήπως τα ανοίγει;
Δεν θέλω να κρίνω το βιβλίο ιστορικά, επειδή, πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι γνώστης της ιστορίας, μολονότι και στον τομέα αυτό ο συγγραφέας σημαδεύει σωστά το στόχο του. Όμως, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά το λογοτεχνικό αισθητήριο, τότε, ναι, είμαι αναγκασμένος να ομολογήσω ότι ο Χρήστος Αργυρού δίνει πνοή σε μια, θεωρητικά, συνηθισμένη, εννοώ για εκείνους τους χρόνους, ιστορία. Η οποία, και εδώ έγκειται, κατά την άποψή μου, το μεγάλο του επίτευγμα, άλλοτε μοιάζει ερωτική με ιστορικές προεκτάσεις, άλλοτε μοιάζει ιστορική με θρησκευτικές προεκτάσεις, και άλλοτε μοιάζει πολεμική με οικονομικές διαστάσεις. Ωστόσο, στην πυραμίδα, και ενδεχομένως ψηλότερα από την πυραμίδα, ακολουθούμε τα αχνάρια της σπαρακτικής, αν και γενναίας, διαδρομής του Νικήτα Ευγενικού ο οποίος, αφού πέσει θύμα συκοφαντίας, ευνουχίζεται από τον Ισαάκιο Κομνηνό. Αφήνει, λοιπόν, στη μέση το φλογερό του ειδύλλιο και γίνεται το δεξί χέρι του Ισαάκιου Β’ Αγγέλου για να βουλιάξει στις ίντριγκες, στις συνωμοσίες, στις ραδιουργίες, στις βουλιμικές εμμονές γελοίων αρχόντων, σε ό,τι, με άλλα λόγια, τρέχει στους οχετούς των ψυχών. Ευτυχώς γι’ αυτόν, ξαναβρίσκει την αγαπημένη του, μόνο που, και πάλι, οι συμβάσεις και οι τυπολατρείες δεν του επιτρέπουν να τη χαρεί.
Μένω εδώ, γιατί, όντως, οι ανατροπές στο μυθιστόρημα είναι εκθεμελιωτικές και κατακλυσμιαίες. Κι ενώ η σκληρότητα εμφανίζεται σαν παχιά κρούστα, μόλις τη γδάρετε λίγο με το νυχάκι σας θα αντικρίσετε μια σπάνια, και εξόχως διατυπωμένη, τρυφερότητα.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Μυθιστορία βυζαντινών παθών

Χρήστος Αργυρού, Ο άνθρωπος του βασιλέως, μεσαιωνική μυθιστορία,
Λάρνακα, Βιβλιοεκδοτική, 2009, σελ. 250

Ο Χρήστος Αργυρού γεννήθηκε στη Γιαλούσα το 1972, τη χρονιά κατά την οποίαν ο Θεοδόσης Νικολάου ανέλαβε καθήκοντα γυμνασιάρχη στο εξατάξιο Γυμνάσιο της ίδιας κωμόπολης. Στον λόγο που εκφώνησε κατά την αφυπηρέτησή του, ο αείμνηστος ποιητής και φιλόλογος δεν παρέλειψε να τη μνημονεύσει: «Καημένη Γιαλούσα, είχες το πρόσωπό σου σαν τριαντάφυλλο· τώρα;»
Οι σπουδές του Χρ. Αργυρού στον κλάδο της Ιστορίας και Αρχαιολογίας, με ειδίκευση στη βυζαντινή τέχνη, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο του Birmingham κατευθύνουν αρκετές από τις λογοτεχνικές του ενασχολήσεις, ποιήματα, διηγήματα και ειδικότερα το μυθιστόρημά του. Εμφανίστηκε στα γράμματα με ένα ερωτικό διήγημα («Ο παράφορος έρωτάς μου με την π», Νέα Εποχή, τχ. 291, Χειμώνας 2006-2007, σσ. 55-56), όσο ερωτική μπορεί να είναι η σχέση με μια παττίχα, που έχει όμως γυναικεία χαρακτηριστικά. Πάντως, στο διήγημα αυτό, όπως και στο υπό δημοσίευση «Βούτσες σγοιαν τα πομιλόρκα τζιαι στομόσσειλα κκεράζιν», που είναι γραμμένο εξολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα, φαίνονται η ετοιμότητα και η δεξιότητα του νέου διηγηματογράφου να αξιοποιεί αποτελεσματικά το χιούμορ, το απρόοπτο και το παράδοξο και να εμποτίζει ταυτόχρονα την πρόζα με στοιχεία της ποίησης, για να τραγουδήσει με ανάλαφρες νότες και λυρικές πινελιές τον έρωτα· την παντοδυναμία του ερωτικού πόθου και τα αδιέξοδά του. Ειδικά το ιδιωματικό αφήγημά του αποτελεί υπόσχεση αλλά και επιβεβαίωση ότι η κυπριακή διάλεκτος μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω, όχι μόνο στην ποίηση και το θέατρο αλλά και στον πεζό λόγο.
Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του είναι μια συλλογή ποιημάτων (Κατάδυση στο χρόνο, 2008), που έχει τιμηθεί πρόσφατα με κρατικό βραβείο. Στη συλλογή αυτή, τα πιο προσωπικά ποιήματα επιτάσσονται, για να προταχθεί μια σειρά από τέσσερα ιστορικά ποιήματα. Τα τρία από αυτά («Των αστεριών τα περπατήματα», «Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης» και «Απάντησις σε λατίνο επίσκοπο») αντλούν τη θεματική τους από τη βυζαντινή περίοδο και μας προδιαθέτουν, όχι μόνο με τη θεματική τους αλλά και με τη γλώσσα, το ύφος ή την (ανθρωποκεντρική) προσέγγιση της Ιστορίας, για το δεύτερο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος του βασιλέως, που κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα. Είναι το πρώτο αξιόλογο δείγμα που προέρχεται από έναν εκπρόσωπο της πιο πρόσφατης λογοτεχνικής «γενιάς» και το δεύτερο κυπριακό μυθιστόρημα με βυζαντινή θεματική, ύστερα από το δίτομο έργο της Ρήνας Κατσελλή Στα βουνά της τραμουντάνας (1973-1974). Η «μυθιστορία» του Χρ. Αργυρού αποκτά περισσότερη σημασία, αν σκεφτούμε ότι στην Κύπρο, ιδίως ανάμεσα στους νέους συγγραφείς, το καλό μυθιστόρημα σπανίζει – παρά το γεγονός ότι έχουν εκδοθεί από τη δεκαετία του 1960 και εξής μια δεκαριά σημαντικά και αξιόλογα δείγματα, που οφείλονται κυρίως σε εκπροσώπους της δυναμικής «γενιάς» του 1960 και λιγότερο σε συγγραφείς που εμφανίστηκαν μετά το 1974.
Κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες παρατηρήθηκε μια στροφή στο ελληνικό μυθιστόρημα για αξιοποίηση της παλιότερης ιστορίας. Ας θυμηθούμε εδώ ότι το ιστορικό μυθιστόρημα καλλιεργήθηκε στον ελληνικό χώρο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυρίως από τους Αλέξανδρο Ραγκαβή (Ο αυθέντης του Μορέως, 1850), Στέφανο Ξένο (Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1861), Κωνσταντίνο Ράμφο (Ο Κατσαντώνης, 1862), Εμμανουήλ Ροΐδη (Η πάπισσα Ιωάννα, 1866), Δημήτρη Βικέλα (Λουκής Λάρας, 1879) και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Οι έμποροι των εθνών, 1882-1882, Η γυφτοπούλα, 1884). Ακολούθησε ένα δεύτερο κύμα, στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με τους Άγγελο Τερζάκη (Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ, 1945), Μ. Καραγάτση (λ.χ. Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, 1944), Παντελή Πρεβελάκη (λ.χ. Ο Κρητικός, 1948-1950) και Θανάση Πετσάλη-Διομήδη (λ.χ. Οι Μαυρόλυκοι, 1947-1948). Από τη δεκαετία του 1990 εξελίσσεται μια νέα φάση του ιστορικού μυθιστορήματος με τη συμβολή συγγραφέων όπως οι Θανάσης Βαλτινός, Ρέα Γαλανάκη, Μάρω Δούκα και Αλέξης Πανσέληνος. Ο Άνθρωπος του βασιλέως μπορεί να ενταχθεί σε μια ειδικότερη ομάδα πεζογραφημάτων, που αντλούν τη θεματική τους από τη βυζαντινή περίοδο. Τέτοια μυθιστορήματα έχουν γράψει, εκτός από τη Ρήνα Κατσελλή, και οι Μάρω Δούκα (Ένας σκούφος από πορφύρα, 1995), Ισμήνη Καπάνταη (Το άλας της γης, 2002), Πασχάλης Λαμπαρδής (λ.χ. Η κοιλάδα των σπαθιών, 2008), Παναγιώτης Αγαπητός (λ.χ. Το εβένινο λαούτο, 2003· Ο χάλκινος οφθαλμός, 2006) αλλά και ξένοι συγγρα-φείς, όπως ο Άλαν Γκόρτον (Ο σφετεριστής του βυζαντινού θρόνου, 2005) κ.ά. Ο Χρ. Αργυρού έχει υπόψη του τέτοια μυθιστορήματα βυζαντινής θεματικής και ενδεχομένως αξιοποιεί ορισμένα στοιχεία τους.
Έχει επισημανθεί ότι οι πλείστοι μυθιστοριογράφοι της εποχής μας δεν επιδιώκουν να εκφράσουν την ιδεολογία της επίσημης ιστοριογραφίας ή να καθρεφτίσουν το ιστορικό παρόν μέσα από τις ιστορικές περιπέτειες του παρελθόντος. Αντίθετα, παρατηρείται συνήθως μια πολυφωνική προσέγγιση της ιστορίας, αφού αυτή θεωρείται πια ένα ανοιχτό και ρευστό πεδίο έρευνας και ερμηνείας, και πάνω απ’ όλα μια γλωσσική κατασκευή, που δεν αποβλέπει να πείσει τον σύγχρονο αναγνώστη για την ιστορική της αλήθεια, αλλά να υποβάλει μια προσωπική ανάγνωση της παλιότερης ιστορίας.
Ο ορισμός της πεζής μυθιστορίας από τον M. H. Abrams μας βοηθά να κατανοήσουμε τον ειδολογικό προσδιορισμό του βιβλίου του Χρ. Αργυρού, όπως συνοψίζεται στον υπότιτλό του («μεσαιωνική μυθιστορία»). Σύμφωνα με τον Abrams, η πεζή μυθιστορία (prose romance) «έχει ως προδρόμους την ιπποτική μυθιστορία του Μεσαίωνα και το γοτθικό μυθιστόρημα του ύστερου 18ου αιώνα. Συνήθως παρουσιάζει χαρακτήρες που διακρίνονται ιδιαίτερα είτε ως ήρωες είτε ως αχρείοι, ως κύριοι ή θύματα μιας κατάστασης. Ο πρωταγωνιστής είναι συχνά μοναχικός και σχετικά απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Η δράση συνήθως τοποθετείται στο ιστορικό παρελθόν και η ατμόσφαιρα είναι τέτοια ώστε να αναστέλλει τις προσδοκίες του αναγνώστη, που βασίζονται στην εμπειρία της καθημερινότητας. Η πλοκή της πεζής μυθιστορίας δίνει έμφαση στην περιπέτεια και συχνά έχει τη μορφή της αναζήτησης ενός ιδανικού ή της καταδίωξης ενός εχθρού. Τα ρεαλιστικά ή ενίοτε μελοδραματικά γεγονότα του προβάλλουν συμβολικά, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, τις πρωταρχικές και μύχιες επιθυμίες, ελπίδες και ανησυχίες του ανθρώπου, και ως εκ τούτου παρουσιάζουν αναλογίες με το υλικό του ονείρου, του μύθου, της τελετουργίας και της λαϊκής παράδοσης» (Λεξικό λογοτεχνι-κών όρων, Αθήνα, Πατάκης, 2005, σ. 289-290).
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα πλείστα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά εφαρμόζονται και στη μυθιστορία του Χρ. Αργυρού, που τοποθετεί τη δράση της κατά τη δεκαετία 1185-1195, δηλαδή στα χρόνια της βασιλείας του Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου, παραμονές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Η Κύπρος γνωρίζει τότε την τυραννία του Ισαάκιου Κομνηνού (1182-1191), για να περάσει στα χέρια του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, που θα την πουλήσει σχεδόν αμέσως στους Ναΐτες ιππότες, και αυτοί θα τη μεταβιβάσουν στη δυναστεία των Λουζινιανών (1192). Την ίδια εποχή ο άγιος Νεόφυτος μονάζει στην Εγκλείστρα του και καταγράφει, μαζί με το θεολογικό του έργο, και τις δοκιμασίες του τόπου του στο πιο αξιόλογο κείμενό του Περί των κατά χώραν Κύπρον σκαιών (πρωτοεκδόθηκε το 1681).
Η κεντρική μορφή της μυθιστορίας, ο «άνθρωπος του βασιλέως», δηλαδή ο κυπριακής καταγωγής Νικήτας Ευγενικός, είναι πλασματικό πρόσωπο· επινοήθηκε από τον συγγραφέα για να λειτουργήσει ως συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στο ιστορικό υλικό και τη μυθοπλασία. Η αφηγηματική αυτή μορφή αποδεικνύεται, πράγματι, αρκετά λειτουργική για την προώθηση της μυθοπλασίας. Εξαρχής ο νεαρός Νικήτας, γόνος αρχοντικής οικογένειας, πέφτει θύμα της τυραννίας του Ισαάκιου Κομνηνού: υποβάλλεται σε ορχεοτομία και διαπομπεύεται στους δρόμους της Λευκωσίας, με την άδικη κατηγορία της πορνείας και της μοιχείας, ενώ ο ίδιος βίωνε τότε τον πρώτο, αγνό έρωτά του με την αγαπημένη του Αριάδνη. Με τις συμβουλές του Νεόφυτου του Έγκλειστου, ο ευνουχισμένος νέος αποφασίζει να γίνει μοναχός σε μοναστήρι στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, όπου, ως δόκιμος Νικόλαος, διαβάζει και αντιγράφει παλιά χειρόγραφα. Ωστόσο, για τις ανάγκες τις μυθοπλασίας, ο κεντρικός ήρωας εγκαταλείπει τη μοναστική ζωή για να βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, ως σύμβουλος (πρωτοβεστιάριος) του νέου αυτοκράτορα, του Ισαάκιου Αγγέλου, και να ρυθμίζει την τύχη μιας αυτοκρατορίας. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη των πραγμάτων, τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά και την εσωτερική διακυβέρνηση, τη ζωή στο παλάτι, τις πλεκτάνες και τα πάθη όσων αλώνονται από τον δαίμονα της πολιτικής και της πορνείας.
Όσο ο Νικήτας διεκπεραιώνει με επιτυχία τις αποστολές του ως «αποκρισάριος» του βασιλιά σε Ανατολή και Δύση, για να εξασφαλίσει συνθήκες ειρήνης με τους εχθρούς που καραδοκούν να κατακτήσουν τη Βασιλεύουσα, ο ίδιος βιώνει βουβά το προσωπικό του δράμα· τον ακρωτηριασμένο ανδρισμό του και τον ανολοκλήρωτο έρωτά του με την Αριάδνη, η οποία, και πάλι για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, βρίσκεται στην Πόλη, αλλά έχει γίνει μοναχή. Από τις πιο ωραίες σελίδες του βιβλίου είναι οι ερωτικές επιστολές που ανταλλάσσουν ο Νικήτας και η Αριάδνη, για να εξυμνήσουν και να προβάλουν τη δύναμη της αγνής και ανιδιοτελούς αγάπης τους.
Όλα δείχνουν ότι η Βασιλεύουσα οδηγείται στην παρακμή και, μοιραία, στην καταστροφή. Ο πρωτοβεστιάρος, αφού διαπιστώνει ότι οι συμβουλές του δεν εισακούονται από τον βασιλιά, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να γυρίσει στην Κύπρο, που είχε περάσει στα χέρια του Λουζινιανών. Η πτώση του αυτοκράτορα δεν αργεί· χάνει τον θρόνο του από τον αδελφό του, για να διαπομπευθεί με τον τρόπο που είχε διαπομπεύσει και ο ίδιος τον προκάτοχό του, τον Ανδρόνικο Κομνηνό.
Στο προτελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος παρακολουθούμε μέσα από το βλέμμα του χρονικογράφου Νικήτα Χωνιάτη την άλωση και την καταστροφή της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους το 1204 (εδώ ξεφεύγουμε κατά εννιά χρόνια από το βασικό χρονικό πλαίσιο του κειμένου). Ένα από τα θύματα της βίας των Σταυροφόρων είναι η μοναχή Άννα, δηλαδή η Αριάδνη, που αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Νικήτα στο νησί τους. Όμως, ενώ πληροφορούμαστε το άδοξο τέλος της Αριάδνης, δεν μαθαίνουμε τι απέγινε ο πρωταγωνιστής του κειμένου. Πάντως, το ιστορικό πρόσωπο του Νικήτα Χωνιάτη παρουσιάζει ενδιαφέρουσες αναλογίες με τον πρωταγωνιστή της μυθιστορίας, ο οποίος συνδέεται παράλληλα με το χωριό (ή «πρόνοια») Νικήτα της Θεομόρφου (δηλ. της Μόρφου). Καθόλου τυχαία ο Νικήτας Χωνιάτης, που είχε ανάλογα αξιώματα στο παλάτι των Βλαχερνών, εμφανίζεται να συμβουλεύει και να καθοδηγεί τον πρωταγωνιστή της μυθιστορίας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο μεταφερόμαστε, με ένα τεράστιο χρονικό άλμα, στην Κωνσταντινούπολη του 2006, για να παρακολουθήσουμε την ανασκαφή της Μονής της Κεχαριτωμένης από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή με επικεφαλής τον Henry James. Ο συνονόματος του γνωστού μυθιστοριογράφου ανακαλύπτει χειρόγραφο του Νικήτα Χωνιάτη για την ιδιωτική ζωή των αξιωματούχων της εποχής του – και για τον έρωτα του Νικήτα με τη μοναχή Άννα, που επιβεβαιώνεται σε περγαμηνή που χάρισε ο πρώτος στη δεύτερη με τη ρήση του Φιλόστρατου για τη δύναμη και την αξία της αγάπης και του έρωτα. Με άλλα λόγια, η ερωτική μυθοπλασία, και ειδικά ο αγνός αλλά ατελέσφορος έρωτας, εξελίσσεται σε βασικό θεματικό άξονα του βιβλίου και έρχεται ως αντίβαρο στα οξυμένα πολιτικά πάθη.
Περνώντας σε ζητήματα τεχνικής, θα μπορούσαμε να πούμε πολύ συνοπτικά ότι ο Άνθρωπος του βασιλέως αρθρώνεται σε 27 σύντομα κεφάλαια, ενώ η αφήγηση εξελίσσεται γραμμικά, ακολουθώντας τη δομή ή και ρητορικούς τρόπους των μεσαιωνικών χρονικών. Σε αρκετές περιπτώσεις ενσωματώνονται, συνήθως εύστοχα και λειτουργικά, λέξεις και εκφράσεις της βυζαντινής περιόδου αλλά και της μεσαιωνικής κυπριακής διαλέκτου με βάση γραπτές πηγές (όπως το Χρονικό του Μαχαιρά και τα αναγεννησιακά ποιήματα του 16ου αιώνα).
Το μυθιστόρημα του Χρ. Αργυρού έχει αρκετές αφηγηματικές αρετές, κυρίως όταν απεικονίζονται χώροι και μνημεία (λ.χ., η Κωνσταντινούπολη και ο ναός της Αγίας Σοφίας), ή όταν ανασύρεται στην επιφάνεια η εσωτερική πάλη του ευνουχισμένου Νικήτα, οι ψυχολογικές συγκρούσεις και μεταπτώσεις του, όταν νιώθει διχασμένος ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Τέτοιες ενδοσκοπήσεις συμβάλλουν στην ανάδειξη του προσώπου του πρωταγωνιστή, που είναι, τελικά, ο μοναδικός σχετικά ολοκληρωμένος αφηγηματικός χαρακτήρας του έργου. Το κείμενο είναι καλογραμμένο (το «κοιλοπόνημά» του κράτησε εφτά χρόνια, από το 2000 έως το 2007) και εύληπτο, διαβάζεται μονορούφι και δεν κουράζει. Ανάμεσα στις αρετές της γραφής του θα μπορούσε να αναφερθεί και η σποραδική αξιοποίηση του χιούμορ, που θα μπορούσε, όμως, να είναι πυκνότερη. Αξιοσημείωτη είναι και η προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει την ψυχολογία του «όχλου» κατά τη διαπόμπευση του Ανδρόνικου Κομνηνού, ή να φωτίσει το πρόσωπο και την κρυμμένη ζωή των ευνούχων, ή να προβάλει αντιλήψεις της εποχής για τη μαγεία, τις σολομωνικές, τις δεισιδαιμονίες κτλ.
Είναι δύσκολο να πει κανείς αν ο συγγραφέας κατόρθωσε να συλλάβει την αύρα της βυζαντινής περιόδου που εξιστορεί, ή αν κατόρθωσε να αποδώσει τα ήθη της εποχής αυτής. Αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί, αφού δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με επάρκεια την καθημερινή ζωή μιας τόσο μακρινής εποχής ή τις πιο αθέατες πλευρές της ιστορίας. Θα μπορούσε να ειπωθεί με περισσότερη ασφάλεια ότι ο μυθιστοριογράφος δεν παρεκκλίνει αισθητά από την επίσημη ιστοριογραφία – παρά το γεγονός ότι δοκίμασε να προσεγγίσει τα ιστορικά πράγματα ανθρωποκεντρικά, μέσα από την ατομική περίπτωση του πλασματικού πρωταγωνιστή του. Πάντως, σε ορισμένες σελίδες (λ.χ., σσ. 92-94) δίνεται η αίσθηση ότι το ιστορικό υλικό «βαραίνει», και ότι θα μπορούσε να διοχετευθεί περισσότερο έμμεσα και διακριτικά, με μικρές και ελεγχόμενες δόσεις – σύμφωνα και με τις συμβουλές του Walter Scott, εισηγητή του ιστορικού μυθιστορήματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας λειτουργεί περισσότερο ως ιστορικός παρά ως μυθιστοριογράφος. Αλλά και από την πρόταξη αρκετών ιστορικών πληροφοριών (στο Προλογικό σημείωμα, το Χρονολόγιο, τη Γενεαλογία της δυναστείας των Αγγέλων και τους Χάρτες), είναι φανερό ότι ο συγγραφέας επιδιώκει να ενημερώσει πρώτα τον αναγνώστη του, για να τον βοηθήσει να παρακολουθήσει πιο εύκολα το κείμενο. Ωστόσο, οι ιστορικές αυτές πληροφορίες θα ήταν καλύτερα να περιοριστούν στο τέλος του βιβλίου, μαζί με το πολύ χρήσιμο Γλωσσάριο.
Το εξώφυλλο της έκδοσης φαίνεται απόλυτα ταιριαστό με το περιεχόμενό του: Όπως με πληροφόρησε ο συγγραφέας, η μορφή που παριστάνεται στο εξώφυλλο είναι λεπτομέρεια από χειρόγραφο του 11ου ή 12ου αιώνα, που προέρχεται από τη Μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος (Κώδικας 61, φ. 1β: «Λειτουργικές Ομιλίες» του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού). Ο εικονιζόμενος, που προσφέρει κώδικα στον Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, είναι ανώνυμος νεαρός ευγενής, ίσως αξιωματούχος, όπως υποδηλώνεται από την πλούσια στολή και το πορφυρό χρώμα της χλαμύδας του. Η φιγούρα αυτή φαίνεται να παραπέμπει στον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος. Εξάλλου, η μισοκρυμμένη στο «αυτί» του βιβλίου μοναχή (λεπτομέρεια από χειρόγραφο που βρίσκεται στο Lincoln College της Οξφόρδης και χρονολογείται στα 1327-1342) φαίνεται να παίρνει τον ρόλο της Αριάδνης και να «συνομιλεί» διακριτικά με τον Νικήτα. Η παράσταση στο χειρόγραφο απεικονίζει την ηγουμένη και τις μοναχές της Θεοτόκου Βεβαίας Ελπίδας από το τυπικό της μονής. Οι παραπάνω εικόνες και οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Γιώρ-γου Γαλάβαρη Ζωγραφική βυζαντινών χειρογράφων (Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1995).
Ο Χρ. Αργυρού παραμένει ποιητής και σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματός του. Έχει εξαιρετική αίσθηση της γλώσσας και μπολιάζει, συνήθως αποτελεσματικά, τον πεζό λόγο με στοιχεία της ποίησης. Σε λίγες περιπτώσεις, ίσως, θα μπορούσε να ελέγξει περισσότερο τον ποιητικό του οίστρο και να είναι πιο φειδωλός στη χρήση «λυρικών» ή «καλολογικών» εκφράσεων. Όσο μπορώ να κρίνω, ο συγγραφέας κερδίζει το στοίχημα της αληθοφάνειας, αφού κατορθώνει να πλάσει ένα μυθοπλαστικό σύμπαν που πείθει για τη μυθιστορηματική του αλήθεια. Μακάρι να συνεχίσει να γράφει ιστορικά ή άλλα μυθιστορήματα (αλλά και ποιήματα και διηγήματα), αντλώντας θέματα και από τη νεότερη και τη σύγχρονη κυπριακή ζωή. Άλλωστε η εποχή μας, που δεν υστερεί καθόλου σε βυζαντινισμούς, έχει να του προσφέρει άφθονο υλικό για μυθοπλασίες.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ

Ο Χρήστος Αργυρού σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρον προς τη βυζαντινή αρχαιολογία. Στα χρόνια των σπουδών του έλαβε μέρος σε ανασκαφές και αρχαιολογικές δραστηριότητες στην Ελλάδα και στην Κύπρο, που πλούτισαν τις γνώσεις και την εμπειρία του. Στο Μπέρμινγχαμ έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη βυζαντινή αρχαιολογία και επέστρεψε στην Κύπρο με την επιθυμία να σταδιοδρομήσει ως αρχαιολόγος. Η καιρική στένωση των πραγμάτων, οι συγκυρίες και οι πιεστικές ανάγκες μετά την Τουρκική εισβολή τον έστρεψαν στην Εκπαίδευση, όπου τα ενδιαφέροντά του για την Αρχαιολογία και οι γνώσεις του βρήκαν στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας γόνιμο έδαφος καλλιέργειας αναδεικνύοντας και μέσα στην τάξη και με δημοσιεύματα την αξία της καλής γνώσης της Ιστορίας και Αρχαιογνωσίας στη διαμόρφωση χρησίμων πολιτών. Συχνά συναντώ νεαρούς μαθητές του, στους οποίους έχει καλλιεργήσει την αγάπη για την Αρχαιολογία, και χαίρομαι τη μια γενιά να διαδέχεται την άλλη.

Τώρα, με το βιβλίο αυτό, μας ξαφνιάζει με την ορμητική ανάγκη του να εκφρασθεί αλλιώς, έξω από επιστημονικά και παιδαγωγικά πλαίσια, με τη λογοτεχνία που, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ο μόνος τρόπος που λέγοντας κανείς ψέμματα λέγει την αλήθεια. Τί είναι, λοιπόν, το βιβλίο «Ο άνθρωπος του βασιλέως» του Χρήστου Αργυρού, που ο ίδιος χαρακτηρίζει μεσαιωνική μυθιστορία; Περί της πλοκής, των χαρακτήρων και της λογοτεχνικής παρουσίας του έχει ομιλήσει ο καθηγητής κ. Λευτέρης Παπαλεοντίου. Στη σύντομη ομιλία μου θα περιορισθώ σε κάτι άλλο, στη σχέση του βιβλίου με το Βυζάντιο.

Παλιότεροι ιστορικοί χαρακτήριζαν το Βυζάντιο Bas Empire, παρηκμασμένη δηλαδή αυτοκρατορία, καθώς κοίταζαν την περίοδο αυτή με μάτια εθισμένα στην ανάγνωση της Αρχαιότητας. Στον 20ο αι., και στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος, οι σπουδές για το Βυζάντιο γνώρισαν ανάπτυξη και εστράφησαν στην έρευνα κυρίως του θρησκευτικού, χριστιανικού Βυζαντίου. Ήδη όμως από το διεθνές συνέδριο βυζαντινών σπουδών στη Βιέννη το 1981 η καθημερινή ζωή του Βυζαντίου ελκύει ολοένα και περισσότερο τους νεωτέρους ερευνητές και η ιδιάζουσα τέχνη του αναζητεί νέες προσεγγίσεις.

Εν τω μεταξύ πολλά έχουν αλλάξει. Τα τελευταία 25 χρόνια τα μεγάλα μουσεία, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη, Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, Λούβρο στο Παρίσι, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη διοργάνωσαν μεγάλες εκθέσεις περί Βυζαντίου, και άλλες ειδικότερες, στο Μουσείο Μπενάκη και τη Βασιλική Ακαδημία προσφάτως στο Λονδίνο. Θυμίζω εδώ στην Κύπρο την έκθεση «Βυζαντινή μεσαιωνική Κύπρος» (1998). Οι εκθέσεις αυτές γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και έγιναν ευρύτερα γνωστές με τη δημοσίευση λαμπρών καταλόγων και μαρτυρούν την εμφάνιση διεθνούς ενδιαφέροντος για το Βυζάντιο, καθόλου τυχαίο σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και ηλεκτρονικής τεχνολογίας . Και η μέν ομοιομορφία της παγκοσμιοποίησης έχει ανάγκη από την ποικιλία και τη ζωντάνια των πολιτισμών, η δε απόλυτη συναρμογή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας από μία εξήγηση όταν ξαφνικά προκύπτει ότι 1+1 δεν κάνουν 2. Απαντήσεις και στις δύο περιπτώσεις δίδει το Βυζάντιο ως ευρισκόμενο ανάμεσα στον ορθολογισμό της Δύσης και τον μη ορθολογισμό της Ανατολής. Το Βυζάντιο, Κυρίες και Κύριοι, σκέπτεται ανατολικά, αλλά μιλά δυτικά.

Γι’ αυτό το λόγο η αναπαράσταση του Βυζαντίου είναι πρόβλημα. Για μας που είμαστε παιδιά του ορθολογισμού της Αναγέννησης πιο εύκολα φανταζόμαστε τον Σωκράτη στην Αγορά των Αθηνών παρά τον Πτωχοπρόδρομο στο παζάρι της Κωνσταντινούπολης. Δείτε στον κινηματογράφο: Πού είναι οι ταινίες για το Βυζάντιο, σαν την αξεπέραστη ακόμη Οδύσεια με τον Κέρκ Ντάγκλας καλούπι στον ρόλο του Οδυσσέα; Ταινίες περί Ελληνικής Αρχαιότητας είναι πολλές, συχνά με αφομοιωμένη τη γνώση των πηγών, των έργων τέχνης και των αρχαιολογικών ανακαλύψεων, που προχωρούν μέχρι την απομυθοποίηση του μύθου, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος του Όλιβερ Στόουν, ή σε γραφή κόμικς, όπως οι 300 του Λεωνίδα του Frank Miller. Ο «Αλέξανδρος Νέφσκι» και ο «Ιβάν ο Τρομερός» του Αϊζενστάιν είναι περισσότερο ρωσικοί παρά βυζαντινοί, και στον «Αντρέι Ρουμπλιώφ» του Ταρκόφσκυ ο ζωγράφος Θεοφάνης ο Έλλην, που εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη του 14ου αι. για να βρεί αδέσμευτο καλλιτεχνικό πεδίο στη Ρωσία, είναι απλώς μία περίεργη φιγούρα. Οι φιλότιμες μεσαιωνικές ταινίες του ΡΙΚ στηρίζονται όχι μόνον σε ό, τι μεσαιωνικό διασώζει η παράδοση της Κύπρου αλλά και στον λόγο και τη θεατρική εκφώνησή του.

Στην αναπαράσταση του Βυζαντίου, λοιπόν, έρχεται να συμβάλει η λογοτεχνία, και μάλιστα η νεοελληνική λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια πολλοί τίτλοι, όπως γνωρίζετε, βυζαντινών βιβλίων εμφανίζονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, και μπορούμε να πούμε ότι το Βυζάντιο είναι σήμερα της μόδας στη νεοελληνική λογοτεχνία και η προσέγγισή του προκαλεί το ενδιαφέρον συγγραφέων, εκδοτών και αναγνωστικού κοινού. Τα ερωτήματα λοιπόν είναι δύο: με ποιό τρόπο οι συγγραφείς αναπαριστούν το Βυζάντιο; Τι είδους Βυζάντιο αναπαρίσταται; Η Ρήνα Κατσελλή στα «Βουνά της Τραμουντάνας» αφομοίωσε το πολύτομο έργο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» για να αποδώσει πειστικά τον λυρισμό της μεσαιωνικής Κύπρου. Ο Παναγιώτης Αγαπητός χρησιμοποιεί τις πολλές και πρωτότυπες φιλολογικές και ιστορικές γνώσεις του για το Βυζάντιο, και βρίσκει ότι το σασπένς του αστυνομικού μυθιστορήματος που γράφει, ταιριάζει να ενδύεται βυζαντινά επειδή και τα δύο για να εκφρασθούν σκέπτονται μη ορθολογικά .

Με ποιό τρόπο λοιπόν ο Χρήστος Αργυρού προσεγγίζει το Βυζάντιο; Και ποιό Βυζάντιο;

1. Είναι κατανοητό ότι κοινός τόπος στα ιστορικά μυθιστορήματα είναι οι εξειδικευμένες γνώσεις του συγγραφέα, που επηρεάζουν την επιλογή του χρόνου, του χώρου και του τρόπου. Γι αυτό και ο αναγνώστης οφείλει να συμπορεύεται μαζί του για να έχει ασφαλή προσανατολισμό. Το ιστορικό σημείωμα, το χρονολόγιο από το 1183-1195, το γενεαλογικό δένδρο της οικογενείας των Αγγέλων, το γλωσσάρι με βυζαντινούς όρους, ο χάρτης του Βυζαντίου στον 12ο αι. και το τοπογραφικό της Κωνσταντινουπόλεως, που σχεδίασε η Λεόνη Μενογιάτη, καλόν είναι να μην τα προσπερνά ο αναγνώστης διότι είναι αναπόσπαστα μέρη του μυθιστορήματος.
2. Ο συγγραφέας επέλεξε να ντύσει το μυθιστόρημά του στον 12ο αι. για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή το τέλος του 12ου αι., πριν από την κατάληψη της Πόλης από τους Λατίνους (1204), είναι ο δραματικός επίλογος περιόδου ακμής, και δεύτερον, επειδή στο 12ο αι. το Βυζάντιο έχει έντονη παρουσία στην Κύπρο, όπως μαρτυρούν κείμενα και πασίγνωστα μνημεία.
3. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου είναι αυτοτελές και θα μπορούσε να διαβαστεί μεμονωμένα διότι παράλληλα με την αφήγηση διαπραγματεύεται και κάποιο θέμα βυζαντινού πολιτισμού, που έχει απασχολήσει τον συγγραφέα. Εύκολα αναγνωρίζει κανείς π.χ. ότι το 7ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως και της Αγίας Σοφίας, το 5ο στη διαπόμπευση ενός αυτοκράτορα, το 8ο και το 12ο σε τελετές της αυτοκρατορικής αυλής, το 10ο στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Νορμανδούς και τους Τούρκους του Ικονίου, το 13ο στην εξάπλωση της λατρείας του αγίου Δημητρίου στους Βουλγάρους, το 14ο στα χερσαία τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, το 15ο στον βυζαντινό πόλεμο εν γένει, το 18ο στη μαγεία στο Βυζάντιο, το 19ο στους Νορμανδούς της Σικελίας και τις εκκλησίες στο Παλέρμο με τα βυζαντινά ψηφιδωτά, το 20ο και το 24ο στο παλάτι των Βλαχερνών, το 21ο στην αυλή του Σαλαντίν, το 23ο στη βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, το 26ο στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Μέσα από τα κεφάλαια του βιβλίου προκύπτει ένα Βυζάντιο κοσμικό και θρησκευόμενο αλλά όχι θεοκρατικό. Ακόμη και όταν προσεύχεται είναι γεμάτο ζωή, χαρές και κακίες, ανθρώπους με προτερήματα και ελαττώματα, όπως πάντοτε και παντού άλλωστε.
4. Είναι τόσο φανερή η παρουσία του Βυζαντίου ώστε θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας πρώτα επέλεξε τα βυζαντινά θέματα και κατόπιν τα ενέπλεξε στο μυθιοστόρημα. Στα τελευταία κεφάλαια, που είναι και πληρέστερα, η παρουσία των πηγών είναι λιγότερο εμφανής και ισορροπεί με την αφήγηση και την πλοκή.
5. Στη γραφή του Χρήστου Αργυρού οι περιγραφές των τόπων, όπως το δάσος του Φιλοπατίου έξω από την Κωνσταντινούπολη, υποτάσσονται στις περιγραφές των γεγονότων, όπως συμβαίνει στη βυζαντινή ζωγραφική, όπου ο τόπος απλώς ενδύει το γεγονός, όπως π.χ. στην παράσταση της Κοιμήσεως της Παναγίας τα σπίτια περιβάλλουν την τελευτή ωσάν η σκηνή να λαμβάνει χώρα σε αστικό περιβάλλον.
6. Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν σκιαγραφούνται ως πρόσωπα και χαρακτήρες αλλά ως τύποι, όπως στη βυζαντινή ζωγραφική δεν υπάρχουν εξειδικευμένα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα ο άγιος Νικόλαος, με οποιαδήποτε τεχνοτροπία και αν έχει αποδοθεί, να είναι παντού άγιος Νικόλαος, και αναγνωρίζεται από όλους ως άγιος Νικόλαος ακόμη και σήμερα.
7. Τα δευτερεύοντα πρόσωπα του μυθιστορήματος είτε είναι καρικατούρες, όπως στη βυζαντινή ζωγραφική οι στρατιώτες στην παράσταση της Σταυρώσεως, είτε είναι αόρατα, όπως ο άγιος Νεόφυτος στην Εγκλείστρα, στον οποίο είναι αφιερωμένο το 3ο κεφάλαιο.
8. Η ορολογία τίτλων και αντικειμένων, ενδυμασιών και σκηνών καθημερινής ζωής, όπως κομμερκιάριος, πρωτοβεστιάριος, βορδονάριος, κουμπάρια, λατίνια και σανδάλια, κουτρούβια κ.ά. σκιαγραφούν την αφήγηση με τόνους βυζαντινούς.
9. Ξάφνιασμα προκαλεί η χρήση «περιέργων» λέξεων, που ανασύρονται από τον προφορικό λόγο της κυπριακής ή και φτιάχνονται από τον συγγραφέα – στο λουτρό για να λουτρακιστούν, θεγέ μου, το αγνό ευγενικόπουλο, αγνάντιαζαν – και είναι ένας τρόπος, με τον οποίο ο λόγος ξεφεύγει από τη φυσικότητα, όπως η βυζαντινή μουσική διαλύει τη γραμματική και συντακτική δομή, αλλά δεν εξαφανίζει τον λόγο ή όπως το θυμίαμα, είναι μεν φυσική οσμή απτή δια του καπνού, αλλά δεν συναντάται πουθενά στη φύση.
10. Μολονότι η Κύπρος είναι παρούσα σε αρκετά κεφάλαια δεν περιγράφεται το τοπίο της. Η μεσαιωνική της όμως παράδοση επηρεάζει τον συγγραφέα, όπως π.χ. οι ερωτικές επιστολές, που με τον τίτλο «Κρυφά λόγια της αγάπης» παρεμβάλλονται ανάμεσα στο 11ο και το 12ο κεφάλαιο, θα γραφόντουσαν διαφορετικά εάν ο συγγραφέας δεν γνώριζε τα μεσαιωνικά κυπριακά poèmes d’amour.
11. Όλα αυτά συνθέτουν, είτε το επεδίωξε ο συγγραφέας είτε όχι, μία ελλειπτική, μη κυριολεκτική εικόνα του κόσμου, όπου κυριαρχούν όχι οι άνθρωποι αλλά η περί των ανθρώπων αφήγησις. Και αυτό, νομίζω, όσο αντιλογοτεχνικό και αν φαίνεται, καθιστά την επίδραση του Βυζαντίου παρούσα στο βιβλίο του Χρήστου Αργυρού.
Στέκομαι σε ορισμένες σκηνές βίας, ευνουχισμών, ανασκολωπισμών, αποκεφαλισμών, που ομολογώ ότι με ξάφνιασαν με την έντασή τους. Συζήτησα το θέμα με φίλο του συγγραφέα, ο οποίος χαρακτήρισε τις σκηνές αυτές αποτροπαϊκές. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του βιβλίου, ο έρωτας, και μάλιστα ο παράφορος και απελπισμένος έρωτας. Οι ερωτικές σελίδες είναι οι ωραιότερες του βιβλίου και έχω τη γνώμη ότι η κεντρική ιδέα του βρίσκεται στη σελ. 198, στο 20ο κεφάλαιο: Τόσο ο ευνούχος όσο και η παλλακίδα ήταν δύο καταδικασμένες ψυχές σε μια χωρίς τέλος πορεία σε ένα αγκαθερό, σταθερό, δύσβατο και σκοτεινό μονοπάτι…ήταν δυό πλάσματα που αγαπούσαν παράφορα.

Ο ήρωας Νικήτας Ευγενικός αλλιώς ήθελε και αλλιώς έζησε τη ζωή του. Τελικά διασώζεται όχι, όπως θα νόμιζε κανείς, από την εμμονή στο καθήκον και την αναμμένη σπίθα ελπίδας και αισιοδοξίας που προκαλεί ο έρωτας, αλλά από την τελική αποστασιοποίησή του και από τα δύο.

1 σχόλιο

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1

 

 

Η Μαρία Κοκκινάκη γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου. Σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές:
Αντιθέσεις 2006
Η γούρνα με τα περιστέρια 2016

 

 

 

1-untitled-fr12

1-1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7

 

 

 

 

 

 

Η ΓΟΥΡΝΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (2016)

(Οπισθόφυλλο)

Η πόλη και έρωτας είναι δυο έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες
αλλά και κάθε μια αυθύπαρκτη και αυτόνομη. Είναι η διττή
υπαρξιακή πορεία ενός ανθρώπου, που σα διψασμένο περιστέρι
μετά από μια κουραστική περιπλάνηση θα αναζητήσει την πηγή
για να πιει νερό, να ξεδιψάσει, να ξεκουραστεί, και να
ξαναπετάξει για άλλες αναζητήσεις. Είναι η πηγή ζωής που έχει
ανάγκη ο ποιητής για να υπάρξει.

 

 

η πόλη

 

 

Αθήνα 2015

Αθήνα, πόλη νεκρή,
κι εμείς θρασείς περπατητές
πάνω στους τάφους.
Απόντες οι ποιητές.
Σε μια συμφωνημένη συσκότιση
τα λουκούλλεια γεύματα τελούνται
αγωνιωδώς καταπίνοντας το λιγοστό χρόνο
που παραμονεύει στην άλλη γωνία.

Απούσα η ελπίδα.
Τις λεωφόρους οργώνουν οι λαοί
για να δικαιώσουν την ιστορία
που θα μιλήσει για τη συλλογική ευθύνη.

Ενοχικές πορείες, σχολεία υπαίθρια,
ετοιμάζουν τους αυριανούς στρατιώτες.
Μαθαίνουν οι νέοι από τους παλιούς.
Η βιωματική μάθηση είναι η καλύτερη.
Τι να την κάνεις τη βιβλιογραφία!

Εσύ, μοναχά, ρομαντικέ ταξιδευτή,
από το γαλαξία των Γραφικών
επιμένεις ν’ αναζητάς την αλήθεια
πίσω απ’ τα ψέματα.

Σκάψε, σκάψε κάτι θα βρεις
σ’ αυτή τη χώρα που οι θησαυροί της
βρίσκονται πάντα κάτω απ’ το χώμα.
Πώς αλλιώς να δώσεις ελπίδα στους νέους
που σκοτώνονται στη Συρία, στην Παλαιστίνη,
στη Μοσούλη, στη Λιβύη
και πιότεροι ανάμεσα στα βιογραφικά
για αναζήτηση εργασίας
μέσα στη χώρα μου.

 

 

Ελλάδα

Θα βάλω βαθυγάλαζο σ’ ένα χαρτί
να παίζει η θάλασσα
και με τα χρώματα
θα ζωγραφίσω φύση:
παπαρούνες, μαργαρίτες,
κρόκους κι ασπάλαθους.
Στο βάθος
μια κουρασμένη βελανιδιά.

Μια γούρνα με τα περιστέρια
στην καρδιά σου
και έναν ήλιο καρφιτσωμένο
στο πέτο σου.
Τον άνεμο θα στείλω
να κυνηγήσει τους ανεμόμυλους
που έστησες και με περιπαίζεις.

Θα το κοιτώ και θα θυμάμαι
πόσο και πως σ’ αγάπησα
Παλιά μου άνοιξη, μικρή μου Ελλάδα,
ζωγραφιά μου εσύ
σ’ ένα χαρτί άλφα τέσσερα.

 

 

Νόστος

Χρόνια απών κι όμως ποτέ
δεν ήταν τόσο κοντά στην καρδιά μου
η θάλασσα που, θυμάμαι, έφτανε ως το παραθύρι μου.

Ίδιες, θα μου πεις, οι θάλασσες του κόσμου.
Μα η θάλασσα του τόπου μου έχει άλλο χρώμα,
θα σου πω,
άλλο ήχο, άλλο πόθο πάνω στο κύμα της.

Πατρίδα, εσύ, αλησμόνητη,
σε σένα κουρνιάζω
κάθε που οι ξένοι τόποι
αδειάζουν τα σπλάχνα μου·
μα όπου κι αν βρίσκομαι
το δικό σου πόνο κουβαλώ.

 

 

Χειμώνας

Ο καιρός άλλαξε.
Έβαλε κρύο.
Κι εμείς δεν προλάβαμε να ετοιμαστούμε στο σπίτι.
Βέβαια δεν ήμαστε μόνοι.
Κι αυτό μας ζέσταινε.
Όταν όμως πλάκωσε η βαρυχειμωνιά
ο καθένας βυθίστηκε μες στο παλτό του.
Προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται.
Το πρωί μας βρήκε χωριστά
ν’ αναζητούμε ποιος λείπει ανάμεσά μας.
Κανείς δεν είδε.
Μα όλοι είμαστε γνώστες της ενοχής μας.

 

 

Ψυχή και Άνεμος

Κατάρτια περίτεχνα καμωμένα
από τα πανάρχαια χρόνια
δοκιμάζουν τη σιγουριά του τεχνίτη
μέσα στης θάλασσας την αντοχή.

Στις κορυφές των δέντρων
και στα ακρόμυτα των καταρτιών
ξεκουράζεται ο άνεμος
σαν αποκάμνει απ’ το ταξίδι στα πέλαγα.

Κουρασμένε πολεμιστή,
ακούμπα στο κατάρτι σου
να ξαποστάσεις.
Θυμήσου ωστόσο:
αν δεν τολμήσεις
σαν την αμυγδαλιά το χειμώνα
δε θα θερίσεις καρπό την άνοιξη.

 

 

ο έρωτας

 

 

Αδυναμία παροχής

Πες μου αλήθεια γιατί μ’ ακολουθείς;
Γιατί πατάς στα βήματά μου;
Γιατί μετράς τον ίσκιο που φορώ
σα βγαίνω να περπατήσω στον κόσμο μου;
Το μετέωρο βήμα σου ακούγεται ως τα σπλάχνα μου.
Σμίγεις με τους ίσκιους των φύλλων
και σαν αγγέλου τίναγμα
προσγειώνεσαι στην καρδιά μου.
Παίζεις με το φως των αστεριών
περιπαίζοντας την πίστη της σελήνης
στο πρωινό ξημέρωμα.
Θροΐζεις πίσω από το νου μου, αέρας πλάνος,
φυλλορροώντας τις υποσχέσεις
που αθετείς εν τω άμα.
Μ’ αγαπάς, μου λες.
Γιατί, ωστόσο, σα σε ζητώ πάντα λείπεις;

 

 

Δια πταίσμα ασήμαντον

Έφυγες μια μέρα
με το φως του μεσημεριού
να λούζει την απορία μου.
Αυθαίρετη λύση μιας σχέσης
που κτίστηκε αστόχαστα
στην άκρη ενός ποταμού.
Η φωνή μου χάθηκε
σε ώτα απρόθυμα.
Κι εγώ καταδικάστηκα
δια πταίσμα ασήμαντον.

 

 

Παράβαση

Στενεύουν οι δρόμοι.
Οι αστυνόμοι καραδοκούν
κι εγώ παραβάτης του κώδικα.
Η κακή συνήθεια δεύτερη φύση
κι αφέθηκα πάλι να με παρασύρει.
Πώς να περπατώ πια
στις μικροπολιτείες των ταπεινών;

 

 

Χωριστά δρομολόγια

Μέσα από τα δρομολόγια της προσφυγιάς μου
ανιχνεύω τα λείψανα της κοινής μας πορείας.
Συνταξιούχος πια, να κλαδεύω τριανταφυλλιές
και συ γηραιός κύριος επιζήσας του ναυαγίου του
έρωτα.
Η ζωή μας μια βάρκα που χάθηκε χρόνια πριν
καθώς μοιραία συνάντησε κάποιον ύφαλο.
Οι προσπάθειες του πληρώματος
δε στάθηκαν ικανές να σώσουν το σκάφος
που, καθώς φαίνεται, ναυπηγήθηκε αστόχαστα.
Τα υπόλοιπα ταξίδια τα κάναμε χωριστά.

 

 

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ (2006)

 

 

Αθετημένη υπόσχεση

Όταν αποφάσισες να σκοτώσεις τη μοναξιά μου
σου είπα πως δε χρειάζεται, την έχω συνηθίσει πια
Με κοίταξες και μου ‘πες
εμένα θα με συνηθίσεις περισσότερο

Κρατούσες καλά τα μυστικά του έρωτα
Ωστόσο σου παράδωσα την αδικαίωτη νιότη μου
για να βάλεις τα θεμέλια στης ψυχής μου το μέλλον
Τα θα σου στεγνώσανε κι έφυγες

Κι απόμεινα εγώ στα περίχωρα της Ιεριχώς
να συντηρώ μια αθετημένη υπόσχεση

 

 

Ανθρώπινα

 

 

I

Καρποφόρες αγκαλιές και χείλη φωτιά
επισκέφτηκα και χθες μες στην κάμαρά σου
Μόνο που τη βρήκα πλημμυρισμένη από άρωμα λεβάντας,
που εμένα μου είχε τελειώσει μήνες πριν

II

Ερωτικές αιρέσεις, αδικαίωτη νιότη
κι εγώ σκόνταψα στον αγέρα που έφραζε το δρόμο για το αύριο
Χάθηκα και πάλι στ’ απατηλά σοκάκια της σκέψης μου
Εκεί σου χάρισα το χρόνο μου
κι εσύ μου ανταπόδωσες τη σιωπή σου

III

Είχαμε δώσει ραντεβού μπροστά στη βρύση
Οι φοινικιές ξεράθηκαν κι ο πλάτανος κουράστηκε να κάνει ίσκιο
«Διέκοψαν την παροχήν ύδατος, η υδροδότησις θα καθυστερήσει»
Νυχτώθηκα κι εγώ να περιμένω
Φεύγοντας σ’ είδα να ξεδιψάς τα νιάτα σου σ’ άλλη πηγή

 

 

Ασκητής

Πολύχρωμα αλαζονική η πολιτεία
και συ, παράταιρη μονόχρωμη πινελιά,
αναζητάς τ’ αναπάντητα γιατί της ύπαρξης
Μπορείς να πεις ότι τα ‘ζησες όλα;
Σαν ανεβαίνεις στο ασκηταριό της Ποίησης
κι αντικρύζεις, καθρέφτης ο βράχος, τις πορείες του Χρόνου,
πες μου αν έδωκες απάντηση σ’ όσα ρωτάνε τα παιδιά
όταν η αγωνία κι ο φόβος συντροφεύει τα όνειρά τους
Πες μου, λοιπόν, γιατί διαλέγεις τα εύκολα;

 

 

Εκούσιο θύμα

Ονειροπόλος του αρχαίου καιρού
με μια καρδιά μοιρασμένη
ανάμεσα στο Χριστό και τον Πλάτωνα
Δεσπότης και μαζί αρχαίος ρήτορας
φορώντας ωμοφόριο κι αρχαίο χιτώνα
παλεύω ανάμεσα στα ορατά και στ’ αόρατα
στην Ανάγκη και την Επιθυμία

Δολοφόνες αντιφάσεις κι εγώ εκούσιο θύμα

 

 

Έλλειψη ψυχής

Στην αυγή του κόσμου
κοιτάζω κι εγώ σαν τον κλέφτη
ν’ αρπάξω κάτι απ’ το σκοτάδι
Αυτό είναι για μένα το φως
Περπατητής σ’ έρημες παραλίες
κάτω από το αχνό κάλυμμα του φεγγαριού
με το ρυθμικό χτύπημα του αφρού πάνω στην καρδιά μου,
ξεπλένω κάθε νύχτα τα λάθη μου
Πόσο με κουράζει ο ήλιος!
Πόσο με πονάνε τ’ ακούσματα!
Καμιά βάρκα δεν είναι ικανή να με ταξιδέψει στα πέλαγα
Είμαι εδώ βιδωμένος στ’ ακροθαλάσσι
ανάμεσα στην άμμο και στο νερό
Τα πόδια μου βουλιάζουν στ’ απύθμενα βάθη
μιας δικαιολογημένης πρόφασης
Κι όμως, κάπου στον ορίζοντα,
ακροβατεί η επιθυμία μιας βάρκας
να κάνει ταξίδι…

 

 

Ήθελα

Ήθελα ένα σπίτι στο λόφο με μεγάλα παράθυρα,
να το λούζει το φως, να το γεμίζουν οι μυρωδιές της άνοιξης
Να βλέπω τη θάλασσα το καλοκαίρι
Να καρτερώ τις αλλαγές του φθινοπώρου
με τα ζεστά του χρώματα να βάφω τις μέρες μας

Μα άνοιξε ο Οδυσσέας τους ασκούς κι εσύ τα παράθυρα
Και η πνοή τ’ ανέμου γίνηκε κόλαση
και μ’ έκαψε κι αρρώστησα

Τώρα σε βλέπω από μιαν ανάμνηση,
να συνεχίζεις χωρίς να ξέρεις γιατί
και πώς αρρώστησα!

 

 

Λύτρωση

Δε μ’ αγαπάς
Μα εγώ μιλώ για σένα
και λυτρώνομαι

 

 

Κάτι κάνουμε και μείς !

Πρόσωπα δημοσίων θέσεων
διαχειριστές των ανθρωπίνων υποθέσεων
Με βίλες μεζονέτες, μ’ αυτοκίνητα Mercedes
με αστρολόγους να τους ρίχνουνε πασιέντζες
Ταξίδια σε Ευρώπη, Κίνα, Αμερική
σαφάρι για ελεφαντόδοντο στην Αφρική
Σπουδαίοι άνθρωποι!

Κι εγώ… πλέκω στιχάκια για έναν έρωτα 

 

 

Σχέση μονόδρομος

Ξημέρωνε τ’ Αη- Γιαννιού, μετά τα Φώτα,
όταν μου χάρισες ένα κλαδί βασιλικού
πού είχες φυτέψει το περασμένο καλοκαίρι
Είναι δίφορος μου είπες
Θα τον έχεις και το χειμώνα
Ο βασιλικός θέριεψε
κι έπιασε όλη τη γωνιά του μπαλκονιού.

Μα η γωνιά στην καρδιά μου,
που είχε τη δική σου υπόσχεση,
απόμεινε άδεια.

 

 

Όψιμος Πόθος

Αναζήτησα και σήμερα τις λάμψεις
που κάνουν τον ουρανό πιο φωτεινό.
Ψάχνοντας έφτασα στα ηλεκτρικά σου όνειρα.
Ακούμπησα δισταχτικά τις ελπίδες μου, μα κάηκαν,
σαν τις Ψυχές που νόμιζαν πως θα ξεγελούσαν το φως.

Αδιαφιλονίκητος νικητής η ατάραχη σκέψη σου
έβαλε τάξη στα ερωτηματικά του όψιμου πόθου.
Τα δικαιώματα παραμέρισαν αφήνοντας χώρο
στην Αυτής Μεγαλειότητα Υποχρέωση!

 

 

Φλύαρες σιωπές

Ποιος είδε τέτοιο πόλεμο να πολεμούν τα μάτια
Χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γίνουνται κομμάτια
Κρητική μαντινάδα

Απόλυτα ανεξιχνίαστη η ματιά σου
με κρατά καθηλωμένη απέναντι.
Τώρα πλέω σ’ άγνωστα νερά
Αρμενίζω στις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου,
ώσπου να πέσω πάνω σε στεριά, στην καρδιά σου
Εραστής της περιπέτειας
τολμώ πάλι άλμα στο άπειρο
Αργόσυρτα μερόνυχτα, φευγαλέα σύννεφα
Ο ωκεανός δεν έχει τέλος
Όλα σιωπούν, οι φωνές σταματούν
κανείς δεν κινείται
Ανυπόμονα βλέμματα σαρώνουν τον ορίζοντα
Η θάλασσα φουσκώνει
Adelante! *

*Ισπανικό ναυτικό πρόσταγμα που σημαίνει «πρόσω ολοταχώς»

 

 

Ψέμματα

Μου λείπουν οι λέξεις που λένε ψέμματα
Για να σου πω πόσο ευτυχισμένη είμαι

 

 

Απληστία

Για ποιαν αίτια έχω ταξιδέψει ως εδώ δε θυμάμαι
Για χρήμα, για δόξα, για τ’ όνειρο;
Για ποιαν Ιθάκη έβαλα πλώρη;
Ποια Τροία, ποιον Παράδεισο;

«Όποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα»

Όλες οι θάλασσες στα δυο σου μάτια
Κι εγώ χάθηκα στον Ωκεανό του ελάχιστου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

%cf%80%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%82

 

Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Σπούδασε Αρχαιολογία – Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1998 εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στην Ελβετία, στη Γαλλία και στη Βουλγαρία. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές σειρές και άλλες παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
Με τον Κώστα Κακογιάννη ίδρυσε στη Λεμύθου τον μη κερδοσκοπικό πολιτιστικό οργανισμό Παράκεντρο. Το οίκημα του Παράκεντρου, που εγκαινιάσθηκε το 2008, είναι ένα διατηρητέο κτίσμα του 19ου αι. που περιλαμβάνει υπαίθριο χώρο εκδηλώσεων, στούντιο ηχογραφήσεων, στούντιο μοντάζ ταινιών και αίθουσα σελίδωσης και γραφικών τεχνών.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

ραπτός λόγος (2003)
ένα (2011)
Σχεδόν (2015)

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

 

 

 

σχεδόν (2015)

 

Μετανάστης

Κρύψτε με, είπε ο χαρταετός
και μπόρεσε και χώρεσε
πίσω από την αρμαρόλλα με τα ασημένια πιρουνάκια
εκείνα που κρατούνε στιλβωμένη την προσμονή
για τον γάμο της κόρης που δεν έγινε ποτέ
Είχε μπει από το παράθυρο
σπαράζοντας στο κλάμα
κι ας είχε ένα χαμόγελο στο σώμα ζωγραφιά
Φύσαγε λυσσασμένα ο άνεμος
κι έφερε ως την πόρτα μας παιδάκι μια σταλιά
Το είχε δώσει η μάνα του στου χαρταετού τις βέργες
και το λευτέρωσε να βρει την τύχη σ’ άλλο τόπο
Δακρύζει η αλευρόκολλα λυγάνε τα καλάμια σπάει το νήμα

Βγήκαμε έξω και πιάσε το χεράκι του απαλά μην το τρομάξεις
μα τι κάνεις εκεί;
φίλα του τα χείλη ν’ ανασάνει
τρεμόπαιξε τα μάτια ή μου φάνηκε;
Βαριανασαίνει ο βοριάς
σηκώνει το παιδί ψηλά
και δώσ’ του να χτυπούν το στήθος οι γυναίκες
σαν να ‘τανε το σπλάχνο τους
που αγγέλου φόρεσε φτερά και ανελήφθη
Αφήστε τες να το θρηνήσουν
ψιθύρισε ο χαρταετός
μην ανεβαίνει άκλαυτο παιδί σ άγνωστους ουρανούς
Σε καθαρό δεφτέρι γράφτηκε, σήμερα ν αποστάσει

Κάλλιο που μου δόθηκε άκληρη να γεράσω
σκέφτηκε η κόρη ανύπαντρη
μα ποιου να το μιλήσει

Χρέος

Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση

Πηνελόπη

Σαράντα χρόνια κυοφορώ μια πέτρα
Ο άντρας μου δεν θέλησε πατέρας της να γίνει
Με χώρισε, παντρεύτηκε μια νύχτα το σκοτάδι
Ως τα σαράντα του άνεμος γινότανε πυκνός
και μου ‘σβήνε τις λάμπες πετρελαίου
και μ’ άφηνε ασήμαντη
τυφλή να πλέκω χρόνια
Μα στέρεψαν τα νήματα
Γυμνά μασούρια στέρφα
χωρίς ποτέ ξανά την παρουσία δική του
Με της βελόνας μου κεντρί δίχως κλωστή
γαζώνω πένθους νυφικό και λειώνουν οι λαμπάδες
Προβάρω το και με τρυπούν και πέφτουν οι καρφίτσες
Οι πιέτες μαραζώνουνε
Έκλειψη σώματος
Οι πεθυμιές παράνυμφοι
Το βέλο πιάνεται στου τοίχου ένα καρφί
Απόψε μύρισε το στήθος μου λεβάντα
Πάντα του άρεσε, θυμάται;
Του ‘βαλα και στην τσέπη του κρυφά
Να ‘χει να με μυρίζει εκεί στα κάτω σπίτια

Ιούλιος

Πρωτοχρονιά πρώτη φορά χωρίς εκείνον
Μέρες καλές σου έλεγα
μου ‘λεγες πως σου λείπει
Φίλησα δάκρυ μάγουλο
δάκρυσες λόγια χώρια
Κάθε που θ’ αλλάζει ο χρόνος
με τον Ιούλιο ποτήρια θα τσουγκρίζεις
Μόνη θα πίνεις το κρασί, μόνος θα φεύγει εκείνος

Χρυσοπέρτικα

Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου

Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει

Λ, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ ονειρεύτηκα

Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της

Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο

Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοιξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι

Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ ερωτεύτηκα

ένα (2011)

Αύριο

Περίοπτα στην προθήκη τους
οκτώ λογιών στεφάνια

Δάφνη ανθισμένη
νικητές

να στέψει αυριανούς
Περίτεχνα πλεγμένη ελιά
και δυο κλαδιά του πεύκου
Δίπλα, της μέθης ο κισσός
και σέλινο του πένθους

Όποιος κρασί θέλει να πιει
ρόδα για τα μαλλιά του
Κι όποιος περνάει απέναντι
παίρνει λευκά λουλούδια
Μα η Αφροδίτη με μυρτιά
τον έρωτα κυκλώνει

Κι εμένα;
Ποιος ξέρει άραγε
τι στεφάνι θα μου ξημερώσει

Αν

Γνωρίζω πως το «αν»
ουδέποτε ευδοκίμησε
στης ιστορίας τους καρπερούς αγρούς
Μα πάλι λέω
αν
αφού είχαν όλα προαποφασιστεί
κι ήταν η προδοσία
προδιαγεγραμμένη
Αν, λέω, είχα αποσκιρτήσει
κι είχα επιστρέψει
στου λαιμού σου την απάνεμη καμπύλη
Αν τους άλλους τριάντα επτά
είχα κλειδώσει άκλαυτους
στο ομαδικό τους πένθος
Θα μ’ αγαπούσες;

Μισό σελίνι

Επιστροφή

Καθημερινά
επιστρέφω στο πατρικό μου
το μητρικό γάλα μυρίζοντας στα χείλη
Πότε πρωί
πότε μέσ’ στο σκοτάδι
βγάζω από τη μέσα τσέπη
τη γυάλινη σφαίρα με το αιωρούμενο χιόνι
Ελαφρά την περιστρέφω
Ακολουθώ τις νιφάδες
μέσ’ από χαραμάδες του μυαλού
Πέφτω στη στέγη
Γλιστρώ στο καθιστικό
Πιάνομαι απ’ την καφετιά πορσελάνη
του μικρού σκύλου στο τραπεζάκι
κεφάλι του αρχίζει να ταλαντεύεται ανεπαίσθητα
Μια δεξιά
προς το δωμάτιο των αθώων ονείρων
και μια βαθιά
στη μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα
Κι όταν το χιόνι λευκάνει το υγρό
έγκλειστο σπιτάκι
αιωρούμενος και μόνος
επιστρέφω στο παρόν

Τελωνείο

-Τι έχετε να δηλώσετε;

-Λίγο αλάτι
να ξυπνάει τις πληγές
Μια σημαδούρα
για να βρίσκουν το βυθό τους
οι αναμνήσεις
Ένα χαρτοκόπτη
ν’ ανοίγει δρόμο
στις άγραφες μέρες
Κι ένα ψαλίδι
για τα εγκαίνια
των νέων συνόρων

Παύσεις

Παρακαλώ τον υποβολέα
να μην ψιθυρίζει συνεχώς τα λόγια
τα επόμενα
Αυτά τα γνωρίζουν οι υποκριτές
Τις παύσεις να τους θυμίζει
Τις παύσεις

Πώς;

Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί φιλούσαμε το ψωμί
που είχε πέσει στο πάτωμα;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί μαζεύαμε τα ομορφότερα λουλούδια
για τον επιτάφιο;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί, όταν κάποιος έφευγε ταξίδι,
ρίχναμε πίσω του νερό;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί στρώσαμε τα κρεβάτια μας
πριν φύγουμε κυνηγημένοι απ’ τ’ αλεξίπτωτα
που πέφταν στην αυλή μας;

Αναμονή

Ιστιοφόρες
οι ώρες της αναμονής
οι αβάσταχτες
Δεν θα τους κάνω το χατίρι
Θα κρύψω επιμελώς
τους μικρούς στεναγμούς μου
για στιγμές ηδονής
Κι ας μείνουν τα πανιά τους
ζαρωμένα

Λεπιδόπτερα

Μην ανάβεις το φως
Λεπιδόπτερα οι σκέψεις
θα εφορμήσουν
Να σε κεντρίσουν θέλουν
με το λεπίδι τους
Κι ας ξέρουν
πως θα σβήσουν
στο φωτεινό γυαλί

Θυμός

Θύμωσες πολύ
Θυμάσαι, μαμά;
Πήρα κρυφά το κοκκινάδι σου
και πλήγωσα τον τοίχο
τον κατάλευκο
με μια γραμμή μακρόσυρτη
Μάτωσαν τα χέρια σου
να τον καθαρίσεις
Όταν τα συνεργεία διάσωσης
ανασηκώσουν τον τοίχο
τον κατάλευκο
που θρυμμάτισε το πρόσωπο μου
φοβάμαι πως και πάλι
θα θυμώσεις
Θα ματώσουν τα χρόνια σου
να τον καθαρίσεις

Μικρές απαγγελίες

Μονήρης και κατηφής Δεκέμβριος
ζητεί Αλκυονίδα μέρα
για φωτερό σκοπό

***

Ζητείται
αποχαιρετιστήριο βλέμμα
σε παραμεθόριο σκίρτημα
για επείγουσα
σιδηρόδρομη αναχώρηση

***

Σοβαρός κύριος
κυρίως μόνος
ζητεί
για μερική απασχόληση
ανεμοχαρή σκέψη

***

Διατίθεται σώμα
ανεπίσκεπτο
σε άριστη κατάσταση
λόγω αιφνίδιας αναχώρησης
της νιότης του

***

Κερδοφόρος μοναξιά
και πόθος ανεκπλήρωτος
έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου

***

Ραπτομηχανή ζητά επειγόντως
κλωστή μεταξωτή
για προσαρμογές
σε ρούχα που μεγάλωσαν
μακριά απ’ τα σώματά τους

***

Διατίθεται λόγος διφορούμενος
για χείλη πολυμήχανα
κι αμήχανα χαρτιά

***

Πωλείται πανσέληνος
υψηλής φωτεινότητας
χαμηλής κατανάλωσης
για μεγάλης διάρκειας
ώρες πυρακτώσεως

Χαμόγελο

Καλά είμαι
Πότε μου έρχεται το σπίτι ως τη μέση
Πότε ξυπνάω στο ημίφως του βυθού
Παράπονο δεν έχω
Στο τραπέζι ένα πιάτο με προζύμι
φουσκωμένο
Στη ραγισμένη κρουστά του
διαβάζω ένα χαμόγελο
που πάει να γίνει στάχυ

Θλίψη

Βγάλε πια τα μαύρα ρούχα
Φόρεσε το κυριακάτικο σου
το βλέμμα το ανοιχτόχρωμο
Στο πλατύσκαλο
περιμένει απ’ το πρωί
η νέα θλίψη
Μην την τρομάξεις και σου φύγει

Νυχτερινό

Είναι πολύ αργά
Αργά κυλά η νύχτα
Οι εργαζόμενες αγκαλιές
έχουνε σχολάσει από τις έξι
Πρέπει επειγόντως να βρω
διανυκτερεύον σώμα

Ξενοδοχείο Δέλτα

Χτυπούσε το τηλέφωνο κι εγώ απαντούσα Δέλτα
Τα άλλα είκοσι τρία γράμματα κάθονταν ήδη σε τραπέζι γιορτινό
ορθογώνιο και μακρύ
απόσταση ασφαλείας
να μην μπορούν τα κρύσταλλα να σμίξουν
Σε μισή ώρα θα άλλαζε ο χρόνος
Ο καινούργιος έξω απ’ την πόρτα
μάθαινε τα λόγια του
κι εγώ επαναλάμβανα το γράμμα Δέλτα
Στην άλλη άκρη της γραμμής ευχές μακρινές
ζητούσαν να μπουν στο δωμάτιο εκατόν τρία, πεντακόσια ένα
σ’ ένα δωμάτιο
Στις δώδεκα παρά δέκα άφιξη για μονόκλινο
Ταυτότητα παρακαλώ
Αλβανός είμαι
Δουλεύω στις γεωτρήσεις με Κύπριους
Όταν με σταματά η αστυνομία
μιλάω κυπριακά και μ’ αφήνουν ήσυχο
Δέλτα, παρακαλώ! Όχι, απουσιάζει
Θα του το πω πως αλλάζει ο χρόνος σε λίγο
Στον πάγκο της υποδοχής, δώδεκα παρά δύο
δυο ποτήρια πλαστικά με κόκκινο κρασί βαρελίσιο
λαδοτύρι και ψωμί
Στην υγειά σου!
Πώς λέμε Καλή Χρονιά στα Αλβανικά;

Χρόνος

Τι θλίβεσαι;
Φέρεις ακεραία την ευθΰνη
του γήρατος
Λησμονείς
που κάθε Δεκέμβρη τραγουδούσες
«γέρο χρόνε, φΰγε τώρα»
Έφυγε ο χρόνος και το τώρα
Κι έμεινες γέρος

Απολογία

Ποιο χέρι άνοιξε βεντάλια παγονιού κι απόψε με κοιτάζουνε
τόσα ζευγάρια μάτια; Φωνή ερπύστριας με καλεί και προκαλεί
τον λόγο μου να δώσω. Ωραία λοιπόν, θα λύσω τη σιωπή μου.
Ούτε ένας κόμπος πια να κρατηθεί το μυστικό. Τον είχα δει
τον ιστό. Τον αποκάλυψε μια ανάσα φως που με νοιάστηκε
κι ήθελε την υστάτη να με σώσει. Μα τόσο ήταν περίλαμπροι
οι κύκλοι της παγίδας, που ν’ αντισταθώ δεν μπόρεσα. Όλα
τα λόγια μου είναι αλλωνών. Το ομολογώ. Τα βρήκα
κρεμασμένα σε σχοινάκια, νοτισμένα απ’ τις πρωινές απορίες.
Τα φόρεσα. Περπάτησα. Με γεια, μου λέγαν όλοι. Ξένα
σταφύλια γεύτηκα, δυο λόγια ν αποστάξω. Κι οι μέρες μου
όλες δανεικές, με λύπες και χαρές τους μισθωμένες. Τα χέρια
μου διάστικτα από βουβές κηλίδες. Χιλιάδες χρόνια σας μιλώ,
μ’ απόκριση δεν παίρνω. Μόνο η μιμόζα η ντροπαλή τους
μίσχους χαμηλώνει. Του πλήθους οι βραχίονες υψωμένοι το
μπλε διαρρηγνύουν ιμάτιο τ’ ουρανού. Μ’ ένα μολύβι πέμπω
σας βραχύχρονα στιχάκια. Άλλο δεν έχω να προσθέσω.
Αποστροφή τώρα χαρίστε μου του βλέμματος. Το αλέτρι μου
το ξύλινο θα σύρω, τους ύστερους που κληροδότησε ο
παππούς μου σπόρους για να θάψω.

Το νανούρισμα της Δανάης

Έλα, ύπνε, και πάρε της
μακριά
αφώτιστη τη νύχτα
και φέρε της χρυσή κλωστή
τα πρώτα όνειρα
γερά να τα τροπώσει
σε κασμίρια μεθυσμένα

Έλα, μέρα, και πάρε της
μακριά
τον γητευτή τον ύπνο
και φέρε μου χρυσά γυαλιά
τα πρώτα γέλια της
να δω μεγεθυσμένα

Κέρμα ασφαλείας

Με τα παπούτσια μου τα πρώτα
σήμερα θα πάω βόλτα τους γονείς μου
Θα τους κρατάω απ’ το χεράκι
στράτα στρατοΰλα
Τώρα που μάθαν να ξεχνούν
να τους θυμίσω πώς με μάθανε
να περπατώ
στράτα στρατούλα
Θα τους κεράσω παγωτό
Μιαν αρμαθιά τραγούδια
Κι ένα κέρμα θα τους δώσω
για ώρα ανάγκης
να τους κρατήσει το παιχνίδι ως το τέρμα

Τα στέφανα τ’ αμίλητα

Άμα τους δω ζηλεΰκω τους
τους άσπρους τους λεμοναθούς
που τους φιλούν οι μέλισσες
τζι ύστερα κάμνουν μέλι

Είχα τζι εγώ στην πόρτα μου
πλατύφυλλους βασιλικούς
Μα εμείνασιν αμύριστοι
Κανένας δεν τους θέλει

Άμα τες δω ζηλεύκω τες
τες πέτρες ούλλες του γιαλού
που τες φιλούν τα κύματα
τζιαι γίνουντ’ ασημένιες

Είχα τζι εγώ στα σιέρκα μου
βρασιόλια του παλιού τζιαιρού
Μ’ αλλάξαν τζι εγινήκασιν
καδένες σιδερένιες

Τωρά θωρώ ξαναθωρώ
τα στέφανα του γάμου μας
πάνω που το κρεβάτι μας
περίλυπα τζι αμίλητα

Τωρά μετρώ ξαναμετρώ
τα χρόνια που περάσασιν
τζι εκλείσαν τζι εμαράνασιν
τα σιείλη μου τ’ αφίλητα

 

ραπτός λόγος (2003)

 

Μεγαλώνω

Μεγαλώνω
Ρήμα αμετάβατο κι αναπόδραστο
Μεγαλώνω, μα δεν έχω πού να μεταβώ
Επί τα ίχνη του χρόνου βαίνω
Τροχονόμος πουθενά
να πάρει την ευθύνη
της κατεύθυνσης

Μεγαλώνω
Ρήμα μεταβατικό
Μεγαλώνω τις μέρες μου
να χωρέσουν του σώματος
τα αμετάβατα αγγίγματα
τα πολυκαιρινά
Μεγαλώνω τα ρήματα
να καλύψουν το κενό
που αφήνουν πίσω τους
οι δραπέτες τα ουσιαστικά βλέμματα

Δελτίο καιρού

Δελτίο καιρού
Πολύ παλαιού καιρού
Έβρεχε ασταμάτητα
σταγόνες αδρές
Πόσες ν’ αδράξει
μια παλάμη παιδική;
Και πώς να σβηστεί
πρωθύστερα
δίψα μελλοντική;

Είδα την πρώτη αστραπή
Με μάτια σφαλιστά
έπιασα να μετρώ
τα βήματα του χρόνου
πέντε, δέκα-δεκαπέντε
«Βγαίνω»
ψιθυρίζει κάθε βράδυ
η βροντή
η αναπόδραστη
Ακόμα να φανεί

Σήμερα
ενδέχεται να σημειωθούν
πέντε, δέκα-δεκαπέντε
λησμονημένες φωνές
σε όλα τα προσήνεμα
ακρωτήρια
σώματα

Σώμα στενό

Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Ξέρω,
δεν γίνονται αλλαγές
μετά παρέλευσιν επτά ημερών
Κι εγώ
κοντά σαράντα έτη
απομακρύνομαι ολοταχώς
απ’ το ταμείο

Έχω απολέσει την απόδειξη
Πώς να διακρίνω
το νιογέννητο κλάμα
που μου το κύκλωσαν
τόσες κραυγές;

Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Όσο μακραίνουν οι δρόμοι
πληθαίνουν τ’ άσπρα χαλικάκια
της επιστροφής
Κι οι τσέπες
ολοένα μικραίνουν

Γήρας

Όσο πάει μικραίνει
Φέτος κλείνει τα ογδόντα

Μην της λες νανουρίσματα
και σου κοιμηθεί
Υποκοριστικά πρωί απόγευμα
και να ντύνεται ζεστά χαμόγελα

Όσο πάει μικραίνει
Μέχρι να πεις ενενήντα
θα χωράει στην παλάμη σου
Μια ολόσωμη
κατ’ ενώπιον
ορθή
απουσία
Κι άντε να βρεις κορνίζα
να αγκαλιάσει μια θάλασσα μνήμη

Οδός βροχής

Οδός βροχής
Οι ζυγές σταγόνες απ’ τη μια
Αντίκρυ μόνες οι αστραπές
Μη δουν μοναξιά
χωρίς φόβο στα μάτια
Μεμιάς την κεραυνώνουν

Οδός μοναχικής βροχής
Σήμερα δεν φοράω τα μάτια μου
μα βρίσκω εύκολα το δρόμο
Ξέρω
δεξιά εσύ
αριστερά εσύ
Πώς να μη σε χάσω;

Του Σολωμού

Χρησιμοποιώ ανελλιπώς
όλα τα στιλβωτικά της μνήμης
Η κόψη του σπαθιού
η τρομερή
μου έχει πληγιάσει
αμέτρητα πανιά της σκόνης

Της αγοράς τα βέλτιστα
λευκαντικά της μνήμης
επικαλούμαι
Μα όσο κι αν πλένω
στο γλυφό νερό
τη μαύρη φορεσιά του Αυγούστου
αιματογράφημα ανεξίτηλο
η ριπή
δεν λέει να σβήσει

Και κείνη η τρύπα στο γιακά
από την καύτρα του τσιγάρου
Όλο τη μπαλώνω
κι όλο φλέγεται

Πετροχελίδονο
(Του Σολωμού ΙΙ)

Έτσι όπως σε είδα ν’ ανάβεις το τσιγάρο
πάνω στο κατάρτι να καις τον ουρανό,
πετροχελίδονο,
κόβεις τον Αύγουστο στα δυο
να χωρέσεις στου χρόνου τη χαραγματιά

Τότε θυμήθηκα, που λες
στις παιδικές σου ζωγραφιές
κείνον τον ήλιο που λαμπάδιασε

Λίγο πριν βασιλέψει
στα νερά να γαληνέψει
πέφτει σ’ ένα βράχο
που ’μοιαζε με σύννεφο
Βάφει κόκκινη τη Δύση
λίγο πριν να ξεψυχήσει
φαίνεται σαν ψέμα
σαν ηλιοβασίλεμα

Ηρωικό

Υπόσχομαι
ύμνους άλλων ηρώων
να μη σιγοτραγουδήσω
Υποσχεθείτε όμως κι εσείς
πως δεν θ’ αφήσετε
άλλο πετροχελίδονο
ν’ ανέβει στον ιστό

Κέντημα

Ελάτε κάβουρες
κεντήστε με να θυμηθώ
Επέτειοι των αιτίων
σε λίγο θα χτυπήσουν το παράθυρο
για λίγο θα τρυπήσουν το στήθος
βιαστικά περνώντας
να μνημονέψουν ονόματα
να καθαρίσει ο πόνος
να μπορεί να μεταλάβει

Ελάτε κάβουρες
θυμίστε με να κεντήσω τον αντίχειρα
Κάθε που παίρνει αντίδωρο
να γεμίζει με άμμο
το παγκάρι της λήθης
να ’χει πού να καρφώσει
τα φλογισμένα ονόματα

Ελάτε κάβουρες
κεντήστε σταυροβελονιά τις ακτές
να ’χουν τα κύματα να σβήνουν

Παπούτσια

Έξω απ’ το τέμενος
χίλια παπούτσια αμαρτιών
ζητούν συγχώρεση

Μπροστά από το πολυκαιρισμένο τέμπλο
μύρια γυμνά πόδια
αποζητούν απόντες αγίους

Στις παρυφές της συλημένης μνήμης
χιλιάδες αδειανά παπούτσια
περιμένουν τα πόδια τους
Στο στήθος
φωτογραφημένες οι απουσίες
τρομάζουν τους περαστικούς
Τους προτρέπουν να μην ταξιδεύουν ποτέ
καβάλα σε μοιρασμένα άλογα

Χρυσόψαρο

Είσαι καλά
-μου γράφεις-
και με σκέφτεσαι
Σκέψη καμιά δεν χτύπησε την πόρτα μου

Μέρες τώρα
ζωές τώρα
έχω τη γυάλα στο περβάζι
στο ανατολικό παράθυρο
Αλλάζω τακτικά το νερό
να επιπλέει διάφανη
η προσμονή

Σταχτιά
μια βρόχινη σταγόνα
-φαίνεται θα ’χει πιει
λίγο απ’ το σύννεφο που έπεται-
διστάζει για λίγο
έπειτα στάζει λίγη σιωπή
στην υγειά σου

Αναρριχώμαι στη ράχη του απογεύματος
Κάνω μια πρόποση
Καρφώνω μιαν ευχή
στην πνοή κατάστηθα
Μα ο άνεμος παράκουσε
κι αλλιώς επήγε κι είπε
Ανοίγει ο ουρανός
το πορτοφόλι του
Υπογράφει εν λευκώ
ένα χρυσόψαρο
για τα διψασμένα ύδατά μου

Δύναμαι τώρα να πληρώσω το κενό
με όσα μηδενικά σιγής
επιθυμώ

Ανάμνηση

Ξύνω με τα νύχια το απόγευμα
μοσχοβολάει τ’ άρωμά σου

Στύβω το βραδινό αεράκι
μεθώ με το κελαρυστό σου γέλιο

Βάζω την παλάμη στη φωτιά
ακούω να σβήνουν στην αυλή τα βήματά σου

Τριαντάφυλλη θύμηση

Δύσκολο δρόμο θα διαβείς,
είπεν η χαρτορίχτρα μέρα
Κι αναρριχήθηκες
στο μίσχο με τ’ αγκάθινα ενθυμήματα

Έπιασες πάλι
να χορδίζεις τα τριαντάφυλλα
δάκρυ το δάκρυ
να λύσουν τη σιωπή
ψιχάλισμα στον μπακιρένιο δίσκο

Έπιασες πάλι
το φυλλορρόημα
πέταλο το πέταλο
να καις
θυμίαμα θυμητάρι

Για δες
πώς πεταρίζουν ντροπαλά
τα κρυμμένα
στην κατακόκκινη σιωπή

Έξοδος κινδύνου

Ώρες ατέρμονες
περπάτησα εντός μου
Δεν με παρέσυρε η Κρίση
στο ημίφως των παρόδων
Κι ούτε της Μνήμης
τον καφέ παρηγοριάς
καταδέχτηκα
Στην κεντρική μονάχα λεωφόρο
πλανήθηκα

Στην πίσω πόρτα
ο κίνδυνος
ημίγυμνος
με το χέρι στο μαντάλι
απειλεί να λευτερώσει
ισόβιους πόθους
Παίρνω φόρα
διαπερνώ το αγκάλιασμά του

Έκτοτε ανεγείρεται
τιμής ένεκεν
σε κάθε νεοφώτιστο σώμα
σεσημασμένη μια έξοδος κινδύνου

Καθρέφτης

«Χορεύετε;»
Πώς να πεις όχι
σε καθρέφτη με ξυλόγλυπτο χαμόγελο
Χορέψαμε ώρα πολλή
Το κεφάλι γερμένο στον ώμο του
αναζήτησε την αθέατη κόψη

Έβλεπα από ώρα
το είδωλό του
να κατοπτρίζεται
στις φοβισμένες κόρες
«Τι ομορφάντρας,
Θεέ μου, ο θάνατος!»
Πώς να πεις όχι
σε καθρέφτη
που σε κοιτάει κατάματα

Παλιόκαιρος

Κάνει πολύ κρύο απόψε
Ας αφήσουμε ανοιχτή
τη στρόφιγγα της βρύσης
στάλα – στάλα
να πέφτουν συνέχεια
οι λέξεις
Με τέτοιον παλιόκαιρο στο σπίτι
έτσι και βυθιστούμε στη σιωπή
θα παγώσει η συγνώμη
στην καρδιά μου

Σιωπή Ι

Γέφυρα η σιωπή
Οι λέξεις δεν τολμούν
να την πατήσουν
Μόνο τα βλέμματα
ξεχειλίζουν
νερό καθαρό
πολύλογο

Σιωπή ΙΙ

Ποτάμι η σιωπή
κυλάει πάνω στην άσφαλτο
ωδή πλανόδια
κυριακάτικη
Ψυχή δεν έμεινε
να ρίξει νόμισμα αργυρό

Προθέσεις

Ποιες οι προθέσεις μου;
Μα, οι συν και πλην
Όλο γεμίζω μέρες
το ποτήρι
κι όλο μου πίνει χρόνο
ο καιρός

Ανταμώνουν το πρωί
δυο βλέμματα ρόδινα
Κι εκεί που λες
έσονται εις πόθον έναν,
το απομεσήμερο
αρχίζει η ταχύρρυθμη εκμάθηση
της αφαίρεσης

Στιγμή

«Μια στιγμή επιστρέφω»
Ψέμα δεν είπες
Μου επέστρεψες
τη στιγμή
και την κάρφωσες
τελεία
στη μέση
της ανυπεράσπιστης
αγκαλιάς

Γυάλινο γοβάκι

Το γυάλινο γοβάκι
στο μπρελόκ που μου χάρισες
το φόρεσε εκείνη η μέρα
που ντύθηκε στα μοβ
για την περίσταση
και σε ξεπροβόδισε
μέχρι τη στροφή
Τόσες φορές πήγε δώδεκα
κι ακόμα να μου το επιστρέψει

Ερωτικό I

Ομοιοκατάληκτες οι μέρες μας
Καλημέρα μού λένε τα πρωινά
Τα κερνώ καφέ ζεστό τ’ όνομά σου
Δίστιχα καλότυχα πλέκει το μεσημέρι
να μερώσει την κάψα του
Το ξεδιψώ με τσάι παγωμένο τ’ όνομά σου
Κάθεται η νύχτα στο τραπέζι μας
Τη μεθά λευκό κρασί τ’ όνομά σου

Άτιτλο IV

Τη μαρμαρόσκονη των συμφώνων
και το φωνήεν περίσσευμα
της σιγαλιάς
δεν τα πετώ
Μ’ ένα σίγμα τελικό
τα σαρώνω
κάτω από τον ποδόγυρο
μιας άγραφης σελίδας
Κάθε που λαβώνω
λέξη ανυπεράσπιστη
να ΄χω κάτι
να επιθέσω
στις ουσιαστικές πληγές

 

Χριστούγεννα

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

06 Ιουνίου 2016

Πάμπος Κουζάλης: «Σχεδόν», εκδόσεις Παράκεντρο, 2015

Με ευτολμία στους πειραματισμούς

Όπως και σε όλο το προηγηθέν ποιητικό του έργο, ο Πάμπος Κουζάλης συνεχίζει να είναι πολυθεματικός ποιητής και συνάμα βαθιά πλουραλιστής ως προς τις υφολογικές και στυλιστικές του επιλογές. Παράλληλα, θα έλεγα ότι γίνεται ολοένα και πιο εύτολμος στους αισθητικούς του πειραματισμούς· όσο κίνδυνο ή ρίσκο κι αν ελλοχεύει αυτή η έφεση. Η νέα συλλογή του Π.Κ., η τρίτη στη σειρά, εμποτίζεται πιο βαθιά σε σύγκριση με τις προηγούμενες με το στοιχείο της επικαιρικότητας. Ίσως γιατί τα προβλήματα της τρέχουσας επικαιρότητας στις μέρες μας έγιναν πιο επιτακτικά, πιο ασφυκτικά και πιο δραματικά από ποτέ προηγουμένως.

Οι προσφυγικές ροές από την Εγγύς Ανατολή στην Ευρώπη μοιάζουν να είναι ο πρωτεύων θεματικός πυλώνας στην επικαιρική ποίηση του Π.Κ. «Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών» (σελ. 8), λέει για τη Λαμπεντούζα, αποδίδοντας έτσι το κυρίαρχο στίγμα της θεώρησής του γύρω από το όλο προσφυγικό ζήτημα.

Αγγίζει όμως και τις γενεσιουργές αιτίες του Προσφυγικού, που είναι η εμπόλεμος βία στη γύρω περιοχή. Και το πράττει μ’ έναν τρόπο ευφάνταστο, γόνιμο και δημιουργικό. Με μια πρόσμιξη χρονικού εν είδει ειδησεογραφικού ρεπορτάζ μαζί με εικόνες από τη Βίβλο. Αφού και στη μια και στην άλλη περίπτωση το γεωγραφικό θέατρο των δρωμένων είναι το ίδιο. Εδώ ταυτόχρονα ανιχνεύεται και μια παραλλαγή του θαύματος της Κανά: «Μάνες μοιρολογούν πεσόντες αγνώστους/τους κλαίνε για δικούς τους/Μαγδαληνή ασπάζεται τα πόδια Εσταυρωμένου ενός παιδιού/Σε μια κανάτα το κρασί βαπτίζεται νερό/Σχολνάει ο γάμος κι ο γαμπρός φεύγει για κάποια μάχη». (σελ. 9)

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Π.Κ. καταφέρνει να υιοθετεί την τετριμμένη ορολογία της τρέχουσας επικαιρότητας, αξιοποιώντας την όμως με ποιητικούς όρους και με αισθητική νεωτερικότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ξεφεύγει και από τους συναφείς κινδύνους λογοτεχνικής διάβρωσης, που εμπερικλείει η επικαιρική ποίηση.

Ο ποιητής επιχειρεί με μια συμπαντική, καθολική ματιά να αναλύσει τα σύγχρονα γεωστρατηγικά δρώμενα που ταλανίζουν την εποχή μας, την ανθρωπότητα και τον πλανήτη. Και το πράττει με έναν τρόπο ιδιαίτερα εύγλωττο, εκφραστικό και παραστατικό. Έναν τρόπο που εμπερικλείει μέσα του, άκρως λειτουργικά, και το κριτικό στίγμα: «Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία/και τρέχουν όλοι σε μονόφθαλμους καθρέφτες/τα δόντια τους τα ανάρια να μετρήσουν/Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία /και πέφτουνε τα μέλη της καινούργια να  φυτρώσουν/και τρέχουν όλοι για νεκρές ύστατες χειραψίες/ Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία/και ψάχνουν όλοι μανιωδώς στις τσέπες τους/συγγνώμες ξεχασμένες». (σελ. 20) 

Βεβαίως, ο ποιητής επιστρέφει και στις προσφιλείς θεματικές του, που είναι ο έρωτας, οι παραδόσεις και η μοίρα της πατρίδας μας, η ποιητική ως διακήρυξη αρχών, αλλά και ο συναισθηματικός, ο εσωτερικός κόσμος του σύγχρονου ανθρώπου: «Ταξιθέτρια θεατών που αργοπόρησαν/δείχνει τους τις θέσεις στο σκοτάδι στην καρδιά της». (σελ. 15)

Ώρα να περιδιαβάσουμε στις άλλες θεματικές. Για παράδειγμα, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις, ο Π.Κ. θεματοποιεί το μνημόσυνο ως θρησκευτική και κοινωνική τελετουργία για να μιλήσει, για την αγάπη στην πρώτη περίπτωση και για τη μνήμη στη δεύτερη. Αυτό γίνεται στα συνεχόμενα ποιήματα «Της θειας Ελλούς» (σελ.24) και «Ψυχοσάββατο»: (σελ.25) «κι από κοντά η θλίψη πλατυτέρα των ουρανών/να προσδοκά ένα ανοιγοκλείσιμο ματιών σου/στη βουβή του τραπεζιού φωτογραφία σου», λέει στην πρώτη περίπτωση. Ενώ στη δεύτερη διερωτάται: «Τόσα πολλά ονόματα μνημόνεψαν μαζί…/Τ’ άκουσες το δικό σου;/Το ξεχώρισες;/Θυμάσαι μαραζώνεις μου;/Για με ξέχασες;». Η ευαισθησία του ποιητή και η δεινότητα αισθητικής μετάπλασης της συγκινησιακής φόρτισης, κατά τη γνώμη μου, δίνει επιτυχώς διαπιστευτήρια, ειδικά σε αυτά τα δύο ποιήματα.

Ο Π.Κ. ανήκει στη γενιά των ποιητών που έζησαν την προ του ‘74 εποχή αλλά και τα ίδια τα τραγικά γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής, στην παιδική ηλικία. Ως εκ τούτου, όλες οι μνήμες από εκείνη την περίοδο διακρίνονται από μια παιδική αθωότητα και δίνουν το «παρών» τους εντελώς αναπάντεχα και πικρά, μέσα από ειδυλλιακές εικόνες της παράδοσης ή της φύσης. Π.χ. οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές της εισβολής παρομοιάζονται με λαλέδες: «Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα/ανάστροφοι λαλέδες/εξόριστοι από τον ουρανό/έκπτωτες άνοιξες». (σελ. 27)

Θεωρώ το ποίημα που ακολουθεί καίριο δείγμα ποιητικής, όπως ο Π.Κ. προσλαμβάνει το νέο, ουσιαστικά εν εξελίξει, αισθητικό του στίγμα: «Με τα κουμπιά αθηλύκωτα/με προσπερνούν οι λέξεις/Βγαίνω στη σύνταξη/νέων προτάσεων ελλειπτικών/χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα/Μόνο υποκείμενο/Κι ένα ρήμα έρημο/Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό». (σελ. 18)

Η τριβή και εμπειρία του Π.Κ., εδώ και αρκετά χρόνια, στη συγγραφή τηλεοπτικών σεναρίων, κυρίως για σειρές εποχής, βρίσκει την έκφρασή της και στην ποίησή του. Αυτό, κατά την άποψή μου, πραγματώνεται σε ποιήματα με δομική διαρρύθμιση θεατρικού δρωμένου, με σκηνοθετική υφή και ανάπτυξη. Π.χ. ο συζυγικός διάλογος που καταγράφεται στο ποίημα «Πλανόδιος» (σελ.29) που συνάμα θεωρώ πως είναι και το πιο ερωτικό ποίημα της συλλογής.

Ανάλογης υφής επιρροή από την τηλεοπτική συνάφεια του Π.Κ. αποτελεί και το ποίημα «Χρυσοπέρτικα» (σελ. 30) που είναι ήδη γνωστό ως τραγούδι στο τηλεοπτικό κοινό και όχι μόνο σε αυτό. Πρόκειται για ένα ποίημα παραδοσιακό, σχεδόν δημώδες, γραμμένο στην ντοπιολαλιά και σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο, ομοιοκατάληκτο ζευγαρωτά. Η αισθητική ευόδωση αυτού του εγχειρήματος, υφολογικά, τεχνοτροπικά, μα και θεματικά, καταδεικνύει πόσο λειτουργικά, πόσο αρμονικά μπορεί να θρέψει ακόμη τη σύγχρονη ποίηση η παράδοσή μας.

Γιώργος Φράγκος

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 2/12/2011

Δημιουργήματα υπερβατικής αισιοδοξίας

«Ένα», εκδόσεις Παράκεντρο, 2011

O ΠΑΜΠΟΣ Κουζάλης, με τη νέα του ποιητική συλλογή: «Ένα», εκδόσεις Παράκεντρο, 2011, συνεχίζει από εκεί που έμεινε στο «Ραπτό λόγο», την προηγούμενη και πρώτη ποιητική συλλογή του, το 2003. Παραμένει το ίδιο ευσύνοπτος, παραστατικός, με πλούσια και γόνιμη φαντασία, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ και μια υπολανθάνουσα, ραφιναρισμένη και γοητευτική ειρωνεία. Θυμάμαι ότι παρουσιάζοντας τότε το «Ραπτό λόγο» είχα σταθεί
ιδιαίτερα στη λιτότητα, την πυκνότητα, τη δωρικότητα, τον λυρισμό αλλά και
την καυστικότητα των στίχων του Π.Κ.
Τα ίδια αισθητικά προτερήματα συναντούμε και σ’ αυτή τη συλλογή. Θεωρώ ότι ο Π.Κ. είναι ένας γόνιμος ποιητής, δεκτικός σε επιδράσεις και επιρροές από ποικίλες ποιητικές σχολές διαφόρων εποχών. Βέβαια, είναι πιο
επιρρεπής στις σύγχρονες, νεωτερικές και μοντερνίστικες επιδράσεις. Στους
στίχους του συναντάμε συχνά υπερρεαλιστικά στοιχεία, μέχρι και στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό. Όπως π.χ. στο «Σουσάμι» (σελ. 33) όπου λέει: «Πάλι σουσάμι καβουρντίζεις / νυχτιάτικα; / Αύριο έχεις τη γιορτή σου / Δεν το ξέχασα /Όμως / τριάντα χρόνια πεθαμένη / γιατί επιμένεις /
το ίδιο γλυκό να μας κερνάς;».
Ο Π.Κ. δεν είναι μονοδιάστατος ποιητής. Όπως οι επιρροές του διακρίνονται από ένα ευρύ πλουραλιστικό φάσμα, έτσι και τα δημιουργήματα του χαρακτηρίζονται από θεματική, αλλά ενίοτε και τεχνοτροπική ποικιλομορφία. Έτσι έχει ποιήματα διάφανης εικονοποιίας από τη μια, αλλά και ποιήματα βαθιάς εσωτερικότητας από την άλλη.
Μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές εμπνεύσεων και ερεθισμάτων για τον Π.Κ. είναι η παιδική ηλικία, η παιδικότητα, με τις ανεξίτηλες, ολοζώντανες και αναβλύζουσες μνήμες της. Εδώ επιδίδεται σε γλυκά μακροβούτια και ο Π.Κ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Κάτω από το τραπέζι» (σελ. 6), όπου συν τοις άλλοις, αναπτύσσεται σε δεύτερο, ενδεχομένως και σε
τρίτο πλάνο, κι ένας διάλογος με τον Σεφέρη, στο γνωστό ποίημα για το πατρικό του: «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου». Ο διάλογος βέβαια αφορά τη μυθοπλαστική πτυχή του σεφερικού ποιήματος και όχι την απομυθοποιητική.
Αναλόγου πνοής είναι και το «Επιστροφή» (σελ. 11) όπου επίσης μνήμες από το πατρικό σπίτι μεταπλάθονται ποιητικά. Βέβαια και στη μια και στην άλλη περίπτωση αυτό που πραγματεύεται ο Π.Κ. δεν είναι οι χώροι και τα πράγματα, που είναι το σημαίνον, αλλά η αγάπη που θρέφει τις ανθρώπινες καρδιές, που είναι το σημαινόμενο. Εδώ θέλω να σημειώσω ότι, παρόλο που ο Π.Κ. κατά κύριο λόγο πραγματεύεται μνήμες, τα ποιήματά του δεν είναι αδιέξοδα, αλλά είναι δημιουργήματα προοπτικής και μιας ιδιάζουσας, λυρικουπερβατικής αισιοδοξίας.
Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάμω στην αντικατοχική ποίηση του Π.Κ. Γιατί ναι, αυτός ο κατ’ εξοχήν λυρικός ποιητής, γράφει χωρίς οδυρμούς, χωρίς πομπώδεις κλαυθμούς, χωρίς εύηχα και εντυπωσιοθηρικά ρητορικά ξεσπάσματα και αντικατοχική ποίηση. Απλά, παραστατικά, με λυρισμό, συναίσθημα, συγκίνηση και δέος. Π.χ. στο «Μισό σελίνι» (σελ. 10)
μιλώντας για τα δυο σινεμά του κατεχόμενου Τράχωνα και τις παιδικές του μνήμες από αυτά, όπως βιώνονται σήμερα.
Αλλά και στο «Πώς;» (σελ. 17) ο Π.Κ. πετυχαίνει μια χαμηλόφωνη, υποβλητική και συνάμα επιβλητική αντικατοχική φωνή. Μακριά από ηχηρούς και υψίφωνους καταγγελτικούς τόνους, αλλά με πόνο και σωστά ελεγχόμενα δομημένη, συγκινησιακή κορύφωση. Ο Π.Κ. γράφει αντικατοχική ποίηση με λυρικό υπόβαθρο και ηχόχρωμα, αντί του συνήθους επικού ύφους που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Προσφιλείς θεματικοί πυλώνες στην ποίηση του Π.Κ. παραμένουν ο χρόνος και ο έρωτας. Αρχικά ένα ενδεικτικό παράδειγμα σε σχέση με τον χρόνο: Ο ποιητής αξιοποιεί τις χρονικές μεταβάσεις από το παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον και αντιστρόφως, με διαφορετική και απρόσμενη αλληλουχία κάθε φορά, επιτυγχάνοντας όμως πάντα αισθητικό αποτέλεσμα που είναι και το ζητούμενο. Αυτό συμβαίνει στο ποίημα: «Μνήμες» (σελ. 14).
Για το ερωτικό στοιχείο τώρα, όπου, σχεδόν κατά κανόνα, ο Π.Κ. είναι ακαριαία καίριος και λειτουργικός. Όπως π.χ. στο ευσύνοπτο και απόρροια στιγμιαίας σύλληψης και παράθεσης ποίημα: «Φωτιά» (σελ. 18), το οποίο και παραθέτω ολόκληρο: «Επειδή αργούν ακόμα να γεννηθούν οι πέτρες / τρίβω τα χέρια στο φως του ήλιου / μέχρι να πιάσω φωτιά / να ζεσταθείς».
Συνεχίζω με ένα – δυο πιο κριτικές επισημάνσεις: Ο Π.Κ. ίσως κάποτε να δελεάζεται υπερβολικά από τη μεγάλη έφεση και μαεστρία του στις μεταφο-
ρές. Όμως, υπό το καθεστώς αυτού του δέλεαρ, κάποτε πετυχαίνει αποτελέσματα, που όσο κι αν εντυπωσιάζουν με το αισθητικό επίπεδό τους, εν μέρει τουλάχιστον, προκαλούν και μια μικρή όχληση με την ωραιοπάθεια τους. Π.χ. αυτό συμβαίνει στο ποίημα: «Αναμονή» (σελ.22). Ωραίο το λεκτικό σχήμα, μα όσο εντυπωσιακές και πανοραμικές γέφυρες κι αν οικοδομήσει ο Π.Κ. οι στεναγμοί της αναμονής δεν έχουν καμιά σχέση με τους στεναγμούς της ηδονής. Συνεπώς, κατά την ταπεινή μου άποψη, οι δύο στεναγμοί μάλλον παραλληλίζονται άστοχα.
Η δεύτερη παρατήρηση που θα ήθελα να κάμω αναφέρεται στο συνολικό, προσωπικό αισθητικό στίγμα του Π.Κ. Ένα στίγμα, που όσο κι αν διακρίνεται για τον πλουραλισμό και την ποικιλόμορφη δεκτικότητά του, σε έναν αισθητό βαθμό, δεν παύει από του να γοητεύεται, ίσως υπέρμετρα, από το αισθητικό στίγμα της Κικής Δημουλά. Προσωπικά, στις μελλοντικές ποιητικές συλλογές του Π.Κ., θα ήθελα να διακρίνω ολοένα και λιγότερο αυτή την αίσθηση.
Συνολικά η ποιητική συλλογή «Ένα» του Π.Κ. είναι επαινετέα, αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη. Γι’ αυτό εξάλλου και θα ήθελα να ολοκληρώσω την παρουσίασή της με ακόμα ένα-δυο από τις πολύ καλές στιγμές της. Στις πρώτες προτεραιότητες του Π.Κ. είναι ο ψυχικός, συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου. Όμως, δεν τον απασχολεί μονάχα ο έρωτας, η χαρά, η αγάπη, οι μνήμες, οι ποικίλες συγκινήσεις αλλά και ο ανθρώπινος πόνος. Μ’ έναν τρόπο ουδόλως γλυκερό, αλλά καίρια εύστοχο και παραστατικό, στο
ποίημα: «Μετόχια» (σελ. 38), λέει: «Θέλω μονάχα να σου πω πως / έχει πολλά μετόχια ο πόνος / εκεί που λες, πάει / παραγράφεται / από μιαν άλλη γειτονιά / ακούς το σήμαντρο του / θέλοντας και μη θέλοντας / πάλι κι απόψε θα λειτουργηθείς».
Τέλος, με τη λεπτή, ραφιναρισμένη ειρωνεία του, ο Π.Κ. μειδιά μπροστά στη λογική, το πρέπον, το σωστό, τον ατσαλάκωτο καθωσπρεπισμό. Παραθέ-
τω, για του λόγου το αληθές, την πρώτη στροφή από το ποίημα: «Λογική» (σελ.19): «Στην πρόσοψη της λογικής / χτισμένης με απόλυτη ακρίβεια / οι ορθογώνιες πέτρες της / επιχειρώ ν’ ανέβω / Από πού να πιαστώ; / Γλιστρώ και τη χάνω» /…

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Φιλελεύθερος 22/1/2012

Το Ένα Τραγούδι
Πάμπος Κουζάλης, Ένα, Εκδ. Παράκεντρο, 2011, σελ. 58

Είναι κοντά δύο μήνες που παρευρέθηκα σε μιαν άκρως ζωντανή – παραδόξως(;) για encore λογοτεχνικής εκδήλωσης- συζήτηση αναφορικά με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην ποίηση των Κυπρίων ποιητών
και κυρίως για τη λειτουργικότητα που αυτή ενέχει σήμερα – για την προοπτική που δύναται να ανοίξει ή να κλείσει στο καλλιτεχνικό βλέμμα του
δημιουργού. Φυσικό, οι απόψεις ποίκιλαν: από την αδυναμία ή την αδυνατότητα της διαλέκτου να εκφράσει το εύρος της ανθρώπινης διανοίας και ψυχοσύνθεσης αλλά και τη διαφοροποίηση των συναισθηματικών τόνων που δοκιμάζει το ποιητικό υποκείμενο, μέχρι τη σχεδόν προγραμματική και επιβαλλόμενη – στα όρια της ιδεοληψίας- αξιοποίηση της διαλέκτου, γιατί όχι και τη συστηματική -με εμμονική συνέπεια- χρήση της. Παρεμβάσεις, βέβαια, κάλυψαν και τις μέσες αποστάσεις των δύο άτυπα -και εν πολλοίς, ανώφελα- αντιτιθέμενων «στρατοπέδων». Λες και η ποιητική γλώσσα χωράει αποκλεισμούς, στρατεύσεις, προγραμματικές δηλώσεις και τα συναφή, αν δεν είναι ποίηση. Λες και η ποιητική γλώσσα δεν ακυρώνει, δεν αναιρεί, δεν σαρώνει. Λες και η ποιητική γλώσσα δεν ακυρώνεται, δεν αναιρείται, δεν σαρώνεται. Λες και μια τέτοια γλωσσολογική, λογοτεχνική συζήτηση πρέπει
να βρίσκεται πάντα ένα «κλικ» πριν να μετατραπεί σε… πολιτική.
Ωστόσο, τις ίδιες μέρες περίπου έφτανε στα χέρια μου η δεύτερη ποιητική συλλογή του Πάμπου Κουζάλη «Ένα», και σε μεγάλο βαθμό, με διάσπαρτες λέξεις της διαλέκτου ενσωματωμένες στην κοινή νεοελληνική -την ελλαδική, τη «μητροπολιτική», την όπως τη βιώνει κάθε δημιουργός- γλώσσα και με δύο από τα καταληκτικά ποιήματα του βιβλίου -ένα ειρωνικό «Προικοσύμφωνο» κι ένα ερωτικό τραγούδι-, έδινε τη μόνη «έγκυρη» απάντηση: πως τέτοιου είδους ζητήματα λύνονται μέσα στην τέχνη κι όχι μέσω θεωρητικών σχημάτων και εκτιμήσεων. Η λειτουργικότητα της ποιητικής γλώσσας ομοιάζει με το πένθος: πρόκειται για καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Το Έξω αναίτια υποδεικνύει «διαχειρίσεις», εφόσον το καλλιτεχνικό έργο είναι που
σπάζει ενδοκειμενικές και μη συμβάσεις και επιβάλλεται με τους όρους του. Κι αυτή είναι –με αποφατικό τρόπο- η διαφορά μεταξύ λογοτεχνίας και υπόθεσης εργασίας. Κι εδώ είναι που εξαρχής κερδίζει ο Κουζάλης εκφέροντας τη δική του προοπτική για τη γλώσσα, συνδέοντας
αρμονικά τύπους της κυπριακής καθημερινής γλωσσικής συναλλαγής με την «επίσημη» νεοελληνική.
Τα παραπάνω, εξ αφορμής. Αποκεί και πέρα, ο Κουζάλης στα 47 ποιήματα της συλλογής τραγουδάει με τη φυσικότητα που ανασαίνει. Λυρικός κι απέριττος ο λόγος του αρθρώνει έναν τόπο φασματικό, που κινείται μεταξύ πραγματικότητας και του πεπερασμένου. Η πλειονότητα των ποιημάτων φέρει στον πυρήνα της μιαν ασήμαντη εικόνα της καθημερινότητας ή ενός
παρελθόντος περιστατικού. Στην ποιητική συνείδηση του Κουζάλη χρόνος και τόπος συμπλέκονται: μιαν ελάχιστη κίνηση ή ένα αντικείμενο αναβιώνει το παρελθόν ή τροφοδοτεί το συναίσθημα του παρόντος. Τα πρόσωπα των ποιημάτων κινούνται εξίσου φασματικά. Χωρίς να κτίζει ένα κλειστοφοβικό ή αυτιστικό σύμπαν, εντούτοις ο Κουζάλης κινεί τα νήματα των ηρώων του σε έναν εσωτερικό χώρο. Άλλοτε δημιουργεί την αίσθηση πως πρόκειται για
κάποιον παλαιό αστικό οίκο και πότε για εκφάνσεις της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο. Σε κάθε περίπτωση, η μνήμη του δεν νοσταλγεί, δεν μελοδραματίζει, δεν θρηνεί. Η γλώσσα του Κουζάλη αναδύει τη χαμένη αρχοντιά μιας αστικής καθημερινότητας, ακόμα και σε εκείνες τις εικόνες που τονίζεται ο πόνος και θάνατος των μικρών πραγμάτων. Υπ’ αυτή την έννοια, τα πρόσωπα του έργου του αποπνέουν έναν ιδιότυπο ηρωισμό μέσα από τις καθημερινές τους δρα-
στηριότητες και τα συναισθήματα. Η απώλειαείτε αφορά την ερωτική επιθυμία είτε τους οικογενειακούς δεσμούς είτε την τραγωδία των αγνοουμένων το ’74 είτε την παρουσία ενός μετανάστη στη σύγχρονη Κύπρο προφέρεται γυμνή – μες στην ειρωνεία και τον σαρκασμό της, ναι, μα γυμνή όσον αφορά την καθαρότητα με την οποία μεταφέρεται στον αναγνώστη και δίχως ρητορικές εκπτώσεις. Διακρίνει μάλιστα κανείς τη συναισθηματική κλιμάκωση από ποίημα σε ποίημα και τη μεθοδικότητα την οποία μετέρχεται ο Κουζάλης προκειμένου να χτίσει ένα βιβλίο με ισχυρούς νοητικούς αρμούς σαν να
πρόκειται το «Ένα» για μια ενιαία καλλιτεχνική σύνθεση που προεκτείνει σε ετερόκλιτες νοηματικές ενότητες τα μέλη της. Κι όλα αυτά από έναν δημιουργό που η ιδιότητά του ως στιχουργός και σεναριογράφος δεν κατάφερε να τον παρασύρει στην ευκολία της προβολής και της
δημοσίευσης· ίσα ίσα ο Κουζάλης αξιοποίησε δάνειες τεχνικές και σχήματα από τις εν λόγω δραστηριότητές του για να καταστήσει ακόμα πιο καίρια την ποιητική του παρέμβαση. Σαν να λέμε πως το κυρίαρχο Έξω δεν του επέβαλε τις αξιώσεις και τη φθορά του, γεγονός που φαίνεται ακόμη και από τη δημοσίευση μόλις δύο ποιητικών συλλογών μέχρι σήμερα. Δύο, που
αρκούν όμως για να τον αναδείξουν ως έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποίησης που γράφεται στην Κύπρο μετά το ’90.

Νίκος Πετρίδης, 13/12/2015

«σχεδόν» του Πάμπου Κουζάλη, Παράκεντρο, Λεμύθου 2015

Αυτό που πρόσεξα στην ποίηση του Πάμπου Κουζάλη είναι ότι κάποια από τα ποιήματα ταιριάζουν πιο πολύ να τα διαβάσει κανείς το βράδυ και άλλα κάτω από το φως του ήλιου. Επίσης μου αρέσει πολύ η ιδιάζουσα γραφή, που είναι πλέον σήμα κατατεθέν του ποιητή, η ντοπιολαλιά και η χρησιμοποίηση σπάνιων λέξεων της κυπριακής διαλέκτου. Λένε πως το γιόμα του μυαλού είναι η ποίηση και γενικά η μάθηση. Τωόντι, η δική του ποίηση αντιπροσωπεύει πλήρως αυτό τον όρο επάξια, αγγίζοντας απαλά τις καρδιές μας, στέκοντας έτσι βιζαβί ενός δάδινου λόγου που αντιπροσωπεύει τον άσειστο τρόπο ομιλίας και τον τρόπο ζωής του σήμερα. Η αγάπη που δείχνει για τη ζωή, τη φύση, το πάντρεμα του χθες και του σήμερα, παράλληλα με τον ευαίσθητο τρόπο γραφής του, θα μπορούσε ακόμη και να αλλάξει οποιονδήποτε ακολουθεί λαθεμένα τον δρόμο του θερσιτισμού.
Πρόσεξα ότι δεν τον διακρίνει καμιά βιασύνη για δημοσιότητα. Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η μουσικότητα. Τα ποιήματα πρέπει να διαβαστούν φωναχτά, αργά, με παύσεις για να χαρείς το παιχνίδι των συνήθως μελαγχολικών μουσικών τόνων. Χρησιμοποιεί επίσης τα επίθετα για να κάνει πιο έντονη την έννοια του ουσιαστικού. Καθώς και τη μεταφορική περιγραφή.

Η ποίησή του κινείται μέσα σε ένα κλίμα μαρασμού, απογοήτευσης και μοναξιάς με έναν αψεύτιστο λυρικό τρόπο γραφής που στοχεύει στον φροκαλισμό της βόχας που αφήνει ο δελής τρόπος έκφρασης του ανθρώπινου στοιχείου, όπως ακριβώς είναι και η ποίηση του Λαπαθιώτη και του Άγρα.
Μοιάζει να ζητά στη φύση την ελπίδα μιας λύτρωσης από τη μονοτονία της αστικής ζωής, όπου η ευαισθησία και η δειλία σε κάνουν να αποζητάς στοργή και προστασία. Είναι θετικό για μένα ότι δεν υπάρχει η χασμωδία, αλλά και η αποφυγή του φουτουρισμού. Ο έντονος λυρισμός, η κάθαρση, η συγγραφική σκηνοθεσία, ο ντανταϊσμός, ο ρεαλισμός, η προσωποποίηση άψυχων αντικειμένων, η κορύφωση, το ημερολόγιο, τα συμφραζόμενα, η ταξιδιωτική λογοτεχνία και τα παρακείμενα υπάρχουν στη γραφή του Πάμπου Κουζάλη, εμπλουτίζοντάς την σε τεράστιο βαθμό. Με έμμεσο τρόπο υπάρχει η αναφορά στον θεό, όπως γίνεται στην ποίηση του Βρεττάκου, με ένα λυρισμό που σου επιτρέπει να μπορείς να εκφράζεις τα πληθωρικά σου αισθήματα.

Σε κάποια ποιήματα υποβάλλει το αίσθημα της νέκρωσης, κάνοντας έτσι τον αναγνώστη να συμμετέχει περισσότερο, νιώθοντας πιο έντονα αυτή τη νέκρωση, γιατί η έκφραση στηρίζεται σε μια αντικειμενική περιγραφή καθημερινών καταστάσεων που του είναι οικείες.
Υπάρχει ωστόσο έντονα το τραγικό στοιχείο της ζωής, της φθοράς, της ματαιότητας, χωρίς όμως να οδηγείς τον μηδενισμό και την απώλεια της πίστης. Σαν αντίβαρο υπάρχει η βαθιά πίστη στην αξιοπρέπεια, στην ανθρώπινη συνείδηση. Καθώς και ένα αίσθημα υπερηφάνειας μέσα από μια καθαρά ανθρωποκεντρική ποίηση. Είναι ποιήματα, μπορώ να πω, διαλόγου μεταξύ του συγγραφέα με τον εαυτό του και με τους άλλους, και λιγότερο μονόλογος. Ακόμη και σε ποιήματα όπου τα συναισθήματα είναι πιο αόριστα, καταφέρνει να τα κάνει πιο συγκεκριμένα, εντάσσοντάς τα μέσα σε μύθους.

Στέλιου Παπαντωνίου

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Πάμπος Κουζάλης, Σχεδόν, Ποίηση, εκδόσεις Παράκεντρο

Η αίσθηση πως έχουμε νέους ποιητές που μας κομίζουν τη νέα ειδή των πραγμάτων χαροποιεί τον αναγνώστη, γιατί από τη μια επιβεβαιώνει πως η ποίηση συνεχίζεται επάξια στον τόπο και από την άλλη πως η συνέχεια αυτή διακρίνεται από τη γνησιότητα, τη φρεσκάδα και το σπινθηροβόλο του πνεύματος, με την ξεχωριστή ευαισθησία αλλά και το θεμέλιο της παράδοσης σεβαστό και ανανεωμένο.

Η ποίηση του Πάμπου Κουζάλη είναι πλούσια θεματικά, γιατί ο ποιητής έχει ανοιχτά τα μάτια στον καιρό του με τα παγκόσμια προβλήματα και τα τοπικά -το Κυπριακό δεν παύει να πονά με τους νεκρούς και αγνοουμένους – με το θάνατο και την πολύπτυχη ζωή, την αγάπη, τον έρωτα, τις ανθρώπινες συναναστροφές. Ένα πλατύτατο δίχτυ μέσα στο οποίο συλλαμβάνονται από τον ευαίσθητο ψαρά πολυποίκιλα ερεθίσματα για την ποίησή του. Πρώτα η συγκίνηση κι ύστερα η επεξεργασία του ποιήματος, με τέτοια όμως μαεστρία, ώστε να μη φαίνεται, αλλά να διατηρείται η δροσερή αύρα της σύλληψης και του σκιρτήματος.

Από μόνο του το «σχεδόν» είναι μια ημιτελής και εν εξελίξει κατάσταση πριν προλάβει να παγιωθεί, γι’ αυτό έχει μέσα του το στοιχείο της πάλης της ζωής, έστω κι αν η απόληξη είναι ο θάνατος. Άνθρωποι προσπαθούν να σωθούν, σχεδόν τα φτάσουν στον προορισμό τους, άλλοι στο «μεταξύ», για παράδειγμα οι αγνοούμενοι, πραγματικά νεκροί, για τους δικούς τους όμως ζωντανοί, ένας ημιέρωτας, μια συνειδητοποίηση της αδυναμίας ενώ η ζωή κι ο έρωτας προκλητικά καλούν.
Ίσως αυτό το σχεδόν, το «μεταξύ» να είναι και πιο δύσκολο να εκφραστεί, γιατί δεν παγιώθηκε, δεν αντικειμενοποιήθηκε, γι’ αυτό κι ο ποιητής ζωντανά με τον εαυτό του και με την τέχνη του το συλλαμβάνει στην εξέλιξη και ροή του.

Εκφραστικά θαυμαστή για τον αναγνώστη η έκπληξη με το απρόοπτο του τρόπου έκφρασης, με τις πολλές αφαιρέσεις στις μεταφορικές αλματικές εκφράσεις και γενικά αφαιρετικές μεταφορές. Ζωντανές εικόνες αποτυπώνονται με τα παρακόλουθα ζέοντα συναισθήματα (ένα ψυχοσάββατο, μια μάνα που πληροφορείται για το αγνοούμενο παιδί της, η προσπάθεια των μεταναστών να προσεγγίσουν τη ξένη γη) στο σχεδόν, και εντυπώνονται για πολύ στον αναγνώστη.

Συμπερασματικά, χωρίς στόμφο, με μόνη την ποιητική χάρη, ο Πάμπος Κουζάλης μας έδωσε με το «σχεδόν» μηνύματα και καλλιεργημένης αισθητικής αλλά και ήθους ελευθέρου και γνήσιου ποιητή.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ

troaditis

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα και από το 1992 διαμένει και εργάζεται στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και blogs στην Ελλάδα και την Αυστραλία, στα ελληνικά και τα αγγλικά. Ασχολείται, επίσης, με την ποιητική μετάφραση και την κοινωνική ιστορία.
Διαχειρίζεται το blog «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

Η οργή, το όνειρο και η ζωή (ιδιωτική έκδοση)
Χωρίς προοπτική (εκδ. Ένεκεν,ένθετο)
Tightrope Walking/Ακροβασίες (Owl Publishing – δίγλωσσο).
Ωδή στο ανικανοποίητο (εκδ. Παλινωδίαι)
Η μοναξιά του χρόνον (εκδ. Οδός Πανός) (2016)
Με μια κόκκινη ανάταση (εκδ. Στοχαστής) (2016)
Δίοδος Διαφυγής (εκδ. Κύμα) (2018)
Λοξές ματιές, Στοχαστής (2019)

ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ (2019)

ΕΔΩ ΣΤΙΣ ΝΟΤΙΕΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ

Εδώ στις νότιες
εσχατιές
οι άνεμοι κρυφακούν
τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες
εκτάσεις
του λείου
το καλοκαίρι
παίζει κρυφτούλι
με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες
ιαχές του γκρίζου
η τρέλα μας
ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο. 

ΠΡΟΣ ΛΟΞΟΜΑΝΕΙΣ…

Ο ανικανοποίητος ερωτισμός σας
φαντάζει σαν εκτυφλωτικό ηχόχρωμα,
μ’ ένα τεράστιο τσεκούρι
και μ’ αμέτρητες κάμες
πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
επιχειρώντας αξεπέραστες τομές
στα πονεμένα κορμιά μας…
Ποιος θ’ απεικονίσει με πιστότητα
τις πραγματικές διαστάσεις
του τραγικού μας χρόνου;
Ακόμα κι οι τυφλοί ζωγράφοι
κρέμασαν τις παλέτες τους…
αφού κάποιοι άλλοι
απαίτησαν τα χρώματά τους επί πίνακι.

ΟΛΟΙ ΑΠΟΣΤΡΕΦΟΤΝ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα
απ’ τα μελλούμενα
τότε που η θεά οπτασία
θα έρχεται θριαμβεύουσα
και τα κεφάλια μας θα σέρνονται
στα βρόμικα πεζοδρόμια
που οι γυναίκες θα ντύνονται στα μαύρα
που οι ώρες θα πέφτουν με έπαρση
στα πλακόστρωτα τα πεπαλαιωμένα
που σονέτα θα κοιτάζουν
να γλιτώσουν ασύνδετα
εν μέσω διασταυρούμενων πυρών
που δευτερόλεπτα θα σφυρίζουν
πέτρινα χρόνια στους κροτάφους μας
σφυρηλατώντας αιώνιες λατρείες
με χιτώνες μισητούς
κι έριδες φωτιάς
που ξέμπλεα σωθικά θ’ απλώνονται
παραβγαίνοντας σ’ αγώνες δρόμου
ανάμεσα σ’ ανοιγμένους τάφους…

ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΓΙΑ ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ

Οι αγωνίες μας
εξακοντίζονται
χιλιάδες μίλια μακριά
μαύρα φωτάκια
περασμένων πολιτισμών
που συνθλίφτηκαν αέναα
στη μέγγενη
των αρχουσών τάξεων
οι έξωθεν φύλαρχοι
υπερθεματίζουν
την αφομοίωση
παντίοις τρόποις
πυρακτωμένοι πόθοι
ανακατεμένοι με επιδόρπια
επίδοξων δολοφόνων
τροπάρια υστερικά
για ηδονοβλεψίες πολιτικούς
και μάγιστρους
των επερχόμενων δεινών
πυρακτωμένα λαμπάκια
μιας ζωής ανάστροφης
που αναζητεί πάντα
τη δικαίωση των παθών.

ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

Λοξές ματιές
στα κιτρινισμένα δάχτυλα
φοβισμένες
αινιγματικές
σαν λυχναράκι του λαδιού
που αργοσβήνει
σαν τον οριστικό χαμό
που έρχεται στα χείλη
σαν τη μαύρη νύχτα
την αφώτιστη
που αλώνετε
στο απέραντο της σιγαλιάς
σκιές μεσίστιες σημαίες
αρώματα φυτών
που ξεστρατίζουν
ρωγμές σε φόντο καταχνιάς
μέσα τους κουρνιάζουν
ερπετά
πτηνά
όνειρα
αχτίδες σεληνόφωτος
κραυγές που παρακαλούν
λυγμοί που οικτίρουν
παράταιρα κεραμίδια
σε τριμμένες σκεπές
σκούρα χαμόγελα
σε υποτιθέμενες
θωπευτικές δονήσεις.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΦΩΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας

Δεν υπάρχει φως στα μάτια
τρέμουλο στα δάχτυλα
τα πουλιά δεν φτερουγίζουν
όλα πυρακτωμένα
αίμα της καρδιάς
λάβα σε ρίζες δέντρων
πληγές από πύρινα βέλη
πυρκαγιές σε ατέρμονα σχήματα
ψυχές ξεριζώνονται
σ’ ανασκαλεμένη γη
με σύνεργα καλοφτιαγμένα
για θάνατο και φρίκη

ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
και σε ποια ιδέα να μυηθείς
ποια μορφή να τραγουδήσεις
και ποια φωνή να βγάλεις
σε εκτάσεις αλλόφρονες
που το λιοπύρι στέγνωσε
που τα δάκρυα και οι βρύσες
γίνονται ηφαίστεια
που τα νάματα της ζήσης
στοιχειώνονται
τα άλλοτε ανένδοτα τοπία ενέδωσαν
στα ρουμάνια τους τα νυχτοπούλια
λικνίζονται σ’ αγέρηδες
κεραυνούς που τα κυνηγούν.

ΤΟ ΑΝΥΔΡΟ

Οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος
υπέκυψαν στην ξεραΐλα
των άγονων γραμμών
στο κέντρο των μεγαλουπόλεων

οι ανθοφορίες αναβλήθηκαν
στο άνυδρο πεδίο
οι σχέσεις μίσχοι κομμένοι
στη διαλεκτική των στενών δωματίων
των αιθουσών βασανιστηρίων

κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
μα δεν φαίνεται σημάδι τους

όλες οι αμαρτίες ξεπέζεψαν
κατέλαβαν αμαχητί
τους τροχιοδρόμους του μυαλού μας

παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΜΕΡΕΣ

Μέρες με μηνύματα
που τα περιμένουμε
όπως ο φτωχός μια βοήθεια
μέρες που γέρνουν ανάποδα
με τραύματα στο σώμα τους
με πληγωμένες ηδονές

μέρες που περνούν ολόγιομες
σαν πανσέληνοι στις στέγες
νοσταλγίες που στολίζονται

μέρες που ξαστερώνουν
σαν αρχοντικά με φωταψίες
ανταύγειες λησμονιάς

μέρες που λειώνουν
αναμνήσεις που χαροπαλεύουν
ψιχάλες που εξαερίζονται

μέρες που όλα επιστρέφουν
σκόρπια εδώ κι εκεί
με θριάμβους απροσδιόριστους.

ΟΤΑΝ ΘΑ ΜΑΣ ΣΚΕΠΑΣΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ

Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες
θα είναι αργά για έρωτες
και γλυκόλογα

θα διαδεχθούμε τις πέτρες
όλων των προηγούμενων πολιτισμών
και δεν θα έχουμε τον καιρό
ούτε να αναφωνήσουμε
«ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω»

όταν θα μας σκεπάσουν τα κυκλάμινα
της λησμοσύνης
άλλοι θα υποκλέπτουν την υστεροφημία μας
φτιάχνοντας χείμαρρους από λέξεις
και ουρές από νοήματα
που θα τρέχουν αλαφιασμένα να προλάβουν
τον εσμό κάθε επίπλαστης ανάγκης

όταν το μεγάλο χιόνι σκεπάσει τα μαλλιά μας
θα επέλθει ψύχος στις συνειδήσεις
παγετός θα είναι η σκέψη μας
και θα κοιτάξει πώς και πώς να ζεσταθεί
από το κυνήγι μιας τόσο δα λεξούλας
να απαλύνει το είναι μας.

ΚΑΘΗΚΟΝ

Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα
Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις
Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα
Να εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας
Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές
Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών.

ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΟΥ

Ι

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτήρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα
βλέμματα κατακερματισμένα
σε κοινούς κατατρεγμούς
και ακρωτηριασμούς σωμάτων

III

οι τόποι μου
λυγίζουν απ’ την απόγνωση
σε βομβαρδισμένες γειτονιές
μορφές με βαθουλωμένα μάτια
από την πείνα
και τις αγρύπνιες

XIV

οι τόποι μου
λικνίζονται έντρομοι
μπροστά σε ελάχιστα φεγγάρια
χαμένοι σε ερείπια
με θειάφι απομόνωσης
σε σωρούς σκουπιδιών
όπου ανεμίζουν πύρρειες
αιματοβαμμένες σημαίες

XV

οι τόποι μου
μετέωροι μέσα
στην ολική κατάρρευση
του χρόνου
μουλιασμένοι μέσα
στην κίτρινη βροχή
που τους σκέπασε
ως άλλο νεκροσάβανο
κι οι κάτοικοί τους
έμειναν
χωρίς μνήμη.

ΞΕΜΑΚΡΥΝΕ Η ΦΥΣΗ

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθείς να αποσπάσεις
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια.

ΤΑ ΜΟΥΝΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ

Ξεφυλλίζει την εφημερίδα
οι υπάλληλοι προσέρχονται ράθυμοι
στα αφημένα απ’ την αχλή της νύχτας γραφεία
ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει

ένα ακόμα απ’ αυτά τα μουντά πρωινά
της Μελβούρνης, της πόλης του Νότου
με τα μεγάλα πάρκα και τα στενά καταστήματα

κάθε πρωί
ανάμεσα στην κίνηση
κι ένα περιορισμένο καυσαέριο
κατεβαίνει στην ίδια στάση του τραμ

ο ταχυδρόμος δεν φέρνει τίποτα σημαντικό
μόνο τραπεζικά χρεόγραφα
λογαριασμούς
και άχρηστη αλληλογραφία
από αποστολείς που ποτέ δεν γνώρισε
κι από γραφεία
που ποτέ δεν μπήκε

ασήμαντη χαρτική ύλη
ανίκανη να ανατινάξει
την επαναστατική του φαντασία
καθώς προσπαθεί να εξάψει τα πνεύματα
ενάντια στα τέρατα που διεκδικούν
τον άκρατο πολιτισμό μας.

ME MIA ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ

Αυτή η μακρά πορεία
προς το θάνατο
πρέπει ν’ ανακοπεί
τα μαβιά κατάμαυρα σημάδια της σκοτοδίνης
πρέπει ν’ αλλάξουν χρώμα

αυτή η απαρασάλευτη οδύνη
πάνω απ’ τις στέγες
των καρδιών μας
πρέπει να μεταλλαχτεί
σε εκρηκτική σκέψη
έμμονη και φλογερή
πυρωμένη
στο αμόνι της ταξικής πάλης
αναμενόμενη σαν ανατολή
καυτή σαν το δάκρυ
στο μάγουλό μας
μετά το μεροκάματο
του τρόμου

αυτή η άγρια πορεία
προς το θάνατο
πρέπει να ανακοπεί
με μια θεσπέσια χαραυγή
των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση
της ψυχής
που δεν θα επιτρέψει
στα προοίμια της αδικίας
να γίνουν τόμοι αναλγησίας.

ΕΞΑΡΧΕΙΑ ’80

Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχονο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξομπλιαστές στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ’ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου
την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής
τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα
η αναπνοή μου και μόνον αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά
εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

ΑΓΩΝΑΣ

Αγωνιζόμαστε να προσπεράσουμε
τις άφατες μεταμορφώσεις μας
καθώς τα πρωινά μας
ξεκινούν βουρκωμένα
και δεν είναι σίγουρο
κατά πόσο μια ηλιαχτίδα φωτός
θα μας επισκεφθεί
έστω και προσωρινά.

ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΣΗ

Όταν γράφουμε ποίηση
απόμακρο το βλέμμα ταξιδεύει ως πέρα
πλανιέται στους σκουπιδότοπους
της σύγχρονης κομπορρημοσύνης
και μένουν ξωπίσω εκείνα τα ταξίδια
στο κατάξερο αίμα της νύχτας

όταν γράφουμε ποίηση
τ’ αποκαμωμένα βήματά μας
σεργιανούν στο άπειρο
η αγάπη είναι στο μεταίχμιο
ορφανή, πεντάρφανη στους πέντε αγέρηδες
στα συνωστισμένα λεωφορεία
των πληβείων της εργασίας

όταν γράφουμε ποίηση
ξερνάμε με κλάματα και κατάρες
μ’ επικλήσεις στον αγύριστο
που κατακρημνίζονται με πάταγο
στο κανναβάτσο της κοινωνικής αδικίας
ζεστά χέρια, ροζιασμένα
ζωγραφίζουν πολιτισμό κι οικοδομήματα

όταν γράφουμε ποίηση
επέρχεται η θαμπάδα στα μάτια
αλλά και το σίγουρο κοίταγμα
η σίγουρη σκέψη σαν ατσάλι
σκυρόδεμα έτοιμο να δέσει
την κοινωνική επανάσταση
όταν γράφουμε ποίηση
τ’ απογεύματα είναι ασπρόμαυρα
πιο σκούρα τα βράδια
ορειχάλκινες οπτασίες
με αποχρώσεις θανάτου
πριν ξεψυχήσουν κι οι οιμωγές
ξομπλιαστές στη λάβα
του σύγχρονου δράματος

όταν γράφουμε ποίηση
οι σκάλες δεν οδηγούν πουθενά
κυματίζουν τα μεσημέρια
στην αχλή της ζέστης
σαν τρικυμισμένα μαλλιά
στα πέπλα τα γκρεμισμένα
τα κατακρεουργημένα από θύελλες άλγους
και κυλώνεια άγη
έρμαια στα χτυπήματα των μπράβων
της κρατικής εξουσίας

όταν γράφουμε ποίηση
το κάνουμε για να ξορκίσουμε
τους πρότερους εφιάλτες μας.

ΣΑΝ ΕΜΜΟΝΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΟΥΣΑ

Οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών…

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2016)

Α. Η μοναξιά του χρόνου

     1

Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό

ο περιπλανώμενος αέρας
δεν ξεχνιέται κι αυτός
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

τα κατάλευκα πρόσωπα
δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη
σαν δυο κομμάτια πάγου
εξαφανίζονται στα νερά που τρίζουν

Τα τραγούδια της αναμονής
δεν είναι ανώφελα
καθώς το λάδι
στη μηχανή του κόσμου
δρασκελάει τους αιώνες
ως άλλη κοπιάζουσα αγωνία
να αναδυθεί η ανατολή της σκέψης

     2

Οι άνεμοι μας οδηγούν
τα κουπιά σπασμένα
γδαρμένα τα παλαμάρια
κωπηλατούμε στ’ άβαθα ποτάμια

το γκρίζο φως
εισχωρεί σ’ άσπρους κροτάφους
χέρια γαντζωμένα στην καρδιά
σαν τα χάδια που κοχλάζουν
τις κρύες νύχτες

σκύβουμε πάνω από οστά
λέπια και πτερύγια
μακρόστενα φυλλώματα

αποκοιμόμαστε
και κανείς δεν μας σκέφτεται
μέσα σε θροίσματα
πριν το μεγάλο χιόνι
σκεπάσει τα μαλλιά μας

τ’ άγρια πουλιά
το βάζουν στα πόδια
και το λευκό απέραντο
δραπετεύει χωρίς πνοή…

     5

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται
υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες
κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τ’ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη

     8

Η νύχτα καμένη από φωτιές
από μίλια μακριά

ανασαίνουν βαρυγκώμιες
οι καπνοδόχοι

νιάτα αλυσοδεμένα
με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα

να θερίσουν με το δρεπάνι
τους ουρανούς

βγάζοντας τη γλώσσα
στις κατάμαυρες φτερούγες.

     9

Το άγραφο κρυπτογραφεί
τ’ όνομά σου

στο φως πλέεις
με δάχτυλα από κερί

το κρανίο ξεθάβεται στο τσιμέντο
καθένας αγαπάει πιο πολύ τον εαυτό του

τα χέρια σπασμένα εμπόδια στην πόρτα
κρατητήρια κάπου με μάτια πληγές
ωχρά φεγγάρια στην αγάπη που πεθαίνει

άδεια όλα
μίσος απροσμέτρητο

οι καιροί πιο γκρίζοι

όσοι ήσαν χθες επαναστάτες
σίγουρα είναι δυο φορές γεροντότεροι

     10

Το κόκκινο δεν πληγώνει
συνταιριάζει με τόσα πράγματα

τη φύση και την ανατολή
τη δύση και τον αγώνα
την ανθρωπότητα που αντιστέκεται

κάνει παρέα με το μαύρο
της θλίψης και της οργής
κάνοντας τα σκοτάδια να λάμπουν

ευνοεί ακατονόμαστες πράξεις
εξεγέρσεις στα σάπια βάθρα
και γκρεμίσματα θρόνων

     13

Τ’ αγκάλιασμα όαση των χεριών
οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι

το τραγούδι θα ηχεί
ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο

η σκιά του φθινοπώρου θα χάνεται
στην ακυμάτιστη θάλασσα
σπάζοντας τα στεγανά
της χάρτινης αντανάκλασης
της ελευθερίας

η ανυποψίαστη πόλη
θα έχει ένα φως λιγοστό
ασάλευτες κραυγές
ν’ ανατριχιάζουν
στο τριζοβόλημα της φωτιάς

     15

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
αίσθηση ασυνέχειας χειροπιαστή
λόγια που φτεροκοπούν
σωσίβιο στη γλώσσα
άλματα σε σταθερές εμμονές
πλάνητα βίο διάγοντας

τα μακρινά ταξίδια των ονείρων
μοιάζουν με υλικά παραμυθιών
η ρήξη με τους θεσμούς
η ελευθέρωση απ’ τους μύθους
σαν την αράχνη με ιστό
στην εντέλεια πλεγμένο
με συμμετρία να λοξοδρομεί
στις ατέλειες του κόσμου
σαν τέσσερεις διαστάσεις
να στροβιλίζονται
στο άπειρο του χάους,
στις αδιόρατες δυνάμεις
που συνθέτουν μεστές ιστορίες
παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας

ήρωες οι ψυχές
των μαγικών πλασμάτων
με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις
ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας
πάθη σε καταιγίδες
μοιάζουν με ύμνους
αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο…

Β. Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης

ΣΤΙΓΜΗ ΠΡΩΤΗ

ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

ΣΤΙΓΜΗ ΤΡΙΤΗ

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

ΣΤΙΓΜΗ ΠΕΜΠΤΗ

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

ΣΤΙΓΜΗ ΟΓΔΟΗ

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

ΣΤΙΓΜΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους
πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

Γ. Απόπειρες ονείρων

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΡΩΤΗ

κάθε απόπειρα σκέψης
περιέχει όλες τις απόπειρες μαζί
κάθε κίνηση στο άπειρο
περιέχει όλες τις κινήσεις μαζί
κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα
περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

η ξηρασία μας αποτελείωσε
σε αλυσίδες σκόνης
η ζέστη μεσουρανεί
ο καύσωνας κυβερνά
με απομιμήσεις βροχοπτώσεων
προχωρούν οι προνοητικοί
σε λιτανείες
θρησκευτικές ή μη
στις ράχες μας
η ξηρασία που εκτοπίζει
τους πάντες
σε τόπους εξορίας
που ξερνούν
περιβαλλοντικές καταστροφές
αγκομαχώντας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΤΡΙΤΗ

έτσι έγκλειστοι
σε ηλεκτρονικές κάμαρες
αποκολλούνται τα κομμάτια μας
μένουμε με τα υπολείμματα
του εαυτού μας
η ψυχή μας έρμαιο
σε σχήματα κι απομιμήσεις
με τ’ άντερα έξω
σε κοινή θέα
εκτεθειμένα στα βρόχια
της καθημερινότητας
δεμένοι χειροπόδαρα
από αόρατους σπάγκους
κάποιος τραβά το χαλί
κάτω απ’ τα πόδια μας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΤΗ

τα παίζουμε όλα για όλα
με θεατρικές ατάκες
σαν κόμπους στο λαιμό
που κρημνίζονται
σε χαώδη βάραθρα
και δίνες
αιώνιων χαιρετισμών

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΒΔΟΜΗ

όλα συνεχίζονται…
αλλά μυρίζουν θειάφι
και σπέρμα
εκκωφαντική απομόνωση
η ζωή του καθένα
ανοιχτός κάδος
με απόλυτη ησυχία
ούτε θρόισμα φύλλου
ούτε ισορροπίες
στους λεπτοδείκτες
μόνο γεννήσεις
στα σκοτάδια
στους πίσω δρόμους
με τους ξεγελασμένους
εραστές των φαντασμάτων

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

στις καταποντισμένες
αυτές στιγμές
η κάθε ευχή μοιάζει
επαναστατικό μανιφέστο
η κάθε αύρα
ανοίγει το δρόμο…
άλλωστε δεν πεθαίνει κανείς
από ασάφεια
αλλά από κρύο
και μοναξιά

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

το γκρίζο χάραμα
χωρίς ίχνος ρόδινου
στις ανοιχτές αυλόπορτες
στο παράθυρο της σκέψης
με ευχές και φόβους
γιατί ζεις
κι άλλα δράματα
με πρόσωπα
που δεν γνωρίζεις

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
μ’ αυτό αλλάζεις
πλεύσεις
και σχέδια
σαν τα πλάσματα
της πυρκαγιάς
που παλεύουν ολόρθα
κι εξαγριωμένα

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ

φοβάσαι να χαράξεις ελπίδες
για να μη συρθείς στη δύση
των ερώτων σου
τ’ αντικριστά παραπετάσματα
δεν σε επηρεάζουν πια
το λιγοστό φως δεν σου στέλνει
σκληρές λάμψεις
παρά μόνο ανταύγειες
χωρίς πτυχές
για να υπονομεύσει το βλέμμα σου

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ

στέκεις ακίνητος
κοιτώντας τα τρένα
που τρέχουν παράλληλα
με τους κόκκους της σκόνης
στα πνευμόνια σου
αλλόκοτη κι αυτή η τάση
να ξεγράφεις τα πάντα
και μετά
να καταβυθίζεσαι
σ’ ατέλειωτο ύπνο
έτσι που να
μην προφταίνεις
τα καυτά διαμάντια
της επόμενης μέρας

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ο ήλιος βασανιστικός
η γραφή θραυσματική
σκοτώνει η πρώτη ανάγνωση
η τρυφερότητα είναι απόγνωση
η χαρά λύπη
ο πόνος λύτρωση
κι η συνύπαρξη
είδος πολυτελείας
συνηθισμένο βότσαλο
στις αμμουδιές της μνήμης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΟ BLOG «ΤΟ ΚΟΣΚΙΝΟ»

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ (2012)

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΣΑΝ ΕΥΦΛΕΚΤΟ ΥΛΙΚΟ

Κάλπικος αγέρας η ζωή μου και με μπερδεύει,
περπατώ και μ’ ακολουθεί,
στέκομαι και μαρμαρώνει,
ξυπνώ και με τριγυρίζει…
Τα βήματά μου είναι τα δικά της.
Της μιλώ και μ’ απαντά
με κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό
που προμηνύει θύελλες.
Όταν φωτίζεται το σκοτάδι της ψυχής μου
μοιάζει περισσότερο με διασπορά από ράκη και θρύψαλα
παρά μ’ αδιάκοπη αλλαγή διαθέσεων.

ΧΙΛΙΕΣ ΥΠΟΨΙΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Το ανοιχτό πέλαγος ξεδιπλώνει
τις ορμητικές φτερούγες του
έτσι όπως ένα παιδί απλώνει την αφέλειά του
όταν οι μεγάλοι του αφαιρούν την τόλμη.
Ο ήλιος έτσι όπως δύει
μοιάζει με παρθενικό υμένα ηδονής,
σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα
μιας ντροπαλής κόρης.
Ο ήλιος και το πέλαγος
μεγαλοπρεπές αμάλγαμα απέραντο
προκλητικό και υπέρτατο
πρωτόγονο και μεγαλειώδες
σαν χίλιες υποψίες ευτυχίας
σαν ανελέητος καταιγισμός
των χρωμάτων της ίριδας.

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ…

Πλάι στο κύμα,
πλάι στον ήλιο,
πλάι στην καυτή άμμο
έμαθα να φτιάχνω όνειρα.
Πλάι στα γάργαρα ποτάμια,
στη σερενάτα των πουλιών
έμαθα να βιώνω τη μοναξιά μου.
Ωστόσο, μέσα απ’ όλα αυτά
έμαθα και να βλέπω τη μορφή της
Κι αν ακόμα η φύση στερέψει
θα είμαι εκεί και θα την αγαπώ.

ΠΟΣΑ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΑ…

Πόσα ηλιοβασιλέματα πρέπει να μετρήσω
για να σ’ έχω κοντά μου;
Πόσα αγναντέματα απέραντων πελάγων
πρέπει να μετρήσω
για να χαϊδέψω ξανά τα μαλλιά σου;
Πόσα βλέμματα σ’ όλους τους ορίζοντες
πρέπει να μετρήσω
για να φτιάξω και πάλι εικόνες
στα ρόδινα χείλη σου,
για να ζητήσω και πάλι τον αέναο
χρυσοπόρφυρο έρωτα
στις χίλιες υποστάσεις του;

ΧΟΑΝΕΣ ΠΑΡΑΛΙΩΝ ΠΟΡΝΕΙΩΝ

Μέσα σε χοάνες παράλιων πορνείων
το σώμα μου να καλύψω
με χώμα και γαζίες δεν μπορώ,
αστραπές καθώς με διασχίζουν…
Όχι, δεν ανήκω στην κατηγορία
των ζωντανών νεκρών.

ΚΑΛΠΙΚΗ ΕΠΑΡΣΗ

Η λάμψη στα μαλλιά των κοριτσιών
χορηγείται με υπερωρίες,
σαν προφίλ στο φως που τρέμει
στα κεριά στις μπυραρίες.
Κορίτσια δανεικά στους οίκους ανοχής
με χείλη μεθυσμένα μεσ’ την αγκαλιά μας,
σε μια διαρκή μετάγγιση σπέρματος,
σαν ταπεινά κυπαρίσσια με κάλπικη έπαρση.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟΣ

Γελούν οι φίλοι και προσπαθούν
να κρύψουν τους καημούς τους.
Τις νύχτες μαζεύουν δόξα κι αποτσίγαρα
ταξιδεύοντας σε άφωτα λιμάνια
σαν σκαριά που ξεβράζονται
σε θολές κι άναστρες αυγές.
Σκέφτονται, συζητούν και αναθεωρούν,
Φονικά στοιχειά τους βασανίζουν
και δαγκώνουν τα χείλη.
Ο δικός μου χρόνος μετριέται με πόνο
κομίζοντας μηνύματα και κρυφούς κώδικες
για δύο μάτια, για μια θάλασσα γαλάζια.

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ

Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν σε συλλογιέμαι περιμένοντάς σε
στο παράθυρο με θεοσκότεινες κόγχες,
όταν περιμένω το αύριο
αυτό με τα δικά μας αστέρια.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν προσπαθώ να ξεφύγω
από τις σειρήνες των δρόμων
που με κάνουν και ξεσπάω σε λυγμούς,
όταν θέλω να χορέψω στα κύματα,
όταν περιμένω ν’ αλλάξω
το δρόμο του φεγγαριού μας
ξεπερνώντας τις συνισταμένες που το τεμαχίζουν.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν συντελώ στη μεταμόρφωσή μου,
όταν κινούμαι χωρίς ίχνη,
όταν αγωνιώ να μην κλείνομαι στα γεγονότα.
Κάθε νύχτα εγώ ματώνω
όταν αφήνω ουρλιαχτά
κοφτερά και μακρόσυρτα
σαν γυαλιά κομματιασμένα με βία.
Αλλά η αγάπη μας αναγγέλλεται με σαλπιγκτές
κι οι ήχοι τους μας έχουν κυκλώσει.

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Κυκλικές μεταστροφές
από κομμάτια διάχυτου πόνου
με διαπερνούν με ρίγη
σα κύμβαλα ανάστροφα.
Αμείλικτα με κομματιάζουν ρίχνοντάς με τροφή
σε σαρκοφάγους δεινόσαυρους.
Ακινητοποιημένα τα όργανά μου,
η όρασή μου αλλήθωρη.
Απέναντι σε τούτο τον αφανισμό
είμαι αδύναμο ον,
προσπαθώντας ν’ αναρριχηθώ
από παραπετάσματα
θλιβερά και μετέωρα.

ΑΡΝΟΥΜΑΙ

Αρνούμαι τις άδειες νύχτες στη ράχη σαν πληγές,
τα ρολόγια να δείχνουν τις ίδιες ώρες,
τον έρωτα να κάνει πιάτσα σ’ έρημους σταθμούς,
σημάδια σφραγίδων να βαραίνουν τα κορμιά μας,
άγρια και τρελά στίγματα στο βάθος του χρόνου,
τον κρύο ιδρώτα να νοτίζει τη σκλαβιά μας,
τα όνειρα να χάνονται αποστομωμένα,
τους λιπόθυμους ουρανούς με τα νεκρά φεγγάρια,
τον αντίλαλο της απολίθωσης αυτού του κόσμου,
το άψυχο υποτονικό φάντασμα της κοινωνίας,
τα παγωμένα σπέρματα ανάγκης,
τις αδύναμες ημερομηνίες,
τις αλυσιδωτές πικρές αρρώστιες,
τις φιγούρες των ζητιάνων στα πεζοδρόμια,
το σκάψιμο του χρόνου ν’ ανοίγει ουλές στο πρόσωπο,
την άσπρη παγερή σκόνη τη γεμάτη εφιάλτες,
τα παραπετάσματα των ψυχρών θαλάμων,
τις σειρές άγχους στα σημεία αναμονής,
τη μοναξιά που είναι σα φυλακή στενή και κρύα,
τις απελπισμένες λάμψεις στα σκοτάδια,
τον ήλιο που σέρνεται στοιχειωμένος,
την κοφτερή όψη μιας αναμαλλιασμένης ομίχλης.
Αρνούμαι ακόμα και να πνίξω αυτές τις αρνήσεις μου.

ΙΧΝΗΛΑΤΩ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΜΟΥ

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται
έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

ΑΦΗΝΩ ΠΙΣΩ…

Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί αυτή η ζωή είναι που με πλήγωσε,
γιατί δεν ήξερα πού κατέληγε ο κάθε δρόμος,
γιατί επιθανάτιες κραυγές με σκέπαζαν
και μια δίψα με πυρπολούσε,
γιατί τρίκλιζα σε βρώμικες πλατείες,
εκεί που τα πληγωμένα μου χέρια
έψαχναν να βρουν πόρτες ανοιχτές,
γιατί ήθελα μια τόση δα φλόγα
να φωτίσω αυτά τα σκοτάδια,
γιατί ήθελα να είμαι γυμνός στις βροχές,
γιατί μια τόσο διάφανη αγάπη ήθελα.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί όλα τα γνωστά τοπία κάποτε τελειώνουν
και μαζί τους οι γνωστές ηδονές
και μένουμε απλοί θεατές των πειρασμών
στο μισό μέρος ενός ονείρου
που φυλακίζεται στα δημόσια αποχωρητήρια,
εκεί που όλα είναι απελπιστικά άσπρα,
γιατί αφρισμένες υγρασίες μούσκεψαν τα ρούχα μου
και πήρα να βυθίζομαι στο κενό
και ν’ απογειώνομαι μ’ ανώμαλες πτήσεις της σκέψης,
γιατί με τύφλωναν οι αστραπές τ’ ουρανού
και λευκοί αρουραίοι μ’ επιβουλεύονταν.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί ήθελα με δύναμη να σπάσω τα τζάμια
που η λάμψη τους με χτυπούσε στα μάτια,
γιατί ήθελα ν’ ακούω τις σταγόνες της βροχής,
γιατί ήθελα αυτή η βροχή να μπαίνει στο σώμα μου
και να πλημμυρίζει τους ονειρικούς μου χώρους.
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες.
αφήνω πίσω.
αφήνω.

ΧΝΑΡΙΑ ΟΡΓΗΣ (2011)

     Πίσω από τις άδειες νύχτες

ΕΝΑ ΦΩΣ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ

Ένα φως αγναντεύω
σε λαξεμένους βράχους
κι ένα απαλό χέρι να χαϊδέψει
παρθενικά πρόσωπα.
Τους τοίχους αγναντεύω
που γράφουν το μέλλον.
Ένα φως αγναντεύω πάντα,
ένα ξερό λουλούδι να τ’ αγγίξω
να του μιλήσω στη νυχτερινή βροχή.

ΓΕΜΙΣΑ ΔΑΚΡΥΑ

Δεν μ’ έσφιξε μάνας αγκαλιά
κι η ματιά μου μαρτυρούσε
την αλήθεια.
Κι έτσι γέμισα δάκρυα
όταν τα πουλιά
έπαψαν να κελαηδούν.

ΤΟ ΞΑΣΤΕΡΩΜΑ ΜΟΥ

Δεν θ’ αφήσω να χαθούν τα όνειρα
σαν υγρές καταχνιές από δάκρυα
σαν σκιές από κόκαλα.
Δεν θ’ αφήσω το αίμα του ήλιου
να ξεστρατίσει άψυχο.
Δεν θ’ αφήσω τη νύχτα
να γίνει κομμάτια
και τα φεγγάρια να γείρουν λιπόθυμα.
Θ’ αλαφρώσω στο αντάμωμα του ήλιου,
το κορμί μου θ’ απαλύνει στο χρόνο,
αριθμοί απ’ το μυαλό μου θα εξαφανιστούν.
Αυγερινός θα γίνω ορμώντας
σ’ ουρανούς που δεν λυπούνται
και θάλασσες που δεν στερεύουν.
Οι κραυγές μου θα ζεστάνουν
τα κρύα σίδερα.
Θα ξαστερώσω στους παράξενους
κι αέναους δρόμους.

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το κατεστημένο θα κάψω όντας πυρομανής
κι οι λάμψεις του θα διασχίσουν
τις μίζερες αχτίδες αυτού του κόσμου.
Την αγωνία της ζωής θα ζωγραφίσω
κι η σκέψη μου θ’ ακονιστεί
με μια δόση ευρύτερης προοπτικής.
Τα κενά της συνείδησης θα φωτίσω
αυτά που μένουν ανεξερεύνητα.
Η αναπνοή μου και μόνο αυτή
θα είναι καθοριστική γροθιά
στα παγερά κάτεργα, στα κελιά.
Εξεγερμένες οι αισθήσεις μου
θα διαλύσουν τις εξαγοράσιμες ανάγκες
και θα σκορπίσουν τα κομμάτια
των στεναγμών τους
στο άπειρο της λήθης.

ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ…

Ντρέπομαι μπροστά στον κάθε θάνατο
όταν τα βλέμματα κολλούν πάνω μου
στους δρόμους και τα σινεμά
στα μπαρ και τα λεωφορεία.
Όταν με ματώνουν
τα θρυμματισμένα τζάμια
τα άσπρα κράνη και τα κλομπ
τα εφήμερα ποτά
και οι πόρνες συνειδήσεις.
Στίχοι σε μαύρο φόντο
αργοί
και με πένθος.

ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Χάσαμε την καρδιά μας σύντροφοι,
οι αορτές της έγιναν ηλεκτρονικές συσκευές,
οι αισθήσεις της προγράμματα κομπιούτερ.
Μείναμε ψάχνοντας για παρηγοριά
στις νέες αστραφτερές φυλακές μας.
Οι φωνές των νεκρών μας
μόλις που φτάνουν στην ψυχή μας
Οι λογικές κι οι ανασφάλειες έγιναν ένα,
το παρελθόν ίδιο με το μέλλον,
η πρώτη μέρα ίδια με την τελευταία.
Η ιστορία είναι εγκληματική,
ένας κατάλογος δολοφονιών
από ισχυρούς αφέντες των στιγμών
και μηχανορράφους εφευρέτες επιθυμιών.
Ο φόβος της στέρησης είναι ο μπούσουλας.
Αργά ή γρήγορα θα ξεχαστούμε.

ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

Ζητώ τον βαθύ αντίλαλο
του εσπερινού.
Οι σταλακτίτες να λάμψουν
σαν αστέρια.
Οι αγέρηδες να ξεστρατίσουν
σε κόκκινους ουρανούς.
Σαν ίχνος της γαλήνης
ν’ αναδυθώ.
Σαν μυστική νεράιδα
να πορευτώ στις ατόφιες μορφές
στη σάρκα και το αίμα.
Επιζητώ να ξεφύγω απ’ την ομίχλη,
να μην είμαι κορμί άψυχο
τυλιγμένο με οίστρους
μιας άρρυθμης καρδιάς.

     Σκόρπια ποίηση

ΒΡΑΧΟΣ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟΣ

Βράχος αξεπέραστος αυτή η πόλη.
Τ’ αέρια βουίζουν
σε καπνισμένους θαλάμους.
Πολλές μάχες, πολλές ιστορίες
που τις χάσαμε,
χαρακώνοντας τις σάρκες μας,
μόνοι μέσ’ σε ζωντανούς τάφους,
χωρίς παράθυρο στο ξάγναντο,
χωρίς πόρτες στα δάκρυα
των λουλουδιών,
χωρίς άνεμο στη λησμονιά της μέρας.

ΣΤΗΝ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΗΣ

Στην ορθάνοιχτη πόρτα
της καρδιάς της
τα μαύρα μαλλιά της
με την απλότητα των χεριών της
σχημάτιζαν την αγάπη
στις τρεις υποστάσεις της.
Ένας μικρός ήλιος στην ψυχή της.
Καβαλάρισσα στις σκέψεις
και τις αγωνίες
Φορτωμένη μιαν αγκαλιά
φεγγαρόφωτο.

ΤΟ ΦΩΣ ΠΝΙΓΕΤΑΙ

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΑ ΧΑΔΙΑ

Άχρωμες σκέψεις περιφέρονται αδιάφορα.
Πληγωμένα σώματα λικνίζονται ράθυμα
σε πίστες εφησυχασμού.
Είδωλα φιγουράρουν
σε καθρέπτες απατηλών ονείρων.
Τρέμουμε σύγκορμοι στις άχαρες ροές μας,
στο ίδιο μας τ’ αντίκρισμα.
Φωνές εκτοξεύονται σαν ριπές από μοιρολόγια
τραγουδισμένα σε τόνους
δίψας και φυματίωσης.
Φουνταρισμένα μεθύσια
σε πέλαγα ψευτοηθικών.
Παίζουμε κρυφτούλι με τον εαυτό μας.
Ο αδυσώπητος πληθωρισμός
μιας υποκριτικής αγάπης
μας παίζει άσχημο παιχνίδι.
Λόγια που πνίγονται σε φωταγωγούς ειρωνείας.
Βλέμματα τραγικά σ’ ένα στυγνό αφύσικο.
Άψυχοι μέσα σε σωρούς ακαθόριστους
κι ευνουχισμένους ίσκιους παραμυθιών.
Σχοινοβασία σε σάπιο νήμα
καμουφλαρισμένης σιγουριάς.
Ισχνοί σαν κιτρινισμένες αποτυπώσεις.
Στήθια με πληγές μολυσμένες κι απροσδιόριστες.
Στόχοι φθαρμένοι και νωχελικοί.
Υποτιθέμενα χάδια
σε γκρίζες υποκριτικές μέρες.

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Ώρες έρχονται και φεύγουν
σαν απόηχοι ξεψυχισμένων ηδονών.
Οι βρώμικες γωνιές αυτής της πόλης
μυρίζουν απωθημένα σπέρματα αναγκών.
Νύχτες που δείχνουν τη γύμνια τους,
παραδέρνοντας στα κενά τους,
τρεχάτες πίσω από σχήματα πένθους,
ξεθωριασμένα χρώματα της ζήσης,
κηλίδες αγάπης που χορεύουν μόνες
με μια συνηθισμένη έπαρση
και στο τέλος πνίγονται
κάτω απ’ το βάρος της λάσπης.
Κάποιες κιθάρες ηχούν παράφωνα
με κλίμακες ραγισμένες.
Η σιωπή των άστρων είναι παγωμένοι κρύσταλλοι
στον νωχελικό ορίζοντα μιας ματιάς.

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΥΠΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΝ

Μας θέλουν σημαδάκια σε ταξινομήσεις.

Κωδικούς αριθμούς σε μητρώα διαχωρισμών.
Πειραματόζωα σε πυρηνικά εργαστήρια.
Λαδωμένες μηχανές σε χρηματιστικά πορνεία.
Πουλητάρια σ’ αγορές σε τιμές ευκαιρίες.
Γκρίζους τόνους σε κρατικά έγγραφα.
Σκόνες σε διαφάνειες.
Αλυσοδεμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Κι εμείς μένουμε άναυδοι.
Βυζαίνοντας το δάχτυλό μας.
Σαν μια ανάγκη τόσο κοινότοπη.
Με τις αισθήσεις μας υπό περιορισμόν.
Μαρτυρικά απομεινάρια ηδονών.
Σε παγερά σφαγεία συνειδήσεων.
Όταν μας κομματιάζουν.
Όταν μας ευνουχίζουν.
Όταν μας σκοτώνουν.

ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΣΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.
Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.
Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.
Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας
σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.
Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,
έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.
Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Ήρθε η ώρα της ανατροπής
με μια εκρηκτική αναθέρμανση ανθρωπιάς.
Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε
με τονισμούς εξέγερσης.
Δυνατούς σαν καταιγίδα.
Σίγουρους σαν ανατολή.
Μακρινούς σαν άστρα.
Ήρθε η ώρα ν’ αναδείξουμε την ορμή μας
στις πύλες του χρόνου. 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Τζούλια Φορτούνη

(μια μικρή αυθαίρετη αναφορά στο πρώτο μέρος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη «υπολήψεις-απόπειρες»)

Υπάρχουν πολλών ειδών φίλοι. Φίλοι παιδικοί, φίλοι καρδιακοί, «φίλοι» που σου την έχουν στημένη, φίλοι αληθινοί, φίλοι διαδικτυακοί, φίλοι μακρινοί… Ένας τέτοιος μακρινός φίλος είναι ο Δημήτρης Τρωαδίτης αν και αναρωτιέμαι πολλές φορές το πόσο κοντά μας είναι το μακριά και το αντίστροφο.

Ζει στη μακρινή Αυστραλία, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ και είναι η πρώτη φορά που γράφω για τα ποιήματα κάποιου που δεν τον έχω «γνωρίσει». Γιατί για μένα η ποίηση είναι πρωτίστως η αλήθεια του δημιουργού κι όλα τα συγκινησιακά φορτία κατεδαφίζονται αν διαισθανθώ την επιτήδευση ή το λογοτεχνικό κατασκεύασμα εις βάρος της.

Προσέγγισα τα ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη λοιπόν, με την υπέρβαση μιας μικρής εσωτερικής συμφωνίας, γιατί τον παρακολουθώ ένα χρόνο τώρα, να συλλέγει άκοπα ποιήματα και κραυγές. Να παρατηρεί με εκπληκτική προσήλωση όχι μόνο τα ποιητικά δρώμενα της πατρίδας του, αλλά να συμμετέχει σ΄ αυτά μ΄ έναν δυναμικό και αμερόληπτο τρόπο. Να πάσχει –όχι εξ΄ αποστάσεως- αλλά δια ζώσης εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας μας.

Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα τις «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» ήταν για μένα σαν να έδινα μια εγκάρδια χειραψία μαζί του. Σαν να καθόμασταν απέναντι σ΄ ένα μικρό καφέ και να τα λέγαμε, σαν από πάντα φίλοι.

Η στιγμή είναι η φυσική μονάδα του χρόνου. Η οποία εξ΄ ορισμού τον ανατρέπει. Γιατί πώς ορίζεται και πώς μετριέται μια στιγμή; Και πώς ο Δημήτρης διαμελίζεται σε δεκατρείς στιγμές; Να θέλει να εξορκίσει άραγε το δαιμόνιο «δεκατρία», ή να προσθέσει μια δική του προσωπική στιγμή στην ιερότητα του «δώδεκα»; Όπως και να έχει για μένα η λέξη και το σύμβολο «στιγμή» έχει τη δική του αρχετυπική αξία.

Κι έτσι περιπλανήθηκα και χάθηκα μέσα σ’ αυτές τις δεκατρείς στιγμές. Αναρωτήθηκα πώς μαζεύει κανείς «τα ξέφτια ενός απομεσήμερου». Αισθάνθηκα τον τρόμο «της επερχόμενης μέρας», ξάπλωσα πολλές φορές σ΄ ένα από εκείνα τα «προκρούστεια κρεβάτια» των εργατικών δικαιωμάτων, περισσότερο τσαλακωμένα τα ρούχα μου, περισσότερο ακρωτηριασμένη η ελπίδα μου κάθε φορά. Σαν να ήταν η τελευταία φορά μιας αέναης επανάληψης. Κι όμως ανάμεσα στην τέφρα αυτών των στιγμών «μια μικρή σταγόνα βροχής» κρατιέται αναμμένη» «μια μικρή σπίθα ανταρσίας».

Δεν μου αρέσουν οι τζάμπα μάγκες, οι επαναστάτες χωρίς αιτία, θέλω, απαιτώ, ψυχή και σώμα στην αντίδραση. Κι αυτά τα βλέπω στην ποίηση και κατ΄ επέκταση στην προσωπικότητα του Δημήτρη. Χωρίς να συμφωνώ στα σημεία, αποδέχομαι το ολόγραμμά του. Στο τέλος μιας διαδήλωσης, ανάμεσα σε «σπασμένες κούκλες των βιτρινών, μετά τη λεηλασία». Και καμιά χειρότερη λεηλασία από εκείνη των στιγμών.

Δεν ξέρω στ΄ αλήθεια αν κάποτε «θα συναθροίσουμε τα δάκρυά μας», οι ευυπόληπτοι πολίτες και οι «αλήτες» με τις μολότοφ… Αν «θα συσπειρωθούν οι οιμωγές μας» σε μια κοινή πανανθρώπινη διεκδίκηση. Θα πρέπει πρώτα να κλαίμε με τον ίδιο σπαραγμό, να συντονίσουμε τον πόνο στην τραγικότητά μας. Στην κοινή μας μοίρα. Δεν ξέρω επίσης αν εμείς θα ξεφύγουμε από τα λιοντάρια «που μας παίρνουν στο κατόπι» αν κατ΄ επέκταση εμείς γίνουμε λιοντάρια που θα πάρουμε στο κατόπι κάποιους άλλους, αλλά «η σταγόνα βροχής» πολλαπλασιάζεται μέσα μου όταν νιώθω πως «ακολουθούμε τα χνάρια μας απ΄ τις ατέλειωτες μνήμες». Ακόμα κι όταν «ξεστρατίζουμε σαν λωρίδες φωτός από τις χαραμάδες του χρόνου».

Κι όμως κάποιος πρέπει τελικά να τα παίξει όλα για όλα. Αλλιώς πώς; «Αίμα ξερό, χαλασμένο» αλλά συγκλονιστικά αθώο. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν τέτοιοι. Ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν «παιδιά που θα ξεκλέβουν ώρες».

Τώρα το κατάλαβα. Οι στιγμές μετριούνται μόνο με το στιγμόμετρο. Είναι εκείνο το ναυτικό όργανο ακριβείας που καθορίζει τη συχνότητα και τη διάρκεια ανάμεσα στις αναλαμπές ενός φάρου. Εδώ σταματάω να συνομιλώ με το μακρινό μου φίλο που κάθεται απέναντί μου με «μια μικρή σπίθα ανταρσίας» στα μάτια του. Μετρώ έκθαμβη τις παύσεις και τη διάρκειά της. Κι αφουγκράζομαι τη μέσα του φωνή, αυτή που δεν διαδηλώνει. «Τη στιγμή της υπόληψης».

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Στις μέρες μας, όλο και περισσότεροι λογοτέχνες καταφεύγουν στην έκδοση των έργων τους σε e-book. Με αυτό τον τρόπο και οι ίδιοι αποφεύγουν το δυσανάλογο κόστος έκδοσης και ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το βιβλίο δωρεάν ή καταβάλλοντας πολύ μικρότερο αντίτιμο απ’ όσο κοστίζει μια έντυπη έκδοση. Τα υπέρ και τα κατά μιας ηλεκτρονικής έκδοσης είναι αρκετά, κάτι τέτοιο, όμως, ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος κειμένου.

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το καινούργιο e-book του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Υπολήψεις – απόπειρες». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Κόσκινο» και μπορεί όποιος θέλει να τη διαβάσει ελεύθερα από τη διεύθυνση:

http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738%3Atest&catid=57%3Ae-books&Itemid=66

Ξεκινώντας, θα θέλαμε να τονίσουμε, ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή περιλαμβάνει, κυρίως, ολιγόστιχα ποιήματα στα οποία εκφράζεται μια κοινωνική διαμαρτυρία και μια φωνή αντίστασης στις σύγχρονες κοινωνικές αδικίες. Ποίηση, που ενώ φλερτάρει με τον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό καταφέρνει να τονίσει την κοινωνική της υπόσταση, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να γίνει απόλυτα κατανοητή και προσιτή.

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» χωρίζεται σε δύο μέρη:

Το πρώτο μέρος, φέρει τον τίτλο: «Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης» και περιλαμβάνει ολιγόστιχα ποιήματα – στιγμές, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, όχι μόνο με το ρυθμικό τους στίχο, αλλά και το νόημα, που περικλείεται σε λίγες σειρές: «Πότε ακίνητοι / πότε τρεμάμενοι / σε μέρη που λέγονται / χώροι εργασίας / κραυγές αργόσυρτες / φωνές τσαλαπατημένες / έρμαια άνωθεν αποφάσεων / σε προκρούστεια κρεβάτια». Όπως, παρατηρούμε, τα σημεία στίξης απουσιάζουν εντελώς, δείγμα, που συνηθίζεται συχνά στη μοντέρνα ποίηση.

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Απόπειρες ονείρων» και περιλαμβάνει τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα ποιήματα της συλλογής. Εδώ, τα νοήματα γίνονται λίγο πιο σύνθετα χωρίς, όμως, να χάνεται ο αναγνώστης σε ατέρμονες αναζητήσεις του τι θέλει να πει ο ποιητής, ενώ οι στίχοι διατηρούν τη μουσικότητά τους: «Δεν υπάρχουν ψηλά βουνά / εδώ στην περιοχή μας / όλα είναι επίπεδα / λεία / και ψυχορραγούν / ανυπεράσπιστα / δεν υπάρχει άνθρωπος / να τα χαϊδέψει / για να επιβιώσουν».

Στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες» θα συναντήσουμε τη λέξη ανταρσία, όχι, όμως, με τον κραυγαλέο τρόπο, που συνηθίζεται σε αρκετούς λογοτέχνες, που γράφουν θούριους και εμβατήρια, αλλά σε μια πιο εξευγενισμένη μορφή, που εκφράζει τη ρομαντική διάθεση του ποιητή: «μια μικρή σταγόνα βροχής / είναι μια μικρή σπίθα / ανταρσίας».

Θα κλείσουμε εδώ, τη μικρή μας αυτή περιπλάνηση στην ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Υπολήψεις – απόπειρες», έχοντας συμπεράνει πως διαβάσαμε το έργο ενός εμπνευσμένου καλλιτέχνη και αφεθήκαμε στη μαγεία αυτής της έμπνευσης, καθώς, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος σε ένα ποίημα του: «κάθε έμπνευση στα κενά διαστήματα / περιέχει όλες τις γητειές του κόσμου».

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

athanasiadousolerto

 

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΗ

Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά κατοικώ στην Θεσσαλονίκη. Είμαι άτομο με κινητική αναπηρία. Κόντρα στην προκατάληψη που αντιμετώπισα και την έλλειψη προσπελασιμότητας κατόρθωσα να τελειώσω το Λύκειο στην Αθήνα, να πάρω το First Certificate στην Αγγλική γλώσσα, και να αποφασίσω να μετακομίσω στην Θεσσαλονίκη με την ελπίδα να καταφέρω να έχω περισσότερο προσβάσιμη ζωή .Ασχολούμαι με την Ποίηση την οποία λατρεύω. Έχω εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα μου έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε Πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης και από τον Σύνδεσμο εκδοτών Β.Ελλάδος για την συνολική μου παρουσία στον χώρο της Ποίησης. Εχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικές ραδιοφωνικές εκπομπές της Αθήνας(ΕΡΑ2 ) και της Θεσσαλονίκης(Παρατηρητής,Ράδιο Εκφραση), και δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας( Οδός Πανός,Προσωπείο κ.ά ).Συμμετέχω σε ποιητικές Ανθολογίες των εκδόσεων Μαλλιάρη,και του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Είμαι συνιδρύτρια της λογοτεχνικής ομάδας Ιδεοκύματα η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και διοργανώνουμε βραδιές Ποίησης. Το 2000 συμμετείχα στο Ποιητικό Αναλόγιο ,στην συνάντηση γυναικών δημιουργών από 30 χώρες της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Το 2006 το δίκτυο γυναικών Θεσσαλονίκης διοργάνωσε Ποιητική βραδιά αφιερωμένη στα ποιήματα μου. Συμμετείχα δύο συνεχόμενες χρονιές το 2008 και το 2009 στο ετήσιο ποιητικό ημερολόγιο που εκδίδεται από την Εμπειρία Εκδοτική. Συμπεριλαμβάνομαι σε έκδοση για την λογοτεχνική δημιουργία της Β.Ελλάδος .Κατά την διάρκεια του Πνευματικού Μαΐου Θεσσαλονίκης, ήμουν ομιλήτρια με θέμα «Ποίηση και Παιδεία». Παράλληλα έχω ασχοληθεί με το θέατρο. Ήμουν ιδρυτικό μέλος μικτής θεατρικής ομάδας με άτομα με και χωρίς αναπηρία. Συμμετείχαμε στο Παγκόσμιο φεστιβάλ Θεάτρου στο Εδιμβούργο, στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης .Έχω ασχοληθεί με θεατρικές διασκευές οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο. Επί ένα χρόνο ήμουν παραγωγός και παρουσίαζα λογοτεχνική εκπομπή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Συμμετείχα σε ομάδες και συλλόγους για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)
ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)
ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)
ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

 

1-astegi_agapi_

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b10001

 

 

1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b10002

ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ (2016)

 

Άστεγη αγάπη

Άστεγη αγάπη δηλώσανε
για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση
κάπου στις παρυφές ίσως
έξω από τα σύνορα των άλλων
προτίμησαν την απόσταση
σαν έρωτα εν δυνάμει
να ασκεί τον λόγο επάνω τους τη νύχτα,
όταν οι άλλοι κοιμούνται.

 

 

Η υπόσχεση της Λίλιθ

Η ροή του κόκκινου φύλλου
έτσι όπως το πέταξα τ’ ανάσκελα
στην άκρη του ποταμού
συμφωνία ανέμων πάνω απ’ τις κηλίδες τ’ ουρανού
ζάρωσαν τα μάτια να προσέχουν
κατά τη μεριά της Ανατολής,
προς τη πλευρά της φύσης
κι ο ήλιος ξέρανε τον χρόνο πάνω απ’ τα βλέφαρα της
να περιμένει είπε, κατά πως της μάθαν
να προσέχει το χρώμα
πάντα όμως υποταγμένη στη δύναμη του λιονταριού
και η υπόσχεση να αιωρείται φειδωλά
πάνω απ’ τον καλά κρυμμένο φόβο της.

 

 

Διακανονισμός

Απάντησε με συνοπτικές διαδικασίες
ίσως και λίγο παραπλανητικά
άλλωστε ποιον ενδιέφερε στ’ αλήθεια πώς
τα ‘βγαζε πέρα…
Εξάλλου ο απόηχος από τα λόγια των μεγάλων
που άκουγε όταν ήταν μικρή
ήρθε να συνηγορήσει υπέρ της
και να διώξει τις τυχόν ενοχές
από τα λεγόμενά της:
«Εις τας αδιακρίτους ερωτήσεις, ψευδείς απαντήσεις».

 

 

Έρημη χώρα

Έρημη χώρα η γη μου
πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους
κόντρα σε μοίρες μονοπάτια
μέσα από μωρούς τόπους κι ανθρώπους
και κάθε άνοιξη να ζω, να ξαποσταίνω στο κορμί μου
πικρή ανάσα που έτυχε να ανταμώσω
στη μέση μιας ζωής, ξένης ζωής για μένα
και τώρα χαίρω εκ του μακρόθεν
εξ αποστάσεως ως λένε
το νόημα παραβολής να προσπαθώ να ερμηνεύσω
μόνη εγώ,
στυφό φιλί να δίνω στα όνειρά μου.

 

 

Πρωτοχρονιάτικο

Ούτε που περίμενα
μια τέτοια έκβαση
να λάβει χώρα σε ένα μικρό δωμάτιο
κεκλεισμένων των θυρών
χωρίς πολλούς μάρτυρες
σχεδόν μεταξύ μας
να τελειώνει όπως-όπως η ιστορία
και να αποδοθεί η ημετέρα δικαιοσύνη
στο μέτρο του δυνατού
πριν βγουν τα μεσάνυχτα οι λύκοι στην πόλη
και παραμονεύουν
Παραμονή Πρωτοχρονιάς
να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα.

 

 

Γυμνά πόδια

Γυμνά πόδια
στις επάλξεις λοιπόν
όλη νύχτα διασχίζαμε δύσβατα μονοπάτια
για να φθάσουμε κάπου, να δούμε λίγο ουρανό
να ξαποστάσουμε
να βρούμε ένα κομμάτι ψωμί
κι ας ήταν από περισσέματα άλλων
όλη νύχτα συνεχίζαμε χωρίς σταματεμό
και ας μην μετακινήθηκε σπιθαμή παραπέρα
ο απέναντι τοίχος
από τον ακάλυπτο της διπλανής πολυκατοικίας.

 

 

Εμπόλεμη ρίζα

Μια εμπόλεμη ρίζα
απόμεινε στο χέρι της
έτοιμη να εκραγεί,
όπως καθάριζε τον κήπο
από σαρκοβόρα ζιζάνια
που κατέτρωγαν ύπουλα και σιωπηλά
τα καινούργια φυτά
αυτό που μπορούσε να κάνει
ήταν να απομονώσει ή να μεταφέρει τα υγιή
και απρόσβλητα στοιχεία
σε άλλο καθαρό έδαφος
Αρκεί να προλάβαινε…

 

 

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ (2010)

 

ΑΠΡΙΛΗΣ

Βροχερός και επιρρεπής
αντίκρυ σ’ ένα καθρέφτη
σχηματίζω το όνομα του
μέσα από αντικρουόμενα αισθήματα
και συνθήματα
που κρατούν ενός λεπτού σιγή….
όσο η στιγμή για μιαν απόφαση
τόσο μακρινή ,
αλλά και τόσο κοντινή
ως την απόσταση που με χωρίζει
από το άνοιγμα της πόρτας
για να ξεχυθεί το άρωμα από τους μενεξέδες
που μάζεψε η μάνα
το πρωί από τον κήπο.

 

 

ΕΚΔΟΧΕΣ

Τα ταξίδια,
σαν νοερές μετουσιώσεις
με απομάκρυναν
από τις κουραστικές πορείες
των μεταπτώσεων μου
έτσι αποφάσισα να κάνω συχνά
αυτού του είδους τις διαδρομές
ήταν ανέξοδες, και το κυριότερο
με προστάτευαν επιμελώς
από τη σκοτεινή αιτία των παθών μου
κυρίως όταν αυτή έπαιζε
το ρόλο πρακτορείου
σε στιγμές τουριστικής αιχμής

 

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ

Ο ήχος των φλας,
αυτό το συνεχές γωνιακό
αναβόσβησμα των ματιών της
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε,
στο λευκό δωμάτιο
την βρήκα στο λευκό δωμάτιο,
την βρήκαν στο λευκό δωμάτιο
αριθμός «16»
έτσι ξαφνικά και απρόσμενα
χωρίς να το περιμένει κανείς
τυλιγμένη με τη μοναδική της εσάρπα,
μόνο μ’ αυτή
κατά πως της έπρεπε,
κατά πως πίστευε πως της έπρεπε.

 

 

ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

Οι μηχανοδηγοί των τραίνων
δεν συναντήθηκαν ποτέ
έστω κι αν οι τροχιές συνδέονταν
στο σύνηθες σημείο
της επικίνδυνης καμπής
ο χρόνος μέτρησε διαφορετικά τα πράγματα
άλλωστε το «ανάλογο»
δε συμπίπτει πάντα με το «ποθητό».

 

 

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Στη Βρετάνη πάλι βρέχει ·
στη Κίμωλο τα πουλιά ζευγαρώνουν ·
η συνεύρεση στη μικρή τσαγερί ,
αποδείχτηκε τελικά πολύ ανιαρή ·
οι δρόμοι που ακολουθήσανε
δεν οδήγησαν πουθενά ·
είναι σαν τα χελιδόνια που περιμένεις
να ‘ρθούν με την Άνοιξη ,
κι εκείνα δε φθάνουν ποτέ .
Ο κύριος Σμιθ δοκιμάζει στη σάλα
το καινούργιο του κουστούμι
από πανάκριβο κασμίρ ,
ενώ συμπληρώνει την εμφάνιση
με την ομπρέλα απ’ το Λονδίνο .
Έξω βρέχει ακόμα . . .

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ότι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της,
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού
ξεγέλασε τους γύρω της.
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση, για το απρόσμενο
η το αναμενόμενο για κείνη
όταν γύρισε να δει απ το παράθυρο,
είχε αρχίσει να χαράζει
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής

 

 

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Η νύχτα είναι όμορφη,
έναστρη,
μες τη σιγαλιά άραγε μ’ ακούς;
Ο Άλφα Κενταύρου
πολιορκεί την Κασσιόπη
οι αστερισμοί παίζουν τον έρωτα
στα μάτια των θνητών
η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της,
και η Νιόβη καθρεφτίζεται
στα νερά του ποταμού Αχελώου.
Ο Μάριος ανακαλύπτει τις καμπύλες της
στη θέα της σελήνης.
Τα πυρίμαχα σκεύη
αποδεικνύουν καθημερινά τη χρησιμότητα τους
στη μαγειρική της νοικοκυράς,
ενώ τα παραμύθια
συνεχίζουν να επιμένουν στο τέλος
πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους άλλους.

 

 

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Ένα ψαράκι
ένα ήμαρτον
μες στη σημαία
σαν σχήμα ή σαν σύμβολο
δεν ξέρω…
Όταν ξεχύθηκε το μανιασμένο πλήθος
στους δρόμους,
δε μπόρεσε να ξεχωρίσει,
δε μπόρεσε να διακρίνει
κι έτσι έσχισε μ’ απροσεξία
ένα κομμάτι ύφασμα,
που κάποιοι περαστικοί λέγαν
πως συμβόλιζε την ειρήνη.

 

 

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε μια εκτέλεση
που κρατάει μόνο μια στιγμή,
όχι περισσότερο•
κι ας προετοιμαζόταν μια ολόκληρη ζωή
μέσα απ’ τους μύθους και τις παραδόσεις
και η αλήθεια ένας πικρός αντικατοπτρισμός
σαν τη θέα απ’ το αντικρινό παράθυρο
που βλέπει στη θάλασσα του γείτονα
όχι τη δικιά μας,
εκεί μονάχα θ’ αποσώσουμε, θα προβλέψουμε,
θα ρισκάρουμε και θα σωθούμε…
γιατί εκεί μονάχα μπορούμε να καθρεφτιζόμαστε
μαζί με τα εξαπτέρυγα
που κρατάνε οι ναύτες
την ώρα του εσπερινού.

 

 

ΜΗΔΕΙΑ

Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι
μακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

 

 

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Σκοτεινές σκέψεις
πλησιάζουν απειλητικά
τον ουρανό της Σταχτοπούτας
κι’ εκείνη προσεύχεται στην καλή της νεράιδα,
γιατί η δωδεκάτη νυχτερινή πλησιάζει.

 

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Κάποιος έρχεται•
εν δυνάμει, εν κινήσει… δεν ξέρω…
Σημασία έχει πως κάτι κινείται
στο βάθος του ορίζοντα-
ένας φάρος, μια φωτοβολίδα -προειδοποίηση πως
κάποιος κινδυνεύει- μια αστραπή
η φωνή χαμηλόφωνα διαβάζει στην ακτή
τον δέκατο στίχο από τήν Οδύσσεια του Ομήρου.
Αύριο αισίως φθάνουμε
στον πορθμό του Ευρίπου.

 

 

ΜΑΡΤΗΣ Ο ΜΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ

Η πρόσοψη του κτιρίου
ένα βλέμμα υπό σκιάν
μέσα στη σύγχυση της πόλης,
να προσπαθεί να περάσει,
ανάμεσα από κάδους σκουπιδιών
και παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
την αντίσταση των λιγοστών δέντρων
σ’ ένα παράκαιρα πνέοντα λίβα
μέρα μεσημέρι, Μάρτιο μήνα,
τον μήνα των ερώτων.

 

 

 

ΕΚ ΤΩΝ ΕΣΩ (1996)

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΑ Ή
ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

 

Α

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα εν οίκω μη εν δήμω ψιθύρισα
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει,
επανέλαβα μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη όχι, δε νομίζω
εξιλέωση ίσως ναι.

 

Β

Μειδιώ
για να τονίσω την τελευταία μαρμαρυγή.
Σπασμοί κατά περιόδους
στα άνω και κάτω άκρα
σημαδεύουν τί; αναρωτιέμαι
περίσκεψη, διάγνωση,
επανάληψη, αναμονή
προσφιλείς και συχνά συναντώμενες λέξεις
απαριθμώ
από το άλφα ως το ωμέγα
τίποτα δεν είναι τυχαίο
επιμένει η φίλη μου
και προσπαθώ να με πείσω
τίποτα, ψελλίζω
μακάρι, μακάρι αναφωνώ
ξέρεις, δεν αντέχω
τα εντελώς τυχαία
(με εκτροχιάζουν
από τον αυτοέλεγχο μου).

 

Γ

Καταιγισμός
από τα πυρά της φυγής.
Αναχώρηση
η αβάσταχτη ελαφρότητα του «είσαι»,
υποχώρηση
στο στρατόπεδο της ασφάλειας
«φυλάγονται καλύτερα έτσι τα νώτα»
όπως και να το κάνουμε
συνολική επίθεση των οργασμών
αναμένω,
στις κατά προτίμηση δική σου
ημέρες επιλογής
αναπολώ
ξανά και ξανά
το είδος της φυγής
είναι η επίσπευση
πριν την ημερομηνία λήξεως της αντοχής.
Καταιγισμός
από ήχους και σιωπές ένοχες
με ζωές παράλληλες
και μη συναντόμενες
στο γνωστό σημείο επαφής,
γίνεται αυτό που λέμε
ένας διαρκείας φόνος «εξ επαφής».
Καταιγισμός,
η καταιγίδα σάρωσε τα πάντα
κάτω από τη ροή της
η συνάντηση δέ διεσώθη
δε διαφύγαμε του πόνου
αβρόχοις ποσί.

 

 

ΔΟΥΝΑΙ-ΛΑΒΕΙΝ

Φθηνή εξαγορά
και καμαρώνει ανάσκελα
για το κατόρθωμα του
ούτε που το κατάλαβε πως έληξε
η εποχή των εκπτώσεων

 

 

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

( Περσικός ’91)

Αθέατο πεδίο
από κάλυκες ανθισμένων όπλων
γυμνή επιλογή άνευ λόγων
απόφαση γραμμένη
σε δόρατα δράκων
το σημάδι ηγεμών των αιώνων
έκρηξη στην έκλειψη πλανητών
«ακριβής συμμετρία’»
παρουσία των μεγάλων όρκων
η θυσία,
ως πρόβατο επί σφαγής οδηγείται
για τη συνέχεια.

(Α βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό
ποίησης του Γ Δημοτικού Διαμ. Θες/νίκης)

 

 

ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

Σημάδια και σημαίες
λάβαρα και λάθη,
ενοχές και ένοπλες συρράξεις
δρόμοι και δάδες
πύρινα λόγια και πράξεις
ταξίδι και τάξη στον κόσμο: παραλογισμός
κρυφτό με τα όπλα
πόλεμος, παραδώσεις
στιγμές και στάσεις με παύσεις
αναπολώ: έρωτες,
εκρήξεις και ευχές: αίμα
σημεία στίξης σε μηνύματα
σεισμός και λάβα ηφαιστείου,
γλοιώδη υποστρώματα και γυρολόγοι, ξεπουλούν
ζωή χωρίς απάντηση ζητώ
ζοφερή νύχτα κυλά και ρέει
απόσταση και ερώτηση: πού είναι;
τί, ποιός, γιατί…
Έκσταση…
φουσάτα φροϋδικά
νευρωτικές αποχρώσεις του νου
υστερία και υστερόγραφο: το τέλος

 

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Κόλακες από ατλάζι
οι εχθροί μας κυκλώνουν
και συ ακέφαλη πορεία
κείτεσαι καταμεσής του δρόμου

 

 

«ΔΙΛΗΜΜΑ»

Επανασύνδεση
οι λέξεις και οι σιωπές
τι μου καταμαρτυρούν;
ένα καλοκαιρινό ανάγνωσμα
σε επανάληψη
η διαφορά έγκειται
αυτή τη φορά
στην απόφαση του αναγνώστη.

 

 

«ΕΙΔΩΛΟ»

Αγκυλωτοί σταυροί
με καρφώνουν
και το βλέμμα σου,
διεστραμμένη άνοιξη που καλ

 

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Απόσταση
η κυρίαρχη άμυνα
καραδοκεί να ανατρέψει
την υπάρχουσα ισορροπία.
Διαβάζω,
αποκαλύπτω και αποκαλύπτομαι
ή κλείνομαι ερμητικά στον κόσμο μου
κοροϊδεύοντας την ασφάλεια της φυγής
πορεύομαι
να πορευτώ πού;
η αγωνία αναπολεί εκ του ασφαλούς
η θέση μου
κράτα καλά τη θέση μου
είμαι καλά εκεί που είμαι
εκεί που κάθομαι
βλέπεις, δεν διακινδυνεύω τίποτα
μόνο τον εαυτό μου
αυτόν τον προσφέρω βορά
στους ελιγμούς
των ανελέητων «πρέπει».

 

 

ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ

Προσφώνηση
απαγγέλω: την ετυμηγορία του Νόμου
καταδιώκω: τον όρκο της σιωπής
καταδικάζω
το όνειρο της αποχής
στη διάρκεια μηδενικών αναφορών
επανεξετάζομαι
είναι το «γνώθι σαυτόν»
που με αποκαλύπτει
πίσω από βαρείς σιδερένιους λοστούς
υποχωρώ, υποκύπτω, συνθλίβομαι.

Στην Ιωλκό η επαγρύπνηση συνεχίζεται.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝ ΠΛΩ

Ταξίδια μακρόχρονων σιωπών
ιστορίες εν πλω
στην παράκτια συγκοινωνία απαντώ
τους κοινωνούς
των κρυφών συναντήσεων μας.

Αγέρι ,δρόμος μακρινή οπτασία
η τόλμη εν αναμονή
για το τελευταίο βήμα πριν την απόφαση
Θα ταξιδεύω μαζί σου
έστω κι’ αν είναι η φαντασία
ο δρόμος της φυγής.

«Θα φύγω» είπε
και δε θα γυρίσω ποτέ πίσω
αποκρίθηκα δε ξέρω, δε θυμάμαι
ο λόγος ξαπόσταινε πάντα ανάμεσα μας
μοναδικό εμπόδιο
ο δισταγμό του νου.

Αγνάντευα πάντα
από απόκρημνα σημεία
ήταν τα αγαπημένα μου
τις αναχωρήσεις των πλοίων,
των τραίνων των ανθρώπων
και καθώς οι αποχαιρετισμοί ξεμάκραιναν
άφηνα τους ασκούς των αναμνήσεων
να με πνίγουν.

 

 

ΜΕΡΑ ΤΗ ΜΕΡΑ

Η ιστορία μας τελείωσε.
Η επιστολή ονείρων αποτεφρώθηκε.
Τα «εν οίκω μη εν δήμω» ψιθύρισα,
και η ηχώ της φωνής μου
συμφώνησε ξέπνοα
είναι που παραπαίω
αυτό φταίει, επανέλαβα
μέχρι να εξουθενωθώ
επανάληψη; όχι,δε νομίζω
εξιλέωση; ίσως ναι.

 

 

 

ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ
ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ (1987)

 

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Ακούω παιδιάστικες φωνές
– τα πρώτα ανοιξιάτικα μηνύματα –
θάναι λέω
και βγαίνω στο δρόμο
τρέχοντας χαρούμενη
προσπερνώ τη γυναίκα
που πουλά τις αγαπημένες μου ανεμώνες,
μα σαν φθάνω στη γωνιά του δρόμου
το γέλιο σταματά
κάπου εκεί φοβάμαι
πως είναι κρυμμένο το άγνωστο
κι’ ίσως, ίσως μια σταγόνα αίμα
η ένα δάκρυ.

 

 

ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Θ’ ανταμώσουμε,
στις τραυματισμένες ράμπες της νιότης μας
συνεχίζοντας τη πορεία
που διάβρωσε η μοίρα ,
με το ενωτικό χαμόγελο της αγάπης
και τα χαρακωμένα χέρια σφιχταγκαλιασμένα
να κυλούν τις ρόδες του χρόνου
και σαν φτάσουμε αντάμα
στο λόφο με τις πράσινες καμέλιες
και τα’άγουρα σταφύλια ,
θ’ατενίσουμε
με το ίδιο φωτεινό βλέμμα το μέλλον,
που θα μοιάζει
σαν νούφαρο που άνθισε
στην άκρη ενός γκρεμού.

 

 

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μη σκύβεις να φιλήσεις
το δάκρυ που κυλάει
πάνω στο χώμα
το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ πρέπει να φύγεις,
αντίο καλέ μου.
Χιλιάδες ηλιοτρόπια
κάτω απ’ το γαλάζιο ανασεμό
τούτης της ανοιξιάτικης μέρας
γέρνουν πάνω στις ερωτευμένες μνήμες μας
και θυμίζουν το ευτυχισμένο όνειρο
που σκότωσε ο πόλεμος.
Το τραίνο σφυρίζει αντίο
κι’ εσύ φεύγεις
η σκιά του χωρισμού
καλύπτει το πρόσωπο σου
το δάκρυ κυλάει στο χώμα
και πεθαίνει
αντίο, καλέ μου.

 

 

ΣΗΜ. Τα ποιήματα από τις «Φωτεινές ανταύγειες» από
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=401278.0

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙAΔΟΥ
ηλεκτρονικό λογοτεχνικό/πολιτιστικό περιοδικό Σκανδάλη

 

«Άστεγη Αγάπη» η νέα σας ποιητική συλλογή. Χρειάζεται στέγη η αγάπη; Κι αν ναι, γιατί;

 

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από εγωκεντρισμό και ατομικισμό. Οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς να αγαπηθούν πολύ περισσότερο απ’ ότι είναι διατεθειμένοι να αγαπήσουν σύμφωνα πάντα με τα δικά τους κριτήρια και την δική τους αντίληψη περί αγάπης. Αυτή η ανισομέρεια, η ανισοκατανομή την περιορίζει, την περιχαρακώνει. Έτσι η αγάπη μοιάζει να στέκεται σε μιαν άκρη, σε μια γωνιά άστεγη και να παρατηρεί, να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τους ανθρώπους. Από αυτό το σκεπτικό ή την διαπίστωση αν θέλετε προέκυψε και ο συγκεκριμένος τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής·«Άστεγη αγάπη».

 

Πώς ορίζετε την αγάπη; Τι αγαπάτε;

Η αγάπη είναι ένα από τα βασικά στοιχεία των κοσμογονικών συστατικών της δημιουργίας που προσδιορίζουν τη ζωή και κυρίως τη συνέχεια της. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μερικότητα της ύπαρξης του, της σκέψης του, άρα και αδυνατεί να συλλάβει το εύρος, τις διαστάσεις, το αμέτρητο βάθος της αγάπης. Την ορίζει ως συναίσθημα και την εκφράζει με διάφορους τρόπους σε ό,τι αισθάνεται γύρω του πως αγαπά.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει. (απόσπασμα από τον Ύμνο της αγάπης, από την προς Κορινθίους Α’ επιστολή του Αποστόλου Παύλου)
Ίσως ακουστούν κοινότοπα αυτά που θα αναφέρω πως αγαπώ, όμως στη ζωή επειδή τίποτα δεν είναι δεδομένο, αυτό τα καθιστά περισσότερο εκτιμητέα. Αγαπώ τον ήλιο/τις ηλιόλουστες μέρες, τη θάλασσα, τη φύση, τη γαλήνη, την ειρήνη, τους ανθρώπους της καρδιάς μου, τα ερωτηματικά που μου γεννά ο έναστρος ουρανός όταν τον παρατηρώ τη νύχτα..

 

Οι εκτενείς αναφορές στην Αγία Γραφή (Ερυθρά θάλασσα, Τριάκοντα αργύρια, Πόντιος Πιλάτος, Σαλώμη, κλπ) υποδηλώνουν έναν θρησκευόμενο άνθρωπο; Ποια είναι η σχέση σας με το θείο;

Στη Βίβλο συναντάμε αρχετυπικούς χαρακτήρες και τοποθεσίες, που έχουν μείνει στη συλλογική κοινή ανθρώπινη μνήμη, και συχνά ανασύρονται απ’αυτήν. Η σημειολογία ο συμβολισμός τους περνά σε σημερινά πρόσωπα και καταστάσεις όπου μεταφορικά η με παρομοιώσεις αναβιώνουν με έναν τρόπο.Αυτό με γοητεύει και αποτελεί πρόκληση και δοκιμασία για την ποιητική γλώσσα.
Η σχέση με τον Θεό είναι μια προσωπική διαδρομή και το μονοπάτι αυτής της σχέσης είναι μια πορεία αυτογνωσίας και καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, τους άλλους συνανθρώπους αλλά και με τη φύση, προκειμένου να επιτευχθεί το ποθούμενο· η ειρηνική συνύπαρξη και μια διαφορετική οπτική θέαση του κόσμου μας. Η πίστη, που είναι δύναμη και υπέρβαση, είναι ο δρόμος που ανοίγεται πέρα από την περιορισμένη γήινη αντίληψη και οδηγεί στο Θεό και στην αγάπη. Ο Θεός αγάπη εστί.

 

Τι επίγευση θ’ αφήσει στον αναγνώστη η «Άστεγη αγάπη»;

Ευελπιστώ να αφήσει τη γεύση της επιθυμίας να ανταμώνουμε και να ξανανταμώνουμε με τους αναγνώστες, να συναντιόμαστε και να κουβεντιάζουμε δημιουργώντας διαδραστική σχέση και αμφίδρομη πορεία ουσιαστικής επικοινωνίας, να βρεθεί ευρύχωρος, αγαπητικός χώρος εντός τους για να στεγαστούν και να μείνουν κοντά τους αυτά τα ποιήματα. Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες/τισσες-αναγνώστες/στριες,μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.

 

Μετά από τέσσερις επιτυχημένες ποιητικές συλλογές αισθάνεσθε να σας βαραίνουν οι προσδοκίες (Του εαυτού σας, Του αναγνωστικού σας κοινού, ..);

Σας ευχαριστώ γι’αυτό που λέτε. Το μη στατικό ενυπάρχει στη δημιουργία. Όπως και το ανικανοποίητο που ωθεί και γεννά τη συνεχή διερεύνηση,την ανίχνευση για νέους διαφορετικούς τρόπους ποιητικής έκφρασης όσο αυτό βεβαίως είναι εφικτό, μαζί με την κινητήρια δύναμη που είναι η αγάπη των ανθρώπων για τα ποιήματα (μου). Τότε η επιθυμία μεγαλώνει ακόμα περισσότερο για να κατορθώσω να τους προσφέρω το ευχαριστώ μου μέσα από τη γραφή με το οικείο, το προσφιλές για εκείνους πρόσωπο της Ποίησης. Άλλωστε αισθάνομαι ότι συνεχίζω να μαθητεύω. Αυτό προσφέρει την ταπείνωση και την επίγνωση που φέρει η ρήση του Σωκράτη εν οίδα ότι ουδέν οίδα, και ακριβώς αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να νιώθω ανοιχτή μα και να φιλτράρω κάθε καινούργια γνώση, ακόμα και την δυνατότητα να μπορώ να βλέπω τον κόσμο κάθε φορά με καινούργια ματιά.

 

Θυμάστε κάθε ποίημα σας υπό ποιες ψυχολογικές συνθήκες το γράψατε;

Κάθε ποίημα είναι ένα μικρό σύμπαν, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή, ένας τόπος με τους ανθρώπους του ή την ερημιά του, ένας δρόμος, μια περιπέτεια, μια δύσκολη ή όμορφη στιγμή, ένα σοκάκι, μια θάλασσα ή μια σκοτεινή γωνιά, ένας αγώνας προς την ελευθερία. Κάθε ποίημα που γράφω είναι κομμάτι αναπόσπαστο μιας ζωής, της ζωής μου και ως μέρος της αδυνατώ να το λησμονήσω… Θα ‘ταν σαν να έσβηνα πολύτιμες μνήμες…

 

Υπάρχει σταθερή πηγή έμπνευσης στη ζωή σας;

Αν και στη ζωή μου επιθυμώ να υπάρχουν κάποιες σταθερές παράμετροι (χωρίς να είναι εφικτό τις περισσότερες φορές), στην ποίηση στην έμπνευση συμβαίνει κάτι μαγικό όπως στη θεωρία του χάους.. Η ποίηση, η έμπνευση μοιάζει με κινούμενη άμμο, δε γνωρίζεις ποτέ που θα σε οδηγήσει…και αυτό αποτελεί το γοητευτικό στοιχείο του αγνώστου,του αβέβαιου. Αυτή είναι η πρόκληση που θα γεννήσει, θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να γεννηθεί ένα καινούργιο ποίημα.

 

Γιατί ποίηση; Πώς επιλέγει κανείς το «λογοτεχνικό του είδος»;

Δεν ξέρω αν με βρήκε κάπου κάπως η Ποίηση ή μέσα μου βαθιά την αποζήτησα και ανταμώσαμε σε κοινό τόπο, όμως από τότε που συμπορευόμαστε νιώθω την πληρότητα που προσφέρει η ποιητική γλώσσα ως μέσον έκφρασης, χωρίς βέβαια αυτό να εμποδίζει κάποιον/α που γράφει Ποίηση να μεταπηδήσει κ να δοκιμαστεί κ σε άλλα είδη της λογοτεχνίας.

 

Ένα ..έμπειρο μάτι την επιρροή ποιων λογοτεχνών θα μπορούσε να διακρίνει στην ποίησή σας;

Γνωρίζουμε ότι στην Τέχνη παρθενογένεση δεν υπάρχει. Έχουμε επιρροές, επιδράσεις από τόσους /ες συγγραφείς/ποιητές/ποιήτριες που έχουμε διαβάσει, ακούσει, έχουν καταγραφεί στην κυτταρική μας μνήμη. Όταν λοιπόν γύρω στην εφηβεία μου ξεκίνησα να γράφω, προσπάθησα να βρω να ακούσω και να ακολουθήσω την εσωτερική μου φωνή, τον ρυθμό, τον τρόπο που θα με οδηγούσε ώστε να βρω το δικό μου προσωπικό ύφος,.

 

Εκτός από το να γράφει ποίηση τι άλλο αρέσει στην Φανή Αθανασιάδου να κάνει;

Αγαπώ πολύ το θέατρο. Στο παρελθόν με φίλους είχαμε δημιουργήσει την πρώτη μικτή θεατρική ομάδα στην Ελλάδα αποτελούμενη από άτομα με και χωρίς αναπηρία. Μου αρέσουν και τα ταξίδια. Λόγω έλλειψης όμως προσβασιμότητας στα μεταφορικά μέσα αλλά και σε πολλούς χώρους, το ταξίδι μου συνήθως συνοψίζεται σε μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με τη φαντασία μου να φτάνει σε τόπους μακρινούς και τη χαρά όταν μαθαίνω ότι ποιήματα μου ταξιδεύουν και διαβάζονται και σε άλλες χώρες.

 

 

 

Συνέντευξη στην Άτη Σολέρτη
Βακχικό τ. 31

«Η ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει»

Η Φανή Αθανασιάδου, παρά τις προειδοποιήσεις ενός ακόμα δελτίου καιρού, δεν διστάζει να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου διασκορπίζοντας αυθεντικά, ουσιαστικά, ποιητικά κομμάτια του λόγου και της σκέψης της.

Διατηρείτε το http://vorioditikosanemos.blogspot.gr/. Θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί επιλέξατε αυτή την ονομασία για το blog σας;
Η ονομασία αυτή έχει διττή σημασία. Αφ’ ενός θέλω να δώσω το γεωγραφικό στίγμα του τόπου που μένω, ο Βορειοδυτικός άνεμος λέγεται και Βαρδάρης στη Θεσσαλονίκη. Aφ’ ετέρου η πνοή αυτού του ανέμου είναι αναζωογονητική, γεμάτη φρεσκάδα. Λόγω συνθηκών είμαι άρρηκτα δεμένη και επηρεάζομαι από τον καιρό και τα φαινόμενά του. Δε σας κρύβω όμως ότι στο βάθος αυτή η σχέση με γοητεύει. θα τολμούσα να πω πως είναι ερωτική, γι’ αυτό και την τελευταία ποιητική συλλογή μου την ονόμασα Δελτίο καιρού.

Η ποίησή σας κατά τη γνώμη μου καθρεφτίζει ένα σπάνιο είδος ευαισθησίας, διαποτισμένο με μια ακαθόριστη νοσταλγία, υπευθυνότητα, σοφία, ικανό πάντα να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα στον αναγνώστη και να τον προβληματίσει έχοντας απώτερο σκοπό να του δείξει το παραπέρα… Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;
Σας ευχαριστώ για τη διεισδυτική ανάγνωση και προσέγγιση της γραφής μου. Εφαλτήριο είναι το βίωμα αλλά και η εμπειρία που αποκτώ μαζί με ό,τι ζω. Όμως στη πορεία γίνεται ένα κράμα, ένας συνδυασμός γνώσης, γεγονότων, συνθηκών αλλά και παρατήρησης του κόσμου γύρω μου ώστε η ποιητική ματιά να αποκτά μια πιο ανοιχτή και οικουμενική προσέγγιση. Είναι μια συνεχής πορεία, ένα ταξίδι αναζήτησης αποκάλυψης, μία λυτρωτική διέξοδος και τελικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας μου της ύπαρξης.

Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και συνεπώς να αποτελέσει για εσάς κίνητρο γραφής;
Είναι η στιγμή εκείνη η διαφορετική στιγμή που ονομάζουμε έμπνευση και όλα αλλάζουν γύρω μας και εντός μας αποκτούν άλλη διάσταση, άλλη σημασία, άλλα χρώματα, άλλο νόημα το ελάχιστο γίνεται σημαντικό, αποκτά αξία, και το μεγάλο γίνεται σπουδαίο. Έτσι μπορεί ένας δρόμος, ένα ξερό φύλλο που το παρασύρει ο άνεμος να γίνει η αφορμή για να γράψω ένα συμβολικό, αλληγορικό, υπαρξιακό ποίημα, ή ένα κοινωνικό γεγονός που θα με συγκλονίσει να μου δώσει το έναυσμα να γράψω ποιήματα με κοινωνικές ή πολιτικές προεκτάσεις όπως για παράδειγμα συνέβη με το Σαιντ Ντενί το εξεγερμένο προάστειο του Παρισιού, την Τιχουάνα τη συνοριακή πόλη του Μεξικού από την οποία εκατοντάδες φτωχοί άνθρωποι προσπαθούν να μεταναστεύσουν προς την Αμερική και πολλοί απ’ αυτούς στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων, τη λίμνη Ασάλ όπου οι φυλές που κατοικούν γύρω απ’ αυτή, για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους επιβίωση πρέπει να κουβαλήσουν και να μεταφέρουν συγκεκριμένη ποσότητα αλατιού.

 

Υπάρχουν ποιητές που σας έχουν επηρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;
Παρθενογέννηση στη Τέχνη, στην Ποίηση δεν υπάρχει. Στη κυτταρική μας μνήμη είναι καταγεγραμμένα όσα προηγήθηκαν από την προφορική παράδοση όπως και από τα διαβάσματά μας προσλαμβάνουμε επίσης όσα προηγήθηκαν αλλά και όσα συμπορεύονται μαζί μας. Όμως πιστεύω όσοι/όσες γράφουμε Ποίηση επιθυμούμε κ θέλουμε να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος γραφής και αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω από τα πρώτα μου κιόλας ποιήματα. Είναι ποιητές/ποιήτριες που όταν διαβάζουμε ή ακούμε τον ποιητικό τους λόγο νοιώθουμε οικεία μαζί τους, σαν να μας συνδέει ένα είδος συγγένειας ακριβής, μονάκριβης. Έτσι νοιώθω με τους αγαπημένους μου ποιητές/ποιήτριες που είναι ο Κ. Καβάφης, η Κική Δημουλά, η Τζένη Μαστοράκη, η Ζέφη Δαράκη, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αρης Δικταίος, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Νερούντα. Έχω μελετήσει λογοτεχνικά κινήματα/ρεύματα αλλά δεν ακολουθώ κάποιο. Ίσως επειδή η δημιουργικότητα δεν είναι στατική, περιέχει τη ρευστότητα, την κινητικότητα, το ανικανοποίητο, τη διαρκή αναζήτηση που ψάχνει συνεχώς νέες φόρμες, καινούργιους τρόπους έκφρασης.

Τι ψίθυρους σας φέρνει το πέρασμα του χρόνου;
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει πράγματι χρόνος, αν είναι μια υπαρκτή μονάδα μέτρησης ή είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου, για να μοιράσει, να διαιρέσει, να κατανοήσει το διάστημα που θα βρίσκεται και θα κατοικεί στον πλανήτη γη. Γι’ αυτό οι ψίθυροί του συχνά είναι συγκεχυμένοι και συνδέονται με τα πιο σημαντικά ή καθημερινά γεγονότα της ζωής, τις όμορφες ή δύσκολες στιγμές ή περιόδους, τις απώλειες αγαπημένων μας προσώπων. Τότε ο χρόνος αποκτά άλλη διάσταση, άλλο μέγεθος και τα ονόματα που του δίνουμε όπως παρελθόν-παρόν-μέλλον, κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, τις αναμνήσεις, τη λήθη.. Ο χρόνος είναι αυτός που σηματοδοτεί την πορεία του ανθρώπου ερχόμενος μαζί του από τα βάθη της ιστορίας.

Ποια η σχέση σας με τα όνειρα;
Μαγική θα ‘λεγα. Η αλήθεια είναι πως έχω μια ιδιαίτερη σχέση, συναρπαστική με τα όνειρα. Αποτελούν για μένα έναν ανεξιχνίαστο κόσμο, μυστικό, άγνωστό μου, γεμάτο σουρρεαλιστικές εικόνες, ιστορίες που κάθε φορά με προ(σ)καλεί να τον αποκωδικοποιήσω και να προσπαθήσω να τον ερμηνεύσω. Όλη αυτή η διαδικασία μου ασκεί μια παράξενη, μοναδική γοητεία, έτσι αφήνομαι στον Μορφέα να με οδηγεί κοντά τους.

Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;
Η αλήθεια δεν είναι μία, είναι πολλές διασπασμένες σε κομμάτια, διάσπαρτες. Κάθε άνθρωπος επιλέγει τη δική του αλήθεια, ίσως αυτή που τον εκφράζει. Γι’ αυτό έπλασε και τους μύθους για να τις συγκαλύπτει ή να τις αποκαλύπτει με τρόπο αλληγορικό, συμβολικό, επειδή συνήθως δεν αντέχει την αλήθεια γυμνή, ατόφια. Απαντώντας στην ερώτησή σας ποια θεωρώ ως μεγαλύτερη αλήθεια, θα ‘λεγα πως είναι η Αγάπη.

Τι δεν θα διαπραγματευόσαστε να χάσετε με τίποτα;
Την ελευθερία της σκέψης. Μπορεί το σώμα να εγκλωβίζεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, όμως θεωρώ ότι πιο σπουδαίο ο άνθρωπος να περιφρουρεί, να προστατεύει όσο είναι δυνατόν την αυτονομία της σκέψης του. Μακριά από εξωγενείς, παραπλανητικές επιθέσεις όπως π.χ. παραπληροφόρηση, κατευθυνόμενες ειδήσεις από μια μαζικοποιημένη και αλλοτριωμένη συστημική πραγματικότητα γεμάτη στερεότυπα-πρότυπα που στόχο έχουν να πλήξουν, να ευνουχίσουν την ανεξαρτησία της σκέψης.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Η μοναξιά. Η ακούσια επιβαλλόμενη μοναξιά, εκείνη που σε αποκλείει από κάθε δυνατότητα πρόσβασης, μετακίνησης στη κοινότητα που σου στερεί τη δυνατότητα να μετέχεις, να συμμετέχεις ισότιμα, να επικοινωνείς με τους άλλους ανθρώπους. Και επειδή αυτό το είδος μοναξιάς το ‘χω βιώσει και το βιώνω, γνωρίζω και το μέγεθος του φόβου που προκαλεί.

Η μοναξιά, η μοναξιά
Η μοναξια, λοιπόν αναφώνησε
Σαν νάθελε την ίδια στιγμή να την ξορκίσει.

Γνωρίζουμε πως είστε ακτιβίστρια και πως έχετε υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Πόσο απροσπέλαστη μπορεί να φαντάζει η κοινωνία του σήμερα στα μάτια σας; Και πώς μετουσιώνεται άραγε μες στην ψυχή μιας αυθεντικής ποιήτριας, μέσα στη δική σας ψυχή;
Ο άνθρωπος είναι σύνθετο, πολύπλοκο, πολύπλευρο ον, έτσι και η αναπηρία είναι ένα χαρακτηριστικό, δεν καθορίζει όμως ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου. Ας δούμε τα παραδείγματα της Φρίντα Κάλο, του Στήβεν Χώγκινκς, της Ελεν Κέλλεν, όλοι τους είχαν αναπηρία, αξιοποιώντας όμως τις ικανότητές τους, τα τάλαντά τους διέπρεψαν ο καθένας /η καθεμία στον τομέα τους και έχουν μείνει στη μνήμη των ανθρώπων όχι για την αναπηρία, αλλά για την επιτυχία τους, για την προσφορά στην Τέχνη, την επιστήμη, τον στοχασμό, τη γραφή. Από τη μέχρι τώρα διαδρομή μου στο χώρο της Ποίησης αλλά και την πορεία στον αγώνα μου για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων των πολιτών με αναπηρία μεταξύ άλλων θέλω και αυτό να αναδείξω, ότι μπορεί να είμαστε διαφορετικοί αλλά αν έχουμε τις προσβάσιμες υποδομές και την ισότιμη αντιμετώπιση από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, μπορούμε να συμμετέχουμε και να προσφέρουμε όπως και οι υπόλοιποι πολίτες χωρίς αναπηρία σε όλους τους τομείς της ζωής. Η κοινωνία μας όμως δυστυχώς έχει άγνοια, έχει έλλειψη παιδείας γι’ αυτό και τους αντιμετωπίζει αρνητικά και με προκατάληψη. Υπάρχουν απροσπέλαστοι άνθρωποι με τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές, οι οποίοι δημιουργούν και συντηρούν τα υλικοτεχνικά εμπόδια, τους απροσπέλαστους χώρους δηλαδή πόσο επίκαιρος ο αγαπημένος μου θείος Καβάφης με τα Τείχη του. Πόσες φορές, πόσο συχνά ανατρέχω και σκέφτομαι δυνατά αυτό το ποίημά του. Ακόμα και οι περισσότεροι χώροι πολιτισμού όπου γίνονται πολιτιστικές/λογοτεχνικές εκδηλώσεις δεν είναι προσβάσιμοι και όσες φορές και αν το έχω θέσει αυτό το ζήτημα κανείς δεν ενδιαφέρεται να το λύσει, δηλαδή δημιουργοί με αναπηρία ή θεατές με αναπηρία που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μια εκδήλωση να αποκλείονται, είναι ποτέ δυνατόν ο Πολιτισμός να συντηρεί και να διαιωνίζει τον αποκλεισμό; Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχει Πολιτισμός με αποκλεισμό! Στην ποίησή μου έχω γράψει ποιήματα για την Αναπηρία, αλλά λόγω χαρακτήρα, των πιστεύω μου και του τρόπου που με μεγάλωσαν οι εκλεκτοί γονείς μου, έμαθα να μην γκετοποιώ την αναπηρία, να μην την απομονώνω, αλλά μαζί της να ανοίγομαι στον κόσμο, να με νοιάζουν και οι άλλοι, να διαμορφώνω άποψη και να συμμετέχω σε ό,τι, σε όσα συμβαίνουν και αφορούν τον άνθρωπο, το περιβάλλον ακόμα και το σύμπαν που μας περιβάλλει και αυτό φαίνεται από την διαφορετική θεματολογία των ποιημάτων μου.

Πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος προς την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξής μας;
Είναι τόσο μοναχικός όσο μοναχική είναι η στιγμή που ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή. Όλη η ενδιάμεση διαδρομή αυτού του μυστηρίου που ονομάζουμε ζωή είναι μια διαρκής αναζήτηση, μια σιωπηλή κατάδυση στον εσώτερο εαυτό μας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας γεμάτο εμπειρίες, λάθη και μαθήματα που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε -όσο μπορούμε- ώστε να καταφέρουμε να συναντήσουμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μέσα από αυτόν, τους άλλους.

Αλληγορία

«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν,
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;
Η Κοινωνία βρίσκεται σε παρακμή. Ο κοινωνικός ιστός σε διάλυση. Όμως και πριν την περίοδο της κρίσης κάτω από την επίπλαστη ευμάρεια, αν δεν ανήκες στους προνομιούχους καταλάβαινες ότι η κοινωνία νοσούσε με την εμφάνιση της κρίσης η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η λογοτεχνία, η Ποίηση σε χαλεπούς καιρούς ανθίζει. Διαφαίνονται προσπάθειες στον πεζό αλλά και στον ποιητικό λόγο. Νέοι άνθρωποι να θέλουν να προσπαθούν να βρουν και να δώσουν το στίγμα αυτής της εποχής. Νομοτελειακά μετά το σκοτάδι ή τον μεσαίωνα ακολουθεί το φως, η αναγέννηση, θα περιμένουμε λοιπόν να κυοφορήσει και να ανθίσει μια νέα λογοτεχνική πραγματικότητα/έκφραση. Άλλωστε η Τέχνη είναι απελευθερωτική και η Ποίηση η οδός προς την Ελευθερία. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μορέν έχει πει ότι ο 21oς αιώνας θα είναι ο αιώνας της Ποίησης.

Ποια η σχέση σας με την ελπίδα;
Δεν πιστεύω στην ελπίδα. Η ελπίδα είναι ψευδαίσθηση, μας παραπλανεί να προσμένουμε, να περιμένουμε χωρίς συνήθως αυτή η αναμονή να ‘χει αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Η ελπίδα ακυρώνει την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα και την ματαιότητα της ύπαρξής μας. Πιστεύω στη προσπάθεια, την πίστη την προοπτική, στην επιθυμία, το όνειρο, το στόχο. Στη θεωρία του χάους που περιλαμβάνει το απρόσμενο, το απροσδόκητο στη ζωή.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο;

Υπάρχει έτοιμο υλικό για την επόμενη ποιητική συλλογή ακόμα και ο τίτλος, όμως κάθε φορά πριν την έκδοση του επόμενου βιβλίου περιμένω να διαμορφωθούν ευνοϊκές, καλές συγκυρίες ώστε να ακολουθήσει η έκδοση.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!
Δική μου η τιμή κ. Αργυροπούλου, σας ευχαριστώ πολύ όπως και το περιοδικό Βακχικόν για τη παρουσίαση/ τη φιλοξενία, η ευχή μου είναι να πορεύεστε με τη Ποίηση στο πλευρό σας, γιατί πιστεύω ότι η Ποίηση είναι η βαθύτερη ανάγνωση της ζωής.

 

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

«Δελτίο καιρού» της Φανής Αθανασιάδου

Η Φανή Αθανασιάδου ασχολείται με την ποίηση από το 1986, όταν, έφηβη ακόμη, δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «επιλογές» μετά από παρότρυνση του γνωστού δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού της τότε ΕΤ2 (μετέπειτα ΝΕΤ) Αχιλλέα Χρυσοχόου. Έκτοτε δημοσίευσε άλλες δύο ποιητικές συλλογές, «φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς»(1987) και «εκ των έσω» (1996). Το «δελτίο καιρού» είναι η τέταρτη κατά σειρά συλλογή της.

Το «δελτίο καιρού» αντιμετωπίζει τον καιρό ως «προσωπικό καιρό συναισθηματικών αποχρώσεων, μετωπικών κοινωνικών-πολιτικών ρευμάτων και υπαρξιακών μεταπτώσεων. Ένα ταξίδι ζωής δηλαδή…», όπως αναφέρει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Μέσα από ποιήματα σύντομα, σχεδόν ακαριαία, εξερευνεί τον καιρό ως «περιβάλλοντα χώρο και χρόνο» και σκιαγραφεί ένα άνθρωπο που θα ήθελε να ζει σε άλλες συνθήκες και σε εναλλακτικούς κόσμους γιατί η πραγματικότητα στην οποία μετέχει ούτε τον χωρά ούτε τον αφορά. Κι εκεί που χάνει την πίστη του, παραδίδεται ξανά στο όνειρο και ξαναβρίσκει την ελπίδα, παρότι γνωρίζει ότι η (κοινωνική, πολιτική και προσωπική του) πραγματικότητα είναι ουσιαστικά απροσπέλαστη.

Δυνατή εικονοπλάστης, αν και αρκετά αφηγηματική αρκετές φορές, συνθέτει έναν ποιητικό λόγο λιτό και στεγνό (απλές δομές, απλές λέξεις) που όμως καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να οδηγήσει σε πικρές συχνά συνειδητοποιήσεις, με τη συνειρμική διαδικασία να γίνεται το κυρίαρχο αλληγορικό σχήμα της συλλογής, συνδέοντας μνήμες, γεγονότα, επιθυμίες και συναισθήματα με ενδιαφέροντα τρόπο.

 

 

Στη Χριστίνα Αζοπούλου

Ποιος είπε ότι η ζωή έχει στεγνώσει από ποίηση, ένεκα των συνθηκών; Ποιος αρνήθηκε ότι έχουμε στερέψει από υλικά ονείρων; Η Φανή, με το χαμόγελό της και έναν πυθμένα γεμάτο αγάπη, φως και αλήθεια, μας εμπιστεύθηκε μέσα από έναν πλούτο λέξεων και συναισθημάτων, όλα εκείνα τα προαίωνια που ζουν στο DNA κάθε Έλληνα. Την ποίηση όπως την εμφύσησε ο Θεός στο σώμα μας,

τα κύτταρά μας, την κάθε μας μιλιά, λαλιά, φωνή. Τι κι αν το σώμα δεν μπορεί να κινηθεί τόσο όσο θα ήθελε τώρα που η ψυχή της πεταρίζει; Τι κι αν μια κινητική – σωματική αναπηρία, δυσκολεύει όντως πρακτικά την ζωή, την καθημερινότητα, την αυτοδιάθεση; Η Φανή είναι αντράκι και παλεύει και από κοντά, αγαπημένοι όλοι, λογοτέχνες και άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού, την υποστηρίζουμε και της δίνουμε τον λόγο, την αιτία και το αιτιατό της ανάγκης για την συνέχεια της προσφοράς, της αγάπης και της ειλικρίνειας. Κυρίες και κύριοι η αγαπημένη της Θεσσαλονίκης των Γραμμάτων και των Τεχνών, Φανή Αθανασιάδου.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πες μου λίγα λόγια για σένα.

Φανή Αθανασιάδου: Θα προσπαθήσω όσο μπορώ να συνοψίσω την μέχρι τώρα ιστορία της ζωής μου και αυτό γιατί απαρτίζεται από πολλά διαφορετικά γεγονότα τα οποία και την χαρακτηρίζουν. Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη.Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης,η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη,οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη,είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.Παρ’όλα αυτά η απόφαση μου περιείχε ρίσκο. Έχω εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές,είμαι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά μου έχουν βραβευτεί-διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης,φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά (Οδός Πανός, Βακχικόν, Μανδραγόρας, Ενεκεν Ποιείν), σε έντυπες ανθολογίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας,του Συνδέσμου Εκδοτών Β.Ελλάδος και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου. Tο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη Ποίηση μου στη Μονή Λαζαριστών, στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων μου σε σκηνοθεσία της Ελένης Καρασαββίδου. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκα από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκα με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία λάβαμε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο,στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκα με τη σχολή Καλαμαρί και άλλες θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα. Συμμετείχα ως ομιλήτρια σε Συμπόσια κ Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογράφησα σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα (The e-charity magazine, Ellispoint), στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Στίγμα Λόγου. Ήμουν μέλος της Αυτόνομης Κίνησης γυναικών Θεσσαλονίκης. Έχω παρουσιάσει για ένα χρόνο λογοτεχνική εκπομπή στο Ράδιο Κιβωτός.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως δημιουργείται η ποίηση και από που πηγάζει;

Φανή Αθανασιάδου: Η ποίηση αποτελεί ένα συμπαντικό συστατικό δημιουργίας . Μοιάζει με ένα είδος bingbangη εκρηκτική στιγμή που η Ποίηση συναντιέται με τον ποιητή/την ποιήτρια και γεννιέται το ποίημα. Αρκεί αυτή η στιγμή που πολλοί ονομάζουν έμπνευση για να οδηγήσει το πεπερασμένο στο αιώνιο και το φθαρτό στο αθάνατο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχαιότητα οι ποιητές επικαλούνταν τις μούσες στην αρχή των έργων τους θέλοντας ίσως να επισημάνουν τη σπουδαιότητα της Τέχνης της Ποίησης.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποιες Ελληνίδες και Έλληνες ποιήτριες/ποιητές πιστεύεις ότι θα ήταν χρήσιμο να φιλοξενούμε στις βιβλιοθήκες μας;

Φανή Αθανασιάδου: Θα μπορούσα να προτείνω τους μεγάλους ποιητές/ποιήτριες μας όπως Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο,Δημουλά,Βρεττάκο και τόσους άλλους που απαρτίζουν το ποιητικό Πάνθεο της χώρας μας όμως θα το αποφύγω γιατί θεωρώ πως η Ποίηση ως τέχνη είναι ένα μακρύ ταξίδι αυτογνωσίας και αξίζει όσοι θελήσουν να τη γνωρίσουν να μυηθούν στον λόγο της να ταξιδέψουν μαζί της και με αυτό τον τρόπο να ανακαλύψουν και να γνωρίσουν τις ποιητικές φωνές με τις οποίες θα νοιώσουν οικεία και θα αποκτήσουν μαζί τους ένα είδος εκλεκτής μονάκριβης συγγένειας.

Χριστίνα Αζοπούλου: Ποια τα επόμενα ποιητικά σου σχέδια;

Φανή Αθανασιάδου: Είναι υπό έκδοση η Πέμπτη ποιητική μου συλλογή με τον τίτλο Άστεγη αγάπη από τις εκδόσεις Λογότεχνον. Επίσης θα συμμετέχω με ποιήματα μου στο Ανθολόγιο που ετοιμάζει το Κέντρο Ελληνικής γλώσσας και έχει ως θέμα την Αρχαιόμυθη Παγκόσμια Λογοτεχνία.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πότε μπορεί να ειπωθεί ότι επέτυχε κάποια/κάποιος σαν ποιήτρια/ποιητής;

Φανή Αθανασιάδου: Ο/η ποιητής/ποιήτρια είναι ένας/μία (εξ)ερευνητής/(εξ)ερευνήτρια του εσωτερικού μας κόσμου αλλά και του κόσμου που μας περιβάλλει ένας αέναος ακούραστος ταξιδιώτης στο χρόνο που μαγεμένος από τα ανερμήνευτα προσπαθεί να τα προσεγγίσει να τους δώσει υπόσταση μέσω της δικής του ερμηνείας που είναι ο ποιητικός λόγος .Όταν το ποιητικό έργο καταφέρει να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους, η επικοινωνία γίνει αμφίδρομη αντέξει στο χρόνο διατηρήσει ατόφια τη δύναμη και την αξία του τότε μπορούμε να μιλήσουμε και να πούμε πως η αποστολή της Ποίησης επιτεύχθηκε και η πορεία του ποιητή/ποιήτριας στέφθηκε με επιτυχία αφού κατάφερε μέσω της γραφής να αγαπηθεί και να μείνει στη μνήμη των ανθρώπων.

Χριστίνα Αζοπούλου: Πως θα έντυνες τις παρακάτω λέξεις: τύχη, ματαιοδοξία και ελπίς;

Φανή Αθανασιάδου: Ένας υπόγειος αντιφατικός συσχετισμός φαίνεται να συνδέει τις λέξεις αυτές ή μια παράξενη φυγόκεντρος δύναμη να απομακρύνει τη μία από την άλλη χωρίς να τους επιτρέπει να ‘χουν τη δυνατότητα να συναντηθούν ποτέ. Ίσως επειδή τελικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τύχη ίσον προϋπόθεση. Θα μπορούσα να τη ντύσω με πλουμιστά ρούχα να περιφέρεται η ειμαρμένη των λόγων και των πράξεων προκειμένου να ανακαλύψει και να συνοδεύσει τους/τις ευνοούμενους/ες της. Η ματαιοδοξία κενή πεπερασμένη με ημερομηνία λήξης με ένα λιτό άχρωμο ρούχο να πορεύεται και να αναζητά τα θύματα της για να κοπάσει τη δίψα των επιδιώξεων της. Στην ελπίδα δεν πιστεύω,όμως υπάρχουν τόσοι πιστοί σ’αυτήν,που με δελεάζει να τη φανταστώ σαν μια λέξη πρωτόπλαστη γυμνή μονάχη να τάζει και να υπόσχεται τόσα πολλά στους ανθρώπους κι’έπειτα ως ψευδαίσθηση χωρίς αντίκρυσμα να χάνεται σαν πεφταστέρι που σβήνει πέφτοντας απ’τον ουρανό,η γείωση στην πραγματικότητα. «Τυχαία συνέβησαν όλα κι’ ας επένδυσε στη ματαιοδοξία Μια ελπίδα γεννήθηκε κάπου μακριά» (Ένας συνοπτικός ποιητικός ορισμός μου για την έννοια των τριών παραπάνω λέξεων).

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΣΤΕΓΗ ΑΓΑΠΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Είναι η χώρα μας. Που λαθροβιεί, που ασχημονεί αλλά και που θάλλει. Αντλώντας από τις μοναξιές, τους αποκλεισμούς, τις διαφυγές και τους μύθους της. Για να διαμορφώσει τις κοινωνικές συνθήκες μιας νέας υπαρξιακής ερημίας. Όπου το εγώ εξορίζεται, φυλακίζεται, δραπετεύει, αλλά δεν παύει να υπάρχει. Να υπάρχει και να μαζεύει τα κομμάτια του ή να υπάρχει και να σκάβει στα ενδότερα ή να υπάρχει και να αναζητάει διαφυγές.

Λέω για το νέο ποιητικό σύμπαν της Αθανασιάδου, όπως στεγάζεται στην Άστεγη Αγάπη (εκδ. Λογότεχνον, 2016), κι είναι σαν να εικονογραφώ με ρεαλιστική διάθεση τον σύγχρονο, τον πολύ σύγχρονο κόσμο μας, στην εδώ εκδοχή και στην ευρύτερη, οικουμενική, διάστασή του.

Τούτος ο ρεαλισμός άλλοτε αιχμηρός κι άλλοτε αλληγορικός, δημιουργεί από άποψη γραφής και περιεχομένου την αίσθηση του οικείου. Τίποτα απ’ όσα και όπως εδώ λέγονται

δεν έχει κατιτί το φτιασιδωμένο ή το υπερβολικό. Ο λόγος της Αθανασιάδου από άποψη σύνταξης, λεξιλογίου, ρυθμού και υφολογικών επιλογών, δεν στραμπουλίζει τη γλώσσα και δεν εξωθεί στα άκρα τις εκφραστικές δυνατότητές της με απίθανους πειραματισμούς, αλλά αποπνέει τη σιγουριά μιας δοκιμασμένης στις τέσσερις προηγούμενες συλλογές της ωριμότητας, που καταφέρνει να στοιχίσει το τι με το πώς σε μια ρυθμική και εκφραστική ισορροπία.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Άνεμοι»:

Μεταβλητοί οι άνεμοι
δεν εστιάστηκε η προσοχή
στην ένταση ή την ταχύτητά τους
το ενδιαφέρον των ειδικών επικεντρώθηκε
στην κατεύθυνση από την οποίαν έπνεαν
αν ήταν βοριάδες ή νοτιάδες
ζέφυροι ή τραμουντάντες
για να μπορέσουν να βρουν την αιτία
που έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα
άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου
και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Το θέμα της Αθανασιάδου ακόμη και όταν βλέπεται στις πιο περίκλειστες ιδιωτικές διαστάσεις ενός δωματίου είναι πάντα εμποτισμένο με κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Το ατομικό υποκείμενο είναι κοινωνικά προσδιορισμένο, η μοναξιά του φέρει έξωθεν αποκλεισμούς, κουβαλάει το άγος μιας θεσμοποιημένης αδικίας, γι’ αυτό ακριβώς η όποια στάση, ακόμη και αυτή που φαντάζει απολύτως ατομική διαφυγή, έχει το χαρακτήρα μιας πολιτικής χειρονομίας. Στην οποία χειρονομία προβαίνει με σύνεση, υπολογισμό και αξιοπρέπεια. Γιατί τα πρόσωπα της Αθανασιάδου δεν ελεεινολογούν, δεν ξιπάζονται, δεν κομπάζουν. Υποφέρουν πάντα σιωπηλά κι είναι απολύτως αληθινά μες τη σιωπή τους.

Ως δείγμα γραφής προσκομίζω το ποίημα «Εκδοχές»:

Προσπαθούσε να νιώθει άνετα
ανάμεσα σε δύο εκδοχές και δύο ανθρώπους
ίσως και δύο εποχές την άνοιξη και το φθινόπωρο
όπως του φέρναν στη μνήμη οι μυρωδιές και οι γεύσεις
το ακατάληπτο του πράγματος
βλέπεις, δεν ήταν γεννημένος για γενναίες αποφάσεις
και τη δειλία του, την είχε μετονομάσει σε ισορροπία.

Το πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι η αίσθηση της συνέχειας που αφήνει κάθε ποίημα. Όχι σε συνάφεια με το προηγούμενο ποίημα, αλλά με ό,τι εννοείται σαν προγενέστερη πλοκή του ίδιου του ποιήματος. Τα ποιήματα της Αθανασιάδου μοιάζουν με μικρές ποιητικές ιστορίες, όπου πάντα λανθάνει κάτι σαν προηγούμενο στόρι. Το δε ποίημα εκφέρεται σαν ουρά, σαν κατακλείδα και σαν επιμύθιο, κατά κανόνα με μια ορισμένη ενδοκλιμάκωση που ξεκινάει από τους ήπιους τόνους της αρχής και καταλήγει στο ξάφνιασμα του τέλους.

Κοντά σε αυτά, ας σημειώσω και τούτο, που αν δεν κάνω λάθος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ποιητική της Αθανασιάδου σε τόση μεγάλη τουλάχιστον έκταση. Αναφέρομαι στην καβαφικής και σεφερικής έμπνευσης αξιοποίηση του μύθου, και δη του σχετικού με την Παλαιά Διαθήκη με όλες τις εγνωσμένες αλληγορικές δυνατότητες που δίνει αυτή η τεχνική, δηλαδή την ιδιότυπη αξιοποίηση ενός γνωστού σημαίνοντος για τη μετάδοση ενός νέου σημαινομένου αλλά με τη διατήρηση μέρους ή συνόλου από τη μυθική αχλή που συνοδεύει το πρώτο.

Ξεχωρίζω: «Δωμάτιο», «Ανάγκη φυγής», «Διακανονισμός», «Άνεμοι», «Έρημη χώρα», «Οι δύο όψεις», «Πόντιος Πιλάτος». Σταματώ σε αυτά για να μην κουράσω. Έτσι κι αλλιώς όλη η συλλογή ξεχωρίζει.

2 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ