Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2017

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7

Η Ανδρονίκη Γωγοπούλου είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Ιστορία της Τέχνης στο Α.Π.Θ.
Διετέλεσε Διευθύντρια του 11ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης (2002-2010).
Ζει στη Θεσσαλονίκη.
Έγραψε κριτικές για ποιητικές συλλογές και εικαστικές εγκαταστάσεις και δημοσίευσε άρθρα για το θέατρο και την εκπαίδευση.
Έγραψε το θεατρικό έργο Μονόπρακτο για τρεις Γυναίκες (θέατρο Χηλής 2010). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.
Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του 19ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού «Κούρος Ευρωπού» 2014 από τη Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη» Κιλκίς για την ποιητική συλλογή Κλέφτες Ονείρων και Ληστές Αναμνήσεων.

Η Νίκη έφυγε στις 19/4/2018

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ευτοπία   (2016 ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ)
Δακρυόεν γελάσασα  (2017  ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ) 

Τα σχέδια που κοσμούν τις συλλογές είναι της Μαρίας Γολσουζίδου.

1-ΔΑΚΡΥΟΕΝ

1-untitled-fr12-0003

Δακρυόεν γελάσασα (2017)

ΔΑΚΡΥΟΕΝ ΓΕΛΑΣΑΣΑ

Βραδιάζει    μαμά
κι εγώ βλέπω ολόγιομα φεγγάρια
Περπατάω σε γραμμές ζωής κομματιασμένης
συγχρόνως εγχαράσσω στίχους σε χαλίκια
Θαμπή η όρασή μου
για εικόνες διάτρητες απογοητευτικές
κι εγώ ζωγραφίζω
παράθυρα ανοιχτά με πράσινα παντζούρια
κλαίουσες ιτιές σε τρεχούμενα νερά
Σπάζει το σώμα σε κομμάτια
κι εγώ τρέχω ξοπίσω τους να τα μαζέψω
Με τσακισμένα άκρα
όρθια στέκομαι κι ας γέρνω    μαμά

Τα φιλιά ψυχρά    χαλαρές οι αγκαλιές
κι εγώ σε ονειροφαντασιές
κουρνιάζω μες στην αγκαλιά σου
γεύομαι το χάδι το δικό σου    μαμά
Πριονισμένες οι φωνές μου
Οι σιωπές μακρόσυρτες
καταβροχθίζουν ό,τι απομένει
κι εγώ πνίγω τους λυγμούς μου
στα γλυκοφιλήματά σου    στις θύμησές τους
Κοιμάμαι και βλέπω εφιάλτες
ξυπνώ και λέω    όνειρο ήταν

Σπαρταρούν μέσα μου    μαμά
όσα δεν πρόλαβαν να γεννηθούν
κι εγώ τα ηρεμώ
Έχουμε χρόνο ακόμα λέω

Όλα μέσα μου αδιαίρετα
όμως όχι και κοινά όπως ήτανε με σένα
Εκείνες τις νύχτες    που τα σκυλιά αλυχτούν
το φεγγάρι χάλασε μαμά    σου λέω
Δεν είσαι πλάι μου να με καθησυχάσεις
να μου πεις    σε λίγες μέρες θα ξαναγεμίσει
χρόνια τώρα γίνεται το ίδιο μη στενοχωριέσαι
Πόσο μου λείπει η φωνή σου
εκείνο το υγρό σου βλέμμα…

Α ρε μαμά    επέμενες
αλλά δεν μου ’κοψες το ρε
το κράτησα να σε ακούω τάχα να με κατσαδιάζεις

Στις μνήμες μου    μαμά    σε φυλακίζω
Σε κρατώ στους στίχους μου ιδέα
Κράτα με κι εσύ μικρό κορίτσι απ’ το χέρι
Μη μου φεύγεις ακόμα    ρε μαμά…

ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΤΕΣ

Οι λέξεις αιωρούνται
σκόρπιοι στίχοι
σε κιτρινισμένα φύλλα τετραδίου
εικόνες σπασμένες
αινιγματικές
κάτι θυμίζουν
κάτι από το χτες
μπορεί από το τώρα
μια κούκλα πάνινη
μια κούνια με σχοινιά
κρεμασμένη
στη μεγάλη ακακία μιας αυλής
ποιας αυλής
ομίχλη
θολούρα
φωνές
εμβοές βασανιστικές
ακαθόριστες βοές
πρόσωπα αιώνια αγέραστα
άνοια
παράνοια
αέναο μειδίαμα
Παγωμένο οριστικά

ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ

Κοιμισμένες συνειδήσεις
κρησφύγετα ενστίκτων
εικονικές πραγματικότητες
σε νύχτες πνιγηρές χαοτικές

Κάποιοι κύκνοι τραγουδάνε μόνο μια φορά
Λίγο πριν πεθάνουν…

Ηλεκτρικός σπινθήρας
το ρέκβιεμ των κύκνων

Κεραυνοί το κουβαλάνε
κομμάτια αιχμηρά
του τελευταίου τραγουδιού

Και τότε
ο χειμώνας των ενοχών
ο χειμώνας των τύψεων
αργεί    πολύ αργεί    να φύγει…

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Με κούρασαν τα λόγια της παρηγοριάς
Έτσι όπως με κούρασε η περιπλάνηση
Μήνες χρόνια περπατάμε    μέσα από ήχους όπλων
μέσα από σκιές κουκουλοφόρων    μέσα από ξένα μέρη
κάτω από ήλιους εχθρικούς    κάποτε σε παγωμένα χώματα
Πώς μπορείς και με παρηγορείς;
Αστεία φαίνονται όσα μου λες για επαναφορά
Δεν ξέρω καν ποιαν εννοείς
την ολική ή τη μερική;

Ποιος μπορεί να μου ξαναχαρίσει βλέμματα ανεμπόδιστα;
Ποιος μπορεί να ξαναφέρει τα πουλιά στον ουρανό μου;

Τα λόγια περισσεύουν πια
Θέλουμε μέρες αδιατάρακτες    νυχτερινές ανάσες

ΒΡΑΔΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Βράδυ Κυριακής
Σιωπηλή η πόλη
γλιστρά
στη ρευστότητα
της άλλης μέρας
Τελειώνει η γιορτή
Οι στιγμές
μέρες της βδομάδας
η μια
πίσω
από την άλλη
σαν εαρινά αγριολούλουδα
χάνονται
στις προσμονές
της άλλης εβδομάδας
στην αναμονή
της άλλης Κυριακής
Ηχούν στ’ αυτιά μου
τα τραγούδια
υπόλοιπα της Κυριακής
Τα κρατώ
Τα κλείνω κάθε βράδυ
στη μυρουδιά του γιασεμιού

ΤΟ ΜΙΣΟ TOΥ ΤΙΠΟΤΑ

Αγριοκαίρια διχοτόμησαν τον Χρόνο
Στο μισό του συμπυκνώνω μια ολόκληρη ζωή
Στο άλλο του μισό επουλώνω τις πληγές μου
Γειωμένη στα βιώματά μου
σπάζω
με τα δόντια μου τις φυλακές μου
Κόβω
με τα χέρια
τους δεσμώτες των ονείρων
Σε σύμπαντα παράλληλα διασκορπίζομαι

Από λάθος εγκλωβίστηκα μες στο μισό του τίποτα
Το άλλο μισό του όλου    ευτυχώς    ισορροπεί το τίποτα

          ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

                  Δάκρυ μου κρατήσου…
μην κυλάς στη λίμνη που γεννήθηκε από σένα.

                               Δυο στίχοι
                    ένα ποίημα ολόκληρο
                   Δεν ξοδεύτηκε η σκέψη
             σε λεπτομέρειες φτιασιδωμένες

ΕΥΤΟΠΙΑ (2016)

Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες…

ΝΟΥΦΑΡΟ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο
νούφαρο σε θάλασσα ελπίδας
Προσφυγικές κραυγές απόγνωσης
φυλακισμένες σε αμπάρια
ταξιδεύουν ταξίδια μακρινά
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές

Φέρνουν μαζί τους λίγο νερό
σε μπουκάλι πλαστικό
και μια κουβέρτα τρύπια
Ένα όνειρο παλεύει
με θάλασσες ανήμερες

Άδεια κουφάρια παιδικά κορμιά
γκρεμισμένα σε βάθη απύθμενα
άλλοτε επιπλέοντα
και πάνω κύκλοι άγριων ορνέων

Το Πακιστάν είναι μακριά…
Το Ιράκ φλεγόμενο…
Η Δύση κοιτάζει δυτικά…

1-untitled-fr12-0001

ΛΗΣΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ξύπνα
Η πόλη κοιμάται τον ύπνο του δίκαιου
Θα γλιστρήσουμε αλαφροΐσκιωτοι
μέσα στα όνειρά τους
Θα κλειδώσουμε τα βλέφαρά τους
Θα γράψουμε ανώδυνες εικόνες
Θα στολίσουμε τις λέξεις
με νοήματα δικά μας
Ληστές θα γίνουμε αναμνήσεων
Μνήμες θα βάλουμε καινούριες
τσιπάκια τις λένε τώρα

Αύριο θα φορέσουν τα καινούρια τους κοστούμια
σκαρπίνια λουστρινένια
γόβες και ταγιέρ
Θα κόβουν βόλτες στην πλατεία
Ωραίος καιρός σήμερα
θα λένε
πολύ σου πάει το βόλεμά σου

Επιτέλους μάκαρες
αθύρματα στα χέρια μας
θα ενδυθούν δικές μας πεποιθήσεις

ΑΟΡΑΤΟΙ ΘΙΑΣΟΙ

Αόρατος θίασος γελωτοποιών χορεύει
γύρω από ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες
Χλευάζει πίσω από τις πλάτες
μεθυσμένων τζογαδόρων πελατών

Στο παλιό το καφενείο με τα ξύλινα τραπέζια
με θολά από την κάπνα μάτια
με βλέμμα νυσταγμένο
σκύβουν οι θαμώνες στα φλιτζάνια του καφέ
Στα βρόμικα τραπεζομάντιλα
τα χρόνια που έχασαν διαβάζουν
περιπλανώμενοι ανάμεσα
σε αποτυχημένο χτες
σε αδιάφορο παρόν
σε μέλλον ακαθόριστο
Ξοδεύτηκε η ζωή τους με ριξιές
μες στα κενά του χρόνου
ατέρμονες απόπειρες διόρθωσης λαθών
Χάνονται σε νύχτες πάντα άφεγγες
βουβός αόρατος θίασος κι αυτοί
σε θέατρο του παραλόγου…

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΥΡΛΙΑΖΑΝ

Άνοιξα το παράθυρο στη νύχτα
Οι λέξεις ούρλιαζαν και η ηχώ
έφτανε στ’ αυτιά μου διαπεραστική
Φράσεις ακατανόητες αμφίσημες
τρύπωναν στις σκέψεις μου
με έσχιζαν με τρόπο βασανιστικό
Λέξεις μου φωτιά
τρέχω ξοπίσω σας άσαρκη σκιά άπνοη
ικετεύοντάς σας
να με εναποθέσετε ανάμεσα σε ήχους και απόηχους
να με παρασύρετε σε αλλόκοτους χορούς
με Βάκχες και Κορύβαντες
μέσα από τα δάκρυά σας να με κάνετε ένα με τη γη μου

Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες
Εκλιπαρώ να ξεκλειδώσουν μυστικές φωνές
να μου αποκαλύψουν έναν κόσμο μαγικό
τον ουρανό με σχήματα αλλόκοτα
τη γη με οσμές φθινοπωρινής ανάσας
έναν κόσμο άδολο που δε ζητάει ανταλλάγματα

Τον κυνηγώ μα φεύγει όλο φεύγει
Και οι λέξεις είναι ανήμπορες να τον κρατήσουν πια…

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ

Καθόταν στη γωνιά
εκείνης της Μεγάλης Αίθουσας
Έπλεκε…
Έπλεκε ασταμάτητα
ένα κόκκινο πουλόβερ
όχι σε κομμάτια
ήθελε να δείχνει
ρούχο που δε φαίνεται η ραφή
Γύρω της φωνές
φασαρία και ορυμαγδός
Μα εκείνη
έπλεκε μανιωδώς

Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…

Περιέργως πώς
ακόμα πλέκει…

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Τραβάω τις κουρτίνες
Το σκοτάδι έξω πάλι στο παράθυρο
Επιμένει

Σπρώχνω τις πόρτες
Δεν ανοίγουν
Κλειδωμένες
ή κάποιος βάζει πλάτη από πίσω;

Η σκάλα απότομη
Την ανεβαίνω
Ένας ουρανός γεμάτος γαλαξίες
πάνω μου
Ένας θόλος σκούρος πάντα
βαθύς και δίχως όρια
Την κατεβαίνω
Μια άβυσσος απειλητική
κάτω μου

Τι ωφελεί να περπατάς τόσο καιρό;
Το τέρμα είναι αδιέξοδο

Υπάρχει τέρμα με διέξοδο;

1-untitled-fr12-0002

Η ΣΑΡΚΑ ΜΟΥ ΓΔΥΘΗΚΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Η σάρκα μου γδύθηκε τα όνειρά μου
σπαρμένα κομμάτια ακινησίας
δάκρυα κομματιασμένα σε λιμνάζοντα νερά.

Γλιστρά κι ακροβατεί
ασημένιο το φεγγάρι γυρτό
στην πλάτη κουρασμένου ουρανού.
Στέκομαι στην άκρη του γκρεμού
και αφουγκράζομαι
το κύμα
που σκάει παραπονιάρικο στα βράχια
το σφύριγμα του αέρα
που κυλά στ’ άσπρα φτερά των γλάρων
μυστήριο ψιθύρισμα εμπιστευτικό.

Κοιτάζω τα πόδια μου
τη γη μου
δυο ρόδες
να κυλούν τα όνειρά μου.

Πάνω στους ωκεανούς
νωχελικά ξαπλώνουν οι ματιές μου.
Σε ήλιους μακρινούς ζεστούς
απλώνεται η ψυχή μου.
Τα χέρια ξεδιπλώνω
ν’ αγκαλιάσω την αποστροφή σου.
Σου δείχνω χίλιους δρόμους
χίλια πρόσωπα και μύρια χρώματα.
Πινελιές μαβιές στο φρύδι τ’ ουρανού
ξεδιπλωμένες κόκκινες, κίτρινες κορδέλες
στο γαϊτανάκι της αποδοχής.

ΣΚΟΡΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τα δάκρυα μου
χαρτογραφούν
οδυνηρές στιγμές
Ένα χέρι τα μαζεύει

Σκόρπισε τα
σε πληγώνουν
έχουν κοφτερές ακμές

Όχι!
Θα τα κλείσω
στα χέρια μου
Θα τα συνθλίψω
στις παλάμες μου
Θα κρατήσω την αλμύρα
θα σου επιστρέφω τη δροσιά

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Περπάτησα τη μνήμη μου
στην οδό Αριστοτέλους
Έγραψα τα ίχνη μου
στις πλάκες του πεζόδρομου

Μου έγνεψαν με νόημα
πλανόδιοι πωλητές
Μου μίλησαν ρακένδυτοι επαίτες
τη γλώσσα που ξεχάστηκε

Σέρνω
το σαρκίο μου
χαράζοντας γραμμές σε κύκλους

Μετρώ ξαναμετρώ και
καταλήγω
Οι πιο πολλές οι σκέψεις
είναι αναμνήσεις

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΧΩ ΥΠΟΛΟΙΠΟ

Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου
Σε χρόνους παρελθοντικούς
προσθέτω αναμνήσεις
Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου
Και πάλι έχω υπόλοιπο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Ευτοπία» Εκδ. Σαιξπηρικόν 2016

Πώς ένα «ου» μετατρέπεται σε «ευ» και η μίζερη ύπαρξή μας αντικρίζει το φως της ημέρας; Στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο Ευτοπία, η ποιήτρια Ανδρονίκη Γωγοπούλου βλέπει κατάματα τις δυστυχίες που καραδοκούν και ταξιδεύει θαρραλέα μέσα στο Κενό, για να εξορκίσει τις αναπόφευκτες κακοτοπιές της ζωής ή και για να συγκρουστεί ηρωικά μαζί τους. Η ποιήτρια ακολουθεί ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο, φαίνεται να παίζει με την εγελιανή διαλεκτική και να ανάγει την αντίθεση σε ανατρεπτική αποδοχή της πραγματικότητας, τη μόνη δυνατή για τους θνητούς. Το άτομο, ενώ ερωτοτροπεί με το μηδέν, το απορροφά, το διαλύει εις τα εξ ων συνετέθη, με άλλα λόγια το εκμηδενίζει.
Ο Ησίοδος μας είχε καθοδηγήσει σε μια φιλοσοφική και συνάμα χοϊκή κοσμοαντίληψη. Στη Θεογονία γράφει:
Πρώτιστα Χάος γένετο. (στ. 116)
Εκ Χάεος δ’ Έρεβός τε μέλαινά τε Νυξ εγένοντο.
Νυκτός δ’ αυτ’ Αιθήρ τε και Ημέρη εξεγένοντο. (στ. 123-124)
Η νύχτα, πηγή δημιουργίας, γεννά το φως, δεν είναι αναγκαστικά το αντίθετό του, αν και πορεύεται από το χάος και το μηδέν. Μόνο μετά τη γέννηση του φωτός εκλάβαμε το σκοτάδι σαν αρνητική έννοια. Αν θέση είναι το χάος ως αρχή του σύμπαντος, αντίθεση το έρεβος ή η νύχτα, τότε σύνθεση είναι το φως της ημέρας. Ωστόσο, καθώς στην Ευτοπία θέση δεν μπορεί παρά να είναι η τωρινή κατάσταση, και τα τρία στοιχεία της διαλεκτικής εναλλάσσονται, δημιουργώντας διαρκώς νέα νοήματα.
Από το πρώτο ποίημα-μότο της συλλογής η διαλεκτική θεώρηση της ύπαρξης επιβάλλει την παρουσία της:
Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες
Το πρώτο επίθετο χαρακτηρίζει την καθημερινότητα, το δεύτερο τη σοφή αντιμετώπισή της και το τρίτο το αίσιο τέλος της πάλης του φωτός με το έρεβος.
Το φεγγάρι, με τις μεταμορφώσεις του, ανάγεται σε σύμβολο της κίνησης από το απόλυτο σκοτάδι στο φως. Όταν η ποιήτρια περιγράφει τα προσφυγόπουλα σαν «πρόσωπα φεγγάρια μελαμψά», το σκούρο χρώμα του προσώπου τους γίνεται καθρέφτης και αντανακλά το σκοτάδι της ψυχής των πολιτισμένων λαών. Και καθώς διαβάζουμε τους στίχους δεκάχρονα παιδιά/ κρατούν φωτιές/ σε κόκκινα κυκλάμινα πατούν τους ακολουθούμε σε «νύχτες αφέγγαρες» με συμπαραστάτη, ωστόσο, το αθέατο φεγγάρι, «ασημένιο το φεγγάρι γυρτό», που γέρνει να κλάψει, μας βλέπει, κι ας μην το βλέπουμε, αντανακλά το ζόφο της ύπαρξής μας.
Και τα φεγγάρια κάποτε πασιφαή
στάλαζαν
ήχους αλλόκοτης σιωπής
Μένουν βουβά, η φωνή τους, που ήταν δανεισμένη από το φως του Ήλιου, σβήνει. Και όπως το φεγγάρι γίνεται ακόμη πιο εκφραστικό όταν σβήσει, έτσι και οι στίχοι. Τα ερμητικά ποιήματα συγκλονίζουν, υπονοεί η ποιήτρια, γιατί επικοινωνούν χωρίς τη βοήθεια των σημαινομένων. Μόνη ελπίδα η ποίηση, με τους ρυθμούς και τους ήχους της, να δημιουργήσει μια πυθαγόρεια κοσμική αρμονία.
Μέσα σε αυτό το ακατανόητο σύμπαν, τα ποιήματα της Γωγοπούλου έχουν βάθος, εξομολογείται η ίδια με συγκλονιστικό αυτοσαρκασμό, γιατί τα είχε «παραχώσει/ βαθιά σ’ ένα μπαούλο», με το βάθος, από κυριολεξία, να γίνεται σύμβολο και μάλιστα της Μητέρας Γης. Λέξεις όπως «βάθος», «βαθύς», «βαθιά», «βυθίζομαι» επαναλαμβάνονται και μας οδηγούν στα άδυτα του χωροχρόνου και των λέξεων που ξαναγεννιούνται και σημαίνουν διαφορετικά. Εκφράζουν τη μωρία των πολιτισμένων που φορούν αθλητικά παπούτσια με περίεργα στολίδια και δεν νοιάζονται για τα παιδιά που δουλεύουν σκληρά και αμείβονται με μη εδώδιμη τροφή.
Αυτή η καταγγελία στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής αναδεικνύει τα πολλαπλά προσωπεία που επιλέγει η ποιήτρια, για να εκφράσει τη ζοφερή πραγματικότητα. Τα σανδάλια είναι σημαντικό σύμβολο τόσο στην αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και στην Παλαιά Διαθήκη. Στη μυθολογία μας η απουσία κάλυψης των ποδιών παραπέμπει σε πιθανή πτώση από το ηρωικό στάτους (παράδειγμα ο Ιάσων). Στην Παλαιά Διαθήκη (Ρουθ 4,7-8) οι εμπορικές συναλλαγές συνοδεύονται από ανταλλαγή ενός υποδήματος. Με τα σανδάλια πατάμε σταθερά τα πόδια μας στη γη. Και όταν τα παιδιά μάς δίνουν τα παπούτσια που φτιάχνουν με δική τους στέρηση, κάνουν μια συμβολική και ηρωική πράξη, μας παραχωρούν την εξουσία στη γη. Τα παιδιά γίνονται ένα κομμάτι του σκότους που δημιουργήσαμε γι’ αυτά:
Γλιστρώ σε ανήλιαγα υπόγεια
Χωμένα στο ημίφως
λιγνά σκουρόχρωμα χεράκια
Και όμως τα παιδιά δουλεύουν αγόγγυστα. Η φωνή τους ακούγεται μονάχα όταν αντικρίζουν το θάνατο και τότε προφέρουν μόνο μία λέξη:
Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο […]
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές
Ο τόπος σηματοδοτεί τον πολιτισμό. Τι σημαίνει όμως πολιτισμός; Από ποια βαρβαρότητα πηγάζει; Γιατί συναλλάσσεται με το σκότος σε υπόγεια, σε αμπάρια, σε εχθρικές θάλασσες; Σε κάθε ταξίδι μακριά από τις βόμβες και την εκμετάλλευση, η θάλασσα και η αδιαφορία καραδοκούν. Η ελπίδα φαίνεται να είναι πάντα βαθιά κρυμμένη στο κουτί της Πανδώρας, απρόσιτη, αθέατη.
Και ξαφνικά εμφανίζονται τα δικά μας νέα παιδιά με συνθήματα στους τοίχους, που θέτουν σε νέες βάσεις την ταλαίπωρη κοσμοθεωρία μας. Δεν έχουν ακόμη φτάσει στο σημείο να δουλεύουν σε «ανήλιαγα υπόγεια». Νιώθουν τον κίνδυνο και παίρνουν την τύχη όλων μας στα χέρια τους. Και τότε το αρνητικό «ου» με το οποίο φορτίσαμε την ουτοπία των ονείρων μας γίνεται «ευ». Οι αφέγγαρες νύχτες παραχωρούν τη θέση τους στην πανσέληνο. Μπορεί οι καθρέφτες-όνειρα να έχουν θρυμματισθεί, αλλά, ιερά αντικείμενα καθώς είναι, αντανακλούν την αλήθεια που κρύβαμε.
Η ποιήτρια στέκει τώρα «κατάντικρυ σε λέξεις», μας καλεί να τις στολίσουμε με δικά μας νοήματα, να μην τις σπαταλάμε σε «στίχους παγκοσμίως αγνώστων ποιητών», προσθέτει με ειρωνική διάθεση. Και καθώς στην Παλαιά Διαθήκη οι λέξεις υπάρχουν πριν από τη Δημιουργία, προκαλούν τη Δημιουργία, το ποιητικό εγώ χτίζει τον κόσμο με νέο και παλιό υλικό: «Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες».
Το παράθυρο που συνήθως ανοίγει στο φως, η Γωγοπούλου το ανοίγει στη νύχτα και τότε οι λέξεις ουρλιάζουν. Το «ευ» κρύβεται πάντα πίσω από το «ου». Η ετερόφωτη γη ξαναγεννιέται, όπως το φεγγάρι που χάνεται κάθε μήνα μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Μπορεί η νύχτα να γεννά συνάμα όνειρα και εφιάλτες, αλλά κυρίως γεννά την ημέρα. Οι τοίχοι που τη φυλάκιζαν, τη χώριζαν από τον συνάνθρωπό της, τώρα την προστατεύουν, καθώς το ποίημα κοχλάζει μέσα της. Ο Αλέξανδρος δεν είναι πλέον ο μέγας στρατηλάτης, ανάγεται σε μετωνυμία της εκεχειρίας μετά τον πόλεμο. Η νέα θέαση των πραγμάτων ενεργοποιεί τη μνήμη της, τις επιθυμίες της. Η ευαισθησία της φορτίζει τις λέξεις και οι λέξεις, ανανεωμένες, ανταποδίδουν το δώρο, χαρίζοντας νέες διαστάσεις στα συναισθήματα:
Οι τοίχοι γκρεμίστηκαν […]
Οι τοίχοι πάντα εκεί
κι ας μην ήτανε εκεί […]
Γελιέστε να νομίζετε
πως την απόφαση την παίρνετε εσείς
Να δείτε που θα βγω!
Μαχαίρι επίσης που σφάζει η επόμενη αυτοβιογραφική αναφορά και η ταύτιση γραφής και ύπαρξης προς το τέλος της συλλογής:
Και τώρα…
γράφω τον επίλογο
σ’ ένα γραπτό που δεν τελείωσε ακόμα…[…]
Τώρα
που νιώθω να βυθίζομαι
μες στην απέραντη ακινησία
Το «Τώρα» καταλαμβάνει όλο το στίχο, σαν να θέλει η ποιήτρια να το κάνει να διαρκέσει, να πάψει η ζωή μας να είναι εφήμερη στιγμή, να γίνει διάρκεια.
Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…
Ο πολυέλαιος, μας λέει, είναι μια άχρηστη λέξη «την εποχή του ηλεκτρισμού», για να προσθέσει:
Ας είναι
πιο φωτεινές ακούγονται οι λέξεις
Το υπαινικτικό εξώφυλλο από τη Μαρία Γολσουζίδου –κόρη της ποιήτριας– καθώς και τα εμπνευσμένα σχέδια με τα οποία κόσμησε το βιβλίο προσφέρουν ένα συναρπαστικό διάλογο ανάμεσα στο λόγο και την εικόνα, ανάμεσα στη μάνα και την κόρη. Οι καλόγουστες και πολύ επιτυχημένες εκδόσεις Σαιξπηρικόν αναδεικνύουν την υψηλή ποιότητα της ποίησης που περικλείεται στη συλλογή.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΙΒΕΤΙΔΟΥ

ΕΥΤΟΠΙΑ Ή Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

(Ανδρονίκη Γωγοπούλου, Ευτοπία, Σαιξπηρικόν, 2016, σελ. 74)

Δόλιο το παιχνίδι, στρατηγικά στημένο, περίτεχνα πλεγμένο, κρατά ανεκπλήρωτη την προσδοκία του «Ευ», κλεισμένη ερμητικά στον πολλά υποσχόμενο τίτλο, διαψεύδοντάς την από σελίδα σε σελίδα και από γράφημα σε γράφημα. Χρόνος, μνήμη, θάνατος είναι το τρίπτυχο που στηρίζει θεματικά την Ευτοπία, θεμελιωμένη σταθερά στην τοπογραφία της πόλης της Θεσσαλονίκης και τον έσω τόπο.Με το στίγμα του θανάτου να καθοδηγεί τη γραφή, η «ευτοπία» της Ανδρονίκης Γωγοπούλου φαντάζει μόνο μια ευχή σε μια εικονική πραγματικότητα.Άλλωστε το ομότιτλο ποίημα ομολογεί ξεκάθαρα την πλάνη:
Ήταν και νύχτες σκοτεινές τρομαχτικές
που παραμόνευαν αόρατα αερικά
τέρατα ζωόμορφα
που στέκονταν στην άκρη απειλητικά
αλλά πάντα σιωπηλά (σ. 59)

Στη βιωματική ποίηση της Γωγοπούλου κοινωνικός προβληματισμός και προσωπικό άλγος συμπυκνώνουν το απόσταγμα της ποιητικής συνείδησης και ορίζουν την Ευτοπία στον διττό άξονα του εντός και του γύρω. Ο λόγος της εστιάζεται και διαμοιράζεταισυστηματικά ανάμεσα σε δύο κυρίως τόπους, αποκαθιστώντας μια υπόγεια επικοινωνία, έναν παράδοξο διάλογο συναισθημάτων, κράμα θλίψης, μελαγχολίας, αγωνίας: η πάσχουσα Θεσσαλονίκη καιτο πάσχον σώμα μετρούν τις απώλειές τους.
Δομημένη σε ομόκεντρους κύκλους, η Ευτοπία κινείται από τον ευρύ χώρο των κοινωνικών κραδασμών, που συγκλονίζουν τον κόσμο, στον μικρό μας τόπο της χαμένης ευωχίας, και φτάνει στην αγαπημένη πόλη. Και όσο η γραφίδα γλιστρά προς το κέντρο και ο κύκλος μικραίνει, τόσο ο ασφυκτικός κλοιός σφίγγει γύρω από το ποιητικό υποκείμενο. Από αποστασιοποιημένος δήθεν παρατηρητής, το δημιουργικό Εγώ γίνεται συν-μέτοχος, πάσχοντας στο νου, στην ψυχή, στο σώμα. Λέξεις απλές, χωρίς εκζήτηση, δίχως περιστροφές και πολυδαίδαλες δομές, αναλαμβάνουν να πουν το ορατό και το κρυμμένο στην ποίηση της Ανδρονίκης Γωγοπούλου. Λέξεις που επωμίζονται εικόνες δυνατές, εικόνες της δικής μας πραγματικότητας γίνονται έντονα αιχμηρές και μας ξαφνιάζουν. Καθησυχασμένοι από την ασφάλεια του τίτλου, αιφνιδιαζόμαστε από τον πόνο, την απελπισία, την απώλεια που ξεδιπλώνεται στο σώμα του βιβλίου. Μάταιη η αναζήτηση της επιγραφικής υπόσχεσης. Η μελαγχολία και τα θλιβερά συναισθήματα εκλύονται πάντα στην κόψη του ξυραφιού, με την αρμόζουσα δόση και χωρίς ακρότητες.Με ακρίβεια και περίσσια μαεστρία η Γωγοπούλου βυθίζει το κοφτερό της νυστέρι και κάνει τη σκέψη και την καρδιά μας να ματώνουν, καθώς αντικρίζουμε σαν για πρώτη φορά τον τρομακτικό μας κόσμο, αποδίδοντας στην τέχνη του λόγου τον πολιτικό της ρόλο, εκείνον της αφύπνισης του αναγνώστη. «Made in Bangladesh», «Νούφαρο της Μεσογείου», «Τα παιδιά των ερήμων», «Ήταν ποτέ τα όπλα αθώα;», τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου κατασκευάζουν την απάνθρωπη καθημερινότητά, το δράμα που επικίνδυνα αδιάφοροι πια παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται δίπλα μας: «Όμορφα ρούχα / τσάντες δέρμα κροκό και φίδι / λαμέ κορδόνια και στολίδια / σε παπούτσια αθλητικά / Κρυμμένη σ’ ένα βαθύ σημείο / Made in Bangladesh / η ετικέτα γράφει/ […] / Η ετικέτα MadeinBangladesh / χαλίκι στο παπούτσι μου / που με ματώνει…» (σ. 10). «Ερημία Ένδεια Έρεβος» στοιχειώνουν την αγαπημένη Θεσσαλονίκη: «Χορταριασμένη άσφαλτος / η πάλαι ποτέ λεωφόρος / Ερημία» (σ. 20). Αυστηρότητα και διαύγεια μπρος στην λεηλασίατου άλλοτε κλεινού άστεως σώζουν τον λόγο από την υπερβολή του συναισθήματος: «Αίματα στεγνά / στους τοίχους στα πατώματα / οδυνηρά αποτυπώματα /[…] /Απομεινάρια θλιβερά / λησμονημένης αφθονίας / άσκοπης σπατάλης / ανθρώπινης μωρίας / Έρεβος» (σ. 20).
Η περιπλάνηση στους μεγάλους δρόμους της πόλης ξυπνά τον τελειωμένο χρόνο και κάνει τη δημιουργική συνείδηση να δακρύζει μπροστά στα μάτια μας. Αγάπη για τον τόπο της, λατρεία για την πόλη της, πίκραδυσβάσταχτη: «Περπατώ την πόλη που με υιοθέτησε / […] / Περιπλανιέμαι / στην πόλη που με μέθυσε». Αναμετρά τις πληγές της: «Ορειβατώ σε λόφους σκουπιδιών […] / Συναπαντώ λιπόσαρκους εξαρτημένους / κάλπικους ανάπηρους επαίτες / […] / Τα θέατρα στα υπόγεια μετράνε θέσεις αδειανές» (σ. 68-69). Η τραγουδισμένη πολιτεία έχει πια χαθεί, στη θέση της τώρα ματωμένη η Θεσσαλονίκη αντιστέκεται. «Τσιμισκή και μάλιστα από αριστερά», «Στην οδό Αριστοτέλους». Οι δρόμοι φέρνουν μνήμες, ξυπνούν τις λέξεις, κάνουν ποιήματα. «Με ομίχλη ή μ’ αιθαλομίχλη / όπου και να περπατήσω η πόλη μού μιλά» (σ. 68), καταλήγει η περιδιάβαση στην Τσιμισκή, και μέσα στον τελευταίο στίχο νιώθουμε να αναπνέει ο γνωστός: «η Ελλάδα με πληγώνει», από όπου αναδύεται ο στενός δεσμός του γραφέα με τον τόπο του.
Το τραυματισμένο έξω της πόλης βρίσκει την αντιστοιχία του στο σώμα και την ψυχή που υποφέρει: ανησυχίες, απογοητεύσεις, μοναξιά. Το αφηγηματικό υποκείμενο αφήνεται σε άσκοπες διαδρομές σε δρόμους και πλατείες, η ανήσυχη ματιά παρατηρεί τα κτίρια και τους ανθρώπους, οι εικόνες της παρακμής διηθίζονται μέσα από την καλλιτεχνική συνείδηση και σμίγουν με το ανοίκειο της ψυχής και τα αποθέματα της μνήμης σε ένα δυσάρεστο μείγμα θλίψης και φόβου.
Η ποιήτρια αφουγκράζεται με προσοχή και ευαισθησία το εσωτερικό της τοπίο, ανασύρει από το βάθος του εαυτού της κρυμμένες δυνάμεις και αντικρίζει την πραγματικότητα με λύπη, δίχως σπαραγμό, ενώ πασχίζει να συναντήσει τον εαυτό και τον άλλο, με πίστη στη δύναμη των λέξεων –μοναδική διέξοδο στην εμμονική σιωπή∙ ή έστω να σμικρύνει την απόσταση ανάμεσα στο εγώ και το εγώ, το εγώ και τον άλλο. Η φόρτιση κορυφώνεται, όταν η γραφίδα ξεφεύγει από τον έλεγχο και η ακατάσχετη ορμητική ανάδυση των λέξεων αφήνεται ανεξέλεγκτη στην έκφραση της αγωνίας για το τέλος του χρόνου: «Κόκκινες λεπτές γραμμές / φλέβες σε εσχατιές μαρτυρικές / Το σώμα μου / κουβάρι και κατρακυλά… / Λιώνει πάνω στην καρέκλα / ράθυμα γλιστρά κάτω στο πάτωμα / Σηκώνεται αργά / τεντώνεται νωχελικά και… / Η καρέκλα / άδεια μπροστά στη μπαλκονόπορτα» (σ. 48).
Η μικρή φόρμα παίρνει τις αποστάσεις της από την ερμητική εσωστρέφεια, ενεργοποιεί την παραγωγική λειτουργία του συνομιλητή-αναγνώστη και η κριτική δημιουργική πρόσληψη ακυρώνει την πολυσυζητημένη παθητικότητα, διεγείροντας σκέψεις, συναισθήματα, γεύσεις. Σμικρύνοντας τις αποστάσεις, η Ευτοπία γίνεται από καλλιτεχνικό προϊόν χειρονομία προς τον άλλο, όταν τόνοι συσσωρευμένης θλίψης και βαθιάς μελαγχολίας,που φωλιάζουν στις λέξεις, λένε τις «ατέλειωτες μνήμες», «μνήμες αισθήσεων», «μνήμες γεύσεων», καμωμένες με πίκρα, με δάκρυ, με τρυφερότητα: «Η άχνα του ζεστού ψωμιού / η μυρουδιά καμένης λίγδας / Η μάνα κουρασμένη / πάνω στο ζύμωμα της φτώχειας /Σκυμμένος ο πατέρας / με το ξύλινο ποδάρι / πάνω στο ξόδεμα της λύπης» (σ. 61).
Υποστηρίζονταςπιστά την καταλυτική δύναμη της παραβατικότητας των λέξεων, η Γωγοπούλου μάς οδηγεί σε αληθινές συναντήσεις με τον πόνο και τη στέρηση, ενώ κάποια ψήγματα αισιοδοξίας ξεπροβάλλουν δισταχτικά στις πτυχές των λέξεων. Η σιωπή της συνείδησης μετουσιώνεται σε λέξεις, καθώςεκείστο σώμα των λέξεων, για την ποιήτρια,υπάρχει ακόμη ελπίδα: « Τώρα μπορώ να μαζέψω τις λέξεις / που σκότωσαν / μια νύχτα με πανσέληνο άνθρωποι με προσωπεία / Τώρα μπορώ να αναστήσω την ελπίδα / που τραυμάτισαν / μια μέρα μεσημέρι άνθρωποι που στέγνωσαν τη σάρκα μας» (σ. 15).
Και ενώ το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιά πονεμένο, στο επιλογικό ποίημα του βιβλίου («Και πάλι έχω υπόλοιπο»), επιχειρείέναν αδυσώπητο αγώνα με τον αμείλικτο και καταστροφικό χρόνο καιελπίζει τολμηρά στην επιμήκυνσή του, αφήνοντας να φανεί η λαχτάρα της ζωής, μαζί με μια στάλα αισιοδοξίας, δοσμένη γραφιστικά με ένα πουλί στην πλάτη της τελευταίας γυναικείας φιγούρας του βιβλίου:
Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου
Σε χρόνους παρελθοντικούς
προσθέτω αναμνήσεις
Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου
Και πάλι έχω υπόλοιπο (σ. 74)

Και η «ευ-τοπία», αναρωτιόμαστε, κλείνοντας το βιβλίο; Πρόκειται άραγε για λάθος ή για την ενδόμυχη επιθυμία της Ανδρονίκης Γωγοπούλου που αρνείται πεισματικά την καταστροφική πραγματικότητα;Άλλωστε η εικονογράφηση της Μαρίας Γολσουζίδου, θυγατέρας της ποιήτριας, στη σελίδα του εξωφύλλου προοικονομεί τα «δυσ» που ενσταλάζουν οι λέξεις και επιβεβαιώνεται γραφιστικά από τις μολυβένιες γυναικείες φιγούρες που παρεμβαίνουν στον λόγο: σκυφτές, πάντα κοντά στη γη,χωρίς πρόσωπο, αναπαριστούν τις ωδίνες της ζωής. «Δυστοπία» θα ήταν σίγουρα ο σωστός τίτλος εξίσου για τον έξω και τον μέσα τόπο του γραφέα: ο τόπος του ευζήν είναι τελικά μία ουτοπία. Όσο δύσκολη και αν είναι η αποδοχή, ο καταληκτικός στίχος του ομότιτλου ποιήματος, «Αυτός ήταν ο τόπος μου / Δεν ήταν ουτοπία / Αν και ηχούσε ως Ευτοπία», προλαβαίνει την αντίδραση του αναγνώστη και ομολογεί μέσω του μεροληπτικού συναισθήματος την επιθυμία της δικαίωσης του ψευδεπίγραφου τίτλου ή αν θέλετε την προδοσία των λέξεων, με άλλα λόγια τη χαμένη προσδοκία.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

 

%cf%861

 

 

H Ζωή Σαμαρά γεννήθηκε στην Κάρπαθο (1935). Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, διδάσκει Θεατρική Γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Εκτός από μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, γράφει ποίηση, δοκίμιο, κριτική βιβλίου. Έχει μεταφράσει ποίηση και θέατρο. Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης μέχρι το 2016, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Διευθύντρια του λογοτεχνικού περιοδικού Θευθ . Αναφέρεται σε Διεθνή Who’s Who. Υπήρξε πρόεδρος του ΕΤΟΣ (της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης), αντιπρόεδρος του Κρατικού Ωδείου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης της «Τέχνης» Κιλκίς. Οι εκδόσεις Champion (Παρίσι-Γενεύη) κυκλοφόρησαν το 2005 συλλογικό τόμο προς τιμήν της, με τον τίτλο «Le verbe et la scène. Travaux sur la littérature et le théâtre en l’honneur de Zoé Samara».

 

Εργογραφία:

Δημοσιεύει φιλολογικές και θεωρητικές μελέτες σε τόμους και περιοδικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως «Rêverie et mythe» στον διεθνή τόμο Questions de mythocritique. Dictionnaire (Παρίσι, 2005), κριτική σε περιοδικά και εφημερίδες, ποίηση σε περιοδικά. Επιμελήθηκε αφιερώματα σε φιλοσόφους και συγγραφείς.

 

Βιβλία:

The Comic Element of Montaigne’s Style (1970)
Le Règne de Cronos dans la littérature française du XVIe siècle (1983)
Προοπτικές του κειμένου (1987)
Υπόκριση θεατρικού λόγου (1996)
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά. Μίλτος Σαχτούρης (ανθολογία – 1997)
Τα άδυτα του σημείου (2002)
Ο κατοπτρισμός του άλλου κειμένου (2003)
Το βλέμμα του συγγραφέα. Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα (2009)
Le langage des dieux (2016)

 

Μεταφράσεις:

εξέδωσε τον τόμο L’Enfant du Taygète, επιλογή, μετάφραση και παρουσίαση της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου
Ode au soleil, μετάφραση της συλλογής Ωδή στον ήλιο του Νικηφόρου Βρεττάκου
μετάφραση των έργων του Marivaux: Το νησί των σκλάβων (1995), Το παιγνίδι του Έρωτα και της Τύχης (1996), Ο θρίαμβος του Έρωτα (2010) και του Sartre, Κεκλεισμένων των θυρών (2011).

 

Ποιητικά βιβλία:

Για την Μαρία (1991)
Ημέρες αβροχίας (1994)
Το πέρασμα της Ευρυδίκης (1997)
Και είναι πολύ μακριά η Δύση (2012)
Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)
Το μυστικό του τετραδίου (2015)

 

 

 

Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια

 

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

 

Ο ύπνος των λουλουδιών

Οι ανεμώνες έγειραν το κεφάλι
πλάγιασαν στην αγκαλιά του Ανέμου
Τις είδα
καθώς αργόκλειναν τα μάτια
καθώς κοιτάζανε κρυφά
πριν φύγει το σκοτάδι
Διαβάζανε στο φως του φεγγαριού
τα μυστικά των άστρων

Τις είδα
κι ο δικός μου κήπος μ’ εγκατέλειψε
πλήγωσε τα μάτια μου με χρώματα απαλά
σκέπασε τα πόδια μου με χώμα
Χαράματα ξεκίνησε για μια άλλη Βαβυλώνα
Τα βλέφαρά μου έκρυψαν μυστήρια παλαιά

Πέρσες ιερείς περνούσαν αόρατοι
έφεραν πέτρινα λούλουδα στους ώμους
Κι εσύ έκλεισες τα μάτια
κοίταξες στα βάθη της ψυχής τους
διάβασες τα μυστικά
ενός μόνον άστρου

Οι ανεμώνες αποκοιμήθηκαν
κι ο Ενδυμίων τις κοιτούσε ατάραχος

 

 

Τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος

Ένα εφήμερο λουλούδι
να θρηνεί
που έζησε ολόκληρη τη μέρα
δύο παιδιά
να ξαναχτίζουν με πηλό
τα σπίτια που δεν γνώρισε η γενιά τους

Μια μαργαρίτα
να λέει πεισματικά
Δεν μ’ αγαπά
δυο ερωτευμένους
να αγνοούν μ’ ένα φιλί
το βούλευμά της

Έναν πελαργό
να φέρνει διστακτικά
ένα παιδί
ένα παιδί
να ρίχνει βόμβες
μέσα στης πόλης τα σοκάκια
δύο παππούδες
με μια ευχή
να τις προωθούν βαθιά στην έρημο

Εν δυο
εν δυο
με βήμα
σημειωτόν

Ένα μωρό κλαίει και γελά
Γεννιέται ή
βλέπει τη μέρα με το φέγγος της πανσέληνου?

 

 

Πηγάδια

Καθόταν στο πεζούλι σκεφτική
Κι η θάλασσα στα πόδια της
Πάντα απειλητική
Καρπάθιο Πέλαγος

Κοίταζε το τοπίο
Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του
στην οργή του πελάγους
να προστατέψει τη λεμονιά που άνθιζε σε κάθε αυλή

Έβλεπε
Πλάι στις βάρκες τα καράβια
πλάι στη μαρίδα τα λυθρίνια
θεσπέσια εικόνα
ισότητα
βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο

Και τότε
κολυμπούσε ως την αντίπερα όχθη
πετούσε ως την απέναντι κοιλάδα
άγγιζε τ’ αστέρια
πολύ ψηλά στον ουρανό
Μικρή ακόμη
Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια

 

 

Μη

Μη στέκεσαι όρθια
Δεν υπάρχει θέση
Μη στέκεσαι εδώ Στο σαλόνι πήγαινε
Δεν έχει σαλόνι
Μη στέκεσαι εδώ
Δεν υπάρχει «εκεί»
Πού πας;
Εκεί
Πού είναι …εκεί;
Όπου το «μη» δεν υπάρχει 

 

 

Και είπες

Γαλάζιο περίβλημα
Λευκό κρεβάτι
εσύ
μονάχη

Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή

Τέντωσες τα φτερά σου
τα τέντωσες ξανά
πολύ μικρά για να πετάξεις
Και είπες
να δοκιμάσεις τη γη
Πολύ ψηλά ο ουρανός

Δίπλωσες τα φτερά σου
τα δίπλωσες ξανά
πολύ μεγάλα για να τρέξεις
Και είπες 

Θα πηγαίνεις
αργά
για να ζήσεις
μια ζωή
χωρίς πετάγματα
χωρίς
δρασκελιές
αργά με προσοχή
Σιγά την πόρτα
Βήμα σημειωτόν
μια ζωή με νωχελείς κινήσεις
μια ζωή πλήρης ημερών

ανυπαρξίας

 

 

Αμφίπολις

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
έγραφε κάποτε κι αναρωτιόταν
ίδιος ήλιος ίδια θάλασσα ίδιο χώμα
Σκάβουμε τη γη σκάβουμε το χρόνο
Τα χέρια μας αγγίζουν το παρελθόν μας
Συναντούμε αντί για θνητά σκουληκάκια εικόνες
τον ήλιο αναλλοίωτο μέσα στον τύμβο
χρώμα και κίνηση στο δάπεδο του τάφου
Θύρες μαρμάρινες
ανοίγουν κλείνουν στο χρόνο στον ορίζοντα
φιγούρες με κίνηση που όμως δεν φεύγουν
κινούνται
μήπως μας προλάβουν

Ποιος είναι ο ένοικος του τάφου
διερωτώνται οι σοφοί

13 Οκτωβρίου 2014
Δεν ξέρουμε ακόμη ποιος είναι
ξέρουμε μόνο πως δεν είναι ο νεκρός

ίσως το μέλλον μας που μας στοιχειώνει

 

 

Γραφίδα

Κάποτε
έγραφε
χωρίς γράμματα
μιλούσε
χωρίς λέξεις
Παγιδευμένος στις σελίδες του ήσκιου
πρόσθετε τη δική του ψηφίδα
στις εικόνες του ποιήματος

Έλεγε
Μη με διαβάζετε
μη μ’ ακούτε
εκτός κι αν τολμάτε
να δείτε το
αόρατο

Κι έμεινε στην Ιστορία

Σήμερα
γράφει
γράφει
αποφαίνεται
φαίνεται
ομιλεί
διεκδικεί
αυτοπροβάλλεται

αυτοαποκαλείται
θεέ μου
Ποιητής

 

 

Μετουσίωσις

Άρτος να γίνω
να θρέψω
τις Ινδίες της Γης

Οίνος να γίνω
να μεθύσω
τις Μπιάφρες του σύμπαντος

Γροθιά να γίνω
στους λαούς
Τίμιο Δώρο
να την προσφέρω

Να σηκώσουν ξανά το κεφάλι
Από ψηλά
τους δήμιους
να
αντικρίσουν

 

 

Στο παγκάκι

Ήτανε μόνος
και ήταν τρεις
Δεξί χέρι στην τσέπη
Προσεχτικοί
Του ζήτησαν τα χαρτιά του
Ποιος δεν γνωρίζει ότι
οι επικίνδυνοι ληστές με τα καλάσνικοφ
μεταμφιέζονται σε
άστεγους
περνούν τη νύχτα σε παγκάκι
όχι εκκλησίας μα δρόμου κεντρικού

– Μετανάστης
και άστεγος
πάει πολύ

Κάνε Θεέ μου
να μην τιμωρηθεί
;για αμαρτίες
ομόχρωμών του

Ήτανε τρεις
Ίσως σταλμένοι
απ’ την Αγία Τριάδα
Απόψε θα περάσει
το βράδυ
μέσα σε τέσσερεις τοίχους

Οικονομικός μετανάστης
σε οικονομία του Νότο

 

 

Μενετές

Έστρεφε το βλέμμα προς τα επάνω
η μικρή από τον Κάβο
να σε αντικρίσει
Παναγία μενετιάτισσα
να σε βλέπει
να εμπνέεις σε όλους γύρω
λεβεντιά και δέος

Άκουγε από μακριά
ν’ ανεβαίνει ως την άγια πύλη σου
το Καρπάθιο Πέλαγος
να φυσάει μέσα στο ιερό σου να
τρέχει στα σοκάκια
του χωριού που σ’ αγκαλιάζει
να ραντίζει τα σπίτια με μύρο
κι αγγελικό λιβάνι

Έβλεπε τον ήλιο να ανάβει τα καντήλια σου
να ρίχνει σπίθες στα μάτια των
αγέρωχων Μενετιατών
κάθε φορά που προσεύχονταν στη χάρη σου

Κι έγερνε τότε ο Ουρανός
και της ψιθύριζε
πως σήκωνες στα ύψη όλη την Κάρπαθο
την έφερνες ξανά κοντά του

 

 

Γάζα

Αν σ’ ενοχλούν
τα συναισθήματα στην ποίηση
κάνε χαρταετό αυτό το ποίημα
κι ας γράφεται
μόνο
για σένα

Οι νουθεσίες αν σε προσβάλλουν
αγνόησε τούτη τη σελίδα
όσο κι αν ξέρεις πως
μόνο για σένα γράφεται

Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα
αφήσαμε να γίνουν
της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά
σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ

να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο
να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου

 

 

ΛΟΓΟΣ

 

Πραγματικότητα

Θραύσμα της φαντασίας μας
βίαιη αποκόλληση
από το αληθινό βλέμμα του ονείρου

Δεν ζούμε μέσα σου
ζεις και βρυχάσαι μέσα στους εφιάλτες μας
Ντύνεσαι με το χρώμα της φωνής
όσων χάθηκαν
όσων δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν
Τείχος νοητό μπροστά σε κάθε απόλαυση
πέτρα που χτίζεις όνειρα χωρίς τα χέρια τα δικά μας

Πραγματικότητα

παιδί και μάνα του μη πραγματικού

 

 

Και είναι πολύ μακριά η δύση (2012)

 

Πρόλογος

 

Καιρός να γράψω

Αρκετά ζύμωσα
αρκετά περπάτησα
Και το ψωμί μένει ακόμη στο ντουλάπι
κι ο κόσμος είναι ακόμη στρογγυλός
Χάραξα τη ζύμη χάραξα το δρόμο
Κανείς δε χόρτασε κανείς δεν άλλαξε
Νερό δεν έτρεξε στα αυλάκια
Η αβροχία φύσηξε εδώ
ή και παντού Ποιος ξέρει

Καιρός να γράψω

 

 

Σωτήριον έτος 2011

 

Ειρωνικόν

Την αδελφή του Κάδμου μη φοβάσαι
εκ της σαρκός σου σαρξ είναι και αίμα σου
Την έπλασε η αθάνατη πνοή σου

Θυμάσαι;

Όταν την καταδίωκε ο Δίας
τ’ αδέλφια της διέτρεξαν μιαν ήπει-
ρο -όνομα δεν είχε τότε η Δύση-
ευλόγησαν το χώμα που είχε πατήσει

Μη σκιάζεσαι

Η Ευρώπη αν υπέκυψε στον Δία
κάτω από αιώνια πλατάνια
γέννησε μια καινούργια πολιτεία
και έδωσε στον κόσμο τον Ραδάμανθυ

 

 

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Δεν ταίριαζε ο μύθος της πιστής Πηνελόπης
σ’ ερεβώδεις καιρούς σαν τον δικό μας
της χάρισαν όχι έναν εραστή
μα όλους τους μνηστήρες
Τόσοι χρειάστηκαν να δημιουργηθεί ο Πάνας
να πάρει λίγο απ’ τον καθένα τους
το βλέμμα το μουσούδι την ουρά
Κι ο Οδυσσέας;
Οργίστηκε μας λένε
Εύκολα ξέχασε την Κίρκη με τον Τηλέγονο
την Κασσιφόνη
Στην κόρη του Ήλιου πώς ν’ αντισταθεί
Μα να ’ναι άπιστη η Πηνελόπη;
Και ποιος θα συμβολίζει τώρα την αιώνια πίστη;

Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε
τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε

Κι όμως είναι πολύ απλό
Ας μην αλλάζουμε τους ήρωες των μύθων
Μόνο στα παρα-μύθια ζουν αυτοί καλά
κι εμείς καλύτερα
Που πότε δε μας λένε
να πάμε προς τα εκεί
να ζήσουμε σαν ήρωες των μύθων μας
αφού σαν άνθρωποι
έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς
δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε
ποτέ

 

 

ΠΕΛΟΨ

Έφερες στη χώρα τη χλιδή
τύλιξες τον διάφανο αέρα με οσμή
του πλούτου
τη θάλασσα τον ήλιο με ομίχλη

Κι ήρθε ο Όμηρος
Άφησε μια λέξη στην άκρη του πελάγου
Άναψε έν’ αστέρι στα ίχνη του χρόνου

Κι εμείς
παιδιά της πλησμονής
διαλέξαμε

 

 

ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

Πάνω σου κάθισε η γερόντισσα
όταν τον ουρανό είχε διασχίσει
κι είχε διαβεί ολόκληρη την πλάση
Μέρες εννέα κι άλλες τόσες νύχτες
ταξίδευε
Δέχτηκες τότε την καρδιά της στη δική σου
θέλησες να της δώσεις την ύλη σου
μα δεν μπόρεσες να δαμάσεις τη θεά

Πώς έγινες γερόντισσα
τη ρώτησες
Δεν είναι μεταμόρφωση
σου απάντησε η θεά
Η μάνα Γη γερνάει
όταν χαθεί
η Κόρη

 

 

ΕΡΟΣ-ΕΡΕΒΟΣ

Το Χάος
η Γαία
οΈρος

Ακατέργαστη πέτρα
πρωτόγονη ρώμη
ορμή του Δία
πρωτόγνωρη τέρψη των θνητών
πρωτάκουστη
θλίψη

Γεννιέται.
γεννά
θεριεύει
απόλλυται
στην ίδια γη
σε
άλλο
Χάος

 

 

ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ

Σας γέννησε η ψυχή η ελληνική
Και είπε: η χώρα σας ν’ απλώνεται
σε φως λαμπρό σε αέρα διάφανο
μέσα σε αέναη γιορτή

Ύστερα
σας έστειλε τη Λήδα τον Απόλλωνα
τους έδωσε εντολή
να σπείρουν κόκκους ουτοπίας

Και τώρα εμείς
σαν δράκοντες σταλμένοι από την Ήρα
σκοτώνουμε τον Ήλιο
του Αιγαίου
θολώνουμε τα ιερά ρυάκια
τα δικά μας

Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά
Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;

 

 

Παρενθέσεις και αγκύλες
(ποιητική σύνθεση)

 

Ο δρόμος που πήραμε οδηγεί στη θάλασσα
Κι η θάλασσα γεμίζει τα κοχύλια της
με τα δικά μας όνειρα

Να γράφεις ό,τι δεν έχει γραφτεί ποτέ, να
γράφεις ό,τι γράφεται από την αρχή του Χρόνου.
Ιερογλυφικά, γράμματα, λέξεις ταξιδεύουν από
το όνειρο στη σκέψη από τη σκέψη στο χαρτί.
«Γράφω». Η λήθη ξυπνά την αλήθεια. Το
α στερητικό θεριεύει, γίνεται α θαυμαστικό,
άλφα σ’ έναν κόσμο θαυμαστό, με το ωμέγα ν’
αντιφεγγίζει το φεγγάρι.
Και συνεχίζεις…
Ή μήπως επιστρέφεις…

 

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί

Να ξαναζήσει θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος
εκδικήθηκε. Βιολέτες άλικες γεννούσε η
στιγμή. Οι ηλιαχτίδες εξαντλήθηκαν. Ταξίδι
στο πιο άγριο παρελθόν. Ή μέλλον. Τρέξε.
Τρέξε,
δεν θα προλάβεις. Φύγε. Ένα τεράστιο κενό
μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο
κενό το
Είναι σου.

 

Περπατώ σε χώρους που με αγνοούν

Να είσαι μια παρένθεση
στων άλλων τη ζωή
Να είσαι μια αγκύλη στην
παρένθεση
της νιότης σου
Κι ενώ εσύ φυλακίζεσαι
μέσα στις αγκύλες
η Λερναία Ύδρα καραδοκεί
οι παρενθέσεις πολλαπλασιάζονται

 

Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ’ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

Να έχεις το σθένος να γίνεις
αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

 

Η Λέξη είναι μια αχόρταγη θεά
εκδικείται αν οι βωμοί της μείνουν άδειοι

Στην ίδια παραλία. Κρατά σφιχτά τα χε-
ράκια των παιδιών της. Ξένοι, μυριάδες ξέ-
νοι γύρω- άφησαν τα όπλα, φόρεσαν υπερο-
ψία. Έχει γίνει μόδα η ανορεξία κι ας μην
προκαλεί αποστροφή το φαγητό ή ο κρύφιος
φόβος, αν εσύ χορτάσεις, ο άλλος να μείνει
νηστικός.

Δεν μαγεύουν πλέον οι λέξεις
Ψάχνει νά βρει το σημείο
που η λέξη γίνεται τροφή
Έμειναν άραγε σημάδια;
Άδικα τα αναζητεί
Σαν να κρατούσαν κάποια χέρια
αόρατα
μία τεράστια
γομολάστιχα
Όλα έχουν διαγράφει

Τα παιδιά της κρατούν από μια μεγάλη
σοκολάτα γάλακτος. Μικρή έλεγε σοκολάτα·
πίστευε πως έτσι θα γινόταν πιο νόστιμη. Σε
λίγο έχει δυο μισές σοκολάτες στο χέρι.

 

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας

Η ιεροσυλία ντόπιων και ξένων φέρνει κά-
ποια στιγμή ευημερία. Φέρνει μαζί την προ-
σφυγιά.
Μυριάδες πάλι οι ξένοι
Και πρόσφυγες
εμείς
στη μοναξιά μας

Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες
τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μα-
κριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυ-
φά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά.

Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας
Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει
για όλους μας
Και είναι πολύ μακριά η Δύση
Από τα βάθη του γιαλού
από του χρόνου τα βάθη
φράχτες δεν μπήκαν γύρω
από τα νησιά
συνοριακό πλέγμα
το πέλαγο

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν
να πνιγούν
Λίγη Ευρώπη
Αδέλφια
δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα
ξηλώστε τα
δέστε τους
Τολμούν
να ζητούν την Ελπίδα

στο κουτί της Πανδώρας

Πόσο άλλαξε

πόσο
δεν
άλλαξε

αυτός ο κόσμος

Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Οι πλαγιές ταξιδεύουν στα βάθη του λόγου
ξεκινούν για το άπειρο της σιωπής
αγκαλιάζουν στις λέξεις τα σημάδια
του πόνου
ξεδιπλώνουν τα χρώματα της αστραπής

Ανεβαίνει κι ο χρόνος ταξιδεύει μαζί της
Ξαποσταίνει στο λόφο καρτερεί στις πλαγιές
μια πικρή μελωδία αντηχεί στη φωνή της
να μπορούσε να μη μεγαλώσει ποτέ

Θα ’ρθεί καιρός να τα ξεχάσει

Θα ’ρθεί καιρός να θυμηθεί

σταγόνα ο χρονος
στάσιμος στην άκρη του πελάγου
Νερό
από πηγές υφάλμυρες
Πόσο θα ήθελε
να κυνηγούσε πάλι χαμομήλια
να φαινόταν ανέμελη
στης πλαγιάς το ρυθμό

 

 

Αστέρι στην Άκρη
της Αιωνιότητας

21-11-1991

Στη γιορτούλα σου φέτος δεν μπόρεσα να ’ρθω
με κράτησαν
μακριά
υποχρεώσεις
γήινες
αταίριαστες με την καινούργια μου ιδιότητα
της Ραχήλ που ψάχνει να βρει το παιδί της

Ήμασταν όμως εκεί κι Εσύ το ξέρεις
Μπήκαμε στην αυλή σου
γονατίσαμε ευλαβικά
0 αδελφός σου έσπειρε γύρω του
μαργαριτάρια
να βρουν τροφή αθάνατη
οι καρδερίνες
κι εγώ είπα ν’ αφήσω μια στάλα ζωή
για τα λιθάρια της εξώπορτάς σου
Μα δεν μου είχε απομείνει

 

 

Επίλογος

 

Γράφω

χαράζω με μαύρα γράμματα
το όνομά μου
σε λευκή ταφόπετρα

παλεύω την αιωνιότητα της γραφής
με τη δική μου φευγαλέα υπόσταση
θραύω
μέσα στα χέρια μου
την ανέκφραση του λόγου

σκάβω βαθιά μέσα στην
πέτρα
μ’ αυτά τα χέρια
που αύριο κληρονομούν
την ακινησία της

Γράφω

 

 

Το πέρασμα της Ευριδίκης (1997)

 

Προϊστορία

Θέλησε να ξεφύγει από το μύθο της Ιθάκης
στάθηκε όρθια κοντά στον Ουρανό
– Είμαι η κόρη του Οδυσσέα φώναξε
Ένα ασήμαντο αστέρι πήρε μια γομολάστιχα
κι έσβησε το φεγγάρι

Έτεινε το χέρι στη Μήδεια
– Φύγε από την Κολχίδα
πριν φτάσει εκεί ο Ιάσων
Είναι ο μόνος τρόπος ίσως
πρόσθεσε
(είναι σοφή η κόρη τ’ Ουρανού)
ποτέ να μη δημιουργηθεί
το ταίρι του ψεύτικου ήρωα

Είπε στην Ιοκάστη
– Φύγε μακριά από τη Θήβα
μη νυμφευτείς το βασιλιά της και την ανίερη
προϊστορία του
Κάποτε στην περιπλάνησή σου θα συναντήσεις
αυτόν που γέννησες πριν γεννηθείς
όπως η Γαία τον Ουρανό

Κι όμως η Αντιγόνη δεν παντρεύτηκε ποτέ τον
Αίμονα

 

 

Το ξύπνημα της Γαλάτειας

Ταξίδευε με δέος στην ανήλια χώρα
πίσω της η περίλαμπρη Γη ακολουθούσε
πέπλο και σάβανο
ραμμένα από τον ίδιο τεχνίτη

Μην κοιτάς
άκου
ο λόγος είναι πιο ισχυρός από την κίνηση των χεριών του
το σώμα επιθυμεί
ο λόγος ποιεί
κι η εικόνα γεννιέται
βαθιά
μέσα στα μάτια της λέξης
Το φως-Πυγμαλίων λατρεύει τα χρώματα της πεταλούδας
κι εκείνη του ανταποδίδει τη φλόγα του σε μεγεθυντικό καθρέφτη

Ξέφυγε μια στάλα ζωή από το δισκοπότηρο του ιερέα της Εκάτης
με μιας ξεχείλισαν οι γαλαξίες
χαμογέλασε η αγαλμάτινη θεά
Ανάσταση νεκρών προφήτεψε τότε ο σοφός ιερέας
τελετουργική μετάβαση στη χώρα των ζωντανών
Ποιοι ζωντανοί; Ποια χώρα;

Αφήστε τα πόδια μου ν’ αγγίξουν τη γη

 

 

Αριάδνη

Ξεκίνησε για ένα άλλο ταξίδι
εκείνο που δεν έκανε ποτέ
Το είχε αφήσει χαραγμένο στα όνειρα
των παιδικών της χρόνων
Πήρε το δρόμο
τον ανηφορικό τον μόνο που ήξερε
κι ήταν πια ανάλαφρη
χωρίς αποσκευές
έτοιμη για το ξεκίνημα
Είπε πως όλα είναι τέλεια
γι’ αυτό όλα τελειώνουν
Αν βρισκόταν στην άκρη τού ονείρου
θα άνοιγε την πόρτα
αυτήν που δεν μπόρεσε ποτέ να κλείσει
Θα έπεφτε θα ανέβαινε τι άραγε;
Ήξερε τι την περιμένει;
Η ζωή είναι όνειρο
Ε όχι
όχι
το όνειρο είναι ζωή
Πασιφάη με τον Μινώταυρο στα σπλάχνα της
Κι η Αριάδνη να κόβει το μίτο και να ψάχνει το δικό της Διόνυσο
ο μεγάλος Θησέας να τα εγκαταλείπει όλα για μια Φαίδρα
Κι ο Μινώταυρος μόνος
να φοβάται κρυμμένος στο λαβύρινθο

Κόκκινη κλωστή δεμένη
Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

 

 

Οὐκ ἔστιν ἐν τῇ πόλει

Είδε τον εαυτό του στο ρέμα και μας ρώτησε
η εικόνα αυτή ποιον αγαπά για ποιον υπάρχει
ποιον απειλεί;
Δεν καταλάβαινε γιατί
να είχε γίνει κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του
Δεν ήταν Θεός δεν είχε δημιουργήσει Κι όμως
η εικόνα ήταν εκεί ερωτική απειλητική
φευγάτη

Σκέφτηκε τότε μήπως ήταν ποιητής
μήπως σμίλευε τη φωτιά και τον αέρα
μήπως ποιούσε λέξεις με το εφήμερο

Ποιητή σ’ έχουν διώξει από πόλεις και ουτοπίες
Έχουν τόσα ειπωθεί για σένα από εσένα
όλα εκτός από αυτό που είναι κρυμμένο στη ματιά σου
Απ’ όλους εμάς μόνος εσύ αφήνεις την εικόνα σου
να σε δημιουργήσει

 

 

Το τραγούδι της Νύχτας

Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της
Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα
Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα

Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να γράψει
Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη
Είχε χάσει τη γοητεία τού φευγαλέου
Να το έσβηνε με μια κίνηση
με μια αχτίδα από το δάνειο φως της

Κι ο Ενδυμίων χαμογελούσε
είχε ξεφύγει από το βλέμμα της
όμμα ανέσπερο
Τρόμαξε την Ευρυδίκη
καθώς εκείνη περνούσε δήθεν αδιάφορη
από τη Νύχτα στο φως τής Ημέρας

Κι ο Ενδυμίων τώρα τραγουδούσε
«Η Σελήνη χάνεται κάθε πρωί
το ποίημα μένει πάντα νέο»

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης I

Ήτανε βράδυ
κοντά στην είσοδο του Άδη
η Ευρυδίκη μάζευε τα πέπλα της
προσωπεία σε όλο της το σώμα
Δεν ήτανε ποτέ γυμνή για κανένα

Κι όταν το μαύρο πέπλο έγινε κάπα
όχι για να ζεστάνει
ούτε για να καλύψει
μα για να κρύψει

πήρε τη λύρα από τα χέρια του ’Απόλλωνα
πήρε τη μοίρα από τα μάτια του Ορφέα
και κρύφτηκε στα βάθη της Αυγής

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης III

Άκουγε τη λύρα του Ποιητή
να αναπνέει
μέσα στις αχτίδες που ξέφυγαν
από το άρμα του Φαέθοντα
Πήρε άμμο από μια άλλη ακρογιαλιά
κάθισε να γράψει
για ένα παλάτι που δεν μπόρεσε να χτίσει

Το κύμα έσβηνε τα γράμματα
οι αχτίδες
κράταγαν τις νότες στον αέρα
Κι εκείνη έγραφε έγραφε
Γυναίκα του Ήλιου καθώς ήταν
γνώριζε
πως μόνο στην έρημο φυτρώνει η γραφή

 

 

Non vox erat

Σε είδα να καθρεφτίζεσαι στο νερό που κυλούσε
Ήσουνα η νύμφη Ηχώ που ξέφυγε από τις φυλλωσιές του αθώρητου δάσους
Περίμενες τον Νάρκισσο να αναδυθεί κρατώντας το είδωλό του
Κι εκείνος κοίταξε βιαστικά έγραψε δυο στίχους στο νερό
και χάθηκε

Πήρες τους στίχους τους μελοποίησες
κι έψαξες στα βαθιά να βρεις με τη λύρα σου το είδωλο μιας ιδέας
σαν να μην είχες ποτέ σάρκα και οστά

Σε είδα από μακριά
θέλησα να φτάσω στο νερό
μα εσύ κολυμπούσες μέσα στον καθρέφτη
Κράταγες στα χέρια σου όσα δεν μπορώ ποτέ να ονειρευτώ
γιατί δεν είμαι παρά μια σκιά
αυτής που θαρρεί πως γράφει

 

 

Ηχώ I

Σε είδα στο όνειρό μου
Καθόσουν σε ένα θρόνο ασημένιο
η Νύχτα ακολουθούσε τη Νύχτα
κι εσύ διάβαζες με μάτια λαμπερά
το κρυφό βιβλίο των άστρων

Σε είδα στο όνειρό μου
Σύρθηκα λέει κοντά σου
στα πόδια του θρόνου
κι εσύ πέταξες σαν αναλαμπή
στον άλικο ουρανό

Με είδες στο όνειρό σου
Καλούσα λέει σε βοήθεια
άγγελο περαστικό
μα ήταν βαριά τα πόδια μου
κι ο άγγελος μικρός

 

 

Ηχώ II

Με κάλεσες
έτρεξα στην άλλη ακρογιαλιά
να γίνω λουλούδι στην άκρη του γκρεμού
να γίνω κοχύλι στην άμμο
να γίνω κύμα μελωδία χρώμα

Σε κάλεσα
δεν ήρθες στην άλλη ακρογιαλιά
ήσουνα λουλούδι στην άκρη της γης
ήσουνα κοχύλι φωτεινό στον ουρανό
ήσουνα κύμα μελωδία χρώμα
πλάι στον Τιτάνα ’Ωκεανό

Πήρα μολύβι αόρατο
ζωγράφισα στο κορμί του σύμπαντος
τα λόγια μου

 

 

6 ’Απριλίου 1995

Είκοσι τεσσάρων χρόνων
Είκοσι τέσσερα αστέρια άναψε ο Θεός για να γιορτάσεις
Τήρησα την υπόσχεσή μου και δεν έκλαψα
να μη σβήσω τα κεράκια στον ουρανό που μας ενώνει
να μή σβήσω τον ουρανό να μην κάψω τη γη με το δάκρυ μου
Σε βλέπω βλέπω μόνο εσένα
Ας μείνουν οι άλλοι Δική τους η γη
δικό τους το χώμα
Ο κόσμος τους δεν είναι πια δικός μας
κι ούτε ακούει το τελευταίο τραγούδι του Ορφέα
όταν αυτός με χαρά
απαρνιέται το εφήμερο
για να κερδίσει το θάνατο

 

 

Πέρασμα

Πήρα τη λύρα του Ορφέα
Συγκίνησα ακόμη και θεούς
Άνοιξαν τις πύλες του Άδη

Το χέρι μου έσχισε το χαρτί
Πάνω του είχα γράψει την ιστορία σου

«Πέρασε από το φως του ήλιου
στο φως του φεγγαριού

ή και το αντίθετο»

 

 

Τελευταίο δείπνο

Πόσο πόνο κρύβει ο άνθρωπος
πόσο πόνο
Το βλέμμα του αγκαλιάζει τον ουρανό
πλατύτερος από τη γη και τη θάλασσα
τα βουνά στιγμές της άγριας θλίψης του
τα χθόνια πελάγη ηρεμία που ακολουθεί τον άκρατο πόνο
Πίετε εξ αυτού πάντες

Πόσο πόνο κρύβεις μέσα σου
κι όμως δε νιώθεις τον πόνο γύρω σου
Δεν έχεις παρά ν’ απλώσεις το βλέμμα σου στη γη
δεν έχεις παρά ν’ αγγίξεις τον άνθρωπο πλάι σου
ν’ ανταμώσεις τον άνθρωπο στο είναι σου

Καταδικασμένος να είσαι εδώ κι άλλου
ν’ αναζητάς την εικόνα σου στον καθρέφτη
αυτόν που κουβαλούν στην τσέπη τους οι άλλοι

 

 

Αμίλητο νερό

Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός απ’ την αγάπη μου
Η πέτρα έσκαζε χωρίς μια λέξη θεϊκή
το χώμα άνοιγε στα δυο χωρίς μιλιά
και το νερό κυλούσε μέσα σε βουβά ρυάκια

Η αγάπη μου ήταν πιο δυνατή από τον Ήλιο
Πλησίαζε ο Ίκαρος περίεργα τη Γη
έσβηνε ο Φαέθων τη φλόγα του στον ποταμό Ηριδανό
κι εγώ γελούσα μες στις φωτιές τού Άη-Γιάννη

 

 

Χαρταετός

Πέταγα το χαρταετό μου μια Δευτέρα
όταν ήμουνα πολύ μα πολύ μικρή
κι ας μη θυμάμαι μικρή να ήμουνα ποτέ
Πέταγα το χαρταετό μου
απ’ την κορφή ενός μικρού λόφου
κι έβλεπα με χαμόγελο τη θάλασσα

Την Τρίτη ό αετός ξέφυγε από τα χέρια μου
πήγε να κολυμπήσει στα βαθιά
Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο
χρειάστηκε δουλειά πολλή
την Κυριακή να γίνει μια βραχονησίδα
να βλέπει με όμορφα πράσινα μάτια
το μπαλκόνι του σπιτιού μου
στο πιο όμορφο νησί

της πιο γαλάζιας θάλασσας

 

 

Εκ Χάεος δ’ Έρεβος

Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος

Το Χάος αρνείται να γίνει Ήμερα
ερωτευμένο καθώς είναι με τις μικροδομές του
η ποίηση αρνείται να ποιήσει
καθώς άυλη ξεπροβάλλει η νέα Νύχτα

Το βουνό υποκλίνεται

 

 

Ιστορία

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Κι η ιστορία γράφει για πολέμους
της ψυχής με το άπειρο ή το Μηδέν
Κι όσο καλύτερα γνωρίζουμε πώς κάπου στην άκρη
καραδοκεί η Ειμαρμένη
τόσο περισσότερο γεμίζουμε τα πλοία μας
με τρόφιμα μαζεύουμε κάθε στάλα της βροχής
να ξεπλύνουμε τις πληγές μας
ρίχνουμε στα κοράλλια ένα χαμόγελο κρυφό
σαν να ήμασταν αθάνατοι

Και συνεχίζουμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Η Νέμεσις ήταν θνητή και τη θεοποιήσαμε
ζούσε ανάμεσα σε μας και στα παιδιά της
μας οδηγούσε στα μονοπάτια της μνημοσύνης ή της λήθης
πίναμε κρασί με τον Διόνυσο στην άκρη του γκρεμού
Γεννήσαμε θεούς με τα τραγούδια μας

Και συνεχίζαμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Συναντήσαμε Σειρήνες σε άλλες θάλασσες
η λησμοσύνη μας ψιθύρισε άλλα τραγούδια

Κι εμείς πιστεύαμε πώς γράφαμε ιστορία

 

 

 

Ημέρες αβροχίας (1994)

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

 

Άμπελος η αλλοτρία

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
Ο Όμηρος ο Αλέξανδρος ο Σοφοκλής
σε φύτεψαν άμπελον καρποφόρον
Έσπειρες τον σίτον σου σε ημέρες αβροχίας
σκόρπισες τα πλούτη σου σε λαούς των ερήμων
αντάλλαξες μαζί τους είδωλα
φόρεσες τη χλαίνη της μωρίας
γονάτισες ευλαβικά μπροστά σε ανούσιους θεούς

Άφρονα λαέ
χαλκεύεις τα παρελθόντα
λησμονείς τα μέλλοντα
εγκαταλείπεις τις κόρες σου
την Ιλιάδα την Αλεξάνδρεια την Αντιγόνη
θρηνείς στο σκλαβοπάζαρο των συμφερόντων
εκλιπαρείς μια στάλα μνήμη
ενώ σφίγγεις στη μέση σου τον γόρδιο δεσμό της λήθης

Ας τραγουδήσει ο Όμηρος την μήνιν των
προγόνων σου
ας πολιτίσει ο Αλέξανδρος πιο μακρινές
ηπείρους
κι ας στείλει ο Σοφοκλής τον Κρέοντα να σε
καταδικάσει

 

 

Επίκληση

Τις κάλεσα μία μία από άλλη ύλη
άλλες εποχές
από βιβλία και από μύθους

Άγαρ μην ψάχνεις στην έρημο Οι γενεές
σου βρέθηκαν
Λητώ μην κρύβεσαι στη θάλασσα Τα παιδιά
σου γεννήθηκαν
Κλυταιμνήστρα μην παραμένεις θεατής
σαν θυσιάζουν το παιδί σου
Νιόβη μη γίνεσαι πέτρα γίνε δάκρυ να
θρέψεις τη γη σου

Είμαι όλες εσείς ενωμένες
Είμαι αυτή που βρήκε και έχασε
που κρύφτηκε στα βάθη του Αιγαίου και
η Δήλος αναδύθηκε
που έγινε θεατής και δρων
πέτρα και νερό
βιβλίο και μύθος

 

 

Και η γη παραμένει

Όταν πρόσταζε ο Ηρώδης ο Μέγας να
εμφανιστείς στο ανάκτορο
να γονατίσεις με ευλάβεια μπροστά στην έκνομη
οργή του
να εξαγνιστείς στη φλόγα της άνομης αγάπης του
-για να γίνεις άξια να προσφέρεις την καρδιά
σου στη σφαγή των αθώων-
εσύ παραλογίστηκες Ραχήλ
Εγκατέλειψες το σπίτι σου
βρήκες καταφύγιο στις πλαγιές των βουνών
κοντά σε δέντρα και σε θάμνους
– δεν ήξερες πως ο Ηρώδης εκεί εδρεύει
πως οι λεγεωνάριοι καραδοκούν πίσω από τις
ζωοφόρους των ναών του δάσους

Ραχήλ μη θρηνείς
μην ψάχνεις να βρεις ό,τι χάθηκε
Μάταια απομακρύνεσαι από τη Βηθλεέμ
εκεί βρίσκεται ο τάφος σου

Και τελικά η θυσία σου δεν μπόρεσε να σώσει
τον Μεσσία

 

 

Νανούρισμα

Κοιμάσαι
κι ο ύπνος πάλλεται πλάι σου με φτερούγες
ολόλευκες
Κοιμάσαι
κι ο ήλιος εκδύεται τον χρυσό του μανδύα για να
μη σε ξυπνήσει
Οι μάγοι εγκαταλείπουν τη μυθική Ανατολή
αναζητούν πρωτόθετα σημεία του ορίζοντα
εκεί που ορίζοντες δεν υπάρχουν
Οι άνεμοι καλύπτουν απαλά
με την κάπα του
το γέρο που δεν μπόρεσε ν’ απαρνηθεί τον ήλιο

Δεν ανέτειλε η Σελήνη για να μη σε ταράξει
ο Ενδυμίων σου παραχώρησε τη θεϊκή του κλίνη
Χαμογέλασες στην πρώτη αχτίδα μα δεν
ξύπνησες
ο ήλιος συγκρατήθηκε
τρόμαξε μήπως ανταποδώσει το χαμόγελο με
χρυσαφένια βροχή και σε ξυπνήσει

Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
και το λευκό σεντόνι ιπτάμενο χαλί
σ’ έφερε πέρα από τα σύνορα των πλανητών και
της οδύνης
Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
κι ο ήλιος σ’ ακολούθησε στο πέταγμά σου

 

 

Λόγος

Έλεγαν πως έγραφε ποιήματα για να μη
σκέφτεται
πως έγραφε για να μη ζει
κι εκείνος ανέτρεπε την πράξη με το λόγο

Μακριά από την ποίηση οι άλλοι
δεν έμαθαν να πλάθουν χρόνο με τη σκέψη
κι ούτε ένιωσαν ποτέ
πως οι λέξεις είναι μαγικές επιφωνήσεις
πως οι φθόγγοι όταν συγκρούονται
γεννούν ενέργεια
πως όλο αυτό το σύμπαν δημιουργήθηκε
με μια εντολή ένα μόνο ρήμα
του πρώτου ποιητή

Γενηθήτω

 

 

Το μυστικό του τετραδίου (2015)

Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα από τις προηγούμενες ποιητές συλλογές της Ζωής Σαμαρά μεταφρασμένα στη Γαλλική από την Πολυτίμη Μακροπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια της Γαλλικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.

Σε εκδήλωση της Μακεδονικής Καλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ η Ζωή Σαμαρά συζήτησε με τη ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη για «Το μυστικό του τετραδίου» και ποιήματα της συλλογής διάβασε η Έφη Σταμούλη.

 

Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ Η ΕΦΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ

 

ΒΚ  Η ποίηση ξεκινά σ’ ένα μυστικό τετράδιο. Ακόμη κι αν το περιεχόμενο αυτού του τετραδίου καταλήξει στις σελίδες ενός βιβλίου, το τετράδιο παραμένει μυστικό. Κάθε φορά που ξεφυλλίζεις αναγνωρίζεις κάτι, ανασύρεις
από τη λήθη τις αλήθειες που σε αφορούν, μπαίνεις στη δοκιμασία, στον πειρασμό να προσθέσεις τις δικές σου σημειώσεις στο περιθώριο. Συνομιλείς με τον εαυτό σου που καθρεφτίζεται στις λέξεις ενός άγνωστου προσώπου,
επιχειρείς να του δώσεις υπόσταση, να νιώσεις πώς σκέφτεται, τι αισθάνεται, πώς βρέθηκε μέσα σ’ αυτούς τους στίχους. Εκεί που το βρίσκεις, εκεί το χάνεις. Κλείνεις το τετράδιο, το ξανανοίγεις και όλα πάλι απ’ την αρχή.

 

Το μυστικό του τετραδίου

Σε δύο χρόνια θα πας σχολείο.
Μα πώς; Σπάνια τα βιβλία. Σπάνια όσο και η τρο-
φή. Μπροστά στο άσπρο, το αδέσποτο, χαρτί υποκρινόταν
πως διαβάζει, όπως έκαναν άλλα παιδιά μπροστά στην
Άγια Τράπεζα, σαν να έβλεπαν ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και
έπιναν τα δάκρυά τους.
Τι να σημαίνουν άραγε τα μικρά μαύρα ανθρωπά-
κια κολλημένα πάνω σε χαρτί; Έκρυβαν ένα μυστικό, αυ-
τό ήταν βέβαιο. Αλλά ποιο; Του νου μας; Της θάλασσας;
Του ουράνιου τόξου πέρα από τον ορίζοντα, καβάλα στο
κύμα;
Και τότε της χάρισαν ένα μικρό τετράδιο. Τόσο
μικρό που χωρούσε στην παλάμη της. Είχε δηλώσει με
πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας. Ευτυχώς δεν
τη ρώτησαν τι σημαίνει η λέξη. Την άκουσε, ακούστηκε
ωραία, την επανέλαβε. Και τώρα, τι κάνει; Θα μάθει να
γράφει, σκέφτηκε. Ανάμεσα στο μολύβι και το χαρτί, κά-
τω από τις δικές της λέξεις, θα αποκαλυφθεί το μυστικό
του τετραδίου.
Μα πώς;
Πώς…
Θα της μιλούσε το χαρτί, καθώς θα έγραφε. Θα της
έλεγε τι να γράψει.
.. .πώς; Ήταν μικρή και το τραπέζι πολύ ψηλό. Δεν
έφτανε να σχεδιάσει στο τετράδιο. Να κάθεται. Μα γράφω
σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια. Σκεφτόταν έτσι αλλόκο-
τα ή της μιλούσε κιόλας το χαρτί;

 

ΒΚ  Στο εξώφυλλο του μυστικού τετραδίου που απόψε επιχειρούμε να διαβάσουμε υπάρχει μια ετικέτα με το όνομα: Ζωή. Χωρίς επώνυμο. Η Ζωή ανήκει στη ζωή, κάθε άλλη γενική κτητική περιττεύει. Πόσο ένα όνομα προσδιορίζει ή μυστικά καθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου; Η ζωή είναι ένστικτο, δύναμη, ενέργεια, ιδανικό, μάχη, πίστη, ταξίδι, έρωτας, υλικό ονείρου, χώμα και νερό, μητέρα, δημιουργία. Η ζωή ακολουθείται πάντα από τη σκιά της, το θάνατο. Μ’ αυτόν η διαρκής και πολύτροπος αναμέτρηση.

 

ΖΣ  Το όνομα της γιαγιάς μου. Αιώνες τώρα στην Κάρπαθο το όνομα πηγαίνει από πατέρα σε γιο και από μητέρα σε κόρη. Το τελευταίο διόλου αυτονόητο στη χώρα μας. Σαν να γνώριζαν οι Καρπάθιοι την ψυχολογία του βάθους πριν ακόμη γεννηθεί. Ίσως από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, όπου, σύμφωνα με την Ιλιάδα, συμμετέχουν με τα καράβια τους. Η προέκταση της μάνας στην
κόρη, η θηλυκή πλευρά της αέναης δημιουργίας. Το φαντασιακό που αναδεικνύεται πάντα άξιο να συνεχίσει τη ζωή με ποίηση και όνειρο. Το βίωμα, ωστόσο, δεν γίνεται ποίηση και δεν μας αφορά αν δεν γενικευτεί, αν δεν εκφράζει, με κάποιο μυστήριο τρόπο, τα βιώματα όλων μας.
Όταν γράφεις για τον εαυτό σου, το εγώ του κειμένου σου ανήκει στο χώρο της μυθοπλασίας. Μπορείς να ξαναγίνεις μικρό παιδί, αλλά τα περιστατικά που θα αφηγείσαι δεν θα είναι αυτοτελή. Θα περιέχουν πολλές εκδοχές που προέκυψαν από την ανάμνησή τους.
Για να συλλάβεις την ουσία της ύπαρξης γενικά, όπως κάνει άθελά του κάθε ποιητής, βλέπεις τον εαυτό σου και εξωτερικά, ανάγεσαι σε παρατηρητή της ζωής σου.

 

Η Ευλογημένη

Η πέτρα ήταν βαριά κι εσύ στο πλάι
Να την κινήσεις
να τη νικήσεις
ζήτησα Τίποτε άλλο
η Πύλη παρέμενε κλειστή
Σειστή κι αόρατη
Και μόνο εσύ την έβλεπες
Η Ευλογημένη

Άσε με να περάσω

Από τα βάθη του σπηλαίου
ακούστηκε η φωνή μου

Εδώ είσαι ή εκεί
με ρώτησαν τα δέντρα
Όπως εσείς απάντησα
Κι εκεί κι εδώ
Όπου υπάρχει
η Ευλογημένη

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

ΒΚ  Η ποίηση την ουσία της ύπαρξης αναζητά, αυτήν προσπαθεί εναγωνίως να εκφράσει. Το εγώ και η ζωή του ποιητή γίνονται ένα πρώτο πεδίο πειραματισμού και δοκιμασίας. Η φωνή που μιλάει στα κείμενα είναι πολυπρόσωπη. Αλλάζει συχνά μορφές, παίρνει το προσωπείο μυθολογικών ηρώων, γίνεται ρόλος. «Το εγώ είναι ένας άλλος». Υπάρχει μια εγγενής θεατρικότητα στο λόγο, μια κίνηση στις λέξεις ακόμα και μέσα στη λευκή σελίδα. Υπάρχει ο δικός τους ρυθμός. Διακριτικά διατυπωμένες επιστρέφουν στο ποίημα στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας.
Οι αναφορές στο σκηνικό της παιδικής ηλικίας αντιστέκονται στη νοσταλγία, αφορούν μόνο την ανασύνθεση της προσωπικής ιστορίας. Πατρίδα του ποιητή είναι οι λέξεις;
Δεν υπάρχει Ιθάκη για την κόρη του Οδυσσέα. Το ταξίδι, το πάθος της γνώσης, η δημιουργική σκέψη και η κριτική δεν μπορούν να καθρεφτιστούν στα συνήθη γυναικεία πρότυπα που καλλιεργεί και προτείνει ο γενέθλιος τόπος. Πόσω μάλλον η ταυτότητα ποιητής ή μάλλον ποιήτρια.
Άραγε η ποίηση έχει φύλο; Ως λέξη είναι γένους θηλυκού, όμως πώς προκύπτει; Μέσα από τη σύγκρουση και την εύθραυστη ισορροπία του animus με την anima μέσα μας;
Πότε η γυναίκα συναντά την ποιήτρια;

 

Το ποίημα

Μικρή όταν ήμουν
φαντάστηκα
την ιστορία μιας γυναίκας
που έγραφε
έγραφε
όλη μέρα όλη νύχτα
από τότε που ήταν 18 χρονών

Έγραφα κι εγώ
πάνω σ’ ένα κατάλευκο χαρτί
μ’ ένα φτερό που είχε πέσει
από το περιστέρι που περνούσε βιαστικά
έγραφα χωρίς δισταγμό χωρίς φόβο
γιατί ήμουν τόσο μικρή
που δεν γνώριζα τη λέξη «γραφή»

Και η γυναίκα
με το μολύβι στο ένα χέρι και το χαρτί στο άλλο
σχεδίαζε γράμματα
σχεδίαζε λέξεις
σχεδίαζε
τη μέρα τη νύχτα το ποίημα
μέχρι που έγινε 81 χρονών

Έτοιμη πια να φύγει γι’ άλλη χώρα
σκέφτηκε να περάσει από το κοντινό βιβλιοπωλείο
να δει στα ράφια τα βιβλία της
να δει στα ράφια μια ζωή εξήντα τριών χρονών
Και είναι τότε που είδε
πως είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα

Πώς δεν το είχε αντιληφθεί
Πού πήγαν όλα εκείνα τα βιβλία
με τους τίτλους που μάγευαν
Η βασιλεία του Κρόνου
Το πέρασμα της Ευρυδίκης
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά

Είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα
Ήταν κρυμμένο στην πίσω σελίδα
κάποιου αδιάφορου έντυπου
Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα
Το έλεγε Ποίημα
Κι εκείνο
έλεγε
έλεγε
την ιστορία μιας γυναίκας
που άρχισε να γράφει στα 18
και έγραφε ως τα 81

Όσο για μένα
δεν μπόρεσα να γράψω τη ζωή της
γιατί ήμουν πολύ μικρή
τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν
τη λέξη
«ζωή»

 

Η κόρη του Οδυσσέα

Κοίταζε τον Ουρανό που την κοιτούσε με μάτια
τυφλά απ’ το περίσσιο φως το προγεγεννημένο
Περνούσε μέσα από αχτίνες
κατακερματισμένες
τα μάτια της άκουγαν
ναι άκουγαν
την αρμονία του φωτός
να ψιθυρίζει γνώριμα τραγούδια
σε νότες άγνωστες λατρευτικές

Οι Σειρήνες σώπασαν
Μπροστά στην κόρη τ’ Ουρανού
καθώς εκείνη έβλεπε το σύμπαν να σπαράζει
μέσα στα μάτια του πρωτόγονου πατέρα της

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί
Κι η κόρη κατακτούσε τις πέντε θάλασσες
ναύτης μαζί και νέα γοργόνα
ρωτούσε αν επέστρεψε ο Οδυσσέας

 

ΖΣ  Η κόρη του Οδυσσέα δεν επιστρέφει στην Ιθάκη, ενώ αγωνιά μήπως δεν επιστρέψει ο Πατέρας. Το ποίημα ταξιδεύει, ο ποιητής επιστρέφει στις ρίζες του. Η Ευρυδίκη επιθυμεί το βλέμμα του Ορφέα, αλλά δεν θα τον ακολουθήσει. Αν τελικά δεν γυρίσει να τη δει, εκείνη θα αρνηθεί να φύγει από τη χώρα των σκιών. Ο Ποιητής πρέπει να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει την παράδοση. Ακόμη και στο πιο ανατρεπτικό σύμπαν η ποίηση αντλεί από την παράδοση για να κρατήσει τον κόσμο ζωντανό.

ΒΚ  Όπως οι τραγικοί ποιητές αντλούν υλικό από τον πλούτο της μυθολογίας για να δημιουργήσουν τα έργα τους, έργα όπου η φιλοσοφία έχει σημαίνοντα ρόλο στη σύλληψη και την κατασκευή τους, έτσι και η ποιήτρια πραγματεύεται τα μείζονα ζητήματα της ύπαρξης, προβάλλοντας το δικό της εσωτερικό σύμπαν στα πρόσωπα του μύθου, τα οποία ξαναγεννιούνται, επαναπροσδιορίζονται, κρατώντας κάποια βασικά στοιχεία της ταυτότητας
τους, κερδίζουν μια νέα ζωή, έναν άλλο λόγο. Τα πρόσωπα του μύθου άλλωστε ζουν στο συλλογικό ασυνείδητο, αρχέτυπα δώρα του χρόνου και των πολιτισμικών αιώνων που προηγήθηκαν. Η Σαμαρά μας δείχνει με τον τρόπο
που αξιοποιεί το μυθολογικό υλικό πόσο ανεξάντλητη είναι η σοφία των μύθων. Ένα πρώτο παράδειγμα από ποιητική συλλογή Το πέρασμα της Ευρυδίκης. Εδώ παρατηρούμε ότι η Ευρυδίκη αλλάζει πολλά πρόσωπα ακόμη
και μέσα στο ίδιο ποίημα. Είναι η αγαπημένη του Ορφέα, είναι ο Ορφέας αλλά και η θηλυκή πλευρά του Ορφέα (anima), είναι η κόρη αλλά και η μητέρα, είναι η γυναίκα, είναι το ποίημα, είναι η ύλη του πραγματικού, το είδωλο
του φαντασιακού.

 

Ανδρόγυνον

Ορφέας και Ευρυδίκη

είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δεν θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
Μόνη
δεν θα γινόσουνα ποτέ
ανείπωτο τραγούδι
Διαλύεσαι στον άνεμο όπως ο ήχος του φεγγαριού
συνθέτεις μελωδία πρωτάκουστη

Τι κι αν με το πέρασμά της γεννιέσαι
Τι κι αν με τη ματιά του χάνεσαι

Είσαι η πρώτη διαλογή των άστρων

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ Η ΔΥΣΗ (2012)

Αλέξης Ζήρας

Η προσφυγή στους αρχαίους μύθους, με προοπτική τον αναστοχασμό του ποιητικού λόγου ο οποίος αφορμάται από φαινόμενα και παραστάσεις της τρέχουσας ζωής, εννοείται πως δεν είναι ένα εγχείρημα μοναδικό. Το αντίθετο, μάλιστα! Με μια έννοια, η ίδια η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι δυο έπη στα οποία ο Όμηρος αφηγείται εν συμβόλοις και παραβολαίς και τη διδακτική σημασία της άγραφης τότε παραμυθίας. Η επική του αναπαράσταση είναι στην ουσία ένας διάλογος με την πριν από αυτόν παράδοση του μύθου, γι΄αυτό και από τις αναρίθμητες ποιητικές αναγνώσεις του ομηρικού έργου που έχουμε ως σήμερα, προκύπτει το ζητούμενο της «δικής μας» ποιητικής ανάγνωσης ή του δικού μας διαλόγου με την αρχαία επική παράδοση. Αυτό κάνει και η Ζωή Σαμαρά (γ.1935). Επιλέγοντας πρόσωπα και συμβολικές αναπαραστάσεις από την αρχαία ελληνική μυθολογία, στην ουσία την διαβάζει με τον δικό της τρόπο και για λογαριασμό της εποχής μας. Όμως, πάνω σ΄αυτό το γενικό πεδίο, πάνω σ΄αυτή τη νοητή, χρονική διασταύρωση της ποίησης, η Σαμαρά συσσωματώνει στο μυθικό της παράδοσης, ας πούμε στο εξ αντικειμένου, το εξ υποκειμένου της. Κάτι σαν παλίμψηστο. Αφηγείται ποιητικά τα δικά της δράματα, στήνει τις αναπαραστάσεις των δικών της βιωμάτων. Συνεπώς, μυθολογεί εκ νέου και εξ ιδίων. Η ειρωνική αντίστιξη , η ανάδειξη του ανίερου απέναντι στο ιερό, η πρόταξη με έμφαση του πανάρχαιου στοιχείου της αδικίας, το αναποδογύρισμα που επιχειρεί σε κοινούς τόπους και παραδεδομένες ερμηνείες, αποτελούν άλλωστε τα μέσα της ρήξης της με τη συμπάγεια της μυθολογικής εικόνας η οποία μας δόθηκε. Η απομυθοποίηση, η αποδόμηση είναι τα εργαλεία που της επιτρέπουν να ανοίξει ένα άλλο πεδίο, για να προβάλλει αλληγορικά τις δικές της τραυματικές αναμνήσεις και τους δικούς της ελεγειακούς αναστοχασμούς. «Την εποχή των πρώτων μύθων /με ανθρωποθυσίες χόρταιναν οι θεοί /Και σήμερα;/Α!/Σήμερα / όλοι γινήκαμε θεοί/ θυσιάζουμε τον Άλλο/τον άλλο εαυτό μας /Μα δε χορταίνουμε /Όλοι γινήκαμε θεοί /ή σφάγια».

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Τα Ποιητικά», τεύχ. 8, Δεκέμβριος 2012. Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα «salonicanews»,

Γέφυρες προς την απόμακρη Δύση

«Μια ζωή μια Ιστορία», που αμαυρώνεται από «διαγραφές/ πολιτικές/ ηθικές/ εγκληματικές», που καταδιώκει «τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων», που αποδεικνύεται «μια ζωή θάνατος», σε ένα συγκλονιστικό οξύμωρο, όπου το σημαινόμενο της ζωής κυοφορεί την ανυπαρξία, έχει υποστεί αυτοϋπονομευόμενη αξιακό εκτροχιασμό. Καθώς «η αβροχία φύσηξε», η ποιητική τέχνη επιφορτίζεται την επαναφορά του οράματος: «Καιρός να γράψω» εξομολογείται λοιπόν η Ζωή Σαμαρά στην ποιητική της συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση.
Στο σύγχρονο σύμπαν κάθε παρηγορητικός μύθος καταλύεται: «Ο Απόλλων πλέον/ κυκλοφορεί με αεροπλάνο»· «Η Περσεφόνη φτάνει/ με υποβρύχιο/ στο κέντρο της γης». Η τεχνολογική εξέλιξη καταργεί ουσιαστικά τον Θεό, επιχειρώντας να τοποθετήσει στη θέση του τον άνθρωπο. Η κατάργηση τούτη συνεπάγεται την ηθική έκπτωση, που μεταφράζεται σε έκπτωση της ανθρωπιάς, δηλαδή σε απώλεια της βασικής ιδιότητας του ανθρώπου. Παράλληλα με τον Θεό εξαφανίζεται επομένως κι ο ίδιος ο άνθρωπος: «Όλοι γινήκαμε θεοί/ ή σφάγια// Δεν έμεινε στη Γη/ ούτε/ ένας/ Άνθρωπος;» Το ερώτημα αγωνιώδες, μα ρητορικό, «αφού σαν άνθρωποι/ έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς/ δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε/ ποτέ».
Η παραίτηση του ανθρώπου απ’ τη διεκδίκηση της αξίας του, ο συμβιβασμός του με τον ξεπεσμό, την ασημαντότητά του, την προοπτική να αποτελεί απλώς μια παρένθεση στη ζωή των άλλων, εκτρέφουν τη Λερναία Ύδρα της αδιαφορίας και της μετριότητας. Τα αιώνια σύμβολα καταρρέουν. Ο Έρος (ποιητικός τύπος στα έπη) απέχει μόλις δύο γράμματα απ’ το Έρεβος. Η Πηνελόπη φανερώνεται άπιστη. Ο γνωμικός αφορισμός της Σαμαρά «Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε/ τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε», πικρά ειρωνικός, καταδεικνύει πως η ένδεια των καιρών γεννά θλίψη μονάχα για τη φθορά του επικαλύμματος, όχι για την αλλοίωση της βαθύτερης ουσίας.
«Έχει γίνει μόδα η ανορεξία» συλλογίζεται η Σαμαρά, εντοπίζοντάς την ωστόσο πρωτίστως στην έλλειψη πνευματικότητας, εφόσον η λέξη, αν και «αχόρταγη θεά» η ίδια, έπαψε πλέον να καταναλώνεται. Τα όποια «χαρίσματα», μέσα από την αλληγορία του μύθου, αποδεικνύονται αρνητικά. Ο Αυτόλυκος, γιος του θεού Ερμή, επιλέγει απ’ του πατέρα τις ιδιότητες μόνο να είναι «κλέφτης και ψυχοπομπός». «Τι χάρισμα κι αυτό// Χάρισμά σου!», σχολιάζει η Σαμαρά, απορρίπτοντας κάθε κακία στο ήθος, με ποιητικό λόγο που εκμεταλλεύεται δραστικά την πολυσημία των λέξεων.
Το αίτημα της δικαιοσύνης αναζητά την πραγμάτωσή του στη Δύση. Η Σαμαρά, αξιοποιώντας την αρχαία ελληνική μυθολογία και συγκεκριμένα το μύθο της Ευρώπης, η οποία έφερε στον κόσμο από την ένωσή της με τον Δία τον Ραδάμανθυ, τον δικαιότερο των θνητών, εντοπίζει στην ήπειρο της Ευρώπης, όπου δομήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, το κράτος δικαίου. Η τραγική ειρωνεία ωστόσο για τον ελληνισμό είναι πως, ενώ γέννησε πολιτισμικά τη δικαιοσύνη και την παρέδωσε στους «υπερβορείους» του ομότιτλου ποιήματος, ο ίδιος πλέον τη θολώνει και την ακυρώνει. Καταλήγει λοιπόν εξόριστος μακριά της σ’ έναν Νότο, σε μια εξορία που δεν θα ’πρεπε να τη δοκιμάζει λόγω της πολιτιστικής του κληρονομιάς: «Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά/ Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;»
Η απομάκρυνση απ’ το δίκαιο εξηγεί γιατί «είναι πολύ μακριά η Δύση», σύμφωνα και με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής. Η κατάσταση όμως υπερβαίνει τα ελληνικά όρια και γενικεύεται, καθώς ο στίχος του τίτλου αξιοποιείται για να σημάνει και μια ευρύτερη ομάδα προσφύγων, οι οποίοι μέσω της Ελλάδας αναζητούν ένα πέρασμα στη Δύση, ένα πέρασμα στην ευημερία. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της Σαμαρά, ενισχυμένος από την ανθρώπινη ματιά της, διαπιστώνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού: η θετικά φορτισμένη ευημερία και η αρνητικά φορτισμένη προσφυγιά αποδεικνύονται αλληλένδετες, εφόσον η ευημερία, σαν κουτί της Πανδώρας, επιφυλάσσει, στο πλαίσιο της αναζήτησής της, τον πνιγμό για πολλούς απ’ όσους την ονειρεύονται. Πάλι η Δύση φανερώνεται πολύ μακρινή και το όραμά της κονιορτοποιείται.
Με δεδομένη την απουσία της ελπίδας, η ποιητική αντιπρόταση απέναντι στην παραίτηση κατατίθεται μαχητικά: «Να έχεις το σθένος να γίνεις/ αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ […] να σε αντιμάχονται», προτείνει η Σαμαρά. Προς την κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη η συνδρομή της ποίησης, αφού «Ένας μεγάλος ποιητής μπορεί/ να ανατρέψει τους μύθους ή την Ιστορία». Με αφορμή την ποιητική ικανότητα του Σοφοκλή να επιβάλει σαν σύζυγο του Οιδίποδα την Ιοκάστη και σαν εξέλιξη του μύθου την αιμομιξία, όταν κάθε προηγούμενη μυθολογική προσέγγιση ήταν διαφορετική, η Σαμαρά διεκδικεί την ανατροπή της «μυθολογίας», στο όνομα ωστόσο της οποίας θα μπορούσαν να λογίζονται όλα τα έτοιμα σχήματα που συνόδευσαν στην πορεία του επί μακρόν τον σύγχρονο βολεμένο άνθρωπο.
Η γραφή συνεπώς, και δη η ποιητική, θα μπορούσε να κυνηγά «πάλι χαμομήλια/ να φαινόταν ανέμελη», διεκδικώντας πλάι στην ανεμελιά την αθωότητα. Η ποιήτρια, βεβαίως, έχει συναίσθηση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Αντιλαμβάνεται πως η γραφή, μ’ όλη τη μεταπλαστική της δύναμη, θα φάνταζε, σαν διεκδικήτρια της αιωνιότητας, ακόμη και μακάβρια, αφού χαράσσει «με μαύρα γράμματα» ονόματα «σε λευκή ταφόπετρα». Όμως, παρά τις παγίδες της γραφής, η γόνιμη λειτουργία της βαραίνει, γι’ αυτό και η τελική επιλογή της ποιήτριας αποτυπώνεται στο επιλογικό κι αποφασιστικό «γράφω», που ολοκληρώνει τη συλλογή με σχήμα κύκλου κι αναπτερώνει την ελπίδα. Οι γέφυρες προς την απόμακρη Δύση δηλώνουν παρούσες.

 

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Αυτός ο κόσμος των μύθων ο ηρωικός

Είναι λοιπόν αλήθεια/ ένας μεγάλος ποιητής μπορεί να ανατρέψει μύθους ή την Ιστορία —Ένας μεγάλος ποιητής πού θα βρεθεί να γράψει έπος ή τραγωδία/

Αβέβαιος, συχνά αδύναμος, φυγόπονος κι ανασφαλής από τη φύση του ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ήρωες —ήρωες πρωταγωνιστές μιας άλλης πραγματικότητας που κατοικεί μακριά του, αλλά που ο ίδιος σφοδρά επιθυμεί, όποτε μπορεί να επισκέπτεται. Ο άνθρωπος φτιάχνει έναν κόσμο ιδανικό, ουτοπικό και μετά με τους κατασκευασμένους του ήρωες αρέσκεται να του επιτίδεται, να τον ξεβιδώνει, να τον αναποδογυρίζει, και τελικά να τον
γκρεμίζει. « Κάθε ονειροπόλος ζει τον ηρωισμό του μέσα στη φαντασίωση:», γράφει ο Βίλχελμ Ράιχ στο έργο του Ψυχανάλυση στο Θέατρο, χαρακτηρίζοντας το συνειδητό και το ασυνείδητο ως τη διπλή πραγμάτωση της φαντασίωσης. Όμως για να γίνεις ήρωας πρέπει να μοιάζεις με ήρωα, αλλιώς απλώς τον φαντασιώνεσαι και πλάθεις έναν μύθο.

Κι όμως είναι πολύ απλό/ ας μην αλλάζουμε τους ήρωες
των μύθων/ Μόνο στα παραμύθια ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Και γίνεται ο πόνος ανυπόφορος στα σταυροδρόμια των στίχων
γράφει δικαίως η ποιήτρια, τονίζοντας την τυραννία που υφίσταται
ο δημιουργός από την ίδια την ποιητική του τέχνη, καθώς πασχίζει με γενναιότητα ψυχής να κατακτήσει την Τέχνη του και να κατανοήσει το σύμπαν. Για να μη γίνεται ο πόνος ανυπόφορος, γίνεται ο κόσμος μυθικός, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να συμπληρώσει από την πλευρά του ο κοινός άνθρωπος. Κι αυτός ο κόσμος ο μυδικός δεν συνιστά άλλο παρά μια μυστική κρύπτη εντός του.

Αυτός ο κόσμος ο παράλληλος ο μασκαρεμένος

Η απροσδιοριστία του μύθου είναι ό,τι αλώβητο μένει τελικά, ό,τι επίμονα από την καλλιτεχνική ψυχή διερευνάται. Ένας κόσμος παράλληλος σε χρόνο νεκρό. Η ποίηση είναι η έσχατη καταφυγή για ύπαρξη, για μια διάρκεια σαν στιγμή που δα επαναλαμβάνεται μέχρι όλα να γίνουν ένα.
Ο Νίτσε είχε πει χαρακτηριστικά, «σκάβοντας δαδιά στη μάσκα
κινδυνεύεις η μάσκα να ενσωματωθεί στο πρόσωπό σου». Η ποιήτρια μοιάζει να έχει την απάντηση για να γλιτώσει ο άνθρωπος από την παραμόρφωση, από την υποκρισία, από το κολλημένο στο πρόσωπό του θεατρικό προσωπείο, από την επιβολή της στρέβλωσης σε έναν κόσμο που πασχίζει επίμονα και μεθοδικά να τον κάνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ γονίδια – κοινωνία/ μοίρα – μερίδιο/ να σε αντιμάχονται

Αυτός ο κόσμος ο ασαφής

Το παράλογο του κόσμου είναι το απάνθρωπο πρόσωπο της ανθρώπινης κατάστασης. Το παράλογο παράγει συνείδηση, η συνείδηση δομεί τον άνθρωπο. Χωρίς αυτά έχουμε μόνον την ενστικτώδη ζωή του όντος. Όλη αυτή η ασάφεια. Αν ο κόσμος ήταν σαφής δεν δα υπήρχε τέχνη διατείνεται με την ιδιοφυή του ματιά στον «μύθο του Σίσυφου» ο Αλμπέρ Καμύ. Η ανθρώπινη πραγματικότητα τρέφεται από την απάνθρωπη φαντασία και η ανθρώπινη φαντασία τρέφεται από την απάνθρωπη πραγματικότητα κι η Περσεφόνη φτάνει με υποβρύχιο στο κέντρο της γης σε εννέα μέρες.

Αυτός ο κόσμος ο νεκρός ο ρηχοφυτρωμένος

Μια ζωή μια Ιστορία διαγραφές/ Να ξαναζήσει Θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος εκδικήθηκε/.

Ο κόσμος ο ρηχοφυτρωμένος με μνήμη κοντή, μνήμη χρυσόψαρου. Ο κόσμος που μηδενίζει στο νεκρό σημείο του και παίρνει φόρα και ξαναρχίζει και ποτέ τίποτα πια δεν θυμάται. Ο ήρωας, αντιήρωας, πρωταγωνιστής στο ποιητικό έργο της Ζωής Σαμαρά έχει την θαυμαστή ικανότητα να μπαινοβγαίνει με άνεση από την ατομικότητα, στην Ιστορία, από την Ιστορία στη Μυθολογία, από τη Μυθολογία στην Κοινωνία. Ο κόσμος του που πασχίζει να γίνει
επαναστατικός τις περισσότερες φορές μένει ακίνητος, νεκρός.
Με ένα δράμα σαν ιστό αράχνης επάνω του αιώνια να αιωρείται —ένα θεατρικό έργο που αιώνες τώρα παίζει κι επαναλαμβάνεται σε μια σκηνή χωρίς αυλαία αρχής, χωρίς αυλαία τέλους. Με μια και μόνη πράξη: την αταραξία ενός ψυχρού delete.

Αυτός ο κόσμος ο φονικός ποτέ δεν πεθαίνει

Μια ζωή θάνατος/ μια ζωή χωρίς τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων,

γραφεί η ποιήτρια εκπροσωπώντας όμως ενδόμυχα με πείσμα το πλάσμα
«ποτέ δεν πεθαίνω». Είναι ένας κόσμος βιονικός, που κάθε λίγο αιμόφυρτος στην άβυσσο κατρακυλά, κι όλο στην επιφάνεια αλώβητος ανεβαίνει. Είναι η ωρολογιακή βόμβα που ο κόσμος ο αυτοκτονικός κάθε τόσο αρέσκεται ηδονικά κάτω από το κάθισμά του να τοποθετεί και λίγο πριν το κρίσιμο λεπτό με τύψεις συνειδήσεως κάθιδρος να απενεργοποιεί και από θαύμα να γλιτώνει.

Αυτός ο κόσμος ο Θαυμαστός που ελπίζει

Το α στερητικό Θεριεύει, γίνεται α Θαυμαστικό/ άλφα ο’ έναν κόσμο Θαυμαστό, με το ωμέγα ν’ αντιφεγγίζει το φεγγάρι.

Για το α θαυμαστικό ο Κώστας Αξελός θα μας προμήθευε άμεσα τα θαυμαστά του επίθετα: το απόλυτο, το άπειρο, το αθάνατο, το αιώνιο, και ας είναι όλα τούτα κατά τη φιλοσοφική του θέση, γεννήματα της θνησιμότητας.
Μήπως είναι ο ίδιος ο κόσμος ο θαυμαστός, απλά ευφάνταστα
ειρωνικός σαν το κουτί της Πανδώρας, όπου όπως γράφει η ποιήτρια οι άνθρωποι αναζητούν (εις μάτην) την Ελπίδα;

Πόσο άλλαξε, πόσο δεν άλλαξε αυτός ο κόσμος/ γράφει η ποιήτρια «εκλιπαρώντας» για «λίγη Ευρώπη».
Λίγη Ευρώπη Αδέλφια, δώστε μας λίγο χώμα από τηνΉπειρο των δύο Πολέμων/.
Θα τον αλλάξουμε, δεν θα τον αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο, μοιάζουν να μαλώνουν πάνω στα αφρισμένα κεφάλια των αιώνων οι άνθρωποι, χωρίς να καταλήγουν στο τι είναι τελικά αυτό που διακαώς επιθυμούν από γεννήσεως κόσμου.
Ένας νέος/ —ή μήπως μια νέα;—/ έγραφε για τον κόσμο/ που δεν άλλαζε / για τον
κόσμο που δεν επρόκειτο/ ν’ αλλάξει
Χωρίς σύμβολα πώς Θα ζήσουμε τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε/.

Μια έξοχη ερώτηση που θέτει με φιλοσοφική διάθεση η ποιήτρια
ξέροντας πως δύσκολα θα λάβει απάντηση από έναν κόσμο που πασχίζει μέσω της αποδόμησης να ανεξαρτητοποιηθεί, σε κανέναν να μη λογοδοτεί, πουθενά να μην ανήκει, μακριά από κανόνες, νόμους, θρησκείες και αρχές να ζει, όμως μόνον εν κενώ μέσα στην ανυπαρξία του να υπάρχει. Καχύποπτος και υποψιασμένος όσο ποτέ άλλοτε ο κόσμος-θεριό απομακρύνεται από τον Άνθρωπο από τον συνάνθρωπο, από τον ίδιο του τον εαυτό. Ώσπου καταλήγουν δύο ξένοι. Ο κόσμος κρυμμένος σαν πληγωμένο θηρίο στη σπηλιά του κι ο άνθρωπος κρυμμένος σαν μοναχικό θηρίο στον
κόσμο του.

Όλοι γινήκαμε Θεοί ή σφάγια/ Δεν έμεινε στη γη ούτε ένας Άνθρωπος;/ Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά, εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;/

αναρωτιέται στο πιο κομβικό σημείο της συλλογής η ποιήτρια, και την απάντηση θα της τη δώσουν διά στόματος Κώστα Αξελού, όπως το αναφέρει στο δοκίμιό του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης» δύο γνώριμοι φιλόσοφοί της. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης. Ο λόγος του γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο και το νοείν και το είναι στον Παρμενίδη ανοίγουν όχι ένα δρόμο, αλλά τον δρόμο που θα ακολουθήσει η δυτική σκέψη. Ο Παρμενίδης μας λέει: «το yap αυτό νοείν εστίν τε και είναι». Η εγκατάλειψη της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τους Νεοέλληνες που περιφρόνησαν το «γίγνεσθαι», το «νοείν» και το «είναι» έφραξε τον δρόμο προς το επερχόμενο. Το Όλον συναντιέται με το κενό, με το τίποτα. Η επιπολαιότητα συναντά την αδιαφορία. Οι θεοί πέθαναν. Στη σύγχρονη εποχή η ύβρις των θνητών δεν τιμωρείται. Το «φως» της Δύσης είναι ακόμα μακριά.

Τρέξε./ Τρέξε,/ δεν Θα προλάβεις./ Φύγε./ Ένα τεράστιο κενό/ μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο κενό το/ Είναι σου.
Ένα παιδί γράφει/ Θα τον αλλάξω αυτόν τον άτιμο κόσμο/
γραφεί δίνοντας μία νότα αισιοδοξίας σε ένα άλλο ποίημά της η Ζωή Σαμαρά.
Ο Θόρντον Ουάιλντερ σε μια συνέντευξή του είχε πει, «Θεωρώ το θέατρο ως την υψηλότερη μορφή τέχνης, τον πιο άμεσο τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να μοιραστεί με έναν άλλο το τι σημαίνει να είναι κανείς Άνθρωπος». Σε αυτό το σημείο έχω την αίσθηση ότι και η Ποιητική Τέχνη με τον τρόπο της Ζωής Σαμαρά, μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής ποιητικής γραφής, με επίκεντρο τον παγχρονικό άνθρωπο και με στόχο την αφύπνιση και διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης, τον ίδιο υψηλό σκοπό επιτυγχάνει.

 

 

ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ (2015)

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

DIAVASAME 5/2015

Η ογδοντάχρονη ποιήτρια, ομότιμη καθηγήτρια θεωρίας Λογοτεχνίας και Θεάτρου, καταθέτει σε αυτόν τον ευσύνοπτο τόμο το απαύγασμα τόσο της συναισθηματικής ζωής των μετουσιωμένων αισθημάτων όσο και την προσωπική της ποιητική θεωρία. Δίκην ορατορίου, διαλογικό ποίημα για Χορό, Γυναίκα και Ποιήτρια, ανιχνεύει τα όρια μεταξύ σιωπής κι έναρθρου λόγου, ενώ ο Θάνατος μοιάζει ανέφικτος, η Πραγματικότητα εφιαλτική, «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», η φυγή στο όνειρο αναπόδραστη, αφού και τα όνειρα είναι το ίδιο μίζερα με τα δεδομένα των αισθήσεων. Η Ζωή Σαμαρά έχει κατακτήσει έπειτα από δεκαετίες γραφής την πολυπόθητη, δυσεύρετη και δεξιοτεχνική απλότητα, ξαναγυρίζει στην αθωότητα της παιδικής ματιάς του αναλφάβητου, για να ξορκίσει τα στολίδια και τα ξόμπλια που βάρυναν τη μάσκα της έκφρασής μας. Είναι ειρωνικά καυστική, αυτοσαρκαστική, επινοεί έναν δικό της ιρασιοναλιστικό σουρεαλισμό. Χρησιμοποιεί συχνά το σχήμα οξύμωρον, καταφεύγει σε καλοστημένες παρηχήσεις, αντιθέσεις, ισοζυγιασμένες αντιφάσεις, εξισορροπήσεις αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου εγκεφάλου, Λογικού και Ά-λογου, βιωμένου και ματαιωμένου. Αναλογίζεται διαρκώς η εσωτερική της φωνή και παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτά που δεν ήρθαν και σ’ αυτά που συνέβησαν τόσο που δεν μπορείς να τα αρνηθείς, να τα ξεχάσεις, να τα καταδικάσεις στη Λήθη. Η σολωμική Φεγγαροντυμένη πετάει στον αιθέρα με το νεκρό παιδί της αγκαλιά, ακούει απόκοσμες φωνές, καταφεύγει στην έλλογη θεοφαγία της Μάνας, διδάσκει με τον παραινετικό της λόγο, αποφαίνεται χωρίς να αφορίζει, τεκμαίρεται χωρίς να τεκμαίρει, απογειώνεται χωρίς να χάνει την επαφή της με τη γη.

Ο ιδεαλισμός της είναι πλατωνικού τύπου, ο ρομαντισμός της καθαρά μεσογειακός με την ελληνική αίσθηση του μέτρου. Απογοητευμένη από τον Άνθρωπο αλλά και αισιόδοξη: «Εξ ανθρώπου τα χείρω. / Και εξ ανθρώπου τα κρείττω. / Καρτερούμε. Ή μήπως καραδοκούμε;» (σελ. 34). Η ποιητική της ευθυβολία απαράμιλλη, η λελογισμένη ευστοχία της αφοπλιστική, ειδικά όταν –τεχνηέντως– αστοχεί. Αυτοαναρείται και ακυρώνει τη συσσωρευμένη ακαδημαϊκή Γνώση με την απλότητα του εκφωνούμενου λόγου. Η τρισώματος αφηγηματική φωνή ποιητικολογεί ακόμα κι όταν απολογείται. Δεν ποιητικίζει όμως. Δεν μιμείται. Δεν παρωδεί. Παραπέμπει στον εαυτό της, ως μέρος του συλλογικού Συνειδητού. Το μέρος αντί του όλου. Συνεκδοχή ή μεταφορά. Βαθιά αλληγορική η ποίηση της Ζωής Σαμαρά, αναβιώνει τον Συμβολισμό, μεταπλάθει την υγιή δραματικότητα σε υψηλό λόγο στερούμενο μελοδραματισμού. Τελικά, διδάχτηκα από αυτό το ώριμο επίτευγμά της την επιθετική αντικομφορμιστική ειρωνεία με την κομψότητα ενός ευγενούς που αποκαλύπτεται σε στίχους όπως: «Ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας». Υποκλίνομαι ενεός. Αυτό είναι ποίηση. Που δεν περισσεύει τίποτα. Ακόμα και η απουσία της στίξης στα μη αφηγηματικά μέρη είναι λελογισμένη. Ο Χορός φέρει κυρίως το βάρος των περιγραφών, ενώ οι θηλυκές μορφές της Γυναίκας και της Ποιήτριας είναι περισσότερον λυρικές.

Σε διάλογο της Ζωής Σαμαρά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, πριν από χρόνια στο «Ούζου Μέλαθρον» της Θεσσαλονίκης μετά την παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Ελευθερίας Ανατολή», την άκουσα να υπεραμύνεται της στοχαστικής ποιήσεως. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί: δεν αρκεί το εκπεφρασμένο συναίσθημα, το μετουσιωμένο αίσθημα, αν η Γνώση δεν έχει καταστεί βίωμα οργανικό. Της ευχόμαστε να δημιουργήσει πολλές ακόμα στιγμές καθαρού κι ευθύβολου ποιητικού λόγου.

 

 

Αφροδίτη Σιβετίδου

diastixo 3/4/2015

Μπορεί, άραγε, ο ποιητικός λόγος να ανιχνεύσει το πραγματικό στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και να το μετουσιώσει σε καλλιτεχνική μορφή, να εκφράσει τη συλλογικότητα, ώστε να δουν οι άνθρωποι τη ζωή διαφορετικά από ό,τι συνήθως; Στόχος υψηλός, όχι ανέφικτος. Η προσήλωση στην αναζήτηση της πολιτικής στόχευσης είναι το στίγμα του τελευταίου βιβλίου της Ζωής Σαμαρά, με τον ευφάνταστο τίτλο και την ονειρική χορευτική φιγούρα του εξωφύλλου. Η κρυφή υπόσχεση του τίτλου, Είδα τις λέξεις να χορεύουν, η επίκληση δηλαδή του βλέμματος, υλοποιείται μέσα από τη θεατρική δομή που αυξάνει τη δόση του ρεαλισμού και επιδιώκει τη δράση στα στενά πλαίσια της μικρής φόρμας. Βαθιά γνώστρια του θεάτρου, η ποιήτρια στήνει μια σκηνή και παρακολουθεί τις λέξεις να χορεύουν:
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι είδα τις λέξεις να χορεύουν
ναι είδα τον τάφο του ποιητή
να γίνεται αλώνι
τη γη να κινείται στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης
τα πόδια να χορεύουν και το κορμί να τινάζεται
να γίνεται βωμός για τη θυσία των λέξεων
των αρνήσεων
της αλήθειας
Ναι, είδα
Μη με πιστεύετε, γιατί
τότε θα πάψω να βλέπω λέξεις […]
Πέρα από την οραματική απεικόνιση του χορού των λέξεων, οι λέξεις χορεύουν ασύστολα και τολμηρά, υπακούοντας –ή μήπως και παρακούοντας;– στο ραβδί της νεράιδας-ποιήτριας: οπισθοχωρούν στο παρελθόν της παιδικής ηλικίας, έρχονται στο τώρα της κρίσης, βουτούν στην ποιητική των ιδεών και, τέλος, κεντούν ρυθμικά τη λευκή σελίδα:
ΠΟΙΗΤΡΙΑ
− Και όταν γράφεις
ποίηση
πάλι πεζολογείς
Κι αναρωτιέμαι
Πόσο σημαντική είναι για σένα
η ασήμαντη πεζότητα;
Ωστόσο, οι λέξεις αιφνιδιάζουν, γίνονται Χορός –υλοποιώντας την έννοια της συλλογικότητας– καθώς η Ζωή Σαμαρά υποκύπτει στη νοσταλγία της τραγικής ποιητικής μορφής. Άλλωστε, από τη μαγεία του Χορού γεννήθηκε η Ποιήτρια, όπως ομολογεί, στον εν είδει σκηνικών οδηγιών πρόλογό της:
Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια
Το δημιουργικό εγώ, ως δρων ποιητής, επιτελεί την ολιστική λειτουργία των δραματικών ποιητών της Αρχαιότητας. Παρατηρεί τον κόσμο, ποιεί τον λόγο, σκηνοθετεί και ερμηνεύει. Πρό-λογος, Διά-λογος, Λόγος. Τρία μέρη, στιγματισμένα από τον λόγο, με προεξάρχοντα τον διάλογο. Τρεις υποκριτές: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια.
Συνεπής στον στόχο της να αφουγκράζεται την εποχή και να συνομιλεί με τον Άλλο, η Σαμαρά πατά με σιγουριά στη θεατρική εξέδρα, προχωρά σε κατακερματισμό του ποιητικού υποκειμένου και αποζητά την αντί-δραση και διά-δραση του παραλήπτη, για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Καταδύεται στο παρελθόν, αναδύεται στο παρόν και μεταπλάθει ποιητικά το ατομικό σε συλλογικό, με τον διάλογο να διατηρεί την κίνηση στην ακινησία των λέξεων. Και πότε το εγώ διαλέγεται με το εγώ:
Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή
πότε με τον αναγνώστη:
Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα.
Ποίηση δραματική ή ποιητικό δράμα, το βιβλίο υποκλίνεται στην υβριδικότητα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα η Γυναίκα-ποιήτρια αναρωτιέται με απορία, στο ομώνυμο ποίημα, «Άσκηση ποιητικού ρεαλισμού ή Ποίηση ασκητικού ρεαλισμού ή…», αφήνοντας την απάντηση στον αναγνώστη. Άναυδος αυτός, παγιδευμένος στην «πλεκτάνη» των λέξεων, με τις φωνές των τριών υποκριτών να ηχούν στα αυτιά του, φτάνει στο τέλος του βιβλίου. Εδώ ο Λόγος παίρνει τη μορφή του δημιουργικού λόγου του Θεού και η Ζωή Σαμαρά βλέπει μια αντεστραμμένη «Δημιουργία» −«Τα γέννησε όλα είπαν/ Όλα;/ Τότε γιατί όχι κι εμένα;»− και μια απίθανη «Πραγματικότητα», «παιδί και μάνα του μη πραγματικού». Καθώς ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο διακρίνει στο εξώφυλλο έναν αχνό μαύρο κύκλο, με το σχήμα του ανθρώπινου σώματος και το σημάδι της οδύνης πάνω του, να διαγράφεται ψηλά από το κεφάλι της χορευτικής φιγούρας. Θλιβερή υπόσχεση ανακύκλωσης μιας αέναης σκληρής αλήθειας ή πρόσκληση για μια πιθανή διαφορετική πραγματικότητα;

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη

ΦΡΕΑΡ 24/8/2015

Καθώς προχωρώ στην ανάγνωση του βιβλίου με τον κρυπτικό τίτλο Είδα τις λεξεις να χορεύουν, το αδύνατο κοριτσάκι από το νησί της Καρπάθου, παιδί φανατικό για γράμματα, όπως διηγείται ο Χορός, αποκαλύπτοντας «το μυστικό του τετραδίου» της Ζωής -σελ.19 και 22 – μέσα στη μελωδία της ουτοπίας και των βιβλίων, όπου «είχε δηλώσει – εκείνη- με πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας», ήρθε και στάθηκε με «τα 24 γράμμματά»του της σελ.24 – δίπλα στην ΚΑΔΜΩ – της Μέλπως Αξιώτη, δίπλα στην άλλη «ποιήτρια» από το άλλο νησί, με συγγενικό το πεζόμορφο ποιητικό της σύμπαν, όχι όμως για να κάνει όπως εκείνη κανέναν έσχατο απολογισμό, αναστοχασμό μόνον, γιατί εδώ η μνήμη λειτουργεί ως παράγοντας ανανέωσης κι όχι στατικά, ταξίδι στην αυτογνωσία και στο μέλλον, με την ουτοπία, έστω, «που χρησιμεύει- όμως- για να προχωράμε», όπως γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του με τον συγγενικό τίτλο, «Οι λέξεις ταξιδεύουν», που διαβάζω αυτές τις μέρες. Γιατί «….γράφω σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια», ένα από τα μυστικά στο τετράδιό της, σελ.22.

ΧΟΡΟΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ και ΠΟΙΗΤΡΙΑ, μια σύνθεση με τρεις φωνές, τρεις υποκριτές, με πρόλογο, διάλογο και λόγο. Στον πρόλογο μαθαίνουμε ήδη ότι μέσα από τις διηγήσεις και την τραγικότητα του χορού, της λαϊκής γνώμης, ενός συλλογικού υπερεγώ, γεννήθηκε η ποιήτρια. Παιδί, στον παράδεισο του νησιού και το Καρπάθιο πέλαγος να θρέφει το πέλαγος της φαντασίας της, ξεκινάει με αφέλεια το ταξίδι , «ενώ η άβυσσος μας περιμένει» – γράφει, προοικονομώντας τη δυστυχία της ζωής.Με την ανυπακοή απέναντι στα « μη», πολεμάει για το ζωτικό της χώρο, να χτίσει την ταυτότητά της. «… Έγραφε / όλη μέρα όλη νύχτα / από τότε που ήταν 18 χρονών / …μέχρι που έγινε 81», «έτοιμη πια να φύγει γι’άλλη χώρα », κατακτώντας την άδεια σελίδα, γράφοντας «μονάχα ένα ποίημα», «κι εκείνο έλεγε την ιστορία μιας γυναίκας…», σελ.29.

Ο ΧΟΡOΣ μας διηγείται τα δρομολόγια που κάνει τη αδύνατη μικρούλα για να πάει στο γυμνάσιο, ηρωική φιγούρα που εμπνέει και δεν περνάει απαρατήρητη κι απότον Διοικητή του νησιού που « ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας.».Βγάζει τη γλώσσα στις εξουσίες και την υπακοή, κι ας είναι γυναίκα, βγάζει το στενό σακάκι των στερεοτύπων, να πάει «μόνη σπίτι» της να γράψει, κι ο ποιητής- άλμπατρος με τα άβολα φτερά του, « πολύ μικρά για να πετάξει(ς)»- «πολύ μεγάλα για να τρέξει(ς)», εξόριστος και δύσκολο να βρει το βηματισμό του, ικανός μόνο «για να ζήσει(ς)… μια ζωή πλήρη(ς) ημερών ανυπαρξίας». Αυτοσαρκασμός και μαύρο χιούμορ- σελ.33- «…πριν ονομάσουμε τον κόσμο δεν προσπαθήσαμε καν να αφαιρέσουμε την ετικέτα με την τιμή που είχε επάνω του», σελ.34.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ -φωνή- ζητάει το δίκιο της, καθώς « ανεκπλήρωτα όνειρα την αναζητούν», σελ.42. Να βγει απο τις παρενθέσεις και τις αγκύλες και τη φυλακή τους, να αυτοπραγματωθεί – « να έχεις το σθένος να γίνεις / αυτό που είσαι / με όλα τα συστήματα/ γονίδια- κοινωνία/ μοίρα- μερίδιο/ να σε αντιμάχονται», σελ.37.

ΠΟΙΗΤΡΙΑ να γίνει, «για να ακουστεί το κενό, το αόρατο», σελ. 38. Να δώσει φωνή στο άρρητο, αυτό φαίνεται χρειάζεται να πράξει. «Η ποίηση αναδεύει / λέξεις συναισθήματα πλάνην οικτράν / πέρα από το ρυθμό καί την οδύνη», έτσι, χωρίς στίξη. Κι όταν «η ποίηση αρνείται να ποιήσει», « το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα»- «μη με διαβάζετε εκτός κι αν», που έλεγε κι ο ποιητής.Μετά το πέρασμα του Φαέθοντα- «..ο χρόνος έσβησε / ή άρπαξε φωτιά…», ήταν ο ήσκιος του θανάτου και «Ούρλιαξε μα δεν μπόρεσε να σταματήσει τη συμφορά», «σταμάτησε να γράφει…έχτισε τον τάφο της.» , σελ. 52,

είδε «τις λέξεις να χορεύουν -δεν είναι ένας διονυσιακός χορός – …ντυμένες στα μαύρα», είναι ποίηση, αινιγματική, με αντηχήσεις από την ποίηση του Σαχτούρη –«πάνω στον τάφο μου χαράζω ποιήματα», μέχρι να μετουσιωθεί σε «άρτο», σε «οίνο», «γροθιά» να γίνει για «τους λαούς» ή τους « οικονομικούς μετανάστες/ σε οικονομί α του Νότου», «να σηκώσουν ξανά το κεφάλι / από ψηλά/ τους δήμιους/ να /αντικρίσουν». Μια γενική επιστράτευση των φτωχών, μια ποίηση που θέλει να φέρει στο προσκήνιο τους αφανείς, αρνείται να είναι η ποίηση μιας διανοούμενης, θέλει να χορέψει στη γιορτή της ζωής, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο ξανά, με τις αισθήσεις, τη λογική και τη συγκίνηση. «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» Από την αχρονική νουβέλα της Μ. Αξιώτη και πάλι η πρόσκληση σε χορό, ένα σχόλιο στην απόκοσμη λειτουργία των λέξεων και της γραφής του κρυπτικού τίτλου της συλλογής.

Γυναίκα γήινη, από καλή γενιά, μιας μητροτοπικής νησιώτικης οικογένειας, «κι η θάλασσα στα πόδια της», « η μικρή από τον Κάβο», αντικρίζει από τα Πηγάδια, «Απέναντι ακριβώς από το σπίτι της / το φιλόξενο Όθος / Εκεί γεννήθηκε η μητέρα της/ εκεί η μητέρα της μητέρας / Της χάρισε το όνομά της/ η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη / πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό/ τραπεζομάντηλο/ Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/τα πολλά παιδιά…», σελ.59.

«Μενετές», σαν προσευχή στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, «Με τα μάτια κλειστά», στην Παναγία του γενέθλιου τόπου και στη χάρη της , όπου όμως « μόνο οι γυναίκες πάντα γεννούσαν με οδύνη», σελ.65. Πεζολογώντας γράφει ποίηση.

Είναι «Η πρωτόγονη Μπα – Ίλα» που έχασε το παιδί της, Έτσι κι αυτή «φτάνει στην άκρη του γκρεμού και πέφτει στην άβυσσο της τρέλας», με τις τελευταίες της εντολές και τις τις τελευταίες της υποθήκες προς τον αναγνώστη, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, που παραμέλησε την αγάπη κι έγινε ο κόσμος αβίωτος ένας κόσμος τρόμου. Στο τέλος η πραγματικότητα, ακατανόητη: «Πραγματικότητα / παιδί και μάνα του μη πραγματικού» και το όνειρο η μόνη πραγματικότητα, «μόνο δια της λύπης».

 

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια

BOOK PRESS ΚΥΡΙΑΚΗ, 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015 00:00

Στην πολυσύνθετη, ποιητική συλλογή της Ζωής Σαμαρά Είδα τις λέξεις να χορεύουν, οι φωνές, ως πρωταγωνιστές, που μιλούν και διαλέγονται είναι τρεις, ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια.

Ο χορός αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την κοινωνία με τις άπειρες όψεις και εκφάνσεις, που παρέχει συνεχώς ερεθίσματα στο ποιητικό υποκείμενο, αλλά συγχρόνως το διαπλάθει και το προσδιορίζει. Η γυναίκα είναι εκ των πραγμάτων ο υποδοχέας που συγκεντρώνει κι αποθησαυρίζει κάθε συναίσθημα και προσωπική ή συλλογική εμπειρία μέσα στη ζωή, ενώ η ποιήτρια είναι η πιο ευαίσθητη, διορατική και ισχυρά διανοητική πλευρά της, που προχωράει σε βάθος κι επιχειρεί να μετουσιώσει το συναίσθημα σε τέχνη.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Πρόλογος», αποσαφηνίζεται μέσα από ένα και μοναδικό εξάστιχο ποίημα ότι το έναυσμα για να συναντήσει η γυναίκα την ποιήτρια είναι οι διηγήσεις του χορού. Και προχωράμε στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον τίτλο «Διάλογος», όπου ως ηχείο κι αντικατοπτρισμός του κόσμου, ο χορός θέτει το πλαίσιο για να ειπωθούν οι πιο βαθιές εκμυστηρεύσεις εναλλάξ ανάμεσα στη γυναίκα και την ποιήτρια, ενώ συγχρόνως συμπλέκεται κι ο χορός στο διάλογο ενδυναμώνοντας την έντασή του ακόμη περισσότερο. Μέσα από τις φωνές των τριών πρωταγωνιστών το ποιητικό υποκείμενο κάνει έναν απολογισμό ζωής και μια στοχαστική ενατένιση της ύπαρξης, αρχίζοντας από την παιδική ηλικία και φθάνοντας στην πλήρη ωρίμανση μέσα στο χρόνο.

Ο τόπος της παιδικής ηλικίας, η Κάρπαθος, είναι έμπλεος λάμψης όχι μόνο από το διάχυτο φυσικό κάλλος, αλλά κι από τη στενή κοινωνική συνοχή που διέπει την κοινωνία του νησιού, μια κοινωνία ανοικτή κι ευφρόσυνη παρά τα εμπόδια της φτώχιας που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα-ποιήτρια ως παιδί από νωρίς δείχνει έντονη έφεση και αφοσίωση στα γράμματα, τα βιβλία, τα διαβάσματα, τη γραφή. Η απόφασή της από την τρυφερή αυτή ηλικία να γίνει συγγραφέας φανερώνει έναν χαρακτήρα ευαίσθητο, ανήσυχο και δυναμικό. Η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος δεν αποτελούν φρένο ή εμπόδιο στο ανήσυχο πνεύμα της, εξάλλου τα μητριαρχικά πρότυπα είναι απτά και δυνατά. Κυρίαρχη είναι ιδίως η παρουσία της γιαγιάς της, της γιαγιάς «αρχόντισσας», όπως την αποκαλεί στο ποίημα «Όθος», και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους που τόσο έξοχα την σκιαγραφούν ως προσωπικότητα: η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη/ πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό τραπεζομάντηλο/Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/ τα πολλά παιδιά/ τον ταξιδιάρη σύζυγο που λάτρευε/ τον λίγο χρόνο/ ευδαιμονίας.

Μεγαλωμένη μέσα σε ένα ζεστό και γόνιμο περιβάλλον, η ποιήτρια διαρκώς μέσα στα χρόνια ετοιμάζεται για υψηλά πετάγματα -οι μεγάλες ψυχές έχουν ανάγκη από υψηλά και μεγάλα πετάγματα. Απεκδύεται τους περιορισμούς των συμβάσεων, το «ζουρλομανδύα της υπακοής», τους εξαναγκασμούς της εξουσίας και με την τόλμη ενός γενναίου κι απελευθερωμένου πνεύματος ρίχτεται στην περιπέτεια της ζωής, αλλά και στην περιπέτεια της τέχνης. Οι υψιπετείς στόχοι της όμως πάντα συνδυάζουν την προσφορά, την αμέριστη συμπάθεια, την έγνοια για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον παρία, τον φτωχό, τον αδικημένο. Το έντονο ανθρωπιστικό στοιχείο -στη ποιητική συλλογή δεν λείπουν και οι καταγραφές για την θλιβερή πραγματικότητα της χρεοκοπίας που ζούμε- πάντα δίνει το στίγμα στην ποίηση της Σαμαρά.

Παράλληλα με το κοινωνικό στοιχείο, (αναφορές για τη Γάζα, την Μπιάφρα, το μακελειό των πολέμων ανά την υφήλιο), αλλά και σε μεγαλύτερη έκταση εμφανίζεται το υπαρξιακό, καθώς και ο ρόλος, η σημασία της ποίησης. Η μύηση στο μέγα μυστήριο της ζωής και του κόσμου για τη Σαμαρά περνάει, διηθείται, απαυγάζεται, αποκαλύπτεται μέσα από την παράδοση του εαυτού της στην ποίηση. Γιατί η ποίηση απαιτεί την καταβύθιση στη σιωπή, που είναι η είσοδος για το πλησίασμα της γνώσης και της αλήθειας. Η ποίηση δεν ανέχεται τις ψευδαισθήσεις, βασανιστικά αποκαλύπτει το χάσμα, το «κενό» που μας περιβάλλει και μας εξουθενώνει, όπου το «άπειρο παίζει κρυφτούλι με το μηδέν», κι όπου το χάος και «το πουθενά είναι παντού». Έτσι, αν η γυναίκα ξεκίνησε για υψηλά πετάγματα σε γαλάζια βάθη, για ιδανικές φωνές ονείρων που μεσουρανούν σε φωτεινούς ορίζοντες, η ιδιότητά της ως ποιήτρια τραγικά κι αμετάκλητα την προσγειώνει, διαβάζουμε τους στίχους από το ποίημα Και είπες»: [..] θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/χωρίς πετάγματα/χωρίς/ δρασκελιές/αργά με προσοχή/ Σιγά την πόρτα/Βήμα σημειωτόν/μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/μια ζωή πλήρης ημερών/ ανυπαρξίας.
Η υφή της ποιητικής συλλογής είναι δραματική, το ποιητικό υποκείμενο λαχταράει για την πραγματοποίηση ενός ενθουσιασμού, μιας έκστασης, μιας ολοκλήρωσης ονείρων, όμως καταλήγει στην πικρή διαπίστωση ότι σ’ έναν κόσμο μη έλλογο, που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά και το αχανές μυστήριό του, «η άβυσσος μας περιμένει», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», «δεν φυτέψαμε άνεμο στο αλφαβητάριό μας», «αφήσαμε χώρο για μεταμέλεια και πένθος». Το κρεσέντο από τη διάψευση των προσδοκιών επιτείνεται ακόμη περισσότερο και στα δύο ποιήματα του τρίτου μέρους της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Ο λόγος», όπου η αμείλικτα σκληρή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται μέσα από τους στίχους ως «θραύσμα της φαντασίας μας/ βίαιη αποκόλληση/από το αληθινό βλέμμα του ονείρου».

Ωστόσο υπάρχει ένα «διαλείπον φως» που αφήνει μια χαραμάδα αγαλλίασης, μια λάμψη που ανάβει, τρέμει και πάλι επανέρχεται, τροφοδοτώντας με δύναμη κι ελπίδα την κλεισμένη μέσα σε «φυλακές κι αγκύλες μοναξιάς» ψυχή της Σαμαρά. Κι αυτό το φως που τη συμπαραστέκεται είναι η τέχνη της ποίησης, που μόνο αυτή μπορεί στο διηνεκές να δίνει παρηγοριά κι απάγκιο. Έτσι εξηγείται και ο χαρμόσυνος τίτλος της συλλογής «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», χαρμόσυνος γιατί οι λέξεις της ποίησης κινούν τη γη «στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης», χαρίζοντας ομορφιά και μαγεία στις πονεμένες καρδιές μας.

Η Ζωή Σαμαρά προβαίνει σε μια απογύμνωση της ψυχής της, που φανερώνει τις τραγικές διαστάσεις που την περικυκλώνουν και την τραντάζουν, μένουμε με δέος συγκίνησης και υποκλινόμαστε στο ρίγος που μας μεταδίδει αυτή η απογύμνωση. Ο δραματικός τόνος των ποιημάτων συμβαδίζει κι αναδεικνύεται έξοχα μέσα από την λιτή, εύχυμη κι εναργή έκφραση του λόγου της, ενός λόγου αδρού και δραστικού.

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 28/5/2015

Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όλο το δράμα εξελίσσεται ανάμεσα στον Χορό, στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Στον πρόλογο ευθύς εξαρχής έχουμε την Ικανή και Αναγκαία συνθήκη: Η Γυναίκα συναντά την Ποιήτρια, μόνον όταν οι λέξεις χορεύουν. Μα και οι λέξεις χορεύουν, όταν συντελείται η ιερή Συνάντηση ανάμεσα στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Όλη η συλλογή αναπαριστά το τελετουργικό αυτού του χορού.

Στον διάλογο, που αποτελεί το κυρίως σώμα της συλλογής, η Γυναίκα πενθεί. Η Σελήνη ερωτεύεται τον Ενδυμίωνα και παρακαλεί τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο, ώστε να μην τον χάσει ποτέ. Η γυναίκα αποτυπώνει τα παλαιά μυστήρια στο χαρτί. Τις λέξεις κουβαλούν Πέρσες Ιερείς σε μία ιερή πομπή από πίσω προς τα μπρος και από το τώρα στο τότε.

Ο Χορός μέσα από τα μάτια της Πανσέληνου, τραγουδά και χορεύει

Εν δυο/ Εν δυο/ με βήμα/σημειωτόν/. Όπως η γυναικεία θεότητα Σελήνη, έτσι κι αυτός μιλά για το εφήμερο και ρευστό των ανθρώπινων πραγμάτων, για τον αέναο κύκλο, για την ροή του παντός, για τον πόλεμο, για το αίμα, για την συγχώρεση.

Η Ποιήτρια καταδύεται στο πηγάδι, εκεί αναπολεί, αναβιώνει, επιστρέφει, κάνει την ανασκόπηση της. Η θάλασσα της Καρπάθου ακόμα μέσα της. Σ’ αυτήν βουτάει πάντα κατά την διάρκεια του χορού της.

Ο Χορός θα περιγράψει το ταξίδι της. Θα τραγουδήσει για το μικρό κορίτσι του τότε, που προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την γνώση του στα άλλα παιδιά που δεν έχουν μυηθεί στις μεταμορφώσεις της Σελήνης, που δεν ακούν τον μακρόσυρτο ήχο που κάνει τα βράδια, που δεν είναι ήδη ποιητές.

Η Γυναίκα διεκδικεί την θέση του φύλου της στα προκαθορισμένα ήθη και έθιμα μίας πατριαρχικής κοινωνίας. Αντιπαλεύει τα μη και τα πρέπει στην μεταμόρφωσή της σε ποιήτρια. Αρνείται να φορέσει το στενό σακάκι που προσπαθούν να της επιβάλλουν. Θα σπάσει τους κανόνες της υπακοής που την δεσμεύουν. Είπαμε, η θάλασσα της Καρπάθου, ελεύθερη και γαλάζια ήδη κυματίζει μέσα της. Όταν η πόρτα χτυπά, κάποιοι θέλουν να παραβιάσουν την είσοδο στο Ιερό.

Μην μπείτε,
είπα
αυτή η πόρτα
είναι μόνο είσοδος.

Η Γυναίκα προσκρούει στις παρενθέσεις και στις αγκύλες που προσπαθούν να την περιορίσουν, αντιστέκεται στην μοίρα, στις επιταγές της κοινωνίας και μέσα στον Λαβύρινθο βρίσκει την Θηλυκή της Δύναμη, την χαρά να είναι αυτό που είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις
Αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

Η Γυναίκα γνωρίζει τον σπόρο της σιωπής από την φύση της, γνωρίζει πώς να τον κυοφορεί με γαλήνια εγκαρτέρηση και να τον αφομοιώνει στο κορμί και στην ψυχή της. Γνωρίζει την συνέχεια, από κόκκο σε κόκκο, από σιωπή σε σιωπή, από νότα σε νότα της επτάχορδης λύρας του σύμπαντος.

Η μύηση στα γράμματα, η πορεία στην γνώση, το μυστήριο της λευκής σελίδας, τα στάδια της ποιητικής διαδικασίας, το αιώνιο Ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται, αυτός είναι ο χορός των λέξεων, τα βήματά του προσπαθεί να αποτυπώσει το ποιητικό υποκείμενο, η Ποιήτρια, και εμείς οι αναγνώστες βαθμιαία αρχίζουμε σιγά σιγά να εκτελούμε μία πιρουέτα και να χορεύουμε μαζί της.

Το πρόβλημα των φτερών. Πολύ μικρά για να πετάξεις, πολύ μεγάλα για να τρέξεις. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας σε μία ζωή χωρίς ζωή. Το πρόβλημα των τρένων που έρχονται και φεύγουν, το πρόβλημα του αμείλικτου χρόνου, η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι εσύ και στον άλλο απέναντι, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον άλλο που είσαι εσύ, εγώ ένας άλλος λέει ο Ρεμπώ. Αλήθεια, πώς χορεύεται η αιωνιότητα;

Στην συλλογή κυκλοφορούν άγγελοι, από τις ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, ο άγγελος Ντάμιελ από την ταινία «τα φτερά του έρωτα» του Βίμ Βέντερς, άγγελοι όχι μόνο ως μεσολαβητική βαθμίδα ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο κοσμικό, αλλά γυναίκες ποιήτριες, όντα που τελικά τα φτερά τους μεγάλωσαν τόσο, ώστε κάποια στιγμή πέταξαν μέσα στην σιωπή, γιατί το μυστήριο εξελίσσεται πάντα στην σιωπή, αυτή είναι η μαγεία του. Η ποίηση, μας λέει η Ζωή Σαμαρά, είναι αγγελική υπόθεση, αγγίζει το Άρρητο, το Ανείπωτο, το Ιερό.

Και ενώ τα μέλη του Χορού είναι πάνω στην σκηνή, με κοθόρνους και μάσκες που καλύπτουν το πρόσωπο, κρατώντας ένα μικρό κερί στο χέρι που η φλόγα του τρεμοσβήνει, ενώ η Γυναίκα κατεβαίνει με ένα ασανσέρ όλο και πιο βαθιά, ο χρόνος αναφλέγεται στο άρμα του Φαέθοντα και η Ποιήτρια έρχεται σε επαφή με το τρομερό πρόσωπο του Θανάτου. Ο ακέφαλος άντρας,

η άλλη όψη του νομίσματος στα δόντια, ο δρόμος για τον Γολγοθά, η Νύχτα που προβάλλει, ο ποταμός Αχέροντας,, οι λέξεις στήνουν χορό πάνω στον τάφο. Και η απώλεια αποκτά ένα όνομα. Η Μπα-ίλα έχασε το παιδί της. Και ο πόνος ενσωματώνεται, γίνεται αιωνιότητα, άβυσσος, σιωπή.

Πώς χορεύεται ο πόνος;

Ο Χορός, η Γυναίκα, η Ποιήτρια επιστρέφουν στην θάλασσα από όπου όλα ξεκίνησαν.

Όταν θα φύγω με τα σύννεφα του Νότου
δεν θέλω να γίνω φως
το φως περίσσεψε

θέλω να
φυτέψεις
ένα δέντρο
στον τάφο μου
…….

Να γίνει
Ένα πελώριο κατάλευκο χαρτί
Να ΄χουν να γράφουν οι νέοι ποιητές
Όταν οι υπολογιστές
Θα’ χουν σωπάσει

Στο τέλος της συλλογής είναι ο Λόγος. Όμως «εν αρχή ήν ο λόγος». Η ή αρχή και το τέλος είναι δύο σημεία στο Σύμπαν που συμπίπτουν και ο κύκλος κλείνει;

Για όσους χάθηκαν /για όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν.

 

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 30/9/2015

Ένας τίτλος: Είδα τις λέξεις να χορεύουν.

Είδα: α΄ ενικό. Ποιος είδε; Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο; Υπάρχει μια αφήγηση για κάτι θαυμαστό.

Πού και Πότε συνέβη η αφήγηση; Ένας ποιητικός Πρόλογος μας μπάζει στο σκηνικό: Όταν πρωτοείδε/το Χορό/ να διηγείται να διαλέγεται/ σε ημίφως σε σκοτάδι/ πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο/ η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια.

Πάνω σε μια εξέδρα, λοιπόν, από άλλον τόπο (πού), σε ημίφως ή/και σε σκοτάδι (πότε), σε έναν χρόνο άχρονο κι εκεί που το πραγματικό συναντά το φανταστικό, μέσα από την αφήγηση και τον διάλογο η Γυναίκα ενδύθηκε την Ποιήτρια. Η γυναίκα με κεφαλαίο. Η συγκεκριμένη γυναίκα, έμφυλη αναφορά, το κοριτσάκι που μεγαλώνει.

Η Σαμαρά συνθέτει με ευφυή τρόπο ένα ποιητικό δραματικό κείμενο, με τις δύο σημασίες της λέξης. Τρία είναι τα μέρη της σύνθεσης, ο Πρόλογος, ο Διάλογος και ο Λόγος, με κυρίως τμήμα τον Διάλογο. Ο Πρόλογος δίνει το πλαίσιο. Και στη συνέχεια τα πρόσωπα ξετυλίγουν τη σύνθεση. Μια σύνθεση που ενώνει σε ενιαίο όλον αδημοσίευτα ποιήματα που γράφτηκαν πρόσφατα, ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά αλλά που δεν είχαν περιληφθεί σε συλλογές, ποιήματα προηγούμενων συλλογών και ποιήματα που είχαν γραφτεί αρκετά παλιότερα – οι σχετικές πληροφορίες για το κάθε ποίημα δίνονται αναλυτικά και με μεγάλη ακρίβεια στις πρώτες δημοσιεύσεις, με τον ωραίο τίτλο Πρώτες (ή αθέατες εμφανίσεις). Η σύλληψη απαιτητική. Το αποτέλεσμα συναρπαστικό και άκρως ποιητικό, με έντονη τη θεατρική του πλευρά.

Παράλληλα με την ανάδυση της γραφής, σταθερό background η κοινωνική ματιά. Η απλότητα. Η προσφορά. Η δικαιοσύνη. Η ανιδιοτέλεια.

Έβλεπε/ Πλάι στις βάρκες τα καράβια/ πλάι στη μαρίδα τα λιθρίνια/ θεσπέσια εικόνα/ ισότητα/ βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο (Ποιήτρια-Πηγάδια, σ.18)

– Σας είπε μήπως ποιο ψάρι της αρέσει;

– Οι γόπες. Είναι, λέει, ταπεινές. Τροφή για τους σοφούς, που είναι φτωχοί.

– Δώσε αυτές στη μαμά της.

– Όχι, μονάχα μία, θα θυμώσει η δασκάλα μας. (Χορός-Χρη Μα, σ.19-20)

Ο φακός να εστιάζει σε παλαιότερες καταστάσεις αλλά και σε σύγχρονα γεγονότα.

Δώδεκα χρονών. Ξεκίναγε κάθε πρωί για το Γυμνάσιο, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα δρόμο, μέσα από γκρεμούς και θάμνους. (Χορός-Λιμουζίνα, σ.27)

Καλέ μου αναγνώστη/ […]/ αφήσαμε να γίνουν/ της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά/ σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ/ να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο/ να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου (Γάζα, σ. 70)

Ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο είναι οι στίχοι της Ζωής Σαμαρά. Όχι κραυγαλέο, αλλά αιχμηρό, για τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόλεμο από τη μια μεριά, για την «Ευρώπη του ανθρωπισμού» από την άλλη, όπως την ονειρεύτηκαν πολλοί, που όμως στέκει μακρινή, αποστασιοποιημένη. Η προηγούμενη συλλογή της Σαμαρά φέρει τον τίτλο Και είναι πολύ μακριά η Δύση». Πολύ μακριά, όχι τοπικά κυρίως. Και οι δύο συλλογές, ειδικότερα η πιο πρόσφατη, γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες μέσα στο πολιτικό σκηνικό που βιώνουμε, με το ευρώ και την Ευρώπη να γίνονται η μαγική σωσίβια λέμβος, που όμως γλιστρά και απομακρύνεται ανέλπιδα.

Από τη συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν:

Τεντώνουν/ τ’ αδύνατα χεράκια τους/ να πιάσουν το ευρώ που τους προσφέρεις/ Ευρώ Ευρώπη/ ψιθυρίζουν (Ποιήτρια-Πεζός λόγος, σ. 66)

Και από τη συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση ένα ποίημα που το παραθέτω σχεδόν ολόκληρο:

[…] Μυριάδες πάλι οι ξένοι/ Και πρόσφυγες/ εμείς/ στη μοναξιά μας/ Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μακριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυφά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά./ Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας/ Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει για όλους μας/ Και είναι πολύ μακριά η Δύση

Από τα βάθη του γιαλού/ από του χρόνου τα βάθη/ φράχτες δεν μπήκαν γύρω/ από τα νησιά/ συνοριακό πλέγμα/ το πέλαγο/

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν/ να πνιγούν/ Λίγη Ευρώπη/ Αδέλφια/ δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των/

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα/ ξηλώστε τα/ δέστε τους/ Τολμούν/ να ζητούν την Ελπίδα/

στο κουτί της Πανδώρας […]

(Από τα βάθη του χρόνου, σ. 43)

Και ταυτόχρονα, ο ανθρώπινος πόνος, ο υπέρτατος πόνος, η απώλεια. Που συντρίβει την ψυχή και τη σφραγίζει ισόβια. Που ενώνει την ύπαρξη με το εδώ και με το εκεί και με τη φύση που δέχτηκε το σώμα αυτής που χάθηκε.

-Εδώ είσαι ή εκεί/ με ρώτησαν τα δέντρα/ Όπως εσείς απάντησα/ Κι εκεί κι εδώ/ Όπου υπάρχει/ η Ευλογημένη

( Η Ευλογημένη, σ.60)

Ωστόσο δεν αφήνει ο υπέρτατος πόνος την ύπαρξη να βουλιάξει στο πένθος, και μετατρέπει την οδύνη σε έγνοια για τον πάσχοντα, σε προσφορά και αλληλεγγύη. Μολονότι το προσωπικό δράμα θα παίζεται πάντα σιωπηρά αναζητώντας την ανέφικτη απάντηση.

πέφτω στην άβυσσο/ τηρώ μιας αιωνιότητας σιγή/ ηχώ στην «αέναη του σύμπαντος σιγή»/ κι όπως ο λύκος του ρομαντικού ποιητή/ ξέρω πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη (Χορός-Γυναίκα: Μπα-΄Ιλα, σ. 68)

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δραματικός λόγος, ενώ εμπεριέχει το τραγικό, δεν βαραίνει την ψυχή, γιατί η ποιητική έκφραση το αλαφρώνει συνειδητά, κάποτε με χιούμορ ή σαρκασμό.

Σε μια ευρύτερη σύγκριση με το αρχαίο δράμα, είναι ο Χορός που προχωράει την αφήγηση (τα επεισόδια προχωρούν τη δράση εκεί), ενώ στα λυρικά στάσιμα στοιχούν οι μονόλογοι της Γυναίκας και της Ποιήτριας. Ο Πρόλογος, όπως προαναφέρθηκε, παρέχει το πλαίσιο της ποιητικής αφήγησης-δράσης. Η Σαμαρά γνωρίζει να ανατρέπει τους κανόνες, όχι μόνο στην έκφραση αλλά και στη δομή. Μετά τον Διάλογο έχουμε τον Λόγο, που κλείνει τη συλλογή με δύο εκπληκτικά ποιήματα, τη Δημιουργία και την Πραγματικότητα. Το πρώτο αρθρωμένο από τη Γυναίκα, «παίζει» με την έννοια της δημιουργίας-γέννησης και μη γέννησης, άρα ανυπαρξίας; Ή μήπως της ύπαρξης με τη γέννηση μέσω της γραφής;

Στο δεύτερο, αρθρωμένο από την Ποιήτρια, επιχειρείται ένας ορισμός της πραγματικότητας, ανατρεπτικός ορισμός, που τη συνδέει και ταυτόχρονα τη διαχωρίζει από τη φαντασία και το όνειρο, τέλος την εξισώνει με το μη πραγματικό.

Πραγματικότητα/ παιδί και μάνα του μη πραγματικού.

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η συλλογή, με φιλοσοφικό στοχασμό, μ’ ένα ευφυές παιχνίδι με τις λέξεις, με τον λόγο να αμφισβητεί τα σύνορα ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο επιθυμητό.

Αγαπώ τα ποιήματα που, μολονότι εκφράζουν υψηλά νοήματα, είναι κατανοητά – όχι εύκολα. Που, μολονότι η ποιητική τους έκφραση είναι εξαιρετικά δουλεμένη, δεν είναι εξεζητημένη. Αγάπησα λοιπόν (και) αυτά τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά για τον κομψό της λόγο, για τον ρυθμό που περικλείουν, για τον έλεγχο στην έκφραση του πόνου και της απώλειας, για το γενναίο κοίταγμα του θανάτου, για την γνοιασμένη ματιά στα ανθρώπινα, εντέλει για τη γλυκιά κατάφαση της ζωής.

Τριπλό ποιητικό υποκείμενο επομένως: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια. Ο Χορός ως έκφραση του γενικού-συλλογικού. Η γυναίκα του ατομικού. Η ποιήτρια δημιουργός. Σε μια πρώτη ανάγνωση. Από εκεί και πέρα οι τρεις οπτικές ενώνονται και γίνονται μία. Και ύστερα επιμερίζονται πάλι, για να πιάσουν γωνιές της γης, γωνιές της ύπαρξης, της ιστορίας. Περσόνες με άλλα λόγια. Που μπλέκονται αξεδιάλυτα, καθώς διαλέγονται, καθώς η μια περσόνα εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη.

Ακόμα παραπέρα. Και οι τρεις περσόνες-ποιητικά υποκείμενα είναι σαν να αναφέρονται σε ένα άλλο πρόσωπο και να αφηγούνται τη ζωή του. Τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει σε ένα νησί, του κοριτσιού που ήθελε να γράφει και να γίνει συγγραφέας. Η ιστορία αυτή πότε τέμνεται με τη ζωή της Ποιήτριας, πότε με της Γυναίκας, κι άλλες φορές αυτονομείται και ταυτίζεται με τη δημιουργία, με το Σύμπαν, με τη συλλογική μοίρα.

Κι αρχίζει ο χορός των λέξεων. Ποικιλοτρόπως χορεύουν οι λέξεις:

-Με την εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενικό, πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιούνται και από τα τρία ποιητικά υποκείμενα, τα οποία δεν συνδέονται σταθερά με κάποιο ρηματικό πρόσωπο.

-Με την απεύθυνση του ενός προσώπου στο άλλο, σαν σε ένα διάλογο, που είναι ταυτόχρονα και προχώρημα της αφήγησης, αλλά και πολυπρισματικό κοίταγμα-εστίαση σε κάποια χρονικά σημεία και γεγονότα.

-Με την ίδια τη δομή των στίχων. Οι στίχοι τέμνονται, αλλά και παύσεις-κενά δημιουργούνται μέσα στον ίδιο στίχο, κατά τον προσφιλή ποιητικό τρόπο της Σαμαρά. Επαναφορές, παιχνίδι με τις λέξεις, συνώνυμα, παρηχήσεις. Και συχνά απουσία στίξης, κυρίως στον λόγο της Γυναίκας και της Ποιήτριας, ή αντίθετα πλούσια και συνεπέστατη στίξη.

-Σε συνδυασμό και με τα προηγούμενα, με τον ρυθμό να συνοδεύει κάθε στίχο της συλλογής, δίνοντας στην ποιητική έκφραση την εσωτερική έννοια του χορού, της αρμονίας.

-Με τη διακειμενική συνομιλία, όπως με ποιήματα από προηγούμενες συλλογές της Ζωής Σαμαρά.

Κομβικό ποίημα στη συλλογή θεωρώ ότι είναι αυτό που φέρει τον τίτλο Το ποίημα, αρθρωμένο από την Ποιήτρια (σ.27). Το κοριτσάκι αφηγείται σε α΄ ενικό ότι ήθελε να γράψει την ιστορία μιας γυναίκας που έγραφε συνέχεια, από τα 18 ως τα 81 (ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αριθμούς, που έχουν συμβολική λειτουργία), φαντάστηκε ότι έγραφε, ενώ δεν γνώριζε ακόμη τη λέξη γραφή. Η γυναίκα κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αντί, για τα σημαντικά βιβλία, είχε γράψει μόνον ένα ποίημα, που έλεγε/ έλεγε/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81

Εντυπωσιακός εγκιβωτισμός της μιας ιστορίας μέσα στην άλλη. Σ΄ αυτό το σημείο είναι που η τέταρτη περσόνα εισάγεται στον διάλογο. Η γυναίκα αυτή παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την Ποιήτρια. Μολονότι στο τέλος του ποιήματος η αφηγήτρια, η μικρή της ιστορίας, λέει ότι δεν μπόρεσε να γράψει τη ζωή εκείνης της γυναίκας, γιατί

ήμουν πολύ μικρή/ τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν/ τη λέξη/ «ζωή»

η αναίρεση αφήνει ένα μικρό παράθυρο άλλης ανάγνωσης, καθώς η τελευταία λέξη («ζωή») συνδέεται όχι μόνο με την Ποιήτρια αλλά και με τη συγγραφέα Ζωή).

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Απόπλους», τεύχ. 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015.

Έλλογη ουτοπία

Ένα λουλούδι αποδεικνύεται εφήμερο. Μία μηλιά στερείται τον ανθό της. Ένας κήπος εγκαταλείπει τον κάτοχό του. Τρεις ομόθυμες διαπιστώσεις από τρία πρόσωπα, τον Χορό, την Ποιήτρια και τη Γυναίκα αντίστοιχα, ορίζουν ένα σκηνικό μαρασμού, χωρίς ανθοφορία, στην ποιητική συλλογή «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», που συγκροτεί η Ζωή Σαμαρά, εν είδει αρχαίας τραγωδίας με τους τρεις ηθοποιούς της. Ένας απ’ τους ηθοποιούς, μάλιστα, είναι ο Χορός, που επίσης συμπληρώνει τους απαιτούμενους ρόλους σε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Δομημένη σε τρία μέρη, τα οποία επιγράφονται «Πρόλογος», «Διάλογος» και «Λόγος», η συλλογή ξεδιπλώνει τον διάλογο των τριών της προσώπων, αποσκοπώντας στη νοηματοδότησή του, εφόσον συχνά αυτός καταντά «μια ομιλία χωρίς Λόγο», μια επικοινωνία προσχηματική.
Η απουσία ψυχικής επαφής κι έλλογης σκέψης αποτυπώνεται σε μια σειρά διαπιστώσεων: η μαργαρίτα, ως το κλασικό άνθος που καλείται να φανερώσει με το μάδημα των πετάλων του την ύπαρξη ή μη της αγάπης, αποφαίνεται την έλλειψη αυτής· ο πελαργός, κλασικός φορέας της ζωής, ως κομιστής, κατά τη λαϊκή αντίληψη, των βρεφών στους γονείς τους, διστάζει να φέρει παιδιά στη ζωή· η γέννηση μιας ζωής, όταν τελικά πραγματοποιείται, δεν σηματοδοτεί την έναρξη της μέρας και των παρεπόμενων φωτεινών συμβολισμών, παρά τη θέαση των πραγμάτων «με το φέγγος της πανσέληνου». Είναι όμως αρκετό το φέγγος αυτό; Μπορεί να είναι αρκετό, σ’ ένα τοπίο ερημικό, όπου τα παιδιά ρίχνουν βόμβες κι όπου κυριαρχούν ο εγωισμός κι η δειλία; Το τοπίο της Σαμαρά διαγράφεται εξαρχής ζοφερό.
Η διαπίστωση του ζόφου και η επιδίωξη της υπέρβασής του φαίνονται κοινές για τους τρεις συνομιλητές στη συλλογή, οι οποίοι, μέσα από τούτη την κοινή τους στόχευση, μοιάζουν να ταυτίζονται με τη συλλογική συνείδηση – ιδίως ο Χορός, ενώ η Γυναίκα και η Ποιήτρια δείχνουν να ταυτίζονται καί μεταξύ τους, με μόνη τους απόσταση τη διαδρομή που απαιτείται ώστε η Γυναίκα να γίνει Ποιήτρια. Αυτή η διπλή ταυτότητα, της γυναίκας και της ποιήτριας, υπονοείται όταν η Γυναίκα, στο άκουσμα του χτυπήματος της πόρτας, ανοίγει και συναντά τον εαυτό της, πιθανώς τον ποιητικό. Η εξωλογική συνάντηση ακολουθείται από την αντιφατική πάλη της Γυναίκας με τον εαυτό της, καθώς από τη μια μεριά τον ωθεί να διαβεί την πόρτα, κι από την άλλη τον παροτρύνει να μην εισέλθει, με τα λόγια «Μην μπείτε/ είπα/ αυτή η πόρτα/ είναι μόνο είσοδος».
Η μαγική τούτη πόρτα, ένας πιθανός αντικατοπτρισμός της πόρτας της ποίησης στο ποίημα «Τα αντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου, θα μπορούσε ακριβώς να συμβολίζει τον αγώνα της ποιητικής ωρίμανσης για τη Γυναίκα. Δεν αποκλείεται ωστόσο κι ένα κοινωνικό σχόλιο επί του ρόλου μιας γυναίκας στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς η πόρτα είναι αμπαρωμένη με αλυσίδες. Εγκλεισμός, λοιπόν, στο σπίτι, για μια γυναίκα καταδικασμένη σε πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, ή εγκλωβισμός στα μυστήρια και τις απαιτήσεις της ποίησης; Η επαλήθευση της ταύτισης Γυναίκας – Ποιήτριας στηρίζει καί τις δύο εκδοχές, αφού η Γυναίκα είναι ποιήτρια, ενώ και η Ποιήτρια είναι γυναίκα. Η επιμονή, μάλιστα, της Ποιήτριας στο αμέσως ακόλουθο ποίημα «Να μένεις» επιβεβαιώνει την ταύτιση: «Να περι-/ μένεις/ όχι τον άλλο εμένα/ που είμαι ο άλλος εσύ»
Η ταύτιση φαίνεται να ενισχύεται ακόμη περισσότερο στην προοπτική Γυναίκα και Ποιήτρια να σχηματοποιούν το προσωπείο της συγγραφέα της συλλογής, δηλαδή της ποιήτριας Ζωής Σαμαρά. Η Σαμαρά διασπείρει ενδείξεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω στοχαστικών της στίχων περί ζωής, οι οποίοι όμως παραπέμπουν τεχνηέντως στ’ όνομά της, υποδεικνύοντάς την: «Ζωή κι αυτή/ να περιμένεις μια ζωή»· «Θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/ χωρίς πετάγματα/ […]/ Βήμα σημειωτόν/ μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/ μια ζωή πλήρης ημερών// ανυπαρξίας»· επιπρόσθετα, όταν οι στίχοι της Σαμαρά ανακεφαλαιώνουν τον βίο, εύλογα μοιάζει η ζωή να μεταμφιέζει τη Ζωή: «Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα/ […]/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81»· άλλωστε, την ίδια μυστηριακή μεταμφίεση συνδράμουν οι αριθμοί 18 και 81, οι οποίοι, με μια μαγική αντιστροφή των ψηφίων τους, μεταστοιχειώνονται ο ένας στον άλλο σχηματίζοντας κύκλο, περικλείοντας τη ζωή, συγκεκριμένα της ποιήτριας. Εξάλλου ο βίος τούτος εμπερικλείει την ατελεύτητη σύνθεση του ποιήματος, αφού «η γυναίκα/ […] σχεδίαζε/ τη μέρα τη νύχτα το ποίημα/ μέχρι που έγινε 81 χρονών».
Αν, βέβαια, η συγγραφή μετατραπεί σε εμμονή και καταδυναστεύσει τον βίο, εμποδίζοντας τον άνθρωπο να χαρεί την ομορφιά γύρω του, καταντά τάφος για τον συγγραφέα. Γι’ αυτό κατά την πορεία της ατέρμονης σύνθεσης η διεκδίκηση είναι διαφορετική: η συμφιλίωση με τη φύση, τα πλάσματά της και τον άνθρωπο, η οποία διέρχεται από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, της ηλικίας κατά την οποία τα παιδικά μάτια αισιοδοξούσαν ακόμη, καθώς «Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια», η λεμονιά άνθιζε, ο ουρανός ήταν ανέφελος, τα αστέρια προσεγγίσιμα. Ακόμη και το ουτοπικό όραμα μιας κοινωνίας όπου το χρήμα δεν αποτελεί την πρώτιστη επιδίωξη, περνά μέσα από την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, όπως την αποτιμά ο γάτος της γειτονιάς, απολαμβάνοντας το ψάρι που γενναιόδωρα του προσφέρουν: «Είναι τρελοί οι άνθρωποι, το ξέρω, αλλά τρελά και τα μικρά κορίτσια;»
Η τεθειμένη στόχευση, ωστόσο, εμποδίζεται όσο «Το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα». «Από τα βάθη του χρόνου/ η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας» συλλογίζεται η Σαμαρά, άλλοτε με χαμηλόφωνο σεφερικό στοχασμό κι άλλοτε με πικρή ειρωνεία απέναντι σε όσα στοιχεία εμποδίζουν τη μετατροπή της ερήμου σε όαση, όπως οι ανθρωπόφοβες εμμονές των σύγχρονων μονήρων ατόμων, που απολήγουν ακόμη και στην ενοχοποίηση των θυμάτων αντί των θυτών, συχνά και του ίδιου τους του εαυτού. Εξάλλου, «Για κάτι θα φταίνε κι αυτοί», δηλαδή τα θύματα, «αλλιώς δεν θα ’τανε φτωχοί», σχολιάζει θλιμμένα η ποιήτρια στο ταξικό της σχόλιο, προβαίνοντας συνάμα στη μετατροπή της οικονομικής ένδειας σε πνευματική: «Ας πάμε λοιπόν/ ας πεθάνουμε/ εμείς οι/ πτωχοί/ τω πνεύματι»
Όπου όμως η καθημερινή ομίχλη κατασκεπάζει την αισιοδοξία καθιστώντας την αόρατη, ο ποιητής έρχεται να διεκδικήσει το αόρατο. Η μαγική ποιητική επενέργεια επί της ασχήμιας έχει τόση ένταση, ώστε επιβάλλει την ομορφιά ακόμη κι επί του τάφου του ποιητή, μετατρέποντάς τον σε αλώνι, όπου οι λέξεις χορεύουν. Αρκεί, βέβαια, ο συγχρωτισμός των πολλών κι ο βόμβος τους να μη διαλύσουν τ’ όνειρο. Γι’ αυτό ο βόμβος επιβάλλεται να αντικατασταθεί από την έλλογη, αποτελεσματική ανθρώπινη επικοινωνία. Στη σχετική κατεύθυνση, η Σαμαρά δεν τιτλοφορεί το κεντρικό σώμα όπου αναπτύσσονται τα ποιήματά της «Κύριο μέρος» αλλά «Διάλογο», και για τον ίδιο λόγο την κατάληξη της ποιητικής της σύνθεσης όχι «Επίλογο», παρά «Λόγο». Η δε έλλογη εκφορά του μηνύματος επικυρώνει την ελπίδα στη διαπίστωση ότι όσους εφιάλτες κι αν περικλείει η πραγματικότητα, δεν παύει να είναι «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», άρα του ιδεατού, της ουτοπίας. Συνεπώς, μπορεί να γεννήσει και να αναστήσει όνειρα. Κατ’ επέκταση, η διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ.

 

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 55, 2016.

 Όταν οι άλλοι σιωπούν, οι λέξεις των  ποιητών χορεύουν, που σημαίνει κινούνται στο χώρο και κινούν οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτόν, καταδύονται σε βαθύτερες σημασίες, διεισδύουν με την ίδια ευχέρεια σε προσωπικούς ή κοινωνικούς χώρους. 

Ο λόγος, όπως αυτός αρθρώνεται μέσα από τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά, χορεύει υπό τους ήχους μιας μουσικής, η οποία αχνοπαίζει πίσω από τις αρμονικές εναλλαγές προσωπικού στοιχείου και κοινωνικού ή πολιτικού σχολίου, σε μια εποχή που η προσωπική καταγραφή κυριαρχεί σε βάρος ενίοτε και του κοινωνικού ρόλου της ποίησης. Φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση, προσπάθεια ποδηγέτησης είναι προβλήματα που απασχολούν την ποιήτρια, μέσα από έναν σαφέστατα δραματικό χαρακτήρα στην ποίησή της. Μέσα από μια εκκωφαντική σιωπή –η ποίηση είναι κόρη της σιωπήςταξιδεύει μέσα στο λόγο της αναζητώντας, όχι μάταια πάντα, έναν κόσμο έλλογο.

Ο χώρος, όπου κινείται η ποιήτρια, δεν έχει όρια και γρήγορα μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη θεατρική σκηνή: Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια. Απλώνεται στην αντίπερα όχθη, στην απέναντι κοιλάδα, σε όλο το σύμπαν. Κάποιοι βεβαίως προσπαθούν να περιορίσουν, να σμικρύνουν αυτά τα όρια, Μη στέκεσαι εδώ / Δεν υπάρχει «εκεί», δημιουργώντας τεχνητή ασφυξία, τελικά βρίσκει τον τρόπο η ποιήτρια να σταθεί Κι εκεί κι εδώ, εκεί, όπου προβάλλονται ο ανθρώπινος πόνος, οι υπαρξιακές αγωνίες.

Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα και τα πεζοποιήματα, τα τελευταία με έντονο το  φιλοσοφικό περιεχόμενο και με ολοφάνερα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ φαίνονται προσεγγίσιμα στην πρώτη ανάγνωση, σε προκαλούν να τα ξαναδιαβάσεις. Ανακαλύπτεις, ως δια μαγείας, πολλές αναγνώσεις: ξεφλουδίζεις τους στίχους και κάθε φορά έχεις να προσθέσεις κάτι καινούριο σε ό,τι ήδη έχεις εισπράξει.

Η ποίηση της Ζωής Σαμαρά δεν περιορίζεται στον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα. Το «εγώ» της ποιήτριας κάνει ένα βήμα πίσω, χωρίς να παραγκωνίζεται. Είναι διάχυτη η αγάπη της για την ίδια τη ζωή και οι αξίες κυριαρχούν σε πείσμα  των  καιρών. Γι’ αυτό και, πέρα από την κοινωνική κριτική, έχει να προτείνει και μια στάση έντιμη απέναντι στα πράγματα: Στείλε την κόρη του Αγήνορα ξανά / να την ξυπνήσει, λέει αναφερόμενη στην Ευρώπη, με προφανείς τις πολιτικές αιχμές. Εξάλλου αυτό είναι το χρέος του ποιητή, του διανοούμενου, του φιλόσοφου: οι διαπιστώσεις μόνο δεν αρκούν.

Οι φωνές της ποιήτριας, της γυναίκας, του χορού, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές, άλλοτε θρήνοι, διαπερνούν τους στίχους και κάνουν τις λέξεις όχι να χορεύουν πια, αλλά να δονούνται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Έτσι η φωνή της ποιήτριας μετατρέπεται σε φωνή-κάλεσμα του αρχάγγελου που καλεί σε μια ηθική επαναφορά, Σηκώστε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι φωνές που ακούει η γυναίκα μέσα από την προσωπική καταγραφή, Σας άκουσα / Σχίζατε τη γη   ο αέρας ράγισε, προβάλλονται ως μια καθολική τοποθέτηση και συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους: Κρίση είναι κι αυτή θα σου περάσει.

Ο τίτλος της συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν δεν παραπέμπει μόνο σε  στίχους ποιήματος, αλλά και σε μια δυναμική της γλώσσας της ποιήτριας γεμάτη μουσική. Οι λέξεις, αυτό το πρωταρχικό υλικό της ποίησης, ζωντανεύουν, αποκτούν σαρκική υπόσταση, άλλοτε γίνονται αιθέριες οπτασίες. Το σκοτάδι δε μας αποστερεί από τη δυνατότητα να τις αφουγκραστούμε, να τις δούμε, να τις ερμηνεύσουμε.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Ο χορός των λέξεων δεν είναι απλώς και μόνο θεωρητική συνεύρεση της απολλώνιας τέχνης –ποίησης, μέλους, χορού, ως αδιάσπαστη ενότητα που παραπέμπει στο αρχαίο θέατρο– αλλά πραγματική σύζευξη μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Εάν προσθέσουμε και την ιδιαίτερη τοποθέτηση των λέξεων και των στίχων στα ποιήματα –μεγάλα κενά μεταξύ των λέξεων, φράσεις ελλειπτικές που μένουν μετέωρες, η λέξη Μαρία που μέσα σε μια αραίωση χάνεται στην άβυσσο μαζί με το εγώ της γυναίκας– τότε έχουμε και στη μορφή αέναες χορευτικές κινήσεις.

Στη γραφή της Ζωής Σαμαρά διακρίνουμε στοιχεία βιωματικά, ταξίδι  νοσταλγικό στην παιδική ηλικία, ταυτόχρονα και μύηση του αναγνώστη στον ψυχισμό της ποιήτριας. Τα στοιχεία αυτά τελικά μετουσιώνονται σε καθολική αγωνιώδη διείσδυση στους κρυφούς κώδικες των λέξεων. Οι συμβολισμοί κυριαρχούν, πολλοί από αυτούς δυσδιάκριτοι καλούν τον αναγνώστη να τους αποκαλύψει.  

Οι αγωνίες πολλές, κυριαρχεί όμως ο φόβος, μήπως και δεν μπορεί κάποια στιγμή να εκφραστεί με τον ποιητικό λόγο: Τι να συμβαίνει άραγε μετά / μετά την πρώτη σελίδα / εννοεί / την πρώτη / Υπάρχουν γράμματα; Και αλλού η  ποιήτρια, έκπληκτη με την παραδοξολογία, διαπιστώνει πως Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα. Ολοφάνερος ο υποσυνείδητος αγώνας της ποιήτριας για τη γραφή που φέρει και το κοινωνικό αποτύπωμα: δεν είναι η αντίληψη η τέχνη για την τέχνη που τη συναρπάζει, είναι η γραφή που κυοφορεί το κοινωνικό μήνυμα, μια διαρκής πάλη για ανάδειξη και υποστήριξη της ανθρώπινης φύσης ως πνευματικής οντότητας, μέσα σε έναν κόσμο αλληλοσυγκρούσεων και έντονης εσωστρέφειας που μερικές φορές, εσφαλμένα, μεταφράζεται σε εσωτερικότητα. Θεωρώ όμως ότι η αγωνία της αφορά κυρίως στους γύρω της, αγωνία μήπως και νιώσουν αδυναμία να προσεγγίζουν τον ποιητικό λόγο, μήπως και δεν μπορούν να προσεγγίζουν πια τη γνώση, παρότι παραδέχεται ότι μερικές φορές Καλύτερα / κάποιες απορίες / να μένουν / χωρίς πέρασμα στη γνώση.

Σκηνές της καθημερινότητας, που συνήθως περνούν απαρατήρητες, η ποιήτρια τις σχολιάζει με έναν καυστικό τρόπο που μερικές φορές αγγίζει τα όρια της  ειρωνείας, όπως στην Κλινική, όπου ειρωνεύεται την περιττή παρουσία των λέξεων πρωί, βράδυ, ως αποτέλεσμα γλωσσικής ανεπάρκειας ή ελλιπούς γνώσης: ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟΥ / 10:00-12:30 ΠΡΩΙ / 17:30-21:00 ΒΡΑΔΥ ή στο Το σακάκι, όπου το σακάκι από αφόρετο μετατρέπεται σε αφόρητο κάτω από την πίεση του πωλητή ή του δωρητή που επιδιώκει, ματαίως ως φαίνεται, να το προσαρμόσει σε ένα σώμα που αρνείται να το δεχτεί. Για άλλη μια φορά αφήνει πίσω όλη την ένδυση της εξουσίας, το ζουρλομανδύα της υποταγής.

Ενίοτε η ποιήτρια χρησιμοποιεί τους ήχους των επαναλαμβανόμενων συλλαβών και συνθέτει στην ουσία μουσικό έργο, όπως συμβαίνει στο Ου. Οι λέξεις της είναι νότες που εκλαμβάνονται από τον αναγνώστη ως ηχητικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από την παρήχηση του «ου» ή χορεύουν με μουσικές που ακούγονται από τις συγχορδίες των λέξεων που επαναλαμβάνονται, όπως στο «Μη». Ευφυέστατο και το παιχνίδι που δημιουργεί με τις λέξεις, όπως στο Χρη Μα.

Το τραγικό συναίσθημα της μοναξιάς υπάρχει έντονο και απλά η ποιήτρια το αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της, το μοιράζεται όμως μαζί μας. Μας επιτρέπει να ζήσουμε τη μοναξιά της, να νιώσουμε την οδύνη της: εσύ μόνος / κι εγώ; / Γέφυρα πάνω από ποτάμι, καθώς και στην εκπληκτική, εκπάγλου ομορφιάς εικόνα της μοναξιάς, μέσα σε ένα πλούσιο περιβάλλον: Μοναξιά / μέσα σε εκατόφυλλο τριαντάφυλλο, αν και επικαλείται την αποθυμιά, Να με θυμάσαι κάθε βράδυ, αποθυμιά τίνος όμως; Η απάντηση απορρέει από τον αναγνώστη.

Ευαίσθητες οι ανεμώνες και οι μαργαρίτες, αδιαμφισβήτητης ομορφιάς τα τριαντάφυλλα, χωρίς πνοή και χωρίς όνομα τα πέτρινα λούλουδα που δημιουργούν ένα σκηνικό υπερρεαλιστικό, σε φόντο συνήθως νυχτερινό, υποδηλώνουν επώδυνες καταστάσεις. Αξιοσημείωτη μέσα στην ανατρεπτικότητά της η σκηνή του εφήμερου λουλουδιού, το οποίο θρηνεί που έζησε ολόκληρη τη μέρα: το προορισμένο να πεθάνει πρόωρα, είναι καταδικασμένο να ζήσει περισσότερο χρόνο από εκείνον που του αναλογεί.

Οι εικόνες σχεδόν υποκρύπτονται ή υπονοούνται. Μας επιτρέπουν  όμως να διεισδύσουμε σε έναν κόσμο που διατηρεί τη μαγεία του, ακόμα κι αν αυτός είναι κομμάτι  μιας οδυνηρής περιπέτειας: η παρέλαση, η γυναίκα που γράφει συνεχώς, το κορίτσι που περπατούσε γυμνό στο δρόμο. Ίσως το στοιχείο που κάνει ιδιαίτερα εμφαντική την παρουσία του είναι το τοπίο, όπως το βιώνει η ποιήτρια, πραγματικό ή φανταστικό. Το αλώνι, όπου χορεύουν οι λέξεις, είναι ένας τέτοιος μαγικός τόπος. Οι λέξεις αυτές, καθώς και η ποιήτρια, μεταμορφώνονται σε νεράιδες, ονειρικές υπάρξεις που κατοικούν στο αλώνι και είναι εκείνες που την οδηγούν στη δημιουργία.

Το ίδιο ονειρικό «τοπίο» κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου. Η γυναικεία φιγούρα που χορεύει με τα μαλλιά της εν είδει πέπλου γύρω από το κεφάλι της προέρχεται από το Destino (Πεπρωμένο), μια μικρού μήκους ταινία animation του 1945, που προέκυψε από τη συνεργασία του Σαλβαντόρ Νταλί με την εταιρεία της Γουώλτ Ντίσνεϊ.. Η καθετότητα της μορφής μέσα σε ένα ερημικό τοπίο συνδέει τη γη με τον ουρανό, στοιχείο που υπάρχει σε πολλά ποιήματα της συλλογής και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητική, γεμάτη μυστήριο. Πρόκειται για μια υψηλής αισθητικής έκδοση τόσο με την επιλογή της γυναικείας μορφής του Νταλί, όσο και με την υφή του πρωταρχικού υλικού του βιβλίου, που δίνει την εντύπωση μιας μικρής αλλά διακριτής πολυτέλειας.   

Ευρηματικοί στίχοι, έξυπνη σύζευξη λέξεων σε μεταφορικό επίπεδο, ποιητική ευαισθησία: αυτή είναι η ποίηση της Ζωής Σαμαρά. Μια ποίηση μεστή, ώριμη, δημιουργική, χωρίς βερμπαλισμούς και ρητορείες, που αποτυπώνεται ως μια έκρηξη γοητευτικών στίχων.

Μέσα από το ταξίδι της βαθιάς περισυλλογής και ενδοσκόπησης στην ποίησή της ξαναβρίσκουμε τις λεπτές ισορροπίες που αναζητούμε  γύρω μας.

Η Ποίηση της σιωπής είναι η δυνατή κραυγή της ποιήτριας και ας γνωρίζει καλά πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη…

 

 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Τα ποιητικά τ. 19

«Μάρμαρο, στίχο μελετώ / και το κορμί μου όλο πάει / με τον νέο/ρυθμό να κάμψει /… /Παίζουμε παντομίμα. / Να σωθεί η σιωπή /…/ Πηδάνε έξω απ’ τα μεγάφωνα οι/Χορευτές./… /Τι μαγική / ακροβασία / στο κενό/… / μες στη φωνή βουλιάζοντας. /… / Το μολύβι σέρνει το / σώμα μου. /Όρθιο στον αέρα»
ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΪΊΩΤΟΥ (Χορευτές)

     Η Ζωή Σαμαρά επί σειρά ετών αποδεικνύει με συνέπεια τη σταθερή σχέση της με τη γλώσσα αφενός στο επίπεδο της συστηματικής θεωρητικής προσέγγισης και αφετέρου στο επίπεδο της ευρηματικής δημιουργικής παραγωγής.
     Με αυτή την προϋπόθεση η γλώσσα στα έργα της Ζωής Σαμαρά αντιπροσωπεύει έναν ζωντανό, ισχυρό οργανισμό που διεκπεραιώνει ιδέες, νοήματα, αρχές και αξίες, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως αποφασιστικός παράγων στη δημιουργία ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος σε άμεση και διαρκή επικοινωνία με την αντικειμενική πραγματικότητα.
     Κατά τη σύνθεση της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν η Ζωή Σαμαρά αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την κινητικότητα ακριβώς της γλώσσας που εξασφαλίζει τον δυναμικό χαρατήρα αυτού του υπο-/κειμενικου συμπαντος. Την κινητικότητα της γλώσσας αποδίδει η έννοια του χορού. Ο χορός ως γενικός κώδικας διεκπεραίωσης σημαινομένων τόσο στο επίπεδο της δήλωσης όσο και κυρίως στο επίπεδο της συνδήλωσης, ενσαρκώνει την προετοιμασία, τα άλματα, την ορμή, την αμφισημία, την άνοδο και την πτώση, την καθοδήγηση, την υποβολή, την υπόδειξη, πρωτίστως τον μετρημένο και τον ελεύθερο ρυθμό.
     Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται η προσωποποίηση ή/και σωματοποίηση του λόγου ως αποτέλεσμα δυο παραγόντων που αντιπροσωπεύουν η εκφορά και η πρόσληψη με ζητούμενο την επικοινωνία ανάμεσα στον εσωτερικό άνθρωπο και στον εξωτερικό, αντικειμενικό κόσμο.
     H κίνηση του προσωποποιημένου, μάλλον σωματοποιημένου λόγου με δίαυλο τη φωνή μεταφέρει έκφραση και περιεχόμενο σημαινομένων, αντικειμενική ή κοινή λογική και μύθους, αισθητική, αφήγηση και επιχειρηματολογία, εντολή και συμφωνία, γνώσεις, ιδέες, κρίσεις, και αποτελεί τη διαδικασία για την οργάνωση εσωτερικών τοπίων με καταγωγή από την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά με ιδιαίτερη φυσιογνωμία που προσδιορίζει η υποκειμενική πρόσληψη εννοιών, όπως είναι το όνειρο και η φαντασία, η ύπαρξη, η αιωνιότητα, η μεταμέλεια, το πένθος, η θλίψη, η μοίρα, ο αναπόφευκτος διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η φυγή, η μοναξιά, η αγάπη και ο έρως, η μνήμη και η λήθη, το ορατό και το αόρατο, το υλικό και το άυλο.
     Αυτές οι προϋποθέσεις επεκτείνονται και στην άμεση συνάρτηση των εσωτερικών τοπίων με τη φύση, στις περιοχές των φυσικών οργανισμών, στοιχείων και φαινομένων, όπως είναι η κοινωνία των φυτών, η θάλασσα και τα βράχια, ο άνεμος, η πανσέληνος, το φως του ήλιου, το σκοτάδι, ενώ στον μακρινόν ορίζοντα ανιχνεύεται η αίσθηση του απείρου, της αβύσσου, του χάους.
     Ο εσωτερικός άνθρωπος ευθύνεται για τη δημιουργία των εσωτερικών τοπίων, όπου καταφεύγει συναποκομίζοντας και τα προϊόντα της αντιπαράθεσής του τόσο με τον εαυτό του όσο και με το κοινωνικό σύνολο.
     Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του προσωπικού χρόνου όπως προβάλλεται στον χώρο. Ο προσωπικός χρόνος ρέει αλλά ταυτόχρονα ακινητοποιείται σε ένα γενικό και «άδηλο» παρόν, διαφυλάσσει στη βαθειά δεξαμενή της μνήμης όσα αποθησαυρίζει ενώ άλλα τα διασφαλίζει στις δυσπρόσιτες περιοχές της λήθης, συντηρεί τον δεσμό ζωντανών και νεκρών, δανείζεται από τον γενικό χρόνο τόσο το μυθικό και ιστορικό παρελθόν όσο και τη συγχρονία της επικαιρότητας: Όλα αυτά σε έναν τόπο που υπάρχει και δεν υπάρχει, που κινείται προς το άπειρο, που συνδέει το παντού και το πουθενά ή το εδώ και το εκεί, με πραγματικά τοπόσημα που έχουν μετουσιωθεί σε σήματα για εσωτερικές διαδρομές.
     Στο βιβλίο της Ζωής Σαμαρά η οργάνωση του κειμενικού κόσμου με αυτά τα δεδομένα ακολουθεί την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χορό και στη διφυή οντότητα που αντιπροσωπεύουν η Γυναίκα και η Ποιήτρια με τη συνακόλουθη πάντως αυτάρκεια στις δύο αυτές μορφές. Ο Χορός, η Γυναίκα και η Ποιήτρια (φαίνεται να) αποτελούν προσωπεία που λειτουργούν ως σωματοποιημένα άυλα στοιχεία γραμματικών εικόνων και ως παραστατικοί πυλώνες για τη διέλευση υλικού από το πλούσιο περιεχόμενο του εσωτερικού, ασχέτως φύλου, ανθρώπου.
     Είναι αυτονόητο ότι στη δόμηση των σημαινομένων δεσπόζουσα θέση κατέχει η διαδικασία της δημιουργικής γραφής. Επομένως καθίσταται σαφής ο κυρίαρχος μεταγλωσσικός χαρακτήρας των κειμένων της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν, τόσο στη διάσταση της αυτοαναφορικότητας του λόγου όσο και στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων ως λογοτεχνικής πρώτης ύλης, όπως αποδίδουν π.χ. οι διατυπώσεις: «Όταν πρωτοείδε / το Χορό / να διηγείται να διαλέγεται / … / η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια», «μια ομιλία χωρίς Λόγο», «Πήρε το λόγο … / πήρε τη σιωπή …», «Φωνές … / Σας είδα / Πάρτε με κοντά σας», «Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος / … / η ποίηση αρνείται να ποιήσει», ή ολόκληρα τα κείμενα με τους τίτλους «Το μυστικό του τετραδίου», «H ιστορία μιας άδειας σελίδας», «Το ποίημα», «Και εξ ανθρώπου τα κρείττω», «Η γυναίκα με τα μικρά βιβλία», «Ποιητική» (όπου διακήρυξη δημιουργικής γραφής), «Γραφίδα», «Πεζός λόγος».
     Ο άμεσος, πνευματώδης, βιωματικός, συνδηλωτικός, ενίοτε παραβολικός, πρωτίστως παραστατικός λόγος της Ζωής Σαμαρά προβάλλει μια ιδιαίτερη αισθητική με τη συνδρομή της μεταφοράς, π.χ.: «Ένα εφήμερο λουλούδι / να θρηνεί / που έζησε ολόκληρη τη μέρα», «Κοίταζε το τοπίο / Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του / στην οργή του πελάγους», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», σε συνδυασμό με αφοριστικές διατυπώσεις, π. χ.: «Να είσαι μια παρένθεση / στων άλλων τη ζωή / Να είσαι μια αγκύλη στην / παρένθεση / της νιότης σου», «Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής», καθώς και με στοιχεία τόσο για διακειμενικές συγγένειες όσο και για την εξωδιηγητική συμπεριφορά του συγγραφέα. Εξάλλου ο ιδιαίτερος ρυθμός των ελεύθερων στίχων σε μορφή ποικίλης έκτασης και δομής συμπεριλαμβανομένων και των παρηχήσεων, αναπτύσσει αντιστικτική σχέση με τη συνεχή ροή των αφηγηματικών μερών.
     Παράλληλα, οι γραμματικές εικόνες συνθέτουν μια εκτενή, πολυεπίπεδη πινακοθήκη που αντιστοιχεί στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, και είναι δυνατόν να εκτιμηθούν ως μια πλήρης σκηνική γλώσσα που αποτυπώνει τις διαδρομές του Χορού, της Γυναίκας και της Ποιήτριας όπως συναντώνται μέσα στον κειμενικό κόσμο του βιβλίου.
     Με τον τρόπο αυτόν η Ζωή Σαμαρά προτείνει μια παραδειγματική εφαρμογή για ένα ευρύτατο φάσμα διαδικασιών σε ό,τι αφορά τη πολλαπλή αξιοποίηση της γλώσσας, εκτός από την κοινή χρήση αυτής ως εργαλείου επικοινωνίας στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινότητας

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Το βιβλίο 10 Αυγ. 2017

Η Ζωή Σαμαρά χορεύοντας με τις λέξεις και τα συναισθήματα

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ποιητές αναζητούν την ποιητική έκφραση σε έργα υβριδικά ή συλλογές ως ενιαίο έργο. Τα υβριδικά ποιητικά κείμενα απαιτούν τόλμη και αποτελούν ένα στοίχημα για τον δημιουργό μια και χαρακτηρίζονται τόσο από τις δυσκολίες των επιμέρους ειδών που συντίθενται όσο και για την πρόσθετη δυσκολία της διασύνδεσης ύφους και της ισορροπίας που απαιτείται μεταξύ των ειδών.

Ένα τέτοιο υβριδικό έργο είναι και της Ζωής Σαμαρά που συνδέει το θέατρο με την ποίηση με έντονο το πεζολογικό στοιχείο, στη συλλογή «είδα τις λέξεις να χορεύουν» (Γκοβόστης, 2015). Ένα έργο στο οποίο οι λέξεις και τα συναισθήματα χορεύουν στο ιδιαίτερο ύφος της ποιήτριας.

Με τη χαρακτηριστική λιτότητα του προφορικού λόγου η ποιήτρια δημιουργεί θρυμματισμένος εικόνες με συνδετικό ιστό τη συνειρμικότητα. Ο στιχουργικός ρυθμός ορίζεται από την «αφηγηματική» ροή της προφορικότητας• κινείται με φυσικότητα και «αθόρυβα» επιτρέποντας την «εξακόντιση» του συναισθήματος. Ταυτόχρονα, διακρίνεται μία εικονιστική αντίληψη άλλοτε λυρική και φυσιολατρική και άλλες φορές πιο κοινωνική (και είπες, υπό τον ήλιον, στην πόρτα, καιρός του σιγάν, όθος, φωνές, μενετές, εκ Χάεος δ’ Έρεβος).

Η υπερρεαλιστική πνοή που εμφυσά τη στιχουργική της υποστηρίζει συναισθηματικά και εικαστικά τις συνθέσεις (άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, μενετές, ποιητική, παρέλαση, καιρός του σιγάν, ο ήσκιος). Και τούτο αισθητοποιείται συχνά με τους θρυμματισμένους ή «μετέωρους» και αστοίχιστους στίχους (κενό μήνυμα, στο παγκάκι, διαλείπον φως, γενική επιστράτευση, μετουσίωσις, και είπες, στην πόρτα) οπτικοποιώντας το αίσθημα αιώρησης και στη διαμορφώνοντας το ρυθμό (τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος ταξίδι, η ιστορία μιας άδειας σελίδας, ανακολουθία, διαλείπον φως, το ποίημα, όθος, να μένεις, καιρός του σιγάν, παρέλαση, ποιητική, αμφιθυμία, μπα-Ίλα) μαζί με τις επαναλήψεις (το ποίημα, γραφίδα, ου).

Η σκηνική διάσταση του έργου και τα διαλογικά τμήματα (η ευλογημένη, άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, πεζός λόγος, η γυναίκα, με τα μικρά βιβλία, στο παγκάκι) και οι ερωτήσεις (τι;, με τα μάτια κλειστά) με τις εναλλαγές του α’ και β’ γραμματικού προσώπου προσφέρουν μία θεατρικότητα.

Η ίδια η διάκριση χορός-γυναίκα-ποιήτρια προσδίδει μία σαφή έμφυλη διάσταση στην ποιητική της μέσα από ένα δραματικό ύφος. Η Γυναίκα απαντά την Ποιήτρια, μόνον όταν χορεύουν οι λέξεις και τούτες χορεύουν μόνο όταν συναντάται η Γυναίκα με την Ποιήτρια. Αντιδρά στα ήθη της κοινωνίας, αρνείται τον καθωσπρεπισμό που επιβάλλεται στη γυναίκα και μεταμορφώνεται σε ποιήτρια ενάντια στους επιβαλλόμενους κανόνες. Ο χορός μοιάζει κατά το σοφόκλειο πρότυπο να αντιπροσωπεύει την κοινωνία που αλληλεπιδρά με το ποιητικό υποκείμενο.

Μία λεπτή ειρωνική διάθεση (άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, το ποίημα) πλαισιώνει τον κεντρικό θεματικό άξονα που κινείται γύρω από την ποίηση με αυτοαναφορική διάθεση και τον χρόνο/ηλικία εμπλουτισμένο με κοινωνικές αναφορές (η λιμουζίνα, το σακάκι, όθος). Γλωσσοκεντρικές αλληγορίες (παρενθέσεις και αγκύλες) και θρησκευτικά ή μυθολογικά στοιχεία (κρανίου τόπος, παρέλαση, παρενθέσεις και αγκύλες, το ποίημα) εντάσσονται στην ποιητική της αβίαστα.

http://tvxs.gr/news/biblio/i-zoi-samara-xoreyontas-me-tis-lekseis-kai-ta-synaisthimata

 

Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
στο ΔΙΑΣΤΙΧΟ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;

Μικρή είχα συχνά την αίσθηση ότι το πρώτο δώρο που μου χάρισαν όταν γεννήθηκα δεν μπορούσε παρά να ήταν ένα βιβλίο ή ένα τετράδιο. Τα μικρά μαύρα πλασματάκια, όπως αποκαλούσα τα γράμματα, ασκούσαν στη σκέψη μου μια φοβερή γοητεία από την πρώτη στιγμή που είδα βιβλίο και το έπιασα στα χέρια μου. Παρόμοια επίδραση είχε και η λευκή σελίδα. Με προκαλούσε να τη γεμίσω με μαύρα ανθρωπάκια που δεν έμοιαζαν ωστόσο με τα γράμματα που έβλεπα στα βιβλία και δεν μπορούσα ακόμη να αναγνώσω, να αναγνωρίσω. Νόμιζα ότι ήταν υποχρέωση του κατόχου του τετραδίου να δημιουργήσει την εικόνα του γραπτού λόγου από την αρχή, και γιατί όχι τα γράμματα. Αργότερα, όταν έμαθα γαλλικά και διάβασα Mallarmé, αντιλήφθηκα ότι η λευκή σελίδα είναι στην ουσία το ποίημα εν τη γενέσει του. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του περιοδικού που ίδρυσα. «ΘΕΥΘ» είναι ο θεός των γραμμάτων στην αιγυπτιακή μυθολογία, άσχετα αν τον μεταμορφώνω σε θεό της γραφής, έννοια του 20ού αιώνα.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν;

Μου αρέσει να γράφω μικρά ποιήματα, αλλά δεν τα αφήνω ποτέ μόνα. Προσθέτω κάθε τόσο καινούργια, που τα συνδέει η θεματική, η τεχνική, οι εικόνες ή ο ρυθμός. Έτσι βγαίνει μόνο του ξαφνικά ένα βιβλίο που μοιάζει με σύνθεση. Όσο συσσώρευα τα ποιήματα για το συγκεκριμένο βιβλίο τόσο είχα την ψευδαίσθηση ότι έγραφα αρχαία τραγωδία. Το έστειλα στις εκδόσεις Γκοβόστη και ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν είδα με πόση αγάπη το αγκάλιασαν. Από τις ίδιες εκδόσεις είχε κυκλοφορήσει και η προηγούμενη ποιητική μου σύνθεση Είναι πολύ μακριά η Δύση.

Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής είναι συμβολικός ή υποδηλώνει κάτι άλλο;

Ο τίτλος είναι στίχος ποιήματος που έγραψα το 2000 στη Λευκωσία –όταν ήμουν εκεί για λίγες μέρες, προσκεκλημένη από το Πανεπιστήμιο Κύπρου– και δημοσίευσα σε περιοδικό το 2002. Στο ποίημα η αφηγήτρια παρασύρεται από την ποιητική μανία –πιο σοφή από την ανθρώπινη σωφροσύνη, σύμφωνα με τον Σωκράτη–, βλέπει νεράιδες να χορεύουν σε μαγεμένο αλώνι και αναφωνεί: «Ναι, είδα τις λέξεις να χορεύουν», άρα αποδέχεται το πάθος της για την ποίηση και τις λέξεις. Επιπλέον, η μεγάλη μου επιθυμία να γράψω θέατρο γέννησε τη διαλογική φύση της συλλογής. Ο Χορός, φωνή της κοινωνίας, δεν μπορούσε να απουσιάζει από ένα βιβλίο με κυρίαρχη την κοινωνική θεματική.

Γράφετε: «Δεν έγραφε, σιωπούσε/ Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής…». Αλήθεια, θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτούς τους στίχους σας;

Όταν ο ποιητής σχολιάζει τους στίχους του, κλείνει το μαγικό παράθυρο που οδηγεί στην πολλαπλή σήμανση. Μπορεί όμως να αποκαλύψει τα κρυφά μονοπάτια που τον οδήγησαν σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη το φως γεννιέται από μια εντολή. Δηλαδή πρώτα υπήρχε η λέξη και μετά το αντικείμενο αναφοράς, στην περίπτωσή μας, το σύμπαν. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση να σκάψουμε τη γη και να θάψουμε μέσα το λόγο, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί, ανθρώπινος, ανανεωμένος, ακριβώς όπως για να φτάσουμε στη Γη της Επαγγελίας περνούμε μέσα από την έρημο. Για να βγει ο σωστός εσωτερικός ρυθμός πρέπει να έχουμε απαρνηθεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς, να ακούμε μέσα στη σιωπή ανενόχλητοι τους ήχους της ψυχής μας.

Η ποίηση είναι πάθος, έμπνευση, αναδεύει λέξεις, συναισθήματα, πέρα από το ρυθμό και την οδύνη. Δανείζομαι κάποιους στίχους σας και σας απευθύνω το ερώτημα, τι είναι αλήθεια η ποίηση;

Η αλήθεια είναι ότι ως θεωρητικός της λογοτεχνίας δεν έχω καμιά απάντηση που να με ικανοποιεί. Και αυτό ίσως είναι μια ευλογία για την ποιήτρια που από μικρό παιδί κρύβω μέσα μου. Η μάταιη αναζήτηση της φύσης και της λειτουργίας της ποίησης μοιάζει με ταξίδι στην Ιθάκη.
Έχω απαντήσει πολλές φορές στην ίδια ερώτηση. Ίσως η απάντηση που μου ταιριάζει περισσότερο είναι αυτή που έδωσα σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» το 2006. Αν θυμάμαι καλά, είπα: «Ποίηση είναι να πάρεις το άδειο και να το γεμίσεις, για να νιώσεις το δέος της δημιουργίας∙ να πάρεις το γεμάτο και να το αδειάσεις, για να νιώσεις τη γοητεία της ερημιάς».

Μπορεί να έχει πάθος ο ποιητής και να ανησυχεί για το έργο του;

Πάθος, αυτό που ο Σωκράτης στο «Φαίδρο» αποκαλεί ποιητική μανία; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο γνήσιος ποιητής, όπως ο γνήσιος λογοτέχνης γενικά, ανησυχεί για το έργο του σε πολλά επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα, αμφισβητεί την αξία των γραπτών του. Κι εδώ που τα λέμε, αν πιστεύεις ότι γράφεις αριστουργήματα, καλύτερα να μη γράφεις. Το ερωτηματικό για την αξία μας που κρύβεται μέσα μας και προκαλεί άλγος είναι ένδειξη πηγαίου ταλέντου.
Αγωνία όμως προκαλεί και το πεπρωμένο της ποίησής μας από την εποχή του Πίνδαρου. Μέχρι πότε θα ζει η ποίησή μου; Για πάντα, είναι η απάντηση του αρχαίου Έλληνα. Εμείς ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι διαβάζεται σήμερα από δέκα ευαίσθητους αναγνώστες που παίρνουν μαζί τους, καθώς αφήνουν το βιβλίο μας, την πεμπτουσία του λόγου μας.

Εσάς ποιος ποιητής σας συγκλόνισε με το έργο του και σας επηρέασε;

Όσοι ποιητές με συγκλόνισαν, αρχίζοντας από τους μεγάλους τραγικούς, είναι τόσο σπουδαίοι που δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση. Έχω πλέον πεισθεί ότι ετοίμασαν την ψυχή μου για να υποδεχθώ την Ποίηση με την ταπεινότητα που της οφείλουμε.
Με ρώτησαν κάποτε οι φοιτητές μου γιατί δεν διδάσκω Rimbaud, ενώ ξέρουν ότι τον λατρεύω. Τους εξήγησα ότι με συγκλονίζει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να τον διδάξω, καθώς στη διδασκαλία χρειάζεται ορθός λόγος. Ζήτησαν ένα παράδειγμα και τους ανέφερα τον περίπατο του ποιητικού Εγώ το ξημέρωμα, στο ποίημα «Η αυγή», όταν συναντά στο δρόμο του ένα λουλούδι που του λέει το όνομά του. Άλλοι φοιτητές με άκουγαν με δέος, άλλοι ήταν έτοιμοι να βάλουν τα γέλια. Και τότε τους ρώτησα: «Δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι ο ποιητής ξεκινά πριν ξημερώσει για να πλάσει τον κόσμο από την αρχή, ότι περπατά για να αγγίζουν τα πόδια του στη γη, ότι το λουλούδι τού λέει το όνομά του γιατί ο ποιητής έχει κιόλας μεταφερθεί στις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας και βλέπει όλα τα όντα να αυτοπροσδιορίζονται, να έχει το καθένα το δικό του όνομα και τη δική του ουσία;».

Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση αλλά και ως υπεύθυνη του έντυπου περιοδικού που ονομάζεται «ΘΕΥΘ». Τι μένει στο τέλος από αυτή την όμορφη διαδρομή;

Επανέρχομαι στην αρχή των ερωτήσεών σας και λέω ότι αυτό που μένει είναι η αίσθηση της αξίας του χαρτιού, του χάρτη, αυτού που καταγράφει και δημιουργεί πολιτισμό. Πολύ σημαντική είναι η αίσθηση ότι αγγίζεις τα νέα παιδιά. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν φοιτήτριες της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μου είπαν ότι χρησιμοποίησαν ποιήματά μου στις εργασίες τους, όταν μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου Θεσσαλονίκης μετέτρεψαν ποιήματά μου σε ζωγραφιές, μουσική και χορό.
Είστε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;

Ήμουν πρόεδρος από το 2013 έως το 2016. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε να φέρουμε την Εταιρία κοντά στην κοινωνία, να δώσουμε την ευκαιρία στους ακροατές μας να πιάσουν ένα βιβλίο στα χέρια τους, να ακούσουν για το βιβλίο με λόγο και μουσική. Πιστεύαμε ότι ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμήσουμε την κρίση. Ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν οι αίθουσες που χρησιμοποιούσαμε –Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών, Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλεία, καφέ– ήταν γεμάτες με ακροατές που νοιάζονταν.

Αλήθεια, ποια είναι η πνευματική κίνηση σήμερα στη Θεσσαλονίκη;

Η πνευματική κίνηση στη Θεσσαλονίκη είναι πάντα πολύ πλούσια. Είναι αλήθεια ότι μερικά από τα καλύτερα θέατρα έκλεισαν, αλλά όσα μένουν εξακολουθούν να κάνουν άριστη δουλειά. Υπάρχουν πάντα συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, παρουσιάσεις σημαντικών βιβλίων συγγραφέων που έρχονται από όλη την Ελλάδα. Διάθεση να έχουμε, να πηγαίνουμε.

Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μια διέξοδο για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Πολλοί νέοι ποιητές παρουσιάζουν τα ποιήματά τους σε ιστοσελίδες. Και πολύ καλά κάνουν. Επικοινωνούν έτσι ευθέως και χωρίς οικονομική επιβάρυνση με πάρα πολλούς αναγνώστες. Επιμένω σε αυτό και ας ανήκω σε μια άλλη γενιά, σε αυτήν που το χαρτί κρύβει όλα τα μυστικά της ποίησης και πρέπει να το αγγίζεις για να επικοινωνήσει μαζί σου.
Σήμερα, ωστόσο, λευκή σελίδα είναι η οθόνη του υπολογιστή. Είναι γοητευτικό αν σκεφτούμε ότι, λίγα λεπτά μετά την καταγραφή του, το ποίημα μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες αναγνώστες. Ας αρχίσουν, λοιπόν, οι νέοι από το διαδίκτυο και, αν αυτό τους εκφράζει πραγματικά, θα του δώσουν μια νέα υπόσταση, θα το μεταμορφώσουν σε μαγικό χαρτί του μέλλοντος, θα είναι συνάμα scripta manent και έπεα πτερόεντα.

Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Προτείνω να μην ξεχνούμε ποτέ τους παλιούς που άνοιξαν το δρόμο για την Ιθάκη, καθένας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο.

Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Αυτό το βιβλίο αλλάζει κάθε τόσο, εννοείται. Και δεν είναι συνήθως συλλογή, είναι άπαντα – Καβάφης, Ρίτσος (Τέταρτη διάσταση), Αναγνωστάκης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αγγελάκη-Ρουκ… Αυτός που έμεινε πλάι μου περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή ήταν ο Μίλτος Σαχτούρης.

Ένα αγαπημένο ποίημα;

«Τα τείχη». Αφηγείται την ιστορία όλων μας, και τη δική μου, κι ας μην επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να εγκλωβιστεί και ούτε θα έλεγα ποτέ ότι φταίνε οι άλλοι για τα δικά μου δεινά. Αυτό σημαίνει ότι το ποίημα κρύβει μια βαθιά αλήθεια που μόνο το ασυνείδητό μας μπορεί να συλλάβει.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ

1-%cf%80%ce%b5%ce%bd%ce%bd%cf%85

Η Πηνελόπη Γιώσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Ιωάννινα. Σπούδασε
Νομική σε προπτυχιακό επίπεδο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο University College London
(UCL) και στο University of East Anglia (UEA) ως υπότροφος του
Ιδρύματος «Προποντίς». Είναι δικηγόρος σε Ελλάδα και Κύπρο, ενώ
στο παρελθόν συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο του Cambridge, Τμήμα
Κοινωνιολογίας, στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος. Διαμένει
στην Αγγλία όπου πραγματοποιεί τις διδακτορικές της σπουδές στο UEA
ως υπότροφος του πανεπιστημίου.
Είναι γνώστρια της αγγλικής, γαλλικής, τουρκικής και αλβανικής γλώσσας.
Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές :
Ενδόμυχα (2011) και Ανάδοχοι καιροί (2016)

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf

1-16652389_10212259191541968_90234402_n

ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΚΑΙΡΟΙ (2016)

 

 

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Οι δάσκαλοι που γέρασαν
οι γονείς που απέκτησαν ανάγκες δεκανίκια
θυμίζουν ανελέητα τα τριάντα ορφανά χρόνια μου
που ξεπαγιάζουνε γυμνά έξω απ’ την πόρτα.

Με μεγαλώσανε απότομα ή μου φαίνεται;
Οι υπάλληλοι στα μαγαζιά μ’ αποκαλούν κυρία
το ίδιο και τα παιδιά στον δρόμο όταν περνώ.

Οι συνομήλικοι στην πλατεία
σέρνουν καροτσάκια, ζουν συντροφικά
επιμελώς οικογενειακά
αφελώς μεγαλοαστικά
Άραγε στον χρόνο τους χωρά η αναπόληση
με τα ταξίδια της;
Κι εγώ να νιώθω μέσα μου
σαν το παιδί που ήμουνα στα δώδεκα
αυτό που παίζει με τις κούκλες
χτενίζει το μέλλον
ταΐζει τα όνειρα
φασκιώνει τις ρέουσες μέρες της αθωότητας
μην εισχωρήσει απ’ τη σχισμή λαθραία η γνώση
και συγκαούνε πρώιμα μαζί της.

 

 

ΤΟ ΑΦΡΟΝ ΓΗΡΑΣ

«Ατάσθαλον ύβριν έτισας»
Με νεανίζοντα εγωισμό
άφησες να μουχρώσει ο νους
κι έβγαλε δόντι και νύχι
πάνω στην αμφιλύκη της ζωής.

Κι υπάρχει πάντα χρόνος
για νέμεση και τίση
μετά την ύβρη·
όμως για μεταμέλεια;

Φοβάμαι μη δεν προλάβεις
να κοινωνήσεις σχώρεση
και μείνουν αυτές οι ρυτίδες
αναίτιες.

 

 

ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΟΥΝΤΕΣ

Φάσματα θλιβερά
ολοένα τριγυρνούν σε αξιώματα και θώκους
σαν άδικες στοιχειωμένες κατάρες
που ξεστομίσανε αναίτια χείλη ρυπαρά
ζυγιάζοντας επιπόλαια
το βάρος του κρίματος.

Την επομένη
ίσως παραχωρήσουμε μία λωρίδα ουρανό και για κείνους
να ’χουν να στερεώσουν κάπου
κι οι διάττοντες αστέρες
το πέρασμά τους.

 

 

ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Μεγαθήρια σε στάση αμετάκλητη
ορθώνονται
σφιγμένες βλάσφημες γροθιές
προς τον ορίζοντα.
Χορεύουν στατικά
μες στον εκστατικό χορό του κέρδους
οχεύοντας τον ουρανό
και τρωγοπίνοντας την ανασαιμιά μας.

Πλατιές βιτρίνες όπου κι αν κοιτάξεις
να καθρεφτίζονται τ’ απολειφάδια μιας ιδέας
σε φόντο απαστράπτοντος υλισμού·
ματαιότητα πια να πιστεύεις σε κάθε ενέργεια
συλλογική.

Κι η άσφαλτος να στρώνεται σαν κόκκινο χαλί
για να περνούν κάθε λογής αιλουροειδή,
που τρέφονται με κόπρο του Αυγεία
και ξερατό μέσ’ απ’ τα σωθικά της γης.

Πρίγκιπες επιβήτορες που κοάζουν
σαν τους φιλήσεις
πριγκίπισσες που ντύνονται με ρέλια υφασμάτων
κι απομυζούν τη γοητεία που ’χει το κοκκινάδι.
Άνθρωποι που βγάζουν μεροκάματο απ’ την πείνα τους
άνθρωποι που πλουτίζουν από την πείνα των άλλων.

Ιοστεφές άστυ μιας άλλοτε εποχής
γιατί να καταντήσεις έτσι;
Ίσως μονάχα η Καβαφική λύτρωση των Βαρβάρων
να ’ναι για σένα τώρα πια
μια κάποια λύσις.

 

 

ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟ

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
δάκρυα από μάτια που μείνανε ορθάνοιχτα
στης Ιστορίας την απόκοσμη όψη·
κανείς πατριώτης δεν βρέθηκε να τα σφαλίσει
Κι είναι τ’ ανάχωμα της κοιμωμένης μνήμης
σαν ένα κάνιστρο που αποζητά
μονέδες ξένων περιηγητών
για τη δικαίωση στον χρόνο.

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
βρέχει και στα χαμόσπιτα
με λύσσα
να ξεπλυθούν τ’ ασπρόρουχα
απ’ όσο κορνιαχτό μάζεψε ο μόχθος
ν’ ασπρίσουνε τ’ αγάλματα
από συνθήματα οργής.
Στο μεταξύ βαλίτσες πάνε κι έρχονται
ξεπλένονται από της ξενιτιάς το χώμα
ξεπροβοδίζουνε λυγμούς
υπόσχονται ελπίδα.

Βρέχει αλύπητα
στους συλημένους τάφους των προγόνων.
Σε μια γωνιά απόμερη στα μνήματα
στέκουν τα κενοτάφια
μεράδι ενός λάκκου η σπιθαμή
στους μελλοθάνατους που καρτερούν.

 

 

ΤΟ ΔΑΣΑΚΙ ΤΗΣ ΑΧΝΑΣ

Στο δασάκι της Άχνας
εκεί που οι ελιές δεν τολμούν να φυτρώσουν
και τα πουλιά φοβούνται το κελάηδημα
κείτεται βαλσαμωμένη επιτύμβια σιωπή.

Σιγή παντού και αλαλία
μην και ξυπνήσει ο κοιμισμένος βασιλιάς Αττίλας
απ’ τη νάρκη του
κι αρχίσουν πάλι να ηχούν του πολέμου τα κύμβαλα.

Στο δασάκι της Άχνας κανείς δε μιλά
μονάχα αφουγκράζεται
τους στεναγμούς του ανέμου
κι αγναντεύει τα τουρκικά φυλάκια
σαν παράταιρα ξόανα να χάσκουν
στης μνήμης το πικρό νεφέλωμα.

Και τότε η ματιά πονά και ματώνει
απ’ τα συρματοπλέγματα που ρίζωσαν στο χώμα.
Όμως αναθαρρεύει γλήγορα σαν δει
το μοναστήρι του Αί-Κεντέα,
σε μια κορφή να στέκεται του δρόμου
αγέρωχα μοναχικό
για να θυμίζει περήφανα, λυτρωτικά
τους μικρούς Χριστούς που σταυρώθηκαν.

Αμμόχωστος, 2012

Η ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Και τι απέμεινε;
Μονάχα οι πτυχές στα σεντόνια
κι η απόπνοια της ζώσας ύλης
μετά τον κάματο της ένωσης·
ενθυμήματα κι αυτά που βιάζονται να φύγουν
με το γρήγορο του λεπτοδείκτη πέρασμα.

Μονάχα η θυμέλη της κλίνης απέμεινε εκεί
να στέκεται βουβή κι ακλόνητη
μες στων ξεχασμένων κορμιών το ανάθημα
στης ηδονής τη χθόνια θεότητα
θυμίζοντας πάντα σαδιστικά
την ασυγχώρητη λιποταξία του λογισμού.

 

 

 

ΕΝΔΟΜΥΧΑ (2011)

 

 

Οι λέξεις

Είναι οι λέξεις ώρες-ώρες
ανυπόφορα φορτικές,
φορτωμένες σαν πουλαράκια
με πόνο, πίκρα και απόγνωση…

Να τις αποφύγω θέλω, αμελλητί·
τι να κάνω που ο νους μου όμως
με τομή, καισαρική έστω,
αρέσκεται να τις γεννά…

 

 

Το Αλφάβητο του Έρωτα

Γράμματα αλφαβήτου ανάκατα,
συλλαβές σπασμένες, λέξεις μισοτελειωμένες,
προτάσεις που ήτανε να γίνουν φράσεις,
αλλά δεν έγιναν…
Αυτό είμαι χώρια σου, μονάχα αυτό.

Κι’ αυτή η απόσταση που μας χωρίζει
κάνει να γίνομαι ολόκληρη,
ένα ουρλιαχτό που κραυγάζει
τ’ όνομά σου…

Και όποιο μέλος μου ν’ αγγίξεις
θα ψηλαφίσεις θες δε θες
κι ένα από τα γράμματα του ονόματος σου…

Μα, όταν έρχεσαι εσύ, ο λεξιπλάστης μου,
η απόστασή μας μηδενίζεται
και σχηματίζεται περίλαμπρο
το όνομά σου στο κορμί μου…
Αυτό που κάθε βράδυ ψιθυρίζεις στ’ αυτί μου σιγανά
μην και τ’ ακούσει η μέρα και ζηλέψει…
Και τότε, συλλαβίζουμε μαζί το όνειρο
κι ορθογραφούμε την αγάπη…

Λεξιπλάστες του έρωτά μας γινόμαστε κι’ οι δυο
και κάθε γράμμα του, κάθε συλλαβή του
αποθεώνεται…

 

 

Η αποτυχία

Βαρύγδουπος ο ήχος της πτώσης
από την κορυφή…
Ηχεί διογκωμένα
μες στον αντίλαλο της ματαιοδοξίας…

… Και το ποτάμι συνεχίζει να κυλά,
ο ήλιος ν’ ανατέλλει
κι’ ο πλάτανος να ‘χει σκιά το καλοκαίρι.
Άραγε, ποιος θα θυμάται,
ποιον θα νοιάζει
εκείνη η αποτυχία,
εκτός του εγωισμού μου…;

 

 

Βραδιές δίχως εσένα III

Με χέρι σιδερένιο και βαρύ
μαχαίρι έμπηξα στο σώμα της σελήνης.

Έκοψα μια φετούλα από φεγγάρι
και τη μάσησα…

Το χλωμό της φως με αηδίασε·
άνοστη η γεύση της βραδιάς…

 

 

Η αντάμωση

Όταν τα μάτια μας συναντήθηκαν,
ο κόσμος σταμάτησε…
Κινείς δεν κινήθηκε, κανείς δε μίλησε,
μήτε ο χρόνος τόλμησε να κυλήσει,
λες κι’ όλη η φύση συνωμοτούσε χρόνια, αιώνες
γι’ αυτή τη μικρή προσωπική στιγμή μας…

Έπαψαν του εγωισμού μου οι ιαχές
να ηχούν αλύπητα στ’ αυτιά μου.
Τώρα μονάχα η άγρα της φωνής σου
στης ακοής μου το ηχόχρωμα τανύζεται…

Κανείς δε μίλησε, κανείς δεν ρώτησε
για των βλεμμάτων μιας το συναπάντημα.
θαρρείς πως στις Γραφές ήταν προφητεμένο
και ήρθε απλά το πλήρωμα του χρόνου
σαν φυσικό επακόλουθο ενός μεγάλου έρωτα,
προδιαγεγραμμένου…

 

 

Η Εκδίκηση

θα σ’ εκδικηθώ μονάχα
όταν θα σ’ έχω ξεχάσει…
Όταν το όνομά σου δε θα σε θυμίζει
κι η εικόνα σου θα είναι αγνώριστη
και μαύρη απ’ τα χιόνια και τα παράσιτα…

Τότε ναι!
θαρρώ πως θα σ’ έχω εκδικηθεί
Ούτε αγάπη, ούτε μίσος, απλά τίποτα…
Ένα τίποτα του σήμερα
που ισούται με τα πολλά όλα του κάποτε…

Όμως, φοβάμαι
πως έτσι αν σ’ εκδικηθώ
θα γίνω ολάκερη εγώ ένα τίποτα…
Μια κενότητα…
Μια άνω και κάτω τελεία
που προλογίζει κάτι που δεν έπεται
και που ποτέ δε θα ‘ρθει…

Δε μου πρέπει τέτοια εκδίκηση.
δε μου ταιριάζει ο νιχιλισμός…
θα προτιμήσω τη γλυκιά εκδίκηση
της συγχώρεσης,
ν’ αναπαυτούν τα μέσα μου…
Κι εσύ αν θέλεις δέξου την,
έστω κι αν δεν τη ζήτησες ποτέ…

 

 

Το Παρασιτικό

Όπως η μύγα ύπουλα κι αδυσώπητα
ρουφά το αίμα απ’ ανοιχτές πληγές
κουφαριού παρατημένου
και κολλάει πάνω τους
και ματώνεται ολάκερη
αρέσκοντας τα πόδια της
τα δυο τα μπροστινά
βαθιά να χώνει μέσα τους
και μ’ ευχαρίστηση
το αίμα ύστερα να γλείφει,
έτσι κι εσύ απ’ την καρδιά μου
το αίμα ρουφάς σταλιά-σταλιά
δίχως έλεος γιατί απ’ τη φύση
έτσι πλάστηκες…

Και είσαι συ για μένα
ό,τι ο δάκος για την ελιά
ό,τι η μελίγκρα για το φύλλο
ό,τι το σαράκι για το ξύλο…

Κι ωσάν το σκόρο με τρυπάς
και μ’ αχρηστεύεις…
Μ’ ακουμπάς κι αφήνεις ίχνη μαγαρίσματος,
καμένης γης λεηλατημένης…

Μα εσύ δε φταις γι αυτή τη συμφορά.
Η φύση σου φταίει που έτσι σ’ έπλασε…
Καταχτητή, οργανισμό παρασιτικό,
να τρέφεσαι εις βάρος μου από μένα…

 

 

Τα Χώματα

Στη γιαγιά μου

Τα χωματάκια που σε σκεπάζουν
εκεί που κείτεσαι, μην τα φοβάσαι!
Είναι τα δικά σου χώματα,
αυτά που πάτησες. έσκαψες,
σκάλισες κι αγάπησες σ’ όλη σου τη ζωή.

Αυτά τα χώμα τα για σένα
είν’ ελαφριά και μακάρια.
Μυρίζουν την κοπριά απ’ τις κατσίκες σου,
το λιβάνι και τα κεριά απ’ τις εκκλησίες σου…
Είναι ακόμα νωπά κι εύφορα
απ’ το νερό που τα πότιζες…

Αυτά τα χώματα φωνάζουν τ’ όνομά σου,
σ’ αγαπάνε…

 

 

Το ανοιχτό σου πουκάμισο

Άσε λίγο το πουκάμισά του ανοιχτό!
Έτσι, για να θαυμάσουνε τα μάτια μου
τη θέα του γυμνού σου στήθους,
καθώς οι θηλές του
ανάγλυφα στητές θα γίνονται
με της πνοής μου την ανάσα…

Άναψε του βλέμματος τη σπίθα
η θέα του ανοιχτού σου πουκαμίσου…
Πώς να ξεφύγω απ’ το φάσμα των ήλιων σου,
πώς ν’ αρνηθώ τα κάλλη της σάρκας;

Τ’ ανοιχτό σου πουκάμισο
παράθυρο με θέα την ψυχή σου…
Εκεί τα βλέπω όλα,
την αγάπη, τους φόβους και τα πάθη σου…
Κι όσο κι αν θες να μου κρυφτείς
τείχη δεν μπορείς να υψώσεις.
Δεν κρύβεται, καλέ μου, η αγάπη…

Έλα, δώσε μου το πουκάμισο σου να το ντυθώ,
να μείνει της γύμνιας σου η ωραιότητα
να τη θυμάμαι…

Δώσ’ μου το, κι ας κολλήσει πάνω μου
κι ας κόψει κομμάτια απ’ τη σάρκα μου
κι ας με κατασπαράξει…

Για μένα θα ’ναι αρκετή
η θέα του γυμνού σου στήθους…

 

 

Η Σιωπή Σου

Κόψε στη μέση τη σιωπή σου
κι απ’ το μισό νεκρό της σώμα
δώσε μου ένα κύτταρο λαλιάς,
τη ζωή μου…

Σαν θες να λέγεσαι ποιητής

Κατάπιε τον ορίζοντα απόψε ο ουρανός
μαύρο το πλάνο γύρω μου,
δίχως αστέρια και φεγγάρι.

Κι’ αυτή η μονωδία του ποιητή,
θρηνητικά ηχώντας
μες στην αχλύ των χρόνων,
μοιάζει με προφητεία δυσοίωνη
σαν της κακιάς Κασσάνδρας:

«Σαν έρθει η ώρα εκείνη
που την πατρίδα σου στη ζητιανιά
θα δεις να βγαίνει,
άθυρμα να γίνεται
σ’ αγιογδύτες των λαών,
εσύ, να μη σωπάσεις!

Εσύ, φτωχέ ποιητή,
των προγόνων ύστατο αγλάισμα,
μίλα, μην ψιθυρίζεις!
Αγκωνάρι γίνε των αδύναμων,
λόγος στα χείλη των δειλών,
φόβος στις καρδιές των ισχυρών.

Ύψωσε το κοντύλι σου μ’ ευλάβεια
στο στέμμα της αλήθειας
και μίλα…
Κατάγγειλε…
Παρηγόρα…

Λυτός ο λαός συνήθισε να ζει
με μιαν ελπίδα στην ψυχή
κι ένα χαμόγελο στα χείλη.
Γίνε εσύ, ω ποιητή,
η ελπίδα και το χαμόγελό του…
Κι ας είναι αυτή σου η προσφορά
τα ύστατα θρέπτρα σου
προς την πατρίδα…

 

 

Το άχρονο του χρόνου

Φαντάζει η αντάμωσή μας
μια στιγμούλα μέσα στο χείμαρρο του χρόνου.
Μια λιμνούλα χρόνου
στάσιμη μα διόλου ασήμαντη,
γιατί απ’ τη γούβα της ποτίζονται
τα σπουργίτια της νιότης
και της νοσταλγίας…

Κι ακροβατεί περίτεχνα η μνήμη
στο πάντα, στο πάλι, στο ποτέ…

 

 

Το άγραφο χαρτί

Σφηνώθηκε απόψε η σκέψη μου
στο ανέφικτο του άλλοτε εφικτού
κι όσο η νυχτιά το μαύρο σάλι της απλώνει.
η άσπρη σελίδα εμπρός μου
αμείλικτα λευκότερη φαντάζει.

Κραυγάζει τη στείρα φαντασία μου,
τη λήθη των λέξεων
μ’ αιωρούμενες επαγγελίες ξεγελά.
Με δείχνει με το δάχτυλο σαδιστικά,
εμένα, το δυστυχή ποιητή,
που άλλοτε με το κοντύλι μου
ξεκλείδωνα με μιας τις λέξεις απ’ το νου
κι έρρεε τότε ο λόγος μου
κελαρυστός και γάργαρος
καταμεσής της χάρτινης ερήμου…

Πώς θα’ θελα κι απόψε
να χορτάσω τον αδηφάγο πόθο για έμπνευση
γεμίζοντας το αδειανό χαρτί
με λέξεις που ξεπόρτισαν
από του ορμέμφυτου τα κατώγια…

Όμως, αλίμονο, το άγραφο χαρτί,
ατάραχο, νωχελικό,
στυλώνει το κενό του βλέμμα
στην αιδώ της αδειοσύνης μου
στερώντας μου κι απόψε
το παυσίλυπο που αποζητώ στην Ποίηση…

Να ’ξερες πόσο μισώ το άγραφο χαρτί εμπρός μου
Γιατί είν’ αυτό που με χωρίζει απ’ την αθανασία..

 

 

Πότε θα πάμε στην Ιθάκη;

Πότε θα πάμε στην Ιθάκη;
Πεθύμησα την πατρίδα της αγάπης μας

Λόγια μελωμένα
από στόματα άσπιλα στου χρόνου την πείρα…

Χείλη πρωτοφιλημένα
στων αιώνων το πέρασμα
από έναν μονάχα εραστή…

Βλέμματα που στάζουν
το πεπρωμένο του βασιλιά και της βασίλισσας,
του Οδυσσέα και της Πηνελόπης,
το δικό μας πεπρωμένο…

Νοσταλγοί εμείς που αντέξαμε το νόστο
και συνεχίζουμε την Ιστορία των Ερώτων.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

 

Εξορκισμός

Φαγουρίζουν οι λέξεις μερόνυχτα ολάκερα.
Τσιμπολογάν σαν όρνεα το νου ως το μεδούλι
ξεσκίζουν τους νευρώνες με τα νύχια˙
δεν έχει τελειωμό το χαροκόπι τους.

«Φευγάτε κολασμένες από πάνω μου»
με πέτρες ολοένα τις προγκίζω
μα εκείνες αθεόφοβες
τον οίστρο ραμφίζουν πιο βαθειά
σαν ξεπροβάλλει ωμός στης άψης το τσιμπούσι.

Ξέρω τι σας χρειάζεται κακούργες ˙
ένα μολύβι να παλουκώσω την καρδιά σας
να βαφτούν τα χέρια με μελάνι
να πάψει πια αυτό το μαρτύριο.

 

 

Έμπνευση

Όταν εσύ αποχωρούσες, εαυτέ
εκείνη ερχόταν ξαναμμένη˙
ίδια βιτσιά σ’ αφηνιασμένο άλογο
που ρουθουνίζει υποταγή
στης πένας το καμτσίκι.

 

 

Προσφώνηση στην ποίηση

Έλα λικμέ κι απόψε να λιχνίσεις
τ’ αδήριτα απ’ τα περιττά
λόγια καρδιάς από πομφόλυγες
νόησης κομπασμένης.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΚΑΙΡΟΙ 

 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου



Fractal 26/12/2016

Σκέψεις πάνω στην ποιητική συλλογή της Πηνελόπης Γιώσα, «Ανάδοχοι καιροί», εκδ. Γκοβόστης

Η ποιητική συλλογή της Πηνελόπης Γιώσα κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον μου με τον αινιγματικό της τίτλο “Ανάδοχοι καιροί”. Είναι -ασφαλώς- ένας ευρηματικός τίτλος που επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Στα 33 μακροσκελή της ποιήματα, βρήκα μεστό ποιητικό λόγο που εκφράζει με εκπληκτική άνεση και χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, έναν βαθύ προβληματισμό γύρω από τον χρόνο που κυλά ασταμάτητα αφήνοντας πίσω του μνήμες γλυκόπικρες που δε σβήνουν.
Ο άνθρωπος είναι γεννημένος να αντέχει ακόμα κι όταν όλες οι προσπάθειες ναυαγούν. Είναι άλλωστε υδρόβια η φύση του από την εποχή που βρισκόταν στην κοιλιά της μάνας του. Έχει μάθει λοιπόν να κολυμπά και να επιβιώνει από τα ποικίλα ναυάγια της ζωής. Ακόμα κι αν οι θάλασσες που τον απειλούν είναι θάλασσες αναμνήσεων, καταφέρνει και γλιτώνει:

Εσύ κολύμπησες με λέπι και κουπί
και προπορεύτηκες
Στη θάλασσα της μνήμης
να μη δειλιάζεις ούτε στιγμή
Και μη μου πεις ξανά κολύμπι πως δεν ξέρεις

Οι ενήλικες γύρω της γέρασαν όλοι κι αυτό την ανάγκασε να συνειδητοποιήσει το χρόνο που άρχισε να βαραίνει και στους δικούς της ώμους. Άλλωστε, οι συνομήλικοί της έκαναν δικές τους οικογένειες και σπρώχνουν τα καροτσάκια με τα δικά τους παιδιά στις πλατείες. Παρόλα αυτά, στην ψυχή της ποιήτριας παραμένει μια παιδικότητα που δε θέλει να παραδεχτεί το χρόνο που κυλά αδιάκοπα. Κάποιες φορές, μετρά το χρόνο βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν γύρω της τα ίδια τα πράγματα. Στο ποίημα “Η Συκιά” συνειδητοποιεί τη δική της πορεία προς την ωριμότητα, καθώς βλέπει το δέντρο να δυναμώνει και να αναπτύσσεται. Η “γινομένη νιότη” γεννά καρπούς γλυκούς σαν τους γλυκούς καρπούς του δέντρου:

Έι, εσύ συκιά,
κυρά του περβολιού
γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού

Η ποιήτρια ψάχνει βαθιά μέσα της την αληθινή της φύση. Ο μίτος που κρατά και ξετυλίγει δεν την οδηγεί έξω στο φως, αλλά βαθιά στον μέσα εαυτό, σε κλειστά, κρυφά και σκοτεινά δωμάτια της ψυχής. Αναρωτιέται αν θα βρει εκεί μέσα κάτι από την καθαρότητα του Θεού ή κάτι από το σκότος του διαβόλου:

Mην είσαι δαίμονας ή άγγελος
κατάρα ή ευλογία;
Κι αλήθεια, η πτώση από τον παράδεισο
να` ναι αφετηρία ή προορισμός;

Φαίνεται πως την ψυχή της ποιήτριας διαποτίζει η χριστιανική διδαχή σχετικά με την αιωνιότητα της ψυχής στον παράδεισο των δίκαιων και αγαθών. Ατενίζει, όμως, με δέος τον ουρανό σκεπτόμενη τη γήινη, φθαρτή και χωμάτινη φύση μας. Γιατί άραγε μας έδωσε ο Θεός την ελπίδα του ουρανού, αφού είναι πάντα τόσο ψηλά και τόσο απρόσιτος; Είναι εφικτή η ομοίωση με τον Θεό; Να που οι άνθρωποι δεν αγωνίζονται να βελτιωθούν κι ορισμένοι κάποτε γερνάνε χωρίς να ωριμάσουν:

Φοβάμαι μη δεν προλάβεις
να κοινωνήσεις συγχώρεση
και μείνουν αυτές οι ρυτίδες
αναίτιες

Ο λόγος της γίνεται καυστικός και ανελέητος καθώς συλλογίζεται την αθλιότητα που κρύβει η αλαζονεία. Είναι -λέει- ένα οίδημα, ένα βρώμικο απόστημα της ψυχής που “εκκρίνει σμήγμα χολικό”.
Τι νόημα έχει να θέλει κανείς να αποκτήσει φήμη μεγάλη; Στο ποίημα “Ο Πολύφημος” αξιοποιεί τον ομηρικό μύθο για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η πολλή φήμη δεν ωφελεί. “Πολύφημος” ονομαζόταν κι ο γίγαντας, αλλά έβλεπε μόνο με ένα μάτι, μέχρι που το έχασε κι αυτό, γιατί τον κατάστρεψε ο υπερτροφικός εγωισμός του που γιγαντώθηκε μέσα του.
Η ποιήτρια επιστρέφει ξανά και ξανά σε υπαρξιακές αναζητήσεις. Μιλά για τον Θεό, για την αμαρτία, για το καθαρτήριο και για την εναγώνια προσπάθεια απόκτησης αυτογνωσίας. Μιλά για την ηθελημένη απομόνωση, για την αυτοσυγκέντρωση, για την αναζήτηση με κάθε μέσο του ξεχασμένου εσώτερου εαυτού. Έπειτα, έρχεται η δύσκολη ανάβαση, ο κάματος, τα πληγωμένα χέρια που σφίγγουν το σχοινί της αναρρίχησης, μέχρι που τα εμπόδια υποχωρούν κι οι Συμπληγάδες συντρίβονται κάτω από μια φτέρνα που σκλήρυνε πολύ κι έμαθε να αντέχει. Το αισιόδοξο μήνυμα που δίνει στον αναγνώστη, είναι πως η ψυχική ανάταση είναι εφικτή. Κι αμέσως μετά, με καθαρά δραματικό τρόπο, τα πάντα ανατρέπονται. Στο ποίημα “Ψυχανέμισμα” που είναι δοσμένο σαν μια μικρή αρχαία τραγωδία, η “Μονωδία” μιλάει για την ηρωική ανάβαση, όμως το “Χορικό” έρχεται να μιλήσει για την τρομακτική πτώση. Οι άνθρωποι δε συγχωρούν την ανάβαση κι όσα κερδίζει κανείς με αγώνα σκληρό, εύκολα καταντούν σκορπισμένα ανεμομαζώματα. Οι άλλοι θα έρθουν με θράσος να σου τραβήξουν το μανίκι:

Σωστά την κατρακύλα δεν εκτίμησες
όταν μια μέρα βάλθηκαν να σου τραβήξουν το μανίκι
και γίνανε ανεμομαζώματα μεμιάς
τα ύψη κι οι αναβάσεις

Στην ποίηση της Πηνελόπης Γιώσα δε βρήκα φως χαράς και αισιοδοξίας. Δε βρήκα λυρικές εξάρσεις και τραγούδι ψυχής. Κι αν μίλησε στη “Μονωδία” για ανάβαση, έχω την αίσθηση πως αυτό είχε ως στόχο άλλο σκοπό : Να τονιστεί στο “Χορικό” η πτώση από ακόμα μεγαλύτερο ύψος! Η ποιήτρια πιστεύει πως τα όνειρα είναι καταδικασμένα να πεθαίνουν ανεκπλήρωτα. Υπακούμε σε ένα προαιώνιο σχέδιο που αγνοεί τη δική μας βούληση και τις δικές μας επιθυμίες. Δυστυχώς, αυτό το σχέδιο δεν αλλάζει.

Όσα αστέρια κι αν φυτέψω στο πανέρι τ` ουρανού
ο δρόμος του πεπρωμένου δεν φωτίζει
Πάντα κάποιο αόρατο χέρι θα σβήνει
την άσπρη κιμωλία στο μαυροπίνακα

Ακόμα κι η ποίηση είναι μια επιτακτική ανάγκη της ψυχής στην οποία η ποιήτρια υποτάσσεται. Όλοι οι ποιητές είναι “έρμαια”. Είναι “όργανα εκτελεστικά μιας ανωτέρας δύναμης, μιας ανάγκης αδήριτης, μιας τρελής φλέβας που χτυπά”, λέει η ποιήτρια με μοιρολατρική διάθεση.
Στη ζωή μας κυβερνά η αδικία και η αναξιοκρατία. Το χρήμα στις σύγχρονες κοινωνίες θεοποιείται. Στο ποίημα «υπόκλιση», η ειρωνεία της ποιήτριας αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, χωρίς όμως να χάσει τη λεπτή «καβαφική» της καταγωγή. Οι πλούσιοι πέφτουν στα γόνατα να μαζέψουν τα κέρματα που η ποιήτρια σκορπίζει στο δρόμο και ονομάζει αυτό το θέαμα πράξη ελεημοσύνης «σ’ αυτούς που πράγματι το ‘χαν ανάγκη». Γιατί είχαν ανάγκη μολονότι οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούσαν από μια βαθιά υπόκλιση! Είναι λοιπόν πράξη φιλανθρωπίας το να διδάσκεις τη σεμνή υπόκλιση στους υπερόπτες!  Τα κέρματα από το υστέρημά της έπιασαν τόπο! Ίσως περισσότερο απ` όσο θα έπιαναν αν τα έδινε στους επαίτες.
Η ποιήτρια στηλιτεύει την υποκρισία μας στις τυπικές εκφράσεις μιας εξωτερικής φιλανθρωπίας, χωρίς βάθος και χωρίς ηθικό αντίκρισμα. Οι πολιτείες στα μάτια της είναι αμαρτωλές. Τα μεγαθήρια υψώνονται σαν «σφιγμένες βλάσφημες γροθιές» στον ουρανό του Θεού. Μοιάζουν με πύργους της Βαβέλ που χτίζονται με αλαζονεία αξιοκατάκριτη. Οι λαμπερές βιτρίνες καθρεφτίζουν τη ματαιοδοξία και στην άσφαλτο σέρνονται ποικίλα μηχανοκίνητα «αιλουροειδή που τρέφονται με κόπρο του Αυγεία και ξερατό μες απ’ τα σωθικά της γης». Τριγύρω πρίγκιπες, πριγκίπισσες και μεροκαματιάρηδες που παιδεύονται για το ψωμί της μέρας. Τελικά, μόνο μια λύτρωση απομένει: Η καβαφική αναμονή των βαρβάρων…

Ίσως μονάχα η Καβαφική λύτρωση των Βαρβάρων
να `ναι για σένα τώρα πια
μια κάποια λύσις

Η «Αποκάλυψη του Ιωάννη», οι «τέσσερις καβαλάρηδες», οι “
«επτά φιάλες», το «Αρνίο», το «θηρίο» και το «ανοιχτό βιβλίο του ουρανού»
απηχούν τη βαθιά θρησκευτική πίστη της ποιήτριας και την πίκρα της απέναντι σε έναν κόσμο που φθείρεται και καταρρέει. Μάταια ζητά στη δέησή της να μην αφήσει ο Θεός να τραβούν μπροστά τα αμαρτωλά του παιδιά που βαστάζουν μαχαίρια και ρόπαλα. Δε μένει όμως μόνο στην κρίση του κόσμου γύρω της. Επιστρέφει με αυτοκριτική διάθεση και αυστηρότητα και μιλάει για το θυμό που κάνει τη γλώσσα της να τρέχει με εγωισμό και πείσμα, απαιτώντας χειραφέτηση από τον νου. Τα λόγια της δείχνουν άνθρωπο που έχει πάρει μέσα του την απόφαση να ξεριζώσει οριστικά κάθε κακή συνήθεια κι οτιδήποτε εμποδίζει την πνευματική ανάταση.

Αυτό το ύπουλο μαλάκιο
που κείτεται στον βυθό
καλά κρυμμένο
μπόρεσε κι απόψε να διαφεντεύσει
του λόγου τον ωκεανό

Ξεχώρισα αμέσως ένα ωραίο ποίημα με τίτλο “Οίκαδε”. Ένα μακροσκελές ποίημα με καθαρό πάνω του το άγγιγμα του μεγάλου δασκάλου Σεφέρη, ένα ποίημα νοσταλγικό, που μιλά για την επιστροφή εκεί που είναι οι ρίζες μας και η καρδιά μας

……
Σου το `χα πει κάποτε, θυμάσαι;
Να στρέφεις πάντα την πυξίδα σου στα νότια
σε κλίμα Μεσογειακό.
Εκεί πάντα θα υπάρχει
ένας ανεμόμυλος να σε περιμένει
ιστίο ασιδέρωτο, απλωμένο στην ελευθερία των επάλξεων
τσιτωμένο από τον Μπάτη που φυσάει
την ωραία τόλμη να ταξιδεύει μονάχο του
……….
Έγινα έρμαιο των καιρικών δελτίων
σε μια χώρα που της απαγόρευσαν
να λιάζεται στο Ήλιο που της αναλογεί.
Έκλεψα τότε κι εγώ μια ηλιαχτίδα μες στα μάτια μου
κι από τότε την πάω και τη φέρνω στους Βορεινούς

Τι παίρνει, λοιπόν, κανείς για αν θυμάται την πατρίδα; Μια ηλιαχτίδα στα μάτια είναι ικανή να φωτίσει τη ζωή στα ξένα. Από την πατρίδα ποτέ δε φεύγουμε στ` αλήθεια. Την κουβαλάμε μαζί μας σε ένα πλήθος αναμνήσεων που τις φυλάμε με αγάπη, σαν να είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Ακόμα κι αν είναι συλημένοι οι τάφοι των προγόνων κι αν ο τόπος μας είναι γεμάτος χαμόσπιτα φτωχικά, οι βαλίτσες που πάνε κι έρχονται κουβαλάνε ελπίδες για ένα μέλλον καλύτερο, όμως οι αποχωρισμοί γεμίζουν από λυγμούς. Η εικόνα της πατρίδας φυλάγεται στην καρδιά της ποιήτριας και δε σβήνει:

Κουβαλάω την εικόνα σου πάντοτε μαζί μου
σαν τσαλακωμένη παλιά φωτογραφία
σε στέρνο στρατιώτη
σαν καύχημα αρχοντικής καταγωγής
και σαν λουλούδι ευωδιαστό

Η αγάπη για τους ανθρώπους είναι εμφανής στο ποίημα “αποχαιρετισμοί”. Είναι “πικρή πρόγευση θανάτου” το να αποχωρίζεσαι τους ανθρώπους. Ίσως γιατί οι άνθρωποι υφαίνουν μικρά και μεγάλα κομμάτια της δικής μας ζωής κι όταν απομακρύνονται ξηλώνεται κάτι βαθιά στην ψυχή μας που δεν κλείνει εύκολα:

βαραίνει την τρύπια φόδρα
του λεπτοδείκτη χρόνου

Η ποιήτρια πιστεύει πως ο έρωτας συνδέεται με μικρά καθημερινά πράγματα που μοιράζεται κανείς με έναν άλλο άνθρωπο. Όμως, η απόκτηση κοινών συνηθειών απαιτεί χρόνο. Ο χρόνος συνδέει στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Ψυχρές, βιαστικές ερωτικές συνευρέσεις δεν είναι ικανές να καλύψουν τα μεγάλα κενά της ψυχής και μένει πάντα το πικρό συναίσθημα της έλλειψης.
Το «γοργό συναπάντημα των χνώτων» δεν μπορεί να γαληνέψει την ψυχή της. «Ανέραστη καταφρόνια» βλέπει στα μάτια του εραστή της, κάθε φορά που συνειδητοποιεί το ψυχικό κενό. Μετά μένει με τα αιώνια ερωτηματικά της που καμπυλώνουν κι ορθώνονται σαν απειλητικά φίδια, κι οι εξομολογήσεις, «οι άκρως εμπιστευτικές», αργούν πολύ με το ταχυδρομείο ή χάνονται στο δρόμο και δε φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους.
Συνοψίζοντας, κεντρικά θέματα αυτής της ωραίας ποιητικής συλλογής είναι η εναγώνια έρευνα στα πιο βαθιά κι ανεξερεύνητα μέρη της ψυχής με σκοπό την αυτογνωσία, ο Θεός που προσφέρει τον ουρανό του παρά τη χωμάτινη φύση μας, ο κακός εαυτός που παρασύρεται στην αλαζονεία, η θεοποίηση του χρήματος, η απουσία συμπόνιας προς τον συνάνθρωπο και ο παράλογος τρόπος ζωής στις τερατώδεις «αμαρτωλές πολιτείες». Τέλος, ένα θέμα που εμφανίζεται κατ` επανάληψη σε τουλάχιστον τέσσερα ποιήματα είναι οι δεσμοί με την πατρίδα. Ο έρωτας δεν κατέχει σημαντική θέση στην ποιητική συλλογή «Ανάδοχοι καιροί». Ίσως γιατί πλημμυρίζει την ψυχή της ποιήτριας με λύπη και απογοήτευση, αντί να τη γεμίζει με φως.
Κλείνοντας αυτήν την εργασία, οφείλω να πω με θαυμασμό πως η πηγαία ποίηση της Πηνελόπης Γιώσα με γοήτευσε. Άκουγα διαρκώς τη φωνή της διαβάζοντας τους ωραίους στίχους της. Άκουγα την ώριμη φωνή μιας ψυχής που δεν έχασε στιγμή την παιδική της αθωότητα και το δικαίωμα να ονειρεύεται και να χάνεται μέσα στα δικά της παραμύθια. Μια φωνή ειρωνική και σκληρή σαν οργισμένη καταγγελία, όταν μιλάει για το άδικο ή την ασχήμια που καταστρέφει τη ζωή μας, για να ξαναγίνει σε λίγο απαλή, τρυφερή και νοσταλγική.

 

 

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

ΦΡΕΑΡ 29/6/2017

Το κοριτσάκι στην εικόνα του εξωφύλλου (από τον πίνακα του Charles Edward Wilson) ονειροπολεί, στοχάζεται, μελαγχολεί και θλίβεται ή μήπως ετοιμάζεται να γράψει ποίηση; Όλα αυτά κι άλλα πολλά συμβαίνουν στην ποιητική συλλογή «Ανάδοχοι Καιροί» της Πηνελόπης Γιώσα. «Ανάδοχοι Καιροί», ένας τίτλος ανοικτός και πολύσημος που μας καλεί και μας προκαλεί να τον γνωρίσουμε, να τον ερμηνεύσουμε. Καιροί ανάδοχοι της εποχής μας, καιροί γεμάτοι διαψεύσεις, οδύνη, έρωτα, αποχωρισμούς αλλά και ομορφιά, νοσταλγία και ελπίδα κάποτε…

Τα ταξίδια της μνήμης («Στη θάλασσα της μνήμης /να μην δειλιάζεις ούτε στιγμή…») και το χρονομέτρημά τους («Τα χρόνια μου φοράν πατίνια/κι εγώ ψηλοτάκουνα./Πώς να τα προφτάσω/Πώς να επέλθει η σύγκλιση;») είναι πηγή έμπνευσης για την ποιήτρια. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι στο ποίημα «Ενηλικίωση», όπου:

«Οι δάσκαλοι που γέρασαν
οι γονείς που απέκτησαν ανάγκες δεκανίκια
θυμίζουν ανελέητα τα τριάντα ορφανά χρόνια μου
που ξεπαγιάζουνε γυμνά έξω απ’ την πόρτα»

Μέσα από δυνατές εικόνες, αναπόληση και αναστοχασμό, η Πηνελόπη Γιώσα συχνά καταλήγει σε υπαρξιακά ερωτήματα και διαπιστώσεις όπως στα ποιήματα «Ενηλικίωση» , «Εικόνα Δειλινού» και «Η Συκιά», ποίημα εξαίρετης ποιητικής εικονοποιίας.

«..Ει εσύ συκιά
κυρά του περβολιού
γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού»

Ο κοινωνικός σχολιασμός με μια υποδόρια ειρωνεία που συχνά αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική γραφή της Πηνελόπης Γιώσα και συναντάται κυρίως στα ποιήματα «Υπόκλιση», «Ο Πολύφημος » «Αναξιοκρατούντες» «Το άφρον γήρας», και «Το Οίδημα», με χαρακτηριστική στο τελευταίο αυτό ποίημα τη στροφή:

«Αυτοάνοσο νόσημα η αλαζονεία
απόστημα πολλών απωθημένων.
Μάταιο είναι να την κρύβεις
μ’ έναν απλό επίδεσμο»

Και κάπου αλλού, στο ποίημα «Αναξιοκρατούντες» στηλιτεύει την ύπαρξη αυτών που «ολοένα τριγυρνούν σε αξιώματα και θώκους» καταλήγοντας με τους στίχους:

«Ίσως παραχωρήσουμε μια λωρίδα ουρανό και για κείνους
να’ χουν να στερεώσουν κάπου
κι οι διάττοντες αστέρες
το πέρασμα τους»

Έτσι, οι ανάδοχοι καιροί κινούνται σε «Αμαρτωλές Πολιτείες» «σε φόντο απαστράπτοντος υλισμού» που περιγράφονται με στίχο έντονων έως συγκλονιστικών εικόνων όπως
« Κι η άσφαλτος να στρώνεται σαν κόκκινο χαλί
για να περνούν κάθε λογής αιλουροειδή
που τρέφονται με κόπρο του Αυγεία
και ξερατό μεσ’ απ’ τα σωθικά της γης»
Ένα άλλο σημαντικό μοτίβο που επανέρχεται στα ποιήματα της συλλογής είναι αυτό της μοναξιάς και του φόβου για τη μοναξιά ,του σκοταδιού που την περιβάλλει καθώς και του ανεκπλήρωτου ονείρου μαζί με τη ματαιότητα της ύπαρξης. «Τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα πεθαίνουν πάντα /απόμερα σαν γέρικα σκυλιά».

Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα «Ψυχανέμισμα» όπου η μυρωδιά της μοναξιάς είναι παντού, «Παραίτηση» και «Αποχαιρετισμοί» όπου το ποίημα καταλήγει με τους στίχους:

«Άραγε έτσι να’ ναι τα προεόρτια της μοναξιάς
και του θανάτου η πικρή πρόγευση;»

Ένα ποίημα που έχει σχέση με δυο αγαπημένα μοτίβα της ποίησης της Πηνελόπης Γιώσα είναι αυτό με τον τίτλο «Νύχτα Επιστροφής» όπου μνήμη και μοναξιά αλληλένδετα καθορίζουν την ύπαρξη «στραβά ρίχνοντας στον ώμο /τις τσαλακωμένες απ’ τον χρόνο μνήμες»
Στην ποιητική γραφή της Πηνελόπης Γιώσα υπάρχει επίσης ένα αρμονικό συνταίριασμα στοχαστικού ρομαντισμού που αγγίζει τα όρια του ρεαλισμού – όσο οξύμωρος και αν φαντάζει ο χαρακτηρισμός αυτός – ο αναγνώστης το συναντά στα ποιήματα όπως «Η Υστεροφημία του πόθου» και «Αυτός ο έρωτας» που

«..δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο
κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια»
και προχωρεί εκεί που η σύγχρονη ρότα της ζωής μάς έχει καθηλώσει
«Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
σ΄ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
σε μια συνεύρεση, επιπόλαια, βιαστική».

Την ποιήτρια απασχολεί επίσης η διεργασία της ποιητικής γραφής , η αυτονομία και το ανεξήγητο της έμπνευσης . Αναρωτιέται με τρόπο παραστατικό στο ποίημα «Η Φλέβα»

«Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
πώς να την πειθαρχήσω
που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
κάθε φορά που σμίγει με την πένα;»

Με το ποίημα «Θα σου πω ένα παραμύθι» που κλείνει το ποιητικό μας ταξίδι σε ανάδοχους καιρούς, η ποιήτρια, με αφετηρία τα παραμύθια και τους μύθους του Αισώπου, αναπολεί με νοσταλγία τον καιρό που πίστευε στα παραμύθια αλλά και στηλιτεύει αιχμηρά το παρόν με τις ανατροπές , την ασχήμια και τη σκληρή πραγματικότητα του.

Η Πηνελόπη Γιώσα από την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ενδόμυχα 2011)είχε δώσει δείγματα γραφής της ποιητικής πορείας της. Με την ποιητική της συλλογή Ανάδοχοι Καιροί οδεύει στην ποιητική της ωρίμανση χωρίς να χάνει τη φρεσκάδα και την πρωτοτυπία της προχωρώντας σε μια ξεχωριστά δική της ποιητική φωνή.

http://frear.gr/?p=18432

 

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

DIASTIXO 28/6/2017

Η Πηνελόπη Γιώσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Ιωάννινα, έχει σπουδάσει νομικά, έχει μεταπτυχιακά, υποτροφίες, γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά, τούρκικα και αλβανικά. Οι Ανάδοχοι καιροί είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή. Η πρώτη εκδόθηκε το 2011 από τον Ηριδανό.

Είναι χαρακτηριστική η αφιέρωση στον πατέρα της και εισαγωγικά ερμηνευτικά ραφινάτο, θα έλεγα, το τετράστιχο που προτάσσει η ποιήτρια:

Τα χρόνια μου φοράν πατίνια
κι εγώ ψηλοτάκουνα…
Πώς να τα προφτάσω;
Πώς να επέλθει η σύγκλιση;

Και φανερώνει πλήρη γνώση και επίγνωση της καθημερινής πραγματικότητας που βιώνει.

Οι Ανάδοχοι καιροί περιλαμβάνουν 35 ποιήματα, πολύστιχα τα περισσότερα, απλωμένα και σε δύο σελίδες και ευλύγιστους, κομψούς, καλοδουλεμένους στίχους, γεγονός που φανερώνει σε βάθος και πλάτος κατοχή και ευχέρεια στη χρήση της γλώσσας, από περιωπής θεώρηση του κόσμου και της ζωής, ευρύτητα πνεύματος και κυρίως διεισδυτική ικανότητα στα καθημερινά κοινωνικοπολιτικά δρώμενα. Και θαρραλέα ως καυστική ειρωνική διάθεση και κριτική αντιμετώπιση πραγμάτων και προσώπων:

Φάσματα θλιβερά
ολοένα τριγυρνούν σε αξιώματα και θώκους
σαν άδικες στοιχειωμένες κατάρες
που ξεστομίσανε αναίτια χείλη ρυπαρά
ζυγιάζοντας επιπόλαια
το βάρος του κρίματος.

Την επομένη
ίσως παραχωρήσουμε μία λωρίδα ουρανού για κείνους
να ’χουν να στερεώσουν κάπου
κι οι διάττοντες αστέρες
το πέρασμά τους.
(Αναξιοκρατούντες)

Θα σταθώ λίγο και θα κλείσω την παρέμβασή μου στον ποιητικό χώρο και χρόνο της Πηνελόπης Γιώσα, που δεν γνωρίζω τίποτα πέραν του βιβλίου ετούτου, με στίχους επιλεγμένους από το τελευταίο ποίημα της συλλογής που σκιαγραφεί απλά, παραστατικά, με παιδική αφέλεια ολόκληρη φιλοσοφία πείρας και ζωής: Ποιητική θεώρηση του κόσμου των απλών πραγμάτων:

[…]
Θα σου πω ένα παραμύθι
για μικρούς ποντικούς
που είδανε τη σκιά τους στον απέναντι τοίχο κάποιο βράδυ
και νόμισαν πως ήτανε λιοντάρια.

Για γέρακες που μεγάλωσαν σαν σπουργίτια
… κι αρκέστηκαν να ζουν σαν χαμοπούλια.
[…]
Για το ασχημόπαπο που δεν έμαθε ποτέ
ότι έγινε κύκνος
[…]
Για το κορίτσι με τα σπίρτα
που μ’ ένα σπίρτο μπόρεσε να ζεστάνει
τις καρδιές όσων διάβασαν την ιστορία της.
[…]
Και για μένα, αχ για μένα,
που κάποτε πίστευα στα παραμύθια…
(Θα σου πω ένα παραμύθι)

Ποίηση δυνατή, ευανάγνωστη, χωρίς λογοτεχνικά τεχνάσματα και γαρνιτούρες, απλή, καθαρή, φιλοσοφημένη:

Τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα πεθαίνουν πάντα
Απόμερα
Σαν γέρικα πουλιά
(Παραίτηση)

Χρειάζεται να προσθέσω τίποτα παραπάνω;

http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/7330-4-poiitries-28062017

 

ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

bookpress 27/1/2018

Αν πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία, κατά τη γνωστή, εμφατική προσέγγιση, τότε η ποίηση θα μπορούσε να είναι και μία διαρκής επίκληση του παιδιού που ήμασταν, της αρχής, του κόσμου του αρχέγονου. Πρόκειται για ένα συνεχές ταξίδι μέσα στον χρόνο, από αυτό που γίναμε, σε αυτό που θέλαμε να γίνουμε, σε αυτό που ακόμα το ερώτημα «ποιος είμαι;» κρυβόταν πίσω από μεγάλα, ανοιχτά μάτια που ανακάλυπταν τη ζωή. Πρόκειται όμως και για ταξίδι χωρίς εχέγγυα, χωρίς εξασφαλίσεις. Κανείς προορισμός δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι εκεί που περιμένουμε. Κι αν ακόμα φτάσουμε, μπορεί όλα να έχουν μετακινηθεί αλλού.
Η Πηνελόπη Γιώσα στην ποιητική της συλλογή Ανάδοχοι Καιροί αμφιβάλλει για τον κόσμο που ζει, είναι δύσπιστη, επιφυλακτική για τις μέρες που ζούμε, για το τώρα. Γι’ αυτό και τις βαφτίζει αυτές τις μέρες με μία αρνητική αμφισημία, όπως το «ανάδοχοι καιροί». Καιροί που έχουν αναλάβει να μας μεγαλώσουν, καιροί που ανέλαβαν το έργο της ενηλικίωσής μας. Αν όλα πήγαιναν όμως καλά, δεν θα είχε νόημα η αναφορά στην αναδοχή, ούτε καν θα σχολιάζαμε τους καιρούς που περνάνε. Το ταξίδι αρχίζει. Πρέπει να βρεθούν οι δεσμοί που μας κρατάνε, όχι δέσμιους αλλά δεμένους πάνω στην πορεία που χαράξαμε, που θα θέλαμε να είχαμε χαράξει, που παλεύουμε να χαράξουμε κόντρα στους δύστηνους καιρούς. Ο βίος όμως δεν έχει και πολλά να κρατηθεί. Σαν ένα καράβι, στο μόνο που μπορεί να υπολογίζει είναι η υδάτινη διαδρομή. Και στα πανιά, εκεί ψηλά, μην περιμένετε τίποτα καραβόπανα και πολύπλοκους κόσμους, παρά μόνο λέξεις κι αυτές ευάλωτες στους ανέμους. Και δεν είμαστε καν καράβια πολυταξιδεμένα. Ένα κορμί είμαστε που δοκιμάζεται στην κολύμβηση. Σε αυτή τη μεγάλη υδάτινη διαδρομή που ξεκινάει κυριολεκτικά μέσα στο νερό. Και η αρχή όλων, η πρώτη στιγμή που βγαίνουμε πάνω, για την πρώτη ανάσα μας. Με απασχολεί το ίδιο ακριβώς ερώτημα: Τι γίνεται μέσα στο ποτάμι που κυλάει.

Και μη μου πεις ξανά κολύμπι πως δεν ξέρεις
στη θάλασσα των ξεβρασμένων αναμνήσεων
πως θα πνιγείς
χωρίς μια νοσταλγία παροντική
να επιπλέει για να γραπωθείς
κίνητρο να σου δώσει για τη σωτηρία
Μεγαλώνουμε όμως όσο κολυμπάμε στη ζωή; Ξεπερνάμε την αθωότητα των πρώτων μας χρόνων; Και ποιο είναι το τίμημα της ωριμότητας; Για τους ευαίσθητους δέκτες των εξελίξεων, το ερώτημα παραμένει διαρκώς επίκαιρο. Και δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις γρήγορα μια αίσθηση ασυνταξίας, έναν αναχρονισμό πότε πότε, στα κρυφά ίσως, ένα λάθος. Μέσα παιδί ακόμα, έξω ο κόσμος που γνωρίζει πια, που αποκαθηλώνει, ανοίγει τη σχισμή της ματαίωσης.

Κι εγώ να νιώθω μέσα μου
σαν το παιδί που ήμουνα στα δώδεκα
αυτό που παίζει με τις κούκλες
χτενίζει το μέλλον
ταΐζει τα όνειρα
φασκιώνει τις ρέουσες μέρες της αθωότητας
μην εισχωρήσει απ’ τη σχισμή λαθραία η γνώση
και συγκαούνε πρώιμα μαζί της

Το ότι θα μεγαλώσουμε είναι αναμφισβήτητο, βέβαιο. Σαν τα κόκαλά μας που πονάνε πια όταν αρρωσταίνουμε. Σαν το πρόσωπό μας που αλλάζει στον καθρέφτη, σαν το σώμα που δεν είμαστε σίγουροι ότι είναι δικό μας. Αλλά πρέπει να μεγαλώσουμε, γιατί η καθήλωση στον κόσμο του παιδιού, η διαρκής επίκληση του ερωτήματος «ποιος είμαι;» προκαλεί αμηχανία σε όσους έχουν αποφασίσει ποιοι είναι ή νομίζουν ότι έχουν αποφασίσει, προκαλεί ασυγχρονίες. Κι αυτό είναι το ρίσκο της αυτοσυνειδησίας, το πρόβλημα της αυτογνωσίας. Μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε πώς είναι η αληθινή ζωή. Ή μήπως δεν μεγαλώνουμε καλά, όταν για όλα είμαστε υποψιασμένοι πια, όταν όλα τα υπολογίζουμε, αλλά και όλα θέλουμε να τα κατακτήσουμε νομίζοντας ότι υπάρχουν κρυμμένα μονοπάτια και απόκρυφα μυστικά που θα μας αποκαλυφθούν; Η ανάγκη μας να καταλάβουμε τον κόσμο και να χειραφετηθούμε από τη βάσανο της άγνοιας μήπως οδηγεί ταυτόχρονα και στην αποκαθήλωση ενός σύμπαντος που το υπολογίζαμε σίγουρο;

Είμαι κι εγώ μια απ’ αυτές
μοναχική ψυχή που αμάρτησε
γιατί ορέχτηκε ανάβαση προς άγνωστα μονοπάτια
και τώρα κλαίουσα, περιπαθής
σε καθαρτήριο στροβιλίζεται αυτοσυνείδησης
Το ερώτημα της γνώσης είναι γεμάτο από εναλλακτικές διαδρομές απαντήσεων. Η αλήθεια πάντως είναι πως οι πολλές διαδρομές δεν οδηγούν πάντα και σε θετικά μονοπάτια. Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα καλές, τις περισσότερες φορές ίσως δεν είναι καλές. Και δεν είναι θέμα οπτικής γωνίας, δεν φταίει κάποια εγγενής απαισιοδοξία μας που βλέπουμε τον κόσμο από τη λοξή πλευρά. Στο βασίλειο της Δανιμαρκίας τα πράγματα πάνε άσχημα κι ας ντύνονται οι άρχοντες τα όμορφα ρούχα της ευαρέσκειας. Ο κόσμος της αφθονίας είναι κι ο κόσμος της απληστίας αν σκάψεις λίγο πιο βαθιά. Ρίχνεις ένα κέρμα και πέφτουν να το πιάσουν όχι οι φτωχοί, αλλά εκείνοι με τα ακριβά κοστούμια. Γιατί αυτή είναι η φύση του κόσμου τους. Δεν θα αφήσουν τίποτα να πάει χαμένο. Και η πικρή εμπειρία του να ξέρω πώς λειτουργεί ο κόσμος, σημαίνει τελικά ότι νομιμοποιώ την απληστία. Πάλι καλά που μπορείς ακόμα να κρατήσεις μια απόσταση, να επικαλεσθείς τη μνεία του σαρκασμού.

Καλοτυχίζω τότε εγωπαθώς τον εαυτό μου
που μοίρασα κι απόψε το υστέρημά μου
σ’ αυτούς που πράγματι το ’χαν ανάγκη.
Μόνο που δεν τη γλιτώνεις. Σου μένει μια απογοήτευση για την πορεία του κόσμου, για την υπέρβαση των ορίων του κέρδους. Πολλά λεφτά, πολλή υποκρισία. Και πολύς ατομικισμός εκεί έξω.

Πλατιές βιτρίνες όπου κι αν κοιτάξεις
να καθρεφτίζονται τ’ απολειφάδια μιας ιδέας
σε φόντο απαστράπτοντος υλισμού
ματαιότητα πια να πιστεύεις σε κάθε ενέργεια
συλλογική.
Το κυριότερο όμως είναι η ματαίωση, η επίγνωση ότι τα όνειρά σου δεν θα εκπληρωθούν ποτέ. Κι αυτό σε στέλνει στα απόνερα του ταξιδιού, στη ματαιότητα. Θέλει προσοχή πια το ταξίδι, γιατί μπορεί να χαθείς στον δρόμο.

Τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα πεθαίνουν πάντα
απόμερα
σαν γέρικα σκυλιά.
Μονάχα τ’ αλύχτισμα τις νύχτες
θυμίζει πως κάποτε υπήρξανε
ξεκουφαίνοντας τους εφιάλτες μας.

Μία πυξίδα για να μη χάνεσαι είναι ο τόπος. Ο τόπος ως αντίστιξη ίσως, ο τόπος που του λείπει το πνεύμα της Μεσογείου, αλλά απέναντι τα Γιάννενα, που γίνονται πιο όμορφα ίσως όταν είσαι μακριά τους. Ο τόπος, αλλά και η μνήμη. Τελικά η αμνησία είναι ένας μη τόπος, η λήθη είναι ένα ταξίδι χωρίς αρχή και τέλος, μια οδύσσεια που δεν φτάνεις πουθενά και κανείς δεν σε περιμένει πουθενά. Οι άνθρωποι φεύγουν από έναν τόπο που δεν μπορεί να τους κρατήσει, από έναν τόπο χωρίς μνήμη, που αφήνει εκτεθειμένα τα μνήματα κι επιζητά τις «μονέδες ξένων περιηγητών» για να δικαιωθεί στον χρόνο.

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
βρέχει και στα χαμόσπιτα
με λύσσα
να ξεπλυθούν τ’ ασπρόρουχα
απ’ όσο κορνιαχτό μάζεψε ο μόχθος
ν’ ασπρίσουνε τα αγάλματα
από συνθήματα οργής.
Ο τόπος, οι μνήμες και οι κεραίες πάντα ανοιχτές σε ευαισθησίες και ερεθίσματα. Καμία ματαίωση, κανένα αίσθημα απογοήτευσης δεν μπορεί να σε καταβάλει, δεν πρέπει να χειραγωγήσει το βλέμμα σου σε μια ζωή που δεν σταματά, που σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμα ανοιχτές υποθέσεις και προκλήσεις. Να εκλάβουμε έτσι τις περιηγήσεις, στην Κύπρο του συρματοπλέγματος, στο σπίτι της Άννας Φρανκ στο Άμστερνταμ, το ενοικιαζόμενο σπίτι που ψάχνει ένα άγγιγμα ενδιαφέροντος από τους πολλούς που περνάνε και ταυτίζεται, ξεχασμένο τις πιο πολλές φορές, με την πορεία της ζωής μας. Οι προσωπικές μνήμες ως μια διαδρομή με απώλειες που αναδύονται για να ξαναφαγωθούν με την τροφή της αυτοκριτικής ή της διαρκούς αναζήτησης του εαυτού. Και τελικά, είμαστε αυτά που κάνουμε ή αυτά που θυμόμαστε;

Μόνη τώρα, στις εσχατιές του κόσμου
ψάχνω να ’βρω το φταίξιμο
αν βρίσκεται στου έρωτα τη λάγνα φύση
ή στα δικά μου σημάδια ανυπακοής
στης μοίρας το τετελεσμένο.
Κι όσο η νύχτα προχωρά
προχωρώ κι εγώ μαζί της
στους δρόμους της επιστροφής
στραβά ρίχνοντας στον ώμο μου

Τις τσαλακωμένες απ’ τον χρόνο μνήμες.
Υπάρχει όμως ακόμα ένα περιθώριο, ας μην το παραβλέπουμε, ας μη λιγοψυχούμε μπροστά σε ό,τι έχει μείνει στις πτυχές των σεντονιών. Ο έρωτας είναι μια διαρκής παρακαταθήκη ανατροπής. Θεραπεύει τα τραύματα της απώλειας κι ας εκκολάπτει συχνά καινούργια, ανοίγει δρόμους εκεί που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τα περάσματα, κληρονομεί ανεπανάληπτες εμπειρίες ζωής. Μερικά γράμματα και επιστολές, άγνωστο αν έφτασαν ποτέ στον παραλήπτη. Θα άλλαζε κάτι άραγε αν συνεχιζόταν η επικοινωνία με τις επιστολές; Θα είχε πάρει άλλη διαδρομή η σχέση της Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη; Η επίκληση ενός γράμματος παραμένει ένα διαρκές ρομαντικό διαπιστευτήριο της διαρκούς διαθεσιμότητας στο απρόοπτο του έρωτα, κόντρα στα εμπόδια και τις νόρμες σύγχρονων μοντέλων επαφής. Μπορούμε να ζήσουμε με το λίγο που μένει, εν τέλει; Μπορούμε, αναζητώντας όμως το ευρύχωρο του πολύ, τον ήλιο που θα λιάσει τις καρδιές μας, τις ακρογιαλιές της ζωής μας που θα αφήνουν χώρο να αναπνεύσουν και τα παραμύθια και οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 20/5/2018

Όταν το Ωραίο συνάντησε το Υψηλό

Μολονότι η συλλογή είναι του 2016 και συνήθως στο στίγμαΛόγου ασχολούμαστε με συλλογές του τρέχοντος έτους και του αμέσως προηγούμενου, ήταν αδύνατο να μη γράψει για τους Ανάδοχους καιρούς. Η συλλογή είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα ποίησης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Κατ’ αρχάς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πληθωρικότητα των εννοιών, των λέξεων, των εικόνων και των (ανα)παραστάσεων. Ακόμη κι αν το θέμα της Γιώσα είναι ένα ταπεινό δέντρο, όπως η συκιά, η ποιήτρια επιστρατεύει υποδειγματική καλλιέπεια και με γενναιοδωρία σκορπά όμορφες εικόνες, όπως η ακόλουθη:
Έι εσύ συκιά,
Κυρά του περβολιού
Γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
Μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού
Να βαραίνουν λαθραία τις τσέπες των παιδιών
Τον Αύγουστο καβάλα στα ποδήλατα
Και να δοξάζουν τη γινωμένη νιότη.
(«Η συκιά»)

Ήλιοι, φυλλώματα, σκιές, βροχή, ο άνεμος, θάλασσες, πουλιά, λουλούδια –αυτά και πολλά ακόμη στοιχεία της φύσης και της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα στους στίχους της Γιώσα:
Έχει μια λύσσα απόψε ο άνεμος
Λες και μύρισε τη μοναξιά μου
Κι όρμησε στο κατόπι της.
(«Ψυχανέμισμα»)

Το όνειρο και οι μνήμες, καθώς και η μελαγχολία δίνουν πολλές φορές τον τόνο στη συλλογή, η οποία επισκέπτεται πρόσωπα της μυθολογίας («Ο Πολύφημος»), αλλά και της Βίβλου («Σημεία των καιρών) και των παραμυθιών («Θα σου πω ένα παραμύθι»). Κάποιες εικόνες επαναλαμβάνονται σταθερά και μία από αυτές είναι η εικόνα της φόδρας. Η φόδρα αναφέρεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα, είναι αυτό που δεν φαίνεται, όμως υπάρχει για να δίνει όγκο και για να απομονώνει· πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα που συγκρατεί το ρούχο και δημιουργεί πτυχώσεις, π.χ. μια τσέπη. Δυστυχώς, βέβαια, μερικές φορές η φόδρα είναι τρύπια:
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
Απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»[1]
Να βαραίνει την τρύπια φόδρα
Του λεπτοδείκτη χρόνου.
(«Αποχαιρετισμοί»)

Μια άλλη εικόνα είναι η φλέβα, ο αγωγός του αίματος που θέλει να ενωθεί με την ποίηση:
Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
Πώς να την πειθαρχήσω
Που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
Κάθε φορά που σμίγει με την πένα;
Απελπισμένα λαχταρά να κάνει έρωτα μαζί της
Να στάξουν μελάνι στο χαρτί
Να γεννηθεί η ποίηση
Ολάκερη η ύπαρξη πίσω απ’ τις λέξεις.

Πέρα όμως από αυτήν την πρώτη ανάγνωση, που αποφέρει απλόχερα την πληθωρικότητα, την καλλιέπεια και τη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην έννοια του Ωραίου, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που παραπέμπει στην έννοια του Υψηλού. Σκύβοντας κανείς πάνω από τα ποιήματα, ανακαλύπτει μια άλλη αγωνία. Είναι μια αγωνία μεταφυσική, που εμπλέκει την ψυχή. Από πού ήρθε η ψυχή και πού πηγαίνει; Τι είναι εκείνο που τη βαραίνει και, αντίστροφα, τι μπορεί να είναι εκείνο που την απελευθερώνει;

Η Βιβλική Αποκάλυψη επικρέμεται σαν σπάθη πάνω από τους στίχους, ενώ ο Θεός εικονίζεται ως δίκαιος τιμωρός και ταυτόχρονα ως Παράκλητος, σαν δύναμη ενεργητική και όχι σαν απλή παρουσία, ακόμη κι όταν η βεβαιότητα της αμαρτίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στα ποιήματα… Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει την ανθρώπινη, και άρα ευάλωτη και διαβλητή, διάστασή του, μα δεν την απαρνιέται, ίσα-ίσα:
Μια αρμαθιά πουλιά
Ξεκλειδώνουν τις θύρες του παραδείσου
[…] Κύριε, γιατί μας έδωσες τον ουρανό;
Όσο κι αν τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών μου
Όσες κλίμακες κι αν ανεβώ
Πάντα εμμένω στη χθόνια φύση μου
Χους, νερό και φωτιά
[…] Την ομοίωση ακόμα προσδοκώ.
(«Εικόνα δειλινού»)

Το ποιητικό υποκείμενο, που αρκετές φορές μοιάζει να ταυτίζεται με την ποιήτρια, π.χ. στα ποιήματα που αναφέρονται στη γενέθλια πόλη («Γιάννινα»), μιλά συχνά αναιρώντας τον εαυτό του, εξίσου συχνά αναιρώντας και τους άλλους, σε μια κίνηση πλήρη ειρωνείας, όπως στα γειτονικά ποιήματα “Merry Christmas” και «Αμαρτωλές πολιτείες». Η υπονόμευση του εαυτού, που παράγεται με αυτόν τον τρόπο, αφηγείται την πορεία της ψυχής μέσα από στενά, δύσβατα μονοπάτια που θα έπρεπε να οδηγούν στον παράδεισο, αλλά μάλλον απομακρύνουν από αυτόν. Τελικά, η λύτρωση ίσως να μην έρθει.

Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα «Αυτός ο έρωτας»:

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο,
Κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια
Και τραγιάσκες που καλύπτουν το μέτωπο.

Δε θα μάθει ποτέ πώς κοιμάσαι και πώς κοιμάμαι
Αν απλώνω τα κρύα μου πόδια τη νύχτα
Στα δικά σου
Αν μ’ αρέσει να πλαγιάζω ανάσκελα
Σε στάση προσοχής προς τον ουρανό
Προβάροντας την αιώνια ανάπαυση
Ή αν προτιμώ την ευάλωτη στάση εμβρύου
Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
Σ’ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
Σε μια συνεύρεση επιπόλαια, βιαστική
Διασχίζοντας μονοπάτια κακότραχαλα κι επικίνδυνα
Αφήνοντας τις λεωφόρους να μένουν ορθάνοιχτες
Για τους ρομαντικούς και τους ονειροπόλους.

[1] Στίχοι από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γιώργου Σεφέρη.

 

ΕΝΔΟΜΥΧΑ (2011)

 

Θανάσης Σακελλαριάδης

Αύγουστος 2013

Ένας ιδιαίτερα γόνιμος και δόκιμος τρόπος στην ποίηση είναι η επινόηση της περσόνας, η οποία δηλώνει τη δημιουργία ενός «εναλλακτικού» εαυτού προκειμένου να αποθησαυρίσουμε όσα στοιχεία δε θέλουμε να αποκαλύψουμε με την αυθεντική μας ιδιότητα. Αποτελεί επίσης μια φιλολογική άμυνα η οποία σε καμιά περίπτωση δε στερεί το νόημα από τα ποιητικά φαινόμενα που απεικονίζονται αλλά εστιάζει στον τρόπο ο οποίος για πολλούς δεν απέχει και από την ουσία των εμπράγματων γεγονότων που αναπαριστώνται λεκτικά.
Η περσόνα έχει πολλές πτυχές, όπως την πλήρη απόκρυψη του αναφορικού ονόματος του δημιουργού, τη σκόπιμη παράλειψη ουσιαστικών του δραστηριοτήτων, κυρίως όμως στοχεύει στην προσδοκία μιας νέας ερμηνευτικής γιατί η βαθύτερη ανάγκη είναι η νοηματική ή εννοιολογική εξέλιξη του ποιητικού φαινομένου. Η περσόνα δεν εξαντλείται κατ’ ανάγκη σε μια φορμαλιστική ή μη άρνηση, Ο εαυτός που επινοείται στο ποιητικό μέγεθος λειτουργεί πρωτίστως ως νέος πλοηγός δρωμένων, προκειμένου να εκφράσει με διόλου τεχνικά μέσα τη νέα δυναμική της ποιητικής θεωρίας.
Οι περισσότερες/οι ποιήτριες/ες επιδιώκουν την περσόνα γιατί πρώτιστα η ποιητική διαδικασία αποτελεί μεταφορικό γεγονός – δηλαδή στηρίζεται στο φαινόμενο της μεταφοράς προκειμένου να επιτύχουν μια απόσταση από τα γεγονότα που θέλουν να εξεικονίσουν την ίδια στιγμή που τούτο λειτουργεί κυρίως αντίστροφα με το να δηλώνουν κυρίως άμεσα τη βιωμένη εμπειρία τους. Τούτη τη σκόπιμη αμφιλογία κάνουν οι πολλοί καλοί ποιητές.
Τύχη καλή έφερε στα χέρια μου την ποιητική συλλογή μιας νέας κοπέλας της Πηνελόπης Γιώσα που συγκεντρώνει ικανές ιδιότητες να χαρακτηριστεί ποιήτρια ήδη από την πρώτη συλλογή της. Με πλούσιες αρετές φόρμας, δομής και περιεχομένου στην ποίησή της. Όμως πρώτιστα ξεχωρίζει η προσοχή και η επιμέλεια με τις οποίες διατάσσει το υλικό της. Μη πάει ο νους σε τυπολογίες και καθώς πρέπει υποδείξεις, απλώς η ποιήτρια προσέχει τη διαδοχή των σκηνών με τη φροντίδα του καλλιτέχνη εικαστικού του σώματος αλλά και του μουσικού με τη ρυθμικότητα των σωματικών κινήσεων. Στο σώμα επιμένει και το αποθεώνει, σπανίως με διδακτισμό, αν και κάποτε της ξεφεύγει γιατί ακόμη είναι στην αρχή. Είναι οι αφηγηματικές της αρετές και το ζύγιασμα των επιπέδων αφήγησης που εξασθενίζουν ή «λιγνεύουν» τις πρόσκαιρες αδυναμίες της. Τονίζει με ουσιαστικό τρόπο στη γοητευτική πλάνη, κατά τη γνώμη μου, του νοητικού και του σωματικού, ενδεχομένως τούτο να το πράττει σκόπιμα, μόνο που δεν αναλώνεται σε μια διανοητική ρητορεία ή στη σωματική πληθωρικότητα αλλά οδηγεί τη σχέση δένοντας τα νοήματα σαν κορμί με κορμί. Παθαίνει με τις εμπειρίες και αφήνεται στο ρυθμό – φαίνεται σα να χορεύει με πάθη και νοήματα – και αυτό είναι καλό. Οδηγεί ένα στοχαστικό χορό αισθημάτων.

Σε κάθε περίπτωση είναι η ακούραστη δουλειά που θα επιτρέψει στον κάθε δημιουργό τη συνέχεια της αναγνώρισής του. Η πρώτη δουλειά όμως της Πηνελόπης ξεχώρισε αρκετά.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ