ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

.

Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος –ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως ψυχολόγος στην Ειδική αγωγή και Εκπαίδευση του ΥΠΕΠΘ, όπου διετέλεσε Προϊστάμενη ΚΕΔΔΥ Σερρών. Δίδαξε ψυχολογία και Ειδική αγωγή και είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές

Ο δρόμος (2006)
Συναισθηματικό αλφαβητάρι (2009)
Διαδρομές, (2015)
Λιγοστεύουν οι λέξεις  (Μελάνι 2017)

Μεταφράσεις

Δημοσίευσε ποιήματα μεταφρασμένα από τη σουηδική γλώσσα «Μανδραγόρας» & «Θευθ».

Μετάφραση ποιημάτων της

(2008) ДНИТЕ НИСАКЛАДА, Εκδόσεις «ЬЕЛЛОПРЦНМ»,
βουλγαρική γλώσσα, συμμετοχή
Μετάφραση ποιημάτων της στα ιταλικά από την ποιήτρια Αλεξάνδρα
Ζαμπά.

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (2017)

ΚΟΧΥΛΙΑ

Αν ερωτεύτηκες σε ρέμα
χείμαρρος
Αν έθαλλες σ’ αγκάθια
θηλιά
Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες
θλίψη
Αν σ’ αναχώματα περπάτησες
προσφυγιά
Αν χύθηκες σε θάλασσα
αναχώρηση

Κοχύλια εξορίσουν
κοιτάσματα φωτός
σ’ υποθαλάσσια ρεύματα

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Στο δρόμο κάθομαι μονάχος
με την Καλίνκα1 στ’ ακορντεόν
κόσμος με προσπερνά
γάτος αδέσποτος στο φράχτη
Κρεμασμένος
Ποιος άνεμος μ’ έριξ’ εδώ
-άι, ξαπλώστε με μες στο πευκόδασο
ύπνο σμαραγδένιο να κοιμηθώ-
Δελφίνια αγέλη κυνηγημένα στοίβα
στεγνά φιλιά απορημένα
σ’ ακτή του πουθενά
Αναριγώ
Ρείκι σε πεζοδρόμιο ριγμένο
δελφίνια πεθαμένα στ’ ακρογιάλι
-Καλίνκα, ζωή μου ζωή ξένη
έι, βατόμουρο και ρόιδο ζωή μου τρελή-

1. Καλίνκα (ρωσ. «χιονάτη»): ρωσικό παραδοσιακό στίχοι-μελωδίαΙβάν
Πέτροβιτς Λαριοόνωφ, απόδοση Γιάννης Ρίτσος.

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν και με ζεστά αγγίγματα σε δάση
δύσβατα με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρίσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δεν θα κοιμηθώ

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη
Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας
Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη
Έφηβη φυγάς στην Ιταλία
Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη
Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε
Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη
θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη
Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία
Με τόσα θρύψαλα
θαμπά γυαλιά καρφιά
πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδες
Καθρέφτες καθρεφτίσματα
λάμψεις φωταγωγίες
χαμένη υπόθεση
άγνωστες λέξεις

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
θρηνούν
θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

Πρό-χωμα
απροχώρητο
κι ανα-χωρείς
και προ-χωράς
Ανέστιος
Προ-χώρα όσο μπορείς
κοίταζε πίσω αν θες να πας μπροστά
Επιστροφή ο δρόμος
άραγε φύγαμε ποτέ
Επι-στροφή
πέτρα στον ώμο
στη χούφτα βότσαλο
Γυρίνοι γυροφέρνουν γκιόλα πράσινη
η γλίτσα γλείφει κολλώδης
Πάλλονται οι ουρές
τριχιές δονούν τα σύμπαντα
χίλιες καμπάνες
Κοίτα πώς έμεινα στην όχθη
Απολίθωμα
ηχώ αρχαίου οστράκου
Δεσμώτης της Ιθάκης
να ονειρεύομαι

ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ

ΣΕ ΔΑΙΔΑΛΩΔΕΙΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε
κι η Αριάδνη φευγάτη
Σπασμένα τόξα οι γέφυρες
κόμβοι, παρακαμπτήριοι
υπέργειοι δρόμοι, διαβάσεις υπόγειες
Το μπρος και το πίσω ένα
πλάι δεν έχει να γείρουμε
βλέμμα ορίζοντες ν’ απλώσεις
Ιχνηλατούμε επίγειοι τυφλοπόντικες
και τα γεράκια παραμονεύουν
Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Είμαι ελεύθερος
εδώ τριγύρω
περιφέρομαι
Μένω πάνω στη γη
κάτω απ’ τα σύννεφα μένω
ελεύθερος
Είπε και χάθηκε
περνώντας βιαστικά
με το κεφάλι χωμένο στο σακάκι
Άνθρωπος μη και τον δει
χέρι μη τον αγγίξει

ΜΟΡΦΕΣ ΝΕΑΝΙΚΕΣ

Μορφές νεανικές δεν πρόλαβαν
να μυρίσουν ανθισμένο γιασεμί
να ράνουν με ροδόνερο ροδιά χείλη
κι αφέθηκαν σ’ άγγιγμα εφέτη στυγερού
Στ’ όνομα ανελέητου θεού που σήπεται
υποδυθήκαν τη φωτιά μ’ αλαλαγμούς
ντύθηκαν σφάγια σκόρπισαν τον όλεθρο
Φλεγόμενη έρημος μας σκέπασε
φλόγες κρυστάλλινα σπαθιά διείσδυσαν
ερήμωσαν τη μέσα χώρα
Μείναμε με τη σφραγίδα της πληγής στο μέτωπο
στο στήθος διχαλωτή δαγκάνα αδηφάγα

ΣΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ ΤΗΝ ΚΟΓΧΗ

Στου βράχου την κόγχη
καταφύγιο ζήτησα
πεταλίδα μετέωρη
ν’ ακουμπήσω
Στου ανέμου τη ράχη
με λαχτάρα σκάλωσα
φτερό ανάλαφρο να πετάξω
Ν’ απλώσω σεντόνι κόκκινο
να μαζέψω αστέρια
που τρεμοσβήνουν
Να τα ράνω χρυσόσκονη
φωτεινοί γαλαξίες να γίνουν

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ

πατρίδα μου η αγάπη
το χώμα των δακρύων μας
αρχαίες λέξεις οι λέξεις μου
λέξεις που μου φανέρωσαν τον κόσμο
ψίθυροι ακατάληπτοι στο μοιρολόι μάνας
τόποι που μ έδεσαν στις κόγχες τους
εδραιωμένοι μέσα μου μ’ ορίζουν
πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δέντρα τα βουνά
ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα
to χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος
πατρίδα μου η αγάπη

ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ

γίνομαι γιαλός
γιρλάντες γεμάτος γιασεμιά
γόνος γης γόνιμης
γαμέτης γαλήνης
γαζία γίνομαι γενέθλιας γης
γαλαξιών γεωμέτρης
γεννώ γαλουχώ
γη γεράνια γεμάτη
γιαλός γεμάτος γιασεμιά

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (2015)

Διαδρομές

Ι

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν
στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

ΙΙΙ

Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

V

Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

Μέχρι τις εκβολές του ποταμού

ΜΗ ΡΩΤΑΣ

Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Προσπάθησε να δεις, ν’ αφουγκραστείς
Αφουγκράσου τη φύση
μήτρα σπαρακτική που εγείρεται
Αφουγκράσου το ποτάμι
το νερό κυλά και χάνεται
Βούτα, βούτα βαθιά να δροσιστείς
νιώσε την κάθε σταγόνα στο κορμί
Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια
άσε με να χαθώ στο βλέμμα σου
Νιώσε τη μοναξιά της ανεμώνης
τη θλίψη νιώσε του σκύλου αυτού του άστεγου
Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
Μη ρωτάς

ΠΗΓΑ ΠΑΛΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πήγα πάλι απ’ το ποτάμι
ανταριασμένο κι αυτό
κυλά σκοτεινό μ’ έναν υπόκωφο ρόγχο
Ο ουρανός συννεφιασμένος
Κάποια γεράκια εδώ κι εκεί
κατά μόνας το καθένα στο δέντρο του
Παρατηρώ τους σπουργίτες
πετούν αδιάλειπτα σε σμήνη
σχηματίζουν σημαίες να κυματίζουν ελπιδοφόρες
Στη συννεφιά το πέταγμα ακόμη πιο αναγκαίο
πιο συναρπαστικό
Πού θα πάει
θα βγει κι ο ήλιος κάποια στιγμή

ΣΠΙΤΙΑ

Σπίτια μεγάλα και μικρά
ανήλιαγα και φωτεινά
σπίτια λιμάνια κι αγκαλιές
κιβώτια κλειστά και φυλακές
φυτώρια χαρούμενων παλμών
τράπεζες θλίψης, στεναγμών
στέρνες γεμάτες και στεγνές
εστίες πυρωμένες και σβηστές

Σπίτια που τις καρδιές μας δέσατε στις κόγχες σας
τις ενοχές και τις ντροπές μας φυλάτε μυστικά
τις λύπες μας κεντάτε ψιλοβελονιά
και τις χαρές μας γιορτινά φοράτε

Σπίτια αραδιασμένα στου χρόνου τη σκιά
μορφές καρτερικές δίχως ν’ αγκομαχάτε
τις ώρες μας μετράτε στωικά
και τις ζωές μας καταγράφετε και μελετάτε

Σπίτια περιστερώνες αδειανοί
σε κάθε κόγχη ψίθυροι, γέλια, λυγμοί
μες στα χαλάσματα, μες στις ρωγμές
πλανώνται ανήσυχες, χωρίς ανάπαυση ψυχές
ν’ αφουγκραστούν αγγίγματα, φωνές

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ

Ακρωτηριασμένη τώρα πορεύομαι
ανάμεσα στους θάμνους και τα βρύα
ανάμεσα στις πέτρες που κείτονται αμίλητες
κρατώντας μυστικά βαθιά κρυμμένα
Αφουγκράζομαι τον ποταμό που αμέριμνος κυλά
πατώ πεσμένα φύλλα που αθόρυβα σήπονται σιγά σιγά

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΑΜΕ

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

ΗΡΘΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ

Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
«Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι»

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ
ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Το ποτάμι άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε μ’ ορμή
μας προσκαλεί να το διαβούμε
να ξεδιψάσουμε, να δροσιστούμε
Κάποιες φορές θολό κι ανταριασμένο
μας παρασέρνει στα βαθιά
Τη φλόγα που μας πυρπολεί να σβήσουμε
με μανιασμένα ρεύματα να μετρηθούμε
Κι αν αγριεμένο βρυχηθεί και ξεχειλίσει
και μας ξεβράσει σε λασπόνερα λερά
Πικροχαμογελώντας με λαχτάρα θα προσμένουμε
για να μας πάρει πάλι σε γάργαρα νερά

Κι αν οργισμένο στην κοίτη του μας παρασύρει ανελέητα
Ίσως εκεί παλεύοντας απεγνωσμένα στα θολόνερα
λιθάρια ξεχασμένα θά ’βρούμε
που τα πετούσαμε παιδιά
το βάθος του ν’ αφουγκραστούμε
και θα πατήσουμε σ’ αυτά να λυτρωθούμε
Ίσως ακόμη εκεί στης κοίτης τις καταχθόνιες πτυχές
κάποια φλέβα χρυσού ανακαλύψουμε
και στις χρυσίζουσες ανταύγειες της σκαλώσουμε
στην επιφάνεια να βγούμε

Αν όμως τέτοια τύχη δεν την έχουμε
ίσως η καλοσύνη του βυθού να μας ωθήσει γενναιόδωρα
και όχθη να πατήσουμε ξανά εξαντλημένοι ναυαγοί
Κι ανάσα αφού πάρουμε
λουφάζοντας κάτω από στρώματα σταχτιά
και ανασκουμπωθούμε,
Ξεθυμασμένα κάρβουνα π’ αναζωπύρωσαν
και σπινθηρίζοντας σιγαλά
θα ξαναλάμψουμε
Και πάλι με δέος θα βουτήξουμε
μέσα στην αύρα του να ονειρευτούμε
μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού

Κι εκεί σε θάλασσα απύθμενη, άχρονη κι άπειρη
φθαρμένα πλέον και πολυταξιδεμένα ποταμόπλοια
στου ονείρου την αχλή και σε νεφέλη αστερόσκονης
βαρκούλες καλοτάξιδες θ’ απλώσουμε πανιά
για τα συμπαντικά πελάγη ν’ ανοιχτούμε

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ (2009)

Στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης

Στην ποιητική συλλογή συναισθήματα όπως η αγάπη, η ζήλια, η ηρεμία, ο θυμός, η λύπη, η μοναξιά, η ντροπή, ο πόνος, η τρυφερότητα κλπ, καθώς και συναισθηματικές διαθέσεις και αξίες όπως η αποδοχή, η βοήθεια, η ισότητα, η καλοσύνη κλπ παίρνουν μορφή και περιγράφονται απλά και κατανοητά «διεκδικώντας» ν’ αγγίξουν την ψυχή του παιδιού και να του ανοίξουν το δρόμο για συμφιλίωση με τα δικά του συναισθήματα.
Αφιερώνω το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης, γιατί ερχόμενη σ’ επαφή μαζί τους, διαπίστωσα ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν χαίρονταν την σχολική τους ζωή και δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην μαθησιακή διαδικασία λόγω των συναισθηματικών προβλημάτων που βίωναν.

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ

Φωνήεντα και σύμφωνα δεμένα
Μας βοηθούν να λευτερώσουμε
Να σμίξουμε φωνές
Χτίζουν γέφυρες
Ανοίγουν δρόμους

Ρυάκια γάργαρα
Τρεχούμενα νερά
Ανάπαυτα, θλιμμένα
Ποτάμια αγριεμένα

Να φιλιωθούμε
Nα φωνάξουμε
Να γίνουμ’ εαυτοί
Να ξανασμίξουμε
Να νιώσουμε εμείς
Να γίνουμ’ ένα

ΒΟΗΘΕΙΑ

Η Βοήθεια πηγή βαθιά
Με ευαίσθητη καρδιά
Έτρεχε και μελετούσε
Ποιον θα πρωτοβοηθούσε
Στα καθάρια της νερά
Ξεδιψούσαν τα πουλιά
Κι αυτή γέμιζε χαρά

Στην πλατιά της αγκαλιά
Έβρισκαν ζεστή φωλιά
Όλα του κόσμου τα παιδιά
Και σε δύσκολες στιγμές
Προσκαλούσε τη Βροχή
Βοήθεια ζήταγε κι αυτή
Μη στερέψει, μη σωθεί

ΙΣΟΤΗΤΑ

Ίσοι είμαστε και ίδιοι
Στις ανάγκες, στη ζωή
Ίσοι αλλά μοναδικοί
Με ικανότητες πολλές
Αρετές και αντοχές
Δυσκολίες και φραγμούς
Όνειρα, περιορισμούς

Νιώθοντας αποδοχή
Ο καθένας θ’ ακουστεί
Και τον δρόμο του θα βρει

ΛΥΠΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

ΣΥΜΠΑΝ

Σύμπαν! μα τι είν’ αυτό;
Άπειρο κι ασύλληπτο
Γαλαξίες και πλανήτες
Ήλιοι, αστέρες, κομήτες
Και η Γη που περπατώ
Κόκκος άμμου μέσα σε αυτό
Τότε τι είμαι εγώ;
Εκστασιάζομαι!
Σιγώ!
Τι μεγαλείο!
Προσκυνώ!
Και θαυμάζω κι απορώ!

Ο ΔΡΟΜΟΣ (2006)

ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Πλήξη, ανία κι ακεφιά τις μέρες συνοδεύουν
Συχνά, πολύ συχνά, πίκρες παραμονεύουν
Καμιά φορά απρόσμενες χαρές ακολουθούν
Πλήξη, ανία, ακεφιά, στιγμές χαράς
Και πάλι πλήξη
Κι ύστερα λύπη
Και ξανά πάλι ακεφιά
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν

Δεν το αντέχω
Να σκέφτομαι δε θέλω
Μυλόπετρες οι μέρες
Τη ζωή μου παγιδεύουν.

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Θα σ’ ονόμαζα αστραπή
Σε πορεία απόλυτα ευθυγραμμισμένη
Αξιοθαύμαστο βεβαίως, δε λέω
Κι απορίας άξιο ωστόσο
Αλήθεια η απόλυτη σιγουριά
Ένδειξη σιγουριάς είναι;

Τρέχεις με το σώμα γερμένο μπροστά
Κι άλλο απ’ το τέρμα στο νου δεν έχεις
Μήπως βαρύ το φορτίο
Και βιάζεσαι να τα’ αποθέσεις;
Να ξαποστάσεις αδιανόητο
Περιθώρια για κάποιο «μήπως;»
Για κάποιο «μπορεί και να μην είναι έτσι»
Ανεπίτρεπτα

Ναι, μπορεί και να είναι έτσι
Αν όμως όχι
Πως θα τα’ αντέξεις;

ΣΑΝ ΘΑ ΝΤΥΘΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Σαν θα ντυθώ το βλέμμα σου
Περίλαμπρη θα διαβαίνω τους δρόμους
Δρόμους διάπλατους
Στα άνθη στολισμένους
Ορθό το ανάστημα θα έχω
Και στο κεφάλι φωτοστέφανο τη λάμψη σου
Εγώ αγέρι ανήσυχο
Σε αρμονία με το γύρω κόσμο
Σταγόνα της βροχής εγώ
Πολύτιμο κομμάτι του σύμπαντος

ΘΑΡΡΩ

Θαρρώ ότι πλησίασα
Θαρρώ πως ένιωσα την ύπαρξή του
Τους κραδασμούς του πως βίωσα θαρρώ
Μα δεν τον έζησα
Γιατί φοβήθηκα
Την ηδονή του δεν την απόλαυσα
Γιατί δεν τόλμησα
Κάποιες ελάχιστες στιγμές
Ανείπωτης χαράς
Στο πέρασμά του μ’ άφησε
Και σήκωσα στο στήθος
Τον πόνο τον βαθύ της λύτρωσής μου.

ΟΤΑΝ

Όταν λόγια ευχάριστα μου λένε
Με κάνουν να αισθάνομαι σημαντικός
Σπουδαίος
Με ξεγελούν, με γαληνεύουν
Προς στιγμήν βέβαια
Γιατί στο βάθος σιγανή βροχή
Νοτίζει την μπογιά από τα λαμπερά εξώτοιχά μου
Και τριβελίζει επίμονα τ’ αυτιά
Ας μπόραγα να την σταμάταγα
Τον πληκτικό τον ήχο της τουλάχιστον να μην ακούω
Ωτοασπίδες να προμηθευτώ
Είναι ίσως μια κάποια λύση
Αναγνωρίζω τη βροχή αυτή τη σιγανή
Την καθαρή
Μα είν’ ανυπόφορη και θλιβερή.

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αυτός ο κόσμος που διαβαίνει αλαφιασμένος
Σε ποιο κυνήγι να ‘χει εμπλακεί
Τι να φοβάται
Τι να ψάχνει
Άνθρωποι που πάνε βιαστικοί
Χωρίς χαμόγελο
Χωρίς βλέμμα
Κι όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
Κι οι δρόμοι κλείνουν
Κάτω από τρύπιες πατούσες
Κι οι δρόμοι χάνονται
Αφήνοντας το βήμα μετέωρο.

ΧΩΡΙΣ ΜΑΝΤΙΛΙ

Πως ν’ αντέξουμε την λαίλαπα της τύρβης
Τ’ ανούσια φτιασιδωτά κρωξίματα ταών
Πόρτες δίχως δωμάτια χάσκουν τριγύρω
Και στην καρδιά χέρσες αυλές
Στρωμένες πλαστικό γκαζόν
Αφόρητα σιωπηλές
Τον πετεινό τον πλουμιστό, το χρυσωπό
Σε σπίτια αθέμελα θυσιάσαμε
Θυμάσαι;
Αγέρωχα μας έφερνε τα πρωινά
Που να σταθούμε τώρα αλήθεια;
Πώς να μη χάσουμε την όσφρηση
Χωρίς το άρωμα της πασχαλιάς;
Πρόσφορο πώς να μοιράσουμε τα ψυχοσάββατα;
Χωρίς μαντίλι τους νέους
Πώς να ευχηθούμε κατευόδιο;
Της καλομάνας τ’ ολόλευκο μαντίλι
Πάει καιρός που κουρελιάσαμε
Κι αυτό το χαρτομάντιλο τ’ άβαρο, τ’ ακυμάτιστο
Μιας χρήσης μόνο δυστυχώς

*καλομάνα= γιαγιά στην ποντιακή

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΕΙΔΩΛΩΝ

Μια αχτίδα ας έβρισκα
Μια αχτίδα μόνο
Κατασκευασμένη έστω
Να στη φόραγα
Φωτοστέφανο στο κεφάλι
Να μ’ έλουζες πάλι
Και μυριάδες αστέρια
Να λαμπύριζαν στην καρδιά
Να ξαναρούφαγα μούστο ζωής
Μεθυσμένος με ιαχές μαγικές
Ανάπλασης να ‘στηνα ωραίο χορό
Το πράσινο λέει των βουνών να διαβώ
Άγονες γραμμές να προσπεράσω
Στις κορφές να πατήσω
Και ν’ αγγίξω τ’ ουρανού το γαλάζιο
Κι απ’ εκεί σαν παιδί
Ν’ αγναντεύσω με δέος
Τον κόσμο αυτό το θαυμαστό, τον ωραίο.

ΓΑΛΗΝΗ

Ας μπορούσα γαλήνη να βρω
Πέρα απ’ τα πρέπει
Πέρα απ’ τα θέλω
Απλώς να υπάρχω
Σε αρμονία με τον κόσμο
Της ενδοχώρας και το γύρω
Του εδώ και του υπερπέραν
Τον νυν και τον αεί.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις (2017)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS /12/10/2017

Λιγοστεύουν οι λέξεις μπροστά στις δυσκολίες του Ξένου

να ποίημα αποσπασματικά εξεταζόμενο, μολονότι αφήνει να φανούν η σκέψη και οι αγωνίες του δημιουργού, αδυνατεί να δώσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τις ανησυχίες του. Μία συλλογή όμως αποκαλύπτει όλο το φάσμα των αγωνιών -σε μία συγκεκριμένη τουλάχιστον εποχή- και συχνότατα ιχνογραφεί την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Έτσι ακόμα και αν δεν αποτελεί μία ενιαία ποιητική σύνθεση, η κριτική προσεγγίζει την συλλογή ως τέτοια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανωτέρω σκέψης είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, «λιγοστεύουν οι λέξεις» (μελάνι, 2017) που ενώ απαρτίζεται από ξεχωριστά ποιήματα, όλα μαζί συναποτελούν μία θεματική και στιχουργική ενότητα. Έτσι κάθε σύνθεση διατηρώντας την αυτοτέλειά της αποτελεί δεσμό θεματικό του όλου ποιητικού εγχειρήματος.

Στη συλλογή η ποιήτρια διαπραγματεύεται το πολύπτυχο θέμα του ξεριζωμού (πρόσφυγες-νανούρισμα, kärlekslås, το τετράφυλλο, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, κατά το σούρουπο, dilemma, πώς διεγείρουν οι οικείες λέξεις). Η δημιουργός συνδέει την υπαρξιακή διάσταση της μνήμης του «ιδιώματος του μετανάστη» με την κοινωνική αγωνία για τον Άλλο, τον άπατρι, τον ανέστιο. Έτσι, το θέμα του ξεριζωμού ξεκινώντας από το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε οδυρμό και ανησυχία για το μέλλον των προσφύγων και των αστέγων.
Μέσα στην πολυδιάστατη διαπραγμάτευση του θέματος η επαιτεία του ενδεούς (κάτω απ’ τα σύννεφα, ήρθαμε πάλι στα ορινά, χέρι μα-χέρι, αρχόντισσα του δρόμου, συγνώμη να περάσω) συνδέεται με την επαιτεία μιας νέας πατρίδας (dilemma, πώς διεγείρουν, οι οικείες λέξεις, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, πλάνης κατά το σούρουπο, μέσα στη νύχτα, το τετράφυλλο). Εξάλλου, το ζήτημα της μνήμης απασχολεί γενικότερα την ποιήτρια[1]. Έτσι, η ελληνική μετανάστευση και η μνήμη (αύριο, st Johannesgatan 34C) ακουμπούν στην ελληνική προσφυγιά (σην πατρίδαν, επίγονοι) και συναντούν τα προσφυγικά κύματα του πολέμου στη Μέση Ανατολή (ραγισματιά ίσως, άγνωστες λέξεις, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα).

Μα η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη ξεπερνά το επίκαιρο και μεταφέρεται σε ένα διαχρονικό επίπεδο με κεντρικό θέμα τον ξεριζωμό (kärlekslås, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, εξόριστοι, Μεσογωνιά, υπάρχουν σπίτια, πατρίδα μου η αγάπη) και την ένδεια.

Οι ρίζες αποτελούν ένα σταθερό σύμβολο που αντιπαρατίθεται με τον πόλεμο και τη γαλήνη ή την ειρήνη (θρύμματα, ξεριζωμένα δέντρα, πρόσφυγες, πατρίδα μου η αγάπη, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο), όπως και τα δέντρα (ξεριζωμένα δέντρα, ξεραΐλα, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο δέντρο στεγνό). Ας υπογραμμίσουμε δε πως στην έκφραση της Καϊτατζή-Χουλιούμη έντονη είναι η παρουσία του φυσικού στοιχείου. Η διαρκής παρουσία της θάλασσας λιμνών και ποταμών παράλληλα με εκείνη του πρασίνου και των δέντρων δίνουν πολύχρωμη εικαστική ματιά στο ποιητικό της κάδρο.

Αξίζει να σημειώσουμε πως μέσα στη συλλογή -αν τη δούμε ως ενιαία ποιητική σύνθεση- ο χρόνος αποτελεί μία ρευστή ιδιότητα του ανθρώπινου βίου. Ο ατομικός χρόνος (ως αναμνήσεις) και ο συλλογικός συμπλέουν με επίκεντρο τον ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού. Το βίωμα από προσωπικό γίνεται συλλογικό με πανανθρώπινη έκταση αγκαλιάζοντας το πέλαγος των αναζητητών νέας πατρίδας και ειρηνικής ζωής.

Ας μην παραβλέπουμε πως η ανατροπή των ονείρων (ότι βαθιά κοιτάξαμε, Περσεφόνη ανέστιος, στεγνές σταγόνες βροχής) και ο θάνατος καθώς συνδέεται με το προσφυγικό δράμα (υπάρχουν σπίτια, όλοι βουλιάζουμε έντρομοι, ό,τι πολύ αγάπησαμε, λιγοστεύουν οι λέξεις, μορφες νεανικές, λίγο νερό) κατέχουν σημαντική θέση στην ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη. Σε ανάλογο υπαρξιακό επίπεδο με κοινωνική κατεύθυνση εντάσσεται και η θεματική της μοναξιάς του μετανάστη ως άπατρι και από συνδεμένο από την οικογένεια και το γενέθλιο τόπο (επέστρεφε, πλάνης, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, Περσεφόνη, st Johannesgatan 34C) και του πρόσφυγα (χέρι μα-χαίρι, αρχόντισσα του δρόμου, μορφές νεανικές).

Η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη κινείται σε μία ήπια αλληγορική γραφή συνδέοντας υπαρξιακές αγωνίες (αγάπη, μοναξιά, μνήμη, θάνατο, το απρόβλεπτο του βίου και ανατροπή) με τα συλλογικά βιώματα συχνά μέσα από την πρωτοενική οπτική της εξωτερικής εστίασης. Και τούτο ακριβώς υποδηλοί μία πρισματική ποιητικότητα με πολυεπίπεδη έκφραση άλλοτε λυρική (ήρθαμε πάλι στα βορινά, ανέστιος, είναι ένα δέντρο, ήρθε το νέο, δέντρο στεγνό, γίνομαι γιαλός) και άλλοτε αφηγηματική.

Η έκφρασή της δομείται σε ένα αφηγηματικό ύφος που στηρίζεται στην προφορικότητα. Η στιχουργική κίνηση κατά βάση διαμορφώνεται από τη συνειρμικότητα. Ταυτόχρονα όμως διακρίνεται μία διάθεση εκφραστικού πειραματισμού (γίνομαι γιαλός, πατρίδα μου η αγάπη, δέντρο στεγνό, τ’ άλαλο πουλί).

Με φυσικότητα και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά η ποιήτρια εκθέτει τις αγωνίες της για τους ανέστιους, φέρνοντας το ποιητικό «εγώ» που ταυτίζεται με την ποιήτρια στη θέση τους μέσα από το «βίωμα της μετανάστευσης». Με σφιχτή δομή τα ποιητικά πρίσματα της Καϊτατζή-Χουλιούμη και έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό εκτοξεύουν το συναίσθημα με σπάνια ισχύ στην ψυχή του κοινού.

Παράλληλα, μία υποδόρια ειρωνεία αναδύεται εμποτισμένη σε ανθρωπιστική ευαισθησία. Εξάλλου, όπως έχουμε θέσει και στο παρελθόν, η «ποίηση της αγανάκτησης» διακρίνεται από μία ξεχωριστή αξιοποίηση του σαρκασμού ως εκφραστικής οδού . Η ποιητική ειρωνεία -είτε ως οδυρμός είτε σε μία σατιρική διάθεση- διατηρεί στενούς δεσμούς με την «ποιητική της ανατροπής» και γίνεται ένα όπλο αντίστασης στη σκληρότητα της ζωής.

Το αίσθημα πόνου συνδέεται με το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου ως ειρωνεία της ίδιας της ζωής. Με την ίδια κοινωνική διάθεση η Καϊτατζή-Χουλιούμη αντιμετωπίζει και την αδιαφορία ή το φόβο του ανθρώπου για τον Ξένο (σε τάξη προπαρασκευαστική, ακορντεονίστας του δρόμου, συγγνώμη να περάσω, μα ήταν από τους τυχερούς, χέρι μα-χαίρι). Είναι η αδιαφορία και ο τρόμος για τον Διαφορετικό. Και η ειρωνεία (αύριο, η γη ο κόσμος ένα θέατρο, πολύτιμες οι λίμνες στα δωμάτια, ήρθε το νέο) εισέρχεται βαθύτερα στην καρδιά του ακροατή αναγνώστη, καθώς η δημιουργός επιλέγει την πρωτοενική έκφραση εκθέτοντας το ποιητικό εγώ (συγνώμη να περάσω, χέρι μα-χαίρι, σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε) ως υποκείμενο της αδιαφορίας.

Άλλωστε, με την ίδια ευαισθησία και ενσυναίσθηση λυπάται και για τους θύτες και τα θύματα της τυφλής βίας και της τρομοκρατίας (μορφές νεανικές, λίγο νερό). Έτσι όμως ο ξεριζωμός ξεπερνώντας τη μετανάστευση ως ατομικό βίωμα αποκτά μία συλλογική διάσταση και συνδέεται με την αντιπολεμική κραυγή της κοινωνίας και των προσφύγων ενώ αποκτά και καταγγελτικό χαρακτήρα κατά της πολεμοκαπηλείας (θα παίξουμε τον πόλεμο).

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη με ευαισθησία στους νέους και τους αδύναμους συνθέτει μία συλλογή φέρνοντας τον ακροατή/αναγνώστη στη θέση του πρόσφυγα, όπως τοποθετεί μέσω της εμπειρίας και τον εαυτό της. Η αφήγηση της ατομικής εμπειρίας ως μνήμη συνδέεται με την κοινωνική παρατήρηση του άπατρι σε ένα χωροχρονικό ταξίδι από τη Σουηδία έως την Ειδομένη και τις εστίες πολέμου.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 20/11/2017

Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

(στίχοι από το ομότιτλο ποίημα)

Η ανθρώπινη συνθήκη είναι πολύ ιδιαίτερη: συνήθως αντιμετωπίζει τα γεγονότα του βίου με αλαζονεία, σα να ‘ταν άτρωτη. Ώσπου έρχεται, αναπόφευκτα, η στιγμή που θα τρωθεί, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Τις στιγμές του τραύματος πραγματεύονται «οι λέξεις» της Δέσποινας· τις ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες γλιστρούν η αίσθηση της παντοδυναμίας, η υγεία, το παρελθόν, ενίοτε και η αξιοπρέπεια. Πραγματεύονται επίσης τα τσιρότα που βάζει ο καθένας στις πληγές του: τη μνήμη, τη δυνατότητα της επιστροφής, τη φαντασία, την αγάπη.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από θέματα που έχουν προσλάβει αυξημένη επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια: μιλά για τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον περιθωριοποιημένο («αθώο αίμα παφλάζει/ σε μετρό και σε πλατείες», «ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες»), την παιδική ηλικία και την εστία («τα σπίτια μιλάνε/ μιλάνε και περιμένουν […] χάσκουν οι πόρτες και τα παράθυρα/ οι ξεφτισμένοι σοβάδες»), μεταξύ άλλων. Επιστρατεύει μια σειρά από εικόνες και σύμβολα, όπως είναι τα δέντρα, οι ρίζες και τα κλαδιά τους («είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά/ φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας»), αλλά και οι νύμφες – συμβολικές ή προσωποποιημένες σε αληθινά άτομα που κατακλύζουν τη μνήμη («…στα μάτια μεταξωτές κλωστές/ λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες/ λουσμένες στο βόρειο σέλας»).

Περισσή τρυφερότητα και άλλη τόση περισυλλογή διαπνέουν τη συλλογή, η οποία, ενώ περιέχει μεγάλο βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής («…απ’το βορρά/ έρχονται ψίθυροι απαλοί/ και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία»), καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια εικόνα όσων αφηγείται από πιο μακριά – όχι αποστασιοποιημένα, αλλά μέσα από μια ματιά πιο σφαιρική: είναι σαν το ποιητικό υποκείμενο να έχει κάνει μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να δει τη μεγαλύτερη εικόνα. Παράγεται έτσι ένα αποτέλεσμα ευρύτερο, μια οπτική που αγκαλιάζει κάτι πιο μεγάλο από τη μονάδα, κάτι πιο μεγάλο από τον χρόνο που αντιλαμβανόμαστε, κάτι πιο μεγάλο και από τον κόσμο του οποίου έχουμε την εμπειρία: κάτι πανανθρώπινο και παγκόσμιο, μέσα όμως σε κατανοητά μέτρα. Φταίει γι’ αυτό ο προσωπικός τόνος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν λείπει και που αναγάγει σε κυρίαρχα στοιχεία της συλλογής τη νοσταλγία και το παρελθόν. Το παρελθόν, ειδικά, είναι ένας τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο ολοένα επιστρέφει και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να κατανοήσει το παρόν («πορευόμαστε/ κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί»). Και η νοσταλγία είναι το εισιτήριο γι’ αυτόν τον τόπο που φυλάσσεται στη μνήμη και που εφορμά στη συνείδηση με αφορμή έναν οικείο ήχο, μια εικόνα ή μια μυρωδιά («στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν/ εφορμούν/ άρωμα lakrits kanelbullar kardemomma/ εισβάλλουν/ ανελέητα λιώνουν τη χειμερία νάρκη»).

Το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το, χωρισμένο σε δύο τμήματα («Λιγοστεύουν οι λέξεις» και «Γίνομαι γιαλός»), βιβλίο της, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δοκίμασε – και είναι προς τιμήν της που το προσπάθησε κατ’ αρχάς – έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης συγκριτικά με τα προηγούμενα δείγματα γραφής της, έναν τρόπο περισσότερο πραγματιστικό και λιγότερο κοντά στον λυρισμό που της είναι οικείος. Το εγχείρημά της πέτυχε: κατάφερε να διεισδύσει σε μια περιοχή που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, διατηρώντας την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή και κυρίως σύγχρονη και επίκαιρη ποιητική συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην πλημμελή γλωσσική επιμέλεια του βιβλίου, για την οποία υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι εκδόσεις. Το αναφορικό ό,τι γράφεται παντού χωρίς κόμμα και, άντε, ας πούμε πως αυτό είναι τάση. Τι να πούμε όμως για τον αυτόματο διορθωτή (κατά πάσα πιθανότητα) που ανεξέλεγκτα μετέτρεψε κάποιες λέξεις σε εκτρώματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξορύσσουν στο εναρκτήριο ποίημα «Κοχύλια» που έχει γίνει εξορίσουν(!);

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
Μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
Μονάχο σε μια άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
Γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
Πατέρας
Νεκρός
Έμφραγμα
Μαθηματικός
Μητέρα
Μουσικός
Τώρα
Μακριά
Εργασία
Εσωτερική
Μεγαλοδικηγόρος
Εγώ
Μένω
Έξω
Από
Πόλη
Με
Θείος
Σε
Ορνιθοτροφείο

ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ
Είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά
Φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας
Τα κλαδιά αγγίζουν την κορφή του ουρανού
Τα φύλλα θροΐζουν ψιθύρους της θάλασσας
Καλά κρυμμένα φυλάνε τα αρχαία μυστικά
Ο φλοιός έρχεται απ’ άλλη εποχή και φεύγει σ’ άλλη
Φέρει αιώνιας απόσταξης χυμούς
Ο κορμός ευθυτενής αρματώνεται κύκλους τα δάκρυα
Είναι ένα δέντρο που πάντα έχει κάτι να μου πει
Εχθές μου έλεγε για πετρωμένα πουλιά
Προχθές πρόσφερε τάματα στην αγάπη
Ύφαινε για τον έρωτα προστατευτικό πέπλο
Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
Πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
Κι έδειξε κατά πέρα

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Ιχνηλατώντας τους άδειους τόπους – οι κώδικες και οι άνθρωποι

Fractal 20/10/2017

Πώς αποκόπτεται κάποιος από τα ριζιμιά του, τα βαθύρριζα που τον δένουν με τον τόπο του; Από τα πρόσωπα και τα πράγματα, τις παιδικές μνήμες, τις λέξεις που τον μεγάλωσαν και του ’μαθαν τον κόσμο; Δύσκολη η δική του απόφαση, καμιά φορά αναπόφευκτη. Αν όμως αντίξοες δυνάμεις μηχανευτούν την αποκοπή του από τα πάτρια, τότε έχει από κάπου να πιαστεί να μην κατακρημνιστεί; Ή μήπως άφευκτη είναι η ενσωμάτωσή του στον νέο τόπο, εκεί που νέες ρίζες είναι γραφτό να ρίξει και νέες μνήμες να χωρέσει μέσα του; Διαβάζω τα νέα ποιήματα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη και νιώθω να μην έχω αβίαστη απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Μα, ίσως και να μην είναι εύκολο να απαντηθούν. Όσα ανατρέπουν τα δεδομένα μας, όσα απειλούν να μας μεταβάλουν σε αιωρούμενα σώματα, που δεν αγγίζουν γη, δεν προσεγγίζονται ψυχρά και λογικά. Κι αν κανείς θεωρήσει πως μια τέτοια απώλεια μεγεθών αφορά μόνον τους άλλους, σαν μια ζοφερή εικόνα μακρινή πολύ, δεν έχει μετρήσει σωστά τη δυναμική της ρευστής πραγματικότητας, που γράφει αδυσώπητα και απειλητικά πάνω σε όλους.

Ένα ποτάμι έρεε παλιά εδώ
τώρα δυνατός λυσσομανάει αγέρας
κι η άμμος μανιασμένη ρέει ποτάμι
Κολλά πάνω μας στα ρούχα στο πετσί
μπαίνει στα μάτια μας
Προχωράμε με μάτια κλειστά
σκοτάδι η άμμος μας σκεπάζει
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι
μπρος στην αδυσώπητη ροή της
Σαρώνει τα πάντα ανελέητα
όταν λυσσομανάει ο αγέρας
Μόνο οι νεκροί κείτονται ατάραχοι
η μανιασμένη άμμος δεν τους νοιάζει
τι είχαν και τι έχασαν τάχα οι νεκροί
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι

Τα ποιήματα της νέας αυτής συλλογής πατούν σε έναν τόπο όλο ξενιτιά, με το ποιητικό υποκείμενο αλλά και τα άλλα πρόσωπα που μιλούν μέσα στους στίχους να αγωνιούν να στηρίξουν το είναι τους σε έδαφος απροσδιόριστο και διαρκώς μετακινούμενο, όπως και οι ίδιοι. Κανένας δεν ξεφεύγει από την προσχεδιασμένη αυτή συνθήκη. Ένας κόσμος που ταξιδεύει, πρόσφυγας ή μετανάστης, εδώ και αιώνες και δεν λέει να σταματήσει αυτή την περιπλάνησή του. Κι όσο γύρω θα μαίνονται πόλεμοι, όσο αβέβαιες και απάνθρωπες καταστάσεις θα απειλούν την ασφαλή ζωή, τόσο οι ξεριζωμοί, βίαιοι κι αιφνίδιοι πλέον, αναγκαστικοί και ασαφείς ως προς τον τελικό τους προορισμό, θα επιβεβαιώνουν τους παντοδύναμους μηχανισμούς εξόντωσης. Τι έχεις να αντιπαραθέσεις σε μια τόσο καλοκουρδισμένη μηχανή καταστροφής; Οι στίχοι του Μπόρχες, που η ποιήτρια παραθέτει ως προμετωπίδα των ποιημάτων της, δείχνουν το τι και το πώς:

«Δε θα ’ναι νερό, θα είναι μέλι, η τελευταία
σταγόνα της κλεψύδρας. Θα τη δούμε
καθώς θα στάζει λάμποντας μες στο σκοτάδι
μα μέσα της θα περικλείονται όλες εκείνες οι έξοχες δωρεές
που Κάτι ή Κάποιος χάρισε στον πρωτόπλαστο Αδάμ:
η αγάπη του ενός για τον άλλον, το άρωμά σου,
ο μηχανισμός της κατανόησης του σύμπαντος»

«Η κλεψύδρα», Χόρχε Λουίς Μπόρχες,
Ποιήματα, 2006, Ελληνικά Γράμματα,
μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης

Είναι τότε που αναζητάς τον δικό σου μηχανισμό για την αποκρυπτογράφηση του κόσμου, τότε που ανασύρεις από τα καλά φυλαγμένα μέσα σου όσα πολύτιμα και απολύτως κωδικοποιημένα γενιά τη γενιά έχουν κατασταλάξει τη σημασία τους. Λέξεις, κώδικες επικοινωνίας και επαφής. Σχήματα λόγου που εκπέμπονται για να ενώσουν τους ανθρώπους, ρήματα και ουσιαστικά που δένουν σε προτάσεις λεκτικές και μεταλλάσσονται έπειτα σε προτάσεις ζωής. Ναι, η γλώσσα της επικοινωνίας είναι μια γέφυρα που ενώνει και διασώζει τους ανθρώπους και τον επιθυμητό γι’ αυτούς κόσμο. Όμως η ποιήτρια δεν αισιοδοξεί. Οι λέξεις λιγοστεύουν, θα μας πει και θα τιτλοφορήσει έτσι και τη συλλογή των ποιημάτων της, δίνοντας την εστίαση της οπτικής της. Σαν οι λέξεις να μην είναι πλέον ικανές να καλύψουν τις ανάγκες επικοινωνίας. Πώς να μιλήσεις, όταν αγνοείς τον κώδικα, όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους ή ακόμα χειρότερα όταν η σκληρότητα του τοπίου τις καθιστά άφωνες και άηχες;

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

Τότε οι ίδιοι οι άνθρωποι ενσαρκώνονται τον κώδικα, φορούν πάνω τους τα σημάδια, μιλούν ή κραυγάζουν την παρουσία τους μέσα σε ξένους τόπους ή σε τόπους που είναι γι’ αυτούς πια σαν ξένοι. Δείχνουν το δίκιο τους με τα ίχνη του ξεριζωμού πάνω τους, με τα λιγοστά τους διασωθέντα αποκτήματα, που περιφέρουν μαζί τους σαν στέγη και σπίτι και πατρίδα, άνθρωποι φερέοικοι.

Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ
Είμαι το σπίτι μου λιτό κι απέριττο
Συμμετρικό και σταθερό παλεύω να ’μια
κι ας είναι τα μπαλκόνια μου μικρά
κι ας έχω τα θεμέλια προς τα μέσα
Με ξαναχτίζω μ’ επανατοποθετώ
πατρίδα μου και σπίτι μου εγώ
κι αναζητώ γωνιές όπου δέντρα φύονται
γωνιές με γαλανό ουρανό
γαλήνια να μ’ αγκαλιάζουν
Μια τσάντα σπίτι είμαι
και τα χερούλια μου κρατώ σφιχτά μες στην καρδιά
Φέτες σχιστόλιθοι α-συνέχειες
φλόγες ζωσμένες βίαια έσκαψαν
κι έκοψαν
Πολλά τα ξεριζώματα
ολοκληρωτικά απειλούν να με συνθλίψουν
Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

Πλάνητες, περιπλανώμενοι, ανέστιοι. Πολλά τα ξεριζώματα, και πού να σταθείς να πεις εδώ είναι η πατρίδα; Μα, κι αν κάποτε γυρίσεις, θα είναι μόνο για θάνατο, όχι για ζωή. Τη ζωή την ξόδεψες στα ξένα μέρη, που ποτέ δεν πρόφτασαν να σου γίνουν πατρίδα.

Κάποτε σαν άσωτος επέστρεψε
στύλωσε σπίτι όχι για να ζήσει
για να πεθάνει είπε

Η ποιήτρια απέναντι στον πλάνητα κατατρεγμένο κι αποδιωγμένο από τον τόπο του βάζει αντίβαρο τις πλέον γερές ρίζες, τις βαθιές των δέντρων, και μιλά γι’ αυτές σε διάσπαρτους στίχους ή τους αφιερώνει ολόκληρα ποιήματα. Θα εξομοιώσει τους ανθρώπους με τους τόπους για να πει πως έναν κοινό ξεριζωμό κραυγάζουν, απελπισμένοι φυγάδες, οι άνθρωποι, η φύση, τα πράγματα, οι έννοιες που όλα αυτά τα συγκροτούν και τα ενώνουν σε μιαν αδιάσπαστη συνέχεια.

Ξεριζωμένα δέντρα οι τόποι μας
Πρόσφυγες οι γονείς
μετανάστες εσωτερικοί μετά
άπλωσαν μέσα τους ρίζες κομμένες
Ξεριζωμένα δέντρα δυο φορές κι εμείς
ας ριζώθηκαν στο έρμα μας πατρίδες
Και τώρα των παιδιών μας η σειρά
ξεριζωμένα δέντρα να πορεύεται
Ξεριζωμένα δέντρα οι τόποι μας

Και αλλού θα δει το δέντρο, με όλη τη σοφία και τη γνώση του, να συνομιλεί μαζί της για να μοιραστούν τη συμφορά που πλησιάζει.

Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
κι έδειξε κατά πέρα

Έτσι τα δέντρα μπορεί είναι αυτά που δεν έφυγαν, δεν ξεριζώθηκαν από τους ερημωμένους πια τόπους, κι έμειναν εκεί σημάδια τραγικά να βιώνουν την απουσία των ανθρώπων προλέγοντας το τέλος τους.

Η ποίηση αυτή, λοιπόν, δεν ανοίγει πουθενά στο φως, στην ελπίδα; Η σύμπραξη των ποιητών εδώ θα δώσει το ελάχιστο φως που χρειάζεται για να συνεχίσει αυτή η μακρά πορεία. Θα θυμηθεί η ποιήτρια τον άλλον ποιητή, και θα πει κι αυτή πως αν είμαστε από καλή γενιά, θα το δείξουμε γυρνώντας προς τα πίσω τη μνήμη, να ανασύρουμε ό,τι ακόμα δεν έχει σβήσει από τις ραψωδίες του παππού, το αρχαίο νόημα των λέξεων (πάλι οι λέξεις, γιατί αυτές δεν χάνονται ποτέ, μόνο ξεχνιούνται), κι έτσι:

Σε πέντε θάλασσες σχεδίες καλοτάξιδες
ν’ αναζητήσουμε Ιθάκες να ονειρευτούμε
να τις επινοήσουμε αν χρειαστεί

Αυτή η επινόηση, η γεννημένη από την ανάγκη, είναι η πιο ουσιαστική λέξη/πρόταση ζωής. Τουλάχιστον με τον ποιητικό της τρόπο η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη άνοιξε λίγο τη χαραμάδα την αθέατη. Οι λέξεις λιγοστεύουν, ωστόσο κάποιες ακόμα μπορούν να επωμιστούν το έργο της συνέχειας.

Στο πολύ εύγλωττο εξώφυλλο της συλλογής το έργο του Κωνσταντίνου Ξενάκη Codehomme. Ο κώδικας και ο άνθρωπος σε δημιουργική συνύπαρξη. Και η Ποίηση να δίνει τη δική της πολύτιμη αρωγή.

ΑΣΗΜIΝΑ ΞΗΡΟΓΙAΝΝΗ

FRACTAL 27/12/2017

Η επιλεκτική Μνήμη της ποίησης

Ένας απολογισμός σχετικά με τον τόπο και τους ανθρώπους, αυτούς που πάνε και αυτούς που έρχονται, κάνει η Δέσποινα Καϊτατζή -Χουλιούμη. (ΌTI BAΘΙΑ ΚΟΙΤΑΞΑΜΕ / ότι μας σφράγισε ξεριζωμός/ ό,τι πίσω αφήσαμε μαχαίρι/ ό,τι βαθιά κοιτάξαμε ελπίδα/ ότι ονειρευτήκαμε επιστροφή) Η ζωή φανερώνει πράγματα καθημερινά, απρόβλεπτα συχνά, η ζωή μιλάει χωρίς να έχει στόμα, η ζωή σε ξεπερνά, αλλά και σε διδάσκει με τρόπο αβίαστο και συνάμα εκπληκτικό! Εμπειρίες ανθρώπων καταγράφονται, περιπλανώμενων κυρίως. Που η περιπλάνηση τους χαρίζει νέες εμπειρίες και τους εισάγει σε τοπία αλλότρια, σε αισθήσεις ανοίκειες.

Βαθύ κοίταγμα, σκέψεις επί της ουσίας για την ανθρώπινη μοίρα και πάντα ένα «αν» να συνοδεύει τις κινήσεις, τις κατευθύνσεις, τις διαθέσεις. Αυτό το «αν» της ζωής του καθενός. Τα πολλαπλά ενδεχόμενα. Οι ποικίλες εκφάνσεις μιας ατέρμονης αβεβαιότητας.

«Αν ερωτεύθηκες σε ρέμα/χείμαρρος/Αν έθαλλες σ’ αγκάθια/θηλιά/Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες/θλίψη/Αν σε αναχώματα περπάτησες/προσφυγιά/Αν χύθηκες σε θάλασσα /αναχώρηση/»[ΚΟΧΥΛΙΑ]

Η μνήμη της ποιήτριας είναι επιλεκτική, αλλά αυτό δεν είναι αρνητικό, αφού ό,τι μας κάνει αίσθηση ή εντύπωση κοιτάμε να ζωντανέψουμε με τις λέξεις, να το εγκλωβίσουμε μέσα στο ποίημα. Να το φιλτράρουμε έτσι ώστε να μετατραπεί σε «καινή »εμπειρία που έχει σκοπό να συνεπάρει τον αναγνώστη. Και για να δανειστώ δικές της λέξεις: «Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα/ μ’ ασπρόμαυρες φωτογραφίες/»Το ομώνυμο ποίημα κλείνει ως εξής: «Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα/κρατούσε στην παλάμη χρυσό πουλί ολόφωτο/»

Το θέμα του ξεριζωμού, της μετανάστευσης, είναι παρών και σε αυτή τη συλλογή. Στο ποίημα «Πρόσφυγες» γράφει: «Κλάδεψαν τις φτερούγες μας/τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν /επανειλημμένα/ αποτρόπαια/ Πορευόμαστε / κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί/» (Πρόσφυγες).

Πολλοί ποιητές τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτό, δίνοντας ο καθένας τη δική του οπτική, τη δική του προέκταση, τη δική του ερμηνεία. Ενδεικτικά αναφέρω τα βιβλία του Ζαφείρη Νικήτα (Τα νερά του Μετανάστη) και της Φροσούλας Κολοσιάτου (Φοράει τα μάτια του νερού) που έχουν ολοκληρωτικά ως θέμα τους μετανάστες! Γενιές ολόκληρες «ξεριζωμένα δέντρα». Τα παιδιά έφυγαν -πού πήγαν; Ξεραϊλα, όμως πνέουν άνεμοι ελπίδας, όμως αύριο μια άλλη μέρα θα προβάλλει. Επισημαίνεται ότι η ζωή μπορεί να αλλοιωθεί, να γίνει ξένη ή φορτική, όμως η ελπίδα δεν χάνεται, μπορεί να μείνει, έστω και ανεπαίσθητη και να καθοδηγεί. Διαβάζω τους εξαιρετικούς στίχους: «Και με κομμένες ρίζες/θα σταθούμε όρθιοι/και με σπασμένα κλαδιά/ θ’ ανθίσουμε/ Γιατί ό,τι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας/ οι ρίζες φύτρωσαν εντός /μας/ κρατάνε στέρεα σ’ ελπίδας έδαφος» (Πρόσφυγες) Επίσης, στο ποίημα «Επίγονοι» διαβάζω στίχους που προτρέπουν στην αγάπη, τη δύναμη, την ελευθερία. Ίσως το παρελθόν και οι θησαυροί του βοηθήσουν, αν αξιοποιηθούν σωστά. «Να θυμηθούμε τις ραψωδίες του παππού/ στις λέξεις να προσδώσουμε το αρχαίο νόημα/ [..] να ορθώσουμε το ανάστημα […]Σε πέντε θάλασσες σχεδίες καλοτάξιδες /ν’ αναζητήσουμε Ιθάκες να ονειρευτούμε /να τις επινοήσουμε αν χρειαστεί/»

Η γράφουσα ξαγρυπνά με τις ανθρώπινες ιστορίες στο προσκεφάλι, ιστορίες που διψούν να αποτυπωθούν, επειδή είναι διαποτισμένες με το ανθρώπινο δάκρυ, τον ιδρώτα, το αίμα και τον πόνο. «Βραδιάζει πάλι μέσα μου/σκοτάδι η απουσία με τυλίγει/Θέλω να κλάψω να βυθιστώ/σε κολυμπήθρας δάκρυα/Βρέφος που του προσδίδουν όνομα/πρόσωπο ν’ αντικρίσει τη μέρα/Βραδιάζει πάλι μέσα μου/ απόψε δεν θα κοιμηθώ/» (Κατά το σούρουπο)

Γενικά, πλούσια σε ιδέες, μεστά και καλοσχεδιασμένα ποιήματα, που δεν βερμπαλίζουν και που είναι γεμάτα εικόνες εκφραστικές και μια διάχυτη σοφία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL 21/2/2018

“Πατρίδα μου η αγάπη”

Είναι μια ποιητική συλλογή που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αυτοβιογραφική. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδη και καλοδιαβασμένη. Αναφέρεται σε σημαντικά περιστατικά της ζωής της ποιήτριας, σε σταθμούς, σε γεγονότα που την άγγιξαν και στίχο τον στίχο εκφράζει τους προβληματισμούς της και το πώς ένιωσε και νιώθει.

Όλα τούτα με ένα λόγο ολοφάνερα επηρεασμένο από την ειδικότητα της κλινικής ψυχολόγου – ψυχοθεραπεύτριας που έχει αλλά και από την στυγνή έως ωμή ακρίβεια δύο παραμέτρων ασύνδετων γενικά μεταξύ τους: της ιατρικής αλλά και της ψυχοσύνθεσης της Σουηδίας, όπου έχει εργαστεί για χρόνια. Οι επιρροές από την περίεργη έως μονότονη ηχητική της σουηδικής γλώσσας (δεν υπάρχει καν μουσικότητα στη γλώσσα αυτή) οδηγούν σε έναν ιδιαίτερο εκφραστικό τρόπο και τα ποιήματα έχουν ένα ύφος ξέχωρο, προσωπικό και αναγνωρίσιμο. Όπως με την πρώτη ματιά μπορείς να πεις αν ένα παράθυρο είναι βορινό.

Κινείται κυρίως σε τοπία ρεαλισμού έχοντας στην τσέπη μια ελληνική φλογέρα για να μπορέσει να αντέξει τα δύσκολα. Μα και ο ρεαλισμός της ο ίδιος δεν είναι στατικός· πάλλεται από την κλίμακα του φαινομενικού και φτάνει ως την κλίμακα του ψυχικού. Το εξασκημένο μάτι της συλλαμβάνει κάθε είδους παθογένεια, κάθε παραμόρφωση, κάθε τι άρρωστο. Στο επάγγελμά της είναι υποχρεωμένη και εκπαιδευμένη να σταθεί ως παρατηρητής, σε απόσταση ασφαλείας και να δώσει ανεπηρέαστη λύσεις. Ως ποιήτρια όμως; Βουτάει στα βαθιά, μπαίνει στην ουσία και αναδύεται με έναν αστερία ή ένα κοχύλι ελπίδας στο χέρι, που γίνεται λύρα, ύμνος βακχικός:

Κοχύλια εξορίσουν
κοιτάσματα φωτός
σ’ υποθαλάσσια ρεύματα.

Εδώ, καλό θα ήταν να διορθωθεί το «εξορίσουν» είτε σε «εξορύσσουν» χωρίς άλλη διευκρίνιση είτε σε «εξορίζουν» στην περίπτωση που η πρόθεση του ποιήματος ήταν ότι «εξορίζουν» γράφοντας πάνω σε όστρακο το όνομα του προς εξοστρακισμό ατόμου, των κοιτασμάτων φωτός στην προκείμενη περίπτωση. Διαβάζεται και με τους δύο τρόπους. Μπορεί ακόμη κάποιος να το θεωρήσει σωστό και έτσι όπως είναι , υπονοώντας ποιητική αδεία την νοερή πρόταξη του συνδέσμου «να», φτιάχνοντας έτσι μια υποτακτική αορίστου. Ένα γράμμα ή δύο, και το νόημα αλλάζει εντελώς. Αυτό είναι το μεγαλείο της Ελληνικής Γλώσσας, αυτή είναι η τεράστια δύναμή της, αυτή είναι η Ομορφιά της!)

Ο λόγος της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι γενικά μεστός, κοφτός, χωρίς δαντέλες και πλεονάζοντα χρώματα. Κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του πεζού. Το μέτρο κυριαρχεί εδώ, όπως υποθέτω και στη ζωή της.

Οι δεξιότητες στον χειρισμό της ελληνικής είναι ορατές σε ένα έμπειρο μάτι αλλά στο τελευταίο ποίημα «ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ» στο οποίο όλες οι λέξεις του αρχίζουν από “γ”, γίνονται εύκολα αντιληπτές σε κάθε αναγνώστη.

Το ελληνικό φως την ακολουθεί όπου και να πάει, η ψυχή της κολυμπάει μέσα σε αυτό ακόμα και κάτω από οιαδήποτε βορειο-ευρωπαϊκή συννεφιά και οι στίχοι της εκπέμπουν κάποτε έναν λεπτό λυρισμό (βλ. Σολωμό):

Τριφύλλι χρυσοπράσινο
στο φως τ’ Απρίλη.

Τι σημασία έχει αν λιγοστεύουν οι λέξεις, όταν η ποίηση αυτές που απομένουν τις χρησιμοποιεί έτσι για να πλάσει ουσία και ομορφιά από το τίποτα;

Η δυναμική των λέξεων πολλαπλασιάζεται στην ξενιτειά. Όσο κομματιάζεται η ζωή, τόσο δυναμώνει η γλώσσα:

Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη

πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδες.

Συγκρατώ εδώ το «πολίτης του κόσμου».

Η ξενιτιά την πονάει. Δεν είπα κάτι πρωτότυπο, όλοι το ξέρουν. Ναι. Πρωτότυπος είναι ο τρόπος που το εκφράζει όμως:

μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

και ο τρόπος που το βιώνει:

ότι μας σφράγισε ξεριζωμός
ότι πίσω αφήσαμε μαχαίρι
ότι βαθιά κοιτάξαμε ελπίδα
ότι ονειρευτήκαμε επιστροφή

όπου ξενιτιά μπορεί να είναι επί πλέον και το να είσαι φευγάτος, το να είσαι ξένος στον ίδιο σου τον τόπο. Όταν γυρίσεις, αν καταφέρεις να γυρίσεις, πληγώνεσαι βαθύτατα αφού

Παρατηρείς αντίδραση καμία σαν να μην έφυγες ποτέ.

Οι πληγές μόνιμα ανεπούλωτες:

Ό,τι πολύ αγαπήσαμε πατρίδα
Ό,τι μας λάβωσε ξεριζωμός
Ό,τι πολύ αγαπήσαμε και απωλέσαμε
Ζωή και Θάνατος.

Πριν λίγο είπε «ότι μας σφράγισε ξεριζωμός», τώρα «ό,τι μας λάβωσε ξεριζωμός». Φαίνεται ξεκάθαρα η καταλυτική επίδραση του ξεριζωμού, της βίαιης αλλαγής πατρίδας (με πολλές έννοιες η λέξη πατρίδα) στον ψυχισμό του ανθρώπου.

Κάτι όμως τον ξενιτεμένο τον τραβάει πίσω, κάτι μέσα του δεν ησυχάζει αν δεν γυρίσει. Το κατάλαβε και το λέει:

Κάποτε σαν άσωτος επέστρεψε
στύλωσε σπίτι όχι για να ζήσει
για να πεθάνει είπε.

Τόσα χρόνια εδώ στράφι. Τόσα χρόνια έξω πάλι στράφι. Ναι, και εδώ και εκεί, ματαιότητα, απογοήτευση:

με άδεια απόχη στεκόταν στην όχθη
λίμνης αποστραγγισμένης.

Ισορροπία όταν φύγεις δεν υπάρχει. Ακόμα και αν επιστρέψεις, δεν γαληνεύει η ψυχή. Διχασμένος μια ζωή θα είσαι. Το γυαλί σου ή το πήλινό σου αγγείο αν είσαι από πηλό φτιαγμένος, ραγισματιά θα το σημαδεύει για πάντα, ορατή ή κρυμμένη:

Φυγή κι επιστροφή πάντα στον ίδιο τόπο
ραγισματιά ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου.

Έχεις συνείδηση του “εφήμερου” πια. Την κατάχτησες θυσιάζοντας μια ζωή. Τη ζωή σου.

Έτσι κι αλλιώς περαστικοί όλοι της γης μέτοικοι.

Η ξενιτειά, είναι πιθανότατα καμουφλαρισμένη προσφυγιά. Για χι λόγους, για ψι αιτίες, για μι κίνητρα, για νι σκοπιμότητες. Ο ξενιτεμένος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα των προσφύγων, έχει πολλά κοινά, συμπάσχει με όλο του το είναι:

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ’ ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα.

Ξενιτεμένος μιλάει, πρόσφυγας μιλάει, ο αναγνώστης μιλάει, ο ποιητής; Δύσκολο να πεις.
Το αποκορύφωμα της τραγικότητας δίνεται από το χέρι ενός μικρού μαθητή που έγραψε ένα σημείωμα για τις ανάγκες του ποιήματος:

πατέρας
νεκρός
έμφραγμα
μαθηματικός
μητέρα
μουσικός
τώρα
μακριά
εργασία
εσωτερική
μεγαλοδικηγόρος
εγώ
μένω
έξω
από
πόλη
με
θείος
σε
ορνιθοτροφείο.

Λιγοστές οι λέξεις εδώ. Συγκλονιστικές όμως. Αυτή είναι η δύναμη της Ποίησης. Παίρνει μια σταγόνα λέξεις συνηθισμένες και τις κάνει ποτάμι. Παίρνει ένα ψίχουλο και το κάνει άρτο ευλογημένο. Έτσι. Από το τίποτα. Με το ταλέντο, το πάθος και την επιμονή του ποιητή.

Η κατάθλιψη, ο φόβος, η βία, η ανασφάλεια, ο χειρισμός, συστατικά του παρόντος:

Σήμερα στωικά, μου μίλησε για φονικές μάσκες
πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
κι έδειξε κατά πέρα.

Περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής μας; Η παραίτηση:

Υπάρχουν σπίτια που πριν ακόμα γεννηθούν ολόκληρα
σμπαραλιασμένα και γυμνά οδεύουν προς τον θάνατο.

Πρωτύτερα ήταν καλύτερα τα πράγματα; Μα ναι:

κάποτε στα ρυάκια κυλούσε καθαρό νερό
σκύβαμε κοιταζόμασταν πίναμε με τη χούφτα.

Πότε; Τότε που ήμασταν παιδιά.

Παιδιά; Πού είναι τα παιδιά στις λέξεις που λιγοστεύουν; Υπάρχουν; Φυσικά. Βιώνουν την σκληρή πραγματικότητα:

και τώρα των παιδιών μας η σειρά
ξεριζωμένα δέντρα να πορεύεται

με έντονη την αγωνία των γονιών και των λεπτών ανθρώπων που ανησυχούν:

Πού πήγαν τα παιδιά
Ξεραΐλα

γιατί έχουν πικρή πείρα από τον εαυτό τους:

τον άφηναν μονάχο παιδάκι στα επτά να περιμένει,
πληροφορίες από πάρα πολλά περιστατικά
για παιδιά που ’χασαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία

και ιδίως την επίγνωση πως

αύριο μια άλλη μέρα … / θα θερίσει ανέμους ελπίδας / … / Θα φέρει νέους εγκάθετους αγκιτάτορες / Και τα παιδιά μας φευγάτα από καιρό.

Υπάρχει ελπίδα; Άμυνα; Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δεν το λέει ευθέως, αφήνει να το πουν ποιήματά της:

λες κι αφέθηκε στη βραχνή φωνή του
να την αναστατώνει μ’ εκείνη τη λέξη.

Έρως. Φωτεινός ακόμα και όταν πονάει:

Αυτή κλειδί και κλειδωνιά μαζί
και τ’ άλλο χέρι πάλι αυτή
Αυτή να ριχνόταν στα σκοτεινά νερά
Έρωτα ανεπίδοτο
αγάπη Πρώτη βρεφική
βίαιο ξεριζωμό
να κλείδωνε.

Ναι, Έρως = Ελπίς = Ζωή = Προσμονή = Σύμπαν:

Εκεί στης Ιδωμένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ’ εναγκαλισμένο ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόχη του λαιμού του.

Τι άλλο να προσμένει κανείς;

Καιρός όμως είναι να πάμε στα δύσκολα. Πώς γίνεται να λιγοστεύουν οι λέξεις; Αφού προστίθενται και άλλες, ξενόφερτες, «απαραίτητες» για τη συνεννόηση σε τούτη την ψηφιακή εποχή. Ψυχαναγκαστικές, επιβεβλημένες. Όπως και οι μάρκες στα αθλητικά παπούτσια. Θέλει κότσια να αντισταθείς.

Οι λέξεις όμως, αυξάνουν, έτσι δεν είναι; Αφού γράφονται κάθε μέρα όλο και περισσότερα κείμενα, όλο και περισσότερες αναρτήσεις. Ο κάθε ένας ελεύθερα εκφράζεται γράφοντας μηνύματα, απόψεις, σχόλια. Όλοι είναι διαδικτυωμένοι σήμερα (πολλοί μπορεί να είναι και δικτυωμένοι, άλλο θέμα για άλλη προσέγγιση). Πώς γίνεται λοιπόν να λιγοστεύουν οι λέξεις;

Σοβαρά τώρα. Ας δούμε ποιες λέξεις μπορεί να λιγοστεύουν. Ίσως οι λέξεις πέραν της καθημερινής χρήσης. Οι λέξεις που απαιτούν ευρύτερη παιδεία για να χρησιμοποιηθούν ή αυτές που παραιτείσαι από τη χρήση τους αφού είτε δεν θα καταλάβει ο άλλος είτε θα το εκλάβει ότι του «κάνεις τον έξυπνο» και τον «ψαγμένο».

Ναι, λιγοστεύουν αυτές οι λέξεις. Αυξάνει η χρήση των λέξεων, των κοινών, των συνηθισμένων λέξεων, αυτών για τις ανάγκες της τρέχουσας επικοινωνίας, αλλά αν φανταστούμε τις λέξεις ως ψάρια που κολυμπούν όπου θάλασσα επί γης, επιλέγονται σήμερα μόνο μέσα από έναν κόλπο ρηχό, τη στιγμή που υπάρχουν πελάγη και ωκεανοί. Άρα στην πραγματικότητα λιγοστεύουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται κατά κανόνα από τον σύγχρονο άνθρωπο, όχι οι ίδιες οι λέξεις. Εμείς; Τι κάνουμε εν τω μεταξύ κατά την υπόψη ποιητική;

Ιχνηλατούμε επίγειοι τυφλοπόντικες
και τα γεράκια παραμονεύουν
Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε.

Αυτό ήταν; Όχι.

Ας σημάνουμε πρώτα τον εκφυλισμό των λέξεων στη σύγχρονη πραγματικότητα και τη στρεβλή σύνδεσή τους με κάτι διαφορετικό από εκείνο το οποίο η αλήθειά τους φέρει. Αυτό γίνεται κάτω από την καταστρεπτική επενέργεια της ημιμάθειας, της αδιαφορίας, της «γρήγορης» έκφρασης και των κάθε είδους σκοπιμοτήτων, με πρώτες τις πολιτικές. Πολλαπλασιάζεται από τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφού άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα και το κάνουν χωρίς συναίσθηση ούτε της σημασίας που έχει η δημόσια εκφορά του Λόγου ούτε της ευθύνης που φέρουν κάνοντάς το. Ατυχώς το “fast food” τείνει να γίνει -αν δεν έχει γίνει κιόλας- “fast talk”.

H ποιήτρια το έχει υπόψη της, αλλά δεν εστιάζει εδώ. Βλέπει το φαινόμενο σε σχέση με τα όσα θλιβερά συμβαίνουν, τα οποία είναι τόσο επώδυνα που δυσκολεύεσαι να βρεις λέξεις να τα εκφράσεις. Οπότε «λιγοστεύουν».

Είναι τέτοια η κατάσταση τα τελευταία χρόνια, τέτοιος ο ζόφος, τέτοια η κατάντια του «πολιτισμού» μας που ο θρήνος, η φρίκη, η πίκρα, το κλάμα, ο αποτροπιασμός, δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Δεν υπάρχουν λέξεις που να μιλήσουν για όλα τούτα με τόση ένταση όση τα ίδια τα γεγονότα ή τα συναισθήματα έχουν. Το λέει στο ποίημα με τίτλο αυτόν που έχει και η ποιητική της συλλογή:

Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα

Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν την φτάνουν λέξεις.

Φρίκη η οποία κυριαρχεί πλέον πάνω σε μια

Γη βιασμένη εκπορθημένη και απόρθητη
στον κόρφο της φυλάει κρυμμένες πυρκαγιές
αδημονεί κρατώντας στις παλάμες της κεράκι
αναμμένα.

Ίσως επειδή αδυνατούν οι λέξεις να εκφράσουν το μέγεθος και το βάρος της οδύνης, γι’ αυτό τα μοιρολόια ενισχύουν την τραγικότητα με θρηνητικά παρατεταμένα φωνήεντα, που από μόνα τους, χωρίς απαραίτητα να συνοδεύονται από λέξεις, αρθρώνουν λόγο. Συντονίζουν την ψυχή στην Αλήθεια της Απώλειας, στην ενδυνάμωση της μνήμης με αυτού του είδους την ενισχυτική καταγραφή, στην συμπόνια εν τέλει της Περσεφόνης, εκείνης αλλά και της δικής μας -κι ας έχει άλλο όνομα- όπως έξοχα δίνεται στο πεζόμορφο ποίημα με τίτλο το όνομά της.

Αν με ρωτούσε κάποιος να του πω με «λιγοστές» λέξεις τους βασικούς άξονες του βιβλίου, θα τολμούσα λέγοντας:

«λέξη, ξεραΐλα, ξεριζωμός, ξενιτειά, αγωνία, πόνος, φρίκη, ευαισθησία, προσδοκία, φύση, αγάπη». Αν με ρωτούσε ένας ψυχίατρος ποιο γράμμα της συλλογής έμεινε μέσα μου χαραγμένο ως αντιπροσωπευτικότερο όλων, θα διακινδύνευα να ομολογήσω: το «ξι».

Οι λέξεις μπορεί να λιγοστεύουν, η καλοσύνη, η ανθρωπιά, η συνεννόηση, η αγάπη μπορεί να λιγοστεύουν, αυτό όμως δεν εμποδίζει καθόλου την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη να αποκαλύψει στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής το συμπύκνωμα της κοσμοθεωρίας της (επαναφέρω εδώ τη φράση που συγκράτησα πριν, δηλ. «πολίτης του κόσμου»):

πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δέντρα τα βουνά
ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα
το χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος.

Με τέτοιους ποιητές υπάρχει ελπίδα;
Τι λέτε;

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 13/9/2018

Η ποιήτρια Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη ανοίγεται στο χώρο της μετάφρασης με είκοσι έξι ποιήματα τεσσάρων σημαντικών Σουηδών ποιητών. Τριών γυναικών, της Φιλανδοσουηδής Έντιθ Σέντεργκραν, της σουηδής Κάριν Μπόγιε, της ιρανής μετανάστριας στη Σουηδία Γιλά Μοσσάεντ και ενός άνδρα, του νομπελίστα σουηδού ποιητή Τούμας Τρανστρέμερ. Ο τίτλος του βιβλίου, Δέρμα από πεταλούδες, είναι από στίχο της ποιήτριας Κάριν Μπόγιε. Τη συλλογή προλογίζει η ελληνίστρια Χριστίνα Χέλντνερ, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ που απέδωσε στα σουηδικά το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Ως ερευνήτρια στον τομέα της κριτικής της μετάφρασης βεβαιώνει πως η αντιστοιχία των μεταφράσεων της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη με τα σουηδικά πρωτότυπα κείμενα είναι υψηλή. Η μετάφραση ενός ποιητικού κειμένου παρουσιάζει ομολογουμένως σοβαρά ζητήματα που σχετίζονται με τη μεταφορά του ποιητικού λόγου. Η άριστη γνώση της ξένης γλώσσας δεν αρκεί. Ο μεταφραστής δεν μπορεί να παραμείνει στην κατά λέξη απόδοση. Χρειάζεται να μεταφέρει το παιχνίδισμα των λέξεων, το ρυθμό, την αρμονία του ποιητικού λόγου. Η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη, εργάστηκε επί δεκαέξι χρόνια στη Σουηδία. Γνωρίζει άριστα τη σουηδική γλώσσα. Από την άλλη, ως ποιήτρια, είναι σε θέση να μεταφέρει τους χυμούς του ποιητικού λόγου. Έτσι οδηγηθήκαμε στο υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα του βιβλίου «Δέρμα από πεταλούδες». Εξάλλου, κάθε μεταφραστική απόπειρα είναι ένα μεταποίημα, όπως υποστηρίζει ο Τζέημς Σ. Χολμς. Η Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη στον πρόλογό της αναφέρεται στο πολυσυζητημένο ζήτημα της μετάφρασης της ποίησης. Η μετάφραση πρέπει να διακρίνεται από την ελευθερία στη δημιουργία του νέου ποιήματος, τονίζει. Για το σκοπό αυτό παραθέτει στο άνοιγμα του βιβλίου το ποίημα του Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ «Μεταφραστής ποίησης» (σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού): Σαν αδέξια μέλισσα εφορμά πάνω στο λουλούδι λυγίζει τον απαλό στήμονα ανοίγει δρόμο μες από τα πέταλα καθώς μέσα από σελίδες λεξικού παλεύει να χωθεί εκεί που βρίσκονται το άρωμα και η γλύκα∙ αν και συναχωμένος δίχως γεύση επιμένει έως ότου κουτουλήσει σε κάποιο κίτρινο ύπερο εδώ τελειώνουν όλα είναι απλώς αδύνατο να φτάσει κανείς τη ρίζα του λουλουδιού από το κεφάλι περήφανη πολύ η μέλισσά μας η καλή ξαναβγαίνει βουίζοντας θορυβωδώς: χώθηκα μέσα! σ΄ αυτούς που δεν την πολυπιστεύουν δείχνει μια μύτη κίτρινη από τη γύρη. Η συλλογή είναι δίγλωσση. Τα ποιήματα παρουσιάζονται στην πρωτότυπη εκφορά τους, στη σουηδική γλώσσα και πλάι τους υπάρχει η μεταποίηση στη δική μας γλώσσα από τη Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αφιερώνονται στους Σουηδούς και σουηδόφωνους φίλους και συνοδεύονται από κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα με βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία των ποιητών, καθώς και με τα βασικά ποιητικά τους χαρακτηριστικά. Η δόμηση του βιβλίου γίνεται με βάση τη χρονολογία γέννησης των λογοτεχνών. Προηγείται η ποιήτρια Έντιθ Σέντεργκραν (1892-1923). Στη Σκανδιναβία θεωρείται η πρώτη μοντερνίστρια ποιήτρια. Εισήγαγε στην ποίηση της σκανδιναβικής χερσονήσου τα νεότερα ευρωπαϊκά ρεύματα: το συμβολισμό, τον εξπρεσιονισμό, τη ρωσική πρωτοπορία. Η μεταφράστρια αποδίδει τα χρώματα, το πάθος του έρωτα, της αγάπης, το λυρισμό, την αίσθηση της μοναξιάς που εκπέμπουν τα ποιήματα της Έντιθ Σέντεργκραν. ΑΓΑΠΗ Ήταν η ψυχή μου φόρεμα γαλάζιο στ΄ ουρανού το χρώμα, το άφησα σ’ ένα βράχο στη θάλασσα και ήρθα γυμνή σε σένα κι έμοιαζα γυναίκα. Και ως γυναίκα, κάθισα στο τραπέζι σου κι ήπια μια κούπα κρασί κι εισέπνευσα άρωμα λίγων ρόδων. Διαπίστωσες πως ήμουν ωραία, πως έμοιαζα κάτι που είδες στ΄ όνειρο, ξέχασα τα πάντα, ξέχασα την παιδική μου ηλικία και την πατρίδα μου, γνώριζα μόνο πως τα χάδια σου με κρατούσαν αιχμάλωτη. Και πήρες χαμογελώντας καθρέφτη και μου ζήτησες να δω τον εαυτό μου. Είδα πως οι ώμοι μου ήταν φτιαγμένοι από χώμα και διαλύθηκαν, Είδα την ωραιότητά μου ασθενική και δεν είχα ακόμη καμία διάθεση – να χαθώ Ω, κράτα με δεμένη στα μπράτσα σου τόσο σφιχτά που να μη χρειάζομαι τίποτα. {Έντιθ Σέντεργκραν, Ποιήματα (1916)} Η Κάριν Μπόγιε (1900-1941), προσωπικότητα ανατρεπτική για την εποχή της στην προσωπική της ζωή, συνέδεσε τη γλώσσα με το ασυνείδητο. «Πρόκειται για ενορατική και διορατική ποίηση», γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη στο εισαγωγικό για την Κάριν Μπόγιε σημείωμα, «όπου το ποιητικό υποκείμενο υπό το πρίσμα ψυχαναλυτικών θεωρήσεων και πνευματιστικών αποχρώσεων καταβυθίζεται στα άδυτα του ψυχισμού». ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ ΑΠΟ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ Το δέρμα μου είναι γεμάτο από πεταλούδες, από σκιρτήματα φτερών- φτερουγίζουν πέρα στον κάμπο και απολαμβάνουν το μέλι τους και πετούν στο σπίτι και πεθαίνουν με μικρούς θλιβερούς σπασμούς, και ούτε ένας κόκκος γύρης δεν έχει διαταραχτεί από τα ελαφρά πόδια. Γι΄ αυτούς είναι ο ήλιος, ο πυρακτωμένος, απέραντος, γηραιότερος από το χρόνο… Αλλά κάτω από δέρμα και αίμα και μέσα απ΄ το μυελό μετακινούνται βαριά βαριά φυλακισμένοι αϊτοί θαλάσσιοι, φαρδύφτεροι, που ποτέ δεν αφήνουν το θήραμά τους. Πώς θα ήταν η ανησυχία σας μια φορά σε θαλάσσια ανοιξιάτικη θύελλα; Πώς θα ήταν η κραυγή σας, όταν ο ήλιος πυράκτωνε κίτρινα μάτια; Κλειστή η σπηλιά! Κλειστή η σπηλιά! Κι ανάμεσα στα νύχια, στριφογυρίζουν σαν υπόγειοι βλαστοί λευκές οι εσώτερες ίνες μου. {Κάριν Μπόγιε, Για χάρη του δέντρου (1935)}. Ο νομπελίστας Τούμας Τρανστρέμερ (1931-2015) είναι γνωστός ποιητής, μεταφρασμένος ήδη στα ελληνικά από το Βασίλη Παπαγεωργίου και τις εκδόσεις Printa. Η ποίησή του διακρίνεται από πνευματικότητα, αγάπη για τη σκανδιναβική φύση, την παράδοση. Η μεταφράστρια καταφέρνει να αναδείξει τη φιλοσοφική χροιά της σκέψης, την ευαισθησία, την ποιότητα του λόγου ενός νομπελίστα ποιητή. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ Ένα δέντρο περιφέρεται στη βροχή, μας προσπερνά βιαστικά μέσα στη γκρίζα νεροποντή. Έχει κάτι να διεκπεραιώσει. Φέρνει ζωή από τη βροχή όπως το κοτσύφι στο περβόλι. Όταν κοπάζει η βροχή το δέντρο σταματά. Αχνοφαίνεται ευθυτενές, γαλήνιο στις ξάστερες νύχτες περιμένοντας όπως κι εμείς τη στιγμή που οι νιφάδες ανθίζουν στο διάστημα. {Τούμας Τρανστρέμερ, Ο ημιτελής ουρανός (1962)}. Η ποιήτρια Γιλά Μοσσάεντ (1948- ), ιρανή πρόσφυγας στο Γκέτεμποργκ, γράφει ποίηση στη σουηδική γλώσσα. Στις αποσκευές της μεταφέρει την αρχαιότατη περσική λογοτεχνία με τα σύμβολα και τις αλληγορίες. Γνωστή ποιήτρια στη Σουηδία, αποσπά επαίνους στη χώρα φιλοξενίας, γεγονός σπάνιο. «Θρίαμβος να αποτελέσεις μέρος της ιστορίας της λογοτεχνίας μιας ξένης χώρας», δηλώνει η Γιλά Μοσσάεντ και συνδέεται εγκάρδια με τη Δέσποινα Καϊτατζή – Χουλιούμη, μετανάστρια επί χρόνια στη Σουηδία, μέσα από τον κοινό πόθο: τη νοσταλγία για την πατρίδα. Κοιμάμαι σε νησιά που δεν κατέχει κανείς Χαμένη σε δρομίσκους του πάγου αναζητώ ένα ξεχασμένο σπίτι Κάθε πρωί στο γιαλό βρίσκω ένα νέο κάλεσμα στην καρδιά ενός νεκρού μαργαριταριού Της εξορίας η γη είναι ραγισμένο έδαφος Μην το πατάς μην πηδάς πάνω του Ψάξε μόνο τη μνήμη σου διαφορετικά γκρεμίζεται και βυθίζεσαι {Γιλά Μοσσάεντ, Κάθε βράδυ φιλώ τα πόδια του εδάφους, (2009)} Ο Γιώργος Σεφέρης, κατά την παραλαβή του βραβείου ποίησης από τη Σουηδική ακαδημία, τόνιζε στην ομιλία του πως «οι γλώσσες οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της Ανθρώπινης καρδιάς» και επαινούσε την επιτροπή για την απόφασή της να βραβεύσει πρώτον την ποίηση –«το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης»– και δεύτερον την ελληνική ποίηση, γραμμένη σε μια γλώσσα περιορισμένης χρήσης. Το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη Δέρμα από πεταλούδες γκρεμίζει το φράχτη της γλωσσικής απόστασης. Μας φέρνει σε επαφή με την κουλτούρα μιας χώρας μακρινής που γράφεται και κείνη σαν τα ελληνικά σε μια γλώσσα περιορισμένης χρήσης. Ο χρόνος και ο τόπος έτσι θρυμματίζονται, ο ποιητικός λόγος αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Το βιβλίο κερδίζει τον αναγνώστη όχι μόνον γιατί ανθολογεί αντιπροσωπευτικούς της σουηδικής τέχνης ποιητές, αλλά και γιατί οι ίδιες οι μεταφράσεις είναι ποιητικές. Βάζουν σε ενέργεια όλες τις κρυφές δυνατότητες της γλώσσας. Θερμαίνουν το συναίσθημα του εκπεμπόμενου στην πρωτότυπη γλώσσα λόγου. Η γλώσσα ελεύθερη, απαλλαγμένη «από τη μυρουδιά του γραφείου» –έκφραση του Ελύτη στα Ανοιχτά χαρτιά– αποδίδει την ατμόσφαιρα, το χυμό του ποιήματος. Μέσα από τη ματιά της ευαίσθητης ποιήτριας που γνωρίζει σε βάθος τη σουηδική γλώσσα, καθρεφτίζονται τα λεπταίσθητα νοήματα των ποιητών, οι ιδιαίτερες λεκτικές αποχρώσεις τους. Ο αναγνώστης κατ΄ αυτό τον τρόπο γίνεται τροφός της σουηδικής ποίησης, ενώ το περιεχόμενο των ποιημάτων αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως τα ανθρώπινα προβλήματα είναι κοινά. «Τούτος ο κόσμος ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Η ποίηση είναι πράξη εμπιστοσύνης», έλεγε ο Σεφέρης. Η συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη Δέρμα από πεταλούδες μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα την ανθρώπινη φωνή που ονομάζεται καλή σουηδική ποίηση. Διαβάζεται απνευστί. Αναμένουμε και άλλες μεταφράσεις της, γνωριμία με τα σουηδικά γράμματα και τον πολιτισμό. ΕΙΔΑ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ… Είδα ένα δέντρο που ήταν μεγαλύτερο απ΄ όλα τ΄ άλλα και γεμάτο κρέμονταν απρόσιτα κουκουνάρια∙ είδα έναν μεγάλο ναό με ανοιχτές πόρτες και όλοι όσοι έβγαιναν έξω ήταν χλωμοί κι ανθεκτικοί κι έτοιμοι να πεθάνουν∙ είδα μια γυναίκα που χαμογελαστή και καλλωπισμένη έριξε τα ζάρια για την ευτυχία της και είδε ότι έχασε. Ένας κύκλος χαράχτηκε γύρω από αυτά τα πράγματα που κανείς δεν παραβιάζει. {Έντιθ Σέντερτγκραν, Ποιήματα, 1916}.

Διαδρομές (2015)

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

FRACTAL 4/02/2018

Για τον Χρόνο, τον Πόθο και τη Σιωπή

Διαδρομές αποκαλεί η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη την ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα. Εύλογη ερώτηση: διαδρομές μέσα σε ποιους τόπους, πραγματικούς ή συμβολικούς; Μέσα στο τρίπτυχο Χρόνος-Πόθος-Σιωπή, μας απαντά η ποιήτρια από το πρώτο ποίημα. Μια τέταρτη θεματική, ο θάνατος, ανάγεται σε οδηγητικό νήμα των διαδρομών: πρώτιστα με την απώλεια της πολυαγαπημένης μάνας, αλλά και με τον άδικο χαμό του Παύλου Φύσσα, αλληγορία μιας παράλογης εποχής. Ακόμη και το κυρίαρχο συστατικό της ζωής, ο χρόνος, πεθαίνει, όταν ένας νέος άνθρωπος, ένα παλληκάρι, χάνεται και μάλιστα με βίαιο και ύπουλο τρόπο.

Ανοίγουμε το βιβλίο και ευθύς εξαρχής βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πολυσήμαντο σύμπλεγμα θεμάτων, που μας προσκαλεί να το ακολουθήσουμε στις μεταμορφώσεις του –στις διαδρομές του– τόσο πάνω στο χαρτί όσο μέσα στο σύμπαν.

Ο πρώτος στίχος μάς τοποθετεί ενεργά μέσα στο χρόνο και η πρώτη στροφή μάς οδηγεί στη θέαση ενός πόθου με συμπαντικές διαστάσεις, καθώς βλέπουμε τα δέντρα να κάνουν έρωτα με το νερό. Διαβάζω τους πολύ όμορφους στίχους της αρχής του βιβλίου:

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν (σ. 13).

Λίγο αργότερα, τα φύλλα της λεύκας κρυφομιλούν ερωτικά με τον άνεμο (σ. 37), όπως επίσης ο πόθος ανάγεται σε κύριο χαρακτηριστικό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση (σ. 19).

Στο πρώτο ποίημα, όλες οι στροφές αρχίζουν με το σύμφωνο σίγμα. Ακούγεται ένα συνεχές σ… και μας προδιαθέτει για τη θεματική της σιγής που θα κυριαρχήσει στο βιβλίο. Καθώς είμαστε «διαβάτες της σιωπής», όπως μας πληροφορεί η ποιήτρια (σ. 17), έχουμε υποχρέωση να μη θέτουμε ερωτήματα, να μην καταστρέφουμε με αυτό τον λογικό, μη ποιητικό, τρόπο την ισορροπία του σύμπαντος, κυρίως να μην υποχρεώνουμε την ποίηση σε απέραντη σιωπή, σε δυσβάσταχτη αφωνία (σ. 23). Γι’ αυτό άλλωστε χανόμαστε στο διάβα, μας διαβεβαιώνει (σ. 14).

Ο χρόνος, μας θυμίζει η ποιήτρια, δεν είναι ένα απλό χθες-σήμερα-αύριο. Ο χρόνος είναι «τα πέτρινα χρόνια» (σ. 16). Χρόνος είναι «το τέλειωμα του χρόνου» (σ. 17, 19), το μηδέν, η στιγμή που δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει διάρκεια. Πότε άραγε τελειώνει ο χρόνος; Ποιος μένει για να είναι μάρτυρας σε αυτή την τρομακτική εμπειρία; «Καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα» (σ. 19), ζούμε τη στιγμή που καταργεί το χρόνο. Η σκέψη αυτή τη συγκλονίζει. Πότε άρχισαν όλα αυτά; Να ήταν πριν από αιώνες ή χθες (σ. 28); Ένα είναι βέβαιο. Η ακύρωση του χρόνου οδηγεί με ακρίβεια στην ακύρωση της ύπαρξης. Τη θέση του όντος καταλαμβάνει η ανελέητη σιωπή. Και η σιωπή προετοιμάζει το έδαφος για να ανθίσει η ποίηση.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 17/2/2016

«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»

Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.
Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»

Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού

«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν

κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου, εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

ΠΟΙΕΙΝ 31/1/2016

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές’, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ‘ βιάζεται ν’ ανθίσει’ βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει’ δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν’ (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί’ επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που ν’ αγγίζει τ’ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

-VII-

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση και ο θάνατος Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

ΕΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ

Ένα κλαράκι σιγά σιγά φουντώνει
τα φυλλαράκια του στιλπνά
το χνούδι απαλό
Ένα κλαράκι βιάζεται ν’ ανθίσει
το μπουμπουκάκι έτοιμο να σκάσει
σειρά να δώσει στον καρπό
Ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλει
Ένα κλαράκι στον κόρφο μου ήταν χθες
Σήμερα θέριεψε, βιάζεται ν’ ανθίσει
το άρωμά του στα πέρατα να σκορπιστεί

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 5/1/2016

Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή

Η μνήμη ως θέμα στην ποίηση κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κατακλύζουν τον ποιητή κι εκείνος με οδηγό τις λέξεις και το στίχο αποτυπώνει τα συναισθήματα στο χαρτί. Άλλωστε η μνήμη είναι εκείνη που καθορίζει το παρόν μας, την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά μας· οι αναμνήσεις κρατούν το δημιουργό άλλοτε δεμένο με δεσμά αίματος, άλλες φορές όμηρο των συναισθημάτων του, ευτυχισμένων που τον ωθούν προς τα εμπρός ή αρνητικών, μελαγχολικών που γκρεμίζουν το είναι του.
Ωστόσο, για την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη («διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015) η μνήμη τροφοδοτεί με συναισθηματική ενέργεια για τη συνέχιση, μόνη κυρίως, του υπόλοιπου δύσκολου δρόμου. Η ποίηση της Καϊτατζή είναι υπαρξιακή· με ευαισθησία και γλυκιά μελαγχολία η ποιήτρια θυμάται με αγάπη και λαχτάρα προσφιλή πρόσωπα και στιγμιότυπα -σχεδόν φωτογραφικά- του παρελθόντος.
Η δημιουργός μιλά για τον χρόνο και την ίδια τη μνήμη (μήλο κόκκινο, ήρθε αναπάντεχα), στιχουργεί για οικογενειακά στιγμιότυπα (οικογενειακή φωτογραφία, τρεις επιθυμίες, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό), μιλά για το θάνατο και το χωρισμό (πώς γίνεται, πού πάει;, τρεις επιθυμίες, παραμυθία, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό).
Υιοθετεί ένα απέριττο αφηγηματικό ύφος από το οποίο εξάγεται η αναζήτηση ενός ρομαντικής οπτικής παρελθόντος. Η δημιουργός νοσταλγεί πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Η γραφή της Καϊτατζή είναι πλούσια, μολονότι η χρήση επιθέτων είναι περιορισμένη, υπηρετώντας το υπαρξιακό μήνυμα (κι όχι την εικόνα). Αντίθετα, αξιοποιεί αρκετά συχνά τη δυναμική των παρομοιώσεων. Οι μεταφορές και το ασύνδετο σχήμα ενισχύουν την ένταση και συμπυκνώνουν το χρόνο (διαδρομές VII).
Βέβαια, η μνήμη κινείται γύρω από ένα αυτοαναφορικό επίκεντρο. Η ποίησή της κλείνεται γύρω από ένα κλειστό κοινωνικό περιβάλλον και έχει μία εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία, ενώ οι κοινωνικές αναφορές περιορίζονται στο εικονοπλαστικό φόντο.
Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο σε αρκετές συνθέσεις (μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού) προδίδει ένα υπερενικό ποιητικό υποκείμενο· ωστόσο, και αυτή η πτυχή θεμελιώνεται σε μία εσωτερική υπαρξιακή αναζήτηση που στηρίζεται στην απώλεια (διαδρομές ΙΙΙ) ή έναν απολογισμό (διαδρομές ΙΙ και IV). Οι λίγες κοινωνικές αναφορές υποτάσσονται στον κύκλο της αυτοαναφορικής υπαρξιακής νοσταλγίας.
Ακόμα και ο χώρος και η εικονοπλασία αποτελούν μία εσωτερικευμένη αναπαράσταση του έξω, του περίγυρου. Το φυτικό στοιχείο κυριαρχεί σε όλα τα ποιητικά κάδρα· αν και η εικαστική της στηρίζεται σε μία κοινωνική εμπειρία, η χλωρίδα αποτελεί σταθερό στοιχείο σε κάθε σύνθεση, προσφέροντας χρώμα και νότες αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή όμως αναδύουν μία ρομαντική θέαση του παρελθόντος και μία λυρική διάθεση που έρχονται να ενισχύσουν το γενικότερο συναίσθημα νοσταλγίας.
Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της ποιητικής της είναι η τάση στρογγυλοποίησης του χρόνου εκκινώντας από το παρελθόν και προχωρώντας προς το παρόν και καταλήγοντας στο μέλλον με μία αισιόδοξη διάθεση. Η αρχική απαισιοδοξία αλλάζει σταδιακά, μετασχηματίζεται σε μία πίστη για την καλή έκβαση των πραγμάτων και φωτίζει το τέλος της σύνθεσης τονίζοντας την οπτιμιστική οπτική ακόμα και μέσα στην -κοινωνική ή προσωπική- απογοήτευση. Συχνά αυτή η αισιοδοξία αποδίδεται με μία αίσθηση αλληγορίας (ένα κλαράκι, πήγα πάλι απ’ το ποτάμι).
Η εξαίρεση της κοινωνικής αγωνίας -και ευαίσθητης πολιτικής κατακραυγής- όπως εκφράζεται μέσα από την ποιητική σύνθεση για τον Παύλο Φύσσα, Killah P (κοίτα ψηλά τ’ αστέρια), δεν αναιρούν την εσωστρέφεια της ποίησης της. Και τούτη η ποιητική σύνθεση εκφράζεται με την ίδια ευαισθησία που αναδύεται από τα «προσωπικά» ποιήματα. Τούτη όμως η σύνθεση έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο αισιόδοξο πνεύμα της Καϊτατζή.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, συναισθηματικού, χώρου που εξωτερικεύεται. Είναι ο ποιητικός μονόλογος με επίκεντρο τις αναμνήσεις του ατόμου και τις πολιτικές ακρότητες μίας εποχής συλλογικής κατάρρευσης. Για την άμυνα από μία εσωτερική κατάρρευση η ποιήτρια επιστρατεύει τις αναμνήσεις και τον παρελθόν αναζητώντας εκεί το στήριγμα.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 30/11/2015

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ

Γνωρίζοντας το πνευματικό και μορφωτικό της επίπεδο, μα προπαντός τη διαπιστωμένη της αγάπη για την ποίηση, ομολογώ πως δεν είχα την αγωνία του παλιού χρονογράφου Παύλου Παλαιολόγου. Ο γνωστός αυτός γραφιάς είχε εξομολογηθεί, πως κάθε φορά που του στέλνουν ένα ποιητικό βιβλίο καταλαμβάνεται από άγχος. Φοβόταν μήπως δεν το καταλάβει, δεν το εκτιμήσει όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να χάσει την αυτοεκτίμησή του.
Διάβασα το ποιητικό της βιβλίο «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου άρεσε πολύ η καθαρή και ραφιναρισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και ο συμπυκνωμένος της στίχος. Γράφει σε μοντέρνα γραφή. Αυτή που αποκαλούμε «ελεύθερο στίχο».
Το πόσο «ελεύθερος» είναι ή πρέπει να είναι ο στίχος στη νέα ποίηση είναι ένα μεγάλο θέμα και στο σημείωμα αυτό δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναλύσουμε. Μπορούμε όμως συνοπτικά να πούμε ότι η κατάργηση του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας ή των ισοσύλλαβων στίχων δεν κάνουν την ποίηση «ελεύθερη» και «νέα».
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχοντας τη γνώση και τη φρόνηση να κρατήσει την ποίησή της σ’ ένα επίπεδο μακριά από την πεζολογία, σέβεται τους παραδεχτούς αισθητικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι σ’ ένα ποιητικό κείμενο. Ο λόγος της έχει ρυθμό, λυρική προδιάθεση, λυγερή και δροσερή γλώσσα κ.α.
Η ποίηση βέβαια δεν είναι ένα εύπεπτο και ελαφρό ανάγνωσμα. Είναι ποτό δυνατό και επικίνδυνο. Πρέπει να το πιούμε αργά, γουλιά γουλιά, για να νοιώσουμε τη γεύση και το άρωμά του. Τα η γνώση και τη συγκίνηση που κουβαλάει.
Διάβασα με προσοχή το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή- Χουλιούμη. Η συλλογή της μοιάζει με ποτάμι που μαζεύει νερό από πολλά ρυάκια. Μια ορχήστρα που παίζει με πολλά όργανα. Πάει να πει έχει ποικίλη θεματογραφία: Στιγμές περισυλλογής, νοσταλγία για το χτες, φύση, μελαγχολία για πρόσωπα και πράγματα που αγαπήσαμε και είναι πια μακριά, στις όχθες του ονείρου.
Η ποιήτρια δουλεύοντας ασταμάτητα και αθόρυβα σαν τον μεταξοσκώληκα, υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, με αγάπη, με πάθος και απόγνωση. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός και οι αξίες υποτιμούνται, λίγοι είναι οι δημιουργοί που μοχθούν και αγωνίζονται με συνέπεια και ανιδιοτέλεια. Και όντας συνεσταλμένοι και σεμνοί περνούν δίπλα μας δίχως να σηκώσουν σκόνη.
Είναι άλλο πράγμα να λες «γράφω στίχους» κι’ άλλο η ποίηση. Αυτή είναι πολύ απαιτητική. Αυτός που γράφει στίχους είναι σαν τον ερασιτέχνη αθλητή. Ο ποιητής γράφει για να βρει το αναγκαίο οξυγόνο που το έχει ανάγκη η ψυχή του. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όλα αυτά βέβαια άγια και σωστά. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα είναι το εξής: Θα είναι καλό και ωφέλιμο η ποιήτρια, ώριμη πια, να στρέψει τα ενδιαφέροντά της και στον κοινωνικό περίγυρο, ν’ αφουγκραστεί τον πόνο και τα προβλήματα του λαού μας. Να τον παρηγορήσουμε, να τον νουθετήσουμε. Έχουμε υποχρέωση. Έχω γράψει σ’ ένα μου δοκίμιο: «Πολλοί αρνούνται στην τέχνη το δικαίωμα να διδάσκει και να νουθετεί. Να εμπνέει και να οδηγεί τον κοινωνικό άνθρωπο σε ανώτερες σφαίρες αξιών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι για τη δουλειά αυτή υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι: Οι ρήτορες, οι κήρυκες, οι πολιτικοί,οι κοινωνιολόγοι, οι παιδαγωγοί, το ιερατείο. Γιατί αυτοί και όχι η τέχνη;Γιατί όχι και αυτοί και η τέχνη; Τι τους φοβίζει;»
Τόλμησε καλή μου ποιήτρια, ήρθε ο καιρός. Έχεις και χρέος σαν πνευματικός άνθρωπος. Και να έχεις στο νου σου τούτο:Οι ποιητές είναι ιερείς του λόγου, η λαϊκή συνείδηση, οι μεγάλοι πυρφόροι, οι αληθινοί προφήτες της αποκάλυψης, αυτοί που αφουγκράζονται τον καλπασμό των αιώνων.

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»

Με τις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το
σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο απ. I η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου.
Στο απ. II η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει.
Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. III, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστεριώνες», ή του ρήματος, «Ανθισαν απώλειες».
Στο απ. IV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεωρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια.
Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου.
Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοττοιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις.
Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά
και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII).
Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις.
Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα».
Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται —εντέλει- αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογή ποιημάτων «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, αποτελεί παράδειγμα ζωντανού λόγου και μέσο αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας για τον μικρό αναγνώστη.
Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν αφορμές, προσχήματα, ή ακόμη και ρητορικά σχήματα, που ανοίγουν στην προοπτική των νοημάτων, των εννοιών και των πραγμάτων και σηματοδοτούν ανθρώπινα συναισθήματα· κυρίως εκείνα που προβάλλουν τον άνθρωπο ως ανώτερο ον. Η στοχαστική διάθεση της ποιήτριας μετουσιώνεται σε λυρική φωνή συναισθημάτων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Η μετουσίωση αυτή αποτελεί τη λυρική φωνή της, η οποία δονείται κυρίως από τα καθημερινά ψυχικά προβλήματα των ανθρώπων. Εκείνα, τα θετικά ή και αρνητικά συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ψυχή στην καθημερινή συμβίωση, αλλά αποτελούν καθολικά βιώματα και όχι ατομικά συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά, λοιπόν, συναισθήματα μετουσιώνονται εδώ σε μια θετική στάση ζωής, με υπέρβαση των αρνητικών και με στόχο τη ζωή ως αυταξία, τη ζωή που αξίζει όχι υπό προϋποθέσεις, αλλά ως δώρο που χαρίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας, την ψυχολογική και ηθική διάσταση των ποιημάτων που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η διαλεκτική, ως εσωτερική ψυχική πορεία, χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική φωνή της. Τα συναισθήματα δεν απωθούνται, δεν συντρίβονται μέσα από οδυνηρές εμπειρίες. Τουναντίον, τιθασεύονται μέσα από τη διαλεκτική της ποιητικής αφήγησης, της ποιητικής εικόνας, των συμβόλων, και των συμβολισμών τους. Όπως λόγου χάρη στο ποίημα «Καλοσύνη», μέσα από το εννοιολογικό δίπολο «κακία» / «καλοσύνη», που δίνεται με ανθρωπομορφικά στοιχεία αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (φόβος – μοναξιά – στέρηση αγάπης, χαρακτηρίζουν την κακία· με τα αντίθετά της, χαρακτηρίζεται η καλοσύνη). Έτσι η ζωή δεν εξωραΐζεται, αλλά εξευμενίζεται: η κακία μεταμορφώνεται και γίνεται καλοσύνη με την επενέργεια της αγάπης, γίνεται ανθρωπιά.
Η συναισθηματική νοημοσύνη, η διαφορετικότητα προβάλλονται θετικά στο έργο, όπως παραδείγματος χάριν στο ποίημα «Νι το ντροπαλό». Η πρώτη, ως απόθεμα ψυχής που πρέπει να διακρίνει τους ανθρώπους, η δεύτερη, ως πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, χωρίς υστεροβουλίες και μέσα από θετικές εμπειρίες.
Μια αναγνωρίσιμη τεχνική της ποιητικής τέχνης της Δ. Κ.-Χ. είναι η λυρική αφήγηση: μια ιστορία ενός προσωποποιημένου ανθρώπινου συναισθήματος, λ.χ. η «Μοναξιά», αρχίζει ως βιωμένη εμπειρία και ως αρνητική κατάσταση ενός υποκειμένου, ενός λουλουδιού, παραδείγματος χάριν (Νυχτολούλουδο)· η αρνητική εμπειρία (Μοναξιά) στη συνέχεια, με τη διαλεκτική επίδραση άλλων αντίρροπων δυνάμεων που συμβολίζονται με ανθρωποποιημένα παραδείγματα και πάλι από τη φύση (μια Παπαρούνα), μεταβάλλουν με τις ενέργειές τους (με μια κόκκινη αγκαλιά), τη συναισθηματική κατάσταση και της προσφέρουν ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Τα γράμματα της αλφαβήτου και οι ονομασίες τους γίνονται λόγος, λόγος ποιητικός που λειτουργεί συμβολικά ενσαρκώνοντας ανθρώπινες, κοινωνικές καταστάσεις, οι οποίες παραπέμπουν υποβλητικά σε συνήθειες ή συμπεριφορές και συναισθήματα των ανθρώπων, για να καταλήξουν στη νοηματοδότηση αξιών του πολιτισμού. Έτσι, λόγου χάριν, στο ποίημα «Λάμδα το λαλίστατο», «το λάμδα» προσωποποιείται, γίνεται λόγος, γίνεται φωνή, γίνεται λεξικό, γίνεται γλωσσικός θησαυρός και αξία πολιτισμού, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν φτωχότερος. Και σε τούτο κατατείνει η ποίηση της Δ. Κ.- Χ., να κάνει τον άνθρωπο πλουσιότερο, με την προϋπόθεση να αναγνώσει κανείς το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» της.
Η ποιητική έκφραση με διάφορες εικόνες, οι οποίες δεν είναι άλλο από ζωντανές μεταφορές, οδηγεί τον αναγνώστη σχεδόν πάντοτε στη φύση. Η «λύπη» παραδείγματος χάριν, ένα ανθρώπινο συναίσθημα και μια ποιητική personna στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται «μοναχική ανεμώνη», και μέσα από τον διάλογο με τη φύση μεταβάλλεται, με την ευεργετική της επίδραση. «Ο ήλιος», με τη συμπαντική παρουσία του, επιδρά ευεργετικά σαν στοργικό χέρι, σαν αγκαλιά, και υποβάλλει τον αναγνώστη να την υπερβεί και να προχωρήσει σε κάθαρση της ψυχικής συντριβής.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, του ψυχικού χώρου που θέλει να εξωτερικεύεται, μια εσωτερικότητα που (επι)κοινωνεί και μοιράζεται με τον άλλο. Και με δεδομένη την ηθική της διάσταση, θα λέγαμε ότι η ποίηση αυτή παρακινεί τον αναγνώστη σ’ ένα παράδοξο «ένδον σκάπτε»: στη μεταμορφωτική δύναμη μιας εξωστρεφούς ενδοσκόπησης που δίνει αισιοδοξία και χαρά στο παιδί, γιατί, όπως συμβαίνει και με τα υποκείμενα των ποιημάτων, έτσι και το παιδί-αναγνώστης μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με άλλα παιδιά.
Το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» ως φανέρωμα και έργο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα μπορούσε να συμβάλει θετικά σε παιδιά-αναγνώστες ως υποστηρικτικό υλικό για την ψυχική υγεία, την έκφραση των συναισθημάτων, και την κατανόηση του εαυτού τους. Να αποτελέσει ένα βιβλίο θεραπείας ψυχικών παθών, ένα στήριγμα στις τρικυμίες της ψυχής, εφόσον η ποιητική ενέργεια που εκπέμπει μέσα από τα ολιγόστιχα, λιτά, αποφθεγματικά και γεμάτα ηθικό περιεχόμενο ποιήματά του κινείται στο υπαρξιακό υπόστρωμα της ανθρώπινης συνείδησης. Γίνεται πιο ενδιαφέρον μάλιστα, όταν επικεντρώνεται στις διαμορφούμενες παιδικές συνειδήσεις, στις οποίες και απευθύνεται η ποιήτρια.
Έτσι, στην παράδοση της Παιδαγωγικής και των Αλφαβηταρίων, και ειδικότερα των ποιητικών Αλφαβηταρίων, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί αλληγορικά σε δύο επίπεδα : πρώτο, ως ο ανθρωπομορφισμός των γραμμάτων, δηλαδή των γραμμάτων με τις ανθρώπινες φωνές, όθεν κοινωνία γραμμάτων – κοινωνία ανθρώπων, και δεύτερο, ως το Αλφαβητάρι των συναισθημάτων, δηλαδή των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων σε ένα ποιητικό Λεξικό, με έμφαση σε εκείνα που από αρνητικά, με την επενέργεια του ποιητικού λόγου, γίνονται θετικά, και μεταμορφώνουν ευεργετικά τον άνθρωπο.

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Κ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχει το «προνόμιο» να είναι ψυχολόγος στο επάγγελμα, δηλαδή να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, τα άγχη και προβλήματά του, διαπροσωπικά, υπαρξιακά, αποδοχής και αναγνώρισης, με την ανθρώπινη αγωνία.
Αυτό είναι ένα προνόμιο-αυτή τη φορά χωρίς εισαγωγικά- για να εμβαθύνει κανείς στο ουσιώδες της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής. Δεν εμβαθύνεις όμως από κάποια φιλοσοφική διάθεση ή από ιεραποστολική αγάπη ούτε θεωρητικά, αλλά εμβαθύνεις σε διάδραση των βιωμάτων και συναισθημάτων του άλλου και του εαυτού.
Αυτά τα βιώματα και τα άγχη περιορίζουν το λυρισμό και εξοστρακίζουν δόγματα και ιδεολογήματα κάθε είδους, προσγειώνουν την ποιήτρια πλέον Καϊτατζή-Χουλιούμη κσι την κάνουν να πατά γερά στα πόδια της. Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος της απλότητας, ο Γιάννης Σκαρίμπας, «με την χωμάτινη φωνή μου». με τέτοια φωνή απευθύνεται και η Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αυτή η φωνή είναι που διαμορφώνει και τη μορφή και το περιεχόμενο της δουλειάς της.
Ούτε μια λέξη ανασυρμένη από μεσαιωνικά λεξικά, που η αντήχησή της θα δήλωνε τάχα μου ποιητικότητα. Ούτε μια λεκτική φιορετούρα που θα έκανε το φύκι να πουληθεί για μεταξωτή κορδέλα, ούτε ένα συντακτικό κατασκεύασμα που να δηλώνει τη στενότητα της γλώσσας στην έκφραση των δικών της νοημάτων. Καμιά διδαχή και κατήχηση του τι πρέπει και του τι δεν πρέπει.
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, ο Γιάννης Ρίτσος στο έργο του «Το καπνισμένο τσουκάλι» γράφει «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου/ για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο/ εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Είναι βέβαιο ότι η Καίτατζή-Χουλιούμη δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τον κόσμο, δεν τραγουδά όμως και για να τον σμίξει κάτω από μια ιδεολογία, από κάποιου είδους προστατευτική ομπρέλα σιγουριάς και ασφάλειας. Τραγουδά για την προσπάθειά μας ν’ αποδεχθούμε τη ζωή, την ανθρώπινη μοίρα μας, τη ζωή μας. το εφήμερο της ζωής μας, τη δίψα μας για ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τα ναυαγισμένα όνειρά μας, τις τσακισμένες φτερούγες μας.
Ο «Δρόμος», τι είναι τελικά η ζωή άλλο από ένα σύντομο διάβα και ποια η ουσία της; «Θέλω κλείνοντας ήρεμα τα μάτια / να σταθώ ανάλαφρα γαλήνια». Πιο απλά και πιο ανθρώπινα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί η ζωή. Πόσο κοντά στη γνωστή ρήση «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητς». Όχι όμως ως δύστηνη μοίρα, ως λάθρα βιώσας. Με όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο άτομο, με όλη την ευθύνη του ατόμου προς το περιβάλλον. «Να κάνω αυτό που περιμένουν από μένα / Υπεύθυνα, δίκαια, σωστά».
Αλλά και «Θέλω να νιώσω το κάθε βήμα/ Το κάθε στραβοπάτημα και πισωγύρισμα», η αποδοχή της ζωής μας όλης, η ικανοποίηση αναγκών, η
ύπαρξη μέσα από το βίωμα, τη συγκίνηση και την εύρεση νοήματος, μας προετοιμάζουν για τον «άλλο δρόμο» του τέλους, του θανάτου.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε πολλά από τα ποιήματα που μου έκανα πολύ θετική εντύπωση, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του επίμετρου. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αναφορά μου σε δυο ποιήματα. Στο «Μέγας Χαρισματικός», όπου διεμβολίζει τη μακαριότητά μας, στηλιτεύει τη δική μας ευθύνη «Τους ταπεινούς, μικρούς εραστές του» στην ανάδειξη κάποιου ως χαρισματικού, αφήνοντας ερωτηματικά για τους λόγους που κάποιος ωθείται να γίνει χαρισματικός ηγέτης, κάτι που είναι σίγουρο ότι Η Καϊτατζή-Χουλιούμη κατέχει πολύ καλά. Δεν της νοιάζει όμως αυτό, δεν προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαρισματικό, αλλά να ταρακουνήσει όλους εμάς τους «υποτελείς του, τους άβουλους και πειθήνιους» και να μας βγάλει απ’ αυτή τη θέση.
Το δεύτερο ποίημα που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά είναι το «Χωρίς μαντίλι».
Δεν πρόκειται για ρομαντική πεθυμιά. Λόγια μιας μεσήλικης που βλέπει τα νιάτα της να ξεμακραίνουν και τα αναπολεί με λαχτάρα. Δεν είναι ούτε η ξερή, από ανάγκη κριτική στο καινούργιο. Για την ποιήτρια το παλιό το εγκαταλειμμένο μορφοποιείται στο άρωμα της πασχαλιάς, στα ψυχοσάββατα, στο κεντητό μαντίλι, δηλαδή είναι οι ίδιες οι ρίζες μας οι πολιτισμικές, η συνέχειά τους. Κανένας κομπασμός γι’ αυτό που υπήρξε, καμιά κατάρα γι’ αυτό που έρχεται, απλά ένας προβληματισμός, μια αγωνία, ένα ερώτημα για τον καθένα μας, ‘Χωρίς μαντίλι τους νέους/ Πως να ευχηθούμε κατευόδιο;» για ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στις επερχόμενες γενιές, ίσως απ’ τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής.
Αυτή είναι η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαλόγου 18/6/2018

«Δέρμα από πεταλούδες / Hud av Fjarilar» της

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη σε αυτό το βιβλίο μας συστήνεται όχι ως ποιήτρια, αλλά ως μεταφράστρια και επιλέγει να μεταφέρει στα ελληνικά τέσσερεις μοντέρνους Σουηδούς ποιητές, από τους οποίους δύο τουλάχιστον είναι εμβληματικοί: ο λόγος για την Έντιθ Σέντεργκραν, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ποίηση της χώρας, και τον Τούμας Τρανστρέμερ, ο οποίος έλαβε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2011. Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι δύο έτερες ποιήτριες, Κάριν Μπόγιε και Γιλά Μοσσάεντ δεν είναι σημαντικές: είναι – καθεμία για τους δικούς της λόγους.

Ειδικά την Κάριν Μπόγιε (ας σημειωθεί ότι η Δέσποινα είναι μέλος της εταιρίας «Η συντροφιά της Κάριν Μπόγιε»), την έχουμε ξανασυναντήσει στην έκδοση Σύγχρονη σουηδική ποίηση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γνώση το 1994. Στην ίδια έκδοση, που περιλάμβανε 20 σύγχρονους Σουηδούς ποιητές, συναντήσαμε και τον Τρανστρέμερ, του οποίου έχουν επιπλέον κυκλοφορήσει άλλα δύο βιβλία στα ελληνικά, ένα από τις εκδόσεις Νεφέλη το 1995 και ένα από την Printa το 2004. Βιβλίο με ποιήματα της Έντιθ Σέντεργκραν στα ελληνικά μαρτυρείται ότι είχε κυκλοφορήσει το 1980 (σε β΄έκδοση) και στο διαδίκτυο δημοσιεύεται ένα ποίημά της στα ελληνικά, το «Ρόδο» σε μετάφραση – όπως αναφέρεται – του Ι.Θ. Κακριδή, αλλά νομίζω πως έχει γίνει λάθος και μάλλον πρόκειται για μετάφραση του Αντώνη Μυστακίδη, ο οποίος εξέδωσε και το βιβλίο της που αναφέρθηκε στην αρχή.

Όσο για τη Γιλά Μοσσάεντ, ιρανικής καταγωγής, ο λόγος που τη διάλεξε η Δέσποινα είναι ότι «εκφράζει με τον μοναδικό της γυναικείο τρόπο τον πόνο του ξεριζωμένου που παλεύει να ριζώσει σε νέους τόπους», όπως γράφει η ίδια στο εισαγωγικό σημείωμα. Η Δέσποινα έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της μετανάστευσης, αφού υπήρξε και η ίδια μετανάστης, στη Σουηδία, επί 16 χρόνια. Μάλιστα, μεταξύ των λόγων που την προέτρεψαν στη μετάφραση της ανθολογίας ήταν να διατηρήσει τη μνήμη της σουηδικής γλώσσας που την κατοίκησε για δεκαέξι χρόνια «ακόμη και στα όνειρα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Σε ένα μεταφραστικό έργο κρίνεται το κατά πόσο κατορθώνονται δύο επιτεύγματα: (α) το μεταφραστικό έργο να είναι ομαλό και (β) η επιλογή των ποιητών ή των ποιημάτων που μεταφράζονται η βέλτιστη. Εν προκειμένω, το μεταφραστικό έργο δεν είναι δυνατό να κριθεί, τη στιγμή που δεν γνωρίζω σουηδικά – επομένως το μόνο κριτήριο είναι η φυσικότητα στα ελληνικά, η οποία είναι απόλυτη. Τα ποιήματα ωστόσο δεν φαίνεται να παρουσιάζουν ιδιαίτερες μεταφραστικές δυσκολίες: είναι μάλλον εύκολα προσβάσιμα στον αναγνώστη, γεγονός που αναμφισβήτητα διευκόλυνε το έργο της Δέσποινας. Όμως η Δέσποινα είναι ποιήτρια, όχι μεταφράστρια, και η επιλογή της ήταν απολύτως έντιμη.

Όσο για την επιλογή των ποιητών, οπωσδήποτε ήταν καλή. Δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω αν ήταν η βέλτιστη, το σίγουρο όμως είναι ότι η ανθολογία βαίνει απογειούμενη. Και ενώ η πρώτη ανθολογούμενη, η Σέντεργκραν, μιλά για τη γυναικεία ταυτότητα, το γυναικείο σώμα, την ομορφιά, την αγάπη και τα χρώματα, με όρους συμβολισμού και σε μοντέρνο στίχο, αφού με το καινοτόμο έργο της εισήγαγε στη σκανδιναβική ποίηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως ο εξπρεσιονισμός και η ρωσική πρωτοπορία, την αυτόχειρα Μπόγιε, που έπεται της Σέντεργκραν, απασχολούν η δύναμη των εύθραυστων πραγμάτων, το θαύμα και η απαλότητα. Ακολουθεί ο νομπελίστας Τρανστρέμερ, ο οποίος γράφει για το δέντρο και τον ουρανό, τη μουσική, τον χρόνο και τον θάνατο, και τελευταία έρχεται η μετανάστρια Μοσσάεντ που μιλά για την εθνική ταυτότητα, τον πόνο και την αλήθεια.

Όπως αναφέρει στον Πρόλογο η πανεπιστημιακός Χριστίνα Χέλντνερ, η οποία έλεγξε τη μετάφραση της Δέσποινας, η ποίηση μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στους ανθρώπους σε δύσκολες συνθήκες κι εποχές – επομένως η γνωριμία μας με την ποίηση που γράφεται σε άλλες χώρες είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αυτή άλλωστε είναι η πεποίθησή μου και για τις δικές μου μεταφράσεις.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΣΙΑ 2

.

Η Αναστασία Παρασκευουλάκου γεννήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας της Αρκαδίας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία (Montclair State University, N. Jersey) και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Αθήνα.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Ο Ορφέας Ταξιδεύει, 1995
Εσώτερα, 2014
Λευκός Καμβάς, 2017

ΠΕΖΑ
Στηβ Ολιβερ, Συλλέκτης Ήχων, 2005

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ο σκύλλος του Θεού, Νάνος Βαλαωρίτης, 1998

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΜΒΑΣ (2017)

ΑΝΑΤΟΛΗ

Ανέτειλε ο ήλιος και σήμερα
να θρέψει τον παγετώνα.
Κρυσταλλωμένες σκέψεις
ανάμεσα σε κλαδιά.
Δέντρα,
γυμνές Μήδειες,
με θυμό και έπαρση.
Το φως θολώνει την όραση.
Πραγματικό και φανταστικό
εμπλέκονται στη θέρμη μιας αγάπης
Φως, ηλίανθος
στων λέξεων τη φθορά,
πώς να σε φέρω
πίσω στο καθημερινό
αγαπημένη,
να κοιταχτούμε
από έρωτα να σκιρτήσουμε;

ΛΕΥΚΟΣ KΑΜΒΑΣ

Παγερός χειμώνας το σαλόνι.
Ο καμβάς παραμένει λευκός.
Μόλις δυο εβδομάδων τα κυκλάμινα,
γλύτωσαν από την καταστροφή.
Ύλη βυθισμένη στο νερό,
στιγμή διαρκείας,
χωρίς ρίζες,
ανεξάρτητη από θλίψη
ενικού ή πληθυντικού αριθμού.
Όσες ώρες αγνοείσαι αγαπημένη,
κοιμάμαι σ’ αυτή τη γωνιά.
Έχω καταργήσει την καθημερινότητα,
είμαι μια πόλη με απρόσωπα κτίρια.
Απομακρύνω τα πουλιά μέσα μου,
φοβάμαι μη γίνω δέντρο
και χάσω από άνθρωπος.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

Καθηλωμένη μπροστά στον καμβά
με το λευκό να σε γδύνει,
τακτοποιείς το κραγιόν στο καθρεφτάκι.
Ακολουθεί η κάθοδος των σωμάτων,
τα φιλιά εκείνη την Άνοιξη
στο πάρκο με τους ερωδιούς.
Ακούς τα σκυλιά
πώς αλυχτούν στη γέφυρα
πάνω από το ποτάμι, ναι,
αυτός ο θρήνος φτάνει
μέχρι τη δική μας πόρτα.
Αναζητούν σαστισμένα
μια πατρίδα,
ένα χάδι.
Ποιος όμως
μπορεί να εγγυηθεί
την πολυτέλεια της αφής;

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Κάτι φιγούρες στα παράθυρα του τραίνου
με κατεβασμένα πρόσωπα,
παραδομένα στης νύχτας τις διαδρομές.
Τελευταίο δρομολόγιο.
Άνθρωποι βράχια.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
χωρίς αγάπη.
Απουσιάζεις και φλέγομαι.
Λησμόνησα όσα έμαθα
κι αναβλύζει μια γλύκα απ’ τον πόνο.
Καίγομαι από επιθυμίες.
Να σου ζεστάνω τα χέρια,
να φυσήξω στ’ αυτί ανάσες.
Η απουσία σου, έγκαυμα.
Όσο περνάει η ώρα,
γίνομαι ξένος
στο δικό μας σπίτι,
μια τελεία
στο δέρμα σου.

ΤΟΠΙΟ

Υπάρχουν θάνατοι και θάνατοι.
Πώς να υποψιαστείς αλήθειες,
να χτίσεις νοήματα
ενώ θα μπορούσα
να σου χαϊδεύω τα μαλλιά.
Δέσμιος στην πολυθρόνα
με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια,
δεν αναγνωρίζω εαυτόν,
αρνούμαι να ωριμάσω,
Θόρυβος στην πόρτα.
Αναδύεται η μορφή σου.
Το αγιόκλημα
απλώνεται στους τοίχους.
Μια λευκή απουσία
τρυπάει το κουκούλι,
ορδές οι μεταξοσκώληκες.
Όσο σκοτάδι κι αν πιω,
δεν μεθώ να σε ξεχάσω.

ΒΡΑΧΙΑ

Αντικρίζω τη θάλασσα,
εσένα,
και συ, ξεμακραίνει.
Γύρε, ν’ ακουμπήσεις πάνω μου.
Οι πινελιές του λευκού
εγκαταλείπουν το σπίτι
καθώς η μοναξιά
αγγίζει την τελειότητα.
Χλωμό λουλούδι,
στην άκρη του δρόμου,
ποθώ να σε μυρίσω.
Παραμένω όμως δέντρο
πάνω σε βράχια,
πέρα απ’ την αντάρα των κυμάτων
κατά την εκβολή,
όπου χάνονται τα σύνορα.
Λεπτομέρεια από ρίζα ανάμνησης.
Υπήρξαμε κάποτε
από αγάπη.

ΣΙΩΠΕΣ

Πάνω στον λευκό καμβά
το κενό μοιάζει με τοίχο.
Στο επόμενο λεπτό με λιβάδι.
Πνίγομαι από στάχυα και σπαθάκια
Αλλά πώς μπορώ να είμαι
σίγουρος για το λευκό κενό.
Ντρέπομαι
επειδή είμαι άνθρωπος.
Ύστερα, μετρώ σιωπές,
πόσες σιωπές
συμπληρώνουν
την επιστροφή σου.
Μέσα στο λευκό κενό,
βλέπω στίχους
να φυτρώνουν στο κορμί σου,
λέξεις
από δική σου σάρκα.

ΕΣΩΤΕΡΑ (2014)

Κίτρινο το γιασεμί στη φωτογραφία,
και μ’ ένα κορμί ξερολιθιά,
χαράζω χρόνους απόρθητους,
υπάρχω σα σκέψη.

Το σπίτι με κοιτάζει σαν ξένος,
τις αγωνίες μου δε συμπάθησε ποτέ.
Είναι αδύνατον να ζήσω στους δρόμους,
γι’ αυτό προσεύχομαι
να γλιτώσω από τα υπάρχοντα.

*

Στης νύχτας την ατέλεια
συμπλέει μια ανάμνηση
όταν παιδί φοβόμουν
τα σκοτάδια και φώναζα:
μητέρα, γιατί αργεί ο ήλιος.

*

Σέρνω τ’ αλέτρι
για ένα κομμάτι προσευχή,
ραντίζω το χώμα με ένα δάκρυ.
Δεν πρόκειται για έργο τέχνης
αλλά για μια υποψία από όνειρο.

*

Ουρανέ, δώσε πνοή στα όνειρα
κι ας μην υπάρχω,
προτιμώ την ανυπαρξία
στης πόλης το νεφέλωμα.

*

Πάσχω από όνειρα,
κουλουριάζομαι στο χρόνο,
εκεί που λέω γέρασα,
ένα γιασεμί ανθίζει
από το μικρό δάχτυλο.

*

Έχω μείνει πίσω λένε οι φίλοι.
Από τότε δεν ξαναβγήκα περίπατο,
φοβάμαι για το παρόν,
παρακολουθώ τα πάντα απ’ το παράθυρο.

*

Με το φως ανοιχτό και ένα βιβλίο,
αναπνέω τη ζωή αγνώστων
για να περάσει η νύχτα.
Το πρωί δε θυμάμαι τίποτα,
με σκεπάζει η σκιά της γλώσσας.

*

Εξετάζω τα όνειρα
κάτω από το φως της λάμπας
ψάχνω για ρωγμές
να κρυφτώ στις πέτρες

*

Ανοίγω φτερά σε ήλιο και ουρανό,
απορώ για όλα, τι συμβαίνει
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα,
σήμερα το απόγευμα,
παραμονή της Παναγίας.

*

κόβει τα νερά, αγριεύει.
Θάβω τις σκέψεις
με τη γάζα της θάλασσας-
δεν επιτρέπονται συγκινήσεις.

*

Τα όνειρα συνεπαίρνουν
πόλεις κι αλήθειες.
Δεν υπάρχω.
Απομίμηση ώρας,
ζω να τους αιώνες.

*

Κι αν βγω στους δρόμους
ποια πόλη, ποιοι άνθρωποι.
Τα τείχη είμαστε εμείς,
άνθρωποι με πέτρινο βλέμμα.
Εμμένω σε απορίες,
σύννεφο ελάχιστων τετραγωνικών.

*

Ένα σημάδι αγωνίας στο μέτωπο,
δεν με αφήνει σε ησυχία.
Κλείνω το φως τα βράδια
υπάρχω στο σκοτάδι,
σημάδι νοτισμένο από έρωτα.

*

Αγαπημένε,
σέρνεις τον έρωτα
λάφυρο στην ανέραστη πόλη.
Αποκοιμιέσαι στο αύριο,
αν είναι αλήθεια αύριο.

*

Ο έρωτας σαύρα στο λιοπύρι
κόβει δρόμο μέσα από το βλέμμα σου.
Εκεί μέσα αστράφτει το γκρίζο
μιας θλίψης και ανεβαίνει
ψηλά στον ουρανό.

*

Τη στιγμή που ερωτεύομαι,
διασχίζω την πύλη του παραδείσου.
Ο ταύρος άθικτος στο κόκκινο περιδέραιο
καθώς ο ταυρομάχος απομακρύνει τα όρνεα.

*

Αμμόλοφοι
στην άκρη του ουρανού,
στρατιές από μυρμήγκια.
Ένα κίτρινο γυροφέρνει
το διάσελο του κορμιού σου
μέχρι να βουλιάξει ο ήλιος.

*

Με το πρώτο χτύπημα
της καμπάνας, ταξιδεύουν
άγγελοι και δαίμονες στη γύμνια σου,
χτίζεται το σύμπαν.

*

Ο χρόνος κύλησε ανάμεσα
σε ουρανό και γη.
Δεν ξέρω πλέον
με πόσο παρελθόν
να αραιώσω το κρασί μου.

*

Είμαι ένα ποίημα εν διαστάσει,
με τη μια όψη στραμμένη στη φύση.
Η άλλη μισή σέρνει τη γλώσσα
στης πόλης τα στενά,
απλώνει πλοκάμια
να πνίξει τους προδότες.

Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ (1995) 

Ι

Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

*

Τα σύννεφα πλησιάζουν στα μάτια σου
που φυλάνε οι εποχές
μόνο που φοβούνται να κοιτάξουν.
Τα δέντρα κοιμούνται στο σώμα σου
που φυλάνε οι άγγελοι.

*

Ο άγγελος ο ήλιος είναι εδώ
Ηλιόσπορε ξύπνα
Αδελφέ κοιμήσου
Εραστή πάρε την ματιά σου απ’ την πλώρη

*

Ακόμα και οι άγγελοι αφήνουν πίσω τη μνήμη
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη
Εσύ κρεμασμένος απ’ τα πέπλα τους
διασχίζεις την ουράνια σκόνη
διαγράφεις το χρόνο της μνήμης
με μια πινελιά απ’ τη γη μέχρι τον ουρανό
Μόνο που οι άγγελοι δεν θυμούνται
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη 

*

Αναπαύσου.
Σε συνάντησα στο ταξίδι.
Η μακρόστενη είσοδος
του αεροπλάνου έκοβε
το φως στα δύο.
Βαλίτσες.
Απέναντί σου στη σκιά εγώ.
Εσύ με μια ανδρική παρέα στον
Ήσουν νεώτερος.
Δεν σε ήξερα για αδελφό μου.

*

Πλησιάζεις το ανεπιθύμητο
μ’ ένα σώμα όπως ο ξεροπόταμος:
κόκκαλα μ’ ελάχιστη σάρκα,
πέτρες, χαλίκια κρατημένα στην άμμο.
Εσύ κρατημένος απ’ τον πόνο
που όλο και σύρεται στην τροχιά
του ανεπιθύμητου στον πλανήτη του θανάτου.

ΙΙ

ΛΥΠΗ: Το ποτάμι που πλημμυρίζει κάθε Άνοιξη. 

 

Περνάς απ’ τον καθρέφτη
σιωπηλός
πέτρα που δεν κουνιέται απ’ τη θέση της.

*

Το πορτραίτο ομολογούσε:
λαιμός τεντωμένος σαν κορμός δέντρου,
προφίλ που κάλυπτε την αλλαγή της ώρας,
γύμνια που συναντούσε την υγρασία του λιμανιού.
Είναι το χέρι που προβάλλει
σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας.

*

Θαυμάζω τ’ αστραφτερά σου μάτια
βλέπω μέσα απ’ τη σκιά τους
και ξαπλώνω στα φτερά της θάλασσας. 

*

Το κορμί δεν σου ανήκει πια.
Μιλάει διαφορετική γλώσσα
και σε προδίδει.
Μικραίνει και προειδοποιεί
αλλά αρνείται να εκφραστεί.
Ένα μικρό βήμα συμπίπτει με
μια συλλαβή μόνο, με μια ανάσα,
με το φρρ του περιστεριού
και την κίνηση των ματιών σου
που δεν αντιστέκονται στην προδοσία
του κορμιού — σε ξεπέρασε
όπως έναν έρωτα χωρίς εξήγηση
για να καταλάβεις την έννοια
της αυστηρής απουσίας. 

*

θλιμμένη τίγρη που περπατάει ώρες και μέρες
η προπέλα του έρωτα διαμελίζει το κορμί μου
στον κόσμο των αφρών.

Ξημερώνει, βραδιάζει και ο Ορφέας ταξιδεύει.

*

Όταν δεν είσαι ο εαυτός σου
είσαι η βροχή
που χτυπάει στα μάτια.

*

Η νύχτα σε φέρνει μέσα απ’ τα σκοτάδια
και παύει να ‘ναι νύχτα.

Η μέλισσα σου μιλάει με το μισό κορμί
στο μέλι και το άλλο μισό στον ουρανό.

Εσύ γέρνεις μια κατά την μέλισσα
και μια κατά τη νύχτα.

Πού είναι η γραμμή
εκείνη πάνω απ’ τα χείλια σου; 

*

Το απόγευμα
παρουσιάζεται η χρυσόμαυρη πεταλούδα.

Φτερουγίζει σε κύκλους μπροστά
στ’ αφοσιωμένο βλέμμα
της κοιλάδας των ματιών του.

Ζαλισμένη απομακρύνεται για τη θάλασσα.

Οδηγεί την κοιλάδα των ματιών του μαζί
μέσα απ’ το χρυσό μονοπάτι.

III

Ταχυδρομώ εξπρές τη ζωή ενός μήνα
στο χτήμα με τα λιόδεντρα.
Το γραμματόσημο δηλώνει επίσημη πραγματικότητα:
πύραυλος που σπρώχνει τη μελαγχολία στο διάστημα.
Στην κορνίζα του καθρέφτη είναι χωμένο το γράμμα.
Γέρνουν τα δυο πρόσωπα να το διαβάσουν.
Τα χείλια ανοιγοκλείνουν:
«Σας φιλώ με αγάπη.»

*

Την ημέρα οι γόνδολες κοιτάζουν τον ουρανό.
Το βράδυ φιλοξενούν τις μυρωδάτες κοιλιές κοριτσιών
που μοιράζουν ρόδα στους αγγέλους των μπαλκονιών.

*

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι’ ο έρωτας πετάγεται
μαζί με τα πουλιά.

Στους δρόμους τα πρόσωπα
παραμένουν αφύλαχτα
με μάτια σαν ανοιχτά παράθυρα
περιμένοντας την επιστροφή του έρωτα. 

*

Μέχρι που να ‘ρθει ο χειμώνας
περιμένω μπρος στα σκαλιά της εκκλησίας
όχι για να προσευχηθώ αλλά
για να φανερώσω μια σιωπή
στους αγίους με τ’ αυστηρά πρόσωπα. 

*

Είναι ο καιρός θάλασσα
και τα φτερά της νύχτας μοναξιά.
Κλείνω τα παντζούρια με μανία
φέρνοντας την παλάμη δίπλα στην άλλη
για να προσευχηθώ στον ίσκιο της νύχτας. 

*

Μια ένταση κόκκινη
σαν ερωτικό αδιέξοδο
χορδή της ύπαρξης και μόνο
δίπλα στα μάτια με τις ακτινωτές ρυτίδες.
0 έρωτας μαζί του χρώμα
που δεν μοιάζει με τις παπαρούνες.
Το παίρνουν τα ποτάμια και το φυλάνε
σε σπήλαια ιερά που αντέχουν
περισσότερο απ’ την ερωτευμένη καρδιά.
Τα ποτάμια δεν την ξεχνούν.
Ασταμάτητα τη διασχίζουν
με ρεύματα φερμένα από μακριά.

*

Ύστερα μάθαμε απ’ την εμπειρία τους
ότι παρακολουθήσανε μονόπρακτο
παιγμένο στο φόντο
μακρόσυρτων σκιών που
όλοι είχανε καρφιτσώσει στο πέτο.

*

Μίλα με τα πουλιά όχι με τους ανθρώπους
Μίλα με τις καλοκαιρινές φωτιές όχι με τα ποτάμια
Μίλα με τους άφαντους ποιητές όχι με τους ηθοποιούς
Που παίζουνε Σοφοκλή, Αισχύλο, Ευριπίδη.

Μίλα με τον Τειρεσία όχι με την ξέμυαλη γειτόνισσα
Μίλα με τον αγέννητο έρωτα όχι με τον εραστή
Μίλα με την αμαρτωλή στιγμή όχι με τους εραστές
Μίλα με το καράβι όχι με τον πόθο του ταξιδιού
Μίλα με τις τολμηρές γυναίκες όχι με τις γοργόνες
Που λατρεύουνε τα κορμιά τους στην μπλε κόλαση

Μίλα με τις γυναίκες που υφαίνουνε σαν να τις έχουνε
Καταραστεί οι άντρες τους όχι με τις αναμνήσεις.

Μίλα με το στόμα στ’ άλλο στόμα.

Σύχασε

Σου μιλάω

ΣΤΗΒ ΟΛΙΒΕΡ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΗΧΩΝ (2005)

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΟΝΕΙΡΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΤΙΡΙΑ

ΠΙΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ να ξαφνιάζεται με ασήμαντα πράγματα στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο. Τα νερά στο δικό μου ποτάμι ταράζονται.
Τα απομεινάρια της ημέρας γλιστρούν στη νύχτα.
Οι ελάχιστοι φίλοι με κοιτάζουν απορημένοι: «Στηβ, η δουλειά σου διαθέτει μεθοδικότητα και σενάριο. Ξέρεις πόσο σε ζηλεύουμε. Τι σε πιάνει και
ξαφνιάζεσαι τόσο εύκολα;» Αποφεύγω ν’ απαντήσω. Ξέρω ότι δεν υπάρχει
απάντηση.
(Χτυπά το τηλέφωνο.)
— Παρακαλώ.
— Ο κύριος Όλιβερ;
— Ο ίδιος. Ποιος στο τηλέφωνο, παρακαλώ;
— Είμαστε απ’ την εταιρία. Είναι επείγον!
— Ναι, σας ακούιυ, τι τρέχει;
— Συλλάβαμε μερικούς σπάνιους ήχους και πρέπει να γίνει διάγνωση.
— Τι ώρα τους συναντήσατε;
— Λίγο πριν το σούρουπο.
— Ασφαλίστε τους και θα κάνω τη διάγνωση νωρίς αύριο το πρωί.
— Εντάξει, θα τους ασφαλίσουμε στ’ ονειροκιβώτιο. Δεν θα τους πειράξει κουνούπι. Ευχαριστούμε κύριε Όλιβερ, καλές γιορτές!
— Επίσης, καλό βράδυ!
Αν συνδέσω καλύτερα τους άξονες της περιγραφής θα ξεγελάσω την προσωρινή ανία κάτω απ’ το τεράστιο φθινοπωρινό δένδρο, πάντοτε μέσα στην πόλη.
Η εταιρία στην οποία εργάζομαι διαθέτει σπουδαίο αρχείο. Σκοπεύει να ιδρύσει μουσείο ήχων, παρόμοιο με πεδίο μάχης. Οι επισκέπτες θα φοράνε
ειδικές στολές προς αποφυγή τραυματισμών.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα βίαια ακούσματα προκαλούν ψυχικό κλονισμό. Λυπάμαι, λιγοστεύει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω να σας εξηγήσω περισσότερα. Τι κρίμα! Με πνίγουν ανούσιες λεπτομέρειες. Αδύνατον να ξεφύγω. Καταδικασμένο έντομο της πόλης, φτερουγίζω στα ουράνια κτίρια.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

1.ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τι κρίμα κυρία Κίρκη! Χάνω την ευκαιρία να μεταμορφωθώ. Ουφ, ξέμπλεξα με το μυστηριώδες άγνωστο. Ζήτω το προβλέψιμο! Και το κατακάθι των φόβων; Ξεχνάς ότι τους καταπολεμάς με την τεχνολογία! Διαθέτω μέτρια χρήση γλώσσας, άριστη τεχνολογία στη δουλειά και στο σπίτι. Αδιαφορεί με ευγενικό χαμόγελο για το εάν πρόκειται να χαθούν οι ισορροπίες. Κατάφερα επιτέλους να διασχίσω έναν ολόκληρο αιώνα, μάρτυράς μου η χιονόλευκη γενειάδα. Επιβιώνει) στήθος με στήθος ανάμεσα σε χιλιάδες λέξεις. Πραματευτής στο θεοπάλαβο τσίρκο των θνητών, κουβαλώ φανταστικές ιστορίες στην πλάτη.
Από πόλη σε πόλη, σφάλμα και αμαρτία τείνουν προς εξαφάνιση. Ξυπνάμε απ’ τη νάρκη στ’ όνομα του χρήματος, της ηδονής. «Σημασία έχει ότι αντιδρούμε», σκέφτηκα. «Αντέχεται η ηδονή χωρίς αμαρτία;», ρώτησε ο απέναντι ουρανοξύστης. Έβγαλα ψύχραιμα τα γυαλιά ηλίου, υψώνοντας το βλέμμα. Η φωνή της ύλης συνέχισε: «Μήπως η ηδονή φλέγεται από ανία, ενώνεται αρχικά με την ύλη, ύστερα συγκρούεται, εξουδετερώνεται στ’ όνειρο;»
Το προπατορικό αμάρτημα ξεπλύθηκε στο χρηματιστήριο. Από έννοια
εξελίχθηκε σε ύλη. Έκρουσε σήμα κινδύνου. Ο κίνδυνος χτύπησε και την
πόρτα της Λογοτεχνίας. Εκρηκτική, ευάλωτη, αισθαντική η αφεντιά της,
εγκατέλειψε τον επισκέπτη, τον όποιο κίνδυνο, το ίδιο απόγευμα. Βρόντηξε
την πόρτα, κατεβαίνοντας με πείσμα τις σκάλες. Το ίδιο απόγευμα, την είδα
πάνω στη σχεδία, να μετατρέπεται σε Οδυσσέα, χωρίς Ιθάκη, να νοιώθει εξόριστη στην αμαρτία της, επειδή όλα είναι ύλη.
Προτείνω λοιπόν να παγώσετε το χρόνο με αμήχανο μειδίαμα. Μάρτυρες της μεγάλης εξόδου της Γραφής, διατηρήστε τις απορίες. Σε στιγμές υψηλού κινδύνου, προέχει η κατανόηση. 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΔΕΝΔΡΟ

ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ME ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΓΟΝΑΤΙΣΜΕΝΟ μπροστά σε δύο γάμπες. Η θέα εξαντλήθηκε σ’ ένα ζευγάρι γυαλιστερά, ψηλοτάκουνα πέδιλα κι ένα λουράκι δέσμευε τους λεπτούς αστράγαλους.
— Οου, συγγνώμη. τσίριξε το θηλυκό, για την ακρίβεια το κορίτσι του Θόροου.
(Πετάχτηκα σα να με χτύπησε κεραυνός.)
— Παρακαλώ, περάστε.
— Αου, δεν πειράζει.
(Σκύβει, ακριβώς όταν τελειώνει την πρόταση και ισιώνει την κάλτσα στο
δεξί πόδι. Σηκώνει τη φούστα. Η δαντέλα ανεβαίνει περήφανα. Εκεί, στηριζόταν η ζωή μιας ζαρτιέρας. Συνέχισε με τ’ άλλο πόδι.)
— Μπορείτε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε; Φοβάμαι μη τη σκίσω. Να,
δείτε τα νύχια μου. Αρνούμαι να σκύψω για δεύτερη φορά. Παραδίνομαι.
Μακάρι η μεγαλοψυχία σας να μας σώσει όλους εδώ μέσα. Ίσως τότε επιστρέφουμε στην επίγεια ζωή. Ίσιος τότε ξαναδούμε το φως του ήλιου, ίσως ξαναζήσουμε έρωτες.
— Ορίστε, να σας βοηθήσω, είπατε; Χμ…
(Πριν από μερικά χρόνια, ένα κοπάδι με ηλιοτρόπια έγερνε το κεφάλι του
στο δειλινό. Επιστρέφαμε απ’ το αγρόκτημα, όταν εσύ αδελφέ κατέβαινες στ’
άδυτα. Τι γυρεύω εδώ κάτω μου εξηγείς; Τι μ’ έπιασε και χρησιμοποιώ την
απουσία σου μπροστά σε μία ωραία γυναίκα. Ντροπή μου! Γούρλωσα τα μάτια και συγκεντρώθηκα. Η γυναίκα έτεινε το πόδι. Τα χέρια μου, άγκυρες ριγμένες στη δαντελωτή φούστα.)
— Να, φοβάμαι μήπως…
Το κλαρινέτο σκόρπιζε τις σκιές. Διάβαζα τα σαρκώδη χείλη της. Απαιτητικό κείμενο. Κατέβασα το πηγούνι αργά. Σχεδόν νωχελικά. Δέχτηκα την παράκληση και ξαναγονάτισα. Η κόλαση ή ο παράδεισος μετρήθηκαν με δύο κινήσεις: πρώτα τράβηξα κι ύστερα στερέωσα τη δύναμη των χεριών στη σούστα.
— «Ελάτε, συμπαθητικέ κύριε. (βιαστείτε». είπε με νάζι η καλλονή. «Τι θα
λέγατε για ένα ποτό; Χρωστάω κέρασμα. Αποκλείεται να ξεφύγετε. Είμαστε
αιχμάλωτοι».
Ζέσταινα το προφίλ στα γόνατα της τραγουδίστριας. Αφουγκραζόμουν
την ιστορία όπως έκανα μικρός με τα δέντρα. Κουλουριασμένος πάνω στη
γυναίκα-δέντρο έμοιαζα με ωραιότατο θύμα. Όφις στο καλοκαίρι του κορμιού της.
«Αχ. μη γελάτε άλλο σας παρακαλώ Θα τσακιστώ αγαπητέ μου. Θα πέσω
πάνω σας… αχ!»

ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ

1.Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Ο χρόνος κατοικούσε στους πνεύμονες. Ζούσε στη δική του καμπούρας
τυφλός στον ανεμοστρόβιλο των λεπτών. Τα γεγονότα, ληγμένο εισιτήριο.
Σπανίως του κρατώ κλειστή την πόρτα. Εμπρός χρόνε, γίνε ματιά, δαγκωματιά στο στήθος του ερωτευμένου, λειψό μαγιάτικο φεγγάρι, απορία στους σπόνδυλους της Γραφής.
Πόσο χρόνο καταναλώνει η Γραφή εν αγνοία μας; Πως ελίσσεται στα κενά; Εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Η Γραφή δανείζεται απ’ τον προσωπικό μας χρόνο, αναδιπλώνεται, γλιστρά στο στομάχι. Δεν κάνει διακρίσεις. Κολυμπά στις αρτηρίες, αρχαίο ψάρι, υπηρέτης του Ομήρου.
Περνούν, λοιπόν, τα χρόνια κι ο χρόνος των λέξεων ταξιδεύει στον πατέρα χρόνο. Ατενίζει τους αναγνώστες, αναπαύεται στα βλέμματα, δύει στην ψυχή. Συρρικνώνεται στο τοπίο, κυρίως όταν τον διαπερνά, τον διακόπτει το τρένο της μνήμης.
Ταράζεται ο χρόνος των λέξεων. Αποβιβάζεται η Γραφή. Στο κενό αυτό
ποντάρει η ειρωνεία. Καλείται ο ρόλος των συγγραφέων. Τυφλωμένοι από
κατάχρηση χάνουν τα χνάρια της. Χαριτολογούν, χτυπιούνται σα χταπόδια.
Σε ποιον Τειρεσία θ’ αποταθούν;
Ένα μεταλλικό κουτί στο παγκάκι, μου άναψε την περιέργεια. Χαμήλωσε το αληθινό πτηνό, έσκυψε να φλερτάρει τα πουλιά στην εικόνα. Άνοιξη, το κάρο σταματημένο έξω απ’ την αγροικία. «Τιτ-τατ» το πουλάκι, με λίγο πορτοκαλί στο λαιμό. Πάλι το γνωστό «τιτ-τατ». Ξεροκάταπια. Λύγισα στην ιδέα ότι μπορεί να είχε μεταμορφωθεί ο τρομερός —πως τον λέγανε— απ’ το Χάρλεμ Μπαρ. Με τα χέρια γροθιά στις τσέπες, βρήκα καταφύγιο σε μέρος σκιερό.
Υπάρχουν ειρωνείες κι ειρωνείες. Τίποτε όμως δεν είναι δεδομένο και,
για να περνάμε καλά, συμβιώνουμε με τις πιο αιχμηρές. 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΜΒΑΣ

ΕΥΗ ΜΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

poeticanet
Ύλη βυθισμένη στο νερό…
Λιβάδι θαμμένο στο χιόνι…
Το ποτάμι αναστατώνεται…
Το πρόσωπό σου,
πέλαγος από βεγγαλικά….
Άνθρωποι βράχια…
Το ποτάμι κοιμάται βαθιά…
διώχνω τον άνεμο
απ’ το σπίτι για να μπει φως…
Η απουσία σου,
ίσκιος στους αμμόλοφους…
Αγαπημένη, όνειρο
από πέτρα κι ασβέστη…
Η μόνη παρηγοριά,
το σώμα σου,
ένας μεστός αμπελώνας…

Τα τέσσερα μη αναγώγιμα στοιχεία της πραγματικότητας –ο αέρας, η φωτιά, η γη και το νερό- συστήνουν επίσης και το ποιητικό σύμπαν της τρίτης ποιητικής συλλογής, με τον τίτλο «Λευκός Καμβάς», της Αναστασίας Παρασκευουλάκου. Αυτά τα τέσσερα στοιχεία των όντων, θεμελιώδη στη σύλληψη του κόσμου από την αρχαία σκέψη μέχρι τη φυσική θεωρία του Λαβουαζιέ, βρίσκονται στον πυρήνα της ποιητικής της κοσμολογίας, στο εσωτερικό μιας «γεωγραφίας του όλου», όπου παραμένει σε ετοιμότητα το βλέμμα της αποφασισμένης «να φωτογραφίζει εκτός συνόρων» ποιήτριας.

Αέρας : ανάσα και αιθέρας· σύννεφα· άνεμος, «νηπενθής άνεμος», «τα μαλλιά σου ανεμίζουν στην κόλαση της πόλης»· θύελλα, «πολύ φως να σηκώνει θύελλες»· αέρηδες που δαμάζονται με μια αγκαλιά στα σκοτάδια και επιθυμίες που «σαρώνουν την πόλη» όπως οι θυελλώδεις άνεμοι.

Φωτιά : στο φως, στον ήλιο, στη λάβα που σκεπάζει τη συνείδηση με το πέρασμα του χρόνου, στις σκέψεις που «πυρπολούν το φως του έρωτα», στο ποιητικό «εγώ» που φλέγεται με την απουσία του άλλου προσώπου, απουσία που γίνεται «έγκαυμα», η φωτιά που καίει την ανθρωπότητα.

Γη : έρημος και στέπα, λιβάδι και βράχια, φυσικό και αστικό τοπίο, πόλεις, πάρκα με ερωδιούς και σταθμοί τρένων, πέτρες και ορυκτά, ασβέστης και ρίζες, αμμόλοφοι, μονοπάτια, κτίρια, δάση, καλαμιές, σπίτια, δέντρα-κουφάρια και τοίχοι.

Νερό : το επικρατέστερο όλων· στη χώρα του «Λευκού Καμβά» το νερό είναι ουσία –το αμετάβλητο στοιχείο όλων των μεταβλητών μορφών, πρωταρχική αιτία και κατεύθυνση των πάντων, «Ὠκεανόν … θεῶν γένεσιν», αφήγηση ρευστή, ρέουσα, που διαπερνά την ποιητική ύλη, «ύλη βυθισμένη στο νερό», «η γεύση των νερών, ολότελα εσύ»· ποτάμια – «Το ποτάμι αναστατώνεται», «Η βροχή δυναμώνει στο ποτάμι», «τα νερά στο ποτάμι αλλάζουν χρώμα», «Τα νερά στο ποτάμι σκοτεινιάζουν», «Το ποτάμι κοιμάται βαθιά/ Ανασαίνω στην αγκαλιά σου/ Χαμογελάς και, τότε,/ πυκνώνει το σκοτάδι στα νερά »· θάλασσες – «Σε περιμένω τις νύχτες,/χορτασμένος από σκοτάδι/στο βράχο της θάλασσας», «Αντικρίζω τη θάλασσα,/ εσένα», θάλασσα που αγρίευε -«θάλασσα του κορμιού» και λέξεις που «παφλάζουν» και «χτίζουν θάλασσες», «πέλαγος από βεγγαλικά», η «αγαπημένη …ποίημα ενάντια στο χρόνο με μάτια ωκεανούς», παλίρροιες, κύματα, «η αντάρα των κυμάτων», η κίνηση, η σύγκρουση με το άλλο πρόσωπο, «δεν έχει κύματα η μοναξιά»· νερά του καιρού – βροχή, καταιγίδα και χιόνι· ύδατα πραγματικά και αλληγορικά, «μελαγχολία που στάζει από το σώμα της σιωπής», «το υπάρχω μετριέται μ’ ένα ποτήρι νερό».

Μορφές που αλλάζουν, ένας κόσμος σε διαρκή ταραχή, «θρυμματισμένος κόσμος», «Δαιμονισμένοι εξουσιαστές/καταναλώνουν ψυχές», «κτίρια σαν άνθρωποι καταρρέουν», θραύσματα, κραυγές, η «τρέλα του τρόμου», «η απειλή κάλπαζε», «στην κόλαση της πόλης», άνθρωποι που πηδούν από ορόφους –«ο φόβος ωθεί σε άλματα»- «ακολουθεί η κάθοδος των σωμάτων». Μορφές που συντίθενται και αποσυντίθενται, άπειρες γεννήσεις και θάνατοι, άπειρες ενώσεις και διασπάσεις των τεσσάρων απλούστατων οντοτήτων. Τέσσερα συστατικά στοιχεία του αισθητού κόσμου όπως για τη γλώσσα στοιχείο είναι το γράμμα στη γραφή, στο ποίημα η λέξη. Τέσσερις στοιχειακές δυνάμεις-οντότητες που πλησιάζονται και απομακρύνονται με τη βοήθεια δύο ποιητικών δυνάμεων, της αγάπης και του μίσους, της ειρήνης και του πολέμου.

Μορφές που απομακρύνονται και σμίγουν. Καταστροφή και δημιουργία. Φθορά και σωτηρία. Ένωση-έρωτας. Έρωτας που «ξελόγιαζε την πόλη», που γεμίζει τα σκοτάδια όταν η αγαπημένη «ρίχνει τις χάντρες στα αστρικά μονοπάτια» και όταν η αγαπημένη πλέκει «το νήμα του έρωτα γύρω από τα κτίρια», καταλαγιάζει «στα βλέμματα ο φόβος», έρωτας «που έχει απομείνει/με τα φρούτα στο τραπέζι» και επιβεβαιώνεται στο βλέμμα, που φυλακίζεται στην αφήγηση, που «διατηρεί αθεράπευτα σημάδια/με τη μυρωδιά σου»· έρωτας -«αγαπημένη,/να κοιταχτούμε/από έρωτα να σκιρτήσουμε»· έρωτας -«Αν ρωτήσεις το ποτάμι,/γνωρίζει λεπτομερώς τον έρωτά μας»· έρωτας- «Γραπώνομαι στον ιστό/ μιας τυχαίας ανάμνησης,/αντίδοτο,/λέπι έρωτα». Έρωτας που φέρνει «ώρες στάσιμες/κι η γαλήνη εδώ μέσα,/εντυπωσιάζει/ σαν να χτυπήθηκε/ το σύμπαν από έρωτα». Έρωτας που οδηγεί στην ακινησία, «όπως τα μυρμήγκια/ ακολουθούν επιμελώς/ το μονοπάτι/ προς τη σιωπή του έρωτα».

Έρωτας – ειρήνη μέσα σ’ ένα πολεμικό τοπίο, στον πόλεμο της πόλης –«η πόλη προδίδει», «Η πόλη-σαύρα/ τρώει την ουρά της», είναι γεμάτη εγκληματίες και δολοφονημένους, «δαιμονισμένους εξουσιαστές» και αναλωμένες ψυχές, «η πόλη μάς κυνηγά/με λογική από σκουριασμένο ατσάλι», «μάς σφράγισε το βλέμμα», η πόλη «σελίδα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα». «Ένας αθροιστικός πόνος/ αντικαθιστά τις λέξεις/σαν να μην υπήρξε ποτέ ο λόγος». Η απουσία του λόγου, κι αυτή ακινησία, παγετώνας, «Κρυσταλλωμένες σκέψεις/ανάμεσα σε κλαδιά», η «σιωπή της γλώσσας» που «στάζει μελαγχολία», η βουβαμάρα της απουσίας του λόγου, «η βουβαμάρα της ύλης». Κενό, λευκό. Λευκό χαρτί, λευκός καμβάς. Το μεταίχμιο από το «μη είναι» στο «είναι» της γραφής.

Από τη μια μεριά των συνόρων σιωπή και ακινησία, παγερός χειμώνας, λευκός καμβάς, λευκό κενό. Από την άλλη μεριά των συνόρων μαίνεται ο πόλεμος -«Πόλεμος στις τηλεοπτικές οθόνες./Ποιος είναι ποιος,/ποιος εκδικείται ποιον.» «Η τηλεόραση βουίζει,/ κέρινα πρόσωπα,/ βλέμματα ζωντανά-νεκρά», «φιγούρες …με κατεβασμένα πρόσωπα», «άνθρωποι βράχια». «Πέφτει το δόρυ,/ κινδυνεύει η ανθρωπότητα/ και δεν ξέρεις αν θα ρίξει/ καταιγίδα ή θάνατο». Στην πόλη –«στην κόλαση της πόλης»- μαίνεται ο πόλεμος, «Όπου και να κοιτάξεις,/ το θανατηφόρο/ στους δρόμους/ εγκλωβίζει», «Κάθε αναπνοή κι απειλή». Εγκληματίες και τρομοκράτες, «ανέραστοι εκτελεστές» που εξορίζουν την αγάπη και «πόσο ν’ αντέξει κανείς/χωρίς αγάπη».

Η ποιήτρια –«ποιητής» στο ανεστραμμένο είδωλο του θηλυκού εαυτού- του εαυτού τρομοκράτη, συσσωρεύεται «στο πριν της αγάπης», στο εσωτερικό της πόλης-σαύρας, είναι η ίδια/ο ίδιος μια πόλη με απρόσωπα κτίρια, όχι μία από τις αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, τις λεπτόπλοκες, τις υδάτινες, τις ιδεατές πόλεις, θρονιασμένες στο ενδιαίτημα της αφήγησης, αλλά μια πόλη με καταργημένη την καθημερινότητα, με το φόβο της απώλειας του προσώπου, με την αγωνία της αναζήτησης του άλλου προσώπου, μια πόλη στοιχειωμένη από απώλειες σε σπίτια στοιχειωμένα από απουσίες, σπίτια-καταφύγια, όπου τρέχει κάποιος τρομαγμένος στο τέλος της ημέρας, ξεγλιστρώντας «από την τρέλα του κόσμου», μπαίνει στο σπίτι για να φάει ρόαστ μπιφ και να θέσει σε λειτουργία την καφετιέρα, μένει στο σπίτι «δέσμιος στην πολυθρόνα/με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια», μένει στο σπίτι για να δει ειδήσεις σχετικά με τον πόλεμο που μαίνεται εκεί έξω, από την άλλη πλευρά των συνόρων. Μένει εκεί καθηλωμένος/καθηλωμένη και εμμένει «σε λεπτομέρειες/η χειρότερη παρτίδα με το χρόνο», παραμένει «δέντρο/ πάνω σε βράχια», μετρά σιωπές, ώρες στάσιμες, ώρες γαλήνης, «η εποχή περνά στην επόμενη,/με τη ζωή στις διαστάσεις/ενός μελανοδοχείου», στο κενό της αγλωσσίας «Γλώσσα δεν έχω,/έχω φτωχύνει στην ανάγνωση,/λίθος στη θύρα του χρόνου», περιμένοντας με κλειστά μάτια «το απογευματινό φως/ να σου φέρνει όση γλώσσα/χρειαζόταν να γράψεις», «Η ίδια, ποίημα/ ενάντια στο χρόνο», επιλέγει το λευκό, επιλέγει το κενό. «Πάνω στον λευκό καμβά/ το κενό μοιάζει με τοίχο./Στο επόμενο λεπτό με λιβάδι», μετρά ώρες, μετρά σιωπές, «Η χρονιά βούλιαξε στο τίποτα» και «Ο καμβάς παραμένει λευκός». «Στη στέπα του δωματίου» «το ιστιοφόρο της σκέψης ταξιδεύει», «σκέψεις πυρπολούν/το φως του έρωτά μας./Σκέψεις/οι χειρότεροι τρομοκράτες».

Λευκός καμβάς, οθόνη προβολής της αστικής ζωής, «τι είναι κόσμος/τι θα πει ζωή σε μια ιστορική πόλη». Την ίδια στιγμή στην πόλη «θραύσματα/ατσάλι/κραυγές./ Ένα μαύρο σεντόνι/κόντρα στον ήλιο». Λευκό-ακινησία, μαύρο-σύγκρουση, μάχη. Αγωνιστές και αγωνίστριες συγκρούονται με την πραγματικότητα. Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου για την «αποκατάσταση του μαύρου». Η ποιήτρια-«ποιητής» Αναστασία Παρασκευουλάκου : «στη στέπα του δωματίου/μάχομαι τους εγκληματίες με στίχους».

Καθηλωμένη μπροστά στον Λευκό Καμβά, στο λευκό χαρτί, μια άλλη tabula rasa, ένα κενό ερμάριον, παραφυλάει τον στίχο να τον σκοτώσει, στο «χτες μόλις» της Άννας Αχμάτοβα. Η ποιήτρια είναι στο χθες, με την αγάπη για την ομορφιά προδίδει την επανάσταση. «Οι κωδικοί της αφήγησης με κρατούν άυπνο», «Με συντηρούν λέξεις,/αποφεύγω/την αγωνία του ωραίου». Αιωρείται στο μεταίχμιο της ποιητικής της ύπαρξης «καθηλωμένη μπροστά λευκό καμβά/με το λευκό να σε (τη) γδύνει». «Ποιος είναι έτοιμος για όλα;» Κίνηση από το μηδέν στο σύμπαν, από τον άγραφο πίνακα στο παλίμψηστο των εμπειριών, «στο δαιδαλώδες των λέξεων, /με ό,τι ορυκτό ξεβράσει/στο ημίφως της ψυχής», σε μια μεταιχμιακή στιγμή «σαν να πρέπει να πεθάνω/και να μη γίνεται». Κίνηση του βλέμματος μέσα από λέξεις, μέσα στη γλώσσα «δολοφονώ τη σιωπή/ και σε φαντάζομαι/πιο γινωμένη/μετά την καταστροφή,/έτοιμη για έρωτα».

Τέσσερα συστατικά στοιχεία του αισθητού κόσμου, δύο ποιητικές δυνάμεις. Μετά το νείκος επιστροφή στη φιλότητα. Μετά τον πόλεμο, επιστροφή στην αγάπη, «Πιστεύω στην αγάπη». Η ποιητική δημιουργία σε ένα κυκλικό εμπεδόκλειο σχήμα. «Πραγματικό και φανταστικό που εμπλέκονται στη θέρμη μιας αγάπης». Η ποιητική ύλη στη διαδρομή από την ύλη-δύναμη στην ύλη-ενέργεια, από το άγραφο χαρτί στο ποίημα από τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία-λέξεις στον ποιητικό λόγο, γιατί «η ιδέα περνάει στην πράξη», ο έρωτας κυβερνάει την δημιουργία και η δημιουργία όταν «το λείψανο του λευκού καμβά/ανάβει με πάθος» επιστρέφει σ’ αυτόν.

Το σύνορο που χωρίζει τον κόσμο εκεί έξω από την εσωτερική επικράτεια είναι διπλής κατεύθυνσης. Φωτογραφίζεις το πέραν το συνόρων και την ίδια στιγμή στρέφεσαι προς την εσωτερική θέα. Με ένα θάνατο, του λευκού κενού, δίνεις ζωή σε μία αφήγηση και φυλακίζεις σ’ αυτή τον έρωτα που ήταν εξολοκλήρου ζωοδότης της αφήγησης. «Μέσα στο λευκό κενό/βλέπω στίχους/ να φυτρώνουν στο κορμί σου,/λέξεις/από τη δική σου σάρκα»

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

1-Καλλιοπη

.

Η Καλλιόπη Εξάρχου γεννήθηκε στη Δράμα όπου και μεγάλωσε και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο ΑΠΘ. Είναι Αναπληρώτρια καθηγήτρια θεατρολογίας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει επιστημονικές μελέτες για το θέατρο, θεατρικά έργα και ποιητικές συλλογές.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Αρραμπάλ, 1995.
Histoire du theatre: la passion au feminin, 2008.
Δημήτρης Δημητριάδης: Το θέατρο του ανθρωπισμού  2016

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ
Όταν πέφτουν οι μάσκες, 2002.
Ονομάζομαι… Γυναίκα, 2005.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Μικρές ιστορίες μεγάλων εξομολογήσεων, 2006.
Περί Ιδεών, 2006.
Περιπλανώμενος Λόγος, 2009.
Βιβλιάριο Καταθέσεων, 2012.
Μάχιμα Χείλη (2014)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Extra Large, 2011.
Η Κυρία Χ  2018

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Φερνάντο Αρραμπάλ, Ο Αρχιτέκτονας και ο Αυτοκράτορας της
Ασσυρίας, 1997.

φωτογρ

φωτογρ1

Η ΚΥΡΙΑ Χ (2018)

ΕΛΛΕΙΨΗ

Η ΚΥΡΙΑ X ήταν ελλιπής… Από τα γεννοφάσκια της όλο και κάτι της έλειπε. Ένα χέρι, ένα πόδι, ένα μάτι. Όσο μεγάλωνε, προσπαθούσε να κολλάει ένα ένα τα απάντα κομμάτια.

Το χέρι που πρόσθεσε δούλευε καλά. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά. Η Κυρία X ανακάλυψε ότι ψηλαφούσε πλέον τον κόσμο ολόκληρο. Έτρεχε και το νερό από τις δυο παλάμες, όταν έβρεχε σπάταλα το πρόσωπό της. Τι αίσθηση υδρόγεια!

Όταν έβαλε το δεύτερο πόδι, έδωσε μια και ανέβηκε τα κακοτράχαλα βουνά. «Τι απόλαυση η ευστάθεια» μονολογούσε συνεχώς, και έκτοτε αντικατέστησε τους δρόμους με σχοινιά αιωρούμενα. Καλά ήταν εκεί. Πιο κοντά στον ουρανό. Για να ακούει τα σαλπίσματά του.

Με το άνοιγμα του αριστερού οφθαλμού, το όλον εξαπλώθηκε. Ωραία διάσταση η άπλα. Ευρύστερνη, γενναιόδωρη, εκτεθειμένη, χωρίς λογοκρισία. Αυτό ήθελε.

Να μην της στερούν την πρόσβαση στο άπειρο, είπε, και κίνησε για τη ζωή άπασα.

ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Η ΚΥΡΙΑ X γεννήθηκε και μουγγή.

Μικρή, μόλις ξυπνούσε, η μάνα της την έπλενε, την έντυνε ρούχα καθαρά και την έβαζε στο κέντρο του καναπέ για να τον στολίζει.

Το μεσημέρι την έβρισκαν στην ίδια θέση ώρες ολόκληρες ακίνητη να βλέπει μόνο, χωρίς να βγαίνει λέξη από το στόμα, το περίφρακτο.

Επικοινωνούσε με τα μάτια της. Τα μόνα όργανα που διασώθηκαν, έτσι αθόρυβα που ήταν. Δεν ενοχλούσαν. Κι έβλεπε, έβλεπε, έβλεπε… Έβλεπε

και όνειρα, χρωματιστά, με αφή και γεύση.

Με τούτα και με τ’ άλλα, η Κυρία X μεγάλωνε μέρα τη μέρα φιλοξενούμενη στη ζωή του άηχου. Μέσα της, έμπαιναν και έβγαιναν άνθρωποι. Τέρατα ή αερικά. Όλους τούς χωρούσε αυτό
το σώμα το αχαρτογράφητο

που είχε στήθη αφρόντιστα

πόδια αβέβαια

και χέρια εκκρεμή.

Απέκτησε με τον χρόνο κι εκείνο το φύσημα στην καρδιά, που έχωνε τη μύτη του παντού και δεν την άφηνε σε ησυχία. Δαίμονας. Όταν την αντάμωνε, εκείνη έπεφτε σε νάρκη.

Ώσπου μια μέρα, αναποδογύρισαν τα μάτια της κι ο δαίμονας έγινε φύσημα ψυχής. Τότε η Κυρία X πήρε μια πένα από τον ουρανό και άρχισε να

λέει αυτά που έβλεπε αιώνες. Με ή χωρίς αντιστάσεις. Σε πράξεις πολλές και αναρωτήσεις πάμπολλες. Αν είχαν ημερομηνία λήξεως τα παρελθόντα,

αν είχαν παύσει, αφού ετελέσθησαν, αλλά και πάλι να τα άφηνε ξέμπαρκα στο έλεος της λήθης; Τους χρωστούσε, αν μη τι άλλο, αντίδωρα συντροφικά.

Έτσι, η Κυρία X άρχισε ν’ ανοίγει το στόμα της, να το μετράει από λέξη σε λέξη και να βγάζει φωνές θεόρατες σαν τα βουνά. Χωρίς απάτες και

αυταπάτες, υπέρ της ανάστασης μουγγών, στη γλώσσα των ομιλούντων χειλέων, σε λάλα σώματα, δικαιωμένα και αδικαίωτα.

ΘΕΜΑ ΤΙΜΗΣ

ΤΟ ΕΙΧΕ ΠΑΡΕΙ προσωπικά.

Χρόνια τώρα
η πόλη αυτή
η παινεμένη
η μοσχαναθρεμμένη
στάθηκε αδύνατο
να κατακτήσει την Κυρία X.

Κι απορούσε
ή μάλλον ένιωθε προσβεβλημένη
και με το δίκιο της.
Γιατί όλους
και όχι την Κυρία X;
Ήταν ή δεν ήταν
η αιώνια πόλη του βορρά
η ξακουστή
από το λιμάνι μέχρι τα Κάστρα;
Και να μην έχει καταφέρει το αυτονόητο;
Γιατί, τι της έλειπε;
Το σκηνικό της
όπως πάντα
μαρτυρούσε το αντίθετο.
Καμιά αστοχία στην ομιχλώδη
κινηματογραφική όψη της.
Τα πλοία σάλπαραν κανονικά.
Το Επταπύργιο, ξάγρυπνο κάθε νύχτα
από τους αρχειοθετημένους αναστεναγμούς
εντός των τειχών.
Η Πλατεία Αριστοτέλους
αυθεντικό πέταλο της τύχης.
Ο Λευκός Πύργος ποτισμένος
απ’ την αλμύρα των χρόνων.
Τα κτίρια
σταθεροί φάροι
μόλις η μέρα σήκωνε πανιά.
Οι δρόμοι εύφλεκτοι από τα βιαστικά βήματα.
«Πραμάτειες και εμπορεύματα»
στην αγορά του ανέμου.
Και η αιώνια πληθωρικότητα της πόλης
να στέλνει κελεύσματα εκμαυλισμού αδιακρίτως.

Με μόνη εξαίρεση την Κυρία X.
Αδιανόητο!
Το ’βάλε πείσμα
λοιπόν
να της αλλάξει μυαλά.
Να αποκτήσει επιτέλους το πρέπον βάρος
να σταθεί στο ύψος της το γνωστό τοις πάσι.

Έτσι μια μέρα
—από κείνες τις ευλογημένες
ανυποψίαστες μέρες
όπου το αίφνης κάνει θαύματα—
η πόλη έβαλε τα δυνατά της.
Κατ’ αρχάς
άλλαξε χρώμα στη θάλασσα.
Την έλουσε με φως του ήλιου
βασιλικό
κατάξανθο
με εκτυφλωτικές ανταύγειες.
Στη συνέχεια
επιστράτευσε τον αγγελόπτερο.
Χρειαζόταν κάποιον που να τοξεύει διάνα.
Του υπέδειξε την καρδιά της Κυρίας X.
Όλα έγιναν
κατά το δοκούν.
Η Κυρία X κεραυνοβολήθηκε
τα μάτια της άρχισαν να ακούν
τα αυτιά να βλέπουν
τα χείλη να αγγίζουν
την Πόλη
που αναβαθμίστηκε πάραυτα
με ένα Π κεφαλαίο.

Όταν η Κυρία X διάβηκε
για πρώτη φορά
την ευδαιμονική Πύλη του Π κεφαλαίου
φόρεσε τα καλά της
ένα χαμόγελο καταρράκτη
και έτρεξε να συναντήσει το όνειρο
που προσγειώθηκε για χάρη της.

Ένα pas de deux
στη γραμμή της πανσελήνου
—τη στιγμή που χαμήλωναν οι θόρυβοι—
ήταν αρκετό να γεμίσει την υγρή επικράτειά της
οδόσημα.
Του Έρωτα
φυσικά.Για την Κυρία X.
Για την τιμή των όπλων
της Πόλης.

ΚΕΦΙΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ, το διαμέρισμα της Κυρίας X ήταν στα κέφια του. Μεράκια, όχι αστεία. Έτριζαν πατώματα, οροφές και τοίχοι. Λαϊκή μουσική στη διαπασών. Καζαντζίδης, Ζαμπέτας και βάλε…

Η comme il faut πολυκατοικία σύσσωμη έβγαζε αφρούς από τα παράθυρα. Κάτι έπρεπε να γίνει. Άρχισαν να μαζεύονται οι ένοικοι στην είσοδο για να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Να μπουν εφορμώντας στα άδυτα του… κουτουκιού; Να της τηλεφωνήσουν και να κάνουν διακριτικές συστάσεις; Κι αν δεν άκουγε το τηλέφωνο με τόσο ντέρτι και σαματά;

Πάνω που η πολυκατοικία προσπαθούσε να καταλήξει στον τρόπο επέμβασης, άρχισαν τα σπασίματα των πιάτων. «Ποπό… κέφια η Κυρία X»

αναφώνησαν όλοι μαζί. Μήπως να μην της χαλάσουν τη χαρά; Χρόνια τώρα δεν τους είχε δώσει καμιά αφορμή. Να περιμένουν λίγο ακόμη; Τότε ήταν που διέκριναν τη φωνή της πάνω από όλη αυτή την ηχορύπανση.

Αυτόοοοο για τον λαιμό που στραγγαλίστηκε με το πρώτο φως της ζωής

Αυτόοοοο για τη μαθητική ποδιά που κατάπιε όλα τα χρώματα

Αυτόοοοο για το σώμα το μετέωρο

Αυτόοοοο για την έλλειψη

Αυτόοοοο για τον φόβο

Αυτό…

Αυτό…

Όταν σταμάτησαν τα σπασίματα, οι ένοικοι εισέβαλαν αποφασιστικά στο διαμέρισμα. Βρήκαν την Κυρία X να κάθεται στην κορυφή του λόφου. Από

κομμάτια και θρύψαλα. Έτρωγε ατάραχη ένα τελευταίο πιάτο με κόκκινες καρδιές στην μπορντούρα.

ΣΥΛΛΗΨΗ

ΕΝ ΜΕΣΩ ΚΡΙΣΗΣ έγινε η σύλληψη της Κυρίας Χ.

Όταν την πήγαν στο Τμήμα της περιοχής, η Κυρία X απορημένη ζήτησε να μάθει τον λόγο της σύλληψής της. «Πολύ ευχαρίστως» της είπαν. Τη

μήνυσαν οι ένοικοι της πολυκατοικίας γιατί τίναζε μέρα νύχτα από όπου υπήρχε άνοιγμα προς τα έξω

μπαλκόνια

παράθυρα

εξώπορτες

και είχε καταντήσει πια ανυπόφορος ο θόρυβος εν μέσω κρίσης που είχε τεντώσει τα νεύρα τους σαν χορδές. Άσε που λέρωνε και τα απλωμένα τους ρούχα. Έκαναν υπομονή μια δυο τρεις μέρες —είχαν και προηγούμενα μαζί της για αλλόκοτη συμπεριφορά—, στο τέλος απηύδησαν οι άνθρωποι. Πετάγονταν από τον ύπνο τους σαν ζόμπι, ενώ η Κυρία X μάτωνε το σύμπαν με αλύπητα τινάγματα. Είχαν αρχίσει να λυπούνται και τα θύματα

ρούχα

παπλώματα

κουβέρτες

μαξιλάρια

χαλιά…

χωρίς να μπορούν επιπλέον να βγάλουν κανένα λογικό συμπέρασμα.

Οι αστυνομικοί ήθελαν επειγόντως μιαν απάντηση στο ερώτημά τους: «Γιατί τόσο τίναγμα ολημερίς ολοβραδίς;».

Η Κυρία X δεν αγαπούσε τα πολλά τα λόγια. Στάθηκε όρθια μπροστά στον αξιωματικό υπηρεσίας και του απάντησε λακωνικά: «Τινάζω τα χρόνια

μου. Εν μέσω κρίσης».

Τελεία και Παύλα.

ΕΚΛΟΓΕΣ

Η ΚΥΡΙΑ X κατέβηκε στις τελευταίες εκλογές με το δικό της κόμμα. Ως πολίτης. Δεν της άρεσε η λέξη πολιτικός. Την αποπροσανατόλιζε. Και δεν ήθελε καθόλου μα καθόλου να παρεκκλίνει από τον στόχο της. Παρά το αραχνοΰφαντο του χαρακτήρα της, η Κυρία X τα οργάνωσε όλα εν τάξει

και σειρά.

Ξεκίνησε, όπως είθισται, από τις προγραμματικές δηλώσεις. Τις συνέταξε με το αριστερό χέρι. Οι λέξεις που κατέγραψε ήταν γυμνόστηθες. Αμαζόνες. Ως εκεί που φτάνει το μάτι.

Παραμονή των εκλογών, η Κυρία X έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση. Πήρε τον Λόγο της και πήγε στην Αγορά. Ανέβηκε στο βάθρο. Γύρω της κόσμος και κοσμάκης. Περίμεναν. Άλλοι γελούσαν. Άλλοι ξίνιζαν τα μούτρα τους. Κάποιοι ήταν ανέκφραστοι. Δύσπιστοι; Υπομονετικοί;

Η Κυρία X καθάρισε τον λαιμό της με ένα ανεπαίσθητο βηχαλάκι. Στη συνέχεια ξεδίπλωσε τον Καταστατικό Χάρτη του κόμματος. Πάραυτα εμφανίστηκαν οι λέξεις σαν οπές. Τότε η Κυρία X άρχισε τα προσκλητήρια. Στον καθέναν. Να βάλει το δάχτυλο σε όποια λέξη ήθελε. Οι άντρες δεν κουνήθηκαν από τη θέση τους. Χαμογελούσαν ειρωνικά. Χλεύαζαν με νόημα μεταξύ τους.

Οι γυναίκες ένιωσαν άβολα, αλλά κάτι τις ωθούσε προς τα εμπρός. Πρώτη πλησίασε μια γριούλα. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής από τις

χαίνουσες λέξεις-οπές, σήκωσε με σιγουριά τον δείκτη της και άγγιξε την πιο χαμηλή.

Μήτρα

Αίμα ζεστό κύλησε πάραυτα. Η γριούλα έσκυψε με ευλάβεια και το έγλειψε. Ύστερα σκούπισε τα

χείλη της, είπε «ευχαριστώ για τη μοιρασιά» και

απομακρύνθηκε. Το παράδειγμά της ακολούθησαν

στην αρχή γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας και

μετά οι πιο νέες. Κάθε άγγιγμα λέξης-οπής και

ένα διαφορετικό υγρό. Ανέβλυζε.

Βυζί

Αιδοίο

Στόμα

Μασχάλες

Μάτια

Ζεστό υγρό. Δοκιμασμένο υγρό. Από το έσω τραύμα. Το εκ γενετής. Το προπατορικό. Στο βάθος ακουγόταν το εμβατήριο του κόμματος. Της Ζωής.

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Η ΚΥΡΙΑ X έφτασε στη γενέθλια πόλη σαν προσκυνητής. «Καλά που υπάρχει και αυτή και με κάνει να βλέπω τη ζωή από την ανάποδη» σκέφτηκε.

Πρώτη της δουλειά να πάει στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ήταν υπάλληλος η μητέρα της. Δεν πήγε από την κύρια είσοδο, γιατί ήταν περασμένες δύο και η Τράπεζα ήταν κλειστή για το κοινό. Πήγε στην πίσω πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου και χτύπησε το κουδούνι, όπως έκανε συνήθως. Της άνοιξε ο επιστάτης. «Καλώς την» της είπε με πρόσχαρο ύφος. «Πέρασε. Η μητέρα σου σε περιμένει. Τελειώνει σε λίγο τη δουλειά της».

Η Κυρία X άκουσε ένα δυνατό φρφρφρουυυπ… Σαν τα τρομαγμένα πουλιά, όταν χτυπούν τα φτερά τους στον αέρα, για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Αυθόρμητα ακούμπησε το μέρος της καρδιάς για να μην αναχωρήσουν οι παλμοί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε στη μεγάλη αίθουσα της Τράπεζας. Ο θόρυβος των γραφομηχανών λες και απορρόφησε το καρδιοχτύπι της. Αναζήτησε τη μητέρα της.

Καθόταν όπως πάντα μπροστά στον γκισέ με το συνάλλαγμα. Με τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά της σαν κάδρο στην κατάλευκη επιδερμίδα του προσώπου της. Αυτό το λευκό που απλωνόταν σαν σύννεφο σε όλο της το σώμα. Στα χέρια της πρώτα από όλα, αυτά τα αφράτα βαμβάκια, φτιαγμένα για χάδια και φιλιά. Η μπλε ποδιά της ανάσαινε ήρεμα στα στήθη της. Δυο στήθη περιστέρια. Η Κυρία X έκλεισε τα μάτια και χάθηκε ανάμεσά τους. Μύριζαν φρέσκο γάλα.

Την επανέφερε το τακ τακ τακ της γραφομηχανής, που κελαηδούσε κάτω από τα δάχτυλά της. Η μητέρα της χαμογελούσε όλο γλύκα. Τι χαμόγελο πανήλιο ήταν αυτό! Η Κυρία X την πλησίασε. Την άγγιξε με προσοχή. Να ενθυμηθεί. Τα ζουμερά της μπράτσα, τα πρωτόκλητα. Κοιτίδες ψυχωμένες, για να μη φοβάται.

Η υπάλληλος ξαφνιάστηκε από το άγγιγμα και τη ρώτησε ενοχλημένη: «Τι θέλετε;». «Να κάνω μια κατάθεση» απάντησε ταραγμένη η Κυρία X

«στη μνήμη της μητέρας μου».

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Η ΚΥΡΙΑ X σηκώθηκε αχάραγα.

Διάλεξε τα λιγοστά απαραίτητα, τα στρίμωξε σε δυο βαλίτσες, έριξε μια τελευταία ματιά στο τακτοποιημένο σπιτικό της, του έγνεψε με χέρι

σταθερό και βγήκε κλειδώνοντας την εξώπορτα. Ανέβηκε στο ποδήλατο που την περίμενε σημαιοστολισμένο.

Πριν ξεκινήσει, ράντισε με λίγες σταγόνες άρωμα τα μαλλιά της, χαιρετώντας τον άνεμο, μετά έβαλε τα ανθοφόρα γάντια της, στη συνέχεια είδε καταπού πέφτει η ανατολή, πήρε θέση και ξεκίνησε. Αργά αλλά σίγουρα.

Στον δρόμο έλεγχε κάθε λίγο το βιος που κουβαλούσε. Την παιδική χαρά που κελαηδούσε μαζί με τα αηδόνια. Την πήρε καλού κακού μη και συναντήσει κάπου κάποτε το κοριτσάκι της. Την τεράστια κατσαρόλα από μπακίρι, για να ταΐζει το ανοιχτό στόμα κάθε ζωντανού. Έναν καναπέ, για

να ισιώνει τα πόδια της τις νύχτες της κατάπαυσης. Κι έναν αυλό, για να συντροφεύει τον Πάνα. Προορισμό δεν έβαλε.

Είχε συνεννοηθεί με τον ήλιο και το φεγγάρι να της δείχνουν τον δρόμο μέχρι που θα εξαντλούνταν και οι τρεις. Τους εμπιστευόταν παιδιόθεν. Τώρα που στρογγύλευε η ζωή της, αφέθηκε στα χέρια τους. Θα είχαν να λένε πολλά στο ταξίδι. Και παλιά και νέα. Γι’ αυτό δεν ανησυχούσε που ήταν

ασυντρόφευτη από άνθρωπο. Είχε το Φως. Της Αρχής και του Τέλους.

Καλημέρα

Καληνύχτα

Αγαπητή Κυρία X.

Μάχιμα χείλη (2014)

ΚΡΥΠΤΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Τις κρύπτιες στιγμές
να τις φυλάτε σαν τα μάτια σας
Μην τις αφήνετε λιμοκτονούν
στη μοναξιά τους
Αν δεν μπορείτε
φορτώστε τες στους Ποιητές
Διαθέτουν ίριδες
ανεξάντλητων μεταφορών
για να μην ξεστρατίζουν οι ανάσες

ΩΡΑΙΑ ΩΣ ΕΡΗΜΟΣ

Τι δουλειά έχω εγώ
με τους αρματωμένους;
Ούτε τα όπλα τους θέλω
ούτε το κακό τους
Με βαραίνουν
και δεν αντέχω

Ανυπόφορα φορτία

Και γέρνω
γερνώ
Εγείρομαι
ξημερώματα
στις όχθες
της εκλαμπρότατης αυγής
μέχρι
να νυχτώσει και πάλι
μοναξιά
ως Έρημος

Ανυπεράσπιστη
Ανεπίστρεπτη
Ωραία
ως θάνατος

ΣΗΜΑΔΕΥΕ

Να χαρείς
άκουσέ με
και μην απελπίζεσαι

Αν λιγοστέψει η ανάσα σου
πάρε μολύβι και χαρτί

Αν σε εγκαταλείψει
η λαλιά σου
σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων

Αν σε προδώσει κι η σιωπή
σημάδευσε κατευθείαν
στο μεδούλι
και αποκοιμήσου

«ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΦΑΡΔΗΤΑ»

Έρχεται μια μέρα
που η περιβολή μας
φαντάζει στενή

Δεν μιλάει τη γλώσσα των θεών
δεν χωράει στους επαίνους

Τότε κι εμείς
επιστρατεύουμε τα «μεγάλα φάρδητα»
των αιρετικών
λιτανεύουμε τα όνειρα
της ανυπόδητης ζωής
και ψηλαφούμε τον κόσμο
με ένα χέρι
και μισό φιλί

Ακρωτηριασμένα τέκνα
αγνώστου πατρός
και παράφορης μητρός

ΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ

Τα απόμακρα λόγια
φοβού
που σ’ εξορίζουν
από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια
τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους
των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής
και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα
κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

ΕΠΙΔΟΣΗ

Τη ζωή σου
σού επιδίδω

Ανακεφαλαίωσέ την
εξ απαλών ονύχων
μήπως και καταλάβεις
πώς
πού
πότε
βολεύτηκαν οι πληγές

Σήκωσέ την
από το κρεβάτι
να κάνει μια βόλτα
να ξεμουδιάσει την ασφάλεια
να δει νέους πόθους
να εκπλαγεί
να φοβηθεί
να συντριβεί

Αν αντέξεις
θα συμπεριληφθείς
στους νικητές
Αν όχι
καλά να ‘ναι
οι ηττημένοι

Κρατούν
κράτος εν κράτει
ασάλευτο
τον κόσμο

ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ

Κι έτσι όπως τα κύματα
παραδέρνουν
τις φωνές μας

Κι έτσι όπως
στους φορτωμένους ουρανούς
τραυλίζουν τα οράματά μας

αλίμονο

έτσι
κυρτώνουνε
τα βλέμματα
τα εκρηκτικά
τα στόματα
τα αντιφρονούντα

Δίκιο έχουν
τελικά
οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων

Τίποτε δεν πετάει
ελεύθερα
χωρίς Τους

ΑΠΑΛΕΙΨΕΙΣ

Πειράζει
να ελαφρύνω
τα λεξικά
από μερικά εμπόδια;
Να μην σκοντάφτω
στο «αδύνατον»
να μη με πληγώνει
το «αποκλείεται»;
Είναι που θέλω
να φαρδύνουν
οι αρτηρίες μου
να χωρούν
τρεχάμενο χυμό

ΟΔΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Ωραία κουβέντα
που κάναμε χθες
Τα είχε όλα
Καθαρότητα πνεύματος
Φωνή που ακουγόταν όσο έπρεπε
Χέρια διαχυτικά
κάτω από σχεδόν πανσέληνο
Βλέμματα αλληλέγγυα
Μιλούσες για την ευτυχία
και αφύπνιζες μνήμες
περασμένες
ξεχασμένες
Ιδού -σκέφτηκα-
τα μέγιστα καταχωνιάστηκαν
μας έφαγαν τα δύσκολα

Τελικά
με κείνα και με τ’ άλλα
κατάφερες σε λίγη ώρα
να με περιέχεις
να σε περιέχω
να περιέχουμε τον Κόσμο όλο
Παρόμοιες κουβέντες
γίνονται οδικοί χάρτες για τον βίο
όταν αποξεχνιόμαστε
σε αχάριστους βηματισμούς

ΜΟΙΡΑΣΙΑ

Όταν δεν με πιάνει ο ύπνος
παίρνω το μαχαίρι
κι αρχίζω τη μοιρασιά

Αυτό για το τώρα
αυτό για το μετά

Μένει πάντα ανέστιο
το ακριβό υπόλοιπο
εύθραυστο
σχεδόν αερικό
σαν εγκώμιο

Διαπιστώνω και ησυχάζω

Άπατρις γαρ ο Έρωτας
Μια εκκρεμότητα
ανάμεσα σε στύσεις ανεξόφλητες

ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Με τάραξες και σήμερα
σώμα φυλλοβόλο
με τις αμφιθυμίες σου
Θα αποφασίσεις
επιτέλους
τι είσαι;
Σοφό ή έφηβο;
Τι διαλέγεις;
Τη γεύση ή τη γνώση;
Καλό το ψήλωμα του νου
αλλά τι θα απαντήσεις
στις προσδοκίες της όρεξης;
Καλό και το ταξίδι
αλλά για πότε η άφιξη;
Αυτά και άλλα πολλά
με τάραξαν σήμερα
-ημέρα μοιραία-
και απόκριση δεν έχω
Σιωπάς με λύπη που υφέρπει
και σε συμπονώ
Κάποτε νόμιζες
αθάνατο τον χρόνο
κι έπαιζες με τις εποχές
Δεν σε ένοιαζε να χάνεις τα φύλλα σου
Έβγαζες καινούρια την άνοιξη
-κάθε άνοιξη-
Τώρα που έμαθες
κινδυνεύεις να μείνεις γυμνό
σαν τους χειμώνες

ΡΥΤΙΔΕΣ

Πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι
καθώς με διατρέχετε
απ’ άκρη σ’ άκρη

Σκέφτομαι τις χαράδρες σας
ανορθόδοξες κοιλότητες
ακοίμητης ζωής
και με παίρνουν τα κλάματα

Κι όμως
αφήνετε
πάντα χώρο
για μερίδια ανθέων

Γι’ αυτό και εγώ
πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι καθώς με ανασταίνετε
απ’ άκρη σ’ άκρη
με τη μέθοδο του αιφνιδιασμού

ΠΕΝΗΣ

Όταν μετράτε
τους πληθυσμούς της γης
μη με υπολογίζετε
Δεν ανήκω πουθενά
Δεν μου ανήκει τίποτε
και κανένας

Ένα καταφύγιο
με εμπιστεύτηκε
κι αυτό δανεικό
Έχει κι έναν κήπο
σπαρμένο με χόρτα της υπομονής
παντός καιρού
Όταν βρέχει
ζητάω βοήθεια
απ’ τους τέσσερις τοίχους
Όταν ευλογεί λιακάδα
τρέχω να προλάβω
μερτικό συμμετοχής

Μετρημένοι στα δάχτυλα
κι οι άνθρωποι που δεν τρόμαξαν
από την επιλήψιμη απειλή μου
Συνομόλογοι δηλώσαμε
και μετά
τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του

Αρκετά
δοκιμάστηκα ανάμεσά σας
Ζητώ να με εξαιρέσετε
από τον βίο
τον «προ ομμάτων τιθέμενον»
Καιρός να πάρω τον Λόγο
πριν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
Δική μου η ευθύνη
δική μου και η συνέπεια
της γνώσης
ή της απόγνωσης

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έχω μια μοναξιά
που θέλει να τα πει όλα

Έχω μια σπάταλη καρδιά
που δεν συχνάζει
σε ευανάγνωστα ρυάκια
Χάνεται στις κοίτες
των σκοτεινών ποταμών
υφαρπάζοντας
την αφανή λεπτομέρεια

Έχω ένα γραμμάριο φωνής
για να μη μ’ απελπίζουν
τ’ αδιέξοδα φεγγάρια

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ

Με την απορία
θα μείνω
για τον δισταγμό
των ανεπίδοτων περιπτύξεων
Λέτε να μοιάζουν
με τον ρεμβασμό
των άγραφων λέξεων;
Αν ναι
τότε δεν ανησυχώ
Θα βρούνε τρόπο
να φτερουγίσουν
σε πρόθυμες αγκαλιές

ΔΕΙΛΙΑ

Φοβάστε
– κι αναρωτιέμαι γιατί –
το ιλιγγιώδες βήμα
Δεν γνωρίζετε
πού οδηγεί
Και λοιπόν;
Τι κακό κι αυτό
με τα σημεία αναφοράς
Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί
πίσω από τις κρυφές πόρτες
του ατελούς
και τρέμετε
μην και σας μεταθέσουν
στη Χώρα των θαυμάτων

Παράδοξη αντίληψη
περί ασφάλειας
Τι να σας πω;
Κλειδώστε
αμπαρώστε
για να’ χετε την ησυχία σας

Μην παραπονεθείτε
όμως
ποτέ
για την πενία των ματιών σας
Τα ουράνια τόξα
είναι ορατά
μετά από βροχή
Και μόνο τότε

«ΔΕΥΤΕ ΑΡΙΣΤΗΣΑΤΕ»

Συντελέστηκε
– το θαύμα
εννοώ –
Το επερχόμενο
μέχρι πρότινος
Συντελέστηκε
σε μια ρωγμή
ευδαιμονική
ανεπίληπτη
σαν διαστολή ελευθερίας

Πήρε στα χέρια του
μια χούφτα φιλιά
και έπλασε τον Κόσμο
Σαν τελείωσε
ράντισε δυο στάλες μέθη
στον ουρανό
δυο στη θάλασσα
και είπε
«Δεύτε αριστήσατε»

ΕΥΚΡΑΤΑ ΜΕΡΗ

Φυσικός σαν τον Θάνατο
ο Λόγος
αγάπη μου
Για αυτό
παρακαλώ Σε
μην ξεχνάς
να μου στέλνεις κάρτες
από τα εύκρατα μέρη
της καρδιάς σου

Μη με λησμόνει
σαν ολιγοπιστώ
και δεν βρίσκω
πρόχειρους
τους ήχους του ανέμου

Μην αποστρέφεσαι
το θνητό μου στόμα
που βγάζει κραυγές
εν μέσω έαρος

Μην περιφρονείς
το ασθενές μου σώμα
Μόνο
εσύ ξέρεις
να το διασχίζεις με φιλιά
να το αναρριχάσαι με θωπείες

Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα-
χείλη με χείλη

ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ

Και ενώ όλα μαρτυρούσαν
την επερχόμενη αντάρα
—ουρανός
θάλασσα
γη-
στο βάθος
ο ορίζοντας άφηνε υπαινιγμούς
για σπήλαια απολλώνια

Χάρηκα

Δεν ξέρω γιατί
θα έπρεπε
να δίνω σημασία
στις δυσοίωνες βροντές
Δεν ξέρω γιατί
δεν θα ’πρεπε
να εμπιστευτώ το μυστικό
των μάχιμων χειλιών
που τα βυζαίνεις
και σε τρέφουν
καί σε κάνουν
μεγάλο και τρανό

ΛΑΘΟΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Κουράζεται κι ο έρωτας;
Πρήζονται τα πόδια του;
Λυγίζουν τα χέρια του;
Ματώνουν τα χείλη του;
Του φόβου και του ελέους
ο αγγελόπτερος;

Και τον νόμιζα υπεράνω

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ

Εκεί όπου η άκρη της θάλασσας
εκεί όπου το πέρας του έρωτα
σκόνταψα σ’ ένα φιλί
Ανάσαινε ακόμη
στα δάχτυλά μου
Έναστρο
γλυκό του κουταλιού
Ίσως παράπεσε
από κάποιους
φοβισμένους εραστές
τη νύχτα
της μετάληψης

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Δεν χάνω τις ελπίδες μου
όσο το σώμα σου μιλά
και ακούει το δικό μου
Δεν χάνω το κουράγιο μου
όσο η γλώσσα σου
τη γλώσσα μου σμιλεύει
Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς
ούτε τις λέξεις
ούτε τον προορισμό του

ΔΙΑΘΗΚΗ

«Έζησε και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε περισσότερο
τίποτε λιγότερο

Δεν υπάρχει εξάλλου
κάτι άξιο από εμένα
που να αφήσει το ίχνος του

Οι χίμαιρες που έφτιαξα
είναι προσωπική υπόθεση
δεν ενοχλούν κανέναν

Και οι λέξεις μου
άσφαιρες το πλείστον
κάτι μεταξύ
συνύπαρξης και συνεννόησης
παρατάσεις ζωής
με στόχο το ανείπωτο

Μόνο
το ερωτοχτυπημένο
σώμα μου
ίσως αφήσει διαθήκη
προς αποκατάσταση
της αληθείας του
Αυτήν που δεν τόλμησε
να κατονομάσει
στο ανοικτίρμον τώρα

Δεν θα την καταθέσει
σε συμβολαιογράφους
και τα τοιαύτα
Μαζί του θα την πάρει
να γίνει ένα με το χώμα
να γίνει λίπασμα
να βγάλει λουλούδια
να μυρίσει ο αγέρας
να σαρκωθούν οι άνθρωποι
να μην υπάρξει ξανά
παρεξηγημένο σώμα
του πάθους και της απωλείας

«Έζησε, ερωτεύτηκε
και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε λιγότερο
τίποτε περισσότερο

Βιβλιάριο καταθέσεων (2012)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ιδού ο Ποιητής
Ένα δέντρο που ζει
από τη γενναιοδωρία των ολίγων.
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Αυτή είναι η μοίρα του.
Ανάμεσα
στην ασάφεια και την ευκρίνεια
Γεννήθηκε για να ανατρέφει
τις απροσκύνητες φωνές
που ανταριάζουν
το αίμα του
κι αναπαμό δεν βρίσκει.
Γι’ αυτό δεν έχει ηλικία
το δέντρο.
Για αυτό δεν έχει ηλικία
ο Ποιητής.
Γιατί φτιάχτηκαν με ριζικό
από ήλιους και φεγγάρια.

ΣΠΙΝΘΗΡΑΣ

Στα χέρια σου
εμπιστεύομαι
Ποίηση
τον σπινθήρα της ζωής μου
Ξέρεις εσύ
πότε να τον κάνεις φωτιά
και πότε στάχτη

ΛΟΞΟΔΡΟΜΗΣΗ

Λοξοδρομούν οι λόγοι
όταν μιλάει ο Ποιητής.
Εθίζονται
σε πλάγιες αποδράσεις
αβόλευτων συνομιλιών.
Αυτή είναι η φύση τους.
Να εγκαταλείπουν το σχήμα
Το ορισμένο
από τετράγωνα
τρίγωνα
ή κύκλους.

«ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ»

Χρόνια τώρα
ανασηκώνω τον πέπλο
του κόσμου.
Κατασκοπεύω
το μέσα της ζωής,
το διαφεύγον των ορίων.
Παρατηρώ πώς ξεδιπλώνεται
εν σιωπή
ο πόνος,
ο ιδιωτικός,
ο ένοχος,
ο απο-καλύπτων το διαφορετικό.
Η μοίρα του αποδιοπομπαίου
ενίοτε
αυτή, με θέλγει.
Το ομολογώ.
Σ’ αυτήν προστρέχω
κάθε φορά που αποζητώ
την επαλήθευση της ρήσης
«και εγένετο φως»

ΦΥΛΛΟΡΡΟΩ

Φυλλορροώ
όταν κενώνεται η ζωή
Σκορπίζομαι
σαν πούπουλο
πέρα-δώθε
αναζητώντας να μάθω
τη διαφορά
μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας
Δίχως αυτόφωτα μάτια
Τυφλός Οιδίποδας
προτού τα χέρια
προτού τα μάτια
και πάλι αυθαδιάσουν

ΕΝΔΕΙΑ

Πώς να τα βγάλω πέρα
με τόση ένδεια;
Μήπως
να εφεύρω
τη ζωή
εκ νέου;

ΥΜΝΟΣ

Ξέρετε γιατί υμνώ
τον Έρωτα;
Ουρανός αθάνατος
φαντάζει.
Λες και δεν στερεύουν εκεί
τ’ αστέρια.

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Σώμα
σε προειδοποιώ
Θα κατεδαφίσω
τους αποφασιστικούς σου τοίχους.
Κι ας μείνεις
επί ξύλου κρεμάμενο
Αν δεν με συγχωρήσεις,
δεν θα σε συγχωρήσω
κι εγώ
που μ’ άφησες στην άγνοια
των μέγιστων επιθυμιών σου

ΕΞΟΡΙΑ

Φοβάμαι
την άγονη γραμμή
την εξ ορισμού
εξορία
Μην με αξιώσεις
Εσύ

ΕΛΠΙΔΑ

Μακράν
της βαρβαρότητας του «αντίο»
ο Έρωτας μετεωρίζεται
στη μειλίχια αβρότητα
του «εις το επανιδείν»

ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ψίθυροι
των συγκαλυμμένων κραυγών
και των αποκαλυμμένων ρυτίδων.
Δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ
με τη συστολή σας.
Κουράστηκα
να περιθάλπω το πρόσχημα
της comme il faut καταγωγής σας.

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Το παράδοξο της βεβαιότητας.
Απελθέτω απ’ εμού
το ποτήριον τούτο.
Ας παραμείνει
αποκλειστικό προνόμιο
της νεότητας
εις τους αιώνες
των αιώνων.

ΕΛΛΕΙΨΗ

Τόσα και τόσα
τεθλιμμένα λόγια
για την έλλειψη
Έτσι μας έμαθαν
Να μετράμε τα φεγγάρια
που πεθαίνουν
κι όχι εκείνα
που γεννιούνται

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Είμαστε αναπόφευκτα
πολλαπλοί.
Δαιδαλώδεις.
Σαν τις συναναστροφές
των λόγων μας.
Τελικά
ένα διολισθαίνον ψέμα
η ζωή μας
στην προσπάθεια
να αποφύγουμε
το σημείο της θραύσης.

ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Πήραν τα κοφτερά λεπίδια
και χρίστηκαν πάραυτα
εκδορείς ψυχών
ημών
υμών
ερήμην μας.
Έτσι απλά,
ανενδοίαστα.
Μανικά.
Για να τρωθούν οι δυνάμεις.
Να σωθούν τα αποθέματα.
Λες και το πυρ εκ τραγικού
θα πτοήσει το Κάλλος.
Πόσο αφελείς
αποδεικνύονται και πάλι.

ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Έφτασε και πάλι
ο καιρός
να γίνουμε πολίτες της φύσης
Να μαθητεύσει
το σώμα μας
στον ομφαλό των ποταμών
Ίσως καταφέρουμε
έτσι
να πιάσουμε ξανά
τον λώρο
Παρηγορίας ανάγνωσμα
για τους ασάλευτους χειμώνες

ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Αντιστέκομαι
Ενάντια σε κάθε
κεντρομόλα δύναμη.
Το παρόν επιθυμώ
να διευρύνω
με φυγόκεντρες εξόδους.
Αφύλακτες
θα μου πείτε.
Αλλά πώς αλλιώς
θα δαψιλεύουν οι αισθήσεις
λησμονημένους θησαυρούς;
Πώς αλλιώς το τέλος
μπορεί να πάρει αναστολή;

ΠΙΘΑΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ

Να ξεπερνάς εαυτόν
μαγεύοντας αυλούς
Γι’ αυτήν την αναμέτρηση
δεν μας ετοιμάζει όλους
η ιστορία;
Να κάνουμε ευρέως γνωστή
την άλωση των ανθέων;
Αυτό έκανα και του λόγου μου
Μιαν ολόκληρη ζωή
άκουγα για τους πιθανούς κόσμους
Τώρα που άρχισε να θαμπώνει
η όραση
περνώ στην αντιπέρα όχθη
Είναι και τα χρόνια
που συμμάχησαν
Είμαι καλά εκεί
Εν μέσω απρόβλεπτης φιλοξενίας
Χαλαρώνει και η καρδιά
τιμής ένεκεν
Λέω να παραμείνω
όσο μου παρέχουν στέγη γηγενή
Για να έχουν τουλάχιστον
καλά γεράματα
τα δάκρυά μου

ΕΦΗΜΕΡΙΑ

Σαν άνεμος
με μαστιγώνει ο χρόνος

ξανά και ξανά

εκεί που ματώνει
η πληγή

αδύνατον, αδύνατον

να συνηθίσω
ό,τι κι αν λένε
οι σοφοί.

Προτιμώ
την Ποίηση
να εφημερεύει
πάντα.

Για πάντα μέσα μου
Μέχρι την ύστατη στιγμή.

ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ

Αν μου έκαναν τη χάρη
οι ειδήμονες
να συνεισφέρω
στο αδιέξοδο της ύπαρξής μας,
θα έδινα
την εξής πρακτική συμβουλή
προς την πολύπαθη ανθρωπότητα.

Ανοίξτε
όσο πιο γρήγορα μπορείτε
έναν λογαριασμό
στο όνομα της μνήμης.

Ξεκινήστε
από την αποστασία των ονείρων.
Ξέρετε ποια εννοώ.
Αυτά που μόνον εσείς θεραπεύετε.
Φυλάξτε τα στο βιβλιάριο
για ώρα ανάγκης,
όταν ξεθυμάνουν
οι εξάψεις των αντιστάσεων. 

Κάποια μέρα
που θα πλεονάζει
ο ενθουσιασμός
ξεκλέψτε του λίγα γραμμάρια
και αποθηκεύατε τα σε είδος
– το δέχεται η τράπεζα.
Γιατί, τι νομίζετε;
Μεγαλύτερη είναι η αξία του χρυσού;

Όσο για τον Έρωτα,
θα έλεγα
να τον φυτέψετε,
να βγάλει ρίζες
στις γραμμές των καταθέσεων.
Ξέρει εκείνος.
Επιστρατεύει το φιλί
και διαλύει τους συνδέσμους.
Θα μου πείτε
πώς θα τα καταφέρετε
σαν πολιορκηθείτε
από τα αρθριτικά.
Μην ανησυχείτε.
Η μνήμη αναλαμβάνει
αναδρομικά τα έξοδα
των παράπλευρων απωλειών.

Τελευταία άφησα
την αποταμίευση
της παράβασης.
Μην φοβάστε.
Απλά η θύμησή της
θα σας επιβεβαιώνει
μέχρι τέλους
πόση ενοχή χρειάζεται
η ανθρώπινη φύση
για να επισφραγίσει
τη θνητότητά της.

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (2009)

ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ

Μου χαρίστηκε το προνόμιο
να κλέβω το χρόνο.
Να διαθέτω δύο ζωές.
Δύο σώματα.
Δύο πνοές.
Η μία τα ίχνη της
στο χώμα να αφήνει,
η άλλη
απείθαρχη
στο πνεύμα του αέρα
να πετά.
Κάθε που το αίμα
διαψεύδει τις προθέσεις,
προσφεύγω
στου λόγου την ευεργεσία,
-την εξ ορισμού αόριστη-
στη συνδρομή των στοχασμών,
παυσίλυπων ακροβατών
στων ματαιώσεων την ερημία.
Μυήσεις ομοούσιες
του ουρανού οι λέξεις
ανοίγματα υπόσχονται
στου ρήματος τα σταυροδρόμια.
Περιούσιος αφηγητής εγώ
παραθέτω δίσημες υπογραφές
στην προστακτική
της εγγεγραμμένης Επιστροφής.

Τι ανατροπή σπερματική
του Λόγου
η αιωνιότητα!

ΛΕΞΕΙΣ

Ω! Λίκνο της ψυχής μου εσείς,
αφυπνίστε την απελθούσα νιότη
την κλαίουσα
των ανθών το μαρασμό.
Του έρωτα το άρωμα,
αποστάξτε μυστικά
σε αιώνιους στίχους αναμάρτητους
αντιστάθμισμα ακριβό
στου χρόνου την αμετροέπεια.

Η ΑΥΘΑΔΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Στη νύχτα της γραφής μου
οι λέξεις ζευγαρώνουν
πυρακτωμένες σαν τη λάβα
που σιγοβράζει
στο άμοιρο κορμί μου.
Για να με κάνουν να ζηλέψω
οι άσωτες.

ΘΗΛΥΚΟ

Διαθέτω ένα σώμα πολύχρωμο,
ψηφίδες ακανόνιστες λόγου και σάρκας
ομονοούντων στη φύση των αισθήσεων,
τοπίο χοϊκό
στην εν κρυπτώ
φαντασιακή του υπόσταση.
Το διατρέχουν αγγεία
εμφορούμενα από υγρά
ποικίλης σύστασης,
εκκρίσεις διεγέρσεων,
ίχνη ανεξίτηλα.
Θα αναρωτιέστε
προς τι παρόμοια γνωριμία
σε μιαν εποχή
αιματηρών τραυμάτων.
Έχετε δίκιο
μέχρι του σημείου εκείνου
που ετούτο το σώμα
δηλώνει μετέχον στην αμηχανία
των εξεγερμένων ομοιοπαθούντων,
με προεξάρχουσα την κεφαλή,
φιλοξενία παρέχουσα
στην κοιλότητα του στόματος,
εκπέμποντος φωνή
έναρθρων,
ενίοτε άναρθρων φθόγγων.
Καλλίγραμμα σαρκώδη χείλη,
διαφόρων αποχρώσεων
ανάλογα με τη διάθεση,
υπόσχονται πολλά,
εκπληρώνοντας λίγα.
Ίσως δεν βρίσκουν
ή δεν τους δίνουν την ευκαιρία.
Εν αδρανεία σαρκική χρόνια τώρα,
περιορίζονται στην αλαλία
μεταμφιεσμένη σε πολυσημία
έγγραφων καταθέσεων.

ΑΡΣΕΝΙΚΟ

Τον κοιτούσα τον αισθητή.
Φλέγονταν τα μάτια μου.
Αγκυροβόλησαν στα δικά του.
Να διακρίνουν
επιθυμούσαν διακαώς
απαγωγή απόκοσμη,
μοναχική στης νύχτας τη συνωμοσία.
Σώμα γυμνό στα χέρια μου απόθεσε.
Ευθύς ανέλαβαν οι θωπείες το έργο τους.
«Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα»,
το θυμάμαι.
Διάφανη η κόρη του βλέμματός του.
Με διασκορπίζει.
Ναι, εκεί στο κέντρο των οφθαλμών του
διυλίζονται τα άδυτα των σημείων,
εκφρασμένων ή μη παντοιοτρόπως.
Αυτόν τον οίστρο να συλλάβω,
πριν κατέλθω στις παρειές.
Να ηρεμήσει το δέρμα
ερεθισμένο στο άγγιγμα του στόματος.
Τα χείλη να δαγκώσουν τα χείλη αποφασιστικά.
Εξάλλου αυθαδίασαν συμμέτοχα
της αυτοκρατορίας των αισθήσεων.
Συγκοινωνούντα δοχεία με τη ρωμαλέα στύση
κλείνουν τα εισαγωγικά της ακατανίκητης έλ
του έρωτα,
της κατά φύσιν συμμόρφωσης στην Ομορφιά,
υπό συνθήκες αιωνιότητας.

EROS/THANATOS

Φύτρωσες ανάμεσα στις πέτρες.
Δώρο ανέλπιστο
της αγονίας.
Ερυθρίασες
στον πρώτο υπαινιγμό
του ήλιου.
Και όταν η γη
σού ζήτησε υπακοή,
ανέτρεψες την τάξη.
Εκπορθώντας το θάνατο,
άνθισες
μέχρι το τέλος
εν δόξη και τιμή.

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Και παρετέθη Συμπόσιο.
Και κατέφθασαν οι εκλεκτοί.
Η φιλοσοφία στην κεφαλή,
η φιλία en face,
ο έρωτας εξ ευωνύμων.
Και εκφωνήθηκαν
λόγοι τερπνοί.
Και προσεφέρθη
οίνος ερυθρός
σαν των αισθήσεων
τις προθέσεις.
Και επετεύχθη πόθος ανεμπόδιστος,
μικρότατη παρένθεση
ακάματου πόνου.
Και ανεδύθη μέθη ηδεία,
συνένοχη πρόσκαιρης ανακωχής.
Και εφωτίσθη η νύχτα,
παρέκκλιση πελιδνή
στου πένθους τη μανία.
Και διεγέρθη η ευμένεια,
ύστατη πνοή
σπουδαίας ιστορίας.
Στην αποφώνηση
συνετρίβη ο ίμερος,
θάνατος προσφωνητικός,
υπεύθυνος οικείων κακών.

ΣΙΩΠΗ 2

Πήρα βαθιά εισπνοή
να αντέξω το έρεβος.
Από ψηλά
ο ουρανός συγκάλυπτε την προφητεία.
Διαρρηγμένη η γη.
Δεν έμεινε χώρος ευμενής
να με στεγάσει.
Κοίταξα εντός μου.
Την προοπτική της κατοικίας μου.
Την βρήκα άναρχη.
Πήρα δεύτερη εισπνοή
και εισχώρησα στα ενδότερα.
Χωρίς μίτο.
Χωρίς τίποτε.
Ο Μ ινώταυρος
με περίμενε
όπως πάντα. 

ΣΙΩΠΗ 7

Ενθύμιον έρωτα
τα δάκρυα τα φύλαξα
στην παλάμη
να την ποτίζουν.
Την λυπήθηκα μόνη,
αξόδευτη,
μόλις αναχώρησε το χάδι.

Να ξανάρθει,
αναφωνεί η παλάμη
αρνούμενη
να κουνήσει το μαντίλι
του αποχαιρετισμού.

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια στιγμή.
Μια τόση δα στιγμή απορημένη
χωρίζει
το λίκνισμα από τη σφαγή.
Μια λέξη.
Μια ανάσα
και το έρεβος διαχέει την πολυφωνία της ευμένειας.
Χαίνει το τραύμα ανεπούλωτο.
Των ανθέων
ούτε πέταλο δεν μένει όρθιο.
Το παίρνει ο στρόβιλος των φωνών.
Παραζάλη οικείων κακών.
Τι θέα αβάσταχτη,
τόσοι τάφοι στη γη.
Να στεγάζουν
δεν φτάνουν τους σταυρούς της αλήθειας.
Εξάλλου η αλήθεια υπάρχει για να διαψεύδεται.
Μετράμε θανάτους κάθε μέρα.
Ατελείωτες μέρες.
Σκοτεινές, ηλιόλουστες, δεν έχει σημασία.
Σιγεί η πλάση όλη.
Κόνις αόρατη διασκορπίζει ακέφαλους τους πεσόντες
στου πόνου την αρχειοθέτηση.
Γερνούν τα σώματα
εν μία νυκτί.
Εν μία στιγμή.
Μιαν ολόκληρη ζωή,
μια μακρά ζωή,
λόγοι λυγροί καρπίζουν πληγωμένους καρπούς.
Σε λάθος εποχές.
Μπερδεύονται πια και αυτές
θραύοντας
θάβοντας τους σμαραγδένιους σπόρους
τερπνών προθέσεων.
Έτσι κατάντησε η φύση.
Να εκπνέει ανίσχυρη.
Αγιάτρευτη.
Αφρόντιστη.
Έτσι θα καταντήσουμε και εμείς,
υπάρξεις ατελείς.
Αδηφάγες.
Μη εκτιμώντας το αγαθό της επάρκειας.
Πόσος αστόχαστος διχασμός εις το διηνεκές.
Πόσες συγκρούσεις εναντιωματικές.
Πόση επιθυμία για λίγη συμφιλίωση.
Φθίνει χωρίς εισαγωγικά, άνθρωποι, η ζωή
με φόντο την ενθύμηση αποποιήσεων.
Ας αλλάξουμε καρδιές
στο όνομα των συγχωρήσεων.
Μη και αξιωθούμε
τη φιλόκαλη αντοχή της αγάπης.
Σε πείσμα της υπερφίαλης αποκλειστικότητα
του έρωτα.

ΤΕΛΟΣ

Στα χρόνια του Χριστού
επήλθε το τέλος.
Τριάντα τρεις σιωπές
και μια μετωνυμία
επιβληθείσα διά παντός.
Έτσι ώστε να νεφελοκρατείται η εικόνα.
Να αχνοφέγγουν τα μάτια
στο χρώμα της χλόης.
Να μνημονεύουν το νόστο
τα χείλη της γεύσης,
οινώδους κοινωνίας ενστάλαξη
στις παρυφές της ηδονής.
Τριάντα τρεις σιωπές
και ένας θάνατος.
Πού να χωρέσει η ζωή;

ΕΞΟΔΟΣ

Με σένα θα σιγήσει
η ζωή μου.
Θα σβήσω
στην πλησμονή
του θαύματος.
Καταμεσής στο τραύμα
που διασχίζω
χρόνια τώρα.
Ως εάν αντίδοτου κηλίδα
που βιάζεται
να κάνει το αίμα
ίαμα,
τον πόνο
βάλσαμο,
να υφαρπάξει
το δάκρυ
το διαφεύγον
των ματιών μου
στη θύμηση και μόνο
του απράγματου.

Κοίταξέ με,
το αποφάσισα.
Θα τυλιχτώ μανδύα
μαγικό
αόρατη να αιωρούμαι
στα μυστικά της γης,
να κρυφοπερπατώ
στις απολήξεις των ονείρων σου.
Εκεί που μ’ ανασταίνεις
αβαρής
από τους λογισμούς
της μέρας.
Εκεί,
ναι, εκεί,
θα κρυφακούω
επιτέλους
τους στεναγμούς σου.
Μάρτυρες απερίσταλτους
των επιφωνημάτων
των απαγορευμένων,
για μιαν αγάπη
χωρίς αντωνυμίες.

EXTRA LARGE (2011)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

(1) EXTRA LARGE

ΤHN ΕΛΕΓΑΝ NTEZIPE. Το σπίτι της ήταν ενωμένο ασφυκτικά με τα υπόλοιπα, πανομοιότυπα, μικρά, φτωχικά σπίτια της Περίθαλψης. Ένας χωματόδρομος στοιχισμένος, αριστερά και δεξιά, από χαμηλά σπίτια με μια μικρή είσοδο που έβλεπε σε μια λιλιπούτεια αυλή, αρκετή όμως για τις νοικοκυρές που είχαν μεράκι να είναι γεμάτη λουλούδια, παστρική και ευφρόσυνη. Τα κάγκελά της μικροσκοπικά και αυτά, όλα τελικά σου έδιναν την εντύπωση ότι εκεί μέσα ζούσαν άνθρωποι διαφορετικοί, άλλων διαστάσεων, νάνοι, ίσως; Στα παιδικά μάτια της Ιωάννας, πάντως, φάνταζαν κουκλόσπιτα, σαν εκείνα των παιχνιδιών της. Όταν μάλιστα της επιτράπηκε πια να απομακρύνεται λίγο περισσότερο από τον ελεγχόμενο χώρο του σπιτιού της, πήγαινε κατευθείαν στη γειτονιά των «κουκλόσπιτων», ίσως γιατί ζωντάνευαν την παραμυθένια πλευρά της ζωής της.
Έπρεπε μάλιστα να βρει έναν τρόπο να περιδιαβαίνει χωρίς να φαίνεται αδιάκριτη, να περπατάει δήθεν γρήγορα, σαν να είχε κάποια δουλειά, αλλά με τα μάτια κατευθείαν στα παράθυρα ή πολλές φορές στις ορθάνοιχτες πόρτες για να προλάβει να καταγράψει τα συμβαίνοντα στο εσωτερικό
τους. Δεν είχε, εννοείται, την τόλμη να χαιρετήσει ή να πλησιάσει τις γυναίκες που μαζεύονταν με τις καρέκλες τους έξω από τις αυλές, στο δρόμο επάνω κυριολεκτικά, δημιουργώντας μια συνέχεια της αυλής τους, λες κι ήθελαν να προεκτείνουν ακόμη περισσότερο τα περιορισμένα τετραγωνικά των σπιτιών τους. Αυτή η συνήθειά τους την εντυπωσίαζε φοβερά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς εξέθεταν τον εαυτό τους στο δρόμο, τρώγοντας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας, χωρίς να κοιτιούνται μεταξύ τους, αλλά καταγράφοντας τα τεκταινόμενα δίπλα τους, μπροστά τους, πίσω τους. Επρόκειτο δηλαδή για ένα καλά οργανωμένο σύστημα ενημέρωσης, αλάνθαστο, ανελέητο, που δεν άφηνε όρθιο τίποτε σ’ εκείνη την περίεργη, διαφορετική γειτονιά.
Εκεί, λοιπόν, ζούσε η Ντεζιρέ. Η Ντεζιρέ, αδύνατο να προσδιορίσει κανείς την ηλικία της, γύρω στα σαράντα, ήταν για την Ιωάννα η απόλυτη έκπληξη. Η Ντεζιρέ ήταν πολύ ΞΑΝΘΙΑ! Μη γελάσετε με αυτή την καθ’ όλα αδιάφορη παρατήρηση, γιατί η ξανθιά Ντεζιρέ δεν είχε καμιά σχέση με τις υπόλοιπες ξανθιές που κυκλοφορούσαν. Λες και της είχαν ρίξει έναν κουβά χρώμα πάνω στο κεφάλι της και εκείνο έβγαζε λάμψεις ατελείωτες και εκτυφλωτικές. Ναι, αυτή είναι η λέξη που χαρακτήριζε το ξανθό χρώμα της
Ντεζιρέ, εκτυφλωτικό! Σε τύφλωνε όταν τα μάτια ξεχνιόνταν λίγη ώρα παραπάνω στους κυματισμούς των μαλλιών της.
Το συγκλονιστικό χαρακτηριστικό του προσώπου της ήταν τα φρύδια της ή καλύτερα η έντονη μαύρη γραμμή που τραβούσε με το μολύβι των ματιών σχηματίζοντας αυτά τα μακριά και λεπτά μαύρα φρύδια. Μια γραμμή όλη και όλη έκανε τα μάτια της να φαντάζουν από άλλον κόσμο, άγνωστο σε μένα. Κατεβαίνοντας στα χείλη, εκεί και αν γινόταν πανηγύρι, κόκκινα σαν να έσταζαν φρέσκο αίμα, τα χείλη της αιχμαλώτιζαν τα βλέμματα μικρών και μεγάλων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πάνω ακριβώς από εκεί που τελείωνε το περίγραμμά τους στη δεξιά πλευρά είχε μια ελιά, μπορεί να ήταν και ψεύτικη, ναι, μάλλον ήταν ψεύτικη, γιατί είχε το ίδιο έντονο χρώμα με τα φρύδια της. Στα αυτιά, κρέμονταν δυο τεράστιοι κρίκοι, χρυσοί, που
έκλειναν χρωματικά τον κύκλο του ξανθού περιβλήματος της κεφαλής.
Η Ντεζιρέ, επιπλέον, ήταν ΠΛΗΘΩΡΙΚΗ από τη μέση και επάνω και ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ από τη μέση και κάτω. Εξηγούμαι. Πλούσια τα ελέη της που στέναζαν μέσα στο στηθόδεσμο στις εν κοσμώ εξόδους της, αλλά που κάλπαζαν ασυγκράτητα στις εν οίκω εισόδους της — φαντάζομαι το πρόσωπο του αγαπημένου της να χάνεται κυριολεκτικά μέσα τους, αναπαυόμενο εν ηδονή σ’ αυτή την ξέχειλη λευκή μαλακή σάρκα.
Η μέση της, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί, είχε αποφασίσει να συρρικνωθεί όσο την έπαιρνε, σε τόσο παράδοξο και αφύσικο σημείο που τίποτε δεν άφηνε την παραμικρή υποψία —αν υπήρχε ο χρόνος— ότι θα ακολουθούσε το σπάνιο, μοναδικό μεγαλείο της περιφέρειας μ’ εκείνη την ανεπανάληπτη, ανεκδιήγητη, προκλητική έκρηξη πάχους, ακατάταχτου σε
μέγεθος, σε εκτόπισμα, διπλό διαφορικό και βάλε.
Η Ιωάννα, όταν την έβλεπε, ένιωθε τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα. Τους ήταν αδύνατο να αντισταθούν στο υπερθέαμα αυτής της περιφέρειας που κινούνταν απροκάλυπτα, ρυθμικά, με μια μεταδιδόμενη, μετατοπιζόμενη, αργή, νωχελική, ράθυμη, λάγνα κίνηση, σαν να ήθελε να αποδείξει το απίστευτο κι όμως αληθινό της σπανιότατης διαφορετικότητάς της — κλατς, κλουτς, κλατς, κλουτς, τι θόρυβος αθόρυβος, υποχθόνιος, υπόγειος, αυτής της μεγαλοπρεπούς περιήγησης της περιφέρειας πόλεως και περιχώρων. Καλυμμένη κάτω από κλαρωτές, πολύχρωμες φούστες που δια-
τυμπάνιζαν χαρμόσυνα την εξουσία της, η περιφέρεια της Ντεζιρέ δεν άφηνε περιθώρια για συζητήσεις και σχόλια.
Η περιφέρεια της Ντεζιρέ βασίλευε σ’ αυτή τη γειτονιά των μικρών και φτωχικών σπιτιών, τους έδινε έναν αέρα, μιαν άπλα, μιαν ευρυχωρία που την είχαν απόλυτη ανάγκη, ζωτικής σημασίας, όπως καταλαβαίνετε, μια φαντασιακή επέκταση των ορίων τους, της στενότητας, της μίζερης ζωής τους. Αχ! Αθάνατη περιφέρεια της Ντεζιρέ! Ενσάρκωνες τόσο θριαμβευτικά μακρόθυμες προσδοκίες συμπτυγμένης Επιθυμίας!

(10) ΤΟ ΦΙΛΙ

ΤΟ ΓΥΡΙΖΕ ΑΠΟ ΔΩ, το γύριζε από εκεί το περιοδικό, τελικά το φιλί των πρωταγωνιστών στο φωτορομάντζο ήταν μεγαλείο! Δεν χόρταιναν τα μάτια της Ιωάννας να μελετούν, με περιέργεια συνδυασμένη με ένα πετάρισμα στο
μέρος της καρδιάς, το φιλί στο περιοδικό που αγόραζε κάθε βδομάδα η μαμά της, το απαγορευμένο διά ροπάλου ακριβώς για αυτόν το λόγο. Η μητέρα της το είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς. Επιτρέπονταν μόνο τα βιβλία που της
έφερνε, αφού θα τα διάβαζε πρώτα εκείνη. Θυμάται να περιμένει με ανυπομονησία τη διαδικασία της λογοκρισίας ενός βιβλίου της Περλ Μπακ για να μπορέσει να φτάσει επιτέλους στα χέρια της.
Η Ιωάννα όμως στα δεκαεπτά της λαχταρούσε να βλέπει τα φιλιά. Να βλέπει τα χείλη ενός άντρα και μια γυναίκας να ενώνονται. Στο σπίτι της, το φιλί στο στόμα ήταν πράξη προς αποφυγή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει με τίποτε όταν, καλεσμένη στο σπίτι μιας φίλης της, θα ήταν δώδεκα χρονών
περίπου, είδε με δέος τους οικοδεσπότες να ανταλλάσσουν φιλί στο στόμα. Έμεινε άφωνη για μερικά δευτερόλεπτα. Φυσικά και δεν τόλμησε να πει τίποτε στη μητέρα της για να μην τη μαλώσει. Όμως αυτό το φιλί θα έπαιρνε διαστάσεις μυθικές στην ψυχή της Ιωάννας, κάτι σαν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που θα τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Μια αίσθηση δίσημη ανάμεσα στην ηδονή και την αμαρτία, μια γεύση συγκινητική που θα συμπύκνωνε για τον θηλυκό της ρομαντισμό σχεδόν όλη την ουσία του έρωτα.
«Κούκλος ο ηθοποιός» σκέφτηκε βλέποντας για πολλοστή φορά τον νεαρό που φιλούσε την πρωταγωνίστρια. Αχ! Και να ήταν στη θέση της! Ευθύς τρόμαξε και μόνο στη σκέψη αυτή. Το αίμα κατέκλυσε σαν χείμαρρος το σώμα
της και αισθάνθηκε, για τρίτη φορά τούτη τη χρονιά, μια λιγούρα στο κάτω μέρος του κορμιού της, κάτι σαν μέλι να το γλυκαίνει. Ευτυχώς ήταν ολομόναχη στο σπίτι και μπορούσε να απολαύσει ανενόχλητη όλη αυτή την αμαρτία. Είχε τόσο έντονη τη βεβαιότητα ότι ζούσε στην παρανομία εκείνες τις στιγμές.
Ειλικρινά δεν ήξερε τι συνέβαινε ακριβώς με το σώμα της. Παρατηρούσε διαρκείς αλλαγές, περίεργες αντιδράσεις, αλλά δεν είχε κανέναν απολύτως να τις συζητήσει. Με τη μαμά της ούτε λόγος! Με φίλες επίσης ντρεπόταν πολύ. Και τι να πει; Ότι τόλμησε μια μέρα που ήταν μόνη να
μείνει ολόγυμνη μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας; Ήταν τότε που έπιασε για πρώτη φορά το στήθος της και ένιωσε να σκληραίνει εκείνη η καφετιά προεξοχή στην άκρη του. Περίεργη αίσθηση, ανάμεσα σε ελαφρύ πόνο και ανατριχίλα. Είχε διστάσει πολύ πριν αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της. Δεν είχε περί πολλού το σώμα της και δεν ήθελε να επιβεβαιωθεί από την εικόνα που θα έβλεπε. Είχε φτάσει δεκαεπτά χρονών και δεν το είχε δει ποτέ μέχρι τότε ολόκληρο γυμνό στον καθρέφτη. Σε μια στιγμή θάρρους μονολόγησε ότι «ήρθε πια ο καιρός» και έβγαλε αποφασισμένη την κιλότα της. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια. Τα μπούτια της, αχ, αυτά τα στρουμπουλά, αφράτα μπούτια της! Τι πόνο της προξενούσε η θέα τους! Ήταν σίγουρη ότι
δεν θα βρισκόταν άντρας να την παντρευτεί. Με τίποτε. Απογοητευμένη κοίταξε το τριχωτό τρίγωνο ανάμεσα τους, αλλά βιαστικά, γιατί ήταν απαγορευμένη η περιοχή. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε τι ακριβώς γινόταν εκεί. Όλα ήταν καλά κρυμμένα και απροσπέλαστα. Κι όμως στο σημείο εκείνο αισθανόταν κάποιες φορές μικρές εκρήξεις. Και μετά όλα ησύχαζαν. Ταράχτηκε και μόνο στην ιδέα τους. Βιάστηκε να ντυθεί ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά, όσο μπορούσε, στο πίσω κάτω μέρος του κορμιού της. Σκέτη απαξίωση. Το αντιπαρήλθε πάραυτα. Τόσο πολύ ντρεπόταν για την ύπαρξη και τη λειτουργία του.
Τελικά η λιγότερο ανώδυνη επαφή με το σώμα της ήταν από το λαιμό και πάνω. Ίσως και για αυτόν το λόγο είχε εστιάσει όλο της το ενδιαφέρον στο φιλί. Μάλλον θεωρούσε ότι είχε κάποιες πιθανότητες να τη βγάλει ασπροπρόσωπη το στοματάκι της, καθότι διέθετε ένα γλυκό χαμόγελο και
όμορφα ζουμερά κόκκινα χείλη. Χωρίς ουδεμία φυσικά ένσαρκη εφαρμογή τους σε άλλα χείλη, και, όταν έλεγε άλλα χείλη, ο νους της Ιωάννας πήγαινε κατευθείαν στον Νίκο, το αγόρι που είχε κλέψει την καρδιά της από το δημοτικό. Χρόνια κρατούσε αυτός ο έρωτας, μονόπλευρος μέχρι τα δεκαέξι τους, ώσπου —ω, του θαύματος!— ο Νίκος ξάφνου στα δεκαεπτά είδε για πρώτη φορά την Ιωάννα αλλιώς. Με την αναμονή αυτού του «αλλιώς» έζησε η Ιωάννα οκτώ χρόνια, δίνοντας νόημα στην πληκτική και μονότονη κατά τ’ άλλα ζωή της.
Ξανακοίταξε αναστενάζοντας το φιλί στο φωτορομάντζο και ονειρεύτηκε τα χείλη του Νίκου. Ωραίος ο Νίκος, ένα παλικάρι δυο μέτρα, από καλό σπίτι, που έλεγε και η μαμά της, χωρίς να υποψιάζεται τι συνέβαινε στην ψυχή της. Ευτυχώς! Γιατί λαχταρούσε τόσο πολύ να μπορεί να τον βλέπει έστω μόνο τα σαββατόβραδα, καθώς ετοιμάζονταν κι οι δυο πυρετωδώς για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο.
Άριστος μαθητής ο Νίκος, μεγαλωμένος όπως η Ιωάννα. Σε μια οικογένεια αυστηρή με συντηρητικές αρχές, που μόνο σε μοναστήρια θα συναντούσε κάποιος. Εύλογα μπορούσε λοιπόν κανείς να καταλάβει την εξέλιξη του έρωτα αυτών των δυο εφήβων που έτρεμαν και μόνο στη σκέψη των μαμάδων τους. Τελικά τι καθοριστική δύναμη διέθεταν αυτές οι τρομερές μανάδες. Αόρατη με μιαν ορατότητα ξεκάθαρη που δεν σήκωνε αμφισβητήσεις, υπόγεια με μιαν επιφάνεια διαυγέστατη που δεν διανοούνταν να λερώσουν.
Όταν ο Νίκος ερωτεύτηκε την Ιωάννα, οι κανόνες επιβλήθηκαν σιωπηρά και από τους δυο. Γνώριζαν πολύ καλά, χωρίς καν να μιλήσουν, αυτό που ήταν απαγορευμένο. Και φυσικά αυτό το «αυτό» ήταν το φιλί και για τους δυο. Μην πάει ο νους σας σε τίποτε μα τίποτε άλλο. Ο έρωτας τους ήταν βουβός, περιορισμένος μόνο σε φλεγόμενες ματιές, «ούτε τη χείρα», για να καταλάβετε καλύτερα.
Της Ιωάννας της έφτανε που έβλεπε τον Νίκο και έλιωνε από έρωτα, της έφτανε που ο Νίκος την έβλεπε και δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από πάνω της, που καμιά φορά της έλεγε ότι ήταν «όμορφη», που κάθονταν δίπλα-δίπλα σαν έβγαιναν με τη μικρή τους παρέα τα σαββατόβραδα, που τη
χόρευε στην τρυφερή αγκαλιά του, όταν έκαναν πάρτι, που διάλεξαν ένα τραγούδι να το κάνουν δικό τους -αχ, ναι, αυτό το μελωδικό Betty Blue!—, που άκουγαν μουσική παρέα, που έκαναν όνειρα για τη ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους, αλλά τρελαινόταν και λιγουλάκι στην ιδέα ενός και μόνο
φιλιού από τα χείλη του. Πόσες φορές δεν είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω σ’ αυτό το μαλακό σχήμα τους σαν καρδιά που πάλλονταν την ώρα που της μιλούσε! Της ερχόταν να ορμήσει, να κολλήσει τα δικά της πάνω τους μέχρι να πάψει να ανασαίνει. Φανταζόταν γεύσεις καραμελένιες, αστεράκια ολοφώτεινα και καρδιοχτύπια άρρυθμα.
Στον αντίποδα όμως αυτής της επιθυμίας αιωρούνταν η απειλή που κατεδάφιζε μονομιάς κάθε απόπειρα και μόνο ανάλογης σκέψης, η γνώριμη ματιά της μητέρας της, όταν ήταν θυμωμένη και αυστηρή! Απερίγραπτο βλέμμα! Τα μάτια της πάγωναν καρφωμένα πάνω της, μεγάλωναν οι κόρες
και τα συναφή και μετά εκτόξευαν κεραυνούς κατευθείαν πάνω στην Ιωάννα. Δεν υπήρχε γλυτωμός από αυτή την αδυσώπητη ματιά! Ούτε συγχώρεση!
Προτιμούσε λοιπόν να παραμείνει παρατηρητής των φιλιών στα φωτορομάντζα, έστω και στα κρυφά, παρά να διακινδυνεύσει την ψυχική της ακεραιότητα. Εξάλλου, οι ονειροπολήσεις ήταν το φόρτε της Ιωάννας, το καταφύγιό της, ασφαλές, πολύχρωμο, ευωδιαστό, γεμάτο ήχους και
συγκινήσεις! Εκεί μαζευόταν σαν την περικύκλωναν η απογοήτευση, η θλίψη, ο φόβος, τελικά αυτή η ανεπαρκής, ανίσχυρη πραγματικότητά της.
Στα δεκαεπτά αθώα της χρόνια, η Ιωάννα, εν μέσω ανεπαίσθητων επαναστάσεων, μόνο και μόνο για να βεβαιώνεται ότι ζούσε, έχτισε έναν κόσμο, όπου το φιλί έμελλε να γίνει η τερπνή συνοδεία της περιπλάνησής της στον κόσμο των αδιάκριτων, άτσαλων, αφυπνισμένων εφηβικών αισθήσεων.
Κάθε βδομάδα ανανέωνε με συνωμοτική συνέπεια το μυστικό της ραντεβού με το μυστήριο που την είχε σκλαβώσει κυριολεκτικά. Έτσι, με την ονειρεμένη γλύκα του ανεπίδοτου φιλιού, οι μήνες κυλούσαν μέχρι το τέλος της περίκλειστης σχολικής ζωής της Ιωάννας.
Και την ημέρα των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο, ξαφνικά ο ουρανός κατέβηκε στη γη και τα όνειρα απέκτησαν ύλη. Ο Νίκος είχε μάθει ότι η Ιωάννα πέρασε στη σχολή που ήθελε και έγινε άνεμος για να φτάσει κοντά της, στο σπίτι της. Τη βρήκε μόνη στο δωμάτιό της αποσβολωμένη από χαρά, μια χαρά ασύνορη, σαν αυτές που σε κάνουν να χάνεις τη μιλιά σου. Ενθουσιασμένος προχώρησε προς το μέρος της και είπε με τρεμάμενη φωνή:
— Σε είχα προειδοποιήσει ότι θα σου έδινα ένα χαστούκι, αν περνούσες στο πανεπιστήμιο, γιατί μας είχες τρελάνει τόσο καιρό με την απαισιοδοξία σου. Λοιπόν, ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου.
Ο Νίκος την πλησίασε με ορμή, την τράβηξε στην αγκαλιά του και της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί! Η Ιωάννα δεν πρόλαβε να αντιδράσει, δεν πρόλαβε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει, πού θα έβαζε τη μύτη της, πόσο θα άνοιγε τα
χείλη της, όλα αυτά που την απασχολούσαν και την έκαναν να φαντάζεται διάφορα. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι ανάμεσα στο φόβο μην μπει η μαμά της στο δωμάτιο και στην απρόσμενη ευτυχία που την κατέκλυζε, πρόλαβε να ακουμπήσει αυτά τα μικρά, βελουδένια χείλη του Νίκου για πρώτη φορά. Και είχαν πράγματι καραμελένια γεύση και φώτισαν, στ’ αλήθεια, τα άστρα του κόσμου της μονομιάς, και αναχώρησε επιτέλους η καρδιά της φτεροκοπώντας
άταχτα σε άλλα μέρη, πιο θερμά.

 ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Μάχιμα χείλη 2014

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Diastixo 21 Μαρτίου 2015

Σκέφτηκα να φορέσω/ μια χάντρα μνήμης/ Λένε ότι κάνει θαύματα/ ειδικά αν είναι στο χρώμα της θάλασσας/– έτσι κι αλλιώς γαλάζιες/ ήταν πάντα οι πτυχές/ των ονείρων μου – «Χάντρα» (σελ.45)
Ένας κόσμος ονείρου που φωτίζεται από γαλάζια χάντρα. Που προσπαθεί να ορίσει τον έρωτα. […] μοναξιά ως έρημος/ Ανυπεράσπιστη/ Ανεπίστρεπτη/ Ωραία/ Ως θάνατος (σελ.14). Ώσπου, με τρυφερότητα η στραγγισμένη σάρκα αναβαπτίζεται στην κοίτη του ποταμού, ξεπροβάλλουν τα στήθη προτεταμένα, όλο το σώμα τεντωμένο σε μια προσμονή, να ηχήσει με ένα τραγούδι ηδονής.
Τα Μάχιμα χείλη είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου, η οποία δοκιμάζεται και σε άλλα είδη λόγου: στην πεζογραφία αλλά και στον θεατρικό και στον επιστημονικό λόγο – επίκουρη καθηγήτρια Θεατρολογίας, άλλωστε, στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.
Στην πρόσφατη συλλογή της, στην οριοθέτηση του ποιητικού ερωτικού κόσμου βοηθούν χάρτες οδικοί, χάρτες πορείας. Από το συν (συνεγείρει, συνυφαίνει, συν-χωρεί, συνεύρεση, συν-πόρευση) στο στερητικό α- και στο α-συν-τρόφευτο, και στο άνευ και στην απο-συν-άγωγη, και τούμπαλιν, γιατί κυκλικός μοιάζει να είναι ο κόσμος του ποιητικού υποκειμένου –«του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν», για να θυμηθούμε τον Ερωτόκριτο– όπου όλα να κορυφώνονται, να λιγοστεύουν, να χάνονται και να ξανακερδίζονται. Καθότι αγωνίζονται τα μάχιμα χείλη να αγνοήσουν τα σημάδια που προμηνύουν κακοκαιρία και με ελπίδα, αλλά και άνευ ελπίδας, επιμένουν να εμπιστεύονται το μυστικό/ των μάχιμων χειλιών/ που τα βυζαίνεις/ και σε τρέφουν/ και σε κάνουν/ μεγάλο και τρανό (σελ.59). Αγωνίζονται να κρατήσουν του έρωτα τα ανθισμένα φιλιά, που διατοξεύουν μικρή επίγευση ψυχής.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία.
Έτσι, προσεγγίζεται ο τόπος του έρωτα, μάλλον ο «ερωτευμένος τόπος», και το ποιητικό υποκείμενο τείνει να γευτεί το φως το ντροπαλό/ το σχεδόν κόκκινο. Με την ελπίδα να φθάσει και να μείνει εκεί χωρίς επιστροφή. Όμως τι σημασία έχει που ο ερωτευμένος τόπος έχει ημερομηνία παραμονής και σύνορα που κλείνουν; Τι είναι προσωρινό, άραγε, όταν η στιγμή έχει την ανείπωτη ένταση; Όταν εκείνος ξέρει το σώμα και το δέχεται ως έχει, και το διασχίζει με φιλιά και το αναρριχά με θωπείες! Ώστε το ποιητικό υποκείμενο να πει, πρώτη φορά στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, πρώτη φορά στο εμείς: Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα/ – χείλη με χείλη (σελ.58).
Ωστόσο, η αμφιβολία ταράζει τη βεβαιότητα. Κουράζεται ο έρωτας που έμοιαζε αλώβητος; Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί εικόνες καθημερινές της κόπωσής του: πρησμένα πόδια, λυγισμένα χέρια, ματωμένα χείλη. Για να εκφράσει την απορημένη θλίψη: κι εγώ τον νόμιζα υπεράνω… (σελ.60).
Τότε είναι που έρχονται στις παρυφές του κόσμου αυτού, του ερωτικού τόπου, το σκοτάδι και οι επισκέπτες της μνήμης. Οι μνήμες φέρνουν τους απόντες, αυτούς που ζουν ακόμα και αυτούς που πέρασαν απέναντι. Ο οίνος γίνεται χοϊκός, σπονδή στην απώλεια. Και το σκοτάδι μοιάζει να κερδίζει τη μάχη, μια που τα ερέβη γνωρίζουν/ καλύτερα τα κατατόπια. Κι εκείνος ο έρωτας, μολονότι σπρωγμένος από τη γλύκα του κρασιού, μένει μαζεμένος, δεν διεκδικεί την υπεροχή του. Για να φιλοσοφήσει το ποιητικό υποκείμενο τα σχετικά με τη ζωή, πως έτσι είναι, μια του ύψους μια του βάθους, αλλιώς πώς θα υπήρχε ισορροπία (σσ.31, 63-64).
Και μέσα στην ταραχή του προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με την αμφιθυμία και προκαλεί το σώμα να διαλέξει ανάμεσα στη γεύση και στη γνώση (σελ.39). Να επιλέξει ένα από τα δυο, από την αρετή ή την αυθάδεια των επιθυμιών (σελ.42). Έτσι ξαναγυρνά ο τροχός. Οι μνήμες των απόντων αντιπαλεύουν με το παρόν του έρωτα.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία. Μέσω της ελπίδας ανασυσταίνεται, προσδοκά και αγγίζει το αντικείμενο του έρωτα: άπαν, με μια θωπεία συνολική, το υποδέχεται με «χάδια στα χέρια». Είναι σαφής η κυριαρχία της αφής σε όλη τη συλλογή, προσδίδοντας την αναγκαία σωματικότητα στη συγκρατημένη ποιητική έκφραση.
Όλη η αντίθεση ανάμεσα στον έρωτα και στην απώλεια εκφράζεται με ένα πλήθος προθέσεων και επιρρημάτων. Η επιλογή αυτή δίνει στη γλώσσα των ποιημάτων ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τη μια η αίσθηση μιας λογιότητας καθόλου ενοχλητικής ή ψυχρής, γιατί ταυτόχρονα με τις επιλεγμένες λέξεις ψαύονται μικρές και δυσπρόσιτες γωνίτσες της ψυχής και των αισθημάτων, κι από την άλλη μια σοφή αποστασιοποίηση, ώστε το σώμα που καίγεται να ισορροπεί στην έκφραση του πάθους, των ορίων και των φόβων του. Να προσθέσω εδώ και την ύπαρξη της παρήχησης, του μ και του χ, στον τίτλο: μάχιμα χείλη. Οι παρηχήσεις αναφύονται σε διάφορα σημεία της συλλογής, με επανάληψη συμφώνων και συμπλεγμάτων. Αναφέρω δύο δείγματα ακόμη. Παρήχηση του φ-φρ: φρεσκάδα/ ούτε ένα φωνήεν/ από κείνα τα αλαφροΐσκιωτα (σελ.18). Παρήχηση του χ: να χωρούν/ τρεχάμενο χυμό (σελ.30).
Η συλλογή είναι μια σπουδή στον έρωτα και στον θάνατο, και στα μεταξύ τους όρια. Το τελευταίο ποίημα ονομάζεται «Διαθήκη», ας μην ξεγελάσει τον αναγνώστη ο τίτλος, δεν είναι ποίημα μελαγχολικό, με την αίσθηση του τέλους, αφού τον έρωτα και πάλι εξυψώνει. Όσο η ύπαρξη διαρκεί, θα ορίζεται από τον έρωτα, εφόσον η ύπαρξη εξισώνεται σχεδόν με το ερωτικό αίσθημα: Μόνο/ το ερωτοχτυπημένο/ σώμα μου/ ίσως/ αφήσει διαθήκη/ προς αποκατάσταση/ της αληθείας του/ Αυτήν που δεν τόλμησε/ να κατονομάσει/ στο ανοικτίρμον τώρα/ […] «Έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε»/ θα πούνε/ όταν δεν θα ‘μαι εδώ/ Τίποτε λιγότερο/ τίποτε περισσότερο («Διαθήκη», σελ.76).
Ο κύκλος μένει στο ανέβασμα, καθώς κλείνει η ανάγνωση. Με ένα μικρό χαμόγελο θλίψης και πίκρας στην άκρη των χειλιών, αλλά με κυρίαρχη την αίσθηση ότι το ποιητικό υποκείμενο καταφέρνει να δώσει στη ζωή την απαραίτητη κατάφαση, ως αποτέλεσμα μιας μάχιμης ερωτικής διάθεσης.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Ο Αναγνώστης

Έχουν οι λέξεις ηλικία; Όχι οι άνθρωποι έχουν ηλικία, καμιά φορά και οι ουρανοί που αυθαίρετα και αναιδώς αποφασίζουν να την αλλάξουν, για να υποκύψουν οι άνθρωποι «στη μάνητα των φθόγγων». Η Καλλιόπη Εξάρχου με το βιβλίο αυτό δείχνει αποφασιστική μες στα διλλήματά της. Έχοντας αποδεχτεί εκ προοιμίου την ήττα της ως νίκη, αποφασίζει να ορθοτομήσει και να διαμοιράσει τα τραύματα, όπως θα έκαναν μετά τη μάχη οι πολεμιστές. Λες και μια επιτακτική προθεσμία την αναγκάζει να ταξινομήσει τις εκκρεμότητες, να καταγράψει τις απώλειες, να τις αποδεχτεί, να κλείσει θαρρείς τα ανοιχτά ζητήματα που ταλανίζουν την ψυχή της. Σκιαγραφώντας μας τους άξονες που ορίζουν την προβληματική της

1. Η ποίηση και ο λόγος ως πράξη αντίστασης στην αφωνία των καιρών

2. Το σώμα και η σχέση έλξης-άπωσης που βιώνει με τον έρωτα

3. Ο χρόνος, ως ελάχιστη πύκνωση του φευγαλέου μες στη μικρή στιγμή
αποφασίζει να ασχοληθεί με την πράξη της γραφής και να μιλήσει για την απαιτούμενη προεργασία: εξημέρωση, ανασκαφή, ξεδιάλεγμα-πέταγμα, σπορά, ωρίμανση στο σκότος και πίστη κυρίως στην υπόσχεση που δίνουν οι λέξεις για τον επιτυχή πολλαπλασιασμό της Τέχνης εντός τους.
Αναγνωρίζει και παραδέχεται, για να μην πω αυτόβουλα ομολογεί, ότι η Ποίηση γυρεύει θολωμένους και αδίστακτους, άφοβους και τολμηρούς, σταθερά ασταθείς και αναποφάσιστους, ψυχές που αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας και αντιστέκονται με το βαρίδιο των φτερών τους στην ελαφρότητα του κόσμου. Αποστρέφεται τους γήινους και τους ρεαλιστές, τους υπολογιστές και καιροσκόπους και τάσσεται με τη μερίδα εκείνων που, όταν τους λιγοστεύει η ανάσα, εκείνοι ξεντύνονται τη στενή φορεσιά και ντύνονται την αιρετική περιβολή των ανυπόδητων αλλά ελεύθερων ονείρων. Καταγγέλλει τους άφωνους, τους ηθελημένα σιωπηλούς που διαθέτουν ένα σιγαστήρα στη θέση του στόματός τους και προειδοποιεί:

«Τα απόμακρα στόματα / φοβού / που σ’ εξορίζουν / από τη γλώσσα σου»

(Λόγος παραινετικός)

ενώ για τις δύσκολες ώρες της αφωνίας συμβουλεύει:

«Αν σε εγκαταλείψει / η λαλιά σου / σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων» (Σημάδευσε)

Τον λόγο λοιπόν επικαλείται και αυτόν προτείνει ως ύστατη πράξη συνέπειας του όντος απέναντι στη φύση του και στον προορισμό του. Και είναι αποφασισμένη τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο σ’ αυτό. Τη γλώσσα λοιπόν και τις δυνατότητές της αποτολμά να διευρύνει, επεμβαίνοντας με ενέργεια ακόμα και διαγραφής εκείνων των λέξεων που ανακόπτουν τούτη την επέκταση, παραπέμποντας με έναν τρόπο στο «δεν» και στο «αδύνατον» του Ελύτη.

«Πειράζει / να ελαφρύνω / τα λεξικά / από μερικά εμπόδια; / Να μη σκοντάφτω στο «αδύνατον» / να μη με πληγώνει / το «αποκλείεται» / Είναι που θέλω / να φαρδύνουν / οι αρτηρίες μου / να χωρούν / τρεχάμενο χυμό» (Απαλείψεις)

Η γραφή ως διαμαρτυρία και ως μνημείο, με την έννοια της διάσωσης της κραυγής ή αλλιώς της απόπειρας να χαρτογραφηθεί η ουτοπία, αποτελεί για την Εξάρχου την ενάρετη θέαση του κόσμου σε αντίθεση ενδεχομένως με «την αυθάδεια του σώματος», όπως η ίδια αναφέρει.
Την ποίηση ωστόσο ως απώτατο προορισμό των λέξεων αλλά και ως αντίποδα στων ημερών την αφασία, τη βάζει να συνομιλεί με τον έρωτα. Με άλλα λόγια, ανοίγει μια συνομιλία με το σώμα της γραφής στήνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα επικοινωνίας και πρόσβασης στο ερωτικό σώμα, το οποίο μάλιστα αποκωδικοποιεί και μεταγράφει. Κατορθώνει έτσι με όχημα τις μεταφορές να μεταφέρει τον πόθο και, αντί για την ηδονή, να μεταπλάσει την απελπισία και την οδύνη σε τόπο προορισμού.

«Δεν χάνω τις ελπίδες μου / όταν το σώμα σου μιλά και ακούει το δικό μου /Δεν χάνω το κουράγιο μου / όσο η γλώσσα σου / τη γλώσσα μου σμιλεύει / Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς / ούτε τις λέξεις / ούτε τον προορισμό τους». (Προσδοκίες)

Η επαφή-αφή με το άλλο σώμα μετουσιώνεται σε σωτηρία και σωσίβιο, καθιστώντας την αγκαλιά ένα καταφύγιο, η απουσία του οποίου απειλεί με αφανισμό την ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη στα όνειρα και μετεωρίζεται στον κίνδυνο.

«Εγκαταλείπομαι σαν τον πολεμιστή που επιστρέφει / από όλους τους πολέμους / Από μιαν αγκαλιά / κρέμεται η ζωή μου / Από ένα φιλί / κι ένα αστέρι / Εκεί το μήλο / εκεί και ο πειρασμός».

Η επιθυμία για την Εξάρχου είναι θηρίο ανήμερο που πρέπει να εξημερωθεί, σαν άλλη μια αναγκαστική υποχώρηση της ύπαρξης απέναντι στη λογικοκρατούμενη τρέχουσα ηθική που κατορθώνει να εξορίσει τα «θέλω» ή στην καλύτερη περίπτωση να τα στριμώξει στις στενές γραμμές μια πρότασης ποιητικής, έτσι για την τιμή των όπλων, να μοιάζει ότι πάλεψε κάπως να αντισταθεί.
Ένας συμβιβασμός που έστω και μέσα από την ασφάλεια του ποιητικού λόγου προτείνει μια εξέγερση, μία επανεκκίνηση της ασάλευτης ζωής.

«Τη ζωή σου / σού επιδίδω / Ανακεφαλαίωσέ την / εξ απαλών ονύχων / μήπως και καταλάβεις / πώς / πού / πότε / βολεύτηκαν οι πληγές / Σήκωσέ την / από το κρεβάτι / να κάνει μια βόλτα / να ξεμουδιάσει την ασφάλεια / να δει νέους πόθους / να εκπλαγεί / να φοβηθεί / να συντριβεί / Αν αντέξεις / θα συμπεριληφθείς στους νικητές / Αν όχι / καλά να ’ναι / οι ηττημένοι / Κρατούν / κράτος εν κράτει / ασάλευτο / τον κόσμο» (Επίδοση)

Το σώμα στην ποίηση της Εξάρχου βιώνει την ταλάντευση. Μια αέναη παλινδρόμηση από την ενοχή στην αθωότητα. Ένα μπρος-πίσω βασανιστικό που απ’ τη μια φλερτάρει με την αποδοχή κι από την άλλη μάχεται την ίδια την απόφασή του. Το σώμα δυστυχώς υφίσταται τα παιχνίδια του μυαλού και την άρνηση του κατόχου του να πάρει θέση καθαρή απέναντι στα «θέλω» του. Διχασμένο το παρουσιάζει η Καλλιόπη και αμφίθυμο. Από τη μια να είναι έφηβο κι από την άλλη, από τη σοφία της γνώσης επηρεασμένο, να υποκύπτει στον συμβιβασμό. Πρόκειται για το συμβιβασμό με το προχώρημα του χρόνου και τα πολλαπλά διαπιστευτήρια που αυτός αφήνει επάνω στο σώμα μας. Δεν είναι όμως τελικά το σώμα εκείνο που ευθύνεται. Αυτό, απλώς υφίσταται τη δική της άρνηση να το αφήσουμε ελεύθερο συμφιλιωθεί με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Κι εδώ συντελείται η αδικία. Ένα μυαλό σοφό, του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο μάλιστα ξέρει καλά να ερμηνεύει και εμπεριστατωμένα να επιχειρηματολογεί, αυτό λοιπόν το μυαλό να βάζει ένα σώμα ανίσχυρο να μάχεται με τις αντιφάσεις του. Ένα σώμα – δίλλημα που μεταξύ σοφίας και στοχασμών εφηβικών στέκεται αμήχανο απέναντι στην προσαρμογή σε νέες καταστάσεις. Η ποιήτρια ψηλώνει με το ψήλωμα του νου και αντιμάχεται τον χρόνο και την επέλαση της φθοράς. Απέναντι λοιπόν στον αιφνιδιασμό των ρυτίδων εκείνη για αντιπερισπασμό άνθη φυτεύει στις κοιλότητες, μόνο που αυτό περιορίζεται να το κάνει με την ποιητική ιδιότητα και μόνο, με τη βοήθεια της οποίας μάλιστα καταγγέλλει και επικρίνει τους δειλούς.

«Με την απορία / θα μείνω / για τον δισταγμό / των ανεπίδοτων περιπτύξεων / Λέτε να μοιάζουν / με τον ρεμβασμό / των άγραφων λέξεων;…»

Κι αλλού:

«Φοβάστε / -και αναρωτιέμαι γιατί- / το ιλιγγιώδες βήμα / Δεν γνωρίζετε / πού οδηγεί / Και λοιπόν; / Τι κακό κι αυτό / με τα σημεία αναφοράς / Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί / πίσω από τις κρυφές πόρτες / του ατελούς / και τρέμετε / μην και σας μεταθέσουν / στη Χώρα των Θαυμάτων…» (Δειλία)

Αλλά κι οι εραστές στην ποίηση της Εξάρχου είναι συνήθως φοβισμένοι, γι’ αυτό και το φιλί «έναστρο γλυκό του κουταλιού» κάποτε «τη νύχτα της μετάληψης» πέφτει κάτω κατά λάθος όταν εκείνοι αποχωρούν. Στη συνείδηση της ποιήτριας ο έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ενοχή, τον πόνο και βέβαια με τα υπέρογκα ποσά, τα δυσβάσταχτα τιμήματα που οφείλει μέχρι δεκάρας να επιστρέψει πάραυτα, εξαργυρώνοντας με αίμα και με τύψεις το λίγο φως που αντίκρισε κατά τη διάρκειά του. Επινοεί λοιπόν έναν τόπο, τον «Ερωτευμένο τόπο», προκειμένου να εγκαταστήσει εκεί τον «απάτριδα Έρωτα», όπως τον αποκαλεί, στον οποίο τόπο ζητά να πάει χωρίς επιστροφή. Όσο διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις πως γράφτηκαν μόνο και μόνο για να ζητήσουν την έγκριση, την παραχώρηση ή τη συγκατάθεση -όχι όμως των άλλων- αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, ώστε να του επιτραπεί το μήλο και ο πειρασμός. Θαρρείς και η πράξη της γραφής με το κοφτερό της μαχαιράκι έχοντας ξεφλουδίσει το σώμα και έχοντας φτάσει μέχρι την ψυχή και τα γυμνά της τραύματα, ελπίζει κατά βάθος πως κάποιοι μπορεί και να τη σπλαχνιστούν. Στην πραγματικότητα, μια διαβεβαίωση ζητά να εξασφαλίσει, μια άφεση ή μια επίσημη υπόσχεση ότι θα της συγχωρεθεί η προσχώρηση στο στρατόπεδο των ερωτευμένων σωμάτων και θα αποφύγει την επίκριση.
Το σώμα της ωστόσο είναι αυτό που γράφει αντ’ αυτής μια «διαθήκη προς αποκατάσταση της αληθείας του», μια διαθήκη η οποία όπως όλα τα «θέλω» και οι ερωτικές της επιθυμίες θα μείνει και αυτή ανεπίδοτη.

Το σώμα σκοπεύει να την πάρει μαζί του «να γίνει λίπασμα / να βγάλει λουλούδια / να μυρίσει ο αγέρας / να σηκωθούν οι άνθρωποι / να μην υπάρξει ξανά / παρεξηγημένο σώμα / του πάθους και της απωλείας». (Διαθήκη)

Το σώμα της γραφής, πλήρες σωμάτων και ερώτων, αλλά και το σώμα του έρωτα διάστικτο από «κρύπτιες στιγμές» που μόνον οι ποιητές ξέρουν να διασώζουν συνυπάρχουν σε τούτη τη συλλογή και τρυφερά αλληλοεξοντώνονται, για να επικρατήσει τελικά η ελάχιστη ανάσα που βγαίνει από δύο, κατά τ’ άλλα, μάχιμα χείλη.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Diavasame

Αειθάλλων ρομαντισμός, πεσιμιστική αισιοδοξία μάχιμη, εξιδανικευμένη ερωτική ορμή. Το σώμα τοπίον συμβιβασμένου Έρωτος, φυλλοβόλον (σελ. 39-40). Η απουσία του Άλλου, του έτερου δηλώνεται σαφώς (σελ. 40). Απόπειρα συγκαλύψεως της λοξότητος σκέψεως και λογισμού (σελ. 27). Τα περισσότερα είναι ποιήματα ποιητικής. Μοναξιά χαμένη μεταξύ ρεμβασμών (σελ. 50) και δειλίας (σελ. 51). Η κοινωνική ανάγκη του Υπερεγώ για την τήρηση των προσχημάτων (σελ. 53). Αλλά κι η νοσταλγία για το Πρωταρχικόν Φάος, το Πυρ το λυτρωτικόν (σελ. 54). Η ερωτική ορμή μόνον ως εξιδανικευμένη μπορεί να γίνει αποδεκτή (σελ. 61-62). Απαγορευμένος, κρυφός, παράνομος ο έρωτας, προσελκύει μάρτυρες κατηγορίας (σελ. 66). Οι εραστές είναι φοβισμένοι (σελ. 65), ενοχοποιημένοι, κυνηγημένοι. Τηρούνται τα προσχήματα (σελ. 53). Λεκτική εκτόνωση του ερωτικού (σελ. 73). Το στόμα αντί για φιλιά εκπέμπει ντροπαλές λέξεις (σελ. 46, 59, 69). Η αφή εμφανίζεται μόνον στη σελίδα 70. Η αφηγηματική φωνή δηλώνει ότι αμέλησε να ζήσει, στη «Διαθήκη», στο καταληκτικό ποίημα αυτής της συλλογής της καθηγήτριας θεατρολογίας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Είναι περίεργο το τυπογραφικό λάθος της σελ. 76: «ανικτοίρμον» αντί του ορθού «ανοικτίρμον». Γλώσσα λανθάνουσα; Αν σκεφτείς ότι η γλωσσοπλαστική της ποιήτριας δεν είναι κραυγαλέα, αφού εντοπίζεται κυρίως στο «αγγελόπτερος» της σελ. 60, μάλλον για υποσυνείδητο λάθος πρόκειται. Δεδομένου ότι η έκδοση είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, όπως φαίνεται στο σωστό «ωρίμαση» (σελ. 9) αντί του λανθασμένου, αλλά συνηθισμένου, «ωρίμανση», αυτό το «ανικτοίρμον» μπορεί να εκληφθεί ως το δαιμόνιον που επαληθεύει τη θεότητα (από το ρήμα θεώμαι). Φειδωλή η ποιήτρια σε εκζητήσεις και ακροβασίες. Απλός, ψιθυριστός ο λόγος της. Εξομολογητικός, σχεδόν καθημερινός. Μόνον ένα ενδιαφέρον οξύμωρο εντόπισα στη σελ. 68: «Θυσιαστική πράξη εξ αμελείας αποφαίνεται ο ιατροδικαστής και τραβάει το δέρμα μέχρι το κεφάλι». Υπέροχο.
Σε γενικές γραμμές, αμφιταλαντεύτηκα ως συνδημιουργός επαρκής αναγνώστης ανάμεσα στη μόρφωση της ποιήτριας και στη ρομαντική επιφυλακτικότητα του λόγου της. Σχεδόν ρετρό, χωρίς να είναι απαραίτητα παλιομοδίτικη. Αυτή η αρρώστια της νοσταλγίας επικεντρώνει τη λέιζερ ακτίνα του νοητικού μας σε ένα εξιδανικευμένο άχωρο παρελθόν, μετατοπίζει το διακύβευμα στον χώρο της ουτοπίας, απέχει δηλαδή από το τώρα. Τολμώ να πω, σαν τον Καβάφη (στο ποίημα του «Κρυμμένα», «κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα πράξει»), ότι όταν έρθει ο χρόνος (σύντομα ελπίζω – ακόμα κι αν δεν ζούμε πια εμείς) που ο έρωτας θα γίνει απλός, συναινετικός και ειλικρινής, τότε παρόμοια ποιήματα θα είναι υλικό για ερευνητές, αφού η Ζωή θα έχει νικήσει, υπερβεί και υποσκελίσει τη ρομαντική Τέχνη και Ποίηση…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Ζωογόνα μαχητικότητα

Στην «πολιτεία των ποιητών», όπου δεν χωρούν όσοι υποτάσσονται στον «νόμο της βαρύτητας» απορρίπτοντας τα «θροΐσματα φτερών», τα μάχιμα χείλη έχουν τον πρώτο λόγο. «Μάχιμα χείλη» τιτλοφορεί την πέμπτη της ποιητική συλλογή η Καλλιόπη Εξάρχου, παρέχοντας μια εύκολη υποψία κάποιας ερωτικής δραστηριοποίησης. Όμως η ποιήτρια δεν περιορίζεται μόνο στην ερωτική διάσταση και συνθέτει ένα πολύσημο οικοδόμημα. Ποια είναι, λοιπόν, τα μάχιμα χείλη, «που τα βυζαίνεις/ και σε κάνουν/ μεγάλο και τρανό»; Είναι τα χείλη απ’ τα οποία κρέμεται κανείς, καθώς μιλούν κι αντιστέκονται; Είναι τα χείλη που εκφέρουν μαχητική ποίηση; Τα χείλη που προβλέπουν τις «δυσοίωνες βροντές»; Ή μήπως όντως, εντέλει, τα ερωτικά χείλη, που βαθαίνουν τη διαπροσωπική σχέση μέσω του έντονα υπονοούμενου ερωτισμού από το «βύζαγμα» των χειλιών;
Η απάντηση της Εξάρχου στα ερωτήματα περιλαμβάνει όλες τις προηγούμενες εκδοχές. Φαίνεται, μάλιστα, πως όλες οι άλλες εκδοχές περιέχονται σε εκείνη της ποιητικής δημιουργίας, αφού οφείλουν την ύπαρξή τους και περικλείονται «στη μάνητα των φθόγγων». Τα «οινοχόα χείλη» θολώνουν το ποτήρι, θαμπώνουν τα προοριζόμενα μόνο για τις «νοικοκυρές» «καθαρά κρύσταλλα», παραδίδονται στη μεθυστική θολούρα του οίνου, στην έκσταση, στην ψυχική ανάταση που προκαλεί όχι, τελικά, η γλυκιά ζάλη ή η άγρια μανία του αλκοόλ, παρά η ίδια η γλώσσα και η ποιητική έκφραση.
Τα θετικά συναισθήματα που αποπνέει η ποίηση αποδίδονται στη ζωογόνα μαχητικότητά της. Όποιος αδυνατεί να την αντέξει, νυχτώνει μοναχικός σαν έρημος. Η Εξάρχου απορρίπτει την αδιάφορη, στατική ζωή, που δεν προσφέρει καμία συγκίνηση και περιορίζεται μόνο στην άγονη ανάμνηση των περασμένων. Οι μνήμες είναι οι «Θρυαλλίδες/ ενός απολιόρκητου βίου/ που επιμένει/ να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους». Το σχόλιο αναδεικνύεται από τον εμπνευσμένο τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται η ποιητική λειτουργία: το αντικείμενο λόγου εμπίπτει στη λειτουργία του ίδιου του τού εαυτού, καθώς οι αναμνήσεις παραδίνονται στο γεγονός της ανάμνησής τους.
Η έξοδος από το τέλμα τούτο δεν μπορεί να επιτελεστεί μέσω μιας συντηρητικής διαχείρισης των πληγών, γι’ αυτό και η Εξάρχου επιμένει ότι πραγματική ζωή είναι εκείνη που επιζητά «να εκπλαγεί/ να φοβηθεί/ να συντριβεί». Και μόνο όποιος αντέχει στις δοκιμασίες συγκαταλέγεται στους νικητές. Το άγνωστο δεν είναι απειλή, κατά την ποιήτρια· είναι η «Χώρα των Θαυμάτων». Εκεί πλουτίζουν τα μάτια, κι ας μοιάζει το σκηνικό βροχερό κι αντίξοο. Άλλωστε, «Τα ουράνια τόξα/ είναι ορατά/ μετά από βροχή/ Και μόνο τότε». Οι υπόλοιποι, που, στη δειλία τους, δεν ακολουθούν, τι επιλογές έχουν; «Κλειδώστε/ αμπαρώστε/ για να έχετε την ησυχία σας», σημειώνει επιτιμητικά η ποιητική ηρωίδα.

Τα σχόλια της Εξάρχου προκύπτουν σε πολλές περιπτώσεις απ’ τις ποιητικές της συνομιλίες με προγενέστερους ποιητές. Η ποιήτρια σπέρνει ενδείξεις μιας υπόγειας συνομιλίας με την Κική Δημουλά, που καταλήγει μάλλον στην πρόταξη μιας εκ διαμέτρου αντίθετης κοσμοθεωρίας από εκείνη της Δημουλά. Έτσι, αντί των αναμνήσεων που διακινούνται στη δημουλική ποίηση κυρίως μέσω της θέασης και του ποιητικού σχολιασμού φωτογραφιών, η Εξάρχου προτείνει την έξοδο από το κλουβί του παρελθόντος και την αναμέτρηση με τη ζωή· αντί της γυναίκας νοικοκυράς, που αναμετριέται με τη σκόνη και τα δεσμά στα χέρια της από μια φαλλοκρατική κοινωνία, η Εξάρχου διεκδικεί τη δοκιμασία και τη νίκη, απορρίπτοντας τους «ηττημένους» που «Κρατούν/ κράτος εν κράτει/ ασάλευτο/ τον κόσμο». Κι ίσως η συνομιλία αυτή να αποκαλύπτεται με διαύγεια στην ειρωνική παραδοχή της Εξάρχου πως δεν έχει κανένα σημείο επαφής με τους «αρματωμένους», που κουβαλούν «ανυπόφορα φορτία» υπεράσπισης της ζωής με πολεμικά υλικά, φορτία αβάστακτα για την «ανυπεράσπιστη» και παραιτημένη, τάχα, ποιήτρια, τα οποία δήθεν αναγνωρίζονται στην εκρηκτική παραδοχή «Και γέρνω/ Γερνώ», τη στιγμή που είναι σαφής η προτεινόμενη μαχητική στάση από την Εξάρχου. Ειδικά, όμως, στους τελευταίους στίχους επιβεβλημένα ανακαλούνται οι στίχοι της Δημουλά «Με ρωτάει ο καιρός/ Από πού θέλω να περάσει/ πού ακριβώς τονίζομαι/ στο γέρνω ή στο γερνώ» («Απροσδοκίες»), κινούμενοι στο κλίμα της στοχαστικής μελαγχολίας.
Αντίθετα, τα πετάγματα της Εξάρχου τείνουν να συναντήσουν τον ουρανό του Μίλτου Σαχτούρη. «Δίκιο έχουν/ τελικά/ οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων// Τίποτε δεν πετάει/ ελεύθερα/ χωρίς Τους», σημειώνει η ποιήτρια σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Σαχτούρη και ποιήματά του όπως ο «Ελεγκτής», όπου επιδίωξη είναι να κρατηθούν αναμμένες οι πηγές φωτός στον ουρανό, ή το «Ψωμί», όπου δηλώνεται η δίψα για ουρανό, με ό,τι θετικό αυτός συμβολίζει. Οι ποιητές, λοιπόν, όπως ο Σαχτούρης, που διεκδικούν έναν ανέφελο, καθάριο, ελεύθερο ουρανό, καθίστανται εγγυητές της ελπίδας, γι’ αυτό και τους αξίζει να αναφέρονται με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα της αναφερόμενης σε εκείνους αντωνυμίας («Τους»), εφόσον κι ο ρόλος τους στην υπεράσπιση της αξιοπρεπούς ζωής είναι κεφαλαιώδης.
Η επίτευξη του αξιοπρεπούς βίου προϋποθέτει, βέβαια, για την Εξάρχου την άνθηση του έρωτα. Ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν ευαγγελισμός, σαν πίστη, σαν βροχή στην ανομβρία, σαν βλάστηση στην έρημο. Έτσι επιδιώκεται στην πιο τολμηρή του εκδοχή: «Δεσμεύομαι/ [] να σε διατρέχω/ οριζοντίως/ και καθέτως», σε μια ψηλάφηση κάθε πόρου του κορμιού. Ο έρωτας καταξιώνει τον ανθρώπινο βίο, γι’ αυτό κι αν ακόμα φαίνεται ότι μια ζωή είναι άκρως κοινότοπη («“Έζησε και πέθανε”/ θα πούνε»), το ποιητικό υποκείμενο διεκδικεί ως αξιολόγηση της δικής του ζωής, ως «Διαθήκη» του, την αποτίμηση «“Έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε”/ θα πούνε», με την εύγλωττη και σημαίνουσα προσθήκη του ρήματος «ερωτεύτηκε».
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι τα δύο ωραιότερα ποιήματα της συλλογής είναι ερωτικά: η «Νύχτα της μετάληψης» και το «Από μιαν αγκαλιά». Στο πρώτο από τα δύο ποιήματα η Εξάρχου, με μια σειρά μαγικές εικόνες, δραστικές παρομοιώσεις της ερωτικής σχέσης με τη Θεία Κοινωνία, μεταφορές («σκόνταψα σ’ ένα φιλί»), προσωποποιήσεις (το φιλί «Ανάσαινε ακόμη/ στα δάχτυλά μου»), προτείνει μια ποιητική ανάπτυξη υποδειγματική, παρά τον εκφραστικό της πλούτο, για τη δομική οικονομία της. Στο δεύτερο ποίημα κυριαρχεί μια ευφάνταστη αντίθεση, που αφορά τον μετεωρισμό των ονείρων: τα όνειρα-«σαΐτες» σταματούν το ταξίδι τους, όταν «καρφώνονται» στον ορίζοντα, όπου και, παρά το «κάρφωμά» τους, παραμένουν μετεωρισμένα. Με το μετέωρο αυτό κάρφωμα περιγράφεται τόσο η άυλη φύση των ονείρων, όσο όμως και ο τερματισμός του ταξιδιού τους, παρόλο που ο χώρος τους παραμένει ο ουρανός, ως χώρος οραμάτων, ελπίδων, πεταγμάτων.
Μπορεί, επομένως, κάποτε να «Κουράζεται κι ο Έρωτας» ο ίδιος· μπορεί να «Ματώνουν τα χείλη του», φανερώνοντας ότι, αν και αποτελεί ένα ισχυρότατο όπλο για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, δεν είναι κι ακαταμάχητο. Γι’ αυτό κι από τη μια μοιάζει να χαρίζει τα πάντα, μα από την άλλη να οδηγεί στο τίποτα. Το ίδιο ανεβοκατέβασμα παρατηρείται, άλλωστε, γενικότερα στη ζωή, «για να κρατιέται το σύμπαν/ εν ισορροπία». Αν, συνεπώς, τα χείλη ματώσουν στον έρωτα, δεν παύουν να διατηρούν την ιαματική τους μαχητικότητα, εκφραζόμενα ποιητικά.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

BOOKPRESS, 07 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015

Μόνο οι λέξεις, άγρια θηρία

Το ανθρώπινο σώμα, στην αντιπαράθεσή του με το πνεύμα ή την ψυχή, κουβαλά μια μεγάλη ιστορία. Στον Πλάτωνα εμφανίζεται σαν δεσμωτήριο της ψυχής. Στη χριστιανική θρησκεία, ενώ το σώμα ταυτίζεται με τη φύση και το πνεύμα πορεύεται από τη θεία χάρη, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, που ανενδοίαστα ξεχνούν οι ηθικιστές: το σώμα ανασταίνεται μαζί με την ψυχή. Είναι δηλαδή εξίσου ιερό.

Παράλληλα, μια παράδοξη έννοια της αμαρτίας αναπτύσσεται μέσα στους αιώνες και δεν φαίνεται να πηγάζει από την Αγία Γραφή. Πρόκειται για αμαρτία του ανθρώπου που αγνοεί τον άνθρωπο, καθώς αναφέρεται στη γενετήσια πράξη, χαρακτηρίζοντας μιαρή την ίδια την αρχή της ύπαρξής του. Παράδοξη επίσης γιατί, στην Παλαιά Διαθήκη, προπατορικό αμάρτημα δεν είναι η ένωση των πρωτόπλαστων, αλλά η Γνώση, η επιθυμία να γνωρίζεις και να κρίνεις, να γίνεις και ουσιαστικά κατ’ εικόνα και ομοίωση του δημιουργού σου, με άλλα λόγια, η ύβρις, όπως σε αρχαία τραγωδία.
Όλο το βάρος της άδικης αμαρτίας του σώματος, που ταξιδεύει μέσα σε μια υποκειμενικά γραμμένη ιστορία, κουβαλά κάθε λέξη της Καλλιόπης Εξάρχου στη νέα της ποιητική συλλογή, Μάχιμα χείλη. Ζούμε σε μια αέναη παραδοξολογία. Η ζωή μας είναι χτισμένη πάνω σε μνήμες, πάνω σε

Θρυαλλίδες / ενός απολιόρκητου βίου /που επιμένει /
να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους («Μνήμες»).

Εξημερώνουμε την επιθυμία, αλλοιώνουμε τη φύση μας για μια στάλα αποδοχή, χωρίς να αναρωτηθούμε πού οδηγεί η οικειότητα με το σώμα μας, αν πρόκειται για παγίδα, ή ακόμη αν, με αυτό τον τρόπο, προετοιμάζουμε την καταστολή της επανάστασης του:

Μύριζαν σιωπή / από μακριά // Ούτε μια λέξη / που να μοσχοβολάει /
φρεσκάδα / ούτε ένα φωνήεν / από κείνα τα αλαφροΐσκιωτα /
που ενοχλούν / τα ανάπηρα αυτιά («Σιωπή»).
Το σώμα, ασυγκράτητο, εκδηλώνει την επιθυμία του. Μόνο οι λέξεις, άγρια θηρία οι ίδιες, μπορούν να εξημερώσουν το θεριό:
από πού / να κρατηθώ; // Από την αρετή της λέξης / ή την αυθάδεια
του σώματος; («Δίλημμα»)

Και όμως, στο πρώτο ποίημα της συλλογής, η Εξάρχου αναφέρεται στη «γη των λέξεων». Χοϊκές μαζί και ουράνιες οι λέξεις, λοιπόν, σώμα και πνεύμα, θυσιάζονται για χάρη του ποιητή. Γκρεμίζουν παλιά κάστρα, ξαναχτίζουν άλλα από την αρχή. Η ποιήτρια επιλέγει να αυτονομηθεί από τη γλώσσα, θέλει να αφαιρέσει λέξεις από το λεξικό, για να απαλύνει τον πόνο της. Σε τι μπορεί, ωστόσο, να τη βοηθήσει ο εξοστρακισμός των λέξεων; Μα, προφανώς, οι λέξεις δεν εκφράζουν απλώς. Οι λέξεις δημιουργούν, όπως στη Γένεση και στη συνέχεια στην Έξοδο. Εκεί, βέβαια, οι εντολές αποκτούν υπόσταση, αρχίζοντας συχνά με ένα απλό «ου». Ίσως γι’ αυτό η ποιήτρια δεν διαγράφει, δεν αναφέρει καν λέξεις όπως «απαγορεύεται» ή «ου»:

Πειράζει / να ελαφρύνω / τα λεξικά / από μερικά εμπόδια; /Να μη
σκοντάφτω / στο «αδύνατον» / να μη με πληγώνει / το «αποκλείεται» («Απαλείψεις»).
Η λέξη αντικαθιστά το σώμα, ο ήχος της ποιητικής λέξης επενδύει τη σημασία. Όταν εμφανίστηκαν οι «Νυχτερινοί επισκέπτες»,
Καθένας τους κρατούσε / κι από μια λέξη σταυρωμένη,
ενώ τελικά, το μόνο κέρδος ανάμεσα στα δύο κενά, το ένα πριν και το άλλο μετά την ύπαρξή μας, είναι ο έρωτας, όπως γράφει στο τέλος του τελευταίου ποιήματος, επαναλαμβάνοντας την αρχή:

«Έζησε και πέθανε» / θα πούνε / όταν δεν θα ’μαι εδώ / […] //
«Έζησε, ερωτεύτηκε / και πέθανε» / θα πούνε / όταν δεν θα ’μαι εδώ. («Διαθήκη»).
Στη νέα ποιητική της συλλογή, η Καλλιόπη Εξάρχου παλεύει με τις λέξεις, παλεύει με τις ενοχές στις οποίες δίνουν υπόσταση, τις οποίες κρυσταλλώνουν, οι λέξεις. Μετατρέπει τον έρωτα σε ποίηση, ενώ υπογραμμίζει τους κινδύνους μιας τέτοιας ενέργειας και μας προσκαλεί να ζήσουμε τη στιγμή μέσα σε μια γλώσσα που δεν χαρακτηρίζεται από εντολές και μάλιστα συνώνυμες με απαγορεύσεις.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Vakxikon T.30

Η λέξη Λόγος που κυρίως σημαίνει λογική, απολλώνια διαύγεια, συχνά εμφανίζεται στα ποιήματα της καινούργιας συλλογής της Καλλιόπης Εξάρχου με σκοπό να εξερευνήσει, να εκλογικεύσει, να εξηγήσει τους χώρους των επιθυμιών κι ενστίκτων της ποιήτριας. Αμέσως, από το πρώτο ποίημα δηλώνει τη γενναία κατάδυσή της στην επικράτεια του πιο μύχιου εαυτού της. Σύμφωνα με τη αφήγηση που μας δίνει, κατέρχεται σε μια άγρια κι αδούλωτη γη με πτυχώσεις και βάραθρα που «για να την εξημερώσεις/ χρειάζεται ανασκαφή/ να φτάσεις μέχρι τα σπλάχνα της», θα χρειαστεί να πετάξει πέτρες, να σπείρει στο χώμα κι όταν μετά την ανθοφορία έρθουν οι καρποί, με τρυφερότητα θα τους αγγίξει για να δρέψει μυστικά πολυπόθητα, που θα τις δώσουν το έναυσμα να διεισδύσει στο νόημά τους, για να φτιάξει λόγο, ποιητική τέχνη με βάση αυτόν τον υπόγειο, τον πυριφλεγή γεωλογικό πλούτο του υποσυνείδητου.
Η κατάδυση της ποιήτριας στο άδυτο και τα μυστικά του δεν είναι ένας απλός περίπατος. Αντιθέτως, η ποιήτρια αναδύεται μεταμορφωμένη, θέλει να εκφράσει, να προχωρήσει στις αλήθειες που την προσδιορίζουν, να τις αναζητήσει με πίστη και σεβασμό. Όμως αυτές οι αλήθειες είναι ανυπότακτες και δεν ανέχονται ούτε στο ελάχιστο τη συγκάλυψή τους μέσα σε συμβάσεις και καθωσπρεπισμούς. Το δηλώνουν απερίφραστα οι στίχοι: «Αν σου ζητήσουν/ τον λόγο/για του Λόγου το αληθές/τι θα απαντήσεις Ποιητή; […]Αν θέλεις/ να σε σέβομαι/άσε τα καθαρά κρύσταλλα για τις νοικοκυρές/[…]Εσύ ανήκεις στους θολωμένους/ που απαγκιάζουν εκστατικοί σε οινοχόα χείλη». Ανοικτά και με παρρησία η ποιήτρια θέλει να κόψει κάθε επαφή, σχέση και συνάφεια με ανθρώπους που είναι περίκλειστοι, «αρματωμένοι», όπως τους χαρακτηρίζει, σε συμβατικότητες, επίσης με τους υπερφίαλους, και με όσους θέλουν να την εξορίσουν από τον κόσμο των επιθυμιών της.
Αυτή η ανενδοίαστη τόλμη να θέλει να αποβάλει τη « στενή την περιβολή της », που την εμποδίζει να μιλήσει τη γλώσσα της παραφοράς και του ονείρου, επιτακτικά να επιστρατεύσει τα «μεγάλα φάρδητα» των αιρετικών που οδηγούν στην προσωπική ελευθερία, και να ψηλαφίσει τη ζωή με φιλιά, «βλέμματα εκρηκτικά», «στόματα αντιφρονούντα», δεν προκύπτει χωρίς λόγο και αιτία. Η ποιήτρια έχει το σθένος να μην κρύβεται, άλλωστε τίποτα το περιχαρακωμένο και ερμητικά κλειστό δεν παρατηρούμε στους στίχους της. Λέγεται ότι όταν η ζωή κινδυνεύει, κερδίζει η ποίηση. Κι η ποίηση της Εξάρχου μας κερδίζει, γιατί με πλήρη ειλικρίνεια εξομολογείται την κρίση, τα αδιέξοδα, τις λυσσώδεις τρικυμίες που εισβάλουν στη ζωή της. Έχει να αντιμετωπίσει το ρήγμα που αφήνει στην ψυχή της ο χρόνος που φεύγει και μαζί την πληγή της φθοράς, συνταρακτικά το εκφράζει κυρίως στα δύο ποιήματα με τους τίτλους «Σώματος ανάγνωσμα» το πρώτο, και «Ρυτίδες» το δεύτερο. Επιλέγω να σας διαβάσω τους στίχους: « Με τάραξες και σήμερα/σώμα φυλλοβόλο/θα αποφασίσεις επιτέλους τι είσαι;/Σοφό ή έφηβο; Τι διαλέγεις;/ Τη γεύση ή τη γνώση; Καλό το ψήλωμα του νου/ αλλά τι θα απαντήσεις στις προσδοκίες της όρεξης;/ Σιωπάς με λύπη που υφέρπει/ και σε συμπονώ/Κάποτε νόμιζες αθάνατο τον χρόνο/ κι έπαιζες με τις εποχές/ δεν σε ένοιαζε να χάνεις τα φύλλα σου/Τώρα που έμαθες/ κινδυνεύεις να μείνεις γυμνό/σαν τους χειμώνες».
Όμως πέρα από τη φθορά του χρόνου η ποιήτρια πρέπει να διαχειριστεί κάτι πολύ πιο επώδυνο. Ένας αμείλικτος κίνδυνος, μια δραματική απειλή ενσκήπτει, που ενδέχεται να οδηγήσει στην απώλεια του συντρόφου της. Θαυμάζουμε την ομορφιά που ξεδιπλώνουν οι στίχοι της Εξάρχου για την αγάπη που δένει τους δύο εραστές, μια αγάπη που δυναμώνει στο έπακρο ενόψει αυτής της απειλής. Ο έρωτας στην πιο ιδανική μορφή του γίνεται ευδαιμονικό άσμα, ολοκλήρωση ζωής, ύμνος εκστατικός. Έρωτας ατόφια σωματικός, ρωμαλέα ηδονικός και συγχρόνως έρωτας της καρδιάς και της ψυχής, γι’ αυτό και τόσο ιδανικός. «Τα μάχιμα χείλη», ο υπέροχος τίτλος της συλλογής, μπαίνουν στην εμπροσθοφυλακή, δίνουν με αφοσίωση των υπέρ πάντων αγώνα για τη νίκη του έρωτα και της συνέχειάς του. Διαβάζουμε τους λαγγεμένους στίχους: «Για σένα γράφω/ για σένα γράφω/ σώμα με σώμα/. Προφητεύω τον πόθο/και γίνομαι κομμάτια».
Με κραυγή σαν ιαχή πολέμου η Εξάρχου θέλησε να φτάσει στα όριά της, να βυθίσει το μαχαίρι στο κόκκαλο επιθυμώντας να εισχωρήσει στην περιούσια ουσία της ύπαρξής της, να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από μνήμες του παρελθόντος, επίσης σε σχέση με το σώμα και τη φθορά του, τον αισθησιασμό της, τον έντονο ερωτισμό και το μεγαλείο της αισθαντικής αγάπης για τον σύντροφό της. Προβαίνει σε μια θαρραλέα κι απροσχημάτιστη απογύμνωση σκέψεων, διαθέσεων, αισθημάτων, κι επειδή το περιεχόμενο συμβαδίζει πλήρως με την μορφή και την έκφραση, η γλώσσα της είναι λιτή, διαυγής, εύστοχη, χωρίς ίχνος ναρκισσιστικής περιττολογίας. Η ποιήτρια απογυμνώνει κάθε προστατευτικό κέλυφος γυρεύοντας τον πυρήνα που συμπυκνώνει το νόημα που επιζητεί στη ζωή της, οι στίχοι στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με ενάργεια το αποκαλύπτουν: « Μόνο το ερωτοχτυπημένο σώμα μου/ ίσως αφήσει διαθήκη/προς αποκατάσταση της αλήθειας του[…]έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε/ θα πούνε/όταν δεν θα ’μαι εδώ/τίποτα λιγότερο/τίποτα περισσότερο».

Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου

FRACTAL 15/4/2015

Το σώμα – αίνιγμα

Πιο ερμητική και πιο σωματική βρίσκω την τελευταία ποίηση της Καλλιόπης Εξάρχου, πιο εσωστρεφή. “Μάχιμα χείλη” ο τίτλος και σου δίνει κάποιες θαμπές αναφορές μιας ερωτικής περιπλάνησης. Όμως, προσωπικά, σε άλλα τοπία της ποίησης περιπλανήθηκα, σε άλλες υπαρξιακές διεισδύσεις, που μπορεί αφετηριακά να πηγάζουν από το σώμα όμως δημιουργούν μια μεταμορφωτική του λόγου και της ύπαρξης, που στο βάθος είναι μεταμορφωτική του ίδιου του σώματος, άκρως ενδιαφέρουσα.

Σώμα του έρωτα και σώμα του Λόγου. Σώμα “μοναξιά ως έρημος”. Σώμα φυλλοβόλο που “κινδυνεύει να μείνει γυμνό σαν τους χειμώνες”.

Σώμα Γη και Λόγος “με πτυχώσεις και βάραθρα” που “χρειάζεται ανασκαφή / Να φτάσεις μέχρι τα σπλάχνα της”. Είναι “η γη των λέξεων” ή το σώμα το χτισμένο με λέξεις και σύμβολα. Το σώμα της ηρακλείτειας “α-πορίας”.

Και γέρνω / γερνώ / εγείρομαι / – μας λέει
μέχρι / να νυχτώσει και πάλι
μοναξιά ως Έρημος
Ανυπεράσπιστη
Ανεπίστρεπτη
Ωραία
ως θάνατος.
Το σώμα αίνιγμα, θα έλεγα. Και το σώμα νόστος μιας ποθητής επιστροφής. Και το σώμα “άλεκτο”. Και το σώμα μνήμη. Έτσι περιδιαβαίνοντας τις ποιητικές διαδρομές της ποιήτριας, είδα τις μεταμορφώσεις του σώματος, αυτού του “ερωτοχτυπημένου” αλλά και του “παρεξηγημένου” λέξεις αναφορές σε μια ατέρμονη δυνητική μεταμορφωτική, όπου μπορεί να συμμετέχει και ο αναγνώστης, τόσο εγερτικός ο λόγος της. Λιτός και εγερτικός με λέξεις στίλβουσες και τις χάρηκα. Λέξεις ή ποιητικές εκφράσεις όπως, άλεκτο, όπως αλαλία, όπως α – πορία, όπως: “Τόση βλάστηση / σε σφυγμούς αβροχίας”.

Έτσι τη θέλω τη νύχτα – / κρυφή κι αφώτιστη / σαν εξορία / χωρίς μάρτυρες.
Μας λέει. Σαν να θέλει να μείνει μυστική η τελετουργία του σώματος τη νύχτα.
Κι αλλού:
Μένει πάντα ανέστιο
το ακριβό υπόλοιπο
εύθραυστο
σχεδόν αερικό
σαν εγκώμιο
Είναι στο ποίημα “Μοιρασιά” όπου πρέπει να πάρει το μερτικό που του αναλογεί το “τώρα” και το “μετά”. Δίνοντας έτσι και τη διάσταση του χρόνου στην ποιητική της. Ο χρόνος ελλοχεύει σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, διαγράφοντας υποβλητικά την αγωνία της φθοράς ή του θανάτου, όπως στο δυνατό ποίημα “Διαθήκη” που είναι και το τελευταίο. “Έζησε, ερωτεύτηκε / και πέθανε / θα πούνε / όταν δεν θα ‘μαι εδώ”. Συγκλονιστικό στην απλότητά του και άμεσο, όταν στα περισσότερα ποιήματα ο πόνος είναι στις σιωπές. Αλλά και οι μνήμες παρούσες, γιατί το σώμα θυμάται. Θυμάται τη χαρά που έζησε ή τον ερωτικό σπαραγμό.

“Κάποτε / ήταν αιχμηρές / έκοβαν κομματάκια την καρδιά”, γράφει.

Όμως ο χρόνος τις λειαίνει. Τις μνήμες. Και τώρα είναι: “Θρυαλλίδες / ενός απολιόρκητου βίου”.
Θα ήθελα να μην ήταν τόσο αποσπασματικός ο λόγος της. Να αφήσει τις εικόνες έτσι ελισσόμενες να ολοκληρώσουν τον ποιητικό οραματισμό. Να τους δώσει την ευτυχία μιας λιγότερο ερμητικής έκφρασης. Σε προηγούμενη ποίησή της υπήρχε ένας καθαρός λυρισμός, μια διάθεση νοσταλγίας του χαμένου, ένας πόνος που δεν φοβόταν να εκφραστεί, να γίνει βαθιά υπαρξιακή αγωνία.
“Όσο περνούν τα χρόνια / νιώθω / το δέρμα μου / να ανοίγει / Δεν είναι πληγές / Είναι εστίες περιπλανήσεων”. Εξαιρετική ποιητική εικόνα.
Κι αλλού:

Ένας άδειος παράδεισος
επιφορτίζεται
να ακυρώνει καθημερινά
την επαγγελία των ονείρων μας
Μόνη ελπίδα ίσως
αυτή η μαύρη νύχτα
βαθιά μέσα μας
διεσταλμένη
για ν’ απορροφά το σύνθρηνο
του κόσμου.

Καθαρός ποιητικός λόγος. Στόφα ποιητική.

ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ (2012)

ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ

Δίοδος τ. 4, Σεπτ. 2012

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου αποτελεί ό,τι προεξαγγέλλει ο τίτλος της, «Βιβλιάριο καταθέσεων» ψυχής. Όταν διαβάσει κανείς το ομότιτλο ποίημα, το οποίο είναι το τελευταίο της συλλογής,
αντιλαμβάνεται πως η ποιήτρια ενθαρρύνει -περιπαικτικά και σοβαρά- τον αναγνώστη της να ανοίξει σε μια «τράπεζα» ένα τέτοιο «βιβλιάριο καταθέσεων», το οποίο κατ’ ουσίαν θα αποτελεί και τη μόνη του περιουσία σε καιρούς πενίας: είμαστε πλούσιοι γιατί αξιωθήκαμε τις σκέψεις και τα βιώματα που στήριξαν την ύπαρξή μας. Επίκαιρο, παραμυθητικό, σχεδόν ανατρεπτικό.

Βιβλιάριο καταθέσεων

Αν μου έκαναν τη χάρη
οι ειδήμονες
να συνεισφέρω
στο αδιέξοδο της ύπαρξής μας,
θα έδινα την εξής πρακτική συμβουλή
προς την πολύπαθη ανθρωπότητα.

Ανοίξτε
όσο πιο γρήγορα μπορείτε
ένα λογαριασμό
στο όνομα της μνήμης.

Ξεκινήστε
από την αποστασία των ονείρων.
Ξέρετε ποια εννοώ.
Αυτά που μόνον εσείς θεραπεύετε.
Φυλάξτε τα στο βιβλιάριο
για ώρα ανάγκης,
όταν ξεθυμάνουν
οι εξάψεις των αντιστάσεων.

Κάποια μέρα
που θα πλεονάζει
ο ενθουσιασμός
ξεκλέψτε του λίγα γραμμάρια
και υποθηκεύστε τα σε είδος
-το δέχεται η τράπεζα.
Γιατί τί νομίζετε;
Μεγαλύτερη είναι η αξία του χρυσού;

Όσο για τον έρωτα,
θα έλεγα
να τον φυτέψετε
να βγάλει ρίζες
στις γραμμές των καταθέσεων.
Ξέρει εκείνος.
Επιστρατεύει το φιλί
και διαλύει τους συνδέσμους.
θα μου πείτε
πώς θα τα καταφέρετε
απ’ τα αρθριτικά.
σαν πολιορκηθείτε
Μην ανησυχείτε.
Η μνήμη αναλαμβάνει
αναδρομικά τα έξοδα
των παράπλευρων απωλειών

Τελευταία άφησα
την αποταμίευση
της παράβασης.
Μην φοβάστε.
Απλά η θύμησή της
θα σας επιβεβαιώνει
μέχρι τέλους
πόση ενοχή χρειάζεται
η ανθρώπινη ςώση
για να επισφραγίσει
τη θνητότητά της.

Σε τι συνίσταται όμως αυτός ο πλούτος της ζωής; Ο πλούτος είναι οι Άλλοι, όλοι αυτοί που μέσα από την αγάπη συνεπικούρησαν ώστε να ξεφύγουμε από το καταποντιστικό Εγώ να ξεφύγουμε από την ενοχή για όσα κάναμε ή δεν κάναμε, μια ενοχή αμείλικτη, που είναι η κατεξοχήν πηγή πόνου. Ο πόνος, ακαθόριστος και καθορισμένος, γεννημένος μαζί με μας, αλλά και πριν από μας, σβήνει μέσα από τον έρωτα, καθώς και την ποίηση, που ρυθμίζει
τις ζωές μέσα από μια άλλη οικονομία, απολύτως μυστηριακή. Και ποια είναι τα μέσα για να εκφράσει κανείς κάτι τόσο ενδόμυχο και πολύτιμο; Για έναν ποιητή η στοιχειώδης οικονομία συγκροτείται από λέξεις -όχι στη συνήθη τους χρήση ίσως, αλλά στη νοηματική είτε συμβολική εκείνη εκτροπή τους που κάνει τον λόγο να λάμπει με το εκτυφλωτικό φως μιας αλήθειας που αποκαλύπτεται.

Λοξοδρόμηση

Λοξοδρομούν οι λόγοι
όταν μιλάει ο ποιητής.
Εθίζονται
σε πλάγιες αποδράσεις
αβόλευτων συνομιλιών.
Αυτή είναι η φύση τους.
Να εγκαταλείπουν το σχήμα.

Ένα μεγάλο μέρος της συλλογής είναι απολογία ποιητικής· τα μοτίβα «λέξη», «λόγος», «ποίηση» έρχονται και επανέρχονται για να αποκαλύψουν ερμηνεύοντας την ποιητική πρόθεση ή να την αποδομήσουν δημιουργώντας ωστόσο ένα ποίημα ποιητικής, ένα ποίημα στο περι-θώριο του ποιήματος:

Ο ποιητής

Ιδού ο ποιητής.
Ένα δένδρο που φτιάχτηκε από τη γενναιοδωρία των ολίγων.
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Αυτή είναι η μοίρα του […]
Δεν έχει ηλικία το δένδρο.
Γι’ αυτό δεν έχει ηλικία ο ποιητής.
Γιατί φτιάχτηκαν με ριζικό
από ήλιους και φεγγάρια.

Η απολογία ποιητικής υπηρετεί ωστόσο μια ηθική, αυτήν της παράδοσης του δημιουργού στη μοίρα του, που δεν είναι άλλη από την αέναη εμβίωση μιας αρχέγονης θλίψης: «Γιατί οι ποιητές στους καιρούς της θλίψης;». Η χαϊντεγγεριανή απάντηση θέτει μια άλλη μοίρα της ύπαρξης: «Ποιητικά θλίβεται ο άνθρωπος». Η θλίψη του κόσμου καθρεφτίζεται στο ποίημα,
γίνεται πηγή έμπνευσης.

Το Ανώφελο

Αδύνατον να ευδοκιμήσει
το ανώφελο της προσδοκίας.
Ένας άδειος παράδεισος
επιφορτίζεται
να ακυρώνει καθημερινά
την επαγγελία των ονείρων μας.
Μόνη ελπίδα ίσως
αυτή η μαύρη νύχτα
βαθιά μέσα μας
διεσταλμένη για ν’ απορροφά το σύνθρηνο
του κόσμου.

Εν τούτοις, ο ποιητής λάμπει όταν μιλά γράφοντας. Και μεταστρέφει τον πόνο και τη θλίψη σε φως. Ακόμα και ο θρήνος όλων μαζί -εκείνων που μετεξελίχτηκαν από το Εγώ στο Εμείς-, το σύνθρηνο του κόσμου, ωδινάται για να εκτρίψει φως, το φως της ποίησης ως νέας Γενέσεως.

«Και εγένετο φως»

Χρόνια τώρα
ανασηκώνω τον πέπλο
του κόσμου.
Κατασκοπεύω
το μέσα της ζωής,
το διαφεύγον των ορίων.
Παρατηρώ πώς ξεδιπλώνεται
εν σιωπή
ο πόνος,
ο ιδιωτικός,
ο ένοχος,
ο απο-καλύπτων το διαφορετικό.
Η μοίρα του αποδιοπομπαίου,
ενίοτε,
αυτή με θέλγει.
Το ομολογώ.
Σ’ αυτήν προστρέχω
κάθε φορά που αποζητώ
την επαλήθευση της ρήσης
«και εγένετο φως».

Ήδη από το ποίημα/προσευχή κάποιου Ανωνύμου, που τίθεται πρόταγμα της συλλογής, αφουγκράζεται ο αναγνώστης σε τι συνίσταται η οικονομία ζωής, την οποία υπαινίσσεται η Κ.Ε.

Υπέρ υμών

[…] Ακούω μέσα μου
ή μέσα σας
το ίδιο κάνει
να αναδύεται αργή
μα μυστικά και με ρυθμό
μια προσευχή
ή μία σκέψη ταπεινή
υπέρ του χρόνου
υπέρ ημών
υπέρ υμών
αθόρυβη.

Ενώ, λοιπόν, η ποιητική δημιουργία εμφανίζεται ως ακραία ιδιώτευση με όλα τα ίχνη του ναρκισσισμού, ο ποιητής λειτουργεί ως κοινοποιημένο σώμα, είναι ταυτόχρονα ο ίδιος και όλοι μαζί:

Εμείς
Πάντως δική μου πρόθεση
είναι να αποκτήσω
προνόμιο συμμετοχής
στο διάλογο με το Εσείς
με την ελπίδα να γίνω
κάποτε
αποδεκτή
στην ανθρωπολογία του Εμείς.

Ο ποιητής, αυτός ο «ξένος», απεκδύεται την ιδιωτεία του είτε οτιδήποτε θα τον καθιστούσε αλλότριο, ενώ θέτει ως σκοπό του μια βαθύτερη υπαρκτική μεταμόρφωση, να γίνει όλοι. Η από καταβολής αριστοκρατική μοναξιά του μεταμορφώνεται σε επικοινωνία, καθώς προσφέρεται στο κοινό, σε μια απολλώνια -θα λέγαμε οξύμωρα- βακχεία. Στο ελάχιστο της ύπαρξης το πρόσωπο γίνεται μέγιστο. Ο ποιητής ενώνεται με το κοινό του σε ένα σώμα.

Όσο περνούν τα χρόνια

Όσο περνούν τα χρόνια
νιώθω
το δέρμα μου
να ανοίγει.
Δεν είναι πληγές.
Είναι εστίες περιπλανήσεων
στη βάσανο του Άλλου.

Ως εκ παραλλήλου, εκείνος που εκφράζεται δια της ποιήσεως αυτής είναι ο αναγνώστης, ενώ ο ποιητής δεν είναι παρά ένα μέσον, ένας δρόμος για να περάσει ο αναγνώστης. Η ποίηση επανακτά τις διαστάσεις μιας προσευχής – αυτές που είχε στις απαρχές της, όταν πρωτογεννήθηκε στην ιστορία των λαών.

Παραλυσία

Στραγγίζει η γλώσσα
-μου ‘χουν πει- όταν
τελεύουν οι μύχιοι χυμοί.
Φοβάμαι την παραλυσία, Κύριε.
Του Λόγου δέομαι Σου,
της πνοής.

Από την άλλη, ο έρωτας υποστηρίζει αυτή τη δοτική ύπαρξη, καθώς γίνεται δίαυλος του Άλλου, δρόμος της μετάβασης του Εγώ στο Εμείς. Όλα συνδέονται «μαγικά» μέσα σ’ αυτήν τη νομοτελειακή μεταμόρφωση/αναγέννηση, τη μεγαλύτερη επανάσταση της ύπαρξης.

Ιερουργός

Ανατρέπει.
Ο Έρωτας.
Έτσι πράττει πάντα
ο ιερουργός των μύθων
και των παραμυθιών.
Υπονομεύει την ευταξία
του προφανούς.

Ο έρωτας εμφανίζεται ως η μόνη καταφυγή μέσα σ’ έναν κόσμο αδιαπραγμάτευτου πόνου, θέλει ωστόσο αρετή και τόλμη, όπως και η ελευθερία:

Όσοι τολμούν
να ονειρεύονται ακόμη,
γνωρίζουν πολύ καλά
ότι το ελάχιστο προεξέχον
ονομάζεται Έρωτας.

Ο έρωτας, συγχρόνως, ορίζει έναν δικό του χώρο, το χώρο των δύο, στον οποίο τα πράγματα παίρνουν μ’ άλλη αυτόνομη, καθαρά προσωπική διάσταση, έτσι ώστε τα σώματα να κατευθύνονται το ένα στο άλλο με τη δύναμη ενός απαράμιλλου τακτισμού.

Παροξυσμός

Σαν έρχεται ο καιρός
και παροξύνεται
της σάρκας το «επιθυμείν»
ανέρχομαι ευθύς την κλίμακα των νεφελών.
Φθόγγο στον φθόγγο
φθέγγομαι καλά γνωρίζοντας
πού οδηγεί η μαρτυρία του αέρα.
Στην πλήσμια λαφράδα.
Χωρίς αντίποινα οστρακισμών.

Ο ποιητής παίζει- με τις λέξεις, με τα πράγματα, με τα βιώματά του εν τέλει. Οι μνήμες και οι επιθυμίες του προσφέρονται θυσία, γίνονται άθυρμα στα χέρια των αναγνωστών -αφού έχουν ενωθεί μοιραία και αμετάκλητα, ποιητική
αδεία, σε ένα σώμα, μια ψυχή. Οι πολύτιμες μνήμες, οι πολύτιμες επιθυμίες κατατεθειμένες στη δια βίου τράπεζα του εμβιωμένου χρόνου. Σε μια ισότοπη σκέψη. Σε μια ποιητική συλλογή. Κι αυτή η μεταξύ αστείου και σοβαροί
«κατάθεση» ισοδυναμεί με μια εφικτή αθανασία ή, τουλάχιστον, με απόπειρα να αντιμετωπιστεί ο θάνατος. Άλλο κάνουν έρωτα, άλλοι γράφουν ποίηση- ευτυχείς όσοι τολμούν και τα δύο.

ΝΙΚΟΣ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ Σ

Πρωινός Τύπος Δράμας

Για την σύγχρονη ποίηση μπορεί κάποιος να κάνει δυο κεντρικές διαπιστώσεις α) το δύσκαμπτο και το δυσνόητο και β) τον κόπο που οφείλει να καταβάλει, για να συμπεράνει. Ο σκοπός της ποίησης όμως είναι διαφορετικός από τον Όμηρο κι ως τον Κορνάρο κι ως της μέρες μας. Η ποίηση πρέπει να επικοινωνεί. Δεν αποτείνεται σε λίγους ειδικούς. Η Δράμα ως πόλη με κινητικότητα έχει κι αυτή τους ποιητές της, ελάχιστοι όμως από αυτούς έζησαν στην πόλη, οι περισσότεροι αποδήμησαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Εκεί το κλίμα ευνοεί την ποίηση περισσότερο. Απλά θα λέγαμε
εκεί υπάρχουν τα μέσα , οι μηχανισμοί να βοηθήσουν την ποίηση να κάνει τα βήματά της. Στη Δράμα μικρή επαρχιακή πόλη η ποίηση ελάχιστη απήχηση έχει. Ελάχιστοι την διαβάζουν, κι ακόμα πιο ελάχιστοι την συζητούν.
Από ποιήτρια δραμινής καταγωγής γνωστής αστικής οικογένειας, που σήμερα είναι εγκαταστημένη στη Θεσσαλονίκη έλαβα ποιητική συλλογή, την οποία διαβάζω προσπαθώντας να μπω στο πνεύμα της, να πλησιάσω τον κεντρικό της ιστό. Είναι μια συλλογή γραμμένη στο πνεύμα των καιρών μας και θέλει προσεκτικό κοίταγμα.
Βέβαια είμαι εξαρχής υποχρεωμένος να το πω ότι δεν είμαι κριτικός της λογοτεχνίας, και από δεοντολογία της κριτικής σκέψης δεν γνωρίζω, κράτησα όμως στη μνήμη κάποια σημεία, που τα θεώρησα σημαντικά
και που δίνουν στο θυμικό του ανθρώπου – του κάθε ανθρώπου- κινητικότητα και το πλουτίζουν με συγκινητικό απόθεμα. Σ’ αυτά τα σημεία χωρίς πληρέστερο σχολιασμό θα σταθώ, για να δείξω το ποιητικό ύφος της ποιήτριας και τον εσώτερο κόσμο της, που είναι ισχυρά παλλόμενος, που δονεί τον ψυχισμό της. Σημειώνω απόσπασμα από το πρώτο ποίημα της συλλογής όπου γίνεται αναφορά στη χαρά:

Λέω κάποιες ώρες
ευλογημένη η γαλήνη της απραξίας.
Κι άλλες πάλι
κουράζομαι μαζί της.
Ποτέ όμως δεν είπα
πως η χαρά μου κούρασε.
Που τώρα εκείνη αναχώρησε;
Και πότε
ποια σκέψη μου
ή και δική σας
πίσω θα τη φέρει;
Η χαρά λοιπόν τι μέγιστο της ζωής θέμα. Η ποιήτρια το θίγει· το πιστοποιεί.
Και τώρα η σειρά του λόγου για τον ποιητή, γενικά ως ύπαρξη ιδιάζουσα. Πρόκειται για χαρακτηρισμό πρώτη φορά ειπωμένο με τον λόγο που ακολουθεί:

Ιδού ο Ποιητής.
Ένα δέντρο που ζει
από τη γενναιοδωρία των ολίγων,
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Ανάμεσα
στην ασάφεια και την ευκρίνεια.
Γεννήθηκε για να ανατρέφει
τις απροσκύνητες φωνές
που ανταριάζουν
το αίμα του
κι αναπαμό δεν βρίσκει.
Γι αυτό δεν έχει ηλικία
το δέντρο.
Γι αυτό δεν έχει ηλικία
Ο Ποιητής.

Και η ολοκλήρωση της πίστης στον ποιητή. Ένα επίγραμμα πυκνό σε πνεύμα θα έλεγα:

Στα χέρια σου
εμπιστεύομαι, Ποίηση,
τον σπινθήρα της ζωής μου.
Ξέρεις εσύ
πότε να τον κάνεις φωτιά
και πότε στάχτη.

Παραθέτω στερεότυπο απόφθεγμα για των έρωτα, το
άλλο μετά την χαρά μέγιστο της ζωής:

Ο Έρωτας
Συντηρείται
με ότι παράγει
η καρδιά.
Δεν του χρειάζεται
παρά ένα φιλί
για να στερεωθεί
στο θαύμα.
Ξέρετε γιατί υμνώ
τον Έρωτα;
Ουρανός αθάνατος
Φαντάζει.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής «Το χαλί», που μας θυμίζει τις ωραίες στιγμές της παράδοσης, κάνει φανερή την αληθινή αξία της ποίησης
και του πηγαίου λυρισμού. Το παραθέτω ολόκληρο, γιατί δεν γινότανε να το κόψω (σελ. 44):

Το ξαναβρήκα.
Απλωμένο νωχελικά
στο πάτωμα του σαλονιού.
Χνουδωτό.
Αφράτο.
Με ασπρόμαυρες αντιφάσεις.
Αναρωτήθηκα πού ήταν
όλα αυτά τα χρόνια.
Άραγε σε ποιες σκοτεινές αποθήκες
φύλαγε κουλουριασμένα
τα μυστικά μου βήματα:
Το περιεργάστηκα
αναζητώντας
τα ίχνη του χρόνου πάνω του.
Το σώμα ανέπαφο.
Τι σου είναι η ποιότητα.
Μόνο οι απολήξεις
των άκρων του
είχαν υποκίτρινη όψη.
Δεν με ξάφνιασε.
Το αντίθετο μάλιστα.
Επισφράγιζε την παλαιότητά του.
Το καλοδέχτηκα.
Πόση συνενοχή
σε μιαν αγκαλιά.
Του ψιθύρισα.
Ενθυμήθηκε.
Τις εφηβικές μου αυθάδειες.
Τώρα που το κοιτάζω
αναγνωρίζω
πως μεγαλώσαμε και οι δυο.
Τουλάχιστον
διαφυλάξαμε
την ιπτάμενη ματιά μας.

Μπορούσα να συνεχίσω την ανθολόγηση αποσπασμάτων που αποτελούν σταθερά σημεία της ποίησης της Καλλιόπης Εξάρχου, αφήνω όμως στον αναγνώστη που θα θελήσει να διαβάσει την συλλογή ολόκληρη να κάνει τον ποιητικό του περίπατο στον ποιητικό ανθώνα της δραμινής ποιήτριας συναποκομίζοντας άνθη της προτίμησής του. Η αναφορά μου στη συλλογή έχει την έννοια μιας υπόμνησης.

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (2009)

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Ελευθεροτυπία 3/6/2010

Στην πρόσφατη θεατρολογική μελέτη της, Ιστορία του θεάτρου: το πάθος γένους θηλυκού (στη γαλλική), η πανεπιστημιακός Καλλιόπη Εξάρχου γράφει μία εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου, με άξονα την επιθυμία του «ασθενούς» φύλου. Κρυμμένη πίσω από τα πέπλα και το παρελθόν της, η γυναίκα εμφανίζεται, σε κάθε γωνιά της γης, ηρωίδα στην τραγωδία, θύμα και θύτης, τρυφερή και αγέρωχη, έτοιμη να ακολουθήσει πιστά το πεπρωμένο της: την ανατροπή και την ολοκλήρωση της
πρωτόπλαστης.
Στο νέο της ποιητικό βιβλίο Περιπλανώμενος λόγος η ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου ταυτίζει τη γυναίκα με τις διεκδικήσεις των αισθήσεων. Οι θηλυκές φιγούρες της, αγνοώντας την κληρονομιά της Εύας, τολμούν να συνομιλούν ευθέως με το πνεύμα, να παραβαίνουν δηλαδή τις εντολές -χωρίς το άλλοθι ότι ο όφις τις ηπάτησε, να στέκονται όρθιες στο κέντρο του Σύμπαντος και να δημιουργούνται από την αρχή. Η γραφή της ποιήτριας αναδύεται μέσα από τα όνειρά της ή το σκοτάδι της Νύχτας, που αποκτά στο έργο της συμβολισμούς δυναμικούς και απροσδόκητους. Το αρχέτυπο «Νύχτα» την προσκαλεί να μαζεύει τα αστέρια της από τη γη και να τα επανατοποθετεί στον ουρανό.
Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης της Εξάρχου, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Η συνομιλία τού Εγώ με τις λέξεις ή των λέξεων μεταξύ τους αποκαλύπτει νέες συγγένειες στον χώρο του λόγου· ο άγγελος οδηγεί στην αγκάλη, ο έρωτας στο άρωμα, η οδύνη στην ηδονή, το αίμα στο ίαμα. Τα γλωσσικά σημεία είναι πάνω απ’ όλα σημαίνοντα, σημαίνουν πολλαπλώς, αυτονομούνται, τολμούν όσα δεν τόλμησε η ίδια, την προκαλούν να δηλώσει με ταπεινοφροσύνη: «Χάθηκα αυτόβουλα
στη θάλασσα των λέξεων/[…] Μη μ’ αναζητήσετε». Η επιθυμία και το αρχαίο ισοδύναμό της ο ίμερος προσωποποιούνται, μεταμορφώνονται με τη μαγεία της ποίησης, σε ζωντανές οντότητες.
Το σώμα, αν και δεν θυμάται, «δεν έχει μνήμη», συγκλονίζεται και συγκλονίζει, αναδίδει αισθαντική ποίηση, εκφράζει όλες τις πιθανές μορφές, και κυρίως τη γοητεία, της επιθυμίας: «Τα χέρια μου στα χέρια σου, / πλεγμένα σφιχτά μη και λυθούν τα μάγια. […]/Λιώνουν τα μέλη / και πώς να τα μαζέψω./Λιποθυμά το δάκρυ. […]/ Μην αγνοείς της σάρκας την έναστρη επιθυμία».
Ένας περιπλανώμενος λόγος σε αναζήτηση του ενδότερου Είναι και μια ποίηση που ρέει από σελίδα σε σελίδα και από ψυχή σε ψυχή, συνθέτουν το μαγικό υλικό της νέας ποιητικής συλλογής που μας χάρισε η Καλλιόπη Εξάρχου.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΣΕΛΙΚΗΣ

Δίοδος  Περίοδος Α’  Τ.2 Ιούλιος 2010

Η Καλλιόπη Εξάρχου, επίκουρη καθηγήτρια Θεατρολογίας στο ΑΠΘ, είναι μια σύνθετη προσωπικότητα. Σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας της έχει δημοσιεύσει διάφορες επιστημονικές μελέτες για το θέατρο, καθώς και δύο θεατρικά έργα. Αλλά εκτός από τη διακονία της επιστήμης της η Κ. Εξάρχου έχει και ενδιαφέροντα γενικά για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα για την ποίηση, την οποία θεραπεύει εδώ και αρκετά χρόνια με διακριτικότητα αλλά και με επιβεβαιωμένη επιτυχία.
Από το 2002 έως το 2009 έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, ήτοι: 1) Μικρές ιστορίες μεγάλων εξομολογήσεων, 2002, 2) Περί ιδεών, 2006 και 3) Περιπλανώμενος λόγος, 2009, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, με την οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.
Η αναφορά του τίτλου της συλλογής στο «λόγο», τον ποιητικό λόγο, σηματοδοτεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και την ανάλογη επίδοση της Εξάρχου σ’ αυτό το βασικό, για να μη πω το άπαν της ποιητικής δημιουργίας. Ας θυμηθούμε τη σχετική ρήση ότι τα «ποιήματα δε γράφονται με ιδέες αλλά με λέξεις» που, παρά την υπερβολή και τη μονομέρειά της, δηλώνει μια αλήθεια. Αυτή η αναφορά στο λόγο προϊδεάζει τον αναγνώστη στην τροπική έκφραση της ποιήτριας και γενικά στη μορφή των ποιημάτων.
Προϊδεασμός του αναγνώστη, στο περιεχόμενο της συλλογής τώρα, γίνεται και με το ποίημα δύο στροφών αγνώστου ποιητή, που μπαίνει ως μότο της συλλογής και το οποίο αναφέρεται στον έρωτα, τον δημιουργικό αυτό νόμο της φύσης και της ζωής, ο οποίος αποτελεί μια από τις θεματικές «σταθερές» της συλλογής.
Η Εξάρχου γράφει στοχαστική ποίηση, κι αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής «διπλή ζωή» (σ. 9). Το θέμα του ποιήματος είναι η διφυία, η διπλή φύση του ανθρώπου, το δισυπόστατο του από ύλη και πνεύμα. Η ποιήτρια ζει σε δύο επίπεδα, το γήινο (πραγματικό) και το πνευματικό (φανταστικό), «…διαθέτω (λέει) δυο ζωές / δυο σώματα / δυο πνοές. / Η μία ία ίχνη της / σιο χώμα ν’ αφήνει, / η άλλη / απείθαρχη / στο πνεύμα του αέρα / να πετά».
Η στοχαστική αυτή διάθεση και φιλοσοφική ενατένιση διαφόρων, ζωτικών για τον άνθρωπο, θεμάτων υπάρχουν και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως π.χ. στο ποίημα «Αντιφάσεις» (σ. 18), το οποίο αναφέρεται πάλι στο διχασμό του ανθρώπου, στις αντιφάσεις του που αισθητοποιούνται σαν «πάλη των λόγων». Ο διχασμός αυτός, οι αντιφάσεις, που λέει η ποιήτρια, είναι
γνώρισμα του προβληματιζόμενου, του σκεπτόμενου ανθρώπου. Και η Εξάρχου βασανίζεται με αυτό το θέμα, στο οποίο επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα.
Στο αμέσως επόμενο ποίημα «Γιατί;» (σ. 19) παίρνει τον «ποιητή» ως παραδειγματικό πρόσωπο για τον άνθρωπο γενικά κι ανατρέπει τις βεβαιότητές του για την «τέχνη» του, «Από ποιες διόδους / εισέβαλε η ανατροπή» ερωτά και καταλήγει «Θα μου απαντήσεις, / ή θα αρκεστώ / στην
αμηχανία σου;». Ήταν σίγουρος ο ποιητής για τις απόψεις του, όμως κάποια ρωγμή υπήρχε και «εισέβαλε η ανατροπή» των απόψεών του, των βεβαιοτήτων του. Ο ποιητής, όπως είπαμε, λαμβάνεται εδώ με περιληπτική σημασία των ανθρώπων γενικά και έτσι το πρόβλημά του γενικεύεται, γίνεται καθολικό, πανανθρώπινο, ο κάθε άνθρωπος δηλαδή είναι ευάλωτος.
Στοχαστικό χαρακτήρα έχει και το ποίημα «Παράβαση» (σ. 14-15). Το ποιητικό υποκείμενο (π.υ.), που ταυτίζεται με την ποιήτρια, αναφέρεται στην «εποχή της φρόνησης» που λέει ο Έλιοτ ή αλλιώς στην ηλικία της σύνεσης «τη στιγμή που αρχίζει / να λιγοστεύει ο πληθυντικός». «Με άλλα λόγια αναφέρεται στην κρίσιμη εκείνη στιγμή που κάποτε έρχεται στη ζωή του κάθε ανθρώπου, οπότε πρέπει να κάνει, όπως ο καβαφικός ήρωας, την υπέρβασή του, την επιλογή του, τη μεγάλη ή τη μικρή επανάστασή του και να πει «το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι».
Φιλοσοφική ενατένιση, στοχαστική ματιά σε θέματα που απασχολούν τον
άνθρωπο υπάρχουν και σε άλλα ποιήματα, και η στάση αυτή της ποιήτριας είναι μια άλλη θεματική «σταθερά».
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Διπλή ζωή» (σ. 9) βλέπουμε πως, όταν η μία υπόσταση από τις δύο του π.υ., που αναφέραμε προηγουμένως, «διαψεύδει τις προθέσεις» του, τότε «προσφεύγω (λέει) στου λόγου την ευεργεσία» στις «λέξεις» που είναι «Μυήσεις ομοούσιες του ουρανού / (και) ανοίγματα υπόσχονται / στου ρήματος τα σταυροδρόμια». Μ’ αυτές λοιπόν τις έξοχες ποιητικές εκφράσεις ερχόμαστε στο άλλο, το σημαντικότατο, στοιχείο της ποίησης, το «λόγο». «Οι λέξεις», «ο λόγος» μαζί και η «συνδρομή των στοχασμών», δηλαδή η πνευματική υπόσταση του π.υ. έρχεται σε βοήθεια της υλικής υπόστασης, «του αίματος».
Αρκετά ποιήματα της συλλογής αναφέρονται στο λόγο, στις λέξεις από τις οποίες εκπορεύονται όλα τα συναισθήματα του ανθρώπου, και εν προκειμένω του π.υ. Στο ποίημα «Γέννηση» (σ. 10) αναφέρεται: «και γεννήθηκαν οι λέξεις πολύχρωμες σαν ία λουλούδια του κήπου των ηδονών / αρωματισμένες παραδείσιες / μικρές / απτικές φιγούρες διακηρύξεων» και «Λέξεις σπαράγματα προθέσεων / καρποί δακρυφόρων συγκινήσεων». Και σ’ αυτό το ποίημα, όπως και σε άλλα, προχωρεί η ποιήτρια στην ανάλυση των λέξεων-εννοιών, των σημαινόντων δηλαδή αλλά και των σημαινομένων, της μορφής και του περιεχομένου δηλαδή των ποιημάτων. Και στο επόμενο ποίημα «Λέξεις» (σ. 11) επικαλείται το π.υ. τη βοήθειά τους στο πέρασμα της νιότης και ζητά να αφυπνίσουν, «αφυπνίστε την απελθούσα νιότη» και τον «έρωτα», που με την πάροδο του χρόνου ατονούν και μαραίνονται, και γι’ αυτό το ποίημα παίρνει ένα τόνο ελεγειακό. Το π.υ. συνεπαίρνεται στο ποίημα «Λέξεις, λέξεις, λέξεις» (σ. 12), από τη μαγεία ακριβώς των λέξεων που το υψώνουν σε άλλους κόσμους, «φανταστικούς». Η ποιήτρια, όπως φαίνεται, δίνει, δικαιολογημένα βέβαια, μεγάλη σημασία στη γλώσσα, το λόγο, τις λέξεις με τις οποίες οικοδομείται ένα ποίημα. Η ποίηση της Εξάρχου με ορισμένα εξωλογικά και λεκτικά στοιχεία ασκεί στον αναγνώστη μια μαγεία, μια σαγήνη και τον συναρπάζει με αποτέλεσμα να κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του.
Τον έρωτα, που όπως είπαμε είναι κι αυτός μια από τις θεματικές σταθερές» της συλλογής, τον συναντάμε σε πάρα πολλά ποιήματα.
0 έρως υπάρχει και ως τίτλος ποιήματος αντιτιθέμενος στο θάνατο «ER0S/THANAT0S» (σελ. 31), όπου ο Έρως, «Δώρο ανέλπιστο / της αγονίας», νικά το θάνατο, «Εκπορθώντας το θάνατο, / άνθισες / μέχρι το τέλος / εν δόξη και τιμή». Επίσης υπάρχει και στον τίτλο του ποιήματος
«Έρωτος παραλήρημα» (σ. 36) και στα τρία πιο κάτω ολιγόστιχα ποιήματα, με πύκνωση νοήματος δίκην επιγραμμάτων, αναφέρεται ο έρωτας μαζί και η χαρακτηριστική λειτουργία του: «EXTRA- ORDINAIRE!» (σ. 32), «Πρόσφυγες» (σ. 33) και «Προσμονή» (σ. 34). Αλλά και σε άλλα ποιήματα
δίνει το παρών ο Έρωτας, και στο μεγάλο, δέκα σελίδων, συνθετικό ποίημα «Της Πόλης, του Έρωτα, του Λόγου» (σ. 50-59), όπου αναφέρονται οι αλλαγές στο χαρακτήρα και των τριών αυτών στοιχείων και περιγράφεται η σχέση του π.υ. με την Πόλη, τον Έρωτα και το Λόγο, που είναι μια
σχέση έλξης και άπωσης.
Καθαρά ερωτικό ποίημα είναι το «Ένωση;» (σ. 24-25), στο οποίο διαβάζουμε: «τα χέρια μου στα χέρια σου, / […] / τα χείλη μου στα χείλη σου. / […] / το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου, / […] / το στήθος μου στο στήθος σου. / […] / το σώμα μου στο σώμα σου» κτλ., με τα οποία συντελείται η ένωση των δύο «εις σάρκα μίαν». Με αυτόν τον τρόπο το ποίημα αυτό αποτελεί μια ανταπόκριση στο μότο της συλλογής και δίνεται απάντηση στο ερώτημα του τίτλου «Ένωση;».
Τα εκφραστικά μέσα της Εξάρχου είναι ποικίλα και εντυπωσιακά. Οι λέξεις, το λεκτικό, ο λόγος, σε όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι πλούσιος, δουλεμένος, ευέλικτος και «ηδυσμένος», χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα όρια του μέτρου. Ο λόγος στην ποίηση της Εξάρχου περισσότερο «υποβάλλει» και λιγότερο «σημαίνει», γιατί στη λογοτεχνία γενικά και ειδικά στην ποίηση δε
μεταδίδει στον αναγνώστη έννοιες, ιδέες, νοήματα, χωρίς να αποκλείεται παντελώς και αυτή η λειτουργία του, αλλά κυρίως μεταδίδει συγκίνηση και γενικά συναισθήματα μεταγγίζοντας το ιδεολογικό περιεχόμενο σε εικόνες, χρησιμοποιώντας προς τούτο τη μεταφορά, την παρομοίωση, την αλληγορία και άλλους λεκτικούς τρόπους, ούτως ώστε να θέτει σε λειτουργία το
μηχανισμό των συνειρμών του αναγνώστη και να προχωρεί ο ίδιος σε δικές του ποικίλες προεκτάσεις.
Ο λόγος λοιπόν της Εξάρχου είναι «ήδυσμα», για να χρησιμοποιήσω τον Αριστοτελικό όρο, όχι όμως ένα στολίδι απλώς διακοσμητικό προς τέρψη,
αλλά «ήδυσμα» δραστικό που συντελεί στη δημιουργία της αισθητικής ηδονής
στην ψυχή του αναγνώστη. Ας παρατηρήσουμε την πληθώρα των επιθέτων
που υπάρχουν στο ποίημα «Γέννηση», (σ. 10). Γράφει η ποιήτρια: λέξεις πολύχρωμες σαν τα λουλούδια του κήπου των ηδονών, αρωματισμένες παραδείσιες, μικρές απτικές φιγούρες διακηρύξεων. Ζωοφόροι ουρανοί κτλ. Πράγματι είναι πολλά τα επίθετα και οι λεκτικοί τρόποι, παρομοίωση, μεταφορές. Το ίδιο και σε άλλα ποιήματα, π.χ. στο «Διπλή ζωή» (σ. 9), ας προσέξουμε την τολμηρή αλλά άκρως ποιητική έκφραση «Μυήσεις ομοούσιες
/ του ουρανού οι λέξεις / ανοίγματα υπόσχονται / στου ρήματος τα σταυροδρόμια». Ας προσέξουμε τις φράσεις στο σύνολό τους και ξέχωρα τα επίθετα μαζί με τα ουσιαστικά που προσδιορίζουν. Τα χαρακτηριστικά αυτά επίθετα δε διακοσμούν απλώς, δε μένουν στην επιφάνεια αλλά εισδύουν στο βάθος των λέξεων που προσδιορίζουν, τονίζουν ιδιότητές τους και μερικά ενώνονται με τα ουσιαστικά κι αποτελούν, θα έλεγα, μια λέξη, μια έννοια κι ακολουθούνται από κατηγορήματα: ζωοφόροι ουρανοί: προάγγελοι, άγγελοι, αρχάγγελοι. Και από αυτούς τους συνδυασμούς, απ’ αυτές τις «εύφορες συνάψει εκπορεύονται συναισθήματα.
Ο λόγος της Εξάρχου είναι, όπως ήδη είπαμε πιο πάνω μεταφορικός και αλληγορικός και μ’ αυτόν τον τρόπο εικονοποιεί εποπτικά και ζωηρά ψυχικές διεργασίες. Με τη γλώσσα λοιπόν των εικόνων, που είναι μια κοινή γλώσσα όλων το ανθρώπων, καθιστά τα όποια νοήματα πιο προσιτά στον αναγνώστη.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποίησης της Εξάρχου είναι η δραματικότητα. Σε αρκετά ποιήματα τίθενται ερωτήματα, ακόμη και στους τίτλους τους, στα
οποία δίνεται απάντηση, δηλαδή δημιουργείται, έστω πλασματικός, διάλογος
που αποτελεί conditio sine qua non του δραματικού χαρακτήρα ενός έργου. Δραματικό χαρακτήρα έχει π.χ. το ποίημα «Ανταλλαγή» (σσ. 26-27), στο οποίο το π.υ. απευθύνεται στον Άλλον και ανοίγει τρόπον τινά διάλογο μαζί του. Ανταλλάσσουν απόψεις για την ποιητική δημιουργία σα να είναι αυτή μια ερωτική σχέση μεταξύ τους. Φυσικά ο διάλογος γίνεται μεταξύ του π.υ. και του εαυτού του, σαν να είναι άλλο πρόσωπο, σαν να έχουμε αναδιήγηση διαλόγου που έχει γίνει στο παρελθόν, όπως περίπου γίνεται στους Πλατωνικούς διάλογους, στους οποίους όμως πράγματι ο διάλογος είχε
γίνει μεταξύ φυσικών προσώπων.
Στο ποίημα «Ονείρων Συνέχεια», (σσ. 28-29) έχουμε το ποιητικό κόσμο και την ποιητική της Εξάρχου από τη μια και από την άλλη, εμφανώς προς το τέλος, τον Έρωτα.
Το ποίημα είναι μεγάλο, μιάμιση σελίδα, ανοικονόμητο βέβαια αλλά παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, γι’ αυτό θα αποτολμήσω να το παραθέσω συμπτύσσοντας, όσο είναι δυνατόν, τους στίχους του.

Ονείρων συνέχεια
Βύθισα τα όνειρά μου / στο μέλι ίων προσδοκιών μου, / τη σάρκα να σμιλέψουν / ίου εκλεκτού της Μνημοσύνης. / Μου είπαν / να το στάζω απ’ την άκρη τ’ ουρανού, / αργά αργά, / να ενδύεται μορφές ηδείς, / σχήματα υπαινικτικά, / να διαχέεται στη ραθυμία της ηδονής, / χαμόγελα και δάκρυα λανθάνοντα, / λιτανείες στου έρωτα την αυταπάτη, / να δραπετεύει από τα
δάχτυλα, / να προσκολλάται στην ψυχή / όλο και πιο πολύ, / να σμίγει οριζοντίως και καθέτως στα σπλάχνα, / να με λιγώνει εκχύλισμα μελίρρυτο, / στου πεύκου την απόχρωση τα μάτια / να ατενίζουν το φως το πρώτο της ημέρας, / να μειδιούν τα χείλη, / να γεύομαι τη δρόσο της αυγής τους, / ανυπόμονα να διαπράττουν / εμπρησμούς νυχτερινούς / στου λαιμού
τα μισοσκόταδα, / να συλληφθώ στο κορμί του, /να συλληφθεί στο κορμί μου, / εισβολέας στα άδυτα της διέγερσής μου. / Πόσες απρόσμενες κρυψώνες / μυστικών περιπλανήσεων / να εξερευνήσουν οι γευστικοί πόροι, / να
κοινωνήσουν χυμούς λάγνων αποσταγμάτων, / να οδεύσουν τα χέρια τα φιλομαθή, / να διαρρήξουν υμένες παρθενικών παθών, / σκήπτρα και λάφυρα να αποθέσουν / στου καταχτητή την κλίνη, / κρυφής μάχης τοπίο./ Τι παραφορά η στάση της πρόσκλησης / στου έρωτα τα δώρα. / Ανυπόφορα ανέγγιχτη σάρκα, / να σου εμφυσήσω, / να μου εμφυσήσεις / ανάσες εξημμένες. / Δια βίου.
Ένα πλήθος λεκτικών τρόπων, μια πραγματική πλημμυρίδα εκφραστικών ευρημάτων και ηδυσμένου λόγου κατακλύζουν και συναρπάζουν τον αναγνώστη. Ίσως κανείς να διακρίνει κάποια υπερβολή στην έκφραση, ότι γίνεται κατάχρηση ηδυσμάτων. Αλλά, ό,τι και να πει κανείς, νομίζω πως το ποίημα αυτό είναι ένα κατόρθωμα της Καλλιόπης Εξάρχου.
Η ποίηση είναι δύσκολη τέχνη. Στο ποίημα «Ελευθερία ή Θάνατος», (σ. 13) η ποιήτρια ομολογεί πως «μισόν αιώνα ζωής / χρεώθηκε / για ν’ αναστήσει τους στίχους». Το έχουν γράψει πολλοί πως η ποίηση είναι μια πονεμένη εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου. Θέλει αφοσίωση, ζητά από τον ποιητή να πονέσει, να ματώσει. «Η ποίηση δεν είναι υπόθεση ανέξοδη· για να μπει στην ψυχή μας, τρώει το κορμί μας» είπε κι έγραψε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Το θέμα αυτό, ότι δηλαδή η ποίηση, η τέχνη του λόγου, είναι δύσκολη, το επαναφέρει η Εξάρχου στο ποίημα «Αταξία», (σ. 16), όπου σημειώνει «Πόσες προσπάθειες / πόσων χρόνων / για να στεγάσω / φράσεις ανυπότακτες».
Η μορφή των ποιημάτων είναι το «έξω» ενός «μέσα», κι αυτό το μέσα είναι το κύριο και σταθερό, ενώ το έξω είναι η αντανάκλαση, η εικονική τρόπον τινά αναπαράσταση του έσω, του μέσα. Αλλά, παρά τη μεταβλητότητα του έξω, της μορφής δηλαδή με όλα τα τεχνάσματά της, το μέσα χωρίς το έξω όχι μόνο δεν μπορεί να προβληθεί αλλά ούτε και να υπάρξει. Ένα υπαρξιακό π.χ. πρόβλημα του ποιητή μόνο του δε συνιστά τέχνη, ποίημα· απαιτείται εκείνο το κάτι που θα το μετουσιώσει, θα το μεταστοιχειώσει σε τέχνη, σε ποίημα.
Δηλαδή απαιτείται και το κατάλληλο ένδυμά του που είναι το έξω, η μορφή.
Αυτό το έξω, τη μορφή των ποιημάτων της συλλογής, το εξετάσαμε, όσο είναι δυνατόν σε μια βιβλιοπαρουσίαση και με αναγκαστική συντομία. Το μέσα στα ποιήματα της συλλογής είναι προβλήματα συνειδησιακά, ηθικά, υπαρξιακά:
άγχος, αγωνία, μοναξιά, απομόνωση, και τα συναφή διαβρωτικά της ψυχής προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου.
Η ποίηση της Εξάρχου είναι βιωματική και αυτοβιογραφική. Προσωπικές εμπειρίες και βιώματά της αντλεί η η ποιήτρια από τη μυχιοθήκη της ψυχής της και αυτά είναι τα θέματά της, τα οποία αφηγείται με εξομολογητικό τόνο σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο. Στο βάθος -βάθος των ποιημάτων εμφιλοχωρούν τα πιο πάνω υποστασιακά προβλήματα, είτε αυτά αναφέρονται ρητά είτε υπονοούνται.
Σε μερικά από ία οκτώ ποιήματα με τίτλο «Σιωπή» έχουμε τέτοια, εμφανή ψυχοφθόρα θέματα. Η σιωπή υπονοεί δυσάρεστη ψυχική κατάσταση. Σωπαίνει τότε κανείς και υποφέρει και κλείνεται στο καβούκι του, απομονώνεται και σιτίζεται με τη μοναξιά του. «Έφυγες / και δεν ξέρω /τι να κάνω με τους τοίχους», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Σιωπή 1» (σ. 40), όπου οι τοίχοι παίρνουν συμβολικό νόημα, γίνονται Καβαφικά τείχη. Στο επόμενο ομότιτλο ποίημα «Σιωπή 2», (σ. 41) διαβάζουμε «Πήρα βαθιά εισπνοή / να αντέξω το έρεβος». Και παρακάτω, στο ίδιο ποίημα, έχουμε την ενδοσκόπηση του π.υ. «Κοίταξα εντός μου» και «Πήρα δεύτερη εισπνοή / και εισχώρησα στα
ενδότερα / χωρίς μίτο. / χωρίς τίποτε. / Ο Μινώταυρος / με περίμενε / όπως πάντα.» Συνειδητοποιεί το π.υ. το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου, που γίνεται στο τέλος βορά του Μινώταυρου της εποχής μας, τον οποίο ούτε με τη βοήθεια της Αριάδνης μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να αντιμετωπίσει, γιατί απλούστατα δεν έχει υλική υπόσταση με εξωτερικό περίγραμμα.
Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ποίηση του έσω χώρου με κύριο χαρακτηριστικό της την εσωστρέφεια. Το περιεχόμενο των ποιημάτων είναι συναισθήματα καταθλιπτικά σαν να βγαίνουν από μια «Έρημη χώρα», την ψυχή του π.υ., που η απόγνωση το σπρώχνει σε παράτολμες και αυτοκαταστροφικές πράξεις. Διαβάζουμε στο ποίημα «Σιωπή 6» (σσ. 46-47): «Σιγή, μόνο σιγή, / απέραντη σιγή. / (…) / Μόνο ακέφαλες αισθήσεις. / Κομμάτια και θρύψαλα. / (…) / και θρηνώ θρήνο πένθους. / Δεν αντέχω τόση ερημιά. / Δεν αντέχω τόση σιωπή. / Φέρτε μου το μαχαίρι / να ξεριζώσω την καρδιά, / (…) / Δεν αντέχω τόση λησμονιά. / Δεν είναι του έρωτα τόση παγωνιά. /Κρυώνω». Απεγνωσμένα ζητά βοήθεια από τον Άλλον και συνεχίζει: «Φέρτε μου τα χέρια του πίσω / να ψαύσουν παρειές, / στήθη, / χείλη, / σαν όνειρο, / να ανέλθω / να τα φιλήσω, / ατέλειωτο φιλί / βαθύ σαν θάνατο, / παρακαλώ σας». Ζητά βοήθεια από τον έρωτα που ξέρει από φάρμακα που θεραπεύουν τη μοναξιά. Όπως ο Καβάφης με σπαραγμό ψυχής κι αυτός ζητά βοήθεια από άλλον έρωτά του και γράφει «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάπως ξέρεις από φάρμακα, / νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω» (Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου…).
Η ποίηση της Εξάρχου είναι εν πολλοίς μελαγχολική. Και όμως ο αναγνώστης δε μελαγχολεί, γιατί ακόμα και η τέτοια ποίηση λειτουργεί ανακουφιστικά και στην τυχόν βαριά θλιμμένη ψυχή του αναγνώστη, γιατί η τέχνη της ποίησης μπορεί και μεταστοιχειώνει τα καταθλιπτικά, αρνητικά συναισθήματα σε άλλου, θετικού, ποιού συναισθήματα και πετυχαίνει δια της ομοιοπαθητικής, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι ποιήτρια αυθεντική, γνήσια, με τη δική της αυτόνομη φωνή, το προσωπικό της ύφος, και τα δείγματα γραφής που έδωσε και μ’ αυτή τη συλλογή προοιωνίζονται καρποφόρο το ποιητικό της μέλλον.

EXTRA LARGE 2011

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

Πόρφυρας τ.144

Κλειστά συστήματα

Extra Large ιστορίες σε 94 μόλις σελίδες γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο από
ένα πανεπόπτη συγγραφέα, ο οποίος παρακολουθεί την Ιωάννα από την εφηβεία της μέχρι τη μεσήλικη ζωή της, ένα είδος τρυφερού μάρτυρα στα εσωτερικά και εξωτερικά περπατήματα ενός μοναχικού κοριτσιού στον κόσμο σε μια εποχή πολιτικά δύσκολη που επηρέαζε την κοινωνία και συνέτεινε στην επίταση μιας ηθικολογικής επιφάνειας καθωσπρεπισμού. Δικτατορία στην επαρχία!
Η πολιτική λογοκρισία βαδίζει χεράκι χεράκι με τον κοινωνικό έλεγχο και τους κανόνες, κάθε είδους κανόνες, πρωτίστως για το σώμα. Πώς θα φάω, πώς θα κρατήσω το κουταλάκι, πόσο μεγάλη θα είναι η μπουκιά που θα κόψω με τα δόντια μου, είναι ανοιχτό ή κλειστό το στόμα μου όταν μασάω; Θα κοιτάξω το σώμα μου στον καθρέφτη; Επιτρέπεται; Είμαι χοντρή. Ακολουθούν οι κανόνες για το πνεύμα: Τι βιβλία θα διαβάσω; Επιτρέπεται η Περλ Μπακ; Οι αδελφές Μπροντέ; Τι εικόνες θα δω; Επιτρέπεται να δω εικόνες από αστέρες του κινηματογράφου που φιλιούνται; Από κοντά
και οι κανόνες για το συναίσθημα. Επιτρέπεται να δείχνω ότι αγαπώ; Επιτρέπεται να κλαίω; Επιτρέπεται να ερωτευτώ; Όχι τώρα. Μετά. Πότε μετά; Πόσο μετά; Φυσικά υπάρχουν κανόνες για την έκφραση: Ποια έκφραση; Δεν επιτρέπονται οι αντιρρήσεις. Και την αδικία; Πώς τη σηκώνει κανείς την αδικία που πρέπει να μένει ανέκφραστη μέσα στα πλαίσια της ευγένειας και της ευπρέπειας;
Πολιτικός έλεγχος από μια αλλοπρόσαλλη εξουσία, κοινωνικός έλεγχος από οικογένειες που αγαπούν κοινωνικά – «και τι θα πει ο κόσμος;» 0 τελευταίος, βέβαια, ήδη από την αρχαιότητα αφορά την αστική τάξη, όχι τις λαϊκές μάζες, όπως η Ντεζιρέ της πρώτης ιστορίας, που μπορεί και επιτρέπεται να κινεί το πληθωρικό της σώμα χωρίς ελέγχους και ασφυκτικούς περιορισμούς από εξαρτήματα γυναικεία, επιβεβλημένα από μια ανδρική αντίληψη για την κοινωνία, υποστηριγμένη αμείλικτα από εκπροσώπους του γυναικείου φύλου.
Και η διαφορετικότητα τι θέση έχει σε μια τέτοια κοινωνία; Μα τη διαφορετικότητα, αγαπητοί φίλοι, θα πρέπει να την καταπατήσουμε, να την πατήσουμε, να την αντιμετωπίσουμε όπως τα ζιζάνια στα χωράφια, να τη βγάλουμε και να τη γδάρουμε. Το ζητούμενο είναι η ομοιομορφία, η συνέχεια, η παράδοση στο μέλλον του παραδεδομένου ομοίου. Όλα ίδια και απαράλλακτα.
Ξαναγυρνώ στον συγγραφέα του βιβλίου. Τον αποκάλεσα τρυφερό μάρτυρα, όχι μόνο γιατί γνωρίζει τον πλούσιο, ευαίσθητο, ασύμβατο με τα δεδομένα της εποχής εσωτερικό κόσμο ενός νεαρού κοριτσιού αλλά και γιατί μοιάζει να στέκεται εκεί, δίπλα στο κορίτσι, ένα είδος νεραϊδούλας ή αγγέλου -αν είστε πιστοί-, που προστατεύει, μια ανεπίγνωστη για το κορίτσι συντροφιά, μια διαρκής παρουσία – η Ιωάννα, η ηρωίδα των extra large ιστοριών της Εξάρχου δεν είναι μόνη, κι ας βιώνει μιαν απίστευτη εξωτερική και εσωτερική μοναξιά. Ο συγγραφέας παίζει και αυτός στο βιβλίο, δεν είναι αμέτοχος, έχει ένα ρόλο: να πει την ιστορία όχι σε αναγνώστες αλλά σε ακροατές, αυτό τουλάχιστον φαίνεται από το γεγονός ότι κάποτε απευθύνεται: «Για φανταστείτε», «με παρέσυρε η σύγχυση της Ιωάννας και ξέχασα να σας πω», «και όπως γνωρίζετε πολύ καλά», «θα σας γελάσω», «μη γελάσετε», «θα αναρωτηθείτε». Μια παρεϊστικη ατμόσφαιρα.
Οι ιστορίες μοιάζουν γυναικείες, εξάλλου πολλές γυναίκες κυκλοφορούν στο βιβλίο. Η γύφτισσα Ντεζιρέ, η γερμανίδα Ούρσουλα με τις κόρες της Βανέσα και Χέλγκα, η μαμά Ευτέρπη – σπανίως αποκαλείται μαμά, τις περισσότερες φορές μητέρα, κι αν καμιά φορά η συγγραφέας εν ονόματι της Ιωάννας ξεχαστεί και την αποκαλέσει μαμά, μερικές γραμμές πιο κάτω επανέρχεται στην τάξη, η μαμά γίνεται και πάλι μητέρα. Συνεχίζουμε: η αδελφή της μητέρας Ευ-τέρπης Ευ-δοκία, όλα ευ θα πρέπει να είναι, φοβερή μαγείρισσα, η πεθερά της μητέρας Ευτέρπης, μητέρα του πατέρα της Ιωάννας, γιαγιά της Ιωάννας, αναντίρρητη αρχηγός του οίκου, «αυτοκρατορική, μεγαλοπρεπής, άκαμπτη φιγούρα μιας άλλης εποχής»
(σ. 20), η αδελφή Μαρία, μια άλλη Μαρία, δεξί χέρι της γιαγιάς, η αισθητικός, η φίλη Άννα, οι απρόσωπες και μάλλον εχθρικές συμμαθήτριες, γυναίκες
που καθαρίζουν το σπίτι. Η ταυτότητα της νεαρής Ιωάννας φαίνεται να διαμορφώνεται με την υποψία του διαφορετικού μέσα από τις μορφές της γύφτισσας και της Γερμανίδας. Αυτές ίσως τη διαφύλαξαν από το όμοιο.
Και οι άνδρες; Μέσα από αυτούς αναδεικνύονται καλύτερα κοινωνικές δομές. Αρχίζω λοιπόν: εργάτες του κήπου (σ. 15, 71), ενίοτε κάτω από τις διαταγές της πολύ έμπειρης στα των κήπων γιαγιάς, ο νεαρός βαφέας του σπιτιού της γιαγιάς, «κούκλος με γαλάζιους οφθαλμούς» (σ. 18), ο κηπουρός με τα πράσινα μάτια, ο μεταλλειολόγος σύζυγος της Ούρσουλας, ο καταπιεσμένος από τη μητέρα του μπαμπάς, με καλούς τρόπους, χαλαρός και πιο ελεύθερος στα τραπέζια το βράδυ, τότε που η Ιωάννα μπορούσε να του εκφράσει κάποιες σκέψεις, μόνο τότε, σκληρός με την πράσινη σκιά που έβαλε στα μάτια της η Ιωάννα, ως και χαστούκι έφαγε το κορίτσι, με ιδιαίτερη όμως προτίμηση στην τζαζ και την κλασική μουσική, ο παππούς, κουβαλητής της βαλίτσας της γυναίκας του, φουκαράς (σ. 22), ένας εξιδανικευμένος θείος, με λαμπρές σπουδές, μποέμ, όμορφος, γοητευτικός, καλλιεργημένος, στον αντίποδα του επαρχιώτη πατέρα της Ιωάννας, υποκατάστατο πατέρα για την Ιωάννα, ο δάσκαλος του πιάνου κύριος Γιαννίκος, με συμπεριφορές που δεν συνάδουν προς την εκλεπτυσμένη ενασχόλησή του με τη μουσική -μα να ρουφά τον καφέ του; φοράει και μασέλα που κροταλίζει, του φεύγουν και υπολείμματα τροφών την ώρα που φωνασκεί-, ένας κούκλος ηθοποιός που φιλάει στο έργο την προπαγωνίστρια, ο καθηγητής των Αρχαίων Ελληνικών, της Αντιγόνης που στάθηκε πρότυπο επαναστάτριας για την Ιωάννα, ο
τριαντάρης «γοητευτικός, […] επικίνδυνα γοητευτικός» φλερτώδης μηχανικός
κ. Παπαδόπουλος (σ. 50), το πρώτο ροζ τριαντάφυλλο, ο κούκλος Πέτρος με μάτια «καταπράσινα σαν τη χλόη», ο ωραίος Νίκος, «ένα παλικάρι δυο μέτρα,
από καλό σπίτι» (σ. 81), «οικογένεια αυστηρή με συντηρητικές αρχές» (σ.82), το πρώτο φιλί, αγόρια συμφοιτητές που δεν θα αφιέρωναν πολύ χρόνο να ανακαλύψουν τον εσωτερικό κόσμο της Ιωάννας, ο ηδονοθήρας γυμναστής Μιχάλης. Τι περίεργο: ενώ ονομάζονται οι γυναίκες του σπιτιού, κανένας από τους άνδρες του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος δεν ονομάζεται. Είναι μόνο ο θείος, ο μπαμπάς, ο παππούς. Και ενώ οι άνδρες περιγράφονται, οι γυναίκες παραμένουν έγκλειστες στα χαρίσματά τους.
Κλειστά συστήματα αυτά στα οποία μεγάλωσε η Ιωάννα, το σπίτι, η σχολική τάξη -ούτε καν το σχολείο-, η επαρχιακή πόλη, η δικτατορία σαν ανεμοβλογιά στην εφηβεία, η αστική τάξη. Και μέσα σε όλα αυτά και από όλα αυτά ξεπετάχτηκε ένα κορίτσι. Η συγγραφέας το παρακολούθησε με τρυφερότητα, με λεπτό σαν αεράκι χιούμορ, με ελαφρό σαρκασμό, ενίοτε με δραματικούς τόνους: «[…] έτρεχε κάθιδρη στο δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της […]. Το είχε βάλει στα πόδια. Έτρεχε να κρυφτεί αποφασισμένη να μην ξεμυτίσει ποτέ πια από τη σιγουριά της φυλακής της. Εκεί τουλάχιστον όλα της φαίνονταν οικεία, εξόχως οικεία, αλίμονο!»
Κλείνω με μια φράση ακόμη από τη τελευταία μυθ-ιστορία της Εξάρχου: «Αυλάκια που διέτρεχαν το κορμί απ’ άκρη σ’ άκρη, το έσκαβαν, το όργωναν. Αυλάκια αδιέξοδα να ανακυκλοδνουν τη ροή τους, εσωτερικά, μυστικά, να αγγίζουν τα σπλάχνα και εκείνα να αφυπνίζονται
ανατριχιάζοντας από την υγρασία της θλίψης.»

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Θέματα Λογοτεχνίας 9-12/2013

«EXTRA LARGE, 12 ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ»
.
Μια ερώτηση έρχεται συχνά στη σκέψη μας όταν διαβάζουμε ένα νέο βιβλίο:
Σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκει; Καμιά φορά το είδος δηλώνεται στον
υπότιτλο: Αυτοβιογραφία, Διηγήματα… Ωστόσο, ο υπότιτλος -12 σχέδια
για ένα πορτρέτο- της Καλλιόπης Εξάρχου, παραπέμπει περισσότερο σε εικόνα και λιγότερο σε γραφή. Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο, αναρωτήθηκα μήπως πρόκειται για βιογραφική ή και αυτοβιογραφική μυθοπλασία.
Και καθώς συνέχιζα την ανάγνωση, σκεφτόμουν, άθελά μου, την Αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, δηλαδή είχα στα χέρια μου, πιθανότατα, ένα μυθιστόρημα διάπλασης, με τη μεγάλη διαφορά ότι εδώ τίποτε δεν φαινόταν να οδηγεί στη συντριβή του κεντρικού προσώπου, άρα σε μυθιστόρημα ήττας,
όπως έχει αποκαλέσει η κριτική το συγκεκριμένο έργο του Γάλλου συγγραφέα.
Η Ιωάννα, η ηρωίδα, ζει σε έναν τόπο καταπίεσης, που θυμίζει φυλακή
υψίστης ασφαλείας: ακόμη και τα εσώρουχα καταπιέζονται. Καθώς δεν θεωρούνται ευπρεπή ρούχα, δεν έχουν το δικαίωμα να απλώνονται στον ήλιο·
στεγνώνουν, μακριά από τα βλέμματα των γειτόνων. Αυτή θα ήταν η τύχη
της Ιωάννας, αν έμενε στη γενέτειρά της. Ν ιώθουμε ευθύς εξαρχής, χάρη στο πέρασμα της Ντεζιρέ από την οθόνη μας, ότι η ηρωίδα θα φύγει, θα αφήσει πίσω της την επαρχία και θα χαθεί, όχι στην ανοιχτωσιά της φύσης, αλλά σε αχανείς πολιτείες, στην ανωνυμία της μεγαλούπολης, που, με όλα της τα μειονεκτήματα, επιτρέπει την ανάπτυξη του ατόμου. Ίσως γι’ αυτό χρειάστηκε να πάει η ηρωίδα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και όχι, όπως η συγγραφέας, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, να ζήσει στη μεγαλύτερη πύλη της χώρας και, πολύ αργότερα, στο Παρίσι.
Η αφήγηση παρουσιάζει διαρκώς ανεκπλήρωτες προσδοκίες, όπως στο
μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, Χαμένες αυταπάτες, με μια μεγάλη διαφορά
ξανά, η ηρωίδα ακολουθεί αδιάκοπα μια ανοδική πορεία. Πώς γίνεται αυτό;
Προφανώς, τα ταξίδια που την απομακρύνουν από τον τόπο της δεν επαρκούν. Εκείνο που τη σώζει είναι η δημιουργία ενός δικού της εσωτερικού τοπίου, που έχτισε μόνη της και μέσα στο οποίο επιλέγει να κινείται.
Το βιβλίο, αν και είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Καλλιόπης Εξάρχου,
μας εντυπωσιάζει με την ώριμη γραφή του. Και είναι ώριμη γιατί παράγεται
από μια επίπονη εσωτερική διεργασία. Η συγγραφέας δίνει την εντύπωση
ότι έζησε έντονα την κάθε στιγμή και εκφράζεται με το πάθος της βιωματικής γραφής. Η αφήγηση φαίνεται να είναι στο τρίτο πρόσωπο. Είναι όμως;
Πάνω από την ιστορία της Ιωάννας πλανάται ένας αόρατος αφηγητής (ή
αφηγήτρια, αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία), που βλέπει τον κόσμο μέσα
από τα μάτια της ηρωίδας. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, είχα μια εικόνα διαρκώς μπροστά μου: έβλεπα την ηρωίδα να παίζει και να επινοεί έναν παιδικό
φίλο, που μιλά για χάρη της, ενώ βλέπει αποκλειστικά ως εκεί που φτάνει το
δικό της βλέμμα. Ο αφηγητής, λ.χ., δεν μπορεί να μας πληροφορήσει τι σκέφτονται κρυφά τα μέλη της οικογένειας για τα πενήντα χρόνια γάμου που
γιορτάζουν ο παππούς και η γιαγιά. Θα μου πείτε: Μα υπονοεί με αυτό τον
τρόπο την καταπίεση του παππού και συνάμα τονίζει τη δική του ιδιότητα
ως νεωτερικού αφηγητή. Με άλλα λόγια επισημαίνει το γεγονός ότι δεν είναι παντογνώστης. Εντούτοις, η στάση του γίνεται πιο σύνθετη όταν εξαιρεί
την ηρωίδα από το ρόλο που ο ίδιος απονέμει στον εαυτό του. Το λέει μάλιστα σαφέστατα: «Το μόνο που μπορείτε να μάθετε είναι τι σκέφτηκε η Ιωάννα».
0 αφηγητής διαβάζει την ψυχή της, αντλεί πληροφορίες από τη μνήμη της, δημιουργεί μαζί της μια εξαίσια διφωνία, ενώ παραμένει κυρίαρχος της τεχνικής του.
Και ένα ακόμη τέχνασμα του αφηγητή: η παιχνιδιάρικη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, δηλαδή η σύνδεση του πλάγιου λόγου της αφήγησης
με τη φωνή του εκάστοτε ήρωα. Ακούμε λοιπόν ερωτήσεις -όπως: Γιατί και κυρίως επιφωνήματα – Α, αχ, ναι, μάλιστα, αλίμονο, έλεος! Αφηγητής και ηρωίδα συνεργάζονται για να μας παρασύρουν στο μυθιστορηματικό
σύμπαν της Εξάρχου, σύμπαν φτιαγμένο από λέξεις. Απολαυστική η περιγραφή όταν η γιαγιά καταφθάνει από την πρωτεύουσα για τις θερινές διακοπές της και πρώτο της μέλημα είναι να απαγορεύσει στην οικογένεια του
γιου της να χρησιμοποιεί την κεντρική εξώπορτα. 0 αφηγητής εκμεταλλεύεται την κωμική εικόνα που δημιουργούν ο εγωκεντρισμός και η μεγαλομανία
της γιαγιάς και απευθύνεται ευθέως στον αναγνώστη: «για φανταστείτε,
πάλι καλά που υπήρχε και δεύτερη έξοδος». Ξαφνικά όμως, η εικόνα του
εγκλεισμού χάθηκε από τα μάτια μου, καλύφτηκε από την αναπάντεχη λέξη
«έξοδος». Σαν να υπήρχαν πόρτες μόνο για να φεύγουμε. Άκουγα τη φωνή
της Ιωάννας κρυμμένη κάτω από την επιλογή της λέξης, που μου αποκάλυπτε την έντονη επιθυμία της για έξοδο, για φυγή. Η Καλλιόπη Εξάρχου, στην οποία μίλησα για την αντίδρασή μου, είπε πως δεν το είχε καθόλου
σκεφτεί. Και βέβαια, ακριβώς γι’ αυτό η εικόνα της φυγής έχει τόση δύναμη· πηγάζει κατευθείαν από το ασυνείδητο.
Ένα ξεχωριστό βιβλίο χρειάζεται έναν εκδότη με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Οι εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη αγκάλιασαν το βιβλίο με τρυφερότητα
και ευαισθησία.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ-ΠΟΘΟΥ

Διαβάζω 530 6/2012

Δώδεκα διηγήματα ή «πορτρέτα», όπως τα αποκαλεί η συγγραφέας, διαγράφουν την εσωτερική διαδρομή μιας γυναίκας, της Ιωάννας, από τις ονειρικές φυγές της καταπιεσμένης εφηβείας έως την επανάσταση της ωριμότητας. Πιο δίκαιος είναι ο χαρακτηρισμός «πορτρέτα», αφού όλα τα κείμενα τα συνδέει το ίδιο πρόσωπο, είναι όψεις της ίδιας γυναικείας μορφής που βιώνει τα στάδια της πορείας της προς τον έρωτα, προς τπ γνώση της φθοράς, προς την ουσία της ύπαρξης. Μεγεθύνοντας κάποια εξαιρετικά περιστατικά της ζωής της Ιωάννας, της ηρωίδας του βιβλίου, περιστατικά που τη σημάδεψαν ή αφύπνισαν καταπιεσμένες υποσυνειδησιακές ζώνες, η
συγγραφέας δημιουργεί μια ποιητική της αυτογνωσίας που ολοένα και βαθύτερα μας οδηγεί στην καθαρότητα της αλήθειας.
Με λόγο δυνατό και συνάμα ποιητικό, λόγο της αναλυτικής σκέψης και
της ψυχογραφικής διείσδυσης, η συγγραφέας μάς δίνει ζωντανές περιγραφές και καταστάσεις, μεγεθύνει και απομονώνει κάποιες βιωμένες στιγμές, για να φωτίσει τον ψυχισμό της ηρωίδας της, να δει και η ίδια σαν μέσα σε νοητό κάτοπτρο το μέγα γεγονός της μεταλλαγής της, πώς η καταπιεσμένη πουριτανή έφηβη έφτασε στην πλήρη ωριμότητα, από ποια επώδυνα μονοπάτια κατέκτησε την ανάβαση στο πρόσωπο.
Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι επίκουρη καθηγήτρια θεατρολογίας στο ΑΠΘ,
όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό της. Και είναι εμφανής η θεατρική
ισορροπία των ψυχικών καταστάσεων στα επιμέρους διηγήματα ή
πορτρέτα. 0 Σάμουελ Μπέκετ είπε: «Το πρόσωπό μας είναι πολλά πρόσωπα που καταλήγουν στο τελευταίο». Κάπως έτσι η συγγραφέας κομματιάζει το πρόσωπο της ηρωίδας της για να καταλήξει στο τελευταίο. Στο πορτρέτο «Εμμηνόπαυση», που είναι μια έξοχα δοσμένη επανάσταση και μαζί κάθαρση, αφού τόλμησε να σπάσει τον κλοιό από τις φοβίες και τις καταπιέσεις της ζωής της και να αποδράσει στο Παρίσι προκειμένου να βιώσει αυτογνωσιακά την αλήθεια του εαυτού της.
Σε όλα τα πορτρέτα υπάρχει μια ετεροχρονική συνειδητοποίηση της αλήθειας που αναζητά η ηρωίδα. Υπάρχει ένας αυτοσαρκασμός, απόρροια της ατολμίας και των κοινωνικών ταμπού. Κι αυτό κάνει την ηρωίδα στα μάτια μας βαθιά ανθρώπινη. Βαθιά αληθινή. Και καθώς ο λόγος του κειμένου είναι ποιητικός και πλούσιος σε περιγραφές και διεισδύσεις, η ηρωίδα γίνεται οικεία, γίνεται γνώριμη των δικών μας αδυναμιών και της δικής μας αγωνίας για απελευθέρωση.

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Βιογραφική μυθοπλασία θα αποκαλούσα το νέο βιβλίο της πανεπιστημιακού και ποιήτριας Καλλιόπης Εξάρχου. Αν και είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, η ώριμη γραφή της μαρτυρεί έντονη εσωτερική διεργασία. Η αφήγηση – φαινομενικά τουλάχιστον τριτοπρόσωπη – αρχίζει με τις λέξεις «Την έλεγαν Ντεζιρέ» και υλοποιείται μέσα από «τα παιδικά μάτια της Ιωάννας». Ωστόσο, η πληθωρική Ντεζιρέ δεν είναι παρά ένα σημείο εκκίνησης, μια αλληγορία της Επιθυμίας που εκφράζεται χωρίς ενοχές, ενώ το φτωχικό περιβάλλον της ανάγεται σε ένα πρώτο αντικρουόμενο ντεκόρ, πλάι στο οποίο θα προβάλει σε λίγο το αρχοντικό που υποθάλπει την καταπίεση της Ιωάννας.
Η βιωματική υφή της γραφής θα ταίριαζε με αφήγηση στο πρώτο πρόσωπο. Ωστόσο, όταν η ηρωίδα διστάζει να εκφράσει την επαναστάτη μένη
από την πρώτη στιγμή αντιγόνεια σκέψη της, μοιάζει να επινοεί έναν παιδικό φίλο που μιλά για χάρη της, θαυμάζει και συνάμα καγχάζει την αστική οικογένεια και κυρίως την ίδια, ενώ ασκεί αμείλικτη κριτική στην επαρχιακή ζωή τα χρόνια της δικτατορίας. Ο υπεύθυνος της αφήγησης δεν μπορεί να μας πει τι σκέφτονται κρυφά τα μέλη της οικογένειας για τα πενήντα χρόνια γάμου του παππού και της γιαγιάς, θέλοντας προφανώς να τονίσει, μεταξύ άλλων, ότι. δεν είναι παντογνώστης συγγραφέας. Εξαιρεί ωστόσο την Ιωάννα
από τον ρόλο του μοντέρνου αφηγητή που έχει αναλάβει διαβάζει την ψυχή
της, αντλεί από τη μνήμη της και δημιουργεί μαζί της μια εξαίσια διφωνία.
Όταν θέλει να μιλήσει για την ηρωίδα, απαρνιέται την ιδιότητα του εξωδιηγητικού αφηγητή.
Η ταύτιση πραγματοποιείται με μια απολαυστικά παιχνιδιάρικη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Αγωνιώδεις ερωτήσεις – «Γιατί;», «Μα γιατί;», «Λες;» -, ενθουσιαστικά επιφωνήματα – «Ωραία!», «Επιτέλους!» – και εκφράσεις δυσφορίας για την αβάσταχτη καταπίεση – «Αχ!», «Έλεος πια» – πολλαπλασιάζονται όσο προχωρεί η ιστορία και επενδύουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση με την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης. Ο αφηγητής εμφανίζεται σαφώς ως το alter ego της ηρωίδας. Και ενώ το δράμα παίζεται στην ψυχή της μικρής και στη συνέχεια έφηβης Ιωάννας, το σύνθετο βλέμμα που την
ενώνει με τον αφηγητή οδηγούν τον αναγνώστη σε μια κωμική θέαση της
μικρής κοινωνίας. Απολαυστικές οι περιγραφές όταν η γιαγιά καταφθάνει από την πρωτεύουσα για τις θερινές διακοπές της και απαγορεύει στην οικογένεια του γιου της να χρησιμοποιεί την κεντρική εξώπορτα. Ο αφηγητής εκμεταλλεύεται την κωμική εικόνα που δημιουργεί η εντολή και απευθύνεται ευθέως στον αναγνώστη: «για φανταστείτε, πάλι καλά που υπήρχε και δεύτερη έξοδος», σαν να υπήρχαν πόρτες μόνο για να φεύγουμε. Η φωνή της Ιωάννας κρύβεται κάτω από» την επιλογή – πιθανότατα ασύνειδη και γι’ αυτό τόσο δυνατή της λέξης «έξοδος» και αποκαλύπτει την αδιάλειπτη] επιθυμία της για φυγή.
Το πεζογράφημα της Καλλιόπης Εξάρχου σε κάποια σημεία αγγίζει
απαλά, από απόσταση στον χώρο και τον χρόνο, σημαντικές στιγμές της δημιουργίας του μυθιστορήματος στη Γαλλία του 19ου αιώνα. Όπως στον
Σταντάλ (Το κόκκινο και το μαύρο), ο κλειστός κόσμος της επαρχίας προσφέρεται ως ιδανικός χώρος για καταπίεση του χαρισματικού ατόμου.
Έχουμε και εδώ, όπως και στον Φλωμπέρ (Αισθηματική αγωγή), ένα μυθιστόρημα διάπλασης, το οποίο ωστόσο δεν καταλήγει σε μυθιστόρημα ήττας. Ούτε περιγράφει αποκλειστικά ανεκπλήρωτες προσδοκίες, όπως ο Μπαλζάκ (Χαμένες αυταπάτες). Η Ιωάννα ακολουθεί μια αδιάκοπη ανοδική πορεία, ίσως γιατί έχτισε το δικό της εσωτερικό τοπίο μέσα στο οποίο κινήθηκε, ένα «δωμάτιο στην πίσω αυλή», όπως θα έλεγε ο Μονταίν. Εξάλλου, τα νιάτα, καθώς κοιτούν μόνο μπροστά, βλέπουν τη ζωή σε μια συντηρητική οικογένεια «σαν ξεχασμένη σελίδα στην εξέλιξη του πλανήτη». Πλάι στο προσωπικό δράμα, η δικτατορία των συνταγματαρχών κυλά αθόρυβα και διαβρώνει συνειδήσεις.
Οι εκδόσεις Σοκόλη-Κουλέδάκη πρόσεξαν με καλλιτεχνική ευαισθησία ένα ξεχωριστό βιβλίο.

ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΑΛ. ΜΥΡΙΑΔΗΣ

Το βιβλίο «Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal της Καλλιόπης – Στυλιανής Εξάρχου που εκδόθηκε από το University Studio- Press, ερευνά τον αρχετυπικό άξονα του θεατρικού λόγου του Arrabal μέσα από το θεωρητικό μοντέλο του φαντασιακού, ό πως το ορίζει ο Gilbert Durand, Προσεγγίζοντας όλες τις συμβολικές όψεις των Συστημάτων της Ημέρας και της Νύχτα, αποκαλύπτεται πως οι ήρωες του Arrabal συμφιλιώνουν το θάνατο με τη ζωή, το σκοτάδι με το φως, για ένα καλύτερο αύριο, και πως όλη αυτή η διαδικασία γίνεται θεατρική πράξη πάνω στη σκηνή. Ο κόσμος του Arrabal κινείται σε μία ατμόσφαιρα τελετουργικών σχημάτων ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Έτσι ο μύθος της «πολιτείας» του παίρνει συμπαντικές διαστάσεις και η θέαση των δρωμένων μετατρέπεται σε σκοτεινές καθόδους στον Άδη και σε φωτεινές ανατάσεις στον «Κήπο των Ηδονών». Μέσα σ’ αυτόν τον οραματικό χώρο – χρόνο του φαντασιακού και της Επιθυμίας, τα θεατρικά πρόσωπα βρίσκουν το ταίρι τους και αποκαθιστούν το αρχέγονο ανδρόγυνο.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal

Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal, ένα μικρό πυκνό βιβλίο σε μια καλόγουστη έκδοση του University Studio Press της Θεσσαλονίκης,
μελετώ τον ποιητικό κόσμο του διάσημου δραματουργού, με θεωρητικό άξονα την αρχετυπολογία του Gilbert Durand. Τόσο οι λεκτικές όσο και οι αμιγώς θεατρικές εικόνες στο έργα του Αρραμπόλ επενδύονται με τη μορφή αρχετύπων και συνδέουν τη θεατρική σκηνή με τη σκηνή του σύμπαντος. Αν
και η θεωρία του Durand αναφέρεται κυρίως σε λογοτεχνικά κείμενα, η συγγραφέας της προσδίδει νέες πρωτότυπες διαστάσεις και τη μετατρέπει σε σύστημα μελέτης του θεατρικού λόγου: η κίνηση, οι ήχοι, ο φωτισμός, τα πρόσωπα μεταμορφώνουν τη σκηνή σε ναό τελετουργικών δρωμένων.
Η κ. Εξάρχου μελετά συστηματικά τον σκηνικό χώρο με βάθη τις διδασκαλίες του Αρραμπόλ. Επισημαίνει τα γεγονός ότι η μουσική και ο χορός λειτουργούν ως σύμβολα ρυθμικής συνύπαρξης του φωτός και του σκότους, ενώ συμβάλλουν στο ιερό πάντρεμα της σωματικής επιθυμίας των ηρώων με την
προδιάθεση της ψυχής τους για ανάταση. Τα θεατρικά πρόσωπα εξετάζονται ως μορφές πάνω στη σκηνή που παλεύουν ανάμεσα στη μυητική ισχύ του
σκότους και τη λυτρωτική επίδραση του φωτός. Μια πρωτότυπη συνέντευξη,
περιλήψεις των έργων του Αρραμπόλ, εκτενής βιβλιογραφία και περίληψη της μελέτης στη γαλλική, συντελούν στην ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της
πρωτοποριακής μελέτης του
θεατρικού φαντασιακού.

{ περιοδικό Οδός Πανός, No 53-34, Ιαν.-Φεβ, 1995)

ΕΙΚΟΝΕΣ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ TOY ARRABAL
της ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ-ΣΤΥΛΙΑΝΗΣ ΕΞΑΡΧΟΥ,

Τον αρχετυπικό άξονα του θεατρικού λόγου του Αρραμπάλ, μέσα από το θεωρητικό μοντέλο του φανταστικού, όπως το ορίζει ο Ζιλμπέρ Ντυράν, ερευνά το συγκεκριμένο βιβλίο. Προσεγγίζοντας όλες τις συμβολικές όψεις των Συστημάτων της Ημέρας και της Νύχτας, αποκαλύπτεται πως οι ήρωες του Αρραμπάλ συμφιλιώνουν το θάνατο με τη ζωή, το σκοτάδι με το φως,
για ένα καλύτερο αύριο, και πώς όλη αυτή η διαδικασία γίνεται θεατρική πράξη πάνω στη σκηνή. Στη μελέτη αυτή, εκτός από τους άξονες
της θεωρίας του Ντυράν, η συγγραφέας ανατρέχει αφ’ ενός μεν στις επιστήμες του ανθρώπου, ειδικά στο Γιουνγκ, για να διερευνήσει καλύτερα τη συμπεριφορική και συναισθηματική κατάσταση των ηρώων, αφ’ ετέρου χρησιμοποιεί τις δομές των μύθων, των τελετουργικών εθίμων και των θρησκευτικών συμβολισμών της θεωρίας του Ελιάντ, για να ερμηνεύσει τον αισθητικό μυστικισμό του θεάτρου του Αρραμπάλ.

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ

Όταν μια παράσταση προκαλεί απόλαυση, το έργο του κριτικού είναι σχετικά εύκολο. Όταν όμως χωλαίνει, τότε είναι άχαρο. Δύο πρόσφατες παραστάσεις που είδαμε στη Θεσσαλονίκη, γέννησαν αυτά ακριβώς τα συναισθήματα:
απόλαυση η Στέλλα: Ιστορίες , Ενός Μαχαιριού (θέατρο Κουίντα, παραγωγή Λύκη Βυθού), μια διακειμενική σύνθεση της Κ. Εξάρχου με αποσπάσματα από τα έργα Στέλλα, Αυλή των Θαυμάτων, Αόρατος Θίασος, Χώρα Ιψεν, Ο δρόμος, περνά από μέσα και Παραμύθι χωρίς όνομα, του I. Καμπανέλλη),
και αδιαφορία οι Δούλες του Ζενέ (παραγωγή ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και φιλοξενούμενη του ΚΘΒΕ, στη μικρή σκηνή της Μονής Λαζαριστών).
Συμπλέκοντας προσωπικές στιγμές ηρωίδων παρμένων από διάφορες τάξεις και γεωγραφικούς χώρους, η Εξάρχου προσπάθησε και, μέχρι ενός σημείου πέτυχε, να υφάνει ένα ρέον μωσαϊκό αντιστίξεων, με κέντρο βάρους τη διαρκή πάλη του θηλυκού και του αρσενικού, αλλά Κάι τις ιδιαιτερότητες της θέσης της γυναίκας μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Από τη σύνθεσή της αναδύονται οι προσδοκίες, οι απογοητεύσεις, οι χαρές και οι λύπες των γυναικών, οι οποίες, παρόλα τα ποικίλα αδιέξοδα, δεν το βάζουν κάτω, δε σταματούν να ονειρεύονται μέσα από τη διαφορετικότητά τους
ένα «άλλο» των πραγμάτων, να διερωτώνται μαζί με τη Στέλλα: «Γιατί όλοι θέλετε να με κουτσουρέψετε;»
Με αυτό το «χαλαρό» υλικό στα χέρια, ο σκηνοθέτης Π. Δανελάτος έπαιξε και κέρδισε. Κούρδισε με ευαισθησία και γνώση τον «ασυνεχή» μίτο της ιστορίας, βρήκε άξονες και περάσματα, συντόνισε ρόλους. Στο λιτό και ευέλικτο σκηνικό του Α. Αποστολίδη κίνησε στους σωστούς ρυθμούς και το δέον ύφος τους ηθοποιούς του, οι οποίοι παρ’ όλη τη μεταμορφωτική «μανία» των κειμένων κατάφεραν να συγκρατήσουν την ισορροπία τους και να συνθέσουν με ευκρίνεια τα πολλαπλά προσωπεία τους. Η Γεωργιάδου, ο
Διακοσάββας, η Φωτεινάκη και ο Φραντζής μπορεί να μην ολοκλήρωσαν ρόλους, ολοκλήρωσαν όμως παρουσία. Βεβαίωσαν ήθος, και ανεβοκατέβηκαν κλίμακες, συνοδεία της ζωντανής μουσικής του Α. Γούναρη που μας ταξίδεψε με τις αξέχαστες μελωδίες του Χατζιδάκι.

ΜΑΡΙΝΑ ΠΕΛΤΕΚΗ

Χωρίς αλλοιώσεις

Η παράσταση έχει έντονα αφηγηματικό χαρακτήρα. Οι ηρωίδες των παραμυθιών εξιστορούν επί σκηνής τις περιπέτειές τους συνοδευμένες
από ξωτικό, που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των τεσσάρων ιστοριών. Στην παράσταση χρησιμοποιούνται ηχογραφημένα αποσπάσματα,
τα οποία συνδυάζονται έντεχνα με το θεατρικό λόγο.
«Οι ιστορίες των παραμυθιών παρουσιάζονται χωρίς παρεμβάσεις ή αλλοιώσεις. Δεν τις έχουμε απογυμνώσει, για να στείλουμε στους μικρούς θεατές συγκεκριμένα μηνύματα. Άλλωστε τα ίδια τα παραμύθια έχουν ιδιαίτερο παιδαγωγικό χαρακτήρα και μπορούν με το δικό τους τρόπο να διδάσκουν», λέει ο σκηνοθέτης Παύλος Δανελάτος και προσθέτει:
«Μεγάλο μέρος της παράστασης περιλαμβάνει ηχογραφημένες ατάκες και τραγούδια, τα οποία ερμηνεύονται ζωντανά επί σκηνής και ενώνονται με το αφηγηματικό μέρος του έργου. Είναι η πρώτη απόπειρα της «Λύκης Βυθού»
να προσεγγίσει και να παρουσιάσει παιδικό έργο, το οποίο σημειωτέον, θα φιλοξενηθεί στο μικρό, αλλά ζεστά χώρο του «Studio Κουίντα». Περιμένουμε να δούμε τις αντιδράσεις του κοινού και αναλόγως να συνεχίσουμε», καταλήγει.
Στη διανομή των ρόλων παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί Γιώργος Τσομπανίδης, Ελένη Φωτεινάκη και Μαριάννα Καλαϊτζή. Τα σκηνικά και κοστούμια είναι του Απόστολου Αποστολίδη και οι μουσικές συνθέσεις του Κώστα Παπαγεωργίου.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Το θεατρικό ποίημα της Καλλιόπης Εξάρχου Όταν πέφτουν
οι μάσκες», που παίχτηκε από το θέατρο Λύκη Βυθού σε σκηνοθεσία Παύλου Δανελάτου, «αναπαριστά τη διαδρομή της επιθυμίας μιας καταπιεσμένης γυναίκας. […] Το έργο αρχίζει και τελειώνει με την εντολή υποκρίσου, μια λέξη που αλλάζει νόημα κάθε φορά που ακούγεται (Σαμαράς, 2001: 5). Και ενώ ο Sartre τοποθετεί τη σκηνή του στην κόλαση, που είναι μεταφορικός λόγος για μια κοινωνία που παλεύει ενάντια στο άτομο, η Εξάρχου, καθώς γράφει σε μεταμοντέρνα εποχή, το τοποθετεί σε προηγούμενο έργο, μεταφέροντας στο δικό της όλο τον προβληματισμό του διακειμένου της. Οι ήρωες Φλοράνς και Πιερ ξέφυγαν από ένα θέατρο εν θεάτρω και γλίστρησαν από τις αναμνήσεις της Ινές και της Εστέλ, αντίστοιχα, για να αποκτήσουν θεατρική οντότητα σε ένα νέο έργο, που ο τίτλος του, προφανώς εσκεμμένα, υπόσχεται πιο πολλά από όσα μπορεί να κατορθώσει ο άνθρωπος: να δημιουργήσει τη δική του και μόνον προσωπικότητα, χωρίς να προδώσει τη φύση του ή να αλλοιώσει τη φύση των άλλων.
Η πρωταγωνίστρια του έργου φέρει ένα όνομα που αποδομεί τις παραδοσιακές ηρωίδες και ξυπνά στη σκέψη του θεατή τόσο τη λακανική ψυχανάλυση όσο τον σαρτρικό υπαρξισμό, Ονομάζεται η Άλλη και κουβαλά μαζί της μια Κόλαση, που είναι και δεν είναι διαφορετική από την πρώτη. Απογυμνωμένη από το Εγώ, άρα από την ίδια την ταυτότητα και τη γνήσια προσωπικότητά της, δεν αντιπροσωπεύει μονάχα τον άλλο-κάτοπτρο, που
δείχνει ή συρρικνώνει ανελέητα την αλήθεια, δεν είναι μονάχα ο άλλος-μάσκα που αρνείται να πέσει. Την προσωπίδα την επέβαλε η persona που καταπιέζει και καταπιέζεται, ο Άλλος που επαναστατεί και εκδικείται.
Την εξουσία της Αλλης θα μπορούσε να ανατρέψει ο καθρέφτης, όπως υπονοεί το σαρτρικό διακείμενο, αλλά τελικά στο θεατρικό έργο της Εξάρχου το πρόβλημα δεν είναι υπαρξιστικό αλλά οντολογικό: η ύπαρξη δεν οδηγεί στην ενσάρκωση της ουσίας, ακριβώς το αντίθετο αναφέρεται στη γυναίκα Φλοράνς και στην Άλλη που, με την ειρωνική φωνή της, δεν επιτρέπει στη
Φλοράνς να τολμήσει καν να ελπίζει ότι θα ολοκληρωθεί, θα συσταθεί σε ον, Η καταπιεσμένη γυναίκα ζει σε μια μεταφυσική ατμόσφαιρα· η ουσία της είναι σαφώς διαγραμμένη μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο; Ο καθρέφτης δεν της παρέχει την ευκαιρία να συγκροτήσει την οντότητα της. Έτοιμη από καιρό, όχι όμως και θαρραλέα, παρακολουθεί τον κατοπτρισμό της ζωής της να
μεταλλάσσεται σε αντικατοπτρισμό, καθώς παραμένει αμέτοχη στη δημιουργία της,
Σύγχρονοί μας ηθοποιοί υποδύονται συναδέλφους τους του 1843 στο έργο του Ανδρέα Στάικου με τίτλο αυτό ακριβώς το έτος, οι οποίοι με τη σειρά τους παίζουν τη δική τους εκδοχή του 1821, συνάμα ως επαναστατική περίοδο και ως έργο μέσα σε έργο. Οι ηθοποιοί, ταξιδιώτες μέσα στο χρόνο, κρατούν σημαντικά χαρακτηριστικά από κάθε σταθμό, φορτίζονται με τα γεγονότα, γίνονται οι ίδιοι ιστορία. Έτσι η ιστορία πηγάζει από τον ηθοποιό, και οι ρόλοι αντιστρέφονται. Ο ηθοποιός, καθώς ποιεί χαρακτήρες και συμβάντα, γίνεται ο άξονας της ιστορίας. Κάθε κίνηση πάνω στη σκηνή είναι κίνηση μέσα στο χώρο της Ιστορίας, η οποία δημιουργείται από αυτή τη διαλεκτική οπτική. Τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται ως θεατρικό παιχνίδι, όπως στο Μαρά/Σαντ ή στο 1789. Εις πείσμα όλης της θεατρικότητας που εμπεριέχει το έργο της, η Mnouchkine χρησιμοποιείτο 1789 (αλλά και το 1968) ως σημαντικότατη ιστορική στιγμή. Στον Στάικο
το 1821 εμφανίζεται πρωτίστως ως στιγμή γραφής θεατρικού έργου, όταν η ζωή γίνεται γνήσια μέσα από τη θυσία και την τέχνη, και ταυτόχρονα ως στιγμή κατά την οποία οι άνδρες βρίσκονται σε σταυροδρόμι και πρέπει να επιλέξουν: να πεθάνουν ηρωικώς ή να ζήσουν μια μη ηρωική ζωή. Τα πρόσωπα του έργου είναι σημεία μέσα σε δύο διαφορετικά σημειακά συστήματα: της αλήθειας και της ψευδαίσθησης που συντίθενται σε ένα νέο σύστημα, την αλήθεια ως ψευδαίσθηση, την Ιστορία ως θέατρο.
Όπως στο Θίασο του Αγγελόπουλου η ζωή των ηθοποιών στην πλοκή του έργου και το έργο που παίζουν ως θίασος γίνονται σημεία στο σημειακό σύστημα της Ιστορίας, η οποία γίνεται.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗΣ

Ο ανθρωπισμός της νέας συνείδησης

Έπειτα από πολλά χρόνια δύσκολης αφάνειας και κατασυκοφάντησής του από τη θεσμική κριτική ο Δημήτρης Δημητριάδης ανέκαμψε την τελευταία πενταετία ως ο εθνικός μας αντισυστημικός (με παρουσία στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και το Εθνικό Θέατρο). Δεν είναι μόνον η ισχυροποίηση μιας κοινωνικής δυναμικής υπέρ των παραδοσιακά αποκλεισμένων (ιδεολογιών, δομών, συμπεριφορών κ.ο.κ.) που συνέβαλε στην αποκατάσταση αυτής της “θεσμικής” πλάνης, αλλά και η θεατρολογική στήριξη που δέχτηκε ο Δημητριάδης από την προοδευτική ακαδημαϊκή κοινότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, η σημαντική μονογραφία της Καλλιόπης Εξάρχου παρουσιάζει μια ολιστική θεώρηση του θεάτρου του Δημητριάδη σύμφωνα με την οποία στη δραματουργία του συγγραφέα ενιδρύεται ένας νέος ανθρωπισμός όπου ο άνθρωπος αποκτά υπόσταση «στην ολότητά του, χωρίς αναστολές, όρια ή σχετικότητες» (σ. 19) μέσω της ανάταξης των παραδοσιακών διατάξεων του ζην (με την ταυτόχρονη συμπερίληψη του ηθικά και ιδεολογικά αδιανόητου, και του προηγουμένως ανεπίτρεπτου). Παράλληλα, είναι ευτυχής η συνάντηση ενός μέρους της εθνικής δραματουργίας μας με τη δημοφιλή στη διεθνή βιβλιογραφία θεωρία του μετα-ανθρωπισμού, όμως στην περίπτωση της Εξάρχου αυτό δεν γίνεται εκβιαστικά ή για να υιοθετηθεί μια ακαδημαϊκή μόδα, αλλά αναφύεται ως ανάγκη από τη μελέτη των κειμένων του Δημητριάδη, τα οποία πραγματικά θεσμίζουν μια νέα αντίληψη για το ανθρώπινο (τις πιο πολλές φορές δυστοπική).

Το 1977 ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Ihab Hassan (“Prometheus as Performer: Toward a Posthumanist Culture?”, Georgia Review 31.4: 830–50) προέβλεψε την άφιξη μιας μετα-ουμανιστικής Τέχνης που θα θεραπεύει «τις εσωτερικές διχογνωμίες της συνείδησης και τις εξωτερικές διχογνωμίες της ανθρωπότητας» (σ. 833). Είναι επιτακτική η ανάγκη, υπογράμμιζε ο Hassan, να κατανοήσουμε ότι «η ανθρώπινη μορφή –συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης επιθυμίας και των εξωτερικών αναπαραστάσεών της– μπορεί να αλλάζει ριζικά και ως εκ τούτου θα πρέπει να την οραματιστούμε εκ νέου» (σ. 843), για την εκ νέου υποστασιοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό ακριβώς αντιλήφθηκε η οξυδερκής και πρωτότυπη μονογραφία της Καλλιόπης Εξάρχου, αν και πλευρές της προσέγγισης αυτής σχολιάζονται και στη μελέτη της Δήμητρας Κονδυλάκη, Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης. Εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου, Νεφέλη, Αθήνα 2015, όπου, για παράδειγμα, σημειώνεται ότι το θέατρο του Δημητριάδη «διεγείρει τις κρυφές ανθρώπινες όψεις» (σ. 28). Η Εξάρχου παρ’ όλα αυτά οριστικοποιεί τη θεώρηση αυτή σε ένα κλειστό δραματουργικό σύστημα με αυστηρούς θεατρολογικούς όρους και παραμέτρους.

Οι όροι του νέου ανθρωπισμού

Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος στο θέατρο του Δημητριάδη παρουσιάζεται στην αναλυτικά «τερατώδη εκδοχή του» (σ. 23). Αυτό δεν θα ήταν κατ’ αρχήν ανθρωπιστικό ή φιλάνθρωπο, εάν δεν σημειωνόταν ότι ο άνθρωπος «πάσχ[ει] από άνθρωπο», επειδή ακριβώς διάγει «βίον δι-εστραμμένο» εκτός δηλαδή των αποδεκτών ορίων (σ. 19), συμπληρώνοντας δραματουργικά την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Με τον τρόπο αυτό η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται «πλαισιωμένη από τρόμο» (σ. 24), χωρίς δηλαδή εξωραϊστικές αποκρύψεις, αλλά και συμφιλιωμένη με την «αιμοδιψή ξενότητα του ανθρώπου […] σε ένα θέατρο υψηλής τέχνης» (σ. 27). Χωρίς αμφιβολία, αυτή η δραματουργική συνθήκη/πρόγραμμα που τηρείται απαρέγκλιτα, συνιστά μια τελεολογία της ύπαρξης, που δεν εξισώνει το ζην μόνο με το πάσχειν, αλλά και με την παρουσία του Κακού ως μόνιμου νόμου μέσα στον υπαρκτό κόσμο. Πρόκειται βεβαίως για μια αρτωϊκού τύπου σύλληψη του δραματικού προσώπου, η οποία οδηγεί σε έντονες στιγμές συνειδητοποίησης του πυρήνα του ανθρώπινου σκότους σαν ένα είδος ενοχλητικής αντι-κάθαρσης του θεατή. Αυτομάτως, «αυτό το εκτρωματικό τοπίο της ανθρώπινης ύπαρξης στο θέατρο του Δημητριάδη μας παραπέμπει αδιαμφισβήτητα στην προσέγγιση του μύχιου» (σ. 28), και δηλαδή την «κατάδυση στο πλέον βαθύτατο σημείο της ψυχής, με στόχο απώτερο τη συνάντηση του Εγώ με τον Άλλον» (σ. 29).

Η Εξάρχου προσδίδει μεταφορικά μια θειότητα στον Λόγο του Δημητριάδη ως μαρτυρία του Ανθρώπινου, διαπιστώνοντας την αγωνία του συγγραφέα «να επικυρώσει την πρωτοκαθεδρία της ανθρωπινότητας ως μέσου αυτογνωσίας αλλά και πολύτιμου υλικού για τη δημιουργία» που είναι «θεϊκή από τη φύση της» (σσ. 34-35). Ταυτοχρόνως, η συγγραφέας εντοπίζει κάποια τραγικότητα στο θέατρο του Δημητριάδη με την έννοια «της αναπόδραστης κατάστασης που εγκλωβίζει τα πρόσωπα και τα υποτάσσει στην προδιαγεγραμμένη μοίρα τους, δηλαδή τη θνητότητα του ανθρώπου» (σ. 36) και την «ασυγκάλυπτη ωμότητα» της ανθρωπινότητας (σ. 37). Σε καμιά περίπτωση, ωστόσο, δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθούν για τη δραματουργία του Δημητριάδη οι παραδοσιακοί φιλοσοφικοί όροι ανάλυσης του τραγικού, οι οποίοι μεταξύ άλλων επιβάλλουν την καταχώριση της τραγικής πράξης σε ένα υπερ-ηθικό επίπεδο που βρίσκεται Jenseits, πέρα, δηλαδή, από το Καλό και το Κακό.

Τέλος, η Εξάρχου συσχετίζει την έννοια της κάθαρσης με ένα είδος γνωσιακής ωφέλειας του θεατή από το θέατρο του Δημητριάδη, που μπορεί να τον οδηγήσει στον αναστοχασμό και την συνειδητοποίηση της σκοτεινής αλήθειας του κόσμου: «[Ο συγγραφέας] [κ]αταστρέφει τους πυρήνες της καθεστηκυίας τάξης, για να επέλθει νέα συνείδηση των πραγμάτων, ολιστική, ανυπότακτη και ευάλωτη, αληθινή και σπαρακτική στην εκκρεμότητά της. Αυτήν την παράφορη κάθαρση αναλαμβάνει το θέατρο του Δημητριάδη εξ ονόματος των θεατών του.» (σ. 39).

Τα όργανα και οι δομές του νέου ανθρωπισμού

Για την Εξάρχου ο πόνος και ο πόθος αποτελούν υλικά του νέου ανθρωπισμού, που υποστασιοποιούν την ανθρώπινη ύπαρξη στους διαλυμένους δραματικούς κόσμους του Δημητριάδη. Το πάσχειν χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα «για να μιλήσει για το πέραν, το αδιερεύνητο της ανθρώπινης φύσης», «για τους εφιάλτες της ανθρώπινης ύπαρξης, τον αποκλεισμό και την έλλειψη» (σ. 43), μετατρέποντας τον πόνο σε «γνώση της ανθρωπινότητας» (σ. 44). Ο πόθος για την Εξάρχου έχει και αυτός τη δική του “παιδαγωγία” λειτουργώντας «ως συστατικό γνώσης της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας» (σ. 46) είτε για τη συνειδητοποίηση της έλλειψης του Άλλου είτε ως άλωση του ερωτικού υποκειμένου από μια, συνήθως ασύμβατη, επιθυμία. Και είναι αυτή η ασυμβατότητα των πόθων που «αναλαμβάνει να φέρει τη νέα τάξη πραγμάτων» (σ. 50) στο επίπεδο μιας νέας Ηθικής της συμπερίληψης και όχι της απόρριψης του ηθικά ασύμβατου, προεκτείνοντας έτσι την «εμβέλεια του πόθου» (σ. 52) στο θέατρο.

Η θέση της Εξάρχου ότι η νέα απεικόνιση του ανθρώπου απαιτεί μια αντι-παραδοσιακή δραματική φόρμα και ένα νέο ύφος, συνέχει την επιχειρηματολογία της μονογραφίας, εφόσον πρώτα αναλύεται η δραματουργική κοσμοαντίληψη του Δημητριάδη και στη συνέχεια παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο ο νέος ανθρωπισμός μεταμορφώνεται σε δραματική δομή και γλώσσα, μεταποιώντας την «επικράτεια των παθών σε επικράτεια του Λόγου» (σ. 56) που αναδίδει την «υπαρκτική οδύνη» (σ. 55) του σπαραζόμενου ανθρώπου. Μια βασική γλωσσική τεχνική που χρησιμοποιεί ο Δημητριάδης (πέρα από την προβληματική, για μένα, λογοπλαστικότητα) είναι η επανάληψη και η υπερβολή, που για την Εξάρχου βοηθούν τη διείσδυση στην ανθρώπινη οδύνη, και παρουσιάζουν πρισματικά διαφορετικές όψεις της. Ταυτοχρόνως, η πρόσβαση σε μια περιοχή προηγουμένως απρόσβατη δεν είναι μόνον γλωσσικής φύσεως, αλλά και ηθικής, αφού συχνά μέσω αυτής της τεχνικής ο Δημητριάδης «ανασύρει για λογαριασμό […] του ανθρωπισμού κάθε προβατική και απόκρυφη εκδοχή» του παρά φύσιν (σ. 61).

Σε ό,τι αφορά την αρχαιόθεμη δραματουργία του Δημητριάδη, η Εξάρχου υιοθετεί τους όρους «αντιστροφή» και «συνέχεια» των μύθων (σ. 63 κ.εξ.), για να τονίσει ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να «διαστείλει τη μορφή των μύθων με τους ήρωες να διάγουν έναν νέο βίο». Με τον τρόπο αυτό κατακρημνίζονται «τα μοντέλα των ηρώων από το βάθρο τους, όπως μας κληρονομήθηκαν, ακτινογραφώντας τον εξ-ανθρωπισμό τους από την άλλη όψη του ανθρωπισμού» (σ. 64). Η συνέχεια του βίου των τραγικών ηρώων και ηρωίδων λειτουργεί ταυτοχρόνως «ως ευφυής μεταφορά που ξεκλειδώνει των έσω κόσμο τους, για να υπάρξουν ξανά και ξανά, αποκαλυμμένοι και με πλήρη γνώση και αποδοχή του εαυτού τους, ολόκληρου πια, στη χώρα του ανθρωπισμού του συγγραφέα, όπου βασιλεύει ο ‘αέναος ετερισμός’ [όρος του Δημητριάδη]» (σ. 75). Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τίποτε καινούργιο δεν κάνει ο Δημητριάδης δεδομένου ότι από την εποχή του André Gide τα περισσότερα αρχαιόθεμα έργα της Ευρωπαϊκής Δραματουργίας συνιστούν αντιφράσεις του μύθου. Ο κλονισμός της παραδοσιακότητας είναι μεγάλος μόνο για το Νεοελληνικό Θέατρο.

Ένα έργο αναφοράς

Η πανεπιστημιακός και ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου δεν μας παραδίδει μόνο μια συστηματική μονογραφία για το θέατρο του Δημητριάδη, αλλά και ένα μεθοδολογικό παράδειγμα ανάλυσης, δίνοντας έμφαση στην ανθρωποκεντρικότητα και την ωφελιμότητα αυτής της Άλλης φωνής μέσα στα ελληνικά Γράμματα. Όπως σημειώνει και η συγγραφέας: «Η δραματική τέχνη του Δημητριάδη εμφανίζεται σαν μια έκρηξη ανθρωπογνωσίας στο θεατρικό τοπίο της Ελλάδας, που έχει μάθει να περιστρέφεται χρόνια γύρω από ελληνοκεντρικές θεματικές» (σ. 83) και αυτάρεσκες ιδεολογίες. Είναι βέβαιο πως το πόνημα της Εξάρχου αποτελεί ένα έργο αναφοράς για κάθε μελετητή του Δημητριάδη και του Νεοελληνικού Θεάτρου.

ΣΟΦΙΑ ΦΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

περ. «Θευθ», τχ. 3,

Αν το 2010 είναι η χρονιά που ο Δημήτρης Δημητριάδης γίνεται ευρέως γνωστός (και στην Ελλάδα) χάρη στο αφιέρωμα του Odéon-Théâtre de l’Europe στο Παρίσι, κι αν το 2013 είναι η «σκηνική» του χρονιά, με το αφιέρωμα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών στην Αθήνα, το 2015-2016 μπορεί να θεωρηθεί η «ακαδημαϊκή» του χρονιά, με δύο βιβλία να κυκλοφορούν για το θέατρό του και ένα συνέδριο (το πρώτο) προς τιμήν του.
Το καλοκαίρι του 2015 εκδίδεται Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης, εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου της Δήμητρας Κονδυλάκη και στις αρχές του 2016 δημοσιεύεται το Δημήτρης Δημητριάδης, το θέατρο του ανθρωπισμού της Καλλιόπης Εξάρχου, η οποία ανέλαβε και τη διοργάνωση της διημερίδας Δημήτρης Δημητριάδης, παραβιάζοντας τα όρια, του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ (26-27 Μαΐου 2016), ένα εξαιρετικά επιτυχημένο συνέδριο που άνοιξε τη συζήτηση πάνω σε πολλές πτυχές του έργου του πολυσχιδούς συγγραφέα.
Το βιβλίο της Εξάρχου, επίκουρης καθηγήτριας στο παραπάνω Τμήμα του ΑΠΘ, θεατρολόγου, ποιήτριας, θεατρικής συγγραφέως και δοκιμιογράφου, εστιάζει στο φιλοσοφικό στοχασμό του Δημητριάδη, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού του, καθιστώντας το θέατρό του όχι απλώς ανθρωποκεντρικό αλλά ένα θέατρο του ανθρωπισμού, με τη λέξη σε πλάγια γραφή να δηλώνει, για τη μελετήτρια, τη νέα έννοια που της αποδίδει ο συγγραφέας, τελείως διαφορετική από αυτήν που όλοι γνωρίζουμε. Μέσα από μια διεξοδική και οξυδερκή μελέτη των θεατρικών του έργων, των δημοσιευμένων και αδημοσίευτων δοκιμίων και άρθρων του, στηριζόμενη σε θεωρητικούς και φιλόσοφους, ιδιαίτερα στην Julia Kristeva και τη θεωρία της περί αποκειμένου, η οποία, όπως αποδεικνύεται, εφαρμόζεται έξοχα στην περίπτωση του Δημητριάδη, η Εξάρχου ερμηνεύει τους λόγους και αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους παρουσιάζεται ο ανθρωπισμός στον συγγραφέα.
Η δομή του βιβλίο εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο. Η πυκνή και εμβριθής εισαγωγή αποτυπώνει το στίγμα του θεάτρου του Δημητριάδη, το οποίο σύμφωνα με τη μελετήτρια έχει όλα τα γνωρίσματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου, την ανοικτότητα στις φόρμες και τις νόρμες, προσομοιάζει με το θέατρο του λόγου του Valère Novarina, ενέχει τον «ωραίο τρόμο» του Heiner Müller, την έννοια της καταστροφής του Howard Barker, το σοκ της αναγνώρισης του Edward Bond. Και ενώ πρόκειται για ένα θέατρο που προσεγγίζει το μεταδραματικό και τις απόψεις του Hans-Thies Lehmann, άλλο τόσο απομακρύνεται από αυτό, χάρη στην εμμονή του συγγραφέα στο λόγο και την υπαρξιακή σημασία της γραφής και της λογοτεχνίας για τον ίδιο. Χρησιμοποιώντας την πολύπλοκη, ευφάνταστη και γλωσσοπλαστική δημητριάδειο ορολογία, με την οποία εξοικειώνει τον αναγνώστη της, η Εξάρχου διερευνά στο πρώτο κεφάλαιο τις συντεταγμένες του ανθρωπισμού, τα στοιχεία δηλαδή που ορίζουν τον ανθρωπισμό του, για να συνεχίσει στο δεύτερο με τα υλικά τα οποία τον τροφοδοτούν. Το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο αφορά στην τεχνική του συγγραφέα, τη δραματουργική φόρμα που χρησιμοποιεί προκειμένου να θέσει το έργο του στην υπηρεσία του ανθρωπισμού.
Ο ανθρωπισμός του Δημητριάδη, μας εξηγεί η Εξάρχου, δεν σχετίζεται με αυτόν της Αναγέννησης και του τέλειου ανθρώπου, αντιθέτως, ανθρωπισμός σημαίνει γι’ αυτόν απ-ανθρωπισμός• ο άνθρωπος, για να είναι ανθρώπινος (η πρώτη συντεταγμένη), πρέπει να αποδεχθεί το σκοτεινό εαυτό του. Η άρνησή του να τον αποδεχθεί ― το αποκείμενο κατά την Kristeva ― οδηγεί στην εμφάνιση του τραγικού (η συντεταγμένη του τραγικού), διαφορετικού από το αντίστοιχο αρχαίο, στόχος του οποίου είναι η αποδοχή της ανθρωπινότητας. Ο Δημητριάδης μας παρουσιάζει τον άνθρωπο στην ολότητά του, τη συνάντηση του Εγώ με τον Άλλον, και στήνει στη σκηνή το τερατώδες κομμάτι του ανθρώπου, αναλαμβάνοντας, αυτός, ο ποιητής, δημιουργός (άνθρωπος και θεός μαζί: η συντεταγμένη του θεϊκού είναι συμπληρωματική του ανθρώπινου) να το δείξει σε εμάς τους θεατές, μέσα στην ασφάλειά μας. Το τερατώδες γίνεται τέχνη, επικοινωνείται, και έτσι αντιλαμβανόμαστε την έννοια της κάθαρσης (η τέταρτη και τελευταία συντεταγμένη) ως αφύπνισης, πρόσκλησης στη συνειδητότητα του θεατή.
Τα υλικά του δημητριάδειου ανθρωπισμού, κατά τη μελετήτρια, είναι ο πόνος και ο πόθος, ο ποθοπόνος. Ο πόνος, που εμπεριέχει και την πτυχή του κόπου, συνδέεται με το σώμα που πάσχει, προσδίδοντας στο σώμα, το οποίο αντιμετωπίζεται μέσα από τη συνείδηση του πόνου, την ίδια βαρύτητα με το λόγο. Ο πόθος, συστατικό γνώσης της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, είναι πάντα πόνος γιατί η πηγή του είναι η έλλειψη, έλλειψη του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ιδίως στην ερωτική της εκδοχή• και φυσικά ο πόθος γειτνιάζει με το θάνατο.
Ούσα η ίδια συγγραφέας και ποιήτρια, η Εξάρχου δεν θα μπορούσε να παραλείψει τη μελέτη της τεχνικής του Δημητριάδη. Συμφωνεί πως πρόκειται για ένα θέατρο του λόγου και του σώματος, ενός ενσαρκωμένου λόγου, με τις λέξεις να αγωνιούν, να παραληρούν για να εκφράσουν τόσο τον πόθο και την έλλειψη όσο και την ανάγκη της υπερβολής, απαραίτητου συστατικού της δραματικής τέχνης, ένα υπέρ που δείχνει πως πάντα υπάρχει κάτι παραπέρα, με το ατελές, το α-σύνορο, να ορίζει την τελειότητα της λογοτεχνίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της τεχνικής του, το ανιχνεύει στην επανάληψη, το «ξανά», έντονο στη χρήση των μύθων, τους οποίους ο συγγραφέας ή τους συνεχίζει ή τους ανατρέπει τελείως. Το τρίτο χαρακτηριστικό το εντοπίζει στη χρήση της αφηγηματικής, συχνά μονολογικής, φόρμας, στοιχείο του νεότερου και σύγχρονου δράματος, που στοχεύει στο φαντασιακό του θεατή, με την παράσταση να μην απευθύνεται στο βλέμμα αλλά στη φαντασία.
Όπως ο Δημήτρης Δημητριάδης αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία και τη γραφή σαν μια ανάθεση, με χαρακτήρα τελετουργίας, που καταλήγει στην παράδοση-κατάκτηση της λογοτεχνίας, έτσι και η Καλλιόπη Εξάρχου μοιάζει να αντιλαμβάνεται τη σχέση της με το έργο του συγγραφέα. Η συμβολή της, χάρη σ’ αυτήν τη μονογραφία, στην καλαίσθητη έκδοση Σοκόλη, είναι ουσιαστική και καθοριστική για την πρόσληψη του θεατρικού έργου του Δημητριάδη. Όχι μόνο γιατί το βιβλίο της θα αποτελεί σημείο αναφοράς για την έρευνα πάνω στο έργο του και θα ανοίξει το δρόμο για τη μελέτη ανεξερεύνητων ακόμη πλευρών του, αλλά κυρίως γιατί έχει «αποκωδικοποιήσει» το υλικό του δημητριάδειου σύμπαντος, εξαιρετικά ιδιαίτερου και περίπλοκου.