ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

 

Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος –ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως ψυχολόγος στην Ειδική αγωγή και Εκπαίδευση του ΥΠΕΠΘ, όπου διετέλεσε Προϊστάμενη ΚΕΔΔΥ Σερρών. Δίδαξε ψυχολογία και Ειδική αγωγή και είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές

Ο δρόμος (2006)
Συναισθηματικό αλφαβητάρι (2009)
Διαδρομές, (2015)
Λιγοστεύουν οι λέξεις  (Μελάνι 2017)

Μεταφράσεις

Δημοσίευσε ποιήματα μεταφρασμένα από τη σουηδική γλώσσα «Μανδραγόρας» & «Θευθ».

Μετάφραση ποιημάτων της

(2008) ДНИТЕ НИСАКЛАДА, Εκδόσεις «ЬЕЛЛОПРЦНМ»,
βουλγαρική γλώσσα, συμμετοχή
Μετάφραση ποιημάτων της στα ιταλικά από την ποιήτρια Αλεξάνδρα
Ζαμπά.

 

 

 

 

 

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (2017)

 

ΚΟΧΥΛΙΑ

Αν ερωτεύτηκες σε ρέμα
χείμαρρος
Αν έθαλλες σ’ αγκάθια
θηλιά
Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες
θλίψη
Αν σ’ αναχώματα περπάτησες
προσφυγιά
Αν χύθηκες σε θάλασσα
αναχώρηση

Κοχύλια εξορίσουν
κοιτάσματα φωτός
σ’ υποθαλάσσια ρεύματα

 

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Στο δρόμο κάθομαι μονάχος
με την Καλίνκα1 στ’ ακορντεόν
κόσμος με προσπερνά
γάτος αδέσποτος στο φράχτη
Κρεμασμένος
Ποιος άνεμος μ’ έριξ’ εδώ
-άι, ξαπλώστε με μες στο πευκόδασο
ύπνο σμαραγδένιο να κοιμηθώ-
Δελφίνια αγέλη κυνηγημένα στοίβα
στεγνά φιλιά απορημένα
σ’ ακτή του πουθενά
Αναριγώ
Ρείκι σε πεζοδρόμιο ριγμένο
δελφίνια πεθαμένα στ’ ακρογιάλι
-Καλίνκα, ζωή μου ζωή ξένη
έι, βατόμουρο και ρόιδο ζωή μου τρελή-

1. Καλίνκα (ρωσ. «χιονάτη»): ρωσικό παραδοσιακό στίχοι-μελωδίαΙβάν
Πέτροβιτς Λαριοόνωφ, απόδοση Γιάννης Ρίτσος.

 

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν και με ζεστά αγγίγματα σε δάση
δύσβατα με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρίσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δεν θα κοιμηθώ

 

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη
Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας
Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη
Έφηβη φυγάς στην Ιταλία
Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη
Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε
Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη
θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη
Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία
Με τόσα θρύψαλα
θαμπά γυαλιά καρφιά
πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδες
Καθρέφτες καθρεφτίσματα
λάμψεις φωταγωγίες
χαμένη υπόθεση
άγνωστες λέξεις

 

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
θρηνούν
θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

 

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

Πρό-χωμα
απροχώρητο
κι ανα-χωρείς
και προ-χωράς
Ανέστιος
Προ-χώρα όσο μπορείς
κοίταζε πίσω αν θες να πας μπροστά
Επιστροφή ο δρόμος
άραγε φύγαμε ποτέ
Επι-στροφή
πέτρα στον ώμο
στη χούφτα βότσαλο
Γυρίνοι γυροφέρνουν γκιόλα πράσινη
η γλίτσα γλείφει κολλώδης
Πάλλονται οι ουρές
τριχιές δονούν τα σύμπαντα
χίλιες καμπάνες
Κοίτα πώς έμεινα στην όχθη
Απολίθωμα
ηχώ αρχαίου οστράκου
Δεσμώτης της Ιθάκης
να ονειρεύομαι

 

ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ

 

ΣΕ ΔΑΙΔΑΛΩΔΕΙΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε
κι η Αριάδνη φευγάτη
Σπασμένα τόξα οι γέφυρες
κόμβοι, παρακαμπτήριοι
υπέργειοι δρόμοι, διαβάσεις υπόγειες
Το μπρος και το πίσω ένα
πλάι δεν έχει να γείρουμε
βλέμμα ορίζοντες ν’ απλώσεις
Ιχνηλατούμε επίγειοι τυφλοπόντικες
και τα γεράκια παραμονεύουν
Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Είμαι ελεύθερος
εδώ τριγύρω
περιφέρομαι
Μένω πάνω στη γη
κάτω απ’ τα σύννεφα μένω
ελεύθερος
Είπε και χάθηκε
περνώντας βιαστικά
με το κεφάλι χωμένο στο σακάκι
Άνθρωπος μη και τον δει
χέρι μη τον αγγίξει

 

ΜΟΡΦΕΣ ΝΕΑΝΙΚΕΣ

Μορφές νεανικές δεν πρόλαβαν
να μυρίσουν ανθισμένο γιασεμί
να ράνουν με ροδόνερο ροδιά χείλη
κι αφέθηκαν σ’ άγγιγμα εφέτη στυγερού
Στ’ όνομα ανελέητου θεού που σήπεται
υποδυθήκαν τη φωτιά μ’ αλαλαγμούς
ντύθηκαν σφάγια σκόρπισαν τον όλεθρο
Φλεγόμενη έρημος μας σκέπασε
φλόγες κρυστάλλινα σπαθιά διείσδυσαν
ερήμωσαν τη μέσα χώρα
Μείναμε με τη σφραγίδα της πληγής στο μέτωπο
στο στήθος διχαλωτή δαγκάνα αδηφάγα

 

ΣΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ ΤΗΝ ΚΟΓΧΗ

Στου βράχου την κόγχη
καταφύγιο ζήτησα
πεταλίδα μετέωρη
ν’ ακουμπήσω
Στου ανέμου τη ράχη
με λαχτάρα σκάλωσα
φτερό ανάλαφρο να πετάξω
Ν’ απλώσω σεντόνι κόκκινο
να μαζέψω αστέρια
που τρεμοσβήνουν
Να τα ράνω χρυσόσκονη
φωτεινοί γαλαξίες να γίνουν

 

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ

πατρίδα μου η αγάπη
το χώμα των δακρύων μας
αρχαίες λέξεις οι λέξεις μου
λέξεις που μου φανέρωσαν τον κόσμο
ψίθυροι ακατάληπτοι στο μοιρολόι μάνας
τόποι που μ έδεσαν στις κόγχες τους
εδραιωμένοι μέσα μου μ’ ορίζουν
πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δέντρα τα βουνά
ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα
to χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος
πατρίδα μου η αγάπη

 

ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ

γίνομαι γιαλός
γιρλάντες γεμάτος γιασεμιά
γόνος γης γόνιμης
γαμέτης γαλήνης
γαζία γίνομαι γενέθλιας γης
γαλαξιών γεωμέτρης
γεννώ γαλουχώ
γη γεράνια γεμάτη
γιαλός γεμάτος γιασεμιά

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (2015)

Διαδρομές

Ι

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν
στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

ΙΙΙ

Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

V

Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

Μέχρι τις εκβολές του ποταμού

ΜΗ ΡΩΤΑΣ

Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Προσπάθησε να δεις, ν’ αφουγκραστείς
Αφουγκράσου τη φύση
μήτρα σπαρακτική που εγείρεται
Αφουγκράσου το ποτάμι
το νερό κυλά και χάνεται
Βούτα, βούτα βαθιά να δροσιστείς
νιώσε την κάθε σταγόνα στο κορμί
Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια
άσε με να χαθώ στο βλέμμα σου
Νιώσε τη μοναξιά της ανεμώνης
τη θλίψη νιώσε του σκύλου αυτού του άστεγου
Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
Μη ρωτάς

ΠΗΓΑ ΠΑΛΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πήγα πάλι απ’ το ποτάμι
ανταριασμένο κι αυτό
κυλά σκοτεινό μ’ έναν υπόκωφο ρόγχο
Ο ουρανός συννεφιασμένος
Κάποια γεράκια εδώ κι εκεί
κατά μόνας το καθένα στο δέντρο του
Παρατηρώ τους σπουργίτες
πετούν αδιάλειπτα σε σμήνη
σχηματίζουν σημαίες να κυματίζουν ελπιδοφόρες
Στη συννεφιά το πέταγμα ακόμη πιο αναγκαίο
πιο συναρπαστικό
Πού θα πάει
θα βγει κι ο ήλιος κάποια στιγμή

ΣΠΙΤΙΑ

Σπίτια μεγάλα και μικρά
ανήλιαγα και φωτεινά
σπίτια λιμάνια κι αγκαλιές
κιβώτια κλειστά και φυλακές
φυτώρια χαρούμενων παλμών
τράπεζες θλίψης, στεναγμών
στέρνες γεμάτες και στεγνές
εστίες πυρωμένες και σβηστές

Σπίτια που τις καρδιές μας δέσατε στις κόγχες σας
τις ενοχές και τις ντροπές μας φυλάτε μυστικά
τις λύπες μας κεντάτε ψιλοβελονιά
και τις χαρές μας γιορτινά φοράτε

Σπίτια αραδιασμένα στου χρόνου τη σκιά
μορφές καρτερικές δίχως ν’ αγκομαχάτε
τις ώρες μας μετράτε στωικά
και τις ζωές μας καταγράφετε και μελετάτε

Σπίτια περιστερώνες αδειανοί
σε κάθε κόγχη ψίθυροι, γέλια, λυγμοί
μες στα χαλάσματα, μες στις ρωγμές
πλανώνται ανήσυχες, χωρίς ανάπαυση ψυχές
ν’ αφουγκραστούν αγγίγματα, φωνές

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ

Ακρωτηριασμένη τώρα πορεύομαι
ανάμεσα στους θάμνους και τα βρύα
ανάμεσα στις πέτρες που κείτονται αμίλητες
κρατώντας μυστικά βαθιά κρυμμένα
Αφουγκράζομαι τον ποταμό που αμέριμνος κυλά
πατώ πεσμένα φύλλα που αθόρυβα σήπονται σιγά σιγά

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΑΜΕ

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

ΗΡΘΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ

Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
«Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι»

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ
ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Το ποτάμι άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε μ’ ορμή
μας προσκαλεί να το διαβούμε
να ξεδιψάσουμε, να δροσιστούμε
Κάποιες φορές θολό κι ανταριασμένο
μας παρασέρνει στα βαθιά
Τη φλόγα που μας πυρπολεί να σβήσουμε
με μανιασμένα ρεύματα να μετρηθούμε
Κι αν αγριεμένο βρυχηθεί και ξεχειλίσει
και μας ξεβράσει σε λασπόνερα λερά
Πικροχαμογελώντας με λαχτάρα θα προσμένουμε
για να μας πάρει πάλι σε γάργαρα νερά

Κι αν οργισμένο στην κοίτη του μας παρασύρει ανελέητα
Ίσως εκεί παλεύοντας απεγνωσμένα στα θολόνερα
λιθάρια ξεχασμένα θά ’βρούμε
που τα πετούσαμε παιδιά
το βάθος του ν’ αφουγκραστούμε
και θα πατήσουμε σ’ αυτά να λυτρωθούμε
Ίσως ακόμη εκεί στης κοίτης τις καταχθόνιες πτυχές
κάποια φλέβα χρυσού ανακαλύψουμε
και στις χρυσίζουσες ανταύγειες της σκαλώσουμε
στην επιφάνεια να βγούμε

Αν όμως τέτοια τύχη δεν την έχουμε
ίσως η καλοσύνη του βυθού να μας ωθήσει γενναιόδωρα
και όχθη να πατήσουμε ξανά εξαντλημένοι ναυαγοί
Κι ανάσα αφού πάρουμε
λουφάζοντας κάτω από στρώματα σταχτιά
και ανασκουμπωθούμε,
Ξεθυμασμένα κάρβουνα π’ αναζωπύρωσαν
και σπινθηρίζοντας σιγαλά
θα ξαναλάμψουμε
Και πάλι με δέος θα βουτήξουμε
μέσα στην αύρα του να ονειρευτούμε
μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού

Κι εκεί σε θάλασσα απύθμενη, άχρονη κι άπειρη
φθαρμένα πλέον και πολυταξιδεμένα ποταμόπλοια
στου ονείρου την αχλή και σε νεφέλη αστερόσκονης
βαρκούλες καλοτάξιδες θ’ απλώσουμε πανιά
για τα συμπαντικά πελάγη ν’ ανοιχτούμε

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ (2009)

Στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης

Στην ποιητική συλλογή συναισθήματα όπως η αγάπη, η ζήλια, η ηρεμία, ο θυμός, η λύπη, η μοναξιά, η ντροπή, ο πόνος, η τρυφερότητα κλπ, καθώς και συναισθηματικές διαθέσεις και αξίες όπως η αποδοχή, η βοήθεια, η ισότητα, η καλοσύνη κλπ παίρνουν μορφή και περιγράφονται απλά και κατανοητά «διεκδικώντας» ν’ αγγίξουν την ψυχή του παιδιού και να του ανοίξουν το δρόμο για συμφιλίωση με τα δικά του συναισθήματα.
Αφιερώνω το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης, γιατί ερχόμενη σ’ επαφή μαζί τους, διαπίστωσα ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν χαίρονταν την σχολική τους ζωή και δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην μαθησιακή διαδικασία λόγω των συναισθηματικών προβλημάτων που βίωναν.

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ

Φωνήεντα και σύμφωνα δεμένα
Μας βοηθούν να λευτερώσουμε
Να σμίξουμε φωνές
Χτίζουν γέφυρες
Ανοίγουν δρόμους

Ρυάκια γάργαρα
Τρεχούμενα νερά
Ανάπαυτα, θλιμμένα
Ποτάμια αγριεμένα

Να φιλιωθούμε
Nα φωνάξουμε
Να γίνουμ’ εαυτοί
Να ξανασμίξουμε
Να νιώσουμε εμείς
Να γίνουμ’ ένα

ΒΟΗΘΕΙΑ

Η Βοήθεια πηγή βαθιά
Με ευαίσθητη καρδιά
Έτρεχε και μελετούσε
Ποιον θα πρωτοβοηθούσε
Στα καθάρια της νερά
Ξεδιψούσαν τα πουλιά
Κι αυτή γέμιζε χαρά

Στην πλατιά της αγκαλιά
Έβρισκαν ζεστή φωλιά
Όλα του κόσμου τα παιδιά
Και σε δύσκολες στιγμές
Προσκαλούσε τη Βροχή
Βοήθεια ζήταγε κι αυτή
Μη στερέψει, μη σωθεί

ΙΣΟΤΗΤΑ

Ίσοι είμαστε και ίδιοι
Στις ανάγκες, στη ζωή
Ίσοι αλλά μοναδικοί
Με ικανότητες πολλές
Αρετές και αντοχές
Δυσκολίες και φραγμούς
Όνειρα, περιορισμούς

Νιώθοντας αποδοχή
Ο καθένας θ’ ακουστεί
Και τον δρόμο του θα βρει

ΛΥΠΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

ΣΥΜΠΑΝ

Σύμπαν! μα τι είν’ αυτό;
Άπειρο κι ασύλληπτο
Γαλαξίες και πλανήτες
Ήλιοι, αστέρες, κομήτες
Και η Γη που περπατώ
Κόκκος άμμου μέσα σε αυτό
Τότε τι είμαι εγώ;
Εκστασιάζομαι!
Σιγώ!
Τι μεγαλείο!
Προσκυνώ!
Και θαυμάζω κι απορώ!

Ο ΔΡΟΜΟΣ (2006)

ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Πλήξη, ανία κι ακεφιά τις μέρες συνοδεύουν
Συχνά, πολύ συχνά, πίκρες παραμονεύουν
Καμιά φορά απρόσμενες χαρές ακολουθούν
Πλήξη, ανία, ακεφιά, στιγμές χαράς
Και πάλι πλήξη
Κι ύστερα λύπη
Και ξανά πάλι ακεφιά
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν

Δεν το αντέχω
Να σκέφτομαι δε θέλω
Μυλόπετρες οι μέρες
Τη ζωή μου παγιδεύουν.

 

 

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Θα σ’ ονόμαζα αστραπή
Σε πορεία απόλυτα ευθυγραμμισμένη
Αξιοθαύμαστο βεβαίως, δε λέω
Κι απορίας άξιο ωστόσο
Αλήθεια η απόλυτη σιγουριά
Ένδειξη σιγουριάς είναι;

Τρέχεις με το σώμα γερμένο μπροστά
Κι άλλο απ’ το τέρμα στο νου δεν έχεις
Μήπως βαρύ το φορτίο
Και βιάζεσαι να τα’ αποθέσεις;
Να ξαποστάσεις αδιανόητο
Περιθώρια για κάποιο «μήπως;»
Για κάποιο «μπορεί και να μην είναι έτσι»
Ανεπίτρεπτα

Ναι, μπορεί και να είναι έτσι
Αν όμως όχι
Πως θα τα’ αντέξεις;

 

 

ΣΑΝ ΘΑ ΝΤΥΘΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Σαν θα ντυθώ το βλέμμα σου
Περίλαμπρη θα διαβαίνω τους δρόμους
Δρόμους διάπλατους
Στα άνθη στολισμένους
Ορθό το ανάστημα θα έχω
Και στο κεφάλι φωτοστέφανο τη λάμψη σου
Εγώ αγέρι ανήσυχο
Σε αρμονία με το γύρω κόσμο
Σταγόνα της βροχής εγώ
Πολύτιμο κομμάτι του σύμπαντος

 

 

ΘΑΡΡΩ

Θαρρώ ότι πλησίασα
Θαρρώ πως ένιωσα την ύπαρξή του
Τους κραδασμούς του πως βίωσα θαρρώ
Μα δεν τον έζησα
Γιατί φοβήθηκα
Την ηδονή του δεν την απόλαυσα
Γιατί δεν τόλμησα
Κάποιες ελάχιστες στιγμές
Ανείπωτης χαράς
Στο πέρασμά του μ’ άφησε
Και σήκωσα στο στήθος
Τον πόνο τον βαθύ της λύτρωσής μου.

 

 

ΟΤΑΝ

Όταν λόγια ευχάριστα μου λένε
Με κάνουν να αισθάνομαι σημαντικός
Σπουδαίος
Με ξεγελούν, με γαληνεύουν
Προς στιγμήν βέβαια
Γιατί στο βάθος σιγανή βροχή
Νοτίζει την μπογιά από τα λαμπερά εξώτοιχά μου
Και τριβελίζει επίμονα τ’ αυτιά
Ας μπόραγα να την σταμάταγα
Τον πληκτικό τον ήχο της τουλάχιστον να μην ακούω
Ωτοασπίδες να προμηθευτώ
Είναι ίσως μια κάποια λύση
Αναγνωρίζω τη βροχή αυτή τη σιγανή
Την καθαρή
Μα είν’ ανυπόφορη και θλιβερή.

 

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αυτός ο κόσμος που διαβαίνει αλαφιασμένος
Σε ποιο κυνήγι να ‘χει εμπλακεί
Τι να φοβάται
Τι να ψάχνει
Άνθρωποι που πάνε βιαστικοί
Χωρίς χαμόγελο
Χωρίς βλέμμα
Κι όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
Κι οι δρόμοι κλείνουν
Κάτω από τρύπιες πατούσες
Κι οι δρόμοι χάνονται
Αφήνοντας το βήμα μετέωρο.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΜΑΝΤΙΛΙ

Πως ν’ αντέξουμε την λαίλαπα της τύρβης
Τ’ ανούσια φτιασιδωτά κρωξίματα ταών
Πόρτες δίχως δωμάτια χάσκουν τριγύρω
Και στην καρδιά χέρσες αυλές
Στρωμένες πλαστικό γκαζόν
Αφόρητα σιωπηλές
Τον πετεινό τον πλουμιστό, το χρυσωπό
Σε σπίτια αθέμελα θυσιάσαμε
Θυμάσαι;
Αγέρωχα μας έφερνε τα πρωινά
Που να σταθούμε τώρα αλήθεια;
Πώς να μη χάσουμε την όσφρηση
Χωρίς το άρωμα της πασχαλιάς;
Πρόσφορο πώς να μοιράσουμε τα ψυχοσάββατα;
Χωρίς μαντίλι τους νέους
Πώς να ευχηθούμε κατευόδιο;
Της καλομάνας τ’ ολόλευκο μαντίλι
Πάει καιρός που κουρελιάσαμε
Κι αυτό το χαρτομάντιλο τ’ άβαρο, τ’ ακυμάτιστο
Μιας χρήσης μόνο δυστυχώς

*καλομάνα= γιαγιά στην ποντιακή

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΕΙΔΩΛΩΝ

Μια αχτίδα ας έβρισκα
Μια αχτίδα μόνο
Κατασκευασμένη έστω
Να στη φόραγα
Φωτοστέφανο στο κεφάλι
Να μ’ έλουζες πάλι
Και μυριάδες αστέρια
Να λαμπύριζαν στην καρδιά
Να ξαναρούφαγα μούστο ζωής
Μεθυσμένος με ιαχές μαγικές
Ανάπλασης να ‘στηνα ωραίο χορό
Το πράσινο λέει των βουνών να διαβώ
Άγονες γραμμές να προσπεράσω
Στις κορφές να πατήσω
Και ν’ αγγίξω τ’ ουρανού το γαλάζιο
Κι απ’ εκεί σαν παιδί
Ν’ αγναντεύσω με δέος
Τον κόσμο αυτό το θαυμαστό, τον ωραίο.

 

 

ΓΑΛΗΝΗ

Ας μπορούσα γαλήνη να βρω
Πέρα απ’ τα πρέπει
Πέρα απ’ τα θέλω
Απλώς να υπάρχω
Σε αρμονία με τον κόσμο
Της ενδοχώρας και το γύρω
Του εδώ και του υπερπέραν
Τον νυν και τον αεί.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις (2017)

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS /12/10/2017

Λιγοστεύουν οι λέξεις μπροστά στις δυσκολίες του Ξένου

να ποίημα αποσπασματικά εξεταζόμενο, μολονότι αφήνει να φανούν η σκέψη και οι αγωνίες του δημιουργού, αδυνατεί να δώσει μία ολοκληρωμένη εικόνα για τις ανησυχίες του. Μία συλλογή όμως αποκαλύπτει όλο το φάσμα των αγωνιών -σε μία συγκεκριμένη τουλάχιστον εποχή- και συχνότατα ιχνογραφεί την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Έτσι ακόμα και αν δεν αποτελεί μία ενιαία ποιητική σύνθεση, η κριτική προσεγγίζει την συλλογή ως τέτοια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανωτέρω σκέψης είναι η τελευταία ποιητική συλλογή της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, «λιγοστεύουν οι λέξεις» (μελάνι, 2017) που ενώ απαρτίζεται από ξεχωριστά ποιήματα, όλα μαζί συναποτελούν μία θεματική και στιχουργική ενότητα. Έτσι κάθε σύνθεση διατηρώντας την αυτοτέλειά της αποτελεί δεσμό θεματικό του όλου ποιητικού εγχειρήματος.

Στη συλλογή η ποιήτρια διαπραγματεύεται το πολύπτυχο θέμα του ξεριζωμού (πρόσφυγες-νανούρισμα, kärlekslås, το τετράφυλλο, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, κατά το σούρουπο, dilemma, πώς διεγείρουν οι οικείες λέξεις). Η δημιουργός συνδέει την υπαρξιακή διάσταση της μνήμης του «ιδιώματος του μετανάστη» με την κοινωνική αγωνία για τον Άλλο, τον άπατρι, τον ανέστιο. Έτσι, το θέμα του ξεριζωμού ξεκινώντας από το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε οδυρμό και ανησυχία για το μέλλον των προσφύγων και των αστέγων.
Μέσα στην πολυδιάστατη διαπραγμάτευση του θέματος η επαιτεία του ενδεούς (κάτω απ’ τα σύννεφα, ήρθαμε πάλι στα ορινά, χέρι μα-χέρι, αρχόντισσα του δρόμου, συγνώμη να περάσω) συνδέεται με την επαιτεία μιας νέας πατρίδας (dilemma, πώς διεγείρουν, οι οικείες λέξεις, επέστρεφε, τέσσερα κλωνιά ανθεκτικά, πλάνης κατά το σούρουπο, μέσα στη νύχτα, το τετράφυλλο). Εξάλλου, το ζήτημα της μνήμης απασχολεί γενικότερα την ποιήτρια[1]. Έτσι, η ελληνική μετανάστευση και η μνήμη (αύριο, st Johannesgatan 34C) ακουμπούν στην ελληνική προσφυγιά (σην πατρίδαν, επίγονοι) και συναντούν τα προσφυγικά κύματα του πολέμου στη Μέση Ανατολή (ραγισματιά ίσως, άγνωστες λέξεις, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα).

Μα η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη ξεπερνά το επίκαιρο και μεταφέρεται σε ένα διαχρονικό επίπεδο με κεντρικό θέμα τον ξεριζωμό (kärlekslås, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, εξόριστοι, Μεσογωνιά, υπάρχουν σπίτια, πατρίδα μου η αγάπη) και την ένδεια.

Οι ρίζες αποτελούν ένα σταθερό σύμβολο που αντιπαρατίθεται με τον πόλεμο και τη γαλήνη ή την ειρήνη (θρύμματα, ξεριζωμένα δέντρα, πρόσφυγες, πατρίδα μου η αγάπη, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο), όπως και τα δέντρα (ξεριζωμένα δέντρα, ξεραΐλα, τα δέντρα γνωρίζουν, είναι ένα δέντρο δέντρο στεγνό). Ας υπογραμμίσουμε δε πως στην έκφραση της Καϊτατζή-Χουλιούμη έντονη είναι η παρουσία του φυσικού στοιχείου. Η διαρκής παρουσία της θάλασσας λιμνών και ποταμών παράλληλα με εκείνη του πρασίνου και των δέντρων δίνουν πολύχρωμη εικαστική ματιά στο ποιητικό της κάδρο.

Αξίζει να σημειώσουμε πως μέσα στη συλλογή -αν τη δούμε ως ενιαία ποιητική σύνθεση- ο χρόνος αποτελεί μία ρευστή ιδιότητα του ανθρώπινου βίου. Ο ατομικός χρόνος (ως αναμνήσεις) και ο συλλογικός συμπλέουν με επίκεντρο τον ανθρώπινο πόνο του ξεριζωμού. Το βίωμα από προσωπικό γίνεται συλλογικό με πανανθρώπινη έκταση αγκαλιάζοντας το πέλαγος των αναζητητών νέας πατρίδας και ειρηνικής ζωής.

Ας μην παραβλέπουμε πως η ανατροπή των ονείρων (ότι βαθιά κοιτάξαμε, Περσεφόνη ανέστιος, στεγνές σταγόνες βροχής) και ο θάνατος καθώς συνδέεται με το προσφυγικό δράμα (υπάρχουν σπίτια, όλοι βουλιάζουμε έντρομοι, ό,τι πολύ αγάπησαμε, λιγοστεύουν οι λέξεις, μορφες νεανικές, λίγο νερό) κατέχουν σημαντική θέση στην ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη. Σε ανάλογο υπαρξιακό επίπεδο με κοινωνική κατεύθυνση εντάσσεται και η θεματική της μοναξιάς του μετανάστη ως άπατρι και από συνδεμένο από την οικογένεια και το γενέθλιο τόπο (επέστρεφε, πλάνης, μία τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα, Περσεφόνη, st Johannesgatan 34C) και του πρόσφυγα (χέρι μα-χαίρι, αρχόντισσα του δρόμου, μορφές νεανικές).

Η ποιητική της Καϊτατζή-Χουλιούμη κινείται σε μία ήπια αλληγορική γραφή συνδέοντας υπαρξιακές αγωνίες (αγάπη, μοναξιά, μνήμη, θάνατο, το απρόβλεπτο του βίου και ανατροπή) με τα συλλογικά βιώματα συχνά μέσα από την πρωτοενική οπτική της εξωτερικής εστίασης. Και τούτο ακριβώς υποδηλοί μία πρισματική ποιητικότητα με πολυεπίπεδη έκφραση άλλοτε λυρική (ήρθαμε πάλι στα βορινά, ανέστιος, είναι ένα δέντρο, ήρθε το νέο, δέντρο στεγνό, γίνομαι γιαλός) και άλλοτε αφηγηματική.

Η έκφρασή της δομείται σε ένα αφηγηματικό ύφος που στηρίζεται στην προφορικότητα. Η στιχουργική κίνηση κατά βάση διαμορφώνεται από τη συνειρμικότητα. Ταυτόχρονα όμως διακρίνεται μία διάθεση εκφραστικού πειραματισμού (γίνομαι γιαλός, πατρίδα μου η αγάπη, δέντρο στεγνό, τ’ άλαλο πουλί).

Με φυσικότητα και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά η ποιήτρια εκθέτει τις αγωνίες της για τους ανέστιους, φέρνοντας το ποιητικό «εγώ» που ταυτίζεται με την ποιήτρια στη θέση τους μέσα από το «βίωμα της μετανάστευσης». Με σφιχτή δομή τα ποιητικά πρίσματα της Καϊτατζή-Χουλιούμη και έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό εκτοξεύουν το συναίσθημα με σπάνια ισχύ στην ψυχή του κοινού.

Παράλληλα, μία υποδόρια ειρωνεία αναδύεται εμποτισμένη σε ανθρωπιστική ευαισθησία. Εξάλλου, όπως έχουμε θέσει και στο παρελθόν, η «ποίηση της αγανάκτησης» διακρίνεται από μία ξεχωριστή αξιοποίηση του σαρκασμού ως εκφραστικής οδού . Η ποιητική ειρωνεία -είτε ως οδυρμός είτε σε μία σατιρική διάθεση- διατηρεί στενούς δεσμούς με την «ποιητική της ανατροπής» και γίνεται ένα όπλο αντίστασης στη σκληρότητα της ζωής.

Το αίσθημα πόνου συνδέεται με το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου ως ειρωνεία της ίδιας της ζωής. Με την ίδια κοινωνική διάθεση η Καϊτατζή-Χουλιούμη αντιμετωπίζει και την αδιαφορία ή το φόβο του ανθρώπου για τον Ξένο (σε τάξη προπαρασκευαστική, ακορντεονίστας του δρόμου, συγγνώμη να περάσω, μα ήταν από τους τυχερούς, χέρι μα-χαίρι). Είναι η αδιαφορία και ο τρόμος για τον Διαφορετικό. Και η ειρωνεία (αύριο, η γη ο κόσμος ένα θέατρο, πολύτιμες οι λίμνες στα δωμάτια, ήρθε το νέο) εισέρχεται βαθύτερα στην καρδιά του ακροατή αναγνώστη, καθώς η δημιουργός επιλέγει την πρωτοενική έκφραση εκθέτοντας το ποιητικό εγώ (συγνώμη να περάσω, χέρι μα-χαίρι, σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε) ως υποκείμενο της αδιαφορίας.

Άλλωστε, με την ίδια ευαισθησία και ενσυναίσθηση λυπάται και για τους θύτες και τα θύματα της τυφλής βίας και της τρομοκρατίας (μορφές νεανικές, λίγο νερό). Έτσι όμως ο ξεριζωμός ξεπερνώντας τη μετανάστευση ως ατομικό βίωμα αποκτά μία συλλογική διάσταση και συνδέεται με την αντιπολεμική κραυγή της κοινωνίας και των προσφύγων ενώ αποκτά και καταγγελτικό χαρακτήρα κατά της πολεμοκαπηλείας (θα παίξουμε τον πόλεμο).

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη με ευαισθησία στους νέους και τους αδύναμους συνθέτει μία συλλογή φέρνοντας τον ακροατή/αναγνώστη στη θέση του πρόσφυγα, όπως τοποθετεί μέσω της εμπειρίας και τον εαυτό της. Η αφήγηση της ατομικής εμπειρίας ως μνήμη συνδέεται με την κοινωνική παρατήρηση του άπατρι σε ένα χωροχρονικό ταξίδι από τη Σουηδία έως την Ειδομένη και τις εστίες πολέμου.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 20/11/2017

Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

(στίχοι από το ομότιτλο ποίημα)

Η ανθρώπινη συνθήκη είναι πολύ ιδιαίτερη: συνήθως αντιμετωπίζει τα γεγονότα του βίου με αλαζονεία, σα να ‘ταν άτρωτη. Ώσπου έρχεται, αναπόφευκτα, η στιγμή που θα τρωθεί, αποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Τις στιγμές του τραύματος πραγματεύονται «οι λέξεις» της Δέσποινας· τις ρωγμές στις ζωές των ανθρώπων, μέσα από τις οποίες γλιστρούν η αίσθηση της παντοδυναμίας, η υγεία, το παρελθόν, ενίοτε και η αξιοπρέπεια. Πραγματεύονται επίσης τα τσιρότα που βάζει ο καθένας στις πληγές του: τη μνήμη, τη δυνατότητα της επιστροφής, τη φαντασία, την αγάπη.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από θέματα που έχουν προσλάβει αυξημένη επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια: μιλά για τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον περιθωριοποιημένο («αθώο αίμα παφλάζει/ σε μετρό και σε πλατείες», «ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες»), την παιδική ηλικία και την εστία («τα σπίτια μιλάνε/ μιλάνε και περιμένουν […] χάσκουν οι πόρτες και τα παράθυρα/ οι ξεφτισμένοι σοβάδες»), μεταξύ άλλων. Επιστρατεύει μια σειρά από εικόνες και σύμβολα, όπως είναι τα δέντρα, οι ρίζες και τα κλαδιά τους («είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά/ φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας»), αλλά και οι νύμφες – συμβολικές ή προσωποποιημένες σε αληθινά άτομα που κατακλύζουν τη μνήμη («…στα μάτια μεταξωτές κλωστές/ λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες/ λουσμένες στο βόρειο σέλας»).

Περισσή τρυφερότητα και άλλη τόση περισυλλογή διαπνέουν τη συλλογή, η οποία, ενώ περιέχει μεγάλο βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής («…απ’το βορρά/ έρχονται ψίθυροι απαλοί/ και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία»), καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια εικόνα όσων αφηγείται από πιο μακριά – όχι αποστασιοποιημένα, αλλά μέσα από μια ματιά πιο σφαιρική: είναι σαν το ποιητικό υποκείμενο να έχει κάνει μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να δει τη μεγαλύτερη εικόνα. Παράγεται έτσι ένα αποτέλεσμα ευρύτερο, μια οπτική που αγκαλιάζει κάτι πιο μεγάλο από τη μονάδα, κάτι πιο μεγάλο από τον χρόνο που αντιλαμβανόμαστε, κάτι πιο μεγάλο και από τον κόσμο του οποίου έχουμε την εμπειρία: κάτι πανανθρώπινο και παγκόσμιο, μέσα όμως σε κατανοητά μέτρα. Φταίει γι’ αυτό ο προσωπικός τόνος που, όπως προαναφέρθηκε, δεν λείπει και που αναγάγει σε κυρίαρχα στοιχεία της συλλογής τη νοσταλγία και το παρελθόν. Το παρελθόν, ειδικά, είναι ένας τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο ολοένα επιστρέφει και χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς για να κατανοήσει το παρόν («πορευόμαστε/ κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί»). Και η νοσταλγία είναι το εισιτήριο γι’ αυτόν τον τόπο που φυλάσσεται στη μνήμη και που εφορμά στη συνείδηση με αφορμή έναν οικείο ήχο, μια εικόνα ή μια μυρωδιά («στο σούπερ μάρκετ σύμφυρμα οσμών σε κατακλύζουν/ εφορμούν/ άρωμα lakrits kanelbullar kardemomma/ εισβάλλουν/ ανελέητα λιώνουν τη χειμερία νάρκη»).

Το πιο σημαντικό είναι ότι σε αυτό το, χωρισμένο σε δύο τμήματα («Λιγοστεύουν οι λέξεις» και «Γίνομαι γιαλός»), βιβλίο της, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δοκίμασε – και είναι προς τιμήν της που το προσπάθησε κατ’ αρχάς – έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης συγκριτικά με τα προηγούμενα δείγματα γραφής της, έναν τρόπο περισσότερο πραγματιστικό και λιγότερο κοντά στον λυρισμό που της είναι οικείος. Το εγχείρημά της πέτυχε: κατάφερε να διεισδύσει σε μια περιοχή που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, διατηρώντας την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύ καλή και κυρίως σύγχρονη και επίκαιρη ποιητική συλλογή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην πλημμελή γλωσσική επιμέλεια του βιβλίου, για την οποία υπεύθυνες είναι αποκλειστικά οι εκδόσεις. Το αναφορικό ό,τι γράφεται παντού χωρίς κόμμα και, άντε, ας πούμε πως αυτό είναι τάση. Τι να πούμε όμως για τον αυτόματο διορθωτή (κατά πάσα πιθανότητα) που ανεξέλεγκτα μετέτρεψε κάποιες λέξεις σε εκτρώματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξορύσσουν στο εναρκτήριο ποίημα «Κοχύλια» που έχει γίνει εξορίσουν(!);

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΣΕ ΤΑΞΗ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ
Μπαίνω σε τάξη προπαρασκευαστική
Μικρών ρομά αναλφάβητων
Μ’ έκπληξη βλέπω έναν προέφηβο σχεδόν
Μονάχο σε μια άκρη
Ωχρό κι ανέκφραστο πρόσωπο πρόωρα ώριμο
Φακίδες μαύρα σημάδια κραυγάζουν επίμονα
Πηδούν κάθονται στο τετράδιο
Γίνονται μαύρα γράμματα
Τ’ ανοίγω κατεβατό σε γλώσσα άγνωστη ρώσικη θαρρώ
Στο εκτενές γλωσσάρι διαβάζω κι ωχριώ
Πατέρας
Νεκρός
Έμφραγμα
Μαθηματικός
Μητέρα
Μουσικός
Τώρα
Μακριά
Εργασία
Εσωτερική
Μεγαλοδικηγόρος
Εγώ
Μένω
Έξω
Από
Πόλη
Με
Θείος
Σε
Ορνιθοτροφείο

ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ
Είναι ένα δέντρο που έχει τις ρίζες του βαθιά
Φτάνουν στα έγκατα της πιο παλιάς αλήθειας
Τα κλαδιά αγγίζουν την κορφή του ουρανού
Τα φύλλα θροΐζουν ψιθύρους της θάλασσας
Καλά κρυμμένα φυλάνε τα αρχαία μυστικά
Ο φλοιός έρχεται απ’ άλλη εποχή και φεύγει σ’ άλλη
Φέρει αιώνιας απόσταξης χυμούς
Ο κορμός ευθυτενής αρματώνεται κύκλους τα δάκρυα
Είναι ένα δέντρο που πάντα έχει κάτι να μου πει
Εχθές μου έλεγε για πετρωμένα πουλιά
Προχθές πρόσφερε τάματα στην αγάπη
Ύφαινε για τον έρωτα προστατευτικό πέπλο
Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
Πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
Κι έδειξε κατά πέρα

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Ιχνηλατώντας τους άδειους τόπους – οι κώδικες και οι άνθρωποι

Fractal 20/10/2017

Πώς αποκόπτεται κάποιος από τα ριζιμιά του, τα βαθύρριζα που τον δένουν με τον τόπο του; Από τα πρόσωπα και τα πράγματα, τις παιδικές μνήμες, τις λέξεις που τον μεγάλωσαν και του ’μαθαν τον κόσμο; Δύσκολη η δική του απόφαση, καμιά φορά αναπόφευκτη. Αν όμως αντίξοες δυνάμεις μηχανευτούν την αποκοπή του από τα πάτρια, τότε έχει από κάπου να πιαστεί να μην κατακρημνιστεί; Ή μήπως άφευκτη είναι η ενσωμάτωσή του στον νέο τόπο, εκεί που νέες ρίζες είναι γραφτό να ρίξει και νέες μνήμες να χωρέσει μέσα του; Διαβάζω τα νέα ποιήματα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη και νιώθω να μην έχω αβίαστη απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Μα, ίσως και να μην είναι εύκολο να απαντηθούν. Όσα ανατρέπουν τα δεδομένα μας, όσα απειλούν να μας μεταβάλουν σε αιωρούμενα σώματα, που δεν αγγίζουν γη, δεν προσεγγίζονται ψυχρά και λογικά. Κι αν κανείς θεωρήσει πως μια τέτοια απώλεια μεγεθών αφορά μόνον τους άλλους, σαν μια ζοφερή εικόνα μακρινή πολύ, δεν έχει μετρήσει σωστά τη δυναμική της ρευστής πραγματικότητας, που γράφει αδυσώπητα και απειλητικά πάνω σε όλους.

Ένα ποτάμι έρεε παλιά εδώ
τώρα δυνατός λυσσομανάει αγέρας
κι η άμμος μανιασμένη ρέει ποτάμι
Κολλά πάνω μας στα ρούχα στο πετσί
μπαίνει στα μάτια μας
Προχωράμε με μάτια κλειστά
σκοτάδι η άμμος μας σκεπάζει
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι
μπρος στην αδυσώπητη ροή της
Σαρώνει τα πάντα ανελέητα
όταν λυσσομανάει ο αγέρας
Μόνο οι νεκροί κείτονται ατάραχοι
η μανιασμένη άμμος δεν τους νοιάζει
τι είχαν και τι έχασαν τάχα οι νεκροί
Βουλιάζει όποιος πάει αντίκρυ της
όλοι βουλιάζουμε έντρομοι

Τα ποιήματα της νέας αυτής συλλογής πατούν σε έναν τόπο όλο ξενιτιά, με το ποιητικό υποκείμενο αλλά και τα άλλα πρόσωπα που μιλούν μέσα στους στίχους να αγωνιούν να στηρίξουν το είναι τους σε έδαφος απροσδιόριστο και διαρκώς μετακινούμενο, όπως και οι ίδιοι. Κανένας δεν ξεφεύγει από την προσχεδιασμένη αυτή συνθήκη. Ένας κόσμος που ταξιδεύει, πρόσφυγας ή μετανάστης, εδώ και αιώνες και δεν λέει να σταματήσει αυτή την περιπλάνησή του. Κι όσο γύρω θα μαίνονται πόλεμοι, όσο αβέβαιες και απάνθρωπες καταστάσεις θα απειλούν την ασφαλή ζωή, τόσο οι ξεριζωμοί, βίαιοι κι αιφνίδιοι πλέον, αναγκαστικοί και ασαφείς ως προς τον τελικό τους προορισμό, θα επιβεβαιώνουν τους παντοδύναμους μηχανισμούς εξόντωσης. Τι έχεις να αντιπαραθέσεις σε μια τόσο καλοκουρδισμένη μηχανή καταστροφής; Οι στίχοι του Μπόρχες, που η ποιήτρια παραθέτει ως προμετωπίδα των ποιημάτων της, δείχνουν το τι και το πώς:

«Δε θα ’ναι νερό, θα είναι μέλι, η τελευταία
σταγόνα της κλεψύδρας. Θα τη δούμε
καθώς θα στάζει λάμποντας μες στο σκοτάδι
μα μέσα της θα περικλείονται όλες εκείνες οι έξοχες δωρεές
που Κάτι ή Κάποιος χάρισε στον πρωτόπλαστο Αδάμ:
η αγάπη του ενός για τον άλλον, το άρωμά σου,
ο μηχανισμός της κατανόησης του σύμπαντος»

«Η κλεψύδρα», Χόρχε Λουίς Μπόρχες,
Ποιήματα, 2006, Ελληνικά Γράμματα,
μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης

Είναι τότε που αναζητάς τον δικό σου μηχανισμό για την αποκρυπτογράφηση του κόσμου, τότε που ανασύρεις από τα καλά φυλαγμένα μέσα σου όσα πολύτιμα και απολύτως κωδικοποιημένα γενιά τη γενιά έχουν κατασταλάξει τη σημασία τους. Λέξεις, κώδικες επικοινωνίας και επαφής. Σχήματα λόγου που εκπέμπονται για να ενώσουν τους ανθρώπους, ρήματα και ουσιαστικά που δένουν σε προτάσεις λεκτικές και μεταλλάσσονται έπειτα σε προτάσεις ζωής. Ναι, η γλώσσα της επικοινωνίας είναι μια γέφυρα που ενώνει και διασώζει τους ανθρώπους και τον επιθυμητό γι’ αυτούς κόσμο. Όμως η ποιήτρια δεν αισιοδοξεί. Οι λέξεις λιγοστεύουν, θα μας πει και θα τιτλοφορήσει έτσι και τη συλλογή των ποιημάτων της, δίνοντας την εστίαση της οπτικής της. Σαν οι λέξεις να μην είναι πλέον ικανές να καλύψουν τις ανάγκες επικοινωνίας. Πώς να μιλήσεις, όταν αγνοείς τον κώδικα, όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους ή ακόμα χειρότερα όταν η σκληρότητα του τοπίου τις καθιστά άφωνες και άηχες;

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν τη φτάνουν λέξεις

Τότε οι ίδιοι οι άνθρωποι ενσαρκώνονται τον κώδικα, φορούν πάνω τους τα σημάδια, μιλούν ή κραυγάζουν την παρουσία τους μέσα σε ξένους τόπους ή σε τόπους που είναι γι’ αυτούς πια σαν ξένοι. Δείχνουν το δίκιο τους με τα ίχνη του ξεριζωμού πάνω τους, με τα λιγοστά τους διασωθέντα αποκτήματα, που περιφέρουν μαζί τους σαν στέγη και σπίτι και πατρίδα, άνθρωποι φερέοικοι.

Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ
Είμαι το σπίτι μου λιτό κι απέριττο
Συμμετρικό και σταθερό παλεύω να ’μια
κι ας είναι τα μπαλκόνια μου μικρά
κι ας έχω τα θεμέλια προς τα μέσα
Με ξαναχτίζω μ’ επανατοποθετώ
πατρίδα μου και σπίτι μου εγώ
κι αναζητώ γωνιές όπου δέντρα φύονται
γωνιές με γαλανό ουρανό
γαλήνια να μ’ αγκαλιάζουν
Μια τσάντα σπίτι είμαι
και τα χερούλια μου κρατώ σφιχτά μες στην καρδιά
Φέτες σχιστόλιθοι α-συνέχειες
φλόγες ζωσμένες βίαια έσκαψαν
κι έκοψαν
Πολλά τα ξεριζώματα
ολοκληρωτικά απειλούν να με συνθλίψουν
Μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

Πλάνητες, περιπλανώμενοι, ανέστιοι. Πολλά τα ξεριζώματα, και πού να σταθείς να πεις εδώ είναι η πατρίδα; Μα, κι αν κάποτε γυρίσεις, θα είναι μόνο για θάνατο, όχι για ζωή. Τη ζωή την ξόδεψες στα ξένα μέρη, που ποτέ δεν πρόφτασαν να σου γίνουν πατρίδα.

Κάποτε σαν άσωτος επέστρεψε
στύλωσε σπίτι όχι για να ζήσει
για να πεθάνει είπε

Η ποιήτρια απέναντι στον πλάνητα κατατρεγμένο κι αποδιωγμένο από τον τόπο του βάζει αντίβαρο τις πλέον γερές ρίζες, τις βαθιές των δέντρων, και μιλά γι’ αυτές σε διάσπαρτους στίχους ή τους αφιερώνει ολόκληρα ποιήματα. Θα εξομοιώσει τους ανθρώπους με τους τόπους για να πει πως έναν κοινό ξεριζωμό κραυγάζουν, απελπισμένοι φυγάδες, οι άνθρωποι, η φύση, τα πράγματα, οι έννοιες που όλα αυτά τα συγκροτούν και τα ενώνουν σε μιαν αδιάσπαστη συνέχεια.

Ξεριζωμένα δέντρα οι τόποι μας
Πρόσφυγες οι γονείς
μετανάστες εσωτερικοί μετά
άπλωσαν μέσα τους ρίζες κομμένες
Ξεριζωμένα δέντρα δυο φορές κι εμείς
ας ριζώθηκαν στο έρμα μας πατρίδες
Και τώρα των παιδιών μας η σειρά
ξεριζωμένα δέντρα να πορεύεται
Ξεριζωμένα δέντρα οι τόποι μας

Και αλλού θα δει το δέντρο, με όλη τη σοφία και τη γνώση του, να συνομιλεί μαζί της για να μοιραστούν τη συμφορά που πλησιάζει.

Σήμερα στωικά μου μίλησε για φονικές μάσκες
πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
κι έδειξε κατά πέρα

Έτσι τα δέντρα μπορεί είναι αυτά που δεν έφυγαν, δεν ξεριζώθηκαν από τους ερημωμένους πια τόπους, κι έμειναν εκεί σημάδια τραγικά να βιώνουν την απουσία των ανθρώπων προλέγοντας το τέλος τους.

Η ποίηση αυτή, λοιπόν, δεν ανοίγει πουθενά στο φως, στην ελπίδα; Η σύμπραξη των ποιητών εδώ θα δώσει το ελάχιστο φως που χρειάζεται για να συνεχίσει αυτή η μακρά πορεία. Θα θυμηθεί η ποιήτρια τον άλλον ποιητή, και θα πει κι αυτή πως αν είμαστε από καλή γενιά, θα το δείξουμε γυρνώντας προς τα πίσω τη μνήμη, να ανασύρουμε ό,τι ακόμα δεν έχει σβήσει από τις ραψωδίες του παππού, το αρχαίο νόημα των λέξεων (πάλι οι λέξεις, γιατί αυτές δεν χάνονται ποτέ, μόνο ξεχνιούνται), κι έτσι:

Σε πέντε θάλασσες σχεδίες καλοτάξιδες
ν’ αναζητήσουμε Ιθάκες να ονειρευτούμε
να τις επινοήσουμε αν χρειαστεί

Αυτή η επινόηση, η γεννημένη από την ανάγκη, είναι η πιο ουσιαστική λέξη/πρόταση ζωής. Τουλάχιστον με τον ποιητικό της τρόπο η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη άνοιξε λίγο τη χαραμάδα την αθέατη. Οι λέξεις λιγοστεύουν, ωστόσο κάποιες ακόμα μπορούν να επωμιστούν το έργο της συνέχειας.

Στο πολύ εύγλωττο εξώφυλλο της συλλογής το έργο του Κωνσταντίνου Ξενάκη Codehomme. Ο κώδικας και ο άνθρωπος σε δημιουργική συνύπαρξη. Και η Ποίηση να δίνει τη δική της πολύτιμη αρωγή.

 

ΑΣΗΜIΝΑ ΞΗΡΟΓΙAΝΝΗ

FRACTAL 27/12/2017

Η επιλεκτική Μνήμη της ποίησης

Ένας απολογισμός σχετικά με τον τόπο και τους ανθρώπους, αυτούς που πάνε και αυτούς που έρχονται, κάνει η Δέσποινα Καϊτατζή -Χουλιούμη. (ΌTI BAΘΙΑ ΚΟΙΤΑΞΑΜΕ / ότι μας σφράγισε ξεριζωμός/ ό,τι πίσω αφήσαμε μαχαίρι/ ό,τι βαθιά κοιτάξαμε ελπίδα/ ότι ονειρευτήκαμε επιστροφή) Η ζωή φανερώνει πράγματα καθημερινά, απρόβλεπτα συχνά, η ζωή μιλάει χωρίς να έχει στόμα, η ζωή σε ξεπερνά, αλλά και σε διδάσκει με τρόπο αβίαστο και συνάμα εκπληκτικό! Εμπειρίες ανθρώπων καταγράφονται, περιπλανώμενων κυρίως. Που η περιπλάνηση τους χαρίζει νέες εμπειρίες και τους εισάγει σε τοπία αλλότρια, σε αισθήσεις ανοίκειες.

Βαθύ κοίταγμα, σκέψεις επί της ουσίας για την ανθρώπινη μοίρα και πάντα ένα «αν» να συνοδεύει τις κινήσεις, τις κατευθύνσεις, τις διαθέσεις. Αυτό το «αν» της ζωής του καθενός. Τα πολλαπλά ενδεχόμενα. Οι ποικίλες εκφάνσεις μιας ατέρμονης αβεβαιότητας.

«Αν ερωτεύθηκες σε ρέμα/χείμαρρος/Αν έθαλλες σ’ αγκάθια/θηλιά/Στης λίμνης τη γαλήνη αν βυθίστηκες/θλίψη/Αν σε αναχώματα περπάτησες/προσφυγιά/Αν χύθηκες σε θάλασσα /αναχώρηση/»[ΚΟΧΥΛΙΑ]

Η μνήμη της ποιήτριας είναι επιλεκτική, αλλά αυτό δεν είναι αρνητικό, αφού ό,τι μας κάνει αίσθηση ή εντύπωση κοιτάμε να ζωντανέψουμε με τις λέξεις, να το εγκλωβίσουμε μέσα στο ποίημα. Να το φιλτράρουμε έτσι ώστε να μετατραπεί σε «καινή »εμπειρία που έχει σκοπό να συνεπάρει τον αναγνώστη. Και για να δανειστώ δικές της λέξεις: «Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα/ μ’ ασπρόμαυρες φωτογραφίες/»Το ομώνυμο ποίημα κλείνει ως εξής: «Ήρθε το νέο με το παλιό του φόρεμα/κρατούσε στην παλάμη χρυσό πουλί ολόφωτο/»

Το θέμα του ξεριζωμού, της μετανάστευσης, είναι παρών και σε αυτή τη συλλογή. Στο ποίημα «Πρόσφυγες» γράφει: «Κλάδεψαν τις φτερούγες μας/τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν /επανειλημμένα/ αποτρόπαια/ Πορευόμαστε / κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα/ νέο ξερίζωμα απειλεί/» (Πρόσφυγες).

Πολλοί ποιητές τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτό, δίνοντας ο καθένας τη δική του οπτική, τη δική του προέκταση, τη δική του ερμηνεία. Ενδεικτικά αναφέρω τα βιβλία του Ζαφείρη Νικήτα (Τα νερά του Μετανάστη) και της Φροσούλας Κολοσιάτου (Φοράει τα μάτια του νερού) που έχουν ολοκληρωτικά ως θέμα τους μετανάστες! Γενιές ολόκληρες «ξεριζωμένα δέντρα». Τα παιδιά έφυγαν -πού πήγαν; Ξεραϊλα, όμως πνέουν άνεμοι ελπίδας, όμως αύριο μια άλλη μέρα θα προβάλλει. Επισημαίνεται ότι η ζωή μπορεί να αλλοιωθεί, να γίνει ξένη ή φορτική, όμως η ελπίδα δεν χάνεται, μπορεί να μείνει, έστω και ανεπαίσθητη και να καθοδηγεί. Διαβάζω τους εξαιρετικούς στίχους: «Και με κομμένες ρίζες/θα σταθούμε όρθιοι/και με σπασμένα κλαδιά/ θ’ ανθίσουμε/ Γιατί ό,τι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας/ οι ρίζες φύτρωσαν εντός /μας/ κρατάνε στέρεα σ’ ελπίδας έδαφος» (Πρόσφυγες) Επίσης, στο ποίημα «Επίγονοι» διαβάζω στίχους που προτρέπουν στην αγάπη, τη δύναμη, την ελευθερία. Ίσως το παρελθόν και οι θησαυροί του βοηθήσουν, αν αξιοποιηθούν σωστά. «Να θυμηθούμε τις ραψωδίες του παππού/ στις λέξεις να προσδώσουμε το αρχαίο νόημα/ [..] να ορθώσουμε το ανάστημα […]Σε πέντε θάλασσες σχεδίες καλοτάξιδες /ν’ αναζητήσουμε Ιθάκες να ονειρευτούμε /να τις επινοήσουμε αν χρειαστεί/»

Η γράφουσα ξαγρυπνά με τις ανθρώπινες ιστορίες στο προσκεφάλι, ιστορίες που διψούν να αποτυπωθούν, επειδή είναι διαποτισμένες με το ανθρώπινο δάκρυ, τον ιδρώτα, το αίμα και τον πόνο. «Βραδιάζει πάλι μέσα μου/σκοτάδι η απουσία με τυλίγει/Θέλω να κλάψω να βυθιστώ/σε κολυμπήθρας δάκρυα/Βρέφος που του προσδίδουν όνομα/πρόσωπο ν’ αντικρίσει τη μέρα/Βραδιάζει πάλι μέσα μου/ απόψε δεν θα κοιμηθώ/» (Κατά το σούρουπο)

Γενικά, πλούσια σε ιδέες, μεστά και καλοσχεδιασμένα ποιήματα, που δεν βερμπαλίζουν και που είναι γεμάτα εικόνες εκφραστικές και μια διάχυτη σοφία.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL 21/2/2018

“Πατρίδα μου η αγάπη”

Είναι μια ποιητική συλλογή που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αυτοβιογραφική. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδη και καλοδιαβασμένη. Αναφέρεται σε σημαντικά περιστατικά της ζωής της ποιήτριας, σε σταθμούς, σε γεγονότα που την άγγιξαν και στίχο τον στίχο εκφράζει τους προβληματισμούς της και το πώς ένιωσε και νιώθει.

Όλα τούτα με ένα λόγο ολοφάνερα επηρεασμένο από την ειδικότητα της κλινικής ψυχολόγου – ψυχοθεραπεύτριας που έχει αλλά και από την στυγνή έως ωμή ακρίβεια δύο παραμέτρων ασύνδετων γενικά μεταξύ τους: της ιατρικής αλλά και της ψυχοσύνθεσης της Σουηδίας, όπου έχει εργαστεί για χρόνια. Οι επιρροές από την περίεργη έως μονότονη ηχητική της σουηδικής γλώσσας (δεν υπάρχει καν μουσικότητα στη γλώσσα αυτή) οδηγούν σε έναν ιδιαίτερο εκφραστικό τρόπο και τα ποιήματα έχουν ένα ύφος ξέχωρο, προσωπικό και αναγνωρίσιμο. Όπως με την πρώτη ματιά μπορείς να πεις αν ένα παράθυρο είναι βορινό.

Κινείται κυρίως σε τοπία ρεαλισμού έχοντας στην τσέπη μια ελληνική φλογέρα για να μπορέσει να αντέξει τα δύσκολα. Μα και ο ρεαλισμός της ο ίδιος δεν είναι στατικός· πάλλεται από την κλίμακα του φαινομενικού και φτάνει ως την κλίμακα του ψυχικού. Το εξασκημένο μάτι της συλλαμβάνει κάθε είδους παθογένεια, κάθε παραμόρφωση, κάθε τι άρρωστο. Στο επάγγελμά της είναι υποχρεωμένη και εκπαιδευμένη να σταθεί ως παρατηρητής, σε απόσταση ασφαλείας και να δώσει ανεπηρέαστη λύσεις. Ως ποιήτρια όμως; Βουτάει στα βαθιά, μπαίνει στην ουσία και αναδύεται με έναν αστερία ή ένα κοχύλι ελπίδας στο χέρι, που γίνεται λύρα, ύμνος βακχικός:

Κοχύλια εξορίσουν
κοιτάσματα φωτός
σ’ υποθαλάσσια ρεύματα.

Εδώ, καλό θα ήταν να διορθωθεί το «εξορίσουν» είτε σε «εξορύσσουν» χωρίς άλλη διευκρίνιση είτε σε «εξορίζουν» στην περίπτωση που η πρόθεση του ποιήματος ήταν ότι «εξορίζουν» γράφοντας πάνω σε όστρακο το όνομα του προς εξοστρακισμό ατόμου, των κοιτασμάτων φωτός στην προκείμενη περίπτωση. Διαβάζεται και με τους δύο τρόπους. Μπορεί ακόμη κάποιος να το θεωρήσει σωστό και έτσι όπως είναι , υπονοώντας ποιητική αδεία την νοερή πρόταξη του συνδέσμου «να», φτιάχνοντας έτσι μια υποτακτική αορίστου. Ένα γράμμα ή δύο, και το νόημα αλλάζει εντελώς. Αυτό είναι το μεγαλείο της Ελληνικής Γλώσσας, αυτή είναι η τεράστια δύναμή της, αυτή είναι η Ομορφιά της!)

Ο λόγος της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι γενικά μεστός, κοφτός, χωρίς δαντέλες και πλεονάζοντα χρώματα. Κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του πεζού. Το μέτρο κυριαρχεί εδώ, όπως υποθέτω και στη ζωή της.

Οι δεξιότητες στον χειρισμό της ελληνικής είναι ορατές σε ένα έμπειρο μάτι αλλά στο τελευταίο ποίημα «ΓΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑΛΟΣ» στο οποίο όλες οι λέξεις του αρχίζουν από “γ”, γίνονται εύκολα αντιληπτές σε κάθε αναγνώστη.

Το ελληνικό φως την ακολουθεί όπου και να πάει, η ψυχή της κολυμπάει μέσα σε αυτό ακόμα και κάτω από οιαδήποτε βορειο-ευρωπαϊκή συννεφιά και οι στίχοι της εκπέμπουν κάποτε έναν λεπτό λυρισμό (βλ. Σολωμό):

Τριφύλλι χρυσοπράσινο
στο φως τ’ Απρίλη.

Τι σημασία έχει αν λιγοστεύουν οι λέξεις, όταν η ποίηση αυτές που απομένουν τις χρησιμοποιεί έτσι για να πλάσει ουσία και ομορφιά από το τίποτα;

Η δυναμική των λέξεων πολλαπλασιάζεται στην ξενιτειά. Όσο κομματιάζεται η ζωή, τόσο δυναμώνει η γλώσσα:

Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη
Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη

πού φως κουράγιο πού
να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδες.

Συγκρατώ εδώ το «πολίτης του κόσμου».

Η ξενιτιά την πονάει. Δεν είπα κάτι πρωτότυπο, όλοι το ξέρουν. Ναι. Πρωτότυπος είναι ο τρόπος που το εκφράζει όμως:

μια τσάντα σπίτι και πατρίδα έγινα και προχωρώ

και ο τρόπος που το βιώνει:

ότι μας σφράγισε ξεριζωμός
ότι πίσω αφήσαμε μαχαίρι
ότι βαθιά κοιτάξαμε ελπίδα
ότι ονειρευτήκαμε επιστροφή

όπου ξενιτιά μπορεί να είναι επί πλέον και το να είσαι φευγάτος, το να είσαι ξένος στον ίδιο σου τον τόπο. Όταν γυρίσεις, αν καταφέρεις να γυρίσεις, πληγώνεσαι βαθύτατα αφού

Παρατηρείς αντίδραση καμία σαν να μην έφυγες ποτέ.

Οι πληγές μόνιμα ανεπούλωτες:

Ό,τι πολύ αγαπήσαμε πατρίδα
Ό,τι μας λάβωσε ξεριζωμός
Ό,τι πολύ αγαπήσαμε και απωλέσαμε
Ζωή και Θάνατος.

Πριν λίγο είπε «ότι μας σφράγισε ξεριζωμός», τώρα «ό,τι μας λάβωσε ξεριζωμός». Φαίνεται ξεκάθαρα η καταλυτική επίδραση του ξεριζωμού, της βίαιης αλλαγής πατρίδας (με πολλές έννοιες η λέξη πατρίδα) στον ψυχισμό του ανθρώπου.

Κάτι όμως τον ξενιτεμένο τον τραβάει πίσω, κάτι μέσα του δεν ησυχάζει αν δεν γυρίσει. Το κατάλαβε και το λέει:

Κάποτε σαν άσωτος επέστρεψε
στύλωσε σπίτι όχι για να ζήσει
για να πεθάνει είπε.

Τόσα χρόνια εδώ στράφι. Τόσα χρόνια έξω πάλι στράφι. Ναι, και εδώ και εκεί, ματαιότητα, απογοήτευση:

με άδεια απόχη στεκόταν στην όχθη
λίμνης αποστραγγισμένης.

Ισορροπία όταν φύγεις δεν υπάρχει. Ακόμα και αν επιστρέψεις, δεν γαληνεύει η ψυχή. Διχασμένος μια ζωή θα είσαι. Το γυαλί σου ή το πήλινό σου αγγείο αν είσαι από πηλό φτιαγμένος, ραγισματιά θα το σημαδεύει για πάντα, ορατή ή κρυμμένη:

Φυγή κι επιστροφή πάντα στον ίδιο τόπο
ραγισματιά ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου.

Έχεις συνείδηση του “εφήμερου” πια. Την κατάχτησες θυσιάζοντας μια ζωή. Τη ζωή σου.

Έτσι κι αλλιώς περαστικοί όλοι της γης μέτοικοι.

Η ξενιτειά, είναι πιθανότατα καμουφλαρισμένη προσφυγιά. Για χι λόγους, για ψι αιτίες, για μι κίνητρα, για νι σκοπιμότητες. Ο ξενιτεμένος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα των προσφύγων, έχει πολλά κοινά, συμπάσχει με όλο του το είναι:

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ’ ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα.

Ξενιτεμένος μιλάει, πρόσφυγας μιλάει, ο αναγνώστης μιλάει, ο ποιητής; Δύσκολο να πεις.
Το αποκορύφωμα της τραγικότητας δίνεται από το χέρι ενός μικρού μαθητή που έγραψε ένα σημείωμα για τις ανάγκες του ποιήματος:

πατέρας
νεκρός
έμφραγμα
μαθηματικός
μητέρα
μουσικός
τώρα
μακριά
εργασία
εσωτερική
μεγαλοδικηγόρος
εγώ
μένω
έξω
από
πόλη
με
θείος
σε
ορνιθοτροφείο.

Λιγοστές οι λέξεις εδώ. Συγκλονιστικές όμως. Αυτή είναι η δύναμη της Ποίησης. Παίρνει μια σταγόνα λέξεις συνηθισμένες και τις κάνει ποτάμι. Παίρνει ένα ψίχουλο και το κάνει άρτο ευλογημένο. Έτσι. Από το τίποτα. Με το ταλέντο, το πάθος και την επιμονή του ποιητή.

Η κατάθλιψη, ο φόβος, η βία, η ανασφάλεια, ο χειρισμός, συστατικά του παρόντος:

Σήμερα στωικά, μου μίλησε για φονικές μάσκες
πληθαίνουν ψιθύρισε κοίτα πώς έρχονται
κι έδειξε κατά πέρα.

Περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής μας; Η παραίτηση:

Υπάρχουν σπίτια που πριν ακόμα γεννηθούν ολόκληρα
σμπαραλιασμένα και γυμνά οδεύουν προς τον θάνατο.

Πρωτύτερα ήταν καλύτερα τα πράγματα; Μα ναι:

κάποτε στα ρυάκια κυλούσε καθαρό νερό
σκύβαμε κοιταζόμασταν πίναμε με τη χούφτα.

Πότε; Τότε που ήμασταν παιδιά.

Παιδιά; Πού είναι τα παιδιά στις λέξεις που λιγοστεύουν; Υπάρχουν; Φυσικά. Βιώνουν την σκληρή πραγματικότητα:

και τώρα των παιδιών μας η σειρά
ξεριζωμένα δέντρα να πορεύεται

με έντονη την αγωνία των γονιών και των λεπτών ανθρώπων που ανησυχούν:

Πού πήγαν τα παιδιά
Ξεραΐλα

γιατί έχουν πικρή πείρα από τον εαυτό τους:

τον άφηναν μονάχο παιδάκι στα επτά να περιμένει,
πληροφορίες από πάρα πολλά περιστατικά
για παιδιά που ’χασαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία

και ιδίως την επίγνωση πως

αύριο μια άλλη μέρα … / θα θερίσει ανέμους ελπίδας / … / Θα φέρει νέους εγκάθετους αγκιτάτορες / Και τα παιδιά μας φευγάτα από καιρό.

Υπάρχει ελπίδα; Άμυνα; Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη δεν το λέει ευθέως, αφήνει να το πουν ποιήματά της:

λες κι αφέθηκε στη βραχνή φωνή του
να την αναστατώνει μ’ εκείνη τη λέξη.

Έρως. Φωτεινός ακόμα και όταν πονάει:

Αυτή κλειδί και κλειδωνιά μαζί
και τ’ άλλο χέρι πάλι αυτή
Αυτή να ριχνόταν στα σκοτεινά νερά
Έρωτα ανεπίδοτο
αγάπη Πρώτη βρεφική
βίαιο ξεριζωμό
να κλείδωνε.

Ναι, Έρως = Ελπίς = Ζωή = Προσμονή = Σύμπαν:

Εκεί στης Ιδωμένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ’ εναγκαλισμένο ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόχη του λαιμού του.

Τι άλλο να προσμένει κανείς;

Καιρός όμως είναι να πάμε στα δύσκολα. Πώς γίνεται να λιγοστεύουν οι λέξεις; Αφού προστίθενται και άλλες, ξενόφερτες, «απαραίτητες» για τη συνεννόηση σε τούτη την ψηφιακή εποχή. Ψυχαναγκαστικές, επιβεβλημένες. Όπως και οι μάρκες στα αθλητικά παπούτσια. Θέλει κότσια να αντισταθείς.

Οι λέξεις όμως, αυξάνουν, έτσι δεν είναι; Αφού γράφονται κάθε μέρα όλο και περισσότερα κείμενα, όλο και περισσότερες αναρτήσεις. Ο κάθε ένας ελεύθερα εκφράζεται γράφοντας μηνύματα, απόψεις, σχόλια. Όλοι είναι διαδικτυωμένοι σήμερα (πολλοί μπορεί να είναι και δικτυωμένοι, άλλο θέμα για άλλη προσέγγιση). Πώς γίνεται λοιπόν να λιγοστεύουν οι λέξεις;

Σοβαρά τώρα. Ας δούμε ποιες λέξεις μπορεί να λιγοστεύουν. Ίσως οι λέξεις πέραν της καθημερινής χρήσης. Οι λέξεις που απαιτούν ευρύτερη παιδεία για να χρησιμοποιηθούν ή αυτές που παραιτείσαι από τη χρήση τους αφού είτε δεν θα καταλάβει ο άλλος είτε θα το εκλάβει ότι του «κάνεις τον έξυπνο» και τον «ψαγμένο».

Ναι, λιγοστεύουν αυτές οι λέξεις. Αυξάνει η χρήση των λέξεων, των κοινών, των συνηθισμένων λέξεων, αυτών για τις ανάγκες της τρέχουσας επικοινωνίας, αλλά αν φανταστούμε τις λέξεις ως ψάρια που κολυμπούν όπου θάλασσα επί γης, επιλέγονται σήμερα μόνο μέσα από έναν κόλπο ρηχό, τη στιγμή που υπάρχουν πελάγη και ωκεανοί. Άρα στην πραγματικότητα λιγοστεύουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται κατά κανόνα από τον σύγχρονο άνθρωπο, όχι οι ίδιες οι λέξεις. Εμείς; Τι κάνουμε εν τω μεταξύ κατά την υπόψη ποιητική;

Ιχνηλατούμε επίγειοι τυφλοπόντικες
και τα γεράκια παραμονεύουν
Σε δαιδαλώδεις δρόμους οδεύουμε.

Αυτό ήταν; Όχι.

Ας σημάνουμε πρώτα τον εκφυλισμό των λέξεων στη σύγχρονη πραγματικότητα και τη στρεβλή σύνδεσή τους με κάτι διαφορετικό από εκείνο το οποίο η αλήθειά τους φέρει. Αυτό γίνεται κάτω από την καταστρεπτική επενέργεια της ημιμάθειας, της αδιαφορίας, της «γρήγορης» έκφρασης και των κάθε είδους σκοπιμοτήτων, με πρώτες τις πολιτικές. Πολλαπλασιάζεται από τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφού άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα και το κάνουν χωρίς συναίσθηση ούτε της σημασίας που έχει η δημόσια εκφορά του Λόγου ούτε της ευθύνης που φέρουν κάνοντάς το. Ατυχώς το “fast food” τείνει να γίνει -αν δεν έχει γίνει κιόλας- “fast talk”.

H ποιήτρια το έχει υπόψη της, αλλά δεν εστιάζει εδώ. Βλέπει το φαινόμενο σε σχέση με τα όσα θλιβερά συμβαίνουν, τα οποία είναι τόσο επώδυνα που δυσκολεύεσαι να βρεις λέξεις να τα εκφράσεις. Οπότε «λιγοστεύουν».

Είναι τέτοια η κατάσταση τα τελευταία χρόνια, τέτοιος ο ζόφος, τέτοια η κατάντια του «πολιτισμού» μας που ο θρήνος, η φρίκη, η πίκρα, το κλάμα, ο αποτροπιασμός, δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Δεν υπάρχουν λέξεις που να μιλήσουν για όλα τούτα με τόση ένταση όση τα ίδια τα γεγονότα ή τα συναισθήματα έχουν. Το λέει στο ποίημα με τίτλο αυτόν που έχει και η ποιητική της συλλογή:

Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα

Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δεν γίνεται
Φρίκη που δεν την φτάνουν λέξεις.

Φρίκη η οποία κυριαρχεί πλέον πάνω σε μια

Γη βιασμένη εκπορθημένη και απόρθητη
στον κόρφο της φυλάει κρυμμένες πυρκαγιές
αδημονεί κρατώντας στις παλάμες της κεράκι
αναμμένα.

Ίσως επειδή αδυνατούν οι λέξεις να εκφράσουν το μέγεθος και το βάρος της οδύνης, γι’ αυτό τα μοιρολόια ενισχύουν την τραγικότητα με θρηνητικά παρατεταμένα φωνήεντα, που από μόνα τους, χωρίς απαραίτητα να συνοδεύονται από λέξεις, αρθρώνουν λόγο. Συντονίζουν την ψυχή στην Αλήθεια της Απώλειας, στην ενδυνάμωση της μνήμης με αυτού του είδους την ενισχυτική καταγραφή, στην συμπόνια εν τέλει της Περσεφόνης, εκείνης αλλά και της δικής μας -κι ας έχει άλλο όνομα- όπως έξοχα δίνεται στο πεζόμορφο ποίημα με τίτλο το όνομά της.

Αν με ρωτούσε κάποιος να του πω με «λιγοστές» λέξεις τους βασικούς άξονες του βιβλίου, θα τολμούσα λέγοντας:

«λέξη, ξεραΐλα, ξεριζωμός, ξενιτειά, αγωνία, πόνος, φρίκη, ευαισθησία, προσδοκία, φύση, αγάπη». Αν με ρωτούσε ένας ψυχίατρος ποιο γράμμα της συλλογής έμεινε μέσα μου χαραγμένο ως αντιπροσωπευτικότερο όλων, θα διακινδύνευα να ομολογήσω: το «ξι».

Οι λέξεις μπορεί να λιγοστεύουν, η καλοσύνη, η ανθρωπιά, η συνεννόηση, η αγάπη μπορεί να λιγοστεύουν, αυτό όμως δεν εμποδίζει καθόλου την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη να αποκαλύψει στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής το συμπύκνωμα της κοσμοθεωρίας της (επαναφέρω εδώ τη φράση που συγκράτησα πριν, δηλ. «πολίτης του κόσμου»):

πατρίδα μου ο ήλιος
η βροχή τα δέντρα τα βουνά
ρίζες βαθιές αρχέγονες
το χώμα που πατάω στέρεα
το χώμα που θα με χωνέψει
πατρίδα μου ο κόσμος.

Με τέτοιους ποιητές υπάρχει ελπίδα;
Τι λέτε;

 

Διαδρομές (2015)

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

FRACTAL 4/02/2018

Για τον Χρόνο, τον Πόθο και τη Σιωπή

Διαδρομές αποκαλεί η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη την ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα. Εύλογη ερώτηση: διαδρομές μέσα σε ποιους τόπους, πραγματικούς ή συμβολικούς; Μέσα στο τρίπτυχο Χρόνος-Πόθος-Σιωπή, μας απαντά η ποιήτρια από το πρώτο ποίημα. Μια τέταρτη θεματική, ο θάνατος, ανάγεται σε οδηγητικό νήμα των διαδρομών: πρώτιστα με την απώλεια της πολυαγαπημένης μάνας, αλλά και με τον άδικο χαμό του Παύλου Φύσσα, αλληγορία μιας παράλογης εποχής. Ακόμη και το κυρίαρχο συστατικό της ζωής, ο χρόνος, πεθαίνει, όταν ένας νέος άνθρωπος, ένα παλληκάρι, χάνεται και μάλιστα με βίαιο και ύπουλο τρόπο.

Ανοίγουμε το βιβλίο και ευθύς εξαρχής βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πολυσήμαντο σύμπλεγμα θεμάτων, που μας προσκαλεί να το ακολουθήσουμε στις μεταμορφώσεις του –στις διαδρομές του– τόσο πάνω στο χαρτί όσο μέσα στο σύμπαν.

Ο πρώτος στίχος μάς τοποθετεί ενεργά μέσα στο χρόνο και η πρώτη στροφή μάς οδηγεί στη θέαση ενός πόθου με συμπαντικές διαστάσεις, καθώς βλέπουμε τα δέντρα να κάνουν έρωτα με το νερό. Διαβάζω τους πολύ όμορφους στίχους της αρχής του βιβλίου:

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν (σ. 13).

Λίγο αργότερα, τα φύλλα της λεύκας κρυφομιλούν ερωτικά με τον άνεμο (σ. 37), όπως επίσης ο πόθος ανάγεται σε κύριο χαρακτηριστικό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση (σ. 19).

Στο πρώτο ποίημα, όλες οι στροφές αρχίζουν με το σύμφωνο σίγμα. Ακούγεται ένα συνεχές σ… και μας προδιαθέτει για τη θεματική της σιγής που θα κυριαρχήσει στο βιβλίο. Καθώς είμαστε «διαβάτες της σιωπής», όπως μας πληροφορεί η ποιήτρια (σ. 17), έχουμε υποχρέωση να μη θέτουμε ερωτήματα, να μην καταστρέφουμε με αυτό τον λογικό, μη ποιητικό, τρόπο την ισορροπία του σύμπαντος, κυρίως να μην υποχρεώνουμε την ποίηση σε απέραντη σιωπή, σε δυσβάσταχτη αφωνία (σ. 23). Γι’ αυτό άλλωστε χανόμαστε στο διάβα, μας διαβεβαιώνει (σ. 14).

Ο χρόνος, μας θυμίζει η ποιήτρια, δεν είναι ένα απλό χθες-σήμερα-αύριο. Ο χρόνος είναι «τα πέτρινα χρόνια» (σ. 16). Χρόνος είναι «το τέλειωμα του χρόνου» (σ. 17, 19), το μηδέν, η στιγμή που δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει διάρκεια. Πότε άραγε τελειώνει ο χρόνος; Ποιος μένει για να είναι μάρτυρας σε αυτή την τρομακτική εμπειρία; «Καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα» (σ. 19), ζούμε τη στιγμή που καταργεί το χρόνο. Η σκέψη αυτή τη συγκλονίζει. Πότε άρχισαν όλα αυτά; Να ήταν πριν από αιώνες ή χθες (σ. 28); Ένα είναι βέβαιο. Η ακύρωση του χρόνου οδηγεί με ακρίβεια στην ακύρωση της ύπαρξης. Τη θέση του όντος καταλαμβάνει η ανελέητη σιωπή. Και η σιωπή προετοιμάζει το έδαφος για να ανθίσει η ποίηση.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 17/2/2016

«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»

Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.
Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»

Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού

«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν

κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου, εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

ΠΟΙΕΙΝ 31/1/2016

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές’, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ‘ βιάζεται ν’ ανθίσει’ βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει’ δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν’ (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί’ επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που ν’ αγγίζει τ’ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

-VII-

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση και ο θάνατος Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

ΕΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ

Ένα κλαράκι σιγά σιγά φουντώνει
τα φυλλαράκια του στιλπνά
το χνούδι απαλό
Ένα κλαράκι βιάζεται ν’ ανθίσει
το μπουμπουκάκι έτοιμο να σκάσει
σειρά να δώσει στον καρπό
Ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλει
Ένα κλαράκι στον κόρφο μου ήταν χθες
Σήμερα θέριεψε, βιάζεται ν’ ανθίσει
το άρωμά του στα πέρατα να σκορπιστεί

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 5/1/2016

Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή

Η μνήμη ως θέμα στην ποίηση κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κατακλύζουν τον ποιητή κι εκείνος με οδηγό τις λέξεις και το στίχο αποτυπώνει τα συναισθήματα στο χαρτί. Άλλωστε η μνήμη είναι εκείνη που καθορίζει το παρόν μας, την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά μας· οι αναμνήσεις κρατούν το δημιουργό άλλοτε δεμένο με δεσμά αίματος, άλλες φορές όμηρο των συναισθημάτων του, ευτυχισμένων που τον ωθούν προς τα εμπρός ή αρνητικών, μελαγχολικών που γκρεμίζουν το είναι του.
Ωστόσο, για την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη («διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015) η μνήμη τροφοδοτεί με συναισθηματική ενέργεια για τη συνέχιση, μόνη κυρίως, του υπόλοιπου δύσκολου δρόμου. Η ποίηση της Καϊτατζή είναι υπαρξιακή· με ευαισθησία και γλυκιά μελαγχολία η ποιήτρια θυμάται με αγάπη και λαχτάρα προσφιλή πρόσωπα και στιγμιότυπα -σχεδόν φωτογραφικά- του παρελθόντος.
Η δημιουργός μιλά για τον χρόνο και την ίδια τη μνήμη (μήλο κόκκινο, ήρθε αναπάντεχα), στιχουργεί για οικογενειακά στιγμιότυπα (οικογενειακή φωτογραφία, τρεις επιθυμίες, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό), μιλά για το θάνατο και το χωρισμό (πώς γίνεται, πού πάει;, τρεις επιθυμίες, παραμυθία, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό).
Υιοθετεί ένα απέριττο αφηγηματικό ύφος από το οποίο εξάγεται η αναζήτηση ενός ρομαντικής οπτικής παρελθόντος. Η δημιουργός νοσταλγεί πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Η γραφή της Καϊτατζή είναι πλούσια, μολονότι η χρήση επιθέτων είναι περιορισμένη, υπηρετώντας το υπαρξιακό μήνυμα (κι όχι την εικόνα). Αντίθετα, αξιοποιεί αρκετά συχνά τη δυναμική των παρομοιώσεων. Οι μεταφορές και το ασύνδετο σχήμα ενισχύουν την ένταση και συμπυκνώνουν το χρόνο (διαδρομές VII).
Βέβαια, η μνήμη κινείται γύρω από ένα αυτοαναφορικό επίκεντρο. Η ποίησή της κλείνεται γύρω από ένα κλειστό κοινωνικό περιβάλλον και έχει μία εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία, ενώ οι κοινωνικές αναφορές περιορίζονται στο εικονοπλαστικό φόντο.
Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο σε αρκετές συνθέσεις (μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού) προδίδει ένα υπερενικό ποιητικό υποκείμενο· ωστόσο, και αυτή η πτυχή θεμελιώνεται σε μία εσωτερική υπαρξιακή αναζήτηση που στηρίζεται στην απώλεια (διαδρομές ΙΙΙ) ή έναν απολογισμό (διαδρομές ΙΙ και IV). Οι λίγες κοινωνικές αναφορές υποτάσσονται στον κύκλο της αυτοαναφορικής υπαρξιακής νοσταλγίας.
Ακόμα και ο χώρος και η εικονοπλασία αποτελούν μία εσωτερικευμένη αναπαράσταση του έξω, του περίγυρου. Το φυτικό στοιχείο κυριαρχεί σε όλα τα ποιητικά κάδρα· αν και η εικαστική της στηρίζεται σε μία κοινωνική εμπειρία, η χλωρίδα αποτελεί σταθερό στοιχείο σε κάθε σύνθεση, προσφέροντας χρώμα και νότες αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή όμως αναδύουν μία ρομαντική θέαση του παρελθόντος και μία λυρική διάθεση που έρχονται να ενισχύσουν το γενικότερο συναίσθημα νοσταλγίας.
Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της ποιητικής της είναι η τάση στρογγυλοποίησης του χρόνου εκκινώντας από το παρελθόν και προχωρώντας προς το παρόν και καταλήγοντας στο μέλλον με μία αισιόδοξη διάθεση. Η αρχική απαισιοδοξία αλλάζει σταδιακά, μετασχηματίζεται σε μία πίστη για την καλή έκβαση των πραγμάτων και φωτίζει το τέλος της σύνθεσης τονίζοντας την οπτιμιστική οπτική ακόμα και μέσα στην -κοινωνική ή προσωπική- απογοήτευση. Συχνά αυτή η αισιοδοξία αποδίδεται με μία αίσθηση αλληγορίας (ένα κλαράκι, πήγα πάλι απ’ το ποτάμι).
Η εξαίρεση της κοινωνικής αγωνίας -και ευαίσθητης πολιτικής κατακραυγής- όπως εκφράζεται μέσα από την ποιητική σύνθεση για τον Παύλο Φύσσα, Killah P (κοίτα ψηλά τ’ αστέρια), δεν αναιρούν την εσωστρέφεια της ποίησης της. Και τούτη η ποιητική σύνθεση εκφράζεται με την ίδια ευαισθησία που αναδύεται από τα «προσωπικά» ποιήματα. Τούτη όμως η σύνθεση έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο αισιόδοξο πνεύμα της Καϊτατζή.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, συναισθηματικού, χώρου που εξωτερικεύεται. Είναι ο ποιητικός μονόλογος με επίκεντρο τις αναμνήσεις του ατόμου και τις πολιτικές ακρότητες μίας εποχής συλλογικής κατάρρευσης. Για την άμυνα από μία εσωτερική κατάρρευση η ποιήτρια επιστρατεύει τις αναμνήσεις και τον παρελθόν αναζητώντας εκεί το στήριγμα.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 30/11/2015

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ

Γνωρίζοντας το πνευματικό και μορφωτικό της επίπεδο, μα προπαντός τη διαπιστωμένη της αγάπη για την ποίηση, ομολογώ πως δεν είχα την αγωνία του παλιού χρονογράφου Παύλου Παλαιολόγου. Ο γνωστός αυτός γραφιάς είχε εξομολογηθεί, πως κάθε φορά που του στέλνουν ένα ποιητικό βιβλίο καταλαμβάνεται από άγχος. Φοβόταν μήπως δεν το καταλάβει, δεν το εκτιμήσει όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να χάσει την αυτοεκτίμησή του.
Διάβασα το ποιητικό της βιβλίο «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου άρεσε πολύ η καθαρή και ραφιναρισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και ο συμπυκνωμένος της στίχος. Γράφει σε μοντέρνα γραφή. Αυτή που αποκαλούμε «ελεύθερο στίχο».
Το πόσο «ελεύθερος» είναι ή πρέπει να είναι ο στίχος στη νέα ποίηση είναι ένα μεγάλο θέμα και στο σημείωμα αυτό δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναλύσουμε. Μπορούμε όμως συνοπτικά να πούμε ότι η κατάργηση του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας ή των ισοσύλλαβων στίχων δεν κάνουν την ποίηση «ελεύθερη» και «νέα».
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχοντας τη γνώση και τη φρόνηση να κρατήσει την ποίησή της σ’ ένα επίπεδο μακριά από την πεζολογία, σέβεται τους παραδεχτούς αισθητικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι σ’ ένα ποιητικό κείμενο. Ο λόγος της έχει ρυθμό, λυρική προδιάθεση, λυγερή και δροσερή γλώσσα κ.α.
Η ποίηση βέβαια δεν είναι ένα εύπεπτο και ελαφρό ανάγνωσμα. Είναι ποτό δυνατό και επικίνδυνο. Πρέπει να το πιούμε αργά, γουλιά γουλιά, για να νοιώσουμε τη γεύση και το άρωμά του. Τα η γνώση και τη συγκίνηση που κουβαλάει.
Διάβασα με προσοχή το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή- Χουλιούμη. Η συλλογή της μοιάζει με ποτάμι που μαζεύει νερό από πολλά ρυάκια. Μια ορχήστρα που παίζει με πολλά όργανα. Πάει να πει έχει ποικίλη θεματογραφία: Στιγμές περισυλλογής, νοσταλγία για το χτες, φύση, μελαγχολία για πρόσωπα και πράγματα που αγαπήσαμε και είναι πια μακριά, στις όχθες του ονείρου.
Η ποιήτρια δουλεύοντας ασταμάτητα και αθόρυβα σαν τον μεταξοσκώληκα, υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, με αγάπη, με πάθος και απόγνωση. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός και οι αξίες υποτιμούνται, λίγοι είναι οι δημιουργοί που μοχθούν και αγωνίζονται με συνέπεια και ανιδιοτέλεια. Και όντας συνεσταλμένοι και σεμνοί περνούν δίπλα μας δίχως να σηκώσουν σκόνη.
Είναι άλλο πράγμα να λες «γράφω στίχους» κι’ άλλο η ποίηση. Αυτή είναι πολύ απαιτητική. Αυτός που γράφει στίχους είναι σαν τον ερασιτέχνη αθλητή. Ο ποιητής γράφει για να βρει το αναγκαίο οξυγόνο που το έχει ανάγκη η ψυχή του. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όλα αυτά βέβαια άγια και σωστά. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα είναι το εξής: Θα είναι καλό και ωφέλιμο η ποιήτρια, ώριμη πια, να στρέψει τα ενδιαφέροντά της και στον κοινωνικό περίγυρο, ν’ αφουγκραστεί τον πόνο και τα προβλήματα του λαού μας. Να τον παρηγορήσουμε, να τον νουθετήσουμε. Έχουμε υποχρέωση. Έχω γράψει σ’ ένα μου δοκίμιο: «Πολλοί αρνούνται στην τέχνη το δικαίωμα να διδάσκει και να νουθετεί. Να εμπνέει και να οδηγεί τον κοινωνικό άνθρωπο σε ανώτερες σφαίρες αξιών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι για τη δουλειά αυτή υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι: Οι ρήτορες, οι κήρυκες, οι πολιτικοί,οι κοινωνιολόγοι, οι παιδαγωγοί, το ιερατείο. Γιατί αυτοί και όχι η τέχνη;Γιατί όχι και αυτοί και η τέχνη; Τι τους φοβίζει;»
Τόλμησε καλή μου ποιήτρια, ήρθε ο καιρός. Έχεις και χρέος σαν πνευματικός άνθρωπος. Και να έχεις στο νου σου τούτο:Οι ποιητές είναι ιερείς του λόγου, η λαϊκή συνείδηση, οι μεγάλοι πυρφόροι, οι αληθινοί προφήτες της αποκάλυψης, αυτοί που αφουγκράζονται τον καλπασμό των αιώνων.

 

 

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»

Με τις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το
σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο απ. I η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου.
Στο απ. II η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει.
Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. III, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστεριώνες», ή του ρήματος, «Ανθισαν απώλειες».
Στο απ. IV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεωρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια.
Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου.
Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοττοιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις.
Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά
και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII).
Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις.
Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα».
Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται —εντέλει- αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογή ποιημάτων «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, αποτελεί παράδειγμα ζωντανού λόγου και μέσο αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας για τον μικρό αναγνώστη.
Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν αφορμές, προσχήματα, ή ακόμη και ρητορικά σχήματα, που ανοίγουν στην προοπτική των νοημάτων, των εννοιών και των πραγμάτων και σηματοδοτούν ανθρώπινα συναισθήματα· κυρίως εκείνα που προβάλλουν τον άνθρωπο ως ανώτερο ον. Η στοχαστική διάθεση της ποιήτριας μετουσιώνεται σε λυρική φωνή συναισθημάτων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Η μετουσίωση αυτή αποτελεί τη λυρική φωνή της, η οποία δονείται κυρίως από τα καθημερινά ψυχικά προβλήματα των ανθρώπων. Εκείνα, τα θετικά ή και αρνητικά συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ψυχή στην καθημερινή συμβίωση, αλλά αποτελούν καθολικά βιώματα και όχι ατομικά συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά, λοιπόν, συναισθήματα μετουσιώνονται εδώ σε μια θετική στάση ζωής, με υπέρβαση των αρνητικών και με στόχο τη ζωή ως αυταξία, τη ζωή που αξίζει όχι υπό προϋποθέσεις, αλλά ως δώρο που χαρίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας, την ψυχολογική και ηθική διάσταση των ποιημάτων που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η διαλεκτική, ως εσωτερική ψυχική πορεία, χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική φωνή της. Τα συναισθήματα δεν απωθούνται, δεν συντρίβονται μέσα από οδυνηρές εμπειρίες. Τουναντίον, τιθασεύονται μέσα από τη διαλεκτική της ποιητικής αφήγησης, της ποιητικής εικόνας, των συμβόλων, και των συμβολισμών τους. Όπως λόγου χάρη στο ποίημα «Καλοσύνη», μέσα από το εννοιολογικό δίπολο «κακία» / «καλοσύνη», που δίνεται με ανθρωπομορφικά στοιχεία αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (φόβος – μοναξιά – στέρηση αγάπης, χαρακτηρίζουν την κακία· με τα αντίθετά της, χαρακτηρίζεται η καλοσύνη). Έτσι η ζωή δεν εξωραΐζεται, αλλά εξευμενίζεται: η κακία μεταμορφώνεται και γίνεται καλοσύνη με την επενέργεια της αγάπης, γίνεται ανθρωπιά.
Η συναισθηματική νοημοσύνη, η διαφορετικότητα προβάλλονται θετικά στο έργο, όπως παραδείγματος χάριν στο ποίημα «Νι το ντροπαλό». Η πρώτη, ως απόθεμα ψυχής που πρέπει να διακρίνει τους ανθρώπους, η δεύτερη, ως πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, χωρίς υστεροβουλίες και μέσα από θετικές εμπειρίες.
Μια αναγνωρίσιμη τεχνική της ποιητικής τέχνης της Δ. Κ.-Χ. είναι η λυρική αφήγηση: μια ιστορία ενός προσωποποιημένου ανθρώπινου συναισθήματος, λ.χ. η «Μοναξιά», αρχίζει ως βιωμένη εμπειρία και ως αρνητική κατάσταση ενός υποκειμένου, ενός λουλουδιού, παραδείγματος χάριν (Νυχτολούλουδο)· η αρνητική εμπειρία (Μοναξιά) στη συνέχεια, με τη διαλεκτική επίδραση άλλων αντίρροπων δυνάμεων που συμβολίζονται με ανθρωποποιημένα παραδείγματα και πάλι από τη φύση (μια Παπαρούνα), μεταβάλλουν με τις ενέργειές τους (με μια κόκκινη αγκαλιά), τη συναισθηματική κατάσταση και της προσφέρουν ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Τα γράμματα της αλφαβήτου και οι ονομασίες τους γίνονται λόγος, λόγος ποιητικός που λειτουργεί συμβολικά ενσαρκώνοντας ανθρώπινες, κοινωνικές καταστάσεις, οι οποίες παραπέμπουν υποβλητικά σε συνήθειες ή συμπεριφορές και συναισθήματα των ανθρώπων, για να καταλήξουν στη νοηματοδότηση αξιών του πολιτισμού. Έτσι, λόγου χάριν, στο ποίημα «Λάμδα το λαλίστατο», «το λάμδα» προσωποποιείται, γίνεται λόγος, γίνεται φωνή, γίνεται λεξικό, γίνεται γλωσσικός θησαυρός και αξία πολιτισμού, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν φτωχότερος. Και σε τούτο κατατείνει η ποίηση της Δ. Κ.- Χ., να κάνει τον άνθρωπο πλουσιότερο, με την προϋπόθεση να αναγνώσει κανείς το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» της.
Η ποιητική έκφραση με διάφορες εικόνες, οι οποίες δεν είναι άλλο από ζωντανές μεταφορές, οδηγεί τον αναγνώστη σχεδόν πάντοτε στη φύση. Η «λύπη» παραδείγματος χάριν, ένα ανθρώπινο συναίσθημα και μια ποιητική personna στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται «μοναχική ανεμώνη», και μέσα από τον διάλογο με τη φύση μεταβάλλεται, με την ευεργετική της επίδραση. «Ο ήλιος», με τη συμπαντική παρουσία του, επιδρά ευεργετικά σαν στοργικό χέρι, σαν αγκαλιά, και υποβάλλει τον αναγνώστη να την υπερβεί και να προχωρήσει σε κάθαρση της ψυχικής συντριβής.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, του ψυχικού χώρου που θέλει να εξωτερικεύεται, μια εσωτερικότητα που (επι)κοινωνεί και μοιράζεται με τον άλλο. Και με δεδομένη την ηθική της διάσταση, θα λέγαμε ότι η ποίηση αυτή παρακινεί τον αναγνώστη σ’ ένα παράδοξο «ένδον σκάπτε»: στη μεταμορφωτική δύναμη μιας εξωστρεφούς ενδοσκόπησης που δίνει αισιοδοξία και χαρά στο παιδί, γιατί, όπως συμβαίνει και με τα υποκείμενα των ποιημάτων, έτσι και το παιδί-αναγνώστης μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με άλλα παιδιά.
Το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» ως φανέρωμα και έργο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα μπορούσε να συμβάλει θετικά σε παιδιά-αναγνώστες ως υποστηρικτικό υλικό για την ψυχική υγεία, την έκφραση των συναισθημάτων, και την κατανόηση του εαυτού τους. Να αποτελέσει ένα βιβλίο θεραπείας ψυχικών παθών, ένα στήριγμα στις τρικυμίες της ψυχής, εφόσον η ποιητική ενέργεια που εκπέμπει μέσα από τα ολιγόστιχα, λιτά, αποφθεγματικά και γεμάτα ηθικό περιεχόμενο ποιήματά του κινείται στο υπαρξιακό υπόστρωμα της ανθρώπινης συνείδησης. Γίνεται πιο ενδιαφέρον μάλιστα, όταν επικεντρώνεται στις διαμορφούμενες παιδικές συνειδήσεις, στις οποίες και απευθύνεται η ποιήτρια.
Έτσι, στην παράδοση της Παιδαγωγικής και των Αλφαβηταρίων, και ειδικότερα των ποιητικών Αλφαβηταρίων, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί αλληγορικά σε δύο επίπεδα : πρώτο, ως ο ανθρωπομορφισμός των γραμμάτων, δηλαδή των γραμμάτων με τις ανθρώπινες φωνές, όθεν κοινωνία γραμμάτων – κοινωνία ανθρώπων, και δεύτερο, ως το Αλφαβητάρι των συναισθημάτων, δηλαδή των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων σε ένα ποιητικό Λεξικό, με έμφαση σε εκείνα που από αρνητικά, με την επενέργεια του ποιητικού λόγου, γίνονται θετικά, και μεταμορφώνουν ευεργετικά τον άνθρωπο.

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Κ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχει το «προνόμιο» να είναι ψυχολόγος στο επάγγελμα, δηλαδή να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, τα άγχη και προβλήματά του, διαπροσωπικά, υπαρξιακά, αποδοχής και αναγνώρισης, με την ανθρώπινη αγωνία.
Αυτό είναι ένα προνόμιο-αυτή τη φορά χωρίς εισαγωγικά- για να εμβαθύνει κανείς στο ουσιώδες της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής. Δεν εμβαθύνεις όμως από κάποια φιλοσοφική διάθεση ή από ιεραποστολική αγάπη ούτε θεωρητικά, αλλά εμβαθύνεις σε διάδραση των βιωμάτων και συναισθημάτων του άλλου και του εαυτού.
Αυτά τα βιώματα και τα άγχη περιορίζουν το λυρισμό και εξοστρακίζουν δόγματα και ιδεολογήματα κάθε είδους, προσγειώνουν την ποιήτρια πλέον Καϊτατζή-Χουλιούμη κσι την κάνουν να πατά γερά στα πόδια της. Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος της απλότητας, ο Γιάννης Σκαρίμπας, «με την χωμάτινη φωνή μου». με τέτοια φωνή απευθύνεται και η Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αυτή η φωνή είναι που διαμορφώνει και τη μορφή και το περιεχόμενο της δουλειάς της.
Ούτε μια λέξη ανασυρμένη από μεσαιωνικά λεξικά, που η αντήχησή της θα δήλωνε τάχα μου ποιητικότητα. Ούτε μια λεκτική φιορετούρα που θα έκανε το φύκι να πουληθεί για μεταξωτή κορδέλα, ούτε ένα συντακτικό κατασκεύασμα που να δηλώνει τη στενότητα της γλώσσας στην έκφραση των δικών της νοημάτων. Καμιά διδαχή και κατήχηση του τι πρέπει και του τι δεν πρέπει.
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, ο Γιάννης Ρίτσος στο έργο του «Το καπνισμένο τσουκάλι» γράφει «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου/ για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο/ εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Είναι βέβαιο ότι η Καίτατζή-Χουλιούμη δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τον κόσμο, δεν τραγουδά όμως και για να τον σμίξει κάτω από μια ιδεολογία, από κάποιου είδους προστατευτική ομπρέλα σιγουριάς και ασφάλειας. Τραγουδά για την προσπάθειά μας ν’ αποδεχθούμε τη ζωή, την ανθρώπινη μοίρα μας, τη ζωή μας. το εφήμερο της ζωής μας, τη δίψα μας για ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τα ναυαγισμένα όνειρά μας, τις τσακισμένες φτερούγες μας.
Ο «Δρόμος», τι είναι τελικά η ζωή άλλο από ένα σύντομο διάβα και ποια η ουσία της; «Θέλω κλείνοντας ήρεμα τα μάτια / να σταθώ ανάλαφρα γαλήνια». Πιο απλά και πιο ανθρώπινα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί η ζωή. Πόσο κοντά στη γνωστή ρήση «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητς». Όχι όμως ως δύστηνη μοίρα, ως λάθρα βιώσας. Με όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο άτομο, με όλη την ευθύνη του ατόμου προς το περιβάλλον. «Να κάνω αυτό που περιμένουν από μένα / Υπεύθυνα, δίκαια, σωστά».
Αλλά και «Θέλω να νιώσω το κάθε βήμα/ Το κάθε στραβοπάτημα και πισωγύρισμα», η αποδοχή της ζωής μας όλης, η ικανοποίηση αναγκών, η
ύπαρξη μέσα από το βίωμα, τη συγκίνηση και την εύρεση νοήματος, μας προετοιμάζουν για τον «άλλο δρόμο» του τέλους, του θανάτου.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε πολλά από τα ποιήματα που μου έκανα πολύ θετική εντύπωση, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του επίμετρου. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αναφορά μου σε δυο ποιήματα. Στο «Μέγας Χαρισματικός», όπου διεμβολίζει τη μακαριότητά μας, στηλιτεύει τη δική μας ευθύνη «Τους ταπεινούς, μικρούς εραστές του» στην ανάδειξη κάποιου ως χαρισματικού, αφήνοντας ερωτηματικά για τους λόγους που κάποιος ωθείται να γίνει χαρισματικός ηγέτης, κάτι που είναι σίγουρο ότι Η Καϊτατζή-Χουλιούμη κατέχει πολύ καλά. Δεν της νοιάζει όμως αυτό, δεν προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαρισματικό, αλλά να ταρακουνήσει όλους εμάς τους «υποτελείς του, τους άβουλους και πειθήνιους» και να μας βγάλει απ’ αυτή τη θέση.
Το δεύτερο ποίημα που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά είναι το «Χωρίς μαντίλι».
Δεν πρόκειται για ρομαντική πεθυμιά. Λόγια μιας μεσήλικης που βλέπει τα νιάτα της να ξεμακραίνουν και τα αναπολεί με λαχτάρα. Δεν είναι ούτε η ξερή, από ανάγκη κριτική στο καινούργιο. Για την ποιήτρια το παλιό το εγκαταλειμμένο μορφοποιείται στο άρωμα της πασχαλιάς, στα ψυχοσάββατα, στο κεντητό μαντίλι, δηλαδή είναι οι ίδιες οι ρίζες μας οι πολιτισμικές, η συνέχειά τους. Κανένας κομπασμός γι’ αυτό που υπήρξε, καμιά κατάρα γι’ αυτό που έρχεται, απλά ένας προβληματισμός, μια αγωνία, ένα ερώτημα για τον καθένα μας, ‘Χωρίς μαντίλι τους νέους/ Πως να ευχηθούμε κατευόδιο;» για ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στις επερχόμενες γενιές, ίσως απ’ τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής.
Αυτή είναι η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαλόγου 18/6/2018

«Δέρμα από πεταλούδες / Hud av Fjarilar» της

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη σε αυτό το βιβλίο μας συστήνεται όχι ως ποιήτρια, αλλά ως μεταφράστρια και επιλέγει να μεταφέρει στα ελληνικά τέσσερεις μοντέρνους Σουηδούς ποιητές, από τους οποίους δύο τουλάχιστον είναι εμβληματικοί: ο λόγος για την Έντιθ Σέντεργκραν, που εισήγαγε τον μοντερνισμό στην ποίηση της χώρας, και τον Τούμας Τρανστρέμερ, ο οποίος έλαβε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2011. Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι δύο έτερες ποιήτριες, Κάριν Μπόγιε και Γιλά Μοσσάεντ δεν είναι σημαντικές: είναι – καθεμία για τους δικούς της λόγους.

Ειδικά την Κάριν Μπόγιε (ας σημειωθεί ότι η Δέσποινα είναι μέλος της εταιρίας «Η συντροφιά της Κάριν Μπόγιε»), την έχουμε ξανασυναντήσει στην έκδοση Σύγχρονη σουηδική ποίηση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γνώση το 1994. Στην ίδια έκδοση, που περιλάμβανε 20 σύγχρονους Σουηδούς ποιητές, συναντήσαμε και τον Τρανστρέμερ, του οποίου έχουν επιπλέον κυκλοφορήσει άλλα δύο βιβλία στα ελληνικά, ένα από τις εκδόσεις Νεφέλη το 1995 και ένα από την Printa το 2004. Βιβλίο με ποιήματα της Έντιθ Σέντεργκραν στα ελληνικά μαρτυρείται ότι είχε κυκλοφορήσει το 1980 (σε β΄έκδοση) και στο διαδίκτυο δημοσιεύεται ένα ποίημά της στα ελληνικά, το «Ρόδο» σε μετάφραση – όπως αναφέρεται – του Ι.Θ. Κακριδή, αλλά νομίζω πως έχει γίνει λάθος και μάλλον πρόκειται για μετάφραση του Αντώνη Μυστακίδη, ο οποίος εξέδωσε και το βιβλίο της που αναφέρθηκε στην αρχή.

Όσο για τη Γιλά Μοσσάεντ, ιρανικής καταγωγής, ο λόγος που τη διάλεξε η Δέσποινα είναι ότι «εκφράζει με τον μοναδικό της γυναικείο τρόπο τον πόνο του ξεριζωμένου που παλεύει να ριζώσει σε νέους τόπους», όπως γράφει η ίδια στο εισαγωγικό σημείωμα. Η Δέσποινα έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της μετανάστευσης, αφού υπήρξε και η ίδια μετανάστης, στη Σουηδία, επί 16 χρόνια. Μάλιστα, μεταξύ των λόγων που την προέτρεψαν στη μετάφραση της ανθολογίας ήταν να διατηρήσει τη μνήμη της σουηδικής γλώσσας που την κατοίκησε για δεκαέξι χρόνια «ακόμη και στα όνειρα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Σε ένα μεταφραστικό έργο κρίνεται το κατά πόσο κατορθώνονται δύο επιτεύγματα: (α) το μεταφραστικό έργο να είναι ομαλό και (β) η επιλογή των ποιητών ή των ποιημάτων που μεταφράζονται η βέλτιστη. Εν προκειμένω, το μεταφραστικό έργο δεν είναι δυνατό να κριθεί, τη στιγμή που δεν γνωρίζω σουηδικά – επομένως το μόνο κριτήριο είναι η φυσικότητα στα ελληνικά, η οποία είναι απόλυτη. Τα ποιήματα ωστόσο δεν φαίνεται να παρουσιάζουν ιδιαίτερες μεταφραστικές δυσκολίες: είναι μάλλον εύκολα προσβάσιμα στον αναγνώστη, γεγονός που αναμφισβήτητα διευκόλυνε το έργο της Δέσποινας. Όμως η Δέσποινα είναι ποιήτρια, όχι μεταφράστρια, και η επιλογή της ήταν απολύτως έντιμη.

Όσο για την επιλογή των ποιητών, οπωσδήποτε ήταν καλή. Δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω αν ήταν η βέλτιστη, το σίγουρο όμως είναι ότι η ανθολογία βαίνει απογειούμενη. Και ενώ η πρώτη ανθολογούμενη, η Σέντεργκραν, μιλά για τη γυναικεία ταυτότητα, το γυναικείο σώμα, την ομορφιά, την αγάπη και τα χρώματα, με όρους συμβολισμού και σε μοντέρνο στίχο, αφού με το καινοτόμο έργο της εισήγαγε στη σκανδιναβική ποίηση τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως ο εξπρεσιονισμός και η ρωσική πρωτοπορία, την αυτόχειρα Μπόγιε, που έπεται της Σέντεργκραν, απασχολούν η δύναμη των εύθραυστων πραγμάτων, το θαύμα και η απαλότητα. Ακολουθεί ο νομπελίστας Τρανστρέμερ, ο οποίος γράφει για το δέντρο και τον ουρανό, τη μουσική, τον χρόνο και τον θάνατο, και τελευταία έρχεται η μετανάστρια Μοσσάεντ που μιλά για την εθνική ταυτότητα, τον πόνο και την αλήθεια.

Όπως αναφέρει στον Πρόλογο η πανεπιστημιακός Χριστίνα Χέλντνερ, η οποία έλεγξε τη μετάφραση της Δέσποινας, η ποίηση μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στους ανθρώπους σε δύσκολες συνθήκες κι εποχές – επομένως η γνωριμία μας με την ποίηση που γράφεται σε άλλες χώρες είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αυτή άλλωστε είναι η πεποίθησή μου και για τις δικές μου μεταφράσεις.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s