ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

ΦΡΟΣΟΥΛΑ

 

 

Η Φροσούλα Κολοσιάτου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1954 και ζει στην Αθήνα από το 1974.Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει κυκλοφορήσει 9 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας για το έργο της «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» το 2005

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κατοχική Εποχή, (1979)
Διαγωγή, (1981)
Ηλικία, (1995)
Σα να συνέβη, (2002)
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)
Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)
Μισό σκοτάδι, (2010)
Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)
Φοράει τα μάτια του νερού (2017)

 

12

34

56

 

 

ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2017)

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το άνεμο μην εμπιστεύεσαι
Είναι η θάλασσα χωρίς τα ανεμόφυλλα
Είναι το νερό της απώλειας
Με τη γραφή του γυρισμένη
Προς τα μέσα

Κάτω από λεπτό φιλμ αφρού
Άνθρωποι κρύφτηκαν
Σχεδόν τυφλό
Ένα μελτέμι ελλοχεύει την απόγνωση
Τον ορίζοντα πνίγει ο θάνατος

Παιδικά στόματα δίχως πνοή
Τυλίγουν το νερό
Αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι
Επιπλέουν

Φτερά έχουν τα φύκια
Δες πάλλονται
Πέλαγο πεινασμένο
Δάκρυ κρυστάλλωσε

Αυξάνεται ο χαμός
Σαν να είναι τέρας που ξαναγεννιέται
Όταν ξεφεύγουν από τον θάνατο
Και πάνε σε άλλο θάνατο

Με το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης
Μολυσμένες χειρονομίες
Αντανακλούν στα τζάμια της νύχτας
«Θάνατος στην Μεσόγειο»

 

 

Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό

Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιός κολυμπάει σε τούτο το γιαλό;

 

 

ΣΥΜΦΟΡΑ

Όταν χαράζει στο Αιγαίο
Ο κρότος του νερού τινάζεται

Φυσάει δυνατός πουνέντες
Όμως ο πνιγμός καταλήγει αθέατος
Οριοθετεί τα κύματα

Βαθύφωνη η μέρα υποκλίνεται
Αποσυντονίζει ο καιρός
Και ο κραδασμός της νύχτας τεμαχίζει

Μέσα σε λαβύρινθους υγρούς
Πέτρωσαν οι υπόγειες στοές
Και ο θάνατος

 

 

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ

Ηχώ του τρόμου
Αέρας που ρίχνει τα κίτρινα φύλλα

Απόκοσμη σιωπή
Φουρτουνιασμένα λόγια
Να τους πάρουνε λέει
Ό,τι πολύτιμο έχουν

Όταν οι λαοί χάνουν τις ευκαιρίες
Βάφουν τις πόρτες κόκκινες

 

 

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Λέει το παιδί σαν να με διατάζει
– Προστάτεψε με
Δώσε μου στέγη και τροφή
Μην με σκοτώσεις

 

 

ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Προσωπείο κλειστό
Σαν φράχτης στημένος
Να χωρίζει

Σκέβρωσαν οι υποσχέσεις

 

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κοιτάζουν το μεγάλο κύμα
Το κύμα τούς κοιτάζει θυμωμένο
Είναι το ταξίδι
Φυσικό φαινόμενο
Που τους προδίδει

Το φεγγάρι απελπισμένο
Βουτάει στο βυθό
Μέσα από στοίβες σωσίβια
Αντιφεγγίζεται

Να δραπετεύσουν
Να πάνε πού;

 

 

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας

 

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ (2014)

 

Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα
Η ζωή μας σε στασιμότητα
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα
Κραυγή για το αμετάκλητο
Όπως το σκοτάδι
Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει
Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση
Τρισδιάστατο ταξίδι
Κόσμος οικείος

Υπάρχει το σπίτι που αγάπησα
Η λαβή από το μπαστούνι
Της μητέρας
Και η φωνούλα από κουρδιστή κούκλα
Τραγουδά ένα πλεόνασμα αγάπης

Όταν φεύγουν οι άνθρωποι
Αφήνουν πίσω τους
Παράξενες μικρές αναμνήσεις
Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες
Ίσκιοι της μεταμόρφωσης
Κρατούν στα χέρια τους
Συμβολικούς θανάτους

Φέρνει τα μέλλοντα
Να μοιάζουν με τα παρελθόντα
Το μετέωρο βλέμμα τους

***

Η φωνή χάνεται
Ανεξήγητο δάκρυ
Το δάκρυ είναι ένδυμα
Κάτι ζητάει πίσω
Όπως ζητάνε πίσω τη ζωή τους
Πουλιά σε διάτρητο τοπίο
Σήμερα όμως βρέχει
Άκου…
Κακό δεν κάνει η βροχή
Μοιάζει να βγαίνει
Μέσα από πηγάδι
Σαν να είναι η φωνή απάντηση
Σε κάποιον που είναι απών
Και πρέπει να γυρίσει

***

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο
Κινδυνεύουν

***

Δυτικός άνεμος
Έφερε τη λογοκρισία
Με το γιγαντισμό
Προϊστορικών ζώων

Πέτρινος φρουρός
Με δύσμορφη περικεφαλαία
Μοτοσικλετιστές
Στο γύρο του θανάτου
Μουσικοί συνωμότες
Έχουν φτηνές
Μικρές χρεώσεις
Ασυντόνιστα βήματα
Χωρίς πιθανότητες

Στις ακτές ξεβράζουν
Τα κύματα πνιγμένους

Παραπλανητικά
Από ήχο και φώτα
Νεογνά οχιάς
Με άκαμπτα μάτια
Τα υψωμένα φρύδια
Της πόλης

Κάθε μέρα
Σβήνει και ένα φως

***

Δεν υπάρχουν νέα
Πλοία φεύγουν
Άνεμος τρελός μας πλησιάζει
Οι μεγάλοι δρόμοι
Αόρατοι μοιάζουν
Διάπλατα ανοίγουν
Στενά και κτίρια
Μέσα στην μπόρα
Δημοπρατούν την αγωνία
Και το φόβο
Απόψε θα σκοτώσουν
Ένα αγόρι

Ένας ποδηλάτης
Διασχίζει την πλατεία
Ρουφάει το ποδήλατο η άσφαλτος
Γίνεται θάλασσα
Πιο κάτω
Αμετακίνητα τραπέζια
Στον πεζόδρομο
Τρέμουν από το κρύο
Παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Φύλλα πέφτουν
Φύλλα στη θύελλα
Γεμίζουν δάκρυα πλανόδια
Ψυχή στους δρόμους
Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο
Της πόλης
Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις

***

Όταν αγαπάς τον τόπο
Ο τόπος υπάρχει

Στην οθόνη του κινητού
Λευκωσία-Αθήνα
Φανερά και κρυφά
Σκιές και έρωτες
Πραγματικός χρόνος
Πάνω από την εποχή
Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας

Έτσι αρχίζει ένας κόμπος στο λαιμό
Για τα ανάποδα κομμάτια
Και τα σύνορα αόρατα

Περίτεχνα στην γκρεμισμένη ώρα
Φτάσαμε τελευταίοι

***

Κόκκινες κούκλες
Τις σήκωσε ο αέρας
Αιωρούνται
Ένα μαχαίρι μαυρομάνικο
Κόβει το φεγγάρι
Ήταν μικρά
Πολύ μικρά παιδιά
Της μάνας τους τα χέρια
Ενώθηκαν ακριβώς στις άκρες
Του ολέθρου
Να μη μιλάει κανείς για θάνατο

Ξεχείλωσαν οι εικόνες
Μέσα από ματωμένες σελίδες
Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις

Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;
Ψυχούλες μου
Τα μωρά της Γάζας
Μέσα σε γάζες

13/1/2009

***

Πατρίδα μου είναι
Το φως
Και ένας ήλιος
Που καίει

Τα μαλλιά της
Βρεγμένα ωραία
Γυναίκα που δεν κλαίει ποτέ
Η άλλη της όψη
Έρχεται μέσα από τα κύματα

Σ’ αυτά τα άσπρα χώματα
Καινούργιος θρίαμβος
Και δικαστής
Το φως θα μας δικάσει

***

Αθροίζω αδιέξοδα
Σε ώρα ανάπηρη
Μα έτυχε
Λέξη από νερό
Ανυπόταχτη
Ανάσα του λυγμού
Άθικτη σχεδόν καινούργια
Ένας κόσμος που χάνεται
Εκεί που πάντα επιστρέφει η βροχή

Να ξεγελάσω τα λόγια μου
Να μη φωνάξω
Για τα χρόνια που έρχονται
Απλώνω το χέρι μου
Μια σπιθαμή από την άβυσσο

***

Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους

Στην αυτοτέλεια
Και ισομετρία της λέξης
Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους

***

της μικρής Σάρας

Μακριά
Ένας γέροντας είδε στο όνειρο
Μια γειτονιά ολόκληρη
Συνεχώς ανοιγόκλεινε
Το σπίτι να γέρνει
Και ένα μάτι να κοιτάζει τα έγκατα
Άφωνη μέρα δίχως διήγηση
Τις φωνές του δρόμου
Δεν τις άκουγε ο ήλιος
Βόγκηξε το κορίτσι
Πριν ξυπνήσει ο κάτω κόσμος
Πριν την κλέψει
Ως άλλη Περσεφόνη ο Πλούτωνας

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Να μην έχουν θέρμανση τα αστέρια
Θέριζε ο αέρας παγωμένα δάκρυα
Στις εκδορές του τοίχου
Ένα κορίτσι δίπλα στο μαγκάλι
Με κλειστά παράθυρα και μάτια
Να μη βλέπει το κακό που πλησιάζει
Μια μικρή ιερή θεότητα
Στο βωμό του ασύστολου κόσμου
Δίχως έλεος
Συναρμολόγησε το θάνατο
Χωρίς ανάσα

5/12/2013

***

Φωνές βραχνές
Όπως αυτές που έχουν οι ρεμπέτες
Υπονοούμενο σκοτεινό
Στεγνό τοπίο
Σαν άκρη από δωμάτιο χωρίς φως

Ακούγεται γλέντι μακρινό
Κάτι σαλεύει στα ερείπια
Αόρατες δυνάμεις
Και ένας μοναχικός θεός
Στο πέτο ενός παλιάτσου

Χλομιάζει το φεγγάρι
Ο μάγος του νερού
Λιπόθυμος

Πια δε χρειάζονται εποχές
Μικρής υποβαθμισμένης
Επιβίωσης ριπές
Και ο θάνατος

***

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος

 

 

ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ (2010)

Η ψιλή βροχή
Αναπνοή του φύλλου
Της ανεμώνης

Λαξευμένη τάφρος
Της εποχής του χαλκού
Και ασύλητη

Τόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων

Λάμπει ο ήλιος
Κανένας δεν κοιμάται
Το φως του Μάη 

Γραμματόσημο
Χάλκινος πολεμιστής
Τρελά καλπάζει

Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται

Χιλιόμετρα
Της νέας παράκαμψης
Η ταπείνωση

Οι τόποι μικροί
Κενά κρύβουν μεγάλα
Και με φοβίζουν

Μ’ άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος

Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω

Προς τον ουρανό
Παιχνίδι βαρύτητας
Τα Μετέωρα

Οι εξεγέρσεις
Τα μαραμένα φύλλα
Και ο Οκτώβρης

Τα περασμένα
Μονολογούσες πάλι
Κύματα πλάνης

Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα

Μόνο η θλίψη
Χωρίς το φως του ήλιου
Ξαναγεννιέται

Ίχνη ζωής
Τα μυστικά σου τώρα
Ν’ αποτυπώσω

Τραγούδα γέλα
Της νύχτας το σημάδι
Δε θα ξεχάσεις

Χλομέ ουρανέ
Σκορπισμένα τ’ αστέρια
Να ξημερώσεις

Το χιόνι πέφτει
Το γέλιο υπόκωφο
Μες στο φαράγγι

Το περίβλημα
Στα πρόσωπα των άλλων
Θάνατε μοιάζεις

Σε παράθυρο
Χωρίς τζάμι με θέα
Μόνο το κενό

Να που φύσηξε
Ο υγρός νοτιάς φέρνει
Μόνο τον πόνο

Είναι του πόνου
Τα αποτυπώματα
Μέσα στο βλέμμα

Χωρίς πιλότο
Και σε θολό ουρανό
Η τυφλή πτήση

Επιθυμία
Αστέρι τεράστιο
Των γενεθλίων

Μα απέτυχαν
Δε θα λυτρώσουν ποτέ
Οι ψευδαισθήσεις

Μη φανερώσεις
Μωσαϊκό του φλοίσβου
Την αγωνία

Χωρίς ενοχή
Σε χάδια αφήνεται
Κλέφτης ειδώλων

Ανεξόφλητα
Βαλκανικά χρώματα
Φτερά σε μπόρα 

Έχω αντοχές
Στην ίδια αυλαία
Χρόνια και χρόνια

Ανεξήγητα
Η θαμμένη ελπίδα
Φόβο θα φέρει

Φεύγει ο καιρός
Και η θάλασσα ακτές
Καταβροχθίζει

Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής

Κοντοστέκεσαι
Και ένα χαμόγελο
Δες τρεμοπαίζει

Μας παραπλανείς
Προδοσία της λέξης
Γερά δεμένη

Μαγικής γραφής
Σύμβολα και φυλακτά
Κρύβουν οι φράσεις

 

 

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ (2008)

 

ΥΠΕΡΦΟΡΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Ουράνια χτυπήματα
Έγκαυμα από λευκό φώσφορο
Σφραγίζεται
Ανοίγει και αναφλέγεται
Δύσκαμπτη στάση
Του ουρανού θυγατέρες
Με ένα ποτήρι κρασί
Ξεμακραίνουν ώρες χωρίς ειδήσεις
Σαν ταραξίες εντός ορίων
Με θηλυκό νερό
Και τα δώρα της Δήμητρας
Ψάχνουν το άλλο πρόσωπο του δειλινού
Του φόβου αντίδοτο
Εικονολήπτες του αύριο

 

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ

Το χρυσό σεντούκι των παραμυθιών
Ψηφιακός καθρέφτης
Γέμισε κόκκινη παλίρροια
Σε ψυχρά νερά
Το βαθυσκάφος έχτισε με μουσική
Ηλιακές εκρήξεις
Τα χρώματα
Της τέχνης των σπηλαίων

Ιπτάμενη σανίδα των παιδιών
Εξαπάτησε το φως
Να μας καθησυχάσει
Στους δρόμους με τις κάμερες
Σύνολα αργυρά και χάλκινα
Πλαστά νομίσματα
Ρυθμίζουν τη ζωή μας

 

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Όταν μάζεψαν
Τα αποκόμματα του μυαλού
Έγειραν προς το ποτάμι
Με την οσμή των νεκρών

Πόσο κοστίζει η ανάφλεξη;
Το φως είναι πρόσχημα
Από εκεί μέχρι το κάρβουνο

Κοράκια έγιναν οι ψυχές
Ολόκληρες ήπειροι
Καθησυχάζουν
Στην πίσω πλευρά της θάλασσας
Ξεδιπλώνοντας ένα προσχέδιο
Ρυθμού αλλόκοτου

Των αποστάσεων
Τούτες οι ώρες αιώνιες
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

Καταπακτές που άνοιξαν κρυφά
Ξεδίπλωσαν βασίλεια της χίμαιρας
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

 

 

ΑΞΕΔΙΑΛΥΤΟ ΑΡΩΜΑ

Ερασιτέχνες του ασπρόμαυρου
Σαν στάχυα που λικνίζονται
Πευκοβελόνες που τρίζουν
Είναι οι πολλοί
Του αυταρχισμού υποστηρικτές
Ο φόβος
Αναγραμματισμός της ελπίδας
Υπεροπτικά γοητευμένος
Από ραδιενεργές αμμοθύελλες
Συμπεριφορές εγκλείστων
Στο κλάμα της βροχής
Πυγολαμπίδες χάθηκαν
Σε λίμνες ανυπότακτων πουλιών
Εκεί που καθρεφτίζονται τα αστέρια

Επαναστατικές τοιχογραφίες
Για λίγους
Διαδοχικά
Πλωτές πολιτείες
Τα χαρακώματα του χιονιού
Φόρεσαν τα χρώματα που λιώνουν
Θυσία και πένθος

Στα παζάρια των μάγων
Οι Νέρωνες καίνε τις πόλεις

Αρχές Αυγούστου 2006

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ

Φλέβα
Φτιαγμένη από λέξεις
Χρώματα
Δίχως όνομα
Φωνή γεμάτη μυστικά
Με τη χροιά του τρόπου
Που λένε τ’ όνομά σου
Αυτοί που σ’ αγαπούν
Καρικατούρα μιας κούκλας
Του κοριτσιού
Ταξιδεύει
Με τον σιδηρόδρομο του μεταξιού
Να προλάβει τον ήλιο που δύει
Στις χούφτες της
Κρατάει ψιχάλες δειλινά
Ανηφορίζουν χειρονομίες
Σε κυλιόμενες σκάλες
Σαν ικεσίες Αμαδρυάδας
Στους υλοτόμους

Με τη μυρωδιά του Θεού
Ανάμεσα ηθικής και αισθητικής
Ήταν κάποτε ένας χάλκινος τρίποδας
Ήταν κάποτε
Ένα κορίτσι με τις κούκλες του

 

 

ΩΣ ΔΑΝΕΙΟ

Μούσα της μνήμης
Δεν ορίζω τις δυνάμεις του Αίολου
Με βρήκε ο ύπνος
Με τη μελαγχολία του Άμλετ
Είμαι μια τοξοβόλος σε υπέρβαση
Αφόρητα πλαγιοδρομώ
Τα επίσημα ψεύδη
Ανυπεράσπιστη
Με το πέπλο της μυθοπλασίας
Απέμεινε αίμα στον τοίχο
Και με εκθέτει

Την αϋπνία
Την απορροφάει το φως της μέρας
Έρχεται να μας βρει
Εκεί που αρνιόμαστε να φτάσουμε

 

 

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Έκθεση
Με γκραβούρες
Και πάνινες χειροποίητες κούκλες
Επίσκεψη περαστική
Γυροβολιά της νιότης
Σιωπηλά φεύγει

Φθινοπωρινοί διάλογοι
Ιερά δώρα
Αποχαιρετιστήρια
Ο άγιος των χαμένων σκοπών
Με το ανελέητο βλέμμα του
Ταξίδι στον ήλιο

Η θυσία χαρίστηκε
Στους λωτοφάγους
Κοιτάς έξω
Μ ια σειρά πράξεις
Στοιχειοθετούν όρια
Να δικαιώσουν το θάνατο

 

 

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Στα άκρα της λύπης
Το τέλος των πραγμάτων

Μας ελκύει
Στη μυστική την κρύπτη
Ο κόσμος της ομορφιάς

Να προλάβω το θάνατο;

 

 

ΥΠΑΙΘΡΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Δίνουν χρώμα
Στο γκρίζο της πόλης
Στην άλλη πλευρά
Μιας μαγικής πόρτας
Φλερτάρουν τα πρόσωπα
Σε φωτοσκιάσεις
Αρχαίοι αθλητές
Σε καλύμματα παλιών βιβλίων

Των γκράφιτι writers
Οι χαράξεις
Όπως στις παιδικές ζωγραφιές
Είναι οι μάγοι
Με τις πινελιές θραυσμάτων

 

 

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

Δίγνωμη ματιά
Λεηλασία
Εισβολείς
Εγκληματούν και διαφεύγουν
Με ανανεωμένη διάθεση

Ένας μοναχικός γυπαετός
Με βαθύ πορτοκαλί
Λούζεται
Στη διαβάθμιση των χρωματισμών
Κλαίει

 

 

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ

Ένα περιβόλι ντάλιες
Μετατρέπεται
Σε χέρσα ζωή
Την καταπίνουν
Παράφωνες κουκουβάγιες
Του ψιθυρισμού
Το ασύντακτο σκοτάδι
Στα ναρκοπέδια
Μετέωρα δάκρυα
Τα τύλιξαν τρελοί αέρηδες
Στις αγορές της πόλης

Μέσα στη βουή των επερχόμενων
Το μέλλον θα το φοβούνται οι δυνατοί

 

 

Η ΣΑΛΙΜΕ

Στις λυόμενες αίθουσες του ονείρου
Η Σαλιμέ έμεινε ασάλευτη
Στο χρώμα της αγάπης
Το άπλωσε στα ραδίκια και στις μολόχες
Και στα μήλα που μας χάριζε
Σαν παίζαμε πόλεμο
Τούρκοι και Έλληνες μες στην αυλή της
Το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε
Τα μήλα έγιναν πέτρες
Στα τζάμια του καφενείου σκιές
Θραύσματα αγγέλων
Τα πήρε ο στοιχειωμένος ύπνος
Την ώρα τη δύσκολη
Η Σαλιμέ
Όπως η Φαδίμη
Αποφάσισε να μείνει μαζί μας
Φύτρωσαν τότε λουλούδια τριγύρω μας
Στις αποχρώσεις της χένας
Τα σκόρπισε νύχτα ο άνεμος
Εκείνον τον παράξενο χειμώνα
Ανατολικά του αντίσκηνου
Ακούστηκε θρήνος βιολιού
Βγήκαν μοιρολογίστρες
Έσβησαν οι λάμπες ασετιλίνης
Και η εξόρυξη χαλκοπυρίτη
Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι ένα ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας

 

 

ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΡΗΞΗ

Πρόσεχε τις παρουσίες μέσα στη θλίψη
Αδειάζουν βαθιά τον εαυτό σου
Σαν παλιά αγάλματα
Σε κοιτάζουν ακίνητα
Τις νοσταλγίες προσφέρουν
Σε μονοσύλλαβο χρόνο
Προθεσμίες που έληξαν
Μ’ ένα σπασμένο γέλιο
Η γιαγιά ντυμένη τη σκούρα ποπλίνα
Βγαίνει στον κήπο να μαζέψει ροδάκινα
Τώρα διαρκώς ταξιδεύει
Στο σπίτι
Είναι παλιός και σκουριασμένος
Ο καθρέφτης
Μπερδεύει το φως με τις σκιές
Τα περασμένα με τα τωρινά
Ποιος σηκώνεται νωρίς
Και βρίσκει το σκυλί πεθαμένο
Ποια μάνα ξαναπλένει
Το πουκάμισο του γιου
Και το απλώνει στα σύννεφα
Είναι φευγάτη σε ξένη χώρα
Και σε άδεια ερείπια
Μέσα σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα
Πέθανε η αγάπη
Ένα σπίτι δίχως παράθυρα και πόρτες
Είτε για σένα φτιάχνεται
Είτε για σένα πέφτει

 

 

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ (2005)

 

Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Σκεπτικό βράβευσης: Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου διακρίνεται για την αισθητική αρτιότητα και την υποβλητικότητα. Η έντονη παραστατική δύναμη, η θεματολογική και υφολογική ομοιογένεια, η ελλειπτικότητα είναι κύρια χαρακτηριστικά του έργου. Μέσα από χαμηλόφωνους τόνους η ποιήτρια επιβάλλει το δικό της εσωτερικό ρυθμό αποτυπώνοντας υπαρξιακές ανησυχίες και αποκαλύπτοντας ένα πλούσιο συναισθηματικά κόσμο.

 

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΔΕΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή
Και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
Καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλιστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος

 

 

ΜΕ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Τόσο σκιώδες
Τόσο εφήμερο
Είναι το γούρι των θνητών
Η μνήμη γράφεται
Στο νερό
Όταν φυσήξει ο άνεμος
Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει
Φυσάει πάντα
Απλώς αλλάζει κατεύθυνση
Με την κλαγγή των όπλων
Προβάλλει μια γατοκέφαλη θεά
Με δίχρωμα μάτια
Φοράει το δαχτυλίδι του Μίνωα
Σιωπηλά
Βαλσαμώνει πτώματα

 

 

ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

Ένας χείμαρρος
Ακούω τη βουή του
Τη νύχτα
Δισύλλαβο μοιρολόι
Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου

 

 

ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ

Θα μαζέψουμε τα σκουπίδια
Ενός πολέμου που δεν αποφασίσαμε
Με μάσκες που συγκαλύπτουν ασχήμιες
Θα ξεχάσουμε
Δύο τρύπια παπούτσια στις ερημιές
Δύο τρύπες άδειες τα μάτια
Θάνατος

 

 

ΦΡΟΥΡΟΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ

Μεγάλωσα σε σπίτια εκατό
Στις γειτονιές του ελάσσονος
Γι’ αυτό τρομάζω στους θυμούς
Μισώ να πιέζω τους ανθρώπους

Κάθε που έρχεται η άνοιξη
Μοσχοβολούσαν τα κρινάκια
Κρασί
Γλυκά
Κεντήματα
Τότε που τα παιδιά
Επινοούσαν ακόμα παιχνίδια
Ο συλλαβισμός της ομορφιάς
Να σκαλίζει μικρά αλλόκοτα είδωλα

Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου
Τρυφερές διαφάνειες
Ακριβές
Της παιδικής ηλικίας

 

 

 

ΣΑ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ (2002)

 

ΤΟ ΜΙΣΟΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ «ΑΝΩΙ»

Το μισογκρεμισμένο «ανώι»
Δεν φτιάχτηκε
Για να διαρκέσει
Μ’ αυτό δεν θα μπορέσω άλλο να ζήσω
Κάτω απ’ τη στέγη
Στη μέση ακριβώς της καμάρας
Ένα φανάρι
Ανάβει ακόμη απ’ το χέρι της μάνας
Η σκάλα φαγωμένη πέτρινη κατεβαίνοντας
Μέσ’ στα αγριόχορτα λυπημένη
Για την αναχώρηση όλων μας
Οι νύμφες γύρω απ’ το ψηλό
Σιδερένιο νυφικό κρεβάτι του παππού
Στήνουνε χορό με μύθους και ήρωες
Το χαμομήλι σιωπηλό
Μέσα απ’ τις πλάκες της αυλής
Κ αι τα αδιάκοπα τζιτζίκια του καλοκαιριού
Ανάμεσα μια θεά άγνωστη
Μ’ όμορφα δάχτυλα να γνέθει
Πολλά γνωστά και άγνωστα
Πάνω απ’ τη στέγη τα σπουργίτια
Ψηλά μέχρι τον ανοιχτό αέρα και
Τ ι κεραμίδια του απέναντι σπιτιού
Εκεί που ε στηνε σκοπιά ο εγγλέζος στρατιώτης
Όταν μας βάζανε οι εγγλέζοι «κέρφιου»
Μέσα σε αφόρητη ζέστη και δέντρα ακύμαντα
Ακόμη μοσχοβολάει εκατόχρονος δυόσμος
Δεν έπρεπε να δεχτώ

Να χαλάσουν το φράχτη με τις φραγκοσυκιές
Ένα φίδι τράβηξε ίσια κατά την αυλή
Μέσα σε μια αδιαπέραστη ψύχρα ερήμωσης
Τ ο πέτρινο ανώι
Με την καμάρα και τα πολλά παράθυρα
Δεν υπάρχει παρά μονάχα
Για να πουληθεί
Οι αγοραστές του
Θα μεταλλάξουν το φως
Απ’ την πέτρα του
Και το φανάρι της μάνας θα σβήσει

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΕΙΣ

Το σκουπιδιάρικο περνάει στις τέσσερις κάθε πρωί
Μ e ξυπνάει
Με πιάνει αγωνία
Εφιαλτική εξάρτηση απ’ το χρόνο
Ξαγρυπνάω
Έρχονται τότε πράγματα της νοσταλγίας
Λέξεις της αγάπης
Λέξεις της θλίψης
Η μάνα μου γριά ντυμένη στα μαύρα
Μ’ αποχαιρετάει στο κατώφλι του σπιτιού
Λυπημένη
Εγώ φεύγω
Μεγάλα μυρμήγκια με φτερά και βατραχάκια
Οι γάτες μας μεγάλες σαν λιοντάρια και γουργουρίσματα
Η μάνα έχει μια στενοχώρια
Μεγάλη σαν τη νύχτα
Είναι ένα κύρτωμα στους ώμους της που τη γερνάει
Μα όταν γελά σκάνε τα ρόδια
Μου ’πες να τα κρατήσω
Μ* αυτά ξανάγιναν σπουργίτια και
Χελιδόνια που τριγυρνούν στις στέγες
Των σπιτιών της γειτονιάς
Αποδημητικά πουλιά ο τόπος μου έχει πολλά
Μου ‘λειψαν ας πούμε
Οι τσακιστές ελιές με κόλιανδρο
που τρώγαμε τ’ απόγευμα

Τα χαλίκια της αυλής
Τα μαντολίνα
Οι μυρωδιές…
Στην αυλή μας ένας σκαντζόχοιρος ήμερος
Περιφέρεται ακόμα
Δεν μας φοβάται
Όλο ξεχνώ τα πράγματα που έχω προγραμματίσει
Για να κάνω
Σήμερα όμως
Στη δροσιά του σώσπιτου με το φεγγίτη
Προς τη μεριά του Τροόδους
Στο φλιτζάνι του καφέ η Ξενοφίνα
Διαβάζει σημάδια των ονείρων
Μαύρο είναι το χρώμα στις μπλούζες των νέων
Γκρίζο είναι το χρώμα της θλίψης
Κόκκινο είναι… και όλα τ’ άλλα
Κοσμήματα της οικειότητας
Ύστερα ξημερώνει.

 

 

ΤΟ ΝΕΟ ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΞ

Ήδη το φεγγάρι
Ένα κενό ανάμεσα στα κύματα
Τόσα λείψανα αγαλμάτων
Τόσοι πολλοί αγώνες
Για λογαριασμό τρίτων
Τόσος καπνός από θυσίες
Που μυρίζουν ακόμα τα σκοίνα

Καθώς τα χαρακώματα έζωσαν
Τα πλευρά του τόπου
Εμείς παιδιά μάθαμε
Να μπαίνουμε στις καταιγίδες
Όπως κάποιος μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο

Λες τώρα να στήσουν μνημείο
Στον Μαριγιάν το μονόφθαλμο λιοντάρι
Του ζωολογικού κήπου της Καμπούλ
Στο κέντρο της πόλης
Καταμεσής του πολέμου;

 

 

ΓΥΜΝΟΙ ΙΚΕΤΕΣ

Στην εξέδρα των δακρύων
Ένας λαός πολιορκημένος
Βρέχει σοβάδες και λυγμούς
Μα τα πουλιά δεν βρίσκουν τόπο να κουρνιάσουν
Τα πτώματα έμειναν άταφα
Τα μάτια στεγνά
Ένα φως ίδιο με λάμψη πυρετού
Άπληστη τυραννία
Μαχαραγιάδες με τα κυνικά φετίχ της ευμάριας
Άστοχοι εκ των πραγμάτων
Φωνή θανάτου στα σοκάκια της Ραμάλας
Παρατεταμένη αστάθεια του γρύλου
Με το τραγούδι της νύχτας πένθιμο
Η Ραμάλα των σκοτεινιασμένων αποκλεισμών
Στα οχυρά της άνοιξης ναυαγισμένη πόλη
Σε κατάσταση θανατηφόρα
Ζητάνε υποχωρητική συμπεριφορά
Αλαζόνες προς φτωχούς
Μια διέξοδος διαφυγής προς το θάνατο
Με τραγούδι γυμνό
Ιππότες της αποκάλυψης
Για να ερμηνευτεί η λυρική ανατολίτικη ομιλία
Σε πραγματική ταυτότητα
Χρονοφανάρια να φωτίσουν
Το ωραίο πρόσωπο της Παλαιστίνης
Η ισορροπία της αλήθειας
Ώσπου να αλλάξουν τα χρώματα

1-4-2002

 

Του Σολωμού Σολωμού
Του παλικαριού που τόλμησε

…Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…
Τούτο εστί το αίμα μου…
Ένα τραγούδι μεσ’ στο καταμεσήμερο υψώνεσαι
Μεσ’ στην αγάπη μας μ’ όλους εμάς
Μόνος ή τον θάνατο
Γυμνός και λεύτερος
Το στιλπνό σου όνειρο
Αίμα αναβλύζον
Απ’ τις πληγές του κορμιού σου
Πατρίδα σου είναι ο άνθρωπος
Περήφανος
Και λεύτερος
Ένα ασθενοφόρο ολομόναχο πέρασε στους
Άδειους δρόμους ασθμαίνοντας
Μια αφόρητη λύπη
Χαιρετώ το παλικάρι
Που προσπάθησε να φτιάξει έναν κόσμο
Έξω απ’ την πραγματικότητα
Αυτός ο θάνατος είναι το όνειρο
Είναι ο θάνατος του φωτός
Ωστόσο
Ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής
Γι’ αυτό γυρίζεις διαυγής στις αυλές
Των σπιτιών μας
Στη δροσιά των κληματαριών

Στο πρωινό φως
Στους αντίλαλους τ’ ουρανού
Πέρνα λοιπόν
Λεβέντη δικέ μας
Τίποτε δεν σου κλείνει τον δρόμο
Σ’ ένα άγιο Ιδανικό τέρμα
Γιατί ποτέ δεν ήλθες και ποτέ δεν έφυγες
Γεννημένος με το χαμόγελο της αθανασίας.
Στα χείλη σου

16-08-96

 

 

ΗΛΙΚΙΑ (1985)

 

ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΕΣ

Μέσα στο σπίτι κοιμούνται οι παλάμες του έρωτα.
Κάπου εισδύει μια διαύγεια έξαλλη,
δεσπόζει η λατρεία μέσα στο παιδικό δωμάτιο
με τα παιχνίδια
και το καγκουρό που ήρθε απ’ την Αυστραλία.
Κάτωχροι τοίχοι εξάπτουν την πραγματικότητα,
εισδύουν στα παραμύθια του παιδιού.
Ποιος τυραννούσε άραγε τη μάνα μου,
κι ένα τοπίο γυμνό Κυπριακό
που στέκει αβίαστα μες στον καθρέφτη.

Μέσα στο σπίτι κολυμπάει μεταξένια αταξία.
Καλπάζουν χωματένιοι σβόλοι
στη φαντασία της κίτρινης μπάλας
κι ο Ιάσονας γελάει.

 

 

ΓΥΑΛΙΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ

Κουβαλήσαμε την αμφιβολία του αιώνα
στο σπίτι στην Καλαβασό.
Τ ο νερό στη γυάλα του ψαριού έμεινε ανάλλαχτο.
Με μάτια ατημέλητα οι άνθρωποι έρχονται.
Τι θέλουν;
Ξεθώριασε η μανταρινιά.
Τους κέρασε γλυκό κυδώνι η γειτόνισσα.
Η πρόθεση των χαλικιών ήταν να βαλσαμώσουν
την ακαμψία των βουνών,
ταράζει το ρυθμό της λάμπας η ροή των χειμάρρων.
Βραδιάζει σοκάκια και παιδιά που παίζουνε,
νυχτώνει ηρεμία και πεφτάστερα.
Μείναν σεντόνια απλωμένα στην αυλή οι θύμησες.

 

 

ΛΙΠΟΘΥΜΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Ανήκω σ’ έναν κόσμο που γοητεύεται να ακούει ιστορίες.
Ξεχάστηκα και φόρεσα τα ρούχα μου ανάποδα.
Κάνω κολάζ ανθρώπων αγαπημένων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές.
Έμαθα πάλι απ’ την αρχή κάτι απ’ τις μυρωδιές να ξεδιαλύνω.

Μου λείψαν ξαφνικά πολλά. Καπνίζω ακόμα.
Το πρόσωπό μου είναι χλωμό. Μη με κοιτάς.
Ο καιρός ετοιμάζεται πάλι να γυρίσει.
Όμορφοι που είναι οι άνθρωποι όταν γελάνε.

Τ α λόγια κλείνονται σε μια βαλίτσα αναχώρησης.
Τ α κλείνει η κυρία Νίκη η καθαρίστρια
κι ένας πντσιρικάς μαζεύει νομίσματα χρυσά.
Κάποιοι τουρίστες έγιναν πολύχρωμοι πίνακες.
Οικείος και μακρινός σ’ ολονύχτιο αεροπορικό ταξίδι.
« Έλα να δούμε από εδώ τη Λευκωσία»,
Μόνη διέξοδος μικρές αθώες εμμονές,
και η μνήμη να επιμένει σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια.
Στα χέρια σου κρατούσες κάποτε υγρές νοσταλγίες.
Με τα δάκτυλα του μύθου περιεργάζεσαι ακόμα
μια απορία που έγειρε και κοιμήθηκε σ’ αυθαιρεσίες ονείρου.

Σου φώναξα δυνατά.
Κάτω από ένα δέντρο. Θα μ’ άκουσες.
Κάτι απ’ τα παλιά με άγγιξε.
Ξεχύθηκε μια ανατριχίλα απ’ το Φασούρι μέχρι το λιμάνι.
Πέρασε κάποτε ένα καράβι
τυλίγοντας τον καπνό του γύρω απ’ το σπίτι μου.
Με πήρε μαζί του και δεν θα γυρίσω ποτέ.

Την αγάπη σου την ματαιώνει ο χρόνος.
Προτιμώ να πιω έναν καφέ στο σπίτι της φίλης μου,
πριν με προλάβουν οι αιώνες του καλοκαιριού
και η κίνηση απ’ τα χιόνια του χειμώνα με φοβίζει.
Ένας φωτορεπόρτερ τραβάει σ’ επαναλήψεις
την γιαγιά μου να ερωτεύεται.

 

 

ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ

Σε πόσες γιορτές θεών και σε χορούς ξεχάστηκε.
Άφωνη με γραμμένα στα πόδια χρυσά του έρωτα λόγια.
Ήσυχα μελετάει την απόφασή της μες στη νύχτα.
Κανείς δεν πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη.

Χρησιμοποίησε τις μέρες της απλά.
Δεν την απασχολούνε πια πολλά
έχει έναν έρωτα που την ταράζει.
Τώρα της ανήκει η ομορφιά.

Λοιπόν όταν κανείς δεν την προσέχει, κοιτάζει τον καθρέφτη
και φτιάχνει τις ρυτίδες της.
Μετά πίνει ένα ποτήρι καφέ, ανάβει τσιγάρο,
μιλάει στο τηλέφωνο με τις ώρες. Γελάει.
Δε θα γεράσει ποτέ.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ 15 TOY ΝΙΟΒΡΗ 1983

Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου
Και μας ανήκει

Σήμερα θα ‘χω γεράσει πάλι απότομα
Είμαστε μόνες
Τα ματαίωσε όλα
Η χειμερινή λευκή απεργία των μουσικών.
Μια άτυπη επέμβαση χωρίς ευθύνη.
Αν όλο και περισσότερο σ’ αγαπώ
όλο και πιο πολύ σε χάνω.
Οι πρώτες σοδειές σκορπίστηκαν.
Η γλώσσα σου τώρα βουβή.
Φοβούμαι δεν θα προλάβεις να μου μιλήσεις.
Ποια θέση να πάρω σε τούτο τον τόπο;
Είσαι ένα σώμα συνέχεια εκτεθειμένο στο θάνατο.
Μέσα στο μυστικό πηγάδι πνιγμένη,
Μια μακραίωνη συμβίωση
με το θυμωμένο ουράνιο τόξο.
Μια σύνθεση ωστόσο πολύμορφη
Επίμονα έρχεσαι απ’ το βυθό της θάλασσας αθάνατη.

 

 

ΔΙΑΓΩΓΗ (1981)

 

ΜΑΛΕΜΕ

Σε θυμήθηκα στο παράλογο πλάνο
να ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου
στις κυριακάτικες παρελάσεις.
Τώρα οι φίλοι μας απόχτησαν συνήθειες…
Παιδιά
βλέπαμε τους ξανθούς Άγγλους στο νησί μας
να παίρνουν το πρωινό τους πλάι στη θάλασσα.
Ήταν αγέλαστοι κι εμείς τρομάζαμε.
Τότε μια ριπή ανέμου
μας πήρε στο ταξίδι των καταιγίδων.
Αντικατοπτριστήκαμε στις λευκές επιφάνειες
και μεγαλώσαμε.
Στο μέσο κάπου του οχταώρου
αγαπηθήκαμε.

 

 

ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (1979)

 

ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η ελευθερία
είναι όμορφη κοπέλα.
Χτενίζεται στην απλωσιά
φοράει από μέσα τη νύχτα μέρα
απ’ έξω τη μέρα-μέρα.

Ένας καημός,
η Κύπρος και η Άνοιξη.

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Γεράσαμε νέοι μέσα στη σκούρα συνήθεια·
όμως ένα παράθυρο μεσ’ στη βροχή,
προβάλλει την άλλη συνήθεια.

Είναι φωτισμένη η μέρα.

Τρελαίνομαι
γιατί οι προδότες πιστεύουν,
οι φασίστες ενεργούν διαλεκτικά
κι οι Μαρξιστές ψάχνουν να βρουν
τον Αντι – Μαρξ.

Δίσεκτοι χρόνοι.
Μα ακόμα είναι τα μάτια των παιδιών.
Θα στάξει σαν ώριμο σταφύλι
μέσα απ’ τους βολβούς-τους
μια μέρα η ασίγαστη άνοιξη.

 

ΑΠΟΞΕΝΩΜΕΝΟΙ

Μέσα απ’ τους τάφους οι νεκροί σκληρίζουν
βαρείες φωνές καταρακυλάνε μέσα μας.
Αποσυνδέθηκε το στερέωμα του τόπου,
υπόγειοι ποταμοί, μακρινές στοές
συγκοινωνούν στους τωρινούς ναούς των πολυκατοικιών.
Σαν καπνισμένο ιερό εικόνισμα
αραχνιασμένο κρεβάτι.
Άγνωστοι πάνω
μια γυναίκα κι ένας άντρας
τρομάζουν.

 

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ

Η μάνα μου είχε πάρει ένα χρώμα αλλιώτικο
γιατί δε με γέννησε.
Σε σχήμα μοναχικό,
περπάτησε αμίλητη κάτω απ’ τον ουρανό.

Έδεσε τα μαλλιά της πίσω,
τ’ άφησε να μεγαλώσουν χιονοστιβάδες,
έχτισε το δικό-της παράπονο σ’ ένα χαμόγελο
γεμάτο σπουργίτια και μέλισσες,
έβαλε στο τσακισμένο θηλυκό της βλέμμα
ένα τετράδιο ανορθόγραφο,
έκλεισε μέσα την κοριτσίστικη αφέλεια,
κι ένα γδυτό απομεσήμερο
με πήρε απ’ το χέρι παιδί ντυμένο στα κόκκινα
και βγήκαμε στους κήπους της αγάπης-της,
να σημαδέψουμε μαζί στρογγυλό το μέλλον.

Μέσα στη μήτρα του σύμπαντος ακούστηκαν
βροντερές καταιγίδες.
Τότε στη φούστα της μάνας-μου ξεφύτρωσαν
βιολιά, φυσαρμόνικες.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ο ΒΙΚΤΩΡ

Ταΐζει τον γάτο
Μπήκαμε στο καθιστικό των συναισθημάτων
Υπερφυσικά του ωραίου
Διαλύεται ήδη η όψη του καιρού
Φτιάχνουμε μαγικά διπλής σημασίας
Σε παιχνίδι φιλικό
Είδα την ουρά του να αιωρείται με χάρη
Ίχνη χαράς στο τρίχωμα
Με τη θαυματουργή του όσφρηση
Κλαψουρίζει σαν βροχή μες την αγάπη
Ξέρει πολλά

Το ξημέρωμα μαύρος ο Βίκτωρ
Κρύβεται πίσω από τον μαύρο υπολογιστή
Τις νύχτες λαμπυρίζουν τα μάτια του
Σαν κεχριμπάρι
Καλπάζουν τα πόδια του αόρατα
Χάνεται μες το σκοτάδι
Όπως αεράκι με χάρισμα
Να φέρει πίσω
Μια παράξενη αειφορία
Τι ωραία να πίνουμε τσάι
Μαζί με τον Βίκτορα κάθε απόγευμα
Βόρεια του μεσημεριού
Εκεί που ξετυλίγεται η νεότητα του χρόνου
Και η άλλη πλευρά του εαυτού μας
Έξω
Από όσα κρύβει μέσα της
Η μέρα

 

ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ Τ. 17-18 /2018

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1979-2014

Η Φροσούλα Κολοσιάτου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1954, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εμφανίστηκε στη ποίηση το 1979. Αναμφίβολα ανήκει στη γενιά του 1974, ή «γενιά της εισβολής» όπως ονομάστηκε μια ομάδα ποιητών που πρωτοεμφανίστηκε γύρω στο 1974.
Με τη πρώτη της ποιητική συλλογή Κατοχική Εποχή 1979 δείχνει να βρίσκεται πολύ κοντά στη «ποίηση της αμφισβήτησης» της ελληνικής ποιητικής γενιάς του 1970. Η ποίηση της διακρίνεται από ένα πνεύμα αμφισβήτησης των κατεστημένων, διαμαρτυρίας, επαναστατικότητας και τολμηρότητα στο λόγο της, πρωτόγνωρη για γυναίκα ποιήτρια στα Κυπριακά δεδομένα εκείνης της εποχής.

Στο ποίημα «Τα μάτια» μας λέει:

Γεράσαμε νέοι μέσα στη σκούρα συνήθεια·/όμως ένα παράθυρο μεσ’ στη βροχή/προβάλλει την άλλη συνήθεια./Είναι φωτισμένη η μέρα./ Τρελαίνομαι/ γιατί οι προδότες πιστεύουν,/οι φασίστες ενεργούν διαλεκτικά/ κι οι Μαρξιστές ψάχνουν να βρουν/τον Αντί – Μαρξ./
Δίσεκτοι χρόνοι./Μα ακόμα είναι τα μάτια των παιδιών./Θα στάξει σαν ώριμο σταφύλι/μέσα απ’ τους βολβούς τους/μια μέρα η ασίγαστη άνοιξη./

Στις περισσότερες συλλογές της η παρουσία της Κύπρου, οι παιδικές μνήμες η καθημερινότητας της και οι πληγές του 74, πραξικόπημα, προδοσία, εισβολή κατοχή, που τις κουβαλάει μέσα της είναι πότε άμεση και πότε έμμεση. « Ένας καημός, η Κύπρος και η Άνοιξη.» μας λέει στο ποίημα «Στη Κύπρο» από την ίδια συλλογή. Και στο ποίημα «Μάλεμε» από τη συλλογή «Διαγωγή» του 1981 γράφει :

Παιδιά/βλέπαμε τους ξανθούς Άγγλους στο νησί μας/να παίρνουν το πρωινό τους πλάι στη θάλασσα./Ήταν αγέλαστοι κι εμείς τρομάζαμε.

Συνεχίζοντας τη ποιητική της πορεία μέσα στο χρόνο με τη μνήμη πάντα ζωντανή και φορτωμένη με αναμνήσεις για το τόπο της και με στοιχεία αισθαντικότητας και ποιητικού οράματος γράφει στη συλλογή «Ηλικία» του 1985 και στο ποίημα «Γυαλισμένο τζάμι με την ανάσα των παραμυθιών»

Κουβαλήσαμε την αμφιβολία του αιώνα/στο σπίτι στην Καλαβασό./
Το νερό στη γυάλα του ψαριού έμεινε ανάλλαχτο./Με μάτια ατημέλητα οι άνθρωποι έρχονται./Τι θέλουν;/Ξεθώριασε η μανταρινιά./Τους κέρασε γλυκό κυδώνι η γειτόνισσα./Η πρόθεση των χαλικιών ήταν να βαλσαμώσουν/την ακαμψία των βουνών/ταράζει το ρυθμό της λάμπας η ροή των χειμάρρων./Βραδιάζει σοκάκια και παιδιά που παίζουνε,/νυχτώνει ηρεμία και πεφτάστερα./Μείναν σεντόνια απλωμένα στην αυλή οι θύμησες.

Τα γεγονότα που σημαδεύουν και χαράζουν τη πορεία της Κύπρου δεν περνούν απαρατήρητα. Γράφει μεταξύ άλλων στο ποίημα «Κύπρος 15 του Νιόβρη 1983»

Αν όλο και περισσότερο σ’ αγαπώ/όλο και πιο πολύ σε χάνω./
Οι πρώτες σοδειές σκορπίστηκαν./Η γλώσσα σου τώρα βουβή./
Φοβούμαι δεν θα προλάβεις να μου μιλήσεις./Ποια θέση να πάρω σε τούτο τον τόπο;/Είσαι ένα σώμα συνέχεια εκτεθειμένο στο θάνατο./
Μέσα στο μυστικό πηγάδι πνιγμένη,/Μια μακραίωνη συμβίωση/
με το θυμωμένο ουράνιο τόξο.

Και δυστυχώς τα τραύματα της Κύπρου στα οποία αναφέρεται η Φροσούλα Κολοσιάτου παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο. Όμως δεν μένει εκεί. Τα τραύματα του τόπου της την κάνουν να αφουγκραστεί με την ίδια συγκίνηση τις περιπέτειες άλλων λαών που υποφέρουν το ίδιο. Μια ευαισθησία της ποιήτριας που την βλέπουμε σε όλες τις ποιητικές της συλλογές με την ίδια ένταση και που αποδεικνύει πως ζει έχοντας επίγνωση της πραγματικότητας, και μεταφέρει την αγωνία της για το αύριο και το μέσα στη ποίηση της.
Γράφει στο ποίημα «Γυμνοί ικέτες» από τη συλλογή «Σαν να συνέβη» του 2002

Φωνή θανάτου στα σοκάκια της Ραμάλας/Παρατεταμένη αστάθεια του γρύλου/Με το τραγούδι της νύχτας πένθιμο/Η Ραμάλα των σκοτεινιασμένων αποκλεισμών/Στα οχυρά της άνοιξης ναυαγισμένη πόλη/ Σε κατάσταση θανατηφόρα/Ζητάνε υποχωρητική συμπεριφορά/
Αλαζόνες προς φτωχούς/Μια διέξοδος διαφυγής προς το θάνατο/
Με τραγούδι γυμνό/ Ιππότες της αποκάλυψης/ Για να ερμηνευτεί η λυρική ανατολίτικη ομιλία/ Σε πραγματική ταυτότητα/ Χρονοφανάρια να φωτίσουν/Το ωραίο πρόσωπο της Παλαιστίνης/Η ισορροπία της αλήθειας/Ώσπου να αλλάξουν τα χρώματα

Και στο ποίημα της ίδιας συλλογής «Του Σολωμού Σολωμού Του παλικαριού που τόλμησε» γράφει

Ένα τραγούδι μεσ’ στο καταμεσήμερο υψώνεσαι/Μεσ’ στην αγάπη μας μ’ όλους εμάς/Μόνος ή τον θάνατο/ Γυμνός και λεύτερος/Το στιλπνό σου όνειρο/Αίμα αναβλύζον/Απ’ τις πληγές του κορμιού σου/Πατρίδα σου είναι ο άνθρωπος/Περήφανος/Και λεύτερος/

Στίχοι λιτοί, μυστηριακοί στον κόσμο του πόνου και της οδύνης των ανθρώπων όχι μόνο στη Κύπρο αλλά σε κάθε μέρος της γης που εξοντώνονται άνθρωποι. Στίχοι που αγγίζουν και προκαλούν τη συγκίνηση.

Το 2005 ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» η οποία κερδίζει το Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Στο σκεπτικό βράβευσης αναφέρουν: Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου διακρίνεται για την αισθητική αρτιότητα και την υποβλητικότητα. Η έντονη παραστατική δύναμη, η θεματολογική και υφολογική ομοιογένεια, η ελλειπτικότητα είναι κύρια χαρακτηριστικά του έργου. Μέσα από χαμηλόφωνους τόνους η ποιήτρια επιβάλλει το δικό της εσωτερικό ρυθμό αποτυπώνοντας υπαρξιακές ανησυχίες και αποκαλύπτοντας ένα πλούσιο συναισθηματικά κόσμο.

Γράφει στο ποίημα «Αντίλαλος»

Ένας χείμαρρος/Ακούω τη βουή του/Τη νύχτα/Δισύλλαβο μοιρολόι/
Μοίρα και πρόκληση/Με χωρίζει από τους άλλους/Ό,τι δεν χάθηκε/
Είναι μέσα μου/

Και στο ποίημα «Συνένοχοι» έχοντας πάντα στη σκέψη της τη Κύπρο, μας λέει:

Θα μαζέψουμε τα σκουπίδια/Ενός πολέμου που δεν αποφασίσαμε/
Με μάσκες που συγκαλύπτουν ασχήμιες/Θα ξεχάσουμε/
Δύο τρύπια παπούτσια στις ερημιές/Δύο τρύπες άδειες τα μάτια/
Θάνατος/

Στη συλλογή του 2008 «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» η ποιήτρια
εστιάζει τη προσοχή της στο σύγχρονο άνθρωπο, στην υποβάθμιση της ζωής του και στον αγώνα του να κρατήσει το αληθινό νόημα της ζωής και να παραμείνει ελεύθερος. Η πίστη στην ελευθερία είναι βαθιά ριζωμένη στη ποιήτρια και φαίνεται σ’ όλο το έργο της. Γράφει στο ποίημα «Γιγαντοαφίσες στον ουρανό»

Ψάχνοντας όψεις αλήθειας/Λέμε παραμύθια στα παιδιά/Μικρός ο έρωτας/Υπερίπταται γυμνός/Ταξιδεύει/Μαζί του ταξιδεύουν/Οι διαπραγματεύσεις/Οι ζώνες με τα εκρηκτικά/ Οι ειρηνικές διαδηλώσεις/Μετανάστες τώρα προσπερνούν/Ιχνογραφούν καινούργια χλωρίδα/Εφιάλτες σμίγουν με τον κίνδυνο/Μια θύελλα που δεν εισβάλλει/Αποσύρεται/Γκρεμίζει πολιτείες/Στην παραβίαση του κόκκινου/Ελεύθερος/Ο άνθρωπος στον τόπο του/Να ζωστεί με το γέλιο/Με το χάδι

Τα ποιήματα της συλλογής ένα καράβι εικόνες βιωματικές που μας ταξιδεύει μέσα από το χρόνο στις θάλασσες της ποιήτριας και από το παλιό φινιστρίνι βλέπουμε με τα μάτια της τη νοσταλγία του χτες και το σήμερα με πυξίδα τη μνήμη και το όραμα για να μας πει στο ποίημα «Η Σαλιμέ»

Στις λυόμενες αίθουσες του ονείρου/Η Σαλιμέ έμεινε ασάλευτη/
Στο χρώμα της αγάπης/Το άπλωσε στα ραδίκια και στις μολόχες/
Και στα μήλα που μας χάριζε/Σαν παίζαμε πόλεμο/
Τούρκοι και Έλληνες μες στην αυλή της/Το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε/
Τα μήλα έγιναν πέτρες/Στα τζάμια του καφενείου σκιές/
Θραύσματα αγγέλων/Τα πήρε ο στοιχειωμένος ύπνος/

Και στο ποίημα «Των νέων της προσωρινής απασχόλησης» γράφει:

Όταν η ομορφιά συντρίβεται/Ανάμεσα σε στασιμότητες/
Απλώνει ο ουρανός κατάρες/Το βλέμμα των ανθρώπων/
θάλασσα/Και μας ενώνει/

Το «Μισό Σκοτάδι» το 2010 περιλαμβάνει χάι κού και όπως γράφει η Ασημίνα Ξηρογιάννη είναι διαποτισμένο από μελαγχολική και στοχαστική διάθεση, γνωρίσματα που συναντάμε σε ολόκληρο το έργο της ποιήτριας. Μπορεί το σκοτάδι να είναι μισό; Το παράδοξο του τίτλου μάς εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, στο κλίμα και στο πνεύμα του έργου, δίνοντας ένα πρώτο ουσιαστικό στίγμα. Όχι, το σκοτάδι δεν μπορεί να είναι μισό, παρά μόνο στην τέχνη και με το ανοίκειο βλέμμα ενός ποιητή. Το σκοτάδι είναι πάντα σκοτάδι και πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι αυτή η μοίρα του κόσμου τούτου τελικά.

Αναφέρω μερικά:

Μισό σκοτάδι/Οι μικροί γαλαξίες/Σκύβω ν’ ακούσω

Τόσοι άνεργοι/Παθητικοί αποδέκτες/Επιδομάτων

Μ’ άρρωστες λέξεις/Μολύβι αόρατο/Κεντά το πένθος

Σε παράθυρο/Χωρίς τζάμι με θέα/Μόνο το κενό

Την περίοδο/Των μεγάλων πολέμων/Ούτ’ ένα θαύμα

Η εξουσία/Λατρεία παράλογη/Παγιδεύεται

Μετά το Μισό σκοτάδι ακολουθεί το 2014 η «Σκοτεινή συγκατοίκηση»
Στο πρώτο ποίημα του βιβλίου η ποιήτρια γράφει

Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα/Η ζωή μας σε στασιμότητα/
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα/Κραυγή για το αμετάκλητο/
Όπως το σκοτάδι/Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται/
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει/Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση/
Τρισδιάστατο ταξίδι/Κόσμος οικείος

Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν μια παγκόσμια σκηνή όπου με επίκεντρο τα δεινά του τόπου μας, της Κύπρου, η Φροσούλα Κολοσιάτου νοιώθει δικιά γειτονιά τη κάθε γειτονιά του πλανήτη λέγοντας μας

Παντού ελλοχεύει/ο κίνδυνος/Ένα παιδάκι νηστικό/Στα μικρά του γόνατα/Γράφει ιστορία /Στις καταπακτές της φτώχειας/

Και πιο κάτω μας λέει

Φρεγάδες αναχώρησαν/φέραν μικρά εμπόδια/
τενεκεδένιες σημαδούρες/στη Μεσόγειο/
Γιουγκοσλαβία /Αφγανιστάν/Ιράκ/ Λιβύη/ Συρία

Και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τη σκέψη στα δεινά του πλανήτη και του πόνου που διαρκώς αυξάνει γράφει

Νεκρά είδωλα/Πέφτουν μπροστά μου/Άλλος τώρα ο προσανατολισμός/Ολόκληρη η γεωγραφία/Η δική μας αλλάζει/
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου/Και ο πόνος

Σαν επίλογο παραθέτω λίγα αποσπάσματα που έγραψαν γι’ αυτή τη συλλογή ομότεχνοι της Φροσούλας Κολοσιάτου και κριτικοί:

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου
Η ποιήτρια επιχειρεί για δεύτερη φορά με τη λειτουργία της μνήμης να διευρύνει το Χρόνο. «Ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες» και σε αυτή την αγωνία να σώσει από το σκοτάδι ό,τι χάνεται συνεπικουρείται τώρα από βιολιά, χαρά και αρμονία, που είναι τα υπόλοιπα του χρόνου..

Γιώργος Φράγκος
Οι ποιητικές κεραίες της Φρ. Κ. δεν ενεργοποιούνται μόνο από την τρέχουσα επικαιρότητα και από τα κατά κόρον δραματικά γεγονότα που μας κατακλύζουν. Η σύγχρονη ιστορία είναι ζώσα μέσα στην ποιητική συνείδησή της.

Παυλίνα Παμπούδη
Η Σκοτεινή Συγκατοίκηση είναι αυτό που λέει ο τίτλος – μια ισόβια συμβίωση των απόντων (και των αγνοούμενων), με το σκοτάδι του πυρήνα της φωτεινής ψυχής της

Κατερίνα Τσιτσεκλή
Η Σκοτεινή συγκατοίκηση είναι η συνύπαρξη του ανθρώπου με τη διττή φύση του, τον εγωιστικό εαυτό του, εκείνον που προκαλεί τόσα δεινά. Όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητά του, και γίνεται αλαζονικός απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπο.

Κώστας Τσιαχρής
Θεματικά κυριαρχούν γνώριμα στην ποίησή της μοτίβα. Τα ποιήματα παίρνουν ανάσα από το βάρος των πραγμάτων που κουβαλάει στη μνήμη της η ποιήτρια, από την αναπόφευκτη πάλη του ανθρώπινου σώματος με το τέλος του , από την απορία για την όψη που τείνει να λάβει ο κόσμος γύρω μας , από το μικρό και ασήμαντο , στο οποίο ανακαλύπτει το αξιοπρόσεκτο και διαχρονικό .

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ

Ουσία και πρωτοτυπία: οι αρετές της ποίησης της Φροσούλας Κολοσιάτου

Η Φροσούλα Κολοσιάτου εμφανίστηκε στην ποίηση με το έργο της Κατοχική εποχή το 1979. Ακολούθησαν οι συλλογές Διαγωγή (1981), Ηλικία (1995), Σα να συνέβη (2002), Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος (2005), Μέσα από παλιά φινιστρίνια (2008), Μισό σκοτάδι (2010), Σκοτεινή συγκατοίκηση (2014), Φοράει τα μάτια του νερού (2017). Η κριτική υποδέχτηκε τη νέα ποιήτρια της Κατοχικής εποχής θετικά, αιφνιδιασμένη από την τολμηρότητα και την προκλητικότητα του έργου.

Η Κατοχική εποχή είναι μια γνήσια κατάθεση ψυχής που συγκλονίζεται από την κυπριακή τραγωδία. Όμως το θέμα διευρύνεται, ο στοχασμός καταβυθίζεται και μεταφέρεται στην αμφισβήτηση της ισοπέδωσης και κάθε μορφής καταπίεσης. Ανάλογη εμβάθυνση παρατηρούμε και στο πιο πρόσφατο έργο της ποιήτριας, που είναι πολύ ουσιαστικότερο από ποιήματα επικαιρότητας για τους πρόσφυγες και το «τηλεοπτικό» τους δράμα.

Η θετική υποδοχή της νέας ποιήτριας καταγράφεται σε δημοσιεύματα αμέσως μετά την έκδοση της Κατοχικής εποχής. «Κάτι σημαντικό ξεχωρίζει, όταν ο καημός της Κύπρου την πνίγει (την ποιήτρια) περισσότερο κυρίαρχος από την ανάγκη της ‘’πρωτοτυπίας’’», (Μερακλής Μιχάλης, Νέα Πορεία τεύχος Ιανουάριος – Μάρτιος 1980). Αργότερα ο Γιάννης Η. Ιωάννου στο βιβλίο του Η ποιητική γενιά του ’74 στην Κύπρο. Η γενεαλογία και η έκφραση της αμφισβήτησης (σελ.72-75) υποστηρίζειτην προκλητικότητα και τολμηρότητα ως μια ώριμη συνειδησιακή έκρηξη της ποιήτριας. Αυτό αποδεικνύεται από τη συνέχεια της ποιητικής πορείας. Για την ανιδιοτελή ποιήτρια προέχει η ουσία έναντι της ανάγκης για πρωτοτυπία. Η δέσμευσή της στην ουσία και όχι στην επιφάνεια είναι σταθερή. Σύμφωνα με τον Κώστα Τσιαχρή, φιλόλογο και κριτικό, που έχει καταθέσει διεισδυτικές προσεγγίσεις στο έργο της ποιήτριας, «ο φόβος της για τη ρηχότητα των πραγμάτων γύρω της αποτελεί μια από τις πηγές της ποίησής της».

Τελικά η ποιήτρια επιζητώντας την ουσία κατορθώνει ταυτόχρονα και την πρωτοτυπία. Δεσμεύτηκε μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο ποιητικό ήθος: Αποκλίνει από τον πατριωτικό ρομαντισμό έως και μανιέρα πολλών από τους συγχρόνους της. Αποφεύγει τη ρητορεία και το διδακτισμό. Με μια διακριτική παρουσία του εγώ αποφεύγει τις παγίδες του ναρκισσισμού. Από την τραγική μοίρα του τόπου της η ποιήτρια μεταφέρεται στην πανανθρώπινη οδύνη και το προσωπικό βίωμα διευρύνεται σε πανανθρώπινη εμπειρία. Η επικαιρότητα, όταν αποτελεί την πηγή των ποιημάτων , μεταπλάθεται σε πέρασμα, σε δίοδο προς το βάθος και την ουσία των πραγμάτων και των καταστάσεων. Αν επέλεγα ένα στίχο της ποιήτριας δηλωτικό του ποιητικού ήθους της θα ήταν αυτός: «Δύσκολο που είναι να είσαι άνθρωπος». Τίποτε δεν είναι εύκολο για την ποιήτρια. Ο τόπος της ακόμη και η Καλαβασός, το παρελθόν, δεν παρουσιάζεται νοσταλγικά, ούτε ιαματικά. Οι μνήμες την βαραίνουν . Όλα, ακόμη και τα καθημερινά, γίνονται δρόμος για μια στοχαστική καταβύθιση στα δύσκολα υπαρξιακά ερωτήματα.

Ο λόγος της είναι πυκνός και λιτός. Χρησιμοποιεί το ρήμα, ελάχιστα το επίθετο και παραδίδεται στην παντοδυναμία του ουσιαστικού. Η αφηγηματική ροή θραύεται. Παρατάσσει εικόνες και εμπειρίες με μια απρόσμενη διαδοχικότητα. «Αποφθέγματα χωρίς διδακτισμό», σχολιάζει ο Δήμος Χλωπτσιούδης, επειδή «κατατίθενται ως βιωμένες αλήθειες» παρατηρεί εύστοχα ο Κώστας Τσιαχρής. Τίποτε μελοδραματικό, όμως η συναισθηματική ένταση είναι μέσα στις ορίζουσες του ποιητικού ήθους της. Επειδή ως άνθρωπος και ως ποιήτρια δεν είναι ποτέ χλιαρή και αδιάφορη απέναντι σε όσα συμβαίνουν.

Πώς ερμηνεύεται λοιπόν η πρωτοτυπία και ό,τι διακρίνει την ποιήτρια από τους σύγχρονούς της ποιητές; Μια πρώτη γενική απάντηση θα μπορούσε να είναι η εξής: η άριστη σύζευξη ουσίας και πρωτοτυπίας εξηγείται από τη δέσμευση της ποιήτριας σε ένα ποιητικό ήθος που δεν το προδίδει ποτέ, από τη συγκεκριμένη θέση που παίρνει απέναντι στον κόσμο και στον άνθρωπο, την ιδιαίτερη κλίση από την οποία παρατηρεί τα πράγματα και από τη διεύρυνση του ποιητικού οπτικού πεδίου. Η ποιήτρια Marina Tsvetaeva έλεγε: «Εμένα με γοητεύει η ουσία, η φόρμα έρχεται από μόνη της». Για τη Φ. Κολοσιάτου θα ταίριαζε: «Εμένα με γοητεύει η ουσία. Η φόρμα και η πρωτοτυπία έρχεται μόνη της».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

«ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΙΜΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΤΗ»

Το ποιητικό έργο της Φροσούλας Κολοσιάτου
Μια μέρα του Δεκέμβρη του 2017, χτύπησε το τηλέφωνο. Eμφανίστηκε ένας μακρινός αριθμός. “Θα ήθελα να παρουσιάσεις το ποιητικό μου έργο”, μου είπε μια φωνή. Ήταν η Φροσούλα Κολοσιάτου.
Υποψιάζομαι ότι η Φροσούλα είναι ένας άνθρωπος που δεν φοβάται, αντίθετα επιδιώκει προκλήσεις που την υπερβαίνουν έστω κι αν καίγεται μέσα τους, καταργώντας τις έννοιες της νίκης και της ήττας. Ίσως να υποψιάστηκε ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε μένα όταν θα εισερχόμουν σε μια διαδικασία αναμέτρησης με το ποιητικό της έργο που αριθμεί 9 ποιητικές συλλογές:

ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 1979
ΔΙΑΓΩΓΗ 1981 (Α’ βραβείο νέου λογοτέχνη)
ΗΛΙΚΙΑ 1995
ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ 2002
ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ 2005 (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ 2008
ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 2010
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ 2014
ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 2017

Έπρεπε, βασισμένος στην πεζότητα του λόγου που απαιτεί αυτή η εργασία, να εντοπίσω αξιόπιστες αποκρυπτογραφήσεις της ροής και του βάθους μιας πραγματικά σημαντικής γραφής, που όμως υπάρχει μόνο ποιητικά.

Δεν ήμουν ποτέ βέβαιος ότι οι ποιητικές συλλογές ενός ποιητή -εκτός κι αν δεδηλωμένα αποτελούν στοιχεία μιας συνειδητά ευρύτερης σύνθεσης- μπορούν να υπακούσουν σε κάποιον συνεπή κανόνα γραμμικής συνέχειας και ως εκ τούτου δύνανται να κριθούν ως κάτι δογματικά ενιαίο. Ότι, δηλαδή, εδραιώνουν μιαν αναντίλεκτη και απόλυτη διακειμενικότητα, ένα πλέγμα σχέσεων στο χωρόχρονο. Εδώ, ακόμη και ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στην ίδια συλλογή μοιάζουν να μην επικοινωνούν ιδιαίτερα μεταξύ τους και ο ίδιος ο ποιητής συχνά να αγνοεί την πηγή προέλευσης και το βαθμό εξάρτησης τους από μια κεντρική ιδέα.

Πιστεύω ότι οι ποιητικές συλλογές είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοτελείς οντότητες στον χρόνο. Αν κάτι τις ενώνει, αν κάτι συνυφαίνεται και σαν αόρατο νήμα και τις συνδέει, είναι η μορφολογία της γραφής, η συγγένεια των εκφραστικών μέσων.

Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση δυο είναι τα ερώτημα που έχει, κατά την άποψη μου, νόημα να τίθενται για κάθε ποιητή, όταν κανείς επιχειρεί μια αποτίμηση της πορείας του:
Τι ήθελε να πει; Πώς το είπε;

Είχε την ικανότητα να γράψει κάτι που μπορεί να μείνει και να νικήσει τον χρόνο;

Θα θυμάμαι και θα ανατρέχω σε κάποια ποιήματα του όταν η σφοδρή ανάγκη θα με καλεί;

Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάττου μου συστήθηκε στα νεανικά χρόνια και διαπέρασε αργά και σταθερά τις οχυρωματικές μου αντιστάσεις, εγκαταστάθηκε στα έγκατα μου. Με τις κρυπτικές της φανερώσεις, τελικά με κατέλαβε. Σαγηνευτικά σιβυλλική, του σκοταδιού πεινασμένη, αλλά και του φωτός ερωτοτροπούσα, διψασμένη για νερό από το αμνιακό υγρό μέχρι τις θάλασσες, αλλά και προσκαλούσα τη φωτιά, χαϊδεύει τα πληγώματα, δικά της και του κόσμου, όμως δεν τους επιτρέπει να την καταπιούν.

Σκοτάδι, φως, πυρ, ύδωρ, αυτά τα τέσσερα στοιχεία και οι συμβολισμοί τους, είναι συνδηλωτικά και, συνεπώς, κυρίαρχα στην ποίηση της, η οποία αποτελεί νομίζω πρωτίστως ένα ταξίδι στον ίδιο της τον εαυτό, ένα εγχείρημα αυτογνωσίας.

Και παντού η μορφή της Μάνας και συνεπακόλουθα, του παιδιού, των παιδιών μας, των παιδιών τους, που γίνονται όλα “της”. Και μετά, η ολοκληρωτική απώλεια, η συντριβή, κι ύστερα η ανασύνθεση των συντριμμιών όχι στην πρότερη τους μορφή, την άθικτη ή την κουρελιασμένη, αλλά στη μορφή που τους δίνει πια η ποίηση της.

Αν κάτι αποτελεί κοινό τόπο στη γραφή της Φροσούλας και ξεχωρίζει ως πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται η ποιητική της, είναι πιστεύω ο καίριος στίχος ο οποίος περικλείει ανομολόγητα πέραν από τη σημασία των λέξεων που τον συναποτελούν.
Ένας στίχος ελλειπτικός, υπόκωφος που σε παραπέμπει στις πιο μυστικές εισόδους της ποίησης και των ακρογωνιαίων της λίθων. Ένας στίχος που πάνω του ακονίστηκε και οικοδομήθηκε η ταυτότητα της ως ποιήτριας· μια ταυτότητα που μεταφράζεται ως αρμονική σύζευξη μορφής και περιεχομένου και που τολμώ να πω ότι δεν μοιάζει με καμιά άλλη στο σύγχρονο λογοτεχνικό μας στερέωμα. Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη κατάκτηση της Φροσούλας, διότι από τη στιγμή που όλα περίπου δια μέσου των λογοτεχνικών αιώνων έχουν λεχθεί, εκείνο που απομένει για κάθε ζηλωτή της πένας είναι να τα ξαναπεί και να τα ξαναθέσει με έναν διαφορετικό τρόπο, ωσάν να είναι η πρώτη φορά, ωσάν να είναι διαφορετικά.

Είναι στιγμές που η Φροσούλα δεν γράφει, αλλά κεραυνοβολεί, εγκλείοντας στον μικρόκοσμο των λέξεων, τους δικούς της, θελκτικά τολμώ να πω, βασανιστικούς εμποτισμούς:

“αποτελεσματικά επιμένοντας πεθαίνεις”

“συνοψίζομαι μέσα σε θρύψαλα”

“Στο πάτωμα κυλάει ένα χαμόγελο
κι αυτός γυμνάζει τα όνειρα του”

“η κατάρα από τούτο το αίμα που ζέσταινε
τους μετάδωσε τις αϋπνίες του ατέλειωτου χρόνου”

“Φοβούμαι εκείνο το απροετοίμαστο της σιωπής σου”

“Ο Θάνατος τιμήθηκε δυνατός”

“Όλα μπορούν να συμβούν αν τα πεις δυνατά”

Πρόκειται για το μέστωμα πολλών πραγμάτων μαζί: πρώτα απ’ όλα μιας εξαιρετικά οξυμένης ποιητικής συνείδησης. Ενός τρομερού τραύματος που συμπυκνώνει όλα τα τραύματα. Μιας βαθιάς αντιληπτικότητας του έξω κόσμου, αλλά και της θέσης της ποιήτριας απέναντι του. Η Φροσούλα δεν περιγράφει. Μας ιστορεί τι είναι εκείνη απέναντι στα φαινόμενα και τα συναισθήματα, μας οδηγεί κατευθείαν στην αιτία και πέραν από αυτήν, στα προαιώνια νεφελώματα της ύπαρξης πριν ακόμη αυτή συγκροτηθεί μέσα στη συνειδητότητα. Έτσι, μας επιβεβαιώνει ότι η ποίηση έχει ακόμα λόγο ύπαρξης.

Ούσα ευνοημένη από τους θεούς της ποιητικής τέχνης και αφού έλυσε επιτυχώς από την πρώτη της συλλογή το ζήτημα “ποιητική ταυτότητα”, κατάφερε στη συνέχεια να πειραματιστεί και να αναπτύξει τη θεματογραφία της, να την επεκτείνει, ώστε να συμπεριλαμβάνει σαφή πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά ακόμη κι όταν η επιλογή του θέματος δεν φαίνεται να υπηρετεί τέτοιες στοχεύσεις.

“Μπροστά και πίσω συμπληγάδες.
Φασματικά φοράω λοιπόν
το καθημερινό μου πρόσωπο
διάχυτη στυφή μια γεύση πικραμύγδαλου.
Επιμένω να αρνούμαι
του δυτικού πολιτισμού τ’ άσαρκα μάτια”

Έχω την άποψη ότι το έργο της Φροσούλας μπορεί να χωριστεί συμβατικά σε τρεις περιόδους:

Α’ Περίοδος:
ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ και ΔΙΑΓΩΓΗ
Εκδοτική σιωπή:1981-1995
Β’ Περίοδος: ΗΛΙΚΙΑ και ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ
Γ’ Περίοδος: ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ,
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ
ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ
ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ και ΔΙΑΓΩΓΉ σηματοδοτούν μια εντυπωσιακή, για τη νεαρή τότε ποιήτρια, είσοδο στο ποιητικό γίγνεσθαι και προδιαθέτουν από νωρίς για το τι είδους ποίηση θα έγραφε.

Σε αντίθεση με τις πλείστες περιπτώσεις ποιητών, όπου τα πρώτα τους έργα αποτελούν συνήθως πρωτόλειες απόπειρες, οι δυο αυτές συλλογές συνιστούν μια ώριμη ποιητική κατάθεση, αλλά και μια άσκηση θράσους και αυτοπεποίθησης. Με τον καπνό του 1974 να μην έχει ακόμη κατακαθίσει και την κυπριακή πραγματικότητα να ασφυκτιά μέσα από τα πολλαπλά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα, η ποιήτρια γίνεται εν μέρει αντανακλαστικός καθρέπτης της εποχής εκείνης.

ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Στην “ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ” αναδεικνύεται ανάγλυφα η βαθιά εσωτερικότητα της ποίησης της Φροσούλας. Μια διαρκής πραγματεία για την απώλεια, η οποία στην πορεία του χρόνου θα εξελιχθεί και θα αποκτήσει τραγική, συνάμα πολυδιάστατη, πολυμορφία. Και ακριβώς επειδή έχουμε να κάνουμε με ποίηση η οποία ρέει από αυθεντικές πηγές, το ελεγειακό ζήτημα της απώλειας όπως το θέτει η Φ.Κ. ποτέ δεν καταλήγει σε δακρύβρεχτες ομφαλοσκοπήσεις, αλλά καλύπτει απροσπέλαστες για πολλούς ποιητές περιοχές, γίνεται οικουμενικό. Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι η εν λόγω συλλογή, προσέλκυσε διθυραμβικές κριτικές από σημαντικούς ποιητές τη εποχής όπως ο Μίλτος Σαχτούρης.

Το βιωματικό “Η ΜΑΝΑ-ΜΟΥ” όσο και το εμβληματικό και κυπρογενές τελευταίο ποίημα της συλλογής, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ είναι ενδεικτικά. Διαβάζω το ποίημα «Επιστροφή».
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Γύρισα μα δεν μπόρεσα να βρω το νησί-μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

Το μαύρο συρματόπλεγμα
στο στήριξαν καρφιά σατανόμορφων ανθρώπων
που τους φοβούμαι.
Μα πάλι τι είναι τούτα τα μάτια
που ξεπετιούνται μέσα
στην παρθένα εγκυμονούσα θάνατο επιφάνεια;
Τι είναι τούτες οι κραυγές
των ξορισμένων παιδιών που δεν σωπαίνουν;
Είναι οι νέες μορφές.
Είναι οι αρχάγγελοι νέων σχημάτων.

Στα τελευταία ποιήματα της συλλογής ενσκήπτει ένας θυελλώδης ερωτισμός. Μυθολογικές μορφές περιπλέκονται μεταξύ τους, ενώ κυριαρχικά επιβάλλεται η μορφή του Χριστού. Ο Έκτορας, ο Αχιλλέας, η Περσεφόνη, η Μαγδαληνή, μια διονυσιακή περιδίνηση προχωρημένη για την εποχή της. Ο Γιάννης Ιωάννου σημειώνει σε κριτικό του σημείωμα για την Κατοχική Εποχή πως ίσως σε άλλους καιρούς, η ποιήτρια θα είχε αφοριστεί για μερικά από αυτά τα ποιήματα.

ΔΙΑΓΩΓΗ

Στη ΔΙΑΓΩΓΗ, η έννοια του χρόνου διατέμνεται σε ατομικές μαρτυρίες εικόνων. Οι υποδομές της ποίησης είναι υπογειοποιημένες σαν ηλεκτρικά καλώδια.
Η Φ.Κ δεν φοβάται τις λέξεις, δεν φοβάται το αρχέγονο τους νόημα, τις ελέγχει και εν τέλει τις μεταμοσχεύει σε νέα πιο σφριγηλά σώματα, τα οποία συναποτελούν το ποιητικό της γλωσσάρι.
Η Κύπρος ή ό,τι απέμεινε από αυτήν παραμένει σημαντικό στοιχείο της θεματικής της, χρωματισμένη όμως με την αίσθηση της παρακμής, της διάψευσης, σκιασμένη από ένα ελεγχόμενο χάος, διανθισμένο από την ανάγκη του έρωτα, ενός έρωτα απελπισμένου.

“ Με πλησίασες
μ’ ένα κράμα ανεμελιάς και ιδιόρρυθμο.
Επέμενα να σου φορέσω ένα διάτρητο πουκάμισο.
Το νεκρό βάρος που τύλιγε το σώμα – σου
δεν μπόρεσα να το σηκώσω ούτε
και με του Αιόλου τον άνεμο”

Ουσιαστικό ρόλο στη συλλογή διαδραματίζουν τα αριθμημένα από το ένα μέχρι το δέκα ποιήματα, τα οποία εμφανίζονταιστη συλλογή με ακανόνιστη σειρά, ωσάν να είναι διασκορπισμένα. Στα ποιήματα αυτά, η πραγματικότητα μοιάζει να αποσυντίθεται μέσα από τον ποιητικό καθρέφτη της Φ.Κ. και να αποτυπώνεται με χρώματα μελανά, προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των ταραγμένων καιρών.

“ΠΟΙΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ”

Αυτοί σε σταθερή σιωπή
λόγχισαν την ψυχή-τους
και δέχτηκαν την πλάνη.
Η αδιαλλαξία τους ξεγέλασε εύθραυστη.
Ο θάνατος τιμήθηκε δυνατός.

Ακολουθούν 14 χρόνια σιωπής μέχρι την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής, ΗΛΙΚΙΑ, η οποία είναι αφιερωμένη στη μητέρα της.
Το κάθε παιδί πρέπει κάπου να ανήκει και η Φροσούλα, αιωρούμενη από το μητρικό καθεστώς της τρυφερότητας σε ηλικία μόλις επτά μηνών, βρήκε θαλπωρή στην οικογένεια που την ανέλαβε και την οποία ποτέ δεν θεώρησε ανάδοχη, αλλά πραγματική.
Το τραύμα δεν επουλώνεται, αλλά μαθαίνει να συνυπάρχει με τα μύρα και τα έλαια της αγάπης.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ ΜΟΥ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟ ΔΙΑΛΥΣΗ Ή ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΟΣΟ ΕΛΕΙΠΑ

“Μια γυναίκα ωραία, η μάνα μου, με κοιτάζει πίσω απ’ τα γυαλιά της
γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων.
Είναι γλυκιά και όμορφη
μα είναι πεθαμένη.
Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά, χαμογελάει.
Μου λέει να προσέχω, να γελώ.
Της λέω είμαι καλά.
Φοβάμαι μόνο μη λείψουν τα κίνητρα
στα χελιδόνια να γυρίσουν
μη φτάσω να εξαγοράσω τη θητεία των πτηνών.
Και μ’ απαντάει
η μεταχείριση του αστρικού ωκεανού
στέλνει μηνύματα στο άπειρο.
Ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός.
Είναι η πιο αισθησιακή μεταγραφή του σύμπαντος.
Είπε
και κίνησε να φύγει γνέφοντας.

Με ήδη οικοδομημένη την προσωπική της μυθολογία από τις δυο πρώτες συλλογές, στην ΗΛΙΚΙΑ αλλά και στο ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ, η ποιήτρια διευρύνει και ολοκληρώνει τις διαστάσεις των υπαρξιακών της αναζητήσεων της στα αναβλύζοντα ανεξιχνίαστα όρια του πιο απροσπέλαστου βιωματικού πυρήνα. Διατηρεί ταυτόχρονα την ευαισθησία της για τα διαχρονικά ζητήματα, τα οποία από το πρώτο μέχρι το τελευταίο της βιβλίο την απασχολούν. Επιπρόσθετα, ο δυο αυτές συλλογές υποψιάζομαι ότι λειτουργούν εκπληρωτικά, ώστε η ποιήτρια να ελευθερωθεί από τον προηγούμενο ποιητικό της εαυτό, να περάσει στο επόμενο, ήδη ορατά διαφεγγές, στάδιο.

“Ένα βαρυφορτωμένο καράβι
που κινδυνεύει
καρφωμένο στις εφημερίδες
οι πρόσφυγες”..

Στις συλλογές ‘ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ” 2005 και ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ, οι έννοιες του νερού, του ανέμου, των στοιχείων της φύσης, παρασέρνουν τους εσωτερικούς χώρους, τους οποίους διασώζει το σταθερό όραμα και η στιβαρότητα της γραφής.
Ακόμη και στις πιο θολές της αναφορές, η ποίηση της Φ.Κ. υποβάλλεται και επιβάλλεται ανεπιτήδευτα και μας ωθεί να αναζητήσουμε τα βαθύτερα νοήματα των υπαινιγμών της μέσα από ρυθμισμένες δόσεις λυρισμού, φαντασίας, σουρεαλιστικών εικόνων. Ειδικά στα ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ, νιώθει κανείς τη διακριτική απόπειρα για κάτι ανανεωμένο, βασισμένο πάντα στις μέχρι τότε κατακτήσεις, κάτι ακόμα πιο σμιλεμένο.

Η Συλλογή ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ το 2010 είναι μια σειρά από άρτια χαϊκού. Τα θέματα παραμένουν τα ίδια, οι αναζητήσεις όμοιες, μόνο η μορφολογική τους απεικόνιση άλλαξε, ακόμη μια απόδειξη του πόσο δεν φοβάται η ποιήτρια να διαχειριστεί την ανάγκη της για αλλαγή των εκφραστικών της μέσων.

Έρχεται βροχή
Και τα φύκια πεθαίνουν
χωρίς αιτία

Οι άσπροι κύκνοι
όλο το βράδυ φεύγουν
πόσοι πέρασαν

Οι τόποι μικροί
κενά κρύβουν μεγάλα
και με φοβίζουν

Η Φ.Κ. αποδεικνύει ότι μπορεί να καταθέσει αξιόλογο δείγμα δια μέσου και αυτού του είδους της γραφής που απαιτεί ευρυθμία, λιτότητα και άμεση πύκνωση.
Είναι αλήθεια πώς δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ποιήτρια ήταν ποτέ θιασώτρια της υπερβολικής αναλυτικότητας, τα ποιήματα της ήταν ανέκαθεν ολιγόστιχα, με κάποιες μικρές εξαιρέσεις. Στα υπό αναφορά χαϊκού, η μελαγχολική διάθεση είναι μεν εμφανής, δεν πρόκειται όμως για απαισιοδοξία, ούτε για μοιρολατρία, αλλά για ένα φως που θέλει να λάμψει και που η ποιήτρια αδημονεί να το δει, όχι για τον εαυτό της, αλλά για τον άνθρωπο, τον ρημαγμένο από τον πόλεμο ή τα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα.

Τα δυο τελευταία βιβλία ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ και ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, αποτελούν κατά την άποψη μου το απόσταγμα μιας σημαντικής στροφής για την ποιήτρια μας. Ταυτόχρονα, συνιστούν μια σημαντική κατάθεση στη νεοελληνική, αλλά και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Οι λέξεις όσο ποτέ άλλοτε είναι εφοδιασμένες με αναθρώσκουσες μνήμες. Ατιμωτικά για τον σύγχρονο πολιτισμό, συμβάντα, καταλαμβάνουν την οπτική της ποιήτριας.
Εδώ, ο πανανθρώπινος χαρακτήρας της ποίησης της Φ.Κ. αποκρυσταλλώνεται, καθώς ο κύκλος των οικείων θεμάτων, διανοίγει για να περικλείσει τις οιμωγές και τους σπαραγμούς των ανθρώπων που πλησιάζουν, αλλά ποτέ δεν έρχονται. Δεν έχουμε να κάνουμε, επομένως, με τον καημό, τον πόνο, την οδύνη της ποιήτριας. Εδώ το προσωπικό της ύφος περνά διακριτικά σε δεύτερο ρόλο και προέχει η ανάγκη της να αρθρώσει τη δική της μαρτυρία για τον ηθικό και ενίοτε φυσικό καταποντισμό του σύγχρονου ανθρώπου, είτε στο Αιγαίο, είτε στον βυθό κάποιας πόλης που τη λένε Αθήνα.

“Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
όταν άλλοι πεθαίνουν
τα χαμένα λόγια
κατεβαίνουν στη θάλασσα”.

Ή
“ Η αγάπη
κύλησε σαν το νερό
ακούμπησε τη θάλασσα
στο πίσω μέρος του ουρανού
καθρέφτης γυρισμένος
προς τα μέσα

εκεί περνούν τα τρένα
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς”

Οι ποιητικές κεραίες της Φ.Κ. συλλαμβάνουν την παραλυτική προέλαση του ανθρώπινου παραλογισμού και του χρόνου. Μέσα τους στίχους της ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ μνημειώνεται η πορεία ενός κόσμου που φυλλορροεί, με κατεδαφισμένα τα ιδανικά που θα έπρεπε να τον διέπουν.
Παράλληλα, ο εύθρυπτος άνθρωπος θρυμματίζεται ανέλπιδα κάτω από τα δόντια του ανελέητου σπαστήρα της ατομικής και συλλογικής μας μοίρας.
Με στίχους στους οποίους η ποιητική γόμωση εκρήγνυται διαδοχικά, στίχους τολμώ να πω “κολοσιάτικους” η Φροσούλα Κολοσιάτου μετατρέπει το στιγμιότυπο σε ποιητική εικονοποιεία.

Στο ποίημα του «Μακάριοι οι Ισορροπημένοι», ο Κουβανός ποιητής ROBERTO FERNADEZ RETAMAR έγραψε τους εξής δυο στίχους:

«…Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν..»

Ίσως να εννοούσε κάτι ανάλογο με αυτό που ακολουθεί. Γράφει η Φροσούλα:

«Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα
Η ζωή μας σε στασιμότητα
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα
Κραυγή για το αμετάκλητο
Όπως το σκοτάδι
Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει
Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση
Τρισδιάστατο ταξίδι
Κόσμος οικείος

Υπάρχει το σπίτι που αγάπησα
Η λαβή από το μπαστούνι
Της μητέρας
Και η φωνούλα από κουρδιστή κούκλα
Τραγουδά ένα πλεόνασμα αγάπης

Όταν φεύγουν οι άνθρωποι
Αφήνουν πίσω τους
Παράξενες μικρές αναμνήσεις
Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες
Ίσκιοι της μεταμόρφωσης
Κρατούν στα χέρια τους
Συμβολικούς θανάτους

Φέρνει τα μέλλοντα
Να μοιάζουν με τα παρελθόντα
Το μετέωρο βλέμμα τους»…

Η Ποιητική Συλλογή ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, φόρος τιμής στα αθώα κύματα των προσφύγων, εντάσσεται στο πλήθος του ποιητικού ξεσπάσματος αλληλεγγύης το οποίο προκάλεσε η τραγωδία των προσφυγικών ροών. Ξεπερνώντας κατά πολύ την επικαιρική διάσταση του θέματος, η ποιήτρια μέσα από τη λιτή, καθόλου καταγγελτική, και χαμηλόφωνη έκφραση, ανεγείρει μικρά αλλά στέρεα μνημεία για κάθε αδικοχαμένο που κατάπιε το ανήξερο υγρό στοιχείο, αλλά στην πραγματικότητα, δολοφόνησαν οι ταγοί της απληστίας και της αναλγησίας και οι έμποροι του θανάτου. Η Φ.Κ. μετατρέπεται σε ποιήτρια του κόσμου, η φωνή της ηχεί σαν μοιρολόι μέσα από τα σπαράγματα αυτών που δεν είχαν ποτέ φωνή, αυτών που δεν τα κατάφεραν, αυτών που νεκροί ή ζωντανοί, συνεχίζουν να οιμώζουν στα αυτιά και στη συνείδηση όσων τολμούν να ακούσουν.

Η Τρικυμία της απόδρασης

Περίτεχνα ο τυφώνας
φοράει τα μάτια του νερού
Δίχως επίθετο
η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
γωνία ακτής και θάλασσας

Μας υπενθυμίζει η ποιήτρια γιατί η ποίηση στις καλύτερες της εκφάνσεις είναι το σήκωμα της τρίχας, το ανακάτωμα του στομαχιού, η συνειδητοποίηση ενός νοήματος που πρέπει να ανασυρθεί κάτω από το χώμα της καθημερινής λήθης και αδιαφορίας:

Μια θάλασσα προκλητική τους κυκλώνει
μοιάζουν ήρεμοι
όπως αυτοί που έχουν πεθάνει

Ίσως για πρώτη φορά, στη συλλογή «ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ», η Φ.Κ. επιτρέπει στο λυρικό στοιχείο να διεισδύσει τόσο έντονα στην ποιητική της και να ντύσει διακριτικά, με αγάπη κραυγαλέα, αλλά και βουβή, το θρηνητικό μαρτύριο χιλιάδων ανθρώπων που πνίγηκαν και εξακολουθούν να πνίγονται δίπλα μας.

Επίλογος

Η Φροσούλα Κολοσιάτου κατάφερε στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής της διαδρομής να αγκαλιάσει και να αναδείξει με τρόπο αληθινό, γοητευτικό, αιρετικό, μοιραίο, αλλά και ακριβή, ακανθώδη και διαχρονικά θέματα. Απορρίπτοντας από νωρίς τον εύκολο δρόμο της συναισθηματογραφίας, κατόρθωσε να δημιουργήσει μέσα στο αποσυνθετικό τοπίο των καιρών μας ένα εύκρατο φυσικό περιβάλλον, δίδοντας μας, όσο και αν ακούγεται, αντιθετικό, ποίηση καυτών θερμοκρασιών, όπου τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.
Επιχείρησε πάνω σε κάθε λογής πεδία, της πατρίδας, του ανθρώπου, της μνήμης, του χρόνου, της ύπαρξης και όχι μόνο “επέζησε” αλλά επιβλήθηκε.
Σφυρηλάτησε ένα δικαιωμένο ποιητικό ιδιωματισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι λέξεις της να μπορούν να αναπνέουν και να ζουν μόνο μέσα από τον απόκρυφο κώδικα της γραφής της και να λάμπουν μονάχα στα όρια του λειτουργικού ποιητικού σύμπαντος που δόμησε.

Ανατρέχοντας ξανά και ξανά σε συγκεκριμένα ποιήματα της Κολοσιάτου, μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι ο χρόνος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ζωή, ότι ο χρόνος είναι μια ευκαιρία για ζωή, αλλά και μια δυνατότητα αποτροπής του καθημερινού θανάτου, αφού ακόμα και η επαλήθευση των καλύτερων προφητειών εναπόκειται στις ανθρώπινες πράξεις οι οποίες εν τη απουσία ενός άμεσα απονέμοντα το δίκαιο ή έστω αποτρέποντα τις αδικοπραγίες, θεού, δυστυχώς πάντα θα έχουν στην άλλη όψη του ωραίου τους, το στίγμα του απεχθούς.
Από την ποίηση δεν μαθαίνεις κάτι. Η ποίηση ως φορέας συμπιεσμένου χρόνου, κυοφορεί κρυογονικές αλήθειες που, όμως, η ίδια ποτέ δεν τις γεννά. Ο τοκετός τους εναπόκειται στον αναγνώστη.
Η ποίηση της Φ.Κ. φέρει στον μυελό της τέτοιες κρυογονικές αλήθειες, τις οποίες μας καλεί να αποκαλύψουμε, να ιχνηλατήσουμε και να αφουγκραστούμε.
Μας καλεί επίσης διεισδύσουμε σε βιώματα που δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση την οποία και τροφοδοτούν γενναιόδωρα.
Αυτά είδα ότι είπε η Φ.Κ. με την ποίηση της και με αυτόν τρόπο.

 

http://georgechristodoulides-2010.blogspot.gr/2018/04/blog-post.html

 

Φοράει τα μάτια του ουρανού (2017)

 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

ΚΟΡΑΛΛΙ Τ. 16 /2018

Φοράει τα μάτια του νερού

Φοράει τα μάτια του νερού είναι ο τίτλος του πρόσφατου ποιητικού βιβλίου της Φροσούλας Κολοσιάτου, που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για 31 ποιήματα που αφορμώ-νται από την τραγωδία των προσφύγων του πολέμου στη Συρία και α-γκαλιάζουν κατ’ επέκταση το δράμα των απανταχού προσφύγων σε κάθε εποχή της ανθρώπινης ιστορίας.
Μολονότι η ποιήτρια καταπιάνεται με ένα θέμα επίκαιρο, ο λόγος της δεν είναι ρητορικός, καταγγελτικός, εκκωφαντικός, αλλά εσωτερικός και βαθύτατα ελεγειακός. Το ποιητικό εγώ δεν εξατομικεύεται αλλά αποπροσωποποιείται, γίνεται μια φωνή που τη χαρακτηρίζει η απλότητα, η συγκίνηση και η ανιδιοτέλεια του ανθρώπου και του πολίτη που, μολονότι έχει δει και έχει ζήσει πολλά, δεν κλείνει τα μάτια, δεν έχει εξοικειωθεί με το κακό και επομένως δεν το προσπερνά. Τουναντίον μάλιστα το προσλαμβάνει με όλες τις αισθήσεις του κι όλα τα ψυχικά του αποθέματα και συνεχίζει να θλίβεται και να θυμώνει για την ανίατη σκληρότητα και τη βία, για το πόσο δεν αλλάζει αυτός ο κόσμος. Η ποιήτρια κοιτάζει κατάματα την τραγωδία και την καταγράφει με ενσυναίσθηση, ταυτίζεται με τους πρωταγωνιστές, φοράει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αγωνίες τους και μιλά γι’ αυτά με μιαν ανυπόκριτη αμεσότητα. Καταγράφει με καθαρότητα και ρεαλισμό στιγμές από τη εν υγρώ τάφω ζωή αυτών των ανθρώπων αλλά και από τη δυστοπία των προσφυγικών καταυλισμών και με το λόγο της αντιστέκεται και μάχεται ενάντια στη λήθη και στον εφησυχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Ποίηση γεμάτη εικόνες που αποδίδονται με ύφος μικτό, άλλοτε εστιάζοντας στην αναφορική λειτουργία και άλλοτε στην ποιητική λειτουργία της γλώσσας.
Με το λόγο της η ποιήτρια μας θυμίζει ότι το σενάριο είναι αιώνες τώρα το ίδιο. Επαναλαμβάνεται από την εποχή του μύθου μέχρι και σή-μερα. Πόλεμος, έντρομη φυγή, απώλεια του τόπου, των οικείων και του παρελθόντος ως σκηνικού χώρου αναμνήσεων. Κι ακόμη βίαιοι αποχω-ρισμοί, αναζήτηση καταφυγίων, εκμετάλλευση -ο άνθρωπος γίνεται πραμάτεια –, κίνδυνος ναυαγίου, πνιγμοί, οι επιζώντες αντιμέτωποι με τα στοιχεία της φύσης, τη σκληρότητα των ανθρώπων, την προσβολή της αξιοπρέπειας, την απώλεια της ταυτότητας, το αδιέξοδο, τη διαρκή φυγή στο άγνωστο, τον ανέφικτο νόστο. Η ποίηση της Κολοσιάτου έχει έντονο το στοιχείο του νερού, στοιχείο αμφίσημο στη γλώσσα του ασυ-νείδητου παραπέμπει στο διφορικό ρεύμα της δημιουργίας κα της καταστροφής. Στο τελευταίο βιβλίο της πρωταγωνιστεί η θάλασσα και η έμφαση δίνεται στην καταστροφική της δύναμη, ως λίκνο θανάτου που ορίζει με βίαιο τρόπο την επιστροφή στην αρχέγονη μητρική αγκαλιά.
Ο πόλεμος μας ξαναγυρίζει σε πρωτόγονες καταστάσεις και εν-στικτώδεις συμπεριφορές. Το ταξίδι της φυγής από ένα φλεγόμενο τόπο μοιάζει με ταξίδι προϊστορικής εποχής, μ’ ένα στοίχημα δηλαδή ζωής και θανάτου. Μια πρωτοφανής περιπέτεια που υπαγορεύεται μόνο από μιαν απελπισμένη ελπίδα, που συνήθως αποδεικνύεται χίμαιρα. Οι αποικίες των αθλίων αντιμετωπίζονται όπως τα δαιμονικά παιδιά των αρχέγονων μύθων, που δεν τα άφηναν να πατήσουν στη γη, να μην τη μολύνουν και να μη διαταράξουν τη γονιμότητά της. Γι’ αυτό, προκειμένου να τα παραδώσουν στον οριστικό θάνατο, τα πετούσαν στα κύματα με ένα σκάφος προορισμένο να φουντάρει. Κάπως έτσι αντιμετωπίζει άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε κεκαλυμμένα ο ειρηνικός κόσμος τους πρόσφυγες. Ως δαίμονες που ταράζουν την ησυχία του, αναμοχλεύουν στη συνείδησή του τους αρχέγονους φόβους ότι τίποτα δεν είναι βέβαιο, ότι όλα από στιγμή σε στιγμή μπορούν να ανατραπούν, τίποτα δεν είναι δικό μας για πάντα. Το θηρίο που προσπαθεί με την κουλτούρα και την παιδεία να δαμάσει ο άνθρωπος μέσα του ξυπνά και δρα ανεξέλεγκτα υπό το κράτος του φόβου.
Τα ποιήματα του βιβλίου με τη δραστικότητα της απλότητας κατορ-θώνουν να αγγίξουν και τον μυημένο και τον μη εξοικειωμένο με την ποίηση αναγνώστη και τον κάνουν να αισθανθεί τι ακριβώς σημαίνει να είσαι πρόσφυγας, δηλαδή μετέωρος άνθρωπος, άνθρωπος στο πουθενά, άνθρωπος άθυρμα της θύελλας και των ναυαγίων εκεί που θα τον πάει ο άνεμος, το νερό και οι απάνθρωποι διαχειριστές του ανθρώπινου πόνου, αναλώσιμος, άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, χωρίς καθημερινότητα και σταθερά σημεία αναφοράς, αυτός που έχει χάσει τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα, εκείνη του προσώπου. Αντιμετωπίζεται, ζωντανός ή νεκρός απλά και μόνο ως ένας αριθμός. Το πρόσωπο χρειάζεται το βλέμμα του άλλου να καθρεφτιστεί για να υπάρξει, τη γλώσσα, το λόγο που θα το ονοματίσει και θα το ταυτοποιήσει.

Η ποιήτρια πενθεί για την αθλιότητα που ανεχόμαστε και ανήμπο-ρους μας συνθλίβει. Η ειλικρινής συντριβή, το αναπόδραστο και τετελε-σμένο βιώνεται με περισυλλογή και εκφράζεται με μια ελεγχόμενη αξιοπρέπεια. Με μεγάλη εγκράτεια αφήνει να ακουστεί ο αναστεναγμός, η ελεγεία στο δικό της ποιητικό σύμπαν δεν μετατρέπεται σε μοιρολόι. Η Κολοσιάτου αποφεύγει την εκδραμάτιση, την πρόσκαιρη ευαισθητοποίηση του θυμικού, δεν καταφεύγει σε περίτεχνες εκφράσεις ούτε διανοητικοποιεί το πρόβλημα και δεν αποπειράται να το ερμηνεύσει. Η δική της ελεγεία συντίθεται με λόγο ρεαλιστικό μπολιασμένο με καίριες και λειτουργικές μεταφορές και παρομοιώσεις.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου γράφει ποίηση υπαρξιακή αλλά όχι α-διέξοδα ιδιωτική. Αφουγκράζεται πάντα την εποχή, δεν απέχει από ό,τι αφορά τον άνθρωπο ως ον μέσα στην ιστορία. Γι’ αυτό το λόγο νομίζω ότι, όταν η ανθρωπιά είναι εν κινδύνω, ξέρει να δίνει προβάδισμα στο συλλογικό ανθρώπινο δράμα.
Τα δύο τελευταία χρόνια γράφτηκαν αρκετά ποιήματα με αφορμή το νέο προσφυγικό ζήτημα που ανέδειξε ο πόλεμος στη Συρία από παλαιότερους και νέους ποιητές. Πολλά από αυτά συγκινητικά, άλλα επιτηδευμένα, κατά παραγγελία, άλλα καταγγελτικά ξεσπάσματα του θυμικού, κάποια στοχαστικά και μετρημένα, αποσπασματικά, εμβόλιμα σε διάφορες ποιητικές συλλογές. Στην περίπτωση της Κολοσιάτου έχουμε μιαν ολόκληρη συλλογή ουσιαστικά μονοθεματική, ποιήματα αρθρωμένα από μια φωνή ταπεινή και ανυπόκριτη που δε ζητά τα εύσημα για την επιλογή της, δεν αφήνει να παρεισφρέει το εγώ στο ποίημα, μια φωνή χωρίς άλλη ταυτότητα παρά μόνο μία: εκείνη του ανθρώπου.

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 20/12/2017

«Γωνία ακτής και θάλασσας»

Ένα memorial για τους πρόσφυγες η νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου «Φοράει τα μάτια το νερού», εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η ποιήτρια καταθέτει την ευαισθησία της για ένα ζήτημα που ταλανίζει την εποχή μας και αναδεικνύει τα όρια του πολιτισμού μας. Τριανταένα ποιήματα σε μία ενότητα, με ένα θέμα.

Οι πρόσφυγες συνδετικός ιστός των ποιημάτων της. Άνθρωποι χωρίς όνομα, άνθρωποι χωρίς επικράτεια. Απλές ζωντανές υπάρξεις. Σώματα που δεν ανήκουν σε καμιά γη, σε καμιά χώρα. Ζωές χωρίς βίο, γιατί ο βίος θεωρείται νοητός μόνο μέσα στην επικράτεια.

Η ποιήτρια με φόντο το νερό, τη θάλασσα, το Αιγαίο, βοά τη δική της σθεναρή διαμαρτυρία για ένα πολύ φλέγον ζήτημα, που αποδεικνύει όχι μόνο τον πρωτογονισμό αλλά και την ηθική κατωτερότητα του πολιτισμού μας, ενός πολιτισμού ιδιαίτερα εξελιγμένου τεχνολογικά.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου αισθητοποιώντας τη δική της επιμνημόσυνη δέηση για τους νεκρούς, τιμά ανθρώπους απελπισμένους που χάνονται καθημερινά στα νερά της θάλασσας. Επαναφέρει έτσι στη λογοτεχνία μας ένα θέμα προαιώνιο, που ταυτίζεται με την ίδια την ιστορία της ανθρωπότητας.

Μοτίβο των ποιημάτων ο πόνος. Η λέξεις «γύμνια» και «θάνατος» οι πιο συχνές λέξεις. Οι ειδυλλιακές εικόνες του νερού, ενός στοιχείου που φέρνει τη ζωή και ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, αφανίζονται. Το στοιχείο που οι άνθρωποι απολαμβάνουν με ιαχές χαράς, στην περίπτωσή μας αλλοιώνεται. Η εικόνα της ήρεμης θάλασσας που λειτουργεί αναζωογονητικά, κονιορτοποιείται. «Κάτω από το λεπτό φιλμ των αφρών της κρύβονται άνθρωποι». «Το μελτέμι ελλοχεύει την απόγνωση».

Έτσι, το νερό γίνεται στοιχείο απώλειας. Και η θάλασσα, η μητέρα της Αφροδίτης, κατά τους αρχαίους, μετατρέπεται σε τάφο ψυχών, υγρό κρεβάτι για πεθαμένους. Ο διάπλους της ένα «Ταξίδι στα τυφλά».

Δίπλα στο χωρίς όνειρα πρόσωπο μιας γυναίκας
Ρυτιδώνει το τοπίο ποτισμένο αλάτι
Ανακατώνει τη μουσική
Η ορχήστρα του Τιτανικού
Άδεια
Σαν τις τρύπες των άστρων

Είναι η μεγάλη φυγή
Δεν θα υπάρξει λησμονιά

Σε εξόριστη γλώσσα
Ακούγεται ο λυγμός της γυναίκας
Μα εύκολα διαφθείρεται
Η γαλάζια νύχτα

Μας τους στείλανε
Με τα πρόσωπα χωμένα
Στις φλέβες του νερού
Συσσωρεύονται στις ακτές
Σαν σχισμένη σκιά
Όπως τα ψάρια μέσα στη γυάλα

Άφωνη η στενοχώρια
Ασάλευτη
Στο φάρο κάθεται ένας γλάρος
Και ουρλιάζει

Στη λεκάνη της Μεσογείου οι Έλληνες διέπρεψαν αποδεικνύοντας τη ναυτική τους ιδιοφυία. Δημιούργησαν ένα σπουδαίο πολιτισμό, αποτέλεσμα και της εμπορικής και πολιτιστικής αλληλεπίδρασης των λαών της Μεσογείου. Σήμερα συλλέγουν πτώματα. Ο πόλεμος θερίζει ζωές και όλα έχουν ανατραπεί. Στην άμμο και στα κύματα συναντιούνται ψυχές. Άνθρωποι ξαπλώνουν σε υγρά τοπία. Η Μέδουσα, το απεχθές τέρας με το άγριο βλέμμα, που στη θέση των μαλλιών της έχει φίδια, σαβανώνει νεκρά παιδιά.

«Στα ρηχά του ολέθρου αποικίες αθλίων».
«Πένθος αλλόκοτο απέναντι στους φράχτες».
«Φωτογραφίες χωρίς πρόσωπο. Λάθος του φωτογράφου».
Όμως σε ώτα μη ακουόντων.

Οι αρνητικές λέξεις κυριαρχούν. Τα ρήματα περιγράφουν τις αρνητικές στιγμές της ζωής. Σαβανώνει, εμποδίζει, ικετεύει, ρυτιδώνει, στραγγίζει, αποξεχνιέται, ουρλιάζει, κρυώνει, κλαίει, διανυκτερεύει. Τα ουσιαστικά, απόλυτα συνταιριασμένα. Τρόμος, αναστεναγμός, φράχτης, δοσοληψία, καταυλισμός, θλίψη, τραγικότητα, σιωπή, θάνατος, σφαγή, δουλέμπορος, φόβος, παραφροσύνη, μοναξιά, εφιάλτης.

Τα επίθετα, παρόμοια. Άυπνος, βίαιη, κλειστό, άθλιος, άδεια, εξόριστη, λαθραία, ακατοίκητη, τρομακτική, ασάλευτη, άχαρη, απόκοσμη. Τα επιρρήματα καθρέφτης της απέλπιδας περιπλάνησης: άσπλαχνα, λαθραία, μνησίκακα.

Με λέξεις τόσο αρνητικές, οι όμορφες εικόνες του θαλασσινού τοπίου σβήνουν αυτόματα. Ο λόγος γίνεται άλογος, υπερρεαλιστικός, για να ορίσει το ανομολόγητο, αυτό που μόνο με απόκλιση από τη γλωσσική κανονικότητα θα μπορούσε να αποδοθεί. Ο κόσμος των πραγμάτων και των λέξεων αλλοιώνεται, θρυμματίζεται, προκειμένου να αποδώσει το συμβαίνον.

Η ποιήτρια, αδυνατώντας να συνυπάρξει μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, κομματιάζει τις λέξεις της. Ο αναγνώστης μεταφέρεται σε ένα σύμπαν παράλογο που αποτελείται από θραύσματα εικόνων στις οποίες κυριαρχεί ο πόνος, η απουσία, η απώλεια. Μια ανατριχιαστική αίσθηση για τη ζωή και το μέλλον της.

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό

Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;

Ο λόγος φορτίζεται με φιλοσοφημένη στάση για τον πολιτισμό μας, έναν πολιτισμό που αμφισβητείται συθέμελα. Ο κόσμος των γνωστών πραγμάτων αχρηστεύεται, για να αισθητοποιήσει τη δυσωδία της κοινωνίας μας, μιας κοινωνίας αποτυχημένης, ενός πολιτισμού κατώτερου των περιστάσεων. Οι εικόνες ευφάνταστες, δυνατές.

Ραγδαίο σκοτάδι
Στα ερείπια του πολέμου
Σκουριάζει το φεγγάρι

Με τα πλοία των τρελών
Τα ναυάγια συνεχίζονται

Τα δάκρυα διασταυρώνουν
Λαθραία όνειρα
Όταν αγρυπνά η θύελλα
Κάτι σπασμένες βάρκες
Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα

Το χρονικό ενός ναυαγίου
Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας
Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;

«Στους γιαλούς δοσοληψία». «Η ζωή έγινε κόκκινο βραχιολάκι». «Γάλα θανάτου δίνουν στα παιδιά». «Τα σωσίβια βρεγμένα εφιάλτες, ο καημός χωρίς αποχρώσεις».

Η φύση συμμετέχει στον πόνο. Τα αστέρια χλομά. Έχασαν την όρασή τους. Νεκροστέφανα τα κύματα. Ο χειμώνας πάγωσε. Ξενιτεύει τους νεκρούς. Βαθύφωνη η μέρα, υποκλίνεται. Πελώρια σκιά ανεβαίνει από την πλευρά της θάλασσας. Οι μέρες είναι σαν Ψυχοσάββατο με κεριά αναμμένα. Μια ακατοίκητη απελπισία.

«Κανείς δεν θα πεθάνει στην πατρίδα του».

Οι παρομοιώσεις πολύ εκφραστικές. Ο λόγος κινηματογραφικός, θεατρικός. Στήνονται πλάνα, σκηνικά. Ένα έργο βρίσκεται σε εξέλιξη. Τίτλος του: «Θάνατος στη Μεσόγειο». Πρωταγωνιστές: άνθρωποι ξεριζωμένοι. Γυναίκες, άντρες, παιδιά, ηλικιωμένοι. Τα πλάνα έτοιμα. «Ένα πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι ενός λεωφορείου φεύγει για άγνωστη κατεύθυνση». Σαν αρχαία τραγωδία.

Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη
Σαν μάνα Τρωαδίτισσα
Μες στην καταστροφή
Να ψάχνει τα παιδιά της
Στασιάζουν οι νεκροί
Και στάζουν αίμα
Σαν την πυρακτωμένη μήτρα
Της Αίτνας
Και το σβησμένο άστρο
Της Συρίας

Η ποιήτρια, έχοντας ζήσει το δράμα της Κύπρου, με την προσφυγιά των συμπατριωτών της μέσα στην ίδια τους τη χώρα, ευαισθητοποιείται περισσότερο. Και την ώρα που νέα ναυάγια είναι σε εξέλιξη στη Μεσόγειο, στέλνει το δικό της μήνυμα, τη δική της αγωνιώδη κραυγή για το Αιγαίο. «Αχ, Αιγαίο! Πέλαγο ψυχών».

«Επαναπροώθηση ονείρων γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο και φέρνει δυστυχία».

Η τραγωδία που διαδραματίζεται δίπλα μας μόνον ως κρίση πολιτισμού εκλαμβάνεται. Η ηχώ του τρόμου φτάνει στα αναπαυτικά κρεβάτια μας. «Βοηθήστε μας να ξαναγίνουμε πρόσωπα», φωνάζει.

Η ρευστότητα των καταστάσεων τονίζεται μέσα από το νερό. Το υδάτινο στοιχείο ως σύμβολο αποχωρισμού, θανάτου αλλά και αρχή ονείρων.

Περίτεχνα ο τυφώνας
φοράει τα μάτια του νερού
δίχως επίθετο
η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
γωνία ακτής και θάλασσας.

Ας είναι το ποίημα της συλλογής «Η γάτα των προσφύγων» – που αντανακλά όλη την τρυφερότητα της γυναίκας που ταξίδεψε από τη Συρία με τη γάτα της αγκαλιά- το αισιόδοξο μήνυμα αυτής της συλλογής, για όλη την εντροπία του καιρού μας.

Με ένα χάδι από βαθιά
Η γάτα των προσφύγων
Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους
Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει
Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο
Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε
Μα και κανένας

Στο βηματισμό της τρυφερότητας
Αντιφεγγίζει τα όνειρα
Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο
Φέρνει αποθέματα αγάπης

Τότε τα νούμερα γίνονται άνθρωποι

Η γυναίκα και η γάτα
Θα φύγουν μαζί με ένα άγγιγμα
Μέχρι τα πέρατα της οικουμένης
Τόσο μακριά
Τόσο δεμένες

Η γυναίκα που έφερε τη γάτα της
Αγκαλιά από τη Συρία

Η Φροσούλα Κολοσιάτου, με τη νέα της ποιητική συλλογή «Φοράει τα μάτια το νερού», κατάφερε να μας συγκινήσει. Να μας αποδείξει πως όσο αυτός ο εγχρήματος πολιτισμός των υλικών πραγμάτων και της κερδοθηρίας έχει να παρουσιάσει ποιητές που αφιερώνουν τα έργα τους στον πόνο και την ανθρωπιά, αποκαθιστώντας ακόμη και τα ανύπαρκτα πρόσωπα των προσφύγων, δεν έχει πεθάνει. Ακόμη ζει.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Για τον σύγχρονο ξεριζωμό και το καινούριο προσωπείο της προσφυγιάς

Μέσα στη θάλασσα συναντιούνται οι ψυχές και ανεμοδέρνονται. Μέσα στο νερό της απώλειας κολυμπάνε γεμάτοι μοναξιά και απόγνωση. Με όνειρα χρόνων να έχουν πνιγεί σε δευτερόλεπτα και τη ζωή να φθίνει και να χάνει το νόημά της. Τί κι αν κάποτε υπήρξαν; Tί κι αν έζησαν σε κάποια γη, το τέλος τους βασανιστικό μέσα σε πεινασμένα πέλαγα και στεριές αφιλόξενες. Από τον ένα θάνατο στον άλλο, ο φόβος παντού. Με παιδιά που ικετεύουν τα κύματα και αντί για γάλα γεύονται το αρμυρό νερό. Η νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει για θέμα της τους πρόσφυγες και τη μαύρη ζωή τους, τον σύγχρονο ξεριζωμό που όμως ανιχνεύεται από τα βάθη της ιστορίας. Με γλαφυρές εικόνες και στίχους δυνατούς και εκφραστικούς αναφέρεται στο βίο αυτών των ανθρώπων που προσπαθούν μέσα από χίλιες περιπέτειες να σταθούν στα πόδια τους σε ξένο τόπο. «Πώς θα μπορέσουν /τα όνειρά τους να χωρέσουν /στη φυγή τους;» αναρωτιέται στο ποίημα με τον τίτλο «Αιρετικό». Ίσως απαντήσεις δεν υπάρχουν, ίσως μεταμφιέζονται αυτές ή χάνονται μέσα στα θολά και ανταριασμένα νερά του «πολυκατοικημένου» Αιγαίου. Άχαρη η αυγή, οι γλάροι ουρλιάζουν, το σκοτάδι είναι άγριο, η παραφροσύνη παραμονεύει, η ήττα είναι παρούσα, οι λέξεις τους πατάνε πάνω στα κύματα ή βουλιάζουν στο βυθό, κουβαλούν στους ώμους τους στοιχειωμένους τόπους αντί για μπαγκάζια! Ποιος θα νοιαστεί για αυτούς τους ανθρώπους ποιος θα προσευχηθεί για την τύχη τους και σε ποιον θεό! Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου; Λαοί που έχασαν ευκαιρίες, άνθρωποι που χρειάζονται προστασία!«Βοηθήστε μας/Να ξαναγίνουμε πρόσωπα», ακούγεται η απελπισμένοι φωνή τους στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων». Μετέωρη θλίψη ανθρώπων που τρέχουν κατά τις γραμμές του ορίζοντα και έχουν για τραγούδι τους το θρήνο της βροχής για αγκαλιά τους την αγκαλιά της αρμύρας και φοράνε τα μάτια του νερού. Η ποιήτρια είναι με το μέρους, τους συμπονά, τους κατανοεί, τους αφιερώνεται. Τι να μιλάμε τώρα για διπλωματίες, πολιτικές και οικονομικά συμφέροντα, εδώ υπάρχουν οι ανθρώπινες ψυχές που έχουν το προβάδισμα. Είναι η ζωή που πρέπει να διασωθεί. Είναι ο άνθρωπος και ο πόνος του ο πυρήνας του ποιήματος, πηγή της έμπνευσης, ερέθισμα της γραφής. Η ποίηση που διαβάζουμε έχει ουμανιστικό πρόσωπο και αποπνέει ένα ενδιαφέρον για κάθε τι ανθρώπινο, αγγίζει σημαντικές χορδές της ύπαρξής μας. Τα τελευταία χρόνια γράφονται ποιήματα, διηγήματα, κείμενα γενικότερα που αφορούν στα θέματα των μεταναστών και των προσφύγων. Και είναι φυσικό, αφού ο συγγραφέας ζει μέσα στον κόσμο και αφορμάται από αυτόν. Δεν είναι αποκομμένος απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Η Κολοσιάτου φιλτράρει με τον δικό της προσωπικό τρόπο το δράμα τούτο, και γράφει με περίσκεψη και ευαισθησία, θίγοντας ποιητικώ το τρόπω ένα φλέγον ζήτημα, που απασχολεί όλους τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα. Όχι ότι δεν υπήρχαν πρόσφυγες…. Και πρώτα απ’ όλα, ας σκεφτούμε τους πολέμους από την αρχαιότητα ως σήμερα, τη Μικρασιατική Καταστροφή επίσης. Απλά στις μέρες που διανύουμε η προσφυγιά φοράει άλλο προσωπείο, καθορίζεται από άλλους παράγοντες, έχει άλλη υφή. Η ουσία του προβλήματος παραμένει αναλλοίωτη όσα χρόνια κι αν περάσουν, βέβαια… κι αυτό το καθολικό στοιχείο είναι που προκύπτει από αυτήν την συλλογή.

Είχα ασχοληθεί παλαιότερα και με το βιβλίο του Ζαφείρη Νικήτα με τίτλο «Τα Νερά του Μετανάστη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Και εκεί υπήρχε το τρυφερό βλέμμα και αγωνία απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους όπως και εδώ. Και κει υπήρχε η αμεσότητα, η λιτότητα, η καθημερινή αλήθεια των πραγμάτων, όπως και δω! Ο Ζαφείρης Νικήτας σε ρόλο-παρατηρητή- αφηγητή μας λέει πιο συγκεκριμένες ιστορίες από τον κόσμο των μεταναστών. Όμως, είναι πιο αισιόδοξος από την Κολοσιάτου. Είχα σημειώσει σε σχετικό κείμενό μου: «Ο Νικήτας βροντοφωνάζει πως, παρά τις αντιξοότητες, τίποτα δεν χάθηκε και κυρίως η ελπίδα. Ο άνθρωπος επιβιώνει όσο μπορεί να ακούει ακόμα τον ήχο των λέξεων, όσο μπορεί να ερωτεύεται σε καιρό πολέμου, όσο μπορεί ακόμα να επιθυμεί.».

Στην περίπτωση της Κολοσιάτου αντίθετα αισθάνομαι πως η ποιήτρια θεωρεί πως ελπίδα δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον πως είναι αμυδρή. Όλη αυτή η νοσηρή κατάσταση, η απίστευτη ταλαιπωρία που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχει τελειωμό και φως δεν διαφαίνεται πουθενά. Τα ποιήματα διαδηλώνουν θάνατο. Και τριγυρνά συνεχώς στο μυαλό μου η λέξη Κρίμα με κεφαλαίο κάπα. Κρίμα για την φθορά, την κατάντια, τον μαρασμό. Συνεχής εγκλωβισμός, ματαίωση. Κοινωνικός αποκλεισμός. Διάλογος με τα ερείπια. Από τα ερείπια γεννιέται συχνά η Ποίηση!

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs/Βιβλίο/30/8/2017

Η Φροσούλα Κολοσιάτου φοράει τα μάτια των προσφύγων

Τα προσφυγικά κύματα που ανασήκωσε ως τσουνάμι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, μολονότι καθυστέρησαν να περάσουν στην ποίηση – αναλογικά με τον αριθμό των έργων που εκδόθηκαν -, σήμερα πια φαίνεται να αποκτούν τη θέση που τους πρέπει πλάι σε άλλες – υπαρξιακές ή κοινωνικές – θεματικές. Και δεν θα ήταν δυνατόν η ποιητική ευαισθησία να μην υποκλιθεί μπροστά στο ανθρώπινο μαρτύριο των ετών ετούτων.
Από το πλήθος όμως των ποιημάτων για το προσφυγικό, θα θέσουμε σε περίοπτη θέση τη νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου «φοράει τα μάτια του νερού» (Γαβριηλίδης, 2017). Και αυτό διότι η ποιήτρια δεν καταθέτει απλά κάποιες συνθέσεις, αλλά ολόκληρη συλλογή αποτυπώνοντας με ωριμότητα και λυρισμό τις μελανές πτυχές του ναυτικού – και όχι μόνο – δράματος της προσφυγιάς και του πολέμου.
Οφείλουμε, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε πως η δημιουργός δεν στέκεται απλά στην επικαιρότητα. Μεταπλάθει το επίκαιρο και το αναστυλώνει στο χρόνο ως ένα επιτύμβιο μνημείο σε κάθε προσφυγικό πέρασμα που γέμισε με άταφα πτώματα, γεμάτα όνειρα και ελπίδες, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Και σε τούτη την αναγωγή στο χρόνο την υποστηρίζει η αφαιρετική της έκφραση με τον θρυμματισμένο στίχο και τα μυθολογικά ή θρησκευτικά στοιχεία που παρεισφρέουν στη στιχουργική της με φυσικότητα (η Μέδουσα, αυτοί πουθενά δεν είναι ευπρόσδεκτοι, δρεπανηφόρο άρμα, μέχρι το βυθό).
Η στιχουργική της, εξάλλου, διακρίνεται από τη λιτότητα που ορίζει ο καθημερινός λόγος, τον οποίο μεταχειρίζεται· μία γλώσσα απαλλαγμένη από επίθετα -πλην ελαχίστων- που κινείται στη δομή της προφορικότητας και μιλά με αμεσότητα στον ακροατή/αναγνώστη. Ο θρυμματισμός δε του στίχου επιβάλλει τον δικό του ρυθμό, ο οποίος εντείνει ένα συναίσθημα οδυρμού όπως αναδύεται από συνθέσεις.
Και η λιτή και χαμηλόφωνη έκφραση οδηγεί σε έναν λυρισμό που καθίσταται κυρίαρχος (το ελάχιστο, αναζητώντας καταφύγιο). Ενισχύουν τόσο από τις εσωτερικές αντιθέσεις στα ποιητικά στιγμιότυπα που ιχνογραφεί όσο και από τον δυναμισμό του στίχου της. Εικόνες γεμάτες θάλασσα και τρικυμιώδη κίνηση διανθίζουν το καναβάτσο της (απομεινάρια, απελπισμένοι, υπόλοιπο ζωής, βρέχει ασταμάτητα, η γάτα των προσφύγων, σκοτεινό λιθάρι). Ήχοι κυμάτων και την πάλης των ανθρώπων για μια νέα ζωή χωρίς πόλεμο ξεπηδούν από τις βουβές λέξεις και γίνονται φθόγγοι και κραυγές (αναζητώντας καταφύγιο, συμφορά, μουτζούρα του λόγου).
Υπέροχες μεταφορές (σκοτεινό λιθάρι, απελπισμένοι, βρέχει ασταμάτητα, δρεπανηφόρο άρμα, ταξίδι στα τυφλά, χαρακιά, με απλωμένα τα χέρια, όσοι αγρυπνούν, φωνές, αληθινές ιστορίες φθοράς) και παρομοιώσεις (χαρακιά, δρεπανηφόρο άρμα, σημεία των καιρών) ή αντιθέσεις διανθίζουν λυρικά την ποιητική έκφραση και διαστέλλουν το συναίσθημα. Επιμύθια που συγκλονίζουν, κλιμακώνουν τον ποιητικό θρήνο (στη δίνη του ανέμου, το ελάχιστο, όσο πιο μακριά τόσο πιο επικίνδυνα) και εκθέτουν με ζηλευτή ποιητική αποφθεγματικότητα τον μάταιο αγώνα των προσφύγων (χαρακιά, συμφορά, κάποιοι που σου μοιάζουν, φωνές, απομεινάρια, σημεία των καιρών, η τρικυμία της απόδρασης). Την ίδια όμως στιγμή αποκαλύπτουν πόσο ικανά ελέγχει η ποιήτρια τη συναισθηματική ένταση.
Άλλοτε, επιμυθικές ρητορικές ερωτήσεις ολοκληρώνουν το θρήνο με μία βουβή απορία της σύνθεσης (αναζητώντας καταφύγιο, όσοι αγρυπνούν, μουτζούρα του λόγου, φωνές). Και στον θρήνο αυτό της δημιουργού φαίνεται συμμετέχουν και οι ίδιοι οι πρόσφυγες δίνοντας έναν σκηνικό χαρακτήρα σε συνθέσεις (στο λιμάνι, η γάτα των προσφύγων, βρέχει ασταμάτητα), στις οποίες διάλογοι ή υποκείμενα σε β’ γραμματικό πρόσωπο έρχονται στο ποιητικό προσκήνιο.
Ως πολίτης ενός κόσμου που ταλανίζεται από πολέμους και ξεριζωμούς η Φροσούλα Κολοσιάτου δεν μπορεί να πάρει τα μάτια από όσα συμβαίνουν γύρω της. Και έτσι μετά το «μισό σκοτάδι» και τη «σκοτεινή συγκατοίκηση» αφήνει πίσω της μία μελαγχολία νοτισμένη στα δάκρυα που χύθηκαν στο Αιγαίο από ανθρώπους που ήθελαν να γλιτώσουν από τα θραύσματα του πολέμου. Μία μελαγχολία που γίνεται λυρισμός εμπλουτισμένος με στοχαστική διάθεση, όπως άλλωστε ολόκληρο σχεδόν το έργο της ποιήτριας.

http://tvxs.gr/news/biblio/30/8/2017

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

FREAR 3/2/2018

Δεν είμαι σίγουρη ακριβώς πως πρόκειται για άλλη μια ποιητική συλλογή που εκκινεί από την προσφυγιά και κατατείνει στην καταγγελία του συνώνυμού της πλέον θανάτου που τελευταία κατ’ επανάληψη λαμβάνει χώρα στο Αιγαίο. Πάντα ήμουν επιφυλακτική για την άμεση και εν θερμώ αντίδραση του στίχου σε γεγονότα οδυνηρής εσωτερικής ή εξωτερικής πραγματικότητας που δεν προλάβαιναν να στοιχειοθετήσουν τη δική τους οντότητα στον ιστορικό μα και προσωπικό χρόνο. Φοβόμουν ίσως τη βιαστική αποτύπωση μιας θύελλας εν τη γενέσει της που όποια απόπειρα καταγραφής της θα άφηνε αχαρτογράφητες περιοχές και θ’ αδικούσε τον αφανισμό και τις ολοσχερείς προθέσεις του. Γύρευα πάντα να επικαθίσει ο κουρνιαχτός και να αποδοθεί ο απόηχος και όχι ο ήχος, το απείκασμα και όχι η εικόνα καθεαυτή.

Μόνο που εδώ σαν κάτι να αλλάζει και έρχεται καθένα ποίημα ξεχωριστά να το επιβεβαιώσει. Και βέβαια υπάρχει το ποιητικό υποκείμενο, ο έκπληκτος καταγραφέας της αφήγησης που ξετυλίγει την ιστορία του νερού και του άπιαστου τόπου. Εκείνο όμως που ανατρέπει την προβλεπόμενη σειρά είναι θαρρείς η ίδια η φωνή της αφήγησης που λες και δεν είναι του έκπληκτου ποιητή που αμήχανος παρατηρεί αλλά του ίδιου του τόπου που ορίζεται από αυτούς που έρχονται μα και από αυτούς που βυθίζονται. Ο τόπος που μεταμορφώνεται σε αχόρταγο Λεβιάθαν είναι αυτός που απορεί με την ανατροπή και την αλλοίωση του αρχικού προορισμού του.

Μόνο που ο τόπος αυτός είναι διττός, σαν Ιανός που εναλλάσσει τη μορφή του και συναιρούμενος αποκαλύπτει την πλήρη αποτυχία του κάθε προσωπείου του. Εξηγούμαι: Ο τόπος είναι από τη μια η πόλη κι από την άλλη η θάλασσα.

Όμως, η πόλη πια δεν κατοικείται, ούτε καλεί για ασφάλεια και συνύπαρξη, αφού έντρομη αποδιώχνει τους κατοίκους της. Αλλά κι η θάλασσα πια δεν ταξιδεύεται, παύει να είναι πέρασμα και εικαστικό τοπίο, γίνεται αδόκητος προορισμός και οριστική κατάληξη. Το σκηνικό που εντέλει επικρατεί, όταν αφήνεται πίσω η νεκρή πραγματικότητα της πυρπολημένης πατρίδας, δεν είναι άλλο από μία περίφραξη υγρή, επίπεδη και απλωμένη που αποκαλείται θάλασσα κι άλλοτε μία περίφραξη πάλι υγρή και κάθετη που ονομάζεται βροχή.

Όπως και αν έχει, το αποτέλεσμα είναι στίχοι μουσκεμένοι στην απόγνωση και στον θάνατο. Έναν θάνατο που έρχεται καθ’ οδόν, εν ώρα αποφυγής κάποιου άλλου θανάτου. Κι αυτό είναι το τραγικό, η μεταμόρφωση της σωτηρίας σε δήμιο, με αποτέλεσμα ελλείψει άλλων επιζώντων το κύριο πρόσωπο της αφήγησης να γίνεται πλέον ο τόπος τη στιγμή της απώλειάς του.

[…] Ω εκείνοι που δεν έρχονται / Κάθε απώλεια κρύβεται από την ίδια της / Τη μορφή / Στραγγίζει την απόχη του αποχωρισμού / Και αποξεχνιέται (Της θάλασσας)

Το νερό λοιπόν μετασχηματίζεται σε ακατάπαυστη μηχανή χαμού που ανοιγοκλείνει και ρουφά τις παιδικές αναπνοές, γίνεται κρύπτη και καταφύγιο που ακυρώνει διά παντός την προοπτική του ορίζοντα, ενώ ό,τι επιπλέει του πνιγμού είναι μόνο αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι. Ο υγρός τόπος πλέον στερεοποιείται, γίνεται συμπαγής περιοχή. Το νερό χάνει τις ιδιότητές του και η διάφανη ρευστότητα μεταστοιχειώνεται σε βάθος χωμάτινο, συνθήκη κατάλληλη για τη διαδικασία της ταφής. Στην περίπτωσή μας όμως δεν προηγείται η διάνοιξη του λάκκου, για να επακολουθήσει η υποδοχή του άψυχου σώματος αλλά τα ίδια τα σώματα, αν και νεκρά, αναλαμβάνουν να σκάψουν με το βάρος της ελαφρότητάς τους τον τόπο σαν ύστατη δική τους συνδρομή στο χτίσιμο της τελευταίας ήσυχης κατοικίας τους.

Άκου σκάβουν το νερό / Αλλόκοτα/ Με παφλασμό η Μέδουσα/ Τους σαβανώνει/ Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει/ Με δουλεμπόρους/ Θα έχει χαλάσει/ Η αντανάκλαση του φεγγαριού/ Δεμένη με μαύρο σκοινί/ Στην ακτή/ Ένα παιδάκι/ Ικετεύει τα κύματα/ Να ζήσει/ Όταν αγγίζει το βυθό/ Γίνεται κόκκινος/ Μυρίζει φόβο/ Αμετάκλητο κακό//
Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό; (Η Μέδουσα)

Και η παράδοξη νεκρική τελετή που αρχίζει με τη Μέδουσα που τους σαβανώνει συνεχίζεται με νεκροστέφανα κύματα στο ποίημα (Με απλωμένα τα χέρια) για να καταλήξει σε δέηση επιμνημόσυνη του ουρανού που σκοτεινιάζει στο ποίημα (Χαρακιά).

Τα αστέρια χλομά/ Έχασαν την όρασή τους/ Είναι σαν Ψυχοσάββατο με κεριά σβησμένα.

Την αίσθηση πως το ποιητικό υποκείμενο είναι το νερό την ενισχύει η ίδια η απουσία των προσώπων ακόμη κι από τις φωτογραφίες που, αν και αποδίδεται σε λάθος του φωτογράφου στο ποίημα (Αιρετικό), ωστόσο δεν παύει να είναι δραματική η έκκλησή τους να υπάρξουν και, αντί για νούμερα που είναι ως τώρα, να ξαναγίνουν άνθρωποι.

Βοηθήστε μας / Να ξαναγίνουμε πρόσωπα// Με ένα χάδι από βαθιά/ Η γάτα των προσφύγων/ Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους/ Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει / Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο/ Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε/ Μα και κανένας […]
(Η γάτα των προσφύγων).

Γράφει η Κολοσιάτου για τα πρόσωπα:

[…] Μας τους στείλανε/ Με τα πρόσωπα χωμένα/ Στις φλέβες του νερού/ Συσσωρεύονται στις ακτές/ Σαν σχισμένη σκιά/ Όπως τα ψάρια μέσα στη γυάλα […]
Εκτός όμως απ’ τους απεγνωσμένους πρόσφυγες που απώλεσαν τα πρόσωπά τους ανάλογα παρουσιάζεται και ο όλεθρος στο ποίημα (Σκοτεινό λιθάρι) με Πρόσωπο άδειο/ Δίχως στόμα και δάκρυα αλλά και ο τυφώνας που στο ποίημα (Μέχρι το βυθό) δανείζεται άλλα μάτια, προκειμένου να βλέπει.

Περίτεχνα ο τυφώνας/ Φοράει τα μάτια του νερού// Δίχως επίθετο/ Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς/ Γωνία ακτής και θάλασσας.

Και η θάλασσα εντέλει είναι η μόνη που διασώζει ακέραιο το πρόσωπό της, αφού όπως γράφει στο ποίημα (Μέχρι το βυθό) Στο μέτωπο της θάλασσας χτυπάει/ Η οργή του Ποσειδώνα, καθιστώντας το ίδιο το νερό πρόσωπο που του έχει ανατεθεί άγνωστο από ποιον ο ρόλος του διαιτητή. Λέει στο ποίημα (Χωρίς φυλαχτό)

Ποιος μπορεί να αποδεχτεί/ τη διαιτησία του νερού; Και παρακάτω: Κάτοπτρο θανάτου το νερό/ Για όσους θέλησαν να διασχίσουν/ Τη θάλασσα.

Γι’ αυτό και οι μορφές που πια δεν κατοικούνται από όνειρα παρουσιάζονται ως ασαφείς, όπως ασαφής είναι κι η γλώσσα που μιλούν. Ασαφής και εξόριστη, όχι γιατί ακούγεται από τον ξένο κόσμο απ’ όπου έρχονται, μα γιατί ήδη αντηχεί από τον κάτω κόσμο. Μόνο ο λυγμός τους διακρίνεται καθαρά ανακατωμένος με τη μουσική του Τιτανικού, σε έναν συσχετισμό που ξεπερνά τη φρίκη του θρυλικού εκείνου ναυαγίου, καθώς του σύγχρονου ναυαγίου ο χαμός μοιάζει να επιμένει να τελείται επ’ αόριστον.

Ως εκ τούτου, στην ανά χείρας συλλογή τα πάντα βυθίζονται εκτός του τρόμου και του θανάτου που παραμένουν αβύθιστα. Εκείνο μάλιστα που καταγγέλλεται είναι το ίδιο το χρονικό του ναυαγίου που περιφέρεται, όπως σημειώνει, μέσα στο σπίτι μας. Για ν’ αναρωτηθεί στο τέλος του ποιήματος (Φωνές) Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;

Όχι δεν συνηθίζεται και βέβαια το πρόσφατο προσφυγικό δράμα δεν είναι παρά μια πιο απτή και άμεση υπενθύμιση του άδικου που έχει γίνει πλέον συνώνυμο της ύπαρξής μας στη γη. Μια ύπαρξη τόσο σύντομη και τόσο ευάλωτη που ωστόσο κάποιοι επιμένουν να παίζουν βρώμικα παιχνίδια εις βάρος της πουλώντας ψεύτικες ελπίδες και υποσχέσεις, την άλλη όψη αποτρόπαιων συμβολαίων θανάτου.

Συνωμοτούν/ Φέρνουν το φάντασμα της ελπίδας/ Βάζουν τους ανθρώπους να ψάχνουν/ Όπως ο τυφλός με τα χέρια// Επαναπροώθηση ονείρων/ Γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο/ Και φέρνει δυστυχία// Αν περάσουν στην άλλη πλευρά/ Λένε θα σωθούν/ Άνθρωποι που χρειάζονται προστασία (Αληθινές ιστορίες φθοράς)

Ο λόγος εκφέρεται στα ποιήματα ασθματικός και ακαριαίος, σύντομος και λαχανιαστός θαρρείς και παρακολουθεί η γραφή την κομμένη ανάσα των τραγικών ταξιδευτών. Δεν έχει την πολυτέλεια των επεξηγήσεων ούτε και λέξεων συνδετικών, προκειμένου να επιτευχθεί η αφηγηματική ροή. Άλλωστε εδώ τίποτα δεν ρέει, τίποτα δεν κυλά ομαλά προς τον προορισμό του. Εδώ ακόμα κι ο ήχος του νερού ακούγεται σαν κρότος. Ούτε τελείες υπάρχουν στους στίχους, λες και δεν προβλέπεται κάποιο τέλος στον θάνατο και στον πνιγμό. Μόνο πού και πού αναδύονται κάποια ερωτηματικά που κι αυτά μένουν μετέωρα και αναπάντητα.

1. Να αναγνωρίζονται άραγε οι άνεμοι/ Που λιγόστεψαν το δρόμο τους; (Της θάλασσας)
2. Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό; (Η Μέδουσα)
3. Πού βρέθηκαν τόσοι νεκροί; (Όσοι αγρυπνούν)
4. Λέξεις ταξιδεύουν/ Θα πιάσει η ευχή; (Μουντζούρα του λόγου)
5. Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου; (Φωνές)
6. Να δραπετεύσουν/ Να πάνε πού; (Αναζητώντας καταφύγιο)

Ωστόσο, κάπου στη σελίδα 19 αναφαίνεται ένα σημείο φωτεινό, σαν μια ελπίδα που μετατίθεται σε χρόνο μέλλοντα και απροσδιόριστο. Γράφει εκεί:
Βαθιά στο μέλλον/ Η καταιγίδα/ Θα φέρει συμπόνια// Θα έρθουν τα Όνειρα/ Θα κυλήσει το νερό/ Το άλλο δάκρυ/ Θα ξεβάψει το θυμό […] (Κάποιοι που σου μοιάζουν)

Μέχρι τότε δυστυχώς θα γράφουμε ποιήματα καταγγελτικά και θα επιχειρούμε να κάνουμε τη φρίκη χειρόγραφη μήπως και λιγοστέψει.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

στίγμαΛόγου 24/11/2017

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο Φοράει τα μάτια του νερού η Φροσούλα Κολοσιάτου καταγράφει, με το δικό της υπερρεαλιστικό τρόπο, τα τραγικά ναυάγια των προσφύγων στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο που σημειώθηκαν τους περασμένους χειμώνες και σηματοδοτούν μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση.

Άνθρωποι ξεχασμένοι, μόνοι, αναλώσιμοι, που έρχονται από τις εμπόλεμες περιοχές, προσπαθούν κατά χιλιάδες να διαπλεύσουν τη Μεσόγειο για να περάσουν στις ακτές της Ε.Ε.. Οι αρμόδιες αρχές δεν βοηθούν στην ασφαλή μετάβασή τους με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο έλεος λαθρεμπόρων. Να τους πάρουνε λέει/ Ό,τι πολύτιμο έχουν… Στοιβάζονται σε άθλιες βάρκες που σπάνε στα κύματα και βυθίζονται· πολλοί πνίγονται στη διαδρομή.

Με τα πλοία των τρελών/ τα ναυάγια συνεχίζονται/ Τα δάκρυα διασταυρώνουν/ Λαθραία όνειρα/ Όταν αγρυπνά η θύελλα/ Κάτι σπασμένες βάρκες/ Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα/ Το χρονικό του ναυαγίου/ Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας/ Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;/…

Στίχοι που επιστρατεύουν το νερό, τα στοιχεία της φύσης, διαβάζοντας τους νιώθεις πως βρίσκεσαι μέσα στην τρικυμία, στο έλεος του τυφώνα. Βλέπεις τις βάρκες, γεμάτες ανθρώπους, να στροβιλίζονται από τον δυνατό άνεμο, να ανατρέπονται από το πελώριο κύμα. Ακούς θαρρείς τις κραυγές των ανθρώπων που πέφτουν αβοήθητοι στη θάλασσα.

Τα ποιήματα θυμίζουν ταμπλό βιβάν μιας βιβλικής καταστροφής, με τον άνθρωπο να παλεύει μόνος του και αδύναμος με τα κύματα, παραδομένος στο έλεος των στοιχείων της φύσης. Οι σκηνές έχουν έναν άγριο πρωτογονισμό που θυμίζει τις αρχές της ιστορίας της ανθρωπότητας, την αρχέγονη εκείνη πάλη του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης.

Η αίσθηση που προκαλείται δεν είναι τυχαία, η ποιήτρια την επιδιώκει. Ονόματα από την ελληνική μυθολογία κάνουν την εμφάνισή τους αραιά και που σε κάποιους στίχους, όπως στο ποίημα «Η Μέδουσα»: Άκου σκάβουν το νερό/ Αλλόκοτα/ Με παφλασμό η Μέδουσα/ Τους σαβανώνει/ Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει/ Με δουλεμπόρους/ Θα έχει χαλάσει/ Η αντανάκλαση του φεγγαριού/ Δεμένη με μαύρο σκοινί/ Στην ακτή/ Ένα παιδάκι/ Ικετεύει τα κύματα να ζήσει/ Όταν αγγίζει το βυθό/ Γίνεται κόκκινος/ Μυρίζει φόβο/ Αμετάκλητο κακό/ Άλλαξε η γεύση του νερού/ Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;

Οι εικόνες θα μπορούσαν να είναι μιας άλλης εποχής, αν δεν υπήρχαν διάσπαρτα εδώ και εκεί σημάδια από τη δική μας δυστοπική πραγματικότητα, π.χ. ένα σωσίβιο βρεγμένο εφιάλτες που επιπλέει στην επιφάνεια του νερού. Όχι, είναι ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που θυσιάζει στη θάλασσα τα παιδιά του.

Όσοι επέζησαν από το χαμό απελπισμένα αναζητούν στις ακτές τους δικούς τους: Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη/ Σαν μάνα Τρωαδίτισσα/ Μες στην καταστροφή/ Να ψάχνει τα παιδιά της… Ένας πατέρας/ έχασε όλα τα παιδιά του στη θάλασσα…

Οι στίχοι της Φ. Κ. αντλούν τη δύναμη του λόγου τους από ακραίες αντιθέσεις που αποκαλύπτουν την ειρωνική πλευρά της πραγματικότητας· Όταν στη σύγχρονη εποχή της υψηλής τεχνολογίας και των δορυφόρων, χιλιάδες άνθρωποι παλεύουν αβοήθητοι με τα στοιχεία της φύσης σε συνθήκες πρωτόγονες. Η παντοδυναμία της φύσης και η αδυναμία του ανθρώπου είναι ένα ακόμα παράδειγμα, όπως εξάλλου και η αθωότητα της φύσης όταν παίρνει τη μορφή του τυφώνα, σε αντίθεση με τα άγρια ένστικτα του ανθρώπου που βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους όταν ξεσπούν με τα νεφελώματα του πολέμου.

Η άγρια μοναξιά και ο καημός των προσφύγων ταιριάζει απόλυτα με τα γυμνά τοπία, τον άγριο αέρα, το σκοτεινό ουρανό και την καταιγίδα που σαν ατμόσφαιρα επικρατεί σε όλα σχεδόν τα ποιήματα. Μέσα στον καταυλισμό είναι πάντα χειμώνας/ Το λιωμένο φεγγάρι βάφει/ Τα παιδικά δάκρυα/ Για να χωρέσει και άλλη θλίψη…

Η Φ. Κ. αντιστέκεται με τις λέξεις της, τους δίνει ένα σταθερό καμβά για να μην δραπετεύσουν από τη συνείδηση σαν ξεχασμένες ειδήσεις, βρίσκουν ένα χώρο στο μυαλό του αναγνώστη δικό τους, χαράσσονται στη μνήμη. Η ποίησή της μας κάνει να συμμετέχουμε στην αγωνία για επιβίωση αυτών των ανθρώπων, τους ξαναδίνει πίσω την ταυτότητά τους, τους επιτρέπει να ξαναγίνουν πρόσωπα. Μεταμόρφωση πολύ εύκολη όπως φαίνεται, όταν είναι παρούσα η αγάπη, όπως στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων», ίσως το πιο αισιόδοξο της συλλογής που φέρνει την ελπίδα για το μέλλον… Με ένα χάδι από βαθιά/ Η γάτα των προσφύγων/ Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους/ Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει/ Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο/ Σε αυτούς που δεν είναι τίποτα/ Μα και κανένας/ Στο βηματισμό της τρυφερότητας/ Αντιφεγγίζει τα όνειρα/ Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο/ Φέρνει αποθέματα αγάπης…

Γιατί αυτό είναι η λειτουργία της ποίησης και της τέχνης σε καιρούς χαλεπούς, να δίνει ελπίδα, να αφυπνίζει συνειδήσεις, να θυμίζει την αγάπη, να δημιουργεί εντέλει εστίες αντίστασης κατά της αναλγησίας και του θανάτου. Να γίνονται οι λέξεις συγκοινωνούντα δοχεία ευαισθησίας στις συνειδήσεις, σαν ένας νέος Περσέας, να κόψουν τα πλοκάμια του φόβου…
Λέξεις ταξιδεύουν

Θα πιάσει η ευχή;

 

Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 22/3/2015

Η σε βάθος ενασχόληση του κριτικού με τα ποιήματα ενός δημιουργού αποτελεί ένα είδος αυταπάτης, καθώς ο κριτικός έχει την εντύπωση ότι μπορεί να σταθεί δίπλα στα ποιήματα και να τα βοηθήσει να μιλήσουν και να μεταδώσουν το ρίγος τους, τη στιγμή που εκείνα έχουν ήδη πει πολλά στους αναγνώστες. Από την άποψη αυτή κάθε απόπειρα κριτικής ενέχει το στοιχείο της τραγικής πλάνης. Παλεύει ο κριτικός να βάλει σε τάξη τα ύψη και τα βάθη του, να κουρντίσει τις λέξεις του με τρόπο που να πείθουν, να βάλει χαλινάρι σε τόσο απείθαρχα πλάσματα όσο τα ποιήματα και τα πεζά. Φτιάνει γεφύρια μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ξεχνάει πάντα να κλείσει στα θεμέλιά τους τη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Κι έτσι τα γεφύρια του, αβέβαια και κούφια, γονατίζουν στον πρώτο χείμαρρο που θα τα συναντήσει. Αλλά ο κριτικός επιμένει , δηλώνει αυτάρεσκα ότι πλάθει τέχνη μέσα στην τέχνη. Αισθάνεται χρέος του να προσεγγίσει τις αρετές ενός έργου με έναν κατά το δυνατόν αντικειμενικό κώδικα πρόσληψης του ωραίου. Μόνο και μόνο για να δώσει στο έργο τροφή, να το δυναμώσει, να το ξεγυμνώσει κι έτσι να αιφνιδιάσει πρώτος τους κάθε λογής ηδονοβλεψίες. Επιμένει πως η βούλησή του να γεννήσει τέχνη από την τέχνη, ενισχύει τελικά τις πιθανότητες για μία ψύχραιμη παρατήρηση εκείνων των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν με καίριο τρόπο τα έργα. Κι αυτή η επιμονή γίνεται η δύναμή του.
Με τον ίδιο τρόπο επιμένοντας, πήρα να γράψω για την καινούργια δουλειά της Φροσούλας Κολοσιάτου. Με όλες τις δυσκολίες και τις αναστολές που γεννά η αναμέτρηση ενός περίπου άπειρου στοχαστή με μια ποιητική πορεία χρόνων. Η πρώτη ωστόσο δοκιμή να συναντήσω το έργο της ποιήτριας είχε γίνει πριν από δύο χρόνια. Και τώρα πάλι αντιμέτωπος μ’ ένα νεογέννητο έργο της και με το δέος που αισθάνεται κανείς, όταν αγγίζει κάτι τόσο ώριμο, αποκρυσταλλωμένο σε μια λογοτεχνική μορφή που αποπνέει σιγουριά για τον εαυτό της. Ο τίτλος είναι προσδιοριστικός της ατμόσφαιρας των ποιημάτων . Τα συστατικά του ένα επίθετο, η λέξη «σκοτεινός», πολυφορεμένη στην ποίηση, μυστηριώδης μα πάντα ελκυστική με την αοριστία της, κι ένα ουσιαστικό , η λέξη «συγκατοίκηση», η οποία προδίδει ένα είδος συνύπαρξης ετερόκλητων στοιχείων. Ουσιαστικό και επίθετο, ως σύνολο, διαγράφουν μία περίκλειστη ζωή δίπλα σε μιαν άλλη ζωή, μία συμβίωση μέσα στο μαύρο.

Ανέκαθεν η ποίηση της Κολοσιάτου είχε στα σπλάχνα της κάτι μαύρο . Ένα μαύρο που εκφραζόταν ως φυγή, ως φθορά, ως ηλικία , ως παλιό, ως κατοχή . Έβγαινε μέσα από τις μνήμες του τόπου της , μέσα απ’ το φόβο για τη ρηχότητα των πραγμάτων γύρω της . Άγγιζε με τρόπο τις λέξεις, τις φωνές , τις μουσικές των ποιημάτων της. Το ίδιο μαύρο είναι παρόν κι εδώ , αλλά θαρρεί κανείς γνώριμο και διακριτικό . Μοιάζει με απαλό αεράκι που φουσκώνει τα πανιά των ποιημάτων και τους δίνει κίνηση . Αποτελεί τη ρίζα απ’ την οποία βλασταίνει ο λόγος της. Δεν υπάρχει ωστόσο τίποτε το μελοδραματικό, το προσποιητό , το υπέρμετρο. Κι ούτε ξεπέφτει η ποιητική σ’ έναν ανέξοδο και φλύαρο ρομαντισμό. Η Κολοσιάτου ξέρει καλά πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο λόγο και στο συναίσθημα. Εκεί που κινδυνεύει ένα ποίημα να εκτραπεί προς μία μεγαλόστομη ρητορεία, εκεί παρεμβαίνει το μέτρο κι επαναφέρει τις λέξεις στην ποιητική τους τροχιά.
Aς μείνουμε για παράδειγμα στο ποίημα «Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους» , για να φανεί καλύτερα η παραπάνω παρατήρηση. Εκεί λοιπόν το αρχικό λυρικό σκηνικό με τους αετούς και το θαλασσινό νερό υπονομεύεται πρόσκαιρα από την επισήμανση της πανταχού παρουσίας του θανάτου, για να γίνει έπειτα η απροσδόκητη ταύτιση του θανάτου με το ρόδι που κυλάει «στα ελλείμματα του χρόνου» και να επανέλθει το ποίημα απολύτως φυσιολογικά στη μεριά του λυρισμού. Θα έλεγα παράλληλα ότι τα περισσότερα ποιήματα εδώ έχουν ως εκκίνηση την άρνηση . Ξεκινούν ως γκρίζες λέξεις [τέφρα , βουβά, ανοχύρωτη , θρυμματισμένο, τέλος ] ή ως γκρίζες διαπιστώσεις [με εξαντλεί ό,τι αγάπησα, η φωνή χάνεται, ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα, δεν υπάρχουν νέα, μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας] και καταλήγουν πάλι στην άρνηση, στο φόβο, στον εφιάλτη. Ενδιάμεσα ωστόσο υπάρχει ανάταση, υπάρχει μία οξεία ποιητική ματιά που αντιστρέφει το σκοτάδι σε λόγο.

Θεματικά κυριαρχούν γνώριμα στην ποίησή της μοτίβα. Τα ποιήματα παίρνουν ανάσα από το βάρος των πραγμάτων που κουβαλάει στη μνήμη της η ποιήτρια , από την αναπόφευκτη πάλη του ανθρώπινου σώματος με το τέλος του , από την απορία για την όψη που τείνει να λάβει ο κόσμος γύρω μας , από το μικρό και ασήμαντο , στο οποίο ανακαλύπτει το αξιοπρόσεκτο και διαχρονικό . Το διαχρονικό, βέβαια, στην ποίηση της Κολοσιάτου δεν εμπεριέχεται σε ασκήσεις διδακτισμού ή σε στίχους -μηνύματα , αλλά κυρίως στην εντύπωση που αφήνουν οι στίχοι της ως βιωμένες αλήθειες, ως λυρικές εξάψεις ενός ανήσυχου υποσυνείδητου .
Επιπλέον, η έμπνευση πολλών ποιημάτων αντλείται από τις τραυματικές εμπειρίες της οικονομικής και θεσμικής κρίσης την οποία βιώνουμε τα τελευταία πέντε χρόνια. Ως μέρος αυτής της πραγματικότητας, η ποιήτρια συλλέγει τα τραύματα, μετασχηματίζει τα θραύσματα σε καθολικές εποπτείες, εγκλωβίζει την ατομική συγκίνηση σε λειτουργικά λογοτεχνικά σχήματα . Έτσι , ο ποιητικός της κόσμος δίνει στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό το αισθητικό κίνητρο που του επιτρέπει να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής και κάποτε γραφικής αποτύπωσης της επικαιρότητας. Η Κολοσιάτου άλλοτε σημαδεύει τα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα που όμως,παρά τη μικρότητά τους, συλλαμβάνουν και ανακλούν τις ευρύτερες διαστάσεις μιας πανανθρώπινης απελπισίας. Κι άλλοτε βάζει το φακό πάνω στην ίδια την πανανθρώπινη απελπισία , για να τη φωτίσει ποικιλότροπα και να την καταστήσει αναπόσπαστο κομμάτι από την εμπειρία όλων μας . Μέσα σ’ αυτή την οπτική συνυπάρχουν η μικρή καθημερινή οδύνη ,όπως αυτή που βιώνουν «νοικοκυριά εύθραυστα / Σας πορσελάνη» και «Καταρρέουν χωρίς όνομα» , αλλά και πρόσωπα –θύματα της λογικής που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων ,όπως η μικρή Σάρα ,πάνω από την οποία στέκεται με συγκίνηση η ποιήτρια και ψάλλει ένα τρυφερό μοιρολόι . Κάποτε μάλιστα ο κύκλος ανοίγει , αγκαλιάζει τα μωρά της Γάζας , τη Φουκουσίμα, μαρτυρικές περιοχές όπως η Λιβύη και η Συρία .

Υφολογικά, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η αφηγηματική φωνή κινείται ανάμεσα στη συμμετοχή και στην αποχή . Συμμετέχει και δε συμμετέχει, αγγίζει και δεν αγγίζει. Βρίσκεται από μέσα κι απ’ έξω ταυτόχρονα . Η παρουσία άλλωστε του εγώ είναι εδώ ελάχιστη, κάτι που φανερώνει την επιδίωξη της ποιήτριας να κρατήσει σε απόσταση την αφηγηματική φωνή από το πρόσωπό της. Με τον τρόπο αυτό διευρύνει το οπτικό πεδίο των ποιημάτων της, τα απαλλάσσει από την ταύτισή τους με αποκλειστικά δικά της βιώματα ,στέκεται περισσότερο στο ρόλο του παρατηρητή παρά του πάσχοντος υποκειμένου . Αυτή η τεχνική της επιτρέπει να φέρνει στο προσκήνιο το «αντικείμενο» και μ’ έναν τρόπο ασφαλώς ποιητικό να το φωτίζει από απίθανες πλευρές. Ας δούμε τους παρακάτω στίχους : «Ψυχή στους δρόμους /Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο της πόλης /όπως παράθυρο από μέσα / Στο δικό της λαβύρινθο / Η πόλη ολόκληρη / χωρίς αισθήσεις» . Θαρρείς πως το «αντικείμενο» , η πόλη σηκώνεται από το τσιμέντο κι ανασαίνει , αυτόνομη , ξέχωρη από τα βήματα κι από τις λέξεις της αφηγηματικής φωνής ,κι αποτυπωμένη με μια συνειρμική διαδοχή εικόνων .
Αυτή η παράταξη των εικόνων είναι ένα άλλο υφολογικό γνώρισμα της ποιήτριας και παραπέμπει στην τεχνική του διασπασμένου θέματος ,με την οποία οι καθολικές εμπειρίες κομματιάζονται και τοποθετούνται επιδέξια στο σώμα πολλών εικόνων του ίδιου ποιήματος , έτσι που τα ποιήματα της Κολοσιάτου μοιάζουν συχνά με σπασμένο καθρέφτη ,τα κομμάτια του οποίου ενώνονται με συνειρμούς , για να μεταφέρουν μία αντισυμβατική εικόνα της πραγματικότητας .Για παράδειγμα , στο ποίημα [Τέφρα και ατμός] , το θέμα της αναλγησίας του σημερινού κόσμου θρυμματίζεται σε εικόνες όπως της τέφρας και του ατμού, της κακοκαιρίας που σκιάζει τους πληθυσμούς , των χαρακτηριστικών του προσώπου , των λαοπλάνων , του παιδιού που γράφει ιστορία στις καταπακτές της φτώχειας .
Ο λόγος πάλι είναι πυκνός , αφήνει συχνά το ρήμα στην άκρη , φέρνει μπροστά χωρίς φόβο το ουσιαστικό και το επίθετο , σε διαδοχικές συνεκφορές , θα έλεγε κανείς για να νεκρώσει για λίγο την κίνηση , για να φωτίσει αυτά που στέκονται μέσα στη σιωπή . Με τον τρόπο αυτό η δραματικότητα επεκτείνεται και στα μη ζώντα και δίνει τη δυνατότητα να μετατοπιστεί έστω για λίγο η προσοχή από κέντρο στην περιφέρεια της πράξης .
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και λέξεις που μεταφέρουν ήχους ,ακουστικές εποπτείες , και που απαντούν με μεγάλη συχνότητα σε μία πληθώρα ποιημάτων . Το ηχητικό ρεπερτόριο ξεκινά από τον ψίθυρο . Έπειτα έρχονται οι τριγμοί «από το ξεχασμένο πόμολο της πόλης» , η φωνούλα «από κουρδιστή κούκλα» , το παράπονο . Η φωνή επιστρέφει σαν αντίλαλος , ακούγονται «βραχνές φωνές» , «φωνές του δρόμου» , «φωνές άλλων ανθρώπων» , σύντομα «θόρυβος» ,»μοιρολόι» , «τύμπανα πολέμου», ύστερα «μακρινές ιαχές» , «κραυγή». Σε όλες τις εντάσεις της , η φωνή χρησιμοποιείται από την ποιήτρια ως ένα ανιμιστικό εργαλείο , ως ένας τρόπος ανάστασης των νεκρών πραγμάτων. Γιατί όπως γράφει η ίδια «Όλα μπορούν να συμβούν /αν τα πεις δυνατά» ή «σαν να είναι η φωνή απάντηση / σε κάποιον που είναι απών /και πρέπει να γυρίσει» .
Στην ποίηση της Κολοσιάτου λοιπόν οι πιθανότητες είναι με το μέρος των απίθανων πραγμάτων , ο χρόνος άλλοτε παγώνει κι άλλοτε κινείται γοργά , οι εμπειρίες συμφύρονται , ανατρέπουν η μία την άλλη , αλληλοσυμπληρώνονται , συνθέτουν παράξενα ποιητικά ψηφιδωτά ,μέσα στα οποία διαγράφεται πάντα το πρόσωπο της ηλικίας . Κι αν όπως λέει ο Βαλερύ «η ποίηση είναι η γλώσσα όχι της αλήθειας αλλά της δημιουργίας» , η Φροσούλα Κολοσιάτου με τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση» κατορθώνει να μιλήσει αυτή τη γλώσσα με το δικό της ανορθόδοξο αλλά γοητευτικό τρόπο.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ – ΛΑΖΑΡΟΥ

13 Απριλίου 2015

Ο Χρόνος κι η Μνήμη, ο Τόπος κι η Πόλη: Το τοπίο της «Σκοτεινής Συγκατοίκησης» της Φροσούλας Κολοσιάτου

Διαβάζοντας πάλι αυτές τι μέρες, και μετά που πέρασαν κάποιοι μήνες από τις πρώτες αναγνώσεις, το έργο της Φροσούλας Κολοσιάτου «Σκοτεινή Συγκατοίκηση», δοκιμάζω να γευτώ το τοπίο της Συγκατοίκησης ακολουθώντας ως οδηγό και ορίζουσες το Χρόνο και τη Μνήμη τον Τόπο και την Πόλη.
Ο Χρόνος περνάει γρήγορα, ακούμε την κραυγή του για το αμετάκλητο από το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ωστόσο αμέσως τίθεται σε λειτουργία η μνήμη. Υπάρχει το σπίτι που αγαπά η ποιήτρια, η λαβή από το μπαστούνι της μητέρας, μια κούκλα , πλεονάσματα αγάπης, που σώθηκαν και μας σώζουν ίσως από το σκοτάδι. Στους τελευταίους στίχους του ποιήματος επιχειρείται ένας κύκλος από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει μια αίσθηση αιωνιότητας. «Φέρνει τα μέλλοντα να μοιάζουν με τα παρελθόντα» Μόνο που αυτό υπονομεύεται από μια λέξη. «Μοιάζουν» δεν είναι, ούτε καν υπονοείται πως το μέλλον βρίσκεται ήδη μέσα στο παρελθόν ή και αντίστροφα. Όσο για το παρόν ως να απουσιάζει. Επομένως όλα πάλι γλιστρούν, διαβαίνουν. Χάνονται.
Η ποιήτρια επιχειρεί για δεύτερη φορά με τη λειτουργία της μνήμης να διευρύνει το Χρόνο. «Ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες» και σε αυτή την αγωνία να σώσει από το σκοτάδι ό,τι χάνεται συνεπικουρείται τώρα από βιολιά, χαρά και αρμονία, που είναι τα υπόλοιπα του χρόνου. Μια πρόσκληση στο παρόν, σε αντίθεση προς την κραυγή για το αμετάκλητο που προηγήθηκε.
Ο διπλός αυτός λόγος συμβιβάζεται στο τέλος σε μια «ευρύχωρη ελευθερία» σαν αυτή που σχεδιάζεται με το πέταγμα των πουλιών, τελευταία εικόνα του ποιήματος. Ωστόσο το αίσθημα της ασφυξίας θα επανέλθει αρκετές φορές σε άλλα σημεία του έργου. Ο θάνατος παραμένει «ένα ενδεχόμενο κάθε στιγμής» και τελικά δεν είναι παρά « σα να μεγαλώνει η μέρα και δεν έρχεται φως». Όσο για το μέλλον « προδιαγράφεται με ένα προσχέδιο θανάτου»
Όσο ματαιώνονται η λειτουργία της μνήμης κι η διεύρυνση του χρόνου, η παρουσία του θανάτου πυκνώνει μέσα στο έργο. « Και κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως». Νύχτα, σκοτάδι, σιωπή. « Το τέλος απέχει απ’ τη ζωή μια χαραμάδα». Η αντίσταση όμως της ποιήτριας εξακολουθεί, επειδή όπως μας λέει «Όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι» Και πάλι όμως, κινούμενη προς το σκοτάδι και κάποτε πότε προς το φως, αποφαίνεται πως αυτό που ζούμε δεν είναι παρά «Μικρής υποβαθμισμένης επιβίωσης ριπές. Και ο θάνατος.»
Και ο τόπος ποιος είναι; Ένας τόπος που του αξίζει να αγαπηθεί γιατί « Όταν αγαπάς τον τόπο ο τόπος υπάρχει». Ποια είναι η πόλη που αναφέρεται συχνά; Κάποτε ονομάζονται πόλεις και χώρες: Λευκωσία, Αθήνα , Φουκουσίμα , Γάζα, Γιουγκοσλαβία, Αφχγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Γρήγορα όμως αυτά τα σημεία αφήνονται απλώς ως οδοδείχτες, που μας φέρνουν γύρω γύρω σε μια άχρονη πόλη, σε μια κοινότητα. « Σε μια κοινότητα πόνου»
Μέσα της παρακολουθούμε ανθρώπους πάντα να μετακινούνται, παιδιά να πεθαίνουν, παιδιά να κλαίνε, ανθρώπους να φοβούνται, να κινδυνεύουν, αγέλες πεινασμένων, κούκλες και ξυλοπόδαρους να παριστάνουν πλήθος προσώπων, χρηματολάτρες, παραχαράκτες, αργυραμοιβούς… Κάποτε η ποιήτρια από το πλήθος μας μεταφέρει στο πρόσωπο: ένα νηστικό παιδί, μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά, έναν ποδηλάτη… κινούνται όλοι ως σε μια «λειτουργία θανάτου», ένας κόσμος με θρυμματισμένο το νόημα.
Έχουμε μπροστά μας ένα τοπίο σκοτεινό, ομιχλώδες, τοπίο θανάτου, «τέφρα και ατμό», «στεγνό τοπίο σαν άκρη από δωμάτιο δίχως φως»
« Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις»
Και το φως; Είναι η πατρίδα της ποιήτριας κι ο δικαστής που θα δικάσει το μέσα μας σκοτάδι. Δεν είναι αρκετό το φως. Ο τελευταίος λόγος της ποιήτριας – για αυτό και μόνο το έργο τελευταίος – είναι η απόφανση:
« Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου»

«Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος»
Η διαφορά στον τελευταίο στίχο δεν είναι μια λέξη που έφυγε!!!

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφ. ο Φιλελεύθερος 14/9/2015

Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας

Ποίηση ιδιωτικού αλλά και κοινωνικού χώρου γράφει η Κύπρια ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου, που ζει στην Αθήνα εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Η ποίησή της είναι χαρακτηριστική για τη νοηματική της συμπύκνωση, που δίνει τα διαπιστευτήριά της από τους πρώτους κιόλας στίχους του νέου της βιβλίου: «Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα/ Η ζωή μας σε στασιμότητα/ Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα/ …». (σελ. 9) Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας, που θα μπορούσαν από μόνοι τους ν’ αποτελέσουν τίτλους άλλων ποιημάτων.
Οι στίχοι της Φρ. Κ. αναδίδουν μιαν αίσθηση γαλήνης και νηφαλιότητας. Είναι στίχοι ενός δημιουργού που γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να πει, που μιλά με την αυτοπεποίθηση εκείνου που ξέρει πως δεν χρειάζεται να φωνάζει για ν’ ακουστεί. Αφού τα μηνύματά του είναι τόσο διάφανα, τόσο βέβαια και αδιαμφισβήτητα που μπορούν να εκπεμφθούν και χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά: «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά/ Έσβηναν την κίνησή τους κυκλικά/ Τακτοποιούσαν τις λεπτομέρειες/ Μιας ευρύχωρης ελευθερίας». (σελ. 10)
Η ποιητική της Φρ. Κ., διαυγής, συμπαγής και πλέρια κατακτημένη, είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο της. Ξεχώρισα όμως και κάποιους στίχους που έχουν να κάμουν αμιγώς, αποκλειστικά και μόνο, με την ποιητική της. Φρονώ πως εδώ η ποίηση σημασιολογείται ως μια σταθερή πορεία πλεύσης στη ζωή και τη δημιουργία: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους/ Στην αυτοτέλεια/ Και ισομέρεια της λέξης/ Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους». (σελ. 40)
Η Φρ. Κ. καταγράφει χαμηλόφωνα, εξίσου χαμηλόφωνες, υπόκωφες συντριβές. Η φωνή της ωστόσο συνιστά μια κραυγή, έστω κι αν αυτή εκβάλλεται… ψιθυριστά. Πρόκειται για μια φωνή που δεν ακούγεται για να εντυπωσιάσει με τα ντεσιμπέλ της, αλλά για να προβληματίσει με το βάθος της: «Μόνο η μοναξιά της οικοδομής/ Και το κακό μέσα μας/ Μαζεύτηκαν πολλά/ Σαν τα πράγματα στην αποθήκη/ Λέμε το φως χαμηλό/ Τα γεγονότα αδύναμα/ Πληγή κρυφή/ Η τελευταία ελάχιστη πτώση/ Δε φαίνεται/ …». (σελ. 18)
Η κριτική θεώρηση των κοινωνικο-πολιτικών πραγμάτων από μέρους της ποιήτριας, έχω την αίσθηση ότι μονίμως συνοδεύεται κι από ένα αχνό πέπλο θλίψης. Ενδεχομένως βέβαια αυτό να συμβαίνει νομοτελειακά και μοιραία διότι, αλίμονο, τα δρώμενα της τρέχουσας επικαιρότητας είναι από μόνα τους, από την τροπή και τη φύση τους, θλιβερά: «Στις ακτές ξεβράζουν/ Τα κύματα πνιγμένους/ Παραπλανητικά/ Από ήχο και φώτα/ Νεογνά οχιάς/ Με άκαμπτα μάτια/ Τα υψωμένα φρύδια/ Της πόλης/ Κάθε μέρα/ Σβήνει και ένα φως». (σελ. 21)
Η επικαιρότητα την κατατρύχει συνεχώς, πρωτίστως με τη βαναυσότητα, την καταστροφική ορμή και τη δραματικότητά της: «Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/ Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;/ Ψυχούλες μου/ Τα μωρά της Γάζας/ Μέσα σε γάζες». (Σελ. 32) Αυτός είναι ένας ενδεικτικός στίχος που πιστεύω ότι ηχεί στ’ αυτιά του αναγνώστη σαν ένας λυγμός.
Προσφιλή σύμβολα της ποιήτριας η βροχή, ο άνεμος, το νερό, η καταιγίδα. Κυρίως όταν πρόκειται να μιλήσει για τον σύγχρονο άνθρωπο και τη συναισθηματική τρικυμία που τον ταλανίζει. Δεσπόζον συναίσθημα βέβαια, ο πόνος: «… Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους/ Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί/ Σαν τις καταιγίδες/ … Έχουν την γκριμάτσα του πόνου/ Όπως ελέφαντες/ Κάνουν μερικά βήματα πίσω/ Και βγάζουν κραυγή/ Σαν να κλαίνε/ …». (σελ. 15)
Έστω κι αν ζει σαράντα τώρα χρόνια στην Αθήνα, η ποιήτρια δεν λησμονεί τις νησιώτικες καταβολές της. Έτσι η θάλασσα, είτε ως θεματική είτε ως φιλοσοφική κατηγορία, αλληγορικά, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, κατέχει σημαντική θέση στην ποίησή της: «Στο τέλος είναι πάντα η θάλασσα/ Με τη χροιά του ονείρου/ Θα έρθει από τους σκοτεινούς μου χρόνους». (σελ. 26)
Βέβαια το υγρό στοιχείο έρχεται και επανέρχεται στην ποίηση της Φρ. Κ. ως κυρίαρχο σύμβολο στη σημειωτική της, ανεξαρτήτως θεματικής στόχευσης: «Αθροίζω αδιέξοδα/ Σε ώρα ανάπηρη/ Μα έτυχε/ Λέξη από νερό/ Ανυπότακτη/ Ανάσα του λυγμού/ …». (σελ. 38)
Από την ποίηση της Φρ. Κ. δεν ελλείπει και η συμπαντική ματιά, με κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο και κοινωνική ευαισθησία. Παραθέτω ένα παράδειγμα που συνειρμικά, εμένα τουλάχιστον, με οδήγησε στο χιλιοτραγουδημένο «Καληνύχτα Κεμάλ» του Νίκου Γκάτσου: «Τέφρα και ατμός/ Δεν άλλαξε ο κόσμος δυστυχώς/ … Ένα παιδάκι νηστικό/ Στα μικρά του γόνατα/ Γράφει ιστορία/ Στις καταπακτές της φτώχειας». (σελ. 19)
Η ποιήτρια βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση και ως πολίτης και ως χωριστή συναισθηματική υπόσταση: «Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας» (σελ. 27), εξομολογείται.
Οι ποιητικές κεραίες της Φρ. Κ. δεν ενεργοποιούνται μόνο από την τρέχουσα επικαιρότητα και από τα κατά κόρον δραματικά γεγονότα που μας κατακλύζουν. Η σύγχρονη ιστορία είναι ζώσα μέσα στην ποιητική συνείδησή της. Κι η ενασχόλησή της, κυρίως πικρή, έχει να κάνει παραπάνω με την αμφισβήτηση, τις διαψεύσεις και την απομυθοποίηση αυτής της ιστορίας: «Μια αλήθεια διάτρητη/ Ό,τι δανείστηκες/ Τους νεκρούς μας ξεπέρασαν/ Μικροί επιζήσαντες». (σελ. 30)
Η «Σκοτεινή συγκατοίκηση» είναι η 8η ποιητική συλλογή της Φρ. Κ. και ίσως να μην είναι και τόσο «σκοτεινή» όσο η ίδια η ποιήτρια την εκλαμβάνει. Το «φως» που υπερνικά το όποιο «σκότος» στην ποίησή της, προφανώς έχει ιδιαίτερη δυναμική και λαμπρότητα…

 

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
poeticanet

Σκοτεινή Συγκατοίκηση, Φροσούλα Κολοσιάτου ( Γαβριηλίδης 2015)
Η Φροσούλα Κολοσιάτου είναι μια κοντράλτο λυρική φωνή. «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά (…) ταχτοποιούσαν τις λεπτομέρειες μιας ευρύχωρης ελευθερίας», γράφει. Σε άλλους καιρούς θα ευδοκιμούσε σε ένα ποιητικό εύφορο κήπο με άνθη, καρπούς, κελαηδισμούς, έρωτες και όμορφα λαϊκά μοτίβα. Νιώθει όμως φαρμακωμένη στη ρίζα της και αποθαρρυμένη. «Με εξαντλεί ό, τι αγάπησα», λέει, καθώς, ενώ είχε αρχίσει να τραγουδά την ψυχή και το νησί της: «Απότομα νερό θαλασσινό με θόρυβο απλώθηκε σαν μοιρολόι». Οπότε, η ποιήτρια αναγκάζεται να αναπροσδιοριστεί, να γίνει μάχιμη και να αντισταθεί με τα όπλα της: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους / στην αυτοτέλεια/ και στην ισομετρία της λέξης / αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους»
Η Σκοτεινή Συγκατοίκηση είναι αυτό που λέει ο τίτλος – μια ισόβια συμβίωση των απόντων (και των αγνοούμενων), με το σκοτάδι του πυρήνα της φωτεινής ψυχής της. «Κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως» παρατηρεί. Και αλλού: «Όταν φεύγουν οι άνθρωποι / αφήνουν πίσω τους παράξενες μικρές αναμνήσεις». Αυτές οι παράξενες μικρές αναμνήσεις είναι το DNA των απόντων που τα στοιχεία του εμποτίζουν τους στίχους. Και, μέσω των στίχων ανασυντίθεται και συνεχίζεται, άυλη, η ζωή τους, παράλληλα με τη ζωή του ποιητή.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου «ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες » και εκθέτει το βιβλίο της ως «ένα δημόσιο μονόλογο » Δεν μπορεί πια να είναι ιδιωτικός ο μονόλογος της ποιήτριας – παραχωρεί ίσως σε άλλη τέχνη την μέριμνα των πιο ανάλαφρων και πτητικών συναισθημάτων, καθώς τώρα την καθησυχάζει η ιδέα πως: «Ό, τι έψαχνα να βρω φροντίζουν οι νότες». Είναι επειδή, εκτός από τη ζωή και το νησί της, την αφορούν και πολλά άλλα, την πονάνε τα πάντα: όλες οι «σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις, για τη Γάζα, το Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Φουκουσίμα …» Όλα τα σε λίγο ξεχασμένα που διαπράττονται αδιάκοπα, ενώ κάθε τόσο «Στις φλόγες του Δεκέμβρη / καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης»
Οι στίχοι της πενθούν, αλλά είναι νηφάλιοι -και σαν να συγχωρούν. Και, σχολιάζουν ανθρώπινα, αναφερόμενοι και στα απάνθρωπα μακροοικονομικά:
«Ό, τι έγινε έγινε / οι νεκροί ξεχάστηκαν στο δεύτερο διάζωμα / μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης οικονομίας» Γιατί η ζωή, οι τόποι, οι τρόποι αλλάζουν με αδιανόητους ρυθμούς για τον ενεό παρατηρητή, τον αμέτοχο μέτοχο. «Άλλος τώρα ο προσανατολισμός / ολόκληρη η γεωγραφία η δική μας αλλάζει / Μόνο η σιωπή του ανθρώπου κι ο πόνος» – το μόνο που παραμένει ανάλλαχτο στους αιώνες. Κι όμως, διατηρεί μέσα στις στάχτες του χρόνου τη σπίθα της ελπίδας: «Ωστόσο», λέει, «όλα μπορεί να συμβούν / αν τα πεις δυνατά» Και επιμένει να προχωρά, διερευνώντας το βάθος των φαινομένων. Κάτι πρέπει να διασωθεί. «Να προλάβουμε», μας προτρέπει «πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες».

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

Στίγμα Λόγου 3/2/2017

Οι ποιητές μπορούν να δουν σε μια σταγόνα βροχής ένα δάκρυ, ένα διαμάντι, ολόκληρο τον κόσμο. Με ένα τέτοιο διευρυμένο δάκρυ η Φροσούλα Κολοσιάτου προσεγγίζει τον κόσμο, φτιάχνει το υλικό της ποίησης της, ταυτίζει τη μοίρα της με την ανθρώπινη μοίρα.

Πηγή της είναι οι παράξενες μικρές αναμνήσεις που άφησαν πίσω οι αγαπημένοι που έφυγαν… Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες/ ίσκιοι της μεταμόρφωσης/ κρατούν στα χέρια τους/ συμβολικούς θανάτους/ φέρνει τα μέλλοντα/ να μοιάζουν με τα παρελθόντα/ το μετέωρο βλέμμα τους.

Ο καημός της πατρίδας, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ένα καράβι που απομακρύνεται στο βάθος και η αγωνία της ερώτησης, πόσο μακρυά μας πάει; Τι περιμένεις να γυρίσεις; Για εμάς που έχουμε φτιάξει τη ζωή μας αλλού, θα πει, την επιστρέφει ο αντίλαλος/ από όλες τις λύπες/ η πιο λυπημένη.

Οι λέξεις της εφοδιάζονται με μνήμες, μιλούν με τις φωνές άλλων ανθρώπων για το παρόν: όπου και να πας/ θα βρεις ανθρώπους/ πάντα να μετακινούνται/ γράφει, τυλιγμένα στον ύπνο/ μυριάδες χέρια/ υπνοβατούν/ με κύκλους του θανάτου. Οι λέξεις της εφοδιασμένες με ένα περίσσεμα αγάπης κυλούν σαν το νερό, ακουμπούν τη θάλασσα, σε λιμάνια, σε ακτές, όπου συνωστίζονται άνθρωποι σε ανάγκη, ντύνονται την ανθρωπιά τους.

…Εκεί περνούν τα τρένα
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς…

Ο κόσμος μετατρέπεται σε μια παγκόσμια σκηνή, καθώς στις φλόγες του Δεκέμβρη καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης… Εικόνες υπερρεαλιστικές διαδέχονται εικόνες ωμού ρεαλισμού, σαν έκτακτα δελτία ειδήσεων, μας ταξιδεύουν στις ανοιχτές πληγές του πλανήτη, στην καρδιά του πολέμου. Φρεγάδες αναχώρησαν/ φέραν μικρά εμπόδια/ τενεκεδένιες σημαδούρες/ στη Μεσόγειο/ Γιουγκοσλαβία/ Αφγανιστάν/ Ιράκ/ Λιβύη/ Συρία… Ο τόπος διαρκώς αλλάζει. Ξεχείλωσαν οι εικόνες/ μέσα από ματωμένες σελίδες/ σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/… Ζωή να ξαναδώσει/ ποιος μπορεί;…

Ο ποιητικός της φακός καταγράφει την προέλαση ενός αδυσώπητου κακού σε όλο τον πλανήτη, μια κοινότητα πόνου που διαρκώς αυξάνει.

Ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας αφήνει πίσω του τόσα ξερά στόματα… Νοικοκυριά εύθραυστα/ σαν πορσελάνη/ καταρρέουν χωρίς όνομα/… Ένα πλήθος αστέγων, προσφύγων και μεταναστών πλημμυρίζει τις πόλεις. Ολόκληρη η γεωγραφία αλλάζει…

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
μεταμορφώθηκε
και εγκαταστάθηκε στην πόλη…
Έκαψα στα γρήγορα
όλες τις μέρες μου
τις χάρισα
σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο Μινώταυρος
με πολλά ξερά στόματα
και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα….

Στις φτωχογειτονιές του κόσμου, ένα παιδάκι νηστικό/ στα μικρά του γόνατα/ γράφει ιστορία/ στις καταπακτές της φτώχειας.

Σε φονικό ρεαλισμό
η Φουκουσίμα
ανελέητα φιλοτεχνεί
τη μεγάλη πληγή του πλανήτη…
Μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας
εξαντλεί τον ίλιγγο της ζωής…

Χρηματολάτρες και αργυραμοιβοί με ρούχα ραδιενεργά δημοπρατούν την αγωνία και το φόβο, εξαντλούν ακόμα και το θάνατο…

…Αν δεν αλλάξει ο κόσμος, οι πιθανότητες είναι με το μέρος τους…

Η Σκοτεινή συγκατοίκηση είναι η συνύπαρξη του ανθρώπου με τη διττή φύση του, τον εγωιστικό εαυτό του, εκείνον που προκαλεί τόσα δεινά. Όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητά του, και γίνεται αλαζονικός απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπο.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου νιώθει την κάθε γωνιά του πλανήτη γειτονιά της, ό,τι συμβαίνει εκεί την αφορά. Μαζεύτηκαν πολλά, θα πει, τα καταθέτει στα πρόσωπα του πλήθους, σε ένα δημόσιο μονόλογο… Στις σελίδες της δίνει φωνή στη σιωπή του ανθρώπου σε μια κοινότητα πόνου, όπου ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται…, εκφράζει την αγωνία της για το μέλλον, όταν τα παιδιά μας θα ζήσουν ερήμην μας…

Η ποιήτρια αφηγείται, γιατί όπως μας λέει, όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι, μια διαρκής αντίσταση είναι η αφήγηση…

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

Δε χάνονται οι χορευτές
Σε ανοιχτές πλατείες
Προσεγγίζουν το φως
Και ό,τι κρύβεται πίσω του
Συνδέονται με τη γιορτή
Μέχρι το άπειρο
Μα όσα συνοψίζονται μέσα στο χορό
Μένουν αθέατα
Στη χαραμάδα
Της τελευταίας εξάντλησης
Γέμισε η πόλη ευαισθησία
Ας γίνει ο χορός
Ανυπακοής γιορτή

../..

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο

Κινδυνεύουν

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος της Φροσούλας Κολοσιάτου

19/8/2013

Ως συνειδητοποιημένος ειδωλολάτρης αρέσκομαι στο να χτίζω κρυφούς προσωπικούς χώρους μέσα στους οποίους αποθέτω με πολύ μεγάλη αγάπη μικρά κομμάτια τέχνης . Εκεί λοιπόν γδύνομαι τη λογική και επιστρέφω στην πρωτόγονη γύμνια μας , την καμωμένη με τις ευλογίες του πλατωνικού «επιθυμητικού». Κολυμπάω σε μιαν απέραντη στιγμή που περιπαίζει τις ορατές εκδοχές της πραγματικότητας και προκαλεί το αφανέρωτο να εκτεθεί στο φως .Γιατί νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη : μια τιτάνια μάχη του ανθρώπου με το αφανέρωτο , μια συνωμοσία με τον προσωπικό μας μύθο ,για να κρατηθούμε λίγο ακόμα στις άμορφες περιοχές του ,προτού μας συνεπάρει οριστικά ο χείμαρρος που λέγεται λογική . Όποτε βρίσκω επομένως την ευκαιρία ,θολώνω λίγο το τζάμι της καθημερινότητάς μου , για να μπορώ πάνω στην πάχνη της να ζωγραφίζω με το δάχτυλο δράκοντες και βασιλοπούλες ,όνειρα μέσα σε ρευστό περιτύλιγμα .Μόνο έτσι μπορώ και βάζω την ανθρωπιά μου σε κίνηση ,μόνο έτσι γλυκαίνει μέσα μου ένα κομμάτι πικρό που το σωρεύουν με πείσμα και με αναλγησία, μέρα με την ημέρα , άλλοι. Ανάμεσα σ’αυτές τις αλλόκοτες ζωγραφιές που αναστατώνουν κάποτε το βλέμμα μου είναι και η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου .
Παρόλο που τ’ όνομά της είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης μετά το 1970 ,θα μπω στον κόπο να σας τη συστήσω .Γεννημένη στη Λάρνακα της Κύπρου ,η ποιήτρια ανήκει λογοτεχνικά στη λεγόμενη «γενιά της εισβολής» ,σε έναν κύκλο Κυπρίων δημιουργών που το έργο τους στιγματίστηκε έντονα από το γεγονός της κατοχής μεγάλου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους εισβολείς το 1974. Ως εκ τούτου το στοιχείο του πατριωτικού ρομαντισμού χαρακτηρίζει σε ένα σημαντικό βαθμό το έργο πολλών από τους ποιητές εκείνης της γενιάς ,χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για μια μανιέρα που δεν επέτρεψε στους δημιουργούς να αφήσουν πίσω τους αξιόλογο έργο .Η Κολοσιάτου ξεκίνησε τη λογοτεχνική διαδρομή της λίγο αργότερα ,το 1979 ,με την «Κατοχική εποχή» κι από τότε μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει άλλες έξι ποιητικές συλλογές , κατορθώνοντας μάλιστα να αποσπάσει και τιμητικές διακρίσεις για τις δουλειές της .
Το πρώτο στοιχείο που θα παρατηρήσει κανείς μελετώντας την ποίησή της είναι ο διάλογος με την ηλικία , με το χρόνο . Ο χρόνος ωστόσο δεν αντιμετωπίζεται ως μία ποιότητα με απροσδιόριστα χαρακτηριστικά ,ως μία φιλοσοφική σύλληψη που απλώς εξιδανικεύεται ή ξορκίζεται από την ποιήτρια .Έχει συγκεκριμένες αποτυπώσεις σε απτά καθημερινά αντικείμενα , σε αγαπημένες μνήμες από το παρελθόν ,σε πρόσωπα που συμβολίζουν μια αλλοτινή ευτυχία καμωμένη με τα ευτελέστερα υλικά , με μυρωδιές και αγγίγματα . Ακόμη και το βάρος της τραγωδίας του τόπου της η ποιήτρια το αποδίδει με όρους που παραπέμπουν στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου ,το μεταφράζει ως απότομο γέρασμα του δικού της σώματος [Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου/Και μας ανήκει / Σήμερα θα’ χω γεράσει πάλι απότομα]. Η γενικότερη όμως αίσθηση που αφήνουν πολλά ποιήματα είναι εκείνη μιας βαθιάς νοσταλγίας για κάτι που έχει αφεθεί οριστικά στο παρελθόν και είναι αδύνατο πια να επιστρέψει .Η μετάβαση μάλιστα σ’ αυτό γίνεται με μια τεχνική που θυμίζει το κολάζ . Το λέει άλλωστε η ίδια η δημιουργός «Κάνω κολάζ αγαπημένων ανθρώπων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές» . Χωρίς να φεύγει κάτω από τα πόδια της το παρόν , χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι παγιδεύεται μέσα στις ψευδαισθήσεις της , αρπάζει μια εικόνα από δω ,μια εικόνα από κει , μια κίνηση , ένα νεύμα , και τα συντάσσει σε ένα σύνολο μέσα στο οποίο κυριαρχεί η χαμένη αθωότητα ενός άλλου κόσμου . Σ’ αυτό τον κόσμο έχουν θέση η συνομιλία με νεκρά αγαπημένα πρόσωπα που επιστρέφουν για να βάλουν σε τάξη τα πράγματα [ Μια γυναίκα ωραία , η μάνα μου , με κοιτάζει πίσω απ’ τα γυαλιά της /Γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων /Είναι γλυκιά και όμορφη μα είναι πεθαμένη/Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά , χαμογελάει ] ,η ανάκληση τρυφερών εικόνων της παιδικής ηλικίας που κρατιούνται μέσα σε ντουλάπια όπως τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα [Παιδικές φιγούρες που τις σιδέρωσες μες στο δωμάτιο/ Τις δίπλωσες μες στις ντουλάπες και τις φύλαξες ], οι εξομολογήσεις μεσήλικων γυναικών που θαρρείς παλεύουν για να κρατήσουν για λίγο ακόμη την άμμο της ηλικίας τους στο πάνω μέρος της κλεψύδρας [Έχω ήδη κρεμάσει ανάποδα /Τους καθρέφτες της σκέψης μου /Για να μη βλέπω τους φόβους μου], η παρηγορητική λειτουργία του ύπνου ,ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να απαλλαγεί προσωρινά από την ασκήμια του παρόντος και να μεταφερθεί σχεδόν σωματικά σε στιγμές περασμένης ευφορίας [Μυστική σύμβαση με τον ύπνο έχει / Η νοσταλγία της επιστροφής] [Να έρθει ένας ύπνος γλυκός ν’ απαλύνει τις σκέψεις σου] [Θα χρειαστώ ένα διαβατήριο να αποδράσω /Έναν ύπνο ας μοιάζει με θάνατο].
Θα τολμούσα να πω ότι μέσα από την ποίηση της Κολοσιάτου ξεπροβάλλει ένας θρυμματισμένος κόσμος , μια πραγματικότητα της οποίας τα κομμάτια ευελπιστεί να συρράψει η ποιήτρια .Όχι τόσο για να δημιουργήσει ένα σύνολο μέσα από το οποίο να μεταφέρει την εικόνα της ,όσο για να δείξει πως λειτουργούν μέσα στη μοναδικότητά τους αυτά τα κομμάτια ,ως αυτόνομες στιγμές μιας ζωής μοιρασμένης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις , σε δύο αλληλοσυγκρουόμενα χρονικά επίπεδα .Υπό αυτό τον όρο , τα ποιήματά της μοιάζουν με συστάδες από σπασμένες εικόνες που διατρέχουν με αστραπιαία ταχύτητα την απόσταση μεταξύ του κάποτε και του τώρα .Ξεκινούν από ένα μικρό ερέθισμα , περιφέρονται μέσα σε διαφορετικά τοπία χρόνου , συλλαμβάνουν αθέατες λεπτομέρειες και τις οδηγούν στο κέντρο της προσοχής του αναγνώστη , κάνουν το λίγο να φαίνεται πολύ και το αντίστροφο , μεταφράζουν το υπαρξιακό άγχος σε λέξεις, απαιτούν να τα προσεγγίσει κανείς κομματιάζοντας και όχι συγκεντρώνοντας τη σκέψη του .
Το βίωμα υπάρχει ασφαλώς ,είτε αυτόδηλα δοσμένο είτε υπαινικτικά . Στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας ,από τον κόσμο μέσα στον οποίο κατέθεσε το σώμα και την ψυχή της ,από τις εικόνες και τα σύμβολα που αγκαλιάστηκαν μ’ αυτό τον κόσμο ,υπάρχουν σε πολλά ποιήματα [Βγαίνω με τα γκρίζα μαλλιά μου/ Φέρνοντας τοπία μέσα από άλλους αιώνες/Ξενόγλωσσα βιβλία στην τσάντα /Στη γιορτή της ανάγνωσης/ Διαβρωτικό φθινόπωρο να γλείψει /Τ’ αλάτι του καλοκαιριού και τις έγνοιες μου]. Δε θα έλεγα όμως ότι η ποίηση της Κολοσιάτου είναι αποκλειστικά πρωτοπρόσωπη .Δεν εκθέτει εύκολα το εγώ η ποιήτρια στους στίχους της , όσο κι αν το βιωματικό στοιχείο είναι προφανές .Συχνά επιλέγει το τρίτο πρόσωπο για να μιλήσει για δικά της τραύματα ή αφήνει τα τραύματα αυτά να περιβληθούν έναν πανανθρώπινο μανδύα [Μια πλανόδιος /Με πρόσωπο που είναι δύσκολο/Να το ορίσεις / Σε μεγάλο περίπατο στους αιώνες/Ελληνικό τοπίο και παράπλευρες εικόνες / Με ξύλινα πέδιλα τριγυρίζοντας /Τα είχε χάσει όλα/ Σκαλίζει τις λέξεις /Τίποτε δεν φυτρώνει/Παντού νεκροί]. Κι εδώ πάλι ,όταν η ποιήτρια , σκαλίζει ποιητικά τα δικά της βιώματα , κυριαρχούν αλλεπάλληλες εικόνες που θαρρεί κανείς ότι ξορκίζουν το άγχος της να προφτάσει να κλείσει στα σύνορα ενός ποιήματος μια πολύμορφη εμπειρία . Ή ότι πραγματοποιεί εσωτερικές ανασκαφές προς άγραν σκοτεινών πραγμάτων [Σα να σκάβω τάφους στο κορμί μου/ Προσπαθώντας να εμφανίσω σκιές].
Καίριο ρόλο στην ποιητική της παίζει επιπλέον η μνήμη ,ως μία ενοποιητική δύναμη που αναγκάζει το παρελθόν να πλησιάσει με τις ιαματικές του ιδιότητες το παρόν . Η είσοδος βέβαια στην περιοχή των αναμνήσεων δε γίνεται πάντοτε με τη βεβαιότητα της απόδρασης σε ένα σίγουρο καταφύγιο .Υπάρχει πολλές φορές ένα συναίσθημα ανασφάλειας , μια υποψία ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο [Μπαίνουμε στις αναμνήσεις /Σαν σε αβέβαιο όνειρο/Γέφυρες αμφίδρομης νοσταλγίας]. Αυτό φυσικά που διεγείρει τις περισσότερες αναμνήσεις είναι ο τόπος από τον οποίο αποκόπηκε το ποιητικό υποκείμενο [Υπάρχει πάντα /Ο τόπος που συσσωρεύει αναμνήσεις]. Συνηθισμένοι χώροι , αντικείμενα , φωνές , αρώματα , πρόσωπα , ενός άλλου τόπου και μιας άλλης χρονικής στιγμής , εγγράφονται στους στίχους ως θολές και ανάλαφρες διαφάνειες [Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου/Τρυφερές διαφάνειες/Ακριβές/Της παιδικής ηλικίας] , έτοιμες να διαλυθούν μόλις τις αγγίξει η παραμικρή πνοή του ανέμου [Η μνήμη γράφεται /Στο νερό/Όταν φυσήξει ο άνεμος/ Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει]. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η ποιήτρια αντιμετωπίζει τη μνήμη ως ένα παιχνίδι συγκέντρωσης γνώριμων εικόνων , θέλοντας να υποτάξει με αυτό τον τρόπο το άπειρο , να το ορίσει με κομμάτια από το δικό της οπτικό πεδίο [Άσκηση μνήμης /Συναθροίζοντας πουλιά/Στην κορυφή μιας γυμνής λεύκας /Οι πτήσεις είναι χαμηλές/Πολύ κοντά στη θάλασσα/Πολύ κοντά στον ουρανό/Στο όριο να γίνει/Το άπειρο /περατό].
Όπως ειπώθηκε παραπάνω , η μνήμη λειτουργεί συνήθως ως ένα προσωρινό παυσίπονο . Απλώνει πάνω στα πονεμένα σημεία του παρόντος μιαν ανακούφιση .Τόσο που το ποιητικό υποκείμενο να αισθάνεται πλήρη ευδαιμονία όταν κουβαλά τους νεκρούς του [Προτιμώ να γελώ/Έτσι που έμαθα να κουβαλώ τους νεκρούς μου/μαζί στις εκδρομές/Στη δουλειά κι όπου να ‘ναι] .Σε άλλα ποιήματα ωστόσο η μνήμη βιώνεται ως επίπονη σκέψη που φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης αλυσιδωτά ναυάγια [Πώς να τη διώξω /Αυτή τη σκέψη /Που δεν δένεται /Στοίχειωσε /Λυπημένο πλοίο που ναυάγησε /Και φέρνει άλλο ναυάγιο]. Μετατρέπεται σε μήτρα αγωνίας και άγχους για την ενδεχόμενη επιστροφή οδυνηρών συναισθημάτων [Πώς να σε συντηρήσω/Φοβούμαι την απορία που έχει ο θάνατος] [Η ανάμνηση μακρινή/Διευρύνει τα σβησμένα σύμφωνα/Τραυλίζουν περίεργα/Σε παιδική φωτογραφία /Κρεμασμένη στον τοίχο/Οι μεταλλαγές της απώλειας /Και το ανέφικτο με τατουάζ θανάτου]. Αυτή μάλιστα η αγωνία ξεπερνά τα όρια του παρελθόντος και κυρίως στα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» ακουμπάει τις χορδές του μέλλοντος .Μεταμορφώνεται σε ένα είδος απειλής που υπονομεύει ό, τι καλό κατάφερε να σωρεύσει το παρόν [Έρχεται μες στην ακινησία/Βουίζοντας η καταιγίδα/Πίσω να πάρει/ Ό, τι έχει δώσει από την ψυχή της /Η άνοιξη] [Ταυτίζονται οι έξοδοι κινδύνου/Με τις εισόδους/Μ’ έναν τρόπο που αγγίζει/Τα όρια μιας απειλής]
Επιπλέον ,όπως συμβαίνει με τους περισσότερους από τους ποιητές που ανήκουν στη «γενιά της εισβολής» ,ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός διαπερνά ένα σημαντικό κομμάτι της ποίησης της Κολοσιάτου ,ιδιαίτερα στις πρώτες συλλογές της . Η ποιήτρια διυλίζει τη μοίρα του τόπου της και μεταφέρει στους στίχους χαρακτηριστικές παραστάσεις της .Δε μένει όμως μόνο εκεί . Τα τραύματα του δικού της λαού την κάνουν ν’ αφουγκραστεί με την ίδια συγκίνηση ανάλογες περιπέτειες άλλων λαών . Μιλά για τη φρίκη ομαδικών εκτελέσεων αμάχων , για πολιορκημένες πόλεις , για πρόσφυγες που γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης .Μιλά για την Παλαιστίνη και το Ιράκ και τις πρωτόγονες φυλές που σφάχτηκαν στο όνομα της πολιτιστικής επανάστασης, και στέκεται στο πλευρό των κάθε λογής ηττημένων .Στήνει αδιάκοπα μικρές νάρκες στον οδοστρωτήρα ενός απάνθρωπου καπιταλισμού που σαρώνει σταδιακά τα πάντα κι εξορίζει την ανθρωπιά μας στο επίπεδο της ρομαντικής επιδίωξης .Περιγράφει το τεχνολογικό αδιέξοδο μιας εποχής που έχει για προορισμό της το πουθενά. Κατορθώνει όμως να αποφύγει τον άσκοπο μελοδραματισμό , την υπερβολή που απωθεί , τη ρητορεία που κουράζει ή το διδακτισμό .Η λυρική της πένα υπερβαίνει το εφήμερο των γεγονότων και των διαπιστώσεων ,και φέρνει στο προσκήνιο μια αυθεντικά βιωμένη αγωνία για το απότομο γκρέμισμα κάθε πανανθρώπινης αξίας .
Και είναι γενικότερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Κολοσιάτου ότι απουσιάζουν οι ανέξοδοι συναισθηματισμοί .Το συναίσθημα ακουμπάει τους στίχους της με έναν συγκρατημένο τρόπο , αφήνοντας τον αναγνώστη να το αποστάξει μόνος του. Εκείνη απλώς παρατηρεί με διεισδυτικό βλέμμα τη διαδοχή των πραγμάτων γύρω της ,τη σύσταση και την εξέλιξη των εικόνων , την αναμέτρηση του ανθρώπου με τις δυνάμεις και με τη μοίρα που τον συντροφεύει . Μέσα σε αυτό το πλαίσιο , αφήνει την ανάγνωση των στίχων να είναι ρευστή , να επιτρέπει με την απουσία της στίξης και με τη θέση των λέξεων πολλαπλές ερμηνείες .Παράλληλα , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τίτλοι των ποιημάτων της . Στις περισσότερες περιπτώσεις μοιάζουν άσχετοι με το σώμα των ποιημάτων ,ως υποψήφιοι στίχοι που δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να ενταχθούν κάπου και παρέμειναν εκεί , στην αρχή των ποιημάτων , ως σηματοδότες του ευρύτερου φιλοσοφικού πεδίου μέσα στο οποίο κινείται η σκέψη της ποιήτριας .
Κλείνοντας τη μικρή αυτή συνομιλία με την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου ,θα μείνω στους παρακάτω στίχους από το ποίημα «Κέρινα ομοιώματα» : Ένα ποίημα/Οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/Προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα /που δένει τη σιωπή . Κάπως έτσι νομίζω ότι βιώνει την πράξη της ποίησης η ποιήτρια .Ξεφυλλίζει «άσκοπα» σελίδες από τον εαυτό της και τον κόσμο που την περιζώνει ,κι αφήνει τη σιωπή να βγάλει προς τα έξω την εξαγνιστική της δύναμη ,να μετουσιωθεί σε λόγο ζωντανό και γενεσιουργό υποσυνείδητων εκρήξεων .

http://filologikesmaties.blogspot.gr/search?updated-max=2013-08-20T06:01:00-07:00&max-results=7

 

Μισό σκοτάδι (2010)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 22/4/2015

«Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω»

«Μισό σκοτάδι» είναι ο τίτλος του προηγούμενου βιβλίου της Φροσούλας Κολοσιάτου. Ένα βιβλίο πριν τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση « δηλαδή που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Το «Μισό Σκοτάδι» περιλαμβάνει χάι κού και είναι διαποτισμένο από μελαγχολική και στοχαστική διάθεση, γνωρίσματα που συναντάμε σε ολόκληρο το έργο της ποιήτριας. Μπορεί το σκοτάδι να είvαι μισό; Το παράδοξον του τίτλου μάς εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, στο κλίμα και στο πνεύμα του έργου, δίνοντας ένα πρώτο ουσιαστικό στίγμα. Όχι, το σκοτάδι δεν μπορεί να είναι μισό, παρά μόνο στην τέχνη και με το ανοίκειο βλέμμα ενός ποιητή. Το σκοτάδι είναι πάντα σκοτάδι και πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι αυτή η μοίρα του κόσμου τούτου τελικά. Η ποιήτρια ξαγρυπνά για αυτήν τη μοίρα. Είναι πολίτης της κοινωνίας, πολίτης του κόσμου. Η κοινωνική πραγματικότητα μέσα την οποία ζει σαφώς και δεν την αφήνει αδιάφορη. Χάι κού σχόλια, χάι κού διαμαρτυρίες:

«Tόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων»

«Την περίοδο
Των μεγάλων πολέμων
Ούτ’ ένα θαύμα»

«Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται»

«Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα».
Η αγωνία για τον χρόνο, για τον πόνο, για την απώλεια είναι εμφανής. Κυρίαρχη μια χαμηλών τόνων δραματικότητα ,σαν ήρεμη δύναμη που όμως ερεθίζει τον αναγνώστη. Μπορούν οι λέξεις να ξορκίσουν το κακό; Ή μήπως αρρώστησαν κι αυτές κι έχουν όλα το περίβλημα της θλίψης και σε πένθος της ψυχής μας οδηγούν; Και τον «ορίζοντα της απώλειας» ,καθώς και τα «κύματα της πλάνης» πώς τραγούδι να τα κάνεις; Είναι καίρια και ουσιαστική η ποιητική της Κολοσιάτου. Βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο έχοντας επίγνωση ότι «Δεν θα λυτρώσουν ποτέ οι ψευδαισθήσεις». Και πώς η «θαμμένη ελπίδα φόβο θα φέρει».

«Μ ‘άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος»

Το βλέμμα της ποιήτριας αποτυπώνει αισθήσεις, συναισθήματα, εικόνες, κεντά οπτικές και προοπτικές και διαθέτει μια σοφία για τα πράγματα ,μια σοφία τέτοια που σε έλκει να εξερευνήσεις την υφή της. Τα χάι κού από τη φύση τους, ως είδος, μας παραπέμπουν στο εύκολο παίγνιο. Όμως εδώ, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για παιχνιδιάρικα χάι κού, που αβίαστα γραμμένα διεκδικούν αυθάδικα την προσοχή του αναγνώστη. Κάθε άλλο. Ασκείται έλεγχος στα εκφραστικά μέσα. Kατ’ επανάληψη υφαίνεται η απαισιοδοξία, την ίδια στιγμή ένα φως τρεμοπαίζει, αναζητείται η νέα εκδοχή.

«Επανάληψη
Να φέρει το καινούριο
Άλλον αέρα»

«Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής»

 

Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)

 

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑ Λ. ΜΑΝΟΥΣΟΥ

Λέξεις, στίχοι, εικόνες στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου

Η απόπειρα του αναγνώστη της ποίησης να σπάσει τον κώδικα της μοναχικής γραφής του ποιητή γίνεται πολλές φορές αποκάλυψη ενός άλλου κόσμου αλλιώτικου και απόκρυφου που αφυπνίζει τον δικό μας μικρόκοσμο. Έτσι ο δημιουργός ποιητής με τη «στιχουργημένη» επιστολή _ συλλογή
του, αυτοεξομολόγηση και καταγραφή του είναι του, ανοίγει παράθυρο στη δική μας ύπαρξη, παράθυρο που ίσως νάναι το φινιστρίνι του τίτλου. Διάφανο γυαλί το βλέμμα της Φροσούλας Κολοσιάτου αφήνει το φως της μέρας κι άλλοτε τη νυχτερινή μελαγχολία να διαχέονται σε τοπία αόρατα μα υπαρκτά.

«Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι είναι ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας»

Ένα πολύπτυχο βιωματικών εικόνων, ήχων υγρών, φωνών απροσδιόριστων, συγκινησιακών κυμάτων και προσωπικών κραδασμών η ποίησή της ένα παιχνίδι πρόκληση με το χρόνο που άλλοτε παγώνει σε φωτογραφικό στιγμιότυπο, άλλοτε αναδιπλώνεται, επιταχύνεται, πισογυρίζει, αφήνοντας χαραμάδα φωτός σε σκηνικά αλλοτινά. Η διαλεκτική του τότε και του τώρα, τη νοσταλγίας και του πραγματικού, της ζωής και του θανάτου, του ιστορικού και του βιωματικού χρόνου, της γης και του νερού, όλα γίνονται στίχοι με τη γλυπτική του λόγου της Φ.Κ.
Το καράβι των στίχων της Φ.Κ. άλλοτε κυλά σε θάλασσες καλοτάξιδες κι άλλοτε τρικυμισμένες, θάλασσες ζωής με πυξίδα τη θύμηση και το όραμα. Μέτοχοι εμείς και συνταξιδιώτες στη διαδρομή της γραμμικής, τεθλασμένης ή κυκλικής χρονικής πορείας της ποιήτριας, μυούμενοι στη γνώση που η βίωση αποφέρει.

Σε κείνους που αντέχουν τον ίλιγγο της ζώσας μνήμης.
«Το βλέμμα των ανθρώπων
θάλασσα
Και μας ενώνει»

 

 

ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Πιστεύω ότι π Φροσούλα Κολοσιάτου ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ποιητών που έχει σχηματίσει, με την πάροδο του χρόνου, μια ταυτότητα, έχει βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της, την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της,
πράγματα αναγνωρίσιμα σ’ όλους όσους αγαπούν την ποίησή της. Η ποίησή της είναι σαν το καλό κρασί που διακρίνεται για τη στιβαρότητα της γεύσης
που του δίνει ο χρόνος, ενώ παράλληλα σε ξαφνιάζει ευχάριστα με τη φρεσκάδα που κρύβεται στις φρουτώδεις επιγεύσεις του. Η ποιητική της
γραφή αποπνέει ένα άρωμα ωριμότητας ανάμικτο με ένα άρωμα φρεσκάδας.
Στη νέα ποιητική συλλογή της με τίτλο «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» διακρίνει κανείς χαρακτηριστικά σταθερά που συναντά και στις προηγούμενες συλλογές, όμως η γενική αποτίμηση είναι ότι αυτή η συλλογή είναι διαφορετική, με το δικό της φρέσκο αέρα, το δικό της άρωμα, μια γλύκα
στη ματιά ανάμικτη με την αστραπή.
Όταν πήρα στα χέρια μου τη συλλογή, εστίασα την προσοχή μου στον τίτλο της. Μ ‘ αρέσει η επιλογή του που ανακαλεί μνήμες, μια ιδιαίτερη ματιά που στρογγυλεύει την εικόνα του παρελθόντος και την ίδια στιγμή σε κρατάει στην άκρη της έντασης, της ρήξης, της άρνησης για παραίτηση, της άρνησης να παραδοθείς, στην ακμή αυτού του πρώτου «ν» που υπάρχει στη λέξη φινιστρίνι.
Η συλλογή μικρή, αλλά πλούσια, αποτελείται από 39 ποιητικές δημιουργίες. Η νέα αυτή συλλογή σηματοδοτεί μια αλλαγή στην ποιητική της Φροσούλας Κολοσιάτου, αλλαγή στην έκφραση, στη θεματική, στον τρόπο προσέγγισης. Μία αλλαγή που άρχισε η προηγούμενη συλλογή «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» και που τώρα έχει αρχίσει να διαγράφεται ξεκάθαρα. Μια κρυμμένη υπόσχεση ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει στο μέλλον
η Φροσούλα Κολοσιάτου.
Η εστίαση της προσοχής της σε ό,τι περιβάλλει το σύγχρονο άνθρωπο. 0 αστικός χώρος, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, ο απεγνωσμένος αγώνας της ανθρώπινης ύπαρξης να μη χαθεί στο κενό, σε μια ζωή χωρίς νόημα, ανερμάτιστη, διεγείρουν την ευαισθησία της Φροσούλας Κολοσιάτου, προκαλούν το συναίσθημα της, την αγανάκτηση ,,το θυμό, τη θλίψη, την πίκρα της διαπίστωσης και της θύμησης, το πείσμα της αντίστασης, τη διάθεση να συμφιλιωθεί με το χθες, να αντισταθεί, να μην παραιτηθεί. Σημειώνει στην
σύνθεσή της «παραγγελία για φλάουτο» «…Πραγματικότητα εύθραυστη/σαν το χαλάζι σκληρή/όσο κρατάει μια στιγμή/εξαϋλώνονται οι άνθρωποι/και ο πράξεις τους/από φρίκη και νόημα». Ενώ στα «μικρόφωνα ψείρες» διαπιστώνει: «Η ατολμία χωρίζει/τα βήματα από το ρυθμό/τον ήχο
από το τραγούδι.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου αναζητεί, όπως εκμυστηρεύεται στο «Γιγαντοαφίσες στον ουρανό», όψεις αλήθειας, ονειρεύεται τον άνθρωπο, «ελεύθερος/ο άνθρωπος στον τόπο του/να ζωστεί με το γέλιο/με το χάδι». Στιγματίζει τον πόλεμο, τους «Νέρωνες» που καίνε πόλεις, την «πλανητική σκίαση», «τον πόνο που δεν έχει ρυθμό», τις λεπτές επιδιορθώσεις του ολέθρου, το αξεδιάλυτο άρωμα του αυταρχισμού, του φόβου (που, σχολιάζει ανατρεπτικά, δεν είναι παρά ένας αναγραμματισμός της ελπίδας). Την προβληματίζουν και τη θυμώνουν σι κοινωνικές πραγματικότητες «των
νέων της προσωρινής απασχόλησης, η χέρσα γη στα «θλιμμένα νεράντζια» για να καταλήξει «Μέσα στη βοή των επερχόμενων/το μέλλον θα το
φοβούνται οι δυνατοί».
Εκείνο που ιδιαίτερα αγαπώ —και αναζητώ— στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου είναι οι αναφορές στο νησί της, την Κύπρο. Αυτή η μεγάλη αγάπη, αυτή η νοσταλγία για τον τόπο της, τα αγαπημένα μέρη, οι εικόνες της ζωής της νιότης, οι σκληρές μνήμες που ανατροφοδοτούνται από τη σύγχρονη πραγματικότητα με συγκινούν μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Στα «κέρινα ομοιώματα» ξεχώρισα: «Κάθεσαι και κλαις στο βράχο/το να αγαπάς πολύ έναν τόπο/είναι μια πέτρα/ένα ποίημα/οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα/που δένει τη οιωπή».
Στο «ως δάνειο» η ανάγκη της θύμησης, η δύναμη της μνήμης και της αγάπης θυμίζει στίχους του Γ. Σεφέρη, ανακαλεί στίχους από την «Ελένη», από τη συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισε». Στο ποίημα «Σαλιμέ» σε συγκινεί η εικόνα της ζωής στην Κύπρο του τότε, σε προσγειώνει η πικρή διαπίστωση, η σκληράδα της πραγματικότητας «το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε/τα μήλα έγιναν πέτρες» και πιο κάτω… «στην πόρτα της/τα ηχοπετάσματα/τώρα σκοτώνουν τα πουλιά/κι ένα ωραίο/ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας/», όπως στη σύγχρονη πραγματικότητα όλων μας. Λάτρεψα στο «πεζοτράγουδο της σιωπής» αυτό το παιχνίδι με τις μνήμες, αυτό τον καταιγισμό από εικόνες, οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, γευστικές, αυτή τη βαθιά αγάπη για «μια παλάμη πατρίδα/ένα πείσμα των αιώνων». Στο ποίημα «Σε δυο καθρέπτες» η εικόνα «Ήρθε η μάνα με το καλό της φόρεμα/φερμένο από το Λονδίνο…/, όπως οι μικρές μαντλέν του Μ. Προυστ («Αναζητώντας το χαμένο χρόνο») μου έφερε στο νου την πρώτη μου επαφή με την ποίηση της Φροσούλας
Κολοσιάτου: μία συλλογή των εκδόσεων Καστανιώτη, μία ανθολογία με τίτλο «τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα». Αυτή η συλλογή με βοήθησε να
ανακαλύψω την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά, είχε τον τίτλο «η Μάνα μου». Από το ποίημα αυτό, ένα υπέροχο
ξεχείλισμα αγάπης, έχω κρατήσει στη μνήμη μου το στίχο «και βγήκαμε στους κήπους της αγάπης της/να σημαδεύσουμε μαζί στρογγυλό το μέλλον». Αυτή η εικόνα της μάνας συναντά την εικόνα της άλλης μάνας, του βασανισμένου τό-
που, της Κύπρου. Εικόνες σε «δυο καθρέπτες», μία πικρή διαπίστωση «Αλλαξε ο καιρός…/».
Συμφιλίωση και ρήξη, στρογγύλεμα και αιχμές σαν την εικόνα των παλιών φινιστρινιών, σαν το «ν» που εμποδίζει τη γλώσσα να λειάνει τον ήχο, να κλείσει ο παράθυρο. Μια συλλογή μεστή. Προσεγμένη δουλειά των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Η λεπτομέρεια από τον πίνακα της Φραντσέσκας Μανούσου επιτυχημένη. Προσωπικά θα ήθελα αντί για τις γωνίες του τετραγώνου, τη λείανση των αιχμών, το στρογγύλεμα της έλλειψης, σαν τα παλιά φινιστρίνια. Αλλά είπαμε συμφιλίωση και ρήξη ακόμη και στο εξώφυλλο.

 

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)

 

ΜΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ

Η Φροσούλα Κολοσιάτου αν και σχετικά νέα, δεν είναι τωρινή ποιήτρια, ούτε προέκυψε από το
πουθενά. Την γνώρισα σε Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης στην τότε Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία
το 1983. Εκπροσωπούσε την Κύπρο κι εγώ την Ελλάδα. Έκτοτε το ποιητικό της ταλέντο μου αποκαλύπτει την ανοδική της πορεία. Μία πορεία σεμνή, διακριτική, χαμηλών τόνων, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Αυτό το προσόν, έκδηλο στην ποιητική της γραφή, από τη μία αντικατοπτρίζει τον ψυχισμό της και από την άλλη, σιγά-σιγά κερδίζει έδαφος. Έτσι, όλο και πιο έγκυροι και περισσότεροι κριτικοί και δημιουργοί αντιμετωπίζουν το έργο της θετικά.

Σ΄ αυτή την πρόσφατη πέμπτη συλλογή της, νόστος και λυρισμός, φαντασία και σουρεαλιστι-κές εικόνες με ιμπρεσιονιστική πολυχρωμία, συνθέτουν συνεχόμενα και άρτια σύνολα υψηλής αισθητικής, ενώ ο στοχασμός της βαθύς και εύστοχος, φέρει τη σφραγίδα διεργασιών και βιωμάτων.

<<Η μνήμη γράφεται/Στο νερό/ Όταν φυσήξει ο άνεμος/Όλοι θα σ΄ έχουν ξεχάσει …>>.
Και αλλού θα πει <<Μπρούντζινα σώματα/Από τον ήλιο και την αλμύρα/Εδώ αφήσαμε τα παιδικά μας όνειρα/Το καλοκαίρι η θάλασσα/ Η άνοιξη/Με κήπους ανθισμένες τριανταφυλλιές(……)>>.

Εδώ, ο στοχασμός βάθους δίνει τη θέση του στο νατουραλισμό επιφανείας, με τα χρώματα να οργιάζουν σιωπηρά συνθέτοντας τη συμφωνία της τοπιογραφίας, ρεκβιέμ ίσως για έναν κόσμο που χάνεται. Πράγμα εμφανές στους επόμενους στίχους του ίδιου ποιήματος.<<(…) Καινούργιος μύθος/Ράβει στη μηχανή/Η Ανέζα/Με χιλιάδες μαργαρίτες/Κατακίτρινα χωράφια/Κόκκινα/Μώβ/Πολύχρωμα/Κάθομαι/Μπροστά στο παράθυρο>>.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου ξέρει να αξιοποιεί το ταλέντο της, να δέχεται τα θετικά μηνύματα των καιρών και των ρευμάτων να τα μπολιάζει γόνιμα, με δημιουργικές παραμέτρους φανταστικών μεταπλάσεων ενός προσωπικού στύλ. Χωρίς μιμητισμό και κοινοτυπίες.

 

Σα να συνέβη, (2002)

 

ΤΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

1.

Η γραφή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει άρωμα πατρίδας και συνάμα οικουμενικό στίγμα.
Γνωρίζει από γυναικεία θέση και διαίσθηση, πως ο κόσμος δεν πλάστηκε ιδανικός. θα μπορούσε η θα όφειλε όμως να είναι πιο ανθρώπινος.

Το φάσμα της αδικίας, της φτώχειας, των πολέμων είναι κάτι που έρχεται και ξανάρχεται στην ποίησή της και αποδεικνύει πως πέρα από τις υπερβατικές προσεγγίσεις στο βάθος έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια που ζει με την επίγνωση της πραγματικότητας, που εκλογικεύει τους φόβους ,την αγωνία της για το αύριο και το μέλλον εν γένει μέσα σε ποιοτικούς στίχους. Η νοσταλγία της για το νησί των παιδικών ονείρων επανέρχεται στις τελευταίες σελίδες του του σαν εμμονή.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου στην τελευταία συλλογή της εμφανίζεται να ψάχνει τις λέξεις, να συγκεκριμενοποιεί το ακαθάριστο και το αφηρημένο μέσα από ανεπιτήδευτα σχήματα. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η αντισυμβατικότητα. Οι ποιητικές της επιλογές βασίζονται στην έμπνευση και στη ρήξη. Παραμένει αφοπλιστικά αληθινή, τωρινή και συνάμα μια ποιήτρια που ανήκει στο μέλλον.

Οι λέξεις είναι γι αυτήν το μαγικά εργαλείο με το οποίο επιχειρεί νοητικές εκρήξεις και υψιπετή άλματα. Γοητευτικές στη διάταξή τους, κατάσπαρτες μέσα στο ταξίδι που λέγεται γλώσσα, συνιστούν απολαυστικούς σταθμούς στην πνευματική μας περιδιάβαση.

 

2.

Εκεί που το δάκρυ αναβρύζει σαν πιστοποιητικό γνησιότητας, εκεί που η νοσταλγία γίνεται κόμπος και πνίγει σαν βρόγχος την παιδική μας άνοιξη, εκεί που η Κύπρος είναι πανταχού παρούσα και ταυτόχρονα τόσο απούσα, εκεί που η γλώσσα υφαίνει σαν από θαύμα τα μυστικά σκιρτήματα, τις τραγικές πιστοποιήσεις, τις επιπτώσεις των καιρών και το ανελέητο του χρόνου, εκεί βρίσκεται η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου. Υπέρκομψη κι όμως ανεπιτήδευτη σαν καθημερινή κουβέντα, τόσο καίρια ανατρεπτική, τόσο τραγικά σημερινή ώστε να αποτελεί το καινούργιο σώμα του μέλλοντος. Η γνώση του βαθύτερου και εσώτερου κόσμου, μαζί με μια πρωτοφανή αίσθηση της αρμονίας των λέξεων, αυθόρμητη μα ποτέ προβλέψιμη, είναι τα εύθραυστά της εργαλεία.
Ίσως η αποσπασματοποίηση, η παράθεση κάποιων μεμονομένων στίχων θα
αποδυνάμωνε την τελειότητα -θα τολμούσα να πω- του συνόλου που απλοϊκά
μεταφράζεται σε αγρούς μικρών θαυμάτων που τους φυσούν οι αγέρηδες της μνήμης. Στην ποιήτρια χρωστάμε αυτή τη συγκίνηση. Χρωστάμε γυρισμούς στα ανύποπτα τοπία της παιδικής μας ηλικίας και εφορμήσεις σε μέρη μελλοντικά.
Υποκλινόμαστε μπροστά σε μια τόσο μυστηριακή και ανελέητη εκφορά τέτοιων δυνατών αισθημάτων και εντυπώσεων, σ’ αυτό το μικρόκοσμο του πόνου και των αντιθέσεων, στην οδύνη του ανθρώπου για ό,τι οι ισχυροί της γης ερήμην μας ετοιμάζουν, σ ό,τι η ποίηση τελικά χτίζει, πύργους απόρθητους αλήθειας και ομορφιάς.

 

ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (1979)

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΩΑΝΝΟΥ

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ’74 ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

ΣΕΛ 72-75

Η κυπριακή σκέψη και κατ’ επέκταση η λογοτεχνία δεν ήταν δυνατό να αγνοήσουν τη μακρά ευρωπαϊκή παράδοση της αμφισβήτησης, του αγνωστικισμού, της αθεΐας. Προπαντός κατά την πρώιμή της περίοδο οπότε και σημαδεύεται από διεθνή ανατρεπτικά κινήματα που αμφισβητούν συνολικά τον αστικό-καπιταλιστικό τρόπο ζωής. Έτσι, οι καταπιεστικές και απρόσωπες ιεραρχίες με τις ισοπεδωτικές αξίες και μηχανισμούς τους δεν ενσαρκώνονται μόνο από κομματικά και ιδεολογικά σχήματα αλλά μεταφέρονται και στην θρησκευτική παράδοση και ιεραρχία:

ΑΤΙΤΛΟ
Σα γριά πόρνη στις εκκλησιές να εξιλεώνω
τις ενοχές περασμένων εποχών και τωρινών,
εγώ η Ηλέκτρα έβαζα τη Μαγδαληνή
ν’ ανάβει καντήλια στο σταυρωμένο Χριστό.
Εγώ η Μαγδαληνή προτιμούσα
να του χαϊδεύω τα γεννητικά όργανα.

Εσύ αυτοπροβάλλεσαι με το πέος- σου
μα εγώ θέλω να στο ζωγραφίσω
με τα πιο απαλά χρώματα.
Θέλω μ’ αυτό να σε κρατήσω μέσα στο αιδοίο μου
παθιασμένο σύμπαν
για να σε γράφω με τις ακτίνες του ήλιου
στον ουρανό και στους τοίχους της κάμαρης
που μας είδε να σμίγουμε αρμονικά, παράξενα
φως και σκοτάδι.

(Φρ. Κολοσιάτου, Κατοχική Εποχή, Εκδ. Διογένης Αθήνα 1979, σ. 41.)

Η τολμηρότητα του λεξιλογίου είναι πρωτόγνωρη για τα κυπριακά δεδομένα. Τόσο στο θρησκευτικό όσο και στο ερωτικό επίπεδο, η πρόκληση, η προκλητικότητα και η ανατρεπτικότητα του ύφους αποτελούν σταθμό για τον γυναικείο ποιητικό λόγο. Η γυναίκα ποιήτρια, απαλλαγμένη από απαγορεύσεις, από την καταπίεση και τα ταμπού
αιώνων, διεκδικεί την σεξουαλική, την ερωτική και την ηθική της απελευθέρωση. Κατονομάζει χωρίς σεμνοτυφία το πέος και το αιδοίο και διεκδικεί την παράταση της ερωτικής ηδονής (να σε κρατήσω μέσα στο αιδοίο μου). Σεξουαλικοποιεί την κατ’ εξοχήν θρησκευτική μορφή του Χριστιανισμού και εισέρχεται στις εκκλησιές ως πόρνη για να
εξιλεώσει τις διαχρονικές ενοχές προφανώς έναντι του έρωτα, ενώ η Μαγδαληνή, αντί ν’ ανάβει καντήλια στην εικόνα του εσταυρωμένου προτιμά να του χαϊδεύει τα σεξουαλικά όργανα. Η Κολοσιάτου εδώ ανατρέπει ολόκληρη την ηθική του χριστιανισμού και στην θέση της τοποθετεί με τον πιο προκλητικό τρόπο την σαρκική ηδονή και το δικαίωμα στη σεξουαλική απελευθέρωση συνδέοντας έτσι την κυπριακή κοινωνικοπολιτισμική ευαισθησία με τα διεθνή κινήματα που διεκδικούν τη σεξουαλική απελευθέρωση και το δικαίωμα στο έρωτα και στην ηδονή. Στο απόσπασμα που ακολουθεί συνεχίζει στην ίδια νραμμή:

ΖΩΓΡΑΦΙΑ!
Ο μέγας μαζοχιστής Χριστός
με μια υπερβάλλουσα χειρονομία
αναζητούσε μανιωδώς το σταυρό
την ώρα που ο σαδιστής πατέρας Θεός
χαμονελούσε.

(Φρ. Κολοσιάτου, Κατοχική εποχή, απόσπασμα, Εκδ. Διογένης, Αθήνα 1979, σ. 9.)

Σε άλλους καιρούς η Φροσούλα Κολοσιάτου ίσως να είχε κιόλας αφοριστεί. Στο πιο πάνω απόσπασμα, η ποιήτρια δεν δηλώνει πιστή ή άθεη. Εκείνο που αμφισβητείται δεν είναι η ίδια η πίστη στον θεό ή σε μια υπέρτατη δύναμη. Αμφισβητείται η συγκεκριμένη συμπεριφορά μορφών της θρησκείας έτσι όπως κωδικοποιήθηκε και διοχετεύθηκε από τη θρησκευτική παράδοση. Σύμφωνα με την ποιήτρια, ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας της συμπεριφοράς αυτής αντανακλάται και στην συμπεριφορά των ανθρώπων οι οποίος πιστεύοντας ότι έτσι επιτελούν το καθήκον τους, αποδέχονται παθητικά την αποστέρηση του δικαιώματος στη ζωή και στις εγκόσμιες ηδονές που εν τέλει αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της φύσης τους. Επικαιρικά μιλώντας, ας μην ξεχνούμε και τους υπαινιγμούς που πιθανόν να αναφέρονται στη σαδομαζοχιστική συμπεριφορά των Κυπρίων κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος αλλά και μετά: Οι υποτιθέμενοι εθνικόφρονες της Χούντας με λάβαρο τους τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, οργάνωσαν την ΕΟΚΑ Β’, έκαναν το πραξικόπημα στο όνομα της Ένωσης, που οδήγησε στην τουρκική εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου και επί του εδάφους στην υλοποίηση όχι της Ένωσης, αλλά της διχοτόμησης.
Στο απόσπασμα που ακολουθεί, η ιδεολογική σύγχυση, η ασυνέπεια μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, η ανακολουθία σε ατομικό, κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο θίγονται με ωμότητα και προκλητικότητα, μια προκλητικότητα καθαρά συνειδησιακή:

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Τρελαίνομαι
γιατί οι προδότες πιστεύουν,
οι φασίστες ενεργούν διαλεκτικά
κι οι Μαρξιστές ψάχνουν να βρουν
τον Αντι-Μαρξ.

(Φρ. Κολοσιάτου, Κατοχική εποχή, απόσπασμα, Εκδ. Διογένης, Αθήνα 1979,0.31.)

Οι στίχοι αυτοί, γραμμένοι πριν το 1985, εφαρμόζουν τέλεια στις ιδεολογικές ανακατατάξεις που έμελλαν να επέλθουν όχι μόνο στον κυπριακό χώρο αλλά προπαντός στον παγκόσμιο, ιδίως μετά την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην εξουσία και την κατάρρευση του λεγάμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Όμως ας εξετάσουμε λεπτομερώς ένα ολοκληρωμένο ποίημα της Φροσούλας Κολοσιάτου:

ΜΑΛΕΜΕ

Σε θυμήθηκα στο παράλογο πλάνο
να ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου
στις κυριακάτικες παρελάσεις.
Τώρα οι φίλοι μας απόχτησαν συνήθειες…
Παιδιά
βλέπαμε τους ξανθούς Άγγλους στο νησί μας
να παίρνουν το πρωινό τους πλάι στη θάλασσα.
Ήταν αγέλαστοι κι εμείς τρομάζαμε.
Τότε μια ριπή ανέμου
μας πήρε στο ταξίδι των καταιγίδων.
Αντικατοπτριστήκαμε στις λευκές επιφάνειες
και μεγαλώσαμε.
Στο μέσο κάπου του οχταώρου
αγαπηθήκαμε.

(Διαγωγή, Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1981, σ. 42.)

Από αισθητική άποψη, το ποίημα καταδεικνύει ένα γενικότερο χαρακτηριστικό της Γενιάς αυτής σε συνάρτηση με όσα διαπιστώσαμε προηγουμένως, δηλαδή την απελευθέρωση του ποιητικού λόγου. Πρόκειται για μια γραφή που δεν εντάσσεται, ούτε μερικώς ούτε ολοκληρωτικά, σε ένα οποιοδήποτε καλλιτεχνικό κίνημα ή σχολή, αλλά
κινείται ελεύθερα, από το ρεαλιστικό, στο συμβολικό ή στο απροσδόκητο στοιχείο. Η ελευθερία αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσφέρεται από τον συνδυασμό εικόνων της ατομικής μνήμης και ιστορίας της ποιήτριας. Πρόκειται για μια αναβίωση εμπειριών της παιδικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της οποίας παρελαύνουν, με τη μορφή κινηματογραφικών πλάνων, χωρίς χρονική συνέχεια και συνοχή. Η ανάπτυξη των στίχων παρουσιάζει ενδιαφέρον αφού, αρχίζοντας από μια προσωπική ανάμνηση, το πλαίσιο διευρύνεται στην συνέχεια καλύπτοντας ιστορικές και πολιτικές εμπειρίες της Κύπρου, για να ξεφύγει σε μια εντυπωσιακή χωροχρονική διεύρυνση που θα οδηγήσει σε ένα ανέλπιστο τέλος, στην ερωτική δήλωση. Οι εικόνες γενικά, χαρακτηρίζονται από μια «μεταφορική ακρίβεια» (ριπή ανέμου στ. 9) και υποστηρίζονται από το κοφτό και κάπως αυστηρό ύφος του αορίστου. Η χρήση του αορίστου είναι ιδιαίτερα έντονη και συμβάλλει στη γρήγορη εναλλαγή των εικόνων ακριβώς όπως συμβαίνει στον κινηματογράφο, προσδίδοντας παράλληλα, μια διάσταση τραχύτητας στις αισθήσεις που διοχετεύονται. Εξίσου ευθείς και ακριβείς είναι οι αντιθέσεις (στ. 8) ενώ το ζεύγμα των στίχων 4-5, έρχεται να ενισχύσει τα διαδοχικά κινηματογραφικά ξαφνιάσματα. Η γρήγορη εναλλαγή πλάνων και εικόνων καταργεί την αίσθηση του ιστορικού χρόνου με αποκορύφωμα τους στίχους 11-12 όπου τα ρήματα «αντικατοπτριστήκαμε» και «μεγαλώσαμε» επιδέχονται διάφορες ερμηνείες. Σε ρεαλιστικό επίπεδο το δεύτερο θα μπορούσε να αναφέρεται στις σκιές των σωμάτων πάνω στην παραλία. Σε συμβολικό επίπεδο όμως και στα πλαίσια που θέτει το υπόλοιπο ποίημα, ο αντικατοπτρισμός θα μπορούσε να αναφέρεται «στις λευκές επιφάνειες» της μνήμης. Το ρήμα «μεγαλώσαμε» στον αόριστο και ως αποτέλεσμα του αντικατοπτρισμού, θα μπορούσε τότε να παραπέμπει στην ενηλικίωση μέσα από τη συνειδητοποίηση της προσωπικής και κατ’ επέκταση της ιστορικής μνήμης του χώρου (στ. 6,7,8). Έτσι θα μπορούσε να ερμηνευθεί και το κλείσιμο του ποιήματος με τη δήλωση «αγαπηθήκαμε», μια δήλωση στεγνή και απογυμνωμένη. Και παραμένει το αίνιγμα: Για ποιο οχτάωρο μιλά η Κολοσιάτου; Για την κανονική χρονική μονάδα, μια μέρα στην παραλία, ή μήπως για ένα οχτάωρο που συμπυκνώνει μέσα του μερικές δεκαετίες προσωπικής και ιστορικής εμπειρίας;
Η προκλητικότητα, ο σαρκασμός, η απομυθοποίηση και συχνά ο
εκχυδαϊσμός παραδοσιακών συμβόλων και αξιών αποτελούν συνήθεις τεχνικές.

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s