Monthly Archives: Ιουνίου 2017

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

1-ΚΩΣΤΗΣ

 

Ο Κωστής Μοσκώφ γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1939 στη Θεσσαλονίκη, απ’ τον εκ Πόντου καπνέμπορο Ηρακλή Μοσκώφ και την εξ Ιταλίας Αμίνα Αριγκόνι. Οι σπουδές του στ’ αμερικανικά κολλέγια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και στην Ecole des Hautes Etudes της Σορβόνης θα συνοδευτούν απ’ τη συμμετοχή του στον χώρο της αριστερής διανόησης.
Διετέλεσε επί τρεις τετραετίες ο πλειοψηφών δημοτικός σύμβουλος και για ένα διάστημα (την άνοιξη του 1981) δήμαρχος Θεσσαλονίκης. Από το 1989 υπηρέτησε ως μορφωτικός σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στην Αίγυπτο. Με παρεμβάσεις του λειτούργησε ως μουσείο το σπίτι του ποιητή Κ. Π. Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, όπου και πραγματοποιούνταν επί επτά χρόνια το ετήσιο λογοτεχνικό συνέδριο για το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή. Εξάλλου, το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, του οποίου προΐστατο, πραγματοποίησε σειρά εκδόσεων (μεταφράσεις Ελλήνων λογοτεχνών στην αραβική γλώσσα, αλλά και αραβική ποίηση στα ελληνικά) και εκδηλώσεων με στόχο τη σύσφιγξη των σχέσεων των Ελλήνων με την κατά την προσφιλή του έκφραση «καθ’ ημάς Ανατολή». Αν και μαρξιστής θ’ αναζητήσει τον Ορθόδοξο λόγο, συγγράφοντας ιστορία, γεωγραφία, πολιτική ιδεολογία, κι εν τέλει λογοτεχνία.

Ως δημοτικός σύμβουλος, υποψήφιος βουλευτής Κ.Κ.Ε., δήμαρχος, σύμβουλος Υπουργείου Πολιτισμού, διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος πρεσβείας στην Αίγυπτο κι εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, ο Κωστής Μοσκώφ θα σφραγίσει την εποχή του.

Ιστορικός, ποιητής και δοκιμιογράφος έχει δημοσιεύσει σειρά εργασιών του σε περιοδικά και ημερήσιες εφημερίδες, ενώ έγραψε πλειάδα βιβλίων μεταξύ των οποίων «Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα» (1972), «Η κοινωνική συνείδηση στην ποίηση της Θεσσαλονίκης» (1978), «Εισαγωγικά στο κίνημα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα» (1978), «Η πράξη και η σιωπή – Τα όρια του έρωτα και της ιστορίας. Δοκίμια» (1983), «Για τον έρωτα και την επανάσταση – Ποιήματα» (1989). Το 1994 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» η επιλογή και μετάφραση που έκανε ο ίδιος σε έργα Αράβων ποιητών.
Πέθανε στις 27 Ιουνίου 1998.

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (1987)

 

Ενότητα Α’ Τα παλαιότερα

 

α’

«Σταμάτησε τούτη την Σιωπή
που ουρλιάζει»
πώς είμαστε Δύο.
Κουράστηκα χρόνους και χρόνους
να περπατώ στο ξέφωτο,
μόνος — ανάμεσα στο Έμενα
και στο Εμένα… 

***

Ο Λόγος πάγωσε,
μα Εσύ επιμένεις να γεννιέσαι,
Χρόνε, Σιωπή αυτών πού γίνηκαν,
και αυτών πού θα γίνουν,
και, ακόμα, αυτών που τώρα γίνονται,
— γρήγορα για να συντρίβουν…

«Γίνομαι Εσύ,
ψιθυρίζοντας τ’ όνομα Σου…»

***

Φώς παρόν και φως άδειο,
φως πέρα από την αγωνία,
φως πού ξέχασε την ελπίδα του,
«εσύ,
πού κατέχεις μιαν ελευθερία αρχαία»
και που από αυτήν κατέχεσαι,
ζώντας μέσα στον έρωτα που πηγάζει από την άβυσσο
στο κέντρο της Απουσίας,
φως πού κόβεις κάθετα τον Καιρό
και έτσι βλέπω τον Άλλο
και Τον αγάπησα… 

***

Ο χρόνος βρήκε πάλι το χρώμα της νιότης του,
ωχρός και γαλάζιος
αναβλύζει μέσα από το χάος
«χτες, ήμουν μια χώρα έρημη»,
κατοικημένη από τον θάνατο της,
σήμερα,
επληρώθη η γη πάσα της αγάπης σου
είμαι παρών σε όλα της κτίσεώς σου…

***

Σ’ αυτόν τον τόπο
ο άνεμος δεν κουράστηκε
τρεις χιλιάδες χρόνια
– η Ιστορία
τραυλίζει την ταυτότητά της
τα πράγματα
γίνονται πρόσωπα
– ματώνουν,
καθώς ενσαρκώνονται…
Σιωπή,
«Εσύ πού ψιθυρίζεις όλη νύκτα
μέσα μου την ροή σου»
—μυστικό αηδόνι μου—
δυό φορές και χίλιες
κελάρι
μιας αγάπης πεθαμένης…

***

Με ακούω
μες στην κοιλιά του χρόνου.
Υπάρχω
έγκλειστος στο μαύρο φως
χιλίων ετών μεσημεριού.
Είμαι
αυτός που θα γίνω
— Έννοια πού φυλάκισε το Διάχυτο
καταδικασμένη να είναι αιώνια…
***

Αυτό το είδωλο
θέλει να γίνει ζωή
αυτός ο χρόνος
πάσχει να γίνει Πράξη…
Πρέπει να διώξω τον Καιρό
πριν μιλήσει,
πρέπει να σταματήσω την Ιστορία
πριν γεννηθεί το Πρόσωπο
— έρημο μες στην μοναδικότητά του…

***

Τα βράχια αυτά, η θάλασσα,
φωτίζουν μυστικά την νεκρή ψυχή μας
είναι το σώμα μας που περιμένει να γεννηθεί
— διασχίζοντας τα έτη του φωτός
διασχίζοντας τις νύκτες του ανέμου
ζεσταίνοντας με το βλέμμα τους
αιώνες υπομονής τούς θεούς πού πέθαναν.
Ο έρωτας
που κάποτε κτίσαμε
έμεινε η μόνη μας μνήμη
ανάμεσα στο Τίποτα και στο πιο Τίποτα.

***

Πάλεψα με την παγωνιά του πλήθους,
όπως το αηδόνι
μυστικά ξεπέρασα την μνήμη μου,
λησμόνησα τί θα πει χτες
τί σήμερα, τί αύριο…
Μες στον ‘Ακίνητο
δύναμαι το Αιώνιο…

***

β’

«Ο έρωτας» είπες
«αυτός μόνο καρφώνει έξω απ’ τον Καιρό
την Μνήμη»
—- φτάνει στην Πάργα των τσιγγάνων,
φτάνει στην Παραμυθιά των ατίθασων
Τσάμηδων,
— φτάνει στους τσόγλανους του Σαββατόβραδου
στα Γιάννενα, στην λίμνη…
«Τα μάτια σου είναι δύο σύννεφα»
— δύο σύννεφα που δεν ξέρουν
πώς να γίνουνε βροχή…

***

Τον Νοέμβριο
«οι θεοί κρύβονται», είπες, «στον νου»,
περιμένοντας να τελειώσει ο Βαρδάρης
και συ
σαν αυτόν «που είχε φτιάξει καράβι το φεγγάρι»
περιμένεις να πέσει
«εκείνη η μισή βροχή πού ξεχάστηκε»…
Πετώ πάνω από την Ρούμελη,
πάνω από την Απουλία,
μαζί με την χώρα μου πεθάναν και οι Σεμνές,
κι ο Τειρεσίας, σαν τυφλός, είναι στον Άδη
— αμφίς πάντα και τίποτα,
μάντις του πουθενά και του ποτέ…
Κοιμάμαι μόνος, ξέρεις
είκοσι αιώνες τώρα,
στο παλιό διπλό μας κρεβάτι…

***

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Αλιάκμονα, τον σφοδρό Βαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.

***

Δεν έφταιξε ο Σαγγάριος,
δεν έφταιξε το Βίτσι,
εδώ και η λάσπη είναι όμορφη
στην πηγή της Αρτέμιδος
ανάμεσα στο γρασίδι
εκεί οπού όλα ανθίζουν
και τίποτα δεν καρπίζει ποτέ…
Ό,τι αδράξεις λοιπόν
έτσι σαν άνεμος
«ταξιδιώτης στην χώρα των σοφών»
και δεν κρατάς έχθρα για κανέναν,
«και υπέρμετρο ζήλο για τίποτα»…

***

Παράξενα λόγια των ερτζιανών κυμάτων,
χρησμοί παλιών θεών
που τώρα ξεχαστήκανε
και γίναν «οι ψυχές των παγκοσμίων τραγουδιών».
Τα χείλη σου, τα χείλη σου,
Ερμή παλιοτόμαρο,
πάνδημη Αφροδίτη
— να πουλάς κάτω από τον Παρθενώνα
τρεις χιλιάδες χρόνια το ‘ίδιο εμπόρευμα,
το βράδυ
να μένεις ακίνητος,
στην αγκαλιά των Γαλαξιών,
αφουγκραζόμενος την Σιωπή,
το κρυφό νόημά τους… 

***

στον Βάσια Τσοκόπουλο

Όταν γύρισα στους βράχους της ‘Ιθάκης
είχες ξεχάσει πια ν’ αγαπάς
— κι εγώ να τρώω, για σένα,
δέκα χρόνους παξιμάδι
το αλμυρό κρέας των βοδιών του Υπερίωνα.
Φύγαν τώρα, φύγαν και οι σύντροφοι
φύγαν κι οι δούλοι, δεν είχαμε πια να τους θρέψουμε
πρώτος μπάρκαρε σ’ ένα γκαζάδικο ό Έλπήνορας,
μετά, μέσα σε λίγες μέρες, και οι άλλοι.
Μείναμε μόνοι
εσύ, εγώ και ο Τηλέμαχος,
μισός πικραμύγδαλο, μισός αγόρι… 

***

Στίς Βασσές ο Απόλλωνας έστησε στον ναό του
κολόνες
τα χλωρά αγόρια της Αρκαδίας.
Τριάντα μουλάρια ανέβαιναν τον δρόμο της Ανδρίτσαινας
φορτωμένα τα πλούτη των Δεληγιανναίων
τις κόρες τους πεσκέσι στόν Μπραήμ Πασά
τις δούλες τους για την Τρούμπα και την Θεσσαλονίκη
Κουράστηκα να περπατώ μες στις χιλιετίες
παρέα με τον τραγοπόδαρο Πάνα…
Που είναι ο Κατσίμπαλης και που ο Καραγκιόζης;
ο Τσίρκας ξέχασε στην Σκύρο την Ούμ Μιχάλη,
και ο Λάρυ,
Labour βουλευτής,
φυλά τον βασιλιά…

 

γ’

Μνήμες παλιές πριν την Άλωση διαδρομή
απ’ το Δορύλαιο μετά την μάχη του
Μαντζικέρτ… Καλπάζω σιδερόφρακτος.
Μαζί μου ο καημός της Ρωμιοσύνης, χλομός
Γανυμήδης… Όπιο του χρόνου πού μόλις άνθισε
πορφυρό απ’ το αίμα σου υψίπεδο της Φρυγίας.
Φεύγει μαζί μου, χάνεται η καθ’ υμάς ‘Ανατολή…
Σαγγάριος. Στην τσέπη μου ή προκήρυξη της Πρώτης
Επαναστατικής Επιτροπής. Υψώσαν λάθος,
ξέρεις, άλλη κόκκινη σημαία στην Σμύρνη. 

 

δ’

Τμηθείση τμάται πόντος,
—η Ερυθρά Θάλασσα—
«κυματοφόρος ξηραίνεται βυθός»,
και Συ διαβαίνεις,
στους πάντες τα πάντα υποσχόμενος,
δούλων εκπλύναι Πάθη.
Συ, ,ο εν χερσί πνοή όλων
— εν μέσω της καμίνου
να λες, σ’ ‘Αγαπώ… 

 

ε’

«Είμαι αυτός που αγαπάω
και αυτός που αγαπάω
είναι εγώ»
– είπε ο Μανσούρ άλ Χαλάλ, και τον σταυρώσανε…
Περπατούσα στους δέκα γαλαξίες
ανάμεσα σε εμένα και σε Εμένα,
όταν με φώναξες «συ, εγώ»
— και ξάπλωσα στα πόδια σου επτά χιλιετίες…
Είμαι ο Γιαζί Άλ Μπισταμί,
ο Μαβλανά Τζαλλαλουντίν Ρουμί,
ο Ισαάκ της Νινεβή,
— είμαι χιλιάδες
από το Στάλινγκραντ και την Καισαριανή,
το Κουτλουμούσι, την Μακρόνησο,
την Μονή του Σταυρονικήτα
και τον τεκέ των Μπεκτασί δερβίσηδων
στις όχθες του Πηνειού, στο Χασάν Μπαμπά…

 

 

Από την ενότητα: Β’ Τα καινούρια

 

α’ Σχόλια στον Ezra

 

Η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

 

«a gap in nature
echo and light unto eternity…»
Shakespeare, Antony and Cleopatra

στην Μάγδα Κοτζιά

 

Έτσι
που μέθυσες τα κύματα και τους ανέμους
παντού όπου πατάς
σκορπάς τον χαλασμό
τί συγκυρίες ανατρέποντας, ιστορικούς συμβιβασμούς
μπερδεύοντας προτσές,
αναποδογυρίζοντας την Ανάγκη,
να ξενυχτάμε όλοι για Χάρη Σου,
πλάθοντας, απ’ τα όνειρά μας,
την καινούρια Ύλη,
τινάζοντας το Τώρα Είναι Μπρος,
— φτιάχνοντας από τον Παρατατικό τον Μελλούμενο,
από τα συντριμμένα μέλη μας τον Καθόλου…

***

Πας, χάθηκες, ξέχασα πώς σε λένε,
Εσένα που μπρος σου τρεις χιλιάδες χρόνια γονάτιζα
και μου ήσουν πιο ακριβή απ’ τις Νύμφες
πιο ακριβή από τους Σάτυρους
— Δέσποινα, Μάγδα, Ιοφορφάτη —
και είχα μαζί μου τον Αλέξη,
τον Φώτη, και κείνον τον Κοσμαρά, τον λοχαγό
τσόλια όλους
τσανάκια σου να μας μεταχειρίζεσαι…
Και ωστόσο
— ακούω ακόμα την καρδιά μας
για σένα να κτυπάει
— μυρίζω το άρωμά σου
ν’ ανεβαίνει ψηλά, καπνός απ’ τα καμένα φύλλα
του φθινόπωρου.

***

Το δέντρο αυτό, η Μάγδα,
φύτρωσε μέσα μας από κτίσεως κόσμου,
και Συ, πρωί και βράδυ, μπρος της στα γόνατα..
Την άρπαξα πάλι γερά με τον θεό Πάνα
στην ντισκοτέκ, στα στεγνά Λαγγάδια,
και ο Παυσανίας μουγκός, να μην λέει τίποτα…
Και φέτος θ’ ανθίσουν οι μηλιές
και φέτος θα κολυμπούν στα πόδια σου τα
πικραμύγδαλα αγόρια
— τσογλάνια του Λαρισαϊκού
κόρες παχιές στο χρώμα τού αλάβαστρου,
Πόντιοι της Κατερίνης,
καπεταναίοι του Ολύμπου, χλωροί στα τρεις χιλιάδες
επτακόσια τους.

***

Τα δελφίνια πήραν από πίσω το φεγγάρι
τραγουδούν πάνω στις κορφές των καταρτιών
— αύριο
θα πάω να βρω την ματιά σου
εκεί που την άφησα
στο ακρογιάλι…

«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα»,
η οψη σου σαν της Εκάτης χλομή,
να γυρεύω ολονυκτίς τα χείλη σου
και συ τον γιασεμί Έρμη…

Έρχεται, έρχεται η Διώνη
με το τσιτάκι της ν’ ανεμίζει στον Βαρδάρη
έρχεται, έρχεται ο Άδωνις
με φουσκωμένο το μπλουτζίν
με ανοικτό το μπλε πουκαμισάκι…
Πηδά χαρούμενη, σκοινάκι, η ψυχή της Τσιμισκή…

***

στον καπετάν Αποστόλη Σαρίδη

Τί κέρδισα είκοσι χρόνους τσανάκι του Οδυσσέα;
αυτός να πλαγιάζει με τις θεές
και εγώ να τρώω τ’ αλμυρό κρέας
— Ελπήνωρ πάντα
δίχως να μάθω να ερωτεύομαι
Ελπήνωρ, κάτοικος έτσι της Σιωπής…
«Πήξτε τ’ επί τύμβω ερέτμον»
το κουπί που στην ζωή κρατούσα όπλο μου
λάμνοντας στην γαλάζια έρημο του Ιονίου
«ανδρός δυστηνοίο» — έτσι που με οικτίρει αυτός ο Όμηρος!
Και όμως φάνηκε ποιος ήμουν
πολεμώντας στα περίχωρα τής Κυρήνειας…
— «άνθρωπος αδύναμος γι’ αυτό και γνήσιος…»

 

Ο ΕΛΠΗΝΩΡ ΤΗΣ ΛΙΑΡΙΓΚΟΒΑΣ

Αυτός ο έφηβος μες στο σβησμένο του μπλουτζίν
λες να ’ναι ο χαμένος μας Ελπήνωρ;
Λες ο Ελπήνωρ να μάς ήρθε πίσω
θρεμμένος απ’ τις παχυλές γοργόνες
και τον νόστο των πικραμύγδαλων αγοριών;
Λες να ’ναι ο χαμένος μας Ελπήνωρ
που προσπαθεί καθημερινά
εκείνη την αργοπορημένη Επανάσταση,
— ωχρός απ’ τον έρωτα ως το πρωί
κλείνοντας μες στα νιάτα του
τους σπόρους όλων των δυνατοτήτων
χαμογελώντας
καθώς αποσαρθρώνει
τον ’Ακίνητο…

***

στον Δημήτρη Κακουλίδη

Ο θειος Γιώργος ήτανε Σμυρνιός,
κουβαλούσε μες στο βλέμμα του
σταφίδες, αμύγδαλα και σύκα
— περπάτησε στον Σαγγάριο,
πολέμησε στο Βίτσι,
πίστευε ωστόσο πάντοτε
στην εκατόφυλλη άνοιξη…
Ό κύριος Τόμας —T.S.— από το Σαιν Λούη,
μάς έφερνε αρχαία βιβλία και φυλακτά·
τις νύκτες με φεγγαρόφωτο
έψελνε τροπάρια στην Κυρά της Λήθης
μάς μιλούσε συχνά, ακόμα,
για τούς τρεις παντελεήμονες πάνθηρες.
Ο γέρο Έζρα,
έχοντας ζήσει τρεις χιλιάδες χρόνια
παρέα με τον τραγοπόδαρο Πάνα
παγανός, μην πιστεύοντας τίποτα,
μάς έφερνε καλό κρασί και την Σιωπή…

 

β’

Σχόλια στον Σαλβατόρε Κουαζίμοντο

 

στη Νίκη της Λευκωσίας

Νύχτα — γαλήνιες σκιές
μ’ αδράχνει ο σφοδρός Βαρδάρης
όταν με κοιτάς…
Είμαι ένα βουνό, γυμνό,
«λιβάδια που περιμένουν»
να τα βοσκήσουν οι αιώνες…
Ζήτησα μια ζωή
«καμωμένη από ουρανούς και περιβόλια»
μα Εσύ
με σκάβεις…

***

στον Σάκη Χατζηζαμάνη

Λόφοι γυμνοί ωχρής βραδιάς σελήνης
την ώρα που ξυπνούν οι πρόγονοι
στο θρόισμα του ανέμου…
«Ο λαός μου κρατάει μαχαίρια που καιν»
η ζωή του έχει γίνει στάχτη
από τα χρόνια του Ομήρου
— «γυναίκες που ουρλιάζουν πασχίζοντας
να πουν τα λόγια του έρωτα»
άντρες που πολεμούν
πειθόμενοι στα ρήματα θεών
ή των δαιμόνων..
«Κλαίμε στα πανηγύρια γύρω από αρχαίους στοχασμούς…
Άφησα τους συντρόφους άταφους
πηκτός άνεμος σκεπάζει τώρα το κορμί τους
έμεινα μόνος
ολόκληρος για να σε σκέφτομαι…»
Κατεβαίνω τις στενές κοιλάδες του Γράμμου
— βιάζομαι
να σκεπάσω
με το πανωφόρι του Έρωτα
την άρρωστή μας Επανάσταση…

 

γ’

 

Τα Μυστικά του Βάλτου

Και να ‘ρχεται η στιγμή και να πίνουμε
και να πίνουμε, να καίμε τα σύνορα των
σωμάτων μας. Και Συ γρήγορα να νυστάζεις,
να τραβάς στο ήσυχο κρεβάτι σου.
Και να κοχλάζω εγώ, να σπάω σίδερα να
ανοίγω τις φλέβες μου.Αξιός πριν τον
δαμάσουν τα φράγματα, να σκεπάζω το
Ρουμλούκι -να πνίγω όλα όλα τα Μυστικά
του Βάλτου…

 

δ΄

 

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΏΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ

 

Ψάχνω να βρω
«πού περπατά το σώμα μου»
μέσα σ’ αυτό το μέλλον
«οπού ο σπόρος σάπισε»
και όλα είναι ξερά…

Στις άγριες πόλεις του Νότου
τα όνειρα γίναν στάκτη
και τα βουνά του Βορρά
κρυφτήκαν στην άβυσσο…
Ποιος είναι αυτός που με φωνάζει
— δεν ξέρει ακόμα
πώς στέρεψε το γάργαρο νερό;
Χίλιες Γιαμάχες τρέχουν
πάνω στα σεντόνια σου
οί λέξεις σπαράζουν
— «σκοτωμένο αίμα»,
τα πράγματα ξέχασαν
πώς να βρουν το σχήμα τους
το Α και το Β και πάλι το A
και Εσύ…

***

έσχισε τα ποιήματα του, γιατί, λέει,
ήθελε ή ζωή του να είναι το ποίημα

στον Στρατή Ζαχαριάδη

Μου στέρησαν τις «ένοπλες ματιές σου»
και ο κόσμος έμεινε άδειος
σαν καφενείο του φθινόπωρου
μόνο «η βροχή παίζει χαμηλότονα»
«το μελαγχολικό της πιάνο»
Δέν θά υπάρξει, είπες, Έλεος…

***

ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΙΑ ΨΗΓΜΑΤΑ

Με τον έρωτα για χάρη σου παίζω γροθιές
«ως δη προς Ερωτι πυκταλιζω»
«πανδοσιη, πολυμνηε, λεωφόρε»,
και πιο πολύ
«μηλινοκηπε…»
«Εγω δε μεθυων
μναμα του σώματος σου αρεταν»
στην μνήμη των αρετών του σώματός σου.

Ψυχής μου βαθύ χάραγμα
γράψε μου γρήγορα
«κατα φλογος τακησω»
— σαν φλόγα καίομαι από την αγάπη σου.

 

ε’

Χαρτοπετσέτες ανάμεσα μας
ν’ απορροφήσουν τα λόγια που δεν λέμε·
γνωσηποσηκαιβρώσησου…
Παίζω χοντρό παιγνίδι ξέρεις και πες μου
αν είσαι…
Πόσο μετριέται πόσο τό χιλιόμετρο
ταξί στον Άδη;
Πυρίκαυστο το δάσος χτες
τρις χαρακίρι
και ραντεβού στο Σύνταγμα
— μπάμ η Αθήνα να εκρήγνυται!
Έτσι,
και ούτε να ξέρω το γιατί σ’ αγάπησα,
αυτό το αλισβερίσι που θα πάει…
Είσαι εικόνα Του
ή το παιδί του Τίποτα
— ο μαύρος άγγελος της τελικής Σιωπής;

 

 

Για τον Έρωτα και την Επανάσταση (1989)

 

1

Ποιοι βγήκαν των Βαΐων
να με δεχτούν;
Ποιοι με άλειφαν μύρο τη ματιά τους
τις παραμονές των Αγίων;
Ριπές οι μνήμες — χαρακιές
και το μπλουτζίν αγριεμένο..

Αυτό το μήνα η πανσέληνος
είναι τυφλή·
στον τόπο μου ξένος
ούτε ’Αφέντης ο Θεός
ούτε ο Αγαπημένος…

«Λεμονάκι, λεμονάκι μυρωδάτο…»

Ποιος λοιπόν θα βάλει
τα παιδιά να κοιμηθούν;
Ποιος θα πυκνώσει τα όνειρα;
Η ποίηση,
Πράξη
καιρών
λυπημένων…
Βάζω στις λέξεις πυρκαγιά
να φωτίσω το σκοτάδι μου…

***

«Περίμενες
τους φανοστάτες
να ανάψουν».
Και κάποιον, τέλος,
«τοις κείνων ρήμασι πειθόμεναν»
«με ένα πουκάμισο καλοπλυμένο»
να περάσει
οδεύοντας
για το ικρίωμα…
«Όμως κανείς δεν πέρασε»
-— οι φανοστάτες δεν άναψαν
η πόλη δεν είχε κτιστεί
και Εσύ
δεν είχες ποτέ αγαπήσει…

***

Πέρασαν εκατό χρόνια μοναξιάς
να σ αγαπάω’
Γέρασα τώρα,
δε σκύβω στο πηγάδι,
μην αντικρίσω τον Καιρό…
Έβαλα
το μαχαίρι
στη θήκη του
τίποτα πια δεν περιμένω

***

Που ξέρεις,
μπορεί ό θάνατος και να νικήσει·
το Καράβι μας
αραγμένο αιώνες τώρα στο λιμάνι
—μέσα στην ιστορία νεκρό—
να σαπίσει,
φορτωμένο τόση μοναξιά…

Ίσως ωστόσο,
και αν πεθάνεις,
κάποτε να γεννηθείς πάλι,
μην αντέχοντας στη Σιωπή…

Βλέπω
τις νύχτες
το ίδιο αστέρι,
πού μέσα στο Έρεβος
μας φώτιζε…

***

Τά δέοντα τελέστηκαν λαμπρά,
κηδείες, μνημόσυνα,
γιορτές για την πρώτη χιλιετηρίδα,
και άλλες γιορτές
για τη δεύτερη…

Περίμενα αυτός ο θάνατος
να μάς ενώσει
— όμως εσύ δε φάνηκες·
ή Άβυσσο βυθίστηκε
είκοσι αιώνες ακόμα,
μέσα στην ’Απουσία…

***

Μου έλειψε ο αχνιστός καφές σου
από το όρος Χορτιάτη
αγναντεύω,
—σε ποιά γη κρύφτηκες,
Δίχως εσένα όλα Άβυσσος…
Θα βλαστήσεις πάλι, άραγε,
την άνοιξη τούτη;

***

Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα·
τρόμαξες·
έμεινες μόνη στη σκοτεινή όχθη·
— και εγώ
σε περιμένω από την εποχή του χαλκού.

Ποιος σήκωσε τα κύματα
καί τούς ανέμους;
Ποιος γέννησε την ιστορία
δίχως πρόσωπο;
Ποιος σε έριξε
ακόμα ζωντανή μες στους νεκρούς;

Έχω ανάψει την πυρά
να ζεστάνω
τον κόσμο όλο
με την αγάπη μας.

Πότε θα έρθεις;

***

Κάτω από τη σελήνη
κοιμάται ωχρή
ή ’Επανάσταση…
Ο θόρυβος του δήμου κόπασε,
οίκαδε, οίκαδε οδεύει
τώρα
η ιστορία…
Μήπως δεν έρθεις —το πρωί—
ηγεμόνας
ο ήλιος;

***

«…το καράβι τοϋ Έρωτα
συντρίφτηκε ατά βράχια
της καθημερινότητας…»
ΒΛ. ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΥ

Μέσα στη σπηλιά του νεκρού Έρωτα
ΕΙΣΑΙ…
Ποιος θα μαζέψει τα συντρίμμια,
ποιος θα ετοιμάσει την πυρά
για να πυρποληθούμε;
Είμαι ακόμα μες στους ζωντανούς
τρεις χιλιάδες χρόνους
μετά την ’Απουσία…
Ποιος ουρλιάζει ότι ο Έρωτας
καρφώνει τον Καιρό στη Μνήμη;

***

στον καπετάν Αποστόλη Σαρίδη
που πυρπολήθηκε με το καράβι του
στη ρότα του Σεβάχ,,.

Πώς να κοιμάσαι ήσυχος
σε αυτή την όχθη;
—- Πρέπει να διαβείς τον ποταμό…
Σε περιμένει
όρθιος
πάνω στο καράβι του
ό θάνατος…
Σε περιμένει
Εκείνος,
ο γνήσιος,
ο Αδύναμος,
Αυτός που τόλμησε,
Αυτός που δεν τόλμησε,
η μυστική χοάνη·
— ο Αποστολής…

***

«Ποιος θα βρεθεί να κλάψει;»
Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, «Προχτές»

Αρχαίες φωνές πηγάζουν μέσα μου·
η Επανάσταση
κοιμάται
στα ανάπηρα σκέλη του χρόνου…
«Ποιος θα βρεθεί να κλάψει»
Το ταξίδι τέλειωσε,
το ταξίδι ποτέ δεν έγινε·
όλα από καιρό έχουν σιγήσει…
Είμαι μία σχισμένη ταυτότητα
κομματική
— ο έρωτας ανύπαρκτος
Σιωπή ή ιστορία…

***

Έδυσε
και η πανσέληνος
του Μάη…
Έμεινα μόνος,
στη σκοτεινή πλευρά
Εγώ και το βλέμμα Σου…
Σε ποιά χοάνη μυστική,
σε ποιο θάνατο
να Σε γυρέψω;
Ξέρεις,
δε φοβήθηκα ποτέ
την πυρκαγιά…
***

«Μα εσύ βέβαια σκοτώθηκες νωρίς»
’Άλλοι όμως επέζησαν
συγκατοικούμε χρόνια
— μαζί όσοι πάθαν και μάθαν
και όσοι
δεν πάθαν και δε μάθαν…
Η Επανάσταση
κρύφτηκε
Μέσα στην Άβυσσο
επέλεξα
να πορευτώ
ευθυτενής…

 

2

ΠΥΡΠΟΛΟΥΜΑΙ

Σε ποιάν ’Άβυσσο, σε ποιά χοάνη μυστική να ψάξουμε
να βρούμε τον Έρωτα πού τον οδηγήσαμε στο θάνατο,
για να μη μάς πυρπολήσει;
Και γιατί τελικά να μη μάς πυρπολήσει; Στην
Πράξη του λαού μας μες στον Καιρό, στη ζωντανή
διαχρονική μας παράδοση, όπως εκφράζεται στο Λόγο,
το κέντρο της ζωής, η «θεότητα», με τη θεολογική
συμβολική αυτής της παράδοσης, είναι η πυρπολούσα
το Εγώ μας αγάπη, η «καύση καρδίας», ο «μανικός
Έρωτας». Ευσεβιστές ωστόσο, ολοένα μέσα στη
μεταπρατική, εξαρτημένη κοινωνία μας πιο δυτικότροποι,
επιζητούμε στη ζωή τη μερικότητα, τα επί μέρους
προϊόντα της, όχι την ίδια την ουσία, της, την πιο
βαθιά της υπόσταση: ζητάμε τον πλούτο ή την επιτυχία,
απολησμονώντας πώς ο βασικός πλούτος είναι ο
μανικός Έρωτας, η πυρπόλησή μας για τον Άλλο,
ενσαρκωμένο στο κάθε Εσύ που αγαπάμε, προοίμιο
αναγκαίο για την πυρπόλησή μας για την ανθρωπότητα
ολόκληρη — το Όλο Σώμα μας…
Όπως λέει ό σύγχρονός μας Περουβιανός Αγιορείτης,
ο Συμεών Γρηγοριάτης — τα νυν Σταύρονικητιανός:
«…Νά μη χρησιμοποιείς την Πράξη ως λίπασμα,
για να καρπίσει ένας κόσμος αλλοτριωμένος,
αλλά να τη χρησιμοποιούμε για να ανατινάξει αυτό τον
αλλοτριωμένο κόσμο».
Μετουσιώνοντας τον κόσμο, από ύλη διασκορπισμένη,
ύλη απρόσωπη, ύλη διάχυτη, σε ενσαρκωμένο
Εσύ, απτό πρόσωπο του Καθόλου, ενσαρκωμένο πρόσωπο,
μέσα στο Όλο Σώμα μας, του Έρωτα, ενσαρκωμένο
πρόσωπο της ’Αγάπης, μόνου καταφατικού ορισμού
στην Ορθόδοξη παράδοση, για το επίκεντρο της
ζωής, το «Θεό»…
Ο Έρωτας, καύση καρδίας, πυρπολεί, διαρρηγνύει
το δερμάτινο χιτώνα του Εγώ μας, καταλύει τη μοναξιά
μας, τη βίωσή μας ως μοναχικά εμπορεύματα. Ό
Έρωτας διανοίγει το δρόμο στο Εγώ μας να καταλύσει
αυτή τη μοναξιά του, να βρει την ολοκλήρωσή του, την
πληρότητά του στο Όλο Σώμα μας, το «Εμείς»…
Ανοίγει το δρόμο, μέσα από την ενσάρκωση, τη
συγκεκριμενοποίηση του ’Έρωτα στη πρόσωπο που αγαπάμε,
στο «Εσύ», να διατρήσουμε το δερμάτινο χιτώνα
του Εγώ μας και να συναντήσουμε το συλλογικό
εαυτό μας.
Ωστόσο, μήπως αυτό το «Εσύ» κινδυνεύει να
γίνει αυτοσκοπός, κινδυνεύει νι γίνει «είδωλο», μήπως ο
’Έρωτας από ενοποιός του Εγώ μας με την ολότητα,
το συλλογικό σώμα μας, το Εμείς, κινδυνεύει, αντίθετα,
να γίνει το πάθος που μας χωρίζει, πού δια-βάλλει
από τον Όλο Άλλο; Μήπως αυτή η συγκεκριμενοποίηση
του Έρωτα, αναγκαίο στάδιο για να διατρήσουμε
το δερμάτινο χιτώνα μας και να βρούμε των ολότητα
του σώματός μας, μπορεί ωστόσο αντί θεϊκό, ενοποιό,
να τον αλλοτριώσει σε δια-βολικό, «δαίμονα πορνείας»,
όπως λέει η ασκητική εκφορά της παράδοσής μας,
Έρωτα που δε σε ενώνει αλλά σε χωρίζει -—για μια
προνομιακή διασύνδεση με κάποιο επί μέρους Έσύ- από
τον Όλο ’Άλλο;

 

3

ΕΝΝΕΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ

Η ψυχή
μάταια ανοιγοκλείνει
τα φτερά της·
ο ποιητής θρυμματισμένος
«σπασμένο κανάτι»

***

«Πάνω νερά»
που διάλεξες να λάμνεις·
τώρα,
σε τούτο τον καιρό,
βλέπω
το Τίποτα
του Πάντα…

***

Γδύσου το πουκάμισο των άστρων
φόρεσε το θνητό δέρμα σου
να σε πλαγιάσω…

***
Η σελήνη περίμενε μάταια ως το πρωί
λουσμένη στο πατσουλί
του έρωτα σου…

***

Γνώρισες το Καθόλου,
έμαθες τα «ναρκωτικά σεντόνια» του…

Ο καιρός,
Εσύ,
χλοερό μου λιβάδι…

***

Ο θόλος μαύρος
από το πολύ σου φως
0 θάνατος
«αναστάσιμη οδύνη»…

***

Το φως, και αυτό μελλοθάνατο,
ωστόσο,
ακόμα σπαράζει…

***

Ξάφνου η ελπίδα
χορτάρι χλωρό·
μην τη θερίσει.
το δρεπάνι.

***

Η φλόγα
τώρα
«δροσερή πικροδάφνη».
Εγώ, όμως, καίγομαι
— με πυρπολείς μες στον Καιρό…

 

4

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΑΦΕΝΤΗ

Χαράχτηκες βαθιά στην ύλη μου
εκεί, στο Σπήλαιο,
ανάμεσα στο Κάστρο και στο Καράβι.
Δεν μπόρεσες να μείνεις,
δεν τόλμησες.
Και Εγώ
μοίρασα το σώμα μου
αντίδωρο
στα σκυλιά…

Ωστόσο τις νύχτες στα όνειρα,
αιώνες τώρα,
πάντοτε έρχεσαι…

Ποθώ πάλι να σαρκωθείς, Πατέρα,
να αγγίξω το πέλμα Σου
– το χώμα, απ’ όπου Εσύ, το Φώς,
έχεις βλαστήσει…

3.1.57-26.6.88

***

« Όχι δεν είμαι πια Εσύ. Το σώμα Μου δεν είναι πια
το σώμα Σου. Ό ’Έρωτας Σου», είπες, «σφοδρός, με
κατέλυσε, δεν αντέχω, ξέρεις, τα Μεγάλα…»
Και με άφησες, έτσι, να πλέω μόνος μες στη
συμπαντική Σιωπή. Και να ουρλιάζω πως μανικά ως
τα έσχατα σας αγάπησα. Και να θέλω να γίνω το κάθε
Εσύ…
Ότι κανείς δεν άντεξε το πυρ της αγάπης μου.
Και τρομαγμένος όλος ο κόσμος κρύφτηκε μέσα στο
δερμάτινο χιτώνα του. Και ο Καθόλου έγινε έτσι, δίνοντας
τέλος στην Ιστορία, πάλι ο Θάνατος. Το Τίποτα
ή το πιο Τίποτα…

Άφησε με να αγγίξω το δέρμα Σου Άφησέ με να φιλήσω
το πέλμα Σου. Εκεί απ’ όπου το Όλο Σώμα σου
έχει βλαστήσει. Και δέχομαι, υπόσχομαι σου λέω, να
βγάλω τα μάτια μου, να μην πυρπολώ έτσι πια τίποτα
με τη ματιά μου…

23 Αυγούστου 1988
—από τηλεφώνου—

 

5

ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

 

«δε θα σε ξεχάσω ποτέ
Ιερουσαλήμ…»
(Υ. AMICAI — «Love Poems»)

Η πυρά σου
δυο χιλιάδες χρόνια τώρα
δεν έσβησε
—όμως, ξέρεις, δε βγάζει πια καπνό…

Σου έδωσα την Ποίηση,
όλα τα αντίδωρα της ζωής
—και του θανάτου.
Σου έδειξα τις επτά αβύσσους, μέσα μου,
και τις άλλες επτά, έκτος μου.
Και Εσύ μου έδειξες το περίπτερο
απ’ όπου αγοράζεις τα αντισυλληπτικά…

Υπάρχουν έρωτες που δε γνωρίζουν
τους τρόπους του θανάτου.
Πεισμώνουν, εμμένουν, δε σήπονται
διασχίζουν τούς αιώνες
—γίνονται ό Θεός
μέσα από τον πολύ πόνο Τους…

 

 

«ένα αρχαίο κλάμα
μας ενώνει…»
(Y. AMICAI — «Love Poems»)

Το χέρι σου μελετούσε όλη νύχτα
χειρονομίες που δεν τόλμησες
«από ένα τριμμένο εγχειρίδιο», ερώτων…

Η σελήνη μάς έδειξε και τα επτά της πρόσωπα∙
— με ποιο, άραγε, πάλι θα με αγαπήσεις;

Είχαμε περισσότερο απ’ όλα τα όνειρα∙
τώρα
πρέπει να αποδώσουμε δικαιοσύνη,
στοιβάζοντας
Πράξεις βαριές…

 

6

Αιώνες υπομονής
αιώνες επιμονής
— το δειλινό σκέπασε
τον κόσμο,
«ματωμένο σεντόνι…»
Τί θα παίξουμε
σήμερα
Καραγκιόζη;

 

 

ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ ή ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ; (1985)

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η φαντασία και το όνειρο – η επαναστατική και καθημερινή τόλμη, να τι λείπει ακόμα από το κίνημα μας, πιστοποιεί ο Βλαντιμίρ Λένιν στις τελευταίες σελίδες του. Τι να κάνουμε, που γιορτάζει φέτος τα 80 χρόνια της συγγραφής του. Να βάλουμε στην επαναστατική πρακτική την ποίηση και την αισθητική,
ζητά λίγα χρόνια αργότερα ο Μαξίμ Γκόρκυ. Και ο Μαγιακόφσκυ -επεξεργάζεται αισθητικά- σκηνοθετεί μαζί με τον Αϊζενστάιν στην Κόκκινη Πλατεία τις μεγάλες διαδηλώσεις της σοβιετικής εποχής.
Όλοι καλοδέχονται σήμερα τις γιορτές της προοδευτικής νεολαίας, στα πολλά της πρόσωπα, που ανθίζουν στην αθηναϊκή περιφέρεια, στη Θεσσαλονίκη και στην επαρχία αυτές τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου. Πόσο όμως λείπει ακόμα από αυτές τις όμορφες στιγμές η αισθητική επεξεργασία, το όνειρο, η πρωτοποριακή φαντασία, η αισθητική έκπληξη που ζήτησε ο Λένιν, ο Γκόρκυ και που πραγματοποίησαν ωστόσο οι καλλιτέχνες της μεγάλης δεκαετίας που δέσανε την ποίηση με την επανάσταση;
Πόσο χρειάζεται λοιπόν ακόμα να παλέψουμε για να καταλυθεί ο λαϊκισμός, η μικροαστική αναπαραγωγή της αισθητικής του κατεστημένου από τη ζωή μας, που μαστίζει όχι μόνο τη συντήρηση αλλά πολύ συχνά και μεγάλο μέρος του προοδευτικού χώρου;

 

 

Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ..

Φασισμός δεν είναι μόνο η ανοικτή δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου, που με τη δυνατότητα υπερεκμετάλλευσης των εργατών δίνει τη δυνατότητα παροχών -και έτσι στήριξής της- και στα μικροαστικά στρώματα χωριού και πόλης…
Φασισμός είναι και η καθημερινή πρακτική της αυταρχικής
συμπεριφοράς του Εγώ ως προς τον Άλλο, αυταρχικής συμπεριφοράς που βασίζεται στην υπερεκμετάλλευση της αδυναμίας του πλησίον του ‘Αλλου – του γονιού προς το παιδί αλλά και του παιδιού προς το γονιό, του άνδρα προς τη γυναίκα αλλά και της γυναίκας προς τον άνδρα, του καθημερινού δίπλα μας πιο καπάτσου, πιο ξυπνού, πιο αδίστακτου, που εκμεταλλεύεται την
αγαθότητα ή τη λογική του Άλλου. Φασισμός είναι η μονοδιάσταση και εμπαθής χρήση του Λόγου του Άλλου, είναι να είσαι αδίστακτος τη στιγμή που είσαι ο δυνατός, να συντρίβεις δίχως αγάπη τον Άλλο όταν δεν μπορεί να αμυνθεί ή δε θέλει… Και φασισμός είναι η εκμετάλλευση της πιο ανθρώπινης αδυναμίας – η εκμετάλλευση του απελπισμένα, παραδομένα, ερωτευμένου
Άλλου…

 

 

Η σάρκα σου όλη (1998)

 

Η ΣΑΡΚΑ ΣΟΥ ΟΛΗ

Το ταξίδι φαίνεται πως τελείωσε. Το καράβι μας πλέει τώρα στη Χοάνη Σου. Αιδοίο της Οικουμένης, Μήτρα του Καθόλου. Τα κύτταρά Σου ωστόσο κοχλάζουνε, αρνούνται να υποταγούν στις εντολές του Ενός — Εκείνου του Ολόκληρου. Αρνούνται να αποδεχτούν το τέλος του ταξιδιού: «Αδύνατο να αποσυντεθώ τόσο που σε αγάπησα», είπες…
Ανεβαίνω στο ανάντι του Μεγάλου Ποταμού, αντίστροφα στις αρτηρίες Σου. Οι ποταμοί, κάθε ροή, μεταμορφώνονται στο αντίθετό τους. Αδειάζουν τα ύδατα των ωκεανών. Μες στην αγκάλη σου γίνονται το νυν, το μέλλον και το παρελθόν. Οι ποταμοί, το παγκόσμιο αίμα Σου, χάνονται. Οι τόποι χάνονται για να φανερωθούν τώρα ως χρόνος. Μεταλλάσσεται ο χώρος σε Καιρό. Και ο Καιρός στο Μηδέν. Στο πιο Τίποτα από το Τίποτα κάθε απόλυτου. Ο Λόγος έγινε χρόνος. Ο Χώρος έγινε Καιρός για να εκμηδενιστούνε στην άρνηση της πράξης σου, στον έρωτά μας που μένει. Αυτός μόνο. Χάθηκε ο αιώνας ο πριν. Χάθηκε ο Μετά Αιώνας. Διασχίζω σιωπηλός τη μυστική ροή Σου, εσωτερικεύοντας τον θόρυβο του κόσμου, μεταποιώντας τον σε ήχους της καρδιάς μου. Συμπαντικές εκρήξεις. Τόσο εκκωφαντικές που δεν δύναται να τις ακούσει κανένας. Η ιστορία όλη, οι
λαοί, τα γεγονότα, Λόγος και Πράξη λησμόνησαν το βαφτιστικό τους όνομα. Είναι ο κανένας, είσαι ο κανένας, είμαστε το πιο τίποτα από το τίποτα — σου το λέω πάλι.
Έτσι το βλέμμα Σου. Τα κύτταρα του σώματός Σου καταργούν τα κύτταρα της μνήμης μου — που είναι και η δική Σου μνήμη. Είμαι ο Πριν, είμαι ο Τώρα, η καταργημένη μνήμη Σου. Ίσος με Εσένα —λοιπόν— ο αιώνιος τίποτα.
Πρέπει να γνωρίσου τον Πατέρα. Η Απουσία του καθορίζει κάθε Παρουσία. Φυσάει ξέρεις, σφοδρός Βαρδάρης. Και το φεγγάρι Πανσέληνος. Ποιος είναι κρυμμένος μέσα στο πιο βαθύ αμπάρι του χρόνου; Εκείνη που αγάπησες στον Κήπο Μπεχ Τσινάρι πέθανε ξέρεις τρεις αιώνες μετά, πλαντάζοντας και αυτή από μοναξιά.
Ανύπαντρη. Παρ’ όλη τη σπάνια ωραιότητά της. Τζεράρντο Φελίτσε Μαρκήσιος του Μόντε Φόρτε. Της Ναπολιτάνικης Αριστοκρατίας. Τον γνώρισε στα είκοσι της χρόνια. Της υποσχέθηκε αιώνια να την αγαπαει.
Με το καράβι Σου πάλι. Ανεβαίνουμε τ’ ανάντι του ρου. Ανατρέπω πάντα την ιστορία — κάνω δικό μου, χωρίς να τον ρωτήσω, βιάζω τον έφηβο Καιρό. Το ποτάμι έγινε τώρα το συλλογικό μας σώμα. Η Ελλάδα ως χρόνος. Ιστορία. Αρνούμαι την Ανταλλαγή. Οι πρόγονοί μου θα μείνουν πάντα στον Πόντο — ανάμεσα στην Μαύρη Θάλασσα και τις κορφές του Τσιάμπαζι.

 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ

Οι ασίκηδες — οι εραστές του Θεού — γίνονται τώρα οι κυρίαρχοι. Οι άνθρωποι νομοθετούν τις εντολές του Ολόκληρου. Ο χώρος γίνεται ερωτικός παρά τα σκαμπανεβάσματα της ιστορίας. Θρέφουν οι πληγές της Σάρκας μας μέσα στον Καιρό. Θάλλει η βασιλίδα Κωνσταντινούπολη. Τόπος των τόπων. Αγλάισμα αναφοράς. Οι άγγελοι στριμώχνονται με τους διαβόλους. Τα Ταταύλα, το Κουρτουλούς. Η γειτονιά της πόλης. Το Ατταρίν, τα Λαδάδικά του. Κι εδώ αγγέλοι και διάβολοι, δηλαδή διπλά άγγελοι, περιδιαβάζουν. Ρευστό το μύρο. Ματζουράνα και πατσουλί. Πυροβολούν στα διψασμένα σκέλη — σφαίρες αδέσποτες καρφώνονται στη Σάρκα του Κόσμου. Το σπίτι της κυρα-Μάρως. Το σπίτι της Madame Morraine. Το σπίτι της Φάτμα της Τσερκέζας. Το καζίνο των Σουλαίων. Το μπιστρό της κυρίας Χριστίνας.
Το Τριανόν. Ο Ταμπάκης. Η ωραία Σταυρούλα που γενναία ετόλμησε. Ο αράπης άντρας της Λάζαρος ή Εφραίμ. Την κοίταζαν γλυκά οι πέντε Μακαριότατοι. 0 άλλος ο ξανθός — ο Σοφοκλής, ξάδελφος της
Λωξάνδρας. Ο Χατζησαμάνης που η ματιά του έκαιγε σαν κάρβουνο. Ο Θέμις γελάει ή κλαίει; Ο Μίμης. Έφυγα μόνος από του Δώρυ — δεν άντεχα τις
κακίες Κασταμωνίτη. Πόσος στοιβαγμένος πόνος για να γίνει έτσι;
Στην παραλία, ο μυχός του Κερατίου. Ναυπηγείο, ταρσανάς. Μαλτέζοι ναυτικοί, Λαζοί, Υδραίοι και Σπετσιώτες. Εδώ χτίζεται ο «Μεγάλος» — το
σκαρί που θα κάνει το δρομολόγιο Μαύρης — Άσπρης Θάλασσας, με ψηλή καρίνα ειδική για τα κύματα του πελάγους. Εκεί ο Μάρσιππος — σκούνα του Ισνίκ, της Νίκαιας, και η Αγία Μαρίνα των Φεσσαίων και η κυρα-Παναγιά των Ιμβριωτών. Ήμουν 17 — στα πιο υγρά νιάτα μου. Ο ξάδελφος Βλαστάρης. Ο Μικές Ράλλης. Ο Άγιος Σάββας της Ιερουσαλήμ.
Η Σάρκα πωλείται. Αγοράζεται η Σάρκα. Στην Αγορά του Έρωτα. Επίσημα. Ή ανεπίσημα. Στους γάμους. Το Μπορδέλο είναι γενική κατάσταση. Κάτω από διαφορετικά προσωπεία ή ονόματα μέσα στον Καιρό. «Σημασία έχει η ποιότητα», είπε η Μαντάμ Ορντάνς, γελώντας. Άλλο αγορά και άλλο
ξεπούλημα. Αγορά φτωχευμένη. Η Ανάγκη της Σάρκας. Η ανάγκη της Ασφάλειας. Η ένταση της Συνάντησης — αυτή μετράει. Μεταμορφώνει σε ποίηση την αγορασμένη ηδονή. Κάνει το στιγμιαίο να υπερβεί το θάνατο.
Τα Λαδάδικα — τα Ταταύλα της Θεσσαλονίκης. Τα Ψαμαθιά της, το Κουλεκαφέ και το Τσινάρι. Γειτονιά του λιμένος, εκτός των τειχών. Ως πρόσφατα στα ισόγεια καταστήματα — είδη ναυτιλίας και αλιείας. Οίκοι ανοχής στα πατώματα. Οι κατασκευές του τέλους του 19ου αιώνα — αετώματα στρογγυλεμένα με τούβλο πορφυρό στιλβωμένο. Όλα αναπαλαιώνονται τώρα. Αλλάζει ο στόχος του χώρου — η
λειτουργία του. Τα μπορδέλα και τα καταστήματα έδωσαν τη θέση τους σε ταβέρνες και πολυώροφα μπαρ. Άγγελοι και διάβολοι είπαμε — δηλαδή διπλά
άγγελοι περιδιαβάζουν. Με τις φτερούγες ανοιχτές. Με τυλιγμένες τις μακρουλές ουρές στο στενό μπλουτζήν. Οι κυρίες του επαγγέλματος έδωσαν τη θέση τους σε ανεπάγγελτες κυρίες. Ζουν απομυζώντας κι αυτές το βαλάντιο του εραστή. Ή του συζύγου.
Τη γειτονιά την έκοψε στα δύο η προέκταση της Τσιμισκή. Την πλήγωσε βαριά η άτακτη οικοδόμηση — οι φτωχικές παραδοσιακές κατασκευές τώρα έγιναν εξίσου φτωχικές πολυκατοικίες. Ένα κομμάτι
όμως της παλιάς γειτονιάς επέζησε.

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΦΟΡΑ-
ΟΙ ΝΕΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ

Η Επανάσταση του 1917 είχε μείνει μιας πρωτοπορίας. Οι μάζες ακολούθησαν αργόσυρτα. Στις τελευταίες εκλογές οι Μπολσεβίκοι είχαν πάρει μόλις το 10%. Και όμως η επαναστατική θέληση ανέτρεψε
τους αστούς. Πρώτη φορά έγινε απόπειρα να οικοδομηθεί μια κοινωνία Δικαιοσύνης. Η περικύκλωση από τον Ιμπεριαλισμό δεν άφησε να εξελιχθούν τα πράγματα.
Η Επανάσταση κράτησε 75 χρόνια. Έπεσε στα 199 1. Όχι από τις ελλείψεις στη δημοκρατία. Αλλά από τις ελλείψεις στην οικονομία. Βασικός ένοχος η εχθρότητα ως προς την Αγορά. Η αναγκαιότητα πολεμικής ισορροπίας με την επιθετική Δύση. Στα χρόνια αυτά η Επανάσταση έγινε η δεύτερη παγκόσμια δύναμη. Με εκατόμβες θυσιάζοντας το αίμα του λαού της νίκησε βασικά αυτή το φασισμό. Απελευθέρωσε τον υπανάπτυκτο κόσμο από την αποικιοκρατία. Έκτισε τρεις φορές από την αρχή το οπλοστάσιο
των Αράβων. Άλματα στην παιδεία και στον πολιτισμό.
Όμως και σφάλματα βαριά. Γεροντοκρατία. Γραφειοκρατία. Επαναστατική βία που για τρεις γενιές συνεχίστηκε. Όλο και πιο μεγάλη διείσδυση του οικονομισμού από τη Δύση. Επιβίωση μετά τα μεγάλα χρόνια στις μη εγρήγορες μάζες του μικροαστικού φρονήματος. Η κατάρρευση έγινε από τα εντός. Οι ήρωες κουράστηκαν.
Και το μεγάλο οικοδόμημα που ανεγείρανε με εκατομμύρια θυσίες οι λαοί κατέρρευσε. Και ουρλιάζουν απελπισμένοι οι λαοί-γιατί μάταια φάνηκε πως είχαν δώσει το αίμα τους και το ψωμί τους στους απόκληρους. Και προς ώρας έστω φάνηκε πως νίκησε η δίχως πνοή ύλη. Και βρήκαν τώρα τον τρόπο οι στο χρήμα και στα όπλα δυνατοί. Και ρουφούσαν όλο το αίμα των λαών. Και τους ταπείνωναν ακόμα βαθύτερα. Και ρημάξαν τον λαό του Ιράκ και τον λαό της Παλαιστίνης. Και η απελπισία των λαών έθρεψε και
γιγάντωσε τη βία, τη δίχως νου βία. Και η κλεισμένη γροθιά των λαών έμεινε αδρανής μέσα στην απελπισία και στο αδιέξοδο. Και ένα ωχ! ήταν ο θόρυβος της οικουμένης. Και οι 400 εκτελεσμένοι της Καισαριανής και ο Πλουμπίδης και ο Μπάτσης και ο Μπελογιάννης και οι χιλιάδες της λαϊκής αντίστασης ζητούν για το αίμα τους δικαιοσύνη. Ότι σκλαβώσαν πρώτα οι ντόπιοι μετά οι ξένοι φασίστες τον λαό, αλλά κατόπιν ήρθαν οι ξένοι και ντόπιοι, οι δεξιοί με το «ανθρώπινο πρόσωπο». Και υπήρχαν πολλοί από αυτούς που ξέραν ό,τι έκαναν. Και υπήρχαν και άλλοι που δεν ξέραν. Και λέγαν αυτοί «Πολεμάμε τον κόκκινο και το μαύρο φασισμό», βάζοντας όλους στο ίσο — και αυτούς που με τη βία τούς σκλαβώναν. Και δεν βλέπανε την τρομοκρατία των κρατών στο Αλγέρι, στο Βιετνάμ, στην κατεχόμενη Παλαιστίνη αλλά έβλεπαν μόνο την τρομοκρατία των απελπισμένων.

3 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

1-ΦΩΤΟ1

 

Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Μετά το πτυχίο της στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, τμήμα Νεοελληνικών
Σπουδών, μετακόμισε στη Χαλκίδα σε αναζήτηση του ρυθμού ζωής της επαρχίας. Τα τελευταία είκοσι χρόνια διδάσκει ως φιλόλογος σε γυμνάσια και
λύκεια. Έχει ασχοληθεί με πολλών ειδών δημιουργικές δραστηριότητες σχετικά με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, το θέατρο και την εκπαίδευση. Καταπιάνεται με μεταφράσεις αγγλόφωνης ποίησης, όπως ποιήματα του σύγχρονου αμερικάνου ποιητή Νταν Αλμπεργκότι (α’φορά στα ελληνικά), Τζιμ Μόρισον (τα συγκεκριμένα ποιήματα α’ φορά στα ελληνικά), Κάθριν Τάιναν (α’ φορά στα ελληνικά), Χένρυ Τζάκσον Βαν Ντάικ (α’ φορά στα ελληνικά). Πρωτότυπα ποιήματά της και μεταφράσεις της, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολογία (frear, staxtes, thraca, y.youropia και άλλα).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ (2015)
ΜΕΤΑΠΛΑΣΜΑΤΑ (2017)

1-ΒΙΒΛΙΟ

1-ΒΙΒΛΙΟ2

ΜΕΤΑΠΛΑΣΜΑΤΑ (2017)

ΑΙΜΑΤΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κόκκινο από τη μια
Κυανό από την άλλη.

Το δυτικό μηνίγγι κύλαγε αίμα
λώρος άχρονος δια του χρόνου μου
διαθλάσεις εαυτού
θολά περιγράμματα μορφών
οικεία/ανοίκεια εγχαράγματα
καρέ μη ομιλούντος κινηματογράφου
η γραμμή ενός αέναα διαφυγόντος σεναρίου
-όλο μου διέφευγε! –
εξάρθρωνε την ακοή
έσφιγγε το κυανό μάτι.

-Ήμουνα μπλε! Ήμουνα μπλε!
έφτυνα σφαίρες αιμάτινες λέξεις
σε μια κάμαρα κόκκινος πόντος
κι η στάθμη πάνω απ’ το κεφάλι
-εγκεφαλικός πνιγμός –
μέχρι που αναποδογύρισα
και με εξαίσια αναβύθιση
– ερωτικός σπασμός-
καταδύθηκα αντίρροα
σε πολυεστιακό υδάτινο είδωλο
με αιχμές δόρατα ύψους
με δόντια σιωπές βάθους
με δάκρυα οξείδωση μετάλλου.

Ξύπνησα κι αυτό το πρωί
μ’ ένα τεράστιο κεφάλι.
Κοίταξα στον καθρέφτη
Κυανό από τη μια
Κόκκινο από την άλλη.

Και τραγούδησα.

 

Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ TOΥ ΚΟΧΥΛΙΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Ιερουργώντας
Έστω τώρα

Κέντρο
Έβαλα τη γλώσσα στο αυτί σου
52 καρατίων αλάτι
Ξαναμοιράζεις την τράπουλα

Βάρος
Χτένιζα όλη νύχτα τα μαλλιά σου
1 κόκκος σύννεφου
Ξεπλένεις την αμαρτία

Επιφάνεια
Φυσούσα τις ώρες στους μηρούς σου
χ κλάσμα θαλάσσης
Ξεφεύγεις το μέτρημα

Περίμετρος
Έψαχνα τον ιδρώτα στα στήθη σου
360 μοίρες κύματος
Ξαναπράττεις το έγκλημα

Βάθος
Έκλεβα το σάλιο στα χείλη σου
φ σπείρα, αφρού
Ξεγλιστράς την κατηγορία

Ύψος
Άκουγα την έκρηξη στη μασχάλη σου
δυο οο βυθού
Ξεχνάς την επιστροφή

Άρα,
Ο λόγος των ακτινών από κάθε πόρο του δέρματός σου
ισούται με τη χρυσή τομή της έλξης μας. Η εξίσωση αυτή
αποδεικνύεται στο σώμα σου. Και αυτοαναιρείται. Κάθε
φορά.

 

ΡΕΥΣΤΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Η σάρκα των πραγμάτων
αλλάζει σαν τα τρελά νερά
σε φάσεις της παλίρροιας
πλήμμη και ρηχία
σε επιφάνειες σε επιφάνειες εντός
σαν εκείνο το όνειρο που
πάντα σε ξυπνά ακριβώς στη στιγμή που
έχεις τα δόντια στο λαιμό της
και ξαφνικά ανακαλύπτεις
(με απορία και θαυμασμό
θαυμάζεις κι απορείς)
πόσο το αίμα σου είναι αλμυρό

Είναι γιατί μετά απ’ αυτό
σε αγάπησα
που σου μιλάω και σε
τραγουδάω κάθε νύχτα
για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές
που νομίζουμε πως
χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα
μιας θάλασσας π’ αλλάζει
χρώματα ξανά και ξανά
καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή
δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα

 

ΥΓΡΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ένας άγγελος στις παρυφές της τρίτης πόλης
Με την αγωνία της πολιτείας της δεύτερης
Σε ομφάλιο κλοιό της χαμένης πρώτης
Ανα/Μασώντας άμμους και σάλιο
απ’ τη θάλασσα του ύπνου του
Δακρύζοντας δάκρυα αλμυρά
Εκχύοντας σταγόνες παλιού ρετσινιού
Φτύνοντας ασθενικά ριπές άπνοιας
Κρατά σφιχτά στα δάχτυλα το λουλούδι τ’ ουρανού.
Ακόμα και στα όνειρά του αψίδα δεν υφίσταται
Μια έρημος μονάχα που ονειρεύεται.
Στεγνή και η ονείρωξη.

 

ΜΕΤΑΠΛΑΣΜΑΤΑ

Ελάτε να επαναπροσδιορίσουμε την ανθρωπότητα
τα πειράματα έως τώρα έχουν αποδώσει καρπούς
έστω και δια της εις άτοπον απαγωγής
Η επανεκκίνηση είναι στις ρυθμίσεις λογαριασμού
Αλλιώς το είδος μας δε θα είναι βιώσιμο
ούτε και κανένα χρέος ούτε και καμιά ηθική
Σε νέα είδη ας μεταλλαχθούμε
Για να εξελιχθούμε
Υβρίδια ανθεκτικά στη νέα εποχή
στο νέο κλίμα και ατμόσφαιρα
σε καινούρια αισθητική
Πλάσματα του νου άφυλα
διάφυλα ή ενδόφυλα
και η βιοποικιλότητα κατασκευασμένη
και οι διακυμάνσεις στο εύρος του ορίζοντα
ευρήματα μιας μελλοντικής ενάλιας αρχαιολογίας

Αυτό που διαφεύγει όμως
από τις σχολαστικές μετρήσεις του πειράματος
κατά απειροελάχιστο στο ποσοστό της επιτυχίας
είναι αν θα δείξουν όλα τα υποκείμενα
την ίδια αντοχή και προσαρμοστικότητα
Κάποια από αυτά μπορεί και να τερματιστούν.
Στην αποδόμηση θα ανευρεθούν τα υλικά
Το ερώτημα παραμένει τώρα ακόμα πιο επιτακτικό
Πώς χτίζεται μια θάλασσα

 

LUCID DREAM

Το όνομά της είναι Λουσίντα
Κάθε βράδυ βλέπει το ίδιο όνειρο
Το ξέρει ότι ονειρεύεται
το ξέρει ότι βρίσκεται μέσα σ’ ένα
διαυγές, φωτεινό όνειρο
Ξέρει πως αν σταματήσει να μετρά
τη συχνότητα των αναπνοών της,
το φως θα την καταπιεί,
γι’ αυτό συνειδητά ενεργοποιεί
εκείνο το εγκεφαλικό ημισφαίριο
που τη βοηθά να τραγουδά
κάθε στίχος της και μια υπερχορδή
κάθε νότα της και μια ραφή
στων ανθρώπων τις ρωγμές

Καθώς το τραγούδι της αυτό
καμπυλώνει το χωρόχρονο,
ύλη πλάθεται από αντιύλη
οι προτάσεις αυτοεκπληρώνονται
οι λόγοι αγαπούν τις εικασίες.
Εκείνο όμως που την κάνει μοναδική
είναι ότι αν και βρίσκεται σε σκοτεινή οπή
είναι κι όλο το φως μαζί,
πέρα πια απ’ το παιχνίδι της μίμησης

Μάλιστα έχει βρει κι ένα κόλπο για να μην ξυπνά:
μέσα στο όνειρο ζωγραφίζει ένα μηχανικό δράκο
με χρώματα πάνω απ’ το μικρό της κόσμο
να την αγκαλιάζει ερωτικά μέσα σε κουκούλι,
για να ταξιδεύουν διαρκώς στα σημεία που
αθωώνεται ο θεός κι ο θάνατος εκεί
Άλλο τρόπο δεν έχει να θεραπεύεται απ’ τους εφιάλτες,
κι έτσι ίπταται μέσα στη χίμαιρα μιας οιονεί λάμψης
στο χείλος της εν εγρηγόρσει ονειρότητας.

Το όνομά της είναι Λουσίντα.

 

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ

Κατεβείτε όλοι στις πλατείες και στα πάρκα
με ένα ποίημα ένα σύνθημα ένα τραγούδι
να κάνουμε νέες σχέσεις μεταξύ μας
να σκορπίσει η πλατεία στους κάμπους στα λιβάδια
μέχρι να μεγαλώσει να πληθύνει
να δώσει άλλη σήμανση στην κύμανση

Άκουσέ με τώρα
Η θάλασσα κι ουρανός είναι εκτός ελέγχου
αιώνιοι επαναστάτες που μας δραπετεύουν
Η απελευθέρωσή μας θα έρθει
με το αεράκι της αυγής στον ισημερινό
εκεί έλα να με συναντήσεις
πάνω στον ορίζοντα της πυξίδας

Για να μετεωρίσουμε την ναύν εις τα πελάγη
τους μεγάλους ορίζοντες μετατοπίζοντας
ας πετάξουμε στον αφρό των ημερών
απ’ τα αμπάρια το έρμα διαπιστώνοντας
βαρίδια που μας έφτασαν στον πάτο
κι ας χορέψουμε τα τραγούδια μας εδώ.

Το πώς κρούουν τα φέροντα κύματα
απ’ το βυθό της η θάλασσα
το νιώθει. Γυμνό σε περιμένω.

 

ΚΥΚΛΟΓΡΑΦΗΜΑ

Ας εστιάσουμε στο υπαρκτό
Σαρκώδη χείλη
Ουροβόρων εαυτών
Κατά τον ενιαυτόν
Κυματοειδούς συναρτήσειως
Η απόδειξις
Κρίσιμος απόφασις
Θεωρήματος επιλογή
Οπισθοδρόμησις
ή πρόοδος;
Καρκινοβατούμε
εις αυτάρεσκον αυνανισμόν
κι ο ήλιος κυκλοδίωκτος

 

ΤΟ ΘΕΡΕΤΡΟ

Το κλειστό λόγω της κρίσης
Κάποτε λουξ ξενοδοχείο
Στο επαρχιακό θέρετρο
Παρηκμασμένος κοσμοπολίτης
Που βρήκε δουλειά
Απόφαση, βλέπεις, από κέντρα ισχύος

Η ακτή μπροστά τους όμως
Δεν θα πάψει ποτέ να μυρίζει
Λάστιχο
Και νοτισμένο καπνό
Το χρώμα μιας χαμένης πατρίδας

Η οσμή της απώλειας
Δεν χάνεται ποτέ από το δέρμα που
Μυρίζει σαπιοκάραβο
Κάποιοι που λησμόνησαν
Να πληρώσουν το βαρκάρη
Βρίσκονται στον πάτο της θάλασσας
Αλλού η γη της Επαγγελίας

Εκείνο το κοριτσάκι από τη Γερμανία
Είπε στον μπαμπά του
Ότι φοβάται να πέσει στη θάλασσα
Το Αιγαίο είναι γεμάτο από ψυχές

Σκέφτομαι μήπως αυτό θα είναι κακό
Για τον καλοκαιρινό τουρισμό εφέτος

 

ΠΛΩΤΕΣ ΤΑΞΕΙΣ

(από συνθήματα σε τοίχους σχολείων)

«Συνελήφθη μαθητής με μικροποσότητα βιβλίων»
Γκράφιτι στον πίσω τοίχο του σχολείου
Πίσω απ’ την καντίνα κρυφά οι μαθητές κι οι μαθήτριες
«Να κάνεις ό, τι σε κάνει να χαμογελάς»
Με το σάλιο τους στις γόπες που πετούν κρυφά
Στις ρίζες της αγριαπιδιάς που δεσπόζει
Αν και κανείς τους δεν την βλέπει
«Βαριέμαι γαμώτο»
Αν και ακουμπούν στον ισχνό κορμό της
Λιλά άνθη ακούγονται στα κάγκελα
«Χαζουλίνι σ’ αγαπώ»
Ανάμεσα στις βρισιές και τα φιλήματα,
Τις κλωτσιές και τα σπρωξίματα
«Κι εμείς πότε θα κάνουμε έρωτα;»
Επίχρισμα αρχαίας θάλασσας
Τα άτσαλα βαψίματα ασβεστώνοντας
«Να κάψουμε και το τελευταίο βιβλίο»
Κάθε πρωί βρίσκουν κι άλλο γκράφιτι
(μα πώς ξεπηδούν σα μανιτάρια!)
«Να διαβάζετε τον τοίχο»
Στο διάλειμμα καμιά μπάλα δεν κλωτσάνε
Τη χάσαμε κι αυτή, την πάτησε
Ένα φορτηγό μεταφορών
«Μάνα έφυγα, στέλνε φράγκα»
Εισήγαγε τεράστιες οθόνες ρεύματα
Η συνεδρίαση πασχίζει να τα προσαρμόσει
Στις πρίζες των αιθουσών
Πλωτές οι τάξεις σε μάτια γαλάζια δραπετεύουν,
– Να σας δείξουμε εμείς κυρία,
Μα η κυρία έλειπε, είχε μάθημα σε άλλο νομό,
Την πήραν κι αυτήν τα ραδιενεργά κύματα
«Θα σε περιμένω στη γωνία
δέκα λεπτά πριν την εξέγερση
Φιλιά, Σ ‘αγαπάω XXX»

ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ (2015)

1. ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ

Τα μάγουλα του σκάφους
θωπεύει ο παφλασμός
στιλπνός παλμός
ριγίζει σύγκορμος.

Σφίγγουν τα κύματα
τα στήθη και τα ίσαλα,
σκάζουν σα χίμαιρα
με σπασμούς στα ύφαλα.

Σφαδάζει στραφταλιστά
το σφρίγος του σφυγμού
-η σαγήνη του σουραυλιού-
το σκίρτημα σπαρταράει
και στροβιλιστά σκάει.

Στο ρίγος των ωρών
σαλπίζει αρχαία ηχώ.

 

4. ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΓΑΛΗΝΗ

Στον παφλασμό της ρότας
πάλλονται τα κύματα
τρεμουλιάζει το νερό
στραφταλιάζει το πλαγκτό
θαλασσινό αιώνιο φώσφορο
άστρα σε νυχτερινό ουρανό.

– Καθρεφτίζονται τα πάνω κάτω;
Ή τα σωθικά μας σπαρταρούν;

 

6. ΠΕΡΣΙΔΕΣ ή ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Ο νους
μόνο ο νους
μιαν αυγουστιάτικη νύχτα
στολισμένη με Περσίδες
μια νύχτα με βροχή τα πεφταστέρια

Ο νους
μόνο ο νους
μια τέτοια νύχτα
μπορεί ν’ αδράξει την αρχή
—με το βλέφαρο σφαλιστό—

τη στιγμή εκείνη
την άχρονη κι αϊδήν
όπου αρχή και τέλος ένα
πριν και μετά κανένα.

 

8. ΚΑΒΟΥΡΑΣ

Μπατάρισε η ψυχή
σαν κάβουρας λοξοδρομεί
ψηλαφιστά εναντιοδρομεί γυρίστηκε τα έξω μέσα
απ’ των αισθητών τη γοητεία
στων νοητών την πολιτεία
απ’ το εφήμερο γίγνεσθαι
στο καθαρό είναι

Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά

στην ενατένιση του όντως όντος
του αναλλοίωτου κι αιώνιου φωτός
στη γνώση της πρώτης αρχής του Παντός.

Έλαμψε ο ήλιος
κι επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της.

 

9. ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ

Έχετε προσέξει τις ντελικάτες
γραμμές του άνθους της λεμονιάς
Λευκό του αφρού του κύματος
Ώχρα του ηλιοκαμένου στιλπνού μπράτσου
Κροκάτος πυρήνας με πινελιές ξεβαμμένης
άλικης πορφύρας σε δερμάτινη περγαμηνή.

Ποια ιδιοφυία καλλιτέχνη
ευωδιάζει πιρουέτες αιθέριας
μπαλαρίνας καθώς το διάφανο
πέπλο της ακολουθεί τη λεπτή
γραμμή του χεριού της στον αέρα
τη στιγμή που ξεπηδά απρόβλεπτα
ο ίμερος στην κοιλιά, στο στήθος
στο κεφάλι

ω θεία Αρμονία!
ω τέλεια Συμμετρία!
ω ολική Ενότητα!
ω απόλυτη Ομορφιά!

Ναι-
η Αλήθεια δεν είναι
τυχαία

 

14. Η ΝΥΧΤΑ

Ω έλα νύχτα
Ζώσα και σιωπηλή
Ευδαίμων και σοφή
Ψιθύρισε μου λόγια
Χρησμικά
Για μια θάλασσα πλατιά
Και μιαν αμμουδιά ασημιά

Ω έλα νύχτα
Απέραντη και σκοτεινή
Δίδαξέ μου
Της Ατραπού
Τη βουστροφηδόν γραφή.

 

17. ΝΑΥΤΙΛΟΣ

Κάτω απ’ του αφρού τη σκόνη
στης άμμου τη γούβα τη σκιερή
τα πόδια μου συνάντησαν τη στριφτή
αρχαίου κοχυλιού την απαντοχή.
Πασπαλισμένο με αμμόσκονη ξανθή
με του βρεγμένου τη γυαλάδα
μισό έξω μισό μέσα
κείτονταν – ποιος ξέρει χρόνια πόσα
έγραψαν οι κύκλοι τ’ οστράκου
ραβδώσεις στην τέλεια σπείρα του

Στιλπνό και καθαρό στην παλάμη μου
ευωδίαζε ακριβή άρμη νόστου

Τι μελωδία μυστική
θύμιαζε μέσα απ’ το κοχύλι;
Μια αρμονία θεϊκή
άχνιζε — .. .σαν από πηγή;

 

18. ΑΛΩΝΙ

Ο ίδρος δένει διαμάντι
Ο ήλιος κατακόρυφα χτυπά

Μύες τεντωμένοι γραμμώνουν
Μυκτήρες ορθάνοιχτοι ξεφυσούν
Λαγάνες τσιτωμένες γυαλίζουν
Οπλές πεισματικά ωθούν

Κύκλος — κύκλος — κύκλος

Αχ να ’μουνα Πήγασος
Άτι Λευκό και Φτερωτό
Ανάερο κι ανάλαφρο
Κι ας έκανα κύκλους εκεί
Ψηλά στον ορίζοντα των γεγονότων
Πριν χαθεί εδώ κάτω η Μνήμη.

 

21. ΓΛΑΡΟΣ II

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Πέταξες γλάρε, στο νησί
Έφτασες, έπιασες λιμάνι
Να ξαποστάσεις απ’ το θαλασσομάνι.
Να ’ναι ο τόπος σου αυτός
Ή άλλος κάβος στο πέλαγος;

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσυ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ
Πάνω απ’ της θάλασσας τον αφρό
Κάτω απ’ τ’ ουρανού την απλωσιά
Με την κρυφή λαχτάρα στην καρδιά

Να ’μουν αστέρι λαμπερό στο θόλο του τον απλωτό!
Να ’μουνα βότσαλο λευκό στο σκιερό του το βυθό

Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία
Όχι εδώ, όχι εδώ, στου κορμιού την εξορία

Ες αεί περιιπτάμενος
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

Κόμβος

τοίχος αριστερά τοίχος δεξιά δεν βλέπω καλά πώς όταν μεθυσμένος ή ένα
κλάσμα δευτερολέπτου πριν τη λιποθυμία τα πράγματα διαχέονται λοξά στον αμφιβληστροειδή σου; πάντως ήταν τοίχος δεξιά τοίχος αριστερά μια μορφή περνά ξαφνικά μπροστά δεν ξέρω δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά πρόσωπο αξεδιάλυτο πυκνό στη στροφή του τοίχου με αρπάζει μου ξεκολλά το εξωτερικό περίβλημα ή μήπως το εσωτερικό
με σέρνει απ΄ τα μαλλιά πίσω

Το ξυλάκι έκανε άταχτες στροφές στον αέρα κι έπεσε δίπλα στο κύμα. Ο Τζακ έτρεξε χοροπηδώντας με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα του σ΄ ένα τεράστιο χαμόγελο και το έπιασε με τα δόντια του. Κάθε μέρα, λίγο πριν νυχτώσει, επαναλαμβανόταν αυτή η ιεροτελεστία. Δυο φιγούρες, μοναχικές, στο άπλωμα της ακτής εκεί ακριβώς όπου μόλις είχε αποσύρει τα νερά της η παλίρροια. Είχαν αποκαλυφθεί τόποι τόποι αμμώδεις, με γύρω το υπόλοιπο της θάλασσας. Βούλιαζαν τα πέλματα του αργά στη μαλακή άμμο. Κάπου εκεί είχε βρει και τον Τζακ, μια ώρα σαν και αυτή, πριν ένα χρόνο. Πώς είχε ξεπέσει εκεί; δεν ανακάλυψε ποτέ. Είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι από την πρώτη στιγμή. Είχαν ταιριάξει, σαν να αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον, όπως θα έλεγε κανείς. Από τότε όλα τα έκαναν μαζί. Ο Τζακ κάτω από το κρεβάτι τη νύχτα στον ύπνο. Ο Τζακ δίπλα στο τραπέζι στο γεύμα. Ο Τζακ πίσω απ’ την πολυθρόνα στο διάβασμα. Ο Τζακ μπροστά απ’ τα πόδια στον περίπατο. Είχαν περπατήσει πολλά μέρη μαζί στην ερημιά, γύρω απ’ το σπίτι, στο δάσος που εκτεινόταν στην πίσω πλευρά, αλλά και στην ακτή που φιδογύριζε τη θέα. Αυτή την ώρα της αμφιλύκης, τα βήματά τους πάντα κατέληγαν σε αυτό το ίδιο σημείο. Σαν να ήταν συγχρονισμένοι με το τράβηγμα της παλίρροιας. Άρεσε στον Τζακ να σκαλίζει τη βρεγμένη άμμο και να ανασύρει με τη μουσούδα του καβούρια, που είχαν εγκλωβιστεί στους μικρούς θύλακες νερού.

με σέρνει ακόμα πόση ώρα; οι ρίζες των μαλλιών στο κρανίο πονάνε
θ’ αποκολληθεί το δέρμα! με νύχια και με δόντια γραπώνω το πάτωμα να κρατήσω αντίσταση! δεν έχει πάτωμα μα πού είναι ο πάτος πιάνω βάλτο χώμα χύνεται μέσα απ’ τα δάχτυλα λάσπη μέσα στα μάτια νερό στα ρουθούνια ζάλη στα μέλη αφήνομαι

Χάρτινο το φεγγαράκι/κόκκινη η ακρογιαλιά/αν μ’ αγάπαγες λιγάκι/θα ‘ταν όλα αληθινά, σιγομουρμούριζε, ρυθμικά βηματίζοντας, εκείνο το τραγούδι. Κατάφερε να βγάλει το κακόμοιρο το καβουράκι μέσα από τα δόντια του Τζακ. Το πέταξε στο διπλανό αμμόλοφο. Την προηγούμενη φορά, οι δαγκάνες του, είχαν κόψει κομμάτι από το ένα το ρουθούνι. Έκανε μέρες να κλείσει το τραύμα. Α, δεν είχε διάθεση πάλι για αίματα στα χαλιά. Να μάθαινε πια κι αυτός ο Τζακ να μη χώνει τη μουσούδα του παντού

από μακριά έρχεται μια μελωδία παρά την παράλυση μ’ αρέσει χάδι στο πονεμένο μου κρανίο αγγίγματα στο κορμί αγαπημένα κλείνω τα μάτια πότε τα άνοιξα; τράβηγμα στον ώμο πέφτω πέφτω κάνω κύκλους στον αέρα;
ένα τράνταγμα στην πλάτη τίναγμα στα γόνατα
μαύρη σιωπή

Πέταξε το μολύβι στην άκρη. Έκλεισε με θόρυβο το τετράδιο. Επιτέλους! Τον είχαν κουράσει με τη γκρίνια τους. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Η υλακή του σκύλου. Τα βογγητά του ανθρώπου. Περίεργο όμως, τόσες νύχτες γράφω ξανά και ξανά, μέσα σε πυρετό, την ίδια σκηνή κι ακόμα δεν έχω καταφέρει να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της μορφής. Το πρόσωπο του, μου είναι αξεδιάλυτο. Πυκνό. Θα είναι απ’ τα αίματα, σκέφτηκε. Και σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού, το πηχτό υγρό που κυλούσε απ΄ τα μάτια του, σηκώθηκε βαριανασαίνοντας απ’ την καρέκλα.

Τον παρακολουθεί από τη γωνία του δωματίου. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό. Σκιρτάει στα σκεπάσματα, βογκώντας. Πετιέται απότομα και σέρνεται, όπως όπως, στο μικρό γραφείο στη σκοτεινή γωνιά του κελιού του. Γράφει για ώρες πυρετικά πάνω από ένα τετράδιο. Αγωνιά μάταια να χύσει τους ζωντανούς εφιάλτες του στο χαρτί. Κάθε νύχτα. Πόσα χρόνια, έχασε κι αυτός το μέτρημα. Έχει καταντήσει μονότονο πια. Δεν του προσφέρει πλέον καμιά ηδονή. Καιρός να ψαρέψω άλλον κάβουρα! χαμογελά,
και μ΄ ένα ελαφρύ πήδο χάνεται
στη στροφή του τοίχου.

Θράκα 4/5/2017
http://www.thraca.gr/2017/05/blog-post_4.html

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Νταν Αλμπεργκότι

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ

Να μετράς τα τοιχώματα. Να αριθμείς τα πλευρά. Να σημειώνεις τις μεγάλες μέρες.
Να κοιτάζεις ψηλά για τον ουρανό μέσα απ’ το στόμιο. Να ανάβεις μικρές φωτιές
με τα σπασμένα σκαριά από ψαρόβαρκες. Να εξασκείσαι στα σήματα καπνού.
Να καλείς παλιούς φίλους, και να αφουγκράζεσαι την ηχώ από μακρινές φωνές.
Να οργανώνεις το ημερολόγιό σου. Να ονειρεύεσαι την ακτή. Να αναζητάς παντού
τη θαμπή ανταύγεια του φωτός. Να προχωράς στα γραπτά σου. Να ξανασκέφτεσαι
την καθεμία απ’ τις εκατομμύρια επιλογές της ζωής σου. Να αντέχεις τις στιγμές
της αηδίας για τον εαυτό σου. Να βρεις την απόδειξη για τους πριν από εσένα.
Να την καταστρέψεις. Προσπάθησε να κάνεις απόλυτη ησυχία, κι άκου τους ήχους
των μηχανών και της κίνησης των νερών. Να ακούς τον ήχο της καρδιάς σου.
Να ευχαριστείς που είσαι εδώ, που σε έχει καταπιεί με τις ελπίδες σου ολόκληρες,
εδώ όπου μπορείς να σταθείς και να περιμένεις. Να νοσταλγείς. Να σκέφτεσαι όλα
τα πράγματα που έκανες και που θα μπορούσες να είχες κάνει. Να θυμάσαι
στέκεσαι στο κέντρο της σιγαλής θάλασσας τη νύχτα, με τις μύτες των ποδιών σου
να δείχνουν ξανά και ξανά προς τα κάτω, κάτω στους σκοτεινούς βυθούς.

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΠΛΕ ΕΡΩΔΙΟΥ

Ο ποιητής προσπαθεί να κάνει τον ερωδιό θεό,
αλλά ο ερωδιός δεν ενδιαφέρεται. Ο ερωδιός
τσαλαβουτά καταμήκος της όχθης, ένα σκοτεινό σώμα
που απορροφά το φως, αναμονή που παύει το χρόνο.
Ο ποιητής βγάζει κάτι ήχους σαν προσευχή,
αλλά ο ερωδιός απλά ενοχλείται, και μ’ ένα βήμα
στον αέρα απομακρύνεται απλώνοντας τις φτερούγες.
Ο ποιητής προσεχτικά μνημονεύει ένα ιερό κείμενο,
αλλά ο ερωδιός έχει βρει μια κρυμμένη λακκούβα με νερό
ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στέκεται εκεί
όλη τη μέρα, ατενίζοντας ψυχρά μέσα στο νερό,
πέρα από τα τραγούδια, πέρα από το αίμα,
πέρα απ’ όλες τις φωνές που ικετεύουν για έλεος.

http://frear.gr/?p=13599

 

ΤΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΡΟΛΟΓΙΟΥ

Για παράδειγμα, την ώρα που σταματάς το βήμα σου στον αέρα
και μετακινείς το πόδι σου στο πλάι για να μη συνθλίψεις
το γυαλιστερό πράσινο σκαθάρι στο πεζοδρόμιο,
που παραλίγο να το πετύχαινες. Το ρολόι του πύργου της σχολής
σημαίνει από μακριά μεσημέρι κι εσύ σκύβεις να δεις καλύτερα,
εκείνη τη μεταλλική λάμψη του εντόμου. Και τότε
συνειδητοποιείς ότι το φονικό σου βήμα θα ήταν περιττό.
Κάτι έχει ήδη συμβεί, κάτι συντελεσμένο.
Ήδη τα μυρμήγκια έχουν ξεκινήσει την ικανή τους εργασία,
στριφογυρίζοντας το σκαθάρι αργά απ’ τη μια πλευρά στην άλλη,
σαν κύματα που ταλαντεύουν μια κενή βάρκα. Οι καμπάνες
κρατούν το χρόνο, δώδεκα μουντές κινήσεις αργού χορού.
Κάτι κινεί τα μυρμήγκια για λίγο. Κάτι κινεί κι
εσένα να προχωρήσεις. Ο ουρανός είναι τραγικά ο ίδιος,
γεμάτος με μηχανοκίνητα, κελαϊδισμούς, στιγμιαία σύννεφα.
Και μετά βρίσκεσαι στην κουζίνα σου, και κόβεις κρεμμύδια
στον πάγκο καθώς δάκρυα πέφτουν απ’ τα μάτια σου που καίνε,
περιμένοντας τις βραδινές ειδήσεις ενώ το κοτόπουλο αποψύχεται
στον νεροχύτη, περιμένοντας για τα ατυχή ατυχήματα
που χωρίζουν σε διαστήματα τη μέρα και τη νύχτα με όλες τις ώρες
και τα δευτερόλεπτά τους, και σε βοηθούν να μετράς το χρόνο.

 

ΠΡΟΝΑΟΣ

Μερικές φορές εύχομαι να μπορούσα να βρω τη Σίντυ
να την ευχαριστήσω που είχε συμφωνήσει με την καλή μου ιδέα
να τρυπώσουμε κρυφά στο παρεκκλήσι του πανεπιστημίου
αργά ένα βράδυ το 1983 για να κάνουμε έρωτα.
Δε θέλω να την ευχαριστήσω μόνο επειδή μου χάρισε
τον άσσο που κρύβω στο μανίκι – «οίκος της λατρείας» –
για κάθε ανόητο παιχνίδι στα πάρτι που αρχίζει με
«Ποιο είναι το πιο παράξενο μέρος που έχεις κάνει ποτέ…;»
Όχι, θέλω να την ευχαριστήσω για την αλήθεια του.
Για το ότι έμαθα πως η καρδιά είναι αγία ακόμα και τότε που
οι δικές μας καρδιές ήταν τόσο εύθραυστες κι άπειρες.
Η αλήθεια: ήταν το 1983 ˙ ήμασταν δεκαεννιά χρονών ˙
πλαγιάσαμε κάτω απ’ το βωμό και κάναμε ένα σιωπηλό κήρυγμα
όχι μόνο για τη θεϊκότητα της σάρκας, αλλά για την χάρη
της καρδιάς κάτω απ’ αυτήν. Ήταν η μόνη ομιλία
που ξέραμε, και οι ψυχές μας ήταν μακάριες.
Συναισθηματισμοί και κλισέ, μπορεί να πεις, αλλά έτσι
λες εσύ. Αυτό που ξέρω εγώ, είναι αυτό που είναι ιερό.
Κύριε αυτού του άλλου κόσμου, άσε με να ανακαλέσω εκείνη τη νύχτα.
Άσε με να ακούσω ξανά πώς οι ψιθυριστές μας αναφωνήσεις
κοντά στο τέλος έμοιαζαν με ρυθμό ύμνου που ανυψώνεται,
κι άσε με να νιώσω πώς εκείνες οι λησμονημένες λέξεις έρχονταν
από κάποιον άλλον τόπο και σήμαιναν κάτι.
Κάτι, έστω και μόνο για τη μοναδική νυχτοπεταλούδα
που, μέσα στον σκοτεινιασμένο αέρα κείνου του παρεκκλησιού
πετάριζε τα σκονισμένα της φτερά γύρω απ’ τα κεφάλια μας.

(Τα ποιήματα είναι από τη συλλογή The Boatloads, 2008)

http://staxtes.com/2003/?p=9056

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ – ΝΤΑΝ ΑΛΜΠΕΡΓΚΟΤΙ

της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου

Ο Νταν Αλμπεργκότι, σύγχρονος Αμερικάνος ποιητής, εξέδωσε το 2014 την ποιητική συλλογή Millennial Teeth (Southern Illinois University Press), βραβευμένη στο διαγωνισμό Crab Orchard Series in Poetry Open το 2013, και το 2008 την ποιητική συλλογή The Boatloads (BOA Editions) που είχε βραβευτεί με το A. Poulin, Jr. Poetry Prize. Άλλες δυο συλλογές του, το Charon’s Manifest 2005, και το The Use of the World 2013, κυκλοφόρησαν σε περιορισμένα αντίτυπα. Έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια και ομιλίες στην Αμερική, και είναι μέλος του Virginia Center of the Creative Arts. Ίδρυσε το online περιοδικό Waccamaw στο Πανεπιστήμιο Coastal Carolina University στη Νότια Καρολίνα, όπου διδάσκει και έχει την έδρα Λογοτεχνίας.

Η ποίηση του Αλμπεργκότι, ταυτόχρονα ζοφερή και φωτεινή , χαρτογραφεί ένα αντιφατικό ταξίδι γεμάτο τρόμο αλλά και λαχτάρα, κυνισμό αλλά και ελπίδα. Περπατά σε ένα τεντωμένο σχοινί πάνω απ’ το κενό των διαψεύσεων αναζητώντας το δρόμο της λύτρωσης. Κινείται στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο αρχαίο και το νέο, στον θρησκευτικό σκεπτικισμό και την ανάγκη πίστης, στην υψηλή τέχνη και την λαϊκή κουλτούρα, το παραδοσιακό και το μοντέρνο. Αυτά τα στοιχεία είναι ορατά και στη γλώσσα και την ποιητική τεχνική του. Παραδοσιακά μορφικά συστήματα βρίσκονται δίπλα σε ελεύθερο στίχο, και νέους πειραματισμούς , όπως ένας δικός του τύπος σονέτου. Επιρροές από Βιβλικά κείμενα, ελληνικούς μύθους, Dante, Keats, Shakespeare, Albert Camus, Jack Gilbert, Philip Larkin , Wallace Stevens αναμειγνύονται με αυτές από τη σύγχρονη ροκ μουσική σκηνή, όπως Thom York, Radiohead και Joy Division.
Τα ποιήματα του Αλμπεργκότι πετυχαίνουν να παρασύρουν τον αναγνώστη στον κόσμο των δικών του εμμονών με το μυστήριο, την αμφιβολία, το εφήμερο των πραγμάτων, αλλά και το αιώνιο και ιερό, σε μια αποστολή αναζήτησης του νοήματος της ζωής για τη σωτηρία του κόσμου.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Μεταπλάσματα

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

στίγμαΛόγου 28/6/2018

Μετά τον Αλίπλοο Ουρανό το 2015 η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μας έρχεται στη Θεσσαλονίκη με τα Μεταπλάσματα, τη δεύτερη ποιητική της συλλογή η οποία έχει τόπο έκδοσης τη Θεσσαλονίκη. Η Μ.Π. γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και εδώ και μια εικοσαετία ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται σαν καθηγήτρια φιλόλογος στη Μέση εκπαίδευση. Η πρώτη της ποιητική συλλογή ο Αλίπλοος ουρανός είναι ένα ταξίδι σε «θαλασσεύουσες πολιτείες», όπου μας μεταφέρει από «τα βότσαλα στα βάθη» στον παφλασμό των κυμάτων κι από κει στον ουρανό με τα φτερά ενός γλάρου. Ένα ταξίδι που βλέπουμε «Τη θάλασσα και τον ουρανό να κουβεντιάζουν» με «λόγια ακατάληπτα» και «γραμμικά χαράγματα». Πολύ εύστοχα η Μαρία Λαμπαδαρίου Πόθου έγραψε για τη ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου. «Ποιητικές εικόνες σαν μικροί φάροι μέσα στην ομίχλη της κοσμικής αμφιβολίας. Η ποίηση της είναι μαζί και συμβολισμοί μιας μεταφοράς ή και αναφοράς των κοσμικών στοιχείων και πλασμάτων σε έννοιες αρχετυπικές, σε μια ποιητική απαρχή των όντων.

Τα Μεταπλάσματα σε ένα διαφορετικό ύφος, εμπλέκουν τη ποίηση με τη φυσική, τα μαθηματικά και άλλες θετικές επιστήμες. Για τη ποιήτρια όλες οι εκφάνσεις της ζωής, ο έρωτας, το πάθος, ο θάνατος, ολόκληρη η κοινωνία εμπλέκονται με τη κβαντική θεωρία και τη θεωρία των fractal που όπως διαβάζουμε στο επίμετρο αναπαριστούν συναρτήσεις από τα μαθηματικά του χάους.
Οι θεωρίες αυτές γίνονται ποίηση και με μια δικιά της ξεχωριστή προσέγγιση της πραγματικότητας η ποιήτρια μας μιλά για τη μετάπλαση ενός κόσμου μετά από αυτόν. Ένα κόσμο, μια καινούργια κοινωνία, με κινητήρια δύναμη την επιθυμία, το «α» όπως το αναφέρει ο Γάλλος ψυχαναλυτής Jacques Marie Émile Lacan από τον οποίο είναι επηρεασμένη η Παπαγεωργίου όπως η ίδια αναφέρει στο επίμετρο.
Το «μετά» και το κάθε «μετά» μας οδηγεί σε ένα καινούργιο προορισμό σε μια καινούργια άγνωστη κατάσταση . Διαβάζοντας συλλαβιστά το τίτλο όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο μετα-πλασ-ματ-α και ξεκινώντας από το τέλος έχουμε το «α» της επιθυμίας όπως το ορίζει ο Lacan, το «ματ» τη ματιά, το πώς βλέπεις τον κόσμο, το «πλασ» πως θα πλάσουμε το μέλλον «μετά» από αυτόν εδώ. Γι’ αυτή την ανάγκη να πλάσουμε ένα καινούργιο κόσμο, γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Κυάνωσης»

Ανάγκη είναι, λέει
Να πλάσω νέες λέξεις
Να εφεύρω τη νέα γραμματική
Το συντακτικό των ονείρων
Να διδάξω στο σχολείο σήμερα
Για να ανακαλύψω την τάξη του αύριο.

Και στο ποίημα Μεταπλάσματα μας προτρέπει:

Ελάτε να επαναπροσδιορίσουμε την ανθρωπότητα
τα πειράματα έως τώρα έχουν αποδώσει καρπούς
έστω και δια της εις άτοπον απαγωγής
Η επανεκκίνηση είναι στις ρυθμίσεις λογαριασμού
Αλλιώς το είδος μας δε θα είναι βιώσιμο
ούτε και κανένα χρέος ούτε και καμιά ηθική
Σε νέα είδη ας μεταλλαχθούμε
Για να εξελιχθούμε

Μέσα στη ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, βλέπουμε λέξεις και έννοιες από διάφορες σύγχρονες επιστήμες όπως η κβαντική φυσική αλλά και σύμβολα από το σώμα και τη φύση που συναντώνται αρμονικά και δένουν μεταξύ τους με ένα πρωτόγνωρο τρόπο..
Γράφει στο ποίημα «Ιόντα επιθυμίας»

«Δεν αναπνέω σε τροχιά/Πάλλομαι μες στα νερά/Δεν είμαι/προκαθορισμένη γραμμή/αλλά/μορφο/κλασματική διαδρομή/άλλοτε κύμα/άλλοτε σώμα/Αν θες να με βρεις/πρέπει να με δεις/αλλά/ εκείνο που οράς/αυτό και θηρεύεις.

και στο ποίημα «Η γεωμετρία του κογχυλιού στο σώμα σου» μας λέει:

«Επιφάνεια/ Φυσούσε τις ώρες στους μηρούς σου/χ κλάσμα θαλάσσης/Ξεφεύγει το μέτρημα/ Περίμετρος/Έψαχνα τον ιδρώτα στα στήθη σου/360 μοίρες κύματος/ Ξαναπράττεις το έγκλημα.»

Ένα άλλο στοιχείο της φύσης που έχει έντονη παρουσία στη ποίηση της Μ.Π. είναι το νερό, η ροή του, η θάλασσα. Γράφει στο ποίημα «Ρευστές αποκαλύψεις»

…τραγουδάω κάθε νύχτα/για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές/που νομίζουμε πως/χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα/μιας θάλασσας π’ αλλάζει/ χρώματα ξανά και ξανά/καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή/δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα

Η ποιήτρια είναι επηρεασμένη από το τόπο που ζει, τη Χαλκίδα, όπου βλέπει καθημερινά τη ροή του νερού να αλλάζει κατεύθυνση από το φαινόμενο της παλίρροιας. Έτσι βλέπει και τη ζωή, να κινείται στο νερό κυνηγώντας το όνειρο που κάπου χάνεται, επιστρέφει και ξαναγυρνά. Και η ποιήτρια ένα παιδί της παλίρροιας η ίδια, γράφει στο ποίημα «Το υστερόγραφο που δε σου έστειλα»

Εμείς τα παιδιά της παλίρροιας
Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς,
Επιστρέφουμε για να φύγουμε
Ξανά και ξανά

Και στο ποίημα «Το τρίξιμο του πορθμού» μας λέει:

στο πάνω κάτω των νερών
στο στροβιλισμό των νεφουριών
εγκολπώνεται το όνειρο
ως κύμα που συστέλλεται και διαστέλλεται
για το ξεχείλισμα του
κατά πώς χύνεται η επιθυμία.

Παιδιά της παλίρροιας είναι όμως και οι νέοι άνθρωποι που αναζητούν το αύριο τους με τα δικά τους όνειρα. Και μάννα και δασκάλα η Παπαγεωργίου ζει αυτό το παλιρροιακό κυματισμό των παιδιών . Γράφει στο ποίημα «Η αριθμητική είναι γένους θηλυκού» για τη κόρη της. «Στο μεθύσι της μάχης και της νίκης/το σ αγαπώ απόγνωση αναρχική/παράπλευρη απώλεια το φιλί/με φόντο το ηλιοβασίλεμμα στο νησί.»

Και στο ποίημα «Πλωτές τάξεις» (από συνθήματα σε τοίχους σχολείων)
γράφει:

«Συνελήφθη μαθητής με μικροποσότητα βιβλίων»
Γκράφιτι στον πίσω τοίχο του σχολείου
Πίσω απ’ την καντίνα κρυφά οι μαθητές κι οι μαθήτριες
«Να κάνεις ό, τι σε κάνει να χαμογελάς»
Με το σάλιο τους στις γόπες που πετούν κρυφά
Στις ρίζες της αγριαπιδιάς που δεσπόζει
Αν και κανείς τους δεν την βλέπει
«Βαριέμαι γαμώτο»

Στίχοι που δείχνουν ότι η Παπαγεωργίου πραγματικά νοιώθει τα παιδιά, τα όνειρα τους, τη διάθεση τους καλή ή κακή, τη χαρά και τις απογοητεύσεις τους. Είναι κοντά τους είναι όμως και παράλληλα μέσα στη πραγματικότητα τους. «Να κάψουμε και το τελευταίο βιβλίο»/Κάθε πρωί βρίσκουν κι άλλο γκράφιτι (μα πως ξεπηδούν σα μανιτάρια).

Για την έννοια της επιθυμίας στην λακανική θεωρία η Ευαγγελία Κυβέλου Master of Science της Κλινικής Ψυχολογίας γράφει ότι η επιθυμία είναι η καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης και το κύριο ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης.
Ο Lacan διαχωρίζει την επιθυμία από την ανάγκη και το εκφερόμενο αίτημα. Η ανάγκη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την βιολογική υπόσταση του ανθρώπου και μπορεί να ικανοποιηθεί. Το αίτημα που εκφέρει το υποκείμενο έχει διπλή υπόσταση: από την μια είναι η έκφραση της ανάγκης και από την άλλη είναι πάντα ένα αίτημα για απεριόριστη αγάπη.

Κι η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου μας λέει στο ποίημα «Ρευστές αποκαλύψεις»

Είναι γιατί μετά απ’ αυτό
σε αγάπησα
που σου μιλάω και σε
τραγουδάω κάθε νύχτα
για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές
που νομίζουμε πως
χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα
μιας θάλασσας π’ αλλάζει
χρώματα ξανά και ξανά
καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή
δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα

Και στο ποίημα LETTRE D’ AMOUR γράφει:

Το πώς σκαλίζουν οι λέξεις σου
τις επιθυμίες των αρτηριών μου

Το πώς επαληθεύουν οι λέξεις σου
τις αρτηρίες των φαντασιώσεών μου

0ι λέξεις μας οργασμός
κι η θάλασσα εντός
αλλά το πέλαγος μεγάλο
Από ποια μεριά κολυμπώ;

Στίχοι που μας αποκαλύπτουν εικόνες μοναδικές, γεμάτες έρωτα, όπου το ερωτικό ζευγάρι χορεύει πάνω στα κύματα την αγάπη του. Και μαζί τους χορεύουν αγκαλιασμένες με τους στίχους της Σαπφούς λέξεις και έννοιες της φυσικής, ιόντα επιθυμίας-άλλοτε κύμα, άλλοτε σώμα, ένας παράξενος ελκυστής που στο έμπα των ματιών χάνει το ρυθμό και κβάντα στο κατώφλι και στα σκοτεινά όρια του έρωτα. Του έρωτα που στα «Θολά νερά» μας λέει:
Χαρτογράφησε τα σημάδια στο κορμί μου/Είναι καιρός πια/Βρες την εποχή μου τώρα»

Το α της επιθυμίας ,ο έρωτας, μέσα από τη ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι το κλειδί για να πλάσουμε ένα μετα- κόσμο
«έναν γενναίο καινούργιο κόσμο/για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω»»
Μ’ αυτούς τη ξεχωριστούς, δυναμικούς στίχους και γεμάτες ομορφιά εικόνες η ποιήτρια μας προτρέπει «Κατεβείτε όλοι στις πλατείες και στα πάρκα/με ένα ποίημα ένα σύνθημα ένα τραγούδι/να κάνουμε νέες σχέσεις μεταξύ μας.» (από το ποίημα «Η πλατεία στο πέλαγος»)
Και μέσα από το ποίημα «Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού» καταθέτει το όνειρο για τα μεταπλάσμα της

«Το αίτημα είναι καθαρά ερωτικό·
Στον κύκλο του ολόγιομου φεγγαριού
Να ανεβάσουμε ξανά τα αστέρια στο στερέωμα»

ΣΗΜ. Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου στις 29/3/2018 στη Θεσσαλονίκη.

 

 

ΧΑΡΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Fractal», Φεβρουάριος 2018

Γοητευτικές διασυνδέσεις κβαντικών και ερωτικών φαινομένων

Καλωσορίσατε στη Χώρα του Ποτέ μα Ποτέ
Στη Χώρα των Θαυμάτων

Μετά τον Αλίπλοο Ουρανό (2015, εκδόσεις Γαβριηλίδης) , η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, που ζει στη Χαλκίδα, μάς παραδίδει μια συλλογή έκπληξη και πρόκληση μαζί. Η επιστήμη περικλείει την ποίηση, εμπεριέχει ιόντα επιθυμίας, και η ποίηση μπολιάζεται από την μυστηριώδη γοητευτική ποιητική της επιστήμης.

Μετα- φυσική, μετά- μοντέρνο, μετά τα πλάσματα τι; Κάθε ‘μετά’ περιέχει αναπόφευκτα και την έννοια του γοητευτικού, άγνωστου προορισμού. Τα Μεταπλάσματα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι τα καινούρια πλάσματα ενός νέου γενναίου κόσμου. Είναι τα εξελιγμένα όντα «υβρίδια ανθεκτικά στη νέα εποχή/ στο νέο κλίμα και ατμόσφαιρα/ σε καινούρια αισθητική/ πλάσματα του νου άφυλα/ διάφυλα ή ενδόφυλα» Το πείραμα της ‘κατασκευής’ τους ωστόσο παραμένει επισφαλές καθώς δεν είναι σίγουρο «αν θα δείξουν όλα τα υποκείμενα την ίδια αντοχή και προσαρμοστικότητα/ κάποια από αυτά μπορεί και να τερματιστούν.» Μεταπλάσματα όμως είναι ακόμα τα «κυβόργια ….άφυλον είδος κατασκευασμένο στην αστική μας φύση».

Φανερή είναι η επιθυμία της ποιήτριας να πλάσει έναν καινούριο θαυμαστό κόσμο με τα υλικά της ποίησης. Ο ποιητής γίνεται ο νέος πλαστουργός λέξεων και νοημάτων, μιας νέας γραμματικής του κόσμου, μιας καινούριας θέασης του ονείρου.

Ανάγκη είναι, λέει,
Να πλάσω νέες λέξεις
Να εφεύρω τη νέα γραμματική
Το συντακτικό των ονείρων
Να διδάξω στο σχολείο σήμερα
Για να ανακαλύψω την τάξη του αύριο. (Κυάνωσις)

Ο Εύριπος με τα παράξενα νερά και τα νεφούρια συνηγορεί στο λοξό βλέμμα της ποιήτριας πάνω στη φύση και στην ουσία των πραγμάτων και κάνει τη μέρα να τρίζει:

Η σάρκα των πραγμάτων/ αλλάζει σαν τα τρελά νερά/ σε φάσεις παλίρροιας/πλήμμη και ρηχία

Ή παρακάτω:

Στο ρίγος των ρευμάτων/ ακούγεται το τρίξιμο της μέρας/ καθώς μετά από λήθαργο καλοκαιριού

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, κάποτε, οι σπασμένες λέξεις (ΣΥΧΝΟΤΗΤΕΣ) και το ‘νιο φεγγάρι’ ανασύρουν στον νου τον άλλον αιρετικό, αναρχικό της γραφής που έζησε και έδρασε στη Χαλκίδα. Οι ήχοι τραβάνε τον δικό τους δρόμο , κάνουν την επανάστασή τους και γίνονται υπέρηχοι, υπόηχοι και απόηχοι.

Οξείδωση μετάλλου, κβάντα, ιόντα, πολυεστιακό είδωλο, φράκταλ, μορφο/κλασματική διαδρομή: λέξεις ανοίκειες για την ποίηση κι όμως τόσο θαυμαστά ταιριασμένες. Το ερωτικό υποκείμενο γίνεται «άλλοτε κύμα / άλλοτε σώμα». Ακόμα και σε ένα καθαρά ερωτικό ποίημα υπεισέρχονται ιόντα, αλλά είναι ιόντα επιθυμίας.

Και τώρα έλα μου/ και στο σκοτεινό μου φάσμα σε απορροφώ/ ως κύμα φωτονίου αντιστοιχώ/ στην πρώτη διέγερση.

Παράδοξα φαινόμενα της κβαντομηχανικής για τη μεταφορά των φωτονίων βρίσκουν τη συνυποδηλωτική τους έκφραση και παντρεύονται με τα αντίστοιχα φανερώματα των ερωτικών φαινομένων.

Όση φαντασία όμως και να διαθέτει ακόμα και ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης αδυνατεί να ταυτοποιήσει τα ονόματα Bob, Alice, Julia και Tom. Γι’ αυτό στο επίμετρο τον περιμένει μια ισχυρή έκπληξη.

Η θεωρία του χάους, η θεωρία των καταστροφών, τα σύνολα Τζούλια, οι παράξενοι ελκυστές, ονόματα ελκυστικά και θεωρίες δυσπρόσιτες για τον κοινό θνητό, παντρεύονται με στίχους της Σαπφούς (Το λικνιστό της βάδισμα ποθώ το φωτεινό της πρόσωπο να δω). Ο απόλυτος ντετερμινισμός και η τυχαία μεταβολή δύνανται να συνυπάρχουν στη φύση όπως και στον έρωτα άλλωστε. Μήπως οι καρδιές και οι επιδερμίδες δεν ταλαντώνονται σαν κύματα; Μήπως δεν δονείται το κορμί στην προσδοκία της ερωτικής ηδονής; Το σώμα δεν γίνεται κύμα ραδιενεργό «στο έμπα των ματιών σου»; Ερωτικές εξισώσεις, γεωμετρικές σχέσεις απρόβλεπτες, οι μαθηματικές αντιστοιχίες με την ερωτική επιθυμία είναι φανερές.

Άρα, ο λόγος των ακτίνων από κάθε πόρο του δέρματός σου ισούται με τη χρυσή τομή της έλξης μας. Η εξίσωση αυτή αποδεικνύεται στο σώμα σου. Και αυτοαναιρείται. Κάθε φορά.

Σημείο κλειδί μέσα στον πάλλοντα, μετά- φυσικό κόσμο της ποιήτριας αποτελεί το ‘αντικείμενο α’ «- στο α πάντοτε είμαστε/ κι έγινα τόσο χαρούμενη για αυτό».

Το «αντικείμενο μικρό α», διαβάζω στο άρθρο της Τόνιας Παντελαίου, πρωτοεμφανίζεται στη λακανική ορολογία το 1955. Είναι το σύμβολο που χρησιμοποιεί ο Λακάν για να παραστήσει σχηματικά την αφετηριακή σχέση του ανθρώπινου βρέφους με την εικόνα της ολότητας που εισπράττει από την οπτική σχέση με τον «άλλο». (“Το «αντικείμενο μικρό α» και η κοινωνική θεωρία”. http://www.pre.aegean.gr/revmata/issue3)

Και η Thérèse Tevenard στο άρθρο της ‘Το αντικείμενο α’ σημειώνει : «Ο Φρόιντ επικαλείται για πρώτη φορά την έννοια του αντικειμένου στο έργο του «Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας» όπου εκθέτει τη λαϊκή μυθοπλασία σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ύπαρξη χωρίστηκε σε δύο μέρη: άνδρας και γυναίκα, που τείνουν έκτοτε να ενωθούν μέσω της αγάπης. Απέχουμε πολύ από το αντικείμενο μικρό α του Λακάν και από το ήδη χαμένο αντικείμενο του Φρόιντ « (Τρία δοκίμια πάνω στη θεωρία της σεξουαλικότητας). Αυτό το αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί ότι χάθηκε μεταγενέστερα» και το «να συναντήσεις το σεξουαλικό αντικείμενο δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά να το ξαναβρείς».

«Άνδρας και γυναίκα, που τείνουν να ενωθούν μέσω της αγάπης» και «να συναντήσεις το σεξουαλικό αντικείμενο δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά να το ξαναβρείς.» Θα κρατήσω αυτές τις φράσεις για να τονίσω τον ατόφιο, πηγαίο ερωτισμό που αποπνέει η συλλογή, γήινο και την ίδια στιγμή υπεργήινο που πηγάζει από τα κατάβαθα της ύπαρξης και βρίσκει την έκφρασή τους στις γαλάζιες, διάφανες στιγμές των εραστών:

Είναι γιατί μετά απ’ αυτό
σε αγάπησα
που σου μιλάω και σε
τραγουδάω κάθε νύχτα
για εκείνες τις γαλάζιες στιγμές
που νομίζουμε πως
χορεύουμε πάνω στα ίδια κύματα
μιας θάλασσας π’ αλλάζει
χρώματα ξανά και ξανά
καθώς νέοι θεοί απ’ την αρχή
δαγκώνουμε μαζί υγρή σοκολάτα.

(ΡΕΥΣΤΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ)

Βαθιά ερωτική ποίηση, βρίθει από αισθαντικές και αισθησιακές εικόνες , από μικρές/ μεγάλες στιγμές ερωτικής πληρότητας:

Κάθε φορά περιμένω με λαχτάρα το άλλο πρωί
Να παρατηρήσω τα αγαπημένα σου δάχτυλα
Να μου κουμπώνουν ένα ένα τα κουμπιά
Απ’ το τσαλακωμένο πουκάμισο
Που ΄ταν ριγμένο στο πάτωμα
Χθες βράδυ

(ΕΓΚΥΜΑΤΙΣΜΟΣ)

Ποίηση πυκνή, πολυσήμαντη, απροσδόκητη, εν κατακλείδι, με όλα τα ουδετερόνια, τα πρωτόνια και τα ηλεκτρόνια να κάνουν το άλμα τους «ώστε να εκλυθεί το ερωτικό φως». Συνειρμοί τολμηροί, εικόνες σπάνιας δύναμης και εικαστικής ομορφιάς. Ποιητικός αναβρασμός των λέξεων και των συμβόλων που χορεύουν κυριολεκτικά σε τρελό κβαντικό ρυθμό και ταλαντώνουν ως το άπειρο την επιθυμία.

Δεν είναι άραγε η ποίηση, αλλά και ο έρωτας, «αντιγόνο ή αντίσωμα στην ασθένεια της ζήσης;»

Εν τέλει «το αίτημα είναι καθαρά ερωτικό¨ /στον κύκλο του ολόγιομου φεγγαριού / να ανεβάσουμε ξανά τα αστέρια στο στερέωμα.»

 

ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

O ANAGNOSTIS 15/3/2018

Δύο πράγματα χαρακτηρίζουν τον ποιητή και τον καλλιτέχνη, επεσήμαινε ο Σίλερ: «Ότι υψώνεται πάνω από το πραγματικό και ότι παραμένει εντός του αισθητού».[1]

«Αυτά που είναι πρόσφορα σαν θέματα για τον ποιητή, είναι για τον άνθρωπο πρόσφορα σαν αντικείμενα και επειδή, ενόσω τα ανακεφαλαιώνει κανείς για τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί να τους δώσει μια ποιητική μορφή, πρέπει να τους δώσει ως τούτου μια ιδεώδη, μια ανθρώπινη μορφή με την ανώτερη έννοια».[2]

«Τι γεύσεις έχουν τα χρώματα όταν ερωτεύονται;» τιτλοφορεί η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου ένα ποίημα από τη νέα της συλλογή «Μεταπλάσματα», για να προσθέσει αλλού: «Είχα ξεχάσει ότι ήμουν τυφλός, κουφός κι άλαλος / Χωρίς λόγους, γλώσσες, ομιλίες […] Λέξεις αναφωνήματα / λόγια ανάκατα / παιχνίδι βλέμματα / χορεύουν στις πτυχές του πουθενά. / Αν το πουθενά / γίνει εδώ / οι λέξεις καταρρέουν / Ξεγλίστρησε / το λαστιχάκι απ’ το μπαλκόνι / Τι ήχος ανεπαίσθητος κι αυτός!»

Σύμφωνα με τους Ρώσους φορμαλιστές, στην ποιητική γλώσσα, η λέξη γίνεται αισθητή ως λέξη και όχι ως απλό υποκατάστατο του ονοματισμένου αντικειμένου, ούτε ως έκρηξη της συγκίνησης – οι λέξεις και η σύνταξή τους, η σημασία τους, η εξωτερική και εσωτερική μορφή τους, δεν είναι ενδείξεις αδιάφορες της πραγματικότητας, αλλά έχουν το δικό τους βάρος και τη δική τους αξία. Αυτή η «αποαυτοματοποίηση», προκαλεί μια αισθητική πρόσληψη: το αντικείμενο ως όραμα και όχι ως αναγνώριση.[3]

«Αν προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο σ’ αυτή την κριτική της πραγματικότητας, θα εξαγάγουμε εκ του αντιθέτου τη δική μας αντίληψη για το ιδεώδες. Για το σώμα μας θα θέλαμε, χωρίς να πάψει να είναι αυτό το σώμα, να είναι αυτό το σώμα σε τελειότητα. Για τη νεότητα θα θέλαμε, χωρίς να είναι κάποιο άλλο είδος νεότητας, να διαρκεί όπως είναι. Για την απόλαυση θα θέλαμε, χωρίς να τελειώνει ή να είναι διαφορετική, να μετατρέπει σε αιωνιότητα τη στιγμιαία, περαστική απόλαυση. Για την κατανόηση θα θέλαμε, χωρίς να έχει ανάγκη να πετάξει υψηλότερα για να κατανοήσει, να αγκαλιάζει με ένα μεγάλο φτερούγισμά της όλα όσα μπορούν να κατανοηθούν.

Εν κατακλείδι θα θέλαμε, όχι μια τέλεια ζωή, αλλά την τελειότητα της ζωής. Όμως η τελειότητα ενός πράγματος καθαυτό προκύπτει από την απόλυτη ταύτισή του με την ουσία του: με την ύλη, αν η ουσία του είναι υλική· με τη μορφή του αν η ουσία του είναι φορμαλιστική· με τον σκοπό του, αν η ουσία του είναι να έχει σκοπό. Και καθώς αυτό το τέλειο ταίριασμα ονομάζεται ισορροπία, αν είναι εσωτερικό, και αρμονία, αν είναι εξωτερικό, το όνομα που αρμόζει να δώσουμε στο ιδεώδες που αποτελεί το θεμέλιό του είναι αρμονικό ιδεώδες».[4]

Πρόκειται με άλλα λόγια για την ποιητική του αδιαμεσολάβητου οράματος, όπως αυτή υποδηλώνεται στον Μπερξόν και υπογραμμίζεται στον Μπασελάρ, που οδηγεί τη φαντασία και την ύλη στην όσμωση, όπως υπαινίσσεται και ο ίδιος ο τίτλος της εν λόγω ποιητικής συλλογής, σμίγοντας την ονειροπόληση με την αντίληψη στην πράξη θυσιάζοντας τις απαιτήσεις της συνείδησης στη φυσική πραγματικότητα του αντικειμένου.[5]

Με παρόμοιο τρόπο, η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου χρησιμοποιεί εδώ λεκτικές μεταφορές που βγάζουν τα αντικείμενα από το οικείο τους γλωσσικό πλαίσιο, κάνοντας τον ποιητικό ειρμό να τα εξιδανικεύει στην αισθητική τους σύνθεση, χωρίς ποτέ να τα απομακρύνει τελείως από την επικράτεια του νοητά ή φαντασιακά πραγματικού. Δεν πρόκειται πρωτευόντως για λογοτεχνικά εμβλήματα, αλλά για συνειδησιακές αναπαραστάσεις που αντλούνται από το ρεπερτόριο της φύσης: προσλαμβάνουν το νόημα και τη λειτουργία τους από το γεγονός ότι ανήκουν κατ’ αρχάς στον φυσικό κόσμο. Στη ρητορική τού στίχου ενδεχομένως δείχνουν εξαϋλωμένα ως το σημείο της αφαίρεσης, γενικευμένα ως το σημείο να φαντάζουν καθαρές ιδέες, εντούτοις ποτέ δεν χάνουν πλήρως την επαφή τους με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα από την οποία πηγάζουν.

Στην ποιητική γλώσσα, οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται ως σημεία, ούτε καν ως ονόματα, αλλά με στόχο να ονομάσουν, έγραφε ο Paul de Man: «οι ποιητές γνωρίζουν ότι η πράξη του ονομάζειν υπαινίσσεται μια επιστροφή στην πηγή, στην καθαρή ενέργεια της αρχόμενης εμπειρίας» . «Και τώρα έλα μου», γράφει η ποιήτρια στα «Μεταπλάσματα», «και στο σκοτεινό μου φάσμα σε απορροφώ / ως κύμα φωτονίου αντιστοιχώ / στην πρώτη διέγερση». Η φράση έχει έτσι την πρόθεση να εκδηλωθεί σαν φυσικό παράγωγο μιας υπερβατικής αρχής, σαν επιφάνεια (epiphany – Paul de Man). Και με τη στενή έννοια του όρου, κατά την οποία μια επιφάνεια δεν μπορεί να αποτελέσει αρχή, αποκαλύπτει και φανερώνει κάτι το οποίο εξ ορισμού ποτέ δεν έπαψε να βρίσκεται εκεί. Πρόκειται μάλλον για την επανανακάλυψη μιας μόνιμης παρουσίας που επέλεξε να αποκρύψει τον εαυτό της από εμάς – εκτός αν είμαστε εμείς που έχουμε τη δύναμη να κρυφτούμε από αυτήν.

Η γραφή γεννιέται από το ψεύδος και την απάτη; Αυτό είναι το ερώτημα που γεννιέται εν γένει από την τέχνη της ποίησης. Μήπως αντίθετα είναι γέννημα της πραγματικότητας ή πάλι παράγει αυτή την πραγματικότητα; Κι αν η γραφή είναι ικανή να καθιστά την πλάνη αλήθεια και την αλήθεια μέσο εξαπάτησης και πλάνης υπενθυμίζοντας κάθε στιγμή πως βρίσκεται πέραν αυτών των εννοιών, μήπως αναγκάζεται κανείς να ομολογήσει πως εφόσον η αλήθεια επινοείται, οποιαδήποτε επινόηση ενδέχεται να αληθεύει;

«Είμαστε / στο χάσιμο του σφυγμού», απαντά η ποιήτρια, «στο θόρυβο πίσω από τη μελωδία / στα παράσιτα κάτω από τον ήχο / στο σφάλμα μετά την πρόσθεση / στο αχ! του σπασμού / στην αρχή πάντα – είμαστε». «Μεταγλωττίστε τις ακτές», μας παραγγέλνει, «και τα λιμάνια και τα αστέρια».

Πρόκειται στην ουσία για την αγωνία ότι ακόμα και μέσα από την γραφή τίποτα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Το έργο παραμένει ημιτελές και ο δημιουργός του δεν θα πετύχει ποτέ, όσες διορθώσεις κι αν κάνει, την ολοκλήρωση. Η γραφή συνιστά μια ακραία σπατάλη που ωθεί τον γράφοντα να υπερβεί κάποιο σημείο οριακό σπαταλώντας, πέρα απ’ αυτό που έχει, εκείνο που δεν έχει, δεν είχε και δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει. Είναι η σπατάλη του εκ των προτέρων χαμένου χρόνου , του δανεικού χρόνου που ο συγγραφέας προσφέρει σε έναν απόντα αποδέκτη, του χρόνου αυτού που είναι η ζωή του. «Με τη ναυτία του χρόνου που έχει πρόσωπο», όπως γράφει και η Παπαγεωργίου, γίνεται ποίηση η έλξη του αισθητού και το ιεροποιημένο πένθος της απώλειάς του.

info: Για την ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου «Μεταπλάσματα», εκδ. Σαιξπηρικόν

[1] Σίλερ – Γκαίτε, Αλληλογραφία, σελ. 222.
[2] Αλληλογραφία, σελ. 206.
[3] Εισαγωγή στις σπουδές της λογοτεχνίας, σελ. 18. (Jakobson, Sklovskij)
[4] Fernando Pessoa, Λογοτεχνικά δοκίμια, σελ. 129.
[5] Βλέπε, Paul de Man, Περιοδικό «Ποίηση», τεύχος 4, Φθινόπωρο 1994, σελ. 125.

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου έχει στιβαρό «σώμα», μοιάζει να γνωρίζει επακριβώς τον στόχο της, και αυτονόητα αναζητά τον συνοδοιπόρο της σε όσα εύστοχα ανακαλύπτει να υποφώσκουν αδιόρατα για τους πολλούς αλλά και σε όσα οραματίζεται σε έναν κόσμο καλύτερο. Η πολύ προσεγμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί αναδεικνύει τον λεκτικό θησαυρό που θα μπορούσε να γίνει όχημα για τη συνειδητοποίηση του ζοφερού κόσμου, στον οποίο βρισκόμαστε, να γίνει όπλο κατά του σκοτεινού μέλλοντος, που διαγράφεται με όλα τα σημάδια του ήδη φανερά για όποιον έχει εναργή τη σκέψη του και ανοιχτά τα μάτια του. Η Μαργαρίτα μιλά με υπαινιγμούς, για να δηλώσει πολύ περισσότερα από όσα μια λέξη μόνη κουβαλάει μέσα της, χρησιμοποιεί σύμβολα, εκεί που απαιτείται μια συνολικότερη εκτίμηση των πραγμάτων, και τότε που οι απλές κυριολεξίες είναι ίσως αδύναμες να ενσωματώσουν το πλήρες νόημα της πραγματικότητας, εκεί έρχεται η μεταφορικότητα του ποιητικού λόγου για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Μια ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία με κύριο χαρακτηριστικό της τη δύναμη της φωνής της και το εύρος της αναζήτησής της.

https://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2018/01/miroslav-hak.html?spref=fb

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Άλλοτε κύμα άλλοτε σώμα. Πάντα ροή. Κβαντομηχανική και φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Βιολογία, ψυχανάλυση, αστρονομία, ιατρική. Ένας πρωτέας ποίημα που αλλάζει μορφές και δημιουργεί νέα σωματίδια και μία καινούργια πρωτότυπη εντελώς ιδιαίτερη γραφή. Υπαρξιακή, ερωτική, αισθησιακή και (ένα καινούργιο επίθετο) επιστημονική ποίηση. Πενήντα δύο καράτια αλάτι, ένας κόκκος σύννεφου, χ κλάσμα θαλάσσης, τριακόσιες εξήντα μοίρες κύματος. Τα πρωτόνια είναι πιο όμορφα από τα ουδετερόνια, ο άξονας της γης συνέχεια μετατοπίζεται, σε τι συχνότητα είναι άραγε ο αναγνώστης; Υπέρηχοι, υπόηχοι και απόηχοι. Στην συλλογή αυτή η αριθμητική είναι γένους θηλυκού.
.
Στίχοι από ποιήματα της συλλογής.
Κάθε αφήγημα είναι και νόημα/Κάθε ποίημα είναι και ιστορία/Κάθε λέξη είναι σύμπαν.
.
Το ερώτημα παραμένει τώρα ακόμα πιο επιτακτικό/Πώς χτίζεται μια θάλασσα;
.
Το αίτημα είναι καθαρά ερωτικό∙/Στον κύκλο του ολόγιομου φεγγαριού/Να ανεβάσουμε ξανά τα αστέρια στο στερέωμα.
.
Ανάγκη είναι, λέει/ Να πλάσω νέες λέξεις/Να εφεύρω τη νέα γραμματική/Το συντακτικό των ονείρων.
Έτσι λέει η ποιήτρια Μαργαρίτα Παπαγεωργίου στην ποιητική της συλλογή «μετα πλασ ματ α» εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2017
Αυτό λέει και αυτό καταφέρνει βέβαια αφού πραγματικά η γραφή της αναδύεται καινούργια και φρέσκια, ένα μικρό καινούργιο πλάσμα-σύμπαν. Η συλλογή της.

 

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

deepunctum.blogspot.gr Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

ΑΝ ΘΕΣ ΝΑ Μ’ ΑΓΓΙΞΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ Μ’ ΑΛΩΣΕΙΣ ΑΛΛΑ ΟΠΟΙΟ ΔΕΡΜΑ ΦΟΡΑΣ ΜΟΝΑΧΑ ΘΩΠΕΥΕΙΣ (μόνο έτσι η Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι με την αλήθεια):

Με κεφαλαία στίχοι από τα Ιόντα Επιθυμίας, 2ο ποίημα στη συλλογή Μεταπλάσματα και σε παρένθεση μια αποστροφή από τον Αλίπλοο Ουρανό, την πρώτη συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου. «Ποιητικές εικόνες σαν μικροί φάροι μέσα στην ομίχλη της κοσμικής αμφιβολίας», ήταν το εύστοχο σχόλιο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου για τον Αλίπλοο Ουρανό, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2015. Μια παράξενη κι άγνωστη ομηρική λέξη, αλίπλοος (= υπό υδάτων κεκαλυμμένος ή επί της θαλάσσης πλέων) με έντονη ποιητική χροιά, όπως κι άλλες παρόμοιες αρχαιοπρεπείς λέξεις -«ορίζοντας αλιπόρφυρος, πόντος αλίγλαυκος, πολιτεία αλίπεδος και αλιτενής, αλίπλαγκτες όχθες- ενσωματώνονται αρμονικά στο πλούσιο λεξιλόγιο της συλλογής, σαν να είναι λέξεις σημερινές και προετοιμάζουν άριστα τον αναγνώστη για θαλάσσιες και «υποθαλάσσιες» πλεύσεις, αναδύσεις-καταδύσεις, για «ροές ρευστών ειδώλων, κρουστά κύματα, ουράνια ύδατα ονείρων, εφήμερων και ατέρμονων». Απρόσμενες εικόνες – αλλόκοτοι ψίθυροι πλάι στο κύμα. Ο Ηράκλειτος ψαρεύει ψάρια παρέα με τον Ντώκινς, οι Ιδέες του Πλάτωνα ρεμβάζουν τα αστέρια παρέα με τα Φράκταλς της νεώτερης θεωρίας του Χάους, οι ορφικοί κάνουν βουτιές χέρι με χέρι με τους κβαντικούς φυσικούς και η Ψυχή, άλλοτε κάβουρας, άλλοτε αχινός, τη μια κοχύλι, την άλλη γλάρος λευκός κολυμπά, πετά, βουτά στα κόκκινα νερά του ηλιοβασιλέματος, στις αντιφάσεις τού είναι και του φαίνεσθαι στην αέναη αγωνιώδη προσπάθειά της να ανακαλύψει την Αλήθεια.
Μετά την έκπληξη/ πρόκληση του Αλίπλοου Ουρανού, η επιθυμία της ποιήτριας, να πλάσει έναν καινούριο θαυμαστό κόσμο με τα υλικά της ποίησης, βρήκε τη συνέχειά της στα Μεταπλάσματα: Μετα- φυσική, μετά- μοντέρνο, μετά τα πλάσματα τι; Κάθε «μετά» περιέχει αναπόφευκτα και την έννοια του γοητευτικού, άγνωστου προορισμού. Σχολιάζει η Χαρά Νικολακοπούλου: «Τα Μεταπλάσματα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι τα καινούρια πλάσματα ενός νέου γενναίου κόσμου. Είναι τα εξελιγμένα όντα «υβρίδια ανθεκτικά στη νέα εποχή… σε καινούρια αισθητική πλάσματα του νου άφυλα/ διάφυλα ή ενδόφυλα». Το πείραμα της «κατασκευής» τους ωστόσο παραμένει επισφαλές καθώς δεν είναι σίγουρο «αν θα δείξουν όλα τα υποκείμενα την ίδια αντοχή και προσαρμοστικότητα…» Η ποιήτρια, και στη νέα της συλλογή, γίνεται πλαστουργός λέξεων και νοημάτων, μιας νέας γραμματικής του κόσμου, μιας καινούριας θέασης του ονείρου. Ανάγκη είναι, λέει, «Να πλάσω νέες λέξεις Να εφεύρω τη νέα γραμματική Το συντακτικό των ονείρων Να διδάξω στο σχολείο σήμερα Για να ανακαλύψω την τάξη του αύριο. (Κυάνωσις, σελ. 45)
Στα ποιήματα της πρώτης συλλογής (ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ), ανάμεσα στους στίχους συναντάμε πλάσματα της θάλασσας, με τον γλάρο πρωταγωνιστή να «περιίπταται» ανάμεσα θάλασσας και ουρανού. Κι όπως ο γλάρος Ιωνάθαν από τη φύση του ονειρεύεται την απεραντοσύνη τ’ ουρανού, έτσι και η ποιήτρια, θέλοντας να του μοιάσει, φαντάζεται πως βρίσκεται μέσα σ’ ένα διαυγές, φωτεινό όνειρο: ξεπηδά από μέσα της ο ίμερος και πιάνεται «απ’ του σύννεφου την άκρια», πασπαλίζεται «με αληθινή αστερόσκονη» και σπάζοντας «το τσόφλι του ουρανού» κατακτά τη Θεία Αρμονία, την Τέλεια Συμμετρία, την Ολική Ενότητα, την Αλήθεια της Πτήσης. Στα Μεταπλάσματα μάλιστα βρίσκει κι ένα κόλπο που την κάνει μοναδική: να μην ξυπνά από το όνειρο αλλά να συνεχίζει να ονειρεύεται και μέσα στο όνειρο να ζωγραφίζει με χρώματα για να ταξιδεύει διαρκώς «στα σημεία που αθωώνεται ο θεός κι ο θάνατος, εκεί άλλο τρόπο δεν έχει να θεραπεύεται απ’ τους εφιάλτες, κι έτσι ίπταται μέσα στη χίμαιρα μιας οιονεί λάμψης στο χείλος της εν εγρηγόρσει ονειρότητας…» (Lucid Dream σελ. 50)

 

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ

ΦΡΕΑΡ 29/5/2018

«Με τη σαγήνη των ονομάτων»: εξερευνήσεις του λόγου
στα «Μεταπλάσματα» της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου (Σαιξπηρικόν, 2017)

Ορίζοντας το «μετά» ως πρωθύστερο κίνητρο γραφής, η ποιητική δημιουργία μάς φέρνει μπροστά στα πλάσματα της σκέψης: «πλάσματα» εκ του «πλάθω» και του «δημιουργώ», δίνω ζωή και παίρνω.

Τέτοιου είδους σχέση εκφράζει ο τίτλος του βιβλίου αυτού με το περιεχόμενό του. Τίτλος που ξαφνιάζει ακόμα και με το γράφημά του στο εξώφυλλο: ο αυθαίρετος συλλαβισμός ενός άλφα, που περισσεύει, μπορεί να μην είναι τυχαίος. Ένα τέτοιο καταληκτικό άλφα, που στηρίζει στις αδύναμες πλάτες του την κολόνα της λέξης, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, για παράδειγμα, ωμέγα, το βιβλικό άλφα και ωμέγα, αν δεν σχετιζόταν και με την κωδικοποίηση στη γλώσσα των μαθηματικών ή με την έννοια του «άλλου» μέσα από ένα λακανικό συμφραζόμενο στη γλώσσα της ψυχανάλυσης: η ποίηση εδώ κάνει αναφορές σε όλα.

Θεωρίες φυσικής και μαθηματικών βρίσκουν εδώ έκφραση ποιητική, φιλοσοφικές έννοιες μετατοπίζονται αποκτώντας ποιητικά συμφραζόμενα, στο ξετύλιγμα της φράσης η ψυχανάλυση έχει κι αυτή τον λόγο της ή τους λόγους της να υπάρχει. Αποθησαύριση στίχων – αποθησαύριση και γνώσεων. Αυτή είναι μια ποιητική συλλογή με επίμετρο. Οι «σημειώσεις για τα ποιήματα» στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνουν ενημερωτικά σχόλια για την κβαντομηχανική, τη γεωμετρία της θεωρίας του χάους, τη θεωρία των καταστροφών και τα συναφή. Διαβάζοντας τα ποιήματα ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να αποκρυπτογραφήσει κώδικες μαθηματικούς, όρους φυσικής, εξισώσεις και διανύσματα λόγου, μοιρογνωμόνια σκέψεων, διαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς ιδεών. Μια αριθμητική ποιητική που μετράει την πρώτη ύλη της έκφρασης: τη γλώσσα. Επιστράτευση των επιστημών, επιστράτευση της γλώσσας: από τον Αλίπλοο Ουρανό (Γαβριηλίδης,2015), την πρώτη ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, μέχρι εδώ, η γλωσσική γευσιγνωσία γίνεται γλωσσική κατάρτιση, ο λόγος δουλεύεται συνεχώς, απλώνεται και βαθαίνει. Αγκιστρώνεται στα ίδια πάνω-κάτω σημεία, δρομολογούνται κοινές αναφορές, το αστροφυσικό σύμπαν και το φιλοσοφικό εκτόπισμά του, το βύθισμα στο αρχετυπικό ασυνείδητο και το παιχνίδι με την πραγματικότητα, πλεύσεις κοινές, διαρρήξεις στα όρια της γλώσσας, αλλά από τον Αλίπλοο Ουρανό ως τα Μεταπλάσματα η πορεία έχει γίνει.

Στην καινούργια αυτή συλλογή της Παπαγεωργίου, η ποιητική προβληματική διατρέχει μια ιστορία, το επεισόδιο της πραγματικότητας παρεισφρέει κρυφά, μυστικά, μια ερωτική σχέση σκιαγραφείται ως σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, ανιχνεύονται τα όρια του εαυτού με το Άλλο, το εγώ αναδιπλώνεται και πάσχει στην επαφή του με τον κόσμο. Η ποίηση αποκτάει κορμί. Και όπως πάντα, πυροδοτεί την έκρηξή της στη λέξη πάνω:

«Η συνουσία δεν θα ολοκληρωθεί αν δεν μετέχουν
Όλα τα ονόματα που ακουμπούν στο μαξιλάρι»

λέει ο στίχος παρέλκοντας την ψυχαναλυτική του καταγωγή, ενώ παρακάτω:

«Τα σεντόνια του κρεβατιού τσαλακώνονται σε πολλά χρώματα.
Η μονοχρωμία τυφλώνει την κόρη που γεννά το μάτι.»
(«Τι γεύσεις έχουν τα χρώματα όταν ερωτεύονται»)

Είναι η κόρη, η οποία γεννά το μάτι; Με τη λέξη «κόρη» να μετέχει σε διπλό συμφραζόμενο το αναφορικό «που» διαβάζεται εδώ κι αυτό διπλά. Πρώτη ανάγνωση: «η κόρη, η οποία γεννά το μάτι», δεύτερη ανάγνωση: «η κόρη, την οποία γεννά το μάτι». Το παιχνίδι ανάμεσα στη σχέση υποκειμένου και αντικειμένου, όπως το διαπραγματεύτηκε η ψυχαναλυτική θεωρία, βρίσκει στην ποιητική αυτή φράση μια συντακτική ακολουθία, δημιουργώντας επίπεδα ερμηνειών πολλαπλά. Να πώς η θεωρία πυροδοτεί τη γλώσσα.

Κι επειδή η ποιητική γλώσσα εμπλουτίζεται μέσα από την πολυσχιδή της έκφραση, η διατύπωση που της ανοίγει το όριο της ερμηνείας έχει πλούτο και ομορφιά. Καθώς το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο, όπως εδώ, και το αντικείμενο, υποκείμενο, ο προηγούμενος όρος προβάλλεται στον επόμενο μέσα από μια αντιστροφή – περιστροφή, μια περιδίνιση, για να χρησιμοποιήσουμε κι έναν οικείο όρο της Παπαγεωργίου. Από την ψυχανάλυση ολισθαίνουμε ίσως στη φιλοσοφία, μπορεί και στις θεωρίες του σύμπαντος. Όχι πως η ποίηση επιστημονικοποιείται, το ακριβώς αντίστροφο συμβαίνει: οι θεωρίες της επιστήμης ευθυγραμμίζονται με τα μέτρα και τα σταθμά της ποίησης, αποκτούν λόγο ποιητικό. Ένα παράδειγμα αυτό από τα πολλά που υπάρχουνε στη συλλογή.

Το άλλο παράδειγμα, που θα χρησιμοποιήσω, είναι ένα ολόκληρο ποίημα. Το επιλέγω, γιατί πιστεύω πως πυκνώνει στους στίχους του τον γενικότερο προβληματισμό του βιβλίου και γιατί με το παιχνίδι που κάνει -παιχνίδι γλωσσικό και νοηματικό σηματοδοτεί μια λειτουργία.

«Το μηδέν το άλφα και μια γάτα»

Το μηδέν ομοιάζει με όμικρον
στην ένωσή του με τη μάνα
Σαν η ουσία των πραγμάτων
να εγγράφεται σε κύκλο αρχής
Το μηδέν ενέχει το νόημα όλο.

Το όμικρον ως κύκλος της ρίμας
σε κάποιο ποίημα παλιό
που για να ενηλικιωθεί
απαιτείται η αποκήρυξή της
το κόψιμο με τον ομφάλιο λώρο,
Η καταγωγή του είδους του
από τραγούδι όμως
μόνο έτσι το ανάγει
στην ιάσιμη μελωδία
εντός της ευρρυθμούμενης κοιλίας
Εκεί όπου εγενήθη η ζωή
χέρι με χέρι με την εξουσία του θανάτου.

Σε αυτόν τον κύκλο εγγράφεται
το άλφα της ίασης κι όχι μόνο το ωμέγα
Γιατί τότε θα ξαναγυρίζαμε στο μηδέν
Μα αν ήταν τόπος θα ήταν ουτοπία
αφού δεν υπάρχει ως υπόσταση
Μα οι λαγόνες και οι μηροί
κι η μήτρα και το σπέρμα
είναι το ίδιο υπαρκτά
όσο εγώ κι εσύ.
Το ενδιάμεσό τους όμως
το κόκκινο χρώμα του αίματος
είναι ταυτόχρονα τόσο όμικρον
όσο και κύκλος
τόσο μηδέν όσο και άλφα.

Σαν εκείνη τη γάτα που μπήκε μέσα στο πείραμα
κι έδωσε μια και κίνησε το κουβάρι
της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης
που είναι και η βεβαιότητα της αυταπάτης
στον έρωτα
γιατί σ’ αυτόν οφείλουμε και το άλφα
και το μηδέν
τη στιγμή που κυματίζουν τα κορμιά
που διαρκώς αναζητείται
κι ατέρμονα νοσταλγείται
σ΄ όλο το μήκος του κύκλου
της ζωής και του θανάτου
καθώς λιάζεται η γάτα κουλουριασμένη
πάνω στο περβάζι του παραθύρου σου
μαζεύοντας ήλιο με κλειστά μάτια.

Το κυκλοτερές αυτό ποίημα με τις ακρογωνιαίες αναφορές του στα σημαδιακά γράμματα της αλφαβήτου επικοινωνεί με τον κόσμο των επιστημών, παίζοντας και με το στοιχείο του τυχαίου, που είναι μια άλλη επιστήμη κι αυτό, ενώ μιμείται ρυθμικά το αέναο μετακύλισμα των πραγμάτων, μιμείται δηλαδή, αυτό που περιγράφει. Μέσο για την περιγραφή αυτή είναι η γλώσσα, να λέγαμε καλύτερα, μέσο και σκοπός.

Το ποίημα αποτελείται από τέσσερις στροφές, από τις οποίες οι τρεις πρώτες εγκαινιάζονται αντίστοιχα με την αναφορά στο μηδέν, το όμικρον και τον κύκλο, έχουν, δηλαδή, κοινή αφετηρία τους το κυκλικό σχήμα, ενώ η τελευταία στροφή βάζει ελεύθερα και ανεμπόδιστα μια γάτα στη σκηνή.

Η σκόπιμη αυτή «αυθαιρεσία» που παραπέμπει σε κάποιο επιστημονικό πείραμα συνάδει κι αυτή με την κυκλική κίνηση, αφού η αναφορά στο «κουβάρι της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης» ανακαλεί το σχήμα του κύκλου που ξετυλίγεται σαν κουβάρι. Το παιχνίδι ανάμεσα στην έννοια της αρχής που ανταποκρίνεται στο γράμμα άλφα και του τέλους που αντιστοιχεί στο ωμέγα, αναδεικνύει το ζεύγος ζωή vs θάνατος που διατρέχει το ποίημα, ως κύκλος διαδοχής.

Αλλά η αρχή και το τέλος, έχουν και ενδιάμεσο: είναι «το κόκκινο χρώμα του αίματος» που «είναι ταυτόχρονα τόσο όμικρον όσο και κύκλος, τόσο μηδέν όσο και άλφα», σύμφωνα με τον στίχο. Το αίμα λοιπόν, ως σύμβολο ενώνει τα αντιδιαμετρικά στοιχεία της ζωής και του θανάτου, επικοινωνώντας μαζί τους σε επίπεδο διαλεκτικό. Γίνεται κύκλος – κρίκος μιας αλυσίδας, όπως «οι λαγόνες και οι μηροί κι η μήτρα και το σπέρμα που είναι το ίδιο υπαρκτά, όσο εγώ κι εσύ», αδιάψευστα στοιχεία μιας πραγματικότητας σωματοποιημένης.

Μέσα από τη συνεχή ροή των συμβόλων αντιδιαστέλλονται, λοιπόν, το ενδιάμεσο με το ακρογωνιαίο, το πρωταρχικό με το δευτερεύον, η βεβαιότητα με την αυταπάτη, και συμπλέουν όλα αρμονικά. «Η βεβαιότητα της αυταπάτης στον έρωτα» που αναμετριέται με το μηδέν «σ’ όλο το μήκος του κύκλου της ζωής και του θανάτου»: το σπιράλ μιας νομοτέλειας με αρχή, μέση και τέλος.

Ωραίο εύρημα η είσοδος μιας γάτας σε όλα αυτά. Είναι η αυθαιρεσία του τυχαίου που έρχεται να σπάσει τον φαύλο κύκλο, να ξελύσει το κουβάρι. Ίσως δεν υπάρχει άλλη αναγκαιότητα από το τυχαίο, τελικά. Το ποίημα κλείνει με την εικόνα της γάτας που λιάζεται και που θα ήταν μια εικόνα εκτονωτική και παιχνιδιάρικη, αν η ευθυγραμμισμένη γαλήνη της δεν έσπαγε ξανά από το σχήμα του κύκλου: η γάτα λιάζεται στο περβάζι «κουλουριασμένη». Το κουλούρι του μηδενός ξαναρχινά.

Τέτοιους εφευρετικούς και φαύλους κύκλους δηλώνει και υποδηλώνει η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου. Είναι μια ποίηση που θέλει να εξερευνήσει τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, το εγγύτερο και το απώτερο, το σωματικό όσο και το άυλο, το εδώ και το πέρα. Κι όλο αυτό μέσα από την ίδια τη δομή της γλώσσας, την τεχνική του στίχου. Άλλωστε, η ποιητική δημιουργία δεν είναι τίποτε άλλο από γλώσσα: «Μεταγλωττίστε τις ακτές» ή «Ελάτε να επαναπροσδιορίσουμε την ανθρωπότητα» («Μεταπλάσματα»). Άλλωστε, όπως έχουν σημειώσει πολλάκις οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο από μια επανεφεύρεση του κόσμου μέσα από τις λέξεις.

Με τέτοια αυτοαναφορική διάθεση και η ποιητική γλώσσα των Μεταπλασμάτων πλάθει τον κόσμο από την αρχή. Λέει: «Το πώς κυλούν οι λέξεις σου στο δέρμα του μυαλού μου/ Το πώς ποτίζουν οι λέξεις σου τα όνειρα του δέρματός μου» («Lettre d´amour»), ορίζοντας μέσα από το δέρμα το όριο του εαυτού και τις μεταμορφώσεις του στις μεταμορφώσεις του λόγου. (Ανάλογη προσέγγιση σε θεωρητική κατεύθυνση αυτή τη φορά, στο ψυχαναλυτικό δοκίμιο του Didier Anzieu, Le moi-peau, Dunod, Paris 1985.)

Και παρακάτω: «Ανάγκη είναι, λέει/ Να πλάσω νέες λέξεις/ Να εφεύρω τη νέα γραμματική/ το συντακτικό των ονείρων» («Κυάνωσις»). Κι ακόμα: «Κάθε λέξη είναι σύμπαν» («Σαλάχια, γοργόνες και ρομποτικά πλοία») ή «πώς να ονομάσεις τους οιωνούς/ σε μια γλώσσα επέκεινα της γλώσσας/ σε μια γλώσσα πάνω στα κύματα;» («Momentum στην κόψη του κύματος»). «εκείνο το άλογο που θα καλπάσει/ με τη σαγήνη των ονομάτων» («Εγκυματισμός»). Και άλλοι τέτοιοι στίχοι ταιριαστοί.

Τα «Μεταπλάσματα» είναι «Πλάσματα του νου άφυλα/διάφυλα ή ενδόφυλα». Γι’ αυτό και ο ποιητικός τους λόγος αναθεωρεί και εκπλήσσει, ανοικειώνοντας το καθιερωμένο. Ίσως δεν υπάρχει καλύτερο απόσταγμα, τελικά, από μια τέτοια ποιητικά εφευρετική γλώσσα.

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

bookpress.gr, 14.4.2018

«Ετούτη η λέξη κάποτε με παίρνει απ’ το χέρι»,

Να αρχίσουμε από τον τίτλο: Μεταπλάσματα, πολύ ιδιαίτερα γραμμένο στο εξώφυλλο. Σαν ψηφίδες, που θέλουν να ανατοποθετηθούν σε μια νέα ενότητα. «Μετάπλασμα», στον πληθυντικό κυρίως, σημαίνει ουσία χρήσιμη για τη βελτίωση των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων του εδάφους, όπως είναι η άμμος, η άργιλος, ο ασβέστης, το λίπασμα κ.ά. «Μεταπλάθω»: μεταβάλλω κάτι σε κάτι άλλο, μετασχηματίζω, ανανεώνω (από λεξικό αρχαίων ρημάτων). Αυτή η συνεχής μεταβολή, ο μετασχηματισμός, πιθανότατα απεικονίζεται στο εξώφυλλο. Κομβικό ποίημα της συλλογής αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το «Κυάνωσις». Το ποιητικό υποκείμενο χρειάζεται να βρει μια νέα γραμματική. Για να εκφράσει το «αλλάττω» και το «αρμόττω». Για να επαναπροσδιορίσει και να μετα-πλάσει. Για ένα συντακτικό των ονείρων που θα ήθελε να διδάξει στο σχολείο σήμερα, για να ανακαλύψει –ή να μεταπλάσει– την τάξη του αύριο. Αυτοί οι βελτιωτές των ιδιοτήτων, όπως είπαμε πιο πάνω. Και οι ελκυστές, που μπορεί να οδηγήσουν στη μεταβολή.
Βλέπεις, το αλλάττω δεν απέχει πολύ από το αρμόττω
όταν και των δυο η τετραγωνική ρίζα
είναι το ερωτικό τους άρθρο
Όπως πάντα όμως
η επιθυμία σκοτίζει το βλέμμα της αγάπης.
(«Κυάνωσις»)

Και, φυσικά, τα «Μεταπλάσματα», ένα άλλο κομβικό ποίημα.

Ελάτε να επαναπροσδιορίσουμε την ανθρωπότητα
τα πειράματα έως τώρα έχουν αποδώσει καρπούς
έστω και δια της εις άτοπον απαγωγής
Ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλα τα υποκείμενα του πειράματος θα δείξουν την ίδια προσαρμοστικότητα. Η αποτυχία καραδοκεί. Το ποιητικό υποκείμενο το γνωρίζει καλά πως ελλοχεύει το τέλος-θάνατος γι’ αυτά (Κάποια από αυτά μπορεί και να τερματιστούν), κάτι που δεν θέλουν να λάβουν υπόψη οι οργανωτές του πειράματος.

Στην αποδόμηση θα ανευρεθούν τα υλικά
Το ερώτημα παραμένει τώρα ακόμα πιο επιτακτικό
Πώς χτίζεται μια θάλασσα

(«Μεταπλάσματα»)
Τι γυρεύει η Σαπφώ μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο; Θα μπορούσε ίσως να πει κάποιος ότι δεν μπορούσε να λείπει η τρυφερή Σαπφώ από τους στίχους της μεγάλης επιθυμίας και του έρωτα, του πόθου-ίμερου, από εκεί που το ατομικό ενώνεται με το κοσμικό, η θάλασσα κι ο ουρανός, το σώμα με τα κοχύλια αλλά και με ελκυστές, κβάντα και φωτόνια, στη λακανική ένωση του μέρους με το όλον. Στίχοι της Σαπφώς ως μότο σε ποιήματα, αλλά και σε εσωτερική συνομιλία με το ποιητικό υποκείμενο, μέσα στο ποίημα:

Περιδινίζω το δέρμα
σε χορό ελλειπτικό
στροβιλισμός πυρήνα
σε κενό φως
δίχως αποδέκτη.
Στο έμπα των ματιών σου
χάνω το ρυθμό
ζαλίζομαι παραπατώντας
κύμα γίνομαι ρεύμα ραδιενεργό
– ηλεκτρική θάλασσα –

(«Παράξενος ελκυστής»)
Εκτός από τη σαπφώ-λυρική ποίηση, υπάρχει η αναφορά στον Εμπειρίκο, σε ένα από τα μότο της συλλογής. Και διακρίνω τον απόηχο της φωνής του Σεφέρη και κάτι από τη σκηνοθεσία της Σονάτας του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου, και το ύφος και τον ρυθμό των ομηρικών επών. Μεταπλάσματατα, λοιπόν, τίτλος και ουσία. Και ποικίλα συνταιριάσματα φαινομένων-σωμάτων-συναισθημάτων-ερώτων με την ποίηση. Άξονες: Το πρώτο ποίημα φέρει τον τίτλο «Αιμάτινος πόντος», κι ανακαλεί έντονη χρωματική εικόνα. Ξύπνησα κι αυτό το πρωί / μ’ ένα τεράστιο κεφάλι. Ο σεφερικός απόηχος παρών εξαρχής [1]. Αμέσως αλλάζει το κλίμα: το κεφάλι κόκκινο από τη μια μεριά, κυανό από την άλλη. Οι λεπτομέρειες της περιγραφής οδηγούν στη σύνθεση, προς το τέλος του ποιήματος.

Ήμουνα μπλε! Ήμουνα μπλε!
έφτυνα σφαίρες αιμάτινες λέξεις
σε μια κάμαρα αιμάτινος πόντος
κι η στάθμη πάνω απ’ το κεφάλι
– εγκεφαλικός πνιγμός –
Για την «Κυάνωσι» μιλήσαμε ήδη, αλλά υπάρχει και το «Blue moon ή συμβαίνει τώρα». Απροσδόκητα μπλέκεται το χώμα, η ύπαιθρος με το υγρό στοιχείο, σε μια εποχή θέρους, Αύγουστος πιο συγκεκριμένα, και πανσέληνος. Οπότε, το ποιητικό υποκείμενο εξηγεί τη χρωματική επιλογή του, μέσα στο πλαίσιο αυτό, τη δική του οπτική γωνία.

Μην με παρεξηγείς,
Επιλέγω να σε ζωγραφίσω μπλε
Όχι το blue της σκόνης και του καπνού
Αλλά του μήνα με τα δυο φεγγάρια
Το μπλε φεγγάρι βέβαια συνδέεται και με τον άξονα του φεγγαριού, με το ποίημα «Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού». Πάλι το γαλάζιο της θάλασσας αναμεμειγμένο με αίμα, μια προφητεία, η αγάπη και η Αφροδίτη αγοραία, οπότε το ζητούμενο είναι η ένωση του ανθρώπου με τον αστρικό κόσμο, σε μια ερωτική αρμονία που θα γίνει με ανα-δημιουργία, καθόλου εύκολο.

Το αίτημα είναι καθαρά ερωτικό.
Στον κύκλο του ολόγιομου φεγγαριού
Να ανεβάσουμε ξανά τα αστέρια στο στερέωμα

Το υγρό στοιχείο παίζει καθοριστικό ρόλο στην ποίηση της Παπαγεωργίου. Με περιγραφές, όχι τις τρέχουσες της θάλασσας και του καλοκαιριού και των κυμάτων, αλλά με μετατοπίσεις απροσδόκητες, όπως «Η πλατεία στο πέλαγος» και οι «Πλωτές τάξεις». Όπως τα υγρά όνειρα και ο εγκυματισμός, ο κλυδωνισμός και οι ρευστές αποκαλύψεις –τα παραπάνω αποτελούν και τίτλους ποιημάτων–, αφορμές για να στοχαστεί το ποιητικό υποκείμενο και να δέσει μεταξύ τους εικόνες, γνώσεις από ποικίλες πλευρές, ανιχνεύοντας τη σχέση των στοιχείων του σύμπαντος, ανιχνεύοντας τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Και πώς αλλιώς, αφού το ποιητικό υποκείμενο ανακαλύπτει «(με απορία και θαυμασμό / θαυμάζεις κι απορείς) / πόσο το αίμα σου είναι αλμυρό» («Ρευστές αποκαλύψεις») Κι ακόμα περισσότερο αφού ξέρει πως «άλλωστε εμείς είχαμε πάντα τη θάλασσα στις φλέβες μας» («Momentum στην κόψη του κύματος»). Κι ο παρ’ ολίγον πνιγμός γίνεται αφορμή για έρωτα («Διπλή ανάσα μετά τον πνιγμό»). Και το κύμα μεταπλάθεται σε μια ερωτική ένωση

Τόσο λίγο
Αλλά τι ωραία που μυρίζει στο σώμα μου
το σώμα σου

(«Περί πτώσεων», Ι)
Εξάλλου, όπως και να το μετρήσεις το κύμα, από την κορυφή ή από την κοιλία, το σημαντικό του ύψος είναι το ίδιο.

Μήπως τελικά η απομάγευση
είναι αυτό που μας μελαγχολεί;
Πίσω από το θάμνο ένα ξωτικό μού έκλεισε το μάτι

(«Περί πτώσεων», ΙΙ)
Στο τέλος της συλλογής υπάρχει ένα επίμετρο με αρκετές πληροφορίες για τα διαβάσματα της συγγραφέως που επηρέασαν τη γραφή της. Όταν διαβάσει κάποιος τα ίδια τα ποιήματα, θα βρει έναν πολύ αφομοιωμένο απόηχο των διαβασμάτων. Θα πρότεινα ότι μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει τα ποιήματα –και– χωρίς το επίμετρο, να το αφήσει δηλαδή στην άκρη μετά την ενημέρωσή του. Η ανάγνωση θα πάρει τους δικούς της δρόμους, και η ποίηση θα κερδίσει τις δικές της ερμηνείες. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, με τη φιλολογική της σκευή, διευρύνει τις δεξαμενές του λεξιλογίου της από τους χώρους των θετικών επιστημών, της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας. Και όλα γίνονται γλώσσα, όπως επισημάνθηκε από την αρχή. Να προσεχθεί, για παράδειγμα, το ποίημα με τον παράξενο παιχνιδιάρικο τίτλο «Έλεγα σε ένα μπαλόνι αφού πέταξε μετά», στο οποίο το σπαρτάρισμα του μπαλονιού, όταν ξεφουσκώνει, πριν φτάσει στο τελικό σβήσιμο, αποδίδεται με ένα εκπληκτικό παιχνίδι των σημείων της στίξης με τα μέρη του λόγου, ένα ανακάτωμα και μια νέα υφή, όπου «οι άνω τελείες / μαγικά αληθεύουν», ώσπου

Ξεγλίστρησε
το λαστιχάκι απ’ το μπαλόνι
Τι ήχος ανεπαίσθητος κι αυτός!

(«Έλεγα σε ένα μπαλόνι αφού πέταξε μετά»)
Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύς λόγος για τη συντομία στην ποιητική έκφραση. Σίγουρα επιθυμητή, οπωσδήποτε δύσκολη, εφόσον απαιτεί άσκηση, λιτότητα και αφαίρεση. Υπάρχουν όμως πάντα και τα αφηγηματικά ποιήματα, που θέλουν να ξεδιπλώσουν μια ιστορία ή/και έναν συλλογισμό – όχι τα πεζά ποιήματα, αυτά αποτελούν άλλη κατηγορία. Είναι εύκολο σε τέτοια ποιήματα ο λόγος να κάνει κοιλιά, να γίνουν πλατειασμοί. Θεωρώ ωστόσο πως και αυτά έχουν οπωσδήποτε τη θέση τους στην καλή ποίηση, εφόσον δεν χάνεται ο εσωτερικός ρυθμός και άρα δεν χάνουν τον βηματισμό τους. Η νόμιμη αφηγηματικότητα, όταν παραμένει ποιητική. Όπως σε κάποια ποιήματα της Παπαγεωργίου.

Σε σχέση με τον ρυθμό του ποιήματος, θέλω οπωσδήποτε να αναφερθώ στο ποίημα «Συχνότητες». Ένας εσωτερικός μονόλογος του ποιητικού υποκειμένου, όπου οι παύσεις-κενά, οι λέξεις, τα σημεία στίξης, η μορφή με άλλα λόγια, δίνει και την ανάσα, ένα κυματισμό, μια ταλάντωση – και την πολυσημία στην ανάγνωση.

Πού εκείνη η λέξη τώρα που έχει σώμα
δεν έχει τέλος_
μόνο κύμα τώρα Ετούτη η λέξη που
Κάποτε με παίρνει απ’ το χέρι και Με περπατεί
Σ’ εσένα όχι Εσύ σιωπή εγώ αχ αν μ ποτε

(«Συχνότητες»)
Ποίηση με πρωτοτυπία, αισθαντικότητα, ομίχλη αλλά και σιγανό φως. Το φως των πανσελήνων, όταν καθρεφτίζονται στη νυχτερινή θάλασσα. Το φως του κύματος που σκορπάει και γίνεται αφρός πάνω στα αγκαλιασμένα σώματα. Το φως που πέφτει στα σκοτεινά νερά, για να φανεί ένα ξωτικό ή μια νεράιδα θαλασσινή. Από αυτές που βοηθούν τα καράβια να περάσουν τον πορθμό, και παραγγέλνει στους ανθρώπους να κλίνουν προς τον έρωτα.

 

ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΡΑΠΤΟΥ

staxtes.com, 2.6.2018

Για να γνωρίσεις έναν δημιουργό πρέπει να δεις τα έργα του.

Κάθε αφήγημα είναι και νόημα
Κάθε ποίημα είναι και ιστορία
Κάθε λέξη είναι σύμπαν. («Σαλάχια, γοργόνες και ρομποτικά πλοία»).

Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου με τα «Μεταπλάσματά» της μας συστήνεται μέσα από τους στίχους της και μας δηλώνει την αφετηρία της ύπαρξής της και το στοιχείο που τη γέννησε:

Δεν αναπνέω σε τροχιά
Πάλλομαι μεσ’ στα νερά

Δεν είμαι προκαθορισμένη γραμμή
αλλά
μορφο/κλασματική διαδρο
μή

άλλοτε κύμα
άλλοτε σώμα («Ιόντα επιθυμίας»)

Στροβιλισμός πυρήνα
σε κενό φως
δίχως αποδέκτη («Παράξενος ελκυστής»)

καταδύθηκα αντίρροα
[…] με δάκρυα οξείδωση μετάλλου
[…] Και τραγούδησα. («Αιμάτινος πόντος»)

Η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου δεν είναι συναρμογή λέξεων, είναι αποτέλεσμα φιλοσοφικού στοχασμού, διαποτίζεται από οντολογική ανησυχία και περιστρέφεται γύρω από τα αιώνια θέματα που συνιστούν την αγωνία του ανθρώπου

ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πάμε
τον έρωτα
τη ματαίωση
το όνειρο
την ελπίδα.
Μέσα από έναν χειμαρρώδη και ιδιαίτερο, για τις αναφορές του στη Φυσική και την Ψυχανάλυση, λόγο, ξεδιπλώνεται ο ποιητικός κόσμος της και ο αναγνώστης την ακολουθεί σε ουράνια άλματα και αλμυρές καταδύσεις, εισπράττοντας μια ιδιαίτερη ποίηση, πυρήνας της οποίας είναι ο άνθρωπος.

Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου αντιλαμβάνεται τη ζωή ως παράγωγο φυσικού φαινομένου και μέσα από την ποίησή της, ο αναγνώστης, καλείται στην αυτογνωσία. Μια αυτογνωσία που είναι αφετηρία και άλμα ζωής προκειμένου να αντιμετωπισθεί η φθορά που έρχεται ως νομοτέλεια, και –εν τέλει- να κερδηθεί η ελπίδα και η ελευθερία

Είμαστε
στο χάσιμο του σφυγμού
στο θόρυβο πίσω από τη μελωδία
στα παράσιτα κάτω από τον ήχο
στο σφάλμα μετά την πρόσθεση
στο αχ! του σπασμού
στην αρχή πάντα – είμαστε-

Η έλξη μας άλμα σε γκρεμό
[…]
-στο α πάντοτε είμαστε-
κι έγινα τόσο χαρούμενη για αυτό («Παράξενος ελκυστής»)

Κι εμείς επιτέλους
Θα ανακαλύψουμε το φυτίλι
Για να κατασκευάσουμε το αύριο
Ή έστω να αντέξουμε το χτες («Προδομένοι εραστές»)

– άλλωστε εμείς
είχαμε πάντα τη θάλασσα στις φλέβες μας
– κυκλώνας σαρώνει το κατάστρωμα –
Μα πώς να ονομάσεις τους οιωνούς
σε μια γλώσσα επέκεινα της γλώσσας
σε μια γλώσσα πάνω στα κύματα; («Momentum στην κόψη του κύματος»)

Οι λέξεις μας οργασμός
κι η θάλασσα εντός
αλλά το πέλαγος μεγάλο
Από ποια μεριά κολυμπώ; («Lettre d’ amour»)

Στο στόμα της συκιάς
Σήπομαι
Στις στοές της πολιτείας
Συστρέφομαι
Στη γλώσσα του σώματος
Στέκομαι
Στη σάρκα της σκιάς
Ζαλίζομαι
Στράφηκα να σε δω
Κι ήσουν σύννεφο
Σε μια πνοή και
Σκορπίζει το σχήμα σου
Στην κλειδαρότρυπα της ζωής μόνο, να,
Κλυδωνίζομαι («Κλυδωνισμός»)

Στους στίχους της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, όπως και στη ζωή, υπάρχει και ονομάζεται ένα διαρκές δούναι και λαβείν μεταξύ των όντων, που απογειώνει και συντρίβει. Ας το πούμε έρωτα…

Σκύβεις να περάσεις το κατώφλι
όχι την πύλη του ναού μου
κι εγώ ψηλώνω κι ας πονώ
γίνομαι καπνός που δέομαι σε βυθό

Στην προσευχή μας καθεύδει
όνειρο έναστρο πρωίας εκτυφλωτικής
στην ύστατη στιγμή της ένωσής μας
στο κλάσμα της απώλειάς μας
αναλίσκομαι σε ήλιο

Και στεκόμαστε κι οι δυο αγαπημένε
Τόσα πολλά μάτια Τόσα πολλά φώτα
Στα σκοτεινά όρια του έρωτος
Η υπερχείλιση σαγηνεύει σαν ομορφιά («Κβάντα στο κατώφλι μου μπροστά»)

Βάθος
Έκλεβα το σάλιο στα χείλη σου
φ σπείρα αφρού
Ξεγλιστράς την κατηγορία

Ύψος
Άκουγα την έκρηξη στη μασχάλη σου
δύο ∞ βυθού
Ξεχνάς την επιστροφή («Η γεωμετρία του κοχυλιού στο σώμα σου»)

 

 

Αλίπλοος Ουρανός

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΔΟΥ-ΠΟΘΟΥ

DIASTIXO 29/2/ 2016

Ες αεί περιιπτάμενος
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός

Ποιητικές εικόνες σαν μικροί φάροι μέσα στην ομίχλη της κοσμικής αμφιβολίας. Η ποίηση της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου είναι μαζί και συμβολισμοί μιας μεταφοράς ή και αναφοράς των κοσμικών στοιχείων και πλασμάτων σε έννοιες αρχετυπικές, σε μια ποιητική απαρχή των όντων.

Ανάμεσα στα πλάσματα του βιβλίου της είναι ο κάβουρας, είναι ο γλάρος, είναι το ψάρι, είναι ο αχινός, το κοχύλι. Της θάλασσας πλάσματα όλα, με τον γλάρο να «περιίπταται» ανάμεσα στη θάλασσα και στον ουρανό. Ένας γλάρος Ιωνάθαν που ονειρεύεται τον ουρανό και, κάποιες φορές, η ποιήτρια τον ταυτίζει με το βαθύτερο Εγώ της. Νομίζω πως είναι από τα πιο σημαντικά της συλλογής τα δύο ποιήματά της «Γλάρος Ι» και «Γλάρος ΙΙ». Υπάρχει εκεί μια αγωνία ταύτισης του ποιητικού της Εγώ με την ανάγκη να ανυψωθεί, να αναταθεί, να ενωθεί με το ουρανικό μυστήριο που απλώνεται χρησμικό και αινιγματικό πάνω από τη θάλασσα, στο απέραντο γαλάζιο.

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ

Σαν να επιζητεί να μεταμορφωθεί η ίδια σε γλαροπούλι, για να πετάξει ψηλά. Ζητά τη μοίρα του γλάρου για να ονειρεύεται πως μπορεί να σπάσει το «τσόφλι τ’ ουρανού».

Αχ! Έλα, γλάρε μου
Εγώ το χέρι μου το καψερό
Εσύ το φτέρωμα το ουρανικό
[…]
να σπάσω – επιτέλους
το τσόφλι τ’ ουρανού
τ’ ακούς, τ’ ακούς το σχίσμα του γλαυκού;

Έτσι περιμένοντας από αυτό το «σχίσμα του γλαυκού» να «ξεχυθεί η νοητή λάμψη», αυτή που θα φτάσει ίσαμε τα «σκιερά μύχια/ των βαθύσκιωτων βυθών μου», όπως γράφει, επισημαίνοντας και πάλι την ποιητική της ταύτιση όχι μόνο με τα φτερά του γλάρου, αλλά και με τους βυθούς της θάλασσας.
Ιδιαίτερο είναι και το ποίημά της «Θαλασσεύουσα πολιτεία», και εμένα μου έδωσε μια αναφορά στην προέκταση της Λήμνου που λεγόταν Χρύση και καταποντίστηκε από μεγάλο σεισμό.

Βούλιαξε η νήσος η χρυσή
καταποντίστηκε από σεισμό
ηφαίστειο άνοιξε ρήγμα βαθύ
στον υποθαλάσσιο φλοιό
[…]
Κι άξαφνα μέσα απ’ τη ρωγμή
αναδύθηκε κυανογέννητη νήσος ιερή
πυριγενής

Αν πας, σήμερα ακόμα, στο ακρωτήρι εκείνο της Λήμνου, θα δεις τις στέγες των κτισμάτων που βυθίστηκαν σ’ εκείνον τον μακρινό καιρό, κάπου δύο ή δυόμισι χιλιάδες χρόνια π.Χ. Και από τότε η Λήμνος ονομάστηκε πυρόεσσα ή πυριγενής. Ακόμα, θα βρεις εκεί γύρω πέτρες κόκκινες σαν αίμα, έτσι όπως βγήκαν από τη λάβα. Και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου περπάτησε εκεί νοερά –ή και πραγματικά– με την ποιητική της ματιά.

Θέλω να επισημάνω την πλούσια γλώσσα και τις αρχαιοπρεπείς λέξεις που χρησιμοποιεί με μεγάλη άνεση, σαν να είναι λέξεις σημερινές, όπως «ο ορίζοντας γίνεται αλιπόρφυρος/ κι ο πόντος φέγγει αλίγλαυκος».

Να κι η Καμένη της Θήρας εκεί
Γράμματα αλλοτινής ζωής
Πολιτεία αλίπεδος και αλιτενής

«Η Καμένη της Θήρας» είναι μια άλλη ηφαιστειογενής περίπτωση, κάπως διαφορετική από αυτή της Λημνιακής Χρύσης. Και πιστεύω πως αυτός ο καταποντισμός, για την ποιήτρια, σημαίνει μια αλληγορική μεταφορά στον καταποντισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε βυθούς σκοτεινούς και ανεξερεύνητους.

Η ποιητική συλλογή Αλίπλοος ουρανός της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου αξίζει να διαβαστεί και να εκτιμηθεί. Ο ποιητικός λόγος της είναι δουλεμένος και ώριμος, με μεταφορές και αναφορές σε σύμβολα και υπαρξιακές αγωνίες, και η μεγάλη της αρχαιοελληνική παιδεία δίνει μια ιδιαίτερη αξία στην πρώτη αυτή δυναμική παρουσία της.

ΒΙΚΥ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Φρέαρ. 15/4/2016

«Στραφταλίζουν» οι λέξεις στον Αλίπλοο Ουρανό της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου χορεύοντας τον αναγνώστη μια στο βυθό και μια στον αφρό, μια στα κύματα και μια στον ουρανό. Ένα ταξίδι αρμύρας, όπου οι αισθήσεις ταξιδεύουν όχι στα γνωστά και τα τετριμμένα ενός τέτοιου ταξιδιού και σίγουρα μακριά από κοινοτοπίες και γραφικότητες. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου έχει αναμφισβήτητα τον δικό της τρόπο να μας μεταφέρει σε «θαλασσεύουσες πολιτείες», να μας ψιθυρίσει διακριτικά τα μυστικά και τα αφανέρωτα, τα μυστικιστικά και τα αρχέγονα που ζέουν στα μεγάλα βάθη ή αναδύονται με χάρη για να φτάσουν ψηλά, «να σπάσουν επιτέλους το τσόφλι του ουρανού», όπως αυτολεξεί λαχταρά και ο γλάρος των στίχων της.

Μια συνεχής παλινδρόμηση ανάμεσα στα ύψη και στα υδάτινα έγκατα, με στάσεις εκεί όπου η ματιά της ποιήτριας εστιάζει γι’ αυτό που αντιλαμβάνεται ως ξεχωριστό, ως πολύτιμο. Και δεν πρόκειται για κοράλια και μαργαριτάρια, αλλά για αγκαθωτούς αχινούς και ανάποδους κάβουρες, για γλάρους και αρμενάκια, ακόμα κι αυτοί οι λεμονανθοί κάτι απ’ το «λευκό του αφρού του κύματος» κρατούν, ενώ το ηλιοβασίλεμα «σιρόπι από νεραντζάκι γλυκό», αφήνοντας ενδεχομένως πέρα από την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του και μια υπόρρητη πικράδα.

Πλέοντας ποίημα-ποίημα, η θάλασσα συνομιλεί με τον ουρανό στην αιώνια γλώσσα του σύμπαντος και της δημιουργίας, στο απλό αλφάβητο, το χαραγμένο στη γενετική μνήμη, παρωχημένο στους σύγχρονους πολύβουους κώδικες, αλλά αναπόφευκτα και νομοτελειακά οικείο. Όλα αυτά στο ποίημα με τίτλο «Αλφάβητο». Με παρεμφερές αλφάβητο φαίνεται να ψιθυρίζει και η νύχτα, στο ομότιτλο ποίημα, μόνο που εδώ οι φθόγγοι καλούνται να αποκωδικοποιηθούν στο βαθύ σκοτάδι, σε δύσκολα μονοπάτια, εναλλασσόμενα, «βουστροφηδόν» γραμμένα. Στο έκτο ποίημα της συλλογής το διαζευκτικό «ή» του τίτλου «Περσίδες ή πεφταστέρια» μοιάζει σαν να επισημαίνει το δικαίωμα της επιλογής της οπτικής. Για κάποιους είναι αστέρια που πέφτουν, μια χρυσή βροχή σε μια καλοκαιρινή νύχτα, προς τέρψη αποκλειστικά των αισθήσεων, ενώ για άλλους η άχρονη εκείνη στιγμή «όπου αρχή και τέλος ένα, πριν και μετά κανένα», που μόνο με τη δύναμη του νου μπορεί να συλληφθεί.

Η παρήχηση παρασύρει στο φειδωλό ποίημα με τίτλο «Όναρ», όπου το γράμμα «ρο» – «ρέουν ροές ρευστών υδάτων» – αποτυπώνει γλαφυρά την κινητικότητα των εικόνων, μέσα στην ακαθόριστη ατμόσφαιρα του ονείρου, μικραίνοντας κι άλλο την απόσταση ανάμεσα στο εφήμερο και το ατέρμονο, ενώ στο πρώτο ποίημα της συλλογής, τον «Παφλασμό» το ίδιο γράμμα, το «ρο», αναδεύεται μαζί με το «φι», το «ταυ», το «σίγμα» -«σφαδάζει στραφταλιστά το σφρίγος του σφυγμού», «το σκίρτημα σπαρταράει και στροβιλιστά σκάει»- για να μιμηθεί με σθένος το ρου του κυματισμού.

Το αποτύπωμα του χρόνου, η συνέχεια και το αιώνιο θίγονται με επιμονή και συχνά.

Το αποτύπωμα του χρόνου, η συνέχεια και το αιώνιο θίγονται με επιμονή και συχνά. Η θάλασσα κι ο ουρανός άλλωστε είναι δυο σύμβολα που εμπεριέχουν το άφθαρτο και το αιώνιο, ανταλλάσοντας και ανακυκλώνοντας την ενέργεια του κόσμου και η ποιήτρια τα χρησιμοποιεί περίτεχνα ώστε να θέσει και να αναδείξει αυτές τις έννοιες. Στο ποίημα με τίτλο «Ναυτίλος», ο χρόνος αποτυπωμένος στη σπείρα του όστρακου, κουβαλά τις αιώνιες μνήμες, αυτές που λειτουργούν ως εστία για τη λυτρωτική επιστροφή. Αντίθετα, στο ποίημα με τίτλο «Αλώνι» ο χρόνος εγκλωβίζεται στο τώρα, σε έναν φαύλο κύκλο άγονης προσπάθειας, εκεί όπου η μνήμη έχει χαθεί και τα φτερά μόνο μπορούν να λυτρώσουν, ενώ στο ποίημα «Ψαράδες» ο χρόνος ενώνεται σε «μιας στιγμής σταμάτημα».

Την υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας, όπως αυτή κορυφώνεται με απανωτά ερωτήματα και με μια λυτρωτική επίκληση στο θείο στο ποίημα «Έπεα Πτερόεντα», έρχονται να αποφορτίσουν δυο -γραμμένα λες από παιδικά ενήλικο χέρι- ποιήματα, που υπενθυμίζουν στον αναγνώστη ότι η αγωνία της ύπαρξης πηγαίνει χέρι-χέρι με την ελαφρότητά της, αντιπαραβάλλοντας στα αιώνια άλυτα τα απλά και παιδιόθεν κατακτημένα. Η θάλασσα, ένα τραμπολίνο για να φτάσει κανείς στα σύννεφα στο ποίημα «Συννεφάκι», ενώ στο έτερο με τίτλο «Αρμενάκι», οι απλές γραμμές ανάγονται σε δυσκολότερα σχήματα, οι απλές ομορφιές σε καθολικές.

Εκείνα για τα οποία η ποιήτρια δε θέλησε να μιλήσει με έννοιες αόριστες και συμβολικές, τα προσωποποίησε σε έμβια όντα με ξεκάθαρο ρόλο σε αυτό το αλίπλοο ταξίδι, μεταθέτοντάς τους εν μέρει ανθρώπινες αδυναμίες, αρετές και επιθυμίες. Ο γλάρος, πτηνό – σύμβολο των θαλασσινών ταξιδιών, εμφανίζεται δυο φορές στη συλλογή. Την πρώτη, ως ερωτικό πάθος, απόλυτο, μοιραίο, εξυψωτικό, και τη δεύτερη ως μύχια επιθυμία της απόλυτης ελευθερίας, απαλλαγμένης από τη μετριότητα και τη συνεχή μάταιη αναζήτηση ως «σκοτεινός ναυαγός του φωτός». Λιγότερες από τις ιδιότητές του φαίνεται να φέρει ο κάβουρας, στο ομότιτλο ποίημα, καθώς η χαρακτηριστική λοξοδρόμησή του ήταν αρκετή για να συνοψίσει τους παράδρομους της ψυχικής περιπλάνησης πέρα από το εμφανές και το αυτονόητο. Αντίθετα, η περιγραφή του αχινού, λεπτομερής όσο χρειάζεται ώστε να χτιστεί ένα ασφυκτικό και κλειστοφοβικό περιβάλλον, που ωστόσο αφήνει στιγμές φωτός ακόμη κι αν αυτές πηγάζουν από τα αιχμηρά αγκάθια του.

Και είναι οι μεμονωμένες λέξεις στη συλλογή της Παπαγεωργίου αυτές που κρατούν το ποίημα στο ύψος ή στο βάθος που επιθυμεί η ίδια. Άλλωστε, όλα τα υποκείμενα –μερικές φορές ακόμη και αυτές οι αισθήσεις- στο βιβλίο μοιάζουν να μην αντέχουν τη μετριότητα, επιθυμούν είτε το απόλυτο ύψος είτε το θαλάσσιο βάθος, την Ομορφιά αναπόσπαστη από την Αλήθεια, κι όταν δεν μπορούν να τα κατακτήσουν κυριολεκτικά, τα αναζητούν αέναα και τα κερδίζουν μέσα από την ψυχική ανάταση. Οι λέξεις μετουσιώνουν τις απλές εικόνες σε βιωμένες αισθήσεις, τα φωνήεντα παίζουν με τα σύμφωνα γεννώντας θαλασσινούς ήχους που φτάνουν ξεκάθαρα στα αυτιά μας. Και, εν τέλει, είναι αυτές οι επίλεκτες λέξεις που καθαρίζουν τους στίχους από τα περιττά και συμπυκνώνουν τις περιγραφές παίρνοντας επάνω τους την «ευθύνη».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

“Βακχικόν” τεύχος 32

Το πρώτο βιβλίο της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου φέρει τον τίτλο »Αλίπλοος ουρανός» και αποτελεί ένα ποιητικό σύνολο, μια ποιητική σύνθεση κατά την οποία η φύση, το τοπίο είναι αυτό που ερεθίζει τη σκέψη και τις αισθήσεις και προκαλεί το υποκείμενο της γραφής να δράσει. Μικρές επιμέρους ποιητικές ενότητες, με τον δικό της τίτλο η καθεμία, στην ουσία όμως όλες σχετίζονται και συνηγορούν υπέρ της γενικής αίσθησης που θέλει να δώσει η Παπαγεωργίου και συμβάλουν στη δημιουργία ενός ενιαίου κλίματος γεμάτο λυρικά στοιχεία.

Μια αρμονική έκφραση που σε κατακλύζει από την αρχή, από τον »Παφλασμό» και σε πάει μέχρι το τέλος. Έντονη εικονοποιία, γλώσσα ελκυστική, συχνές παρηχήσεις και ενίοτε ομοιοκαταληξία, στοιχεία που χαρίζουν αβίαστα μουσικότητα στον λόγο και ένα σκίρτημα στην έκφραση: […] Σφαδάζει στραφταλιστά /το σφρίγος του σφυγμού/-η σαγήνη του σουραυλιού-το σκίρτημα σπαρταράει/και στροβιλιστά σκάει […]

Προσδιορισμός τόπου από τη δεύτερη ποιητική ενότητα: η Καμένη της Θήρας. »Γράμματα αλλοτινής ζωής, Πολιτεία αλίπεδος και αλιτενής.»

Η παρήχηση του λ (αλιπόρφυρος, αλίγλαυκος) και γενικότερα των υγρών συμφώνων συνεχίζεται και στη »Θαλασσεύουσα Πολιτεία». Εδώ γίνεται σύντομη αναφορά σε ένα πραγματικό γεγονός, στην έκρηξη του Ηφαιστείου της Θήρας που επέφερε τεράστια καταστροφή από όλες τις απόψεις στην περιοχή. »Βούλιαξε η νήσος η χρυσή/καταποντίστηκε από σεισμό/,Ηφαίστειο άνοιξε ρήγμα βαθύ/στον υποθαλάσσιο φλοιό/-αστραποβόλησαν μες στον αέρα/γήινης σκόνης θραύσματα[…] Ενότητα με ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού αφηγείται την ιστορία του τοπίου που ταλαιπωρήθηκε τόσο, αλλά συνεχίζει να υπάρχει κουβαλώντας τις πληγές του στο βάθος ([…]Κάτι σαν μελαγχολία /σαν αβάσταχτη νοσταλγία/στα μάτια καημού λυγμός…»[…]) Όταν έρχεται το βράδυ κάθε τι άλικο βυθίζεται στο σκοτάδι και στη σιωπή, σαν να κοιμάται το καμένο νησί, το οποίο στη συνείδηση της γράφουσας διαθέτει μια κάποια ιερότητα.

»[…]το μάτι ξεχωρίζει/ένα αμυδρά φεγγερό διάφανο δαχτύλιο,/μόλις ν’ απαυγάζει /πάνω από το καμένο νησί,σα θυμίαμα-φωτοστέφανο σε μαυρισμένη/εικα ξεχασμένου αγίου.» Σαν να αναπαύεται το βλέμμα του αναγνώστη στις εικόνες και τις λεπτομέρειες που τις κατοικούν. Μέσα σε μια τέτοια αυγουστιάτικη νύχτα »με βροχή τα πεφταστέρια», ο »νους μπορεί ν’ αδράξει την αρχή/-με το βλέφαρο σφαλιστό-/τη στιγμή εκείνη την άχρονη κι αιδήν / όπου αρχή και τέλος ένα /πριν και μετά κανένα. »Κι είναι μια γαλήνη vυχτερινή που κατακλύζει τη σκέψη και βυθίζει στη μαύρη θάλασσα τον νου. Αν και τα επίθετα δεν τα προτιμούμε στην ποίηση, γιατί αποδυναμώνουν τον λόγο, δεν ενοχλούν στο »Όναρ» όσα υπάρχουν (εφήμερο κι ατέρμονο/Στιγμιαίο κι ατελεύτητο/Αείζωο κι αέναο) συνδυασμένα με μια σειρά παρηχήσεων ρ και κ. (»[..]Ρέουν ροές ρευστών υδάτων/Κρουστά κύματα κραίνουν/καθαρά νερά θάλλουν[…])

Χαριτωμένο, σαν παιδικό τραγουδάκι, με έντονο παιχνίδισμα το »Συννεφάκι», μα πιο ισορροπημένο από άποψη τεχνικής, αφού το ρήμα κυριαρχεί και είναι σαφώς πιο δραστικό απ’ ότι είναι πάντα ένα επίθετο: »πάτησα/εκσφενδονίστηκα/πιάστηκα/τεντώθηκα/βυθίστηκα/γνωρίστηκα/πασπαλίστηκα».

Η ψυχή της γράφουσας αναζητά ίσως την ανάπαυση, κάτι που θα τη γεμίζει και θα της προσφέρει την συμμετρία, την ενότητα, την ομορφιά. Είναι πλεονασμός να πει »θεία’ ‘την Αρμονία, τέλεια τη Συμμετρία, ολική την Ενότητα και απόλυτη την Ομορφιά. Αλλά ίσως είναι το τοπίο εξαιρετικά μεθυστικό και της υπόσχεται πολλά, δημιουργώντας της έναν μεγάλο ενθουσιασμό και θαυμασμό, και ιδιάζουσα συγκίνηση μπροστά σε ένα φυσικό περιβάλλον που έχει γίνει γοητευτικό και θελκτικό, ακριβώς επειδή κουβαλά »απίστευτα θραύσματα / άλλων καιρών-άλλων χρόνων;-/(11. Μαϊστράλι)

Πίσω από το αθώο τοπίο και τα σκηνικά της θάλασσας (με τους αχινούς, τους γλάρους, τους ψαράδες, την αμμουδιά, τα βότσαλα και άλλα παρόμοια) μια Μνήμη καιροφυλακτεί, από άλλους καιρούς βγαλμένη, που έχει σημαδέψει την περιοχή εκεί. Σαν αναγνώστρια θα ήθελα μεγαλύτερη αναφορά σε αυτή τη Μνήμη, να δω συνδέσεις πιο βαθιές. Να δω να συνδέεται ένα ισχυρό και μοιραίο παρελθόν με το παρόν του ποιήματος. Συνδέσεις που να υφαίνουν μια καθολικότητα που να με αφορά υπαρξιακά, ή διανοητικά, αν όχι μόνο συναισθηματικά. Να δω την ιστορική στιγμή να συνδιαλέγεται γόνιμα με τη λογοτεχνία. Δεν μου αρκεί μόνο ό,τι πετυχημένα γίνεται στο »Αλφάβητο» »που ερχόταν πριν απ’ τον Καιρό/Και πριν από τον Αιώνα». Η Παπαγεωργίου με τη χρήση της Μνήμης ερεθίζει τη σκέψη και τις αισθήσεις, αισθάνομαι όμως ότι αυτό το στοιχείο, η Μνήμη του ιστορικού Συμβάντος, θα μπορούσε να γίνει πιο ουσιαστικό μέρος της ποιητικής αυτής σύνθεσης και να έχει μεγαλύτερη απήχηση στην ψυχή, αν η εμπλοκή του ήταν μεγαλύτερη και πιο λειτουργική. »Μόνο έτσι η Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι/με την αλήθεια».

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

poeticanet 6/2016

«Καθώς η στοίβα των ποιητικών συλλογών που έχεις μπροστά σου ψηλώνει διαρκώς, την κοιτάς και, ξαφνικά, πανικοβάλλεσαι. Και μετά αναρωτιέσαι, όπως ο μελαγχολικός γαϊδαράκος στο Winnie the Pooh: «Γιατί;» Ή «Προς τι;» Ή «Έ, και;»
Και μετά δεν ξέρεις πια ούτε ο ίδιος τι αναρωτιέσαι. Και μετά ανακαλείς το του Σεφέρη: «Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου…», οπότε στενοχωριέσαι, ντρέπεσαι, και αποφασίζεις να τα μαζέψεις. Τις παίρνεις μια – μια με ευλάβεια, τις ξεφυλλίζεις, και ζητάς να σου αποκαλύψουν την αιτία ύπαρξής τους. Έχεις κάθε δικαίωμα να το ζητάς: υποτίθεται πως ένα βιβλίο εκδίδεται μόνο όταν είναι αρκετά βασανισμένο- τόσο βασανισμένο, που τα παίζει πια όλα για όλα, και αποφασίζει να εκτεθεί πηγαίνοντας στο τυπογραφείο και παίρνοντας το σχήμα μικρού, αβαθούς παραλληλόγραμμου κουτιού. Και μας καλεί να το ανοίξουμε και να εντοπίσουμε μέσα του, μαζί με τα μικρά του μυστικά και όνυχες- ή τουλάχιστον μυρωδιά- κάποιου κρυμμένου λέοντος…
Πάντα υπήρχαν –υπάρχουν και θα υπάρχουν – μερικοί αποκλίνοντες, σταθερά ή περιστασιακά. Από αυτούς λίγοι ήταν, είναι και θα είναι ποιητές. Οι περισσότεροι είναι, ήταν και θα είναι, ευαίσθητοι άνθρωποι – ή απλώς ερωτευμένοι, που θέλουν, ήθελαν, ή θα θελήσουν κάποια στιγμή να «εκφραστούν». Η αντίδραση αυτή είναι φυσιολογική και ανεκτή. Μέχρις εδώ, εντάξει. Αλλά, στις μέρες μας πλέον, οι αριθμοί των ατόμων όλων των κατηγοριών αυξάνονται ακατάπαυστα -κατά γεωμετρική πρόοδο […]
Επειδή λοιπόν πολύ με απασχολούν αυτές οι σκέψεις, στη «Στήλη Άλατος», που ακολουθεί, λέω να απευθύνω σε μερικές συλλογές (που έχω επιλέξει βάσει μιας διαφορετικότητας που διακρίνω), ερωτήσεις που έχουν λίγο-πολύ σχέση με τον προβληματισμό μου».


[6 Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Αλίπλοος ουρανός, Γαβριηλίδης
ΕΡ: ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ;
ΑΠ: Αχ, τόσο κοντά στην αυλή του παράδεισος!
ΕΡ: ΣΤΟ ΑΝΘΟΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ;
ΑΠ: Ποια ιδιοφυία καλλιτέχνη / ευωδιάζει πιρουέτες αιθέριας μπαλαρίνας καθώς το διάφανο / πέπλο της ακολουθεί τη λεπτή γραμμή του χεριού της στον αέρα / τη στιγμή που ξεπηδά απρόβλεπτα / ο ίμερος στην κοιλιά, στο στήθος / στο κεφάλι
ΕΡ: ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ, ΤΙ ΒΛΕΠΕΤΕ;
ΑΠ: Αχ, έλα γλάρε μου / Εγώ το χέρι μου το καψερό / εσύ το φτέρωμα το ουρανικό
ΕΡ: ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ;
ΑΠ: Μετά από μια καλή ψαριά / πρέπει να νετάρουμε τα δίχτυα / ξεχωρίζοντας το θεμελιώδες από το ενδεχόμενο / μόνο έτσι / η Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι / με την Αλήθεια.
ΕΡ: ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙΤΕ ΚΑΤΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ;
ΑΠ: Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία / Όχι εδώ, όχι εδώ, στου κορμιού την εξορία // Ες αεί περιιπτάμενος / Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.
Εντύπωση: Λυρική διάθεση άλλων καιρών, γλωσσοπλαστικές δεξιότητες, μακροσκοπική όραση με εστίαση στην λεπτομέρεια. ]
poeticanet τεύχος 26, Ιούνιος 2016

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ

«το κοράλλι», τεύχος 9, Απρίλιος-Ιούνιος 2016

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΙΠΛΟΟ ΟΥΡΑΝΟ

Η ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου τραβάει την προσοχή, κιόλας από τον τίτλο: τί μπορεί να σημαίνει «Αλίπλοος ουρανός»; Ποιο είναι το νόημά του; Ο ουρανός που ανοίγει δρόμο της θάλασσας; Η θάλασσα που κυματίζει τα σύννεφά της; Μια τρικυμία που αχνίζει, μια λέξη που νοτίζεται; Κι αν τίποτε από αυτά και όλα μαζί, μήπως είναι τότε μια φράση- καταφύγιο, ένα απάνεμο λιμάνι. Αφετηρία και προορισμός μαζί. Η πλεύση μιας σκέψης που ξωκείλει. Η δοκιμή της γλώσσας πού γαργαλάει τον ουρανίσκο:

«Σιρόπι από/ νεραντζάκι γλυκό το ηλιοβασίλεμα/ σου ‘ρχεται να το
γλείψεις./Ευωδιάζει βιολετί και μενεξεδί/ κι έχει γεύση αγιόκλημα και γιασεμί».

Από τον ουρανό της ποίησης, στον ουρανίσκο της γεύσης. Έχει κι άλλους δρόμους η ποίηση κι άλλους τρόπους ζωής. Γευσιγνωσία χρωμάτων, αισθήσεων, ήχων. Δοκιμασία και αντοχή των υλικών:

«Κρούουν τα βότσαλα στα βάθη/ ρέουν ροές ρευστών υδάτων»

Κατά συρροή χρώματα, ήχοι, αισθήσεις και αισθήματα, σύμβολα του νου, ανεμοδείκτες της ψυχής, μέσα από αυτά βγαίνει η ποίηση της Παπαγεωργίου. Ένα νησί με ήλιο, θάλασσα και τον καρπό του λόγου, τον λωτό του λόγου που σε κάνει να ξεχνάς αυτό που ξέρεις και να βυθίζεσαι σ’ εκείνο που θέλεις να μάθεις, την ουσία πίσω από το φαινόμενο, τη νόηση πίσω απ’ την επινόηση, την κίνηση πίσω από την ακινησία. Έτσι περιδινίζεται ο νους. Με τέτοια υλικά πλέκει νοήματα. Το νόημα, όπως το νήμα, ανεμίζει στο αδράχτι, δένεται και λύνεται στον κόσμο, φιλονικεί και φιλιώνει. Αντίτιμο; Η τιμή της μοναξιάς και της «έρημίας».

«Όχι εδώ, όχι εδώ, στης ψυχής την ερημία/Όχι εδώ, όχι εδώ, στου
κορμιού την εξορία/Ες αεί περιιπτάμενος/ Σκοτεινός ναυαγός του φωτός»

Επειδή το νησί της ποίησης έχει κι αυτό τους ναυαγούς του. Αυτό προκαλεί η τρικυμία της λέξης. Κι έπειτα, τί άλλο; Ένας κόσμος φασματικός που ρέει πυρίκαυστος και σκάβει την ύλη του για να φτάσει στο κουκούτσι της σκέψης, το μεδούλι της ύπαρξης. Από την όραση στη σκέψη κι από την αίσθηση στη γνώση, αρχαία τα υλικά μιας τέτοιας οντολογίας. Ηφαιστειογενή, απόκρημνα κι απόκρυφα. Ο Ηράκλειτος μειδιά από δίπλα. Πού βρίσκεται η αλήθεια, στην επιφάνεια ή στο βάθος, στον κανόνα ή στο ακανόνιστο, στο τυχαίο ή
στο αναγκαίο; Αυτό το σύμπαν των βυθών και των αφρών, των υπόγειων σπηλαίων και των αχανών εκτάσεων που έχει το τέλος και πού την
αρχή του; Μήπως υπάρχει μόνο και μόνο για να γίνει στίχος – παραφράζοντας εδώ τον Μαλλαρμέ; Κι αν όλα γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα στη σκέψη μας, πόσο ξένοι και πόσο οικείοι είμαστε με ό,τι μάς περιβάλλει;

«Ο νους/ μόνο ο νους/ μιαν αυγουστιάτικη νύχτα/ στολισμένη με Περσίδες/ μια νύχτα με βροχή τα πεφταστέρια/Ο νους/ μόνο ο νους/ μια τέτοια νύχτα/ μπορεί ν’ αδράξει την αρχή/-μέ τό βλέφαρο σφαλιστό-τη στιγμή εκείνη/ την άχρονη και αϊδήν/ όπου αρχή και τέλος ένα/πριν και μετά κανένα.»

Ο νους λοιπόν οπλίζει τη λέξη πού σώζει; Από την όραση στη σκέψη κι
απ’ τη σκέψη μέχρι τη λέξη, πόσο δρόμο κάνει για να σωθεί;
«στιλπνός»- «παλμός»- «σαλπίζει»- «σφρίγος»- «σφυγμού»- «σφαδάζει»- «ύφαλα»- «ίσαλα».
’Αν αποθεώνεται κάπου η ποίηση της Παπαγεωργίου είναι εκεί: στή
σφυρηλασία της λέξης. Λες κι η ποιήτρια δοκιμάζει τα εργαλεία της στην
αντοχή των φράσεων, στα όρια των στίχων.

«Το μαϊστράλι τούς έδωσε/ μια μπάτσα και τα έσπρωξε/ μπατάρισαν
λοξά»

Λέξη και χτύπος, ήχος, ρυθμός, παλμός. Φράση – πηγή, γαλήνη, τρικυμία. Είναι κι αυτός ένας τρόπος πλεύσης, μια τεχνοτροπία της ζωγραφικής ποίησης που αποχτά λαλιά. Από την εικαστική ποίηση της γεύσης, στη γευστική ποίηση της λέξης, λοιπόν. Αλλά δεν είναι μόνο σύγχρονος ο
γλωσσικός αυτός κόσμος, έχει τη ρίζα του βαθιά μέσα στον ελληνικό
χρόνο. Κάπως έτσι ή δεξαμενή ενός πολιτισμού γίνεται δεξαμενή του νου.
Που θησαυρίζει:
«αλίπεδος»- «αλιτενής»- «κυανογέννητη»- «πυριγενής»- «αϊδήν»-
«αλιπόρφυρος»- «αλίγλαυκος»- «όναρ»- «αείζωο»- «αέναο»

Τέτοιες λέξεις αλιεύονται στα ποιήματα του αλίπλοου ουρανού, ομηρικά πετράδια, βότσαλα της σύγχρονης λαλιάς και μέσα από τη ρυθμική των παρηχήσεων και των αντηχήσεων ξεδιπλώνουν σύμβολα και ιδέες,
υφάδια μιας τέχνης που ανασκαλεύει. Γιατί οι λέξεις αυτές δεν είναι απλά
διακοσμητικές, εμποτίζονται στο αίσθημα τού λόγου, για να παραδοθούν
κατόπιν στο συλλογισμό και τη διερεύνηση της ψυχής, την εξερεύνηση
του κόσμου. Το ανθρώπινο υποκείμενο πάσχει, αλλά και χαίρεται, παλεύει με τα στοιχεία γύρω του και συμφιλιώνεται μαζί τους μέσα από μια
ευθυγράμμιση τόσο απόλυτη, όσο κι η ευθυγράμμιση ψυχής, σώματος
και νου. Να πώς ο στοχασμός αισθάνεται και το αίσθημα λογίζεται. Κι ο
λόγος βρίσκει το φυσικό του αντηχείο στην έκφραση της γλώσσας. Θέσεις και αντί-θέσεις, ήχοι και αντηχήσεις. Αντηχήσεις λέξεων που τρίβονται και πάλλονται, αλέθοντας το νόημα, τρυγώντας τον χυμό. «Αλίπλοος»
είναι ο ουρανός, «αλίπλοος» κι ο στίχος. Το εργαστήριο της λέξης, και οι
πολλαπλές οξειδώσεις της. Από το βίωμα ως το γραμματολογικό της αντηχείο: μια ομιλία που γίνεται συνομιλία με τον εαυτό και με τον κόσμο,
λέξη – γεύση, γνώση, σφραγίδα. Φιλότητα και νείκος, πάλη και εναρμόνιση, γαλήνη και ταραχή κι εδώ ξανά. Συμφωνία μορφής και περιεχομένου.

Να είναι μια ανάγκη εξισορρόπησης της «ομορφιάς» με την «αλήθεια»; Ακονίζοντας τα εργαλεία της γνώσης μέσα από την αισθητική αναζήτηση, είναι σαν να προσπαθείς να εξημερώσεις τα δύο θηρία: την επιστήμη και την τέχνη. Κι όσα αισθήματα και χρώματα έχει η παλέτα σου, άλλες τόσες νοηματοδοτήσεις, πατήματα σκέψης, ίχνη ιδεών. Έτσι ή δεξαμενή των αισθημάτων γίνεται δεξαμενή των ιδεών και οι μεταμορφώσεις της όλης, φωτοσκιάσεις του πνεύματος. Από τη μια μεριά (παραθέτω στίχους: «γήινης σκόνης θραύσματα ανάκατα μ’ αστεριών μαλάματα, το θαλάσσιο αιώνιο φώσφορο, το δέρμα, το μάτι, το αίμα») κι από την άλλη «το εφήμερο γίγνεσθαι, το καθαρό είναι, η ενατένιση του όντως όντος, η γνώση της πρώτης αρχής του Παντός».
«Έλαμψε ο ήλιος και επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της»: εξαίσιος στίχος. Αναρωτιέμαι, αν μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα η σχέση πνεύματος και σώματος, αίσθησης και ιδέας μέσα από το αντηχείο της ψυχής. Η ζωγραφική τέχνη του αλίπλοου ουρανού δεν διεγείρει λοιπόν μονάχα την όσφρηση, τη γεύση, την ακοή Κάι τις αισθήσεις: προκαλεί και αναταράξεις του νου. Είναι ποίηση των κυμάτων, αλλά και στιχοπλοκία τ’ ουρανού. Αλληλουχία εννοιών, σύνθεση, αναγωγή. Αναγωγή στη ουράνιο, εκεί όπου κατοικεί ή Ιδέα; «Απ’ των αισθητών τη γοητεία, στων νοητών την πολιτεία», μάς λέει ή Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Και «-Ναι- ή Αλήθεια δεν είναι τυχαία».
Εκεί που καταλήγει η άβυσσος, το χάος, εκεί που θαμπώνει ο αιθέρας,
εκεί γεωμετρείται και ο νους, χαρακώνονται οι σκέψεις, χαράσσονται οι
στίχοι. Νι γιατί ο ουρανός γίνεται «αλίπλοος», κατεύθυνση και προορισμός μιας πορείας, ορίζοντας μιας προσδοκίας: Γιατί μπορεί να αλιεύσει τις ιδέες μας. Ό,τι μένει δηλαδή μετά από μια καλή ψαριά:

«Μετά/ από μια καλή ψαριά/ πρέπει να νετάρουμε τα δίχτυα/ξεχωρίζοντας το θεμελιώδες από το ενδεχόμενο/μόνο έτσι/ ή ’Ομορφιά θα έχει ίσο ζύγι/ με την Αλήθεια».

Είναι φανερό, λοιπόν: το καραβάκι του Αλίπλοου ουρανού έχει κερδίσει την ψαριά του.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΛ. ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ

Ευβοϊκός Τύπος Χαλκίδα, 20 Αυγούστου 2015

Ευβοϊκές γραφές, ποιητικές
Μια σύντομη και υπαινικτική οδοιπορία στους εύτονους ευβοϊκούς ποιητικούς τόπους.
Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Η Λιμνιά στην καταγωγή και με την ελύμνια ομορφιά ευμφωλευμένη στο μεδούλι της ψυχής της Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964, σπούδασε Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά από εικοσαετίας στην παρά τον Εύριπο πολιτεία μονίμως διαμένει και εργάζεται.
Τον οριακά τριακονταετή εκπαιδευτικό της βίο τον ξεκίνησε σε σχολεία των Αθηνών και ακολούθως μετατέθηκε σε σχολεία της ευβοϊκής πρωτεύουσας, όπου στους μαθητές ένα μετ’ ήθους εύλαμπρο πνεύμα με επιμονή και φαντασία προσπαθεί να καλλιεργήσει και στα μυστικά της τέχνης με ζέση και πλησμονή να τους μυήσει.
Για την πέραν των στενών εκπαιδευτικών καθηκόντων της πολυποίκιλη δραστηριότητά της στους τομείς της βιβλιογραφικής παραγωγής, της λογοτεχνίας και του θεάτρου ενδεικτικά, αναφέρουμε πως ως εμψυχώτρια των μαθητών της Περιβαλλοντικής Ομάδας του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας – και μετά από επισταμένη και πολύπλευρη έρευνα – πρωταγωνίστησε στην παραγωγή έγκριτων συγγραμμάτων και στη διοργάνωση πολύ ιδιαίτερων πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Όσον αφορά τα εκδοτικά ζητήματα του Σχολείου της, είχε την έμπνευση και τη φιλολογική επιμέλεια των λογοτεχνικών λευκωμάτων: Διονύσιος Σολωμός. 200 χρόνια από τον θάνατό του (1998), Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη. Σκιάθος-Χαλκίδα-Αθήνα (2000), Βίκτωρ Ουγκώ (2002) και Τα τρελά νερά του Ευρίπου. Μύθος, ιστορία, κοινωνική και οικονομική ζωή (2005).
Όταν από τα προαναφερθέντα λευκώματα ο έγκριτος Παπαδιαμαντιστής Φιλόλογος Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος μελέτησε το περί τον Παπαδιαμάντη σύγγραμμα, δημοσίευσε άρθρο του στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Οκτ. 2001), εκθειάζοντας το περιεχόμενο του πονήματος και το έργο της αρχιτεκτόνισσας του όλου εγχειρήματος, περί της οποίας σημείωνε:
«(…)Είναι Λιμνιώτισσα, ήγουν από τόπο δίδυμο της Σκιάθου, και ήθελε ξανά τον Παπαδιαμάντη! Φύσηξε, λοιπόν, σαν σαγανίδι, ταξίδεψε πάλι και πάλι στη Σκιάθο, κατέβηκε στην Αθήνα, χτύπησε επίσημες και ανεπίσημες πόρτες, κατάφερε να συνεπάρει Σκιαθίτες και Χαλκιδαίους και Αθηναίους.
(…)Υπενθυμίζοντας ότι ‘‘σαγανίδι’’ σημαίνει ξαφνική και βίαιη πνοή του ανέμου, ισχυρίζομαι πως η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου φιλόλογος του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας, η επιμελήτρια του Λευκώματος, και τσαγανό έχει και σαγανίδι είναι.»
Και παρ’ ότι χαμηλών τόνων άνθρωπος δείχνει, όντως δυναμική, φίλεργος κυρία και εξόχως αποδοτική με ό,τι καταπιάνεται είναι η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, πράγμα που και μέσα από τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Σχολείου της με συνεργάτες άριστους παρουσίασε, πνεύμα των Μουσών καλλίεπο σε τόνους πανηγυρικούς στις ψυχές των μαθητών και των παρισταμένων φορές και φορές εμφύσησε.
Αξιομνημόνευτη αυτών των δράσεων αποτελεί και η βραβευμένη συμμετοχή της θεατρικής ομάδας του 7ου Γυμνασίου Χαλκίδας στο Φεστιβάλ εφηβικού Θεάτρου του Νέου Κόσμου με το έργο Ήβη.
Αξιοποιώντας έτι περαιτέρω τα τάλαντά της και προσφέροντας τα μύχια του είναι της σε απαιτητικότερους της τέχνης τομείς, τα τελευταία χρόνια στενή έχει συνεργασία με το Αεικίνητο Θέατρο Ευρίπου, φροντίζοντας τη μετάφραση και τη φιλολογική επιμέλεια θεατρικών έργων για τις ανάγκες των πάντα επιτυχημένων παραστάσεων του σχήματος και συνάμα αναλαμβάνοντας το τμήμα Δημιουργικής Γραφής, απευθυνόμενη σε:
«Όσους πιστεύουν στην ανάγκη της φαντασίας στη ζωή, στην αξία της δημιουργικότητας του νου και στην απελευθερωτική αξία που έχει η λέξη. Όχι γιατί όλοι είμαστε ή θα γίνουμε λογοτέχνες, αλλά για να επινοήσουμε μέσα από τις λέξεις παράθυρα ελευθερίας.»
Δήλωση, που η ιδία πολλάκις ως τότε και κυρίως μέσα από τον συντονισμό και τη φιλολογική επιμέλεια των μελετών της – για τον Βίκτορα Ουγκώ, τον Εθνικό μας ποιητή, τον Άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων, αλλά και τον Εύριπο με την ερωτική του μούσα Χαλκίδα – ευκλεώς είχε κάνει πράξη, ενώ επί μία δεκαετία έπλαθε, απολέπιζε και κρησάριζε τα ποιητικά της γεννήματα, ώσπου μια του Μαγιού ολάνθιστη ημέρα δια των στίχων και των χρωμάτων του ωραίου και πολύσημου λόγου στα θεία της τέχνης πελάγη τον Αλίπλοο ποιητικό της ουρανό έσπρωξε τα άρμενά του ν’ ανοίξει.
Την ίδια περίοδο, το ξεδίπλωμα των φλόκων της συλλογής μέσω των σελίδων Κοινωνικής Δικτύωσης (facebook) ανήγγειλε:
«ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορεί το πρώτο μου βιβλίο-ποιήματα: Αλίπλοος ουρανός
Καλοκαιράκι. Θάλασσα. Ιστιοπλοϊκά. Ήλιος. Αστέρια και φεγγαράδα.
Απρόσμενες εικόνες – αλλόκοτοι ψίθυροι πλάι στο κύμα.
Ο Ηράκλειτος ψαρεύει ψάρια παρέα με τον Ντώκινς*, οι Ιδέες του Πλάτωνα ρεμβάζουν τα αστέρια παρέα με τα Φράκταλς* της νεώτερης θεωρίας του Χάους, οι ορφικοί κάνουν βουτιές χέρι με χέρι με τους κβαντικούς φυσικούς
και η Ψυχή,
άλλοτε κάβουρας, άλλοτε αχινός,
τη μια κοχύλι, την άλλη γλάρος λευκός
κολυμπά,
πετά,
βουτά
στα κόκκινα νερά του ηλιοβασιλέματος, στις αντιφάσεις τού είναι και του φαίνεσθαι στην αέναη αγωνιώδη προσπάθειά της να ανακαλύψει την Αλήθεια.»
Στο λεπτόσαρκο του Αλίπλοου ουρανού σώμα ο ορίζοντας της σκέψης και η θάλασσα των αναζητήσεων συνενώνονται και συνταξιδεύουν στους δρόμους εύρεσης των θυρών της αληθείας των όντως όντων πραγμάτων, μα και των πραϋντικών βαλσάμων για την άμβλυνση του άλγους των υπαρξιακών βαρών, που από καταβολής νόησης την ανθρώπινη ψυχή έντονα ταλανίζουν και την πορεία της πολύτροπα τροχιοδρομούν.
«Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όπως η ίδια διατείνεται, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, συμπλέκονται οργανικά σε μια μη οριζόντια αλληλουχία, όπου ο χωρόχρονος είναι δυναμικός, κάθετα εναλλασσόμενος, δεικνύοντας ότι στη ζωή του ανθρώπου το εδώ και το εκεί με το πριν και το μετά είναι αεί παρόντα.»
Από το τίτλο και εκ πρώτης όψεως επί της θαλάσσης η νεότευκτη της Λιμνιάς Φιλολόγου δημιουργία φαντάζει πλέουσα και ο λόγος της με σημαίες του τις εκ της αλός πλασμένες και καλώς στο ποιητικό σώμα κυματισμένες λέξεις αλίπλοος (ο επί της θαλάσσης πλέων), αλίπεδος (η πλησίον της θάλασσας επίπεδος επιφάνεια), αλιτενής (ο εκτεινόμενος στην ή παρά την θάλασσα χώρος, αλιπόρφυρος (η ερυθροβαμμένη θάλασσα), αλίγλαυκος (ο έχων την όψη της γλαυκής, της ανοιχτόχρωμης θάλασσας) φαίνεται διανθισμένος.
Εισδύοντας όμως στα βάθια της μαγιοφορεμένης πνευματικής της πλεύσης, βρίσκεις στα υποστρώματά της σμάραγδα πολλά να φύονται, πολύκλωνα να βλασταίνουν και σημαίνοντα σημαντικά να μηνούνε.
Και αυτό, όπως μια πραγματικά ποιητική το απαιτεί γραφή, χρειάζεται τουλάχιστο: πνευματική και αφαιρετική σμίλη οξεία, στοχαστική αναδημιουργία του εύκοσμου ή άκοσμου ορατού ή αόρατου σύμπαντος κόσμου, αξιοποίηση συμβόλων, ένταξη ευρηματικών μεταφορικών και παραβολικών σχέσεων, καθάριο και αρμονικά δομημένο λόγο, πύκνωση νοημάτων, κρυφόβλεπτων και με πολλαπλές αναγνώσεις λεκτικών συζεύξεων, εικονοπλαστική δεινότητα, νοηματική συνοχή, εκφραστική ευτολμία και κατά το δυνατόν πρωτόφαντη χρήση και αξιοποίηση του εύπλαστου και πολυάκτινου πατρώου λόγου.
Στοιχεία τα ως άνω, που ευκόσμως στην ποιητική της Παπαγεωργίου γραφή συναντάς και ένας Μύστης και καλοσμιλευτής του ελληνικού λόγου δημιουργός βρίσκεις να είναι, που έναντι της λεξιπενικής τύρφης και της αισθητικής καχεξίας της εποχής αντιλαμπικά ορθούται, φεγγοβολά και συγκινεί.
Προς τούτο, τον ασύμβατο για τους πολλούς και εν πολλοίς μοναχικό και πονετικό του δημιουργού πολυάκανθο δρόμο από ανάγκη εσώτατη έχει επιλέξει και παράλληλα εαυτόν με πέπλα ανοιχτά στο κοινωνικό σύνολο προσφέρει.
Έκδηλα, αυτή της η στάση ζωής στην τελευταία της κομψής της συλλογής σελίδα μέσα από τον Σταυρό του Νότου της αφήνεται να λαμπιρίζει ποιητικά και ως επιμύθιο του γλαυκού και ουράνιου πλόα της βέλη βλαρά μες στης καρδιάς το είναι πέμπει:
«Τώρα ξέρω γιατί/ Γιατί έζησα τα χρόνια μου με την κάμα της δίψας/ Ανύποπτος κι ακούσιος/ Εραστής της μοναξιάς της ρότας/ Με την πεθυμιά τ’ άστρου του Βορρά/ Τον πόθο του Σταυρού του Νότου/ Τη λαχτάρα της ανέσπερης καρδιάς/ Της καρδιάς στο κέντρο του Τοξότη.»

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ι. ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ
Τα μάγουλα του σκάφους
θωπεύει ο παφλασμός
στιλπνός παλμός
ριγίζει σύγκορμος.

Σφίγγουν τα κύματα
τα στήθη και τα ίσαλα,
σκάζουν σα χίμαιρα
με σπασμούς στα ύφαλα.

Σφαδάζει στραφταλιστά
το σφρίγος του σφυγμού
– η σαγήνη του σουραυλιού –
το σκίρτημα σπαρταράει
και στροβιλιστά σκάει.

Στο ρίγος των ωρών
σαλπίζει αρχαία ηχώ.

ΙΙ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ Μπατάρισε η ψυχή
σαν κάβουρας λοξοδρομεί
ψηλαφιστά εναντιοδρομεί γυρίστηκε τα έξω μέσα
απ’ των αισθητών τη γοητεία
στων νοητών την πολιτεία
απ’ το εφήμερο γίγνεσθαι
στο καθαρό είναι

Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά

στην ενατένιση του όντως όντος
του αναλλοίωτου κι αιώνιου φωτός
στη γνώση της πρώτης αρχής του Παντός.

Έλαμψε ο ήλιος
κι επέστρεψε η ψυχή στον εαυτό της.

ΙΙΙ. ΓΛΑΡΟΣ (ΙΙ)

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Πέταξες, γλάρε, στο νησί
Έφτασες, έπιασες λιμάνι
Να ξαποστάσεις απ’ το θαλασσομάνι.
Να ’ναι ο τόπος σου αυτός
Ή άλλος κάβος στο πέλαγος;

Δεν ξέρω γιατί, πες μου εσύ,
Που μου ’δωσες γλάρου μορφή
Στα χαμηλά για να πετώ
Πάνω απ’ της θάλασσας τον αφρό
Κάτω απ’ τ’ ουρανού την απλωσιά
Με την κρυφή λαχτάρα στην καρδιά

Να’ μουν αστέρι λαμπερό στον θόλο του τον απλωτό!
Να’ μουνα βότσαλο λευκό στον σκιερό του τον βυθό!

Ες αεί περιιπτάμενος*
Σκοτεινός ναυαγός του φωτός.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΙΚΑ
Ντώκινς (Clinton Richard Dawkins): Βρετανός ηθολόγος, εξελικτικός βιολόγος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συγγραφέας βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. Στη θεματολογία του περιλαμβάνεται και η περί των φράκταλς θεωρία.
Φράκταλ (μορφόκλασμα ή μορφοκλασματικό σύνολο): Στα Μαθηματικά, στη Φυσική αλλά και σε πολλές επιστήμες γίνεται λόγος για ένα γεωμετρικό σχήμα, που επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης κι ως εκ τούτου αναφέρεται ως «απείρως περίπλοκο» ον. Το φράκταλ παρουσιάζεται ως «μαγική εικόνα», που όσες φορές και να μεγεθυνθεί οποιοδήποτε τμήμα του, θα συνεχίζει να παρουσιάζει ένα εξίσου περίπλοκο σχέδιο με μερική ή ολική επανάληψη του αρχικού. Χαρακτηριστικό των φράκταλ είναι η σε κάποιες δομές τους αυτο-ομοιότητα, η οποία εμφανίζεται σε διαφορετικά επίπεδα μεγέθυνσης.
Ες αεί περιιπτάμενος: Αυτός που πάντα περιίπταται, πετά γύρω από κάτι (αντικείμενο ή ιδέα).
Έρχομαι εκ καθαρών καθαρά: Έρχομαι από καθαρούς, καθάρια και των χθονίων βασίλισσα κι Αγία. (Η φράση προέρχεται από το 10ο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα.)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18/10/2015
500 ΛΕΞΕΙΣ

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Μετά το πτυχίο της στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών, μετακόμισε στη Χαλκίδα σε αναζήτηση του ρυθμού ζωής της επαρχίας. Τα τελευταία είκοσι χρόνια διδάσκει ως φιλόλογος σε γυμνάσια και λύκεια. Εχει ασχοληθεί με πολλών ειδών δημιουργικές δραστηριότητες στα σχολεία της –και όχι μόνο– σχετικά με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, το θέατρο και την εκπαίδευση. Το πρώτο της βιβλίο «Αλίπλοος Ουρανός» (εκδόσεις Γαβριηλίδη), συλλογή ποιημάτων, κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;

Πλάι στο κρεβάτι μου, πάνω στο κρεβάτι μου, κάτω από το κρεβάτι μου. Βιβλία βρίσκονται παντού. Ας αναφέρω κάποια ενδεικτικά. Την «Πολιτεία» του Πλάτωνα (έχει μόνιμη θέση). Τα «Κβαντικά Παράδοξα» του Τζιμ Αλ-Καλίλι. Τη «Θαλασσινή Ωδή του Αλβαρο ντε Κάμπος» του Φερνάντο Πεσόα. «Τα παράξενα που δεν ξεχνάμε» του Κωστή Γκιμοσούλη. Το «Κλινικά απών» της Χλόης Κουτσουμπέλη.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;

Η Αλίκη της Χώρας των Θαυμάτων του Λουίς Κάρολ. Να περιδιαβώ πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας, να ταξιδέψω στο αλλόκοτο και να επιστρέψω στο φως με το όνειρο ζωντανό.

Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;

Με τον Οδυσσέα Ελύτη. Να μιλήσουμε στο «όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας». Να πιούμε σαντορινιό κρασί στην αναγκαιότητα της ποίησης. Να αναζητήσουμε την αλήθεια που κρύβεται «όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών».

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;

«Ο Καθεδρικός Ναός», του Ρέιμοντ Κάρβερ, για το πνιγηρό της ματαιοπονίας του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν κατάφερα να το διαβάσω μέχρι τέλους.

Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;

Ο «Αγγελος της Στάχτης» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, για το άχρονο της ανθρώπινης ψυχής και την απελευθερωτική δύναμη της αγάπης. Η συγκίνηση παραμένει ακέραια όσες φορές κι αν το διαβάζω.
Τα διαβάσματά σας πόσο έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Οι σχέσεις μου με τα βιβλία είναι πάντα σχεδόν ερωτικές. Τα ζω και τα αναπνέω, είτε θετικά είτε αρνητικά. Οι στιγμές μάλιστα που συνειδητοποιώ στα γραπτά μου τη συνομιλία μου με συγγραφείς άλλης εποχής ή σύγχρονης, είναι αποκαλυπτικές και συχνά διασκεδαστικές.

Η επαφή με τη νέα γενιά με ποιον τρόπο τροφοδοτεί τα προσωπικά σας γραπτά;

Ζω καθημερινά τη νέα γενιά, ως μητέρα εφήβων, καθηγήτρια γυμνασίων και λυκείων, και αναγνώστρια της νέας γενιάς λογοτεχνών. Συχνά νιώθω ότι οι απορίες, οι φόβοι και τα όνειρα της νεότητας της εποχής μου με συγκινούν και με προκαλούν. Με οδηγούν στην ανάγκη να ανταποδώσω το άγγιγμα είτε με εναλλακτικούς τρόπους θέασης, είτε θέτοντας ερωτήματα, είτε προσφέροντας δρόμους παραμυθίας μέσα από τον προσωπικό μου τρόπο γραφής.

Τι σας κάνει να χαλαρώνετε, να ονειρεύεστε και να ελπίζετε;

Η θάλασσα με χαλαρώνει. Η ποίηση μού δίνει το όνειρο. Η ελπίδα μού χαρίζεται μέσα από τα μάτια ενός εφήβου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ

17155747_603083946558315_2609913544992048534_n

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς γεννήθηκε στην Αθήνα. Έποικος των Πατρών από τις αρχές τις δεκαετίας του 1980, σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχουν εκδοθεί αρκετά βιβλία του, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Ελί-τροχος. Άρθρα και δοκίμιά του για την ποίηση, την ιστορία και την εκπαίδευση έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση

Παραμεθόριο Νεκροταφείο, Αθήνα, 1983.
Ο ίππος των κυμάτων, Θέμα, Αθήνα, 1990.
Παραμεθόριο Νεκροταφείο-0 ίππος των κυμάτων, β’ έκδοση, Θέμα,
Αθήνα, 1992.
Θερινό Ανεμούριο, Αρχικές Εκδόσεις, Πάτρα, 1993.
Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου, Δελφίνι, Αθήνα, 1996.
Χαίρε Αιώνα, Χειροκίνητο, Αθήνα, 2002.
Ποιήματα-Περίληψη(1983-2006), I. Πικραμένος, Πάτρα, 2006.
Έρωτος επέτειος εαρινή, Συλλεκτική έκδοση (εκτός εμπορίου),
Αθήνα, 2008.
Φιλόξενος πόλις, I. Πικραμένος, Πάτρα, 2010.
Ευγενία (2016)
Ο μόνος πιστός ένοικος (2018)

Θέατρο
«Η ιστορία μιας γέφυρας», 2014
(Πρώτη παράσταση) 27 Σεπτεμβρίου 2014, Αρχαίο Θέατρο Μακύνειας,
από τη ΓΕΦΥΡΑΑ.Ε.

Ποιητική Ανθολογία
Ανθολόγιο Πατρινών Ποιητών 1940-1995, Δήμος Πατρέων, 1995.

Βιογραφική Παρουσίαση
Νικόλαος Εύζης, Το κρυφό σχολειό και η εποχή του, Ελίτροχος, 1999.

Περιοδική Έκδοση
Περιοδικό Ελίτροχος, τριμηνιαία έκδοση για τα γράμματα και τις τέχνες, Πάτρα 1993-1999.

1-ΒΙΒΛΙΟ

Layout 1

ΕΥΓΕΝΙΑ (2016)

 

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ
ΣΤΑ ΙΕΡΑ ΤΟΥ ΜΕΛΑΜΠΟΔΑ

Η μεσιτεία των μπλε του Ιούδα ποιητή

Στην Ε.Κ.

Το ορατό
δεν είναι πάντα βιωμένο,
ούτε το βιωμένο
είναι πάντα ορατό,
έλεγε και ξαναέλεγε σκοντάφτοντας στις ανάσες του Εμείς
ο εραστής, κατά τον Σίγκμουντ Φρόυντ.

Μεγαλώνουμε στο μίσος του Εγώ
και φθάνουμε στο άπειρο
γρηγορότερα από τον τρομερό
βούρκο του φονικού Εμείς.

Είμαστε μόνοι στο νησί
και τελείως μόνοι στις ακτές.

Στα κυανόκρανο των παράκτιων πολυβολείων,
η θάλασσα γεμίζει πορφύρα
τα κορμιά του Διγενή
ξέμειναν χαράματα
να προσποιούνται
τους πνιγμένους,
έλεγε και ξαναέλεγε ο «κάντε» Ανδρέας Κάλβος.

0 τρόπος των ανθρώπων
πάντοτε
είναι ο ίδιος με αυτόν που ορίζουν
οι θεοί.

Μα, στους θεούς
αλλιώς το φως της γέννας
κι αλλιώς χρεώνεται η δωρεά
της πτώσης.

Ερήμωσαν οι αισθήσεις μου, του είπε ο Κ.Π. Καβάφης
κι εκείνος, με τον τρόπο του Αλιάκμονα, που βρέχει όλη την υδρόγειο,
μνημόνευσε ότι οι Άριστοι των χρόνων
που οι ημέρες έχουν ηφαίστεια
και θάλασσες με δύσκολους πλόες,
υιοθετούν αναίτια τα δόγματα των ποιητών
που ζουν απ’ τις θυσίες του φωτός
αυτοί και οι ομότεχνοί τους.

Επίγονοι λοιπόν όλοι αυτοί, οι λάτρεις,
της νύχτας των Θερμοπυλών,
στήνουν παγίδα στους αλιείς,
που ζουν απ’ το γαλάζιο
κι ας λένε
στα τραγούδια τους

πως δεν έχει αξία το νερό
χωρίς το μπλε του ουρανού
και το χρυσό της Δύσης.

 

Σελίδες Ημερολογίου για το κάλλος των προγόνων

Στην Τ.Μ.

Στο ιερό του Μελάμποδος
το μελαγχολικό μαύρο
των προγόνων,

ακούει πλέον τις ιαχές
των τροπαιοφόρων γενεών,

εκεί στις μοναχικές στιγμές των Μυκηνών.

Μετανάστης συνώνυμων παραδόσεων
δωρίζει στις απέραντες διαδρομές των επιγόνων
νόσους εαρινές
και ένα εφηβικό φθινόπωρο
στα χρώματα του σύμπαντος,
λίγο πριν
φορέσουν φως και πέτρα Αργολική
οι βασιλείς των Ατρειδών,
λίγο πριν αλλάξουν στο στέμμα τα κρανία.
Με μια τριχιά με βότανα,
που αντέχει τους βοριάδες,
θεσμοθετεί λώρους στις αναίτιες γέννες,
εκεί κοντά στην Αμφίπολη,
που έχουν αποικίες αμέτρητες ο ήλιος και η σελήνη,

που έχουν
καλά κρυμμένες
τις νίκες του Αλέξανδρου
ο Παρμενίωνας
και η Ρωξάνη του Οξυάρτη.

 

ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ
ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΤΩΝ ΣΠΕΤΣΩΝ

Λαθρεμπόριο ανέμων

Στη Ν.Κατ.

Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες της σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα.

Ακούγονται επίμονα οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν,
στις αρχές του έτους,
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού,
κι ας είναι
στην αγορά
η θάλασσα,
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κορσικής
στην τολμηρή σιωπή
της ποίησης.

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χειροποίητα χαρτιά,
να μην τη βρει

η λήθη
της ανθολογίας
των συγγενών
που ήξεραν αδέλφια θείους
και ξαδέλφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

 

Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των γεννητόρων

Στον Δ.Σ.

Έτσι χαθήκαμε,
όπως η αγάπη της άνοιξης για τη Σέριφο,
που, αποφασισμένα και τολμηρά, έσβησε στους κήπους της Αντιόχειας,
μαντέμι του μεσημεριού, Φλεβάρη μήνα.

Στην Αντιόχεια, οι μοναχικοί βρίσκουν πατρίδα,
βρίσκουν σάπφειρους,
στα λιμάνια της ξενιτιάς,
πόρνες και εξόριστους αυτοκράτορες,
στα καπηλειά,
του Υπερμάχω της Βασιλεύουσας.

Στα ερείπια των ναών,
που είχαν πατρίδα με κώδικες και νόμους.
Που είχαν τοπία πυρπολημένα από δοσίλογους έρωτες,
και γεννήθηκαν αδελφοκτόνες ιαχές,
με βασιλικούς τοξότες και σταλινικούς υάκινθους,

η Μακεδονία της ψυχής μας,

έχει το τέλος που της αρμόζει,
χωρίς ολολυγμούς,
χωρίς ταφές και γιασεμιά,
χωρίς τις πομπές,
με τους ταπεινωμένους που νόμιζαν,
ότι είχαν ζήσει το όνειρο,

πού άραγε;

Μα, στις εργατικές κατοικίες της αιχμαλωσίας.

 

ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ
ΣΤΑ ΙΑΜΑΤΙΚΑ ΛΟΥΤΡΑ
ΤΗΣ ΑΙΔΗΨΟΥ

 

Εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης

Β’
Με ανυπόγραφα λοιπόν κοχύλια
με εξόρισαν
πρώτα οι συγγενείς,
μετά οι αναμνήσεις
και τώρα
τα λάφυρα μικρών τουριστριών
που βιάστηκαν στη Λίνδο.

Με έναν κύκλο
απ’ αυτούς που περιγράφουν
τ’ άπειρο στις αποσκευές των πρώτων μεταναστών
της Αμερικανικής Ηπείρου
ερημώνει ο τόπος.

Μαζί και το παράπονο
για τους γενναίους ποιητές
που τόλμησαν
τις λέξεις να φιλέψουν
στίχους,
στροφές
και ήχους μακρόσυρτους.

Κι ας είναι οι χρόνοι άλαλοι
και οι γραφές για λίγους.

 

Τίτλοι Ιδιοκτησίας

Στην Ε.Α.

Στην κατάνυξη των λεμονανθών
ο ποιητής
μιλώντας για τους καημούς
της τρικυμίας

μνημονεύει
ότι ο εραστής είναι αμετανόητος
στους χρόνους της μύησης.

Ανακαλύπτει
τα λάθη για τα Χερουβείμ.
Πάντοτε σε επιτύμβια γλώσσα
έτος γέννησης, έτος θανάτου
κι ένα ρητό στις μουσικές
της γνώσης.
Δωρίζει στη σιωπή
τίτλους ιδιοκτησίας.

Στα γραπτά λοιπόν
της μεγάλης αλύσου
το φως κοινοποιείται
με την επαφή,
περιγράφει τις σκιές
της λατρείας,
περιγράφει πώς η κτηνωδία
της κατάνυξης
κυριεύει και το μάρμαρο.

Κτήματα απουσίας
σε χρόνους θρυμματισμένους.
Γι’ αυτήν, λοιπόν,
ψ τελευταία απαγγελία
δεν ιστόρησε ποτέ κανένας.

Καθώς στο σμάλτο αυτών
των επισκέψεων,
μόνο τα κυπαρίσσια
αλλάζουν χρώμα
μάλλον και σχήμα
και ας είναι πάντα ορθά.

 

ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ
ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΕΑΡΙΝΗ

 

Με τον τρόπο του ποιητή

Στα όρη του καλοκαιριού,
που οι έρωτες τυλίγονται βροχές
και αρώματα κανέλας,
αρμάτωσα Σπετσιώτικο σκαρί
για πλόες Μεσόγειους
τριγύρω στο κορμί σου.

 

Με τον τρόπο του γενναίου πατέρα

Αιώνιό μας ηδονή
αιώνες καρτερούσαμε
για να φανείς
στα κάτοπτρα της γέννας.

Αιώνες καρτερούσαμε
για να διαβείς
από το μηδέν στο ένα.

Εύχαρεις
λεηλατούσαμε το μπλε,
ελπίζοντας
πως, αν κάποτε τελειώσει το φως,
θα έχουμε τη θάλασσα
αντίδωρο ευγονίας
για τις φθορές
των τοκετών του έαρος

 

ΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ
ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΘΕΙΣΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Η ηχώ της ψυχής

Β’

Έκτοτε,
κέρασαν χρόνια δίσεκτα,
κέρασαν επιτάφιες κουστωδίες
με λευκές βιολέτες
και μελισσοκέρι σε ξύλο ανύπαρκτο.

Πέρασαν οι μάχες
των γόνιμων εγώ
και οι μητριές αγωνίες
κεντημένες στο χέρι
του τέλους.

Πέρασαν τα όρια
των επαναστάσεων
γεμάτα ανθρώπινα μέλη
και μισοφαγωμένα σεντόνια
από κορμιά με ατελή σκέλη.

Στην άκρη του τοίχου
μια χάρτινη εικόνα του Εσταυρωμένου
να ψαχουλεύει
στο νοτερό παρελθόν
της Άνοιξης
τις μνήμες του κήπου των Ελατών,
που είχε γκρίζες βροχές
και ένα στεφάνι υάκινθων
δίπλα σε μπρούντζινο βενετικό
μανουάλι
γεμάτο λευκές λαμπάδες
και άμμο με ρόδια.

 

Σαρακοστή Μοιχείας

Αυτήν την άνοιξη
άρχισε να σαλεύει
νωρίτερα η νύχτα.

Η είσοδος στον κήπο
ματαίωσε
τους έρωτες
στα λείψανα των πεύκων.

Πρώτα χάθηκε το αγιόκλημα.

Μετά η μάντρα με τα καρφωμένα γυαλιά
που δώριζαν τους πολλαπλασιασμούς
της σελήνης, σ’ όλα τα ακρόκλαρα του κήπου.

Ακολούθησαν οι γαζιές που έγερναν
στη λίμνη και την έβαφαν κίτρινη.

Μετά όλα μαύρα.

Τέτοιες μέρες
ο μύθος του πνιγμού ήταν περιττός,
το ίδιο και οι σκήτες του κήπου.

Απέμεινε η στάχτη του φεγγαριού
στα δέντρα
και ο Αιώνας
από τους ανθούς του νυχτολούλουδου
στο σάβανο του κήπου,
Μεγάλη Πέμπτη πριν ξημερώσει.

Αυτή την άνοιξη
άρχισε να σαλεύει
νωρίτερα η νύχτα.

Το έστρωσε για τα
καλά ο θάνατος,
καταραμένο σκυλί,
τα αχαμνά του.

 

Οι τρόποι της Ανάστασης

Η Μνήμη

Β’
Καλοκαιράκι ακίνητο
στους άγιους του κήπου
σκίνους.

Έντομα
με φτερά ασήκωτα
δένουν νοτιά
στα φύλλα της ακακίας

Κίτρινο της Αρόης
στο μάρμαρο του πεύκου
και οι αγράμπελες
ολόγυμνες
στα πρωινά
πελάγη κυκλώνουν τις φωλιές μικρών αποδημητικών.

Μυρτώο είναι το πρώτο
μετά το Ιόνιο
και τελευταίο
το γερασμένο Αιγαίο.

Καθώς
σε μια παλάμη μούρα,
αλλάζει τα χρώματα
του μπλε κοβαλτίου
σε πράσινο του αηδονιού
λίγο πριν ξημερώσει.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Σκέψεις για τις παρουσίες

Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τραίνο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.

Ασκήσεις νεκρού
λίγο πριν ξημερώσει.
Τι βλάσφημη νύχτα και αυτή.

Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.

Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.

Περιγράφω την
αλητεία της γλώσσας,
που μου έμαθε το
Ρο της πατρίδας
να τιμώ με δάφνες
και ας ανήκει
το Φι στη φωτιά

και το Δέλτα στο όνειρο του σώματος
Μα γιατί το Άλφα είναι η
αρχή
και το Έψιλον το έλεος
του χρόνου;

 

Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των σχολίων

Δυο κίονες
στην άκρη του κήπου,
ο ένας όρθιος
γδαρμένος από το βοριά
της εγκατάλειψης
κι ο άλλος ξαπλωμένος
με άλλου το στέρνο
και άλλου την κεφαλή.

Φάνηκε πίσω από
τα σπασμένα τζάμια
να μας παρακολουθεί γυμνός.

Εδώ γεννήθηκα
εδώ θα πεθάνω,
μου φώναξε,
κραδαίνοντας ένα
κομμάτι γυαλί.

Αγκάλιασε την όρθια κολόνα,
κομματιάστηκε μαζί της.

Γέμισε ο κήπος παπαρούνες,
τον είδα έτσι νέο
πριν φύγει για φαντάρο
τον πατέρα.

Antonis D. Skiazás: dos poemas

Con traducción y notas de Mario Domínguez Parra, presentamos dos poemas del escritor griego Antonis D. Skiazás (Atenas, 1960). Estudió ingeniería química en la Universidad de Patras. Sus poemas se han traducido a doce lenguas. Es autor de los siguientes libros de poesía: Cementerio fronterizo (Παραμεθόριο Νεκροταφείο, Αθήνα, 1983), El corcel de las olas (Ο ίππος των κυμμάτων, 1990), Veleta estival (Θερινό Ανεμούριο, Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα), Fantasías de un viajero (Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου, Δελφίνι, Αθήνα, 1996), Salve, siglo (Χαίρε, Αιώνα, Χειροκίνητο, 2002), Poemas-compendio 1983-2006 (Ποιήματα–Περίληψη 1983-2006, Ι. Πικραμένος, Πάτρα, 2006), Aniversario primaveral del amor (Έρωτος επέτειος εαρινή, Συλλεκτική έκδοση, εκτός εμπορίου, Αθήνα, 2008), Ciudad hospitalaria (Φιλόξενος πόλις, Ι. Πικραμένος, Πάτρα, 2010). Su último libro se titula Evyenía (Ευγενία, Ι. Πικραμένος, 2016).

Algunos de sus poemas se han traducido a 11 lenguas y han aparecido en antologías griegas y de otros países. Artículos y ensayos de su autoría sobre poesía, historia y educación se han publicado en revistas y periódicos. Es miembro de la Asociación de Escritores y del Círculo de Poetas. Editó la revista literaria «Ελί – τροχος» durante la década de los noventa. Escribió también la obra de teatro Historia de un puente, representada por primera vez en 2014 en el teatro antiguo de Macinia. Es también el compilador de la Antología de poetas de Patras 1940-1995.

Της αγάπης

Αιώνες που αρχίζει το τραγούδι
η σελήνη, στον ασβέστη της μάντρας,
το στήθος σου πυργώνει
ανδαλουσιανή αλατόπετρα,
σε όσους στέγνωναν κοιτώνες,
η λεβάντα, το θυμάρι, τα άγρια άνθη
του φασκόμηλου,
απ’ τις ομόκεντρες
αντηλιές μας στη νήσο Σύμη.

Συμφωνήσανε το φως,
συμφώνησαν το αλάτι,
συμφωνήσαν το φεγγάρι,
να κατηφορίζει στις μηλιές,
να κρύβεται στο φύλλωμα
να γίνεται ώριμος καρπός.

Συμφωνήσανε να ορίσουν τους καραβομαραγκούς
για να πετσώσουν το σκαρί της κιβωτού.
Να στέψουν συμφώνησαν
τον πλοίαρχο, τους ναύτες και το πλήρωμα
του νέου κατακλυσμού.
Οι μοίρες μας, αλίμονο
τα συμφωνήσανε πολλά.
Εμείς όμως
δίχως υπογραφές
χωρίς συμβόλαια και συμβολαιογράφους,
ν ‘ αγαπηθούμε πέπρωται.

Al amor

Siglos ha que la luna empezó
la canción en la cal del aprisco,
tu pecho torrea
piedra de sal andaluza
en toda alcoba en que la lavanda,
el tomillo, las salvajes flores de salvia
se secaban,
desde nuestras concéntricas
fulguraciones en la ínsula Symi[1].

Acordamos que la luz,
acordaron que la sal,
acordaron que la luna,
descendiera a los manzanos,
se ocultara en la fronda
deviniera fruta madura.

Acordamos que ordenasen a los carpinteros de ribera
que forrasen el armazón del arca.
Acordaron coronar
al capitán, a los marineros y a la tripulación
del nuevo cataclismo.
Muchas cosas acordaron
nuestros hados, ay de nosotros.
Nosotros empero
sin firmas
sin contratos ni notarios
está escrito que nos amemos.

Μονοσύλλαβο Ημερολόγιο

Μοναχός
σηκώθηκα αυτήν τη φορά
χωρίς την τριχιά στο λαιμό.
Αχάραγα στην πέργκολα του Αυγούστου
η άφιξη της μέγιστης απώλειας.
Σ’ αυτό το θέρος έπιασε από νωρίς
τ’ άνθη του νυχτολούλουδου να δένουν
σε κραυγές θεών.
Με αποχαιρετισμούς θρασείς
έρωτες κρυφούς,
με βρήκες, συμφιλίωση, στις κορυφές της μνήμης
γυναίκα πολυπόθητη να
το νέο σχέδιο της διαθήκης
καταχωρώ στο κάτεργο της μήτρας μου.
Με τον καιρό στη μονοσύλλαβη λιτότητα
των ημερολογίων οι εγγραφές,
για το μήκος του σχοινιού
το κόστος κι οι αντοχές του,
κάπως έτσι θα κριθούν
ως ανυπόστατοι οι θρήνοι των θεών.
Όμως τα ψιχουλάκια του ήλιου
ίσως δώσουν λύσεις
με μια βασιλική μεγαλοπρέπεια
στο αποκεφαλισμένο χάος
που στα όνειρά μου σέρνεται
πλανόδιον πωλών επί πιστώσει θέρος.

Diario monosílabo

Solitario
me levanté esta vez
sin la soga al cuello.
Al amanecer en la pérgola de agosto
la llegada de la suprema pérdida.
En este estío brotaron desde temprano
las flores del dondiego para engastarse
en gritos de dioses.
Con despedidas insolentes
pasiones ocultas,
me hallaste, reconciliación, en las cimas de la memoria
mujer anhelada mira
el nuevo plan del testamento
inscribo en la mazmorra de mi matriz.
Con el tiempo en la humildad monosilábica
los documentos de los diarios,
sobre la longitud de la cuerda
el coste y sus resistencias,
de esa manera se declararán
irreales los trenos de los dioses.
Empero las almillas del sol
quizá den soluciones
con una grandeza regia
al caos decapitado
que se arrastra por mis sueños
el estío ambulante de los potros a crédito

[1] Isla griega del Dodecaneso.

https://marcapiel.com/2017/11/antonis-d-skiazas-dos-poemas/

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

ΔΙΔΥΜΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Αφιερωμένο σε δύο πλάσματα που ζήλεψε η πλάση

Έχει θλιμμένο φεγγάρι απόψε ….. έχει οργή ο ουρανός …. έχει σύννεφα ανταριασμένα η πλάση.
Έχουν αίματα σφαγμένων ο θόλος και κλάματα παιδιών τα καρβουνισμένα υπερώα.
Έχει φεγγάρι με φωτιές ξεσκέπαστο το στήθος σου …και λαμπηδόνες η ψυχή σου.

Έχει δίδυμες φωνές σπασμένες… σε μια σανίδα θάλασσα, καμένη κι αυτή …
κόρες μικρές, που ζήλεψε ο χάρος
…. με κρίνους της άμμου να στολίσει,
στα κάψαλα … σακάτηδων καιρών
ώρες εμφύλιων παραμυθιών!!!

«Σπασμένα Δόντια»
(27.7.2018)

 

ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Για φαντάσου του χρόνου το πορτρέτο.
Μία μεθυσμένη γραμμή στο τζάμι
του Υπερσιβηρικού.
Μία ορχήστρα άλαλη, παρατεταγμένη
στα σταροχώραφα
των Μετεώρων.

Ένας μακρινός περίπατος στα μονοπάτια του Αχέροντα
σε σκιές ασχημονούντων αυτόχειρων.

Για φαντάσου τον χρόνο,
αμέτρητες φθαρμένες νύχτες στη Μονεμβασιά
με φαρμακωμένα τζιτζίκια μήνα Ιούλη
και
άκαιρες κωδονοκρουσίες σε εποχές δακρύων
στις Βυζαντινές καμάρες της Σαλονίκης.

Για φαντάσου
ένα μουχλιασμένο απόγευμα,
με φουρκισμένες λέξεις για την Ειρήνη,
εκεί στην Παλαιστίνη,
με οπλίτες και αξιωματικούς με ξεφτισμένα στις επωμίδες,
τα σιρίτια εκεί στην Ιερουσαλήμ.

Για φαντάσου άχρονα τον Όμηρο,
σε μάθημα δημιουργικής γραφής
στις αποβάθρες των Τρώων,
με τους Μυκηναίους να πανηγυρίζουν,
τον θάνατο του Έκτορα.

Του χρόνου το πορτρέτο φαντάσου,
έναν ουρανό λίγο πριν χαράξει
κάπου στο Αιγαίο.

ανέκδοτο ποίημα από τη συλλογή «Τα Τιμαλφή»

 https://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2017/12/blog-post_90.html?spref=fb

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΓΕΝΕΙΑ

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

diastixo 03/2/2017

Ο ποιητής Αντώνης Σκιαθάς είναι ευρύτερα γνωστός και από το περισπούδαστο έντυπο λογοτεχνικό περιοδικό Ελί-τροχος με έδρα την Πάτρα, του οποίου είχε τη διεύθυνση έξι χρόνια (1993-1999). Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές, μία ποιητική ανθολογία, έχει γράψει ένα θεατρικό και μια βιογραφία του Νικολάου Γύζη.

Η Ευγενία, που φέρει το όνομα της κορούλας του (Ευγενία-Μιχαέλα) περιέχει ποιήματα που «θα μπορούσαν να είχαν εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις» αλλά ο ποιητής προτίμησε «να εκδοθούν υπό τον γενικό τίτλο Ευγενία, μια συλλογή συμπληρωμένη από αναγκαία σχόλια και αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτό τον τρόπο το όλον της πυθαγόρειας σιωπής και της πλατωνικής θέασης τους κώδικες του ποιητικού βίου».

Η «Ευγενία» στην ποίηση του Αντώνη Σκιαθά είναι ένα πολυσυλλεκτικό πρόσωπο, μια ηρωίδα, που κουβαλάει μεγάλη κληρονομιά οικογενειακού και ιστορικού ελληνικού βίου. Και δρασκελώντας με τεράστιους διασκελισμούς χώρου, χρόνου και ιστορίας ενώνει και διαχωρίζει συγχρόνως τις διαστάσεις του χωροχρόνου και της ιστορίας:

Σ’ ένα μεγάλο μπόγο
όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά,
με μια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της επανάστασης,
Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας
[…]
Έτσι φορτωμένοι περάσαμε τη γέφυρα του Ευρίπου,
με χιλιάδες κλουβιά πουλιών
να γεμίζουν
πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου
τραβήξαμε κατά την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων
της πόλεως του Ανακρέοντος.
(Δραπέτης χρόνος)

Με το περιεκτικό εισαγωγικό ποίημα, ο Αντώνης Σκιαθάς δίνει τις διαστάσεις και τις παραμέτρους πάνω στις οποίες κινείται όλη η ποιητική σύνθεση. Και βοηθάει τον αναγνώστη, τον μελετητή του να προσεγγίσει το έργο.

Ύστερα από το κατατοπιστικό προλογικό ποίημα, δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές της κίνησής του στον ανθρωπογεωγραφικό και τον ιστορικό/θρησκευτικό χώρο. Αρχίζει από τις «μέρες των πανηγυρισμών», κι αφού αναφερθεί επί τροχάδην στην πορεία του ελληνισμού –της ατομικής του περιπέτειας και του ιστορικού βίου των Ελλήνων– από νύχτες σε νύχτες καταλήγει στον αφανισμό:

Τις μέρες των πανηγυρισμών
του πολιούχου …
[…]
με λέξεις στίχους και σκέψεις
ανοίξαμε τις εκκλησιές
και σώσαμε στα μανουάλια μας φως
για τις μεγάλες νύχτες
[…] του θέρους
[…] και αυτού του αφανισμού.

Και καταλήγει στην απότιση φόρου τιμής στους πρωτεργάτες του ιστορικού γίγνεσθαι, θεωρώντας τον ιστορικό/ανθρωπογεωγραφικό χρόνο τρισδιάστατα: παρελθόν, παρόν και μέλλον:

Των προγόνων.
(Των γεννητόρων
Των συγγενών.)
Των επιγόνων

Χωρίζει την ποιητική του σύνθεση σε τέσσερις ενότητες, τις οποίες και αναφέρει στο αφιερωματικό πεντάστροφο ποίημα: «Οι πρόγονοι / στα ιερά του Μελάμποδα» και όπου εντάσσει εννέα ποιήματα. Θα μπορούσαν να αποτελούν την προϊστορία της γενιάς του, που τυχαίνει να είναι συγκαιρινά προϊστορία των συγχρόνων του Ελλήνων. Αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και ονόματα σημαντικών δημιουργών που άφησαν τη σφραγίδα τους στην κοινωνία, την παιδεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό με συχνούς χρονικούς διασκελισμούς και αναδιπλώσεις. Από την πόλη του Τολέδο και τον τελευταίο ληστή:
Πηγαίνοντας προς τη βροχή,
ακούγονταν
ο ένας μετά τον άλλο
οι χρησμοί
της Ροδάνθης Σκεπαθιανού,
μητέρας
του τελευταίου ληστή
της πόλεως του Τολέδο

Αναφέρεται στον ποιητή Έκτορα Κακναβάτο, στο έθνος των τοκογλύφων στα όρια της Τροίας, στις βροχερές αγορές της μονής Δαφνίου, στον Φρόυντ, στον Διγενή, στις άηχες νύχτες του Ομήρου, μ’ έναν δικό του ιδιόμορφο, αφηγηματικό, εύρυθμο τρόπο, χωρίς να φοβάται να καλύπτει τις αποστάσεις με ανάλαφρες, έντεχνες κινήσεις στον ποιητικό χωροχρόνο, για να κλείσει την ενότητα καταφεύγοντας:

Στο ιερό του Μελάμποδος
Το μελαγχολικό μαύρο
των προγόνων
[…] στις μοναχικές στιγμές των Μυκηνών
[…] κοντά στην Αμφίπολη
[…] που έχουν
καλά κρυμμένες
τις νίκες του Αλέξανδρου
ο Παρμενίονας
και η Ρωξάνη του Οξυάρτη.

Ακολουθούν οι ενότητες «Οι Γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», για τους οποίους ορίζει τον τόπο και ζωγραφίζει τους «τίτλους ιδιοκτησίας» με ιλαρές εικόνες χρωματικής και αρωματικής πανδαισίας.

Στην κατάνυξη των λεμονανθών
Ο ποιητής
[…] ανακαλύπτει
τα λάθη για τα Χερουβείμ
[…] δωρίζει στη σιωπή
τίτλους ιδιοκτησίας.
[…] Κτήματα απουσίας
Σε χρόνους θρυμματισμένους.

Με τον ίδιο τρόπο συνεχίζει το ποιητικό οδοιπορικό αναφερόμενος στους συγγενείς και στη συνέχεια τον απασχολεί το μετά, οι επίγονοι, ο ιστορικός τους βίος.

Ο ποιητής μέσα σε τούτη τη συλλογική έκδοση των ποιημάτων του αποπειράται να ιστορήσει ποιητικά και να κλείσει τον ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό βίο των Ελλήνων παράλληλα με της δικής του γενιάς την περιπέτεια. Να μετουσιώσει σε ποίηση, με λίγα λόγια, την ιστορία και τον πολιτισμό των Ελλήνων, με τα συν και τα πλην του. Και με το δικό του τρόπο πραγματοποιεί το όραμά του.
Θα κλείσω αυτό το σημείωμα με χαρακτηριστικούς στίχους από το ποίημα «Σκέψεις για τις παρουσίες»:

Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τρένο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος,
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.
[…]Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.

Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.

Αυτός ο ατελείωτος, ο αδυσώπητος, ο ανηλεής αγώνας με τις «άτιμες λέξεις», τις αδάμαστες ενίοτε, η αναμέτρηση με την εύρυθμη, την εύθραυστη και απαιτητική ποιητική έκφραση, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στον καθαρό, νοηματισμένο ποιητικό λόγο και στην προχειρότητα, την άνευρη στιχοπλοκή.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

diavasame (7/3/2017)

Η αποσπασματικότητα της ποιητικής έκφρασης είναι (για τους μη πεζολογούντες) ανάλογη της σημαντικής των παγόβουνων, που προεξέχουν επιλεκτικά, όμως επιπλέουν, αφού ουδέποτε εδράζονται στα ριζά των ηφαιστείων. Με τούτο θέλω να πω ότι (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Διονύσιο Σολωμό) η ευλογία της «έμπνευσης», η μαγική εκείνη στιγμή όπου οι λέξεις συνδέονται με απρόβλεπτο και πρωτότυπο τρόπο για να δώσουν καινούργιο νόημα στον κόσμο, αλλά μετά πρέπει και να καταγραφούν αμέσως, τάχιστα, έτσι ώστε να μην αλλοιωθεί η ποιητική ιδιόλεκτος από το αριστερό ημισφαίριο της Λογικής, η οποία όλα τα αναλύει κάνοντάς τα «φύλλο-φτερό»… Με τούτο θέλω να πω ότι η ευλογία της «έμπνευσης» (για όσους την παραδέχονται, την καταδέχονται, την υποδέχονται και στήνουν ευήκοον ους) προσιδιάζει σε προφήτες μάλλον παρά σε κοινούς ανθρώπους που εργάζονται πυρετωδώς στην Ελλάδα της Κρίσης για να πληρώσουν λογαριασμούς και να διεκπεραιώσουν τα τρέχοντα χωρίς να τα σπρώξουν κάτω από το χαλί. Με τούτο θέλω να πω ότι, ακολουθώντας τη διάκριση των αρχαίων Λατίνων θεωρητικών της Λογοτεχνίας, υπάρχουν ποιητές προφήτες (Poeta vates) και ποιητές τεχνίτες (Poeta faber) χωρίς να αποκλείονται και τα υβριδικά είδη. Φυσικά και είναι απολύτως σχηματική αυτή η κατάταξη, ας τη θέσουμε όμως ως υπόθεση εργασίας.

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς, γεννήθηκε το 1960, είναι διπλωματούχος χημικός μηχανικός του Πανεπιστημίου Πατρών, επιχειρηματίας και οικογενειάρχης. Εξέδιδε επί χρόνια το περιοδικό Ελί-τροχος, όπου φιλοξενήθηκαν πολλές άστεγες ελληνοκεντρικές κι ανθρωποκεντρικές πρωτότυπες φωνές.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Καταξιωμένος λοιπόν επιστήμων, επαγγελματίας, οικογενειάρχης και λογοτέχνης φαίνεται σαν να κινείται μεταξύ Poeta vates και Poeta faber. Αυτό προσδίδει μορφολογικά κι υφολογικά στην ποίησή του μια κάποια αποσπασματικότητα, δίκην ποιητικού ημερολογίου, του οποίου κάποια εκλεκτά φύλλα έχουν μουντζουρωθεί και ξαναγραφεί και καθαρογραφεί άπειρες φορές προτού να παραδοθούν στα αδηφάγα μάτια του επαρκούς (ή και ομότεχνου) αναγνώστη. Αυτή η επιμέλεια δεν οδηγεί αναγκαστικώς σε καλλιέπεια, αφού η λογοπλαστική ιδιόλεκτος και το εικονοκλαστικό σπάσιμο της καθεστηκυίας σύνταξης της ελληνικής γλώσσας αποτρέπουν τη μηχανική ανάγνωση και διαφοροποιούν α-τονικά τη μουσικότητα του στίχου, προκαλώντας διαρκώς έκπληξη, όχι όμως διά της αντιθέσεως, αλλά διά της μεταθέσεως λέξεων και νοημάτων ώστε να διεγείρουν την περιέργεια συνδημιουργικών εγκεφάλων, οι οποίοι επιθυμούν να πλάσουν το δικό τους έργο τέχνης άμα τη αναγνώσει αυτού του πολυποίκιλου κι ενδιαφέροντος βιβλίου.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στον τόμο αυτό συστεγάζονται τρεις ποιητικές συλλογές: Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα, Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών, Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού. Ο ίδιος δηλώνει ότι σπάζοντας τη σιωπή του κι αντί να βγάλει τρία βιβλία προτίμησε να καταθέσει αυτή την ανάσα ψυχής σε έναν κομψό, ευσύνοπτο και υπέροχα εικονογραφημένο τόμο, χάρη και στον εικαστικό Γιάννη Στεφανάκι, εκδότη του περιοδικού «Νέο Επίπεδο», που χάρισε σχέδιο ειδικά δημιουργημένο για αυτή την έκδοση.

Στο επίπεδο της θεματολογίας, κυριαρχεί η Ελλάδα, η παιδική αθωότητα και ο εφηβικός πανερωτισμός, ως ανάγκη απεμπολήσεως του εγώ κι ενώσεως με τη Φύση έτσι ώστε να επιτευχθεί η εκστατική ένωση με το Όλον, την οποία μπορούν να βιώσουν μόνον οι μύστες, Ορφικοί και Πυθαγόρειοι, Διονυσιακοί και Βακχικοί (ορθώς το διαχωρίζει ο ποιητής). Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ένα μυστικιστικό ή απόκρυφο βιβλίο, παρ’ όλο που πολλοί κώδικες χρήζουν αναλύσεως και μεταφράσεως. Αντιθέτως, κυριαρχεί το Ελληνικό Φως, ως αντίστιξη στο «σκότος που ωριμάζει» (τι ωραία σύλληψη!).

Στο επίπεδο της υφολογίας, η μεταμοντέρνα απλότητα βοηθάει στην ψηφιδοποίηση εμπειρίας και εμπνεύσεως.

Η ιδιόλεκτος, πεποικιλμένη κι επεξεργασμένη τεχνηέντως.

Η ρυθμολογία ακολουθεί τις σπασμένες αρμονίες της σύγχρονης υπερτονισμένης α-τονικότητας.

Στο διαλεκτικό επίπεδο, ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς βάλλει κατά της κακομασημένης κι άτσαλης εισαγόμενης Κοινωνίας της Αφθονίας κι ευαγγελίζεται την καταστροφή που θα επιτρέψει την Αναγέννηση των εποχών. Παραπέμπει μάλιστα στον Αντώνη Σαμαράκη, χαρακτηρίζοντάς τον δάσκαλο κι ενστερνίζεται την προτροπή του ότι πρέπει να γίνουμε όλοι «πατροκτόνοι» και «μητροκτόνοι» προκειμένου να αποφύγουμε την επανάληψη παθογενειών της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Είναι σαφώς πολιτική η στάση τού ποιητή κι αυτό τον καθιστά όχι απλώς σύγχρονο, αλλά μάχιμο και μαχόμενο. Κατατάσσεται (και το αποδέχεται) στη λεγόμενη γενιά τού 1980, όμως κατά τη γνώμη μου δεν την ακολουθεί, αφού εκεί κυριαρχεί η αποπολιτικοποίηση, ο ευδαιμονισμός και ο χαυνωτικός ηδονισμός τού ιδιωτικού.

Είναι πολύ ενδιαφέρον και προκλητικό αυτό το αμάλγαμα των τριών συστεγαζομένων ποιητικών συλλογών-ενοτήτων. Δώρο ζωής στους ασθμαίνοντες σκότος.

Ενώ συνήθως με εξαντλεί η αναλυτική ανάγνωση, εδώ ήθελα κι άλλο. Σημείωσα στο περιθώριο γνωμικά, διάλεξα ιδέες, χάρηκα πρωτόγνωρες εικονοποιήσεις και ανθολόγησα δύο ή τρία ποιήματά του από τα οποία θα καταλήξω σε ένα για τον τόμο «Τα ποιήματα του 2016».

Για την ώρα σταχυολογώ κάποιες εκλάμψεις όπως: «τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ» (σελ. 17), «Ο τρόπος των ανθρώπων / πάντοτε / είναι ο ίδιος με αυτόν που ορίζουν / οι θεοί» (σελ. 23), «νεογέννητος ακόμα ο αοιδός χρόνος μου» (σελ. 25), «Βέβαια, άλλοτε με το φως και / άλλοτε με το σκοτάδι γράφουν / τις αξίες του Εγώ, / πάντα όμως με το πρώιμο γαλάζιο / γράφουν το Εμείς και ας είναι / ακόμα νύχτα» (σελ. 27), «τριζόνια / στις ήττες της γλώσσας / του Ρωμανού του Μελωδού» (σελ. 30)… Και το υπέροχο: «Μονολογούσε, / ο Περικλής Γιαννόπουλος / δεν αυτοκτόνησε / στη λιμνοθάλασσα του Σκαραμαγκά, / απλώς / δημιούργησε την αυτοκτονία της λίμνης / στο κορμί του. / Αιώνες τρεις / μετά την πρωία / της ταφής του» (σελ. 33).

Κι ένα ποίημα από τη σελίδα 34 με τίτλο:
«Η Μοναξιά του Νικολάου Καρούζου»
Ο Νίκος Καρούζος μιλούσε συχνά για τη ζωή όπως άκουγαν τα πουλιά τους ανέμους.
Ο Έντγκαρ Ντεγκά μιλούσε πολύκαλά για το σώμα και σίγουρα για την ψυχή τών χορευτριών του στη λίμνη τών κύκνων.
Αφύλαχτη είναι η ψυχή όταν τη βρίσκει ο βοριάς τής μοναξιάς έγραφε κάπου σε ένα μάρμαρο ο Γιαννούλης Χαλεπάς.
Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο, Άθως, δεν πρόκειται να χαθούμε ανέφερε ο παππούς Οδυσσέας Ανδρούτσος και επανέλαβε με τον τρόπο τών Βυζαντινών Ελλήνων ο Νικόλαος Καρούζος: Ήξερα για το πώς και το γιατί τών ύμνων για τους αγέρηδες τών πελάγων τών Ελλήνων.
Με αυτούς, είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, ας κεντήσουμε και πάλι τις σημαίες τών ερώτων μας.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΜΠΟYΡΑΣ

ΑΥΓΗ 2/4/17 Σελίδες ημερολογίου

Είναι γόνιμη η σιωπή για τους ποιητές. Αγρανάπαυση. Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς επανέρχεται με όχι μία αλλά με τρεις συλλογές σε συσκευασία μιάς. Σε ενιαίο τόμο με τίτλο «Ευγενία» συστεγάζονται: Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα, Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών, Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού. Λόγος ελλειπτικός, περιεκτικός αλλά όχι αφαιρετικός. Καμία μεταμοντέρνα α-νοησία δεν βλάπτει ως δάκος τον καρπό της ελιάς την πλούσια καρποφορία του ποιητή-καλλιεργητή. Γιατί τα ποιήματα, αγαπητοί μου φίλοι, είναι απλώς «η κορυφή του παγόβουνου». Ή ζούμε ποιητικά με αλληλεγγύη, ενσυναίσθηση και αγάπη προς τον πλησίον ή δεν είμαστε τίποτα. Ούτε καν «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Στα χρόνια της Κρίσης, η ποίηση έφυγε από το ομφαλοσκοπούμενο «εγώ» της ψευδαισθητικής Αφθονίας, εγκατέλειψε τις χημικές ή φυτικές παραισθήσεις κι επέτρεψε στο έντρομο «εμείς» προκειμένου να συν-δημιουργήσουμε την επόμενη μέρα, με Ισότητα, Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αποκλεισμούς κι εξαιρέσεις.

Για τούτο αγαπώ την ποίηση του σεμνού Αντώνη Σκιαθά: γιατί είναι βαθιά ανθρωπιστική κι ανθρωποκεντρική. Δεν καταφεύγει σε εύκολες μεγαλοστομίες, ναρκισσισμούς κι εμπάθειες. Δεν πρόκειται διόλου για ένα κακομαθημένο «εγώ» που επιζητεί βραβεία κι επαίνους. Τουναντίον, ο συνδιευθυντής του περιοδικού Ελί-τροχος, ο αυθεντικός κι εμβριθής ποιητής, ο λάτρης της ελληνικής γλώσσας ως εργαλείου δημοκρατίας κι αναλαμπής, δεν πτοείται από τις συνήθεις υπαρξιακές μικροψυχίες πολλών ομοτέχνων του. Αγαπάει τη γυναίκα, τιμάει την κόρη του Ευγενία-Μικαέλα Α. Σκιαθά (που έδωσε, προφανώς και το όνομα σε αυτό το περιεκτικό βιβλίο). Είναι φιλαλήθης και γλωσσοπλάστης, αλλά με διακριτικό σεβασμό στον κοινόχρηστο κώδικα και χωρίς να επιδιώκει να μας εντυπωσιάσει. Παραπέμπει σε ομοτέχνους και εικαστικούς. Τον τόμο κοσμεί σχέδιο του ζωγράφου κι εκδότη του περιοδικού «Νέο Επίπεδο» Γιάννη Στεφανάκι, «ειδικά δημιουργημένο για την έκδοση Ευγενία». Αυτή η συνεργασιμότητα, η συνάντηση τεχνών κι ανθρώπων, η προσπελασιμότητα στο Άλλο, που συναπαρτίζει το «εμείς» είναι και η σεφερική αγωνία που σαρκώνεται εδώ με αισθητικό τρόπο, σχεδόν διαχρονικό.
Εξαίρετη η λακωνικότητα του ποιητικού λόγου. Το δίπτυχο ποίημα «Ήθη επαϊόντων» καταλήγει σε ένα τρίστιχο γνωμικό που λειτουργεί και ως αυτοτελές επίγραμμα και καταδεικνύει την συνθετική ικανότητα του έμπειρου ποιητή, δεξιότητα αξιομνημόνευτη: «Τριζόνια / στις ήττες της γλώσσας / του Ρωμανού του Μελωδού» (σελ. 30).
Και το ποίημα «Μια μακρινή πρόγονος η Ντόνα Μάαρ» καταλήγει: «Βούρκωσα γράφοντας / ονόματα / σε όσα χαρτάκια έμειναν / παγκάρια να στολίζουν» (σελ. 35).
Στο πεζό ποίημα με τίτλο «Η κόκκινη ομπρέλα» υπογραμμίζουμε το αριστουργηματικό: «Την πλησιάσαμε με τον τρόπο του ελαφιού που σκύβει να πιει νερό» (σελ. 81)
Πολλά τα ανθολογίσιμα ποιήματα. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς;
Από τις «Σελίδες Ημερολογίου το κάλλο για των παρουσιών»: «Τα λάθη μου εταίρες μεταβάλλουν, / όλους τους ορισμούς του Πλάτωνα / που έχω φυλακτό στο θωρηκτό μου στήθος» (σελ. 97).
Δεν θα επεκταθώ άλλο, στο σύντομο αυτό κριτικό μου σημείωμα. Το συνολικό έργο τού Αντώνη Δ. Σκιαθά χρήζει φιλολογικής μελέτης κι είναι άξιο μονογραφίας.

 

ΦΡΥΝΗ ΚΩΣΤΑΡΑ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 26/5/2017

Ένα μακραίωνο ποιητικό οδοιπορικό στο διάβα των αιώνων, ένα ταξίδι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ξεδιπλώνεται στις σελίδες της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Αντώνη Δ. Σκιαθά «Ευγενία», που κυκλοφόρησε ύστερα από ένα μακρό διάστημα ποιητικής σιωπής, από τις εκδόσεις Πικραμένος σε μια καλαίσθητη έκδοση, καταδεικνύοντας την άσβεστη αγάπη του για το λόγο και τη συγγραφή. Η συγκεκριμένη συλλογή αποτελεί στην ουσία μια μεγάλη ποιητική σύνθεση, δομημένη σε πέντε κύριες ενότητες, στις οποίες περιέχονται ποιήματα, αφιερωμένα σε παρόντα και απελθόντα αγαπημένα πρόσωπα, στα οποία είναι κυρίαρχη η λειτουργία της μνήμης, άρρηκτα συνδεδεμένης, όμως, με το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, ενώ συμπληρώνεται από διάφορα σχόλια, σκέψεις και αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου στο τέλος κάθε ενότητας. Οι τρεις πρώτες εξ’ αυτών συνιστούν μια τριλογία, που θα μπορούσε να έχει εκδοθεί και σε αυτόνομες εκδόσεις, ωστόσο ο ποιητής προτίμησε συνειδητά την ταυτόχρονη έκδοσή τους. Πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι συνθέτουν τα βασικά σημεία αναφοράς της συλλογής, διαμορφώνοντας έναν τρισδιάστατο άξονα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, που συνέχει το βιβλίο, παρασύροντας τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στον κόσμο των λέξεων, των αισθήσεων και των αισθημάτων, ένα ταξίδι στο παρελθόν, τη φύση και την τέχνη.

Ο τίτλος της συλλογής Ευγενία, αφιερωμένης στην αγαπημένη του κόρη, που φιλοτέχνησε την πρωτότυπη ζωγραφιά του εξωφύλλου, ενέχει συγχρόνως και το στοιχείο της «ευγένειας», αλλά και της «ευγονίας», ενώ θεωρώ ότι μ’ έναν εξαίρετο ποιητικά τρόπο, μέσα από αναφορές σε διάφορες ιστορικές στιγμές, γεγονότα και πρόσωπα, ο ποιητής επιτυγχάνει να πλάσει μια νοερή, πολυσύνθετη, πολύπτυχη και πολυδιάστατη ποιητική ηρωίδα που βαδίζει αγέρωχα μέσα στους αιώνες, σηκώνοντας στους ώμους της ολόκληρη την ιστορία του παρελθόντος, της γενιάς, του γένους και της πατρίδας της.

Κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής η συνομιλία του συγγραφέα με την ιστορία και με πρόσωπα-σύμβολα που σηματοδότησαν ποικιλοτρόπως το παρελθόν αυτής της χώρας, ορίζοντας το γενεαλογικό δέντρο της ελληνικής οικογένειας και σχηματοποιώντας την πραγματικότητα του βίου μας ως σήμερα. Στην ουσία μέσα από τις σελίδες της συλλογής παρελαύνει ο σύγχρονος βίος των Ελλήνων του 20 αι. Το εισαγωγικό ποίημα «Δραπέτης Χρόνος» δίνει στον αναγνώστη μια πρώτη γεύση του ποιητικού οδοιπορικού, εισάγοντάς τον στον ιστορικό χρόνο της πορείας του ελληνισμού, μιας διαδρομής που ξεκινά από τις «μέρες των πανηγυρισμών», καταλήγοντας στις «νύχτες του αφανισμού». Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα» ο ποιητής με μεγάλες δρασκελιές στο χωροχρόνο της ιστορίας μας μεταφέρει από το ιερό του Μελάμποδα, το μυθικό Άργος, τις Μυκήνες και την αρχαία Σπάρτη στη λιμνοθάλασσα του Σκαραμαγκά, από τον Ανακρέοντα στον Πλάτωνα, τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, από το Βυζάντιο και την Άννα Κομνηνή στους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης, την Μαντώ Μαυρογένους, τον Σολωμό, τον Ιωάννη Ρούκη, τον Μπάιρον και τον Καποδίστρια. Σκορπίζει «στάχτες σπερνών» σ’ ένα ποιητικό μνημόσυνο τιμής στον Θεοτοκόπουλο, τον Βελουχιώτη, τον Κακναβάτο, την πολυαγαπημένη του μητέρα Ράμπελα Στυλιανού και άλλους Έλληνες, όμορφους Έλληνες, γόνους Ελλήνων. Αισθάνεται το παγερό φύσημα του «βοριά της μοναξιάς» μαζί τον Καρούζο, τον Ντεγκά και τον Γιαννούλη Χαλεπά. Η αναφορά και επαναφορά σε διάφορα πρόσωπα, ήρωες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και άλλους, που σε ορισμένα ποιήματα μοιάζει σαν συνάντηση μιας αρχαιοελληνικής συντροφιάς σε σύγχρονο μπαρ της πόλης, καταδεικνύει τη μύχια ανάγκη του ποιητή για επικοινωνία με το παρελθόν του και τους προγόνους του. Σαν ένας ομφάλιος λώρος που δεν έχει κοπεί, δεν θέλει να κοπεί, επιδιώκοντας εναγωνίως τη συνέχιση και επέκτασή του. Οι αντικατοπτρισμοί, άλλωστε, του παρελθόντος στο παρόν συνιστούν κινητήρια δύναμη στην ώθηση της ιστορίας.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό του στις επόμενες ενότητες με τους τίτλους «Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού» και «Οι επίγονοι ομολογούν του έρωτος επέτειος εαρινή» μας μεταφέρει σε νεώτερους χρόνους, εμμένοντας στο κάλλος των γεννητόρων και των συγγενών, και καταλήγοντας στους επίγονους. Στις ενότητες αυτές περιδιαβαίνοντας νησιά και όρη, καταμετρώντας ταξίδια και ναυάγια, ελπίδες και απογοητεύσεις, οδηγείται σε μια συνειρμική καταβύθιση στα υγρά βάθη λιμνών αυτοχειρίας Καρυωτακικών επιγόνων. Ο θάνατος, σωματικός και ψυχικός, επανέρχεται ως βασικό μοτίβο, όπως και ο έρωτας, η δύναμη του οποίου ξαναγεννά τη ζωή. Ο πόνος για την απώλεια αγαπημένων εναλλάσσεται με τη ζάλη του έρωτα και εντέλει αφομοιώνεται στον αναπόφευκτο βηματισμό του χρόνου που προχωρά αδυσώπητα.

Παράλληλα, μέσα από τη στροφή αυτή του βλέμματος στο παρελθόν οδηγείται στη θέαση του μέλλοντος και τον εξορκισμό του επαναλαμβανόμενου κακού μέσω χρησμών και προφητειών, που συνιστούν επίσης θεματική, στην οποία ο ποιητής επανέρχεται. Η προφητική φωνή στην ποιητική σύνθεσή του ακούγεται ως μέρος ενός συνόλου που υφίσταται τις συνέπειες του ιστορικού γίγνεσθαι, ως φωνή του ποιητή – γνώστη της αέναα επαναλαμβανόμενης ιστορικής αλήθειας, και συγχρόνως συντρόφου στο ανθρώπινο δράμα. Μετουσιώνοντας την ιστορία σε ποίηση επιτυγχάνει να τη μετατρέψει σε πνοή δημιουργίας, ξύπνημα μνήμης, η οποία καλεί σε εγρήγορση. Αποπροσανατολισμένοι μέσα στην παραζάλη της πολύπτυχης σημερινής κρίσης, οικονομικής μα πάνω απ’ όλα ηθικής, βυθισμένοι στο μίσος του Εγώ και στον τρομερό βούρκο του φονικού Εμείς, οι επίγονοι φαίνεται ότι άφησαν «τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων», όπως δηλώνει ο ποιητής, απ’ όπου και πρέπει να βρουν τον τρόπο να την ξαναπάρουν.

Μεταξύ των επιγόνων και οι ποιητές, το χρέος των οποίων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον εξαπολύεται ως ηθικό πρόσταγμα και αυτοαναφορικό μοτίβο. Ο ίδιος ο ποιητής χαρτογραφεί την περιδίνησή του ανάμεσα στο επιτακτικό παρόν και το βασανιστικό παρελθόν, απ’ όπου ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το εκκρεμές του δισταγμού του μεταξύ μιας ζωής αισθημάτων και αισθήσεων και μιας βιωτής χρέους. «Δισέγγονα της αστραπής των ποιητών οι σκέψεις», δηλώνει στο ποίημα «Μνήμες Προγόνων», ενώ ο ίδιος με τον τρόπο του ποιητή, σαν επίγονος του Καβάφη, με τον οποίο συνδιαλέγεται μεταξύ άλλων κάποιες στιγμές στο ποιητικό του αυτό ταξίδι, «μετρά τους μυρωμένους χρόνους/ γράφοντας και σβήνοντας πάντα/ του ίδιου ποιήματος το κάλλος», «περιγράφει το βίο/ των άτιμων λέξεων/ που τον βασάνισαν/ τότε και τώρα/ με χειρονομίες/ σκέψεις και άυπνες μέρες», «κομίζοντας», θα έλεγα, «επιθυμίες και αισθήσεις εις την Τέχνη», όπως ο ομότεχνός του. «Η μαγγανεία της ποίησης», άλλωστε, όπως δηλώνει στο ποίημα «Εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης», είναι αυτή που αναλαμβάνει να σώσει το έθνος». Ο Αντώνης Σκιαθάς γνωρίζει καλά ότι η ποίηση συνιστά λύτρωση, κάθαρση, εξαγνισμό, απαντοχή στον χρόνο, κι ας είναι πλέον, όπως δηλώνει, «οι χρόνοι άλαλοι/ και οι γραφές για λίγους».

Παράλληλα, μέσα από την περιδιάβαση σε μονοπάτια της ελληνικής ιστορίας αναζητά κι αναδεικνύει την ελληνικότητα, όπως αυτή πηγάζει από την ελληνική φύση, το βαθύ μπλε του ουρανού και των θαλασσών, το εκτυφλωτικό φως, την πελαγίσια αύρα. Το τοπίο δεν το βλέπουμε μόνο, το αναπνέουμε, το νιώθουμε, το βιώνουμε, σαν ένα μυστικό κάλεσμα ένωσης με τη Φύση και το Όλον. Σέριφος, Αστυπαλιά, Τήλος, Κύθνος, Σάμος, Ιθάκη, βράχια των Μυκηνών, πέτρες του Παρθενώνα, αμπέλια, ελαιώνες συνθέτουν το σκηνικό αυτού του τόπου που ταξιδεύει στους αιώνες και προβάλλεται από τον ποιητή σε μικρά κομμάτια έργων τέχνης, που μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής, άλλοτε φωτεινούς κι ελπιδοφόρους και άλλοτε σκοτεινούς και δυσοίωνους. Ήχοι, χρώματα, μελωδίες, εικόνες αναδύονται στον ποιητικό καμβά του και ζυμώνονται μ’ ένα λόγο δυνατό, λιτό και καθάριο, που αναδύει αρώματα φασκομηλιάς και λεμονανθών, κλειδώνοντας αριστοτεχνικά μέσα του το ιδεόγραμμα του ποιητικού του κόσμου. Το υφολογικό του μίγμα, καμωμένο από εκφραστική σαφήνεια και υποδόρια ρυθμικότητα, συμφιλιώνει την ακριβόλογη διάθεση με την ενδιάθετη ποιητικότητα του λόγου του, στον οποίο συνδυάζονται με μαεστρία ο ρεαλισμός με τον λυρισμό, ενώ υπάρχουν σημεία που γίνεται βιβλικός, θυμίζοντας περικοπές των Γραφών, όπως π.χ. στο ποίημα «Αιωνιότητα». Η μικρή βαρυσήμαντη φράση, η κατασκευή της, εξονυχιστικά δουλεμένη, η επιδέξια επανάληψη, η κατάνευση σε συμβολισμούς, η αιχμαλωσία του νοήματος σε μεταφορικά δίχτυα, ο εσωτερικός ρυθμός που δονείται πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, για τον Αντώνη Σκιαθά, άλλωστε, κάθε λέξη έχει τη σημασία της, τη θέση της, καθώς αυτές, όπως προσφάτως έχει αναφέρει, «αρματώνουν» το ποίημα, όλα αυτά εγείρουν την ποιητική μας συνείδηση, δημιουργώντας έναν λόγο αρμόζοντα στο περιεχόμενο, που συστεγάζει το σουρεαλιστικό όνειρο με το ρεαλιστικό παρόν και τη ρετρό αναπόληση.

Η ποίηση, λοιπόν, του Σκιαθά, υπαρξιακή, εναγώνια και στοχαστική, με την πνοή μιας εσωτερικότητας που τόσο απουσιάζει στις μέρες μας, πηγάζει από μια ευαισθησία που πυρώνεται από το ανθρώπινο δράμα που συντελείται στο διάβα των αιώνων, γεμάτο θύελλες, ελπίδες, ναυάγια και αναπάντητα ερωτήματα. Στίχοι – χρησμοί με την ένταση και την αίσθηση των τραγικών ποιητών, που διαβάζονται άλλοτε διθυραμβικά, σχεδόν δοξαστικά και άλλοτε ως θρηνωδίες σαν ψίθυροι καρδιάς ή ανάσες πικρών ανέμων, ξετυλίγουν το διαχρονικό ταξίδι του ανθρώπου στις θάλασσες του χρόνου, ο οποίος στην ποίηση του Σκιαθά παραμένει ενιαίος, καθώς το παρόν γίνεται ένα με το παρελθόν, εξυφαίνοντας ένα αδιαπέραστο νήμα, επεκτεινόμενο και σε μέλλοντες χρόνους. Η αύρα αυτή του παρελθόντος προσκαλείται να γίνει άνεμος πνοής και φως που φθάνει να διαλύσει το σκότος του χειμώνα του παρόντος. Ο ποιητής προσκαλεί, θυμάται, ονειρεύεται, παραθέτει γεγονότα, συνομιλεί με πρόσωπα, προφητεύει, προειδοποιεί, προτείνει, βιώνει, αισθάνεται. Η ποίησή του, προβάλλοντας την ιστορία ως μνήμη και ως μήτρα αιτιοκρατίας, το φως ως ηθική και ενεργειακή ποιότητα, τους προγόνους και επιγόνους ως πόλους στην ιστορική διαδρομή, τους γεννήτορες και συγγενείς ως ορίζουσες του παρόντος, ισορροπεί ανάμεσα στην υποκειμενική εμβάθυνση, το νόστο του παρελθόντος και τον ρεαλισμό, και αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη είναι η προσπάθεια αναζήτησης του τι επιλέγει και γιατί ο ποιητής να κρατήσει από το παρελθόν, τι αναπολεί και ποια φίλτρα καθορίζουν τη θέασή του.

 

ΜΙΝΑ Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL (7/6/2017)

Γλωσσική και ιστορική πραγματικότητα στο έργο «Ευγενία»

«Ευγενία»: ένα βιβλίο που συνυπάρχουν ως μούσες τρία πολύ ξεχωριστά πρόσωπα: η μάνα Ράμπελα, η αγαπημένη Χρυσούλα και η λατρεμένη Ευγενία. Τη Ράμπελα και τη Χρυσούλα θα τις βρεις στις σελίδες του. Την Ευγενία, όμως, δε χρειάζεται να την αναζητήσεις. Εμβληματική η παρουσία της σε καλωσορίζει με το αιμορραγούν ουράνιο τόξο της στο εξώφυλλο και σε προτρέπει να βουτήξεις στις πληγές και να δώσεις χρώμα στη ζωή σου ντυμένος στα κόκκινα!

Το σημαντικό για τον καθένα είναι φτιαγμένο από αγάπη και αθωότητα. Πολύτιμο και σπανιότατο. Ή σπανιότατο, γι’ αυτό και πολύτιμο. Πάντως αξία αδιαπραγμάτευτη. Έτσι μας υποδέχεται η «Ευγενία» και μας συστήνεται εκ νέου μετά από χρόνια συνειδητής ποιητικής σιωπής ο Αντώνης Σκιαθάς. Συνυπάρχει συνδημιουργώντας με το σημαντικότερο πλάσμα για ‘κεινον, την 9χρονη κόρη του. Η μικρή με τη δική της ζωγραφιά, δικό της εικαστικό δημιούργημα, νικά την πλήξη που προκαλούν πολλά εξώφυλλα ποιητικών συλλογών και δίνει την ευκαιρία στο πνευματικό παιδί του πατέρα της, την εν λόγω συλλογή, να διαφοροποιηθεί, να καινοτομήσει με ένα παιχνίδισμα παιδικότητας απευθυνόμενη στους μεγάλους για την εσαεί διατήρηση της δικής τους αθωότητας.

Με την συμβολή και την οπτική παρέμβασης του πατρινού εκδοτικού οίκου Πικραμένος, που χρόνια επιμένει σε τέτοια δείγματα δουλειάς, έχουμε ένα εξαιρετικά άρτιο αποτέλεσμα. Ένα βιβλίο υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Σύμμαχος ο Γιάννης Στεφανάκις και τα σχέδιά του, ειδικά φτιαγμένα για τη συγκεκριμένη έκδοση. Χαρακτηριστικό στοιχείο, που υποσυνείδητα σε υποβάλλει στο φως της σύγχρονης ποιητικής χροιάς του σκοτεινότερου στο παρελθόν Αντώνη Σκιαθά, το χρώμα του βιβλίου αλλά και των σχεδίων που φιλοξενεί.

Ο Αντώνης Σκιαθάς έχει μια βαθύτατη συναίσθηση χρέους απέναντι στους προγόνους, όχι μόνο τους δικούς του αλλά και όλης της ανθρωπότητας. Σα φύλαρχος φυλής στην αφρικανική ήπειρο του 18ου αιώνα –περίοδο διείσδυσης του δυτικού πολιτισμού μέσω ιεραποστολών, γεωγράφων, επιχειρηματιών, πολιτικών και βασιλικών αποστολών, που τελικά θα συμβάλλουν, αν δεν θα είναι οι πρωταίτιοι του μακελέματος του αφρικανικού πολιτισμού- αισθάνεται ότι έχει μεγάλο μερίδιο διαφύλαξης της ες αεί παρουσίας των προγόνων στον 21ο αιώνα. Μια αντίστοιχη εποχή μακελέματος της αυθεντικής και ουσιαστικής επικοινωνίας και της συστηματικής προσπάθειας αποδόμησης του λόγου και της σκέψης μέσω της προβολής του ανούσιου.

Είναι για ‘κεινον, λοιπόν, δύναμη και λύτρωση, ευχή και κατάρα η διατήρηση της πνευματικής τους υπόστασης στη ζωή, που εξελίσσεται φαινομενικά αδέσμευτη και ανεξάρτητη από το δικό τους αναπόφευκτο ταξίδι στο φως ή το απόλυτο σκοτάδι. Αυτή τη δήθεν ανεξαρτησία αποφασίζει να αποκαθηλώσει. Γίνεται γι’ αυτό τολμηρός με μια πολυπρισματική θρησκευτικότητα υμνεί τη φύση μέσω των τόπων της και τον άνθρωπο. Τον τελευταίο μέσω της ηγετικής παρουσίας μεγάλων ιστορικών μορφών που άλλαξαν τον ρου του πολιτισμού, αλλά και της καθημερινής προσπάθειας ανθρώπων απλών αλλά αποφασισμένων να μη γραφεί η ιστορία χωρίς το δικό τους σημάδι. Η διάθεση να αγωνίζεσαι με όποιο κόστος και ασχέτως αποτελέσματος, αποτελεί βασική αρχή κοσμοθεωρίας για τον Σκιαθά∙ γι’ αυτό στο πόνημα του «Ευγενία» τιμά και τους πολλούς, άγνωστους ιστορικά, ανθρώπους που όμως η παρουσία και η συμβολή τους καθόρισαν την ιστορία.

Ο ανιμισμός, η αδιαμφισβήτητη πίστη των ιθαγενών ότι όλα έχουν ψυχή – τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, τα ποτάμια, τα βουνά, ο αέρας – και όχι μόνο ο άνθρωπος, τους οδήγησε σε μια σχέση βαθύτατης αλληλεξάρτησης και σεβασμού προς το περιβάλλον και δημιουργίας ενός πολιτισμού αξιοπρόσεκτου. Ο Σκιαθάς λειτουργεί ανιμιστικά σε σχέση με το χαρτί, το βιβλίο και κάθε γράμμα της αλφαβήτου. Έχουν γι’ αυτόν ψυχή και δύναμη διεξόδου από το επώδυνο. Όχι ανώδυνα. «Λαξεύοντας με το νύχι το μάρμαρο», πορεύεται ο δημιουργός και ξέρει να περιμένει. Ο κόπος μεγαλώνει την αναμονή του ποθητού αλλά δεν συντρίβει την επιθυμία. Φαίνεται από τον τρόπο γραφής του και τον χρόνο που χρειάζεται για να συνομιλήσει μαζί της ότι η προσδοκία ολοκλήρωσης, σε ότι τουλάχιστον αφορά στην «Ευγενία», είναι βίωση πραγματικής ευτυχίας.

Πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι έχουν την τιμητική τους στη σκιαθίεια γραφή. Αποτίνεται φόρος τιμής σε όλους και στον καθένα, χωρίς ποτέ να λησμονείται ο Άνθρωπος. Ιστορική, μυθολογική βιωματική, ανθρωπολογική, κοινωνιολογική, δοκιμιακή και πολιτική η οπτική της Ευγενίας δεν τρομάζει ούτε επειδή «είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας» ούτε και για «την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων» που μας περιμένει. Αισιοδοξεί ότι

«ανοίξαμε τις εκκλησίες

και σώσαμε στα μανουάλια φως».

Συνοδοιπόροι για την πραγμάτωση του πονήματος οι πρόγονοι στα «Ιερά του Μελάμποδος»: Κάλβος , Όμηρος, Σολωμός, Διγενής, Καβάφης, Άννα Κομνηνή, Πλάτωνας, και «άλλοι τόσοι όμορφοι Έλληνες» Δομίνίκος Θεοτοκόπουλος, Άρης Βελουχιώτης, Γεώργιος Μπουζιάνης, Νικόλαος Πλουμπίδης, Έκτορας Κακναβάτος, η μητέρα του ποιητή Ράμπελα Στυλιανού αλλά και οι Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωάννης Καποδίστριας, Θανάσης Κωσταβάρας, Γιώργος Σαραντάρης, Φρίντα Κάλο, Επικούρειος, Περικλής Γιαννόπουλος, Νίκος Καρούζος, Εντγκάρ Ντεγκά, Γιαννούλης Χαλεπάς, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γιάννης Τσαρούχης αλλά και ο Αλέξανδρος, ο Παρμενίωνας, η Ρωξάνη.

Όλοι μαζί συνδράμουν τον Αντώνη Σκιαθά για να συγγράψει τις δικές του σκέψεις για το παρελθόν που λειτουργούν εν είδει χρησμών για το μέλλον. Οι πρόγονοι συμπορεύονται με τον ποιητή Σκιαθά και φυλάττουν τις Θερμοπύλες του Αντώνη. Ο ίδιος ό,τι «Νεογέννητος ακόμα ο αοιδός χρόνος του

προσπαθούσε να ανακαλύψει»

το αποκωδικοποιεί κωδικοποιώντας «με ρόδι και ζάχαρη» την ουσία της ζωής μέσα από τη δυναμική της ποίησης και την αμεσότητα της γραφής.

Η ζωή τολμά και ο ποιητής αποτυπώνει την τόλμη της μέσω του λόγου του. Διακρίνεται η εμμονή του στο μπλε του ουρανού, του Πελάγους, του Αιγαίου, της Ελλάδας, των παιδικών ονείρων και των ευφυών συνειρμών. Το μπλε των πλεούμενων και των νησιών, της παιδικότητας και της καθαρότητας. Γι’ αυτό και όσο και αν

«οι παλιές υποσχέσεις της

για τα τεκταινόμενα

και τις ωδίνες

τοκογλυφίες πλέον

του Μπλε.

Του μαύρου μπλε,

του άσπρου μπλε

του μπλε των ιστίων».

εκείνος στέφεται «στο απόμακρο μπλε του ωκεανού» και σκόπιμα διαλαλεί πως

«Εύχαρεις

λεηλατούσαμε το μπλε,

ελπίζοντας

πως, αν κάποτε τελειώσει το φως,

θα έχουμε τη θάλασσα

αντίδωρο ευγονίας

για τις φθορές

των τοκετών του έαρος».

Με τη γραφή του προσπαθεί να ανατρέψει το σύνηθες, το δεδομένο

« …. συνήθως όλοι μιλούν για το ταξίδι,

μα κάνεις για την ανάσα των νερών».

Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι η αλήθεια των σκέψεων, των αισθημάτων, των επιλογών και των γεγονότων ταυτίζεται με την καθαρότητα αλλά και την επικινδυνότητα του νερού. Η σκληρή οπτική της πραγματικότητας λειαίνει με την ποιητική ρίμα, αλλά πάντως καταγράφεται χωρίς εκπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης θέλει «…πάντα λυτρωμένους τους γονείς…» σε ένδειξη τιμής προς τη ζωή τους αλλά και ως απόδοση Δικαιοσύνης για τα πεπραγμένα.

Κι επειδή η Δικαιοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τόπο και την ιστορία του, την αγάπη και το σεβασμό προς τον άνθρωπο, την μακραίωνη προσπάθεια να γίνει συνείδηση και τρόπος ζωής η πίστη στην ισότητα και την ελευθερία, απονέμει τη δική του δικαιοσύνη συνομιλώντας με τους τόπους. Προσκαλεί, προκαλεί, προτρέπει και προσμένει την κριτική και στοχαστική συνεύρεση με τον αναγνώστη αναφερόμενος στην Ίμβρο, την Τένεδο, την Οία, τη Ρώ, την Κορσική, την Εύβοια, την Αστυπάλαια, την Πύλο, την Κύθνο, τη Σέριφο, την Αντιόχεια, τη Βασιλεύουσα, τη Μακεδονία της ψυχής μας, τη γαλανότατη πατρίδα. Αλλά ταξιδεύει και μέχρι τις πληγές του Παγγαίου, την πλάνη του Ταϋγέτου, τα βράχια των Μυκηνών, τη Σπάρτη και «τους αρχαγγέλους της Αττικής που κάρφωσαν τις πέτρες του Παρθενώνα», φθάνει στον τόπο των Αχαιών, την πατρογονική Σινδόνη, , τη Λίνδο και ταξιδεύει από τις Σπέτσες και το Σαρωνικό μέχρι τους τόπους ολόκληρης της Μεσόγειου προσδοκώντας «πλόες γύρω στα κορμιά».

Το σύνολο του κειμένου διακατέχεται από μία ιστορική ευσυνειδησία που στιγματίζει τον δημιουργό ως άνθρωπο και ως ποιητή. Αναγνωρίζει την πραγματικότητα

«…δεν μιλώ ποτέ για τους νεκρούς

που έφεραν τις ήττες.

Μιλώ με ζήλο

μόνο για αυτές τις ήττες

που με έμαθαν το αίμα

να θαυμάσω

ως χρώμα στα φτερά

εδώδιμων πουλιών».

Η μνήμη και η συναίσθηση ταυτότητας που αποκτά λειτουργούν λυτρωτικά για το τώρα και το τότε

« Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων».

Ο λόγος του είναι ένα διαχρονικό ταξίδι από τον Όμηρο και τους Μυκηναίους ως τον Παρθενώνα, απ’ το Βυζάντιο ως τον Πόντο, από τους Αχαιούς μέχρι τη Βασιλεύουσα, από την Αλεξάνδρεια μέχρι τις Θερμοπύλες, από τις αρχέγονες ρίζες μας μέχρι το σήμερα. Είναι ξεχωριστός ο τρόπος που ενώνει το χθες με το σήμερα· τους ήρωες, ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα των ποιημάτων και κειμένων του με τους συγχρόνους του. Επιλέγει αυτοί να είναι άνθρωποι δικοί του, φίλοι, αγαπημένοι, συμπορευτές – ζώντες και τεθνεώτες. Τους συνδέει με το παρελθόν αφιερώνοντας τους το σύνολο τριάντα ποιημάτων, μεταφράζοντας και μετατρέποντας έτσι την αξία της δικής τους καθημερινότητας σε υπεραξία ζωής.

Με την ορμή της γραφής, ποιητική αδεία, κάνει αιωνιότητα τη στιγμή τους. Αφιερώνει σε πρόσωπα, που περιστατικά ή στιγμές δικές του με εκείνους τον ενέπνευσαν. Μούσα του λοιπόν, και πηγή έμπνευσης η ίδια η ζωή στην έκφραση κάθε ζώσας ύπαρξης που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους. Δεν λησμονεί, δεν αποσιωπά· αντιθέτως αναγνωρίζει, προσμένει, μάχεται με τη δημιουργία προσπαθώντας να αποφύγει τη λιμνάζουσα κατάσταση των ημερών. Απογοητεύεται αλλά ξεκινά εκ νέου. Με τη δική του «Ασήμω», την ποίηση, πασχίζει για την προάσπιση του απόλυτα ιερού· της λεύτερης πατρίδας για τον Ανδρούτσο, της μοναδικής Ευγενίας για τον Σκιαθά. Έτσι προχωρά. Η ποίηση και η Ευγενία, μέσα και ιδανικά για τη συνεχή του πορεία.

Η ηθική του χρέους υποστηρίζεται και υπηρετείται γενικότερα στο βιβλίο. Εντονότατα προβάλλεται στο κλείσιμο του με την «Ωδή στον λεύτερο Δυσσέα». Αυτό το ποίημα ενέχει ισχύ πολιτικού μηνύματος καθώς μιλάει για τις «μοιρασμένες στους ξένους πατρίδες» και «τα κτερίσματα των αγωνιστών που χάλασαν κιοτήδες» αλλά και διαμηνύει ότι το

«… Αερικό πια λεύτερο

ξανατραβάει το σπαθί,

γιατί καλαμαράδες βγήκαν στα στενά

και μίκρυνε ο τόπος».

Επηρεασμένος από την άδικη μοίρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου αλλά και από την διαπόμπευση της πατρίδας μας πάλλεται η ψυχή του ποιητή και προσπαθεί με τους στίχους του να συμπαρασύρει στη διεκδίκηση του μέλλοντός μας· όχι μόνο για εμάς, όχι τόσο για εμάς. Κυρίως για την Ευγενία του καθενός μας, για το πολυαγαπημένο πρόσωπο που εξαιτίας του μπορεί να αγωνιάς αλλά και να πασχίζεις, να οραματίζεσαι∙ να δημιουργείς, μέσω μιας ανηφορικής πορείας, την ιδανική πολιτεία συνύπαρξης.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ

BOOK PRESS 23/6/2017

Με έναυσμα το όνομα της κόρης του Ευγενίας, ο Αντώνης Σκιαθάς ονοματίζει έτσι και την παρούσα ποιητική του συλλογή, περιγράφοντας στην πραγματικότητα –δια μέσου βέβαια της ποιητικής διαδικασίας– σημαντικές στιγμές ενός «ευ–γένους, γόνου», του ελληνικού, στη μακραίωνη διαδρομή του και σε όλες του τις εκφάνσεις (ιστορία, χωροταξία–φύση, πολιτεία, κοινωνία, τέχνη).

Στο αυτί του εξώφυλλου του βιβλίου ο ίδιος μας πληροφορεί ότι η συλλογή αποτελεί τριλογία και σύνθεση με τίτλους «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα», «Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών» και «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού» και ότι τα περιεχόμενα κείμενα θα μπορούσαν κάτω από αυτούς τους τίτλους να αποτελέσουν αυτούσιες συλλογές. Όμως τελικά, εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι ήταν σοφό να μην ενδώσει ο ποιητής στην άμεση έκδοση των κειμένων του, διότι έτσι τελικά παρουσιάζεται ένα έργο που αποτελεί μια ολοκληρωμένη αφήγηση, που καλύπτει διάφορες εποχές και που, με τη βοήθεια και των ποιητικών του σχολίων, οδηγεί στην καλύτερη κατανόηση ενός ελλειπτικού –προς χάριν της ανοικείωσης– ποιητικού λόγου.
Μια περιήγηση στα ιστορικά δεδομένα, όπως τουλάχιστον τα αντιλαμβάνεται το ευαίσθητο ποιητικό υποκείμενο, που με χωροχρονικές μετατοπίσεις και συνεχείς αναδρομικούς ελιγμούς προσπαθεί να φέρει στο προσκήνιο, να συνδέσει και να αναδείξει εκ νέου το ξεχασμένο ή το γνωστό, το πραγματικό ή το μυθολογικό στοιχείο και να συλλάβει το νόημα των εκάστοτε δρωμένων αυτής της γωνιάς της γης που αποτελεί την πατρίδα μας. Έτσι θα περάσουν μέσα στις σελίδες, εντέχνως και με μια παλινδρομική κίνηση, ιστορικά πρόσωπα διαφόρων περιόδων (αγωνιστής Ιωάννης Ρούκης, Μαντώ Μαυρογένους, Κατσώνης, Γκούρας, Καποδίστριας, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Άννα Κομνηνή, Αλέξανδρος, Ρωξάνη, Παρμενίων) και μυθολογικά (Διγενής, Μελάμποδας, Διόνυσος), ποιητές (Ανακρέων, Όμηρος, υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός, Κάλβος, Σολωμός, Καβάφης, Περικλής Γιαννόπουλος, Καρυωτάκης, Σαραντάρης, Κωσταβάρας, Εμπειρίκος, Βακαλό, Ελύτης, Κακναβάτος, Καρούζος), σε μια διαφαινόμενη παραλληλία –με τους νεώτερους τουλάχιστον εξ αυτών– με τις ποιητικές του προτιμήσεις, όπως επίσης ζωγράφοι (Θεοτοκόπουλος, Μπουζιάνης, Τσαρούχης) και γλύπτες (Γιαννούλης Χαλεπάς), φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης), αλλά και γνωστά πολιτικά ινδάλματα (Βελουχιώτης, Πλουμπίδης) και εν τέλει οι απλοί άνθρωποι συγκεντρωτικά στο πρόσωπο της μητέρας του Στυλιανού Ράμπελα. Δεν ξεχνάει όμως στο πλαίσιο αυτό να προσθέσει και σημαντικά πρόσωπα της παγκόσμιας σκηνής (Φρίντα Κάλο, Ντεγκά, Μποτσόνι, Βαν Γκογκ, Τζάκσον Πόλοκ, Φράνσις Μπέικον, Άντι Γουόρχολ, Σίλερ, Μπωντλαίρ, Μπάιρον, Μπρετόν, Φρόιντ), αφενός για να αναδείξει το πλούσιο γνωσιολογικό του υπόβαθρο και αφετέρου για να εξάρει με αυτή των ελληνικών, αλλά και των αλλοδαπών ονομάτων επίσκεψη –περιβεβλημένων από τους κατάλληλους στίχους– τις νοηματικές αντιστοιχίες στις οποίες τα ονόματα αυτά παραπέμπουν. Μυκήνες, Ερέχθειο, Θερμοπύλες, Μακεδονία, Αμφίπολη, Παλμύρα, Αντιόχεια, Βασιλεύουσα, Ελλήσποντος, Μεσολόγγι, τα οποία αναφέρονται στο βιβλίο, αποτελούν κορυφώσεις του ιστορικού μας γίγνεσθαι και πεδία μνήμης και φρονηματισμού για κάθε επόμενη γενιά. Κάθε σπιθαμή άλλωστε της χώρας αυτής είναι κοιτίδα ομορφιάς και δόξας, αλλά και ποτισμένη με δάκρυ και αίμα.
Με αυτόν τον τρόπο ενώνεται το χθες, το σήμερα και το αύριο, πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι οδοιπορούν στη χώρα του πελάγους, των νησιών, των ανέμων, των αμπελώνων και της ελιάς, με τις αρετές, τα πάθη και τα παθήματά τους. Δεν παραλείπει να αναφερθεί σε «αδελφοκτόνες ιαχές», «βασιλικούς τοξότες» και «σταλινικούς υάκινθους». Τελικά οι λέξεις του Α. Σκιαθά αποτελούν ηχώ εκείνων του Οδυσσέα Ανδρούτσου (αερικού συμβόλου που στο τελευταίο ποίημα της συλλογής ανεμίζει το σπαθί του προς χάριν της ελευθερίας στην αιωνιότητα), όταν παρουσιάζεται, σε άλλο σημείο, να λέει: «Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο και Άθως, δεν πρόκειται να χαθούμε». Αλλά και του ηγούμενου που φωνάζει: «Το γένος να σωθεί αδέλφια / το γένος », προφανώς διαπιστώνοντας και ο ίδιος ο ποιητής, σε αναλογία με τα παρελθόντα, κινδύνους παντοειδείς, εξωτερικούς και νοοτροπίες που εγκαθίστανται στο παρόν. Ανάμεσα στις ποιητικές γραμμές περνούν δραματικά επεισόδια για τη χώρα μας (και κυρίως αυτά των πρόσφατων χρόνων), εμπρησμοί, φωτιές, ναυάγια και πνιγμένοι, ξενιτιές, προσφυγιές του νυν, που ανακαλούν και τις παλαιές (Τσεσμές, Αλεξάνδρεια) κι από την άλλη, ευδαιμονικές καταναλωτικές διαθέσεις του σήμερα.
Για τον ποιητή είναι «η Ελλάδα που πιστέψαμε / στην τάβλα καρφωμένη». Και «η σύγκλητος» (ή μήπως πρέπει αλλιώς να πούμε «βουλή»;) «πολιτικολογεί για το αύριο / καταστρέφοντας το σήμερα». «Όμως» καταλήγει αλλού «εμείς ας υπηρετήσουμε το σήμερα». Πολιτική με την ευρεία έννοια η στάση του, βρίσκεται όμως κάτω από τον πλήρη έλεγχο της ποίησης. Οι ποιητές, κατά τον Α. Σκιαθά, μέσα σε οδυνηρά περιβάλλοντα, έχουν έναν ρόλο που τους αναλογεί: χρησμοδοτούν τη μοίρα του λαού τους. Και όπως ο μυθικός Μελάμποδας μπορούσε να μαντεύει το μέλλον με τη βοήθεια των πλασμάτων της φύσης, στα νεώτερα χρόνια ο Κάλβος ή ο Σολωμός, ο «ελεεινός ποιητής», υπομνημάτισαν εύηχα τα βάσανα του λαού μας σε δύσκολες ώρες, αποτελώντας με τον δικό τους τρόπο τη συνείδησή του των χρόνων αυτών. Γιατί οι ποιητές «τρέφονται απ’ τις θυσίες του φωτός», οι σκέψεις τους είναι «δισέγγονα της αστραπής», κάποτε η «μαγγανεία της ποίησης αναλαμβάνει να σώσει το έθνος», έστω κι αν οι γραφές έτσι κι αλλιώς είναι «για λίγους», όταν «στις πολιτείες των αμύητων / έχουν αξία, μόνο οι ήχοι του διαβήτη» (οι κάθε είδους δηλαδή μετρήσεις ποσοτήτων, που αντιτίθενται σε αξίες πνευματικές), έστω κι αν κάποτε αυτοκτονούν, νικημένοι από τη στέρηση της ελπίδας και τη μοναξιά. Και αν κάποιος ακόμη έχει αμφιβολία για το περιεχόμενο της συλλογής, θα μας πει προς το τέλος: «περιγράφω την / αλητεία της γλώσσας / που μου έμαθε το / Ρο της πατρίδας / να τιμώ με δάφνες». (Εδώ και αντιδιαστολή ή απλή συνήχηση με «τα ρω του έρωτα» του Οδ. Ελύτη).
Η ποιητική του λοιπόν είναι κυρίως μια ποιητική του εμείς και της συλλογικότητας –σε συμπόρευση μάλιστα στο νου του με άλλους εργάτες της Τέχνης– διακοπτόμενη κάποτε και από τις προσωπικές του εμπλοκές στο πεδίο του βίου, με στίχους όπως: «τα εύρετρα αυτής της ήττας / που μας έκαναν άντρες / ας είναι / τα δυο κόκκινα λουστρίνια / που ξεχασμένα έμειναν / άπειρα πρωινά / κάτω απ’ το κρεβάτι», τρυφερές ενθυμίσεις και παραδοχές, ή όταν μιλάει «για τα μεγάλα χρώματα του έρωτα», αφού ο έρωτας αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ζωής μας, ή ακόμα όταν μας αποκαλύπτει τις καταβολές της κοσμοθεωρίας του: «όλους τους ορισμούς του Πλάτωνα / έχω φυλακτό στο θωρηκτό μου στήθος». Μα και η πλήρης συνείδηση ότι ο θάνατος βρίσκει σε όλους μας την τελική μας θέση, μπορεί «σ’ αφύτευτο ελαιώνα». Και φυσικά θα μας μιλήσει για το βάσανο της ποίησης: «περιγράφω, λοιπόν, το βίο / των άτιμων λέξεων / που με βασάνισαν / τότε και τώρα / με χειρονομίες / σκέψεις και άυπνες μέρες», ώσπου να σχηματιστεί το σωστό ποίημα, όπως θα ήθελε ο κάθε πραγματικός ποιητής που σέβεται την τέχνη του. Και εξομολογείται ότι γράφει το ίδιο πάντα ποίημα. Πολύ φυσικό, καθώς ο ποιητής διαλέγει συνήθως τη θεματολογία του και δείχνει στην ποιητική πορεία του τις προσωπικές εμμονές του. Δύο φορές αναφέρεται επίσης ο «ανέραστος ανθολόγος» ή ο «πρόστυχος ανθολόγος» και επομένως όχι πάντα δίκαιος (αλλά προς ποιον ακριβώς όχι ολοφάνερο).
Η γραφή του ξεχωριστή και σαν θεματολογία και σαν ύφος, αφήνει να εκτυλιχτεί ένας συνειδητός ασφαλώς, εκτενής, αλλά γόνιμος διάλογος με προλαλήσαντες ποιητές, π.χ. στο ωραίο σχόλιο-ποίημα με τίτλο «Φόρος τιμής στο εφήμερο της φιλαρμονικής» αναδεικνύεται η επίμονη τριβή του με τα γραπτά του ύστερου Οδυσσέα Ελύτη και με ορισμένες εκφράσεις, π.χ. «… μητέρας / του τελευταίου ληστή / της πόλεως του Τολέδο» ή «του γεφυροποιού Λεονάρντο» παρίσταται ο Έκτορας Κακναβάτος, ή ακόμα –λιγότερο όμως– με το «για τις φθορές των τοκετών του έαρος» ή «του έαρος τα όνειρα» ο Ν. Καρούζος, αποδεικνύοντας ότι στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση και ότι η παράδοση οδηγεί τους μεταγενέστερους. Θα έλεγα βέβαια ότι τα τύπου χαϊκού ποιήματα σε ορισμένο σημείο της σύνθεσης (και που ακριβώς δεν βρίσκονται μέσα στο χώρο της παράδοσής μας), δεν προσδίδουν κάτι παραπάνω στο σύνολο, ωστόσο ξεχωρίζω κάποιο που δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τα αντίστοιχα ιαπωνικά: «Αύγουστος πάλι / οι βυσσινιές στη στέρνα / βάφουν ουρανούς».

Γενικά, η ποιητική αυτή εργασία του Α. Σκιαθά αποτελεί μια ευφυή σύλληψη, το πλούσιο περιεχόμενο της οποίας υπερβαίνει θεωρώ το πλαίσιο ενός συνήθους σύντομου κριτικού σημειώματος. Πάντως είναι φανερό ότι ο Α. Σκιαθάς γνωρίζει καλά «το πώς και το γιατί» των λέξεων που χειρίζεται.

https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/skiathas-antonis-eugenia

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΑΥΓΗ/7/8/2017/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ο πρωτομάστορας Χρόνος

Όταν άρχισα να διαβάζω το νέο ποιητικό βιβλίο του Αντώνη Σκιαθά, με τίτλο Ευγενία –το όνομα της κόρης του–, η σκέψη μου πήγε στις θεατρικές παραστάσεις της Γαλλικής Αναγέννησης. Εκεί, για να ξεπεραστεί η τεχνική δυσκολία που προέκυπτε από την αλλαγή σκηνικών, παρουσιάζονταν παράλληλες σκηνές, την ίδια στιγμή, πάνω στην ίδια εξέδρα, σαν να περίμενε κάθε σκηνή τη σειρά της να αφηγηθεί τη δική της πλευρά και να αναδείξει τους δικούς της ήρωες. Ο χρόνος έπαιζε τους ρόλους του σε εύρος και σε βάθος, προσθέτοντας νέα νοήματα στο έργο.
Στην Ευγενία, ο ποιητής χτίζει μια πλατφόρμα πάνω στην οποία παρελαύνουν οι πρόγονοι, οι γεννήτορες, οι συγγενείς και οι επίγονοι. Θα μπορούσαν, μας λέει, οι τρεις πρώτες ενότητες να ήταν διαφορετικές ποιητικές συλλογές. Ωστόσο, καθώς δεν έκανε τελικά αυτή την επιλογή, παρακολουθούμε τις μεταμορφώσεις του ποιητικού υποκειμένου και βλέπουμε ότι ανάγεται σε τόπο συνάντησης των γενεών. Κι αυτό γιατί ο στάσιμος χρόνος μεταλλάσσεται σε στιγμές και αναδύεται μέσα από τη διάρκεια του χρόνου που ρέει, ενώ η ενιαία συλλογή κερδίζει από τη συμπύκνωση του χωροχρόνου. Η σιωπή των οκτώ ετών από την τελευταία συλλογή του ποιητή τού έδωσε τη δύναμη να εντρυφήσει στην τρομακτική σιγή που επικρατεί πριν από τη δημιουργία, τη στιγμή που μεταβάλλεται σε επικοινωνία με άτομα που πλέον σιωπούν, σε συμβάντα που έχουν καταδικαστεί στη λήθη. Πρόκειται για αναπαράσταση της Ταφής πριν από την Ανάσταση.

Στην ποιητική συλλογή του 1996, Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου, ο Αντώνης Σκιαθάς είχε ήδη προβλέψει αυτή την εξέλιξη: Ένα κορμί είναι όμορφο, / όταν στολίζεται / την άμμο της Σαχάρας (σ. 92). Στην Ευγενία οι Πρόγονοι μας ζητούν να ζήσουμε σε προαιώνιες / και αβάσταχτες σιωπές, ενώ οι Γεννήτορες μιλούν ευθέως για την τολμηρή σιωπή / της ποίησης, τολμηρή, προφανώς, γιατί, χωρίς λέξεις, η ποίηση κινδυνεύει να αυτοκαταστραφεί. Και τότε ο Σκιαθάς ανακαλύπτει, όπως κάθε γνήσιος ποιητής, πως, όταν η γλώσσα συναντά τη σιωπή με τόλμη, η ποίηση γεννιέται.
Το μότο του βιβλίου, με τον ομώνυμο τίτλο «Ευγενία», μας προειδοποιεί με υπονοούμενα, με λέξεις που κινούνται συγχρόνως στο φως και στο σκοτάδι: Μικρές ιστορίες / για το μπλε, / που, όταν έφτασε / στο φως, / άρχισε τις εκπτώσεις, ενώ ο πρώτος στίχος της συλλογής, Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας, μοιάζει με υπότιτλο και, με τον αργό ρυθμό του, επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του χρόνου, τη ροή της Ιστορίας, που κανείς, όσο σπουδαίος και αν είναι, δεν έχει τη δύναμη να ανακόψει. Ο χρόνος τρέχει και μεταμορφώνεται συνεχώς, για να αναδυθούν το τώρα, στο πρόσωπο της Κόρης-Ευγενίας, και το Εγώ, στο πρόσωπο του Πατέρα-Ποιητή. Ο ποιητής ψάχνει να ανακαλύψει τις «επτά ταριχεύσεις του Εγώ» για να ολοκληρωθεί, όπως τα επτά χρώματα της Ίριδας ολοκληρώνουν την αντανάκλαση του ηλιακού φωτός. Το ταξίδι στην ιστορία της γενιάς του θα του αποκαλύψει τη δική του ταυτότητα, θα μετατρέψει το σώμα του σε γενέθλιο τόπο της ποίησης, σε ταχυδρόμο που μεταφέρει τη δημιουργία από γενιά σε γενιά. Ανακαλύπτει το ρόλο των εικαστικών τεχνών στην ποίηση πίσω από τρανταχτά ονόματα, όπως Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, που δεν είναι ο Έλληνας. Είναι Έλληνας, όμορφος Έλληνας, Ελλήνων γόνος. Αν δεν ήταν El Greco, θα ήταν διαφορετικός, αλλά εξίσου μεγάλος. Μέσα από τη συνάντηση της ποίησης με τη ζωγραφική, ο συμβολισμός των χρωμάτων θριαμβεύει, με το μπλε –σε πολλές αποχρώσεις και πλούσια νοήματα– να ξεχωρίζει, το λευκό να ακολουθεί. Οι ποιητές, μας θυμίζει, ζουν απ’ τις θυσίες του φωτός. / Βέβαια, άλλοτε με το φως και / άλλοτε με το σκοτάδι γράφουν / τις αξίες του Εγώ, / πάντα όμως με το πρώιμο γαλάζιο / γράφουν το Εμείς και ας είναι / ακόμα νύχτα.
Η ποίηση του Αντώνη Σκιαθά αναδεικνύει, σε κάθε στίχο της, τη θαυματουργή δύναμη της ελληνικής γλώσσας. Μέσα στις χιλιετίες της ύπαρξής της, η γλώσσα μας απόκτησε την ικανότητα να κρατά ζωντανή την Ιστορία και, ενδεδυμένη με διαχρονικές χρήσεις των λέξεων, να αλλάζει ακατάπαυστα, να μεταμορφώνεται. Στην ποιητική συλλογή Χαίρε αιώνα, του 2002, ο ποιητής αναρωτιέται: Ποιος επιτέλους θα μιλήσει / για τη μετάβαση από τη συλλαβή / στη λέξη; (σ. 134)
Η σιωπή γίνεται κραυγή, η κραυγή λέξη∙ και τότε η ποίηση και ο πολιτισμός γεννιούνται. Οι έννοιες «χρόνος» και «γλώσσα» συναντιούνται, ερωτοτροπούν, αναδημιουργούνται. Η λέξη σημαίνει αλλιώς κάθε φορά που επαναλαμβάνεται ή ξεκινά ένα νέο ταξίδι να συναντήσει συνώνυμα ή αντώνυμά της.
Όπως στην ενότητα «Οι συγγενείς», λέξεις που παραπέμπουν στον πολιτισμό, αναγεννούν τον πολιτισμό, τον καλούν να αναδυθεί μέσα από την Ιστορία, να γίνει ορατός, παραμένοντας, ωστόσο, πνεύμα, για να ενδυναμώσει τη θέση του ποιητή στην καρδιά της δημιουργίας του: Λείψανα βροχής σ’ όλη την πόλη./ Διασχίζουν άοπλες τις εύμορφες των νερών πατρίδες η Μάνα μου και η Κόρη μου. […]/ Η πρώτη είπε στη μικρή: Στους χρόνους σου οι θνητοί όσο Ιούλη και να πιουν, καρπούζι δεν θα ανθίσει./ Η μικρή φοβήθηκε του θέρους τους αλαλαγμούς και τις σκιές του Αυγούστου.
Η συνέχεια της ζωής και της δημιουργίας από τη Μάνα του Ποιητή στην Κόρη του περνά μέσα από το ποιητικό υποκείμενο και ανατρέπει την ψυχολογία του βάθους, που θέλει την αιωνιότητα να είναι κυρίως θηλυκή, να πηγαίνει από μάνα σε κόρη. Ο στόχος της ποίησης –να εδραιώσει την παρουσία του ποιητή μέσα στην Ιστορία– διευρύνεται και συνδέει εδώ, επιπλέον, τις δύο μορφές αιωνιότητας του πλατωνικού Συμποσίου.
Η ενότητα «Οι συγγενείς» διακόπτει τη φυσική ροή του χρόνου –πρόγονοι, γεννήτορες, επίγονοι– και παραπέμπει στο ρόλο της κοινωνίας, πηγή του υλικού που παράγει τον ποιητικό λόγο. «Πρόγονοι» επίσης δεν είναι μονάχα τα οικογενειακά μας πρόσωπα αλλά και τα πρότυπά μας, οι καταξιωμένοι ποιητές που, με τη δημιουργία τους, παλεύουν ενάντια στη λήθη, επικουρούν τους επιγόνους που δεν έχουν ακόμη προσδιορίσει την ποιητική τους ταυτότητα. Σημαντικό ρόλο παίζει η γνωστή φράση «με τον τρόπο τού…», προφανής αναφορά στο ποίημα του Σεφέρη. Με την αρχική της έννοια –της μίμησης των μεγάλων που προηγήθηκαν–, επαναλαμβάνεται στην ποίηση του Αντώνη Σκιαθά, παίζοντας με κυριολεξία και μεταφορά, όπως, «Με τον τρόπο του ποιητή Έκτορα Κακναβάτου», ή «Με τον τρόπο του ήχου».
Όταν ο ποιητής επιβεβαιώνει ότι ο όρκος μας για την ποίηση δίνεται «με πάθος ανένδοτο», παραπέμπει στον ανένδοτο αγώνα, και εξηγεί, ίσως άθελά του, γιατί στο κάλεσμα των μεγάλων νεκρών, υπάρχουν αντιστασιακοί ανάμεσα σε ποιητές και ζωγράφους: ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γεώργιος Μπουζιάνης, ο Νικόλαος Πλουμπίδης, ο Έκτορας Κακναβάτος. Η πάλη ανάμεσα στην κραυγή και τη γραφή, ως Αγία Γραφή, γίνεται σε μια συνάντηση τεχνών και εποχών. Πιο κάτω θα γράψει: Κι ας είναι οι χρόνοι άλαλοι / και οι γραφές για λίγους.
Η γλώσσα, με χρονικές αποχρώσεις, οδηγεί σε κορύφωση του παρελθόντος στην τωρινή στιγμή. Και ενώ οι τόποι συγκρούονται, οι χρόνοι συναντιούνται. Η ποίηση του Αντώνη Σκιαθά είναι ένα πλούσιο, σε κραυγές και χρώματα, υφαντό τέχνης και ζωής. Και αυτό γιατί ο ποιητής […] / Δωρίζει στη σιωπή / τίτλους ιδιοκτησίας.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

enetpress 16/8/2017

Η ποιητική συλλογή «Ευγενία» του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ο ποιητής Αντώνης Δ. Σκιαθάς συγκινείται από την συγκίνησή του και δημιουργεί μία άτακτη, αναρχίζουσα λεκτικά, εν πολλοίς γλωσσοκεντρική ποίηση.

Μέσα στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας και μέσα στην ιστορία των Ελλήνων, δοκιμάζει να αυτοπροσδιοριστεί ως πολίτης αυτής της χώρας ο οποίος ωστόσο νοσταλγεί τον ελληνισμό, όταν απλωνόταν από την ανατολική Μεσόγειο ώς στις παρυφές της βαθείας Ασίας.
Η τελευταία ποιητική του συλλογή «Ευγενία» (εκδόσεις Πικραμένος) δανείζεται τον τίτλο της από το όνομα της μικρής του κόρης, γιαυτό αυτά τα ποιήματα μπορούν να διαβαστούν ως άτυπες εξομολογήσεις του ποιητή πατέρα: ως άσκηση βίου, η οποία αθλείται στη σιωπή και πράττει με τις λέξεις. Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς την χαρακτηρίζει τριλογία, αφού χωρίζεται σε τρεις αυτόνομες και ετερόνομες μεταξύ τους ενότητες: «Οι πρόγονοι στα ιερά τού Μελάμποδα», «Οι γεννήτορες στη νήσο τών Σπετσών» και «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά τής Αιδηψού».
Δηλώνει Πυθαγόρας τής σιωπής και Πλάτωνας τής ενατένισης, γεγονός που προϋποθέτει ότι η αναγνωστική εμπειρία πρέπει να περάσει από ένα πλεκτό μυστικιστισμού τού άρρητου, μέσα από το οποίο τα γεγονότα τού βίου, προφητεύονται ως προαποφασισμένα τεκταινόμενα. Η αρχαιομάθειά του διαρκώς επανέρχεται στους στίχους του και τους στοιχειώνει, γιατί το παρελθόν μ’ όλη τη νοσταλγία του ακροάζεται το μέλλον του ως μισοπαιγμένο παιχνίδι.

Μα όλο μα όλο το βιβλίο είναι ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις, με τον ήχο και το νόημα τους, καταβυθισμένες στην θάλασσα της Ιστορίας, έστω γιά λίγο, μέχρι να αναδυθούν πάλι στην επιφάνεια τα θαλασσόξυλα που αντιστέκονται τόσο, όσο να επέλθει ο επόμενος κυματισμός για να τα οδηγήσει στον στοιχηματικό κόσμο τού αγνώστου.

Συχνά στην «Ευγενία» ακούγονται οι προγονικές ποιητικές φωνές της μετασολωμικής καρουζικής εκτίναξης, η κακναβάτεια προσάρτηση της τεχνολογίας ως οντολογικού οχήματος, η κατά Βακαλό γυμνότητα του λόγου ώς τα όρια τού τοτεμισμού.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς ξαναδιαβάζει το ελληνικό τοπίο και την ελληνική φύση, ως καθρέφτη αυτογνωσίας, καθώς αυτός βυθίζεται στο χώμα του αρχαιοθέτου, περιμένοντας την αρχαιολογική σκαπάνη να δει την κίνηση της προς τα κάτω και αμέσως μετά το βλέμμα ανυψώνεται προς τον ουρανό, αφήνοντας πίσω του τα κτερίσματα ανέγγιχτα. Ομοίως και τον ουρανό.

  

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

frear 05/7/2017

Οι κώδικες του ποιητικού βίου

Ο ποιητικός λόγος με την ελλειπτικότητα, τη μεταφορικότητα, την υπαινικτικότητά του έχει τους δικούς του δρόμους προσέγγισης, ένα για κάθε αναγνώστη του, που λες ότι μόνο γι’ αυτόν μένει ανοιχτός. Πίσω από μια λέξη, μέσα σε ένα δισήμαντο στίχο, με την υποψία της ερμηνείας εισέρχεσαι στο ποίημα θαρρώντας πως βρήκες το πέρασμα για τα ενδότερα. Δεν έχει σημασία, ωστόσο, αν συναντήσεις τη σκέψη του ποιητή, κι αν ταυτιστείς με τη δική του αφορμή. Έτσι κι αλλιώς αυτή εξ αρχής «θνητή» ήταν και μοίρα της να πεθάνει μόλις πάρει μορφή το ποίημα, που ανήκει πλέον -με μια ιδιόμορφη σχέση ιδιοκτησίας ή ιδιοχρησίας- στον αναγνώστη του. Αυτές τις σκέψεις κάνω διαβάζοντας την «Ευγενία», την ποιητική κατάθεση του Αντώνη Σκιαθά μετά από την ηθελημένη σιωπή του, ίσως επιβεβλημένη έσωθεν από την ανάγκη επεξεργασίας εικόνων και παραστάσεων (σιώπησα και ασκήθηκα ως όφειλα εν οδοιπορία ποιήσεως), κατά πως πρέπει να κάνει ο κάθε ποιητής με το συσσωρευμένο μέσα του βιωματικό υλικό. Έτσι, σ’ αυτό το βιβλίο ο ποιητής είδε, άκουσε, πέταξε και κράτησε, και δίνει τώρα μια συνολική θεώρηση με τον -κρυπτικό αναπόφευκτα- ποιητικό λόγο. Εισέρχομαι, έτσι, με την αθωότητα της ανάγνωσης και ανακαλύπτω τα σημεία, τους κώδικες επικοινωνίας του ποιητή, με τη γνώση ότι το ποίημα είναι το ενδιάμεσο (με τη διαχρονικότητα να λειτουργεί υπέρ του) ανάμεσα στον δημιουργό και στον αναγνώστη του.

Στην προμετωπίδα η φράση του παιδιού:

Αυτό το ουράνιο τόξο
βγάζει αίμα

Θα μπορούσε να είναι η ποιητική φράση που ανοίγει το βιβλίο. Είναι όμως μια αθώα ματιά σε ένα ουράνιο τόξο που θυμίζει αιμάσσον σώμα. Και έτσι απρόσμενα πολύ ανοίγει η ποιητική κατάθεση του Αντώνη Σκιαθά. Με το βλέμμα του παιδιού να κοιτάζει προς το μέλλον, ο ποιητής κοιτάζει πίσω και αριθμεί προγόνους και γεννήτορες φθάνοντας στους κοντινούς στον χρόνο, συγγενείς και επιγόνους. Μια τακτοποίηση της ζωής, μια ανάγκη επανασύνδεσης με όσους και όσα (πρόσωπα, τόπους, πράγματα) οριοθετούν τη μοναδική ύπαρξη. Γιατί χωρίς αυτές τις συνδέσεις χάνεσαι. Θα γράψει ο ίδιος:

Η Τριλογία,
«Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα»
«Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών»
«Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού»,

θα μπορούσε να έχει εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις.
Επέλεξα συνειδητά, όμως, να εκδοθεί με το γενικό τίτλο «Ευγενία», συμπληρωμένη με τα αναγκαία σχόλια και τις αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το όλον της «πυθαγόρειας» σιωπής και με τον τρόπο της πλατωνικής θέασης, τους κώδικες του ποιητικού βίου.

Την επαφή με όλα αυτά τα μνημονευόμενα εδώ ο ποιητής την επιτυγχάνει κινητοποιώντας τη μνήμη. Τη μνήμη την προσωπική και πλούσια σε βιώματα, αλλά και τη συλλογική μνήμη που λειτουργεί γενιά τη γενιά διαμορφώνοντας το βαρύ φορτίο του συνειδητού βίου.

[…]

Έφυγαν
την πρώτη εσπέρα του αιώνα,
ασίκηδες του μυστικού θιάσου της πατρίδας,
ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος,
ο Άρης Βελουχιώτης,
ο Γεώργιος Μπουζιάνης,
ο Νικόλαος Πλουμπίδης,
ο Έκτορας Κακναβάτος
και η μητέρα μου
Ράμπελα Στυλιανού
και τόσοι άλλοι όμορφοι Έλληνες
Ελλήνων γόνοι.

Και δεν είναι μόνον ο χρόνος που μετράει τις αποστάσεις από το σήμερα του ποιητή και χωρίζει τους παλαιότερους σε προγόνους και γεννήτορες αναμειγνύοντάς τους ταυτόχρονα με τους συγγενείς και επιγόνους. Είναι πιο πολύ η επίδραση στους τωρινούς, το βάθος του επηρεασμού, η αξία του ήθους που μεταδόθηκε στους επόμενους και διαμόρφωσε τη ζωή τους πάνω στα σωστά και τα λάθη.

[…]

Καθώς και τούτη
αλλά
και οι άλλες ζωές
προδομένες είναι
και θα είναι
στα ίδια πάθη μας.

Και όπως προχωρά η μνεία των προσώπων και χτίζεται σιγά μέσα στους στίχους το νόημα της συνέχειας, εκεί κάπου στο τρίτο κομμάτι (στους συγγενείς) θα ακουμπήσει ο ποιητής κι αυτό, που από μόνο του θα αρκούσε για να δείξει το αθέατο μα ισχυρό δέσιμο, το άφευκτο προφητικό που ρίχνει τη σκιά του πάνω στις γενιές:

Ποιος είναι ο νικητής
μου είπε η κόρη μου
καθώς σχημάτιζε καρπούς
στο σώμα της.
Ήθελε να γνωρίζει
ποιος είναι αυτός που κερδίζει
τις μάχες στις εύφορους εξόδους
των πρώτων
και των δεύτερων χρόνων της γέννας.

Ποιος δηλαδή
συνομιλεί με τη θεία βάσανο
του ατελούς θνητού;

Της είπα ότι μία είναι η μάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαμένη και για μένα αλλά
και γι’ αυτήν.

Η διαφορά μεταξύ μας όμως
είναι ότι αυτή θα δει το νικητή
καθώς θα με κουρσεύει
σε αφύτευτο ελαιώνα.

Μας έχει προϊδεάσει από το αρχικό ποίημα Δραπέτης χρόνος για τους μοιρασμένους ρόλους αλλά και την κοινή μοίρα, για την αίσθηση του χρέους αλλά και για το ενδεχόμενο μιας ήττας:

[…]

με λέξεις, στίχους και σκέψεις,
ανοίξαμε τις εκκλησιές
και σώσαμε στα μανουάλια φως,

για τις μεγάλες νύχτες
και αυτού του θέρους,

για τις μεγάλες νύχτες
και αυτού του αφανισμού.

Των προγόνων.
Των γεννητόρων.
Των συγγενών.
Των επιγόνων.

Όσο για τον προφητικό χαρακτήρα που αναπόφευκτα παίρνει ο λόγος ο ποιητικός, όταν αναζητά μέσα στα χρονικά διαστήματα τα μοιραία συναπαντήματα, μας οδήγησε στο σκηνικό των ιερών του Μελάμποδα, κείνου του μακρινού που έδωσε τη θέρμη της διονυσιακής λατρείας, τον οίστρο και τη θεϊκή μανία, μήπως μπορέσουν οι θνητοί να ενωθούν -έστω για λίγο- με το αθέατο του κόσμου.

Ο ποιητής θα περιπλανηθεί ανάμεσα σε μνήμες προσωπικές αλλά και συλλογικές:

[…]
στο θέρος του Αυγούστου,
ο αντίλαλος του Αχέροντα
στο στέρνο
των Περσών
περιφρονεί τους ποιητές,
που έθεσαν τους όρους της ταφής
ανώνυμων και επώνυμων,
πριν φτάσουν στο στενό
π’ άγιασαν Λάκωνες
αρσενικοί και τυχεροί οπλίτες.

Και αλλού πάλι:

[…]
Πέρασαν τα όρια
των επαναστάσεων
γεμάτα ανθρώπινα μέλη
και μισοφαγωμένα σεντόνια
από κορμιά με ατελή σκέλη.

Και αλλού θα βρει τα αγαπημένα πρόσωπα, κομμάτια κι αυτά της αλυσίδας:

[…]
Αγκάλιασε την όρθια κολόνα,
κομματιάστηκε μαζί της.

Γέμισε ο κήπος παπαρούνες,
τον είδα έτσι νέο
πριν φύγει για φαντάρο
τον πατέρα.

Νιώθω διαβάζοντας πως ο ποιητής θέλει να προφτάσει να τα βάλει όλα αυτά στο ποίημα, να γεμίσει τον κόσμο μας με εικόνες από τον κόσμο τον δικό του, να μας συμπεριλάβει στο τοπίο του, από όπου κι αν καταφέρει ο κάθε αναγνώστης (γιατί είναι οι χρόνοι άλαλοι και οι γραφές για λίγους) να εισχωρήσει λάθρα ή όχι και να εννοήσει τι γίνεται εδώ. Η Ευγενία του Αντώνη Σκιαθά, κι ας ξεκινά με μια τόσο προσωπική αναφορά στην Ευγενία – Μιχαέλα Α. Σκιαθά, κατορθώνει να μιλήσει σε όλους μας. Αρκεί να είναι:

Στην τάβλα της ζωής αυτού του τόπου
με γάντζο καρφωμένη η ψυχή μας.

http://frear.gr/?p=18505

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

θράκα 23/6/2017

«άβυσσο των σιωπηλών λιμένων»

Πρώτη εντύπωση: Ποίηση.
Δεύτερη εντύπωση: Ιδιαίτερος τρόπος γραφής.
Τρίτη εντύπωση: Παγκοσμιοποιημένος λόγος με κέντρο την Ελλάδα.

Συνολική εντύπωση: Αξιοποίηση του παρελθόντος (στις κολόνες του Επικούρειου) για τη βίωση του παρόντος (συλλέγουμε τα μπλε) και τη στόχευση του μέλλοντος (προσμένουμε πλεούμενα του μπλε), με τη μοίρα στο παρασκήνιο: (γεμίζοντας πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου).

Η δέκατη (αν δεν κάνω λάθος) ποιητική συλλογή του Αντώνη Σκιαθά, μετά από αρκετά χρόνια εκδοτικής σιωπής, ως συγκεντρωτική έκδοση μιας Τριλογίας όπως ο ίδιος λέει: «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα», «Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού».
Ήδη ομολογείται εξαρχής η συνέχεια δια της συγγένειας, πρόγονοι-γεννήτορες-συγγενείς και η χωρική τους τοποθέτηση, ιερά (του μάντη) Μελάμποδα-Σπέτσες-Αιδηψός. Από την Ιωλκό, την Παλμύρα των Φοινίκων ως τις Θερμοπύλες και το Τολέδο, από τον Νώε ως τον Μ. Αλέξανδρο και τον Οδ. Ανδρούτσο, από τον Γιαννούλη Χαλεπά, τον Γιάννη Τσαρούχη ως τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, από τον Καρούζο, τον Καβάφη, τον Κακναβάτο ως τον Σαμαράκη, το βιβλίο αυτό κινείται ασταμάτητα διαχρονικά και διαχωρικά, σαν ραπτομηχανή που ράβει εντατικά το ύφασμα του χωροχρόνου με ποιητικές κλωστές. Η έκδοση του βιβλίου δικαιολογείται, γιατί έχει πολλά να δώσει εκεί που
το ορατό
δεν είναι πάντα βιωμένο
ούτε το βιωμένο
είναι πάντα ορατό.

Όχι, δεν είναι μόνο ταξίδι στο χρόνο, σε τόπους, καταστάσεις, ιστορία, μυθολογία, λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο ωδή στη μνήμη (προσωπική, ιστορική, πολιτισμική, τοπική, εθνική, παγκόσμια). Δεν είναι οι αναφορές στους γεννήτορες και στους προγόνους απλά φόρος τιμής. Δεν είναι επίδειξη γνώσεων. Δεν είναι συνονθύλευμα στίχων. Δεν είναι διάσωση ή προβολή ονομάτων, τοπωνυμίων.
Δεν είναι ποίηση επίδειξης ή προβολής γνώσεων ή ταλέντου.
Τι είναι για εμένα;

Η ποίηση αυτή, «εύ γίγνεται» (ευγένεια) ποίηση του χρόνου.
Δοτός ο χρόνος της ταφής,
δοτός κι ο χρόνος της αυγής
σε κάθε αρραβώνα με την κοπή
του λώρου.

Και όχι μόνο. «Εύ γίγνεται» χρόνος η ίδια, άρα γίνεται επιλογή του τι, του πότε, άρα και του που. Πώς;
Ο Αντώνης Σκιαθάς, με τον μετουσιωμένο μέσα του χρόνο, συνομιλεί με όλα αυτά που είναι:
Παιδί των φυσικών του γεννητόρων, παιδί της Παγκόσμιας Ιστορίας αλλά και του τόπου μας ιδιαίτερα, παιδί του χώματος, παιδί της μυθολογίας, παιδί της λογοτεχνίας εν γένει, αλλά και εντοπισμένα: παιδί σημαντικών λογοτεχνικών μορφών που τον σημάδεψαν με το λόγο, το έργο αλλά και τις προσωπικές τους επιλογές ή τραγωδίες, παιδί των οροσήμων του ελληνισμού, παιδί της ελευθερίας, της δημοκρατίας, παιδί προϊόν του έρωτα αλλά και παιδί που βιώνει και εκείνο τον έρωτα όσο και την απογοήτευση, τη συντροφιά όσο και τη μοναξιά, την ετερότητα όσο και τις εταίρες, την κατάβαση στον Άδη όσο και την πτήση προς την Κολχίδα, παιδί που πιάνει το μαχαίρι με την ίδια ευκολία που πιάνει το μολύβι. Ένα επικίνδυνα αθώο παιδί.

Παιδί όχι με την κλασσική έννοια, αλλά παιδί που κρατάει τα καλά της ψυχής του και αρνείται να ακρωτηριαστεί από τον περιρρέοντα ιστό του «κατά κανόνα και κατά συνθήκην» σημερινού τρόπου ζωής. Εξαίρεση, στην οποία οφείλει και τη μοναδικότητα της ματιάς του.
Ενήλικας με τα όλα του, παιδί μέσα του. Ευλογία ή κατάρα; Και τα δυο. Δηλαδή; Ποιητής.
Άλλωστε, ομολογεί:
Εκεί, λοιπόν,
γεννηθήκαμε,
μάθαμε παιδιά ακόμη
τους τίτλους
της πρώτης,
της ποίησης αγάπης,
στη σοφίτα του Ερέχθειου.

Αρχή και τέλος; Το αθάνατο αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, συνυφασμένο με το φως του τόπου που τον γέννησε:
στην τάβλα της ζωής αυτού του τόπου
με γάντζο καρφωμένη η ψυχή μας.

Τιμά το παρελθόν, δεν το προσπερνά, το μελετά, εμβαθύνει, στηρίζεται σε αυτό για να αντέξει αλλά και για να κατανοήσει το παρόν και να μπορέσει να πλάσει όνειρα για το μέλλον. Μέσω του σώματος, γιατί
Το σώμα έχει καταγωγή το βιωμένο
του υπέρτερου χρόνου.

Όλα, τόποι, μορφές, συγκυρίες, καταστάσεις, δράσεις, συμβάντα, μυθικές αναφορές, σε μια αγκαλιά από την αρχαιότητα ως σήμερα, είναι αυτά που καθορίζουν το πώς φτάσαμε ως εδώ και μέσα από τη διερεύνησή τους, μπορεί να μας δώσουν καθαρότερες κατευθύνσεις για το πώς θα πάμε παραπέρα.
Μνήμη της μήτρας
η γέννα και το παιδί
σπονδή στο μέλλον.

Είναι το πολυδιάστατο σύστημα αναφοράς, μέσα στο οποίο κινείται με αναγκαιότητα αλλά και τυχαιότητα, η ίδια η επί γης ζωή. Τα ως τώρα, είναι συμπλέγματα κουκίδων, ως γαλαξίες στο αναφορικό στερέωμα. Το παρόν, λαμπάκια που αναβοσβήνουν περιμένοντας εντολές και το μέλλον, απροσδιόριστο στο παρόν, θα φέρει το αποτύπωμα μας χρόνια μετά, όταν θα είναι πια παρελθόν. Ο Αντώνης Σκιαθάς, αγωνιά για το τι παρόν χτίζουμε και για το τι θα μείνει από τα «έργα» και τις «ημέρες» μας, όταν αυτά θα έχουν γίνει παρελθόν. Τι αξία θα έχουν –αν θα έχουν- για κάποιον που στο μέλλον θα τα μελετάει.

Εξομολογούμενη αδυναμία του; Η διαχείριση του πόνου της απώλειας, οι μαχαιριές της απουσίας,
Οι Απουσίες δημιουργούν
απουσίες,
οι παρουσίες και πάλι απουσίες

έχοντας επιπλέον συνειδητοποιήσει και το φαινόμενο της απουσίας εν τη παρουσία:
Όλες τις απουσίες βίωσα
με τη δική σου παρουσία.

Οι συνομιλίες με το Θάνατο, διάσπαρτες στη συλλογή, πέραν του πόνου, της λύπης και της αδυναμίας εξήγησης, αξιοποιούνται ως εργαλείο κατανόησης της ζωής, μετά τη συνειδητοποίηση πως
… μια είναι η μάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαμένη και για εμένα αλλά
και γι’ αυτήν.

Τα πάντα, σε σχέση πάντοτε με το χρόνο (αφού ακόμη και ο Θάνατος υπάρχει μόνο όταν υπάρχει ο χρόνος) :
άφθαρτες οι μέρες των νεκρών
καθώς ακέραιοι κρατούν
το χρόνο
στο πιθάρι.

Ο λόγος του ευθύς, ακριβής, εναλλασσόμενος συχνά μεταξύ κρυπτισμού και συμβολισμού, έπους και τραγωδίας, ωμού ρεαλισμού και ιστορικής μαρτυρίας, διανθισμένος με στίγματα υπερρεαλισμού, προσγειωμένος όσο και ιπτάμενος, κοφτός, τηλεγραφικός, με ροή που περνάει μέσα από μικρούς ή μεγάλους καταρράκτες, με συνέχεια ιστορική και ελληνοκεντρική, αλλά και με ασυνέχεια ποιητική, αναγκαία για τη δημιουργία των πολυγωνικών δομών που περιβάλλουν την ποίησή του αλλά και των πολύεδρων κρυσταλλικών δομών, των μορίων του λόγου του.

Υπάρχουν και λυρικά ξεσπάσματα, που κάνουν γλυκύτερη την επαφή:
Μετά η μάντρα με τα καρφωμένα γυαλιά
που δώριζαν τους πολλαπλασιασμούς
της σελήνης, σ’ όλα τα ακρόκλαρα του κήπου.

Ως άλλος Παλαμάς ως προς την πρόθεση, με το δικό του στυλ, συνειδητά ή μη, γεφυρώνει το χθες με το σήμερα, τη μνήμη με το σώμα, την ιστορία με τον άνθρωπο, τους τόπους με το χρόνο, τα συναισθήματα με το νου, τη λογοτεχνία με την καθημερινότητα, την ποίηση με την ουσία, τον ελληνισμό με τον εαυτό του, αναδεικνύοντας τη συνέχεια των πάντων.

Επισκευάζει την αλυσίδα της διαδοχής από γενεά σε γενεά, από τόπο σε τόπο, από κατάσταση σε κατάσταση, από γεγονός σε γεγονός, από πρόσωπο σε πρόσωπο. Είναι αναγκαίο να έχεις μια γερή αλυσίδα για να μπορείς να σηκώσεις την άγκυρα χωρίς να τη χάσεις, να πλεύσεις στη συνέχεια αν το θελήσεις και να έχεις επιπλέον τη δυνατότητα να αγκυροβολήσεις πάλι, όταν και όπου εσύ επιλέξεις. Χωρίς εξιδανικεύσεις, αφού στο ακρόπρωρο του ποιητικού πλοίου με τη μορφή της Ευγενίας, είναι σκαλισμένη η επιγραφή:
Καθώς και τούτη
αλλά
και οι άλλες ζωές
προδομένες είναι
και θα είναι
στα ίδια πάθη μας.

Ποίηση διαφορετική, συνεκτική, συμπαγής, καθόλου εύκολα προσβάσιμη, προϋποθέτουσα γνώσεις σε πολλά επίπεδα, κλειστή ερμητικά για τον επιφανειακό αναγνώστη μα με κλειδαριές πρόκληση για όποιον ασχοληθεί σοβαρά, είναι μια ποίηση που στέκει σταθερά στα πόδια της και σε κοιτάζει.

Η Ευγενία είναι εκεί. Όχι η κόρη του. Η άλλη Ευγενία. Κομψή, Καλλιεργημένη, με Αρχαιοελληνική Ομορφιά, με τρανταχτή Προίκα Γνώσεων, με Σπάνιες Ικανότητες στο Λόγο, με την Αλήθεια της, Τα Αναφορικά της Κοσμήματα, την Ολότητά της, την Ιστορία της και το Παρελθόν της, τις Μυθικές Αναφορές της, σε ατενίζει από το ζεστό, αιματωμένο εξώφυλλο, τώρα, στο ολοζώντανο παρόν.
Το τι θα κάνεις εσύ, καλέ μου αναγνώστη, είναι δικό σου θέμα.

http://www.thraca.gr/2017/06/2016_23.html

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs /biblio/26/9/2017

Ο διάλογος της «Ευγενίας» με τον χρόνο και τον ελληνικό πολιτισμό

Ο Αντώνης Σκιαθάς είναι ένας πολυγραφότατος δημιουργός, ένας ακούραστος υπηρέτης του ποιητικού λόγου. Η νέα πολύπτυχη ποιητική του συλλογή «Ευγενία» (πικραμένος, 2016) αποκαλύπτει μια βαθιά σχέση του δημιουργού με την ιστορία και την ελλαδική γεωγραφία και τις υπαρξιακές αγωνίες.
Η ποίηση του Αντώνη Σκιαθά μας ταξιδεύει σε όλο τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Είναι γεμάτη με ελληνικό χρώμα, τόσο ως ιδέες όσο και ως παραστάσεις. Οι συνεχείς αναφορές στην ιστορία και σε τοπωνύμια του παρελθόντος ή του παρόντος, όσο και τα αρχαιολογικά ερείπια που αποδίδονται εικαστικά στον ποιητικό του καμβά είναι η αποτύπωση της Ελλάδας που αναζητά τα βήματα της στη σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν.
Η ένταση και η αβίαστη εισαγωγή του φυσικού στοιχείου τον φέρνουν πολύ κοντά στην «ποίηση της περιφέρειας»[1]. Το μπλε του ουρανού και του πελάγους αποτυπώνονται είτε άμεσα είτε συνυποδηλωτικά σε κάθε σχεδόν σύνθεση της συλλογής ως ψηφίδα του υπαρξιακού ποιητικού του μωσαϊκού χαρίζοντας τη χρωματική τους ζωντάνια στον ποιητικό καμβά του. Το ουράνιο χρώμα και η συχνότατη παρουσία της θάλασσας και εκείνης των ανέμων προσδίνουν ζωή στα ερείπια ναών και μαντείων με τη γοητεία της ελληνικής γης.
Συναρπάζει η στιχουργική του έκφραση που ζυγίζεται ανάμεσα στη λιτότητα της καθημερινής γλώσσας και τις στοχαστικές της διακλαδώσεις. Είναι μία έκφραση μελετημένα ανεπιτήδευτη που κυλά με τη φυσικότητα του προφορικού λόγου, ο ποιητής στοχάζεται για την τέχνη και τον ανθρώπινο βίο. Σαν ποιητικά δοκίμια οι συνθέσεις της συλλογής ταξιδεύουν τον ακροατή/αναγνώστη στον μαγικό κόσμο των ποιητικών αναζητήσεων του Σκιαθά ξεπερνώντας τις συμβάσεις του χώρου και του χρόνου[2].
Ο δημιουργός περιδιαβαίνει τον κόσμο των υπαρξιακών αγωνιών ακολουθώντας τη συνειρμικότητα[3]. Τούτο αποτελεί και τον συνδετικό δεσμό στην τεχνική του «διασπασμένου θέματος»[4] ενσωματώνοντας τον κοινωνικό προβληματισμό στο υπαρξιακό και ιστορικό υλικό[5].
Η δυναμική χρήση του μεταφορικού λόγου[6] με τις προσωποποιήσεις και το μοτίβο του υγρού στοιχείου[7] μαγεύουν το κοινό. Απρόσμενες υπερρεαλιστικές πινελιές εμπλουτίζουν το καναβάτσο του Σκιαθά[8] πλάι στη συνειρμική κίνηση του στίχου. Αλληγορίες[9] συνδέονται με υπαρξιακούς προβληματισμούς μέσα σε μία μυσταγωγική στιχουργία εικόνων. Έτσι, ο ποιητής συνδέει στοιχεία από το ιστορικό και μυθολογικό θησαυροφυλάκιο με το φυσιολατρικό στοιχείο σε έναν συνδυασμό με πλούσια χρώματα και μηνύματα με βάθος χρόνου[10].
Συνεχείς, εξάλλου, είναι οι αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα, καλλιτέχνες και μη. Ο ποιητής με την ενσωμάτωση των διάσημων προσωπικοτήτων δημιουργία έναν υπερ-κειμενικό διάλογο μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος ενίοτε και έναν καλλιτεχνικό[11]. Την ίδια όμως στιγμή προσδίδει ένα διαχρονικό βάθος στους δικούς του υπαρξιακούς προβληματισμούς ξεπερνώντας το επίκαιρο[12] και συνδέοντας τις ατομικές αγωνίες με την τέχνη και καθιστώντας τις πανανθρώπινες ξεπερνώντας τον τόπο και τον χρόνο. Η επίκληση και οι διακειμενικοί διάλογοι με ανθρώπους της τέχνης και με ιστορικά πρόσωπα ξεπερνούν τον υποκειμενικό χαρακτήρα του επίγονου ποιητή.
Ο λόγος του Σκιαθά ιχνογραφεί την ελληνική περιπέτεια μέσα από μία υπαρξιακή διαδρομή που ταξιδεύει στον χρόνο. Η ποιητική του συνδέει τον ελληνικό πολιτισμό με την ιστορία του τόπου, δείχνοντας τις επιδράσεις του πολιτισμού στις γενεές μέχρι σήμερα. Άλλωστε, ο χρόνος διαπνέει όλη τη συλλογή ενισχύοντας τον πολύπτυχο χαρακτήρα της και εντέλει την πολυκεντρικότητά της σαν ένα στιχουργικό ταξίδι από την Τροία έως το σήμερα, ως μία ενιαία ποιητική σύνθεση.
Η στιχουργική του παραδομένη στο μπλε της Μεσογείου μετατρέπεται σε έναν οδυσσειακό ύμνο για τον άνθρωπο, που εφήμερος παλεύει απέναντι στο αιώνιο υγρό στοιχείο[13]. Και οι διαρκείς ιστορικές αναφορές υποστηρίζουν εκφραστικά το χρονικό βάθος και τα τοπωνύμια της γεωγραφικής κάλυψης. Άλλωστε, η ποιητική του Σκιαθά διατρέχει το σύνολο της επικράτειας του αρχαίου κόσμου με επίκεντρο τον ελλαδικό χώρο[14].
Μία εσωτερική πνοή διαπνέει τους στίχους του που με ευαισθησία παρακολουθεί με αγωνία το ανθρώπινο πάθος στο διάβα του χρόνου, τα ναυάγια, την απώλεια, τις τρικυμίες της ζωής. Άλλοτε η στιχουργική του αποκτά μοιάζουν με χρησμούς, θυμίζοντας παλαμικές προφητείες, κι άλλες φορές ελευθερόστιχες υμνωδίες στον μακραίωνο ελληνικό πολιτισμό και το απόλυτο ελληνικό μπλε που ξεπερνά τον χρόνο της τέχνης.
Η «Ευγενία» είναι ένας διαρκής διάλογος του χρόνου και του ελληνικού πολιτισμού με τους φθόγγους και τις βαθύτερες ανθρώπινες ανησυχίες. Είναι το μέλλον των ανθρώπων όμως ριζώνει στο παρελθόν και ακτινοβολείται μέσα από τη στιχουργική του Σκιαθά στα μάτια της κόρης του. Κάθε νεώτερη γενιά κουβαλά μέσα της βαθιά τον ελληνικό πολιτισμό, από τις μυκηναϊκές κατακτήσεις και έπη μέχρι τους ποιητές του πρόσφατου παρελθόντος και καλλιτέχνες που επέδρασαν στην αντίληψη του ίδιου του ποιητή.

[1] βλ. Δήμος Χλωπτσιούδης, Προσεγγίζοντας την ποίηση της περιφέρειας, vakxikon, τεύχ. 34 (Ιούνιος 2016).

[2] βλ. σελίδες ημερολογίου για το κάλλος των παρουσιών ωδή, στον λεύτερο Δυσσέα, η μεσιτεία των μπλε του Ιούδα ποιητή.

[3] βλ. ασκήσεις πλοηγού.

[4] βλ. ηχώ της ψυχής β’, η γέννα, με τη μέθοδο του Ελλήσποντου, η προσωπίδα της μητέρας μου, ομίχλη.

[5] βλ. γενέθλια μανιφέστο, κόκκινα λουστρίνια, σελίδες ημερολογίου για το κάλλος των γεννητόρων, εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης β’, σελίδες ημερολογίου για το κάλλος των συγγενών.

[6] βλ. λαθρεμπόριο ανέμων, οι στίξεις, σελίδες ημερολογίου για το καλό των συγγενών, με τον τρόπο της γόνιμης μητέρας, η ηχώ της ψυχής β’, με τον τρόπο του ποιητή, σκέψεις για τις παρουσίες.

[7] βλ. το δίκαιο της συγκλήτου β’, η μοναξιά του Νικολάου Καρούζου, η γέννα, επί της λίμνης Κουμουνδούρου, με τη μέθοδο του Ελλήσποντου.

[8] βλ. το θέρος, Ιωλκός σε πένθος αλλοεθνών γ’, το μάταιο.

[9] βλ. ελαιώνας, οι στίξεις, η προσωπίδα της μητέρας μου.

[10] βλ. το δίκαιο της συγκλήτου α’ & β’.

[11] βλ. επί της λίμνης Κουμουνδούρου, η μοναξιά του Νικολάου Καρούζου, η Ιωλκός σε πένθος αλλοεθνών β’.

[12] βλ. χρησμοί της μνήμης του ελεεινού της ποίησης, εις το ιερό του Μελάμοδα οι ατελείς οικείοι, ήθη επαϊόντων, εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης β’.

[13] βλ. η μεσιτεία των μπλε του Ιούδα ποιητή, σελίδες ημερολογίου για τον καλός των παρουσιών β’, ο θρήνος του Αλφειού.

[14] βλ. με τον τρόπο του εραστή, με τον τρόπο του οδοιπόρου.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Δημοσιεύθηκε από mandragoras

Για την Ευγενία του Αντώνη Δ. Σκιαθά

…από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, που ’χουν τη θέση τους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, θα μπορούσε να οριστεί συμπερασματικά η τελευταία συλλογή του Αντώνη Δ. Σκιαθά με τίτλο ΕΥΓΕΝΙΑ (εκδ. Πικραμένος, πάτρα 2016, σελ. 119) δανεισμένο (ή οφειλόμενο) στην κόρη του Ευγενία-Μιχαέλα, στην οποία ο ζωγράφος Γιάννης Στεφανάκις, αφιέρωσε ένα επιχρωματισμένο σχέδιο στη σελίδα 15.
Τα ποιήματα-σχόλια με βάση ιστορικά γεγονότα, ρινίσματα συμβάντων, αναμνήσεις σύγχρονες και παλιότερες που αλληλομπλέκονται σε ένα είδος σφιχτής ύφανσης πάνω στο πέπλο της Ελλάδας προσομοιάζουν με χορικά αποσπάσματα, μονολόγους τραγωδών, χρησμούς μάντεων, αλλά και ωδές κι όχι μονάχα στο ομότιτλο ποίημα «Ωδή στον λεύτερο Δυσσέα».
Μια πρώτη προσέγγιση των επιλογών του θα μπορούσε να ανιχνευθεί σε τρία επίπεδα: τόπος-χρόνος-πρόσωπα. Δίχως χρονολογική συνέχεια, με αλληλένδετες τις εποχές τα μέρη και τους δρώντες καθώς στον Αντώνη Σκιαθά παρατηρείται μια απόλυτη ελευθερία, στα όρια τα άναρχης επιλογής, στη χρήση κάθε φορά και στη σύμπλευση, μέσα στο ίδιο ποίημα από στίχο σε στίχο και από στροφή σε στροφή, των τριών αυτών σταθερών που ανέφερα. Παράδειγμα: τους Λέοντες της Δήλου στα ιερά της κοιμήσεως/ του Γεωργίου Νόελ λόρδου Μπάιρον/ Ένοικος κι αυτός, όπως και ο λόρδος, του μεγάλου πελάγους/ ύφαινε τις εμμονές του θέρους […] Ήξερε καλά όπως η Άννα η Κομνηνή/ ότι το ξημέρωμα υπήρχαν πάντοτε κλωστές/ με αίμα κι αλεύρι σπαρμένο στο περβάζι/ της νήσου γι’ αυτούς που θα έρθουν νέοι. (σ. 25). Εδώ έχουμε τον ποιητή κι επαναστάτη Φιλέλληνα του ’21 με τη βυζαντινή πριγκίπισσα του 11ου αι. την οποία επίσης έχει μνημονεύσει κι ο Καβάφης στο ομότιτλο ποίημά του «Άννα Κομνηνή».
Για να επανέλθουμε στην κατηγοριοποίηση που επιχειρώ μέσα από την ποίηση του Αντώνη Σκιαθά, έχουμε στην ενότητα τόπος: τη Γέφυρα του Ευρίπου, την Ιωνία, πόλη του Ανακρέοντα, την Τροία, τη μονή Δαφνίου, τη Δήλο, την Παλμύρα, το Άθως, τις κολόνες του Επικούρειου Απόλλωνα, τη λίμνη Κουμουνδούρου (εκεί όπου ο Πατρινός Περικλής Γιαννόπουλος «δημιούργησε την αυτοκτονία της λίμνης/ στο κορμί του»), τις ανασκαφές του Σούνιου, την Ιθάκη, τις κοίτες του Αλφειού (εκεί όπου ο Μελάμποδας συνάντησε τον θεό Απόλλωνα), την Ίμβρο και την Τένεδο/ την Οία και τη Ρω, τη σοφίτα του Ερέχθειου, της Κρήτης τα άγια βουνά, γυμνόλαιμες πλαγιές της Αστυπαλιάς, της Τήλου, της Κύθνου/ και των λοιπών περιουσιών της Γαληνοτάτης Πατρίδας, την πλάνη του Ταΰγετου, τη μαγγανεία της ποίησης/ στις νήσους των Σποράδων, τα βράχια των Μυκηνών, τ’ άπειρο στις αποσκευές των πρώτων μεταναστών/ της Αμερικανικής Ηπείρου, τις μνήμες του κήπου των Ελαιών, τους αφημένους βράχους της Μιλήτου, τα γιασεμιά της Τροίας, Αιδηψός – Τσεσμές/ Αιτωλικό –Αλεξάνδρεια, τα Ιόνια νερά, τη Ρούμελη, την Επτάνησο σε μια απογευματινή αιώρα στο πέλαγος…
Στην ενότητα χρόνος παρακολουθούμε μέσα από τα ποιήματα τη σύμπραξη/σύμπλευση των αιώνων, μια κατάλυση δηλαδή των χρονικών αποστάσεων που μόνο στην ποίηση μπορεί να επιτευχθεί. Εκεί όπου ο 9ος-8ος π.Χ αιώνας συνυπάρχει με το τέλους του 11ου μ.Χ. αιώνα: το έθνος των τοκογλύφων, στα όρια της Τροίας,/ δίπλα στις βροχερές αγορές/ της μονής Δαφνίου. Και αλλού: Τις νύχτες του Ομήρου (του 710 π. Χ.) να συμπλέουν στην ίδια στροφή με τους Σολωμό και Κάλβο (του 19ου αιώνα). Τον Σίγκμουντ Φρόυντ (19ος-20ος αι) με τα κορμιά του Διγενή (11ος-12ος αι) και τον Αντρέα Κάλβο στο ίδιο ποίημα.
Τέλος στην ενότητα πρόσωπα υπάρχει μια τεράστια βεντάλια που εκτείνεται από ζωγράφους, ποιητές, ιστορικά πρόσωπα, επαναστάτες της κλασσικής και σύγχρονης περιόδου. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε:

Όμηρος, Πλάτων, Ρωμανός ο Μελωδός, Σολωμός, Κάλβος, Κ.Π. Καβάφης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, Έκτωρ Κακναβάτος, Αντώνης Σαμαράκης, Νικόλαος Καρούζος, Θανάσης Κωσταβάρας,

Λεονάρντο ντα Βίντσι, Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Γιαννούλης Χαλεπάς, Γιώργος Μπουζιάνης, Γιάννης Τσαρούχης,

Άννα Κομνηνή, Ιωάννης Ρούκης εκ Φωκίδος, Μαντώ Μαυρογένους, Γκούρας, Ιωάννης Καποδίστριας, Άρης Βελουχιώτης, Νικόλαος Πλουμπίδης…

Η σύνδεση/αναγωγή σημαινουσών περιόδων με τη σύγχρονη ελληνική τραγωδία των τελευταίων ετών παραπέμπει σαφώς στη μέθοδο του Καβάφη: όπως και στον Καβάφη έχουμε ιστορικά ποιήματα εμπνευσμένα κυρίως από την ελληνιστική περίοδο, την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και το Βυζάντιο, χωρίς να λείπουν και ποιήματα με μυθολογικές αναφορές. Μόνο που στον Αντώνη Σκιαθά έχουμε και αναφορές στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, δηλαδή την επανάσταση του ’21, αλλά και αναφορές από την κλασική αρχαιότητα (σε αντίθεση με τον Καβάφη). Ενώ, όπως και στον Αλεξανδρινό ποιητή, βλέπουμε ανάλογα και στην περίπτωση του Σκιαθά φιλοσοφικά ποιήματα –«διδακτικά» όπως χαρακτήρισαν κάποιοι τα ποιήματα του Καβάφη και ποιήματα ποιητικής, όπως συνηθίζεται να λέγεται σήμερα… Ποιήματα δηλαδή με «συμβουλές προς ομοτέχνους», δηλαδή ποιήματα για την ποίηση, και ποιήματα που πραγματεύονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη μοίρα των λαών, την έννοια του χρέους, ή περιγράφουν τις τραγωδίες της φυλής.

Ένας ακόμη ευδιάκριτος άξονας της ποίησης του Αντώνη Σκιαθά είναι ο λυρικός υπερρεαλισμός τύπου Έκτορα Κακναβάτου τον οποίον άλλωστε ονοματίζει ο Σκιαθάς στο ποίημά του «Χρησμοί της μνήμης του Ελεεινού της ποίησης»: Με τον τρόπο, λοιπόν του ποιητή/ Έκτορα Κακναβάτου/ το θέρος γίνεται μαΐστρος/ στον ασβεστόλιθο της πρώτης εφηβείας. (σ.20). Ένα κράμα δηλαδή ισοπεδωτικής αποκαθήλωσης κάθε συνέχειας από στίχο σε στίχο, μια αποδόμηση της λογικής αναμονής που έχει ως στόχο τη λεκτική εκκένωση αντίθετων ηλεκτρικών φορτίων-λέξεων, προκειμένου να δημιουργηθούν αστραπές στίχων και νοηματικοί κεραυνοί στροφών. Ο Σκιαθάς το ορίζει ως φρυκτωρία ξενιτιάς, όπου φρυκτωρίες είναι ακριβώς οι πυρσοί που ανάβονταν από τόπο σε τόπο για να επιτευχθεί η επικοινωνία με τα μακρινά μέρη, ένα είδος σημάτων μορς της αρχαιότητας. Αλλά τι άλλο μπορεί να χαρακτηριστεί η ποίηση –παρά σήματα μορς μεταξύ ποιητή και αναγνώστη;
Ένα παράδειγμα για τη σχέση με τον Έκτορα Κακναβάτο: όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά,/ με μια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της Επανάστασης/ Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας/ και τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ,/ διπλοραμμένες σε μια φόδρα του ταγέρ/ της Μαντούς Μαυρογένους. (Α. Δ. Σκ. «Δραπέτης χρόνος», σ. 17)
Και από το «Τοπίο με φλύκταινες», της συλλογής Οδός των Λαιστρυγόνων του Κακναβάτου: Δεν ύπαρχε τρόπος να ξεφύγω/ μόνον ο λεξικογράφος Αναστάσης Ορλόφσκυ/ γυάλιζε πού και πού τα ομοιοκατάληκτα…
Η Ευγενία είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες. Οι τρεις πρώτες, όπως μας λέει κι ο ίδιος ο ποιητής: Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα, Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών, Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού, αποτελούν μια τριλογία που θα μπορούσαν να επέχουν και αυτοτελή θέση σε μια έκδοση. Παρά ταύτα θεωρώ πως λειτουργούν μέσα στο ίδιο σώμα του βιβλίου κι από την άποψη αυτή βοηθά η κοινή αίσθησή τους κυρίως με την μεθεπόμενη ενότητα του βιβλίου Οι παρουσίες στις ακτές της πολιορκηθείσης πόλεως του Μεσολογγίου. Στη χαραυγή του παρόντος,/ επίμονα τα πλήθη συρρέουν/ και πάλι στην πόλη/ με τα σιδερένια λιοντάρια,/ ουρλιάζοντας στα σιντριβάνια/ για το αίμα της αυριανής μέρας, διαβάζουμε στο ποίημα «Αυτόχειρας εξ ετεροχθόνων» από τη σχετική ενότητα. Το φορτισμένο Μεσολόγγι σύμβολο της πολιορκίας αλλά και της εξόδου. Το Μεσολόγγι που σώπαινε «ανεβαίνοντας υψόμετρα τη νόηση/ πάσχιζε να γενεί σιρίτι του Γαλαξιδιού/ ή παιδικό καΐκι», κατά τον Κακναβάτο. Τη γενέθλια πόλη του πατέρα μου που σήμερα (σ.σ παρoυσίαση στο Polis Art Café την Τετάρτη 18.1. 2017) αν ζούσε θα γιόρταζε την ονομαστική του εορτή. Γι’ αυτό επιτρέψτε μου να κλείσω την αναφορά μου αφιερώνοντας την παρέμβασή μου στη μνήμη του. Στη μνήμη των απανταχού πολιορκημένων και στην ελπίδα πολλών μελλοντικών Εξόδων.

http://mandragoras-magazine.gr/%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BC%CF%8D%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1/10990

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΕΜΒΟΛΙΜΟ τ. 85-86/2018

«Αυτό το ουράνιο τόξο βγάζει αίμα»

«Ευγενία» είναι ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Αντώνη Σκιαθά. Από το όνομα της κόρης του, Ευγενίας – Μιχαέλας.
Πέντε θεματικές ενότητες. «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα», «Οι γεννήτορες στην νήσο των Σπετσών», «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού», «Οι επίγονοι ομολογούν του έρωτος επέτειος εαρινή», «Οι παρουσίες στις ακτές της πολιορκηθείσης πόλεως του Μεσολογγίου», με τις τρεις πρώτες να αποτελούν τριλογία. Το ποίημα «Δραπέτης χρόνος» μας εισάγει στη συλλογή. Έπονται σχόλια του ποιητή, συντομογραφίες ονομάτων, γλωσσάρι. Μετά μακρά σιωπή, ασκούμενος εν οδοιπορία ποιήσεως, ο ποιητής επανέρχεται με έναν απολογισμό ζωής και έργου.
Η έλευση του παιδιού στη ζωή, όπως είναι φυσικό, «δωρίζει χρυσαετών πτήσεις δωρικές» στους γονείς. Ο πατέρας στη στιγμή της χαράς μετρά απειράριθμες ιαχές λάμψης. Όμως, πέρα από τους συναισθηματισμούς κραδασμούς, το ευφρόσυνο γεγονός γίνεται αφορμή για μια ποιητική ψηλάφηση του ατομικού και συλλογικού παρελθόντος, για έναν ατομικό και κοινωνικό απολογισμό ζωής.
Η μνήμη σαν ταινία στρέφεται προς τα πίσω, ανασύροντας στην επιφάνεια όχι μόνον τον προσωπικό κύκλο, από την εφηβεία μέχρι την ωριμότητα, αλλά και ολόκληρη την πορεία της οικογένειας. Καταφτάνουν ο πατέρας κι η μητέρα, με την ισχυρή τους παρουσία, όπως και οι συγγενείς. Έρχονται να χαιρετίσουν το παιδί, να το μοιράνουν με τους χρησμούς τους. Όμως η αφή του χρόνου, επώδυνη τις περισσότερες φορές, ανασύρει στην επιφάνεια και τα κακώς κείμενα του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί το παιδί. Και στο σημείο αυτό οι οιωνοί για τη μικρή Ευγενία δεν είναι καλοί. Ο «Δραπέτης χρόνος» φορτώνεται με απογοητεύσεις.

Είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας.
Σ’ ένα μεγάλο μπόγο
όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά,
με μια αλλαξιά εσώρουχα στου στρατηγού της επανάστασης,
Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας
και
τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ,
διπλοραμμένες σε μια φόδρα του ταγιέρ
της Μαντούς Μαυρογένους.

‘Έτσι φορτωμένοι, περάσαμε τη Γέφυρα του Ευρίπου,
με χιλιάδες κλουβιά ωδικών
να γεμίζουν
πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου
τραβήξαμε κατά την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων
της πόλεως του Ανακρέοντος.
Τις μέρες των πανηγυρισμών
του πολιούχου Πέδρο Ανδρέα Βαγέχο.
Πραματευτάδες των εμφυλίων της ψυχής,

με λέξεις, στίχους και σκέψεις,
ανοίξαμε τις εκκλησιές
και σώσαμε στα μανουάλια φως,

για τις μεγάλες νύχτες
και αυτού του θέρους,

για τις μεγάλες νύχτες
και αυτού του αφανισμού.

Των προγόνων.
Των γεννητόρων.
Των συγγενών.
Των επιγόνων.

Ο μάντης Μελάμποδας δεν προοιωνίζει αισιόδοξες καταστάσεις. Η Ελλάδα προχωρά στο νέο αιώνα σκυφτή, γεμάτη πληγές, αλλά με κληρονομιά βαριά, το ιστορικό παρελθόν και την απαράμιλλη τέχνη της. Γερμένη όμως από το βάρος του πολιτισμού της και χωρίς παιδεία, προχωρά με αχάρακτη πορεία. Ανερμάτιστη, μέσα σ’ έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Αυτοκαταστροφική.

Στην Ολυμπία τα νερά δεν έχουν πια αξία.
Το έλος έγινε καθεστώς.
Παγωνιά.
Άρχισαν να καρφώνουν τα ξεροπήγαδα
με αβασίλευτους θυμούς
και επετείους εμπρηστών.
Ο τόπος έγειρε στα κοίλα της θάλασσας,
μισοσβησμένος
γέμισε στουπιά, μπιτόνια με πετρέλαιο
και τέφρα από τις φωλιές
των πετεινών της Αρτέμιδος.

«Το σάπιο και σαθρό πολιτικοοικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον που δημιουργήσαμε όλες οι γενιές μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήρθε έστω και τώρα να ενταφιαστεί μαζί με όλους εμάς που περιοδεύουμε στα μικροαστικά τοπία της εφήμερης υπερκατανάλωσης επιδεικνύοντας τη ματαιότητα του υπέρ εγώ μας», γράφει ο ποιητής στα σχόλια που συνοδεύουν τη συλλογή.
Ο πατέρας βρίσκεται σε αμηχανία. Τι να πει στο παιδί του; Ακόμα και το παραμύθι με την κοκκινοσκουφίτσα, με το οποίο μεγάλωσαν οι προηγούμενες γενιές, έχασε την αίγλη του. Θύμα δεν είναι πια η κοκκινοσκουφίτσα. Είναι ο λύκος. «Αυτό το διεστραμμένο κείμενο παρουσιάζει το θύμα ως θύτη», γράφει. Τα όμορφα δάση μας καίγονται από τη φωτιά και η ύβρις που συντελείται «μόνο με πατροκτονία και μητροκτονία μπορούν να θεραπευτούν», κατά τον ποιητή, σύμφωνα με τον Αντώνη Σαμαράκη.

«Κανένας λύκος δεν πήγε ποτέ στο σαλόνι του μπαμπά της κοκκινοσκουφίτσας, για να παρακολουθήσει από τη δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση τις φωτιές, στους τόπους που διαβρώνει τρώγοντας σουβλάκια και πίνοντας μπίρες».

Την ίδια στιγμή η Μεσόγειος φλέγεται. Εκεί που κάποτε αναπτύχθηκε ο υπέροχος αιγαιοπελαγίτικος πολιτισμός, ο τόσο ανοιχτός προς το διαφορετικό πνεύμα, «την ώρα που το φως χωρίζει το μπλε του ουρανού από το μπλε της θάλασσας», επιπλέουν στα νερά της αυτοσχέδια σωσίβια.
«Εκεί, λοιπόν, στα αφρισμένα και αφιλόξενα νερά της πατρίδας μεταξύ των ακτών της Ιωνίας και της Σάμου είδα ίχνη ανθρώπων και ένα πλαστικό παιχνίδι να φωτίζει το μπλε του πελάγους».
Τα παιδιά του κόσμου υποφέρουν. Τα υγρά ματάκια τους κοιτάζουν γεμάτα απορία. Τι να πει της μικρής Ευγενίας. Ως πατέρας είναι υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού του. Ως πολίτης μιας αξιολάτρευτης χώρας προσπαθεί να βρει δύναμη να αντέξει στους δύσκολους καιρούς. Και τα δύο «Εγώ» του στρέφονται στην ιστορία και την παράδοση. Είναι το μόνο αντίδοτο στους άξενους καιρούς.
Όμως ο αναστοχασμός αυτός γίνεται πυροδότης και ενός εντελώς προσωπικού οδοιπορικού στα βάθη της παιδικής και εφηβικής μνήμης, στις μέρες των σπουδών, της ποίησης, της εργασίας, αλλά και της ηλικιακής ωριμότητας. Ο ήχος της φυσαρμόνικας του πατέρα ηχεί γλυκά στην παιδική ακοή κι η ηδονή των λέξεων του Ομήρου, του Κάλβου και του Σολωμού γίνονται συνοδοί της ποιητικής πορείας.

Νεογέννητος ακόμα ο αοιδός χρόνος μου
προσπαθούσε ν’ ανακαλύψει
τους Λέοντες της Δήλου στα ιερά της κοιμήσεως
του Γεωργίου Νόελ Λόρδου Μπάιρον.
Ένοικος και αυτός, όπως και ο λόρδος,
του μεγάλου πελάγους
ύφαινε τις εμμονές του θέρους,
για τους κτίστες του ωκεανού,
Έλληνες και ξένους.

Ήξερε πολύ καλά όπως η Άννα η Κομνηνή
ότι το ξημέρωμα υπήρχαν πάντοτε κλωστές
με αίμα κι αλεύρι σπαρμένο στο περβάζι
της νήσου γι’ αυτούς που θα έρθουν νέοι.

Η πορεία του από τότε ευανάγνωστη,
όμοια της πτώσης των επαϊόντων,
πάντα κοντά στις κοίτες
των δίδυμων θεών του Πλάτωνα,
πάντα κοντά στα ύστερα της ψυχής.

Και η μοίρα του,
στις ξερές του αιώνιου λευκού
ν’ ανακαινίζει και πάλι την Παλμύρα.
Δηλαδή,
την πόλη, το λιμάνι, τους ναούς
και τις στέρνες και τις κρυμμένες σκιές
των πνιγμένων.

Στη μέση αυτής της περιπλάνησης ο ποιητής, που βαδίζει μετέωρος στις ακτές της ποίησης• όμως με ισχυρό του «ασυνείδητο» ένα δυνατό «εμείς»: τον Όμηρο, το Διγενή και το Βυζάντιο ∙ τον Άθω, τον Κάλβο και το Σολωμό ∙ τον Καποδίστρια, τον Καβάφη και τον Έκτορα Κακναβάτο. Τους «Άριστους των χρόνων». «Αφύλαχτη είναι η ψυχή, όταν τη βρίσκει ο βοριάς της μοναξιάς».

Επίγονοι λοιπόν όλοι αυτοί οι λάτρεις,
της νύχτας των Θερμοπυλών,
στήνουν παγίδα στους αλιείς,
που ζουν απ’ το γαλάζιο
κι ας λένε
στα τραγούδια τους

πως δεν έχει αξία το νερό
χωρίς το μπλε του ουρανού
και το χρυσό της Δύσης.

Πορεύεται στο δρόμο του απροσδόκητου προσπαθώντας να περάσει τα σύνορα του Ωραίου, την ώρα που η μνήμη μετράει απώλειες, όχι μόνο προσωπικές, αλλά και εθνικές.
Έφυγαν
την πρώτη εσπέρα του αιώνα,
ασίκηδες του μυστικού θανάτου της πατρίδας,
ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,
ο Άρης Βελουχιώτης,
ο Γεώργιος Μπουζιάνης,
ο Νικόλαος Πλουμίδης,
ο Έκτορας Κακναβάτος
και η μητέρα μου
Ράμπελα Στυλιανού
και τόσοι άλλοι όμορφοι Έλληνες
Ελλήνων γόνοι.

Τη θέση των ηρώων πήραν «ενεχυροδανειστές μαρμάρινων στολών που φόραγαν οι προτομές του κάλλους, λες και άμα τις ιαχές βάλεις σε προθήκες αρχαιοπωλών, θα μάθουν οι σκιές να ιστορούν το χρόνο».

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα.
Ακούγονται επίμονα οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.
Από τότε οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Ο πατέρας ξεπροβοδίζει επομένως την κόρη σ’ έναν σταυροφόρο αιώνα. Που «καρτερά το πρωινό φως με ρημαγμένη τη βροχή. Η θάλασσα, το μπλε και η ομίχλη κατέληξαν πληθωριστικά ποιήματα σε παλιωμένες κάμαρες με παιδικά παιχνίδια. Φαρμάκι ο χρόνος. Τα τοπία πυρπολημένα από δοσίλογους έρωτες. Γεννήθηκαν αδελφοκτόνες ιαχές». Η μικρή τρόμαξε του θέρους τους αλαλαγμούς και τις σκιές του Αυγούστου. Τότε η γιαγιά πιάνοντας από το χέρι την εγγονή, είπε:

«Κόρη μου, μάζεψε και κρύψε στα γραπτά σου των φαρμακωμένων το κάλλος». «Εκεί ίσως κοπάσει το πάθος του ήλιου, να μετρά στη θάλασσα τους ίσκιους ναυαγών αλλά και τολμηρών καπεταναίων».

Η αρχαία Ελλάδα και η ορθοδοξία. Ο μυστικισμός της Ανατολής. Η λαϊκή παράδοση. Η λατινοκρατία. Η τουρκοκρατία. Η μετανάστευση. Το μπλε, το χρυσό, το κόκκινο. Τα γλυπτά του Χαλεπά, η ζωγραφική του Ντεγκά, μιας αυθεντίας στην κινούμενη ανθρώπινη μορφή…
Η «Ευγενία» του Αντώνη Σκιαθά είναι η απελπισμένη κραυγή ενός πολίτη για τη χώρα του. Για την απώλεια του πατρογονικού κάλλους. Για την Ελλάδα που πιστέψαμε• και «ας είναι αυτή στην τάβλα καρφωμένη». Ένας διάλογος με τις Ερινύες σε γλώσσα επιτύμβια και χρόνους θρυμματισμένους. «Μικρές ιστορίες για το μπλε, που, όταν έφτασε στο φως, άρχισε τις εκπτώσεις».
Το μόνο ενθαρρυντικό στοιχείο είναι ο έρωτας.

«Εκεί που το αληθές ενώνεται με το αγαθό,
εκεί που η ηδονή καθαγιάζεται σε βιωμένο,
εκεί που το πεπερασμένο ιαίνεται σε άπειρο,
εκεί που τις ώρες μας δωρίζουμε
στη συλλογή ανθών φασκομηλιάς για τα πέπλα
Εκεί
μήνες μετά
εκεί
ελευθερωθήκαμε.

Ο οδοιπόρος ποιητής, τσιγγάνος της δικής του ζωής, αναζητά απαντήσεις.

Άρχισε να χαράζει
στις νήσους του Σαρωνικού.
Ξοδεμένο το πέλαγος
σε ερωτήσεις ναυαγών
ψελλίζει ιστορίες για τις οικονομίες
των μπαχαρικών
σ’ ασβεστωμένες θάλασσες.
Άρχισε να χαράζει.
Ευλογημένοι όσοι
φιλιώνουν το απόμακρο μπλε του ωκεανού
με τον ιερό βοριά του Αιγαίου.
Ευλογημένοι οι Αθίγγανοι
Που ξέρουν για το φως
Όσο κανένας άλλος.

«Κερδίζει κάλλος η ζωή, όταν τολμά τις διαιρέσεις», πιστεύει ο ποιητής και πορεύεται με μόνο του στήριγμα το πάθος για την τέχνη του• με μια «κόκκινη ομπρέλα ανοιχτή». Μύθος και λόγος. Αυτά τον σώζουν.
Ο Αντώνης Σκιαθάς στην τελευταία του ποιητική συλλογή «Ευγενία» αναμετριέται με την τραγικότητα ενός αφανισμού στο νέο αιώνα αναζητώντας απεγνωσμένα την ελπίδα στην αθωότητα των παιδικών χρόνων• ψάχνοντας «έστω και τώρα τα δύο κόκκινα λουστρίνια που ξεχασμένα έμειναν άπειρα πρωινά στο κρεβάτι». Και προβληματίζεται.

Πόσο νερό
να κρύβεται
στις τέφρες
των μοναστηριών
για τις εποχές
της ανομβρίας;

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

θράκα 24/6/2018

Διαβάζοντας την Ευγενία του Αντώνη Σκιαθά εκπλήσσομαι με την πληθωρικότητά του. Ένας ποιητής που δεν φοβάται τις λέξεις, που είναι λυρικός και συνάμα ένας άγριος έφηβος που στήνει τον μεγεθυντικό του φακό μπροστά στον ήλιο για να τσουρουφλίσει κάθε μας αυταπάτη. Τα ιστορικά πρόσωπα που παρελαύνουν στα ποιήματά του, είναι οι προφήτες που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να μιλήσει για το σήμερα. Ένα σήμερα που στρέφει τα νώτα του στους οραματιστές.
Η Ευγενία, η κόρη του ποιητή, είναι η Αριάδνη που τον βοηθά να βγει από τον λαβύρινθο των αμφιβολιών, η δική του σωτηρία εξαρτάται από το να πει την αλήθεια χωρίς υπεκφυγές, να παραμείνει ποιητής ακόμα κι όταν ο κόσμος γύρω του δεν τον κατανοεί. Χωρισμένο σε έξι μέρη το βιβλίο, αποτελεί μια σύνθεση με εξαίρετη δομή η οποία με σθένος υπερασπίζεται την δύναμη της αγάπης. Οι εισβολείς, οι τοκογλύφοι, τα τέρατα του αιώνα αδυνατούν να υποτάξουν το πνεύμα του, την θέλησή του να δημιουργεί ποίηση κάτω από το καθεστώς του ρεαλισμού:

Άντεξα χρόνους πενήντα στους χρησμούς
που νόμιζα ότι μου άνηκαν.

Δεν μιλάω ποτέ
για τους νεκρούς που έφεραν οι ήττες.

Μιλώ με ζήλο
μόνο γι΄ αυτές τις ήττες
που μ΄έμαθαν το αίμα
να θαυμάζω
ως χρώμα στα φτερά
εδώδιμων πτηνών.

Στους παραπάνω στίχους από το ποίημα Γενέθλιο μανιφέστο βρίσκουμε τον ποιητή εκείνον που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις ήττες του, με έναν ζήλο που όμως δεν τον ρίχνουν στην αδράνεια αλλά τον οδηγούν στην ομορφιά, σε αυτή την πατρίδα των αισθήσεων, όπου ο ίδιος γόνιμα θαυμάζει το χρώμα στα φτερά των πουλιών. Μου θυμίζει εκείνον τον μύθο των Σούφι, όπου κάποιος κρατιέται από ένα κλαδί για να μην γκρεμοτσακιστεί από τον γκρεμό κι αντί να είναι φοβισμένος από την επικείμενη πτώση εκείνος θαυμάζει ένα λουλούδι δίπλα του.
Αυτό είναι ποίηση. Να αντιστέκεσαι. Να βρίσκεις παρηγοριά στην ομορφιά, ακόμα κι όταν ομορφιά δεν υπάρχει. Θέλει μεγάλο σθένος για να καταφέρεις κάτι τέτοιο. Κι ο Αντώνης Σκιαθάς το έχει. Μας προσφέρει μια ποίηση αλτρουιστική, στίχους μεγάλης δύναμης:

Στα σκοτάδια, λοιπόν, του μαΐστρου,
στήνουμε ενέδρες
και
άλλοτε με κρύσταλλα συλλέγουμε τα μπλε
και
άλλοτε προσμένουμε πλεούμενα του μπλε
με σίδερα και άλλες οξειδώσεις
να σχηματίσουν
νησιά και όρη στην Ίμβρο και την Τένεδο
στην Οία και τη Ρω.

Εκεί λοιπόν,
γεννηθήκαμε,
μάθαμε παιδιά ακόμη
τους τίτλους
της πρώτης,
της ποίησης αγάπης,
στη σοφίτα του Ερέχθειου.

Επιδιώκοντας τη μέγιστη κορύφωση του αισθητικού αποτελέσματος ο Σκιαθάς ενσωματώνει στην ποιητική του σύνθεση το λυρικό στοιχείο. Αμυντικός στόχος ενάντια σε μη ποιητικά στοιχεία, όπως περιγραφικά, διδακτικά ή αφηγηματικά, τα οποία νοθεύουν τον ποιητικό λόγο και χρησιμεύουν απλώς σαν καλές ευκαιρίες για τις ποιητικές εκφορές του αισθήματος του ποιητή ή των εφευρεμένων χαρακτήρων του. Προσεκτικός στην οικονομία του λόγου του, τον κατευθύνει σ΄ έναν ενιαίο ρυθμό, γνώστης και μελετητής της ποιητικής παράδοσης.
Πιστεύοντας ότι η ποίηση πρέπει να είναι πιστή όχι στο αντικείμενο αλλά στην ανθρώπινη συγκίνηση επενδύει τον λόγο του σ΄ αυτή την κατεύθυνση. Καθοδηγεί τη γλώσσα να προσαρμοστεί στη μορφή των πραγμάτων.

 

ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

ΦΡΕΑΡ 12/9/2018

Ανεστραμμένο προοίμιο

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς εξέδωσε, μετά από 7 χρόνια εκδοτικής σιωπής, το ποιητικό βιβλίο Ευγενία. Συνηθίζω να λέω πως οποιαδήποτε αλήθεια του συγγραφέα μετά τη συγγραφική τελεία είναι μια εξωκειμενική αλήθεια, που διόλου δε δεσμεύει τον αναγνώστη, όσον αφορά στην πρόσληψη του κειμένου που του έχει προσφερθεί. Στο βιβλίο αυτό διαπίστωσα μια πολύ ενδιαφέρουσα παρέκκλιση. Ο Α. Σκιαθάς προσθέτει στο αυτί του οπισθοφύλλου μία σημείωση, η οποία αποτελεί ουσιαστικά ένα σχόλιο της ποίησής του, αλλά γραμμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε να συνιστά οργανικό κομμάτι του βιβλίου του και όχι μια εξ υστέρου «εξήγηση». Παραθέτω το αντίστοιχο χωρίο: […] Η Τριλογία, […] θα μπορούσε να έχει εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις. Επέλεξα συνειδητά όμως να εκδοθεί με τον γενικό τίτλο «Ευγενία», συμπληρωμένη με τα αναγκαία σχόλια και τις αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το όλον της «πυθαγόρειας» σιωπής και με τον τρόπο της πλατωνικής θέασης τους κώδικες του ποιητικού βίου.

Εκείνο που θεωρώ ότι συνηγορεί στην τοποθέτηση του παραπάνω «εντός» του κειμενικού σώματος του βιβλίου είναι η ομοιότροπη γλώσσα του και η δισυπόστατα αμφίρροπη σημασιολογική του βάση. Εξηγούμαι.

Τρίμορφο ποιητικό στίγμα

1. Θίγεται με γενναίο τρόπο το θέμα της σιωπής και της άσκησης. Ο ποιητής επικαλείται την πυθαγόρεια σιωπή ως ένα είδος άσκησης, μια δοκιμασία όπως του Πυθαγόρα στους υποψηφίους μύστες των φιλοσοφικών του «μυστηρίων». Ο ποιητής ομοίως πρέπει να ξέρει να σιωπά, να έχει την υπομονή να περιμένει. Υπάρχει και μια παραπληρωματική βεβαίως σημασία. Η διαχρονική πάλη του ποιητικού λόγου με τη σιωπή είναι βασανιστικά αμφίρροπη, και χωρίς ελπίδα να τελεσιδικήσει, εις το διηνεκές.

2. Αναφέρεται στην ενσυνείδητη επιλογή να συνθέσει ένα ολιστικό ποιητικό σύστημα, με φιλοσοφικά και κατά κάποιον τρόπο επιστημο-λογικά κριτήρια: τα τρία μέρη να αποτελέσουν υποενότητες ενός ενιαίου συνθέματος, όπου θα ενσωματωθούν σχόλια και σελίδες ημερολογίου, τα οποία είναι και αυτά ποιητικά κείμενα και όχι ένας πραγματολογικός σχολιασμός, όπως αρχικά κάποιος θα νόμιζε.

3. Η αναφορά του «ποιητικού βίου»: επομένως δεν μιλούμε για ένα έργο τέχνης που απηχεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αυτοβιογραφικά στοιχεία ή στοιχεία από εμπειρικά ατομικά ή συλλογικά βιώματα, αλλά η αποτύπωση ενός τρόπου του «ποιητικώς ζην», και μάλιστα με πλατωνική «εστίαση». Εδώ δύο στοιχεία ανακαλούνται: τα ποιητικά μανιφέστα (πχ. του υπερρεαλισμού) και η γοητευτική γλωσσική αμφιθυμία του Πλάτωνα σχετικά με την ποίηση. Η πλατωνική θέαση του ποιητικού λόγου και των προταγμάτων του είναι γνωστή. Ο Πλάτωνας επιχειρηματολογεί εναντίον της ποίησης σαν να αναγνωρίζει ότι η ελκτική της δύναμη είναι πολύ μεγάλη, ώστε να μπορέσει να την αρνηθεί. Και ενώ ταυτοχρόνως ο ίδιος μετέρχεται έναν λόγο σχεδόν ποιητικό, έμπλεο ποιητικών σχημάτων και τεχνημάτων, γίνεται κατά κάποιον τρόπο «ποιητής».

Κοσμοθεωρητική ποιητική

Η σύνθεση του Α. Σκιαθά ενσαρκώνει με πολύ έκδηλο τρόπο μια κοσμοθεωρητικού τύπου αντίληψη ότι η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από τέχνη∙ είναι ένας τρόπος θεώρησης που καταργεί την απόσταση ανάμεσα στην λογοτεχνική και την ιστορική, οικογενειακή ή καθημερινή εν γένει εμπειρία. Αποτολμώντας θαρρετά να μιλήσει, όχι μόνο για το ωραίο και το στοχαστικό αλλά για μια βιοθεωρία που εμπεριέχει το εθνικό παρελθόν, την παράδοση, την ποιητική γενεαλογία αλλά και ένα είδος ευαγγελισμού του μέλλοντος. Με λόγο που κυμαίνεται από έναν ελεγειακό τόνο μέχρι και έναν αισιόδοξο λυρισμό, από μια συμβολιστική δραματικότητα μέχρι και μια μοντερνιστική μορφικά απελευθέρωση, αναφέρεται σε όλα τα ανθρωπολογικά πεδία, ατομικά και συλλογικά. Κρατά το νήμα της ευφορίας μιας εποχής, όπου όλα φαίνονταν δυνατά, μιας ποιητικής συνέχειας που διατηρούσε ζωντανή την πίστη σε ένα σταθερό βηματισμό της ιστορίας, την πίστη στο όραμα. Ως προς το πνεύμα αυτό ανακαλείται κάτι από τον ποιητικό οραματισμό του Α. Εμπειρίκου, χωρίς ωστόσο τις δικές του οριακές διαπιστώσεις και διατυπώσεις. Θυμάμαι και θυμίζω ότι ο Εμπειρίκος προσπάθησε να διαμορφώσει ένα είδος εξαγγελτικού μανιφέστου του οράματός του, εν γένει της ποιητικής ουτοπίας, ευαγγελιζόμενος την διαμόρφωση ενός «ποιητικού βίου».

Ο Α. Σκιαθάς διαμορφώνει ένα ποιητικό σκηνικό, όπου χωρούν ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εθνικής ιστορίας, ανάμικτα με αυτά της οικογενειακής του γενεαλογίας αλλά και των αλληλοδιαδεχόμενων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών γενεών που αποτέλεσαν τους δικούς του «γεννήτορες». Φτιάχνοντας ένα δίχτυ που εμβαπτίζεται στο παρελθόν συγκρατώντας όλα εκείνα που παροντικά το διαμορφώνουν, καθορίζοντας εκ παραλλήλου αρκετές, τόσο ευθύβολες όσο και λανθάνουσες, μελλοντικές μεταλλάξεις, που προσωποποιούνται και στην αθώα μορφή της απογόνου του ποιητή, στη μικρή του κόρη, Ευγενία- όνομα αληθινό, «αληθινού» προσώπου, αλλά και persona πολύσημη. Οι στίχοι σε πλαγιογράμματη γραφή, συνήθως στο τέλος, αν κι όχι μόνο, αρκετών ποιημάτων, αποτελούν αποστροφή ενός προσωρινά εξωτερικού, αλλά βαθύτερα ενδοδιηγητικού αφηγητή συμπυκνώνοντας δραστικά την ιστορική ή και τη λογοτεχνική εμπειρία του.

Ένα ουμανιστικό κοσμοθεώρημα, αρδευόμενο από πολλές πηγές, χωρίς να επιμένει στην ασφυκτική κεντρομόλο ενός πατριωτικού εθνοκεντρισμού, ούτε να προσφεύγει στον στενό ορίζοντα του έμπυρου αυτοβιογραφισμού. Υπάρχουν αναμφίβολα οφειλές μαρτυρούμενες άμεσα ή και εμμέσως («με τον τρόπο του…», «ο Κ.Π. Καβάφης», «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας» κ.α.), με τις αντίστοιχες προσχώσεις των γλωσσικών ποικιλιών, άλλοτε να προεξέχουν και άλλοτε να λανθάνουν. Ωστόσο εγώ θα προτιμήσω να σχολιάσω κάτι πιο υπόρρητο. Ίσως φανεί παράξενο, αλλά μου φέρνει στη μνήμη, παρόλο που δεν έχει τον επικό και θαυμαστικό του τόνο, μια φαινομενικά αναίτια ομοιότητα, κάτω από τις πρόδηλα υπαίτιες διαφορές, τον Νίκο Εγγονόπουλο.

Αναλογικά επιλογίζοντας

Θεωρώ ότι ο μονολεκτικός τίτλος του βιβλίου που υποστηρίζεται εικαστικά τόσο από το εξώφυλλο, το οποίο προέρχεται, όπως μας πληροφορεί το αυτί του εξωφύλλου, από το χέρι της ίδιας της Ευγενίας, όσο και από το εσώτερο σχέδιο του χαράκτη Γιάννη Στεφανάκι, στο οποίο εικονίζεται η κόρη του ποιητή σε βρεφική ηλικία, είναι πολύσημα φορτισμένος. Το έτυμον της λέξης, όπως και οι συνεχείς αναδρομικές αφηγήσεις της ποιητικής χρονομηχανής του Α.Σκιαθά, που ακολουθούν το ιστορικό νήμα ενός ολόκληρου κόσμου, δείχνουν το «ευ» ενός πολυδύναμου «γένους», αποδεικνύοντας και υπο-δεικνύοντας μια φωτεινή συνέχεια όσο και ένα ελπιδοφόρο χρέος. Χωρίς ποτέ να παραιτείται από την ευφρόσυνη πεποίθηση πως ό, τι κι αν γίνεται, πάντοτε το παρελθόν θα μας τροφοδοτεί με όσο φως χρειαζόμαστε, για να αγγίζουμε κάτι από το μέλλον, το οποίο, εφόσον στεγάζεται κάτω από την άδολη εμπιστοσύνη ενός οιονεί παιδικού βλέμματος, δεν μπορεί παρά να είναι αισιόδοξο∙ κάτι εξαιρετικά σπάνιο σήμερα, σε μια εποχή τόσο σκοτεινή.

 

 

 

 

Ο ΜΟΝΟΣ ΠΙΣΤΟΣ ΕΝΟΙΚΟΣ

ΜΙΝΑ Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

diastixo 16/3/2018

«Ο μόνος πιστός ένοικος»

O Αντώνης Δ. Σκιαθάς έρχεται ξανά στο λογοτεχνικό προσκήνιο με ένα βιβλίο-κόσμημα. Πρόκειται για το Ο μόνος πιστός ένοικος των πατρινών εκδόσεων Πικραμένος, μια τρίγλωσση ποιητική συλλογή που η ποιότητα των γραπτών της συμπορεύεται με τη μοναδικότητα των υδατογραφιών της Κατερίνας Καρκούλια και μια εξαιρετικά καλαίσθητη εκδοτική προσπάθεια, 14 ποιημάτων, 102 σελίδων ορθογώνιου σχήματος, διαστάσεων 20×32.
Προηγείται πάντα μια υδατογραφία εμπνευσμένη αποκλειστικά από τα ποιήματα της συλλογής αλλά και από πλακάκια παλιάς μονοκατοικίας των Πατρών, που δεν υπάρχει πια. Τα ξεχωριστής αισθητικής πλακάκια χρησιμοποιούνται πλέον σε άλλα αντικείμενα χρηστικής λειτουργίας και διάγουν μια δεύτερη πορεία ζωής. Τα ιδιαίτερα μοτίβα τους θα σταθούν αφορμή έμπνευσης για την Κ. Καρκούλια. Στις συγκεκριμένες υδατογραφίες κυριαρχούν παιχνιδιάρικα παιδιά, διάχυτος ερωτισμός και το μπλε του Αιγαίου παντού. Φωτεινά και αισιόδοξα σχέδια πρωτοπόρας έμπνευσης με έντονα χρώματα και πλαστικότητα χαρακτηρίζονται από λυρισμό της εικόνας και προσδίδουν κίνηση ακόμα και στο χαρτί. Όχι τυχαία κάνουν πραγματικότητα το δίστιχο:

ένα γεμάτο όνειρο επόθησα
μανόλιες ανθισμένες…
(«Ξυράφι ο ουρανός», σελ. 87)

Υπάρχει και η ευτυχής συγκυρία μιας ώριμης ποιητικής γραφής, αυτής του Αντώνη Σκιαθά, με την προσεγμένη και πιστή στο ύφος των ποιημάτων μετάφραση τόσο του Mario Dominguez Parra για την ισπανική, όσο και των Despina L. Crist και Robert L. Crist για την αγγλική γλώσσα. Άνθρωποι με εμπειρία στη μετάφραση λογοτεχνικών έργων και με ευαισθησία απέναντι στην ποιητική δημιουργία, συμπράττουν στη δημιουργία του Μόνου πιστού Ένοικου. Επικοινωνούν μέσω της ποίησης συμφιλιώνοντας τις γλώσσες:

με αποχαιρετισμούς θρασείς,
έρωτες κρυφούς,
με βρήκες, συμφιλίωση, στις κορυφές της μνήμης.
(«Μονοσύλλαβο ημερολόγιο», σελ. 19)

και χαίρονται, εκ του αποτελέσματος, το βιωθέν του πράγματος:

έκαιγε ο ήλιος.
Αντίδωρο μιας σπάταλης ελευθερίας.
(«Ιδρωμένες μέρες», σελ. 69)

Οι εκδόσεις Πικραμένος χρησιμοποιούν την τελειότερη τεχνική τους για να δημιουργηθεί ένα βιβλίο-σταθμός, που τόσο η αισθητική και το χρώμα του εξωφύλλου και του εσωφύλλου, όσο και η ποιότητα του χαρτιού αλλά και η απόλυτη χρωματική αποτύπωση των έργων της Κατερίνας Καρκούλια, υποστηριζόμενα από την «αχλύ» του ριζόχαρτου, το καθιστούν μια συλλεκτική –αριθμημένη– έκδοση που διαγράφει ήδη τη δική της τροχιά στη λογοτεχνική ιστορία.

Πάντα σταθερός στις αξίες του, ο Σκιαθάς αφιερώνει τα ποιήματά του σε φίλια, με την αρχαία ελληνική έννοια του όρου, πρόσωπα. Όπως έχω ξαναγράψει, αναγάγει την καθημερινότητά τους σε αιωνιότητα, άξια να υμνηθεί. Η διαφοροποίησή του σε σχέση με παρελθούσες αφιερώσεις είναι αφενός ότι όλα τα πρόσωπα είναι ζώντα και, αφετέρου, ότι κάποια που συνέβαλαν ενεργά στο συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρονται με ολόκληρο το ονοματεπώνυμό τους και κάποια άλλα, πάντα αγαπημένα, με τα αρχικά και το πατρώνυμό τους.

Με σαφώς εξελιγμένη ποιητική φόρμα απ’ τα προηγούμενά του έργα, ακόμα και από την «Ευγενία», δίνει το παρών, εν έτει 2018, με δεκατέσσερα ποιήματα-εικονογραφίες εποχών, συναισθημάτων, καταστάσεων και ελπίδων. Με φροντίδα περισσή, με χαϊδεμένες λέξεις μάχεται την αντιερωτική και ανίερη εποχή υποστηρίζοντας:

ένα κομμάτι έκοψα ουρανό
με ζάχαρη το τύλιξα
να γλυκάνω τις μοίρες σου.
(«της Ευγενίας μου – πάλι και πάλι», σελ. 9)

Πάντα φέγγει το φως του καινούριου ήλιου και η πίστη στη δύναμη του ανθρώπου και της αγάπης. Δημιουργικός και ανήσυχος μοιράζεται με τον αναγνώστη καημούς αλλά και ευοίωνες σκέψεις, πίκρες αλλά και θετικές προοπτικές:

λεηλατημένη σάρκα
της γραίας Σαπφούς
παντοδύναμη καθώς
κοιμίζει αστέρια στα νερά
και νανουρίζει σύννεφα
ως ευπατρίδης θάνατος…
[…]
Λεροί κι οι ήχοι
της ηδονής λοιπόν
στο ξεχαρβαλωμένο πιάνο
από το Αϊβαλί

ως το χαίρε που λάτρεψα
αυτή τη νύχτα που όρισε
το τελευταίο σύμφωνο
ανάμεσα στα σκέλια σου.
(«Το μοιρολόι της Σαπφούς», σελ. 51)

Ο ποιητής γράφει ζώντας τις ιστορίες του και ζει γράφοντας το πάθος που τον τρέφει ποιητικά. Η συκιά, ιερό σύμβολο της παρούσας συλλογής, δέντρο ικανό να αντέχει στη σκληρότητα του καιρού, να βλαστίζει και να δίνει καρπούς κάθε άνοιξη και καλοκαίρι, να θυμίζει κάθε φορά που κόβεις τον καρπό του τη σχέση με τη μάνα, αλλά και ικανό να τιμωρήσει αυστηρά με τα καυστικά υγρά του όποιον αποφασίσει να το ακρωτηριάσει. Είναι σημείο αναφοράς στη συλλογή, καθώς επαναλαμβάνεται σε αρκετά ποιήματα, είναι εκείνη που εμπιστεύεται ο ποιητής:

Έτσ’ η συκιά χειμώνες-καλοκαίρια
ν’ ακούει γκιώνηδες και κλάματα πνιχτά
βράδια έμεινε
στης σάλας προς της στέρνας τη μεριά

ο μόνος πιστός ένοικος.
(«Η έμπιστος συκιά», σελ. 25)

Είναι αυτή που στηρίζει «εμάς τους ανυποψίαστους που φύγαμε», γιατί δύναται και γιατί το επιθυμεί.

Ανταποδίδει στη ζωή τη χαρά της βίωσης πλήθους συναισθημάτων που του χαρίζουν πληρότητα, όπως ο έρωτας και η αγάπη. Απόλυτος ερωτισμός κυριαρχεί στον «Πλανόδιο μουσικό», ποίημα συνοδευόμενο με μία απ’ τις ωραιότερες ίσως υδατογραφίες του βιβλίου. Συνδυάζεται το θελκτικό του επιθυμητού γυναικείου κορμιού με τη θελκτικότερη όλων των πανσελήνων, αυτής του Αυγούστου, αλλά και η τέχνη της μουσικής με τη ζωντάνια και την αναγκαιότητα του πλανόδιου καλλιτέχνη. Ο έρωτας, όμως, ταυτίζεται και με το σπουδαίο ορόσημο και την ολοκλήρωση της Έβδομης Ημέρας της Δημιουργίας, όπου η απόλυτη δύναμη του σύμπαντος, η θεϊκή, δίνει για όλους το έναυσμα της ζωής.

Στις ερημιές μου της αγάπης,
μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα
θέριευαν ως Πανσέληνοι τ’ Αυγούστου
οι ρώγες της.

Στις ακρώρειες του στήθους της
πλανόδιος μουσικός
ο Έρωτας κλαίει
την Έβδομην Ημέραν της Δημιουργίας
κλαίει
καθώς χορδίζει έγχορδο την απουσία.
(«Πλανόδιος μουσικός», σελ. 31)

Το θέρος και ειδικά ο Αύγουστος, τα νησιά του Αιγαίου, η δικαιοσύνη, η συμφιλίωση με το θείο και τους γεννήτορες σηματοδοτούν το περιεχόμενο της συλλογής. Σταθερά σημεία αναφοράς στους στίχους του ποιητή, τον κάνουν ικανό «το αποκεφαλισμένο χάος /…το πλανόδιον πωλών επί πιστώσει θέρος» να το αντιμάχεται ως δημιουργός και να το υπερσκελίζει ως άνθρωπος.

Η μάνα –η παλαιοελλαδίτισσα μητέρα– πάντοτε παρούσα και τιμώμενη απ’ τον ποιητή να της αποδίδει τα μέγιστα σε κάθε δημιουργική πνοή, και δη αυτή της ποίησης:

Μαύρο το δάκρυ έμεινεν
Σε πλώρη, πες, λευκή,
Εξαίσια σκόπελος σφυράει
Στα θρύμματα της ποίησης,

Δυο λέξεων
Μνήμης δάνειο:

Αχ, Μάνα!
(«Υπέργηροι δαίμονες», σελ 37)

Συνεχίζει τα ποιητικά του ταξίδια στην ελληνικότητα χώρων, φύσης, και ιστορίας. Η αγαπημένη –«γλυκιά μου»– και επικίνδυνη μορφή ταξιδεύει μαζί του:

Μικρός την είδε γεμάτη αίματα
να φεύγει από την Σμύρνη,
τώρα τη βρήκε ανοιχτά της Εύβοιας
να καβαλά τα γλαρονήσια,
ν’ ανθίζει από της Σκιάθου τις Κουκουναριές,
στο Πήλιο να πνίγει την Βρεφοκρατούσα
στους ύμνους του Θεόφιλου.

(«Ο πνιγμένος φαροφύλακας», σελ. 43)

Θεολογικές αναφορές και ποιητικές ερμηνείες θεολογικού περιεχομένου πολλές:

Λαχανιασμένη κι αυτή η μέρα
στα υπόκωφα μοιρολόγια,
ξεκλειδωμένες οι ευχές
για τις αυτοκρατορίες των αγγέλων.

Πάντα μετά της Παναγιάς
στις ανθοφορίες των ύπνων
έρχεσαι κι εσύ ίσως υπέρ-
τιμημένη μου συνείδηση
ξανά και ξανά με ρωτάς…

Σου απάντησα μεγαλοφώνως
Χωρίς φόβο

θυμιάματα γυμνών ανέμων είναι…
(«Ανθοφορίες ύπνων», σελ. 93)

Και αρκετές όμως αφηγήσεις για «τις εποχές της λεηλασίας / των της Κολχίδας νυχτολούλουδων», με «τ’ άνθη του νυχτολούλουδου να δένουν» και να σκορπίζουν την ευωδιά τους στο βιβλίο. («Μονοσύλλαβο ημερολόγιο», σελ. 19 και «Πλανόδιος μουσικός», σελ. 31)

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς διαμορφώνει και διαμορφώνεται επηρεασμένος από τη δύναμη της καταγεγραμμένης κατάθεσης σκέψεων, ελπίδων, ακόμα και διαψεύσεων. Αυτό είναι και το ιδιαίτερο γνώρισμα της συλλογής από άποψη περιεχομένου. Εμπνευσμένος ακόμη από τις αρνητικές εκβάσεις σε προσωπικό, πολιτικό, εθνικό, κοινωνικό επίπεδο, τις μετατρέπει σε δημιουργία ξορκίζοντας έτσι ό,τι δυσοίωνο. Η σχέση του με τους αναγνώστες αμφίδρομη, έχει την ιερότητα του δεσίματος που στοχεύει στην αγάπη:

Οι μοίρες μας, αλίμονο
τα συμφωνήσανε πολλά.antonis skiathas

Εμείς όμως
δίχως υπογραφές
χωρίς συμβόλαια και συμβολαιογράφους,

ν’ αγαπηθούμε πέπρωται.
(«Της Αγάπης», σελ. 13)

 

ΔΙΏΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙAΔΟΥ

Fractal 28/03/2018

Διαρκής αναγέννηση

Η νέα ποιητική συλλογή του Αντώνη Σκιαθά είναι ενδιαφέρουσα είδηση έτσι κι αλλιώς. Ακόμα περισσότερο όταν πρόκειται για μια τρίγλωσση (ελληνικά, αγγλικά, ισπανικά) έκδοση με την εικαστική σύμπραξη της Κατερίνας Καρούλια με 16 υδατογραφίες. Την αγγλική μετάφραση υπογράφουν ο Robert L. Crist και η Despina L. Crist. Την ισπανική ο Mario Domínguez Parra. Συλλεκτική έκδοση, σε 359 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα, καθώς και σε 21 επιπλέον αντίτυπα εκτός σειράς με λατινική αρίθμηση.

Κρατώντας στο χέρι την πολυτελή αυτή έκδοση, ακόμη και πριν την ανοίξω για να διαβάσω τα ποιήματα, σκέφτομαι τη λειτουργία της Τέχνης (το κεφαλαίο γράμμα σκόπιμα έτσι), τον κοινωνικό της ρόλο. Το έργο που απευθύνεται στις μεγάλες μάζες του λαού -μακάρι και να πηγάζει από τη λαϊκή δημιουργία- έθρεψε ως προοπτική το όραμα κάθε προοδευτικού στην ιδεολογία ανθρώπου, ευαίσθητου στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Δεν θα μπορούσε εύκολα, αβασάνιστα, να αγνοήσει κανείς έργα δημιουργών που ενέπνευσαν επαναστατικά κινήματα, που εμβληματικά πλέον δηλώνουν την παρουσία τους δίπλα σε πολιτικές πράξεις ή σε βίαιες ρήξεις (εδώ ένας ορισμός της επανάστασης) μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Ίσως, όμως, να μας διαφεύγει μια απλή αλήθεια, την οποία κανένας από τους θιασώτες για παράδειγμα της λεγόμενης στρατευμένης τέχνης (εδώ το μικρό γράμμα πάλι σκόπιμα έτσι) δεν θα αποδεχόταν ποτέ, καθόσον θα ανέτρεπε τη βάση του ιδεολογικού του οικοδομήματος: η κάθε εποχή εγκυμονεί την καλλιτεχνική της έκφραση, τα δημιουργήματα της ευαισθησίας των καλλιτεχνών πάντα (είτε το θέλουν είτε όχι) απηχούν κάποιες από τις συνιστώσες του κοινωνικού «σώματος», φέρουν κάποια από τα μηνύματα (ίσως ακόμη ασαφή και αδιόρατα) της βούλησης των καιρών· αυτά ενσωματώνουν στο έργο τους οι καλλιτέχνες, οι δημιουργοί, οι ποιητές. Δεν χωρούν εδώ σκοπιμότητες, δεν συγχωρούνται πολιτικές προδιαγραφές και δεσμεύσεις. Αν φυσικά θέλουμε να εννοούμε την Τέχνη με κεφαλαίο το γράμμα της. Με αυτό δεν επιθυμώ να πω ότι το έργο του δημιουργού αφορά λίγους· ίσα ίσα εννοώ πως από μόνο του θα βρει τον δρόμο για τη μέγιστη και μαζική αποδοχή, αν η αξία του είναι τέτοια, αν όντως μπορεί να εκφράσει την εποχή, τη διάθεση, το όραμα ακόμη (γιατί όχι;) των αποδεκτών του. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι ο σπουδαιότερος δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας, ο «Μεγάλος ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, γράφτηκε μέσα στη χούντα. Δεν τραγουδήθηκε στις μυστικές συνάξεις ούτε παράνομα αντιγράφηκε σε κασέτες που κυκλοφορούσαμε χέρι με χέρι. Κι όταν η μνήμη λειτουργεί σήμερα για όλα αυτά τα γεγονότα μάλλον θυμόμαστε κάτι πιο επαναστατικό. Κι όμως το νιώθαμε από τότε ότι ακούγαμε κάτι πιο πάνω από ευκαιριακά συνθήματα και πιο πέρα πολύ από στενόχωρα φορεμένες κομματικές μπροσούρες. Ο έρωτας, όπως τραγουδήθηκε από τον μεγάλο της μουσικής μας, είναι εδώ διαχρονικός και πάντα νέος, να μας καλεί σε αυθεντικούς ξεσηκωμούς. Η εποχή η ίδια μιλάει με γνήσιο λόγο σε όποιο αληθινό σκίρτημα του ανθρώπου που εκφράζεται μέσω της τέχνης. Μπορεί έτσι να χειρίζεται, για παράδειγμα, ερωτικά τον λόγο και να προκύψει πιστό αποτύπωμα της πιο επαναστατικής εποχής. Αντιθέτως μπορεί να οδηγεί «στα πιο βαθιά χασμουρητά» αποτρέποντας από την όποια δράση, την ίδια στιγμή που προσπαθεί να συνεγείρει τα πλήθη με λεξιλόγιο φτηνό πολιτικά.
Μακροσκελής, ίσως η αναφορά αυτή, ωστόσο δεν έχω ξεφύγει από τη σκέψη ότι μιλώ για τον «Μόνο πιστό ένοικο», μόνο που χρειαζόμουν (ίσως μόνο εγώ;) να απολογηθώ γιατί εστιάζω σε ένα έργο, που από τη φύση της έκδοσής του λίγοι θα το αγγίξουν. Η δύναμή του είναι τέτοια που θαρρώ θα φθάσει σε περισσότερους θιασώτες της καλής ποίησης από όσοι φαίνεται να είναι οι αγοραστές του, αριθμημένοι όπως και τα λιγοστά αντίτυπα. Ας πούμε εν τέλει ότι η ποίηση έχει πάντα το πιστό της κοινό που την ακολουθεί κάτω από τις οποιεσδήποτε συνθήκες.

Ο Αντώνης Σκιαθάς, πολύπειρος στα ποιητικά πράγματα και εν σιωπή ευρισκόμενος για πολλά χρόνια, επανήλθε το 2016 με την ποιητική συλλογή «Ευγενία» για να κινητοποιήσει τη μνήμη τη συλλογική (μέσα από την προσωπική του βιωματική εκδοχή των χρονικών διαστημάτων) καταθέτοντας μια ποιητική σύνθεση που διέτρεχε τις παρελθούσες γενιές και οραματιζόταν τη μελλούμενη. Εδώ, στον «Μόνο πιστό ένοικο» η ποιητική του πρόταση εστιάζει σε στοιχεία του προσωπικού του σύμπαντος προσφέροντας και σε μας μια προνομιούχο θέα στον κόσμο της συλλογικής μας αποθηκευμένης (ίσως και ξεχασμένης;) παιδικότητας. Η έννοια αυτή εμπεριέχει όχι μόνον τα παιδικά ενθυμήματα, τις εικόνες μιας αθωότητας πλέον χαμένης· περισσότερο εδώ ο Σκιαθάς δίνει τη συνέχεια ενός κόσμου που τον (και μας) καθόρισε, σε ηλικίες που ακόμη η ελπίδα μετρούσε τα απλά της λόγια και όντως συνόψιζε εικόνες πραγματικής ζωής. Σε μια σημερινή άνευρη πραγματικότητα που της ταιριάζουν τα γκρίζα χρώματα αποτελώντας το σύνηθες ένδυμά της, έρχεται ανέλπιστα μέσα από τα ποιήματα ένα φως αιγαιοπελαγίτικο να κατακλύσει τη σκοτεινιά, έρχονται παιδικές φωνές από τα λατρεμένα παιχνίδια, αυλές με πολύχρωμα πλακάκια που φτάνουν ως τη θάλασσα, έρωτες εφηβικοί που όλα τα υπόσχονταν χωρίς να νοιάζονται για την εγγενή τους αυτοκατάργηση, ύμνοι των σωμάτων (μα, πώς αλλιώς ο έρωτας;) δέντρα εμβληματικά της εσαεί εγκατοίκησης στα σπίτια και στις μνήμες μας να υπόσχονται την αιωνιότητα μέσα από τους καρπούς τους. Η συνέχεια, η διαρκής αναγέννηση μέσα στο ανελέητο φως που απλόχερα φωτίζει αυτόν τον τόπο και δεν επιτρέπει στο σκοτάδι να επικρατήσει. Αρκεί να έχουμε τα μάτια να το αντικρίζουμε έτσι όπως ρίχνει εύγλωττες σκιές στα μάρμαρα, έτσι όπως κάνει τα διάσπαρτα εκκλησάκια να γαλανίζουν προκλητικά απέναντι στο άλλο γαλανό της φύσης. Και μεταφέροντας τα θραύσματα της συλλογική μνήμης δίνει μεγαλόθυμα τη συνέχεια της ζωής σ’ αυτό το ελάχιστο κομμάτι του κόσμου, που μεγάλωσε παρηγορητικά στους μύθους των Αργοναυτών ή του Οδυσσέα, στις υπέροχες ανθοφορίες των ύπνων του. Η ποιητική γραφή του Σκιαθά ικανότατη στην εικονοποίηση, στην αναπαράσταση του ένδον αισθήματος σε πληθωρική σκηνή ζωής, με την προσεκτική επιλογή των λέξεων να αποδίδει την ελληνική γλώσσα στα καλύτερά της.

Παραθέτω εδώ κάποια δείγματα αυτής της έξοχης γραφής:

[…]

Τι νύχτα και αυτή;
Πόσο δειλή, να θέλει
τραγούδια να ακούσει
ξενιτεμένων Τρώων.

Άσματα ποιων λυράρηδων
για τις απάτες των νερών
στους πλόες της αστροφεγγιάς.
εκεί, στην ωμοπλάτη του Αιγαίου.

[…]

Οι μοίρες μας, αλίμονο
τα συμφωνήσανε πολλά.
Εμείς όμως
δίχως υπογραφές
χωρίς συμβόλαια και συμβολαιογράφους,
ν’ αγαπηθούμε πέπρωται.

[…]

Μικρός την είδε γεμάτη αίματα
να φεύγει από την Σμύρνη,
τώρα τη βρήκε ανοιχτά της Εύβοιας
να καβαλά τα γλαρονήσια,
ν’ ανθίζει από της Σκιάθου τις Κουκουναριές,
στο Πήλιο να πνίγει την Βρεφοκρατούσα
στους ύμνους του Θεόφιλου.

[…]

Νέοι έμαθαν στις νήσους άσωτοι ηδονών
να πλάθουνε σταμνί την άμμο
το σταμνί να ντύνουν πέτρα,
την πέτρα ν’ ανάβουνε κερί,
τα μεσημέρια -φευ!- των ηφαιστείων
όπου αρραβώνιαζε
ο ήλιος το νερό στη λάβα του πελάγους.

Η έκδοση είναι τρίγλωσση, με τα ποιήματα να μεταφέρονται σε δύο ακόμη γλώσσες, την αγγλική και την ισπανική. Πανάξιοι οι μεταφραστές της ποίησης του Σκιαθά, ο Robert L. Crist και η Despina L. Crist για τα αγγλικα, ο Mario Domínguez Parra για τα ισπανικά. Άλλο μεγάλο θέμα εδώ η μετάφραση/απόδοση της ποίησης. Γνωστό ότι δεν αρκεί η άριστη γνώση της ξένης γλώσσας, γιατί το νέο κείμενο (όντως για νέο κείμενο πρόκειται) πρέπει να αναπνέει σωστά μετρώντας τις ανάσες του στη νέα γλώσσα, να ακολουθεί τους ρυθμούς της. Να ρέει, να ακούγεται, να επικοινωνεί. Η πείρα των μεταφραστών εδώ εγγυάται την ποιητικότητα των μεταφρασμένων.

Ταυτόχρονα, συμπορεύονται με τα ποιήματα 16 υδατογραφίες της εικαστικού Κατερίνας Καρούλια με θεματική συνάφεια και μεταξύ τους αλλά και με τα ποιήματα, τα οποία ιδιότυπα προλογίζουν. 14 υδατογραφίες πριν από καθένα από τα 14 ποιήματα της συλλογής, μία υδατογραφία προλογικά και μία στο εξώφυλλο. Στο όλον πρόκειται για μια ποιητική αλλά και εικαστική πρόταση (εύγε στις εκδόσεις Πικραμένος για το άρτιον της συνολικής εικόνας του βιβλίου) που μπορεί να απευθύνεται αυστηρά στους ολίγους που θα αποκτήσουν ένα από τα αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα, ωστόσο η δυναμική της έκδοσης είναι πολύ μεγαλύτερη. Άλλωστε τα σημαντικά δημιουργήματα τα Τέχνης βρίσκουν τον δρόμο τους σε κάθε περίπτωση.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

diavasame.gr 13/3/2018

Με το θάρρος της πολύχρονης συνοδοιπορίας και φιλίας που με συνδέει με τον ποιητή Αντώνη Δ. Σκιαθά, θα παρατηρούσα ότι απαρτίζουμε μαζί με τον Θάνο Φωσκαρίνη μία τριάδα κοσμοπολίτικου ελληνοκεντρισμού, παγανιστική και φυσιολατρική για εμάς τους δύο, του εσωτερικού αστικού τοπίου για τον Θάνο Φωσκαρίνη. Ακόμα όμως και σ’ εκείνον η οργιαστική Φύση, έστω και ορμέμφυτα, πρωταγωνιστεί στο ποιητικό σώμα. Γονιμολατρική επανατελετουργοποίηση του νοήματος, έτσι θα χαρακτήριζα τη δουλειά μας (εκ των έσω). Πρόκειται για μια αντιπροσωπευτική τριάδα της περίφημης «γενιάς του 1980-1990» όπου παρατηρείται έντονη διατάραξη της συμβατικής σειράς των λέξεων και το υπερβατικό σχήμα κυριαρχεί. Αμφισημίες, αυτοεστιάσεις του κάθε ποιήματος, μαζί με την αναπόφευκτη αυτοαναφορικότητα και τον ερμητισμό ετούτης της γενιάς (της άνευ κοινωνικού οράματος), της προικισμένης με το στοιχείο της σκοτεινότητας κι ανοικείωσης. Ποιήματα σαν αρχαία «σήματα», οδοδείκτες, Ερμαϊκές Στήλες, σε μια οδό που δεν έχει χαραχτεί ακόμα και δημιουργείται με το κάθε πάτημά μας (και πάθημά μας, βεβαίως). Αυτή η γενιά δεν έχει κριθεί ακόμα. Πρώτον, γιατί είναι τόσες πολλές οι παντιέρες, τα δοβλέτια, τα πριγκιπάτα, τα προτεκτοράτα και οι εμπορικές αντιπροσωπείες ρευμάτων και σχολών της Αλλοδαπής… είναι τόσο πολλά λοιπόν τα μαχαίρια και τα σπαθιά έξω από το θηκάρι, που –έτσι όπως πάει– δεν θα απομείνει σχεδόν κανένας μονομάχος στην αρένα… Και δεύτερον, γιατί καταπατήθηκε από την πανταχού παρούσα κι αλαζονική «γενιά του 1970» που κατέχει τα πόστα κι έχει και το μαχαίρι και το πεπόνι. Με την εξουσία των πολλών, της ομάδας, της συντεχνίας που ενίοτε λειτουργεί και με όρους συν-μορίας (όταν πρόκειται να καταψηφίσουν και να επικαλεστούν καταστατικά, λες και βρίσκονται σε φοιτητική συνέλευση εν σωτηρίω έτει 1975!!!)… αυτή η περίφημη γενιά καταπίνει σαν μαύρη τρύπα που εμφιλοχωρεί στο κέντρο των λογοτεχνικών μας πραγμάτων κάθε τι άλλο που πάει να ξεμυτίσει, εκτός από τα αντίγραφά της βεβαίως, τα «παιδιά» και τα «παραπούλια» της που τα βραβεύει αφειδώς και τα επαινεί ανηλεώς, κάνοντάς τους κακό βέβαια, αφού τους πείθει να τεμπελιάζουν και να αναμασούν ληγμένα πρότυπα… Για τα άλλα σιγώ…

Στην παρούσα ποιητική συλλογή, που βγήκε δύο χρόνια μετά την «Ευγενία», διακρίνω: Υπερχειλίζον συναίσθημα, λελογισμένον και στα μέτρα του ανθρώπου: αυτή θα μπορούσε να είναι με μία και μόνη φράση η κριτική μου προσέγγιση στην ποίηση του Αντώνη Σκιαθά. Μοναχικά κοινωνικός και υγιώς σκεπτόμενος φέρει το ταλέντο του μήτε ως βάρος μήτε ως αμαρτία αλλά με τη φιλοσοφημένη αποδοχή του αναπόφευκτου ζηλεύοντας τη μακαριότητα των άστρων όταν λάμποντας δεν χρειάζεται να μεριμνούν περί άλλου τινός.

Η ανθρώπινη νόηση δεν έχει ρομποτοποιηθεί ακόμα πλήρως –όσο κι αν κάποιοι δήθεν διανοούμενοι συνηγορούν περί τούτου– με αποτέλεσμα να είναι μεν ντεμοντέ και «πασέ» κάθε συναισθηματική χρήση του λόγου ακόμα και στην Ποίηση, το κατ’ εξοχήν πεδίο άσκησης κοινωνικής ενσυναίσθησης μέσα από το ατομικό βίωμα. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Διά του μέρους το Όλον αποφαίνεται και διαφαίνεται. Συχνά συγχέουν τη σύγχρονη ποίηση με τη Φιλοσοφία, την Κοινωνιολογία, τη Θρησκειολογία, τη Μεταφυσική, την Ιατρική και άλλα κοινά δαιμόνια… με αποτέλεσμα να μιλάμε πια, όταν αναφερόμαστε σε κάποιο ποίημα, με όρους μεταψυχαναλυτικού δοκιμίου κι ετεροκαθορισμένης δήθεν επιστημονικότητας. Υβρίδιο δηλαδή, υβρίδιο άφιλο κι απροσδιόριστο που έχει διώξει το πλατύ κοινό από την άλλοτε δημοφιλή τέχνη της Ποιήσεως. Αρνούμενοι κάθε είδους έμπνευσιν κι αποκηρύσσοντας τη σχέση μας με τη Μούσα Ερατώ καταφέρνουμε να απαξιώσουμε μόνοι μας την τέχνη μας και να την καταστήσουμε φτωχό συγγενή της πεζογραφίας, που αυτή τουλάχιστον πουλάει, άρα ταιριάζει καλύτερα με τον καταναλωτικό ευδαιμονισμό μας.

Όχι, ο Αντώνης Σκιαθάς, όντας επιστήμων και μάλιστα καταξιωμένος, έχει τη σωστή απόσταση ασφαλείας από το δοκίμιο, μιλάει και γράφει μέσα από την καρδιά του αμιγώς ποιητικά, με τον έμφυτο κι αναπόσπαστο λυρισμό του…

Σε αυτή την ποιητική συλλογή έρχεται να ξαναδοξάσει το Αιγαίο μετά τον Οδυσσέα Ελύτη, να ξαναλατρέψει τη σελήνη μετά τη Σαπφώ να αποθεώσει τον ήλιο μετά τον Νικηφόρο Βρεττάκο, να κλάψει, να σφαδάσει και να πονέσει, να συμφιλιωθεί με τη μνήμη της απουσίας, να σκύψει πάνω από το πολυπόθητο αρχετυπικό σώμα του αιωνίου Θήλεος.

Οι δεκαέξι υδατογραφίες της Κατερίνας Καρούλια προσδίδουν σε αυτή την ποιητική συλλογή τη χαμένη αθωότητα των αναγνωστικών της παιδικής μας ηλικίας, εκεί στη μακρινή δεκαετία του 1960, τότε που υπήρχαν και ιδανικά κι αξίες… και πρότυπα προς μίμησιν… Παραθέτω το χαρακτηριστικό κατά τη γνώμη μου ποίημα αυτής της συλλογής:

Πλανόδιος Μουσικός
της Α.Δ.Σ.

Στις ερημιές μου της αγάπης
αφηγούμαι
άλλοτε
τους πρόωρους βίους των αργοναυτών
και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας
των της Κολχίδας νυχτολούλουδων.

Στις ερημιές μου της αγάπης,
μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα
θέριευαν ως Πανσέληνοι τ’ Αυγούστου
οι ρώγες της.

Στις ακρώρειες του στήθους της
πλανόδιος μουσικός
ο Έρωτας κλαίει
την Εβδόμην Ημέραν της Δημιουργίας
κλαίει
καθώς χορδίζει έγχορδο την απουσία.

Τι νύχτα και αυτή;
Πόσο δειλή, να θέλει
τραγούδια να ακούσει
ξενιτεμένων Τρώων.

Άσματα ποιων λυράρηδων
για τις απάτες των νερών
στους πλόες της αστροφεγγιάς.
εκεί, στην ωμοπλάτη του Αιγαίου.

Και μόνο για την προτελευταία στροφή θα άξιζε η εκτύπωση αυτής της ποιητικής συλλογής.

Μικρή παρατήρηση ρυθμολογική: θα ξανάγραφα τον πρώτο στίχο της τελευταίας στροφής ως: Άσματα ποιανών λυράρηδων…

Επίσης, στην τρίτη στροφή θα έγραφα: καθώς κουρδίζει έγχορδο την απουσία… ή ακόμα και καθώς κεντρίζει έγχορδο την απουσία… ενδεχομένως δε: καθώς ζαλίζει έγχορδο την απουσία.

Ακόμα, το τελευταίο δίστιχο της πρώτης στροφής θα το μετέπλαθα από
και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας
των της Κολχίδας νυχτολούλουδων.
(προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η αθέλητη παρήχηση του ταυ)… θα το μετέπλαθα σε:
και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας
Κολχίδειων νυχτολούλουδων.

Άριστον ως ποιητικό επίτευγμα βρίσκω το:
Στις ακρώρειες του στήθους της
πλανόδιος μουσικός
ο Έρωτας κλαίει…

Με τις «ακρώρειες» συνηχεί δύο στίχους μετά «ο Έρωτας» δημιουργώντας έναν ισχυρό ηλεκτρομαγνητικό παλμό στην ενεργειακή οντότητα του ευαίσθητου αναγνώστη….

Είναι αξιοθαύμαστο πώς ταιριάζουν ισπανική κι ελληνική γλώσσα στη μεταφραστική αναλογία τους, πόσο αποστασιοποιημένη είναι η αγγλική των μεταπρατών, εμπόρων, «πραγματιστών». Ξέρετε, σε αυτές τις πολύπτυχες παράλληλες αποδόσεις, εκτός από τις αντοχές και το βεληνεκές της «γλώσσας-πηγής» κρίνονται και οι δυνατότητες, η ελαστικότητα, η πλαστικότητα, το ελατόν και όλκιμον κάθε «γλώσσας-στόχου». Εδώ λοιπόν θα έλεγα ότι η λατινογενής μεσογειακή και η ελληνική γλώσσα συναντώνται πιο εύκολα από τα αντικρινά άκρα της Μεσογείου ενόσω η αγγλική φαίνεται καθαρά σαν γλώσσα μεταφοράς νοήματος-μηνύματος χωρίς τις λυρικές αποχρώσεις και τα ημιτόνια της ελληνικής… Πείτε μου αν σφάλλω… Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με τη μεταφραστική δεινότητα κανενός αλλά με τις δομές, τη μουσική, το λεξιλόγιο και τις εκφραστικές δυνατότητες κάθε γλωσσικού οργάνου. Το κλίμα, η γεωγραφική θέση κι ο ψυχισμός κάθε λαού είναι αλληλένδετα έπειτα από μερικούς αιώνες… Εμείς στη Μεσόγειο κλαίμε, πονάμε, μαλώνουμε και φιλιώνουμε φωναχτά, ακόμα και στις μεταμέλειες και στις μετάνοιές μας είμαστε εκδηλωτικοί, εξωστρεφείς, χωρίς κανένα «φλέγμα», χωρίς το χαρακτηριστικό εκείνο στραγάλι που κάθεται στο λαιμό των ψευτοδιανοούμενων….

Ας ακούσουμε λοιπόν το ίδιο ποίημα σε τρεις εκδοχές (όποιος έχει την ισπανική ή την αγγλική ως μητρική του γλώσσα, ας μας βοηθήσει με τη δική του απαγγελία):

Πλανόδιος Μουσικός
της Α.Δ.Σ.

Στις ερημιές μου της αγάπης
αφηγούμαι
άλλοτε
τους πρόωρους βίους των αργοναυτών
και άλλοτε τις εποχές της λεηλασίας
των της Κολχίδας νυχτολούλουδων.

Στις ερημιές μου της αγάπης,
μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της ρούχα
θέριευαν ως Πανσέληνοι τ’ Αυγούστου
οι ρώγες της.

Στις ακρώρειες του στήθους της
πλανόδιος μουσικός
ο Έρωτας κλαίει
την Εβδόμην Ημέραν της Δημιουργίας
κλαίει
καθώς χορδίζει έγχορδο την απουσία.

Τι νύχτα και αυτή;
Πόσο δειλή, να θέλει
τραγούδια να ακούσει
ξενιτεμένων Τρώων.

Άσματα ποιων λυράρηδων
για τις απάτες των νερών
στους πλόες της αστροφεγγιάς.
εκεί, στην ωμοπλάτη του Αιγαίου.

Musico ambulante
a A.D.S.

En mis desiertos de amor
narro
unas veces
las vidas precoces de los argonautas
y otras las epocas
de la rapina, de los dondiegos
de la Colquide.

En mis desiertos de amor
se perfumaban de menta sus ropajes de lino
se enardecian como lunas llenas de agosto
sus pezones.

En las cumbres de su pecho
musico ambulante
Eros llora
durante el septimo dia de la creacion
llora
mientras vibratil afina la ausencia.

Que noche es esta?
Que cobarde, querer
escuchar canciones
de troyanos exiliados.

Cantos de que tanedor de lira
sobre los fraudes de las aguas
en los trayectos de luz estelar
alli, en el omoplato de Egeo.

Wandering Minstrel
to A.D.S.

In the Solitude of my love
I narrate
at times
the premature lives of the Argonauts
and at times the epochs
of looting Colchis’s
night–flowers.

In the Solitude of my love
her linen is redolent
of mint’s fragrance;
swelling like the full moon of August
her nipples are sung.

On the peaks of her breast
the wandering minstrel eros
weeps
creation’s seventh day —
keening
as he tunes the strings of her absence.

What a night is this!
How shy his longing
for exiled Trojans
echoing ditties in his ears.

Rhapsodies from masters of the lyre
as to perfidious currents
against voyagers under the light of the stars
on the broad Aegean’s shoulders.

Μια ποιητική συλλογή που αξίζει να προσεχθεί και θα προσεχθεί εξάπαντος για τις τεχνικές επιτεύξεις του Αντώνη Σκιαθά, το λυρικό του θάρρος, την εμμονή του στο τόσο παρεξηγημένο «συναίσθημα», για την τόλμη τέλος των μεταγραφέων να κονταροχτυπηθούν με το πρωτότυπο και μεταξύ τους. Επιτέλους, η νεοελληνική ποίηση ξεφεύγει από τον βαλκανικό επαρχιωτισμό της και την αρχοντοχωριατιά που οδηγούσε σε αποθεώσεις των «εισαγόμενων» σε εμπορικές αντιπροσωπείες κι αποκλειστικούς εκπροσώπους ξένων ρευμάτων και ληγμένων προ πολλού πολιτιστικών προϊόντων. Διαλέγω τη λέξη πολιτιστικών κι όχι πολιτισμικών γιατί το πρώτο αναφέρεται σε ιθαγενείς και το δεύτερο σε σκεπτόμενους ανθρώπους.

Με τον Αντώνη Σκιαθά και τη γενιά μας (ό,τι κι αν ΔΕΝ σημαίνουν αυτές οι τεχνητές κατηγοριοποιήσεις) η νέα ελληνική ποίηση προσβλέπει και προσδοκά σε μία αναβίωση, αν όχι κι ανάσταση εκ των νεκρών. Μόνο αν ξαναβγούμε έξω στο πλατύ κοινό, με το τραγούδι και τον χορό, με το θέατρο και τη συμμετοχή των μη ομοτέχνων, μόνον τότε θα πάψουμε να είμαστε μία «δραξ» αποκτηνωμένων θηρίων στον ζωολογικό κήπο που αυτοεξοριστήκαμε δίχως να είμαστε καν αξιοθέατα!

Αντώνη Σκιαθά, συμμετέχεις στο πολιτισμικό γίγνεσθαι και ως δημοσιογράφος και ως αθλοθέτης και ως κριτής. Αυτό σημαίνει ότι ασχολείσαι με την τέχνη των άλλων, με τη γραφή και τις δυσκολίες της, αφιερώνεις χρόνο και χρήμα, πόνο και ψυχή για να πάει μπροστά αυτή η υπόθεση των κατασυκοφαντημένων και περιθωριοποιημένων Ελληνικών Γραμμάτων που χάνουν καθημερινά τη μάχη της προσελκύσεως του αναγνωστικού κοινού… Ας ελπίσουμε ότι κάποια στιγμή, πολύ σύντομα, θα ευλογούμε την Κρίση για τις ευκαιρίες που μας έδωσε, για το πείσμα που μας ατσάλωσε προκειμένου να παλέψουμε όλοι μαζί για τον Ήλιο, την Αλήθεια, την Ελευθερία και τη Χαρά, που χωρίς αυτήν Δικαιοσύνη και Ισότητα δεν υπάρχουν. Βαρέθηκα όλους αυτούς που ποζάρουν (νομίζουν) για την αιωνιότητα με ύφος χιλίων καρατίων, σαν να τους έχεις σφάξει και τη μάνα και τον πατέρα μαζί! Γι’ αυτό εκτιμώ διπλά και τρίδιπλα τον φίλο ποιητή Αντώνη Σκιαθά: γιατί είναι η προσωποποίηση της ευδιάθετης αποδοχής του άλλου, του έτερου, του διαφορετικού, του σκοτεινού αντικειμένου του ιλαρού μας φόβου εν τέλει. Μόνον τα ανώτερα πνεύματα διαθέτουν χιούμορ. Κι οι καλοί ποιητές. Ο Αντώνης Σκιαθάς είναι με το σπαθί του ένας εξ υμών/ημών. Το ημών/υμών το γράφετε με ήτα ή με ύψιλον (εσείς διαλέγετε).

 

21297795_777474282431622_333325740_o

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ

ΝΙΚΗ

ΝΙΚΗ2

 

Η Νίκη Χαλκιαδάκη γεννήθηκε το 1980 στα Τρίκαλα, με καταγωγή από την Κρήτη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση γλωσσολογία. Στη συνέχεια παρακολούθησε το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημιουργικής Γραφής» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έχουν μελοποιηθεί (από το μουσικό συγκρότημα «khaki naive» του Αμβούργου) και έχουν αποσπάσει διακρίσεις.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
(2012) Ανάσκελη με πυρετό, (Μανδραγόρας)
(2009) O έρωτας του Pied de Coq, (Λογείον)

 

 

1-ΑΝΑΣΚΕΛΗο ερωτας του pied de coq

 

 

ανάσκελη με πυρετό (2012)

 

Λαθρεπιβάτης ποδηλάτου

-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι… στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζακ;

Πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω… μα κάτι ήθελα να σου πω…
-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια

 

 

πι πι το παπί

Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα

μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών

μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σήμερα σύρματα
ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανητά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια – σταφιδόψωμα]

μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ και από ’κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος

 

 

Η αγαπημένη

Δεν ήμουν ποτέ

[μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο
μ’ ένα χρυσόψαρο
για να φροντίζει
-έστω-
αυτό είμαι
μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο
θα πουν ότι εκείνο το βράδυ
ξάπλωσε αθόρυβα
γιατί δεν ήθελε να ξυπνήσει
το λευκό πουκάμισο
που κοιμόταν δίπλα της
το άδειο, το βαμβακερό
χάιδεψε τις μανσέτες του
φαντάστηκε από ‘κει
να ξεκινούν οι καρποί σου
στους μηρούς της έκλεισε
το περίγραμμα σου
μέτρησε μια τελευταία φορά
τα μικρά του κουμπιά
και πέθανε
γιατί
δεν ήταν ποτέ]

 

 

catwoman

Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πώς περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-

τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ’ επιστρέφει

Μ’ ένα σου νεύμα ν’ ανέβω στο κρεβάτι
να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή

 

 

Νανούρισμα

Τα όνειρα δεν κοιμούνται πια στα κρεβάτια τους
Παίρνουν τις πάνινες κούκλες και φτάνουν στο Προσκεφάλι
Πιπιλίζουν τους αντίχειρες που φυλάω στο πρώτο συρτάρι
Είμαι ανήλικη. Δίποδη. Δυστυχώς
Δε νυστάζω
ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ
Suck my finger

 

 

Ιχνηλάτης

Οι νοικοκυρές ανοίγουν τα παράθυρα πριν ξημερώσει
Τινάζουν απ’ τις κουβέρτες τη μυρωδιά των σωμάτων
Σαπουνίζουν τ’ αποτυπώματα των χειλιών απ’ τα φλιτζάνια
Εξαφανίζουν τις δαχτυλιές, τα ψίχουλα
τα τσαλακωμένα χαρτάκια
Και μένα που δεν μου έμεινε παρά μόνο
ένα πάτωμα ή ένα ταβάνι γεμάτο σκόνη
αρνούμαι την ηλεκτρική μου σκούπα
που ρούφηξε όλη μου τη μνήμη
και ξεκουράζεται σαν φίδι
κάτω απ’ το κρεβάτι 

 

 

Συγγένειες

Χιλιάδες νεκροί στο σαλόνι
περιμένουν να ξυπνήσω.

Μοιάζουν με τον Πατέρα.
Έχουν δερμάτινα χέρια.
Λευκό κρανίο.
[Ξέρουν πως καπνίζω]
Καμαρώνουν το πρώτο μου δόντι.
Τα υπόλοιπα τα σφίγγω
μην πέσουν απ’ το στόμα.
Τα σφίγγω
μην κλάψει η μάνα μου
που ερμηνεύει τα όνειρα.

Δεν τους βλέπεις μαμά;
Είναι Χιλιάδες

 

 

1984

Κρύβομαι κάτω απ’ το κρεβάτι
Είμαι τεσσάρων
Χωρίς κυνόδοντες
Με άσπρο δέρμα/Μνήμη από βούτυρο
Μαδάω τ’ όνομά μου
Δεν είμαι σίγουρη αν μ’ αρέσει
[μ’ αρέσει
δεν μ’ αρέσει
μ’ αρέσει
δεν μ’ αρέσει]
ο μπαμπάς είχε τα μάτια μου
και η μαμά ήταν σίγουρα κορίτσι
-βγαίνει απ’ τους τοίχους όταν πεινάω-
Δεν με ψάχνει κανείς πια
Είμαι ακόμη τεσσάρων και κάτι
Σ’ αυτό το σπίτι
το χτισμένο από τσιμέντο και θάνατο
υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι
για να μπορώ
να κρύβομαι
από
κάτω

 

 

Αρχές Ιουνίου [του θεριστή]

Γυμνή τριγυρίζω απ’ το νεροχύτη στο ντους
Γυμνή κάθομαι στην παλιό πολυθρόνα
που αγνόησες φεύγοντας
Και ’κείνη πιστή, βελούδινη
-όπως πάντα-
Έπαψε να είναι έπιπλο
Είναι η μάνα μου, ο πνευματικός μου
Το παιδί που δεν γέννησα ποτέ
-γιατί δεν ήσουν έτοιμος—

Μας καταδίκασες σε στείρα φθορά ανάμνησης
Αγκαλιαζόμαστε συχνά
Όταν μας λείπεις

Έχει χρόνια που ακούω τα σωθικά της να βογκούν

Χτες φώναξα το γιατρό

Είπε πως σαπίζει από μέσα
-είναι σκληρό να σαπίζεις από μέσα-

Άχρηστα ελατήρια και ωοθήκες γεμάτες σκουριά
σαν μια χούφτα με καρπούς
ξηρούς/νεκρούς
στολίζουν πια το σαλόνι
Τους βουτώ στη φορμόλη
Τους μασώ, Τους κατεβάζω με μια γουλιά κονιάκ
καθώς σου γράφω μια τελευταία της επιθυμία

Έλα/ Θα λείπω [τ’ ορκίζομαι]
Δυο μήνες ζωής έχει και είναι ήδη Αύγουστος

 

 

Τα βράδια βρέχω το κρεβάτι μου. κίτρινη θαλπωρή

η μαμά με πιάνει από το αυτί, με προορίζει για το εικόνισμα
είμαι κακό παιδί, τσιμπάω την αδελφή μου
τρώω δυο χαστούκια, ακολουθεί τελετή
προηγείται η απομάκρυνση των καρδιοπαθών. του θείου βρέφους
έξω ο μπαμπάς, έξω ο χριστός
γυναικεία υπόθεση η τιμωρία, κλείνουμε το σκατόπαιδο στο υπόγειο
γίνομαι ποντίκι, κατσαρίδα
στον πάνω κόσμο ζει η μαμά, πιο πάνω η μαντόνα
ακούω τα τακούνια της μιας, τη θλίψη της άλλης
ας έρθει μία από τις δυο. ας με πάρει αγκαλιά
να είμαι φασκιωμένη, ταϊσμένη από βυζί
στα πόδια μας να έρχονται οι άνθρωποι, να παραδέχονται τα Λάθη τους.

 

 

 

Ο Έρωτας του Pied de Coq, (2009)

 

αναρριχώμενο, απαγορευμένο

Ήμουν εσύ, και εσύ ήσουν πάλι εσύ
Μου έλειψα σήμερα
Να είμαι εγώ αυθυποβλήθηκα
Μάζωξα σε μια ύστατη αγκαλιά φωτογραφίες
Κατέβηκα στον κήπο και τις έθαψα

Και αυτές με τις πρώτες πόζες φύτρωσαν
Φύτρωσαν αναμνήσεις
Ήθελαν ποιητικά να με καταβροχθίσουν
Ήθελα να σαπίσουν στον παροξυσμό τους
Και αυτές νόθες φύτρες ξεπήδηξαν χρόνια μετά

—Ό,τι πιο λατρεμένο το ’χω θάψει
Και ό,τι θάβω φυτρώνει πιο λατρεμένο
Και διατηρεί το σχήμα μιας θλίψης
Όχι τη θλίψη
Απλά το σχήμα της—

Βύζαιναν το μαζοχιστικό μου ποτιστήρι
Ψήλωναν, θέριευαν, μ’ έζωναν
Και μ’ έπνιξαν συναινετικά
Δεν έκλαψα μπροστά μου
Άχνα, τσιμουδιά

Είμαι μεγάλο κορίτσι
Όχι δεν είμαι μεγάλο κορίτσι
Είμαι εσύ, και εσύ δεν κλαις
Εσύ είμαι άντρας
Μου λείπεις

 

 

π ρ ω θ ύ σ τ ε ρ ο

Μην κλαις γι’ αυτά που πέρασες
αλλά γι’ αυτά που δεν σε βρήκαν
αυτά που γεύση δεν πήρανε γλυκιά ή πικρή
τα χείλη σου να βρέξουν
την ψυχή να σιροπιάσουν

Να λαχταράς όσα δεν δοκίμασες
όσα αρνήθηκες
και όσα προσκύνησες να μην σου τύχουν
όσα με δάκρυα ξόρκισες να μην σε βρουν
σ’ όσα δείλιασες
και όσα καίγοντας τα κορδόνια σου
τα κλώτσησες στον Καιάδα του Ρίο ντι Τζανέιρο

Φοβόσουν το σάλτο
μα εκεί είναι που τώρα είσαι σίγουρος
πως θα ‘βγαζες φτερά
τώρα φοβάσαι
πως σ’ άκρη ξανά δεν θα βρεθείς
απόφαση να πάρεις
ας ήξερες πως μπορεί να τσακιστείς
και ας είχες υπογράψει στο συμβόλαιο της ζωής
πως θα έκανες γκελ στον ιστό του παρελθόντος σου

Η μετριότητα της ύπαρξής σου σε ανησυχεί
πιο πολύ από την ίδια σου τη ζήση
και δικαίως τρέχεις για να την τιμήσεις
Βιάζεσαι όμως και ας είναι αυτό μεμπτό
τα βράδια του απολογισμού σου νιώθεις
πως αυξάνονται πιότερο
απ’ τις μέρες δημιουργίας που σου λαχαίνουν
τραβάς λαχνό και απλά καθρεφτίζεσαι

Λένε πως η βιάση είναι των ανθρώπων που ζουν λίγο
και αναθεματίζεις τον Μαθουσάλα
που καταράστηκε τις γενετικές σου οδηγίες χρήσεις

Εκεί που νιώθεις πως αγγίζεις την κορυφή
εκεί ματώνουν τα γόνατά σου απ’ το μπουσούλημα
Εκεί που έτοιμος είσαι να φορέσεις το στέμμα
εκεί πονάνε οι κρόταφοι σου απ’ το αγκάθινο στεφάνι
που ‘χεις και καμαρώνεις
σ’ αυτό το κεφάλι που κουράστηκες να φοράς
Και τότε αποκαμωμένος θέλεις να βρίσεις
φωνήματα ιερά διαπερνούν χιλιόμετρα
βαφτίζονται ξυπνητήρια και χτυπούν
πριν ο τρίτος αλέκτωρ λαλήσει στον γόνιμο βράχο

Μην προκαλείς… έκανες τις επιλογές σου
με γεωμετρική πρόοδο έλαβες τις συνέπειές τους
Ζήσε ή πέθανε επιτέλους μ’ αυτές

 

 

αχερουσία λίμνη

Μαύρες οι σκέψεις μου δεν είναι
άσπρα θαρρώ φορά
αγνός, για λύτρωση φτιαγμένος
για αρχή μιλάει και όχι για τέλος
μονοπάτι εύκολο αλλά μοναχικό
θλίψη μου φέρνει δεν το αρνούμαι

Βήματα δειλά, σταθερά
λόγια δεν βγάζουν τα χείλη
σιωπή μιλά, λογία σοφά
νεύματα κάνει με σιγουριά
αβίαστα προσπερνά
όλες τις θλίψεις, τη συμφορά
το μίσος, το λάθος
και τα θνητά τα πρόστυχα
που έλεγχο κάνουν
που πόνο φέρνουν
και χρόνο παίρνουν
ρυτίδες φτιάχνουν
ρόζους στα χέρια
μ’ αίμα βάφουν
τη δόξα, το χρήμα
τη δούλεψη, το γήρας
……………………………….
και τον έρωτα, ναι και τον έρωτα

Τον είχα ξεχάσει, τον είχα αφήσει
—το πιο μάταιο από όλα—
το πιο πολυτελές

Και θράσος θα ‘χω
—γερή κληρονομιά—
θύμησες να ‘χω για συντροφιά

Μια αχτίδα και ένα κύμα σε παραλήρημα
μια βαθιά ανάσα απ’ τα ρουθούνια
και ένα δάκρυ καυτό ως το στέρνο
λίγα γέλια παιδιών και τη μάνα μου
τελευταίο κράτησα ένα φιλί
ένα φιλί εκείνου
το πιο μάταιο από όλα
το πιο οδυνηρό…
το πλέον απαραίτητο!

 

 

ΛΥΣΕ ΤΑ ΜΑΓΙΑ ΜΟΥ… ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ… 

Περνάει αλαζονικά μπροστά από την τραπεζαρία
απρόσκλητη ήρθε να μας διαλύσει
«σσσσσσσσς!» κάνει πίσω από την πλάτη του
συνωμοτικά της γνέφω και την τρέφω
… χωρίς αναπνοή δυο χρόνια ζω
μουγκή βουτιά· επίδειξη αρνησικυρίας
σιωπής μονάχα έχω ένσταση
«Για Σένα Το Κάνω»
θέλω να ουρλιάξω
καθώς εκείνος χαϊδεύει το ασθενικό μου χέρι
μα πνίγω την ανιδιοτελή μου φωνή
στην ιδιοτέλεια του άναρθρου έρωτά μου

[λαλιά να πιεις
λαλιά να καταπιείς
να μην μπορείς
κραυγή να βγάνε ΐς
να τρέχει ο χτύπος
να βιάζει η ώρα
και όλη η ζ ωή
στο στήθος θε να κομπιάσει
να μαζευτεί και να θρονιάσει
κ α τάΡ ας σ τ ε φάνι
γ ι α θάνα το η πλέξη
αν για δυο λο γάρ ι α σ ε
σαν να μην ήταν ένα
και έναν σκέφτηκε
σαν να ’ταν μόνος]

την η σχιζοφρενής μνηστεία
σταύρωσε τις σαγηνευτικές της απειλές
και κάθισε δίπλα του, στον καναπέ μας
…στέκω εμπρός σας
μίμος κακός των επιθυμιών μου
εγγαστρίμυθα ελπίζω μόνο σε σένα
να μ’ απαλλάξεις από τα εμμανή συμπλέγματα
από τις αυτεπάγγελτες νοσηρές ανασφάλειες
απόδειξε της πως μ αγαπάς, μόνο έτσι θα ξεκουμπιστεί
και έπειτα, στο υπόσχομαι
θα πάρω τα φάρμακά μου
διώξ’ τη… σου λέω! ακόμα με κοιτάει… 

 

 

ξέρξης

Εσύ που άλλοτε κολυμπούσες σε επικίνδυνες θάλασσες
Πνίγεσαι σε ένα ποτήρι κόκκινο στυφό κρασί
Εσύ που άλλοτε διαπερνούσες τις ομίχλες του κόσμου
Χάνεσαι στον καπνό ενός μόνο τσιγάρου
Εσύ που βαφτίστηκες στην Κασταλία την πληγή
Γέμισες πτέρνες Αχίλλειες, θνητές

Εσύ που λαβωνόσουν στις εσχατιές της Ιστορίας
Τώρα δεν έχεις δάχτυλα λάβαρα να σηκώσεις
Εσύ που απολύμανες το γένος από τους Εφιάλτες
Προδίδεις τα ιερά, τα όσια, τα μυστικά μας.
Εσύ που στις μάχες έπαιρνες θέση στην πρώτη τη γραμμή
Στρογγυλοκάθισες σε έναν θρόνο Ανυπολόγιστων καρατίων

Και ‘γω που τέντωνα τα βλέφαρά μου να σε δω
Που με ανακούφιζε ένα και μόνο χάδι
Που με θρυμμάτιζε σκέψη φτηνή
Σκύβω και απλώνω οίκτο

Πέρασε η ώρα και δεν ήρθες
Σε περίμενα…
Δεν φταις εσύ που σε περίμενα
Φταίω εγώ που δεν ήρθες

Πέρασαν τα χρόνια… δεν ήρθες
Σε περίμενα
Δεν φταις εσύ που δεν ήρθες
Φταίω εγώ που σε περίμενα

Τους δειλούς η μοίρα τους καταράστηκε
Ένα βήμα να κάνουν πίσω
Και χίλια να τους σπρώχνει χέρι ξένο

Και πόσα κουράγια να ‘χω;
Έπαψα πια…
Άνοιξα βήμα και έφυγα

ΔΙΠΟΛΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ

στο πατέρα μου

Εννιά χρυσά δάκρυα να σ αναστήσω
έξι κόκκινα φιλιά και ένα βλέμμα
μου χαμογέλασες, το είδα
—δεν είμαι τρελή! —
μου ’γνεψες και δείλιασα
χαμήλωσα τα μάτια
—ενοχικό το σύνδρομο—
Δεν μπορώ να σ’ ακολουθήσω
γιατί ακόμη σέρνομαι
… σαν φίδι στην κοιλιά μου
μόλις βγάλω φτερά
—γιατί θα βγάλω, τα νιώθω
να φυτρώνουν στα όνειρά μου—
θα ’σαι το πρώτο μου πέταγμα

Προς το παρόν δεν αναπνέω
βγάζω τους πνεύμονες μου
και κάνω λαθραία κουπί

Ήρθα μετά από χρόνια και ήσουν εκεί,
μακάρι να μην ήσουν εκεί
ξαναγύρισα στο ιερό σου κλουβί
γεμάτη ντροπή, ενοχές και φόβο
τα δάκρυα μου χοές στο χώμα
μουρμουρίζουν ανθρώπινες σαχλαμάρες
— μεταλαμβάνω και αποσύρομαι—
Κοιτώ ψηλά και δεν σε βλέπω
στήνω ξόβεργες για να σε πιάσω
τόσο μικρή για να σε καταλάβω
τόσο μεγάλη για να παίζω
Αν δεν ανέβω εγώ λίγο
αν δεν σκύψεις εσύ πολύ
Πώς θα σε ξαναβρώ;

Σε ποιο σταυρόλεξο θα σε συναντήσω
Σε δανεικό παράδεισο
βολεύομαι και αναπαύομαι…

Σαν χτες το τώρα, σαν ψέματα η ζωή μου
Σαν ξένος εσύ, σαν ζωντανή εγώ!

 

 

Βουλητικές προτάσεις

Να καβαλήσω ένα ταξιδιάρικο φύλλο,
ένα από τα πολλά των δέντρων,
ένα κιτρινωπό άλογο
και να πέσω στα μαλλιά τα στιλπνά.

Να γλιστρήσω σε μια λυγερή αχτίδα,
σε μια από τις ερωμένες του ηλίου,
σε μια πύρινη τσουλήθρα
και να ξεχυθώ στα μισόκλειστα τα μάτια.

Να βουλιάξω σε ένα θρασύ κύμα,
σε έναν από τους παραγιούς της θάλασσας,
σε ένα φλύαρο κελάρυσμα
και να πνίξω τα ματόκλαδα τα γυριστά.

Να γαντζωθώ σε ένα θλιμμένο ροδοπέταλο,
σε ένα από τα μαντζούνια της οσμής,
σε ένα μοσχομυριστό μυστικό
και να ποτίσω τα ρουθούνια τα πονηρά.

Να κρυφτώ σε μια γυάλινη σφαίρα,
σε μια από τις κόρες της βροχής,
σε μια υγρή στάλα
και να κυλήσω αργά στα ποθητά τα χείλια.

Να τρυπώσω σε ένα ζουμερό φρούτο,
σε ένα από τα δώρα της γης,
σε έναν λάγνο καρπό
και να γαργαλίσω τον ουρανίσκο τον ζωηρό.

Να παγιδευτώ σε ένα νόστιμο κοχύλι,
σε ένα από τα μυστικά του βυθού,
σε ένα ελεύθερο κελί
και να στολίσω τον ακριβό λαιμό.

Να ζέψω μια πλουμιστή πεταλούδα,
μια από τις παλλακίδες των λουλουδιών,
μια παιχνιδιάρα κυρά
και να ξαποστάσω στον ώμο τον κρατερό.
Να στροβιλίσω έναν άνεμο νοτιά,
έναν από τους πολεμιστές του αιθέρα
έναν ευγενικό ψίθυρο
και να χαϊδέψω το δέρμα το απαλό

Να υποτάξω ένα ανυπόμονο σύννεφο,
έναν δούλο του ουρανού,
ένα χλωμό καράβι
και να ακολουθήσω τα βήματα τα γοργά.

 

 

Ραντεβού I

Φυσάει…
τεντώνω τα αυτιά μου να ακούσω τα κλειδιά
αέρας κρύος
τρομάζει τις χαραμάδες από τα παραθυρόφυλλα
ψελλίζει έναν ήχο ζεστό
που γλυκά τρομάζει τη νύχτα
είναι που δεν σε αισθάνομαι
και προσπαθώ να σε μυρίσω
να γίνω λαγωνικό αγάπης
Ήρθες… ευτυχώς ήρθες τώρα

Βγάλε τα ρούχα σου
να μείνουμε εμείς, γυμνοί, αγνοί
να αγκαλιαστούμε, να αναπαρθενευτούμε

Να μείνουμε έτσι ώσπου…
ώσπου τα κορμιά μας να φαντάζουν ένα κορμί
Να γίνουμε άγαλμα, πίνακας, ποίημα
έρωτας, ελευθερία, αθανασία
σήριαλ, θρίλερ, σαπουνόπερα

Δίχως χρόνο, δίχως χώρο, δίχως φθορά…
Μην αργείς αγάπη μου!
Μην αργείς!

Στις δώδεκα κλείνει το μετρό
και καθώς χάνω το φουσκωτό μου φουρό
στις στάχτες του μισογύνη ανδρισμού μου βουλιάζω
για να βαφτιστώ «εις το όνομα» εκείνου
που καταχράστηκε το γοβάκι της αθωότητάς μου

 

 

ΚΙΡΚΗ

 

a
Κίρκη
που σε φυλάκισε με τα μάγια της
με τα αιώνια κάλλη της
… μα εσύ τον νου σου έχεις στο
Δεν είμαι εγώ η Ιθάκη σου
μουρμουρίζεις κάθε βράδυ
Και ’γω προκειμένου να πλαγιάσω δίπλα σου
κάνω πως δεν ακούω
εθελοτυφλώ και χάνομαι
χάνομαι και παραδίνομαι
Μάγισσα
δεμένη στο κατάρτι του ονείρου μου
πήρα τη θέση σου την ηγεμονική
γέμισα τα αυτιά μου με βουλοκέρι
έσφιξα τα μάτια μου με ξάρτια σκισμένων πόθων
για να μην ακούω τις Σειρήνες της αλήθειας σου, αλλάζω πλευρό
πόσα γητέματα να σκαρφιστώ, πόσες νοθείες να καμώσω;

 

b

Φοβάμαι τη μέρα εκείνη
που ο ήλιος θα ζητήσει την επιστροφή σου
Φοβάμαι εκείνη τη μέρα
που η σχεδία σου θα επιπλέει και εσύ χαρούμενος
δεν θα γυρίσεις βλέμμα να ρίξεις οπίσω
Πετάγομαι στον ύπνο μου ξανά, σε πίνω
στην τρίτη γουλιά ναρκώνομαι
κουρνιάζω δίπλα σου
Στο όνειρό μου κλαίω για το άδειο μου κρεβάτι
και στην αλήθεια άδειο είναι
μα ακουμπώ έστω το σώμα που φυλάκισα
Μπορώ να σε διώξω
να γεμίσω τα πανιά σου με σκόνης αέρα μαγικής
να σε ξεπροβοδίσω

 

C

Δεν έχω το θάρρος
θα βαφτιζόταν θράσος
Μπερδεύομαι και δένομαι στις λανθασμένες μου έννοιες
Τα δάκρυά μου όξινα καίνε και λύνουν τα δεσμά
μου ματώνουν τα χέρια, με γεμίζουν στίγματα
με κάνουν Αγία μέσα στις αμαρτίες μου
Πιο θνητή και από τα λάθη αισθάνομαι
δεν μπορώ να κρατήσω τον λόγο μου
Γιατί στο είπα ένα βράδυ λίγο πριν λύσω τα μαλλιά μου
Σου υποσχέθηκα πως θα σε λευτέρωνα

 

d

Κοιτάζω τα χέρια μου…
…το κρεβάτι…
…ξανά τα χέρια μου…
μα δεν τολμώ
Το αμελώ και με παραμελώ
Με τιμωρώ
Παρακαλάνε οι μάγισσες, πονάνε, ξευτιλίζονται για έρωτα;
Αν όχι τότε σίγουρα μάγισσα δεν είμαι πείτε του Ολύμπου
Αν ναι τότε γιατί λέγονται μάγισσες;
Και γιατί τότε Ποσειδώνα
που τα φονικά κύματα κάνεις να μοιάζουν ευχές
δεν μπορώ τούτο το ξερονήσι να ονομάσω Ιθάκη
και μένα Πηνελόπη να ντύσω
να πειστεί
να ξεγελαστεί να μείνει;
………………………………………………………………………………………………………….

e

Χαμογελώ στον ύπνο μου
με κάνω Μόνα Λίζα
με κρεμώ πάνω από το σβηστό μου τζάκι
στο άδειο το καταραμένο μου παλάτι
Συνωμοτώ και ντρέπομαι
………………………………………………………………

f
Μήπως τον Όμηρο τον τρανό να παρακάμψω;
άλλωστε πολλές φορές άκουσα
πως δικές του δεν λογίζονται οι αράδες τούτες
Μήπως να ξεστοιχειωθώ
και στίχους δικούς μου ιαμβικούς να υφάνω;
Να φτιάξω από νερό και χώμα έναν πόθο
να τον φυσήξω απαλά με μάτια κλειστά
να τον βαφτίσω σε καταρράκτη θυμωμένο
και αφού σε κοχύλι ιερό τον κλείσω
να σου τον φορέσω στον λαιμό
και να μείνουμε εδώ, εκεί, παντού, όπου, τώρα, πάντα
σαν μύθος, σαν επιμύθιο αγάπης
που δραπέτευσε από τη μοίρα του
από τη μοίρα των θνητών
και μίζερων προκαθορισμένων ορίων

,
Και αν χρειαστεί γι αυτήν τη χάρη
την αθανασία μου να κάψω
για ένα μονάχα βράδυ ακόμα
φωτιά ας πάρω ζωντανή

 

g

Ταράζεσαι! Ανήσυχος μοιάζεις…
Εφιάλτες θα βλέπεις, σε παρακολουθώ
Ξυπνάς από τον ήχο του ποτισμένου με μορφίνη σεντονιού μου
Σε φιλώ και μου αφήνεσαι
—εσένα τουλάχιστον δεν σε παραμελώ—
Στ’ ορκίζομαι με δάκρυα αποκαμωμένα
Ας μ’ άκουγες που στο ουρλιάζω στα όνειρά σου
στα γλυκά σου όνειρα —άλλωστε—
αφού τους εφιάλτες σου τους καταχράστηκα
τους άρπαξα και τους φόρεσα μονομιάς
τους ζω πλέον ες αεί
Ας κοιμηθώ και ας ξυπνήσω πλάι σου
Αρκεί

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ

 

Ανάσκελη με πυρετό

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αυγή(Αναγνώσεις)3/4/2016

Ανάσκελη, περιμένοντας ως ερωτικό αλλά και πάσχον σώμα , αλλά με πυρετό∙ ήτοι: σε κατάσταση ψυχικής έντασης ή έντονης διάχυσης ή ανάμνησης παθητικής. Δεν είναι μόνη η Νίκη Χαλκιαδάκη (γ. 1980) στο πεδίο της νεώτερης ποίησης, όπου το σώμα ως απείκασμα της ποίησης αρκετών νέων γυναικών έχει γίνει κιβωτός μνήμης, κοίτη χαμένων και κερδισμένων συναισθημάτων ή διάμεσο για τον σχηματισμό μιας ρευστής ταυτότητας που ζητάει να κρατηθεί από κάπου για ν’ αντέξει. Από συμβολικές μορφές, παραμυθένιες και τερατικές, ή από μυθικές μορφές που ανταποκρίνονται στο ποιητικό σύμπαν σε ανδρικές, γυναικείες ή ανδρόγυνες περσόνες. Μαζί της, λίγο μεγαλύτερες ή συνομίληκες, η Άννα Αφεντούλίδου, η Γεωργία Τρούλη, η Δώρα Κασκάλη, η Ευτυχία Παναγιώτου. Στο Ανάσκελη με πυρετό φαίνεται από την αρχή ότι υπήρξε μια εγγενής δυσκολία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην εφηβεία∙ ο διακαής πόθος της επιστροφής, έτσι ώστε να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν, σε μια κατάσταση πρωτογενούς αθωότητας και άγνοιας/ασφάλειας, δείχνει ότι η ενηλικίωση δεν ήταν για την πολυπρόσωπη (κορίτσι, έφηβη, γυναίκα, ίσως μητέρα) παρουσία της Χαλκιαδάκη ένα απλό πράγμα.

Ο πατρικός θάνατος, η απουσία του συμβόλου της ευστάθειας, δεν έστειλαν μόνο τα πράγματα πίσω από πλευράς ψυχικής, ανέστειλαν επίσης την οικείωση του φύλου, την αλλαγή του σώματος, την ενήβωση, την ενοχική ψαύση των ερωτογόνων πηγών, και την ταύτιση όχι με τον πατέρα μοιραία και τελειωτικά απόντα αλλά με το παρόν σώμα. Η μνήμη της απουσίας, μεγεθυμένη από την τραυματική στέρηση εκείνου, διατηρεί έτσι ανοιχτή την πληγή, μετεμψυχώνει τον απόντα στα πρόσωπα των εραστών και εμποδίσει την ενσωμάτωση στον ζωικό, δηλαδή στον σωματικό και παροντικό χρόνο. Το επιπρόσθετο όμως ενδιαφέρον στην ποίηση της Χαλκιαδάκη, όπως και των άλλων ποιητριών που αναφέραμε, βρίσκεται στο ότι όλες τους δεν σκοπεύουν στο ιδεοληπτικό γυναικείο, δεν κατασκευάζουν θηλυκά την ποιητική τους ταυτότητα: η ταυτότητά τους υπάρχει εν ταυτώ, είναι ως γραφή. Μάλιστα, είναι ως γλώσσα πρώτα πρώτα. Εδώ το θηλυκό, τραυματικό ή καταστροφικά θριαμβευτικό ως ποιητικό απείκασμά του, γίνεται πιο απτό μέσα από την γλωσσική του αμφισημία, τη θρυμματισμένη εικόνα του πάθους, τα σκοτεινά του αρχέγονα, σεξουαλικά σύμβολα. Όσο πιο σκοτεινά και μυστηριώδη, τόσο πιο αισθητό το νόημά του στα συμφραζόμενα του ποιητικού κειμένου.

 

 

ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ

ΝΤΟΥΕΝΤΕ 21/1/2013

«Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της, είπαν, είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς

Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο».

Απλοποίηση

Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Θέλω να θυμάμαι. Όχι σε στάση πεταλούδας, σαφώς όχι και μπρούμυτα. Θέλω να θυμάμαι και να θωρώ, να θυμώνω και να θητεύω τον κόσμο ανάσκελα.

Μόνο έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω για το βιβλίο της Νίκης Χαλκιαδάκη «Ανάσκελη με Πυρετό» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα, στα τέλη του 2012.

Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, μπορεί κανείς να το συναντήσει στη σελίδα 31. Κατά την άποψή μου, ευλόγως τοποθετημένο εκεί. Ένα βιογραφικό -διόλου τυχαία- ανοιγμένο ανάσκελα σε αυτήν τη σελίδα. Η Απλοποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη, εισάγει τον αναγνώστη άπαξ και διαπαντός στο δικό της ανθρωπόμορφο, λεκτικό σύμπαν. Ο μπαμπάς, η μαμά και το σπόρι που μεγαλώνει στην κοιλιά. Ο πασατέμπος ξαφνικά εξεικονίζει μια μη γενόμενη ή ακόμα καλύτερα μια διαρκώς μετατιθέμενη αναμέτρηση. Τα χρόνια που περνάνε και η ενηλικίωση που συμβαίνει έξω από τη φυσική των πραγμάτων ροή (βίαια όπως και ο θάνατος) ή και πρίν από αυτήν. Σίγουρα δεν συμβαίνει στην αναμενόμενη ώρα.

Το βιβλίο της Χαλκιαδάκη, μοιάζει με ομολογία ενηλικίωσης. Από το ποδήλατο με τις τρεις ρόδες και το πρώτο ψέλλισμα «πι πι το παπί» μέχρι τη γυναίκα που ομολογεί πως υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρει πώς να ζήσει, η Χαλκιαδάκη επιλύει τον γρίφο της τραυματικής ενηλικίωσης -ενηλικίωσης-σφαγής- απλώνοντας στις σελίδες της Ανάσκελης μνήμες, απώλειες, προπατορικά αμαρτήματα και μια μήτρα ικανή να χωρέσει ξελευθερία και ενηλικίωση για όλους.

Κλείνω με δικά της λόγια, όπως δημοσιεύτηκαν σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού e-poema: «Ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου συγκίνηση;»

Η Χαλκιαδάκη ξέρει να το κάνει και έντιμα και πολύ καλά.

[Αν αυτό δεν εμπίπτει στις αναγκαιότητες της ποίησης, στα χρέη και τα ρέστα της τότε για τίποτα άλλο, εγώ προσωπικά, δεν είμαι σίγουρη].

«Πιστέψαμε ο ένας στον άλλον
Φυτέψαμε τα πόδια μας στην αυλή
και περιμέναμε να δούμε
ποιος
ποιος
ποιος θα κρατηθεί
Δεν άντεξες ούτε μισό αιώνα
Ψ’ήλωσα μόνη [και όπως όλοι
οι προδομένοι καρποί]
ανθίζω την Πρωταπριλιά».

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

VAKXIKON τ. 20

Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτήν.

Πρώτο: Αποκτά σιγά σιγά την δική της αναγνωρίσιμη προσωπική γραφή.

Αυτό ξεκίνησε ήδη από την προηγούμενη ποιητική της συλλογή που είχε τίτλο Ο Έρωτας του Pied de Coque και αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται στην ποιητική συλλογή Ανάσκελη με πυρετό εκδόσεις Μανδραγόρα 2012, που παρουσιάζουμε σήμερα.

Δεύτερο: Γράφει μέσα από το ΣΩΜΑ, με το ΣΩΜΑ, για θέματα συγκλονιστικά που προκύπτουν από τα μύχια βάθη της ύπαρξής μας για την γέννηση, την παραμονή μας στην γή, για τον έρωτα που ανακουφίζει, γλύφει και καρατομεί, για την παιδική ηλικία, για το τέλος της αθωότητας, για τα αρχετυπικά παραμύθια που κλείνονται στο ψυχιατρείο, για τον θάνατο. Ακόμα και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Ανάσκελη με πυρετό» προϋποθέτει κορμί και μάλιστα γυναικείο. Ανάσκελη. Με δύο σκέλη. Δεν είναι άφυλη. Έχει γένος και μάλιστα θηλυκό. Απεκδύεται όμως όλα τα φρου φρου και αρώματα, τον ζαχαρωμένο συναισθηματισμό, το μελό που στερεοτυπικά και άδικα κάποιοι έχουν συνδέσει με τον όρο γυναικεία ποίηση. Η ποίησή της είναι κοφτερή, αιχμηρή, σκληρή, έξυπνη. Χωρίς να στοχεύει όμως στην εύκολη συγκίνηση, σε πιάνει από το λαιμό, νιώθεις έναν κόμπο και την κουβαλάς ακόμα μέσα σου και αφού έχεις κλείσει το βιβλίο.

ΘΗΛΥ

Το ξέραμε κάποια στιγμή πως θα συμβεί.
Το περιμέναμε.
Φάνηκε άλλωστε και στο υπερηχογράφημα
Το μωρό είχε δέκα δάχτυλα πάνω, δέκα δάχτυλα κάτω
και κλειτορίδα
Η Σελήνη κυλάει ανάμεσα στα πόδια μου.
Βάφει το λευκό μου βρακάκι.
Δύσκολος λεκές το αίμα.

Τρίτο: η ποίησή της έχει την έκπληξη, την ανατροπή, ο αναγνώστης καθόλου δεν ξέρει ποια λέξη θα διαδεχτεί την άλλη ή ποιος στίχος θα διαδεχτεί τον άλλο. Η γραφή της δεν θυμίζει εκείνης της κοπέλας του δεύτερου ορόφου με ένα χρυσόψαρο να φροντίζει, η γραφή της είναι αυτή ενός χρυσόψαρου που φροντίζει μια κοπέλα Με την ποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη δεν πλήττεις ποτέ. Σε κρατάει σε εγρήγορση από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο γιατί υπάρχει συνέχεια δράση. Η ποιήτρια δεν θέλει να ξυπνήσει το λευκό πουκάμισο που κοιμάται δίπλα της, γεννάει τηγανητά αυγά, σήμερα χαρίζει το ένα της γόνατο, δεν θέλει να προδώσει την libido που φυλάει για χρόνια δύσκολα όπως η Τετάρτη και τα μεσημέρια με καύσωνα, ανεβαίνει στο κρεβάτι και γίνεται κατοικίδια ηδονή, τα μαξιλάρια ζευγαρώνουν μια τελευταία φορά, με φυτεμένα τα πόδια στην αυλή ψηλώνει μόνη και όπως όλοι οι προδομένοι καρποί ανθίζει την Πρωτομαγιά. Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή συμβαίνουν περίπου τα πάντα. Ένα σκουλήκι με άρωμα μήλου αποπλανεί τα χαμομήλια, οι βελανιδιές αιμορραγούν, οι λύκοι βγάζουν κυνόδοντες. Παρόλα όμως τα υπερρεαλιστικά στοιχεία η ποίηση της παραμένει απόλυτα κατανοητή, καθαρη και διαυγής μια και αυτά τα στοιχεία είναι πλήρως ενσωματωμένα στην ροή των ποιημάτων. Ζωγραφίζει με την πένα της εικόνες ζωντανές τόσο που τις γεύεσαι τις ακους τις μυρίζεις τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου.

Τέταρτο: Η Νίκη Χαλκιαδάκη έχει ακόμα ένα μεγάλο προσόν. Δεν φοβάται να εκτεθεί και να εκθέσει. Να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί. Να τσαλακώσει και να τσαλακωθεί. Άρα είναι ποιήτρια. Υπάρχει ένα νωπό τραύμα που ανασαίνει μέσα στην συλλογή, η Νίκη παίρνει τα δάχτυλά μας και τα βάζει επάνω του, μας αναγκάζει να το ψηλαφίσουμε, να το αγαπήσουμε σχεδόν, υπάρχει μία καρατομημένη παιδική ηλικία που δεν μεγαλώνει αλλά γράφει, που βρέχει το κρεβάτι της, βάζει το δάχτυλο στο στόμα της, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο κρεβάτι, ζηλεύει το αδελφάκι της, μία παιδική ηλικία που πρέπει να εξαγνιστεί, να εξιλεωθεί για να πάει η ποιήτρια παρακάτω. Όλοι όσοι γράφουμε γνωρίζουμε καλά την διαδικασία της γραφής. Πώς δηλαδή μπήγεις τον αιχμηρό κονδυλοφόρο στην αρχική σου πληγή, όλοι οι ποιητές εξάλλου έχουν μία αρχική πληγή, πώς λοιπόν ανατρέχεις σε αυτή την πληγή και με το αίμα της γράφεις. Αυτό κάνει λοιπόν και η Νίκη Χαλκιαδάκη και η γραφή είναι γι αυτήν ταυτόχρονα κάθαρση.

ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ

Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της είπαν είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς

Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο.

Πέμπτο Υπάρχει σ’ αυτή την ποιητική συλλογή μία γοητευτική αντίθεση. Είναι αυτή η συνεχής εναλλαγή, αντίθεση αλλά και συνύπαρξη τρυφερότητας και βιαιότητας, ρομαντισμού και υπερρεαλισμού, αθωότητας και κυνισμού, παιδικότητας και αισθησιακής θηλυκότητας, το λεκιασμένο με αίμα άσπρο βρακάκι, το κοριτσάκι των τεσσάρων χωρίς κυνόδοντες/με άσπρο δέρμα/μνήμη από βούτυρο (από το ποίημα 1984) αλλά και η cat-woman που περιμένει ένα νεύμα για να ανέβει στο κρεβάτι και να γίνει ολόκληρη κατοικίδια ηδονή (από το ποίημα cat-woman).

Στο ποίημα Από το Βόλγα μέχρι τη Ματζουρία Η στέπα μας θέλει γυμνούς να γλείφει ο ένας την υγρασία του άλλου σε αντίθεση με το κοριτσάκι που παίζει σκοινάκι, γιο γιο και τσιγκολελέτα και ισορροπεί στα τακούνια της μαμάς από το ποίημα Αγόρια Ιππότες, Κορίτσια Μαύρες κότες. Ένα παιδί λοιπόν ορφανό όμως πληγωμένο, ένα παιδί γυναίκα όμως με όλη την γυναικεία φύση του απόλυτα ανοιχτή, ανάσκελη στις σελίδες της συλλογής.

Έκτο μία ποιητική συλλογή είναι όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω όμως και κάτι ακόμα. Που δεν διατυπώνεται, που δεν αριθμείται, που δεν εκφέρεται με λόγια. Είναι η μαγεία που διατρέχει τους στίχους, οι εικόνες που κουβαλάς αφού την διαβάσεις, η διάρκειά της μέσα σου. Αυτή η ποιητική συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη καίει από πυρετό και αυτός ο πυρετός είναι μεταδοτικός. Διαβάστε την!

 

 

Ο Έρωτας του Pied de Coq

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Αυτή η ποιητική συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη είναι πρωτότυπη, ίσως γιατί το περιεχόμενο της δηλαδή τα ποιήματα συμπλέκεται απόλυτα με τις ασπρόμαυρες λήψεις που δίνουν ένα χαρακτήρα αγχωτικό και αδιέξοδο, όλα συντελούνται στο βιβλίο αυτό ανάμεσα σε μια εισπνοή και σε μια εκπνοή, στις αποχρώσεις του μαύρου και του γκρίζου, με γραμματοσειρές που γέρνουν, χορεύουν, παίζουν, ή απειλούν να εκτιναχτούν έξω από τα όρια των σελίδων, με τους τίτλους να εμφανίζονται απροσδόκητα πάνω, κάτω, δεξιά ή αριστερά, με τα γράμματα να αλλάζουν συνέχεια. Η ποιήτρια παίζει μαζί μας κρυφτό, μασάει μαστίχα κεράσι, δεν διστάζει να κάνει τούμπες με τις λέξεις και τους στίχους, χαρακτηριστικό είναι το ποίημα της συλλογής που ονομάζεται του «παλιμπαιδισμού» που απέναντι στην σοβαροφάνεια των υποτίθεται ενηλίκων, προτάσσει την παιδική φρεσκάδα και το παιχνίδι.
Όμως πως είναι ο έρωτας του pied de coq; Ένας έρωτας κατά τον οποίο ο άντρας και η γυναίκα ενώνονται, χωρίζουν, εναλλάσσονται σε ρόλους και ταυτόχρονα ταυτίζονται σε ένα ζευγάρι με μπλεγμένη ταυτότητα και φύλο
/ήμουν εσύ και εσύ ήσουν πάλι εσύ/ Είμαι μεγάλο κορίτσι/ όχι δεν είμαι μεγάλο κορίτσι/είμαι εσύ και εσύ δεν κλαις/ Εσύ είμαι άντρας, μου λείπεις.
Ή ένας έρωτας που αναπαράγει το ίδιο μοτίβο ξανά και ξανά σε μία ατέρμονη διαδοχή μέχρι την τελική συντριβή. Να είναι ο έρωτας μιας επαναλαμβανόμενης μνήμης, που μας τυραννάει αλύπητα, ή ένας έρωτας παρασιτικός που προτιμά τα υγρά εδάφη όπως στο πρώτο ποίημα της ποιητικής αυτής συλλογής που έχει τίτλο “αναρριχώμενο, απαγορευμένο”..
Ή τέλος μπορεί να είναι ένας έρωτας θυσία, όπως στο ποίημα «Στην σάρκα εκ σαρκός» που το δίπολο άντρας- γυναίκα με την θυσία- ένωση των σωμάτων που συντελείται σε έναν κρυφό ιδιωτικό ναό, αυτόν της ψυχής, ακυρώνει την ματαιότητα και έτσι εξασφαλίζεται η αθανασία και το ανθρώπινο γίνεται μεταφυσικό.
Λέει η ποιήτρια: Σμίγει η λαχτάρα/ γλείφει την άρμη/ τρυπά τον λωτό/και τον ρουφά/λευκή χοή περίσσεια, θυσία αναίμακτη στον βωμό του Πάνα.
Ο χοϊκός έρωτας σε άμεση επαφή με την φύση, διονυσιακός, ιερό μυστήριο, που μετατρέπεται στο βιβλίο σε Απολλώνιο με την απουσία του.
Στην ποιητική συλλογή αυτή η άφιξη ματαιώνεται συνεχώς
Ο Γκοντώ θεός δεν έρχεται. Η υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας ανθρώπου είναι έκδηλη και έντονη.
Πέρασε η ώρα και δεν ήρθες
Σε περίμενα…
Δεν φταις εσύ που σε περίμενα
Φταίω εγώ που δεν ήρθες
Δεν φταις εσύ που δεν ήρθες
Φταίω εγώ που σε περίμενα
Τέλος αυτό το βιβλίο έχει κάτι θεατρικό, υπάρχει μία συνεχής εναλλαγή ρόλων, ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στο παιδί και στην γυναίκα, στον Αδάμ και την Εύα, στην Κίρκη και στον Οδυσσέα, στον άντρα και στην γυναίκα. Στο ποίημα Κίρκη. Η Κίρκη θέλει να γίνει Πηνελόπη, παίρνει την θέση της στο πορτρέτο της αινιγματικής Μόνα Λίζα, παίρνει την θέση του Οδυσσέα στο κατάρτι και δεν θέλει να ακούσει τις σειρήνες της αλήθειάς του,
Η ποιήτρια Νίκη Χαλκιαδάκη με αυτήν την ποιητική της συλλογή μας προτρέπει να υπερβούμε τα όρια, να περπατήσουμε στην άκρη του ξυραφιού, να καούμε ολόκληροι και μέσα από αυτήν την πυρκαγιά να νιώσουμε ζωντανοί.
Μην τρέμεις! Για να γίνεις ο Έρωτας του pied de Coq/θα πρέπει το αίμα μου να μεταλάβεις, έτσι το θέλουν οι χρησμοί/

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΑΡΩΤΗΣ

Μία καλαίσθητη και μικρόσχημη έκδοση που δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη σχεδόν καμία σελίδα ούτε καν το εξώφυλλό της.
Πρόκειται για μια μοντέρνα έκδοση όχι μόνο με άποψη εικαστική αλλά κάτι παραπάνω: συνδυάζει λόγο και εικόνα σε ενότητα αδιάσπαστη. Η έκδοση όχι απλά στολίζεται με καλλιτεχνικές φωτογραφίες αλλά το κάδε ποίημα αντιστοιχεί σε μία από αυτές και συνομιλούν μεταξύ τους. Το στήσιμο κάδε ποιήματος στις σελίδες του βιβλίου και ακόμη κι ο τίτλος του έγινε καλλιτεχνική πρόκληση για τους συντελεστές της έκδοσης. Οι άνθρωποι που
δουλέψαν αυτή την έκδοση δεν διστάζουν να παντρεύουν την ποίηση με ό,τι πιο σύγχρονο (για τα εγχώρια δεδομένα τουλάχιστον) έχει να επιδείξει η φωτογραφική και εκδοτική τέχνη.
Θα υπέθετε κανείς με βάση τα παραπάνω ότι τα ποιήματα θα
είναι οπωσδήποτε «μοντέρνα» και δα υποκύπτουν σε όλες τις ενοχλητικές ευκολίες του ελεύθερου στίχου. Και όμως: η ποιήτρια Χαλκιαδάκη γνωρίζει να χειρίζεται τις στιχουργικές και μετρικές φόρμες, ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να διακρίνει τις περισσότερες φορές στροφικά συστήματα [όπως π.χ. στον Ξέρξη (sic)] και δεν μπορεί να μη σημειωθεί ότι ο επίσης ευδιάκριτος ρυθμός, καλοδουλεμένος με τις εύστοχες τομές του, ενθαρρύνουν τη μεγαλόφωνη ανάγνωση. Σαφώς η ποιήτρια δεν αποκηρύσσει τον ελεύθερο στίχο μα η φιλολογική της σκευή της επιτρέπει να τον χρησιμοποιεί όσο
Θέλει κι όχι όσο θα της επέβαλλε η έλλειψη ρυθμού.
Τα θέματα που ντύνει μετρικά η Χαλκιαδάκη παραλλάσσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όλοι μας με το β’ πρόσωπό
και έχουν να κάνουν με το ποιον αντικρίζουμε κάθε φορά απέναντί μας και πώς τον αντιμετωπίζουμε, είτε πρόκειται για το ερώμενο πρόσωπο, για τον εαυτό μας ή τις ανασφάλειες και τις εμμονές μας.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

1-xloptsioudis

 

 

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης, παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Κριτικές του φιλοξενούνται
τακτικά στο διαδικτυακό τόπο τοβιβλίο.net και στο tvxs.gr. Άρθρα του δημοσιεύονται στο tvxs.gr, στα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής, στο school time.gr κ.ά. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του με πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια και τέσσερεις ποιητικές συλλογές του.
Έχει πάρει μέρος σε πολλές λογοτεχνικές δράσεις.

 

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Η δημαγωγία της δημοκρατίας, εκδ. ΣΥΝ(+)είδηση, Θεσσαλονίκη, 2009.
Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, δοκιμιακή μελέτη, εκδ. τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2011.
7 δοκίμια, εκδ. τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2013.
Η οργή της πεταλούδας, ποίηση, εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2013.
Η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης, πολιτικό δοκίμιο, εκδ. ebook τοβιβλίο,
Θεσσαλονίκη, 2014.
Κατάστιχα, ποίηση, εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2014.
Ημερο-ποίηση εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2014.
Ακατάλληλο εκδ. Μανδραγόρα 2016

 

202985g-c90c2df4-738e-46a7-99c2-a591e8b5905e

 

 

ακατάλληλο (2016)

 

ακατάλληλο

Ακατάλληλο
μου έλεγαν
όταν ήμουν παιδί
και λάθρα κοιτούσα
τη σάρκα την ερωτική.
Ακατάλληλο μου λεν
τ’ όνειρο για ενήλικο
και κρυμμένος
πίσω από σάρκες
ονειροπολώ.

Σε κασελάκι ξύλινο
κλείδωσα
όνειρα παιδικά
πλούσιος σαν ήμουν.

 

 

ποίηση ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

 

 

μνήμη Κατερίνας Γώγου

Ξεχασμένες μολότοφ
γραμμή φωτιάς
αφήνουν να σκίζουν
το σκοτάδι της αυταπάτης.
Στον καθρέφτη
στολίζει το γυμνό κορμί της
πριν αντιμετωπίσει
το μίσος με το πυρωμένο
στήθος της
χαραγμένη ιστορία
καταστολής
στο δέρμα της
και μάτια μονίμως
δακρυσμένα.

 

 

δήλωση πορνείας

Πόρνη χορεύει
ξυπόλητη στο δρόμο
Εσμεράλδα κυνηγημένη
από στοιχειωμένους
ιεροεξεταστές της ηθικής
στο ξέφωτο των μαγισσών
συλλέκτες υπογραφών.

Όταν ακούω για πορνεία
τρομάζω
νομίζω ότι πρέπει να υπογράφω
σε ανακριτές αξιών
δήλωση μετάνοιας.

 

 

μάνα από τη Συρία

Σαν πάτησε στην κόκκινη πια άμμο
άφησε ελεύθερη
την κραυγή απ’ το χέρι
έλυσε ένα χαμόγελο
από τα μαλλιά
για να πετάξει
με της ελπίδας τα φτερά
και έσπρωξε τη βάρκα
με τα παιδιά στη θάλασσα
και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου
να θυμούνται το σπίτι
μη γυρίσουν πίσω ποτέ.

 

 

τρομοκράτης χρωμάτων

Η αντιτρομοκρατική, λέει,
των παιδικών μου χρόνων
συνέλαβε
στο παζάρι των ευχών
ένα όνειρο ενήλικο
με κατηγορίες απόπειρας
χρωματισμού
με μολότοφ ουράνιου τόξου.

Μαζί με το πουκάμισο
θα φορώ πια
κουκούλα και παρωπίδες
να είμαι ασφαλής.

Ατρόμητροι εφιάλτες
κυνηγούν το πρωί
άυπνες συνειδήσεις.

 

 

υγρός τάφος

Βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.
Πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη.

 

 

προσκύνημα στ’ Αγιονήσι

Ερωτεύεται
η αγρίλα της ακροθαλασσιάς
τον μοναχικό βράχο
τραγούδι υγρό
ο ύμνος του τζίτζικα στον έρωτα.
Πέτρα που ερωτοτροπεί με θάλασσα
αφήνει αθέατα τα ενωμένα κορμιά.

Στο κύμα αντάμωσαν
τα βλέμματα,
οε ήχο παφλασμών
καλύπτουν τον οργασμό τους.

Στ’ Αγιονήσι απομονωμένοι καλόγεροι
προσεύχονται στον έρωτα.

 

 

IV

Αστράφτουν τη νύχτα
τα γυμνά κορμιά
πλάι στη φωτιά
που στην αμμουδιά φουντώνει.

Χορεύουν οι σπίθες
στον ήχο των κυμάτων
πριν ο έρωτας γίνει θάλασσα
κι η ηδονή βυθός.

 

 

VII

Χαμόγελα θερινά
δροσίζονται
σε θαλασσινό χορό.

Με καρφί στερεώνω
τα όνειρα στον τοίχο
ανάμνηση της νιότης.
Κάποια άλλα
κρέμονται σε ηλιακτίνες
στεγνώνουν.

 

 

ΙΧ

Κόκκινο πανί
σε μιαν αρένα
κυματίζω μπρος
σε κέρατα επικριτικά
με ένα διαζευτικό
ανάμεσα στην ποινή
και την αθώωση.

Θα περιμένω την ετυμηγορία
σε μάθημα
δημιουργικής σιωπής
μ’ ένα γιασεμί στο χέρι
για να θυμάμαι τα όνειρά

 

 

μετανάστευση ονείρων

Στρώματα λησμονημένα
γεωλογικής ωρίμανσης
εμπρός από
παλίρροιες ψευδαισθήσεων
κοιτούν πουλιά
όνειρα γεμάτα
να μεταναστεύουν.

Αγέλαστα πετρώματα
αντιστέκονται
στις ανασκαφές του θάρρους.

 

 

ω Άρτεμι

Πίσω μου
θ’ αφήσω
ένα χνάρι στον χρόνο
που ίσως βρουν
αρχαιολόγοι του μέλλοντος
μέσα σε παλαιολιθικά γραπτά’
κληρονομιά μου αφήνω
χειρόγραφους καημούς
και αυταπάτες μοναχικές
πόθους ανεκπλήρωτους
οδηγό
για τη δική σου
πλήρωση.

 

 

 

κατάστιχα (2014)

 

πολιτική, ανθρώπων φύσις

κάποιος βρήκε το κλειδί
κι απελευθερώθηκαν
οι τρελοί
τρέχουν στους δρόμους
με πανό τις αλυσίδες τους

κι αν αδυνατείς
να μιλήσεις με ανώνυμους
που δεν κατάφεραν να πεθάνουν
γιατί χάσαν το δικαίωμα
πώς θα σταθείς απέναντι στην κοινωνία;

μια παρένθεση
ήταν η προηγούμενη ζωή
και συνεχίστηκε το άσμα
σε μια κρίσης υποταγής και συναίνεσης

γράφω σε μια γλώσσα
πολυδιάσταση κι εγωιστική
όπου η λέξη «συμβιβασμός»
είναι προσβλητική

πάλλεται το εκκρεμές του δημοσίου λόγου
σάπιες λέξεις γεννήματα ψεύτικων ελπίδων,
τρομοκρατία και διλήμματα,
κι ο Χριστός πάλι ανέβαλε την ανάσταση

γκρεμίσαν μνημεία ανθρώπων και αδριάντες στήσαν
πριαπικών ρητόρων

το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό
«καθρέφτη, καθρεφτάκι μου,
ποιος είναι ο πιο αγαπητός;»
«Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις
εσένα δείχνουν νικητή»

ανέστια κατάγματα αναλύσεων
στοχεύουν μυαλά μαστουρωμένα
από νοθευμένη δημοκρατία

φαντάσματα κάνουν
πλιάτσικο στης αγωνίας
το τέλμα,
λίστες αγνοουμένων κρεμούν
στης λαϊκής τον πάγκο
φορώντας κοστούμια ραμμένα
με κρασί
μαύρο σαν το αίμα

της αυταπάτης ο ιστός
μ’ αόρατες κλωστές
παίζει κουκλοθέατρο

χαρακωμένη δημοκρατία
χορεύει στο αμόνι
ακονισμένης αλαζονείας

ποτίζω την αισιοδοξία με αλκοόλ,
αφιονίζω κάθε μου κύτταρο,
πριν προλάβει να μ’ αποκοιμίσει η δημοκρατία τους

σύγνεφα κρέμασε ο Απρίλης,
γυμνά χορεύουν στον αιθέρα,
σκιές υγρές γεμίσαν την άνοιξη
κι εμείς ακόμα περιμένουμε
τον ήλιο

για να σκοτώσεις κάποιον δεν χρειάζονται πιστόλια,
μόνο άνοιξε την τηλεόραση…

ξεθωριασμένα χρώματα
συνθημάτων
επιτοίχιας ελπίδας
απειλούν την ευταξία

ερωμένες πολύχρωμες
φυλλάδια προεκλογικά
σε χαραμάδες ξεπέφτουν

…εσύ που θες να λέγεσαι Αντιγόνη πολεμώντας νόμους
άδικους και τυράννους,
μην ξεχνάς ού συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυς…

προχωρώ με όσα μας ενώνουν, με προσημείωση σ’ όσα μας χωρίζουν
κι υποθήκη για το μέλλον όσα κοινά κρατάμε

 

 

κοινωνοί της κρίσης

ξυπόλητος ποιητής σε δρόμους κοιμάμαι
ζωγραφίζω με λέξεις άστεγες πίνακες αυταπάτης

λέξεις χάρισα στη σιωπή
κι εκείνη απάντησε κρυφά
μ’ ένα ποίημα
αυτιστικό και κόκκινο

γεννήθηκα ένα πρωί
με ομίχλη στο παγκάκι,
άστεγη σύλληψη,
το μεσημέρι αναζήτηση
ταυτότητας,
το βράδυ
δελτίο απορίας

οι άνθρωποι αδειάσαν τους κάδους
και σκουπίδια γεμίσαν οι τηλεοράσεις,
ξεχείλισαν σύρματα ματωμένα, τα όνειρα δέσαν

σ’ ανταλλακτήριο επιδομάτων
προσφέρουμε όνειρα κι ελπίδες,
ενέχυρα σημειώματος
εκκαθαριστικού,
εξαθλίωσης απόδειξη

με συρματόπλεγμα δεμένο γένος
ανδράποδο κανιβάλων,
ευνουχισμένη γενιά,
όνειρα,
στάχτες βουτηγμένες
σε αυταπάτη δανεική.

όταν πεινούσε τον βοήθησε ένας φίλος κι ένας διάολος…
Τίμησε το φίλο εκείνον, τον έναν, το μοναδικό, τίμησε και το διάολο…
Όσοι κοιτούσαν και αποκαλούνταν φίλοι, όσοι μιλούσαν χωρίς να
συμπάσχουν, ας βρεθούν απέναντι από το διάολο…

εγκληματείς που αδρανείς
έγραφε ο στίχος του αυτόχειρα,
οι νέοι χωρίς μέλλον
κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα
έγραφε ο πρώτος επώνυμος
και η γριούλα κλαίγοντας δήλωνε
βάρος για την οικογένειά της.

Ψεύτικη ελευθερία,
που έμαθες να αποζητάς
σαν από συνήθειο,
σα γενετικό κληροδότημα.

σκουριασμένες λιμνοθάλασσες
χορεύουν σ’ ένα μουχλιασμένο λιμάνι
θίασος γυμνός
από ξεχασμένα μπορντέλα
που ισορροπούν σε άδεια ποτήρια
μπόμπας φτηνής και νοθευμένου έρωτα
στ’ ασπρόμαυρο λιβάδι
της πορνείας

σε πλακάκια
τακούνια ηχούν
νεκρόφιλων εραστών
π’ αναζητούν πουτάνες
να ξεράσουν περιπλανώμενη
ανικανότητα
στα λασπόνερα μπορντέλων

Δε φταίν’ οι σφαίρες.
Τι έκανε σε διαδήλωση παιδί 15 χρονώ; Δεν έφταιγ’ ο αστυνόμος.
Μα κανείς δε ρώτησετι έκανε παιδί 15 χρονώ στο ανθρακωρυχείο;

μέρα μαγιού εμίσεψες τη μάνα σου κι εσύ
δίχως να ζητιανεύεις
στου τρόμου στοές καρβουνιασμένες
με χέρια μαύρα και μάτια σβηστά
έφυγες και μόνη
κλαίει δίχως αγκαλιά
μα με μια φωτογραφία σου παλιά
άσπρος, ροδαλός.

στου μεροκάματου τις στοές
όνειρα ασπρόμαυρα από την καρβουνόσκονη
ταξιδεύουν με το Μεγάλο Βαρκάρη
δίχως κέρμα στο στόμα
τα τέλη μένουν ακόμα απλήρωτα

μουτζουρωμένα χέρια
δίχως σαπούνι και νερό
ταξιδεύουν
στου Απρίλη
το λιβάδι
άνθη θησαυρίζοντας…

φλογέρας ήχος παιδικός το όνειρο
μακριά φεύγει από μέλλον σκοτεινό
να δει της ζωής το φως

στους δρόμους νεκροί σπαρμένοι
παραστάδες που γεμίζουν σκιά
της νιότης τη φωνή,
του μέλλοντος το φως

στο μακελειό των παιδιών μην αναζητάς την ευθύνη του δολοφόνου
που πάτησε τη σκανδάλη,
αλλά εκείνου που υπερασπίζεται το δικαίωμά του να δολοφονεί.

βαμμένα μάτια στο δρόμο
περίγελος περαστικών
γραφική αδελφή, εκκεντρικός γκέι
εικάζεται
μα δε μάθαν ότι κάποτε
μόνο οι άνδρες βάφονταν

ένα παράθυρο μας χωρίζει απ’ τον κόσμο,
λίγο βλέπουμε απ’ το γυαλί
μα δεν ανοίγει να τον ακούσουμε
και κλειδωμένοι παραδιδόμαστε
στη μούχλα του
σπάστε με τη βαριά το τζάμι
ν’ ανοίξει το παραθύρι
να μπουν ήχοι κι αγέρας ουράνιος… 

 

 

θάλασσα ηδονής το κορμί της

 

πράσινα μάτια
σφύζουν από πουλιά,
κοχύλια θαλασσινής αύρας
ευωδιάζουν το χαμόγελο

στα μαλλιά της χελιδόνια ξαποσταίνουν
πριν την άνοιξη φέρουν στο πέταγμά τους,
φτερά σχίζουν σύννεφα
που σκιάζουν το χαμόγελό της
με τις ψαλιδένιες τους ουρές

στη μικρότερη νύχτα
μην κρυφτείς και σε χάσω.
στάσου αγκαλιά μου στο φως της σελήνης
να σε ζώσουν φεγγαρακτίνες
κι οπτασία στον έρωτά μου να γενείς

στο φως των αστεριών ψιθυρίζω το όνομά της,
αστράφτει ο ήχος του σα φεγγαρακτίνα πάνω σε ανεμώνη

καΐκι ερωτευμένο ταξιδεύει
στην τρικυμία των σεντονιών
αναζητώντας το φάρο της ηδονής

γυμνό σώμα παραδομένο
στου ήλιου τα χάδια,
βαριανασαίνουν τα μάτια
τα αιχμαλωτισμένα

στο ιδρωμένο κορμί
ρίγη προκαλεί η ψαύση
με υπόκρουση ψιθύρων
ερωτικών αυγουστιάτικης νύχτας

φεγγοβολούν υγρά τα πράσινα μάτια
στων σεντονιών τη μάχη,
θυσία στης Αφροδίτη το βωμό

ολόγιομη ηδονή
σεληνιασμένων εραστών
π’ ακροπατούν στου έρωτα
τους ήχους

στη σκιά μιας λεύκας
αγκαλιαστήκαμε,
σμίξαμε όλο πάθος,
και φώτισε ο πόθος
την αστεροντυμένη νύχτα

εισβολέας γυμνός
απρόσκλητος στου έρωτά της
τα αισθησιακά λιβάδια
απολαμβάνεις τα χάδια της

τα μάτια της σκούπισε
κάτω από τις στάλες
της βροχής,
ξεδίψασε μ’ ένα ποτήρι
γεμάτο φιλιά

την ακροθαλασσιά στολίζει
κορμί αποκαμωμένο
απ’ τις βουτιές
στου έρωτα του νερά

στο ποτάμι των γυμνών
μια νύχτα άψυχη
ο βαρκάρης ανιμένει
με νόμισμα οργασμού να πληρωθεί
για των εραστών το πέρασμα

στο σταυρό του έρωτα
δυο κορμιά καρφωμένα
με της ηδονής τους ήχους
αγκαλιάζονται

ένας νοτιάς, σκέτη γοητεία,
μετέφερε από τα βάθη
αύρα ερωτική γοργόνων,
γεμίζοντας με πόθο τα φύλα

χελιδόνια και γλάροι αντάμωσαν
στης Παναγιάς τον Όρμο,
σαν δάσος πράσινο
συνάντησε της θάλασσας το γαλάζιο

γαλάζιο και πράσινο αντάμα
σε ένα απάνεμο λιμένα
αγκαλιάστηκαν και φτιάξαν
τη Χαλκιδική

Αν Παράδεισος ήταν η Χαλκιδική, τότε δικαιώνω το Γιαχβέ που
τιμώρησε τον Αδάμ και την Εύα…
Αν όμως μήλο ήταν η δροσιά της θάλασσας στα νερά του
Τορωναίου, τότε μακαρίζω τους Πρωτόπλαστους δύτες που μας
κληροδότησαν την αμαρτία τους…

στο γυμνό της κήπο
κλέφτης επισκέπτης
κλέβει καρπούς
ώριμης ηδονής

πυγολαμπίδες χορεύουν
στον ήχο των κυμάτων
ντυμένες
με την αύρα της θαλάσσης

οδοιπορικό στον έρωτα
κινήσαμε να κάνουμε
στου κόσμου τις ηδονές
να περιπλανηθούμε

κραυγή ηδονής
κολυμπά στου έρωτα τα κύματα
με βάρκα σεντόνια ακατάστατα

στη σκιά του νυχτερινού ουρανού
ζωγράφιζαν ήλιοι μακρινοί το όνομά σου
με την αστεροουρά τους

μια ψύχρα τρύπησε το κορμί
κι αναζήτησε σκέπασμα
στου έρωτα τα ρίγη

πυγολαμπίδες χορεύουν
στον ήχο των κυμάτων
ντυμένες
με την αύρα της θαλάσσης

τις νύχτες σ’ έρημους δρόμους, σκιά σιωπηλή,
μαζεύω τα «σ’αγαπώ» που πέσαν κάτω
δίχως να ‘βρουν στόχο,
και προσπαθώ να τα αναστήσω

ημερο-ποίηση 2014
έτος el Greco

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Κλεμμένος αγέρας
στο νότο δραπετεύει
καναρίνια σε κλουβιά
να δροσίσει
που κελαηδούν
για φυλακισμένους
σε τσιμεντένια πολύβοα κελιά.
Αγέρας φύσηξε πάλι,
γαβγίσματα αγέλης έφερε
κι ο γείτονας νοστάλγησε
το κλειδί στις σιδεριές.
Κόκκινες κορδέλες παρασέρνει
γυμνές οι κοπέλες
στο ποτάμι τσαλαβουτούν
σε σύννεφα ταξιδιάρικα κρυμμένες
που ανάπαυλα ζήτησαν
σε μιας πεταλούδας τ’ άχρηστο κουκούλι.

 

 

μολότοφ ονείρων

Μια παλίρροια αστέρια
περιμένει το καράβι
δεμένο σε τυφλό καθρέφτη
με κομμένα φτερά.
Σχισμένα πανιά στου ζέφυρου το παιχνίδισμα,
σκιάχτρο που τρομάζει σουρωμένα πουλιά.
Ηρώδης βουτηγμένος
στο αίμα πρωτότοκων ονείρων,
μολότοφ νευρικού Νέρωνα
στης τράπεζας την πιστωτική βιτρίνα.
Σε κάδο ανακύκλωσης
αναζητώ ταυτότητα πλαστική,
σ’ απορρίμματα
ψάχνω οράματα πεταμένα.

 

 

Ισμήνη

Νότα μουσικής κατέβηκε στα χείλη της,
μπλέχτηκε στο σγουρό μαλλί,
φώτισε τα καστανά της μάτια.
Δυο βότσαλα σα φεγγάρια με κοιτούν,
λεύκα που γέρνει στο κορμί μου,
ηλιαχτίδα ζωηρή
που στεγνώνει στην αγκαλιά μου

 

 

Άρτεμις

Φλόγες πετούν
οι θάλασσες των ματιών της
ξανθό χαμόγελο
ποτίζει ανάσες στην αγκάλη μου,
ωκεανός φλιά λουλούδια
φυτρώνουν στα μάγουλά μου,
άγγελος που έβγαλε
φτερά στον αγριότοπο
και σπέρνει αγάπη στο σκοτεινό λιβάδι

 

 

δραπέτευση

Στο έλος προσάραξε
το καράβι
και σαπίζει μόνο του.
Δραπετεύσαμε
με πηδήματα βατράχων,
το βάλτο εγκαταλείψαμε,
σε σχεδίες από νούφαρα
κάναμε κουπί
κι αρμενίζουμε
με τα σύννεφα
πανιά,
καλπάζουμε στη ράχη των ονείρων

 

 

νέα γέννα

Νεογνό οργής
αντάμωσε τον πρώτο θυμό
σε μαιευτήριο ουρλιαχτών,
σφάγιο γενιάς υπηκόων
που το γόνα τους ατιμάζουν.
Γεννήσαμε απόψε
με καισαρική
χωρίς επισκληρίδειο
νέα γενιά.
Βρέφη οργής
σε βροχή δακρύων,
τοκετοί
λιτότητας απότοκοι.

Νέα γέννα σ’ ένα πρωινό
με ομίχλη στο παγκάκι,
άστεγη σύλληψη
στην αναμονή για συσσίτιο.
Το μεσημέρι αναζητούσα ταυτότητα
σε μια πορεία κλαίγοντας.
Το βράδυ πήρα
δελτίο απορίας.

 

 

δήλωση αθεΐας

Ο Θεός το θάνατο περιγελά μ’ αναστάσεις,
καταγγέλλει τον έρωτα
ως πορνεία
και αγγέλους άφυλους ποιεί
π’ από ζήλεια
τη λαγνεία τιμωρούν.

Κι οι παλιοί θεοί
έρμαια
ανθρωπομορφισμού
μάλωναν και πολεμούσαν
θνητούς τιμωρώντας.

 

 

ατέλειωτος χρόνος

Σύγνεφα στ’ άρμα
τ’ ουρανού καλπάζουν
καθώς κουφάρια ξεβράζει
η άμπτωτις
και μύδια που παραθερίζουν
στων μαργαριταριών τη χαίτη,
στο φως νυχτιάς άστερης
σαν ελπίδες που ξεφουσκώνουν
και φτύνουν μούχλα
στων γυμνοσαλιάγκων το διάβα
με νότες σκυλάδικου σπαρμένο.

Ένα δάκρυ, ένα γέλιο κι ένα
φεγγάρι χλωμό
το βράχο κατρακυλούν,
τη λίμνη στερεύουν
κι η ώρα παίζει τραμπάλα
στους δείκτες
χαλασμένου ρολογιού.
Κι ο χρόνος δεν περνά
σε δρόμο ξένο…

 

 

η οργή της πεταλούδας (2013)

 

είναι τόσο πλούσια η ζωή μου

Τα άστρα υποχρεώνονται
να ζήσουν αιώνες.
Ζουν μία θλιβερή ζωή,
σε συμπαντική μέτρηση χρόνου,
στη μοναξιά
ενός τρεμουλιασμένου φωτός
περιμένουν το χρόνο
να τα κάνει κόκκινους νάνους,
να τα σβήσει.

Αντίθετα, η δική μου ζωή
είναι τόσο πλούσια,
τόση κίνηση, τόσα χρώματα,
βλέπω νυχτερίδες τυφλές
να πετούν,
δελφίνια ακροβατούν
στην κορυφή αφρισμένου κύματος,
έντομα στήνουν
το σπιτικό τους στον αέρα, σε μία κλωστούλα.

Βλέπω ανθρώπους
να φιλονικούν,
να σχεδιάζουν
το εφήμερο μέλλον τους,
παιδάκια κλαίνε
που χάλασε το παιχνίδι τους,
γονείς τα μαλώνουν
που δεν τρώνε το φαί τους.

Βλέπω ανθρώπους
να φιλονικούν,
να σχεδιάζουν
το εφήμερο μέλλον τους,
παιδάκια κλαίνε
που χάλασε το παιχνίδι τους,
γονείς τα μαλώνουν
που δεν τρώνε το φαί τους.

Είναι τόσο πλούσια η ζωή μου,
αλίμονο στα αιώνια άστρα
που περιμένουν ακόμα.

 

 

στο φανάρι

Δρόμοι γεμάτοι φασαρία,
αυτοκίνητα για το πράσινο φως
στοιβαγμένα στη σειρά
μαρσάρουν ανυπόμονα
ένα σκυλάδικο σχίζει το θόρυβο των εξατμίσεων
(το μικρό κομπλεξικό αυτοκίνητο με τη μεγάλη εξάτμιση
θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία
και την ηλικία του οδηγού του,
αδημονεί να ξεκινήσει)
η γειτόνισσα περπατά νωχελικά με τα ψώνια στο δρόμο.

Παλιά θα έκανε πιο αργά, θα είχε γεμάτη την τσάντα,
μα η άδεια τσάντα είναι πιο βαριά
βαραίνει από μελαγχολία,
σκοτεινιάζει το πρόσωπο
δεν ακούει το σκυλάδικο, δεν ακούει ούτε τον οδηγό
ωρύεται και βρίζει εγκλωβισμένος στη σειρά των φαναριών
Προχωρά βαριά κι αδιάφορα,
σκυμμένη μπάμπω,
σαν σε συνοδεία κηδείας
με μουσική υπόκρουση σκυλάδικο.

Άδειο το αργό περπάτημα
άδειος κι ο δρόμος
σα να σταμάτησε ο κόσμος με το κόκκινο φως,
τσιμέντο η τσάντα,
αργό, βαρύ, το βήμα,
έντονες οι διαμαρτυρίες των οδηγών,
ενοχλητικές καλύπτουν το σκυλάδικο…

 

 

ληξιπρόθεσμη ανοχή

Ξυπόλητος διασχίζω το δάσος,
αγκάθια υποσχέσεων τρυπούν
την υπόσταση,
παγωμένος αρρωσταίνω,
ζαλίζομαι στα απανωτά χτυπήματα
ενός σκαρπέλου υποδούλωσης,
κουρέλια κρέμονται
ματωμένα από θραύσματα υποτέλειας
μιας ζωής σμιλευμένης στο βράχο της υποταγής.
Σφυρηλατώ με σθένος τις αντοχές μου
στο αμόνι της μοίρας,
Αιχμάλωτη αντοχή
σε άτρωτες διαθέσεις πολιτικών.
Σε άλικο χαλί στη λεωφόρο της απάθειας
περιφέροντας τη γύμνια μου,
πλαστικά άνθη στο πέρασμά μου
οι διακηρύξεις,
φυλλώματα φθινοπωρινά
κίτρινα, τσαλαπατημένα και ξερά
η πίστη μου.

Μια κλωστή συγκρατεί ακόμα το κουράγιο,
οριακή η ατολμία μου,
ληξιπρόθεσμη πια και η ανοχή…

 

 

ο καθρέφτης

Θολό το τζάμι
κι η αντανάκλαση θαμπή
ραγισμένο το γυαλί
κι η όραση μουδιασμένη
σαν τη φωνή σου.
Δεν τολμάς ακόμα να μιλήσεις
περιμένεις τα αποτέλεσμα,
δε φοβάσαι,
ξέρεις το αποτέλεσμα
πάντα ίδιο, πάντα θολερό.

Γυαλί είναι,
καθρέφτης ραγισμένος η δημοκρατία,
την κοινωνία της φανερώνει,
τους φόβους, τις αγωνίες.
Το αποτέλεσμα πάντα ίδιο
κι εσύ ποτέ νικητής.
Ας αλλάξουμε καθρέφτη,
ίσως ένας νέος απεικονίσει
τις ελπίδες μας

 

 

η επιστροφή της Ιφιγένειας

Αντάμωσα στο δρόμο
την Ιφιγένεια,
μόλις έρχονταν
από το θυσιαστήριο.
Τελικά ο Κάλχας
δέχτηκε το δωράκι
και την ελευθέρωσε,
ο Κάλχας πάντα
δέχεται δώρα,
ξέρει να σιωπά
μπροστά στις φωνές
των θεών,
εύκολα αλλάζει
τη βούληση των θεών.
Στον πόλεμο πάντα πρώτος
στα λόγια
και στα λάφυρα.
Ειδικά στα λάφυρα
πριν ακόμα
αρχίσουν οι μάχες
πάντα χαίρεται
με τις ιαχές
γιατί απλά
ερμηνεύει τη φωνή των θεών.

 

 

ο ποιητής κι ο Θερσίτης

Διαφωνούσαν οι αρχηγοί
πώς να χύσουν αίμα.
Μα ο Θερσίτης
τόλμησε να σηκώσει
τη φωνή του,
έβρισε τον αρχηγό,
(πέταξε γιαούρτι, μούντζωσε, φώναξε),
κάλεσε σε ανταρσία,
να μη χυθεί
αίμα στρατιωτών στον πόλεμο
για τη μοιχαλίδα.

Ο Όμηρος ενοχλήθηκε,
(σα λακές περισπούδαστος
δημοσιολόγος ακριβοπληρωμένος
εκφραστής αριστοκρατών και βασιλέων)
τον λοιδόρησε,
τον εποίησε παρασιτικό, δειλό
που βρίζει και φιλονικά,
αυθάδη
που δεν υπακούει
στις αποφάσεις εκείνων
που ξέρουν καλύτερα.

Ο ένας ήρωας τον χαστούκισε
(με πανοπλία, κλομπ και ασπίδα πλαστική)
ο άλλος τον κέντρισε
με λόγχη (και φόρους)
γιατί άλλαξε
το ρου του αμαζόνειου φόνου.

Ο ποιητής και οι βασιλείς
δε συμπαθούν
τους Θερσίτες,
μόνο τους Εύμαιους
που συμμετέχουν σε φονικά
και υπακούν
με λαχτάρα
στην επιστροφή
του κυρίου τους

 

 

η οργή της πεταλούδας

Μια πεταλούδα είν’ τ’ όνειρο
πολύχρωμο
μα μόλις ακουμπήσεις τα φτερά της
παύει να πετά,
ένας σελιδοδείκτης σε σελίδα αλμυρή
μιας θάλασσας ερωτήσεων κι αγωνιών
λυγμός που χάνεται
μαχαιριά η λησμονιά του στόχου
ναυάγια οι προσμονές…

Η οργή δεν είναι δόγμα,
είναι η τροφή της προόδου,
της αλλαγής ο σπόρος.

Στις σκιές κρύβονται οι δειλοί
με χωσιά το όνειρο κλέβουν,
ανύποπτα τα ίχνη τους στο χιόνι
λιώνουν τις λάσπες που πετούν
σ’ όποιον αμύνεται,
τη φρίκη της αδύνατης επιστροφής
καλλιεργούν σε γλάστρες
ψεύτικο όνειρο υπακοής…

Σάπια όνειρα σα πέταγμα πεταλούδας
αφιονίζουν το ξύπνιο,
οργισμένοι εφιάλτες εκκολάπτονται
σε κουκούλια ασπρόμαυρα
ξυπνάνε τον ύπνο,
γκρεμίζουν την οπτασία που γεννά η αγωνία
ληστές ονείρων συλλέγουν
αποθηκεύουν σε απόρθητες συλλογές
οράματα και καημούς.

 

 

άδοξοι ποιητές σε κατάσταση πολιορκίας

Άγνωστοι ποιητές
ανεβαίνουν τη σκάλα
του κόσμου των ιδεών
αδιάφοροι για την αθάνατη δόξα,
την αίγλη των αιώνων για ποιητές,
άδοξοι με αγωνίες
παίζουν με τις λέξεις,
θρηνούν το χαμό
ζωγραφίζουν την αγωνία
(η δόξα τους ξέχασε
μόνο πόνος τους συντροφεύει)
παλεύουν, αφήνουν
υποθήκη σε γενιές άδοξων ποιητών
λέξεις γεμάτες οργή
και εικόνες αίματος.

Σα ζητιάνοι ψάχνουν τις λέξεις
στις προσευχές των αστέγων,
στις κραυγές της μάνας
(μια ακόμα πολιορκία είναι και τούτη),
στη νύχτα δρασκελίζουν
τις σκάλες της μοναξιάς
με μόνο ρούχο
τη βρωμερή προβιά της απαξίωσης
των φτασμένων ποιητών
που φοβούνται να μιλήσουν
για την πολιορκία,
π’ ακόμα σωπαίνουν.

Μοναχικοί Προμηθείς
τη φωτιά των λέξεων έκλεψαν
των φτασμένων θεών
που εγκατέλειψαν τους ανθρώπους
ελπίδα προσδοκώντας να ανάψουν,
τις καρδιές να ζεστάνουν,
τον πολιτισμό να φέρουν.

Περιμένουν καρτερικά την τιμωρία
στον τηλεοπτικό γύψο,
στο περιθώριο της άδοξης ποίησης

 

 

πρόσφυγας της μοίρας

Η αξιοπρέπεια έστριψε γρήγορα,
απομακρύνθηκε.
Μοιραίος πια ιχνηλάτης την αναζητά
στου πεπρωμένου τα δάση
με τη μελαγχολία συμπαραστάτη.

Στους δρόμους της πολύβοης πόλης γυρνά
εμιγκρές στην χώρα του.
Από το Βαρδάρη ως την Πλάκα,
Σύνταγμα και Διοικητηρίου,
δρόμοι γεμάτοι φωνές και διαμαρτυρίες,
Λαγκαδά και Πειραιώς, Σταδίου και Τσιμισκή,
ενοικιαστήρια σε άδειες βιτρίνες,
άστεγοι (οιονεί νεκροί) πλατείες πλημμυρίζουν
κι εκείνος κρίκος
στην αλυσίδα της αναμονής για επίδομα,
ένα πιάτο τον περιμένει στην εκκλησία.
Κομπάρσος σε μία σκηνή θεατρική
με φόντο μεσοπολεμικό σκηνικό ύφεσης
πάνω σε ένα σενάριο αρπαγής
με πρωταγωνιστές διαιρέσεις ατελείς,
πηλίκο ένα τυφλό φορτίο χρεών.

Στο συρματόπλεγμα του μέλλοντος,
λαθρομετανάστης εγκλωβίστηκε,
υφεσιακής μοίρας πρόσφυγας,
διαψευσμένης υπόσχεσης αξιοπρέπειας.

 

 

άτιτλο

Ένα στρατόπεδο έγινε το νησί,
σημαίες δειλά ξαπλώνουν χάμω
στη με βια χωρισμένη γαία
προδοσίες κι εισβολές
κρύβοντας στη μνήμη.
Το χώμα κόκκινο και γαλάζιο αντάμα
πράσινο το σύνορο ανάμεσώ τους.
Από τα γενέθλια χώματα οι αδελφοί εφύγαν,
γιοι μαυροφορεμένων γυναικών
ποτίζουν το χώμα το μαρτυρικό,
το νότο ατενίζουν που κλειστήκαν οι δικοί
κι εκείνοι στο βορρά βυθίζουν το βλέμμα
απλώνουν στη γης π’ αγάπησαν τους καημούς.

Τίτλος δε χωρά στου ξεριζωμού το μαύρο ποίμα.

 

 

πόρνες που σβήνουν

Θολό το φεγγαρόφωτο στολίζει την πόλη
νύμφες τη νύχτα ξεπροβάλλουν.
Χαλάρωσε τα μαλλιά της στο παραθυρόφυλλο
άπλωσε μαύρο καταρράκτη αρώματος,
φίλησε το φως της σελήνης,
άγγιξε με την άκρη των δακτύλων
τη δροσιά του ανέμου.

Αλυσίδες τις αμαρτίες που αρνήθηκε βαραίνουν
σε έναν ποταμό την αθωότητά της αποδεικνύει,
μάγισσα της πόλης που τόσο καιρό
τα όνειρα αρνήθηκε ν’ ανθίσει.

Πόσο δύσκολο να βρει πού οδηγεί ο καιρός…
Ποιος άραγε γνωρίζει πού πηγαίνει ο δρόμος…
Σε αδιέξοδο στριμώχνει ο χρόνος,
δακρύζουν οι δείκτες σα γερνούν,
τις ρυτίδες αγγίζουν περασμένης νιότης
αγκάλη αναζητούν με θέρμη
αναστενάζουν τα κύτταρα στο γύρισμα του χρόνου.

Ρημαγμένες σελίδες
σχισμένης ζωής,
αποκομμένη ευτυχία
τσαλακωμένου ονείρου
ανεξίτηλα χρώματα που τη χαράζουν
λέξεις που σβήνουν…

 

 

γελωτοποιοί και στρατιώτες

Γελωτοποιοί σε εγκαταλειμμένο στρατόπεδο
στερεωμένο σε αγκάθια και φωτιά
αναζητούν τρόπο την τραγωδία να γλιτώσουν,
καθώς ο θίασος ακόμα μία φορά αναχωρεί
με μουσικές και χορούς πάνω σε κηλίδες αίματος
πριν ξεσπάσει η μάχη.

Μα ένας στρατιώτης στις πρώτες γραμμές
μέσα από καπνούς και φλόγες
σε τρικυμία θάλασσας νεκρών φωνάζει
«αυτός ο πόλεμος είναι δικός μας,
δε χαρίζουμε τα κύματα ετούτα σε καπετάνιους
που πολεμούν με άγκυρα βυθισμένη».

 

 

2013 μ.Χ.

Ρακένδυτες εφημερίδες σε παγκάκια
στης αύρας το πέταγμα τ’ αστέρια πεινασμένα
στης νύχτας το πέπλο χλωμά φεγγοβολούν.

Θολοί στίχοι σε εικόνες μουντές,
θύρα κλειστή τα γράμματα παλεύουν να χαλάσουν
σε θαλπωρή όμορφων εικόνων να χωθούν,
μελωδίες να βάψουν με χρώματα ξενοιασιάς.

Ποιήματα όχι αντικλείδια,
λέξεις αντί κλειδαριών,
στο κλάμα του μωρού
το μπαλκόνι σα κοιτά
χάθηκε η μαγεία της ποίησης.

Βιβλία βρεγμένα στη μπουγάδα της ποίησης,
σελίδες σκισμένες στατιστικών ελέγχου
θανάτων και πείνας, πόνου κι αγωνίας,
στίχοι σε ζωγραφιά πολέμου με θύμα την αθωότητα.

Ποιος μιλά για όλα αυτά;

 

 

αποκαλυπτική εκδίκηση

Χλομός κοιτάζει μπροστά
μια αντανάκλαση στην πλαστική ασπίδα
κόκκινο το μέτωπο βαμμένο
θολή η εικόνα
δυνατή η κραυγή
βαθιά η πληγή
άφθονο ξερνά το αίμα.

Σφάγιο σε ένα βωμό,
τέρψη σε θεούς κανιβάλων,
γραμμές που ξεθωριάζουν
τα όρια της επιλογής
στο διαλυτικό της εξαθλίωσης,
σύνορα που προσπερνάμε
με τέλος το γέλιο και την ελπίδα.

Στύβοντας τις λέξεις
βγαίνουν συναισθήματα,
ήχοι που κροταλίζουν σκέψεις,
κύμβαλα που θρυμματίζουν
τη σιωπή των νεκρών,
χρώματα θαμπά στα χνώτα
των χαμένων θολώνουν το χώρο.

Ήρθε όμως η Ώρα.

Μαχαίρι κοφτερό η οργή,
ρομφαία η αγανάκτηση,
σχίζει το κρέας της τυραννίας
ρέει αίμα από τη μάσκα των υποκριτών.

 

 

κοινωνία στο αμόνι

Στο αμόνι ο σιδηρουργός
το ξίφος σφυροκοπά,
φόρους με λύσσα πελεκά
όργανο σφαγής οργώνει
στα χάραγμα της μέρας.

Στις χοάνες στο καυτό μέταλλο
δίνει ζωή, ζωή να πάρουν
οι μαχητές στις οθόνες,
που τον πόλεμο κατευθύνουν
στην ασφάλεια του Αιγάλεω
ωσάν κατακτητές ψυχών,
σ’ εξανδραποδισμένες συνειδήσεις
εντολές σφαγής να δώσουν,
σαν οι Αθάνατοι κινδυνεύσουν.

Θριαμβολογίες θα εκφωνηθούν,
πάνω σ’ αίμα άλλων
θα παιανίζουν οι σωτήρες,
και ο σιδεράς στο αμόνι
θα σφυροκοπά με μένος
στο ξίφος να δώσει πνοή,
το αίμα να πάρει πίσω…

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Στην εκδήλωση για τον ποιητή Δήμο Χλωπτσιούδη στην
Πρωτοπορία, Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Πάντα ήθελα να αλλάξω τους κανόνες.
Να απελευθερώσω τα άλογα
από τους πύργους
που τους προστατεύουν
και να τρέχουν ελεύθερα στο μαυρόασπρο τερέν
και οι αξιωματικοί
να κινούνται κυκλικά
γύρω από την τάφρο.
Θα ήθελα όμως κυρίως οι παίκτες
να σταματήσουν
να θυσιάζουν πιόνια
για να νικήσει ο βασιλιάς.

Ας σκεφτούμε μια φορά
τα πρώτα πιόνια που διπλά τρέχουν
προς τη θυσία.

Καλησπέρα. Σας διάβασα το ποίημα «Αλλαγή κανόνων» από τη συλλογή «Ακατάλληλο», 2016 του Δήμου Χλωπτσιούδη από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας. Κατά κανόνα, οι κριτικοί της λογοτεχνίας δεν είναι ή δεν υπήρξαν καλοί ποιητές. Με χαρά διαπίστωσα ότι ο Δήμος αποτελεί μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης, παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην τέχνη. Κριτικές και άρθρα του
φιλοξενούνται τακτικά στον διαδικτυακό τύπο και στην Κυριακάτικη Αυγή.
Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του με πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια και δύο ποιητικές συλλογές του. Έχει πάρει μέρος σε πολλές λογοτεχνικές δράσεις.

Ας διαβάσουμε λοιπόν ένα ακόμη ποίημά του από την ίδια συλλογή.

ποίηση ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

Ο Δήμος συνεχίζει τη μακρά πλέον παράδοση της Θεσσαλονίκης στον χώρο της «κοινωνικής ποίησης» ή «ποίησης της κοινωνικής αγωνίας». Μετά την περίφημη τριάδα των Αναγνωστάκη-Κύρου-Θασίτη της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τους Ευαγγέλου, Μάρκογλου, Μέσκο κι εμένα της γενιάς του “60, τον Καρατζόγλου και άλλους της γενιάς του “70. Μου θυμίζει τον εαυτό μου στην ίδια ηλικία, σε ηπιότερη εκδοχή.

Ποτέ βέβαια ένας κοινωνικός ποιητής δεν είναι αμιγώς κοινωνικός. Γιατί η έννοια του κοινωνικού προβληματισμού εμπεριέχει το υπαρξιακό αλλά και το ερωτικό στοιχείο. Εμπεριέχει ακόμη, όπως ακούσαμε στο προηγούμενο ποίημα, και τον προβληματισμό για τη δημιουργική διαδικασία.

Δαίδαλος

Παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν
στη έρημο ίχνη
απολιθωμένων ονείρων
απόδειξη πως κάποτε
οι άνθρωποι ονειρεύονταν.

Φτερά ετοιμάζω
για ταξίδια μακρινά
ήρωας άχρωμος
ακρωτηριασμένος
σε θέατρο σκιών.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης αποφεύγει τις λεξιλογικές ασκήσεις, τα σκοτεινά διανοήματα και τις ομιχλώδεις διατυπώσεις που τόσο συχνά εμφανίζονται στη σύγχρονη ποίηση. Ο λόγος του είναι ρυθμικός και τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα, απλά, λιτά και εύστοχα.

Η μοναξιά του σταθμάρχη

Ρημάζει ο σταθμός
με συντροφιά σκουριά
σε σιδερένιους δρόμους
κάτω από χόρτα
θαμμένους.

Σιωπηλά τα τρένα
δίχως γραμμές
βγαλμένα από τις στάχτες
ονειρεύονται ταξίδια
σε ράγες.

Κι ο σταθμάρχης
έρημος
φύλακας της ιστορίας
θυμάται μύθους
στοιχειωμένους
στην κάπνα.

Μου αρέσει η διπλή ή και τριπλή ιδιότητα του Δήμου Χλωπτσιούδη. Μου αρέσει η ποίηση του και την έχω ήδη ανθολογήσει στις θεματικές ανθολογίες που διατηρώ από το 2008 στο ιστολόγιο «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται». Μου αρέσει ιδιαίτερα η ευθύτητα και η ευκρίνειά της και εύχομαι στο μέλλον να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη ποίηση από εκείνη στις μελέτες και τη κριτική. Ευχαριστώ.

 

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

«Fractal», Δεκέμβριος 2016

Οι ματαιωμένες επιθυμίες ως πηγή δύναμης και ανάκαμψης

Ουσιώδη θα χαρακτήριζα τη συλλογή του Δήμου Χλώπτσιούδη από την πρώτη κιόλας ματιά. Ο ποιητής δεν ρεμβάζει, ούτε μας περιγράφει με αδολέσχια εικόνες και καταστάσεις, μα λειτουργεί ενεργά φέρνοντάς μας διαρκώς αντιμέτωπους με τις αντιφάσεις της ζωής. Θα μπορούσε σαφώς να γραφτεί ένα πολυσέλιδο δοκίμιο με βάση αυτά που αναφέρονται, αλλά δεν είναι αυτός ούτε σκοπός μου, ούτε ο σκοπός του ποιητή, μια και η τέχνη του λειτουργεί με άλλο τρόπο.

Το ότι έχει γράψει πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια σαφώς επηρεάζει και την ποιητική του στάση, τόσο ως προς το περιεχόμενο, αλλά και διεγείροντας την ευαισθησία του και πολλές φορές οδηγώντας σε «συναισθηματικά πορίσματα», που έχουν λογικά ερείσματα:

«Ο φανατισμός
δεν σέβεται την Άνθρωπο,
την τέχνη θα σεβαστεί;»

(«Φονταμενταλισμός»/ σ.37)

μας λέει με ρητορική ερώτηση.

Το προσφυγικό θίγεται στα ποιήματά του («Μαρμάρινος πρόσφυγας», σ.32, «Μάνα από τη Συρία», σ.20), αλλού μιλά για την έλλειψη αλληλεγγύης («Αλληλεγγύη», σ.28), ενώ συνάμα μας λέει με ειρωνεία «Διαφημίσεις αντικολλητικές/ τηγανίζουν/ γκουρμέ αυταπάτες» («Λαθραίο παγκάκι», σ.36).

Μα κυρίως θα χαρακτήριζα τα ποιήματά του ως προβληματισμούς μιας αναστραμμένης πραγματικότητας, μια και η ήττα μετασχηματίζεται σε νίκη (π.χ. «Ακατάλληλο», σ.9, «Ξερολιθιά», σ.18, «Δαίδαλος», σ.19), η φαντασία επιβάλλεται στο υπαρκτό (π.χ. «Αλλαγή κανόνων», σ.20) και φτάνουμε να «στηριζόμαστε» στα ελαττώματα και στις ελλείψεις, ή αλλού απλώς να ζητούμε καταφύγιο («Φανάρια στο σκοτάδι», σ.12). Μου θυμίζει λίγο, νοηματικά και μόνο, την Ευλογία της έλλειψης της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, αλλά εδώ με έναν πιο δραστικό και ενεργητικό τρόπο, καθώς το υποκείμενο δεν είναι παθητικό, αλλά εκκινεί μια μεταστροφή και δρα με κατεύθυνση τη λύτρωση.

Η ποίησή του είναι λυρική, με μια υποβόσκουσα θλίψη, αλλά ενέχει το σπέρμα του δυνατού ανθρώπου, που μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα, τουλάχιστον ψυχολογικά (π.χ. «Δαίδαλος», σ.19), μέσα από την οπτική της τέχνης του και όχι μόνο. Έτσι δεν συναισθάνεται το «βάρος» της έλλειψης και της ματαίωσης.

Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο «ακατάλληλο» (σ.9) η ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία και η απογοήτευση μεταλλάσσεται σε αποθηκευμένη «περιουσία», και έτσι φτάνουμε στην αντιστροφή, κάτι κακό γίνεται καλό. Καλό όμως γιατί; Μάλλον υπονοεί την ποιητική τέχνη και την έμπνευση ή την ενδυνάμωση του χαρακτήρα. Ας μην ξεχνάμε την φράση του Νίτσε «Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό». Στο τέλος το υποκείμενο μοιάζει ευτυχισμένο γιατί αποδέχεται την κατάστασή του και ίσως την εκμεταλλεύεται.

Τα ελαττώματα και τα πάθη ενανθρωπίζονται, καθώς τα αντικρίζουμε μέσα από τις πληγές και τις αιτίες τους, χωρίς να είμαστε ψυχροί απόμακροι κριτές (π.χ. «Τροτέζα» σ.40).

Εξίσου σημαντικές είναι οι επενέργειες της φαντασίας, της θυμίσεις και των ονείρων, που διαποτίζουν όλη τη συλλογή, όσον αφορά την αντοχή μας στις καταστάσεις και στον ψυχολογικό μας μετασχηματισμό (π.χ. «Η μοναξιά του σταθμάρχη», σ.24).

Μα το αντίπαλο δέος είναι η διαρκής ολίσθηση στη φθορά που επιφέρει η σκληρή πραγματικότητα και οι ματαιώσεις, που αντιπαρατίθενται με τις επιθυμίες μας και την παιδικότητα που έχουμε μέσα μας (π.χ.»Πραγματιστής», σ.30).

Αυτό τελείται σε μια κοινωνία που τα όνειρα «κόβονται και ράβονται» από τους ηθικόφρονες ιεροεξεταστές, που μας απομακρύνουν από την ευτυχία της ελευθερίας («Προκρούστης», σ.38), η αυταπάτη πνίγεται από την καταστολή («Μνήμη Κατερίνας Γώγου»), τα όνειρα νικιούνται («Άγιο Αιγαίο», σ.15), η διασκέδαση χωλαίνει («Καθαρά Δευτέρα», σ.14), οι πόρνες μοιάζουν καταφύγιο («Φανάρια στο σκοτάδι», σ.12), μα η φαντασία αλλάζει τους κανόνες («Αλλαγή κανόνων», σ.10) και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες -όπως και προαναφέρθηκε- γίνονται ο θησαυρός μας («Ακατάλληλο», σ.9).

Σε μεγάλο βαθμό τα ποιήματα αυτά στηρίζονται σε αντιθετικά και ανταγωνιστικά δίπολα -κάτι που χρησιμοποιείται συχνά στις μυθιστορηματικές πλοκές- και στην καταπίεση της επιθυμίας.

Ιαματικός περιγράφεται ο έρωτας («Θερινά παιχνίδια», σ.42), που μαζί με το όνειρο και την ποίηση μας λυτρώνει, ενώ ευφραντικό ταξίδι, με κάποιες επιρροές από τον Οδυσσέα Ελύτη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το «Προσκύνημα στ” Αγιονήσι» (σ.43), που μπορεί αρχικά να μοιάζει παράταιρο με το γενικότερο ύφος της συλλογής, αλλά νομίζω ότι τελικά περιγράφει γλαφυρά αυτήν την ίαση και τη ανάκαμψη, που εμποτίζει το βιβλίο, οπότε έχει συνάφεια με αυτή.

Σε μια άλλη «νησίδα» βλέπουμε την αλληγορική ερμήνευση των μύθων, με βάση τη δική του οπτική, λυρική θα έλεγα, καθώς μας απομυθοποιεί το έπος, με «όπλο» τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μια πρωτότυπη αποδόμηση των Ομηρικών μύθων. Θα έλεγα ότι επιδιώκει τη δικαίωση της άποψής του εκ του αποτελέσματος. Την «Ελένη» του Σεφέρη μας θυμίζει το «αλληγορικό- Ελένη» (σ.25).

Έτσι το κλέος του Αχιλλέα χωλαίνει (σ.26) και η Κασσάνδρα (σ.27) δικαιώνεται από τα αποτρόπαια επακόλουθα. Εδώ θίγεται η ακαταλληλότητα σε μυθικό επίπεδο και αυτό είναι η γέφυρα με την υπόλοιπη συλλογή.

Όσον αφορά τη γλώσσα του, είναι εύληπτη, δεν καταφεύγει σε περίτεχνα λογοτεχνικά σχήματα, η «περιπέτεια του νου» προσανατολίζεται στο συναισθηματικό και νοησιαρχικό επίπεδο, κυνηγώντας έτσι την ουσία και όχι τη μορφή.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι η κοινωνική ευαισθησία παντρεύεται με τη λυρική αυτοαναφορά σε μια εύληπτη και βαθυστόχαστη συλλογή.

 

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

(Μανδραγόρας, Μάιος 2016)

Όνειρο ακατάλληλο για ενήλικο, όνειρα από τα οποία χτίζει κανείς ξερολιθιά, απολιθωμένα όνειρα που αφήνουν τα ίχνη τους στην έρημο, το όνειρο της Κασσάνδρας, όνειρα πυρπολημένα σε μια διαδήλωση, όνειρα σταυρωμένα από βροχή καρφιών, όνειρα μακρινά σαν τρένα, όνειρα γυμνά, όνειρα πνιγμένα, όνειρα στην αποβάθρα. Όλα αυτά τα όνειρα τα συναντάς μέσα στην νέα ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη που φέρει τον τίτλο ” ακατάλληλο‘‘ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Ο ποιητής ‘‘σε μάθημα δημιουργικής σιωπής /μ’ ένα γιασεμί στο χέρι’‘ περιμένει την ετυμηγορία για τη ζωή και την τύχη των ονείρων του. Ανοιχτοί λογαριασμοί με τα όνειρα λοιπόν. Μια και είναι γκρίζα όνειρα αυτά ή πληγωμένα ή κουβαλούν μια νοσηρότητα. Ανοιχτοί λογαριασμοί με την απώλεια αυτών, την υφή τους, την ρωγμή τους, αλλά και την παρουσία τους. Με ποιήματα ισορροπημένα, σφιχτοδεμένα, που χαρίζουν μια αίσθηση ολότητας και πληρότητας, ψαχουλεύει και διερευνά το κοινωνικό γίγνεσθαι, κρατώντας σωστές αποστάσεις από το περιττό μελόδραμα. Συνδιαλέγεται με θάρρος με την εποχή του και τα φαινόμενα που τη συνοδεύουν.

Παλμογράφος του καιρού του ο Χλωπτσιούδης, έχει τον τρόπο να φιλτράρει καίρια τα ποικιλότροπα ερεθίσματα και να ” σχολιάζει ποιητικά ”,πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, όλα σύγχρονα και αναγνωρίσιμα. Το υλικό του είναι υλικό που κυκλοφορεί ανάμεσά μας, μας αφορά ,μας αγγίζει. Ο τρόπος διαχείρισης του υλικού αυτού παραπέμπει σε μια ποιητική που ”λειτουργεί ”- αν μη τί άλλο στις συνειδήσεις μας και ερεθίζει τη σκέψη μας. Φαίνεται πως έχει βρει τη φωνή του και αφήνει τα ίχνη μιας ευαισθησίας με κοινωνικοπολιτική χροιά και διάσταση. Εκφράζει τον πόνο ,την οργή, τη θλίψη ,τον έρωτα, την αγωνία του μέσα από τα ολιγόστιχα αυτά ποιήματα. Προσδοκά μια Άνοιξη και μια Ανατροπή! Κοιτά τον Άνθρωπο και τη Ζωή που αυτός δημιουργεί. Πιστεύει βαθιά στον Άνθρωπο σε μια κοινωνία που όλα αλλάζουν
και αποδομούνται.
”Πρώτα δολοφονείται η ανθρωπιά” (Λβ964),επισημαίνει,Μέσα από συνειρμούς και με εργαλείο τον σουρρελισμό και τον σαρκασμό πολλές φορές, αντιστέκεται σε έναν επιβεβλημένο παλαιόθεν κομφορμισμό ,αναδεικνύοντας την αξία του να στοχάζεσαι ελεύθερα για τα πράγματα ,καθώς και την αξία της ανατροπής.”
Γράφει:

[…]

Θά ‘ θελα όμως κυρίως οι παίκτες
να σταματήσουν
να θυσιάζουν πιόνια
για να νικήσει ο βασιλιάς.
(αλλαγή κανόνων)

Όχι δεν είναι καθόλου ακατάλληλο να εκφράζεσαι όπως επιθυμείς. Aντίθετα, επιβάλλεται σε τέτοιους καιρούς. Είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώνει κανείς, αλλά και να διασώζει μέσα του ό,τι αξίζει να διασωθεί.

Πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη
(υγρός τάφος)

**

Μέσα στο γκρίζο τοπίο του βιβλίου, μπαινοβγαίνουν πρόσφυγες με τις ναυαγισμένες στο ” άγιο Αιγαίο” ελπίδες, πρωταγωνιστές σε ένα θέατρο σκιών με το πολυσυζητημένο τους δράμα, η μάνα από τη Συρία που κουβαλά το δικό της πρόσημο και ιστορία οι πόρνες στα βρόμικα μπορντέλα,η άλλη τροτέζα, ο μοναχικός σταθμάρχης, ένας πραγματιστής. Κάθε πρόσωπο και μια πικρή ιστορία. Πόνος φανερός και αφανέρωτος. Πόνος ηχηρός και βουβός. Και συ αναρωτιέσαι ,ποιός ο ρόλος της Τέχνης σε δύσκολους καιρούς. Τί νέο μπορεί να κομίσει; Σώζει εν τέλει; Aλλά πάλι, άλλος είναι ο ρόλος της. Ο ποιητής μας δεν καταγράφει απλά και μόνο μια πραγματικότητα. Την αναπλάθει με τρόπο που εισάγει τον αναγνώστη σε ” σκληρά σκηνικά” .Αναπόφευκτα τον κεντρίζει ,τον αφυπνίζει, και παράλληλα διαμαρτύρεται για την ”σκοτεινιά ” που μας περιβάλλει. Δεν έχουν οι ποιητές άλλο από τις λέξεις. Πάρε την λέξη του ποιητή. Δώσε μια σκέψη, τουλάχιστον.

**

O φανατισμός
δεν σέβεται τον Άνθρωπο,
την Τέχνη θα σεβαστεί;

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

(vakxikon, τεύχ. 34, Ιούνιος 2016)

Σε κασελάκι ξύλινο / κλείδωσα
όνειρα παιδικά / πλούσιος σαν ήμουν.

Το ακατάλληλο εισχωρεί με την ίδια ευκολία που εισχωρεί και το κατάλληλο στις λέξεις του πρώτου ομότιτλου ποιήματος. Η διττή διάσταση κόσμου και χρόνου παρατάσσεται πλάι στο διττό επίπεδο του “εγώ” κι “αυτοί”.
Ακατάλληλο / μου έλεγαν / όταν ήμουν παιδί
[…]
Ακατάλληλο μου λεν / τ’ όνειρο για ενήλικο / και κρυμμένος /
πίσω από σάρκες / ονειροπολώ

49 φωνές του ενός στόματος αντηχούν στην ποιητική συλλογή “Ακατάλληλο” των εκδόσεων Μανδραγόρας. 49 ποιήματα του προσώπου που ταλανίζεται σ’ αλλεπάλληλα στρώματα νίκης και ήττας του ανθρώπου μέσα στα στενά πλαίσια της κοινωνίας. Η εποχή της συλλογής είναι εποχή σύγχρονη και ο άνθρωπος της, ο σύγχρονος άνθρωπος που αδυνατεί να σηκωθεί στα δυο πόδια. Μπουσουλάει ακατάπαυστα ψάχνοντας ισορροπία ανάμεσα στο δίκαιο και μη, της κάθε μέρας, της κάθε εποχής, της κάθε πράξης. Τα όνειρα προσδίδουν την ύλη και την αξία του ανθρώπινου στοιχείου. Ο ακρωτηριασμός επιτελείται σταδιακά έως ότου το άτομο καταλήξει σκιά του τότε εαυτού του.

Παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν / στην έρημο ίχνη / απολιθωμένων ονείρων / απόδειξη πως κάποτε / οι άνθρωποι ονειρεύονταν

Με ύφος σύμμεικτο, αλλού με ευαίσθητες χορδές κι αλλού με εικόνες σκληρών συνειρμών, με αλληγορίες προσφιλείς προς διευκρίνιση αμφίσημων εννοιών, ο ποιητής απογυμνώνει τα επίπλαστα και καταδεικνύει την αρρώστια του σύγχρονου ανθρώπου. Το “φαίνεσθαι” δηλώνει και παρόν και αξίωση.

Φαντάσματα τρομάζουν / την Κασσάνδρα / μα συμφορά /
κανείς δεν την πιστεύει. /Και μετά όλοι γίνονται / σωτήρες / και μοιρολογούν

Η πραγματικότητα καταγράφεται και το αυτονόητο του πραγματιστή εκλαμπρύνεται στον αυτοσκοπό της όποιας διεφθαρμένης σκέψης. Το κέρδος έχει παραγκωνίσει επικίνδυνα το πρόσωπο της δικαιοσύνης και ο πραγματιστής αυτοεπιβεβαιώνεται μόνο κατά βούληση.

Σκότωσα το παιδί / που μέσα μου έκρυβα / τα όνειρα πυρπόλησα
/ σε μία διαδήλωση. / τώρα πια / ελεύθερος μπορώ / να μιλώ για θυσίες / άλλων / και να επαινώ / το κέρδος

Με τις λέξεις “όνειρα” και “πρόσφυγας” να συνυπάρχουν πολλάκις στα ποιήματα του, ο Δήμος Χλωπτσιούδης τόσο με δηκτική διάθεση, όσο και κριτική τοποθέτηση στέκεται ακίνητος φάρος, στέκεται, ως αντιληπτικό όργανο κατά τον Vimél Flusser, και διηγείται τα ανεκδιήγητα των υγρών τάφων.

Βροχή καρφιά / σταυρώνουν όνειρα / θόρυβος πνίγει λαμαρίνες /
σε τρύπιο φουσκωτό.
Πρόφυγας ανήλικος / δίχως αδιάβροχο / η δικαιοσύνη

Αναμφισβήτητα η συλλογή αυτήν δεν αφορά στο προσωπικό ακατάλληλο του ποιητικού υποκειμένου αλλά το ακατάλληλο του κάθε αναγνώστη που απευκταία μεγαλώνοντας
-όχι κατ’ ανάγκη και ωριμάζοντας- εξώθησε τα όνειρα σε μια θέση παρατηρητή τόσο μακρινή και απλησίαστη που πια δεν του ανήκουν.

Όνειρα πνιγμένα / στη νικοτίνη /
παρατηρούν άοκνα βαγόνια / με θόρυβο να αναχωρούν

Η ύλη του παρελθόντος εξάλλου είναι πάντα η ίδια ύλη που θα κουβαλά ο άνθρωπος στο ταξίδι του προς το μέλλον και ο θόρυβος εσαεί θα του τρυπά τ’ αυτιά σαν ξεχασμένοι πόθοι ανεκπλήρωτοι στοιβαγμένοι με συνδετικό κρίκο της ελπίδας το βάρος. Εύλογο επομένως το ερώτημα τρυπάει και τα δικά μας αυτιά:

Πόσα πρόσωπα κρύβονται / σ’ έναν πρόσφυγα;

 

 

ΘΑΝΟΣ ΓΩΓΟΣ

(Θράκα, Ιούνιος 2016)

Ο πρώτος στίχος της συλλογής του Δήμου Χλωπτσιούδη «ακατάλληλο» είναι και ο τίτλος της συλλογής του. Ένας επιτυχημένος τίτλος καθώς και η αισθητική όλου του βιβλίου δε φεύγει μακριά. Κεντρικό ρόλο στα ποιήματα κατέχει η εποχή μας, το τώρα. Τα ποιήματα γράφονται έχοντας ως βάση την κοινωνική-οικονομική αλλά και προσωπικά συναισθηματική κρίση που βιώνουμε. Εκεί ο ποιητής πολλές φορές αποδέχεται την ήττα και κάποιες φορές εκφράζει επιθυμίες, σχέδια, ενάντια σε αυτή την αποδοχή. Αυτές οι επιθυμίες ωστόσο μοιάζουν και στον ίδιο τον ποιητή ουτοπικές μοιάζει ο ίδιος σα να αποσύρεται για λίγο στο φαντασιακό, στο ίσως πιο ανθρώπινο που μπορεί να συντηρήσει ένα όνειρο περισσότερο. Η κυνική διάθεση σύντομα όμως επιστρέφει, πολλές φορές ακόμα και στο ίδιο το ποίημα.

Η τεχνική της γραφής είναι άρτια και τα ποιήματα μικρά σε μέγεθος και καλά δουλεμένα.

Και επανέρχομαι στο ακατάλληλο. Ο Χλωπτσιούδης εκφράζει τη συναισθηματική κατάσταση, τη πολιτική μοναξιά πολλών αριστερών σήμερα. Εκεί όπου οι ιδέες υπάρχουν, τα όνειρα, μα η εφαρμογή τους φαντάζει ακατάλληλη με την εποχή, με τις συνθήκες του σήμερα. Η λογική απομακρύνει και λυγίζει την αισιοδοξία. Το ακατάλληλο παρόλα αυτά το εκφράζει με πολύ λεπτό τρόπο, χωρίς εκκωφαντικές καταγγελίες ή συναισθηματικές υστερίες, αλλά με την αποτύπωση της αισθητικής του σήμερα και το έδαφος που αυτό δίνει για τις ζωές των ανθρώπων.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

 

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

(TVXS.gr, Απρίλιος 2016)

Ποίηση ακατάλληλη σε μια εποχή ακατάλληλη για ποίηση. Ποίηση ακατάλληλη για όσους δεν προσπαθούν να ποιήσουν ένα βίο αξιότερο από την επιβίωση και να επιδιώξουν μιαν ουτοπία απύθμενης ελευθερίας σε ένα κόσμο στρωμένο με σύνορα και ναρκοθετημένες εκτάσεις γης.

Η ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι ακατάλληλη αφού αφυπνίζει μιαν Ελλάδα που ζει μακάρια στο επερχόμενο συμβάν του ολοκληρωτισμού που μας φτάνει γοργά από τις κραταιές μετανεωτερικές αυτοκρατορίες της Δύσης.

«Άνθρωποι / απρόθυμοι διαπραγματευτές/ κρύβουν τη δειλία/ σ’ έχθρητα/ φθονούν των μυρμηγκιών/ το δικαίωμα να παλεύουν». (Αλληλεγγύη)

Και κάπου εδώ ο άνθρωπος, ο σημερινός άνθρωπος ως ένας πράγματι απρόθυμος διαπραγματευτής που κατέχει το πρόσταγμα της ποινής του Κρέοντα. Μιας ποινής που λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη απέναντι σε όσους δεν σέβονται τις δυτικόστροφες ιδέες της καθαρότητας.
«Πρόσφυγας δεμένος/ με φιρμάνι δουλεμπορικό/ άφωνα θρηνωδεί/ τη γη π’ αφήνει». (Μαρμάρινος πρόσφυγας)

Ο πρόσφυγας γίνεται άπολις και ποτέ υψίπολις. Δεν διανοείται να ζητήσει μερίδιο στην Πόλη και στη λειτουργία αυτής. Και αν το διανοηθεί τότε: «Βροχή καρφιά/ σταυρώνουν όνειρα/ θόρυβος πνίγει λαμαρίνες/ σε τρύπιο φουσκωτό./ Πρόσφυγας ανήλικος/ δίχως αδιάβροχο/ η δικαιοσύνη». (Υγρός τάφος)

Η ποίηση του Χλωπτσιούδη είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική. Μια ποίηση έναυσμα για πολιτική σκέψη που καλεί σε ανασύσταση του κόσμου. Μας καλεί να απεκδυθούμε το μανδύα ενός πολιτικού καθωσπρεπισμού και να κατέβουμε στο παζάρι των ευχών με ένα όνειρο ενήλικο: «στο παζάρι των ευχών/ ένα όνειρο ενήλικο/ με κατηγορίες απόπειρας/ χρωματισμού/ με μολότοφ ουράνιου τόξου». (τρομοκράτης χρωμάτων)

Δεν είναι η ποίηση της επανάστασης. Είναι η ποίηση της οποίας οι στίχοι επαναστατούν. Είναι οι στίχοι που ορθώνουν ανάστημα (όσο της έχει απομείνει, πια, της λεκτικής αυτής τέχνης) απέναντι σε μια καθεστηκυία τάξη της βιοεξουσίας και του σκληρού πειθαναγκασμού. Σελίδες που «καίνε» τα χέρια του αναγνώστη διότι τον φέρνουν αντιμέτωπο με την ίδια την πραγματικότητα.

Ο ποιητής Χλωπτσιούδης δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα, δεν πλάθει την αλήθεια που βλέπει γιατί διαφορετικά θα κατέληγε σε ένα στείρο βερμπαλισμό. Με περίτεχνο τρόπο και υψηλή ποιητική δημιουργικότητα σαγηνεύει τον αναγνώστη και καταφέρνει να του περάσει τις εικόνες μιας αναγκαίας- και γιατί όχι- επερχόμενης αντίδρασης απέναντι σε μιαν τυραννική πραγματικότητα: «Αποστατεί ο Άνθρωπος/ από την τέχνη/ και το παρελθόν/ παρελαύνει μπρος/ από ακέφαλο μίσος/ καμμένης κληρονομιάς./ Ο φανατισμός /δεν σέβεται τον άνθρωπο,/ την τέχνη θα σεβαστεί;» (Φονταμενταλισμός)

Ανάμεσα στα σπαράγματα της κοινωνίας ορθώνεται ο ποιητής με κριτική ματιά έχοντας, όμως, στην ψυχή τα λαθραία όνειρα μιας μελλοντικής ύπαρξης όπου ο βίος θα μεταλαμπαδεύει τα μηνύματα μιας πανανθρώπινης ανάγκης για αποδοχή και συνύπαρξη: «Φεγγάρι κόσμημα/ στον λαιμό του ουρανού/ δακρύζει μαργαριτάρια/ και τα άστρα/ βεγγαλικά στου έρωτα/ την άμπωτη.»

Αυτά τα κλεμμένα όνειρα μας δίνει ο Χλωπτσιούδης μέσα στην ποίηση του. Μέσα στην «ακατάλληλη» για τις ρυπαρές εποχές μας ποίηση του εξακολουθεί να ονειρεύεται σαν γνήσιος συνεχιστής μιας γενιάς που επαναστατεί με λέξεις που βάζουν φωτιά σε οδοφράγματα και συνειδήσεις: «Ένας μονόφθαλμος/ ψάχνει κλεμμένα όνειρα/ σε νόθο κρεβάτι/ με στρωσίδια εφημερίδα/χαμένης αξιοπρέπειας χαλί. (Λαθραίο παγκάκι)».

Η ποίηση του Χλωπτσιούδη είναι λοιπόν ακατάλληλη. Είναι ακατάλληλη γιατί αφυπνίζει όλους εμάς βγάζοντας μας από τη μακαριότητα μας. Μια ποίηση ακατάλληλη σε μια εποχή κατάλληλη για βιοεξουσία…

 

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

(fractalart, Ιούνιος 2016)

Πριν από λίγο καιρό, είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το βιβλίο του Δήμου Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που από τον τίτλο της γίνεται ήδη ελκυστική. Το ακατάλληλο είναι αυτό, που δεν πρέπει να δούμε. Είναι το απαγορευμένο και επειδή, δεν μας επιτρέπεται να το δούμε είναι αυτό, που έχουμε διακαή πόθο να εξερευνήσουμε. Επειδή, ακριβώς είναι απαγορευμένο, σκεπάζεται από ένα πέπλο μυστηρίου, που ανυπομονούμε να σηκώσουμε και να μάθουμε τι κρύβεται από κάτω. Δεν λογαριάζουμε κινδύνους, ούτε αν αυτό, που θα δούμε ικανοποιεί την περιέργειά μας. Βέβαια η ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι ένα βιβλίο, που μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε, όμως υπάρχουν μέσα ορισμένα ποιήματα, που σε άλλες εποχές θα ήταν απαγορευμένα.

Τι θεωρείται, όμως, ακατάλληλο στη σημερινή εποχή; Στην σύγχρονη κοινωνία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, θεωρείται ακατάλληλο το να κάνεις όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Όνειρα, που γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος. Όνειρα, που κλειδώνονται «σε κασελάκι ξύλινο» γιατί για τον ενήλικο τα όνειρα είναι ακατάλληλα.

Όμως, ακόμα κι αν τα όνειρα είναι ακατάλληλα, ο ποιητής αντιστέκεται και δεν σταματά να ονειρεύεται. Τα όνειρα είναι καταφύγιο και τρόπος αντίστασης: «Ξερολιθιά / έχτισα απ’ όνειρα / προστασία / απ’ τη διάβρωση / της ήττας.»

Οι στίχοι του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι απλοί και κατανοητοί. Ο ποιητής δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις αναζητήσεις και με απλή γλώσσα δίνει νέα πνοή, σε θέματα, που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τετριμμένα γιατί πολλοί σύγχρονοι ποιητές έχουν ασχοληθεί με αυτά. Όμως, η ιδιαιτερότητα της γραφής του Δήμου Χλωπτσιούδη και η οπτική με την οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα, που αναφέρονται στους στίχους του, δίνει μια έκφανση πρωτοτυπίας, που σπάνια συναντάμε σε άλλους ποιητές.
Το «Ακατάλληλο» του Δήμου Χλωπτσιούδη περιέχει κυρίως ποίηση κοινωνικού προβληματισμού. Πέρα από τα ακατάλληλα όνειρα, που αναφέραμε πιο πάνω, οι πρόσφυγες, οι άστεγοι, οι άνεργοι και γενικότερα όλοι οι καταπιεσμένοι περνούν από τους στίχους του. Όμως, πέρα από τις κοινωνικά καταπιεσμένες ομάδες, θίγονται και άλλα ζητήματα, όπως ο έρωτας επί πληρωμή και η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Ο ποιητής μάχεται με την πένα του ενάντια στην καταπίεση της γυναίκας και αποτίει φόρο τιμής στην Κατερίνα Γώγου, που φαίνεται να τον έχει εμπνεύσει σε αρκετά ποιήματα.

Παρά την κοινωνική της διάσταση, η ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο» εμπεριέχει και ορισμένα ερωτικά ποιήματα, που ξεφεύγουν από τους τετριμμένους ερωτικούς στίχους, που διαβάζουμε στις περισσότερες ποιητικές συλλογές, δίνοντας έναν αισθησιακό τόνο στη συνολική της εικόνα.

Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε πολλά, όμως, θα προτιμήσουμε να αφήσουμε τον αναγνώστη να διαβάσει το «ακατάλληλο» του Δήμου Χλωπτσιούδη και να λάβει τα μηνύματα, που περνούν οι στίχοι του, γιατί όπως έχει γράψει και ο Vilém Flusser «Οι ποιητές είναι τα αντιληπτικά μας όργανα.» Ας διαβάσουμε και ας αντιληφθούμε.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

(τοβιβλίο.net, Μάρτιος 2016)

Πολυγραφότατος με διαρκή παρουσία στο χώρο της ποίησης ο Δήμος Χλωπτσιούδης συχνά μας ταξιδεύει στο ρυθμικό κόσμο των λέξεων και των συναισθημάτων μέσα από την κριτική του ματιά. Δύο χρόνια μετά την προηγούμενη ποιητική του συλλογή («κατάστιχα») επανέρχεται πιο ώριμος και πιο δυναμικός.

Υπέρμαχος των πειραματισμών μας ξάφνιασε ακόμα μία φορά με τη νέα του συλλογή «Ακατάλληλο» (Μανδραγόρας, 2016). Ενώ η προηγούμενη διακρίνονταν από την ολιγόστιχη φόρμα που υιοθέτησε σαν ένα ποιητικό σημειωματάρι, η νέα του δουλειά ακολουθεί τη μέσης έκτασης φόρμα.

Από τον τίτλο ακόμα η συλλογή προκαλεί τον αναγνώστη. Ωστόσο, το πρώτο κιόλας ποίημα φανερώνει ότι η ποίηση του Χλωπτσιούδη αναζητά τα χαμένα παιδικά όνειρα σαν μία ακατάλληλη πράξη. Άλλωστε, το όνειρο επανέρχεται συχνά στην ποίησή του. Σχέδια που καταρρίφθηκαν μέσα στην κρίση, όνειρα που ναυάγησαν μέσα σε μία κοινωνία που πονά. Παιδικές παραστάσεις που ενηλικιώνονται μέσα στην τηλεοπτική ταχύτητα αφήνοντας χωρίς χαρταετούς την Καθαρά Δευτέρα.

Και η συλλογή γράφεται σε μία εποχή που η χώρα και ο κόσμος σείεται από τα ναυάγια στο Αιγαίο. Ένα πέλαγος που ποιητικά αγιοποιείται ως μία γεωγραφία ναυαγισμένων οστράκων. Και το προσφυγικό δράμα κατέχει σημαντική θέση στην συλλογή, τόσο σε αριθμό ποιημάτων όσο και ποιητικά. Με ευαισθησία και πηγαία αλληλεγγύη ο Χλωπτσιούδης συμπάσχει και αναδεικνύει μέσα από την Τέχνη τις εκατόμβες της Μεσογείου.

Η ποίησή του είναι βαθιά πολιτική. Δεν ακολουθεί όμως το δρόμο της πολιτικής ρητορείας. Σχεδιάζει το δικό του μονοπάτι στο δάσος των συναισθημάτων και μέσα από αυτό κάνει τον αναγνώστη να στοχαστεί και να συμπονέσει. Λέξεις πυρωμένες σαν μολότοφ και στίχοι δακρυγόνα χτίζουν μία ξερολιθιά από όνειρα ως αντίβαρο στην ήττα.

Άλλοτε με δηκτικό ύφος και άλλοτε με συνειρμικές αλληγορίες αντιμετωπίζει τα ατομικά και κοινωνικά βιώματα. Τόσα πτώματα δακρύων λερώνουν το χαρτί κι εμείς ακόμα αναζητούμε έμπνευση, αναρωτιέται.

σκότωσα το παιδί
που μέσα μου έκρυβα,
τα όνειρα πυρπόλησα
σε μία διαδήλωση

τώρα πια
ελεύθερος μπορώ
να μιλώ για θυσίες
άλλων
και να επαινώ
το κέρδος
(πραγματιστής)

Ακόμα και θέματα που φαντάζουν μακριά από την πολιτική, όπως για πόρνες που καταδιώκονται από ιεροεξεταστές της ηθικής, στην πραγματικότητα υποκρύπτουν μία πολιτική προσέγγιση του κοινωνικού περιθωρίου σε μία εποχή εκπόρνευσης των πάντων. Άλλωστε, όταν ακούει για πορνεία τρομάζει νομίζοντας ότι πρέπει να υπογράψει σε ανακριτές αξιών δήλωση μετάνοιας.

Σε έναν παράλογο κόσμο που μοιάζει να αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο, ο Χλωπτσιούδης υπερρεαλιστικά συνδέει τη μουσική του δρόμου με τους άστεγους μέσα από ένα κρεσέντο έγχορδο που στολίζει δρόμους παγωμένους. Η απεργία πείνας φέρνει κάθαρση σε μία κοινωνία που χρησιμοποιεί την αξιοπρέπεια ως μονάδα μέτρησης της διαφορετικότητας σε κόσμο κλώνων υποτακτικών.

Συνειρμικά ακόμα και η Νίκη της Σαμοθράκης αντιμετωπίζεται ως πρόσφυγας. Οι αλληγορίες έχουν μία διαρκή παρουσία στη συλλογή. Η Ελένη, ο Αχιλλέας και η Κασσάνδρα συνδέονται με το παρόν. Παραμύθια παιδικά συνδέονται με τις προσπάθειες αναστήλωσης της ζωής (το ποίημα IX που θυμίζει τα τρία γουρουνάκια), η τρομοκρατία των ονείρων με την ποίηση.

Και φυσικά ο έρωτας κατέχει σημαντική θέση στην ποίηση του Χλωπτσιούδη. Δεν είναι λίγες οι ερωτικές συνθέσεις. Συνθέσεις ρομαντικές που με λυρισμό και έξοχες εικόνες αποδεικνύουν τον έρωτα σε πρωταγωνιστή. Μοιάζει σαν η ελπίδα τούτου του κόσμου τελικά να κρύβεται ακριβώς στον έρωτα. Άλλοτε δε ο έρωτας εμφανίζεται σαν κοινωνική αναφορά παιδιών που μαδάνε τα φιλιά σε αφύλακτη διάβαση και για ερωτευμένες γοργόνες (για την ομοφυλοφιλία) ή για τους σατύρους και τις νύμφες (μία ερωτική αλληγορία).

Με τη νέα του ποιητική δουλειά ο Δήμος Χλωπτσιούδης μας δείχνει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Γιατί όπως σημειώνεται και στο αρχικό μότο της συλλογής οι ποιητές -κατά τον Vilém Flusser- η ποίηση είναι παραγωγή βιωματικών μοντέλων και χωρίς τέτοια μοντέλα δε θα μπορούσαμε σχεδόν τίποτα να αντιληφθούμε. Οι ποιητές είναι τα αντιληπτικά μας όργανα.

 

 

ΜΑΧΗ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗ

(τοβιβλίο.net, Μάρτιος 2016)

Συχνά όταν διαβάζω ποίηση ένα κομμάτι της ψυχής μου κάνει ένα αστρικό ταξίδι όταν οι στίχοι που συναντώ μου το επιτρέπουν. Σαν να κόβουν εισιτήριο για μια διαδρομή που δεν έχω ξαναπάει και που όμως μου φαίνεται τόσο οικεία. Η ποίηση είναι η γέφυρα που ενώνει τις ψυχές μας. Και αν το επιτρέψουμε οδηγούμαστε σε εκείνα τα συναισθηματικά μονοπάτια που συμπληρώνουν την ανήσυχη πλευρά μας.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι ένας ποιητής που εμφανίζεται στεγνός και ξεκάθαρος στα έργα του. Στη συγκεκριμένη συλλογή, που κράτησα με χαρά στα χέρια μου, ο Δήμος έρχεται «ακατάλληλος». Ο τίτλος της συλλογής του ήδη μας δίνει την πρόγευση. Στέκεται με στίχους επιβλητικούς να μιλήσει με τη δικαιοσύνη της καρδιάς του για την ακατάλληλη εποχή που ζούμε.

«…ακατάλληλο μου λεν τ’ όνειρο για ενήλικο και κρυμμένος πίσω από σάρκες ονειροπολώ…»

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής έρχεται δυναμικά για να μιλήσει για τον ακρωτηριασμό του ονείρου στην εποχή μας. Για την απαγόρευση να ονειρευόμαστε και να κάνουμε σχέδια σε μια εποχή που μας θέλει ασθενικούς και παγωμένους.

Ζητά να αλλάξουν οι κανόνες. Φωνάζει πως χρειάζεται να μπει ένα τέρμα. «Να σταματήσουν κυρίως οι παίκτες να θυσιάζουν πιόνια για να κερδίζει ο βασιλιάς» και τούτο είναι η βασική επιθυμία του προσπαθώντας να στηρίξει τη δύναμη της Ποίησης σε μια εποχή που μοιάζει να στέκει ναυαγός στα γεγονότα γιατί και η Τέχνη βάλλεται χωρίς να μπορεί να λειτουργήσει ως επαναστατικό όπλο. Ζούμε σε μια πραγματικότητα πλέον που «Αποστατεί ο Άνθρωπος από την Τέχνη και το παρελθόν παρελαύνει μπρος από ακέφαλο μίσος καμμένης κληρονομιάς».

Με αναφορές σε τραύματα της Ιστορίας, όπως το ολοκαύτωμα και τα αιματοβαμμένα τρένα συνδέει τα βαγόνια με τα φουσκωτά της Μεσογείου γιατί πράγματι «πρώτα δολοφονείται η Ανθρωπιά» σε κάθε εποχή. Σε μια διαφορετική Καθαρά Δευτέρα η ποίηση του Δήμου θα παντρευτεί με τις δικές μου ματιές στον ουρανό που δεν πετάνε χαρταετοί πια. Μπερδεμένα κουβάρια, σπασμένοι σκελετοί. Η εικόνα μιας ρημαγμένης παιδικής χαράς στο μεγαλείο της. Πώς να πετάξουν όνειρα παιδιών; Πώς να λύσει το σχοινί, πώς να πιάσουν ουρανό; «Μόνο κάτι μαύρα πουλιά χοροπηδούν και άνθρωποι σκυθρωποί τρέχουν γρήγορα σε ασανσέρ τηλεοπτικής αγωνίας»

Σε μια εποχή που η προσφυγιά έχει θεριέψει και έχει συγκλονίσει ολόκληρο τον κόσμο, δε θα μπορούσε να λείπει η ματιά ενός άκρως ευαισθητοποιημένου ποιητή. Μουδιάζει η αναφορά στη «μάνα από τη Συρία» που «έσπρωξε τη βάρκα με τα παιδιά στη θάλασσα και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου να θυμούνται το σπίτι να μη γυρίσουν πίσω ποτέ». Σε πολλά από τα ποιήματά του μέσα στη συλλογή επανέρχεται σε τούτον τον εσωτερικό πόνο. Σαν πληγή που πονά και δεν αφήνει τη σκέψη να ξεκορμίσει από ένα παγκόσμιο πρόβλημα. «Πόσα πρόσωπα κρύβονται σ’ έναν πρόσφυγα;» αναρωτιέται. Και η απάντηση κόβει σα μαχαίρι. «Όσα τα χρόνια οι εμπειρίες οι κατοικίες οι πόλεμοι όσα τα όνειρα και οι φοβίες»

Σε πολλά από τα ποιήματά του αναφέρεται στην πορνεία και θα έλεγε κανείς με μια επιφανειακή ματιά ότι δεν είναι ταιριαστή η αναφορά σε σχέση με το υπόλοιπο ποιητικό του υλικό. Όμως ο Δήμος κάνει βουτιά στα κοινωνικά προβλήματα, χρησιμοποιεί τις πόρνες για να δηλώσει πως ο κόσμος αναζητά μια προσωρινή χαρά, πως εκείνες υπάρχουν επειδή η κοινωνία τις δημιούργησε για να κάνει ακόμα περισσότερο συμβιβαστικούς τους ανθρώπους της. Τις αναφέρει για να δηλώσει ότι έχουμε εγκληματήσει κατά της αθωότητας. Πως αφήνουμε αδύναμες τις ευαίσθητες υπάρξεις αυτού του κόσμου. Όλα για τα λεφτά, την εξουσία και για εφήμερες χαρές που δεν προσθέτουν αλλά αφαιρούν από την ύπαρξή μας.

Με λιτή έκφραση και απογυμνωμένο τρόπο ο Δήμος «τσιμπά» την ψυχή μας συγκρίνοντας τα δεινά της εποχής με το «αδειανό πουκάμισο» της Ελένης. Μια αναφορά στον Τρωικό πόλεμο ταιριάζει με τη σημερινή πραγματικότητα. Όλος αυτός ο κόσμος που πενθεί, όλος αυτός ο κόσμος που περνάει τόσα δεινά αναρωτιέται: να περνάνε τόσα γιατί υπάρχει ένας σκοπός; Μια παρηγοριά που να τους εξηγεί πως δεν γίνονται όλα μάταια;

Στη συλλογή αλλά και στην ίδια την ψυχή του Δήμου όπως διάφανα παρουσιάζεται, υπάρχει ένα χρονικό σημείο που ο ίδιος επιζητά να δεσμεύσει την ελπίδα. Μια ξερολιθιά που σαν το γεφύρι της ‘Άρτας χτίζει μέσα της όνειρα. Χτίζεται από όνειρα. Για να μεταφερθεί στο μέλλον το υλικό των ονείρων ακέραιο, να διαβαστεί και επιτέλους να πραγματωθεί. Σε μια εποχή που ο κόσμος θα ξαναγεννηθεί καλύτερος. Στο σημείο αυτό, ο Δήμος Χλωπτσιούδης εναποθέτει όλες του τις ελπίδες. Είτε με οράματα χτισμένα μέσα σε κάστρα, είτε με όνειρα μέσα σε ξερολιθιές, είτε μέσα σε «παλαιολιθικά γραπτά», αφήνοντας την ποίησή του κληρονομιά στους επόμενους, εναποθέτοντας τις ελπίδες του σε μια μελλοντική πλήρωση των χαμένων ονείρων.

Οι ποιητές, συμφωνώντας με τον Flusser όπως κάνει αναφορά και ο ίδιος, είναι «τα αντιληπτικά μας όργανα» και ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει σε αυτή την ελίτ των ποιητών.

Με την προσωπική μου ευχή να ταξιδέψει σε πολλές καρδιές τούτη η συλλογή, θα κρατήσω ευλαβικά τούτο το σπόρι ελπίδας που φύτεψε και στη δική μου καρδιά. Τα όνειρα Δήμο δεν ακρωτηριάζονται. Προτιμώ να νιώθω πως έχουνε αφήσει μια ανοιχτή επιταγή που κάποτε θα εισπράξουμε όλοι μας..

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 22/4/2016

Στο στόχαστρο του Χλωπτσιούδη σε αυτή τη συλλογή βρίσκεται το γυμνό σώμα που ερωτεύεται και ταξιδεύει. Στην πρώτη περίπτωση, εκείνη του έρωτα, το σώμα αποθεώνεται και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και επιθυμίας, την ίδια στιγμή που, σε μια συστροφή, ο θαυμασμός αναμιγνύεται με τη ντροπή που προκαλεί η θέα της γύμνιας η οποία ανασύρει εδραιωμένες προκαταλήψεις. Στη δεύτερη περίπτωση, το σώμα ταξιδεύει, νοερά ή πραγματικά, πότε σε μια πράξη απόδρασης, ασχέτως αν αυτή ευοδώνεται με επιτυχία, και πότε στο πλαίσιο του μισεμού και της ξενιτιάς, οπότε υφίσταται τα δεινά και τις κακουχίες που συνεπάγεται το ξερίζωμα από την πατρίδα. Διαχρονικό το πρώτο θέμα, επίκαιρο το δεύτερο, φλέγοντα και τα δύο.

Έντονο είναι το μυθολογικό στοιχείο στη συλλογή, το οποίο γίνεται αρωγός στην προσπάθεια μιας σε βάθος διερεύνησης της ερωτικής επιθυμίας, αλλά και των προσδοκιών που ματαιώνονται από το αποτέλεσμα του ταξιδιού. Έντονο επίσης είναι το στοιχείο της παιδικότητας και του ονείρου (που είναι ένα από τα μέσα με τα οποία πραγματώνεται το ταξίδι), τα οποία βλέπουμε στη συλλογή να θυσιάζονται προκειμένου να μπορέσει ο άνθρωπος, καθώς μεγαλώνει, να γίνει λειτουργικός στον κόσμο των ενηλίκων.

Η συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη προσφέρει μια ενδιαφέρουσα οπτική, καθώς το πολύπαθο σώμα και όλα όσα υφίσταται ή νιώθει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από αυτό, όλα όσα εσωτερικεύει, αλλά και όλα όσα προκαλεί με την παρουσία του στον κόσμο, μπαίνουν στον μεγεθυντικό φακό του ποιητή και αποκαλύπτουν μία ακόμα πιθανή ανάγνωση της πραγματικότητας.

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΡΤΟΜΑΤΣΙΔΗΣ

Η νέα ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο» (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016) είναι η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Χλωπτσιούδη. Πρόκειται για ποιήματα προσιτά, κατανοητά, γραμμένα σε απλή καθημερινή γλώσσα, που κάνουν εύκολη τη επικοινωνία με τον αναγνώστη, χωρίς να πέφτει όμως η ποιότητα του ποιητικού λόγου.
Η κατανόηση του ποιημάτων, μας επιτρέπει εύκολα να προσδιορίσουμε τα βασικά θέματα που απασχολούν τον ποιητή.

Πρώτα έχουμε το θέμα των κοινωνικών συγκρούσεων, τις προσπάθειες των αδύναμων να επιβιώσουν, μα και να αντισταθούν στους ισχυρούς. Εδώ, βέβαια, δεν πρόκειται για απλή καταγραφή των γεγονότων, μα για μια συμπυκνωμένη εκτίμησή τους, ερμηνεία των βασικών αιτιών, με τάση προς το διαχρονικό, προς αυτό που θα μείνει και για τις επόμενες γενιές. Τέτοια ποιήματα είναι: «Αλλαγή κανόνων», «Λβ964», «Μνήμη Κ. Γώγου», «Αλληλεγγύη», «Πραγματιστής», «Προκρούστης» κι άλλα.

Ειδικά πρέπει να επισημάνουμε τα ποιήματα που αναφέρονται στο προσφυγικό, ένα δύσκολο θέμα, που σηκώνει πολλές ερμηνείες από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ωστόσο, δεν πρόκειται για πρόσφατα έργα. Τα ποιήματα αυτά είναι γραμμένα τουλάχιστον ένα χρόνο πριν, που σημαίνει, πως το θέμα τον έχει απασχολήσει δημιουργικά, πολύ πριν καθιερωθεί σαν μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας. Στο προσφυγικό αναφέρονται τα ποιήματα: «Μάνα από τη Συρία», «Μαρμάρινος πρόσφυγας», «Κάθαρση», «Έβρος» κ.ά.

Η προσέγγιση του θέματος ξεπερνά την εύκολη συγκίνηση, στοχεύει σε μεγαλύτερες γενικεύσεις, που θα του δώσουν μια άλλη διάσταση και βαρύτητα.

υγρός τάφος
βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα,
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.

πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη.

Η εικόνα του πρόσφυγα είναι μόνο η απαραίτητη λογοτεχνική φόρμα, η αλληγορία και σαφώς δεν εννοεί μόνο τους συγκεκριμένους ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον εφιάλτη του πολέμου. Μέσα στην θύελλα των ημερών μας, πάσχει η ίδια η θεία δικαιοσύνη, η όλη τάξη των πραγμάτων.

Σε πολύ μεγαλύτερο βάθος μας οδηγεί το «Μαρμάρινος πρόσφυγας». Εδώ η μετοίκηση γίνεται όχι μόνοστον χώρο, μα και στον χρόνο και η νοσταλγία αφορά όχι μόνο τον τόπο καταγωγής, μα κι άλλες, πιθανόν καλύτερες εποχές.

μαρμάρινος πρόσφυγας
Πρόσφυγας δεμένος
με φιρμάνι δουλεμπορικό
άφωνα θρηνωδεί
τη γη π’ αφήνει.
Στους αιώνες φτερωτή
των Καβείρων η Νίκη
ναυμαχίας ανάθημα,
κόντρα στον άνεμο
το υγρό ρούχο κυματίζει,
στην πλώρη πρίμα
την ισορροπία ζυγίζει.
Σαλπίζει την επιστροφή
στα χώματα των αδελφών.
Πρόσφυγας από μάρμαρο παριανό
στολίζει το Λούβρο.

Στοιχεία μετανάστευσης στον χρόνο, βρίσκω και σε άλλα ποιήματά του, που φαινομενικά δεν έχουν σχέση με το θέμα, όπως στο «Ελένη», όπου αυτοί που θα επιζήσουν μέσα στον πόλεμο, θα χαθούν μετά σε αναίσθητους νόστους. Το ποίημα αυτό επιτρέπει πολλές ερμηνείες, τόσο άμεσα σαν στοχασμός πάνω στο συγκεκριμένο έργο του Ομήρου, μα και σαν σκέψη για την αξία της Ιδέας, στον βωμό της οποίας κάποιοι θυσιάζονται. Ο νόστος στο τέλος του ποιήματος, θα μπορεί να είναι και κυριολεκτικός για συγκεκριμένο χώρο -π.χ. των εξόριστων, όσο και στον χρόνο για την χαμένη νιότη, μα και στο βάθος της ψυχής μας- σαν νοσταλγία για την χαμένη μας ιδανικά…

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο ποίημα «Ψωμί» , όπου στο φινάλε ο ποιητής προτρέπει:

«Ξένε, μην ξεχάσεις
να πας ψωμί
σα γυρίσεις.
Μην το αμελήσεις
κι όταν παλιννοστήσεις,
τις αλυσίδες να σπάσεις»
Και ίσως αυτή η προτροπή να είναι το βαθύτερο νόημα της όλης σειράς ποιημάτων με αυτό το θέμα.

Δεύτερο μεγάλο θέμα είναι η αναζήτηση της χαμένης αθωότητας, μια νοσταλγία όχι τόσο της παιδικής ηλικίας, όσο της χαράς των πρώτων δυνατών εντυπώσεων κι ανακαλύψεων, της βεβαιότητας για την καλοπροαίρετη υποδοχή μας στον κόσμο των μεγάλων. Κι εδώ έχουμε ένα στατικό ταξίδι στον χρόνο κι αρχίζω να σκέφτομαι μήπως γενικά η κίνηση χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση κι επιλεγμένο σημείο, στα ξένα μέρη, στον χρόνο, ή προς άλλες καλύτερες κοινωνίες, να είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Χλωπτσιούδη.

Ακατάλληλο
Ακατάλληλο
μου έλεγαν
όταν ήμουν παιδί
και λάθρα κοιτούσα
τη σάρκα την ερωτική…
Ακατάλληλο μου λεν
τ’ όνειρο για ενήλικο
και κρυμμένος
πίσω από σάρκες
ονειροπολώ…

Σε κασελάκι ξύλινο
κλείδωσα
όνειρα παιδικά,
πλούσιος σαν ήμουν
Παρόμοια είναι τα «Καθαρά Δευτέρα», «Τρομοκράτης χρωμάτων», «Πραγματιστής».
Καθαρά Δευτέρα
Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.

Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Στην ίδια ενότητα θα κατατάξουμε και ποιήματα για ταξίδια που δεν πραγματοποιήθηκαν, ανεκπλήρωτοι πόθοι που δεν εκδηλώθηκαν και που φυσικά οδηγούν κι αυτοί πίσω στην εποχή της αθωότητας. Τέτοια ποιήματα είναι: «Η μοναξιά του Σταθμάρχη» «Όνειρα στα τρένα» και «Δαίδαλος» που παίρνει όμως κι άλλες διαστάσεις.

Μια γεύση από το:
όνειρα σα τρένα
Σαπίζουν τα βαγόνια,
κολλημένα κουφάρια
σε έρημες ράγες
μ’ όνειρα σκουριασμένα
που ποτέ δε ταξίδεψαν.
Γκρίζα σιωπή συνθλίβει
τη νεκρή αποβάθρα,
δακρύζουν
τα σπασμένα τζάμια,
χορταριασμένες αναμνήσεις
χύνονται σε ερειπωμένους
σιδηρόδρομους.

Σε αφύλακτη διάβαση,
φιλιά μαδάνε
τα παιδιά
που ‘χουν όνειρα
μακρινά σα τρένα.

Τρίτο μεγάλο θέμα είναι ο έρωτας. Μην περιμένετε εξομολογήσεις και δάκρυα. Στα περισσότερα αναφέρεται στο ερωτικό πάθος, στον ερωτισμό, ή στον αγοραίο έρωτα. Τέτοια ποιήματα είναι: «Φανάρια στο σκοτάδι», «Δήλωση πορνείας», «Ψίθυροι», «Τροτέζα».

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης δεν είναι ψυχρός αναλυτής των παθών, μα εκφράζει και τα δικά του συναισθήματα. Χωρίς υποκρισία, μα με κατανόηση της την ανθρώπινη πλευρά των πραγμάτων σχολιάζει:
«Όταν ακούω για πορνεία
τρομάζω,
νομίζω ότι πρέπει να υπογράψω
σε ανακριτές αξιών
δήλωση μετάνοιας»

Είναι το φινάλε από το «Δήλωση πορνείας». Στο συγκεκριμένο ποίημα η πόρνη δεν είναι άλλη από την γοητευτική Εσμεράλδα, από την Παναγία των Παρισίων, που χορεύει ξυπόλυτη της δρόμους, μα την κυνηγάνε οι «στοιχειωμένοι ιεροεξεταστές της ηθικής στο ξέφωτο των μαγισσών, συλλέκτες υπογραφών…»

Παρουσιάζουν ενδιαφέρον τα ποιήματά του στα οποία αναφέρεται στο ερωτικό πάθος, στην ηδονή. Τέτοια είναι: «Ερωτευμένες γοργόνες», «Σάτυροι και νύμφες», «Θερινά παιχνίδια» «Προσκύνημα στο Αγιονήσι» , όπου οι «απομονωμένοι καλόγεροι, προσεύχονται στον έρωτα.»

ερωτευμένες γοργόνες
γοργόνες αγκαλιάζονται
στην ακροθαλασσιά,
χάδια μουσκεύουν το κορμί,
ημίγυμνο πάθος
ηλιοκαμένου σφρίγους
βυθίζεται στης λαγνείας
το βλέμμα το αλμυρό.
Πεταμένα μαγιό δίπλα
σε ξέστηθα αγγίγματα
έλκουν βλέμματα τολμηρά

Πόσο μεγαλώνει
το μικρό δωμάτιο
από τους ήχους κοριτσιών
όταν ερωτεύονται.
Και οι γείτονες πονηρά
το πρωί της κοιτούν
με χαμόγελο όλο νόημα,
ζήλια και χλεύη
που τα σκέλια της
σε γυναίκα χαρίζουν
και υγρά προσφέρουν ηδονής

Πως καταφέρνει ο Δήμος Χλωπτσιούδης να δώσει ποιητική ζωή σε αυτές του τις ανησυχίες, ποια είναι τα εκφραστικά του μέσα. Ο ποιητής έχει βρει την δικιά του φόρμα. Όλα τα ποιήματα του είναι σχετικά σύντομα, μερικά των 11, των 12, 14 ή το πολύ των 16 στίχων. Πλησιάζουν την μορφή του σονέτου, που ξέρουμε πως αποτελείται από 2 τετράστιχα και 2 τρίστιχα συνολικά 14στίχα ποιήματα, μόνο που εδώ, ο κάθε στίχος είναι πολύ πιο σύντομος και συμμαζευμένος. Δεν θα βρείτε άσκοπη κατάχρηση των λέξεων, δεν υπάρχει ποιητική φλυαρία, ούτε λέξεις γραμμένες μόνο για να εντυπωσιάσουν, ή επειδή αρέσουν στον ποιητή. Της είναι υποταγμένες στο νόημα, στην κεντρική ιδέα, που πρέπει να αντλήσει ο αναγνώστης.

Ιδιαίτερα συμπυκνωμένο είναι το επιμύθιο του κάθε ποιήματος, που αποτελείται συνήθως από 4 με 6 στίχους. Εκεί πέφτει το βάρος και της ιδέας, και της φόρμας: Μερικά παραδείγματα από το τελείωμα κάποιων ποιημάτων:

Από το «Αλλαγή κανόνων»
…Ας σκεφτούμε μια φορά
τα πρώτα πιόνια που διπλά τρέχουν
της τη θυσία…

Από το «Ποίηση ναυαγός»
…Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση…

στο V
…ρυτίδωσαν οι αγκαλιές
κι ακόμα βουτώ
με σκάφανδρο το άρωμα
στο βυθό της ηδονής της…

Θα μου επιτρέψετε την εντύπωση, πως κάθε επιμύθιο του Χλωπτσιούδη μπορεί να συγκριθεί με χαϊκού, ενσωματωμένο στο όλο ποίημα…

Για να δώσει χρώμα στον λόγο του, ο Δήμος Χλωπτσιούδης χρησιμοποιεί όλα τα εκφραστικά μέσα που υπάρχουν στην φαρέτρα του ποιητή, μα το αγαπημένο του είναι να συνδυάζει αφηρημένη έννοια με κάτι συγκεκριμένο κάποιο αφηρημένο ουσιαστικό, με συγκεκριμένης εικόνας επίθετο // ή αφηρημένο επίθετο ή ουσιαστικό, με άλλο συγκεκριμένο ουσιαστικό.
π.χ.: ονείρων χείμαρροι, Θρόισμα σιωπής, Όνειρο γυμνό, χώματα νεκρά, νόθο κρεβάτι. Σταυρώνουν όνειρα, χορταριασμένες αναμνήσεις κ.α.

Στα εκφραστικά μέσα θα συμπεριλάβουμε και κάποιες επαναλήψεις στοιχείων που έχουν για σκοπό δημιουργία ενιαίου μοτίβου. Έτσι στα πρώτα ποιήματα αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς έχουμε μια αλληλουχία από παρόμοιες εικόνες, όπου παραστάσεις από το ένα ποίημα μεταφέρονται στο άλλο, μα με διαφορετική πια έννοια κι ερμηνεία. Με την επανάληψη του ιδίου μοτίβου δημιουργείται η αίσθηση της εσωτερικού ρυθμού, που ενισχύει την εντύπωση για κάτι ενιαίο. Έτσι στο Ι έχουμε «λάμψη της σελήνης, παλίρροια, αφρούς» στο ΙΙ «φεγγάρι κόσμημα, άμπωτη» , στο ΙΙΙ «θαλασσινό σεντόνι, καταιγίδα,» κ.λπ.

Άλλα τρία ποιήματα, που έχουν το δικό της το μοτίβο και θα μπορούσαμε να δούμε σαν ξεχωριστή ενότητα είναι το «Αχιλλέας», το «Ελένη» και «Το όνειρο της Κασσάνδρας». Και στα τρία το ενιαίο θέμα είναι ο Τρωικός πόλεμος, και στα τρία θα συναντήσουμε ποτάμι από αίμα, άδικα σκοτωμένους, το νόστο και την αμφιβολία για την αξία των προσπαθειών.

Θα μπορούσαμε να πούμε κι άλλα πολλά για την ποίηση του Χλωπτσιούδη και δεν είναι ο περιορισμός στον χρόνο που δεν της το επιτρέπει, μα η πεποίθηση πως τα ποιήματα πρέπει να διαβάζονται και να συγκινούν κι όχι να αναλύονται λεπτομερώς στο μικροσκόπιο. Θεωρώ πως η ποιητική δουλειά του Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο» δεν είναι μόνο μια αξιόλογη συλλογή, και κατάθεση καρδιάς, μα μια εμπνευσμένη προσπάθεια ποιητικής ερμηνείας του κόσμου της, της δύσκολης εποχής που βιώνουμε.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ