ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ

Η Κατερίνα Λιάτζουρα γεννήθηκε στην Γερμανία. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Ευβοίας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Ποιήματα, ποιητική πρόζα, μικρά πεζά και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά blog, καθώς και σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Μεταφράζει στην γερμανική γλώσσα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων και Ελληνίδων ποιητών/τριών και ενίοτε συνομιλεί με ομότεχνους της.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Η κρεμμυδαποθήκη, βακχικόν, 2020
Αποκαΐδια ηθικής, βακχικόν, 2017
Σκέψεις, manifesto, 2013

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ

Ανθολογία μικρού διηγήματος για την νύχτα, Κύμα 2017
Ιστορίες πάθους και μαγειρικής, Κύμα 2017

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Ανθολογία νέων Αυστριακών ποιητών, Βακχικόν 2019

.

.

Η ΚΡΕΜΜΥΔΑΠΟΘΗΚΗ  (2020)

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

ουράνια σκοτείνιασαν μαύρα
σύννεφα στα μάτια επισκίασαν φως
ανατολής στα βλέφαρα χτες
μαγνητισμένη ξημέρωσε βλέμμα
τόλμης το γύρισμα της πλάτης σε
ακινησία υπνωτισμένη δεν τόλμησα
θυμό λύπη ή μετάνοια ασάλευτη σε
λήθαργο βυθισμένη ταξίδι μαζί σου
σκοτείνιασες και πάλι ουρανό
απειλητικό άστραμμα φωτίζει
σκοτάδι θυμού με κεραυνούς να
καταπραΰνει κάψα και εγώ να
δροσίσω πίκρα στόματος να ξεπλύνω
κορμί από χώμα να αναδυθεί
μυρωδιά υγρής ψυχής.

ΛΑΥΚΟΣ Η ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ

Μαύρα κοράκια πετάξανε χαμηλά. Σημάδι δυσοίωνο είπανε οι
γειτόνισσες στην πεζούλα. Δυο τα κοράκια που κουβαλήσανε την
κάσα στα φτερωτά τους τα κουστούμια. Νεκρική πομπή ανέβηκε τη
σκάλα. Σπίτι αφιλόξενο και εχθρικό σε υποδέχτηκε στερνά. Κοίταζες
προς την ανατολή, όπως αρμόζει. Καφές, κονιάκ, στραγάλι, σταφίδα
και σοκολατένια ελιά. Ανεμάκι φθινοπωρινό έμπασε το παραθύρι. Οι
τρίχες στο πηγούνι σου μου φανήκανε πως ανεμιστήκανε. Μαζί με τα
λουλούδια που σε στολίζουνε. Ταράχτηκε και η γραμμή των χειλιών
σου, μ’ όλα αυτά που άκουσες το βράδυ ετούτο. Τα έσφιξες πιότερο.
Ένα αμυδρό χαμόγελο γινήκανε. Τα βλέφαρά σου μισόκλειστα
αγνάντευαν του£ προγόνους που ξεκρεμαστήκανε πρόσφατα από
τα καρφιά τους. Τα σημάδια τους ακόμα ορατά στον τοίχο. Έξω
βρέχει. Τα μάτια του Θανάση κλάψανε, μα της Φιλιώς καθόλου. Και
ο Γιαννάκης και ο Δημητρός ήτανε εκεί. Συμπράξαν στην παρωδία.
Όλη η γενιά σου. Το αίμα σου. Χαμένο κληροδότημα στις δικές
του ερινύες. Εσύ, όμως, δεν έδωσες σημασία. Ετοιμάζεσαι νύφη να
ντυθείς, και πάλι. Άσπιλη, αθώα, μεγαλόψυχη, να πας να συναντήσεις
εκείνον. Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε. Σε διαπερνά, όπως ο
κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος. Η πλατεία σε αποχαιρέτησε
στροβιλίζοντας τα πλατανόφυλλά της. Στρώμα υπόκωφων ήχων στο
πέρασμά μου. Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες
Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το
χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα.
Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα. Τα κοράκια δεν βλέπουν την
ώρα να αποδημήσουνε. Το ΓΙήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.

Στη μνήμη της γιαγιάς Κατίνας

ΜΕΓΑΛΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

Σε δρόμους νυχτερινούς ξαγρυπνημένη και κυνηγημένη τρέχεις
πανικόβλητη. Κοιτάζεις διερχόμενα φώτα, δίχως φόβο. Ρουφάς
σκοτάδια στασιμότητας και δεν τρομάζεις. Το γνωρίζεις εξάλλου από
παλιά και σου είναι τόσο οικείο. Εκεί περικυκλωμένη από φιγούρες
ανθρώπων του παρελθόντος να κοιτάζουν μέσα από τζάμια, έγραψες
και έσβησες λόγια. Λόγια που πνίγουν και ανακουφίζουν. Λόγια
που παρηγορούν. Έπειτα ούρλιαζες δίχως λαλιά νανουρίζοντας
νυχτοπούλια και ψάρια. Και έπειτα έκλαψες σιωπηλά δροσίζοντας
διψασμένους. Μονοπάτια φλεγόμενα από πάθος, αυλάκια στα μάγουλα,
κάθετες γραμμές απόλυτες τρομοκρατούν και τραυματίζουν.
Σκυφτή μορφή Παναγιάς [ίσως] γέρνει πάνω στοργικά. Απλώνει
τη θέρμη του κορμιού για να ζεστάνει και εσύ αγκαλιάζεις σφιχτά
με την ψευδαίσθηση της σωτηρίας. Όμως ο χρόνος περνά. Δεν θα
ασχοληθεί άλλο μαζί σου. Ο δρόμος θερμός ανταποκρίνεται στην
επιθυμία σου. Εκείνος θα σε φιλοξενήσει. Τον τιμά να θυσιάσεις πάνω του
όνειρά σου. Μακραίνει και απαλύνει εν μέρει τον πόνο της αυγής.
Μονόδρομο λαχτάρησες να ακολουθήσεις. Βαραίνει το μυαλό. Μοναξιά
δυσανάλογη για αντοχές θέλησες να βαστήξεις. Πώς τολμάς να κοιμάσαι; Τα
βλέφαρά σου εξαντλημένα. Νοσταλγούν να υποδεχτούν το αναμενόμενο
και αποχαιρετούν καρτερικά το ρόδινο ξημέρωμα.

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

Ρίχνω μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Ανάβοντας το φωτάκι θα ήθελα
να ήσουν εκεί. Εκεί. ‘Ενα μικρό φακελάκι και να με περίμενες. Να
περίμενες να μιλήσουμε. Ώρες ατελείωτες. Και να λέγαμε όλα αυτά
που χαθήκανε. Που χαθήκανε στην προσπάθεια. Που χαθήκανε
στο ξημέρωμα. Που τ’ άφησα να χαθούν μέσα στην ανάγκη. Που
τα ’πνιξα μωρά νεογέννητα. Θα ήθελα να ρίξεις μια κλεφτή ματιά
στην οθόνη. Και ανάβοντας το φωτάκι θα ήθελα να ήμουν εκεί. Εκεί.
Ένα ανεπαίσθητο γραμματάκι και να σε περίμενα. Να περίμενα
να μιλήσουμε. Ώρες ανεκπλήρωτες. Και να πούμε όλα αυτά που
σωθήκανε. Που σωθήκανε στην προσπάθεια. Που σωθήκανε στο
ξημέρωμα. Που τ’ άφησα να σωθούν μέσα στην αδιαφορία. Που τα
λάτρεψα γέροντες υπερήλικες. Κουρασμένο μυαλό μοιρασμένο στα
δυο. Νιάτα και γηρατειά. ΡΙ εφηβεία χάθηκε στον δρόμο, χάθηκε
στην προσπάθεια. Έριξα μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Άναψε το
φωτάκι. Έπειτα κενό.

Όνειρα γεμάτα
Όνειρα, όπως τα θες.

ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Γυναίκα είμαι που άφησε μαλλιά να μακραίνουν, αυτά που δίνουν
όγκο στα μυαλά δήθεν να καλύψουν της αμηχανίας την αντίδραση
πως στα Άγια Νερά του Προδρόμου του Βαπτιστή του Σωτήρη,
Μαρία με βάφτισε και όχι Κατερίνα. Και ναι, έργα εκθέτω που δεν
αναζήτησες να δεις· και ναι, είμαι η οικοδέσποινα απόψε και θα
σε ξεναγήσω στα Κόκκινα Σπίτια και στα μαύρα της ψυχής. Όμως
φαγούρα με πιάνε? τρελή στης κεφαλής τη ρίζα, έτοιμη είμαι στον
Πακιστανό να πάω να τα ξυρίσω· μα, μήπως στον κάδο πλυντηρίου
πρέπει να χώσω το κεφάλι και με σκόνη λευκή, αρωματισμένη με
λεβάντα ή με του Αιγαίου τα αρώματα ή με ό,τι άλλο διαθέτετε να
ξεπλύνω τον καταμερισμό της ζωής και να διασφαλίσω πως Κατερίνα
με βαφτίσανε και όχι τελικά αλλιώς.

ΚΑΠΟΥ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟΥΤΓΚΑΡΔΗΣ

Ξάπλωσα και είδα σύννεφα. Σύννεφα που ο αγέρας τρέφει κατά
βούληση. Και ξάφνου νόμισα πως βρέθηκα ξανά εκεί. Εκεί. Πάνω
στο πλέγμα μιας παιδικής χαράς να δίνω μορφή στα σύννεφα και με
κάποιο τρόπο μαγικό να αγγίζω την ευτυχία. Τότες, δεν αποζητούσα
τίποτα άλλο. Ξάπλα σ’ ένα πλέγμα που σημαδεύει το κορμί και
τον αέρα να δροσίζει υπόκωφα το πρόσωπό μου. Ασυνείδητα και
ανυποψίαστα. Τώρα, αποζητώ την ανεμελιά των χρόνων εκείνων,
όπου νόμιζα πως με την ανάσα του ο αγέρας θα πήγαινε την ψυχή
ψηλά και πως με τη σιωπή του θα με προσγείωνε σε εδάφη γνώριμα,
ονειρεμένα. Δακρύζω, όταν έρχεσαι στον νου. Αντιλαμβάνομαι το
βάθος και, όταν διάβασα το μοίρασμά σου αυτό του πατέρα που
έφυγε, επιβεβαίωσα την αίσθηση πως είσαι ο ένας.

ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Κάθομαι στη θέση που μου αρμόζει. Στρογγυλό τραπέζι. Μυρωδιά
τσιγάρου και ξινισμένο κρασί. Μοιρασμένα τα χαρτιά. Το φως όσο
πρέπει. Σ’ έχω αντίκρυ. Απόμακρος και σκεφτικός. Βυθισμένος.
Τι συνδυασμούς να κάνεις; Να κερδίσεις; Να κατακτήσεις; Να
απορρίψεις; Να καταρρίψεις; Να ταυτιστείς; Να με αγαπήσεις; Το ρολόι
χτυπά αλύπητα. Ο χρόνος μου τελείωσε. Μια κλεψύδρα πια η ζωή μου.
Τράβηξα χαρτί και έχασα. Σειρά σου. Θα σβήσω το φως φεύγοντας.

ΜΑΝΙΚΙΑ

Να χαθώ έτρεξα σε κρησφύγετο μυστικό. Εκεί στο λιβάδι, μακριά, στη
σκιά της Σκοτεινής, δρόμος με πέρασε από τον Μύλο του Γαμία και
πάνω από γέφυρα ετοιμόρροπη ξύλινη με οδήγησε σε πηγή αθέατη
με νερό και αλάτι, τις πληγές μου να γιάνω. Δείπνο βασιλικό μου
πρόσφερες σε καφενείο χωρικό, αβγό σφιχτό και στραγάλι, μαζί και
κρασί από την καρδιά σου. Εικόνες γνώριμες, γνωστές από τις μνήμες
της νοσταλγίας ή και της επιθυμίας αναδυόμενες. Και εκεί το ρολόι των
κριμάτων μου αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά τού χρόνου, για να ξεχάσει
να μας υπενθυμίζει υστερόβουλα πως αιώνιοι θα είναι οι εφιάλτες.

Η ΚΡΕΜΜΥΔΑΠΟΘΗΚΗ

Θα ήθελα να ήμουν άνθρωπος αποφασιστικός. Χωρίς λόγια τις
αποφάσεις μου να παίρνω. Να κατοικούσα, λέει, στον Ευαγγελισμό,
με σένα μάτια μου, ήρεμα και αγαπημένα. Να ζω και να εργάζομαι, να
τρέφομαι από των χεριών μου τον καρπό, να φροντίζω και φροντίδα
να δέχομαι, και πάνω απ’ όλα να χαίρομαι, με την απόφασή μου αυτή.
Θα τη νοικοκύρευα την αποθήκη, πίστεψά με, στο λέω ειλικρινά,
και ας είναι σήμερα αχούρι. Θα την καθάριζα από κάθε είδους
περιττώματα, θα την άσπριζα με ασβέστη καρδιάς και θα άνοιγα και
ένα παραθύρι στην Ανατολή ή μπορεί στη Δύση —δεν αποφάσισα
ακόμη— μα, με ένα τραπέζι, όμως, μπροστά, μπροστά στο παραθύρι
και έναν πλατύφυλλο βασιλικό, που τόσο σου αρέσει. Χρυσάνθεμα
πολύχρωμα θα είχα στον περίγυρο και μια βουκαμβίλια, φυλαγμένη
από του Βορρά τη χειμωνιάτικη μανία και ένα γεράνι —πως το
παρέλειψα, απορώ; Ένα γεράνι κόκκινο, να φυλάει με τις ρίζες του
της αποθήκης το κλειδί. Και άλλα πολλά θα έκανα, αν το αποφάσιζα.
Και στον απόηχο της ημέρας, όταν όλα θα σώπαιναν, θα σώπαινα
κι εγώ. Για να παρακολουθήσω του ήλιου την πορεία, που πάει και
χάνεται πίσω από της θάλασσας τη γραμμή· για να αναλογιστώ πόσο
στάθηκα τυχερή, που η ζωή μου έγνεψε και μου ’κλείσε το μάτι, και
που ακόμα, όταν θα το αποφάσιζα, να απλώσω το χέρι, θα υπήρχες
εσύ εκεί, μαζί με το γεράνι.

Στον Βασίλη

ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΗΘΙΚΗΣ (2017)

ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ ΦΑΝΦΑΡΕΣ

Επείσακτη η σκέψη που με κατατρέχει
και με πάει και με ταξιδεύει
σε διαβούλια φαντεζί
κρυψιγαμίες εμετικές
σ’ ένα γλέντι
μια πάλλευκη γιορτή.

Πέπλο ανεμίζει νυφικά στον αγέρα
λικνίζεται εριστικά στην πνοή
το ακολουθώ στα σκοτεινά υπόγεια με τις ανυπόφορες μυρωδιές
ματώσανε τα ρουθούνια μου απ’ την υπερβολή.

Επείσακτη και εγώ σ’ αυτή την παράσταση ζωής
λικνίζομαι εριστικά στην πνοή
διαβατικό το πέρασμα στη πολύβουλη φαντασμαγορία
παλινωδώ με μαεστρία
τις αρχές.

Η επηρμένη σκέψη ανήλεα με μαστιγώνει
εξογκώνει την κρυσταλλώδη κρυψίνοια της ψυχής
της δίνει εκτρωματικά μεγέθη.

Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.

Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Κληρονομημένες ηθικές
διασταυρωμένες επιρροές
οικογένεια βιβλία ιερές επιταγές
προκαλούν αντανακλαστική συμπεριφορά.
Γοητευτικές οι λέξεις
αλλά κατά βάθος θολές.
Περιδιαβαίνουν την ανάγκη για θεμελίωση
χωρίς ρίζες, δίχως μέλλον
προσκυνούν πηγές αλάνθαστου
προβάλλουν αξιώσεις αλάθητου.
Προσφεύγουν στην τιμωρία.
Διαποτισμένες από μύθους και εξοικειωμένες θρησκείες
παρεκκλίνουν στην καθολικότητα. Στο Απόλυτο.
Αντιφατικά αποκρυσταλλώνουν εντυπώσεις
διαπλεκόμενων προβλημάτων που βίωσα από νωρίς
άργησα όμως πολύ να καταλάβω.

Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.

Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.

ΔΩΡΟ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟ

Υπέρτατο δώρο
εναρκτήριο και σπερματικό
αγγελιοφόρος μιας νέας γης
ενός νέου ναού
αντικαθιστά τα φωνήεντα
την αναπνοή
εγκαθιδρύει τη σιωπή.

Το άστρο μου το καλό είναι ιδιότροπο στη σήμερον ημέρα
ανταποκρίνεται σε μια βαθειά εσχατολογική προσμονή.

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης
μοναχική και παλλόμενη λεπίδα
προσδίδει στο λυκόφως
ανθρώπινη μεγαλειότητα.
Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι.
Με κατέστησε ανίκανη
να κοιτώ κατάματα.
Μαύρος ήλιος
της διαύγειας.

Όμως δολοφόνησα τη σκέψη
ενώ έψαχνα τις λέξεις.
Με πιάνουν ρίγη νοσταλγίας
στη φυλακή του σαλονιού μου
όταν ξάφνου τα χελιδόνια
ταράζουν το σούρουπο.

ΠΟΥΤΑΝΑ ΑΘΗΝΑ

Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.
Στριμώχτηκα
ανάμεσα σε πλούτη
κυκλοφοριακά φρακαρίσματα
κατάφορτη από διακοσμήσεις
καθήκοντα
πολύπλοκη σε μηχανισμούς
παλλακίδα σε ιεραρχίες
πρησμένη
τσιτωμένη
κατάκοπη
βαριά.
Πουτάνα Αθήνα.

ΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Βεγγαλικά ξεσκίζουν σωθικά.
Αέρας αποπνικτικά γεμάτος.
Αλαλαγμοί ιαχές θριαμβολογίες.
Σημαίες κυματίζουν στα στήθη.
Το ματωμένο μου πανωφόρι το πέταξα χάμω.
Το τσαλαπάτησα στο πεζοδρόμιο.
Τα μάτια μου, κιούπια δακρυγόνων, υπερχείλισαν από την αναμονή.
Δάχτυλο σκάλωσε στη σκανδάλη
ή στην ασφάλεια μιας εισόδου πολυκατοικίας.
Τα κτήρια γύρω καταρρέουν στο μυαλό
το ίδιο και η ελπίδα της ανατροπής.
Σηκώθηκα
ξεσκόνισα τη μνήμη
ίσιωσα την πλουμιστή αισιοδοξία
και πιάστηκα από τον ώμο του διπλανού μου.
Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.

ΕΡΠΕΤΑ

Νοικοκυραίοι
παχύσαρκα ερπετά
κάλπικα προσανατολισμένοι.
Μέσα στα ματωμένα λάφυρα
αιώνων και αιώνων πουλημένης Ιστορίας
επιβλέπετε από το μπαλκόνι της αστικής σας κατοικίας
το γόνο της γενιάς σας
να μεταφέρει άσκοπα
την πλαδαρή του κληρονομιά.

ΔΥΣΤΡΟΠΙΑ

Αριστερόστροφοι γύπες
μπήξαν στο συκώτι μου μια δαιμονική τρίαινα
πλειάδες οι αμέτοχοι
μια κοσμική ανθρώπινη ώσμωση
παρακολουθεί το διαφαινόμενο.

Τυφλά και μονότροπα
υποτάχθηκα
διαβουκολώ
κατά την ολοκληρωτική αφαίμαξη
μένω άλυτη
μολεύω
γαγγραινιάζω
οδηγώ νομοτελειακά το πλήθος σε θάνατο.

Ασαφές ποια ακριβώς στιγμή άρχισε η δυστροπία.

ΣΚΥΛΕΥΣΗ

Φυγόκεντρες τάσεις
μπόλιασαν DNA με αντιδραστικότητα και οργή.
Στηλίτευσαν την αδυναμία των προσφύγων
να επιλέξουν δρόμο διαφυγής.
Όμηροι ανεδαφικών περιορισμών
όμηροι μιας πολιτικής κάστας
υπόλογοι
είδαν τον «βαλκανικό διάδρομο»
να φράζεται ολοένα.

Η ασύδοτη οικονομία χωρίς ήθος
η σύμπραξη με στρατιωτικά καθεστώτα και θεοκρατικές μοναρχίες
κατάσχεσε τα πολύτιμα αγαθά των προσφύγων.
Ως ενέχυρο
της ύπαρξής τους.

Υπόδικοι σε σύνθετο πεδίο σύγκρουσης
με την Ευρώπη που πέταξε
την ανθρωπιά στη θάλασσα μετέτρεψε
δάνεια εφήμερης συμβίωσης σε αγώνα επιβίωσης
που σκυλεύει απερίσκεπτα
νεκρούς
επιζώντες.

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ

Ρασοφόροι προσκυνητές παχύσαρκοι επιβιβάστηκαν
σε όχημα υψηλών προδιαγραφών σέρνουν
σωσίβια καλοπέρασης σε διαδρόμους μισαλλοδοξίας.
Στοίβαξαν κρεάτινα σωσίβια πάνω στην πλαδαρή τους ματαιοδοξία.

Και αυτά στις παραλίες; Μπας και δεν είναι κομμάτι του εαυτού τους;

Κραυγές βγάζουν άναρθρες
για μοναχές και απόρθητες πατρίδες
με πράξεις αλληλέγγυες καλύπτουν
την πολύ σύντομη τους εφημερία.

Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό
ή για του Βουδισμού το δόγμα
μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό
λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία
ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου
που τη ζωή του δε λογάριασε
μα αιώνες τώρα
το κακό εξόρκιζε
για τον Άνθρωπο
που τον συνάνθρωπό του
ως κόρη οφθαλμού
μέλει να προσέχει.

Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.

έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;

Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμάτισμά
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

Μέταλλο χαρτί πλαστικό γυαλί.
Όλα ανακυκλώνονται.
Συντρέχουν λόγοι σοβαροί
στην εφήμερη μας καλοπέραση
να υπάρχουνε να εξυπηρετούνε να επιβεβαιώνουνε
τη μικρή μας τη ζωή.

Μα με εκείνα δεν ξέρω τι θα γίνει
που είναι άπιαστα και άυλα στα χέρια αυτού του χρόνου.
Γνώση πεποιθήσεις πίστες ιδεώδη
αλλά και οι έρωτες και οι θάνατοι
ανακυκλώνονται και αυτοί;

Μην παριστάνεις την ανόητη
στα χέρια των αρχόντων
όλα ανακυκλώνονται
σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση
και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.

Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης
που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές
ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».
Επίμονος συλλέκτης ανθρωπίνων εμπειριών εξορύσσει
έναν και μοναδικό θησαυρό. Τη λήθη.
Ένα κακό που κρυφοκοιτάζει διαρκώς
που συντρίβει περιεχόμενο και μορφή
ένας δάγκειος πυρετός
που νεκρωμένες αισθήσεις αποσυνθέτει.

Μα μόνο στα σαθρά χώματα
μόνο στα σάπια υποκατάστατα του ανθρώπου.

Ο ήρωάς μου ανηφορικούς δρόμους κακοτράχαλους ακολουθεί
γεμίζει καθημερινά με ανθρώπινες ιστορίες την πρέσα
να καθαρίσει το θυμικό από περισσεύματα
να καθαρίσει η μνήμη από περιττώματα
για να αλαφρύνει το μυαλό
για να είναι ελαφρύς ο ύπνος.

Στον Βασίλη

.

ΣΚΕΨΕΙΣ (2013)

Καλααζάρ

Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος
μου στερεί το χάδι.
Όταν οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.

Αλυσοδεμένη Προμηθέας

Από τον αδειανό χώρο της μοναχικότητας και την ασφάλεια της φωλιάς μου
πίνω το πικρό ποτήρι της χαράς και της οδύνης.
Μία σπίθα πίστης με οδηγεί
και με φέρνει αντιμέτωπη με τον εφησυχασμό.
Η εμετική θαλπωρή ενός σπιτιού,
μεγαλοφυής σαν σύλληψη και σαν δημιούργημα
με αποτραβά στο περιθώριο των πραγμάτων.
Ξιπασμένη αναφορά σε κείνα και σε μένα
στοιχειώνουν την διάρκεια των ημερών
στοιχειώνουν το κουβάρι της λαθεμένης μου ζωής
Ανάμεσα σε μένα και σε κείνα
αμέτρητα χρόνια,
μη προσπελάσιμα.
Χρόνια κατάμεστα από οσφρήσεις θεών παθόντων.

Αλυσοδεμένη Προμηθέας,
άδραξα τον κατακερματισμό της αθωότητας
και απαιτώ να χριστώ Αθάνατη.
Απαιτώ να χριστώ Διαφθορά.
Δίχως ανάσα, τέρψη και ψυχή
να κορεστώ στα χρώματα του σύμπαντος
και να αποχαυνωθώ
σε ύπνους αιωνίων αστεριών και αθάνατων αστερισμών.

Βερολίνο

Κρατώντας τον κόκκινο δίσκο στα χέρια
καβαλίκεψα το στρογγυλό μαύρο ησυχαστήριο
και επιδόθηκα στη μελέτη της περιστροφής και του κόσμου γύρω του.
Τρύπες στ’ αυτιά
ιστοί στους αγκώνες
αστέρια σε λαιμούς, κεφάλια και τριχωτές μασχάλες
καρφιά πατόκορφα,
μαζοχισμός και πίκρα για επιβολή και αναγνώριση.

0 κόσμος στροβιλίζεται ανένδοτος.

Η εισβολή μιας ψιλής ξανθιάς με ξεθωριασμένα μάτια
και άρεια παιδιά,
μου αποκρύπτει την αποτρόπαια θέα.
Μια γριά παραμορφωμένη από τα απανωτά οξυζενέ
πασαλείβει με ροζ μπογιά τις ρυτίδες της,
μεταλλαγμένη, παραδομένη
μ’ αρπάζει
-απολωλός
με την λεπίδα και με εναποθέτει
θυσία
στη μεταλλική στρογγυλή υποδοχή.
Και εκεί ορθά στέκομαι όρθια
και αναμένω το μοιραίο
να φωσφορίσω μες στην αναλαμπή
να μη χάσει ο τεμαχισμός την ιεροτελεστία του.

Η παρέα της Τετάρτης

Οι μελανιές πάνω στο κορμί μου
συνομιλούν με την απάθεια
μαρτυρούν την επιθετικότητα της συνεύρεσης και της μοναξιάς.
Τα χείλη μου πρησμένα από την αλμύρα των δακρύων
σκισμένα από πόθο
μάχονται να επιβεβαιώσουν την θαλπωρή της νύχτας.
Της ανεμελιάς την νιότη αποζητώντας
περιπλανώνται θολωμένα από σκέψεις
σε παρόν και παρελθόν.
Μα τα βήματα τους
-ατίθασα εκ φύσεως-
όλο κύκλους κάνουνε
και με μάτι απόκρυφο πια,
εστιάζουν σε ένα και μόνο σημείο.
Πως ατίθασα και πάλι θα ήθελαν να ξανάρχιζαν
τα δεδομένα ανατρέποντας
να μην είναι μόνο η παρέα της Τετάρτης.

Ατέρμων κοχλίας

Σκαρφάλωσα ψηλά
να αγγίξω τα ακροπύργια του ουρανού.
Πέπλα ομίχλης άπλωσε μεγαλόψυχα γύρω μου
ως καλωσόρισμα,
να θολώσει η βούληση, να χαθεί η ματιά, να αναδυθεί η μυρωδιά.

Στριφογυρίζω ατέρμων κοχλίας.

Προσέγγιση
απομάκρυνση
ένα μαγνητικό πεδίο.

Πολλαπλασιασμός
διαίρεση
έγινα πολλοί.

Ανεπαίσθητη η αέναη κίνηση.

Ρίχνω λοιπόν το ρίσκο πανωφόρι πάνω μου
και αγκαλιάζω της Κλωθώς την αβεβαιότητα.
Στοιχημάτισα να δεσμευτώ με το νήμα
για να διασφαλίσω την ακρωδυνία μου.
Και έτσι μοιραία,
ως ακροκέραμο του σύμπαντος
συνεχώς με σφυρηλατώ.

Αμπαλάζ

Μεγαθήρια υψώνονται στις ερημιές των τοπίων
αμπαλάρανε την ακόρεστη ματαιοδοξία των ιδιοκτητών τους
με περίσσια φιλαρέσκεια.
Την εποχή της δόξας
ύψωσαν το ανάστημα τους
συνομίλησαν με ουρανό και γη
πιστεύοντας πως αιώνια θα ζήσουνε
πως αυτά ο χρόνος δεν τα αγγίζει.

Στη δύση του ηλίου όμως δεν τους δόθηκε καθρέφτης
να θωρήσουνε την κατάντια
και να νιώσουν στο σκυρόδεμα τους την φθορά
να καταγράψουν το απόφθεγμα των καιρών
πως περίτρανα μεγέθη στη ζωή δεν υπάρχουνε
πως παράταιρα φαντάζουν στις εξοχές των χρωμάτων.

Πως μόνο τα όνειρα έχουν διάρκεια στους χρόνους
και τρέφουν την ζωή
και όχι οι σύντομες ζωές των θνητών αυτά.

Γιρλάντα πολύχρωμη

Γιρλάντα πολύχρωμη η ζωή
γυαλίζει στο φως μιας λάμπας θυέλλης
μπλεγμένη
σε κύκλους και κύκλους και κύκλους
μπλεγμένη σε πλεξούδα ξανθιάς νεράιδας ξελογιάστρας.

Ζωδιακός κύκλος ο κάθε μήνας
μέρος μιας εποχής
κάθε κύκλος και τεμάχιο ζωής
μπλεγμένος σε αραχνοΰφαντο εργόχειρο γιαγιάς
πέπλο φυλακισμένο σε παραδοσιακό αργαλειό
που υφαίνει και υφαίνει
και που δεν σταματά.

Άραχλη η μνήμη
σβούρα απελπισίας η προσπάθεια να ξεμπλεχτώ
κάθε προσπάθεια και μεγαλύτερη βουτιά στον ιστό
βουτιά σ’ ένα ιδιόχειρο κατασκεύασμα ασφυκτικό.

Λευκό κουκούλι με περικλείει.
Ένα αριστούργημα.
Ένα έργο τέχνης.

Καθρέφτης

Κουρασμένη η ραχοκοκαλιά
σέρνει ένα πόδι μαζί της.
Κουρασμένος ο αυχένας
ο ώμος δεν υπακούει πια.
Κουρασμένο μυαλό
σέρνει τα όνειρα στο πεζοδρόμιο.
Κουρασμένη η καρδιά
εκβιαστικά αποζητά την επιβεβαίωση.
Κουράστηκε και η ματιά
να αντικρίζει το υγρό βλέμμα στον καθρέφτη και να με κοροϊδεύει.

Μεταμόρφωση

Όταν η ζωή μου πάψει να είναι ανδραγαθίες και αυτοθυσίες και υπερβάσεις.
Όταν πάψει να αναζητά ηρωικά έπη με ηρωικούς πρωταγωνιστές.
Όταν με μοναδικό οδηγό την νοσταλγία πάψει να περιγελά τα όνειρα μου
θα με φάει το μαύρο σκοτάδι
θα πάψουν οι σκέψεις
θα χαθώ στη μέθη.

Τότε
είπα θα λυτρωθώ
και θα γελάσω με το φως
θα συναισθανθώ την διαύγεια
θα μεταμορφωθώ καφκακικώς σε άπειρο
θα ονειροπολήσω την αιωνιότητα
και θα αγαπήσω την αλήθεια.

Η ώρα είναι τρεις

Κείτομαι σ’ ένα βαθύ πηγάδι
-υγρή ταφόπλακα.
Με τιμωρήσανε για την ελευθερία που διεκδίκησα
-δεν αντιστάθηκα.
Στην πυρά την μάγισσα!

Ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο του ουρανού
αισθάνομαι να πλησιάζει η ώρα της κορύφωσης.
Ξέρω πως πλησιάζοντας με ο ήλιος, θα με πυρακτώσει.
Ως παράσιτο που είμαι,
νιώθω πως θα με κάψει, θα με λιώσει.

Η σάρκα μου μπροστά του μειδιάζει
δεν φοβάμαι την στιγμή της εξάλειψης
θα πονέσω άλλωστε,
μα θα μυρίζω ως την ύστατη στιγμή.

Οι σκιές αλλάξανε μορφή, υπόσταση
πλησιάζουν μειλίχια.

Τα μάγουλα μου φλογάτα λειώνουνε
τα μάτια μου τυφλωθήκανε
δεν μπορώ να συγκρατήσω τα υγρά των χειλιών μου
τα πόδια μου πυρποληθήκανε και καίγονται.

Η σκέψη μου φωτίστηκε.
Η ώρα είναι τρεις.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η ΚΡΕΜΜΥΔΑΠΟΘΗΚΗ 2020

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 16/6/2020

Τα πεζοτράγουδα, της Κατερίνας Λιάτζουρα

Η μεταφορά, σύμφωνα με τον Λακάν, αποτελεί έκφραση του ασυνειδήτου. Βρίσκει το αντίστοιχό της σε κάθε μορφή τέχνης και είναι ταυτόσημη με την ίδια τη δημιουργία.

Η Κατερίνα Λιάτζουρα, στη νέα της ποιητική συλλογή Η κρεμμυδαποθήκη (Βακχικόν 2020), μεταλλάσσοντας το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας παλιάς αποθήκης κρεμμυδιών και χρησιμοποιώντας της ως κινηματογραφικό σημείο, όπως θα έλεγαν οι δομιστές, επιχειρεί μια ενδοσκόπηση, μια εκ βαθέων ποιητική εξομολόγηση.

Κρατά την κάμερα στο ύψος των ματιών και οπτικοποιεί την ιστορία της με κάδρο τη Χαλκίδα ή την Εύβοια. Οι περισσότεροι τίτλοι αντιπροσωπεύουν τόπους βιωματικούς: Χαλκίδα, Χιλιαδού, Καράμπαμπας, Μεγάλη γέφυρα Χαλκίδας, Σιδηροδρομικός σταθμός Χαλκίδας, Οδός Βώκου, Πλατεία Φρίζη, Οδός Ιστιαίας, Βούνοι, Οδός Αβάντων, Αγία Κυριακή. Στην Κρεμμυδαποθήκη ακούμε τη φωνή της σκέψης της, τους εσωτερικούς της μονολόγους.

Ένας εσωτερικός διηγηματικός ήχος είναι η Κρεμμυδαποθήκη με πλάνα υποκειμενικά και πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Αλλά και με την ανατρεπτική τεχνική του πεζοτράγουδου, του poème en prose. «Νόθο είδος» το ονόμασε ο Νάσος Βαγενάς, «ένα σώμα που από τη μέση και κάτω περπατά και από τη μέση και πάνω χορεύει».

Η Άννα Κατσιγιάννη εξηγεί πως «το ποίημα σε πεζό φαίνεται να προέρχεται εν μέρει από την ποιητική πρόζα, δηλαδή από τα λυρικότερα μέρη της πεζογραφίας από τα οποία και αποσπάται σε αυτόνομο είδος. […] Δανείζεται τα εκφραστικά του μέσα από την πρόζα, απορρίπτοντας κάθε μετρική σύμβαση, ενώ ταυτόχρονα στην κατασκευή του διεκδικεί μια ποιητική υπόσταση. Είναι αυτή ακριβώς η διπολικότητα, η αναρχική φύση ή η έλλειψη αυστηρών νόμων που να το διέπουν, που το καθιστά είδος δυσκολότατο».

Η Κατερίνα Λιάτζουρα, στην Κρεμμυδαποθήκη, συνθέτει ποιητική πρόζα. Μιλά με διεισδυτικότητα και πρωτοτυπία για τον κόσμο που μας περιβάλλει, έξω από κοινοτοπίες και εύκολα μοτίβα. Ο λόγος της είναι λυρικός. Και θεατρικός. Κάθε ποίημα και σκηνικό. Ταινίες μικρού μήκους. Ένας αρχαιοελληνικός χορός που αναπαριστά την τραγωδία της ζωής.

Με όπλα της τη συντομία και την ένταση δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τον εσώτερο εαυτό και τους εφιάλτες της, με την απώλεια, τα ιερατικά λόγια, τη ζωή και τους κατακερματισμούς της. Καθαρίζει και νοικοκυρεύει τη σκοτεινή κρεμμυδαποθήκη. Εκθέτει τα υπάρχοντά της και αφιερώνει τη συλλογή στον άνθρωπο που δεν φοβήθηκε να επιμείνει. Με τον τρόπο αυτό τής δίνει χαρακτήρα αισιόδοξο.

Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, οι αναφορές στη γιαγιά Κατίνα, η προσφώνηση στο όνομά της (Κατερίνα ή Κατίνα), προσδίδουν βιωματικό χαρακτήρα στη συλλογή και οδηγούν τον αναγνώστη σε συνειρμούς ενός καθολικότερου απολογισμού ζωής. Στην ΠΛΑΤΕΙΑ ΦΡΙΖΗ της Χαλκίδας φτάνει ένας έφηβος με ασπρισμένα μαλλιά.

[…] Πώς γλίστρησε η νιότη; Πώς κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγισαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν. Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτόν τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.

Αποτιμάται η προσωπική σχέση με τον χρόνο. Οι διαψεύσεις, οι ματαιώσεις, οι αυταπάτες, γίνονται κέντρο της θεματικής της Κατερίνας Λιάτζουρα σε αυτόν τον απολογισμό, όπως και ο έρωτας, με την προσδοκία που δημιουργεί. Και μπορεί τα όνειρα συνήθως να διαψεύδονται, όμως δεν παύουν να υπάρχουν.

ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Κάθομαι στη θέση που μου αρμόζει. Στρογγυλό τραπέζι. Μυρωδιά τσιγάρου και ξινισμένο κρασί. Μοιρασμένα τα χαρτιά. Το φως όσο πρέπει. Σ’ έχω αντίκρυ. Απόμακρος και σκεφτικός. Βυθισμένος. Τι συνδυασμούς να κάνεις; Να κερδίσεις; Να κατακτήσεις; Να απορρίψεις; Να καταρρίψεις; Να ταυτιστείς; Να με αγαπήσεις; Το ρολόι χτυπά αλύπητα. Ο χρόνος μου τελείωσε. Μια κλεψύδρα πια η ζωή μου. Τράβηξα χαρτί και έχασα. Σειρά σου. Θα σβήσω το φως φεύγοντας.

Ένα ταξίδι αυτοαναφορικό και υπαρξιακό, με ρεαλιστικά και ρομαντικά στοιχεία, αλλά και σαρκασμό είναι η Κρεμμυδαποθήκη. Οι εικόνες που στήνονται είναι ελληνικές. Περιέχουν καφέ και κονιάκ, στραγάλια και σταφίδες, δυόσμο και βασιλικό. Θαλασσινά τοπία. Και του Αιγαίου τα αρώματα. Γάμοι και κηδείες. Ανατολή και Δύση. Αναπαριστούν την παρωδία που λέγεται ζωή.

Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; αναρωτιέται η ποιήτρια στην κηδεία της γιαγιάς Κατίνας.

Το ποιητικό υποκείμενο στην Κρεμμυδαποθήκη της Κατερίνας Λιάτζουρα βρίσκεται σε ένα συνεχές κυνηγητό (πανικόβλητη, κυνηγημένη, ξαγρυπνημένη). Οι τόποι είναι κρύοι. Στους παγερούς μονόδρομους αποτυπώνεται η υπαρξιακή αγωνία. Διασταυρώνονται ο αμείλικτος χρόνος με τη μοναξιά. Η ρευστότητα των πραγμάτων με τη μνήμη. Οι εικόνες συνθέτουν την τραγική πάλη της ύπαρξης, ενώ η μνήμη, στο πισωγύρισμά της, επαναφέρει τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας.

Κάπου Στις γειτονιές της Στουτγκάρδης

Ξάπλωσα και είδα σύννεφα. Σύννεφα που ο αγέρας τρέφει κατά βούληση. Και ξάφνου νόμισα πως βρέθηκα ξανά εκεί. Εκεί. Πάνω στο πλέγμα μιας παιδικής χαράς να δίνω μορφή στα σύννεφα και με κάποιο τρόπο μαγικό να αγγίζω την ευτυχία. Τότες, δεν αποζητούσα τίποτα άλλο. Ξάπλα σ’ ένα πλέγμα που σημαδεύει το κορμί και τον αέρα να δροσίζει υπόκωφα το πρόσωπό μου. Ασυνείδητα και ανυποψίαστα. Τώρα αποζητώ την ανεμελιά των χρόνων εκείνων, όπου νόμιζα πως με την ανάσα του ο αγέρας θα πήγαινε την ψυχή ψηλά και πως με τη σιωπή του θα με προσγείωνε σε εδάφη γνώριμα, ονειρεμένα. Δακρύζω όταν έρχεσαι στον νου. […]

Η παρηγοριά έρχεται μέσα από την ποίηση και το τραγούδι.

[…] Φύσα, λοιπόν, να ζεσταθείς με το χνώτα μου. Ψιθύρισε μελωδίες για να αντισταθείς στη σιωπή μου. Δυο ήχους είναι να βγάλεις μόνο.

Φου φου φου

Λα λα λα

(ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ)

Τα σκηνικά που πλάθει η Κατερίνα Λιάτζουρα στην Κρεμμυδαποθήκη είναι αιμάτινα. Το παραμύθι δεν υπάρχει. Τα γοβάκια είναι ταλαίπωρα απ’ των χρόνων τις αφηγήσεις. Τα εσώρουχα συνθετικά και ξένα. Τα παλικάρια είναι της φακής. Όμως τα παραμυθένια όνειρα των παιδιών θα παραμείνουν. Η νεραϊδοπαρμένη αστερόσκονη θα συνεχίσει να βγαίνει από το μπούστο και πάντα θα υπάρχει η διάθεση μιας καινούριας αρχής.

«Και μη λυπηθείς ούτε στιγμή για την απουσία μου, αλλά να χαρείς που τόλμησα να ξεκινήσω και να σηκώσεις το ποτήρι σου και να ευχηθείς καλό δρόμο να έχεις, Κατινάκι μου». (ΜΑΝΙΚΑ)

Το σύνολο των συμβάντων του σεναρίου στην Κρεμμυδαποθήκη δημιουργούν την οπτιμιστική φιλοσοφία δίπλα στον βόθρο να φυτεύεις προσδοκίες.

Και ο έρωτας:

Ριγωτά μαξιλάρια στήριξαν κεφάλια να συνομιλήσουν. Κατηφορικά μονοπάτια επέτρεψαν κορμιά να αγγιχτούν. Και εγώ περπάτησα σε άσπρο μονοπάτι ποτίζοντας τα δεδομένα με κοπριά και νερό. Χέρια απαγκιστρωθήκανε από λεβιέδες δύο ταχυτήτων και ενωθήκανε. Νιφάδες ζαλιστικές με στροβίλισαν απλόχερα στον χορό της προσμονής. Ωραία διαδρομή, επιστροφή. Γαλήνη […]. (ΒΟΥΝΟΙ)

Στον λόγο της Κατερίνα Λιάτζουρα κυριαρχεί το ρήμα. Η κρεμμυδαποθήκη στεγάζει την ανάγκη για αποφασιστικότητα, την ανάγκη για έναν χώρο όπου θα στεγαστούν τα όνειρα και οι προσδοκίες. Έναν χώρο ασπρισμένο, με πλατύφυλλο βασιλικό, γεράνια και βουκαμβίλιες, για τον απόηχο της μέρας και την παρακολούθηση της πορείας του ήλιου, που χάνεται πίσω από της θάλασσας τη γραμμή.

Από την Κρεμμυδαποθήκη της Κατερίνας Λιάτζουρα βγαίνουμε με μια βαθύτερη εσωτερική δυναμική και με τον λυτρωτικό χαρακτήρα της ξεχωριστής ποιητικής έκφρασης.

Μην κόβεις τα σχοινιά, δεν διαθέτω αλεξίπτωτο. Μόνο τη γαλάζια ομπρέλα με τα λευκά μπουμπουκάκια κουβαλώ μαζί μου. (ΟΔΟΣ ΑΒΑΝΤΩΝ)

ΧΑΡΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΤΑΧΤΕΣ 20/05/2020

Στα γεωγραφικά τοπία της ύπαρξης

«….ανοιξιάτικος χείμαρρος ξεχύθηκε η ευχή, να μην τελειώσει το ταξίδι της προσμονής, μα τώρα εξαρχής να ξεκινήσει.»

Απρόσμενη καταβύθιση στη μαγεία των λέξεων αποτελεί η καινούρια ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα. Πρόκειται για ένα βιβλίο έκπληξη που περιλαμβάνει τριάντα ένα πεζολογικά ποιήματα ή πεζοποιήματα, εφόσον δεν διαθέτουν το διακριτό χαρακτηριστικό του διαχωρισμού σε στίχους.

ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ (απόσπασμα)

Γυναίκα είμαι που άφησε τα μαλλιά να μακραίνουν, αυτά που δίνουν όγκο στα μυαλά δήθεν να καλύψουν της αμηχανίας την αντίδραση πως στα Άγια Νερά του Προδρόμου του Βαπτιστή του Σωτήρη, Μαρία με βάφτισε και όχι Κατερίνα. Και ναι, έργα εκθέτω που δεν αναζήτησες να δεις¨ και ναι, είμαι η οικοδέσποινα απόψε και θα σε ξεναγήσω στα Κόκκινα Σπίτια και στα μαύρα της ψυχής.

Ο θάνατος σε όλη την παγερή του μεγαλοπρέπεια είναι το θέμα με το οποίο επιλέγει να ανοίξει τη συλλογή η ποιήτρια σε μια αφιέρωση στη μνήμη της γιαγιάς της. Το τέλος αλλά και το ξεκίνημα της ζωής με όλη την τρυφερότητα αλλά και λεξιλογικές επιλογές αντιποιητικές κι ασύμβατες. «Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα. Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουν. Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.»

Πεζοποιήματα λοιπόν- θραύσματα μιας όχι ξεχασμένης παιδικότητας αλλά και μια επώδυνης ενηλικίωσης που αφηγούνται μια ιστορία ή μάλλον τον μακρινό απόηχο μιας ιστορίας όπως την έχει τεμαχίσει σε άτακτα κομμάτια η μνήμη.

Και πανταχού παρούσα η Εύβοια, τόπος διαμονής της ποιήτριας, η Χαλκίδα, η μεγάλη γέφυρα, ο λόφος του Καράμπαμπα όπου φύτεψε τον πλάτανο της προσδοκίας, το λιμεναρχείο Χαλκίδας, η οδός Αβάντων, το κόκκινο σπίτι, αλλά και η Στουτγκάρδη και η Χιλιαδού, η Αρτάκη, το Κάβο Ντόρο. Όπως όμως θα διαπιστώσει σύντομα ο αναγνώστης, όλες οι τοπιογραφικές αναφορές λειτουργούν περισσότερο ως προσχήματα αφού μεταστοιχειώνονται σε ονειρικά πλέγματα, σε μια γιορτή/έκρηξη της νοσταλγίας, των αισθήσεων, των παραισθήσεων και των ψευδαισθήσεων του ποιητικού υποκειμένου. Κάθε στάση κι ένας τόπος αλληγορικός, κι ένας σταθμός όπου βυθίζεται ηδονικά και ονειρικά σε προσμονές ατέρμονες, σε λαχτάρες ανεκπλήρωτες, σε μια διαρκή διαπάλη του ποιητικού υποκειμένου να υπερβεί τα γήινα όριά και να αντιπαλέψει τον κοσμικό χωροχρόνο, να αναληφθεί σε σφαίρες συνειδησιακές και υπερκόσμιες.

Με φράσεις και εκφράσεις ρωμαλέες, στιβαρές και με ύφος που έχει αποκομίσει πολλά από τον υπερρεαλισμό και με αναφορές στο θεϊκό / προμηθεϊκό μαρτύριο, δίνεται ο αγώνας του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση, η αδυσώπητη πάλη του με τον εαυτό του, με τα σπαρακτικά τραύματα της ζήσης που πονάνε και ματώνουν, ωστόσο δεν παύει να αποζητά το μαρτύριο ως έσχατη λύτρωση. «Απαιτώ από εσάς, απαίσια πλάσματα του δάσους, ερινύες της ψυχής μου, το αγκάθινο στεφάνι. Θέλω να γαληνέψω.»

Αλλού, καρέ καρέ με θαυμάσια ‘φωτογραφική απεικόνιση’ δίνεται το πλησίασμα των ερώτων με λιτό αποδραματοποιημένο τρόπο. «Λίγες σπιθαμές μακριά, δυο παλάμες απόσταση, η αγάπη άρχισε να ανθίζει.»

Οι φωτογραφικού τύπου τεχνικές όμως είναι εμφανέστατες και σε άλλα κείμενα του βιβλίου, προσδίδοντας τρισδιάστατη αίσθηση και αισθητική, εφόσον εμπλουτίζουν το κείμενο με συναισθήματα και αισθήσεις «Σφίξιμο στο στομάχι, ψιλόβροχο, μυρωδιά χώματος, καταχνιά ένωσαν ουρανό με θάλασσα και θόλωσαν. Γνώριμη προβλήτα, δυο φιγούρες ψαρεύουν, βραχάκια, πουλιά μαύρα στίγματα, μικρές λευκές ανάσες ζωής.»

Σκηνικά για ταινίες μικρού μήκους στήνει η ποιήτρια που αφουγκράζεται με άπειρη ευαισθησία κάθε χτύπο, ήχο, γδούπο της ανθρώπινης ψυχής. Ιμπεσσιονιστικού τύπου φωτογραφίες- αγαπημένη ασχολία της ποιήτριας άλλωστε- όπου κυριαρχεί η αίσθηση, η αυταπάτη, το πλάνο μειδίαμα του χρόνου, το αέρινο πέπλο των φαντασιώσεων.

Πανταχού παρόν το ονειρικό στοιχείο. Όλα μπλέκονται και συμπλέκονται αδιάρρηκτα και αυθαίρετα, όμως τόσο αυτονόητα: παραμυθιακά αρχέτυπα, κάρδα κορνιζαρισμένα, τόποι περπατημένοι, αισθήσεις, μυρωδιές και αναμνήσεις, ερωτικά σκιρτήματα και μια παλιά αποθήκη σε δυνητικό μέλλοντα. Είναι σήμερα αχούρι αλλά θα μπορούσε να ήταν τελείως διαφορετική. Αν. Το μεγάλο Αν της αναποφασιστικότητας, που ταλανίζει γενιές ανθρώπων από την εποχή του Άμλετ και ακόμη παλιότερα.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

Athens Voice 11/5/2020

Κάθε εποχή διαθέτει μια ορμή γενετήσια. Φτιάχνει τα σύμβολά της από τα διαθέσιμα υλικά, τα αποθεώνει και έπειτα στους σπαραγμούς δίνεται. Κάθε εποχή διαθέτει χνάρια μιας σημειολογίας που έχει εκλείψει. Μια ΕΒΓΑ, το αναμμένο νέον μες στην ατέρμονη νύχτα, σινιάλα καπνού και αμερικάνικα ονόματα. Κάθε εποχή διαθέτει τις αναμνήσεις και την έντασή της. Με αυτά ξεσταχιάζει ώσπου να συντριβεί από καινούρια τραγούδια, ώσπου να βγει κάποιος και με μια πρόζα σαν του Θωμά Γκόρπα να ανάψει όλα τα υπόγεια φώτα μιας ντάπιας. Κάθε εποχή διαθέτει την πόζα της. Όμως στον καθρέφτη πληγώνεται πολύ και βρίσκει παρηγοριά μονάχα σε στιχάκια και πρόζες και άλλες βρώμικες συναλλαγές. Εκεί στο πουθενά ενός γεροντικού καλοκαιριού συνθλίβεται από τα χρόνια. Και απομένει στους ποιητές που ως γνωστόν, με θάρρος παραβιάζουν παλιές αποθήκες και σβησμένες φωτιές. Τίποτε δεν ανακαλύπτουν, τίποτε καινούριο, μονάχα την όψη του παλιού που τρεμοπαίζει μες στα μάτια τους. Θα πεις, προφητείες της σοφίτας, τι τα θες, δεν είναι καιρός για βιβλία ποιητικά και άλλα τέτοια. Ωστόσο κάποιος είπε, λυπηθείτε εμάς που εξερευνούμε τα σύνορα του φανταστικού και κάπως έτσι δικαιώθηκαν γενιές ολάκερες των ποιητών. Στο όνομα ενός ποιήματος, μιας αποθήκης με άγρια, αρπαχτικά υλικά που δημιουργοί, όπως η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν διστάζουν να παραβιάσουν. Τα ιερατικά κεφάλια που άλλοτε σήμαιναν τόσα απόψε κοιμούνται, κολλαρισμένα μανεκέν του καιρού τους, αχνές σημασίες πια. Στους πέτρινους δρόμους, ξέρουν οι δημιουργοί πως τους προσμένουν σεισμοί, ωστόσο βαδίζουν όπως τα ηφαίστεια. Και ας φοβούνται.

Διότι δεν είναι μονάχα το θάρρος και το θαυμαστό που κοιμάται κάτω από στρώματα ζωής. Πρόκειται για τον φόβο εμπρός στο πτώμα της συντροφικότητας, το φάσμα της μοναξιάς, το ιδιώνυμο που χαρακτηρίζει την θεματολογία της Κρεμμυδαποθήκης των εκδόσεων Βακχικόν. Πρόκειται για την εξωτική πλατεία Φριζή, θέατρο ενός χώρου ιδιωτικού, ενός αποσπάσματος που φιλοδοξεί στο ολόκληρο και το συλλογικό. Για την πλατεία Φριζή που αναμετράται μες τους εραστές της. Γενναίους εφήβους με ολόλευκα μαλλιά που κυμαίνονται από το χθες ως την βαθιά νοσταλγία. Εραστές ξοδεμένους, άνδρες ζωγραφισμένους με όλα τα υλικά τους, με τις αδυναμίες και τις εκδοχές τους. Η Κατερίνα, μισή ποιήτρια, μισή εμπειρία μες στο θρυλικό ανεμολόγιο μιας μικρής ηπείρου σημαδεύει με επαναλαμβανόμενες ζωγραφιές τα χρόνια και τα σώματα. Φορά το παλιό της δέρμα, πίνει σκουριά από το ποτό του Γιάννη Βαρβέρη, συλλέγει τις εικόνες της όπως ένας συγγραφέας διαλέγει τους διαλόγους του. Εικονογραφίες και πνεύματα που η Κατερίνα τους δίνει το δικαίωμα να υπάρχουν. Η συγκυρία της ζωής, έπειτα από χρόνια, δοσμένη με τους θεατρικούς μονολόγους της που διεκδικούν το οργανικό για να ολοκληρωθούν. Το αστείο που έσπασε , η αρχαία αθωότητα, τα χρόνια που απουσιάζουν, τα τραγούδια που προσπαθούν. Με όλα τα κλειδιά του ρυθμίζεται αυτός ο κόσμος μες στην μικρή ελεγεία της Κατερίνας Λιάτζουρα που επανέρχεται εκδοτικά, με ένα πλούσιο βιογραφικό, μέσω των εκδόσεων Βακχικόν.

Μη ρωτήσετε αυτό το σημείωμα για ποιον λόγο θα ήθελε απόψε να κατοικήσει την πλατεία Φριζή. Μην ρωτήσετε για ονόματα και χρονολογίες. Ετούτο το σημείωμα καίγεται στα δάκρυα, το χώμα εντός του ιχνηλατεί, μήπως και κάτι ζωντανό εντοπίσει σε όσα πεθαίνουν και έτσι δαμάζονται. Η πλατεία Φριζή συνιστά το πεδίο της βολής, στις γραμμές του δοκιμάζει τις αντοχές της η Κατερίνα. Η ένταση της ζωής στο απόγειό της, φωτισμοί και το τρομερό μιας πρόζας που κρύβει ανόθευτη ομορφιά. Οι φίλοι μου, είπε το σημείωμα, βρίσκουν τους εαυτούς τους στην πλατεία Φριζή, στον ίσκιο της φανταστικής κρεμμυδαποθήκης της Κατερίνας Λιάτζουρα.
Κάποιος είπε, σκηνογραφία είναι κάτι που δεν είδε ποτέ ο ηθοποιός, που δεν οραματίστηκε ποτέ ο σκηνοθέτης. Και με αυτόν τον ορισμό που απόψε ταιριάζει στα ποιήματα της Κατερίνας Λιάτζουρα ετούτο το σημείωμα χαιρετίζει την καινούρια έκδοση του ανοιξιάτικου, γεμάτο νέους τίτλους, Βακχικόν. Στην πλατεία Φριζή υπάρχει κάτι που λείπει σήμερα από τον αναγνώστη της ποίησης.

ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ

texnesonline.gr 16/9/2020

Παράξενος τίτλος για ποιητική συλλογή, εμπνευσμένος παρόλ’ αυτά από το ομότιτλο ποίημα του βιβλίου που περιέχεται στη σελίδα 39. «Η Κρεμμυδαποθήκη», λοιπόν, στολίζει το εξώφυλλο της τρίτης συγγραφικής προσπάθειας της Κατερίνας Λιάτζουρα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Πρόκειται για ένα πετρόκτιστο οίκημα σε μια απόμακρη βραχώδη περιοχή, την οποία προσεγγίζει κανείς ακολουθώντας ένα ανηφορικό και ζικζακοτό μονοπάτι. Ένα μακρόστενο οίκημα, χωρίς παράθυρα στους τοίχους του και χωρίς αυλή περιμετρικά του, χωρίς σκεπή, παρά μονάχα με μία πόρτα αμπαρωμένη, που δίνει το στίγμα της ερημιάς και της εγκατάλειψης.

«Θα τη νοικοκύρευα την αποθήκη, πίστεψέ με, στο λέω ειλικρινά, και ας είναι σήμερα αχούρι. Θα την καθάριζα από κάθε είδους περιττώματα, θα την άσπριζα με ασβέστη καρδιάς και θα άνοιγα και ένα παραθύρι στην Ανατολή ή μπορεί στη Δύση» (Σελ. 39)

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε απόσπασμα από το πρώτο κυρίως ποίημα της συλλογής που είναι αφιερωμένο στη μνήμη της συνονόματης γιαγιάς της ποιήτριας, τη γιαγιά Κατερίνα.

«Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;» (Σελ. 10)

Το πρώτο πράγμα που μας κάνει εντύπωση, πέρα από το ύφος της γράφουσας, που είναι αρκετά στενάχωρο, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρά επιβλητικό, είναι, φυσικά, και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της πένας της. Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι αφηγηματική και ακολουθεί τα χνάρια του πεζού λόγου. Με δυο λόγια έχουμε να κάνουμε με πεζοποίηση σε ολόκληρο το βιβλίο.
Η ποιήτρια ξεκινά τη συλλογή της με ένα ποίημα που τιτλοφορείται «ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ» στη σελίδα 9. Αν θεωρήσουμε ως εναρκτήριο ποίημα το ποίημα «ΛΑΥΚΟΣ Ή ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ» (Σελ. 10), τότε το «ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ», που έχει και διαφορετικό ποιητικό ύφος, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα εισαγωγικό σημείωμα της γράφουσας, που επιθυμεί να καλωσορίσει τον αναγνώστη στο δικό της ψυχικό κόσμο. Στον κόσμο της, λοιπόν, τα κεφαλαία καταρρίπτονται, τα άρθρα δεν έχουν θέση, ούτε οι τελείες, ούτε και τα κόμματα. Η ατμόσφαιρα δε συγκεκριμενοποιείται, δε θέτει γεωγραφικά όρια, παρά μονάχα υπάρχει κι επιβάλλεται. Και η διάθεση ανακατεύεται με το σάστισμα και στροβιλίζεται από το απειλητικό άστραμμα που έρχεται μες στο σκοτάδι με πρωταρχικό στόχο, να βγάλει θυμό και να δείξει τόλμη. Γιατί η ποιήτρια γνωρίζει πολύ καλά πως μόνο με την τόλμη αναδύεται η μυρωδιά της ψυχής, ώστε ν’ αρχίσει έπειτα η ξεγύμνωσή της, κάτι το οποίο θα αισθανθούμε αρκετά στη συνέχεια της συλλογής.

«δροσίζω πίκρα στόματος να ξεπλύνω
κορμί από χώμα να αναδυθεί
μυρωδιά υγρής ψυχής.» (Σελ. 9)

Τριάντα στον αριθμό τα πεζοποιήματα της «Κρεμμυδαποθήκης», ολιγόστιχα τα περισσότερα, έρχονται να ξεδιπλώσουν αυθόρμητα τον εσωτερικό κόσμο της ποιήτριας. Ένας κόσμος, που, σε αντίθεση με τον πρόλογο, περιγράφει τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία ζει και εργάζεται η ίδια, δηλαδή τη Χαλκίδα και λίγο πιο ευρύτερα την Εύβοια. Έτσι, έχουμε τα χαρακτηριστικά ποιήματά της με τίτλο:

«ΕΥΒΟΙΑ Ή ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ» (Σελ. 12), «ΠΛΑΤΕΙΑ ΦΡΙΖΗ» (Σελ. 13), «ΜΕΓΑΛΗ ΓΕΦΥΡΑ ΧΑΛΚΙΔΑΣ» (Σελ. 15), «ΧΑΛΚΙΔΑ» (Σελ. 16), «ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ» (Σελ. 19), «ΛΙΜΕΝΑΡΧΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ» (Σελ. 21) «ΟΔΟΣ ΒΩΚΟΥ» (Σελ. 23), «ΟΔΟΣ ΙΣΤΙΑΙΑΣ» (Σελ. 24), «ΜΕΣΑ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» (Σελ. 25), «ΟΔΟΣ ΑΒΑΝΤΩΝ» (Σελ. 29), «ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ» (Σελ. 30), «ΕΞΩ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ Ή ΑΝΗΦΟΡΙΤΣΑ» (Σελ. 32), «ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ» (Σελ. 35), «ΑΡΤΑΚΗ» (Σελ. 37), «ΚΑΒΟΣ ΝΤΟΡΟΣ» (Σελ. 38).

Φυσικά, η ποιήτρια δεν ξεχνά το μέρος όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια, τα χρόνια της ανεμελιάς, εκεί «ΚΑΠΟΥ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟΥΤΓΚΑΡΔΗΣ» (Σελ. 28), τα χρόνια που η προσδοκία έκανε όνειρα και η ψυχή ψήλωνε κοντεύοντας να φτάσει τον ουρανό. Κι εκεί, στη σκέψη των εικόνων αυτών, η απώλεια έρχεται να αφήσει το σημάδι της και να επιβεβαιώσει τη μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κανείς δε μπορεί να γεμίσει το κενό της. Η θλίψη γίνεται μόνιμη συντροφιά και η νοσταλγία ταίρι της.

«Δακρύζω όταν έρχεσαι στον νου.» (Σελ. 28)

Η Κατερίνα Λιάτζουρα έχει έντονη την αίσθηση του θανάτου, της απώλειας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αλλά και της φυγής. Εξομολογητικός ο λόγος της, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ένα είδος ημερολογίου, στο οποίο αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνεται σε αγαπημένες και γνώριμες σκιές του παρελθόντος, οι οποίες δεν υπάρχουν πια στη ζωή. Ο αυθορμητισμός της υπάρχει παντού. Πρόκειται για μια ποίηση που ρέει αβίαστα ο λόγος της, δίχως φραγμό και δίχως ιδιαίτερη επεξεργασία. Άλλο ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της αυτόματης γραφής, θα λέγαμε και δικαιολογημένα.

«Σκόρπιες σκέψεις, αισθήματα, όνειρα, δυσκολεύομαι να βάλω σε τάξη.» (Σελ. 17)

Η αίσθηση του θανάτου:

«Το μακρύ γυαλιστερό φέρετρο είναι σμιλεμένο από πόνο και δάκρυ, γεμάτο δαντελωτά ματωμένα μαξιλάρια και άσπρα όνειρα.» (Σελ. 18)

«Νιάτα και γηρατειά. Η εφηβεία χάθηκε στον δρόμο, χάθηκε στην προσπάθεια. Έριξα μια κλεφτή ματιά στην οθόνη. Άναψε το φωτάκι. Έπειτα κενό.» (Σελ. 19)

«Δακρύζω όταν έρχεσαι στο νου. Αντιλαμβάνομαι το βάθος και, όταν διάβασα το μοίρασμά σου αυτό του πατέρα που έφυγε, επιβεβαίωσα την αίσθηση πως είσαι ο ένας.» (Σελ. 28)

Η ποιήτρια δείχνει να μιλά σε κάποιον που, πια, έχει φύγει από τη ζωή, όμως η παρουσία του είναι ακόμα έντονη και άκρως αισθητή στην καρδιά της, στο κορμί της και στο νου. Σ’ αυτόν αφιερώνονται τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, δοσμένα όλα με την αλήθεια της που ρέει αβίαστα στο λόγο της και αποκαλύπτεται λιτά κι αφηγηματικά.

«Μόνο αφότου χάραξε το φως , μου θύμισε τη ζεστασιά του κορμιού και η θύμησή του ή η νοσταλγία με αποκοίμισαν στην αγκαλιά σου ήρεμη πια. Νοητά. Γαληνεμένη.» (Σελ. 22)

Ερωτική η ποίησή της. Αποπνέει έναν λυρισμό. Είναι γεμάτη συναισθηματισμό, γεμάτη προσμονή και γεμάτη εικόνες.
Τα ποιήματά της γράφονται τη νύχτα, την ώρα που το σκοτάδι έρχεται να φωτιστεί με το φως που αναδύεται από την ψυχή, που ταράζει τον ύπνο της στιγμής, που δίνει ρυθμό στην ανάσα. Η ποιήτρια περιπλανιέται στο σκοτάδι και βιώνει το κενό. Ένα κενό που προσπαθεί να το μετατρέψει σε παρουσία, να πετάξει από πάνω του το σκληρό πέπλο της μοναξιάς, να χορτάσει τη ζωή, που, τελικά, μόνο στις εικόνες της υπάρχει, ώσπου να νιώσει ζεστασιά και παραδομένη στον ύπνο της, ήρεμη και γαλήνια, να αποκοιμηθεί.
Η ποιήτρια προσμένει, λαχταρά και εύχεται το όνειρο να της φέρει το παλικάρι της.

«Και περίμενα. Ωσότου ελάλησε κώδων ευλάλιστος όχι δώδεκα μα τρεις ως ντελάλης ηλεκτρικός ουρλιάζοντας στα τύμπανα εδήλωσε πως τα παλικάρια είναι της φακής και τα παραμυθένια όνειρα των παιδιών θα παραμείνουν.» (Σελ. 30)

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια βιωματική γραφή, γεμάτη εικόνες που λειτουργούν σε κάθε ποίημα ως ξεχωριστά κινηματογραφικά τοπία, ως ξεχωριστοί θεατρικοί μονόλογοι. Με εναρκτήριο σημείο την Κρεμμυδαποθήκη ξεκινά το προσωπικό υπαρξιακό ταξίδι της ποιήτριας στο παρελθόν, το οποίο και παραθέτει αυτούσιο, δίνοντας την αίσθηση στον αναγνώστη ότι επιθυμία της είναι να παραμείνει προσκολλημένη σ’ αυτό, απορρίπτοντας τη δυστυχία που της δημιουργεί το αβάσταχτο κενό που της προσδίδει το ανούσιο παρόν της.
Μια συλλογή που αξίζει αναμφισβήτητα να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε. Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος. Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας τα πλατανόφυλλά της. Στρώμα υπόκωφων ήχων στο πέρασμά μου. Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες, Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.
Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουν.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.

.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΦΡΕΑΡ 21/05/20206

«Γιατί η ζωή μας θέλει! Αληθινούς και ολόκληρους στο εδώ και τώρα, και ει δυνατόν λυτρωμένους για να μπορέσει ν’ ανθίσει στη βίωση της χαράς και της αγάπης που αποτελούν την πεμπτουσία της.»

Η Ποίηση, όπως και κάθε δημιουργική έκφραση μέσω τέχνης ενέχει θεραπευτικές ιδιότητες, καθώς μέσα από τη φαντασία, τις μεταφορές και εικόνες, τους υπαινιγμούς, το άρρητο, το ανερμήνευτο και το μαγικό, μέσα από λέξεις και νεολογισμούς, προσφέρει δυνατότητα εξωτερίκευσης και μοιράσματος, δίνει μορφή και ονοματίζει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο ωθώντας τον προς τη λύτρωση.

Διαβάζοντας την νέα ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα μου έρχονται στο νου οι στίχοι του Κωνσταντίνου Καβάφη «Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,/ πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα· / νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ», (Κ.Π. Καβάφης, «Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.»: Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, Ίκαρος,1969, σ. Β 24)».

Στην τρίτη ποιητική συλλογή της με τίτλο από το ομώνυμο ποίημα, Η κρεμμυδαποθήκη (εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2020) η ποιήτρια θυμάται, ξύνει πληγές και τραύματα, εκφράζει αισθήματα ματαίωσης και απώλειας, μιλά για τον θάνατο και τον έρωτα συνδέοντας τα με τόπους.

Η ποιήτρια μας προϊδεάζει με τη φωτογραφία της που κοσμεί το εξώφυλλο, όπου βλέπουμε ένα μοναχικό και δίχως παράθυρα περίκλειστο οικοδόμημα και ένα ανηφορικό και ζικζακοτό μονοπάτι να χάνεται σε χαλάσματα και μας γεννάται το ερώτημα για το ασαφές και άγνωστο πέρας της διαδρομής, όπως και το πέρας της διαδρομής μας στο χρόνο άλλωστε. Μας προϊδεάζει επίσης με το ποίημα «Αντί προλόγου», όπου στον σκοτεινό ουρανό, το ποιητικό υποκείμενο αντιτείνει θρηνητικό θυμό για να δροσιστεί και ν’ αναδυθεί η ψυχή ανακουφισμένη και υγρή. Παραθέτω στίχους του ποιήματος:

σκοτείνιασες και πάλι ουρανό
απειλητικό άστραμμα φωτίζει
σκοτάδι θυμού με κεραυνούς να
καταπραΰνει κάψα και εγώ να
δροσίσω πίκρα στόματος να ξεπλύνω
κορμί από χώμα να αναδυθεί
μυρωδιά υγρής ψυχής

Οι περισσότεροι τίτλοι των ποιημάτων αναφέρονται σε τόπους, δρόμους και τοπωνύμια, τα οποία συμβολίζουν βιωμένες προσδοκίες και ματαιώσεις, μνήμες πληγές και απώλειες. Ο Λαύκος ονοματίζεται συνειρμικά με κοράκια, σ. 10. Η Εύβοια με ψευδαισθήσεις, σ. 12. Τα Σούδενα με δέντρα, σ. 17. Το ποίημα «Κάπου στις γειτονιές της Στουτγκάρδης» συμβολίζει την παιδική ανεμελιά κι αθωότητα σε στιγμές ευτυχίας. Η «Οδός Αβάντων» συμβολίζει χαλάζι προδοσίας και κατάρρευσης οχυρών, σ. 29. Το τοπωνύμιο «Έξω Παναγίτσα ή η ανηφορίτσα» συμβολίζει το στέρεμα των λέξεων από οδύνη, «Στέρεψαν οι λέξεις», σ. 32. Στο Πολύδροσο με παραισθήσεις μιας κηδείας, σ. 18, η ποιήτρια μας καταθέτει ένα συγκλονιστικό θρηνητικό ποίημα, που ο λυγμός και η έντασή του παραπέμπουν σε μοιρολόι της λαϊκής μας παράδοσης. Γράφει:

Στολισμένος με μυρωδάτους λεμονανθούς, κοιμάσαι γαληνεμένος.
Σε μεταφέρουν στα χέρια τους σμαραγδένια ξωτικά, πανέμορφα
λαμπερά πλάσματα της λίμνης. Προχωρούν με σταθερό βήμα
αφήνοντας ίχνη πάνω στην υγρή άμμο, για να σε ακολουθήσω εγώ που
θρηνώ. Διάφανες νεράιδες κρατούν μαύρα κεριά στα εύθραυστά τους χέρια…

Απώλεια όπως θάνατος, «Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;» διερωτάται το ποιητικό υποκείμενο για να συνεχίσει με συντριβή και θρηνητικό θυμό «Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.». Θρήνος απώλειας καλυμμένος πίσω από θυμό για το τετελεσμένο και ασύλληπτο του θανάτου αγαπημένου προσώπου. Οι προαναφερόμενοι στίχοι είναι από το πεζόμορφο ποίημα «Λαύκος ή τα κοράκια», αφιερωμένο στη μνήμη της συνονόματης γιαγιάς της ποιήτριας, της Κατίνας. Παραθέτω απόσπασμα:

«Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε. Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος. Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας τα πλατανόφυλλά της. Στρώμα υπόκωφων ήχων στο πέρασμά μου. Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες, Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.

Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουν.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του. (σ. 10).

Μέσα από 30 πεζόμορφα ποιήματα και ένα σε ελεύθερο στίχο η ποιήτρια ξεδιπλώνει τον βιωμένο πόνο ματαιώσεων και απωλειών. Με λεκτική καθαρότητα και αλήθεια, όπου ο θάνατος ονοματίζεται με τ’ όνομά του και με αφηγηματικό και λιτό ύφος εμποτισμένο από πικρούς χυμούς θυμού και οδύνης χαρτογραφεί το τραύμα συνδέοντάς το με τοπωνύμια και τόπους της βιοτής της. Ο νοηματικός και συναισθηματικός τόνος των ποιημάτων εμπλουτίζεται και μεγιστοποιείται με διακειμενικές αναφορές, όπως στον Μπουκόφσκι, στον Σαρτρ, στον Πεσσόα, στον συντοπίτη Σκαρίμπα, στον Καββαδία, «Πλατεία Φριζή», σ. 13, καθώς και με παρομοιώσεις από την χλωρίδα π.χ. και μεταφορές μέσα από τοπωνύμια, τόπους ή οικήματα, όπως το κομβικό ποίημα «Η κρεμμυδαποθήκη» που εκφράζει το ασύλληπτο και αβάσταχτο του θανάτου από τη μια και το ποθητό και αφόρητα δύσκολο παιχνίδι της ζωής, του έρωτα και της αγάπης από την άλλη.

Όμως στο ποίημα «Η κρεμμυδαποθήκη» ανοίγει παράλληλα και κάποια χαραμάδα για βίωση του ποθητού. Όπως η νύχτα γεννά το φως, όπως η οδύνη απαλύνει το τραύμα, έτσι και η δίψα για ζωή και εγγύτητα, με τη δύναμη του έρωτα γεννούν την επιθυμία, την προσδοκία, το όνειρο και κομίζουν υποσχέσεις, δύναμη και ομολογία να μεταμορφώσουν την περίκλειστη Κρεμμυδαποθήκη από αχούρι, σε απαστράπτον κτίσμα ασβεστωμένο με ασβέστη καρδιάς και ανοιχτά ανατολικά παράθυρα, «Και ένα γεράνι κόκκινο, να φυλάει με τις ρίζες του της αποθήκης το κλειδί.», σ. 39. Το ποίημα αποτελεί επίσης ένα σπαρακτικό κάλεσμα για αμοιβαίο άπλωμα των χεριών κι αγκάλιασμα.

Ναι, αυτό είναι το ποθητό, η πραγμάτωση και η ολοκλήρωση μέσα από το Άλλον, το άπλωμα του χεριού μας για εγγύτητα κι έρωτα, με την προϋπόθεση βεβαίως να έχουν επουλωθεί αρκούντως τα τραύματα και με την ελπίδα βεβαίως να είναι εκεί για ν’ ανταποκριθεί το άλλο χέρι…

Η κρεμμυδαποθήκη, ωστόσο, αποτελεί κυρίως κραυγή μιας συνθήκης ματαιώσεων και βιωμένου θρήνου σε διαδικασία. Ποιός είπε εύκολο το πλησίασμα άλλωστε… παράλληλα όμως το ποιητικό υποκείμενο παφλάζει επιθυμία για ζωή, για αυτοπραγμάτωση, παφλάζει με εγγενές πείσμα, με βεβαιότητα σχεδόν να ψάξει την άκρη της διαδρομής μέχρι το τέρμα.

Στην τρίτη ποιητική συλλογή της η Κατερίνα Λιάντζουρα συνεχίζει μαχητική και πιο ώριμη, μας αγγίζει με καθαρό και παλλόμενο ποιητικού λόγο, εκφράζει θρηνητικά αισθήματα ματαίωσης και απώλειας και ονοματίζοντας τον βιωμένο ψυχικό πόνο τον ωθεί προς τη λύτρωση. Γιατί η ζωή μας θέλει! Αληθινούς και ολόκληρους στο εδώ και τώρα, και ει δυνατόν λυτρωμένους για να μπορέσει ν’ ανθίσει στη βίωση της χαράς και της αγάπης που αποτελούν την πεμπτουσία της.

.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

frear.gr 31/3/2021

Ανείπωτη μοναξιά σε γκρίζο φόντο

Η Κατερίνα Λιάτζουρα στήνει ένα σκηνικό γκρίζο, με ομίχλη και σκιές, για να στεγάσει τις μνήμες της.

Βράχοι και υγρασία. Σπίτια κρύα, υγρά που σαπίζουν. Πατούσες που σχίζονται και ματώνουν. Σώμα που αποζητά τρυφερότητα. Ο νους που αποζητά πρόσωπα, αντικείμενα, στιγμές και αγγίγματα. Και ο χρόνος, αμείλικτος, να μπαινοβγαίνει από τις χαραμάδες, τις οπές συχνότερα, των σπιτιών και των σωμάτων.

Πεζά ποιήματα τα κείμενα της συλλογής. Κάποιες φορές σύντομα, συχνά πιο εκτεταμένα. Γνωρίζοντας τα ασαφή όρια ανάμεσα στις μικροαφηγήσεις και στα πεζοποιήματα, μπορώ να πω με σιγουριά ότι πρόκειται για ποιήματα. Η αφαιρετικότητα, η λιτότητα της έκφρασης, ο εσωτερικός ρυθμός, το ύφος, δεν θα τα κατέτασσαν σε πεζά-μικροαφηγήσεις.

Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει μια ανείπωτη μοναξιά. Μιλά σε πρώτο πρόσωπο μια γυναίκα, και είναι στην ουσία πάντα μόνη. Γιατί τα πρόσωπα που συνομιλεί είναι είτε σκιές είτε πρόσωπα που προσπαθεί να ξαναφέρει κοντά της μέσα από παραισθήσεις. Συχνή η «συνομιλία» με πρόσωπα αγαπημένα από το επέκεινα:

Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες, Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα. Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε. Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.
(σ. 10, «Λαύκος ή τα κοράκια»)

Η συλλογή ανοίγει με ένα παραληρηματικό ποίημα, που σπάει άναρχα, για να αποδώσει την ψυχική κατάσταση. Μπαίνουμε στο κλίμα.

ουράνια σκοτείνιασαν μαύρα/ σύννεφα στα μάτια επισκίασαν φως/ ανατολής στα βλέφαρα χτες/ μαγνητισμένη ξημέρωσε βλέμμα/ τόλμης το γύρισμα της πλάτης σε/ ακινησία υπνωτισμένη δεν τόλμησα/ θυμό λύπη ή μετάνοια ασάλευτη σε/ λήθαργο βυθισμένη ταξίδι μαζί σου («Αντί προλόγου», σ. 9)

Μια αναδρομή μάς μπάζει στο κλίμα της παιδικής ηλικίας, αφού έχουν παρεμβληθεί αρκετά ποιήματα, με κέντρο μια παιδική χαρά, και μας δίνει την αφετηρία της μνήμης.

Ξάπλωσα και είδα σύννεφα. Σύννεφα που ο αγέρας τρέφει κατά βούληση. Και ξάφνου νόμισα πως βρέθηκα ξανά εκεί. Εκεί. Πάνω στο πλέγμα της παιδικής χαράς να δίνω μορφή στα σύννεφα και με κάποιο τρόπο μαγικά να αγγίζω την ευτυχία. («Κάπου στις γειτονιές της Στουτγκάρδης», σ. 28)

Στους τίτλους των ποιημάτων αναφέρονται τόποι, η Χαλκίδα με γειτονιές και σημεία της, αλλά και γενικότερα η Εύβοια με τα χωριά, το Πήλιο, ο Αώος. Και η Στουτγκάρδη. Με τους τόπους αυτούς το ποιητικό υποκείμενο, και κατ’ επέκταση η συγγραφέας, φαίνεται να διατηρεί μια σχέση βιωματική, σχέση μνήμης. Ωστόσο, παρατηρεί ο αναγνώστης ότι η αναφορά στους τόπους μπορεί να είναι ένα πρόσχημα, για να στεγάσει το ποιητικό υποκείμενο κάποια συναισθήματα ή συμβάντα. Που θα μπορούσαν να διαδραματιστούν και σε άλλους, συναφείς ή και όχι, χώρους.

Οι μνήμες προσεγγίζονται πότε με ρεαλισμό και πότε υπερρεαλιστικά. Το υπερρεαλιστικό με την έννοια του εξωπραγματικού, του μαγικού ίσως. Όχι με λεκτικά πυροτεχνήματα και εύκολους εντυπωσιασμούς. Θα έλεγα πως συνυπάρχουν το πραγματικό με το εξωπραγματικό και με το υπερβατικό. Όπως συνυπάρχουν το παρόν με το παρελθόν. Ζυγισμένες δόσεις, που δυναμώνουν την ποιητική έκφραση. Η γλώσσα αντανακλά τον σωματικό πόνο, αλλά και την εσωτερική οδύνη. Κάποτε αγγίζουν αντικείμενα, φθαρμένα και διαλυμένα από την υγρασία και τη σήψη του χρόνου.

Το σπίτι άδειο. Μισερό. Χώρος οικείος και συνάμα ξενικός. Στέρεψαν οι λέξεις. Κοιτάζω το άφτιαχτο κρεβάτι. Κουρτίνες παλαιικές, που δεν πλυθήκανε αιώνες. Κοιτάζω τον νεροχύτη, όπου φύτρωσε η υγρασία. Ακούω μόνο διερχόμενα αυτοκίνητα και ένα μηχάνημα που παλεύει να ζεστάνει τη θλίψη μου. Βρέχει έξω. Μέσα λάσπη.
(«Έξω Παναγίτσα ή η ανηφορίτσα», σ. 32)

Τα χρώματα, μετά το γκρίζο, το κίτρινο, και κάποτε το γαλάζιο σαν απόπειρα ελπίδας.

Πορεία προς το σπίτι. Και εκεί κούπα κίτρινη μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Και όταν ξύπνησα από λήθαργο στιγμής μύρισα σαπούνι και θαλπωρήκαι ένιωσα έτοιμη να στρώσω μαζί σου κρεβάτι λευκό καταγής, εξορκίζοντας φαντάσματα. («Βούνοι», σ. 22)

Και

Μόνο τη γαλάζια ομπρέλα με τα λευκά μπουμπουκάκια κουβαλώ μαζί μου. ( «Οδός Αβάντων», σ. 29)

Το τελευταίο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο «Κρεμμυδαποθήκη», ομότιτλο με τη συλλογή – Κρεμμυδαποθήκη είναι ένα κτίριο γκρίζο, όπου συγκεντρωνόταν η παραγωγή των κρεμμυδιών της περιοχής, σε μέρος ερημικό και αφιλόξενο, μια εικόνα του μας δίνει το εξώφυλλο του βιβλίου. Κομβικό ποίημα, υποθέτει ο αναγνώστης εξαρχής, και επιβεβαιώνεται: στην Κρεμμυδαποθήκη ανταμώνει το παρόν με το παρελθόν, αλλά και με το μέλλον. Οι αυλακιές από την απώλεια και τη μοναξιά τέμνονται με τη χαραμάδα της προσμονής. Και υπάρχουν για πρώτη φορά χρώματα.

Χρυσάνθεμα πολύχρωμα θα είχα στον περίγυρο και μια βουκαμβίλια φυλαγμένη από του Βορρά τη χειμωνιάτικη μανία και ένα γεράνι – πώς το παρέλειψα, απορώ; Ένα γεράνι κόκκινο, να φυλάει με τις ρίζες του της αποθήκης το κλειδί. («Η Κρεμμυδαποθήκη», σ. 39).

Το ποιητικό υποκείμενο πιστεύει ότι, αν το αποφασίσει, θα την καθαρίσει την αποθήκη, κι ας είναι αχούρι, θα την ασπρίσει με τον «ασβέστη της καρδιάς». Και θα φυτέψει λογής λογής λουλούδια. Έτσι, όπως καθαρίζουμε έναν χώρο, για να στεγάσει την ελπίδα. Τον καθαρίζουμε από εφιάλτες, από αντικείμενα που πληγώνουν, συμμαζεύουμε και τις μνήμες σε μια γωνιά, να μας συντροφεύουν υποστηρικτικά. Όσο γίνονται βέβαια όλα αυτά. Πάντως, το ποιητικό υποκείμενο επιμένει ότι είναι θέμα της δικής του βούλησης-απόφασης, κι αυτό είναι αισιόδοξο.

… για να αναλογιστώ πόσο στάθηκα τυχερή, που η ζωή μου έγνεψε και μου ’κλεισε το μάτι, και που ακόμα, όταν θα το αποφάσιζα, να απλώσω το χέρι, θα υπήρχες εσύ εκεί, μαζί με το γεράνι. (ό,π., σ. 39)

Η Λιάτζουρα επιλέγει λέξεις προσεχτικά. Πολύ αφαιρετικά αλλά εξαιρετικά ατμοσφαιρικά, ώστε να δημιουργείται το μπλέξιμο των τόπων, των πραγμάτων, του αισθητού και του υπερφυσικού. Η αίσθηση του αέρα της ερημιάς, της απώλειας προσώπων αγαπημένων, της φθοράς των συναισθημάτων. Του ανελέητου χρόνου. Αλλά και της παρηγορητικής ελπίδας. Με ποιητική στόφα ιδιαίτερη, δυνατή, αναγνωρίσιμη.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

VAKXIKON.GR/ Αύγουστος 2021

Πρόσφατα διάβασα στον ημερήσιο τύπο πως τον χειμώνα που μας πέρασε οι άνθρωποι αγόρασαν περισσότερα λογοτεχνικά βιβλία απ’ όσα αγοράζουν συνήθως. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν.

Προφανώς τα αγόρασαν και τα διάβασαν-συντροφιά μοναδική, παρηγορητική και ταξιδιάρα τις άνυδρες μέρες και νύχτες της καραντίνας. Δεν ξοδεύεις χρήματα για βιβλία σε τέτοιες συνθήκες για να στολίσεις τα ράφια της βιβλιοθήκης σου.

Αγοράζεις βιβλία και τρόφιμα για να καλύψεις τις βασικές ανάγκες της ύλης και του πνεύματος.

Αυτή είναι βέβαια μια ευχάριστη διαπίστωση.

Ωστόσο πιο ευχάριστο από το να μαθαίνεις ότι η λογοτεχνία «πουλάει», πιο συναρπαστικό από το να διαβάζεις ένα βιβλίο είναι, θαρρώ, να γνωρίζεις πώς «γεννιέται», πώς «φυτρώνει» ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Να γνωρίζεις την/τον δημιουργό, να γνωρίζεις το χώμα που το σπέρνει, τα υλικά που χρησιμοποιεί για να το φροντίσει, να το βλέπεις να ξεβλασταρώνει, να ανθίζει, να δένει τους καρπούς του. Κι ύστερα να βιώνεις μαζί του τα συναισθήματα, τις παραστάσεις, τον αβίωτο ποιητικό χώρο και χρόνο.

Αυτή η συναρπαγή με κατέλαβε όταν συνάντησα την Κρεμμυδαποθήκη της Κατερίνας Λιάτζουρα.

Πρώτη εντύπωση, το εξώφυλλο: αγριόχορτα, βράχια και ξερολιθιές, μονοπάτι που χορευτικά οδηγεί μάλλον κάπου, ερημιά. Κι εκεί στο βάθος, στο βάθος του πεδίου, συμμετρικά τοποθετημένο στο κάδρο μια δομημένη κατάσταση: ένα οικοδόμημα, συμμετρικό κι αυτό.

Και ο τίτλος: Κρεμμυδαποθήκη, να το οικοδόμημα. Τι είναι φυλαγμένο εκεί;

Διαβάζω τη συλλογή. Χμ… πεζά ποιήματα λοιπόν, Κατερίνα! Έκπληξη; Απορία; Όχι. Η Κατερίνα σε μεταβατικό ποιητικό στάδιο: αλλάζει. Σκουλήκι που σέρνεται ο πεζός λόγος στη γη, κάτω από τη γη, έτοιμος να πετάξει το κουκούλι και να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα.

Θυμάμαι: αυτός είναι ο ρόλος του πεζού ποιήματος από τότε που καθιερώθηκε ως «μορφή» έκφρασης στα τέλη του 19ου αιώνα: να αποδεσμεύσει τον ποιητικό λόγο από την τυποποίηση, να τον απελευθερώσει. Και να μας δείξει ότι ποίηση δεν είναι η φόρμα, το κουτί. Ότι το σκουλήκι είναι και πεταλούδα. Και έτσι να αποτινάξει τα βαρίδια της και να πετάξει στον ελεύθερο στίχο και στους ασαφείς ορίζοντες του σουρεαλισμού. Πρόκειται για τον δικό της μαγικό ρεαλισμό.

Ωστόσο η ιδέα ότι ποίηση μπορεί να βρεθεί ακόμη κι εκεί όπου δεν υπάρχει ίχνος μέτρου συναντάται στην Ποιητική του Αριστοτέλη [1451b1-4] ὁ γὰρ ἱστορικὸς καὶ ὁ ποιητὴς οὐ τῷ ἢ ἔμμετρα λέγειν ἢ ἄμετρα διαφέρουσιν (εἴη γὰρ ἂν τὰ Ἡροδότου εἰς μέτρα τεθῆναι καὶ οὐδὲν ἧττον ἂν εἴη ἱστορία τις μετὰ μέτρου ἢ ἄνευ μέτρων)· ἀλλὰ τούτῳ διαφέρει, τῷ τὸν μὲν τὰ γενόμενα λέγειν, τὸν δὲ οἷα ἂν γένοιτο. διὸ καὶ φιλοσοφώτερον καὶ [1451b5-9] σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν ([1451b]. Ο ιστορικός και ο ποιητής δεν διαφοροποιούνται κατά το ότι γράφουν έμμετρα ή χωρίς μέτρο (το έργο του Ηροδότου θα μπορούσε να στιχουργηθεί, αλλά και με μέτρο δεν θα ήταν λιγότερο ιστορία από ό,τι χωρίς το μέτρο)· η διαφορά τους είναι η εξής: ο ένας παρουσιάζει αυτά που έγιναν, ο άλλος αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Συνεπώς η ποίηση είναι και φιλοσοφικότερη και σπουδαιότερη από την ιστοριογραφία).

Επανεμφανίζεται τον 16ο και 17ο αιώνα (όψιμη Αναγέννηση) και τη χρησιμοποιεί ο Μπωντλαίρ (Τα δώρα της Σελήνης) τον 19ο αιώνα (poeme en prose). Υιοθετεί την ιδέα ο Καβάφης και γράφει τρία πεζά ποιήματα (Το Σύνταγμα της Ηδονής, Τα πλοία, Τα ενδύματα), μια ποιητική μορφή που συγχωνεύει τα όρια ποίησης και πρόζας. Ο Παλαμάς δημιουργεί ρήξη με προηγούμενες τοποθετήσεις του περί αποκλειστικά έμμετρης ποίησης· σε κριτική του για συλλογή του Ζαχαρία Παπαντωνίου χρησιμοποιεί την έκφραση «ρυθμοποιός του πεζού λόγου» (εφημ. Εμπρός, 16-12-1922). Ο Παναγιώτης Μουλλάς την προσγράφει ως χαρακτηριστικό της γενιάς του’20.

Στο υλικό της Κρεμμυδαποθήκης της Κατερίνας Λιάτζουρα αποτυπώνονται ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά των πεζών ποιημάτων: η Συντομία, η Ένταση, ο Εσωτερικός ρυθμός και δευτερευόντως τα Τυπογραφικά κενά και η Έλλειψη αναφορικότητας.

Περπατώντας τον δρόμο που οδηγεί στην Κρεμμυδαποθήκη διαπίστωσα πως σε κάθε σταθμό, σε κάθε ποίημα, διακρινόταν μια έννοια κυριαρχούσα, ενιαία, συνολική και καθαρά διατυπωμένη.

Έτσι στον Πλάτανο του Καράμπαμπα συνάντησα την επιθυμία που νικάει τη λογική. Ένα μικρό μυστικό φυλαγμένο βαθιά στις ρίζες αυτής της επιθυμίας χρεώνεται την επιτυχία.

«Κόντρα στο είθισται έκανα του κεφαλιού μου και έπραξα την επιθυμία. Μα δεν πρόκειται να πω πως δίπλα στο βόθρο είναι μυστικό να φυτεύεις προσδοκίες».

Στη Μέσα Παναγίτσα (κάπου εδώ τριγύρω;) βρήκα την αγάπη (εφάμιλλη της σκέψης) ως κληροδότημα με κληρονόμους τα ψάρια, τα βότσαλα και τα νυχτοπούλια. Μόνο εκείνα, άδολα και ικανά στοιχεία της φύσης, και όσοι μπορούν να δουν -όχι μόνο να κοιτάζουν- δέχονται το θείο δώρο της και γίνονται αιώνιοι μάρτυρες·φρουροί της, φρουροί της αγάπης, Δυόσμος και Βασιλικός.

Στη Χιλιαδού τη συνάντησα παρέα με την απειλητική μοναξιά, ένα τραύμα οδυνηρό όσο και η απώλεια του μοναδικού ματιού του Κύκλωπα. Η μοναξιά στα απόκρημνα του εαυτού, να κρεμιέται στο κενό και να κρατιέται από ένα παιχνίδι του εγώ και του εσύ.

«Κενό μαχαίρι ορθώνεται απειλούμενο από μοναξιά. Και έχοντάς με αντίκρισμά μου, υπό απειλή με άκουγα με τα αφτιά μου, που γίνανε αφτιά σου και με άκουγες».

Κι ύστερα βρέθηκα σε ένα δάσος με Δέντρα γυμνά, φοβερά και φοβισμένα, βιαστές και Ιούδες μαζί.

Περπατώ ανάμεσά τους και μια θέλω να τα προστατέψω προσφέροντας την ομπρέλα μου να τα σκεπάσει, μια χαίρομαι με την κακία μου να τα συντρίβω με τα λασπωμένα αρβυλάκια μου-χωρίς τύψεις. Αυτά τα δέντρα, σκέψεις και συναισθήματα, αποζητά η ποιήτρια να γίνουν το αγκάθινο στεφάνι που θα τη λυτρώσουν.

«Απαιτώ από εσάς, απαίσια πλάσματα του δάσους, ερινύες της ψυχής μου, το αγκάθινο στεφάνι. Θέλω να γαληνέψω».

Δεν είναι μόνο η Συντομία όμως που προσυπογράφει τον χαρακτηρισμό πεζά ποιήματα στην Κρεμμυδαποθήκη. Προπαντός είναι η Ένταση με την οποία αποδίδει με γλαφυρότητα ζηλευτή η Κατερίνα όλη αυτήν την καθημερινότητα των ανθρώπων: τη σχέση με τα άλλο φύλο, τον πόνο και την απογοήτευση, τη δύναμη της επιθυμίας, τη μοναξιά, τη σχέση της γυναίκας με την κουζίνα, τις αυταπάτες, τον θάνατο και τον έρωτα. Είναι δε εντυπωσιακή, τουλάχιστον σε μένα, η γεωγραφία της συλλογής: ξεκινά με τον θάνατο και τα Κοράκια του Λαύκου, περπατά στην καθημερινότητα των ανθρώπων (κάπως μελαγχολικός θα έλεγα ο περίπατος σε θάλασσες, δρόμους, γέφυρες, λιμάνια, δάση, πλατείες) και καταλήγει σε μια Κρεμμυδαποθήκη για να υμνήσει τον έρωτα. Αυτή είναι η ζωή!

Πλημμυρισμένη από μεταφορές, σύμβολα, εικόνες (τυπικές και σουρεαλιστικές), επαναλήψεις, παλλιλογίες, αντιθέσεις, παρηχήσεις, συμμετρίες που αφενός αναδεικνύουν και υπαγορεύουν τον Εσωτερικό ρυθμό των ποιημάτων, αφετέρου μάς αποκαλύπτουν τον κόσμο τους με ενάργεια και λυρισμό.

Με τις μεταφορές της ωθεί τον αναγνώστη, τον παρακινεί να σκεφτεί, να σκύψει λίγο περισσότερο, να σταθεί, να αφουγκραστεί, να δει πιο βαθιά.

Στην Οδό Αβάντων περπατάει Στα απόκρημνα της παραίσθησης, χαραμάδα στο παράθυρο του ουρανού για να δει καλύτερα. Ένα φως που ξετρυπώνει από μια χαραμάδα στον ουρανό μάς βγάζει από την άκρη του γκρεμού κι ένα τσιγάρο-σωτήρας θα λαγαρίσει τον νου και θα μας αποκαλύψει την ανεμόσκαλα που οδηγεί στο φως.

Στη Λιανή Άμμο Τα πίσω κουτάκια του μυαλού αρνούνται να υπογράψουν λευκό χαρτί αισθήσεων και παραισθήσεων, συγχωροχάρτια και δηλώσεις μετανοίας. Μια «προσωποποιημένη» μεταφορά παλεύει επίμονα να αντισταθεί στις επιθέσεις της μνήμης, των αναμνήσεων και στο τέλος της μέρας (δηλαδή της νύχτας) θα αναδυθεί ένας νέος άνθρωπος, πιο δυνατός.

Με τα σύμβολα θα αποδώσει την ψυχική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου, τον εσωτερικό του κόσμο. Τα αντικείμενα του έξω κόσμου γίνονται σύμβολα εσωτερικών καταστάσεων.

Ο βράχος (ο) άνυδρος και χέρσος στον Καράμπαμπα. Σε μια πρώτη ανάγνωση ως σύμβολο της αντιξοότητας που είναι ανάγκη να ξεπεράσουμε. Σε μια δεύτερη ο δωρικός χαρακτήρας με τη «στέγνια» και τον «χέρσο-ακαλλιέργητο τρόπο» του, θα οδηγήσει το ποιητικό υποκείμενο, κόντρα στο «είθισται», στη δικαίωση της επιθυμίας του.

Το κενό μαχαίρι στη Χιλιαδού ορθώνεται απειλητικό. Το αγαπημένο των ποιητών, αιώνιο σύμβολο του πόνου, των πληγών της ψυχής που δεν κλείνουν ποτέ. Το μαχαίρι που ανοίγει πληγές, το μαχαίρι που ξύνει πληγές.

Και τα άνθη γύρω τριγύρω από την ασβεστωμένη Κρεμμυδαποθήκη: ο βασιλικός, η βουκαμβίλια, τα χρυσάνθεμα, το γεράνι να στολίζουν την αποθήκη, να σκορπίζουν την ευωδιά τους στον αέρα του έρωτα που πάει να ανταμώσει με το βαθυκόκκινο της δύσης καθώς ακουμπά πάνω στη γαλάζια θαλασσινή γραμμή. Μελωδία αισθήσεων, πανδαισία συναισθημάτων.

Με τις αντιθέσεις και τις συμμετρίες θα αναδείξει αυτήν την ιδιότυπη διαπάλη, την εσωτερική σύγκρουση που πολλές φορές δείχνει να οφείλεται σε κάποιον τρίτο, κάποιο «εσύ». Ωστόσο, δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά ο εαυτός που στέκεται εκεί και πυροδοτεί τη διαμάχη του μέσα μας κόσμου.

Χιόνι και φωτιά αναμειγνύονται μες στο πρωινό του αυτοκινήτου στο Λιμεναρχείο Χαλκίδας. Το εγώ επιτίθεται φαινομενικά σε ένα εσύ και το κατηγορεί: μίζερο πλάσμα, προς τι ο μορφασμός: Δεν έχεις φαντασία; Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και εκτονώνεται μόνο με δυο χαριτωμένους ήχους Φου φου φου Λα λα λα.

Στην Αρτάκη μια μορφή νύχτας στοιχειώνει από την προσμονή (της) αυγής, η ομιχλώδης παρουσία κινείται μέσα σε ευφορία ψυχής και το αέρινο πέπλο σε κόσμους σκοτεινούς και κουρασμένους.

Ιδιόρρυθμες, εσωτερικές αντιθέσεις εξηγούν γιατί τα όνειρά μας είναι γεμάτα φαντάσματα.

Και ξανά στη Χιλιαδού θα παίξει περίτεχνα με τις συμμετρίες για να συγκαλύψει επιτηδευμένα τον τρόμο που προκαλεί το καθρέφτισμα του εαυτού στην απέναντι πλευρά του, τον πόνο που προκαλεί το μαχαίρι της μέσα μοναξιάς: Με άκουγα με τα αφτιά μου, που γίνανε αφτιά σου και με άκουγες…Και με κοίταξα με τα μάτια μου, που γίνανε μάτια σου και με είδες… Πότε, άλλωστε, οι δυο πλευρές των ανθρώπων είναι ίδιες;

Με τις επαναλήψεις, τις παλλιλογίες και την ειρωνεία που τις συνοδεύει θα αποδώσει εμφατικά και πολύ έντονα αλλού μια απειλή, αλλού μια απώλεια ή μια επιθυμία.

Στην Πλατεία Φριζή οι άντρες παραδομένοι στην «αθωότητά» τους και στη λεπτή ειρωνεία της ποιήτριας που τους υπενθυμίζει ότι τα χρόνια περνούν και προειδοποιεί ότι η πένα της θα αποκαλύψει κάθε καλά κρυμμένο μυστικό τους: ανυποψίαστοι, αθώοι όρκο δώσανε -απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε- αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν -αθώα θα σπαρταρίσουν- αθώα θα μαρτυρήσουν.

Και δυτικότερα, στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Χαλκίδας, πάλι με τις επαναλήψεις θα θρηνήσει μια ματαίωση, μια απώλεια: Και να λέγαμε όλα αυτά που χαθήκανε. Που χαθήκανε στην προσπάθεια. Που χαθήκανε στο ξημέρωμα. Που τ’ άφησα να χαθούν μέσα στην ανάγκη. Και πιο κάτω: Και να πούμε όλα αυτά που σωθήκανε. Που σωθήκανε στην προσπάθεια. Που σωθήκανε στο ξημέρωμα. Που τ’ άφησα να σωθούν μέσα στην αδιαφορία.

Με τις επαναλήψεις και τις παλλιλογίες θα χτίσει ακόμη πιο στέρεο τον εσωτερικό ρυθμό που έχει ανάγκη ο λόγος για να γίνει ποίηση: Θα ήθελα να ήμουν εκεί. Εκεί. Ένα ανεπαίσθητο γραμματάκι και να σε περίμενα. Να περίμενα. ( Σ.Σ. Χαλκίδας) μα …με ένα τραπέζι, όμως, μπροστά, μπροστά στο παραθύρι…

Και με τις εικόνες θα στήσει τη φωτογραφία, το σκηνικό της ταινίας μικρού μήκους, όπως η ίδια η ποιήτρια ομολογεί στην Καναπίτσα. Με τη βροχή, την ομίχλη και το κύμα, με το χώμα που μυρίζει, με τους βράχους και τα φώτα στη Μεγάλη Γέφυρα Χαλκίδας και στο περίπτερο της Οδού Αβάντων, με τους ψαράδες και τα πουλιά.

Θα σταθώ σε μια, στο Πολύδροσο, και με αυτή θα κλείσω την απόδειξη περί Έντασης (ότι είναι πεζά ποιήματα ακέραια τα κρυμμέναυλικά στην Κρεμμυδαποθήκη):

Το νεκρό σώμα μεταφέρεται από σμαραγδένια ξωτικά που αφήνουν ίχνη για να μπορέσει να τα ακολουθήσει εκείνη που θρηνεί. Διάφανες νεράιδες κρατούν κεριά. Σκιές ακολουθούν όλο αυτό το αλλόκοτο ξόδι που οδηγείται στη θάλασσα, αυτό το ξόδι πραγματικού και φανταστικού κόσμου, με φωνές μικρού παιδιού να το συνοδεύουν και φτερά αγγέλων να προκαλούν το γέλιο.

Σαν φωτογραφίες ασπρόμαυρες τα ποιήματα της Κατερίνας· απομονώνουν στιγμές της ζωής και μας τις παρουσιάζουν γυμνές, αφτιασίδωτες, φορτωμένες με πάθη και συναισθήματα. Άλλοτε σοκάρουν με την αλήθεια τους, όπως στην Αγία Ειρήνη, άλλοτε μας κάνουν συνταξιδιώτες στα όνειρα παιδιών, κάπου στις Γειτονιές της Στουτγκάρδης που δίνουν μορφές στα σύννεφα, ανυποψίαστων και ευτυχισμένων.

Η ποίηση της Κατερίνας γεμάτη αγριόχορτα, βράχια και ξερολιθιές, δέντρα γυμνά, θάλασσες, γέφυρες και χαράδρες· αυτά είναι τα υλικά της. Και το οικοδόμημα: ποιήματα που σου αφήνουν το περιθώριο εσύ να σκεφτείς, εσύ να συναισθανθείς, εσύ να βιώσεις λίγο από τον απέραντο κόσμο της ψυχής των ανθρώπων.

Θα κλείσω αυτήν την απόπειρα προσέγγισης της Κρεμμυδαποθήκης με μια προτροπή: να συνεχίσεις, Κατερίνα, να μας χαρίζεις τις Σκέψεις σου και την άποψή σου για την Ηθική, να μας αποκαλύπτεις τα ψυχικά αποθέματα που έχεις φυλαγμένα σε όλες τις «αποθήκες» σου. Συνέχισε να μαδάς τα πέταλα της ποίησης και να τη σκορπάς αφειδώλευτα ανάμεσα στις ζωές μας.

.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΟΤΟΜΗΣ

staxtes.com 28/11/2020

Η ποιητική γλώσσα στην «Κρεμμυδαποθήκη»

Στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα ενυπάρχουν, τα συναισθήματα, ο πόνος, η θλίψη, οι προσδοκίες, τα πρόσωπα, η νοσταλγία, οι απώλειες, τα παιδικά βιώματα, οι αναμνήσεις, η προσμονή, μοτίβα της φύσης, το μαρτιάτικο φεγγάρι, ο πλάτανος, το κόκκινο γεράνι, η αποθήκη, ο μύλος, οι εικόνες,οι τόποι, η Χαλκίδα και οι γειτονιές της Στουτγκάρδης, η πλατεία Φριζή, ο σταθμός των τρένων και η μεγάλη γέφυρα τηςΧαλκίδας, οι δρόμοι Ιστιαίας και Αβάντων, ο Καράμπαμπας, η Χιλιαδού, και το Πήλιο.

«Η Κρεμμυδαποθήκη», είναι ένας ύμνος της ποιήτριας, στις εφηβικές μνήμες – «ο ασβέστης της καρδιάς«, «δυο παλάμες απόσταση, η αγάπη άρχισε να ανθίζει« – στις αναμνήσεις, στην ανεμελιά, και τις χαρές, ένας κρυψώνας για να διαφυλάσσει με τη γραφή της, τα όνειρα και τις προσδοκίες της.

Στη νέα της ποιητική συλλογή η Κατερίνα Λιάτζουρα, παραδίδει στο βιβλιόφιλο κοινό μια ποιητική γλώσσα έντονη, λιτή, απέριττη, χειμαρρώδη.

Με τρόπο καταιγιστικό, συλλέγει, και καταθέτει τις ποιητικές της εικόνες, τα συναισθήματα, τους τόπους, τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και τις αγέρωχες αναζητήσεις της.

.

ΑΘΗΝΑ ΜΑΛΑΠΑΝΗ

LITERATURE.GR 15/10/2020

Ένα δείγμα έμπειρης γραφής πεζολογικής ποίησης

Η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα, Η Κρεμμυδαποθήκη, από τις εκδόσεις Βακχικόν αποτελεί ένα δείγμα έμπειρης γραφής πεζολογικής ποίησης.
Τα ποιήματα αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα προσωπικής ποίησης σε απόλυτα εξομολογητικό τόνο.

Τα ποιήματα είναι εμπνευσμένα από γλυκιές -ή πικρές- αναμνήσεις του ποιητικού υποκειμένου, με αποτέλεσμα να εμπλέκονται συγκεκριμένα μέρη (όπως το Πήλιο, η Εύβοια και η Χαλκίδα ή η πλατεία Φρίζη, βλ. ποιήματα στις σελίδες 10, 11, 15-16 και 13 αντίστοιχα) και πρόσωπα που ενεργοποιούν τα συναισθήματα του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και του αναγνώστη. Τα συναισθήματα του πρωταγωνιστικού προσώπου αποδεικνύουν τη θλίψη και το πένθος (ουράνια σκοτείνιασαν μαύρα/σύννεφα στα μάτια επισκίασαν φως) που βιώνει λόγω της απώλειας είτε κάποιου προσώπου [Μαύρα κοράκια πέταξαν χαμηλά. Σημάδι δυσοίωνο (…) Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του, σ. 10, Και μη λυπηθείς ούτε στιγμή για την απουσία μου (…) καλό δρόμο να έχεις, Κατινάκι μου, σ. 11] είτε μιας παρελθοντικής κατάστασης που του προκαλούσε χαρά και γαλήνη ψυχής.

Τα ποιήματα της συλλογής είναι σμιλεμένα από τις παλαιές εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου, εμπνευσμένες από παιδικές ή νεανικές αναμνήσεις και βιώματα. Επιπλέον, η Φύση τροφοδοτεί με ερεθίσματα την ποιήτρια, καθώς απαντούν πολλές περιγραφές φυσικών σκηνικών. Η Φύση μεταπλάθεται ποιητικά και λυρικά, αναδεικνύοντας έτσι τα έντονα συναισθήματα του πρωταγωνιστικού προσώπου ή μπορεί να συνδέεται με την αποδημία του ανθρώπου και τη μετέπειτα ζωή του, με αποτέλεσμα να αποκτά μια ανώτερη διάσταση και σπουδαιότητα [Όταν πρωτοήρθα θέλησα να φυτέψω έναν πλάτανο (…), σ. 14/ Αμέτρητα αιχμηρά κλαδιά με μαστιγώνουν και με τραυματίζουν θανάσιμα (…), σ. 17/ Μαρτιάτικο φεγγάρι ανοιξιάτικο στο γιόμα σου γλυκό φεγγάρι, σ. 23].

Η ποιητική συλλογή ολοκληρώνεται -καθόλου τυχαία- με ένα εκτεταμένο πεζολογικό ποίημα που δίνει και το όνομά του σε όλη τη συλλογή. Είναι ο ύμνος της απλότητας στην έκφραση των προσωπικών βιωμάτων και προσδοκιών. Το πρωταγωνιστικό πρόσωπο προσδοκά να αναμορφώσει την κρεμμυδαποθήκη των παιδικών του χρόνων και αναμνήσεων. Η γλάστρα με το κόκκινο γεράνι που αποτελεί μια κρυψώνα για το δεύτερο κλειδί του οικήματος αποτελεί μια χαρακτηριστική εικόνα παιδικών βιωμάτων (Ένα γεράνι κόκκινο, να φυλάει με τις ρίζες του της αποθήκης το κλειδί, σ. 39). Το ποίημα εκφράζει τη θλίψη, αλλά και τη νοσταλγία και τη γλυκιά αναπόληση για τη χαμένη παιδική ή νεανική αθωότητα, όπως και όλη η συλλογή.

Ποιήματα που ανακατασκευάζουν το παρελθόν, πρόσωπα και καταστάσεις, περασμένες σκηνές και αναμνήσεις, γλυκόπικρη γεύση λόγω της απώλειας, αλλά και προσδοκία, ελπίδα και διάθεση για ζωή…

.

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΙΑΚΩΒΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 19/9/2020

Στο νέο της βιβλίο “Η κρεμμυδαποθήκη” η Κατερίνα Λιάτζουρα μας παραδίδει μια ποιητική συλλογή βαθιά σε νοήματα, δυνατή σε εικόνες, θυελλώδη ως προς την γλώσσα και ασυνήθιστη στη μορφή.
Το πρώτο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της συλλογής είναι ότι τα ποιήματα ισορροπούν ανάμεσα στην ποιητική και την πεζή μορφή. Ενώ με την πρώτη ματιά τα κείμενα μοιάζουν με μικρά διηγήματα, κρατούν εντούτοις όλα τα στοιχεία του ποιητικού λόγου.
Σε δεύτερο επίπεδο, και καθώς βυθίζεται ο αναγνώστης στο βιβλίο, αυτό που δημιουργεί έντονη αίσθηση είναι οι εικόνες και η χειμαρρώδης γλώσσα. Με τρόπο σχεδόν συνειρμικό, η Κατερίνα Λιάτζουρα ανακατεύει συναισθήματα, προσωπικά βιώματα, τόπους, υπαρξιακούς προβληματισμούς και σκηνές βγαλμένες από την καθημερινότητα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι πολλοί τίτλοι φέρουν ονόματα πόλεων και συγκεκριμένα μέρη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα συναισθήματα που καταγράφονται δεν έχουν μια καθολική απήχηση.
Οι εικόνες της “Κρεμμυδαποθήκης” είναι σκοτεινές, εσωστρεφείς, επώδυνες. Το ποιητικό υποκείμενο συλλαμβάνεται πάντα σε μια κρίσιμη στιγμή -αγωνίας, μετάνοιας, αμαρτίας, απολογισμού, συμφιλίωσης, πάλης- καθώς προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία του. Υπάρχει μια διαρκής κίνηση, καθώς η ποιήτρια συνεχώς μετατοπίζεται ή αναζητά κάτι -άλλοτε πραγματικά και άλλοτε νοερά- αλλά δε φαίνεται ποτέ να αναπαύεται ή να λυτρώνεται. Ίσως όμως αυτό να μην έχει και τόση σημασία: υπάρχει πάντα μια δυσκολία και μια ματαιότητα σε όλη αυτήν την αναζήτηση.
Έχει ενδιαφέρον ότι το ποιητικό υποκείμενο είναι πάντα μόνο. Ακόμα και στα ποιήματα που γίνεται αναφορά σε άλλα πρόσωπα, αυτά θα είναι νεκρά ή θα εμφανίζονται με άλλη μορφή ή θα λάμπουν δια της απουσίας τους. Αυτή η απουσία δε σταματά να διατρέχει τη συλλογή ούτε στα ερωτικά ποιήματα.
Παρόλο που η ποιήτρια επέλεξε να “πεζοποιήσει” τα ποιήματά της και να μην χρησιμοποιήσει στίχο, ο λόγος της δεν πέφτει στην παγίδα της φλυαρίας. Οι προτάσεις της είναι κοφτές, σε πολλές περιπτώσεις απουσιάζουν τα άρθρα, έχει αφαιρεθεί κάθε τι περιττό. Η γλώσσα της όμως παραμένει έντονη, θυελλώδης, σχεδόν ονειρική.
Η Κατερίνα Λιάτζουρα καταθέτει στην “Κρεμμυδαποθήκη” της μια ποίηση βαθιά προσωπική, βιωματική και υπαρξιακή. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι την ίδια στιγμή τα ποιήματά της παραμένουν απίστευτα εξωστρεφή για όποιον θέλει να πλάσει τις εικόνες στο μυαλό του, να ταυτιστεί, να απαντήσει στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τίθενται. Όπως και να έχει, η ανάγνωση του βιβλίου μοιάζει με μια εμπειρία που απαιτεί όλες τις αισθήσεις.

ΛΑΥΚΟΣ Ή ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ

Μαύρα κοράκια πετάξανε χαμηλά. Σημάδι δυσοίωνο είπανε οι γειτόνισσες στην πεζούλα. Δυο τα κοράκια που κουβαλήσανε την κάσα στα φτερωτά τους κοστούμια. Νεκρική πομπή ανέβηκε τη σκάλα. Σπίτι αφιλόξενο και εχθρικό σε υποδέχτηκε στερνά. Κοίταζες προς την ανατολή, όπως αρμόζει. Καφές, κονιάκ, στραγάλι, σταφίδα και σοκολατένια ελιά. Ανεμάκι φθινοπωρινό έμπασε το παραθύρι. Οι τρίχες στο πηγούνι σου μου φανήκανε πως ανεμιστήκανε. Μαζί με τα λουλούδια που σε στολίζουνε. Ταράχτηκε και η γραμμή των χειλιών σου, μ’ όλα αυτά που άκουσες το βράδυ ετούτο. Τα έσφιξες πιότερο. Ένα αμυδρό χαμόγελο γινήκανε. Τα βλέφαρά σου μισόκλειστα αγνάντευαν τους προγόνους που ξεκρεμαστήκανε πρόσφατα από τα καρφιά τους. Τα σημάδια τους ακόμα ορατά στον τοίχο. Έξω βρέχει. Τα μάτια του Θανάση κλάψανε, μα της Φιλιώς καθόλου. Και ο Γιαννάκης και ο Δημητρός ήτανε εκεί. Συμπράξαν στην παρωδία. Όλη η γενιά σου. Το αίμα σου. Χαμένο κληροδότημα στις δικές του ερινύες. Εσύ, όμως, δεν έδωσες σημασία. Ετοιμάζεσαι νύφη να ντυθείς, και πάλι. Άσπιλη, αθώα, μεγαλόψυχη, να πας να συναντήσεις εκείνον. Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε. Σε διαπερνά, όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος. Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας τα πλατανόφυλλά της. Στρώμα υπόκωφων ήχων στο πέρασμά μου. Κάνει κρύο μέσα στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα. Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει; Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί. Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη ώρα. Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε. Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

CULTUREBOOK.GR 2/7/2020

Η κρεμμυδαποθήκη /οι τόποι και η ψυχή τους

Πλείστα παραδείγματα έχουμε να αριθμήσουμε από ποιητές που ύμνησαν τους τόπους της μνήμης και της ζωής τους. Η περίπτωση της Κατερίνας Λιάτζουρα, όμως, είναι διαφορετική. Και αυτό γιατί εν συνόλω η ποιητική της παρουσία είναι ξεχωριστή.

Η ποίησή της έχει δύναμη, οι λέξεις της έχουν σαφή την αίσθηση του περιττού αναδεικνύοντας τη μοναδική αξία του ελάχιστου, μα δημιουργικού, ποιητικού πυρήνα. Από ποιητική επιλογή προτάσσει ένα σκληρό κέλυφος και προκαλεί τον αναγνώστη να το σπάσει για να ξεχειλίσει μια πρωτόγνωρη ευαισθησία. Στην προηγούμενη συλλογή της ποιήτριας (Αποκαΐδια ηθικής, 2017), με έντονο τον πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, είχε επισημανθεί το ήθος που διατρέχει τη γραφή και λειτουργεί ως απαραίτητη συνθήκη για να διατηρήσει η ποίηση το μέγεθος που της αξίζει. Είχε δώσει εκεί το στίγμα της ποιητικής της αξίας και είχε προϊδεάσει για τη συνέχεια. Τώρα εδώ, στην πρόσφατη συλλογή της, απομακρύνεται από την πάσχουσα κοινωνική πραγματικότητα, από την πολιτική συνθηκολόγηση που φθείρει τις συνειδήσεις, αφήνει τον καταγγελτικό τόνο να ηχεί μόνον υποδόρια, διατηρεί όμως στο ακέραιο την πρωταρχική συνθήκη της γραφής της, την ηθική της ποίησής της. Στρέφει προς τα έσω για να μιλήσει με πιο ιδιωτικό τόνο, σε ένα συνταίριασμα με τον τόπο, που μπορεί να είναι η Εύβοια και η Χαλκίδα ή το Πήλιο, ωστόσο θα μπορούσε να είναι και το αποκύημα της φαντασίας, όπως είθισται να μεταλλάσσονται οι τόποι ακολουθώντας τις εσωτερικές μας μνήμες, επιλεκτικά και αυτοί. Ίσως πάλι να μην είναι επιλογή μας ο τρόπος που παίρνουν υπόσταση οι τόποι μέσα μας, συχνά στη δική τους κερδισμένη αυτονομία – προσωπικός κάθε φορά αυτός ο τρόπος, μοιάζει να μην αφορά κανέναν τρίτο. Κι όμως, καθώς ανοίγεται η θέα στο τοπίο, όλο και περισσότερο νιώθεις ότι ενσωματώνεσαι στο σκηνικό που με θεατρικότητα φτιάχνει η ποιήτρια. Χώροι των συναντήσεων και των αποχωρισμών διατηρούν τον απόηχο των ανθρώπων, και αυτό το πολύτιμο ελάχιστο άγγιγμά τους γίνεται ποίηση στη γραφή της Κατερίνας. Χαμηλόφωνα δραματική στην απόδοση της απώλειας των αγαπημένων προσώπων, στη σκιαγράφηση της σκληρής καθημερινότητας που συντηρείται με απλές χαρές, στην έκφραση τέλος του έρωτα. Θεωρώ πως στο ποίημα «Πλατεία Φριζή» η ποιήτρια αναδεικνύεται σε μία από τις πιο δυνατές φωνές για τον τρόπο πουηχεί ο έρωτας όχι ως μοναδική κάθε φορά παρουσία αλλά ως σύνοψη προσώπων:

Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σαρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα, Καββαδία. Δεν έχουν πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι, εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν έναν έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται πού πήγανε τα χρόνια. Πώς γλίστρησε η νιότη; Πώς κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν.Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτόν τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.

Τόποι και σώματα αναδύονται σαν κρησφύγετα, απόντες επιστρέφουν στη μνήμη των παρόντων, κρίματα ζητούν την εξιλέωση και συναντούν τον ιαματικό ύπνο.

Να χαθώ έτρεξα σε κρησφύγετο μυστικό […] Εικόνες γνώριμες, γνωστές από τις μνήμες της νοσταλγίας ή και της επιθυμίας αναδυόμενες. Και εκεί το ρολόι των κριμάτων μου αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του χρόνου για να ξεχάσει να μας υπενθυμίζει υστερόβουλα πως αιώνιοι θα είναι οι εφιάλτες.

Οι τόποι και η ψυχή τους, όπως την ανιχνεύει η ποιήτρια χωρίς να μπορεί να ξεδιαλύνει, έτσι όπως μπερδεύεται μαγικά μέσα τους, αν μιλά γι’ αυτούς ή για τη δική της ψυχή, άρρηκτα δεμένη με τη γήινη υπόστασή τους που ποιητικά με την τέχνη της καταγράφει. Μια σωτήρια διαλεκτική σχέση.

Τριάντα ένα ποιήματα σε μια περισσότερο πεζή εκδοχή ως προς τη μορφή, χωρίς να χάνουν τίποτα από τη μουσικότητα, τον ρυθμό και την υποδόρια υπαινικτικότητα της αληθινής ποίησης. Έτσι οι λέξεις στοχεύουν ευθύβολα τα μνημονικά κατάλοιπα της ζωής και τα αποδίδουν ως τέχνη εκλεκτή πλέον. Κι όμως, η Κατερίνα Λιάτζουρα, πιστεύω, δεν έχει δώσει ακόμη όλο το εύρος της ποιητικής της. Με άλματα ουσίας από συλλογή σε συλλογή, είναι μια γνήσια ποιητική φωνή, πρωτότυπη και (ευτυχώς) ανελέητη, συγκλονιστική.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 64 Απρίλιος 2021

Η τρίτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα, που κυκλοφορεί υπό τον
απροσδόκητο τίτλο Η κρεμμυδαποθήκη, αποτελείται από ποιήματα πεζά, από κειμενικές, δηλαδή, συνθέσεις, οι περισσότερες από τις οποίες εκτείνονται σε μισή περίπου σελίδα. Παρά το πεζόμορφο των ποιημάτων, η ποιητικότητα, ως διάθεση και τάση περισσότερο, παρά ως τεχνουργημένο στιχουργικό αποτέλεσμα, αναδύεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια μέσα από τα κείμενα και είναι αυτή που δίνει τον ρυθμό και τον τόνο. Η ποιητικότητα αυτή προκύπτει, βέβαια, από το κυμάτισμα του λόγου, από τις συζεύξεις των λέξεων, από τη σύμπλεξη και τη διαδοχή των προτάσεων, προκύπτει, όμως, και από τη βαθιά εσωτερικότητα, την εντατική λειτουργία της συνείδησης με στόχο τη σύλληψη και την αποτύπωση του λανθάνοντος, του ανεπαίσθητου, του κεκρυμμένου
που ενυπάρχει στη ζωή και την τέχνη.

Η ποίηση της Λιάτζουρα είναι στενά δεμένη με τον οικείο τόπο, την πόλη της Χαλκίδας, στην οποία η ποιήτρια εναποθέτει, πολλές φορές, την
αφόρμηση και την αφορμή των ποιημάτων της. Αντίθετα, και ενώ ο τόπος είναι με ευθύτητα και σαφήνεια προσδιορισμένος, δεν συμβαίνει το ίδιο με το χρόνο. Κι αυτό γιατί η βούληση της ποιήτριας, καταπώς φαίνεται, δεν είναι να συλλάβει τον χρόνο, αλλά το άχρονο και να τοποθετήσει τον εαυτό της μέσα σε αυτό. Ιδωμένη από αυτή την άποψη, η συλλογή της Λιάτζουρα καθίσταται, εν συνόλω, μία αγωνιώδης προσπάθεια να νικηθεί ο χρόνος και να θεωρηθεί στην πραγματική του διάσταση, αυτή του άυλου, του ασύλληπτου και, γιατί
όχι, του ανύπαρκτου, τουλάχιστον με την έννοια της απροσδιοριστίας που εμποτίζει την ανθρώπινη γνώση για τον κόσμο. Η νίκη αυτή απέναντι στον χρόνο, συνιστά ουσιαστικά και μία νίκη του ανθρώπου που εξέρχεται δικαιωμένος και αλώβητος, ανέγγιχτος από τη φθορά, τη λήθη και τη θολή ατμόσφαιρα του θανάτου: Εικόνες μνήμης και λησμονιά πιο δυνατές από άλλοτε, πέρασμα στων αιώνων την αναισθησία. Ξημέρωσε. Και από τη μαυρίλα
και τη λησμονιά αναδύθηκε ένας άνθρωπος. Τις στάχτες της μήτρας μου γεύτηκε και από το δάκρυ των μαστών μου δροσίστηκε και πήρε μορφή.
Ανδρώθηκε. Η σπίθα έγινε φλόγα. Από παιδί έγινε άντρας. («Λιανή άμμος»).

Στενά συνυφασμένο με τη σύλληψη του χρόνου είναι και το αίτημα για αυτογνωσία. Με τα ποιήματα να συγκροτούν τους κόμπους ενός νήματος, η
Λιάτζουρα τεχνουργεί μία ποιητική πορεία που εκκινεί από τον εαυτό της για να καταλήξει πάλι σε αυτόν, έχοντας όμως ενσωματώσει, μέσα σε αυτή
την εσωτερική διαδρομή, τους ανθρώπους που συνόδευσαν και σφράγισαν τη ζωή της. Στην πραγματικότητα, κάθε ποιητική σύνθεση είναι το αποτύπωμα μιας διττής προσπάθειας που προκύπτει από την επιθυμία και την πράξη της αποτύπωσης -η ποιήτρια δηλαδή μοιάζει να καταγράφει τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις σκέψεις και την αίσθησή της για τον άνθρωπο και τον κόσμο – και, από την άλλη, τη βούλησή της να προσδιορίζει τη θέση, τον ρόλο και τη σχέση της με τον περιβάλλοντα χωροχρόνο. Εδώ ακριβώς έγκειται και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιοτυπία του βιβλίου της Λιάτζουρα, στο γεγονός δηλαδή ότι αναπαράγει τον διχασμό της ανθρώπινης ύπαρξης ανάμεσα στην αποδοχή και την πρωτοβουλία, ανάμεσα στην κατάφαση και την άρνηση, ανάμεσα στη συμφιλίωση και την αντίδραση. Ο διχασμός αυτός συνδέεται και πηγάζει,
μεταξύ άλλων, και από το θέμα ή το γεγονός του θανάτου που, ούτως ή άλλως, είναι ένα σημείο οριακό, ένα σημείο επαναπροσδιορισμού όλης της
βιοθεωρίας και της ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου:
Βρέχει έξω. Μέσα λάσπη. Με ζεσταίνει κάπως η νοητή παρουσία σου. Σε σκέφτομαι εκεί μακριά, εγκλωβισμένο στις δικές σου υγρασίες. Στέρεψαν οι λέξεις. Μπορεί και να νυχτώνει. Μπορεί και ο ουρανός να θύμωσε
ή απλά το βλέμμα μου πίσω από δάκρυα να θολώνει.
(«Έξω Παναγίτσα ή η Ανηφορίτσα») Ο θάνατος, ως γνώριμο βίωμα, ως εμπειρία δηλαδή, που είχε η ποιήτρια με αφορμή την αποδημία αγαπημένων της προσώπων, γίνεται η αφορμή για μία ανατρεπτική ή, μάλλον, αναπλαστική προσέγγιση του θέματος, με ποιήματα που αποτολμούν την αναβίωση και την
επιστροφή όχι πια στη ζωή, αλλά στην τέχνη, που αναδεικνύεται δυναμικότερη και αποτελεσματικότερη απέναντι στην απώλεια.
Η κρεμμυδαποθήκη, λοιπόν, είναι ο ίδιος ο κόσμος της ποιήτριας, η «αποθήκη» μέσα στην οποία έχει κλείσει όλα εκείνα που δεν χωρούν,
ίσως, σε μια καθημερινότητα, αλλά είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπου. Είναι τα εργαλεία της δημιουργίας, σκέψεις, εντυπώσεις,
βιώματα, αισθήσεις, αγωνίες, κυρίως όμως ο ανθρώπινος πόνος για την απώλεια, που αναδημιουργούν, με τους δικούς τους όρους, τον άνθρωπο και τον κόσμο.

.

ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ ΗΘΙΚΗΣ  (2017)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

vakxikon.gr 2/5/2017
Η κοινωνική ευαισθησία της Κατερίνας Λιάτζουρα

Έχουμε γράψει και παλαιότερα ότι μολονότι η «ποίηση της αγανάκτησης» δεν εκφράζει κάποια κοινωνική αναζήτηση με σαφή οραματικό στόχο, διατηρεί όμως έναν αυστηρό κριτικό προσανατολισμό που εκθέτει μία κοινωνική αγωνία. Αν και συχνά τούτη η ποιητική πορεία έχει έναν επικαιρικό χαρακτήρα, ο οποίος αντιστέκεται σε μία βαθύτερη θέαση τόσο της αγωνίας όσο και του διαχρονικού της βάθους, χαρακτηρίζεται από μία αυστηρή κριτική ματιά και μία ιδιαίτερη ποιητική ειλικρίνεια που αποτυπώνει τα συναισθήματα απογοήτευσης ή μελαγχολίας της κοινωνίας συνολικά.

Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και η δεύτερη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Λιάτζουρα «αποκαΐδια ηθικής» (βακχικόν, 2017). Η ποίηση της Λιάτζουρα κινείται στο χώρο της κοινωνικής αγωνίας με υπαρξιακά χαρακτηριστικά και έντονο το στοιχείο της ειρωνείας. Το υπαρξιακό συναντά το κοινωνικό και το ατομικό συνδέεται με το συλλογικό (κούραση, ανήλιαγες φανφάρες, εξορκισμός) σαν να είναι η κοινωνία μία οικογένεια (συνένοχος).

Η σύμπλευση του υπαρξιακού και του κοινωνικού (εξορκισμός, φωνές ανθρώπινες, ο Δυτικός, ρομφαία νεκροταφείο, η μάνα) προσδίδει έναν στοχαστικό χαρακτήρα που ξεπερνά το επικαιρικό, αν και ορισμένες φορές η στιγμιαία έμπνευση του επίκαιρου περιορίζει την ποιητική ουσία και υποβιβάζει την ποίηση σε πολιτική ρητορεία (πρώτη φορά αριστερά, Ριτσώνα camp, λίζινγκ, άγρα ψήφων, φύλλο συκής, κατήφορος). Ας μη λησμονούμε ότι η τέχνη διακρίνεται από την μετάλλαξη του επίκαιρου σε διαχρονικό σύμβολο και αυτό το αντιλήφθηκαν όλοι οι “πολιτικοί” ποιητές.

Δυναμικές εικόνες (έπαρση, ηλιόφωτη πέτρα, νεκροταφείο, συνένοχος, αμαρτία, φωνές ανθρώπινες), που θεμελιώνονται πάνω σε πρωτότυπα ρηματικά ή ονοματικά σύνολα που ισορροπούν σε έναν λόγο προφορικό, πλάι σε ηχητικές εικόνες (θριαμβικά εγκαύματα, φωνές ανθρώπινες, συνένοχος, φύλλο συκής) εκφράζουν μία πηγαία απογοήτευση για το παρόν (θριαμβικά εγκαύματα) και συνάμα μία επιθυμία για αντίσταση (δώρο σπερματικό). Απογοητευμένη βλέπει όνειρα και σχέδια να ποδοπατούνται (δώρο σπερματικό, αμαρτία, θριαμβικά εγκαύματα). Ταυτόχρονα, καταγράφει την άσχημη εικόνα της Αθήνας (πουτάνα Αθήνα) που την ταλαιπωρεί κι άλλοτε μία Αθήνα πολιτική (πλατεία Συντάγματος 2011) και συγκρουσιακή (μορφές ανθρώπων, ηλιόφωτη πέτρα).

Χαρακτηριστικό, ωστόσο, της ποιητικής της Λιάτζουρα είναι η ποιητική ειρωνεία (αμαρτία) που εκφράζεται είτε στο πλαίσιο ενός ποιητικού ψεδοδιαλόγου είτε προς το τέλος κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση και τον βαθύ πόνο (νεκροταφείο, κατήφορος, λίζινγκ, ερπετά) και με την αντίθεση–έκπληξη στο επιμύθιο (μητρική ευχή, ανακύκλωση, ο πρόσφυγας του Αιγαίου, Ειδομένη, Ριτσώνα camp, δελτίο ειδήσεων, κρυπτόλεξο, σκύλευση).
Άλλοτε η ειρωνεία γίνεται δηκτικός σαρκασμός απέναντι σε μικροαστικές συμπεριφορές υποταγής και αποπροσανατολισμού (ερπετά, λίζινγκ, πρώτη φορά αριστερά). Και έχει ενδιαφέρον ότι ειρωνεία τούτη εκφράζεται με το β’ πρόσωπο αφήνοντας σε απόσταση τον τιμητή/ποιήτρια ως μη συμμέτοχο στις στάσεις αυτές. Ειρωνεία, άλλωστε, κρύβεται και πίσω από ποιητικές αναζητήσεις γύρω από μία αφηρημένη έννοια -κατά το παράδειγμα της Κικής Δημουλά με σαφές όμως πολιτικό χαρακτήρα (η αλήθεια, Δημοκρατία, δυστροπία).

Μα πάντα η ειρωνεία εκθέτει τον πόνο και τη βαθιά αγωνία της δημιουργού για το κοινωνικό σύνολο. Η οργισμένη κριτική ξεχειλίζει μία σπάνια ποιητική ειλικρίνεια και μία βαθιά ευαισθησία και αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας (ο παραλογισμός της προσφυγιάς, σκύλευση, δελτίο ειδήσεων, προσκυνητές, Ριτσώνα camp, Ειδομένη, πρόσφυγες του Αιγαίου).

Άξιοι αναφοράς όμως είναι και οι τίτλοι που χρησιμοποιεί η ποιήτρια. Συνήθως πρόκειται για μία λέξη από το επιμύθιο, δημιουργώντας έναν κύκλο που προϊδεάζει συναισθηματικά τον ακροατή για το ποίημα και το περιεχόμενό του. Η πλειονότητά τους είναι μονολεκτικοί τίτλοι αποτελούμενοι από άναρθρα ουσιαστικά και σπανιότερα από κάποιο ονοματικό σύνολο ή φράση.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 02/08/2017

Σκέψεις για το ήθος της ποίησης

… Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι…

Το παραπάνω απόσπασμα επιλέγει η ποιήτρια στο οπισθόφυλλο της ποιητικής της συλλογής, σαν ένα είδος συστατικού σημειώματος προς τον αναγνώστη της. Και αμέσως γίνονται αντιληπτά δύο χαρακτηριστικά της ποίησής της: η Κατερίνα Λιάτζουρα προτιμά μια ευθεία και σκληρή γλώσσα στους στίχους της αλλά και πίσω από τις λέξεις της θέλει να διαβάσουμε την ηθική της κατάθεση παράλληλα με την ποιητική. Αυτό δεν είναι λίγο, φυσικά, μέσα σε μια θύελλα ποιητικής ευκολίας που μας έχει παρασύρει. Ωστόσο ο ποιητικός λόγος από τη φύση του έχει φορτίο βαρύ, για όποιον εισχωρεί μέσα στους υπαινιγμούς του, στη μεταφορικότητά του και ανακαλύπτει τα μυστικά περάσματα σε μια προνομιούχο θέα του κόσμου. Όποιος αγνοεί ή δεν υπολογίζει την εξαιρετική αυτή ιδιότητα της ποίησης αρκείται να στιχοπλέκει αδιάφορα τις λέξεις του και να πελαγοδρομεί σε ασαφή και αβαθή νοήματα, κυρίως εγωκεντρικά και αδιέξοδα.
Η ποιήτρια εδώ δεν ονειροβατεί ούτε αποσύρεται σε ιδιωτική οδό. Ανακατεύεται με τον κόσμο, παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη της με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που η ίδια -στη βάση της προσωπικής της ηθικής στάσης- τους προσδίδει. Το λέει ξεκάθαρα:

Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι.
Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ.
Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες
ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.

Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να σωπάσει; Στην ποίησή της διαφαίνεται η ρίζα του κακού. Η νοοτροπία των ανθρώπων, έτσι όπως έχει δουλευτεί γενιά τη γενιά με δουλικούς θεσμούς να υπηρετούν πάντοτε την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, να διαιωνίζουν μια στάση συμμόρφωσης απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται με τον μανδύα του ορθού και του κοινά αποδεκτού. Η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται, περιθωριοποιείται και φορά το ένδυμα του κοινωνικά απορριπτέου. Εδώ ακριβώς η ποίηση (περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας) με την ευαισθησία της αλλά κυρίως με τον καίριο ελλειπτικό της λόγο έρχεται αρωγός σε κάθε φωνή και στάση που προτάσσει την ετερότητα ως αξία. Και τούτο γιατί έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο, να το κοινωνεί απαλλαγμένο από περιττά φτιασιδώματα και ανούσια ρομαντικά στολίδια. Η αληθινή ποίηση δεν έχει ανάγκη από κανένα κόσμημα για να πει αυτό που θέλει. Αρκεί η κατάλληλη λέξη. Συχνά, βέβαια, η λέξη σκληραίνει το κέλυφός της, κραυγάζει το δίκιο της με απότομο τρόπο. Είναι τότε που αποκτά και το πιο αληθινό περιεχόμενο, τότε που ο αποδέκτης της νιώθει ικανός να μεταλαμπαδεύσει αυτό που εννόησε.

Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.
Στριμώχτηκα
ανάμεσα σε πλούτη
κυκλοφοριακά φρακαρίσματα
κατάφορτη από διακοσμήσεις
καθήκοντα
πολύπλοκη σε μηχανισμούς
παλλακίδα σε ιεραρχίες
πρησμένη
τσιτωμένη
κατάκοπη
βαριά.
Πουτάνα Αθήνα.

Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Κατ’ ανάγκη, λοιπόν, θα εμπεριέχει ο λόγος του το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν συνθηματολογεί, δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:

να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός

Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση θαρρώ πως κινείται η Κατερίνα Λιάτζουρα με τα Αποκαΐδια της ηθικής. Κραυγάζει αυτό που βλέπει, αυτό που την απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες της ως πολιτικό ον και κοινωνικά ενεργό μέλος ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Κατορθώνει να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής της μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω της.
Πρώτα απ’ όλα το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια), και το διατηρεί με μια αθωότητα που πια σπάνια συναντάμε:

[…]
Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]

[…]
Ποιος
ποιος θα μου πει τι να κάνω
ποια πέτρα να σηκώσω
για να κρυφτώ ή να σκοτώσω
και ποιος είναι αυτός
που θα μου αφηγηθεί την πικρή εκείνη ιστορία
ενός αναμάρτητου
που πρώτος τον λίθο βαλέτω;
Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης:

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.
έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;
Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμάτισμά
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;

Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν ρητορικά σχήματα στο στόμα πολιτικάντηδων ποιητών.

Μην παριστάνεις την ανόητη
στα χέρια των αρχόντων
όλα ανακυκλώνονται
σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση
και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.
[…]

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης
που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές
ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».

[…]
Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό
ή για του Βουδισμού το δόγμα
μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό
λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία
ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου
που τη ζωή του δε λογάριασε
μα αιώνες τώρα
το κακό εξόρκιζε
για τον Άνθρωπο
που τον συνάνθρωπό του
ως κόρη οφθαλμού
μέλει να προσέχει.

[…]

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης
μοναχική και παλλόμενη λεπίδα
προσδίδει στο λυκόφως
ανθρώπινη μεγαλειότητα.

Επιλεγμένα τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ότι στα αποκαΐδια ψάχνοντας βρίσκεις μια ποίηση που ακόμα διασώζει το ήθος της. Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι πολιτική ποίηση, όπως άλλωστε κάθε τι που μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, τέλος είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.

ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

koukidaki.blogspot

Η ποίηση είναι όχημα για λίγους. Η απουσία μεγάλου όγκου λέξεων δίνει τη δυνατότητα σε όσους μετέχουν στην ανάγνωση κάποιου ποιήματος να τοποθετηθούν διαφορετικά -ακόμα και οι ίδιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται άλλες όψεις σε διαφορετική χρονική στιγμή. Η Κατερίνα Λιάτζουρα, ωστόσο κάνει σαφή την οριοθέτηση του λόγου της, κάνοντας σαφείς τις σκέψεις της που σε αρκετά ποιήματα ενέχουν τον ρόλο πολιτικών θέσεων, κοινωνικής κριτικής και στιγματισμού των καπιταλιστικών προτύπων.
Ο τίτλος της συλλογής δίνει ήδη το στίγμα του, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει αν απευθύνεται στην ηθική του «εγώ» ή του «υπερεγώ». Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει μόνος του ότι η ποιήτρια ρίχνει όλη τη βαρύτητα στην κοινωνική ηθική, με κέντρο την οικονομική κρίση, την κρίση αξιών, την κοινωνική κρίση του σήμερα με θέματα όπως την προσφυγιά (π.χ. το ποίημα που ξεχώρισα με τίτλο Ο πρόσφυγας του Aιγαίου).
Σίγουρα δε θα συναντήσει κανείς τη λυρικότητα της ερωτικής ποίησης, αντιθέτως σε πολλά σημεία η ποίησή της αγγίζει την ψυχρότητα του πεζογραφήματος, κάτι που είναι απολύτως λογικό αφού ουσιαστικά οι κατηγορίες σε ένα υπάρχον σύστημα δεν μπορούν να αποδοθούν με μουσικότητα. Το κυνικό χιούμορ επίσης που εντοπίζεται σε αρκετά σημεία κάνει ακόμα πιο καυστική τη γλώσσα της, αυξάνει το βάρος των όσων στιγματίζονται.
Η ποιήτρια είναι ενοχλημένη, ενοχλημένη με τη σιωπή, με την πολιτική και δημόσια σκηνή της χώρας και απ’ τα πρώτα κιόλας ποιήματα φαίνεται πως είναι αποφασισμένη να μιλήσει, χωρίς να φοβηθεί την έκθεση. Έχει την ανάγκη να στραφεί απέναντι στην κοινωνία που ζει, υποσυνείδητα ίσως και στον ίδιο της τον εαυτό που είναι κομμάτι της και να του επιστήσει την προσοχή. Πώς δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλες -περιττές- θυσίες στην πυρά, για άλλα Αποκαΐδια Ηθικής.

https://koukidaki.blogspot.gr/2017/05/apokaidia-ithikis.html

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

FREAR 16/03/2018

«Οι δίκες των μαγισσών πάντα καταλήγουν στην ομολογία
ή στον εξορκισμό.

Στην απαρχή δεν επιστρέφουν.
Ένας μονόδρομος είναι.»

γράφει η Κατερίνα Λιάτζουρα στο ποίημά της «Εξορκισμός» και στο μυαλό μου έρχεται ο «Μονόδρομος» του νεώτερου Γερμανού φιλόσοφου Βάλτερ Μπένγιαμιν και τι ονειρεύτηκε εκείνος, ένα βράδυ απελπισίας: «Έχουμε λησμονήσει προ πολλού το τελετουργικό με το οποίο ανεγέρθηκε το σπίτι της ζωής μας. Όταν όμως πρόκειται να δεχτεί επίθεση και ήδη το πλήττουν οι βόμβες του εχθρού, τι ρημαγμένες, τι αλλόκοτες αρχαιότητες δεν φανερώνονται μες στα θεμέλια. Και τι δεν έχει καταχωνιαστεί και θυσιαστεί με ξόρκια, τι ανατριχιαστική συλλογή σπάνιων αντικειμένων εκεί κάτω, όπου το πιο καθημερινό φυλάγεται στα πιο βαθιά φρεάτια». (Άγρα, 2004)

Η Κατερίνα Λιάτζουρα στην ποιητική της συλλογή Αποκαϊδια ηθικής (Βακχικόν, 2017), ως μάγισσα-ποιητικό υποκείμενο καταθέτει την ομολογία της μέσα στα ποιήματά της. Ψάχνει στα κρυμμένα και τα φανερά του σπιτιού της ζωής της, της κοινής ζωής μας, της ιστορίας του τόπου μας. Στα ερείπια της μοντέρνας πόλης. Τι έχει χαθεί. Τι έχει ίσως, διασωθεί. Θέλει να ξορκίσει δαίμονες. Να αποκαλύψει προσωπεία-οπλοστάσια. Να ιχνηλατήσει σημάδια ιστορικά. Να καταδείξει παγίδες θανάτου. Να επιστρέψει στην «απαρχή» όπως διατυπώνει. Στην αρχή μιας ηθικής που φαίνεται ότι έχει καεί. Έχει σταυρωθεί σε σταυροδρόμια διαπλοκών και έχει οδηγήσει το παρόν μας σε μονόδρομο. Και το μέλλον μας, σε θάνατο.

«Πόρτες κλειδωμένες.

Πόρτες που δεν ανοίγουν πουθενά.
[…] Από τα γεννοφάσκια μου στροβιλίζομαι στο χωνευτήρι του σήμερα.
Απογυμνώνομαι από κάθε εγχείρημα καλλωπισμού ή κάλυψης.
Από οκνηρία απώλεσα τη μνήμη μου την Ιστορική.
Άδειασα κυνικά τους συντρόφους μου. Ριζοσπαστικά.
Γλαφυρά διαψεύδω την όποια προσδοκία.
Η πατρίδα μου έχει μόνο κατήφορο.» (Κατήφορος)

Η ποιήτρια βιώνει την ποίησή της ως πράξη πολιτική, ως μια πράξη δηλαδή μη υποταγής απέναντι στη ζωή και την Ιστορία. Και όπως κάθε σκλαβωμένος στον ζυγό της χειραγώγησης, επαναστατεί, διαμαρτύρεται, ματώνει, χλευάζει, καυτηριάζει, κραυγάζει, μέσα από πύρινα ποιήματα. Ο λόγος της είναι διάτρητος από το οξύ της πίκρας όλων αυτών που είμαστε χρόνια υποχρεωμένοι να ζούμε. Η γλώσσα σκληρή, επιθετική, θυμωμένη, οργισμένη. Μόνο έτσι, η ποιήτρια μπορεί να διατυπώσει τους ηθικούς προβληματισμούς της για τη διαβρωτική αίσθηση της ήττας, της υποκριτικής συμπεριφοράς, του κλειστού πνευματικού ορίζοντα.

«Ηλιόφωτη πέτρα
απαρνιέται συνηθισμένες ιεραρχίες.
Πύρινο κράσπεδο
αμφισβητεί τους θεσμούς.
Κομμάτι μάρμαρο
τις αυθεντίες και τους κατά κανόνα
ιεροποιημένους κατόχους
της ηθικής. […] Μια ρανίδα αίματος στην άσφαλτο.
Μου άνοιξε το κεφάλι.
Το μυαλό ξεχύθηκε.

Ο χρόνος σταμάτησε το δάκρυ.» (Ηλιόφωτη πέτρα)
Το ποιητικό πρόσωπο καίγεται από την ανάγκη να εκφορτώσει το τραυματικό του πλεόνασμα. Θέλει να καταδείξει την εκμετάλλευση που έχει εφαρμόσει η κυρίαρχη κοινωνική τάξη στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Θέλει να αφυπνίσει την συνείδηση του καθενός από εμάς τους αγαγνώστες και ολόκληρης της κοινωνίας. Τα ποιήματα αυτά είναι γραμμένα, θα έλεγε κανείς, στα χαρακώματα ενός εφιαλτικού ονείρου, μιας νοσηρής πραγματικότητας. Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα βαραίνει την ποιητική συλλογή. Ένα αίσθημα κατάθλιψης και απαισιοδοξίας για τη διάψευση των οραμάτων. Για την απαξίωση όλων των ιδεολογημάτων. Το κλίμα είναι σκοτεινό και συχνά ζοφερό.

«Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί
μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής
το παλούκωσα
και το κρέμασα από το δοκάρι.

Ως νυχτερίδα πλέον
νοσφίζομαι το σύμπαν.» (Ανήλιαγες φανφάρες)

«Καθώς ανακατεύω με πατριδοκάπηλο παλούκι
βυθίζονται και αναδεύονται
κομμάτια απλωμένων χεριών
τουμπανιασμένες κοιλίτσες
σπλήνες και έντερα αλλόθρησκα
μυαλά διαφόρων απόψεων
καρδιές παλλόμενες
γλώσσες που στάζουνε γλύκα και φαρμάκι.
Με χοντρό αλατοπίπερο ανθρωπιάς
πασπαλίζω τη συνταγή της Ιστορίας μου αυτής.» (Συνένοχος)

Ποιήματα καταθέσεις, προσωπικές, δραματικές εξομολογήσεις της διάψευσης μιας συλλογικής γενιάς. Είναι η άμεση κατάθεση ενός ποιητικού προσώπου που δεν μπορεί άλλο να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Αγανακτισμένα ποιήματα, στα οποία καίει το βασανιστικό αίτημα για ηθική. Κοινωνική, πολιτική, ιστορική ηθική. Ποιητική ηθική. Η λογοτεχνία να ελέγχει την Ιστορία. Η ηθική του ανθρώπου – πολίτη απέναντι στην Ιστορία και αντίστροφα, επανέρχεται ξανά και ξανά στην ποιητική συλλογή.

«Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.» (Πουτάνα Αθήνα)

«Επαναλαμβανόμενα ιστορικά λάθη
γίνανε Εκγρεμνοί
για να γκρεμίσουν μυστικά επτασφράγιστα
να γκρεμίσουν τυμβωρύχους μιας κολασμένης πολιτικής ηθικής». (Άγρα ψήφων)

«Η ποιητική ηθική επιβάλλει την πολιτική ηθική και η πολιτική ηθική ελέγχει την ποιητική ηθική εκμαιεύοντας το ποίημα», έγραφε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στο βιβλίο του «Ποιητική και πολιτική ηθική» (Κέδρος, 1995) αναφορικά με την Πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά: Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Πατρίκιος. Απόηχοι και από την κοινωνική ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη ή και από την οργισμένη ποίηση της Κατερίνας Γώγου ακούγονται στην ποιητική συλλογή «Αποκαϊδια ηθικής» της Κατερίνας Λιάτζουρα. Αποκαϊδια ηθικής, αφού ο άνθρωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας βρίσκεται βυθισμένος στην απόγνωση και τη σύγχυση. Αφού οι ιδεολογίες των επαναστάσεων και των δρόμων της αριστερής λύτρωσης έχουν καταρρεύσει. Αφού οι κοινωνικές σχέσεις είναι υποθηκευμένες στο χρήμα και το συμφέρον. Αφού οι άνθρωποι ναρκώνονται από τον σύγχρονο, καπιταλιστικό πολιτισμό της κατανάλωσης, του θεάματος και της διασκέδασης. Τον πολιτισμό της ελαφρότητας. Η ποιήτρια καταγγέλει. Στηλιτεύει, σαρκάζοντας.

«Νοικοκυραίοι
Παχύσαρκα ερπετά
Κάλπικα προσανατολισμένοι.
Μέσα στα ματωμένα λάφυρα
Αιώνων και αιώνων πουλημένης Ιστορίας
Επιβλέπετε από το μπαλκόνι της αστικής σας κατοικίας
Το γόνο της γενιάς σας
Να μεταφέρει άσκοπα
Την πλαδαρή του κληρονομιά.» (Ερπετά)

Και εδώ επανέρχομαι στον Μπένγιαμιν με τη θεμελιώδη θεωρητική του θέση ότι η ζωή στον καπιταλιστικό κόσμο είναι μονόδρομος. Και η οργισμένη ποιήτρια η Κατερίνα Λιάτζουρα, ατίθαση και αυθάδης, βροντοφωνάζει το άδικο, προκαλεί με τη σκληρή της γλώσσα, απαιτώντας το ξύπνημά μας από τη λήθη και την ηθική ύπνωση. «Τα τσιτάτα στη δουλειά μου, είναι σαν τους ληστές, που ξεπετιούνται οπλισμένοι στο δρόμο κι απαλλάσσουν τον ράθυμο περιπατητή από τις πεποιθήσεις του.», συμπλήρωνε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο «Μονόδρομο» του. Και η Κατερίνα Λιάτζουρα γράφει:

«Καθίκι;
Από καθίκια γύρω μας ένα σωρό.
Πληθώρα.
Μην κάνεις διακρίσεις.
Όλα κάνουν επάξια τη δουλειά τους.

Έι… Εσύ!
Πώς είπαμε ότι σε λένε;» (Καθίκι)

Μέσα στους δρόμους της οργής της ποιητικής συλλογής της Λιάτζουρα περνούν συχνά και οι πρόσφυγες. Πολλά ποιήματα της συλλογής είναι αφιερωμένα στο πρόσφατο προσφυγικό ζήτημα. Πνιγμένη η ποιήτρια από τον παραλογισμό του κοινωνικού, βαθύτατα πολιτικού αυτού ζητήματος, που συγκλόνισε ηθικά, την ίδια αλλά και τόσους άλλους, γράφει ποταμούς ποιήματα.

«Άλογος ο παραλογισμός της προσφυγιάς
ανέπαφα περιστατικά μέσα στον χρόνο.
Οι λεπτομέρειες όμως δεν διαθέτουν λογική
δεν διαθέτουν μνήμη, δεν έχουν Ιστορία.» (Ο παραλογισμός της προσφυγιάς)

Η ποιήτρια φαίνεται να αγωνιά να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη απέναντι στις μετριότητες του κόσμου και της κοινωνίας που ζούμε. Στέκεται απέναντι σε κάθε λογής φανατισμούς και δογματισμούς. Στην προσωπική της αναζήτηση για αξίες , δικαιοσύνη και δημοκρατία δοκίμασε, λέει και η ίδια, το περιθώριο και το εφήμερο. Αλλά και εκεί η ίδια ιστορία. Υποκρισία και ψευτιά. Δήθεν επαναστάσεις και διακηρύξεις περί του αυθεντικού. Ψευδοπροφήτες.

«Βούτηξα ξαφνικά στα ταραγμένα νερά του περιθωρίου και του εφήμερου.
Βρήκα χοντροκοπιά, αν όχι ευτέλεια
στην υπόρρητη επίκληση της υπερβατικότητας.
Υπερβατική είναι μόνο η αυθεντία
που σύρθηκε εδώ
κομίζοντας ρομφαία.
Δαφνοστόλιστη.» (Ρομφαία)

Βαθιά ευαίσθητη και συναισθηματική η ψυχή του ποιητικού υποκειμένου, θλίβεται και ξεχειλίζει με λυρικότητα, – επιτρέπει, θα έλεγε κανείς, να εκφραστεί τρυφερά – μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που σε ποιήματα της συλλογής, απευθύνεται σε παιδιά, αθώα ή αδύναμα άτομα, είτε σε οικεία, αγαπημένα κι εκλεκτά πρόσωπα:

«Πού πήγε η αλήθεια;
[…] Ποιο όνειρο παιδικό φέρνει στο θυμικό της
σαν κρύβεται και παίζει κλέφτες και αστυνόμους;
Ποιον έναστρο ουρανό παρατηρεί σε εφηβικό κρεβάτι
και ποια πεφταστέρια προσμετρά
στην εφήμερή της Ιστορία;» (Η αλήθεια)

Ακόμα και η αθωότητα αναφαίνεται ως αμαρτία:

«Απρόσμενα ανακάλυψα
ότι ήρθα σε ρήξη
με μια ευτυχία που δεν γνώρισα ποτέ.
Αθώα
εν αγνοία της έλλειψης
αντανακλώ ένα ανύπαρκτο επέκεινα». (Αμαρτία)

Ποιός είπε ότι η ποίηση δεν μπορεί να είναι λόγος που καίει σα γροθιά; Πόθος, πάθος, φλόγα, παρανάλωμα, κραυγή, εξορκισμός. Στην ποιητική συλλογή «Αποκαϊδια ηθικής» η ποιήτρια Κατερίνα Λιάτζουρα γίνεται ένα αυθάδες κορίτσι που τριγυρνά και ζητά, διεκδικεί, φωνάζει, βρίζει, σπαράζει. Ως έφηβη ψυχή, αθώα, αρνείται να συμμορφωθεί στο ηθικό βάλτωμα. Μεταμορφώνεται σε αδάμαστο άτι που καλεί για αντίσταση, όπως γράφει στο ποίημα με τίτλο «Αδάμαστο άτι»:

«Κι όμως μυρωδιά μου.
Το δικό μου άτι
ατίθασο γεννήθηκε.
Αδάμαστο θα πορευτεί.
Αντιστέκεται ακόμη.
Όσο μπορεί.»

Γι’ αυτό, αφιερώνει τα ποιήματά της, τις καταθέσεις μιας αγανακτισμένης αλλά όχι ηττημένης ψυχής, όπως λέει στο μόττο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

«Σε όσους ονειρεύονται ακόμα/ και ελπίζουν/ τον κόσμο ετούτο να αλλάξουνε.»

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ

FRACTAL 28/2/2018

Θραύσματα και τραύματα

Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι ποίηση ανησυχίας. Διατυπωμένη σε πρώτο πρόσωπο γίνεται ποίηση προσωπική δίχως περιορισμό, εξομολογητική, δίχως εξομολόγηση, μια ποίηση της γνώσης, μαζί και της απόγνωσης, της επιθυμίας, αλλά και της διάψευσής της. Θα μπορούσαν να είναι σχεδιάσματα ημερολογιακής καταγραφής αυτά τα ποιήματα-ξετυλίγματα σκέψεων, αν η τεχνική του ποιητικού λόγου δεν τα έκανε αυτοτελή κομμάτια, πυροδοτώντας μια γλώσσα πολύμορφη και πολύτροπη, ειρωνική, θαρραλέα και με μια ωραία δόση αδιαντροπιάς, εκεί όπου χρειάζεται.

«Μια αυτοκρατορία είμαι
μια καθημερινή Ιστορία
που πιέζει με το βάρος της
την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.
Στριμώχτηκα
ανάμεσα σε πλούτη
κυκλοφοριακά φρακαρίσματα
κατάφορτη από διακοσμήσεις
καθήκοντα
πολύπλοκη σε μηχανισμούς
παλλακίδα σε ιεραρχίες
πρησμένη
τσιτωμένη
κατάκοπη
βαριά.
Πουτάνα Αθήνα.»

Και τι λόγια να βρεις μπροστά στην αντίφαση ενός κόσμου άλυτου; Το βάρος της επικαιρότητας, η αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας, τα είδωλα και τα ινδάλματα, η μαζική λατρεία και τα στερεότυπα, οι έτοιμες αλήθειες, η προσαρμοσμένη ζωή, η εύκολη πίστη και η διάψευση. Η περιχαρακωμένη ελευθερία. Η αυθαιρεσία του ανθρώπου προς κάθε κατεύθυνση. Η κρυφή συνομιλία του εαυτού. Γιατί εκεί συγχωνεύονται και καταλήγουν όλα. Όχι τα πράγματα, μα η ερμηνεία τους, όχι η ερμηνεία τους, μα η ποιητική απόδοσή τους. Ίσως ο μόνος τρόπος για να λυθεί η αντίφαση του κόσμου είναι να γίνει γραφή και δημιουργία. Αυτό που κάνει η ποίηση της Κατερίνας και που ξέρει να το κάνει καλά. Λέει:

«Απρόσμενα ανακάλυψα
ότι ήρθα σε ρήξη
με μια ευτυχία που δεν γνώρισα ποτέ.

(…) Και ύστερα από λίγο, συνεχίζει:

Αλλά όχι! Ας μην ανησυχώ με τέτοιες σκέψεις ετούτη τη βραδιά.
Απόψε είναι πάρα πολύ αργά
πάντα θα είναι πάρα πολύ αργά.
Ευτυχώς.»

Διατρέχοντας τους τίτλους από τον πρώτο κιόλας τίτλο της ποιητικής συλλογής «Αποκαΐδια ηθικής» στα ενδότερα, «Ανήλιαγες φανφάρες», «Συνένοχος», «Κούραση», «Εξορκισμός», «Ρομφαία», «Θριαμβικά εγκαύματα», «Αμαρτία», «Φωνές ανθρώπινες» κλπ, σε τίτλους που ακριβολογούν τη θεματική τους, «Πλατεία Συντάγματος 2011, «Πρώτη φορά αριστερά», «Άγρα Ψήφων», «Ο παραλογισμός της προσφυγιάς», «Ριτσώνα camp», «Ειδομένη» κλπ, όπου το υλικό της ποιητικής υπερθερματισμένο από το πολιτικό και κοινωνικό παρόν διαπραγματεύεται ζητήματα πολιτικής συμπεριφοράς και στάσης, μαζί και αντί-στασης: ζητήματα πολιτικής ηθικής και όχι μόνο. Οι υπαινιγμοί πολλοί, τα άρρητα περισσότερα. Τα κρυμμένα νοήματα πίσω από τις λέξεις, ζυγιάζονται, αναμετριώνται, ισορροπούν. Πολυμερίζουνε τις σημασίες τους ανάλογα με τα συμφραζόμενά τους. Στίχοι-θραύσματα που ανιχνεύουν ανθρώπινα δράματα. Ιστορίες-τραύματα. Το να συγκινηθείς από τον ανθρώπινο πόνο ή να απογοητευτείς από παιχνίδια πολιτικής υστεροβουλίας είναι το ένα. Πώς όμως μπορεί κανείς αυτά να τα διαπραγματευτεί ποιητικά; Αυτό είναι ένα ζήτημα διαφορετικό. Για να μην γίνει η ποίηση διακήρυξη ή μελόδραμα χρειάζεται να βρεθούν τέτοιες λεπτές ισορροπίες ώστε ο λόγος να μην περιοριστεί σε μια μονοσήμαντη λειτουργία, αλλά να απλωθεί σε νοήματα παράλληλα, σε σκέψεις και διατυπώσεις εμπλουτισμένες. Αυτό καταφέρνει και η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα με τρόπο ευρηματικό: αντί για απαντήσεις, δίνει ερωτήματα. Προτάσσει ερωτήματα, εκεί που άλλοι θα έδιναν βεβαιότητες, ο στίχος της εκεί πάνω ελευθερώνεται. Το ποίημα «Η αλήθεια», για παράδειγμα, γίνεται ολόκληρο ένα μεγάλο, ατελείωτο ερώτημα. Ίσως και να μην υπάρχει άλλος, πιο εύστοχος τρόπος να αποδοθεί η αλήθεια:

«Πού πήγε η αλήθεια;
Σε ποιανής μάνας τον κόρφο πρέπει να απογαλακτιστεί;
Ποιανής μήτρας τον ομφάλιο λώρο να κόψει;
Τίνος πατρότητα αναζητεί;
Τίνος χέρι θέλει να φιλήσει
και τίνος πάτρωνα την ευχή του να ζητήσει;
Σε τίνος την αντρεία πάει και στέκεται ξοπίσω;»

Άλλο παράδειγμα, είναι το ποίημα «Ειδομένη». Τι είναι εκείνο που δίνει στο ποίημα αυτό το ξεχωριστό του ενδιαφέρον; Μακριά από την κατάχρηση ενός συγκινησιακά φορτισμένου λόγου, ο στίχος εδώ επικαλείται την ειρωνεία. Αξιοποιεί την ειρωνεία ως μέσο ποιητικής έκφρασης και με την τεχνική αυτή αποδεσμεύει τη συνδήλωση, λειτουργεί ως μετατόπιση. Η ειρωνεία απογειώνει την ερμηνεία. Κι ενώ καταλαβαίνουμε καλά ποιο μήνυμα θέλει ο στίχος να δώσει, το μήνυμα αυτό δεν επιβάλλεται απερίφραστο στον αναγνώστη, μόνο υποβάλλεται μέσα από ένα ρητορικό παιχνίδι που δίνει ευκαιρία στο κωμικό να αγκαλιάσει το τραγικό και να το εμπλουτίσει. Με τέτοιον τρόπο, ο ποιητικός λόγος αποκτά αξία.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Κάποιες στιγμές, η σύνθεση του στίχου πυροδοτείται από τέτοιες δυναμικές αντιθέσεις που ορίζουνε σημασίες αντιδιαμετρικές. Η θέση συνοδεύεται από την αντί-θεσή της και το νόημα εμπλουτίζεται. Λέει:

«Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία
η ρύπανση της πολιτικής μου μαύρισε το μάτι.
Με κατέστησε ανίκανη να κοιτώ κατάματα.
Μαύρος ήλιος της διαύγειας.»

…Θυμίζοντας εδώ το σεφερικό «Αγγελικό και μαύρο φως» Ή:

«Επιθύμησα έναν τάφο.
Ας είναι κι από σκόνη.»

Θέσεις και αντί-θέσεις, στίχοι και αντιστίξεις διαπερνούν κάθετα το περιεχόμενο ορίζοντας ένα λόγο δοκιμής, γευσιγνωσίας που ο αναγνώστης διατρέχει περνώντας το βλέμμα του ακροθιγώς από λέξη σε λέξη, πώς μυρίζεις ένα λουλούδι. Καμιά βεβαιότητα δεν υπάρχει στη γλώσσα της ποίησης αυτής, μονάχα κάποια βαθιά έγνοια, η ταραχή που ανεβαίνει από έναν βυθό ανεξιχνίαστο. Να είναι η ταραχή του εαυτού μπροστά στον κόσμο;

Μέσα από τις αναφορές προσδιορίζεται ένα δίπολο:

ο εαυτός vs ο κόσμος

Δυο στοιχεία που συγκρούονται και συγχρωτίζονται, που επικοινωνούν, θα ‘λεγες, σε μια κοινή ρίζα. Από τη μια, προσδιορίζεται ένας κόσμος πραγματικός με την ιστορική, πολιτική και κοινωνική του διάσταση κι από την άλλη ανιχνεύεται ένας άλλος κόσμος, απροσδιόριστος, ανέγγιχτος, απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος, ενδότερος κόσμος. Πώς διαγράφεται το αποτύπωμα του ενός πάνω στον άλλο;

«Κάποια μέρα άρχισα να σκέφτομαι
Και σκέφτομαι να μην επιστρέψω από το Απόλυτο.»

Ο «Απόλυτος» αυτός κόσμος με την ανίερη θρησκευτικότητά του δοκιμάζεται και δοκιμάζει τα πράγματα γύρω του μέσα από μια συνεχή πάλη. Είναι ένας κόσμος συγχρονισμένος με το πραγματικό, αλλά και ασυγχρόνιστος, κόσμος αδιαίρετος, όσο και κατακερματισμένος, διάτρητος και απυρόβλητος μαζί, ο κόσμος του αυθεντικού εαυτού. Κάπως έτσι, η αγωνία για τον κόσμο γίνεται αγωνία του εαυτού και το αντίστροφο. Στο ποίημα «Αμαρτία» διαβάζουμε:

«Καθαρή η αντανάκλαση
του απαρνημένου και τόσο ποδοπατημένου μου εαυτού.»

Από πού αλλού μπορεί να τροφοδοτηθεί η ποιητική δημιουργία, αν όχι από έναν τέτοιο απαρνημένο, σπαραγμένο εαυτό;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΒΟΥΛΑ

vakxikon.gr/8/2017

Υπάρχουν ποιήματα που γράφονται με ψυχική ηρεμία, αφού το γεγονός που τα προκάλεσε έχει καταλαγιάσει στον εσωτερικό κόσμο του τεχνίτη και το υλικό τους αντλείται με τη διαμεσολάβηση της μνήμης. Υπάρχουν όμως κι εκείνα που γράφονται «εν βρασμώ», όσο ακόμα το βίωμα φλέγεται. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, η Ποίηση και γενικότερα η Τέχνη πριμοδοτεί αυτή τη δεύτερη μορφή επικοινωνίας. Ο τεχνίτης χαμηλώνει το βλέμμα του και δημιουργεί μέσα από τη σύγκρουσή του με τις πραγματικότητες που αρνείται να αποδεχθεί. Συνδέεται αμεσότερα με την κοινωνία, με τα προβλήματα και τους προβληματισμούς της.

Τα «Αποκαΐδια» της Κατερίνας αντλούν από αυτή την πυρκαγιά που έφερε για τα καλά στη ζωή μας ο Μοντερνισμός. Και κυρίως από εκείνη την τάση της που θέλει τον τεχνίτη άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική και την πολιτική πραγματικότητα, όσο κι αν η τελευταία αυτή έννοια παραμένει στη χώρα μας ασαφής και εύκολα εκμεταλλεύσιμη για κάθε είδους ιδιοτελείς σκοπιμότητες.

Σηκώθηκα
ξεσκόνισα τη μνήμη
ίσιωσα την πλουμιστή αισιοδοξία
και πιάστηκα από τον ώμο του διπλανού μου.
Ξεκίνησε ο χορός της υποταγής.
(από τη «Νίκη στις Εθνικές Εκλογές»)

Οι στίχοι εδώ αρνούνται τη διαμεσολάβηση της ανάμνησης. Κρατούν τα συναισθήματα στην αρχική τους ένταση, πεισματικά θαρρείς, από μια πίστη πως η απόσταση του χρόνου ισοπεδώνει τα θέματα και εφησυχάζει ανεπαισθήτως. Καμπυλώνει τις γωνίες που παραμένουν γύρω μας γωνίες, θολώνει τα χρώματα, κάνει ασαφή τα περιγράμματα, μετατρέπει τις κινήσεις και τις χειρονομίες σε σκηνικό διάκοσμο. Κι ακόμα περισσότερο, από μια πίστη πως η διαμεσολάβηση της ανάμνησης μετατρέπει τον άνθρωπο σε απροσδιόριστη σκιά.

Μια εφιαλτική εντύπωση σφηνώθηκε στο μυαλό μου.
Πως ο άνθρωπος θα εκλείψει.
Θα μείνει μόνο η μιλιά
(Από το «Φωνές ανθρώπινες»)

Οι ποιητικές φλόγες των στίχων είναι ανοικτές σε όλες τις διαβαθμίσεις του θυμού, στην ειρωνεία, την απογοήτευση, τον αυτοσαρκασμό. Οι εικόνες, όταν –σπάνια- δεν είναι εφιαλτικές, αντλούν τον λυρισμό τους από την αθωότητα των παιδικών χρόνων, από τον μυθικό χρόνο της συμπαντικής ενότητας.

Πού πήγε η αλήθεια; […]
Ποιο όνειρο παιδικό φέρνει στο θυμικό της
σαν κρύβεται και παίζει κλέφτες κι αστυνόμους;
(Από το «Η αλήθεια»)

Το πιο ενδιαφέρον μέρος στις εστίες της πυρκαγιάς των στίχων αυτών βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στην κατάχρηση των αφηρημένων εννοιών που περιέχουν. Αναφέρω ενδεικτικά μερικές: Ιστορία, αλήθεια, ηθική, ιεραρχίες, θεσμοί, βούληση, λογική, ψευδαίσθηση, αξιώσεις, καθήκοντα, όρια, σκληρότητα, αθανασία, δημοκρατία. Αντιποιητικό σε ένα πρώτο επίπεδο υλικό, εφόσον η ποίηση για τη σημερινή ευαισθησία δεν επικοινωνεί με νοήματα. Μέσα από την κατάχρησή τους όμως και με την ειρωνική διάσταση που αποκτούν στο ποιητικό κείμενο, κλονίζεται η εμπιστοσύνη μας σ’ αυτές, αμφισβητείται η συμπαγής σημασία τους και προτρέπουν στην ανά-γνωση ενός καλύτερου κόσμου:

Γοητευτικές οι λέξεις
αλλά κατά βάθος θολές.
Περιδιαβαίνουν την ανάγκη για θεμελίωση
χωρίς ρίζες, δίχως μέλλον
προσκυνούν πηγές αλάνθαστου
προβάλλουν αξιώσεις αλάθητου.
(Από τον «Εξορκισμό»)

Από τη μια ο μονόδρομος των γοητευτικών «αλλά κατά βάθος θολών» λέξεων, η λογοκρατική θεώρηση της επικοινωνίας. Από την άλλη τα «Αποκαΐδια» ανοίγουν τα φλέγοντα σημερινά θέματα και τα αφήνουν σ΄ αυτή την κατάσταση που έχει η θράκα λίγο πριν σβήσει ή λίγο πριν αναζωπυρωθεί από ένα άλλο χέρι, από μια άλλη κίνηση, από ένα άλλο βλέμμα. Η προσωπική ιστορία του καθενός στην εποχή του lifestyle, η μητρική σχέση, το αδιέξοδο της πολιτικής εκπροσώπησης, η τύχη της Αριστεράς, το προσφυγικό, ο ρόλος της δημοκρατίας στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο κόσμο, θέματα όλα ανοικτά για να θυμίζουν ποια είναι η μεριά της ηθικής με ήτα μικρό.
Η τελική αίσθηση που αφήνουν τα «Αποκαΐδια ηθικής» δεν είναι η οσμή των καμένων στίχων, των ανολοκλήρωτων ρυθμών, των ματαιωμένων κινήσεων. Διατηρούν και μεταδίδουν τη φλόγα μιας αξιοπρέπειας που δεν περιορίζει τον άνθρωπο στις επιταγές μιας απομονωμένης, ιδιοτελούς και τελικά ανήθικης διαβίωσης.

Κι όμως μυρωδιά μου.
Το δικό μου άτι
ατίθασο γεννήθηκε.
Αδάμαστο θα πορευτεί.
Αντιστέκεται ακόμη.
Όσο μπορεί.
(Από το «Αδάμαστο άτι»)

ΣΚΕΨΕΙΣ  (2013)

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ

ΕΥΒΟΪΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ, ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ

ΠΑΝΕΥΒΟΪΚΟΝ ΒΗΜΑ 5/3/2015

ΠΑΙΔΙ μεταναστών με ρίζες Πηλιορείτικες η Κατερίνα Λιάτζουρα. που όμως στη γερμανική πόλη Στουτγάρδη, το 1972, γεννήθηκε, εκεί για χρόνους 12 έζησε και με τις λεπτές της αισθήσεις πάσχιζε καθημερινώς λίγο φως να ψηλαφίζει και τα όνειρά της με χαρά να ενεδύσει.
Ακολουθεί ο επαναπατρισμός της στη γη των προγόνων της, η είσοδός της στο τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, το πέρασμά της από το Κλεινόν Άστυ, η δημιουργία οικογένειας, η κατ’ επιλογήν εγκατάστασή της στη Χαλκίδα, όπου μονίμως κατοικεί και εργάζεται.
«Επιλέξαμε, λέει, τη Χαλκίδα γιατί μας ήταν ιδιαιτέρως συμπαθητική ως πόλη και συνδύαζε προτερήματα έναντι άλλων περιοχών, που βρίσκονται κοντά στην Αθήνα. Βέβαια, σημαντικό ρόλο έπαιξε η ύπαρξη της θάλασσας και οι μοναδικές ομορφιές της Εύβοιας.»
«Λίγο αργότερα προστέθηκαν και τα τρελά νερά του Ευρίπου που μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να με εντυπωσιάζουν. Από το 2007 εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στο 6ο Γυμνάσιο Χαλκίδας, διδάσκοντας Γερμανικά, Ιστορία και Project».
ΠΛΗΝ των εκπαιδευτικών και οικογενειακών της καθηκόντων η Κατερίνα Λιάτζουρα δεν παύει ένας καθ’ όλα ενεργός πολίτης να είναι, που
πλην των άλλων της δραστηριοτήτων και με την τέχνη της γραφής, αλλά και
της φωτογραφίας, με πάθος καταγίνεται.
Σχετικά, η ίδια δηλώνει: «Η Λογοτεχνία και η Τέχνη της Φωτογραφίας με συνέπαιρναν από τη νεανική μου ηλικία. Με την Τέχνη της Φωτογραφίας ασχολήθηκα εντατικά το 2007-2010, παρακολουθώντας σχετικά μαθήματα στο Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδος με δάσκαλο τον Γιώργο Ζαφειριού.
»Έχω κάνει ατομική έκθεση φωτογραφίας στην Αθήνα, έχω συμμετάσχει σε δύο ομαδικές εκθέσεις του Εργαστηρίου Τέχνης (Χαλκίδα και Arles) και σε
άλλες της Πολιτιστικής Ομάδος της ΕΛΜΕ Εύβοιας, για την οποία και προ-
βολές οπτικοακουστικού υλικομ έχω επιμεληθεί.
»Την ίδια περίοδο, άλλοτε πιο έντονα και άλλοτε πιο διακριτικά, το χέρι μου δε λησμονεί να πιάνει το μολύβι και τις σκέψεις μου να καταγράφει».
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ της καταγραφής των εσωτερικών της οχλήσεων, τών πολύπλευρων ανησυχιών και στοχαστικών της ενατενίσεων, των οραματισμών, των αναζητήσεών της, και του ορισμού της θέσης της έναντι της κοινωνίας και του σύμπαντος κόσμου υπήρξε η δημιουργία της ποιητικής της συλλογής Σκέψεις, που κυκλοφόρησε το 2013 από το περιοδικό manifesto και την ίδια περίοδο στο βιβλιοπωλείο Πορθμός παρουσιάστηκε.
Εισδύοντας αναγνωστικά και βηματίζοντας σταθερά στους μορφικά,
σημασιολογικά και αισθητικά πολύσκαλους ποιητικούς τόπους των Σκέψεων της Κατερίνας Λιάτζουρα, υποχρεώνεσαι εκ των πραγμάτων σε καίρια σημεία αυτών ανάσες βαθιές να πάρεις, και να συνομιλήσεις μαζί τους, να λογιστείς και να αναστοχαστείς, να απορήσεις ή τις δικές σου να τείνεις ρήσεις, να συμπλεύσεις ή επί φτερών σκιάς αναβάτης δεινός τη χαίτη της, κρατώντας για ορίζοντες μακρινούς και αθώρητους αχρόνως να πλέεις και σε χάη να χέεις.
ΜΕ λόγο πυκνό και αφοπλιστικό, αφαιρετική και εκφραστική δεινότητα, υπαινικτική και πολυσημική διάδραση των διανοημάτων, επιτυχή άρμοση των στιχογραφικών της δόμων, έντονη αμφισβήτηση και ονειρική διάπλαση ενός κόσμου εύκοσμου και ισορροπημένου, αλλά και πλούτο συμβολισμών και συμβόλων η δημιουργός των καλών Σκέψεων προσφέρει στον αναγνώστη την πρώτη της ποιητική παραγωγή και τον προσκαλεί σε ανοιχτό και πολυεπίπεδο δείπνο διαλεκτικής και μέθεξης.
ΣΤΗΝ προαναφερθείσα μουσικοποιητική σύναξη του Πορθμού ξεναγητής των παρουσιαζόμενων ποιητικών Σκέψεων της Κατερίνας Λιάτζουρα ο φιλόλογος καθηγητής Κωνστ. Γιαννάκος υπήρξε, ο οποίος μετα-
ξύ άλλων ανέφερε:
«(…) Τα θέματα των έργων της (της ποιητικής συλλογής) μπορώ να τα εντάξω στις εξής 4 ομάδες: Ανθρώπινες σχέσεις, Παρατηρήσεις για την ζωή και την φύση των πραγμάτων, Αναζητήσεις και Εξομολογήσεις. Υπάρχει και ένα ανένταχτο. Το ονόμασα «Ο χορός» ή «Το μανιφέστο των αισθήσεων».
(…) Στην πρώτη ομάδά (…)κυρίαρχη ιδέα είναι η δυσπιστία απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις που οδηγείται μέχρι τα άρια της απογοήτευσης.
Η δεύτερη, που αποτελείται από 8 ποιήματα, ρίχνει γέφυρες θεματικές
στην πρώτη ομάδα.
Στις αναζητήσεις η Κατερίνα παλεύει με τα αιώνια, παλεύει με το «εγώ», παλεύει με το «εσύ», με τη μοίρα και τα λάθη (…)παλεύει, όπως όλοι, και δείχνει ότι προσωρινά ηττάται (…). Ωστόσο φαίνεται ότι έχει ισχυρή θέληση και πάθος να υπερισχύσει.
(…) Η συλλογή ολοκληρώνεται με τις Εξομολογήσεις. Σε όλα τα ποιήματα
ίσως είναι ολοφάνερος ο προσωπικός τόνος που – θέλει δε θέλει – δίνει η Κατερίνα για να αποκαλύψει σε μας ένα συναίσθημα, μια σκέψη, μια άποψη. Όμως εδώ, σ’ αυτά τα 7 ποιήματα των Εξομολογήσεων, βλέπει κανείς να εμφανίζεται από πόρτα ορθάνοιχτη ολόκληρο και ξεσκέπαστο το φορτίο των συναισθημάτων που κουβαλάει.
Είναι ολοφάνερο, εκτός των άλλων, από το α’ πρόσωπο των ρημάτων, από τις κτητικές αντωνυμίες, από τον εσωτερικό μονόλογο που κυριαρχεί με τον οποίο σκέφτεται φωναχτά, σχεδόν κραυγάζει.
(…) Το α’ πρόσωπο – και δη ενικού αριθμού – είναι κυρίαρχο στη συλλογή. (…)Είναι αυτό που αποκαλύπτει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, (,.,)αυτό που δίνει τον έντονο προσωπικό τόνο.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη στη Τζένη Κουκίδου

koukidaki.blogspot

Η Κατερίνα Λιάτζουρα και τα Αποκαΐδια Ηθικής

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Κ.Λ.: Τα “Αποκαΐδια ηθικής” είναι μια ποιητική καταγγελία σε όλους αυτούς που περηφανεύονται πως κάνουν σημαντικά πράγματα για τον άνθρωπο, παραμελώντας όμως ταυτόχρονα, τον ίδιο τον άνθρωπο.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Κ.Λ.: Αίμο-Κάθαρση.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Κ.Λ.: Να πάψει να ταΐζει κουτόχορτο τον εαυτό του και τα παιδιά του. Και να βρει τρόπους αντίστασης. Και να συνειδητοποιήσει πως δεν χρωστά την ζωή του σε κανέναν.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Κ.Λ.: Στο Κάβο Ντόρο. Όσο χτυπάει ακόμη η καρδιά μας.

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο
Κ.Λ.: ΦΩΝΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ

Γέμισαν τ’ αυτιά φωνές.
Φωνές χωρίς πρόσωπα.
Ασώματες.
Στερεότυπα απαράλλακτα
χωρίς απροσδόκητα
χωρίς ενδεχόμενα
η φωνή του ανθρώπου
παραμορφώνεται
νοθεύεται
και τέλος τέλος ακυρώνεται.

Μια εφιαλτική εντύπωση σφηνώθηκε στον λογισμό μου.
Πως ο άνθρωπος θα εκλείψει.
Θα απομείνει μόνο η μιλιά
μηχανική
ηχογραφημένη
υπαγορευμένη
ξεκρέμαστη στον αέρα
δίχως στόμα, γλώσσα ή λαλιά
δίχως νόημα.
Κενή.

https://koukidaki.blogspot.gr/2017/05/i-katerina-liantzoura-kai-ta-apokaidia-ithikis.html

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

Η Κατερίνα Λιάτζουρα στο Εργαστήρι του συγγραφέα

Τα «Αποκαΐδια Ηθικής» (εκδόσεις Βακχικόν 2017) είναι ένα βιβλίο που προέκυψε από την αντιπαράθεση μου με την Ηθική της εποχής και με τις εκφάνσεις της. Όταν μιλάω για Ηθική εννοώ εκείνο τον κώδικα επικοινωνίας που έχει διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες και αποτυπώνει τον τρόπο αντίληψης του “αγαθού”, βασική προϋπόθεση για την εποικοδομητική συνύπαρξη των ανθρώπων επί της γης. Όταν μιλώ για Ηθική, δεν ηθικολογώ και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν επιθυμώ να ηθικοποιήσω τον κόσμο. Η διαμόρφωση, εξάλλου, μιας κάποιας Ηθικής, είναι επιταγή πολύ προσωπική του κάθε ανθρώπου. Όταν μιλάω λοιπόν για Ηθική, εννοώ όλα εκείνα τα μικρά πρέπει, τα προστάγματα τα κοινωνικά, που σου επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και που σου καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία μπορείς να κινείσαι. Όλα εκείνα τα πρέπει που έρχονται σε αντιπαράθεση με τα μεγάλα θέλω του ανθρώπου, τις βαθιές επιθυμίες του, τις πεποιθήσεις του για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, τις αξίες που επιλέγει να ακολουθήσει και που τον διαμορφώνουν ως άτομο και ως πολίτη, που τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο. Στα Αποκαΐδια Ηθικής κατέθεσα ποιητικά, μικρές και μεγάλες εντυπώσεις που αποκόμισα παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μου, συμμετέχοντας σε σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής μου, συνειδητοποιώντας την τεράστια ανθρωπιστική κρίση, αναμοχλεύοντας καταχωνιασμένα προσωπικά βιώματα και ακούγοντας τις ιστορίες άλλων.
Το βιβλίο είναι μια καταγραφή ανθρωπίνων συμβάντων, πάντα βεβαίως υπό το πρίσμα της δικής μου αντίληψης περί Ηθικής. Παρατηρώντας λοιπόν τον κόσμο γύρω μου διαπίστωσα, πως για να έχεις την αποδοχή του συνόλου του κοινωνικού, για να είσαι αρεστός στην μικροκοινωνία σου, για να μην προκαλέσεις αναστάτωση, συγκρούσεις και κόντρες στον περίγυρο σου, πολλές φορές συμβιβάζεσαι με ιδέες, αποδέχεσαι παθητικά ή υποστηρίζεις ενεργά απόψεις που δεν συνάδουν με τις προσωπικές αξίες σου και κάνεις πράξεις (ή είσαι παρατηρητής πράξεων) που πληγώνουν. Σε πιο ακραίες διαστρεβλωμένες εκφάνσεις της Ηθικής, βλέπε δημόσια ζωή και πολιτική, απλά υποκρίνεσαι, ψεύδεσαι και εξαπατάς. Και δυστυχώς, η επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων επιβεβαίωσαν τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Εάν προσπαθούσα λοιπόν να αποτυπώσω εν συντομία το περιεχόμενο του βιβλίου μου, θα έλεγα ότι έγραψα για τους ανθρώπους που με ενοχλούν. Θα έλεγα ότι έγραψα για τις ανθρώπινες εκείνες πράξεις, που απορρέουν από την μεγαλομανία και την υπεροψία, την φυγοπονία και την αδιαφορία του ανθρώπου. Θα έλεγα ότι έγραψα τα Αποκαΐδια της Ηθικής για

….να καθαρίσει το θυμικό από περισσεύματα
να καθαρίσει η μνήμη από περιττώματα
για να αλαφρύνει το μυαλό
για να είναι ελαφρύς ο ύπνος.

(απόσπασμα από το ποίημα «Ο ήρωάς μου»)

http://fractalart.gr/katerina-liatzoura/

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Η Κατερίνα Λιάτζουρα ζει στη Χαλκίδα. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της Σκέψεις. Τα Αποκαΐδια ηθικής κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Σε πρώτο πρόσωπο για τα «Αποκαΐδια ηθικής»…

Η Ηθική δεν είναι ένα θέμα καινούργιο. Ούτε στην ζωή ούτε και στην ποίηση. Η ηθική είναι ένα θέμα που απασχόλησε πριν από μένα πολλούς ποιητές και νομίζω πως και στο μέλλον θα απασχολεί τους ανθρώπους, που επεξεργάζονται ή προσπαθούν να επεξεργαστούν νοητικά τον κόσμο γύρω τους. Προσωπικά όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα με απασχολούσαν ζητήματα που είχαν να κάνουν με τα «πρέπει» και τα «θέλω» μου, τα «κοινωνικά» προστάγματα και τις επιθυμίες μου, τις ηθικές επιταγές των άλλων, τα στερεότυπα και τους συγκαλυμμένους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς, τις επιβαλλόμενες κοινωνικές συμπεριφορές και τα κοινωνικά πρότυπα των «πετυχημένων» και «αποτυχημένων» ανθρώπων. Στην πορεία της ζωής μου διαπίστωσα την ψευτιά και την υποκρισία γύρω μου. Σε όλα τα επίπεδα. Την οικογενειακή προσποίηση πως όλα βαίνουν καλώς, (αρκεί να σπουδάσεις δικηγορία και να παντρευτείς γιατρό), την κοινωνική βιτρίνα της καλοπέρασης (με χρήματα δανικά) και της αλληλεγγύης (με συναισθήματα προσποιητά) και τέλος την πολιτική υποκρισία. Για την πολιτική δεν θα μιλήσω. Όσες φορές ανοίγω αυτό το θέμα προς συζήτηση, οι συνομιλητές μου γελάνε μαζί μου. Ήμουν ρομαντική; Ονειροπόλα; Απελπισμένη; Απεγνωσμένη; Κοιμισμένη; Και δεν είχα συνειδητοποίηση πως η ηθική είναι ανύπαρκτη στην πολιτική, όποια απόχρωση και να έχει η πολιτική ιδεολογία; Τι να πω!! Νόμιζα πως η Αριστερά διέφερε από τις άλλες πολιτικές τοποθετήσεις. Ε, έκανα λάθος. Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων εννοώ τις προεκλογικές μεγαλοστομίες σε αντιπαράθεση με τις μετεκλογικές υποκύψεις. Τα «Αποκαΐδια ηθικής» είναι το απόσταγμα όλων των παραπάνω προβληματισμών μου.

Η έμπνευση στα χρόνια της κρίσης…

Κυκλοφορώντας ανάμεσα στους ανθρώπους, έχοντας τις κεραίες μου ανοιχτές.

Η σχέση με τη λογοτεχνία…

Η λογοτεχνία είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου. Διαβάζω πολύ. Θυμάμαι λίγα. Δεν συγκρατώ τα ονόματα των συγγραφέων που διάβασα. Ούτε μπορώ να αναπαράγω αποφθέγματα τους ή να απαγγείλω στίχους. Στη λογοτεχνία όμως χρωστώ πολλά, διότι συνέβαλλε σημαντικά στην δημιουργία του κόσμου που έχω μέσα στο μυαλό μου.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;

Δεν ξέρω αν υπάρχουν καλά ή κακά βιβλία. Ούτε αν «σώζεται» η ψυχή μας. Σίγουρα όμως η ανάγνωση ενός βιβλίου, μπορεί να μας «ταξιδέψει» και να μας προβληματίσει, να προχωρήσει την σκέψη μας. Συνεπώς έχει γίνει μια νοητική πράξη, άρα μία καλή πράξη.

Επόμενα συγγραφικά σας σχέδια…

Θα ήθελα να ασχοληθώ με μικρο – αφηγήματα.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

SONY DSC

SONY DSCSONY DSCSONY DSC

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *