ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Δοκιμιογράφος και πεζογράφος, έχει συνεργαστεί με έγκριτες περιοδικές και εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις. Σήμερα διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό “Κοράλλι”. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Έχει τιμηθεί με το βραβείο δοκιμίου του PENClub και το βραβείο Φωτέα για το βιβλίο του “Εναντίον του χρόνου”. Το 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Prize for Literature) για το μυθιστόρημά του “Αγκριτζέντο”, το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά, τα πολωνικά, τα σερβικά, τα κροατικά και τα αλβανικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

2009 Αγκριτζέντο. [Ιδεόγραμμα] Β’ έκδοση (2011): [Α. Α. Λιβάνη]
2017 Ο κύκλος του χώματος, [Καστανιώτη]
2020 Το στέμμα των αυγών [Καστανιώτη]

ΔΙΗΓΗΜΑ
1992 Η κόρη του Ιεφθάε. [Λάτμος]

ΝΟΥΒΕΛΑ
2001 Το βιβλίο της μέλαινας χολής. [Παρουσία]

ΔΟΚΙΜΙΟ

1993 Εθνικισμός και Ελληνικότητα. [Πορθμός] (2η έκδοση 2003).
2008 Εναντίον του χρόνου. [Ευθύνη]
2014 Το χρέος και ο τόκος. [Γόρδιος]
2016 Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, [Κουκούτσι]

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ

1995 Μικρά Ασία. Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922 [Ιωλκός] (4η έκδοση 2004).
1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Αρχαίων Χρόνων. [Γόρδιος] (2η έκδοση 2009).
1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Μέσων Αιώνων. [Γόρδιος] (2η έκδοση 2010).
1999 Μικρά Ασία. Ιστορία Νέων Χρόνων. [Γόρδιος] (3η έκδοση 2011).
2002 Χειμάρρα [Ιωλκός]

2002 Ιστορία Νεώτερης Ελλάδας (1821-1941). [Ιωλκός] (2η έκδοση 2012)
2007 Κύπρος 1954- 1974: Από το έπος στην τραγωδία. [Ιωλκός]

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

1998 Νικόλαος Πλαστήρας. [Ιωλκός] (2η έκδοση 2006).
2005 Θεόδωρος Πάγκαλος [Ιωλκός]

.

.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ  (2017)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

“Ο κύκλος του χώματος είναι ο κύκλος της ζωής – όπως γεννιέται, αναπτύσσεται και τελειώνει στο χώμα. Αυτό είναι το θεμελιακό στοιχείο της φύσης, η γη πάνω στην οποία υψώνεται το οικοδόμημα του πολιτισμού μας. Αυτό είναι και ο τελικός μας προορισμός, στο χώμα λύνονται όλοι οι σωματικοί δεσμοί. Μέσα από αναδρομές σε ιστορικά επεισόδια που σφράγισαν την πορεία μιας οικογένειας, προβάλλει ένας ιδιαίτερος κόσμος που παρακμάζει αλλά αρνείται να συμβιβαστεί με το πνεύμα των νέων καιρών. Με άξονα τον ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά. αγνοούμενου από τις επιχειρήσεις της Κύπρου το 1974 και σκιά από τότε στη ζωή των οικείων του, ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωής, όπως σημαδεύεται από την κυπριακή τραγωδία και κορυφώνεται μέσα στην καταναλωτική μέθη της μεταπολίτευσης. Ο θάνατος των παλαιότερων Γαβαλάδων και οι αντισυμβατικές επιλογές της νεότερης γενιάς τους, κλείνουν έναν ιστορικό και βιολογικό κύκλο. Ο κύκλος του χώματος όμως, πανίσχυρος νόμος της φύσης, αναζητά τον τρόπο για ν’ ανοίξει πάλι με μια νέα ζωή.”

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

[2] Αγρυπνία στο Γ.Σ.Π.

ΕΧΕΙ τα μάτια ανοιχτά όλη τη νύχτα στο σκοτάδι, κόκκινα απ’ τον ελάχιστο ύπνο που με κόπο κερδίζει, για λίγα λεπτά μόνο. Θέλει ανυπόμονος να δει πώς ξανοίγει την αυγή το γαλατένιο απ’ το γκρίζο. Μέρα ζεστή, μέρα της στάχτης φτάνει, απ’ το θολό το βλέμμα πρώτα. Το αισθάνεται δυο νύχτες τώρα, άστατα καθώς κοιμάται, από τις δεκαοχτώ του μήνα που εγκαταστάθηκαν εδώ στο στάδιο του Γυμναστικού Συλλόγου Παγκύπρια. Οι άντρες κοιμούνται στις κερκίδες. Σκέφτεται ξανά και ξανά όσα γίνανε από τις δεκαπέντε Ιουλίου. Ήταν εφτά το πρωί, όταν έφτασε με τζιπ στο στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς ο συνταγματάρχης της διεύθυνσης τεθωρακισμένων. Λίγο μετά τις οκτώ ένα mazda έφερε μήνυμα απ’ το Επιτελείο. «Σχετική ενέργεια θα εκδηλωθεί εντός ολίγου. Πρόκειται περί διαταγής, δεν ερωτάσθε». Κάθε απορία περιττή. «Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε με τον…». Η βρισιά δεν ακούστηκε καθαρά, σαν να ντρεπόταν αυτός που την ξεστόμισε. «Έγινε λοιπόν αυτό που αρνιόμουν να πιστέψω», ψιθύρισε ο Μπούτος, ο διοικητής του τάγματος. Δεν είχε μυηθεί, «δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη». Πήραν εντολή να κινηθούν αμέσως προς το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
     Τη νεκρική σιγή διαδέχτηκε ένα κλίμα που άρχισε να γίνεται πανηγυρικό. «Καιρός να τελειώνουμε με τα κουμμούνια», κραύγασε ένας ανθυπασπιστής. «Έφθασε η ώρα της Ενώσεως», πετάχτηκε κάποιος δόκιμος. «Αν είναι να γίνει η Ένωσις, ας χαθούν χίλιοι Μακάριοι», πήγε να πει ο Αλέξανδρος. Μα δεν μίλησε. Όπως δεν μιλούσε κι όταν οι γριβικοί φίλοι του ζητούσανε πιο δυναμική δράση. Ούτε για Τούρκους είπε τίποτα, θέλησε να ρωτήσει κάτι, μα του έκανε νόημα ο Μπούτος να σωπάσει. Άρχισαν να φορτώνουν υλικά και πυρομαχικά, στους λόχους ανακοίνωσαν πως ήταν άσκηση συναγερμού. Απέναντι, τα άρματα της επιλαρχίας είχανε κιόλας ξεκινήσει. Βάλανε μπροστά τις μηχανές κι αυτοί. Φτάνοντας στην ΕΛΔΥΚ πήραν διαταγή να ετοιμάσουν μια διμοιρία και δύο οχήματα για να κατευθυνθούν στο αεροδρόμιο. Νέα εντολή μετά, να στείλουνε δύο λόχους με τέσσερα οχήματα κατά του πιστού στον Μακάριο Εφεδρικού. Ύστερα περίπολα στη Λευκωσία, σκοπιές, έλεγχοι κι άλλα έξι οχήματα μετά, στην Αρχιεπισκοπή που αντιστεκόταν σκληρά ως το απόγευμα. Αίμα, θυμός και πλιάτσικο κι ο Μπούτος να τρέχει να επιστρέφει τα κλεμμένα, να μην απλώσει κι άλλο η ντροπή.
     «Και τώρα;», σκέφτεται καθώς γυρίζει ξανά προς την πλευρά του παραθύρου, «Τώρα τι κάνουμε που φάνηκαν τ’ αποβατικά; Τώρα που έρχεται ο πραγματικός εχθρός και η Εθνική Φρουρά είναι διαλυμένη;». Τι κι αν έφταναν σωρηδόν οι πληροφορίες για τουρκικές προπαρασκευές – οι πυροβολαρχίες και οι καταδρομείς κυνηγούσαν ακόμη Μακαριακούς ή κινούνταν προς την Πάφο αντί να είναι με το δάχτυλο στη σκανδάλη στον Πενταδάχτυλο. Η εξάντληση, οι απώλειες, η νευρικότητα, το μίσος που κόχλαζε καταλύοντας κάθε συνοχή, δεν είχαν αφήσει ούτε μέρα να συχάσουν, να κοιμηθούν σαν άνθρωποι μήτε αξιωματικοί μήτε φαντάροι. Φώναζε στο επιτελείο από το πρωί ο Μπούτος και οι άλλοι διοικητές. «Να πάμε στους χώρους διασποράς όπως προβλέπει το σχέδιο επιφυλακής, να ληφθούν στοιχειώδη μέτρα, να γίνει κάποια επιστράτευση». Άδικα. «Επίδειξη κάνουν», τους λέγανε. Και έμενε ακίνητο στο ΓΣΠ το μηχανοκίνητο, ενώ στον θύλακο του Κιόνελι ηχούσαν αμανέδες, κινούνταν λεωφορεία, μπουλντόζες διευθετούσαν τον διάδρομο της Αγύρτας για να προσγειώνονται άνετα αεροπλάνα. Και το επιτελείο της Εθνικής Φρουράς; Ύπνος αδιάφορος και ροχαλητό πατριδεμπορίου. Κάποιοι έφευγαν ήδη άρον-άρον για την Αθήνα.
     Τους είχαν κουβαλήσει απ’ το στρατόπεδο της Κοκκινοτριμιθιάς, έδρα του τάγματος, για το πραξικόπημα και τους κρατούσαν επίμονα στη Λευκωσία μέρες τώρα. Τι κι αν τα σχέδια όριζαν να βρίσκονται στον Καραβά, δυτικά της Κερύνειας, εκεί, στον χώρο άμυνας σε περίπτωση εισβολής; Και δεν ήταν μια μονάδα σαν όλες τις άλλες. Ήταν το μηχανοκίνητο τάγμα, το κύριο προς αντεπίθεση τάγμα σε περίπτωση απόβασης, το μόνο μηχανοκίνητο της Εθνοφρουράς, αυτό που θα έπληττε τον εχθρό από την πρώτη στιγμή. Με τα θωρακισμένα οχήματα που διέθεταν, δεκαεννέα BTR και λίγα άρματα ακόμη, δεν θα περνούσε κουνούπι στην Κερύνεια. «Πόσο θα μείνουμε εδώ;», ρώταγε ο Μπούτος όταν φτάσανε στο στρατόπεδο της ΕΑΔΥΚ, εφεδρεία του στρατηγείου. Κι όσο δεν έπαιρναν απάντηση, τόσο τους έζωναν τα φίδια. Το μεσημέρι πήγαν με τον υπολοχαγό Φαντίδη στην 3η Ανωτάτη. «Ασκήσεις προς εκφοβισμό», επαναλάμβαναν μονότονα εκεί, «μην ανησυχείτε».
     Αργά το απόγευμα ήρθε επιτέλους από τη διοίκηση τεθωρακισμένων η διαταγή να τεθούν σε ετοιμότητα, να καλέσουν κρίσιμες ειδικότητες, ν’ αρχίσει προπαρασκευή για επιστράτευση. Πριν βραδιάσει, πήγε πάλι ο Μπούτος στο ΓΕΕΦ, παρακάλεσε να φύγουνε αμέσως για τον Καραβά, ν’ αναχωρήσουν έστω για τον χώρο διασποράς της Μύρτου. «Αν κινηθούμε αύριο υπό το φως της μέρας θα μας τσακίσει η αεροπορία». Μάταια. «Θα μείνεις στη θέση σου κι αν χρειαστεί θα αναχωρήσετε το πρωί», ήταν η απάντηση. Κάποιοι μίλαγαν γι’ απόβαση στην Αμμόχωστο. «Τι λένε; Στην Κερύνεια θα χτυπήσουν, να ξεκινήσουμε τώρα», φωνάζει ο Ζαχαρής. «Βαγγέλη, δεν μπορώ να παραβώ τη διαταγή. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν από την Αθήνα. Πάλι καλά που μας άφησαν να καλέσουμε πενήντα εφέδρους ειδικοτήτων». Ο ταγματάρχης τον κοιτάζει και κουνάει το κεφάλι. «Ποιος θα τους βρει και πότε θα τους φέρει…», ψιθυρίζει. Τη νύχτα νέο τηλεφώνημα, να ετοιμαστούν: εφαρμογή του σχεδίου «Αφροδίτη».

.

ΑΓΚΡΙΤΖΕΝΤΟ (2009)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τι μπορεί να συμβεί όταν ανταμώσουν στο Αγκριτζέντο της Σικελίας…

…Ένας παράξενος γιατρός που καταδύεται στην ιστορία του αρχαίου Ακράγαντα, με οδηγό τον μεγάλο φιλόσοφο, τέκνο της πόλης, Εμπεδοκλή.
Η κόρη του, μια ζωγράφος που ζητά τη λύτρωση όχι στην τέχνη αλλά σε μιαν απρόβλεπτη μοίρα.
Ένας Έλληνας που επιλέγει τη φυγή και την επιστροφή στον πρώτο του έρωτα για να σωθεί από τον κορεσμό και την ανία.
Κάποιος παράνομος που κρύβεται εδώ και αναλογίζεται τη ζωή του καταρρίπτοντας τους μύθους για το οργανωμένο έγκλημα.
Ένας αποσχηματισμένος ιερέας που θυμάται μαζί με τον αδερφό του πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης Σικελίας…
Ένα βιβλίο ύμνος γι αυτή την άλλη Σικελία, πέρα από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μα κι ένα βιβλίο-ύμνος για την πραγματική ζωή και για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια. Γιατί το Αγκριτζέντο δεν είναι απλά μια πόλη…

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Διέσχισαν μια δεντροσυστάδα ακόμη. ‘Ολόγυρα οι χυμοί της φύσης συνέπαιρναν τις αισθήσεις. Κατάλαβαν κι οι δύο χωρίς να πούνε άλλη λέξη. Μέθη ή αδημονία; Στα όρια των πεδινών τους εαυτών, στο διάπυρο τοπίο του ηφαιστείου, ο αρχέγονος ίμερος και το μεσαιωνικό πάθος, τους οιστρηλατούσε και τους εκμηδένιζε συνάμα. Σε μια αόρατη φωτιά έτριζαν ο κάτω και ο πάνω κόσμος. Χωρίς θεμέλια έμοιαζαν οι ουρανοί. Τα βέλη του ατόφιου ήλιου και το αλάτι της γης, οι φωνές των ζώων του δάσους κι οι
οσμές των δέντρων, η γονιμότητα και η αρρενωπή χάρη, κυλούσανε στο αίμα. Κάτω από τις χαράδρες και πάνω από την άβυσσο, οι νύφες που ήταν κάποτε παρθένες, έστησαν αυτί ν’ ακούσουν την αναπνοή των δύο εραστών, την αναγγελία του μοιραίου. Πράξεις σιωπηλές, παραλείψεις θορυβώδεις, όλα όσα
είχαν γίνει αισθήματα πένθιμα, βάδιζαν πίσω τους, συν λιτανεία βουβή. Δεν τους παρηγορούσαν, δεν τους εμπόδιζαν. Κι έτσι δεν είχαν ανάγκη πια το πρόσχημα πως καλλίτερα να μετανιώσεις γι’ αυτά που έκανες παρά γι’ αυτά που δεν έκανες.
Κόντευαν στο ψηλότερο καταφύγιο της Αίτνας. Πριν από την τελευταία στροφή, το μονοπάτι έβγαζε στην άκρη απόκρημνου βράχου όπου από ένα παλιό ξύλινο περίπτερο που το έκρυβαν δέντρα ψηλόκορμα και βράχια μαύρα, μπορούσες να χαρείς θέα μαγευτική. ’Εδώ η αναψυχή μπορούσε να γίνει κατοικία. Αλλά στο περίπτερο δεν θα ήταν μόνοι. Είχε φτάσει από το πρωί μια
ομάδα ηθοποιών που ετοιμαζόταν να ανεβάσει την τραγωδία του Φρήντριχ Χέλντερλιν «Ό θάνατος του Εμπεδοκλή». Την τραγωδία την είχε διασκευάσει κάποιος σκηνοθέτης που επέμενε να έρθει ο θίασος εδώ, για να δει το περιβάλλον όπου χάθηκε ο φιλόσοφος και να κάνουν μια πρόβα σ’ αυτό
το χώρο.
Πιάσανε κουβέντα. Μόλις είχαν τελειώσει τω πρώτο πέρασμα κι έκαναν διάλειμμα. Ο σκηνοθέτης ρώτησε με ενδιαφέρον από πού ήταν. Δίπλα κάποιοι ηθοποιοί μιλούσαν για τις εκρήξεις που ακούγονταν όλο το προηγούμενο βράδυ και παρά λίγο να ματαιώσουν την πρόβα αφού οι αρχές ήταν το πρωί έτοιμες να απαγορεύσουν την ανάβαση πάνω από την πρώτη ζώνη. Στους κρατήρες που ήταν πιο ψηλά φαίνονταν καπνοί, δημιουργώντας τώρα νέα ανησυχία. «Τυχεροί είμαστε» είπε διφορούμενα ο Λίνος συν να χαιρότανε την εμπειρία ενώ ο σκηνοθέτης για να πολέμα το άγχος του, μήπως διακοπεί η πρόβα, φιλοσοφούσε πάνω στα σεισμικά φαινόμενα.
«’Εδώ, κάτω από την Αίτνα, είναι φυλακισμένοι ο Εγκέλαδος κι ό Τυφώνας, το τέρας με τα εκατό κεφάλια. Οι αισθηματικές αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων δεν θα πάψουν ποτέ να δονούν τον κόσμο και να γκρεμίζουν τα οικοδομήματα της σκέψης, χειρότερα απ’ ότι οι μετακινήσεις των πλακών γκρεμίζουν τα σπίτια κι ανάβουν φωτιές. Πάντα κάτι θα έχουμε να πούμε για τα σεισμικά φαινόμενα της ψυχής και του πνεύματος. Αυτά ξανοίγουν τον ορίζοντα της ζωής που αλλιώς θα γινόταν ακίνητη, αβάσταχτα προβλεπόμενη. Το αίσθημα φίλοι μου, το αίσθημα. Αυτό κινεί τον κόσμο κι όχι ή σκέψη. Όσοι διαφωνούν είναι απλώς ψεύτες».
Δίπλα του σιωπηλός, μέ τό βλέμμα καρφωμένο μακριά, ένας στοχαστικός γέρος, ιδανικός για το ρόλο του ’Εμπεδοκλή, κάτι ψιθύριζε συν να αυτοσυγκεντρώνονταν για μια σκηνή που ο σκηνοθέτης ήθελε να επαναλάβουν. Δυο όμορφα κορίτσια πλάι τον μιλούσαν χαμηλόφωνα.
«’Από την Ελλάδα λοιπόν, έ;» γύρισε πάλι ο σκηνοθέτης στο
Λίνο. Και βγάζοντας από την τσάντα του ένα βιβλίο με κίτρινο εξώφυλλο, άρχισε να διαβάζει με σπασμένα ελληνικά

«Και τον κρατεί δεμένο του ουρανού η κολόνα
η χιονοσκέπαστη η Αίτνα
που ολοχρονίς κρατά το παγωμένο χιόνι.
Κι από τα σπλάχνα της πετάγονται
αγνότατες πηγές της τρομερής φωτιάς
που την ημέρα χύνουνε το μαύρο τον καπνό ποτάμι
και κόκκινες τη νύχτα φλόγες που κυλάνε
βράχια με πάταγο πετώντας
ως το βαθύ της θάλασσας καθρέφτη.
Πύρινους κρουνούς ψηλά τινάζει
το άγριο της Αίτνας το θηρίο που να σε πιάνει τρόμος.
Και είναι θάμα να το δεις,
θάμα κι απ’ όσους το ’δαν, να τ’ ακούσεις».

«Είναι από τους Επίνικους του Πινδάρου. Μου τους χάρισε ένας φίλος ποιητής Έλληνας, «ένα μεσημέρι ατίμητο», έτσι είχε γράψει στην αφιέρωση. Να δέστε το», είπε κι έδειξε τη σελίδα με την αφιέρωση ενός Έλληνα ποιητή που είχε σκοτωθεί πριν από μερικά χρόνια στην οδό Βεΐκου. «Ο Πίνδαρος» συνέχιζε ο σκηνοθέτης «είχε την τύχη να δει με τα μάτια του μια έκρηξη του ηφαιστείου. Και την περιέγραψε μέσα στον ύμνο του για τον Ιέρωνα, μετά τη νίκη του τυράννου στα Πύθια».
Κοίταξε μια το ρολόι του και μια τον ήλιο με κλειστό το ένα μάτι. Ύστερα φώναξε τον ηθοποιό πού έπαιζε τον Εμπεδοκλή.
«Σινιόρ Ματέο, ελάτε, πάμε πάλι την τρίτη σκηνή».
Σηκώθηκε αυτός και απόκοσμη ακούστηκε η βαθιά φωνή του:

«Πατώντας αλαφρά μες τη γαλήνη, μου ήρθες,
δω κάτω με συνάντησες, στα σκότη της σπηλιάς.
Αγαπημένη μου. Απρόσμενη δεν ήσουν.
Από πολύ μακριά, πάνω απ’ της γης τα ύψη
Το γυρισμό σου ένιωθα. Ω όμορφη ημέρα»…

.

ΔΟΚΙΜΙΟ

Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (2016)

Το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορρά που συνθέτει αισθήσεις αλλά και απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής, το βυζαντινό βάθος της πόλης από τον καιρό που ήταν πολυφυλετική και πανορθόδοξη, οι παρακαταθήκες του παρακείμενου Αγίου Όρους, του Παλαμισμού αλλά και των πρωτοκομμνουνιστών Ζηλωτών, η Ιουδαϊκή εσωτερικότητα, η κοσμοπολίτικη σφραγίδα που απέκτησε από τις ιστορικές της περιπέτειες η πόλη, η επιρροή από τη βαλκανική ενδοχώρα που φτάνει μέχρι ένα κεντρο-ευρωπαϊκό κλίμα, έκαναν τη βυζαντινή και βαλκανική Θεσσαλονίκη να νιώθει πάντα πολύ πιο κοντά στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη απ’ ότι στα μεγάλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης. Το άνοιγμα σε ευρωπαϊκές επιρροές εδώ θ’ ακολουθήσει γεωγραφικές επιταγές. Κι αν η αθηναϊκή γενιά του Τριάντα προεκτείνει ιδεατά τον οριζόντιο άξονα Ιωνία-Αθήνα-Παρίσι, η σχολή της Θεσσαλονίκης, όπως τη γνωρίζουμε κατ’ αρχάς με τις “Μακεδονικές Ημέρες”, θα είναι το νότιο άκρο ενός κάθετου άξονα με την Κεντρική Ευρώπη κορυφή. Θα είναι το κέντρο που ενώνει τον ελληνικό νότο με τον ευρωπαϊκό βορρά μέσω του δρόμου Αξιού-Μοράβια.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

…/…

Η μεταπολεμική πεζογραφική Θεσσαλονίκη λοιπόν είναι πάντα παρούσα και σύντομα θα δώσει δύο μείζονες για την όλη λογοτεχνία μας πεζογράφους, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Νίκο Μπακόλα που, παρά τον ισχυρό ρεαλισμό τους
στην αποτύπωση του περιβάλλοντος και στη σύλληψη της ατμόσφαιρας του ρυθμού και του βλέμματος, θα φέρουν κάτι ξεχωριστό στο όποιο αξίζει να σταθούμε.
Με σπάνια ευθύτητα ό Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) θα απαντήσει στο διαρκές λογοτεχνικό ζητούμενο που δεν είναι άλλο από την αυθεντική έκφραση μιας ανθρωπογεωγραφίας, με μία λέξη η αυτογνωσία μας. Με τη μονομερή αφήγηση, τη διάσπαση τού αφηγηματικού θέματος σέ ψηφίδες και την ανασύνθεση τού χρόνου, καταγράφει με εσωτερικό υποβλητικό λόγο και τρόπο προσωπικό, πρωτότυπο και πειστικό μια ιδανική ενότητα σώματος και ψυχής πού διασώζει τη ζωή ενός ολόκληρου κόσμου, με αξιοπρέπεια και κατανόηση.
Κέντρο της έμπνευσής του η Θεσσαλονίκη. Με βαθιά, μοναδική, βιωματική αίσθηση Ιστορίας και διεισδυτική ματιά, ο Ιωάννου διατρέχει σπίτια, δρόμους, μνημεία, ρυθμούς, βλέμματα, κινήσεις, όλες τις λεπτομέρειες και αποχρώσεις
που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και ό,τι συγκροτεί την ιστορικότητα της καθημερινής ζωής της περίφημης «πρωτεύουσας των προσφύγων». Το ειδύλλιο της ευσύνοπτης πόλης και της αισθηματικής κοινωνίας επιτρέπει θερμές ανθρώπινες σχέσεις, τονίζει την αντίθεση με το μηχανιστικό και απάνθρωπο περιβάλλον της σύγχρονης ζωής.
Ο Νίκος Μπακόλας (1927-1999) από την πλευρά του, με τη μαγεία και το δέος της συλλογικής φαντασίας να διαπέρνα μια γραφή που ακολουθεί τη νεωτερική τεχνική της ροής της συνείδησης, πλάθει κι αυτός ξανά την ιστορία με τη μουσική του αφήγηση. ’Ανασύρει από το υποσυνείδητό του μνήμες προφορικές που έχουν υλοποιηθεί και εικόνες τρίτων, όλα
τα στοιχεία που συναρθρώνουν μία παράδοση. Η ιστορία της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, τοπία, πολεμικές σκηνές, προσφυγικές αναμνήσεις, ο εβραϊσμός και η ασύγκριτη οδύνη του, εγγράφονται ως συμβάντα αποδεδειγμένης ιστορίας που ξεπερνούν σε σήμανση το ύφος της γραφής του. Ρεαλισμός δεν είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της
ενδόμυχης, ξεχασμένης ίσως από επικαλύψεις του χρόνου, πραγματικότητας. Η Μυθολογία, το κορυφαίο έργο του, μία οικογενειακή ιστορική τοιχογραφία σε δώδεκα χρονικές στιγμές, συνθέτει μια πανοραμική εικόνα της προσωπικής πορείας του ηρώα άλλα και του κοινωνικού και εθνικού περίγυρου. Και τούτο μεταφερμένο στην επικαιρότητα, σ’ ένα απόλυτα σύγχρονο ενδιαφέρον, με αδιόρατη άλλα κυριαρχική την προσωπική μέθεξη του συγγραφέα.
Το πρωτοποριακό κλίμα του μεσοπολέμου και η εσωτερικότητα μεταλαμπαδεύονται λοιπόν και μετά τα τραγικά χρονιά του εμφύλιου σπαραγμού. Με σημείο εκκίνησης την έκδοση του περιοδικού «Κοχλίας» το 1945 από τους Κιτσόπουλο, Σβορώνο και Κονιόρδο, η μεταπολεμική γένια δε μιμείται άλλα και δεν αποποιείται το κλίμα των «Μακεδονικών Ήμερων». Το προεκτείνει. Φυσικά υπάρχουν τομές και όρια, που δεν είναι συμβατικά η σχηματικά πάντα. Το αίσθημα ιστορικού αδιεξόδου επανέρχεται. Σταυροδρόμι πολιτισμών και λαών με ψυχή ανορθολογική που μαγεύονται από τα σκούρα νερά και τον ασαφή ορίζοντα, που δεν μπορούν τη στέρεα πλοκή της ζωής (και για τούτο παθιάζονται είτε σε θετικές είτε σε αρνητικές επιλογές), η Θεσσαλονίκη ζει πάντα το προνόμιο της γεωγραφίας που γεννά μύθους αλλά και φόβους, δικαιολογημένους η αδικαιολόγητους. Με την πίστη που ίσως θαυμάζουμε και νοσταλγούμε, να υποκύπτει συχνά είτε στον πειρασμό του συντηρητικού φανατισμού είτε στη ρηχότητα ενός άρριζου προοδευτισμού, η πόλη αυτή γεννά πάντα αστείρευτες δημιουργικές δυνάμεις.
Έξω από συνήθεις η εύκολες σχηματοποιήσεις, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931) ανακαλεί και ως πεζογράφος, παρά τις ιδιοσυγκρασιακές του εντάσεις, με γλώσσα υποβλητική και ευγένεια και με τη γνώριμη αμεσότητα που καθηλώνει, πρόσωπα, γεγονότα και αισθήματα του κόσμου του. Η παρουσία του δεν αποπνέει μόνο μια ερωτική συμφιλίωση με τον κόσμο, τη μόνη δυνατή άλλωστε, αλλά διαμορφώνει με τη «Διαγώνιο» και μία μοναδική, νέα σχολή γραφής και καλλιέργειας που σφράγισε τις δεκαετίες που ακολούθησαν
και κράτησε τις συνειδήσεις σε εγρήγορση. Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά Σφυρίδης, Βασιλικός, Μέσκος και Μάρκογλου σύντομα θα ξεχωρίσουν. Ο ουμανισμός και το ηθικό πρόταγμα που καμιά σκοπιμότητα δεν υποβαθμίζει στον Περικλή Σφυρίδη (1933), η πληθωρική φύση κι η σύμπλεξη ερωτικού, πολιτικού και ονειρικού στοιχείου στον Βασίλη Βασιλικό (1934) της πρώτης κυρίως περιόδου (όταν με την τριλογία Το φύλλο, το πηγάδι και τ’ αγγέλιασμα δίνει την πιο βαθιά και πιο ισχυρή μαρτυρία των νέων της μεταπολεμικής εποχής, τη σφοδρή επιθυμία τους να ανασάνουν έξω από τον κόσμο της ανοικοδόμησης που τότε διαμορφώνεται), οι υποβλητικές ιστορίες του Μάρκου Μέσκου (1935) που αποκαλύπτουν τη μεγάλη Ιστορία ως άδειο κέλυφος και βάρος δυσβάστακτο για τους αδύναμους ανθρώπους, οι πικροί συνειρμοί του Πρόδρομου Μάρκογλου (1935) με τα όνειρα που μόνο αυτά λυτρώνουν πιά από το τραυματικό χθες, την καταδολίευση ιδανικών και το αίσθημα τελικής ματαιότητας, μαρτυρούν πως ακόμη και ο ρεαλισμός στη
Θεσσαλονίκη δε θα πάρει ποτέ τη βίαιη και κυνική μορφή με την όποια τον συναντούμε αλλού.
Όποιον μεταπολεμικό πεζογράφο κι αν διαβάζουμε, νομίζω πως επιβεβαιώνεται η σύνδεση του λόγου με την εσωτερικότητα. Η ρευστή ανέλιξη του μύθου στην Νίνα Κοκκαλίδου Ναχμία (1920-2002), η τρυφερή απόρριψη κάθε μυθικής παραπλάνησης από την Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου (1930),
η εικαστική ματιά και μινιμαλιστική γλώσσα του Κώστα Λαχά (1936-2014), ο μέσω μιας σύνθεσης φιλανθρωπίας και μισανθρωπίας φωτισμός της επώδυνης σχέσης με τον καιρό μας από τον Τάσο Φάλκο (1937), η ευφυής εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμώνα (1938-2000), με την άλλη,
απρόσμενη δράση των εσωτερικών πτυχών της συνείδησης, ο Σάκης Παπαδημητρίου (1940) με το συγκεχυμένο στον έξω κόσμο εγώ που αναπνέει μόνο αυτοσχεδιάζοντας, ο Γιώργος Κάτος (1943-2007) με την παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων ανθρώπων, ο κοφτός βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή (1938-1991), η πρωτότυπη αισθηματική ευρηματικότητα του Τόλη Νικηφόρου (1938), η ανάδειξη από τον Θέμη Λιβεριάδη (1940) της παραίσθησης ως ουσιαστικότερης όρασης, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη (1942), όλα τούτα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική
αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους ώστε να ανατινάσσουν τις αφηγηματικές συνήθειες. Το παιχνίδι με το χρόνο κι ένας ενδιάθετος λυρισμός υπονομεύουν τελικά κάθε πλοκή, για να αποδειχθεί πως στην ανακάλυψη των πιο μοντέρνων τεχνικών οδηγεί η εσωτερική ζωή κι όχι η υποταγή στα προτάγματα του νατουραλισμού.
…/…

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΚΟΣ (2014)

Απόσπασμα

Το νεοελληνικό αδιέξοδο (περί αυτού πρόκειται), το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει η παρούσα γενιά, θα μπορούσε να φωτιστεί καλύτερα αν ήμασταν άξιοι να το ζήσουμε ως τραγωδία. Ένα ιστορικό δράμα όμως, για να λάβει νόημα τραγωδίας απαιτεί, πέρα από τη σιωπή του θεού και την ανεξιχνίαστη (προσώρας τουλάχιστον) δίκη κι ένα ελάχιστο πάθους των «πρωταγωνιστών» για αυτογνωσία. Το χειρότερο της κατάρρευσης που σήμερα εκτυλίσσεται, φαίνεται πως είναι η πρόδηλη ανικανότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων όχι βέβαια να αναχθούν οι ίδιοι σε ήρωες τραγωδίας, αλλά ούτε καν να συλλάβουν τα αίτια και τα αιτιατά αυτής της κατάρρευσης. Αν όμως το τραγικό είναι κάτι μοιραίο ή εν πάση περιπτώσει πιθανό στη ζωή, η συνειδητοποίησή του είναι το ακριβό, το μόνο προνόμιο που θα αποκάλυπτε πως αυτό το σκοτεινό, απειλητικό ενδεχόμενο, αυτό το ανεξήγητο και απρόσιτο που λαμβάνει μορφή και αφορά όλους μας, δεν θα αντιμετωπιστεί αν δεν δοθεί έστω και τώρα απάντηση στο μείζον ερώτημα «ποιοι είμαστε». Ένα ερώτημα που συστηματικά παρακάμπτεται επί δεκαετίες, από τη δημαγωγία της δεξιάς και της αριστεράς που ζουν ακόμη τοκίζοντας εμφύλια πάθη.

Ένα ερώτημα δεν υπάρχει για να απαντά απλώς στην περιέργεια ή στην όρεξη για γνώση. Υπάρχει για να φωτίζει ένα πεπρωμένο. Αυτό είναι ο αποχρών λόγος του δράματος των ημερών που ορίζεται από το τέλος του καταναλωτισμού, της ιδεολογίας δηλαδή που υπήρξε το πεδίο της μεταπολιτευτικής εθνικής συμφιλίωσης. Καλύπτοντας την αγωνία του ερωτήματος «ποιοι είμαστε» με διαρκή συμπόσια, μετατρέψαμε κάθε «ιερό» κείμενο σε θεατρικό έργο. Το αισθητικά και ηθικά υψηλό θεωρήθηκε ακαδημαϊσμός (την ώρα μάλιστα που οι ακαδημαϊκοί για να αποπλύνουν το άγος της συνεργασίας με τη δικτατορία έδιναν γη και ύδωρ στην ευτέλεια), ενώ η αλήθεια έγινε μια καταπιεστική πολυτέλεια. Ελεύθερος άνθρωπος θεωρήθηκε ο ανεύθυνος άνθρωπος και η εθνική μας μοίρα τυραννικός προκαθορισμός. Η πλάνη που παραμόνευε τον άνθρωπο της μεταπολίτευσης (πως τάχα ήταν ελεύθερος) τον έσπρωχνε στην τραγωδία. Σ’ αυτήν που ακόμη δεν μπορεί να δει. Ίσως γιατί από καιρό η τραγωδία του πεπρωμένου της ευγένειας και το πνεύμα του Όχι έχουν δώσει τη θέση τους στον αστικό δόλο και στο νεύμα του Ναι.

Δεν θα προσέφεραν τίποτα αυτές οι διαπιστώσεις αν δεν γινόταν εξίσου καθαρό πως οι προφητείες των αντιδραστικών που εμφανίζονται σαν ετυμηγορίες και περισφίγγουν τη ζωή μας, εντοπίζοντας απλώς την ενοχή σε κάποιους «ολίγιστους» πολιτικούς, είναι εξίσου αδιέξοδες αφού καλλιεργούν την ιδέα του αποδιοπομπαίου τράγου και του «από μηχανής θεού» που μόνο ψυχολογικές εκτονώσεις του πλήθους μπορούν να κεράσουν. Το αίτημα για αξιοπρέπεια και ποιότητα δεν υπηρετείται με ύβρεις και βλέμματα μίσους στους Απέναντι αλλά με την τραγική συναίσθηση για την ενοχή της ύπαρξης. Ο ελληνικός κόσμος είναι ο κόσμος της τραγωδίας. Καμιά φυγή ή παρηγοριά δεν θα χαρίσει τη λύτρωση παρά μόνο η συναίσθηση πως απέναντι στο Υψηλό και στο Υπέροχο, σταθήκαμε όλοι ένοχοι. Αν βιώναμε τη σημερινή καταστροφή ως πράξη τραγωδίας θα υπήρχε ελπίδα. Αυτό που γεννά την απελπισία σήμερα είναι ότι φαινόμαστε ανάξιοι για μια τραγωδία.

Ο απολογισμός του μεταπολέμου (δεν έχει πια νόημα να μιλούμε για μεταπολίτευση: η σημερινή συγκυβέρνηση περιλαμβάνει δυνάμεις εχθρικές της μεταπολίτευσης που πασχίζουν κι αυτές να σώσουν κάτι που φαίνεται υπέρτερο για την άρχουσα τάξη από τις μεταπολιτευτικές κατακτήσεις), που γίνεται πλέον πάνω από την άβυσσο, μακριά από κάθε αγκυροβόλι με πεποιθήσεις ατράνταχτες, πρέπει να ολοκληρωθεί με γενναιότητα. Χωρίς παρηγορητικούς μύθους, με μιαν αριστοκρατική απέχθεια τόσο προς τις ηγεσίες που διαφέντεψαν την πολιτεία, όσο και προς τους ρήτορες που πάντα «αθώοι» και με αυταρέσκεια κενολογούν, αυτόματα σαν μηχανές διδασκαλίας, άλλοι για να σώσουν τα πολιτικά τους καταστήματα κι άλλοι για να αποσπάσουν πελατεία από τα χρεωκοπημένα κόμματα. Καμιάν εμπιστοσύνη όμως δεν πρέπει πια να δείξουμε σε αυτούς που ζητούν να μη θίγεται τίποτε ή περιορίζονται σε αυταπάτες μεταρρυθμίσεων, μα και καμιάν εμπιστοσύνη προς αυτούς που, πιο πονηροί δημοκόποι, ζητούν να εκμεταλλευτούν την περίσταση του ξεπεσμού για να κερδίσουν κάτι.

Οι συνθήκες απαιτούν ηρωισμό. Αλλά ηρωισμός χωρίς αίσθηση του τραγικού δεν μπορεί να υπάρξει. Αν από το πνεύμα της απόγνωσης μεταλάβουμε το πνεύμα της τραγωδίας, αν η δραματική απαισιοδοξία, η βαθύτερη εθνική μας ιδιότητα, γίνει τώρα που το απαιτεί η Ιστορία δράση, αν πέρα από τα νέα της ημέρας που τρέφουν την περιέργειά μας εξωτερικά σταθούμε στα γεγονότα με στοχασμό, θα έχουμε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα. Γνωρίζοντας πως στην Ιστορία μας ζήσαμε πολλές φορές το σκοτάδι, τη δουλεία, τον εξανδραποδισμό, ηθικές και υλικές αιμορραγίες, ας δούμε τη μοίρα μας τραγικά, όχι σαν σύμπτωση αλλά ούτε σαν προκαθορισμό. Η μοίρα μας είναι αυτό που θα κάνουμε. Δεν είναι ο θόρυβος που θα μας ελευθερώσει αλλά η αυθεντικότητα. Η ανάληψη μιας κληρονομιάς και η εύρεση μιας πίστης. Η λύτρωση από την καταδίκη της φύσης μας δεν θα είναι μια παράφορη στιγμή αλλά μια συνειδητή έξαρση. Δεν θα είναι λυρική παρέκβαση ή δραματικός αναβαθμός. Θα είναι ένα ιστορικό βήμα. Μια Απόφαση.

Αναγνωρίζουμε την ενοχή μας σημαίνει γνωρίζουμε την ανάγκη, δηλαδή το ανεξερεύνητο κι όχι μια μηχανική αιτιοκρατία. Δεν σημαίνει ότι παραδιδόμαστε στην ηθικολογία. Η απάντηση στο αίνιγμα της ζωής είναι προϊόν πείρας, όχι απαγόρευση. Φωτισμός την ώρα του μεγάλου χαλασμού. Τα βάθρα του νεοελληνικού κόσμου τρίζουν. Ας κάνουμε την πτώση απαρχή του τέταρτου ιστορικού κύκλου. Καμιά απελπισμένη αντίδραση αλλά και καμιά ανταρσία, κανένα μασκάρεμα μεταφυσικής σε ιδεολογία (φαινόμενα που γεννά η αναπόδραστη πλέον καταδίκη όταν αυτή θεωρείται αναίτια, όταν δεν αναγνωρίζεται η ενοχή) δεν θα οδηγήσει στη λύτρωση. Καταδικασμένοι αναίτια σημαίνει πως είμαστε ξένοι σε έναν ξένο κόσμο. Αναγνωρίζουμε την ενοχή μας σημαίνει πως δεν την αποδεχόμαστε σαν μοίρα μας οριστική, όπως επιμένουν αυτοί που για να μην παραδεχθούν πως είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι, προτιμούν να είμαστε υποζύγια σε μια τυφλή νομοτέλεια, όπου δεν θα έχουμε καν τη χάρη του λάθους. Αλίμονο αν αποδειχτεί σε τούτη την ιστορική ώρα πως σταθήκαμε ανάξιοι της τραγωδίας. Πως είμαστε έρμαια της τύχης που δημιούργησε ένα πυροτέχνημα, το σύμπαν κι ύστερα άλλο ένα: εμάς.

.

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2008)

[…] Χωρισμένα σε τρία κεφάλαια “Ενώπιον της κρίσεως”, “Ενώπιον του κοινού μας πεπρωμένου”, “Ενώπιον του προσώπου”, ώστε να συνδέουν λογικά τα φαινόμενα της κρίσεως με τις συλλογικές μας απαντήσεις αλλά και να οδηγούν στην προσωπική διέξοδο, τα δοκίμια αυτά δεν φιλοδοξούν να υποδείξουν λύσεις. Φιλοδοξούν να είναι ωφέλιμα στο στοχασμό και τη συζήτηση. Κι ωφέλιμο έργο δεν είναι αυτό που είναι απλώς συνήχηση ωραίων λέξεων, ή χωρίς προσανατολισμό περιγραφή της ζωής αλλά αυτό που μας φέρνει μπροστά στην πύλη του αδιάβατου, στο χείλος της αβύσσου. […]

(από τον πρόλογο του συγγραφέα)

.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ

ΚΥΠΡΟΣ 1954-1974 (2007)

Από το έπος στην τραγωδία

Το αναλυτικό έργο του Κώστα Χατζηαντωνίου, “Κύπρος 1954-1974. Από το έπος στην τραγωδία”, αποτελεί ένα εντυπωσιακό διάγραμμα των απανωτών λαθών και παλινδρομήσεων των ελλαδικών, κυρίως, πολιτικών ηγεσιών, που οδήγησαν από το μαξιμαλιστικό μεν αλλά λογικό αίτημα της “Ένωσης” της μεγαλονήσου με την Ελλάδα, στην αδιέξοδη και οδυνηρή για τον Ελληνισμό κατάσταση της κατοχής του 37% περίπου της έκτασης της Κύπρου από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Με αδιάσειστα και ιστορικώς αποδεδειγμένα στοιχεία, ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει αριστουργηματικά, πώς από το μεγαλείο του Κυπριακού Αγώνα των μέσων της δεκαετίας του 1950 φτάσαμε στην επιβολή των τουρκοαμερικανικών σχεδίων στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Σχεδίων, των οποίων η ουσιαστική εφαρμογή και “ανθοφορία” συνεχίζεται…

.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1821-1941 (2002)

Γνήσιος καρπός και κορυφαία εκδήλωση των αντιστασιακών παραδόσεων του ελληνικού λαού, η Επανάσταση του 1821 δεν ενέπνευσε μόνο λαμπρές στιγμές του έθνους και τρόπαια ανυπέρβλητα αλλά επανέφερε έναν αρχαίο λαό στον πολιτικό χάρτη του σύγχρονου κόσμου. Λυδία λίθος που καθόρισε τη νεοελληνική συνείδηση, η Επανάσταση αυτή αποτέλεσε την απαρχή μακρόχρονων απελευθερωτικών και κοινωνικών αγώνων που κορυφώθηκαν τον εικοστό αιώνα, όταν ο Ελληνισμός έζησε μια δραματική αντίφαση. Από τη μια πέτυχε, χάρη στην ηρωική εξόρμηση των ετών 1912-1922, να συγκροτήσει ένα ομοιογενές εθνικό κράτος, το ευρύτερο της Ιστορίας του, από την άλλη όμως γνώρισε μια τρομερή Καταστροφή (1922), μια πρωτοφανή συρρίκνωση και δύο αλλεπάλληλους σκληρούς διχασμούς.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου, γνωστός για τις μελέτες και τα δοκίμιά του πάνω σε θέματα νεοελληνικής ιστορίας, αφηγείται με το συνθετικό έργο του “Ιστορία της νεότερης Ελλάδας – 1821-1941” (εκδ. Ιωλκός, 2012) τη νεοελληνική περιπέτεια. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού κράτους που δεν απεικόνιζε τους πόθους και τους σκοπούς της μοναδικής ψυχικής έκρηξης του 1821, την αγωνία και τους αγώνες για την εθνική ολοκλήρωση και τον πολιτικό εκσυγχρονισμό, τις μάχες για την εθνική ταυτότητα στο εξαρτημένο βασίλειο που εξαρχής παραδόθηκε σε μια αδιέξοδη διαμάχη διαφώτισης και παράδοσης, την άνοιξη του βενιζελισμού που οδήγησε το έθνος πολύ κοντά στην πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και την τιτάνια προσπάθεια των Ελλήνων να σταθούν πάλι στα πόδια τους μετά το 1922. Προσπάθεια που έδωσε το μεγάλο έπος του 1940-1941, με το οποίο κλείνει το βιβλίο, αλλά και μια ολόκληρη εποχή του Νέου Ελληνισμού.

.

ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΡΒΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (2000)

Η πολύπλευρη επίθεση της Δύσης εναντίον του σερβικού λαού έκλεισε τον εικοστό αιώνα αποκαλύπτοντας το μέλλον που ετοιμάζει στα ανεξάρτητα έθνη, στους ελεύθερους ανθρώπους ένας νέος ολοκληρωτισμός. Η Σερβία βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Μεσευρώπης, είναι η πύλη για την Α. και ΝΑ. Ευρώπη. Από το Μεσαίωνα οι Σέρβοι μάχονται, προφυλακή της Ορθόδοξης Ευρώπης κατά της δυτικής-φραγκικής και ανατολικής-ισλαμικής επέκτασης. Σε αυτό τον αέναο διμέτωπο αγώνα Έλληνες και Σέρβοι υπήρξαμε πάντα συναγωνιστές. Το σερβικό έθνος οργανώθηκε πάνω στα ελληνοβυζαντινά ιδεολογικά, πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. […]

.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ (1999)

Ιστορία των νέων χρόνων

Σήμερα “το γλυκό και ζεστό φως της Ιωνίας”, όπως θα έγραφε ο Φελίξ Σαρτιώ “δεν φωτίζει πια παρά ερημωμένες εκτάσεις”. Και μπορεί η νέα Τουρκία να βαδίζει πια το δρόμο της ανάπτυξης χωρίς τους αρχαίους κατοίκους της (παρά μόνον όσους από αυτούς εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίσθηκαν), για όσους ωστόσο αποτιμούν την ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου με θεμέλιο τον πολιτισμό και τη δικαιοσύνη, η εξαφάνιση ενός αρχαίου λαού από τις πατρογονικές του εστίες, θα απαξιώνει ηθικά κάθε επίτευγμα όσων κατέλαβαν βίαια αυτές τις εστίες. Το γεγονός ότι πριν από έναν αιώνα, δεν έγινε ανεκτή ούτε καν μια υπό τουρκική κατοχή μακρά και υπομονετική προσπάθεια αναγέννησης, αλλά εξοντώθηκε ή ξεριζώθηκε αυτός ο λαός, με μια από τις πιο αδίστακτες γενοκτονίες του 20ού αιώνα, θα παραμένει βαρύ γενέθλιο στίγμα της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Η παγκόσμια αλλά ειδικά η από το τουρκικό κράτος αναγνώριση αυτής της γενοκτονίας, αποτελεί την ελάχιστη οφειλή προς όσους έχασαν τη ζωή, τα αγαθά και την πατρίδα τους επειδή θέλησαν να μείνουν πιστοί στους νεκρούς προγόνους τους και στην ατομική και εθνική τους αξιοπρέπεια. Στους προγόνους αυτούς είναι αφιερωμένο και τούτο το βιβλίο. Για να μην επιβληθεί ποτέ ή έστω για να μη δικαιωθεί ποτέ η βία της ισχύος επί της ελευθερίας, η βία του χρόνου επί του ανθρώπου, η βία του θανάτου επί της ζωής.

.

Μικρά Ασία (2003)

Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922

Η μικρασιατική εκστρατεία υπήρξε η πιο ηρωική περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας, αυτή που σφράγισε τη ζωή και τη μοίρα του Ελληνισμού. Ο συγγραφέας – ερευνητής Κώστας Χατζηαντωνίου με το βιβλίο Μικρά Ασία καταγράφει με λεπτομέρειες τις στρατιωτικές, διπλωματικές και πολιτικές παραμέτρους μιας εποποιίας που άρχισε με το θαύμα της Μεγάλης Ελλάδας και τελείωσε με τη συμφορά της προσφυγιάς. Η πίστη, ο αγώνας, οι νίκες αλλά και η διχόνοια, η ήττα, η φυγή ζωντανεύουν μέσα από σελίδες γραμμένες με ζήλο και επίμονη αναζήτηση της αλήθειας για μια επιχείρηση που μπορούσε να έλθει σε αίσιο πέρας αν οι Έλληνες ήσαν αντάξιοι της ιστορικής ευκαιρίας…

.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ (1998)

Εμβληματική φυσιογνωμία στην επική εξόρμηση του Νέου Ελληνισμού για την εθνική ολοκλήρωση τη δεκαετία 1912-1922, πρωτεργάτης στις νίκες αλλά και σωτήρας τις ώρες που η ήττα οδηγούσε στη συμφορά, ηγέτης της Επανάστασης του 1922, εγγυητής της ταραγμένης δημοκρατίας του Μεσοπολέμου αλλά και πολιτικός που έδωσε σώμα και ψυχή στην πρώτη μεταπολεμική προσπάθεια για εθνική συμφιλίωση, ο Νικόλαος Πλαστήρας συνιστά, χωρίς υπερβολή, σύμβολο και πρότυπο των εθνικών και δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού. Ήταν ο άνθρωπος που πιστοποίησε με τη δράση του την ακατάλυτη ενότητα έθνους και δημοκρατίας. Παράλληλα, ήταν ο άνθρωπος που με την ασκητική ζωή του αναδείχθηκε σε αξεπέραστο υπόδειγμα ανιδιοτελούς ηγέτη. Η μορφή του, αχτίδα από το φως και το ήθος του 1821, υπενθυμίζει πάντα μιαν άλλη Ελλάδα που χάθηκε οριστικά μετά το θάνατό του.
Η ιστορική βιογραφία “Νικόλαος Πλαστήρας” του Κώστα Χατζηαντωνίου προσεγγίζει σε βάθος το ιστορικό πρόσωπο και την πορεία του Έλληνα Στρατηγού και πολιτικού. Αποτελείται από 19 κεφάλαια, φωτογραφικό υλικό, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ (2005)

Το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, μια μυθική γενιά σφράγισε με τη ζωή και το πάθος της τον αγώνα του Νέου Ελληνισμού για εθνική ολοκλήρωση και κοινωνική προκοπή. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος αποτελεί έναν από τους πιο διακεκριμένους εκπροσώπους αυτής της γενιάς. Οργανωτικός νους της Επανάστασης στο Γουδί (1909), κορυφαίος επιτελικός της εξόρμησης του 1912-1913 και της νίκης στο μακεδονικό μέτωπο (1918), γενικός επιτελάρχης της λαμπρής περιόδου της μικρασιατικής εκστρατείας, ο Πάγκαλος ξεχώρισε τις τραγικές ώρες της Καταστροφής δημιουργώντας το “Θαύμα του Έβρου” ανασυγκροτώντας τον ηττημένο στρατό και επιβάλλοντας μια έντιμη ειρήνη. Αλλά και στην ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου, η κατασυκοφαντημένη κυβέρνησή του αποτέλεσε μοναδικό παράδειγμα χρηστής διοίκησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατός που έγραψε το έπος του 1940-41 συγκροτήθηκε κατά κύριο λόγο με βάση το εξοπλιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Παγκάλου. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας είναι καιρός να επιβληθεί πλέον των ιδεολογικών σκοπιμοτήτων…

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ο κύκλος του χώματος

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ

Κύπρος, καλοκαίρι του 1974. «Το καλοκαίρι με τις δυο λεπίδες του» (τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), όπως γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης σ’ ένα ποίημα του· πώς γύρισε τον κόσμο ανάποδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς διάλεξε συνειδητά να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο κουβαλώντας ως εδώ μια παλιά οικογενειακή ιστορία, η οποία ξεκίνησε εκατό χρόνια πριν πάλι με έναν άλλο Αλέξανδρο σπουδαστή Ιερολοχίτη στη Μολδοβλαχία και συνεχίστηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εδώ ο νεαρός ανθυπολοχαγός θα γευτεί τον έρωτα, θα οσμιστεί την προδοσία και θα ακολουθήσει τη μοίρα του που τον οδηγούσε αταλάντευτα στα δύσβατα μονοπάτια του Πενταδάκτυλου και στις αφύλακτες ακτές της Κερύνειας.

Το καινούριο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου Ο κύκλος του χώματος (Καστανιώτης 2017) έρχεται να προστεθεί σε μια ευάριθμη σειρά καλών μυθιστορημάτων με θέμα τα γεγονότα του 1974, δηλαδή το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή: αναφέρομαι κυρίως στο Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη (2011) και το Νόστου πάθη του Μιλτιάδη Χατζόπουλου (2011, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας Εν μέρει ελληνίζων). Εξαιρώ από αυτή τη λιτή σοδειά ορισμένα συναφή από θεματική άποψη μυθιστορήματα κύπριων πεζογράφων, προκειμένου να υποδηλώσω το γεγονός ότι η ελλαδική λογοτεχνία, τόσο η ποίηση όσο και η πεζογραφία, απώθησε ουσιαστικά ένα ιστορικό γεγονός το οποίο λογικά (αν εντέλει υπάρχει λογική σε αυτά τα πράγματα) θα ανέμενε κανείς ότι θα αποτελούσε ερέθισμα και πρόκληση για δημιουργική αναμέτρηση.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου τολμά επομένως να σκαλίσει την ιστορία και τη μνήμη και να διεισδύσει σε τόπους πυρακτωμένους. Έχοντας στο κέντρο του κατόπτρου του τον αγνοούμενο ανθυπολοχαγό Αλέξανδρο Γαβαλά, βυθοσκοπεί στις σκέψεις των ηρώων του, ιχνηλατεί την προδοσία των συνταγματαρχών, εστιάζει ενίοτε στη συμπάσχουσα φύση και αποτυπώνει με αναπαραστατική δεξιότητα σκηνές από το πολεμικό πεδίο· της απελπισμένης άνισης μάχης των άοπλων και προδομένων πολεμιστών με τα τουρκικά αεροπλάνα. Απ’ εκεί και πέρα η κυπριακή τραγωδία εξακτινώνεται στην Ελλάδα· στους οικείους πρώτα από όλα του Αλέξανδρου. Και η ζωή (ο κύκλος του χώματος, ο πανίσχυρος νόμος της φύσης, όπως γράφει ο συγγραφέας) συνεχίζεται. Άλλοι εξακολουθούν ως σήμερα να βασανίζονται από εφιάλτες και άλλοι είτε παραδίδονται στην καταναλωτική μέθη είτε ν’ αναλίσκονται στις ιδεολογικές αυταπάτες της μεταπολίτευσης.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

22/6/2017 BOOKPRESS

Το να διεισδύει η Ιστορία στη λογοτεχνία είναι φαινόμενο που έχει βαθιές ρίζες στην εθνική μας λογοτεχνία. Σε μυθιστορήματα του Βικέλα, του Ροΐδη, του Παπαδιαμάντη, της Πηνελόπης Δέλτα και της Διδώς Σωτηρίου, βιβλία εκπροσώπων της πεζογραφικής Γενιάς του Τριάντα αλλά και αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών, η Ιστορία είναι πάντα παρούσα, άλλοτε έντονα, άμεσα και δραστικά κι άλλοτε απλώς ως φόντο. Πολυάριθμοι τίτλοι εξάντλησαν το συλλογικό τραύμα της Μικρασιατικής καταστροφής, της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ ουκ ολίγα βιβλία κάλυψαν το τρίπτυχο των χαμένων πατρίδων (Σμύρνη, Πόντος, Κωνσταντινούπολη), άλλοτε με ακατάσχετη αισθηματολογία και ποικίλου τύπου εθνικοπατριωτικά ιδεολογήματα και στερεότυπα κι άλλοτε με ισορροπημένη νοσταλγία και ειλικρινή, λελογισμένη θλίψη γι’ αυτό που ήταν κάποτε δικό μας (ήταν άραγε ποτέ;) και τώρα δεν υπάρχει.
Οι αιτίες των ιστορικών γεγονότων, οι λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις τους και η ερμηνεία τού σήμερα μέσα από την αναψηλάφηση του παρελθόντος είναι στοιχεία που ο αναγνώστης θα βρει σε αναγνωρισμένους, παλιότερους ή νεότερους πεζογράφους: Τσίρκας, Ιωάννου –ιδανική περίπτωση για διδασκαλία τοπικής Ιστορίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες–, Φραγκιάς, Κοτζιάς, Πλασκοβίτης, Γαλανάκη, Βαλτινός, Αλ. Πανσέληνος, Θέμελης, Μέσκος, Θ. Γρηγοριάδης, Σ. Τριανταφύλλου, Φακίνου, Κακούρη και πολλούς άλλους. Στους πρόσφατους τίτλους βιβλίων όπου η Ιστορία εμπλέκεται περίτεχνα και εμφιλοχωρεί στη λογοτεχνία, θα πρέπει νομίζω να σταθούμε και σε ορισμένα βιβλία του Νίκου Δαββέτα, της Σοφίας Νικολαΐδου, του Βασίλη Τσιαμπούση, του Θωμά Κοροβίνη, του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, της Έλενας Χουζούρη, του Σάκη Σερέφα και κάποιων ακόμη πεζογράφων, ενώ μια άλλη παρατήρηση γι’ αυτό το είδος λογοτεχνίας που ανθεί (και έχει αποκτήσει και το δικό του κοινό) είναι πως, απομακρυνόμενοι οι συγγραφείς από τις ιστορικές εποχές που τους απασχολούν και όντας σχετικώς νέοι ηλικιακά, κάνουν, πλέον, μια στροφή από το αυθεντικό, προσωπικό βίωμα στη μυθοπλασία, στην επινοημένη συνέντευξη και στην εξονυχιστική ιστορική έρευνα. Σπανίζουν πια συγγραφείς που, λόγω ηλικίας, πρόλαβαν να ζήσουν από πρώτο χέρι γεγονότα της μικρασιατικής προσφυγιάς, της Κατοχής ή του Εμφυλίου, κι αυτά τα κατέθεσαν ως άμεσο βίωμα (δίχως μελέτες, έρευνες ή μυθοπλαστικού τύπου εμπνεύσεις) στα βιβλία τους, ακόμη κι αν στις σελίδες τους επιμένουν περισσότερο στη μικροϊστορία ατόμων ή ολόκληρων οικογενειών, δίχως να ερμηνεύουν ή να αναλύουν διεξοδικά τις αιτίες και τις συνέπειες των ιστορικών γεγονότων (περίπτωση Σφυρίδη, που με την έξοχη οικογενειακή του σάγκα Ψυχή μπλε και κόκκινη –«μυθιστορία» τη χαρακτηρίζει ο ίδιος– διατρέχει την πορεία μιας οικογένειας στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα, με εκτενή αναφορά στα ιστορικά γεγονότα του καιρού τους).

Ο κύκλος του χώματος

Οικογενειακή σάγκα είναι και το πρόσφατο (δεύτερο, μετά το βραβευμένο Αγκριτζέντο) μυθιστόρημα του πεζογράφου και ιστορικού Κώστα Χατζηαντωνίου, που φαίνεται πως συνεχίζει την τάση αρκετών ομοτέχνων του αναφορικά με το πάντρεμα της Ιστορίας με τη λογοτεχνία, σε μυθοπλαστική, φυσικά, βάση. Ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται στην πορεία μέσα στον χρόνο μιας νησιώτικης οικογένειας, των Γαβαλάδων, μακρινοί πρόγονοι των οποίων πολέμησαν με τους Ιερολοχίτες (σελ. 143 «από τον Ιερολοχίτη που πολιτογραφήθηκε στο Άργος»), συμμετείχαν στον μικρασιατικό ξεριζωμό ή πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο, στο έπος του Σαράντα. Ο γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, ο Αλέξανδρος, πολεμά ως ανθυπολοχαγός στα γεγονότα της Κύπρου, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής, τον Ιούλιο του 1974, που είχε ως συνέπεια τη διχοτόμηση του νησιού και τη δημιουργία του «κυπριακού ζητήματος», που, παρά τις κατ’ επίφαση προσπάθειες και διπλωματικές ενέργειες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ακόμη χρονίζει. Ο Αλέξανδρος, στις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, κηρύσσεται αγνοούμενος σκορπώντας θλίψη στους συγγενείς και στους αγαπημένους του, που ζουν, πλέον, μια γκρίζα κατάσταση, στο ενδιάμεσο του έγχρωμου της ζωής και του μαύρου τού θανάτου. Μια παρατεταμένη και εξουθενωτική θλίψη που κάνει τον γιατρό πατέρα του, όταν ψυχορραγεί, να φέρνει το όνομά του στα χείλη του, την αδελφή του Βέρα να δυσκολεύεται να ορθοποδήσει στην προσωπική της ζωή, και τα ξαδέλφια του Παύλο και Μιχαήλ να τραβούν διαφορετικούς δρόμους, έχοντας όμως τη μορφή και την πράξη του αγνοούμενου εξάδελφού τους σημείο αναφοράς – ο πρώτος, αριστερών πεποιθήσεων, ενεπλάκη με βομβιστές του ΙRΑ λόγω της Ιρλανδής αγαπημένης του, δίδαξε τελικώς οικονομικά, ενώ ο δεύτερος, σοβαρός, λιγομίλητος, θρησκευόμενος, διετέλεσε ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών και τον αναζήτησε απεγνωσμένα στα Μικρασιατικά παράλια και στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να γεφυρώσει το προβληματικό παρελθόν του με το άγονο παρόν. Μια έρευνα DNA, ένας γάμος του Μιχαήλ με μια κοπέλα από τα παλιά, την Εύα, κι ένα μωρό που θα έρθει στη ζωή, δίνουν κάποια λύση στο όλο οικογενειακό δράμα, αφήνοντάς μας γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, αφού η νέα ζωή είναι μια όαση, μια επίφαση ελπίδας στον αέναο κύκλο του χώματος που μας εξουσιάζει και μας καθορίζει.

Ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αξιοθαύμαστη πειθαρχία στη γραφή του (το μυθιστόρημα είναι μοιρασμένο σε τρία ισομεγέθη μέρη, με δώδεκα ολιγοσέλιδες-ισομεγέθεις ενότητες το καθένα), με αφηγηματικό νεύρο, ένταση κι ανατροπές, με πολύ προσεγμένη, ποιητική σε πολλά σημεία γλώσσα (όλη η ενότητα «Εσένα ενθυμούνται ακόμη», στην οποία περιπλέκονται αριστοτεχνικά η θλίψη του αγνοουμένου, οι ιστορικές μνήμες, το ταξίδι, οι περιγραφές του τοπίου με σκόρπιους στίχους τραγουδιών για τη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, είναι άκρως ποιητική) και με διεξοδική έρευνα σε ιστορικές πηγές και ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης αλλά και της παλαιότερης ιστορίας, στήνει ένα ενδιαφέρον και ευανάγνωστο μυθιστόρημα, που καθηλώνει τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Ωραία αποδίδεται στο Α΄ Μέρος η μοίρα των πολεμιστών στην Κύπρο, ο αγνός και άδολος αγώνας τους ενάντια στον εισβολέα, η μεγαλοσύνη της ψυχής τους, τα ιδανικά και η αθωότητά τους. Απέναντι σε όλα αυτά κανείς δεν βοηθά, κανείς δεν συντονίζει τον αγώνα τους, όλα είναι εναντίον τους, ακόμη και η φύση (σολωμικού τύπου εύρημα), ενώ πάντα πλανάται στην ατμόσφαιρα η ύπουλη συμφωνία κάποιας συνθηκολόγησης με τους Τούρκους, σε πολιτικό ή διπλωματικό επίπεδο, κάτι που οι πεθαμένοι δεν θα το μάθουν ποτέ, καθιστώντας τους ακόμα πιο τραγικές φιγούρες της Ιστορίας. Στο Β΄ Μέρος ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποτύπωση της, σταδιακά, επερχόμενης οξείδωσης και φθοράς της Ελλάδας, η κοινωνική και ηθική σήψη της Μεταπολίτευσης. Η χρεοκοπία του θείου του Αλέξανδρου, του Ιάκωβου, κάθε άλλο παρά τυχαία δεν είναι, συμβολίζοντας τη χρεοκοπία ενός ολόκληρου έθνους. Τέλος, στο Γ΄ Μέρος υπάρχει δράση, κίνηση των ηρώων, αλλεπάλληλοι θάνατοι, αναζήτηση των ιχνών του αγνοούμενου ανθυπολοχαγού, ανατροπές, ένας αναπάντεχος γάμος, κι ο κύκλος του χώματος ολοκληρώνεται με την έλευση μιας νέας ζωής, στην οποία ο αναγνώστης εναποθέτει τις ελπίδες του για κάτι το καλύτερο μελλοντικά. «Γιατί ο Καιρός –πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα;– πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει» καταλήγει ο συγγραφέας.

Ο κύκλος του χώματος είναι ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, όπου το πάντρεμα Ιστορίας και λογοτεχνίας γίνεται γόνιμα, αβίαστα, ισορροπημένα και δημιουργικά, δίχως η μία να πνίγει την άλλη. Ο συγγραφέας δεν προβάλει πολιτικές ή ιδεολογικού τύπου πεποιθήσεις, κρατώντας, όπως αρμόζει, ο ίδιος αποστάσεις από τα ιστορικά γεγονότα, πάντα αντιλαμβανόμενος τον συμβολισμό και τη βαρύτητά τους στον απλό άνθρωπο του καιρού του. Το βιβλίο λειτουργεί, εν μέρει, και ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης των εναπομεινάντων στη ζωή ηρώων, απόγονων των παλιών Γαβαλάδων, ενώ παράλληλα φωτίζει κι ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας μας, με τα γεγονότα της Κύπρου, που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς στη Νεοελληνική γραμματεία. Θα μπορούσα να το χαρακτήριζα και έργο μεγάλης πνοής, αν δεν σκόνταφτα σε κάποιους υπερβολικά διατυπωμένους, σχεδόν μεγαλόστομους, διαλόγους ανάμεσα στον Μιχαήλ και στον παλαιοπώλη, στον Μιχαήλ και στον Παύλο, στον Παύλο και στους βομβιστές του ΙRΑ στην ιρλανδέζικη παμπ και, ιδίως, στην ακατάσχετη φιλοσοφικοϊστορική ρητορεία του (!) ψυχορραγούντα γιατρού Βασίλη Γαβαλά, οι οποίοι δεν προσθέτουν τίποτα στο κείμενο, απεναντίας στερούν από τους ήρωες τη φυσική τους έκφραση. Αλλά αυτές είναι, κάποιες φορές, οι παρενέργειες της χρήσης του «πνευματικού εργαστηρίου» στη λογοτεχνία. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, το να υπονοούνται κάποιες σκέψεις ή ιδέες ή, τελικώς, η αποσιώπησή τους, ίσως και να ήταν μια κάποια λύσις σ’ αυτή τη συνολικά ολιγοσέλιδη αφηγηματική δυσκαμψία, που ωστόσο ούτε αναιρεί ούτε ακυρώνει τη συνολική προσπάθεια του συγγραφέα.

.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

DIASTIXO 07/6/2017

Ο πεζογράφος, ιστορικός και δοκιμιογράφος Κώστας Χατζηαντωνίου, μετά το θρυλικό Αγκριτζέντο επανακάμπτει με ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα, κάποια χρόνια μετά (χρόνος επαρκής για έρευνα και πληροφορία, καθώς επίσης και για εμπεριστατωμένη εργασία), βάζοντάς μας πάλι πολλές δυσκολίες, καλώντας μας να γίνουμε ακόμα κοινωνοί και βερμπαλιστικών ερωτημάτων και, εν κατακλείδι, δείχνοντάς μας τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος προκειμένου να φθάσει εκεί απ’ όπου ο συγγραφέας ξεκίνησε. Πράγματι (και αρχίζουμε με αυτή την παρατήρηση όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί είναι καθοριστική), ο Χατζηαντωνίου κάνει πράξη αυτή την εντελώς παραποιημένη λέξη, που λέγεται «διαλεκτική» (όρος φιλοσοφικός, επιστημονικός και κριτικός), καθώς αφηγείται με ερωτήσεις, περιγράφει ερωτηματικά και σε μεγάλο μέρος του έργου δεν έχουμε απόλυτη άποψη αλλά το αντίθετο, πρόταση προς συζήτηση (άρα μπορεί και ο αναγνώστης να βάλει τη δική του θέση σε ό,τι διαβάζει). Εργαζόμενος με αυτή τη λογική, ο Χατζηαντωνίου αφενός αποποιείται τον χαρακτήρα του παντεπόπτη, του πανεπιστήμονα, του (ας το πούμε λαϊκά) παντογνώστη, και θέτει στην διαδικασία τόσο της γραφής όσο και του μηνύματος αλλά και της πρόσληψης από τον κόσμο την εν γένει απώλεια, αφετέρου υιοθετεί την εικόνα της πολυπλοκότητας μιας αλήθειας, τις δύο ή και περισσότερες όψεις του ίδιου νομίσματος και, τέλος, την διασταύρωση των υλικών που με την έρευνα έχει κατακτήσει, μέσα από τις διαλεκτικές μορφές έκφρασης, τόσο ξεχασμένες σήμερα και παράλληλα τόσο ανοιχτές σε καταθέσεις έντονου προβληματισμού. Άρα, γίνεται σαφές, πως η τριβή του Χατζηαντωνίου με το δοκίμιο και η ενασχολησή του με την Ιστορία γίνονται εργαλεία και στον πεζό λόγο, στην λογοτεχνία, με τρόπο όχι απλώς μεθοδολογικό αλλά πολύ παραπάνω (με τρόπο) γραφής που επιφέρει πλήθος ερμηνειών και πλήθος αποτελεσμάτων.

Ας δούμε λίγο πώς είναι δομημένο το βιβλίο (για τον μύθο του θα μιλήσουμε λίγο παρακάτω). Κατ’ αρχάς χωρίζεται σε τρία ισομεγέθη μέρη, συν ο επίλογος. Ο Χατζηαντωνίου δεν αφηγείται γραμμικά, αντίθετα μπορεί, για παράδειγμα, απ’ την τραγωδία της Κυπρου το 1974 να πεταχθεί στην Γενοκτονία των Ποντίων ή πάλι στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει απλώς πως καταγράφει όλες τις ήττες του Ελληνισμού, της μικρής κουκκίδας στην ανατολική Μεσόγειο στην διάρκεια του 20ού αιώνα, με την πρόθεση να καταδείξει πώς γονάτιζε αλλά πάντα σηκωνόταν, έστω και με απώλειες, έστω και χωρίς το ένα χέρι ή το ένα πόδι, όπως οι Καρυάτιδες του Παρθενώνα. Ο Χατζηαντωνίου ως ιστορικός γνωρίζει πολύ καλά πως στο Αλβανικό Μέτωπο –παρά τις ηρωικές εφορμήσεις των στρατιωτών μας– στην ουσία δεν υπήρχε το παραμικρό σχέδιο κατάκτησης των πάτριων εδαφών, άρα το σπάσιμό του και η υποχώρηση ήταν θέμα χρόνου. Γνωρίζει πολύ καλά πως στην Μικρασία έγιναν τόσα λάθη όσα δεν βάζει ο νους ακόμη και του τελευταίου στρατιώτη. Ότι στην Κύπρο έγιναν τα μύρια όσα (πραξικοπήματα και λοιπά), ώστε να ακολουθήσει ο διαμελισμός από την βάρβαρη μπότα του Αττίλα. Και στον Εμφύλιο, και στην Χούντα, παντού όπου η Ελλάδα υπέστη ήττες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Ο Χατζηαντωνίου είναι ένας συγγραφέας στα μάτια του οποίου η Ιστορία, η επίσημη, η καταγεγραμμένη, δεν αποτελεί φέουδο και τσιτάτο, το αντίθετο, μπορεί να την δει κανείς όπως θέλει, να την αναλύσει όπως επιθυμεί και να δει τα κρυφά της σημεία (εντάξει, ίσως η λέξη «κρυφά» να μην αποτυπώνει τόσο καλά αυτό που συζητάμε), τα μυστικά εν τέλει, τα οποία και αποτελούν το ψαχνό της, το βάρος της, την αξία της..
Ολόκληρο το πρώτο μέρος (το καλύτερο του τόμου) είναι γραμμένο για πόλεμο, πολεμικές επιχειρήσεις που δεν έχουν κανέναν απολύτως στόχο, μάχες απογοητευτικές με μόνο νεκρούς παρά τον ηρωισμό τους, ένα ιστορικό παζλ καταγραφής ηττών, απωλειών, νεκρών, συρρίκνωσης και εν τέλει πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού εξανθρωπισμού.

Θα ήθελα να πω δυο λόγια (και μόνο) για τον μύθο του μυθιστορήματος Ο κύκλος του χώματος (που θα μπορούσε να είναι και «Ο κύκλος του αίματος»): ο γιος του μεγαλοαστού Γαβαλά πέφτει νεκρός στα γεγονότα της Κύπρου σε τούρκικη ενέδρα. Έτσι παίρνουν την σκυτάλη τα δυο ξαδέρφια του και ειδικά ο Μιχαήλ, τον οποίο και παρακολουθούμε παράλληλα με την ζωή του άλλου, σε συνάφεια με τα πολιτικά γεγονότα της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Τα επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο –υπάρχουν θάνατοι, γάμοι, παιδιά, χωρισμοί, επώδυνη πτώση της δυναστείας, ιδεολογίες, απελευθερωτικά κινήματα και λοιπά –μέχρι τον επίλογο–, καθώς το δεύτερο και το τρίτο μέρος δεν διαφέρουν μυθολογικά αλλά ούτε και εκφραστικά – όπου ο νεαρός Γαβαλάς, ως πατέρας πλέον, οφείλει να διατηρήσει το όνομα των γονιών και των προγόνων του, παρά την επελθούσα κατάρρευση και σε οικογενειακό επίπεδο. Η οποία δεν ήταν μόνο οικονομική, δεν ήταν μόνο κοινωνική, δεν ήταν μόνο πολιτική (καθώς σοσιαλιστικά κινήματα και μαζί και ο λαός έρχονταν στην εξουσία), αλλά πολύ περισσότερο ηθική, αξιών και συμβιβασμών που αρνήθηκαν να κάνουν. Μια αλληγορική μυθιστορία, δηλαδή, που διήρκησε έναν αιώνα και η κατάληξή της ήταν η πτώση αστών και μεγαλοαστών, μέχρις ότου να δημιουργηθούν τα καινούργια οικονομικά τζάκια.

Και αν κάποιος με ρωτήσει τι καινούργιο φέρνει ο Χατζηαντωνίου με το συγκεκριμένο βιβλίο γύρω και πάλι από ιστορικά συμβάντα που τόσοι και τόσοι έχουν ασχοληθεί, θα απαντήσω με αυτές τις λίγες φράσεις: η Ιστορία είναι πηλός. Παίρνεις ό,τι σου χρειάζεται, το πλάθεις, το πιλατεύεις, το σφυρηλατείς και έτσι η ματιά σου διαφέρει, γίνεται προσωπική θέση που άπτεται της πραγματικότητας και, τέλος, υπενθυμίζει στους νέους την γνωριμία του παρελθόντος προκειμένου να ζήσουν στο μέλλον.

.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΑΥΓΗ Αναγνώσεις 28/1/2018

Η παρουσία του Κώστα Χατζηαντωνίου (γ. 1965) στα γράμματα δεν είναι μόνο πολύχρονη αλλά και εργώδης. Τα περισσότερα από τα βιβλία που εξέδωσε τα προηγούμενα χρόνια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ερμηνευτικά δοκίμια για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, έχοντας ως ερευνητικό τους προσκήνιο κυρίως τη Μικρά Ασία και την καταστροφική εμπλοκή του Ελ. Βενιζέλου (που ενήργησε ως πειθήνιο όργανο της Αντάντ) όσο και των ολίγων για τις τότε περιστάσεις Λαϊκών του Δ. Γούναρη. Αλλά τον Χατζηαντωνίου τον απασχόλησε και η Κύπρος, ως επόμενο βήμα του φαινομένου της διαρκούς συρρίκνωσης του μείζονος ελληνισμού, σ’ ένα ιστορικό δοκίμιο που δημοσίευσε το 2007, αναφερόμενος στο χρονικό διάστημα 1954-1974, δηλαδή στο διάστημα (για όσους γνωρίζουν) όπου υποδαυλίστηκαν συστηματικά από τους Άγγλους και στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και κορυφώθηκαν με εκατέρωθεν μοιραία παιχνίδια τακτικής των «εγγυητριών δυνάμεων», οι εθνοτικές συγκρούσεις- ως την τουρκική εισβολή του 1974.
Κοντά σε όλα αυτά υπάρχουν και δυο μονογραφίες, απολύτως σχετικές με την εποχή (το πρώτο μισό του 20ού αιώνα) στην οποία εστιάζεται προπάντων το ενδιαφέρον του Χατζηαντωνίου, με θέμα τους τον Νικόλαο Πλαστήρα (1999) και τον Θεόδωρο Πάγκαλο (2004), ενώ προσωπικά ομολογώ ότι σταμάτησα περισσότερο σε δυο πολύ ενδιαφέροντα συναιρετικά βιβλία του, Το βιβλίο της μέλαινας χολής (2001), μια σπουδή πάνω στο θέμα της μελαγχολίας, περασμένη όμως σε μυθιστορικό υφάδι, και Το χρέος και ο τόκος (2014) μια συλλογή σχολίων γύρω από ζητήματα ηθικής ανασυγκρότησης της ηττημένης εδώ και δεκαετίες οντότητας του ελληνισμού, όπου ο συγγραφέας προτείνει και τον όρο του «ακτιβιστικού πεσσιμισμού». Με τον όρο ίσως εννοεί ότι η ανάληψη της ευθύνης για μια ατομική (και ομαδική) αντίσταση απέναντι στη διάλυση που κατατρώει από καιρό τις σάρκες του ελληνικού κοινωνικού σώματος, πρέπει να γίνεται με τη βαθύτερη αποδοχή της αναγκαιότητας του θανάτου-τόσο για τις συνήθως στρεβλές ιδεολογίες όσο και για τις πολιτικές τους αντιστοιχίες-δεξιόστροφες και αριστερόστροφες.

Από τα προηγούμενα νομίζω πως έγινε αντιληπτό ότι μερικά τουλάχιστον από τα βιβλία του Χατζηαντωνίου έχουν εκ προθέσεως έναν υβριδικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη μελέτη της ιστορικής οντολογίας και τον φιλοσοφικό αναστοχασμό, χρησιμοποιώντας την αφήγηση και τη μυθοπλασία ως αναγκαία οχήματα αναπαράστασης των ηθικών προσαρμογών τους, κατά το πρότυπο μιας σειράς μεγάλων στοχαστών του παρελθόντος, όπως (κατ’ αναλογία, προφανώς) ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Άρθουρ Καίσλερ, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ κ.α. Πάντως, τις ηθικές προσαρμογές του ο Χατζηαντωνίου τις ενσωμάτωσε και στις δυο γνωστότερες μυθιστορηματικές συνθέσεις του, στο Αγκριτζέντο (2009) και στον πρόσφατο Κύκλο του χώματος (2017), δημιουργώντας χαρακτήρες που μεταμορφώνουν σε δικό τους στοίχημα την άρνηση της ήττας του ελληνισμού, ή, γενικότερα, επινοώντας καταστάσεις όπου τα πρόσωπα καθορίζονται από μοιραίους και ακατάλυτους δεσμούς, σφραγισμένα από την διαχρονική αίσθηση της ενότητας του πολιτισμικού χώρου. Ενότητα την οποία όχι μόνο αποδέχονται οργανικά αλλά και την υπερασπίζονται συνειδητά- ακόμα και προσφέροντας ως πατριωτική σπονδή την ίδια τη ζωή τους.
Ιδιαίτερα στον Κύκλο του χώματος, αυτή η σχεδόν μυστικιστική γενναιότητα του δοσίματος, ως ηθικού καθήκοντος, σχηματίζει μια αδιάκοπη γραμμή αίματος που περνάει από γενιά σε γενιά. Η οικογένεια των Γαβαλάδων, μια σύγχρονη ασικών καταβολών ροδίτικη οικογένεια, αλλά με ρίζες παμπάλαιες στη Μικρά Ασία, από όπου ξεριζώθηκε το 1922 για να βρεθεί στο νησί, έχει στείλει προγόνους της να πολεμήσουν στο Δραγατσάνι με τον Ιερό Λόχο και στο Αλβανικό μέτωπο το 1940. Κλειδί για την όλη μυθοπλασία, για το δέσιμο του παρελθόντος με το παρόν, είναι το γεγονός ότι ένα από τα νεώτερα μέλη της οικογένειας, ο Αλέξανδρος Γαβαλάς, έχοντας υιοθετήσει το νόημα αυτής της δοτικής παράδοσης, γίνεται στρατιωτικός και τυχαίνει (ή μήπως επιδιώκει;) και υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός τη χρονική στιγμή της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Στις μάχες της Κερύνειας που νομίζω ότι αποδίδονται στο βιβλίο με τις καλύτερες σελίδες- ο συνδυασμός εσωτερικής έντασης, πυκνότητας στη γλώσσα και συνάμα λυρικής υποβολής είναι σε ορισμένα σημεία εξαιρετικός- ο Αλέξανδρος χάνεται, κηρύσσεται αγνοούμενος, αλλά ο χαμός του, επιπλέον, έχει εμβληματική σημασία για όλη τη μυθιστορηματική σύνθεση.[1] Θα έλεγε κανείς ότι ο πιθανός, βάσει των επίσημων στοιχείων, θάνατός του, ενεργεί διαλυτικά σε όλη την οικογένεια. Ο οίκος των Γαβαλάδων με την απώλεια του Αλέξανδρου αρχίζει να φυλλοροεί, τα μέλη του σκορπίζουν, η αδελφή του, η Βέρα, αυτοκαταστρέφεται μη μπορώντας να βγει από την παρατεταμένη κατάθλιψή της, ο πατέρας του, ο γιατρός Βασίλης Γαβαλάς, χάνει το ενδιαφέρον του για τα πάντα, τα κτήματα της οικογένειας μένουν ακαλλιέργητα. Οπότε συμβολικά ή κυριολεκτικά ο κύκλος του χώματος ή του αίματος προσώρας μένει ανολοκλήρωτος και η συνέχεια ή η διαδοχή μεταξύ των γενεών κινδυνεύει να σβήσει.
Ο θάνατος του Αλέξανδρου στην Κύπρο βάζει σε λειτουργία (και πάλι) τον αδηφάγο μηχανισμό του ιστορικού πεπρωμένου. Εκεί που έμοιαζαν όλα να είναι ακίνητα και επιφανειακά αμετάβλητα αρχίζουν τώρα να δείχνουν τις ρωγμώσεις και την αυξανόμενη αστάθειά τους. Και πρώτα πρώτα αποσυντίθεται ταχύτερα ο σχετικά αρράγιστος κόσμος μέσα στον οποίο έζησε ο ιδαλγός του καθήκοντος, Αλέξανδρος. Το καθεστώς της δικτατορίας αποδέσμευσε τις δυνάμεις εθισμού στη σήψη και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο συγγραφέας αποδελτιώνει την εποχή της μεταπολίτευσης και τα επόμενα χρόνια της θεσμικής δήωσης από τον κομματικό μηχανισμό, κρίνοντάς την ως περίοδο μεγάλης ηθικής έκπτωσης και χρησιμοποιώντας για τούτο τα μελανότερα χρώματα και τις δηκτικότερες εκφράσεις. Στην ουσία μετά το ‘74-‘80 ολοκληρώνεται ο εκπεσμός, η εξαχρείωση και ο πολιτικός καιροσκοπισμός που είχαν γαλακτίσει όλη την χουντική επταετία.[2] Ο θάνατος του Αλέξανδρου, δηλαδή ο θάνατος του πατριωτικού ιδεαλισμού και της αυταπάτης του, είναι ο προπομπός της εισβολής, αλλά και η επιβεβαίωση της ήττας και της διάλυσης της νήσου τη στιγμή που φαινομενικά θριαμβεύει η συνταγματική νομιμότητα στην Ελλάδα! `Ετσι, τα ιστορικά γεγονότα, όπως προχωρούμε στην ανάγνωση του μυθιστορήματος του Χατζηαντωνίου, έχουν πάντα δυο όψεις, την ευοίωνη εμφανή και την τη δυσοίωνη αφανή, με τη μια να φέρνει μαζί της σχεδόν νομοτελειακά την άλλη, σαν κρυφή επένδυση.
Στον Κύκλο του χώματος ο αφηγητής δεν είναι ένας. Υπάρχει στο βιβλίο μια διαρκής εναλλαγή πρωτοπρόσωπης αφήγησης από τον Μιχαήλ, νεώτερο εξάδελφο του Αλέξανδρου που τον έχει όμως ως διαρκές πρότυπό του, και τριτοπρόσωπης, από έναν αφηγητή αθέατο, πανταχού παρόντα και παρεμβαίνοντα παντού, σε κάθε τόπο και κάθε χρονική διάσταση. Μα παρομοίως υπάρχει μια πληθώρα εγκιβωτισμένων μικροαφηγήσεων με τη χρησιμοποίηση ημερολογίων, από λόγια τρίτων, από δημόσιες ανακοινώσεις, από αποσπάσματα εφημερίδων, επιστολών κλπ. Μεθοδική δουλειά που γενικότερα δεν της λείπει η οξύτητα της επινοητικής φαντασίας, αν και ο στοχαστικός της ορίζοντας (όχι σπάνια) είναι τόσο πυκνός, ώστε προπάντων στα διαλογικά μέρη να βαραίνουν οι ιδέες περισσότερο. Με το πλήθος των προσώπων που διαθέτει Ο κύκλος του χώματος, με την ποικιλία των ιδιομορφιών ενός εκάστου, θα μπορούσε το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου να αποτελέσει υπόδειγμα ενός πολυφωνικού καμβά, από την ίδια τη σύστασή του. Αν αποκλίνει από αυτή τη σύγκλιση της πολυφωνίας, αυτό νομίζω ότι συμβαίνει λόγω του ότι αποφαινόμενη δύναμη του λόγου του συγγραφέα είναι τόσο ισχυρή ώστε μερικοί από τους χαρακτήρες, όπως ο άλλος εξάδελφος του Αλέξανδρου, ο συνομήλικος με τον Μιχαήλ, Παύλος, ο παλαιοβιβλιοπώλης Σορώτος, ο πατέρας του Αλέξανδρου στο επιθανάτιο παραλήρημά του, αλλά και η Βέρα η αδελφή του Αλέξανδρου, οικειώνονται ομότροπα τον λόγο του. Μιλούν με ένα είδος αστραφτερής μεν και διαπεραστικής διαλεκτικής, η οποία όμως μοιάζει να αποτελεί με παραλλαγή του ενός και μόνου λόγου-του συγγραφέα. Και είναι κάπως αφύσικο να τη μοιράζονται όλοι και όλες με τον ίδιο τρόπο.
Αντίθετα, όλα τα κομμάτια του σχολιαστικού λόγου του Μιχαήλ, για πρόσωπα και πράγματα, σώζονται και περνούν αβίαστα στον αναγνώστη επειδή στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι σκέψεις ενδόμυχες, έχοντας το δικό τους ρυθμό και τη δική τους ευταξία. Αυτό το μέσα-έξω, το πέρασμα από τον εμφανή στον αφανή λόγο, κάποιες φορές, όπως ήδη είπαμε οδηγεί σε δυσκαμψίες, τις περισσότερες φορές όμως, ιδίως όταν στον αναγνώστη μπροστά ανοίγεται η περιγραφή χώρων αλλά και η περιγραφή λεπτομερειών, στις εκφράσεις των προσώπων, στη σκηνογραφία του περιβάλλοντος, στις κινήσεις, στις σκέψεις, στο υπονοείν, τότε εντυπωσιάζει η πλαστικότητα του λόγου του Χατζηαντωνίου. Ο λόγος του αποκτά υποδειγματική ευλυγισία αλλά και μουσικότητα! Τέτοιες σελίδες είναι αυτές οι πολύ ζωντανές (παρά την αδιόρατη θλίψη τους) που αναφέρονται στο μεγάλωμα, στη μαθητεία και στην είσοδο στην ώριμη ζωή του Μιχαήλ. Παραστημένες όμως με ζωντάνια είναι και οι περιγραφές των αγροτικών τοπίων της Ρόδου, με ιδιαίτερη προσοχή στην αποτύπωση των χρωμάτων τους, στην υποβολή της γήινης αίσθησης, κάτι που δεν έχει σχέση μόνο με την αληθοφάνεια των καιρικών καταστάσεων, το φως ή το σκοτάδι, την καλοκαιρία ή την κακοκαιρία, τον ήλιο ή τη βροχή, αφού οι αποχρώσεις σχετίζονται επίσης με τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων και τον υποκειμενικό χρωματισμό του περιβάλλοντος, τη μελαγχολία, ή, σπανιότερα, τη χαρά και την έξαρση.
Τελικά, ο κύκλος του χώματος, εφ’ όσον το χώμα είναι συνάμα ζωή και θάνατος, μας δίνει πίσω τα οστά του Αλέξανδρου· δέχεται όμως, σε ανταπόδοση, τη γενιά του πατέρα και της μητέρας του, και, εν τέλει δεν μένει ανολοκλήρωτος. Στο χώμα, κυριολεκτικά στα πατρικά κτήματα της Ρόδου μοιάζει να επιστρέφει ο Μιχαήλ, αφού προηγουμένως έκανε τη σπονδή του στην οικογενειακή παράδοση και στο δικό του ηθικό νόημα της Ιστορίας: έδωσε το όνομα του μεγάλου εξαδέλφου του στο νεογέννητο παιδί του.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

ΑΥΓΗ Αναγνώσεις 24/9/17

Η σκιά της ιστορίας

Αν κι έχουν περάσει πάνω από 40 χρόνια από το 1974 και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, παρατηρώ ένα αυξημένο τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρον για τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στον διαμελισμό του νησιού αλλά και για το γενικότερο πλαίσιο και την όποια θέση μας οδηγούν τα γεγονότα. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου συνθέτει το μυθιστόρημά του σε πλαίσιο ευρύτερο και με αφορμή θα μπορούσε να πει κανείς τα πολεμικά δρώμενα. Ο ίδιος ο τίτλος μας προσανατολίζει σε ένα αφήγημα με θέμα τον κύκλο της ζωής, την γέννηση, την άνοδο και τη φθορά, έναν κύκλο που ακολουθεί κάθε άνθρωπος, κάθε ιδέα, σύστημα, κάθε τι που υπάρχει επί της γης. Πολλαπλά θέματα οδηγούν τον συγγραφέα στους αφηγηματικούς του δρόμους, που φιλοδοξούν να περιγράψουν μια ιστορική πορεία που δεν αφορά τόσο την Κύπρο όσο την Ελλάδα. Ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Γαβαλάς είναι αγνοούμενος στον πόλεμο των λίγων ημερών που ωστόσο ήταν πολύ σκληρότερος απ’ όσο νομίζαμε κι ίσως νομίζουμε. Η σκιά του ανθρώπου που δεν υπάρχει πια ανάμεσά τους στοιχειώνει τη ζωή των ανθρώπων που ήταν κάποτε μαζί του και η ζωή κι ο θάνατος ορίζουν έναν κύκλο που αποτελεί τον ισχυρότερο νόμο της ζωής. «Ο κύκλος του χώματος» αναπτύσσεται αφηγηματικά με περίτεχνο λόγο και πολυφωνική αφήγηση που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, ωστόσο ίσως θα διευκόλυνε μια απλούστερη αφηγηματική γραμμή και θα βοηθούσε στην πολύπλευρη και πολυσύνθετη επιλογή του συγγραφέα. Αν και φαίνεται παράλογο, πιθανολογώ ότι είναι ευκολότερο να περάσουν πολύπλευρα και πολυποίκιλα ιστορικά και κοινωνικά «μηνύματα» μέσα από μια απλή αφήγηση, παρά μέσα από περίτεχνο λόγο που καμιά φορά παρασύρεται στη διατύπωση θέσεων και συμπερασμάτων που θα έπρεπε να υπονοούνται ή να φαίνονται μέσα από τη δράση. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς τις σταθερές βάσεις και τις μελετημένες θέσεις του συγγραφέα, καθώς και την δύσκολη προσπάθειά του αν όχι να ερμηνεύσει σίγουρα όμως να δημιουργήσει ερωτήματα που άπτονται και αφορούν την ίδια την ύπαρξη του Ελληνισμού.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

diavasame.gr 15/9/2017

Ο ιστορικός, νομομαθής Κώστας Χατζηαντωνίου, με σαφή, αρχετυπική θα έλεγα, αν όχι και τραγική, αίσθηση του Δικαίου, κονταροχτυπιέται σε αυτό το πόνημα με τον διακεκριμένο λογοτέχνη Κώστα Χατζηαντωνίου. Το αποτέλεσμα είναι ένα αφήγημα με άκρα ποιητικότητα, με διολίσθηση της καθημερινής σύνταξης του προφορικού-δραματικού λόγου προς μίαν εκλεπτυσμένη λόγια ιδιόλεκτο που φαντάζει όμως αληθοφανής, αν όχι και «φυσική». Αυτός ο συγκρατημένος μαγικός ρεαλισμός συγχέεται με τη δοκιμιακή γραφή και προκύπτει ένα άκρως προκλητικό αμάλγαμα, όπου η πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών, τα τοπωνύμια και τα ονόματα δεν κουράζουν τον αναγνώστη, αφού συγκολλούνται από την παιδική αθωότητα του βλέμματος του τριτοπρόσωπου μεν αφηγητή, που δείχνει όμως μιαν έκδηλη προτίμηση στην καλοκάγαθη πλευρά μερικών πρωταγωνιστών του που μοιάζουν πιότερο με νεραϊδικά παρά με σκληρά πρόσωπα της καθημερινότητας με σάρκα και οστά. Όνειρα κι εφιάλτες, μαζικές παραισθήσεις κι ομαδικές παράνοιες κι αυτό το ακατανόητο του μίσους-νείκους για τις ψυχές που γεννήθηκαν ν’ αγαπούν (με τη σοφόκλεια Αντιγόνη) και μόνο από φιλότητα κατέχουν. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσιδιάζει μάλλον σε εφηβική-νεανική λογοτεχνία κι αυτό είναι ένα πεζογραφικό πλεονέκτημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, σε συνδυασμό με τα γνωμικά που παρεισφρέουν στον λόγο του και τις ποιητικές περιγραφές της Φύσης, ως Μητέρας-Θεάς, ανυπέρβλητης στεατοπυγικής θεότητας…

Τώρα καταλαβαίνω, μελετώντας και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, γιατί είναι αξιοβράβευτη αυτή η γραφή: γιατί δεν τείνει προς το ερεβώδες και το «σκοτεινό», είναι φωτεινή κι αθώα, παιδική σχεδόν, ακόμα κι όταν περιγράφονται εκ του σύνεγγυς τα βίαια συναισθήματα που γεννά ο πόλεμος, ένας πόλεμος στις ψυχές των ευαίσθητων ανθρώπων. Όμως δεν υπάρχει χώρος για το τερατώδες, το κτηνώδες και το παραφυσικό στο ποιητικό εργαστήρι του καλού λογοτέχνη που επέλεξε την πεζογραφία και τον δοκιμιακό-κριτικό λόγο ως περισσότερο προσιδιάζοντα με τη γερή ιστορική του αρματωσιά και κατάρτιση. Θα λέγαμε ότι ο Κώστας Χατζηαντωνίου διδάσκει Ιστορία μέσα από αυτό του το πεζογραφικό πόνημα κι επειδή η Ιστορία έχει το κακό συνήθειο να επαναλαμβάνεται καλό είναι να εξετάσουμε ενδοσκοπικώς αλλά ουχί απαραιτήτως και ομφαλοσκοπικώς τις ψευδαισθήσεις και τα ιδεολογήματά μας προκειμένου να μην βρεθούμε πάλι προ τετελεσμένων γεγονότων και de facto καταστάσεις, αφού το de jura δεν βλέπουμε να εφαρμόζεται και τόσο συχνά στη νoτιοανατολική γωνία της Μεσογείου, όπου κονταροχτυπιούνται μεγάλα υπερεθνικά διεθνή συμφέροντα και ισχύει όσο πουθενά αλλού το «δίκαιον του ισχυροτέρου».

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΘΕΥΘ Τ.6 ΔΕΚ. 2017

ΤΑ ΓΗΙΝΑ ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

«Μια αθώα χαρά ήταν αρκετή. Η δουλειά για την ανακάλυψη του νοήματος. Προσοχή, για την ανακάλυψη, όχι για την εφεύρεση», γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου, με ελεύθερο πλάγιο λόγο, προς το τέλος του νέου του
μυθιστορήματος (σ. 268). Και έχει δίκιο. Ο ήρωας του δεν επιθυμεί να εφεύρει μια νέα πραγματικότητα· τον ενδιαφέρει να ανακαλύψει το βαθύτερο νόημα όσων διαδραματίζονται γύρω του.
Το ίδιο συμβαίνει με την ανάγνωση. Κάποιοι διαβάζουν για να βρουν ένα συγκεκριμένο νόημα, μια τεχνική ή μια δική τους ανάμνηση από βιώματα ή από αναγνώσεις. Ανοίγουν την πόρτα του κειμένου και μπαίνουν
με ένα σάκο γεμάτο οδηγίες. Και όσοι νομίζουν ότι ταξιδεύουν χωρίς αποσκευές, αυτοί κουβαλούν εν αγνοία τους το μεγαλύτερο φορτίο: όλους τους κοινούς τόπους που έχουν συσσωρευτεί στις μελέτες της λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης-δημιουργός αγνοεί τις οδηγίες, για τον πολύ απλό λόγο ότι τις έχει αφομοιώσει. Αφήνεται επομένως στη γοητεία του βιβλίου. Αν η γοητεία παίζει μαζί του κρυφτό, δεν αρνείται να την ακολουθήσει, αλλά αν δεν
μπορέσει να την ανακαλύψει αρνείται να την κατασκευάσει. Επιλέγει να κλείσει το βιβλίο και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Το μυθιστόρημα Ο κύκλος του χώματος επιβραβεύει μια τέτοια κίνηση. Από το εξώφυλλο,
μας προσκαλεί και μας καθοδηγεί σε μια αρχετυπική ανάγνωση. Οι λέξεις «κύκλος» και «χώμα», η εικόνα με σημάδια από πατημασιές σε γήινα τοπία γεννούν αρχέτυπα ζωής και θανάτου.
Μέθοδο αυτογνωσίας αποκαλεί τη γραφή ο Κώστας Χατζηαντωνίου σε συνέντευξή του στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη στο περιοδικό Διάστιχο. Σημαντική για την κατανόηση του νέου του βιβλίου είναι επίσης η παρατήρησή του ότι εξετάζει την Ιστορία ως παρόν. Μπορούμε να προσθέσουμε ότι μυθοπλασία, Ιστορία και στοχασμός αποτελούν τα τρία κύρια συστατικά του πηλού που πλάθει για να χτίσει το μυθιστόρημά του. Όπως οι ήρωες του στον πόλεμο, ο συγγραφέας «ακούει μια φωνή από το χώμα» (σ. 55). Κάτω από το πλούσιο χώμα του μυθιστορήματος κρύβεται, σε άπειρες μεταμορφώσεις, η
μήτρα που γεννά το μύθο – τα λόγια της νεκρώσιμης ακολουθίας, «χους ει και εις χουν απελεύσει». Δημιουργούν μια ατμόσφαιρα θλίψης που δεν θα μας αφήσει ακόμη και όταν στο τέλος του βιβλίου ακούμε το κλάμα του νεογέννητου γιου τού Μιχαήλ, που θα συνεχίσει την παράδοση, μια ψευδαίσθηση αιωνιότητας για τον άνθρωπο. Ψευδαίσθηση, γιατί «η παράδοση που θέλει τους Γαβαλάδες παρόντες σε όλους τους εθνικούς αγώνες» (σ.22), από το Δραγατσάνι στην Κερύνεια (σ. 41), κλείνει με τον ηρωικό θάνατο του Αλέξανδρου το καλοκαίρι του 1974. «Με έρριψες εις χώμα θανάτου», λέει ο Δαβίδ στους Ψαλμούς (22 16, σε μετάφραση Ανδρέα Κάλβου). Το χώμα γονιμοποιείται από το αίμα. Αν το αίμα είναι ουράνιο, τρέφει τη γη και την ανανεώνει, όπως το αίμα των Γαβαλάδων που, μέχρι το ’74, δεν χύνεται, ρέει από γενιά σε γενιά. Αν το αίμα είναι προϊόν πολέμου, καταστρέφει, όπως, σύμφωνα με τον αφηγητή, η αλλαγή που ακολούθησε τα τραγικά συμβάντα στην Κύπρο.
Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η αρχοντική οικογένεια Γαβαλά που τρέφει το χώμα με το αίμα της και την αγάπη της. Η ιστορία της ανάγεται σε αλληγορία όλων των κύκλων του σύμπαντος: του χώρου, του χρόνου, της ύπαρξης. Τίποτε δεν έχει αρχή και τέλος. Όλα συμμετέχουν στον κύκλο του χώματος, ακόμη και ο ουρανός. Η αρχοντιά της οικογένειας προέρχεται όχι τόσο από τα πλούτη της όσο από την επαφή της με το άγιο
χώμα. Ξεριζώνονται κάθε τόσο για να επιστρέφουν τελικά «στο νησί», στη Ρόδο, που δεν ονομάζεται στο μυθιστόρημα, ενώ ανάγεται σε αρχέτυπο της μάνας-γης. Είναι μια ιδέα που φυτρώνει στο χώμα, δροσίζεται από τη
θάλασσα του Αιγαίου, λούζεται από το αέναο φως του ήλιου. Ο αφηγητής θα μιλήσει με συγκίνηση που μεταδίδει στον αναγνώστη, για «το κτήμα με τον πύργο των Γαβαλάδων […], το πυκνό δάσος στα πόδια του Έρημου» (σ. 13).
Οι λέξεις χώμα και humus, και οι δύο από το αρχαίο χαμαί, «χαμηλά», σηματοδοτούν ταπεινότητα και ήθος. Την ίδια στιγμή, σύμβολο μεγαλείου, ο πύργος της οικογένειας Γαβαλά, όπως ακριβώς ο Πύργος της Βαβέλ,
είναι μια πόρτα του ουρανού. Η οικογένεια διασκορπίζεται, όπως οι κάτοικοι της Βαβέλ, αλλά τώρα πλέον όλοι μιλούμε την ίδια γλώσσα, τη γλώσσα της παγκοσμιοποίησης, της αγοράς. Η έπαρση παραμένει ίδια, με μια μικρή (;) διαφορά: δικός μας στόχος, δικός μας ουρανός είναι το χρήμα. Ο πύργος βρίσκεται «στο νησί», προφανώς στην πατρίδα του συγγραφέα. Ένα νησί συμβολίζει το κέντρο της γης αλλά και την απομόνωση. Η οικογένεια μαζεύεται εκεί για τις διακοπές και το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία. Η γιορτή, ένα ακόμη αρχέτυπο, μας κρατά πάντα κοντά στις παραδόσεις, κοντά στη γη. «Το ξωκλήσι στο λόφο» (σ. 12) χτίστηκε από τον Αλέξανδρο Γαβαλά, με χρήματα που είχε σώσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον Αλέξανδρο ιδρυτή της δυναστείας, συνεχίζει με τον εγγονό
του Αλέξανδρο, ήρωα της κυπριακής τραγωδίας, και κλείνει με τη γέννηση ενός νέου Αλέξανδρου, γιου του Μιχαήλ και της Κύπριας Εύας. Τα ονόματα δεν είναι τυχαία.
«Στο μεταξύ ο τόπος αλλάζει από τα θεμέλια, γνωρίζει ένα πρωτόγνωρο ευδαιμονικό αναβρασμό, χαίρεται τις αξίες της κατανάλωσης» (σ. 105), και νιώθουμε εδώ ότι ο αφηγητής τονίζει την αντίφαση αξίες/κατανάλωση. Η αλλαγή αντιμετωπίζεται άλλοτε σαν πεπρωμένο (σ.214), άρα δεν φταίει μόνο ο άνθρωπος, άλλοτε οι παλιοί άρχοντες τρομάζουν γιατί η αλλαγή γίνεται ερήμην τους (σ. 125), δίνοντάς τους μια έντονη αίσθηση της ασημαντότητάς τους, σαν να ήταν ανήμπορες οι ηθικές αξίες μπροστά στο χείμαρρο της αλλαγής. Ήδη, οι Έλληνες στρατιώτες στην Κύπρο, όταν παίρνουν εντολή να κρυφτούν στα χωράφια, ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχουν πλέον δένδρα (σ. 52). Οι θιασώτες της προόδου, του σύγχρονου πολιτισμού τα έκοψαν για να περνούν άνετα τα αυτοκίνητα. Ο άνθρωπος καταστρέφει τη γη και η γη ανταποδίδει. Γίνεται αδιάφορη απέναντι στον άνθρωπο και το δίκιο του. Και όμως αργότερα διαβάζουμε για το κτήμα των Γαβαλάδων: «το χώμα, αυτό το χώμα, πάντα θα θρέφει δέντρα» (σ. 91). Με οργή κατά της αλλαγής ο Μιχαήλ σκέφτεται: «Όχι, δεν υπάρχουν αθώοι. Οι άνθρωποι θέλανε να εξαπατηθούν και εξαπατήθηκαν» (σ. 244). Και ο αφηγητής, βλέποντας τον κόσμο με τα μάτια των αρχόντων, τονίζει συχνά τα αρνητικά στοιχεία της αλλαγής, σαν να ζούσαμε πριν σε έναν ιδανικό κόσμο.
Για να κρατήσει την ακεραιότητά του, ο Μιχαήλ παραιτείται από το διπλωματικό σώμα και επιστρέφει στον πύργο με τη γυναίκα του, την άλλη Εύα, την ανιψιό της αγαπημένης τού Αλέξανδρου, σαν να συνεχίζει τη
ζωή του ξαδέλφου του. Γι’ αυτό, «με συγκίνηση που μέχρι τότε ποτέ δεν είχε νιώσει, ο Μιχαήλ πήρε από τη Βέρα ένα δαχτυλίδι, κειμήλιο δυο αιώνων που ο πατέρας της δεν είχε προλάβει να δώσει στον γιο του, στον Αλέξανδρο» (σ.226). Ένας ακόμη κύκλος διευρύνεται όταν γεννιέται ο δικός του γιος, ο Αλέξανδρος, «κληρονόμος των Γαβαλάδων» (σ. 286). Η πίστη της Εύας «στο χώμα τη βοηθά σ’ αυτή την πάλη κατά του πεπρωμένου» (σ.288).
Το νέο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου είναι προϊόν μιας ιδιοφυούς σύλληψης. Ο συγγραφέας δημιουργεί μια πλειάδα ζωντανών χαρακτήρων, όπως οι πολύ σπουδαίοι πεζογράφοι του παρελθόντος, ενώ δένει αριστοτεχνικά τα πρόσωπα με τον χωρόχρονο: τον τόπο τους και τις πολλές κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας. Διανθίζει διαρκώς την αφήγηση με στοχασμούς για τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα, θυμίζοντάς μας την ιδιότητά
του ως ιστορικός και δοκιμιογράφος. Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει η πυκνότητα του λόγου του. Όταν οι Έλληνες στρατιώτες στην Κύπρο περιμένουν ενίσχυση μήπως τυχόν σωθούν, ένας από αυτούς εξηγεί με συγκλονιστική λιτότητα τι ακριβώς περιμένουν: «Το τάγμα που είχανε στείλει να κυνηγά μακαριακούς στην Πάφο» (σ. 51). Λίγες λέξεις αφηγούνται μια μεγάλη ιστορία: η συνεχής
ερωτοτροπία με τον εμφύλιο δεν σκοτώνει τον εχθρό, αληθινό ή φανταστικό, αλλά τη χώρα μας. Η αισιοδοξία του συγγραφέα, ωστόσο, παραμένει ακέραιη. Την ίδια στιγμή που τα ταξίδια των ηρώων του οδηγούνται σε ναυάγιο
(σ.249, 263), η πλοκή, με το πηγαινέλα στο χρόνο, τονίζει την αιώνια τάση του Έλληνα για αυτοθυσία, ώστε να διαφυλάξει τις αρχές και τις αξίες που του έδωσαν τη δική του ταυτότητα. Μπορεί τελικά η Ελλάδα, που συνεχώς χαροπαλεύει, να μην πεθαίνει ποτέ, αλλά με ποιο τίμημα.

.

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 114 ΜΑΡΤΙΟΣ 2018

Η κυπριακή τραγωδία, το πένθος και τα “εθνικά αμαρτήματα”

Το νέο μυθιστόρημα Ο κύκλος του χώματος του λογοτέχνη και ιστορικού
Κώστα Χατζηαντωνίου, πολύ καλογραμμένο και -παρά την πολυπλοκότητά του- με προσεγμένα σφιχτή δομή, πλούσια γλώσσα με σποραδική χρήση ιδιωματικών στοιχείων, ακέραια πλασμένους ήρωες και πολλαπλά ενδιαφέρον περιεχόμενο, είναι εντούτοις ένα εκτενέστατο αφήγημα καθόλου εύκολο στην παρακολούθησή του, καθώς ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τις συνδέσεις του χρόνου δράσης της κυρίως αφήγησης με παρελθοντικά χρονικά επεισόδια. Γιατί όσα “συμβαίνουν” μέσα στις διαστάσεις του παροντικού χρόνου που ορίζεται απ’ τον συγγραφέα επικαθορίζονται από τον ιστορικό και τον πολιτικό χρόνο της πρόσφατης μεταπολιτευτικής ιστορικής φάσης και με αρκετές αναφορές στο παρελθόν της ιστορίας του γένους των Ελλήνων.
Το μυθιστόρημα αυτό έρχεται ως γόνιμη συνέχεια στη σειρά των ελάχιστων αξιόλογων λογοτεχνικών βιβλίων τα οποία -με αφορμή μία μεγάλη εθνική τραγωδία (στην περίπτωσή μας την τουρκική εισβολή στη Κύπρο το ’74)— εστιάζουν ανθρωποκεντρικά και σχολιάζουν (χωρίς συμπλέγματα κομπαστικού και άγονου εθνοκεντρισμού και προγονοτυφίας) τις αποσμέτρητες υπαρξιακές, ψυχολογικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που μπορεί να έπονται ενός τέτοιου δράματος το οποίο αφορά στα πεπρωμένα του γένους -μα σε σχέση με το μυθιστόρημά μας- στην ιστορία ενός αδικοθανατισμένου παλικαριού και στις συνέπειές του κυρίως στο στενό συγγενικό περιβάλλον του.
Η φάρα των Γαβαλάδων κουβαλά ένα ταραγμένο οικογενειακό παρελθόν με
στιγμές μεγάλης δόξας, όντας σημαδεμένη από “στάσιμα” μέσα σε εμβληματικές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας — Ιερός Λόχος στη Μολδοβλαχία, Μικρασιατική καταστροφή, εποποιία της Πίνδου. Ο μυθιστοριογράφος τείνει να μας κάνει να υποθέσουμε ότι η ίδια η φύση του
βιολογικού-ζωϊκού κύκλου (που τον ονομάζει «Κύκλο του χώματος», επειδή
το χώμα είναι το τέρμα του), κύκλου ο οποίος αενάως και απανταχού αδιαλείπτως επαναλαμβάνεται, έχει τη συνέχειά της μέσα αλλά και πέρα από την κατάληξη του κύκλου στο μυθιστόρημα.
Με τα “στάσιμα” αυτά, μέσα από τη ροή των γεγονότων και τα ταξίδια των
ηρώων, πραγματικά ή με τα φτερά της φαντασίας, σχηματίζεται νοερά ένας
χάρτης με αναφορές σε περιοχές της ακμής της άλλοτε διευρυμένης και σήμερα συρρικνωμένης γεωγραφικώς Ρωμιοσύνης, όπως: Τσεσμές, Σμύρνη και Μαγνησία, Κωνσταντινούπολη και Πριγκηπόννησα, Χειμάρρα στη Βόρεια
Ήπειρο, στη σκιά πάντοτε της Ρόδου —που δεν αναφέρεται όμως πουθενά-,
με την Αθήνα πάντοτε στο κέντρο των πραγμάτων και τη μοιραία για τον ελληνισμό Κύπρο.
Οι τόποι αυτοί φορτίζουν συγκινησιακά επιπλέον τον αναγνώστη, και ιδίως με την Κύπρο να υπενθυμίζει και να τονίζει διαρκώς, με την πιο πρόσφατη τραγωδία της, την αλληλεξάρτηση των δύο χωρών και των ομογενών πολιτών τους, Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων, από την ίδια, την κοινή μοίρα. Με την Ελλάδα μάλιστα να στέκεται στο εδώλιο λόγω των λανθασμένων, προδοτικών εντέλει, πολιτικών, κυρίως της δικτατορίας, μα όχι μόνον αυτής.
Η ιστορία της ευκατάστατης, ως επιβίωμα φεουδαλικής σύστασης, οικογένειας και οι διαδρομές των μελών της, είναι το εφαλτήριο για να μιλήσει ο συγγραφέας για το ειδικό βάρος της εθνικής προδοσίας των χουντικών, το
στοίχειωμα του πένθους, τον αέναο κύκλο ζωής-θανάτου (κύκλο του χώματος) μα και για τον σπόρο που διαδέχεται τη σήψη να καραδοκεί για τη γέννηση και τη συνέχεια της ζωής — αλλά και για τις εθνικές αυταπάτες, την ουτοπική προσήλωση σε ιδεολογήματα που ευαγγελίζονται ανατρεπτικές αλλαγές, την πάλη των παλιών και των νέων ιδεών πάνω σε κοινωνικά ζητήματα, την ανάδειξη της διαλεκτικής σκέψης ως θέμα άξιο να καταλάβει ικανό χώρο στη λογοτεχνία μας, σ’ ένα μυθιστόρημα γραμμένο με δεξιοτεχνία και συγκρατημένο πάθος
Το συναρπαστικό και συνταρακτικό, λόγω της έντονα νατουραλιστικής και
υποβλητικής αναπαραστατικής δύναμής του, 6ο κεφάλαιο -με τις ανατριχιαστικές σκηνές της επίθεσης των τουρκικών φάντομς στον Πενταδάχτυλο και της απόβασης στην Κερύνεια, και τις εκατόμβες των ανέτοιμων, απατημένων πολεμιστών- παραπέμπει σε κλασικές πλέον για την ελληνική λογοτεχνία περιγραφές, που παρόμοιες τους συναντάμε π.χ. στα «Αναγνώσματα» του Άξιον εστί του Ελύτη, σε πεζά του Βενέζη, στο Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη ή στον Απρίλη του Τερζάκη αλλά και στον Μακρυγιάννη.
Ο Χατζηαντωνίου, σαν τον Σεφέρη («οι νεκροί δε μ’ αφήνουνε να πάω παρακάτω») βρίσκεται σε μια διηνεκή διεργασία του διαλόγου που έχει την
ιδέα αλλά και τον “πόνο” να έχει ανοίξει με απόντες-απολεσθέντες σε στιγμές
μοιραίας συνάντησης με τον χάροντα του πολέμου. Άνθρωπος που στοιχειώνεται απ’ το ιστορικό παρελθόν και ζει με γνήσια αισθήματα το πένθος για τον χαμό των “αδερφών”, των παλικαριών που έφυγαν ηρωικά, δεν αρκείται στη συνδιαλλαγή του με τους ζωντανούς. Γι’ αυτό κάπου γράφει: «Οι νεκροί είναι που μας συντροφεύουν όταν νιώθουμε -και το νιώθουμε πολύ συχνά- ανυπόφορη ανία με τους ζωντανούς». Φέρει λοιπόν ο συγγραφέας το πένθος για εκόντες-άκοντες ήρωες, επιφανείς η κυρίως αφανείς, άγνωστους στρατιώτες.
Τέτοιο μυθιστόρημα είναι αδύνατον να γραφτεί χωρίς επίμονη και πολύμοχθη ιστορική έρευνα σε αρχεία του παρελθόντος, χωρίς ανθρωπογνωστική διαίσθηση και χωρίς την απαραίτητη συναισθησία, χωρίς δηλαδή τη μέθεξη ως προϋπόθεση.
Μέσα απ’ τη ροή των γεγονότων -τα οποία περιγράφονται με τέτοιο δεξιοτεχνικό τρόπο ώστε οι χρόνοι των παιδικών αναμνήσεων είναι μεν εμβόλιμοι αλλά εμπλέκονται αρμονικά με τον χρόνο των γεγονότων στην Κύπρο του Αττίλα—, τα ανεπούλωτα προσωπικά και κοινωνικά τραύματα απ’ τον καιρό της χούντας και την κυπριακή τραγωδία, οι δοκιμασίες του κυπριακού λαού με τις αλληλοδιώξεις των αντιπάλων ομάδων, οι ιδεολογικές αγκυλώσεις, η αδερφοφαγία, η προδοσία από τους πατριδοκάπηλους και τους πατριδεμπόρους, διατρέχουν όλη την εξέλιξη του κεντρικού μύθου.
Πέραν της αξίας του περιεχομένου του μυθιστορήματος, και πέραν των
λοιπών αρετών του, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι συγγραφέας “δένει” τον μύθο
με την ιστορία, αναδεικνύοντας και στιγματίζοντας καίρια ιδεοληψίες και
μονομανίες που οδήγησαν σε ατομικές και ομαδικές ψυχώσεις, κι από κει σε
πολιτικό τέλμα, σε εθνικά αμαρτήματα και εντέλει σε ολέθριες και -χωρίς νέμεση για τους υπεύθυνους- τραγωδίες του γένους.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 14/7/2019

Πειστικοί καθόλα χαρακτήρες, εμβριθής αναπαλαίωση της εκάστοτε ικανής και αναγκαίας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, υποδειγματικά έντεχνη πολυπρόσωπη αφήγηση, σπουδή της κρίσιμης λεπτομέρειας, διαύγεια εμπύρετου λόγου, ισόρροπη ανάπτυξη των δρώμενων, ενδελεχής ανάπτυξη του πρωταρχικού σχεδίου, ενώ η αληθοφάνεια των διηγητικών εκφάνσεων και η επινόηση των συμβάντων συμβαδίζουν, χωρίς όμως να καταργούν την επιλεγμένη, θεσμική, οίκοθεν νοείται, ιστορικότητα: αυτές, μεταξύ άλλων, είναι οι κύριες κειμενικές αρετές του ως άνω μυθιστορήματος. Ο δε τίτλος του παραπέμπει ευθέως στον ακατάλυτο δεσμό των ανθρώπων τόσο με την εξ αντικειμένου πραγματικότητα του δεδομένου γενέθλιου περιβάλλοντος, όσο και με όλους τους διακριτούς, αείζωους μυθολογικούς δείκτες των συγκεκριμένων γεωγραφικών συντεταγμένων. Είναι εκείνοι ακριβώς, οι οποίοι κατά καιρούς είτε ευνοούν είτε οδηγούν σε πλήρη αφανισμό την εκ γενετής ευπαθή ύπαρξη, αυτό το στάχυ ή το καλάμι, όπως το ήθελε ο Πασκάλ, το έκθετο στους τυφώνες της Ιστορίας. Ο τόπος, ως ειμαρμένη, προοικονομεί λοιπόν κι εδώ δράμα. Η απόλυτη τιμή του χώματος είναι κατ΄ επέκταση συνώνυμη της αξίας του χυμένου αίματος.

Τα αφηγηματικά υποκείμενα του παρόντος έργου, ως αναπόσπαστα κύτταρα του χώρου τους, εισέρχονται συχνά κι αυτά, εκόντα άκοντα, στην κατεξοχήν ζώνη του τραγικού. Καταρρέουν, μετά από άνισους συνήθως αγώνες ή καταφέρνουν να ανυψωθούν, υπακούοντας μαθηματικά πάντα στην ασίγαστη διαλεκτική του οικείου πάθους. Πρόκειται για την ακατάπαυστη εκείνη κίνηση, η οποία στοιχειώνει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα. Το αίτημα της αναίρεσης των αυταπατών, των σημαδιακών αντιφάσεων της ζωής, των μοιραίων ψευδαισθήσεων είναι αντιστοίχως διάχυτο. Κοντολογίς, η επανάληψη των λαθών, των προδοσιών και των ηρωικών αντιστάσεων στην επικείμενη καταστροφή, την οποία απειλεί ο σχεδόν πανταχού παρών Άλλος, συνιστά την ατέρμονη δράση ενός τροχού ακαταπαύστων μαρτυρίων. Η μνήμη διαπερνά το παρόν, καθιστώντας το αναστοχαστικό είναι. Από μια άποψη, η όλη ροή είναι φαινομένη. Ως να τεκμαίρεται μια ασάλευτη αιωνιότητα χώματος – αίματος. Στο βάθος της εξιστόρησης θαρρώ ότι ακούει κανείς τον ψίθυρο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «το να έχει αντιγράψει η ιστορία την ιστορία είναι ήδη κάτι εκπληκτικό, το να αντιγράψει η ιστορία τη λογοτεχνία είναι αδιανόητο».

Η νησιώτικη οικογένεια των Γαβαλάδων συνιστά στην προκειμένη περίπτωση το συλλογικό αφηγηματικό πρόσωπο. Διαβάζουμε ότι ορισμένοι πρόγονοι συμπαρατάχτηκαν με τους Ιερολοχίτες. Άλλοι έζησαν τον μικρασιατικό μαρασμό. Έτεροι πολέμησαν το 1940. Ο δε Αλέξανδρος, γιος του γιατρού Βασίλη Γαβαλά, δρα ως ανθυπολοχαγός στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974, κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής. Έχοντας προλάβει να συμμετάσχει στις ύστατες συγκρούσεις στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στην Κερύνεια, δεν θα αργήσει να συμπεριληφθεί στους αγνοούμενους. Η απώλεια αυτή λυγίζει, όπως θα ανέμενε κανείς, όλα τα στελέχη της οικογενειακής τάξης. Εξ ου και οι πολλαπλές δυσκολίες εμπέδωσης ενός ισόρροπου βίου, τις οποίες αντιμετωπίζει στην πράξη φέρ΄ ειπείν η Βέρα, η αδελφή του. Ο Παύλος, ο εξάδελφός του, θα διδάξει οικονομικά, αφού πρώτα θα εγκαταλείψει οριστικά την ομάδα βομβιστών του Ιρλανδικού Επαναστατικού Στρατού, με την οποία συνδέθηκε στενά σε μιαν περίοδο προφανώς ακραίων επιπολαιοτήτων. Ο γάμος του άλλου εξαδέλφου του Αλέξανδρου, του εμφανώς νουνεχούς, του συναισθηματικά αυτοελεγχόμενου Μιχαήλ, με την Εύα, γνωστή από το κοινό τους παρελθόν, αποτελεί προφανώς μιαν ακόμη αναγκαία συνθήκη επανεκκίνησης της ορμής προς το μέλλον των ψυχικών ανορθώσεων και των ηθικών αναμορφώσεων. Το παιδί τους μάλιστα, το οποίο έρχεται, το τονίζω αυτό, την κατάλληλη στιγμή στη σκηνή του επαρκώς συγκερασμένου αυτού μυθιστορήματος, οριοθετεί την αλλαγή ρυθμών της ρήξης του κακού με το καλό. Το πένθος διεκδικεί μεν τα πάντα, πλην όμως η άφατη αίγλη που εκλύει η γονιμοποιημένη μήτρα οριοθετεί ρήξη με το μελανό στοιχείο του βίου. Το ορμέμφυτο για μια παροδική έστω ανόρθωση του καθημαγμένου εγώ, μη παύοντας να ενεργεί εποικοδομητικά, προσδίδει σε πολλά κρίσιμα σημεία της αφήγησης μια λάμψη από το μάλλον ανίκητο αγαθό. Άλλωστε εξακολουθεί να ισχύει ότι «στη ρίζα του Έλληνα: το άνευ μέτρου, το έκλυτο, το ασιατικό∙ η παλληκαριά του φάνηκε στον αγώνα κατά του εγγενούς ασιατισμού του∙ η ομορφιά δεν του δόθηκε απλώς [ . . .]: την κατέκτησε, την θέλησε, αγωνίστηκε σκληρά γι’ αυτήν – την κ έ ρ δ ι σ ε!», όπως διατείνεται ο ακραιφνής εκείνος φιλέλλην, ο Φρίντριχ Νίτσε.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΛΑΚΟΣ

bookpress.gr 6/9/2018

Από τον συγκλονισμό στην κάθαρση

H τουρκική εισβολή του ’74 στη Μεγαλόνησο είναι η βασική συνιστώσα της αφήγησης στο τελευταίο βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου. Η ιστορική βαρύτητα του γεγονότος, η θέση του μέσα στον ελληνικό χρόνο της Ιστορίας, έγκειται στο ότι κατάφερε το τελευταίο και πιο εύθετο πλήγμα στο κάστρο του Ελληνισμού, προoικονομώντας τον μαρασμό των επερχόμενων δεκαετιών.

Το β’ μέρος του βιβλίου ξεκινά με το κεφάλαιο «Ο κόσμος αλλάζει». Μόλις εφτά χρόνια μετά την εισβολή και βρίσκουμε τον εαυτό μας να περνάει το κατώφλι ενός άγνωστου σπιτιού! Χρόνια ύστερα, στην σελίδα 264 της έκδοσης, ο αφηγητής ανακαλεί ένα ακόμα στιγμιότυπο από τη ζωή του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, και χρησιμοποιεί τη φράση, «το χρηματιστήριο ανθούσε ακόμα», για να δείξει τον συγχρονισμό της αφήγησης με τον παρόντα χρόνο. Το βιβλίο μάς απευθύνεται μέσα από τις στάχτες του σήμερα.

Μία βασική προϋπόθεση για την πληρέστερη κατανόηση του μυθιστορήματος είναι το ενιαίο της ελληνικού έθνους ως υπόθεση που συνέχεται με την αναδρομική αφήγηση του συγγραφέα, καθιστώντας την δυνατή. Η «υπόμνηση» είναι σημαντική για τους νεότερους ελλαδίτες που «ρουφήχτηκαν», στην πλειονότητά τους αμετακλήτως, από την κρατική πραγματικότητα που στελεχώνουν, αν όχι από την ίδια, σίγουρα από την αμορφία της μετανεωτερικότητας. «Η Κύπρος σε λίγο θα ξεχαστεί, όσες αφίσες κι αν κολλήσουν, όσα τραγούδια κι αν πουν. Η μόνη της χρησιμότητα θα είναι πια για να σταδιοδρομούν πατριδοκάπηλοι ή για να προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές» διαβάζουμε σε μια σελίδα. Η Κύπρος όντως ξεχάστηκε.

Για την ηθογράφηση των χαρακτήρων χρησιμοποιείται το παράδειγμα της οικογένειας των Γαβαλάδων. Η οικογένεια αυτή είναι μια παλαιά, με βυζαντινές μάλλον καταβολές, αρχοντική οικογένεια ενός νησιού των Δωδεκανήσων. Τα μέλη της παρακολουθούν τη σταδιακή εξασθένηση και τον μαρασμό της νεοελληνικής κοινωνίας από το 1974 ώς τις μέρες μας. Είναι μια οικογένεια που έχει προσφέρει πολλά στους αγώνες του έθνους, όμως η τελευταία της θυσία, ο Αλέξανδρος, που «αγνοείται» στην Κύπρο, είναι μια θυσία που έγινε… για το τίποτα. Οι «τόποι» της οικογένειας συγκεντρώνουν τις σκέψεις και τα αισθήματά της. Κι αντηχούν! Άλλοτε σαν ριπές πολυβόλου κι άλλοτε σαν προσευχές ή στοχαστικές συνόψεις που διατυπώνονται με σαφήνεια και πάντοτε σε σταθερή αντιπαλότητα προς μια πραγματικότητα που προδίδει διαρκώς τις ιερότερες προσδοκίες του έθνους.

Ο παλαιός πύργος των Γαβαλάδων στις ρίζες του σκοτεινού λόφου του Έρημου, οι κρυμμένες και ανομολόγητες αναμνήσεις της θείας Μαρίας από τον χαμένο στη Μικρασία αρραβωνιαστικό, οι αφηγήσεις του γερο-Πρόδρομου από τη μεγάλη Εκστρατεία, οι περιγραφές των Βασίλη και Ιακώβου Γαβαλά από το αλβανικό Έπος, το κιτάπι με τα χειρόγραφα ημερολόγια του πρώτου Αλέξανδρου, του Ιερολοχίτη, οι διαλέξεις του Παύλου στο Πανεπιστήμιο για την οικονομική αναμόρφωση του Βενιζέλου, η γυναίκα του καημού και της προσδοκίας, η μητέρα του χαμένου ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, η άλλη γυναίκα, η Βέρα, που μαραζώνει χρόνο με τον χρόνο προσμένοντας τον αδελφό της, ο Αντρέας από τη Χειμάρρα, που δεν γλεντά τις μέρες της ζωής του στην κόψη του κεραυνού τη φλογισμένη αλλά ψωμοζεί στο μεταπρατικό κράτος της Αθήνας, και κυρίως ο Μιχαήλ, «ο τελευταίος των Γαβαλάδων», κατά την κρίση του Βασίλη Γαβαλά, με τον οποίο κορυφώνεται ο θρήνος για το κατάντημα του Ελληνισμού με τέτοια ισχύ και αγωνία ώστε καταργεί τον παθητικό χαρακτήρας του κοπετού.

Διατρέχοντας προσεκτικά τις αφηγήσεις που σχηματίζουν και εδραιώνουν τους αφηγηματικούς σταθμούς και περάσματα, κατέληξα στο να αντιλαμβάνομαι ολόκληρο τον χορό προσώπων ως κάποιο ενιαίο ψηφιδωτό που μεταδιδεί –από μέσα προς τα έξω– το κλίμα της καταστροφής και της σταδιακής παρακμής. Έτσι, η γεωγραφία του βιβλίου δεν είναι μια γεωγραφία εμπορική κι αγοραία, μια γεωγραφία που φωνασκεί. Είναι οι ήσυχες, σκιερές δενδροστοιχίες ενός κόσμου που δύει, ενός κόσμου που δεν προσβλέπει προς τις φωταγωγημένες λεωφόρους των μαζικών εξάρσεων. Συνεπώς υπάρχει στην αφήγηση κάτι το χαμηλόφωνο, κάτι το σκιασμένο, το απόμακρο και κεντρικό συνάμα, που κόβει διαγωνίως τη μοίρα της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας.

Πρώτιστο κέρδος: ο συγγραφέας καταφέρνει να γίνει αντι-κειμενικός, μοιράζοντας τη στάση του ανάμεσα σε ένα πριν και σε ένα τώρα, ανάμεσα στο εδώ της θέσης και στο εκεί της θέασης. Με αυτό τον τρόπο κρατά αποστάσεις από ό,τι δευτερεύον (ελάσσον) θα μπορούσε να συσκοτίσει την καθαρότητα της λογοτεχνικής επόπτευσης. Πώς η αφήγηση και οι επιμέρους διηγήσεις προσπερνάνε αυτό το χωροχρονικό διάκενο;

Το όχημα με το οποίο μεταβαίνουμε στο άλλο σημείο, στο έτερον τι του κόσμου της ιστορίας, μας το παρέχει εξ ολοκλήρου η σύλληψη του χαρακτήρα του Μιχαήλ. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, δίχως την παρουσία του, θα ήταν κλαδί δίχως δέντρο, κι έτσι ξεμοναχιασμένη, θα αποτελούσε μια φυγόκεντρη διαδοχή εξιστορήσεων δίχως σκοπό, ζώσα μορφή και εξάρτηση. Μπορεί στον Αλέξανδρο να βρίσκουμε μια αφετηρία, αφού με τον θάνατό του η ιστορία αποκτά ξανά για τους Γαβαλάδες σάρκα και μιλιά, μα είναι ο Μιχαήλ που οδηγεί την αδυσώπητη ροή των γεγονότων σ’ ένα νόημα. Με τον Μιχαήλ εκφέρεται η ελευθερία της στοχασμού. Η ελευθερία που δεν εγκαταλείπει τα οχυρά της στον ολοφυρμό και ούτε παραπαίει πάνω από τα σκοτεινά χάσματα που άφησε πίσω της η κατατεμαχισμένη νεοελληνική πραγματικότητα μετά την τραγωδία του ’74.

Ο Μιχαήλ είναι ο μόνος από τους Γαβαλάδες που ξανοίγεται στο θρασεμένο πέλαγος της εποχής του· επιλέγει, δηλαδή, να βγει έξω από την αυλόπορτα του πατρογονικού του και να περπατήσει στον κόσμο δίχως εγκεφαλικά δεκανίκια και ιδεοληψίες, με μοναδικό αρωγό το εσώτατο αίσθημα και το πιο μεταφυσικό οπλοστάσιο του ανθρώπου, το κορμί του. Ο Μιχαήλ δεν απομονώνεται μες στον θάνατο ή τη θλίψη, αλλά συνενώνει. Και για να το κάνει αυτό, καταστρέφει ενώ συγχρόνως διασώζει. Καίτοι «αισθάνεται» την εποχή, στο τέλος την ξεπερνά! Ίσως γιατί σ’ αυτόν επιβιώνουν, μεταμορφωμένα, τα ιδανικά που όρισαν το πεπρωμένου του Αλέξανδρου.

Οι δύο λέξεις, «κύκλος» και «χώμα» εμφανίζονται μόνο τέσσερις φορές, στις σελίδες 94, 168, 278 και 291, το δε επίθετο «χωματένιος» στη σελίδα 132. Κι όμως, αυτές οι λέξεις ορίζουν την ταυτότητα του βιβλίου, τυπικώς και ουσιαστικώς.

Υπάρχει ο κύκλος του ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Γαβαλά, που σκοτώθηκε στην Κύπρο το 1974· υπάρχει ο κύκλος των παλαιότερων Γαβαλάδων, του Βασίλη, πατέρα του Αλέξανδρου και του Ιάκωβου, πατέρα του Μιχαήλ, και ο κύκλος των προγόνων τους· υπάρχει ο κύκλος του Μιχαήλ, ο οποίος απελευθερώνεται από όλους τους προηγούμενος κύκλους, σαν βουδιστικό κάρμα, και γίνεται γραμμή, βέλος που στοχεύει να πλήξει τις συνειδήσεις μας· υπάρχει, τέλος, ο άγνωστος κύκλος του γιου του Μιχαήλ και της Εύας, ο οποίος φέρει το όνομα του θείου του: Αλέξανδρος. Ο ένας μπαίνει μέσα στον άλλον και συγχρόνως όλοι είναι ομόκεντροι, γιατί ενώ είναι κύκλοι χωμάτων, ο κάθε κύκλος, σε συνάφεια με τον επόμενο ή τον προηγούμενο, υπάγεται στον κύκλο του χώματος του έθνους αλλά και του Χρόνου. Τελικά του Κόσμου.

Ο προσδιορισμός της δύναμης που θέτει σε κίνηση αυτούς τους μικρούς και μεγαλύτερους κύκλους είναι η ιστορία και οι συγκλονισμοί της, που τοποθετούν τον άνθρωπο μπροστά στο αίνιγμα του εαυτού του, γιατί «ιστορία» δεν είναι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, είναι κυρίως η ορμή που εμβολίζει τα όρια του οικείου και του ανοίκειου. Το χάσιμο της ελπίδας. Η αναγκαία συσκότιση.

Η Ιστορία, λοιπόν, με γιώτα κεφαλαίο, ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης, είναι ο λόγος που οι αφηγηματικοί-ιστορικοί κύκλοι του βιβλίου εφάπτονται και συγχέονται, ο λόγος που τα επιμέρους μέρη της αφήγησής του δεν είναι στατικά αυτοαναφορικά σύνολα κλεισμένα στον εαυτό τους, αλλά υποτάσσονται σε ένα καθεστώς αλληλοπεριχώρησης, όπως τα πράγματα στον χώρο και τον χρόνο.

Το ερμάρι που λέγεται «ιστορία/ιστορικό γεγονός» δεν ανοίγει ποτέ μ’ ένα κλειδί. Όμως η εγκυρότητα της θέασης εξαρτάται από δύο συγκεκριμένους παράγοντες. Από τη θέληση να αναγνωρίζουμε την πολλαπλότητα των πρισμάτων, διαβάζοντας με ικανότητα το παλίμψηστο του χρόνου, και από το ταλέντο να ξεγλιστράμε μέσα από τα χέρια του, γιατί αυτός, ο χρόνος, έχει μεγάλα και παχιά χέρια, τόσο παχιά που μέσα τους κλείνεται καμιά φορά η ύπαρξη του ατόμου. Τότε εκείνο αδυνατεί ν’ αντιληφθεί εύκολα το Εκείθεν του φωτός, που έρχεται απευθείας στον καθένα μέσα από παλαιούς βωμούς και τάφους χορταριασμένους.

Το αρχικό σημείο της ρωγμής μπορεί να προσδιορίζεται χρονικώς, μα το καίριο πλήγμα δίνεται από αλλού, ίσως από την ίδια τη φύση, που απηχεί τον ρυθμό του χρόνου, το γίγνεσθαι. Η φύση (μάς) γερνά. Αυτή η μυστική επιβουλή (ή απονομή δικαιοσύνης;) θέτει την ιστορία στην τροχιά του παράλογου στοιχείου της μέσω συγκλονισμών που χωρίζουν ή διασπάνε τις ζωές των ανθρώπων. Και τότε το πλησίασμα στο ερμάρι, η εκλογή των τελικών κλειδιών, γίνεται στοίχημα δύσκολο να επιτευχθεί.

Πώς και με τι δύναμη, με τι βιρτουοζιτέ να πατήσει κανείς και με τα δυο πέλματα συγχρόνως στους αναβολείς του ίππου της ιστορίας; Πόση ανυστεροβουλία χρειάζεται για να αρνηθούμε τις πιο οικείες και πιο βατές εξηγήσεις της δικής μας εποχής, για να μιλήσουμε την γλώσσα του δια-χρονικού;

Είναι εμφανές πως ο Κώστας Χατζηαντωνίου γνωρίζει αυτούς τους κανόνες, γιατί χρησιμοποιεί την ιστορία για να γράψει ένα μυθιστόρημα, κάτω βέβαια από τον μεγεθυντικό φακό της ιστορικής επιστήμης, δίχως όμως να μεταβιβάζει στον αναγνώστη κρίσεις ειδικού ιστορικού βάρους. Άλλωστε, μόνο υπό αυτούς τους όρους γεννιέται το ιστορικό μυθιστόρημα, που ως είδος παραμένει κοντά στην ιστορική επιστήμη, αλλά ανήκει ολοκληρωτικά στον ελεύθερο φιλοσοφικό ή/και ποιητικό στοχασμό. Ακόμα και στα τμήματα του βιβλίου όπου ο ίδιος ή οι χαρακτήρες του απασχολούνται με τα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση της Κύπρου, το βάρος δεν μετατίθεται στην πραξικοπηματική κυβέρνηση Ιωαννίδη ή στον σαλτιμπάγκο Νικόλαο Σαμψών, ο αφηγητής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μιλήσει για τις περίφημες συνομιλίες Μακαρίου-Παπαδόπουλου γύρω από την ανεδαφικότητα της Κηρύξεως Ενώσεως με την Ελλάδα, τη στιγμή που η Τουρκία είχε ως εγγυήτρια δύναμη στρατό στην Κύπρο, κι εφόσον απέναντι στην Κιλικία είχε τόσο πολύ στρατό, ο δε τρόπος που προσεγγίζεται η ΕΟΚΑ Β΄ ή ο Γεώργιος Γρίβας δεν είναι ακριβώς ούτε απολογητικός ούτε πολεμικός. Το ύφος της γραφής μαρτυρά μιαν άλλη λεπταισθησία: τη διάψευση των καθαρότερων πόθων του γένους για εθνική ολοκλήρωση.

Έτσι ο συγγραφέας μας, χαλκεύοντας τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων-κύκλων προ του ’74, συμπεραίνει επαγωγικά μέσω αξιωματικών παρατηρήσεων και διαδοχών τον νεοελληνικό μηδενισμό με άξονα την κυπριακή τραγωδία.

Τόσο στο Άγκριντζεντο (2009) όσο και στον Κύκλο του χώματος, ο μηδενισμός σχετίζεται με τη σταδιακή γεωγραφική συρρίκνωση του ελληνισμού, καθώς και με την απώλεια της ικανότητας του έθνους να αυτονοηματοδοτείται και να νοηματοδοτεί τον καθημερινό βίο του. Στην περίπτωση του τελευταίου μυθιστορήματος, βρισκόμαστε μπροστά και σε μια άλλη θεώρηση, κατά την οποία αυτός ο μηδενισμός αποτελεί απόρροια του μετασχηματισμού της Μεγάλης Ιδέας από πόθο σε χίμαιρα, μετασχηματισμός που εξοβέλισε τα προτάγματά της στην σφαίρα του εξωιστορικού ιδεαλισμού.

Στον Κύκλο του χώματος υπάρχει ειλικρίνεια και κυνισμός μα καθόλου ρομαντισμός. Η ειλικρίνεια αυτή και ο κυνισμός αυτός δεν είναι συνέπειες μιας ηθικής δίχως ηθική· είναι τα πνευματικά τέκνα μιας απόφασης και ενός θάρρους. Του θάρρους μιας ολόκληρης οικογένειας, των Γαβαλάδων, να μην υποκύψει στην ευτέλεια της εποχής, και της απόφασης του βασικού ήρωα, του Μιχαήλ, να αντισταθεί. Ωστόσο, η βασικότερη αιτία για τις δύο κυρίαρχες «ηθικές» στάσεις του μυθιστορήματος είναι η ιστορική αναγκαιότητά τους.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου μοιάζει αναγκασμένος από την (Ι/ι)στορία να τις ακολουθήσει. Το μυθιστόρημά του γεννιέται μορφικά μέσα από την ανάγκη να δοθεί μια απόκριση στο τέλος της διαδρομής που αποδείχθηκε άκαρπη.

Εντέλει, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου, η μεταμορφωτική δύναμή του με και μέσα στην (Ι/ι)στορία, είναι ο πυρήνας που συνέλκει τους επάλληλους κύκλους για να τους παρατάξει σαν στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Τελικά μετατρέπει τις τρεις διαστάσεις του ανθρώπινου (εδώ εθνικού) χώρου και χρόνου σε δύο! Με αυτό κατά νου, βλέπουμε πώς η κατάρρευση ως βίωμα είναι ετούτη ακριβώς η επιπεδότητα που μοιάζει τόσο με εκείνη της βυζαντινής εικονοποιίας. Έτσι, ο συγκλονισμός δεν είναι το περιέχον του βιβλίου αλλά περιεχόμενό του. Αυτό που επείγει είναι η κατάκτηση της αρμόζουσας στάσης, η επιδίωξη μιας ηθικής. Αυτή την ηθική την επωμίζονται συνειδητά ή ασυνείδητα οι χαρακτήρες του βιβλίου, των οποίων οι ζωές, τα βιώματα και οι μνήμες σφραγίζονται ανεξίτηλα από τη μοίρα του νεοελληνικού έθνους. Για όλους τους παραπάνω λόγους, ο ρόλος του Μιχαήλ αποδεικνύεται καταλυτικός.

Ο Μιχαήλ δεν αντιστέκεται με όπλο την ειρωνεία, που παγιδεύει τον άνθρωπο μέσα στο αντικείμενό που περιγελά. Αντιστέκεται με όπλο την αλήθεια που του την φανερώνει η ηθική τάξη του σώματός του. Αντιστέκεται με την άρνησή του να δεχτεί ως ζωντανό κάτι που έχει πεθάνει, μα και με την άρνησή του να περιχαρακωθεί πίσω από έτοιμες λύσεις, όταν ξέρει πως όλες δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Παραδείγματος χάριν, είναι Έλλην ορθόδοξος, αλλά περισσότερο με τον τρόπο του Καβάφη και του Παπαδιαμάντη –σημειώνω εδώ ότι ο Χριστιανισμός των δύο είναι ιδιότυπος αλλά με διαφορετικό τρόπο– και όχι με τον τρόπο των στενόμυαλων επιγόνων του Πατροκοσμά. Ωστόσο, ζει τον Θεό, την παρουσία Του και την απουσία Του, μέσα στα πράγματα και στον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται.

Η αυθεντικότητα του Μιχαήλ δεν είναι αρνησικοσμία. Επειδή είναι ο πιο φιλοσοφικός, ο πιο εσωτερικός και μυστικοπαθής χαρακτήρας του βιβλίου, από τη μία «θεάται» το Εξαίφνης του ιστορικού συγκλονισμού, που διαπιστώνεται μέσω της επίγνωσης του θανάτου, του βιολογικού τέλους που πρέπει να νοηθεί ως μία αδυσώπητη διαδικασία αλλαγής, η οποία δεν τείνει κατ’ ανάγκη σε κανένα Απόλυτο, υλικό ή πνευματικό, αλλά οδηγεί στη μεταμόρφωση, μα από την άλλη πιστεύει στην –παρωχημένη για πολλούς– Ιδέα του Εθνικού. Σ’ αυτή θέλει να συμπαρασταθεί εξαιτίας της ανάγκης του να μάθει «τον μυστικό μηχανισμό της ασθένειας, το γενετικό λάθος μιας δημιουργίας» (σελ. 268). Μια πρόφαση, θα λέγαμε, αληθινής αγάπης και πίστης. Γιατί το φάντασμα του χαμένου στη μαρτυρική Μεγαλόνησο εξαδέλφου, του Αλέξανδρου, τον ακολουθεί παντού και πάντοτε. Ιδού πώς συνοψίζεται ο τρόπος του Αλέξανδρου: «Η καταγωγή… δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ιδέα αυτογνωσίας. Η ιδέα αυτή άπλωνε τον εαυτό, τον στερέωνε στον χρόνο και στον χώρο, σ’ ένα χώμα άυλο, σ’ έναν κύκλο έγχρωμου χώματος. Πάσχιζε να ισορροπήσει μέσα του την πειθαρχία που επέλεξε με την απόλυτη ανάγκη της ψυχής του για ελευθερία. Οι αξίες όσο κι οι ρίζες του είχαν τεράστια σημασία ακριβώς διότι τον ευκόλυναν να εισχωρήσει στο νόημα του εαυτού του. Δεν ήταν καταφύγιο το νόημα αυτό, δεν φυλάκιζε, το αντίθετο: τον ελευθέρωνε, του χάριζε άφατη απόλαυση με τη γεύση της γης, τη μυρωδιά του αέρα, την μπόχα της καπνιάς των μηχανοκίνητων. Ένιωθε πως ήταν αυτός ο ίδιος που πατούσε τούτο το χώμα, πριν εκατό, πριν τετρακόσια, πριν χίλια χρόνια με το ίδιο αίμα, πολύτιμο πλέγμα, φλέβες και ρίζες που δέθηκαν σιγά-σιγά, γενιά τη γενιά, από διάφορους τόπους και ανθρώπους, ώσπου να φτιάξουν τούτο τον ζεστό χτύπο στα μηλίγγια, τούτη την έξαψη στα μάτια, τούτη την αγρύπνια».

Έτσι, ο μεγάλος περιέχον κύκλος του Χρόνου και των μεταμορφώσεων, η ιστορία ως συγκλονισμός, δεν είναι κάτι το αόριστο και γενικό, αλλά το ίδιο το Εθνικό ως βίωμα και εμπειρία, που διαπερνά τα πάντα, όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου του Κώστα Χατζηαντωνίου και τις διηγήσεις τους, άλλοτε ως παρακμή κι άλλοτε ως θέληση για ζωή. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι αποσπάσματα μιας ολότητας που κυριολεκτικά κατέρρευσε μέσα στην κατατεμαχισμένη επιφάνεια της σύγχρονης συγκυρίας με τον θάνατο του ανθυπολοχαγού Γαβαλά. Το όλον αυτό είναι ο Αλέξανδρος, ένας πλανήτης που εξερράγη, δημιουργώντας τον Μιχαήλ και τα επίλοιπα αστέρια. Η τελευταία αναλαμπή του γένους των Ελλήνων;

Πρέπει λοιπόν να προσδιορίσουμε, όσο μπορούμε, κι εμμένοντας στο κειμενικό σώμα του βιβλίου, δηλαδή με όριο και κριτήριο λογοτεχνικό, δύο δυνάμεις, που καθοδηγούν την αφήγηση και την αποτύπωση, μέσω αυτής, των χαρακτήρων.

Η πρώτη είναι μια δύναμη αρνητική και η δεύτερη είναι μια δύναμη θετική, γιατί ο συγκλονισμός, το σημείο μηδέν της ιστορίας, όταν αποκόπτεται από το χώμα, γίνεται κρίση, μα όταν μένει προσκολλημένη σε αυτή σαν το δέντρο στις ρίζες του γίνεται συνείδηση, του αγέρα που ακόμα φυσά ολούθε με ορίζοντα τον Κόσμο. Μπορεί ακόμα-ακόμα να γίνει μιας νέας αυγής το αγιάζι, όπως στην περίπτωση του δικού μας πια Μιχαήλ, που απολυτρώνεται από όλα τα δεσμά και ετοιμάζει τη νέα σοδειά στη μορφή του άλλου Αλέξανδρου, του τρίτου των Γαβαλάδων, που «θα καθαρίσει της ζωής τον καθρέφτη από κάθε χωματιά για να ανοίξει ένας νέος κύκλος του χώματος».

Για τον Αλέξανδρο και τον Μιχαήλ (το alter ego του;) το ύπατο διακύβευμα είναι το Εθνικό. Μα αυτό ακριβώς είναι που διασώζει την παγκοσμιότητα του κόσμου. Ο Μιχαήλ έρχεται να επιβεβαιώσει την καίρια τομή.

Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγουμε σε τρεις όρους που, αν τους αποδεχθούμε, συμπεραίνουν τόσο την εξατομικευμένη ταυτότητα του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος όσο και τον λόγο για τον οποίο ο ρόλος του μέσα σε αυτό γίνεται στηθαίο άμυνας και αντίστασης στην ιστορική περιδίνησή μας γύρω από το μηδέν.

Ο πρώτος όρος είναι η εμπειρία του συγκλονισμού που τοποθετεί τον Μιχαήλ (και τους υπόλοιπους χαρακτήρες) ενώπιον της ιστορίας, η οποία εξωθεί τα ανθρώπινα όντα στο να βλέπουν τον κόσμο ως ενέργεια θανάτου.

Ο δεύτερος όρος, ως συνέπεια του πρώτου, αποκαθαίρει την ύπαρξη από την πίστη της σε απόλυτα μεγέθη έξω από τη φύση· μεταθέτοντας το κέντρο βάρους σε αυτή την ίδια, γίνεται ο βίος του ανθρώπου άθλημα ελευθερίας.

Από τούδε και στο εξής, το Εθνικό αναβαπτίζεται μέσα στα καθαρά νερά της ύπαρξης και του αγώνα μας· αυτός ο αγώνας δεν καθοδηγείται από τα περίκλειστα σχήματα αξιών που η Ιστορία έχει ξεπεράσει. Έτσι, το έθνος γίνεται κάτι το συγκεκριμένο, το χώμα όπου πατάμε, πότε στέρφο και πότε έτοιμο να αναδώσει καρπούς· που η τελική εγγύηση της αξίας του δεν εδραιώνεται σε καμιά ιδέα περί εθνικής υπεροχής, εντέλει σε καμιά ιδέα περί πολιτικής ορθότητας, αλλά στο ότι είναι –αυτό το ίδιο, ως έννοια και βίωμα– ο μόνος κραταιός προμαχώνας του αγώνα του ανθρώπου να υπάρξει πέραν του θανάτου του.

Η ελευθερία του Μιχαήλ μας τρομάζει. Είναι ελευθεριότητα; διερωτόμαστε οι πειθήνιοι πολίτες του ελλαδικού κρατιδίου. Είναι ο Μιχαήλ ένας ήρωας ή κάποιος τυχαίος αντιήρωας; Η απάντηση είναι πως δεν είναι ούτε ένα το άλλο, γιατί με την στάση του γίνεται ο ίδιος ένα πρόβλημα, που προλογίζει την είσοδό μας σε έναν καινούργιο κόσμο.

Θα ανοίξει τελικά αυτή η στάση τον τέταρτο κύκλο της ιστορίας μας; Η ερώτηση μένει δίχως απάντηση. Και η γλώσσα της αφήγησης δεν εκφέρει μήτε την ελπίδα του συγγραφέα μήτε την απελπισία του.

Ο Μιχαήλ είναι ένας Πρωτοέλληνας. Στέκεται απέναντί μας δίχως μεταφυσική, αλλά είναι εξ ολοκλήρου μεταφυσικός, ομηρικός σχεδόν, με μπροστάρη στον μοναχικό χορό του τον Ήλιο. Γεμάτος είναι από θάνατο και ζωή. Γι’ αυτό αποτίει πρώτα φόρο τιμής στην ελευθερία. Θείο για κείνον είναι η πάλη του ανθρώπου με τον Θεό, η ζωή, αυτό το τέλειο πεδίο δράσης, όπου Θεός και άνθρωπος συνταυτίζονται και συνωνυμούν, για να δανειστώ την έκφραση του Διονυσίου Αεροπαγίτη. Αγώνας. Ο Μιχαήλ είναι σεμνός αλλά όχι ταπεινός, είναι ταπεινός αλλά όχι ηττοπαθής. O κύκλος που σχηματίζεται αργά και πειθήνια με τη ζωή του Αλέξανδρου του νεότερου δεν είναι ένας κύκλος μάταιος.

Η ανάγνωση του βιβλίου που έγραψε ο Κώστας Χατζηαντωνίου διευκολύνεται από τη γρήγορη αφήγηση. Αυτή η αφήγηση είναι κατανεμημένη σε 37 σύντομα και ισομεγέθη κεφάλαια, τα οποία συνθέτουν τρία εναρμονισμένα, ως προς την έκταση και την πυκνότητά τους, μέρη, και διευκολύνεται από μια ακριβοδίκαιη ισορροπία στον τονισμό των πορτρέτων των χαρακτήρων του.

Το κατεξοχήν γνώρισμα του βιβλίου που μας γοητεύει είναι η γλώσσα και οι λεπτομέρειες γύρω από τα πραγματολογικά στοιχεία. Πολύ συχνά αισθανόμαστε πως δεν διαβάζουμε μυθιστόρημα αλλά σωστό ποίημα. Ο δόκιμος συγγραφέας ξέρει το χωράφι που οργώνει τόσο καλά που δεν χρειάζεται να φέρει σπόρους εξωτικούς για να μας εντυπωσιάσει με την απότομη βλάστησή τους. Πράγματι, μας εντυπωσιάζουν πολλές σελίδες. Μέτρησα ογδόντα λαμπρά μνημεία της ελληνικής γλώσσας. Ξεχωρίζω ολόκληρο το κεφάλαιο «Εσένα ενθυμούνται ακόμη». Σας καλώ να το διαβάσετε και να το μελετήσετε προσεκτικά. Ξεχωρίζω επίσης τα εδάφια εκείνα στα οποία ο συγγραφέας επιβραδύνει την αφήγηση για να παρεμβάλει εικόνες και ήχους της φύσης προκειμένου να εντείνει την τραγικότητα των στιγμών που έπονται.

Η αρχή που διέπει το πνεύμα του μυθιστορήματος, γιατί η γλώσσα είναι ψυχή και η ψυχή είναι αλήθεια, είναι μια ψυχή χωματένια, πρωτοελληνική, και σάρκινη – στο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου δεν κυριαρχούν οι σκέψεις, τα εγκεφαλήματα διόλου, αλλά το κορμί που δίνεται στον θάνατο, στον έρωτα και στην ελευθερία. Από την ανάγκη να συντονίσει ο άξιος συγγραφέας το ρήμα με τη μεταφυσική του σκοπιά, κληρονομούμε μια γλώσσα σωματική και γεμάτη, σαν βυζαντινή εικόνα.

Τέλος, το βιβλίο του Κώστα Χατζηαντωνίου μας αναγκάζει με ευχάριστο τρόπο να ερμηνεύσουμε εκ νέου το κύριο χαρακτηριστικό των νεοελλήνων. Ετούτο είναι η μωρία, η εθνοκτόνα βλακεία των Ρωμιών, που από το 1071, από τη μάχη του Ματζικερτιού και μετά , όπου χάσαμε σταδιακά όλη τη Μικρασία, επενεργεί εις βάρος των πιο συνετών.

Η μωρία είναι γενικευμένη. Είναι του Κράτους, είναι των πολιτών, είναι της Εκκλησίας. Για να κάνει το χούι της μπορεί να θυσιάσει τα πάντα· τα σύνορά της, τη μοναδική μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, το αρχαιοελληνικό βάθος της ορθοδοξίας υπέρ ενός στείρου ελωχιμισμού και ηθικισμού.

.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Γ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

FRACTAL 14/2/2018

Α]. Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΜΑΤΟΣ. ΑΦΗΓΗΣΗ-ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ: Κύκλος Ζωής – Κύκλος Θανάτου: ο αιωνίως αυτός επαναλαμβανόμενος Κύκλος Χώματος…[ii] Μια ξεπεσμένη αρχοντική γενιά στη δίνη της Ιστορίας – δεν είναι καθόλου τυχαίο που στο βιβλίο η λέξη ιστορία είναι γραμμένη με γιώτα κεφαλαίο. Γενάρχης, ο Αλέξανδρος Α΄ Γαβαλάς, Ιερολοχίτης στη Μολδαβία, με σπουδές Ιατρικής στην Πάντοβα, γεννήθηκε λίγο πριν το «Ρεμπελιό των Γενιτσάρων».[iii] Ο παππούς Αλέξανδρος, αφού χάνει την περιουσία του απ’ τους καλά βασταγμένους εμπόρους στη Σμύρνη, μετακομίζει σε νησί που δεν ονομάζεται, αλλά πρέπει να είναι η Ρόδος· αναφέρεται «Έρημος» – μήπως η περιοχή Φιλέρημος; Οι τρεις γιοι του, παρακλάδια γερά και προσφυόμενα στο γενεαλογικό δέντρο, με γνώση, ήθος και κοινωνική ευαισθησία, παρασύρονται ο καθένας στην πτώση του, τους κατακόπτει η αξίνα του χρόνου με την κατάρρευση των μύθων, το γκρέμισμα των ιδεολογιών, άλλοτε θύματα μιας πονεμένης ματαιοδοξίας, κι άλλοτε άκαμπτοι στο περιθώριο ενός κόσμου που λατρεύει κατά το πλείστον το ανίερο και το βέβηλο. Η χίμαιρα, που περίμεναν ότι θα τους λυτρώσει, η ίδια αυτή τους οδηγεί σε αστοχίες και λαθεμένες επιλογές. Ο μεγάλος γιος, ο Βασίλης, γιατρός, μαχητικός με ουμανιστικές θεωρίες που προσπαθεί να τις κάνει πράξη, εναντιώνεται στον ρύπο της εξαχρείωσης και στο κυνήγι του χρήματος. Ο πρώτος γιος του, ο Αλέξανδρος, μόνιμος ανθυπολοχαγός, είναι από τα βασικά πρόσωπα στο βιβλίο, ως μια ακτίνα στη ρόδα του κύκλου που βρίσκεται εγγύτερα στο κέντρο της περιφέρειας, και σίγουρα κυνηγός του απόλυτου. Με άριστες επιδόσεις και ταλέντα, φοιτά στην Σχολή Ευελπίδων, προκαλώντας σκάνδαλο στην οικογένεια, κωφεύοντας σε συμβουλές για μια άλλη σταδιοδρομία, ώσπου, μετά την ανίερη εισβολή των Τούρκων του 1974 στην Κύπρο, εικοσιπεντάχρονος και μαχόμενος με τις μισητές ορδές του Αττίλα, χάνεται.

Οι δικοί του ελπίζουν να είναι ανάμεσα στους αγνοούμενους, όμως τελικά, μετά από πιστοποίηση του DNA, σ’ ένα κασελάκι περικλείουν τα λευκασμένα οστά του. Το άλλο παιδί του Βασίλη, η Βέρα, ανυποχώρητη στις εμμονές της για μια ασυμβίβαστη ζωή, προχωρεί σε γάμο, αλλά χωρίζει, επιζητώντας παρήγορο καταφύγιο μιας άδολης πίστης. Ο άλλος γιος του Αλέξανδρου, ο Σπύρος, ναυτικός σε καράβια που η όμορφη γυναίκα του η Δήμητρα εκτιμά ό,τι φέρνει τη σιγουριά του κέρδους, δίχως τις εκδοχές της υπομονής και της συγχώρησης, τον διώχνει. Έχουν ένα γιο, τον Παύλο, που, αφού ως φοιτητής μετέχει στους συνδικαλιστικούς αγώνες, αργότερα συνεχίζει σπουδές στην Αγγλία. Μαχητικός κι ανήσυχος, φτάνει στην Ιρλανδία (Κορκ), παίρνει μέρος στις φλογερές συγκεντρώσεις με τους εξεγερμένους του IRA και παντρεύεται την Ιρλανδή Λίζα, μια ταπεινή και φιλόκαλη παρουσία, κι αποκτούν ένα γιο, τον Τίμοθι. Όταν επιστρέφει στην Ελλάδα, παραδίδει μαθήματα στα φοιτητικά αμφιθέατρα, ρηξικέλευθος, όπως στα νιάτα του (Κεφάλαιο: «Ένα μάθημα Οικονομικής Ιστορίας»). Είναι κι ο Ιάκωβος, ο άλλος γιος του παππού Αλέξανδρου, ο αυτοδημιούργητος υφαντουργός. Συνεπής αριστερός που πλήρωσε τις ιδέες του, αν και πολεμιστής στο Έπος της Αλβανίας, με δύο χρόνια εκτόπισης από τη χούντα. Με το προτσές των δραματικών αλλαγών ερήμην τους, φτάνει κι αυτός στην έντιμη χρεοκοπία, που ακολουθεί η αξιοπρεπής περιχαρακωμένη πενία. Δεν καταδέχεται να βγάλει έξω τα δάνεια, όπως οι αεριτζήδες αετονύχηδες, αντιστέκεται στην περιρρέουσα απάτη και στους πειρασμούς της νεοπλουτίστικης ζωής, αρκούμενος στα απλά και στα ταπεινά, χωρίς όμως τη μιζέρια του αποτυχημένου. Μαζί τους μένει η θεία Μαρία, Μικρασιάτισσα, ευλογημένη παρουσία που ακτινοβολεί την παλαϊκή αρχοντιά των Ρωμιών γυναικών – γι’ αυτές έγραψε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο ομώνυμο βιβλίο του Οι Ρωμιές, O altra cosa, Δόμος 1990. Είναι το αντιστήριγμά τους στα οδυνηρά της ζωής τους. Ο γιος του Ιάκωβου, ο Μιχαήλ, είναι ένας άλλος βασικός άξονας. Πρότυπό του ο μεγάλος εξάδελφος, ο αγνοούμενος της Κύπρου, ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος. Κοντά στα επτά χρόνια του (ήταν μέρες που οι καταπιεσμένοι από τη χούντα έβρισκαν εκτόνωση, αποθεώνοντας τον Παναθηναϊκό στο Γουέμπλεϊ, στις 2 Ιουνίου 1971), έγινε και η εκτόπιση του πατέρα του, Ιάκωβου. Άλλη σημαδιακή μέρα, ήταν το άγγιγμα του θανάτου, στο πρόσωπο του αδελφού του παππού, που συνέβη κατά την κηδεία του παπα-Κύριλλου το 1970. (Αξίζει να σημειωθεί πως ο Μιχαήλ συντείνει στο να είναι το υποθετικό alter ego του συγγραφέα, τόσο με τις χρονολογικές αναφορές, όσο και με την ευρύτερη αντίληψη για τα δρώμενα και τις αξιόλογες στοχαστικές παρατηρήσεις του, που, δίκην αφορισμών, κάποτε προσφέρουν μοναδική βαρύτητα στο κείμενο). Ο Μιχαήλ, αν και με πρόωρη ωριμότητα, αναδιπλώνεται με την απόσυρση σε στάση εμβρύου στη θαλπωρή της μήτρας, που εγκυμονεί τον μελλοντικό εγκόσμιο αναχωρητή. Αυτός όμως, ο απόμακρος στοχαστής, δεν κρατά την ασφάλεια της απόστασης, αλλά παρασύρεται από τον στρόβιλο της καθημερινότητας με το μαρτύριο της συνείδησης να αναρωτιέται, να συμπονά, να εξερευνά (ταξίδι – προσκύνημα στη Μικρασία), και, σε μια έξαρση ελευθερίας, διεκδικώντας την ανεξαρτησία του, οδηγείται σε παραίτηση από μια σταδιοδρομία, που έχει όλες τις εγγυήσεις της ανόδου στο διπλωματικό σώμα. Έτσι, ο Μιχαήλ, μη αποδεχόμενος τον κόσμο της φθοράς, εξεγείρεται ενάντια στη λοιμική του ψεύδους και των υποχωρήσεων, και με διψαλέα περιέργεια ερευνά αυτά που σημάδεψαν τον ελληνικό βίο, επιζητώντας συλλογικά βιώματα. Είναι τυχαίο πως ο συγγραφέας διακατέχεται ως δοκιμιογράφος, ιστορικός, τεχνίτης του λόγου, απ’ αυτήν την δίψα; Και στις συναντήσεις που έχει μ’ έναν εκκεντρικό φλεγματικό παλαιοπώλη, μανιακό για σπάνιες εκδόσεις που «αναδίδουν το άρωμα του χρόνου», ανακαλύπτει την περιφρονημένη σιωπή των επαϊόντων, με την απόμακρη ευγένεια όσων αποστρέφονται τον «άκοσμο κόσμο», όπως διατείνεται ένας άλλος, παρωχημένος πια ζωγράφος, ωστόσο κάποτε διάσημος. Και με τον παλιό συμφοιτητή του, τον Ρένο, άνεργο για δύο χρόνια, που με αυταπάρνηση περιθάλπει την κατάκοιτη μάνα του έχουν, μια σπουδαία συζήτηση.

Β]: ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Τη ροή του μυθιστορήματος κατακλύζει ένα συνεχές Steam Of Consciousness,[iv] δηλ. Ροή Της Συνείδησης, ένα ρεύμα ασταμάτητης εναλλαγής αισθημάτων, στοχαστικών παρατηρήσεων, αναδρομών. Τελικά, το βιβλίο, ταξιδεύοντας στην Ιστορία, μας πηγαίνει σε τόπους σημαντικούς, όπου έλαβαν χώρα σπουδαία γεγονότα (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Καταστροφή, και Βόρειος Ήπειρος) με τη γραφή περιφερόμενη σε Βλαχία, Κύπρο, Αλβανία και Ιρλανδία. Οι πατριδοκάπηλοι ίσως το βρούνε μπόσικο να χαρίζεται ενίοτε σ’ όσους περιφρονούν (με αυτοθυσία κι έμπρακτη αυταπάρνηση), τους δεκαρικούς λόγους και τις ανέξοδες τελετές. Οι σκωπτικοί εθνομηδενιστές θα μιλήσουν για μαγγανείες αλυτρωτισμού και ντεμοντέ εξάρσεις (Η ελεγεία όμως των πεσόντων απαντά με μεγάθυμη σιωπή στην Ύβρη). Αναμφίβολα, Ο Κύκλος του χώματος είναι ένα βιβλίο δύσκολο, όχι με την έννοια του απροσπέλαστου, αλλά μ’ αυτήν που απαιτεί ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη στα γεγονότα, κι ας είναι μερικές φορές γριφώδης η αφήγηση. Δεν κατακτιέται απνευστί, όπως λένε για τα ευπώλητα, αυτά που περιλαμβάνουν με τα κουπιά της αναγνωρισιμότητας – τι κακόζηλη λέξη! – τα στάσιμα ύδατα της αλήθειας. Ο συγγραφέας απαγκιστρώνεται από τη φωτογραφική αναπαράσταση και προχωρά σε μυθοπλασία ίσαμε να οδηγηθεί μαζί με τον αναγνώστη στον «Τόπο της γαλήνης», όπως επιγράφεται το κεφάλαιο με τον θάνατο του γιατρού, του Βασίλη. Η πολυσημία το φέρνει εγγύτερα σε αναγνώστες που ταυτίζονται με τις πολύτροπες διαδρομές του. Το τοπικό γίνεται παγκόσμιο (εξέγερση στην Κύπρο, εξέγερση στην Ιρλανδία), («Το Τοπικό γίνεται Παγκόσμιο χωρίς τείχη», “The Local is the Universal Without Walls”, John Mc Gahern),[v] και η καθημερινή ζωή στο νησί γίνεται εικόνα του κόσμου (imago mundi). Τα διάφορα πρόσωπα των επιμέρους γεγονότων (αυτά που συγκροτούν την petite histoire) γίνονται καθρέφτης για να αντικρίσουμε κατάματα μέσα του και τις δικές μας μορφές. (Καλό θα ήταν όμως στους διαλόγους να υπήρχε παύλα και όχι εισαγωγικά, γιατί συχνά είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος μιλάει και σε ποιον απευθύνονται τα πρόσωπα, κι επιπλέον, κάτι που το θεωρούμε απόλυτα αναγκαίο, θα ήταν καλύτερο να υπήρχε στην αρχή του βιβλίου το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να κατανοεί καλύτερα τα πρόσωπα και τις πράξεις τους). Και το Τοπίο της Ιστορίας, αν και μεταλλάσσεται, φωτίζει, ακόμα κι όταν η Ιστορία ξεψυχά άδοξα στις πολυφίλητες, πλην αιματοβαμμένες, ακτές της Μικρασίας. Με σεβασμό λοιπόν πρέπει να δει κανείς τον μεγάλο μόχθο του συγγραφέα, που εξάντλησε τις ιστορικές πηγές, καταφέρνοντας ένα λόγο έξω από δημοσιογραφικές ευκολίες. Στην αφήγηση είναι εξαιρετικά δομημένα: η ρεαλιστική απεικόνιση, οι συμβολικές, ποιητικές αναδιπλώσεις ή καταδύσεις στα ανείδωτα βάθη, η βυθομέτρηση του ασυνείδητου, του βαθιά κρυμμένου στα άδυτα του είναι. Και η Ιστορία είναι ένας τροχός στα μονοπάτια του χρόνου και του χώρου που κυλάει στον Κύκλο του χώματος. Κάτι βασικό ακόμη: Στους βίους των επιγόνων δεν συναντάς υποκρισία, δόλο, χαμέρπεια και τον διπρόσωπο Νεοέλληνα της κονόμας. Άλλωστε, για τον Μαμωνά του χρήματος, ο συγγραφέας γράφει: «274». Οι επίγονοι του γενάρχη Αλέξανδρου Γαβαλά δεν φοράνε τη μάσκα και τα φτιασίδια της ευπρέπειας, με φλογερούς οραματισμούς, κολλημένοι σε πεπερασμένα ήθη, έντιμοι από ματαιοδοξία για αναγνώριση από την πλέμπα που αφήνει δάφνινα στεφάνια σε ήρωες, που κάποτε η ίδια αμφισβητούσε, χωρίς να εξαργυρώνει την εξέγερση, ματαιώνοντάς την σε επίδειξη πλούτου, όπως η εναργής περιγραφή της δεξίωσης της Γενιάς του Πολυτεχνείου σε ακριβό προάστιο. Πληρώνουν λοιπόν τις επιλογές τους ενίοτε και με βαρύ τίμημα. Διψούν τον δικαιότερο κόσμο, που είναι και ο αληθέστερος, ενώ βυσσοδομεί γύρω η παλιανθρωπία. Όπως λέει ο Ιάκωβος στη σελ. 147: «Προτιμά έως παλιανθρωπιά». Είναι απλοί σχεδόν απέναντι στις κομπίνες, όχι από έλλειψη γνώσεων και παιδείας (αυτά αφθονούν στη γενιά τους), αλλά από απέχθεια στην εξαχρείωση του οικονομισμού. Τρία πρόσωπα του έργου φυλλορροούν από το γενεαλογικό δένδρο με την αξιοπρέπεια που δίνει στον θάνατο η αυταπάρνηση (Αλέξανδρος στην Κύπρο, Βασίλης, θεία Μαρία), προστιθέμενοι «τοις πατράσιν αυτών». Μένει ο τελευταίος γόνος, ο γιος του Μιχαήλ και της Εύας – Εύα έλεγαν και την αγαπημένη του Αλέξανδρου στην Κύπρο, που έχει κι αυτός το όνομα Αλέξανδρος – φόρος τιμής στον μεγάλο ήρωα της οικογένειας. Το ύστατο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο, «Πάντα κάποιος θα επιστρέφει», ο συγγραφέας δικαίως σημειώνει στην τελευταία παράγραφο: «Μια μέρα, παίζοντας, θα πάρει στο χέρι το χώμα και θα το τινάξει σημαδεύοντας τον καθρέφτη. Θα δει τότε μια μορφή να του χαμογελά μια σιγουριά πριν, λίγες στιγμές μετά, μια ριπή αέρα τη σβήσει. Γιατί ο Καιρός – πώς αλλιώς να τον πούμε τάχα; – πάντα θα καθαρίζει τον καθρέφτη της ζωής από κάθε χωματιά και πάντα ένας νέος κύκλος χώματος θ’ ανοίγει».

Θα θέλαμε, πριν κλείσουμε το κριτικό μας αυτό ταξίδι, να σταθούμε σε ορισμένες από τις πολύτιμες παρατηρήσεις, μεγαλειώδεις και βαθυστόχαστες, που αποδεικνύουν το γνήσιο ταλέντο του Κώστα Χατζηαντωνίου, όπως: Σελ. 60: «Πιο πολύ βαστά ν’ αναλογίζεται ολέθριες μέρες ο άνθρωπος παρά τις χαμένες χαρές», σελ. 82: «Έρημα τα προτιμούσε τα ξωκκλήσια. Γλυκιά, επιβλητική μοναξιά, να μη σκορπά η εντύπωση του εγώ στο αδηφάγο εμείς». Σελ. 90: «Αυτός θα φύγει, μα το ποτάμι, αυτό το ποτάμι, πάντα θα τρέχει κάτω από το κτήμα των Γαβαλάδων και το χώμα, αυτό το χώμα, πάντα θα τρέφει δέντρα, ενώ ωχρή αντιφεγγιά θα πέφτει στα τζάμια καθώς ο ήλιος θα σβήνει πίσω απ’ τον λόφο». Επίσης, σελ. 104: «Αν έπρεπε να διαλέξει, θα προτιμούσε τη σεμνή ανοησία από την επίδειξη εξυπνάδας, την αμαρτία από την αρετή που φωνάζει και καμαρώνει, τη διακριτική αδυναμία από τη θορυβώδη εντιμότητα». Σελ. 113: «Οι έριδες γεννούσαν αναρίθμητες αιρέσεις κι οι νέοι ξόδευαν σ’ αυτές τις καλύτερες δυνάμεις τους. Ο αέρας έφερνε στ’ αυτιά τους την ηχώ από μύριες αδικίες, μα ήταν αέρας που φύσαγε πάντα από την ίδια μεριά και δεν έφερνε ποτέ τον ψίθυρο πως επανορθώνοντας μιαν αδικία γεννάς μιαν άλλη». Σελ. 214: «Κοινωνία και Ιστορία συνιστούν μια αναπόσπαστη ενότητα». Σελ. 115-116: «Οι μεγάλοι μοιάζουν να μη γνωρίζουν τον κόσμο των παιδιών, τον κόσμο των φόβων τους. Η δική τους παιδικότητα μοιάζει χαμένη, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Τους είναι άγνωστες οι σκοτεινές πτυχές που χαράζουν τον ουρανό ή την άβυσσο κάθε παιδιού». Σελ. 121: «Η πιο υπέροχη ιδέα μένει χωρίς αποτέλεσμα ως την ημέρα που θα μεταδοθεί όχι από τις αφηρημένες αρετές της, αλλά από τις αρετές των ανθρώπων που την ενσαρκώνουν μεταγγίζοντας σ’ αυτήν το ίδιο τους το αίμα». Σελ. 146: «Προτιμά να μιλά με τα παιδιά, που ξέρουνε ν’ ακούνε κι έχουν ειλικρινείς απορίες. Τα παιδιά, ναι, αξίζει να μάθουν. Να μάθουν πως η ζωή μας είναι η μόνη γνώση μας. “Αυτή είναι το μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, οι εμπειρίες μας”, λέει. “Οι πόθοι, οι διαψεύσεις, οι νεκροί μας. Και κυρίως: η γνωριμία με την παλιανθρωπιά”». Σελ. 184. «Ζητούσε τις αιτίες του ξεπεσμού και των καταστροφών, ενώ στη μνήμη των συνωθούνταν οι πρόγονοι ζητώντας επίμονα κι επώδυνα να εκφραστούν. Δεν ήταν εργασία μα τρόπος να εγγραφεί η ζωή του στα όρια του αιώνιου, προσπάθεια να εννοήσει το σύμπαν μέσα από βιώματα συλλογικά». Σελ. 192: «Έρχεται ξάφνου μια μέρα που το γελοίο, που πέρναγε απαρατήρητο, χτυπάει στα μάτια, είναι αδύνατο ν’ αντέξεις τα μεγάλα λόγια για ήρωες όσων είναι ανίκανοι όχι για πράξη ηρωική αλλά μήτε για τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια, αυτούς που εξαπολύουν για την ανθρωπιά δεκάρικους και δεν έχουν αποτολμήσει ποτέ την ελάχιστη θυσία». Σελ. 273: «Είναι τερατώδες να μας απορροφά ο εαυτός μας, όταν τόσα πλάσματα υποφέρουν από δυστυχίες χίλιες φορές πιο σκληρές, χωρίς καμιά ελπίδα σωτηρίας, χωρίς προσδοκία για ένα χέρι βοηθείας από πουθενά». Αυτά τα σχόλια πάνω στη μοίρα τόσο της Ιστορίας όσο και της Ζωής αποδεικνύουν πετυχημένο και άξιο το εγχείρημα ενός πραγματικά βαθυστόχαστου ανθρώπου, που θέλησε να καταθέσει την αλήθεια της Ιστορίας των Τόπων μέσω του πολυκύμαντου βίου ανθρώπων. Εμείς, πάντως, ως αναγνώστες, ευχόμαστε στον πεζογράφο Κώστα Χατζηαντωνίου, που καταγίνεται με τη βαθιά ανάλυση της πορείας των προσώπων σε καίριες ιστορικές στιγμές, να συνεχιστεί.

.

Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

ΑΥΓΗ-ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 18/9/2016

Η συγγραφική πορεία του Κώστα Χατζηαντωνίου, πορεία σύνθετη που σημαίνεται από δοκίμια και μελέτες αλλά και από μυθοπλαστικά αφηγήματα, συνεχίζεται με ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, του οποίου η ανάπτυξη και ο πυρήνας προαναγγέλλονται και από έναν διαφωτιστικό υπότιτλο: «Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις “Μακεδονικές Ημέρες” στις ημέρες μας».
Η ψηλάφηση των πανάρχαιων σχέσεων της ιστορίας με τη λογοτεχνική αφήγηση οδηγεί τον συγγραφέα στην αποσαφήνιση μιας γνωστής και ενδιαφέρουσας κατηγοριοποίησης: κλασικά ιστορικά μυθιστορήματα και επικές ποιητικές συνθέσεις που αναπαριστούν με λογοτεχνική γλώσσα την ιστορία διαμέσου των περιγραφομένων γεγονότων, αλλά και έργα με την ιστορία κινητήριο μοχλό της διήγησης, χωρίς αυτή «να προβάλλεται με τα γεγονότα της ή ως πλαίσιο σε πρώτο επίπεδο». Η δομή της αίσθησης (structure of feeling), έννοια που πρότεινε ο σημαντικός Βρετανός θεωρητικός Raymond Williams (βλ. Κουλτούρα και Ιστορία, εισαγ. – μτφρ. Βενετία Αποστολίδου, Αθήνα, Γνώση, 1996), λειτουργεί δραστικά: νιώθουμε πληρέστερα και ακριβέστερα το ψυχολογικό και κοινωνικό κλίμα μιας εποχής, τα όνειρα, τις επιθυμίες αλλά και τις ιδεοληψίες των ανθρώπων, εάν διαβάσουμε μια καλλιτεχνικά δυναμική λογοτεχνική αφήγηση γι’ αυτήν παρά εάν προσεγγίσουμε μια ακαδημαϊκή εξιστόρησή της σε μορφή επιστημονικής πραγματείας.
Η συγγραφική ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου εκτείνεται από την εποχή του Μεσοπολέμου έως και τις μέρες μας και περιλαμβάνει συμπυκνωμένα τους σημαντικότερους πεζογράφους, των οποίων οι λογοτεχνικές καταθέσεις βασίστηκαν σε βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, τόσο εξατομικευμένα όσο και ιστορικώς φορτισμένα. Ο συγγραφέας αποφεύγει (και σωστά) την εκτεταμένη χρήση του γενικευτικού και εν τέλει συγκεχυμένου όρου «Σχολή Θεσσαλονίκης». Λογοτεχνική σχολή σημαίνει κοινές θεωρητικές αντιλήψεις και αρχές. Επιβάλλει προκαθορισμό κριτηρίων και υποβάλλει όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και κοινή για τους εκπροσώπους της λογοτεχνική πρακτική. Τα φιλολογικά δεδομένα μάς οδηγούν να σημειώσουμε ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε λογοτεχνική σχολή, αλλά συνυπήρξαν και συνυπάρχουν πυρήνες καλλιτεχνικής έκφρασης που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν ενδιαφέρουσες τάσεις, ενίοτε αντικρουόμενες. Ένας τέτοιος νεωτερίζων αφηγηματικά πυρήνας συγκροτήθηκε κατά τη δεκαετία του 1930 από τους πεζογράφους του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες.

Η συνειδησιακή ροή και ο εσωτερικός μονόλογος αξιοποιήθηκαν ως αφηγηματικά εργαλεία για υπαρξιακή αναδίφηση, για αναζήτηση του άρρητου και του ανεξερεύνητου, για απαλλαγή από τη γοητεία του συγκεκριμένου. Οι πεζογράφοι του κύκλου των Μακεδονικών Ημερών (Στέλιος Ξεφλούδας, Πέτρος Σπανδωνίδης, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης) «ενηλικιώθηκαν μέσα στη συμφορά τού 1922 και ήθελαν να απαλλαγούν από το οδυνηρό κοινωνικό πλαίσιο». Έτσι ο συγγραφέας αιτιολογεί, πέραν της συμφωνίας ή της διαφωνίας με συγκεκριμένες πεζογραφικές πρακτικές, την κριτικά υπογραμμισμένη αποχή του πεζογραφικού κύκλου των Μακεδονικών Ημερών από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, θεωρώντας, επιπρόσθετα, τη συγκεκριμένη μοντερνιστική φυγή προς τον εσωτερικό κόσμο και σύνθεση επιρροών από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον γαλλικό συμβολισμό, την εναγώνια υποστασιακή – φιλοσοφική αναζήτηση, που κυρίως τέθηκε στο γερμανόφωνο πνευματικό πεδίο (Νίτσε, Χάιντεγκερ, Τρακλ), και τον ομιχλώδη ιουδαϊκής στόφας μυστικισμό, συνδυασμένο με τρόπους της νεωτερικές πεζογραφικής έκφρασης (Κάφκα, Προυστ, Σβέβο).
Η ακόλουθη συντακτική περίοδος από το δοκίμιο του Κώστα Χατζηαντωνίου σκιαγραφεί το πνευματικό κλίμα εκκόλαψης συγκεκριμένων τάσεων της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (κεντρική ανάμεσά τους η πεζογραφία των Μακεδονικών Ημερών), οι οποίες αξιοποίησαν τη δυναμική αλληλεπίδραση ιστορικής εξέλιξης, πολιτιστικών – ιδεολογικών οριζουσών και γεωγραφικών συντεταγμένων: «Το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορρά που συνθέτει αισθήσεις αλλά και απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής, το βυζαντινό βάθος της πόλης από τον καιρό που ήταν πολυφυλετική και πανορθόδοξη, οι παρακαταθήκες τού παρακείμενου Αγίου όρους, του Παλαμισμού αλλά και των πρωτοκομμουνιστών Ζηλωτών, η Ιουδαϊκή εσωτερικότητα, η κοσμοπολίτικη σφραγίδα που απέκτησε από τις ιστορικές περιπέτειες η πόλη, η επιρροή από τη βαλκανική ενδοχώρα που φτάνει μέχρι ένα κεντρο-ευρωπαϊκό κλίμα, έκαναν τη βυζαντινή και βαλκανική Θεσσαλονίκη να νιώθει πάντα πολύ πιο κοντά στην κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη απ’ ότι στα μεγάλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης».
Πάντως, η συνένωση κοινωνικής οπτικής και υπαρξιακής αγωνίας συντελέστηκε ως λογοτεχνική δυναμική ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και από συγγραφείς της Θεσσαλονίκης και παρότι η ποίηση δεν αποτελεί το πεδίο μελέτης του Κώστα Χατζηαντωνίου, η ρητή αναφορά του στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Κλείτου Κύρου, καθώς και στο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο του Κωστή Μοσκώφ, ενδυναμώνει μία σωστή παρατήρηση: «[…] κι οι αριστεροί συγγραφείς και ποιητές της πόλης, λίγα χρόνια αργότερα [ενν. από την εμφάνιση των πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών], θα διασταυρώσουν τα κοινωνικά στοιχεία με τα χωρίς διέξοδο και χωρίς μεταφυσική υπαρξιακά στοιχεία».
Οι μεταπολεμικοί πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης ενσωματώνουν στο έργο τους ποικίλες αφηγηματικές παραδόσεις, με δεσπόζουσα σε ορισμένους την πεζογραφική παράδοση της πόλης, αλλά βρίσκουν τον προσωπικό τους καλλιτεχνικό τρόπο μπολιάζοντας τη γραφή τους με τις σύγχρονές τους ιστορικές εξελίξεις, αντλώντας και από το υπόστρωμα της βιωματικής μνήμης και από το βάρος του πολύπτυχου ιστορικού παρελθόντος, συνδέοντας όλο και περισσότερο προϊόντος του χρόνου τις αφηγηματικές τους καταθέσεις με τα γενικότερα πνευματικά και κοινωνικά δρώμενα (νεοελληνικά, ευρωπαϊκά και ενίοτε παγκόσμια), διατηρώντας ίχνη εντοπιότητας αλλά και ευρυνόμενοι πέρα από τον ορίζοντα της στενής ιθαγένειας ενός συγκεκριμένου αστικού ιστού, κερδίζοντας (ορισμένοι, τουλάχιστον) το στοίχημα μιας διαχρονίας που δεν απεμπολεί το επίκαιρο και μιας οικουμενικότητας που δεν αγνοεί ως αφετηρία το τοπικό. Η πορεία του Γιώργου Ιωάννου από τη Μόνη κληρονομιά έως την Καταπακτή και η ανέλιξη του Νίκου Μπακόλα από τον Κήπο των πριγκίπων έως την Μεγάλη πλατεία (η αναφορά σε έργα τους θα μπορούσε να εμπλουτιστεί και πολύ περισσότερο) υποδεικνύουν την προαναφερθείσα εξέλιξη. Οι δύο συγκεκριμένοι πεζογράφοι δίκαια χαρακτηρίζονται από τον Κώστα Χατζηαντωνίου «μείζονες για την όλη λογοτεχνία μας», εφόσον εκπληρώνουν επαρκώς και ένα κριτήριο τριπλής απήχησης: διαβάστηκαν και διαβάζονται από τους αναγνώστες, ερέθισαν το ενδιαφέρον φιλολόγων και κριτικών, ενώ επηρέασαν θεματικά και τεχνικά το έργο αρκετών ομοτέχνων τους, συνομηλίκων και νεοτέρων τους.
Ο Κώστας Χατζηαντωνίου επιτυγχάνει κάτι δύσκολο: παραθέτει ένα ακριβόλογο και νηφάλιο σχόλιο για καθέναν από τους σημαντικούς πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, αξιοποιώντας τα κριτήρια της αλληλεπίδρασης, της χρονικής διαδοχής και της «συνομιλίας» των πεζογραφικών καταθέσεων ως θεματικών και τεχνοτροπικών οντοτήτων με την ιστορική φόρτιση κάθε εποχής. Εκτός από τους προαναφερόμενους, προσεγγίζονται σχεδόν όλοι οι συνδεδεμένοι με τη Θεσσαλονίκη αξιόλογοι πεζογράφοι της πρώτης γενιάς του Μεταπολέμου (Παύλος Παπασιώπης, Τριαντάφυλλος Πίττας, Γιώργος Κιτσόπουλος, Γιώργος Καφταντζής, Τηλέμαχος Αλαβέρας), καθώς και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Βασίλης Βασιλικός, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Κώστας Λαχάς, Τόλης Καζαντζής, Γιώργος Χειμωνάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Φάλκος). Εύστοχες είναι οι αξιολογικές αποτιμήσεις του έργου των πεζογράφων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1940 (Γιώργος Κάτος, Θέμης Λιβεριάδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Αντώνης Σουρούνης, Δημήτρης Δημητριάδης, Θανάσης Γεωργιάδης, Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Τάσος Καλούτσας, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάνος Θεοδωρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Βασιλειάδης, Γιάννης Ατζακάς, Αργύρης Παυλιώτης, Πέτρος Μαρτινίδης, Κρίτων Σαλπιγκτής, Γιάννης Πάνου, Τάσος Χατζητάτσης, Αλμπέρτος Ναρ, Μαρία Κουγιουμτζή), εκείνων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 (Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Θωμάς Κοροβίνης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Κατερίνα Καριζώνη, Δημήτρης Μίγγας, Δήμητρα Μήττα, Μάκης Καραγιάννης ), καθώς και των νεοτέρων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 (Σάκης Σερέφας, Απόστολος Λυκεσάς, Ισίδωρος Ζουργός, Σοφία Νικολαΐδου, Σμαράγδα Μανταδάκη, Παναγιώτης Γούτας). Ο βιωματικός νεορεαλισμός, οι νεωτερίζουσες αφηγηματικές τάσεις, η εσωτερικότητα, η εξομολογητικότητα, η ατομική και συλλογική μνήμη ως καταφύγιο ή και ως τραύμα, οι κοινωνικοπολιτικές αναζητήσεις, οι υπαρξιακοί αναπαλμοί του έρωτα και του θανάτου, σταχυολογούνται, αξιολογούνται και κυρίως εντάσσονται καταλλήλως στην αφηγηματική σκευή και ταυτότητα κάθε δημιουργού, Η ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου αγκαλιάζει και το έργο ακόμη νεότερων πεζογράφων που γεννήθηκαν γύρω στο 1970 (Βασίλης Αμανατίδης, Θανάσης Τριαρίδης, Δώρα Κασκάλη). Επιτυχημένο το δοκιμιακό εγχείρημα, τιθασεύει γραμματολογικά και κριτικά ένα ευρύτατο και περίπλοκο υλικό. Ο συγγραφέας ενδυναμώνει τη γραμμή της καλλιτεχνικής συνέχειας, γραμμή που δεν είναι μονοσήμαντη και ευθεία μα πολυσύνθετα τεθλασμένη, η οποία θα συνεχίσει όχι απλώς να υφίσταται αλλά και να ανελίσσεται. «Το στοίχημα για νέους εκφραστικούς τρόπους που θα μιλήσουν για τις νέες μας ψυχικές διαθέσεις είναι πάντα ανοιχτό». Σωστή η άποψη, βέβαια, υποδηλώνει τη συνθετότητα του πολιτισμικού τοπίου, στο οποίο εγκιβωτίζονται πολλοί καλλιτεχνικοί πυρήνες (γνώρισμα που αφορά και την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης), οργανικά συνδεδεμένοι με τη γενικότερη εξέλιξη και της λογοτεχνίας.

.

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΘΩΜΑ

vakxikon/

Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, μελέτη, Κώστας Χατζηαντωνίου, εκδόσεις Κουκούτσι 2016

Ιστορία πεζογραφίας; Ερμηνευτική προσέγγιση των ρευμάτων και τάσεων μιας λογοτεχνικής Σχολής; Γραμματολογική παρουσίαση και μεθοδική ταξινόμηση της πνευματικής δημιουργίας της Θεσσαλονίκης; Η επιτομική μελέτη του Κώστα Χατζηαντωνίου τραβάει την προσοχή, τόσο για την ακονισμένη ματιά τής θεώρησης, όσο και για την αφομοιωμένη γνώση της θεωρίας της λογοτεχνίας. Εργαλείο έρευνας, πηγή προβληματισμού και αρχή σκέψης, η μελέτη αυτή είναι ταυτόχρονα κι ένα έργο πάνω στην έρευνα του πολιτισμού, συνδυάζοντας το κέφι της ερμηνείας με τη συστηματικότητα μιας αναλυτικής ματιάς. Πρόσωπα, πράγματα, χρονικά, δείκτες ιστορίας, σταυροδρόμια πολιτισμών: χωνευτήρι ιδεών, πολιτιστικό σύνορο και πέρασμα, η κουλτούρα της Θεσσαλονίκης προσφέρει υλικό προς επεξεργασία σ’ ένα κείμενο ιδιαίτερα διευρυμένο για τον περιορισμένο αριθμό σελίδων του. Κι αν δεν είναι εκτενές, είναι κείμενο επαρκές. Διότι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου: η αξιοθαύμαστη επάρκειά του μέσα σε μια σχετικά μικρή έκταση.

Με ποιον τρόπο πετυχαίνεται αυτό; Η γραμματολογική έρευνα παρόλο που είναι επιτομική, δεν είναι περιορισμένη, σταθμίζει ουσία κι ανάπτυξη και δίνει ερέθισμα για σκέψη. Τα ανοιχτά ερωτήματα του προλόγου κρατούν ανοιχτές και τις πόρτες της ερμηνείας στο όριο της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας, στην ευνοϊκή τους σύγκλιση, την ευοίωνη απόκλισή τους. «Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας», όπως μας κατευθύνει κιόλας ο υπότιτλος του βιβλίου για να κατανοήσουμε κατ’ αρχήν την αμοιβαία τροφοδοσία των δύο αυτών στοιχείων, μιας επιστήμης και μιας τέχνης. Σχέσεις, συναρτήσεις, όρια. Από τα Ιστορικά παρελκόμενα, στα υφολογικά χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής δημιουργίας, είναι μια εύστοχη επιλογή. Η επικέντρωση της προσοχής στο ύφος της λογοτεχνικής γραφής έχει πίσω της τη θεμελιακή αρχή ότι η λογοτεχνία είναι, πάνω από όλα, γλώσσα. «Το ύφος είναι ο άνθρωπος», έλεγε ο Paul Valery. Όλη η θεωρία της λογοτεχνικής έρευνας στηρίχτηκε στη μελέτη του λόγου.

Έχοντας αφομοιωμένη την αρχή αυτή, η παρούσα μελέτη διακλαδώνεται προς κάθε κατεύθυνση, αναζητώντας πηγές πολιτιστικών επιρροών, σε μια έκταση γεωγραφική και πνευματική, στο χωνευτήρι μέσα της κοινωνίας. Από τον οριοθετημένο κλασικισμό, στον παράφορο ρομαντισμό, τον υποκειμενισμό του συμβολισμού και τη ροή συνείδησης του εσωτερικού μονολόγου, η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης διαμορφώνει ένα χαρακτήρα λόγου, ανάλογο με τον χαρακτήρα του δημιουργού της. Είναι ο εργάτης του πνεύματος που αποτραβιέται από τον κόσμο, αφήνοντας την «ψυχή του να εργαστεί με χαμηλωμένο φως» μέσα από το παραμορφωτικό κοίταγμα του εαυτού και του διασπασμένου χρόνου. Έτσι τουλάχιστον προσδιορίζεται από τις απαρχές της. Μέσα από ένα τέτοιο κλίμα ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», θα δώσει το στίγμα της εποχής και θα χαράξει μια ξεχωριστή πορεία. Ονόματα, όπως εκείνα του Στέλιου Ξεφλούδα, του Πέτρου Σπανδωνίδη, του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, Γιώργου Δέλιου και οπωσδήποτε, του Νίκου Γαβριήλ Πενζίκη καταχωρούνται με τη σημασία του έργου τους, όταν αρχίζει να διαμορφώνεται μια φυσιογνωμία και μια εποχή. Οι λειτουργικές αναφορές στην ευρωπαϊκή δημιουργία προσδιορίζουν, στο σημείο αυτό της έρευνας, το εύρος των πολιτιστικών επιρροών, ένα γαϊτανάκι πολιτισμού στο χώρο και στο χρόνο. Χώρος ενιαίος, παρότι κατατμημένος; Χρόνος που βουτάει στο αμάλγαμα της βυζαντινής εποχής; Το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης έχει στρώσεις πολλές και φλούδες από χρυσάφι.

Σε μια άλλη εποχή, πιο σύγχρονη, η ρήξη με το χωρόχρονο αναβάλλεται, μπροστά στα μεγάλα δεινά. Η Ελλάδα αρχίζει να διαμορφώνει τη νεότερη φυσιογνωμία της μέσα από το τραύμα της εμφύλιας σύγκρουσης και του πολέμου και ο λόγος της τέχνης, αν δεν θεραπεύει, αναμοχλεύει, τουλάχιστον, το πάθος και το πάθημα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους νεότερους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης που καλλιεργούν έναν ιδιαίτερο ρεαλισμό λυρικής πνοής, στα χνάρια της παλιάς δημιουργίας, αναπτύσσοντας ο καθένας έναν τρόπο ξεχωριστό. Η πρωτοποριακή γραφή δεν χάνεται, από τους χυμούς της ξεδιψούνε και οι επόμενοι, με τη διαφορά ότι τώρα εκφράζεται με όρους διαφορετικούς, μέσα από μια επαναδιαπραγμάτευση. Ο Γιώργος Ιωάννου και ο Νίκος Μπακόλας, ορόσημα εποχής. Μέσα από το περιοδικό «Κοχλίας», η μεταπολεμική γενιά αφομοιώνει και επεξεργάζεται την πνευματική της κληρονομιά, τίκτοντας το καινούργιο. Σχέσεις και αποκλίσεις, συνέχειες και ασυνέχειες, η ματιά του μελετητή εξακτινώνεται στα χαρακτηριστικά μιας πολλαπλής γραφής και επικεντρώνεται στα σημεία που συγκροτούν το ύφος και την ταυτότητα κάθε λογοτέχνη ξεχωριστά, αποφεύγοντας με ευλυγισία τις σχηματοποιήσεις. Ανιχνεύοντας τον πολυσχιδή Ντίνο Χριστιανόπουλο και προχωρώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά στον ιδιαίτερο Χειμωνά, τον Κάτο, τον Νικηφόρου, τον Σουρούνη, ως τη «γραφή της περιδίνησης» του Δημήτρη Δημητριάδη, τις ποιητικές καταθέσεις του Μανώλη Ξεξάκη, Πάνου Θεοδωρίδη, τη φιλοσοφική αναζήτηση της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, τη ζυμωμένη προφορική ύλη του Ηλία Κουτσούκου, τον ακαριαίο λόγο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και άλλων σύγχρονων φωνών που μεταφέρουν μέσα από τη γραφή τους το παλιό και το καινούργιο πνεύμα. Είναι κοινή η δεξαμενή της τροφοδοσίας τους, επισημαίνει ο ερευνητής. Μπορεί να αλλάζουν οι όροι και οι συνθήκες, αλλά το παλιό πνεύμα της πόλης διαμορφώνει μια ποιότητα πολιτισμού που είναι αδύνατο κάποιος να αγνοήσει.

Αξίζει κανείς εδώ να παρατηρήσει, πόσο προσεκτικός είναι ο μελετητής στις καταθέσεις του, αποφεύγοντας την απαράβατη σχηματοποίηση του όρου «σχολή» και τους περιορισμούς που μπορεί να συνεπάγεται. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως αποφεύγει την ερμηνεία, κάθε άλλο. Ένα από τα αξιοπρόσεκτα στοιχεία της μελέτης αυτής του Κ. Χατζηαντωνίου είναι και η φροντίδα για δημιουργική ερμηνεία που προσφέρει η ανανεωμένη ματιά του. Μια ανοικείωση με το γνωστό και τετριμμένο που οδηγεί και στην ανανέωση ενός επιστημονικού εργαλείου. Ο αναγνώστης ευφραίνεται, μπαίνει σε σκέψη, απορεί και γοητεύεται. Υπάρχει μεγαλύτερο κέρδος απ’ αυτό; «Και τώρα, ας σκεφτούμε», συνήθιζε να λέει ο Δημήτρης Μαρωνίτης. «Η Πεζογραφία της Θεσσαλονίκης» ανάμεσα στ’ άλλα, είναι και ένα βιβλίο που τροφοδοτεί τη σκέψη.

www.vakxikon.gr/6-προτάσεις-για-αναγνώσεις-τον-δεκέμβρ/

.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΣΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

athensvoice

Μια ομιλία του στην «Τέχνη», εταιρία πολιτισμού και πάντα στην αιχμή και στην πρωτοπορία των θεσσαλονικιώτικων γραμμάτων, με θέμα τη συνοπτική ιστορία της ντόπιας πεζογραφικής σκηνής, ώθησε τον ιστορικό και πεζογράφο Κώστα Χατζηαντωνίου στο να κωδικοποιήσει τα γράμματα της πόλης σε μια μεστή, κριτική και εύχρηστη διατριβή σε μορφή… snapsot! Ναι, θέρους εισβάλλοντος, αυτή είναι η σωστή λέξη αλλά και η γεύση του αυτού του δοκιμίου: μια ζουμερή, παρά το μικρό μέγεθος του τόμου – ομιλίας καταγραφή όλου του βόρειου λογοτεχνικού πόλου.

Από τις μέρες του κύκλου των «Μακεδονικών Ημερών», τον Ξεφλούδα, τον Σπανδωνή και την εκκίνηση των νεωτερικών μονολόγων και της οικοδόμησης της εσωστρεφούς γραμματείας, έως και σήμερα, όπου ο Σκαμπαρδώνης, ο Σερέφας, η Νικολαΐδου, ο Μίγγας και ο Κοροβίνης, βιβλιογραφούν σχοινοβατώντας επί των πιονέρων του τότε. Αρίθμηση και απαρίθμηση, εύστοχη κατηγοριοποίηση, είτε χρονική είτε υφολογική, και προπάντων μια άψογα δομημένη και τεκμηριωμένη αρχή, βάσει της οποίας μπορούμε να ορίζουμε τη θεσσαλονικιώτικη πεζογραφία. Γιατί ο Χατζηαντωνίου έτσι ακριβώς την ορίζει, σε αντίστιξη με την αθηναϊκή γενιά του ’30, που οι εκπρόσωποί της μέσω του άξονα Ιωνίας, Αθήνας και Βερολίνου, συνομίλησαν με τον μοντερνισμό: οι Θεσσαλονικείς λόγιοι της εποχής περισσότερο προς τα βάθη της Μοραβίας και της μελαγχολικής Νέας Βοημίας στράφηκαν και γι’ αυτό οι λέξεις και η αύρα παραγωγής τους φλέρταρε με την εσωστρέφεια και τη μετεωρολογική ψυχικώς υγρασία και παγωνιά.

Ο σκοτεινός Βορράς και ο λαμπερός νότος, τούτο είναι το δίπολο που διαχωρίζει την αθηναϊκή με τη θεσσαλονικιώτικη σχολή και εξαίσια ο Χατζηαντωνίου επικεντρώνει, παρότι Νότιος, εκ Ρόδου, στα πέριξ του Βαρδάρη και του Χριστιανόπουλου. Ή στην πόλη των προσφύγων του Ιωάννου, στις πολεμίστρες που βιγλούσε ο έξοχος «Χαμαιδράκων» του Πάνου Θεοδωρίδη. Επιμένοντας στη σύνδεση Κάφκα με Αλαβέρα και Τσβάιχ με Δέλιο ή Πεντζίκη, Μπακόλα και Κάτο, ο Χατζηαντωνίου προσφέρει μια απολαυστική διήγηση αλλά και οδηγό, σε όσους επιθυμούν μια χρονολογική ή έστω χωροταξική προσέγγιση στα σπουδάματα της Θεσσαλονίκης.

Οι Θεσσαλονικείς λογοτέχνες, από το ξεκίνημά τους, τεκμηριώνει ο συγγραφέας, δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο για τον ρεαλισμό ή το βεριτέ όσο για τα βαθύτερα ψυχολογικά της ύπαρξης. Η μεσοπολεμική ειδικά γενιά Βορείων νέταρε συνειδητά στον ανθρωπισμό και το βαθύτερο υπόγειο της ψυχής, δρώντας μακριά από τους νατουραλισμούς των συνομηλίκων «απέξω». Η «Πεζογραφία της Θεσσαλονίκης» διαβάζεται και ως λεξικό, μιας και η παράθεση ονομάτων γίνεται με τρόπο εύληπτο και αρκούντως επεξηγηματικό. Το snapshot που λέγαμε: ο συγγραφέας έχει το τάλαντο της σύμπτυξης και της αφαίρεσης, δείγμα του πόσο μελέτησε αλλά και συνεχίζει να εντρυφεί σε ό,τι έχει να κάνει με τη Θεσσαλονίκη.

Μικρή εξομολόγηση, αυθαίρετα, αλλά θα την τολμήσω! Δεν είχα ακούσει ευλαβικά τα μπλουζ, πέρα από στάνταρ του είδους, όταν τα άκουγα στο ράδιο ή παιγμένα από γνώστες δισκοβόλους των μπαρ. Μέχρι που πριν πέντε καλοκαίρια, διαβάζοντας τη βιογραφία του Keith Richards, αποφάσισα να ακούσω ένα ένα όλα τα τραγούδια που ο Rolling Stone θεωρεί καθοριστικά για την εξέλιξη της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του. Ναι, χάρη στο drive του Keith Richards, έμαθα μετά από τρελή μελέτη και ακούσματα να ξεχωρίζω τον Μισισιπή από το Μιζούρι και τον John Lee Hooker από τον Muddy και τον Sonny Rollins. Ε, το ίδιο σκοπεύω να κάνω φέτος το καλοκαίρι σε ό,τι αφορά την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Με drive τούτο το βιβλίο, που αυτή θεωρώ άλλη μια από τις αρετές του. Πως δηλαδή προσφέρει ιδανική ευκαιρία, ονοματολογία, χρονολογίες και ζουμί, για να αρχίσεις μαζί της.

.

Το χρέος και ο τόκος

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

diastixo.gr 25/11/2015

Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική κρίση έγινε το κύριο θέμα συζητήσεων και συγγραφών. Είναι, επομένως, φυσικό να αποτελεί πηγή έμπνευσης. Κάθε εποχή έχει τη δική της πηγή και πληγή. Η πατρίδα μας στον αιώνα που πέρασε γνώρισε δυο παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο, δικτατορίες και διεκδικήσεις για αποκατάσταση στο ορθόν της πολιτικοκοινωνικής μας ζωής. Και πώς ορίζεται αυτό το ορθόν; Με αύξηση αποδοχών, φυσικά, για να χορτάσει επιτέλους ο πεινασμένος και ταλαιπωρημένος λαός. Δόλωμα καλύτερο από τις ευκαιρίες δεν υπάρχει. Και ο Νεοέλληνας, έχων ή μη έχων, που ήθελε να ζει με πιστωτική κάρτα ως υπερέχων, έχασε το μέτρο, του οποίου η υπέρβαση για τον αρχαίο Έλληνα συνιστούσε «ύβριν» με συνέπεια αναπότρεπτη την «τίσιν». Αυτή τη στιγμή, αθώοι και ένοχοι βράζουν στην ίδια χύτρα, δημοκρατικά, αν και οι σουπερ-υπερ-έχοντες έχουν «μεταφέρει» εργοστάσια και καταθέσεις στο εξωτερικό, όπου σκοπεύουν να «μεταναστεύσουν» και οι ίδιοι, εφόσον η πατρίδα τους είναι εκεί που βρίσκεται το χρήμα τους. Η κατάρρευση επομένως αφορά την πατρίδα, κάποιους που ζούσαν συνετά τη ζωή τους αλλά τους παρασύρει τώρα το κύμα, καθώς και εκείνους τους «μικρομεσαίους», όπως έχουν βαφτιστεί, που ενώ δεν είχαν χρήματα ήθελαν με δάνειο να χτίσουν μέγαρα με πισίνες και πολυτελή αυτοκίνητα, για να πηγαίνουν στο Κολωνάκι να πίνουν τον καφέ τους, να κάνουν τα επώνυμα ψώνια τους και να νομίζουν ότι είναι πλούσιοι και σπουδαίοι. Τώρα που έπεσαν μες στο πηγάδι και έπιασαν πάτο, σαν τη Γερακίνα, έβγαλαν φωνή μεγάλη.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου στο εξαιρετικό βιβλίο του Το χρέος και ο τόκος, δοκίμια προβληματισμού, μελετάει το φαινόμενο κάνοντας βαθιά τομή στον χρόνο για να το ερευνήσει και βλέπει σαν θεατής τραγωδίας σαιξπηρικής ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στη Δανιμαρκία της πνευματικής μας ζωής», κρυμμένο πίσω από τα πολλά εισαγωγικά που περιέχει ο σύγχρονος δημόσιος λόγος. Το κακό αρχίζει από το 1970, όταν οι εκμεταλλευόμενοι «τον αυταρχισμό και τη χυδαιότητα της δικτατορίας, οργάνωσαν την πολιτισμική αλλοτρίωση ολόκληρου λαού». Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ποιος είναι ο τύπος επί του οποίου ο συγγραφέας θα καρφώσει τον ήλο.

Το βιβλίο φυσικό είναι να διαπνέεται από αίσθημα θλιβερό για τον κόσμο μας και το μέλλον του, ωστόσο επισημαίνοντας τα κακά και την προέλευσή τους, κάνοντας βαθιά ανάλυση των αιτιών, προτείνει συγχρόνως λύσεις.
Το θέμα ευνόητο είναι ότι έχει βαθιές ρίζες και πολλά κλαδιά, συνεπαγωγές πολλών άλλων παραμέτρων, στις οποίες ο συγγραφέας θα εμβαθύνει επιστημονικά. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο μοιάζει με επεισόδιο δράματος που διαρκώς κορυφώνεται. Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο, «Η Κρίση του παρόντος», επισημαίνει ότι για το «κακό» δεν φταίει το βεβαρημένο παρελθόν μόνο, αλλά και το «αβίωτο παρόν» και η έλλειψη παραγωγικότητας. Ότι ο μεταπολιτευτικός άνθρωπος έγινε το απείκασμα ενός κόσμου με κύριο χαρακτηριστικό του αδιαχώριστα μεταξύ τους την πολιτική και το παραεμπόριο. Ότι η ελληνική κρίση πρέπει να συνδεθεί με την ευρωπαϊκή. Ότι πολιτικοί και διανοούμενοι ματαιοπονούν, επιδιώκοντας να επιβάλουν δόγματα χωρίς ισχύ. Με αναφορές σε επιφανή πρόσωπα του πνεύματος (Γενιά του ’30, τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος είχε μιλήσει από τότε για «μηχανισμό εξανδραποδισμού», Σαραντάρη, κ.ά.), ο συγγραφέας τονίζει ότι η μεταπολίτευση βαρύνεται με την ασυδοσία, με τον αντικοινωνικό μεταπολιτευτικό μαζάνθρωπο, με το κομματικό κράτος, την αδιέξοδη δημοκρατία, με τη δημοκρατία με ολιγαρχικές ρίζες και «τζάκια» που ξεκινούν από την εποχή του Όθωνος.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, «Ο κόσμος ως τραγωδία», αναζητά την αιτία της μεταμόρφωσης που υπέστη το πολιτικό ον άνθρωπος, τη γέννηση της ιστορικής του συνείδησης, την απελευθέρωσή του από τη θρησκεία και οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική ή κοσμική εξουσία. (Ας θυμηθούμε, εδώ, πόσο φανατικά πολεμήθηκε η αυθεντία γύρω στο 1980, ώστε να φτάσουμε στην άλλη άκρη και να γίνει η αντι-αυθεντία ο νόμος της σύγχρονης σκέψης και συμπεριφοράς, και η άποψη του καθενός ισότιμη των μεγάλων στοχαστών. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη, δηλαδή, επειδή έτσι βόλευε τις «μπίζνες» και την εξέλιξη στην κοινωνική ιεραρχία.) Λέει ακόμα ο συγγραφέας ότι η Ιστορία είναι απάνθρωπη, διότι είναι σύμφωνη με τη φυσική τάξη, που είναι η βία του κοινωνικού δαρβινισμού (ο ισχυρότερος επιβιώνει τρώγοντας τους άλλους), ότι κινδυνεύει η πολιτισμική υπόσταση της Δύσης και γενικότερα του κόσμου μας από τη συμβίωση με ανόμοια αξιακά συστήματα που διασπούν την ενότητα και θα νιώσει ο Δυτικός άνθρωπος τι σημαίνει να είσαι ηττημένος (ο κυρίαρχος που ασέλγησε στις αποικίες). Το δόγμα της ισότητος κατέληξε στην κατάργηση της αξιολογικής ιεραρχίας, σε καταναλωτική μανία, ομοιομορφοποίηση και μαζοποίηση.

Στο τρίτο κεφάλαιο, «Ποιο παρελθόν μπορεί να έχει μέλλον;», εξετάζει τους όρους «έθνος», «εθνισμός», «εθνικισμός» διαχρονικά, «εθνική συνείδηση» και «εθνική ταυτότητα», από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, μεταμορφώσεις και ανακατατάξεις. Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του έθνους: κοινή συνείδηση, κοινό παρελθόν, κοινοί αγώνες και βούληση για κοινό μέλλον, μια βαθιά υπαρκτή εμπειρία που, ωστόσο, είναι δύσκολο να περιγραφεί ακριβώς. Και το έθνος συνεχίζεται με κληρονόμους όχι τους γνήσιους απογόνους των Αθηναίων του χρυσού 5ου αιώνα π.Χ. (υπάρχουν ατόφιοι;), αλλά και «εκείνους που εντάχθηκαν στο ελληνικό έθνος πολύ αργότερα και ζουν σήμερα ως δικά τους τα πνευματικά επιτεύγματα εκείνων των Ελλήνων». Όσο για τον «εθνικισμό», ως άλλο πράγμα ξεκίνησε, αλλά οι ποικίλες συμφεροντολογικές μεταμορφώσεις –πολυεθνικές, ολιγαρχικές, κληροκαπιταλιστικές, πλουτοκρατικές– τον διαστρέβλωσαν.

Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο, «Εκδοχές νοήματος», και με μερικούς τίτλους κειμένων ειλημμένους από τη λογοτεχνία, μεταξύ άλλων, παίζων άμα και σπουδάζων, «Εν φαντασία και λόγω», ας πούμε, σαν μελαγχολικός Ιάσων Κλεάνδρου στη σύγχρονη Κομμαγηνή, προβλέπει τον ολοταχώς τρέχοντα μηδενισμό, που κατέλαβε το κενό που άφησε η ηθική, η κρίση του πολιτισμού και ο πολιτισμός του μέσου ανθρώπου.

Η απογοήτευση από την ενοποίηση της Ευρώπης, η μετανάστευση, η πτώχευση που συνδέεται με τον μηδενισμό, οι διανοούμενοι και το πρόσωπο που πρωτίστως οφείλουν να έχουν, η Παιδεία που αντί να μεταδίδει ιδανικά μεταδίδει γνώσεις (κυρίως οικονομικές, σπρώχνοντας στο περιθώριο τις ανθρωπιστικές), το οικονομικό συμφέρον υπεράνω όλων (σε έναν κόσμο που όλοι σε κοιτάζουν ύποπτα, έλεγε ο Ελύτης, αν από αυτό που κάνεις δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα). Το βιβλίο φυσικό είναι να διαπνέεται από αίσθημα θλιβερό για τον κόσμο μας και το μέλλον του, ωστόσο επισημαίνοντας τα κακά και την προέλευσή τους, κάνοντας βαθιά ανάλυση των αιτιών, προτείνει συγχρόνως λύσεις. Το θέμα είναι ποιος θα αναλάβει να τις δρομολογήσει και να αλλάξει νοοτροπία στους κακομαθημένους πολιτικούς και πολίτες και πόσος χρόνος θα χρειαστεί γι’ αυτό!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *