Monthly Archives: Αύγουστος 2017

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

1-ΜΑΡΙΟΣ

Ο Μάριος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στη Κύπρο και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε το πτυχίο ΜΑ, Εd από το Πανεπιστήμιο Αρκάνσας (ΗΠΑ) Εργάστηκε στην Αθήνα στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Τρία έργα του, η ποιητική συλλογή «Σαν άλλοθι οι λέξεις» (2003) το μυθιστόρημα «Ο Οστεοφύλαξ» (2007) και η νουβέλα «Ο Ανακριτής» (2012) τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Το μυθιστόρημα «Ανατολικά της Αττάλειας βόρεια της Λευκωσίας» μεταφράστηκε στα τουρκικά και στα γερμανικά.

ΠΟΙΗΣΗ
Αντίκρυ στην Ανατολή, Κύπρος 1971
Τα ανεξίτηλα, Δόμος 1987
Τα αναστάσιμα, Εκπαιδευτήρια Δούκα 2001
(σε 1000 αντίτυπα εκτός εμπορίου)
Σαν άλλοθι οι λέξεις, Μεταίχμιο 2003 Βραβείο
Τέφρα ονείρων 2016

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ο οστεοφύλαξ, Μεταίχμιο 2007, 2011 (Μυθιστόρημα) Βραβείο
Τα κρόταλα του χρόνου, Μεταίχμιο 2010, 2011
Ο ανακριτής, Γαβριηλίδης 2012 (Νουβέλλα) Βραβειο
Ανατολικά της Αττάλειας, Momentum 2014, 2015
Η Απειλή 2016

 

 

 

 

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (2016)

 

α’

Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό
Η συστοιχία των μυριστικών
Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών
Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα
Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου

Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη
Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που
Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων
Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός
Την ώρα που επωάζονται αμφίβια πουλιά
Η Μεγάλη Ακολουθία των Ορών -σκέφτηκα-
Και με τραβούσαν τα ελάχιστα ζούδια
Στην υψικάμινο του κήπου
Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω
Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω

Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

 

β’

Ανάερο χάδι η ματιά που
Με κοίταε
Την ώρα που φτερούγες πουλιών
Κροτούσαν συλλαβίζοντας
Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο
Τη νύχτα δαμάζοντας στα
Ακροβλέφαρά της
Με ανάσες και πόθους
Την Κύπριδα υμνώντας

 

γ’

Ύστερα τα πουλιά πέταξαν
Ηλεκτροφόρα
Οι φτερούγες τους
Πλατάγιζαν στο σύθαμπο
Σαν φλάμπουρα καμένα
Μα εκείνα δε νοιάζονταν
Έτσι πυρωμένα
Που τα μαγνήτιζε
Το σύμπαν με τις έγνοιες του
Μετά αφέθηκαν
Σε μια τροχιά ελλειπτική

Κάτω
Τα καλώδια εξακολουθούν
Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις
Για την τύχη τους

 

ζ’

Αύγουστος ήταν
Ο φίλος στεκόταν ευθυτενής
Κι αγνάντευε το πέλαγο
Προσμένοντας

Τίποτα…

Ώρα κοντά στο μούχρωμα
Και στον αγέρα πλατάγιζαν
Μυστικές φτερούγες
Ώσπου ξαφνιάστηκε

Τον προσπερνούσαν κάτι
Ξεχασμένοι γλάροι που
Κοίταγαν κι αυτοί
Κι όλο απορούσαν
Ποιος ήταν να φανεί

Κάτι είχαν ακούσει για τον πικρό ποιητή
Μα δεν αφήνονταν σε άκαιρες αναπολήσεις
Άλλωστε δεν ήταν άνθρωποι
Μόνο πουλιά θαλασσινά…
Ο φίλος στεκόταν μα απόκαμε
Και πήρε να κολυμπά στη θλίψη του δειλινού

Μα ήταν Αύγουστος
Και η μνήμη κουβαλούσε
Οπτασίες απίθανων φεγγαριών
“Όπου να ’ναι θα φανεί, όπου να ’ναι θα φανεί..

Μέχρι που τον πήρε το κλάμα
Κι άρχισε να πετροβολά τους γλάρους
Που όλο τον κοίταγαν …

 

ιβ’

Τα Πουλιά του Προύθου
Μας προσπέρασαν κρούοντας
Διάφανα κύμβαλα
Με φτερούγες μυστικές

Την ώρα της αποδημίας
Μας άφησαν και πήραμε πολλά
Φωνές και λοφία
Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά
Και καθώς ο ποιητής
Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν
Ιππεύοντας άτι φτερωτό
Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες
Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων

Ελάτε μας έγνεφαν
Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό
Κι η ποίηση δεν είναι πια
Αυτού του κόσμου
Εκείνος στάθηκε
Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του
Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι
Το τίναξε
Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν
Στάχτη από την Υψικάμινο

Πώς είναι όταν οι λαμπηδόνες
Διαχέονται ακανόνιστα μέσα στο σκότος
Ωσάν σημεία στίξεως
Που δαιμονίζονται
Από την παρασημαντική των λέξεων

Έτσι
Γεννήθηκαν μικροί γαλαξίες
Υψικάμινοι με αιλουροτροφεία και παλλακίδες
Που ταλαντεύονται
Στη σκιά μιας μελλοντικής αυτοχειρίας

 

.. .και σαν σταμάτησαν
οι σπονδές των πουλιών
άρχισαν οι υλακές
πανάρχαιων σκυλιών.

 

α’

Είπε να ετοιμάσουν τη σκηνή
Το δράμα παιζόταν ήδη χρόνια τώρα
Αλλά μια έκτακτη θεατρική σκηνή
Θα νομιμοποιούσε τα πάντα.
Τότε οι ηθοποιοί έβγαλαν τα προσωπεία
Και φάνηκαν οι μαύροι κύκλοι των ματιών τους
-όχι δεν ήταν ψιμύθια-
Ήταν γιατί κλαίγανε πολύ
Καθώς μοιράζονταν
Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.
Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν
Με τις απαραίτητες προσαρμογές
Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε
Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή
Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή
Όχι επιτέλους όχι
Με τίποτα δεν έπρεπε να διαταραχθεί
Η ειρήνη των αμνών

Το πράγμα ήταν σαφώς απλό
Ο αγγελιαφόρος
Αυτός ο φευγαλέος κομιστής των κακών
Αυτός να σφαγιαστεί
Άλλωστε και ο ίδιος το γνωρίζει
Ενίοτε οι κακές μαντείες
Θερίζουν όχι του θεούς αλλά
Αυτούς που τις κομίζουν

Ο σκηνοθέτης το αποφάσισε
Δε χρειάζονται προφάσεις
Ας πάρει το μάθημά του επιτέλους ο μάντης κακών

Όμως η ώρα περνούσε
Όταν ξαφνικά φάνηκε ένα παιδί
Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί άλλον περίμεναν
Και πριν προλάβουν να σκεφτούν
Το παιδί άνοιξε τη χούφτα του
Και σαν να’ ταν ζάρια
Πέταξε μπροστά τους
Τα μάτια του μάντη Τειρεσία
Ο παλιόγερος μας πρόλαβε
Μονολόγησε ο σκηνοθέτης
Και ούρλιαξε από τον πόνο
Καθώς έφτυνε θραύσματα δοντιών
Και ένα αυτούσιο μάτι…

 

ς’

Τις σαΐτες που σφύριζαν
τις ένιωθε στα σπλάχνα της
Η Πηνελόπη
Καθώς ένα ένα τρομαγμένα τα αρχοντόπουλα
Έγερναν προς τη μεριά
Που δε βγαίνουν τα όνειρα.
Τότες ο Άργος δεν άντεξε
Της κυράς του της αδικημένης
Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί
Για είκοσι τόσα χρόνια…
Και μ’ ένα πήδο τού πήρε το λαιμό
Εκεινού του Οδυσσέα
Που έτσι χωρίς αιδώ
Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε
Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα
Πως στη θέρμη του καλοκαιριού
Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι
Και κλείνουν τα μπαράκια
Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα
Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά
Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.

 

ι’

Ο χρόνος ο χρόνος
Αέναος χτύπος ρυθμός μυθικός
Μιας αυγής ανατέλλει το κάλλιστο φως
Και λάβαρα ανεμίζοντας στη φορά των ανέμων
Διαλύει του σκότους σκιές
Ο χρόνος ο χρόνος της ζωής ρυθμιστής

Εμπρός με κρουστά υφαντά
Αστερίες ιππήλατοι ο Ρίτσος ο Ελύτης
Ο Σολωμός ο Σεφέρης ο Κάλβος
Ο Παλαμάς ο Καβάφης ο Εμπειρικός

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως
Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου
Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο τον φεγγαριού

Και του λόγου του πρώτου τα ρίγη
Φτάνουν ίσαμε μας
Ξεχύνοντας στ’ αυλάκια του νου φωταψίες
Τα κρόταλα χτυπώντας της μέρας
Ο χρόνος ο χρόνος ρυθμός μυθικός
Της αυγής σιγολάμνει το σκάφος και
Φλογίζει σημαίες θριάμβου
Οι χτύποι οι χτύποι ψηφίδες του χώρου του χρόνου
Και νυν και αεί

 

… επιθαλάμια
και
τέφρα υμεναίων.

α’

Ανέστιε πόθε
Μη ζητάς από μένα δανεικά
Τα είπαμε στο χώρο του
κοινού μας πεπρωμένου
Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν

Βλέπω να χάνεις το δρόμο
Ξανά και ξανά
Και να επικαλείσαι τάχα
Τους θολούς οδοδείκτες και την
Ύποπτη συνέργεια των αριθμών

Μα όταν αργείς να φανείς
Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με
Ανεπαίσθητο δόλο
Διαλαλώ τα κέρδη μου

Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα
Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς
Και να φεύγεις όποτε θες

 

ε’

Κι όταν χτυπήσεις την πόρτα
Μην ξεχάσεις να έχεις μαζί σου
Πολλά αντίγραφα εκείνης
Της νύχτας

Γιατί κάτι σκέφτηκα
Στο νέο μου βιβλίο θέλω
Να χαράξω
Αυθεντικές συντεταγμένες
Μιας έσχατης ελεγείας
Έτσι για να δαιμονίσω
Τις σελίδες μου
Με την αυταπάτη
Ενός ατελεύτητου ρόγχου
Που εσύ επέμενες
Να τον αποκαλείς έρωτα

 

η’

Να επέρχομαι δρομαίος
Στεφανωμένος έσω με φως
Έτοιμος
Για το μέγα τελετουργικό
Της στέψεως των αγγέλων
Σε πυρφόρους θεούς

Κι εσύ να με σκέφτεσαι
Να εισβάλλω
Και να σου αφήνω
Θριαμβικά επισκεπτήρια
Πυρσούς και φτερά

 

ιδ’

Κι αν πιστέψεις
Τα λόγια που φτεροκοπούν
Σαν αλκυόνες
Θα βρεθείς μ’ ένα σου πέταγμα
Στη χαίτη του Πηγάσου
Και θα καλπάζεις
Ατίθαση κι εσύ
Στην κόψη ενός ονείρου
Που πρόλαβε κι ατόφιο
Βρέθηκε στο σύμπαν

Δέξου λοιπόν Αλκυόνη
Τα δώρα μου και έλα
Μα μην ξαφνιαστείς
Μόνο λέξεις δαμάζοντας
Και σημεία στίξεως
Μπορώ να σου χαρίσω

 

.. .κι εσύ γυμνός χορεύοντας
στα δόντια των πατρίδων.

 

γ’

Η πολιορκία ελύθη οπότε
Ας καταμετρήσουμε τις απώλειες
Μόνο μη μας πάρει η ώρα γιατί το μάτι της νύχτας
Συνωμοτεί με τους δαίμονες των ενυπνίων
Και τούτο είναι της απαντοχής μας
Η ακροτελεύτια καταβασία
Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί
Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών
Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά
Περικνημίδες καριοφίλια και
Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα
Το χέρι που κρατά τους όρκους και
Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών
Γεια σου και σένα μετέωρε φίλε χορεύοντας
Στα σαγόνια των πατρίδων
Η Άννα που σου έλαχε χάθηκε
Με το μετάλλιο τιμής κατάστηθα να αιμάσσει
Να δεις τώρα τα εμβατήρια πώς διασχίζουν ό,τι απόμεινε
Και μια ηρεμία απλώνεται στον κάμπο
Με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
Κοκκινοτριμιθιά Άουσβιτς Άδανα φορώντας
Ένα κάτασπρο πουκάμισο
Σαν τη μνήμη που πετροβολά το μάτι τούτης της νύχτας

 

ε’

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο
Το πέλαγο εμυρώθη
Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής
Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα
Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων

Και επιτέλους
Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους
Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας
Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος
Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής

Πώς αφουγκράζονται τα παιδιά μας
Τις φωνές και το ρόγχο της θαλάσσης
Με ένα όστρακο χωνί
Πώς αναδύονται τα ίδια τα ναυάγια
Καθώς το πρωραίον σφαδάζει
Υπό τους ήχους πνιγηρούς
Που αφήνουν οι σιαγώνες των τεράτων

Αυτά ακούς και αδημονείς να συγκολλήσεις
τα ετερώνυμα: ΣΑΡΚΑΜΕ… ΚΤΥΠΕΝΤΑΔΑΛΟΣ… και
Ο! τι ελαφρότης…

 

 

ΣΑΝ AΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (2003)

 

Σαν άλλοθι οι λέξεις
Κι ο ποιητής υψώνει το σώμα του
Καιόμενος
Μα ούτε φθόγγος κραταιός
Μόνον ανάσες χνώτο προβάτου
Πριν απ’ τη σφαγή
Ή σαν νεφέλη απλωμένη
Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε
Βογκώντας όνειρα παιδικά.
Αποκεφαλισμένοι φθόγγοι
Τυμπανισμένοι ήχοι
Κραυγές αλυχτώντας
Σαν άλλοθι οι λέξεις
Γυρεύουν δικαίωση

***

Και φρύαξε η αυγή
Καθώς μας άνοιγαν τα σπλάχνα οι οβίδες
Και δεν μπορώ σου λέω να μη θυμάμαι
Και σκοτείνιασε μου λες
Τα κορίτσια μας κλειστά
Σαν άνθη και δεν έστερξαν το φως.
Η Μαίρη η Χρύσω κι η άλλη Μαίρη
Με τους λωτούς στα στήθη
Και σκοτείνιασε Κι ούτε που ξέρω
Πώς θα βγει και τούτη η νύχτα

***

Σαν κάτι μια υποψία
Ψηλαφώντας αδιόρατους παλμούς
Και ήχους συριστικούς
Μιας ανάσας κεκαυμένης
Πώς όταν επέρχεται σκότος
Και μυριάδες θρύμματα
Του αντιρρόπου φωτός
Περιλούζουν το συμπαντικό κενό
Και μέσα σε όλα αυτά
Ασθμαίνει η εσωλέμβιος Μαρία
Τα έξω του κόσμου καταμετρώντας
Σαν κάτι μια υποψία
Το «αχ» που της έλαχε
Στα περίχωρα μιας νυκτωδίας
Και η αγωνία της να φθέγγεται
Καμπύλους υμεναίους
Στα άωρα μιας ευμέλειας
Ο ίσκιος της με τις ευθυτενείς προσδοκίες
Καθώς η Μαρία συρρικνώνεται υποδορίως
Μες στην ευρυχωρία του κάτι

***

Σε είδα στα ρίγη των άστρων
Ήλιος σαν φλεγμονή
Στα έγκατα του σύμπαντος
Να αντανακλάς υπερούσια θραύσματα
Σκοτεινών θαλάμων
Εκεί στα ρίγη των άστρων σε είδα
Περίκλειστη να επωάζεις γάμους μυστικούς
Ασύμμετρη με περιλάλητες πληγές
Να τανύεις ήχους επιθαλάμιους
Θριαμβικά γυρνώντας τις ώρες
Κατά το τίναγμα του αυχένα σου.

***

Αδημονία
Μες στη σιωπή
Των ήχων της νύχτας
Των αστεριών
Των αιθερίων
Της μαρμαρυγής
Των στεναγμών
Της αμφιλύκης
Εκ βαθέων μιας μουσικής
Η παύση με πληγώνει
Σαν αδημονία που αιμάσσει
Σιωπή και θάνατο

***

Είναι ωραίο να συλλέγεις διαθλάσεις φωτός
Στη μαρμαρυγή της αδημονίας σου
Ειρμός αειφόρος
Κι εσύ αμφίκυρτος πεπλανημένος
Στις υπώρειες κρυφών λιμένων
Εκεί τη ζωή αναμέλποντας ασώματος
Και να των ανέμων ο πλεονασμός
Με σφυρίγματα εωθινά και να
Το σώμα ασπίδα της γύμνιας ψυχούλα μου
Τα έγκατα αναδεύοντας
Μη στέρξει και ξημερώσει μη
Κούρνιασε εαρινό μου κούρνιασε
Και μην κλαις ή καλύτερα κλάψε

***

Όταν γράφεις ποίηση στα σκοτεινά
Φορτωμένος μεγαβάτ
Όταν βρυχάσαι κι ανελέητος ο πόνος
Σου νυχιάζει τα σπλάχνα
Τότες οι λέξεις αιμάσσουν
Κι ο λόγος αμφίστομος σε διαπερνά
Οπότε ιχνηλατείς επιφωνήματα τριγμούς
Και μικρές παιδίσκες που θαμπίζουν στο φως
Τερπνού ποδηλάτου και λες να πάμε αλλού
Σε κάμπους πρωτόγνωρους μα κι εκεί
Τι άραγε θα’χει απομείνει
Έτσι που λεηλατήσαμε τα τοπία μας
Που αποκεφαλίσαμε τις γυναίκες μας
Με την παμπάλαια έγνοια
Τότες όλα ακινητούν
Τα χείλη άλαλα κι οι ασεβείς μας πόθοι
Επίκληση στο έλεος μιας μνημοσύνης
Επιτέλους γενηθήτω μια λέξη
Ή μιας εικόνας απείκασμα
Σαν άλλοθι

***

Σε εργαστήρια επιγραφοποιών
Ο λόγος οιακίζεται και αναρριγά
Το νέον τρεμοπαίζει στη γυάλινη πανοπλία του
Και η λέξη που ήξερες τώρα ασφυκτιά
Αναρτημένη στις μετώπες της σιωπής μας
Χιλιάδες άσημες πεταλούδες
Ανυποψίαστες χορεύουν μαζί της το θάνατο
Υπό τους ήχους μιας πένθιμης σιωπής

***

Η λέξη υποτροπίασε
Τα καρινώματα αιμάσσουν
Να ΄ναι άραγε
Της ψυχής μας η αντανάκλαση

***

Λοιπόν επέστρεψες
Και είδες τα ορατά
Και στην ψυχή σου αντήχησαν
Τα αόρατα
Και πόνεσες λες ξανά
Ικέτεψες να σου δώσουν μια γουλιά λεμονανθούς
Και έφερες τροπαιούχος ίχνη κι ανάσες
Του άλλου καιρού
Έφερες και τη φωτογραφία της γιαγιάς
Μόνο που δεν μπόρεσες λες να βρεις τους τάφους
Και ρωτάς τι να ‘γιναν, άραγε οι νεκροί
Μα δεν υπήρξαν ποτέ
Άλλωστε τώρα δεν αρχίζει η ιστορία
Παραδέξου το όλα ήταν μια ψευδαίσθηση
Και που ζούσαμε αγκαλιά με το καυτό αίμα
Και που συντηρούσαμε το μνημονική εκείνης της μέρας
Τα αγάλματα και τις μαυρόασπρες φωτογραφίες
Υπήρξαμε ρομαντικοί πολύ ρομαντικοί σου λέω

***

Τότε το αυγινό φως
Διεισδύει μέσα στις ρωγμές
Και διαθλάται στα πολλοστημόρια του
Και τι χαρά είπες
Να αδράχνεις χρυσές πεταλούδες
Κι ολοένα τα χέρια σου να αιωρούνται
Έως ότου διαπιστώσεις πως όλα αυτά
Παίζονται ερήμην σου
Και λες
Θεέ μου να γίνω ένας Οιδίποδας
Οπότε αιχμαλωτίζεις μια παλλακίδα
από αυτές που ιστόρησες ξανά και ξανά
καθώς τότε το σπέρμα διαπηδώντας
εισχωρεί στα κούφια μάτια σου
Αχ μονολογώντας εκδικούμαι
Τη σάρκα μου ο ανελέητος
Χλευάζοντας την πλεκτάνη
Που σου έστησαν

***

Πώς όλα ξαφνικά
παίρνουν το χρώμα της σκουριάς
Και οι φίλοι μας αποφλοιώνονται
Κι η σάρκα τους μυρίζει θάνατο
Εκεί που χτες οι ροδώνες
Ασφυκτιούσαν γλυκασμούς
Μήπως δεν είναι να τους περιμένουμε άλλο
Η σκιά τους απλώνεται
Γίνεται πέτρα και χώμα και χώμα
Αφή κενού

***

Στα δισκοπότηρα της μετάληψης
Έτσι όπως θα σημώνουμε τ’αγαπημένα νερά της Κύπρου
Σ’άκουγα κι ο νους ταξίδευε
Κι αλάργευε κι αλάργευε κι οσμίζονταν
Και μέθαγε και πάλι επέστρεφε και πάλι ταξίδευε
Ώσπου η νύχτα κόμιζε μαζωμένες ιαχές και βογγητά
Των φίλων που δε θα ξαναβλέπαμε.
Και σ’έπιανε το παράπονο και μαζί κλαίγαμε
Καρφώνοντας στον αέρα τα λόγια τον Σεφέρη
«Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου
που κατάντησε κι αυτό ς πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς…»

***

Εν τέλει η ποίησή μας
Είναι τόκοι και ωδίνες
Λέξεις εν κενώ
Μετέωρα

 

 

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)

 

α’

Πέτρα τσουρουφλισμένη
Και ο ήχος ακούστηκε παράξενος
Στο μαγγανοπήγαδο του κήπου μας
Άκουσα τη φωνή
Την έφερνε αυτός που αιώνες πριν
Στα αρχαία μας όνειρα
Επικρατούσε λογχοφόρος
Ήρθε με τη μάσκα του προσώπου του ανάποδη
Με ξέφρενα συνθήματα για νίκες και τρόπαια
Και πλήρωμα χρόνου και όπλα ορθόφρονα
Ήρθε με φίλτρα αδερφικά
Μίλησε σε γλώσσα Ελληνική με
Αλεξανδρινή κομπορρημοσύνη
Και χάραξε στους βράχους του ξεραμένου κάμπου μας
Νέα σχήματα λέξεις πρωτόγνωρες
Που προμηνούσαν το μέγα τίποτα
Ήρθε και μέσα στην άμετρη ανία μας
Πρόσθεσε τη δική του υπόσταση
Τη στομφώδη την αμείλικτη

 

β’

Κύμβαλο θανάτου μου έκλεισε τα μάτια
Και το ψέμα μ’ επεσκίασε
Στην όσφρηση του απόηχου
Άκουσα τα λόγια τους
Και τη βαριά πατημασιά τους
Οι μικροί αρλεκίνοι φίλοι μου
Συνωμοτούσαν οιστρηλατούμενοι

 

γ’

0 χρησμός δόθηκε
Μέσα σε αμφορέα δήθεν αρχαίο
Με πλαστά ιωνικά σχήματα
Τα κτερίσματα και η γραμμική γραφή
Αποδείχτηκαν πλάνες
Ο τρίτος σκοπός ξαφνιάστηκε
Οι Μηδίζοντες καιροφυλακτούσαν

 

στ’

Ό βρόγχος πού γεύτηκε λαιμούς έφηβων
Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρό
Οι καιροί που μας πέρασαν
Είπαν πέντε τουφέκια και μια ψυχή αλώνι
Για του χάρου το ροβόλισμα
Κι είχαν τα κοπέλια μουστάκι
Και παππούδες Αντρόνικους
Τον Ευαγόρα τον άδραξε ό βρόγχος στα 1957

Δεκαοχτώ χρόνων τον Νίκο ένα αυγουστιάτικο
Δείλι στα 1974 τότε πού το στάχυ μεστωμένο
Σελάγιζε στη Μεσαρκά

 

θ’

Στο βυθό της παντερημικής
Στην αχερουσία των στεναγμών
Και στην αγωνία του τίποτα
Ένα μασημένο δαφνόφυλλο
Και μια ταινία κίτρινη
Από το κάτουρο μιας κουκουβάγιας

Ήρθαν οί μοιρολογήτρες να τον κλάψουν

Η μια τον είπε αητό
Η άλλη καβαλλάρη
Η τρίτη δεν μίλησε

 

ια’

Αρχαϊκά προσωπεία
Τα όνειρα μας που χάθηκαν
Ο Νίκος ο Παυλής
Ακρωτηριασμένοι Ελπήνορες

 

ιβ’

Ρωγμές
Η μνήμη ελλειπτική
Η απορία καμπύλη
Ασθμαίνουσα
Και να μην ξέρεις πώς να τ αποσιωπήσεις
Στα ζυγωματικά του Ιούλη
Ένα στάχυ αμφίστομο
Μπηγμένο σ’ ένα φάρυγγα
Που αιμάσσει φθόγγους ακατάληπτους
Μεσαρκά… Μεσαρκά…

 

ιστ’

Και πώς ν’ αντέξουμε
Την επίβουλη ρευστότητα
Που μας κατακλύζει
Έτσι χωρίς τύψεις
Ν’ αποσιωπήσουμε την αγωνία μας

Εκείνα τα ηρωικά και πένθιμα
Θα μας βαραίνουν με την επίπλαστη σιωπή τους

 

κ’

Αύριο καθώς θα υποχωρούμε
Καθώς θα υποστέλλουμε τις σημαίες
Υποβασταζόμενοι χωρίς δεκανίκια
Ο λόγος μας πρέπει να είναι απλός
Όχι αμφισημίες και τα παρόμοια
Εξάλλου ο καιρός τους θα ‘χει περάσει
Λέω
Να μιλήσουμε χωρίς εφικτά και ευκτέα
Πρώτα όμως να ετοιμάσουμε μια γλώσσα έκτακτη
Όπως ταιριάζει
Φωνήεντα εν μέρει ελληνικά
Εν μέρει αρκαδικά
Να τα συλλέξουμε λέω

Στο ρόδο τον έρωτα
Στο παράθυρο των ελπίδων
Στο κοχύλι των μυστικών ψιθύρων

 

κγ’

Ό ερωτάς μου χαρακιά
Στη νηνεμία των ονείρων σου
Οι πόθοι μου σπαράζουν
Εσύ ενδίδεις
Κι ευάλωτη στο σκότος καθώς λες
’Ομνύεις στους όρκους μου
Μα απορώ γιατί ν’ αλλάζεις πουκάμισο
Και μέσα στους γλυκασμούς μου
Ξάφνου να διαθλάσαι

 

κζ’

Νυχιάζεις τον πόνο
Κι αφουγκράζεσαι
Οι φωνές διαχέονται
Η ηχώ τους ανερμάτιστη
Στα ύφαλα ενός πικρού λογισμού
Να συνθλίβεσαι λέω
Μες στον απόηχο που αφήνει η ποίησή μας

 

λβ’

Μόλις πήρε το μήνυμα
Λούστηκε
Με τις ώρες καλλοπιζόταν
Ήξερε πως άρεσε πολύ και προσπάθησε
Το πρόσωπο να λάμπει
Τα μάτια να είναι εύγλωττα
Τα χείλη πάλι να τρεμοπαίζουν
Παιχνίδισμα και τούτο αρεστό στις κρυφές συνεννοήσεις
Ο καθρέφτης ασφαλώς δεν τον ξεγελούσε
Ήταν χάρμα νέος έτοιμος καθόλα
Μα έτσι καθώς κοιτιόταν
Το συμπαθητικό είδωλο
Έμοιαζε να ασφυκτιά
Κι ήταν όλο λύπη
Τότε λαχτάρησε εντός του
Και του ‘φυγεν ο ερωτισμός

 

λζ’

μνήμη

Στη δοξολογία των θαμπών μαρμάρων
Η λεύκα που λίκνιζε το σώμα της
Το χέρι που κουρταλούσε μνήμες
Κι εσύ πού κειτόσουν γαλήνιος
Μες στην άφατη θλίψη μας
Καράβι πλησίστιο
Στων ανέμων την όρχηση

 

μ’

Πριν σε ρίξει κάτω η αηδία και η βρωμιά
Που σ’ έστησε σκοπό να φυλάς σε ανεξιχνίαστη χώρα
Με αμφίβολα σύνορα γίνου ένα με τη φωνή
Πού θα σκορπίσει η μοναξιά στην απόγνωση της
Κοιμάσαι με το φως του λύχνου
Και με την αφομοίωση του μέσα στα κρόσσια
Της νύχτας αλλάζεις το νεανικό σου πουκάμισο
Με τη μαύρη αυλαία
Στο ποτάμι της ξεχασιάς αλλάζουν σκοπό τα βατράχια
Κι εσύ με τη φοβερή όψη και την παλάμη
Στο μέτωπο σε σχήμα κατάρας αναζητάς τον άγνωστο
Δαίμονα να φανεί στην αντίπερα όχθη

Μη με ρωτάς γιατί δεν ξημερώνει ακόμη
Μέσα στη σιγαλιά ακούγονται οι πιο παράξενοι άνεμοι
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Είναι η ώρα πού βρυκολακιάζουν οι ακρίδες
Στα δάχτυλα των σκοτωμένων
Είναι η ώρα που αλλάζουν στροφή οι ποταμοί
Έτοιμοι να χυθούν στους πλατιούς δρόμους
Είναι η ώρα που κοιτάζει η ύαινα την όψη
Της νεράιδας στην ανάποδη του σπασμένου καθρέφτη
Άκου το ποδοβολητό
Η νύχτα με τα κατοικίδιά της φεύγει
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Το μόνο πού ξέρω είναι πως πάντα ο ήλιος
Στήνει καρτέρι στα επιφάνεια της χαραυγής

 

μα’

Το φεγγάρι γιομάτο
Συλλέγει αχόρταγα τις εκλάμψεις
Του σύμπαντος
ΗΗ νύχτα ξαπλώνει το καμπύλο σώμα και
Μέσα της εισχωρούν τα πολλοστημόρια
Ενός νέου γαλαξία

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΥΓΙΝΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Με την αρματωσιά του ένα τρικάταρτο
Ρίχτηκε στου πελάγου τα μάκρη.
Γοργόφτεροι γλάροι συντρόφευαν
την αρχινημένη λιτανεία και αφροί
διαμαντικοί σε πλάτες δελφινιών.
Ψηλά στο μεσιανό κατάρτι μια σημαία
να αντέχει στων ανέμων τη φορά
κι η μάσκα να γέρνει μια δεξά και μια ζερβά,
μα φόβος κανένας.
Μόνο των γλάρων το κρώξιμο κι οι μνήμες
π’ ανασταίνουν μιας Αφροδίτης
το συναπάντημα στου Διγενή την Πέτρα.
Κι όλα τα θάρρητα
κρατούσαν την ελπίδα ορθόπλωρη,
με των δελφινιών το ξάφνισμα και
της γοργόνας τ’ ατίθασο βλέμμα να ρωτά
ξανά και ξανά, παγιδευμένη
σε μιας αγάπης την απαντοχή.
Και περνούσε τ’ αυλάκια το τρικάταρτο
κι έπιανε αρόδο εκεί που
τα ύφαλα του μνημονικού χτυπούσαν.
Και τότες αναδύονταν γοργοεπήκοες Παναγίες
με υπερούσιους Χριστούς μες στην πλατιάν αγκάλη,
κουβαλώντας μέδουσες και αστερίες
και με την αρμύρα να στάζει ρίγη.
Κι ύστερα, βουτώντας ξανά
μες στης αυγής τη χαρμονή ξανοίγονταν
μπροστά σε κίονες αμέτρητους κι αγάλματα,
σε θόλους και μετώπες.

Όλα λευκά κι ολόφωτα στο
μάγεμα του πρωινού.

Και ξάφνου αντίκρισε στρατιές.
Παντιέρες περσικές πλατάγιζαν στη χαίτη
του πελάγου και μαζί γαλέρες γενοβέζικες
κι αρμάτες τουρκικές.

Και τότες το πέλαγο εθεοκρούστη
και γίνηκε καταποτήρας που τους ρούφηξεν
όλους εξόν από εκείνο το τρικάταρτο
που έλαμνε γοργά μες στου γιαλού τα πλάτη
κι ακόμα γοργολάμνει το σκαρί που
το λαλούσιν Κύπρο…
Και μιας φωνής μέγας αχός αργά το συντροφεύει:
Υπερούσια Σαλαμίνα κράζω σε Βασίλισσα
κι εσένα Πάφο, Αγία
κι εσέ Κερύνεια, Δέσποινα
που σαράντα χρόνους με θωρείς αδάκρυτη
με βλέμμα που σκοτώνει…

 

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

Η ΑΠΕΙΛΗ (2016)

(Απόσπασμα)

Το νεκροταφείο ροκανίζει την πόλη

Το τοπίο στην πόλη άλλαζε. Η μεγάλη λεωφόρος γινόταν πεζόδρομος και οι παράπλευρες οδοί έπαιρναν το σχήμα διπλών διαδρόμων. Στο μέσον ένα στενό κατάφυτο διάζωμα και στα πλάγια μικρά παρτέρια και κρήνες με τον ίδιο ακριβώς φυτικό, κεραμικό και μαρμάρινο διάκοσμο του κοιμητηρίου. Επρόκειτο για μια μορφή ήπιας εισβολής και κατάληψης ζωτικού χώρου
στις παρυφές της πόλης. Φαινομενικώς τουλάχιστον. Γιατί, στην πραγματικότητα, χωρίς κανένα πρόσχημα, είχε κιόλας αρχίσει η πολεοδομική αποψίλωση, και το δυστύχημα ήταν πως όλοι πίστευαν ότι η νομαρχία
και ο δήμος μεριμνούσαν για την αισθητική αναμόρφωση αστικών χώρων.
Ο Πολ Μελίδης δεν είχε κανένα λόγο για να ανησυχεί. Αντίθετα, αισθανόταν πανευτυχής, αφού όλα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το επιτελείο των ψυχολόγων της εταιρείας είχε δώσει σαφέστατη αναφορά με τολμηρότατες προβλέψεις, που η ίδια η πραγματικότητα τις επιβεβαίωνε με τρόπο πανηγυρικό. Και ήταν αυτό ένα δείγμα ότι τα προγράμματα έρευνας ήταν σχεδιασμένα με άκρως επιστημονικό τρόπο. Ο ψυχικός σφυγμός των κατοίκων αποτυπωνόταν με εκπληκτική ευκρίνεια στις απαντήσεις που έδιναν σε σχετικά ερωτήματα. Η φρενίτιδα που τους κυρίευσε για την αγορά ταφικών κτισμάτων καν η απουσία κάθε αντίδρασης στη νέα φάση της επέκτασης-εισβολής αποδείκνυαν ότι η πόλη παραδιδόταν αμαχητί στις βουλήσεις της εταιρείας. Οι κάτοικοι έδειχναν να συμφιλιώνονται με την ιδέα της γειτνιάσεως των σπιτιών τους με τάφους-χώρους υπνώσεως, «ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται»…
Όταν κλήθηκε ο νεαρός διανοούμενος να παραστεί στην έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας, τα λόγια του προκάλεσαν σε όλους θαυμασμό. «Το κοιμητήριον» είπε, «ως εκφερόμενος όρος, απαλύνει το άλγος ακόμα και από έσχατα δυστυχήματα. Τότε ο πικρότατος πόνος γλυκαίνει και το συνειδός συμφιλιώνεται με το θάνατο, που τον εκλαμβάνει πλέον ως αχρονία μακαριότητος».
Τέτοια και άλλα ηχηρά παρόμοια έλεγε ο διανοούμενος, που, ακούγοντάς τον ο Μελίδης, έμενε άναυδος. Όμως εκείνο που κυριολεκτικά τους ξάφνιασε όλους ήταν η πρόσληψη του διανοουμένου ως υπευθύνου προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης. Τη θέση, φυσικά, την αποδέχτηκε ασμένως. Βέβαια, άλλο είναι να περιφέρεσαι στα καφέ και στα μπαρ της πλατείας με τον Μαρξ ανά χείρας, ή και ενίοτε τον Γκόργκι, και άλλο να είσαι στέλεχος της πολυεθνικής Εταιρείας Σχεδιασμού και Αναπλάσεων με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Το πράγμα δεν έμεινε εκεί. Τα παρτέρια προχωρούσαν, ροκάνιζαν τους δρόμους, καταλάμβαναν τα πεζοδρόμια, πατούσαν τα ελάχιστα αλσύλλια και πίσω τους στήνονταν τάφοι. Πολλοί τάφοι. Προτιμήθηκε αυτή η κατευθείαν επέκταση προς το κέντρο της πόλεως, διότι το προηγούμενο, με την αποψίλωση των παρυφών του πολεοδομικού συγκροτήματος, δε συνάντησε καμιάν απολύτως αντίδραση. Άλλωστε η πρόταση για σταδιακή περιφερειακή άλωση ενείχε τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί δόλια τακτική. Και αυτό ήταν πολύ πιθανό να προκαλέσει τους ελάχιστους αμετανόητους από τον κύκλο του νεαρού διανοουμένου, που εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι τους είχε
προδώσει.
Έτσι λοιπόν, το σύστημα των ετοιμοπαράδοτων ταφικών κτισμάτων κατακτούσε διαρκώς έδαφος. Ο Πολ Μελίδης έτριβε τα χέρια του. Μάλιστα αποφάσισε να υποβάλει αρμοδίως προτάσεις για την εφαρμογή του σχεδίου σε όλη την επικράτεια. Είχε λόγους να πιστεύει ότι οι τοπικοί άρχοντες θα το έβλεπαν θετικά. Ήδη οι επισκέψεις νομαρχών και δημάρχων στην πόλη αυξάνονταν, και αυτό ήταν πολύ ενθαρρυντικό. Γι’ αυτό και η επιτόπια ξενάγηση από στελέχη της εταιρείας εμπλουτίστηκε με διάφορα δρώμενα, τα οποία αισθητικοποιούσαν το ανοίκειο του θανάτου και το αφόρητο της ταφής αναγάγοντάς τα σε οντολογικές παραλλάξεις κτλ., ναι, και για τις οποίες μεριμνά η χάρις των συμπαντικών δυνάμεων, επιδαψιλεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εύνοιά της προς τους εκλεκτούς.
Για όλα αυτά την επιχειρηματική ευθύνη ανέλαβε ο μέχρι χτες αριστερός διανοούμενος και τώρα εκλεκτό στέλεχος της εταιρείας, ο οποίος χρησιμοποίησε τόσο τη γλωσσική του οξυδέρκεια όσο και τις γνωριμίες του. Η χορωδία ιδιωτικού σχολείου της περιοχής απέδωσε θαυμάσια τον «Μεγάλο Ερωτικό», ενώ τα κείμενα και τις θεατρικές αποδόσεις ανέλαβαν με ιδιαίτερο πάθος δύο φιλόλογοι, για τους οποίους έχουν να λένε ότι, δεν μπορεί, η μοίρα δυστρόπησε. Γιατί για άλλα ήταν καμωμένοι και άλλα η ψυχή τους λαχταρούσε. Ας είναι.
Συμμετείχαν, φυσικά, και οι κάτοικοι της πόλης. Εννοείται όσοι συνήλθαν από εκείνο το αποτρόπαιο συμβάν του ολοκαυτώματος των Καλαβρυτινών μαστόρων. Γιατί οι πιο πολλοί έχουν κλειστεί στα σπίτια τους και, καθώς λέγεται, κάθονται ώρες ατέλειωτες και κοιτούν με αδημονία τις σκιές που άφησαν στον τοίχο οι καθρέφτες. Προτού οι ίδιοι τους καταθρυμματίσουν. Τότε. Τώρα, όσο κι αν οι αρχές επιμένουν να τους χαρίσουν από έναν καθρέφτη και ένα κλουβί γεμάτο τιτιβίσματα, αυτοί αρνούνται. Προτιμούν να κοιτούν. Και να μοιρολογούν. Λέγεται.
Όσοι συνήλθαν λοιπόν, αφού φόρεσαν κατάσαρκα στενά πουκάμισα, ολόλευκα με κόκκινα σιρίτια, συνέχεια συστρέφονταν και έψελναν σε γλώσσα κρυπτική
ύμνους, που τους αποκαλούσαν «θριάμβους». Μαγεμένοι, οι τοπικοί άρχοντες δάκρυζαν και κάποιοι εκστασιάζονταν και έμεναν με τα μάτια κλειστά για πολλή ώρα. Τότε παρενέβαινε η ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης και άρχιζαν οι συνεδρίες. Μετά, αφού ορίζονταν ρήτρες και υπογράφονταν συμβόλαια, ο Πολ Μελίδης έδενε τους δημάρχους με νόμιμες κατά τα άλλα χορηγίες. Ο νομάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και παρέμενε απαθής. Μάλλον χαιρόταν. Γιατί η συνενοχή ελαφρύνει το άλγος που προκαλούν άστοχες ή σφαλμένες επιλογές και, το χείριστο, αργυρώνητες αποφάσεις. Ενίοτε μάλιστα το εξαλείφει, εφόσον η κρούστα που σκεπάζει τα πράγματα, διά της εκτεταμένης συνενοχής, γίνεται όλο και πιο φασματική, μέχρι που διαλύεται.

 

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΑΤΤΑΛΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (2014)

(Απόσπασμα)

Προμηνύματα χαμού

Εν τω μεταξύ, ο καιρός περνούσε κα η αγωνία μας άρχισε να φυραίνει, μέχρι που ένας αδικαιολόγητος εφησυχασμός απλώθηκε σχεδόν παντού, εμποτίζοντας το καθετί με την ηδονή της απραξίας. Η βεβαιότητα «Διά
την δικαίωσιν τον αγώνος μας, και την εκπλήρωσιν των προαιώνιων πόθων μας…», στερούσε από τον καθένα το δικαίωμα να οραματίζεται και να παλεύει.
Το πραξικόπημα στην Ελλάδα είχε πέσει σαν πολύ δυνατή γροθιά στο πρόσωπό μας. Εκείνο που αποδείχτηκε περίτρανα ήταν το πόσο βαθιά είχε προχωρήσει η σήψη και το πόσο ευδιάκριτο γινόταν πια το τέλος. Ένα καλογραμμένο σύνθημα με μπλε μπογιά και με βυζαντινούς χαρακτήρες, μου χάραξε τη μνήμη και από τότε με βασανίζει με τις ενοχικές του διακυμάνσεις.
«Όχι άλλη Μικρά Ασία!»
Σε χρόνο ασυνήθιστα μικρό, η Κύπρος έμεινε να μοιάζει με καΐκι ριγμένο σε μανιασμένο πέλαγο. Τα καράβια φορτωμένα ελληνικό στρατό έφευγαν το ένα πίσω από το άλλο. Είδα στρατιώτες να κλαίνε, γιατί το
είχαν ντροπή που δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ο κόσμος απελπιζόταν και δεν ήξερε με ποιον να τα βάλει. Στεκόμασταν σιωπηλοί με τον Χάρη στην προκυμαία της Λεμεσού. Πήγαμε με φανερή πρόθεση να δούμε το αντιτορπιλικό «ΙΕΡΑΞ». Μέσα μας όμως τρέφαμε την ελπίδα, πως κάτι θα γινόταν στο τέλος και οι στρατιώτες θα γυρνούσαν στα στρατόπεδά τους. Φαίνεται πως το ίδιο ένιωσαν κι άλλοι, γιατί η προκυμαία είχε γεμίσει από κόσμο. Τα πρόσωπα ήταν βουβά. Μόνο κάτι γέροντες βρακοφόροι γονάτιζαν, ύψωναν τα χέρια τους και ήταν αυτό η πιο ακραία στάση ικεσίας.
Δίπλα στο «ΙΕΡΑΞ», είχαν δέσει δύο οχηματαγωγά, το «ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ» και το «ΕΝΑΛΙΟΣ». Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές των αυτοκινήτων και το μουγκρητό των τεθωρακισμένων. Οι στρατιώτες,
με τα κράνη και τις εξαρτήσεις τους έμπαιναν με τάξη στα πλοία και κάποιοι στρέφονταν με θλιμμένο βλέμμα προς το πλήθος. Φαινόταν πως κάτι έλειπε για να ξεσπάσει η βουβή οργή που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή μας διαπέρασε ένα ρίγος, καθώς, σαν να ήταν συμφωνημένο, όσοι κρατούσαν σημαίες τις ύψωσαν και ο κόσμος άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Με μιας οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και οι αξιωματικοί χαιρετούσαν. Όμως το «Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθερίά…» πνίγηκε μέσα σε κραυγές και συνθήματα:
«Η Κύπρος είναι Ελληνική», «Κάτω η χούντα», «Αδέρφια, μη φεύγετε», «Θάνατος στους προδότες». Κι εκεί Ανατολικά της Αττάλειας που τα πλοία έλυσαν τους κάβους και άρχιζε της επιστροφής, ακούστηκε ένας κι άλλος πυροβολισμός. Το πλήθος τρομαγμένο ζητούσε διαφυγής με φωνές, σπρωξίματα και άγριες διαθέσεις για όσους στέκονταν εμπόδιο. Τέσσερις κρατούσαν ψηλά το σώμα ενός παλικαριού και κραύγαζαν ν’ ανοίξει διάδρομος… Πιο πίσω, δυο γυναίκες ολοφύρονταν…
Έτρεχα και προσπαθούσα να μη χάσω απ’ τα μάτια μου τον Χάρη. Τον είδα να χώνεται κάτω από το στέγαστρο του τελωνείου και να κοιτά πίσω. «Γρήγορα! Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά…», και με κομμένη την ανάσα μου έδειξε ψηλά στο καμπαναριό της εκκλησίας τρεις ντυμένους στα μαύρα να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς το πλήθος. Ο εφιάλτης της διχόνοιας είχε πρόσωπο τη μάσκα του θανάτου.
Μείναμε στου Γιώργου Χαριτωνίδη, θείου του Χάρη, που πιο πολύ έμοιαζε σαν μεγάλος του αδερφός. «Να αποτραβηχτείτε. Θα μπλέξετε άσχημα. Μη σας τάξουν και σας παρασύρουν…», μας συμβούλευε όλο το
βράδυ. Τον καιρό των Άγγλων, μαθητής ακόμη, αναμείχθηκε στον αγώνα. Οι Άγγλοι τον προκήρυξαν και αναγκάστηκε να βγει στο βουνό αντάρτης. Μετά την απελευθέρωση, δε γύρεψε χάρη από κανένα. Δούλευε στο μικρό τυπογραφείο του πατέρα του και τα βράδια, κρυφά, έγραφε ποιήματα. Στα τριανταπέντε του, αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία. Τέλειωσε, γύρισε
πίσω και διορίστηκε καθηγητής. Ούτε ν’ ακούσει ήθελε γι’ αυτά που γίνονταν τελευταία.
«Θυμάσαι που σου το ’λεγα;», είπε κοιτώντας τον Χάρη ίσια στα μάτια. «Κάποιοι πουλάνε με περισσή ευκολία εθνολυτρωτική πραμάτεια, γιατί θέλουν να μας ρίξουν στην παγίδα του αδελφοκτόνου σπαραγμού…» Και σαν να ένιωθε το βάρος της λέξης, σταμάτησε για να πάρει ανάσα και να συμπληρώσει με έμφαση: «…για ν’ ανοίξουν έτσι πιο εύκολα οι Κερκόπορτες».
Μιλούσε χωρίς πάθος. Ωστόσο, η φωνή του παλλόταν ελαφρά καθώς στην κουβέντα απάνω πρόφερε τις λέξεις «Ελλάδα… Ένωση… Ελευθερία…»
Ο Χάρης, για τις ίδιες λέξεις, συχνά μιλούσε παράφορα. Η φωνή του γινόταν βραχνή, το βλέμμα του χανόταν σε πλατιούς ορίζοντες και ήταν αυτό σαν
γλυκασμός και άγγιγμα μιας πρωτόγνωρης εμπειρίας. Δεν υπήρχε κάτι ούτε ανώτερο ούτε και πιο ιερό από όσα οι λέξεις αυτές έκλειναν μέσα τους. Σαν τον άκουγα, έλεγα πως άλλος μιλούσε και όχι ο Χάρης. Πού τα έβρισκε όλα αυτά; Και εκεί που σιωπούσε και το στήθος του ηρεμούσε, ξαφνικά, τα μάτια άνοιγαν διάπλατα και ήταν σαν να έβγαζαν φωτιές. Νόμιζες πως απέναντι του στέκονταν κάποιοι, που σκοπός τους ήταν να καταστρέφουν τα πιο μεγάλα όνειρά του. Δε συγκρατιόταν. Άνοιγε έναν υποθετικό διάλογο και τέντωνε τα χέρια του με τέτοια αυτοπεποίθηση σαν να είχε όλο το σύμπαν με το μέρος του. Ζήλευα το πάθος του και ένιωθα ανάξιος που δεν μπορούσα να αισθανθώ κι εγώ τα ίδια ρίγη που διαπερνούσαν την ψυχή του.
Μετά το φονικό στη Λεμεσό, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Ο κόσμος μοιράστηκε στα δυο και οι πιο μυαλωμένοι τρόμαξαν στην ιδέα πως το αδελφοκτόνο μίσος μπορούσε να απλώσει τα πλοκάμια του, να κόψει την
ανάσα και να πνίξει τις φωνές, που μέχρι χτες έβγαιναν από το ίδιο στήθος. Εκεί στη Λεμεσό, τον Οκτώβρη του 1931, ξέσπασε η οργή των σκλαβωμένων, γιατί δε χωρούσε κι άλλη υπομονή στην ψυχή τους. Το 1955, τα αμούστακα παιδιά μέτρησαν το μπόι τους με εκείνο της λευτεριάς. Τώρα, σαν να πιάστηκαν όλοι στις κλωστές της αράχνης και αναδεύοντας χέρια και πόδια μπλέκονται όλο και πιο πολύ και ασφυκτιούν, χωρίς κανείς να γνωρίζει πως το δικό τους σάλιο είναι που φτιάχνει τον ιστό.
Το είδα στα λόγια της Δήμητρας. Πού βρήκε, αλήθεια, τόσο πάθος και τόση οργή ένα κορίτσι σαν κι αυτό;
«Να τους σκοτώσουν όλους», φώναξε, «κι αυτούς και τα παιδιά τους… είναι προδότες, είναι ανθέλληνες, κομμουνιστές…»
Γιατί τόσο φαρμάκι γι’ αυτούς που αποφάσισαν να συναντηθούν με μια ομάδα Τούρκων αριστερών; Γιατί είναι έγκλημα να συζητάς για την ειρήνη; Γιατί, παιδική μου φίλη, Δήμητρα;

 

Ο ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ (2012)

(Απόσπασμα)

Ένιωθε το σχοινί να χαράζει τη σάρκα του, τα μπράτσα, την κοιλιά, τα πόδια. Πήγε να παίξει τα δάχτυλα. Τίποτα. Είχε μουδιάσει ολόκληρος. Ο νάνος απέναντι τον κάρφωνε. Ο άλλος… ο άλλος… Στο διάολο ο άλλος! Συνήλθε. Θα λαγοκοιμήθηκε δυο τρία λεπτά. Η κλοτσιά στην πόρτα τον τάραξε για τα καλά. Το κεφάλι του πήγε να εκραγεί. Μπήκε μέσα ο επιστήμονας και άπλωσε τα σύνεργα στο τραπέζι. Οι κινήσεις του, τελετουργικές. Τον έβλεπε. Λαχτάρισε. Όχι δεν ήθελε. Ας έμενε έτσι για ώρες. Θα είναι ήσυχος. Έκλεισε τα μάτια. Τον πίεζε η κύστη του. Βράχηκε. Ανάσανε με ανακούφιση. Έτσι που αλάφρυνε, μπορούσε να αντέξει πολλές ώρες ακόμη. Μόνο μην τον πειράξει ο επιστήμονας. Μα εκείνος τον πλησίασε. Άνοιξε ένα ρουμπινέ κι έκανε απότομα πίσω. Από την οροφή ξεχύθηκε ένας χείμαρρος. Κράτησε όσο που να τον περιλούσει και να του κόψει την ανάσα. Μετά, τακ, τακ άρχισαν να πέφτουν κάτι χοντρές σταγόνες κατευθείαν στο κεφάλι του. Πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισε να τινάζει τον αυχένα του. Καθόλου δεν του άρεσε η ιδέα πως οι σταγόνες θα συνέχιζαν να πέφτουν αδιάκοπα. Άρχισε να δυσανασχετεί, μέχρι που η όλη κατάσταση τού γινόταν ανυπόφορη. Μετά, κάθε που έπεφτε μια σταγόνα, νόμιζε πως του κάρφωναν πρόκες στο κεφάλι. Άρχισε να πονά, να υποφέρει. Ήθελε να φωνάξει, δάγκωνε τα χείλη του, μάτωνε. Ο πόνος έμοιαζε να του διαλύει το κρανίο. Κάποια στιγμή το μαρτύριο σταμάτησε. Όμως, ο πόνος δεν έλεγε να τον αφήσει. Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Καταλάγιασε.

Τον Αμερικάνο τον πυροβόλησαν στο κούτελο. Ακαριαία. Έγειρε πίσω και ξάπλωσε ανάσκελα με ορθάνοιχτα μάτια. Ήρθαν αμέσως, με τις σειρήνες να στριγκλίζουν απαίσια. Τον σήκωσαν και τον πήρανε. Μια φήμη σερνόταν στους δρόμους της πόλης. Όλοι ψιθύριζαν σαν να γνώριζαν από καιρό, για μια σκοτεινή οργάνωση, που αντρώθηκε στα χρόνια της χούντας και που τώρα έπαιρνε εκδίκηση. Κάποιοι θυμήθηκαν τον άλλο, τον Αμερικάνο το δημοσιογράφο, που τον φάγανε στον Εμφύλιο. Τότε. Στη μαύρη καταχνιά… Την άλλη μέρα τον κάλεσαν στην Ασφάλεια. Εκεί ήταν καμιά εικοσαριά. Ανάμεσά τους, γνώριμα πρόσωπα, συμφοιτητές, φίλοι. Πρώτος ο Παναγιώτης ο Τρικαλινός. Του ’γνεψε να μη μιλήσουν, να κάνει τον αδιάφορο. Τα πουλάκια μου… εδώ είμαστε πάλι… ακούστηκε μια φωνή. Ο Ηρακλής, η αδερφή…. Τώρα ούτε γυαλιά ούτε κουνήματα. Τα ’χασε. Δυο χωροφύλακες άρπαξαν τον Τρικαλινό και τον έσυραν έξω από την αίθουσα. Έμεινε να κοιτά. Τι άλλο να ’κανε. Τον πλησίασε ο Ηρακλής. Ομορφούλη, τι γυρεύεις εσύ εδώ; Τον κοίταξε στα μάτια. Δεν ξέρω. Με κάλεσαν. Από κάποιο υπόγειο ακούγονταν οι φωνές των χωροφυλάκων. Χτυπούσαν τον Παναγιώτη. Αλύπητα. Μα εκείνος, μιλιά. Ούτε φωνές ούτε τίποτε. Κοντά σ’ εκείνα που τράβηξε στην Αίγινα, αυτά θα τα ’νιωθε χαϊδέματα. Μα όσο δε μιλούσε και δεν ούρλιαζε τόσο και αποκτηνώνονταν οι χωροφύλακες. Οι άλλοι ταράχτηκαν. Ένας λοχίας άνοιξε το ραδιόφωνο στη διαπασών. Τον καημένο θα τον λιανίσουν, σκέφτηκε. Ο Ηρακλής σαν να διάβασε τη σκέψη του, τον στραβοκοίταξε. Εσύ είσαι το αιώνιο θύμα. Ούτε για τσιλιαδόρος δεν κάνεις. Αυτός σας πήρε στο λαιμό του. Και σαν κάτι να τον χτύπησε, πέταξε με θυμό ένα παλιοκουμμούνια θα σας λιώσουμε… κι έφυγε. Τα είχε χαμένα. Είδε άλλους δυο, του σπουδαστικού. Ρουφιάνοι κι αυτοί. Ο ένας, του ’κλεισε το μάτι. Τον ρώτησαν, τους είπε, ξανά εκείνοι επέμεναν, αυτός έτρεμε. Ναι, δεν έκανε για συνωμότης. Μετά τον πήγαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Τον φωτογράφισαν κι έτσι κι αλλιώς. Μετά του πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα. Στα 1974. Χειμώνας.
Τώρα τι να θέλουν πάλι; Ένας τσιλιαδόρος ήταν, τίποτε άλλο. Κι αυτό από τη λαχτάρα να κάνει κάτι κι αυτός. Έβλεπε τους άλλους που μιλούσαν συνωμοτικά και τους ζήλευε. Ένιωθε ανάπηρος. Εγώ σου το ’πα, μην τους ακούς, φύγε. Εσύ έχεις μέλλον. Του μιλούσε και τον κάρφωνε στα μάτια. Εκείνη. Του άρεσε. Είχε ωραίο πρόσωπο. Έδειχνε να τον νοιάζεται. Κόρη Πτεράρχου. Στα χρόνια της xούντας, στη Φιλοσοφική. Σόλωνος και Μασσαλίας γωνία.

 

O Oστεοφύλαξ (2007)

(Απόσπασμα)

Του άρεσε πολύ να κατανέμει κόκαλα νεκρών σε κιβώτια μεταλλικά. Έπαιρνε με περισσή ευλάβεια το κρανίο και τα συνήθη οστά, την ωλένη και το μηριαίον. Τα σκούπιζε ελαφρά και με ζηλευτή δεξιοσύνη τα τοποθετούσε, την κεφαλή στο μέσον και τα κόκαλα εκατέρωθεν. Ανάμεσά τους έβαζε μπόλικο βαμβάκι. Βεβαίως τα οστά –ιδίως αυτά– δεν θραύονται εύκολα. Όμως, υπό συνθήκες βίας, εσκεμμένης ή τυχαίας, θρυμματίζονται.
Μετά τα τακτοποιούσε στις προθήκες. Ένας τοίχος σεβάσμια οστά. Φρόντιζε πολύ η αίθουσα των μακαριστών αδελφών να μυρίζει λιβάνι και ο καπνός, κυανούς, ελαφρύς και νωχελικός, να αναδύεται ίσαμε την οροφή και από εκεί να διαχέεται ατάκτως στο σεπτό οστεοφυλάκιο. Φρόντιζε, επίσης, να γραφούν αριθμοί στο άνω δεξιό μέρος του μεταλλικού κιβωτίου και όριζε αυτός το μέγεθος της φωτογραφίας του τεθνεώτος. Θεώρησε όμως περιττό να γράφεται το όνομα, διότι οι οικείοι γνωρίζουν, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνουν και οι άλλοι το όνομα του πάλαι ποτέ περιβάλλοντος τα οστά. Ωστόσο αυτό, μαζί με άλλες ενέργειες, εξόχως συνωμοτικές, σχετιζόταν με τη γνώση μυστικών κωδίκων, καθότι επί της Εθνοσωτηρίου του ’67 υπηρέτησε την πατρίδα ως κρυπτογράφος.
Δεν επέτρεπε, ακόμα, τα πλαστικά λουλούδια, καθώς και άλλα κακόγουστα, όπως έλεγε, σταυρουδάκια, χάντρες και όρκους σε στιχάκια «Θα σε θυμάμαι παντοτινά» – εξευτελισμοί δηλαδή που όντως εκθέτουν τις νυν δακρυρροούσες σεβάσμιες δέσποινες. Διότι οι κιβωτιόσχημοι εν ζωή πολλά ημάρτησαν έργω, λόγω και διανοία. Πώς να το κάνουμε; Η ανθρωπίνη φύσις δεν τελειούται. Ψεγάδι πάντοτε μένει – ακόμα και τα πάνσεπτα οστά το γνωρίζουν. Άλλωστε, όταν οι τεθνεώτες όριζαν εν ζωή τα σώματά των, πολλάκις θα ενέδωσαν σε πειρασμούς σαρκός και της σαρκός τα ρίγη διαπέρασαν και ανατάραξαν το μυελό των οστών. Τώρα, χωρίς πάθη, μόνο με υποθέσεις, αλλά και με εκμυστηρεύσεις των οικείων ή και με αναμενόμενες διαδόσεις, μπορεί να εικάσει τον βίον και την πολιτείαν των σεμνοτάτων οστών. Του άρεσε να εικάζει.
Φορές μάλιστα αναστήλωνε διά περιγραμμάτων τα απομεινάρια. Τα ενέδυε φορέματα και τα περιέφερε σε σχήματα οίκων και αγορών. Συνταίριαζε τα περιγράμματα, διαμόρφωνε σχέσεις, εμπνεόταν διαλόγους και έστηνε τα σκηνικά μιας μακάβριας, τωόντι, παράστασης. Η δημιουργικότης του Οστεοφύλακος, καταρχήν, τον ακολουθούσε από την εφηβεία, αλλά προσέφερε ικανοποίηση μόνο στον ίδιο. Αυτό διήρκεσε μέχρι που δραστηριοποιήθηκε στη σχολική ομάδα θεάτρου. Tην ομάδα ενεθάρρυνε η κ. Λεοντίδου, φιλόλογος και φιλότεχνος, σύζυγος του κ. Δημάρχου, ο οποίος εχήρευσε νωρίς, υπό συνθήκας –λέγεται– ασαφείς. Διότι πώς η Ναταλία Λεοντίδου βούτηξε με σκάφανδρο, ενώ τίποτε δεν γνώριζε περί την αλιεία σφουγγαριών, και μάλιστα φορώντας χρυσό περιδέραιο, με βαμμένα χείλη και με καταμωλωπισμένα τα πόδια στο ύψος της λεκάνης; Ερωτήματα που συνεχώς επανέρχονται και τώρα εμπλουτίζονται εσκεμμένως, αφότου ο κ. Δήμαρχος παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε, λένε, κάπου στο Βέλγιο.
Η εν λόγω κ. Λεοντίδου θεωρούσε πολύ προχωρημένες τις σκηνοθετικές εμπνεύσεις του μαθητού της. Mάλιστα ο ίδιος διαισθανόταν και μια ζηλόφθονη διάθεση, εφόσον της κυρίας η αντίληψη περί σκηνοθεσίας όχι μόνον πρωτόλεια ήτο αλλά και κακόγουστη αντιγραφή χειρίστων δειγμάτων από παραστάσεις περιοδεύοντος θιάσου. Εξαιρετικώς εθύμωσε η κ. Λεοντίδου όταν επέμεναν οι μαθηταί της ογδόης να ανεβάσουν Άμλετ και ιδίως εκεί όπου, στην επίμαχη σκηνή, αντί κρανίου, ο φιλόδοξος νέος σκηνοθέτης επρότεινε μετά πάθους να κρατά ο πρίγκιψ μια φρουτιέρα.
Και το μένος των συγγενών της νεκράς Λεοντίδου ήταν ασυγκράτητο, όταν άρχισαν να διαδίδονται φήμες περί επιστολών της προς τον ατίθασο μαθητή με τις σκηνοθετικές ανησυχίες, ο οποίος προηγουμένως είχε φροντίσει –λέγεται– να της εκμυστηρευθεί πόθους της εφηβείας. Ναι, με σκάφανδρον.
Εννοείται ότι ο νέος επέζησε και τώρα ούτε καν ενθυμείται –έτσι τουλάχιστον δείχνει– την περιπέτειά του. Όμως συνεχίζει να σκηνοθετεί. Να εμπνέεται, να προτείνει και να εφαρμόζει στο δικό του βασίλειο, αυτό της οστεόπολης. Η αίθουσα με τα οστά ήταν το σπίτι του. Κι αν δεν φοβόταν ένα πολύ πιθανό σκάνδαλο, θα το τολμούσε: θα τοποθετούσε έναν καναπέ-κρεβάτι στη δεξιά κόγχη, ακριβώς κάτω από την Εις Άδου Κάθοδον του μεγάλου μαΐστορος Γεωργίου Πιφλιντζή, του εκ Κοζάνης. Όλα τα είχε σκεφθεί – αλλά δεν ήθελε να δώσει λαβή. Οπότε διατηρούσε ένα μικρό διαμέρισμα, για το οποίο κανείς τίποτε δεν εγνώριζε.
Του άρεσε να μπαινοβγαίνει στην αίθουσα με τα οστά. Μάλιστα λυπήθηκε πολύ που το συμβούλιο της Πανελληνίου Ενώσεως Διευθυντών Ορθοδόξων Κοιμητηρίων (ΠΕΔΟΚ) απέρριψε πρότασή του να δοθεί συναυλία με βιολί και τσέμπαλο την ημέρα των νεκρών, δηλαδή το Ψυχοσάββατο. Ιδίως ο μητροπολίτης της περιοχής όπου και το οστεοφυλάκιον τον επέπληξε διά την μιαράν σκέψιν του. Ήμαρτον! Συναυλία με όργανα και διαφόρους περιέργους εντός του οστεοφυλακίου!

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΜΙΧΑΛΗΣ Α. ΜΕΛΕΤΙΟΥ

FRACTAL 23/8/2017

Η παρασημαντική των πουλιών στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη. Μια απόπειρα ερμηνείας.

«Τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό» λέει ένας στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Δηλαδή τα κτυπά πάνω στο σημείο της διαφορετικότητάς τους. Στον βιολογικό σχηματισμό που τους προσφέρει το μοναδικό και αξιοθαύμαστο προνόμιο του πετάγματος που μόνο αυτά, μαζί με τα έντομα, κατέχουν. Ακόμα και ο θάνατος μπορεί να λοιδορήσει αυτή τη μαγική ικανότητα των πουλιών. Όπως έγραψε εξάλλου και ο Γιώργος Βέης, τα πουλιά είναι οι φρουροί των τάφων μας (Ν όπως Νοσταλγία, εκδόσεις Ύψιλον, 2008). Μέσω του πετάγματος, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα στενά όρια της χέρσου και να ταξιδέψουν μακριά, εκεί όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί του παρόντος. Ως σύμβολα αυτεξούσιας κίνησης προς τη φυγή και την εξερεύνηση, τα πουλιά ανέκαθεν άγγιζαν τις ευαίσθητες ψυχές των ποιητών. Η εναλλαγή των τοπίων και των συνθηκών είναι ο νόμος που διέπει την ύπαρξή του. Είναι προγραμματισμένα να αποδημούν, να αναζητούν νέους τόπους, βάσει του βιολογικού τους καλέσματος. Εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης και γεωφυσικών προσαρμογών τα προγραμμάτισαν αλάνθαστα στην αναζήτηση των κατάλληλων συνθηκών για τροφή και ωοτοκία. Η παρατήρηση της συμπεριφοράς των πουλιών σε κάνει πράγματι να απορείς: καταστρατηγείται άραγε η αρχή της τέλειας οικονομίας των βιολογικών πόρων χάριν του ταξιδιού και της περιπέτειας ή είναι αυτή η αποδημία η πιο εξωφρενικά παράτολμη ροπή προς τη διατήρησή της; Και τι γίνεται όταν η αποδημία δεν γίνεται ποτέ της παρεπιδημία; Τα πουλιά τότε απλώς εκδημούν ή μήπως αρνούνται τον αρχικό τους τόπο που πλέον έγινε πολύ στατικός και ανεπαρκής για να τα θρέψει; Ερωτήματα σημαντικά και διαχρονικά που επιδέχονται πολλούς και διαφορετικούς τρόπους (από-) συμβολισμού και μεταφοράς στις δύστροπες υποθέσεις των ανθρώπων.
Όταν ένα αντικείμενο καίγεται, ακόμα και ένα ταπεινό χαρτί γεμάτο με τις σκέψεις αυτού που τις αποτύπωσε, το μόνο που απομένει μετά την καύση είναι η τέφρα του. Χάνονται ανεπιστρεπτί όσα υπήρχαν προηγουμένως. Τι γίνεται όμως όταν τα όνειρα καίγονται; Μπορεί έστω και κάτι να περισωθεί από την τέφρα τους; Μπορεί κάτι να ανασυσταθεί μέσα από τις στάχτες όπως ο φοίνικας (πουλί κι αυτός) αναγεννάται μέσα από τα απομεινάρια της δική του καύσης; Τα καμένα όνειρα έχουν την μοιραία συνήθεια να μεταμορφώνονται άλλοτε σε αιμοσταγείς βρικόλακες της περασμένης νιότης και άλλοτε σε τρομακτικά φαντάσματα που μας στοιχειώνουν. Η τέφρα τους σκορπίζεται στα πέρατα του ψυχισμού μας και γίνεται λίπασμα θλίψεως που, συν τω χρόνω, θρέφει τις κακόβουλες παπαρούνες της ψυχής μας (Μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό/κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο/κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο – Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, εκδ. Μανδραγόρας, 2012). Τι γίνεται ωστόσο με τα χαμένα και καψαλισμένα όνειρα των ποιητών; Στην πιο ρομαντική εκδοχή, τα όνειρα των ποιητών ζουν ακόμα σε έναν άλλο κόσμο, ακριβώς σαν τα μεταναστευτικά πουλιά που βρίσκονται κάπου εκεί στην μακρινή πλάση που μας περιβάλλει. Έτσι, η νοσταλγία και η θύμησή τους μετατρέπονται στη σκέψη των ποιητών σε μαγιά που σιγοζυμώνεται με την υγρασία που εκρέει από τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, τα αποκαΐδια από τα όνειρα των ποιητών, η τέφρα των ονείρων τους, μετατρέπεται σε μία εν εξελίξει ιστορία ανάκαμψης που υποφώσκει. Μια βάρκα που αντί να αλαργεύει μεσοπέλαγα, προσεγγίζει με αργούς ρυθμούς το λιμάνι της συμφιλίωσης με το ανεκπλήρωτο του ονείρου που δολοφονήθηκε ποικιλοτρόπως (Αν μπορείς να ελπίζεις ελπίδα, έλπιζε στο Ποίημα/Αν μπορείς να πιστέψεις στο θαύμα, πίστευε στο Ποίημα/Πίστευε και έλπιζε – Γιώργος Θέμελης, Το κακό πουλί, από τη συλλογή «Βιβλικά», 1975).
Στην ποίηση του Μάριου Μιχαηλίδη, τα πουλιά και τα όνειρα διεκδικούν προεξάρχοντα ρόλο. Ενυπάρχουν μέσα στις σκέψεις του από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στα γράμματά μας. «Αχ και να το ‘ξερες πως λάθεψε τ’ όνειρο» διαβάζουμε στο ποίημα ε΄ της συλλογής ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ (εκδόσεις Δόμος, 1987). «Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρο/οι καιροί που μας πέρασαν» αποφαίνεται στο στ΄ της ίδιας συλλογής. Για να συνεχίσει λίγο αργότερα στο ιζ΄ με τον καημό ενός παλαιού ονείρου που έσβησε επειδή οι προδοσίες κατέφθασαν την ώρα του μεσονυχτίου για χάριν των νέων επιταγών που απαιτούσαν τον θάνατό του. Μα και στη συλλογή με ΣΑΝ ΑΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003), τα όνειρα που διαψεύστηκαν είναι παρόντα από την αρχή μέχρι το τέλος: «(…) Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε/βογκώντας όνειρα παιδικά» (α΄ σ.7), «(…) Στην άκρη του ονείρου σου/καθώς υγρά τα μάτια πασχίζουν/να ξεδιαλύνουν τα μεσονύχτια φαντάσματα» (ια΄ σ.17), «(…) Ωστόσο τα δίπτωτα όνειρα συντάσσονται με ευχετική πλαγίου ήχου που εγκολπώνει προστακτικές και ενεστωτικούς διθυράμβους μιας ανόητης προσδοκίας»(κβ΄ σ.28). Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, τα όνειρα παρουσιάζονται στη ναυαγισμένη τους μορφή. Ο ποιητής ζητεί εναγωνίως να αφουγκραστεί τους παλμούς του πόνου που τον κατακλύζει. Ψάχνει για δικαίωση. Όσον αφορά τις αναφορές στα πουλιά, ΤΑ ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ βρίθουν από αυτές: «(…) Σαν χίλιοι δράκοντες/και διψασμένοι γύπες/σημάδι πως εστέρευαν/τ’αστείρευτου οι βρύσες» αναφέρει στο η΄ (σ. 26-27) προσπαθώντας να αποτυπώσει την φρίκη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. «Μυστικό φτερούγισμα/τα πουλιά διαγράφουν καμπύλες» αναφέρει περίλυπος στο ιδ΄ (σ.24) προσπαθώντας να συμβιβαστεί με την απώλεια των φίλων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Τέλος, στο ιη΄(σ.28-29), ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, αποδίδει στα πουλιά προεξαγγελτικές-προφητικές ιδιότητες: Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας/(…) Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι/Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός/ Το νυχτοπούλι να σκούζει θάνατο/Άκουγες μερόνυχτα (…). Μάλιστα, στο ίδιο ποίημα, ο καταληκτικός στίχος περιέχει εν σπέρματι τον τίτλο του μυθιστορήματος του συγγραφέα Ανατολικά της Αττάλειας βόρεια της Λευκωσίας (Momentum 2014). Δηλαδή 27 ολόκληρα χρόνια μετά από τα ΑΝΕΞΊΤΗΛΑ. Ισχυρή ένδειξη ενός άκρως βασανιστικού συναισθήματος που προσδοκά τη λύτρωση.
Συνοψίζοντας, και προτού εστιάσουμε στην ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ του Μ. Μιχαηλίδη, κρατάμε ως ποιοτικό ανεμοδείκτη, τρία σημαντικά στοιχεία της ποίησής του: 1) τη διάψευση των νεανικών ονείρων με καταλυτικό γεγονός τον πόλεμο της Κύπρου, 2) τη βαθιά προσήλωση, εν είδει συχνών στοχαστικών επισκέψεων του, στα γεγονότα που τον σημάδεψαν στο διάβα της ζωής του και 3) την αίσθηση πως το κακό του κόσμου συνθλίβει τους ανθρώπους κατά έναν τρόπο που φανερώνει την φθαρτότητα που τους χαρακτηρίζει. Όπως θα δούμε αμέσως μετά, τα πουλιά χρησιμοποιούνται από τον ποιητή ως ένα προσφιλές, αλλά και προσφυές μέσο για την κωδικοποίηση (παρά για την αποκωδικοποίηση) και την τακτοποίηση των εμπειριών του με απώτερο στόχο -ίσως- την αποκοπή του επιτέλους από τον ομφάλιο λώρο που τον κρατά δέσμιο με εκείνα τα από καιρό νεκρά όνειρα της τόσο βίαια χαμένης αθωότητας.
Η ποιητική συλλογή ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016) χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος, που αποτελείται από 14 άτιτλα ποιήματα, έχει ως κοινή αναφορά τα πουλιά. Ας θεωρηθεί αυτό το πρώτο μέρος της συλλογής ως το προπαρασκευαστικό στάδιο που στοχεύει στον ίδιο τον ψυχισμό του ποιητή για να τον βοηθήσει να έρθει αντιμέτωπος με την ώρα του μεγάλου εγχειρήματος. Το εγχείρημα, όπως υπαινικτικά αφέθηκε λίγο πριν να εννοηθεί, είναι η εξημέρωση των εσωτερικών θηρίων που για δεκαετίες βασάνιζαν τη σκέψη του ποιητή. Πρόκειται ουσιαστικά για την προετοιμασία του εδάφους για μια μεγάλη και λυτρωτική συμφιλίωση με το παρελθόν. Το αναφέρει εξάλλου και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τρόπο ελαφρώς κεκαλυμμένο αφού κάνει αναφορά στην Μεσαορία και τον Πενταδάκτυλο. Ο χρόνος λειαίνει τις άκρες των γεγονότων και οι άνθρωποι που γεύτηκαν για χρόνια τις πίκρες της ζωής, αποζητούν την μετριοπάθεια και την ησυχία. Ο ποιητής αναζητεί τις δικές του Αλκυονίδες μέρες καταμεσής ενός χειμώνα που έχει πολλά πρόσωπα και που είναι ικανός να ξεγελάσει τους άπειρους και προπετείς ανθρώπους: «Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και/κάποιοι πήραν να χορεύουν/μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε/με το ένα μάτι το θολό/και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο» (ποίημα ε΄, σ.13). Δεν αποτελεί μάλιστα έκπληξη ότι η Αλκυόνη που έδωσε το όνομά της στις πολυπόθητες εκείνες μέρες του χειμώνα, είναι πουλί. Κι αυτό, μέσα από μια μεταφορική εκδοχή εκφράζει τη σκέψη του ποιητή, αφού συμβολίζει τον ήλιο και τη νέα ωοτοκία μέσα στο καταχείμωνο. Γι’ αυτό, γράφει κι ο αρχαίος φιλόσοφος Πλούταρχος πως η Αλκυόνη είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στους ανθρώπους μιας και χάρη σ’ αυτήν, επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα (στο έργο του: Πότερα τῶν ζώων φρονιμώτερα τὰ χερσαῖα ἤ τὰ ἔνυδρα). Επηρεασμένος από τη συμβολική σημασία της Αλκυόνης, ο Μ. Μιχαηλίδης την επισκέπτεται ερωτικά στο γ΄ μέρος της συλλογής προσπαθώντας να την σαγηνέψει με τι άλλο; με λέξεις και με όνειρο (ιδ΄, σ.56).
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, ο ποιητής μας μεταφέρει σε ένα γριφώδες και συνάμα ποιητικό σκηνικό που παραπέμπει σε γεγονότα που τελούνται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Υπάρχει ένας κήπος, μυρωδιές, κάποιοι ματαιοπονούν σκάβοντας στο άπειρο. Και όλα αυτά ενόσω επωάζονται αμφίβια πουλιά. Η αινιγματική αυτή πληροφορία συντελεί μαζί με τον στίχο «η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών» ως το εισαγωγικό σημείωμα ολόκληρης της συλλογής. Είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για τους ενδόμυχους σκοπούς του ποιητή. Πρόκειται για το πρελούδιο της σωτηρίας του μέσω της εκκόλαψης κάποιων όντων (πτηνών) που έχουν μια απρόσμενα διπλή φύση. Είναι και ζωντανά και νεκρά. Επομένως, με αρκετά μεγάλη ασφάλεια και με βάση τις δικές μας εισαγωγικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας ανάλυσης, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τα πουλιά του Μάριου Μιχαηλίδη στη δική του τέφρα των ονείρων, είναι τα ίδια τα όνειρα. Πρέπει να βιαστεί ωστόσο, διότι το μεθυστικό και λοξό τοπίο που βρίσκεται μέσα του, τον παρασέρνει τάχιστα στο αποτεφρωτήριο. Όπως όλοι μας, έτσι και αυτός, έμαθε να ρέπει προς τις οπτασίες. Χωρίς σημεία στίξης στον λόγο του, σαν μια σκέψη βγαλμένη μέσα από κάποιον αρχαίο χρησμό που αυτεπιτάσσει, θέτει τα πουλιά/όνειρα ως τους αγγελιαφόρους των Θεών που φέρουν τις ευλογίες του Ουρανού. Ως προσευχή, τα καλεί να σπάσουν το κέλυφος και να εκκολαφθούν. Να γεννηθούν, να βαπτιστούν με τους πόνους του αλλά και να σταυρωθούν όπως ο ίδιος ο Χριστός, για τη δική του σωτηρία. Παράλληλο νοηματικά με το πρώτο είναι και το ποίημα στ΄(σ.14). Πάλι τονίζεται με τρόπο αλληγορικό το στοιχείο της φθοράς και του θανάτου. Ποτισμένο με την αύρα της Σονάτας του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, το εν λόγω ποίημα προσπαθεί να συντελέσει στην αναγέννηση της τέχνης του ποιητή κάνοντας ένα νέο ξεκίνημα. Εδώ, τα πουλιά παρουσιάζονται ως οπτασίες που έρχονται με τον αέρα και συμπλέκονται με τα πολύχρωμα σύννεφα. Τελικά, η απάντηση δίνεται μέσα από την επανατοποθέτηση του στίγματος του ποιητή μέσα στον κόσμο της σκέψης «αναζητώντας άυλο χρώμα/ν’ απλώσει τον καμβά της».

Στη συνέχεια, οι προβληματισμοί του τον κάνουν να αναρωτιέται: Καταλαβαίνει κανείς πραγματικά; Ή μπορούμε μόνο να μεταδίδουμε ασαφείς εκδοχές για την τύχη των ονείρων μας; Στο γ΄(σ.11), τα πουλιά παρομοιάζονται με καμένα πολεμικά λάβαρα που τελικά αφήνονται σε μια ελλειπτική τροχιά, σαν πλανήτες που ποτέ δεν αγγίζονται, γύρω από μια κεντρική ιδέα. Τα πολεμικά λάβαρα που κάηκαν, συσχετίζονται ασφαλώς με τα όνειρα της πυρωμένης νιότης που νικήθηκαν από τον κυκεώνα των προβλημάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ζωής. Τελικά, τόσο τα όνειρα/πουλιά, όσο και εμείς, ακολουθούμε ξεχωριστές πορείες χωρίς να νοιαζόμαστε πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Έτσι, δημιουργείται μια παράξενη αρμονία που μόνο ο έρωτας μπορεί να επεξηγήσει (βλέπε β, σ.6). Μάλιστα, ο έρωτας μπορεί να αποτελέσει το πολυπόθητο εφαλτήριο ανάκαμψης. Ειδικά όταν τίθεται σε λειτουργία τις ώρες γύρω από τα μεσάνυκτα. Το στοιχείο του έρωτα συμπλέκεται αριστοτεχνικά με τις αντοχές που χρειάζονται να ενυπάρχουν μέσα μας στο ποίημα β΄ του τρίτου μέρους (σ.44). Με σαφείς αναφορές στην Ελένη του Σεφέρη, αναζητεί στον έρωτα απάγκιο και κατοικία για τα ορφανά του όνειρα.
Νύξεις για την ενδεχόμενη μελλοντική λύτρωση παρέχει, κατά τρόπο πληθωρικό, το ποίημα δ΄ (σ. 12). Έρχονται τα τριζόνια την ώρα της μέγιστης απόγνωσης φορτωμένα με τέφρα και πόνο. Μα ο ήχος και μόνο του πλαταγίσματος των φτερούγων τους είναι ικανός να προκαλέσει το φύτρωμα του δέντρου της σκέψης του ποιητή ακόμα και σε γη κατάξερη. Ο εσωτερικός κόσμος που εμφανίζεται εδώ υπό τη μορφή ενός δέντρου που αντίς για φύλλα στα κλαριά του φυτρώνουν λέξεις, προσλαμβάνει υπερφυσικές διαστάσεις αφού παρουσιάζεται υπεργόνιμος και αυτάρκης. Χρειάζεται μόνο τα όνειρά του που είναι γεμάτα ελπίδα και φως. Όμως, σχεδόν αμέσως, έρχεται η διάψευση των προσδοκιών να τον στοιχειώσει. Το ποίημα ζ΄ (σ.15) ξεχειλίζει από απαισιοδοξία. Τεχνηέντως, ο ποιητής μεταθέτει σε ένα τρίτο πρόσωπο την αγωνία για την ατελέσφορη αγωνία, τη βασανιστική προσμονή και το ανεκπλήρωτο. Καταστάσεις που “συνομιλούν” ευθέως με ομόλογα συναισθήματα του αποδέκτη, αλλά και που λειτουργούν ως αφορμίσεις για αναγωγές στη πρόσφατη κυπριακή και ευρύτερα ελληνική συλλογική εμπειρία. Το όλο θλιβερό συναίσθημα του ποιητή συμπληρώνει το μουντό σκηνικό της δράσης. Η λέξη «μούχρωμα» είναι χαρακτηριστική και παραπέμπει στο γνωστό, ομώνυμο ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη (πλάνα δώρα ζηλεμένα/της ζήσης, που αχνοσβιέται και τελειώνει/σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λιώνει).
Τέλος, σημαντική θέση στις αναφορές του ποιητή για τα πουλιά, έχουν οι αναφορές του στον Αντρέα Εμπειρίκο και κυρίως στα Πουλιά του Προύθου (ιβ΄, σ.21). Πριν φτάσει όμως εκεί, η απαισιοδοξία του ποιητή κορυφώνεται αφού περίλυπος συνειδητοποιεί ότι η ύλη πεθαίνει μια ώρα αρχύτερα εφόσον δεν μένει το πνεύμα που της αναλογεί προσηλωμένο στα όνειρά του. Σαν τα φευγάτα πουλιά του μεσαυγούστου μας εγκαταλείπουν κι εμείς απλώς ψάχνουμε εκ των υστέρων να συλλαβίσουμε το πέρασμά τους. Φοβάται πως οδεύουμε για μια λοβοτομή που θα μας στερήσει ακόμα και από εκείνα τα όνειρα που έχουμε καλά κλεισμένα μέσα μας. Η επερχόμενη λοβοτομή θα κάνει τα όνειρα/πουλιά μας να πετάξουν και να χαθούν μέσα στην ερημιά του σύμπαντος (θ’, σ.18). Πλήρως επηρεασμένος από αυτό το κλίμα, θλίβεται που οι στίχοι των μεγάλων ποιητών (και δη του Εμπειρίκου) έγιναν άπιαστα πουλιά, ακατάληπτες λέξεις χωρίς νόημα ακόμα και για τους ίδιους τους ποιητές. Τη λύση όμως την έχουμε μέσα μας. Όπως λέει και στα Πουλιά του Προύθου ο Εμπειρίκος, οἱ λογισμοὶ τῆς ἡδονῆς εἶναι πουλιὰ/ποὺ νύχτα-μέρα διασχίζουν τὸν ἀέρα/εἶναι τὰ βλέφαρά μου διάφανες αὐλαῖες/ὅταν τ’ ἀνοίγω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι κι ἂν τύχει/ὅταν τὰ κλείνω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι ποθῶ.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«Fractal», 25/5/2016

Και να που ο ποιητής και πεζογράφος Μάριος Μιχαηλίδης μετά την τετραλογία του, που άρχισε με το κορυφαίο μυθιστόρημα Ο Οστεοφύλαξ [1] (Μεταίχμιο 2007) και συνεχίστηκε με άλλα τρία αφήγημα [2], ποιητικής πνοής, όπου η σύγχρονη ιστορική περιπέτεια του τόπου συναυλίζεται με τη συλλογική μνήμη, επιστρέφει σε γνώριμους τόπους.

Η ποιητική συλλογή Τέφρα Ονείρων (Γαβριηλίδης 2016) δεν ξάφνιασε όσους έχουν τη χαρά να επικοινωνούν με τον ΜΜ. Θα ξαφνιάσει όμως πολλούς, αφού η παρούσα έκδοση είναι η πρώτη ποιητική συλλογή μετά από το Σαν άλλοθι οι λέξεις [3] (Μεταίχμιο 2004).

Η παρούσα έκδοση, άρτια επιμελημένη, χωρίζεται σε τέσσερις ποιητικές ενότητες. Στην πρώτη περιέχονται δεκατέσσερα άτιτλα ποιήματα που αριθμούνται με ελληνικούς χαρακτήρες. Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Κοινό γνώρισμα των ποιημάτων της πρώτης ενότητας είναι η παρουσία των πουλιών, με όλες τις μεταφορικές και αλληγορικές σημάνσεις που υποδηλώνει η φύση τους. Στο πρώτο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο, ο ίδιος ο Μιχαηλίδης μοιράζεται με τον αναγνώστη την εμπειρία της μαθητείας του στον «κήπο» της ποίησης.

(…) Στην υψικάμινο του κήπου/ Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω/ Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω/ Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

Το ποίημα όμως που μας εισάγει στο πνεύμα και το ήθος της ποίησης αυτής της συλλογής είναι το δεύτερο της ενότητας:

Ανάερο χάδι η ματιά που/ Με κοίταε την ώρα που φτερούγες πουλιών/ Κροτούσαν συλλαβίζοντας/ Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο/ Τη νύχτα δαμάζοντας στα/ Ακροβλέφαρά της/ Με ανάσες και πόθους/ Την Κύπριδα υμνώντας.

Οι στίχοι θυμίζουν μουσικό μοτίβο ενός θλιμμένου τραγουδιού, ενός ύμνου που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ή μιας ελεγείας. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν να συνθέτουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο ποίημα, αφού ο αναγνώστης διακρίνει τη συνοχή και τη συνέχειά τους. Θα λέγαμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για «ποίημα εν προόδω».

Οι περιγραφές μιας θλιμμένης φύσης που διατρέχει όλα σχεδόν τα ποιήματα του πρώτου αυτού μέρους, και που σαν μια ενιαία οπτασία/εικόνα γεννιέται σε μια άνυδρη και ερημική γη, αποτυπώνουν την εσωτερική διάθεση του ποιητή και τη θλίψη του για τα ψήγματα εκείνα της δημιουργίας, που σαν μαύρα πουλιά πετούν άπραγα, ματαιωμένα ή ακόμα κι αναξιοποίητα, ώσπου να βρουν τη θέση τους σε ένα άγνωστο, διαφορετικό ή αλλότριο σύμπαν. Ενδεχομένως, στο σύμπαν κάποιου άλλου ποιητή ή ακόμα και του ιδίου σε μια άλλη χρονική στιγμή, που απέχει από το σήμερα. Και είναι μια φύση, που αναδημιουργείται έντεχνα μέσω των εικόνων και με τη συνέργεια μιας ιδιάζουσας γλώσσας, μέσα στην οποία αντικαθρεπτίζονται τα νοήματα και τα θέματα που επιλέγει ο ποιητής: η μοναξιά του δημιουργού, όταν οι λέξεις φεύγουν, ο ψυχικός θάνατος, μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας και ίσως το ανεκπλήρωτο. Εδώ η φύση πρωταγωνιστεί. Τα χρώματα του σύθαμπου περιπλέκονται με τα λαμπερά του ουρανού, εκεί όπου καταφεύγουν τα παράξενα πουλιά, ενώ οι σκούρες αποχρώσεις των φτερωτών πλασμάτων που μοιάζουν σαν να έχουν ξεπεταχτεί από έναν πίνακα εξπρεσιονιστή ζωγράφου, συμπλέουν και συγχρωτίζονται με τα νοήματα, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για ένα μεγαλύτερο και ενδεχομένως ύστατο πέταγμα, εκείνο του πνευματικού θανάτου.

Η γλώσσα και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία στις περιγραφές θυμίζουν ή, καλύτερα, διαγράφουν με ενάργεια την παρουσία του Ανδρέα Εμπειρίκου. Η αναφορά στα “Πουλιά του Προύθου”, είναι εσκεμμένη, αφού τα νοητικώς συλληπτά των εικόνων του Μ.Μ, έμμεσα φωτίζουν το στίχο: «Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα..». Υπερρεαλιστικά, αινιγματικά και μυστηριώδη τοπία και εσκεμμένως παραθέματα ‘εμπειρίκιων λέξεων, (όπως: υψικάμινος, αιλουροτροφεία, παλλακίδες) συνδέονται ή αναγεννώνται εκ νέου από τις συνηχήσεις των στίχων του. Αυτά είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα αυτής της πολύ ιδιαίτερης και άκρως ελκυστικής γραφής.

Στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων του Μ.Μ, που και αυτά θα μπορούσαν να απαρτίζουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο και αυτοτελές ποίημα, πρωταγωνιστούν τα σκυλιά. Γιατί, όπως λέει και ίδιος ο ποιητής σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής του, «Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας. Είτε σαν μια μέρα που δείχνει τα σκυλόδοντά της… », και εδώ η ψευδαίσθηση, η αλληγορία και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία αναδύονται και πάλι σε όλο τους το μεγαλείο.

Κορυφαία στιγμή αυτής της ‘συστάδας’ ποιημάτων είναι εκείνο, όπου ο ποιητής στήνει το ιδιότυπο πάλκο του, για να παιχτεί η τελευταία σκηνή της Οδυσσεϊκού μύθου. Το στήνει εκ νέου, για να αναδημιουργήσει ή να αφηγηθεί την ιστορία του Οδυσσέα, όχι όμως όπως τη συνέλαβε ο Όμηρος, ούτε όπως τη διαιώνισε ο Καβάφης μέσα από τη ποίηση του, αλλά όπως τη συλλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής, προσδίδοντας στο γνωστό αυτό μύθο μια επιπλέον μυθική, τραγική και εξωπραγματική διάσταση, γα να μας θυμίσει αυτή τη φορά με τους στίχους και την κρυπτική του γλώσσα την Οδυσσεϊκή αναζήτηση του Σεφέρη.

Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν/ Με τις απαραίτητες προσαρμογές/ Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε/ Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή:/ Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή;

Αμέσως μετά η ποίηση του αλλάζει, γίνεται βίαιη, ακόμα πιο τραγική, προκαλώντας το δέος στον αναγνώστη, αφού ο Μ.Μ επιλέγει να μετασχηματίσει ή να μεταμορφώσει το αρχαίο σκηνικό τοπίο για άλλη μια φορά, για να σκιαγραφήσει άλλη μια εικόνα, ανασυρμένη σαν από όνειρο, που μοιάζει περισσότερο με εκείνους τους εφιάλτες που προοιωνίζονται το θάνατο, την ανυπαρξία.

Η ασπίδα θρυμματίστηκε/ Η θεά κατέβασε τα χέρια/ Τα κεφάλια των αντρών ευθύς κόπηκαν/ Και κύλησαν στο χώμα

Η τραγικότητα, οι εναλλαγές της διάθεσης, των χρωμάτων και των εικόνων, θα έλεγα πως προσδίδουν στο ποιητικό αυτό έργο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και μια εκρηκτικότητα που δυναμιτίζεται, όσο βαίνει προς το τέλος. Με ελεγειακό ύφος γονατίζει μπροστά στο φάσμα του θανάτου, του φυσικού θανάτου, του έρωτα, ίσως, πάντα με μια γλώσσα μεταφορική, συμβολική, αλληγορική. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, η γλώσσα είναι πρωταγωνιστής του έργου του Μ.Μ, αφού αυτή δίνει σάρκα και οστά σε ένα μοναδικό συμβολιστικό σύστημα, σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το απτό και το ονειρικό.

Τέλος, τα υπερρεαλιστικά μοτίβα μαζί με την αλληγορία και το ψευδαισθησιακό κορυφώνονται, όταν ο ποιητής τέμνει εκ νέου το μύθο και, καταρρίπτοντας κάθε ηρωική του διάσταση, γεννά έναν αντισυμβατικό και άκρως προκλητικό αντιήρωα, τοποθετώντας τον στη θέση του Οδυσσέα.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε/ Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα/ Πως στη θέρμη του καλοκαιριού/ Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι/ Και κλείνουν τα μπαράκια/ Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα/ Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά/ Μια νύμφη που την λένε Πηνελόπη.

Τις επόμενες δυο ενότητες, τις συγκροτούν μια ομάδα ερωτικών ποιημάτων και άλλη μια με ποιήματα της πικρής πατρίδας. Τα ποιήματα αυτά καθόλου δε διασαλεύουν τη συνοχή, ή το ύφος του βιβλίου, αφού, κυρίως τα ερωτικά, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα, τη μουσικότητα, τις αντιθέσεις και το ρυθμό των δύο πρώτων μερών. Και δε διστάζω να πω ότι η ποιητική δημιουργία του ΜΜ, στο τρίτο μέρος της συλλογής, φτάνει στο απόγειό της, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει από αυτά η δηκτικότητα, ο σαρκασμός και η τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα που προηγούνται. Θεωρώ αναγκαία αυτή την επισήμανση, διότι, συχνά, η δύναμη του ερωτικού στοιχείου παρασύρει και στρεβλώνει τη γραφίδα πολλών ποιητών. Κι αυτό, με συνέπεια να αποδιοργανώνονται οι επιλογές τους –λεκτικές, εικονοπλαστικές- και να ασθμαίνει η νοηματοδότηση των στίχων.

Σε αντίθεση προς αυτή την παγιωμένη πλέον κατάσταση, ο Μιχαηλίδης κατορθώνει να την υπερβεί. Μάλιστα, σε ορισμένα ποιήματα του τρίτου μέρους, ο λυρισμός και ο έντονος ερωτισμός διαρκώς εναλλάσσονται με την ένταση και την ορμή των συναισθημάτων που αποτυπώνουν οι στίχοι. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι τα ακόλουθα:

Ήρθες πάλι κρυφά/ Τρυπώνοντας σε γρίλιες μυστικές/ Αργά στη χάση/ Κατάχαμα βρήκες τα κουρέλια της νύχτας/ Και με το αχ μιας ανάσας/ Σάρωσες τα πάντα/

Μα τα στίγματα είναι ’κεί/ Ατίθασα αλαζονικά/ Κοιτάνε επίμονα το ανάρμοστο/ Ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του

Φαντάζομαι/ το άγγιγμά σου/ Σαν μια χορδή άρπας που/ Εφάπτεται σε οριζόντια/ Σειρά ανεκτέλεστων πόθων./ Έλα γλυκιά ειμαρμένη/ Και νιώσε ηδονικά /Τα ακροδάχτυλα της νύχτας/ Που όλο θωπεύουν μυστικά/ Τα ίχνη από το πέρασμά σου…

Να σημειωθεί ότι, εδώ, όπως και στην τέταρτη ενότητα, ιδίως σ’ αυτήν, το υπερρεαλιστικό στοιχείο συνυπάρχει με την έντονη κριτική ματιά του δημιουργού, που μερικές φορές αγγίζει το σημείο του πάθους και της οργής.

Φρικώδης αποστασία της οργής ενδιαίτημα/ Σφαδάζω και ακούω τον απόηχο της καρτερίας/ Καθώς το άγαλμα/ Αδιαλείπτως καταγράφει των καιρών τους συριγμούς/ Και των άστρων τη μαρμαρυγή ενώ το πανωφόρι γέρνει/ Και ξεμυτά η πληγή από τα φουσάτα/ Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/ Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/ Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί

……………………………………………………………………………

Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί/ Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών/ Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά/ Περικνημίδες καριοφίλια και/ Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα/ Το χέρι που κρατά τους όρκους και/ Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών (…)

Αιρετικός, λοιπόν, μέσα στον κατ’ επίφαση συντηρητισμό του, ο γλωσσοκεντρικός, όπως έχει χαρακτηριστεί ποιητής, αναδεικνύει την ανάσα και την αύρα της γλώσσας, τα νοήματα, τα χρώματα, τον κυματισμό των ήχων, τη μαγεία των λέξεων, που συνυπάρχουν με τη μαγεία των εικόνων της ποίησής του. Ο ποιητικός στοχασμός, το ερωτικό στοιχείο που υποφώσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου, η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν εξωπραγματικό κόσμο που δημιουργεί και που συμφύρεται συνεχώς με την ουσιαστική υπαρξιακή αλήθεια, αναδεικνύουν τον Μ.Μ ως έναν από τους σημαντικούς ποιητές της γενιάς του.

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

bookpress.gr, 24.5.2016

Είναι η 5η ποιητική συλλογή του Μάριου Μιχαηλίδη. Η αμέσως προηγούμενη, με τον τίτλο Σαν άλλοθι οι λέξεις, είχε εκδοθεί το 2003. Εκπλήσσει, ασφαλώς, η ποιητική σιωπή των 13 ετών. Στην ουσία όμως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δημιουργικό μεσοδιάστημα ζωής. Σ’ αυτά τα 13 χρόνια, που η ποιητική φωνή είχε σιγήσει, εκδοτικά μόνο, τον Μιχαηλίδη τον κέρδισε η αφηγηματική ευρυχωρία της πεζογραφίας. Η δημιουργική γονιμότητα εκφράστηκε με τέσσερα μυθιστορήματα.

Αυτή η τελευταία και πολύ πρόσφατη ποιητική συλλογή τιτλοφορήθηκε Τέφρα ονείρων. Η άμεση αναγνωστική λειτουργία του τίτλου προεπηρεάζει έντονα τον αναγνώστη, καθώς προβάλλει και επιβάλλει έντονες νοηματικές προσημάνσεις. Συγκεκριμένα, μας δημιουργεί την αναγνωστική προαίσθηση για πολλαπλές διαψεύσεις και όνειρα ματαιωμένα. Όνειρα που άφησαν πίσω τους γεύση πικρής τέφρας. Μένει να δούμε αν έχουν έτσι τα πράγματα.
Η εξωτερική διάρθρωση της συνολικής ποιητικής γραφής μοιράζεται σε τέσσερις ευδιάκριτες αλλά άνισες ενότητες. Ξεχωρίζουν, γιατί ανάμεσά τους παρεμβάλλονται, ως τυπικοί μεσότιτλοι, ψήγματα στιχοποιημένου λόγου που ανήκουν στην πατρότητα του ποιητή. Η εκτενέστερη ενότητα είναι η τρίτη στη σειρά, στην οποία εγγράφονται 15 συνολικά ποιήματα, και η συντομότερη η καταληκτική με πέντε μόνο ποιήματα. Έχουν τη σημασία τους αυτές οι αριθμητικές ανισότητες. Δείχνουν πώς γεωμετρείται ο ποιητικός λόγος πάνω στο λευκό χαρτί. Αυτό, για όσους ξέρουν ότι ο ελευθερόστιχος ποιητικός λόγος έχει, εκτός των άλλων, και εξωτερική όψη με τα δικά της σημαινόμενα και με βαρύνουσα σημασία. Στην ποίηση υπάρχει και η αισθητική της διάταξης των στίχων.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν μονοσέλιδο ανάπτυγμα και, φυσικά, ακολουθούν τη σχεδόν παγιωμένη πλέον, για την ποίηση, μορφή του ελευθερόστιχου άστικτου ποιητικού λόγου. Η παρουσία μιας τελείας και ενός ερωτηματικού πιστεύω ότι οφείλεται σε διορθωτική αβλεψία. Υπάρχει και ένα ποίημα, στην τέταρτη ενότητα, σε πεζόμορφη γραφή. Μάλιστα είναι από αυτά που ιδιαίτερα ξεχωρίζουν. Έχει πολύ υψηλό δείκτη ποιητικής αρτιότητας. Άλλα δύο ποιήματα ακολουθούν μια μικτή μορφή: ξεκινούν ως στιχοποιημένος λόγος και καταλήγουν πεζόμορφα. Πάντως, όλα τα ποιήματα φέρονται άτιτλα. Αριθμούνται μόνο, στο εσωτερικά της κάθε ενότητας, με ελληνική αρίθμηση. Συνολικά είναι 44, διαταγμένα, ανά ενότητα, με αυτόν τον τρόπο: 14+10+15+5.[44].

Αυτά τα λίγα ως ένας σύντομος προοιμιακός-περιγραφικός λόγος για την εξωτερική «επιφάνεια» της ποιητικής γραφής. Για τη σύγχρονη ποίηση, που είναι δύστροπη νοηματικά, τον θεωρώ αυτόν τον περιγράφοντα λόγο απόλυτα αναγκαίο. Προσωπικά δηλαδή φρονώ ότι η ερμηνευτική ανάγνωση της ποίησης πρέπει να γίνεται, με ανιχνευτικά βήματα, από την εξωτερική όψη προς τα ενδότερα. Εξάλλου, η εξωτερική πλευρά μια ποιητικής συλλογής περιέχει και την τυποτεχνική αισθητική που είναι σημαντικό μέρος του όλου. Αυτή, ακριβώς, η αισθητική «επενδύει» την ποίηση, ως περιβάλλουσα ωραιότητα, και την αναδεικνύει. Σ’ αυτό το σημείο οι εκδόσεις Γαβριηλίδη άγγιξαν την τελειότητα.
Να περάσουμε, όμως, και στα ενδότερα, στην ψίχα δηλαδή και την ουσία της ποιητικής συλλογής. Ως αναγνώστη εξοικειωμένο με την ανάγνωση και τη διδασκαλία της ποίησης, με βασανίζει (με την καλή έννοια) ένα ερώτημα: από όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν την προσωπική ποιητική του Μιχαηλίδη, ποιο μπορεί να είναι αυτό που έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην ποιότητα του στίχου; Θα μπορούσα να απαντήσω χωρίς δισταγμό και χωρίς περιφράσεις: το προεξέχον στοιχείο στην ποιητική συλλογή του Μιχαηλίδη είναι η συστηματική και έμμονη θήρευση της σπάνιας, της στιλπνής και της λάμπουσας λέξης ή έκφρασης. Αυτό το στοιχείο είναι που χρωματίζει έντονα τον ποιητικό λόγο και του προσδίδει τη γοητεύουσα γλωσσική-εκφραστική αρτίωση και ωραιότητα. Κι αυτό, εξάλλου, το στοιχείο είναι που δημιουργεί τα εκπλήσσοντα και πρωτοφανέρωτα ζεύγματα λέξεων, που ανασυνθέτουν σε νέες μορφές την ποιητική δυναμική της ελληνικής γλώσσας.

Παράλληλα, όμως, προκαλούν και μια αναγνωστική αμηχανία: δημιουργούν δηλαδή ποίημα «κλειστό» και δυσπρόσιτο, με έντονη τη νοηματική διάχυση και ρευστότητα, παρόλο που αυτοί, ακριβώς, οι «δυσνόητοι» στίχοι αφήνουν στον αναγνώστη μια ισχυρή αίσθηση ποιητικής ομορφιάς. Είναι, βέβαια, κάπως περίεργο την ίδια στιγμή να χάνει ο αναγνώστης την καθαρότητα του νοηματικού περιγράμματος και ταυτόχρονα η ανάγνωση του ποιήματος να συντηρεί μέσα του ξεχωριστά υψηλό δείκτη ποιητικής εκφραστικής.

Το αντίθετο συμβαίνει με αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα, τα βραχύτερα της ποιητικής συλλογής, στα οποία και οι λάμποντες εκφραστικά στίχοι και το νοηματικό περίγραμμα συλλειτουργούν ισόρροπα και αναδεικνύονται σε δίδυμη ποιητική καθαρότητα. Για του λόγου το ασφαλές, αντιγράφω ένα από αυτά, ως μικρό δείγμα ποιητικής στιλπνότητας, μέσω της οποίας εκφράζεται με «ρήματα» ποιητικής αβρότητας ο ερωτικός ίμερος.

Δώσε μου μια λέξη να
Στήσω το σκηνικό της νύχτας
Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα
Κι ένα καράβι απάγκιο
Δώσε μου μια λέξη
Χωρίς πνιγηρά κακόηχα
Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα
Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις,
Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω
Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για
Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Υπάρχει και ένα άλλο εκπλήσσον στοιχείο. Το συνολικό ποιητικό corpus δημιουργεί την αίσθηση ότι οι στίχοι προβάλλουν την ογκηρότητα αλλά και τη λεπταισθησία ενός συναισθηματικά πάσχοντος ποιητικού εγώ. Κι όμως, ελάχιστα ποιήματα είναι πρωτοπρόσωπα. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνα τα ποιήματα που το ομιλούν εγώ το «χωνεύουν» μέσα στη ρηματική πληθυντικότητα (π.χ. Απλώσαμε τα αιθέριααρώματα). Αλλά και αυτός ο ρηματικός πληθυντικός δε δημιουργεί την αίσθηση ότι η ποιητική συλλογή δονείται και ταράζεται από τις εντάσεις του συλλογικού πόνου, του πόνου του εμείς. Ενώ δηλαδή θα ταύτιζα τον ποιητικό λόγο με μια θεματική που ανήκει στο εγώ και στα κινήματα της ψυχής του ποιητή, το κατόρθωμα του Μιχαηλίδη είναι ότι «έσβησε» τον όγκο του εγώ, δημιουργώντας την πιο όμορφη αναγνωστική πλάνη: ότι ο λόγος είναι γραμμένος για το συλλογικό εγώ.

Θα κλείσω αυτές τις πρωτοβάθμιες διαπιστώσεις, αναφερόμενος σε δύο λεπτομέρειες που αναγνωστικά με προσέλκυσαν και τις είδα πολύ προσεκτικά. Η πρώτη λεπτομέρεια είναι η εμμονή του ποιητή, ιδιαίτερα στη πρώτη ενότητα, σε κάποια μοτίβα (;) όπως, για παράδειγμα, είναι η παρουσία πουλιών σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της προαναφερόμενης ενότητας. Και ενώ, πράγματι, ομολογώ ότι ως μοτίβο μού αρέσει, δεν μπορώ ακόμη να δω τη θεματική και νοηματική του λειτουργία στη ροή του ποιητικού λόγου.

Η άλλη λεπτομέρεια είναι μια έντεχνα εμβόλιμη πολλαπλή λειτουργία και παρουσία διακειμενικής συνύπαρξης με τους στίχους του καταληκτικού ποιήματος της δεύτερης ενότητας. Μέσα στη συνήχηση αυτής της πολλαπλής διακειμενικότητας ακούγονται φωνές και ποιητικά θραύσματα από πολλούς ποιητές: Σινόπουλος, Καβάφης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος κλπ. Τη θεωρώ, ως συλλειτουργία αλλότριων φωνών ιδιαίτερα εύστοχη.

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο του φεγγαριού

Τελικά, για την ποίηση δεν πρέπει να λέμε πολλά. Προτιμητέο πάντα να ακούμε το δικό της λόγο και να τον συντηρούμε μέσα μας ως εκρέοντα απ’ τη μαγεία της γλώσσας μας, που είναι η πιο όμορφη και η πιο σπάνια ποιητική μοναδικότητα.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ

«Fractal» 12/4/2017

«Υπέρπυρες φεγγοβολές» από την ανάδυση της ζωής μέσα από την «Τέφρα Ονείρων»

Η ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, τα ποιήματα δεν φέρουν τίτλους αλλά αριθμούνται αλφαβητικά. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα, η δεύτερη περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Η κάθε ενότητα μπορεί να λειτουργεί νοηματικά και δομικά ως αυτόνομη ποιητική σύνθεση, αλλά και από κοινού με τις άλλες στη συνολική ποιητική σύνθεση υπό τον πιο πάνω τίτλο.
Με διάχυτη τη θλίψη σε όλες της ενότητες, η πρώτη και η δεύτερη έχουν επίκεντρο το έργο του ποιητή μέσα στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας θεώρησης των παραγόντων που ρυθμίζουν τη καλλιτεχνική δημιουργία, το τρίτο αφορά μια ερωτική ελεγεία, ενώ το τέταρτο εστιάζει στην τραγωδία της Κύπρου .
Να πω εδώ ότι παρουσιάζω τις προσωπικές μου σκέψεις για το κείμενο αυτό που είναι αποτέλεσμα της δικής μου ανάγνωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι η ποιητική αυτή συλλογή δε θα μπορούσε να έχει και άλλες αναγνώσεις. Επίσης, επιλέγονται εδώ ορισμένα μόνο σημεία της ποιητικής συλλογής για θεώρηση, τα οποία κρίνουμε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ρωγμές εισόδου του αναγνώστη στο ποίημα. Σ’ αυτές τις ρωγμές ρίχνουμε λίγο φως ή καλύτερα περιγράφουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς περάσαμε στα ενδότερα του ποιήματος, με προσοχή πάντοτε να μη διαταράξουμε με αυτή την ενδιάμεση παρουσία μας μεταξύ ποιήματος και αναγνώστη την ωραιότητα του δημιουργήματος.
Εύστοχος και αποτελεσματικός στο ρόλο του ο τίτλος, «Τέφρα Ονείρων», εισάγει εύγλωττα τον αναγνώστη στο πνεύμα και στο περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι όλες εκείνες οι ψυχικές και διανοητικές διεργασίες και τα παρελκόμενα μιας εφ όλης της ύλης ματαίωσης του ονείρου και οι συναισθηματικές νοητικές περιπλανήσεις του ποιητικού υποκειμένου, του ποιητή δηλαδή , ο οποίος με τη γραφή του αφήνει ελεύθερες τις αισθήσεις και τη νόηση να συνδιαλλαγούν μεταξύ τους, ανιχνεύοντας και τα αίτια της ματαίωσης. Τέφρα είναι ο, τι απομένει μετά από φωτιά, ο, τι αφήνουν πίσω τους οι φλόγες. Είναι όμως και η γόνιμη ουσία που άντεξε το πάθος της φωτιάς, που μαρτυρεί το πέρασμά της, και μέσα από το οποίο μάλιστα αναδύεται και το νέο Σύμπαν.
Τον συμβολισμό της αναζωογόνησης μέσα από την τέφρα, τη φλόγα και το φως ως την κινούσα δύναμη μπορούμε να πούμε ό, τι βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Ένα καμένο χέρι. Κάτω όμως από το καμένο δέρμα ζωντανεύουν οι φλέβες εκπέμποντας το φως απ’ την άσβεστη φλόγα της δημιουργίας. Μέσα απ’ το σκοτάδι προβάλλουν οι λαμπηδόνες και μέσα απ’ τη σιωπή το τριζόνι ξαναδίνει ζωή στο συναισθηματικά υποβαθμισμένο τοπίο με τον ήχο του, που λειτουργεί ως κινούσα δύναμη, ενόρμηση, για δημιουργία.

Γύρω στα μεσάνυχτα/Ακούστηκε ξανά το τριζόνι/Ήχος παράξενος/Φορτωμένος τέφρα και άλγος/Η φωνή της ερημίας είπε ο φίλος/Κι άρχισε να μιλά μια γλώσσα κρυπτική/

Ευθύς ακούστηκε ένα φτέρωμα/Και κάτι σαν δέντρο πήρε να φυτρώνει/Πάνω στην άνυδρη γη/Τότε γέμισε παντού λαμπηδόνες/Που τις παράσερνε ο αγέρας/Κατά τη φορά των πουλιών/Γιατί εν τω μεταξύ/Το δέντρο αντίς για φύλλα έβγαζε λέξεις/Κι άλλης λογής πετούμενα/Που όλο αντρειεύονταν/Ώρα μεσάνυχτα

Η τέφρα προϋποθέτει τη φωτιά και η ματαίωση την διέλευση μέσα από ένα κορυφαίο γεγονός, οι φλόγες του οποίου ήδη έχουν διαπεράσει το ποιητικό υποκείμενο. Αυτό θα μπορούσε να είναι ο έρωτας, αλλά και όποιο άλλο μετουσιωμένο γεγονός είναι δυνατόν να εμπεριέχει αντίστοιχη ένταση, όπως λ.χ. οι φλόγες και ο πόθος της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί το συμβολισμό για να κρυπτογραφήσει τα νοήματά του, δημιουργώντας κατάλληλους συνειρμούς στον αναγνώστη, ώστε αυτός να τον ακολουθήσει στις ατραπούς της διανόησης του. Το πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο χάρις στην επιλογή του να χρησιμοποιεί σύμβολα παρμένα από τα θεμελιώδη συστατικά και τις λειτουργίες της φύσης. Η «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη βρίθει τέτοιων αινιγματικών συμβόλων. Ζώα, φυτά, χλόη, είδη πουλιών, σκύλοι, το φως, ο ορίζοντας, τα άστρα, και μύθοι διαμορφώνουν το ποιητικό του τοπίο, διευκολύνοντας τον αναγνώστη στο ταξίδι αναζήτησης της περί του κόσμου αλήθειας.
Ως αναγνώστης, διακρίνω τη δύναμη των συνειρμών στην ποίηση αυτή. Ο ποιητής με την παρεμβολή ενός και μόνο στίχου, τοποθετώντας τον στην κατάλληλη θέση, επιτυγχάνει να δημιουργεί ροή σκέψεων και συναισθημάτων προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και αφού τα ρυάκια αυτά πάρουν όλα τα θρεπτικά συστατικά από τους τόπους που περνούν, ανταμώνουν ξανά στο ίδιο μεγάλο ποτάμι των σκέψεων και συναισθημάτων για να θρέψουν το δέντρο, δηλαδή το ποίημα. Όσο προσχωρούμε στην ανάγνωση της κάθε ενότητας, το δέντρο-ποίημα του Μ.Μ όλο και βαθαίνει τις ρίζες του, να φτάσει θέλοντας στην αρχέγονη πηγή της θρέψης του, η κορφή του ανεβαίνει πιο ψηλά να αντλήσει φως, να φωτοσυνθέσουν τα φύλλα του λέξεις και στα κλαδιά του να ενδημούν όλων των ειδών τα πουλιά, που άλλοτε τρομάζουν παγιδευμένα κι άλλοτε φτερουγίζουν φέρνοντας μηνύματα που καλείται ο αναγνώστης να διαβάσει , ανάλογα με το φτερούγισμα ή το χρώμα τους.
Ας δώσουμε όμως κάποια στοιχεία της ευρύτερης κλιματικής ζώνης στην οποία ευδοκιμεί και αναπτύσσεται το δένδρο της ποίησης του Μ.Μ. Εξετάζοντας προσεκτικά τις λέξεις- σύμβολα του ποιήματος αξίζει να σταθούμε στους Εμπειρίκειους όρους και τις αναφορές που γίνονται, όπως «Yψικάμινος, πουλιά του Προύθου, παλλακίδες» κ.α. που σηματοδοτούν την υπερρεαλιστική ποιητική γραφή του Μ.Μ. Σ’ αυτήν αποτυπώνεται, με πλούσια εκφραστικά μέσα μια υπαρξιακή θλίψη, η οποία οφείλεται στη ματαίωση του ονείρου, περιγράφοντάς την με λεπτομερείς εικόνες, μύθους και σύμβολα, που έχουν πολλές φορές ακόμα και ένα τρομακτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ελκυστικοί στίχοι και η εναλλαγή συναισθημάτων προκαλούν την επιθυμία στον αναγνώστη να προχωρεί όλο και περισσότερο στα ενδότερα του μυστηρίου της ποιητικής πραγματείας. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό, γιατί στην ποίηση αυτή συμπυκνώνονται σκέψεις, γνώσεις και απόψεις περί μιας σωρείας πραγμάτων του κόσμου, η προσεκτική μελέτη των οποίων μπορεί να οδηγήσει στην ερμηνεία των ανθρώπινων συμπεριφορών.

(…)
Την ώρα της αποδημίας/Μας άφησαν και πήραμε πολλά/Φωνές και λοφία/Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά/Και καθώς ο ποιητής/Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν/

Ιππεύοντας άτι φτερωτό/Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες/Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων/Ελάτε μας έγνεφαν/Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό/Κι η ποίηση δεν είναι πια/Αυτού του κόσμου/Εκείνος στάθηκε/Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του/Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι/Το τίναξε/Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν/Στάχτη από την Υψικάμινο

Οι συντεταγμένες του Εμπειρίκειου τοπίου συνοψίζονται: στον ερωτικό πόθο που συνδέεται με το ποιητικό υποκείμενο και στους φραγμούς ενός πολιτισμού σε δυσφορία, στην εναντίωση σε αυτούς και στη δυστυχία που γεννάται από αυτούς. Η χειραφέτηση, κατά τον Εμπειρίκο, δε στηρίζεται απλώς στην παράκαμψη των φραγμών, αλλά στην προσδοκία ενός νέου ερωτικού κόσμου λυτρωμένου από τα κοινωνικά δεσμά.
Ο άνθρωπος βέβαια, ως κοινωνικό ον, δημιούργησε με την πάροδο του χρόνου κανόνες, και νόμους που προστατεύουν τους αδυνάτους από τους ισχυρούς, δημιουργώντας τις πολιτιστικές συνθήκες. Οι κανόνες αυτοί και οι τρόποι κοινωνικής συμπεριφοράς αναπτύσσονται και εδράζονται κυρίως στον μετωπικό λοβό. (αυτά θα μας χρειαστούν αμέσως πιο κάτω) Την έδρα αυτή των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς ο Φρόιντ ονομάζει Υπερεγώ, ενώ την έδρα των ενστίκτων ονομάζει Προεγώ.
Η σύγκρουση του Προεγώ με το Υπερεγώ δημιούργησε την αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός τρίτου οργάνου σκέψης, που είναι το Εγώ και που έχει ρόλο να συγκεράσει τις συγκρουόμενες ψυχικές τάσεις.
Αυτά σύμφωνα με τον Φρόιντ, προκαλούν την δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, θεωρώντας ότι η ισορροπία μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Λόγω των δυσκολιών αυτών προκαλούνται ενδοψυχικές και κοινωνικές συγκρούσεις που συχνά καταλήγουν σε ματαίωση, απογοήτευση, και δυστυχία. Αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση μέσα στο ανθρώπινο ψυχικό κόσμο πραγματεύεται η ποίηση του Μ.Μ., ανιχνεύοντας το αίτιο και το αιτιατό, εκφράζοντας κάθε φορά με ελκυστικούς στίχους τα αντίστοιχα συναισθήματα όπως, θλίψη, φόβο, αγωνία θανάτου, προσδοκία, ευδαιμονία κ.α
Τα πουλιά, σύμβολα της επικοινωνίας του ανθρώπου με το θείο κατά τους αρχαίους, παίζουν το ρόλο αγγελιαφόρου των θεών, ενώ στην πάλη μεταξύ του καλού και του κακού γίνονται τιμωροί για τους κακούς και σωτήρες των καλών. Ακόμα, τα πουλιά αποτελούν και σύμβολο του ασυνειδήτου. Στην «Τέφρα Ονείρων», και κυρίως στην πρώτη ενότητα, τα πουλιά ενδημούν με όλους τους ρόλους και συμβολισμούς τους. Σχεδόν σε κάθε ποίημα, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, εκφράζοντας τις αισθήσεις που μεταφέρονται από την αρχέγονη μνήμη και οι οποίες εδρεύουν στο υποσυνείδητο.

Μετά συνέβη και αυτό/Η εγκάρσια λοβοτομή/Άφησε να δραπετεύσουν/Έγκλειστα πουλιά/Κι αυτά πέταξαν και χάθηκαν/Στην ερημία του σύμπαντος/Κάτω/Το σώμα έπαλλε/Αφημένο καθώς ήταν/Στη λαγνεία των συνειρμών/Κι όλο αδημονούσε πότε/

Θα επιστρέψουν τα πουλιά/Που τα ξάφνιασε η ιδέα/Μιας τελευταίας αποδημίας (…)

Οιωνοί απώλειας ή θανάτου τα μαύρα πουλιά ενδημούν στην πρώτη κυρίως ενότητα της «Τέφρας Ονείρων», τονίζοντας την παρουσία τους. Αναζητείται επομένως το αίτιο της παρουσίας τους ή καλύτερα το αίτιο του προμηνυόμενου θανάτου. Για ποιο θάνατο άραγε γίνεται η αναφορά; Την απάντηση ότι η συμφραζόμενη αγωνία θανάτου αφορά τον πνευματικό θάνατο και την πλησμονή του έργου του ανθρώπου και επομένως και του έργου του ποιητή, δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τους στίχους του.

(…)Στον ορίζοντα φάνηκε/Ένα σμήνος πουλιά μαύρα πουλιά/Όλοι τρομάξανε/Και πιάσανε να μελετούν/Τα σπλάχνα της μέρας που ξεψύχησε/Κι άρχισε να κακοφορμίζει/

Τίποτα (…)

Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και
Κάποιοι πήραν να χορεύουν
Μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε
Με το ένα μάτι το θολό
Και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο

Μέσα στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό και στην προσπάθεια του Υπερεγώ να κυριαρχήσει πάνω στο Προεγώ, επιχειρείται, μέσω προσχημάτων, με αφορμή κανόνες που στην πραγματικότητα πολλές φορές δεν συνεισφέρουν στην εξισορρόπηση μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ, ο αποκλεισμός από τη συμμετοχή του συναισθήματος στις ανθρώπινες καθημερινές λειτουργίες της ζωής.

Η παραγνώριση της σημασίας των αισθήσεων μέσα στον κόσμο που δημιούργησαν οι κανόνες του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, οδήγησε στην αναγκαιότητα ανάπτυξη της θεωρίας της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτή υποστηρίζει ότι έρχεται να αυξήσει σημαντικά το δείκτη νοημοσύνης και να συμβάλει στην ορθή λήψη αποφάσεων, κάτι που τελικά αμβλύνει τις διαφορές, μειώνει της συγκρούσεις και συμβάλλει στην ισορροπία μεταξύ Υπερεγώ και Προεγώ. Ο ποιητής Μ.Μ στην «Τέφρα Ονείρων» υπεραμύνεται της αναγκαιότητας συμμετοχής των συναισθημάτων στην διαχείριση της καθημερινότητας του ανθρώπου.
Ενώ στην πρώτη ενότητα το κυρίαρχο σύμβολο του ποιητή είναι τα πουλιά, το χρώμα τους, οι αριθμοί, το πέταγμα τους, στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά ακολουθούν πιστά και παντού τη νόηση του ποιητή, διεισδύοντας σε όποια σπήλαια της επιθυμεί να εξερευνήσει.
Ο μύθος, όπως αναφέραμε, αποτελεί επίσης μέθοδο ξενάγησης του αναγνώστη στον κόσμο της ποίησης του Μ.Μ. Κατά την εξελικτική πορεία της ποίησης υπάρχει μια γενική τάση ανατροπής του Οδυσσειακού μύθου. Το Ομηρικό πρότυπο του Οδυσσέα στον υπερρεαλισμό ανατρέπεται και το πρόσωπο του ήρωα παίρνει διάφορες μορφές στο νέο μύθο που δημιουργείται. Μεταπολεμικά οι ποιητές αποποιούνται τις πολεμικές του δόξες, ενώ το πρόσωπό του συνδέεται με μια απαισιοδοξία. Η ακύρωση του νόστου στον Οδυσσειακό μύθο και οι περιπτώσεις ανατροπής του Ομηρικού προτύπου καθώς πληθαίνουν στην ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες, γίνονται αφορμή για φιλολογικούς διαλόγους. Στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» ο ποιητής δεν εστιάζει στο πρόσωπο του Οδυσσέα ως κυρίαρχου και ηρωικού πρωταγωνιστή, αλλά πρωταγωνιστής στην ανατραπέντα μύθο είναι το σκυλί του Οδυσσέα, ο Άργος, που μαζί με την Πηνελόπη παραπέμπουν στις καταστάσεις που επιβάλλει το Προεγώ .
Έτσι γίνεται εμφανές ότι οι δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου συνδέονται άρρηκτα, ενδυναμώνοντας την ποιητική στόχευση του έργου που είναι οι διαρκείς ψυχικές διεργασίες, που προκύπτουν με την συνύπαρξη του Προεγώ και Υπερεγώ και την ανταγωνιστική σχέση που τη διέπει.
Στην «Τέφρα Ονείρων» του Μ.Μ οι διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο του Υπερεγώ και του Προεγώ, οι αλλεπάλληλες μάχες και θυσίες διαδέχονται η μια την άλλη με εμπλοκή όλων ανεξαιρέτως των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπινου είδους, που παίρνουν τη μορφή ενός διαρκούς πολέμου με αιώνιες προετοιμασίες και περιπέτειες για την παλιννόστηση τελικά στην πατρώα γη, την αρχέγονη μνήμη. Η αρχέγονη μνήμη ως διαπίστωση ή προσδοκία επανέρχεται συχνά στην «Τέφρα Ονείρων», προφητεύοντας ίσως και την επικράτηση της ζωής έναντι του θανάτου χάρις σ’ αυτήν.
Και να η ζωή κανοναρχώντας το αέναο/Και την αρμονία ορίζοντας/Του συνάναρχου λόγου/Και να ο Άδης υποχωρεί με τα δρεπάνια/Και τις φτερούγες των χαμένων σπουργιτιών/Και να ο θάνατος των αντρειωμένων πουλιών/Κελάηδημα αυγινό μιας ανάσας παλμός/Ρουφώντας του φωτός τη σπορά/Ως τα έγκατα περιδιαβάζοντας την αρχέγονη μνήμη
Κατά τον Φρόιντ, ό, τι διαλανθάνει της λήθης αποτελεί αλήθεια. Επομένως το γεγονός ότι η ποιητική συλλογή ‘Τέφρα Ονείρων’ αφορά ψυχικές διεργασίες και τις συνέπειες τους, κάτι που απασχολεί διαχρονικά τον άνθρωπο, καταδεικνύει την καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ.
Μέσα σε όλη τη σύγχυση των συγκρουσιακών καταστάσεων, το έργο υφίσταται τις συνέπειες της καταστροφικής υπερτροφίας και του φανατισμού υπέρ των κανόνων του πολιτισμού, οι οποίοι τελικά χάνουν τον προορισμό τους και χρησιμοποιούνται προσχηματικά για επίτευξη αλλότριων στόχων από εκείνους για τους οποίους θεσπίσθηκαν. Το προφητικό αισθητήριο του ποιητή διαβλέπει την καταστροφή εξ αιτίας αυτού και η αγωνία της ακύρωσης και πλησμονής του έργου του κορυφώνεται και μη έχοντας άλλο τρόπο να αμυνθεί το κάνει μέσα από το ίδιο το έργο του.
Γράφει:

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί/ (…)/Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας/Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν/Το σώμα τους στεγνώνει/Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου/Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει

Δεν μπορεί παρά να σταθεί κανείς στον τελευταίο στίχο και να τον αποδώσει στην αγωνία του ποιητή για την τύχη του έργου του και του κάθε λογής πνευματικού ή καλλιτεχνικού δημιουργήματος εν ονόματι των ανταγωνιστικών δυνάμεων που αναπτύσσονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Η Τρίτη ενότητα αποτελεί μια ερωτική σύνθεση με πολλά από τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ενοτήτων. Λέξεις-σύμβολα παραπέμπουν με διαδοχικά κλιμακούμενη ένταση στις ψυχικές καταστάσεις του ποιητικού υποκειμένου υποβάλλοντας τον αναγνώστη την επιθυμία να συμμετάσχει στην ποιητική περιπλάνηση.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά/Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου/Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν/Βλέπω να χάνεις το δρόμο/Ξανά και ξανά

Και να επικαλείσαι τάχα/Τους θολούς οδοδείκτες και την/Ύποπτη συνέργεια των αριθμών/Μα όταν αργείς να φανείς/Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με/Ανεπαίσθητο δόλο/Διαλαλώ τα κέρδη μου/Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα/Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς/Και να φεύγεις όποτε θες

Μια εισαγωγή που σε οδηγεί κατ’ ευθείαν στην ουσία του υπαρξιακού κενού που προκαλεί η διάψευση του ερωτικού ονείρου και που στη συνέχεια όπως εξελίσσεται η ποιητική γραφή, συμπληρώνεται με την ίδια την ποιητική δημιουργία.
Την εικονιστική περιγραφή του ποιητικού αντικειμένου, του πόθου δηλαδή, ακολουθούν οι περιγραφές των ψυχικών καταστάσεων που προκύπτουν από τη διάψευση με σύντομους και ελκυστικούς στίχους.

(…)

Και τι νομίζεις/Πως θ’ απομείνει από σένα;/Ένα άδειο φουστάνι/Να περιφέρεται σε σκοτεινούς/Διαδρόμους αδημονώντας/Να συναντήσει το σώμα σου/Ή ό,τι θα έχει περισωθεί/Από την τέφρα της μνήμης (…)

Ενώ στις προηγούμενες ενότητες η μορφή του στίχου, η αίσθηση κατά την ανάγνωση και τα νοήματα τονίζουν τα σκούρα χρώματα της απώλειας και της τραγικότητας των γεγονότων, στην τρίτη ενότητα τα πράγματα κάπως αλλάζουν. Εδώ οι στίχοι γίνονται μικροί δίνοντας την πρωτιά στις αισθήσεις. Δεν απαιτείται εδώ μεγάλη αποκρυπτογράφηση, και η νόηση συνεπικουρεί απλά τις αισθήσεις, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να κινηθούν ελεύθερες καθιστώντας το ποίημα γοητευτικό.
Παραθέτω ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της ενότητας αυτής.

Δώσε μου μια λέξη να/Στήσω το σκηνικό της νύχτας/Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα/Κι ένα καράβι απάγκιο/Δώσε μου μια λέξη/Χωρίς πνιγηρά κακόηχα/Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα/Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις/Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω/Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για/Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Στο Τέταρτο μέρος ο ποιητής διεισδύει σε βάθος με την κρυπτική μέθοδο του στα ιστορικά γεγονότα της Κυπριακής τραγωδίας, παραπέμποντας στα τραγικά αποτελέσματα της υπερτροφίας του Υπερεγώ και στη μεγάλη απώλεια των όσων δια θυσιών αποκτήθηκαν, καταλήγοντας ότι επείγει να επιστρέψουμε στην παιδική μας αθωότητα.
Αλλά και πιο κάτω οι στίχοι του διατρέχονται από λέξεις σύμβολα του τιμήματος που πληρώνεται καθημερινά, μετρώντας τις απώλειες και καταγράφοντας επινίκιες αντιφάσεις. Η διάψευση των θυσιών των ηρώων της Κύπρου και η ματαίωση του αιωνίου ονείρου για Ελευθερία, μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Κύπρου, διαπερνά τους στίχους του τέταρτου μέρους αφήνοντας στον αναγνώστη την πικρή γεύση της αδικίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα.
(…)
Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί/Και το βάθρο υποχωρεί αιωρούμενο/Και τα ικριώματα των εκπονηθέντων σχεδίων καταρρέουν/Και έμεινες μόνος με γυρτή λαβωματιά/Με ένα πανωφόρι που σου έλαχε/Να κρύβεις τ’ άστρα νύχτες και πρωινά/Με το αγιάζι να διαπερνά τις ορθάνοιχτες πληγές σου/

Γλυκό μου άγαλμα
(…)

Η καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ. στην ποιητική σύνθεση «Τέφρα Ονείρων», σε συνδυασμό με την οντολογική και φιλοσοφική θεώρηση των ανθρώπινων ανησυχιών, καθιστά το βιβλίο αυτό υψηλής πνευματικής αξίας και συνιστάται η ανάγνωσή του.

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 6/12/2016

Ο υπερρεαλιστικός αντιλυρισμός του Μάριου Μιχαηλίδη

Υπάρχει μία τάση στην κριτική να διαχωρίζεται η κυπριακή ποίηση από την ελληνική παραβλέποντας την κοινή τους πορεία από άποψη εκφράσης, επιρροών και αναζητήσεων. Παρά τις τοπικές ιδιομορφίες, όπως η τραγωδία της εισβολής, το στοιχείο της εντοπιότητας και μία συνήθη φυσιολατρική εικαστική που συνδέεται με τη βιωματική επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Άλλωστε τα προβλήματα που απασχολούν πλέον τους νέους ανθρώπους και τους παλαιότερους δημιουργούς δεν διαφέρουν από εκείνα που καταγράφονται στην ελληνικής παραγωγής ποίηση.

Η ποιητική άνοιξη της δεκαετίας του 1960, που αναδύθηκε μέσα στην ευφορία της κυπριακής ανεξαρτησίας, θα φέρει νεωτερισμούς που θα αφομοιωθούν γόνιμα και δημιουργικά. Όπως είναι λογικό το δράμα της βίαιης διχοτόμησης θα αφήσει τις επιδράσεις του και στην ποίηση, όπου διακρίνεται μία πικρία και μία οργή με έντονα στοιχεία σαρκασμού κι ειρωνείας σε μία ποίηση πολιτική.

Ωστόσο, με τον καιρό έχει φανεί ότι οι ποιητές, χωρίς να ξεχνούν ή να παραβλέπουν την τοπική ιστορία, κινούνται πιο κοντά στην ελλαδίτικη ποίηση στη βάση κοινωνικών προβληματισμών, χωρίς γεωγραφικό προσανατολισμό[1]. Στην πορεία αυτή κινείται και ο πολυβραβευμένος Μάριος Μιχαηλίδης με τη νέα του ποιητική συλλογή, «τέφρα ονείρων» (Γαβριηλίδης, 2016), 13 χρόνια μετά την προηγούμενη.

Η συλλογή αποτελείται από τέσσερις ποιητικές ενότητες που απαρτίζονται από επιμέρους αυτόνομες συνθέσεις. Η απλότητα της γλώσσας του και η συνοχή του ύφους δημιουργούν μία αλυσίδα εικόνων και συναισθημάτων που συνδέουν την ποιητική αυτοαναφορικότητα με την αγωνία του θανάτου, τον έρωτα και το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνοντας τελικά μία αξιομνημόνευτη εικονιστική υπαρξιακή ποιητική.

Με τη δυναμική μιας γλώσσας ζωντανής, με έντονα στοιχεία προφορικότητας, ο Μιχαηλίδης διαμορφώνει έναν παραστατικό αφηγηματικό και περιγραφικό συνάμα ποιητικό λόγο. Η γλώσσα του είναι ρέουσα με σαφήνεια, ζωηράδα και γλαφυρότητα, ενώ μέσα από την παραστατικότητα της αφήγησης αποκαλύπτεται μία καινοφανής διαύγεια. Η ποιητική του γραφή με τον πεζολογικό της χαρακτήρα και την ξεχωριστή λεξιλογική λιτότητά της, επιτρέπει στην αφήγηση να ρέει ανεμπόδιστα και να εμβάλει το συναίσθημα στην ψυχή του αναγνώστη/ακροατή με την υποστήριξη των ανεξάντλητων στοιχείων της εικαστικής του που εμπλουτίζουν τον καμβά του.

Έντονο είναι το σουρεαλιστικό στοιχείο το οποίο αποτυπώνεται τόσο στη συνειρμική ροή όσο και στην αναπαραστατική δύναμη που του προσφέρει η υπερρεαλιστική συνοχή θρυμματισμένων εικόνων. Είναι εμφανείς οι επιρροές από τους τρεις αρχιερείς του ελληνικού υπερρεαλισμού. Εξάλλου, εμφανή είναι τα στοιχεία αναφοράς στους τρεις κλασσικούς· η αναφορά στην υψικάμινο και στον ίδιο τον Εμπειρίκο, η διαρκής παρουσία πουλιών και ο σαχτουρικός θάνατος με τη θραυσματική εικαστική του Εγγονόπουλου.

Το στοχαστικό στοιχείο συμπλέκεται με το λογοτεχνικό σχόλιο με αναφορές στο Ρίτσο τον Εμπειρίκο και έμμεσα στον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο και τον Σαχτούρη. Με υπερρεαλιστική ρώμη ο Μιχαηλίδης αναπλάθει τον μύθο της οδύσσειας, προσαρμόζει σε μία σουρεαλιστική σκηνή ακροβατώντας μεταξύ του ά-λογου και του μυκηναϊκού νόστου σαν σε θέατρο του παραλόγου. Η ρευστότητα των σκηνών παρασέρνει το συναίσθημα και τις αγωνίες του ποιητή μέσα από την κίνηση των συνειρμών.

Αρχέγονοι μύθοι συνδέονται με την αρχαιοελληνικές μυθικές δοξασίες και κοινωνικές παραστάσεις προσφέροντας ένα διαχρονικό ηχόχρωμα στην υπαρξιακή του αγωνία. Θυσίες, θέατρο, μία οδυσσειακή ποιητική αναζήτηση συμπλέκονται σαν ξεθυμασμένοι ήχοι ενός επικού υπερρεαλισμού. Πουλιά ως αρχέγονα υπερρεαλιστικά σύμβολα εμφανίζονται σε όλη τη συλλογή ως ψήγματα αλληγορικά της εικονιστικής του ποίησης.

Μέσα στο άνυδρο τοπίο και την έρημη γη, η θλιμμένη φύση με τα σπαράγματα των εικόνων αισθητοποιεί την εσωτερική διάθεση του ποιητή. Η ερημιά και η συνεχής κίνηση, ο πετροπόλεμος των γλάρων, η εγκατάλειψη των πουλιών συντελούν στη διαμόρφωση ενός συναισθήματος ήπιας μελαγχολίας. Ο έλεγχος όμως της συναισθηματικής έντασης των συνθέσεων δεν επιτρέπει την όξυνση του βασικού συναισθήματος.

Η φυσιολατρική εικαστική του Μιχαηλίδη συνδέεται με έναν ιδιότυπο ακτινωτό σουρεαλισμό με την ποίηση της περιφέρειας. Το φυσικό στοιχείο εισέρχεται αβίαστα, με έναν μοναδικό αυθορμητισμό στον καμβά του, παρά την απουσία στοιχείων εντοπιότητας. Το φυσικό τοπίο προσφέρει όλα τα σύμβολα που χρειάζεται ο δημιουργός για να εκθέσει τον ψυχισμό του. Σπαράγματα στιγμιότυπων από το φυσικό περιβάλλον συνενώνονται με ένα λυρικό ύφος σε μία αντιλυρική συνειρμική εικαστική. Ο ποιητής με την έμφαση που δίνει στο φυσιολατρικό στοιχείο διαμορφώνει αισθητικά έναν φενάκη ρομαντισμό, που στην πραγματικότητα όμως ορίζει ένα αντιρομαντικό συναίσθημα.
Μία διαρκής κίνηση διαρρέει το ποιητικό κάδρο του Μιχαηλίδη. Λέξεις που μάλλον δεν προδιαθέτουν για μία κινητικότητα είναι αυτές που τελικά ορίζουν τη συνεχή ροή στο καναβάτσο του (έσκαβαν, γέμιζαν, έλξη, τραβούσαν, κατολισθαίνω, αγέρας). Ήχοι και χρώματα διανθίζουν ακατάπαυστα τον θρυμματισμένο σε ψηφίδες μωσαϊκό του (τριζόνια, απαγγελία).

Οι εναλλαγές στη διάθεση και η ποικιλία των συναισθημάτων προσδίδουν στο έργο μια τραγικότητα μέσα στο εκρηκτικό μείγμα συμβόλων και σουρεαλιστικών μεταφορών και προσωποποιήσεων. Είναι ένα ποιητικό παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την υπαρξιακή αγωνία για το θάνατο, τη φθορά και τον έρωτα.

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

FREAR 18/10/2017

Πέρασε καιρός, 13 ολόκληρα χρόνια, από την τέταρτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Σαν άλλοθι οι λέξεις», για να ξαναμιλήσει ποιητικά ο Μάριος Μιχαηλίδης. Γιατί στο διάστημα αυτό δεν ήταν απών από τα λογοτεχνικά μας πράγματα. Αντίθετα. Με την παράλληλη ιδιότητα του πεζογράφου εξέδωσε πέντε μυθιστορήματα, στα οποία, εκτός των άλλων, εύκολα διαπιστώνει κανείς την ποιητική του καταγωγή.
Και τώρα, με την παρούσα ποιητική σύνθεση επιστρέφοντας, θαρρείς και απολογείται σπεύδει να μας πληροφορήσει για τα όσα προηγήθηκαν της απουσίας του. Κάτι ακούστηκε για πυρκαγιά, κάτι για ξεριζωμό, κάτι για έναν ύπνο βαθύ απ’ τον οποίο επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του απομεινάρια στάχτης…
«Τέφρα ονείρων» αναφωνεί στο εξώφυλλο της συλλογής, λες και εκμυστηρεύεται τον λόγο που τον κράτησε τόσον καιρό μακριά απ’ τη σκηνή του ρυθμικού λόγου. Η μνήμη της καταστροφής συμπυκνωμένη ολόκληρη σε έναν τίτλο με χρώμα σταχτί και καπνισμένο. Τέφρα! Μια σκόνη πυκνή σαν μαύρο αλεύρι, μάρτυρας αδιάψευστος προηγηθείσας ύλης ακέραιης και ένδοξης. Η τέφρα, συνώνυμη της ματαίωσης και της συντριβής, της λήξης και του αφανισμού δεν είναι παρά το απείκασμα ενός σύμπαντος παρελθοντικού που υπέστη το μένος της φωτιάς μαρτυρώντας την επέλαση της οριστικής αποδόμησης. Ή μήπως τελικά δεν είναι και τόσο οριστική, αφού κάποτε μια δύναμη μικρή και άσβεστη βρίσκεται καλά κρυμμένη μέσα της φυλάγοντας κάτι απ’ τη μνήμη της φλόγας που προηγήθηκε. Μνήμη λάκτισμα και μνήμη βατήρας για αναζωπυρώσεις ή αλλιώς για αιφνίδια ανάδυση ενός κόσμου νέου που σαν το τριζόνι θα αναστηλώσει με το τραγούδι του τη φύση σε πείσμα της κατάρρευσής της. Όμως, ένας συγκλονισμός μόνο με έναν άλλο συγκλονισμό ισοδύναμο μπορεί ν’ ανατραπεί. Κι αυτό που καταρρέει, στην πραγματικότητα είναι αυτό που χάνει τον συντονισμό του με τον αρχαίο ρυθμό, απομακρύνεται δηλαδή από την πρώτη φωνή και αποσυντονίζεται. Ο Μάριος Μιχαηλίδης λοιπόν αποφασίζει να κατασκευάσει εκ νέου τις προϋποθέσεις, ώστε να δημιουργηθεί το σκηνικό που θα φιλοξενήσει τη δυνατότητα του ήχου. Του νέου ήχου. Κι αυτό που κάνει συνάδει απόλυτα με την ίδια την ιδιότητα του ποιητή που εντέλει είναι η μίμηση του ίδιου του Δημιουργού. Ας γίνω πιο σαφής. Όταν ο Jacques Prévert έδινε οδηγίες ή αλλιώς υποδείκνυε τους τρόπους για να ζωγραφίσουμε ένα πουλί, στην πραγματικότητα συνέγραφε την πιο σοφή συνταγή αναδημιουργίας του κόσμου που θα θέλαμε να ζούμε. Μας προέτρεπε λοιπόν να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που θα του επέτρεπαν να κελαηδήσει ή ακόμα απλώς και μόνο να εμφανιστεί. Κατ’ αντιστοιχία θα λέγαμε πως για τον κόσμο που οραματιζόμαστε αρκεί να ζωγραφίσουμε το πλαίσιο, να ορίσουμε το σχήμα του, να τον διακοσμήσουμε και στη συνέχεια να εισέλθουμε εντός του νόμιμοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες του, για να τον κατοικήσουμε. Ποιητική αδεία θα πει κάποιος. Ποιητική ευφυΐα θα έλεγα εγώ.
Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί / με μια πόρτα ανοιχτή/ζωγραφίστε μετά/κάτι όμορφο/κάτι απλό/κάτι ωραίο/κάτι χρήσιμο/για το πουλί/βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο/σ’ ένα κήπο/σ’ ένα πάρκο/ή σ’ ένα δάσος/κρυφτείτε πίσω από το δέντρο/χωρίς μιλιά/τελείως ακίνητοι…/Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα/μα μπορεί και να περιμένει χρόνια/πριν τα’ αποφασίσει./Μην απογοητευτείτε./Περιμένετε/περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα./ Το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί/δε θα ’χει καμία σχέση/με την επιτυχία του πίνακα./Όταν φτάσει το πουλί/αν φτάσει/κρατήστε απόλυτη σιωπή/περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί/κι όταν μπει/κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο/μετά/σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα/προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού./Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο/διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του/για το πουλί/ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου/τη σκόνη του ήλιου/το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού/και μετά περιμένετε ν’ αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει./Αν δεν τραγουδά το πουλί/είναι κακό σημάδι/σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός/μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι/σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε./Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά/ένα φτερό απ’ το πουλί/και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.
Στην πρώτη ενότητα από τις τέσσερις του βιβλίου ο Μιχαηλίδης έχει ανάγκη να επαναφέρει τον ήχο εκεί που κόπηκε άξαφνα η λαλιά και να συντονίσει τον εαυτό του αλλά κι έναν λαό ολόκληρο που αποσυντονίστηκε, όταν αποφασίστηκε η βίαιη εκδίωξη απ’ τον Παράδεισό του. Τι κάνει λοιπόν; Ακολουθώντας τις οδηγίες του Πρεβέρ ζωγραφίζει τον κήπο και τα δέντρα και εγκαθιστά λέξεις πουλιά επάνω στα κλαδιά να τραγουδήσουν. Είναι οι λέξεις που ονομάζουν τα πράγματα κι ευθύς γίνεται ο κήπος, είναι οι λέξεις που οικοδομούν τον νέο τόπο για το ελεύθερο κελάηδημα των πουλιών.
Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό / Η συστοιχία των μυριστικών / Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών / Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα / Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου // Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη / Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που / Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων / Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός/ Την ώρα που επωάζονται τα αμφίβια πουλιά / Η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών –σκέφτηκα- […] (α΄)

Το ποίημα λοιπόν γίνεται δέντρο που πάνω του ο ποιητής ανεβάζει πουλιά να υμνήσουν,όπως λέει,την Κύπριδα που μπορεί να είναι η Αφροδίτη μπορεί όμως και η ίδια η Κύπριδα γη, της οποίας τον διαμελισμό βιώνει. Με εικόνεςπου παραπέμπουν στη Γένεση και διαδοχικά στη δημιουργία του Παραδείσου άξαφνα γινόμαστε μάρτυρες του αιφνίδιου εξορισμού των αμέριμνων πουλιών, που τώρα πια με τις φτερούγες τους σαν φλάμπουρα καμένα μεταμορφώνονται σε πουλιά ηλεκτροφόρα, την ίδια ώρα που […] Κάτω / τα καλώδια εξακολουθούν / Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις / Για την τύχη τους (γ΄).
Αναπαριστώντας το θολό τοπίο όπου σκιαγραφείται η αβέβαιη τύχη του τόπου του με τους ανθρώπους πουλιά παγιδευμένα να φτερουγίζουν άλλοτε φοβισμένα κι άλλοτε μεταμφιεσμένα σε μαντατοφόρους ειδήσεων σκοτεινών, επικαλείται την ελπίδα της επιστροφής και αρπάζεται από ένα κλαράκι αισιοδοξίας. Μια αισιοδοξία που ακούει στο όνομα παλιννόστηση ή αλλιώς μια ελπίδα νεκρή που αναλαμβάνει μόνη την νεκρανάστασή της.

[…] Κάτω / Το σώμα έπαλλε / Αφημένο καθώς ήταν / Στη λαγνεία των συνειρμών / Κι όλο αδημονούσε πότε / Θα επιστρέψουν τα πουλιά / Που τα ξάφνιασε η ιδέα / Μιας τελευταίας αποδημίας (θ΄)

Τα πουλιά ωστόσο φορτωμένα την τέφρα της πυρπόλησης σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα και γίνονται Κασσάνδρες μελανές που απηχούν την ερημία. Μοναδικό αντίδοτο στην αλαλία του τοπίου είναι η επίκληση της πρώτης των πάντων αρχής. Κι αφού εν αρχή ην ο Λόγος, στην περίπτωσή μας ο ποιητής δημιουργός αποφασίζει να αρθρώσει λόγο ποιητικό, προκειμένου να γεννηθεί ξανά το τοπίο και μάλιστα να φωτιστεί με φύλλα,τη φωτοσύνθεση των οποίων μοιάζει να αναθέτει στις λέξεις. Ο Μάριος Μιχαηλίδης συλλέκτης αποχρώσεων σηκώνει ένα ιδιότυπο αεράκι δωματίου, συμπλέκει χρώματα με πουλιά και αντιστέκεται στην οριστικότητα της διάλυσης ενός λαού σταλάζοντας στην οργή του μαύρου και του γκρι το υποκίτρινο της Βενετίας και το χρυσαφί της Πόλης.
Η άστικτη γραφή του που ξεκινά στιχοποιημένη και καταλήγει πεζόμορφη μιλά για το αλλότριο και το μοναχικό, το ανεκπλήρωτο και το ματαιωμένο στήνοντας μες στην αλληγορία της την κατοικία και το σκηνικό, το ρούχο και τον έρωτα, ένα ρούχο όχι για να φορεθεί μα για να το ξεντυθεί την ώρα που θα τον επισκεφτεί ο έρωτας.

Δώσε μου μια λέξη να / Στήσω το σκηνικό της νύχτας / Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα / Κι ένα καράβι απάγκιο / Δώσε μου μια λέξη / Χωρίς πνιγηρά κακόηχα / Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα / Σύμφωνο υγρό – «Έλα» να μου πεις / Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω / Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για / Να με αντέχουν τα όνειρά μου (β΄)

Στο σημείο αυτό αρχίζει ν’ αποκαλύπτεται σταδιακά η τακτική που ακολουθεί ο Μιχαηλίδης και η οποία είναι η ίδια με αυτήν του Πρεβέρ μα και του Εμπειρίκου, όταν μέσω του οραματισμού ο τελευταίος κατορθώνει να κατασκευάσει τον κόσμο του, να κοιτάξει κατάματα το αόρατο. Γράφει στα «Πουλιά του Προύθου» ο Εμπειρίκος:

[…] Οι λογισμοὶ της ηδονής είναι πουλιὰ / Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.//
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες /Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει /Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

Κάποτε όμως σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνομιλία με τη μέθοδο του Εμπειρίκου ο Μιχαηλίδης δηλώνει μάλλον απογοητευμένος, καθώς η διάψευση συχνά διαδέχεται την αισιοδοξία, μ’ αποτέλεσμα οι στίχοι να περιφέρονται αμήχανοι στο αχανές και άνυδρο τοπίο της ποίησης ερήμην ακόμη και αυτών τούτων των ποιητών.
Με τον στίχο Τα Πουλιά του Προύθου μας προσπέρασαν αρχικά ο Μιχαηλίδης καταγγέλλει τον έρωτα που πέρασε βιαστικός κι αδιαφόρησε για την ψυχή που ακόμα έμοιαζε να επιθυμεί, όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο υπαινίσσεται και την αδυναμία κάποτε αυτής της ίδιας της ψυχής να συγκρουστεί με τις συμβάσεις και να τις υπερνικήσει. Ταυτίζοντας τη μοίρα των ανθρώπων με εκείνη των πουλιών καταλήγει να τα οικτίρει για την αδυναμία τους ν’ αντισταθούν και να αντέξουν τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, τις συγκρούσεις και τις πτώσεις καταντώντας σκιές που μάταια αντιδικούν με τη μοίρα τους. Όμως ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν περιορίζεται να συνομιλεί μόνο με τον Εμπειρίκο, αλλά διαλέγεται και με άλλους ποιητές: τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο τον Ελύτη και βέβαια στις τελευταίες σελίδες και με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη.
Στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά παίρνουν τη θέση των πουλιών και κυρίαρχη μοιάζει να είναι η τάση ανατροπής του μύθου του Οδυσσέα, καθώς αποφασίζει να στρέψει τον προβολέα του ο ποιητής από τον φημισμένο πολυμήχανο στον σκύλο του τον Άργο, τον οποίο και μετατρέπει σε πρωταγωνιστή που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες απρόβλεπτες. Ο Άργος συναισθάνεται, πονά και αγανακτεί, γι’ αυτό και παίρνει εκδίκηση θυμίζοντάς μας την ανάλογη ανατροπή που επιχείρησε ο Γιάννης Βαρβέρης στο έργο του «Ο κύριος Φογκ», όπου έβαζε τον Φιλέα να αντιστέκεται στον Βερν διεκδικώντας για τον εαυτό του τη δυνατότητα να επιλέγει μόνος του τη μοίρα του κι όχι ο συγγραφέας. Κάτι ανάλογο γίνεται κι εδώ, αφού εντέλει ο Άργος αρνείται τον ρόλο του καρτερικού πιστού σκυλιού που περιμένει το αφεντικό του να επιστρέψεικαι επιλέγει να δείξει πίστη υποδειγματική στην Πηνελόπη συγκινημένος από τη μάταιη υπομονή της. Εκφράζει μάλιστα την πίστη του αυτή με βία απρόσμενη και ανατρεπτική.

[…] Τότες ο Άργος δεν άντεξε / Της κυράς του της αδικημένης / Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί / Για είκοσι τόσα χρόνια…/ Και μ’ ένα πήδο του πήρε το λαιμό / Εκείνου του Οδυσσέα / Που έτσι χωρίς αιδώ / Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.// Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε / Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα / Πως στη θέρμη του καλοκαιριού / Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι / Και κλείνουν τα μπαράκια / Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα / Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά / Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.(ς΄)

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί πού εξυπηρετεί η αλλαγή του μύθου, αν είναι δηλαδή ένα έξυπνο παιχνίδι ανατροπής και αιφνιδιασμού, προκειμένου να προκαλέσει έκπληξη ο ποιητής, θα έλεγα πως μάλλον τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Αισθάνομαι ότι ξυπνάει μέσα του εκείνη η αρχέγονη υλακή, το πρωτογενές αλύχτισμα της ύπαρξης,που, ενώ θυμάται την πρώτη της ενότητα με την ελευθερία, άξαφνα νιώθει γύρω της τις αλυσίδες και τη βαριά υποταγή. Είναι η στιγμή που αρνείται να συνεχίσει τον υποτελή βουβό συμβιβασμό και παίρνει πλέον τη μοίρα στα δικά της χέρια. Ως εκ τούτου σκοτώνει τον αυτουργό του εγκλεισμού της και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Πρόκειται για μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειάς της, μια αντίσταση και μια ανατροπή ή αλλιώς ένα αλύχτισμα σωτήριο που κάποτε ακούγεται μέσα στα ποιήματα σαν του σκυλιού την υλακή, παρόλο που κάποιοι φροντίζουν τούτη τη σπαραχτική κραυγή να τη φιμώσουν.

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί / Άλλοτε με τη μουσούδα του ν’ αχνίζει πάχνη και σάλιο / Άλλοτε με τις κραυγές των ποιητών να αλυχτούν μες στο χτικιό του ριζικού τους […] Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν / Το σώμα τους στεγνώνει / Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου / Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει (γ΄)

Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα ερωτικά του ανέστιου πόθου, όπου και πάλι η διάψευση σηματοδοτεί το πλαίσιο μιας ελεγείας για την υποστολή των αισθήσεων με το αντικείμενο του πόθου πατρίδα μακρινή γι’ αυτό και απλησίαστη. Είναι η στιγμή που ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με μια εκ προοιμίου χαμένη μάχη, καθώς βλέπει το ανάρμοστο ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του.
Κινούμενος λοιπόν ανάμεσα στο ματαιωμένο και στο ατελέσφορο μιλά για τον ρόγχο του έρωτα,τον οποίο όμως συμβιβάζεται να τον βλέπει να πηγαινοέρχεται ελεύθερος και να χωρά σ’ ένα τρύπιο πουκάμισο ανασαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο όλες τις πιθανότητες.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά / Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου /Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν […] Μα όταν αργείς να φανείς /Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με / Ανεπαίσθητο δόλο /Διαλαλώ τα κέρδη μου // Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα / Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς /Και να φεύγεις όποτε θες (α΄).

Στην τέταρτη ενότητα συνομιλεί απροκάλυπτα πλέον με την Κυπριακή τραγωδία και μετρά πληγές στο σώμα του τόπου του. Αναθυμάται την αφέλεια των οραματισμών και των μακρόπνοων ονείρων, τον αδικαίωτο πόθο για μια δικαιοσύνη που να αντισταθμίζει επιτέλους τη θυσία. Αντ’ αυτών μαθαίνει να ζει με μια ελπίδα πετρωμένη σαν άγαλμα, καταγράφοντας μόνο τον χρόνο που περνά, άγαλμα ακίνητο, αναγκασμένο ν’ ακούει τα μεθεόρτια και τους επινίκιους αλαλαγμούς, την ίδια ώρα που βλέπει τα εκπονηθέντα σχέδια να καταρρέουν. Να μετατρέπονται διά μιας τα πάντα σε ναυάγιο.

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο / Το πέλαγο εμυρώθη / Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής / Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα / Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων // Και επιτέλους / Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους / Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας / Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος / Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής […] (ε΄)

Δεν είμαι σίγουρη, αν τα ποιήματα καταφέρνουν πλήγματα στην αφασία του καιρού ούτε αν διαταράσσουν έστω και κατ’ ελάχιστον τη γαλήνη των αμέριμνων. Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι οι στίχοι κάποτε ανοίγουν τα πορτάκια των κλουβιών, ανασύρουν επιζώντες απ’ τα ναυάγια κι άλλοτε πάλι ακόμη κι ένα νησί μοιρασμένο στα δυο μπορούν να το ενώσουν.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ:

 

Η ΑΠΕΙΛΗ

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FREAR 19/5/2017

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο Μάριος Μιχαηλίδης παρουσιάζει μία πόλη χωρίς όνομα. Δεν περιγράφει όμως το μέλλον. Μέσα από οικείες στον αναγνώστη καταστάσεις, ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό μηχανισμό, ανθρώπους που λοιδορούν και ανθρώπους που λοιδορούνται, ανθρώπους που συντρίβονται κυριολεκτικά και μεταφορικά από τις αρπάγες ενός τυφλού και άψυχου μηχανισμού, υφαίνει ένα μακάβριο και αποτρόπαιο σκηνικό που μας θυμώνει, μας σοκάρει, μας απωθεί, μας έλκει, μας συγκινεί. Γιατί μας θυμίζει απελπιστικά τον εαυτό μας. Την πόλη μας. Την χώρα μας.
O Μάριος Μιχαηλίδης δεν γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα ηθογράφημα. Μας δίνει μία ακριβή περιγραφή της κοινωνίας του τώρα, η πόλη θα μπορούσε να είναι η Πτολεμαΐδα ή τα Τρίκαλα, η Θεσσαλονίκη ή η Αθήνα. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη μέσα στην οποία περιφέρονται άνθρωποι σκιές, άβουλοι χωρίς συναίσθηση. O συγγραφέας εδώ χρησιμοποιεί την τεχνική «από το έλασσον στο μείζον» η απρόσωπη πόλη, είναι το έλασσον, ένας μικρόκοσμος δηλαδή που μας οδηγεί σε μια μείζονα πραγματικότητα και όχι κατ’ ανάγκην ελληνική.
Αλληγορικό και συμβολικό, πραγματικό και ταυτόχρονα μαγικά ρεαλιστικό, ενοχλητικό, θηριώδες, αποκρουστικό και ταυτόχρονα ποιητικό και γοητευτικό, το μυθιστόρημα αυτό διαβάζεται μονορούφι. H απειλή είναι η τυφλότητα του Ζοζέ Σαραμάγκο, η Πανούκλα του Καμύ, η επιδημία του ωχαδελφισμού, η σταδιακή αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό, η ψυχική και συναισθηματική απονέκρωση, ο θάνατος της ευαισθησίας και της αλληλεγγύης. Είναι ο πλησίον που γίνεται ο ξένος. Ο οικείος που γίνεται ο άλλος. Η σταθερά διαβρωτική διαδικασία του κεφαλαίου μέσα σε ένα σύστημα που ευνοεί τους πάνω και εξαθλιώνει τους κάτω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας κόσμος ανάποδα

BOOK PRESS 17/1/2017

Ουσιαστικά, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η «πόλη», όχι φυσικά με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Μια οποιαδήποτε πόλη/χώρα που δέχεται πολλαπλής προέλευσης απειλές, άνωθεν και κάτωθεν. Γιατί το αξιοπερίεργο είναι πως οι «πάνω» συγχρωτίζονται διαρκώς με τους «κάτω» (τις υποχθόνιες δυνάμεις), αλλά και οι «κάτω» παρεμβαίνουν και καθορίζουν συνωμοτικά τις εξελίξεις. Η «πόλη» του Μιχαηλίδη συνιστά ένα συνεκδοχικό σκηνικό, καθώς χρησιμοποιείται ως «μικρόκοσμος», ένας φανταστικός μερικός κόσμος, που παρουσιάζει σε συμπυκνωμένη μορφή τις σχέσεις που ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει πως υφίστανται στον πολύπλοκο μηχανισμό του μακρόκοσμου (της ελληνικής αλλά και παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας), όταν κακοφορμίζουν τα σπλάχνα της γης. Ένας γοητευτικός μυθοπλαστικός μικρόκοσμος που καλεί τον αναγνώστη να τον κατακτήσει με τα δικά του διανοητικά εφόδια. Εδώ, ο Μιχαηλίδης αναδεικνύεται σε πραγματικό μάστορα μιας ευφάνταστης αλλά και εκπλήσσουσας περιγραφής με όλων των ειδών τις εικόνες: Τη δυσοσμία την απελευθέρωναν το κατεστραμμένο αποχετευτικό σύστημα και οι υπόνομοι, που εντωμεταξύ πλημμύριζαν, αδυνατώντας να συγκρατήσουν τα κάθε λογής λύματα. Ήδη ένα υποκίτρινο υγρό άρχισε να αναβλύζει από τις σχισμές των δρόμων… (σ. 111).

ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΑΡΑΛΗ

DIASTIXO 31/5/2017

Ο Μάριος Μιχαηλίδης «κεντάει» αποκαλύπτοντας με μεθοδικότητα ψυχολόγου βυθομέτρη τις ενδόμυχες σκέψεις του ήρωά του. Έτσι που τον ακολουθούμε βήμα βήμα και βλέπουμε να πασχίζει, υποφέροντας από ψυχοσωματικά συμπτώματα, προκειμένου να συνυπάρξει μέσα στο σύστημα όπου μετρά τελικά μόνον η ισχύς και το χρήμα.
Στο δίπτυχο μυθιστόρημά του ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία ακροθιγώς, μα όχι τυχαία, στην περιοχή των Καλαβρύτων (Κατοχή, Εμφύλιος κ.ά.), όχι απλώς ως φόντο μιας ματαιόδοξης περιπέτειας, αλλά ως στοιχείο ενεργό που έρχεται να αναδείξει ένα ευάλωτο συναισθηματικό υπόστρωμα όλο ματαίωση.
Οι αφηγηματικοί τρόποι του, καφκικής ώσμωσης, διεγείρουν τη διαίσθηση του αναγνώστη για την απειλή μιας πολύσημης δυσοσμίας. Με την πιο λεπτή ειρωνεία, καβαφικού απόηχου, σαν απόμακρος παρατηρητής σκαρώνει με φυσικό τρόπο εικόνες εφιαλτικές από τη διάλυση του περιβάλλοντος.
Η ρέουσα γραφή του Μάριου Μιχαηλίδη, με το ν’ αποφεύγει την ευκολία του λαϊκότροπου με κείνο το τετριμμένο δίπολο έρωτας-γάμος σε όλη την αφήγηση όπως αυτή δέσποσε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο, καθίσταται ανάγνωσμα υψηλών απαιτήσεων. Και πώς αλλιώς;

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ

BOOKPRESS 8/5/2017

Πώς ένας συγγραφέας χτίζει τον κόσμο του

Και στα τρία από τα πέντε έργα της πεζογραφίας του, τον Οστεοφύλακα, τον Ανακριτή και το τελευταίο του Η απειλή ακολουθεί την ίδια τεχνική. Κάτω από τον μονολεκτικό τίτλο –ακόμα κι αν αυτός παραπέμπει σε συγκεκριμένο πρόσωπο όπως λόγου χάρη τον τάδε οστεοφύλακα ή τον δείνα ανακριτή– υπολανθάνει μια γενικότερη ιδέα, μια κατάσταση που πάνω της θα βασιστεί η ιστορία του. Το ομολογεί, μάλιστα, ο αφηγητής στο τελευταίο μυθιστόρημα: «Τα όσα συνέβηκαν τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν να μην είναι τού κόσμου τούτου», θα πει στη σελ. 72, της Απειλής. Ωστόσο, ενώ ο αναγνώστης αποφαίνεται τελικά, «ναι, δεν μπορεί να έγιναν ποτέ αυτά που λέει ο συγγραφέας», κατά έναν παράδοξο τρόπο, τα υλικά με τα οποία χτίζει σελίδα-σελίδα, ενότητα την ενότητα την ιστορία του ο Μιχαηλίδης είναι πολύ γνωστά στον αναγνώστη. Από την τρέχουσα πραγματικότητα, από την ειδησεογραφία της εποχής, από πρόσωπα αναγνωρίσιμα (που ενίοτε κατονομάζονται), από τόπους γνωστούς, από την πολιτική επικαιρότητα ή από το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν. Παραδείγματος χάρη, οι Καλαβρυτινοί μαστόροι και το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εμπλέκονται στην φανταστική ιστορία της Απειλής. Προσοχή όμως, δεν αναπαριστά τα ήδη γνωστά, δεν περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά συνθέτει με τα υλικά αυτά μιαν άλλη ιστορία. Αυτόνομη, ανεξάρτητη, εντελώς διαφορετική και με άλλη θεματική. Την οποία και αφηγείται.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Το μυθιστόρημα είναι μια αλληγορία κόλασης. Και αυτή η κόλαση έχει γεωγραφικό προσδιορισμό. Είναι μέσα στο ταραγμένο μυαλό του ήρωα, του Γεράσιμου Γιαννίδη, που είναι Νομάρχης, που ήταν αντάρτης, που σπούδασε στη Φιλοσοφική, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που γνώρισε χούντα και βασανιστήρια, που πήγε στο Συνέδριο της Δρέσδης με πρόταση για την πόλη, που έκανε πράγματα για τα οποία ντρέπεται, που δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους εφιάλτες, που είχε όνειρα και όλα διαψεύστηκαν.
Ο συγγραφέας αξιοποιώντας τα διδάγματα του υπερρεαλισμού μπαινοβγαίνει στο όνειρο και στην πραγματική ζωή. Και όλα εκείνα τα τρομακτικά και αηδιαστικά μπορεί να μεταφορικά ή ένα κακό όνειρο ή διαστροφή του νου που τα γεννάει ή ενοχές και τύψεις ή αγωνίες, με στόχο την αφύπνιση του αναγνώστη. Ο λαός λέει ότι από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ο συγγραφέας ποιητής είναι ένας «τρελός» που μέσα από το παραλήρημα του ήρωά του λέει την αλήθεια. Κι αυτή η μεταφορική αλήθεια και η μεταφορική καταβύθιση στο βούρκο είναι η άλλη όψη της πραγματικότητας. Κι έτσι μας δείχνει την αλήθεια σαν ψέμα, αλλά το ψέμα του είναι αληθινό. Είναι όλα αυτά που έγιναν και έκαναν τη ζωή μας, από μικρό χωριό που ήταν, ωραίο νεκροταφείο που επεκτείνεται και δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα της αλληγορίας.

 

Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας

 

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ

oanagnostis.gr, 29.12.2014

Η βαθύτερη ουσία που καθοδηγεί την αφηγηματική γραμμή του Μάριου Μιχαηλίδη, όπως και τα βήματα των προσώπων, πάνω στη ζωή των οποίων έσκυψε, είναι κυρίως η μοίρα των ανθρώπων που εκδιώκονται από τις πατρογονικές τους εστίες, η ψυχολογία του πρόσφυγα, η συναίσθηση του ξεριζώματος, που την έζησε πολλάκις, όχι μόνο μια φορά, ο Έλληνας της περιφέρειας του Ελληνισμού.
Είναι η μοίρα που έχει επηρεάσει με τρόπο απόλυτο και καθοριστικό τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, τους Έλληνες της Κύπρου, τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, τους Βορειοηπειρώτες, τους Έλληνες των πόλεων με τα ελληνικά ονόματα στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου που κατέληξαν στα ρωσικά παράλια, μετά τη γενοκτονία που υπέστησαν από τους Τούρκους, και υπήρξαν, αργότερα, τα θύματα των μεγάλων σοβιετικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές μετά τη πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.
Γι’ αυτό, ίσως, και όχι τυχαία, παρά τον κίνδυνο να φιλολογήσει μέσα στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, εντάσσει έντεχνα και ακριβολόγα τον πάντα σοφό και πικρό λόγο του Γιώργου Σεφέρη:

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η λέξη «πραμάτεια», εκεί που την εντάσσει ο ποιητής, είναι συγκλονιστική, και ομολογουμένως, πολλοί από τους κατατρεγμένους ανθρώπους των σελίδων του βιβλίου του Μάριου Μιχαηλίδη, άγονται και φέρονται από τρίτους, μέσα σ’ ένα κλίμα αγωνίας και διώξεων, σαν «πραμάτεια».

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

http://www.bookpress.gr, 19.7.2014


Οι πρωταγωνιστικές φιγούρες της συναρπαστικής αφήγησης του Μάριου Μιχαηλίδη χαράσσονται στη μνήμη των συγχρόνων που σήμερα επαναπροσδιορίζουν όσα έμαθαν στην Ιστορία. Μια Ιστορία όχι και τόσο μακρινή που διδάσκει «πώς πλήρωσαν και πληρώνουν οι πολλοί τα ανομήματα εκείνων που αποφασίζουν για τις τύχες των λαών». Ποιος μας βεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει μια νέα ιστορία που θα γραφεί για το σήμερα, μια εποχή με ευδιάκριτα τα προμηνύματα του χαμού; Ας ελπίσουμε ότι ο λαός αυτός που πίστεψε σε αξίες και συντήρησε προσδοκίες, έστω κι αν προδόθηκε, είναι άξιος να σηκώνει το κεφάλι. Την τελευταία έστω στιγμή. Από την απόγνωση στον θρίαμβο. «Αυτό που η μνήμη αιχμαλωτίζει και αδιάκοπα συντηρεί, καθώς εμπίπτει στο άχρονο, από μια άποψη είναι εξωανθρώπινο. Ωστόσο, αυτό είναι που ανδρώνει τα όνειρα και γεννά ελπίδες».

 

ΕΥΜΟΡΦΙΑ ΖΗΣΗ

http://www.diavasame.gr, Ιούνιος 2014


Η αφήγηση των ιστοριών δεν είναι γραμμική, αλλά υπάρχουν αναδρομές στο παρελθόν της ζωής των ηρώων, και πάλι επιστροφή στο παρόν της αφήγησης και έτσι μέσα από τις τραγικές μνήμες της ηρωίδας μάς αποκαλύπτεται το χρονικό του ξεριζωμού: «…Όλα έμοιαζαν με παραμύθι. Το ’λεγε και το ξανάλεγε ψιθυριστά για να τ’ ακούσει και να πιστέψει πως υπήρχε, πως αυτή ήταν η Μαρία από την Αλάγια των Ρωμιών. Πίεζε το μυαλό της για να τα χωρέσει όλα τούτα που έμοιαζαν βράχια ασήκωτα…» (σελ. 53). Ιδιαίτερο στοιχείο της αφήγησης αποτελεί ο τρόπος απόδοσης των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων και κυρίως της κεντρικής ηρωίδας με τη χρήση έντεχνου και ποιητικού λόγου: «Ο ξεριζωμός άφησε μέσα της χαρακιές, που ο χρόνος δεν έλεγε να τις επουλώσει. Έρχονταν στιγμές, που άνοιγαν και ήταν σαν να στάζει αίμα και μια πίκρα στέγνωνε τα χείλια της» (σελ. 71). Με την παράθεση των στίχων από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός» αποτυπώνεται σε λίγες γραμμές με καίριο τρόπο η θεματική του βιβλίου που αφορά το ριζικό του πρόσφυγα: «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου/τη σκέψη/του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια/δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς» (σελ.95).

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

FRACTAL 02/03/2016

Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΆΝΕΤΑΙ

Ο συγγραφέας ταυτίζεται με την οικογένεια της Μαρίας και μέσα από τη πορεία της από την Αττάλεια στη Λευκωσία με λόγια απλά περιγράφει τα βιώματα της, το πόνο του ξεριζωμού , την αγωνία, τον φόβο και τα βάσανα τους, τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής. Κι όλα αυτά τα συναισθήματα έρχονται να ξυπνήσουν τα δικά μας συναισθήματα και να νοιώσουμε το βάθος των ιστορικών στιγμών που ζήσαμε, αλλά και εξακολουθούμε να ζούμε και τώρα. Γιατί σήμερα βορειοδυτικά της Αττάλειας, στις ακτές του Αιγαίου, κάποιοι άλλοι πρόσφυγες, από τη Συρία αυτή τη φορά, προσπαθούν να φτάσουν στα ελληνικά νησιά για να σωθούν από τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει στην πατρίδα τους. Κι η θάλασσα του Αιγαίου ξεβράζει κάθε τόσο πτώματα παιδιών και αθώων ανθρώπων, που αναζητούν σωτηρία στην πολιτισμένη Ευρώπη, μια Ευρώπη που πολλά κράτη της δυστυχώς τους κλείνουν τη πόρτα. Κι η ιστορία επαναλαμβάνεται με το χειρότερο τρόπο.
Το διήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη, η ιστορία ουσιαστικά της οικογένειας του, εκτός από τη συγκίνηση που μας προκαλεί, μας δείχνει πόσο εύκολα και πόσο ωμά διαλύονται ζωές και χάνονται πατρίδες με αποφάσεις των ισχυρών που διαχειρίζονται τις τύχες των λαών.

 

 

Ο Ανακριτής

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Η Εποχή», 13.1.2013

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Κατ’ αρχάς, η α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο τρί­το πρό­σω­πο, δη­λώ­νο­ντας άλ­λο­τε έ­ναν πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και άλ­λο­τε, τις σκέ­ψεις και τις ε­ναλ­λα­γές διά­θε­σης του κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δη­λα­δή κά­τι σαν ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος. Αυ­τό το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, προ­βάλ­λει, ό­μως, ως κυ­ρίαρ­χο σε έ­να μυ­θο­πλα­στι­κό θία­σο α­πό ελ­λει­πτι­κώς σκια­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο των τριών πε­ζών εί­ναι η ι­διό­τυ­πη δο­μή τους σε σχέ­ση με την πα­ρά­με­τρο του χρό­νου, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πο­σπα­σμα­τι­κή και πο­λυε­πί­πε­δη έ­να­ντι της ευ­θύ­γραμ­μης α­νέ­λι­ξης των συμ­βά­ντων. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται έ­νας homo ludens, κα­θώς ε­πι­νο­εί στρα­τη­γή­μα­τα, α­φη­γη­μα­τι­κά και γλωσ­σι­κά, τα ο­ποία προ­δια­θέ­τουν για την έκ­πλη­ξη του τέ­λους ή, ως εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται, την α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Αν και το πρό­σφα­το βι­βλίο, ί­σως α­πο­δειχ­θεί για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, που δια­βά­ζει εν τά­χει, πε­ρισ­σό­τε­ρο του δέ­ο­ντως ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο.
Μέ­ρος της κύ­πριας ι­διο­προ­σω­πίας του Μι­χα­η­λί­δη συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με την Ιστο­ρία των Ελλή­νων. Μα­κράν του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­να­μο­χλεύει έ­να δια­χρο­νι­κό υ­πό­στρω­μα. Στο πρώ­το, «Ο Οστε­ο­φύ­λαξ», δί­νει μια ι­στο­ρι­κή φα­ντα­σμα­γο­ρία, με βά­θος χρό­νου την γέ­νε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν πρό­κει­ται για μια στα­τι­κή ει­κό­να ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρι­δίου, κα­θώς, με το τέ­χνα­σμα του ο­στε­ο­φυ­λα­κίου, α­να­δει­κνύο­νται οι με­τα­βαλ­λό­με­νες, σύμ­φω­να με τις ο­ρέ­ξεις κά­θε ε­πο­χής, προο­πτι­κές. Στο δεύ­τε­ρο, «Τα κρό­τα­λα του χρό­νου», δη­μιουρ­γώ­ντας ει­σα­γω­γι­κά μυ­θι­κή χροιά, ε­στιά­ζει στο Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843, ό­που ε­κεί α­δελ­φώ­νει τον Μα­κρυ­γιάν­νη με κύ­πριους πα­τριώ­τες. Έτσι, βρί­σκει την ευ­και­ρία να δεί­ξει τις συμ­βα­δί­ζου­σες τύ­χες του Ελλα­δι­κού κρά­τους και του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού. Στο τρί­το, ε­στιά­ζει στο τε­τρά­πτυ­χο, Χού­ντα-Πο­λυ­τε­χνείο-Κυ­πρια­κό-Με­τα­πο­λί­τευ­ση, που α­πο­τε­λεί τις πιο πρό­σφα­τες μεί­ζο­νες πε­ρι­πέ­τειες του τό­που αλ­λά και ε­κεί­νες που έ­δε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ τις τύχες Ελλάδας και Κύπρου.

 

ΠΩΛΙΝΑ ΓΟΥΡΔΕΑ


Ο συγγραφέας σκιαγραφεί έναν άκρως εφιαλτικό τόπο όπου ο ήρωάς του έρχεται αντιμέτωπος με μια καταιγιστική ροή εικόνων και συναισθημάτων από τις συναντήσεις της ζωής του. Η ιστορία αυτού του εγκλεισμού έχει διάρκεια δύο ημέρες που φαντάζουν να εκτείνονται στο διηνεκές και μας παρασύρουν σε ένα ψυχολογικό ταξίδι αυτογνωσίας. «Η αίσθηση, πως τα πράγματα δεν εκπέμπουν πια καμία απολύτως μυρωδιά, υπονομεύει τις σχέσεις με αυτά, καθώς αποσυνδέεται από το λώρο που τις γεννά. Γιατί, η κατ’ αίσθησιν αντίληψη των πραγμάτων είναι η πηγή που μέσα από αυτήν η ψυχή πρωτογενώς ψηλαφεί το σύμπαν της γνώσης».[2]

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

Το θέμα ομολογουμένως προκαλεί αναγνωστική ταραχή, ξυπνάει μνήμες από τρικυμισμένες εποχές και ταραγμένους καιρούς. Οι πιο πολλοί ξαναθυμούνται άυπνες νύχτες και σκοτεινές ώρες απ’ την απριλιανή επταετία. Τότε που η έννοια του ανακριτή ήταν ταυτόσημη με εκείνη του σκληρού και ανάλγητου βασανιστή και ο ανακρινόμενος μετατρεπόταν σε ανθρώπινο κουρέλι.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο βασανίζουσας και βασανιστικής φρίκης παραπέμπει ο αφηγημένος μύθος του νέου μυθιστορήματος του Μάριου Μιχαηλίδη Ο Ανακριτής. Όμως, καθώς προχωράει η ανάγνωση, ο αναγνώστης διαρκώς αναρωτιέται: υπάρχει πράγματι αυτός ο συλληφθείς και ο ανακρινόμενος; μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο διαταραγμένο εσωτερικά, αυτο-ενοχοποιούμενο και αυτοβασανιζόμενο μέσα σε τυραννικές φαντασιώσεις; Τελικά, μήπως ο ήρωας του βιβλίου συμβολοποιείται, εκφράζει το νευρωσικό άτομο της εποχής μας που διογκώνει, στο νοσηρό ψυχισμό του, τις σκληρές αιχμές της πραγματικότητας και αυτοπαγιδεύεται μέσα σ’ αυτές;

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 29/4/2014


Συγκεκριμένα, κάπου μετά την 23η Δεκεμβρίου, μέσα σε ένα διήμερο, σε 48 μόλις ώρες δηλαδή, εκτυλίσσεται η ιστορία μας και μάλιστα στο στενό χώρο ενός κελιού. Μια παραλλαγή του υπογείου όπου σιωπούμε του Καφταντζή ή του άλλου, εκείνου του Ντοστογιέφσκι.
Το χρονικό πλαίσιο βέβαια παραπέμπει έμμεσα και υπαινικτικά στη δολοφονία του Αμερικανού πράκτορα Ρίτσαρντ Γουέλς -σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα και ειδικού βοηθού του αμερικάνου πρέσβη Τζακ Κιούμπιτς- από την πρωτοεμφανιζόμενη τότε «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη», η οποία και ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας. Ωστόσο, αναφορικά με το συγκεκριμένο βιβλίο δε θα ’λεγα πως πρόκειται για άλλη μια απόπειρα απόδοσης της αντίστασης της γενιάς του Πολυτεχνείου, για μια ακόμη αφηγηματοποίηση της νεοελληνικής ιστορίας με την παράθεση των πρόσφατων γεγονότων της Απριλιανής επταετίας, της Κυπριακής τραγωδίας και της Μεταπολίτευσης. Η φρίκη, όπως ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε υπόθεση εξωτερική, αφού συχνά το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο λειτουργεί ως το απαιτούμενο κέλυφος άλλοθι, το αναγκαίο περίβλημα πρόφαση, προκειμένου να μνημειωθεί ο προσωπικός εφιάλτης, η εσωτερική απόγνωση και ο αυτοβασανισμός.
Συνεπώς, η χρονική διαπλοκή στην περίπτωσή μας δεν είναι απόρροια ενός αφηγηματικού τεχνάσματος του συγγραφέα, αλλά έμμεσο σχόλιο της ψυχικής αναστάτωσης που παλινδρομεί και μπαινοβγαίνει από το βιωμένο χτες στο αμφιλεγόμενο τώρα, μια παράλληλη και σε δύο επίπεδα δράση του νου, μια απόδραση εύρημα που διακρίνεται για τις έντονες διαισθητικές της δυνατότητες.

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών 7/4/2013


Το θέμα της εξουσίας, του παραλογισμού της εξουσίας καλύτερα, στα ανελεύθερα ή στα κατ’ επίφασιν ελεύθερα καθεστώτα, υπόκειται κι αυτό στην οξυμμένη και ειρωνική ματιά του Μιχαηλίδη. Τα πρόσωπα προβάλλουν αυθύπαρκτα και διακριτά. Η Αθήνα της χούντας, του αντιδικτατορικού αγώνα, του Πολυτεχνείου, των κελιών της Ασφάλειας και αντίστοιχα η Κύπρος των ίδιων χρόνων, με λόγο άλλοτε ευθύ και άλλοτε υπαινικτικό. Το χρονικό άνυσμα της νουβέλας εκτείνεται έως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αφήγηση του Μάριου Μιχαηλίδη σε κίνηση σπειροειδή, όπου τα πρόσωπα περιδινούνται σε μια προδιαγεγραμμένη πραγματικότητα, στηρίζει πολλά στον ιστό των επαναλήψεων∙ φράσεις, πρόσωπα, καταστάσεις, άλλοτε κεντρικής σημασίας και άλλοτε απλώς περιγραφικά, έρχονται και ξανάρχονται. Η φράση «δεμένος πισθάγκωνα» επαναλαμβανόμενη αποτελεί τον μίτο της αλληγορικής πρόθεσης του Μιχαηλίδη.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«Book Bar», 9.1.2013

Συναισθήματα απόγνωσης σε καφκικό περιβάλλον

Κυρίαρχο γνώρισμα της νουβέλας είναι οι ανάδρομες αφηγήσεις, μέσα από τις οποίες το κεντρικό πρόσωπο, το “θήραμα” δηλαδή προσπαθεί να ανακαλύψει τους λόγους, για τους οποίους βρέθηκε σ’ αυτήν την οικτρή κατάσταση. Έτσι, παλαιότερες δράσεις του, συμμετοχές και βιώματα προσωπικά αρχίζουν σιγά σιγά να ξετυλίγονται μπροστά μας, ρίχνοντας φως στα ερωτηματικά του ιδίου, αλλά και του αναγνώστη της ιστορίας. Οι ανάδρομες αυτές μνήμες από το κοντινό και μακρινότερο χθες, λαμβάνουν χώρα με ένα καταπελτικό σχεδόν τρόπο, που δομείται με μαεστρία από τον συγγραφέα. Στο μυαλό του θηράματος, διαρκώς στροβιλίζονται σκέψεις, και ενώ, κάθε τόσο, οι βασανιστές εισχωρούν στο κελί και αναλαμβάνουν δράση, ο ίδιος βρίσκεται ακόμα σε συνειρμική παραζάλη, ταραχή..

Ο Μάριος Μιχαηλίδης αποτυπώνει με ενάργεια τις πολύ ιδιαίτερες και εξαιρετικά λεπτές αποχρώσεις όλου του φάσματος των συναισθημάτων: του φόβου, της απόγνωσης, του πόνου, του παραλογισμού, της αηδίας για την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τον απόλυτο εξευτελισμό της. Κι όλα αυτά σε ένα κλίμα νοσηρό, συχνά σουρεαλιστικό που πολλοί χαρακτήρισαν καφκικό -συμφωνώ απόλυτα- και σε μια ατμόσφαιρα που την προσδιορίζουν: η πραγματικότητα και η φαντασία. Το ρεαλιστικό και το φαντασιακό είναι στοιχεία που συμφύρονται συνεχώς στο έργο του Μ. Μιχαηλίδη δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν παραισθητική, που κινείται μοναδικά ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο, προκαλώντας την ίδια στιγμή στον αναγνώστη συναισθήματα αποστροφής και φρίκης, αλλά συνάμα και οίκτου και ταύτισης. Νιώθει δηλαδή σαν να βρίσκεται ο ίδιος στο τραγικό αυτό κελί και να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς όλα τα δρώμενα, ή ακόμα σαν να υπόκειται ο ίδιος στον εξευτελισμό και τη βαρβαρότητα των βασανιστικών μεθόδων.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ

bookpress 12/12/2012

Διαβάζοντας τον «Ανακριτή» (Γαβριηλίδης), το τρίτο πεζογράφημα του Μάριου Μιχαηλίδη, στο μυαλό μου ήρθε η περίφημη ταινία του Μόμπιους, το εκπληκτικό εκείνο μαθηματικό αντικείμενο που έχει μόνο μία πλευρά, καίτοι τριών διαστάσεων. Όπως η «ταινία», έτσι και η νουβέλα του Μιχαηλίδη έχει ορισμένες θαυματουργές ιδιότητες, όπως να αναπλάθει διαρκώς τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη, όσο οι σελίδες του γυρνούν. Έτσι, από χρονικό μιας ανάκρισης στην εποχή της επταετίας, με τα αντίστοιχα πραγματολογικά στοιχεία, εξελίσσεται σε ρευστή αναπαράσταση ενός κόσμου δίχως όρια ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα. Στις καλύτερες στιγμές της αφήγησης οι περιγραφές της άτυπης ανάκρισης, με την ιδιότυπη χορογραφία ανάμεσα στον (αυτό)βασανιζόμενο ήρωα και τον σκιώδη ανακριτή.

 

ΤΑ ΚΡΟΤΑΛΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ελευθεροτυπία 4/9/2010
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου


Η εν λόγω αφήγηση είναι ελεγειακής πνοής, με απαστράπτον λεκτικό ποιητικής χροιάς, στο οποίο αφθονούν τα κοσμητικά επίθετα και οι υποβλητικές εικόνες. Αυτός ο τύπος της αφήγησης αναδεικνύει ακατάλυτες καταστάσεις και αρχετυπικούς χαρακτήρες, κινητοποιώντας, αλλά και συντηρώντας διά συνεχών παρεμβολών τη δεύτερη ιστορική αφήγηση, μέχρι εκείνου του καταληκτικού σημείου που θα την αφομοιώσει και θα αποκαλυφθεί το ρηξικέλευθο εύρημα του συγγραφέα. Με ένα ρητορικό ερώτημα, που απορρέει από τον τίτλο του μυθιστορήματος, εισάγεται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορικής αφήγησης: «Ποιο φάντασμα άραγε έπιανε να παίξει με τα κρόταλα του χρόνου;». Αυτό είναι ο προπάππος του «αναχωρητή». Ενας ωραίος εύελπις του ιππικού, με βαυαρική στολή, που τον πηγαίνει τέσσερις γενιές πίσω, στο σωτήριον έτος 1843. Συγκεκριμένα, στις παραμονές του Κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο Μιχαηλίδης δεν αναφέρεται στην αδυναμία της Ελλάδας να καταβάλει τα τοκοχρεολύσια του δανείου, που είχε πάρει από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε στους τρεις πρεσβευτές, Αγγλο, Γάλλο, Ρώσο, που είχαν αναλάβει την εκταμίευση, καταλύοντας την αυτονομία της χώρας. Κι αυτό, παρότι η ολέθρια οικονομική κατάσταση, όχι μόνο επέσπευσε το Κίνημα, αλλά παρουσιάζει και εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον αφετηριακό τύπο της σημερινής οικονομικής δυσπραγίας.

Ο ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΞ

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ


Πλοκή: Εφόσον ο κάθε «κιβωτιόσχημος» εκπροσωπεί μια ιστορική περίοδο αλλά και έναν ολόκληρο κοινωνικο-πολιτικο-ιδεολογικό κόσμο, μπορείτε να φανταστείτε πόσο βράζει αυτό το ιδιόμορφο βασίλειο και πόσοι το εποφθαλμιούν. Αυτός ο ύστατος σταθμός του κόσμου γίνεται πεδίο ανταγωνισμών και μαχών από τοπικές (τύπου μικροπολιτικής συμφεροντολογίας) έως εθνικές, με κοινό στοιχείο όλων τον παραλογισμό και την γελοιότητα. Βλέπετε, σήμερα που ο καθένας θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία από την σκοπιά της ιδεολογίας και του εθνικισμού που τον συμφέρει, η Οστεόπολη αποτελεί την ιδανική αφετηρία. Ο αδιατάρακτος κόσμος της θα διαταραχθεί, οστά θα θρυμματιστούν, κουτιά θα βεβηλωθούν, τοιχογραφίες θα καταπέσουν, ιερωμένοι θα αναμειχθούν, γείτονα κράτη θα θελήσουν ολίγη ξένη Ιστορία, η θλιβερή όψη των Βαλκανίων θα αναδυθεί. Όλοι διψούν για εξουσία, ακόμα και εδώ!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ


Ο Οστεοφύλακας καταδύεται στην ατομική -και κάποτε κάποτε στη συλλογική- μνήμη, για να ανασύρει από κει τα απαραίτητα θραύσματα: εφηβικούς έρωτες με την καθηγήτριά του, τεχνηέντως συγκαλυμμένους, φιλίες, φιγούρες από το ποδόσφαιρο κ.λπ. Παράλληλα ο Μιχαηλίδης, ως γνήσιος παρωδός, αναμειγνύει πρόσωπα υπαρκτά της Ιστορίας, κάπως στο περιθώριό της, με πλάσματα της φαντασίας, φόβους πραγματικούς του συλλογικού μας συνειδητού ή υποσυνειδήτου με φόβους φασματικούς, απότοκους μιας αίσθησης εθνικής μειονεξίας, που μας χαρακτηρίζει. Κάθε αποστροφή της διήγησης δίνει στον συγγραφέα την αφορμή να πραγματοποιήσει ένα σκωπτικό άλμα στην Ιστορία μας, σύγχρονη και παλαιότερη, από τον Εμφύλιο ώς τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Οστεοφύλακάς του, εκτός από σκηνοθέτης της δικής του ατομικής ιστορίας, θέλει να είναι και ο παρωδιακός θεματοφύλακας της εθνικής κιβωτού της Ιστορίας μας…

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985
Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο  Βακχικόν (2017)
Κάθε Ιούλιο επιστρέφω Βακχικόν (2019)

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010

.

ΦΩΤΟ1

.

.

ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ (2019)

Απόσπασμα

…/…
«Ξύπνα, ήρταν οι Τούρτζοι. Φωνάζουν σας να πάτε στον στρατόν».
Ήταν η μάνα μου. Στεκόταν πάνω από το κρεβάτι και μου μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω ποιοι μας φώναζαν. Από τα μεγάφωνα που ήταν στερεωμένα πάνω στα αυτοκίνητα των πραξικοπηματιών και αναμετέδιδαν το πρόγραμμα του ραδιοφώνου, ακούγονταν εμβατήρια, τα οποία διακόπτονται για να μεταδοθεί το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν, πως η Τουρκία, απροειδοποίητα και άνανδρα είχε επιτεθεί στην Κύπρο και πως «αι ημέτεραι δυνάμεις» αντιμετώπιζαν με επιτυχία την όλη κατάσταση. Οι έφεδροι καλούνταν να παρουσιαστούν αμέσως για κατάταξη στις μονάδες τους στην Εθνική Φρουρά.
Σηκώθηκα και ντύθηκα βιαστικά. Το χωριό βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση. Σε τακτά διαστήματα το ραδιόφωνο έκλεινε και ακούγονταν οι διαταγές των δικών μας οπλοφόρων, που απευθύνονταν προς όλους τους έφεδρους του χωριού και τους καλούσαν να παρουσιαστούν αμέσως στην κεντρική πλατεία για να μεταφερθούν στον χώρο κατάταξής τους.
Η μητέρα μου έβαλε μέσα σε μια τσάντα ψωμί, ελιές, χαλούμι κι ένα πλαστικό παγούρι με νερό. Ο πατέρας μου φώναζε ανάστατος και καταριόταν τους υπαίτιους του κακού που βρήκε τον τόπο, ενώ η μικρή μου αδελφή, που ήταν η μόνη που ζούσε μαζί μας, έκλαιγε για μένα, για τον άλλο μας αδελφό και για τον αρραβωνιαστικό της, που υπηρετούσαν τη θητεία τους στον στρατό.
Βγαίνοντας στον δρόμο, είδα διάφορους χωριανούς να τρέχουν προς την κεντρική πλατεία και από πίσω να τους ακολουθούν οι δικοί τους με κλάματα και κατάρες. Κρατώντας την τσάντα με το ψωμί και το νερό που μου ετοίμασε η μητέρα μου κατευθύνθηκα προς την πλατεία. Από πίσω με ακολουθούσαν ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή μου για να με αποχαιρετήσουν.
Στην πλατεία του χωριού βρίσκονταν ήδη πέντε φορτηγά αυτοκίνητα, επιστρατευμένα για τη μεταφορά των εφέδρων στον χώρο κατάταξής τους. Γύρω τους έστεκαν αυστηροί και αγέλαστοι, με ύφος αρχηγικό, οι ίδιοι οπλοφόροι της ΕΟΚΑ Β, αυτοί που γύριζαν τις προηγούμενες μέρες και φοβέριζαν το χωριό. Φώναζαν στους εφέδρους που έρχονταν να ανεβούν
γρήγορα στα φορτηγά. Γύρω στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος πολύς που είχε έρθει ν’ αποχαιρετήσει δικούς και ξένους. Ακούγονταν φωνές, κλάματα, αποχαιρετισμοί, νουθεσίες, ευχές, κατάρες. Οι έφεδροι αποχαιρετούσαν τον κόσμο και ανέβαιναν στα φορτηγά. Αποχαιρέτησα κι εγώ τους δικούς μου και κάποιους συγγενείς που ήταν μαζεμένοι στην πλατεία και προχώρησα προς τα φορτηγά. Σε λίγο είχαν όλα γεμίσει με έφεδρους, όμως παρέμεναν ακίνητα, αναμένοντας ίσως κάποια διαταγή. Πέρασε περισσότερο από μια ώρα και τα φορτηγά παρέμεναν εκεί, με τους άντρες στριμωγμένους στις κάσες τους, ενώ ο κόσμος που είχε μαζευτεί για να μας αποχαιρετήσει, αυξανόταν διαρκώς. Τελικά δόθηκε η διαταγή και ξεκινήσαμε. Ο κόσμος μάς αποχαιρετούσε κουνώντας τα χέρια του, μας αποχαιρετούσαν και οι οπλοφόροι, οι οποίοι παρέμειναν στο χωριό για επιβάλουν την τάξη.
Αποφεύγοντας τα τουρκοκυπριακά χωριά της περιοχής, κατευθυνθήκαμε βόρεια, προς τη μεριά του Πενταδαχτύλου, περάσαμε μέσα από κάτι στενούς χωματόδρομους και βγήκαμε στον νέο αυτοκινητόδρομο που συνέδεε τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο. Στρίψαμε δεξιά και πήραμε τον δρόμο προς
την Αμμόχωστο. Ταξιδεύαμε διασχίζοντας τη γυμνή από δέντρα και κατακίτρινη από την ξηρασία του καλοκαιριού πεδιάδα της Μεσαορίας. Οι κάσες των φορτηγών ήταν ακάλυπτες και στην καθεμιά βρίσκονταν στριμωγμένοι, όρθιοι, καμιά πενηνταριά άντρες. Ο ήλιος είχε ήδη ανεβεί αρκετά ψηλό στον ουρανό και μας έψηνε σιγά σιγά. Από τη μεριά του Πενταδακτύλου και της Κερύνειας, δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα στα
αριστερό μας, ακούγονταν ήχοι πυροβόλων και εκρήξεις όλμων και βομβών, που πύκνωναν ολοένα. Στον ουρανό πετούσαν σμήνη πολεμικών αεροπλάνων, τα οποία έκαναν κύκλους πάνω από την περιοχή. Κάποτε χαμήλωναν κι έριχναν βόμβες και πολυβολισμούς. Σε μια περιοχή κοντά στον Πενταδάκτυλο έριχναν αλεξιπτωτιστές.
Ήταν φανερό πως ο πόλεμος μαινόταν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ εμείς, άοπλοι κι απροετοίμαστοι, κατευθυνόμασταν προς κάποιο άγνωστό μας μέρος, για να καταταγούμε στον στρατό και να πάρουμε όπλα. Με αγωνία κοιτάζαμε στον ουρανό, περιμένοντας να δούμε τα ελληνικά αεροπλάνα να έρχονται και να διώχνουν τα τουρκικά. Όμως αυτά αργούσαν και η αίσθηση της απελπισίας και της εγκατάλειψης μεγάλωνε μέσα μας.
Σε κάποια στιγμή μάς εντόπισαν τα τουρκικά αεροπλάνα κι ένας σχηματισμός με έξι από αυτά πέταξαν χαμηλά από πάνω μας κι έφυγαν προς τη μεριά του Πενταδακτύλου. Σε λίγο επέστρεψαν. Πετούσαν χαμηλά, σε σχηματισμούς ανά δύο. Ξαφνικά μπήκαν σε φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από πάνω από τα φορτηγά, έκαναν στροφή αριστερά κι έφευγαν αφήνοντας πίσω τους έναν τρομαχτικό ήχο.
Ξαφνικά, το τελευταίο από αυτά χαμήλωσε περισσότερο κι έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή πάνω στα αυτοκίνητα. Στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσε αυτό, οι έφεδροι που βρισκόμασταν στο τελευταίο φορτηγό ακούσαμε σφαίρες να χτυπούν πάνω στην άσφαλτο και να την κόβουν κομμάτια και είδαμε να θερίζουν τους χαμηλούς θάμνους που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Κάποιες από τις σφαίρες χτύπησαν ένα από τα φορτηγά. Ο θόρυβος των αεροπλάνων και ο κρότος που έκαναν οι σφαίρες χτυπώντας πάνω στο μέταλλο του αυτοκινήτου, έφεραν ταραχή και αναστάτωση σε όλους. Ήμασταν εντελώς απροστάτευτοι.
Τα φορτηγά έκαναν κάποιους ελιγμούς και σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου. Πηδήξαμε έξω από αυτά και αναζητήσαμε καταφύγιο μέσα στα χαντάκια που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Φοβόμασταν μήπως τα αεροπλάνα επιστρέφουν, αφού πια είχαμε γίνει στόχος. Σε λίγο είδαμε τους επιβάτες του πρώτου φορτηγού να κατευθύνονται μέσα από τα χωράφια σ’ ένα χωριό που βρισκόταν στα δεξιά, ένα ή δυο χιλιόμετρο πιο μέσα από τον αυτοκινητόδρομο. Κάποιος φώναξε πως ήταν διαταγή να πάμε όλοι προς τα εκεί.
Περνώντας δίπλα από το φορτηγό που προπορευόταν του δικού μας, είδα κάποιον να προσπαθεί να κατεβεί από την κάσα του αυτοκινήτου. Τον πλησίασα. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι του συνέβαινε, είδα το πουκάμισό του μπροστά ματωμένο. Ήταν τρομαγμένος και πονούσε. Ένας άλλος έφεδρος πλησίασε. Τον κατεβάσαμε όσο πιο προσεκτικά μπορούσαμε και τον ξαπλώσαμε πάνω στην άσφαλτο. Είχε τις αισθήσεις του και βογκούσε από τον πόνο και την ταραχή του. Αιμορραγούσε, όμως δεν ξέραμε από ποιο μέρος του σώματός του και δεν είχαμε ούτε επίδεσμο ούτε άλλον τρόπο να τον βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάει αμέσως σε νοσοκομείο αλλά πώς;
Στεκόμασταν και κοιτάζαμε αμήχανοι τον δρόμο. Ο πληγωμένος είχε αρχίσει να χάνει σιγά σιγά τις αισθήσεις του. Του μιλούσαμε, προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, αλλά ήμασταν και οι ίδιοι σε απόγνωση.
…/…

.

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ (2017)

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ

       Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην εντός των τειχών πόλη, στον πρώτο όροφο μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας, χωρίς ανελκυστήρα και με μακριούς ανοιχτούς στην εξωτερική τους πλευρά διαδρόμους, στους οποίους άνοιγαν οι εξώπορτες των τεσσάρων διαμερισμάτων τού κάθε ορόφου, καθώς και τα παράθυρα των κουζινών τους. Αυτό της επέτρεπε να παρακολουθεί την κίνηση των ενοικιαστών των διαμερισμάτων τού δικού της ορόφου. Πότε έφευγαν, πότε έρχονταν, πότε μαγείρευαν στις κουζίνες τους, πότε έσβηναν το φως για να κοιμηθούν. Ζούσε μόνη και οι λίγες επισκέψεις που δεχόταν ήταν από τον γιο της, που ήταν γιατρός, οικογενειάρχης και πολυάσχολος.
       Ήταν μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, όπως και οι περισσότεροι ένοικοι του κτιρίου, μοναχική, όπως και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι, ακόμη κι αν ήταν μικρότερης ηλικίας από εκείνη, της φαίνονταν γέροι. Δεν είχε καμιά επιθυμία και κανένα ενδιαφέρον να συναναστρέφεται μαζί τους. Στον ίδιο όροφο μ’ αυτήν ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα, έτσι την έβλεπε, κι ας ήταν νεότερη ή τουλάχιστον συνομήλικη της, καθώς κι ένα ζευγάρι λίγο πιο πάνω από τη μέση ηλικία, με τους οποίους δεν είχε καθόλου πάρε δώσε και δεν αντάλλαζε πολλά λόγια, πέρα από έναν χαιρετισμό όταν τύχαινε να συναντηθούν στον διάδρομο. Εξάλλου, τι θα είχε να πει μαζί τους; Ήταν όλοι τους άνθρωποι απλοϊκοί, ανήκαν σε άλλη τάξη, πιο λαϊκή, πέρασαν τη ζωή τους εργαζόμενοι σε οικοδομές, σε χειροτεχνίες και σ’ εστιατόρια. Ενώ αυτή, σύζυγος γιατρού, που πέθανε κάπως νωρίς και την άφησε χήρα, μ’ έναν γιο επίσης γιατρό κι έναν άλλο οικονομολόγο, που ζούσε στο εξωτερικό, έζησε διαφορετικά, είδε άλλα πράγματα στη ζωή της, ταξίδεψε σε άλλες χώρες, επισκέφτηκε μεγάλα μουσεία, παραβρέθηκε σε πλούσιες κοσμικές δεξιώσεις, παρακολούθησε μουσικές συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις σε μεγάλα λαμπερά θέατρα, συνάντησε ενδιαφέροντες ανθρώπους.
       Παρόμοιοι με τους διπλανούς της ήταν και οι ένοικοι των άλλων δύο ορόφων της πολυκατοικίας, οι οποίοι ζούσαν χρόνια εκεί, στα ίδια διαμερίσματα. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε ένα διαμέρισμα στον ίδιο όροφο με τον δικό της, όπου οι ένοικοι εναλλάσσονταν κάθε λίγο. Το παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και εξέταζε με προσοχή κάθε καινούργιο πρόσωπο που ερχόταν. Ήταν συνήθως άντρες μέσης ηλικίας, άτομα μοναχικά, χωρίς οικογένεια, τεχνίτες που εργάζονταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, είτε υπάλληλοι σε κάποια υπηρεσία, όλοι τους κατά κανόνα σοβαροί και λιγομίλητοι. Δεν έβλεπε κανένα ενδιαφέρον πρόσωπο, με το οποίο να ήθελε να αναπτύξει κάποια σχέση. Έτσι η ζωή της στην πολυκατοικία κυλούσε μοναχική και πληκτική, περιμένοντας πότε θα ερχόταν ο γιος της να την επισκεφτεί ή να την πάρει στο σπίτι του για φαγητό κάποια Κυριακή ή γιορτή το μεσημέρι, κι αυτό όχι και πολύ συχνά.
       Μια μέρα μετακόμισε στο τέταρτο εκείνο διαμέρισμα του ορόφου της, το οποίο είχε αδειάσει τελευταία, ένας νέος άντρας. Τον κοίταξε καθώς περνούσε μπροστά από την πόρτα της και τον χαιρέτησε ευγενικά. Εκείνος ανταπέδωσε, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη. Τον κοίταξε ξανά, της φάνηκε διαφορετικός από τους άλλους. Από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος της τον παρακολουθούσε να μεταφέρει τα πράγματά του στο διαμέρισμα: ράφια για βιβλία, βαριά χάρτινα κιβώτια διαφόρων μεγεθών, τα οποία, ήταν σίγουρη, περιείχαν τα βιβλία του, τελάρα ντυμένα με κανναβάτσο
για ζωγραφική, ένας τρίποδας, ένα κιβώτιο μεταλλικό, που θα πρέπει να είχε μέσα μπογιές, πινέλα και άλλα πράγματα σχετικά με τη ζωγραφική. Έτσι φανταζόταν το περιεχόμενο του κιβωτίου. Όλα αυτά της κίνησαν την περιέργεια και βάλθηκε να παρακολουθεί, πότε από τη μισάνοιχτη εξώπορτα του διαμερίσματος της, πότε από το παράθυρο της κουζίνας της, το οποίο έβλεπε στον διάδρομο, όλη την κίνηση. Παρακολουθούσε το διαμέρισμα ακόμη και το βράδυ και πρόσεξε πως το φως, όπως μπορούσε να διακρίνει από το γυάλινο παράθυρο της κουζίνας, ήταν αναμμένο ως αργά. Θα δουλεύει, σκεφτόταν, ζωγραφίζει ή διαβάζει, μπορεί και να γράφει κιόλας. Ίσως να είναι ένας συγγραφέας ή ένας ποιητής. Και ζωγράφος, βέβαια…
       Όλη τη νύχτα η φαντασία της ήταν σε έξαρση και δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Το πρωί παραφύλαγε, καθισμένη μπροστά από την ανοιχτή της πόρτα, περιμένοντάς τον να βγει. Εκείνος βγήκε. Φορούσε ρούχα οικοδόμου, μάλλον ελαιοχρωματιστή, κρίνοντας από τις μπογιές στο παντελόνι του. Πώς ήταν δυνατό να είναι ελαιοχρωματιστής και να κουβαλήσει όλα εκείνα τα βιβλία, τις μπογιές και τα τελάρα με το κανναβάτσο; Ή μήπως οι μπογιές στα ρούχα του ήταν από αυτές της ζωγραφικής; Ναι, συμβαίνει κι αυτό, αφού δουλεύει με χρώματα.
       Τον παρατηρούσε με προσοχή. Ήταν νέος πολύ, θα μπορούσε να ήταν και γιος της, σκέφτηκε, μα έδιωξε γρήγορα τη σκέψη. Τι σημασία είχε αυτό; Της φάνηκε συμπαθητικός, ίσως και ωραίος, και σίγουρα με κάποια καλλιέργεια.
       Εκείνος πέρασε από μπροστά της και τη χαιρέτησε ευγενικά, της χαμογέλασε κιόλας. Ξαφνικά κάτι σκίρτησε μέσα της. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Καθόταν όλη μέρα και τον περίμενε να επιστρέψει, να τον χαιρετήσει, να του ανταποδώσει το χαμόγελο…
       Οι μέρες περνούσαν. Τον περίμενε και το πρωί και το βράδυ και τα Σάββατα και τις Κυριακές… Ντυνόταν με ιδιαίτερη φροντίδα, χτένιζε τα μαλλιά της, περιποιόταν τα νύχια της, έβαφε τα μάγουλά της, και τον περίμενε. Για ένα καλησπέρα ; το βράδυ, για μια καλή μέρα το πρωί. Έτσι, κάθε μέρα…
       Τον βλέπει και η καρδιά της ταράζεται. Τον χαιρετά, του χαμογελά, αυτός ανταποδίδει… Θέλει να τον καλέσει για καφέ, ή να του μαγειρέψει κάτι. Να τον ρωτήσει, να μάθει γι’ αυτόν. Φαίνεται τόσο μόνος. Το σκέφτεται και ντρέπεται για τις σκέψεις της και την επιμονή της. Τι μπορεί να ζητά από αυτόν; Είναι τόσο νέος. Κοκκινίζει όλο της το πρόσωπο καθώς κοιτάζεται στον καθρέφτη, για πολλοστή φορά, φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Μέσα της ξυπνούν τόσα πολλά!…
       Ξέρει. Όλα τα ξέρει… Αλλά πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα κι ερωμένη του!…

.

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

       Καλύτερα να μην έρθει μαζί μας η γυναίκα σας, είναι νέα, είναι και έγκυος, δεν ξέρεις τι συναισθήματα μπορεί να προκαλέσει στις φυλακισμένες» είπε ο Σταύρος. Εργαζόταν στο υπουργείο Πολιτισμού και ήταν υπεύθυνος του προγράμματος «Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο», που λειτουργούσε τότε και κάλυπτε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και είχα δεχτεί την πρόσκληση με κάποιες επιφυλάξεις και αυτό που επικράτησε τελικά στην αποδοχή της ήταν το στοιχείο της πρόκλησης που εμπεριείχε, η τοποθέτηση αυτή έδινε μια άλλη διάσταση στο όλο εγχείρημα. Το κατάλαβε και η γυναίκα μου, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Θα έμενε στο ξενοδοχείο μέχρι να γυρίσω.
       Το φθινόπωρο μόλις είχε ξεκινήσει και οι μέρες ήταν ακόμη μεγάλες και ζεστές. Μαζί με τον Σταύρο, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του αυτοκινήτου, και την Άννα, μια συνεργάτιδά του κοινωνιολόγο, ξεκινήσαμε λίγο μετά το μεσημέρι από το ξενοδοχείο που μέναμε στο κέντρο της Αθήνας. Διασχίσαμε την πόλη και κατευθυνθήκαμε προς τις φυλακές. Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ’ έναν χώρο στάθμευσης έξω από τη γυναικεία πτέρυγα και προχωρήσαμε προς μια βαριά σιδερένια πόρτα, η οποία άνοιξε αμέσως και έκλεισε πίσω μας μόλις μπήκαμε μέσα. Μας υποδέχτηκαν δυο γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες φάνηκε πως γνωρίζονταν με τους συνοδούς μου. Προχωρήσαμε μέσα από έναν διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες στη δεξιά του πλευρά και μεγάλα παράθυρα, που έβλεπαν σε μια ανοιχτή αυλή, στην άλλη, προς την αίθουσα ψυχαγωγίας, όπως λεγόταν. Εκεί βρίσκονταν κιόλας μαζεμένες αρκετές γυναίκες, ενώ άλλες έρχονταν κι έπαιρναν θέση στα χαμηλά και χωρίς πλάτη καθίσματα που ήταν τοποθετημένα ακανόνιστα μέσα στην αίθουσα. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά σαρανταριά, μπορεί και περισσότερες. Αυτές θα ήταν το ακροατήριό μου κι εγώ θα τους μιλούσα για ποίηση.
       Μαζί με τον Σταύρο και την Άννα πήραμε τη θέση μας μπροστά από ένα τετράγωνο τραπέζι, γύρω από το οποίο υπήρχαν τρεις κανονικές ξύλινες καρέκλες. Στην πλευρά της αίθουσας που βρισκόταν στα αριστερά μας υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην ίδια εσωτερική αυλή, η οποία φαινόταν από τον διάδρομο. Από εκείνο το παράθυρο έμπαινε το φως που φώτιζε την αίθουσα. Στην αυλή κυκλοφορούσαν μερικές γυναίκες, αυτές που δεν θέλησαν να έρθουν στη συνάντηση, αφού η συμμετοχή ήταν εθελοντική.
       Πριν αρχίσω την ομιλία μου, για την οποία είχα αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσω γραπτό κείμενο, κοίταξα ξανά το ακροατήριο: ήταν όλες γυναίκες, διαφορετικής ηλικίας και εμφάνισης, κάποιες ήταν επιδεικτικά ατημέλητες και απεριποίητες και κάποιες άλλες ήταν εντελώς το αντίθετο, βαμμένες και περιποιημένες, με φροντισμένη ενδυμασία. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιες πολύ όμορφες, πράγμα που ένας άντρας δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητο. Υπήρχαν και μερικές που εμφανίστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, με υπερβολικά ανοιχτά ντεκολτέ είτε υπερβολικά κοντές φούστες και κάθισαν με τρόπο ώστε να προκαλέσουν και να τραβήξουν τα βλέμματά μας. Τουλάχιστον εμάς, των δύο ανδρών, που βρισκόμασταν στην αίθουσα. Όπως με είχαν ενημερώσει οι συνοδοί μου καθώς κατευθυνόμασταν προς τις φυλακές, οι πιο πολλές γυναίκες βρίσκονταν εκεί για ναρκωτικά, κάποιες για ερωτικές ιστορίες και εγκλήματα πάθους, ακόμη και για φόνους. Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν και θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο.
       0 Σταύρος με παρουσίασε στο ακροατήριο, με λίγα βιογραφικά σε συντομία και χωρίς υπερβολές, όπως είχαμε συνεννοηθεί, και μπήκα κατευθείαν στο θέμα. Μιλούσα έχοντας μπροστά μου πάνω στο τραπέζι κάποιες σημειώσεις και μερικά φύλλα με ποιήματα, τα οποία ήθελα να διαβάσω:
       «Η ποίηση προσεγγίζει, μελετά και γνωρίζει τον κόσμο μ’ έναν δικό της τρόπο. Τον προσεγγίζει μέσα από λέξεις και εικόνες συγκινησιακά φορτισμένες, που συχνά κρύβουν μέσα τους τα στοιχεία του ξαφνικού και του παράδοξου, ή που αποκαλύπτουν πολλές φορές διάφορα επάλληλα στρώματα νοημάτων. Είναι τα νοήματα που ταυτίστηκαν και ενσωματώθηκαν μέσα στις λέξεις στους αιώνες της χρήσης τους από ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων και κοινωνικών πραγματικοτήτων…. Η ποίηση είναι μια άλλη ματιά στον κόσμο. Μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο ανοίγει κάποιες διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής μας… Να, στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…»
       Στο σημείο αυτό διάβασα κάποιους στίχους από το ποίημα. Μερικές γυναίκες παρακολουθούσαν με προσοχή, άλλες άκουγαν σιωπηλά. Εξαίρεση αποτελούσε μια νέα, ψηλή και λεπτή γυναίκα με ωραίο πρόσωπο, που καθόταν μόνη, βυθισμένη στον εαυτό της, και δάκρυζε. Την κοίταζα και σκεφτόμουν πως δεν ήταν δυνατό να τη συγκίνησε τόσο πολύ ο Μαγιακόφσκι. Μάλλον κάτι άλλο θα την απασχολούσε, και το όλο κλίμα που είχε διαμορφωθεί την έκανε να το νιώθει πιο έντονα.
       Ενώ μιλούσα, ένιωθα τα βλέμματα των ακροατριών μου να με εξερευνούν επίμονα. Δεν κοίταζαν έναν ομιλητή, αλλά έναν άντρα. Σίγουρα είχε δίκιο ο Σταύρος όταν μου είπε πως καλύτερα να μην μας συνόδευε η γυναίκα μου, στην κατάσταση της προχωρημένης εγκυμοσύνης που βρισκόταν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τόσο ο ίδιος όσο και η Άννα συνόδευαν ομιλητές στις γυναικείες φυλακές. Ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που το θέμα της ομιλίας αφορούσε τη λογοτεχνία, και ήταν περίεργοι να δουν τις αντιδράσεις των φυλακισμένων γυναικών. Μερικές έσκυβαν μπροστά, έτσι που τα στήθη τους να προβάλλονται μέσα από το βαθύ ντεκολτέ τους, άλλες μετακινούνταν ή άλλαζαν τη στάση που κάθονταν, αποκαλύπτοντας όσο περισσότερο μπορούσαν τα γυμνά τους πόδια. Σκεφτόμουν πως η στάση και η συμπεριφορά τους πρόδιδε τις σκέψεις, ίσως και τις φαντασιώσεις που έτρεφαν μέσα τους.
       Κάποια στιγμή, μία από τις όμορφες νεαρές γυναίκες ζήτησε τον λόγο:
       «Μήπως ο ποιητής έπαιρνε κάποιο ναρκωτικό, κάτι σαν LSD;» ρώτησε.
       Ομολόγησα πως δεν γνώριζα αν ο ποιητής έπαιρνε ναρκωτικά και αν την εποχή εκείνη, αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχε τέτοιο ναρκωτικό. Μια άλλη γυναίκα, κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, που φαινόταν να διαθέτει κάποια μόρφωση, είπε πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αυτό το ναρκωτικό. Τότε η πρώτη παρατήρησε πως ναι, πιθανόν να μην υπήρχε, αλλά ο ποιητής θα πρέπει να είχε βρει κάποια δική του φόρμουλα, που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα, αφού και αυτή, ύστερα από κάποια δόση LSD, είχε αναφέρει και κάποιους αριθμούς, δοκίμασε ακριβώς την ίδια εμπειρία που περιγράφεται στο ποίημα. Την είχε επισκεφτεί ο ήλιος, με τη μορφή ολόλαμπρου νέου, στο δωμάτιό της.
       Στη συνέχεια κάποιες άλλες γυναίκες πήραν τον λόγο και άρχισαν να περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες από τις συναντήσεις τους με τον ήλιο. Όλα αυτά έκαναν τη δική μου δουλειά ως ομιλητή πολύ πιο εύκολη, αλλά και ενδιαφέρουσα. Αντί να διδάξω, διδασκόμουν ο ίδιος…
       Η Άννα, ως κοινωνιολόγος, παρακολουθούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον τη συζήτηση και σημείωνε κάτι στο ημερολόγιο που κρατούσε.
– Ξαφνικά η αίθουσα γέμισε φως. Στο πλατύ ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή των φυλακών εμφανίστηκε ο ήλιος, ο οποίος έμπαινε ολόλαμπρος και στη δική μας αίθουσα.
       «Να και ο ήλιος» είπα, «μπήκε και στο δικό μας δωμάτιο».
       Κάποιες χαμογέλασαν, άλλες κοίταζαν σιωπηλές, και η κουβέντα μας συνεχίστηκε με την ανάγνωση και τον σχολιασμό άλλων ποιημάτων. Η συνάντησή μας κράτησε δύο σχεδόν ώρες, λίγο περισσότερο απ’ όσο προβλεπόταν, και μάλλον πήγε καλά. Ήταν όλες οι γυναίκες εκεί, εκτός από τη νέα εκείνη που δάκρυζε και η οποία, σε κάποιο στάδιο της ομιλίας, σηκώθηκε και σχεδόν κλαίγοντας βγήκε από τη αίθουσα. Την είδα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Εξάλλου, τι μπορούσα να κάνω; Όλες ήταν ελεύθερες να μείνουν ή να φύγουν.
       Κι όμως, εκείνη η νέα και όμορφη γυναίκα με τα δακρυσμένα μάτια ήταν που ακύρωσε, με ό,τι ακολούθησε, κάθε αίσθηση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας. Γιατί, φεύγοντας, δίπλα ακριβώς από τη βαριά σιδερένια πόρτα απ’ όπου είχαμε μπει, καθόταν πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα, φρουρούμενη από δύο γυναίκες δεσμοφύλακες, η ίδια εκείνη γυναίκα. Είχε τα δυο της χέρια τυλιγμένα με χοντρές γάζες γύρω από τους καρπούς. Το αίμα είχε βάψει τις γάζες και το ελαφρύ της φόρεμα.
       «Έκοψε τις φλέβες της πριν από λίγο» είπε μία από τις γυναίκες δεσμοφύλακες.
       «Απόπειρα αυτοκτονίας» πρόσθεσε ή άλλη, «ευτυχώς την προλάβαμε, περιμένουμε το νοσοκομειακό να την πάρει».
       Βγήκαμε από τη σιδερένια πόρτα, που έκλεισε πίσω μας με μεταλλικό θόρυβο.
       Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τους ψηλούς τοίχους τηςφυλακής.

.

Το ημιτελές ποίημα 2014

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

Μες στη ροή (2009)

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

Από το ελάχιστον  (2001)

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

Το νερό της μνήμης    (1998)

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

Το σπίτι κι ο χρόνος   (1990)

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

Η στέρνα των ερώτων  (1987)

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

Περαστική άνοιξη  (1984)

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

Μεγάλο που ήταν το Φεγγάρι  (1980)

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

Αυτοβιογραφία  (1972)

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

Η ΑΓΝΩΣΤΗ
Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ
Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

VERUM DICERE
(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ
Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

ΘΑΛΑΣΣΑ
Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 19/11/2018  
 

Σε στέρεα αυτοβιογραφικά θεμέλια

Τα πλείστα διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη έχουν φιλοσοφικό υπόβαθρο, διαπνέονται από την προβληματική των υπαρξιακών αναζητήσεων και συνάμα διακρίνονται από μια πηγαία και ατόφια ποιητική διάσταση. Όλα δε έχουν στέρεα θεμέλια στις ρίζες της αυτοβιογραφίας. Ελαύνονται από διαφορετικά ερεθίσματα, από διαφορετικές εποχές, διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, έχουν όμως όλα στο επίκεντρο τους τον άνθρωπο, ως κοινωνικό αλλά κυρίως ως πνευματικό ον. Η βασική θεματική αλλά και αισθητική κατηγορία που διαπερνά όλο το βιβλίο, έχω τη γνώμη πως είναι ο ουμανισμός στην ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου.

Αρκετά από τα διηγήματα του Γ.Μ. θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στον ποιητικό, παρά στον πεζό λόγο. Ακόμη κι όταν ο Γ.Μ. πεζογραφεί, έχω την αίσθηση πως ο ποιητής Μολέσκης χώνει το πρόσωπο του μέσα στο δωμάτιο. Αυτό θα έλεγα, κάνοντας κι ένα λογοπαίγνιο με τον τίτλο του βιβλίου. Πχ στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» (σελ.9-14) θεματοποιείται η ιδέα της αιώνιας νεότητας που θέλγει τους λογοτέχνες, και όχι μόνον αυτούς, ανά τους αιώνες. Αυτή η ιδέα υμνείται εδώ με συγκίνηση, δέος, ιδιαίτερη τρυφεράδα και ποιητική παραστατικότητα.

Σημαντικό μερίδιο στα θεματικές του Γ.Μ. καταλαμβάνουν η ζωή και ο θάνατος. Αυτό, κατά κύριο λόγο, συμβαίνει σε τρία διηγήματα. Τα παραθέτω με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο: α) «Παρατηρητής σε ξένη κηδεία», (σελ. 29-32) β) «Μια κηδεία στο χωριό» (σελ. 33-36) και γ) «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω». (σελ. 37-42) Συχνά ο συγγραφέας λειτουργεί και ως παρατηρητής – σχολιαστής, αμέτοχος στα δρώμενα που λαμβάνουν χώρα δίπλα του ή μπροστά του. Αλλά πάντα πραγματεύεται τις μεγάλες φιλοσοφικές κατηγορίες. Στο πρώτο διήγημα, με αφορμή την τυχαία παρουσία του σε μια κηδεία και τα ερωτικά φιλιά που αντάλλαξαν δυο ζευγάρια μετά το πέρας της τελετής, ο Γ.Μ. μιλά για τη ζωή και το θάνατο και προπαντός για το τι είναι αυτό που μπορεί να ακυρώσει τον τελευταίο.

Η νηφαλιότητα της προσέγγισης του προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη σκέψη του. Ομόθεμο «εξωτερικά» αλλά και «εσωτερικά» είναι το δεύτερο διήγημα όπου ο συγγραφέας επίσης πραγματεύεται εκ νέου την ακύρωση του θανάτου. Και το πράττει με ζέση και τρυφεράδα, αναζητώντας διεξόδους συνειδησιακά λυτρωτικές. Στο τρίτο διήγημα, επίσης, θεματοποιούνται η ζωή, ο θάνατος και το βαθύτερο νόημα τους. Εδώ η ασταμάτητη βροχή, ως οπτικό και ηχητικό φόντο με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπερικλείει, σηματοδοτεί τη συνέχεια της ζωής. Ο Γ.Μ. αντικρίζει το θάνατο με στωικότητα, αλλά και υπερβατική, φιλοσοφική διάθεση. Θλίβεται μεν αλλά δεν συνθλίβεται και, επιστρατεύοντας τη διαλεκτική, προχωρά.

Σε ένα από τα πιο αξιόλογα διηγήματα της συλλογής στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι» (σελ. 49-75) θεματικό επίκεντρο αποτελούν οι τύψεις του συγγραφέα, ότι, ενώ  μπορούσε να δει τον Ρώσο επιστήθιο φίλο του, την τελευταία στιγμή δεν το έπραξε, και αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε. Κι αυτή η «αμέλεια» δεν μπορεί να διορθωθεί με τίποτε. Αυτές οι τύψεις τον παρακινούν να γράψει το πιο εκτενές κι ενδεχομένως το πιο ολοκληρωμένο διήγημα στο βιβλίο, όπου, με τη μέθοδο του φλάσμπακ, αναπαρίσταται η σοβιετική πραγματικότητα της δεκαετίας του’ 70, που είναι τα φοιτητικά χρόνια του Γ.Μ. στη Μόσχα. Και αναπαρίσταται με πληρότητα, ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύβεται τίποτε κάτω από το χαλί του όποιου ιδεολογικού ή άλλου καθωσπρεπισμού.

Αντιθέτως, όλες οι στρεβλώσεις, όλα τα σαθρά και όλοι οι παραλογισμοί μα και οι ανελευθερίες του σοβιετικού μοντέλου παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη διάφανα, χωρίς τα όποια ενοχικά σύνδρομα. Με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αλλά και αξιομνημόνευτη πιστότητα στο πνεύμα και το κλίμα της εποχής, σκιαγραφείται η δαιδαλώδης πορεία των ανθρώπων στα γρανάζια του συστήματος, η μοίρα των προνομιούχων και των λιγότερο προνομιούχων, η μοίρα των …ευέλικτων και των λιγότερο …ευέλικτων. Με εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, ο συγγραφέας διαμηνύει σαφώς πως η ειλικρίνεια, η αυθεντικότητα και η τιμιότητα δεν αποτελούν πάντοτε προσόντα για έναν άνθρωπο, ενίοτε αποδεικνύονται και «μειονεκτήματα».

Θα ήθελα ωστόσο να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με δυο διηγήματα αφιερωμένα στον παππού και τη γιαγιά του συγγραφέα. Στο πρώτο «Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη» (σελ. 102-107) ο Γ.Μ. επιστρέφει στη μεγάλη θεματική δεξαμενή της παιδικής ηλικίας απ’ όπου αντλεί πλουσίους σε γεύσεις, αρώματα, χρώματα και συναισθήματα, χυμούς. θυμάται με συγκίνηση την αναλφάβητη γιαγιά του, που τού απάγγελε από στήθους Βασίλη Μιχαηλίδη. Περιγράφει με δέος το ρίγος που ένιωσε όταν ύστερα από μερικά χρόνια διαπίστωσε σε ποιον ανήκαν οι στίχοι που απάγγελνε η γιαγιά του. Θα χαρακτήριζα το πιο πάνω διήγημα  και ως ένα κείμενο πολιτισμικής αυτογνωσίας.

Αναφορικά με το δεύτερο διήγημα «Ο παππούς μου ο αγιογράφος» (σελ. 108-123) θέλω να επισημάνω ότι όπως και στα πλείστα πεζογραφήματά του ο συγγραφέας πραγματεύεται μεγάλες ιδέες και υψηλά νοήματα. Τη ζωή και το θάνατο πρώτα, αλλά και άλλες έννοιες, συναφείς, όπως η συγχώρεση για παράδειγμα. Η συγνώμη και η εξαγνιστική της ισχύς, η λυτρωτική της χάρη είναι το κύριο θεματικό μοτίβο αυτού του διηγήματος, στο οποίο ο Γ.Μ. μιλά με τόση θέρμη και συγκίνηση για τον παππού και τη γιαγιά του, που ύστερα από σαράντα χρόνια, στο λυκόφως του βίου τους, συναντήθηκαν ξανά για να συγχωρήσουν και να συγχωρεθούν.

Συνολικά αποτιμώντας το βιβλίο του Γ.Μ. θα έλεγα ότι αποτελεί μια σημαντική κατάθεση στα λογοτεχνικά και ειδικά στα πεζογραφικά πράγματα του τόπου μας. Και η σημασία αυτής της κατάθεσης έγκειται πρωτίστως στην αυθεντικότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Βιωματικά αφηγήματα

Ο  Γιώργος Μολέσκης είναι πάνω απ’ όλα βιωματικός συγγραφέας. Αυτό διαφαίνεται τόσο σε πολλά ποιήματά του όσο και στα πεζογραφήματά του. Από το 1970 άρχισε να γράφει τη νουβέλα του Τα κλεμμένα σταφύλια, στην οποία θέλησε να καταγράψει βιώματα, πρόσωπα και περιστατικά από τα παιδικά του

χρόνια στην κατεχόμενη γενέτειρά του Λύση, κωμόπολη στην πεδιάδα της Μεσαορίας, αλλά και από τη διαμονή του στην Αμμόχωστο. Η νουβέλα αυτή ξαναγράφτηκε στα χρόνια των σπουδών του (αφού τα χειρόγραφα της πρώτης μορφής χάθηκαν το 1974) και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1985. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά από τη νουβέλα αυτή επανέρχονται ξαναδουλεμένα σε πρόσφατα διηγήματά του.

Βέβαια, δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Μιλάμε για αφηγήματα πιο ελεύθερα στη σύνθεσή τους, τα περισσότερα μικρής έκτασης, που βοηθούν τον συγγραφέα να ξεδιπλώσει μνήμες και προσωπικά βιώματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κύπρο ή από μεταγενέστερες κυπριακές εμπειρίες του, από την περίοδο των σπουδών του στη Μόσχα και από ταξίδια του σε χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική.

Μπορούμε να πούμε εξαρχής ότι στα δεκαοχτώ βιωματικά κείμενα του τόμου η αυτοβιογραφία περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό, ενώ κυριαρχεί η ετερο-βιογραφία. Κατά κανόνα ο συγγραφέας περιορίζεται σε ρόλο αφηγητή-μάρτυρα, που ενδιαφέρεται κυρίως να μνημειώσει πρόσωπα και περιστατικά από το οικογενειακό και το φιλικό του περιβάλλον ή από ταξίδια και λογής εμπειρίες. Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης ξεκαθαρίζεται ότι τα αφηγήματα αυτά βασίζονται σε «πραγματικές ιστορίες», έστω και αν επενδύονται με

στοιχεία μυθοπλασίας. Πάντως, όσα στοιχεία μυθοπλασίας και αν υπάρχουν, δίνεται η εντύπωση ότι ο πεζογράφος θέλησε να κρατήσει σε γενικές γραμμές τον ιστορικό πυρήνα των κειμένων του. Με άλλα λόγια, δεν επιδίωξε να αλλοιώσει το πρωτογενές ιστορικό υλικό, παραγεμίζοντάς το με μυθοπλαστικά στοιχεία, για να το μεταποιήσει ή για να το καταστήσει ενδεχομένως πιο ελκυστικό.

Ό,τι και να συμβαίνει, ο Γιώργος Μολέσκης κατόρθωσε να υπερβεί τον σκόπελο της αυτοπροβολής ή του ναρκισσισμού, ένα βασικό πρόβλημα σε αυτοβιογραφικά κείμενα, επιλέγοντας να δώσει έμφαση στην ετεροβιογραφία. Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο το οποίο συνέβαλε στην ανάδειξη και στην ευόδωση του θεματικού υλικού του είναι η σύνδεσή του με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής. Ίσως ταιριάζει να θυμηθούμε εδώ τη συμβουλή του Θεσσαλονικιού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη ότι «δεν αρκεί το

προσωπικό βίωμα, όταν δεν δένεται με την ιστορία του τόπου». Τη συμβουλή αυτή την είχε επικαλεστεί ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο πεζό κείμενό του «Συνοικισμός Χιρς» και την εφάρμοσε με επιτυχία σε αυτοβιογραφικά

κείμενά του. Με ανάλογο τρόπο ο Γιώργος Μολέσκης δείχνει ότι ενδιαφέρεται να σκιαγραφήσει τον κοινωνικό περίγυρο και γενικά το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί τα πρόσωπα που παρουσιάζει.

Παρόλο που ο συγγραφέας δεν κατατάσσει πάντα τα κείμενα με βάση της θεματική τους, θα μπορούσαμε να τα ταξινομήσουμε χοντρικά σε τρεις ενότητες: Σε μια πρώτη ενότητα εντάσσονται πέντε αφηγήματα που

αφορούν ταξίδια του σε ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τρία κείμενα που αναφέρονται στα χρόνια των σπουδών του στη Μόσχα ή σε μεταγενέστερες επαφές του με την πρώην

Σοβιετική Ένωση. Τα υπόλοιπα δέκα κείμενα αντλούν τη θεματική τους από το κυπριακό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Τα περισσότερα από τα κυπριακά του πάνε στο τέλος του βιβλίου, ενώ προτάσσονται τα αφηγήματα που αφορούν ταξίδια του στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Όταν ταξιδεύει σε άλλες χώρες, ο συγγραφέας-αφηγητής αντιδρά ως ένας φιλοπερίεργος ταξιδευτής ή και ως ευαίσθητος ποιητής: ενδιαφέρεται να δει και να αφουγκραστεί την καθημερινή ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα, να καταγράψει εικόνες, ανθρώπινες συμπεριφορές, συμπτώσεις και παράξενα περιστατικά και να αναζητήσει και να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά τους. Από ένα υπηρεσιακό ταξίδι του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας ο συγγραφέας επιλέγει να καταγράψει την παράξενη ιστορία ενός μεταλλωρύχου, που βρέθηκε νεκρός στις παγωμένες στοές ενός ορυχείου 65 χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει αλλοιωθεί η νεανική του όψη («Όταν σταμάτησε ο χρόνος»). Ένα παλιό ξενοδοχείο σε επαρχιακή πόλη στην κεντρική Ευρώπη,  που λειτουργούσε άλλοτε ως πολυτελής οίκος  ανοχής, γίνεται αφορμή για ονειρικές και φανταστικές αναδιπλώσεις στο μακρινό παρελθόν, στα χρόνια της αρχαίας Πομπηίας («Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο»). Μια ομιλία περί ποίησης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού στην Αθήνα και ειδικά η αναφορά στον διάλογο του Μαγιακόφσκι με τον ήλιο συνδέονται με παραισθητικές εμπειρίες ναρκομανών και καταλήγουν σε μια απόπειρα αυτοκτονίας («Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»). Το παθιασμένο φιλί που ανταλλάσσουν δύο νεαρά ζευγάρια ύστερα από κηδεία συγγενικού τους προσώπου στις χιονισμένες Βρυξέλλες αποτυπώνεται στο μυαλό του συγγραφέαθεατή ως λυτρωτικό αντίδοτο στον θάνατο («Παρατηρητής σε ξένη κηδεία»). Μερικές  παράξενες συμπτώσεις καταγράφονται στο  «Καφέ Βιβλιοπωλείο “Λάμπα”» (που τοποθετείται στην Αμερική αμέσως ύστερα από το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους δίδυμους πύργους) και αφορούν γνωριμίες του συγγραφέα με διάφορα πρόσωπα. Το αφήγημα αυτό εξελίσσεται σε ένα ευαίσθητο σχόλιο γύρω από τη διαφορετικότητα και την αποδοχή του Άλλου.

Στο κέντρο του βιβλίου μπαίνουν τα τρία σοβιετικά-ρωσικά διηγήματα: Το εκτενέστερο της συλλογής, με τον τίτλο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», δεν είναι μόνο μια ενδιαφέρουσα και αξιόλογη προσωπογραφία ενός αλκοολικού διανοούμενου και ποιητή που παρομοιάζεται με ντοστογεφσκικό και γκογκολικό ήρωα, αλλά λειτουργεί και ως ένας πικρός απολογισμός του διαλυμένου σοβιετικού καθεστώτος. Ο Σεργκέι αρνείται να υποταχθεί

στο σοβιετικό καθεστώς και στην κατάσταση που δημιουργήθηκε ύστερα από την κατάρρευσή του· αρνείται να γράψει επικαιρικά ποιήματα και να βολευτεί με οποιονδήποτε τρόπο. Καταφεύγει στο αλκοόλ, έχοντας άδοξο τέλος, ενώ με τις εκτενείς επιστολές του προς τον Γιώργο Μολέσκη λειτούργησε και ως μάρτυρας-απολογητής για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην πρώην Σοβιετική Ενωση στα χρόνια 1982-1993. Μια μυστική βάφτιση στη Μόσχα («Η βάφτιση») και ένα ταξίδι στην Τιφλίδα για την αξιολόγηση ελληνικής μετάφρασης ενός έμμετρου ιπποτικού μυθιστορήματος του 12ου αιώνα του

Γεωργιανού Σιότα Ρουσταβέλι («Εμένα δεν με λένε Ιάσονα») συμπληρώνουν το τρίπτυχο με τις σοβιετικές εμπειρίες του συγγραφέα.

Στα δέκα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής αναπτύσσονται και συμπληρώνονται ποικιλότροπα ορισμένα θέματα και μοτίβα από τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, ενώ προστίθενται νέα πρόσωπα και περιστατικά. Άλλοτε με αδρές και αφαιρετικές πινελιές και άλλοτε με περισσότερες λεπτομέρειες, ο Γιώργος Μολέσκης σκιαγραφεί τον κοινωνικό χώρο και το πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο πριν από το 1974, για να αναδείξει και να μνημειώσει μορφές αγαπημένων προσώπων: της αναλφάβητης γιαγιάς Λουκιανής, από την οποία άκουσε στα παιδικά του χρόνια για πρώτη φορά στίχους από τις δύο επικές συνθέσεις του Βασίλη Μιχαηλίδη («Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη»)· του «λιποτάκτη» παππού του, που εγκατέλειψε τη γυναίκα του για να ασχοληθεί με την τέχνη της αγιογραφίας στην Καρπασία και στην Πάφο («Ο παππούς μου ο αγιογράφος»)· του παρορμητικού πατέρα του, που επινοούσε τα πιο απίθανα πράγματα στις

επαγγελματικές του δραστηριότητες, για να καταλήξει σε προσφυγικό συνοικισμό και να νοσταλγεί το χωριό του και το χαμένο κτήμα του («Οι ελιές του πατέρα μου» και «Βρέχει …αλλά εγώ θα πεθάνω»)· της βασανισμένης

θείας Παναγιώτας, που πέθανε στην προσφυγιά («Μια κηδεία στο χωριό»),

Η μητέρα του συγγραφέα δεν δηλώνεται ως κεντρική μορφή σε κάποιο αφήγημα. Όμως, όπως μας διευκρίνισε ο ίδιος, το διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα» συνδέεται, τελικά, με τους δύο γονείς του. Εδώ η μυθοπλασία είναι αυξημένη· η κεντρική ηρωίδα βασίζεται τόσο στο πρόσωπο της μητέρας του συγγραφέα όσο και σε χαρακτηριστικά της πρώτης γυναίκας του πατέρα του. Βασικά θέματα του διηγήματος είναι η επιλόχεια κατάθλιψη της ηρωίδας, που δοκιμάζει τη σχέση του ζευγαριού, και ο κίνδυνος τον οποίο διέτρεξε η ζωή του συζύγου της σε μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Τα αφηγήματα αυτά λειτουργούν ως μνημόσυνα αγαπημένων προσώπων που έφυγαν από τη ζωή αλλά και ως νοσταλγικές ελεγείες για τον χαμένο παράδεισο των

παιδικών χρόνων στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα Λύση.

Από τα εφηβικά του χρόνια στην Αμμόχωστο, όπου ο έφηβος τότε Γιώργος Μολέσκης εργάστηκε κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 ως μαθητευόμενος υδραυλικός και συγκολλητής, αντλούν τη θεματική τους δύο αφηγήματα: Στο πρώτο («Ένα πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή») δεσπόζει μια

τραυματική εμπειρία, η σεξουαλική παρενόχληση που υφίσταται ο έφηβος ήρωας από έναν μεσήλικα οικοδόμο· και στο δεύτερο («Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε») ο νεαρός ήρωας, ένας μαθητευόμενος συγκολλητής,

καλείται να κατασκευάζει όπλα για να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Τουρκοκυπρίων και των κομμουνιστών. Και στα δύο αυτά κείμενα υπάρχουν ρητές αναφορές στα κυπριακά πολιτικά πράγματα· στα προβλήματα που

αντιμετωπίζει το νεοσύστατο κυπριακό κράτος και στις δικοινοτικές συγκρούσεις.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αρκετά από τα πρόσωπα και τα θέματα που παρουσιάζονται στα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής είχαν εμφανιστεί σε μια πρώτη, σπερματική μορφή στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια.

Πολλές φορές ο συγγραφέας διατηρεί αυτούσιο το θεματικό υλικό του, άλλοτε το αναπτύσσει και το επεξεργάζεται με τη συμβολή της μυθοπλασίας και άλλοτε το αποδίδει πια αφαιρετικά ή πιο αποστασιοποιημένα (βλ. ενδεικτικά τα αφηγήματα που αναφέρονται στη γιαγιά και στον πατέρα αλλά και τα «Ένα

πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή» και «Όταν Η σφαίρα εξοστρακίστηκε»).

Δύο τελευταία αφηγήματα («Το ξύπνημα της επιθυμίας» και «Ένας μετανοημένος κλέφτης») είναι εμπνευσμένα από τη ζωή του συγγραφέα στη Λευκωσία κατά το δεύτερα μισό της δεκαετίας του 1960. Τα κείμενα αυτά

(με θέματα την ερωτική επιθυμία μιας μοναχικής ηλικιωμένης γυναίκας για τον νεαρό γείτονά της, στο πρώτο, και τις περιπέτειες ενός νέου που επιδίδεται σε κλοπές, στο δεύτερο) ξεφεύγουν κάπως από το κλίμα των υπόλοιπων κυπριακών αφηγημάτων της συλλογής.

Με το τελευταίο βιβλίο του ο Γιώργος Μολέσκης παρεκκλίνει για δεύτερη φορά από τη βασική του ενασχόληση με την ποίηση και πετυχαίνει να δώσει πολύ ενδιαφέροντα και αξιόλογα βιωματικά αφηγήματα από μια άλλη Κύπρο, των χρόνων πριν από το μοιραίο 1974, αλλά και από τις σπουδές

του στην πρώην Σοβιετική Ένωση και από πιο πρόσφατα ταξίδια του στον κόσμο. Μπορούμε να πούμε ότι κατάφερε να συνδυάσει αποτελεσματικά την αυτοβιογραφία με την ετεροβιογραφία, δίνοντας περισσότερο βάρος στη δεύτερη. Πέτυχε να μνημειώσει λογοτεχνικά ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά, εντάσσοντάς τα στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής τους και πλαισιώνοντας το πρωτογενές βιωματικό και αυτοβιογραφικό υλικό με τα απαραίτητα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ειδικά στα κυπριακά αφηγήματά του

αναδύονται το κλίμα και το ήθος περασμένων εποχών, της γενέθλιας Λύσης του Παύλου Λιασίδη και γενικά της προτελευταίας Κύπρου του Γ. Φ. Πιερίδη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Μολέσκης συναντά από άλλους δρόμους και τον δεύτερο κύπριο ποιητή που παρουσιάζουμε απόψε, τον

Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, με τον οποίο μοιράζονται κοινές, κυπρογενείς ανησυχίες και εμπνεύσεις. Αποτελεί ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς εξέδωσαν τα βιβλία τους από τις φιλόξενες αθηναϊκές εκδόσεις «Βακχικόν».

Στο μεταξύ ο Γιώργος Μολέσκης έχει ολοκληρώσει άλλο ένα πεζογράφημα, ένα σπονδυλωτό αφήγημα, που είναι εμπνευσμένο από το κρίσιμο ’74 και τα παρεπόμενά του. Μπορεί να γράφτηκαν πολλά για την Κύπρο του ’74 (κυρίως ποιήματα, στίχοι, διηγήματα και χρονικά), αλλά χρειάζεται να γραφτούν και άλλα, ιδίως πιο συνθετικά αφηγήματα,

μήπως καταφέρουμε να εξορκίσουμε τους δαίμονές μας και να δούμε τις ανοιχτές πληγές της Κύπρου και από άλλες σκοπιές, με τη συμβολή της μυθοπλασίας και τη χρήση μιας πιο ανατρεπτικής και απομυθοποιητικής

γλώσσας, για να διδαχτούμε από τα λάθη και τα πάθη μας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

https://leogalazis.blogspot.com/2018/08/

7/8/2018

«Στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης»
Η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο δεν είναι η πρώτη πεζογραφική κατάθεση του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μολέσκη, στην πενηντάχρονη συγγραφική του πορεία, από το 1967 έως σήμερα. Από τα προγενέστερα πεζά του σημειώνουμε ενδεικτικά δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία» και τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Χαραυγή και έπειτα εκδόθηκε σε βιβλίο (1985).[1] Στα 18 διηγήματα του νέου βιβλίου του αποκρυσταλλώνονται πλούσιες εμπειρίες του συγγραφέα, βιωμένες είτε στην Κύπρο είτε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, αφενός με βαθύτατη αίσθηση της εντοπιότητας και της πάλης για υπέρβαση των ορίων και των περιορισμών που πολλές φορές αυτή συνεπάγεται και αφετέρου με κοσμοπολίτικη διάθεση και αναζήτηση απαντήσεων στα διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα στις μεγαλουπόλεις του κόσμου. Το αντίστοιχο αυτής της ανοιχτής προοπτικής και του κοσμοπολιτισμού είναι ιδιαίτερα έντονο στη διηγηματογραφία του Πανίκου Παιονίδη, ίσως και πολλών άλλων Κυπρίων πεζογράφων. Ο κοσμοπολιτισμός στην κυπριακή πεζογραφία είναι, επομένως, ένα γοητευτικό ερευνητικό ζητούμενο της φιλολογίας και της κριτικής. Η σχετική φιλολογική διερεύνηση θα μπορούσε να εκκινήσει από το μελέτημα του Αλέξη Ζήρα «Ο πρώιμος κυπριακός κοσμοπολιτισμός», από το βιβλίο του Όψεις της κυπριακής πεζογραφίας (2010).

Ο τίτλος της συλλογής έχει διακειμενική διάσταση, όπως διαπιστώνουμε από το ομώνυμο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», θέμα του οποίου είναι η επίσκεψη του αφηγητή στις γυναικείες φυλακές της Αθήνας με σκοπό να μιλήσει στις φυλακισμένες για την ποίηση, μετά από πρόσκληση του Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Στο διήγημα αυτό, όπου είναι εμφανής η διάθεση του συγγραφέα για μυθοποίηση των βιωμάτων του και αναγωγή τους σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες, το γυναικείο ακροατήριο παραλληλίζεται από τον αφηγητή με έναν θίασο: «Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν κι εμείς θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο» (25). Στην ομιλία του αφηγητή «η ποίηση ορίζεται ως μια άλλη ματιά στον κόσμο» και ως παράδειγμα χρησιμοποιείται ένα ποίημα του Μαγιακόφσκι: «Να στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…» (25). Το διακείμενο της αναφοράς αυτής –και επομένως και του τίτλου– είναι το ποίημα «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό». Η πρόσκληση / πρόκληση του ποιητικού υποκειμένου εντοπίζεται στους ακόλουθους στίχους: «Φώναξα στον ήλιο: / “Περίμενε, / χρυσοκούτελε, για άκου, / και αυτό, / αφού αναίτια έρχεσαι / δεν έρχεσαι κι από μένα / να πάρουμε ένα τσάι!» / Μα τι έκανα! / Την πάτησα! / Σε μένα, / με ελεύθερη βούληση, / ο ίδιος αυτοπροσώπως, / έρχεται μέσα απ’ τον αγρό, / απλώνοντας τα ηλιο-βήματά του […]”».[2] Από την ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου, μπορούμε να το θεωρήσουμε ως ποίημα ποιητικής, στο οποίο το φως του ήλιου παραβάλλεται με το φως της ποίησης, ως πηγή της αναζήτησης της αλήθειας στη ζωή και στην τέχνη: «Να φωτίζεις πάντα, / να φωτίζεις παντού, / μέχρι το τέρμα, / να φωτίζεις – / μην ψάχνεις δικαιολογία! / Να το δικό μου σλόγκαν / και του ήλιου».[3] Συνεπώς, ο αυτοβιογραφούμενος σε αυτό το βιβλίο Μολέσκης δεν ανακαλεί απλώς στη μνήμη τα βιώματά του, αλλά τα φωτίζει από νέες οπτικές γωνίες, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής αναδημιουργίας και της αναζήτησης των βαθύτερων νοημάτων που, εκ των υστέρων, φαίνεται να έχουν.

Όπως διευκρινίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, η θεματική ύλη των διηγημάτων προέρχεται «από πραγματικές ιστορίες που συνέβησαν στην Κύπρο και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου: Ελλάδα, Ρωσία, ΗΠΑ, Σουηδία, Γεωργία, Βέλγιο και αλλού». Είναι, επομένως, έκδηλη η αυτοβιογραφική διάστασή τους, όπως επισημαίνεται και από τον ίδιο τον συγγραφέα σε πρόσφατη συνέντευξή του, στην οποία αναφέρει: «Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε, άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή».[4] Το καίριο ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, για τον επαρκή αναγνώστη είναι κατά πόσον ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μεταπλάσει λογοτεχνικά τη βιωματική πρώτη ύλη υπερβαίνοντας τους σκοπέλους του αναφορικού λόγου, αν ληφθεί υπόψη το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται από τη θεωρία της λογοτεχνίας: «Έχει λογοτεχνικό χαρακτήρα [η αυτοβιογραφία] και συνεπώς θα πρέπει να συμπαρατεθεί με το μυθιστόρημα και την ποίηση ή έχει ιστορική και βιογραφική αξία και άρα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερος κλάδος του ιστορικο-επιστημονικού λόγου, μαζί με το απομνημόνευμα και τη βιογραφία;».[5] Σε αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.

Η προμετωπίδα της συλλογής, στην οποία παρατίθενται στίχοι του Γ. Μολέσκη από την ποιητική του συλλογή Μες στη ροή παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση για υπέρβαση των περιορισμών της αληθοφάνειας και για πριμοδότηση της μυθοπλασίας, έναντι της επιδίωξης για ακριβή αποτύπωση των πραγματικών βιωμάτων του αφηγητή: «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος […] Η μέρα που πέρασε, / ο χρόνος που έφυγε, / οι άνθρωποι που διάβηκαν, / η ζωή μου… η ζωή μου… / γίνανε μύθος…». Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει να εξετάσουμε είναι με ποια μέσα επιτυγχάνεται αυτή η μετάβαση από το βίωμα στη μυθοποίησή του στο Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο. Η κυρίαρχη στον λογοτεχνικό τύπο αυτοβιογραφίας «ψυχογραφική και ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα» (κατά τη διατύπωση του Γρ. Πασχαλίδη),[6] σε συνάρτηση με τη συχνά επανερχόμενη σε αρκετά διηγήματα λειτουργία του ονείρου και της φαντασίας, τις λιτές περιγραφές, τους διακειμενικούς συσχετισμούς ζωής και τέχνης και τους προβληματισμούς γύρω από τη σχέση τους είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται η μυθοπλασιακή διεργασία των βιωμάτων σε αφηγήματα λογοτεχνικά άρτια.

Η συνειδητή επιλογή του διηγηματογράφου για αποφυγή των λεπτομερών και των μακροσκελών περιγραφών, στην οποία αναφέρεται σε συνέντευξή του, λειτούργησε ως καταλύτης για την αποτελεσματική σύζευξη των πιο πάνω τρόπων: «Στη διάρκεια της συγγραφής», αναφέρει, «εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».[7] Ας δούμε πως υλοποιείται αυτή η πρόθεση. Στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος», λόγου χάρη, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αναφέρεται σε μιαν επίσκεψή του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας και στις συγκυρίες που τον οδήγησαν «να κατέβει διακόσια μέτρα κάτω από τη γη, στις στοές του μεταλλείου, και να ακούσει την ιστορία του ανθρώπου που έμεινε πάντα νέος» (9).[8] Η περιγραφή του μεταλλείου, που ενδεχομένως από άλλον συγγραφέα θα γινόταν σε μεγαλύτερη έκταση, περιορίζεται σε μία μόνο παράγραφο και η έμφαση δίνεται όχι στην παράθεση των ιστορικών λεπτομερειών για τον χώρο, αλλά στην πιο πάνω ιστορία που παρατίθεται με την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης, δεδομένου ότι ο αφηγητής παραχωρεί τον λόγο στον ξεναγό. Ο εντοπισμός σε μια στοά του μεταλλείου ενός εδώ και χρόνια πεθαμένου άντρα, το σώμα του οποίου δεν αποσυντέθηκε, προκαλεί το αφηγηματικό ενδιαφέρον: «Εκτός από το κόκκινο χρώμα που είχε απλώσει πάνω στο πρόσωπο, στα ρούχα και στα χέρια του ο χαλκός, τίποτα δεν έδειχνε πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν πεθαμένος εδώ και χρόνια. Ήταν σάμπως να κοιμόταν, ή να είχε πεθάνει μόλις χτες» (13). Η συγκινησιακή φόρτιση της αφήγησης εντείνεται όταν, στη συνέχεια, μια ενενηντάχρονη γυναίκα, η αρραβωνιαστικιά του πεθαμένου άντρα, τον αναγνωρίζει: «Γονάτισε και του χάιδεψε το πρόσωπο, σαν να ’ταν ο μικρός της γιος ή ο εγγονός, αφού αυτός, ανέγγιχτος από τον χρόνο, έμοιαζε σάμπως να είχε κοιμηθεί όλα τα χρόνια της φθοράς ή σαν να βγήκε σε μια κρίσιμη στιγμή έξω από το παιχνίδι» (14). Πέρα από τη δειγματική λιτότητα, το διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» είναι αξιοσημείωτο και για τη θεματική του έρωτα και του θανάτου σε μια ευρύτερη υπαρξιακή θεώρηση και προοπτική, που αποκρυσταλλώνεται στον επίλογο: «Η ιστορία όμως εκείνη, μια κατάδυση στις υπόγειες στοές του μεταλλείου, που οδήγησε σε μια πορεία στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης, φωτίστηκε και συνεχίζει να φωτίζεται από το μυστήριο φως της ύπαρξης, που όλο ψάχνει, καθώς φανάρι μεταλλωρύχου, στις υπόγειες στοές, τα μονοπάτια της ανθρώπινης μοίρας!…» (14).

Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.

Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας», ένα διήγημα μικρής έκτασης, με απλή πλοκή και ανοιχτό τέλος, ψυχογραφείται «μια γυναίκα περασμένης ηλικίας», ένοικος «μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας» στην παλιά Λευκωσία, και αποδίδεται η αφύπνιση του ερωτισμού της, μετά την εμφάνιση ενός νέου και αινιγματικού ενοίκου, που την αναστατώνει, καθώς προσπαθεί με τη φαντασία και τη διαίσθησή της να προσδιορίσει αν είναι ελαιοχρωματιστής, ζωγράφος ή ποιητής και σκέφτεται «πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα και ερωμένη του!…» (22). Στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», το πιο εκτεταμένο διήγημα της συλλογής, με σύνθετη πλοκή και κλειστό τέλος, αντικείμενο της, αναλυτικότερης εδώ, ψυχογράφησης είναι ο Σεργκέι, φίλος του αφηγητή και παλιός του γνώριμος από τα φοιτητικά χρόνια, με τον οποίο ο δεύτερος διατηρεί αλληλογραφία και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Με διεισδυτική γραφή και εμφανή συμπάθεια αποδίδεται η προοδευτική κατάληξη του Σεργκέι στον αλκοολισμό, η οποία διασυνδέεται με την αποτυχία του να καθιερωθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας: «Δεν είχε καταφέρει, ωστόσο, παρά τις συνεχείς προσπάθειές του, να δημοσιεύσει ποιήματά του σε κάποιο από τα λογοτεχνικά έντυπα της Μόσχας, ή να εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή. Για να μην κατηγορηθεί ως αρνητής ανάληψης εργασίας, πράγμα που θεωρείτο ποινικό αδίκημα, εργαζόταν ως νυχτοφύλακας σ’ ένα εργοστάσιο» (61). Με ψυχογραφική δεινότητα, που παραπέμπει στο Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, περιγράφεται η αυτόβουλη επίσκεψη του Σεργκέι στην αστυνομία και η κατάθεση εκ μέρους του της πληροφορίας για τη συνεργασία του με έναν Αμερικανό δημοσιογράφο, εξαιτίας του ψυχωτικού του φόβου ότι η σύμπραξη αυτή δεν θα έβρισκε σύμφωνες τις αρχές. Η διακειμενική σχέση της αφηγηματικής αυτής ενότητας με τη ρωσική πεζογραφία επισημαίνεται από τον ίδιο τον αφηγητή: «[…] δεν μπορούσα παρά να βλέπω σ’ αυτόν έναν ζωντανό ντοστογιεφσκικό ή γκογκολικό ήρωα, που σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και πανικού πήγε στην Ασφάλεια να καταγγείλει ο ίδιος τον εαυτό του» (70). Το σύνθετο αυτό διήγημα ολοκληρώνεται με τη διαλεύκανση του μυστηρίου γιατί ο Σεργκέι δεν ανταποκρινόταν στο τελευταίο από τα τηλεφωνήματα του αφηγητή, κατά τη διάρκεια μιας υπουργικής επίσκεψης στη Μόσχα στην οποία συμμετείχε.

Η ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα, ως αναστοχαστική και αξιολογική ανάκληση των βιωμάτων και των εμπειριών, που είναι έκδηλη στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», εντοπίζεται και σε πολλά άλλα διηγήματα της συλλογής. Στο «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω», για παράδειγμα, είναι διάχυτες η υπαρξιακή αγωνία απέναντι στον επερχόμενο θάνατο και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στα άλυτα μεταφυσικά ερωτήματα γύρω από αυτόν. Και στο διήγημα αυτό ο Μολέσκης αυτοβιογραφείται, επιλέγοντας ωστόσο την τριτοπρόσωπη αφήγηση ως μέσο αποστασιοποίησης από τη βιωματική πρώτη ύλη. Ένα ατύχημα του πρόσφυγα γερο-Κυριάκου, η χειρουργική επέμβαση και η παραμονή του στο νοσοκομείο γίνονται αφορμή να ανακαλέσει στη μνήμη τη ζωή του στο κατεχόμενο χωριό του και ειδικότερα «τη βροχή που σήμαινε τόσα πολλά γι’ αυτόν» (39), άλλοτε ως δημιουργική και άλλοτε ως φθοροποιός και καταστροφική δύναμη. Και αργότερα, στο σπίτι του, στον προσφυγικό συνοικισμό, «έβλεπε πάλι τη βροχή να πέφτει και την άκουγε να χτυπά πάνω στη στέγη του σπιτιού και στις πλάκες της αυλής» και «η βροχή αυτή είχε γίνει ένας αγωγός μνήμης, ένας δρόμος προς τα πίσω […]» (40). Εκείνες, λοιπόν, τις στιγμές, υπό το κράτος του θανάτου, θυμάται τις τελευταίες στιγμές του πατέρα του, επανερμηνεύοντας το βίωμα αυτό από μια νέα οπτική γωνία: «Ο Κυριάκος τού έπιασε τρυφερά το χέρι, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: “Βρέχει, πατέρα.». Κι ο πατέρας του κοιτάζοντας κάπου πέρα στο κενό απάντησε: “Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!” Σε λίγες μέρες πέθανε. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με αμείωτη ένταση. Με τη βροχή τον μετέφεραν στην εκκλησιά, με τη βροχή στο κοιμητήρι. Βρεγμένο τον έθαψαν στην υγρή γη» (41). Ωστόσο και ο ίδιος, λίγο προτού πεθάνει, επαναλαμβάνει τη φράση του πατέρα του, «Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!» στον δικό του γιο (προφανώς στον αυτοβιογραφούμενο συγγραφέα που καλύπτεται πίσω από την τεχνική της τριτοπρόσωπης αφήγησης), ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της, όπως σημειώνεται στην κατακλείδα του διηγήματος.

Το στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας, που εντοπίσαμε στο πιο πάνω διήγημα, καθώς και άλλα μεταφυσικά ζητήματα που ανιχνεύονται σε άλλα διηγήματα της συλλογής συνδέονται με τη δεσπόζουσα σε αυτήν λειτουργία του ονείρου, όχι απλώς ως καταγραφής του υποσυνείδητου και των ανομολόγητων επιθυμιών, αλλά επιπλέον και ως μέσο για μια δεύτερη «ανάγνωση» της πραγματικότητας και των επιμέρους βιωμάτων, που ανακαλούνται στη μνήμη του αφηγητή ο οποίος, εκ των υστέρων, ανακαλύπτει νέες αθέατες όψεις τους. Το όνειρο κυριαρχεί, για παράδειγμα, στο διήγημα «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο», όπου ο αφηγητής μετά από ένα βράδυ έντονων ονειρικών ερωτικών φαντασιώσεων, πληροφορείται ότι το ξενοδοχείο στο οποίο διαμένει «για τριακόσια σχεδόν χρόνια ήταν γνωστό σε όλη τη χώρα και στις γειτονικές ακόμη ως ένα αυθεντικό πορνείο πολυτελείας, που το επισκέπτονταν έμποροι και κυβερνήτες, ακόμη και ποιητές…» (18), αδυνατώντας να θυμηθεί αν είχε εκ των προτέρων διαβάσει την πληροφορία αυτή ή αν «τα δωμάτια του ξενοδοχείου, φορτωμένα μνήμες και εικόνες άλλων εποχών, βρίσκουν κάποιους ενοίκους δεκτικούς και εκτονώνονται […]» (ό.π.). Και στο τέλος αυτού του διηγήματος διαπιστώνουμε την προσφιλή στον συγγραφέα τάση να αφήνει να αιωρείται αναπάντητο ένα ερώτημα ή μια απορία γύρω από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, τον έρωτα, τον θάνατο, τη μοίρα, που ανιχνεύονται και στο δικό του βιβλίο.

Διαφοροποιημένη είναι η λειτουργία των δύο ονείρων που εντοπίζονται στο διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα». Στο πρώτο όνειρο του πρωταγωνιστή, τα μαύρα σταφύλια ερμηνεύονται από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή ως προμήνυμα συμφοράς, η οποία την επομένη επέρχεται με μια νεροποντή κατά την ώρα του τρύγου, από την οποία σώθηκε σαν από θαύμα: «Σε όποια κατεύθυνση κι αν στρεφόταν, έβρισκε μπροστά του σταφύλια, ώριμα, με ρώγες, ασυνήθιστα αδρές και κατάμαυρες. Ήταν απειλητικά, σαν φίδια που ήθελαν να τον καταπιούν, σαν ένας βάλτος ή μια θάλασσα που ήθελαν να τον πνίξουν […]» (91). Ας σημειωθεί ότι στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια εντοπίζεται το ίδιο μοτίβο των σταφυλιών στους εφιάλτες ενός δεκάχρονου παιδιού: «Είταν τόσο κουρασμένος που δεν ονειρεύτηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Ούτε και τα σταφύλια που για καιρό ύστερα έμελλε να τα βλέπει κάθε βράδυ στον ύπνο του».[10] Στο δεύτερο όνειρό του, μετά τη διάσωσή του από βέβαιο θάνατο, ο πρωταγωνιστής βλέπει την εφιαλτική σκηνή του μαρτυρικού θανάτου του αδελφού του από αναμμένο κερί: «[…] το παιδί καιγόταν σαν λαμπάδα μέσα στην κούνια του. Όμως, κατά παράξενο τρόπο, ο καμένος αδελφός του τώρα ήταν μεγάλος άντρας, ίδιος ακριβώς μ’ αυτόν. Στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι γυμνός, τον κοίταζε και του χαμογελούσε ήρεμος, ενώ καιγόταν ολόκληρος σαν λαμπάδα… (99).

Στο διήγημα «Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε», όπου αποτυπώνονται οι εμπειρίες του συγγραφέα από τη βιοπάλη προτού με πολλές δυσκολίες καταφέρει να ολοκληρώσει την εγκύκλιά του μόρφωση και να φύγει για σπουδές (όπως και σε άλλα διηγήματα της συλλογής), το όνειρο λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στα προηγούμενα παραδείγματα, ως απότοκο του φόβου και της ανησυχίας του αφηγητή ότι η αποδοχή εκ μέρους του της οπλοκατοχής, μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, θα του προκαλούσε προβλήματα: «Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν συνέχεια πως είχα μπλέξει σε μια ιστορία που δεν ήταν για μένα. Αν μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, έρχονταν εφιαλτικά όνειρα και μ’ έκαναν να πετάγομαι. Ακόμη και το ίδιο εκείνο όνειρο που είδα όταν κοιμόμουν στο χωριό με το πιστόλι του Στέλιου κάτω από το μαξιλάρι μου ήρθε και με βρήκε. Παραλλαγμένο. Ο νεκρός αυτή τη φορά ήταν ο ίδιος ο Στέλιος […]» (139). Το όνειρο αυτό εν τέλει αποδεικνύεται προφητικό.

Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι ο Γ. Μολέσκης πέτυχε στο νέο βιβλίο του να αποφύγει τους σκοπέλους της αναφορικής αυτοβιογράφησης και να μεταπλάσει το βιωματικό του υλικό σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες. Μολονότι στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής δεν εφαρμόζονται τεχνικές πρόκλησης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος που είναι συνήθεις στα αστυνομικά διηγήματα, με τις οποίες εξάπτεται η φαντασία και η αγωνία του αναγνώστη, ο συγγραφέας εξασφαλίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον με άλλους τρόπους, όπως είναι η αφηγηματική άνεση, η εκφραστική λιτότητα, η εξομολογητική διάθεση, καθώς και η συνεχής αιώρηση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, στον λόγο και στον μύθο, στο όνειρο και την πραγματικότητα. Και είναι γι’ αυτό που ανεπιφύλακτα υποστηρίζουμε ότι η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο είναι αξιόλογη, ότι θα αντέξει στον χρόνο και θα καταξιωθεί στη συνείδηση των αναγνωστών.

[1] Βλ. Γ. Μολέσκης, Τα κλεμμένα σταφύλια, Λάρνακα, 1985. Απόσπασμα της νουβέλας δημοσιεύθηκε στη Νέα Εποχή 99 (1973) 581-584˙ βλ. επίσης του ίδιου, δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία»: Νέα Εποχή 83 (1969) 19˙ ό.π. 89 (1971) 44-47.

[2] Βλ. Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό», μτφρ. Ελένη Κατσιώλη: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/8969-mayakovsky-26012018 (ανάκτηση: 11 Μαρτίου 2018) [= Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Συλλογή έργων σε έξι τόμους, Βιβλιοθήκη «Ογκανιόκ», Εκδόσεις «Πράβντα», Μόσχα, 1973, τ. 1, 402–405]. Ευχαριστώ τον Γ. Μολέσκη για την υπόδειξη του διακειμένου.

[3] Ό.π.

[4] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό», Ο Φιλελεύθερος, 14 Φεβρ. 2018: http://www.philenews.com/politismos/anthropoi/article/489648/gorgs-moleskis-epikentronomai-sto-oysiastiko (Ανάκτηση: 11 Μαρτ. 2018).

[5] Γρηγόρης Πασχαλίδης, Η ποιητική της αυτοβιογραφίας (διδ. δ.), Ιωάννινα, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1991, 2.

[6] Ό.π., 37-38.

[7] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό»…

[8] Με τους εντός παρενθέσεων αριθμούς, εδώ και εφεξής, παραπέμπουμε στις σελίδες της υπό σχολιασμό συλλογής διηγημάτων.

[9] Χρυσόστομος Περικλέους, «Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου», Χαραυγή 28 Ιαν. 2018.

[10] Βλ. Γ. Μολέσκης, «Τα κλεμμένα σταφύλια», Νέα Εποχή 99 (1973) 584. Διατηρείται η ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης.

ΧΡΥΣOΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛEΟΥΣ

http://dialogos.com.cy/28/1/2018

Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου

Ήταν μια ευχάριστη περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου οι αφηγήσεις του Γιώργου Μολέσκη στη συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Πρόκειται για μια, κατά κύριο λόγο, κατάθεση προσωπικής μαρτυρίας. «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος» λέει ο ίδιος, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το είδος των ιστοριών του βιβλίου. Ιστορίες που βγαίνουν από προσωπικές εμπειρίες, που τις βιώνει όμως με την ευαισθησία του ποιητή από τη μια κι από την άλλη με τη ματιά ενός πολίτη του κόσμου με δεκτικότητα στο νέο και το διαφορετικό. Ιστορίες που έχουν στο κέντρο τον άνθρωπο, ιστορίες που, προχωρώντας πέρα από την προσωπική μαρτυρία, δημιουργούν χαρακτήρες.

Διαβάζοντας την ιστορία του Σεργκέι, φίλου του συγγραφέα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Μόσχα, έχεις την αίσθηση ενός ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Ευαίσθητος, με ποιητική ιδιοσυγκρασία, που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα καλούπια του σοβιετικού καθεστώτος, που δεν μπορεί να υποταχθεί στις κοινωνικές συμβάσεις, μοναχικός, δυστυχισμένος. Τα ποιήματά του -που τα απορρίπτουν οι κριτικοί καθώς δεν ταιριάζουν στα πρότυπα που θέτει το καθεστώς- τα διαβάζει στη σκυλίτσα του: «Είναι τόσος κάποτε ο πόνος που δεν νιώθεις πόνο […] Είμαι γεμάτος με ακαθόριστη πλήξη…». Κι είναι η σκυλίτσα ο μοναδικός σύντροφος στη μοναξιά του: «Μυρίζει τσάι κι είναι ο καπνός βαρύς απ’ το τσιγάρο / Καθόμαστε μαζί με τη σκυλίτσα / κι ακούμε το σούρσιμο των ποντικών / και των κλαδιών το τρίξιμο πάνω απ’ το ποτάμι».

Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας» μια άλλη μοναχική ύπαρξη, μια μεσήλικη γυναίκα που ζει μόνη σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, γεμίζει τη μοναξιά της παρακολουθώντας, από τη μισάνοικτη πόρτα ή από το παράθυρο της κουζίνας που βλέπει τον διάδρομο, τους καινούργιους κυρίως ενοίκους, που εναλλάσσονται κάθε τόσο, μέχρι που ταράζει κυριολεκτικά την ψυχή της ένας νιόφερτος νεαρός νοικάρης, μπορεί ζωγράφος ή συγγραφέας ή ποιητής, που, καθώς της γίνεται εμμονή να τον παρακολουθεί, ξυπνά μέσα της τη μάνα, τη γυναίκα, την ερωμένη…

Στο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, ο συγγραφέας φέρνει πάλι τον αναγνώστη στο περιθώριο της κοινωνίας. Ομιλία για την ποίηση με ακροατήριο γυναίκες σε φυλακή της Αθήνας, κατάδικες για ναρκωτικά, ερωτικές ιστορίες, εγκλήματα πάθους… Στη σύναξη άλλες επιδεικτικά ατημέλητες, άλλες βαμμένες με φροντισμένη εμφάνιση, άλλες ερωτικά προκλητικές… Κι ο ποιητής να τους μιλά για την ποίηση ως «μιαν άλλη ματιά στον κόσμο που, μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο, μας ανοίγει διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής». Και να τους διαβάζει ποίημα του Μαγιακόφσκι, όπου ο ποιητής προσκαλεί τον ήλιο στο δωμάτιό του να μιλήσουν… Και ξαφνικά βλέπεις να μπαίνει στα σκοτεινά κελιά των φυλακών ο ήλιος, το φως, η άλλη αλήθεια, πέρα από τις συμβατικές πραγματικότητες που κρατούν αυτές τις γυναίκες στο σκοτάδι.

Οι γυναίκες που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας αναδύονται και πάλι στη φαντασία του συγγραφέα όταν καταλύει «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο» ευρωπαϊκής πόλης χωρίς να γνωρίζει πως το αναπαλαιωμένο κτίριο που το στεγάζει ήταν, για 300 τόσα χρόνια, πορνείο πολυτελείας. Το ύφος όμως του χώρου, το άρωμα ερωτισμού που αναδίδει, υποβάλλουν στον ευαίσθητο επισκέπτη-ποιητή τη ζωή που κύλησε στα δωμάτιά του, μεταφέροντάς τον σε σκηνές με γυναίκες που πουλούν το κορμί τους… για να σβήσουν στο τέλος σαν καμένοι πυρσοί.

Ο έρωτας κι ο θάνατος, θεμελιακά στοιχεία της ποίησης, συναντώνται, ή μάλλον τέμνονται, σε τέσσερις αφηγήσεις του βιβλίου. Στη μια (Όταν σταμάτησε ο χρόνος), σταματά ο χρόνος στο θάνατο ενός νέου μεταλλωρύχου στα βάθη της γης. Κι όταν, μετά από χρόνια, βγάζουν το νεκρό σώμα του στην επιφάνεια, βλέπουν με έκπληξη τα αναλλοίωτα χαρακτηριστικά στο αρυτίδωτο πρόσωπό του, που δέχεται το τρυφερό χάδι της ογδοντάχρονης γριάς τότε αρραβωνιαστικιάς του. Στη δεύτερη (Παρατηρητής σε ξένη κηδεία), μπαίνοντας ο συγγραφέας σε μια παλιά γοτθική εκκλησία στις Βρυξέλλες, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κηδεία. Μένει εκεί και παρακολουθεί «σαν θεατής σε μια παράσταση σε ξένη γλώσσα, ο οποίος γνωρίζει το έργο και προσπαθεί να εμβαθύνει στην ουσία του». Κι ενώ παρακολουθεί τον κόσμο που βγαίνει από την εκκλησία, πέφτει το βλέμμα του σε δύο νεαρά ζευγάρια -λευκό αγόρι με μαύρο κορίτσι και αντίστροφα- να κοντοστέκονται στην έξοδο και να φιλιούνται θερμά χείλη με χείλη, «δύο σχεδόν παθιασμένα φιλιά», αυτά που ακυρώνουν το θάνατο. Στην τρίτη ιστορία (Βρέχει αλλά εγώ θα πεθάνω), ο θάνατος ακυρώνεται με τη σύνδεσή του με τη βροχή, την πηγή της ζωής. Στην τέταρτη ιστορία (Μια κηδεία στο χωριό), στην κηδεία της θείας Παναγιώτας, τα στοιχεία που, όπως το αισθάνεται ο ποιητής, ακυρώνουν το θάνατο είναι η άνοιξη με τ’ αγριολούλουδα του κάμπου. Ο έρωτας στη φύση ακυρώνει και πάλι το θάνατο, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάσταση…

Ψηφίδες της ποιητικής ευαισθησίας του Γιώργου Μολέσκη αφήνονται σκόρπιες στην αφήγηση των ιστοριών του. Καθώς συναντάται όμως με την ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη, πρώτα μικρό παιδί από την αναλφάβητη γιαγιά που του απαγγέλλει απ’ έξω 9η Ιουλίου και Χιώτισσα κι ύστερα, ως έφηβος, όταν διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματα, μας εισάγει στον πυρήνα της ποιητικής ύλης, τις λέξεις, και στη λειτουργία τους. «Ήταν κάποιες λέξεις και φράσεις που καρφώνονταν σαν μαχαίρια στην καρδιά μου και για χρόνια πολλά δεν μπορούσα να τις φέρω στη μνήμη μου δίχως να νιώθω ένα συναίσθημα φόβου και μυστηρίου: Δεσποτάες, Αρναουτάες, Χατζιαλάς, νεκατσιασμένοι, λας, μαύρος χάρος, σουρούπια του φου»… Η λέξη, με το φορτίο που κουβαλά, το κύτταρο της ποίησης…

http://dialogos.com.cy/blog/peridiavasi-stis-chores-tou-kosmou/#.WnYSUcfXbct

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου». Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά «μέγιστο». Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι «η ποίηση» και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΑΝΑΓΗ

Ο Φιλελεύθερος 14/2/2018

Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό

«Αυτό που προσπάθησα ήταν να επικεντρωθώ στο ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».

Πώς άρχισε η ιδέα του νέου σας βιβλίου «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»; Η ιδέα υπήρχε από παλιά, αλλά ωρίμασε και άρχισε να παίρνει μορφή μετά την έκδοση του τελευταίου μου ποιητικού βιβλίου «Το ημιτελές ποίημα», ως μια παράκληση από την πορεία της ποιητικής δημιουργίας. Λέω υπήρχε, αφού και τα δεκαοκτώ διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο έχουν ως αφετηρία τους πραγματικές ιστορίες, οι οποίες συνέβηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορα μέρη του κόσμου και τις κουβαλούσα μέσα μου. Είναι ιστορίες στις οποίες το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο και που αποκαλύπτουν μια προσωπική στάση απέναντι στους ήρωες και στα γεγονότα που παρουσιάζονται. Έχουν επίσης και μια ποιητική διάσταση, που πηγάζει τόσο από τους χαρακτήρες των ηρώων, όσο και από τα ίδια τα γεγονότα. Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη διάρκεια της συγγραφής των 18 διηγημάτων σας; Είναι γεγονός πως όσο και να έχεις δουλέψει μέσα σου ένα λογοτεχνικό έργο, όταν το γράφεις το βλέπεις διαφορετικά. Στη διάρκεια της συγγραφής εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό.

Τι επιρροή έχει στη δική σας ζωή η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή βιβλίων; Πρώτα άρχισα να γράφω και μετά να διαβάζω συστηματικά, αφού γράφοντας συνειδητοποίησα πόσα πράγματα έπρεπε να γνωρίσω. Αυτό στάθηκε η αιτία να αρχίσω να μελετώ, να αναζητώ τρόπους μόρφωσης και να προσπαθώ να γνωρίσω τον κόσμο και τους ανθρώπους. Άλλαξα τη ζωή που έκανα πριν ακολουθώντας μια πορεία σπουδών, που με οδήγησε σε νυχτερινά σχολεία, σε κολέγιο και τελικά στο Πανεπιστήμιο. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ωστόσο, η συγγραφή ήταν πάντα η κύριά μου ενασχόληση.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας; Δεν συνηθίζω να διαβάζω στο κρεβάτι. Διαβάζω στο γραφείο, μ’ ένα σημειωματάριο πλάι μου. Αυτή την περίοδο έχω μπροστά μου την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Yuval Noah Harari «Homo Deus» και το βιβλίο του Σουηδού συγγραφέα Τούρμπγιερν Σέβε «Φλέγομαι», το οποίο αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

1-ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

.

Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Ιστορία – Αρχαιολογία. Από τα ιδρυτικά μέλη της ΘΕΣΠΙ (Θεατρική Συντροφιά Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών (1990). Ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Οργανισμού Στιγμή. Εργάζεται στο θέατρο , στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Διασκεύασε μαζί με τον Γιάννη Αναστασάκη το μυθιστόρημα του Τζέημς Θέρμπερ: «Τα 13 ρολόγια» (παραστάσεις στα ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, Πάτρας και Ιωαννίνων) και την «Τρελοβγενιώ» της Ινές Κανιατί ( παραστάσεις στο Θέατρο Στοά – Θέατρο Βασιλάκου και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος)

– «Κριστέλα», Γ’ Βραβείο Διηγήματος από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Ο φόβος του ξένου (2014).

– «Τα λεφτά είναι φτωχά» , διήγημα από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Έλα στη θέση μου – 20 Ιστορίες για την αλληλεγγύη (2015).

– Β’ Βραβείο Διασκευασμένου Σεναρίου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος για την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη (2014).

– Έγραψε το θεατρικό έργο Ίσια Δικαιώματα που παρουσιάστηκε στο θέατρο VAULT στην Αθηνα (2016-17).

.

.

ΒΙΒΛΙΟ

.

.

.

ΙΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (2019)

Αλλοδαπές γυναίκες μιλούν

.

ΝΑΤΑΣΣΑ / ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Δεν είμαι πάνω από έξι χρόνων. Κάθομαι στην κουζίνα. Έξω χιονίζει. Κάνω χάζι. Τα παιδιά ρίχνουν χιόνι στη λίμνη. Φοράω ένα πλεχτό σκουφάκι. Μου φωνάζει η μάνα μου
     ένας σκίουρος.
          να τον δω… να τον δω
     Με παίρνει αγκαλιά. Παγώνω από το κρύο, τουρτουρίζω αλλά η αγκαλιά της είναι ζεστή. Ακούμε τις κρυστάλλινες τρίλιες των αηδονιών. Θυμάμαι το κορμί της. Μύριζε ταλκ. Αλλά δεν έχω και καμιά φωτογραφία. Δεν πήρα. Κι η ηλικιωμένη κυρία εδώ μυρίζει ταλκ και sudocreme. Για τις πληγές. Δεν είμαι πάνω από έξι χρόνια στην Αθήνα. Στην Ιπποκράτους. Φροντίζω την κυρία Δώρα. Ενενήντα δύο χρονών. Έπαθε Εγκεφαλικό πριν από τρία χρόνια. Πού και πού ανοίγει στη σπονδυλική στήλη. Φαίνεται το κόκαλο. Είναι σχεδόν παράλυτη. Μόνο το αριστερό της χέρι δουλεύει. Το σηκώνει και πιάνει την πιτζάμα, τη διπλώνει και την ανεβάζει… να… έτσι (το αριστερό χέρι διπλώνει τη πιτζάμα μέχρι το γόνατο και την ξεδιπλώνει) Όλη μέρα το ίδιο. Το δεξί της χέρι το ακουμπάω σ’ ένα μαξιλάρι. Έχει μαυρίσει λίγο και είναι πρησμένο. Δεν μιλάει αλλά καμιά φορά αναστενάζει ή βογκάει —κυρίως τη νύχτα—, τα μάτια της είναι πάντα ανοιχτά μες στο σκοτάδι. Πότε κοιμάται; Πότε ξεκουράζεται; Κι οι φτέρνες της ανοίγουν. Τα νύχια ίσα που κρέμονται. Έχουν λεπτύνει πολύ οι γάμπες απ’ την ακινησία. Καμιά φορά φοβάμαι πως θα σπάσουν από μόνες τους. Κρακ. Την ταΐζω με το κουταλάκι. Νερό και πορτοκαλάδα με τη σύριγγα. Στην αρχή είχε αυτό το καλώδιο που έμπαινε απ’ τη μύτη αλλά το πέταξε. Όλα λιωμένα στο μπλέντερ. Από όρεξη άλλο τίποτα. Αυτό τη σώζει. Καμιά φορά η κόρη της τής φέρνει μια πάστα σοκολατίνα. Να τη δεις πώς γλείφεται! Με κοιτάει βαθιά στα μάτια και είναι σα να θέλει κάτι να μου πει. Αλλά δεν μπορεί. Το πρωί βρίσκω τσίμπλες. Σαν να κλαίει όλη νύχτα. Της πλένω τα μάτια με βαμβάκι. Το βουτάω στο νερό. Και το σώμα με πράσινο σαπούνι. Κάνει καλό στις πληγές. Κλείνουν πιο γρήγορα. Η κόρη της έφερε τις προάλλες ένα στρώμα που κουνιέται. Ηλεκτρικό.
αερίζεται καλύτερα
Τι να κάνει κι αυτή; Έρχεται όποτε μπορεί. Δουλεύει σε φαρμακευτική εταιρεία μέχρι αργά. Έχει τα παιδιά της, τον άντρα της. Τι να πρωτοκάνει; Δεν έχω παράπονο. Τα λεφτά πάντα στην ώρα τους και την Κυριακή στο ρεπό μού παίρνει τη θέση μου και δεν κάνει παρατηρήσεις, σαν κάτι άλλες που ακούω. Τα Χριστούγεννα φέρνει τον άντρα της και τα παιδιά. Μπαίνουν για λίγο στο δωμάτιο και φεύγουν. Η κυρία Δώρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη σιωπή. Κι όταν την αλλάζω και της φοράω την πάνα κλείνει τα πόδια της από… ντροπή; Ποιος ξέρει; Το πρόγραμμά μου είναι πάντα το ίδιο.
Ξυπνάω εφτά. Της φτιάχνω γάλα. Κι εγώ τον καφέ μου. Άλλαγμα. Μετά κάνω το σπίτι. Ετοιμάζω φαγητό και για τις δυο μας. Εκείνης τής τ’ αλέθω. Τα δικά μου πάλι όχι. Στις έντεκα φρούτο λιωμένο με πιρούνι, ροδάκινο ή μπανάνα. Πάλι άλλαγμα. Πηγαίνω για λίγο μέχρι το σούπερ μάρκετ ή το φαρμακείο ή και τα δυο μαζί. Γάζες, πάνες, κωλοπλάστ. Αφού την ταΐσω για μεσημέρι βλέπω κάνα σήριαλ και μετά πέφτω λίγο. Άλλαγμα. Κάτι ελαφρύ για βράδυ. Πάλι άλλαγμα. Είναι πολλές οι ώρες μέχρι το πρωί. Μία φορά τη βδομάδα
λούσιμο και καθαρά σεντόνια. Ευτυχώς που μου έφερε η κόρη της κάτι κατωσέντονα με πλαστικό και δεν χρειάζεται να τ’ αλλάζω κάθε τρεις και λίγο. Το καλοκαίρι, άμα έχει πολλή ζέστη, την αφήνω μόνο με την πάνα. Κι είναι πολύ άσπρη. Σα μωρό. Όταν την κάνω μπάνιο χαίρεται. Κι όταν
τη χτενίζω κουνάει τ’ αριστερό το χέρι να πιάσει κι αυτή τη χτένα.
     ήτανε κοκέτα, λέει η κόρη της.
Όλη μέρα τσιμουδιά. Αλλά τη νύχτα, σα να φοβάται κι αυτή κι όλο φωνάζει, με ξυπνάει. Στην αρχή τη λυπόμουνα κι άφηνα την πόρτα μου ανοιχτή. Τώρα δεν αντέχω. Κλείνω και τη δική μου και τη δική της, μη μείνω ξάγρυπνη και την άλλη μέρα δεν αντέχω. Καμιά φορά με νευριάζει γιατί φτύνει άμα δε θέλει άλλο και με τ’ αριστερό το χέρι πετάει όλα τα σκεπάσματα. Της βάλαμε ένα σίδερο στο κρεβάτι μη μας πέσει. Φοβάμαι για την κυρία Δώρα γιατί χρόνο με χρόνο γίνεται όλο και πιο βαριά και καταπέφτει πιο πολύ κι εγώ μετά τί θα κάνω; Έξι χρόνια έχω εδώ, αλλά τα παιδιά στη Λιθουανία; Στέλνω, στέλνω, στέλνω, μα είναι πολλά τα έξοδα κι ο άντρας μου χωρίς δουλειά εκεί.
Ένα βράδυ μπαίνει στον Ευαγγελισμό. Ανέβασε ψηλό πυρετό και δεν μπορούσα να κάτσω μαζί της γιατί κάνανε ελέγχους για αλλοδαπούς.
     δεν πρέπει
          μόνο αποκλειστικές
               απαγορεύεται
Και πού να βρει τόσα λεφτά η κόρη της; Και να κρύβομαι πότε στην τουαλέτα και πότε πίσω από την πόρτα μη με βρούνε. Πάλι καλά που έπεσε ο πυρετός και γυρίσαμε γρήγορα σπίτι. Ξανά μανά τα ίδια. Τάισμα, πλύσιμο, αλοιφές. Απόψε ακούμε τις κρυστάλλινες τρίλιες των αηδονιών στην Ιπποκράτους
Χτυπάει το σταθερό. Είναι η κόρη μου μες στα δάκρυα και μου λέει:
πέσανε η γιαγιά, μαμά
Και κλαίει. Και κλεινό.. Πάω στην κυρία Δώρα και κλαίω! κι εγώ. Και είναι ο μόνος άνθρωπος που έχω να το πω. Και με κοιτάζει μ’ εκείνα τα μάτια τα ανοιχτά. Και με βλέπει πρώτη φορά στα τόσα χρόνια να κλαίω. Και παίρνει με τ’ αριστερό της χέρι το κεφάλι μου κοντά της. Και τότε αρχίζω να λέω μες στον λαιμό της:

               μάνα μου … μάνα μου

.

ΤΟΝΤΟΡΚΑ / ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

(Skype… η φωνή πιο δυνατή από το συνηθισμένο)
ελα… πήγαινε λίγο πιο κει… δε σε βλέπω καλά… γιατί είσαι έτσι; είσαι κουρασμένη, αγάπη μου; διάβαζες; δεν σ’ ακούω… αλλά διαβάζω τα χείλια σου… κάτι έπαθε πάλι η σύνδεση… μην κλείνεις… να σε βλέπω λίγο… δεν
πειράζει που δεν σ’ ακούω… έτσι να σε καμαρώνω… κάνε μου νοήματα… καταλαβαίνω το ναι… το όχι… έδωσες μάθημα; πώς πήγες; καλά; το πέρασες; μπράβο! να κοιμηθείς όμως… να ξεκουραστείς… έλαβες τα ‘λεφτά; δεν μπορούσα άλλα… κι εδώ μου δίνουνε λιγότερα… εσύ μ’ ακούς; μπράβο! κάτι είναι κι αυτό! τι κάνει ο αδερφός σου; έχω πολύ καιρό να του μιλήσου… όλο δουλεύει… να του πεις να μην κουράζεται… κι εγώ θα ’χω τον νου μου… τίποτα να μη φοβάστε… τίποτα… δε σ’ ακούω… κάτι λες και δε σ’ ακούω… πιο αργά… μπορείς πιο αργά τα χείλια σου να καταλάβω; κάτι λες για το σπίτι… τι
έγινε με το σπίτι; ποιος ήρθε; κάποιος… ποιος; λεφτά; τι λεφτά; ααααα… το δάνειο… δεν έχω άλλα … ό,τι μου δίνουνε σας το στέλνω… αλλά κι εδώ δυσκολέψανε τα πράματα… δεν ακούτε; φτώχεια κι εδώ.. δεν μπορώ
να κάνω άλλη δουλειά… δεύτερη… αφού όλη μέρα μένω μέσα… κατάλαβες; μέεεεσα… και στο ρεπό δεν βγαίνω για να μη χαλάω τίποτα… και την Κυριακή εδώ έρχομαι στο καφέ… ίσα να σας μιλήσου… ο γέρος είναι στο κρεβάτι…
μέρα νύχτα…. παράλυτος… μου ’χουνε φύγει τα χέρια… να τον σηκώνω και να τον αλλάζω… μ’ ακούς; δε μ’ ακούς! αααα… μ’ ακούς… όχι δεν παραπονιέμαι… εγώ για σας… για σένα… τι άλλο να θέλω εγώ… μόνο να πας καλά… να γίνεις άνθρωπος… να σπουδάσεις … να φύγεις… όχι σαν κι εμένα… να φύγεις από κει… αλλά όχι σαν κι εμένα… δεν κλαίω… γιατί να κλάψω… είμαι ευτυχισμένη που έχω τέτοια παιδιά… τέτοια καμάρια… κάνε πιο κει… μετράω τις μέρες και τις νύχτες καρδιά μου… εφτά χρόνια και πέντε μήνες… δυο χιλιάδες εφτακόσιες έξι μέρες και νύχτες… σ’ έχασα… έτσι… τι βλέπω πίσω; αλλάξατε κουρτίνες; μπράβο! να το κάνετε όμορφο… να ζείτε καλά… έχεις φίλο; τι ντρέπεσαι; εμένα; τη μάνα σου; κουρασμένη; όχι, αγάπη μου! κουράστηκα να είμαι μόνη… κουράστηκα που δεν σας βλέπω… τι κουρασμένη; τώρα έτσι που σε βλέπω φτυστή ο πατέρας σου! έχεις φίλους; πολλούς; από το Πανεπιστήμιο; έτσι… να’ σαι κοινωνική… κάτσε… κάτσε… μην κουνιέσαι… τι έχεις στο χέρι σου; εκεί στον καρπό… τι έχεις; τι μαυρίζει; τατουάζ; είναι δυνατόν; τατουάζ; κάνουν κι εκεί; εδώ όλοι… γυναίκες άντρες σα
σημαδεμένοι… τι να πω; μα γιατί; τι γράφει;… δείξε μου το… τι γράφει… φέρε κοντά το χέρι σου… πιο κοντά… κοοοοντά… είναι θολά… τι γράφει; mama… mama γιατί μου το ’κάνες αυτό ψυχή μου; γιατί μου το ’κάνες αυτό μωρό μου; πώς να γυρίσω τώρα εγώ στον γέρο; μου λες; δε σε βλέπω καλά… σε χάνω… είσαι θολή… δε σε βλέπω
(σβήνει μόνη της τη σύνδεση. Ξεσπάει σε γοερά κλάματα)

.

.

ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΑΤΟ (2017)

.

[1] ΜΙΑ ΝΑ ΠΑΣ ΜΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ

Περπατούσαν στο Λιθόστρατο και τρίζαν τα πλακάκια. Μανοθυγατέρα. Ψηλές κι αδύνατες. Η μάνα με μια κοτσίδα γκρίζα πλεγμένη αγανά μέχρι κάτω απ’ τη μέση κι η μικρή μ’ ένα καρέ μαύρο αυστηρό, λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί. Η συνηθισμένη βόλτα τους εκεί γύρω στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Τακα-τουκ, τακα-τουκ στο πλακόστρωτο. Μ’ ένα ρυθμό πάντα τον ίδιο, ούτε γρήγορο ούτε και αργό. Συντονισμένα τα τακούνια ν’ ακούγονται μαζί σαν ένα. Πάντα γόβες με λεπτό τακούνι. Πάντα μαύρες λουστρίνι. Τακα-τουκ, τακα-τουκ σαν να μιλούσαν μεταξύ τους γιατί οι γυναίκες δε λέγαν και πολλά. Να δεις πώς συντονίζονταν μπροστά απ’ τις βιτρίνες. Σταμάταγαν μαζί τα μαύρα τα λουστρίνια χωρίς άλλη συνεννόηση. Μόνα τους και ξαφνικά σταμάταγε ο χορός πάνω στις πλάκες για να κοιτάξουν τα καινούργια τα παπούτσια ή τα ρούχα. Χειμώνα-καλοκαίρι ανάλογα την εποχή. Οι άντρες τις καμάρωναν και κάποιοι τις νύχτες χαϊδεύανε στον ύπνο τους εκείνες τις γάμπες και προχωρούσαν και πιο πάνω. Κάτω από τα φουστάνια και ξυπνούσαν μουσκεμένοι. Κι οι γυναίκες τις ζήλευαν θανάσιμα και έκαναν πως δεν τις κοίταζαν, αλλά ξεσήκωναν όλες τις κινήσεις τους. Μα πού να φτάσουν αυτό το άφταστο συντονισμένο τακα-τουκ του Λιθόστρατου. Έτσι μεγάλωναν οι δυο τους. Όμορφες. Πάντα ντυμένες με φουστάνια μεσάτα κι οι γάμπες πότε γυμνές και πότε με καλσόν του δέρματος. Λεπτά — τόσο λεπτά που οι άλλες γυναίκες πίστευαν ότι ακόμα και το χειμώνα δεν φορούσαν τίποτα. Έδειχναν σαν αρχόντισσες. Αλλά όχι. Δεν είχαν λεφτά. Ήταν μόνο περιποιημένες. Κι αρωματιστές. Έτσι όπως περνούσαν δίπλα σου, άφηναν μια γεύση από βανίλια. Μοσχομυριστές. Σα να ’χαν μόλις βγει απ’ το μπάνιο τους. Δεν είχανε πολλά πολλά με τους άλλους. Κι ούτε κουβέντιαζαν πολλά πολλά και μεταξύ τους. Όρθια στητά κορμιά στη βόλτα τους που κοίταζαν μπροστά κι έκαναν πάντα την ίδια διαδρομή. Ο δρόμος με τους φοίνικες, η κεντρική πλατεία, το Λιθόστρατο και η πλατεία της Καμπάνας. Η πλατεία της Καμπάνας, το Λιθόστρατο, η κεντρική πλατεία και ο δρόμος με τους φοίνικες. Αυτό. Ένα πάνω κάτω. Μια να πας — μια να γυρίσεις. Χρόνια ολόκληρα. Κι αυτή η μια ώρα ήταν αρκετή. Ήταν αρκετή για να αναστατωθεί ολόκληρη η πόλη, για να ανοίγουνε τα στόματα των γυναικών και τα μάτια των αντρών, για να ακούγονται αλλόκοτες ιστορίες. Τους δαιμόνιζε ότι δεν ήξεραν γι’ αυτές περισσότερα απ’ όσα θα ’θελαν να μάθουν. Γιατί δεν έλεγαν πολλά και δεν μπορούσε κανείς να τους προσάψει κάτι. Δεν τους έμοιαζαν, γιατί δεν έπαιρναν μέρος στα κουτσομπολιά και δεν ασχολούνταν με τον ένα και τον άλλο. Μόνο όταν έβρεχε πολύ δυνατά δεν έβγαιναν. Αυτό δεν το άφηναν οι άλλοι ασχολίαστο: «Μόνο όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα τις χωράει το σπίτι τους» ! Πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα ! Έβγαιναν — δεν έβγαιναν, αυτοί κάτι θα έβρισκαν να πουν. Εκείνο που τους ενοχλούσε πιο πολύ, ήταν αυτή η ορισμένη καθημερινή συνήθεια που δεν τη διέκοπτε ποτέ κάτι απρόβλεπτο. Μονάχα η δυνατή βροχή. Αυτό το ραντεβού των τακουνιών πάνω στα πλακάκια. Αυτά τα ηχηρά μαύρα λουστρίνια που δεν άφηναν κανένα ίχνος στο πέρασμά τους. Αυτό το θρόισμα των φουστανιών που δεν μπορούσε να τακτοποιηθεί μέσα στην λογική τους. Πώς γίνεται να μην τους δίνουν σημασία; Όμορφες, ναι, αλλά σιγά κιόλας —φτωχές— δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα. Δεν είναι κι έξυπνες. Σνομπάρουνε τους πάντες. Θα την πληρώσουνε. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

.

[9] ΠΕΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Την τσάκωσε μια μέρα να μιλάει του γέρου στο τηλέφωνο. Όλο ψέματα. Πώς τάχα την είχε ανάγκη η μάνα της και την πιάσανε τα ψυχολογικά της. Πού να τη αφήσει. Δεν είναι καμιά άκαρδη. Κι όλο το σκέφτεται να γυρίσει αλλά τη μια τυχαίνει το ’να, την άλλη τυχαίνει τ’ άλλο. Ακουγότανε αυτός απ’ το τηλέφωνο θυμωμένος. «Μη με κοροϊδεύεις. Έχεις βάλει και τη μάνα σου στο κόλπο». Έλεγε … έλεγε … αλλά κι αυτή δεν έκατσε να τον ακούει. Δίνει μια στο τηλέφωνο και το ’κλείσε. Λίγο ακόμα και θα το ’σπαγε. Πολλά νεύρα. Κι ύστερα παίρνει την τσάντα της και τσουπ βγαίνει απ’ το σπίτι κι εξαφανίζεται. Πού την έχανες, πού την έβρισκες στην ιχθυόσκαλα πίσω απ’ το μαγαζί. Είχε γεμίσει τα γόνατά της μελανιές από το τρίψιμο στους τοίχους κι εκείνου η πλάτη ήταν οργωμένη από τα νύχια της και τίποτα μα τίποτα δεν τους σταματούσε. Είχανε μάθει τα σώματα να ζητάνε πεινασμένα. Κι ήθελαν πιο πολύ και πιο πολύ μέχρι να χορτάσουνε, λες και δεν είχαν ποτέ πριν ανατριχιάσει, κουραστεί και πέσει το ένα πάνω στο άλλο. Πόναγε παντού αλλά την ώρα που τη γύριζε στο σπίτι κι άκουγε το περπάτημά της αλαφρύ πάνω στα πλακάκια δεν μπορούσε να κρατήσει το χαμόγελο απ’ τα χείλια της, και σκεφτόταν: Είμαι η πιο καλογαμημένη γυναίκα του νησιού. Ποιου νησιού; Δεν υπάρχει πιο χορτασμένη γυναίκα σ’ όλην τη γη. Δεν με χωράει ο τόπος. Ας πεθάνω εδώ κι ας είναι και μαζί του. Να κοιμηθούμε μαζί και να πεθάνω. Τίποτ’ άλλο. Και την ίδια στιγμή φοβόταν για τις σκέψεις της. Πού θα πάει αυτό; Όλες οι φαρμακόγλωσσες παραμονεύουνε. Πρέπει να μιλήσει κάποια στιγμή και του γέρου και της μάνας της. Δε γίνεται. Ήταν να κάτσει ένα μήνα κι έχουν περάσει τρεις. Αλλά όχι, πίσω δεν ξαναπάει. Η μάνα της την έβλεπε να τρέχει εδώ κι εκεί και καθημό να μην έχει αλλά δεν μίλαγε. Θα της περάσει. Θα χορτάσει. Τι θα κάμει; Θα γυρίσει σπίτι της. Και μια μέρα εκεί που τρώγανε γεμιστά με φέτα κι έξω είχε κουφόβραση, μόλις πάει να βάλει στο στόμα μια πιρουνιά από τη μελιτζάνα, τη βλέπει να τρέχει σφαίρα στον καμπινέ και να τα βγάζει όλα. Έγινε κάτωχρη κι άσπρισε. Φοβήθηκε η μάνα της και «Λίγο νερό … τίποτα δεν είναι». Σε λίγο την ξαπλώνει στο κρεβάτι και «Ζαλίζομαι, μάνα. Δεν είμαι καλά». Μα δεν περνούν λίγα λεπτά, τινάζεται, αρπάζει γρήγορα την τσάντα της και τσουπ έξω απ’ την πόρτα. Να πάει να τον βρει. Να του το πει. Πως τέτοια αηδία δεν έχει ξανανιώσει. Πως ήθελε να βγάλει τ’ άντερά της. Τέτοια ορμή μέσα στα σπλάχνα της. Της δίνει αυτός ένα τσιγάρο να την ηρεμήσει κι έρχεται κι άλλο κύμα εμετού από τα σπλάχνα. Να μη μπορεί να το κρατήσει μες στο στόμα — σα ρουκέτα. Κάτωχρη. Την παίρνει αυτός και τη βάζει να κάτσει σε καρέκλα και με τις χούφτες της ρίχνει νερό στο πρόσωπο. «Τίποτα δεν είναι». Κι αυτή ήξερε. Πρώτη φορά το νιώθει αυτό. Πάει το βράδυ σπίτι πιο νωρίς. Βάζει ζεστό νερό απάνου της, να τρέχει με τις ώρες. Ξαπλώνει στην μπανιέρα. Καίει το νερό. Αυτό ναι. Την ξεκουράζει. Δεν θέλει τίποτ’ άλλο. Να μείνει εκεί. Να ζεσταθεί ενώ είναι καλοκαίρι. Μόνο να της πει ένα παραμύθι η μάνα της να κοιμηθεί. Πώς να το ζητήσει; Όταν της έφερε το μπουρνούζι να τυλιχτεί και στάζαν τα νερά κάτω στα δάχτυλα σ’ εκείνο το μικρό μικρό που σχεδόν δεν είχε νύχι, σε κείνο που της το χάϊδευε γλυκά και της το πιπιλούσε ο ανιψιός, της είπε: «Μάνα, θα μου πεις ένα παραμύθι να κοιμηθώ;» Κι η μάνα την πήγε στο κρεβάτι, την εξάπλωσε, παραμέρισε τις αφέλειές της από τα μάτια, κι άρχισε να μιλάει για τη χωριατοπούλα που έπιασε παιδί από τον γιο του βασιλιά, που είχε ντυθεί ζητιάνος για να τον αγαπήσει ένα κορίτσι αληθινά, κι όχι γιατί ήταν ο γιος του βασιλιά. Και του ’κάνε μια κόρη, όμορφη, αγγελούδι, ντυμένη πάντα γαλάζια μπλε … και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κι έκλεισε τα μάτια της κι ονειρεύτηκε τον θηλυκό άγγελο —ξανθό— να την κοιτάει γελαστός και να χορεύουν γύρω της οι μπούκλες. Κι η μάνα την έβλεπε που χαμογελούσε μες στον ύπνο της. Κι ένιωθε. Ήτανε σίγουρη πως αυτός ο ύπνος κοιμότανε για δυο ζωές.

.

.

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

.

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 112/9/2017

Έτσι, σαν παραμύθι

Με μία πρώτη, ευπρόσωπη νουβέλα, αρθρωμένη σε 33 εικόνες-σκηνές, πολλά υποσχόμενη και περισσότερα αποκαλύπτουσα, δίνει το παρόν η Μαρία Τσιμά. Έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα με θεατρικό έργο, θεατρικές διασκευές
μυθιστορημάτων και έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους με διηγήματα.
Η θεατρική και κινηματογραφική της παιδεία διοχετεύεται και στον αφηγηματικό της λόγο.
Χώρος, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, η Κεφαλονιά, με το Λιθόστρατο σε πρώτο πλάνο, γνώριμη σε πολλούς διαδρομή. Δύο ζευγάρια λουστρίνια παπούτσια πάνε κι έρχονται κάθε βράδυ την ίδια ώρα, «στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς»· δυο γυναίκες όμορφες, μάνα και κόρη, περήφανες και καμαρωτές. Απόμακρες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Τίποτε δεν προεξοφλεί τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Πώς θα πορευτεί η ζωή τους με την προσθήκη και μιας άλλης γυναίκας, της μικρής Ζωής, εγγονής και κόρης αντίστοιχα. Το όνομα του παιδιού δεν είναι βέβαια τυχαίο.
Ένα κομμάτι από τις Νύφες του Βούλγαρη, με σύγχρονη θέαση και παλαιικά υλικά, μια ιστορία από αυτές που ήξεραν να ιστορούν ο Παπαδιαμάντης, ο Θεοτόκης ή ο Καραγάτσης, και που μας πάνε κατευθείαν στην πηγή, στην αρχαία τραγωδία. Απλά, αβίαστα, κουβεντιαστά, χωρίς μεγαλοστομίες και υπερβολές. Με υλικά αρχαίου δράματος, όχι τόσο σε ό,τι αφορά το θέμα όσο στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής βλέπει και αναπαράγει τη ζωή. Η αποκοτιά της Μήδειας αντεστραμμένη, με τον πατέρα
να εξοφλεί το τίμημα της άρνησης.
Χτες, σήμερα, αύριο, πάντα. Ο πόνος της ανυπαρξίας, του τίποτα, η ακύρωση των αισθήσεων: «ποια μυρωδιά, ποια αφή, ποια ακοή, ποια όραση; Όλα ματαιωμένα». Η μνήμη της αίσθησης χάνεται τις ώρες του άφατου πόνου, εκεί όπου βλασταίνει μόνον η σιωπή.
Ο λόγος της Τσιμά, σύντομος και μικροπερίοδος, άμεσος και πυκνός, δεξιοτεχνικά οικονομημένος, ξεδιπλώνεται σαν παραμύθι. Ενσωματώνει στη βασική αφήγηση ολοζώντανους διαλόγους, προωθητικούς της πλοκής. Συνεχώς ακροβατεί ή λοξοδρομεί σε σκολιά μονοπάτια, και ο αναγνώστης αναρωτιέται πού το πάει, πώς θα τελειώσει αυτή η τόσο δραματική εξιστόρηση. Ο έρωτας, η προδοσία, η μητρότητα, ο θάνατος, η εκδίκηση,
η απώλεια. Και η δικαίωση υπάρχει; Αν ναι, πού κρύβεται, άραγε; Κορύφωση
αποτελεί η ανατροπή του τέλους. Ο έρωτας και ο θάνατος, ο πόνος και η ηδονή σ’ ένα ανίερο σύμπλεγμα. Το άγαλμα της Κοιμωμένης του Φιλιππότη, στο νεκροταφείο του Δράπανου, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα· η τέχνη που απολαμβάνει τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διπλή κορύφωση το μοιρολόγι της μάνας, λίγο πριν από την έξοδο.
Και όλα τελειώνουν έτσι, σαν παραμύθι, με γοργόνες και φοβερά ψάρια
του βυθού, «Γιατί εκεί συναντιούνται οι άνθρωποι και ο μεγάλος πόνος. Στο
σκοτάδι ενός ύπνου που είναι ύπνος μαζί και θάνατος».

.

ΑΝΝΑ ΣΤΑΣΙΝΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών, 28.4.2017

Στο μεταίχμιο έρωτα και απώλειας

Όσοι προσέρχονται στη λογοτεχνία από άλλες τέχνες, φέρουν μαζί τους τις δεξιότητες και την εμπειρία τους από άλλα πεδία και μ’ αυτές εμβολιάζουν τη γραφή και την πλουτίζουν με ξέχωρη ποιότητα.

Σκέφτομαι, ας πούμε, τα διηγήματα του Λάκη Παπαστάθη, τα ονειρικά ενσταντανέ της Εύας Στεφανή, τα αφηγήματα του Γιώργου Καρυπίδη, τριών σκηνοθετών που καταπιάστηκαν επιτυχημένα με τη λογοτεχνία, του Αχιλλέα Κυριακίδη, βεβαίως (αλλά εδώ μιλάμε για έναν κατ’ εξοχήν πολυπράγμονα: συγγραφέα, μεταφραστή, κινηματογραφιστή και, εσχάτως, ηθοποιό).
Σκέφτομαι, επίσης, τον Νιλ Τζόρνταν και τα σκοτεινά του μυθιστορήματα, τα γραπτά του Γούντι Aλεν ή του Λουίς Μπουνιουέλ, ακόμη και τις λογοτεχνικές απόπειρες του Πάμπλο Πικάσο, που έδωσαν, ανάμεσα στα άλλα, τα αριστουργηματικά «Τέσσερα κοριτσάκια».

Αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω αναφέροντας και άλλα παραδείγματα – είναι πολλά. Θέλω απλώς να πω ότι δεν εξεπλάγην διαβάζοντας τη νουβέλα τής πολύ καλής ηθοποιού και σήμερα αναπληρώτριας καλλιτεχνικής διευθύντριας στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μαρίας Τσιμά, που δοκιμάστηκε πρόσφατα και στη θεατρική γραφή με τα «Ισια Δικαιώματα», ένα έργο που εκδραματίζει τη δύσκολη ζωή των μεταναστριών στην Ελλάδα.

Στο πρώτο της μυθοπλαστικό εγχείρημα, το «Λιθόστρατο», μια σκληρή ιστορία έρωτα και απώλειας, η εμπειρία της Τσιμά στο παλκοσένικο αποτυπώνεται στη σκηνική ένταση των αντιπαραθέσεων, στη θεατρική στίλβη κάποιων διαλόγων. Και όχι μόνο σ’ αυτά, αλλά και στην οικονομία, την ικανότητα της συμπύκνωσης και την αποφυγή του περιττού.

Μέσα σε τριάντα τρία σύντομα κεφάλαια παρακολουθούμε την ιστορία μιας νέας γυναίκας, μιας απλής γυναίκας από το Αργοστόλι, με «δύστηνο μοίρα». Τα βήματα του βίου της είναι κοινά: ανθηρή νιότη, ένας γάμος συμφέροντος με έναν ηλικιωμένο Ελληνα της διασποράς, ο εκπατρισμός, η επάνοδος για διακοπές, ένας ερωτικός πυρετός με κάποιον συνομήλικο που φέρνει ένα παιδί αλλά σβήνει πολύ σύντομα, η απώλεια, ο σπαραγμός.

Ενας σπαραγμός που γίνεται οργή κατά πάντων, αντιδικία ακόμη και με τον Θεό, βεβήλωση του ιερού, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, αυτοκαταστροφή. Με μια τόλμη που αιφνιδιάζει, η συγγραφέας γράφει μερικές από τις πιο βίαιες σελίδες της νεότερης πεζογραφίας, όπου η βία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή και η σεξουαλικότητα γίνεται το άλλο όνομα του ψυχικού θανάτου.

Το «Λιθόστρατο», που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο της Μαρίας Τσιμά, είναι η περατζάδα της μικρής κοινωνίας του Αργοστολιού: «Μια να πας, μια να γυρίσεις». Πάνω στις πλάκες του ηχούν τα τακούνια της ηρωίδας και της μάνας της προτού ξεσπάσει το κακό, πάνω στις πλάκες του σεργιανίζουν οι ντόπιοι, εκεί ανταλλάσσονται ματιές και σχόλια – ένα πανοπτικόν με δυο λόγια, τόπος αναψυχής, αλλά ταυτόχρονα τόπος επιτήρησης και εν τέλει τιμωρίας, αφού εκεί αποφασίζεται ο οστρακισμός από τη μικροκοινωνία της πόλης κάθε παραβάτη που αποκλίνει από τις νόρμες της.

«Αυτή» (η ηρωίδα της Τσιμά δεν έχει όνομα) θα γίνει αντικείμενο πόθου, καταδίκης και στο τέλος οίκτου. «Αυτή», που δεν θα βρει παρηγοριά πουθενά, ίσως μονάχα στη θέα ενός αγάλματος στο νεκροταφείο της πόλης. Είναι η περίφημη Κοιμωμένη του Φιλιππότη, η «πολύκλαυστος παρθένος», που η συγγραφέας τη φαντάζεται να σηκώνεται από το ανάκλιντρό της και να περιφέρεται στο κοιμητήρι. Τριάντα τρία βήματα, εξάλλου, χωρίζουν το επιτάφιο μνημείο της από την εκκλησία, όσα και τα χρόνια του Χριστού, όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου.

Με σπάνια δύναμη στη χρήση της πλούσιας, ενίοτε ιδιωματικής, γλώσσας που αναπτύσσεται σε τόνο στακάτο, ασθματικό, με έξοχη εικονοποιία και δεξιοτεχνική δόμηση των χαρακτήρων, η Μαρία Τσιμά έγραψε ένα βιβλίο για το πένθος που είναι αδύνατον να βιωθεί, για τους νεκρούς που δεν αποχωρούν, αλλά μας στοιχειώνουν και μας καλούν κοντά τους.

Ένα βιβλίο για τη ματαιότητα του έρωτα. Και, κυρίως, ένα βιβλίο που αντηχεί σαν θρήνος για τη μητρότητα, αυτή τη συνθήκη που είναι χαρά και ολοκλήρωση και καταφυγή, αλλά και πόνος, πόνος οξύς και ανείπωτος.

http://www.efsyn.gr/arthro/sto-metaihmio-erota-kai-apoleias

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ /02.07.2017

Αβίωτο πένθος

Μια νέα γυναίκα ξεκινάει τη ζωή της με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Είναι όμορφη, επιθυμητή, αλλά απρόσιτη – ακριβώς επειδή είναι τόσο ξεχωριστή. Οπως και η χήρα μητέρα της, εξάλλου. Μάνα και κόρη ζουν μόνες, στενά δεμένες, αποκομμένες από την επαρχιακή μικροκοινωνία όπου βρέθηκαν να ζουν, μια κοινωνία που τις θαυμάζει αλλά δεν τις κατανοεί και τις αποξενώνει, ίσως γιατί φοβάται την ανεξαρτησία τους. Βαδίζουν πάνω – κάτω στο λιθόστρατο, τα απογεύματα, στην περαντζάδα του Αργοστολιού με τα δίδυμα τακούνια τους, λίγο παλιές, λίγο άχρονες, ξένες – «γιατί όταν νικάει η ομορφιά, δεν την αντέχουν οι άνθρωποι», όπως γράφει η Μαρία Τσιμά, γιατί η ομορφιά είναι ένα απόλυτο που «αστραποκαίει», σύμφωνα με την ωραία και δυνατή λέξη του Δημήτρη Χατζή.

Δεν την αντέχουν, όμως, ούτε οι θεοί. Η όμορφη αυτή κόρη, που θα την προξενέψουν σ’ έναν πλούσιο ομογενή με εστιατόριο στο Κουίνς, στην Αστόρια, στην αρχή θα θαφτεί ανάμεσα στις χωριάτικες και τα λαδόξιδα, αλλά, καθώς πολύ σύντομα θα γνωρίσει τη σωματική επιθυμία, συνυφασμένη με τη θαλερή της νιότη, θα εγκαταλείψει τον ανούσιο γάμο της με τον «γέρο» για χάρη του ανιψιού του, θα κάνει μαζί του ένα παιδί, θα τον εγκαταλείψει για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στο κοριτσάκι της. Και ύστερα θα έρθει η τραγωδία, σαν αστροπελέκι από το χέρι ζηλόφθονων και εκδικητικών θεών.

Πράγματι, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια φλέβα πανάρχαια να πάλλεται στο βάθος της αφήγησης της Μαρίας Τσιμά. Ολα τα πάθη των ανθρώπων είναι παρόντα: η ομορφιά πρώτα απ’ όλα, από τη φύση της αλαζονική, αφού στο άνθισμά της μοιάζει να εξομοιώνει τον άνθρωπο με τους θεούς, παραβιάζοντας την τάξη του κόσμου· ο έρωτας, που καταλύει επίσης τις κοινωνικές νόρμες· η ένταση με την οποία η ηρωίδα βιώνει τη μητρότητα, βάζοντας στο επίκεντρο το παιδί της και παραμερίζοντας οτιδήποτε άλλο από τον ορίζοντά της· η απελπισία του παραμερισμένου εραστή και πατέρα, που τον μετατρέπει σε αρσενική Μήδεια. Στο τέλος, η μητέρα θα οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, τσακισμένη από την οδύνη, χωρίς «να αντέχει ούτε τη λύπη ούτε την παρηγοριά», παραλοϊσμένη, σαν την τρελή μάνα από τον «Λάμπρο» του Σολωμού. Εκείνο το σπαρακτικό «Πώς γίνεται να αφήνεις το αίμα σου κάτω απ’ το χώμα τόσο απροστάτευτο», που βάζει η Μαρία Τσιμά στα χείλη της μητέρας, φέρνει αμέσως στον νου τη «δύστυχη ξεφρενωμένη» του Σολωμού και την απελπισμένη της κραυγή: «Γιατί τινάζετε/ πάνω τους χώματα/ μη μη σκεπάζετε/ τα μικρά σώματα». «Μαύρη μητέρα» και η ηρωίδα της Μαρίας, δεν θα τα βγάλει πέρα με το πένθος και θα χαθεί με τον ίδιο τρόπο που χάθηκε το παιδί της – διαλέγοντας για μνήμα της το νερό.

Λύτρωση δεν υπάρχει, εδώ, παρηγοριά δεν υπάρχει. Το πένθος γίνεται ψυχοβόρο όταν δεν υποτάσσεται στον χρόνο, όταν αδυνατεί να μετουσιωθεί και να γαληνέψει, να φθαρεί (πράγμα σωτήριο για τον πενθούντα), να διευθετηθεί, όπως λένε οι ψυχαναλυτές, οδηγώντας σιγά σιγά στην αποδοχή του ανέκκλητου. Η ηρωίδα της Μαρίας αρνείται να ζήσει το πένθος – γιατί δεν θέλει να αφήσει το παιδί της να φύγει, να σβήσει στο φως της καθημερινότητας, να λιώσει μέσα στην ιαματική πλημμυρίδα των δακρύων. Και αυτή η άρνηση είναι που θα την τρελάνει στο τέλος. Γιατί ο νεκρός που δεν του επιτρέπουμε να εγκαταλείψει οριστικά τον επίγειο κόσμο μας, πεδικλώνει τις στιγμές και ποδηγετεί τον χρόνο, παρών και απών ταυτόχρονα σε ένα «ωσεί παρόν», το οποίο, στον ασφυκτικό εναγκαλισμό του, απειλεί με συμβολικό πνιγμό τους ζωντανούς. Ενα συμβολικό πνιγμό, που εδώ γίνεται πραγματικός.

Όμως, παρά την τραγικότητα του θέματος, παρά τη σχεδόν κανιβαλική αγριότητα κάποιων σκηνών, παρά τον αβάσταχτο πόνο της ορφανεμένης μητέρας που εκτρέπεται προς τη βλασφημία και τη βαθύτατη ασέβεια προς την ίδια ζωή, το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στην ομορφιά, την τρυφερότητα, τη μητρική αγάπη και τον ανθισμένο έρωτα. Η συγγραφέας ξέρει να στήνει με μικρές λεπτομέρειες τον ιδιωτικό κόσμο των γυναικών, αρωματισμένο σαν ένα συρτάρι με ασπρόρουχα, χυτό σαν μεταξωτό ύφασμα, απαλό σαν πούδρα. Ξέρει να αφηγείται παραμύθια, ενσωματώνοντάς τα στην αφήγηση, ξέρει να αναδεικνύει την δραματικότητα των καταστάσεων παρεμβάλλοντας στην αφήγηση διαλόγους που αποπνέουν έντονη θεατρικότητα. Ενα βιβλίο για την αγιάτρευτη απώλεια, κρουστό, πυκνό, χωρίς ίχνος αισθηματολογίας και γι’ αυτό συγκλονιστικό.

http://www.kathimerini.gr/916200/article/politismos/vivlio/aviwto-pen8os

.

ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ

http://eliaswords.blogspot.gr/2017/06/blog-post.html

Στο Λιθόστρατο της μικρής μας πόλης

Παρουσίαση στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, 16/6/2017

Κάποτε λεγόταν «οδός Κράνης» από το όνομα της αρχαίας πόλης που βρισκόταν ψηλά, πάνω από τη λιμνοθάλασσα του Κούταβου. Χώμα, κιμιλιά, και αργότερα κυβόλιθοι. Το Λιθόστρωτο, ή «Λιθόστρωτο», ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της μικρής μας πόλης. Μια μεγάλη περαντζάδα, από την παλιά, βενετσιάνικη πόλη με τα στενά δρομάκια, που περνούσε και περνά από την παλιά πλατεία Ελευθερίας, την Πλατεία Καμπάνας, εκεί που κάποτε κάηκε το λίμπρο ντ’ όρο.
Περνούσε από την παλιά μητρόπολη, απ’ όλα τα «εμπορικά». Τέλειωνε κάπου κοντά στο θέατρο της πόλης, τον «Κέφαλο». Ο δρόμος, όχι η περαντζάδα. Τα βήματα προχωρούσαν και προχωρούν στην «καινούρια πόλη», με τους μεγάλους ίσιους δρόμους που χάραξαν οι Άγγλοι. Και στην καινούρια, μεγάλη πλατεία, κι από κει, στο δρόμο με τις φιλύρες. Την Οδό Δικαστηρίων, που κι αυτή έφτανε σε μια άλλη, μεγάλη πλατεία. Την πλατεία του Μαίτλαντ.
Η πόλη άλλαξε. Μετά τους σεισμούς του 1953 ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες. Κι όταν ξαναχτίστηκε, το Λιθόστρατο ήταν πάλι εκεί, στην ίδια θέση, σαν το φάντασμα των κυβόλιθων να είχε ριζώσει εκεί, κάτω από τα συντρίμμια. Πήρε το όνομα «Διαδόχου Κωνσταντίνου». Ο διάδοχος έγινε βασιλεύς, έχασε τον θρόνο του , το Λιθόστρωτο έμεινε. Για κάμποσα χρόνια άσφαλτος, με τ’ αυτοκίνητα να περνοδιαβαίνουν, ώσπου, έφυγαν κι εκείνα… κι οι πεζοί έκαναν πάλι ανενόχλητοι τις βόλτες τους, κι η άσφαλτος κρύφτηκε κάτω από πλάκες. Πλάκες, που κάνουν τα λουστρίνια των ηρωίδων του βιβλίου να ακούγονται πιο δυνατά. Λες κι ο δρόμος έχει καρδιά, και κάθε περαντζάδα δυναμώνει τους χτύπους της.
Δεν είναι τυχαίος δρόμος το Λιθόστρωτο. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις δουλειές σου. Υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι δρόμοι στη μικρή μας πόλη. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις βόλτες σου. Δεν είναι ο δρόμος που θα πας να ρομαντζάρεις. Είναι ο δρόμος που θα διαβείς για να δεις και να σε δουν. Σ’ όλο το μήκος του, σε κάθε του στιγμή, ένα μικρό tableau vivant, ένα μικρό στιγμιότυπο, τη στιγμή που διασταυρώνονται οι μικρές ζωές μας στη μικρή μας πόλη. Μικρές, αλλά δημόσιες. Όπως γινότανε παλιά παντού, σε πόλεις και χωριά.
Στην Άσσο, η πλατεία που συναντούσε ο ένας τον άλλο, λέγεται ακόμα «Ο φόρος», μια «αγορά», ένα μακρινό εγγονάκι του ρωμαϊκού forum. Στον Αγκώνα, το χωριό του πατέρα μου, ο δρόμος με τα μαγαζιά ήταν η «λόντζα». Όταν περνούσαν από κει οι γυναίκες του χωριού, κουβαλώντας το νερό με το λάτινο σταμνί στο κεφάλι, φορούσαν τα καλά τους παπούτσια και τα σκουλαρίκια τους. Μα το Λιθόστρατο ήταν, είναι αλλιώς. Οι λόντζες έσβησαν στα χωριά, και τώρα όλοι ζουν το δημόσιο βίο τους διαβαίνοντας πάνω απ’ αυτές τις πλάκες. Δε θα σβήσει ποτέ το Λιθόστρατο. Ό,τι και να γίνει.
Γιατί όλοι εκεί γίνονται αυτό που θέλουνε να γίνουν. Ή ίσως, αυτό που θέλουν να δείξουν στους άλλους. Εκείνο τον όμορφο εαυτό τους. Η μάνα κι η κόρη, κι οι δυο όμορφες. Τα καινούρια ζευγάρια της πόλης. Τα όμορφα μωρά στα καροτσάκια. Ακόμα και οι κουβέντες των ανθρώπων κρύβουν μέσα τους την επίγνωση ότι κάποιος τις ακούει.
Το Λιθόστρατο μοιάζει μ’ ένα αρχέγονο κοινωνικό δίκτυο. Είναι ένας δρόμος μαγικός, σαν το προφίλ μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια όμορφη φωτογραφία που ίσως και να μας μοιάζει, κι άλλες χαμογελαστές φωτογραφίες από τις ίδιες παραλίες, το ίδιο καφέ, το ίδιο μπαράκι, τις ίδιες πάστες που φάγαμε. αποστάγματα κατεψυγμένης σοφίας, όλα όσα μπορούν να πείσουν τους άλλους ότι περνάμε καλά, ότι νιώθουμε όμορφοι.
Μια φετούλα αληθινής ζωής, πάντα φρέσκια, πάντα ζεστή και αφράτη. Μιας ζωής που το «τακ τακ» των παπουτσιών στις πλάκες δηλώνουν ότι, ναι, είναι ζωντανή, δηλώνουν και το χρόνο που περνάει.
Και πέρα απ’ αυτό το φυσικό σύνορο; Το σπίτι, κι όσα κρύβονται πίσω από τα παντζούρια, κάτω από το χαλί. Εκεί που δε χρειάζεται να είσαι αυτό που θέλεις να νομίζουν οι άλλοι. Εκεί που ο καθρέφτης σου δείχνει πάντα τον εαυτό σου, μόλις ξυπνάει το πρωί. Εκεί, που τα περίεργα μάτια των άλλων παλεύουν αλλά δεν μπορούν να φτάσουν. Γιατί, στη μικρή μας πόλη, σημαντική δεν είναι τόσο η αλήθεια. Σημαντικοί είναι οι άλλοι. Κι αυτό που βλέπουνε για μας με τα δικά τους μάτια.
Η ηρωίδα του βιβλίου της Μαρίας Τσιμά βρίσκει κάποτε το δρόμο προς την πολύ μεγάλη πόλη, μακριά, στην Αμερική, ονειρεμένο τόπο αποκατάστασης για πολλές κοπέλες. Τώρα, από το χέρι την κρατάει ένας γέρος. Μα εκεί δε βρίσκει κανένα Λιθόστρατο. Στην πρωτεύουσα ολόκληρου του πλανήτη, εκείνη είναι κλεισμένη σ’ ένα μαγαζί. Τα αρώματα της μικρής της πόλης σκεπάζονται από κάπνες και χαλασμένα τηγανόλαδα. Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία.
Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία. Η μικρή πόλη δεν έχει μυστικά. Αν θέλεις να έχεις μυστικά, πρέπει να τα θάψεις μακριά από το Λιθόστρατο. Δηλαδή, όχι και τόσο μακριά. Δυο δρόμους παρακάτω, η παραλία της πόλης, εκείνο το κομμάτι της που έχει καταφέρει να κρύψει ακόμα και τη θάλασσα. Ακούνητη κι εκεί η αγορά, όχι η λουσαρισμένη του Λιθοστρώτου. Ψάρια, χασάπηδες, ζαρζαβατικά, μαστόρια. Φασαρία, μακρινή από την ομορφιά. Φασαρία, που κρατάει μακριά τα μάτια και τα αυτιά των άλλων.
Μέσα σ’ εκείνη τη βουή, μπορεί να κρυφτεί η αλήθεια. Μπορεί να κρυφτεί κι ο πόθος, εκείνος που δεν πρέπει ποτέ να διαβεί το δρόμο, δεν πρέπει ποτέ να ακουστούν τα τακ τακ της καρδιάς του πουθενά. Εκεί που δεν περνάει κανείς, εκεί νομίζεις ότι μπορείς να κρύψεις την αλήθεια. Μα καμιά φορά, μέσα στο θόρυβο και τη ζάλη, εκείνη την αλήθεια την κουβαλάς μαζί σου. Κρυμμένη κι εκείνη, μυστική , καμιά φορά άγνωστη σε σένα.
Μα έρχεται η στιγμή που εκείνη την κρυμμένη μέσα σου αλήθεια, τη γεννάς. Και πάνω εκεί στους πόνους, η μικρή πόλη στρέφει τις κεραίες της, και τα μάτια της, και δυναμώνουν οι ψίθυροι, και το Λιθόστρωτο γίνεται ένα μουσικό κουτί γεμάτο από ψιθύρους, με τόση μαεστρία ενορχηστρωμένους, που δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν ίσαμε τ’ αυτιά σου.
Η επιλογή σου είναι να συνεχίσεις να παριστάνεις πως τίποτα δε συνέβη. Να κατασκευάζεις μια ακόμη πραγματικότητα, μια ακόμη φτιασιδωμένη μάσκα, για να μπορείς να κυκλοφορείς στο Λιθόστρωτο και να σβήνουν οι ψίθυροι στο πέρασμά σου, κι όσο πιο πολύ κρατάει η περαντζάδα σου, τόσο εσύ να μην ακούς.
Κι όταν τελειώνει το περπάτημα και γυρίζεις εκεί, πίσω από τα παντζούρια, ή στο θλιβερό μαγαζάκι της αγοράς, ο ψίθυρος είναι τόσο δυνατός που νομίζεις ότι σε κρατάει από το χέρι. Όπως η μάνα σου, τότε. Και τώρα το «τακ τακ» είναι γεμάτο αγωνία.
Κι εσύ, έχεις γεννήσει δυο ακόμα μικρά λουστρίνια που η καρδούλα τους θα χτυπάει ρυθμικά στο Λιθόστρωτο. Κι η δικιά σου καρδιά θα χτυπάει διπλά… Για τα ψέματα που ειπώθηκαν κι εκείνα που θα ακολουθήσουν. Στη μικρή μας πόλη κανένα ψέμα δεν βαδίζει μόνο του. Μαζεύονται σιγά σιγά πολλά μαζί και κάνουν παρέλαση στο Λιθόστρατο. Μαζί με τα ψέματα των άλλων, που όσο δυνατή κι αν είναι η αλήθεια, δεν την αφήνουν ν’ ακουστεί.
Ίσως δεν είναι τυχαίο που αυτή η πόλη φοβάται τη θάλασσά της. Κάνει πως δεν τη βλέπει. Κι εκεί, πίσω από την αγορά της, όταν τα φώτα είναι σβηστά, όταν κανένας πια δεν περπατά, δεν ανασαίνει, δεν ακούει, τότε είναι που έρχεται εκείνη η αλήθεια και καθρεφτίζει το πρόσωπό της στα σκοτεινά ρηχά νερά του λιμανιού. Εκείνα που δεν θα δει κανένα μάτι. Η αλήθεια θα ορμήσει ξαφνικά, εκεί στη σκοτεινή πλευρά του λιμανιού, για δευτερόλεπτα θα αιωρηθεί στο κενό, κι έπειτα θα βυθιστεί στα σκοτεινά νερά. Πίσω από την αγορά της πόλης. Εκεί που το πρωί ένα πολύβουο μελίσσι θα επαναλάβει τη ρουτίνα μιας οποιασδήποτε μέρας.
Η μικρή πόλη ξέρει. Ξέρει ν’ ακούει πίσω απ’ τους τοίχους, να βλέπει πίσω από τις κουρτίνες. Οι αλήθειες δεν είναι δυνατό να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα κρυφές σ’ έναν τόπο που όλοι γνωρίζουν όλους, όπου οι άνθρωποι είναι τόσο λίγοι που ο χτύπος της καρδιάς τους ακούγεται πιο δυνατά απ’ τον χτύπο των παπουτσιών τους πάνω στο Λιθόστρατο. Μα η μικρή πόλη ξέρει και να σωπαίνει. Εκείνη η αλήθεια που φανερώνεται την ώρα που βουλιάζει στα σκοτεινά νερά, τελικά μάλλον όλοι τη γνωρίζουν. Αλλά όλοι έχουν συμφωνήσει να σωπαίνουν. Όχι από συγκατάβαση. Αλλά με την ελπίδα ότι η ίδια σιωπή θα κυριαρχήσει κι όταν η δικιά τους αλήθεια φανερωθεί με κάποιο τρόπο.
Η αλήθεια είναι εκεί. Μα κανένας δεν τη βλέπει. Ακόμα και σ’ εκείνη την άλλη βόλτα, την μοναχική και θλιβερή, που περνάει από τη γέφυρα του Ντε Μποσσέ και φτάνει στο κοιμητήριο της πόλης. Στο κοιμητήριο με το άγαλμα του κοριτσιού που αναπαύεται. Σιωπηλό είναι το κορίτσι, όπως και η μικρή μας πόλη. Θλιμμένο, όπως κι οι αλήθειες που κρυβει η σιωπή. Πηγαίνεις στο κοιμητήριο μονάχη και σιωπηλή. Γυρνάς και βλέπεις την πόλη λουσμένη στο φως το ιλαρόν του σούρουπου. Κι εκεί, στο κέντρο της εικόνας, εκεί που το βλέμμα σου εστιάζει, είναι εκείνα τα νερά, πίσω από την αγορά, εκεί που βούτηξε κι αναδύθηκε, μισή, η αλήθεια. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα, νιώθεις πως η μισή σου αλήθεια είναι θαμμένη στα λευκά μάρμαρα του Δραπάνου, κι η άλλη μισή για πάντα ζωντανή στον σκοτεινό βυθό.
Κι εκεί, έξω από την πόλη, μακριά από τις πλάκες του Λιθόστρωτου, τα καφενεία, τις βιτρίνες, τις πόζες και τις πρόζες των περιπατητών, εκεί, που κανένας δεν βλέπει, που κανένας δεν μπορεί να μιλήσει, στο Δράπανο, εκεί που βρίσκεται όλο το παρελθόν της πόλης, εκεί πας να χτίσεις κι εσύ, μαζί με όλους τους σιωπηλούς κατοίκους του, το δικό σου αιώνιο μυστικό.
Ακόμα μια αγκαλιά κρυμμένη από τα βήματα των περαστικών, από τα βλέμματα που στρέφονται πάνω σου ξεχνώντας τον αχνιστό καφέ τους. Στη μικρή μας πόλη οι αγκαλιές είναι κρυφές, όπως κι η αγωνία για τη ζεστασιά τους. Κι εκεί, πιο κοντά στο θεό, απ’ ό,τι στους ανθρώπους, άλλη μια αλήθεια θα γεννηθεί, καταδικασμένη να χαθεί κι αυτή σε κάποιο μελλοντικό σκοτάδι. Καταδικασμένη να γίνει γνώση που θα μείνει στην άκρη των χειλιών. Γνώση που δεν θα ειπωθεί ποτέ.
Στο Λιθόστρατο ακούς πολλές φωνές. Βλέπεις πολλά πρόσωπα. Νιώθεις την αύρα πολλών ανθρώπων. Όταν δεν ξέρεις, πτωχός τω πνεύματι γαρ, μπορεί και να ξεγελαστείς. Μα όταν ξέρεις, και πάλι θα αναγκάσεις τον εαυτό σου να μη μιλήσει, να κάνει πως δεν ξέρει. Κι η παράσταση θα συνεχιστεί, ανάμεσα στις αλήθειες, στους ήχους των βημάτων, και στα σκοτεινά νερά.
Η Μαρία Τσιμά έγραψε Το Λιθόστρατο με αγάπη γι’ αυτή την πόλη. Για την ομορφιά, τα χρώματα, τα αρώματα και τους ήχους της. Αλλά και με βαθιά επίγνωση της αλήθειας της, που έχει πολλά πρόσωπα. Αποφάσισε όμως να μιλήσει γι’ αυτή την αλήθεια που εμείς οι άλλοι προτιμούμε επιμελέστατα να αφήνουμε κρεμασμένη στην άκρη των χειλιών. Όχι για να στηλιτεύσει τη δικιά μιας τη σιωπή. Αλλά γιατί συμπονά βαθιά αυτή την πόλη, με τις όποιες αλήθειες της, με τις όποιες σιωπές της. Δεν θέλει να μας δείξει κάτι που βλέπουμε. Όλοι βλέπουμε. Και την αγάπη, και την απόγνωση, και το συμφέρον, και την υποκρισία, και την πόζα, και το απαγορευμένο, και το πένθος. Θέλει να σπάσει αυτή τη μυστική μας συμφωνία σιωπής. Όχι για να αποκαλύψει την αλήθεια μας. Αλλά γιατί πονάει αυτή την πόλη. Τη δικιά της και τη δικιά μας.
Δεν ήταν εύκολη, πιστεύω, η συγγραφή. Ούτε ανώδυνη ακόμα και για την ίδια τη Μαρία. Γιατί δεν είπε να μας κοιτάξει από απέναντι, σαν πτηνά εξωτικά, απομεινάρια ενός παρελθόντος στο οποίο καμιά φορά μένουμε εγκλωβισμένοι. Μας μίλησε με πόνο για τον κοινό πόνο όλων μας. Με αγάπη, για την αγάπη όλων μας γι’ αυτό τον τόπο. Για την ομορφιά του, αλλά και για την αλήθεια του.
Θα ‘ θελα να κλείσω και να την ευχαριστήσω, με κάποια δικά της λόγια, που μου υπέδειξε μια συμμαθήτρια και φίλη της. Λόγια πιο παλιά, που κάποτε γίνανε τραγούδι. Τραγούδι που μιλά με την ίδια ευαισθησία, με την ίδια αγάπη για όσα μας προσφέρει με τούτο το βιβλίο.
Κοιμάται το πρωί στο μαξιλάρι της
Κι ονειρεύεται τα’ αμπέλι, το σταφύλι
Μάνταλο κόκκινο και κλειδωνιά τα χείλη της
Π’ ανοίγει η πόρτα του παράδεισου, το δείλι

Έχει βρεγμένο τ’ άσπρο μισοφόρι της
Εκεί που ο βράχος σμίγει με τη θάλασσα
Κόκκινο μήλο ανασαίνει το σεντόνι της
Κούκλα από χόρτο, παιδική κι εγώ τη χάλασα

Ξυπόλυτη γυρνά με την πλεξίδα της
Βαλανιδιά, μονάχη, Αχερουσία
Κολυμπάει ο ύπνος στα στήθια και τα χέρια της

Χρόνια προσμένει τον ψαρά, η Αναστασία…

.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ

Κεφαλονίτικα Νέα 13/6/2017

Πριν καμιά δεκαριά μέρες, περνώντας από τον πάγκο με τις νέες κυκλοφορίες γνωστού βιβλιοπωλείου της Αθήνας, το μάτι μου έπεσε στο «Λιθόστρατο» της Μαρίας Τσιμά.
Γύρισα γρήγορα στο οπισθόφυλλο να δω αν αναφέρεται στην Κεφαλονιά και, πράγματι, πρόκειται για μία νουβέλα που διαδραματίζεται στο Αργοστόλι. Αγόρασα το βιβλίο και αφού πέρασα μαζί του δύο γεμάτα απογεύματα, πήρε κι αυτό τη σειρά του στις δημοσιεύσεις του Ex Libris και προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί κατά τα μέσα Αυγούστου. Πριν λίγες μέρες όμως, λάβαμε στα Κεφαλονίτικα Νέα μία πρόσκληση για την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, παρουσία της συγγραφέως και της επιμελήτριάς της, και σκέφτηκα ότι πρόκειται περί ευτυχούς συγκυρίας: να παρουσιάσουμε ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο την ίδια εβδομάδα θα παρουσιαστεί στο αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.
Το «Λιθόστρατο», λοιπόν, είναι μία νουβέλα στην οποία πρωταγωνιστεί μία νεαρή γυναίκα που βιώνει μία ανείπωτη τραγωδία: την απώλεια του ίδιου της του παιδιού. Μέσα από τις τριάντα τρεις ενότητες της αφήγησης παρακολουθούμε από την αρχή την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας: πώς μικροπαντρεύτηκε στην Αμερική, πώς γύρισε στο νησί, πώς βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τοπικού σκανδάλου, πώς έκανε την κόρη της, πώς χώρισε από τον πατέρα του παιδιού της… Μέχρι τη στιγμή που η τραγωδία χτυπά την πόρτα της: το μικρό κορίτσι πνίγεται στα νερά του Κουτάβου και η νεαρή μητέρα χάνει – αργά μα σταθερά – τα λογικά της…

Η αφήγηση ξεκινά με ύφος στακάτο και περιγραφικό αλλά όσο προχωρά η ιστορία γίνεται όλο και πιο εσωτερική: τα γεγονότα πλέκονται γύρω από μύθους και τοπικές παραδόσεις, λαϊκές αφηγήσεις, παιδικά παραμύθια και όνειρα του ύπνου και του ξύπνιου, επιθυμίες και πάθη που άλλοτε οδηγούν τους χαρακτήρες στα επουράνια και άλλοτε τους βυθίζουν στα πιο βαθιά ερέβη του μυαλού… Την κεντρική ηρωίδα πλαισιώνουν λιγοστοί αλλά «φροντισμένοι» λογοτεχνικά χαρακτήρες: κυρίως η μητέρα της και ο πατέρας του παιδιού της, που μετά την τραγωδία, θα είναι όλοι τους διαφορετικοί.

Εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο όμως στην αφήγηση παίζει και η Κεφαλονιά, και πιο συγκεκριμένα το Αργοστόλι. Όσοι ζουν εδώ ή γνωρίζουν την πόλη σίγουρα θα αναγνωρίσουν ή θα νοσταλγήσουν το Λιθόστρωτο, το δρόμο με τους φοίνικες, την πλατεία Καμπάνας, το Δράπανο, την πλατεία Βαλλιάνου. Επίσης θα αναγνωρίσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «μικρής κοινωνίας»: το κουτσομπολιό, τον κενό καθωσπρεπισμό, τα μάτια που παρακολουθούν πίσω από τα παράθυρα και τα στόματα που ψιθυρίζουν. Η συγγραφέας εκθέτει όλες τις ομορφιές του Αργοστολίου αλλά δε διστάζει να μιλήσει και για το βάσανο του να ζεις σε έναν μικρό γεωγραφικά και κοινωνικά τόπο όπου όλοι σε ξέρουν, σε βλέπουν, σε κρίνουν (ένα θέμα το οποίο απασχόλησε και τον Κεφαλονίτη ηθοποιό και σκηνοθέτη Αλέξανδρο Λυκούρα στην εξαιρετική παράσταση που είδαμε φέτος στον Κέφαλο με τίτλο «Μάτια παντού»).

Η Μαρία Τσιμά όμως στην αφήγησή της κάνει έναν τέλειο κύκλο δένοντας το «Λιθόστρατο» ακόμα περισσότερο με τον τόπο του. Το άγαλμα στο μνήμα της Αγγελικής Λοβέρδου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου και, κυρίως, με τα 33 του βήματα απόσταση «από την πόρτα της εκκλησίας» της Παναγίας της Δραπανιώτισσας, εμπνέει τόσο τη δομή της νουβέλας (τριάντα τρεις ενότητες, όπως προανέφερα) όσο και το βασικό θέμα που δεν είναι άλλο από την σκληρή, σχεδόν απάνθρωπη απώλεια: «Πώς αφήνουμε τον δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μοναχός κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται;» αναρωτιέται συνεχώς η χαροκαμένη μάνα. Αναρωτιέται και τρελαίνεται, σιγά-σιγά, βυθίζεται στο τίποτα…

Η «Κοιμωμένη του Φιλιππότη», 1886, Κοιμητήριο Δραπάνου
Παρά το βαρύ, υπαρξιακό θέμα το βιβλίο δεν είναι δακρύβρεχτο ούτε πέφτει σε εύκολα κλισέ. Μοναδική παραφωνία ως προς αυτό είναι ίσως η κρίση τρέλας που πιάνει την ηρωίδα προς το τέλος, όταν αρχίζει να βλέπει και να ακούει ανύπαρκτα πράγματα, να τα βάζει με δαίμονες και φανταστικούς εχθρούς… Η λογοτεχνική γλώσσα της Τσιμά, άλλοτε λυρική, άλλοτε ονειρική και άλλοτε αγοραία, υπηρετεί επιτυχημένα ένα ύφος γοητευτικό χωρίς λεκτικές ή περιγραφικές υπερβολές. Σε αυτό προφανώς έχει βάλει το χεράκι της και η έμπειρη Κατερίνα Σχινά που το επιμελήθηκε (και σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μην πω πόσο χαίρομαι όταν βλέπω ότι υπάρχουν πράγματι Έλληνες συγγραφείς που καταδέχονται να γίνει επιμέλεια στα έργα τους!)

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ

parallaxi 23/3/2017

Είναι κάτι μικρές ιστορίες που σπάνια γίνονται μεγάλες. Που δεν τις φωτίζουν οι προβολείς, παρά μόνο αν πέσει πάνω τους το φως μιας τραγωδίας. Ή η βαριά ανάσα του πένθους.

Ιστορίες ανθρώπων, πόλεων, χρόνων που συνήθως περνούν σαν ήσυχα ποτάμια, χωρίς κυματισμό. Σαν τις ζωές δυο γυναικών που μετριούνται με τα βήματα τους πάνω κάτω στο Λιθόστρατο του Αργοστολίου. Ντυμένες με όμορφα φορέματα, που ξεχωρίζουν μέσα τη γκριζάδα του τοπίου, όταν δεν είναι καλοκαίρι, πηγαινοέρχονται μαζεύοντας τα βλέμματα πάνω τους σαν μαγνήτης, σαν παγίδα του βλέμματος σε έναν κόσμο που διψά για σχόλια, για παρατήρηση.

Σε αυτό το Λιθόστρατο η ζωή των δυο γυναικών, μάνα και κόρη, περνά για χρόνια. Δεν μαθαίνουμε ούτε καν τα ονόματα τους. Είναι η μάνα και η κόρη. Δυο ρόλοι στο παιχνίδι της ζωής Όταν στη ζωή τους θα μπει μια πρόταση γάμου τότε ο κυματισμός του ποταμού θα αρχίσει να γίνεται έντονος. Και στη σκακιέρα στα δυο πρώτα πιόνια θα προστεθούν και άλλα τέσσερα, οι γυναίκες θα γίνουν τρεις και τρεις οι άνδρες, ώσπου να αρχίσει πάλι μετά την πρόσθεση, η αφαίρεση. Τραγικά. Και είναι αυτή η αφαίρεση, η Απώλεια, που γίνεται μετά ο άξονας της ζωής τους. Και είναι η ξεγνοιασιά της αρχής που γίνεται μετά ευθύνη και μετά οδύνη.

Η Μαρία Τσιμά επιστρέφει στην πατρίδα της την Κεφαλονιά και στήνει μια νουβέλα με 33 εικόνες, σύντομες σαν polaroid που ξέφτισαν σε ένα κουτί δίχως καπάκι, που το έβλεπε ο ήλιος και ξέβαψε τα χρώματα των εικόνων.

Οι δυο γυναίκες γίνονται τρεις και στη ζωή τους εμφανίζονται διαδοχικά τρεις άνδρες. Και όλοι μαζί σε ένα παράξενο μοιραίο χορό προς το χαμό, προς την απώλεια ενός παιδιού, που πάντα μοιάζει από τις δυσκολίες της ζωής η πιο αξεπέραστη, αυτή που δεν θα διαχειριστεί ποτέ κανείς με επιτυχία, όσες αφίξεις και αν έρθουν, όσες μικροχαρές, του μυαλού, της ψυχής ή του σώματος και αν καλοσωρίσει, από κει και έπειτα.

Η Μαρία γράφει κοφτά. Μετρημένα. Χειρουργικά. Σε αρπάζει από τα μούτρα. Νοιώθεις τις πτυχές των υφασμάτων αν απλώσεις τα δάκτυλα σου, γυρίζεις τα μάτια μακριά με αποστροφή στα βίαια σμηξίματα των σωμάτων, σχεδόν πνίγεσαι κάτω από το αλμυρό νερό μαζί με τη Ζωή.

Και γίνεται το βιβλίο της ένα προσευχητάρι για τις ζωές των ανθρώπων που ζουν αθόρυβα και φεύγουν αφήνοντας πίσω μια μικρή μαρμάρινη πλάκα σε ένα ησυχαστήριο, σημάδι πως κάποτε υπήρξαν. Σαν το κεφάλι από το ταφικό μνημείο της Αγγελικής Λοβέρδου που βρίσκεται στο νεκροταφείο του Αργοστολίου, το Δράπανο, την ωραία κοιμωμένη που βάζει συμβολικά η συγγραφέας στο εξώφυλλο και μπλέκει στην αληθινή ιστορία του πνιγμένου κοριτσιού της.

Το Λιθόστρατο είναι μια νουβέλα που τη διαβάζεις χωρίς να διακόψεις καθόλου, γιατί είναι οι λέξεις της που σε οδηγούν σε αυτή τη διαρκή χοάνη, που ξεκινά με τη ξεγνοιασιά στα τοιχώματα της, όσο εκεί πάνω έχει φως, για να σε οδηγήσει στο σκοτάδι του βυθού της. Μπράβο στη Μαρία από καρδιάς.

.

ΓΙΏΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress.gr 4/4/2018

Μήδειες, θηλυκού κι αρσενικού γένους

Η έννοια της ερωτικής ζήλιας που οδηγεί σε ακραίες πράξεις, ακόμα και στον θάνατο των ίδιων της των παιδιών, βρήκε την πιο τραγική της έκφραση στο πρόσωπο της Μήδειας στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Η σύζυγος του Ιάσονα, όταν μαθαίνει ότι ο άντρας της θα παντρευτεί μιαν άλλη, τον εκδικείται με τον πιο παράλογο και μαζί τον πιο αληθινό τρόπο, σκοτώνοντας τα δυο τους παιδιά. Έκτοτε μια τέτοια απάνθρωπη πράξη, ποτισμένη από ανάλογα παράφρονα κίνητρα, οδηγούν τη σκέψη στη Μήδεια και συνάπτουν μια εμφανή ή αφανή διακειμενική σχέση με το ευριπίδειο πρωτότυπο.
Ο Ανδρέας Μήτσου ναι μεν χρησιμοποιεί αυτό το καλούπι, αλλά του δίνει μια εντελώς διαφορετική μορφή και το μυθιστορηματοποιεί με υλικά το συναίσθημα, τον έρωτα, αδιάφορο αν αυτός είναι ομόφυλος ή ετερόφυλος, και την εκδίκηση. Το τρίο που στήνει αποτελείται από τον πρώην ανθυπασπιστή της αστυνομίας Μπεκιάρη, την πανέμορφη ιατρό Ευτέρπη, την οποία αυτός έχει αγαπήσει, και την οικιακή της βοηθό Γκαλίνα, που κατάγεται, όπως κι η Μήδεια, από τα μέρη του Καυκάσου. Η τελευταία, προκειμένου να εξασφαλίσει πλήρη αφοσίωση από την αφεντικίνα κι ερωμένη της, δηλητηριάζει σταδιακά τον γιο της τελευταίας Ορέστη, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει ανήκεστη διανοητική βλάβη.

Την ιστορία αφηγείται ο Μπεκιάρης στον συνάδελφό του κι αφηγητή της νουβέλας, τριάντα τόσα χρόνια μετά. Αυτός ο εγκιβωτισμός και το μυστήριο που περιβάλλει την εξιστόρηση δίνει αρχικά στο έργο χαρακτήρα αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο συν τω χρόνω αποκτά διαστάσεις ήπιου ψυχολογικού θρίλερ. Τι είναι η ζήλια και πώς μπορεί να οδηγήσει σε ανίερες πράξεις; Είναι ο έρωτας ένα ένστικτο που λυσσομανά ανεξέλεγκτο και μεταστρέφει / διαστρέφει την ανθρώπινη ψυχή; Πόση ζωώδης δύναμη κρύβεται πίσω από αυτόν, όταν θεωρήσει ότι απειλείται η αποκλειστικότητά του, όχι μόνο από αντίζηλο εραστή αλλά και από την αφοσίωση του ερωμένου στο παιδί του;
Ανάλογα ερωτήματα, σε άλλο σκηνικό και σε άλλο ύφος, θέτει και η Μαρία Τσιμά. Η θεατράνθρωπος και συγγραφέας γράφει μια νουβέλα που ταλαντεύεται ανάμεσα στη σχέση της ηρωίδας με τον άντρα της, με τον εραστή της και τέλος με τον ιερέα που συνέδραμε στο πένθος της. Κι ανάμεσα σ’ αυτές τις προσπάθειες να βρει τη συζυγική και τη σεξουαλική της ευτυχία, βιώνει την απώλεια του κοριτσιού της, καρπού με τον εραστή της· ο τελευταίος, παράφρων από την αδιαφορία της και την μονόπλευρη προσκόλλησή της στο παιδί τους, ρίχνει το αυτοκίνητο, στο οποίο επενέβαιναν κι οι τρεις, στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να πνιγεί η μικρή κοπέλα. Έτσι, αυτός μπαίνει στη φυλακή κι η μάνα μένει πίσω, μόνη, σταυρωμένη στο πιο βαρύ πένθος και για χρόνια παραιτημένη από οποιαδήποτε χαρά.

Πάνω σ’ αυτό το τραπέζιο διασταυρώνονται τα νήματα ποικίλων αισθημάτων και κοινωνικών αντιλήψεων. Καταρχάς, η γυναίκα ως ερωμένη και ως μάνα, αυτές οι δύο ασύμβατες και ασυμφιλίωτες πλευρές, που δεν μπορούν να ισορροπήσουν. Κι από εκεί ξεκινάνε παρακλάδια όπως ο γάμος κι οι ασφυκτικές συμβάσεις του, ειδικά στην επαρχία, η συζυγική απάθεια και η ειλωτεία στον ζυγό, η σεξουαλική διαφυγή, το πάθος που νικά τα πάντα, η αξεδίψαστη ορμή του σώματος… Ένζυμο-καταλύτης σε όλα αυτά είναι η μητρική συνείδηση, που βρίσκει στήριγμα στην ύπαρξη του παιδιού της και γι’ αυτό η μάνα θρηνεί αιώνια, όταν ο πατέρας χτυπήσει ακριβώς αυτή τη χορδή.

Το δίπολο έρωτας και εκδίκηση, πάθος και θάνατος, συναίσθημα και ένστικτο είναι μοχλός της λογοτεχνίας, αφού πάνω σ’ αυτό το εκκρεμές παίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και εκρήγνυνται τα αισθήματα. Η Μήδεια είναι ίσως η απόλυτη ενσάρκωση της μετατροπής του έρωτα σε μίσος και η εκδίκηση όχι στον ίδιο τον ένοχο, αλλά σε τρίτα πρόσωπα, κάτι που θα τα πληγώσει ακόμη περισσότερο. Η εκ Κολχίδος σύζυγος του Ιάσονα τον εκδικείται σκοτώνοντας τα κοινά τους παιδιά, με το να γίνει δηλαδή μητροκτόνος σε μια ακραία τραγική αποστροφή του μίσους. Η εκδίκηση με άλλα λόγια στρέφεται εναντίον του άλλου αλλά και εναντίον του ίδιου της του εαυτού, ξεσπώντας τη μανία της, αλλά και υφιστάμενη το πένθος που η ίδια προκάλεσε! Ανάλογο πάθος, σεξουαλικής φύσης, δείχνει η Μαρίνα στη Μεγάλη χίμαιρα του Μ. Καραγάτση, πάθος που παραγκωνίζει τη μητρική της συνείδηση, οδηγώντας στην παραμέλησή του το κορίτσι της στον θάνατο.
Έτσι, η Μαρία Τσιμά συναιρεί σε ένα μικρό σχετικά κείμενο το δραματικό με το βίαιο, το συναισθηματικό με το παραμυθιακό, το χαμηλότονο με το οξύ. Μεταξύ του αργού ρυθμού της περαντζάδας στο Λιθόστρατο του Αργοστολίου και της ραγδαίας και σκληρής αφήγησης μερικών κατοπινών σκηνών, ο αναγνώστης πυρώνει και ψυχραίνεται σαν σίδερο το οποίο λόγω της αυξομείωσης της θερμοκρασίας θα σπάσει.

Τόσο, λοιπόν, ο Ανδρέας Μήτσου όσο και η Μαρία Τσιμά πλάθουν από τον πηλό της εκδίκησης ερωτικά πάθη, αστυνομικά μυστήρια ή ψυχολογικά δρώμενα. Και οι δύο νουβέλες είναι γραμμένες θεατρικά, η μία πιο εξωστρεφώς, η άλλη πιο εσωστρεφώς, αλλά κι οι δυο ζωντανά και παραστατικά. Και στις δύο εμφιλοχωρεί η τραγωδία τόσο με τα συστατικά της όπως την ύβριν, όσο και με το πνεύμα της που φέρνει τον άνθρωπο μπροστά σε δυσθεώρητα ανθρώπινα δράματα.

.

ΣΟΦΙΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Fractal 06/06/2018

Μια συμφωνία για κρουστά, αυτοκίνητο και θάλασσα

Τέσσερα τακούνια – μία μελωδία . Δύο ωραίες και περήφανες γυναίκες- μία συμφωνία. Περπατούν σε απόλυτο συγκερασμό προκαλώντας τον πόθο, τον φθόνο. Μάνα και κόρη ένα σώμα. Μέχρι την πρώτη παραφωνία. Τότε που το ήμισυ αποσκιρτά για το αμερικάνικο όνειρο. Μέχρι που το όνειρο αποδεικνύεται εφιάλτης. Κι ύστερα έρχεται ο έρωτας. Η σάρκα που ξεσκίζεται δίπλα στα σκουπίδια. Ο εραστής που μυρίζει ψάρια. Και το παιδί που γεννιέται. Και η πτώση.

Η πτώση δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνηθισμένη διάθεση της μητέρας να παραδοθεί στο παιδί, να λησμονήσει τον εραστή, να απορρίψει τον πόθο, να υποτιμήσει το βλέμμα, να επισκιάσει ακόμη και τον ρόλο του πατέρα. Αποκλεισμένος εκείνος βουβαίνεται, εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στην άβυσσο και τέλος εκδιώκεται με μια μανία μαινάδας από το σπίτι όταν παραβαίνει τα εσκαμμένα σε μια ύστατη προσπάθεια να προσεγγίσει το αντικείμενο του πόθου. Και η ακύρωση γίνεται πένθος και το πένθος οδηγεί στο έγκλημα για να οδηγήσει σε ένα άλλο πένθος απ’ όπου η κόρη δεν θα βγει ποτέ. Ούτε τα ιερά και τα όσια τη σώζουν, ούτε τα νεκραναστημένα αγάλματα, ούτε η διψασμένη σάρκα που ξεσκίζεται και ξεσκίζει. Τίποτε, παρά μόνον η άβυσσος. Το κλείσιμο του κύκλου.

Χωρισμένο σε 33 κεφάλαια, σαν την ηλικία του Χριστού, με το πρώτο και το τελευταίο να φέρουν κατά το ήμισυ τον ίδιον τίτλο, το ευλαβικό και βλάσφημο αυτό βιβλίο είναι μια τραγωδία χωρίς βασιλιάδες και ήρωες, μια τραγωδία καθημερινών ανθρώπων, σε καμία περίπτωση όμως δράμα. Οι κώδικες είναι αντίστοιχοι, η καταπνιγμένη βία εκρήγνυται απότομα, η τελική απόφαση λαμβάνεται βουβά. Τέσσερα ηχηρά τακούνια που γίνονται έξι ακόμη πιο ηχηρά, που γίνονται δύο άηχα.
Η γραφή της κυρίας Τσιμά είναι άλλοτε στακάτη, άλλοτε ασθμαίνουσα, με κεφάλαια διαλόγων εξαιρετικής ελλειπτικότητας. Ο χρόνος που εκτυλίσσεται ανάμεσα στα κεφάλαια προσθέτει σε τραγικότητα και αφαιρεί σε περιγραφικότητα και γραμμικότητα. Η χρήση του παραμυθιού αποτελεί ένα επιπλέον δραματικό στοιχείο, το οποίο επανέρχεται στο τέλος μετά το «Καληνύχτα» που κλείνει την αφήγηση. Σαν ψυχή που πετά έξω από το σώμα-κείμενο.

Οι ισχυρές εικόνες, το ηχητικό περιβάλλον, η οικονομία του λόγου και ο χειρισμός του χρόνου προδίδουν τις θεατρικές καταβολές της κυρίας Τσιμά. Όσο για το γλωσσικό της κριτήριο και την αίσθηση του ρυθμού, είναι μια απόλαυση στα αυτιά.

.

ΜΑΝΟΣ ΜΠΟΝΑΝΟΣ

bookpress.gr, 27.3.2017

«Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο»

Η Μαρία Τσιμά με τη νουβέλα της Το λιθόστρατο (εκδ. Στερέωμα) αφηγείται μια ιστορία απώλειας και βαθύτατης οδύνης. Μέσα από τα τριάντα τρία κεφάλαια του βιβλίου σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες και οι βαθύτερες πτυχώσεις της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, μετά και από ένα τραγικό συμβάν που θα αλλάξει τη ζωή όλων. Η δυσκολία του να ξεχωρίζεις από τον κοινωνικό περίγυρο, είτε ως ιδιότυπη και αινιγματική προσωπικότητα είτε ως κάποιος που κουβαλά ισοβίως τη θλίψη από τον χαμό του παιδιού του είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου.

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;

Γράφω γιατί θέλω να πω μια ιστορία. Δεν ξέρω αν κομίζω κάτι καινούργιο. Ούτε είναι αυτοσκοπός. Αφηγούμαι αυτό που μου προκαλεί εντύπωση. Ο τρόπος μπορεί να έχει κάποια σημασία. Υπάρχει ένα δοχείο από διηγήσεις του τόπου μου, των παιδικών μου χρόνων και της μελέτης των λογοτεχνικών κειμένων. Και η ζωή που τρέχει με τον δικό της ρυθμό. Δεν ξέρω πραγματικά αν φέρνω κάτι καινούργιο. Αναρωτιέμαι ποιο είναι αυτό το καινούργιο. Αν το συγκρίνουμε με τι; Ποιο είναι το παλιό; Μεγάλη συζήτηση.

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για σας;

Είναι μια ιστορία που έλκεται από την πραγματικότητα αλλά οι παραθλάσεις και τα δεδομένα αλλάζουν. Δύο γυναίκες κάνουν μια γνώριμη διαδρομή για χρόνια στην Κεφαλονιά. Τα γεγονότα θα είναι καταιγιστικά. Σημείο μηδέν ο θάνατος της εγγονής. Τι τους προκαλεί; Πώς μπορεί κανείς να αντέξει τον τρομερό πόνο;

Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».

Το εργαστήρι μου είναι: η αγάπη μου για τη λογοτεχνία, οι σπουδές μου στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων με σπουδαίους δασκάλους όπως ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Γιάννης Δάλλας, η Σόνια Ιλίνσκαγια, το θέατρο, οι διασκευές μυθιστορημάτων για το θέατρο και τον κινηματογράφο και ένα πλούσιο υλικό από το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο του νησιού που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μια σαφής προτίμηση μέσα στα χρόνια για την ακρίβεια, τη λιτότητα και την αμεσότητα της γλώσσας, τη λειτουργία της οικονομίας στην αφήγηση και τη χρήση του διαλόγου ως δομικό στοιχείο, δάνειο από το θέατρο. Μου αρέσουν οι μικρές φόρμες. Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο.

Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

Είμαι επηρεασμένη κυρίως από το θέατρο. Η ανάγκη να επικοινωνήσεις μέσω μιας ιστορίας. Να φανταστείς –αρχικά– και να δώσεις σάρκα και οστά στους χαρακτήρες. Πώς μιλάνε. Πώς κινούνται. Ποια είναι τα κίνητρά τους. Με απασχολεί και η λειτουργία της γλώσσας, βέβαια. Της αφήγησης. Των διαλόγων. Στο Λιθόστρατο υπάρχουν 33 σκηνές, όπου ξετυλίγεται η ιστορία με διάφορους τρόπους: Καθαρή αφήγηση. Παραμύθι. Διάλογος. Αλλά η νουβέλα έχει και μια κινηματογραφική αίσθηση. Σαν να παρακολουθεί μια κάμερα στιγμές από τη ζωή αυτών των γυναικών. Σίγουρα είμαι επηρεασμένη κι από την αγάπη μου για το σινεμά.

Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Ήμουνα πραγματικά τυχερή. Είχα ολοκληρώσει τη νουβέλα και την έστειλα στην κ. Λίζα Σιόλα για να πάρω τη γνώμη της. Στο παρελθόν είχα διαβάσει σε διάφορες εκδηλώσεις σαν ηθοποιός αποσπάσματα από τα γαλλικά βιβλία που εκδίδει το Στερέωμα. Δεν είχα καμιά άλλη δεύτερη σκέψη μιας και ήξερα ότι οι Εκδόσεις Στερέωμα δεν έχουν σειρά ελληνικής λογοτεχνίας. Απρόσμενα η κ. Σιόλα ενδιαφέρθηκε αμέσως και η διαδικασία ήταν γρήγορη. Την επιμέλεια του βιβλίου ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά, τη φωτογραφία του εξωφύλλου ο ανιψιός μου… Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Είμαι αληθινά ευγνώμων και χαρούμενη. Αγάπησαν το βιβλίο πολύ και το πρόσεξαν. Απομένει το ταξίδι του αναγνώστη.

http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/proto-bima/tsima-maria-stereoma-ekdoseis-ae-to-lithostrato2

Η Μαρία Τσιμά σε α΄ πρόσωπο

diastixo /24/2017

Το λιθόστρατο

Το λιθόστρατο είναι ο δρόμος της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας. Μια να πας μια να γυρίσεις. Μια περατζάδα στον χρόνο και στον τόπο. Μέσα από την ιστορία δύο γυναικών (μάνας και κόρης) «περπατώ» στο γνώριμο μονοπάτι που δεν είναι ένας τυχαίος δρόμος. Σε όλο του το μήκος διασταυρώνονται οι μικρές ζωές. Στα τακούνια που ακούγονται στο πλακόστρωτο (τάκα τουκ) ρυθμικά… ο ήχος γίνεται χρόνος. Που περνάει. Και η κόρη γεννάει ένα κορίτσι. Την όμορφη Ζωή – παιδί ενός μεγάλου έρωτα. Και τα βήματα της ζωής οδηγούν στη μεγάλη απώλεια. Τον πνιγμό του παιδιού. Πόσα βήματα έχει ο χαμός, ο σπαραγμός, η αντιδικία, η τρέλα, το πένθος μέχρι την αυτοκαταστροφή; 33 βήματα κάνει η Αγγελική Λοβέρδου –το άγαλμα του Φιλιππότη– για να μπει στην εκκλησία του Δραπάνου (του νεκροταφείου) και να γίνει θεατής του μεγάλου δράματος. Μια ωραία κοιμωμένη που πέθανε κι αυτή νέα και παρθένα.

Ο τόπος

Το λιθόστρατο, το νεκροταφείο του Δραπάνου, το λιμάνι, η ιχθυόσκαλα, ο βυθός, τα Χοργοτά και τα τοπία της βόρειας Κεφαλονιάς. Άγρια και γεμάτα μύθους και παραμύθια. Μέχρι που έγινα 18 χρόνων περπατούσα σ’ αυτά τα μέρη. Άκουγα τους ψιθύρους, τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τα παντζούρια, παρακολουθούσα τα ψέματα να μαζεύονται όλα μαζί και να κάνουν παρέλαση. Αλλά άκουγα και τους θρύλους και τις παραβολές. Κι όταν νικούσε η ομορφιά, η μικρή αυτή κοινωνία την εξοστράκιζε. Αλλά πώς να βάλεις θηλιά στην ομορφιά; Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο που οι άνθρωποι δεν κυριολεκτούσαν. Είχαν μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω από την εικόνα, μια άλλη παρέα λέξεων για μία και μόνη λέξη. Ήθελαν να πουν καλός άνθρωπος και άκουγα: αυτός είναι το πουλί του θεού. Έτσι μεγάλωσα. Με παραθλάσεις της γλώσσας και των αισθημάτων.

Φωτισμένοι δάσκαλοι στο σχολείο (Αγάθη Καλαφάτη και Πέτρος Πετράτος) αλλά και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο Γιάννης Δάλλας, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Ευτύχης Μπιτσάκης και ο Κώστας Παπαγεωργίου την περίοδο των σπουδών μου στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με βοήθησαν να αρχίσω τη δοκιμασία της γραφής. Το θέατρο και οι διασκευές με έφεραν πιο κοντά στην επιθυμία μου για οικονομία, αμεσότητα, ακρίβεια, λιτότητα και έδειξα μια προτίμηση στη μικρή φόρμα. Αλλά κυρίως είμαι επηρεασμένη από το θέατρο. Η ανάγκη να πεις μια ιστορία. Με χαρακτήρες, με δομή, με ακολουθία. Να δοκιμάσεις τη λειτουργία της γλώσσας. Την αφήγηση. Τον διάλογο. Το παραμύθι.

Ο χρόνος

Η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει και σήμερα αλλά και στο παρελθόν. Είναι άχρονη. Όπως και οι γυναίκες και οι άντρες της νουβέλας. Βρίσκονται αντιμέτωποι με το πάθος, τη δύναμη του έρωτα αλλά και τον πόνο της απώλειας. «Πώς αφήνουμε το δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μονάχος κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται; Να αφήνεις το αίμα σου κάτω από το χώμα και συ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να ανασαίνεις;»Τώρα που ο χρόνος γεμίζει από ζωές και επιθυμίες και όνειρα που γίνονται μνήμη, τώρα που ο παρόντας χρόνος γεμίζει από φίλους, γονείς και συντρόφους που έφυγαν, είχα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό που χάνεται. Για πάντα. Αυτό που δεν μπορείς να το αλλάξεις. Τι δημιουργεί; Πώς διαχειρίζεται κανείς τον πόνο; Ένα παράθυρο στο άγνωστο της ψυχής είναι η γραφή αλλά και η ίδια η τέχνη. Κι όπως μια ιστορία είναι μια περιπέτεια, το έργο (λογοτεχνικό ή θεατρικό) πρέπει να είναι μια περιπέτεια για τον αναγνώστη ή τον θεατή. Κρύβουμε πολλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και κρατάμε ολόκληρες περιοχές στο σκοτάδι. Αυτές πρέπει σιγά σιγά να φωτίζονται για να ανάψουμε ένα άλλο φως που μπορεί λίγο να μας ανακουφίσει.

Λέει κάτι υπέροχο ο Μίνωας Βολανάκης: «Δυο άνθρωποι κοιτάνε κάτω σε μια λακκούβα. Ο ένας βλέπει νερόλακκο, ο άλλος τον έναστρο ουρανό. Έτσι έχει γίνει η ζωή μας. Ένας νερόλακκος ή ένας πίνακας ζωγραφικής. […] γιατί η ομορφιά δεν ψεύδεται, μένει πάντα ομορφιά, δεν τσαλακώνεται από προθέσεις ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της πείνας και του λοιμού». Είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την εποχή.

Η έκδοση

Ήμουνα τυχερή γιατί με εμπιστεύθηκε η κ. Λίζα Σιόλα από τις εκδόσεις Στερέωμα και το Λιθόστρατο κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη και ήδη έχει κάνει και β’ έκδοση. Την επιμέλεια ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά και ήδη το έχουμε παρουσιάσει στη ΔΕΘ Θεσσαλονίκης, στο καφέ Ζώγια, στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Κιλκίς. Τον Οκτώβρη οργανώνουμε παρουσίαση στην Αθήνα.

Σχέδια

Επειδή εδώ και δύο χρόνια βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη στο ΚΘΒΕ, στόχος και του Γ. Αναστασάκη και δικός μου είναι να περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο έργα της ελληνικής και ξένης δραματουργίας παλαιότερων αλλά και νέων δημιουργών (Ταχτσής, Σεβαστίκογλου, Καμπανέλλης, Καζαντζάκης, Παπαμάρκου, Δήμου, Ναρ, Μπροντέ, Μπρεχτ, Φέκεμανς, Φασμπίντερ κ.ά.) αλλά και αναλόγια (Ανασκαφή 1, 2 και 3) βασισμένα σε κείμενα της νεότερης και της παλιάς γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Το διήγημά μου Το ηλιοτρόπιο βραβεύτηκε από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο και όταν θα βρω ελεύθερο χρόνο θα γράψω πάλι μια ιστορία για τον τόπο μου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ

 

 

Ο Κυριάκος Δημητρίου είναι καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΒΙΒΛΙΑ

Ο Πλατωνικός Μύθος (2008) [Επιστημονικό σύγγραμμα]
Το Χειρόγραφο (2016) [Νουβέλα]
Τρεις μήνες και μια μέρα (2016) [Νουβέλα]
Άνθρωποι στο βαγόνι (2016) [Διηγήματα]
Το Κώμα (2017) [Νουβέλα]

 

44Β

33Β

22Β

11Β

ΤΟ ΚΩΜΑ (2017)

17 Αυγουστιάτικη πανσέληνος
Μάρμπουργκ, 1916

ΣΤΑ ΔΑΣΗ τού Μάρμπουργκ οι λυκάνθρωποι αλιεύουν στις ασημένιες λίμνες της σελήνης. Τον Αύγουστο φεγγοβολά η ολοστρόγγυλη σελήνη, σαν κρανίο
φωτισμένο, λαμποκοπούν στα ξέφωτα τα αβαθή έλη, στάμνες λουσμένες φωτοστέφανα. Το φεγγάρι ανεβαίνει ράθυμα στον ουρανό, ολόγιομο, αγκαλιά
μ’ ένα πορφυρό μεταλλικό δαχτυλίδι – το δέκατο τρίτο φεγγάρι του χρόνου. Το ασημένιο φως πλανιέται πάνω από την επιφάνεια των νερών -γυαλοκοπούν τα βαλτονέρια και τα ποτάμια-, γλιστρά μέσα από τις κουφάλες των γερασμένων δέντρων και τις βαθιές χαράδρες, φτάνοντας στα δροσερά ξέφωτα, καταβυθίζεται σιωπηλά στις απάνεμες σπηλιές, ενώ τα ερπετά ανασαλεύουν από ηδονή κι έρωτα. Απόψε οι σαύρες κι οι νυχτερίδες θ’ αγαπηθούν, τα
ερπετά θα γλυκοκοιτάξουν κατάματα το ένα το άλλο, και θα νιώσουν τον έρωτα να διαπερνά σύγκορμα τη σκληρόπετση ψυχή τους, αδάμαστη δύναμη – το ολόγιομο πνεύμα τού σύμπαντος κόσμου.
Ο πατέρας με κρατά σφιχτά από το χέρι και μ’ οδηγεί στο δάσος.
«’Απόψε, Λέναρντ, θα περπατήσαμε μέσα από τους αγρούς και τις καλαμιές, θ’ ανηφορίσουμε στους πρόποδες των αγγέλων και θ’ αναρριχηθούμε στις πιο ψηλές βουνοκορφές».
Νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί επιτέλους θα μάθω αν τις αυγουστιάτικες νύχτες με πανσέληνο πλημμυρίζουν τα δάση με ασχημομούρες, αναμαλλιασμένες μάγισσες και λυκανθρώπους, πού στήνουν χορό και γρυλίζουν στο ολονύχτιο πανδαιμόνιο, αρμέγουν το άργυρό αίμα του φεγγαριού, το πίνουν, και μεθοκοπούν και γίνονται ημίθεοι.
«Μισός άνθρωπος μισός λύκος, ό λυκάνθρωπος είναι καταραμένος, άκληρος απέθαντος θνητός, αναθεματισμένος, καταδικασμένος να ζει και να ξαναζεί αιώνια τη συμφορά του», μου είπε ο εφημέριος. Είναι παραμορφωμένος από τις στάχτες της προαιώνιας λάβας, την οργή του Θεού, και μοχθηρός· τον περισσότερο καιρό λουφάζει στο σκότος μέσα στις πυκνές φυλλωσιές και στα κρύα ρεύματα του βουνού, μα είναι φεγγαροχτυπημένος και σεληνομανής. Είναι ερωτευμένος με το φεγγάρι μ’ έναν έρωτα βαθύ, γιατί τον βγάζει -έστω και για λίγο- από τη μαύρη απεραντοσύνη της αιώνιας νύχτας.
Βαδίζουμε σβέλτα, βουβά, ανηφορίζουμε δαιμονισμένοι προς τις κακοτράχαλες πλαγιές και τα πετρώδη μονοπάτια· στα πόδια μας τσακίζονται με κρότο τα σάπια κόκαλα και τα ξερόκλαδα – τα φαρδιά φύλλα κάτω από τις βελανιδιές γίνονται κίτρινη σκόνη και βυθίζονται στο χώμα, πολύ βαθιά, στις
βρικολακιασμένες αδηφάγες ρίζες των δέντρων.
Είναι μεσάνυχτα, πλησιάζουμε στην κορφή τού βουνου. Είναι μεσάνυχτα στο Μάρμπουργκ, καί κρυώνω πολύ, φο-βάμαι πολύ.
Μεσάνυχτα – η σελήνη, ένας τεράστιος φανός, εποπτεύει μεσουρανίς τη μικροσκοπική ανθρωπότητα. Τώρα ντύθηκε το ασημοκόκκινο ατλάζι, μεγαλοπρεπής στον θρόνο του ουρανού, λες και πλύθηκε με αίμα, χτενίστηκε με αίμα, και το σώμα της μοιάζει άλικο κι ασημί. Οι πέτρινες λίμνες τού φεγγαριού και τα άδεντρα φαράγγια ξεχείλισαν μέλι πορφυρό.
Κρυώνω, πουντιάζω. Το χέρι μου σιγά-σιγά παγώνει – «Πατέρα, γιατί είναι τόσο κρύο το χέρι σου;»
Μέσα στη σιγαλιά της πανσέληνης νύχτας, στο πυροφόρο δάσος, ένας βόρειος άνεμος μουγκρίζει από μακριά, ξεσηκώνει στο πέρασμά του τις ψυχές
των δέντρων και των ζωντανών, καλπάζει με ορμή όπως τα άλογα του Αχιλλέα στον χάλκινο ουρανό. Τα δέντρα λυγίζουν, ικέτες, στο ξέφρενο κυνηγητό κι υστέρα σηκώνονται ψηλά, λες και θα πετάξουν. Μα οι ρίζες τα κρατούν στέρεα στη γη, σκίζεται η νύχτα σε δύο κομμάτια, κι εμείς μέσα στη νεκρική σχισμή τυφλές σκιές κουβαριασμένες.
«Πατέρα, γιατί λαμπυρίζουν τα μάτια σου σαν δύο σταγόνες φωτιάς; Πες μου».

 

30 Οι ψυχές ξεχύνονται στο δωμάτιο
Μόναχο, 1942

Το δωμάτιο γεμίζει σταχτιά καταχνιά. Οι σκιές τρυπώνουν στην κάμαρη από παντού – τις κλειδαρότρυπες, το παραβάν, τα παραθυρόφυλλα. Στριμώχνονται ανάμεσα στα έπιπλα, κολλάνε όπως οι βεντούζες στα τζάμια, γαντζώνονται στις κουρτίνες σαν χνουδωτές ταραντούλες. Τότε σχηματοποιούνται, γίνονται φιγούρες, σέρνουν τα βήματά τους η μία πίσω
από την άλλη, συνωστίζονται στο δωμάτιο, ο χώρος ξανοίγει, μεταμορφώνεται· βλέπω τώρα μια πλατιά αίθουσα με σκοτεινούς καθρέφτες. Καμία δεν μιλά, δεν έχουν μάγουλα, είναι ρουφηγμένα στα οστά του προσώπου, μονάχα οι μύτες ξεχωρίζουν, ξεφλουδισμένες, μοιάζουν με μάσκες τρόμου σε θέατρο του μακάβριου. Το δέρμα τους είναι καρβουνιασμένο και γκρίζο, άλλες σκιές είναι ακρωτηριασμένες. Μάτια
αιωρούνται στο ταβάνι, κομμένα μπράτσα με νούμερα κρατάνε ακόμα τις βαλίτσες τους – από μέσα ξεπηδούν κούκλες τσακισμένες, ακέφαλες, κατσαρόλια, βούρτσες, γόβες, κουρέλια.
Οι γυναίκες στέκονται βουβές, κοντοκουρεμένες, σχεδόν φαλακρές, με φαρδιές γκρίζες πιτζάμες και πρησμένες κοιλιές, λες κι εγκυμονούν έναν κοπιαστικό θάνατο. Από τις βαλίτσες τους σταλάζουν βαριές μαυροπράσινες σταγόνες, αίμα και λάσπη, και καθώς πέφτουν στο πάτωμα γίνονται μικρά φίδια πού στριφογυρίζουν συρίζοντας. Άλλες είναι γυμνές, το δέρμα τους είναι καμένο και ξεκολλά σαν λέπια, σώματα ψειριασμένα, γεμάτα πυώδεις πληγές. Τυφλές κι ανήμπορες, κουτουλάνε στους τοίχους, στο ταβάνι και στα τζάμια.
Στο πάτωμα μπουσουλάνε σκελετωμένα παιδιά· τα ρουθούνια τους ξεκαπνίζουν καμένο λίπος. Κάποιες στιγμές οι φιγούρες κουνιούνται ρυθμικά,
ανοίγουν το ζαρωμένο, ξεδοντιασμένο στόμα τους – «Είμαι ο αριθμός… ο αριθμός…». Πανδαιμόνιο, ένας γιγάντιος ψίθυρος μονάχα εισβάλλει στην κάμαρη, σαν να μηρυκάζει τον πόνο.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΒΑΓΟΝΙ (2016)

Τ0 ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΩΝ

Βρίσκομαι στο τρένο με προορισμό τη Λυών, αναμενόμενη ώρα άφιξης 12 και 5, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό. Είναι βράδυ, περασμένες έντεκα. Μόλις πού πρόλαβα το τελευταίο δρομολόγιο – αναχώρηση 9 και 15 από το Παρίσι.
Κάθομαι στο βαγόνι της πρώτης θέσης κι ακούω τον συρμό να στριγγλίζει πάνω στις χιονισμένες ραγές, σκαρφαλώνοντας τις φιδίσιες στροφές του βουνού. Πιάνοντας μια στενή στροφή, το τρένο επιβραδύνει απότομα και βγάζει έναν δαιμονισμένο θόρυβο, τα φρένα σκαλίζουν τη σκουριά σαν λεπίδι, η σκουριά λιώνει από την τριβή και σμίγει με το νυχτωμένο χιόνι. Η νύχτα στο βουνό δεν μπορεί να κοιμηθεί, είναι εκκωφαντικός ο θόρυβος της μηχανής, απανωτές οι εκρήξεις στα σωθικά τού τρένου· κι έτσι παρακαλεί να εκτροχιαστεί ο καταραμένος συρμός, για να γαληνέψει. Κι αν κλείσει για λίγο τα μαύρα της βλέφαρα, τα δέντρα-γίγαντες του δάσους περπατούν με βαριά βήματα, ανασηκώνουν τον παγωμένο αέρα με τα κλωνάρια τους, σείεται η γη από τα τρίσβαθα, κι υστέρα μεταμορφώνονται σ’ εφιάλτες και την κυνηγούν. Οι γίγαντες του δάσους θέλουν να μείνει ξάγρυπνη η υγρή νύχτα, για να κοιμηθούν οι πετροκότσυφες στις αχυροφωλιές που κρέμονται -με τις κοιλιές τους γεμάτες γαλαζωπά αυγά-
από τα ψηλά κλωνάρια σαν γινωμένα τσαμπιά.
Κάτω από τις ράγες οι βράχοι αναστενάζουν στο σκοτάδι. Ευτυχώς που κάποιο καλοκαίρι τα μυρμήγκια άνοιξαν γαλαρίες κι είδαν λίγους σπόρους
γαλάζιο φως να χύνονται στο χώμα μέσα σε λίγες στάλες βροχής, πασκίζοντας να φυτρώσουν, θηλυκό κι αρσενικό φώς.
Μεγάλη στροφή, σφυρίζει το τρένο τρεις φορές, τέσσερις φορές, μουγκρίζει η ατμομηχανή καταπίνοντας λαίμαργα το μαύρο κάρβουνο, αγκομαχά σαν το κεφάλι τού λιονταριού που κουράστηκε να κυνηγά ελάφια στη γλιστερή άβυσσο. Κι υστέρα τα βαγόνια κλυδωνίζονται στο ξέφωτο από μια αρμαθιά αέρηδες που αντιπαλέψανε κάτω από το φεγγαρόφωτο και ειρήνεψαν, για να γίνουν σιδερένια γροθιά που πέφτει στη γη, λαξεύει τούς βράχους και σκάβει λαγούμια.
Σφυρίζει η αμαξοστοιχία με τα φώτα αναμμένα, μπρός-πίσω, και συρρικνώνονται τα λαχανιασμένα χιλιόμετρα στο φαράγγι, σαν να ξεκολλούν από τον χάρτη, και ναυαγούν στις κόγχες της νύχτας, λίγο πριν κοντέψουμε το πέτρινο γεφύρι – απόψε, στα πόδια του γεφυριού κοιμάται μια λίμνη μ’ ανθισμένα νερά, μπλε νούφαρα και λευκόχρυσους κρίνους. Η λίμνη μοσχοβολά βατράχια και πράσινα κοχύλια, η άμμος καρτερεί το φώς να κεντήσει το χρυσοκίτρινο υφάδι· μα δεν θα ξημερώσει απόψε, δεν θα
ξημερώσει αύριο, γιατί ούτε χθες ξημέρωσε.
Το τρένο πρέπει να φτάσει στον προορισμό του, να συναντήσει τα χρωματιστά όνειρα των τυφλών. Θέλω να κοιμηθώ και να ονειρευτώ τ’ απάνεμα όνειρα των τυφλών στ’ αμμουδερά μονοπάτια του νου, μα το σκοτάδι είναι πηχτό σαν βούρκος και καταβροχθίζει τα όνειρα. Ο εισπράκτορας εμφανίζεται υποβασταζόμενος από τα δεκανίκια μιας πένθιμης ελπίδας που σέρνεται στον ζαρωμένο διάδρομο· στο πηλήκιό του το έμβλημα είναι ένας χάλκινος πυρσός. Είμαι σ’ ένα τρένο που χάνεται σε μια άμορφη στάλα σκουριάς.
Θυμάμαι, πρέπει να θυμηθώ· στην εσπερινή ώχρα της αποβάθρας μ’ αποχαιρέτησε η Κλεμεντίν μ’ ένα φιλί στα χείλη σαν το ζεματιστό χάδι της προσευχής – «στο καλό, μόλις φτάσεις, να μου τηλεφωνήσεις». Πίσω της στέκεται διακριτικά ένα ζευγάρι, ο Βενσάν και η Σοφί, σηκώνουν τα χέρια ψηλά λες κι αγκαλιάζουν αόρατα τείχη ψελλίζοντας μελαγχολικά ένα ακαθόριστο «αντίο». Τούς βλέπω μέσα από το θαμπό τζάμι του βαγονιού, πού ολοένα μικραίνουν, ώσπου να σβήσουν οι εικόνες τους μες στο τεμαχισμένο μου βλέμμα – σπαράγματα μαραζωμένης μνήμης. Είχαμε αναχωρήσει βιαστικά από το καφέ «Λέ ντε Μαγκό», απέναντι από την εκκλησία Σαιν
Ζερμέν, αφού απολαύσαμε ζεστές κρέπες με αχλάδια, πασπαλισμένες με ζάχαρη άχνη, και μπάλες παγωτό βανίλια. Η Κλεμεντίν είχε βυθίσει τα μεγάλα μάτια της στα μάτια μου, κι έβλεπα με τα δικά της, ένα ζευγάρι μάτια θηλυκά, το μενεξεδί σούρουπο πού απλωνόταν νωχελικά στην Πόλη του Φωτός σαν εαρινή παλίρροια. Δεν ήθελε να ταξιδέψω με το τελευταίο τρένο για τη Λυών.
Όταν ο Βενσάν παρενέβη καθησυχαστικά, η Κλεμεντίν τον διέκοψε με σπαραχτική φωνή: «Δεν συμφωνώ μαζί σου, Βενσάν. Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα, είμαστε το θήραμα στη δίνη του παμφάγου χρόνου – δεν νιώθετε το ωστικό κύμα του ανεκπλήρωτου κινδύνου; Ό κίνδυνος παραμονεύει ακόμα και στις ρίζες της τριανταφυλλιάς, στις χελιδονοφωλιές,
στ’ άνθη του γιασεμιού που μοιάζουν με πάλλευκες πεταλούδες».
Η αμαξοστοιχία πλησιάζει ράθυμα στον κεντρικό σταθμό της Λυών, τρυπώνει στη στενή σήραγγα διασχίζοντας το στομάχι του λόφου. Κλείνω τα μάτια σφιχτά για να μη βλέπω το σκοτάδι, κρατάω την αναπνοή στο στήθος μου για να μην εισπνέω τον λιπαρό αέρα. Οι ράγες είναι χορταριασμένες στη σήραγγα, ανάγλυφη σιδηροτροχιά λησμονημένη ακόμα και στις ρίμες των ποιητών. Φτάνουμε στη χιαστή διασταύρωση, το τρένο σφυρίζει υπόκωφα για ύστατη φορά, στο βάθος της πλατφόρμας διακρίνω τους επιβάτες πού περιμένουν βουβά με ψηλά καπέλα, ομπρέλες, μπόγους κι αποσκευές. Εγώ δεν έχω αποσκευές. Θα πρέπει να ξέχασα τη βαλίτσα μου στην αποβάθρα στο Παρίσι, όταν βιάστηκα να πεταχτώ στο βαγόνι – ευτυχώς η Κλεμεντίν θα τη φύλαξε, ίσως τη φρεσκάρει κιόλας με καφετί βερνίκι· η υφασμάτινη ταπετσαρία στο εσωτερικό της σκίστηκε σε μια γωνιά. Εκεί φύλαγα το διαβατήριό μου και λίγα χαρτονομίσματα για έκτακτη ανάγκη.
Το τρένο γλιστρά απαλά στις ράγες του τερματικού λες κι είναι τσουλήθρα, κόβει ταχύτητα, τα φώτα στο βαγόνι αναβοσβήνουν σαν βραχυκυκλωμένα, υστέρα σβήνουν ολότελα. Στην πλατφόρμα γυναίκες,
άντρες, παιδιά σπρώχνονται, στριγγλίζουν, στρέφουν το κεφάλι, και στο βλέμμα τους αισθάνομαι την αύρα ενός διαστατού κενού. Το βαγόνι ακινητοποιείται για λίγα δευτερόλεπτα· έχω την αίσθηση ενός θολού
απονεκρωμένου χρόνου που μετεωρίζεται στον αφρό μιας θαλάσσιας δίνης. Ο σταθμάρχης ανυψώνει την πράσινη ράβδο σηματοδότησης, κι αμέσως αρχίζει ένα ανάστροφο ταξίδι – τώρα πια έχω την πλάτη γυρισμένη κι ακούω τούς ήχους ανάποδα.
Εγώ όμως θέλω ν’ αποβιβαστώ στη Λυών! Αυτός είναι ό τελευταίος μου σταθμός. Άλλα το τρένο σφυρίζει ήδη στη διασταύρωση και σέρνεται ξεφυσώντας «τσαφ, τσουφ» στις ράγες· φτάνει στο φαράγγι, διέρχεται πάνω από τη γέφυρα και σκαρφαλώνει στο βουνό. Η νύχτα στο βουνό εκτείνεται απροσκύνητη στις βαθιές κουφάλες των δέντρων, στους νερόλακκους, στις σχισμές των βράχων, εισχωρεί στον ρυτιδωμένο φλοιό της σημύδας, στ’ απολιθωμένα φύλλα της οξιάς. Ό εισπράκτορας εμφανίζεται και πάλι, το βλέμμα του είναι ανέκφραστο, άτονο, σκυθρωπό, σαν να ιχνηλατεί τις ρωγμές στο διάφανο γκρίζο της καμπίνας. Τεντώνομαι να ρεύσει το αίμα στις φλέβες μου, μα είμαι καθηλωμένος στο κάθισμα, τα πόδια μου είναι βαριά σαν πέτρα, τα χέρι μου παγωμένα σαν ατσάλι, νιώθω έναν οξύ πόνο στο στήθος και κάτι ζεστό να τρέχει στο δέρμα μου κάτω από τα ρούχα.
«Γιατί δεν κάναμε σταθμό στη Λυών;» ρωτώ αμήχανα τον εισπράκτορα.
Με κοιτάζει με ύφος ασπόνδυλο, το βλέμμα του υποκρύπτει χλευασμό για τούς αμύητους – το κεφάλι του μοιάζει με σβηστό φανάρι, τα μάτια του σαν
στρογγυλές χαρακιές στο γυαλί.
«Κύριε, βρίσκεστε στην αμαξοστοιχία με προορισμό το Παρίσι», μου απαντά με φωνή καλοζυγισμένα ψυχρή και ήρεμη σαν τηλεγράφημα. «Έχουμε οδηγίες να επιστρέψουμε στο Παρίσι, να επαναλάβουμε τη διαδρομή».
«Οδηγίες; Από ποιούς έχετε οδηγίες;» Θυμήθηκα τα λόγια της Κλεμεντίν: «Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα». Ναι, βέβαια, Κλεμεντίν, σήμερα εκκολάπτονται αλλόκοτοι άνθρωποι, λεηλατημένα είδωλα ενός άστεγου, αφέγγαρου κόσμου.
Επιστρέφουμε στο Παρίσι, η αμαξοστοιχία κυλά στις ράγες βουβά, προσέχω το ρολόι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, δείχνει 9 και 16. Σκέφτομαι
πώς θα έχει ήδη αναχωρήσει το τρένο των 9 και 15 για τη Λυών.
Εκεί στην αποβάθρα διακρίνω την Κλεμεντίν σωριασμένη στα γόνατα, στο πρόσωπό της βραδιάζει ο πόνος, βλέπω τον Βενσάν βουρκωμένο να μισοσκεπάζει με το μάλλινο παλτό του ένα αδρανές μαραγκιασμένο σώμα. Διαβάζω τα χείλη τους, «στο στήθος, τον βρήκε στο στήθος» – στην παγερή αποβάθρα ένας άνθρωπος αιμορραγεί.
Κάποιοι ταξιδιώτες προστρέχουν να βοηθήσουν,
κάποιοι άλλοι απομακρύνονται βιαστικά, να ξεφύγουν από τον απροσδιόριστο κίνδυνο. Συγκρούονται οι κινήσεις τους και ζευγαρώνουν, χωνεύονται στη
μεγάλη εικόνα του σταθμού και απομένουν μονάχα λίγοι άνθρωποι, ατελή δυσδιάκριτα πρόσωπα, ναρκωμένα από τον φόβο. Διαισθάνομαι τη στυφή γεύση της απόγνωσης να αιωρείται στη μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του σταθμού, τα χείλη μου ραγίζουν, στάζουν αίμα και κρυσταλλιάζουν. Η Σοφί κάθεται σ’ ένα ξεθωριασμένο ξύλινο παγκάκι και κρατά το κεφάλι μες στα χέρια της, σαν ανάγλυφη σιωπή. Πάνω στο παγκάκι είναι μια καφετιά βαλίτσα.
Το τρένο κοντοστέκεται σαν γέρικος γίγαντας υστέρα φορτώνει κάρβουνο η μηχανή και ξεκινάμε το ταξίδι για τη Λυών. Ο εισπράκτορας επαναλαμβάνει την επωδό: «Κύριε, βρίσκεστε στο τρένο με προορισμό τη Λυών». Τα τζάμια στο βαγόνι σιγά σιγά θαμπώνουν και καφετίζουν από μια στρώση παχιάς κόκκινης σκόνης, ερημωμένο χώμα σ’ έναν απάτριδα πλανήτη. Ταξιδεύω για τη Λυών σ’ ένα κιβωτιόσχημο βαγόνι, άναρθρος δεσμώτης στον σκληρό πυρήνα της νύχτας.
Φωνάζω τον εισπράκτορα. Αυτή τη φορά με διορθώνει. «Δεν είμαι μονάχα ο εισπράκτορας, κύριε, το αντίτιμο του εισιτηρίου σας είναι έξαλλου προ πολλού πληρωμένο, είμαι ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας».
Ακούω τον μεταλλικό αντίλαλο της αφυδατωμένης μου κραυγής: «Θέλω να κατεβώ από το καταραμένο τρένο».

 

ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (2016)

Δεύτερος μήνας (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

’Εκείνη τη μέρα η «ανασκαφή» έβγαλε στην επιφάνεια ένα κιτρινισμένο βιβλίο, σε σχήμα οκτάβο με σπασμένη ράχη -τα σκληρά εξώφυλλα είχαν αποκολληθεί—, το όποιο έφερε τον τίτλο θεαίτητος ή περί επιστήμης. Ήταν ελαφρά νοτισμένο από την υγρασία κι οι σελίδες ήταν κατάστικτες από μαυριδερές κηλίδες και κιτρινωπά ακανόνιστα εξογκώματα σαν μικρά σπυριά. Χαμογέλασα στη σκέψη ότι οι μύκητες της μούχλας θα είχαν μάλλον αποθαρρύνει τους τερμίτες να το πλησιάσουν. Η πρώτη σελίδα είχε
αποκοπεί βίαια προ καιρού, συνεπώς δεν μπορούσα να γνωρίζω τη χρονολογία έκδοσης. Έτσι, ως έμπειρος βιβλιόφιλος, ξεφύλλισα προσεκτικά τον τόμο μέχρι το τέλος της εισαγωγής, που παραδόξως ήταν και το τέλος του ολιγοσέλιδου βιβλίου, για νι διαβάσω ένα γνωστό μου όνομα, Φλόυερ Σίντενχαμ – και μετά Λονδίνο, 1772. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο
στήθος μου κι ένιωσα ίλιγγο από τη συγκίνηση. Ο Σίντενχαμ, ήξερα, δεν είχε μεταφράσει τον πλατωνικό Θεαίτητο δεν θυμάμαι να είχε προλάβει να ξεκινήσει αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Αυτό το πυκνογραμμένο βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου, που ψαχούλευα με αγάπη κι αγωνία, έκρυβε μέσα του ένα αίνιγμα.
Στις πρώτες σελίδες ο Σίντενχαμ αναφερόταν στις απόψεις τού Σερ Τόμας Μπράουν για τα «ενύπνια». Οπαδός της νέας επιστήμης, ο φυσικός φιλόσοφος Μπράουν ήταν ένα ιδιόρρυθμο μείγμα εμπειριστή και δεισιδαίμονος χαρακτήρα. Στη Θρησκεία ενός φυσικού επιστήμονα, που εξέδωσε ανώνυμα το 1642, προχωρούσε μεθοδικά στην αποδόμηση των «κοινών ψευδαισθήσεων» και διατύπωνε μεν ανορθόδοξες θρησκευτικές απόψεις, άλλα επέμενε στην ύπαρξη των λυκανθρώπων και των δαιμόνων. Τα ξωτικά που καταβρόχθιζαν τις ρίζες του νερού στις πράσινες λίμνες και οι ξενυχτισμένες μάγισσες που έκαναν μαγγανείες του προκαλούσαν δέος. Με την πάροδο του χρόνου, ο Μπράουν ανέπτυξε μια ακατανίκητη έμμονή με
τον θάνατο – την τελευταία πράξη που συνθλίβει ανελέητα με χλεύη την ανθρώπινη ζωή, τον θάνατο των έμβιων οργανισμών και την απόληξή τους στη χοϊκή μήτρα. Ο Σίντενχαμ, κι αυτός ένα παράδοξο μείγμα εμπειριστή αισθησιοκράτη και διαισθητιστή, διάλεξε ένα απόσπασμα από τον Μπράουν, για ν’ αναλύσει ακολούθως τις απόψεις του για τα όνειρα.
Τον μισό χρόνο της ζωής μας τον περνάμε στη σκιά της γης. Κι ο άγγελος του θανάτου απομυζά το ένα τρίτο της ύπαρξής μας. Ο ύπνος μας παρασέρνει σε μονοπάτια μύησης στον άυλο κόσμο της αιωνιότητας. Το
φώς της μέρας μας εφοδιάζει με αισθησιακές εικόνες, αβέβαιες ματιές, απατηλά χρώματα, απατηλές οσμές, ρόδα μαραμένα… Η νύχτα ανακαλεί μια μνήμη απρόσιτη, πέρα από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, μες στο ονειρώδες πέπλο της μυθοπλασίας. ’Έχοντας διέλθει την ημέρα μας με εργώδη προσπάθεια για ορθολογική διερεύνηση της αλήθειας, έρχεται η νύχτα, και στα όνειρά μας εμείς είμαστε πια καταδικασμένοι να παραδοθούμε στην αιχμηρή, απέλπιδα μελαγχολία, σε αναπαραστάσεις του νου όπου δύσκολα διακρίνεις την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, τον λογισμό
από την πυρετώδη έκσταση της τρέλας.
Ό Σίντενχαμ συνέκρινε τη θέση του Μπράουν με το συμπέρασμα του Σωκράτη, πως «η γνώση δεν μπορεί ν’ απορρέει από την αίσθηση», αφού στην κατάσταση του ονείρου ή της τρέλας εμφανίζονται παραισθήσεις που
συγχέονται με αισθήσεις και αντιστοιχούν σε συνθήκες βιολογικής εγρήγορσης. Συνεπώς είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να διακρίνει μέσα στο ίδιο το όνειρο ποια πράγματα είναι περισσότερο αληθινά από κάποια άλλα.
Μια πρόσθετη δυσκολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να ξεχωρίσει ανάμεσα στην κατάσταση του ονείρου και του μη ονείρου, του όντος και του μη όντος. Κι αν τα όνειρα είναι η πύλη μιας αόρατης, δυσθεώρητης πραγματικότητας, μια αναλαμπή στον ζόφο της φαινομενικότητας; Αν ζούμε κοιμισμένοι, κι αν όντας ξύπνιοι, δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, διότι φοβόμαστε να τη βιώσουμε; Αν παραδεχόμασταν πως «η γνώση απορρέει από την αίσθηση», τότε θα έπρεπε να εξαγάγουμε ένα και μόνο θλιβερό συμπέρασμα: δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, ούτε ποτέ θα υπάρξει βέβαιη γνώση.
Κι όμως κάποιος είχε προσπεράσει το κομβικό εικοστό πρώτο σκαλοπάτι. Στην απόλυτη μυστικιστική σιωπή της υπόγειας κατακόμβης άκουγα πολύ καθαρά τα βαριά βήματα να κατεβαίνουν ένα-ένα, αργά-αργά και
προσεκτικά, τα ελικοειδή σκαλοπάτια. Απέναντι μου στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού, ελαφρά καμπούρης και ισχνός. Ήταν ντυμένος φτωχικά- φορούσε κίτρινο γιλέκο, άσπρο πουκάμισο με πλατύ γιακά και μαύρο παλτό. Τό κεφάλι του σκέπαζε ένα ημίψηλο καπέλο. Έγειρε ελαφρά το σώμα, ως υποκλινόμενος, και με πλησίασε στο πρόσωπο. «Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη μετάφραση αυτού του διαλόγου» μου είπε απολογητικά, με φωνή κεντημένη με συγκίνηση ή παράπονο – δεν ξέρω. Μετά κάθισε πάνω σ’ ένα κουτί από βιβλία κι έβγαλε το καπέλο από το κεφάλι. «Όταν διάβαζες την Εισαγωγή μου, τη Σύνοψη στους πλατωνικούς διαλόγους, θα πρόσεξες πως ο Θεαίτητος ήταν στις προτεραιότητές μου. Και μετά
-θυμάσαι;- απορούσες γιατί δεν υλοποίησα ποτέ τα σχέδιά μου· σκεφτόσουν τι σκεφτόμουν, ανασυγκροτούσες στο μυαλό σου τα κίνητρά μου, τις προθέσεις μου· ωστόσο δεν έβγαζες ένα λογικό συμπέρασμα. Μετά έψαξες απεγνωσμένα να βρεις στοιχεία για μένα, προσωπικά, ανεκδοτολογικά, για ν’ ανασυνθέσεις τη σκορπισμένη στους τέσσερις ανέμους ζωή μου… Πουθενά δεν βρήκες χειρόγραφα, επιστολές· μόνο κάτι σκόρπιες πληροφορίες κι ανακοινώσεις σε φυλλάδες κι εφημερίδες, ενίοτε αντιφατικές. Άμορφο υλικό, όπως μια χούφτα
σκόνη». Ο Σίντενχαμ ανασηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, στήριξε με δυσκολία το σκελετωμένο του κορμί στο μπαστούνι, σαν έτοιμος να φύγει. Κοντοστάθηκε για λίγο, τον είδα εξασθενημένο πολύ και τρόμαξα, ξαφνικά
όμως το πρόσωπό του φωτίστηκε και ξανασιάστηκε στο κασόνι με τα βιβλία. «Γιατί δεν φεύγεις;» τον ρώτησα. «Νόμιζα πως θα έφευγες, δεν φαίνεσαι καλά, είσαι χλωμός, παγωμένος, στάζει αίμα ο λαιμός σου,
χρειάζεσαι ξεκούραση». Ξεροκατάπιε, με κοίταξε διαπεραστικά με τα ζαρωμένα υγρά του μάτια, που ήταν βυθισμένα στις κόγχες του λεπτοκαμωμένου του προσώπου.
«Άκουσέ με, μην παραπονιέσαι – σε παρακολουθούσα συνεχώς, ήμουν πάντα δίπλα σου, διακριτικά, αθόρυβα, ανεπαίσθητα, σ’ όλες τις αγωνιώδεις σου προσπάθειες να ιχνηλατήσεις τον βίο και το έργο μου. Διέκρινα την αγάπη σου, τον υπέρμετρο θαυμασμό σου, που ίσως όμως δεν άξιζα. Εγώ, ένας ταπεινός αναγνώστης του Πλάτωνα -ναι, είναι αλήθεια, πρώτος προσπάθησα να τον μεταφράσω σε γλώσσα κατανοητή-, χάθηκα ξαφνικά, λες κι άνοιξε τις πύλες της η άβυσσος και με παρέσυρε στην αέναη ανακύκλωση. Κι έμεινε το έργο μου ημιτελές, ανολοκλήρωτο, ν’ απορεί που το άφησα να περιφέρεται, μισή ψυχή, μισό σώμα, ακρωτηριασμένο, στη δίνη του χρόνου. Σου έδωσα, σου έδινα, ακόμη σου δίνω κάποιες ενδείξεις στις υποσημειώσεις μου. Μάταια όμως, τις προσπέρασες βιαστικά. Υποτίμησες τα μικρά για τα μεγάλα, τα άρρητα για τα ρητά – όμως η αλήθεια κρύβεται στις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες των πραγμάτων. Αυτό δεν είναι το μεγάλο μυστικό του φιλοσοφικού στοχασμού;
»Άκου λοιπόν, άκουσέ με προσεκτικά. Το μυαλό σου δεν μεγάλωσε ακόμη για να κατανοεί το μεγαλείο της αμφιβολίας. Νόμιζες πως όλα είναι ευθυγραμμισμένα με τη λογική, πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο από τον καθαρό λογισμό. Θέλησες, αυτό είναι το λάθος, να βάλεις τάξη στο χάος, ν’ ανακαλύψεις συμμετρία στην άβυσσο .Έφτιαξες έναν Πλάτωνα στα μέτρα σου, όχι στα μέτρα του, όχι στα μέτρα μου. Μα αφού το αποφάσισες να εισέλθεις στο μαγικό βασίλειο της άχρονης γνώσης, άκουσε τη συμβουλή μου: Μην πιστεύεις μονάχα αυτά που διαβάζεις στη λιθογραφία, στις επιγραφές και στις
σελίδες των βιβλίων. Αν, λόγου χάρη, αποκτούσες τη γνώση διαβάζοντας όλους αυτούς τους τόμους που βρίσκονται τώρα, αυτή τη στιγμή, σ’ αυτό το υπόγειο, τότε θα γινόσουν παντογνώστης! Θα έβγαινες από τούτο τον
χώρο στο φως της μέρας με μια υπεράνθρωπη έπαρση, και δικαιολογημένα – θα ήσουν Θεός, δεν θα ήσουν πια ένας θνητός, ένας κοινός θνητός.
»Άκουσέ με προσεκτικά: Συνέχισε να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές, ανάμεσα τους, δίπλα τους, κοντά τους, εκεί που υπάρχουμε εμείς, οι ανείπωτες ιδέες μας, οι ανολοκλήρωτες σκέψεις μας, τα μικρά και μεγάλα πάθη μας, οι μικροί και μεγάλοι φόβοι μας, τα οράματα μας, οι ελπίδες μας. Εκεί πάλλεται αιώνια, ατελεύτητα, η καρδιά μας – εκεί φωσφορίζουν σαν τη φεγγαρόλουστη θάλασσα οι ιδέες μας, κρυμμένες στις πιο μικρές, δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, στις κρυφές εσοχές του πίνακα, στον πίνακα του κόσμου».
Ο Σίντενχαμ σηκώθηκε- αυτή τη φορά φαινόταν αποφασισμένος νά φύγει. Ότι ήθελε να πει μου φάνηκε πως το είχε πει. Όμως ξαφνικά άλλαξε γνώμη, σαν να διάβασε τη σκέψη μου.
«Ξέρω τί σε βασανίζει. Σε βασανίζει η εξαφάνισή μου. Γνωρίζεις πως επισκέφτηκα όλα τα τυπογραφεία του Λονδίνου, μικρά και μεγάλα, για να δω αν ενδιαφέρονταν να εκδώσουν τις μεταφράσεις των διαλόγων του Πλάτωνα. Στο τέλος ένιωθα ένας ουτιδανός, ένας γυρολόγος πού αναζητούσε εμπόρους για να πουλήσει τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου για λίγα αργύρια. Όμως
δεν είχα άλλη επιλογή, πίστεψέ με. Ξέρεις πως η οικογένεια Σίντενχαμ με αποκήρυξε όταν υπέπεσα στο αμάρτημα του έρωτα- δυστυχώς γι’ αυτούς, ερωτεύτηκα μια ταπεινή υπηρέτρια. Φάνηκα δειλός, λιγοψύχησα, την εγκατέλειψα στο έλεος των ανθρώπων κι έγινα ναύτης- δέκα χρόνια ταξίδευα μ’ ένα σαπιοκάραβο μέχρι τις μακρινές Ινδίες, θαλασσοδαρμένος, πάτησα απάτητα λιμάνια, άγνωστες πολιτείες. Όταν πια επέστρεψα στο Λονδίνο, ήμουν άφραγκος και μετανιωμένος. Ζούσα σε τρώγλες, σε πτωχοκομεία, σε σανατόρια -σαν αυτό που ζεις εσύ τώρα- με τον όβολό των λίγων που εκτιμούσαν τις ικανότητες μου. Καταλαβαίνεις… Δεν είχα τα χρήματα για να εκδώσω τις μεταφράσεις, κι έπειτα κανείς, μα κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον Πλάτωνα. Προσέφυγα στους τοκογλύφους και κατάφερα να εκδώσω εννιά
έργα. Ελάχιστοι όμως ενδιαφέρονταν να αγοράσουν “τον Πλάτωνα” – μήπως πλήρωνα ένα ασύγγνωστο ολίσθημα; Μήπως ο δάσκαλος ήθελε μόνο τους “μυημένους”, τους κυνηγούς των ιδεών, να διαβάζουν το έργο του;
»Ένα χιονισμένο βράδυ του Δεκέμβρη του 1787 μου πέρασαν αλυσίδες στα πόδια και μ’ έσυραν στο φοβερό Νιουγκέιτ, ως ένα ποταπό υποκείμενο, αναξιόχρεο οφειλέτη… Θα έχεις επισκεφτεί το Νιουγκέιτ! Μ’ έριξαν σ’ ένα υγρό μπουντρούμι μαζί με κάμποσους άλλους ψειριασμένους, άρρωστους με τύφο, τυφλούς, αναθεματισμένους από τον Θεό, κολασμένους. Κάποιοι διέδωσαν πως εκεί, στο κολαστήριο, τρελάθηκα. Θεία καταδίκη; Κάπως έτσι φανταζόμουν το πλατωνικό σπήλαιο. Εκεί να με αναζητήσεις, αν ποτέ το θελήσεις. Εκεί θα με βρεις.
»Και να θυμάσαι τον αιώνιο γυρισμό του Νίτσε. Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη στο εκκρεμές του χρόνου. Μόνο τότε θα καταλάβεις. Ποτέ δεν φύγαμε από εδώ, κι όταν φεύγουμε για λίγο, είμαστε καταδικασμένοι παντοτινά να επιστρέφουμε».

 

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ (2016)

Μέρος πρώτο (Απόσπασμα)

Ο Γκέιλ αυτοπροσδιοριζοταν ως νέος διανοούμενος με λαμπρές προοπτικές, προπάντων στον κλάδο της αγγλικής φιλολογίας. Δεν τον αδικούσε βέβαια κανείς γι’ αυτό. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις, αυτές -στην περίπτωσή του- ήταν μάλλον επουσιώδεις. Διάβαζε με άνεση λατινικά και αρχαία ελληνικά από τα παιδικά του χρόνια. Το Ούέστμινστερ, το ξακουστό ιδιωτικό σχολείο του Λονδίνου, με τη μακραίωνη παράδοση, του παρείχε όλα τα εφόδια για να γίνει ένας κλασικός φιλόλογος. Μπορούσε να κλίνει με την ίδια απαράμιλλη ευκολία οποιοδήποτε αρχαιοελληνικό ρήμα, ν’ αναλύσει την ετυμολογία οποιοσδήποτε ουσιαστικού, είτε από τα ομηρικά έπη είτε από τον Πλούταρχο.
Όταν αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της ’Οξφόρδης, διδάκτωρ αγγλικής φιλολογίας τού ιστορικού κολεγίου Μπάλιολ, οι προοπτικές για μια ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ήταν εξαιρετικές. Στο άνθος της ηλικίας του -δεν είχε ακόμα κλείσει τα τριάντα- αποφάσισε πως δεν θα επέστρεφε στη χιονισμένη Ουαλία, στο μέγαρο της αριστοκρατικής οικογένειας των Έλιοτ. Δεν θα ενέδιδε στα κελεύσματα της αριστοκρατικής πολυτέλειας, η όποια θα τον οδηγούσε, όπως πίστευε, σ’ έναν αργό πνευματικό θάνατο, σ’ έναν παρατεταμένο διανοητικό λήθαργο. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις της
μητέρας του, ο μοναχογιός Γκέιλ αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, για να βρίσκεται στην αιώνια πόλη της καλλιτεχνικής κίνησης και των πνευματικών προκλήσεων. Έτσι, πολύ σύντομα μετά την αποφοίτηση
του, αποχαιρέτησε τον μέντορά του και την ’Οξφόρδη και κατέβηκε στο μεγαλοαστικό προάστιο του Χάιγκεϊτ, στο βορειοανατολικό Λονδίνο. Την καθημερινή του φροντίδα θ’ αναλάμβανε η παλιά του γκουβερνάντα, η Άλμα,
που τόσα χρόνια παρέμενε φύλακας στην οικία, να ποτίζει τον κήπο, να βερνικώνει τα έπιπλα και να προσέχει τον ηλικιωμένο γάτο τους, τον Μάιλο.
Το σπίτι είχε χτιστεί στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, κατά μήκος ενός αρχαίου δάσους, κοντά στο μεγάλο πάρκο του Γουότερλο. Ως επί το πλείστον νεοκλασικής αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας, το οικοδόμημα μαρτυρούσε τη μεγαλοπρέπεια, τη στιβαρή, ανυπότακτη αύρα που εξέπεμπαν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των παλαιών του ενοίκων. Εσωτερικά οι τοίχοι
ήταν βαμμένοι με βασιλικά χρώματα, ενώ η τραπεζαρία και η βιβλιοθήκη ήταν επενδυμένες με ακριβή βυσσινοκόκκινη ταπετσαρία. Τα βαριά ξύλινα έπιπλα δυσκόλευαν τον βηματισμό, ιδιαίτερα εφ’ όσον η εσωτερική διάταξη ήταν αρκετά περίπλοκη, με μικρούς μαρμάρινους διαδρόμους, κρυφούς φωτισμούς, πολυελαίους που κρέμονταν στα χαμηλοτάβανα δωμάτια κι ελικοειδείς σκάλες
που οδηγούσαν στη σοφίτα με τους φεγγίτες. Οι κρυφοί φωτισμοί σε συνδυασμό με τις βαριές κουρτίνες, που σκοτείνιαζαν τα δωμάτια, έμοιαζαν με οδοδείκτες πλοήγησης στην αναζήτηση ενός κρυμμένου θησαυρού.
Οι Έλιοτ, συντηρητικοί Ουαλοί, ανεπιτήδευτα θρησκόληπτοι, αποφάσισαν να μην παρέμβουν στην αταραξία του χρόνου, να σεβαστούν τ’ αντικείμενα, τα μπιμπελό, τα πελώρια έπιπλα· έτσι, έκλεισαν τ’ αυτιά
τους στην πεισματική έμμονή του Γκέιλ για εκτενή ανακαίνιση της οικίας στο Χάιγκεϊτ. Μάταια τους εκλιπαρούσε ο Γκέιλ, στο τέλος έβαζε τα γέλια: «Αυτό το σπίτι θα πρέπει να χτίστηκε για λιλιπούτεια ανθρωπάκια… Θα το είδε ο Τζόναθαν Σουίφτ κι εμπνεύστηκε τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ!». Έτσι χαμηλοτάβανο όπως ήταν, η διέλευση από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μέσα
από τούς στενούς διαδρόμους που σχημάτιζαν τα βαριά, ογκώδη έπιπλα, τον εξανάγκαζε σε κωμικούς ακροβατικούς ελιγμούς, για ν’ αποφύγει τις κουτουλιές στις ξύλινες δοκούς της οροφής και στις τραχιές επιφάνειες
των τοίχων. Η άνοδος στους πιο πάνω ορόφους, για έναν ψηλό σωματώδη άντρα όπως ο Γκέιλ, ήταν ένα κοπιαστικό, κλειστοφοβικό εγχείρημα, οι ελικοειδείς σκάλες ήταν απότομες και σκοτεινές. Η κατάβαση ήταν
βασανιστική λόγω της απότομης κλίσης και του περιορισμένου χώρου – τα σκαλοπάτια έμοιαζαν με βαθιά μονοπάτια πού κατρακυλούσαν από το βουνό. Ο Γκέιλ μεταμορφωνόταν σ’ έναν γιγάντιο τυφλοπόντικα που ανεβοκατέβαινε ασθμαίνοντας στο λαγούμι του, αφού σερνόταν ιδρωμένος στις στενές σήραγγες, απορημένος πώς χωρούσε σ’ έναν τόσο μικρό κόσμο.
Η οικία στο Χάιγκεϊτ διατήρησε αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία της: τα χρώματα της βικτοριανής εποχής, την αρχιτεκτονική διαρρύθμιση, ακόμα και τον εσωτερικό διάκοσμο με τα ξυλόγλυπτα ερμάρια και τους χρωματιστούς υαλοπίνακες. Οι Έλιοτ ξεκαθάρισαν στον Γκέιλ πως δεν επρόκειτο να διασαλεύσουν αλόγιστα τη φυσική ροή του χρόνου· όφειλαν να σεβαστούν τη μυστηριακή πνευματικότητα του χώρου, το άσυλο των ψυχών. Πολύ ευχαρίστως θα τού νοίκιαζαν ένα πολυτελές μοντέρνο διαμέρισμα στο κεντρικό Λονδίνο, φτάνει να τους το ζητούσε. Η μεταφυσική που ασπάζονταν οι Έλιοτ με θρησκευτική ευλάβεια ήταν βαθιά ριζωμένη στην κελτική
εσχατολογική μυθολογία. Η διάβαση στον «’Άλλο Κόσμο» είναι δυσχερής, αφού οι νεκροί δεν έχουν επίγνωση του θανάτου τους· έχοντας πιει το νερό της λήθης, διαγράφουν τις οδύνες και τη δυστυχία του υλικού κόσμου.
Μαζί με τη λησμονιά όμως κυριεύονται κι από ένα αδέσποτο πνεύμα που αψηφά τον χρόνο. Το σπίτι είναι γεμάτο ψυχές πεθαμένων. Παραμένουν στον οικείο τους χώρο κι εξακολουθούν να διασκεδάζουν και να γιορτάζουν την κάθε μέρα, μέχρι να έρθει εκείνοι η στιγμή που ένας θεός, ένας δαίμονας τελοσπάντων, θα πληρώσει το ναύλο για τί μεταθανάτια ζωή και θα τους
οδηγήσει στην αντίπερα όχθη.
Αμέσως μετά την αποφοίτηση του ο Γκέιλ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Τις νύχτες, το φθινόπωρο άπλωνε το σεντόνι του στο αρχαίο δάσος του Χάιγκεϊτ, για να πέσουν απαλά τα κιτρινισμένα φύλλα της οξιάς και της
βελανιδιάς, χωρίς να φοβούνται το κενό. Το πρωί ήτανε στρωμένο με τη συγκομιδή των νεκρών χρυσαφένιων φύλλων, και το φθινόπωρο, σαν στοργικός πατέρας, το ξαλάφρωνε όσο μπορούσε, είτε με τη βοήθεια τού ψυχρού αέρα, που ταξίδευε ορμητικός από τα βόρεια, τις παγωμένες βουνοκορφές της Σκοτίας, μέχρι τη λασπερή γη του Χάιγκεϊτ, είτε με το ψιλόβροχο, που τα έσπρωχνε στα βάθη της γης – να σμίξουν με τις ρίζες, να ξαναγίνουν φως, να ξαναγίνουν χρώμα.
Το δάσος μάγευε τον Γκέιλ. Καθόταν στη σοφίτα με τις ώρες συντροφιά με τον Μάιλο, που κοιμόταν γουργουρίζοντας, κουλουριασμένος στην κοιλιά του, και θαύμαζε τους πανύψηλους κορμούς των αιωνόβιων βελανιδιών με τα άλλοτε καταπράσινα κι άλλοτε κιτρινωπά ή κόκκινα σαν αίμα φύλλα τους. Οι εποχές ήταν οι απόλυτοι άρχοντες, καθόριζαν τα χρώματα στις φυλλωσιές, όπως και τη διάθεση των ανθρώπων.
Τα φθινοπωρινά απογεύματα, όταν έπεφταν οι αχτίδες του ήλιου, το μαγεμένο δάσος εκτόξευε γυαλιστερές ανταύγειες φλόγας στα χαμηλά σύννεφα, σαν να καιγόταν από ένα ακατασίγαστο πάθος να διαπεράσει τη
συννεφιασμένη ομίχλη και να φτάσει στον ουρανό με τ’ άστρα. Μαζί του θα ταξίδευαν και οι πιστοί θαμώνες της αιώνιας δασούπολης – οι κουκουβάγιες που αλέθουν τη νύχτα στα κίτρινά τους μάτια, οι καστανόξανθες αλεπούδες και οι παιχνιδιάρικοι μικροσκοπικοί σκίουροι. «Το μαγεμένο δάσος της νεφέλης» σκεφτόταν ό Γκέιλ, κι αναπολούσε τα χρόνια της παιδικότητάς του, τα πικρόγλυκα παραμύθια που τον κρατούσαν χέρι-χέρι και τον οδηγούσαν στις αγκάλες του Μορφέα, για να ονειρευτεί άλλους κόσμους, άλλους ανθρώπους, ν’ ανοίξουν τα σύνορα τού μυαλού του. Θυμόταν πόσο πολύ λαχταρούσε να έφτιαχνε μια ανεμόσκαλα, κι ένα βράδυ, όταν θα κοιμούνταν οι γονείς του, βαθιά μεσάνυχτα, να σκαρφάλωνε μέχρι τη βάση του παλατιού. Να περπατούσε σαν το ελάφι στα βαμβακερά μονοπάτια, στο μαγεμένο δάσος με τα ξωτικά, μέχρι να βρει την κοιμισμένη πριγκιποπούλα της έναστρης νεφέλης, εκείνη με τη χρυσή καρδιά, τις πυρόξανθες πλεξούδες και τα μεγάλα μαύρα μάτια.
Μετά την εγκατάσταση του στο Χάιγκεϊτ ό Γκέιλ άρχισε να οργανώνει μεθοδικά τις επόμενες κινήσεις του. Η Άλμα είχε πια αναλάβει τις καθημερινές δουλειές τού σπιτιού, εκδηλώνοντας μια τάση υπερπροστατευτισμού απέναντι του, λες και ήταν ακόμα το ψηλόλιγνο ξανθό αγόρι με τις φακίδες που συνόδευε κάθε πρωί στο Ούέστμινστερ. Η Άλμα φρόντιζε να μην του λείψει τίποτα. Το φρεσκομαγειρεμένο, αχνιστό φαγητό
σε τακτικές ώρες, το μυρωδάτο απογευματινό τσάι με τα μπισκότα κρέμας και την κανέλα, τα καλοσιδερωμένα, κολλαριστά ρούχα που άστραφταν από καθαριότητα. Και κάθε λίγο εξέφραζε, με μητρική αγάπη, την ανησυχία της για τις πολλές ώρες που καθόταν σιωπηλός στη σοφίτα και διάβαζε. Διάβαζε άραγε; Σε ποιά βαθιά περίσκεψη ταξίδευε ο νους του;
Η Άλμα παραπονιόταν πως είχε αδυνατίσει πολύ, τα οστά του ξεχώριζαν σαν ωχρά κεριά μπλεγμένα στο τριγωνικό του πρόσωπο. Ο Γκέιλ την καθησύχαζε· ήταν μια χαρά, απλώς ήταν η αγωνία, το άγχος που φώλιαζε
στην ψυχή του. Ήθελε να οργανώσει το ερευνητικό του πρόγραμμα με σχολαστική λεπτομέρεια αν επρόκειτο να πετύχει τον στόχο του, μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα σ’ ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας. Στο μυαλό του ανακαλούσε συχνά την τελευταία συνάντηση πού είχε με τον σύμβουλό του, στην ’Οξφόρδη, τον καθηγητή Ντίξον. Δεν ήθελε να λησμονήσει την εικόνα εκείνη, θα την αξιοποιούσε ως τον καταστατικό χάρτη της μελλοντικής του δραστηριότητας.
Ό Ντίξον καθόταν απέναντι του, ασπριδερός με πρόσωπο κατακόκκινο, σε μια μάλλον άβολη μεταλλική καρέκλα, κουκουλωμένος σ’ ένα σκούρο παλτό. Ο Γκέιλ είχε βυθιστεί ευτυχής, γεμάτος αυταρέσκεια, στη δερμάτινη πολυθρόνα, ενώ έριχνε κρυφές ματιές έξω στην αυλή, σαν να μετρούσε τους σπουργίτες και τους κορυδαλλούς που τσιμπολογούσαν τα σπόρια από το γρασίδι, γύρω από μια μικρή λακκούβα νερό. Δεν μιλούσε, όμως στα μάτια του, που έλαμπαν, ξεχείλιζε η υπερηφάνεια του νεαρού διανοουμένου, του μύστη της καινούργιας γνώσης. Πολιτογραφήθηκε στην ακαδημία των γραμμάτων, τ’ όνομά του καταγράφηκε στους Κώδικες των διδακτόρων του Μπάλιολ. Τα λόγια τού καθηγητή Ντίξον ήταν μετρημένα, καρφωμένα στο στόμα του – δεν ήθελε ν’ αναλωθεί ή τελευταία τους συνάντηση σε τετριμμένες, αποστειρωμένες νουθεσίες. Ό Γκέιλ είχε απομνημονεύσει τις λέξεις πού ταξίδευαν στο λιτό γραφείο τού Ντίξον, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν μουσικές νότες.
«Είσαι στον προθάλαμο μιας ακαδημαϊκής καριέρας, Γκέιλ, είναι κακοτράχαλος αυτός ο δρόμος, γεμάτος αγκάθια, αστοχίες· πρόσεξε μη χαθείς στις ατραπούς. Κουβαλάς στο μυαλό σου ιδέες και μύθους, τους αιθέριους στυλοβάτες της δημιουργίας, το βλέμμα σου είναι ένας καταρράκτης φωτιάς, οι σπίθες της πρωτοτυπίας φωτίζουν τον χάρτη του μέλλοντος σου σαν πυγολαμπίδες· διαθέτεις όλα τα εφόδια για το μεγάλο ταξίδι, έχεις την καύσιμη ύλη. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ν’ αυτονομηθείς επιστημονικά, να ταξιδέψεις στον κόσμο του δυσπρόσιτου, του φανταστικού, του ανεύρετου· να εντρυφήσεις στην ηδονή της πρωτογενούς έρευνας, να γράψεις μια καλή μονογραφία. Ξέρεις…, στην πανεπιστημιακή ζωή το δόγμα μας είναι άτεγκτο, κώδικας απαράβατος: “ή δημοσιεύεις ή πεθαίνεις” (“publish or perish”). Περιμένω από σένα πολλά, είσαι ένα λαμπρό μυαλό».
Ό καθηγητής έγειρε πίσω στην καρέκλα του να πάρει ανάσα, αφαιρέθηκε για ένα-δύο λεπτά, σαν ν’ αποκοιμήθηκε μ’ ανοιχτά τα μάτια· κάτι τον βασάνιζε, έσμιξε τα φρύδια, και το μέτωπό του ζάρωσε σαν τσαλακωμένο ύφασμα από την υπερένταση – την ανεπίγνωστη αγωνία
του κενού. Οι λέξεις πάγωσαν για λίγο στα χείλη του και μετά ξεχύθηκαν στο δωμάτιο λαμπερές, σαν αντικατοπτρισμοί μιας αόρατης αλήθειας.
«Διάβασες το βιβλίο των Χάνσον και Χήθ Ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Λοιπόν, πραγματεύεται την παρακμή των κλασικών σπουδών στα σύγχρονα πανεπιστήμια. Είναι πολλές οι αιτίες αυτού του ξεπεσμού ασφαλώς, αλλά κυρίως η υποκρισία, η ατολμία, η εργαλειακή προσέγγιση των ερευνητών, που περιχαρακώνονται στον ακαδημαϊκό τους μικρόκοσμο καί δημοσιεύουν οποιαδήποτε ανιαρή, πληκτική ανοησία τους περάσει από τον νου, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουν με το ποσοτικά πλούσιο βιογραφικό τους. Μα
δεν το καταλαβαίνουν, σάμπως νοιάζονται (;) πώς το καράβι βουλιάζει, το δάσος καίγεται, σε λίγο θα μείνει ένα ναυάγιο σκουριασμένο, τσακισμένο στα βράχια και αποτεφρωμένο χώμα. Μια ριψοκίνδυνη παρτίδα σκάκι με τον διάβολο…
»Ωστόσο δεν αδικώ κανέναν, Γκέιλ. Ταξίδεψα ίσαμε δω από τη γενιά του ’60. Σαν να ’ταν χθες, σαράντα τόσα χρόνια, σάμπως να έζησα μία νύχτα και μία μέρα. Αγα