ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985
Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο  Βακχικόν (2017)
Κάθε Ιούλιο επιστρέφω Βακχικόν (2019)

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Προεπαναστατικά ποιήματα, Βακχικόν 2019
Δαβίδ ο Σασούνιος Το Αρμενικό λαϊκό έπος  Βακχικόν 2021

.

.

ΔΑΒΙΔ Ο ΣΑΣΟΥΝΙΟΣ
ΤΟ ΑΡΜΕΝΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΕΠΟΣ (2021)

Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

(Απόσπασμα)

«Δαβίδ ο Σασούνιος» είναι ο τίτλος του λαϊκού ηρωικού έπους της Αρμενίας. Για το έπος αυτό χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και άλλες ονομασίες, όπως: «Οι ατρόμητοι του Σασούν» είτε οι «Τρελοί του Σασούν». Τελικά επικράτησε ο τίτλος «Σασουντσί Νταβίντ», τον οποίον επέλεξα να αποδώσω στα ελληνικά ως «Δαβίδ ο Σασούνιος». Επικράτησε ο τίτλος αυτός ίσως γιατί ο Δαβίδ είναι ο πιο λαϊκός, ο πιο τρελός και ο πιο δημοφιλής ήρωας του έργου.
Το ογκώδες αυτό αφηγηματικό έργο αποτελείται από τέσσερις θεματικούς κύκλους, που μιλούν για τη ζωή τεσσάρων γενεών ηρώων, τη γέννηση, την ενηλικίωση, τους αγώνες τους ενάντια στους ξένους κατακτητές, τα ηρωικά και υπεράνθρωπα κατορθώματά τους, τους έρωτές τους, τον θάνατό τους.
Οι αγώνες αυτοί και οι εξεγέρσεις ενάντια στο αραβικό χαλιφάτο αποτέλεσαν το ιστορικό πλαίσιο του έργου. Πρόκειται για ένα μνημειώδες έργο, γνήσιο δημιούργημα της προφορικής λαϊκής παράδοσης. Αντανακλά, μέσα από τη ζωή των ηρώων του και μέσα από τους μύθους και τις ιστορίες που αφηγείται, τους αγώνες του λαού για επιβίωση, τις αντιλήψεις του για τη ζωή και τον θάνατο, για τον κόσμο γενικά.
Ως ένα προφορικό λαϊκό έργο, το οποίο χτιζόταν σταδιακά στη διάρκεια των αιώνων, διατηρεί μέσα του ένα προχριστιανικό μυθολογικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο επικάθονται τα χριστιανικά στοιχεία, έτσι όπως πάνω στα χαλάσματα προχριστιανικών ναών χτίστηκαν χριστιανικές εκκλησίες. Τα στοιχεία αυτά έχουν λειτουργικό ρόλο στο έργο· διαφοροποιούν τους χριστιανούς Αρμένιους από τους μουσουλμάνους Άραβες κατακτητές, αφού η Αρμενία είχε δεχτεί τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία από τις αρχές του τετάρτου αιώνα και τον όρισε ως συστατικό στοιχείο της αυτοεικόνας της.

Τον ιστορικό πυρήνα του έργου, σύμφωνα με διάφορους μελετητές, αποτέλεσε μια εξέγερση ενάντια στους Άραβες φοροσυλλέκτες το 851 στην περιοχή του Σασούν, μια ορεινή και αφιλόξενη περιοχή της Αρμενίας, που συμμετείχε ενεργά σε όλες τις εξεγέρσεις των Αρμενίων και κατακτήθηκε από τους Άραβες εισβολείς με δυσκολία, ύστερα από πολλούς και σκληρούς αγώνες. Η γεωγραφική θέση της περιοχής, αλλά και ο χαρακτήρας, η θέληση και η επιμονή των ανθρώπων που μεγάλωσαν σ’ ένα τόσο σκληρό φυσικό περιβάλλον έκαναν το Σασούν ένα σημαντικό οχυρό σε κάθε εξέγερση. Διαβάζουμε στο έπος:

Νόμιζα πως το Σασούν είναι σαν κάμπος ανοιχτό,
Δεν ήξερα ότι είναι από άγριους βράχους κλειστό.
Εκεί γίγαντας είναι και το μικρό παιδί,
Εκεί το χόρτο ανοίγει στον άνθρωπο πληγή,
Εκεί το σπαθί κόβει σαν αστραπή.

Στον ιστορικό αυτόν πυρήνα προστέθηκαν ιστορίες και μύθοι από άλλες εξεγέρσεις, παλαιότερες και νεότερες από αυτή του 851. Σε μια επιδρομή το 640 οι Άραβες κατέλαβαν την τότε πρωτεύουσα της Αρμενίας, την πόλη Ντβιν. Ακολούθησαν, κατά τον έβδομο και τον όγδοο αιώνα, μια σειρά από εξεγέρσεις ενάντια στους ξένους κατακτητές. Οι εξεγέρσεις αυτές πνίγηκαν, κυριολεκτικά, στο αίμα, ήταν όμως γεμάτες από ηρωικά κατορθώματα και ανέδειξαν πραγματικούς ήρωες. Τα κατορθώματα αυτά τα πήρε ο λαός και τα έκανε διαχρονικούς μύθους και θρύλους. Μυθοποίησε και μεγέθυνε τους ήρωές τους και τους έκανε τραγούδια. Πρόκειται για αφηγηματικά πεζοτράγουδα, για την ακρίβεια, στα οποία διατηρούνται όλα τα στοιχεία της προφορικότητας: επαναλήψεις, διαλογικά μέρη, αναλυτικές περιγραφές γεγονότων και άλλα που κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό κατά την αφήγηση και εξάπτουν τη φαντασία, καλλιεργώντας ταυτόχρονα την εθνική περηφάνια και την πίστη στη θρησκεία του λαού.
Το έπος Δαβίδ ο Σασούνιος, σύμφωνα με τους μελετητές του, ολοκληρώθηκε, στην προφορική του μορφή, στα τέλη του ενάτου ή στις αρχές του δεκάτου αιώνα. Μέσα του, ωστόσο, ενσωματώθηκαν μύθοι και ήρωες που έρχονται από πολύ παλιά και η γέννησή τους βρίσκεται συχνά πέρα από τα εθνικά σύνορα, σε μια δια-εθνική σφαίρα και είναι κοινοί για πολλούς λαούς. Σ’ αυτό συναντιούνται περιπλανώμενα μυθικά μοτίβα και τυπολογικά όμοιοι ήρωες με αυτούς που υπάρχουν σε μυθολογίες και έπη άλλων λαών, όπως τους Ασσύριους και τους Αραβες. Στο έργο υπάρχουν, επίσης, στοιχεία από παλαιότερους αρμένικους μύθους. Ενσωματώνονται μοτίβα που η συγκριτική δομή τους και οι αντιλήψεις που εκφράζουν για τη δημιουργία του κόσμου, τα φυσικά φαινόμενα και άλλα δείχνουν ότι είναι πολύ πιο παλιά από τα ιστορικά γεγονότα για τα οποία μιλά το έργο.
Παράλληλα, στο έπος αντικαθρεφτίζεται η ιστορική πείρα του λαού, η εξέλιξη του τρόπου ζωής του, οι πνευματικές του αναζητήσεις, το πέρασμα από την ειδωλολατρία στον χριστιανισμό. Σε πολλά σημεία του έργου συνυπάρχουν τα ειδωλολατρικά με τα χριστιανικά στοιχεία, σε άλλα διεξάγεται αγώνας μεταξύ τους, για να επικρατήσει, τελικά, το χριστιανικό ως το νεότερο στοιχείο, αυτό που έρχεται να αντικαταστήσει το παλιό.
Το έπος Δαβίδ ο Σασούνιος έζησε για αιώνες στον προφορικό λόγο. Απαγγελλόταν από τους λαϊκούς ραψωδούς και μεταφερόταν από τον έναν τόπο στον άλλον και από τη μια γενιά στην άλλη. Έτσι δημιουργήθηκαν δεκάδες παραλλαγές ολόκληρου του έπους ή των διαφόρων μερών του.
Ως προφορικό έργο χαρακτηριζόταν από μια χαλαρή δομή, η οποία του επέτρεπε να ενσωματώνει, μαζί με τα παλιά, και νεότερα μοτίβα, νεότερα ιστορικά γεγονότα, καθώς και τις γλωσσικές και κοινωνικές ιδιομορφίες της κάθε περιοχής.
Το έργο πήρε την πρώτη γραπτή μορφή του δέκα αιώνες αργότερα, στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Το 1873 ο επίσκοπος και λαογράφος Γκαρεγκίν Σερβαντστιάν συνάντησε έναν αφηγητή με το όνομα Γκαρμπό, από το στόμα του οποίου κατέγραψε μια πρώτη παραλλαγή του έργου, την οποία δημοσίευσε το 1874 στην Κωνσταντινούπολη. Στα κατοπινά χρόνια άλλοι λαογράφοι κατέγραψαν δεκάδες παραλλαγές του έργου από το στόμα διαφόρων αφηγητών. Το 1939 γιόρτασαν στην Αρμενία τη χιλιετηρίδα του έπους. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε και το επιμελημένο κείμενο του έργου, το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα επίμονης σπουδής και επεξεργασίας των διαφόρων παραλλαγών του από μια ομάδα μελετητών της Ακαδημίας Επιστημών της Αρμενίας, τους καθηγητές Γκεβόργκ Αμπόβ και Μανούκ Αμπεχιάν και τον Αράμ Γκαναλανιάν. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν εντυπωσιακό και η δημοσίευση προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο. Ένας τεράστιος πλούτος, γλωσσικός, μυθολογικός, ιστορικός, εθνογραφικός, βρέθηκε μαζεμένος μέσα στο έργο αυτό προσφέροντας έτσι το υλικό και δημιουργώντας τη βάση για παραπέρα μελέτες και έρευνες σε διάφορους τομείς.
Το έπος αποτελείται από τέσσερα μέρη, τα οποία μιλούν για τη γέννηση, την ενηλικίωση, τους έρωτες, τους αγώνες ενάντια στο αραβικό χαλιφάτο και τα κατορθώματα τεσσάρων γενεών ηρώων, με έναν κεντρικό ήρωα στο κάθε μέρος. Παράλληλα δρουν στο έπος μια σειρά από ήρωες δεύτερης γραμμής, οι οποίοι, υπερβαίνοντας τα ηλικιακά όρια, δρασκελίζουν τα χρονικά σύνορα και περνούν από το ένα μέρος στο άλλο ενώνοντας τις αφηγηματικές γραμμές και τη δράση του έργου. Το πρώτο μέρος έχει ως κεντρικό ήρωα τον Σανασάρ, που μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, τον Μπαγντασάρ, αποτελούν τους γενάρχες του Σασούν, το δεύτερο μέρος τον γιο του Σανασάρ, τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο, το τρίτο τον γιο του Μγκερ, τον Δαβίδ και το τέταρτο τον γιο του Δαβίδ, τον Μγκερ τον Νεότερο. Οι τέσσερις αυτοί ήρωες είναι αυτοτελείς, αρχίζουν και τελειώνουν τη δράση τους στο πλαίσιο του δικού τους μέρους, τους συνδέει όμως το γένος, η συγγενική τους καταγωγή, ο γεωγραφικός χώρος μέσα στον οποίον δρουν, το μυθολογικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Ο χρόνος, ωστόσο, που καλύπτει το έπος, είναι πολύ ευρύτερος από τη διάρκεια της ζωής των τεσσάρων γενεών των ηρώων. Έτσι βλέπουμε να συγκεντρώνεται μέσα σ’ αυτό η κοινωνική και η ιστορική εμπειρία πολλών αιώνων. Στα πρώτα μέρη, λόγου χάρη, παράλληλα με τις χριστιανικές, υπάρχουν πολλές προχριστιανικές ειδωλολατρικές τελετές. Υπάρχουν, επίσης, και κάποιες αντιφατικές αναφορές, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο μέρος του έργου, όπου ο ήρωάς του, ο Μγκερ ο Νεότερος, παρουσιάζεται αρχαιότερος από τον πατέρα του τον Δαβίδ, ακόμη και από τον παππού του, τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο.
…/…

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΣΑΝΑΣΑΡ ΚΑΙ ΜΠΑΓΝΤΑΣΑΡ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Τσοβινάρ-χατούν.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Σανασάρ.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Μπαγντασάρ.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Θείε Τορός,
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ,
Ευλογημένα να ’ναι τα ονόματα
Των γονιών σας που με ακούτε.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΝΑΣΑΡ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΠΑΓΝΤΑΣΑΡ

Πέρασαν οι μέρες, ήρθε ο καιρός.
Κατάλαβε η Τσοβινάρ πως είχε γκαστρωθεί.
Από την αφρισμένη θάλασσα ήταν, το κατάλαβε,
Μα ούτε λέξη δεν είπε στον Χαλίφη.
Σε υποψίες μπήκε ο Χαλίφης, είπε:
«Δεν είναι από μένα το παιδί!»
Πήγε, κάθισε στον θρόνο, όλα τα είπε στον βεζίρη:
«Τώρα τι θα κάνω;» ρώτησε.
Ο βεζίρης είπε: «Ζωή σ’ εσένα, βασιλιά!
Πρέπει να πεθάνει!»
Τον δήμιο κάλεσαν, οδηγίες έδωσαν.

Μπήκε ο δήμιος στο παλάτι, είπε στη χατούν:
«Διαταγή έχω, το κεφάλι να σου πάρω».
Λέει η Τσοβινάρ:
«Αχ, δεν υπάρχει εδώ δικαιοσύνη!
Ετοιμόγεννη είμαι, αν με σκοτώσουν,
Με μια σπαθιά δυο ανθρώπους θα σκοτώσουν.
Πες στον Χαλίφη να περιμένει
Μέχρι που να γεννήσω το παιδί.
Να δούμε τότε,
Άνθρωπος θα είναι ή κάτι άλλο,
Κι ύστερα ας με εκτελέσουν.
Μα αν την αλήθεια θέλετε να ξέρετε,
Ανέγγιχτη ήρθα στη Βαγδάτη
Και τέτοια είμαι ακόμη.
Το παιδί μου – ο θεός το στέλνει,
Από την αφρισμένη θάλασσα έχω γκαστρωθεί».

Πήγε ο δήμιος στον κύριό του,
Του είπε: «Να σε φυλάει, βασιλιά, ο Θεός.
Η γυναίκα σου, του βασιλιά Γκαγκίκ η κόρη,
Μου είπε αυτό κι αυτό».
Και οι βεζίρηδες ψιθύρισαν στον βασιλιά:
«Σωστά είναι τα λόγια της Τσοβινάρ-χατούν
Ας περιμένουμε, ας γεννήσει πρώτα το παιδί
Και μετά παίρνουμε το κεφάλι της».

Έδωσαν χρόνο, το παιδί να γεννηθεί.
Είπε ο Χαλίφης: «Να την προσέχετε!
Ως τη μέρα της γέννας είναι ελεύθερη.
Είμαι ο άντρας της, η Τσοβινάρ είναι η γυναίκα μου.
Εσείς άλλο να μην ανακατεύεστε!»

Πέρασαν μήνες εννιά και μέρες εννιά,
Εννιά ώρες
Κι εννιά λεπτά
Και τότε
Δύο αγόρια γέννησε η Τσοβινάρ.
Ολοκληρωμένος ο ένας, λιγότερο ο άλλος.
Ο πνευματικός ήρθε, ο Μελικσέτ,
Πάνω από λαξευτό τους βάφτισε φούρνο.

Στον μεγαλύτερο το όνομα έδωσε – Σανασάρ
στον μικρότερο — Μπαγντασάρ.
Στον Χαλίφη έφτασαν τα νέα:
«Δυο γιους έχεις, δυο αγόρια!»
Οι άνθρωποι όλοι μεγαλώνουν με τα χρόνια,
Τα παιδιά τούτα μεγαλώνουν με τις μέρες.
Μόλις τα κοίταξε ο Χαλίφης,
Μόλις τα είδε, τα μάτια του σκοτείνιασαν.
Λέει: «Φέρτε τον δήμιο,
Τη μάνα τους να αποκεφαλίσει».

Ήρθε ο δήμιος στην Τσοβινάρ,
Της είπε: «Ήρθα να σου πάρω το κεφάλι».
Του απάντησε η Τσοβινάρ:
«Ξέρω, νόμους δίκαιους δεν έχετε εσείς!
Πώς θα μεγαλώσουν τα βυζανιάρικα μωρά
Αν μου κόψετε εμένα το κεφάλι;
Αφήστε να μεγαλώσουν πρώτα τα παιδιά μου
Και τότε το κεφάλι να μου πάρετε,
Από εδώ να φύγω, το ξέρετε, δεν μπορώ».

Έφυγε ο δήμιος, στον Χαλίφη πήγε.
Τον βεζίρη κάλεσαν, του λέει ο Χαλίφης:
«Δώσε μου συμβουλή!»
Και είπε ο βεζίρης:
«Δέκα χρόνια της δίνουμε να ζήσει,
Μεγαλώνουν τα παιδιά — την εκτελούμε,
Έτσι κι αλλιώς να φύγει δεν μπορεί.
Ας κάθεται μέσα κλειδωμένη,
Βήμα να μην κάνει έξω απ’ το παλάτι».

Μήνυμα στέλλει στον Χαλίφη η Τσοβινάρ:
«Μήπως είμαι αιχμάλωτη εδώ μέσα;
Γιατί να μη βγούμε έξω με τα παιδιά;

Μόνο από της στέγης το παραθυράκι
Λίγο βλέπουμε τον ήλιο,
Μόνο από της στέγης το παραθυράκι
Βλέπουμε το φως!»
Λέει ο Χαλίφης: «Δίκιο έχει η Τσοβινάρ!
Ας βγαίνει έξω με τα παιδιά».
Άνοιξε την πόρτα ο φρουρός,
Βγήκαν να περπατήσουν.

Στη Βαγδάτη κύλησαν και πάλι οι μέρες,
Τα παιδιά μεγάλωναν μέρα με τη μέρα.
Χρονιάρικα ήταν —
Με πεντάχρονα αγόρια μοιάζαν.
Βγαίναν έξω να παίξουν με τ’ άλλα παιδιά,
Τα δέρναν, τα χτυπούσαν,
Εκείνα άρχιζαν το κλάμα.

Μόλις πέρασαν πέντε ή έξι χρόνια,
Ο Σανασάρ κι ο Μπαγντασάρ
Μεγάλωσαν, γιγαντώθηκαν.
Είπε η μάνα: «Πατέρα Μελικσέτ,
Δεν είναι μήπως καιρός
Τα παιδιά να μάθουν γράμματα;»
Άρχισε τότε ο πνευματικός να τα διδάσκει,
Να διαβάζουν τα έμαθε και να γράφουν.
Και να μια μέρα ο Χαλίφης
Τ’ αγόρια κάλεσε κοντά του,
Στο σπίτι τα πήρε, τα κοίταξε.
Τα δυνατά τους μπράτσα μόλις είδε,
Τη φωνή και τη λαλιά τους μόλις άκουσε,
Φόβος τον έπιασε μεγάλος,
Να φύγουν τ’ άφησε. Φύγαν.

Σαν έγιναν τ’ αγόρια εφτά χρονών
Έξω στον δρόμο έπαιζαν μ’ άλλα παιδιά.
Μια μέρα έναν μπάτσο έδωσε ο Σανασάρ
Στου βεζίρη τον γιο, τον λαιμό του έσπασε,
Για πάντα τον σακάτεψε.
Πήγε ο βεζίρης στον Χαλίφη,
Του είπε: «Τι τιμωρία ο Θεός μας έστειλε;
Τούτα τα παιδιά σκοτώνουν τα παιδιά μας!»
Είπε ο Χαλίφης: «Τι να κάνω;
Μου φαίνεται πως σαν μεγαλώσουν λίγο ακόμη
Πάνω στα γένια μου θα κρεμαστούν.
Κάνε υπομονή, θα βρούμε τρόπο
Να τους κανονίσουμε μια και καλή!»

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΜΓΚΕΡ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με σεβασμό σε μνημονεύω
Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ, χίλιες φορές.
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Θείε Τορός, χίλιες φορές.
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Φωνακλά Οβάν, χίλιες φορές.
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Μγκερ Πρεσβύτερε, χίλιες φορές.
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Αρμαγκάν, χίλιες φορές.
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Ισμίλ-χανούμ.

Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΜΓΚΕΡ ΜΕ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Τα δεκαπέντε δεν είχε κλείσει ακόμη ο Μγκερ
Κι ήρθε μια μέρα
Που το ψωμί χάθηκε απ’ το Σασούν.
Ο κόσμος ξεσηκώθηκε,
Ήρθε στου Μγκερ μπροστά την πόρτα,
Παρακαλεί: «Μα τον Θεό, Μγκερ,
Πεθαίνουμε απ’ την πείνα!
Πήγαινε, σώσε μας από τον θάνατο!»
Είπε ο Μγκερ: «Το πρόσωπο δεν βλέπω του κακού,
Θα πάω στον θείο Τορός,
Ίσως αυτός να ξέρει την πηγή της συμφοράς,
Εγώ τίποτε δεν γνωρίζω».

Πήγε στον θείο Τορός ο Μγκερ,
Του μίλησε: «Θείε, ακρίβυνε το σιτάρι στο Σασούν!
Μήπως θα μπορούσες εσύ να βοηθήσεις;»
Απάντησε ο Τορός: «Μγκερ!
Τι μπορώ εγώ να κάνω; Πώς να βοηθήσω;
Δεν υπάρχει σπόρος σιταριού στη χώρα,
Κι αν υπάρχει
Βρίσκεται στις αποθήκες του πατέρα σου».
Ρώτησε ο Μγκερ: «Και πού είναι το σιτάρι μας;
Άνεμος το πήρε; Χαλάζι το τσάκισε;
Ήλιος το έκαψε;»
Κι ο γέροντας απάντησε: «Όχι!
Στο Σασούν ποτέ δεν σπέρνουμε τη γη,
Κοπάδια αίγες βόσκουμε στους αγρούς
Και το ψωμί το φέρνουμε από το Σιάμ και το Αλέπο.
Όμως ένα τεράστιο λιοντάρι έκλεισε τους δρόμους,
Τους έκοψε σε πεζούς και καβαλάρηδες,
Μήτε να πάμε μήτε να έρθουμε μπορούμε,
Τρόμος έπιασε τους εμπόρους
Που από το Σιάμ έρχονται στο Σασούν
Κι απ’ το Σασούν πηγαίνουν στο Σιάμ.
Να πώς προέκυψε η ακρίβεια στο σιτάρι».
Λέει ο Μγκερ: «Θείε, τι πράγμα είναι το λιοντάρι,
Πώς είναι, με τι μοιάζει αυτό που λεν λιοντάρι;»
Απάντησε ο θείος: «Θηρίο είναι, πάνω απ’ τα θηρία,
Ανθρώπους τρώει».
Ρώτησε ο Μγκερ: «Από μακριά τους τρώει,
Ή τους πλησιάζει πρώτα και μετά;»
Απάντησε ο θείος:
«Τους πλησιάζει πρώτα και μετά τους τρώει!»
Είπε ο Μγκερ: «Αν είναι έτσι,
Την αυγή θα πάω στο λιοντάρι!»
Ο θείος του λέει: «Όχι, μην πας, θα σε ξεσκίσει!»
Ο Μγκερ δεν άκουσε τον θείο του, πήγε…

Όλοι όσοι μπορούσαν
Με το πόδι να πατήσουν στους ζυγούς,
Όσοι στ’ άλογα μπορούσαν ν’ ανεβούν
Στη σέλα κάθισαν, τον Μγκερ ακολούθησαν,
Ως την κρύπτη κάλπασαν του λιονταριού.
Είδε το λιοντάρι από μακριά τον Μγκερ,
Σηκώθηκε από κάτω, τεντώθηκε
Το χώμα με την ουρά του χτύπησε,
Σκόνη και καταχνιά ξεσήκωσε,
Ορθώθηκε, κατά του Μγκερ κίνησε.

Ρώτησε ο Μγκερ τον στρατό:
«Τι είναι εκείνο εκεί που το χώμα σηκώνει;»
Του είπαν: «Είναι το λιοντάρι,
Αυτό για το οποίο μιλά ο κόσμος όλος».
Λέει ο Μγκερ: «Αν κάποιος το χτυπήσει με σπαθί
Θ’ αφήσω το λιοντάρι,
Ενάντιά του θα στραφώ,
Θα τον σκοτώσω».
Ύστερα είπε: «Η μάνα αυτού του λιονταριού
Τον Θεό επικαλέστηκε, το γέννησε,
Η δική μου μάνα τον Θεό επικαλέστηκε, με γέννησε!
Το σπαθί μου πρέπει στη γη να ακουμπήσω,
Δίχως όπλο να το πολεμήσω!»
Υποχώρησε το πλήθος,
Ξεπέζεψε απ’ τ’ άλογο ο Μγκερ,
Προχώρησε μπροστά,
Αναφώνησε:
«Ψωμί και κρασί και των πάντων πατέρα!»
Αρπάχτηκαν οι δυο τους.
Με το ένα χέρι την πάνω σιαγόνα
Την κάτω με το άλλο έπιασε ο Μγκερ
Στα δυο τις ξέσκισε,
Σε δυο μέρη το λιοντάρι χώρισε.
Το αριστερό μέρος αριστερά πέταξε,
Το δεξιό μέρος δεξιά πέταξε!
Έτρεξαν όλοι γύρω από τον Μγκερ.
Ένας στο Σασούν έτρεξε,
Στη μάνα του Μγκερ το νέο έφερε:
«Φως στα μάτια σου! Χαίρε!
Ο γιος σου το λιοντάρι σκότωσε!»
Αν μέχρι τότε ήταν απλώς ο Μγκερ,
Τώρα έγινε ο Μγκερ ο λιονταροξεσχιστής!

Επέστρεψε ο Μγκερ στο Σασούν,
Έτρεξε κοντά του ο κόσμος,
Του είπαν: «Είσαι ο νοικοκύρης μας,
Είσαι ο άρχοντάς μας.
Τώρα εσύ μας κυβερνάς».
Όταν ο λαός τον έκανε αρχηγό του,
Η μάνα του, η Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ,
Του έδωσε το άλογο Τζιαλαλί,
Το Σπαθί-Αστραπή,
Την περικεφαλαία και την πανοπλία,
Την κάπα-χαντιφέ,
Τη ζώνη τη σιδερόπλεχτη.
Ανέβηκε ο Μγκερ στο άλογο Τζιαλαλί,
Το Σπαθί-Αστραπή στα χέρια του πήρε,
Περιήλθε του πατέρα του τη γη,
Έσκυβαν τα κεφάλια οι εχθροί.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΔΑΒΙΔ Ο ΣΑΣΟΥΝΙΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Με σεβασμό σε μνημονεύω
Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ, σαράντα φορές!
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Θείε Τορός, σαράντα φορές!
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Φωνακλά Οβάν, σαράντα φορές!
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Σοφή γριά του τόπου, σαράντα φορές!
Με σεβασμό σε μνημονεύω, Ισμίλ-χανούμ,
Δίχως σεβασμό σε μνημονεύω
Τσιμσκίκ-σουλτάν!
Δίχως σεβασμό σε μνημονεύω
Δόλιε Μσρα-Μελίκ!
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Λατρεμένε μας Δαβίδ, χίλιες φορές!
Με σεβασμό σε μνημονεύω
Χαντούτ-χατούν, σαράντα φορές!

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

Χάρηκε η χανούμ σαν είδε τον Δαβίδ,
Το βυζί της του έδωσε,
Ο Δαβίδ το βυζί πήρε.
Όμως μια μέρα το βυζί το παιδί δεν έπαιρνε.
Όσο κι αν στο στόμα του το ’βάζε
Το παιδί δεν το έπαιρνε.
Του δίνει το άλλο — και πάλι το αρνιού,
Τρία μερόνυχτα τίποτε δεν έφαγε.

Στεναχωριόταν, έκλαιγε η χανούμ,
Τι να κάνει δεν ήξερε.
Κάλεσε τον Μελίκ, του είπε:
«Τρεις μέρες ο Δαβίδ δεν παίρνει το βυζί μου,
Από την πείνα θα πεθάνει.
Τι να κάνουμε; Πώς να τον θρέψουμε;»

Λέει ο Μελίκ: «Να το, το αρμένικο γινάτι!
Το νιώθω, σε μπελάδες θα μας βάλει…
Εμείς – Άραβες, αυτός – Αρμένης,
Το βυζί σου μην του δίνεις».
Λέει η Ισμίλ-χανούμ: «Θα πεθάνει!
Στον λαό μας μπροστά θα ντροπιαστούμε!
Τι να κάνω, τι να κάνω μ’ αυτόν;
Στη συμφορά μου δεν βλέπω τέλος».

Κι ο Μελίκ απαντά:
«Μήπως είναι λίγα του πατέρα του τα ζώα;
Μήπως είναι λίγο
Το μέλι και το βούτυρο στο σπιτικό τους;
Μήπως λίγα έχουν νόστιμα κι ωραία φαγητά;
Στείλε τον Μπατμάν-Μπουκά να πάει στο Σασούν,
Στου Μγκερ το σπίτι,
Μέλι να φέρει ένα ασκί
Και βούτυρο να φέρει ένα ασκί,
Το βούτυρο με το μέλι ανακάτεψε,
Στο παιδί δώσε».

Έστειλε η χανούμ τον Μπατμάν-Μπουκά
Για βούτυρο και μέλι στο Σασούν
Και ό,τι άλλο μπορεί να φάει το παιδί.
Του έδωσε απ’ όλα ο Φωνακλάς Οβάν.
Βούτυρο ασκί, μέλι ασκί έφερε ο Μπατμάν-Μπούκα,
Μπροστά στην Ισμίλ-χανούμ τα έβαλε.
Είδε τα ασκιά ο Μσρα-Μελίκ, είπε:
«Ορίστε, βλέπεις πόσα πολλά έχει το Σασούν αγαθά;
Ας τρώει κι ας μεγαλώνει!»

Με βούτυρο και μέλι τον έτρεφε η Ισμίλ-χανούμ.
Τα άλλα παιδιά μεγαλώνουν με τα χρόνια,
Με τις μέρες μεγαλώνει ο Δαβίδ.
Με αγάπη τον μεγάλωνε η χανούμ,
Σκεφτόταν πως του γιου της βοηθός θα γίνει,
Μαζί να κατακτήσουνε τον κόσμο όλον!

Τόσο δυνατός ήταν ο Δαβίδ
Που της κούνιας έσχιζε τις ζώνες.
Με σιδερένια τον ζώναν αλυσίδα
Μα ήταν τόσο δυνατός
Που δεν τον κρατούσε η αλυσίδα — έσπαζε,
Με ό,τι κι αν τον έδεναν – όλα τα έκοβε.
Έπλεξαν σχοινί με τένοντες ταυρίσιους,
Τον έδεσαν με το σχοινί στην κούνια,
Αέρα εισπνέει το παιδί — τεντώνεται
Το σχοινί από τένοντες ταυρίσιους,
Αέρα εκπνέει το παιδί — μαζεύεται
Το σχοινί από τένοντες ταυρίσιους.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΝΤΟΥΤ

Καθώς με τον Μγκερ χτυπιόταν ο Δαβίδ
Με αίμα ολόκληρος βάφτηκε.
Είπε: «Χαντούτ, φέρε νερό για να πλυθώ».
Τα ρούχα του έβγαλε ο Δαβίδ για να πλυθεί,
Κοίταξε η γυναίκα, στο χέρι του ο πολεμικός σταυρός
Μαύρισε ολόκληρος, κάρβουνο έγινε.
Έκλαψε, μαράζωσε η Χαντούτ.
Είπε ο Δαβίδ: «Γυναίκα,
Γιατί κλαις και μαραζώνεις;»
Αυτή του λέει: «Ο πολεμικός σταυρός στο χέρι σου
Μαύρισε, κάρβουνο έγινε»
Κι αυτός: «Χαντούτ-χατούν,
Αυτό δεν είναι από του Μγκερ το χτύπημα,
Είναι που ο δικός μου ο σταυρός με χτύπησε.
Γυναίκα, το χρέος μου είναι τώρα
Να πάω στην Τσιμσκίκ-σουλτάν,
Όρκο πήρα σε εφτά μέρες να επιστρέφω
Και πέρασαν χρόνοι εφτά, τη γέλασα,
Πάω, γυναίκα».
Κι εκείνη την ώρα σηκώθηκε,
Το άλογο Τζιαλαλί σέλωσε,
Το Σπαθί-Αστραπή ζώστηκε, έτρεξε.
Έτρεχε, έτρεχε,
Στο παλάτι της Τσιμσκίκ-σουλτάν έφτασε.
Είδε αυτή
Πως στο παλάτι της έφτασε ο Δαβίδ, είπε:
«Δαβίδ, όρκο μου έδωσες σ’ εφτά μέρες να γυρίσεις
Και πέρασαν χρόνοι εφτά,
Δίχως άντρα έμεινα,
Τον δρόμο κοίταζα, περίμενα».
Είπε ο Δαβίδ: «Ετοιμάσου,
Στο πεδίο της μάχης να παλέψουμε».
Είπε αυτή: «Μια ώρα δώσε μου,
Για τη μάχη να ντυθώ,
Τ’ άρματα να ζωστώ, περίμενέ με».

Στην πόρτα της Τσιμσκίκ-σουλτάν έδεσε ο Δαβίδ
Το άλογο Τζιαλαλί και είπε:
«Το άλογο ας μείνει εδώ,
Εγώ θα κατέβω στο ποτάμι να πλυθώ
Όσο τις πανοπλίες σου θα φοράς».

Ξεντύθηκε ο Δαβίδ,
Στο ποτάμι μπήκε,
Εκεί που καλαμιές στην όχθη του φυτρώναν.
Και να, η κόρη της Τσιμσκίκ-σουλτάν
Πήρε στα χέρια της σαΐτα, σε δηλητήριο τη βούτηξε,
Στις καλαμιές μπήκε, κρύφτηκε.
Όσο ο Δαβίδ λουζόταν στο ποτάμι
Το κορίτσι παραμόνευε κρυμμένο
Κι έριξε το βέλος στον Δαβίδ,
Από την πλάτη του μπήκε
Κι από το στήθος του μπροστά βγήκε.

Σαν τον τρύπησε το βέλος, φώναξε ο Δαβίδ
Και η φωνή του σαν εφτά βοδιών ήχησε δυνατή,
Έφτασε μέχρι το Σασούν.
Την άκουσε ο θείος Τορός,
Είπε: «Σηκωθείτε, παλικάρια!
Σκότωσαν τον Δαβίδ».

Ο θείος Τορός, ο Φωνακλάς Οβάν,
Ο Τσιχά-Πορίκ, ο Κοτότ-Μοτότ,
Ο Χορ-Μανούκ, ο Χορ-Γκουσάν,
Κίνησαν όλοι.
Κι ο Φωνακλάς Οβάν από το Σασούν φώναξε:
«Δαβίδ, ερχόμαστε!»
Σε βοήθεια έτρεξαν του Δαβίδ,
Έφτασαν στο ποτάμι εκείνο,
Ρώτησε τον Δαβίδ ο θείος Τορός:
«Παλικάρι μου, ποιος σε χτύπησε;»
Κι αυτός απάντησε: «Δεν ξέρω ποιος,
Κάποιος μέσα απ’ τον καλαμιώνα».

Πήγαν στον καλαμιώνα,
Πήγαν, περπάτησαν, βλέπουν:
Μια γαλανομάτα κόρη είναι εκεί
Απ’ τη φωνή του Δαβίδ τρομαγμένη,
Πεθαμένη.

Σαν έμαθε ο Δαβίδ πως τον χτύπησε
Της Τσιμσκίκ-σουλτάν η κόρη, είπε:
«Το σκουλήκι μου μέσα μου είναι,
Το δικό μου αίμα με σκότωσε».

Αυτά είπε ο Δαβίδ,
Σώπασε, την ψυχή του άφησε να βγει,
Στα παιδιά σας τον ήλιο του κληροδότησε!
Πέθανε ο Δαβίδ. Το άλογο αφήνιασε,
Τα σχοινιά έκοψε, κάλπασε μακριά.
Όσους στον δρόμο συναντούσε, ανθρώπους είτε ζώα,
Με τα καπούλια του ποδοπατούσε.
Έφτασε, μπρος στην πόρτα της Χαντούτ-χατούν
Στάθηκε, βγήκε η Χαντούτ-χατούν, κοίταξε:
Το άλογο ήρθε, ο νοικοκύρης δεν ήρθε,
Τότε το μήνυμα πήρε
Πως χάθηκε ο Δαβίδ,
Πως ο Δαβίδ πια δεν υπάρχει.
………………………………………………..
Φώναξε η Χαντούτ:
«Δεν είναι πια για μένα το φως του ήλιου!»
Ανέβηκε ψηλά στο κάστρο
Κι από τον πύργο πήδηξε κάτω,
Με το κεφάλι πάνω στον βράχο έπεσε,
Πάνω στην πέτρα λάκκο άνοιξε.
Άρχισαν οι Σασούνιοι σπόρους στον λάκκο να ρίχνουν,
Μέσα σε γουδί τους χτυπούν, στον λάκκο τους ρίχνουν.

Εκεί που τα στήθια της Χαντούτ έπεσαν,
Δυο παγωμένες αναβλύζουν βρύσες
Και στη θέση των εφτά της κοτσίδων ως σήμερα,
Εφτά μαύροι ορθώνονται στύλοι
Κι ως σήμερα κείτεται
Δίπλα στο κάστρο ένα γουδί.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΜΓΚΕΡ Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αιώνια σου η μνήμη, Νεότερε Μγκερ!
Αιώνια σου η μνήμη, Γκοάρ-χατούν!
Αιώνια σου η μνήμη, Φωνακλά Οβάν!
Αιώνια σου η μνήμη, θείε Τορός!
Εφτά τραγούδια για τον Δαβίδ τραγουδήσαμε,
Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία του Μγκερ.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΓΚΕΡ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ

Εφτά αγγέλους καβαλάρηδες ο Θεός έστειλε
Με τον Μγκερ να παλέψουν.
Από το πρωί ως το βράδυ χτυπιούνταν.
Με το Σπαθί-Αστραπή ο Μγκερ χτυπούσε,
Των αγγέλων το σπαθί δεν άγγιζε.
Με το Σπαθί-Αστραπή ο Μγκερ χτυπούσε,
Ανάμεσα στους αγγέλους το σπαθί περνούσε.
Τ’ άλογο του Μγκερ δεν μπορούσε
Στη γη άλλο να σταθεί,
Τα πόδια του πατούσε — βουλιάζανε στη γη.
Μαλακή έγινε η γη πολύ,
Τον Μγκερ δεν άντεχε άλλο να κρατεί.
Αναστέναξε ο Μγκερ: «Αχ-βαχ, άδικα όλα!
Γέρασε η γη κι άλλο δεν με σηκώνει».
Όλη τη μέρα ο Μγκερ προχωρούσε,
Τ’ άλογό του όλο και πιο βαθιά στη γη κολλούσε.
Απ’ το χαλινάρι το πήρε, το οδήγησε,
Στους πρόποδες του βουνού έφτασε.
Ξαφνικά βλέπει μπροστά του:
Βράχος ψηλός ορθώνεται.
Και λέει ο Μγκερ:
«Με το σπαθί τον βράχο θα χτυπήσω,
Αν σχιστεί — αμαρτία δεν έχω!»
Με το σπαθί τον βράχο χτύπησε,
Στα δυο ο βράχος σχίστηκε,
Τ’ άλογο Τζιαλαλί κι ο Μγκερ μέσα μπήκαν,
Τα δυο κομάτια του βράχου ξανά ενωθήκαν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Λένε πως κάθε χρόνο δυο φορές
Ανοίγει αυτός ο βράχος,
Τη μέρα των Ψυχών
Και τη μέρα της Ανάληψης.
Μόλις ανοίξει ο βράχος, βγαίνει ο Μγκερ,
σαρανταήμερο ταξίδι σε μια ωρα κάνει
Πάνω στις πέτρες προχωρεί,
Στη γη πατά – βουλιάζει τ’ άλογο,
Δεν προχωρεί, πίσω γυρίζει.

Λένε πως μια φορά
Τη νύχτα της Ανάληψης
Ένας βοσκός ήταν εκεί.
Βλέπει, του Μγκερ ο βράχος άνοιξε,
Μέσα μπήκε, κοίταξε,
Στη σπηλιά κάτω ο Μγκερ κάθεται.
Ρώτησε ο βοσκός:
«Πότε από εδώ μέσα βγαίνεις, Μγκερ;»
Απάντησε ο Μγκερ:
«Αν σηκωθώ και βγω στο φως
Η γη δεν με σηκώνει!
Ενόσω στον κόσμο βασιλεύει το κακό,
Ενόσω η γη κρατιέται από το ψέμα,
Δεν έχω θέση εγώ έξω στο φως.
Όταν χαλαστεί ο κόσμος και χτιστεί ξανά,
Όταν το σιτάρι θα ’ναι σαν καρύδι,
Το κριθάρι σαν κουκούτσι τριανταφυλλιάς,
Τότε θα ’ρθει και η δική μου μέρα!»
Βγήκε έξω ο βοσκός,
Ενώθηκε ξανά ο βράχος.
Λένε πως κάθε Παρασκευή
Τρέχει νερό απ’ τον βράχο,
Πως το νερό είναι από το άλογο Τζιαλαλί
Και πως περνώντας οι διαβάτες
Ακούνε το χλιμίντρισμα του αλόγου Τζιαλαλί!

Τους μεγάλους μας προπάππους
Σαράντα φορές ευλογούμε!
Τον Σανασάρ και τον αδελφό του τον Μπαγντασάρ
Σαράντα φορές ευλογούμε!
Τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο
Σαράντα φορές ευλογούμε!
Εσένα, ακριβέ μας Δαβίδ,
Σαράντα φορές ευλογούμε!
Τον Μγκερ τον Νεότερο
Σαράντα φορές ευλογούμε!
Χίλιες φορές ευλογούμε
Το σπίτι των μεγάλων Σασούνιων!
Χίλιες φορές ευλογούμε
Και τον γέρο μάστορα
Που τον μύθο αυτόν ζωντανό μας μετέφερε!

Σε όλους όσοι μας άκουσαν — πολύχρονη ζωή!
Σε όλους όσοι τους γέννησαν — αιώνια ανάπαυση!

.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (2019)

Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης

ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ

Τη σκέψη σας,
που ονειροπολεί σε πλαδαρό μυαλό
σαν κοιλαράς λακές σε λιγδιασμένο καναπέ,
θα την τρίβω πάνω σ’ ένα κομμάτι της καρδιάς μου ματωμένο
χλευάζοντας ως να χορτάσω, αγροίκος και φαρμακερός.

Δεν έχω στην ψυχή μου ούτε μια άσπρη τρίχα
και γεροντίστικη ευγένεια μέσα της δεν υπάρχει!
Με της φωνής τη δύναμη τον κόσμο κεραυνώνοντας
προχωρώ — ωραίος,
είκοσι δυο χρονών.

Τρυφεροί!
Τον έρωτα πάνω στα βιολιά ξαπλώνετε.
Τον έρωτα πάνω στους δίσκους ξαπλώνει ο αγροίκος.
Μα εσείς, όπως εγώ, τον εαυτό σας δεν μπορείτε ν’ αντιστρέψετε
έτσι που να γίνετε ολάκεροι δυο τεράστια χείλη!

Ελάτε να σας διδάξω —
του σαλονιού η εύθραυστη
καμαρωτή υπάλληλος της κοινωνίας των αγγέλων.

Κι εσείς που τα χείλη σας ήσυχα ξεφυλλίζετε
σαν μια μαγείρισσα τις σελίδες της μαγειρικής.

Θέλετε —
θα γίνω από κρέας λυσσασμένος
– και σαν ουρανός αλλάζοντας απόχρωση —
θέλετε —
θα γίνω όλος τρυφερότητα,
όχι άντρας, μα — σύννεφο με παντελόνια!

Δεν πιστεύω στην ανθισμένη Νίκαια!
Σήμερα και πάλι από μένα δοξάζονται
άντρες πολυχρησιμοποιημένοι σαν κλινικές,
γυναίκες παραχρησιμοποιημένες σαν παροιμίες.

1

Νομίζετε πως παραμιλά η μαλάρια;

Αυτό έγινε,
έγινε στην Οδησσό.

Θα ‘ρθω στις τέσσερις – είπε η Μαρία.

Οχτώ.
Εννέα.
Δέκα.

Να και το βράδυ
στης νύχτας τ’ ανατρίχιασμα
έφυγε απ’ τα παράθυρα
συνοφρυωμένο,
δεκεμβριανό.

Πίσω από τη γερασμένη του πλάτη χλιμιντρούν και χαχανίζουν
τα κηροπήγια.

Τώρα δεν θα μπορούσατε να με αναγνωρίσετε:
είμαι ένας όγκος από φλέβες
που στενάζει,
συστρέφεται.
Τι μπορεί να θέλει ένας τέτοιος όγκος;
Μα ο όγκος πολλά θέλει!

Δεν τον νοιάζει
που είναι μπρούντζινος
και η καρδιά του — κρύο σίδερο.
Τη νύχτα θέλει την καμπάνα του
να κρύψει στο μαλακό,
στο γυναικείο.

Και να
τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο,
λιώνω με το μέτωπο το τζάμι.
Θα υπάρξει έρωτας ή όχι:
Τι έρωτας —
μικρός ή μεγάλος;
Πού να βρεθεί μεγάλος σ’ ένα τέτοιο σώμα!
Πρέπει να ’ναι μικρός,
ήρεμο ερωτάκι.
Να ταράζεται απ’ το κορνάρισμα των αυτοκινήτων,
να του αρέσουν τα κουδουνάκια των τραμ.

…/…

2

Δοξάστε με!
Εγώ με τους μεγάλους δεν συγκρίνομαι.
Εγώ πάνω σε όλα, όσα έχουν γίνει,
βάζω “nihil”.

Ποτέ
τίποτε δεν θέλω να διαβάσω.
Βιβλία;
Τι είναι τα βιβλία;

Πιο παλιά σκεφτόμουν —
τα βιβλία γίνονται έτσι:
έρχεται ο ποιητής
ελαφρά το στόμα ανοίγει
κι αμέσως εμπνευσμένος τραγουδά ο χαζός –
ορίστε!
Αλλά φαίνεται –
πριν αρχίσει να τραγουδά,
για καιρό περπατά, βγάζει κάλλους
και ήρεμα λαχταρά στη λάσπη της καρδιάς
το ηλίθιο ψάρι της φαντασίας.
Και καθώς κοχλάζουν, ομοιοκαταληξίες γρατζουνώντας,
από έρωτες και αηδόνια βγάζοντας κάποιο ζουμί,
ο δρόμος όλος σφίγγεται άγλωσσος —
δεν έχει με τι να φωνάξει ή να μιλήσει.

Τις πόλεις πύργους της Βαβέλ
με ενθουσιασμό ξαναχτίζουμε κομπάζοντας
κι ο θεός
σε λιβάδια τις ισοπεδώνει,
τις γκρεμίζει
τον λόγο ανακατεύοντας.

…/…

4

Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Άσε με να μπω, Μαρία!
Δεν μπορώ άλλο στους δρόμους!
Δεν θέλεις;
Περιμένεις
να τραβιέμαι μ’ όλες τις άλλες
μέχρι που να βουλιάξουνε τα μάγουλά μου,
κι ύστερα έτσι ανούσιος
και φαφούτης
να ’ρθω και να ψελλίσω
ότι σήμερα εγώ
«είμαι απίστευτα έντιμος».
Μαρία,
κοίταξέ με –
άρχισα κιόλας να καμπουριάζω.

Στους δρόμους ,
οι άνθρωποι μέσα από το λίπος τετραωρόφων προγουλιών
ξετρυπώνουν τα μάτια τους
τα τετριμμένα από σαραντάχρονη χρήση –
και με περιγελούν
πως έχω στο στόμα μου
_ πάλι! —
το μπαγιάτικο ψωμί απ’ το χτεσινό σου χάδι.

Η βροχή κατάκλαψε τα πεζοδρόμια,
σαν λασπωμένος αλήτης
γλείφει το πατικωμένο με πέτρες πτώμα των δρόμων,
και στα γκρίζα ματόφυλλα –
ναι! —
στα ματόφυλλα παγωμένες σταγόνες —
δάκρυα απ’ τα μάτια –
ναι! —
δάκρυα απ’ τους πεσμένους των ματιών υδροσωλήνες.

ΦΛΑΟΥΤΟ-ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Για όλες εσάς
που αρέσατε είτε αρέσετε ακόμη,
εικονίσματα φυλαγμένα στης ψυχής τη σπηλιά,
σαν κούπα κρασιού σε επιτραπέζια πρόποση
υψώνω με στίχους γεμάτο το κρανίο μου.

Όλο και πιο συχνά σκέφτομαι —
να μη βάλω καλύτερα
την τελεία μιας σφαίρας στο δικό μου τέλος.
Σήμερα, εγώ,
για κάθε ενδεχόμενο
δίνω αποχαιρετιστήρια συναυλία.

Μνήμη!
Μάζεψε στο σαλόνι του μυαλού μου
των αγαπημένων μου τις αστείρευτες ουρές.
Το γέλιο από μάτια σε μάτια χύσε.
Με παλιούς γάμους τη νύχτα στόλισε,
από κορμί σε κορμί κάνε το κέφι να χυθεί.

Αξέχαστη σε όλους τούτη η νύχτα ας μείνει.
Σήμερα εγώ θα παίξω φλάουτο.
Πάνω στην ίδια μου τη σπονδυλική.

1

Χιλιόμετρα δρόμων με των βημάτων μου τη φόρα τσαλακώνω.
Πώς θα ξεφύγω με μια τέτοια κόλαση μέσα μου!
Σε ποιου ουράνιου Χόφμαν
τη φαντασία γεννήθηκες, καταραμένη;!
Για τη θύελλα του κεφιού είναι στενοί οι δρόμοι.
Τους καλοντυμένους η γιορτή μάζευε ολοένα.
Σκέφτομαι.
Οι σκέψεις, θρόμβοι αίματος,
αρρωστημένοι και πηχτοί σταλάζουν απ’ το καύκαλό μου.

Εγώ,
ο θαυματουργός όλων των γιορτινών πραγμάτων
δεν έχω με ποια να βγω στη γιορτή.
Κι έτσι μου έρχεται να ριχτώ κάτω στη γη,
το κεφάλι μου να λιώσω στην πέτρινη Νέφσκι!
Βλασφημούσα,
φώναζα πως θεός δεν υπάρχει,
μα ο θεός μια τέτοια έβγαλε από τα πυρωμένα βάθη,
που μπροστά της και το βουνό ταράζεται και τρέμει,
και πρόσταζε:
Αγάπα την!

…/…

3

…/…

Ωχ, αυτή
η νύχτα!
Την απόγνωσή μου έσφιγγα όλο και πιο στενά.
Από το κλάμα και το γέλιο μου
του δωματίου τρομαγμένο στράβωσε το μούτρο.

Σαν οπτασία το πρόσωπό σου στάθηκε μπροστά μου,
εσύ με τα μάτια σου το πρόβαλες στο χαλί
σάμπως την εκτυφλωτική εβραία βασίλισσα της Σιών
να ονειρευόταν κάποιος καινούργιος Μπιάλικ.

Βασανισμένος
μπροστά σ’ εκείνη, την οποία παρέδωσα,
ξεψυχώ, στα γόνατα πεσμένος.
Ο Βασιλιάς Άλμπερτ,
που τις πόλεις όλες
έχασε,
γιορτάρης μοιάζει δίπλα μου, με δώρα φορτωμένος.

Χρυσώστε στον ήλιο, άνθη και χόρτα!
Την άνοιξη χαρείτε, ζωές όλων των στοιχείων!
Εγώ ένα φαρμάκι μόνο θέλω —
να πίνω και να πίνω ποιήματα.

Της καρδιάς μου κλέφτρα εσύ,
που τα πάντα της στέρησες
και την ψυχή μου σε βασανιστικό έριξες παραμιλητό,
δέξου το δώρο μου, αγαπημένη,
τίποτε άλλο ίσως να μην μπορέσω πια να σκεφτώ.

Σε γιορτινά χρώματα τη σημερινή ημέρα βάψτε
Συντελέσου,
της σταύρωσης ισάξια μαγεία.
Βλέπετε —
με τα καρφιά των λέξεων
καρφωμένος είμαι στο χαρτί.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εσείς καλά την έχετε.
Οι νεκροί από ντροπή δεν ξέρουν.
Την οργή σας
για τους νεκρούς φονιάδες σβήστε.
Με καθαρτήριο υγρό ξεπλύθηκαν
οι αμαρτίες των ψυχών που αποδήμησαν.

Εσείς καλά την έχετε!
Αλλά εγώ
μέσα από τη στρατιωτική παράταξη,
μέσα από τούτο τον ορυμαγδό,
πώς να κρατήσω την αγάπη μου για κάθε ζωντανό;
Υποχωρώ —
το τελευταίο της αγαπούλας ψίχουλο
για πάντα χάνεται σε μια ρουφήχτρα από καπνό.

Τι τους νοιάζει αυτούς
που γύρισαν πίσω
η δική σας θλίψη,
τι τους νοιάζουν κάποιων στίχων τα κρόσσια;!
Το μόνο που θέλουν είναι
να κουτσοπερνούν τη μέρα τους!
με δυο ξύλινα δεκανίκια.

Φοβάσαι;!
Δειλέ!
Θα σε σκοτώσουν;!
Ενώ θα μπορούσες
και μισόν αιώνα ακόμη ως δούλος να μεγαλώνεις.
Ψέματα!
Το ξέρω
και μέσα στης μάχης τη φωτιά
θα είμαι πρώτος
σε ηρωισμό
κι ανδρεία.
…/…

ΜΕΡΟΣ II

Αυτό συνέβητε ένα φθινόπωρο
κι ήταν
ξεροί-προσάναμμα
όλοι.
Παράδερνε ο ήλιος
τρελός μπογιατζής
και με την πορτοκαλιά μπογιά του λέρωνε τους σκονισμένους.
Από κάπου
στη γη
ξεχύθηκαν φήμες.
Χαμηλόφωνες.
Περπάτησαν στις μύτες των ποδιών τους.

Ο ψίθυρός τους εγκατέστησε την αγωνία στα στήθια,
κι ο φόβος
κάτω απ’ το κρανίο
με χέρι κόκκινο,
ξέμπλεκε, ξέμπλεκε και ξέμπλεκε τις σκέψεις.
Κι έγινε τότε αβάσταχτα καθαρό:
αν δεν μαζέψουν τους ανθρώπους στις δέσμες των λόχων,
αν δεν τους πάρουν και τους κόψουν τις φλέβες —
η μολυσμένη γη
μόνη της θα πεθάνει —
θα ψοφήσουν τα Παρίσια,
τα Βερολίνα,
οι Βιέννες!

Γιατί μαραζώσατε;!
Είναι αργά για κλάψες!
Πιο πριν έπρεπε να μετανοήσετε!
Τώρα σε χιλιοχέρηδες γιατρούς
από τα οπλοστάσια όπλα
για νυστέρια μοιράστηκαν.

Ιταλία!
Και στον βασιλιά
και στον κουρέα
είναι ξεκάθαρο —
δεν θα ξεφύγει!
Σήμερα κιόλας
πετούν οι Γερμανοί
πάνω από τη Βενετία.

…/…

ΜΕΡΟΣ IV

Έι!
Εσείς!
Τα ματάκια σας τα ενθουσιασμένα σβήστε!
Των χεριών σας τις βαρκούλες στην τσέπη χώστε!
Αυτό είναι
το άξιο βραβείο
για τούτο που στραγγίχτηκε από χαρτί και μελάνι.

Κι εμένα γιατί να με χειροκροτήσετε;

Εγώ τίποτε δεν συνέθεσα.
Σκέφτεστε:
ψεύδεται!
Δεν είναι πουθενά λαβωμένος.
Στα γερά μηνίγγια του δεν σταματά ο χτύπος
όταν χειροκροτούν
στις τρίλιες των τυμπάνων του,
στους καταραμένους ρυθμικούς λαρυγγισμούς του.

Αξιότιμοι κύριοι!
Καταλαβαίνετε;
Πιάνεις τον πόνο,
τον μεγαλώνεις και τον μεγαλώνεις:
με όλες τις λόγχες του να μπήγονται στο στήθος σου,
με όλα του τα αέρια να παραμορφώνουν το πρόσωπο σου,
με όλες του τις πυροβολαρχίες να γκρεμίζουν
του κεφαλιού σου το κάστρο —
αυτό είναι το κάθε μου τετράστιχο.

Δεν είναι γι’ αυτό
που μ’ ανέβασε
πάνω στα στοιβαγμένα κορμιά
για να στάζω δακρύβρεχτη σιχασιά.
Κάτω από το ασήκωτο βάρος όλων όσων έγιναν,
χωρίς τα διάφορα
«ωραίο»,
πατημένος, λυγίζω.

Σκοτωμένοι —
το ίδιο μου κάνει —
εγώ είτε αυτός
τους σκότωσε.
Στο αδελφικό κοιμητήρι,
στης καρδιάς τον λάκκο,
ξάπλωσαν εκατομμύρια, –
σαπίζουν,
σαλεύουν ανασηκωμένοι απ’ τα σκουλήκια!
…/…

ΜΕΡΟΣ V

…/…

Σε αμπάρια,
που ξέχασαν για πάντα το μπαρούτι,
τα θωρηκτά
κουβαλούν στα ήσυχα λιμάνια
σωρούς λαμπερά μπιχλιμπίδια.

Ποιον τρομάζουν των κανονιών οι μπάντες-
αυτά,
τα τόσο συνεσταλμένα,
διαμέλιζαν κάποτε ανθρώπους;
Αυτά
που μπροστά στο σπίτι
στο ξάγναντο,
τόσο ειρηνικά
τσιμπολογούν χορτάρι.

Κοιτάτε,
δεν είναι ούτε γι’ αστείο,
ούτε για γέλια —
στη μέση της μέρας
ήσυχα,
ζευγαρωτά
τσάροι-νταήδες
περπατάνε με τη φροντίδα νταντάδων.

Γη,
από πούθε τέτοια αγάπη για μας;
Φαντάσου —
εκεί
κάτω απ’ το δέντρο
είδαν
με τον Κάιν
να παίζει ντάμα ο Χριστός.
Δεν βλέπεις,
μισοκλείνεις τα μάτια, ψάχνεις;
Ματάκια – χαραμάδες δυο.
Πιο ανοιχτά!
Κοίτα
τις δικές μου ματάρες —
είναι σαν καθεδρικού ναού ορθάνοιχτες πύλες.

Άνθρωποι!
Αγαπημένοι
μη αγαπημένοι,
γνωστοί
άγνωστοι,
μέσα από τις πύλες τούτες σε πλατιά πομπή περάστε.
Κι αυτός,
ελεύθερος,
αυτός για τον οποίο φωνάζω εγώ,
ο άνθρωπος —
έρχεται,
πιστέψτε με,
πιστέψτε!

1915-1916

.

ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ (2019)

Απόσπασμα

…/…
«Ξύπνα, ήρταν οι Τούρτζοι. Φωνάζουν σας να πάτε στον στρατόν».
Ήταν η μάνα μου. Στεκόταν πάνω από το κρεβάτι και μου μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω ποιοι μας φώναζαν. Από τα μεγάφωνα που ήταν στερεωμένα πάνω στα αυτοκίνητα των πραξικοπηματιών και αναμετέδιδαν το πρόγραμμα του ραδιοφώνου, ακούγονταν εμβατήρια, τα οποία διακόπτονται για να μεταδοθεί το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν, πως η Τουρκία, απροειδοποίητα και άνανδρα είχε επιτεθεί στην Κύπρο και πως «αι ημέτεραι δυνάμεις» αντιμετώπιζαν με επιτυχία την όλη κατάσταση. Οι έφεδροι καλούνταν να παρουσιαστούν αμέσως για κατάταξη στις μονάδες τους στην Εθνική Φρουρά.
Σηκώθηκα και ντύθηκα βιαστικά. Το χωριό βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση. Σε τακτά διαστήματα το ραδιόφωνο έκλεινε και ακούγονταν οι διαταγές των δικών μας οπλοφόρων, που απευθύνονταν προς όλους τους έφεδρους του χωριού και τους καλούσαν να παρουσιαστούν αμέσως στην κεντρική πλατεία για να μεταφερθούν στον χώρο κατάταξής τους.
Η μητέρα μου έβαλε μέσα σε μια τσάντα ψωμί, ελιές, χαλούμι κι ένα πλαστικό παγούρι με νερό. Ο πατέρας μου φώναζε ανάστατος και καταριόταν τους υπαίτιους του κακού που βρήκε τον τόπο, ενώ η μικρή μου αδελφή, που ήταν η μόνη που ζούσε μαζί μας, έκλαιγε για μένα, για τον άλλο μας αδελφό και για τον αρραβωνιαστικό της, που υπηρετούσαν τη θητεία τους στον στρατό.
Βγαίνοντας στον δρόμο, είδα διάφορους χωριανούς να τρέχουν προς την κεντρική πλατεία και από πίσω να τους ακολουθούν οι δικοί τους με κλάματα και κατάρες. Κρατώντας την τσάντα με το ψωμί και το νερό που μου ετοίμασε η μητέρα μου κατευθύνθηκα προς την πλατεία. Από πίσω με ακολουθούσαν ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή μου για να με αποχαιρετήσουν.
Στην πλατεία του χωριού βρίσκονταν ήδη πέντε φορτηγά αυτοκίνητα, επιστρατευμένα για τη μεταφορά των εφέδρων στον χώρο κατάταξής τους. Γύρω τους έστεκαν αυστηροί και αγέλαστοι, με ύφος αρχηγικό, οι ίδιοι οπλοφόροι της ΕΟΚΑ Β, αυτοί που γύριζαν τις προηγούμενες μέρες και φοβέριζαν το χωριό. Φώναζαν στους εφέδρους που έρχονταν να ανεβούν
γρήγορα στα φορτηγά. Γύρω στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος πολύς που είχε έρθει ν’ αποχαιρετήσει δικούς και ξένους. Ακούγονταν φωνές, κλάματα, αποχαιρετισμοί, νουθεσίες, ευχές, κατάρες. Οι έφεδροι αποχαιρετούσαν τον κόσμο και ανέβαιναν στα φορτηγά. Αποχαιρέτησα κι εγώ τους δικούς μου και κάποιους συγγενείς που ήταν μαζεμένοι στην πλατεία και προχώρησα προς τα φορτηγά. Σε λίγο είχαν όλα γεμίσει με έφεδρους, όμως παρέμεναν ακίνητα, αναμένοντας ίσως κάποια διαταγή. Πέρασε περισσότερο από μια ώρα και τα φορτηγά παρέμεναν εκεί, με τους άντρες στριμωγμένους στις κάσες τους, ενώ ο κόσμος που είχε μαζευτεί για να μας αποχαιρετήσει, αυξανόταν διαρκώς. Τελικά δόθηκε η διαταγή και ξεκινήσαμε. Ο κόσμος μάς αποχαιρετούσε κουνώντας τα χέρια του, μας αποχαιρετούσαν και οι οπλοφόροι, οι οποίοι παρέμειναν στο χωριό για επιβάλουν την τάξη.
Αποφεύγοντας τα τουρκοκυπριακά χωριά της περιοχής, κατευθυνθήκαμε βόρεια, προς τη μεριά του Πενταδαχτύλου, περάσαμε μέσα από κάτι στενούς χωματόδρομους και βγήκαμε στον νέο αυτοκινητόδρομο που συνέδεε τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο. Στρίψαμε δεξιά και πήραμε τον δρόμο προς
την Αμμόχωστο. Ταξιδεύαμε διασχίζοντας τη γυμνή από δέντρα και κατακίτρινη από την ξηρασία του καλοκαιριού πεδιάδα της Μεσαορίας. Οι κάσες των φορτηγών ήταν ακάλυπτες και στην καθεμιά βρίσκονταν στριμωγμένοι, όρθιοι, καμιά πενηνταριά άντρες. Ο ήλιος είχε ήδη ανεβεί αρκετά ψηλό στον ουρανό και μας έψηνε σιγά σιγά. Από τη μεριά του Πενταδακτύλου και της Κερύνειας, δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα στα
αριστερό μας, ακούγονταν ήχοι πυροβόλων και εκρήξεις όλμων και βομβών, που πύκνωναν ολοένα. Στον ουρανό πετούσαν σμήνη πολεμικών αεροπλάνων, τα οποία έκαναν κύκλους πάνω από την περιοχή. Κάποτε χαμήλωναν κι έριχναν βόμβες και πολυβολισμούς. Σε μια περιοχή κοντά στον Πενταδάκτυλο έριχναν αλεξιπτωτιστές.
Ήταν φανερό πως ο πόλεμος μαινόταν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ εμείς, άοπλοι κι απροετοίμαστοι, κατευθυνόμασταν προς κάποιο άγνωστό μας μέρος, για να καταταγούμε στον στρατό και να πάρουμε όπλα. Με αγωνία κοιτάζαμε στον ουρανό, περιμένοντας να δούμε τα ελληνικά αεροπλάνα να έρχονται και να διώχνουν τα τουρκικά. Όμως αυτά αργούσαν και η αίσθηση της απελπισίας και της εγκατάλειψης μεγάλωνε μέσα μας.
Σε κάποια στιγμή μάς εντόπισαν τα τουρκικά αεροπλάνα κι ένας σχηματισμός με έξι από αυτά πέταξαν χαμηλά από πάνω μας κι έφυγαν προς τη μεριά του Πενταδακτύλου. Σε λίγο επέστρεψαν. Πετούσαν χαμηλά, σε σχηματισμούς ανά δύο. Ξαφνικά μπήκαν σε φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από πάνω από τα φορτηγά, έκαναν στροφή αριστερά κι έφευγαν αφήνοντας πίσω τους έναν τρομαχτικό ήχο.
Ξαφνικά, το τελευταίο από αυτά χαμήλωσε περισσότερο κι έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή πάνω στα αυτοκίνητα. Στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσε αυτό, οι έφεδροι που βρισκόμασταν στο τελευταίο φορτηγό ακούσαμε σφαίρες να χτυπούν πάνω στην άσφαλτο και να την κόβουν κομμάτια και είδαμε να θερίζουν τους χαμηλούς θάμνους που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Κάποιες από τις σφαίρες χτύπησαν ένα από τα φορτηγά. Ο θόρυβος των αεροπλάνων και ο κρότος που έκαναν οι σφαίρες χτυπώντας πάνω στο μέταλλο του αυτοκινήτου, έφεραν ταραχή και αναστάτωση σε όλους. Ήμασταν εντελώς απροστάτευτοι.
Τα φορτηγά έκαναν κάποιους ελιγμούς και σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου. Πηδήξαμε έξω από αυτά και αναζητήσαμε καταφύγιο μέσα στα χαντάκια που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Φοβόμασταν μήπως τα αεροπλάνα επιστρέφουν, αφού πια είχαμε γίνει στόχος. Σε λίγο είδαμε τους επιβάτες του πρώτου φορτηγού να κατευθύνονται μέσα από τα χωράφια σ’ ένα χωριό που βρισκόταν στα δεξιά, ένα ή δυο χιλιόμετρο πιο μέσα από τον αυτοκινητόδρομο. Κάποιος φώναξε πως ήταν διαταγή να πάμε όλοι προς τα εκεί.
Περνώντας δίπλα από το φορτηγό που προπορευόταν του δικού μας, είδα κάποιον να προσπαθεί να κατεβεί από την κάσα του αυτοκινήτου. Τον πλησίασα. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι του συνέβαινε, είδα το πουκάμισό του μπροστά ματωμένο. Ήταν τρομαγμένος και πονούσε. Ένας άλλος έφεδρος πλησίασε. Τον κατεβάσαμε όσο πιο προσεκτικά μπορούσαμε και τον ξαπλώσαμε πάνω στην άσφαλτο. Είχε τις αισθήσεις του και βογκούσε από τον πόνο και την ταραχή του. Αιμορραγούσε, όμως δεν ξέραμε από ποιο μέρος του σώματός του και δεν είχαμε ούτε επίδεσμο ούτε άλλον τρόπο να τον βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάει αμέσως σε νοσοκομείο αλλά πώς;
Στεκόμασταν και κοιτάζαμε αμήχανοι τον δρόμο. Ο πληγωμένος είχε αρχίσει να χάνει σιγά σιγά τις αισθήσεις του. Του μιλούσαμε, προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, αλλά ήμασταν και οι ίδιοι σε απόγνωση.
…/…

.

 

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ (2017)

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ

       Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην εντός των τειχών πόλη, στον πρώτο όροφο μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας, χωρίς ανελκυστήρα και με μακριούς ανοιχτούς στην εξωτερική τους πλευρά διαδρόμους, στους οποίους άνοιγαν οι εξώπορτες των τεσσάρων διαμερισμάτων τού κάθε ορόφου, καθώς και τα παράθυρα των κουζινών τους. Αυτό της επέτρεπε να παρακολουθεί την κίνηση των ενοικιαστών των διαμερισμάτων τού δικού της ορόφου. Πότε έφευγαν, πότε έρχονταν, πότε μαγείρευαν στις κουζίνες τους, πότε έσβηναν το φως για να κοιμηθούν. Ζούσε μόνη και οι λίγες επισκέψεις που δεχόταν ήταν από τον γιο της, που ήταν γιατρός, οικογενειάρχης και πολυάσχολος.
       Ήταν μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, όπως και οι περισσότεροι ένοικοι του κτιρίου, μοναχική, όπως και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι, ακόμη κι αν ήταν μικρότερης ηλικίας από εκείνη, της φαίνονταν γέροι. Δεν είχε καμιά επιθυμία και κανένα ενδιαφέρον να συναναστρέφεται μαζί τους. Στον ίδιο όροφο μ’ αυτήν ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα, έτσι την έβλεπε, κι ας ήταν νεότερη ή τουλάχιστον συνομήλικη της, καθώς κι ένα ζευγάρι λίγο πιο πάνω από τη μέση ηλικία, με τους οποίους δεν είχε καθόλου πάρε δώσε και δεν αντάλλαζε πολλά λόγια, πέρα από έναν χαιρετισμό όταν τύχαινε να συναντηθούν στον διάδρομο. Εξάλλου, τι θα είχε να πει μαζί τους; Ήταν όλοι τους άνθρωποι απλοϊκοί, ανήκαν σε άλλη τάξη, πιο λαϊκή, πέρασαν τη ζωή τους εργαζόμενοι σε οικοδομές, σε χειροτεχνίες και σ’ εστιατόρια. Ενώ αυτή, σύζυγος γιατρού, που πέθανε κάπως νωρίς και την άφησε χήρα, μ’ έναν γιο επίσης γιατρό κι έναν άλλο οικονομολόγο, που ζούσε στο εξωτερικό, έζησε διαφορετικά, είδε άλλα πράγματα στη ζωή της, ταξίδεψε σε άλλες χώρες, επισκέφτηκε μεγάλα μουσεία, παραβρέθηκε σε πλούσιες κοσμικές δεξιώσεις, παρακολούθησε μουσικές συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις σε μεγάλα λαμπερά θέατρα, συνάντησε ενδιαφέροντες ανθρώπους.
       Παρόμοιοι με τους διπλανούς της ήταν και οι ένοικοι των άλλων δύο ορόφων της πολυκατοικίας, οι οποίοι ζούσαν χρόνια εκεί, στα ίδια διαμερίσματα. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε ένα διαμέρισμα στον ίδιο όροφο με τον δικό της, όπου οι ένοικοι εναλλάσσονταν κάθε λίγο. Το παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και εξέταζε με προσοχή κάθε καινούργιο πρόσωπο που ερχόταν. Ήταν συνήθως άντρες μέσης ηλικίας, άτομα μοναχικά, χωρίς οικογένεια, τεχνίτες που εργάζονταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, είτε υπάλληλοι σε κάποια υπηρεσία, όλοι τους κατά κανόνα σοβαροί και λιγομίλητοι. Δεν έβλεπε κανένα ενδιαφέρον πρόσωπο, με το οποίο να ήθελε να αναπτύξει κάποια σχέση. Έτσι η ζωή της στην πολυκατοικία κυλούσε μοναχική και πληκτική, περιμένοντας πότε θα ερχόταν ο γιος της να την επισκεφτεί ή να την πάρει στο σπίτι του για φαγητό κάποια Κυριακή ή γιορτή το μεσημέρι, κι αυτό όχι και πολύ συχνά.
       Μια μέρα μετακόμισε στο τέταρτο εκείνο διαμέρισμα του ορόφου της, το οποίο είχε αδειάσει τελευταία, ένας νέος άντρας. Τον κοίταξε καθώς περνούσε μπροστά από την πόρτα της και τον χαιρέτησε ευγενικά. Εκείνος ανταπέδωσε, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη. Τον κοίταξε ξανά, της φάνηκε διαφορετικός από τους άλλους. Από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος της τον παρακολουθούσε να μεταφέρει τα πράγματά του στο διαμέρισμα: ράφια για βιβλία, βαριά χάρτινα κιβώτια διαφόρων μεγεθών, τα οποία, ήταν σίγουρη, περιείχαν τα βιβλία του, τελάρα ντυμένα με κανναβάτσο
για ζωγραφική, ένας τρίποδας, ένα κιβώτιο μεταλλικό, που θα πρέπει να είχε μέσα μπογιές, πινέλα και άλλα πράγματα σχετικά με τη ζωγραφική. Έτσι φανταζόταν το περιεχόμενο του κιβωτίου. Όλα αυτά της κίνησαν την περιέργεια και βάλθηκε να παρακολουθεί, πότε από τη μισάνοιχτη εξώπορτα του διαμερίσματος της, πότε από το παράθυρο της κουζίνας της, το οποίο έβλεπε στον διάδρομο, όλη την κίνηση. Παρακολουθούσε το διαμέρισμα ακόμη και το βράδυ και πρόσεξε πως το φως, όπως μπορούσε να διακρίνει από το γυάλινο παράθυρο της κουζίνας, ήταν αναμμένο ως αργά. Θα δουλεύει, σκεφτόταν, ζωγραφίζει ή διαβάζει, μπορεί και να γράφει κιόλας. Ίσως να είναι ένας συγγραφέας ή ένας ποιητής. Και ζωγράφος, βέβαια…
       Όλη τη νύχτα η φαντασία της ήταν σε έξαρση και δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Το πρωί παραφύλαγε, καθισμένη μπροστά από την ανοιχτή της πόρτα, περιμένοντάς τον να βγει. Εκείνος βγήκε. Φορούσε ρούχα οικοδόμου, μάλλον ελαιοχρωματιστή, κρίνοντας από τις μπογιές στο παντελόνι του. Πώς ήταν δυνατό να είναι ελαιοχρωματιστής και να κουβαλήσει όλα εκείνα τα βιβλία, τις μπογιές και τα τελάρα με το κανναβάτσο; Ή μήπως οι μπογιές στα ρούχα του ήταν από αυτές της ζωγραφικής; Ναι, συμβαίνει κι αυτό, αφού δουλεύει με χρώματα.
       Τον παρατηρούσε με προσοχή. Ήταν νέος πολύ, θα μπορούσε να ήταν και γιος της, σκέφτηκε, μα έδιωξε γρήγορα τη σκέψη. Τι σημασία είχε αυτό; Της φάνηκε συμπαθητικός, ίσως και ωραίος, και σίγουρα με κάποια καλλιέργεια.
       Εκείνος πέρασε από μπροστά της και τη χαιρέτησε ευγενικά, της χαμογέλασε κιόλας. Ξαφνικά κάτι σκίρτησε μέσα της. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Καθόταν όλη μέρα και τον περίμενε να επιστρέψει, να τον χαιρετήσει, να του ανταποδώσει το χαμόγελο…
       Οι μέρες περνούσαν. Τον περίμενε και το πρωί και το βράδυ και τα Σάββατα και τις Κυριακές… Ντυνόταν με ιδιαίτερη φροντίδα, χτένιζε τα μαλλιά της, περιποιόταν τα νύχια της, έβαφε τα μάγουλά της, και τον περίμενε. Για ένα καλησπέρα ; το βράδυ, για μια καλή μέρα το πρωί. Έτσι, κάθε μέρα…
       Τον βλέπει και η καρδιά της ταράζεται. Τον χαιρετά, του χαμογελά, αυτός ανταποδίδει… Θέλει να τον καλέσει για καφέ, ή να του μαγειρέψει κάτι. Να τον ρωτήσει, να μάθει γι’ αυτόν. Φαίνεται τόσο μόνος. Το σκέφτεται και ντρέπεται για τις σκέψεις της και την επιμονή της. Τι μπορεί να ζητά από αυτόν; Είναι τόσο νέος. Κοκκινίζει όλο της το πρόσωπο καθώς κοιτάζεται στον καθρέφτη, για πολλοστή φορά, φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Μέσα της ξυπνούν τόσα πολλά!…
       Ξέρει. Όλα τα ξέρει… Αλλά πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα κι ερωμένη του!…

.

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

       Καλύτερα να μην έρθει μαζί μας η γυναίκα σας, είναι νέα, είναι και έγκυος, δεν ξέρεις τι συναισθήματα μπορεί να προκαλέσει στις φυλακισμένες» είπε ο Σταύρος. Εργαζόταν στο υπουργείο Πολιτισμού και ήταν υπεύθυνος του προγράμματος «Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο», που λειτουργούσε τότε και κάλυπτε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και είχα δεχτεί την πρόσκληση με κάποιες επιφυλάξεις και αυτό που επικράτησε τελικά στην αποδοχή της ήταν το στοιχείο της πρόκλησης που εμπεριείχε, η τοποθέτηση αυτή έδινε μια άλλη διάσταση στο όλο εγχείρημα. Το κατάλαβε και η γυναίκα μου, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Θα έμενε στο ξενοδοχείο μέχρι να γυρίσω.
       Το φθινόπωρο μόλις είχε ξεκινήσει και οι μέρες ήταν ακόμη μεγάλες και ζεστές. Μαζί με τον Σταύρο, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του αυτοκινήτου, και την Άννα, μια συνεργάτιδά του κοινωνιολόγο, ξεκινήσαμε λίγο μετά το μεσημέρι από το ξενοδοχείο που μέναμε στο κέντρο της Αθήνας. Διασχίσαμε την πόλη και κατευθυνθήκαμε προς τις φυλακές. Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ’ έναν χώρο στάθμευσης έξω από τη γυναικεία πτέρυγα και προχωρήσαμε προς μια βαριά σιδερένια πόρτα, η οποία άνοιξε αμέσως και έκλεισε πίσω μας μόλις μπήκαμε μέσα. Μας υποδέχτηκαν δυο γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες φάνηκε πως γνωρίζονταν με τους συνοδούς μου. Προχωρήσαμε μέσα από έναν διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες στη δεξιά του πλευρά και μεγάλα παράθυρα, που έβλεπαν σε μια ανοιχτή αυλή, στην άλλη, προς την αίθουσα ψυχαγωγίας, όπως λεγόταν. Εκεί βρίσκονταν κιόλας μαζεμένες αρκετές γυναίκες, ενώ άλλες έρχονταν κι έπαιρναν θέση στα χαμηλά και χωρίς πλάτη καθίσματα που ήταν τοποθετημένα ακανόνιστα μέσα στην αίθουσα. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά σαρανταριά, μπορεί και περισσότερες. Αυτές θα ήταν το ακροατήριό μου κι εγώ θα τους μιλούσα για ποίηση.
       Μαζί με τον Σταύρο και την Άννα πήραμε τη θέση μας μπροστά από ένα τετράγωνο τραπέζι, γύρω από το οποίο υπήρχαν τρεις κανονικές ξύλινες καρέκλες. Στην πλευρά της αίθουσας που βρισκόταν στα αριστερά μας υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην ίδια εσωτερική αυλή, η οποία φαινόταν από τον διάδρομο. Από εκείνο το παράθυρο έμπαινε το φως που φώτιζε την αίθουσα. Στην αυλή κυκλοφορούσαν μερικές γυναίκες, αυτές που δεν θέλησαν να έρθουν στη συνάντηση, αφού η συμμετοχή ήταν εθελοντική.
       Πριν αρχίσω την ομιλία μου, για την οποία είχα αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσω γραπτό κείμενο, κοίταξα ξανά το ακροατήριο: ήταν όλες γυναίκες, διαφορετικής ηλικίας και εμφάνισης, κάποιες ήταν επιδεικτικά ατημέλητες και απεριποίητες και κάποιες άλλες ήταν εντελώς το αντίθετο, βαμμένες και περιποιημένες, με φροντισμένη ενδυμασία. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιες πολύ όμορφες, πράγμα που ένας άντρας δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητο. Υπήρχαν και μερικές που εμφανίστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, με υπερβολικά ανοιχτά ντεκολτέ είτε υπερβολικά κοντές φούστες και κάθισαν με τρόπο ώστε να προκαλέσουν και να τραβήξουν τα βλέμματά μας. Τουλάχιστον εμάς, των δύο ανδρών, που βρισκόμασταν στην αίθουσα. Όπως με είχαν ενημερώσει οι συνοδοί μου καθώς κατευθυνόμασταν προς τις φυλακές, οι πιο πολλές γυναίκες βρίσκονταν εκεί για ναρκωτικά, κάποιες για ερωτικές ιστορίες και εγκλήματα πάθους, ακόμη και για φόνους. Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν και θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο.
       0 Σταύρος με παρουσίασε στο ακροατήριο, με λίγα βιογραφικά σε συντομία και χωρίς υπερβολές, όπως είχαμε συνεννοηθεί, και μπήκα κατευθείαν στο θέμα. Μιλούσα έχοντας μπροστά μου πάνω στο τραπέζι κάποιες σημειώσεις και μερικά φύλλα με ποιήματα, τα οποία ήθελα να διαβάσω:
       «Η ποίηση προσεγγίζει, μελετά και γνωρίζει τον κόσμο μ’ έναν δικό της τρόπο. Τον προσεγγίζει μέσα από λέξεις και εικόνες συγκινησιακά φορτισμένες, που συχνά κρύβουν μέσα τους τα στοιχεία του ξαφνικού και του παράδοξου, ή που αποκαλύπτουν πολλές φορές διάφορα επάλληλα στρώματα νοημάτων. Είναι τα νοήματα που ταυτίστηκαν και ενσωματώθηκαν μέσα στις λέξεις στους αιώνες της χρήσης τους από ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων και κοινωνικών πραγματικοτήτων…. Η ποίηση είναι μια άλλη ματιά στον κόσμο. Μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο ανοίγει κάποιες διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής μας… Να, στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…»
       Στο σημείο αυτό διάβασα κάποιους στίχους από το ποίημα. Μερικές γυναίκες παρακολουθούσαν με προσοχή, άλλες άκουγαν σιωπηλά. Εξαίρεση αποτελούσε μια νέα, ψηλή και λεπτή γυναίκα με ωραίο πρόσωπο, που καθόταν μόνη, βυθισμένη στον εαυτό της, και δάκρυζε. Την κοίταζα και σκεφτόμουν πως δεν ήταν δυνατό να τη συγκίνησε τόσο πολύ ο Μαγιακόφσκι. Μάλλον κάτι άλλο θα την απασχολούσε, και το όλο κλίμα που είχε διαμορφωθεί την έκανε να το νιώθει πιο έντονα.
       Ενώ μιλούσα, ένιωθα τα βλέμματα των ακροατριών μου να με εξερευνούν επίμονα. Δεν κοίταζαν έναν ομιλητή, αλλά έναν άντρα. Σίγουρα είχε δίκιο ο Σταύρος όταν μου είπε πως καλύτερα να μην μας συνόδευε η γυναίκα μου, στην κατάσταση της προχωρημένης εγκυμοσύνης που βρισκόταν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τόσο ο ίδιος όσο και η Άννα συνόδευαν ομιλητές στις γυναικείες φυλακές. Ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που το θέμα της ομιλίας αφορούσε τη λογοτεχνία, και ήταν περίεργοι να δουν τις αντιδράσεις των φυλακισμένων γυναικών. Μερικές έσκυβαν μπροστά, έτσι που τα στήθη τους να προβάλλονται μέσα από το βαθύ ντεκολτέ τους, άλλες μετακινούνταν ή άλλαζαν τη στάση που κάθονταν, αποκαλύπτοντας όσο περισσότερο μπορούσαν τα γυμνά τους πόδια. Σκεφτόμουν πως η στάση και η συμπεριφορά τους πρόδιδε τις σκέψεις, ίσως και τις φαντασιώσεις που έτρεφαν μέσα τους.
       Κάποια στιγμή, μία από τις όμορφες νεαρές γυναίκες ζήτησε τον λόγο:
       «Μήπως ο ποιητής έπαιρνε κάποιο ναρκωτικό, κάτι σαν LSD;» ρώτησε.
       Ομολόγησα πως δεν γνώριζα αν ο ποιητής έπαιρνε ναρκωτικά και αν την εποχή εκείνη, αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχε τέτοιο ναρκωτικό. Μια άλλη γυναίκα, κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, που φαινόταν να διαθέτει κάποια μόρφωση, είπε πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αυτό το ναρκωτικό. Τότε η πρώτη παρατήρησε πως ναι, πιθανόν να μην υπήρχε, αλλά ο ποιητής θα πρέπει να είχε βρει κάποια δική του φόρμουλα, που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα, αφού και αυτή, ύστερα από κάποια δόση LSD, είχε αναφέρει και κάποιους αριθμούς, δοκίμασε ακριβώς την ίδια εμπειρία που περιγράφεται στο ποίημα. Την είχε επισκεφτεί ο ήλιος, με τη μορφή ολόλαμπρου νέου, στο δωμάτιό της.
       Στη συνέχεια κάποιες άλλες γυναίκες πήραν τον λόγο και άρχισαν να περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες από τις συναντήσεις τους με τον ήλιο. Όλα αυτά έκαναν τη δική μου δουλειά ως ομιλητή πολύ πιο εύκολη, αλλά και ενδιαφέρουσα. Αντί να διδάξω, διδασκόμουν ο ίδιος…
       Η Άννα, ως κοινωνιολόγος, παρακολουθούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον τη συζήτηση και σημείωνε κάτι στο ημερολόγιο που κρατούσε.
– Ξαφνικά η αίθουσα γέμισε φως. Στο πλατύ ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή των φυλακών εμφανίστηκε ο ήλιος, ο οποίος έμπαινε ολόλαμπρος και στη δική μας αίθουσα.
       «Να και ο ήλιος» είπα, «μπήκε και στο δικό μας δωμάτιο».
       Κάποιες χαμογέλασαν, άλλες κοίταζαν σιωπηλές, και η κουβέντα μας συνεχίστηκε με την ανάγνωση και τον σχολιασμό άλλων ποιημάτων. Η συνάντησή μας κράτησε δύο σχεδόν ώρες, λίγο περισσότερο απ’ όσο προβλεπόταν, και μάλλον πήγε καλά. Ήταν όλες οι γυναίκες εκεί, εκτός από τη νέα εκείνη που δάκρυζε και η οποία, σε κάποιο στάδιο της ομιλίας, σηκώθηκε και σχεδόν κλαίγοντας βγήκε από τη αίθουσα. Την είδα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Εξάλλου, τι μπορούσα να κάνω; Όλες ήταν ελεύθερες να μείνουν ή να φύγουν.
       Κι όμως, εκείνη η νέα και όμορφη γυναίκα με τα δακρυσμένα μάτια ήταν που ακύρωσε, με ό,τι ακολούθησε, κάθε αίσθηση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας. Γιατί, φεύγοντας, δίπλα ακριβώς από τη βαριά σιδερένια πόρτα απ’ όπου είχαμε μπει, καθόταν πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα, φρουρούμενη από δύο γυναίκες δεσμοφύλακες, η ίδια εκείνη γυναίκα. Είχε τα δυο της χέρια τυλιγμένα με χοντρές γάζες γύρω από τους καρπούς. Το αίμα είχε βάψει τις γάζες και το ελαφρύ της φόρεμα.
       «Έκοψε τις φλέβες της πριν από λίγο» είπε μία από τις γυναίκες δεσμοφύλακες.
       «Απόπειρα αυτοκτονίας» πρόσθεσε ή άλλη, «ευτυχώς την προλάβαμε, περιμένουμε το νοσοκομειακό να την πάρει».
       Βγήκαμε από τη σιδερένια πόρτα, που έκλεισε πίσω μας με μεταλλικό θόρυβο.
       Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τους ψηλούς τοίχους τηςφυλακής.

.

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ (2014)

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

 

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

 

 

.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  (2009)

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ   (2001)

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ     (1998)

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

.

ΤΟ  ΣΠΙΤΙ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ   (1990)

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

.

Η ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ  (1987)

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

.

ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ  (1984)

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

 

.

 

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ  (1980)

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  (1972)

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

.

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ  (2004)

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

Η ΑΓΝΩΣΤΗ

Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

.

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

.

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ

Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

.

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

.

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

.

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

.

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

.

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

.

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

.

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ  (2010)
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

VERUM DICERE

(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

.

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ

Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

.

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

ΘΑΛΑΣΣΑ

Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

.

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

.

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

.

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

.

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

.

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

.

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Δαβίδ ο Σασούνιος Το Αρμενικό λαϊκό έπος

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

Ο Γιώργος Μολέσκης, με ένα αίσθημα χρέους στην Αρμένισσα γυναίκα του και την πεθερά του (καταγωγή Βαν Μικρασίας, φυγή στη μετέπειτα Σοβιετική Αρμενία), οι οποίες αναγιώθηκαν με αυτά τα τραγούδια, ανέλαβε κι έφερε σε πέρας το επίμοχθο έργο της μετάφρασης αυτών των λαϊκών ασμάτων της Αρμενίας. Η μετάφραση στα ελληνικά, Δαβίδ ο Σασούνιος, Βακχικόν 2021, έγινε από ρωσική και αγγλική μετάφραση και με τη βοήθεια της γυναίκας του και της πεθεράς του όσο ζούσε. Η εμπεριστατωμένη εισαγωγή στο έργο δηλώνει σε βάθος μελέτη της ιστορίας των Αρμενίων καθώς και μια διεισδυτική συγκριτική ματιά στα καθ’ αυτό ποιητικά στοιχεία του έπους.

Πρόκειται για προφορικό λαϊκό έπος που, στην πορεία μακράς προφορικής ποιητικής παράδοσης, πέρασε από πλείστες παραλλαγές μέχρι που καταγράφηκε πρώτη φορά το 1873 και, σε μελετημένη φιλολογική έκδοση το 1939 στη σοβιετική Αρμενία. Τα επικά αυτά άσματα ιστορούν τους μακρούς αγώνες των Αρμενίων ενάντια στους Άραβες επιδρομείς την ίδια περίοδο που οι Άραβες έπλητταν με τις επιδρομές τους και τις ανατολικές μικρασιατικές περιοχές του Βυζαντίου (7ος-10ος αιώνας). Ωστόσο, το υπόβαθρο των αρμενικών ασμάτων αντλεί στοιχεία και από την προ-ισλαμική εποχή των Αράβων, ακόμα και από την προχριστιανική Αρμενία.

Τα τοπία των μαχών στα λαϊκά αυτά έπη βρίσκονται κυρίως στη δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή του Σασούν της Αρμενίας την εποχή των αραβικών επιδρομών και οι επιδρομείς είναι ο Χαλίφης της Βαγδάτης ενίοτε και Άραβες πολέμαρχοι από το μακρινό Μισίρι (Μσιρ, Αίγυπτος). Τα μυθικά στοιχεία που περιβάλλουν τα επικά αυτά άσματα πάνε πίσω ως την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Η μάνα του γενάρχη των ηρώων Σανασάρ γκαστρώνεται με θεία χάρη από φλέβα νερού αφρισμένου που πέφτει από ορμητική πηγή κι ο Αχιλλέας έχει μάνα θεά. Το άλογο Τζιαλαλί, το Σπαθί-Αστραπή κι η πανοπλία του Σανασάρ δόθηκαν σ’ αυτόν με θαύμα από τον θεό όπως τα άλογα και τα όπλα του Αχιλλέα. Όπως η Καλυψώ κρατά τον Οδυσσέα επτά χρόνια στην Ωγυγία, έτσι και η Ισμίλ Χανούμ κρατά τον Μγκερ επτά χρόνια στο παλάτι της στο Μσιρ. Στην εφευρετικότητα της μάνας (δοσμένης στο παλάτι του Χαλίφη) να σώσει τα παιδιά της και τον εαυτό της από τον αποκεφαλισμό βρίσκεις δομικές ομοιότητες με τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Τέλος, σε ό,τι αφορά στους άθλους των ηρώων, βρίσκεις πάμπολλα κοινά στοιχεία με τα ελληνικά (μαζί και τα κυπριακά) ακριτικά τραγούδια τα οποία, όπως και το αρμενικό έπος, αποτελούσαν σημαντικό μέρος του ιστορικού-ποιητικού αφηγήματος που αναγόταν στην ταραγμένη εκείνη εποχή. Πρόσθετο κοινό στοιχείο και στα τρία επικά έργα είναι η ιδιαίτερη έλξη που ασκεί η γυναικεία ομορφιά. Μένει ακόμα η γεύση από τα τόσο θαυμαστά λυρικά ιντερλούδια στο αρμένικο έπος, με αντικείμενο συνήθως την ερωτική έλξη αλλά και την ομορφιά τόπων και χρωμάτων, που αλαφραίνουν το βαρύ κλίμα των πολέμων και των σκοτωμών.

….

Κι από την πηγή εκείνη έτρεχε νερό,
Έτρεχε ως τον ποταμό κάτω.
Κι ήταν γλυκό το νερό, χαρά τριγύρω.
Είπε ο Σαναράρ: Όμορφα είναι εδώ, …
Εδώ θα κτίσουμε το σπίτι μας,
θα κτίσουμε παλάτι.
…..
Μπρός το παράθυρο βρέθηκε ο Δαβίδ
Τ’ άλογο προς τη Χαντούτ οδήγησε.
Τον βλέπει η Χαντούτ-χατούν
Της άρεσε,
Ένα μήλο έριξε, κι αυτός
Από το άλογο πάνω, στον αέρα το ’πιασε,
Γέλασε, με τον ήλιο χάρηκε
Κοίταξε, είδε τη χατούν
Οι μελωδοί την ύμνησαν μα τα μισά δεν είπαν
…..
Τη ζώνη μου σου έστειλα και το μαντήλι,
Σε κάλεσα να πέσεις μαζί μου στο κρεβάτι,
Γι’ αυτό σε κάλεσα […]
Είπε η Ισμίλ-χανούμ: Μγκερ!
Γυναίκα σου πρέπει να με πάρεις
Δική σου η χώρα μου να γίνει

Το να μπορέσεις να αποδώσεις ένα έμμετρο επικό ποίημα σε άλλη γλώσσα, ιδιαίτερα μάλιστα μέσα από ενδιάμεσες μεταφράσεις, προϋποθέτει πολύμοχθη μελέτη και οξύ γλωσσικό αισθητήριο. Δεν θα μπορούσε ασφαλώς να δοθεί το ποιητικό έργο στο μέτρο του πρωτότυπου. Κατορθώνει όμως ο Γιώργος Μολέσκης, ποιητής ο ίδιος, να δώσει μια γλώσσα που ρέει χωρίς να δημιουργεί –εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις- την υποψία της μετάφρασης. Και η προσπάθειά του καταξιώνεται από την ποιότητα αυτού τούτου του έργου, το οποίο, ως γνήσιο λαϊκό έπος, κρατά τον αναγνώστη αδιάλειπτα προσηλωμένο ταξιδεύοντάς τον σε τόπους και χρόνους άγνωστους αλλά τόσο γνώριμους…

.

ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

FRACTAL Νοέμβριος 2019

Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;

Δένοντας ήχο και εικόνα,

Τις σειρήνες που ηχούν κάθε χρόνο στις 15 και 20 του Ιούλη,
Τα πουλιά που πετιούνται έντρομα από τα δέντρα, και
Τον σκύλο, τον Μίσια, που πετιέται όρθιος κι αναπαράγει με το ουρλιαχτό του το ανατριχιαστικό βουητό των σειρήνων,
μας επιστρέφει ο Γιώργος Μολέσκης στο συναισθηματικό κλίμα του μαύρου Ιούλη από την πρώτη κιόλας παράγραφο του βιβλίου του.

Είναι ένα αφήγημα πιο πολύ αυτοβιογραφικό παρά ιστορικό, βαθιά πολιτικό χωρίς, ωστόσο, να κάνει πολιτική.

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο για τον σκοπό αυτής της παρουσίασης, επιβεβαίωσα μέσα μου την εκτίμηση της πρώτης ανάγνωσης ότι πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό έργο. Κι έτσι, ως λογοτεχνικό έργο, θα το προσεγγίσω. Γιατί, ανεξαρτήτως του αν αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, στο επίκεντρο της αφήγησης δεν είναι τα γεγονότα αλλά οι παραστάσεις που τα γεγονότα ανακαλούν στη μνήμη του, παραστάσεις από τα παιδικά του χρόνια, εικόνες τόπων, τοπίων, σπιτιών κι ανθρώπων, εικόνες της αθωότητας πριν τη γνώση, πριν το μίσος σπάσει τους ιστούς που δέναν τους ανθρώπους σε κοινότητα. Κι αυτό που βγαίνει από την αφήγηση είναι πιο πολύ το αίσθημα παρά η γνώση.

Το ότι το βιβλίο είναι λογοτεχνία μας προϊδεάζει από τις πρώτες γραμμές με την παράσταση: σειρήνες, πουλιά, σκύλος, που έχει ήδη αναφερθεί.

Ύστερα, η εσωτερική προετοιμασία του συγγραφέα για την επιστροφή στο χωριό του, τη Λύση, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, τον Απρίλη του 2003. Δεν προσβλέπει σ’ αυτό ως ένα ταξίδι στον χώρο αλλά ως «ταξίδι στον χρόνο […] στην ιστορία, στη μνήμη, στην πληγή που έχαινε ακόμη κρυμμένη κάτω από την κρούστα της συνήθειας και της λήθης».

Προσβλέπει σ’ αυτό ως

ένα ταξίδι […] στους τόπους των αναμνήσεων, των εικόνων, των ιστοριών, των γεύσεων και των αρωμάτων, όλων αυτών των πραγμάτων που κατακάθισαν βαθιά μέσα μου σαν κοιμώμενες στον χρόνο παρουσίες…

Στον δρόμο προς το χωριό του, όχι η Γεωγραφία αλλά πάλι το αίσθημα. Τα τοπία που «είχαν χάσει κάτι από το χρώμα και τη ζωντάνια τους, ακόμη κι από τα μεγέθη τους». Και παντού σημαίες.

Κρύφτηκαν οι άνθρωποι κι άφησαν τις σημαίες να κρατούν το πόστο τους. Τόσο πολλές σημαίες σ’ έναν τόσο μικρό τόπο.

Το ίδιο αίσθημα που προκαλούν οι πολλές σημαίες και τις 15 του Ιούλη, τη μέρα του πραξικοπήματος. «Εδώ καταλάβαινα –παρατηρεί- τη σημειολογία της ανάρτησης των σημαιών».

Και καθώς πλησιάζοντας στο χωριό του, βλέπει στον ορίζοντα τον Χαλκόβουνο, «τον αγαπημένο λόφο των παιδικών μου χρόνων, που είχε γίνει ένας μύθος όλα αυτά τα χρόνια, ένα πραγματικό βουνό, με βράχους, θάμνους και κρυψώνες για τα μικρά ζώα και τα πουλιά, τους λαγούς, τις αλεπούδες, τις πέρδικες…». Τώρα ο Χαλκόβουνος «δεν είναι παρά ένας μίζερος λόφος, κίτρινος μέσα στο δυνατό φως και τη ζέστη, ξένος και μακρινός». Ο κοινός μύθος των όπου γης προσφύγων και η προσγείωση της επιστροφής. Όπως στον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του μεγάλου Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:

Τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
Κι όμως σαν ήμουνα παιδί…

Η ποιητική φαντασία, όμως, του Γιώργου Μολέσκη σκιάζει αμέσως την παρατήρηση, ξυπνά αναμνήσεις και ζωντανεύει εικόνες των παιδικών του χρόνων. Κι ανασταίνει τον ταπεινό Χαλκόβουνο πάλι στο βουνό-μύθο. Που παιδί τον ανεβαίνει με τον Σάββα και τον Νικόλα και περπατούν «ξυπόλυτοι με παλιά κοντά παντελόνια και σχισμένα πουκάμισα […] κάτω από τον καυτό ήλιο ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τ’ αγκάθια […] με τις φοβερές σφεντόνες μας οπλισμένες…»

Κι ύστερα, καθώς τον συνεπαίρνουν παραστάσεις από τους λόφους του Αλασσού, ο πεζογράφος αφήνει τη θέση του στον ποιητή για να μας δώσει το θαυμάσιο ποίημα:

Πάνω στους λόφους του Αλασσού,
Όπου έσπερνε ο πατέρας μες στις πέτρες
Θαμμένη αρχαία πόλη. Και πού δεν είναι
θαμμένη μια πόλη!

[…]

Και πέφτουν ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουν ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

Πόσο απέχουν αυτοί οι στίχοι, σε ό,τι αφορά στην αίσθηση της ιστορίας, από τους στίχους του Eliot στο 2ο Κουαρτέτο:

In my beginning is my end. In succession
Houses rise and fall, crumble, are extended,
Are removed, destroyed, restored, or in their place
Is an open field, or a factory, or a by-pass.
Old stone to new building, old timber to new fires,
Old fires to ashes, and ashes to the earth.

Στην είσοδο του χωριού, το άγαλμα ενός έφιππου Ατατούρκ στη θέση της προτομής του Γρηγόρη Αυξεντίου κι η απορία του ποιητή: «Τι γύρευε αυτός εδώ. Τι σχέση είχε με τον τόπο;» Κι η φαντασία να φέρνει τον ήρωα μπροστά του, ζωντανό όπως τον είδε πρώτη φορά, 9χρονο παιδί, να περνά με το ποδήλατο ντυμένος στα στρατιωτικά, να χαιρετά τη μάνα του, να του ρίχνει μια ματιά και να του χαμογελά μέσα από τα χοντρά μουστάκια του… Και δυο χρόνια μετά, στο άκουσμα της θυσίας του, πώς η ποιητική μνήμη ανακαλεί τη «βαριά θλίψη σαν πυκνό μαύρο σύννεφο» που «απλώνεται σ’ όλο το χωριό». Κι ό ίδιος, 11χρονο παιδί,

κάθομαι στο πεζούλι μπροστά στο σπίτι, κυριευμένος από τη θλίψη και την πίκρα για τον θάνατο, που, σαν μαύρο πουλί, πλανιέται παντού και σκεπάζει όλο τον τόπο, καλύπτει τον ήλιο και κάνει βαρύ τον αγέρα.

Τώρα, μετά από 29 χρόνια προσφυγιάς (είμαστε στο 2003) πλησιάζοντας στο σπίτι, φτάνοντας, κοιτάζοντας απ’ έξω την παλιά εξώπορτα από κυπαρισσόξυλο, μπαίνοντας μέσα, ο συγγραφέας, ως γνήσιος ποιητής, γίνεται ξανά το παιδί που μεγάλωσε σ’ αυτό το σπίτι –μάλλον σε ένα άλλο σπίτι, ζωντανό, ψηλότερο, φωτεινότερο, ομορφότερο από το ερημόσπιτο που βλέπει μπροστά του. Με μιας πλήθος παραστάσεων αναδύονται και χορεύουν μπροστά του, παραστάσεις χαράς και θλίψης, ακόμα κι οι πρώτες βιωματικές εμπειρίες του θανάτου, που, στο παιδικό μυαλό του, θέτουν χίλια ερωτήματα, χίλια γιατί. Πρώτα ο θάνατος του παππού, ύστερα της γιαγιάς, ύστερα η γεύση του αίματος και του θανάτου που φέρνει το μίσος όταν, 11χρονο παιδί, βλέπει στο χώμα το αίμα του Μιχάλη Πέτρου, που είχαν δολοφονήσει την προηγούμενη νύχτα, ότι αριστερός, μασκοφόροι της ΕΟΚΑ.

Επιστρέφω στο σπίτι με το αίμα του νεκρού απλωμένο σαν μια τεράστια κηλίδα μέσα στο μυαλό μου.

Τώρα, 40 τόσα χρόνια μετά, η μνήμη κεντρίζει τον αναστοχασμό:

και βλέπω ακόμη το αίμα του νεκρού στο χώμα […] και βλέπω τους οργισμένους συναδέλφους του να φωνάζουν στην κηδεία του ενάντια στους δολοφόνους […]. Ίσως οι άνθρωποι που θέτουν σε κίνδυνο τη δική τους ζωή παύουν να λογαριάζουν και τις ζωές των άλλων […], ίσως τα όπλα αυτονομούνται από τους ανθρώπους…

Αυτή τη στοχαστική διάθεση, που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της λογοτεχνικής δημιουργίας, την απαντούμε συχνά στην αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη. Καταγράφω άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση, όταν, αρχές Ιουλίου ’74, λίγο πριν το πραξικόπημα, φοιτητής στη Σοβιετική Ένωση, επιστρέφει με πλοίο στην Κύπρο και κατεβαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Η μαγεία του τόπου αναδύεται στη συνείδησή του ως βαθύς ποιητικός στοχασμός:

Βρισκόμουν μέσα στην κοχλάζουσα χοάνη της ίδιας της ιστορίας. Ήμουν καταγοητευμένος. Τα στρώματα των πολιτισμών δεν υπερκαλύπτουν εντελώς το ένα το άλλο, συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και περιπλέκονται μεταξύ τους εκπέμποντας μιαν ανεπανάληπτη γοητεία.

Στο πραξικόπημα και την εισβολή, το αίσθημα απελπισίας που τον πλακώνει καθώς βιώνει τα γεγονότα που επελαύνουν σαν οδοστρωτήρας σαρώνοντας τα πάντα:

Είχα εγκλωβιστεί τόσο πολύ στα γεγονότα, τα οποία έτρεχαν διαρκώς, που δεν τα σχολίαζα μέσα στο μυαλό μου. Μόνο ένιωθα μέσα μου, σαν φόντο όλων αυτών που συνέβαιναν, μια υπόκωφη και τρομακτική βοή.

Κι όταν, τη δεύτερη μέρα της εισβολής, σε λόχο εφέδρων, παίρνουν διαταγή επίθεσης κατά της εντός των τειχών πόλης της Αμμοχώστου, μια τρελή ιδέα, στη θρασεία πρόκληση του Διοικητή «αν υπάρχει κανείς που φοβάται να το δηλώσει», πάλιν η αδυναμία του ατόμου μπροστά στην επέλαση των γεγονότων:

Κανένας δεν μίλησε. Ίσως γιατί νιώθαμε πως τα προσωπικά συναισθήματα δεν είχαν θέση εκείνη την ώρα ούτε κανένα νόημα. Η ροή των πραγμάτων, σαν ανεξέλεγκτο φουσκωμένο ποτάμι, μας έπαιρνε μαζί της.

Το ίδιο αίσθημα και στον ύπνο κάτω από ένα δέντρο με μια κουβέρτα:

Ήταν ένας ύπνος βαρύς κι εφιαλτικός που έπεσε απάνω μου σαν όγκος από χώμα και με σκέπασε […]. Περπατούσα σε σκοτεινά μονοπάτια ανάμεσα σε άγριους βράχους, μέσα σε πυκνά δάση, σε απροσδιόριστα αφιλόξενα τοπία…

Κι όταν, στην εγκαταλειμμένη Λευκωσία, οι στρατιώτες κρατούν μόνοι τη γραμμή αντιπαράταξης, κι η πόρνη της γειτονιάς, που δεν είχε πού να φύγει, τους φέρνει στο φυλάκιο νόστιμο ζεστό φαϊ και μια μπουκάλα κονιάκ, ο ποιητής στρατιώτης βλέπει «μια όαση μέσα στην έρημο, σαν μια φωτεινή στιγμή μέσα σε ένα παρατεταμένο εφιαλτικό όνειρο». Κι όταν, την άλλη μέρα, ο Μάνθος, συστρατιώτης τους με τρία παιδιά, αφήνει κι όπλο και στολή και φεύγει, στην ερώτηση του Γιάννη;

Γιατί δεν τα ξαπολάς τζι εσού να φύεις […] αφού θωρείς πως εν ούλλα προδομένα

η απάντηση τσεκούρι: «Αντρέπουμαι».

Σε αυτή τη μοναδική λέξη, αποκαλύπτεται σ’ όλο του το βάθος, το δράμα ενός προδομένου λαού.

Την άλλη μέρα, το αίσθημα του θανάτου του Γιώτη, του νεότερου της ομάδας παντρεμένου με βρέφος 40 ημερών, που σκοτώθηκε δίπλα του στο φυλάκιο, υποβόσκει βασανιστικά στους υπόγειους διαδρόμους της μνήμης μέχρι που, χρόνια μετά, βγαίνει στην επιφάνεια και μετουσιώνεται σε ποίημα:

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε στην καρδιά του,

[…]

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

Ήμουν εγώ, είπε, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος.

Ήθελα να του πω, «Ναι, θα μπορούσε»,

Μα η φωνή μου δεν έβγαινε

Σαν να βρισκόμουν μέσα σε βαθύ πηγάδι

Και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.

Κι εκείνος με ακολουθούσε.

Την άλλη μέρα, το σιγανό κλάμα της πόρνης και μιας αλλοδαπής φίλης της πάνω από το νωπό αίμα του Γιώτη. Και την παρ’ άλλη, παρούσες κι οι πρώτες δυο, το γοερό κλάμα της γυναίκας και της μάνας του καθώς γονατίζουν κι αγγίζουν με τα χέρια τους το ματωμένο χώμα… χορός αρχαίου δράματος…

Καταληκτικά, η αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς θλίψης. Η λέξη επανέρχεται στο κείμενο δεκάδες φορές μαζί με παράγωγα ή λέξεις με παραπλήσιο συναισθηματικό φορτίο, σε φράσεις ή εκφράσεις όπως:

Κουβαλούσαν πάντα μια θλίψη μέσα τους
Ήταν μια θλίψη προσωπική για τον καθένα και γενική ταυτόχρονα
Μια διαχρονική θλίψη υπήρχε σε όλες τις κουβέντες, τις χειρονομίες τους
Τα τραγούδια τους τα περισσότερα πικρά, θλιμμένα
Αχ! Φτάσαμε πικρούς καιρούς
Τους πόνους κλάψε τους πικρούς
Έφυγαν κι οι δικοί μου […] με τη δική τους προσφυγιά και τη δική τους θλίψη
Βαριά θλίψη, σαν πυκνό μαύρο σύννεφο, απλώνεται σ’ όλο το χωριό
…κυριευμένος ολόκληρος από τη θλίψη και την πίκρα…
Κι όμως δεν ένιωθα φόβο, τίποτε, μόνο θλίψη
Παρακολουθούν λυπημένοι και σιωπηλοί […] οι γυναίκες κλαίνε
Των τραγουδιών της αλληγορίας και της κρυμμένης θλίψης
Δεν ένιωθα μίσος για κανέναν, είχα όμως πίκρα και θλίψη πολλή
Η θλίψη του Γιώργου μας πλακώνει κι όλους εμάς καθώς ακούμε ακόμα τις σειρήνες κάθε Ιούλη. Κι είναι στην άκρη της καρδιάς μας πάντα ο στεναγμός του Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:

Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL Σεπτέμβριος 2019

Η μνήμη και η επιστροφή

Σκέφτομαι: Τι είναι η μνήμη; Για κάποιους είναι μια σκονισμένη σοφίτα με ξεχασμένα αντικείμενα, για άλλους ένα κομπολόι που ψηλαφούν συνέχεια τις χάντρες του, για μένα είναι ένας δρόμος που πάει παράλληλα με τον δρόμο της καθημερινής μου πορείας. Γι’ αυτό και τόσο συχνά επιλέγω να τον περπατώ.

Η μνήμη που συμβαδίζει με την καθημερινότητα της ζωής, όπως την εννοεί ο Γιώργος Μολέσκης, έχει μια υπόσταση ζωντανή· δεν λειτουργεί σαν τα μουσειακά εκθέματα που καταλήγουν συχνά βαρετά ή θλιβερά απομεινάρια. Η μνήμη δεν αναβιώνεται σε εκδηλώσεις επετειακές, σε ευκαιριακούς λόγους και σε παραστάσεις επισήμων. Είναι μια ζώσα πραγματικότητα, που επιβιώνει και επιμένει να δηλώνει την παρουσία της σε ό,τι κάνουμε και σε ό,τι σκεφτόμαστε. Η μνήμη μας είναι εμείς.

Στο πρόσφατο βιβλίο του, ο επανειλημμένα βραβευμένος για τις γραφές του συγγραφέας, παίρνει αφορμή από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στην Κύπρο το 2003 (κλειστά ήδη τότε για 29 χρόνια) για να κάνει το ταξίδι του. Επειδή συχνά το διανοητικό ταξίδι που αποτυπώνεται σε λογοτεχνικό λόγο δεν αρκεί –κυρίως όταν τα γεγονότα του παρελθόντος έχουν γράψει βαθιά μέσα στη συνείδηση με πολύ αποθηκευμένο πόνο– ισχυρή αποβαίνει η απαίτηση για ένα αληθινό ταξίδι. Τότε είναι που η γραφή ξεπερνά το πλαίσιο μιας λογοτεχνικής κατάθεσης και καταλήγει να έχει ζώσα φωνή και ψυχή που πάλλεται και φωνάζει.

Αυτό νιώθει ο αναγνώστης, καθώς διαβάζει το «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» του Μολέσκη. Ο συγγραφέας γυρνά πίσω στον χρόνο για να συναντήσει τον εαυτό του τότε παλιά, στα χρόνια του αγώνα 1955-1959, πριν το πραξικόπημα του 1974 που οδήγησε στην εισβολή, στον πόλεμο, την καταστροφή και τον όλεθρο, στα γεγονότα που βύθισαν σε ένα διαρκές πένθος το νησί. Απαραίτητη η επιστροφή αυτή για να φανεί ο χρόνος πριν τα τραγικά γεγονότα, ο τρόπος που ζούσαν οι άνθρωποι ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο τους μέσα από αγώνες για το δίκιο τους. Να φανεί η συνύπαρξη του ελληνικού με το τουρκοκυπριακό στοιχείο του νησιού, η αμόλευτη ακόμα από τα σχέδια των μεγάλων και την προδοσία των αφρόνων πολιτικών με τις καταστροφικές τους ιδεοληψίες. Κατόπιν θα αφηγηθεί τα γεγονότα του τραγικού Ιουλίου του 1974 και τη τουρκική κατοχή πλέον της μισής Κύπρου.

Ο Μολέσκης επιστρέφει πίσω στον τόπο του για να συναντήσει την τωρινή του μορφή, μετά τον εποικισμό, να συγκρίνει το τότε με το τώρα, να καταγράψει το τοπίο και να προκαλέσει με τη σειρά του τη σύμπλευση αυτού που τον διαβάζει, στο μερίδιο φυσικά της συγκίνησης που αναλογεί στην αναγνωστική απόσταση. Το κατορθώνει αυτό, έτσι όπως τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δένουν ομαλά με τη μυθοπλασία. Αυτή η σύζευξη κρίνεται απαραίτητη, καθώς χρειάζεται η λογοτεχνική γραφή και η φαντασία, προκειμένου αφενός να καλυφθούν κάποια αναπόφευκτα κενά της μνήμης (η χρονική απόσταση τα δικαιολογεί) και να δεθούν μεταξύ τους τα γεγονότα. Αφετέρου έτσι γίνεται δυνατή στον συγγραφέα η αποτύπωση μιας περασμένης ζωής που ακόμη πονά μέσα στην αλλοίωσή της ή την οριστική της απώλεια – ο συγγραφέας παίρνει αναγκαστικά τον ρόλο του μυθοπλάστη και λειτουργεί με τη φαντασία του για να απαλύνεται έτσι ο πόνος της γραφής, όσο γίνεται. Σαν όλα αυτά να έχουν συμβεί με τη λογοτεχνική άδεια της μυθιστορηματικής απόδοσης σε κάποιους άλλους, σε άλλο τόπο και χρόνο. Λογοτεχνική η συνθήκη αυτή και απολύτως αποδεκτή και κατανοητή.

Το βιβλίο διαβάζεται σαν ένα οδοιπορικό στη σημερινή Κύπρο, τη διχοτομημένη βίαια, αλλά και σαν ένα ταξίδι προς το τότε της Ιστορίας που καθόρισε ανεξίτηλα το σήμερα του νησιού. Διαβάζεται, ωστόσο, και σαν ένα συναρπαστικό στη γραφή του αφήγημα με την τέχνη του Μολέσκη που ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στη συγκίνηση και στη ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων. Έτσι καταγράφει και τις σκέψεις του, μια αφορμή για τις συνακόλουθες του αναγνώστη του:

Στα επόμενα ταξίδια και στους επόμενους Ιούληδες όλα θα ήταν διαφορετικά, ακόμη κι εγώ ο ίδιος θα ήμουν διαφορετικός. Μόνο η ζέστη θα ήταν πάντα η ίδια. Για ν’ αλλάξει, θα πρέπει να μετακινηθεί ολόκληρο το νησί από τη γεωγραφική του θέση, πράγμα το οποίο θα έλυνε όχι μόνο το πρόβλημα της καλοκαιρινής ζέστης και της συχνής λειψυδρίας αλλά και το πολιτικό πρόβλημα του τόπου. Γιατί όσο και να κατευθύνει τις σκέψεις, τις πράξεις και τις επιθυμίες μας η ιστορία, η γεωγραφία είναι αυτή που μας κάρφωσε εδώ, στον τόπο των πυρωμένων Ιούληδων και στο διαχρονικά ταραγμένο τούτο σταυροδρόμι της Μεσογείου.

Ο Μολέσκης κάθε Ιούλιο επιστρέφει στο τότε της πατρίδας του. όπως ο σκύλος του ο Μίσια, που κάθε χρόνο, στις 15 και στις 20 Ιουλίου, αναπαράγει με σπαρακτικό τρόπο τον ήχο των σειρήνων, που έρχονται να μας θυμίσουν τα όσα τραγικά ζήσαμε την περίοδο εκείνη του 1974, θα πει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Vakxikon.gr (18-7-2019).

.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

FRACTAL Σεπτέμβριος 2019

Εν είδει προσευχής

Καθώς η ιστορία αναπτύσσει τον βηματισμό της και τα κορυφαία γεγονότα του σήμερα επιχωματώνονται από τόνους λήθης, τα πράγματα τείνουν ολοένα και προς τον μύθο, κρατώντας ζωντανές τις κεφαλαιώδεις σημασίες τους και χάνοντας βαθμιαία την ανταπόκρισή τους με τις αλήθειες και τις βαθύτερες αιτίες που τα γέννησαν. Οι άνθρωποι, ψηφίδες ενός εργόχειρου που εναλάσσονται διαρκώς μες στην καταπληκτική δίνη του χρόνου, παίρνουν μαζί τους όλα τα γεγονότα, όλα τα ονόματα, όλες τις σημασίες. Τα γεγονότα περιβάλλονται από την αχλύ του ψεύδους διατηρώντας τον αινιγματικό χαρακτήρα πηχαίων τίτλων που τίποτε δεν σημαίνουν πια. Ή πάλι, σε αυτήν την καταιγιστική φάρσα του χρόνου ανανεώνονται και καταλαμβάνουν σαν παρατεταμένοι χειμώνες ζωές και μνήμες, συντηρώντας όλα εκείνα τα δευτερεύοντα ζητήματα που μόνο τέτοια δεν αποδεικνύονται, καθώς εμπεριέχουν τις μικρές ιστορίες εκείνων που βρέθηκαν μες στην καρδιά της απλής και λαϊκής ιστορίας, εκείνου του ιερού βιβλίου που οι άνθρωποι γράφουν και γράφουν, ανακαλύπτοντας στις γραμμές του την πιο πηγαία συνείδηση.

Ο Γιώργος Μολέσκης φαντάζει σαν αυτούς τους φωτογράφους που εξαιτίας μιας τυχαίας συγκυρίας μεταθέτονται στην καρδιά των γεγονότων, καταγράφοντας αυτήν την άλλη επίδραση των πραγμάτων στις ζωές. Στο βιωματικό, μυθιστόρημα «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» των εκδόσεων Βακχικόν, η πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, τα γεγονότα της ύστατης, νεοελληνικής καταστροφής επανέρχονται μαζί με την νεότητα, τα αισθήματα, τις απώλειες και τους συλλογισμούς. Σπίτια και δρόμοι, συμμαθητές, ταξίδια ζωής και διαχωριστικές γραμμές, επανέρχονται με την δριμύτητα της επώδυνης μνήμης. Ένα ταξίδι ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, με μεταθέσεις του χρόνου και του τόπου, έτσι που να μην καθίσταται πια σαφές αν ήταν ο Κάιν ή ο Άβελ που έθεσε τον θεμέλιο λίθο της ανθρώπινης τραγωδίας, αιώνες πριν.

Η Κύπρος του Γρηγόρη Αυξεντίου και του Σαμψών, του Μακάριου και της ντροπιαστικής επταετίας επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο Μολέσκης πάντα με την παράξενη και θερμή του αφοσίωση σε εκείνα που πληγώθηκαν θανάσιμα, περνά τις διαχωριστικές γραμμές, συναντά τους τοίχους του σπιτιού του, τις παλιές βρύσες, την ακαταλάγιαστη ζέστη του θερισμού, τους φίλους που προδόθηκαν και πρόδωσαν, παίρνοντας θέση μες στην μεγάλη, ιστορική συνέχεια. Εκείνοι με τις χαρτονένιες πανοπλίες τους που αναλαμβάνουν τις τύχες της χώρας του, οι λέξεις οι ασπαίρουσες, οι τρομερές, οι ανεξιχνίαστες που μεταδίδουν τα μυθώδη νοήματα κάθε εποχής, παραμένουν ως τις μέρες μας τα σκιάχτρα μιας κοιλάδας αντίστοιχης με εκείνης των δακρύων που απλώνεται σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου. Ο βόμβος της ζωής και η ερήμωσή της, δυο πόλοι αντιθετικοί για τον συγγραφέα που καταθέτει το μυθιστόρημά τους σαν ένα είδος προσευχής, ένα είδος προστιθέμενης αξίας μες στον αέναο και ιερό συναξάρι του κόσμου. Οι λέξεις του αναδύουν την μυρωδιά των παλιών πραγμάτων, των αρωμάτων του τόπου που έχασε και των τόπων που κέρδισε. Μες στην ειρηνική πραγματικότητα διαπιστώνει πως παραμένουν ζωντανές οι σκληρές μνήμες, ένα είδος συγκολητικού υλικού που διαμορφώνει όρους και συνθήκες όπως η εθνική συνείδηση.

Η υπόθεση της Κύπρου, άλυτη, σκληρή, ένα μυθιστόρημα με χιλιάδες άγραφες σελίδες. Και αίμα, ερήμωση, διχασμό. Το επίκεντρο των γεγονότων μετατίθεται σήμερα στο πεδίο των θαλασσίων συνόρων, στα πλαίσια των νέων, εμπορικών βλέψεων. Σαν να λησμονιούνται σιγά σιγά όλα εκείνα τα χωριά που μνημονεύει ο συγγραφέας στις σελίδες του Ιουλίου του, με τις παραδοσιακές τους ονομασίες, οι πόλεις με τα κατάκλειστα ξενοδοχεία, τα λιμάνια, τις παρατεταμένες σιωπές, τις γραμμές που δεν θα μπορούσαν να χαραχτούν με άλλον τρόπο, παρά μόνο με το βαθύ, πράσινο χρώμα της λήθης.Συναγερμοί που ηχούν στο νου ξανά και ξανά και άλλοι που δραματοποιούν τις νύχτες, που φωτίζουν κάτω από στρατιωτικά παραγγέλματα πρόσωπα μάσκες ενός επικίνδυνου θίασου. Η Κύπρος του Γιώργου Μολέσκη, ένας τόπος ονειρικός και προσωπικός θυμίζει πια την Ελένη που από ομορφιά γίνηκε ιδέα, ελεύθερη να μεταφράζεται μες στο θυμικό των ανθρώπων. Οι ραγισμένες πλάκες, τα γκρεμισμένα υποστατικά, τόποι και πράγματα που δεν περιγράφονται αλλά παραμένουν έρωτας τολμηρός, αδιάκοπος, λατρευτικός. Το βιβλίο του κ. Μολέσκη συνιστά ένα είδος προσκυνήματος, το όραμα πίσω από την αξεδιάλυτη σκόνη των εθνικών προδοσιών, των μυθικών καιρών που δεν συνιστούν πια παρά μια φθαρμένη σύνοψη από ονόματα, μαριονέτες, ήρωες και θεούς, έτσι όπως σβήνουν τα περιγράμματα στο κιαροσκούρο του χρόνου. Στην άλλη πλευρά της ταπετσαρίας καταγράφονται πράγματα και μορφές που αντέχουν στον χρόνο επειδή σήμερα μοιάζουν να μην υπήρξαν ποτέ. Τα σπίτια συνιστούν ερωδιούς, μονότονα αγριοπούλια, σαν εκείνα του Φάουστ, βυθισμένα στην άβυσσο, εκεί που οδηγεί το σκοινί της ζωής και της μοίρας. Ο Γιώργος Μολέσκης δεν γράφει για την Κύπρο, γράφει για την ίδια του την ζωή και τούτο από μόνο του επιβάλλει στο πόνημα των εκδόσεων Βακχικόν έναν απροσμέτρητο σεβασμό για όσους βίωσαν την ιστορία και σήμερα μιλούν για εκείνη, ανασύροντας από τα βάθη της στιγμές σκοτεινές και λαμπερά πετράδια.

Κάθε Ιούλιο επιστρέφω, δίχωες μέλλοντες, αφού σοφία συνιστά η βαθιά πεποίθηση του καταιγιστικού χρόνου που μας κατακτά, που παίρνει μαζί του τον τελευταίο μας σπασμό. Δίχως μέλλοντες, σε μια αγρύπνια που επαναφέρει το πρόσωπο του νεκρού και μια υποψία της αδιάκοπης συνέχειας που δεν μπορεί παρά να επιβάλλεται κάποτε στα πράγματα. Η Κύπρος του Μολέσκη αποτελεί ένα μείγμα πλατωνικής ιδέας και αληθούς βιώματος και σαν τέτοια ταξιδεύει στον νότο του καιρού μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα εκείνων που γλίτωσαν από τους ύπνους. Εκείνων που κρατούν ακόμη ζωντανό το δειλό ρίγος του χαμού και της ελπίδας, όσων μπορούν να διακρίνουν, επειδή γνωρίζουν τον τρόπο, ένα γαρύφαλο που αιμοραγεί, ένα στιλέτο που διαγράφεται. Τότε και τώρα, η μνήμη ένα κλειδί στα χέρια του συγγραφέα.

.

Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 19/11/2018  
 

Σε στέρεα αυτοβιογραφικά θεμέλια

Τα πλείστα διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη έχουν φιλοσοφικό υπόβαθρο, διαπνέονται από την προβληματική των υπαρξιακών αναζητήσεων και συνάμα διακρίνονται από μια πηγαία και ατόφια ποιητική διάσταση. Όλα δε έχουν στέρεα θεμέλια στις ρίζες της αυτοβιογραφίας. Ελαύνονται από διαφορετικά ερεθίσματα, από διαφορετικές εποχές, διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, έχουν όμως όλα στο επίκεντρο τους τον άνθρωπο, ως κοινωνικό αλλά κυρίως ως πνευματικό ον. Η βασική θεματική αλλά και αισθητική κατηγορία που διαπερνά όλο το βιβλίο, έχω τη γνώμη πως είναι ο ουμανισμός στην ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου.

Αρκετά από τα διηγήματα του Γ.Μ. θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στον ποιητικό, παρά στον πεζό λόγο. Ακόμη κι όταν ο Γ.Μ. πεζογραφεί, έχω την αίσθηση πως ο ποιητής Μολέσκης χώνει το πρόσωπο του μέσα στο δωμάτιο. Αυτό θα έλεγα, κάνοντας κι ένα λογοπαίγνιο με τον τίτλο του βιβλίου. Πχ στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» (σελ.9-14) θεματοποιείται η ιδέα της αιώνιας νεότητας που θέλγει τους λογοτέχνες, και όχι μόνον αυτούς, ανά τους αιώνες. Αυτή η ιδέα υμνείται εδώ με συγκίνηση, δέος, ιδιαίτερη τρυφεράδα και ποιητική παραστατικότητα.

Σημαντικό μερίδιο στα θεματικές του Γ.Μ. καταλαμβάνουν η ζωή και ο θάνατος. Αυτό, κατά κύριο λόγο, συμβαίνει σε τρία διηγήματα. Τα παραθέτω με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο: α) «Παρατηρητής σε ξένη κηδεία», (σελ. 29-32) β) «Μια κηδεία στο χωριό» (σελ. 33-36) και γ) «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω». (σελ. 37-42) Συχνά ο συγγραφέας λειτουργεί και ως παρατηρητής – σχολιαστής, αμέτοχος στα δρώμενα που λαμβάνουν χώρα δίπλα του ή μπροστά του. Αλλά πάντα πραγματεύεται τις μεγάλες φιλοσοφικές κατηγορίες. Στο πρώτο διήγημα, με αφορμή την τυχαία παρουσία του σε μια κηδεία και τα ερωτικά φιλιά που αντάλλαξαν δυο ζευγάρια μετά το πέρας της τελετής, ο Γ.Μ. μιλά για τη ζωή και το θάνατο και προπαντός για το τι είναι αυτό που μπορεί να ακυρώσει τον τελευταίο.

Η νηφαλιότητα της προσέγγισης του προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη σκέψη του. Ομόθεμο «εξωτερικά» αλλά και «εσωτερικά» είναι το δεύτερο διήγημα όπου ο συγγραφέας επίσης πραγματεύεται εκ νέου την ακύρωση του θανάτου. Και το πράττει με ζέση και τρυφεράδα, αναζητώντας διεξόδους συνειδησιακά λυτρωτικές. Στο τρίτο διήγημα, επίσης, θεματοποιούνται η ζωή, ο θάνατος και το βαθύτερο νόημα τους. Εδώ η ασταμάτητη βροχή, ως οπτικό και ηχητικό φόντο με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπερικλείει, σηματοδοτεί τη συνέχεια της ζωής. Ο Γ.Μ. αντικρίζει το θάνατο με στωικότητα, αλλά και υπερβατική, φιλοσοφική διάθεση. Θλίβεται μεν αλλά δεν συνθλίβεται και, επιστρατεύοντας τη διαλεκτική, προχωρά.

Σε ένα από τα πιο αξιόλογα διηγήματα της συλλογής στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι» (σελ. 49-75) θεματικό επίκεντρο αποτελούν οι τύψεις του συγγραφέα, ότι, ενώ  μπορούσε να δει τον Ρώσο επιστήθιο φίλο του, την τελευταία στιγμή δεν το έπραξε, και αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε. Κι αυτή η «αμέλεια» δεν μπορεί να διορθωθεί με τίποτε. Αυτές οι τύψεις τον παρακινούν να γράψει το πιο εκτενές κι ενδεχομένως το πιο ολοκληρωμένο διήγημα στο βιβλίο, όπου, με τη μέθοδο του φλάσμπακ, αναπαρίσταται η σοβιετική πραγματικότητα της δεκαετίας του’ 70, που είναι τα φοιτητικά χρόνια του Γ.Μ. στη Μόσχα. Και αναπαρίσταται με πληρότητα, ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύβεται τίποτε κάτω από το χαλί του όποιου ιδεολογικού ή άλλου καθωσπρεπισμού.

Αντιθέτως, όλες οι στρεβλώσεις, όλα τα σαθρά και όλοι οι παραλογισμοί μα και οι ανελευθερίες του σοβιετικού μοντέλου παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη διάφανα, χωρίς τα όποια ενοχικά σύνδρομα. Με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αλλά και αξιομνημόνευτη πιστότητα στο πνεύμα και το κλίμα της εποχής, σκιαγραφείται η δαιδαλώδης πορεία των ανθρώπων στα γρανάζια του συστήματος, η μοίρα των προνομιούχων και των λιγότερο προνομιούχων, η μοίρα των …ευέλικτων και των λιγότερο …ευέλικτων. Με εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, ο συγγραφέας διαμηνύει σαφώς πως η ειλικρίνεια, η αυθεντικότητα και η τιμιότητα δεν αποτελούν πάντοτε προσόντα για έναν άνθρωπο, ενίοτε αποδεικνύονται και «μειονεκτήματα».

Θα ήθελα ωστόσο να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με δυο διηγήματα αφιερωμένα στον παππού και τη γιαγιά του συγγραφέα. Στο πρώτο «Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη» (σελ. 102-107) ο Γ.Μ. επιστρέφει στη μεγάλη θεματική δεξαμενή της παιδικής ηλικίας απ’ όπου αντλεί πλουσίους σε γεύσεις, αρώματα, χρώματα και συναισθήματα, χυμούς. θυμάται με συγκίνηση την αναλφάβητη γιαγιά του, που τού απάγγελε από στήθους Βασίλη Μιχαηλίδη. Περιγράφει με δέος το ρίγος που ένιωσε όταν ύστερα από μερικά χρόνια διαπίστωσε σε ποιον ανήκαν οι στίχοι που απάγγελνε η γιαγιά του. Θα χαρακτήριζα το πιο πάνω διήγημα  και ως ένα κείμενο πολιτισμικής αυτογνωσίας.

Αναφορικά με το δεύτερο διήγημα «Ο παππούς μου ο αγιογράφος» (σελ. 108-123) θέλω να επισημάνω ότι όπως και στα πλείστα πεζογραφήματά του ο συγγραφέας πραγματεύεται μεγάλες ιδέες και υψηλά νοήματα. Τη ζωή και το θάνατο πρώτα, αλλά και άλλες έννοιες, συναφείς, όπως η συγχώρεση για παράδειγμα. Η συγνώμη και η εξαγνιστική της ισχύς, η λυτρωτική της χάρη είναι το κύριο θεματικό μοτίβο αυτού του διηγήματος, στο οποίο ο Γ.Μ. μιλά με τόση θέρμη και συγκίνηση για τον παππού και τη γιαγιά του, που ύστερα από σαράντα χρόνια, στο λυκόφως του βίου τους, συναντήθηκαν ξανά για να συγχωρήσουν και να συγχωρεθούν.

Συνολικά αποτιμώντας το βιβλίο του Γ.Μ. θα έλεγα ότι αποτελεί μια σημαντική κατάθεση στα λογοτεχνικά και ειδικά στα πεζογραφικά πράγματα του τόπου μας. Και η σημασία αυτής της κατάθεσης έγκειται πρωτίστως στην αυθεντικότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της.

.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Βιωματικά αφηγήματα

Ο  Γιώργος Μολέσκης είναι πάνω απ’ όλα βιωματικός συγγραφέας. Αυτό διαφαίνεται τόσο σε πολλά ποιήματά του όσο και στα πεζογραφήματά του. Από το 1970 άρχισε να γράφει τη νουβέλα του Τα κλεμμένα σταφύλια, στην οποία θέλησε να καταγράψει βιώματα, πρόσωπα και περιστατικά από τα παιδικά του

χρόνια στην κατεχόμενη γενέτειρά του Λύση, κωμόπολη στην πεδιάδα της Μεσαορίας, αλλά και από τη διαμονή του στην Αμμόχωστο. Η νουβέλα αυτή ξαναγράφτηκε στα χρόνια των σπουδών του (αφού τα χειρόγραφα της πρώτης μορφής χάθηκαν το 1974) και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1985. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά από τη νουβέλα αυτή επανέρχονται ξαναδουλεμένα σε πρόσφατα διηγήματά του.

Βέβαια, δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Μιλάμε για αφηγήματα πιο ελεύθερα στη σύνθεσή τους, τα περισσότερα μικρής έκτασης, που βοηθούν τον συγγραφέα να ξεδιπλώσει μνήμες και προσωπικά βιώματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κύπρο ή από μεταγενέστερες κυπριακές εμπειρίες του, από την περίοδο των σπουδών του στη Μόσχα και από ταξίδια του σε χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική.

Μπορούμε να πούμε εξαρχής ότι στα δεκαοχτώ βιωματικά κείμενα του τόμου η αυτοβιογραφία περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό, ενώ κυριαρχεί η ετερο-βιογραφία. Κατά κανόνα ο συγγραφέας περιορίζεται σε ρόλο αφηγητή-μάρτυρα, που ενδιαφέρεται κυρίως να μνημειώσει πρόσωπα και περιστατικά από το οικογενειακό και το φιλικό του περιβάλλον ή από ταξίδια και λογής εμπειρίες. Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης ξεκαθαρίζεται ότι τα αφηγήματα αυτά βασίζονται σε «πραγματικές ιστορίες», έστω και αν επενδύονται με

στοιχεία μυθοπλασίας. Πάντως, όσα στοιχεία μυθοπλασίας και αν υπάρχουν, δίνεται η εντύπωση ότι ο πεζογράφος θέλησε να κρατήσει σε γενικές γραμμές τον ιστορικό πυρήνα των κειμένων του. Με άλλα λόγια, δεν επιδίωξε να αλλοιώσει το πρωτογενές ιστορικό υλικό, παραγεμίζοντάς το με μυθοπλαστικά στοιχεία, για να το μεταποιήσει ή για να το καταστήσει ενδεχομένως πιο ελκυστικό.

Ό,τι και να συμβαίνει, ο Γιώργος Μολέσκης κατόρθωσε να υπερβεί τον σκόπελο της αυτοπροβολής ή του ναρκισσισμού, ένα βασικό πρόβλημα σε αυτοβιογραφικά κείμενα, επιλέγοντας να δώσει έμφαση στην ετεροβιογραφία. Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο το οποίο συνέβαλε στην ανάδειξη και στην ευόδωση του θεματικού υλικού του είναι η σύνδεσή του με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής. Ίσως ταιριάζει να θυμηθούμε εδώ τη συμβουλή του Θεσσαλονικιού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη ότι «δεν αρκεί το

προσωπικό βίωμα, όταν δεν δένεται με την ιστορία του τόπου». Τη συμβουλή αυτή την είχε επικαλεστεί ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο πεζό κείμενό του «Συνοικισμός Χιρς» και την εφάρμοσε με επιτυχία σε αυτοβιογραφικά

κείμενά του. Με ανάλογο τρόπο ο Γιώργος Μολέσκης δείχνει ότι ενδιαφέρεται να σκιαγραφήσει τον κοινωνικό περίγυρο και γενικά το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί τα πρόσωπα που παρουσιάζει.

Παρόλο που ο συγγραφέας δεν κατατάσσει πάντα τα κείμενα με βάση της θεματική τους, θα μπορούσαμε να τα ταξινομήσουμε χοντρικά σε τρεις ενότητες: Σε μια πρώτη ενότητα εντάσσονται πέντε αφηγήματα που

αφορούν ταξίδια του σε ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τρία κείμενα που αναφέρονται στα χρόνια των σπουδών του στη Μόσχα ή σε μεταγενέστερες επαφές του με την πρώην

Σοβιετική Ένωση. Τα υπόλοιπα δέκα κείμενα αντλούν τη θεματική τους από το κυπριακό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Τα περισσότερα από τα κυπριακά του πάνε στο τέλος του βιβλίου, ενώ προτάσσονται τα αφηγήματα που αφορούν ταξίδια του στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Όταν ταξιδεύει σε άλλες χώρες, ο συγγραφέας-αφηγητής αντιδρά ως ένας φιλοπερίεργος ταξιδευτής ή και ως ευαίσθητος ποιητής: ενδιαφέρεται να δει και να αφουγκραστεί την καθημερινή ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα, να καταγράψει εικόνες, ανθρώπινες συμπεριφορές, συμπτώσεις και παράξενα περιστατικά και να αναζητήσει και να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά τους. Από ένα υπηρεσιακό ταξίδι του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας ο συγγραφέας επιλέγει να καταγράψει την παράξενη ιστορία ενός μεταλλωρύχου, που βρέθηκε νεκρός στις παγωμένες στοές ενός ορυχείου 65 χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει αλλοιωθεί η νεανική του όψη («Όταν σταμάτησε ο χρόνος»). Ένα παλιό ξενοδοχείο σε επαρχιακή πόλη στην κεντρική Ευρώπη,  που λειτουργούσε άλλοτε ως πολυτελής οίκος  ανοχής, γίνεται αφορμή για ονειρικές και φανταστικές αναδιπλώσεις στο μακρινό παρελθόν, στα χρόνια της αρχαίας Πομπηίας («Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο»). Μια ομιλία περί ποίησης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού στην Αθήνα και ειδικά η αναφορά στον διάλογο του Μαγιακόφσκι με τον ήλιο συνδέονται με παραισθητικές εμπειρίες ναρκομανών και καταλήγουν σε μια απόπειρα αυτοκτονίας («Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»). Το παθιασμένο φιλί που ανταλλάσσουν δύο νεαρά ζευγάρια ύστερα από κηδεία συγγενικού τους προσώπου στις χιονισμένες Βρυξέλλες αποτυπώνεται στο μυαλό του συγγραφέαθεατή ως λυτρωτικό αντίδοτο στον θάνατο («Παρατηρητής σε ξένη κηδεία»). Μερικές  παράξενες συμπτώσεις καταγράφονται στο  «Καφέ Βιβλιοπωλείο “Λάμπα”» (που τοποθετείται στην Αμερική αμέσως ύστερα από το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους δίδυμους πύργους) και αφορούν γνωριμίες του συγγραφέα με διάφορα πρόσωπα. Το αφήγημα αυτό εξελίσσεται σε ένα ευαίσθητο σχόλιο γύρω από τη διαφορετικότητα και την αποδοχή του Άλλου.

Στο κέντρο του βιβλίου μπαίνουν τα τρία σοβιετικά-ρωσικά διηγήματα: Το εκτενέστερο της συλλογής, με τον τίτλο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», δεν είναι μόνο μια ενδιαφέρουσα και αξιόλογη προσωπογραφία ενός αλκοολικού διανοούμενου και ποιητή που παρομοιάζεται με ντοστογεφσκικό και γκογκολικό ήρωα, αλλά λειτουργεί και ως ένας πικρός απολογισμός του διαλυμένου σοβιετικού καθεστώτος. Ο Σεργκέι αρνείται να υποταχθεί

στο σοβιετικό καθεστώς και στην κατάσταση που δημιουργήθηκε ύστερα από την κατάρρευσή του· αρνείται να γράψει επικαιρικά ποιήματα και να βολευτεί με οποιονδήποτε τρόπο. Καταφεύγει στο αλκοόλ, έχοντας άδοξο τέλος, ενώ με τις εκτενείς επιστολές του προς τον Γιώργο Μολέσκη λειτούργησε και ως μάρτυρας-απολογητής για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην πρώην Σοβιετική Ενωση στα χρόνια 1982-1993. Μια μυστική βάφτιση στη Μόσχα («Η βάφτιση») και ένα ταξίδι στην Τιφλίδα για την αξιολόγηση ελληνικής μετάφρασης ενός έμμετρου ιπποτικού μυθιστορήματος του 12ου αιώνα του

Γεωργιανού Σιότα Ρουσταβέλι («Εμένα δεν με λένε Ιάσονα») συμπληρώνουν το τρίπτυχο με τις σοβιετικές εμπειρίες του συγγραφέα.

Στα δέκα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής αναπτύσσονται και συμπληρώνονται ποικιλότροπα ορισμένα θέματα και μοτίβα από τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, ενώ προστίθενται νέα πρόσωπα και περιστατικά. Άλλοτε με αδρές και αφαιρετικές πινελιές και άλλοτε με περισσότερες λεπτομέρειες, ο Γιώργος Μολέσκης σκιαγραφεί τον κοινωνικό χώρο και το πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο πριν από το 1974, για να αναδείξει και να μνημειώσει μορφές αγαπημένων προσώπων: της αναλφάβητης γιαγιάς Λουκιανής, από την οποία άκουσε στα παιδικά του χρόνια για πρώτη φορά στίχους από τις δύο επικές συνθέσεις του Βασίλη Μιχαηλίδη («Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη»)· του «λιποτάκτη» παππού του, που εγκατέλειψε τη γυναίκα του για να ασχοληθεί με την τέχνη της αγιογραφίας στην Καρπασία και στην Πάφο («Ο παππούς μου ο αγιογράφος»)· του παρορμητικού πατέρα του, που επινοούσε τα πιο απίθανα πράγματα στις

επαγγελματικές του δραστηριότητες, για να καταλήξει σε προσφυγικό συνοικισμό και να νοσταλγεί το χωριό του και το χαμένο κτήμα του («Οι ελιές του πατέρα μου» και «Βρέχει …αλλά εγώ θα πεθάνω»)· της βασανισμένης

θείας Παναγιώτας, που πέθανε στην προσφυγιά («Μια κηδεία στο χωριό»),

Η μητέρα του συγγραφέα δεν δηλώνεται ως κεντρική μορφή σε κάποιο αφήγημα. Όμως, όπως μας διευκρίνισε ο ίδιος, το διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα» συνδέεται, τελικά, με τους δύο γονείς του. Εδώ η μυθοπλασία είναι αυξημένη· η κεντρική ηρωίδα βασίζεται τόσο στο πρόσωπο της μητέρας του συγγραφέα όσο και σε χαρακτηριστικά της πρώτης γυναίκας του πατέρα του. Βασικά θέματα του διηγήματος είναι η επιλόχεια κατάθλιψη της ηρωίδας, που δοκιμάζει τη σχέση του ζευγαριού, και ο κίνδυνος τον οποίο διέτρεξε η ζωή του συζύγου της σε μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Τα αφηγήματα αυτά λειτουργούν ως μνημόσυνα αγαπημένων προσώπων που έφυγαν από τη ζωή αλλά και ως νοσταλγικές ελεγείες για τον χαμένο παράδεισο των

παιδικών χρόνων στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα Λύση.

Από τα εφηβικά του χρόνια στην Αμμόχωστο, όπου ο έφηβος τότε Γιώργος Μολέσκης εργάστηκε κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 ως μαθητευόμενος υδραυλικός και συγκολλητής, αντλούν τη θεματική τους δύο αφηγήματα: Στο πρώτο («Ένα πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή») δεσπόζει μια

τραυματική εμπειρία, η σεξουαλική παρενόχληση που υφίσταται ο έφηβος ήρωας από έναν μεσήλικα οικοδόμο· και στο δεύτερο («Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε») ο νεαρός ήρωας, ένας μαθητευόμενος συγκολλητής,

καλείται να κατασκευάζει όπλα για να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Τουρκοκυπρίων και των κομμουνιστών. Και στα δύο αυτά κείμενα υπάρχουν ρητές αναφορές στα κυπριακά πολιτικά πράγματα· στα προβλήματα που

αντιμετωπίζει το νεοσύστατο κυπριακό κράτος και στις δικοινοτικές συγκρούσεις.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αρκετά από τα πρόσωπα και τα θέματα που παρουσιάζονται στα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής είχαν εμφανιστεί σε μια πρώτη, σπερματική μορφή στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια.

Πολλές φορές ο συγγραφέας διατηρεί αυτούσιο το θεματικό υλικό του, άλλοτε το αναπτύσσει και το επεξεργάζεται με τη συμβολή της μυθοπλασίας και άλλοτε το αποδίδει πια αφαιρετικά ή πιο αποστασιοποιημένα (βλ. ενδεικτικά τα αφηγήματα που αναφέρονται στη γιαγιά και στον πατέρα αλλά και τα «Ένα

πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή» και «Όταν Η σφαίρα εξοστρακίστηκε»).

Δύο τελευταία αφηγήματα («Το ξύπνημα της επιθυμίας» και «Ένας μετανοημένος κλέφτης») είναι εμπνευσμένα από τη ζωή του συγγραφέα στη Λευκωσία κατά το δεύτερα μισό της δεκαετίας του 1960. Τα κείμενα αυτά

(με θέματα την ερωτική επιθυμία μιας μοναχικής ηλικιωμένης γυναίκας για τον νεαρό γείτονά της, στο πρώτο, και τις περιπέτειες ενός νέου που επιδίδεται σε κλοπές, στο δεύτερο) ξεφεύγουν κάπως από το κλίμα των υπόλοιπων κυπριακών αφηγημάτων της συλλογής.

Με το τελευταίο βιβλίο του ο Γιώργος Μολέσκης παρεκκλίνει για δεύτερη φορά από τη βασική του ενασχόληση με την ποίηση και πετυχαίνει να δώσει πολύ ενδιαφέροντα και αξιόλογα βιωματικά αφηγήματα από μια άλλη Κύπρο, των χρόνων πριν από το μοιραίο 1974, αλλά και από τις σπουδές

του στην πρώην Σοβιετική Ένωση και από πιο πρόσφατα ταξίδια του στον κόσμο. Μπορούμε να πούμε ότι κατάφερε να συνδυάσει αποτελεσματικά την αυτοβιογραφία με την ετεροβιογραφία, δίνοντας περισσότερο βάρος στη δεύτερη. Πέτυχε να μνημειώσει λογοτεχνικά ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά, εντάσσοντάς τα στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής τους και πλαισιώνοντας το πρωτογενές βιωματικό και αυτοβιογραφικό υλικό με τα απαραίτητα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ειδικά στα κυπριακά αφηγήματά του

αναδύονται το κλίμα και το ήθος περασμένων εποχών, της γενέθλιας Λύσης του Παύλου Λιασίδη και γενικά της προτελευταίας Κύπρου του Γ. Φ. Πιερίδη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Μολέσκης συναντά από άλλους δρόμους και τον δεύτερο κύπριο ποιητή που παρουσιάζουμε απόψε, τον

Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, με τον οποίο μοιράζονται κοινές, κυπρογενείς ανησυχίες και εμπνεύσεις. Αποτελεί ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς εξέδωσαν τα βιβλία τους από τις φιλόξενες αθηναϊκές εκδόσεις «Βακχικόν».

Στο μεταξύ ο Γιώργος Μολέσκης έχει ολοκληρώσει άλλο ένα πεζογράφημα, ένα σπονδυλωτό αφήγημα, που είναι εμπνευσμένο από το κρίσιμο ’74 και τα παρεπόμενά του. Μπορεί να γράφτηκαν πολλά για την Κύπρο του ’74 (κυρίως ποιήματα, στίχοι, διηγήματα και χρονικά), αλλά χρειάζεται να γραφτούν και άλλα, ιδίως πιο συνθετικά αφηγήματα,

μήπως καταφέρουμε να εξορκίσουμε τους δαίμονές μας και να δούμε τις ανοιχτές πληγές της Κύπρου και από άλλες σκοπιές, με τη συμβολή της μυθοπλασίας και τη χρήση μιας πιο ανατρεπτικής και απομυθοποιητικής

γλώσσας, για να διδαχτούμε από τα λάθη και τα πάθη μας.

.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

https://leogalazis.blogspot.com/2018/08/

7/8/2018

«Στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης»
Η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο δεν είναι η πρώτη πεζογραφική κατάθεση του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μολέσκη, στην πενηντάχρονη συγγραφική του πορεία, από το 1967 έως σήμερα. Από τα προγενέστερα πεζά του σημειώνουμε ενδεικτικά δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία» και τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Χαραυγή και έπειτα εκδόθηκε σε βιβλίο (1985).[1] Στα 18 διηγήματα του νέου βιβλίου του αποκρυσταλλώνονται πλούσιες εμπειρίες του συγγραφέα, βιωμένες είτε στην Κύπρο είτε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, αφενός με βαθύτατη αίσθηση της εντοπιότητας και της πάλης για υπέρβαση των ορίων και των περιορισμών που πολλές φορές αυτή συνεπάγεται και αφετέρου με κοσμοπολίτικη διάθεση και αναζήτηση απαντήσεων στα διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα στις μεγαλουπόλεις του κόσμου. Το αντίστοιχο αυτής της ανοιχτής προοπτικής και του κοσμοπολιτισμού είναι ιδιαίτερα έντονο στη διηγηματογραφία του Πανίκου Παιονίδη, ίσως και πολλών άλλων Κυπρίων πεζογράφων. Ο κοσμοπολιτισμός στην κυπριακή πεζογραφία είναι, επομένως, ένα γοητευτικό ερευνητικό ζητούμενο της φιλολογίας και της κριτικής. Η σχετική φιλολογική διερεύνηση θα μπορούσε να εκκινήσει από το μελέτημα του Αλέξη Ζήρα «Ο πρώιμος κυπριακός κοσμοπολιτισμός», από το βιβλίο του Όψεις της κυπριακής πεζογραφίας (2010).

Ο τίτλος της συλλογής έχει διακειμενική διάσταση, όπως διαπιστώνουμε από το ομώνυμο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», θέμα του οποίου είναι η επίσκεψη του αφηγητή στις γυναικείες φυλακές της Αθήνας με σκοπό να μιλήσει στις φυλακισμένες για την ποίηση, μετά από πρόσκληση του Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Στο διήγημα αυτό, όπου είναι εμφανής η διάθεση του συγγραφέα για μυθοποίηση των βιωμάτων του και αναγωγή τους σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες, το γυναικείο ακροατήριο παραλληλίζεται από τον αφηγητή με έναν θίασο: «Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν κι εμείς θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο» (25). Στην ομιλία του αφηγητή «η ποίηση ορίζεται ως μια άλλη ματιά στον κόσμο» και ως παράδειγμα χρησιμοποιείται ένα ποίημα του Μαγιακόφσκι: «Να στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…» (25). Το διακείμενο της αναφοράς αυτής –και επομένως και του τίτλου– είναι το ποίημα «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό». Η πρόσκληση / πρόκληση του ποιητικού υποκειμένου εντοπίζεται στους ακόλουθους στίχους: «Φώναξα στον ήλιο: / “Περίμενε, / χρυσοκούτελε, για άκου, / και αυτό, / αφού αναίτια έρχεσαι / δεν έρχεσαι κι από μένα / να πάρουμε ένα τσάι!» / Μα τι έκανα! / Την πάτησα! / Σε μένα, / με ελεύθερη βούληση, / ο ίδιος αυτοπροσώπως, / έρχεται μέσα απ’ τον αγρό, / απλώνοντας τα ηλιο-βήματά του […]”».[2] Από την ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου, μπορούμε να το θεωρήσουμε ως ποίημα ποιητικής, στο οποίο το φως του ήλιου παραβάλλεται με το φως της ποίησης, ως πηγή της αναζήτησης της αλήθειας στη ζωή και στην τέχνη: «Να φωτίζεις πάντα, / να φωτίζεις παντού, / μέχρι το τέρμα, / να φωτίζεις – / μην ψάχνεις δικαιολογία! / Να το δικό μου σλόγκαν / και του ήλιου».[3] Συνεπώς, ο αυτοβιογραφούμενος σε αυτό το βιβλίο Μολέσκης δεν ανακαλεί απλώς στη μνήμη τα βιώματά του, αλλά τα φωτίζει από νέες οπτικές γωνίες, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής αναδημιουργίας και της αναζήτησης των βαθύτερων νοημάτων που, εκ των υστέρων, φαίνεται να έχουν.

Όπως διευκρινίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, η θεματική ύλη των διηγημάτων προέρχεται «από πραγματικές ιστορίες που συνέβησαν στην Κύπρο και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου: Ελλάδα, Ρωσία, ΗΠΑ, Σουηδία, Γεωργία, Βέλγιο και αλλού». Είναι, επομένως, έκδηλη η αυτοβιογραφική διάστασή τους, όπως επισημαίνεται και από τον ίδιο τον συγγραφέα σε πρόσφατη συνέντευξή του, στην οποία αναφέρει: «Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε, άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή».[4] Το καίριο ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, για τον επαρκή αναγνώστη είναι κατά πόσον ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μεταπλάσει λογοτεχνικά τη βιωματική πρώτη ύλη υπερβαίνοντας τους σκοπέλους του αναφορικού λόγου, αν ληφθεί υπόψη το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται από τη θεωρία της λογοτεχνίας: «Έχει λογοτεχνικό χαρακτήρα [η αυτοβιογραφία] και συνεπώς θα πρέπει να συμπαρατεθεί με το μυθιστόρημα και την ποίηση ή έχει ιστορική και βιογραφική αξία και άρα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερος κλάδος του ιστορικο-επιστημονικού λόγου, μαζί με το απομνημόνευμα και τη βιογραφία;».[5] Σε αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.

Η προμετωπίδα της συλλογής, στην οποία παρατίθενται στίχοι του Γ. Μολέσκη από την ποιητική του συλλογή Μες στη ροή παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση για υπέρβαση των περιορισμών της αληθοφάνειας και για πριμοδότηση της μυθοπλασίας, έναντι της επιδίωξης για ακριβή αποτύπωση των πραγματικών βιωμάτων του αφηγητή: «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος […] Η μέρα που πέρασε, / ο χρόνος που έφυγε, / οι άνθρωποι που διάβηκαν, / η ζωή μου… η ζωή μου… / γίνανε μύθος…». Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει να εξετάσουμε είναι με ποια μέσα επιτυγχάνεται αυτή η μετάβαση από το βίωμα στη μυθοποίησή του στο Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο. Η κυρίαρχη στον λογοτεχνικό τύπο αυτοβιογραφίας «ψυχογραφική και ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα» (κατά τη διατύπωση του Γρ. Πασχαλίδη),[6] σε συνάρτηση με τη συχνά επανερχόμενη σε αρκετά διηγήματα λειτουργία του ονείρου και της φαντασίας, τις λιτές περιγραφές, τους διακειμενικούς συσχετισμούς ζωής και τέχνης και τους προβληματισμούς γύρω από τη σχέση τους είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται η μυθοπλασιακή διεργασία των βιωμάτων σε αφηγήματα λογοτεχνικά άρτια.

Η συνειδητή επιλογή του διηγηματογράφου για αποφυγή των λεπτομερών και των μακροσκελών περιγραφών, στην οποία αναφέρεται σε συνέντευξή του, λειτούργησε ως καταλύτης για την αποτελεσματική σύζευξη των πιο πάνω τρόπων: «Στη διάρκεια της συγγραφής», αναφέρει, «εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».[7] Ας δούμε πως υλοποιείται αυτή η πρόθεση. Στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος», λόγου χάρη, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αναφέρεται σε μιαν επίσκεψή του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας και στις συγκυρίες που τον οδήγησαν «να κατέβει διακόσια μέτρα κάτω από τη γη, στις στοές του μεταλλείου, και να ακούσει την ιστορία του ανθρώπου που έμεινε πάντα νέος» (9).[8] Η περιγραφή του μεταλλείου, που ενδεχομένως από άλλον συγγραφέα θα γινόταν σε μεγαλύτερη έκταση, περιορίζεται σε μία μόνο παράγραφο και η έμφαση δίνεται όχι στην παράθεση των ιστορικών λεπτομερειών για τον χώρο, αλλά στην πιο πάνω ιστορία που παρατίθεται με την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης, δεδομένου ότι ο αφηγητής παραχωρεί τον λόγο στον ξεναγό. Ο εντοπισμός σε μια στοά του μεταλλείου ενός εδώ και χρόνια πεθαμένου άντρα, το σώμα του οποίου δεν αποσυντέθηκε, προκαλεί το αφηγηματικό ενδιαφέρον: «Εκτός από το κόκκινο χρώμα που είχε απλώσει πάνω στο πρόσωπο, στα ρούχα και στα χέρια του ο χαλκός, τίποτα δεν έδειχνε πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν πεθαμένος εδώ και χρόνια. Ήταν σάμπως να κοιμόταν, ή να είχε πεθάνει μόλις χτες» (13). Η συγκινησιακή φόρτιση της αφήγησης εντείνεται όταν, στη συνέχεια, μια ενενηντάχρονη γυναίκα, η αρραβωνιαστικιά του πεθαμένου άντρα, τον αναγνωρίζει: «Γονάτισε και του χάιδεψε το πρόσωπο, σαν να ’ταν ο μικρός της γιος ή ο εγγονός, αφού αυτός, ανέγγιχτος από τον χρόνο, έμοιαζε σάμπως να είχε κοιμηθεί όλα τα χρόνια της φθοράς ή σαν να βγήκε σε μια κρίσιμη στιγμή έξω από το παιχνίδι» (14). Πέρα από τη δειγματική λιτότητα, το διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» είναι αξιοσημείωτο και για τη θεματική του έρωτα και του θανάτου σε μια ευρύτερη υπαρξιακή θεώρηση και προοπτική, που αποκρυσταλλώνεται στον επίλογο: «Η ιστορία όμως εκείνη, μια κατάδυση στις υπόγειες στοές του μεταλλείου, που οδήγησε σε μια πορεία στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης, φωτίστηκε και συνεχίζει να φωτίζεται από το μυστήριο φως της ύπαρξης, που όλο ψάχνει, καθώς φανάρι μεταλλωρύχου, στις υπόγειες στοές, τα μονοπάτια της ανθρώπινης μοίρας!…» (14).

Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.

Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας», ένα διήγημα μικρής έκτασης, με απλή πλοκή και ανοιχτό τέλος, ψυχογραφείται «μια γυναίκα περασμένης ηλικίας», ένοικος «μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας» στην παλιά Λευκωσία, και αποδίδεται η αφύπνιση του ερωτισμού της, μετά την εμφάνιση ενός νέου και αινιγματικού ενοίκου, που την αναστατώνει, καθώς προσπαθεί με τη φαντασία και τη διαίσθησή της να προσδιορίσει αν είναι ελαιοχρωματιστής, ζωγράφος ή ποιητής και σκέφτεται «πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα και ερωμένη του!…» (22). Στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», το πιο εκτεταμένο διήγημα της συλλογής, με σύνθετη πλοκή και κλειστό τέλος, αντικείμενο της, αναλυτικότερης εδώ, ψυχογράφησης είναι ο Σεργκέι, φίλος του αφηγητή και παλιός του γνώριμος από τα φοιτητικά χρόνια, με τον οποίο ο δεύτερος διατηρεί αλληλογραφία και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Με διεισδυτική γραφή και εμφανή συμπάθεια αποδίδεται η προοδευτική κατάληξη του Σεργκέι στον αλκοολισμό, η οποία διασυνδέεται με την αποτυχία του να καθιερωθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας: «Δεν είχε καταφέρει, ωστόσο, παρά τις συνεχείς προσπάθειές του, να δημοσιεύσει ποιήματά του σε κάποιο από τα λογοτεχνικά έντυπα της Μόσχας, ή να εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή. Για να μην κατηγορηθεί ως αρνητής ανάληψης εργασίας, πράγμα που θεωρείτο ποινικό αδίκημα, εργαζόταν ως νυχτοφύλακας σ’ ένα εργοστάσιο» (61). Με ψυχογραφική δεινότητα, που παραπέμπει στο Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, περιγράφεται η αυτόβουλη επίσκεψη του Σεργκέι στην αστυνομία και η κατάθεση εκ μέρους του της πληροφορίας για τη συνεργασία του με έναν Αμερικανό δημοσιογράφο, εξαιτίας του ψυχωτικού του φόβου ότι η σύμπραξη αυτή δεν θα έβρισκε σύμφωνες τις αρχές. Η διακειμενική σχέση της αφηγηματικής αυτής ενότητας με τη ρωσική πεζογραφία επισημαίνεται από τον ίδιο τον αφηγητή: «[…] δεν μπορούσα παρά να βλέπω σ’ αυτόν έναν ζωντανό ντοστογιεφσκικό ή γκογκολικό ήρωα, που σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και πανικού πήγε στην Ασφάλεια να καταγγείλει ο ίδιος τον εαυτό του» (70). Το σύνθετο αυτό διήγημα ολοκληρώνεται με τη διαλεύκανση του μυστηρίου γιατί ο Σεργκέι δεν ανταποκρινόταν στο τελευταίο από τα τηλεφωνήματα του αφηγητή, κατά τη διάρκεια μιας υπουργικής επίσκεψης στη Μόσχα στην οποία συμμετείχε.

Η ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα, ως αναστοχαστική και αξιολογική ανάκληση των βιωμάτων και των εμπειριών, που είναι έκδηλη στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», εντοπίζεται και σε πολλά άλλα διηγήματα της συλλογής. Στο «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω», για παράδειγμα, είναι διάχυτες η υπαρξιακή αγωνία απέναντι στον επερχόμενο θάνατο και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στα άλυτα μεταφυσικά ερωτήματα γύρω από αυτόν. Και στο διήγημα αυτό ο Μολέσκης αυτοβιογραφείται, επιλέγοντας ωστόσο την τριτοπρόσωπη αφήγηση ως μέσο αποστασιοποίησης από τη βιωματική πρώτη ύλη. Ένα ατύχημα του πρόσφυγα γερο-Κυριάκου, η χειρουργική επέμβαση και η παραμονή του στο νοσοκομείο γίνονται αφορμή να ανακαλέσει στη μνήμη τη ζωή του στο κατεχόμενο χωριό του και ειδικότερα «τη βροχή που σήμαινε τόσα πολλά γι’ αυτόν» (39), άλλοτε ως δημιουργική και άλλοτε ως φθοροποιός και καταστροφική δύναμη. Και αργότερα, στο σπίτι του, στον προσφυγικό συνοικισμό, «έβλεπε πάλι τη βροχή να πέφτει και την άκουγε να χτυπά πάνω στη στέγη του σπιτιού και στις πλάκες της αυλής» και «η βροχή αυτή είχε γίνει ένας αγωγός μνήμης, ένας δρόμος προς τα πίσω […]» (40). Εκείνες, λοιπόν, τις στιγμές, υπό το κράτος του θανάτου, θυμάται τις τελευταίες στιγμές του πατέρα του, επανερμηνεύοντας το βίωμα αυτό από μια νέα οπτική γωνία: «Ο Κυριάκος τού έπιασε τρυφερά το χέρι, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: “Βρέχει, πατέρα.». Κι ο πατέρας του κοιτάζοντας κάπου πέρα στο κενό απάντησε: “Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!” Σε λίγες μέρες πέθανε. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με αμείωτη ένταση. Με τη βροχή τον μετέφεραν στην εκκλησιά, με τη βροχή στο κοιμητήρι. Βρεγμένο τον έθαψαν στην υγρή γη» (41). Ωστόσο και ο ίδιος, λίγο προτού πεθάνει, επαναλαμβάνει τη φράση του πατέρα του, «Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!» στον δικό του γιο (προφανώς στον αυτοβιογραφούμενο συγγραφέα που καλύπτεται πίσω από την τεχνική της τριτοπρόσωπης αφήγησης), ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της, όπως σημειώνεται στην κατακλείδα του διηγήματος.

Το στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας, που εντοπίσαμε στο πιο πάνω διήγημα, καθώς και άλλα μεταφυσικά ζητήματα που ανιχνεύονται σε άλλα διηγήματα της συλλογής συνδέονται με τη δεσπόζουσα σε αυτήν λειτουργία του ονείρου, όχι απλώς ως καταγραφής του υποσυνείδητου και των ανομολόγητων επιθυμιών, αλλά επιπλέον και ως μέσο για μια δεύτερη «ανάγνωση» της πραγματικότητας και των επιμέρους βιωμάτων, που ανακαλούνται στη μνήμη του αφηγητή ο οποίος, εκ των υστέρων, ανακαλύπτει νέες αθέατες όψεις τους. Το όνειρο κυριαρχεί, για παράδειγμα, στο διήγημα «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο», όπου ο αφηγητής μετά από ένα βράδυ έντονων ονειρικών ερωτικών φαντασιώσεων, πληροφορείται ότι το ξενοδοχείο στο οποίο διαμένει «για τριακόσια σχεδόν χρόνια ήταν γνωστό σε όλη τη χώρα και στις γειτονικές ακόμη ως ένα αυθεντικό πορνείο πολυτελείας, που το επισκέπτονταν έμποροι και κυβερνήτες, ακόμη και ποιητές…» (18), αδυνατώντας να θυμηθεί αν είχε εκ των προτέρων διαβάσει την πληροφορία αυτή ή αν «τα δωμάτια του ξενοδοχείου, φορτωμένα μνήμες και εικόνες άλλων εποχών, βρίσκουν κάποιους ενοίκους δεκτικούς και εκτονώνονται […]» (ό.π.). Και στο τέλος αυτού του διηγήματος διαπιστώνουμε την προσφιλή στον συγγραφέα τάση να αφήνει να αιωρείται αναπάντητο ένα ερώτημα ή μια απορία γύρω από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, τον έρωτα, τον θάνατο, τη μοίρα, που ανιχνεύονται και στο δικό του βιβλίο.

Διαφοροποιημένη είναι η λειτουργία των δύο ονείρων που εντοπίζονται στο διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα». Στο πρώτο όνειρο του πρωταγωνιστή, τα μαύρα σταφύλια ερμηνεύονται από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή ως προμήνυμα συμφοράς, η οποία την επομένη επέρχεται με μια νεροποντή κατά την ώρα του τρύγου, από την οποία σώθηκε σαν από θαύμα: «Σε όποια κατεύθυνση κι αν στρεφόταν, έβρισκε μπροστά του σταφύλια, ώριμα, με ρώγες, ασυνήθιστα αδρές και κατάμαυρες. Ήταν απειλητικά, σαν φίδια που ήθελαν να τον καταπιούν, σαν ένας βάλτος ή μια θάλασσα που ήθελαν να τον πνίξουν […]» (91). Ας σημειωθεί ότι στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια εντοπίζεται το ίδιο μοτίβο των σταφυλιών στους εφιάλτες ενός δεκάχρονου παιδιού: «Είταν τόσο κουρασμένος που δεν ονειρεύτηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Ούτε και τα σταφύλια που για καιρό ύστερα έμελλε να τα βλέπει κάθε βράδυ στον ύπνο του».[10] Στο δεύτερο όνειρό του, μετά τη διάσωσή του από βέβαιο θάνατο, ο πρωταγωνιστής βλέπει την εφιαλτική σκηνή του μαρτυρικού θανάτου του αδελφού του από αναμμένο κερί: «[…] το παιδί καιγόταν σαν λαμπάδα μέσα στην κούνια του. Όμως, κατά παράξενο τρόπο, ο καμένος αδελφός του τώρα ήταν μεγάλος άντρας, ίδιος ακριβώς μ’ αυτόν. Στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι γυμνός, τον κοίταζε και του χαμογελούσε ήρεμος, ενώ καιγόταν ολόκληρος σαν λαμπάδα… (99).

Στο διήγημα «Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε», όπου αποτυπώνονται οι εμπειρίες του συγγραφέα από τη βιοπάλη προτού με πολλές δυσκολίες καταφέρει να ολοκληρώσει την εγκύκλιά του μόρφωση και να φύγει για σπουδές (όπως και σε άλλα διηγήματα της συλλογής), το όνειρο λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στα προηγούμενα παραδείγματα, ως απότοκο του φόβου και της ανησυχίας του αφηγητή ότι η αποδοχή εκ μέρους του της οπλοκατοχής, μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, θα του προκαλούσε προβλήματα: «Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν συνέχεια πως είχα μπλέξει σε μια ιστορία που δεν ήταν για μένα. Αν μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, έρχονταν εφιαλτικά όνειρα και μ’ έκαναν να πετάγομαι. Ακόμη και το ίδιο εκείνο όνειρο που είδα όταν κοιμόμουν στο χωριό με το πιστόλι του Στέλιου κάτω από το μαξιλάρι μου ήρθε και με βρήκε. Παραλλαγμένο. Ο νεκρός αυτή τη φορά ήταν ο ίδιος ο Στέλιος […]» (139). Το όνειρο αυτό εν τέλει αποδεικνύεται προφητικό.

Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι ο Γ. Μολέσκης πέτυχε στο νέο βιβλίο του να αποφύγει τους σκοπέλους της αναφορικής αυτοβιογράφησης και να μεταπλάσει το βιωματικό του υλικό σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες. Μολονότι στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής δεν εφαρμόζονται τεχνικές πρόκλησης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος που είναι συνήθεις στα αστυνομικά διηγήματα, με τις οποίες εξάπτεται η φαντασία και η αγωνία του αναγνώστη, ο συγγραφέας εξασφαλίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον με άλλους τρόπους, όπως είναι η αφηγηματική άνεση, η εκφραστική λιτότητα, η εξομολογητική διάθεση, καθώς και η συνεχής αιώρηση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, στον λόγο και στον μύθο, στο όνειρο και την πραγματικότητα. Και είναι γι’ αυτό που ανεπιφύλακτα υποστηρίζουμε ότι η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο είναι αξιόλογη, ότι θα αντέξει στον χρόνο και θα καταξιωθεί στη συνείδηση των αναγνωστών.

[1] Βλ. Γ. Μολέσκης, Τα κλεμμένα σταφύλια, Λάρνακα, 1985. Απόσπασμα της νουβέλας δημοσιεύθηκε στη Νέα Εποχή 99 (1973) 581-584˙ βλ. επίσης του ίδιου, δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία»: Νέα Εποχή 83 (1969) 19˙ ό.π. 89 (1971) 44-47.

[2] Βλ. Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό», μτφρ. Ελένη Κατσιώλη: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/8969-mayakovsky-26012018 (ανάκτηση: 11 Μαρτίου 2018) [= Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Συλλογή έργων σε έξι τόμους, Βιβλιοθήκη «Ογκανιόκ», Εκδόσεις «Πράβντα», Μόσχα, 1973, τ. 1, 402–405]. Ευχαριστώ τον Γ. Μολέσκη για την υπόδειξη του διακειμένου.

[3] Ό.π.

[4] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό», Ο Φιλελεύθερος, 14 Φεβρ. 2018: http://www.philenews.com/politismos/anthropoi/article/489648/gorgs-moleskis-epikentronomai-sto-oysiastiko (Ανάκτηση: 11 Μαρτ. 2018).

[5] Γρηγόρης Πασχαλίδης, Η ποιητική της αυτοβιογραφίας (διδ. δ.), Ιωάννινα, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1991, 2.

[6] Ό.π., 37-38.

[7] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό»…

[8] Με τους εντός παρενθέσεων αριθμούς, εδώ και εφεξής, παραπέμπουμε στις σελίδες της υπό σχολιασμό συλλογής διηγημάτων.

[9] Χρυσόστομος Περικλέους, «Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου», Χαραυγή 28 Ιαν. 2018.

[10] Βλ. Γ. Μολέσκης, «Τα κλεμμένα σταφύλια», Νέα Εποχή 99 (1973) 584. Διατηρείται η ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης.

 

ΧΡΥΣOΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛEΟΥΣ

http://dialogos.com.cy/28/1/2018

Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου

Ήταν μια ευχάριστη περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου οι αφηγήσεις του Γιώργου Μολέσκη στη συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Πρόκειται για μια, κατά κύριο λόγο, κατάθεση προσωπικής μαρτυρίας. «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος» λέει ο ίδιος, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το είδος των ιστοριών του βιβλίου. Ιστορίες που βγαίνουν από προσωπικές εμπειρίες, που τις βιώνει όμως με την ευαισθησία του ποιητή από τη μια κι από την άλλη με τη ματιά ενός πολίτη του κόσμου με δεκτικότητα στο νέο και το διαφορετικό. Ιστορίες που έχουν στο κέντρο τον άνθρωπο, ιστορίες που, προχωρώντας πέρα από την προσωπική μαρτυρία, δημιουργούν χαρακτήρες.

Διαβάζοντας την ιστορία του Σεργκέι, φίλου του συγγραφέα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Μόσχα, έχεις την αίσθηση ενός ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Ευαίσθητος, με ποιητική ιδιοσυγκρασία, που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα καλούπια του σοβιετικού καθεστώτος, που δεν μπορεί να υποταχθεί στις κοινωνικές συμβάσεις, μοναχικός, δυστυχισμένος. Τα ποιήματά του -που τα απορρίπτουν οι κριτικοί καθώς δεν ταιριάζουν στα πρότυπα που θέτει το καθεστώς- τα διαβάζει στη σκυλίτσα του: «Είναι τόσος κάποτε ο πόνος που δεν νιώθεις πόνο […] Είμαι γεμάτος με ακαθόριστη πλήξη…». Κι είναι η σκυλίτσα ο μοναδικός σύντροφος στη μοναξιά του: «Μυρίζει τσάι κι είναι ο καπνός βαρύς απ’ το τσιγάρο / Καθόμαστε μαζί με τη σκυλίτσα / κι ακούμε το σούρσιμο των ποντικών / και των κλαδιών το τρίξιμο πάνω απ’ το ποτάμι».

Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας» μια άλλη μοναχική ύπαρξη, μια μεσήλικη γυναίκα που ζει μόνη σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, γεμίζει τη μοναξιά της παρακολουθώντας, από τη μισάνοικτη πόρτα ή από το παράθυρο της κουζίνας που βλέπει τον διάδρομο, τους καινούργιους κυρίως ενοίκους, που εναλλάσσονται κάθε τόσο, μέχρι που ταράζει κυριολεκτικά την ψυχή της ένας νιόφερτος νεαρός νοικάρης, μπορεί ζωγράφος ή συγγραφέας ή ποιητής, που, καθώς της γίνεται εμμονή να τον παρακολουθεί, ξυπνά μέσα της τη μάνα, τη γυναίκα, την ερωμένη…

Στο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, ο συγγραφέας φέρνει πάλι τον αναγνώστη στο περιθώριο της κοινωνίας. Ομιλία για την ποίηση με ακροατήριο γυναίκες σε φυλακή της Αθήνας, κατάδικες για ναρκωτικά, ερωτικές ιστορίες, εγκλήματα πάθους… Στη σύναξη άλλες επιδεικτικά ατημέλητες, άλλες βαμμένες με φροντισμένη εμφάνιση, άλλες ερωτικά προκλητικές… Κι ο ποιητής να τους μιλά για την ποίηση ως «μιαν άλλη ματιά στον κόσμο που, μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο, μας ανοίγει διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής». Και να τους διαβάζει ποίημα του Μαγιακόφσκι, όπου ο ποιητής προσκαλεί τον ήλιο στο δωμάτιό του να μιλήσουν… Και ξαφνικά βλέπεις να μπαίνει στα σκοτεινά κελιά των φυλακών ο ήλιος, το φως, η άλλη αλήθεια, πέρα από τις συμβατικές πραγματικότητες που κρατούν αυτές τις γυναίκες στο σκοτάδι.

Οι γυναίκες που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας αναδύονται και πάλι στη φαντασία του συγγραφέα όταν καταλύει «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο» ευρωπαϊκής πόλης χωρίς να γνωρίζει πως το αναπαλαιωμένο κτίριο που το στεγάζει ήταν, για 300 τόσα χρόνια, πορνείο πολυτελείας. Το ύφος όμως του χώρου, το άρωμα ερωτισμού που αναδίδει, υποβάλλουν στον ευαίσθητο επισκέπτη-ποιητή τη ζωή που κύλησε στα δωμάτιά του, μεταφέροντάς τον σε σκηνές με γυναίκες που πουλούν το κορμί τους… για να σβήσουν στο τέλος σαν καμένοι πυρσοί.

Ο έρωτας κι ο θάνατος, θεμελιακά στοιχεία της ποίησης, συναντώνται, ή μάλλον τέμνονται, σε τέσσερις αφηγήσεις του βιβλίου. Στη μια (Όταν σταμάτησε ο χρόνος), σταματά ο χρόνος στο θάνατο ενός νέου μεταλλωρύχου στα βάθη της γης. Κι όταν, μετά από χρόνια, βγάζουν το νεκρό σώμα του στην επιφάνεια, βλέπουν με έκπληξη τα αναλλοίωτα χαρακτηριστικά στο αρυτίδωτο πρόσωπό του, που δέχεται το τρυφερό χάδι της ογδοντάχρονης γριάς τότε αρραβωνιαστικιάς του. Στη δεύτερη (Παρατηρητής σε ξένη κηδεία), μπαίνοντας ο συγγραφέας σε μια παλιά γοτθική εκκλησία στις Βρυξέλλες, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κηδεία. Μένει εκεί και παρακολουθεί «σαν θεατής σε μια παράσταση σε ξένη γλώσσα, ο οποίος γνωρίζει το έργο και προσπαθεί να εμβαθύνει στην ουσία του». Κι ενώ παρακολουθεί τον κόσμο που βγαίνει από την εκκλησία, πέφτει το βλέμμα του σε δύο νεαρά ζευγάρια -λευκό αγόρι με μαύρο κορίτσι και αντίστροφα- να κοντοστέκονται στην έξοδο και να φιλιούνται θερμά χείλη με χείλη, «δύο σχεδόν παθιασμένα φιλιά», αυτά που ακυρώνουν το θάνατο. Στην τρίτη ιστορία (Βρέχει αλλά εγώ θα πεθάνω), ο θάνατος ακυρώνεται με τη σύνδεσή του με τη βροχή, την πηγή της ζωής. Στην τέταρτη ιστορία (Μια κηδεία στο χωριό), στην κηδεία της θείας Παναγιώτας, τα στοιχεία που, όπως το αισθάνεται ο ποιητής, ακυρώνουν το θάνατο είναι η άνοιξη με τ’ αγριολούλουδα του κάμπου. Ο έρωτας στη φύση ακυρώνει και πάλι το θάνατο, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάσταση…

Ψηφίδες της ποιητικής ευαισθησίας του Γιώργου Μολέσκη αφήνονται σκόρπιες στην αφήγηση των ιστοριών του. Καθώς συναντάται όμως με την ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη, πρώτα μικρό παιδί από την αναλφάβητη γιαγιά που του απαγγέλλει απ’ έξω 9η Ιουλίου και Χιώτισσα κι ύστερα, ως έφηβος, όταν διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματα, μας εισάγει στον πυρήνα της ποιητικής ύλης, τις λέξεις, και στη λειτουργία τους. «Ήταν κάποιες λέξεις και φράσεις που καρφώνονταν σαν μαχαίρια στην καρδιά μου και για χρόνια πολλά δεν μπορούσα να τις φέρω στη μνήμη μου δίχως να νιώθω ένα συναίσθημα φόβου και μυστηρίου: Δεσποτάες, Αρναουτάες, Χατζιαλάς, νεκατσιασμένοι, λας, μαύρος χάρος, σουρούπια του φου»… Η λέξη, με το φορτίο που κουβαλά, το κύτταρο της ποίησης…

http://dialogos.com.cy/blog/peridiavasi-stis-chores-tou-kosmou/#.WnYSUcfXbct

.

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

.

  ΡΩΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ 20ου ΑΙΩΝΑ

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 19/1/2018

Κορυφώσεις μιας μακράς ποιητικής παράδοσης

Οι «Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα» σε εισαγωγή και μετάφραση του Γιώργου Μολέσκη (Ελληνικά Γράμματα) επανεμφανίζονται ως «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα». Ο Μολέσκης, με μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη Ρωσική Λογοτεχνία (Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ), καταθέτει μια εκτενή και εποπτική εισαγωγή στο σύνθετο αυτό πεδίο, δομώντας επιτυχημένα το θέμα του στις εξής κατηγορίες: «Η περίοδος του συμβολισμού», «Μετά τον συμβολισμό», «Η σοβιετική περίοδος» και το «Τέλος του αιώνα».

Με την κατηγορία «Μετά τον συμβολισμό» –η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον– να εμπεριέχει τους ακμεϊστές Γκουμιλιόφ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, και τους ιμαζιστές-φουτουριστές Χλέμπνικοφ, Μαγιακόφσκι, Τσβετάγεβα, Παστερνάκ και Γεσένιν. Χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία των «Σοβιετικών» Ταρκόφσκι και Μπρόντσκι (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1987).

Αυτό που διαφοροποιεί εξαρχής τη ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα, και επισημαίνεται στην εισαγωγή, είναι πως τον «αισθητισμό» της πρώτης γενιάς των Ρώσων συμβολιστών –με τη γαλλική, που ρέπει προς τον αισθητισμό, και τη φιλοσοφίζουσα γερμανική φορά παρούσες– διαδέχεται ο μυστικιστικός συμβολισμός μιας άλλης γενιάς, που δεν μεσσιανίζει, καθιστώντας το ρωσικό παράδειγμα αναντικατάστατο.

Πρόκειται για ένα μεταφυσικό άνοιγμα που γειώνεται μέσω του τεχνο-φουτουρισμού, ξεπερνώντας τον εγω- και κυβο-φουτουρισμό, και που οδηγεί –μέσω της ρωσικής πνευματικότητας και τον μυστικισμό του Σολοβιόφ– στον «ρωσικό κοσμισμό» του χριστιανού ορθόδοξου φιλοσόφου Νικολάι Φιοντόροφ, γνωστού για τις ιδέες του πάνω στην επέκταση του ορίου της ζωής των ανθρώπων με επιστημονικά μέσα, την αθανασία και τη νεκρανάσταση.

Εκθέτοντάς μας σε ένα μείγμα μεσαιωνικής καθυστέρησης και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, πανσλαβισμού και ευρωπαϊσμού, τσαρισμού και επανάστασης, μεταφυσικής και κοινωνικής συναίνεσης ή άρνησης, που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πως ο Μαγιακόφσκι κυριολεκτεί όταν ζητά από τον χημικό του μέλλοντος να τον αναστήσει: «– Μη γυρίζεις τις σελίδες! / Ανάστησε εμένα! […] Ανάστησέ με / τουλάχιστον γιατί / εγώ / ποιητής / σε πρόσμενα / παραμερίζοντας της κάθε μέρας τη ρουτίνα!». Ή κατανοούμε τον Χλέμπνικοφ που προσπάθησε να εφεύρει έναν νέο τρόπο μέτρησης του χρόνου, τον οποίο και διατρέχει σε όποια κατεύθυνση επιθυμεί.

Σε αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνουμε πως η «εξωτική» και «πρωτόγονη» φυγή των ακμεϊστών ποιητών είναι άλλης τάξης, δεν σχετίζεται δηλαδή με τα γαλλικά και γερμανικά παραδείγματα. Πλησιάζοντας σε αυτό που γράφει ο Ελύτης για τον Εμπειρίκο: «Ο παράδεισος των παιδικών χρόνων του ποιητή γεμίζει από μικρούς Ρώσους και Τατάρους που παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά ή κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση». Συναντώντας την κατά Κίρκεγκορ νοσταλγία, την τέχνη ως τη δυνατότητα να επαναβιώνεται η αίσθηση πληρότητας, μέσω της επιστροφής και της αποκατάστασης, παραμένοντας κατ’ οίκον. Ενας «οίκος» που στην Αχμάτοβα εμπλουτίζεται από έναν πλούσιο εσωτερικό ρυθμό που, ενώ πλησιάζει την καθημερινή ομιλία, πετάγεται σε μεγάλη ύψη, θυμίζοντας τον Πεντζίκη.

Οι ανθολογημένοι ποιητές επιμένουν τόσο στον κόσμο ως ενότητα όσο και στην ιδέα της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό, αν και αντιδρούν μηδενιστικά. Μπολιάζοντας τον γερμανικό ιδεαλισμό τύπου Σέλινγκ στον ρωσικό μυστικισμό. Ενας Σέλινγκ που συλλαμβάνει τον κόσμο ως τη συνεχή δημιουργική δραστηριότητα ενός «Απόλυτου Πνεύματος» και που η ένταση της αποκάλυψης και σύλληψης εξαρτάται από την προδιάθεση και τη δυναμική του εκάστοτε υποκειμένου. Συναντώντας εδώ πέρα από τον ανθολογημένο Αρσένι Ταρκόφσκι και τον κινηματογραφιστή Αντρέι Ταρκόφσκι.

Δείχνοντας πως ο «Ρώσος ποιητής» είναι κάποιος που βιώνει διαφορετικά τη ροή της ιστορίας, τη βιολογική εξέλιξη και τους ψυχολογικούς μηχανισμούς, πέρα από την προσέγγιση των «αποστειρωμένων» επιστημών που πλησιάζουν τον κόσμο ως «νεκρή ύλη». «Επενδύοντας» στο υδάτινο στοιχείο, στις ακτίνες, στην αγάπη και σε άλλες παράπλοιες της «ζωντανής ροής της ζωής».

Στις επιτυχίες του Μολέσκη συγκαταλέγεται ο πλούσιος σε τονισμό στίχος, που μεταφέρει συχνά το κλίμα του πρωτότυπου, στοχεύοντας στην αφαιρετικότητα της μουσικής, χωρίς να θυσιάζεται η παραστατικότητα. Επίσης, στην εισαγωγή του κομίζει ένα άλλο πολιτιστικό παράδειγμα, όπου οι Ρώσοι ποιητές φαίνεται πως ωφελούνται ο ένας από τον άλλον ώστε να ανέβουν όλοι μαζί. Να σημειωθεί, τέλος, πως καλό θα ήταν να ανθολογηθεί κάποιος από την ομάδα «ΟΜΠΕΡΙΟΥ» (λ.χ. ο Δανιήλ Χαρμς), όπως και να συμπεριληφθεί η «Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζον Ντον» του Μπρόντσκι.

Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά υπογραμίζοντας πως ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», που επένδυσε στο ηρωικό και στο φολκλορικό, ταυτίζοντας τη λαϊκότητα με την κομματικότητα, δεν έδωσε ποιητικά αναστήματα που θα άξιζε να ανθολογηθούν και ορθώς δεν συμπεριλήφθηκαν. Μια παρουσία-απουσία που μας περνά μ’ ένα άλμα στη σημερινή εποχή. Ενδεικτικά στην κινηματογραφική ταινία του Ζβιάγκιντσεφ «Χωρίς αγάπη» (2017), όπου διάφορες ομάδες στο δάσος αναζητούν την απούσα ρωσική ψυχή/σώμα, φωνάζοντας «Αλιόσα!», τον ντοστογιεφσκικό ήρωα/παιδί. Κάνοντας σημειωτόν και περιμένοντας. Μια απάντηση, λοιπόν, σε αυτή την αναζήτηση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα».

 

 

.

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα “Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου”. Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

.

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

.

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

.

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά “μέγιστο”. Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι “η ποίηση” και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

.

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΑΝΑΓΗ

Ο Φιλελεύθερος 14/2/2018

Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό

«Αυτό που προσπάθησα ήταν να επικεντρωθώ στο ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».

Πώς άρχισε η ιδέα του νέου σας βιβλίου «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»; Η ιδέα υπήρχε από παλιά, αλλά ωρίμασε και άρχισε να παίρνει μορφή μετά την έκδοση του τελευταίου μου ποιητικού βιβλίου «Το ημιτελές ποίημα», ως μια παράκληση από την πορεία της ποιητικής δημιουργίας. Λέω υπήρχε, αφού και τα δεκαοκτώ διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο έχουν ως αφετηρία τους πραγματικές ιστορίες, οι οποίες συνέβηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορα μέρη του κόσμου και τις κουβαλούσα μέσα μου. Είναι ιστορίες στις οποίες το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο και που αποκαλύπτουν μια προσωπική στάση απέναντι στους ήρωες και στα γεγονότα που παρουσιάζονται. Έχουν επίσης και μια ποιητική διάσταση, που πηγάζει τόσο από τους χαρακτήρες των ηρώων, όσο και από τα ίδια τα γεγονότα. Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη διάρκεια της συγγραφής των 18 διηγημάτων σας; Είναι γεγονός πως όσο και να έχεις δουλέψει μέσα σου ένα λογοτεχνικό έργο, όταν το γράφεις το βλέπεις διαφορετικά. Στη διάρκεια της συγγραφής εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό.

Τι επιρροή έχει στη δική σας ζωή η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή βιβλίων; Πρώτα άρχισα να γράφω και μετά να διαβάζω συστηματικά, αφού γράφοντας συνειδητοποίησα πόσα πράγματα έπρεπε να γνωρίσω. Αυτό στάθηκε η αιτία να αρχίσω να μελετώ, να αναζητώ τρόπους μόρφωσης και να προσπαθώ να γνωρίσω τον κόσμο και τους ανθρώπους. Άλλαξα τη ζωή που έκανα πριν ακολουθώντας μια πορεία σπουδών, που με οδήγησε σε νυχτερινά σχολεία, σε κολέγιο και τελικά στο Πανεπιστήμιο. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ωστόσο, η συγγραφή ήταν πάντα η κύριά μου ενασχόληση.

Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας; Δεν συνηθίζω να διαβάζω στο κρεβάτι. Διαβάζω στο γραφείο, μ’ ένα σημειωματάριο πλάι μου. Αυτή την περίοδο έχω μπροστά μου την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Yuval Noah Harari «Homo Deus» και το βιβλίο του Σουηδού συγγραφέα Τούρμπγιερν Σέβε «Φλέγομαι», το οποίο αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *