ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Ο Μάριος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στη Κύπρο και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε το πτυχίο ΜΑ, Εd από το Πανεπιστήμιο Αρκάνσας (ΗΠΑ) Εργάστηκε στην Αθήνα στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Είναι ποιητής και πεζογράφος, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου ποιητών. Με αυτή την ιδιότητα συμμετείχε σε πλήθος σεμιναρίων και ημερίδων είτε ως ακροατής είτε ως ομιλητής. Ενδεικτικά, αναφέρεται η συμμετοχή του ως ομιλητή στο διεθνές συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, με θέμα «Το μέλλον του κειμένου»:
(http://www.thefutureoftext.org/futureoftext2014.html).

ΠΟΙΗΣΗ
-Αντίκρυ στην Ανατολή, Κύπρος 1971
-Τα ανεξίτηλα, Δόμος 1987
-Τα αναστάσιμα, Εκπαιδευτήρια Δούκα 2001 (σε 1000 αντίτυπα εκτός εμπορίου)
-Σαν άλλοθι οι λέξεις, Μεταίχμιο 2003 (Κρατικό βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού
της Κυπριακής Δημοκρατίας) 

-Τέφρα ονείρων 2016 (υποψηφιότητα για τα κρατικά βραβεία του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού
της Κυπριακής Δημοκρατίας).
-Των ενυπνίων (2021 Νίκας)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
-Ο οστεοφύλαξ, Μεταίχμιο 2007, Μυθιστόρημα  (Κρατικό βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποψηφιότητα για τα βραβεία του περιοδικού Διαβάζω, καθώς και για τα βραβεία του οργανισμού Athens Prize of Literature).
-Τα κρόταλα του χρόνου, Μεταίχμιο 2010, 
-Ο ανακριτής, Γαβριηλίδης 2012 (Νουβέλλα) (Κρατικό βραβείο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κατηγορία Διήγημα, και υποψηφιότητα (βραχεία λίστα) για τα Κρατικά βραβεία Ελλάδος. 
-Ανατολικά της Αττάλειας, μυθιστόρημα,  MOMENTUM, 2014. Το έργο μεταφράστηκε στα τουρκικά (OPM RUFFEL, 2015) και στα γερμανικά (VERLAG AUF DEM RUFFEL, 2016).
-Η Απειλή μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2016 (υποψηφιότητα για τα κρατικά βραβεία του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας).
-Έρρικα (Διηγήματα) MOMENTUM  2019

.

.

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΩΝ ΕΝΥΠΝΙΩΝ (2021)

α’

Αιώρα μεταμεσονύχτια
Ο μίσχος του σώματός σου να πάλλει
Το δωμάτιο να ασφυκτιά
Και οι στίχοι σου να με καρφώνουν
Με συριγμούς εκλάμψεις
Και σύμφωνα δικοτυλήδονα

ε’

Έγραψα ένα ποίημα
Σε χαρτί συσκευασίας τροφίμων
Όταν πέθανε το γατί μας το
Περιτύλιξα με ποίηση

Τώρα κάθομαι και λογαριάζω
Σε ποιες χωματερές μάς έχουν ρίξει

η’

Σε ευρύχωρο όνειρο
Έκλεισα τον ειρμό της ψυχής μου
Που ξεχύθηκε ψηλά
Ως τη μεσονύχτια νηνεμία
Του προσώπου σου και
Την άθικτη διαύγεια
Των παλμών σου

Όμως φεύγοντας από
Τις γαλάζιες ώρες
θυμήσου εμένα που
Συλλαβίζω τον έρωτα
Στους έρημους δρόμους
Του κόσμου μας

ιε’

Τελικώς παρελήφθησαν
Κι αυτά που απεστάλησαν κρυφίως
Και τα άλλα
Με εκπνοές ιππήλατου άρματος
Σε κατάπληκτες ράγες ύποπτων συρμών

Επιτέλους το σύστημα
Των υπόκωφων θορύβων
Με τους γόους των βασανισθέντων και
Τελειωθέντων αδελφών μιας
Απόκαμε και ανεξαρτήτως της πλησμονής
Με τα πολλά ζήτω
Τα οράματα και τους στεφάνους
Έσβησε μες στο θάμβος των ιστών
Με τα εωθινά φλάμπουρα
Τα ψευδεπίγραφα και
Τους εμβρόντητους οιωνοσκόπους

Και να πάλι εσύ με την αλεξανδρινή προφορά
Και τους ελεήμονες οικτιρμούς σου
Εσύ υπέροχε μαστιγοφόρε των συρμών
Κι όπου μας πάνε οι καλπασμοί της μέρας

ιη’

Έγερνε ο ήλιος και μια σκιά
Πλημμύριζε το υπογάστριο του ουρανού
Με ανάσες και ίχνη εξαίσιας απαντοχής
Εν τω μεταξύ το μέλαν αμφίκυρτο
Κρατούσε ανάσκελα τον χρόνο
Οπότε το φως περιέλουζε
Της ιστορίας την παραμυθία

Τότε έβγαινες εσύ γυμνή και ματωμένη
Κρατώντας στάχυα αμφιτενώς και
Ανακρούοντας δύσθυμους παιάνες
Έπιανες με τα ελευσίνια χέρια σου
Κάνιστρα καρπούς
Εκλιπαρώντας τα ρήματα να ρίξουν φως
Στην ουτοπία της ολολυγής

Τότε το όρος Όλυμπος
Άρχισε να ξερνά εκλάμψεις και βροντές
Το τοπίο τεθλασμένο να υποχωρεί
Να υποχωρούν και οι ώρες και να μένει
Το ένδυμά τους ανάλαφρο
Στο κενό στο κενό με ένα κάνιστρο γυμνό
Χωρίς ολοφυρμούς

κ’

Τεθλασμένη η όψη των ειδώλων
Αντανακλά στην ψυχή των ποιητών
Και τα είδωλα τεμαχίζονται ακαταπαύστως
Ενώ στο αντικαθρέφτισμά τους
Διαγράφεται ο ένθεος δόλος

Έπειτα διεισδύουν κρυφίως
Αναρριχώνται κόβουν λωτούς συστέλλονται
Και οι ιεροφάντες ποιητές αναζητούν
Εξαίσιους ήχους ποντοπόρους
Μιας θαλάσσης πολυφλοίσβιο
Να τους πάει αντίκρυ

κβ’

Σε στιγμές μοναξιάς μάζευε πέτρες
Και τις απίθωνε στα σπλάχνα του
Κοίταε εντός του κι άκουγε θραύσματα
επιγραφών: «Κυπράνωρ ενίκησε…
Τοις πεσούσι τήδε η λήκυθος…»
Τότε ριγώντας σάλπιζε το
Προσκλητήριο πεσόντων και
Πάσχιζε να ενώσει τα ετερώνυμα

Περνώντας όμως η ώρα ένιωθε
Να τον καρφώνει το μάτι της νύχτας
Κι ατίθασα θραύσματα γίνονταν
Αιμάτινες αιχμές που πέφτοντας
Θρυμμάτιζαν επιφάνειες ονείρων και
Ακροκέραμα προτεταμένων λέξεων
Σε πείσμα των επιγραφών και της
Εν γένει συνήθειας να συλλέγει κανείς πέτρες
Και να τις απιθώνει στα σπλάχνα του

κς’

Αφήσαμε κατάκοιτους τους προγόνους κι αφουγκραστήκαμε
το σύρσιμο του αγέρα που σαρώνει ακροπατήματα
εκλάμψεις και υποψίες αγαλμάτων την ώρα που
κατάσκιες οπτασίες παλινδρομούσαν στο σύμπαν.
«Θολό το τοπίο» είπε ένας, «να γυρίσουμε πίσω μην και
πέσει η νύχτα με τα βράχια της και διασύρει ό, τι
απόμεινε». Kι η νύχτα τον άκουσε στην κόψη ανείπωτης
οργής και τότε πέπλα αιμάτινης βροχής και ορυμαγδός
αστερόης ξεχύθηκε από μιαν υπερκόσμια χοάνη. «Τα
ίχνη των προγόνων» τραύλισε ο δεύτερος, «φυλαχτείτε,
ότι ο καιρός της σιωπής μάς άφησε χρόνους και τώρα τι
θα απογίνουν οι μαστοί με τους ελλειπτικούς γαλαξίες
και τους λοξούς στίχους».

λγ’

Επιστρέφω στα έγκατα της σιωπής με τα κρυφά λαλήματα,
τους μυστικούς ψιθύρους και όλο διαπορεύομαι
με ποντοπόρα όνειρα σε γαλαξίες γνώριμους με όρμους
διάφανους και υπήνεμα λιμάνια… Όλα σιγαλά κι ολόφωτα
στο αιθέριο σύμπαν. Μα ξάφνου, εκεί στων ονείρων
τα πλάτη, μιας αρχαίας κατάρας ακούγεται η βουή
και ηχοβολές αμέτρητες καταθρυμματίζουν των αστεριών
το φως. Ώσπου, μες στην αχλύ φανήκαν στρατιές
από ρυτιδιασμένες λέξεις, ντυμένες κατάστικτα πέπλα
και σκόνη αστρική, με αδημονία να υψώνουν τον αυχένα
και να ζητούν σωσίβιες γραφίδες. Εκεί, στην ερημιά
του σύμπαντος, λέξεις σωσμένες σε ψευδεπίγραφα
αλλοτινών καιρών… Και μαζί μ’ αυτές φανήκαν διάφανες
ανθρώπων σκιές που όλο εκλιπαρούσαν, όρκους
ομνύοντας, για αναδιπλώσεις και προσαρμογές στων
καιρών τα γυρίσματα και με οργή καταθρυμάτιζαν τίτλους,
επαίνους και περγαμηνές. Ναι. Στα έγκατα της
σιωπής με τα κρυφά λαλήματα. Κι αν με ρωτάς για
σένα, όχι, δεν ήσουν πουθενά. Μόνο κάτι ασήμαντο,
μιας πλάνης η υποψία γοργοφτερούγισε μες στη βουή
κι εχάθη…

λζ’

Ώρα εωθινή πάλι με την Άνοιξη. Μυριστικά πουλιά με
υπερούσιες πτήσεις πάνω από την κατάστικτη χλόη και
κατάντικρυ στο πλατύ λιβάδι μια θάλασσα ντυμένη
όνειρα και εξαίσιους κελαϊδισμούς. Ο σπίνος με ριπές
φτερουγίσματα καλεί στον δικό του ανθώνα μιαν
ατίθαση καρδερίνα που στέλνει σήματα υποταγής: ένα
φτερό ντυμένο με λάγνα φιλήματα και άνθη από μιας
αμυγδαλιάς τον ολόλευκο οίστρο. Μα πώς τα έπλασες
έτσι, χρόνε ιεροφάντη, πλαστουργέ του παντός, σε
τέτοιας παραζάλης μετρώντας κρυστάλλινους ήχους».
Γυρίζω ευθύς σελίδα λευκή και διασώζω στο χαρτί
πορφυρές παπαρούνες δοσμένες στη μαγγανεία των
μελισσών και πορεύομαι σε εαρινούς εξιλασμούς.

λη’

Ωραία πάλι και πάλι με την Άνοιξη
Να τροχοδρομεί στο σύμπαν και
Τα εωθινά υφαντά της απλώνοντας
Σε κάθε κελάηδημα βλέπεις ν’ ανθίζει
Και μια ανεμώνα

Ευλογία το γαλάζιο που
Συμπλέκεται με τον αθώο σπουργίτη
Και το δοξαστικό τιτίβισμα
Να φτάνει ίσαμε τ’ άστρα
Τα ύφαλα του νου οπτασίες γεμίζοντας

Και μικρών αγγέλων εικόνες
Τα φτερά πλαταγίζοντας
Μια μαγεία ψιθύρων απλώνεται
Την ώρα που λέξεις αθώες μυστικά
Ριπίζοντας ανάγλυφα μετώπες και περιστύλια
Γνέθουν το υφάδι μιας πρωτότοκης αθωότητας
Η Ερατώ, ο Φοίβος, η Ισμήνη
Ο δυόσμος, το θυμάρι, η ρίγανη
Και παραδίπλα των δασκάλων η ψυχή
Ορμηνεύοντας
Τόλμη και γράμματα, πίστη, αγάπη και θάρρος
Για των καιρών τα γυρίσματα

.

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (2016)

α’

Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό
Η συστοιχία των μυριστικών
Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών
Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα
Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου

Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη
Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που
Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων
Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός
Την ώρα που επωάζονται αμφίβια πουλιά
Η Μεγάλη Ακολουθία των Ορών -σκέφτηκα-
Και με τραβούσαν τα ελάχιστα ζούδια
Στην υψικάμινο του κήπου
Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω
Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω

Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

β’

Ανάερο χάδι η ματιά που
Με κοίταε
Την ώρα που φτερούγες πουλιών
Κροτούσαν συλλαβίζοντας
Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο
Τη νύχτα δαμάζοντας στα
Ακροβλέφαρά της
Με ανάσες και πόθους
Την Κύπριδα υμνώντας

γ’

Ύστερα τα πουλιά πέταξαν
Ηλεκτροφόρα
Οι φτερούγες τους
Πλατάγιζαν στο σύθαμπο
Σαν φλάμπουρα καμένα
Μα εκείνα δε νοιάζονταν
Έτσι πυρωμένα
Που τα μαγνήτιζε
Το σύμπαν με τις έγνοιες του
Μετά αφέθηκαν
Σε μια τροχιά ελλειπτική

Κάτω
Τα καλώδια εξακολουθούν
Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις
Για την τύχη τους

ζ’

Αύγουστος ήταν
Ο φίλος στεκόταν ευθυτενής
Κι αγνάντευε το πέλαγο
Προσμένοντας

Τίποτα…

Ώρα κοντά στο μούχρωμα
Και στον αγέρα πλατάγιζαν
Μυστικές φτερούγες
Ώσπου ξαφνιάστηκε

Τον προσπερνούσαν κάτι
Ξεχασμένοι γλάροι που
Κοίταγαν κι αυτοί
Κι όλο απορούσαν
Ποιος ήταν να φανεί

Κάτι είχαν ακούσει για τον πικρό ποιητή
Μα δεν αφήνονταν σε άκαιρες αναπολήσεις
Άλλωστε δεν ήταν άνθρωποι
Μόνο πουλιά θαλασσινά…
Ο φίλος στεκόταν μα απόκαμε
Και πήρε να κολυμπά στη θλίψη του δειλινού

Μα ήταν Αύγουστος
Και η μνήμη κουβαλούσε
Οπτασίες απίθανων φεγγαριών
“Όπου να ’ναι θα φανεί, όπου να ’ναι θα φανεί..

Μέχρι που τον πήρε το κλάμα
Κι άρχισε να πετροβολά τους γλάρους
Που όλο τον κοίταγαν …

ιβ’

Τα Πουλιά του Προύθου
Μας προσπέρασαν κρούοντας
Διάφανα κύμβαλα
Με φτερούγες μυστικές

Την ώρα της αποδημίας
Μας άφησαν και πήραμε πολλά
Φωνές και λοφία
Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά
Και καθώς ο ποιητής
Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν
Ιππεύοντας άτι φτερωτό
Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες
Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων

Ελάτε μας έγνεφαν
Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό
Κι η ποίηση δεν είναι πια
Αυτού του κόσμου
Εκείνος στάθηκε
Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του
Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι
Το τίναξε
Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν
Στάχτη από την Υψικάμινο

Πώς είναι όταν οι λαμπηδόνες
Διαχέονται ακανόνιστα μέσα στο σκότος
Ωσάν σημεία στίξεως
Που δαιμονίζονται
Από την παρασημαντική των λέξεων

Έτσι
Γεννήθηκαν μικροί γαλαξίες
Υψικάμινοι με αιλουροτροφεία και παλλακίδες
Που ταλαντεύονται
Στη σκιά μιας μελλοντικής αυτοχειρίας

.. .και σαν σταμάτησαν
οι σπονδές των πουλιών
άρχισαν οι υλακές
πανάρχαιων σκυλιών.

α’

Είπε να ετοιμάσουν τη σκηνή
Το δράμα παιζόταν ήδη χρόνια τώρα
Αλλά μια έκτακτη θεατρική σκηνή
Θα νομιμοποιούσε τα πάντα.
Τότε οι ηθοποιοί έβγαλαν τα προσωπεία
Και φάνηκαν οι μαύροι κύκλοι των ματιών τους
-όχι δεν ήταν ψιμύθια-
Ήταν γιατί κλαίγανε πολύ
Καθώς μοιράζονταν
Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.
Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν
Με τις απαραίτητες προσαρμογές
Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε
Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή
Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή
Όχι επιτέλους όχι
Με τίποτα δεν έπρεπε να διαταραχθεί
Η ειρήνη των αμνών

Το πράγμα ήταν σαφώς απλό
Ο αγγελιαφόρος
Αυτός ο φευγαλέος κομιστής των κακών
Αυτός να σφαγιαστεί
Άλλωστε και ο ίδιος το γνωρίζει
Ενίοτε οι κακές μαντείες
Θερίζουν όχι του θεούς αλλά
Αυτούς που τις κομίζουν

Ο σκηνοθέτης το αποφάσισε
Δε χρειάζονται προφάσεις
Ας πάρει το μάθημά του επιτέλους ο μάντης κακών

Όμως η ώρα περνούσε
Όταν ξαφνικά φάνηκε ένα παιδί
Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί άλλον περίμεναν
Και πριν προλάβουν να σκεφτούν
Το παιδί άνοιξε τη χούφτα του
Και σαν να’ ταν ζάρια
Πέταξε μπροστά τους
Τα μάτια του μάντη Τειρεσία
Ο παλιόγερος μας πρόλαβε
Μονολόγησε ο σκηνοθέτης
Και ούρλιαξε από τον πόνο
Καθώς έφτυνε θραύσματα δοντιών
Και ένα αυτούσιο μάτι…

ς’

Τις σαΐτες που σφύριζαν
τις ένιωθε στα σπλάχνα της
Η Πηνελόπη
Καθώς ένα ένα τρομαγμένα τα αρχοντόπουλα
Έγερναν προς τη μεριά
Που δε βγαίνουν τα όνειρα.
Τότες ο Άργος δεν άντεξε
Της κυράς του της αδικημένης
Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί
Για είκοσι τόσα χρόνια…
Και μ’ ένα πήδο τού πήρε το λαιμό
Εκεινού του Οδυσσέα
Που έτσι χωρίς αιδώ
Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε
Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα
Πως στη θέρμη του καλοκαιριού
Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι
Και κλείνουν τα μπαράκια
Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα
Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά
Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.

ι’

Ο χρόνος ο χρόνος
Αέναος χτύπος ρυθμός μυθικός
Μιας αυγής ανατέλλει το κάλλιστο φως
Και λάβαρα ανεμίζοντας στη φορά των ανέμων
Διαλύει του σκότους σκιές
Ο χρόνος ο χρόνος της ζωής ρυθμιστής

Εμπρός με κρουστά υφαντά
Αστερίες ιππήλατοι ο Ρίτσος ο Ελύτης
Ο Σολωμός ο Σεφέρης ο Κάλβος
Ο Παλαμάς ο Καβάφης ο Εμπειρικός

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως
Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου
Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο τον φεγγαριού

Και του λόγου του πρώτου τα ρίγη
Φτάνουν ίσαμε μας
Ξεχύνοντας στ’ αυλάκια του νου φωταψίες
Τα κρόταλα χτυπώντας της μέρας
Ο χρόνος ο χρόνος ρυθμός μυθικός
Της αυγής σιγολάμνει το σκάφος και
Φλογίζει σημαίες θριάμβου
Οι χτύποι οι χτύποι ψηφίδες του χώρου του χρόνου
Και νυν και αεί

… επιθαλάμια
και
τέφρα υμεναίων.

α’

Ανέστιε πόθε
Μη ζητάς από μένα δανεικά
Τα είπαμε στο χώρο του
κοινού μας πεπρωμένου
Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν

Βλέπω να χάνεις το δρόμο
Ξανά και ξανά
Και να επικαλείσαι τάχα
Τους θολούς οδοδείκτες και την
Ύποπτη συνέργεια των αριθμών

Μα όταν αργείς να φανείς
Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με
Ανεπαίσθητο δόλο
Διαλαλώ τα κέρδη μου

Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα
Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς
Και να φεύγεις όποτε θες

ε’

Κι όταν χτυπήσεις την πόρτα
Μην ξεχάσεις να έχεις μαζί σου
Πολλά αντίγραφα εκείνης
Της νύχτας

Γιατί κάτι σκέφτηκα
Στο νέο μου βιβλίο θέλω
Να χαράξω
Αυθεντικές συντεταγμένες
Μιας έσχατης ελεγείας
Έτσι για να δαιμονίσω
Τις σελίδες μου
Με την αυταπάτη
Ενός ατελεύτητου ρόγχου
Που εσύ επέμενες
Να τον αποκαλείς έρωτα

η’

Να επέρχομαι δρομαίος
Στεφανωμένος έσω με φως
Έτοιμος
Για το μέγα τελετουργικό
Της στέψεως των αγγέλων
Σε πυρφόρους θεούς

Κι εσύ να με σκέφτεσαι
Να εισβάλλω
Και να σου αφήνω
Θριαμβικά επισκεπτήρια
Πυρσούς και φτερά

ιδ’

Κι αν πιστέψεις
Τα λόγια που φτεροκοπούν
Σαν αλκυόνες
Θα βρεθείς μ’ ένα σου πέταγμα
Στη χαίτη του Πηγάσου
Και θα καλπάζεις
Ατίθαση κι εσύ
Στην κόψη ενός ονείρου
Που πρόλαβε κι ατόφιο
Βρέθηκε στο σύμπαν

Δέξου λοιπόν Αλκυόνη
Τα δώρα μου και έλα
Μα μην ξαφνιαστείς
Μόνο λέξεις δαμάζοντας
Και σημεία στίξεως
Μπορώ να σου χαρίσω

.. .κι εσύ γυμνός χορεύοντας
στα δόντια των πατρίδων.

γ’

Η πολιορκία ελύθη οπότε
Ας καταμετρήσουμε τις απώλειες
Μόνο μη μας πάρει η ώρα γιατί το μάτι της νύχτας
Συνωμοτεί με τους δαίμονες των ενυπνίων
Και τούτο είναι της απαντοχής μας
Η ακροτελεύτια καταβασία
Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί
Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών
Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά
Περικνημίδες καριοφίλια και
Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα
Το χέρι που κρατά τους όρκους και
Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών
Γεια σου και σένα μετέωρε φίλε χορεύοντας
Στα σαγόνια των πατρίδων
Η Άννα που σου έλαχε χάθηκε
Με το μετάλλιο τιμής κατάστηθα να αιμάσσει
Να δεις τώρα τα εμβατήρια πώς διασχίζουν ό,τι απόμεινε
Και μια ηρεμία απλώνεται στον κάμπο
Με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
Κοκκινοτριμιθιά Άουσβιτς Άδανα φορώντας
Ένα κάτασπρο πουκάμισο
Σαν τη μνήμη που πετροβολά το μάτι τούτης της νύχτας

ε’

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο
Το πέλαγο εμυρώθη
Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής
Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα
Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων

Και επιτέλους
Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους
Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας
Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος
Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής

Πώς αφουγκράζονται τα παιδιά μας
Τις φωνές και το ρόγχο της θαλάσσης
Με ένα όστρακο χωνί
Πώς αναδύονται τα ίδια τα ναυάγια
Καθώς το πρωραίον σφαδάζει
Υπό τους ήχους πνιγηρούς
Που αφήνουν οι σιαγώνες των τεράτων

Αυτά ακούς και αδημονείς να συγκολλήσεις
τα ετερώνυμα: ΣΑΡΚΑΜΕ… ΚΤΥΠΕΝΤΑΔΑΛΟΣ… και
Ο! τι ελαφρότης…

.

ΣΑΝ AΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (2003)

Σαν άλλοθι οι λέξεις
Κι ο ποιητής υψώνει το σώμα του
Καιόμενος
Μα ούτε φθόγγος κραταιός
Μόνον ανάσες χνώτο προβάτου
Πριν απ’ τη σφαγή
Ή σαν νεφέλη απλωμένη
Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε
Βογκώντας όνειρα παιδικά.
Αποκεφαλισμένοι φθόγγοι
Τυμπανισμένοι ήχοι
Κραυγές αλυχτώντας
Σαν άλλοθι οι λέξεις
Γυρεύουν δικαίωση

***

Και φρύαξε η αυγή
Καθώς μας άνοιγαν τα σπλάχνα οι οβίδες
Και δεν μπορώ σου λέω να μη θυμάμαι
Και σκοτείνιασε μου λες
Τα κορίτσια μας κλειστά
Σαν άνθη και δεν έστερξαν το φως.
Η Μαίρη η Χρύσω κι η άλλη Μαίρη
Με τους λωτούς στα στήθη
Και σκοτείνιασε Κι ούτε που ξέρω
Πώς θα βγει και τούτη η νύχτα

***

Σαν κάτι μια υποψία
Ψηλαφώντας αδιόρατους παλμούς
Και ήχους συριστικούς
Μιας ανάσας κεκαυμένης
Πώς όταν επέρχεται σκότος
Και μυριάδες θρύμματα
Του αντιρρόπου φωτός
Περιλούζουν το συμπαντικό κενό
Και μέσα σε όλα αυτά
Ασθμαίνει η εσωλέμβιος Μαρία
Τα έξω του κόσμου καταμετρώντας
Σαν κάτι μια υποψία
Το «αχ» που της έλαχε
Στα περίχωρα μιας νυκτωδίας
Και η αγωνία της να φθέγγεται
Καμπύλους υμεναίους
Στα άωρα μιας ευμέλειας
Ο ίσκιος της με τις ευθυτενείς προσδοκίες
Καθώς η Μαρία συρρικνώνεται υποδορίως
Μες στην ευρυχωρία του κάτι

***

Σε είδα στα ρίγη των άστρων
Ήλιος σαν φλεγμονή
Στα έγκατα του σύμπαντος
Να αντανακλάς υπερούσια θραύσματα
Σκοτεινών θαλάμων
Εκεί στα ρίγη των άστρων σε είδα
Περίκλειστη να επωάζεις γάμους μυστικούς
Ασύμμετρη με περιλάλητες πληγές
Να τανύεις ήχους επιθαλάμιους
Θριαμβικά γυρνώντας τις ώρες
Κατά το τίναγμα του αυχένα σου.

***

Αδημονία
Μες στη σιωπή
Των ήχων της νύχτας
Των αστεριών
Των αιθερίων
Της μαρμαρυγής
Των στεναγμών
Της αμφιλύκης
Εκ βαθέων μιας μουσικής
Η παύση με πληγώνει
Σαν αδημονία που αιμάσσει
Σιωπή και θάνατο

***

Είναι ωραίο να συλλέγεις διαθλάσεις φωτός
Στη μαρμαρυγή της αδημονίας σου
Ειρμός αειφόρος
Κι εσύ αμφίκυρτος πεπλανημένος
Στις υπώρειες κρυφών λιμένων
Εκεί τη ζωή αναμέλποντας ασώματος
Και να των ανέμων ο πλεονασμός
Με σφυρίγματα εωθινά και να
Το σώμα ασπίδα της γύμνιας ψυχούλα μου
Τα έγκατα αναδεύοντας
Μη στέρξει και ξημερώσει μη
Κούρνιασε εαρινό μου κούρνιασε
Και μην κλαις ή καλύτερα κλάψε

***

Όταν γράφεις ποίηση στα σκοτεινά
Φορτωμένος μεγαβάτ
Όταν βρυχάσαι κι ανελέητος ο πόνος
Σου νυχιάζει τα σπλάχνα
Τότες οι λέξεις αιμάσσουν
Κι ο λόγος αμφίστομος σε διαπερνά
Οπότε ιχνηλατείς επιφωνήματα τριγμούς
Και μικρές παιδίσκες που θαμπίζουν στο φως
Τερπνού ποδηλάτου και λες να πάμε αλλού
Σε κάμπους πρωτόγνωρους μα κι εκεί
Τι άραγε θα’χει απομείνει
Έτσι που λεηλατήσαμε τα τοπία μας
Που αποκεφαλίσαμε τις γυναίκες μας
Με την παμπάλαια έγνοια
Τότες όλα ακινητούν
Τα χείλη άλαλα κι οι ασεβείς μας πόθοι
Επίκληση στο έλεος μιας μνημοσύνης
Επιτέλους γενηθήτω μια λέξη
Ή μιας εικόνας απείκασμα
Σαν άλλοθι

***

Σε εργαστήρια επιγραφοποιών
Ο λόγος οιακίζεται και αναρριγά
Το νέον τρεμοπαίζει στη γυάλινη πανοπλία του
Και η λέξη που ήξερες τώρα ασφυκτιά
Αναρτημένη στις μετώπες της σιωπής μας
Χιλιάδες άσημες πεταλούδες
Ανυποψίαστες χορεύουν μαζί της το θάνατο
Υπό τους ήχους μιας πένθιμης σιωπής

***

Η λέξη υποτροπίασε
Τα καρινώματα αιμάσσουν
Να ΄ναι άραγε
Της ψυχής μας η αντανάκλαση

***

Λοιπόν επέστρεψες
Και είδες τα ορατά
Και στην ψυχή σου αντήχησαν
Τα αόρατα
Και πόνεσες λες ξανά
Ικέτεψες να σου δώσουν μια γουλιά λεμονανθούς
Και έφερες τροπαιούχος ίχνη κι ανάσες
Του άλλου καιρού
Έφερες και τη φωτογραφία της γιαγιάς
Μόνο που δεν μπόρεσες λες να βρεις τους τάφους
Και ρωτάς τι να ‘γιναν, άραγε οι νεκροί
Μα δεν υπήρξαν ποτέ
Άλλωστε τώρα δεν αρχίζει η ιστορία
Παραδέξου το όλα ήταν μια ψευδαίσθηση
Και που ζούσαμε αγκαλιά με το καυτό αίμα
Και που συντηρούσαμε το μνημονική εκείνης της μέρας
Τα αγάλματα και τις μαυρόασπρες φωτογραφίες
Υπήρξαμε ρομαντικοί πολύ ρομαντικοί σου λέω

***

Τότε το αυγινό φως
Διεισδύει μέσα στις ρωγμές
Και διαθλάται στα πολλοστημόρια του
Και τι χαρά είπες
Να αδράχνεις χρυσές πεταλούδες
Κι ολοένα τα χέρια σου να αιωρούνται
Έως ότου διαπιστώσεις πως όλα αυτά
Παίζονται ερήμην σου
Και λες
Θεέ μου να γίνω ένας Οιδίποδας
Οπότε αιχμαλωτίζεις μια παλλακίδα
από αυτές που ιστόρησες ξανά και ξανά
καθώς τότε το σπέρμα διαπηδώντας
εισχωρεί στα κούφια μάτια σου
Αχ μονολογώντας εκδικούμαι
Τη σάρκα μου ο ανελέητος
Χλευάζοντας την πλεκτάνη
Που σου έστησαν

***

Πώς όλα ξαφνικά
παίρνουν το χρώμα της σκουριάς
Και οι φίλοι μας αποφλοιώνονται
Κι η σάρκα τους μυρίζει θάνατο
Εκεί που χτες οι ροδώνες
Ασφυκτιούσαν γλυκασμούς
Μήπως δεν είναι να τους περιμένουμε άλλο
Η σκιά τους απλώνεται
Γίνεται πέτρα και χώμα και χώμα
Αφή κενού

***

Στα δισκοπότηρα της μετάληψης
Έτσι όπως θα σημώνουμε τ’αγαπημένα νερά της Κύπρου
Σ’άκουγα κι ο νους ταξίδευε
Κι αλάργευε κι αλάργευε κι οσμίζονταν
Και μέθαγε και πάλι επέστρεφε και πάλι ταξίδευε
Ώσπου η νύχτα κόμιζε μαζωμένες ιαχές και βογγητά
Των φίλων που δε θα ξαναβλέπαμε.
Και σ’έπιανε το παράπονο και μαζί κλαίγαμε
Καρφώνοντας στον αέρα τα λόγια τον Σεφέρη
«Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου
που κατάντησε κι αυτό ς πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς…»

***

Εν τέλει η ποίησή μας
Είναι τόκοι και ωδίνες
Λέξεις εν κενώ
Μετέωρα

.

ΤΑ ΑΝΕΞΗΤΙΛΑ (1987)

α’

Πέτρα τσουρουφλισμένη
Και ο ήχος ακούστηκε παράξενος
Στο μαγγανοπήγαδο του κήπου μας
Άκουσα τη φωνή
Την έφερνε αυτός που αιώνες πριν
Στα αρχαία μας όνειρα
Επικρατούσε λογχοφόρος
Ήρθε με τη μάσκα του προσώπου του ανάποδη
Με ξέφρενα συνθήματα για νίκες και τρόπαια
Και πλήρωμα χρόνου και όπλα ορθόφρονα
Ήρθε με φίλτρα αδερφικά
Μίλησε σε γλώσσα Ελληνική με
Αλεξανδρινή κομπορρημοσύνη
Και χάραξε στους βράχους του ξεραμένου κάμπου μας
Νέα σχήματα λέξεις πρωτόγνωρες
Που προμηνούσαν το μέγα τίποτα
Ήρθε και μέσα στην άμετρη ανία μας
Πρόσθεσε τη δική του υπόσταση
Τη στομφώδη την αμείλικτη

β’

Κύμβαλο θανάτου μου έκλεισε τα μάτια
Και το ψέμα μ’ επεσκίασε
Στην όσφρηση του απόηχου
Άκουσα τα λόγια τους
Και τη βαριά πατημασιά τους
Οι μικροί αρλεκίνοι φίλοι μου
Συνωμοτούσαν οιστρηλατούμενοι

γ’

0 χρησμός δόθηκε
Μέσα σε αμφορέα δήθεν αρχαίο
Με πλαστά ιωνικά σχήματα
Τα κτερίσματα και η γραμμική γραφή
Αποδείχτηκαν πλάνες
Ο τρίτος σκοπός ξαφνιάστηκε
Οι Μηδίζοντες καιροφυλακτούσαν

στ’

Ό βρόγχος πού γεύτηκε λαιμούς έφηβων
Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρό
Οι καιροί που μας πέρασαν
Είπαν πέντε τουφέκια και μια ψυχή αλώνι
Για του χάρου το ροβόλισμα
Κι είχαν τα κοπέλια μουστάκι
Και παππούδες Αντρόνικους
Τον Ευαγόρα τον άδραξε ό βρόγχος στα 1957

Δεκαοχτώ χρόνων τον Νίκο ένα αυγουστιάτικο
Δείλι στα 1974 τότε πού το στάχυ μεστωμένο
Σελάγιζε στη Μεσαρκά

θ’

Στο βυθό της παντερημικής
Στην αχερουσία των στεναγμών
Και στην αγωνία του τίποτα
Ένα μασημένο δαφνόφυλλο
Και μια ταινία κίτρινη
Από το κάτουρο μιας κουκουβάγιας

Ήρθαν οί μοιρολογήτρες να τον κλάψουν

Η μια τον είπε αητό
Η άλλη καβαλλάρη
Η τρίτη δεν μίλησε

ια’

Αρχαϊκά προσωπεία
Τα όνειρα μας που χάθηκαν
Ο Νίκος ο Παυλής
Ακρωτηριασμένοι Ελπήνορες

ιβ’

Ρωγμές
Η μνήμη ελλειπτική
Η απορία καμπύλη
Ασθμαίνουσα
Και να μην ξέρεις πώς να τ αποσιωπήσεις
Στα ζυγωματικά του Ιούλη
Ένα στάχυ αμφίστομο
Μπηγμένο σ’ ένα φάρυγγα
Που αιμάσσει φθόγγους ακατάληπτους
Μεσαρκά… Μεσαρκά…

ιστ’

Και πώς ν’ αντέξουμε
Την επίβουλη ρευστότητα
Που μας κατακλύζει
Έτσι χωρίς τύψεις
Ν’ αποσιωπήσουμε την αγωνία μας

Εκείνα τα ηρωικά και πένθιμα
Θα μας βαραίνουν με την επίπλαστη σιωπή τους

κ’

Αύριο καθώς θα υποχωρούμε
Καθώς θα υποστέλλουμε τις σημαίες
Υποβασταζόμενοι χωρίς δεκανίκια
Ο λόγος μας πρέπει να είναι απλός
Όχι αμφισημίες και τα παρόμοια
Εξάλλου ο καιρός τους θα ‘χει περάσει
Λέω
Να μιλήσουμε χωρίς εφικτά και ευκτέα
Πρώτα όμως να ετοιμάσουμε μια γλώσσα έκτακτη
Όπως ταιριάζει
Φωνήεντα εν μέρει ελληνικά
Εν μέρει αρκαδικά
Να τα συλλέξουμε λέω

Στο ρόδο τον έρωτα
Στο παράθυρο των ελπίδων
Στο κοχύλι των μυστικών ψιθύρων

κγ’

Ό ερωτάς μου χαρακιά
Στη νηνεμία των ονείρων σου
Οι πόθοι μου σπαράζουν
Εσύ ενδίδεις
Κι ευάλωτη στο σκότος καθώς λες
’Ομνύεις στους όρκους μου
Μα απορώ γιατί ν’ αλλάζεις πουκάμισο
Και μέσα στους γλυκασμούς μου
Ξάφνου να διαθλάσαι

κζ’

Νυχιάζεις τον πόνο
Κι αφουγκράζεσαι
Οι φωνές διαχέονται
Η ηχώ τους ανερμάτιστη
Στα ύφαλα ενός πικρού λογισμού
Να συνθλίβεσαι λέω
Μες στον απόηχο που αφήνει η ποίησή μας

λβ’

Μόλις πήρε το μήνυμα
Λούστηκε
Με τις ώρες καλλοπιζόταν
Ήξερε πως άρεσε πολύ και προσπάθησε
Το πρόσωπο να λάμπει
Τα μάτια να είναι εύγλωττα
Τα χείλη πάλι να τρεμοπαίζουν
Παιχνίδισμα και τούτο αρεστό στις κρυφές συνεννοήσεις
Ο καθρέφτης ασφαλώς δεν τον ξεγελούσε
Ήταν χάρμα νέος έτοιμος καθόλα
Μα έτσι καθώς κοιτιόταν
Το συμπαθητικό είδωλο
Έμοιαζε να ασφυκτιά
Κι ήταν όλο λύπη
Τότε λαχτάρησε εντός του
Και του ‘φυγεν ο ερωτισμός

λζ’

μνήμη

Στη δοξολογία των θαμπών μαρμάρων
Η λεύκα που λίκνιζε το σώμα της
Το χέρι που κουρταλούσε μνήμες
Κι εσύ πού κειτόσουν γαλήνιος
Μες στην άφατη θλίψη μας
Καράβι πλησίστιο
Στων ανέμων την όρχηση

μ’

Πριν σε ρίξει κάτω η αηδία και η βρωμιά
Που σ’ έστησε σκοπό να φυλάς σε ανεξιχνίαστη χώρα
Με αμφίβολα σύνορα γίνου ένα με τη φωνή
Πού θα σκορπίσει η μοναξιά στην απόγνωση της
Κοιμάσαι με το φως του λύχνου
Και με την αφομοίωση του μέσα στα κρόσσια
Της νύχτας αλλάζεις το νεανικό σου πουκάμισο
Με τη μαύρη αυλαία
Στο ποτάμι της ξεχασιάς αλλάζουν σκοπό τα βατράχια
Κι εσύ με τη φοβερή όψη και την παλάμη
Στο μέτωπο σε σχήμα κατάρας αναζητάς τον άγνωστο
Δαίμονα να φανεί στην αντίπερα όχθη

Μη με ρωτάς γιατί δεν ξημερώνει ακόμη
Μέσα στη σιγαλιά ακούγονται οι πιο παράξενοι άνεμοι
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Είναι η ώρα πού βρυκολακιάζουν οι ακρίδες
Στα δάχτυλα των σκοτωμένων
Είναι η ώρα που αλλάζουν στροφή οι ποταμοί
Έτοιμοι να χυθούν στους πλατιούς δρόμους
Είναι η ώρα που κοιτάζει η ύαινα την όψη
Της νεράιδας στην ανάποδη του σπασμένου καθρέφτη
Άκου το ποδοβολητό
Η νύχτα με τα κατοικίδιά της φεύγει
Γι’ αυτό μη με ρωτάς
Το μόνο πού ξέρω είναι πως πάντα ο ήλιος
Στήνει καρτέρι στα επιφάνεια της χαραυγής

μα’

Το φεγγάρι γιομάτο
Συλλέγει αχόρταγα τις εκλάμψεις
Του σύμπαντος
ΗΗ νύχτα ξαπλώνει το καμπύλο σώμα και
Μέσα της εισχωρούν τα πολλοστημόρια
Ενός νέου γαλαξία

.

ΑΝΤΙΚΡΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ (1970)

ΠΥΡΕΤΟΣ

Είναι ένα τρεχαντήρι
στη μέση τής θάλασσας
Μια ατέλειωτη σειρά άγιων
τραβάει κουπί,
κι’ ένας αυλός το μεγάλο κατάρτι.
Τι χορός! Τί χορός!
Το άσπρο μου άλογο
περιμένει στη πρύμνη ατάραχο,
κρατώντας τούς μικρούς βοριάδες
να χορεύουν στη χαίτη του.
—Σκέφτουμε τις μικρές δοξολογίες
στον ελαιώνα, δίπλα στο λιμάνι—
Είναι ένας τρελός χορός
στη μέση τής θάλασσας
και το μικρό μου άλογο
ατάραχο περιμένει.

ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

Βήματα πού χάνονται
στα μαύρα υφαντουργήματα τής νύχτας·
κι’ εσύ ν’ αφήνεσαι μόνος
στη δική σου εξομολόγηση.
Σε τέσσερεις άκρες μιας σελίδας
να μετράς χίλιους έρωτες
όπως στο πρώτο δάκρυ
από τα μάτια της
μέτρησες ολάκερη ζωή.
Φωνές χαράζονται
στο θρόισμα του ανέμου,
κι’ εσύ ολοένα που φεύγεις πιο μακριά
με δυο μάτια να στάζουν ήλιο
και βροχή.
Να κοιμάσαι στον ίσκιο του πεύκου
που σε πρωτοφίλησε η αγάπη σου
και στη μέση των συλλογισμών
να γεννιέται η πρώτη μέρα
που γεύτηκες το φιλί της.
Τότε εσύ θα ξέρεις το μυστικό.
Πως στην αναμονή τους όλα
είναι μια ποίηση.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

Γνώριμη γοητεία·
και δυο μάτια
πού μιλούν τις πρώτες
εκμυστηρεύσεις τού Σεπτεμβρίου.
Αγωνία δίχως τέλος
πού δε σβήνει ούτε στα σπλάχνα της ή έρημος.
Σ’ έχει αναθρέψει ένας
χείμαρρος από ανέμους
με αναντικατάστατη δύναμη·
κι’ όμως μια σιωπή
τρεμοπαίζει στα χείλη σου.
Γνώριμη γοητεία
και δυο χέρια ανοιχτά “,
στο ύψος μιας καρδιάς
να μετράνε τη λύπη μου.

ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Σαν να φράζει το μονοπάτι
ο άνεμος.
Κι’ ωστόσο είναι ο τραχύς ’Ιούλιος
πού μπερδεύτηκε το απομεσήμερο
μέσα στις κρήνες πού όλο διψάνε.
Είναι Σαββατόβραδο· το ξέρεις.
Κι’ ωστόσο ανεβαίνεις τον μικρό λοφίσκο
κερνώντας στο προκνύμη σου
μια δόση ζεστά χαλίκια.
Σκέφτομαι δυο καμπάνες να χτυπούν
για το χάσιμο τού δρόμου.
—Τα φύλλα του πλατάνου το δείλι ασημώνουν
καθώς τό χνούδι στο επάνω χείλι τού κοριτσιού.
Είναι Σαββατόβραδο. Το ξέρεις.
Οι φαντάροι στο μέτωπο ξεπάγιασαν
μασουλώντας σταφίδα και κάτι σα φόβο
που χώθηκε ανάμεσα στα δόντια τους.
Σαββατόβραδο κι’ ό άνεμος
σα να φράζει το μονοπάτι.
Περίμενε.

ΚΡΗΝΗ ΔΑΚΡΥΩΝ

Παράθυρο κλειστό·
και συ με την άλλη σου όψη
φυγαδεύεις κάθε μου θύμηση
που έχει προορισμό μόνο εσένα.
Μια κίνηση και μια ιστορία
που γράφεται στην ιστορία μας.
Συλλογίζομαι το κλάμα
μιας αθώας βροχής
που θα σε φέρει κοντά μου·
ως τότε όμως θα ’χει ν’ ανεθρέψει
αστραπές και άνεμους.
Παράθυρο κλειστό·
και συ φεύγεις με την ακολουθία
μιας δυνατής βροχής
αφήνοντας πίσω μια κρήνη δακρύων.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ

Ξέρεις ποια λυπητερή βροχή
θ’ ανοίξει το δρόμο της επιθυμίας,
ποια φύση με στοργική προστασία
θα φιλήσει τα χείλη
ενώ στο διάφανο στήριγμα
θα τρέχει η σκέψη που θα στηρίζουν
τα χέρια μου!
Ο ορίζοντας είναι καθαρός·
στην κορυφογραμμή πετάγεται ο ήλιος
και στην παλάμη
μεσουρανούν οι χτύποι της καρδιάς.
Κάνεις δεν ξέρει.

ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΝΑ ΘΥΜΗΘΕΙΣ

Σε ευρύχωρο όνειρό
έκλεισα τον ειρμό της ψυχής μου
που ξεχύθηκε ψηλά,
ως τη μεσονύκτια νηνεμία
του προσώπου σου,
ως την άθικτη διαύγεια
των παλμών σου.
Όμως,
φεύγοντας από τις γαλάζιες ώρες
που κοιμάσαι,
θυμήσου έμενα που συλλαβίζω
τον ’Έρωτα, μέσα από έλη ανίας
στους ερημικούς δρόμους
του κόσμου μας.
Δεν μένει άλλο παρά να θυμηθείς.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

—Άκου τη φωνή
την φέρνει ο άνεμος δειλά
στο κατώφλι μας.
Τώρα που έρχεσαι κοντά μας
χαϊδεμένη από τον πόθο
και την αγάπη που σε θρέψαμε,
εσύ θα ξέρεις πιο καλά.
—Άκου τη φωνή
κι’ αν είναι η ομοιοκαταληξία του έρωτα
δείξε μας το σημάδι στον κόρφο σου,
να δούμε αν η καταγωγή σου
συμφωνεί με τις προβλέψεις μας.
Εσύ θα ξέρεις πιο καλά.
Τώρα που στροβιλίζουν
οι παράξενοι άνεμοι
στις στέγες των καταφυγίων,
συλλογίζομαι τον προορισμό
των σκιών, όταν δύει ο ήλιος.
Συλλογίζομαι τον προορισμό μας.
’Άκου τη φωνή,
πως διασχίζει το διάφραγμα
προς την Πρώτη Ανατολή.

ΠΡΟΘΕΣΗ

Ματωθήκαμε στο φιλί
γλυπτών οραμάτων.
Κι’ όμως η γη μας είναι τόσο απλή.
’Ανάμεσα στα δόντια θρυμματίζεται
ο φόβος του αγνώστου
κι’ ο λυγμός κυλά στην παλάμη
καλώντας άλλους δρόμους και σχήματα.
Η γη μας είναι τόσο απλή.
Τούτο το ανήξερο τοπίο με τη γύμνια του
είναι ένα άσβεστο ηφαίστειο.
φεύγει ο κόσμος
και εμπιστεύομαι σε σένα,
μ’ ένα φιλί, πίσω από τα μάτια σου,
το μυστήριο του άγνωστου.

ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

Δυο γλάροι πρέπουν
στη θάλασσα των ματιών σου
κι’ αγάπη γύρω από την αγάπη σου.
Εσύ δεν το ξέρεις·
κι’ όμως εγώ είμαι ο εραστής
που ζει μέσα σε τραυματισμένη ευτυχία.
Στο πρώτο φιλί
τα δέντρα τρέχουν σαν ίσκιοι
στο δεύτερο ξεγυμνώνονται τα δάκτυλα
που δείχνουν αμφίβολο αγνάντεμα.
Δυο κεράσια και η ηδονή
πρέπουν στα χείλη σου
και φιλί στο φιλί σου.
Μα ποια φωνή θα σου μιλήσει
στον Αυγουστιάτικο ύπνο
ποιο πουλί θα ζητήσει φωλιά στην καρδιά σου
όταν ο κόσμος με το πρώτο κύμα
και την εύνοια των ανέμων
αναζητά διαφυγή σ’ άλλη εποχή.
Κανείς! Πάλι εγώ θα μείνω
ψάχνοντας τον χαμένο έρωτα του Αυγούστου,
πάλι εγώ θα μείνω
διαγράφοντας τη ζωή μου
μέσα σε μια τραυματισμένη ευτυχία.

MIA ΒΟΗ ΣΕ ΚΑΛΕΙ

Είναι μια βοή που σε καλεί
μέσα από γνώριμες κλεψύδρες.
Για ποιο σκοπό να χάνεσαι
σ’ άλλο στόμα, σ’ άλλο παράθυρο κλειστό
πιο κοντά στις επινοήσεις
που γέννησαν φθαρτές επιθυμίες.
Ολοένα πιο μακριά
γιατί στέκεσαι στο κατώφλι
που μετεωρίζεται η έρημος
αφανίζοντας ευοίωνα σημεία.
Στάσου επίσημη των Ερώτων.
Μέσα από τα πικρά χρώματα
γεννιέται η γλυκιά μέρα του Σεπτέβρη
πλάθοντας καινούργια την όψη των ονείρων.
Είσαι ένα άστρο εχέμυθο
στην οριζόντια σειρά των ονείρων μου.
Αίσθημα ξανθό, μπροστά σ’ ένα παράθυρο,
έξω κοιτάζοντας τη θλίψη
να ηγεμονεύει στους στίχους μου.
Οι πρώιμες εκμυστηρεύσεις των πόθων μας
μετατοπίζονται σε ήχους έναστρων αμαρτημάτων.
Πρόθυμα στόματα
και ίχνη στην άμμο από ερωτικούς σπασμούς
μας δένουν σε απόχρωση αγωνίας.
Σφίξε λοιπόν απόψε το χέρι
που όλα μοιάζουν σαν αφή φθινοπώρων.
Μην τρέχεις.
Κοίταξε τις ολισθηρές διαβάσεις
που συνταξιδεύουμε.

ΕΙΣΑΙ ΕΝΑ ΑΣΤΡΟ ΕΧΕΜΥΘΟ

Είσαι ένα άστρο εχέμυθο
στην οριζόντια σειρά των ονείρων μου.
Αίσθημα ξανθό, μπροστά σ’ ένα παράθυρο,
έξω κοιτάζοντας τη θλίψη
να ηγεμονεύει στους στίχους μου.
Οι πρώιμες εκμυστηρεύσεις των πόθων μας
μετατοπίζονται σε ήχους έναστρων αμαρτημάτων.
Πρόθυμα στόματα
και ίχνη στην άμμο από ερωτικούς σπασμούς
μάς δένουν σέ απόχρωση αγωνίας.
Σφίξε λοιπόν απόψε το χέρι
πού όλα μοιάζουν σαν αφή φθινοπώρων.
Μην τρέχεις.
Κοίταξε τις ολισθηρές διαβάσεις
που συνταξιδεύουμε.

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

Πιο πολύ που μοιάζεις
με ορμητήριο ευωχίας
αλληλέγγυα στήνοντας τον έρωτα
και την έκπληξη των ματιών μου.
—Ποιο άραγε στόμα
να μεταμορφώνει σε ήλιο
το ύφος των ψιθύρων μας—
—Ποια κόψη χειρίζεται τις χρυσές διατομές—
Δώσε λοιπόν ένα σημάδι
σε σχήμα γυμνού δένδρου
για να σου στείλω ένα μικρό
απόσπασμα της καρδιάς μου.

ΔΡΟΣΕΡΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

—Μια στιγμή, δυο φιλιά,
και το κορίτσι που χαμηλώνει
το γιασεμί στα μάγουλα των δακρύων.
Στοιβαγμένος ένας ήλιος σινιάλια
και τα δυο χέρια μου αφημένα
στη βάρκα του μεσημεριού
να ψαρεύουν τη ρέμβη της θάλασσας.
—”Ένα σπιτάκι κι’ ένα δικό μου αίνιγμα
κι’ εσύ πιο κοντά μ’ ένα φόρεμα πιο ξανθό
από τον ήλιο, στα χείλη σου απιθώνεις
το δροσερό μεσημέρι.
—Όμως δεν είναι να μετράς
τις δροσερές πτυχές του ανέμου
α>ς το άλλο καλοκαίρι.
Θα κλάψω σαν θα φεύγεις
με τα πουλιά του μεσαυγούστου
για την άλλη εποχή.

ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ

Είσαι μια αναστάτωση
που προοιωνίζει καινούργια
την όψη των πραγμάτων
αλλοίωση χρωμάτων
για νέα ιχνογραφήματα
και αίσθηση μουσικής
σε ανεξήγητη ευτυχία.
—Εδώ που ο χρόνος περνά ακέραιος
και η φρίκη μπροστά σε θριάμβους
συνεννοημένων χεριών σταματά.
—Εδώ που η αναζήση φθόγγων
για μελλοντικές αρθρώσεις
προσηλυτίζει νυχτερινά σκιρτήματα,
βρίσκεσαι εσύ.
Παρθενική έκσταση με βάθος
αναλλοίωτο.
Εσένα λοιπόν όλα αγαπούν
κι’ η φωνή μου στίχος με στίχος
μόνο εσένα.

ΚΡΥΦΗ ΕΝΟΧΗ

Δεν ξέρω γιατί ζητώ να μου δώσεις
δυο φθόγγους συγγνώμης.
Αν σου περισσεύει ένα ψίχουλο καρδιάς
μη μου το αρνηθείς, σε ικετεύω,
Άφησε το απόψε που όλα μοιάζουν
σαν αγωνία Μεγάλης Παρασκευής
στο κατώφλι σου,
θα ’ρθω να το πάρω.
Δεν ξέρω, όμως πονεί η καρδιά μου.
Μέσα μου ωριμάζει μια τραγική βροχή.
Νοιώθω σαν να μου ρίχνουν στην πλάτη
ένα τρύπιο αδιάβροχο.

ΠΟΙΟ ΣΚΙΡΤΗΜΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ποια είσαι λοιπόν
και κρύβεσαι σε πλησίστια καράβια
ντυμένη στις ώρες των παλμών της θάλασσας.
Γιατί φεύγεις με τη φωνή των φάρων
γυρεύοντας να προσαράξεις
στο έκτο πέτρωμα της λήθης.
Ποιο σημάδι σου απομένει λοιπόν
όταν δεν είναι ο έρωτας
και ο έρωτας ποιος είναι
όταν μετράς τη ζωή
με άγνωστες κλεψύδρες.
Όμως δεν τελειώνει εδώ η ελπίδα μου.
Τώρα που σκεπάζεις με ομίχλη
τους ελαιώνες μας
τούτα τα βράχια δεν μαρτυρούν
τίποτα άλλο εκτός από σένα.
’Όχι! δεν είναι ο θάνατος που θα μας
αποχωρήσει.
Όμως ποιο σκίρτημα του νου
θα σε φέρει κοντά μας
αγαπημένη των πειρασμών!
Αρχάγγελε των αναζητήσεων!

ΘΑ ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΩ ΠΙΟ ΨΗΛΑ

Πιο ‘ψηλά εκεί που προπορεύονται άστρα
και γαλάζια ελευθερία
εκεί που στρόβιλοι καρδιοχτύπια
ξεχύνονται σε θάλασσες αισθημάτων.
Τον πρώτο μήνα των δακρύων σου
θα σε συναντήσω.
Πρώτη μέρα του Μαΐου·
σου γράφω μέσα από το
χαράκωμα.
Ο πόλεμος σε λίγες ώρες αρχίζει
και νοιώθω βαριά τη λαβωματιά
στο στήθος μου.
Το βράδυ, τα μάτια σου φιλούν
τη σιωπή μου
και το άγνωστο τοπίο
σβήνει με τη δεύτερη μέρα Μαΐου.
Πιο ψηλά πέρα από την αίσθηση
του ακατανόητου
κι’ άλλο στόμα κι’ άλλο φιλί
που θα γεννήσει ο νους μου
πέρα από την δεύτερη μέρα
ποιο σημάδι, ποιος ξέρει
θα σε συναντήσω.

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Σπέρνοντας ήλιους στην έρημο
ελευθερώνεις τη γήινη Ήβη
Χαλκεύοντας τη μνήμη των ανθρώπων
ανοίγεις το πηγάδι της αυτογνωσίας.
Όλος ο κόσμος γεννιέται από την ίδια μήτρα
και συ στυλωμένη στη λάμψη της χαλαζόπετρας
περιμένεις. Νυν και αεί.

.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΥΓΙΝΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Με την αρματωσιά του ένα τρικάταρτο
Ρίχτηκε στου πελάγου τα μάκρη.
Γοργόφτεροι γλάροι συντρόφευαν
την αρχινημένη λιτανεία και αφροί
διαμαντικοί σε πλάτες δελφινιών.
Ψηλά στο μεσιανό κατάρτι μια σημαία
να αντέχει στων ανέμων τη φορά
κι η μάσκα να γέρνει μια δεξά και μια ζερβά,
μα φόβος κανένας.
Μόνο των γλάρων το κρώξιμο κι οι μνήμες
π’ ανασταίνουν μιας Αφροδίτης
το συναπάντημα στου Διγενή την Πέτρα.
Κι όλα τα θάρρητα
κρατούσαν την ελπίδα ορθόπλωρη,
με των δελφινιών το ξάφνισμα και
της γοργόνας τ’ ατίθασο βλέμμα να ρωτά
ξανά και ξανά, παγιδευμένη
σε μιας αγάπης την απαντοχή.
Και περνούσε τ’ αυλάκια το τρικάταρτο
κι έπιανε αρόδο εκεί που
τα ύφαλα του μνημονικού χτυπούσαν.
Και τότες αναδύονταν γοργοεπήκοες Παναγίες
με υπερούσιους Χριστούς μες στην πλατιάν αγκάλη,
κουβαλώντας μέδουσες και αστερίες
και με την αρμύρα να στάζει ρίγη.
Κι ύστερα, βουτώντας ξανά
μες στης αυγής τη χαρμονή ξανοίγονταν
μπροστά σε κίονες αμέτρητους κι αγάλματα,
σε θόλους και μετώπες.

Όλα λευκά κι ολόφωτα στο
μάγεμα του πρωινού.

Και ξάφνου αντίκρισε στρατιές.
Παντιέρες περσικές πλατάγιζαν στη χαίτη
του πελάγου και μαζί γαλέρες γενοβέζικες
κι αρμάτες τουρκικές.

Και τότες το πέλαγο εθεοκρούστη
και γίνηκε καταποτήρας που τους ρούφηξεν
όλους εξόν από εκείνο το τρικάταρτο
που έλαμνε γοργά μες στου γιαλού τα πλάτη
κι ακόμα γοργολάμνει το σκαρί που
το λαλούσιν Κύπρο…
Και μιας φωνής μέγας αχός αργά το συντροφεύει:
Υπερούσια Σαλαμίνα κράζω σε Βασίλισσα
κι εσένα Πάφο, Αγία
κι εσέ Κερύνεια, Δέσποινα
που σαράντα χρόνους με θωρείς αδάκρυτη
με βλέμμα που σκοτώνει…

Μάχαιρα πνιγμένη στο αίμα

Ο διάκονος Ανδρόνικος είδε καθ’ ύπνους
Μάχαιρα πνιγμένη στο αίμα και
Σπουργίτια με σφαγμένους λαιμούς
Να γυροφέρνουν στα στενά της Λευκωσίας
Μα το ‘πε κι ο λοξίας γέροντας Θεόδουλος
Δραγάτης ο ύπνος και τα σεντόνια μια θηλιά στο
Ικρίωμα του ονείρου
Γρηγορείτε ότι ολοφύρεται η νύχτα και
Στεναγμός βρυχιέται ανείπωτος

Τον παρηγορούσε όμως που ο παπά Γεώργιος
Του ‘λεγε πως όπου να ‘ναι θα φανεί ένα
Τρικάταρτο που το λαλούν Ελλάδα …

Σήμερον εν έτει 1821 και μηνί Ιουνίω, εγώ ο ελάχιστος Γεώργιος,
ιερέας εις τον ‘Άγιον Ευλάλιο Λαπήθου, ανέβλεψα φωτί μεγάλω,
γιατί πάλε ήρτασιν απού την Ελλάδαν ο Κανάρης τζαι οι εδικοί του
αράξοντας κάτω εις του Γιαλού την Πέτραν. Ότι την αρμάταν των
Τούρκων την εβάλασιν ομπρός τζαι ύστερις που το φευγιόν της
είπασιν να πάρουν μιτά τους σιτάρκα τζαι ζα. Επέψαν δκυό νομάτους,
μα το χωρκόν αντίρρησεν εις την πλερωμήν τζαι κατεβήκαν στον
γιαλόν ούλλοι οι χωρκανοί με ρίφκια, σιτάρκα τζαι καμπόσα που
τους κήπους. Εγώ εκράτουν το Ευαγγέλιον τζαι με τους ψαλτάες
εψάλλαμεν Τη Υπερμάχω. Οι γεναίκες εστέκουνταν μαζί με τα
παιθκιά τους τζαι εκλαίασιν οπού είμαστον ούλλοι στην σκλαβκιάν
χρόνους πολλούς τζαι η Ελλάδα ήτουν πολλά μακριά μας. Εφκήκεν
έξω ο Κανάρης τζαι μιτά του άλλοι ναύτες κλαίοντα με τα που
’θωρούσαν. Τότες επήαν οι χωρκανοί τζαι εμπήκασιν στο πλοίον με
τα πράματα που εκουβαλούσαν τζαι εγένηκεν σαν νατουν παναΐριν.

Ήρτεν η ώρα τους να φύουσιν τζαι εμείς εστεκούμαστον περίλυποι εν
ταις καρδίαις ημών. Ετραβήσασιν την άγκυραν, εσηκώσαν τα πανιά
τζαι φευγόντα, έναν κομμάτιν της καρκιάς τζαι του μυαλού μας
έφευκεν μιτά τους. Τέσσερις δικοί μας, ο Κωστής του Σάββα, ο
Στυλλής του Αντρέα, ο Νίκος του Παυλή τζι’ ο Βαρνάβας του
Αδάμου, είπαν το τζ’εκάμαν το. Εχωστήκαν μες στ’ αμπάριν τζ
επηαίναν να πολεμήσουν τον Τούρκο στην Ελλάδαν.

Άκουγε ο διάκονος Ανδρόνικος κι ένιωθε στα
Σπλάχνα του ελευθερίας λαλήματα μα
Σαν έριχνε η νύχτα βαρύ ένα πέπλο
Ένιωθε πάλι που μια μαύρη σπάθα ορθωνόταν…

Ξημερώματα του μηνός Ιουλίου ημέρα ενάτη τζαι πριχού να βκει ο
ήλιος, έστειλεν ο τριασκατάρατος Κιουτσιούκ Πασάς τζαι επιάσασιν
τον Αρχιεπίσκοπον τζαι ούλλους του Δεσποτάδες που τάχατες
εξεσηκώνασιν τον κόσμον τζαι εδκιούσαν τους όπλα να κάμουν
επανάστασιν. Λόγια τούτα του Κιουτσιούκ που εφουσκώσασιν τα
μυαλά της Πόρτας. Τζαι εφέραν τους στη Χώραν, στο Σαράιν, τζ
εσφάξαν τους οι άπιστοι. Τότες ήτουν που εμαύρισεν ο ουρανός τζαι σ’
ούλλην την Κύπρον εγένηκεν χαλασμός Κυρίου που τα
αστραπόβροντα τζαι την ανεμοζάλην.

***

ΜΑΖΕΥΕ ΠΕΤΡΕΣ

ΜΑΖΕΥΕ ΠΕΤΡΕΣ και τις απίθωνε στα
Σπλάχνα του
Σε στιγμές μοναξιάς
Κοίταε εντός του κι άκουγε να κροταλίζουν
Θραύσματα αρχαίων επιγραφών
Κυπράνωρ ενίκησε – τοις πεσούσι τηδε η λήκυθος.
Και τότε ριγώντας καλούσε
Το προσκλητήριο των νεκρών κι όλο
Πάσχιζε να ενώσει τα ετερώνυμα

Περνώντας όμως η ώρα ένιωθε
Να τον καρφώνει το μάτι της νύχτας
Και τα θραύσματα ατίθασα
Γίνονταν αιμάτινες αιχμές που
Πέφτοντας θρυμμάτιζαν επιφάνειες ονείρων και
Ακροκέραμα προτεταμένων λέξεων
Σε πείσμα των επιγραφών και της
Εν γένει συνήθειας να συλλέγει κανείς πέτρες
Και να τις απιθώνει στα σπλάχνα του

.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΡΡΙΚΑ (2019)

(Απόσπασμα)

Αθήνα-Θεσσαλονίκη

Μεσάνυχτα, ώρα δώδεκα. Γραμμή Αθήνα-Θεσσαλονίκη. .Τη σκεφτόταν συνέχεια. Κοίταξε ξανά το ρολόι. Σίγουρα, εκείνη θα κοιμάται. Έκλεισε τα μάτια του. Μέσα στον δόλο της νύχτας αναπαράστησε τις τελευταίες της κινήσεις και ψηλάφησε τις σκέψεις της…
Εκείνη είδε για τελευταία φορά το κάτω χείλος της στο καθρεφτάκι, έγειρε πλάι, το ακούμπησε δίπλα στο πορτατίφ, έσβησε το φως… Όλη μέρα έσφιγγε τα δάχτυλά, ρυτίδωνε το πρόσωπο και δάγκωνε το κάτω χείλος της. Να ’ναι αλήθεια; θα έρθει; Της φαινόταν σαν ψέμα. Τον περίμενε, αγωνιούσεπώς θα είναι. Όταν φτάσει… Να τον περίμενε άραγε στον σταθμό ή να τον έπαιρνε στο τηλέφωνο και Σε περιμένω, σε λαχταρώ, μην αργείς, να του ’λεγε. Πάρε ένα ταξί, μη χτυπήσεις το κουδούνι. Κάτω από το χαλί θα βρεις το κλειδί…
Έτσι την ήθελε- να τον σκέφτεται. Να τη βλέπει να αδημονεί, να ανησυχεί μήπως το είχε μετανιώσει την τελευταία στιγμή. Της το είχε πει, πιο καθαρά δεν γινόταν. Για σένα και στην άκρη… Ο κόσμος χωρίς εσένα…
Πήγε μία η ώρα… όχι… δύο και μισή. Ο Αλβανός δίπλα τραγουδούσε χαμηλόφωνα. Τόσο όσο να ενοχλεί τους γύρω του. Πού έβρισκε την όρεξη… Τον κοίταξε πιο καλά. Προσπάθησε να καταλάβει, τα κατάφερε. Του έφυγε ο εκνευρισμός. Ένιωσε συμπάθεια. Ο Λίλη. Έτσι του συστήθηκε, με το που ένιωσε πως τον κοιτούσε με κατανόηση. Ο Λίλη. «Λέγε με Ηλία. Μια ζωή Ηλίας. Φοβόμουν. Με δασκαλέψανε. Να λες, Βορειοηπειρώτης, μου είπανε».
Τώρα, επέστρεφε. Γυρνούσε στο Ελμπασάν. Στη μάνα του. «Όχι, όχι, εκείνη έφυγε. Κλαούντια τη λέγανε. Με τον Ντίνο. Ιταλία». «Σου την έκλεψε;» τον ρώτησε με αφέλεια. Ο Ηλίας γέλασε πικρά. «Τώρα πια μου έχει περάσει. Στην αρχή μ’ έπιανε το παράπονο…» Σώπασε. Άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο σκοτάδι. Τι ήταν να τη θυμηθεί… Ο Λίλη.
Το τρένο κυλούσε μονότονα στις ράγες. Κάποιες φορές άφηνε κάτι ξαφνικούς συριγμούς, ακουγόταν η φωνή του μηχανοδηγού, χαμήλωνε ταχύτητα, σταματούσε και μετά πάλι… και πάλι… Στενοχωρήθηκε. Κοίταξε προς τον Λίλη, μα αυτόν τον μαγνήτιζε το σκοτάδι, έτσι που ασάλευτος χανόταν με τα μάτια μισόκλειστα. Η ώρα περνούσε. Η μεταμεσονύχτια αδειοσύνη γεννούσε μια πλαδαρότητα που ακινητούσε το μυαλό. Σε λίγο άρχισε κι αυτός να χάνεται μέσα σε άπειρες εικόνες με θολά περιγράμματα. Συγκέντρωσε όση δύναμη είχε κι άρχισε να αναζητεί τη δική της μορφή, κι εκεί που νόμιζε πως κάτι λίγο ακόμη ήθελε για να την αιχμαλωτίσει, τού έφευγε ένα αχ, καθώς το περίγραμμά της άλλαζε… άλλαζε… Μέχρι που τον συνέφερε η φωνή του Λίλη.
Αυτό με την Κλαούντια συνέβη πέρυσι, όταν μετά από δυο χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, συντροφιά με τον Ντίνο γυρνούσε πίσω στην Αλβανία. Αυτός να πάει στην Κλαούντιά του κι εκείνος στ’ αδέλφια του. Όλα νόμιμα. Με πράσινη
κάρτα και σφραγίδες. Την πρώτη φορά είχαν περάσει τα σύνορα με τα πόδια και κατέβηκαν στην Αθήνα με το φορτηγό που τους περίμενε στη Θεσσαλονίκη. Παράνομοι. Δύο χρόνια οικοδομή στην Αθήνα. Μεγάλος ο φόβος. Μέχρι σε πατάρι, στης ξαδέλφης του, κοιμήθηκε. Όλο κρυβόταν. Ώσπου τον πήγαν σ’ εκείνο τον δικηγόρο… Ένα χιλιάρικο, όλα τα χαρτιά. Καλύτερα κι από γνήσια. Πήγε και ο Ντίνο.
«Της το είχα υποσχεθεί. Θα έρθω να σε πάρω μαζί μου». Πήγε. Της σύστησε τον Ντίνο. «Να μείνει μαζί μας ένα βράδυ». Εκείνη τσίνισε. «Μια νύχτα, μόνο ένα βράδυ», επέμενε ο Λίλη. Την άλλη μέρα ο Ντίνο θα έφευγε. Με λεωφορείο. Μείνε του είπαν. Κοιμήθηκαν στης Κλαούντια. Το πρωί αυτός κατέβηκε για τσιγάρα. Κάτι του πέταξε ο περίπτερός, πιάσαν τη συζήτηση. Μετά ανέβηκε. Ο Ντίνο και η Κλαούντια πουθενά. «Εξαφανίστηκαν…» είπε με αλλόκοτη φωνή. Τον κοίταξε στα μάτια. Ο Λίλη σκυθρώπιασε. Έμεινε να τον παρατηρεί. Τον λυπήθηκε. Ο Λίλη κοίταγε έξω. Χανόταν… Νύχτα. Του
ήρθε κάτι σαν δάκρυ…
Είχε πάει τρεις η ώρα. Σκεφτόταν. Τι να έκανε άραγε εκείνη… Τον περιμένει ή αποκοιμήθηκε… Κοίταξε πλάι. Ο Μάκης κοιμόταν. Τόσο εύκολα είχε τον ύπνο. Τίποτα δεν τον ενοχλούσε. Ούτε ο Λίλη, ούτε κανένας. Μια έτσι έκανε στο πλάι, έκλεινε τα μάτια και σε δυο λεπτά αφηνόταν στα φτερά του ύπνου. Κάθε τόσο του έριχνε κλεφτές ματιές. Τον εκνεύριζε που τον έβλεπε άνετο και χαλαρό, τη στιγμή που αυτός πάσχιζε να ξεγελάσει τον χρόνο, να δαμάσει τις εντάσεις του και να ελέγξει τις αντοχές του. Πού να κοιμηθεί… Άσε που εκείνη δεν βγαίνει από το μυαλό του. Πού να καταλάβει ο Μάκης.
Την προηγούμενη φορά, πάνε δυο χρόνια τώρα, επίμονα γύρεψε τη συντροφιά του. Έλα, του είπε. Βόλτα θα πάμε. Μέχρι να τη δω, εσύ θα πας στον Αλέξη και θα συναντηθούμε αργά το απόγευμα. Η αλήθεια είναι πως ο Μάκης ήθελε πολύ να δει τον μικρό αδελφό του. Από τότε που έφυγε ο πατέρας τους, ανέλαβε αυτός. Του άρεσε η ιδέα, Θα δούμε του είπε, στο τέλος υπέκυψε. Φύγανε μαζί για τον σταθμό Λαρίσης, μπήκαν στο τρένο κι όλο Ηρέμησε, ηρέμησε σου λέω, άκουγε τον Μάκη, κάθε που αυτός, από εδώ το πήγαινε, εκεί το έφερνε, μόνο για ’κείνη μιλούσε. Συνέχεια.
Όταν φτάσανε, πήγανε κατευθείαν στο σπίτι της. Ο Μάκης, απρόθυμος. Με περιμένει ο Αλέξης, του έλεγε, Έλα, επέμενε εκείνος, Σε χρειάζομαι. Να τη δεις… να μου πεις… Φτάσανε. Οχτώ το πρωί. Ήταν πανέμορφη.
«Εσύ είσαι, λοιπόν, ο Μάκης;» τον ρώτησε σφίγγοντάς του το χέρι. Εκείνος λαχτάρησε. Ένιωσε να τον διαπερνά ένα ρίγος, κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση. Έστρεψε το βλέμμα του με θυμό. Μάσησε στα δόντια του ένα Το κέρατό σου… και με ολοφάνερη προσποίηση, «Φεύγω. Πάω να βρω τον Αλέξη. Με περιμένει. Θα μείνω εκεί. Θα γυρίσω στην Αθήνα σε δυο τρεις μέρες. Ο μικρός με χρειάζεται». Εκείνος, ακούγοντάς τον ξαφνιάστηκε. «Ας είναι, θα τα πούμε στην Αθήνα», είπε.
Έμεινε μαζί της όλη τη μέρα. Αμίλητοι. Κι εκείνη όλο προφάσεις… Το βράδυ έφυγε μόνος. Έντεκα και πέντε. Γραμμή Θεσσαλονίκη -Αθήνα.
Τώρα, ένα χρόνο μετά, περίπου το ίδιο σκηνικό. Με τον Μάκη συντροφιά ανηφορίζει για τη Θεσσαλονίκη. Να τη δει. Έρωτας μεγάλος. Ο Μάκης κάθεται στη μεριά του παραθύρου. Κούρνιασε εδώ και πολλή ώρα κι ούτε που ακούει τ’ αναφιλητά του Λίλη. Αυτός κοιτά τον Λίλη. Τον Αλβανό. Τον λυπάται. Ο Ντίνο, ο φίλος του… Για τσιγάρα κατέβηκε. Μετά τίποτα. Ούτε ο Ντίνο, ούτε η Κλαούντια.
Τον εκνεύριζε που ο Μάκης ήταν πάντα απών. Στις επίμαχες συζητήσεις που άνοιγε -με ευκολία, είναι αλήθεια- ο Μάκης εξαφανιζόταν. Προφάσεις, προφάσεις… Βαριέσαι, το ξέρω, του έλεγε. Μα μην είσαι τόσο… τόσο… Δεν έβρισκε τις λέξεις. Τον εκνεύριζε η αταραξία του. Και κάποτε οι απότομες αντιδράσεις του. Του ήρθε στο μυαλό η εικόνα. Εκείνη να του σφίγγει το χέρι κι αυτός να γυρνά, να του πετά ψιθυριστά μια βρισιά και μετά να φεύγει. Κι εκείνη να αλλάζει, να μεταμορφώνεται, να σιωπά… Ξαφνικά, σαν κάτι να του συνέβη, σηκώθηκε απότομα. Κατερίνη. Άκουσε καλά. Το τρένο έφτανε στην Κατερίνη. Λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Έριξε στον Μάκη μια ματιά φαρμάκι. Κοιμόταν. Ποιος ξέρει τι ονειρευόταν. Κι εκείνη πια…
Ένιωσε που ο Λίλη τον κοιτούσε επίμονα. Τον κοίταξε κι αυτός. Τα περιγράμματα αποκρυσταλλώνονταν. Και τα μισόλογα έβρισκαν το νόημά τους. Σαν άνοιξε η πόρτα, το βαγόνι γέμισε με φως. Έκανε ένα σάλτο. Κατέβηκε. Κάπου θα τον έβγαζε…
Στον σταθμό της Κατερίνης έπιασε τον εαυτό του να μονολογεί. Ακούς εκεί, ο Ντίνο… Κι εκείνη η Κλαούντια δεν ντράπηκε;

.

Η ΑΠΕΙΛΗ (2016)

(Απόσπασμα)

Το νεκροταφείο ροκανίζει την πόλη

Το τοπίο στην πόλη άλλαζε. Η μεγάλη λεωφόρος γινόταν πεζόδρομος και οι παράπλευρες οδοί έπαιρναν το σχήμα διπλών διαδρόμων. Στο μέσον ένα στενό κατάφυτο διάζωμα και στα πλάγια μικρά παρτέρια και κρήνες με τον ίδιο ακριβώς φυτικό, κεραμικό και μαρμάρινο διάκοσμο του κοιμητηρίου. Επρόκειτο για μια μορφή ήπιας εισβολής και κατάληψης ζωτικού χώρου
στις παρυφές της πόλης. Φαινομενικώς τουλάχιστον. Γιατί, στην πραγματικότητα, χωρίς κανένα πρόσχημα, είχε κιόλας αρχίσει η πολεοδομική αποψίλωση, και το δυστύχημα ήταν πως όλοι πίστευαν ότι η νομαρχία
και ο δήμος μεριμνούσαν για την αισθητική αναμόρφωση αστικών χώρων.
Ο Πολ Μελίδης δεν είχε κανένα λόγο για να ανησυχεί. Αντίθετα, αισθανόταν πανευτυχής, αφού όλα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το επιτελείο των ψυχολόγων της εταιρείας είχε δώσει σαφέστατη αναφορά με τολμηρότατες προβλέψεις, που η ίδια η πραγματικότητα τις επιβεβαίωνε με τρόπο πανηγυρικό. Και ήταν αυτό ένα δείγμα ότι τα προγράμματα έρευνας ήταν σχεδιασμένα με άκρως επιστημονικό τρόπο. Ο ψυχικός σφυγμός των κατοίκων αποτυπωνόταν με εκπληκτική ευκρίνεια στις απαντήσεις που έδιναν σε σχετικά ερωτήματα. Η φρενίτιδα που τους κυρίευσε για την αγορά ταφικών κτισμάτων καν η απουσία κάθε αντίδρασης στη νέα φάση της επέκτασης-εισβολής αποδείκνυαν ότι η πόλη παραδιδόταν αμαχητί στις βουλήσεις της εταιρείας. Οι κάτοικοι έδειχναν να συμφιλιώνονται με την ιδέα της γειτνιάσεως των σπιτιών τους με τάφους-χώρους υπνώσεως, «ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται»…
Όταν κλήθηκε ο νεαρός διανοούμενος να παραστεί στην έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας, τα λόγια του προκάλεσαν σε όλους θαυμασμό. «Το κοιμητήριον» είπε, «ως εκφερόμενος όρος, απαλύνει το άλγος ακόμα και από έσχατα δυστυχήματα. Τότε ο πικρότατος πόνος γλυκαίνει και το συνειδός συμφιλιώνεται με το θάνατο, που τον εκλαμβάνει πλέον ως αχρονία μακαριότητος».
Τέτοια και άλλα ηχηρά παρόμοια έλεγε ο διανοούμενος, που, ακούγοντάς τον ο Μελίδης, έμενε άναυδος. Όμως εκείνο που κυριολεκτικά τους ξάφνιασε όλους ήταν η πρόσληψη του διανοουμένου ως υπευθύνου προγραμμάτων ψυχολογικής υποστήριξης. Τη θέση, φυσικά, την αποδέχτηκε ασμένως. Βέβαια, άλλο είναι να περιφέρεσαι στα καφέ και στα μπαρ της πλατείας με τον Μαρξ ανά χείρας, ή και ενίοτε τον Γκόργκι, και άλλο να είσαι στέλεχος της πολυεθνικής Εταιρείας Σχεδιασμού και Αναπλάσεων με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Το πράγμα δεν έμεινε εκεί. Τα παρτέρια προχωρούσαν, ροκάνιζαν τους δρόμους, καταλάμβαναν τα πεζοδρόμια, πατούσαν τα ελάχιστα αλσύλλια και πίσω τους στήνονταν τάφοι. Πολλοί τάφοι. Προτιμήθηκε αυτή η κατευθείαν επέκταση προς το κέντρο της πόλεως, διότι το προηγούμενο, με την αποψίλωση των παρυφών του πολεοδομικού συγκροτήματος, δε συνάντησε καμιάν απολύτως αντίδραση. Άλλωστε η πρόταση για σταδιακή περιφερειακή άλωση ενείχε τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί δόλια τακτική. Και αυτό ήταν πολύ πιθανό να προκαλέσει τους ελάχιστους αμετανόητους από τον κύκλο του νεαρού διανοουμένου, που εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι τους είχε
προδώσει.
Έτσι λοιπόν, το σύστημα των ετοιμοπαράδοτων ταφικών κτισμάτων κατακτούσε διαρκώς έδαφος. Ο Πολ Μελίδης έτριβε τα χέρια του. Μάλιστα αποφάσισε να υποβάλει αρμοδίως προτάσεις για την εφαρμογή του σχεδίου σε όλη την επικράτεια. Είχε λόγους να πιστεύει ότι οι τοπικοί άρχοντες θα το έβλεπαν θετικά. Ήδη οι επισκέψεις νομαρχών και δημάρχων στην πόλη αυξάνονταν, και αυτό ήταν πολύ ενθαρρυντικό. Γι’ αυτό και η επιτόπια ξενάγηση από στελέχη της εταιρείας εμπλουτίστηκε με διάφορα δρώμενα, τα οποία αισθητικοποιούσαν το ανοίκειο του θανάτου και το αφόρητο της ταφής αναγάγοντάς τα σε οντολογικές παραλλάξεις κτλ., ναι, και για τις οποίες μεριμνά η χάρις των συμπαντικών δυνάμεων, επιδαψιλεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εύνοιά της προς τους εκλεκτούς.
Για όλα αυτά την επιχειρηματική ευθύνη ανέλαβε ο μέχρι χτες αριστερός διανοούμενος και τώρα εκλεκτό στέλεχος της εταιρείας, ο οποίος χρησιμοποίησε τόσο τη γλωσσική του οξυδέρκεια όσο και τις γνωριμίες του. Η χορωδία ιδιωτικού σχολείου της περιοχής απέδωσε θαυμάσια τον «Μεγάλο Ερωτικό», ενώ τα κείμενα και τις θεατρικές αποδόσεις ανέλαβαν με ιδιαίτερο πάθος δύο φιλόλογοι, για τους οποίους έχουν να λένε ότι, δεν μπορεί, η μοίρα δυστρόπησε. Γιατί για άλλα ήταν καμωμένοι και άλλα η ψυχή τους λαχταρούσε. Ας είναι.
Συμμετείχαν, φυσικά, και οι κάτοικοι της πόλης. Εννοείται όσοι συνήλθαν από εκείνο το αποτρόπαιο συμβάν του ολοκαυτώματος των Καλαβρυτινών μαστόρων. Γιατί οι πιο πολλοί έχουν κλειστεί στα σπίτια τους και, καθώς λέγεται, κάθονται ώρες ατέλειωτες και κοιτούν με αδημονία τις σκιές που άφησαν στον τοίχο οι καθρέφτες. Προτού οι ίδιοι τους καταθρυμματίσουν. Τότε. Τώρα, όσο κι αν οι αρχές επιμένουν να τους χαρίσουν από έναν καθρέφτη και ένα κλουβί γεμάτο τιτιβίσματα, αυτοί αρνούνται. Προτιμούν να κοιτούν. Και να μοιρολογούν. Λέγεται.
Όσοι συνήλθαν λοιπόν, αφού φόρεσαν κατάσαρκα στενά πουκάμισα, ολόλευκα με κόκκινα σιρίτια, συνέχεια συστρέφονταν και έψελναν σε γλώσσα κρυπτική
ύμνους, που τους αποκαλούσαν «θριάμβους». Μαγεμένοι, οι τοπικοί άρχοντες δάκρυζαν και κάποιοι εκστασιάζονταν και έμεναν με τα μάτια κλειστά για πολλή ώρα. Τότε παρενέβαινε η ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης και άρχιζαν οι συνεδρίες. Μετά, αφού ορίζονταν ρήτρες και υπογράφονταν συμβόλαια, ο Πολ Μελίδης έδενε τους δημάρχους με νόμιμες κατά τα άλλα χορηγίες. Ο νομάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και παρέμενε απαθής. Μάλλον χαιρόταν. Γιατί η συνενοχή ελαφρύνει το άλγος που προκαλούν άστοχες ή σφαλμένες επιλογές και, το χείριστο, αργυρώνητες αποφάσεις. Ενίοτε μάλιστα το εξαλείφει, εφόσον η κρούστα που σκεπάζει τα πράγματα, διά της εκτεταμένης συνενοχής, γίνεται όλο και πιο φασματική, μέχρι που διαλύεται.

.

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΑΤΤΑΛΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (2014)

(Απόσπασμα)

Προμηνύματα χαμού

Εν τω μεταξύ, ο καιρός περνούσε κα η αγωνία μας άρχισε να φυραίνει, μέχρι που ένας αδικαιολόγητος εφησυχασμός απλώθηκε σχεδόν παντού, εμποτίζοντας το καθετί με την ηδονή της απραξίας. Η βεβαιότητα «Διά
την δικαίωσιν τον αγώνος μας, και την εκπλήρωσιν των προαιώνιων πόθων μας…», στερούσε από τον καθένα το δικαίωμα να οραματίζεται και να παλεύει.
Το πραξικόπημα στην Ελλάδα είχε πέσει σαν πολύ δυνατή γροθιά στο πρόσωπό μας. Εκείνο που αποδείχτηκε περίτρανα ήταν το πόσο βαθιά είχε προχωρήσει η σήψη και το πόσο ευδιάκριτο γινόταν πια το τέλος. Ένα καλογραμμένο σύνθημα με μπλε μπογιά και με βυζαντινούς χαρακτήρες, μου χάραξε τη μνήμη και από τότε με βασανίζει με τις ενοχικές του διακυμάνσεις.
«Όχι άλλη Μικρά Ασία!»
Σε χρόνο ασυνήθιστα μικρό, η Κύπρος έμεινε να μοιάζει με καΐκι ριγμένο σε μανιασμένο πέλαγο. Τα καράβια φορτωμένα ελληνικό στρατό έφευγαν το ένα πίσω από το άλλο. Είδα στρατιώτες να κλαίνε, γιατί το
είχαν ντροπή που δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ο κόσμος απελπιζόταν και δεν ήξερε με ποιον να τα βάλει. Στεκόμασταν σιωπηλοί με τον Χάρη στην προκυμαία της Λεμεσού. Πήγαμε με φανερή πρόθεση να δούμε το αντιτορπιλικό «ΙΕΡΑΞ». Μέσα μας όμως τρέφαμε την ελπίδα, πως κάτι θα γινόταν στο τέλος και οι στρατιώτες θα γυρνούσαν στα στρατόπεδά τους. Φαίνεται πως το ίδιο ένιωσαν κι άλλοι, γιατί η προκυμαία είχε γεμίσει από κόσμο. Τα πρόσωπα ήταν βουβά. Μόνο κάτι γέροντες βρακοφόροι γονάτιζαν, ύψωναν τα χέρια τους και ήταν αυτό η πιο ακραία στάση ικεσίας.
Δίπλα στο «ΙΕΡΑΞ», είχαν δέσει δύο οχηματαγωγά, το «ΝΗΣΟΣ ΑΝΔΡΟΣ» και το «ΕΝΑΛΙΟΣ». Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές των αυτοκινήτων και το μουγκρητό των τεθωρακισμένων. Οι στρατιώτες,
με τα κράνη και τις εξαρτήσεις τους έμπαιναν με τάξη στα πλοία και κάποιοι στρέφονταν με θλιμμένο βλέμμα προς το πλήθος. Φαινόταν πως κάτι έλειπε για να ξεσπάσει η βουβή οργή που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή μας διαπέρασε ένα ρίγος, καθώς, σαν να ήταν συμφωνημένο, όσοι κρατούσαν σημαίες τις ύψωσαν και ο κόσμος άρχισε να ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Με μιας οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και οι αξιωματικοί χαιρετούσαν. Όμως το «Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθερίά…» πνίγηκε μέσα σε κραυγές και συνθήματα:
«Η Κύπρος είναι Ελληνική», «Κάτω η χούντα», «Αδέρφια, μη φεύγετε», «Θάνατος στους προδότες». Κι εκεί Ανατολικά της Αττάλειας που τα πλοία έλυσαν τους κάβους και άρχιζε της επιστροφής, ακούστηκε ένας κι άλλος πυροβολισμός. Το πλήθος τρομαγμένο ζητούσε διαφυγής με φωνές, σπρωξίματα και άγριες διαθέσεις για όσους στέκονταν εμπόδιο. Τέσσερις κρατούσαν ψηλά το σώμα ενός παλικαριού και κραύγαζαν ν’ ανοίξει διάδρομος… Πιο πίσω, δυο γυναίκες ολοφύρονταν…
Έτρεχα και προσπαθούσα να μη χάσω απ’ τα μάτια μου τον Χάρη. Τον είδα να χώνεται κάτω από το στέγαστρο του τελωνείου και να κοιτά πίσω. «Γρήγορα! Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά…», και με κομμένη την ανάσα μου έδειξε ψηλά στο καμπαναριό της εκκλησίας τρεις ντυμένους στα μαύρα να έχουν στραμμένα τα όπλα τους προς το πλήθος. Ο εφιάλτης της διχόνοιας είχε πρόσωπο τη μάσκα του θανάτου.
Μείναμε στου Γιώργου Χαριτωνίδη, θείου του Χάρη, που πιο πολύ έμοιαζε σαν μεγάλος του αδερφός. «Να αποτραβηχτείτε. Θα μπλέξετε άσχημα. Μη σας τάξουν και σας παρασύρουν…», μας συμβούλευε όλο το
βράδυ. Τον καιρό των Άγγλων, μαθητής ακόμη, αναμείχθηκε στον αγώνα. Οι Άγγλοι τον προκήρυξαν και αναγκάστηκε να βγει στο βουνό αντάρτης. Μετά την απελευθέρωση, δε γύρεψε χάρη από κανένα. Δούλευε στο μικρό τυπογραφείο του πατέρα του και τα βράδια, κρυφά, έγραφε ποιήματα. Στα τριανταπέντε του, αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία. Τέλειωσε, γύρισε
πίσω και διορίστηκε καθηγητής. Ούτε ν’ ακούσει ήθελε γι’ αυτά που γίνονταν τελευταία.
«Θυμάσαι που σου το ’λεγα;», είπε κοιτώντας τον Χάρη ίσια στα μάτια. «Κάποιοι πουλάνε με περισσή ευκολία εθνολυτρωτική πραμάτεια, γιατί θέλουν να μας ρίξουν στην παγίδα του αδελφοκτόνου σπαραγμού…» Και σαν να ένιωθε το βάρος της λέξης, σταμάτησε για να πάρει ανάσα και να συμπληρώσει με έμφαση: «…για ν’ ανοίξουν έτσι πιο εύκολα οι Κερκόπορτες».
Μιλούσε χωρίς πάθος. Ωστόσο, η φωνή του παλλόταν ελαφρά καθώς στην κουβέντα απάνω πρόφερε τις λέξεις «Ελλάδα… Ένωση… Ελευθερία…»
Ο Χάρης, για τις ίδιες λέξεις, συχνά μιλούσε παράφορα. Η φωνή του γινόταν βραχνή, το βλέμμα του χανόταν σε πλατιούς ορίζοντες και ήταν αυτό σαν
γλυκασμός και άγγιγμα μιας πρωτόγνωρης εμπειρίας. Δεν υπήρχε κάτι ούτε ανώτερο ούτε και πιο ιερό από όσα οι λέξεις αυτές έκλειναν μέσα τους. Σαν τον άκουγα, έλεγα πως άλλος μιλούσε και όχι ο Χάρης. Πού τα έβρισκε όλα αυτά; Και εκεί που σιωπούσε και το στήθος του ηρεμούσε, ξαφνικά, τα μάτια άνοιγαν διάπλατα και ήταν σαν να έβγαζαν φωτιές. Νόμιζες πως απέναντι του στέκονταν κάποιοι, που σκοπός τους ήταν να καταστρέφουν τα πιο μεγάλα όνειρά του. Δε συγκρατιόταν. Άνοιγε έναν υποθετικό διάλογο και τέντωνε τα χέρια του με τέτοια αυτοπεποίθηση σαν να είχε όλο το σύμπαν με το μέρος του. Ζήλευα το πάθος του και ένιωθα ανάξιος που δεν μπορούσα να αισθανθώ κι εγώ τα ίδια ρίγη που διαπερνούσαν την ψυχή του.
Μετά το φονικό στη Λεμεσό, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Ο κόσμος μοιράστηκε στα δυο και οι πιο μυαλωμένοι τρόμαξαν στην ιδέα πως το αδελφοκτόνο μίσος μπορούσε να απλώσει τα πλοκάμια του, να κόψει την
ανάσα και να πνίξει τις φωνές, που μέχρι χτες έβγαιναν από το ίδιο στήθος. Εκεί στη Λεμεσό, τον Οκτώβρη του 1931, ξέσπασε η οργή των σκλαβωμένων, γιατί δε χωρούσε κι άλλη υπομονή στην ψυχή τους. Το 1955, τα αμούστακα παιδιά μέτρησαν το μπόι τους με εκείνο της λευτεριάς. Τώρα, σαν να πιάστηκαν όλοι στις κλωστές της αράχνης και αναδεύοντας χέρια και πόδια μπλέκονται όλο και πιο πολύ και ασφυκτιούν, χωρίς κανείς να γνωρίζει πως το δικό τους σάλιο είναι που φτιάχνει τον ιστό.
Το είδα στα λόγια της Δήμητρας. Πού βρήκε, αλήθεια, τόσο πάθος και τόση οργή ένα κορίτσι σαν κι αυτό;
«Να τους σκοτώσουν όλους», φώναξε, «κι αυτούς και τα παιδιά τους… είναι προδότες, είναι ανθέλληνες, κομμουνιστές…»
Γιατί τόσο φαρμάκι γι’ αυτούς που αποφάσισαν να συναντηθούν με μια ομάδα Τούρκων αριστερών; Γιατί είναι έγκλημα να συζητάς για την ειρήνη; Γιατί, παιδική μου φίλη, Δήμητρα;

.

Ο ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ (2012)

(Απόσπασμα)

Ένιωθε το σχοινί να χαράζει τη σάρκα του, τα μπράτσα, την κοιλιά, τα πόδια. Πήγε να παίξει τα δάχτυλα. Τίποτα. Είχε μουδιάσει ολόκληρος. Ο νάνος απέναντι τον κάρφωνε. Ο άλλος… ο άλλος… Στο διάολο ο άλλος! Συνήλθε. Θα λαγοκοιμήθηκε δυο τρία λεπτά. Η κλοτσιά στην πόρτα τον τάραξε για τα καλά. Το κεφάλι του πήγε να εκραγεί. Μπήκε μέσα ο επιστήμονας και άπλωσε τα σύνεργα στο τραπέζι. Οι κινήσεις του, τελετουργικές. Τον έβλεπε. Λαχτάρισε. Όχι δεν ήθελε. Ας έμενε έτσι για ώρες. Θα είναι ήσυχος. Έκλεισε τα μάτια. Τον πίεζε η κύστη του. Βράχηκε. Ανάσανε με ανακούφιση. Έτσι που αλάφρυνε, μπορούσε να αντέξει πολλές ώρες ακόμη. Μόνο μην τον πειράξει ο επιστήμονας. Μα εκείνος τον πλησίασε. Άνοιξε ένα ρουμπινέ κι έκανε απότομα πίσω. Από την οροφή ξεχύθηκε ένας χείμαρρος. Κράτησε όσο που να τον περιλούσει και να του κόψει την ανάσα. Μετά, τακ, τακ άρχισαν να πέφτουν κάτι χοντρές σταγόνες κατευθείαν στο κεφάλι του. Πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισε να τινάζει τον αυχένα του. Καθόλου δεν του άρεσε η ιδέα πως οι σταγόνες θα συνέχιζαν να πέφτουν αδιάκοπα. Άρχισε να δυσανασχετεί, μέχρι που η όλη κατάσταση τού γινόταν ανυπόφορη. Μετά, κάθε που έπεφτε μια σταγόνα, νόμιζε πως του κάρφωναν πρόκες στο κεφάλι. Άρχισε να πονά, να υποφέρει. Ήθελε να φωνάξει, δάγκωνε τα χείλη του, μάτωνε. Ο πόνος έμοιαζε να του διαλύει το κρανίο. Κάποια στιγμή το μαρτύριο σταμάτησε. Όμως, ο πόνος δεν έλεγε να τον αφήσει. Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Καταλάγιασε.

Τον Αμερικάνο τον πυροβόλησαν στο κούτελο. Ακαριαία. Έγειρε πίσω και ξάπλωσε ανάσκελα με ορθάνοιχτα μάτια. Ήρθαν αμέσως, με τις σειρήνες να στριγκλίζουν απαίσια. Τον σήκωσαν και τον πήρανε. Μια φήμη σερνόταν στους δρόμους της πόλης. Όλοι ψιθύριζαν σαν να γνώριζαν από καιρό, για μια σκοτεινή οργάνωση, που αντρώθηκε στα χρόνια της χούντας και που τώρα έπαιρνε εκδίκηση. Κάποιοι θυμήθηκαν τον άλλο, τον Αμερικάνο το δημοσιογράφο, που τον φάγανε στον Εμφύλιο. Τότε. Στη μαύρη καταχνιά… Την άλλη μέρα τον κάλεσαν στην Ασφάλεια. Εκεί ήταν καμιά εικοσαριά. Ανάμεσά τους, γνώριμα πρόσωπα, συμφοιτητές, φίλοι. Πρώτος ο Παναγιώτης ο Τρικαλινός. Του ’γνεψε να μη μιλήσουν, να κάνει τον αδιάφορο. Τα πουλάκια μου… εδώ είμαστε πάλι… ακούστηκε μια φωνή. Ο Ηρακλής, η αδερφή…. Τώρα ούτε γυαλιά ούτε κουνήματα. Τα ’χασε. Δυο χωροφύλακες άρπαξαν τον Τρικαλινό και τον έσυραν έξω από την αίθουσα. Έμεινε να κοιτά. Τι άλλο να ’κανε. Τον πλησίασε ο Ηρακλής. Ομορφούλη, τι γυρεύεις εσύ εδώ; Τον κοίταξε στα μάτια. Δεν ξέρω. Με κάλεσαν. Από κάποιο υπόγειο ακούγονταν οι φωνές των χωροφυλάκων. Χτυπούσαν τον Παναγιώτη. Αλύπητα. Μα εκείνος, μιλιά. Ούτε φωνές ούτε τίποτε. Κοντά σ’ εκείνα που τράβηξε στην Αίγινα, αυτά θα τα ’νιωθε χαϊδέματα. Μα όσο δε μιλούσε και δεν ούρλιαζε τόσο και αποκτηνώνονταν οι χωροφύλακες. Οι άλλοι ταράχτηκαν. Ένας λοχίας άνοιξε το ραδιόφωνο στη διαπασών. Τον καημένο θα τον λιανίσουν, σκέφτηκε. Ο Ηρακλής σαν να διάβασε τη σκέψη του, τον στραβοκοίταξε. Εσύ είσαι το αιώνιο θύμα. Ούτε για τσιλιαδόρος δεν κάνεις. Αυτός σας πήρε στο λαιμό του. Και σαν κάτι να τον χτύπησε, πέταξε με θυμό ένα παλιοκουμμούνια θα σας λιώσουμε… κι έφυγε. Τα είχε χαμένα. Είδε άλλους δυο, του σπουδαστικού. Ρουφιάνοι κι αυτοί. Ο ένας, του ’κλεισε το μάτι. Τον ρώτησαν, τους είπε, ξανά εκείνοι επέμεναν, αυτός έτρεμε. Ναι, δεν έκανε για συνωμότης. Μετά τον πήγαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Τον φωτογράφισαν κι έτσι κι αλλιώς. Μετά του πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα. Στα 1974. Χειμώνας.
Τώρα τι να θέλουν πάλι; Ένας τσιλιαδόρος ήταν, τίποτε άλλο. Κι αυτό από τη λαχτάρα να κάνει κάτι κι αυτός. Έβλεπε τους άλλους που μιλούσαν συνωμοτικά και τους ζήλευε. Ένιωθε ανάπηρος. Εγώ σου το ’πα, μην τους ακούς, φύγε. Εσύ έχεις μέλλον. Του μιλούσε και τον κάρφωνε στα μάτια. Εκείνη. Του άρεσε. Είχε ωραίο πρόσωπο. Έδειχνε να τον νοιάζεται. Κόρη Πτεράρχου. Στα χρόνια της xούντας, στη Φιλοσοφική. Σόλωνος και Μασσαλίας γωνία.

.

O Oστεοφύλαξ (2007)

(Απόσπασμα)

Του άρεσε πολύ να κατανέμει κόκαλα νεκρών σε κιβώτια μεταλλικά. Έπαιρνε με περισσή ευλάβεια το κρανίο και τα συνήθη οστά, την ωλένη και το μηριαίον. Τα σκούπιζε ελαφρά και με ζηλευτή δεξιοσύνη τα τοποθετούσε, την κεφαλή στο μέσον και τα κόκαλα εκατέρωθεν. Ανάμεσά τους έβαζε μπόλικο βαμβάκι. Βεβαίως τα οστά –ιδίως αυτά– δεν θραύονται εύκολα. Όμως, υπό συνθήκες βίας, εσκεμμένης ή τυχαίας, θρυμματίζονται.
Μετά τα τακτοποιούσε στις προθήκες. Ένας τοίχος σεβάσμια οστά. Φρόντιζε πολύ η αίθουσα των μακαριστών αδελφών να μυρίζει λιβάνι και ο καπνός, κυανούς, ελαφρύς και νωχελικός, να αναδύεται ίσαμε την οροφή και από εκεί να διαχέεται ατάκτως στο σεπτό οστεοφυλάκιο. Φρόντιζε, επίσης, να γραφούν αριθμοί στο άνω δεξιό μέρος του μεταλλικού κιβωτίου και όριζε αυτός το μέγεθος της φωτογραφίας του τεθνεώτος. Θεώρησε όμως περιττό να γράφεται το όνομα, διότι οι οικείοι γνωρίζουν, οπότε δεν υπάρχει λόγος να μαθαίνουν και οι άλλοι το όνομα του πάλαι ποτέ περιβάλλοντος τα οστά. Ωστόσο αυτό, μαζί με άλλες ενέργειες, εξόχως συνωμοτικές, σχετιζόταν με τη γνώση μυστικών κωδίκων, καθότι επί της Εθνοσωτηρίου του ’67 υπηρέτησε την πατρίδα ως κρυπτογράφος.
Δεν επέτρεπε, ακόμα, τα πλαστικά λουλούδια, καθώς και άλλα κακόγουστα, όπως έλεγε, σταυρουδάκια, χάντρες και όρκους σε στιχάκια «Θα σε θυμάμαι παντοτινά» – εξευτελισμοί δηλαδή που όντως εκθέτουν τις νυν δακρυρροούσες σεβάσμιες δέσποινες. Διότι οι κιβωτιόσχημοι εν ζωή πολλά ημάρτησαν έργω, λόγω και διανοία. Πώς να το κάνουμε; Η ανθρωπίνη φύσις δεν τελειούται. Ψεγάδι πάντοτε μένει – ακόμα και τα πάνσεπτα οστά το γνωρίζουν. Άλλωστε, όταν οι τεθνεώτες όριζαν εν ζωή τα σώματά των, πολλάκις θα ενέδωσαν σε πειρασμούς σαρκός και της σαρκός τα ρίγη διαπέρασαν και ανατάραξαν το μυελό των οστών. Τώρα, χωρίς πάθη, μόνο με υποθέσεις, αλλά και με εκμυστηρεύσεις των οικείων ή και με αναμενόμενες διαδόσεις, μπορεί να εικάσει τον βίον και την πολιτείαν των σεμνοτάτων οστών. Του άρεσε να εικάζει.
Φορές μάλιστα αναστήλωνε διά περιγραμμάτων τα απομεινάρια. Τα ενέδυε φορέματα και τα περιέφερε σε σχήματα οίκων και αγορών. Συνταίριαζε τα περιγράμματα, διαμόρφωνε σχέσεις, εμπνεόταν διαλόγους και έστηνε τα σκηνικά μιας μακάβριας, τωόντι, παράστασης. Η δημιουργικότης του Οστεοφύλακος, καταρχήν, τον ακολουθούσε από την εφηβεία, αλλά προσέφερε ικανοποίηση μόνο στον ίδιο. Αυτό διήρκεσε μέχρι που δραστηριοποιήθηκε στη σχολική ομάδα θεάτρου. Tην ομάδα ενεθάρρυνε η κ. Λεοντίδου, φιλόλογος και φιλότεχνος, σύζυγος του κ. Δημάρχου, ο οποίος εχήρευσε νωρίς, υπό συνθήκας –λέγεται– ασαφείς. Διότι πώς η Ναταλία Λεοντίδου βούτηξε με σκάφανδρο, ενώ τίποτε δεν γνώριζε περί την αλιεία σφουγγαριών, και μάλιστα φορώντας χρυσό περιδέραιο, με βαμμένα χείλη και με καταμωλωπισμένα τα πόδια στο ύψος της λεκάνης; Ερωτήματα που συνεχώς επανέρχονται και τώρα εμπλουτίζονται εσκεμμένως, αφότου ο κ. Δήμαρχος παραιτήθηκε και εξαφανίστηκε, λένε, κάπου στο Βέλγιο.
Η εν λόγω κ. Λεοντίδου θεωρούσε πολύ προχωρημένες τις σκηνοθετικές εμπνεύσεις του μαθητού της. Mάλιστα ο ίδιος διαισθανόταν και μια ζηλόφθονη διάθεση, εφόσον της κυρίας η αντίληψη περί σκηνοθεσίας όχι μόνον πρωτόλεια ήτο αλλά και κακόγουστη αντιγραφή χειρίστων δειγμάτων από παραστάσεις περιοδεύοντος θιάσου. Εξαιρετικώς εθύμωσε η κ. Λεοντίδου όταν επέμεναν οι μαθηταί της ογδόης να ανεβάσουν Άμλετ και ιδίως εκεί όπου, στην επίμαχη σκηνή, αντί κρανίου, ο φιλόδοξος νέος σκηνοθέτης επρότεινε μετά πάθους να κρατά ο πρίγκιψ μια φρουτιέρα.
Και το μένος των συγγενών της νεκράς Λεοντίδου ήταν ασυγκράτητο, όταν άρχισαν να διαδίδονται φήμες περί επιστολών της προς τον ατίθασο μαθητή με τις σκηνοθετικές ανησυχίες, ο οποίος προηγουμένως είχε φροντίσει –λέγεται– να της εκμυστηρευθεί πόθους της εφηβείας. Ναι, με σκάφανδρον.
Εννοείται ότι ο νέος επέζησε και τώρα ούτε καν ενθυμείται –έτσι τουλάχιστον δείχνει– την περιπέτειά του. Όμως συνεχίζει να σκηνοθετεί. Να εμπνέεται, να προτείνει και να εφαρμόζει στο δικό του βασίλειο, αυτό της οστεόπολης. Η αίθουσα με τα οστά ήταν το σπίτι του. Κι αν δεν φοβόταν ένα πολύ πιθανό σκάνδαλο, θα το τολμούσε: θα τοποθετούσε έναν καναπέ-κρεβάτι στη δεξιά κόγχη, ακριβώς κάτω από την Εις Άδου Κάθοδον του μεγάλου μαΐστορος Γεωργίου Πιφλιντζή, του εκ Κοζάνης. Όλα τα είχε σκεφθεί – αλλά δεν ήθελε να δώσει λαβή. Οπότε διατηρούσε ένα μικρό διαμέρισμα, για το οποίο κανείς τίποτε δεν εγνώριζε.
Του άρεσε να μπαινοβγαίνει στην αίθουσα με τα οστά. Μάλιστα λυπήθηκε πολύ που το συμβούλιο της Πανελληνίου Ενώσεως Διευθυντών Ορθοδόξων Κοιμητηρίων (ΠΕΔΟΚ) απέρριψε πρότασή του να δοθεί συναυλία με βιολί και τσέμπαλο την ημέρα των νεκρών, δηλαδή το Ψυχοσάββατο. Ιδίως ο μητροπολίτης της περιοχής όπου και το οστεοφυλάκιον τον επέπληξε διά την μιαράν σκέψιν του. Ήμαρτον! Συναυλία με όργανα και διαφόρους περιέργους εντός του οστεοφυλακίου!

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΩΝ ΕΝΥΠΝΙΩΝ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

ΠΕΡΙ ΟΥ 26/6/2021

We are such stuff as dreams are made on – είμαστε φτιαγμένοι από τη στόφα των ονείρων αναφωνεί ο Πρόσπερος στο έργο του Σαίξπηρ Τρικυμία. Αυτή τη φράση προτάσσει για δεύτερη φορά ως μότο σε έργο του ο Μάριος Μιχαηλίδης, πρώτα στο αφήγημα Ο Ανακριτής (Γαβριηλίδης, 2012) και τώρα στη συλλογή του Των ενυπνίων. Και εμείς το επαναλαμβάνουμε όλοι, ξέροντας πόσο μεγάλη σημασία έχουν τα όνειρα: Ου ράδιον πεισθήναι ούτε καταφρονήσαι υποστήριζε ο Αριστοτέλης, στη σημασία τους στηρίχτηκε ο Σίγκμουντ Φρόιντ και με αυτά έκαναν το επαναστατικό τους κίνημα οι Υπερρεαλιστές. Η αναφορά δεν τελειώνει έτσι απλά, αλλά ο χώρος απαιτεί μόνο δείγμα και με του δείγματος την άνεση μπαίνουμε στον χώρο Των ενυπνίων, σε 38 παραλλαγές ή αποσπάσματα του ενός και μοναδικού. Καλό είναι να πούμε ότι τα όνειρα δεν είναι όνειρα για το μέλλον, αλλά μάλλον είναι όνειρα συνυφασμένα με μύθο και ιστορία, με προσωπικά βιώματα, επιθυμίες και απώλειες, με εφιάλτες αλλά και με στιγμές ευδαιμονίας.
Τα ποιήματα – ενύπνια είναι όλα αριθμημένα ελληνικά, με γράμματα, σαν αλφαβήτα. Μήπως και αυτό επισημαίνει κάποιας μορφής ιθαγένεια; Μήπως ένα μέτρημα του χρόνου, του χώρου, των συμβάντων;
Τα πρώτα κβ΄ έχουν ευδιάκριτη ποιητική μορφή. Το κγ΄ είναι εν μέρει ποιητικής μορφής, εν μέρει πεζόμορφο. Από το κδ΄ώς το λη΄ όλα είναι πεζόμορφα.
Σαν ζυγαριά, λοιπόν, το κγ΄ ποίημα με απλωμένα χέρια μοιράζει τον χώρο και τη μορφή των ενυπνίων, συμμετέχει και των δύο βραχιόνων του ποιητικού σύμπαντος.

Αιώρα μεταμεσονύκτια/ Ο μίσχος του σώματος σου να πάλλει/ Το δωμάτιο να ασφυκτιά / Και οι στίχοι σου να με καρφώνουν/ Με συριγμούς εκλάμψεις /Και σύμφωνα δικοτυλήδονα.

Και ο χώρος γέμισε αισθήσεις και ερωτικά αρώματα, λέξεις με το ειδικό βάρος της η καθεμία επιλεγμένη να επιτονίζει την ερωτική στιγμή, να μετέχει νοήματος και αισθήματος, να παραπέμπει σε άλλες συνθήκες από παλιά αφομοιωμένες, από τα βιβλία και από τη φύση αντλημένες, με την ηδονή σε πλησμονή…
Το μονοκοτυλήδονα και τα δικοτυλήδονα ανθίζανε στον κάμπο …

Όλα μια πρόγευση για ό,τι θα ακολουθήσει, καρφί και πόνος. Η ώρα είναι νυχτερινή μεταμεσονύκτια, Περασμένη ώρα, και πάλι περασμένη ώρα, χτες βράδυ… είναι η ώρα που Γλιστρούν οι λεπτοδείχτες, απαλά και ήρεμα, τόσο που

ούτε ακούστηκε /Το σώμα μισεύοντας/ … Απούσα η μορφή/ Μόνο μια τεθλασμένη λάμψη/ Ωσάν κατολίσθηση του σύμπαντος… μαύρα υφαντουργήματα της νύχτας… μεσονύκτια νηνεμία.

Έτσι όλα έγιναν και ξε-έγιναν. Με έναν κεραυνό – μια τεθλασμένη λάμψη-να φωτίζει την κατολίσθηση του σύμπαντος. Κι έτσι από ποίημα σε ποίημα και από το ένα κακό στο άλλο, σαν Μακρυγιάννης σε ανεργία λογαριάζει σε ποιες χωματερές μας έχουν ρίξει.
Εκείνη έφυγε ή απουσιάζει, αφήνοντας τον ποιητή να την αναζητά, χωρίς ελπίδα να την βρει. Ποια είναι εκείνη; Όποια, πάντα υπάρχει κάποια γυναίκα, ιδέα, ομορφιά, φύση, τέχνη.
Οι νύχτες από την μία, η απουσία από την άλλη, η βροχή, η χωματερή όλα συνθέτουν ένα περιβάλλον καταστροφής, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή. Ωστόσο, ο ποιητής δεν παύει να την αναζητεί, να παρακαλεί να ακουστεί, όπως τρυφερά επιμένει στο ποίημα θ΄: Άκου τη φωνή/ Τη φέρνει ο άνεμος δειλά/ … Άκου τη φωνή / κι αν είσαι η ομοιοκαταληξία του έρωτα (και να μια πρωτότυπη αναδιατύπωση του γνωστού ως το έτερον ήμισυ) δείξε μας το σημάδι στον κόρφο σου / Να δούμε αν η καταγωγή σου / Συμφωνεί με τις προβλέψεις μας …Κι εδώ είναι που ο Μιχαηλίδης κατάφερε να προσαρμόσει το πιο πρωτότυπο με το πιο παραδοσιακό αποδεικτικό της αναγνώρισης από όπου πηγάζει το «σημάδι στον κόρφο σου», σε ένα ποιητικό κράμα μεταγλώσσας και παραδοσιακού ποιητικού λόγου. Γιατί όλα όσο μοντέρνα κι αν είναι όσο και αν η θεωρία τους έδωσε ονόματα, η ουσία δεν έπαψε να λειτουργεί ερήμην τους.

Σκιές στο από παλιά κατοικημένο σπίτι τριγυρίζουν αόρατες τις νύχτες στις στέγες. Είναι οι έγνοιες του που δεν τον αποχωρίζονται. Πολλές οι νύχτες, πολλές οι αγρύπνιες οι ποιητικές, βγαλμένες και από τη ζωή και τις ιστορικές στιγμές, εικόνες που θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής, που ανακαλούν σημαντικά γεγονότα, προσωπικά μας διαβάσματα, το μέλαν αμφίκυρτο σαν την αμφίκυρτη σελήνη το Ελύτη, έβγαινες εσύ γυμνή και ματωμένη/ Κρατώντας στάχυα …έπιανες με τα Ελευσίνια χέρια σου κάνιστρα καρπούς (σαν Δήμητρα), εκλιπαρώντας τα ρήματα να ρίξουν φως / στην ουτοπία της ολολυγής (μητέρα που θρηνεί την κόρη).

Ο μύθος αναμειγνύεται στα όνειρα, τα όνειρα γίνονται εικόνες, γιατί τα όνειρα τα βλέπουμε, μετά τα λέμε, γίνονται λόγια -γιατί τα λέμε- και λέξεις, γιατί τα γράφουμε. Γιατί η αδικημένη πραγματικότητα διεκδικεί την παρουσία της μέσα στο όνειρο κι εκεί κάποτε- κάποτε καταξιώνεται. Γιατί, τελικά, τίποτα δεν ξεχνιέται, όλα κατακαθίζουν στο βάθος της ψυχής και τίποτα δεν πέφτει στη χωματερή (ας λέει ο ποιητής), όλα στο όνειρο βρίσκουν στέγη, παρουσία, παίρνουν μορφή και συμβάλλουν στην ψυχική ένταση. Όλα, ιστορίες και πάθη που άκουσε, που είδε, που διάβασε, που έζησε, τα έχει εκεί φυλαγμένα, πολύτιμοι λίθοι που έρχεται η ώρα να αξιοποιηθούν. Να εξαργυρώσουν σε ένα ποίημα την υπερούσια αξία τους.
Ο χρόνος τρέχει, αλλά στο όνειρο προσανατολισμό δεν έχει, ούτε σύνορα, ούτε εμπόδια γνωρίζει∙ πάει κι έρχεται, διασκελίζει το φράγμα που χωρίζει το όνειρο από την πραγματικότητα, προβάλλει επιθυμίες, εικόνες του παρελθόντος, δημιουργήματα της φαντασίας, κάνει μοντέρνους και νέους συνδυασμούς, όπου όλα εκείνα πάλι με τη σκουριά τους έρχονται να ξαναλάμψουν και να ταράξουν το τώρα χωρίς δυσκολία.
Ο Μιχαηλίδης έχει ένα μεγάλο προσόν ως ποιητής. Χειρίζεται τη γλώσσα όλων των εποχών και όλων των ιδιαίτερων φωνών της γραφής. Δεν είναι ανάγκη να μας πει τι είπε ο Καβάφης. Παίρνει τα λόγια του και τα μεταμορφώνει σε νέο σχηματισμό αυτά που παρελήφθησαν/ Κι αυτά που απεστάλησαν κρυφίως / και τα άλλα όλα εκείνα με τα οποία ανασυσταίνει το καβαφικό περιβάλλον σύνθετο από τα πολλά τα Ζήτω /Τα οράματα και τους στεφάνους τα «δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», θα προσθέταμε. Και να πάλι εσύ με την αλεξανδρινή προφορά … Και να ένα μωσαϊκό που θυμίζει πολλά και αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα όπου μας πάνε οι καλπασμοί της μέρας. Ενδεικτικά αναφέρω το ιε΄(για τον Καβάφη) και το ις΄ (για τον Σολωμό) με τη χημεία των λέξεων και την αίσθηση της βερντέας στα χείλη, το σύρσιμο των στίχων του / Κι έπειτα κλαγγές, σαν το σύρσιμο των μαχαιριών στην ακονόπετρα, όπως μεταφέρει το παρόμοιο άκουσμα ο Σεφέρης.
Η μακροθυμία της νύχτας (η μακροθυμία του φάρου, λέει ο Ελύτης)τα ελέη των άστρων, η συναστρία των ερώτων, το μέλαν αμφίκυρτο, ο γαιοσείχθων φόβος, η παλίντρομος ευταξία, ο ένθεος δόλος, λέξεις και φράσειςη καθεμία από διαφορετική αφετηρία και τη δική της ιστορία, μνήμη πληγή, πλούτος και θησαυρός, κόσμος μέγας. Και πάλι ένα μωσαϊκό το κα΄ποίημα πλασμένο από καβαφικά υλικά, ανεξίτηλους ποιητικούς αδάμαντες, θραύσματα ποιημάτων αγαπημένων, αισθήσεων γνωστών που μας κάνουν να νιώσουμε/Μες στην ένθεη φιλανθρωπία /Του Πλάτωνος και του Ιησού την /Ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών.
Από το κγ΄ ποίημα έρχονται τα διαλεκτικά κείμενα, ακούμε στη γλώσσα τους ότι έφτασε ο Κανάρης στην Κύπρο, ότι τέσσερις Κύπριοι αγωνιστές εχωστήκαν μες στ’ αμπάριν τζ’ επηαίναν να πολεμήσουν τον Τούρκο στην Ελλάδαν. Σημαίνουν οι καμπάνες της εξέγερσης και κουδουνίζουνε τα νι στο τέλος των λέξεων, όπως τα γυαλικά στα ράφια του Ρίτσου, κάνοντας ακουστό τον πόθο για την ελευθερία. Το έμαθαν οι Τούρκοι και μάζεψαν τον Αρχιεπίσκοπο και τους άλλους Δεσποτάδες και τους έσφαξαν. Και Τότες ήτουν που εμαύρισεν ο ουρανός τζαι σ’ ούλλην την Κύπρον εγένηκεν χαλασμός Κυρίου που τα αστραπόβροντα τζαι την ανεμοζάλην.
Η φύση διαμαρτύρεται για το κακό που συμβαίνει, όπως συνέβη στη Σταύρωση του Χριστού και στο δημοτικό μας τραγούδι. Ο Μιχαηλίδης αξιοποιεί με αίσθημα ιστορικής ευθύνης την πληροφορία και την υποδηλούμενη στην ιδιόλεκτο θρησκευτική και φυσική σύμπτωση.
Στο κδ΄ ποίημα κάνει μια ποιητική και εικαστική σύνοψη της ελληνικής ιστορίας. Ρίχνει στη γαλάζια θάλασσα το πλεούμενο που το λαλούν Ελλάδα και το λούζουν αφροί διαμαντικοί σε πλάτες δελφινιών, για μιας Αφροδίτης το συναπάντημα στου Διγενή την Πέτρα… ταξιδεύει με την Ελπίδα ορθόπλωρη … και αναδύονται Παναγίες γοργοεπήκοες με υπερούσιους Χριστούς … κίονες αμέτρητοι κι αγάλματα…γοργόνες που ρωτούν για τον Αλέξανδρο… κι έπειτα στρατιές, παντιέρες περσικές … γαλέρες γενοβέζικες κι αρμάτες τουρκικές …. Όλα τα περιέχει αυτό το πλεούμενο, τοπίο, ιστορία, πολιτισμό, επιθέσεις, αλλά το πέλαγο θεοκρούστη και γίνηκεν καταποτήρας και τους ρούφηξεν ούλους εξόν από το τρικάταρτο που έλαμνε μες στου γυαλού τα πλάτη κι ακόμα γοργολάμνει το σκαρί που το λαλούν Ελλάδα…

Τρελοβάπορο , Καράβι στολισμένο, Πλοίο διαρκείας η χώρα μου λέει ο Ελύτης και δεν χορταίνει να ανατρέχει σε όσα αντιφατικά έχει δει αυτός ο τόπος, ετούτο το πλεούμενο, το τρικάταρτο, το σκαρί που το λαλούν Ελλάδα, όπως αρέσει στον Μιχαηλίδη.

Στα όνειρά του μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει. Και ο Μιχαηλίδης κρατώντας στίχους υπό μάλης με χαίνουσες πληγέςαναζητεί καταφύγιο στην πλάνη των ονείρων, παρακολουθεί τη γολέτα του Παπαδιαμάντη που συνεχίζει να βολταντζάρει, αφήνει τη θεια Χαδούλα να βουλιάζει, τον Καρυωτάκη να απελπίζεται με τους ποιητές που περνούν ωχροί / στην τραγική απάτη τους δοσμένοι,με τη μελωδία του παραδοσιακού τραγουδιού για την πικροθάλασσα που καταβυθίζει ό,τι βρίσκει μπροστά της, βλέπει τις λέξεις όρκους ομνύοντας… και με οργή καταθρυμάτιζαν τίτλους επαίνους και περγαμηνές (και σχίζοντας περγαμηνές αυτοκρατόρων και στρατηγών, καταγράφει ο προφητικός Ελύτης)… με πλατύ λιβάδι μια θάλασσα ντυμένη όνειρα και εξαίσιους κελαηδισμούς… ο ποιητής θα ξαναφέρει την Ωραία πάλι και πάλι …Άνοιξη (και πάλι ο Σεφέρης) γιατί ξέρει πως
Όλα στην αναμονή τους είναι μια ποίηση
Ο Μάριος Μιχαηλίδης ίππευσε τον πήγασο σαν όνειρο γιατί μόνο εκεί θα έβρισκε την πραγμάτωση των όσων ονειρεύτηκε, επιθύμησε και όλα εκείνα που τον έκαναν να πονέσει. Κάθε βιβλίο και κάθε ποίημα, κάθε φράση και κάθε στίχος, κάθε γραμμή στην ανθρώπινη ιστορία και κάθε πόνος, κάθε εικόνα, άκουσμα βίωμα, όλα γονιμοποιήθηκαν σε ένα ωραίο καλλιτεχνικά βιβλίο Των ενυπνίων που του παρέχουν για να ξανακερδίσει το χρόνο που πέρασε και να αφήσει παρακαταθήκη στον χρόνο που έρχεται.
Η «Θάλασσα» της Στέλλας Ζωγράφου στο εξώφυλλο, από τη σειρά «Ονείρων διάσταση» προσθέτει στη συλλογή την εικαστική σημαίνουσα πινελιά της.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

FRACTAL 15/6/2021

Χαραυγή ανάμεσα σε σκοτάδια

Έκτη ποιητική συλλογή (κυκλοφορούν και έξι πεζογραφήματα) του Κύπριου Μάριου Μιχαηλίδη που τιμάει την ελληνική γλώσσα καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας μίαν ιδιόλεκτο λογίαν αλλά και καθομιλουμένην, με στοιχεία λαϊκά, ακόμα και ιδιωματικά, ντοπιολαλιές με την ελληνιστικήν «κοινήν ελληνικήν» συνεχίζοντας έτσι την πολιτιστική πρωτοπορία του Καβάφη που ανακάλυψε στην Ιστορία την πλέον ευεπίφορη μυθοπλαστική ευωχία.
Τριάντα οκτώ ποιήματα στεγάζει αυτή η συλλογή (τα τελευταία 16 πεζόμορφα, υπερχειλίζοντα όμως ρυθμού).
Με τεχνοτροπικές, γραμματικές και συντακτικές ιδιαιτερότητες, διαπλάθει ένα ποιητικό σύμπαν απολύτως διακριτό και ξεχωριστό στα Ελληνικά Γράμματα, αφού η μουσικότητα και η ευρυθμία του (ακόμα και δια της επαναλήψεως) τον εξαίρει από τον εσμό των τωρινών ποιητικολογούντων καταδεικνύοντας μία ποιητική αξία γόνιμη.
Οι συχνές καβαφικές αναφορές, παραπομπές, συνυποδηλώσεις, δάνεια και μεταστοιχειώσεις δεν περιορίζονται στο κοινό τους ιστορικό πεδίο και στην έγνοια τους για τον ελληνισμό, αλλά και σε έννοιες φιλοσοφικές (όπως ο Χρόνος, η φθαρτότητα του υλικού σώματος, το γήρας κ.λπ.).
Πρωτότυπες εικόνες που δεν παγιώνονται όμως σε περιληπτικές δηλώσεις δίκην γνωμικών αλλά περιελίσσονται γύρω από το κεντρικό νόημα.
ε΄
Έγραψα ένα ποίημα
Σε χαρτί συσκευασίας τροφίμων
Όταν πέθανε το γατί μας το
Περιτύλιξα με ποίηση

Τώρα κάθομαι και λογαριάζω
Σε ποιες χωματερές μάς έχουν ρίξει

Η στίξη υπάρχει και ενυπάρχει μέσα στον καταιγισμό των αισθημάτων που υλοποιούνται και πέφτουν στην γόνιμη ποιητική ψυχή σαν βροχή από άλλους αιθέρες.
Η έννοια του «κλειστού», του περιχαρακωμένου («παράθυρο κλειστό», σελ. 15 − «κλεισμένο σύμπαν», σελ. 12 − «ο ειρμός της ψυχής κλεισμένος», σελ. 16) αποκαλύπτουν μια λεπταίσθητη ποιητική οντότητα που απεχθάνεται τις συμβάσεις και τον ενδεχόμενο δόλο των πραγματωμένων οραμάτων.
Μόνο τα όνειρα είναι ευρύχωρα (σελ. 16, 12, 42, 44).
Διαρκές αίτημα: η αγνότητα. Μόνο εχέγγυο για την ευτυχία: η αθωότητα.
Ο πόθος συντροφεύει με την αγάπη (σελ. 17).
Εφιαλτικός φουτουρισμός και υποδόρια ειρωνεία στο ποίημα η’ (σελ. 17).
Ο Χρόνος επανέρχεται στις σελίδες 10 και 18.
Μικροδιάστατη μεγαλοσύνη το ποίημα ι’ (σελ. 18).
Γεωπονική τρυφηλότητα προδίδει και αποκαλύπτει το ποίημα ια’ (σελ. 19). Εδώ το κλειστό σύστημα εικονοποιείται με την «μεμβράνη» που «ξερνά έμπυα αποστήματα».

Ο πλεονασμός είναι συχνό εργαλείο στο ποιητικό εργαστήριο του Μάριου Μιχαηλίδη, λειτουργεί με εμφατικό τρόπο και δηλώνει πρόθεση. Συμβάλλει στην δημιουργία ενός διακριτού ύφους, που επιτρέπει τον εμβολισμό σπανίων αρχαίων ελληνικών λέξεων με την χαμένη πια γενική πτώση της αττικής σύνταξης.
Επίμονη ανθολογία. Το ποίημα ιγ’ «ευωδιάζει» (συναισθητική μεταφορά).
Οι αρχαιόθεμες και αρχαιοπρεπείς λέξεις δείχνουν πως ίσως οι Κύπριοι είναι περισσότερο περήφανοι από τους περισσότερους Ελλαδίτες για την πολιτισμική κληρονομιά μας.
Διακριτική σουρεαλιστική εικονοπλασία στο ποίημα ιε’ (σελ. 23): «Εσύ υπέροχε μαστιγοφόρε των συρμών».
Εξωστρεφές, εξωλάμνον, εξελασσόμενο, εξ-ελισσόμενο το ποίημα ιζ’ (σελ. 25).
Ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν φτιάχνει δικές του λέξεις, δεν νεολογίζει, χρησιμοποιεί όμως τους λεκτικούς κώδικες με ανανεωτικό τρόπο αναδιατάσσοντάς τους.
Αναλυτική αφηγηματική σκέψη με έντονα τα στοιχεία της δραματικότητας και της σκηνοθεσίας. Όπως δεν αποφεύγει τις γενικές πτώσεις και τις νοηματικές επιπτώσεις τους, έτσι δεν διστάζει να συνδυάσει το «εγκαταβιώνω» με το «μπρίκι του καπετάν Φάουστ» χωρίς να φοβάται μήπως «μπατάρουμε» (σελ. 27). Αυτή η πολυπολιτισμικότητα είναι συστατικό στοιχείο της υψηλής σύγχρονης ποίησης, που επιτρέπει τον εμπλουτισμό της έκφρασης με πολυποίκιλα υλικά από διαδοχικά γλωσσικά υποστρώματα διαφορετικής υφής. Αυτή η δημοκρατική ανεκτικότητα επιτρέπει την μετατροπή της ποιητικής τέχνης σε ένα ανοικτό σύστημα που επιτρέπει τους αντικατοπτρισμούς των καιρών στο τυπωμένο σώμα των σημαινόντων σημείων που διεκδικούν απειρία σημαινομένων.
Η ονείρων επικράτεια είναι αδάμαστος αλλά λελογισμένη (στο ποίημα κβ’, της σελίδας 31). Μαγική αντίληψη της ζωής ως ονειροχώρας.
Τα στοιχεία της Φύσης συμμετέχουν στον ανθρώπινο πόνο (σελ. 33).
Οικολογική ευαισθησία στο ποίημα κδ’ (σελ. 34).
Κι αμέσως μετά αναφύεται ως εκ παρθενογενέσεως η βασική έννοια της «ευταξίας» των συμπάντων και των πάντων. Έννοια καθοριστική (στις σελίδες 35, 38,45) συγκοινωνεί υπογείως με την πυθαγόρεια αρμονία των σφαιρών και την χαμένη «χρυσή τομή» στα καλλιτεχνικά πεπραγμένα μας.
Έμμεσος ποιητικής κριτική στο ποίημα κς’ (σελ. 36).
Σιβυλλική διατύπωση των γνωστών θερμοδυναμικών αξιωμάτων στο αμέσως επόμενο ποίημα: «…γιατί οι τριγμοί γίνονται όλο και πιο επικίνδυνοι, μα το σύστημα εξακολουθητικώς δείχνει να αγνοεί τους κανόνες της ευστάθειας» (σελ. 37).
Οι «εραστές του απρόσιτου» ποθούν προφανώς την ευταξία (σελ. 38).
Αυτοσαρκαστικόν «ποίημα ποιητικής» το κθ’ (σελ. 39), όπου μιλάει «για κρύφια λαλήματα μιας παρασημαντικής, ταγμένης να διασύρει δια παντός όσα, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχαν γραφτεί».
Το «αμφιλεγόμενο της αυτοχειρίας» διατρέχει τα δύο αμέσως επόμενα ποιήματα λ’ και λα’ (στις σελίδες 40 και 41).
Η ποιητική όμως ιδεολογία του Μάριου Μιχαηλίδη αποκαλύπτεται ενδεχομένως στο ποίημα λε’ (σελ. 45): «…οι ποιητές φροντίζουν ώστε τα δικά των αμαλγάματα να φέρουν τα εχέγγυα μιας αιωνίου ιαχής που διασπείρει σημεία στίξεως στο υπερπέραν σε πείσμα των αρπακτικών που ελλοχεύουν ανά πάσαν στιγμήν και πάσαν ώρα».
Αγαπημένο του επίθετο το «εωθινός» (στις σελίδες 48 και 49), αγαπημένο ουσιαστικό η ανεμώνα (σελ. 49 και αλλού).
Θα επανέλθω όμως – πριν κλείσω – στο ποίημα ιη’ της σελίδας 26 που θα το τιτλοφορήσω «Η Ελευσίνειος Δήμητρα». Εδώ διαπιστώνουμε ότι επίθετο «αμφίκυρτος» επαναλαμβάνεται και στο επόμενο ποίημα. Αυτή η ιδιότυπος διαπίδυσης είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της τεχνοτροπίας και της υφολογίας του Ποιητή Μάριου Μιχαηλίδη: δεν πρόκειται – κατά την γνώμη μου – για έμμεσο διδακτισμό, αλλά για αναλυτική διαδικασία εμπέδωσης πρωτότυπων εικόνων και καινοφανών συνδυασμών εννοιών που δεν συγχρωτίζονται συνήθως.
Γενικά, πρόκειται για μια ποιητική εργασία που δείχνει βάσανο και πολύχρονη τριβή με τα εργαλεία εξάσκησης ενός επαγγέλματος που είναι μόνον ιδιότητα, λειτούργημα και πολιτισμική προσφορά.
Ο ποιητής ΔΕΝ είναι ένα κενό ανάμεσα σε δύο λέξεις, αλλά η χαραυγή ανάμεσα σε δύο σκοτάδια.

.

ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΜΙΧΑΛΗΣ Α. ΜΕΛΕΤΙΟΥ

FRACTAL 23/8/2017

Η παρασημαντική των πουλιών στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη. Μια απόπειρα ερμηνείας.

«Τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό» λέει ένας στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Δηλαδή τα κτυπά πάνω στο σημείο της διαφορετικότητάς τους. Στον βιολογικό σχηματισμό που τους προσφέρει το μοναδικό και αξιοθαύμαστο προνόμιο του πετάγματος που μόνο αυτά, μαζί με τα έντομα, κατέχουν. Ακόμα και ο θάνατος μπορεί να λοιδορήσει αυτή τη μαγική ικανότητα των πουλιών. Όπως έγραψε εξάλλου και ο Γιώργος Βέης, τα πουλιά είναι οι φρουροί των τάφων μας (Ν όπως Νοσταλγία, εκδόσεις Ύψιλον, 2008). Μέσω του πετάγματος, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα στενά όρια της χέρσου και να ταξιδέψουν μακριά, εκεί όπου δεν υπάρχουν οι περιορισμοί του παρόντος. Ως σύμβολα αυτεξούσιας κίνησης προς τη φυγή και την εξερεύνηση, τα πουλιά ανέκαθεν άγγιζαν τις ευαίσθητες ψυχές των ποιητών. Η εναλλαγή των τοπίων και των συνθηκών είναι ο νόμος που διέπει την ύπαρξή του. Είναι προγραμματισμένα να αποδημούν, να αναζητούν νέους τόπους, βάσει του βιολογικού τους καλέσματος. Εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης και γεωφυσικών προσαρμογών τα προγραμμάτισαν αλάνθαστα στην αναζήτηση των κατάλληλων συνθηκών για τροφή και ωοτοκία. Η παρατήρηση της συμπεριφοράς των πουλιών σε κάνει πράγματι να απορείς: καταστρατηγείται άραγε η αρχή της τέλειας οικονομίας των βιολογικών πόρων χάριν του ταξιδιού και της περιπέτειας ή είναι αυτή η αποδημία η πιο εξωφρενικά παράτολμη ροπή προς τη διατήρησή της; Και τι γίνεται όταν η αποδημία δεν γίνεται ποτέ της παρεπιδημία; Τα πουλιά τότε απλώς εκδημούν ή μήπως αρνούνται τον αρχικό τους τόπο που πλέον έγινε πολύ στατικός και ανεπαρκής για να τα θρέψει; Ερωτήματα σημαντικά και διαχρονικά που επιδέχονται πολλούς και διαφορετικούς τρόπους (από-) συμβολισμού και μεταφοράς στις δύστροπες υποθέσεις των ανθρώπων.
Όταν ένα αντικείμενο καίγεται, ακόμα και ένα ταπεινό χαρτί γεμάτο με τις σκέψεις αυτού που τις αποτύπωσε, το μόνο που απομένει μετά την καύση είναι η τέφρα του. Χάνονται ανεπιστρεπτί όσα υπήρχαν προηγουμένως. Τι γίνεται όμως όταν τα όνειρα καίγονται; Μπορεί έστω και κάτι να περισωθεί από την τέφρα τους; Μπορεί κάτι να ανασυσταθεί μέσα από τις στάχτες όπως ο φοίνικας (πουλί κι αυτός) αναγεννάται μέσα από τα απομεινάρια της δική του καύσης; Τα καμένα όνειρα έχουν την μοιραία συνήθεια να μεταμορφώνονται άλλοτε σε αιμοσταγείς βρικόλακες της περασμένης νιότης και άλλοτε σε τρομακτικά φαντάσματα που μας στοιχειώνουν. Η τέφρα τους σκορπίζεται στα πέρατα του ψυχισμού μας και γίνεται λίπασμα θλίψεως που, συν τω χρόνω, θρέφει τις κακόβουλες παπαρούνες της ψυχής μας (Μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό/κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο/κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο – Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, εκδ. Μανδραγόρας, 2012). Τι γίνεται ωστόσο με τα χαμένα και καψαλισμένα όνειρα των ποιητών; Στην πιο ρομαντική εκδοχή, τα όνειρα των ποιητών ζουν ακόμα σε έναν άλλο κόσμο, ακριβώς σαν τα μεταναστευτικά πουλιά που βρίσκονται κάπου εκεί στην μακρινή πλάση που μας περιβάλλει. Έτσι, η νοσταλγία και η θύμησή τους μετατρέπονται στη σκέψη των ποιητών σε μαγιά που σιγοζυμώνεται με την υγρασία που εκρέει από τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, τα αποκαΐδια από τα όνειρα των ποιητών, η τέφρα των ονείρων τους, μετατρέπεται σε μία εν εξελίξει ιστορία ανάκαμψης που υποφώσκει. Μια βάρκα που αντί να αλαργεύει μεσοπέλαγα, προσεγγίζει με αργούς ρυθμούς το λιμάνι της συμφιλίωσης με το ανεκπλήρωτο του ονείρου που δολοφονήθηκε ποικιλοτρόπως (Αν μπορείς να ελπίζεις ελπίδα, έλπιζε στο Ποίημα/Αν μπορείς να πιστέψεις στο θαύμα, πίστευε στο Ποίημα/Πίστευε και έλπιζε – Γιώργος Θέμελης, Το κακό πουλί, από τη συλλογή «Βιβλικά», 1975).
Στην ποίηση του Μάριου Μιχαηλίδη, τα πουλιά και τα όνειρα διεκδικούν προεξάρχοντα ρόλο. Ενυπάρχουν μέσα στις σκέψεις του από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στα γράμματά μας. «Αχ και να το ‘ξερες πως λάθεψε τ’ όνειρο» διαβάζουμε στο ποίημα ε΄ της συλλογής ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ (εκδόσεις Δόμος, 1987). «Αιώρα σαν πανάρχαιο όνειρο/οι καιροί που μας πέρασαν» αποφαίνεται στο στ΄ της ίδιας συλλογής. Για να συνεχίσει λίγο αργότερα στο ιζ΄ με τον καημό ενός παλαιού ονείρου που έσβησε επειδή οι προδοσίες κατέφθασαν την ώρα του μεσονυχτίου για χάριν των νέων επιταγών που απαιτούσαν τον θάνατό του. Μα και στη συλλογή με ΣΑΝ ΑΛΛΟΘΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003), τα όνειρα που διαψεύστηκαν είναι παρόντα από την αρχή μέχρι το τέλος: «(…) Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε/βογκώντας όνειρα παιδικά» (α΄ σ.7), «(…) Στην άκρη του ονείρου σου/καθώς υγρά τα μάτια πασχίζουν/να ξεδιαλύνουν τα μεσονύχτια φαντάσματα» (ια΄ σ.17), «(…) Ωστόσο τα δίπτωτα όνειρα συντάσσονται με ευχετική πλαγίου ήχου που εγκολπώνει προστακτικές και ενεστωτικούς διθυράμβους μιας ανόητης προσδοκίας»(κβ΄ σ.28). Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, τα όνειρα παρουσιάζονται στη ναυαγισμένη τους μορφή. Ο ποιητής ζητεί εναγωνίως να αφουγκραστεί τους παλμούς του πόνου που τον κατακλύζει. Ψάχνει για δικαίωση. Όσον αφορά τις αναφορές στα πουλιά, ΤΑ ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ βρίθουν από αυτές: «(…) Σαν χίλιοι δράκοντες/και διψασμένοι γύπες/σημάδι πως εστέρευαν/τ’αστείρευτου οι βρύσες» αναφέρει στο η΄ (σ. 26-27) προσπαθώντας να αποτυπώσει την φρίκη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. «Μυστικό φτερούγισμα/τα πουλιά διαγράφουν καμπύλες» αναφέρει περίλυπος στο ιδ΄ (σ.24) προσπαθώντας να συμβιβαστεί με την απώλεια των φίλων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Τέλος, στο ιη΄(σ.28-29), ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, αποδίδει στα πουλιά προεξαγγελτικές-προφητικές ιδιότητες: Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας/(…) Να κουρταλούν την πόρτα άνεμοι/Να σκιάζεται ο γρύλος ο εσπερινός/ Το νυχτοπούλι να σκούζει θάνατο/Άκουγες μερόνυχτα (…). Μάλιστα, στο ίδιο ποίημα, ο καταληκτικός στίχος περιέχει εν σπέρματι τον τίτλο του μυθιστορήματος του συγγραφέα Ανατολικά της Αττάλειας βόρεια της Λευκωσίας (Momentum 2014). Δηλαδή 27 ολόκληρα χρόνια μετά από τα ΑΝΕΞΊΤΗΛΑ. Ισχυρή ένδειξη ενός άκρως βασανιστικού συναισθήματος που προσδοκά τη λύτρωση.
Συνοψίζοντας, και προτού εστιάσουμε στην ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ του Μ. Μιχαηλίδη, κρατάμε ως ποιοτικό ανεμοδείκτη, τρία σημαντικά στοιχεία της ποίησής του: 1) τη διάψευση των νεανικών ονείρων με καταλυτικό γεγονός τον πόλεμο της Κύπρου, 2) τη βαθιά προσήλωση, εν είδει συχνών στοχαστικών επισκέψεων του, στα γεγονότα που τον σημάδεψαν στο διάβα της ζωής του και 3) την αίσθηση πως το κακό του κόσμου συνθλίβει τους ανθρώπους κατά έναν τρόπο που φανερώνει την φθαρτότητα που τους χαρακτηρίζει. Όπως θα δούμε αμέσως μετά, τα πουλιά χρησιμοποιούνται από τον ποιητή ως ένα προσφιλές, αλλά και προσφυές μέσο για την κωδικοποίηση (παρά για την αποκωδικοποίηση) και την τακτοποίηση των εμπειριών του με απώτερο στόχο -ίσως- την αποκοπή του επιτέλους από τον ομφάλιο λώρο που τον κρατά δέσμιο με εκείνα τα από καιρό νεκρά όνειρα της τόσο βίαια χαμένης αθωότητας.
Η ποιητική συλλογή ΤΕΦΡΑ ΟΝΕΙΡΩΝ (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016) χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος, που αποτελείται από 14 άτιτλα ποιήματα, έχει ως κοινή αναφορά τα πουλιά. Ας θεωρηθεί αυτό το πρώτο μέρος της συλλογής ως το προπαρασκευαστικό στάδιο που στοχεύει στον ίδιο τον ψυχισμό του ποιητή για να τον βοηθήσει να έρθει αντιμέτωπος με την ώρα του μεγάλου εγχειρήματος. Το εγχείρημα, όπως υπαινικτικά αφέθηκε λίγο πριν να εννοηθεί, είναι η εξημέρωση των εσωτερικών θηρίων που για δεκαετίες βασάνιζαν τη σκέψη του ποιητή. Πρόκειται ουσιαστικά για την προετοιμασία του εδάφους για μια μεγάλη και λυτρωτική συμφιλίωση με το παρελθόν. Το αναφέρει εξάλλου και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τρόπο ελαφρώς κεκαλυμμένο αφού κάνει αναφορά στην Μεσαορία και τον Πενταδάκτυλο. Ο χρόνος λειαίνει τις άκρες των γεγονότων και οι άνθρωποι που γεύτηκαν για χρόνια τις πίκρες της ζωής, αποζητούν την μετριοπάθεια και την ησυχία. Ο ποιητής αναζητεί τις δικές του Αλκυονίδες μέρες καταμεσής ενός χειμώνα που έχει πολλά πρόσωπα και που είναι ικανός να ξεγελάσει τους άπειρους και προπετείς ανθρώπους: «Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και/κάποιοι πήραν να χορεύουν/μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε/με το ένα μάτι το θολό/και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο» (ποίημα ε΄, σ.13). Δεν αποτελεί μάλιστα έκπληξη ότι η Αλκυόνη που έδωσε το όνομά της στις πολυπόθητες εκείνες μέρες του χειμώνα, είναι πουλί. Κι αυτό, μέσα από μια μεταφορική εκδοχή εκφράζει τη σκέψη του ποιητή, αφού συμβολίζει τον ήλιο και τη νέα ωοτοκία μέσα στο καταχείμωνο. Γι’ αυτό, γράφει κι ο αρχαίος φιλόσοφος Πλούταρχος πως η Αλκυόνη είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στους ανθρώπους μιας και χάρη σ’ αυτήν, επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα (στο έργο του: Πότερα τῶν ζώων φρονιμώτερα τὰ χερσαῖα ἤ τὰ ἔνυδρα). Επηρεασμένος από τη συμβολική σημασία της Αλκυόνης, ο Μ. Μιχαηλίδης την επισκέπτεται ερωτικά στο γ΄ μέρος της συλλογής προσπαθώντας να την σαγηνέψει με τι άλλο; με λέξεις και με όνειρο (ιδ΄, σ.56).
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, ο ποιητής μας μεταφέρει σε ένα γριφώδες και συνάμα ποιητικό σκηνικό που παραπέμπει σε γεγονότα που τελούνται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Υπάρχει ένας κήπος, μυρωδιές, κάποιοι ματαιοπονούν σκάβοντας στο άπειρο. Και όλα αυτά ενόσω επωάζονται αμφίβια πουλιά. Η αινιγματική αυτή πληροφορία συντελεί μαζί με τον στίχο «η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών» ως το εισαγωγικό σημείωμα ολόκληρης της συλλογής. Είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για τους ενδόμυχους σκοπούς του ποιητή. Πρόκειται για το πρελούδιο της σωτηρίας του μέσω της εκκόλαψης κάποιων όντων (πτηνών) που έχουν μια απρόσμενα διπλή φύση. Είναι και ζωντανά και νεκρά. Επομένως, με αρκετά μεγάλη ασφάλεια και με βάση τις δικές μας εισαγωγικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας ανάλυσης, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τα πουλιά του Μάριου Μιχαηλίδη στη δική του τέφρα των ονείρων, είναι τα ίδια τα όνειρα. Πρέπει να βιαστεί ωστόσο, διότι το μεθυστικό και λοξό τοπίο που βρίσκεται μέσα του, τον παρασέρνει τάχιστα στο αποτεφρωτήριο. Όπως όλοι μας, έτσι και αυτός, έμαθε να ρέπει προς τις οπτασίες. Χωρίς σημεία στίξης στον λόγο του, σαν μια σκέψη βγαλμένη μέσα από κάποιον αρχαίο χρησμό που αυτεπιτάσσει, θέτει τα πουλιά/όνειρα ως τους αγγελιαφόρους των Θεών που φέρουν τις ευλογίες του Ουρανού. Ως προσευχή, τα καλεί να σπάσουν το κέλυφος και να εκκολαφθούν. Να γεννηθούν, να βαπτιστούν με τους πόνους του αλλά και να σταυρωθούν όπως ο ίδιος ο Χριστός, για τη δική του σωτηρία. Παράλληλο νοηματικά με το πρώτο είναι και το ποίημα στ΄(σ.14). Πάλι τονίζεται με τρόπο αλληγορικό το στοιχείο της φθοράς και του θανάτου. Ποτισμένο με την αύρα της Σονάτας του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, το εν λόγω ποίημα προσπαθεί να συντελέσει στην αναγέννηση της τέχνης του ποιητή κάνοντας ένα νέο ξεκίνημα. Εδώ, τα πουλιά παρουσιάζονται ως οπτασίες που έρχονται με τον αέρα και συμπλέκονται με τα πολύχρωμα σύννεφα. Τελικά, η απάντηση δίνεται μέσα από την επανατοποθέτηση του στίγματος του ποιητή μέσα στον κόσμο της σκέψης «αναζητώντας άυλο χρώμα/ν’ απλώσει τον καμβά της».

Στη συνέχεια, οι προβληματισμοί του τον κάνουν να αναρωτιέται: Καταλαβαίνει κανείς πραγματικά; Ή μπορούμε μόνο να μεταδίδουμε ασαφείς εκδοχές για την τύχη των ονείρων μας; Στο γ΄(σ.11), τα πουλιά παρομοιάζονται με καμένα πολεμικά λάβαρα που τελικά αφήνονται σε μια ελλειπτική τροχιά, σαν πλανήτες που ποτέ δεν αγγίζονται, γύρω από μια κεντρική ιδέα. Τα πολεμικά λάβαρα που κάηκαν, συσχετίζονται ασφαλώς με τα όνειρα της πυρωμένης νιότης που νικήθηκαν από τον κυκεώνα των προβλημάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ζωής. Τελικά, τόσο τα όνειρα/πουλιά, όσο και εμείς, ακολουθούμε ξεχωριστές πορείες χωρίς να νοιαζόμαστε πραγματικά ο ένας για τον άλλο. Έτσι, δημιουργείται μια παράξενη αρμονία που μόνο ο έρωτας μπορεί να επεξηγήσει (βλέπε β, σ.6). Μάλιστα, ο έρωτας μπορεί να αποτελέσει το πολυπόθητο εφαλτήριο ανάκαμψης. Ειδικά όταν τίθεται σε λειτουργία τις ώρες γύρω από τα μεσάνυκτα. Το στοιχείο του έρωτα συμπλέκεται αριστοτεχνικά με τις αντοχές που χρειάζονται να ενυπάρχουν μέσα μας στο ποίημα β΄ του τρίτου μέρους (σ.44). Με σαφείς αναφορές στην Ελένη του Σεφέρη, αναζητεί στον έρωτα απάγκιο και κατοικία για τα ορφανά του όνειρα.
Νύξεις για την ενδεχόμενη μελλοντική λύτρωση παρέχει, κατά τρόπο πληθωρικό, το ποίημα δ΄ (σ. 12). Έρχονται τα τριζόνια την ώρα της μέγιστης απόγνωσης φορτωμένα με τέφρα και πόνο. Μα ο ήχος και μόνο του πλαταγίσματος των φτερούγων τους είναι ικανός να προκαλέσει το φύτρωμα του δέντρου της σκέψης του ποιητή ακόμα και σε γη κατάξερη. Ο εσωτερικός κόσμος που εμφανίζεται εδώ υπό τη μορφή ενός δέντρου που αντίς για φύλλα στα κλαριά του φυτρώνουν λέξεις, προσλαμβάνει υπερφυσικές διαστάσεις αφού παρουσιάζεται υπεργόνιμος και αυτάρκης. Χρειάζεται μόνο τα όνειρά του που είναι γεμάτα ελπίδα και φως. Όμως, σχεδόν αμέσως, έρχεται η διάψευση των προσδοκιών να τον στοιχειώσει. Το ποίημα ζ΄ (σ.15) ξεχειλίζει από απαισιοδοξία. Τεχνηέντως, ο ποιητής μεταθέτει σε ένα τρίτο πρόσωπο την αγωνία για την ατελέσφορη αγωνία, τη βασανιστική προσμονή και το ανεκπλήρωτο. Καταστάσεις που “συνομιλούν” ευθέως με ομόλογα συναισθήματα του αποδέκτη, αλλά και που λειτουργούν ως αφορμίσεις για αναγωγές στη πρόσφατη κυπριακή και ευρύτερα ελληνική συλλογική εμπειρία. Το όλο θλιβερό συναίσθημα του ποιητή συμπληρώνει το μουντό σκηνικό της δράσης. Η λέξη «μούχρωμα» είναι χαρακτηριστική και παραπέμπει στο γνωστό, ομώνυμο ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη (πλάνα δώρα ζηλεμένα/της ζήσης, που αχνοσβιέται και τελειώνει/σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λιώνει).
Τέλος, σημαντική θέση στις αναφορές του ποιητή για τα πουλιά, έχουν οι αναφορές του στον Αντρέα Εμπειρίκο και κυρίως στα Πουλιά του Προύθου (ιβ΄, σ.21). Πριν φτάσει όμως εκεί, η απαισιοδοξία του ποιητή κορυφώνεται αφού περίλυπος συνειδητοποιεί ότι η ύλη πεθαίνει μια ώρα αρχύτερα εφόσον δεν μένει το πνεύμα που της αναλογεί προσηλωμένο στα όνειρά του. Σαν τα φευγάτα πουλιά του μεσαυγούστου μας εγκαταλείπουν κι εμείς απλώς ψάχνουμε εκ των υστέρων να συλλαβίσουμε το πέρασμά τους. Φοβάται πως οδεύουμε για μια λοβοτομή που θα μας στερήσει ακόμα και από εκείνα τα όνειρα που έχουμε καλά κλεισμένα μέσα μας. Η επερχόμενη λοβοτομή θα κάνει τα όνειρα/πουλιά μας να πετάξουν και να χαθούν μέσα στην ερημιά του σύμπαντος (θ’, σ.18). Πλήρως επηρεασμένος από αυτό το κλίμα, θλίβεται που οι στίχοι των μεγάλων ποιητών (και δη του Εμπειρίκου) έγιναν άπιαστα πουλιά, ακατάληπτες λέξεις χωρίς νόημα ακόμα και για τους ίδιους τους ποιητές. Τη λύση όμως την έχουμε μέσα μας. Όπως λέει και στα Πουλιά του Προύθου ο Εμπειρίκος, οἱ λογισμοὶ τῆς ἡδονῆς εἶναι πουλιὰ/ποὺ νύχτα-μέρα διασχίζουν τὸν ἀέρα/εἶναι τὰ βλέφαρά μου διάφανες αὐλαῖες/ὅταν τ’ ἀνοίγω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι κι ἂν τύχει/ὅταν τὰ κλείνω βλέπω ἐμπρός μου ὅ,τι ποθῶ.

.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

“Fractal”, 25/5/2016

Και να που ο ποιητής και πεζογράφος Μάριος Μιχαηλίδης μετά την τετραλογία του, που άρχισε με το κορυφαίο μυθιστόρημα Ο Οστεοφύλαξ [1] (Μεταίχμιο 2007) και συνεχίστηκε με άλλα τρία αφήγημα [2], ποιητικής πνοής, όπου η σύγχρονη ιστορική περιπέτεια του τόπου συναυλίζεται με τη συλλογική μνήμη, επιστρέφει σε γνώριμους τόπους.

Η ποιητική συλλογή Τέφρα Ονείρων (Γαβριηλίδης 2016) δεν ξάφνιασε όσους έχουν τη χαρά να επικοινωνούν με τον ΜΜ. Θα ξαφνιάσει όμως πολλούς, αφού η παρούσα έκδοση είναι η πρώτη ποιητική συλλογή μετά από το Σαν άλλοθι οι λέξεις [3] (Μεταίχμιο 2004).

Η παρούσα έκδοση, άρτια επιμελημένη, χωρίζεται σε τέσσερις ποιητικές ενότητες. Στην πρώτη περιέχονται δεκατέσσερα άτιτλα ποιήματα που αριθμούνται με ελληνικούς χαρακτήρες. Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Κοινό γνώρισμα των ποιημάτων της πρώτης ενότητας είναι η παρουσία των πουλιών, με όλες τις μεταφορικές και αλληγορικές σημάνσεις που υποδηλώνει η φύση τους. Στο πρώτο ποίημα, το ποιητικό υποκείμενο, ο ίδιος ο Μιχαηλίδης μοιράζεται με τον αναγνώστη την εμπειρία της μαθητείας του στον «κήπο» της ποίησης.

(…) Στην υψικάμινο του κήπου/ Όπου έμαθα κι εγώ να ασφυκτιώ και να σκάβω/ Και να μετεωρίζομαι και να κατολισθαίνω/ Στις εσχατιές μιας ακατανίκητης οπτασίας

Το ποίημα όμως που μας εισάγει στο πνεύμα και το ήθος της ποίησης αυτής της συλλογής είναι το δεύτερο της ενότητας:

Ανάερο χάδι η ματιά που/ Με κοίταε την ώρα που φτερούγες πουλιών/ Κροτούσαν συλλαβίζοντας/ Παράξενες αρμονίες

Ώσπου έπεσε το απόβραδο/ Τη νύχτα δαμάζοντας στα/ Ακροβλέφαρά της/ Με ανάσες και πόθους/ Την Κύπριδα υμνώντας.

Οι στίχοι θυμίζουν μουσικό μοτίβο ενός θλιμμένου τραγουδιού, ενός ύμνου που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ή μιας ελεγείας. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν να συνθέτουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο ποίημα, αφού ο αναγνώστης διακρίνει τη συνοχή και τη συνέχειά τους. Θα λέγαμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για «ποίημα εν προόδω».

Οι περιγραφές μιας θλιμμένης φύσης που διατρέχει όλα σχεδόν τα ποιήματα του πρώτου αυτού μέρους, και που σαν μια ενιαία οπτασία/εικόνα γεννιέται σε μια άνυδρη και ερημική γη, αποτυπώνουν την εσωτερική διάθεση του ποιητή και τη θλίψη του για τα ψήγματα εκείνα της δημιουργίας, που σαν μαύρα πουλιά πετούν άπραγα, ματαιωμένα ή ακόμα κι αναξιοποίητα, ώσπου να βρουν τη θέση τους σε ένα άγνωστο, διαφορετικό ή αλλότριο σύμπαν. Ενδεχομένως, στο σύμπαν κάποιου άλλου ποιητή ή ακόμα και του ιδίου σε μια άλλη χρονική στιγμή, που απέχει από το σήμερα. Και είναι μια φύση, που αναδημιουργείται έντεχνα μέσω των εικόνων και με τη συνέργεια μιας ιδιάζουσας γλώσσας, μέσα στην οποία αντικαθρεπτίζονται τα νοήματα και τα θέματα που επιλέγει ο ποιητής: η μοναξιά του δημιουργού, όταν οι λέξεις φεύγουν, ο ψυχικός θάνατος, μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας και ίσως το ανεκπλήρωτο. Εδώ η φύση πρωταγωνιστεί. Τα χρώματα του σύθαμπου περιπλέκονται με τα λαμπερά του ουρανού, εκεί όπου καταφεύγουν τα παράξενα πουλιά, ενώ οι σκούρες αποχρώσεις των φτερωτών πλασμάτων που μοιάζουν σαν να έχουν ξεπεταχτεί από έναν πίνακα εξπρεσιονιστή ζωγράφου, συμπλέουν και συγχρωτίζονται με τα νοήματα, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για ένα μεγαλύτερο και ενδεχομένως ύστατο πέταγμα, εκείνο του πνευματικού θανάτου.

Η γλώσσα και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία στις περιγραφές θυμίζουν ή, καλύτερα, διαγράφουν με ενάργεια την παρουσία του Ανδρέα Εμπειρίκου. Η αναφορά στα “Πουλιά του Προύθου”, είναι εσκεμμένη, αφού τα νοητικώς συλληπτά των εικόνων του Μ.Μ, έμμεσα φωτίζουν το στίχο: «Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά που νύχτα μέρα διασχίζουν τον αέρα..». Υπερρεαλιστικά, αινιγματικά και μυστηριώδη τοπία και εσκεμμένως παραθέματα ‘εμπειρίκιων λέξεων, (όπως: υψικάμινος, αιλουροτροφεία, παλλακίδες) συνδέονται ή αναγεννώνται εκ νέου από τις συνηχήσεις των στίχων του. Αυτά είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα αυτής της πολύ ιδιαίτερης και άκρως ελκυστικής γραφής.

Στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων του Μ.Μ, που και αυτά θα μπορούσαν να απαρτίζουν μια ολότητα ή ένα μεγαλύτερο και αυτοτελές ποίημα, πρωταγωνιστούν τα σκυλιά. Γιατί, όπως λέει και ίδιος ο ποιητής σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής του, «Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας. Είτε σαν μια μέρα που δείχνει τα σκυλόδοντά της… », και εδώ η ψευδαίσθηση, η αλληγορία και τα υπερρεαλιστικά στοιχεία αναδύονται και πάλι σε όλο τους το μεγαλείο.

Κορυφαία στιγμή αυτής της ‘συστάδας’ ποιημάτων είναι εκείνο, όπου ο ποιητής στήνει το ιδιότυπο πάλκο του, για να παιχτεί η τελευταία σκηνή της Οδυσσεϊκού μύθου. Το στήνει εκ νέου, για να αναδημιουργήσει ή να αφηγηθεί την ιστορία του Οδυσσέα, όχι όμως όπως τη συνέλαβε ο Όμηρος, ούτε όπως τη διαιώνισε ο Καβάφης μέσα από τη ποίηση του, αλλά όπως τη συλλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής, προσδίδοντας στο γνωστό αυτό μύθο μια επιπλέον μυθική, τραγική και εξωπραγματική διάσταση, γα να μας θυμίσει αυτή τη φορά με τους στίχους και την κρυπτική του γλώσσα την Οδυσσεϊκή αναζήτηση του Σεφέρη.

Η ώρα περνούσε και τα σκηνικά στήνονταν/ Με τις απαραίτητες προσαρμογές/ Ο σκηνοθέτης όμως γυρόφερνε/ Στο μυαλό του την πιο επίμαχη σκηνή:/ Αλήθεια τι θα γινόταν με τη σφαγή;

Αμέσως μετά η ποίηση του αλλάζει, γίνεται βίαιη, ακόμα πιο τραγική, προκαλώντας το δέος στον αναγνώστη, αφού ο Μ.Μ επιλέγει να μετασχηματίσει ή να μεταμορφώσει το αρχαίο σκηνικό τοπίο για άλλη μια φορά, για να σκιαγραφήσει άλλη μια εικόνα, ανασυρμένη σαν από όνειρο, που μοιάζει περισσότερο με εκείνους τους εφιάλτες που προοιωνίζονται το θάνατο, την ανυπαρξία.

Η ασπίδα θρυμματίστηκε/ Η θεά κατέβασε τα χέρια/ Τα κεφάλια των αντρών ευθύς κόπηκαν/ Και κύλησαν στο χώμα

Η τραγικότητα, οι εναλλαγές της διάθεσης, των χρωμάτων και των εικόνων, θα έλεγα πως προσδίδουν στο ποιητικό αυτό έργο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και μια εκρηκτικότητα που δυναμιτίζεται, όσο βαίνει προς το τέλος. Με ελεγειακό ύφος γονατίζει μπροστά στο φάσμα του θανάτου, του φυσικού θανάτου, του έρωτα, ίσως, πάντα με μια γλώσσα μεταφορική, συμβολική, αλληγορική. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, η γλώσσα είναι πρωταγωνιστής του έργου του Μ.Μ, αφού αυτή δίνει σάρκα και οστά σε ένα μοναδικό συμβολιστικό σύστημα, σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το απτό και το ονειρικό.

Τέλος, τα υπερρεαλιστικά μοτίβα μαζί με την αλληγορία και το ψευδαισθησιακό κορυφώνονται, όταν ο ποιητής τέμνει εκ νέου το μύθο και, καταρρίπτοντας κάθε ηρωική του διάσταση, γεννά έναν αντισυμβατικό και άκρως προκλητικό αντιήρωα, τοποθετώντας τον στη θέση του Οδυσσέα.

Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε/ Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα/ Πως στη θέρμη του καλοκαιριού/ Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι/ Και κλείνουν τα μπαράκια/ Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα/ Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά/ Μια νύμφη που την λένε Πηνελόπη.

Τις επόμενες δυο ενότητες, τις συγκροτούν μια ομάδα ερωτικών ποιημάτων και άλλη μια με ποιήματα της πικρής πατρίδας. Τα ποιήματα αυτά καθόλου δε διασαλεύουν τη συνοχή, ή το ύφος του βιβλίου, αφού, κυρίως τα ερωτικά, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα, τη μουσικότητα, τις αντιθέσεις και το ρυθμό των δύο πρώτων μερών. Και δε διστάζω να πω ότι η ποιητική δημιουργία του ΜΜ, στο τρίτο μέρος της συλλογής, φτάνει στο απόγειό της, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει από αυτά η δηκτικότητα, ο σαρκασμός και η τραγικότητα που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα που προηγούνται. Θεωρώ αναγκαία αυτή την επισήμανση, διότι, συχνά, η δύναμη του ερωτικού στοιχείου παρασύρει και στρεβλώνει τη γραφίδα πολλών ποιητών. Κι αυτό, με συνέπεια να αποδιοργανώνονται οι επιλογές τους –λεκτικές, εικονοπλαστικές- και να ασθμαίνει η νοηματοδότηση των στίχων.

Σε αντίθεση προς αυτή την παγιωμένη πλέον κατάσταση, ο Μιχαηλίδης κατορθώνει να την υπερβεί. Μάλιστα, σε ορισμένα ποιήματα του τρίτου μέρους, ο λυρισμός και ο έντονος ερωτισμός διαρκώς εναλλάσσονται με την ένταση και την ορμή των συναισθημάτων που αποτυπώνουν οι στίχοι. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι τα ακόλουθα:

Ήρθες πάλι κρυφά/ Τρυπώνοντας σε γρίλιες μυστικές/ Αργά στη χάση/ Κατάχαμα βρήκες τα κουρέλια της νύχτας/ Και με το αχ μιας ανάσας/ Σάρωσες τα πάντα/

Μα τα στίγματα είναι ’κεί/ Ατίθασα αλαζονικά/ Κοιτάνε επίμονα το ανάρμοστο/ Ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του

Φαντάζομαι/ το άγγιγμά σου/ Σαν μια χορδή άρπας που/ Εφάπτεται σε οριζόντια/ Σειρά ανεκτέλεστων πόθων./ Έλα γλυκιά ειμαρμένη/ Και νιώσε ηδονικά /Τα ακροδάχτυλα της νύχτας/ Που όλο θωπεύουν μυστικά/ Τα ίχνη από το πέρασμά σου…

Να σημειωθεί ότι, εδώ, όπως και στην τέταρτη ενότητα, ιδίως σ’ αυτήν, το υπερρεαλιστικό στοιχείο συνυπάρχει με την έντονη κριτική ματιά του δημιουργού, που μερικές φορές αγγίζει το σημείο του πάθους και της οργής.

Φρικώδης αποστασία της οργής ενδιαίτημα/ Σφαδάζω και ακούω τον απόηχο της καρτερίας/ Καθώς το άγαλμα/ Αδιαλείπτως καταγράφει των καιρών τους συριγμούς/ Και των άστρων τη μαρμαρυγή ενώ το πανωφόρι γέρνει/ Και ξεμυτά η πληγή από τα φουσάτα/ Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/ Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/ Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί

……………………………………………………………………………

Άλλωστε τώρα το τοπίο ηρεμεί/ Περικεφαλαίες με λοφία από λαιμούς σπουργιτιών/ Θώρακες με ωραίες ανοιχτές σάρκες και αχνίζοντα οστά/ Περικνημίδες καριοφίλια και/ Μεταξωτά πέπλα από τα ξανθά τους όνειρα/ Το χέρι που κρατά τους όρκους και/ Τις στερνές ρώγες των καμένων αμπελιών (…)

Αιρετικός, λοιπόν, μέσα στον κατ’ επίφαση συντηρητισμό του, ο γλωσσοκεντρικός, όπως έχει χαρακτηριστεί ποιητής, αναδεικνύει την ανάσα και την αύρα της γλώσσας, τα νοήματα, τα χρώματα, τον κυματισμό των ήχων, τη μαγεία των λέξεων, που συνυπάρχουν με τη μαγεία των εικόνων της ποίησής του. Ο ποιητικός στοχασμός, το ερωτικό στοιχείο που υποφώσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου, η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν εξωπραγματικό κόσμο που δημιουργεί και που συμφύρεται συνεχώς με την ουσιαστική υπαρξιακή αλήθεια, αναδεικνύουν τον Μ.Μ ως έναν από τους σημαντικούς ποιητές της γενιάς του.

.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

bookpress.gr, 24.5.2016

Είναι η 5η ποιητική συλλογή του Μάριου Μιχαηλίδη. Η αμέσως προηγούμενη, με τον τίτλο Σαν άλλοθι οι λέξεις, είχε εκδοθεί το 2003. Εκπλήσσει, ασφαλώς, η ποιητική σιωπή των 13 ετών. Στην ουσία όμως, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δημιουργικό μεσοδιάστημα ζωής. Σ’ αυτά τα 13 χρόνια, που η ποιητική φωνή είχε σιγήσει, εκδοτικά μόνο, τον Μιχαηλίδη τον κέρδισε η αφηγηματική ευρυχωρία της πεζογραφίας. Η δημιουργική γονιμότητα εκφράστηκε με τέσσερα μυθιστορήματα.

Αυτή η τελευταία και πολύ πρόσφατη ποιητική συλλογή τιτλοφορήθηκε Τέφρα ονείρων. Η άμεση αναγνωστική λειτουργία του τίτλου προεπηρεάζει έντονα τον αναγνώστη, καθώς προβάλλει και επιβάλλει έντονες νοηματικές προσημάνσεις. Συγκεκριμένα, μας δημιουργεί την αναγνωστική προαίσθηση για πολλαπλές διαψεύσεις και όνειρα ματαιωμένα. Όνειρα που άφησαν πίσω τους γεύση πικρής τέφρας. Μένει να δούμε αν έχουν έτσι τα πράγματα.
Η εξωτερική διάρθρωση της συνολικής ποιητικής γραφής μοιράζεται σε τέσσερις ευδιάκριτες αλλά άνισες ενότητες. Ξεχωρίζουν, γιατί ανάμεσά τους παρεμβάλλονται, ως τυπικοί μεσότιτλοι, ψήγματα στιχοποιημένου λόγου που ανήκουν στην πατρότητα του ποιητή. Η εκτενέστερη ενότητα είναι η τρίτη στη σειρά, στην οποία εγγράφονται 15 συνολικά ποιήματα, και η συντομότερη η καταληκτική με πέντε μόνο ποιήματα. Έχουν τη σημασία τους αυτές οι αριθμητικές ανισότητες. Δείχνουν πώς γεωμετρείται ο ποιητικός λόγος πάνω στο λευκό χαρτί. Αυτό, για όσους ξέρουν ότι ο ελευθερόστιχος ποιητικός λόγος έχει, εκτός των άλλων, και εξωτερική όψη με τα δικά της σημαινόμενα και με βαρύνουσα σημασία. Στην ποίηση υπάρχει και η αισθητική της διάταξης των στίχων.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν μονοσέλιδο ανάπτυγμα και, φυσικά, ακολουθούν τη σχεδόν παγιωμένη πλέον, για την ποίηση, μορφή του ελευθερόστιχου άστικτου ποιητικού λόγου. Η παρουσία μιας τελείας και ενός ερωτηματικού πιστεύω ότι οφείλεται σε διορθωτική αβλεψία. Υπάρχει και ένα ποίημα, στην τέταρτη ενότητα, σε πεζόμορφη γραφή. Μάλιστα είναι από αυτά που ιδιαίτερα ξεχωρίζουν. Έχει πολύ υψηλό δείκτη ποιητικής αρτιότητας. Άλλα δύο ποιήματα ακολουθούν μια μικτή μορφή: ξεκινούν ως στιχοποιημένος λόγος και καταλήγουν πεζόμορφα. Πάντως, όλα τα ποιήματα φέρονται άτιτλα. Αριθμούνται μόνο, στο εσωτερικά της κάθε ενότητας, με ελληνική αρίθμηση. Συνολικά είναι 44, διαταγμένα, ανά ενότητα, με αυτόν τον τρόπο: 14+10+15+5.[44].

Αυτά τα λίγα ως ένας σύντομος προοιμιακός-περιγραφικός λόγος για την εξωτερική «επιφάνεια» της ποιητικής γραφής. Για τη σύγχρονη ποίηση, που είναι δύστροπη νοηματικά, τον θεωρώ αυτόν τον περιγράφοντα λόγο απόλυτα αναγκαίο. Προσωπικά δηλαδή φρονώ ότι η ερμηνευτική ανάγνωση της ποίησης πρέπει να γίνεται, με ανιχνευτικά βήματα, από την εξωτερική όψη προς τα ενδότερα. Εξάλλου, η εξωτερική πλευρά μια ποιητικής συλλογής περιέχει και την τυποτεχνική αισθητική που είναι σημαντικό μέρος του όλου. Αυτή, ακριβώς, η αισθητική «επενδύει» την ποίηση, ως περιβάλλουσα ωραιότητα, και την αναδεικνύει. Σ’ αυτό το σημείο οι εκδόσεις Γαβριηλίδη άγγιξαν την τελειότητα.
Να περάσουμε, όμως, και στα ενδότερα, στην ψίχα δηλαδή και την ουσία της ποιητικής συλλογής. Ως αναγνώστη εξοικειωμένο με την ανάγνωση και τη διδασκαλία της ποίησης, με βασανίζει (με την καλή έννοια) ένα ερώτημα: από όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν την προσωπική ποιητική του Μιχαηλίδη, ποιο μπορεί να είναι αυτό που έχει αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην ποιότητα του στίχου; Θα μπορούσα να απαντήσω χωρίς δισταγμό και χωρίς περιφράσεις: το προεξέχον στοιχείο στην ποιητική συλλογή του Μιχαηλίδη είναι η συστηματική και έμμονη θήρευση της σπάνιας, της στιλπνής και της λάμπουσας λέξης ή έκφρασης. Αυτό το στοιχείο είναι που χρωματίζει έντονα τον ποιητικό λόγο και του προσδίδει τη γοητεύουσα γλωσσική-εκφραστική αρτίωση και ωραιότητα. Κι αυτό, εξάλλου, το στοιχείο είναι που δημιουργεί τα εκπλήσσοντα και πρωτοφανέρωτα ζεύγματα λέξεων, που ανασυνθέτουν σε νέες μορφές την ποιητική δυναμική της ελληνικής γλώσσας.

Παράλληλα, όμως, προκαλούν και μια αναγνωστική αμηχανία: δημιουργούν δηλαδή ποίημα «κλειστό» και δυσπρόσιτο, με έντονη τη νοηματική διάχυση και ρευστότητα, παρόλο που αυτοί, ακριβώς, οι «δυσνόητοι» στίχοι αφήνουν στον αναγνώστη μια ισχυρή αίσθηση ποιητικής ομορφιάς. Είναι, βέβαια, κάπως περίεργο την ίδια στιγμή να χάνει ο αναγνώστης την καθαρότητα του νοηματικού περιγράμματος και ταυτόχρονα η ανάγνωση του ποιήματος να συντηρεί μέσα του ξεχωριστά υψηλό δείκτη ποιητικής εκφραστικής.

Το αντίθετο συμβαίνει με αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα, τα βραχύτερα της ποιητικής συλλογής, στα οποία και οι λάμποντες εκφραστικά στίχοι και το νοηματικό περίγραμμα συλλειτουργούν ισόρροπα και αναδεικνύονται σε δίδυμη ποιητική καθαρότητα. Για του λόγου το ασφαλές, αντιγράφω ένα από αυτά, ως μικρό δείγμα ποιητικής στιλπνότητας, μέσω της οποίας εκφράζεται με «ρήματα» ποιητικής αβρότητας ο ερωτικός ίμερος.

Δώσε μου μια λέξη να
Στήσω το σκηνικό της νύχτας
Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα
Κι ένα καράβι απάγκιο
Δώσε μου μια λέξη
Χωρίς πνιγηρά κακόηχα
Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα
Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις,
Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω
Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για
Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Υπάρχει και ένα άλλο εκπλήσσον στοιχείο. Το συνολικό ποιητικό corpus δημιουργεί την αίσθηση ότι οι στίχοι προβάλλουν την ογκηρότητα αλλά και τη λεπταισθησία ενός συναισθηματικά πάσχοντος ποιητικού εγώ. Κι όμως, ελάχιστα ποιήματα είναι πρωτοπρόσωπα. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνα τα ποιήματα που το ομιλούν εγώ το «χωνεύουν» μέσα στη ρηματική πληθυντικότητα (π.χ. Απλώσαμε τα αιθέριααρώματα). Αλλά και αυτός ο ρηματικός πληθυντικός δε δημιουργεί την αίσθηση ότι η ποιητική συλλογή δονείται και ταράζεται από τις εντάσεις του συλλογικού πόνου, του πόνου του εμείς. Ενώ δηλαδή θα ταύτιζα τον ποιητικό λόγο με μια θεματική που ανήκει στο εγώ και στα κινήματα της ψυχής του ποιητή, το κατόρθωμα του Μιχαηλίδη είναι ότι «έσβησε» τον όγκο του εγώ, δημιουργώντας την πιο όμορφη αναγνωστική πλάνη: ότι ο λόγος είναι γραμμένος για το συλλογικό εγώ.

Θα κλείσω αυτές τις πρωτοβάθμιες διαπιστώσεις, αναφερόμενος σε δύο λεπτομέρειες που αναγνωστικά με προσέλκυσαν και τις είδα πολύ προσεκτικά. Η πρώτη λεπτομέρεια είναι η εμμονή του ποιητή, ιδιαίτερα στη πρώτη ενότητα, σε κάποια μοτίβα (;) όπως, για παράδειγμα, είναι η παρουσία πουλιών σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της προαναφερόμενης ενότητας. Και ενώ, πράγματι, ομολογώ ότι ως μοτίβο μού αρέσει, δεν μπορώ ακόμη να δω τη θεματική και νοηματική του λειτουργία στη ροή του ποιητικού λόγου.

Η άλλη λεπτομέρεια είναι μια έντεχνα εμβόλιμη πολλαπλή λειτουργία και παρουσία διακειμενικής συνύπαρξης με τους στίχους του καταληκτικού ποιήματος της δεύτερης ενότητας. Μέσα στη συνήχηση αυτής της πολλαπλής διακειμενικότητας ακούγονται φωνές και ποιητικά θραύσματα από πολλούς ποιητές: Σινόπουλος, Καβάφης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος κλπ. Τη θεωρώ, ως συλλειτουργία αλλότριων φωνών ιδιαίτερα εύστοχη.

Τις φωνές των πατρίδων τρίβοντας διαμαντικά στο φως Χρωματιστό υαλί στις αμμουδιές του Ομήρου Με ένα στίλβον επιφώνημα στο στόμιο του φεγγαριού

Τελικά, για την ποίηση δεν πρέπει να λέμε πολλά. Προτιμητέο πάντα να ακούμε το δικό της λόγο και να τον συντηρούμε μέσα μας ως εκρέοντα απ’ τη μαγεία της γλώσσας μας, που είναι η πιο όμορφη και η πιο σπάνια ποιητική μοναδικότητα.

.

ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ

“Fractal” 12/4/2017

«Υπέρπυρες φεγγοβολές» από την ανάδυση της ζωής μέσα από την «Τέφρα Ονείρων»

Η ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, τα ποιήματα δεν φέρουν τίτλους αλλά αριθμούνται αλφαβητικά. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει δεκατέσσερα ποιήματα, η δεύτερη περιλαμβάνει δέκα ποιήματα, η τρίτη δεκαπέντε και η τέταρτη πέντε. Η κάθε ενότητα μπορεί να λειτουργεί νοηματικά και δομικά ως αυτόνομη ποιητική σύνθεση, αλλά και από κοινού με τις άλλες στη συνολική ποιητική σύνθεση υπό τον πιο πάνω τίτλο.
Με διάχυτη τη θλίψη σε όλες της ενότητες, η πρώτη και η δεύτερη έχουν επίκεντρο το έργο του ποιητή μέσα στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας θεώρησης των παραγόντων που ρυθμίζουν τη καλλιτεχνική δημιουργία, το τρίτο αφορά μια ερωτική ελεγεία, ενώ το τέταρτο εστιάζει στην τραγωδία της Κύπρου .
Να πω εδώ ότι παρουσιάζω τις προσωπικές μου σκέψεις για το κείμενο αυτό που είναι αποτέλεσμα της δικής μου ανάγνωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι η ποιητική αυτή συλλογή δε θα μπορούσε να έχει και άλλες αναγνώσεις. Επίσης, επιλέγονται εδώ ορισμένα μόνο σημεία της ποιητικής συλλογής για θεώρηση, τα οποία κρίνουμε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ρωγμές εισόδου του αναγνώστη στο ποίημα. Σ’ αυτές τις ρωγμές ρίχνουμε λίγο φως ή καλύτερα περιγράφουμε τον τρόπο με τον οποίο εμείς περάσαμε στα ενδότερα του ποιήματος, με προσοχή πάντοτε να μη διαταράξουμε με αυτή την ενδιάμεση παρουσία μας μεταξύ ποιήματος και αναγνώστη την ωραιότητα του δημιουργήματος.
Εύστοχος και αποτελεσματικός στο ρόλο του ο τίτλος, «Τέφρα Ονείρων», εισάγει εύγλωττα τον αναγνώστη στο πνεύμα και στο περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι όλες εκείνες οι ψυχικές και διανοητικές διεργασίες και τα παρελκόμενα μιας εφ όλης της ύλης ματαίωσης του ονείρου και οι συναισθηματικές νοητικές περιπλανήσεις του ποιητικού υποκειμένου, του ποιητή δηλαδή , ο οποίος με τη γραφή του αφήνει ελεύθερες τις αισθήσεις και τη νόηση να συνδιαλλαγούν μεταξύ τους, ανιχνεύοντας και τα αίτια της ματαίωσης. Τέφρα είναι ο, τι απομένει μετά από φωτιά, ο, τι αφήνουν πίσω τους οι φλόγες. Είναι όμως και η γόνιμη ουσία που άντεξε το πάθος της φωτιάς, που μαρτυρεί το πέρασμά της, και μέσα από το οποίο μάλιστα αναδύεται και το νέο Σύμπαν.
Τον συμβολισμό της αναζωογόνησης μέσα από την τέφρα, τη φλόγα και το φως ως την κινούσα δύναμη μπορούμε να πούμε ό, τι βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Ένα καμένο χέρι. Κάτω όμως από το καμένο δέρμα ζωντανεύουν οι φλέβες εκπέμποντας το φως απ’ την άσβεστη φλόγα της δημιουργίας. Μέσα απ’ το σκοτάδι προβάλλουν οι λαμπηδόνες και μέσα απ’ τη σιωπή το τριζόνι ξαναδίνει ζωή στο συναισθηματικά υποβαθμισμένο τοπίο με τον ήχο του, που λειτουργεί ως κινούσα δύναμη, ενόρμηση, για δημιουργία.

Γύρω στα μεσάνυχτα/Ακούστηκε ξανά το τριζόνι/Ήχος παράξενος/Φορτωμένος τέφρα και άλγος/Η φωνή της ερημίας είπε ο φίλος/Κι άρχισε να μιλά μια γλώσσα κρυπτική/

Ευθύς ακούστηκε ένα φτέρωμα/Και κάτι σαν δέντρο πήρε να φυτρώνει/Πάνω στην άνυδρη γη/Τότε γέμισε παντού λαμπηδόνες/Που τις παράσερνε ο αγέρας/Κατά τη φορά των πουλιών/Γιατί εν τω μεταξύ/Το δέντρο αντίς για φύλλα έβγαζε λέξεις/Κι άλλης λογής πετούμενα/Που όλο αντρειεύονταν/Ώρα μεσάνυχτα

Η τέφρα προϋποθέτει τη φωτιά και η ματαίωση την διέλευση μέσα από ένα κορυφαίο γεγονός, οι φλόγες του οποίου ήδη έχουν διαπεράσει το ποιητικό υποκείμενο. Αυτό θα μπορούσε να είναι ο έρωτας, αλλά και όποιο άλλο μετουσιωμένο γεγονός είναι δυνατόν να εμπεριέχει αντίστοιχη ένταση, όπως λ.χ. οι φλόγες και ο πόθος της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο ποιητής χρησιμοποιεί το συμβολισμό για να κρυπτογραφήσει τα νοήματά του, δημιουργώντας κατάλληλους συνειρμούς στον αναγνώστη, ώστε αυτός να τον ακολουθήσει στις ατραπούς της διανόησης του. Το πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο χάρις στην επιλογή του να χρησιμοποιεί σύμβολα παρμένα από τα θεμελιώδη συστατικά και τις λειτουργίες της φύσης. Η «Τέφρα Ονείρων» του Μάριου Μιχαηλίδη βρίθει τέτοιων αινιγματικών συμβόλων. Ζώα, φυτά, χλόη, είδη πουλιών, σκύλοι, το φως, ο ορίζοντας, τα άστρα, και μύθοι διαμορφώνουν το ποιητικό του τοπίο, διευκολύνοντας τον αναγνώστη στο ταξίδι αναζήτησης της περί του κόσμου αλήθειας.
Ως αναγνώστης, διακρίνω τη δύναμη των συνειρμών στην ποίηση αυτή. Ο ποιητής με την παρεμβολή ενός και μόνο στίχου, τοποθετώντας τον στην κατάλληλη θέση, επιτυγχάνει να δημιουργεί ροή σκέψεων και συναισθημάτων προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και αφού τα ρυάκια αυτά πάρουν όλα τα θρεπτικά συστατικά από τους τόπους που περνούν, ανταμώνουν ξανά στο ίδιο μεγάλο ποτάμι των σκέψεων και συναισθημάτων για να θρέψουν το δέντρο, δηλαδή το ποίημα. Όσο προσχωρούμε στην ανάγνωση της κάθε ενότητας, το δέντρο-ποίημα του Μ.Μ όλο και βαθαίνει τις ρίζες του, να φτάσει θέλοντας στην αρχέγονη πηγή της θρέψης του, η κορφή του ανεβαίνει πιο ψηλά να αντλήσει φως, να φωτοσυνθέσουν τα φύλλα του λέξεις και στα κλαδιά του να ενδημούν όλων των ειδών τα πουλιά, που άλλοτε τρομάζουν παγιδευμένα κι άλλοτε φτερουγίζουν φέρνοντας μηνύματα που καλείται ο αναγνώστης να διαβάσει , ανάλογα με το φτερούγισμα ή το χρώμα τους.
Ας δώσουμε όμως κάποια στοιχεία της ευρύτερης κλιματικής ζώνης στην οποία ευδοκιμεί και αναπτύσσεται το δένδρο της ποίησης του Μ.Μ. Εξετάζοντας προσεκτικά τις λέξεις- σύμβολα του ποιήματος αξίζει να σταθούμε στους Εμπειρίκειους όρους και τις αναφορές που γίνονται, όπως «Yψικάμινος, πουλιά του Προύθου, παλλακίδες» κ.α. που σηματοδοτούν την υπερρεαλιστική ποιητική γραφή του Μ.Μ. Σ’ αυτήν αποτυπώνεται, με πλούσια εκφραστικά μέσα μια υπαρξιακή θλίψη, η οποία οφείλεται στη ματαίωση του ονείρου, περιγράφοντάς την με λεπτομερείς εικόνες, μύθους και σύμβολα, που έχουν πολλές φορές ακόμα και ένα τρομακτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ελκυστικοί στίχοι και η εναλλαγή συναισθημάτων προκαλούν την επιθυμία στον αναγνώστη να προχωρεί όλο και περισσότερο στα ενδότερα του μυστηρίου της ποιητικής πραγματείας. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό, γιατί στην ποίηση αυτή συμπυκνώνονται σκέψεις, γνώσεις και απόψεις περί μιας σωρείας πραγμάτων του κόσμου, η προσεκτική μελέτη των οποίων μπορεί να οδηγήσει στην ερμηνεία των ανθρώπινων συμπεριφορών.

(…)
Την ώρα της αποδημίας/Μας άφησαν και πήραμε πολλά/Φωνές και λοφία/Ράμφη ευθυτενή και άλλα γαμψά/Και καθώς ο ποιητής/Τροχοδρομούσε ανέμελος στο σύμπαν/

Ιππεύοντας άτι φτερωτό/Τον προϋπαντούσαν οι αυτόχειρες/Με μια κουστωδία ματωμένων στίχων/Ελάτε μας έγνεφαν/Η εκδημία ρίχνει πέπλο σκοτεινό/Κι η ποίηση δεν είναι πια/Αυτού του κόσμου/Εκείνος στάθηκε/Έχωσε το χέρι στα σπλάχνα του/Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι/Το τίναξε/Και τότε περιχύθηκε στο σύμπαν/Στάχτη από την Υψικάμινο

Οι συντεταγμένες του Εμπειρίκειου τοπίου συνοψίζονται: στον ερωτικό πόθο που συνδέεται με το ποιητικό υποκείμενο και στους φραγμούς ενός πολιτισμού σε δυσφορία, στην εναντίωση σε αυτούς και στη δυστυχία που γεννάται από αυτούς. Η χειραφέτηση, κατά τον Εμπειρίκο, δε στηρίζεται απλώς στην παράκαμψη των φραγμών, αλλά στην προσδοκία ενός νέου ερωτικού κόσμου λυτρωμένου από τα κοινωνικά δεσμά.
Ο άνθρωπος βέβαια, ως κοινωνικό ον, δημιούργησε με την πάροδο του χρόνου κανόνες, και νόμους που προστατεύουν τους αδυνάτους από τους ισχυρούς, δημιουργώντας τις πολιτιστικές συνθήκες. Οι κανόνες αυτοί και οι τρόποι κοινωνικής συμπεριφοράς αναπτύσσονται και εδράζονται κυρίως στον μετωπικό λοβό. (αυτά θα μας χρειαστούν αμέσως πιο κάτω) Την έδρα αυτή των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς ο Φρόιντ ονομάζει Υπερεγώ, ενώ την έδρα των ενστίκτων ονομάζει Προεγώ.
Η σύγκρουση του Προεγώ με το Υπερεγώ δημιούργησε την αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός τρίτου οργάνου σκέψης, που είναι το Εγώ και που έχει ρόλο να συγκεράσει τις συγκρουόμενες ψυχικές τάσεις.
Αυτά σύμφωνα με τον Φρόιντ, προκαλούν την δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, θεωρώντας ότι η ισορροπία μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Λόγω των δυσκολιών αυτών προκαλούνται ενδοψυχικές και κοινωνικές συγκρούσεις που συχνά καταλήγουν σε ματαίωση, απογοήτευση, και δυστυχία. Αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση μέσα στο ανθρώπινο ψυχικό κόσμο πραγματεύεται η ποίηση του Μ.Μ., ανιχνεύοντας το αίτιο και το αιτιατό, εκφράζοντας κάθε φορά με ελκυστικούς στίχους τα αντίστοιχα συναισθήματα όπως, θλίψη, φόβο, αγωνία θανάτου, προσδοκία, ευδαιμονία κ.α
Τα πουλιά, σύμβολα της επικοινωνίας του ανθρώπου με το θείο κατά τους αρχαίους, παίζουν το ρόλο αγγελιαφόρου των θεών, ενώ στην πάλη μεταξύ του καλού και του κακού γίνονται τιμωροί για τους κακούς και σωτήρες των καλών. Ακόμα, τα πουλιά αποτελούν και σύμβολο του ασυνειδήτου. Στην «Τέφρα Ονείρων», και κυρίως στην πρώτη ενότητα, τα πουλιά ενδημούν με όλους τους ρόλους και συμβολισμούς τους. Σχεδόν σε κάθε ποίημα, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, εκφράζοντας τις αισθήσεις που μεταφέρονται από την αρχέγονη μνήμη και οι οποίες εδρεύουν στο υποσυνείδητο.

Μετά συνέβη και αυτό/Η εγκάρσια λοβοτομή/Άφησε να δραπετεύσουν/Έγκλειστα πουλιά/Κι αυτά πέταξαν και χάθηκαν/Στην ερημία του σύμπαντος/Κάτω/Το σώμα έπαλλε/Αφημένο καθώς ήταν/Στη λαγνεία των συνειρμών/Κι όλο αδημονούσε πότε/

Θα επιστρέψουν τα πουλιά/Που τα ξάφνιασε η ιδέα/Μιας τελευταίας αποδημίας (…)

Οιωνοί απώλειας ή θανάτου τα μαύρα πουλιά ενδημούν στην πρώτη κυρίως ενότητα της «Τέφρας Ονείρων», τονίζοντας την παρουσία τους. Αναζητείται επομένως το αίτιο της παρουσίας τους ή καλύτερα το αίτιο του προμηνυόμενου θανάτου. Για ποιο θάνατο άραγε γίνεται η αναφορά; Την απάντηση ότι η συμφραζόμενη αγωνία θανάτου αφορά τον πνευματικό θάνατο και την πλησμονή του έργου του ανθρώπου και επομένως και του έργου του ποιητή, δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τους στίχους του.

(…)Στον ορίζοντα φάνηκε/Ένα σμήνος πουλιά μαύρα πουλιά/Όλοι τρομάξανε/Και πιάσανε να μελετούν/Τα σπλάχνα της μέρας που ξεψύχησε/Κι άρχισε να κακοφορμίζει/

Τίποτα (…)

Μετά φωνάξανε τις μάσκες της άνοιξης και
Κάποιοι πήραν να χορεύουν
Μα η μάγισσα η αυγή τους κοίταξε
Με το ένα μάτι το θολό
Και μετά τους σκέπασε με μαύρο σύννεφο

Μέσα στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό και στην προσπάθεια του Υπερεγώ να κυριαρχήσει πάνω στο Προεγώ, επιχειρείται, μέσω προσχημάτων, με αφορμή κανόνες που στην πραγματικότητα πολλές φορές δεν συνεισφέρουν στην εξισορρόπηση μεταξύ Προεγώ και Υπερεγώ, ο αποκλεισμός από τη συμμετοχή του συναισθήματος στις ανθρώπινες καθημερινές λειτουργίες της ζωής.

Η παραγνώριση της σημασίας των αισθήσεων μέσα στον κόσμο που δημιούργησαν οι κανόνες του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, οδήγησε στην αναγκαιότητα ανάπτυξη της θεωρίας της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτή υποστηρίζει ότι έρχεται να αυξήσει σημαντικά το δείκτη νοημοσύνης και να συμβάλει στην ορθή λήψη αποφάσεων, κάτι που τελικά αμβλύνει τις διαφορές, μειώνει της συγκρούσεις και συμβάλλει στην ισορροπία μεταξύ Υπερεγώ και Προεγώ. Ο ποιητής Μ.Μ στην «Τέφρα Ονείρων» υπεραμύνεται της αναγκαιότητας συμμετοχής των συναισθημάτων στην διαχείριση της καθημερινότητας του ανθρώπου.
Ενώ στην πρώτη ενότητα το κυρίαρχο σύμβολο του ποιητή είναι τα πουλιά, το χρώμα τους, οι αριθμοί, το πέταγμα τους, στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά ακολουθούν πιστά και παντού τη νόηση του ποιητή, διεισδύοντας σε όποια σπήλαια της επιθυμεί να εξερευνήσει.
Ο μύθος, όπως αναφέραμε, αποτελεί επίσης μέθοδο ξενάγησης του αναγνώστη στον κόσμο της ποίησης του Μ.Μ. Κατά την εξελικτική πορεία της ποίησης υπάρχει μια γενική τάση ανατροπής του Οδυσσειακού μύθου. Το Ομηρικό πρότυπο του Οδυσσέα στον υπερρεαλισμό ανατρέπεται και το πρόσωπο του ήρωα παίρνει διάφορες μορφές στο νέο μύθο που δημιουργείται. Μεταπολεμικά οι ποιητές αποποιούνται τις πολεμικές του δόξες, ενώ το πρόσωπό του συνδέεται με μια απαισιοδοξία. Η ακύρωση του νόστου στον Οδυσσειακό μύθο και οι περιπτώσεις ανατροπής του Ομηρικού προτύπου καθώς πληθαίνουν στην ποίηση τις τελευταίες δεκαετίες, γίνονται αφορμή για φιλολογικούς διαλόγους. Στην ποιητική συλλογή «Τέφρα Ονείρων» ο ποιητής δεν εστιάζει στο πρόσωπο του Οδυσσέα ως κυρίαρχου και ηρωικού πρωταγωνιστή, αλλά πρωταγωνιστής στην ανατραπέντα μύθο είναι το σκυλί του Οδυσσέα, ο Άργος, που μαζί με την Πηνελόπη παραπέμπουν στις καταστάσεις που επιβάλλει το Προεγώ .
Έτσι γίνεται εμφανές ότι οι δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου συνδέονται άρρηκτα, ενδυναμώνοντας την ποιητική στόχευση του έργου που είναι οι διαρκείς ψυχικές διεργασίες, που προκύπτουν με την συνύπαρξη του Προεγώ και Υπερεγώ και την ανταγωνιστική σχέση που τη διέπει.
Στην «Τέφρα Ονείρων» του Μ.Μ οι διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ αυτών των δύο του Υπερεγώ και του Προεγώ, οι αλλεπάλληλες μάχες και θυσίες διαδέχονται η μια την άλλη με εμπλοκή όλων ανεξαιρέτως των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπινου είδους, που παίρνουν τη μορφή ενός διαρκούς πολέμου με αιώνιες προετοιμασίες και περιπέτειες για την παλιννόστηση τελικά στην πατρώα γη, την αρχέγονη μνήμη. Η αρχέγονη μνήμη ως διαπίστωση ή προσδοκία επανέρχεται συχνά στην «Τέφρα Ονείρων», προφητεύοντας ίσως και την επικράτηση της ζωής έναντι του θανάτου χάρις σ’ αυτήν.
Και να η ζωή κανοναρχώντας το αέναο/Και την αρμονία ορίζοντας/Του συνάναρχου λόγου/Και να ο Άδης υποχωρεί με τα δρεπάνια/Και τις φτερούγες των χαμένων σπουργιτιών/Και να ο θάνατος των αντρειωμένων πουλιών/Κελάηδημα αυγινό μιας ανάσας παλμός/Ρουφώντας του φωτός τη σπορά/Ως τα έγκατα περιδιαβάζοντας την αρχέγονη μνήμη
Κατά τον Φρόιντ, ό, τι διαλανθάνει της λήθης αποτελεί αλήθεια. Επομένως το γεγονός ότι η ποιητική συλλογή ‘Τέφρα Ονείρων’ αφορά ψυχικές διεργασίες και τις συνέπειες τους, κάτι που απασχολεί διαχρονικά τον άνθρωπο, καταδεικνύει την καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ.
Μέσα σε όλη τη σύγχυση των συγκρουσιακών καταστάσεων, το έργο υφίσταται τις συνέπειες της καταστροφικής υπερτροφίας και του φανατισμού υπέρ των κανόνων του πολιτισμού, οι οποίοι τελικά χάνουν τον προορισμό τους και χρησιμοποιούνται προσχηματικά για επίτευξη αλλότριων στόχων από εκείνους για τους οποίους θεσπίσθηκαν. Το προφητικό αισθητήριο του ποιητή διαβλέπει την καταστροφή εξ αιτίας αυτού και η αγωνία της ακύρωσης και πλησμονής του έργου του κορυφώνεται και μη έχοντας άλλο τρόπο να αμυνθεί το κάνει μέσα από το ίδιο το έργο του.
Γράφει:

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί/ (…)/Οπωσδήποτε ένα σκυλί βρίσκεται στην ποίησή μας/Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν/Το σώμα τους στεγνώνει/Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου/Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει

Δεν μπορεί παρά να σταθεί κανείς στον τελευταίο στίχο και να τον αποδώσει στην αγωνία του ποιητή για την τύχη του έργου του και του κάθε λογής πνευματικού ή καλλιτεχνικού δημιουργήματος εν ονόματι των ανταγωνιστικών δυνάμεων που αναπτύσσονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Η Τρίτη ενότητα αποτελεί μια ερωτική σύνθεση με πολλά από τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων ενοτήτων. Λέξεις-σύμβολα παραπέμπουν με διαδοχικά κλιμακούμενη ένταση στις ψυχικές καταστάσεις του ποιητικού υποκειμένου υποβάλλοντας τον αναγνώστη την επιθυμία να συμμετάσχει στην ποιητική περιπλάνηση.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά/Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου/Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν/Βλέπω να χάνεις το δρόμο/Ξανά και ξανά

Και να επικαλείσαι τάχα/Τους θολούς οδοδείκτες και την/Ύποπτη συνέργεια των αριθμών/Μα όταν αργείς να φανείς/Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με/Ανεπαίσθητο δόλο/Διαλαλώ τα κέρδη μου/Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα/Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς/Και να φεύγεις όποτε θες

Μια εισαγωγή που σε οδηγεί κατ’ ευθείαν στην ουσία του υπαρξιακού κενού που προκαλεί η διάψευση του ερωτικού ονείρου και που στη συνέχεια όπως εξελίσσεται η ποιητική γραφή, συμπληρώνεται με την ίδια την ποιητική δημιουργία.
Την εικονιστική περιγραφή του ποιητικού αντικειμένου, του πόθου δηλαδή, ακολουθούν οι περιγραφές των ψυχικών καταστάσεων που προκύπτουν από τη διάψευση με σύντομους και ελκυστικούς στίχους.

(…)

Και τι νομίζεις/Πως θ’ απομείνει από σένα;/Ένα άδειο φουστάνι/Να περιφέρεται σε σκοτεινούς/Διαδρόμους αδημονώντας/Να συναντήσει το σώμα σου/Ή ό,τι θα έχει περισωθεί/Από την τέφρα της μνήμης (…)

Ενώ στις προηγούμενες ενότητες η μορφή του στίχου, η αίσθηση κατά την ανάγνωση και τα νοήματα τονίζουν τα σκούρα χρώματα της απώλειας και της τραγικότητας των γεγονότων, στην τρίτη ενότητα τα πράγματα κάπως αλλάζουν. Εδώ οι στίχοι γίνονται μικροί δίνοντας την πρωτιά στις αισθήσεις. Δεν απαιτείται εδώ μεγάλη αποκρυπτογράφηση, και η νόηση συνεπικουρεί απλά τις αισθήσεις, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να κινηθούν ελεύθερες καθιστώντας το ποίημα γοητευτικό.
Παραθέτω ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της ενότητας αυτής.

Δώσε μου μια λέξη να/Στήσω το σκηνικό της νύχτας/Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα/Κι ένα καράβι απάγκιο/Δώσε μου μια λέξη/Χωρίς πνιγηρά κακόηχα/Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα/Σύμφωνο υγρό – “Έλα” να μου πεις/Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω/Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για/Να με αντέχουν τα όνειρά μου

Στο Τέταρτο μέρος ο ποιητής διεισδύει σε βάθος με την κρυπτική μέθοδο του στα ιστορικά γεγονότα της Κυπριακής τραγωδίας, παραπέμποντας στα τραγικά αποτελέσματα της υπερτροφίας του Υπερεγώ και στη μεγάλη απώλεια των όσων δια θυσιών αποκτήθηκαν, καταλήγοντας ότι επείγει να επιστρέψουμε στην παιδική μας αθωότητα.
Αλλά και πιο κάτω οι στίχοι του διατρέχονται από λέξεις σύμβολα του τιμήματος που πληρώνεται καθημερινά, μετρώντας τις απώλειες και καταγράφοντας επινίκιες αντιφάσεις. Η διάψευση των θυσιών των ηρώων της Κύπρου και η ματαίωση του αιωνίου ονείρου για Ελευθερία, μια ανοικτή πληγή στο σώμα της Κύπρου, διαπερνά τους στίχους του τέταρτου μέρους αφήνοντας στον αναγνώστη την πικρή γεύση της αδικίας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα.
(…)
Εγκαρσίως από πνεύμονος έως καρδίας το βόλι που τον ξάφνιασε/Όπως και τώρα πετρωμένο τον ξαφνιάζουν/Τα μεθεόρτια και οι επινίκιοι αλαλαγμοί/Και το βάθρο υποχωρεί αιωρούμενο/Και τα ικριώματα των εκπονηθέντων σχεδίων καταρρέουν/Και έμεινες μόνος με γυρτή λαβωματιά/Με ένα πανωφόρι που σου έλαχε/Να κρύβεις τ’ άστρα νύχτες και πρωινά/Με το αγιάζι να διαπερνά τις ορθάνοιχτες πληγές σου/

Γλυκό μου άγαλμα
(…)

Η καθολικότητα της ποίησης του Μ.Μ. στην ποιητική σύνθεση «Τέφρα Ονείρων», σε συνδυασμό με την οντολογική και φιλοσοφική θεώρηση των ανθρώπινων ανησυχιών, καθιστά το βιβλίο αυτό υψηλής πνευματικής αξίας και συνιστάται η ανάγνωσή του.

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 6/12/2016

Ο υπερρεαλιστικός αντιλυρισμός του Μάριου Μιχαηλίδη

Υπάρχει μία τάση στην κριτική να διαχωρίζεται η κυπριακή ποίηση από την ελληνική παραβλέποντας την κοινή τους πορεία από άποψη εκφράσης, επιρροών και αναζητήσεων. Παρά τις τοπικές ιδιομορφίες, όπως η τραγωδία της εισβολής, το στοιχείο της εντοπιότητας και μία συνήθη φυσιολατρική εικαστική που συνδέεται με τη βιωματική επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Άλλωστε τα προβλήματα που απασχολούν πλέον τους νέους ανθρώπους και τους παλαιότερους δημιουργούς δεν διαφέρουν από εκείνα που καταγράφονται στην ελληνικής παραγωγής ποίηση.

Η ποιητική άνοιξη της δεκαετίας του 1960, που αναδύθηκε μέσα στην ευφορία της κυπριακής ανεξαρτησίας, θα φέρει νεωτερισμούς που θα αφομοιωθούν γόνιμα και δημιουργικά. Όπως είναι λογικό το δράμα της βίαιης διχοτόμησης θα αφήσει τις επιδράσεις του και στην ποίηση, όπου διακρίνεται μία πικρία και μία οργή με έντονα στοιχεία σαρκασμού κι ειρωνείας σε μία ποίηση πολιτική.

Ωστόσο, με τον καιρό έχει φανεί ότι οι ποιητές, χωρίς να ξεχνούν ή να παραβλέπουν την τοπική ιστορία, κινούνται πιο κοντά στην ελλαδίτικη ποίηση στη βάση κοινωνικών προβληματισμών, χωρίς γεωγραφικό προσανατολισμό[1]. Στην πορεία αυτή κινείται και ο πολυβραβευμένος Μάριος Μιχαηλίδης με τη νέα του ποιητική συλλογή, «τέφρα ονείρων» (Γαβριηλίδης, 2016), 13 χρόνια μετά την προηγούμενη.

Η συλλογή αποτελείται από τέσσερις ποιητικές ενότητες που απαρτίζονται από επιμέρους αυτόνομες συνθέσεις. Η απλότητα της γλώσσας του και η συνοχή του ύφους δημιουργούν μία αλυσίδα εικόνων και συναισθημάτων που συνδέουν την ποιητική αυτοαναφορικότητα με την αγωνία του θανάτου, τον έρωτα και το φυσικό περιβάλλον διαμορφώνοντας τελικά μία αξιομνημόνευτη εικονιστική υπαρξιακή ποιητική.

Με τη δυναμική μιας γλώσσας ζωντανής, με έντονα στοιχεία προφορικότητας, ο Μιχαηλίδης διαμορφώνει έναν παραστατικό αφηγηματικό και περιγραφικό συνάμα ποιητικό λόγο. Η γλώσσα του είναι ρέουσα με σαφήνεια, ζωηράδα και γλαφυρότητα, ενώ μέσα από την παραστατικότητα της αφήγησης αποκαλύπτεται μία καινοφανής διαύγεια. Η ποιητική του γραφή με τον πεζολογικό της χαρακτήρα και την ξεχωριστή λεξιλογική λιτότητά της, επιτρέπει στην αφήγηση να ρέει ανεμπόδιστα και να εμβάλει το συναίσθημα στην ψυχή του αναγνώστη/ακροατή με την υποστήριξη των ανεξάντλητων στοιχείων της εικαστικής του που εμπλουτίζουν τον καμβά του.

Έντονο είναι το σουρεαλιστικό στοιχείο το οποίο αποτυπώνεται τόσο στη συνειρμική ροή όσο και στην αναπαραστατική δύναμη που του προσφέρει η υπερρεαλιστική συνοχή θρυμματισμένων εικόνων. Είναι εμφανείς οι επιρροές από τους τρεις αρχιερείς του ελληνικού υπερρεαλισμού. Εξάλλου, εμφανή είναι τα στοιχεία αναφοράς στους τρεις κλασσικούς· η αναφορά στην υψικάμινο και στον ίδιο τον Εμπειρίκο, η διαρκής παρουσία πουλιών και ο σαχτουρικός θάνατος με τη θραυσματική εικαστική του Εγγονόπουλου.

Το στοχαστικό στοιχείο συμπλέκεται με το λογοτεχνικό σχόλιο με αναφορές στο Ρίτσο τον Εμπειρίκο και έμμεσα στον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο και τον Σαχτούρη. Με υπερρεαλιστική ρώμη ο Μιχαηλίδης αναπλάθει τον μύθο της οδύσσειας, προσαρμόζει σε μία σουρεαλιστική σκηνή ακροβατώντας μεταξύ του ά-λογου και του μυκηναϊκού νόστου σαν σε θέατρο του παραλόγου. Η ρευστότητα των σκηνών παρασέρνει το συναίσθημα και τις αγωνίες του ποιητή μέσα από την κίνηση των συνειρμών.

Αρχέγονοι μύθοι συνδέονται με την αρχαιοελληνικές μυθικές δοξασίες και κοινωνικές παραστάσεις προσφέροντας ένα διαχρονικό ηχόχρωμα στην υπαρξιακή του αγωνία. Θυσίες, θέατρο, μία οδυσσειακή ποιητική αναζήτηση συμπλέκονται σαν ξεθυμασμένοι ήχοι ενός επικού υπερρεαλισμού. Πουλιά ως αρχέγονα υπερρεαλιστικά σύμβολα εμφανίζονται σε όλη τη συλλογή ως ψήγματα αλληγορικά της εικονιστικής του ποίησης.

Μέσα στο άνυδρο τοπίο και την έρημη γη, η θλιμμένη φύση με τα σπαράγματα των εικόνων αισθητοποιεί την εσωτερική διάθεση του ποιητή. Η ερημιά και η συνεχής κίνηση, ο πετροπόλεμος των γλάρων, η εγκατάλειψη των πουλιών συντελούν στη διαμόρφωση ενός συναισθήματος ήπιας μελαγχολίας. Ο έλεγχος όμως της συναισθηματικής έντασης των συνθέσεων δεν επιτρέπει την όξυνση του βασικού συναισθήματος.

Η φυσιολατρική εικαστική του Μιχαηλίδη συνδέεται με έναν ιδιότυπο ακτινωτό σουρεαλισμό με την ποίηση της περιφέρειας. Το φυσικό στοιχείο εισέρχεται αβίαστα, με έναν μοναδικό αυθορμητισμό στον καμβά του, παρά την απουσία στοιχείων εντοπιότητας. Το φυσικό τοπίο προσφέρει όλα τα σύμβολα που χρειάζεται ο δημιουργός για να εκθέσει τον ψυχισμό του. Σπαράγματα στιγμιότυπων από το φυσικό περιβάλλον συνενώνονται με ένα λυρικό ύφος σε μία αντιλυρική συνειρμική εικαστική. Ο ποιητής με την έμφαση που δίνει στο φυσιολατρικό στοιχείο διαμορφώνει αισθητικά έναν φενάκη ρομαντισμό, που στην πραγματικότητα όμως ορίζει ένα αντιρομαντικό συναίσθημα.
Μία διαρκής κίνηση διαρρέει το ποιητικό κάδρο του Μιχαηλίδη. Λέξεις που μάλλον δεν προδιαθέτουν για μία κινητικότητα είναι αυτές που τελικά ορίζουν τη συνεχή ροή στο καναβάτσο του (έσκαβαν, γέμιζαν, έλξη, τραβούσαν, κατολισθαίνω, αγέρας). Ήχοι και χρώματα διανθίζουν ακατάπαυστα τον θρυμματισμένο σε ψηφίδες μωσαϊκό του (τριζόνια, απαγγελία).

Οι εναλλαγές στη διάθεση και η ποικιλία των συναισθημάτων προσδίδουν στο έργο μια τραγικότητα μέσα στο εκρηκτικό μείγμα συμβόλων και σουρεαλιστικών μεταφορών και προσωποποιήσεων. Είναι ένα ποιητικό παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και την υπαρξιακή αγωνία για το θάνατο, τη φθορά και τον έρωτα.

.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

FREAR 18/10/2017

Πέρασε καιρός, 13 ολόκληρα χρόνια, από την τέταρτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Σαν άλλοθι οι λέξεις», για να ξαναμιλήσει ποιητικά ο Μάριος Μιχαηλίδης. Γιατί στο διάστημα αυτό δεν ήταν απών από τα λογοτεχνικά μας πράγματα. Αντίθετα. Με την παράλληλη ιδιότητα του πεζογράφου εξέδωσε πέντε μυθιστορήματα, στα οποία, εκτός των άλλων, εύκολα διαπιστώνει κανείς την ποιητική του καταγωγή.
Και τώρα, με την παρούσα ποιητική σύνθεση επιστρέφοντας, θαρρείς και απολογείται σπεύδει να μας πληροφορήσει για τα όσα προηγήθηκαν της απουσίας του. Κάτι ακούστηκε για πυρκαγιά, κάτι για ξεριζωμό, κάτι για έναν ύπνο βαθύ απ’ τον οποίο επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του απομεινάρια στάχτης…
«Τέφρα ονείρων» αναφωνεί στο εξώφυλλο της συλλογής, λες και εκμυστηρεύεται τον λόγο που τον κράτησε τόσον καιρό μακριά απ’ τη σκηνή του ρυθμικού λόγου. Η μνήμη της καταστροφής συμπυκνωμένη ολόκληρη σε έναν τίτλο με χρώμα σταχτί και καπνισμένο. Τέφρα! Μια σκόνη πυκνή σαν μαύρο αλεύρι, μάρτυρας αδιάψευστος προηγηθείσας ύλης ακέραιης και ένδοξης. Η τέφρα, συνώνυμη της ματαίωσης και της συντριβής, της λήξης και του αφανισμού δεν είναι παρά το απείκασμα ενός σύμπαντος παρελθοντικού που υπέστη το μένος της φωτιάς μαρτυρώντας την επέλαση της οριστικής αποδόμησης. Ή μήπως τελικά δεν είναι και τόσο οριστική, αφού κάποτε μια δύναμη μικρή και άσβεστη βρίσκεται καλά κρυμμένη μέσα της φυλάγοντας κάτι απ’ τη μνήμη της φλόγας που προηγήθηκε. Μνήμη λάκτισμα και μνήμη βατήρας για αναζωπυρώσεις ή αλλιώς για αιφνίδια ανάδυση ενός κόσμου νέου που σαν το τριζόνι θα αναστηλώσει με το τραγούδι του τη φύση σε πείσμα της κατάρρευσής της. Όμως, ένας συγκλονισμός μόνο με έναν άλλο συγκλονισμό ισοδύναμο μπορεί ν’ ανατραπεί. Κι αυτό που καταρρέει, στην πραγματικότητα είναι αυτό που χάνει τον συντονισμό του με τον αρχαίο ρυθμό, απομακρύνεται δηλαδή από την πρώτη φωνή και αποσυντονίζεται. Ο Μάριος Μιχαηλίδης λοιπόν αποφασίζει να κατασκευάσει εκ νέου τις προϋποθέσεις, ώστε να δημιουργηθεί το σκηνικό που θα φιλοξενήσει τη δυνατότητα του ήχου. Του νέου ήχου. Κι αυτό που κάνει συνάδει απόλυτα με την ίδια την ιδιότητα του ποιητή που εντέλει είναι η μίμηση του ίδιου του Δημιουργού. Ας γίνω πιο σαφής. Όταν ο Jacques Prévert έδινε οδηγίες ή αλλιώς υποδείκνυε τους τρόπους για να ζωγραφίσουμε ένα πουλί, στην πραγματικότητα συνέγραφε την πιο σοφή συνταγή αναδημιουργίας του κόσμου που θα θέλαμε να ζούμε. Μας προέτρεπε λοιπόν να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που θα του επέτρεπαν να κελαηδήσει ή ακόμα απλώς και μόνο να εμφανιστεί. Κατ’ αντιστοιχία θα λέγαμε πως για τον κόσμο που οραματιζόμαστε αρκεί να ζωγραφίσουμε το πλαίσιο, να ορίσουμε το σχήμα του, να τον διακοσμήσουμε και στη συνέχεια να εισέλθουμε εντός του νόμιμοι κάτοχοι και ιδιοκτήτες του, για να τον κατοικήσουμε. Ποιητική αδεία θα πει κάποιος. Ποιητική ευφυΐα θα έλεγα εγώ.
Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί / με μια πόρτα ανοιχτή/ζωγραφίστε μετά/κάτι όμορφο/κάτι απλό/κάτι ωραίο/κάτι χρήσιμο/για το πουλί/βάλτε μετά το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο/σ’ ένα κήπο/σ’ ένα πάρκο/ή σ’ ένα δάσος/κρυφτείτε πίσω από το δέντρο/χωρίς μιλιά/τελείως ακίνητοι…/Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα/μα μπορεί και να περιμένει χρόνια/πριν τα’ αποφασίσει./Μην απογοητευτείτε./Περιμένετε/περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα./ Το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί/δε θα ’χει καμία σχέση/με την επιτυχία του πίνακα./Όταν φτάσει το πουλί/αν φτάσει/κρατήστε απόλυτη σιωπή/περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί/κι όταν μπει/κλείστε απαλά την πόρτα με το πινέλο/μετά/σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα/προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού./Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο/διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του/για το πουλί/ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου/τη σκόνη του ήλιου/το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού/και μετά περιμένετε ν’ αποφασίσει το πουλί να τραγουδήσει./Αν δεν τραγουδά το πουλί/είναι κακό σημάδι/σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός/μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι/σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε./Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά/ένα φτερό απ’ το πουλί/και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνία του πίνακα.
Στην πρώτη ενότητα από τις τέσσερις του βιβλίου ο Μιχαηλίδης έχει ανάγκη να επαναφέρει τον ήχο εκεί που κόπηκε άξαφνα η λαλιά και να συντονίσει τον εαυτό του αλλά κι έναν λαό ολόκληρο που αποσυντονίστηκε, όταν αποφασίστηκε η βίαιη εκδίωξη απ’ τον Παράδεισό του. Τι κάνει λοιπόν; Ακολουθώντας τις οδηγίες του Πρεβέρ ζωγραφίζει τον κήπο και τα δέντρα και εγκαθιστά λέξεις πουλιά επάνω στα κλαδιά να τραγουδήσουν. Είναι οι λέξεις που ονομάζουν τα πράγματα κι ευθύς γίνεται ο κήπος, είναι οι λέξεις που οικοδομούν τον νέο τόπο για το ελεύθερο κελάηδημα των πουλιών.
Όταν μπήκα στον κήπο αντίκρισα συνωστισμό / Η συστοιχία των μυριστικών / Θριαμβολογούσε τα ακατάληπτα ρήματα των μελισσών / Και οι κηπουροί αφημένοι στην έκθαμβη μέρα / Έσκαβαν στις υπώρειες του έσχατου χρόνου // Όλα κατολίσθαιναν τα πέταλα η γύρη / Με τα μυστικά φορέματα οι λέξεις που / Γέμιζαν τις οπτασίες των σχημάτων / Μια ακατανίκητη έλξη ωσάν μαγνητισμός/ Την ώρα που επωάζονται τα αμφίβια πουλιά / Η Μεγάλη Ακολουθία των Ωρών –σκέφτηκα- […] (α΄)

Το ποίημα λοιπόν γίνεται δέντρο που πάνω του ο ποιητής ανεβάζει πουλιά να υμνήσουν,όπως λέει,την Κύπριδα που μπορεί να είναι η Αφροδίτη μπορεί όμως και η ίδια η Κύπριδα γη, της οποίας τον διαμελισμό βιώνει. Με εικόνεςπου παραπέμπουν στη Γένεση και διαδοχικά στη δημιουργία του Παραδείσου άξαφνα γινόμαστε μάρτυρες του αιφνίδιου εξορισμού των αμέριμνων πουλιών, που τώρα πια με τις φτερούγες τους σαν φλάμπουρα καμένα μεταμορφώνονται σε πουλιά ηλεκτροφόρα, την ίδια ώρα που […] Κάτω / τα καλώδια εξακολουθούν / Να μεταδίδουν ασαφείς ειδήσεις / Για την τύχη τους (γ΄).
Αναπαριστώντας το θολό τοπίο όπου σκιαγραφείται η αβέβαιη τύχη του τόπου του με τους ανθρώπους πουλιά παγιδευμένα να φτερουγίζουν άλλοτε φοβισμένα κι άλλοτε μεταμφιεσμένα σε μαντατοφόρους ειδήσεων σκοτεινών, επικαλείται την ελπίδα της επιστροφής και αρπάζεται από ένα κλαράκι αισιοδοξίας. Μια αισιοδοξία που ακούει στο όνομα παλιννόστηση ή αλλιώς μια ελπίδα νεκρή που αναλαμβάνει μόνη την νεκρανάστασή της.

[…] Κάτω / Το σώμα έπαλλε / Αφημένο καθώς ήταν / Στη λαγνεία των συνειρμών / Κι όλο αδημονούσε πότε / Θα επιστρέψουν τα πουλιά / Που τα ξάφνιασε η ιδέα / Μιας τελευταίας αποδημίας (θ΄)

Τα πουλιά ωστόσο φορτωμένα την τέφρα της πυρπόλησης σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα και γίνονται Κασσάνδρες μελανές που απηχούν την ερημία. Μοναδικό αντίδοτο στην αλαλία του τοπίου είναι η επίκληση της πρώτης των πάντων αρχής. Κι αφού εν αρχή ην ο Λόγος, στην περίπτωσή μας ο ποιητής δημιουργός αποφασίζει να αρθρώσει λόγο ποιητικό, προκειμένου να γεννηθεί ξανά το τοπίο και μάλιστα να φωτιστεί με φύλλα,τη φωτοσύνθεση των οποίων μοιάζει να αναθέτει στις λέξεις. Ο Μάριος Μιχαηλίδης συλλέκτης αποχρώσεων σηκώνει ένα ιδιότυπο αεράκι δωματίου, συμπλέκει χρώματα με πουλιά και αντιστέκεται στην οριστικότητα της διάλυσης ενός λαού σταλάζοντας στην οργή του μαύρου και του γκρι το υποκίτρινο της Βενετίας και το χρυσαφί της Πόλης.
Η άστικτη γραφή του που ξεκινά στιχοποιημένη και καταλήγει πεζόμορφη μιλά για το αλλότριο και το μοναχικό, το ανεκπλήρωτο και το ματαιωμένο στήνοντας μες στην αλληγορία της την κατοικία και το σκηνικό, το ρούχο και τον έρωτα, ένα ρούχο όχι για να φορεθεί μα για να το ξεντυθεί την ώρα που θα τον επισκεφτεί ο έρωτας.

Δώσε μου μια λέξη να / Στήσω το σκηνικό της νύχτας / Μια κατοικία για τα ορφανά μου όνειρα / Κι ένα καράβι απάγκιο / Δώσε μου μια λέξη / Χωρίς πνιγηρά κακόηχα / Το πολύ δυο φωνήεντα κι ένα / Σύμφωνο υγρό – «Έλα» να μου πεις / Και θα δεις πόσα πουκάμισα θ’ αλλάξω / Μια στέγη θα ντυθώ ή μια θάλασσα για / Να με αντέχουν τα όνειρά μου (β΄)

Στο σημείο αυτό αρχίζει ν’ αποκαλύπτεται σταδιακά η τακτική που ακολουθεί ο Μιχαηλίδης και η οποία είναι η ίδια με αυτήν του Πρεβέρ μα και του Εμπειρίκου, όταν μέσω του οραματισμού ο τελευταίος κατορθώνει να κατασκευάσει τον κόσμο του, να κοιτάξει κατάματα το αόρατο. Γράφει στα «Πουλιά του Προύθου» ο Εμπειρίκος:

[…] Οι λογισμοὶ της ηδονής είναι πουλιὰ / Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.//
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες /Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει /Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

Κάποτε όμως σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνομιλία με τη μέθοδο του Εμπειρίκου ο Μιχαηλίδης δηλώνει μάλλον απογοητευμένος, καθώς η διάψευση συχνά διαδέχεται την αισιοδοξία, μ’ αποτέλεσμα οι στίχοι να περιφέρονται αμήχανοι στο αχανές και άνυδρο τοπίο της ποίησης ερήμην ακόμη και αυτών τούτων των ποιητών.
Με τον στίχο Τα Πουλιά του Προύθου μας προσπέρασαν αρχικά ο Μιχαηλίδης καταγγέλλει τον έρωτα που πέρασε βιαστικός κι αδιαφόρησε για την ψυχή που ακόμα έμοιαζε να επιθυμεί, όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο υπαινίσσεται και την αδυναμία κάποτε αυτής της ίδιας της ψυχής να συγκρουστεί με τις συμβάσεις και να τις υπερνικήσει. Ταυτίζοντας τη μοίρα των ανθρώπων με εκείνη των πουλιών καταλήγει να τα οικτίρει για την αδυναμία τους ν’ αντισταθούν και να αντέξουν τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, τις συγκρούσεις και τις πτώσεις καταντώντας σκιές που μάταια αντιδικούν με τη μοίρα τους. Όμως ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν περιορίζεται να συνομιλεί μόνο με τον Εμπειρίκο, αλλά διαλέγεται και με άλλους ποιητές: τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο τον Ελύτη και βέβαια στις τελευταίες σελίδες και με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη.
Στη δεύτερη ενότητα τα σκυλιά παίρνουν τη θέση των πουλιών και κυρίαρχη μοιάζει να είναι η τάση ανατροπής του μύθου του Οδυσσέα, καθώς αποφασίζει να στρέψει τον προβολέα του ο ποιητής από τον φημισμένο πολυμήχανο στον σκύλο του τον Άργο, τον οποίο και μετατρέπει σε πρωταγωνιστή που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες απρόβλεπτες. Ο Άργος συναισθάνεται, πονά και αγανακτεί, γι’ αυτό και παίρνει εκδίκηση θυμίζοντάς μας την ανάλογη ανατροπή που επιχείρησε ο Γιάννης Βαρβέρης στο έργο του «Ο κύριος Φογκ», όπου έβαζε τον Φιλέα να αντιστέκεται στον Βερν διεκδικώντας για τον εαυτό του τη δυνατότητα να επιλέγει μόνος του τη μοίρα του κι όχι ο συγγραφέας. Κάτι ανάλογο γίνεται κι εδώ, αφού εντέλει ο Άργος αρνείται τον ρόλο του καρτερικού πιστού σκυλιού που περιμένει το αφεντικό του να επιστρέψεικαι επιλέγει να δείξει πίστη υποδειγματική στην Πηνελόπη συγκινημένος από τη μάταιη υπομονή της. Εκφράζει μάλιστα την πίστη του αυτή με βία απρόσμενη και ανατρεπτική.

[…] Τότες ο Άργος δεν άντεξε / Της κυράς του της αδικημένης / Να βλέπει που ξανεμίζονταν οι γλυκασμοί / Για είκοσι τόσα χρόνια…/ Και μ’ ένα πήδο του πήρε το λαιμό / Εκείνου του Οδυσσέα / Που έτσι χωρίς αιδώ / Αφάνιζε τα νιάτα της Ιθάκης.// Το τέλος του Άργου κανείς δεν το ’μαθε / Μόνο έχουν να λένε ακόμα και σήμερα / Πως στη θέρμη του καλοκαιριού / Όταν καταλαγιάζει το λιμάνι / Και κλείνουν τα μπαράκια / Ένα φτερωτό σκυλί βογκάει από έρωτα / Και σέρνει στην πλάτη του υπομονετικά / Μια νύμφη που τηνε λένε Πηνελόπη.(ς΄)

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί πού εξυπηρετεί η αλλαγή του μύθου, αν είναι δηλαδή ένα έξυπνο παιχνίδι ανατροπής και αιφνιδιασμού, προκειμένου να προκαλέσει έκπληξη ο ποιητής, θα έλεγα πως μάλλον τα πράγματα είναι λιγάκι διαφορετικά. Αισθάνομαι ότι ξυπνάει μέσα του εκείνη η αρχέγονη υλακή, το πρωτογενές αλύχτισμα της ύπαρξης,που, ενώ θυμάται την πρώτη της ενότητα με την ελευθερία, άξαφνα νιώθει γύρω της τις αλυσίδες και τη βαριά υποταγή. Είναι η στιγμή που αρνείται να συνεχίσει τον υποτελή βουβό συμβιβασμό και παίρνει πλέον τη μοίρα στα δικά της χέρια. Ως εκ τούτου σκοτώνει τον αυτουργό του εγκλεισμού της και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Πρόκειται για μια ύστατη προσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειάς της, μια αντίσταση και μια ανατροπή ή αλλιώς ένα αλύχτισμα σωτήριο που κάποτε ακούγεται μέσα στα ποιήματα σαν του σκυλιού την υλακή, παρόλο που κάποιοι φροντίζουν τούτη τη σπαραχτική κραυγή να τη φιμώσουν.

Μέσα σε κάθε ποίημα είναι και ένα σκυλί / Άλλοτε με τη μουσούδα του ν’ αχνίζει πάχνη και σάλιο / Άλλοτε με τις κραυγές των ποιητών να αλυχτούν μες στο χτικιό του ριζικού τους […] Κάποτε τα σκυλιά μας τα φαρμακώνουν / Το σώμα τους στεγνώνει / Και γίνονται πολτός στη μοίρα της ασφάλτου / Τότε μιας ποίησης η πλησμονή μέσα μας σφαδάζει (γ΄)

Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα ερωτικά του ανέστιου πόθου, όπου και πάλι η διάψευση σηματοδοτεί το πλαίσιο μιας ελεγείας για την υποστολή των αισθήσεων με το αντικείμενο του πόθου πατρίδα μακρινή γι’ αυτό και απλησίαστη. Είναι η στιγμή που ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με μια εκ προοιμίου χαμένη μάχη, καθώς βλέπει το ανάρμοστο ν’ αντιπαλεύει με τη σκιά του.
Κινούμενος λοιπόν ανάμεσα στο ματαιωμένο και στο ατελέσφορο μιλά για τον ρόγχο του έρωτα,τον οποίο όμως συμβιβάζεται να τον βλέπει να πηγαινοέρχεται ελεύθερος και να χωρά σ’ ένα τρύπιο πουκάμισο ανασαίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο όλες τις πιθανότητες.

Ανέστιε πόθε/Μη ζητάς από μένα δανεικά / Τα είπαμε στο χώρο του κοινού μας πεπρωμένου /Οδός Επαιτείας αριθμός μηδέν […] Μα όταν αργείς να φανείς /Βγαίνω κι αλλάζοντας τα σήματα με / Ανεπαίσθητο δόλο /Διαλαλώ τα κέρδη μου // Μια απλόχερη καταχνιά κι ένα / Τρύπιο πουκάμισο για να χωράς /Και να φεύγεις όποτε θες (α΄).

Στην τέταρτη ενότητα συνομιλεί απροκάλυπτα πλέον με την Κυπριακή τραγωδία και μετρά πληγές στο σώμα του τόπου του. Αναθυμάται την αφέλεια των οραματισμών και των μακρόπνοων ονείρων, τον αδικαίωτο πόθο για μια δικαιοσύνη που να αντισταθμίζει επιτέλους τη θυσία. Αντ’ αυτών μαθαίνει να ζει με μια ελπίδα πετρωμένη σαν άγαλμα, καταγράφοντας μόνο τον χρόνο που περνά, άγαλμα ακίνητο, αναγκασμένο ν’ ακούει τα μεθεόρτια και τους επινίκιους αλαλαγμούς, την ίδια ώρα που βλέπει τα εκπονηθέντα σχέδια να καταρρέουν. Να μετατρέπονται διά μιας τα πάντα σε ναυάγιο.

Όταν ανελκύσθη το ναυάγιο / Το πέλαγο εμυρώθη / Την ώρα της θαλάσσιας χαρμονής / Αναδύονταν ευφρόσυνα αγγέλματα / Από την πανσπερμία των χρυσών νομισμάτων // Και επιτέλους / Η μοίρα συνεργός του πνιγηρού πελάγους / Κατεβρόχθισε το σκαιόν της προδοσίας / Καθώς οι σιαγώνες καταθρυμμάτιζαν το πρωραίον μέρος / Της ανήκουστης εκείνης βραχώδους πλησμονής […] (ε΄)

Δεν είμαι σίγουρη, αν τα ποιήματα καταφέρνουν πλήγματα στην αφασία του καιρού ούτε αν διαταράσσουν έστω και κατ’ ελάχιστον τη γαλήνη των αμέριμνων. Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι οι στίχοι κάποτε ανοίγουν τα πορτάκια των κλουβιών, ανασύρουν επιζώντες απ’ τα ναυάγια κι άλλοτε πάλι ακόμη κι ένα νησί μοιρασμένο στα δυο μπορούν να το ενώσουν.

.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

Diavasame.gr 23/2/2018

Η ποιητική συλλογή του Μάριου Μιχαηλίδη εκ προοιμίου θέτει τον αναγνώστη εν αντιθέσει: η τέφρα που έγιναν τα όνειρα ή μήπως τα όνειρα που γεννήθηκαν από την τέφρα; Αμφίδρομη διαδρομή της ψυχής που αναρριχάται από τα έγκατα της ζωής κι έπειτα καταβυθίζεται στα σκοτεινά, προκειμένου να αναδυθεί και πάλι νεοφώτιστη και ολόλαμπρη.

Η παρούσα συλλογή χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία επιχειρούμε να τιτλοφορήσουμε μονολεκτικά: ελευθερία, τραγωδία, συναίσθημα, μνήμη. Τέσσερις πράξεις που παρουσιάζονται εν συνόλω και γι’ αυτό, άλλωστε, ο ποιητής δεν τιτλοδοτεί τα ποιήματα που εμπεριέχονται σε κάθε ενότητα. Κάθε πράξη αποτελεί μια πνευματική αυτούσια οντότητα που στέκει μόνη της, αλλά συνδέεται υποδόρια και με τις υπόλοιπες.

Ο Μάριος Μιχαηλίδης είναι άριστος χειριστής της γλώσσας. Και οι στίχοι του στη συγκεκριμένη συλλογή αποτελούν εξαίσιο δείγμα της βαθιάς γνώσης των λέξεων, παραθέτοντας προς τον αναγνώστη ένα πλουραλιστικό μεθυστικό ταξίδι νοημάτων και λέξεων στον μαγικό κόσμο της γλώσσας. Επίσης, στους στίχους του Μιχαηλίδη θα συναντήσουμε τον καίριο ρόλο των πουλιών και των σκυλιών, ως ακάματων συνοδοιπόρων στην υπόκωφη εσωτερική κλαγγή που αποτελεί ο ανθρώπινος βίος.

Ο Μάριος Μιχαηλίδης βυθίζεται σ’ έναν ζόρικο συναισθηματικό χείμαρρο, πιο ώριμος από ποτέ στην ποιητική του έκφραση, βέβαιος για το αποτέλεσμα της κατάδυσής του, αληθής κι εξαγνισμένος με την ανάδυση της ποιητικής του ωριμότητας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ  ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

ΕΡΡΙΚΑ

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Book Press 24/1/2019


Στις δεκαοχτώ αφηγηματικές γραφές του ο Μάριος Μιχαηλίδης συμπλέκει το ατομικό με το δημόσιο, το πραγματικό με το φανταστικό, την πολιτική με την καθημερινότητα. Στην πλειονότητά τους τα αφηγήματα αρχίζουν in medias res και οικοδομούνται με αναδρομική αφήγηση στο ακόλουθο μοτίβο: ένα τηλεφώνημα, μια είδηση, μια συζήτηση πυροδοτούν την πλοκή ξετυλίγοντας το αφηγηματικό νήμα, που οδηγεί τον αναγνώστη σε κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό σκηνικό, σ’ ένα δωμάτιο ή ένα τρένο (ιδιαίτερα προσφιλές σύμβολο στο βιβλίο), στο παρόν ή κυρίως στο παρελθόν, στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα ή στην Ελλάδα, πάντως σε καιρούς δύσκολους (π.χ. «Χριστούγεννα, παραμονές. Στα 1973. Η είδηση μάς ήρθε τρεμάμενη. Η γιαγιά πέθαινε», «Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσα εντελώς ανυποψίαστος», «Τον αναζητούσα μια βδομάδα» κλπ.). Ο αφηγητής διηγείται μια ιστορία συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς ωστόσο να αναλαμβάνει κάθε φορά τον ρόλο του πρωταγωνιστή, ή και σε τρίτο πρόσωπο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αφηγητή-παρατηρητή ενός φίλου του που περνά μια κρίση ψυχική ή συναισθηματική. Κάθε διήγημα περιέχει μια σύντομη ιστορία, έναν μικρό μύθο, που οργανώνεται σε ορισμένο χώρο και χρόνο με ήρωες άτομα βασανισμένα από το οικείο περιβάλλον του αφηγητή, αλλά και μετανάστες, ρομά κ.ά. Μέσα στην κύρια ιστορία εγκιβωτίζονται και μικρότερες, που την πλαισιώνουν φωτίζοντας λεπτομέρειες ή πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με τους ήρωες.

.

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

6/2/2019

Ο Μιχαηλίδης παίζει τέλεια το παιχνίδι της αποκαθήλωσης της όποιας εξουσίας και της απογύμνωσης της αλήθειας από τα ψιμύθιά της. Και, επειδή είναι λογοτέχνης, η γλώσσα γίνεται η μπαγκέτα του μαέστρου που γνωρίζει τη σημασία της λεπτομέρειας στο σύνολο, της κάθε λέξης, της κάθε μονάδας, στην ορχήστρα.
Ακολουθούν πολλά. Άλλοτε με κέντρο τη δυστυχία του μετανάστη, «Με λένε Φώτη», «Φυγή», όπου αναδύεται το σύγχρονο πρόβλημα του κάθε εξαθλιωμένου που προσπαθεί να ταξιδέψει για να δουλέψει ή να φύγει για να σωθεί. Τα εμφυλιακά-Δεκεμβριανά στην Κύπρο του 1974, «Ο θάνατος του Χασάν Χαλίλογλου». Στα διηγήματα «Εκκρεμότητες» και «Στις τρεις τα ξημερώματα», δεν μαθαίνουμε ποτέ ποιος και γιατί σπρώχνει τον ήρωα σε κάτι αόριστο και ασαφές. Θυσία χωρίς εμφανές κέρδος και φανερό εχθρό, «στα σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε», καθώς έλεγε και ο Γιώργος Σεφέρης.

.

ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΒΑΛΗ

Πλούσιο ανάγνωσμα. Μεστή γραφή. Χρώμα. Ενδεδειγμένη σοβαρότητα, αλλά και παράλληλη ένεση δροσιάς στην ψυχή. Αυτές είναι οι πρώτες λέξεις που έρχονται στο νου, αν θελήσει κανείς να χαρακτηρίσει την πρώτη συλλογή των δεκαοκτώ διηγημάτων του Μάριου Μιχαηλίδη, ή αλλιώς «δεκαοκτώ αφηγηματικών γραφών», όπως τα ονομάζει ο ίδιος, τα οποία μόλις κυκλοφορήθηκαν από τις εκδόσεις Momentum, υπό τον τίτλο Έρρικα. Ο ήδη καταξιωμένος Μάριος Μιχαηλίδης, μας «μπολιάζει» με μιαν ακόμα πραγματικά ευχάριστη έκπληξη στην νεοελληνική πεζογραφία, στην οποία οι «δεκαοκτώ αφηγηματικές γραφές» του θα αφήσουν οπωσδήποτε ένα εξαιρετικά δυνατό στίγμα.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΤΑΟΥΛΤΖΗΣ

ΦΡΕΑΡ 15/01/2019

Η Έρρικα, με τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά της, θα συνεχίσει να αφαιρεί τους πλίνθους που αιώνες οικοδομούν τα κοινωνικά περί ΑΜΕΑ στερεότυπα. Κι αυτό κάνει τον συγγραφέα να δηλώσει «Όταν συναντάς στον δρόμο σου μιαν Έρρικα ντρέπεσαι, όπως εγώ που την κοίταγα, πώς άγγιζε τα τριαντάφυλλα και με πόση στοργή ψιθύριζε στο αυτί της γάτας, που την ακολουθούσε παντού, σαν ορφανό παιδί, ζητώντας μιαν αλλιώτικη αγκαλιά».
Όμως σταματώ εδώ, την ιστορία της Έρρικα, για να σας αφήσω να απολαύσετε το διήγημα μόνοι σας, χωρίς να αποκαλύψω τη συνέχεια, (να “σποϊλάρω” θα λέγανε οι μαθητές μου). Δεν θα αναφερθώ στην κορυφαία πράξη (στην κορύφωση του διηγήματος) που την προκαλεί με απόλυτη φυσικότητα η ηρωίδα του Μ.Μ. Πρόκειται για έναν απρόσμενο ηρωισμό, για μια πράξη ανθρωπιάς, καμωμένη στην πραγματικότητα από ένα αγγελικό πλάσμα που δεν ανήκει στην ομάδα των “κανονικών”. Την πράξη αυτή ο συγγραφέας την αποδίδει πολύ εύστοχα, αποφεύγοντας την πλαστότητα του εσκεμμένα “περίτεχνου”. Αντίθετα, με εκφραστική-περιγραφική λιτότητα, με ακρίβεια αργυραμοιβού θα έλεγε κανείς, ο Μ.Μ. τοποθετεί στην μια πλευρά της πλάστιγγας τις ενέργειες (περιεχόμενο), τα συναισθήματα, τις σκέψεις, και από την άλλη τη χρυσόσκονη της γραφής του (εν Φαντασία και Λόγω). Με σωστές αναλογίες, με ακριβείς δόσεις ουσιαστικών, ρημάτων επιθέτων και άλλων προσδιορισμών, επιτυγχάνει μία ισορροπία, που θα ζήλευε ο Φιλίπ Πετί, ο περίφημος Γάλλος ισορροπιστής σχοινοβάτης.

.

Δρ. ΝΙΚΟΣ ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

Εκφράζω τον θαυμασμό μου γιατί σε λίγες ώρες συνύπαρξης στον ίδιο χώρο και μετά από την απλή διήγηση ενός πραγματικού γεγονότος που συνέβη στην Κύπρο ένα χρόνο νωρίτερα, ο Μάριος κατόρθωσε να κάνει το ψυχογράφημά της και με την εμπνευσμένη μυθοπλασία του να αποκαλύψει στοιχεία της ίδιας αλλά και του περιβάλλοντος που άλλος χρειάζεται χρόνια για να εμπεδώσει.
Το πραγματικό γεγονός συνέβη σε μία παραλία της Κύπρου όπου βρισκόταν με τον παππού και τη γιαγιά, άκουσε και κατανόησε τη φωνή αγωνίας μιας γυναίκας και την έσωσε από πνιγμό.
Η Έρρικα γεννήθηκε με κάποιες ατέλειες αλλά ταυτόχρονα με ένα χάρισμα μοναδικό. Χωρίς προσπάθεια ή επιτήδευση γίνεται το κέντρο του ενδιαφέροντος όπου βρεθεί. Σκορπά χαρά και αγάπη και χωρίς να το ξέρει καν, για να αποβλέψει κάπου, ΕΜΠΝΕΕΙ.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

mandragoras 1/4/2020

Θεματικά, τα διηγήματα εκκινούν από προβληματισμούς του συγγραφέα που άπτονται ζητημάτων προσωπικών και κοινωνικών – ιδεολογικών. Στον πρώτο κύκλο εντάσσονται τα διηγήματα που αποτυπώνουν πρόσωπα, στιγμές και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του συγγραφέα όπως, για παράδειγμα, η απώλεια της γιαγιάς και ο τρόπος με τον οποίο η απώλεια αυτή σημάδεψε έντονα την παιδική ψυχή. Τον δεύτερο κύκλο συναποτελούν διηγήματα που διαμορφώνουν μία ευρύτερη προβληματική πάνω σε θέματα όπως η διαφορετικότητα, η αναπηρία, η διαφθορά, η έννοια και η αποτελεσματικότητα της τιμωρίας, αλλά και πάνω σε ζητήματα ιδιαίτερα φλέγοντα όπως ο εθνικισμός, ο πατριωτισμός με τις γνήσιες και τις νόθες εκδηλώσεις του, οι προκαταλήψεις, η τύχη και η μοίρα των μεταναστών διαχρονικά που γίνονται έρμαια των σωματεμπόρων – μεσολαβητών οι οποίοι αναλαμβάνουν την παράνομη διακίνησή τους, η έννοιες της προδοσίας και της αλληλεγγύης, η αυτοδικία και η αυτοτιμωρία, η θέση της τρίτης γενιάς μέσα σε μια κοινωνία και ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει το σύνολο των ηλικιωμένων που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Κάποια από τα διηγήματα αυτού του δεύτερου κύκλου τοποθετούνται σε περασμένο χρόνο, στο άμεσο ή απώτερο ιστορικό παρελθόν, όπως, για παράδειγμα, στην οριακή και κρίσιμη περίοδο της Κατοχής ή στα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, στιγμές κρίσιμες στο βαθμό που αποκάλυψαν την ουσία των ανθρώπων, την ψυχοσύνθεσή τους και τις εκδηλώσεις της μέσα σε δύσκολες ιστορικές περιόδους.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Fractal 21/7/2020

Φως και Σκοτάδι

Διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα, ο στοχασμός σε βρίσκει σαν κάτι φυσικό, σαν να είναι η φυσική ροή των πραγμάτων και αυτός δεν είναι αποκομμένος από την συγκίνηση που οδηγεί στη λογοτεχνική απόλαυση. Δεν πρόκειται για μια επίπεδη αδιάφορη γραφή, αλλά μια άμεση φωνή που έχει τη δύναμη και τη θέρμη να θεωρείται συνώνυμη του γνήσιου πάθους και να διαβάζεται ως τέτοια. Και να μεταφράζεται ως αληθινή έκφραση που βάζει σε εσωτερική κίνηση τον αναγνώστη. Kαλοδουλεμένες ιστορίες, που αποτυπώνουν τη ζωή, ανθρωποκεντρικές με εμπόδια και ανατροπές που ερμηνεύουν τις πολλαπλές εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης. Με αυτό το διήγημα, την «Έρρικα» δεν είναι διδακτικός, δεν κουνάει το δάχτυλο, αλλά θίγει διακριτικά ένα εξαιρετικά δύσκολο θέμα υποβάλλοντας με τρυφερότητα την ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων. Στο διήγημα μικρής φόρμας «Τα κάλαντα» φιλτράρει το θέμα της μνήμης και της λησμονιάς που δεν έχει ώρα κι εποχή, πάντα διαχρονικό ταλανίζει την ανθρώπινη ψυχή που αδυνατεί να λύσει το αιώνιο αίνιγμα του θανάτου. Δυνατό, με πολλές προεκτάσεις και πολιτική χροιά το Επεισόδιο στην Αρχαία Φιλιππούπολη με την ξεναγό Βουλγάρα Πέτκα Μιχαήλοβα «που μιλά σαν Ελληνίδα» να κυριαρχεί στο σκηνικό και να εγείρει ερωτηματικά. Φαίνεται πως ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει και επεξεργαστεί πολύ καλά το υλικό του και μας δίνει εν τέλει ιστορίες που συμφιλιώνουν τις αντιθέσεις που η ίδια η ζωή ενέχει. Δίνει εύγλωττα την ανατομία της φυγής, αλλά και αφήνει το στίγμα μιας σκέψης πολιτική. Τα μυστικά της Ηλέκτρας στις «Εκκρεμότητες» ανιχνεύει, τις αλλόκοτες ποιητικές φαντασιώσεις του Άγγελου Φευ στα Άυλα χαρτογραφεί. Ενώ με τον ψεύτικο έρωτα, την κομπίνα, την μείξη ονείρου – πραγματικότητας είναι σουρεαλιστικό που μπλέκεται μια πεσκανδρίτσα. Στις τρεις τα ξημερώματα με τα «καρφιά» εν δράσει ο εμμονικός ήρωας ακούει μυστικές φωνές που αναδεύονται μέσα του και μοιάζουν με φτερουγίσματα πουλιών. Και βλέπει το ποίημα μέσα του να τελετουργείται.

.

ΚΡΙΣΤΗΣ ΧΑΡΑΚΗΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 2/1/2020

Ο Μάριος Μιχαηλίδης ενσαρκώνει ένα νέο σύγχρονο ρεύμα λογοτεχνικών εκφάνσεων καθολικής προοπτικής και ιδέας. Την ιδέα ότι, στίχος και πεζός λόγος συνδυάζονται με διαλεκτικές αισθητικές αλληλεπιδράσεις ολότητας και αρμονίας. Και στις δεκαοκτώ αφηγηματικές γραφές της λυρικής πρόζας του Μιχαηλίδη, αποκαλύπτεται αυτό το ποιητικό στοιχείο.
Τα αφηγήματα είναι γραμμένα με ρεαλιστική περιγραφή εικόνων και μαρτυριών που, μαθηματική και φιλοσοφική αδεία, οδηγούν σε αισθητικές συναρτήσεις που κάνουν τον αναγνώστη να βιώσει υψηλής ποιότητας απόλαυση. Ο Μιχαηλίδης χρησιμοποιεί μία «θεωρία του τρόπου» στη γραφή του. Δίνει νόημα στις ολιστικές σχέσεις με μια γκάμα αρμονίας αισθητικών απολαύσεων που οδηγούν στο συναίσθημα. Διαβάζοντας, ο αναγνώστης ταυτίζεται με τα συναισθήματα του ίδιου συγγραφέα κατά τη στιγμή περιγραφής ενός συμβάντος. Οι έννοιες προσλαμβάνονται άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα από τις συμπεριφορικές διαδράσεις μιας ποικιλίας από ενέργειες, πράξεις, καταστάσεις και πάθη των χαρακτήρων που περιγράφει ο συγγραφέας. Η ευρηματική τέχνη του Μιχαηλίδη προκαλεί τον αναγνώστη να συναισθανθεί την ιδιαιτερότητα του κάθε ξεχωριστού διηγήματος. Από κάθε διήγημα αλλά και από γέφυρες ενός συνόλου διηγημάτων, εκρέει αβίαστα η αισθητική απόλαυση. Η γραφή του Μιχαηλίδη διαθέτει τη θεατρική σκέψη, που εύκολα την συναισθάνεται ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας με έμμεσο τρόπο εισάγει διδάγματα σε πλοκή διαλόγου που αγγίζουν βαθιά το συναίσθημα.
Από τα παραπάνω, το έργο του Μιχαηλίδη βρίσκεται σε σύγκλιση παράλληλων διαλεκτικών παρατηρήσεων με το προβολικό πρότυπο της «παλίντονης» αντιθετικής ταλάντευσης της ηρακλείτειας σκέψης του τόξου και της λύρας. Ο συγγραφέας του «ΕΡΡΙΚΑ» θα δούμε ότι διαθέτει μια γνησιότητα έκφρασης, που αναπαράγει εσωτερική πάλη στα συναισθήματα του αναγνώστη.

.

Η ΑΠΕΙΛΗ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FREAR 19/5/2017

ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο Μάριος Μιχαηλίδης παρουσιάζει μία πόλη χωρίς όνομα. Δεν περιγράφει όμως το μέλλον. Μέσα από οικείες στον αναγνώστη καταστάσεις, ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό μηχανισμό, ανθρώπους που λοιδορούν και ανθρώπους που λοιδορούνται, ανθρώπους που συντρίβονται κυριολεκτικά και μεταφορικά από τις αρπάγες ενός τυφλού και άψυχου μηχανισμού, υφαίνει ένα μακάβριο και αποτρόπαιο σκηνικό που μας θυμώνει, μας σοκάρει, μας απωθεί, μας έλκει, μας συγκινεί. Γιατί μας θυμίζει απελπιστικά τον εαυτό μας. Την πόλη μας. Την χώρα μας.
O Μάριος Μιχαηλίδης δεν γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένα ηθογράφημα. Μας δίνει μία ακριβή περιγραφή της κοινωνίας του τώρα, η πόλη θα μπορούσε να είναι η Πτολεμαΐδα ή τα Τρίκαλα, η Θεσσαλονίκη ή η Αθήνα. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη μέσα στην οποία περιφέρονται άνθρωποι σκιές, άβουλοι χωρίς συναίσθηση. O συγγραφέας εδώ χρησιμοποιεί την τεχνική «από το έλασσον στο μείζον» η απρόσωπη πόλη, είναι το έλασσον, ένας μικρόκοσμος δηλαδή που μας οδηγεί σε μια μείζονα πραγματικότητα και όχι κατ’ ανάγκην ελληνική.
Αλληγορικό και συμβολικό, πραγματικό και ταυτόχρονα μαγικά ρεαλιστικό, ενοχλητικό, θηριώδες, αποκρουστικό και ταυτόχρονα ποιητικό και γοητευτικό, το μυθιστόρημα αυτό διαβάζεται μονορούφι. H απειλή είναι η τυφλότητα του Ζοζέ Σαραμάγκο, η Πανούκλα του Καμύ, η επιδημία του ωχαδελφισμού, η σταδιακή αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό, η ψυχική και συναισθηματική απονέκρωση, ο θάνατος της ευαισθησίας και της αλληλεγγύης. Είναι ο πλησίον που γίνεται ο ξένος. Ο οικείος που γίνεται ο άλλος. Η σταθερά διαβρωτική διαδικασία του κεφαλαίου μέσα σε ένα σύστημα που ευνοεί τους πάνω και εξαθλιώνει τους κάτω.

.

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας κόσμος ανάποδα

BOOK PRESS 17/1/2017

Ουσιαστικά, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι η «πόλη», όχι φυσικά με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης. Μια οποιαδήποτε πόλη/χώρα που δέχεται πολλαπλής προέλευσης απειλές, άνωθεν και κάτωθεν. Γιατί το αξιοπερίεργο είναι πως οι «πάνω» συγχρωτίζονται διαρκώς με τους «κάτω» (τις υποχθόνιες δυνάμεις), αλλά και οι «κάτω» παρεμβαίνουν και καθορίζουν συνωμοτικά τις εξελίξεις. Η «πόλη» του Μιχαηλίδη συνιστά ένα συνεκδοχικό σκηνικό, καθώς χρησιμοποιείται ως «μικρόκοσμος», ένας φανταστικός μερικός κόσμος, που παρουσιάζει σε συμπυκνωμένη μορφή τις σχέσεις που ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει πως υφίστανται στον πολύπλοκο μηχανισμό του μακρόκοσμου (της ελληνικής αλλά και παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας), όταν κακοφορμίζουν τα σπλάχνα της γης. Ένας γοητευτικός μυθοπλαστικός μικρόκοσμος που καλεί τον αναγνώστη να τον κατακτήσει με τα δικά του διανοητικά εφόδια. Εδώ, ο Μιχαηλίδης αναδεικνύεται σε πραγματικό μάστορα μιας ευφάνταστης αλλά και εκπλήσσουσας περιγραφής με όλων των ειδών τις εικόνες: Τη δυσοσμία την απελευθέρωναν το κατεστραμμένο αποχετευτικό σύστημα και οι υπόνομοι, που εντωμεταξύ πλημμύριζαν, αδυνατώντας να συγκρατήσουν τα κάθε λογής λύματα. Ήδη ένα υποκίτρινο υγρό άρχισε να αναβλύζει από τις σχισμές των δρόμων… (σ. 111).

.

ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΑΡΑΛΗ

DIASTIXO 31/5/2017

Ο Μάριος Μιχαηλίδης «κεντάει» αποκαλύπτοντας με μεθοδικότητα ψυχολόγου βυθομέτρη τις ενδόμυχες σκέψεις του ήρωά του. Έτσι που τον ακολουθούμε βήμα βήμα και βλέπουμε να πασχίζει, υποφέροντας από ψυχοσωματικά συμπτώματα, προκειμένου να συνυπάρξει μέσα στο σύστημα όπου μετρά τελικά μόνον η ισχύς και το χρήμα.
Στο δίπτυχο μυθιστόρημά του ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία ακροθιγώς, μα όχι τυχαία, στην περιοχή των Καλαβρύτων (Κατοχή, Εμφύλιος κ.ά.), όχι απλώς ως φόντο μιας ματαιόδοξης περιπέτειας, αλλά ως στοιχείο ενεργό που έρχεται να αναδείξει ένα ευάλωτο συναισθηματικό υπόστρωμα όλο ματαίωση.
Οι αφηγηματικοί τρόποι του, καφκικής ώσμωσης, διεγείρουν τη διαίσθηση του αναγνώστη για την απειλή μιας πολύσημης δυσοσμίας. Με την πιο λεπτή ειρωνεία, καβαφικού απόηχου, σαν απόμακρος παρατηρητής σκαρώνει με φυσικό τρόπο εικόνες εφιαλτικές από τη διάλυση του περιβάλλοντος.
Η ρέουσα γραφή του Μάριου Μιχαηλίδη, με το ν’ αποφεύγει την ευκολία του λαϊκότροπου με κείνο το τετριμμένο δίπολο έρωτας-γάμος σε όλη την αφήγηση όπως αυτή δέσποσε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τον Μεσοπόλεμο, καθίσταται ανάγνωσμα υψηλών απαιτήσεων. Και πώς αλλιώς;

.

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ

BOOKPRESS 8/5/2017

Πώς ένας συγγραφέας χτίζει τον κόσμο του

Και στα τρία από τα πέντε έργα της πεζογραφίας του, τον Οστεοφύλακα, τον Ανακριτή και το τελευταίο του Η απειλή ακολουθεί την ίδια τεχνική. Κάτω από τον μονολεκτικό τίτλο –ακόμα κι αν αυτός παραπέμπει σε συγκεκριμένο πρόσωπο όπως λόγου χάρη τον τάδε οστεοφύλακα ή τον δείνα ανακριτή– υπολανθάνει μια γενικότερη ιδέα, μια κατάσταση που πάνω της θα βασιστεί η ιστορία του. Το ομολογεί, μάλιστα, ο αφηγητής στο τελευταίο μυθιστόρημα: «Τα όσα συνέβηκαν τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν να μην είναι τού κόσμου τούτου», θα πει στη σελ. 72, της Απειλής. Ωστόσο, ενώ ο αναγνώστης αποφαίνεται τελικά, «ναι, δεν μπορεί να έγιναν ποτέ αυτά που λέει ο συγγραφέας», κατά έναν παράδοξο τρόπο, τα υλικά με τα οποία χτίζει σελίδα-σελίδα, ενότητα την ενότητα την ιστορία του ο Μιχαηλίδης είναι πολύ γνωστά στον αναγνώστη. Από την τρέχουσα πραγματικότητα, από την ειδησεογραφία της εποχής, από πρόσωπα αναγνωρίσιμα (που ενίοτε κατονομάζονται), από τόπους γνωστούς, από την πολιτική επικαιρότητα ή από το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν. Παραδείγματος χάρη, οι Καλαβρυτινοί μαστόροι και το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εμπλέκονται στην φανταστική ιστορία της Απειλής. Προσοχή όμως, δεν αναπαριστά τα ήδη γνωστά, δεν περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά συνθέτει με τα υλικά αυτά μιαν άλλη ιστορία. Αυτόνομη, ανεξάρτητη, εντελώς διαφορετική και με άλλη θεματική. Την οποία και αφηγείται.

.

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Το μυθιστόρημα είναι μια αλληγορία κόλασης. Και αυτή η κόλαση έχει γεωγραφικό προσδιορισμό. Είναι μέσα στο ταραγμένο μυαλό του ήρωα, του Γεράσιμου Γιαννίδη, που είναι Νομάρχης, που ήταν αντάρτης, που σπούδασε στη Φιλοσοφική, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που γνώρισε χούντα και βασανιστήρια, που πήγε στο Συνέδριο της Δρέσδης με πρόταση για την πόλη, που έκανε πράγματα για τα οποία ντρέπεται, που δεν μπορεί να κοιμηθεί από τους εφιάλτες, που είχε όνειρα και όλα διαψεύστηκαν.
Ο συγγραφέας αξιοποιώντας τα διδάγματα του υπερρεαλισμού μπαινοβγαίνει στο όνειρο και στην πραγματική ζωή. Και όλα εκείνα τα τρομακτικά και αηδιαστικά μπορεί να μεταφορικά ή ένα κακό όνειρο ή διαστροφή του νου που τα γεννάει ή ενοχές και τύψεις ή αγωνίες, με στόχο την αφύπνιση του αναγνώστη. Ο λαός λέει ότι από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ο συγγραφέας ποιητής είναι ένας «τρελός» που μέσα από το παραλήρημα του ήρωά του λέει την αλήθεια. Κι αυτή η μεταφορική αλήθεια και η μεταφορική καταβύθιση στο βούρκο είναι η άλλη όψη της πραγματικότητας. Κι έτσι μας δείχνει την αλήθεια σαν ψέμα, αλλά το ψέμα του είναι αληθινό. Είναι όλα αυτά που έγιναν και έκαναν τη ζωή μας, από μικρό χωριό που ήταν, ωραίο νεκροταφείο που επεκτείνεται και δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα της αλληγορίας.

.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ο Μάριος Μιχαηλίδης εγκαινιάζει έναν τρόπο γραφής φρικιαστικό, προκλητικό, υποκινητικό. Εξηγεί με αντικειμενικούς όρους τη χαώδη αυτή ακυβερνησία και τη σταδιακή αλλοίωση του ανθρώπινου προσώπου. Η αλληγορία ενός τεράστιου νεκροταφείου στο πρώτο μέρος αντιστοιχεί με την πραγματικότητα του νεκροταφείου ψυχών στο δεύτερο. Στο πρώτο ο κεντρικός ήρωας συμμετέχει ενεργά, στο δεύτερο ο αναγνώστης μετεωρίζεται και απορεί αν πρόκειται για κατάσταση εφιαλτικού ύπνου ή παραλογισμού. Σε κάθε περίπτωση ο Γεράσιμος Γιαννίδης είναι τραγικός ήρωας, άθυρμα θλιβερό του σύγχρονου τρόπου ζωής, θύμα αυτοκαταστροφικό, δείγμα της βαθμιαίας άλωσης και της κατάντιας του ανθρώπου του αιώνα μας. Με μακάβριο χιούμορ, με λεπτή αλλά εγκαυστική ειρωνεία, με υπαινιγμούς που παραπέμπουν τον αναγνώστη σε γεγονότα καθημερινά, απορρυθμιστικά της ζωής του, συντελεί βοηθητικά στην κατανόηση ενός αφηγήματος ιδιότυπης διττής χωροχρονικής διάστασης, που παραπέμπει επιφενειακά στη λογοτεχνία του φανταστικού, ενώ στο βάθος η φαντασία αποτελεί μικρό μέρος της στυγνής αλλά απίστευτης αλήθειας, αυτής που ο συνένοχος και εν πολλοίς ηθικός αυτουργός άνθρωπος δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί να αναγνωρίσει. Φορείς αναγνωστικής βοηθείας είναι και οι χαρακτηριστικές ανώνυμες φιγούρες, του ποιητή και του διανοούμενου, που επιστρατεύει ο συγγραφέας, μορφών προβεβλημένων κοινωνικά για την πνευματικότητα και το ήθος τους, οι οποίες, ωστόσο, καταλήγουν εύπεπτη βορά του συστήματος, προκειμένου να καταδείξει το μέγεθος του εθισμού και της σήψης.
Θεματικά, σε συνδυασμό με τον τρόπο της εφιαλτικής γραφής, ο συγγραφέας κομίζει κάτι το νέο, κάτι το πρωτότυπο, γεγονός που επισφραγίζεται ειδολογικά από την δίπτυχη παρουσίαση του έργου του, όπου ιστορία και φαντασία συμπλέκονται, όπου το παρόν με τις επιπτώσεις του συγκρούεται με ένα παρελθόν, το οποίο άλλα προοιωνιζόταν και αλλού οδήγησε. Πρόκειται για απειλή όχι απλώς υπαρκτή, αλλά με διαβρώσεις και επενέργεια που ήδη καταστρέφει τον άνθρωπο πνευματικά, για να εκτονωθεί στο εγγύς μέλλον και υλικά, με απώτερες επιπτώσεις σε μια ζωή ήδη υποθηκευμένη στον θάνατο, υπό τις ποικίλες μορφές του.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ

ΦΡΕΑΡ 29/12/2017

Εκείνο που κατορθώνει ο συγγραφέας είναι να φέρνει διαρκώς τον αναγνώστη μπροστά στο αφηγηματικά απρόσμενο. Αυτό το παρά πάσαν προσδοκίαν συντελούμενο προδίδει την αστείρευτη φαντασία του να στήνει διαρκώς νέα σκηνικά και να σπρώχνει τον αναγνώστη να γνωρίσει πρωτότυπες αφηγηματικές τομές καθώς και τις ασύλληπτες τερατουργίες που ορθώνει ερήμην του ανθρώπου μια νοσηρή υπερ-πραγματικότητα.
Όπως συμβαίνει στο πρώτο αφήγημα, έτσι και εδώ η αφήγηση έχει έντονο χαρακτήρα μεταφοράς και αλληγορίας. Η απειλή απλώνεται σαν μια μαύρη σκιά πάνω από την πόλη και εκείνο που επανέρχεται είναι το αδυσώπητο ερώτημα: άραγε, θα αντέξει η πόλη; Η εξουδετέρωση της καταστροφικής απόπειρας των “κάτω” να την καταστρέψουν πριν ολοκληρωθεί, θα έχει συνέχεια; Μήπως ο νεαρός πολεοδόμος με τα όσα επινοεί, θα αποσείσει κάθε κίνδυνο ή, μήπως, οι υποχθόνιες δυνάμεις θα συντρίψουν κάθε αντίστασή του;

.

Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ

oanagnostis.gr, 29.12.2014

Η βαθύτερη ουσία που καθοδηγεί την αφηγηματική γραμμή του Μάριου Μιχαηλίδη, όπως και τα βήματα των προσώπων, πάνω στη ζωή των οποίων έσκυψε, είναι κυρίως η μοίρα των ανθρώπων που εκδιώκονται από τις πατρογονικές τους εστίες, η ψυχολογία του πρόσφυγα, η συναίσθηση του ξεριζώματος, που την έζησε πολλάκις, όχι μόνο μια φορά, ο Έλληνας της περιφέρειας του Ελληνισμού.
Είναι η μοίρα που έχει επηρεάσει με τρόπο απόλυτο και καθοριστικό τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, τους Έλληνες της Κύπρου, τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, τους Βορειοηπειρώτες, τους Έλληνες των πόλεων με τα ελληνικά ονόματα στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου που κατέληξαν στα ρωσικά παράλια, μετά τη γενοκτονία που υπέστησαν από τους Τούρκους, και υπήρξαν, αργότερα, τα θύματα των μεγάλων σοβιετικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές μετά τη πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.
Γι’ αυτό, ίσως, και όχι τυχαία, παρά τον κίνδυνο να φιλολογήσει μέσα στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, εντάσσει έντεχνα και ακριβολόγα τον πάντα σοφό και πικρό λόγο του Γιώργου Σεφέρη:

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η λέξη «πραμάτεια», εκεί που την εντάσσει ο ποιητής, είναι συγκλονιστική, και ομολογουμένως, πολλοί από τους κατατρεγμένους ανθρώπους των σελίδων του βιβλίου του Μάριου Μιχαηλίδη, άγονται και φέρονται από τρίτους, μέσα σ’ ένα κλίμα αγωνίας και διώξεων, σαν «πραμάτεια».

.

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

www.bookpress.gr, 19.7.2014


Οι πρωταγωνιστικές φιγούρες της συναρπαστικής αφήγησης του Μάριου Μιχαηλίδη χαράσσονται στη μνήμη των συγχρόνων που σήμερα επαναπροσδιορίζουν όσα έμαθαν στην Ιστορία. Μια Ιστορία όχι και τόσο μακρινή που διδάσκει «πώς πλήρωσαν και πληρώνουν οι πολλοί τα ανομήματα εκείνων που αποφασίζουν για τις τύχες των λαών». Ποιος μας βεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει μια νέα ιστορία που θα γραφεί για το σήμερα, μια εποχή με ευδιάκριτα τα προμηνύματα του χαμού; Ας ελπίσουμε ότι ο λαός αυτός που πίστεψε σε αξίες και συντήρησε προσδοκίες, έστω κι αν προδόθηκε, είναι άξιος να σηκώνει το κεφάλι. Την τελευταία έστω στιγμή. Από την απόγνωση στον θρίαμβο. «Αυτό που η μνήμη αιχμαλωτίζει και αδιάκοπα συντηρεί, καθώς εμπίπτει στο άχρονο, από μια άποψη είναι εξωανθρώπινο. Ωστόσο, αυτό είναι που ανδρώνει τα όνειρα και γεννά ελπίδες».

.

ΕΥΜΟΡΦΙΑ ΖΗΣΗ

www.diavasame.gr, Ιούνιος 2014


Η αφήγηση των ιστοριών δεν είναι γραμμική, αλλά υπάρχουν αναδρομές στο παρελθόν της ζωής των ηρώων, και πάλι επιστροφή στο παρόν της αφήγησης και έτσι μέσα από τις τραγικές μνήμες της ηρωίδας μάς αποκαλύπτεται το χρονικό του ξεριζωμού: «…Όλα έμοιαζαν με παραμύθι. Το ’λεγε και το ξανάλεγε ψιθυριστά για να τ’ ακούσει και να πιστέψει πως υπήρχε, πως αυτή ήταν η Μαρία από την Αλάγια των Ρωμιών. Πίεζε το μυαλό της για να τα χωρέσει όλα τούτα που έμοιαζαν βράχια ασήκωτα…» (σελ. 53). Ιδιαίτερο στοιχείο της αφήγησης αποτελεί ο τρόπος απόδοσης των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων και κυρίως της κεντρικής ηρωίδας με τη χρήση έντεχνου και ποιητικού λόγου: «Ο ξεριζωμός άφησε μέσα της χαρακιές, που ο χρόνος δεν έλεγε να τις επουλώσει. Έρχονταν στιγμές, που άνοιγαν και ήταν σαν να στάζει αίμα και μια πίκρα στέγνωνε τα χείλια της» (σελ. 71). Με την παράθεση των στίχων από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός» αποτυπώνεται σε λίγες γραμμές με καίριο τρόπο η θεματική του βιβλίου που αφορά το ριζικό του πρόσφυγα: «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου/τη σκέψη/του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια/δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς» (σελ.95).

.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΗΣ


Το περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα του βιβλίου ανήκει στο χώρο της ιστορικής ύλης και της ιστορικής περιπέτειας. Μέσα δηλαδή στο βιβλίο ακούγεται ζωντανός και άμεσος ο ήχος, ο πόνος, ο καημός, οι συμφορές, τα ασήκωτα και τα αβάσταχτα βάσανα που γεννάει η ιστορική περιπέτεια και τα γεύονται όλα αυτά, ως πικρό φαρμάκι, οι άνθρωποι. Ο ήχος και ο απόηχος αυτών των γεγονότων ανήκει σε ένα ιστορικό τόξο που ξεκινάει απ’ τα χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής και κλείνει στο δραματικό για την Κύπρο καλοκαίρι του 1974. Τότε που το σώμα του ελληνικού νησιού δοκίμαζε και δοκιμαζόταν από την εισβολή του τουρκικού βαρβαρισμού.

Από τα προηγούμενα, εύλογα προκύπτει το ερώτημα αν στη νουβέλα του Μιχαηλίδη αφηγηματοποιείται συγκεκριμένη ιστορική ύλη. Η απάντηση είναι: όχι, ακριβώς. Ούτε η ιστορία αφηγηματοποιείται ούτε η αφήγηση ιστορικοποιείται. Δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς, η ιστορία είναι το αχνό περίγραμμα αλλά και το βαθύ υπόστρωμα της αφήγησης. Και η αφήγηση είναι η ιστορία και η περιπέτεια, μέσα στην ιστορία, μιας οικογένειας. Είναι η ευρύτερη οικογένεια του πρωτοπρόσωπου αφηγητή που ταυτίζεται με το πρόσωπο του συγγραφέα.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

FRACTAL 02/03/2016

Η ΙΣΤΟΡΊΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΆΝΕΤΑΙ

Ο συγγραφέας ταυτίζεται με την οικογένεια της Μαρίας και μέσα από τη πορεία της από την Αττάλεια στη Λευκωσία με λόγια απλά περιγράφει τα βιώματα της, το πόνο του ξεριζωμού , την αγωνία, τον φόβο και τα βάσανα τους, τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής. Κι όλα αυτά τα συναισθήματα έρχονται να ξυπνήσουν τα δικά μας συναισθήματα και να νοιώσουμε το βάθος των ιστορικών στιγμών που ζήσαμε, αλλά και εξακολουθούμε να ζούμε και τώρα. Γιατί σήμερα βορειοδυτικά της Αττάλειας, στις ακτές του Αιγαίου, κάποιοι άλλοι πρόσφυγες, από τη Συρία αυτή τη φορά, προσπαθούν να φτάσουν στα ελληνικά νησιά για να σωθούν από τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει στην πατρίδα τους. Κι η θάλασσα του Αιγαίου ξεβράζει κάθε τόσο πτώματα παιδιών και αθώων ανθρώπων, που αναζητούν σωτηρία στην πολιτισμένη Ευρώπη, μια Ευρώπη που πολλά κράτη της δυστυχώς τους κλείνουν τη πόρτα. Κι η ιστορία επαναλαμβάνεται με το χειρότερο τρόπο.
Το διήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη, η ιστορία ουσιαστικά της οικογένειας του, εκτός από τη συγκίνηση που μας προκαλεί, μας δείχνει πόσο εύκολα και πόσο ωμά διαλύονται ζωές και χάνονται πατρίδες με αποφάσεις των ισχυρών που διαχειρίζονται τις τύχες των λαών.

.

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Elliniki gnomi 12/12/2015

Το αφήγημα στηρίζεται σε μία αληθινή ιστορία, αυτήν της Μαρίας από την Αλάγια της Αττάλειας, που μόλις οι τσέτες σκότωσαν τον άνδρα της, τον Ιορδάνη, το 1922 και τον έριξαν σ’ ένα φαράγγι της Ανατολής, εκείνη πήρε αναγκαστικά το δρόμο της προσφυγιάς και με τα τρία παιδιά της, τον Παντελή, την Αγγελική και την Αναστασία φτάνουν στην Κύπρο. Εκεί, μετά από σύντομες περιπλανήσεις, κατέληξαν στη Λευκωσία. Το χρονικό του δράματος τελειώνει στις 20 Ιουλίου 1974, ημέρα του θανάτου της Μαρίας, αλλά και ημέρας-ζόφου, για τη νεότερη ιστορία του έθνους μας. Και αυτό, διότι η ημερομηνία αυτή, ιστορικά, καταγράφεται με συναισθηματική αχρωμία, ως η επέτειος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, γεγονός που ακολούθησε, ως φυσική απόληξη της μεγαλύτερης εθνικής προδοσίας, η οποία, με εσκεμμένη –πάλιν- επιείκεια, αποκαλείται ως “άφρον” πραξικόπημα. Εδώ, αξίζει να επισημανθεί ότι οι Μικρασιάτες Αλαγιώτες του αφηγήματος είναι οι μόνοι που λοξοδρόμησαν το 1922 και, αντί να οδεύσουν προς την κυρίως Ελλάδα, καταλήγουν στην Κύπρο∙ απόγονοί τους υπάρχουν μέχρι σήμερα κυρίως στη Λεμεσό και τη Λευκωσία, αλλά και στα μέχρι πρότινος προσφυγικά προάστια της Αθήνας, Καλογρέζα και Νέα Ιωνία. Αυτά αντλεί κανείς διαβάζοντας το αφήγημα.

.

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

(Ομιλία στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, 2015)

«Λυγμοί και φόνοι, βασανιστήρια, αγχόνες και κλάματα, όλα μα όλα, γίναν καπνός και τα ρούφηξε ο καταποτήρας. Κι εκείνο το «Ε.. Ε… Ένω… ση», χάθηκε κι αυτό μες στην ηχώ που χρόνια πλανιόταν ζωντανή στον αέρα, από τις φωνές των παιδιών με τα κοντά παντελονάκια και τις τεράστιες ελληνικές σημαίες… Τώρα κοντά στη γαλανόλευκη, υψώθηκε μια κίτρινη Κύπρος μ’ ένα κλωνάρι ελιάς από κάτω. Πάλι καλά».
Στις σελίδες του βιβλίου αυτού ωστόσο πέρα απ’ τον τρόμο και τη φρίκη, την αγωνία και τον κατατρεγμό, τους ξεσηκωμούς και τη συγκίνηση κυκλοφορεί κι ο ίδιος ο Μιχαηλίδης όχι όμως με την ιδιότητα του άμεσα εμπλεκόμενου αφηγητή αλλά με την ιδιότητα του ποιητή που δεν μπορεί να κρύψει τον ρυθμό και την κατακτημένη γλώσσα απ’ τα γραφόμενά του. Με τρυφερή γραφή και άριστη γνώση του μέτρου και της εικονοπλασίας κατορθώνει να υποβάλλει τη συγκινησιακή φόρτιση μέσω ενός λόγου ευλύγιστου και συνάμα τραγικού που, χωρίς να δραματοποιεί, σταλάζει την πίκρα και τον καημό στις σωστές τους δόσεις. Δεν εξαντλούνται όμως εδώ τα συναισθήματα που προκαλεί η γραφή του. Αποφεύγοντας τους σκοπέλους του μελοδραματισμού και της ευκολίας μεταγγίζει με υποδόριους χειρισμούς την αγανάκτηση και τον θυμό, την ταραχή και την αγωνία, την ασφυξία της ψυχής για το άδικο και τις ποικίλες ματαιώσεις.

.

Ο ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

“Η Εποχή”, 13.1.2013

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΩΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Κατ’ αρχάς, η α­φή­γη­ση πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά στο τρί­το πρό­σω­πο, δη­λώ­νο­ντας άλ­λο­τε έ­ναν πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και άλ­λο­τε, τις σκέ­ψεις και τις ε­ναλ­λα­γές διά­θε­σης του κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα, δη­λα­δή κά­τι σαν ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος. Αυ­τό το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, προ­βάλ­λει, ό­μως, ως κυ­ρίαρ­χο σε έ­να μυ­θο­πλα­στι­κό θία­σο α­πό ελ­λει­πτι­κώς σκια­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο των τριών πε­ζών εί­ναι η ι­διό­τυ­πη δο­μή τους σε σχέ­ση με την πα­ρά­με­τρο του χρό­νου, που δια­μορ­φώ­νε­ται α­πο­σπα­σμα­τι­κή και πο­λυε­πί­πε­δη έ­να­ντι της ευ­θύ­γραμ­μης α­νέ­λι­ξης των συμ­βά­ντων. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δει­κνύε­ται έ­νας homo ludens, κα­θώς ε­πι­νο­εί στρα­τη­γή­μα­τα, α­φη­γη­μα­τι­κά και γλωσ­σι­κά, τα ο­ποία προ­δια­θέ­τουν για την έκ­πλη­ξη του τέ­λους ή, ως εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται, την α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Αν και το πρό­σφα­το βι­βλίο, ί­σως α­πο­δειχ­θεί για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη, που δια­βά­ζει εν τά­χει, πε­ρισ­σό­τε­ρο του δέ­ο­ντως ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο.
Μέ­ρος της κύ­πριας ι­διο­προ­σω­πίας του Μι­χα­η­λί­δη συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με την Ιστο­ρία των Ελλή­νων. Μα­κράν του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­να­μο­χλεύει έ­να δια­χρο­νι­κό υ­πό­στρω­μα. Στο πρώ­το, «Ο Οστε­ο­φύ­λαξ», δί­νει μια ι­στο­ρι­κή φα­ντα­σμα­γο­ρία, με βά­θος χρό­νου την γέ­νε­ση του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν πρό­κει­ται για μια στα­τι­κή ει­κό­να ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρι­δίου, κα­θώς, με το τέ­χνα­σμα του ο­στε­ο­φυ­λα­κίου, α­να­δει­κνύο­νται οι με­τα­βαλ­λό­με­νες, σύμ­φω­να με τις ο­ρέ­ξεις κά­θε ε­πο­χής, προο­πτι­κές. Στο δεύ­τε­ρο, «Τα κρό­τα­λα του χρό­νου», δη­μιουρ­γώ­ντας ει­σα­γω­γι­κά μυ­θι­κή χροιά, ε­στιά­ζει στο Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843, ό­που ε­κεί α­δελ­φώ­νει τον Μα­κρυ­γιάν­νη με κύ­πριους πα­τριώ­τες. Έτσι, βρί­σκει την ευ­και­ρία να δεί­ξει τις συμ­βα­δί­ζου­σες τύ­χες του Ελλα­δι­κού κρά­τους και του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού. Στο τρί­το, ε­στιά­ζει στο τε­τρά­πτυ­χο, Χού­ντα-Πο­λυ­τε­χνείο-Κυ­πρια­κό-Με­τα­πο­λί­τευ­ση, που α­πο­τε­λεί τις πιο πρό­σφα­τες μεί­ζο­νες πε­ρι­πέ­τειες του τό­που αλ­λά και ε­κεί­νες που έ­δε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ τις τύχες Ελλάδας και Κύπρου.

.

ΠΩΛΙΝΑ ΓΟΥΡΔΕΑ


Ο συγγραφέας σκιαγραφεί έναν άκρως εφιαλτικό τόπο όπου ο ήρωάς του έρχεται αντιμέτωπος με μια καταιγιστική ροή εικόνων και συναισθημάτων από τις συναντήσεις της ζωής του. Η ιστορία αυτού του εγκλεισμού έχει διάρκεια δύο ημέρες που φαντάζουν να εκτείνονται στο διηνεκές και μας παρασύρουν σε ένα ψυχολογικό ταξίδι αυτογνωσίας. «Η αίσθηση, πως τα πράγματα δεν εκπέμπουν πια καμία απολύτως μυρωδιά, υπονομεύει τις σχέσεις με αυτά, καθώς αποσυνδέεται από το λώρο που τις γεννά. Γιατί, η κατ’ αίσθησιν αντίληψη των πραγμάτων είναι η πηγή που μέσα από αυτήν η ψυχή πρωτογενώς ψηλαφεί το σύμπαν της γνώσης».[2]

.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ

Το θέμα ομολογουμένως προκαλεί αναγνωστική ταραχή, ξυπνάει μνήμες από τρικυμισμένες εποχές και ταραγμένους καιρούς. Οι πιο πολλοί ξαναθυμούνται άυπνες νύχτες και σκοτεινές ώρες απ’ την απριλιανή επταετία. Τότε που η έννοια του ανακριτή ήταν ταυτόσημη με εκείνη του σκληρού και ανάλγητου βασανιστή και ο ανακρινόμενος μετατρεπόταν σε ανθρώπινο κουρέλι.
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο βασανίζουσας και βασανιστικής φρίκης παραπέμπει ο αφηγημένος μύθος του νέου μυθιστορήματος του Μάριου Μιχαηλίδη Ο Ανακριτής. Όμως, καθώς προχωράει η ανάγνωση, ο αναγνώστης διαρκώς αναρωτιέται: υπάρχει πράγματι αυτός ο συλληφθείς και ο ανακρινόμενος; μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο διαταραγμένο εσωτερικά, αυτο-ενοχοποιούμενο και αυτοβασανιζόμενο μέσα σε τυραννικές φαντασιώσεις; Τελικά, μήπως ο ήρωας του βιβλίου συμβολοποιείται, εκφράζει το νευρωσικό άτομο της εποχής μας που διογκώνει, στο νοσηρό ψυχισμό του, τις σκληρές αιχμές της πραγματικότητας και αυτοπαγιδεύεται μέσα σ’ αυτές;

.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 29/4/2014


Συγκεκριμένα, κάπου μετά την 23η Δεκεμβρίου, μέσα σε ένα διήμερο, σε 48 μόλις ώρες δηλαδή, εκτυλίσσεται η ιστορία μας και μάλιστα στο στενό χώρο ενός κελιού. Μια παραλλαγή του υπογείου όπου σιωπούμε του Καφταντζή ή του άλλου, εκείνου του Ντοστογιέφσκι.
Το χρονικό πλαίσιο βέβαια παραπέμπει έμμεσα και υπαινικτικά στη δολοφονία του Αμερικανού πράκτορα Ρίτσαρντ Γουέλς -σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα και ειδικού βοηθού του αμερικάνου πρέσβη Τζακ Κιούμπιτς- από την πρωτοεμφανιζόμενη τότε «Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη», η οποία και ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας. Ωστόσο, αναφορικά με το συγκεκριμένο βιβλίο δε θα ’λεγα πως πρόκειται για άλλη μια απόπειρα απόδοσης της αντίστασης της γενιάς του Πολυτεχνείου, για μια ακόμη αφηγηματοποίηση της νεοελληνικής ιστορίας με την παράθεση των πρόσφατων γεγονότων της Απριλιανής επταετίας, της Κυπριακής τραγωδίας και της Μεταπολίτευσης. Η φρίκη, όπως ξέρουμε, δεν είναι πάντοτε υπόθεση εξωτερική, αφού συχνά το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο λειτουργεί ως το απαιτούμενο κέλυφος άλλοθι, το αναγκαίο περίβλημα πρόφαση, προκειμένου να μνημειωθεί ο προσωπικός εφιάλτης, η εσωτερική απόγνωση και ο αυτοβασανισμός.
Συνεπώς, η χρονική διαπλοκή στην περίπτωσή μας δεν είναι απόρροια ενός αφηγηματικού τεχνάσματος του συγγραφέα, αλλά έμμεσο σχόλιο της ψυχικής αναστάτωσης που παλινδρομεί και μπαινοβγαίνει από το βιωμένο χτες στο αμφιλεγόμενο τώρα, μια παράλληλη και σε δύο επίπεδα δράση του νου, μια απόδραση εύρημα που διακρίνεται για τις έντονες διαισθητικές της δυνατότητες.

.

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών 7/4/2013


Το θέμα της εξουσίας, του παραλογισμού της εξουσίας καλύτερα, στα ανελεύθερα ή στα κατ’ επίφασιν ελεύθερα καθεστώτα, υπόκειται κι αυτό στην οξυμμένη και ειρωνική ματιά του Μιχαηλίδη. Τα πρόσωπα προβάλλουν αυθύπαρκτα και διακριτά. Η Αθήνα της χούντας, του αντιδικτατορικού αγώνα, του Πολυτεχνείου, των κελιών της Ασφάλειας και αντίστοιχα η Κύπρος των ίδιων χρόνων, με λόγο άλλοτε ευθύ και άλλοτε υπαινικτικό. Το χρονικό άνυσμα της νουβέλας εκτείνεται έως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Η αφήγηση του Μάριου Μιχαηλίδη σε κίνηση σπειροειδή, όπου τα πρόσωπα περιδινούνται σε μια προδιαγεγραμμένη πραγματικότητα, στηρίζει πολλά στον ιστό των επαναλήψεων∙ φράσεις, πρόσωπα, καταστάσεις, άλλοτε κεντρικής σημασίας και άλλοτε απλώς περιγραφικά, έρχονται και ξανάρχονται. Η φράση «δεμένος πισθάγκωνα» επαναλαμβανόμενη αποτελεί τον μίτο της αλληγορικής πρόθεσης του Μιχαηλίδη.

.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

“Book Bar”, 9.1.2013

Συναισθήματα απόγνωσης σε καφκικό περιβάλλον

Κυρίαρχο γνώρισμα της νουβέλας είναι οι ανάδρομες αφηγήσεις, μέσα από τις οποίες το κεντρικό πρόσωπο, το “θήραμα” δηλαδή προσπαθεί να ανακαλύψει τους λόγους, για τους οποίους βρέθηκε σ’ αυτήν την οικτρή κατάσταση. Έτσι, παλαιότερες δράσεις του, συμμετοχές και βιώματα προσωπικά αρχίζουν σιγά σιγά να ξετυλίγονται μπροστά μας, ρίχνοντας φως στα ερωτηματικά του ιδίου, αλλά και του αναγνώστη της ιστορίας. Οι ανάδρομες αυτές μνήμες από το κοντινό και μακρινότερο χθες, λαμβάνουν χώρα με ένα καταπελτικό σχεδόν τρόπο, που δομείται με μαεστρία από τον συγγραφέα. Στο μυαλό του θηράματος, διαρκώς στροβιλίζονται σκέψεις, και ενώ, κάθε τόσο, οι βασανιστές εισχωρούν στο κελί και αναλαμβάνουν δράση, ο ίδιος βρίσκεται ακόμα σε συνειρμική παραζάλη, ταραχή..

Ο Μάριος Μιχαηλίδης αποτυπώνει με ενάργεια τις πολύ ιδιαίτερες και εξαιρετικά λεπτές αποχρώσεις όλου του φάσματος των συναισθημάτων: του φόβου, της απόγνωσης, του πόνου, του παραλογισμού, της αηδίας για την καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τον απόλυτο εξευτελισμό της. Κι όλα αυτά σε ένα κλίμα νοσηρό, συχνά σουρεαλιστικό που πολλοί χαρακτήρισαν καφκικό -συμφωνώ απόλυτα- και σε μια ατμόσφαιρα που την προσδιορίζουν: η πραγματικότητα και η φαντασία. Το ρεαλιστικό και το φαντασιακό είναι στοιχεία που συμφύρονται συνεχώς στο έργο του Μ. Μιχαηλίδη δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν παραισθητική, που κινείται μοναδικά ανάμεσα στην αλήθεια και το όνειρο, προκαλώντας την ίδια στιγμή στον αναγνώστη συναισθήματα αποστροφής και φρίκης, αλλά συνάμα και οίκτου και ταύτισης. Νιώθει δηλαδή σαν να βρίσκεται ο ίδιος στο τραγικό αυτό κελί και να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς όλα τα δρώμενα, ή ακόμα σαν να υπόκειται ο ίδιος στον εξευτελισμό και τη βαρβαρότητα των βασανιστικών μεθόδων.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ

bookpress 12/12/2012

Διαβάζοντας τον «Ανακριτή» (Γαβριηλίδης), το τρίτο πεζογράφημα του Μάριου Μιχαηλίδη, στο μυαλό μου ήρθε η περίφημη ταινία του Μόμπιους, το εκπληκτικό εκείνο μαθηματικό αντικείμενο που έχει μόνο μία πλευρά, καίτοι τριών διαστάσεων. Όπως η «ταινία», έτσι και η νουβέλα του Μιχαηλίδη έχει ορισμένες θαυματουργές ιδιότητες, όπως να αναπλάθει διαρκώς τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη, όσο οι σελίδες του γυρνούν. Έτσι, από χρονικό μιας ανάκρισης στην εποχή της επταετίας, με τα αντίστοιχα πραγματολογικά στοιχεία, εξελίσσεται σε ρευστή αναπαράσταση ενός κόσμου δίχως όρια ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα. Στις καλύτερες στιγμές της αφήγησης οι περιγραφές της άτυπης ανάκρισης, με την ιδιότυπη χορογραφία ανάμεσα στον (αυτό)βασανιζόμενο ήρωα και τον σκιώδη ανακριτή.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΤΑΟΥΛΤΖΗΣ

Ο κόσμος μας δεν απέχει και πολύ από τον κόσμο του Ανακριτή. Το καφκικό δαιδαλώδες λαβυρινθικό τοπίο μας κυκλώνει, – έστω και με άλλη μορφή -. Επικρέμεται σαν το σπαθί του Δαμοκλή η απειλή της οικονομικής καταστροφής, που προοιωνίζεται έναν σκοτεινό κόσμο θυτών και θυμάτων, (θηρευτή και θύματος λέει ο ΜΜ) όπου όλα είναι γύρω μας κλειστά σαν το κελί ανάκρισης του νέου.
ΣΗΜΕΡΑ, σαν των ήρωα του βιβλίου του ΜΜ, προσπαθούμε να κατανοήσουμε το «γιατί». Ο πρωταγωνιστής βασανίζεται, πάσχει, όχι γιατί δικάζεται για λόγους που δεν ξέρει, αλλά γιατί προσπαθεί να βρει εξηγήσεις τη στιγμή που κανένας δεν είναι διαθέσιμος να ασχοληθεί μαζί του.
Ο φόβος της φυλακής και των βασανιστηρίων γίνεται το πραγματικό μεταφορικό σχήμα που αναγκάζει τον πολίτη σαν τον ήρωα του Ανακριτή να πρέπει να αποδεχτεί μια τάξη πραγμάτων επειδή καθορίζεται από μία ανώτερη αρχή.
Σαν τον νέο του Ανακριτή ο καθημερινός πολίτης νιώθει ότι δικάζεται κάθε στιγμή από ένα σύστημα που τον ξεπερνά. Τελικά ο ανακριτής, ο κατηγορούμενος, ο διοικητής είναι μορφές ή φαντάσματα του ίδιου του εαυτού μας.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΙΣΤΗ


Το κείμενο χωρίζεται σε δώδεκα κεφάλαια, από τα οποία το δεύτερο, με τον ενδεικτικό τίτλο «Στην κόψη ενός ονείρου – Αφημένος στην αδυσώπητη μνήμη», είναι το μεγαλύτερο. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν εσωτερικό μονόλογο σε τρίτο πρόσωπο, γι’ αυτό και μερικές φορές η χρονική ενότητα χάνεται και πρόσωπα και ιστορίες μπερδεύονται προς στιγμήν – άλλωστε οι αναμνήσεις εν προκειμένω είναι θραύσματα. Μπορεί ένα σαφέστερο πλαίσιο να γινόταν πιο κατανοητό για τον αναγνώστη, αλλά δεν είναι σίγουρο πως αυτή ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, ο οποίος ίσως θέλησε να δώσει την αβεβαιότητα και το κενό σε μια μεταβατική εποχή, αρκετά μακρινή από τη δική μας, αλλά τόσο κοντινή όσον αφορά τα θέματα της εξουσίας, της βίας, της αντίστασης και, εν τέλει, της αξίας τού να είσαι και να παραμένεις άνθρωπος.

.

ΤΑ ΚΡΟΤΑΛΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ελευθεροτυπία 4/9/2010
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου


Η εν λόγω αφήγηση είναι ελεγειακής πνοής, με απαστράπτον λεκτικό ποιητικής χροιάς, στο οποίο αφθονούν τα κοσμητικά επίθετα και οι υποβλητικές εικόνες. Αυτός ο τύπος της αφήγησης αναδεικνύει ακατάλυτες καταστάσεις και αρχετυπικούς χαρακτήρες, κινητοποιώντας, αλλά και συντηρώντας διά συνεχών παρεμβολών τη δεύτερη ιστορική αφήγηση, μέχρι εκείνου του καταληκτικού σημείου που θα την αφομοιώσει και θα αποκαλυφθεί το ρηξικέλευθο εύρημα του συγγραφέα. Με ένα ρητορικό ερώτημα, που απορρέει από τον τίτλο του μυθιστορήματος, εισάγεται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορικής αφήγησης: «Ποιο φάντασμα άραγε έπιανε να παίξει με τα κρόταλα του χρόνου;». Αυτό είναι ο προπάππος του “αναχωρητή”. Ενας ωραίος εύελπις του ιππικού, με βαυαρική στολή, που τον πηγαίνει τέσσερις γενιές πίσω, στο σωτήριον έτος 1843. Συγκεκριμένα, στις παραμονές του Κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο Μιχαηλίδης δεν αναφέρεται στην αδυναμία της Ελλάδας να καταβάλει τα τοκοχρεολύσια του δανείου, που είχε πάρει από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε στους τρεις πρεσβευτές, Αγγλο, Γάλλο, Ρώσο, που είχαν αναλάβει την εκταμίευση, καταλύοντας την αυτονομία της χώρας. Κι αυτό, παρότι η ολέθρια οικονομική κατάσταση, όχι μόνο επέσπευσε το Κίνημα, αλλά παρουσιάζει και εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον αφετηριακό τύπο της σημερινής οικονομικής δυσπραγίας.

.

ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ


Το πιο σημαντικό όμως είναι κάτι άλλο. Πρόκειται για το καταληκτικό αφηγηματικό εύρημα του Μάριου Μιχαηλίδη. Αυτό, ακριβώς, το εύρημα δημιουργεί τη γενναία ανατροπή στη ροή του μύθου και στην οριστική του κατάληξη. Μέσα στη δυναμική αυτού του ευρήματος, τα δύο επίπεδα του μύθου, το ιστορικό και το ποιητικό, συναιρούνται, προσγειώνονται σε ένα τρίτο επίπεδο όπου όλα λειτουργούν ως μια κυοφορούμενη κινηματογραφική «σκηνοθεσία», που ντύνεται όμως και την ασφυξία την αβάσταχτη, αυτή που προκαλούν τα προσωπικά αδιέξοδα. Αυτό, ακριβώς, το εύρημα αποτελεί και το μέγιστο εύσημο για τη συνολική αφήγηση που περιέχεται στα Κρόταλα του χρόνου.
Να κλείσω, όμως, αυτό το κριτικό σημείωμα με μια γενικότερη θέση. προσωπικά πιστεύω ότι η λογοτεχνία περνάει μια κρίση ποιότητας. Αυτή την κρίση την ονομάζω συρρίκνωση της αισθητικής, δηλαδή της ομορφιάς σε θέματα γλώσσας και εκφραστικής. Ο Μάριος Μιχαηλίδης κατορθώνει να κρατηθεί έξω από αυτή την κρίση γλωσσικής έκπτωσης

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

http://www.athinakis.gr

Το 2010, ο συγγραφέας επανέρχεται με ένα αλληγορικής προοπτικής έργο, όπου βρίσκουμε παρούσες και πάλι τις συγγραφικές του, καλώς νοούμενες, εμμονές: την ποιητικότητα της γλώσσας (ο Μιχαηλίδης έχει άλλωστε θητεύσει με επιτυχία στην ποίηση), που κάποιες φορές, μοιραία, υποπίπτει στο επίπεδο των καλοσυνάτων μα και αυστηρών φιλολογικών ελληνικών, το αδιάκοπο πηγαινέλα απʼ το αφηγηματικό παρόν στο αντίστοιχο παρελθόν, με εγκιβωτισμούς και παρεκβάσεις, την επιτυχή προσαρμογή της έντασης της γλώσσας και της εν γένει αφήγησης στο εκάστοτε πρόσωπο και στην εκάστοτε στιγμή, τις οριακές, σαρκαστικές, μα και παρωδιακές καταστάσεις των ηρώων, και, τέλος, τον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος παλεύει να συνδέσει το προσωπικό με το συλλογικό. Επιπρόσθετα, ο Μιχαηλίδης, εδώ, κάνει αναφορές και στην κυπριακή καταγωγή του, μέσω των περιγραφών στον κύπριο αυλικό των Βαυαρών.

.

Ο ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΞ

ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ


Πλοκή: Εφόσον ο κάθε «κιβωτιόσχημος» εκπροσωπεί μια ιστορική περίοδο αλλά και έναν ολόκληρο κοινωνικο-πολιτικο-ιδεολογικό κόσμο, μπορείτε να φανταστείτε πόσο βράζει αυτό το ιδιόμορφο βασίλειο και πόσοι το εποφθαλμιούν. Αυτός ο ύστατος σταθμός του κόσμου γίνεται πεδίο ανταγωνισμών και μαχών από τοπικές (τύπου μικροπολιτικής συμφεροντολογίας) έως εθνικές, με κοινό στοιχείο όλων τον παραλογισμό και την γελοιότητα. Βλέπετε, σήμερα που ο καθένας θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία από την σκοπιά της ιδεολογίας και του εθνικισμού που τον συμφέρει, η Οστεόπολη αποτελεί την ιδανική αφετηρία. Ο αδιατάρακτος κόσμος της θα διαταραχθεί, οστά θα θρυμματιστούν, κουτιά θα βεβηλωθούν, τοιχογραφίες θα καταπέσουν, ιερωμένοι θα αναμειχθούν, γείτονα κράτη θα θελήσουν ολίγη ξένη Ιστορία, η θλιβερή όψη των Βαλκανίων θα αναδυθεί. Όλοι διψούν για εξουσία, ακόμα και εδώ!

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ


Ο Οστεοφύλακας καταδύεται στην ατομική -και κάποτε κάποτε στη συλλογική- μνήμη, για να ανασύρει από κει τα απαραίτητα θραύσματα: εφηβικούς έρωτες με την καθηγήτριά του, τεχνηέντως συγκαλυμμένους, φιλίες, φιγούρες από το ποδόσφαιρο κ.λπ. Παράλληλα ο Μιχαηλίδης, ως γνήσιος παρωδός, αναμειγνύει πρόσωπα υπαρκτά της Ιστορίας, κάπως στο περιθώριό της, με πλάσματα της φαντασίας, φόβους πραγματικούς του συλλογικού μας συνειδητού ή υποσυνειδήτου με φόβους φασματικούς, απότοκους μιας αίσθησης εθνικής μειονεξίας, που μας χαρακτηρίζει. Κάθε αποστροφή της διήγησης δίνει στον συγγραφέα την αφορμή να πραγματοποιήσει ένα σκωπτικό άλμα στην Ιστορία μας, σύγχρονη και παλαιότερη, από τον Εμφύλιο ώς τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Οστεοφύλακάς του, εκτός από σκηνοθέτης της δικής του ατομικής ιστορίας, θέλει να είναι και ο παρωδιακός θεματοφύλακας της εθνικής κιβωτού της Ιστορίας μας…

.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Αλλά δεν είναι μόνο ο θάνατος -σε όλες τις εκδοχές του- και η αίσθηση του θανάτου που δεσπόζουν στην «οστεόπολη»· είναι και κάτι άλλο που, υποδορίως, εξυφαίνεται, υποστασιοποιείται και αποτελεί τον ισοβαρή αντίστοιχο πόλο του θανάτου: ο έρωτας, που δρα στο αφηγηματικό πεδίο ως μνήμη και ως αίσθηση του παρόντος, ως ιδέα και ως σωματική ύλη. Και δεν εννοώ μόνο τις περιστασιακές «συνευρέσεις» του οστεοφύλακα με τεθλιμμένες επισκέπτριες -χήρες ως επί το πλείστον- του οστεοφυλακίου, αλλά και τη δεσπόζουσα, απόμακρη, πλην πολύ κοντινή, μνήμη μιας γυναίκας που πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες∙ της συζύγου του Δημάρχου, θεατρόφιλης φιλολόγου, που διοργάνωνε θεατρικές εκδηλώσεις με τους μαθητές της, περιβαλλόμενη από έναν πολλά υποσχόμενο ερωτισμό, δημιουργώντας υπόκωφα πάθη και επιθυμίες στους έφηβους ερασιτέχνες και, κάποτε, αφήνοντας να διαφανεί η προτίμησή της προς κάποιον απ’ αυτούς που, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ο οστεοφύλαξ.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ

Ο Μιχαηλίδης κινεί τους ήρωες του στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, όλα όσα κινούνται στην πραγματική ζωή λειτουργούν αντιστικτικά με τον θάνατο ο οποίος είναι πανταχού παρών.
Από τη μια έχουμε την πλήρη ακινησία των κιβωτιόσχημων από την άλλη την υπερβολική κίνηση γύρω τους. Από την μια έχουμε παντού τον θάνατο και την φθορά που αυτός συνεπάγεται από την άλλη μέσα σ’ αυτό το σκηνικό έχουμε ερωτικές συνευρέσεις του Οστεοφύλακα με διάφορες τεθλιμμένες χήρες που επισκέπτονται το οστεοφυλάκιο. Ο έρωτας είναι παρών στην αφήγηση ως μνήμη (η νεκρή σύζυγος του Δημάρχου που διοργάνωνε θεατρικές εκδηλώσεις στο σχολείο, στις οποίες συμμετείχε και ο Οστεοφύλαξ στον όποιο η καθηγήτρια έδειχνε μια ιδιαίτερη συμπάθεια) αλλά και ως παρών (οι συνευρέσεις του Οστεοφύλακα με τις τεθλιμμένες χήρες και μάλιστα στον χώρο του Οστεοφυλακίου).
Ο Μιχαηλίδης κινείται σε δυο επάλληλα αφηγηματικά επίπεδα, αυτό της μυθοπλασίας και αυτό της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Οι νεκροί, πέρα από την προσωπική τους διαδρομή, παραπέμπουν και σε σημαντικές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας, στις οποίες έδρασαν και έζησαν.

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής, 16/12/2007

Βαλκάνιες διαστάσεις
Υποβλητικό σκηνικό για μια νουβέλα που σατιρίζει την πρόσφατη τάση να γραφτεί εκ νέου η Ιστορία, με βάση σημερινές ιδεολογικές σκοπιμότητες και εθνοτικές ανακατατάξεις. Καθοριστικό στοιχείο, η γλώσσα της αφήγησης, προσεγμένη με γραμματικούς τύπους και σύνταξη της καθαρεύουσας, η οποία και αποβαίνει απολαυστική, όταν περιγράφει συγκεκαλυμμένα το αμαρτωλό παρελθόν των τεθνεώτων, επιμένοντας στις ερωτικές αταξίες ιερωμένων και στα έκτροπα παρανόμων. Μεγαλόσχημοι της Εκκλησίας και ήρωες του 1821 συμφύρονται με λήσταρχους των Αθηνών και κατοπινούς του αποκαλούμενου ακόμη μέχρι σήμερα και συμμοριτοπολέμου.
Ένα ταξίδι του Οστεοφύλακα, εκτός συνόρων, στο Τεπελένι, η κηδεία βαρέως ασθενούντος Μητροπολίτη και τέλος η κατάρρευση του οστεοφυλακίου δίνουν στη νουβέλα βαλκάνιες διαστάσεις και επίκαιρο χαρακτήρα, καθώς μάλιστα ο συγγραφέας απεργάζεται διασκεδαστικούς γρίφους μέσω της επιλογής των ονομάτων.

.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Επτά), 10/2/2008

Μαύρη κωμωδία

Τίποτε το νεκροφιλικό ή το όντως μακάβριο δεν υπάρχει στο σύντομο αφήγημα του Μιχαηλίδη, που τείνει ευθύς εξαρχής προς τη μαύρη κωμωδία, μετατρέποντας το πνεύμα του σπαραγμού και του πένθους για την απώλεια της ανθρώπινης ζωής σε μιαν ιερατική παρωδία. Χρησιμοποιώντας την καθαρεύουσα της εκκλησίας, μια πολύ ισχυρή επιβίωση στην κατά τα άλλα απολύτως ενοποιημένη δημοτική η οποία επικράτησε στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο συγγραφέας ξηλώνει με σπάνια λεπτότητα το σύστημα των αξιών της, χωρίς να αφήνει όρθιο το παραμικρό. […]
Θα επιμείνω στο θέμα του γλωσσικού παιχνιδιού του Μιχαηλίδη, γιατί ούτε εύκολο είναι ούτε απλό ή αυτονόητο. Η καθαρεύουσά του δεν αποτελεί μια στεγνή απομίμηση ύφους (τέτοιες έχουμε δει πολλές τα τελευταία χρόνια, και οι περισσότερες έχουν οδηγηθεί σε παταγώδη αποτυχία), αλλά έναν πλήρη, καθ’ ολοκληρίαν οργανισμό, η εσωτερική αποδιάρθρωση του οποίου κατορθώνεται με αδιόρατες, πλην ιδιαιτέρως προχωρημένες παραμορφώσεις που αποκαλύπτουν όχι μόνο την ετοιμότητα αλλά και το μέγεθος του ελέγχου τον οποίο ασκεί στο υλικό του ο συγγραφέας. Κλείνοντας, δεν θα δυσκολευτώ να ομολογήσω πως περιμένω με πραγματική αδημονία το επόμενο βήμα του.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΚΩΤΙΑΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ της Κυριακής, 2/12/2007

«Ο Μιχαηλίδης αναπτύσσει και διαχειρίζεται τη θεματική του, με μια ξεκάθαρη σατιρική οπτική. Χρησιμοποιεί με επιτυχία πολλούς από τους τρόπους και τους μηχανισμούς της σάτιρας, όπως την υπερβολή, την καριτακούρα, τη διακωμώδηση, την αλληγορία ή την παρωδία ακόμα.[…]
Ο Μιχαηλίδης πετυχαίνει μια ικανοποιητική αφηγηματική ροή, με μια ευθύβολη , αλλά όχι εύκολη και δημαγωγική, σάτιρα. Αφήνει επιπλέον ανοιχτή την ειδολογική κατάληξη του αφηγήματός του.»

.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Η ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 16/12/2007

«[…] θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε σ’ αυτή τη νουβέλα, στοιχεία αξιοπρόσεκτα ως ευρηματικές επινοήσεις και ως γόνιμα αποτελέσματα της αφηγηματικής τεχνικής του Μιχαηλίδη. Αν, λόγου χάριν, έχουμε υπόψη μας ότι ο τωρινός πεζογράφος είναι πολύ περισσότερο ασκημένος ως ποιητής, καταλαβαίνουμε καλύτερα το γιατί οι πιο αξιοσημείωτες της νουβέλας του Οστεοφύλακος είναι εκείνες όπου η αφήγηση αποτελεί μια μεταφορά μέσα στη μεταφορά. Ή, επίσης, οι σελίδες όπου η αφήγηση απαγκιστρώνεται από τη δουλεία της ευθύγραμμης εξιστόρησης περιστατικών και επεισοδίων, τα οποία απλώς επαναλαμβάνουν την παρώδηση μιας κοινωνικής κατάστασης που ήδη την αντιλαμβανόμαστε ως γελοία.
[…] Μερικές από τις σελίδες όπου ο οστεοφύλακας περιγράφεται από τον αθέατο αφηγητή του Μιχαηλίδη, σαν να ονειρεύεται το όνειρό του ή σαν να αποτελεί το όνειρό του μια παραβολή που η εξήγησή της προεκτείνεται με μυστηριώδη τρόπο στην ίδια του τη ζωή, για μένα ήταν άκρως γοητευτικές και υποβλητικές. Το ίδιο γοητευτικές θα έλεγα πως είναι γενικά οι παραμυθητικές στιγμές του βιβλίου, η περιγραφή της ονειρικής καθόδου στον Άδη, η θέα των ψυχών, τέλος, η συνάντηση και ο διάλογος με το φύλακα της πύλης του άλλου κόσμου, που μου θύμισε την κλασική πια για την παγκόσμια λογοτεχνία συνάντηση του ανθρώπου με το φύλακα της Δίκης, στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα.»

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ

ΔΙΑΒΑΖΩ, Ιανουάριος 2008

«[…] Το θαυμάσιο εύρημα της Οστεοπόλεως, που όσο η αφήγηση βαθαίνει αποκτά μια όλο και δραστικότερη αλληγορική διάσταση, δεν θα έβρισκε το στόχο του αν δεν είχε ως όχημα μια καλοδουλεμένη αρχαΐζουσα γλώσσα, που συνέχει με έξοχο τρόπο το κείμενο –το οποίο, σημειωτέον, είναι γραμμένο σε ένα πολύ προσεκτικό τρίτο πρόσωπο εστιασμένο από την πλευρά του κεντρικού ήρωα. Ο Μάριος Μιχαηλίδης πετυχαίνει να προσδώσει βάρος καθώς και συμβολικό και συγκινησιακό βάθος στις μόλις εκατόν τόσες σελίδες του, υπογράφοντας μια –από κάθε άποψη- άρτια νουβέλα. Ύφος, πλοκή, θέμα και δραματουργική επεξεργασία σε αγαστή συνεργασία. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς από έναν πρωτοεμφανιζόμενο;»
Ποθητός Μπάικας http://www.elogos.gr, 10/12/2007
«Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της νουβέλας, είναι η γλώσσα της. Η απλή καθαρεύουσα, που στην αρχή ίσως ξενίσει τον αναγνώστη, αποδεικνύεται ιδανικά λειτουργική για την ατμόσφαιρα του έργου. Δεν αντανακλά τόσο μια όψη του παρελθόντος, αλλά μια νοοτροπία, έναν τρόπο σκέψης που είναι συνυφασμένος με τη γλώσσα, που απορρέει από την ίδια τη γλώσσα, εκμαιεύοντας από αυτήν τόσο την ηθική όσο και την αισθητική του διάσταση. Μια γλώσσα, όπου το παιχνίδι νεκροζώντανων λέξεων παιχνιδίζει με το θέμα και την πλοκή του ίδιου του έργου. […]
Ο Οστεοφύλαξ είναι μια μεστή, απέριττη νουβέλα, της οποίας ο πλούτος πηγάζει από τον ευφυή σχεδιασμό της, τις υπαινικτικές θέσεις όπου έχουν τοποθετηθεί τα βασικά της στοιχεία και μια γλώσσα, όπου η κάθε λέξη υπηρετεί πιστά τις προθέσεις του συγγραφέα και την ενότητα του έργου.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ

Εισήγηση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας / Βόλος, στις 26. 5. 2008

Το πρώτο επίπεδο που θα εισπράξει ο αναγνώστης είναι το νοηματικό που αποτελεί κριτική της κοινωνίας. Εδώ υπάρχει σαφής καταγγελία της ελληνικής πραγματικότητας ως ακραίας, εν πολλοίς ασυνάρτητης, και πάντοτε διχασμένης στα εθνικά θέματα, αλλά και των εναλλαγών ενίοτε και διαπλοκών μεταξύ δεξιάς, κέντρου και αριστεράς, με την πάροδο των γενεών. Και όλα αυτά φυσικά για λόγους επίπλαστης κοινωνικής υστεροφημίας των επιγόνων και διαχειριστών της κληρονομιάς των προπατόρων τους. Κυρίως όμως, λόγω της εμπλοκής, αυτών των επιγόνων, στο παιχνίδι της δύναμης, και του χρήματος.
Επεισόδια που χρησιμεύουν ως σκηνικό, και δίνουν χαρακτηριστικές πινελιές είναι και οι αναφορές στο παρελθόν των ληστοφυγόδικων των προηγούμενων αιώνων, και της αειθαλούς νοοτροπίας τους που έχει μεταφερθεί αυτούσια σήμερα σε μερικούς νεοέλληνες. Ποιος δεν ξέρει τη ληστρικής προέλευσης λαϊκή ρήση: «άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις»; Αποδεικνύεται λοιπόν πως, με τον Οστεοφύλακα, ο Μάριος Μιχαηλίδης, με έναν παροιμιακό όσο και λοξό τρόπο, δείχνει προς την απόλυτα σωστή κατεύθυνση για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας, και της προβληματικής ολότητας που μας περιβάλλει.

.

ΓΙΟΥΛΑ ΜΑΛΑΜΑΚΗ

Εισήγηση στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (26-5-2008)

Παρόλο που η ενασχόλησή του προσφέρεται για μεταφυσικούς προβληματισμούς, δεν φαίνεται να το απασχολεί ιδιαίτερα το ‘πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης’. Σκηνοθετεί τη ζωή του φροντίζοντας την ευταξία της οστεόπολης. Την τελευταία μάλιστα πράξη του δράματος δεν θα τη σκηνοθετήσει απλά, θα είναι και ο ίδιος πρωταγωνιστής, παγιδευμένος από το ακατανίκητο ερωτικό πάθος και τις βασανιστικές ενοχές του.
Το ερωτικό στοιχείο ενυπάρχει μόνο ως μυστικοπαθής και παράνομη ερωτική πράξη,, μια πράξη σύντομης διάρκειας που κάποιες φορές θυμίζει βιασμό μάλλον παρά αμοιβαία ερωτική έλξη. Τέσσερις γυναικείες φιγούρες πλανώνται στο χώρο του, πότε στο σώμα του και πότε στην ψυχή του. Οι δύο περιφέρονται σαν αερικά, υποστηρικτές παράλληλα και συνωμότες στην καθημερινότητά του, αλλά και στο ‘επέκεινα’ ταξίδι του: η δύσμοιρος Θεοξένη και η άλαλος Μαγδαληνή… Οι άλλες δύο, σκοτεινά αντικείμενα του πόθου, πάντα στο παρασκήνιο, ποτέ στο προσκήνιο της ζωής του. Όμως, η Ναταλία παρέμενε εκεί, στα έγκατα της ψυχής και των σπλάγχνων του. Αυτή, το πάθος της νιότης του, η αφορμή του τέλους.

.

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΦΩΤΙΟΣ

Ο συγγραφέας είναι γνωστός Κύπριος ποιητής, ο οποίος μεταφέρει τα μυστικά της ποίησης στην πεζογραφία. Κι όταν αναφέρομαι σε μυστικά, εννοώ πρώτιστα τη γλώσσα, που χαρακτηρίζει αυτή του τη νουβέλα· μια γλώσσα ελαφρώς λόγια, που λόγω του θέματος μιμείται το εκκλησιαστικό ύφος και παραπέμπει συνεχώς στην Αγία Γραφή και στην υμνογραφία. Ο αφηγητής παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την οπτική γωνία του Οστεοφύλακα μιλά αναλόγως σε μια ιδιόλεκτο που ταιριάζει σε όσους σχετίζονται με την εκκλησία, μια γλώσσα η οποία ακροβατεί σε δύο άκρα, στην καθαρεύουσα και στη δημοτική, ως ένα είδος εμμονής και συνάμα σαρκασμού της «ενιαίας και αδιαίρετης γλωσσικής παράδοσης».

.

KOLONAKI PRESS

Πρόκειται για ένα δωρικό και εξαιρετικά πυκνό αφήγημα, στο οποίο η χρήση της καθαρεύουσας, δημιουργεί μια μαγική ατμόσφαιρα στον αναγνώστη και καθώς του επιτρέπει να αποστασιοποιηθεί από το έργο, του δίνει τη δυνατότητα να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον του ήρωα.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας αν και μπορεί να φανεί ανοίκεια στον αναγνώστη, συντελεί στην ανάδειξη της αλληγορίας και προκαλεί ένα μειδίαμα καθώς εκφράζει απόλυτα την ειρωνική διάθεση του Μιχαηλίδη.
Η ατμόσφαιρα και η γραφή του Μιχαηλίδη θυμίζει Κούντερα αλλά με έναν τρόπο ανεπαίσθητο που δεν ενοχλεί αλλά ξαφνιάζει ευχάριστα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ο οστεοφύλαξ έχει τη δουλειά του ως το άλφα και το ωμέγα τής ζωής του. Ζει κι αναπνέει μόνο και μόνο για να φυλάσσει και να περιποιείται τους κιβωτιόσχημους (όσους δηλαδή έχουν εκταφιαστεί και μπήκαν σε κιβώτια στο οστεοφυλάκιο) και να τους κρατά μακριά απ’ τ’ αδιάκριτα βλέμματα κι αγγίγματα των ακόμα ζωντανών. Έχοντας τοποθετήσει μια κάμερα στο εσωτερικό του οστεοφυλακίου, παρακολουθεί νυχθημερόν μ’ άγρυπνο μάτι τα τεκταινόμενα στο χώρο της φύλαξης των οστών. Ο χώρος αυτός έχει τη σημασία του και την εσωτερική του δομή: αλλού βρίσκονται τοποθετημένοι οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» κι αλλού οι «κομμουνιστοφάγοι», αλλού έχουν τοποθετηθεί οι λήσταρχοι κι αλλού οι δωσίλογοι, αλλού κι αλλιώς, πιο επίσημα, οι μητροπολίτες κι αλλού ο «λαουτζίκος». Ακόμη, λοιπόν, και μέσα σ’ έναν άψυχο χώρο (με ή χωρίς εισαγωγικά) οι διακρίσεις και οι συμπάθειες ή αντιπάθειες είναι εμφανείς.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *