ΜΑΡΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ

ΜΑΡΙΟΣ

Ο Μάριος Αγαθοκλέους γεννήθηκε το 1948 στη Λεμεσό. Είναι παντρεμένος και έχει τρία παιδιά. Εργάστηκε για σαράντα χρόνια ως παρατηρητής φυσικών φαινομένων. Τη δεκαετία του ογδόντα, μαζί με τους Κώστα Μακρίδη και Χρίστο Μελίδη έκδωσαν το λογοτεχνικό περιοδικό Η ΑΜΑΞΑ και δημιούργησαν το καφεθέατρο ΤΑ ΠΕΡΙΞ στη Λεμεσό. Το 1981 έλαβε μέρος με τρία διηγήματα στις ΔΕΚΑ ΓΡΑΦΕΣ, κοινή έκδοση δέκα Λεμεσιανών δημιουργών.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΕΟΛΙΘΙΑ (1983),
ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ (1988),
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ (2003)
ΑΠΤΕΡΟΣ ΛΥΠΗ (2012)
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΖΩΝΗ (2018)

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΖΩΝΗ (2018)

ΙΚΕΣΙΑ

Εμένα που ταπεινά σου προσφέρω
τα ποιήματα μου
ελέησέ με
χάρισέ μου
μια στιγμή στην αιωνιότητα
μια λεπτομέρεια του κορμιού σου
και σώσε με
από τη φρικτή δουλεία της γραφής.

ΑΠΛΗΡΩΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Στον Αντρέα Πετρίδη

Χάρασσε τις γραμμές του
στην εξοχή
έμπειρος καλλιεργητής
με ό,τι τα μάτια και το μυαλό του
εστίαζαν στην τεράστια βιβλιοθήκη
που τον κύκλωνε.

Έγραφε
ως άριστος τεχνικός της γλώσσας
αποσπώντας δίκαια
τους επαίνους των συγχρόνων του.

Έγραφε για όλα
πλην ενός
που διαρκώς το ανέβαλλε.

Τώρα πια σε βαθιά γεράματα
που κάθε αναβολή
απειλούσε την αρτιμέλεια
της θεματολογίας του
γέμισε ξανά την αχώριστή του πέννα
και κάθισε τρίζοντας
στους χοντρούς τόμους.

Οργάνωσε το υλικό
που είχε μαζέψει με επιμέλεια
κι ήταν πανέτοιμος.

Τίτλος «Ο Έρωτας»
και οι φυσικές πρωταγωνίστριες
«Αφροδίτη» και «Ελένη».

Όμως
ο απλήρωτος λογαριασμός
δεν ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα
πάρεξ ζέστη και ιδρώτας
κυκλοφορούσαν στο υγρό γραφείο.

Άρχισε να βγάζει
τα βαριά ρούχα
και με τεχνητά μέσα
θέλησε να παγιδεύσει το ζητούμενο.

Τα θολά γυαλιά του δεν εστίαζαν
στις ποθητές λεπτομέρειες.
Περιληπτικά εκινούντο τα σώματα
σε ακαταλαβίστικα σχήματα
και στην τριχοφόρα του ακοή
διέφευγαν οι ψίθυροι
τα διφορούμενα
και οι χυδαίες υποσχέσεις.

Μετά από καιρό
τον βρήκαν στο πάτωμα
κάτω από άρτιες εκδόσεις
ασάλευτο κι ολόγυμνο
έτσι όπως τον γέννησε η μάνα του
χωρίς πνεύμα πια
ανέδιδε μια μυρωδιά
που έκλεινε τις μύτες
των προσκεκλημένων.

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Στον Σταύρο Στ. Καραγιάννη

Είμαι μόνος.

Πίνω μπύρες
κοιτάζοντας διάφανα
τη Σελήνη.

Η σκέψη μου
κυκλοφορεί στα διάφορα
που θέλω να ξεχάσω.

Κάποτε νόμιζα
πως θα μπορούσα
να γίνω το αποτέλεσμα
των καλών αναμνήσεων.

Όμως κανένας δεν αλλάζει
κι έτσι κυκλοφορούμε παράλληλα.

Οι λίγοι που τα καταφέρνουν
ας μην είναι παράδειγμα
για μελλοντικούς γάμους

γιατί ο γάμος
είναι μοναχικό γαμήσι.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Κάθε φορά που το ανακαλούσα
απασφαλιζόταν
ο υδατοφράκτης των Πολεμιδιών
και ο ξεροπόταμος Γαρύλλης
ξέπλενε το αναδυόμενο τοπίο.

Μετά όλα εύρυθμα
έπαιρνε το καθένα
την παρτιτούρα που του αναλογούσε
σε δωμάτιο ετοιμοθάνατων νοσοκομείου.

Το κρεβάτι στη μέση
και γύρω οι εύλαλοι συγγενείς
με άρχοντα πρωτοψάλτη τη μητέρα.

Η κωματώδης του κατάσταση
τροφοδοτεί τους συνδαιτυμόνες
και τα υψωμένα ιατρικά χέρια
διευκολύνουν
την ακραία χρήση των φωνηέντων.

Και τότε ξεδιπλώνεται
το προβατίσιο νήμα
από τα νύχια ως την κουρία
σαν μέτρο αναφοράς
του ευάλωτου σώματος
για να ζωστεί με αυτό
η αγρύπνια του Τροπαιοφόρου.

Λες και διαισθάνθηκε τα επερχόμενα
εκχέεται από τα βάθη της σιωπής του
ένα ψέλλισμα
σαν βαθύ του νέι* ψιθύρισμα
που άλλοι το είπαν θαύμα
κι άλλοι αχαριστία
μα εγώ που τον υποψιαζόμουν από καιρό
το είπα συνέπεια,

Γαλάτεια
αφήστε με να πεθάνω με αξιοπρέπεια.

*Το «νέι» είναι ένα μακρόστενο πνευστό μουσικό όργανο που συναντάται σε Αραβικές χώρες.

Η ΒΟΥΚΕΜΒΙΛΙΑ

Στον Κυριάκο Αναγιωτό

Αφού καμιά βεβαιότητα
δεν έχει πόδια να σταθεί
και νέες συνεχώς αναδύονται
μελλοθάνατες
ψέμα λοιπόν
και η τεράστια πανέμορφη
Βουκεμβίλια
που κοιτάζω από τη βεράντα μου
πίνοντας μπύρες:

Κι αν αφαιρέσω
το «τεράστια» και «πανέμορφη»
και όλα τα υποκειμενικά επίθετα
αφαιρέσω ακόμη
και την μπύρα
από το θολωμένο μου μυαλό

και παραμένει η Βουκεμβίλια
κι εγώ να την κοιτάζω

ψέμα λοιπόν κι αυτό
και όχι μια μικρή, μικροσκοπική
βεβαιότητα
μέσα στην άπειρη σχετικότητα
του σύμπαντος
να συγκρατεί, «σαν σωματίδιο του Θεού»,
την εύθραυστη ζωή μου;

ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΑΤΕΙΑ

I
Τη μάνα μου
θα μπορούσα να την κλείσω
σ’ ένα γυάλινο κλουβί
και να αφιερώσω την υπόλοιπή μου ζωή
στα δικά της θελήματα.

II
Το χέρι σου μάνα
γεμάτο ρόζους
και σαν με χαϊδεύεις
βαθιά με πληγώνεις.

ΑΠΤΕΡΟΣ ΛΥΠΗ (2012)

Είδα ένα σκύλο με φτερά
ορκιζόταν η μικρή Έλενα
κι έκλαιγε με αναφιλητά
που δεν την πίστευαν οι μεγάλοι.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αδέξιες σκέψεις
μονοδρομούν τη λογική μου

«Σε είδα όνειρο» της ψιθυρίζω,
«σαν βούττημαν ήλιου.

Σκόνη και πλήθος
να οδηγούνται αμετακλήτως
στα ψηλόλιγνα δένδρα.

Ήσουν κι εσύ εκεί
κλαίουσα.»

Το μαύρο ταιριάζει
σε αυτούς που το σκέφτονται.

ΤΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ

Έμοιαζε
να ήταν στο σωστό τοπίο
γι αυτό και έμπλεκε
με ένα κουβάρι
και ένα καράβι.

Νόμιζε,
αλλά τι να περιμένεις από κάποιον
που θα έμενε εκ προθέσεως
με το ίδιο χρώμα.

Δε λέω
το μαύρο έχει τη δική του γοητεία
κι οι άνθρωποι τις δικές τους προσδοκίες.

Άμα πιστέψεις όμως σε όλα αυτά
μένεις με τα κουβάρια
σε όλο το σώμα

και μπροστά στον κίνδυνο
χωρίς αξιοπρέπεια,

γονυπετούσα καταριέσαι
το πανί που απομακρύνεται.

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ

Κτίζεις αυθαίρετα
χωρίς όρια
στο μυαλό μου.

Ανεξιχνίαστη στο χάρτη
ανεντόπιστη στη μνήμη.

Κι όμως υπάρχεις.

Οι ήχοι στο λουτρό σου
υπερχειλίζουν
και ως ιδρώτες πυρετού
διαμορφώνουν το σώμα μου.

Καταφθάνουν ειδικοί
με προϊστορικά εργαλεία
να σε οριοθετήσουν
στα λευκά μου σύνορα.

Παταγωδώς αποτυγχάνουν
κι εγώ απελπισμένος
τους φωνάζω,

«Ανίκανοι,
την αφήνετε χωρίς όρια
να με τρομάζει τις νύχτες;»

ΑΠΟΝ ΑΚΟΥΕΙ ΤΟΥ ΓΟΝΙΟΥ
ΠΑΡΑ ΓΩΝΙΑΣ ΤΖΙΟΙΜΑΤΑΙ

Γι’ αυτό τρέχω
στο νοσοκομείο να ακούσω
τα τελευταία λόγια
του πατέρα μου που αργοπεθαίνει.

Κολλώ το αφτί μου
στα αδύναμα του λόγια
που κυματίζουν με την ανάσα του
σαν οδηγίες προς ναυτιλλομένους.

«Να δραπετεύεις τις νύχτες γιέ μου
τις ώρες που όλοι κοιμούνται
και ^αγρυπνούν
μόνο αυτοί
που θέλεις εσύ να σε περιμένουν».

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ (2003)

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΡΙΑΔΝΗ

Οι εκπλήξεις συντηρούν τη ζωή μου.
Δεν κλείνω
και περιμένω στη γραμμή.

Κι επιτέλους εμφανίζεσαι
στην άκρη του ανελκυστήρα
ελκυστική σαν έκπληξη
ν’ ανεβαίνεις με την πίεσή μου.

Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτος
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.

Ας με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν.

Και να ‘μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τι θα ήμουν και ‘γω αν δεν την γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Τώρα οι λεπτομέρειές της
μου υγραίνουν τις νύκτες
κι ο πόθος μου αδειάζει το μυαλό.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

Καθώς σε τυλίγει ο ύπνος
εγώ ξαγρυπνώ.

Τα καταδυτικά μου σύνεργα επιθεωρώ
και είμαι πανέτοιμος.

Όταν στη σκαφανδρική μου οθόνη
εμφανιστεί το ονειρικό σου κήτος
περιφερόμενο ανήσυχο στο βυθό
εγώ ταλαντεύομαι μόνο για μια στιγμή
κι αποφασίζω.

Εγκαταλείπω τα όπλα μου
και γυμνός
επιχειρώ κατάδυση εκπληκτική.

Καταβροχθίζομαι
αμετακλήτως
από το κήτος.

Όμως τα χαμόγελά μου
ανεβαίνουν
με τις φουσκαλίδες στην επιφάνεια

γιατί εγώ είμαι πάλι ο νικητής.

Μετενσαρκώνομαι σε σάρκα ονείρου
και σαν Δούρειος Ίππος
εισέρχομαι
στο εγκλωβισμένο σου όνειρο
δια παντός.

Η ΑΝΕΛΕΗΤΗ

Στα πόδια σου
κατάθεσα τον εαυτό μου
και συ
αδικαίωτο με αφήνεις.

Η δικαιοσύνη σου
είναι σκληρή
και τιμωρεί
όποιον σε ποθεί
χωρίς την άδειά σου.

Στην κόλαση καταδικάζεται
του ανικανοποίητου
να γράφει
γελοίο κέρδος
ποιήματα

για σένα;

ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ (1988)

ΣΥΝΤΗΡΗΤΗΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ

Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.
Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν
μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.

Γι’ αυτό και δε με βλέπουν που τ’ απλώνω,
τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,
στο σκοτεινό μου δωμάτιο.

Κανένας άλλος ας μην πληρώσει
γι’ αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.

Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα
κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.

Ο ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙ
ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ

Τι κι αν οι σκοτεινές νύκτες
μου αναστηλώνουν τις επιθυμίες.

Ο Προκρούστης δουλεύει στο μυαλό μου.

Με ξεχειλωμένο λαιμό τις κρυφοκοιτάζω
να χάνονται προς τον ορίζοντα
κι η φωνή μου τις ακολουθεί
σαν ψίθυρος,
«περιμένετε…»
σαν ηχώ τις ακολουθεί.

ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ

Ένας ήρεμος ποταμός επιστρέφει.

Ανάλαφρο το μειδίαμα
σχηματίζεται κατά την ένωση.

Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου,
φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,
αποκαθηλώνει τα εξαίσιά τους χρώματα.

Το άρωμα των χρωμάτων με συνεπαίρνει
και ανέρχομαι ακολουθώντας τροχιά
ανωθρώσκοντα μισοζαλισμένου καπνού.

Όμως δεν φταίω μόνον εγώ
για τις αποτυχίες μου.

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Κίτρινοι φανοί ομίχλης φωτίζουν
τους σωρούς άτυχων πεθαμένων πεταγμάτων
ξεμαλλιασμένες εκλάμψεις
σπασμωδικά αυτοφωτίζονται.

Και πως κατέρχομαι τώρα, σώος,
από απόκρημνα συναισθήματα πόθου.

Αρπάζω το τηλεσκόπιο του πυροφύλακα
και ατενίζω με ζήλεια
και με κομμένη ανάσα ηδονοβλεψία,
μια θάλασσα στο βάθος,
να αγκαλιάζει έναν ήρεμο επιστρέφοντα ποταμό.

ΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Οι σκουπιδιάρηδες του μεσημεριού
μας διώχνουν τον ύπνο.

Έντομα οι μύγες
που κάθονται στον ιδρωμένο τους λαιμό
καθώς και οι πεταλουδίτσες
με τα πολύχρωμα αισθήματα.

Στα σίγουρα όμως προτιμώ
αυτές της νύκτας.

Το τίμιο δεν με ελκύει
καθώς και τα παιδιά του
που μυρίζουν ανέκπληκτα.

Υπάρχω λοιπόν γιατί επιλέγω,
και όχι επιλέγω όσο υπάρχω ακόμη,
ακόλουθος μίζερων φορτηγών
στο καταμεσήμερο,
διακόπτοντας μεσημβρινούς εραστές
με τιποτένιους θορύβους.

Μακριά λοιπόν από τον οίκτο μου
και από αυτόν που προτιμά
τον ιδρώτα του ακόλουθου,
παρά του εραστή.

Με τρομάζουν όλα αυτά
που είναι πέρα από τη λογική μου.

Η ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ

Με παρακολουθεί από μέρες.

Όταν λείπει,
απλώνω στον ήλιο
τα χρωματιστά της εσώρουχα,
και την περιμένω.

Πάντα επιστρέφει με νέες ιδέες
κι εγώ χαίρομαι,
που δεν κουράστηκα.

«Όμως», μου είπε μια μέρα
ενώ μάζευα τα ρούχα,
«αν επιμένω να μην έρθω,
θα πηδήξω από τον Ουρανοξύστη

Η ΣΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Η γυναίκα που έντυσα σαν αδελφή μου
κάθεται στα γόνατά μου.

Οι γοφοί της με πιέζουν να προχωρήσω.

Ακόμα δεν την έχω συνηθίσει.
Της χαϊδεύω τις ξυρισμένες της γάμπες
και στα μαλλιά της ανάβουν
οι λάμπες της χριστουγεννιάτικης θλίψης.

Όλοι έχουν φύγει για τα βουνά.

Στο μέτωπο τη φιλώ
και αδέξια της ψιθυρίζω, «αδελφή μου».

Δυσφορεί που οι λέξεις παίζουν ακόμα
το ρόλο του παγωμένου Χειμώνα.

Αυτή τρελαίνεται για ατέλειωτα
αμμουδερά καλοκαίρια
και η αδελφική εποχή με τα καμώματά της,
είναι διαγραμμένη από τις χρονιαίες της επιλογές.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Τα φώτα που τρεμοσβήνουν στο βάθος,
οπωσδήποτε δεν είναι η «Νήσος τις εστί»,
όπως θα την αναγνώριζαν αμέσως
οι ευφυείς φιλόλογοι
και οι ευτραφείς κτηματομεσίτες.

Όμως το παράπονο που επιπλέει
στις λίμνες των ματιών,
είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Γιατί δεν είναι μόνο τα συρτάρια
που έχουν γεμίσει μυστικά,

είναι και το σώμα που αλλάζει.

Όταν θα ξανασυναντηθούμε
στο τέλος αυτού του λειμώνα στο νησί,
η ανομβρία θα μου έχει σκληρύνει τις παλάμες
και θ’ αποφύγω να σε χαϊδέψω τρυφερά.

ΣΥΝΘΗ

Σου χαρίζω τα ξυρισμένα μου όνειρα
που κατεβαίνουν με ορμή από το νεροχύτη
στις υγρές φαντασιώσεις μου.

Σου χαρίζω τον τοίχο που χωρίζει
τους λεπτούς σου τρόπους και την ευγένεια
από την αναίδεια της κρεβατοκάμαρας.

Σου χαρίζω τις χυδαίες λέξεις
που δονούν ηδονικά τα σώματά μας
και τις κινήσεις που ταιριάζουν με τις λέξεις μας.

Και τέλος, σου χαρίζω τα τολμηρά αγάλματα
που αναδύονται ιδρωμένα.

Και συ; Και συ ω Σύνθη,
χάρισέ μου απλώς
την αποδοχή των δώρων μου.

ΕΟΛΙΘΙΑ (1983)

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Όταν είμαι μαζί σου νοιώθω θαυμάσια.
Χωρία να πιω καν την παγωμένη μου μπάρα
λύνεται η σφιχτή μου γλώσσα
δραπέτης δειλίας εξελίσσομαι
κι αιχμάλωτη σού παραδίδω
την κουζίνα των μυστικών μου αισθημάτων.

ΟΙ ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΙ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΟΙ

Μέσα στη λευκή κάμαρη
του ζητούσε επίμονα έρωτα
η μικρή γκόμενα.

Αντί αυτού
της πρόταξε
τη σχιζοφρενική διαύγεια της ειμαρμένης
το εολίθιο τέκνο.

Έφυγε απογοητευμένη.

Απογευματινή εφημερίδα
ανάγγελλε τους αρραβώνες της
με σοβαρό διδάσκαλο
από την επαρχία.

ΟΥΤΟΠΙΑ

Με μεθοδικότητα αρχαιολόγου
ξεθάβω και συγκολλώ
τα προϊστορικά μου μέλη
αναστυλώνοντας
το τεράστιο άγαλμα
που το χαμόγελό του
θα προχωρήσει

Γιώργο Σεφέρη.

ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΟΣ

Ήρθε από τα βάθη της ζωής
ένα βράδυ καλοκαιρινό
και κόλλησε σα σφραγίδα
στο μέτωπό μου.

Με την άμπωτη υποχώρησε
αφήνοντας ανεξίτηλη μια λέξη
«σημαδεμένος», καθώς λένε,
φορτίο βαρύ
να το μεταφέρω στους αιώνες.

Ότι έγινε υπάρχει
και δεν φτάνει η συγχώρεση.

ΤΗΛΕ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΡΙΑ

Διανύομεν περιόδους
επιδημιών λοιμωδών νόσων.

Ψηλός πυρετός
και συστήματα ηλεκτρονικά
επαναφέρουν την εικόνα σου
έντονα κόκκινη
σε οθόνη τηλεοράσεως.

Μου είναι αδύνατο
να σε αναγνωρίσω
με τα έγχρωμα στίγματα
της αρρώστιας σου.

Κάτω από την πούδρα
το πρόσωπό σου
νεκρικά χλωμό.

Και τα μαλλιά σου π’ αγαπούσα’
φορμαρισμένα στο κομμωτήρια.

ΤΟ ΣΩΜΑ TOY ΑΧΙΛΛΕΑ

Στην προσπάθειά τους
να καταστήσουν ολόκληρο
το σώμα του Αχιλλέα
άτρωτο
εγκατέστησαν πυρηνικά πριόνια
στη δάση Ακρωτηρίου
ακρωτηριάζοντας
το κάτω άκρο
του ποδιού του ήρωα
στο σημείο ακριβώς
που τον κρατούσε η μητέρα του
πάνω από τη φωτιά
καθιστώντας
το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων
άτρωτο μεν
αλλά ανάπηρο σε καροτσάκι.

ΕΠΙΜΟΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Μισόφαγε, μα νοιώθει κουρασμένοι
Η μπάρα στο ποτήρι του
χάνει τον ιδρώτα.

Κάνει μια προσπάθεια…
η κίνηση μετέωρη απομένει.

Όλα του έρχονται μισά
στο πληχτικό δωμάτιο.

Του λείπει οπωσδήποτε
αυτό που απουσιάζει.

ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ

Με ιστορίες διαστελλόμενες
μάχεται απεγνωσμένα
να αναρριχηθεί στο ενδιαφέρον
βαριεστημένων συνδαιτυμόνων.

Η υποψία της φθοράς τον πεισμώνει
και διηγούμενος οδηγείται

εκεί
όπου πια
δεν μπορεί

να υποχωρήσει με αξιοπρέπεια.

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΟΡΙΠΗΣ

Από τις πολεμίστρες
του μεσαιωνικού κάστρου
Ζωσμένη τις σφιχτές ζώνες
τυλιγμένη τα βαριά ρούχα
αχάδευτη κι αφίλητη
αγναντεύει το λεμονόδασος
που κατεβαίνει στη θάλασσα,

κι αναστενάζει.

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ

Υποστέλλω τις σημαίες
διαστέλλω τις πύλες της πόλης
και καταλήγω όπως πάντοτε
μόνος
σαν ημερομηνία
να κοιτάζω από το περιθώριο

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΙΟ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΕΓΑΨΑΝ:

Θάνατος σε ανοικτή ζώνη (2018)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

Στην αγωνία της φθοράς

Ο Μάριος Αγαθοκλέους με τέσσερεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του [Εολίθια (1983), Ηδονοβλεψίας (1988), Λαϊκό ανάγνωσμα, Η Γυναίκα με τα μαύρα (2003), Άπτερος λύπη (2012)] και με ευδιάκριτη ποιητική φωνή επιστρέφει στην ποίηση με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και ώριμη συλλογή που φέρει τον τίτλο Θάνατος σε ανοικτή ζώνη (εκδ. Περί λύχνων αφάς, Λευκωσία 2018). Πρέπει να επισημάνουμε, μάλιστα, εξαρχής ότι ο ποιητής δημοσιεύει την πρώτη του συλλογή στην ώριμη ηλικία των 35 ετών, ενώ παράλληλα ένα μεγάλο διάστημα εκδοτικής σιωπής 15 ετών χωρίζει τη δεύτερή του συλλογή (Ηδονοβλεψίας 1988) με την τρίτη, και πιθανώς αισθητικά αρτιότερη ποιητική του κατάθεση (Η γυναίκα με τα μαύρα 2003). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει, κατά την άποψή μου, δύο τινά: πρώτον ότι ενώπιόν μας έχουμε έναν ολιγογράφο ποιητή που είχε τη φρόνηση να παραμερίσει τις όποιες νεανικές παρορμήσεις γραφής και να προετοιμάσει προσεκτικά την παρθενική παρουσία του και δεύτερον ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή που επιμένει υπομονετικά και επώδυνα, με παραστάτη το ποιητικό του ένστικτο, να συγκεντρώνει καίρια βιώματα και εμπειρίες ζωής πριν τη συγγραφή και την έκδοση.
Προτού όμως μπούμε για καλά στο θέμα μας, θα πρέπει να σημειωθεί εμφατικά μια πολύ σημαντική προκαταρκτική παρατήρηση, που αφορά το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής περιπέτειας του ποιητή. Η εξέλιξη της ποιητικής τέχνης του Μάριου Αγαθοκλέους, σε αντίθεση, μάλιστα, με άλλους ποιητές που εκδίδουν σε πολύ νεαρή ηλικία, δεν παρουσιάζει βαθιές τομές με την έννοια της ριζικής διαφοροποίησης στη θεματική και τις μορφολογικές επιλογές από συλλογή σε συλλογή. Αντίθετα, πρόκειται για μια ποίηση που, από την πρώτη κιόλας εκδοτική της παρουσία, καθορίζει ευδιάκριτα τους βασικούς άξονές της, τους οποίους, ωστόσο, και εμβαθύνει επώδυνα από συλλογή σε συλλογή.
Με την πέμπτη, λοιπόν, κατά σειρά ποιητική κατάθεσή του Θάνατος σε ανοικτή ζώνη, ο Αγαθοκλέους συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο. Το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα, προσωπικά βιώματα απώλειας και συμπυκνώνουν αισθητικά την καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια γενικότερη θέαση, δηλωτική της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο παιγνιώδης και πολύσημος τίτλος Θάνατος σε ανοικτή ζώνη, τίτλος ο οποίος προέρχεται από ομότιτλο ποίημα, υποδεικνύει πλαγίως και εξαρχής την ορίζουσα της συλλογής και μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί όχι μόνο του ανά χείρας βιβλίου, αλλά και του συνολικού έργου του ποιητή. Κι αυτό γιατί ο πρώτος και κυρίαρχος όρος του τίτλου, το ουσιαστικό, δηλαδή, «θάνατος» αποκαλύπτει εξαρχής και αναφανδόν το υπαρξιακό δράμα που γίνεται μόνιμο κλίμα και μοναδικός πυρήνας της ποίησής του. Πρόκειται, δηλαδή, για το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς (όχι μόνο υλικής, αλλά και συναισθηματικής – όχι μόνο κυριολεκτικής, αλλά και μεταφορικής), η οποία εξακτινώνεται και διαπερνά αποδυναμώνοντας την κάθε στιγμιαία πρόσδεση σε συμβατικές καταστάσεις ζωής, προσωπικής και συλλογικής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας ο στοχασμός γύρω από τη φθαρτή ανθρώπινη φύση, το πεπερασμένο και το εφήμερο, η συναίσθηση του θανάτου, η επώδυνη απώλεια ενός φίλου, η έννοια του χρόνου, το απροσπέλαστο και μεταφυσικό του θείου κόσμου, η δυναστευτική μνήμη ως εφιάλτης της σχέσης με τον εαυτό μας και τους άλλους, η μοναξιά, υπαρξιακή και οντολογική που προέρχεται από το αδύνατο της ανθρώπινης επικοινωνίας, η σιωπή αλλά και η κραυγή αγωνίας, είναι ουσιαστικοί άξονες που διαπερνούν την ποίησή του και αποκαλύπτουν, εν τέλει, ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Ακόμη και η ποίηση ή ο έρωτας, άλλα βασικά και επίμονα θέματα της ποίησης του Αγαθοκλέους, αν και δρουν προς στιγμήν εξισορροπητικά στην έντονη παρουσία του θανάτου, προβάλλουν, εντούτοις, αντιθετικά τις περισσότερες φορές, από τη μια το τυραννικό δράμα του συχνά ανικανοποίητου, ανεκπλήρωτου έρωτα και από την άλλη το δράμα της αναπόφευκτης φθοράς του τελειωμένου.

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Στον Σταύρο Στ. Καραγιάννη

Είμαι μόνος.
Πίνω μπύρες
κοιτάζοντας διάφανα
τη Σελήνη.
Η σκέψη μου
κυκλοφορεί στα διάφορα
που θέλω να ξεχάσω.
Κάποτε νόμιζα
πως θα μπορούσα
να γίνω το αποτέλεσμα
των καλών αναμνήσεων.
Όμως κανένας δεν αλλάζει
κι έτσι κυκλοφορούμε παράλληλα.
Οι λίγοι που τα καταφέρνουν
ας μην είναι παράδειγμα
για μελλοντικούς γάμους
γιατί ο γάμος
είναι μοναχικό γαμήσι.

Εστιάζοντας περισσότερο στη δεσπόζουσα για τον τίτλο, αλλά και για ολόκληρη τη συλλογή, παρουσία του θανάτου, παρατηρούμε ότι ο θάνατος δεν αφήνεται από τον ποιητή μετέωρος, γενικός, αλλά αντίθετα ολοκληρώνεται, οριστικοποιείται, δηλαδή, νοηματικά προσδιοριζόμενος «σε ανοικτή τηλεοπτική ζώνη». Γεγονός, βέβαια, που θεματοποιεί αμφότερα τη βίαιη εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον αφύλαχτο χώρο της ιδιωτικής ζωής και της ύπαρξης μέσω της μαγικής οθόνης ή την αντίστροφη και, κάποιες φορές, ελπιδοφόρα παρέμβαση της ποιητικής όρασης που μεταμορφώνει παροδικά τον εξωτερικό κόσμο, ενώ ο σταθερός κρυφός υποβολέας, ο χρόνος, συνεχίζει ανενόχλητος τη δράση του. Η πιο πάνω σύνθετη ποιητική οπτική καταδεικνύει, πάντως, δύο σημαντικές ποιητικές στρατηγικές του Αγαθοκλέους, στις οποίες, μάλιστα, η κριτική δεν έχει δώσει, κατά τη γνώμη μου, μέχρι σήμερα, την πρέπουσα σημασία. Παρατηρούμε, λοιπόν, αρχικά ότι ο ποιητής κινείται πάντα ανάμεσα σε δύο διαστάσεις: την πραγματική-φυσική και τη μεταφυσική. Αυτή η δισδιάστατη κατάσταση, η υπαρξιακή διπολικότητα, η οποία συχνά εκφράζεται ως αντιθετική, άλλες φορές, ωστόσο, τις περισσότερες εκφράζεται ως συμπαρουσία λίγο πολύ διαλεκτική δύο αντιτιθέμενων πόλων, ανάμεσα στους οποίους μένει κανείς μετέωρος, είναι ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία που χαρακτηρίζουν καλύτερα την ουσία και τη μορφή της ποίησης του Αγαθοκλέους.
Μια δεύτερη και θεμελιώδης, κατά την άποψή μου, μηχανή της ποίησής του αποτελεί μια έντονη θεατρικότητα-κινηματογραφικότητα, η οποία, στην παρούσα συλλογή συνυφαίνεται άρρηκτα με τη θεματική του αιφνίδιου ή αναμενόμενου θανάτου, διαδραματίζοντας καθοριστικό σκηνοθετικό ρόλο στην ανάπτυξη των ποιημάτων. Κι αυτό γιατί η αντίληψη που έχει ο ποιητής ότι η ζωή μοιάζει με θεατρικό έργο με λίγο ή καθόλου νόημα, είναι μια αντίληψη, βέβαια, που επανέρχεται σε έργα μεγάλων συγγραφέων, παλαιότερων και νέων (William Shakespeare, Tennyson, Thomas Mann κ.ά.) εκφράζοντας μια γενική ειρωνεία, μια εκδοχή της οποίας είναι η κοσμική ειρωνεία, το γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος, ενώ επιθυμεί την αιωνιότητα, καλείται να ζήσει έχοντας επίγνωση του τέλους του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνεχής ροή των ποιητικών εικόνων σε συνδυασμό με έναν απρόβλεπτο και πυκνό μεταφορικό λόγο, ξετυλίγονται πάντα επεισοδιακά και με μια φυσική και ανεπιτήδευτη υπαινικτικότητα και αποκαλύπτουν στον αναγνώστη ότι τίποτε δεν είναι περισσότερο παρόν από την ψεύτικη βεβαιότητα της ύπαρξης.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΖΩΝΗ
Στον Κώστα Α. Μιχαηλίδη

Η άγνοιά μου απειλή.
Αρχίζω τηλεοπτικά μαθήματα
ανοικτής ζώνης.
Κάθομαι αναπαυτικά στον καναπέ.
Νέες τεχνολογίες
διακοπής της ζωής.
Ανώνυμος μασκοφόρος
δίνει παραγγέλματα
με επώνυμη προφορά.
Σκουπίζει
τις ματωμένες του προτάσεις
σε τρυφερό λαιμό.
Αναγνωρίζω την ελίτσα
του τηλεοπτικού λαιμού
είναι αυτή
των δημοτικών μας τραγουδιών.
Αρχίζω να ιδρώνω.
Ο αέρας λιγοστεύει.
Αλλεπάλληλες προσπάθειες αφύπνισης
αποτυγχάνουν.
Σπαρταρώ στον καναπέ απελπισμένα
μέχρι που η άπνοια
με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Αύριο όλοι θα ζηλεύουν τον θάνατό μου
και θα λένε
«πέθανε ενώ κοιμόταν».

Ο γυμνασμένος αναγνώστης αντιλαμβάνεται, βέβαια, ότι μέσα σε αυτό το ποιητικό και θεατρικό δρώμενο το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι απλά και μόνο μια προσωπίδα. Το αληθινό πρόσωπο του ποιητή, με άλλα λόγια, δεν έχει αφανιστεί κάτω από αυτήν, καθώς ο ποιητής κατά διαστήματα ανοίγει οπές προκειμένου να υπάρξει, να ανασάνει και να εκπληρώσει τον ρόλο του. Κι αυτό συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, γιατί απαραίτητη προϋπόθεση της ποίησης του Μάριου Αγαθοκλέους είναι, βεβαίως, η έντονη βιωματικότητα, αλλά ταυτόχρονα και μια προσπάθεια, του προσωπικού βιώματος σε μια καθολική αισθητική εμπειρία. Ο ποιητής, δηλαδή, από τη μια μεταμφιέζεται και την ίδια στιγμή αίρει τις μεταμφιέσεις του· από τη μια καλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο και ταυτόχρονα από την άλλη το επικαλείται. Κάτω, λοιπόν, από αυτό το ερμηνευτικό πρίσμα, όλες οι ποιητικές συλλογές του Μάριου Αγαθοκλέους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μια προσωπική βιωματική εποποιία, τα ποιήματα της οποίας εκκινούν από την καθημερινότητα, τροφοδοτούνται από τις οικείες και ταπεινές όψεις της, για να αναχθούν όμως στο επίπεδο της αποκαλυπτικής εμπειρίας, όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης. Κι έτσι το έργο του ισορροπεί ανάμεσα σε ποιήματα ποιητικής και σε ποιήματα βιωματικά, θέματα που συμπλέκονται αδιάλειπτα και οργανικά δημιουργώντας τις περισσότερες φορές ένα αισθητικά λειτουργικό ποιητικό σύμπαν που, παρά τη δεσπόζουσα παρουσία της φθοράς, αποπνέει αγάπη για τον άνθρωπο και την τέχνη.
Η ΒΟΥΚΕΜΒΙΛΙΑ
Στον Κυριάκο Αναγιωτό

Αφού καμιά βεβαιότητα
δεν έχει πόδια να σταθεί
και νέες συνεχώς αναδύονται
μελλοθάνατες
ψέμα λοιπόν
και η τεράστια πανέμορφη
Βουκεμβίλια
που κοιτάζω από τη βεράντα μου
πίνοντας μπύρες:
Κι αν αφαιρέσω
το «τεράστια» και «πανέμορφη»
και όλα τα υποκειμενικά επίθετα
αφαιρέσω ακόμη
και την μπύρα
από το θολωμένο μου μυαλό
και παραμένει η Βουκεμβίλια
κι εγώ να την κοιτάζω
ψέμα λοιπόν κι αυτό
και όχι μια μικρή, μικροσκοπική
βεβαιότητα
μέσα στην άπειρη σχετικότητα
του σύμπαντος
να συγκρατεί, «σαν σωματίδιο του Θεού»,
την εύθραυστη ζωή μου;

Η ποίηση, επομένως, του Μάριου Αγαθοκλέους και αυτό το θεωρώ σημαντικό, θετικό στοιχείο της δουλειάς του, ακόμα και όταν πρόκειται για ποιήματα ποιητικής, πείθουν με την αλήθεια τους. Κι αυτό γιατί αφενός ο ποιητικός πυρήνας διαποτίζεται, βυθίζεται στο βίωμα και αφετέρου γιατί αυτό το βίωμα πραγματώνεται συχνά σε αισθητικά λειτουργική ποίηση. Παρατηρούμε, λοιπόν, μια ξεκάθαρη ηθική στάση απέναντι στην πράξη της ποίησης. Και η ποιητική ηθική του Μάριου Αγαθοκλέους αναγνωρίζεται πρωτίστως ως στενά βιωματική σχέση ποιητή και θέματος. Κι είναι για τούτο ίσως που η απώλεια αυτής της απαραίτητης και ουσιαστικής σχέσης, στο ποίημα «Απλήρωτος λογαριασμός» οδηγεί αναπόφευκτα την ποίηση και τον ποιητή στο βάραθρο και στην ακυρολεξία.
Σχεδόν όλα τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής, λοιπόν, συγκλίνουν, προς ένα εσωτερικό ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύουν, από την άλλη, μια έντονη αντίδραση απέναντι στον συμβατικό ηθικοκοινωνικό κώδικα, η οποία, μάλιστα, σε αρκετά ποιήματα επιστρατεύει μια ανατρεπτική οπτική. Παράλληλα, δηλαδή, με τη βυθοσκόπηση σε μια αυστηρά ιδιωτική περιοχή του ποιητικού προσώπου, ο σκηνοθετικός φακός καταγράφει ταυτόχρονα μιαν οδυνηρή και ισοπεδωτική εξωτερική καθημερινότητα κοινωνικής διάψευσης, μεταδίδοντας υπαινικτικά και ειρωνικά το μήνυμα της προδομένης και έκπτωτης πατρίδας. Η θεματική και κατ’ επέκταση ψυχολογική εσωστρέφεια του ποιητή όχι μόνο δεν αποκλείει, επομένως, τη θεώρηση του εξωτερικού κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του. Κι είναι για τούτο που ειδικότερα θέματα της ποίησής του αποτελούν η διάψευση των ονείρων της μεταπολεμικής εποχής, τα προσωπικά και συλλογικά αδιέξοδα της γενιάς της εισβολής, η σωματική και ψυχολογική φθορά, η αίσθηση της εγγύτητας του θανάτου, η αίσθηση της μόνωσης και τέλος η διάψευση του έρωτα, με την αποτυχία του στίγματος της σύγχρονης κοινωνικής κατάστασης ή της συλλογικής ταυτότητας.
ΕΛΛΕΙΠΕΣ ΣΧΕΔΙΟΝ ΥΓΕΙΑΣ

Πέρασε κι αυτό στα ψιλά
της καθημερινότητας.
Ο χρόνος
είναι ο καλύτερος γιατρός.
Εκεί που ακόμα συνεχίζεται
η διαρροή λύπης
είναι στις χαρές του σώματος.
15.7.12

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟ
Στον Αντώνη Χαραλάμπους

Επίκαιρες λέξεις
με οδηγούν σε αδιέξοδο.
Αν είχα αυτιά
θα αφουγκραζόμουνα την απειλή.
«Ούτε η μάνα σου θα σε αναγνωρίσει»
Με υψωμένα χέρια
παλαμίζω στο σκοτάδι.
Ψηλαφώ ένα κολλώδες κόκκινο οβάλ
χωρίς μάτια
χωρίς μύτη
χωρίς στόμα.
Τώρα καμιάς γυναίκας ακροδάχτυλα
δεν θα νιώσω,
πάρεξ το ρίγος του θανάτου.
Κι αν δεν με αναγνωρίζετε από την όψη
είμαι εγώ
ο Αντώνης Χαραλάμπους
αναφερόμενος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης
ως δέκατος τρίτος νεκρός
άλλως
ο Στρατιώτης χωρίς πρόσωπο.

Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕ ΔΩΣΕ
Στον Τάσο Ζαχαρίου

Όσο το μυαλό σου
επεκτείνει τα όρια του δικού μου
θα είσαι μαζί μου.
Όσο το κορμί σου
υλοποιεί τις φαντασιώσεις μου
θα είσαι μαζί μου.
Γιατί είμαι άπληστος.
Όταν στερέψεις
το ξέρεις, δεν θα έχω λύπη για σένα
και σαν ποσφίκτρα θα σε πετάξω
στον κάλαθο των αχρήστων.

Επισημαίνουμε, επομένως, ξεκάθαρα στο έργο του την κριτική που ασκείται σε ένα βαθύτερο επίπεδο, στο συμβατικό, κοινότυπο και το κοινωνικά και ποιητικά καθιερωμένο. Το δραματικό κατακάθι, ωστόσο, της προσωπικής εμπειρίας περνά έμμεσα και για αυτό πιο εύστοχα, χρησιμοποιώντας την ειρωνική υπονόμευση και τον σαρκασμό. Η διαβρωτική, βέβαια, ειρωνική διάθεση συνδυάζεται πάντα στην ποίηση του Αγαθοκλέους με μια διάχυτη πικρία, η οποία προέρχεται περισσότερο από την απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι. Έχουμε, με άλλα λόγια, τον αντίλογο ενός ποιητικού προσώπου στην καθημερινή φθορά, στο σαθρό πολιτικό και πολιτισμικό κατεστημένο και στη γενικότερη έκπτωση της νεοκυπριακής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που ο ποιητής αρνείται, βέβαια, την ποιητική ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά φυσικά τοπία ή τη μνημείωσή της σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Σεφέρης, ο Ελύτης ή οι επίγονοί τους, αλλά επιμένει πεισματικά καβαφικώ τω τρόπω να θέτει το άστυ ως κυρίαρχο σκηνικό της ποίησής του.
Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, αντιλαμβανόμαστε πληρέστερα γιατί επανερχόμενο θεματικό μοτίβο της συλλογής αποτελεί μια πικραμένη ποιητική και κοινωνική συνείδηση, η οποία, επειδή βρίσκεται σε αποφασιστική ρήξη με την ισχύουσα τάξη πραγμάτων που υψώνεται παντού, αναζητεί πολλές φορές την καταφυγή σε ένα «παράλληλο σύμπαν»· εκεί όπου ίσως το άτομο «θα επέδιδε καλύτερα». Μάταια, όμως, γιατί σύμφωνα με τον ποιητή υπάρχουν παντού οι σκληροί «διασταυρωτές», οι οποίοι παρά τις όποιες προσωπικές μας επιλογές, αυτοί «γνωρίζουν καλά τα μυστικά περάσματα» και είτε με μια Εισβολή είτε με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου και των τραπεζών, μάς αφαιρούν τη γη κάτω από τα πόδια μας και μάς καρφώνουν στον σταυρό, καθώς εμείς αφήνουμε από τον πόνο «ανάγλυφα σημάδια στους τοίχους, τα οποία το πρωί τα ‘βάφουμε’ λευκά αγαλματίδια».

ΛΕΥΚΑ ΑΓΑΛΜΑΤΙΔΙΑ
Στον Χρίστο Μελίδη

Σκεφτόμενος
τα παράλληλα δεν διασταυρώνονται
φυσικώς
νόμιζα πως
θα απέδιδα καλύτερα
σ΄ ένα παράλληλο σύμπαν.
Όμως πάντα υπάρχουν
οι διασταυρωτές
που γνωρίζουν εκ φύσεως
τα μυστικά περάσματα.
Για να τους αποφύγω
ντύνομαι μαραγκός
και καρφώνω πετάγματα.
Οι κραυγές μου δεν κυκλοφορούν
στο αναβαθμισμένο κέντρο της πόλης
ούτε καν έξω
απ΄ το σκοτεινό μου δωμάτιο.
Κάποτε όμως
όταν ο πόνος είναι αβάστακτος
μένουν ανάγλυφα σημάδια
στους τoίχους.
Το πρωί
τα βάφω λευκά αγαλματίδια
και ξεγελώ τους τουρίστες.

Συνοψίζοντας, η τελευταία ποιητική συλλογή του Μάριου Αγαθοκλέους αποτελεί φυσιολογική συνέχεια μιας ώριμης πορείας, καθώς διευρύνει τα οικεία θέματά του σε μεγαλύτερους κύκλους, δημιουργώντας νέες περιοχές αναζήτησης. Και για τούτο ο αναγνώστης της ανά χείρας συλλογής ανακαλύπτει ξανά τις αρετές ενός προσωπικού ύφους, που βασίζεται στην πυκνή εκφραστική, τον πολυσήμαντο ποιητικό λόγο, αλλά και την έντονη βιωματικότητα και την ψυχική ταπεινότητα. Και όλα αυτά με μια ποιητική γλώσσα που είναι προσωπική, ατμοσφαιρική και γενικά αντισυμβατική, διαφανής, με λογική διάρθρωση και μελετημένη αρχιτεκτονική. Έτσι, η ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους, αποφεύγοντας για ακόμη μια φορά τα κραυγαλέα συνθήματα της γενιάς του, αποπνέει δραματική ένταση και κυριαρχείται από τραγική αυτογνωσία.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

Η μεταφυσικη του θανάτου στην ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Μάριου Αγαθοκλέους, που κυκλοφόρησε στις αρχες του 2018, τιτλοφορείται «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη» και αποτελείται μόνο απο 19 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα, μέσα απο τα οποία όμως αναδύεται μία θλιμμένη, μελαγχολικη και γκρίζα ατμόσφαιρα. Υπάρχει όμως απάντηση γι’ αυτο το φαινόμενο στην ποίηση του Μ. Αγαθοκλέους και είναι η εξης: Όλα τα ποιήματά του πλην ενος είναι αντλημένα απο το ζοφερο, θλιβερο και καταθλιπτικο τοπίο της σύγχρονης κυπριακης Ιστορίας που, όπως αντιλαμβάνομαι, απασχολει ακόμη σε μεγάλο βαθμο πολλους Ελληνοκύπριους ποιητες. Ειδικα τους παλαιότερους που έζησαν και βίωσαν τραγικα και εφιαλτικα γεγονότα, όπως αυτα που αναδείχθηκαν μέσα απο την κυπριακη κοινωνία των τελευταίων χρόνων, με αποτέλεσμα ο αδήριτος θάνατος να αφήσει τ’ ανεξίτηλα μελανα στίγματά-του στην ψυχη και το έργο τους.
Παρόλο που είναι αυτοτελη αυτα τα 19 ποιήματα, μεταξυ-τους όμως, όπως διαβλέπω, υπάρχει μία υπόγεια συνοχη, λες και είναι εσωτερικα συνδεδεμένα με ένα αόρατο νήμα, εφόσον σχεδον όλα περιστρέφονται γύρω απο μία κυρίαρχη θεματικη, αυτη του θανάτου. Εννοω πως ο θάνατος, με όλο το μυστήριο και το ανεξήγητο που περικλείει, είναι η βασικη πηγη ους, δίνοντάς μας έτσι την ισχυρη εντύπωση πως ο δημιουργος τους, με αυτα τα 19 ποιήματα, επιχείρησε να συλλάβει και να ολοκληρώσει μία σπουδη θανάτου, σε όλο το βάθος και την έκτασή της, την οποία ανέπτυξε μέσα στους στίχους και τις σελίδες της καινούργιας ποιητικης συλλογης του. Ο αδυσώπητος θάνατος, επομένως, είναι η κοινη συνισταμένη όλων αυτων των ποιημάτων. Ο εύγλωττος τίτλος, εξάλλου, της συλλογης, απο μόνος-του, είναι ενδεικτικος της όλης ιδέας και προσπάθειάς-του.
Να σημειώσω ακόμη πως τα 19 ποιήματα που περιέχει η συλλογη «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη» διακρίνονται για τ’ αδρα, ξεκάθαρα χαρακτηριστικα τους. Θα έλεγα με βεβαιότητα πως όλα τα ποιήματα, με βάση αυτα τα χαρακτηριστικα τους, εμπίπτουν στα όρια του ποιητικου γένους ή είδους που ονομάζεται Ελεγεία. Είναι δηλαδη κατα κύριο λόγο ποίηση ελεγειακη, εφόσον εδω υπάρχουν ποιήματα θρηνιτικα, ποιήματα του πένθους. Θρήνος και πένθος για το θάνατο των γονιων του, των συγγενων, των φίλων και γενικα των συνανθρώπων του, (ακόμη και η απώλεια αγαπημένων κατοικίδιων ζώων, φυτων ή λουλουδιων είναι ένα είδος θανάτου για τον Μάριο Αγαθοκλέους), όπου εδω απώτερος στόχος του είναι η διατήρηση της μνήμης αυτων των προσφιλων νεκρων. Άρα, όλα αυτα εκδηλώνουν μία ποίηση ή μια ποιητικη του πένθους. Γράφει στο ποίημα «Η ποίηση», σελ. 30):

Όπλο μελλοντικο
στων ποιητων την έμπνευση.

Λέξη τη λέξη
όραμα το όραμα
υφαίνει με υπομονη το σάβανο
του αήττητου Θανάτου.

Κι εγω ένας ταπεινος ποιητης
μες στο δικο
της όραμα
κατέγραψα ό,τι είδα σε ώρα πυρετου
σε μία στιγμη, σε μία ρωγμη του χρόνου.

Πρέπει, ευθυς αξ’ αρχης, να διευκρινίσω πως ο Μάριος Αγαθοκλέους δεν είναι πεσιμιστης ποιητης. Δηλαδη δεν μεταφέρει στην ποίησή του καρυωτατικες ή πεισιθάνατες διαθέσεις, εφόσον δεν διακατέχεται και δεν εμποτίζει την ποίησή-του απο τέτοιες ψυχώσεις ή αμαρτίες. Απεναντίας, όσο και αν είναι χρωματισμένη η ποίησή του με το μαύρο της λύπης, βαθια μέσα-της, στο υόστρωμά της, υποφώσκει ένα ισχυρο ρεύμα ελπίδας, αγάπης και ανάγκης για την ανθρώπινη ζωη και τα παράγωγά-της. Υπο αυτη την έννοια, τολμω να παρομοιάσω αυτα τα 19 ποιήματα με τις «Πασχαλιες μέσα απο τη νεκρη γη», του αξέχαστου Μάνου Χατζιδάκι, άσχετα αν το έργο αυτο ανήκει στον χώρο της μουσικης, που είναι ασφαλως ένα άλλο είδος τέχνης.
Πρέπει ακόμη να ομολογήσω πως, στις μέρες μας, παρόλο που γράφονται όγκοι απο καλη ποίηση, σπάνια συναντας τέτοια ποίηση που διεγείρει, αναστατώνει και καταπονει επώδυνα, ψυχικα και σωματικα, τον αναγνώστη της! Θέλω να πω, πως σπάνια συναντας τέτοια ηλεκτρισμένη γραφη, φορτισμένη κυρίως απο ποιητικη ενέργεια και πυρίκαυστη ουσία, με αποτέλεσμα να σε συνεπαίρνει ολόκληρο, επιφέροντάς σου στο τέλος μία πληθωρικη και ανεξέλεγκτη συγκίνηση! Το σπουδαιότερο όμως είναι που στις μέρες μας σπάνια συναντας τέτοιο χαρισματικο δημιουργο όπου, μέσα απο 19 μόνο ποιήματα, κατορθώνει να δώσει στο αναγνωστικο κοινο τέτοιο ολοκληρωμένο, απ’ όλες τις πλευρες, έργο!
Πρόκειται για ποιήματα μαστορικα συγκροτημένα, δηλαδη με στέρεη δομη και δωρικη μορφη, που αποτελούνται απο στίχους καταπληκτικης έμπνευσης και διαύγειας, που μεταδίδουν ξεκάθαρα μηνύματα, άσχετα αν αυτοι οι στίχοι, όπως προανάφερα, είναι χρωματισμένοι και με μία στρώση απο το μαύρο της θλίψης και της λύπης. Σίγουρα, όλα αυτα είναι ισχυρα στοιχεία που κάνουν την καινούργια δουλεια του λεμεσιανου ποιητη να ξεχωρίζει ως η πιο σύνθετη, πολύπλοκη και απαιτητικη στη μέχρι σήμερα ποιητικη πορεία-του. Δείγμα ενδεικτικο το ποίημα με τίτλο «Ο ψυχρος δολοφόνος», σελ. 10:

Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες
οι εμπρηστες έκαιγαν τα δένδρα
και μια συγκεκριμένη γυναίκα
έκαιγε αυτον που την πόθησε.

Οι ιστορίες αυτες είναι για τους άλλους.

Ενος συγκεκριμένου ανδρος
οι πόθοι δεν κάνουν γυμνισμο.

Κυκλοφορει λοιπον ωσαν παγόβουνο
που κάθε λάμψη ή έξαψη
στη γένεση τις πνίγουν
τα παγωμένα-του νερα.

Δεν είναι δύσκολο όμως, ν’ ανιχνεύσει ή ν΄αντιληφθει κάποιος που οφείλεται αυτο το κατόρθωμα του Μάριου Αγαθοκλέους. Σίγουρα (και πρώτιστα) οφείλεται, πιστεύω, στο γεγονος ότι ο δημιουργος της συλλογης «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη», βασίσθηκε, ή πάτησε, πάνω στους δοκιμασμένους κανόνες (ή τους νόμους) της ποίησης για να δημιουργήσει τα καινούργια ποιήματά του, όπως είναι η σαφήνεια, η μουσικότητα, η συγκίνηση, η ψυχικη και πνευματικη λύτρωση, η αισθητικη χαρα κ.ά., τα οποία αποτελουν, νομίζω, καλη συνταγη (ίσως την καλύτερη) για να γραφτουν σήμερα ωραία ποιήματα. Κανόνες ή νόμους που δεν πρέπει ν’ αγνοει ή να παραβαίνει ο ποιητης όσο μεγάλος και αν είναι. Κανόνες ή νόμους που δεν αγνόησε ασφαλως και ο Μάριος Αγαθοκλέους, εφόσον κάποιοι απο αυτους αντανακλώνται έκδηλα στην ποίησή του. Γιατι είναι πλέον γεγονος αποδεδειγμένο πως μόνο όταν υπάρχει σαφήνεια, συγκίνηση (λυπητερη ή χαρούμενη) και αισθητικη μετουσίωση, τότε μόνο υπάρχει και καλη ποίηση. Θέλω να τονίσω με έμφαση πως μόνο όταν το κοινο αίσθημα μεταπλάθεται σε αισθητικη συγκίνηση υπάρχει καλη και λειτουργικη ποίηση. Και όπως έλεγε ο Έγκαρ Άλαν Πόου (Edgar Allan Poe) «η αξία ενος ποιήματος είναι ανάλογη με τη συγκίνηση που προκαλει». Και ο Μάριος Αγαθοκλέους, όπως διαπιστώνω, σίγουρα προσφέρει απλόχερα στους αναγνώστες του αυτη την αισθητικη συγκίνηση με τη νέα δουλεια του, που σε μεγάλο βαθμο οφείλεται και στο εργαλείο με το οποίο έφτιαξε τα νέα ποιήματά-του. Αναφέρομαι βέβαια στη γλώσσα του. Εννοω το γλωσσικο όργανο που επινόησε και χρησιμοποίησε για να υφάνει την καινούργια ποίησή του, όπου εδω τα λέει μ’ ένα τρόπο εξόχως ποιητικο και αισθησιακα επεξεργασμένο. Γράφει στο ποίημα «Η σιωπηλη Δομνίκη», σελ. 12:

Η Δομνίκη
έχει μάτια πελώρια
που με σκεπάζουν τις νύχτες
σαν φύλλα Φθινοπώρου.

Την ημέρα
μπροστα απο μια γύαλινη σφαίρα
ακούει τις κατάρες της μάνας-της
που’ ναι όλες για μένα.

Η Δομνίκη δεν μιλα
γιατι θα πεθάνει η μάνα-της.

Ας μην ξεχνάμε όμως πως η ποίηση ανέκαθεν υπηρετει το αισθητικα ωραίο, το αληθινο και το γνήσιο, παρόλο που εμφυλοχωρει και εδω πολλες φορες το μοχθηρο πένθος που μαραγκιάζει την ανθρώπινη ζωη και ύπαρξη. Όμως, η διαδικασία αυτη, για να στεφθει με επιτυχία, προϋποθέτει άσκηση και μαθητεία. Για να φθάσει δηλαδη η ποίηση (γενικα το έργο τέχνης) στο επιθυμητο αποτέλεσμα, πρέπει οπωσδήποτε να προϋπάρξει απο μέρους του δημιουργου πνευματικη άσκηση πάνω στους δοκιμασμένους και καθιερωμένους, όπως σημείωσα, κανόνες της ποίησης αλλα πρέπει να προϋπάρξει και μαθητεία κοντα στους μεγάλους και καταξιωμένους μύστες της ποίησης, της ελληνικης και παγκόσμιας ποίησης.
Ο Μάριος Αγαθοκλέους, όπως τόνισα, δεν αγνοει του κανόνες ή τους νόμους αυτου του παιγνιδιου. Απεναντίας, φαίνεται καλα διαβασμένος, αρκετα καλος γνώστης του παιγνιδιου. Έτσι, στόχευσε πολυ ψηλα και μας έδωσε με την καινούργια συλλογη του τελειοποιημένη και ολοκληρωμένη ποίηση, άσχετα αν την έχει καλύψει, επαναλαμβάνω, συνειδητα ή όχι, με το μαύρο πέπλο του πένθους.
Πρώτα απ’ όλα στόχευσε, και πολυ σωστα έπραξε, στην αξιολόγηση, την οργάνωση και την ανάπτυξη του περιεχομένου της εν λόγω συλλογης του αλλα, όπως ανάφερα ήδη, στόχευσε και στο ξεδίπλωμα του γλωσσικου οργάνου που χρησιμοποίησε για να φτιάξει τα καινούργια ποιήματά-του, τα οποία είναι όλα καμωμένα με απλες, ταπεινες (για να μνημονεύσω μια λέξη της αρεσκείας του) και εύχρηστες λέξεις, όπου εδω φανερώνεται πραγματικα η δυναμικότητα και το μεγαλείο των απλων λέξεων. Ο αναγνώστης δεν θα βρει στα καινούργια ποιήματα του Μάριου Αγαθοκλέους ούτε έναν νεολογισμο, ούτε μία πολυσύνθετη λέξη για σκοπους εντυπωσιασμου!
Θα βρει όμως στιβαρες λέξεις, σε περιορισμένο βέβαια αριθμο, απο την κυπριακη διάλεκτο, όπως π.χ. κουρία (το πάνω μέρος της κεφαλης), ποσφίκτρα (λεμονόκουπα) που εκδηλώνουν μία ιδιόφωνη δυναμικη. Δηλαδη αυτες οι κυπριακες λέξεις μεταφέρουν μέσα στους αιώνες μία δοκιμασμένη δυναμικη του ακατάλυτου ελληνικου πνεύματος, θέλοντας με αυτο ο ποιητης να υποδηλώσει, όπως νομίζω, την αξία, τη λειτουργικότητα και τη διαχρονικότητα της κυπριακης διαλέκτου μέσα στη διαιώνια δομη, ή τη ραχοκοκαλια, της χιλιόχρονης ελληνικης γλώσσας. Ίσως να εννοούσε τον εαυτο του ο ποιητης όταν έγραφε τους ακόλουθους στίχους που υπάρχουν στο ποίημα «Απλήρωτος λογαριασμος», σελ. 18:

«Έγραφε
ως άριστος τεχνικος της γλώσσας
αποσπώντας δίκαια
τους επαίνους των συγχρόνων-του»

Ο Μάριος Αγαθοκλέους, επομένως, είναι πάνω σε αυτη την καθημερινη, όμως πλατια και ζουμερη, γλώσσα που κατόρθωσε να μεταγγίσει όλες τις σκέψεις, τους στοχασμους και τα συναισθήματά-του, όπως του πόνου, της θλίψης και της οργης που περικλείει ο άπληστος θάνατος, καθως και η φθοροποιος δύναμη του χρόνου, τα οποία μεταφέρει αυτόματα η γλώσσα-του, ως το πιο κατάλληλο όχημα, στην ποίησή-του και εν συνεχεία στους αναγνώστες-του. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, πως η ποίηση, όπως έλεγε ο Χαίλντερλιν (J. C. Friedrich Holderlin), είναι «μια διαρκης μεταφορα συναισθημάτων», και με την άποψη αυτη συμφωνούσαν, λίγο ή περισσότερο, και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας διανόησης. Αξίζει ν’ αναφέρω μόνο δύο σημαντικα ονόματα που οι απόψεις-τους συγκλίνουν ή κινούνται στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με του Χαίλντερλιν, όπως αυτη του Άγγλου ποιητη, κριτικου και φιλόσοφου Ivor Armstrong Richards, που έλεγε πως η «η ποίηση είναι η υπέρτατη μορφη συγκινησιακης χρήσεως της γλώσσας», αλλα και εκείνη του Paul Valery που σημείωνε, (πιο απλα, παρασταστικα και κατανοητα αυτος), πως η ποίηση είναι «η προσπάθεια απεικόνισης, με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων που επιχειρουν στα σκοτεινα να εκφράσουν οι κραυγες, τα δάκρυα, οι σιωπες, τα φιλια, οι στεναγμοι, οι θωπείες….».
Συνεπως, στην φαινομενικα γαληνεμένη ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους, που στο σύνολό της είναι μία ποίηση του υπαινιγμου, της υποδόριας έντασης και των υπαρξιακων ερωτημάτων, όπως διαπιστώνω, υπάρχουν πολλες κραυγες, δάκρυα και στεναγμοι. Υπάρχει το άσπρο και το μαύρο. Υπάρχει η χαρα και η λύπη. Υπάρχει, με μία λέξη, η χαρμολύπη.
Απο αυτη την ποίηση βέβαια δεν λείπει η ζωη, ο έρωτας και ο θάνατος, κυρίως η ωμότητα του θανάτου, σε όλες της μορφες-του, απο το βιολογικο μέχρι τον πνευματικο θάνατο, που γύρω-του, όπως είπα, εδράζεται η ποίηση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω συλλογη του Μάριου Αγαθοκλέους. Ενος ποιητη που ξεχωρίζει, πραγματικα, για το ιδιαίτερο, το ιδιόκτητο ύφος-του, την φρέσκα ποιητικη ματια και έκφρασή του, χαρίσματα που διαθέτουν μόνο ελάχιστοι σύγχρονοι ποιητες. Ενος ποιητη που τον απασχολει και τον προβληματίζει έντονα το αναπόφευκτο του θανάτου, κυρίως η μεταφυσικη του θανάτου όπου, σε τελικη ανάλυση, μοιραία και αμετάκλητα, βλέπουμε την πατημασια-του να σφραγίζει ή ν’ αποτυπώνεται σε όλη την ποίησή του.
Ουσιαστικα, ο Μάριος Αγαθοκλέους, με αγχέμαχα όπλα τα 19 νέα ποιήματά του, που συνιστουν, επαναλαμβάνω, μία ευσύνοπτη, όμως πολύμοχθη, σπουδη γύρω απο το ανερμήνευτο νόημα του θανάτου, («ύλη αδίδακτη ο θάνατος», λέει η Κικη Δημουλα), επιδίδεται σε μία ανελέητη και άνιση πάλη με αυτο το ειδεχθες και τρομακτικο μυστήριο, αφελως πιστεύοντας πως κάποια στιγμη, αργα ή γρήγορα, θα κατορθώσει να ανακόψει την εξοντωτικη φθορα που επιφέρει στο ανθρώπινο σώμα και πνεύμα, παραμένοντας πεισματικα αγκιστρωμένος στην ελπίδα. Αγκιστρωμένος στη ζωντανη, πλην απατηλη, ελπίδα που τον κάνει να πιστεύει πως θα βρει κάποτε, αργα ή γρήγορα, το δρόμο που θα οδηγήσει, τον εαυτο του (καλύτερα τ’ όνομά του) και το έργο του, προς την μικρόψυχη αιωνιότητα. Αρκετα αποκαλυπτικος είναι στο ποίημα «Ικεσία», σελ. 9, χωρις όμως ν’ αφήνει ν’ αντιληφθούμε προς τα που απευθύνει την ικεσία-του. Δηλαδη αν την απευθύνει στο Θεο ή στην Ερατω, τη Μούσα της ποίησης. Υποψιάζομαι όμως πως μάλλον στην φιλόμουση Ερατω απευθύνει αυτη τη σπαρακτικη ικεσία-του, παρα στον ιδιότροπο Θεο του. Γράφει ο Μάριος Αγαθοκλέους:

«Εμένα που ταπεινα σου προσφέρω
τα ποιήματά-μου
ελέησέ-με
χάρισέ-μου
μια στιγμη στην αιωνιότητα
μια λεπτομέρεια του κορμιου-σου
και σώσε-με
απο τη φρικτη δουλεία της γραφης»

Με άλλα λόγια, τον Μάριο Αγαθοκλέους, θα έλεγα πως τον απασχολει το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και η μετα θάνατον κατάληξή του. Η κατάληξη εννοω που θα έχει το ευτελες σαρκίον αλλα και το σπουδαίο έργο του. Άρα, εκείνο ουσιαστικα που προβληματίζει τον ποιητη δεν είναι το τέλος της επίγειας πραγματικότητας, αλλα το άδηλο του θανάτου, τουτέστιν ο ακατάβλητος φόβος για την μεταθανάτια ζωη. Γι’ αυτο και ο στοχασμος του είναι διαρκως στραμμένος και ενεργοποιημένος πάνω στο μάταιο και το πρόσκαιρο των πάντων, απο τα έμψυχα μέχρι τ’ άψυχα. Πιο σωστα, είναι στραμμένος πάνω στις τετελεσμένες συνέπειες του πετροκαταλύτη χρόνου. Στο θέμα αυτο, αρκετα σαφης είναι στους στίχους που προτάσσει ως μότο σε μία απο τις πρώτες σελίδες της συλλογης του:

«Ρωτήθηκα
με τι θέματα ασχολείται η ποίησή-μου
κι απάντησα
μ’ ένα και μοναδικο
να νικήσει τον θάνατο»

Θα επιμείνω όμως και θα εμβαθύνω ακόμη λίγο στην ποιηση που περιέχει η συλλογη «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη», σε σχέση πάντοτε με όσα ανάφερα για τη μεταφυσικη του θανάτου, που βασανιστικα απασχολει και προβληματίζει το δημιουργο-της, για ν’ αναφέρω πως αυτη η ποίηση, πέραν απο το συναισθηματικο φορτίο που κουβαλάει, (φόβος, πόνος, οργη, θλίψη, λύπη) είναι άκρως πνευματικη, στοχαστικη και κυρίως ενδοσκοπικη, μέσα απο την οποία ο ποιητης επιχειρει συνεχως την αυτογνωσία και την οδυνηρη αυτοενδοσκόπησή του.
Ο ποιητης όμως δεν περιστρέφεται γύρω απο τον εαυτο του. Δεν εκγλωβίζεται δηλαδη στο ψυχικο αδιέξοδό-του. Θέλω να πω πως τα συμπεράσματα απο την επίμονη και επίμοχθη δοκιμασία και ψυχικη εξερεύνησή-του, δεν τα κρατάει μόνο για τον εαυτο του. Αντιθέτως, θέλει να το εξωτερικεύει και να το μοιράζεται με τους αναγνώστες-του, γενικα με όλο τον κόσμο, επιθυμία φυσικα που πραγματοποιείται με αρκετη επιτυχία μέσα απο την ποίησή του. Με αυτο τον τρόπο, και πάντοτε μέσω της ποίησής του, αφήνει να φεύγουν πολλαπλα νοήματα. Για να φθάσουν όμως αυτα τα νοήματα ξεκάθαρα στο πλατυ αναγνωστκο κοινο χρειάζεται και εδω εξάσκηση. Και όπως, μ’ έκπληξη, διαπιστώνω στην εξαίρετη σπουδη του Μάριου Αγαθοκλέους, υπάρχουν πολυ λεπτα νοήματα που μόνο μέσα απο την πόρτα της ποίησης, της δικης του ποίησης, μπορουν να βγουν στο φως, χωρις αυτο, νομίζω, να το κατορθώνει άλλη μορφη λόγου ή τέχνης, όπως π.χ. η προσπάθειά του να συλληφθουν, φευγαλέες, σχεδον άπιαστες, ψυχικες στιγμες. Παραθέτω κάποιους στίχους απο το ποίημα «Λευκα αγαλματίδια»:

«Οι κραυγες μου δεν κυκλοφορουν
στο αναβαθμισμένο κέντρο της πόλης
ούτε καν έξω
απ’ το σκοτεινο μου δωμάτιο.

Κάποτε όμως
όταν ο πόνος είναι αβάστακτος
μένουν ανάγλυφα σημάδια
στους τοίχους.
Το πρωι
τα βάφω λευκα αγαλματίδια
και ξεγελω τους τουρίστες»
Σελ. 20

Θα μείνω όμως μέχρι εδω. Γιατι την ποίηση, όπως πολυ σωστα έλεγε ο William Buttler Yeats, και δεν αναφερόταν στην οποιαδήποτε ποίηση παρα στην εμπνευσμένη και βαθυστόχαστη, «δεν πρέπει να την επεξηγούμε υπερβολικα γιατι έτσι αφαιρούμε κάτι απο την μυστηριακη ατμόσφαιρα και την υποβλητικότητά της».
Και στην ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους διαπιστώνω πως υπάρχει, πράγματι, άφθονη μυστηριακη ατμόσφαιρα και υποβλητικότητα. Αν συνεχίσω όμως αυτο το μονότονο και άχαρο τροπάρι μου, πολυ φοβάμαι πως θα νοθεύσω, τόσο το μυστήριο της ατμόσφαιράς της όσο και την υποβλητικότητά της. Είναι ωσαν ν’ απλώνω το χέρι-μου και να αφαιρω άτσαλα όλη την επίχρυση επικάλυψη που υπάρχει πάνω σε μία όμορφη και θαυματουργη εικόνα. Την εικόνα της ποίησης του Μάριου Αγαθοκλέους! Επομένως, όσο και αν μάς συστήνεται αυτος ο χαρισματικος δημιουργος ως ένας «θλιβερος» και «ταπεινος» ποιητης, εγω αταλάντευτα πιστεύω το αντίθετο, διαβεβαιώνοντας πως η εικόνα που προβάλλει μέσα απο την ποίησή του κάθε άλλο απο αυτη του «θλιβερου» ποιητη είναι. Με το χέρι στην καρδια, έχω να δηλώσω, πως πρόκειται για την ολοκάθαρη εικόνα ενος αληθινου και μεγάλου ποιητη. Ποιητη που αγγίζει με τη σκέψη και το στοχασμο-του τις κορυφογραμμες της μεγάλης διανόησης.
`
Λιμνάτι, Νοέμβρης-Αγία Φύλα, Δεκέμβρης 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Μάριος Αγαθοκλέους μεριμνά να υπογραμμίσει το υπαρξιακό επίκεντρο της ποίησής του από την προμετωπίδα κιόλας του βιβλίου του: «Ρωτήθηκα / με τι θέματα ασχολείται η ποίησή μου / κι απάντησα / μ’ ένα και μοναδικό / να νικήσει το θάνατο». Βέβαια, το υπαρξιακό υπογάστριο, ο υπαρξιακός προσανατολισμός όλων των θεματικών του Μ.Α. κατέχει δεσπόζουσα θέση όχι μόνο στην υπό παρουσίαση ποιητική συλλογή του – που φέρει τον εύγλωττο τίτλο: «Θάνατος σε ανοικτή ζώνη» – αλλά και στις άλλες πέντε συλλογές που προηγήθηκαν, αρχής γενομένης από το 1983.

Σε όλο το βιβλίο ο Μ.Α. πραγματεύεται τρεις θεμελιώδεις έννοιες, το θάνατο, τη θλίψη και την μοναξιά. Μάλιστα, διαχειρίζεται αισθητικά αυτές τις έννοιες με έκδηλο πεσιμισμό και ιδιαίτερα προσωπικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Πχ στο ποίημα: «Η θλίψη του Οκτώβρη», ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει: «…το ακριβό αυτό συναίσθημα / που δεν χαρίζεται / ακόμα κι αν το θελήσεις / είναι για κάτι αποκλειστικά δικό μου…». (σελ. 11)

Ο Μ.Α. γράφει ποίηση δωμάτιου, ποίηση εσωτερικού χώρου. Η εσωτερικότητα αλλά και η εσωστρέφεια κυριαρχούν στην ποιητική του. Ο ποιητής με τον εαυτό του συνομιλεί, με τον εαυτό του διαλογίζεται. Αυτόν κρίνει, αυτόν διαπομπεύει, αυτόν χλευάζει, αυτόν σαρκάζει. Και αυτόν υμνεί ή και οικτίρει: «Οι κραυγές μου δεν κυκλοφορούν / στο αναβαθμισμένο κέντρο της πόλης / ούτε καν έξω / απ’ το σκοτεινό μου δωμάτιο». (σελ. 20)
Ο ποιητής ενίοτε θέλγεται και από την αμφισημία. Πχ το ποίημα «Ικεσία» (σελ. 9) μπορεί να προσληφθεί και ως ποίημα ποιητικής, αλλά συνάμα και ως ερωτικό ποίημα. Οι δύο θεματικές άλλωστε συνυπάρχουν συνήθως και στα δημιουργήματα πολλών άλλων ομότεχνων του Μ.Α., Κυπρίων και ξένων. Και βεβαίως, πίσω από την πρώτη ανάγνωση του ποιήματος του Μ.Α. ενυπάρχει και η δεύτερη ανάγνωση όπου ο υπαρξιακός ορίζοντας είναι καθ’ όλα ορατός. Αφού, η «στιγμή στην αιωνιότητα», όταν και εφόσον κερδηθεί, απαλλάσσει «από τη φρικτή δουλεία της γραφής».

Ο ποιητής χλευάζει τα συμβατικά πράγματα και τους συμβατικούς ανθρώπους, τα καθιερωμένα ειωθότα, τα κατεστημένα, τις βαριεστημένες αλλά βαθιά ριζωμένες συνήθειες: «Σπαρταρώ στον καναπέ απελπισμένα / μέχρι που η άπνοια / με σφίγγει στην αγκαλιά της. / Αύριο όλοι θα ζηλεύουν τον θάνατό μου…». (σελ. 15)

Ο ποιητής αρέσκεται να απομυθοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις, ειδικά τις σχέσεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας, τις ερωτικές σχέσεις. Αποδομεί αυτές τις σχέσεις. Θρυμματίζει με πάταγο το χάρτινο περίβλημα του καθωσπρεπισμού, απογυμνώνει και αποκαλύπτει τη χρησιμοθηρία και την υποκρισία. Την ίδια ώρα ξεσκεπάζει τον κυνισμό και την ωμότητα: «Όσο το μυαλό σου / επεκτείνει τα όρια του δικού μου / θα είσαι μαζί μου. / Όσο το κορμί σου / υλοποιεί τις φαντασιώσεις μου / θα είσαι μαζί μου». (σελ. 27)

Από την άλλη, ο έρωτας και ο θάνατος συνυπάρχουν συχνά στην ποίησή του. Πχ ο νεκρός «στρατιώτης χωρίς πρόσωπο» μονολογεί: «Τώρα καμιάς γυναίκας ακροδάχτυλα / δεν θα νιώσω, / πάρεξ το ρίγος του θανάτου». (σελ. 13)

Η αξιοπρέπειά μας έχει να κάμει με την αξιοσύνη μας, αλλά και με τις αξίες μας στη ζωή. Κι αν βιώσαμε ή υπηρετήσαμε ένα επαρκές αξιακό σύστημα, το ίδιο οφείλουμε να βιώσουμε και να υπηρετήσουμε, πεθαίνοντας. Στο ποίημα «Η τελευταία διαθήκη του πατέρα μου» ο Μ.Α. πραγματεύεται το δίπολο θάνατος -αξιοπρέπεια. Στερνό κατευόδιο στον άνθρωπο, να παραμείνει ως το τέλος άξιος και αξιοπρεπής. Στερνά λόγια του πατέρα του ποιητή, πριν τον επιθανάτιο ρόγχο: «Λες και διαισθάνθηκε τα επερχόμενα / εκχέεται από τα βάθη της σιωπής του / ένα ψέλλισμα… / …Γαλάτεια / αφήστε με να πεθάνω με αξιοπρέπεια». (σελ. 23)

Η φιλοσοφική διάθεση του ποιητή διακρίνεται και από μιας μορφής ανατρεπτικότητα. Διακρίνεται όμως και για τη διαλεκτική της, με βάση την άρνηση της άρνησης και την ενότητα των αντιθέσεων: «…έμαθα να διαχειρίζομαι / τις καθημερινές μου ήττες / μέχρι που έγινα αήττητος». (σελ. 29)

Ο ποιητής είναι ολιγογράφος, ευσύνοπτος, λακωνικός, επιγραμματικός, καίριος, διαυγής και ντόμπρος. Είναι ειλικρινής, ειλικρινέστατος, με τον εαυτό του πρώτα αλλά και με τους αναγνώστες του. Τού ευχόμαστε τέτοιος να παραμείνει μέχρι τέλους: « Είσαι ψεύτης μου είπε / κι εγώ απάντησα / με ακόμα ένα ψέμα / πως ψέματα ακούνε / αυτοί που δεν αντέχουν / την αλήθεια». (σελ. 31)

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Η Κριτική του Γιώργου Φράγκου είναι εύστοχη και ουσιαστική: Ποίηση «δωματίου» ή εσωτερικού χώρου, όπως γράφει. Γράφει, θα συμπλήρωνα, πιο πολύ κλειστά, αλλά άρτια ποιήματα, για ένα περιορισμένο συνήθως κύκλο αναγνωστών. Δεν απευθύνεται κατά κανόνα – θεματολογικά ( και αισθητικά)- στο λεγόμενο «συλλογικό υποσυνείδητο», που εξασφαλίζει πιο εύκολη και ευρεία αποδοχή. Είναι ποιητής επιλεκτικής ιδιοσυγκρασίας και απαιτητικής αναγνωστικής εστίασης. Ανήκει στους δυο τρεις καλύτερους των «ησσόνων» ποιητών, αφού οι «μείζονες» φρόντισαν νωρίς να να πατήσουν στα ψηλά και σίγουρα βάθρα ιδεολογικών και Εθνικών «ανελκυστήρων». Ο καθείς και τα όπλα των έντιμων επιλογών του.

SALTA GAMIDOU

[διαδικτυακή φίλη από Λάρισσα]

26 Μαρτίου 2015 ·
Τελευταία ανακάλυψα και λάτρεψα την ποίηση του Μάριου… διότι με συγκινεί που πλάθει ποιήματα από τριμμένα ρήματα. Λέξεις που δεν είχαν προσημανθεί ως υλικό κατάλληλο γιά λυρισμό και μυσταγωγίες.
Χωρίς ουσιαστικά και ρήματα με αόριστο ή γενικό περιεχόμενο. Εναντίον της λέξης «υπόσταση», της λέξης «υπέρβαση». Λατρεύω αυτού του είδους την ποίηση. Θέλω η ποιητική φλόγα να με φωτίζει όχι από δάδες και πανθεϊστικά κάτοπτρα, όχι από μεταλαμπαδεύσεις και ιερούς βωμούς, αλλά από τα σπασμένα γυαλιά σε σκουπιδότοπο. Τι μου προσφέρει ο ποιητής?
Ήχους θα πω. Και εγώ φωτίζω τους ήχους αυτούς με μία εξαίσια σημασία,
που είναι άρρητη και άφωνη, αλλά συντονίζει τη μοναξιά μου.
Δεν αντέχω άλλο την διεκδίκηση των Ουρανών. Αισθάνομαι προσήλυτος εκ βαρβάρων. Στον κόσμο όπου με τοποθέτησαν οι τύχες και τα ντόμινο των καιρών, ενόσω διακονεί εργόχειρο, θα μελετώ την ποίησή του και θα απολαμβάνω με νοσταλγία την βαρκάδα ή την πτήση. Θα ταξιδεύω στη μυθική Χώρα των πόθων μου.

Στις 25 Οκτωβρίου 2018

Σε εκτιμώ, σε θαυμάζω κι όμως, πρώτη φορά σε επαινώ.
Δημοσίως. Ακολουθώντας το πεπρωμένο των μέσων κοινωνικής γνωριμίας,
χαίρομαι που υπάρχεις στο facebook, που παραμένεις «ζωντανός» κι έτσι κοινωνώ απίστευτης ομορφιάς κι δεινότητας Ποίηση. Χαίρομαι για αυτό το μέσο.
Βλέπω την αποτύπωση της ανθρωπολογικής πανίδας ενός μεγάλου Ποιητή μες στον κυβερνοχώρο, χωρίς βέβαια να λείπει κι η αντίστοιχη χλωρίδα, ήτοι οι μαϊντανοί. Ίσως είσαι ο μόνος ποιητής που κατάφερες να συνδυάσεις μια εκρηκτική, μονήρη εικαστική αντίληψη του ψηφιακού χώρου, με την συνοπτική, κρυπτική κι συνεχώς διαλεγόμενη με τους αναγνώστες σου ποιητική γραφή.
Καθημερινός λόγος λιτός κι απέριττος, καθόλου λόγιος, αποτυπωμένος με το μόνο τίμιο εργαλείο που διαθέτει ο νους, την επινόηση, συνυπάρχει με στίχους προορισμένους να επιβιώσουν, έστω κι υπό δημόσια αδιαφορία.
Πρόκειται για ποίημα συνοπτικό μεν διαυγές κι εντελές, αν κι αφουγκράζοντάς το κι μελετώντας το θα μπορούσε να ανήκει στις ποιητικές συνθέσεις που απαιτούν αφηγηματική απλοχωριά.
Είσαι έμπειρος με έμπυρη καρδιά, δεν γράφεις μακροσκελή ποιήματα, καθημερνές κι σκόλες, δεν έχεις καμία σχέση με τους πολυγραφότατους ποιητές άλλων γενεών.
Νιώθω πως δεν ασκείσαι να τελειώσεις μια Οδύσσεια, που κάποτε θα αναφανεί, αλλά για να την αποφύγεις..
Νιώθω επίσης πως έχεις μοιραστεί την αγωνία του ενός ποιήματος που θέλει ολοένα κι περισσότερη δουλειά κι το επαναγράφεις, ο καθείς με τα όπλα του, όλο κι βαρύτερα, όλο κι βαθύτερα, όλο και πιο ενδιαφέροντα.
Εύχομαι να μην κριθείς εν τη απουσία σου, αλλά να μπεις στις βιβλιοθήκες της χώρας! Διότι όπως έλεγε κι ένας καθηγητής μου στην σχολή: «ο εγκέφαλος δεν είναι στομάχι, που είτε του ρίχνεις πατάτες μπλουμ,
είτε μοσχαράκι με σάλτσα, σου μηνάει χόρτασα. Ο εγκέφαλος, εάν χορτασθεί, παράγει ακατάλυτη κι θριαμβεύουσα νοητική ασέλγεια.» Σε εκτιμώ, σε θαυμάζω κι όμως, πρώτη φορά σε επαινώ.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Η Ελλειπτική φωνή του Μάριου Αγαθοκλέους

Από τον «Ηδονοβλεψία» στη «Γυναίκα με τα μαύρο»:

Α. Με τη δεύτερη του ποιητική συλλογή «Ηδονοβλεψίας», 1988-η πρώτη του με τον τίτλο Εολίθια εκδόθηκε το 1983 – ο Μάριος Αγαθοκλέους, όχι μόνο Βελτιώνει τη χαρακτηριστικά λιτή και στρωτή τεχνική του, αλλά και της προσδίδει μια πιο σύνθετη και πιο πλούσια συμβολιστική. Με έντονη ακόμα την ερωτική διάθεση και θεματική, απαλλάσσεται σ’ ένα Βαθμό από το προηγούμενο αισθητικά αμφίβολο στίγμα μιας ερωτικά «σωματικής» εκφραστικής, και περνά στην πολυσήμαντη ανάπτυξη του ποιήματος. Η ροή των εικόνων κι ο πάντα απρόβλεπτος μεταφορικός του λόγος, ξετυλίγονται σχεδόν επεισοδιακά, με εύγλωττες σιωπές και σκόπιμα χάσματα. Διαβάζω κάτι χαρακτηριστικό:

ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.
Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν
μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.

Γι’ αυτό και δε με βλέπουν που τ’ απλώνω,
τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,
στο σκοτεινό μου δωμάτιο.

Κανένας άλλος ας μην πληρώσει
γι’ αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.

Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα
κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.

0 αναγνώστη εξέρχεται του ποιήματος έχοντας τη βέβαιη αίσθηση, ότι ο ποιητής κατόρθωσε να «διπλοκλειδώσει » εξίσου μια συμπαγή στην εναλλακτικότητά της καλλιτεχνική μορφή, που κρατά τις κεραίες μας σε διαρκή εγρήγορση. Δεν πρόκειται εδώ για κοινότοπη ψυχογραφία ή ανιαρό εξομολογητικό μονόλογο, που διαβάζουμε τόσο συχνά. Η κίνηση των στίχων είναι συνήθως σύντομη κι ελλειπτική, άλλοτε πάλι γίνεται πιο σύνθετη κι ελικοειδής, οδηγώντας σε τελικές επιγραμματικές συμπυκνώσεις. Αυτή η αρμονικά δομημένη ταλάντωση της κειμενικής μορφής, και ιδιαίτερα η ταυτόχρονη συνάρθρωση του συγκεκριμένου και του υπονοούμενου, διαχέουν εντός μας μια ουσία αποσταγματική, που ευφραντικά μας κατακλύζει.
Έρχομαι τώρα στο ποίημα «Ηδονοβλεψίας», που δίνει και τον τίτλο της συλλογής. Άποψη μου είναι, ότι ο συγκεκριμένος τίτλος δεν είναι τόσο υποβοηθητικός για τη σωστή πρόσληψη της ποίησης που ακολουθεί, καθότι θα μπορούσε να δημιουργήσει προκαταβολικά ρηχούς συνειρμούς στον βιαστικό αναγνώστη. Ασχέτως όμως αυτού, δίνω δυο εξαίρετα ενδεικτικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι πολύ σύντομο, μονάχα τρεις στίχοι, προσέξτε όμως την πυκνότητα και τον πολυδύναμο συμβολισμό τους.

Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου
φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,
αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα.

Είναι απαράμιλλα διαυγείς, συγχρόνου όμως και κρυπτικοί στίχοι, με φυσική κι αβίαστα αναδυόμενη υποβλητικότητα. Μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους ξαναδιαβάζουμε, χωρίς να νοιώθουμε να μειώνεται το σημασιολογικό και συγκινησιακό τους φορτίο. Κι αυτό, γιατί υπερβαίνουν το λογικό κι αυτονόητο, λειτουργώντας ως εφαλτήριο προς αποκαλυπτικότερες των πραγμάτων θεάσεις.
Το δεύτερο απόσπασμα από τον «Ηδονοβλεψία», μου χρησιμεύει για να καταδείξω και την καθαρά λυρική εκφραστική ικανότητα του δημιουργού, εκεί που οι ανάγκες του ποιήματος υποβάλλουν μια χαλάρωση από τη στοχαστική πολλαπλότητα.
Διαβάζουμε:

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Ακόμα και σ’ αυτούς τους σχετικά ανάλαφρους στίχους, δεν έχουμε καθόλου την αίσθηση του απλά εξωτερικού λυρισμού, αφού τους διατρέχει μια υπόγεια υπαινικτικότερη αύρα, με «ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες», όπως διαβάζουμε, να «συμπυκνώνουν συναισθήματα» και να «στερεοποιούν εκλάμψεις». Τελικά,
αφού μας περάσει από «ωχρά φωτισμένα, πεθαμένα πετάγματα» κι επώδυνες προσγειώσει «από απόκρημνα συναισθήματα πόθου», το εντυπωσιακό τούτο ποίημα κλείνει την κυκλική του διαδρομή με επαναφορά της αρχικής εικόνας του «ήρεμου ποταμού», που επιστρέφει με ζηλευτό τρόπο στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο πρωτότυπη και παρθενική νοιώθουμε μια τέτοια εικόνα, ικανή κατά τον ποιητή να «φασματοποιεί» τα αντικείμενα της αγάπης του και να «αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα»
Έτσι, το ζητούμενο της ποίησης κατορθώνεται με επάρκεια κι ο δημιουργός δικαιώνεται στον επίμοχθο αγώνα του.
Υποκύπτω στον πειρασμό ν’ αναφερθώ κάπως εκτενέστερα και στο ποίημα «Η αδελφή μου», το οποίο αξιολογώ ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Μάριου Αγαθοκλέους. Ο δυάχυτος ερωτισμός του εξιδανικεύεται από ένα κλίμα πρωτογενούς νεανικού αρώματος, που μετατρέπει κάθε αισθησιακή πτυχή σε βαθιά ανθρώπινη και συμπαθητική φανέρωση. Οι εικόνες σταδιακά μεταλλάσσονται από το γήινο και υλικό, στο αιθέριο και πνευματικό. Παρακολουθείστε τον:

Ακόμα δεν την έχω συνηθίσει.
Τις χαϊδεύω τις ξυρισμένες της γάμπες
και στα μαλλιά της ανάβουν
οι λάμπες της χριστουγεννιάτικης θλίψης.
Όλοι έχουν φύγει για τα βουνά.

Οι «λάμπες της Χριστουγεννιάτικης θλίψης», που ανάβουν στα μαλλιά της αγαπημένης παιδικής φίλης, μετά από μια εικόνα διακριτά «σαρκική», δίνουν ισχυρή παλμική κίνηση OTIS αισθητικές μας κεραίες, με αποτέλεσμα την έντονη ψυχική συγκίνηση. Επιπρόσθετα ο στίχος «όλοι έχουν φύγει για τα Βουνά», αφήνει ακαριαία την εντύπωση μιας υπαρξιακής μοναξιάς, που επιτείνει τη μοναδικότητα της ερωτικής συνεύρεσης. Μιας συνεύρεσης,
που δεν συμβαίνει βεβιασμένα και παρορμητικά, αλλά απαιτεί τον δικό της χρόνο μετάβασής από το πρώτο νεανικό σκίρτημα στη σύντονη αμοιβαιότητα της τελικής ολοκλήρωσης. Να, πως εκφράζεται ποιητικά η σχετική μ’ αυτό δυστοκία:

Στο μέτωπο τη φιλώ
και αδέξια της ψιθυρίζω, «αδελφή μου».
Δυσφορεί που οι λέξεις παίζουν ακόμα
τον ρόλο του παγωμένου Χειμώνα.

Μπορεί οι λέξεις του έφηβου διστακτικού νέου να συγκρατούν ακόμα, με τη χαμηλή Tτους θερμοκρασία, τον θρίαμβο της ερωτικής πληρότητας, οι ίδιες όμως αυτές λέξεις λειτουργούν με πληρότητα ως προς τη δραστικότητα της ποιητικής δημιουργίας (να σημειώσω, εν παρενθέσει, την πρόδηλη πτώση της ποιητικότητας στους τελευταίους μονοσήμαντους κι επεξηγηματικούς στίχους).
Κλείνω αυτή την ενότητα καταγράφοντας το ποίημα «Το παράπονο».

Τα φώτα που τρεμοσβήνουν στο βάθος,
οπωσδήποτε δεν είναι η «Νήσος τις εστί»,
όπως θα την αναγνώριζαν αμέσως
οι ευφυείς φιλόλογοι
και οι ευτραφείς κτηματομεσίτες.

Όμως το παράπονο που επιπλέει
στις λίμνες των ματιών,
είναι απόλυτα δικαιολογημένο.

Γιατί δεν είναι μόνο τα συρτάρια
που έχουν γεμίσει μυστικά,

είναι και το σώμα που αλλάζει.

Όταν θα ξανασυναντηθούμε
στο τέλος αυτού του λειμώνα στο νησί,
η ανομβρία θα μου έχει σκληρύνει τις παλάμες
και θ’ αποφύγω να σε χαϊδέψω τρυφερά.

Είναι κι αυτό άλλο ένα υποδειγματικό ποίημα του Μάριου ΑγαΘοκλέους, του οποίου το έργο δεν έχει ακόμα προσεχτεί όσο έπρεπε και όσο πράγματι του αξίζει. Να ενοχοποιήσουμε γι’ αυτό και μια δική του, κυνική κάποτε αισθησιακή αντίληψη, που εκφράστηκε στην πρώτη κι όλας συλλογή που εξέδωσε ; Αυτό δεν είναι βέβαιο, μα και να έπαιξε ως γενικότερη εντύπωση
κάποιο ρόλο, ο ποιητής το αντιστάθμισε στη συνέχεια με πιο πολύπλευρες και καθολικότερα ενδιαφέρουσες δημιουργίες. Με τρόπο μάλιστα ανατρεπτικό και πρωτότυπο. Με μια δική του, δηλαδή προσωπική ποιητική.

Β. Η τελευταία ποιητική συλλογή του Μάριου Αγαθοκλέους, έκδοση του 2003, με τον διττό αινιγματικό τίτλο «Λαϊκό Ανάγνωσμα, η Γυναίκα με τα μαύρα», αποτελεί επιβεβαίωση της γνώριμης και καλοδουλεμένης ποιητικής του, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στο προηγούμενό του βιβλίο με τον τίτλο «Ηδονοβλεψίας».
Το ποιητικό βιβλίο «Η γυναίκα με τα μαύρα», με όλα κι όλα επτά ποιήματα, μου φαντάζει κατά παράδοξο τρόπο ως μια ερωτική βιωματική εποποιία. Κι αυτό λόγω της έντασή και του βάθους, που μπόρεσε ο δημιουργός να δώσει σε κάποια έστω από αυτά τα ποιήματα. Το επίτευγμα τούτο, αλλού το προσλαμβάνουμε συνολικά, χωρίς αισθητικές ανισότητες, κι αλλού πάλι το ξεχωρίζουμε μέσα στο ποίημα αποσπασματικά, όπου το νοιώθουμε να
μας ανεβάζει ακαριαία σε μιαν ευδαιμονικότερη κατάσταση.
Να, ένα παράδειγμα από το ποίημα με τον τίτλο «Ο Θησέας και η Αριάδνη»:

Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτοί
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.
Aς με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

Ανεξάρτητα από πού ο ποιητής εκκινεί, οι παραπάνω στίχοι του
αποτελούν δυνατές εκτινάξεις σε χώρους μιας άλλης οντολογικής
και υπαρξιακής εμπειρίας. Κι έχει σίγουρα τον λόγο του ο Μάριος Αγαθοκλέους, όταν κάπου στην αρχή του Βιβλίου χαρακτηρίζει
επώδυνη τη λιγοστή έστω αυτή συγκομιδή, αφού περί επώδυνου αποστάγματος πρόκειται εντέλει. Έτσι, εκκινώντας από συνήθη περιστατικά και αφορμές έμπνευσης, υπερβαίνει συχνά τη στενά ερωτισμική του ροπή, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη με απίθανους συνειρμούς μιας ιδιότυπα αισθαντικότητας.
Δεν θα αναφερθώ περισσότερο, γενικά ή ειδικότερα, σ’ άλλα ποιήματα και στίχους της συλλογής «Η γυναίκα με τα μαύρα». θα μιλήσω όμως με ιδιαίτερη έμφαση κι αναλυτικότερα για το ομώνυμο ποίημα, που είναι πιστεύω μια κορυφαία στιγμή της καθόλου ποιητικής προσπάθειας του Μάριου Αγαθοκλέους. Συνδυάζει συνθετική τελειότητα και βάθος. Και όλα αυτά με
φόντο ένα διλημματικό δραματικό υπόστρωμα, που οδηγείται με τόλμη σε αινιγματική και απρόσμενη έκβαση. Το παρουσιάζω καταρχήν ολόκληρο:

Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν.

Και να ‘μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τι θα ήμουν και ‘γω αν δεν την γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Τώρα οι λεπτομέρειές της
μου υγραίνουν τις νύκτες
κι ο πόθος μου αδειάζει το μυαλό.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Οι τελευταίοι δυο στίχοι απελευθερώνουν την ένταση, που συσσωρεύτηκε εντός μας, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, ανοίγοντας αίφνης την καλλιτεχνική βαλβίδα εκτόνωσης της ψυχικής και πνευματικής δοκιμασίας.
«Στο αύταρκες Ένα κατατείνω», διαβάζουμε ξανά και ξανά, νοιώθοντας μια παράξενη ευφορία, επειδή ο ποιητής μπόρεσε να δώσει πειστική λύση στην κρίσιμη σύμπτωση αντικρουόμενων προκλήσεων. Το αύταρκες Ένα, αν και νοηματικά δεν καθορίζεται, υπονοείται όμως χωρίς αμφιβολία ως μια θεμελιακότερη κατάσταση, υπερβαίνουσα και συμφιλιώνουσα τα επιμέρους. Στη δική της επικράτεια, που θεωρείται κατάκτηση να φτάσει κανείς κάθε συγκρουσιακή σχέση περιττεύει, αφού όλα κατατείνουν στην ενότητα του συνόλου των εκφάνσεων του ανθρώπινου βίου.
Η πρόταση φυσικά που δίνεται στον επαρκή αναγνώστη δεν είναι ούτε κοινωνική, μήτε ποσώς φιλοσοφική. Είναι καθαρά ψυχική και αισθητική- και στη βάση προπάντων αυτή οδηγούμαστε σε μια λυτρωτική ανακούφιση. Ο στίχος «Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστοε», δεν προσλαμβάνεται ως αναίρεση αγαπημένων χαμένων πατρίδων, αλλά συναίρεση και υπαγωγή τους
σε μια υπέρτερη αρχή.
Ενδιαφέρον όμως είναι να πάμε πίσω στην εκκίνηση του ωραίου αυτού ποιήματος. Να παρακολουθήσουμε εργαστηριακά την ανάπτυξή του και να φωτίσουμε τα διάφορα επίπεδα, τις σύντομες παύσεις και τη δραματικά κορυφούμενη κίνηση προς μια αδιέξοδη – κατά τα φαινόμενα – πορεία… Προσέξτε λοιπόν το άνοιγμα της αυλαίας:

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν.

Και να’ μαι που την συνοδεύω
τη γυναίκα που έχω ποθήσει πιο πολύ
στο σκοτεινό δωμάτιο.

Με τον πρώτο στίχο «Όλα λοιπόν μπορεί να συμβούν», προετοιμάζεται ο αναγνώστης για κάτι απρόβλεπτο- και σπεύδει με τεντωμένες τις προσληπτικές του κεραίες, να δει τί περαιτέρω θα του αποκαλυφθεί. Μια αινιγματική ατμόσφαιρα διαχέεται κιόλας στους επόμενουςστίχους, με τον ποιητή σε πρώτο πρόσωπο, να συνοδεύει την πολυπόθητη γυναίκα στο σκοτεινό δωμάτιο. Οι συνειρμοί γίνονται ακόμα σκοτεινότεροι, όταν το ποθούμενο πρόσωπο περιγράφεται με τους παρακάτω στίχους ως εξής:

Μαύρο πέπλο της καλύπτει το πρόσωπο
και μαύρο φόρεμα το κορμί.

Είναι η χήρα των απάντων.

Τώρα υποψιαζόμαστε πια, ότι πρόκειται για μια μοιραία όσο κι τραγική μορφή, που μας παραπέμπει σε πρώτο επίπεδο στη μαυροφορεμένη γυναίκα του συμβατικού πένθους, σ’ ένα δεύτερο εντούτοις συμβολικότερο επίπεδο, ο στίχος «είναι η χήρα των απάντων», υπονοεί την έκταση της απώλειας για εκείνους που δεν καταξιώθηκαν μια τέτοια συγκλονιστική εμπειρία. Ανήκει στο καλλιτεχνικό αισθητήριο του δημιουργού η επιλογή του πληθυντικού «χήρα των απάντων», αφού οι παραστάσεις που δημιουργεί αποκτούν ένα απροσδιόριστο εύρος, κάτι που αφήνει πιο ανοιχτό το πεδίο στη δημιουργική φαντασία.
0 ποιητής αλλάζει γρήγορα ατμόσφαιρα με τους στίχους που ακολουθούν, επιδιώκοντας να στηρίξει και να αιτιολογήσει την αιρετικότητα και την τόλμη της καθόλου συναισθηματικής του προσέγγισής.

Τι θα ήμουν κι εγώ αν δεν τη γνώριζα
παρά ένας απών των αισθημάτων μου
ανυποψίαστος την απουσία μου.

Ο ποιητής κατορθώνει τώρα περίτεχνα, απέναντι στον συμβατικό ηθικοκοινωνικό κώδικα, να ορθώσει πειστικά τη συνέπεια σε μια άλλη, βασικότερη αρχή. Το αντίθετο θα αναιρούσε τη βαθύτερη φύση του και θα συνιστούσε υπαρξιακή φυγομαχία θα ήταν τότε, καθώς λέει κι ο ίδιος, «ένας απών των αισθημάτων», και ως εκ τούτου και απών μιας μοναδικής στιγμής της ύπαρξής του.
Αν καταπιάστηκα σχολαστικά με τα επιμέρους στην ανάπτυξη του εξαίρετου τούτου ποιήματος, δεν είναι τόσο για να ερμηνεύσω και να προβάλω την καθαυτό ψυχοσυγκρουσιακή του ιδεολογία, αλλά για να αναδείξω προπάντων το σκηνογραφικό υπόστρωμα και τις λεπτές αναλογίες, απ’ τη δομική διαλεκτικότητα των οποίων εκπέμπεται η αισθητική ηδονή. Κι αν με ρωτάτε για το είδος αυτής T ηδονής ενεργοποιώντας όρους και γνώσεις από τη βιβλιογραφική μου εμπειρία, μπορώ τεκμηριωμένα να ισχυριστώ τα εξής:
Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σχετικά σύντομο, συνθετικής δομής ποίημα. Η αισθητική ικανοποίηση που διακριτά αναβλύζει στο ισορροπημένο ξεδίπλωμά του, είναι πρώτα-πρώτα μια κλιμακούμενη ηδονή προσμονής. Είναι όμως ταυτόχρονα και ελεγχόμενη καθαρτική ικανοποίηση, που φτάνει στο απόγειό της με την τελική λύση της ένταηςή στο αριστοτεχνικό τελευταίο δίστιχο. Το επαναφέρω, για να κλείσει κι ο κύκλος αυτής της ανάλυσης.

Στο αύταρκες Ένα κατατείνω.
Ούτε Κερύνεια, ούτε Αμμόχωστος.

Μ’ αυτό το κλείσιμο γαληνεύει και ο αναγνώστη, αφού εκτονώνεται η ψυχοπνευματική του υπερένταση, αλλά πολύ περισσότερο γιατί ικανοποιείται επαρκώς η καλλιτεχνική προσδοκία του.

Ανδρέα Πετρίδη ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Μια Εμπειρική Αισθητική Βιβλιοεκδοτική (2010)

Συντάκτης: Ανδρέας Καρακόκκινος

Ταξίδια στη ποίηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.