Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2017

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ

1-1-ΘΑΝΑΣΗΣ

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά.

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
(1982) Απόπειρα εξόδου 1975-1981, Σύγχρονη Εποχή
(1985) Του ανταποκριτή μας, Σύγχρονη Εποχή
(1988) Μοντέλο σώματος, Σύγχρονη Εποχή
(1991) Ανοιγμένη φλέβα, Παρατηρητής
(1996) Το περίστροφο της σιωπής, Τα Τραμάκια
(2002) Τεστ κοπώσεως, Τα Τραμάκια
(2010) Μικρές ανάσες, Μελάνι
(2015) Χαμηλά ποτάμια, Μελάνι

ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ
(1995) Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου
Χάκκα, Τα Τραμάκια
(1996) Βιβλιογραφία Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Παρέμβαση
(2003) Ματιές ενόλω, Σοκόλη
(2006) Ανέστης Ευαγγέλου, Σοκόλη
(2010) Ο ποιητής και το ποίημα, Σοκόλη
(2013) Ένα πουλί στην άσφαλτο, Μελάνι
(2014) Ματιές ενμέρει, Μελάνι
(2017) Ματιές ενόλω II , Μελάνι

 

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ  (1995)

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ

 

 

Ο ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Η εποχή στην οποία ζει ο Μάριος Χάκκας (1931-1972) είναι γεμάτη από γεγονότα σημαντικά για τη μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας1. Τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 διαδέχεται η έξαρση του 1940 και η φοβερή δεκαετία 1940-1950, η οποία καλύπτεται από την Κατοχή-Αντίσταση (1941-1944) και από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1945-1949). Μετά το 1950 οι νικητές της εσωτερικής διαμάχης εγκαθιδρύουν και παγιώνουν το κράτος του αυταρχισμού κάτω από τη συμμαχική κηδεμονία. Φυλακίσεις και εξορίες, διώξεις πολιτικών αντιπάλων και κοινωνικά φρονήματα, άναρχη ανάπτυξη και υποτέλεια, είναι τα δώρα της νέας τάξης πραγμάτων. Ένα δημοκρατικό διάλειμμα στα χρόνια 1964-1965 γρήγορα τελειώνει με τη βασιλική επέμβαση, ώσπου το 1967 εγκαταλείπονται τα προσχήματα και επιβάλλεται η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου, η οποία θα διαρκέσει ως το 1974.
Συσχετίζοντας τη ζωή και το έργο του Μάριου Χάκκα με τα ιστορικά συμφραζόμενα, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι διαπλέκονται αμεσότερα, από τη στιγμή που ο συγγραφέας επιχειρεί να δράσει ως πολιτικό υποκείμενο. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, που συμπίπτουν με τη δραματική δεκαετία του 1940, και η συνοικία της Καισαριανής, στην οποία έρχεται από την Μακρακώμη Φθιώτιδας, τεσσάρων χρόνων, με την οικογένειά του, παίζουν αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτήν την επιλογή. Η εμπλοκή στην πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση της εποχής, και μάλιστα στο πλευρό των νικημένων δυνάμεων της Αριστεράς, κοστίζει στο συγγραφέα τέσσερα χρόνια φυλακή (1954-1958), ενώ και η στρατιωτική του θητεία (1958-1960) επηρεάζεται από την εξέλιξη αυτή, μια και λόγω φρονημάτων θα υπηρετήσει με την ιδιότητα του ημιονηγού. Βέβαια, στα πλαίσια της Αριστεράς είναι υποχρεωμένος κι αυτός να αντιμετωπίσει με το δικό του τρόπο τα εσωτερικά προβλήματα του κινήματος, όπως ήδη είχαν κάνει οι πολιτικοί ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς αλλά και παλιότεροί του πεζογράφοι, όπως ο Στρατής Τσίρκας. Η δεκαετία πάλι του 1960, γνωστή ως δεκαετία της αντιπαροχής (και του μπιντέ, όπως θα έλεγε ο ίδιος), σημαδεύει τη ζωή του, καθώς είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί και να βιώνει με πόνο ψυχής τη φθορά των αισθημάτων και των αξιών που προκαλούν οι νέες πραγματικότητες. Το πραξικόπημα τέλος της 21ης Απριλίου δεν τον αφήνει αδιάφορο, παρά τη στροφή του ενδιαφέροντός του λόγω καρκίνου στον επερχόμενο θάνατο.
Ο Μάριος Χάκκας είναι από τους λίγους πεζογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς που έχει έντονες κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες. Οι περισσότεροι συγγραφείς αυτής της γενιάς, καθώς ανδρώνονται σε μια εποχή απαγόρευσης των ιδεολογιών και ζουν στον απόηχο των ιστορικών γεγονότων της δεκαετίας του 19402, τα οποία τόσο καθοριστικά επέδρασαν στη ζωή και στο έργο των πεζογράφων και των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, στρέφουν εύλογα τα ενδιαφέροντά τους στο δικό τους περιβάλλον, προκειμένου να μιλήσουν για τα καινούρια πια ζητήματα του άγχους, του καταναλωτισμού, της κρίσης των αξιών, της αλλοτρίωσης. Αυτό βέβαια δε σημαίνει οπωσδήποτε παραίτηση από τα κοινωνικά δρώμενα. Έχει όμως το νόημα πως η πραγματικότητα είναι τώρα διαφορετική, πιο σύνθετη, και δεν επιτρέπει απόλυτες θεωρήσεις. Αντίθετα, απαιτεί όχι μόνο μια στάση οξυδερκέστερη απέναντι της αλλά και μια άλλη γραφή, ικανή να εκφράσει αυτές τις πολυπλοκότητες και να συμβαδίσει με τις νέες ευαισθησίες, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση των νεωτεριστικών τρόπων αφήγησης που έρχονται κυρίως από τη Γαλλία.
Από το 1960 κι ως το 1966 που πρωτοεμφανίζεται ο πεζογράφος Μάριος Χάκκας, έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά έργα στα οποία διαπιστώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με την πεζογραφία της λεγάμενης πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο οποίος και ξεχωρίζει ενδεικτικά τα παρακάτω κείμενα:

Γιώργος Χειμώνας Πεισίστρατος 1960
Βασίλης Βασιλικός Το φύλλο, Το πηγάδι, Τ’ αγγέλιασμα 1961
Χριστόφορος Μηλιώνης Παραφωνία
Μένης Κουμανταρέας Μηχανάκια 1962
Πέτρος Αμπατζόγλου Με το Μινώταυρο
Τάκης Καλφόπουλος Οδός
Θανάσης Βαλτινός Η κάθοδος των εννιά 1963
Γιώργος Ιωάννου Για ένα φιλότιμο 1964
Παντελής Καλιότσος 0 μεσαίος τοίχος
Μάριος Χάκκας Τυφεκιοφόρος του εχθρού 1966

Ο Χάκκας είναι ένα καταρχήν πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεφυρώνει τις δυο εποχές, διαπιστώνει ο ίδιος κριτικός, ενώ ο Στέφανος Μπεκατώρος παρατηρεί:… ο Χάκκας είναι συγγραφέας μεταιχμιακός. Η γραφή του είναι εξέλιξη και εξάντληση της προβληματικής της “ήττας” και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης μοντέρνας γραφής που χαρακτηρίζει τις αναζητήσεις μιας νεότατης γενιάς συγγραφέων8. Κοντά σ’ αυτές τις εύστοχες παρατηρήσεις είναι ανάγκη να επισημανθεί και η θεματογραφική ανανέωση που πραγματοποιεί ο Χάκκας, με τη ριζοσπαστική αμφισβήτηση των ιδεολογιών και των αξιών της εποχής του, καθώς και με την πυρετική προσέγγιση του οντολογικού προβλήματος του ανθρώπου.
Ο Μάριος Χάκκας εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1965 ως ποιητής με τη συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (ιδιωτική έκδοση). Ως πεζογράφος κάνει την πρώτη του παρουσία την επόμενη χρονιά, το 1966, με τη συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (ιδιωτική έκδοση και πάλι). Κι ακολουθούν: το 1970 η συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες (Κέδρος), το 1971 τα τρία θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά, κάτω από το γενικό τίτλο Ενοχή (Κέδρος), ενώ το 1972, αμέσως μετά το θάνατό του, τα τελευταία διηγήματα Το κοινόβιο (Κέδρος). Στη δεύτερη έκδοση της πρώτης συλλογής πεζογραφημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1972) προστέθηκε, σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα, και η ενότητα Τρία Διηγήματα, που είχε πρωτοδημοσιευθεί στα Νέα Κείμενα (Φθινόπωρο του 1971). Μεταθανάτια έγιναν γνωστά μερικά ακόμα πεζογραφήματα: Κώνωψ ανωφελής, Τα κόκκινα μερμήγκια, Πώς γράφεται ένα διήγημα, Ένα όνειρο, Ο γαλατάς και τέσσερα δίχως τίτλο.

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αν για τους μοντερνιστές πεζογράφους των αρχών ακόμα του αιώνα μας τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος δεν θεωρούνται ως συνεκτικές, προσδιορίσιμες, και καλά δομημένες οντότητες αλλά ένα ψυχικό πεδίο μάχης, ένα άλυτο αίνιγμα ή η αφορμή για τη ροή παραστάσεων κι εντυπώσεων28, είναι φυσικό να μην εκπλήσσει κάτι τέτοιο, όταν αυτό συμβαίνει στα πεζογραφήματα ενός συγγραφέα της δεκαετίας του 1960, όπως ο Μάριος Χάκκας. Πεζογραφήματα που οικοδομούνται, καθώς ήδη επισημάνθηκε, με τέτοιους όρους, ώστε δε θα μπορούσαν να δώσουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πράγμα που είναι σε θέση να κάνει το παραδοσιακό διήγημα και πολύ ευκολότερα το κλασικό μυθιστόρημα. Εδώ η ένταση του βιώματος είναι τέτοια, που επείγει να βγει στην επιφάνεια, ανατρέποντας τις συμβάσεις του είδους και οδηγώντας σ’ αυτά τα σύντομα κείμενα-στιγμιότυπα, που συνήθως χαρακτηρίζονται απλώς πεζογραφήματα και συχνά απεικονίζουν τα πρόσωπα με δυο πεταχτές πινελιές, αν δεν έχουν ως μοναδικό και αποκλειστικό πρωταγωνιστή τον ίδιο τον αφηγητή, όπως συμβαίνει όχι μόνο με το Μάριο Χάκκα αλλά και με τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και με το Γιώργο Ιωάννου που εμφανίζονται την ίδια δεκαετία.
Με αυτό το σκεπτικό γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι οι πληρέστεροι χαρακτήρες του Χάκκα βρίσκονται στα παραδοσιακότερα πεζογραφήματά του, της αφηγηματικής ευστάθειας και οργάνωσης, ενώ οι πιο υποτυπώδεις στα μεταγενέστερα, της αφηγηματικής αστάθειας και αποδόμησης. Ο Μάριος Χάκκας, παρατηρεί ο Σπύρος Πλασκοβίτης, γράφει με κομμένη την ανάσα. Θα έλεγα πως δεν διηγείται, εκφράζεται. Και εκφράζεται τόσο πειστικά, συναρπαστικά κάποτε, ώστε λίγο μας ενδιαφέρει αν μέσα στον κόσμο του οι ανθρώπινοι τύποι διαβαίνουν περισσότερο σαν σκιές ονείρου, ή εφιάλτη, και λιγότερο διαθέτουν μια δική τους ταυτότητα. Πράγματι οι ήρωες σ’ αυτό το έργο υπόκεινται πολύ συχνά σε αφαιρέσεις, καθώς απουσιάζουν ενδείξεις που θα καθιστούσαν σαφέστερο το περίγραμμά τους. Από τα πρόσωπα του πεζογραφήματος Ο Κολοβός ως το πρόσωπο / αφηγητή του πεζογραφήματος Το κοινόβιο η σταδιακή απέκδυση των επίθετων στοιχείων οδηγείται ως τη γυμνότητα του σώματος και της ψυχής, ως την οντολογική ψίχα του πρωταγωνιστή /αφηγητή. Από την άποψη αυτήν η ένταξη των προσώπων του δράματος σε μια κοινωνική ιεράρχηση θα μπορούσε να παρουσιάσει ορισμένες εκκρεμότητες, πράγμα που τελικά δε συμβαίνει.
Πειστικά οριοθετούνται οι ήρωες του Χάκκα και μόνο με βάση την πολιτική τους ιδεολογία, καθώς αυτή αποτελεί το συνηθέστερο στοιχείο της κοινωνικής τους ταυτότητας. Όχι τόσο η θέση τους στην παραγωγική διαδικασία, η οποία πολύ συχνά δε σημαίνεται, ούτε οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές στην οικονομική κατάσταση, στην κοινωνική προέλευση και στο μορφωτικό επίπεδο, όσο η συνείδηση που έχουν οι ίδιοι για τα πράγματα και τον κόσμο. Με αυτό το κριτήριο οι ήρωες του Χάκκα ανήκουν στα υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα, αυτά που αποκαλούνται προλεταριακά και μικροαστικά, σύμφωνα με τη διάκριση που επιχειρεί η Μαρία Σακαλάκη στην κοινωνιολογική της ανάλυση για τους ήρωες του μυθιστορήματος. Μια τέτοια διαστρωμάτωση είναι βέβαια ιδιαίτερα συμπαγής. Υπάρχουν οι καθημερινοί άνθρωποι των μικρών φιλοδοξιών που ασφυκτιούν μέσα στα στενά πλαίσια μιας αλλοτριωτικής πραγματικότητας, αλλά δεν είναι σε θέση να επιχειρήσουν την οποιαδήποτε υπέρβαση. Υπάρχουν τα κατώτερα εκτελεστικά όργανα του καθεστώτος, αυτά του στρατοπέδου και της φυλακής, τα οποία από κοινωνική άποψη ανήκουν ενγένει στην τάξη των θυμάτων τους. Υπάρχουν και οι ιδεολογικοί σύντροφοι που αντιτάσσονται στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αλλά έχουν και τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Υπάρχει τέλος ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής/ αφηγητής, ο οποίος συνθέτει με τρόπο ενδιαφέροντα τα επιμέρους χαρακτηριστικά των δυναστευόμενων συντρόφων και του παγιδευμένου ανθρώπου.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ήρωες ανήκουν στο λεγόμενο ισχυρό φύλο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Σε πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανίζονται ελάχιστα γυναικεία πρόσωπα (δύο ή τρία), ενώ τα περισσότερα αναλαμβάνουν ρόλους συμπρωταγωνιστικούς, σε ερωτικό ή όχι επίπεδο, αλλά και πάλι συμπληρωματικούς, ενείδει πλευρού. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις γυναικών που μόνο για μια στιγμή περνούν από το προσκήνιο του πεζογραφήματος. Αυτή η αντιμετώπιση της γυναίκας αντανακλά βέβαια την υποβαθμισμένη θέση της στη νεοελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960 αλλά και τις ανδροκρατικές αντιλήψεις του συγγραφέα, που, αν και ανήσυχος διανοούμενος της Αριστεράς, δε φαίνεται απαλλαγμένος από τα παραδοσιακά στερεότυπα.
Οι ήρωες του Χάκκα, αν θυμηθούμε τις σχετικές απόψεις του Jaques Lacan, δεν είναι τόσο στατικοί όσο κινητικοί. Οι στατικοί χαρακτήρες θέτουν, κατά το Lacan, σταθερούς στόχους (υλικούς, σεξουαλικούς, εγωιστικούς και επαναπαύονται, στην περίπτωση που τους κατακτήσουν. Ενδιαφέρονται δηλαδή να ικανοποιήσουν αυτό που ο Lacan αποκαλεί ανάγκη. Αντίθετα, οι κινητικοί υπόκεινται σ’ αυτό που αποκαλεί επιθυμία, που μοιάζει να είναι
αληθινή μόνο στο βαθμό που επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι είναι αληθινή, σημερινή ή παρούσα μόνο στο βαθμό που εξαρτάται από ένα μέλλον ή προβάλλεται σ’ αυτό. Με βάση αυτήν τη διάκριση οι χαρακτήρες του συγκεκριμένου έργου είναι κινητικοί. Οι επιθυμίες τους εξακολουθούν να μένουν ανεκπλήρωτες παρά τους αγώνες τους, καθώς συνδέονται με θεμελιακά ζητήματα της κοινωνίας και του ανθρώπου, όπως είναι η κοινωνική αλλαγή, ο εκδημοκρατισμός της Αριστερός και η υπέρβαση του θανάτου. Ακόμα κι όταν θέτουν στόχους στατικών χαρακτήρων και τους κατακτούν, όπως στο πεζογράφημα Ο Μπιντές λ.χ., και τότε πάλι μένουν ανικανοποίητοι, γιατί συνειδητοποιούν τη ματαιότητα των φιλοδοξιών τους.
Πολύ λίγες φορές οι χαρακτήρες έχουν αυτά που λέμε ανθρώπινα ελαττώματα και ανθρώπινες αδυναμίες. Παρόλο που πρόκειται για πρόσωπα απλά, καθημερινά, ωστόσο στοιχεία, όπως η υποκρισία, η προκατάληψη, η μικρόνοια, η ιδιοτέλεια, γενικά απουσιάζουν. Μόνο ελάχιστα εμφανίζονται και κυρίως σε περιπτώσεις γυναικείων τύπων. Συνήθως τα γνωρίσματα είναι θετικά, ειλικρίνεια, εντιμότητα, ιδεαλισμός, αξιοπρέπεια, γεγονός που οφείλεται προφανώς στην ισχυρή τάση ιδεολογικοποίη-σης των προσώπων που διακρίνει το συγγραφέα. Κι είναι αυτή η τάση που καθιστά τους ήρωες ικανούς να αίρονται πάνω από τις μικροπρέπειες της καθημερινότητας, καθώς αντίπαλό τους δεν έχουν τον άλλο άνθρωπο αλλά τα σημαντικά ζητήματα του Ανθρώπου.
Πολύ συχνά οι ήρωες, άντρες ή γυναίκες, δεν έχουν όνομα κι αυτό είναι ένα τελευταίο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Δηλώνονται αόριστα, με κάποιο προσηγορικό ουσιαστικό, με την αντωνυμία αυτός ή εκείνος κι όχι λίγες φορές με το τρίτο ενικό ή πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος. Σ’ ένα διήγημα, γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο ήρωας δηλώνεται με παρόμοιους αόριστους τρόπους για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους θα μπορούσα να καταλέξω τους εξής:

α. – Όταν ο συγγραφέας δε φωτίζει τα πρόσωπα σαν ατομικότητα, αλλά σαν χαρακτηριστική περίπτωση,
β. – Όταν επιθυμεί να επιτύχει μια άμεση επαφή αφηγητή και ήρωα, χωρίς την απόσταση που συνεπάγεται η αναφορά του ονόματος.
γ. – Όταν επιδιώκει να δώσει την εντύπωση απόλυτης μοναξιάς”.

Συμπληρωματικά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι η παρουσία μιας σειράς επώνυμων ηρώων περισσότερο αντανακλά την επιθυμία του συγγραφέα να προβάλει ενδιαφέρουσες γι’ αυτόν, ιστορικές συχνά, περιπτώσεις ανθρώπων που γνώρισε παρά υπηρετεί ανάγκες μυθοπλαστικές. Με δεδομένο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα των πεζογραφημάτων, μια τέτοια εκδοχή δεν πρέπει ίσως να αποκλειστεί.
Ύστερα από αυτές τις γενικές διαπιστώσεις μπορούμε να δούμε αναλυτικότερα τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά των ηρώων του Μάριου Χάκκα. Πρώτα πρώτα εκείνων που ως άντρες ή γυναίκες, “αποΐδεολογικοποιημένοι” ενγένει, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις άμεσες ανάγκες του σώματος, κατόπι των άλλων που ως πολιτικά υποκείμενα δοκιμάζονται σε μια πάλη ζωής και θανάτου και τέλος του ήρωα/αφηγητή, που στο πρόσωπό του συνενώνει την ιδεολογική και οντολογική τραγωδία του ανθρώπου.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΝΙΚΟΥ-ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ 1948-1996

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΛΕΞΗ ΑΣΆΝΟΓΛΟΥ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η πρώτη αυτή απόπειρα διερεύνησης του εργογραφικού και κριτικογραφικού χώρου που αναφέρεται στον ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη 1931 – Αθήνα 1996) επιχειρήθηκε με την ευκαιρία μιας ειδικής εργασίας με τίτλο Το ζήτημα των επεξεργασιών <πα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια του πρώτου κύκλου των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο Τμήμα Φιλολογίας (Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών) του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1992-1994). Αυτό σημαίνει πως οι προθέσεις δεν ήταν εξαρχής βιβλιογραφικές. Στην πορεία όμως, όσο βάθαινε η γνωριμία με το έργο του δημιουργού και μεγάλωνε το πλήθος των κειμένων και των πληροφοριών, που ορισμένες φορές μάλιστα προέρχονταν από απρόσιτες πηγές, γεννήθηκε η ιδέα της έκδοσης, με στόχο να καταγραφεί, από τη μια, αυτό το υλικό για τους μελλοντικούς ερευνητές και μελετητές, και να διαφανεί, από την άλλη, πληρέστερα η δημιουργία αλλά και η κριτική πρόσληψη ενός ποιητή που, ενώ πολύ ενδιαφέρθηκε για την ποιότητα του έργου του, αδιαφόρησε ολότελα για την τύχη του.
Πέρα από τις προθέσεις βέβαια, αυτό που εντέλει κρίνεται είναι μονάχα η
συγκεκριμένη κατάθεση. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η προσπάθεια: από τις ελλείψεις στις κεντρικές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης και τη λήψη φωτοαντιγράφων ως την απόσταση από αυτές αλλά κι από τις μεγάλες βιβλιοθήκες της Αθήνας. Θέλω να πω πως δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για την όποια μειονεξία των έργων μας.
Γι αυτό και η απόπειρα αυτή επιβάλλεται να ιδωθεί με τους όρους του επιστημονικού χώρου στον οποίο κινείται και δεν έχει καμιά σημασία που ο συντάκτης της δεν είναι βιβλιογράφος, και μάλιστα επαγγελματίας. Με βάση αυτό το σκεπτικό πάρθηκαν ενγένει υπόψη η σχετική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται με τα εγχειρήματα των Ιάκωβου Μ. Βούρτση, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Αικατερίνης Μακρυνικόλα, Ε.Ι. Μοσχονά, αλλά και επισημάνσεις σαν αυτές που κάνουν ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος [“Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας», περ. Διαβάζω 44 (Ιούλιος 1981) 27-33] και ο Χ.Λ. Καράογλου [“Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα”, περ. Μολυβδοχσνδυλοπελεκητής (Ηράκλειο) Β’ περίοδος, 5 (1995 /1996) 73-118],
Η Βιβλιογραφία Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996, που αρχίζει με το
κριτικό πρωτόλειο του ποιητή “Το ποιητικό έργο του Ρήγα” [περ. Χρονικά
(Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) Ζ (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1948) 170-172 (Β.96)] και τελειώνει το 1996 με τρεις πληροφορίες για δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις προς τιμή του μέσα στο 1997 ( Γ.163 – Γ.165), μοιράζεται σε τρία βασικά μέρη: Α. Βιογραφικό σημείωμα, Β. Εργογραφία, Γ. Κρίσεις, σχόλια, πληροφορίες. Τα βιογραφικά στοιχεία του πρώτου μέρους αντλήθηκαν από τις βιβλιογραφικές πηγές και μόνο. Στο δεύτερο μέρος τα λήμματα ταξινομούνται κατά είδος, έτσι που να διακρίνονται σαφέστερα οι επιμέρους όψεις της δημιουργίας, ενώ μέσα σε κάθε είδος τηρείται η χρονολογική τάξη. Στο τέλος κάθε λήμματος της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις” παραθέτονται οι παραπομπές της “Εργογραφίας” που αναφέρονται στις πρώτες δημοσιεύσεις, τις αναδημοσιεύσεις (και νθολογήσεις βέβαια), τις μεταφράσεις ποιημάτων σε άλλες γλώσσες και τις βιβλιοκρισίες, για να υπάρχει μια πληρέστερη εικόνα της τύχης των κειμένων και να εντοπίζεται ευκολότερα η παρουσία τους στην εργασία. Η πολυπλοκότητα που παρατηρείται σχετικά με τη γραμματολογική διευθέτηση των ποιημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής επεξεργάζεται τα κείμενά του και μετά τη δημοσίευσή τους. Πρόκειται για μια άποψη που ερμηνεύεται από τον ίδιο στην πρώτη από τις δύο απαντήσεις – συνεντεύξεις που καταχωρούνται στο Παράρτημα. Τα λήμματα του τρίτου μέρους διατάσσονται μόνο χρονολογικά, καθώς αυτό που εδώ προέχει είναι να καταδειχθεί η πορεία εξέλιξης της κριτικής που ασκήθηκε. Από τις καταγραφές αυτού του μέρους αποκλείονται εκείνα τα κείμενα που δεν προχωρούν σε κάποια, συνοπτικότατη έστω, αξιολόγηση του ποιητικού έργου και των απόψεων του ποιητή κι αρκούνται στην απλή αναφορά του ονόματος.
Εκκρεμότητες στα στοιχεία των παραπομπών δεν υπάρχουν, εκτός από
πέντε στα λήμματα Β.132, Β.133, Β.134, Β.149 και Β.163. Στις τέσσερις πρώτες περιπτώσεις δε στάθηκε δυνατό να επιβεβαιωθούν οι χρόνοι δημοσίευσης – στην τέταρτη ούτε και το έντυπο -, ενώ στην πέμπτη λείπουν ο αριθμός του τεύχους και οι αριθμοί των σελίδων, αν και τα σχετικά κείμενα, όπως κι όλα τ’ άλλα άλλωστε, βρίσκονται στα χέρια μου. Κατά τ’ άλλα χρησιμοποιείται η κάθετος, για να δηλωθεί τέλος στίχου, και η πλάγια κάθετος για το τέλος ποιητικού στίχου, ενώ οι γωνιώδεις παρενθέσεις χρησιμοποιούνται στους τίτλους της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις”, για να δηλωθούν προσθήκες που δεν υπάρχουν στο εξώφυλλο ή στη σελίδα τίτλου, αντλούνται όμως ή απορρέουν από τα δεδομένα της έκδοσης. Οι ορθογώνιες αγκύλες αξιοποιούνται ως παρένθεση, όταν δεν επαρκεί η συνηθισμένη, ή για να προστεθούν διευκρινίσεις δικές μου, ενώ ο τόπος έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών σημειώνεται, όταν δεν είναι η Αθήνα. Οι “Αυτοτελείς εκδόσεις” αριθμούνται με βάση την πρώτη έκδοση, ενώ οι αριθμοί σε παρένθεση που ακολουθούν τις παραπομπές των περιοδικών και των βιβλίων δηλώνουν τις σελίδες, όπου γίνεται αναφορά στον ποιητή.
Για τη συγκρότηση της Βιβλιογραφίας ερευνήθηκαν κατά βάση τα εξής έντυπα: τα περιοδικά της Αθήνας: Διαβάζω (1978-1996), Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), Ευθύνη (1974-1995), Η Λέξη (1981-1996),Καινούρια Εποχή (19561978), Οδός Πανός (1981-1996), Πλανόδιον (1986-1996), Το Δέντρο (19781996)· της Θεσσαλονίκης: Διαγώνιος (1958-1983), Διάλογος (1962-1963), Διαφορά (1984-1989),Εντευκτήριο (1987-1996), Εξάντας (1972),Ευμένης (1959), Κόσκινο (1968-1980),Κοχλίας (1945-1948),Κριτική (1959-1961), Μήνες (1962), Μορφές (1950-1954), Νέα Πορεία (1955-1996), Ο Παρατηρητής (1987-1996), Πυρσός (1953-1954), Ροτόντα (1910-1978), Σκέψη (1951), Τραμ (1971-1996), Ausblicke (1970-1979)· και οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης “Δράσις” (1956- 1969), “Θεσσαλονίκη” (1963-1974,1977-1978) και “Νέα Αλήθεια” (1970-1971).
Σε μια σειρά άλλες περιπτώσεις η έρευνα κινήθηκε επιλεκτικά αξιοποιώντας
πληροφορίες που αντλούνταν είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι η πρώτη αυτή βιβλιογραφική απόπειρα ενδέχεται να είναι ελλιπής σε ορισμένα σημεία, για τον πρόσθετο λόγο ότι επιχειρήθηκε ερήμην του ποιητή.
Με τον ποιητή προσπάθησα να επικοινωνήσω τρεις φορές. Η πρώτη ήταν
το 1993, όταν του έστειλα επιστολή (3-7-1993) με την οποία ζητούσα βιβλιογραφικά στοιχεία. Δεν απάντησε. Η δεύτερη, όταν τον συνάντησα, πρώτη και τελευταία φορά, στην εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωνίας της Θεσσαλονίκης στις 30-3-1994 (βλ. Γ.114). Και πάλι δεν κατάφερα να συνεννοηθώ μαζί του. Τέλος, όταν το 1995 του έστειλα την εργασία μου Το ζήτημα των επεξεργασιών στα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, δεν πήρα καμιά απάντηση. Είναι γεγονός πως τελευταία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία η βοήθεια που μου πρόσφεραν στη συγκέντρωση του υλικού και στην έκδοση της Βιβλιογραφίας οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνθηκα.
Πρόκειται καταρχήν για την καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο
ΑΠΘ Άντεια Φραντζή, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, παλιό φίλο του Ασλάνογλου και βαθύ γνώστη των λογοτεχνικών πραγμάτων της Θεσσαλονίκης, και τον ποιητή Πρόδρομο Μάρκογλου- ακόμα, τους λογοτέχνες Τηλέμαχο Αλβέρα, Γιώργο Ζιόβα, Ι.Δ. Ιωαννίδη, Γιάννη Καρατζόγλου, Κώστα Λαχά και Μαρίνο Χαραλάμπους- τον ποιητή και κριτικό Γιάννη Κουβαρά· το Γιώργο Κορδομενίδη, εκδότη του περιοδικού της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο, αλλά και τους ποιητές – εκδότες των περιοδικών της Αθήνας Η Λέξη, Οδός Πανός, Πλανόδιον, Το Δέντρο, Αντώνη Φωστιέρη, Γιώργο Χρονά, Γιάννη Πατίλη και Κώστα Μαυρουδή αντίστοιχα- τους / τις δημοσιογράφους Άννα Γριμάνη, Δημήτρη Καΐση, Ελένη Λαζαρίδου, Σωκράτη Τσιχλιά και Βάνα Χαραλαμπίδου· τον παιδικό φίλο του ποιητή Βάσο Αγγελόπουλο και τους φοιτητές Κώστα Γκαλίτσιο, Σάκη Λάιο και Γιάννη Ιερόπουλο· χάρη χρωστώ επίσης σε δυο ανθρώπους που πρόσφατα έφυγαν από τη ζωή: τον ποιητή Τάσο Κόρφη (1929- 1994) και τον παιδικό φίλο του Ασλάνογλου Γιάννη Μέλφο (1931-1996). Τέλος νιώθω υποχρεωμένος στη Γεωργία Τριανταφυλλίδου για τους τελικούς
ελέγχους του κειμένου και ιδιαίτερα στον πρόεδρο του Συνδέσμου Γραμμά-
των και Τεχνών Ν. Κοζάνης Κώστα Σιαμπανόπουλο, καθώς και στο Β.Π.
Καραγιάννη, εκδότη του περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση και διευθυντή
του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης, που τόσο πρόθυμα ανέλαβαν την
έκδοση της εργασίας αυτής.

Βέροια, Δεκέμβρης 1996
Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος

 

 

 

 

Δυο απαντήσεις – συνεντεύξεις

Τις απαντήσεις – συνεντεύξεις πήρε από το Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου η δημοσιογράφος Ελένη Λαζαρίδου στα πλαίσια δύο ερευνών που έκανε ανάμεσα στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, με θέμα “Η στάση του ποιητή απέναντι στο έργο του. Το πέρασμα του χρόνου” η πρώτη (I) και “Για ποιον γράφετε. Για ποιον και γιατί γράφετε;” η δεύτερη (II). Και οι δυο δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Δράσις στις 25-7-1966 και στις 8-1-1968 αντίστοιχα. Τα κείμενα εδώ προσαρμόζονται απλώς στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.

I

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΑΣ ΕΡΓΟ;

Και βέβαια την επηρεάζει. Και μάλιστα αποφασιστικά. Πώς θα μπορούσε τα
πράγματα να είναι διαφορετικά, τη στιγμή που μεταβαλλόμαστε αδιάκοπα
και η αλλαγή αυτή σφραγίζει ανεξίτηλα την ποιητική μας εργασία. Κανείς
βέβαια δεν μπορεί να αρνηθεί τη βαθύτερη ενότητα ενός ποιητικού έργου
που απορρέει από το ιδιαίτερο πρόσωπο του κάθε δημιουργού. Διανύουμε
όμως μια τροχιά που μας επιβάλλει κάθε τόσο την κριτική θεώρηση του έργου μας. Είναι γνωστό πως τελικά ο χρόνος αποτιμά ένα έργο, ότι το ποίημα
δίνει μια μάχη αδιάκοπη με την φθορά και πως μονάχα αν τελικά επιβιώσει,
μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αξία του. Πώς λοιπόν να αγνοήσουμε
ένα παράγοντα που μας βοηθεί να αποτιμήσουμε το έργο των άλλων; Το
ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δουλειά μας. Έχω πρόχειρο ένα παράδειγμα. Εις την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα το 1954, τον Δύσκολο
θάνατο, υπάρχουν δύο σειρές ποιημάτων. Η πρώτη γράφτηκε όταν ήμουν
ακόμη μαθητής, η δευτέρα στα πρώτα μετεφηβικά μου χρόνια. Όταν τύπωσα το βιβλίο είχα την πεποίθηση ότι η πρώτη σειρά αποτελούνταν από συμπαθητικά πρωτόλεια, ενώ η δεύτερη περιείχε ποιήματα με ιδιαίτερες αξιώσεις. Δέκα χρόνια αργότερα διαπιστώνω ότι απατήθηκα οικτρά, ότι τα
πρώτα αυτά ποιήματα γραμμένα σε ηλικία δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων
ήταν μικρά διαμάντια ενώ η κατοπινή σειρά, όταν πια είχα ανακαλύψει τους
μοντέρνους, δεν άξιζε και πολλά πράγματα. Τώρα πια καταλαβαίνω πως η
χρονική απόσταση είναι αναγκαία για να δω κριτικά τη δουλειά μου. Ο χρόνος δεν μπορεί να ασκεί, παρά ευεργετική επίδραση πάνω στο έργο, ισχυρίζεται ο κ. Βαρβιτσιώτης. Ποιος όμως δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο, ότι ο χρόνος σαρώνει ό,τι θεωρούμε συχνά ακατάλυτο; Ο κ. Βαφόπουλος λέει πως τα παλιά μας έργα είναι ανεπανάληπτες καλλιτεχνικές εκφράσεις που δικαιώνονται από τα ειδικά και ανεπανάληπτα περιστατικά που τις προκάλεσαν. Θα μπορούσε όμως ο καθένας να υποστηρίξει ότι
η δικαίωση από τα περιστατικά δεν αρκεί και ότι η αισθητική δικαίωση μόνο βαραίνει. Διαφορετικά ένα ποίημα θα εύρισκε τον λόγο υπάρξεώς του,
μόνο στο γεγονός ότι εγράφη. Δίνουμε μια αδιάκοπη μάχη για να επιτύχουμε την ποιότητα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ποιότητα αυτή κινδυνεύει από την στιγμή που θα φανούμε αυτάρεσκοι, αν αρνηθούμε να δούμε κριτικά το έργο μας. Έτσι αφήνουμε στους άλλους τον ρόλο που θα έπρεπε να
παίξουμε πρώτοι εμείς.

– Εάν σήμερα ένα παλιό σας έργο δεν σας ικανοποιεί αισθητικά, θα το δεχθείτε, θα το διορθώσετε ή θα το απορρίψετε;

– Αν ένα παλιό μου ποίημα δεν με ικανοποιεί απολύτως, θα προσπαθήσω να το σώσω, δουλειά που προϋποθέτει έμπνευση. Η διόρθωση είναι τελείως
διαφορετικό πράγμα. Πρόκειται για μια εργασία εργαστηρίου, αφαιρούμε
λέξεις ή στίχους, μεταθέτουμε άλλους, μεταβάλλουμε τη δομή. Πρόκειται
για μια δουλειά που γίνεται εν ψυχρώ και είναι πολύ λεπταίσθητη. Δεν πρέπει να προδοθεί η επέμβαση του τεχνίτη. Σε περίπτωση όμως που το ποίημα
είναι ανεπίδεκτο διορθώσεως, θα πρέπει, έστω και με βαριά καρδιά, να το
θυσιάσουμε. Αυτό ισχύει τόσο για τα ανέκδοτα ποιήματα που θα απαρτίσουν μια καινούργια ποιητική συλλογή, όσο και για τα ήδη τυπωμένα εν όψει μιας επανεκδόσεως. Πολύ σωστά γράφετε στο εισαγωγικό σας σημείωμα ότι το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το να τυπωθεί δε σημαίνει πως πήρε και το οριστικό του σχήμα. Θα πρέπει πάντα να το βλέπουμε δυναμικά, δηλαδή μέσα στις δυνατότητες της εξελίξεώς του και ποτέ κατά τρόπο στατικό ή μουσειακό.

Σε περίπτωση επανεκδόσεως όλου του έργου σας, θα κάνετε μια απλή ανατύπωση ή μιαν αυστηρή επιλογή;

– Μετά απ’ αυτά είναι ευνόητο ότι αποκλείω την ανατύπωση, που δεν εξυπηρετεί, εδώ που τα λέμε και κανένα σκοπό. Συχνά η συγκέντρωση του έργου ενός ποιητή μου δίνει την εντύπωση ενός ετερόκλητου συνόλου όπου για λόγους ιστορικούς, ο ποιητής τύπωσε δίπλα στην ώριμη δουλειά του και τα πρωτόλεια. Έτσι τα καλά ποιήματα χάνονται σ’ ένα πλήθος μέτριων και,
φυσικά, διαστρέφεται η φυσιογνωμία του δημιουργού. Αυτά τα πράγματα
μπορεί να ενδιαφέρουν μόνο τους φιλολόγους κι επ’ ουδενί λόγω τους φίλους της καλής ποίησης. Χρειάζεται λοιπόν επιλογή που δεν σημαίνει ανθολόγηση αλλά συγκέντρωση των καλών ποιημάτων με βάση την αυτοκριτική.
Έχω την εντύπωση ότι όσο αυστηρότερος είναι κανείς με τον εαυτό του τόσο και το κέρδος του θά ’ναι μεγαλύτερο. Πράγμα που δυστυχώς το αγνοούν
οι περισσότεροι.

 

 

 

Ματιές ενόλω (2003)

 

ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΟΛΩ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Οι μελέτες που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν την έκδοση καλύπτουν την περίοδο 1996-2003. Αν και φιλοδοξούν να παρουσιάσουν συνολικά το έργο των ποιητών με τους οποίους ασχολούνται, είναι προφανές πως παραμένουν απλές απόπειρες, μια και η οριστική αποτίμηση αφενός υπερβαίνει τις προθέσεις του μελετητή κι αφετέρου αντίκειται στη βασική αρχή της θεωρίας της λογοτεχνίας πως τα λογοτεχνικά κείμενα είναι ανεξάντλητα και ξαναβρίσκουν το νόημα της ύπαρξής τους σε κάθε νέα ανάγνωση.
Οι οχτώ ποιητές που γίνονται αντικείμενο πραγμάτευσης είναι όλοι «Θεσσαλονικείς» και μεταπολεμικοί. Θεσσαλονικείς εντός εισαγωγικών, γιατί δε γεννήθηκαν και δεν έζησαν όλοι τους στην πόλη, όπως ο Κύρου, ο Χριστιανόπουλος κι ο Ευαγγέλου. Ορισμένοι, γεννημένοι αλλού, εγκαταστάθηκαν στην πόλη σε μικρότερη ηλικία, όπως ο Θασίτης, ή σε μεγαλύτερη, όπως ο Μάρκογλου κι ο Μέσκος, ο οποίος άλλωστε είναι κι ο πιο
πλάνης απ’ όλους (Έδεσσα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Ακόμα, είναι κι αυτοί που, αν και γέννημα θρέμμα της πόλης, μετοίκησαν στην Αθήνα, αφού όμως είχαν ήδη ολοκληρώσει το ποιητικό τους πρόσωπο (Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου). Από την άλλη, ανήκουν και οι οχτώ στις δύο πρώτες γενιές του μεταπολέμου:
τρεις στην πρώτη (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και πέντε στη δεύτερη (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Ευαγγέλου, Μάρκογλου). Η επιλογή δεν έγινε ασφαλώς τυχαία. Συνδέεται με τις μεταπτυχιακές ενασχολήσεις του μελετητή και βέβαια την αγάπη του προς τη συγκεκριμένη ποίηση και προς την ίδια την πόλη, πόλη των σπουδών και της νιότης του. Οι περισσότερες μελέτες έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας εκνέου (Κύρου, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Μάρκογλου). Άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο επιχειρήθηκαν παρεμβάσεις που έχουν το χαρακτήρα της διόρθωσης σφαλμάτων, της συμπλήρωσης στοιχείων αλλά και της αναθεώρησης ενίοτε ορισμένων απόψεων. Κυρίως παρουσιάστηκε η ανάγκη να συντονιστούν ή να εμπλουτιστούν τα εισαγωγικά μέρη, από τη στιγμή που οι μελέτες είχαν δημοσιευθεί σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικά έντυπα και συνεπώς θα έπρεπε να έχουν αυτοτέλεια. Ανάλογος συντονισμός απαιτήθηκε και για το μέρος των σημειώσεων, ενώ οι παραπομπές είναι πλήρεις στο
πλαίσιο της κάθε μελέτης.
Αυτή η δεύτερη γραφή διευκόλυνε και τη σειρά παράθεσης των μελετών. Καθώς προϋπήρξε η ενιαία και τελική επεξεργασία, δεν είχε νόημα η παράθεσή τους κατά σειρά δημοσίευσης. Αντίθετα, η παράθεση με κριτήριο το έτος που ο κάθε ποιητής εξέδωσε την πρώτη του συλλογή αφενός ανταποκρίνεται στους ιστορικούς όρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος δημιουργός εμφανίζεται πρώτος και ποιος δεύτερος, κι αφετέρου καλύπτει ανάγκες μεθοδολογικές, μια κι
έτσι αποφεύγεται η αναφορά σε ζητήματα που θίχτηκαν με άλλη ευκαιρία.
Τέλος η παράθεση ποιημάτων και ποιητικών αποσπασμάτων σημαίνεται με έναν ορισμένο τρόπο. Όταν στο τέλος του κειμένου παρατίθεται ο τίτλος του ποιήματος (με τον τίτλο της συλλογής ή όχι αδιάφορο), αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απόσπασμα. Σε κάθε άλλη περίπτωση το ποίημα εννοείται πως δίνεται ολόκληρο, εκτός κι αν αλλιώς δηλώνει ή υποδηλώνει το αμέσως προηγούμενο κείμενο της εργασίας. Ακόμα, τα παραθέματα από τα μη λογοτεχνικά κείμενα, πλην των επιστολών, κι από τα αποκηρυγμένα
ποιήματα προσαρμόζονται ενγένει στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.

Αύγουστος 2003

Οι μελέτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι:

Μανόλης Αναγνωστάκης. Από τους δρόμους της Ιστορίας
στους διαδρόμους της σιωπής
Κλείτος Κύρου. Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου ..
Πάνος Κ. Θασίτης. Ουρανός από μνήμη και φως
Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο απεγνωσμένος του έρωτα ..
Η άγρια μοναξιά του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου
Μάρκος Μέσκος. Η βλάστηση της φύσης και του
αισθήματος στο κλίμα της φθοράς
Ανέστης Ευαγγέλου. Η ποίηση ως μέθοδος αναπνοής . .
Η αισθητική και η ανθρώπινη εκδοχή στην ποίηση
του Πρόδρομου X. Μάρκογλου

 

Αποσπάσματα από τις μελέτες για Μανώλη Αναγνωστάκη, Κλείτο Κύρου και Ντίνο Χριστιανόπουλο:

 

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Από τους δρόμους της ιστορίας
στους διαδρόμους της σιωπής

     Για τα κρίσιμα χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή και την ποίηση του, έτσι που να εκφράζεται αυτό ακόμα και με την εμμονή του στους ίδιους τους τίτλους των συλλογών, ο ποιητής θα πει: «Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική και ανέντιμη, μέσα όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ’ όλη τη δραματικότητά της κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας, ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ο ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός. Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπιάς. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έδινε κι έπαιρνε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και με ήχους ακορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε -γιατί δεν μπορεί- να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια 1946- 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με ό τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά».
     Η ποίηση του Αναγνωστάκη σε γενικές γραμμές είναι ποίηση ιδεολογική, της σκέψης, αντιλυρική. Διακρίνεται για τον πεζολογικό της στίχο, το συχνά εκτεταμένο, το διαλογικό της τόνο, ειρωνεία και τη σάτιρα. Διακρίνεται ακόμα για τις ακριβείς αναφορές τόπων («Καφενείο των Ναυτικών», «Θερμαϊκόν», «οδός Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά-» λ.χ.), οι οποίες λειτουργούν ως τεκμήριο βιωματικότητας, αλλά και για την προτίμηση στα μικρά ονόματα (Χάρης, Κλαίρη, Ραούλ, Γιώργος κ.ά.), η οποία συνιστά ένδειξη μεγάλης οικειότητας. Είναι μια ποίηση υψηλής προφορικότητας, πολύ κοντινή στο καθημερινό ιδίωμα, που για τις ανάγκες του ρυθμού της αξιοποιεί ευρύτατα το σχήμα της επαναφοράς και απευθύνεται συνήθως σε κάποιο εσύ, που μπορεί να είναι ο σύντροφος, ο αναγνώστης, ο ποιητής ο ίδιος συχνότατα, ή σε κάποιο πρόσωπο που εισάγεται στο κείμενο εξαρχής ή καθοδόν μέσω της κλητικής προσφώνησης. Αυτή ωστόσο η ποιητική έχει στην αφετηρία της συγκεκριμένα βιώματα, όπως ήδη διαφάνηκε, και ορισμένες αναγνώσεις, όπως οι Γάλλοι μετασυμβολιστές και οι Έλληνες μεσοπολεμικοί ποιητές. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζουν ο Κώστας Καρυωτάκης κι ο Γιώργος Σεφέρης. Παράλληλα ο Αναγνωστάκης κινείται στο πλαίσιο της ιστορικής και λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης γεγονός που μαζί με την ιδιοσυγκρασιακή του φύση παίζει, φαίνεται, αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του.
     Από το 1930 ήδη έχει δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη μια λογοτεχνική παράδοση η οποία διακρίνεται για την εσωστρέφειά της. Η αφετηρία αυτής της παράδοσης ανάγεται στους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών της πρώτης περιόδου (1932-1939), οι οποίοι για μια σειρά λόγους, όπως η γεωγράφο θέση, το κλίμα, ο πολυεθνικός χαρακτήρας και η ιστορία n πόλης, αλλά και η παιδεία, η προδιάθεση και γενικότερα η ψυχολογία των ίδιων, αγνόησαν τις ιστορικές εξελίξεις και επιδόθηκαν στην καταγραφή της εσωτερικής περιπέτειας του ανθρώπου με έναν τρόπο καινούριο, ευρωπαϊκών προδιαγραφών, που κακώς ονομάστηκε εσωτερικός μονόλογος, ενώ δεν ήταν παρά «εξομολογητική πρόζα». Αυτά ως προς το απώτερο παρελθόν το προπολεμικό, που δεν μπορεί παρά να επηρεάζει, τουλάχιστον ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τους νεότερους δημιουργούς. Μετά τον πόλεμο όμως και τις ριζικές ανατροπές του σημειώνονται αναπόφευκτα αλλαγές και στο χώρο της λογοτεχνίας, μονάχα που, επειδή η πεζογραφική παράδοση αλλά και η ποιητική εκδοχή των αισθητών του περιοδικού Κοχλίας (1945-1948) δεν ήταν σε θέση να εκφράσουν το πνεύμα των καιρών, φορείς των καινούριων εξελίξεων αναδεικνύονται νέοι ποιητές οι οποί ανανεώνουν όχι μονάχα την τοπική παράδοση αλλά και η ελληνική ποίηση γενικότερα. Ο σημαντικότερος ανάμεσα τους είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

 

 

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου

Μιλώ με σπασμένη φωνή
(Κραυγές της νύχτας, 1960)

 

Ο Κλείτος Κύρου είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες φωνές της μεταπολεμικής μας ποίησης και ειδικότερα της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου. Πρόκειται για ένα δημιουργό με έντονα κοινωνικά ενδιαφέροντα για τον οποίο περισσότερο από κάθε άλλο ομόλογο ποιητή της γενιάς του απάδει ο χαρακτηρισμός «ποίηση της ήττας». Αυτό βεβαιώνεται τόσο από το έργο του όσο και από το ρητό και κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απέρριψε μια τέτοια κριτική αποτίμηση της γενιάς του: «Θεωρώ την ονομασία και μόνο προσβλητική για τους ανθρώπους της γενιάς μου που αγωνίστηκαν σκληρά για να κερδίσουν κάποιον άλλο κόσμο. Με τον τρόπο, τουλάχιστο, που φιγουράρει είναι σαν να επιζητείται να τονιστεί η σημασία μιας ήττας που, φαινομενικά, υμνείται από μια ομάδα ποιητών, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε φαρμακερά καθοριστική γι’ αυτούς στη μετέπειτα ζωή τους. Πάει να πιστέψει κανείς ότι σχηματικά καλλιεργείται, όπως και στα φυτώρια, αυτό το είδος της ποίησης. Θεωρώ την ονομασία εντελώς ατυχή και καλό θα ήταν κάποτε να διαγράφει από τη νεοελληνική γραμματεία, Αποτελεί κι αυτή ένα δείγμα -μέσα σε τόσα άλλα- των εύκολων επιγραφών. Κάτω από την επιγραφή εντάσσονται βιαστικά κατηγορίες ή ομάδες ανθρώπων. Και ποτέ δεν εξετάζεται το «ειδικό βάρος» αυτών που ταξινομούνται έτσι. Αυτών που σε κάποια περίοδο της ζωής τους έγραψαν στίχους που εκφράζαν τη βαθιά τους πικρία, την απογοήτευση κι ακόμη το παράπονο για κάποια χαμένα τους οράματα, για κάποιες ελπίδες φευγάτες για μια κοινωνική αλλαγή. Στίχους γραμμένους χωρίς ηττοπάθεια ή ενοχή, αλλά με πόνο, όπως όταν χάνουμε ένα πρόσωπο αγαπημένο».
Στο πλαίσιο των κοινωνικών ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Κλείτος Κύρου συν-αναφέρεται κατά κανόνα με δύο άλλους ποιητές της Θεσσαλονίκης, το Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Πάνο Θασίτη. Η συναναφορά έχει βέβαια το δίκιο της, μια και πρόκειται για ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στον κοινωνικό πόνο, αλλά και το άδικό της, καθώς συνθλίβει με την ευκολία της σχηματοποίησης τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την ιδιαιτερότητα του καθενός. Για την ακρίβεια, είναι κυρίως ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο επεξεργάζονται την εμπειρία του κοινωνικού πόνου που καθιστά τους τρεις Θεσσαλονικείς ομάδα μέσα στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου και τους αντιδιαστέλλει από τους άλλους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου. «Η ποίησή τους […]», γράφει ο Γιάννης Δάλλας, «δεν αρχίζει όπως σε εκείνους [τους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου] απ’ το “έπος” ή το “δράμα” του συνόλου ή ενός αφηρημένου γενικού οράματος του κόσμου, για να εξαντληθεί ώσπου να φτάσει καταπονημένη στην προσωπική κατάθεση και μαρτυρία. Αλλ’ αρχίζει φυσικότερα από τη συγκεκριμένη βίωση και προβληματική του πάσχοντος προσώπου και ανεβαίνει ως τα καθολικότερα προβλήματα της κρίσιμης ιστορικής στιγμής μέσα στην οποία διαπρέπει ή συνθλίβεται η ανθρώπινη ομάδα. Ούτε εξάλλου, όπως σε εκείνους (τους ομήλικες και τους πρεσβύτερους της άλλης “παραλλήλου”) η κοινωνική αναφορά τους γίνεται αυτοσκοπός και τέρμα, αλλά μια δοσμένη απ’ έξω ευκαιρία για εσωτερίκευση και συνεπώς για μια βαθύτερη συνείδηση του κόσμου». Την ίδια στιγμή όμως είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται στον καθένα από τους τρεις αυτή η εσωτερίκευση του κοινωνικού συμβάντος, η οποία δεν είναι ίσως άσχετη με την πόλη της Θεσσαλονίκης και την εσωστρέφεια των ανθρώπων της: «Η ουσιαστική […] διαφορά στην τακτική και τη στρατηγική τους είναι βασική», παρατηρεί ο ίδιος κριτικός, «και απαντά, με την ξεχωριστή φωνή του καθενός, σε όλους τους: απαντά στον Κύρου, που στις τελευταίες συλλογές του η ιστορική δοκιμασία υπογειώθηκε και έγινε υπαρξιακή δοκιμασία στο Θασίτη, που η ίδια, υπεργειωμένη στην περίπτωσή του, εμπειρία αναδιπλώνεται και η κοινωνιολογία αντανακλάται τελικά σε αυτόν και ως κοσμολογία στον Αναγνωστάκη, τέλος, τη δραματικότερη ατομική περίπτωση εκείνων των αγώνων, που ριγμένη στη συλλογική δοκιμασία εντούτοις επιμένει: “Σαν τους γύφτους / σφυροκοπά- με/ αδιάκοπα / στο ίδιο αμόνι”, και όμως, επιμένοντας, σταθμίζει την πολιτική ως ηθική αυτού του κόσμου και από τη σκοπιά της στάθμης του ο προσωπικός του λόγος γίνεται οξύτερος και ευρύτερος “απόλογος”».
Αλλά και στο πλαίσιο συνολικότερων θεωρήσεων που αφορούν την ποίηση της Θεσσαλονίκης στα χρόνια 1930-1960 η συναναφορά είναι δεδομένη. Οι τρεις ποιητές αντιδιαστέλλονται συνήθως ως κοινωνικοί από τους φιλοσοφικούς Γιώργο Βαφόπουλο, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Ζωή Καρέλλη, τους λυρικούς Γιώργο Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Γιώργο Στογιαννίδη, και τους ερωτικούς Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου και Γιώργο Ιωάννου.
Έτσι ορίζεται γραμματολογικά ο Κλείτος Κύρου, ο οποίος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1921, έκανε τις εγκύκλιες σπουδές στο αμερικάνικο κολέγιο «Ανατόλια» και τις ανώτατες στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της πόλης του. Στα χρόνια της Κατοχής υπήρξε μέλος του Εκπολιτιστικού Ομίλου του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ), που ανήκε στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), και της ομάδας των φοιτητών που από το Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο του 1944 εξέδιδε το περιοδικό Ξεκίνημα, στρατεύτηκε μετά τη λήξη του Εμφυλίου, τον Οκτώβριο του 1949, και κατοπινά, για τριάντα τόσα χρόνια (1951-1983), εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, παρόλο που τα σχέδια τόσο του ίδιου όσο και του εκ< πατέρα του τον προόριζαν για διπλωματική καριέρα.
Η όλη προσπάθεια του Κύρου μοιράζεται ανάμεσα σε δυο αγάπες: την πρωτότυπη ποιητική δημιουργία και τη δεύτερη γραφή ξενόγλωσσων ποιητικών και θεατρικών κειμένων. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το γεγονός πως η δημοσίευση του πρώτου ποιήματος του «Προσμονή» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης 0 Φοιτητής (3 [5.5.1945] 66) συμπίπτει με την πρώτη μεταφραστική κα του έκδοση Νέοι Άγγλοι Ποιητές. Τρία χρόνια αργότερα, σε συνεργασία με το Μανόλη Αναγνωστάκη, θα κυκλοφορήσουν οι 2 Ωδές του Federico Garcia Lorca και μόλις το 1949 θα εκδοθεί η πρώτη του ποιητική συλλογή.

 

 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο απεγνωσμένος του έρωτα

Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
(Ανυπεράσπιστος καημός, 1955-1970)

 

     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας καινούριας ποιητικής γενιάς, της δεύτερης του μεταπολέμου. Πρόκειται για μια γενιά που το έργο της, όπως συχνά υποστηρίχτηκε, αδικήθηκε από άποψη προβολής και μελέτης τόσο σε σχέση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά όσο και σε σχέση με αυτήν του 1970. Οι λόγοι συναρτώνται κατά βάση με την ιστορική μοίρα της συγκεκριμένης γενιάς. Οι ποιητές που τη συναποτελούν, γεννημένοι στα χρόνια 1929-1940, διαφοροποιούνται ουσιαστικά από αυτούς της πρώτης γενιάς, καθώς οι τελευταίοι έδρασαν ως υποκείμενα στα δραματικά περιστατικά της δεκαετίας του 1940, ενώ εκείνοι έχουν μονάχα παιδικά ή / και εφηβικά βιώματα της τραγικής περιόδου. Εξάλλου ανδρώνονται και συνειδητοποιούν τα πράγματα και τον κόσμο μέσα στο μετεμφυλιακό κλίμα των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών, πράγμα που αποτρέπει τη ζύμωση των ιδεών και τις ευρύτερες συσπειρώσεις. Γενιά χωρίς ιδεολογικό πυρήνα που να τη συνέχει, όπως το ηττημένο όραμα της Αριστερός για τους ποιητές της προηγούμενης γενιάς, εκτοπισμένη στα κράσπεδα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής ζωής, την κρίσιμη ώρα που θα μπορούσε να μιλήσει ωριμότερα και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, συνθλίβεται από τη δικτατορία του 1967, η οποία, δημιουργώντας νέες συνθήκες, επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να εκφράσουν ευστοχότερα τις τραγικές και πάλι εποχές. Πρόκειται για τη γενιά του 1970, η οποία εισβάλλει στο προσκήνιο πολυθόρυβη κι ανυπόμονη και λόγω των περιστάσεων βρίσκει επαφή με την πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι με τη δεύτερη, η οποία άλλωστε δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τη φυσιογνωμία της.
Στο πλαίσιο αυτής της δεύτερης γενιάς, της «χαμένης», του «άγχους», της «πολυφωνικής» ή «απολιτικής», όπως την είπαν θα μπορούσε να διακρίνει κανείς από θεματική άποψη, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται οι σχηματοποιήσεις των πνευματικών φαινομένων, ορισμένες βασικές τάσεις. Οι τάσεις αυτές είναι η κοινωνική, η φιλοσοφικό-υπαρξιακή και η ερωτική και σ’ένα μεγάλο βαθμό αντιστοιχούν σε εκείνες της προηγούμενης γενιάς (κοινωνική, υπαρξιακή, νεοϋπερρεαλιστική). Στην ερωτική ξεχωρίζουν αναμφισβήτητα, καθώς την ιδρύουν μάλιστα, οι Θεσσαλονικείς Ντίνος Χριστιανόπουλος και Ν.-Α. Ασλάνογλου.
     Όταν εμφανίζεται με συλλογή ο Χριστιανόπουλος το 1950, στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, και στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση γενικότερα είχε ήδη δημιουργήσει μια ορισμένη παράδοση ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Εκκινώντας από τη συντριβή της ιδεολογικοπολιτικής του πίστης και τις δραματικές του εμπειρίες, αλλά χωρίς να χάνει την ελπίδα, ο Αναγνωστάκης οδηγείται σε ένα ποιητικό ιδίωμα που διαφοροποιείται αισθητά από το λόγο της γενιάς του 1930. Το χαρακτήρα αυτού του ιδιώματος επισημαίνει ο Χριστιανόπουλος επανειλημμένα: «Εκείνο που έφερε στην ποίηση ο Αναγνωστάκης, είναι η χαμηλόφωνη κουβέντα με τον εξομολογητικό χαρακτήρα. Όχι πια λυρικά τραγούδια αλλά ένας λόγος γυμνός, μια κουβέντα ανθρώπινη όχι πια τα πετάγματα της φαντασίας και οι χείμαρροι των εικόνων, αλλά μια απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει. Μια μετατόπιση από το συμβολισμό στο ρεαλισμό, από τη λυρική έκφραση στη δραματική, από τη φαντασία στην εμπειρία».
Το παράδειγμα του Αναγνωστάκη, ο οποίος στα χρόνια 1945-1951 είχε ήδη εκδώσει τις τρεις Εποχές του, έρχονται να ακολουθήσουν οι νέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εμφανίζονται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘50: ο Κλείτος Κύρου (Αναζήτηση. Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής, 1949) κι ο Πόνος Θασίτης (Δίχως κιβωτό, 1951) αφενός, ποιητές της ίδιας γενιάς και με ομόλογη θεματική, κι αφετέρου ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950), ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Δύσκολος θάνατος, 1954) κι ο Γιώργος Ιωάννου (Ηλιοτρόπια, 1954). Οι τελευταίοι, από άλλη αφετηρία ορμώμενοι, θα συγκροτήσουν στο τέλος της δεκαετίας τον κύκλο της Διαγωνίου, ευδιάκριτο άλλωστε και στο ευρύτερο πλαίσιο της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Οι ποιητές της Διαγώνιου, με προεξάρχοντα το Χριστιανόπουλο, φέρνουν κι αυτοί στο κέντρο του ποιήματος την προσωπική τους εκδοχή, η όμως ταλανίζεται από το ιδιότυπο ερωτικό τους πάθος, κανενός είδους ιδεολογικοπολιτική διάψευση, και επιλέγουν ως αρμόζοντα τρόπο απόδοσης των βιωμάτων τους ένα» διακρίνεται για τους προφορικούς και εξομολογητικούς του τόνους. Ο λόγος αυτός άλλοτε είναι πιο έμμεσος, όπως στον Ασλάνογλου, κι άλλοτε πιο άμεσος, όπως στο Χριστιανόπουλο.
     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Δημητριάδης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής της πόλης του (1954), εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1957-1965) και ως διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων. Ακόμα ίδρυσε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (1958-1983), τις Εκδόσεις «Διαγώνιου» (1962-1998) και τη Μικρή πινακοθήκη «Διαγώνιος» (1974-1995). Πέρα από τα ποιήματα ασχολήθηκε με μεταφράσεις και έγραψε τραγούδια, διηγήματα, κείμενα λογοτεχνικής κριτικής και πολύ περισσότερες μελέτες φιλολογικές και μη, για πρόσωπα και πράγματα της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Με δεδομένη τη τάση του ποιητή να επεξεργάζεται και να εμπλουτίζει τις συλλογές μετά τη πρώτη τους έκδοση είναι προτιμότερο να μιλούμε για σειρές ποιημάτων, επισημαίνοντας κάθε φορά τα χρονικά τους όρια.

 

 

Ο ποιητής και το ποίημα, (2010)

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Οι εργασίες που δημοσιεύονται στον τόμο αυτόν είναι απότοκο πολύχρονης πείρας. Η εντατική ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση ως δημιουργού και κριτικού αλλά και ως εκπαιδευτικού, φιλολόγου της τάξης και σχολικού συμβούλου φιλολόγων, με οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης των ποιητικών κειμένων, που, αν όχι εντελώς, αρκούντως πάντως είναι διαφορετικός από το συνήθη.

Η διαφορετικότητά του συνίσταται: α. στο σεναριακό του χαρακτήρα· θέλω να πω ότι αποφεύγεται το συνεχόμενο κείμενο και τα στοιχεία, οι παρατηρήσεις και οι επισημάνσεις καταγράφονται ως σημειώσεις, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να παρακολουθεί τις προσεγγίσεις και το ποίημα με μεγαλύτερη άνεση και ακρίβεια· η μορφή αυτή έχει την αφετηρία της στο γεγονός ότι οι εργασίες εκπονήθηκαν με την προοπτική να παρουσιαστούν στους φιλολόγους μέσω του υπολογιστικού προγράμματος Power Point, προκειμένου να εισαχθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία ο ήχος και η εικόνα και να ενεργοποιηθεί ή να ανανεωθεί το ενδιαφέρον των παιδιών για τη λογοτεχνία η πράξη σε συγκεκριμένες τάξεις μαθητών έδειξε πόσο συναρπαστική γίνεται η διδασκαλία με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών· β. στη δομή του· αρχικά παραθέτονται τα εργοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού και τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, θεματικά και τεχνοτροπικά, με τη σκέψη ότι η γνώση του όλου συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση του μέρους, και ακολούθως προσεγγίζεται το συγκεκριμένο κείμενο, ένα ή περισσότερα, χωρίς τη διάσπαση μορφής-περιεχομένου και με ιδιαίτερη έμφαση στις διακειμενικές συνάφειες τόσο στο επίπεδο των αναλύσεων όσο και των ερωτήσεων και γ. στην επιλεκτική κατανάγκην αλλά πολύ χρήσιμη βιβλιογραφική ενημέρωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία γενικότερου ή ειδικότερου χαρακτήρα.

Αυτός ο τρόπος προσέγγισης ακολουθείται στις προκείμενες εργασίες, στις οποίες παρουσιάζονται και σχολιάζονται δεκαοχτώ ποιήματα και οχτώ δημιουργοί, που ανθολογούνται στα σχολικά βιβλία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -ΚΝΛ-, Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης -ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ). Η επιλογή τους δεν έχει να κάνει μονάχα με τις προσωπικές μου προτιμήσεις αλλά και με τις τρέχουσες κάθε φορά φιλολογικές και κριτικές μου ανάγκες, ενώ ο αριθμός των προσεγγιζόμενων ποιημάτων του κάθε δημιουργού εξαρτάται πρωτίστως από την έκταση της ανθολόγησής του. Πρόκειται, σύμφωνα με το χρόνο γέννησης και τη σειρά παρουσίασής τους εδώ, για τους ποιητές Κώστα Καρυωτάκη (3), Μίλτο Σαχτούρη (4), Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου (1), Κική Δημουλά (4), Ντίνο Χριστιανόπουλο (1), Πρόδρομο X. Μάρκογλου (1), Μιχάλη

Γκανά (3) και Αντώνη Φωστιέρη (1).

Μάιος του 2010

 

Αποσπάσματα από τις μελές για Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου και Κική Δημουλά.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ – ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

3. Γραμματολογική ένταξη

Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά («χαμένη», «γενιά του άγχους», «πολυφωνική», «απολιτική»):

– Οι ενλόγω ποιητές γεννιούνται στα χρόνια (1930-1940/42) και δημοσιεύουν ανάμεσα στα 1950 και 1970 (κυρίως 1955-1965).

– Ζουν κατά βάση την παιδική τους ηλικία στον καιρό της Κατοχής και την εφηβική στον καιρό του Εμφυλίου.

– Ανδρώνονται στη δεκαετία του 1950 (ανάπηρη δημοκρατία, ψυχρός πόλεμος).

– Ανακόπτονται από τη δικτατορία του 1967 και την εμφάνιση της γενιάς χου 1970.

– Δεν έχουν ιδεολογικό πυρήνα που να τους συνέχει, όπως το κοινωνικό όραμα της προηγούμενης γενιάς («σκόρπια κατηγορία», κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου [περ. Διαβάζω 22 (Ιούλιος 1979) 47]).

– Μαθητεύουν κυρίως στους Καρυωτάκη, Σεφέρη, Αναγνωστάκη.

– Ταξινόμηση θεματική: κοινωνική, ερωτική και φιλοσοφική-υπαρξιακή.

– Λόγος αντιλυρικός, που χαρακτηρίζεται από την αιχμηρότητα της έκφρασης.

 

Α4. Οι ποιητικές φάσεις της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η κριτική επισημαίνει τη μαθητεία της στους ποιητές/τριες Ζωή Καρέλλη, Γιώργο Θέμελη, Νίκο Καρούζο και Γιώργο Σαραντάρη, ενώ μοιράζει την ποιητική της δημιουργία σε δύο περιόδους: α. 1965-1975, β. 1978 κ.ε.

Πρώτη Περίοδος: 1965-1975 Χώρος υπαρξιακός ενγένει – νύχτα και σιωπή.

– Η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντιμετώπιση του σώματος ως χώρου φιλοξενίας του πνεύματος.

– Η πίστη στο φιλοσοφικό δυϊσμό οδηγεί στην προτεραιότητα του πνεύματος και κατά συνέπεια στην αγνόηση και την υποβάθμιση των αναγκών του σώματος.

– Αγωνίες, αμφιβολίες και ανησυχίες μεταφυσικές, ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις αντιφατικές.

– Ερωτισμός αόριστος, μοναξιά, θάνατος, οδύνη της ύπαρξης.

– Έγκλειστη στο ατομικό της περίβλημα η ποιήτρια, σαν να φοβάται την έξω από το σπίτι ζωή, μονίμως απούσα από το βλέμμα του άλλου.

– Προέχει «το ατομικό, η εξομολόγηση μιας προσωπικής αγωνίας και η ενδοσκόπηση» (Βάσος Βαρίκας, εφ. «Το Βήμα», 20-6-1971).

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1978 κ.ε.

– Τα επακόλουθα: μεταιχμιακή συλλογή.
Τηλέμαχος Αλαβέρας: «η θητεία της [Κέντρου-Αγαθοπούλου] στουπαρ- I
κτικό και το όποιο μεταφυσικό ξεδίνει και σ’ άλλες “όψεις”, ανοίγοντας I
χαραματιές στο περιβάλλον, την κοινωνική συνθήκη, η οποία βέβαια
πάντοτε την ενδιέφερε, αλλά σκιάζονταν από τις τόσες γεύσεις που της I
χαρίζονταν από εκείνες τις τότε “κατευθύνσεις” […] Τα enaxolovkX
θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον σαν αφετηρία παρά σαν κλείσιμο* I
αφετηρία για ανοίγματα προς τα κοινωνικότερα και τα πιο συγκεκρι-
μένα» (εφ. «Ελληνικός Βορράς» [Θεσσαλονίκη], 20-9-1979).
Τον οριακό χαρακτήρα της συλλογής, που συνίσταται στο πέρασμα από 1
τη μεταφυσική στην εμπειρία, επισημαίνουν και οι Ανέστης Ευαγγέλου I
(1993-1994) και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1999).
Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται μονάχα ως προσωπική υπόθεση αλλάχαι
ως κοινωνική. Υπάρχει, για να εκφραζόμαστε, αλλά και να επικοινω- 1
νούμε με τους άλλους.

– Πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από το μεταφυσικό στο
εμπειρικό πεδίο. Τώρα υπάρχει γη και νερό, πρόσωπα και πράγματα
απτά, έρωτας και θάνατος ένσαρκος.

– Οι κοινές εμπειρίες και η καθημερινότητα. Πράγματα κοντινά, οικεία,
«γυναικείου» ενδιαφέροντος, όπως τα κουμπιά, η μπουγάδα, η απόψυξη,!
γεύσεις, ήχοι, μυρουδιές.

– Μνήμες της θάλασσας. Θλίψη γι’ αυτό που τέλειωσε, για κείνους που χά-
θηκαν, για τις οριστικές ματαιώσεις. Η θάλασσα σαν κίνδυνος και απειλή
παρά σαν κάθαρση και λύτρωση.

– Το μακρινό παρελθόν: εικόνες-μνήμες του μηχανοδηγού πατέρα, της μη-
τέρας, του παππού, των παιδικών φιλενάδων.

– Το κοντινό παρόν: οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας, οι εργάτες των οδικών
έργων, η κίνηση στο ταχυδρομείο, ο νεκρός μοτοσικλετιστής, οι τυφλοί
στην παραλία.

– Φθορά του έρωτα και φθορά του χρόνου, ο ίδιος ο θάνατος: η ερωτική
μοναξιά και η ερωτική αδυναμία λόγω ηλικίας, ο πεθαμένος γείτονας η
επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς, το εργατικό ατύχημα.

– Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου παρακολουθεί και σχολιάζει πιο πολύ
το παρόν παρά το παρελθόν.

 

Α6. Η τεχνική

– Το ποίημα, σύντομο, λιγότερο από μια σελίδα.

– Συνειρμική ανάπτυξη (η διάθεση, το κλίμα, όχι το θέμα).

– Στίχος ολιγοσύλλαβος.

– Ρυθμός ομαλός και αβίαστος.

– Οι στίχοι αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα, για να υπογραμμιστεί η
αυτοτέλειά τους.

– Προτάσεις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες.

– Απουσία στίξης.

– Στη δεύτερη φάση επιπρόσθετα: ισχυρότερη προφορικότητα και
υψηλότερη συσπείρωση γύρω από το θέμα.

 

Β. 0 ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ

Τι ν’ απογίνε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ’ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο
(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981 – ΚΝΛ Γ’ Λυκείου)

 

Β1. Ενότητες τρεις

ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 1-10)

– Η αρχή
Το ποίημα αρχίζει με μια απορία: Τι ν’ απογίνε άραγε.

– Τα πρόσωπα και η πραγματικότητα
Ο μοτοσικλετιστής και το συλλογικό μας
Ο πρώτος: Θορυβοποιός της νύχτας, καβάλα στο μηχανικό τον ζώο, να
κραδαίνει την άσφαλτο, Να παίζει ώρα ύπνον με τις φρένες μας.
μας: οι άνθρωποι της συνοικίας (ώρα ύπνον, σακατεμένο κρανίο).
Θέλουν να ησυχάσουν, κουρασμένοι προφανώς από τη βιοπάλη.
Η πραγματικότητα
Τα παιδιά με τα μηχανάκια: μαρσαρίσματα, σούζες, φασαρία.

– Η σχέση των προσώπων
Επίδειξη κάποιου ενδιαφέροντος από τη μεριά των ενοίκων προς το μοτοσικλετιστή μέσω της απορίας-έγνοιας για την τύχη του, ενώ έμμεσα δηλώνεται η σχέση ενόχλησης που προϋπήρχε ανάμεσά τους.

– Ο χαρακτήρας της εικόνας
Η εικόνα είναι πραγματική, μια ανάμνηση, που συμπτύσσει πολλές τέτοι-
ες νύχτες. Οπτική και ακουστική (Θορυβοποιός, κραδαίνει).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 11-20)

– Τα στοιχεία του σκηνικού
Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, νέο φεγγάρι, Θόρυβος παράξενος, άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα, ουρανός, σπασμένο καθρεφτάκι.

– Τα πρόσωπα
Ο ποιητικός αφηγητής και ο μοτοσικλετιστής
Ο πρώτος: ξεχωρίζει τώρα από το πλήθος (μας): κοίταξα, μου, άκουσα, μου φάνηκε, να με κοιτάζει.
Ο δεύτερος: άγγελος στον ουρανό. Αντικατοπτρισμός της επίγειας εικόνας στον ουρανό. Άλλωστε οι ψυχές των νεκρών, κατά τη χριστιανική
αντίληψη, πηγαίνουν στον ουρανό. Περίλυπος, καθότι νεκρός.

– Η εξέλιξη της σχέσης
Αναπτύσσεται μια διακριτική σχέση συμπάθειας ανάμεσά τους.

– 0 χαρακτήρας της εικόνας
Εικόνα φανταστική (άγγελος με τη μοτοσικλέτα στον ουρανό). Στην αφετηρία της πραγματική (Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, φεγγάρι).
Οπτική και ακουστική (Θόρυβο, διασχίζει).

 

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 21-33)

– Αιφνιδιασμός-έκπληξη
0 λόγος εισάγεται αιφνιδιαστικά, διακόπτοντας την αφήγηση. Η εισαγωγή αυτή ανατρέπει καταρχήν τις αναγνωστικές προσδοκίες, προκαλώντας έκπληξη, δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας ανάμεσα στον ποιητικό αφηγητή και τον ήρωα και ζωντανεύει τον τελευταίο στα μάτια του αναγνώστη. Οφείλεται προφανώς στη ζωηρή συγκίνηση που νιώθει ο ποιητικός αφηγητής από το θάνατο του παλικαριού και γι’ αυτό το επαναφέρει στη ζωή.

– Το αίτημα του μοτοσικλετιστή
Να τον φωτογραφίσει ο ποιητικός αφηγητής, για να στείλει τη φωτογραφία στο κορίτσι του.

– Η αυτο-περιγραφή του ήρωα
Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου / Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο / Το
άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου / Θέλω να φαίνεται καλά / Το
καινούργιο μου πέτσινο / Το σιδερένιο κράνος / Να διακρίνεται προπάντων / Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου I Κι εκείνο του Θανάτου / Το αναπόφευκτο (στ. 24-33).
Περιγράφει τον εαυτό του γενναίο και ωραίο, έτσι όπως θέλει να τον θυμάται το κορίτσι του, γι’ αυτό και την περιγραφή διακρίνει ένας ερωτισμός (φωτογραφία για το κορίτσι, σγουρά μαλλιά), ενώ στο πρόσωπό του θέλει να φαίνεται κυρίως η ψυχική ταραχή και η προσήμανση του με βεβαιότητα επερχόμενου θανάτου.
Η προσήμανση εξηγείται, μονάχα αν σκεφτούμε ότι μιλάει ο νέος, αλλά
υπαγορεύει το λόγο ο αφηγητής. Με άλλα λόγια, στη σύνθεση του πορτρέτου παρεμβαίνει ο ποιητικός αφηγητής, ο οποίος, ωριμότερος από το νέο λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να μην υποδείξει στον αναγνώστη και ειδικά στον αναγνώστη-νέο τον κίνδυνο που απειλεί τον απερίσκεπτο μοτοσικλετιστή.

– Το τρίτο πρόσωπο
Το κορίτσι: όλα γίνονται για χάρη του – όχι μονάχα η φωτογραφία αλλά
πιθανότατα και η άτακτη οδήγηση, που φέρνει το θάνατο. Το αρσενικό
κάνει τα πάντα, για να κερδίσει το θηλυκό, ακόμα κι αν χρειαστεί να πε-
θάνει. Ουσιαστικά το απόν πρόσωπο κινεί το μύθο.

– Η εικόνα
Οπτική και φανταστική, μια ψευδαίσθηση.

 

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Α2. Γενικές παρατηρήσεις

Η Κική Δημουλά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά και ειδικότερα στη φιλοσοφική-υπαρξιακή τάση. Οι περίοδοι του έργου της:

– Κατά το Δημοσθένη Κούρτοβικ, μυθιστοριογράφο και κριτικό:
α. 1952-1963: αναζήτηση του προσωπικού δρόμου (καβαφικές επιδρά-
σεις),
β. 1971 κ.ε.: διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων (Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς, 1995, σσ. 67-68).

– Μια άλλη διαίρεση, κατά το φιλόλογο και κριτικό Γιάννη Παπακώστα:
α. 1952-1963: απόπειρες εύρεσης της τεχνικής της,
β. 1971-1981: κατάκτηση του προσωπικού λόγου (ευρηματικότητα στην
επιλογή των λέξεων, νεολογισμοί, επαναλαμβανόμενα μοτίβα),
γ. 1988 κ.ε.: αίσθηση θλίψης και απώλειας (της ομορφιάς, της νεότητας
της ζωής), αποφθεγματικότητα («Η Κ. Δημουλά και η ποίηση του
μέσα χώρου. Τα θέματα, η τεχνική, τα μοτίβα και η γλώσσα της ποιήτριας στα πενήντα χρόνια της διαρκούς παρουσίας της», εφ. «Η Καθημερινή», 4-11- 2003).

– Η συντακτική επιτροπή του περ. Νέες Τομές, που κάνει και την πρώτη
ανθολόγηση της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, συνοψίζει ως
εξής την ποίηση της Κικής Δημουλά: «Μια φωνή πολύ διαφορετική και μάλλον αποξενωμένη από το κυρίαρχο κλίμα είναι η Κική Δημουλά. Η αποξένωση αυτή οφείλεται στο είδος της ποίησης που διακονεί η ποιήτρια, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε “ποίηση της σκέψης”. Στην ποίηση αυτή οι επιτυχίες είναι μεγάλες, όταν η σκέψη έπεται του λυρισμού. Η Κική Δημουλά διαθέτει αυτήν ακριβώς την ικανότητα, να αφήνει δηλαδή το λυρισμό της να επιπολάζει» [1 (93) (Άνοιξη 1985) 5].

– Η ίδια η ποιήτρια για τη μαθητεία της στον ποιητή και σύζυγό της Άθω
Δημουλά λέει: «Ο Άθως Δημουλάς επέδρασε διακριτικά, πολύτιμα και
ανεξίτηλα σε κάθε τομέα του δικού μου Άλλοτε και αλλού. Μιμήθηκα
ίσως τις τόσο διορατικές προτιμήσεις του για το παρερχόμενο και το πα-
ρελθόν – Ό,τι περίσσεψε απ’ τη μέρα, η μνήμη είναι, λέει σε κάποιο στίχο
του. Ήμουν πράγματι καχύποπτη και αρνητική προς το “εδώ” και το
“τώρα”. Και με δικαίωσαν. Ήταν ασφαλές καταφύγιό μου να θυμάμαι.
Το παρελθόν μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις “υγιεινές τροφές”, αλλά
έχει και το μέλλον συχνά μια όψη τόσο πολυκαιρινή. Παρά τη ζήτηση
και την κατανάλωση» (1989) [Αντώνης Φωστιέρης-Θανάσης Θ. Νιάρχος,
Σε δεύτερο πρόσωπο. Συνομιλίες με 50 συγγραφείς και καλλιτέχνες, 1990,
σ. 85].

A3. Θεματολογία

– Ποίηση του άστεως και του εσωτερικού χώρου.

– Ποίηση του φθινοπώρου.

– 0 έρωτας, κυρίως ως ανάμνηση.

– Απώλεια της ομορφιάς και της νιότης, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος.

– 0 θάνατος, η μόνιμη απουσία του αγαπημένου προσώπου -το «εσύ» του
ποιήματος (1988 κ.ε.)- και της ίδιας της ποιήτριας ως ενδεχόμενο.

– Μνήμη-λήθη: η μνήμη, επώδυνη, πυροδοτείται από τις φωτογραφίες, τη
νοσταλγία, την απουσία. Η λήθη ανακουφίζει από τον πόνο και βοηθά
στη συνέχιση της ζωής.

– Μοναξιά.

– Υπαρξιακή αγωνία.

– Η αλλοτριωτική καθημερινότητα, κυρίως η γυναικεία. Ευτελή
αντικείμενα, κοινότοπες συμπεριφορές: η σκόνη του σπιτιού,
η επιτραπέζια λάμπα, μια επίσκεψη στη λαϊκή, το αρνί στο φούρνο, το
τηλέφωνο, το φαρμακείο.

– Οι περιηγητικές εντυπώσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό.

– Δύο χαρακτηριστικά μοτίβα

α. Αγάλματα
Σε μουσεία, κήπους σπιτιών, πλατείες, πάρκα πόλεων εντός και εκτός
Ελλάδας. Προσωποποιημένα (άνθρωποι ή θεοί), αγάλματα-σύμβολα, διακοσμητικά. Περιγραφή ανατρεπτική της φωτογραφικής τους στατικότητας, απόδοση αισθημάτων και διαθέσεων, συσχέτιση της προσωπικής κατάστασης με τη δική τους. Σπάνια η ιστορική συμβολοποίηση, όπως της γυναικείας καταπίεσης λ.χ. («Σημείο Αναγνωρίσεως», Το Λίγο τον κόσμον).

β. Φωτογραφίες-πίνακες ζωγραφικής
Οι φωτογραφίες και οι πίνακες ζωγραφικής συνδέονται με τον κλει-
στό χώρο και επανέρχονται συχνά άλλοτε στο κέντρο κι άλλοτε στην
περιφέρεια του ποιήματος με μια σειρά ευρηματικές διατυπώσεις. Οι
πίνακες, ανοίγοντας παράθυρα στον κόσμο, διευρύνουν το οπτικό
πεδίο, ενώ οι φωτογραφίες παγώνουν το χρόνο, ενεργοποιούν τη
μνήμη κι έτσι καλύπτουν το κενό μιας απουσίας, προπάντων αυτό
του αγαπημένου προσώπου.

Α4. Ποιητική

– Φωνή χαμηλών τόνων.

– Εκκινεί από το μικρό ποίημα, αλλά, καθώς η κουβέντα με τα πράγματα
την κάνει να ξεχνιέται, καταλήγει στο μακροσκελές, συχνά χαλαρό στη
δόμηση, διανθισμένο όμως με υπέροχες ζώνες στίχων.

– Η πιο ευτυχής στιγμή της: συνδυασμός συναισθήματος και σκέψης.

– Η Δημουλά περισσότερο μιλά με τα πράγματα που την περιβάλλουν
παρά με τους ανθρώπους.

– Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της ο ανθρωπομορφισμός και οι
καινότροπες φραστικές συνάψεις.

Ειδικότερα:
– Η πρόταξη της προσδιοριστικής γενικής: τοπίων καραβάνια
(«Μιμητική», Το Λίγο τον κόσμον).

– Η προσδιοριστική γενική ανάμεσα στην πρόθεση και στο ουσιαστικό
(υπερβατό):
στων μαλλιών τον καλπασμό («Γενική κληρονόμος», Χαίρε ποτέ).

– Το σύμπλεγμα αυτό διευρύνεται και στις δύο εκδοχές του με την πρόταξη ενός επιθέτου που προσδιορίζει το βασικό ουσιαστικό: στα κλειστά τον συναισθηματισμού μου παράθυρα («Επισκεπτήριο», Ερήμην) τα μισανθή
των φθινοπώρων χέρια («Τα μισανθή χέρια», Το τελευταίο σώμα μου).

– Ουσιαστικοποίηση του ουδέτερου των επιθέτων: Στρώσαμε το τραπέζι
του αναπάντεχου / με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο («Προετοιμασία», Έρεβος).

– Ουσιαστικοποίηση ρήματος ή φράσης ολόκληρης: καταμεσίς του κλαίγοντας («2001 μεγαθήριο», Ήχος απομακρύνσεων).

– Επιθετικοποίηση ουσιαστικών: θα πει κάποιο παυσίπονο αστέρι («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).

– Επίρρημα σε θέση ουσιαστικού ή και προσώπου: Χαίρε ποτέ (τίτλος συλλογής και ποιήματος).

– Απροσδόκητες συνάψεις ρήματος-υποκειμένου / αντικειμένου / προθετικού προσδιορισμού: Φυσάει άδειο δωμάτιο («Απροσδοκίες», Χαίρε ποτέ) Σκέπτομαι απόψε να στείλω τη μελαγχολία μου («Τίποτα δε θ’ αντιληφθείς», Χλόη θερμοκηπίου)’ Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια («Άτιτλο»,
Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως).

– Παιχνίδι του λόγου με την αξιοποίηση των τόνων, των παρηχήσεων και των ομόηχων λέξεων: Θέρος, θερισμός / δεμάτια φως, δεμάτια τα μάτια /
φορτώνονται σε κάρα, άρα / δεν θα σε ξαναδώ («Σημεία των καρπών»,
Το τελευταίο σώμα μου).

– Απρόσμενη αντικατάσταση μιας λέξης με άλλη σε μια τυποποιημένη έκφραση: Εγώ, όταν θα μεγαλώσω / θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).

– Πρόσδεση του αφηρημένου στο συγκεκριμένο, ώστε να καθίσταται απτή πραγματικότητα: Κυμαίνομαι / στους τοίχους του διλήμματος χτυπώ
(«Ομιχλώδης λύτρωση», Χλόη θερμοκηπίου).

– Εύστοχοι νεολογισμοί: Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη («Πάσχα,
προς Σούνιον», Επί τα ίχνη).

– Λόγος επιγραμματικός, αποφθεγματικός, κατά τον τρόπο του Καβάφη:
Ξέρει να συμβιβάζεται η ανάμνηση («Διά της εις άτοπον λήθης», Χλόη
θερμοκηπίου).

– Ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός: Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλα-
ξε / κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική I χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας
(«Πάσχα στο φούρνο», Ενός λεπτού μαζί).

– Προσωποποιήσεις: απόδοση, σε άψυχα ουσιαστικά, επιθέτων ή ουσιαστικών που αρμόζουν σε έμψυχα: Εκπατρισμένη των ματιών η καταγωγή
(«Στο πλοίο», Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)’ τουρκογύφτισσες μολόχες («Ο ψυχισμός του δίτροπου», Το τελευταίο σώμα μου)’ εμψύχωση
του συγκεκριμένου ή αφηρημένου ουσιαστικού μέσω της απόδοσης ανθρώπινων ενεργειών σε άψυχα, έτσι που ο κόσμος στο σύνολό του να
προσλαμβάνεται ως έμψυχος: Θα ξανάρθω λέει ο αφρός στα χαλίκια. /
Να ξανάρθεις. / Ένα όστρακο άδειο κατάφερε I τη μεγάλη περίληψη. II
Φεύγει η μέρα. Το μικρό όνομά της I το αδειάζει βαφή στα μαλλιά της η
δύση («Τα υπο-κινούμενα», Το τελευταίο σώμα μου).

 

Β.
Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

(ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ Γ’ Λυκείου)

Β1. Η συλλογή και το ποίημα

Η συλλογή Το Λίγο τον κόσμον (1971), στην οποία ανήκει το ποίημα «0 πληθυντικός αριθμός», ολοκληρώνει τη διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων της Κικής Δημουλά, ενώ από την άποψη του περιεχομένου εκφράζει την ελάχιστη ουσία που απομένει σε μια βασανισμένη συνείδηση από την περιπέτεια της ζωής. Ο τίτλος του ποιήματος ευρηματικός, προδιαγράφει τον τρόπο ανάπτυξης του κειμένου, επιχειρώντας να ορίσει το γραμματικό όρο. Τέχνασμα έξυπνο η τεχνολόγηση. Χαρακτηριστικά της η επιγραμματικότητα και ο α-ρηματικός λόγος.

Β2. Ενότητες τέσσερις

Το ποίημα, μοιρασμένο σε τέσσερις ενότητες, στηρίζεται σε τέσσερις λέξεις-
έννοιες: έρωτας, φόβος, μνήμη, νύχτα. Στο προφανές επίπεδο μιλάει για τεχνολόγηση. Σ’ ένα δεύτερο για τη σημασία αυτών των στοιχείων στη ζωή των ανθρώπων.

ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Ο έρωτας (στ. 1-8)

Πώς ανατρέπεται η τεχνολόγηση του «έρωτα»;

– Λόγια κατάληξη: (όνομα) ουσιαστικόν. Αμφισημία: όχι απλώς γραμματικός όρος αλλά μεγάλης σημασίας για τους ανθρώπους.

– Επίρρημα πολύ: επιτείνει την προηγούμενη δεύτερη σημασία του επιθέτου.

– ενικού αριθμού: γραμματικός όρος αλλά και συνδηλωτικός: η ατομική βίωση, η μοναχικότητα, η αυτοτέλεια κάθε οντότητας μέσα στον έρωτα.
Βλ. Γιάννη Ρίτσου Σονάτα τον σεληνόφωτος (1956), στ. 33-34: Το ξέρω
πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και
στο θάνατο.

– ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού: αποκλεισμός του γένους που αφορά τους
ανθρώπους. Συνεπώς; Ουδέτερου;

– ανυπεράσπιστου: ανατροπή της αναγνωστικής προσδοκίας. Ο ερωτευμένος, αρσενικού ή θηλυκού γένους αδιάφορο, είναι ευάλωτος/θύμα.

– Πληθυντικός αριθμός / οι ανυπεράσπιστοι έρωτες: γενίκευση του αισθήματος. Οι ευάλωτοι λόγω του έρωτα είναι πολλοί.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Ο φόβος (στ. 9-15)

– ουσιαστικόν: αμφίσημο, όπως στο δεύτερο στίχο.

– Στην αρχή-και μετά: στην αρχή ο φόβος είναι ένας, φυσιολογικός. Μετά
τη συναισθηματική ματαίωση πολλαπλασιάζεται.

– οι φόβοι. / Οι φόβοι / για όλα από δω και πέρα (επαναστροφή): δίχως τον έρωτα το κενό διευρύνεται, οι φόβοι / αγωνίες πληθαίνουν: μοναξιά,
φθορά, θάνατος, ανασφάλεια / αβεβαιότητα για όλα και για το μέλλον.
Βλ. Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η αγάπη είναι ο φόβος…» (Εποχές 3,
1951), στ. 1: Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Η μνήμη (στ. 16-21)

– Άλλη δόμηση της ενότητας.

– Όχι ουσιαστικόν, όπως ως τώρα αλλά και μετά (Η νύχτα),

– κύριο όνομα των θλίψεων: η μνήμη είναι βασική πηγή ψυχικού πόνου.

– ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού (αναδίπλωση / παλιλλογία): έμφαση. Ένα προφανώς είναι το θέμα της μνήμης: η απώλεια του αγαπημένου.

– και άκλιτη. / Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη: η τριπλή αναφορά της μνήμης
στην ίδια πτώση (ονομαστική)
α. αναδεικνύει την καταδυναστευτική επικυριαρχία της και κατά συνέπεια τη βασανιστική απώλεια του αγαπημένου προσώπου,
β. μετατρέπει την κλιτή λέξη σε άκλιτη, ανατρέποντας τη γραμματική
της φύση.

 ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ : Η νύχτα (στ. 22-28)

– Η τελευταία ενότητα δομείται σαν τη δεύτερη. Όλα κανονικά εκτός από
α. την αναφορά του γένους {θηλυκού) και
β. τη φράση για όλα του τελευταίου στίχου.
Βλ. πάλι την αμφισημία της λέξης ουσιαστικόν και το πέρασμα στον
πληθυντικό: οι νύχτες. / Οι νύχτες από δω και πέρα (επαναστροφή).

– Ο πληθυντικός υπαινίσσεται το δύσκολο μέλλον. Όπως οι φόβοι, έτσι και
οι νύχτες πληθαίνουν με την απώλεια του έρωτα και καθιστούν βασανιστική τη ζωή αυτού που μένει. Η απώλεια του αγαπημένου πολλαπλασιάζει τις αγωνίες, τους φόβους, τις ανασφάλειες. Τη νύχτα όλα είναι πιο δύσκολα. Οι άνθρωποι είναι ακόμα πιο μόνοι δίχως το θόρυβο και τους περισπασμούς της μέρας. Βλ. Μάρκος Μέσκος: Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει (Ελεγείες, 2005).

Β3. Συνολική θεώρηση

– Η γραμματική αναγνώριση είναι το σχήμα, το όχημα. Η ανατροπή της
υποδηλώνει την ανατροπή στο επίπεδο του βιώματος.

– Μια μικρή ερωτική ιστορία: στην αρχή είναι ο έρωτας. Ο/η αγαπημένος/η φεύγει και το κενό αναπληρώνουν οι φόβοι και η μνήμη, στοιχεία που καθιστούν αφόρητες πια τις νύχτες.

– Η α-ρηματική σύνταξη
α. επιβάλλεται από την τεχνολόγηση,
β. αναδεικνύει τα τέσσερα ονόματα,
γ. δίνει την αίσθηση της ακινησίας και
δ. αποκρύπτει το ποιητικό εγώ.

– Δίχως ποιητικό «εγώ», δίχως «εσύ», δίχως τόπο και χρόνο. Αυτό που
πραγματεύεται το ποίημα συμβαίνει παντού και στον καθένα.

 

Ένα πουλί στην άσφαλτο, (2013)

 

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

      Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό εκπονήθηκαν στα χρόνια 1994-2008 και πραγματεύονται όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο γοητευτικούς και μοναχικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
     Το πρώτο δοκίμιο παρακολουθεί τη σχέση του ποιητή με τον ευρύτερο μακεδονικό χώρο και εστιάζεται σε δύο ποιήματα, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται, ως σύμβολα διάλυσης της ερωτικής κατά βάση σχέσης, τα εκκοκκιστήρια βάμβακος, σήμα κατατεθέν άλλοτε μιας επαρχιακής μακεδονικής πόλης σαν τη Βέροια («Τα εκκοκκιστήρια»). Το δεύτερο αποκαλύπτει πόσο δεσμευτικά μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και για έναν ποιητή σαν τον Ασλάνογλου η πρόθεση απόκρυψης, η οποία με την αλλαγή μιας και μόνο λέξης καταστρέφει ένα ωραίο ποίημα («Οι κερασιές και οι
μελανιές»). Στην επόμενη εργασία επισημαίνονται και σχολιάζονται οι διαφορετικές γραφές των ποιημάτων που αναφέρονται στο Μύρωνα, πρόσωπο κεντρικό στην ενλόγω ποίηση και σύμβολο της ευτυχούς ερωτικής σχέσης («Τα ποιήματα του Μύρωνα»). Το τέταρτο δοκίμιο παραθέτει και σχολιάζει 20 πρωτόλεια ποιήματα, που γράφτηκαν στα χρόνια 1946-1949, όταν ο ποιητής ήταν μόλις 15 έως 18 χρόνων, και καταδεικνύουν το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνικής του συνείδησης, καθώς μάλιστα 8 από αυτά πέρασαν, μέσω συλλογής ή απευθείας, στην οριστική έκδοση του 1978 0 δύσκολος θάνατος («Πρωτόλεια»). Η τελευταία και πιο εκτεταμένη εργασία διερευνά τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της γραφής του ποιητή, καταγράφοντας και σχολιάζοντας τις αλλαγές που αυτός επιφέρει σε τίτλους, μότο, αφιερώσεις, φράσεις και λέξεις, στίχους, ενότητες ή και ολόκληρα ποιήματα («Το ζήτημα των επεξεργασιών»). Η διερεύνηση αποκαλύπτει ότι ο ποιητής επεμβαίνει στα κείμενα άλλοτε δραστικότερα και άλλοτε ηπιότερα, επιστρέφοντας συχνά σε προγενέστερες επιλογές, γεγονός που δείχνει την ακοίμητη λαχτάρα του για αισθητική τελείωση αλλά και μια καλλιτεχνική ανασφάλεια, η οποία για ένα βιωματικό ποιητή σαν τον Ασλάνογλου δεν μπορεί παρά να συναρτάται και με ανασφάλεια ζωής.
      Αξίζει τέλος να επισημανθεί το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες εργασίες παρατίθενται συγκεντρωμένα 70 ποιήματα, 20 πρωτόλεια, από τα οποία τα 12 δεν εντάχτηκαν σε καμιά έκδοση, και 50 δημοσιευμένα ήδη σε περιοδικά ή συλλογές, τα οποία, έχοντας αποκλειστεί από το corpus των 122 ποιημάτων της οριστικής έκδοσης, είναι σήμερα δυσεύρετα, αν και τόσο χρήσιμα, για να σχηματίσει κανείς μια πληρέστερη εικόνα της συγγραφικής ιδιοπροσωπίας του Ασλάνογλου.

Δεκέμβρης του 2012

Μεταφέρω δυο αποσπάσματα από τα δοκίμια

 

ΤΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.
(«Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

     Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει. («Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978) 0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη, 1931-Αθήνα, 1996) είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές τόσο της γενέθλιας πόλης του όσο και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί, μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και το Γιώργο Ιωάννου, τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγώνιου (1958-1983), ο οποίος αντιδιαστέλλεται συνήθως από τους άλλους τρεις κύκλους: των φιλοσοφικών ποιητών (Γιώργος Βαφόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ζωή Καρέλλη), των λυρικών (Γιώργος Θέμελης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γιώργος Στογιαννίδης) και των κοινωνικών (Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης). Στο χώρο πάλι της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου ο ερωτικός κύκλος της Διαγώνιου συνιστά τον πυρήνα της βασικότερης τάσης ύστερα από την ομάδα των ποιητών που επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στον κοινωνικό πόνο, όπως οι Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Μάριος Μαρκίδης, Τάσος Πορφύρης, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος X. Μάρκογλου κ.ά.
     Ο Ασλάνογλου εκδίδει την πρώτη του συλλογή Δύσκολος θάνατος το 1954 κι από κει και πέρα ακολουθούν άλλες έξι συλλογές και δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις: Ο θάνατος Μύρωνα (1960), Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963), 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (1970), Νοσοκομείο εκστρατείας (1972), Αργό πετρέλαιο (1974), Ο δύσκολος θάνατος (1978, συγκεντρωτική έκδοση οριστική), Ωδές στον Πρίγκιπα (1981), Τρία ποιήματα (1987).Έχει εκδώσει ακόμα το ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός (1991, πρώτη έκδοση πολυγραφημένη 1952), * μια σειρά από σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με τίτλο Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (1991), και τη μελέτη Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη (1959), ενώ μετέφρασε τα ποιήματα του A. Rimbaud Εκλάμψεις (1971,1981) και το μυθιστόρημα του Ε. Zola Η ταβέρνα (1988). Αυτό είναι όλο κι όλο το έργο και τα ποιήματα μόνο 141, πολύ λίγα για μια θητεία σαράντα τόσων χρόνων. Ο Ασλάνογλου συμβαίνει να είναι ένας από τους λίγους εκείνους, γνήσια αστούς, ποιητές που συχνά δραπετεύουν από το κέντρο, για να περιπλανηθούν στην περιφέρεια.
Πολύ σπάνια, είναι αλήθεια, οι πόλεις της ελληνικής επαρχίας απαντούν στα κείμενα αναγνωρισμένων ποιητών, πράγμα που αντανακλά τον περιφερειακό έτσι κι αλλιώς ρόλο που τους έχει επιφυλάξει η συγκεντρωτική δομή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός δεν είναι ανεξήγητο. Οι ποιητές, απ’ ό,τι φαίνεται, ευδοκιμούν σε πυκνοκατοικημένες ερήμους. Η συνάρτηση κοινωνικού περιβάλλοντος και μορφωτικού επιπέδου δεν μπορεί παρά να έχει και στην περίπτωση αυτήν την εφαρμογή της. Η ανάδειξη του ποιητή απαιτεί ένα χώρο επιρροών και ερεθισμάτων που του επιτρέπουν να εμπλουτίζει το βιωματικό του υλικό και να διαμορφώνει ισχυρό τον αισθητικό του λόγο, προϋποθέσεις που δεν καλύπτουν τα μικρά πληθυσμιακά κέντρα της ελληνικής περιφέρειας. Από την άποψη αυτήν κατεξοχήν προσφέρεται το μεγάλο αστικό κέντρο, η Αθήνα πρώτα, η Θεσσαλονίκη ύστερα. Κάποτε ούτε και η τελευταία, όπως δείχνουν ορισμένες μετοικήσεις λογοτεχνών της στην πρωτεύουσα.
     Το τοπίο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ποίηση του Ασλάνογλου. Δείχνει τη θέληση του ποιητή να γειώσει, από τη μια, τις μνήμες στο χώρο, διαιωνίζοντας το βίωμα, κι από την άλλη, να υπερβεί τα όρια μιας κοινωνίας που με τις προκαταλήψεις της συνθλίβει τη ζωή του. Ο χώρος στον οποίο κινείται ο ποιητής εκτείνεται από τους δρόμους και τις πλατείες της γενέθλιας πόλης ως την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Πολύ συχνά, επώνυμο ή ανώνυμο το τοπίο, προβάλλεται στους τίτλους των ποιημάτων: «Αθήνα», «Κέρκυρα», «Κόρινθος», «“Πεταλούδα” 51», «Σταθμός Λιτοχώρου», «Μες στ’ αυτοκίνητα», «Πρατήριο βενζίνης», «Θάλασσα της Ελσινόρης», «Αεροδρόμιο Μίκρας», «Θάλασσα της Τεργέστης», «Μες στο δωμάτιο», «Γεθσημανή», «Πρόσφυγες στην άμμο», «Ερείπια της Παλμύρας», «Γήπεδο στο Κιέρι», «Πένθιμο τραγούδι της Επανομής», «Μια πολυκατοικία άδεια», «Η βεράντα», «Στ’ ακρογιάλια», «Στη βροχερή αποικία», «Μασσαλία», «Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο», «Καρπάθια όρη», «Salon d’ auto», «Φροντιστήρια», «Τάφοι της Αγίας Παρασκευής», «Στο καρνάγιο», «Στους κήπους της έπαυλης», «Περαία», «Νοσοκομείο εκστρατείας». Μέσα στα κείμενα βέβαια οι αναφορές στο τοπίο είναι πολύ συχνότερες, ιδίως οι ανώνυμες: Βορράς, Αθήνα, Ελσινόρη, Αφρική, Αδριατική, Πειραιάς, Ελ Μίνα, Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα, Κάλυμνος, Καστέλλα, Γλυφάδα, Μόλυβος, Σαρωνικός, Καλαμαριά, Μεσόγειος, Ρήνος, Μπάαλμπεκ, Μπεκάα, Χαλκιδική, Βαρσοβία, Πασαλιμάνι, Κάβο ντ’ Ορο, πλατεία Ναυαρίνου, «Δελφίνια», «Οι Καλαμιές», πόλη, προάστια, δρόμοι, άσφαλτος, πλατείες, καφενεία, βεράντα, δωμάτιο, συνοικιακά φροντιστήρια, αερολιμένας, προκυμαία, λιμάνι, ακτές, θάλασσα, πόλη, εργοστάσια, επαρχία, κωμοπόλεις, αγροικίες, κάμπος, τρένα, σταθμοί, νοσοκομείο, θάλαμοι, υψώματα, κάστρα, ορεινά εργοτάξια, σκοπιές, ορεινά φυλάκια, τάγματα προκάλυψης.

Για τη λειτουργία του τοπίου στην ποίησή του ο Ασλάνογλου θα πει σε μια συνέντευξη:

Πιστεύω πως ο χώρος είναι ο πρωταγωνιστής του δράματος. Τοπωνύμια, τοπία, χώρες, πλατείες και δρόμοι, πόλεις ολόκληρες θα ’λεγε κανείς πως είναι τα υπεύθυνα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας, οι πέτρες μέσα στο χρόνο. Καμία σχέση με τη ρομαντική φθορά. Το πρόσωπο είναι ένα, ομοιογενές, αδιαίρετο. Ο χώρος όμως το σπάζει, όχι ο χρόνος. Από κει αρχίζει, νομίζω, η κινηματογραφική αντίληψή του.

[περ. Το Δέντρο 41 (Νοέμβριος 1988) 38]

Και για τον πιο κοντινό χώρο μέσα στον οποίο προτιμά να κινείται, το μακεδονικό, επισημαίνει σε άλλη συνέντευξη:

Οι εφτά ενότητες του Δύσκολου θανάτου είναι μια νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου ή άλλων περιοχών μεταφερμένων σ’ αυτόν. Είναι ένας πίνακας των βορινών επαρχιών, των εργατουπόλεων και της υπαίθρου, των συνοριακών φυλακίων και της προκάλυψης. Μέσα σ’ αυτήν την ερήμωση καταυγάζει ή πεθαίνει η ομορφιά, δίνει το νόημα και το περιεχόμενο που αυτή θέλει στο νεκρό τοπίο.

[περ. Διαβάζω 118(8-5-1985) 70]

Κοντά στη Θεσσαλονίκη η Βέροια, είναι επόμενο να εμφανίζεται ενίοτε στην τοπογραφία των ποιητών της, καθώς αποτελεί κι αυτή τμήμα του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, ο οποίος έχει την αφετηρία του στο ισχυρότερο αστικό κέντρο. Η παρουσία της Βέροιας σε δύο ποιήματα του Ασλάνογλου δεν είναι καθόλου ηθογραφική. Αντίθετα, είναι κατεξοχήν λειτουργική και οφείλεται στα εκκοκκιστήρια βάμβακος, που μεταπολεμικά διέθετε η πόλη, καθώς αυτά εύστοχα εντάσσονται στο βασικό προβληματισμό που απασχολεί τον ποιητή και δεν είναι παρά το αναπόφευκτο τέλος της σχέσης με τον άλλο ή, όπως είπε κάποτε ο ίδιος ο Ασλάνογλου στο Δημήτρη Καλοκύρη, «η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση» [περ. Το Τραμ 11-12 (Μάρτιος 1979) 513].
Το πρώτο ποίημα στο οποίο εμφανίζεται η Βέροια επιγράφεται «Εκκοκκιστήρια A’» και ανήκει στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της έκδοσης του 1978 Ο δύσκολος θάνατος. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο «Εκκοκκιστήρια» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Διαγώνιος [12 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1967) 185], ενώ τον οριστικό του τίτλο πήρε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας (με αφιέρωση: Στον Φαίδωνα Πολίτη). Το ποίημα:

 

Εκκοκκιστήρια A’

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.

 

Οι τρεις πρώτοι στίχοι συνθέτουν την τοπογραφία του ποιήματος, ενώ εισάγουν λαθραία, με μια εξαρτημένη πρόταση (που αγάπησα), το πρόσωπο του αφηγητή. Τα γνωρίσματα των τριών πόλεων: η επωνυμία, η γεωφυσική τους εκδοχή και η συναισθηματική τους συνάρτηση με το ποιητικό υποκείμενο· κι ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο προσφέρονται στον επισκέπτη. Η στατικότητα των δύο πρώτων στίχων σπάει από τη δυναμικότητα του τρίτου, ο οποίος, παραπέμποντας σε οικεία ανθρώπινη συμπεριφορά, βάζει σε κίνηση τα σπίτια, ενώ δεν είναι παρά ο επισκέπτης που κινείται, φτάνοντας στην πόλη. Εδώ σταματά η περιγραφή, τόσο σύντομη, κι αρχίζει η κατάδυση. Η γέφυρα έχει ήδη ριχτεί. Είναι η αγάπη του ποιητή γι’ αυτές τις πόλεις. Μόνο που κανείς δεν αγαπά μια πόλη γυμνή, χωρίς τις συνδηλώσεις που αυτή αποχτά από τα δικά του βιώματα.
Ο δύο ενδιάμεσες ενότητες του ποιήματος κατακλύζονται από αναμνήσεις αγάπης, που τις διακόπτει κάποια στιγμή ένα φιλοσοφικό σχόλιο, κι αυτό αρνητικό, της διάψευσης, μια και είναι η πίκρα του χωρισμού που εξέχει στη μνήμη, η τελική ερήμωση. Ο φωτισμός προτιμά το δειλινό, ενώ το κλίμα είναι της ερημιάς ( αυλές μοναστηριών, κρεβάτια παμπάλαια) και της εγκατάλειψης ( άφησαν, δεν έμεινε, αποκλείστηκαν, ξενιτευτεί). Ενδιαφέρουσα η αντίθεση με το κρυφό παράπονο: παμπάλαια κρεβάτια vs έζησα πρόσκαιρα. Η πρώτη ενότητα στηρίζεται στις εικόνες και ανήκει στην εποχή της πίστης με το θετικό υπόλοιπο της σχέσης: κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα. Η δεύτερη στηρίζεται στο ρήμα, για να απορρίψει απερίφραστα το όποιο θετικό υπόλειμμα της προηγούμενης. Τα ολόκληρα πρόσωπα χάθηκαν, ενώ η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου αντικατοπτρίζεται στη μοναξιά των άλλων, που σαν το ίδιο πάνε κι έρχονται στους αγαπημένους χώρους των σταθμών. Οι δύο τελευταίοι στίχοι ξαναβρίσκουν την αρχή. Το ποίημα ανοίγει η Βέροια και κλείνουν τα εκκοκκιστήρια. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Οι πόλεις επανέρχονται κλειστές, ενείδει περιβολιών. Οι πόλεις είναι χώροι της ευτυχισμένης συνάντησης, της θετικής εμπειρίας, περιβόλια, είναι όμως και μέρη χωρισμών, τοπία λύπης, εκκοκκιστήρια. Τα εκκοκκιστήρια ευστοχούν ιδιαίτερα στην περίπτωση της ερωτικής σχέσης. Γι’ αυτό και επιλέγονται όχι μόνο ως τίτλος αλλά και ως αφηγηματικός σκελετός στο επόμενο ποίημα.

Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε επίσης στη Διαγώνιο δυο χρόνια αργότερα με τίτλο «Τα εκκοκκιστήρια» [20 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1969) 170] και εντάχτηκε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας με τον τίτλο «Εκκοκκιστήρια Β’», τον οποίο κράτησε και στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της οριστικής έκδοσης του 1978. Το κείμενο:

 

Εκκοκκιστήρια Β’

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό.
Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά και κοιτάζαμε
άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια
να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή δυνάμωνε με τον καιρό,
μας είχε σχεδόν παρασύρει. Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά
μάς άφηναν να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός
γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης.
θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει.

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πως
ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε σχεδόν σκορπίσει.

Εδώ το ποίημα, αφηγηματικό στην οργάνωση, συντίθεται από τρεις στίχους-παραγράφους και είναι περισσότερο πεζό· λογικό, χωρίς γι’ αυτόν το λόγο να είναι και λιγότερο ποιητικό,· Σε πρώτο πλάνο τα πρόσωπα αυτήν τη φορά και σε δεύτερο το σκηνικό: ο ανώνυμος αφηγητής και ο επώνυμος σύντροφος, ο σταθμός των τρένων, η Βέροια, η καταχνιά, η σιωπή, το μισοφώτιστο βράδυ. Στο δεύτερο στίχο προβάλλονται τα εκκοκκιστήρια, που θα επενδυθούν συμβολιστικά. Η ανάδειξη του εργοστασίου σε πρώτο πλάνο συμβαδίζει με την κλιμάκωση του θορύβου, που κι αυτός με τη. σειρά του παρακολουθείτο βηματισμό της προσέγγισης. Φώτα, μηχανές, σκόνη κι ανάμεσα ο αποχωρισμός του καρπού από την ίνα. Επίσης, η βαθιά εντύπωση των ματιών στη μνήμη: Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του. Στον τελευταίο στίχο το σχόλιο-συμπέρασμα.
Το τέλος της σχέσης προοικονομείται από την αρχή. Δεν έχει παρά να προσέξει κανείς ορισμένες λέξεις: αμίλητοι, καταχνιά, άφωνοι, μισοφώτιστο βράδυ. Η ατμόσφαιρα μοιάζει νεκρή παρά την κίνηση (Προχωρούσαμε). Η σιωπή επανέρχεται (αμίλητοι, άφωνοι), επιβαρύνοντας τις στιγμές, καθώς η βαθύτητά της θεωρείται προάγγελος συμφορών. Στο δεύτερο στίχο, μαζί με τα ρεαλιστικά στοιχεία της περιγραφής, σημάδια του τέλους: η ερημωμένη έκταση, παρά το θόρυβο των μηχανών και το ξαστόχημα της στιγμής (μας είχε σχεδόν παρασύρει), και η αντίδραση του συντρόφου (σα να είχαν δακρύσει). Δάκρυ υποθετικό βέβαια, όπως δείχνει το ομοιωματικό σα να. Πρόκειται ασφαλώς για προβολή της υποκειμενικής διάθεσης του αφηγητή. Συχνά δε βλέπουμε στους άλλους παρά αυτό που θέλουμε να δούμε.
Η κατακλείδα έρχεται να εκφράσει την πρόωρη συνειδητοποίηση του τέλους της ερωτικής σχέσης, το οποίο συναρτάται με το αλόγιστο ξόδεμα, ένα άλλο βασικό μοτίβο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Τα εκκοκκιστήρια σπάζουν το σφιχτό εναγκαλισμό κόκκου και ίνας, όπως ο καιρός τα δύο σώματα του έρωτα. Ενώ ο χωρισμός αφηγητή-Δημήτρη δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, ωστόσο τα εκκοκκιστήρια, αγγίζοντας τον ενδόμυχο φόβο, τον υποβάλλουν. Με δεδομένο τον περιστασιακό, παλιότερα τουλάχιστον, χαρακτήρα της ομοφυλόφιλης σχέσης, ακόμα και οι πιο όμορφες στιγμές νοθεύονται από τη σκοτεινή υποψία του επερχόμενου τέλους. Ο ποιητής, πέρα από άνθρωπος της αίσθησης, είναι κατεξοχήν άνθρωπος της διαίσθησης. Δεν περιμένει, δεν μπορεί να περιμένει, την τυπική επικύρωση του τέλους. Διαβλέπει την παρουσία αυτού του τέλους στην αναξιοποίητη ευκαιρία και παραείναι ανυπόμονος, για να δρέψει τον καρπό στη διαπίστωση της ματαιωμένης προσδοκίας. Ξέρει πως πίσω από την αρχή ενεδρεύει το τέλος, στη συνάντηση ο χωρισμός, στο φως το σκοτάδι, όταν προπάντων συντρέχουν και δυσμενείς κοινωνικοί παράγοντες, όπως εν προκειμένω. 0 ποιητής, έγκαιρος και έγκυρος εκφραστής των κοινωνικών σχέσεων και του ανθρώπινου πεπρωμένου, κατοικεί μονίμως εκεί που λιμνάζει το πένθος, η βαθύτερη πάει να πει ουσία της ζωής.
0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου συνθέτει πράγματι τη «νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου», η οποία συνάδει με τη δική του ψυχική ερημιά και την αδυναμία του να ελέγξει την αναπόφευκτη καταστροφή της σχέσης με τον άλλο. Έτσι η Βέροια με τα εκκοκκιστήρια περνάει οριστικά στην ελληνική ποίηση χάρη στο καίριο σύμβολο που προσφέρει στην ευαισθησία του ποιητή.

 

Ο αναθεωρητικός Ασλάνογλου
θεωρητικές και πρακτικές προϋποθέσεις

Αν χρέος της κριτικής είναι να θέτει τα προβλήματα ενός λογοτεχνικού έργου, τότε και στην περίπτωση του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, πρέπει να πούμε πως δεν ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την υποχρέωση. Και προφανώς δεν ευθύνεται γι’ αυτό η «συνωμοσία σιωπής» που περιέβαλε τη γενιά αυτή ή, έστω, ο παραγκωνισμός της. Βέβαια παίζει το ρόλο της κι αυτή η αντιμετώπιση, ωστόσο φαίνεται πως υπάρχουν και εγγενείς αδυναμίες, καθώς η κριτική συνηθίζει να εμμένει στις πιο ορατές πλευρές του ποιητικού σώματος, όπως είναι η θεματογραφική, και αποφεύγει άλλες, οι οποίες δεν είναι λιγότερο ενδιαφέρουσες, στο βαθμό που συμβάλλουν στη σφαιρικότερη θεώρηση και συνεπώς στη βαθύτερη κατανόηση «λογοτεχνικού έργου. Ορισμένες όψεις αυτής της μορφής συναρτώνται με τους τρόπους ανάπτυξης του ποιήματος, τις επιδράσεις του παραδοσιακού έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο κι ακόμα, τη στάση που τηρεί ο ίδιος ο ποιητής απέναντι στο προγενέστερο έργο του, στάση που κυμαίνεται ανάμεσα στην απάλειψη ενός κόμματος ή μιας αποστρόφου και στην αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων, στίχων ή και ολόκληρων ποιημάτων.
Είναι ασφαλώς συνηθισμένο το φαινόμενο να αποκηρύσσουν οι ποιητές, ρητά ή σιωπηρά, ένα μέρος του έργου τους, σπανιότερο όμως είναι να επεμβαίνουν στα ήδη δημοσιευμένα ποιήματά τους ή να προσθέτουν καινούρια σε συλλογές που διαμορφώθηκαν κάτω από άλλες συνθήκες. Έτσι βιάζεται αναμφίβολα η ιστορική διάσταση των κειμένων, αλλά αυτοί λίγη σημασία έχει για τους ίδιους, καθώς η ελευθερία τους θεωρείται, και είναι, αξιωματική. Δημιουργεί ωστόσο προβλήματα μια τέτοια στάση κυρίως στους μελετητές, που θα ήθελαν να παρακολουθήσουν εκτενέστερα την πορεία εξέλιξης ενός ποιητή, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην πληρέστερη προσέγγισή του. Ζητήματα τέτοιας τάξης θέτει και η περίπτωση του Ασλάνογλου, ο οποίος, αντιμετωπίζοντας το έργο του σαν ένα ποίημα εν προόδω, δε διστάζει στις επανεκδόσεις του έργου του όχι μόνο να αφαιρέσει ολόκληρα ποιήματα ή να προσθέσει καινούρια αλλά και να επέμβει σε άλλα, αφαιρώντας ή προσθέτοντας στίχους, φράσεις ή και απλώς λέξεις. Η πλευρά αυτή δεν απασχόλησε ως τώρα την κριτική, αν και ορισμένες φορές στον έναν ή τον άλλο βαθμό, δεν πέρασε απαρατήρητη.
Πρώτος ο Βάσος Βαρίκας αντιμετωπίζει με αμηχανία, από την άποψη που εδώ ενδιαφέρει, την πρώτη συγκεντρωτική, αν και επιλεκτική, έκδοση που επιχειρεί ο Ασλάνογλου το με τίτλο 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (από δω και πέρα Επιλογή). Ο καλός κριτικός διαπιστώνει πως, παρόλο που πρόκειται για ποιήματα της νεανικής περιόδου, κατά την οποία διαπλάθεται το πρόσωπο του δημιουργού και συνεπώς θα περίμενε κανείς αναπόφευκτες τις επιδράσεις από καθιερωμένους ποιητές, ωστόσο «οι στίχοι του Ασλάνογλου κάθε άλλο παρά σε βοηθούν, για να χαράξεις τη γραμμή μιας πορείας». Ακριβέστερα: «Θα έλεγες ότι το “κλίμα” της ποιήσεώς του, περισσότερο το αισθητικό παρά το “ιδεολογικό”, παραμένει αναλλοίωτο». Ο Βαρίκας έχει δίκιο. Η αισθητική της Επιλογής δεν είναι αισθητική μιας πορείας όσο η αισθητική μιας στιγμής, του 1970. Ο ποιητής, με το μηχανισμό της επιλογής αλλά και με την επεξεργασία των επιλεγμένων κειμένων, καταφέρνει να προσδώσει ενότητα στο αισθητικό του ύφος αλλά και στο ιδεολογικό του στίγμα, που έτσι κι αλλιώς δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες μεταπτώσεις ή αντιφάσεις.
Την επεξεργασία των κειμένων επισημαίνει ρητά, ένα χρόνο αργότερα, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, σχολιάζοντας κι αυτός την Επιλογή. Γνώριμος του ποιητή από το 1947 ο Χριστιανόπουλος, που πρώτος ασχολήθηκε με τον ποιητή, ενώ από το 1959 τον αριθμούσε ανάμεσα στους βασικούς συνεργάτες της Διαγωνίου αποφαίνεται ότι το ξαναδούλεμα των κειμένων βελτίωσε την ποίηση του Ασλάνογλου, καθώς την κατέστησε εναργέστερη, πράγμα που φαίνεται να τον ικανοποιεί ιδιαίτερα, μια κι έτσι προσεγγίζεται περισσότερο η δική του άποψη για τον απροκάλυπτα εξομολογητικό χαρακτήρα της ποίησης. Είναι γνωστές εξάλλου οι μόνιμες αιτιάσεις του για την ποίηση «Ασλάνογλου, «θεληματική σκοτεινάδα», «συσκότιση», έκφραση πιο στριμμένη και θολή», χαρακτηρισμοί που αναφέρονται βέβαια στους υπαινικτικούς τρόπους αυτής της ποίησης Γράφει λοιπόν, συνοψίζοντας, για την Επιλογή:

Η ποίηση του Ασλάνογλου, ιδίως με την τελευταία σειρά ποιημάτων [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963], καθώς και με την τελική της διάρθρωση και επεξεργασία, απαλλάχτηκε αρκετά από κάτι το θεληματικά μπερδεμένο που τη χαρακτήριζε στην παλιότερή της μορφή. Μονάχα που η επίμονη κατεργασία και οι αντικαταστάσεις στίχων ή λέξεων αποκαλύπτουν κοντά στη λαχτάρα για το τέλειο, και την έλλειψη υποδομής. Πίσω από τη γοητευτική έκφραση κρύβεται κάποια στιχουργική σπασμωδικότητα, σημάδι πως οι ρίζες δεν είναι βαθιές. Μας αποζημιώνει ωστόσο το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα ποιήματα είναι ένα κι ένα, σημάδι πως προέρχονται από καλό τεχνίτη.

 

 

 

Ματιές ενμέρει, (2014)

Untitled.FR12

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Πρόκειται για μια επιλογή 45 κειμένων, τα οποία αναφέρονται σε επιμέρους έργα αντίστοιχων μεταπολεμικών συγγραφέων, ποιητών (20), πεζογράφων (20) και κριτικών (5), όπως υποδηλώνει κι ο τίτλος άλλωστε Ματιές ενμέρει, ο οποίος αντιδιαστέλλεται από αυτόν της έκδοσης του 2003 Ματιές ενόλω, έκδοσης που πραγματευόταν εκτεταμένα το συνολικό έργο οχτώ μεταπολεμικών ποιητων. Βέβαια κι εδώ δεν αποφεύγονται συνολικότερες θεωρήσεις, ρταν πρόκειται για συγκεντρωτικές εκδόσεις ή όταν η κρινόμενη συλλογή κατανοείται καλύτερα με μια αναδρομή στο προγενέστερο έργο, είναι όμως σαφώς συνοπτικότερες. Σε κάθε περίπτωση η έκταση των κριτικών κειμένων δεν έχει απαραιτήτως αξιολογικό χαρακτήρα, αλλά συναρτάται και με άλλους παράγοντες, όπως είναι οι συνθήκες δημοσίευσης ή εκφώνησης και οι απαιτήσεις των ίδιων των έργων.
Η προκειμένη συναγωγή ακολούθησε ορισμένες προδιαγραφές. Καταρχήν επιλέχτηκε ένα κείμενο κριτικής για κάθε συγγραφέα, ακόμα κι όταν, ελάχιστες φορές είναι αλήθεια, γράφτηκαν περισσότερα, ώστε να είναι αντιπροσωπευτικότερο το γραμματολογικό φάσμα. Ύστερα τα κείμενα, προπάντων τα παλαιότερα, ξανακοιτάχτηκαν λιγότερο ή περισσότερο και γι’ αυτό ορισμένα αναδημοσιεύτηκαν με την καινούρια τους μορφή, ενώ άλλα, που λόγω στενότητας χώρου των εντύπων παρουσιάστηκαν συνοπτικότερα, τώρα αποκαθίστανται. Τέλος η παράθεση των κειμένων γίνεται με βάση το είδος των έργων και τον χρόνο γέννησης των συγγραφέων, για να υπάρχει μια τάξη, η οποία στις κατά καιρούς δημοσιεύσεις δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί, στον βαθμό που η κριτική παρακολουθεί τη στιγμή εμφάνισης των βιβλίων. Με τους όρους αυτούς βέβαια δύσκολα μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη της κριτικής γραφής. Από την άλλη μοιάζει βολική, βολικότερη ίσως, μια σειρά που δεν αναμειγνύει τα είδη και παίρνει υπόψη της το έτος γέννησης των συγγραφέων, τους οποίους μάλιστα με τον τρόπο αυτόν εντάσσει υπόρρητα σε γενιές, σχήματα ιδιαίτερης ταξινομικής σημασίας.

Τα κείμενα αναφέρονται στους:

Ποίηση

Γιώργος Λίκος, Ελένη Βακαλό, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος, Χρίστος Λάσκαρης, Θωμάς Γκόρπας, Μάρκος Μέσκος, Μάριος Μαρκίδης, Μιχάλης Γκανάς. Γιάννης Πατίλης, Μίμης Σουλιώτης, Γιάννης Υφαντής, Γιάννης Κουβαράς, Γιώργος Θεοχάρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αντώνης Κάλφας,
Γεράσιμος Λουκάτος, Γιώργος Ζιόβας, Αρετή Γκανίδου, Ιγνάτης Χουβαρδάς,

Πεζογραφία

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ηλίας X. Παπαδημητρακόπουλος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θανάσης Βαλτινός, Περικλής Σφυρίδης, Πρόδρομος X. Μάρκογλου, Κώστας Λαχάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Χατζητάτσης,
Δημήτρης Μάνος, Τάσος Καλούτσας, Κώστας Μαυρουδής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Δημήτρης Μίγγας, Κούλα Αδαλόγλου, Β.Π. Καραγιάννης,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Στάθης Κοψαχείλης, Μάκης Καραγιάννης,
Αντωνία Μποτονάκη,

Κριτική

Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Αράγης, Αλέξης Ζήρας, Ανέστη Ευαγγέλου,
Ηλίας Κεφάλας, Δημήτρης Κόκορης.

 

 

 

ΒΑΦΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Ενθύμιον, Καστανιώτης, Αθήνα 2004

Κι αν μοιάζει αυτή η μικρή ιστορία λιγάκι μελόδραμα κι
αν ίσως τεθεί το ερώτημα: «Προς τι μια συνηθισμένη ζωή
διεκδικεί χώρο στην Τέχνη;», αναρωτιέμαι: Γιατί να μην το
δικαιούται η συνηθισμένη ζωή της ευγενικής κυρίας Ειρήνης
Καρβώνη που, εκτός των άλλων, κατόρθωσε, χιλιάδες
φορές, να απαντήσει αποτελεσματικά στο αμείλικτο ερώτημα:
«Τι να μαγειρέψουμε σήμερα;»
(«Λίγα στοιχεία από τη συνηθισμένη ζωή
και το τέλος της κυρίας Ειρήνης Καρβώνη»)

    Το Ενθύμιον είναι η τρίτη και πιο ώριμη ποιητική συλλογή του Γιώργου Θεοχάρη (Δεσφίνα Φωκίδας 1951)> ο οποίος ζει και εργάζεται στα Άσπρα Σπίτια της Βοιωτίας και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Εμβόλιμον. Οι προηγούμενες συλλογές του: Πτωχόν Μετάλλευμα (ΐ990)> Αμειψισπορά (1996). Παρόλο που ο Θεοχάρης εμφανίζεται αργά με συλλογή, ανήκει, λόγω των βιωματικών του καταβολών και των τεχνοτροπικών του χαρακτηριστικών, στη γενιά του 1970 και ειδικότερα στην τάση εκείνη που προσβλέπει στην ελληνική ενδοχώρα και εκφράζεται από ποιητές, όπως ο Μιχάλης Γκανάς κι ο Χρήστος Μπράβος.
     Σε σχέση με τις πρώτες συλλογές η φόρμα στο Ενθύμιον παρουσιάζεται πολύτροπη: έντιτλη ή άτιτλη, ολιγόστιχη ή πολύστιχη, άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε πεζή, κυρίως πεζή. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας των πεζόμορφων κειμένων αποτελεί το βασικότερο μορφολογικό γνώρισμα της συλλογής. Το ποίημα τοποθετείται στον χώρο, επώνυμο (Δεσφίνα, Δίστομο, Κωπαΐδα, Αγιόκαμπος) ή ανώνυμο (δωμάτιο, νοσοκομείο, νεκροταφείο, χωριό), και διηγείται μια ιστορία φθοράς ή συνηθέστερα θανάτου με αρχή, μέση και τέλος. Τα συμβάντα είναι υποτυπώδη, αλλά αποτελεσματική η αφήγηση, η οποία χάρη στη λιτότητα της έκφρασης, τη δύναμη της εικόνας και τη λοξή ματιά εξουδετερώνει τον κίνδυνο της πεζολογίας, ιδιαίτερα απειλητικό στα ποιήματα αυτού του είδους. Ενδιαφέροντα είναι και τα περάσματα από τη μια στην άλλη εποχή κι από τη μια στην άλλη, ακριβώς αντίθετη, κατάσταση, όπως λ.χ. συμβαίνει με τον θείο Στέφανο, που από κληρωτός του ’32 δίπλα στο φέρετρο συναδέλφου συντοπίτη γίνεται ο ίδιος κληρωτός του Χάρου το ’94 ή με τη θεία Βασιλική, που από νέα κι όμορφη κοπέλα καταλήγει στα γηρατειά και τον θάνατο. Αξίζει ακόμα να επισημανθούν η ένταξη ενίοτε στο ποίημα στίχων του δημοτικού τραγουδιού και η αξιοποίηση της παραδοσιακής φόρμας αλλά και η ειρωνεία, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση εκφράσεων από την καθαρεύουσα («Υπέρ πατρίδος») κι από το ξενόγλωσσο λεξιλόγιο της τεχνολογίας («Ταξινόμηση εκδημίας»).
     Από την άποψη της θεματολογίας παρατηρείται στο Ενθύμιον μια μονομέρεια, η οποία αναφέρεται στη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, προπάντων τον θάνατο. Ήδη από τους τίτλους της συλλογής και των ενοτήτων της η κυριαρχία της μνήμης φαίνεται αναμφισβήτητη («Περιστατικά της μνήμης», «Μνήμην άειδε…», «Μνημονεύοντας το παρόν»). Οι μνήμες αναφέρονται βέβαια σε στιγμές και συμβάντα της παιδικής ηλικίας του ποιητή και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου. Κυρίως όμως συνδέονται με τον θάνατο, έτσι που τα ποιήματα να μοιάζουν με κεράκια μνήμης (σ.30). Τα πρόσωπα, που ήδη έχουν αποδημήσει και φτάνουν στο ποίημα από το παρελθόν είτε απευθείας είτε μέσω φωτογραφιών, συγκροτούν κυριολεκτικά έναν νεκρόδειπνο, μια πινακοθήκη άσημων ανθρώπων της ορεινής Φωκίδας, οικείων πρωτίστως, όπως ο παππούς και η γιαγιά, η μητέρα κι ο πατέρας, ο θείος Στέφανος και η θεία Βασιλική, ενώ η κατεδάφιση του ξενοδοχείου της Δεσφίνας «Η ωραία Κίρφις» συμπαρασύρει στα ερείπια έναν ολόκληρο μικρόκοσμο που είχε εντυπωθεί βαθιά στην παιδική μνήμη του ποιητή.
     Τόσο η θεματική της μνήμης και του θανάτου όσο και στοιχεία τεχνικής όπως η εικονοποιία, η ενσωμάτωση στίχων δημοτικών και η επίδοση στις έμμετρες φόρμες, εύλογα μπορούν να εντάξουν τον Γιώργο Θεοχάρη στην ποιητική της ενδοχώρας, που ακολουθούν δημιουργοί σαν τον Μιχάλη Γκανά και τον Χρήστο Μπράβο κι ακόμα μακρύτερα, τον Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο, ποιητή της προηγούμενης γενιάς. Πολλά τα καλά ποιήματα, ορισμένα μάλιστα εξαιρετικά:

Είχαμε πάει
Είχαμε πάει να πάρουμε κρασί στου Κώστα Τσάπα το σπίτι, στην
άκρη του χωριού. Φεύγοντας ζήτησε να περάσουμε από την Ευγενία.
Του ‘καμα το χατίρι. Άνοιξε τη βαριά σιδερόπορτα. Περάσαμε μέσα.
Χαιρέτησε τον κυρ Βασίλη και τη Θεια-Λεμονιά και το αβάφτιστο
της Πολυξένης. Προχωρήσαμε. «Γεια σου, Βγενούλα», της είπε.
Μου ζήτησε να πιει. Του ‘δωσα την μποτίλια. Ακούμπησε σε
μιαν ακρούλα κι άρχισε ένα τραγούδι σιγανό:

Βγενούλα το παινεύτηκε το Χάρο δε φοβάται
κι ο Χάρος άμα τ’ άκουσε, βαρύ τον κακοφάνη.

«Σήκω», του λέω, «να φύγουμε». Σηκώθηκε. «Αύριο πάλι», της
υποσχέθηκε. Εκείνη αμίλητη, με το βλέμμα καρφωμένο στο
αναπάντητο μας κοίταγε απ’ τη φωτογραφία. 

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑ Ο ΠΟΘΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Ηδονή και εξουσία,

Μεταίχμιο, Αθήνα 2009

και κάθε άδεια θέση που καθόταν
έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αναζητούσε
(«Βακχικό παραλήρημα»)

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη
και σπούδασε αγγλική φιλολογία. Εξέδωσε ως τώρα οχτώ ποιητικές συλλογές: Ανοικτή γραμμή (1984), Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990), Θείο κορμί (1994)> Μαυλιστικά (1997 -αναδημοσιεύτηκαν σε επόμενες εκδόσεις), Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000), Ατιθάσευτο ξελόγιασμα (2004), Πεδίο πόθου (2005), και εξουσία (2009).

     Και στη ν τελευταία της συλλογή η Μπακονίκα επιμένει στη μονοκαλλιέργεια του έρωτα. Το σκηνικό τοποθετείται πάντα στη πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ειδικότεροι χώροι στους οποίους συναντώνται οι εραστές είναι το δωμάτιο, οι δρόμοι και οι πλατείες, τα διάφορα στέκια. Τα πρόσωπα που ερωτεύονται ή απλώς ποθούν το ένα το άλλο είναι ανώνυμα, ώριμης συνήθως ηλικίας και συζευγμένα, ενίοτε υψηλού μορφωτικού επιπέδου, και προτιμούν τις εφήμερες σχέσεις. Η γκάμα των αισθημάτων και των συμπεριφορών είναι μεγάλη και αφορά τόσο την αφηγήτρια όσο και τα πρόσωπα της αφήγησης: γοητεία, ναρκισσισμός, πόθος και πάθος, υποταγή και δισταγμοί, πλάγια βλέμματα και χειρονομίες αλλά και προκλητική ευθύτητα, αντιζηλία, εγωισμός, κυνισμός και
τρυφερότητα, εκδίκηση, χωρισμοί, αξιοπρέπεια και μοναξιά, εξοντωτική διαπάλη για την κατάκτηση της υπεροχής και της εξουσίας μέσω της ηδονής, όπως άλλωστε δείχνει κι ο κοινωνιολογικού χαρακτήρα τίτλος της συλλογής.
     Και όλα αυτά με έναν λόγο καθημερινό, αφηγηματικό, κατεξοχήν πεζολογικό, τόσο, που να δίνεται η εντύπωση πως η ενλόγω ποίηση υστερεί σε επεξεργασία, σε μετάπλαση της πρώτης ύλης. Πρόκείται ωστόσο απλώς για εντύπωση, καθώς μια προσεκτικότερη ματιά εντοπίζει στοιχεία που στηρίζουν αποτελεσματικά την ποιητική κατασκευή. Είναι πριν απ’ όλα η σκηνοθεσία. Το ποίημα συγκροτείται γύρω από έναν υποτυπώδη μύθο, μια εικόνα, ένα στιγμιότυπο, που φιλοτεχνούνται με ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες όμως καταφέρνουν να τους προσδώσουν παραστατικότητα. Είναι ύστερα η πλάγια αλλά και η ευθεία, θηλυκή πάντως, ματιά στις σχέσεις εραστή-ερωμένης, η επισήμανση και η ανάδειξη μύχιων σκέψεων και πόθων, που δείχνουν μια ξεχωριστή γνώση της ψυχολογίας των δύο φύλων. Είναι τέλος κι ο λόγος, ο χαμηλόφωνος λόγος του πρώτου προσώπου καταρχήν, που υπονοεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, την αυτοβιογραφική-βιωματική καταγωγή του θέματος, του δεύτερου κατόπιν, που αφορά τον εραστή, αλλά και του τρίτου, πράγμα που σημαίνει ότι επιδιώκεται μια ορισμένη αποστασιοποίηση, η οποία φαίνεται να μεγαλώνει, όταν εισάγεται στο ποίημα και παίρνει τον λόγο ένα πρόσωπο, συνηθέστατα γυναικείο.
     Αν θέλαμε να αναζητήσουμε τους προγόνους αυτής της ποίησης, δεν θα χρειαζόταν να πάμε μακριά. Η Μπακονίκα βγαίνει από τα σπλάχνα της Διαγωνίου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκεί δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα (1982), ενώ και οι τρεις πρώτες συλλογές της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του περιοδικού. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να μη μαθητέψει στην ποίηση του Χριστιανόπουλου και κατ’ επέκταση του Καβάφη. Από τους ποιητές αυτούς φαίνεται να διδάσκεται την εκφραστική διαύγεια και την πεζολογία, τον ρεαλισμό και την ερωτική τόλμη, τη θεατρικότητα ακόμα. Με τέτοιες ισχυρές αναφορές δεν είναι λίγο που η φωνή της καταφέρνει να κρατά τις δικές της αποχρώσεις. Βέβαια, όπως κάθε μονότροπη ποίηση, αντιμετωπίζει κι αυτή τις στενώσεις της. Η ίδια η ποιήτρια γνωρίζει τους κινδύνους τόσο της θεματικής της εμμονής όσο και της μανιέρας της. Πράττει συνεπώς εν πλήρει γνώσει:

Το υπόστρωμα

Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,
μίλησες απαξιωτικά.

Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα
ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,
είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα
– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.
Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα
για την τέχνη.
Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,
κατευθύνουν την αισθητική μου.

 

 

ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΖΕΙΝ

 ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ελεγείες,

Ίκαρος, Αθήνα 2004

 

Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει.

     Η ελεγεία ως λέξη παράγεται από τον έλεγο, που σήμαινε θρηνητικό άσμα, κι έτσι ονομάστηκε το είδος εκείνο της αρχαιοελληνικής λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε στα τέλη του 7ου προχριστιακού αιώνα και είχε αρχικά μονάχα θρηνητικό χαρακτήρα, ενώ μορφικά αποτελούνταν από στροφές δύο δακτυλικών στίχων, ενός εξάμετρου κι ενός πεντάμετρου. Στις μέρες μας ελεγειακό ενγένει θεωρούμε το ποίημα που διακρίνεται για τον μελαγχολικό χαρακτήρα και την πεσιμιστική του διάθεση αλλά και για τη χαμηλόφωνη έκφραση. Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζει και η καινούρια συλλογή του Μάρκου Μέσκου Ελεγείες (Έδεσσα 1935), ενός ποιητή που εξαρχής είναι σημαδεμένος από τον θάνατο, τόσο τον φυσικό όσο και τον βίαιο του Εμφυλίου (Πριν από το θάνατο, 1958). «Ο Μέσκος», παρατηρεί ο Παντελής Μπουκάλας, «δεν συναριθμήθηκε ποτέ με τους ποιητές που, από βολονταρισμό ή ο,τι άλλο, στρατεύονται με τη ρητορική της αισιοδοξίας. Βαρύς ήταν πάντοτε ο λόγος του και πικρός, και όταν στάθμευε στη φθορά που παράγει ανελλιπώς το σήμερα και όταν ψηλαφούσε μνήμες κοινές αιματηρές, τον εμφύλιο ας πούμε» (εφ. Η Καθημερινή, 6-1-2005).
     Αν κι ο τίτλος παραπέμπει στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη Ελεγεία και σάτιρες (1927) απουσιάζει ωστόσο η σάτιρα. Έτσι μένει μονάχα το κλίμα της θλίψης, που, καθώς προκαλείται κι από λόγους ιστορικούς, μας φέρνει πιο κοντά στα πληγωμένα ελεγεια του Αναγνωστάκη («Το καινούριο τραγούδι», Εποχές, 1945). Δεν είναι τυχαία άλλωστε η πληθώρα των λέξεων που αποδίδουν αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα: θάνατος-νεκροί-πεθαίνω, σκοτεινός-σκοτάδι-νύχτα, μαύρο, βροχή. Ποιήματα της μελαγχολίας λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι οι Ελεγείες. Αλλά μονάχα ως εκεί. Γιατί μπορεί ο Μέσκος να κινείται εντός του φθινοπώρου, εντούτοις, καθώς κατάγεται από τις μνήμες των ηττημένων βουνών, δεν αφήνεται να παρασυρθεί στη μεμψιμοιρία και την απελπισία. Ελέγχει πλήρως τις καταστάσεις και ψύχραιμα, με τη σοφία που τον έχουν εξοπλίσει οι κοινωνικοϊστορικές και οι ποιητικές εμπειρίες, καταφέρνει να τις μετουσιώσει σε τέχνη λαμπρή:

Μικρά πουλιά κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες των φύλλων
αδιάκοπο το φθινόπωρο μα εκείνα δεν σκιάζονται –
εσύ
απώθησε τα σύννεφα
σκούπισε τον ουρανό.
(«Εσύ»)

Οι Ελεγείες, που μοιράζονται σε τέσσερις κατά βάση ενότητες  («Τα πουλιά», «Διαδρομές», «Ο χορός των αγίων», «Πέντε μερόνυχτα») και χρησιμοποιούν ως μότο ποιημάτων και ενοτήτων
στίχους πρωτότυπους του ποιητή, συνήθεια παλιά, ιδιαίτερα εκτεταμένη στους Χαιρετισμούς (1995)> διακρίνονται για τις απολογιστικές τους διαθέσεις. Είναι και η ηλικία άλλωστε που παίζει τον σημαντικό της ρόλο σε μια τέτοια στροφή. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής βλέπει προς τα πίσω και επαναφέρει εικόνες και μοτίβα του προγενέστερου έργου του, έργου που μας απασχόλησε εκτενέστερα άλλοτε {Ματιές ενόλω, 2003, σσ. 129-149). Σκέψεις θέσεις, αισθήματα υποβάλλονται μέσα από εικόνες του γνωστού ορεινού τοπίου ζωντανές και σαφείς τόσο, που συναρπάζουν τη
φαντασία του αναγνώστη:

Στα νερά στα νερά η γαλήνη
καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο
με το ράμφος στο πλευρό του.
(«Το τυχαίο»)

Η φύση, με άλλα λόγια, δεν αντιμετωπίζεται ενπροκειμένω περιηγητικά, γιατί ο Μέσκος, ως γνωστόν, δεν είναι επισκέπτης του φυσικού τοπίου. Αντίθετα, το φέρνει μέσα του σαν παρακαταθήκη, είναι ζυμωμένος μαζί του κι αυτός είναι ο λόγος που οι εικόνες του λειτουργούν αποτελεσματικά ως μέσα έκφρασης του ψυχισμού του. Στο ποίημα «Καθ’ οδόν» λ.χ. ο κουρασμένος ποιητής ταυτίζεται τόσο αβίαστα με το αποσταμένο καρτάλι (είδος αετού), που δεν εγείρει την παραμικρή υπόνοια πόζας στον αναγνώστη:

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

Επιπλέον η φύση, δεμένη με τον γενέθλιο τόπο, είναι και μνήμη ανθρώπων άσημων, που χάθηκαν σαν έντομα κυρίως για μια ιδέα. Αν κι ο Μέσκος δεν ξεχνά ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή
ειρηνικά, εντούτοις θυμάται επίμονα εκείνους που άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά για το όραμα μιας άλλης συγκρότησης του κόσμου. Και είναι γι’ αυτό προπάντων που το φόντο της ενλόγω
ποίησης συνιστά ο καιρός της βροχής:

Τι χρόνια τι εποχές! Ήταν γνωστό κι εσύ το ‘ξερες
έβρεχε ασταμάτητα στον κόσμο.
(«Τα σκυλιά»)

     Πρόκειται για άντρες και γυναίκες που ο ποιητής μνημονεύει, ως συνήθως, με τα μικρά χαϊδευτικά τους ονόματα. Τόσο οικείους τους αισθάνεται. Χαρακτηριστική είναι η συσσώρευση είκοσι έξι
τέτοιων ονομάτων στο ποίημα που προαναφέρθηκε, το οποίο συνιστά ένα άλλο νεκρόδειπνο τύπου Σινόπουλου. Η συσσώρευση γενικότερα ονομάτων όχι μονάχα ανθρώπων αλλά και πουλιών,
δέντρων ή ζώων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της τεχνικής του Μέσκου («Μπουγάζι», «Χιόνι», «Πέντε μερόνυχτα, III»),
     Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής αποτελεί η υποχώρηση της πίστης στην ίδια την ποίηση ή μάλλον η ανάδειξη αυτής της ολιγοπιστίας σε πρώτο πλάνο. Όσο κι αν η τέχνη είναι ψεύδος -και οι ποιητές το ξέρουν καλά αυτό, ανάμεσά τους κι ο Μέσκος (βλ. «Χαιρετισμοί» της ομώνυμης συλλογής)-, είναι ωστόσο ένα ψεύδος ζωτικό, που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους. Εδώ φαίνεται να υποχωρεί αυτή η αντίληψη και να προβάλλεται σε περίοπτη θέση ο σκεπτικισμός, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη στάση εκφράζεται μέσω της ίδιας της ποίησης. Στη σκέψη αυτήν τουλάχιστον μας ωθεί η πρόταξη, ως μότο της συλλογής, στίχων που υποβιβάζουν τη γραφή σε απλό μουντζούρωμα χαρτιών, ανίκανο να σπάσει τη μοναξιά του ποιητή:

Μόνος
ακυρωμένος
χαρτιά μουτζουρώνεις
σε ποια γλώσσα λοιπόν
μια χούφτα στάρι
φρέσκο μικρό φεγγάρι
λιθάρι των ονείρων
στην αδιάκοπη νύχτα.

     Έτσι η μόνη φωτεινή νότα που απομένει εντέλει σ’ αυτήν την ποίηση του σούρουπου προέρχεται από τον έρωτα. Τον έρωτα των εφήβων πρώτα, που δε βλέπουν τίποτα γύρω τους παρά μονάχα τα μάτια τους, καταργώντας έτσι την ανυπαρξία, κι αυτόν του ίδιου του ποιητή ύστερα, που, αν και παράκαιρος, ομολογείται ωστόσο στην αγαπημένη («Ομολογία παράκαιρου»).
     Άξια παρατήρησης είναι και μια ιδιαίτερη όψη των σχέσεων του ποιητή με τις λέξεις αλλά κι ο διάλογος του με τους ομότεχνους. Ο Μέσκος, όπως αλλού, έτσι κι εδώ ανασύρει από το παρελθόν
λέξεις και ονόματα που ξεχάσαμε ή δε θέλουμε να θυμόμαστε όπως βιτούλια (κατσικάκια/αρνάκια ενός χρόνου), χαμούτια (χαλινάρια)> καρτάλι, αράμης (κλέφτης), Ντίνκος, Γκίτος, Τάσκος,
Ίτσιος, Πέτριτσκο, αλλά και δε διστάζει να δημιουργήσει καινούργιες όπαως πικραχρόνια και κακοφθινόπωρο, αν είναι να εκφραστεί ακριβέστερα. Ακόμα, πέρα από τις εισαγωγικές αναφορές αυτού του κειμένου στον τίτλο της συλλογής αλλά και τις αφιερώσεις στον Κλείτο [Κύρου] («Σε πρώτο πρόσωπο») και στον Μάριο [Μαρκίδη] («Ο έγκλειστος»), υπάρχουν και ορισμένοι υπαινιγμοί, περισσότερο ή λιγότερο σαφείς, σε στίχους ποιητών που ο Μέσκος φαίνεται να προσέχει εντατικότερα. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του Μανόλη Αναγνωστάκη (οι πρώτοι στίχοι από τις Ελεγείες),
Καλώς κακώς πέρασε η ζωή• τι κέρδη τι ζημίες καταπώς
λέει ο προηγούμενος τι χάρηκα και τι δεν
(«Σε πρώτο πρόσωπο»)

Το θέμα είναι τώρα τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τι λες.

(άτιτλο, Ο στόχος, 1971)

του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου

Κι άπραγος σαν ήλιος απογευματινός στον τοίχο
(«Αρχές του μήνα…»)

Κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
(«Σταθμός Λιτοχώρου», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

και του Μιχάλη Γκανά, ο οποίος μαθήτεψε επιτυχώς στη «χερσαία
και ορεσίβια ποιητική» του Μέσκου, όπως την αποκαλεί ο ίδιος στον πρόλογο της μεταθανάτιας συλλογής του Χρήστου Μπράβου
Μετά τα μυθικά (1996),

Είμαστε όλοι ένας χορός όσοι απομείναμε κι όσοι νεκροί.
(άτιτλο, σ. 43)

είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι
(Παραλογή, 1993, σ. 27)

     Ο Μέσκος, που, όπως λέει κι ο Γιώργος Μπλάνας, «κατέχει μια απόλυτα διακριτή αν και όχι αρκετά αναγνωρισμένη ή εξερευνημένη περιοχή» στο πλαίσιο της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου (εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις, 12-6-2005), ξέρει να καθαρίζει την εικόνα και να φιλτράρει τον λόγο ακόμα κι εκεί που αυτός είναι περιγραφικός και αφηγηματικός, όπως στα ποιήματα των «Διαδρομών». Ξέρει να αντλεί από το εφήμερο το διαχρονικό, το μόνιμο από το προσωρινό, από το σώμα το αίμα. Η ροή του λόγου του, αβίαστη και λαγαρή, ανακόπτεται ενίοτε -παλιά
συνήθεια κι αυτή- από ερωτήματα αναπάντεχα, ένα είδος εμποδίων να χει το νου του ο αναγνώστης από τη μια κι από την άλλη να δηλώνεται η αβεβαιότητα του ποιητή για πράγματα που δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις. Και βέβαια πάντα αξιοποιούνται ποικίλα προτασιακά σχήματα, ρηματικά και μη, ασύνδετης εκφοράς, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί ο ρυθμός και να αποδοθεί αποτελεσματικότερα η ένταση της εικόνας και του αισθήματος:

Ξεχασμένος ο γρύλος
άσπρες πεταλούδες στα πέταλα των λουλουδιών
γυρίζει ο καιρός πρώτες ψιχάλες
χειμωνιασε.

(«Ακόμα»)

Θα κατεβάσει χιόνι χαμηλά θα κάνει κρύο
κλειστός καιρός ομίχλες σέρνουν στις πλαγιές τη θλίψη
η παγωνιά και η λοξή βροχή σύννεφα στάχτης•

(«Χιόνι») 

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΒΑΘΟΥΣ

ΑΡΕΤΗ ΓΚΑΝΙΔΟΥ, Ορυκτό φως,

Μελάνι, Αθήνα 2011

Φτιάχνω εικόνες να με χωράνε
Καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα
Σμιλεύω την ορυκτή φωνή μου (σ. 47)

     Το Ορυκτό φως είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Αρετής Γκανίδου. Πρώτη αλλά καθόλου πρωτόλεια, μια κι αυτό που τη διακρίνει στο σύνολο της είναι η ωριμότητα τόσο της σκέψης όσο και της έκφρασης.
     Η Αρετή Γκανίδου γεννήθηκε το 1960 στα Τρίκαλα του Ν. Ημαθίας, καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα, όπως γράφει η ίδια, αλλά οι πρόγονοι της ήρθαν το 1924 από τη Βάρνα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από το 1986 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
     Με όλη τη σχετικότητα που έχουν τα πράγματα στον ελλειπτικό και υπαινικτικό λόγο της ποίησης θα μπορούσαμε να πούμε πως οι θεματικοί χώροι της συλλογής είναι κατά βάση τρεις. Ο πρώτος είναι η δύναμη και η χαρά της ζωής.
     Το ποιητικό υποκείμενο δίνεται εξαρχής στη ζωή με όλο του το πάθος, υπερβαίνοντας την αμαρτία και την αγιότητα, συμβάσεις που συνθλίβουν την αθωότητα του βίου. Έχει μάλιστα τόση πίστη
στη ζωή, ώστε ακόμα και μέσα στην καταθλιπτική κατάνυξη ενός κελιού ή στη βασανισμένη ζωή μιας γυναίκας να βλέπει την ομορφιά, την πένθιμη, έστω, στη μια περίπτωση, τη μάταιη στην άλλη. Τις διαθέσεις αυτές έρχεται να εκφράσει μια αντίστοιχη φυσική εικονοποιία, στην οποία δεσπόζει το καλοκαίρι, εποχή που προσφέρεται στην κίνηση και το σκόρπισμα. Έτσι το φως, τα χρώματα, τα πουλιά και τα άνθη, η ομορφιά της φύσης ενγένει δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην καταχνιά και τη νύχτα. Το πρωτόκτιστο κάλλος και η ζωντάνια της φύσης εξουδετερώνουν τη λύπη και απαλύνουν τον πόνο, ενώ πλημμυρίζουν το ποιητικό υποκείμενο με χυμούς ευφορίας, έτσι που να μπορεί να αρδεύει τα άνυδρα τοπία του ψεύδους. Σε ένα τέτοιο κλίμα θα περίμενε κανείς να κάνει έντονη την παρουσία του κι ο έρωτας. Ωστόσο αυτό δε συμβαίνει. Στις λίγες φορές όμως που εμφανίζεται, ως ανάμνηση πάντα, αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη ψυχραιμία, πράγμα που σημαίνει πως η απώλεια δεν προσλαμβάνεται διόλου ως τραγωδία, έστω κι αν πρόκειται για το μεγάλο πάθος που έσβησε. Μάλιστα τότε το ίδιο ακριβώς το πέρασμά του όχι μόνο δε διεκτραγωδείται, αλλά θεωρείται κι ευτύχημα.
Μια τέτοια στάση ζωής δε φαίνεται άσχετη με τα ισχυρά θετικά βιώματα της παιδικής ηλικίας. Το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει κάθε τόσο, είναι αλήθεια, στα παιδικά του χρόνια. Στη μνήμη του
αναδύεται η οξεία οσμή του δεντρολίβανου και μαζί ο παππούς και η γιαγιά, η γιαγιά προπάντων, με τη ζεστή αγάπη και τις πλεξούδες του γκρίζου, κι ακόμα, τα κυριακάτικα τραπέζια του καλοκαιριού κάτω από τη μουριά, οι γιορταστικές παραδόσεις με τα χριστόψωμα και τα φλουριά αλλά και τα παραμύθια με τους δράκους και τις νεράιδες. Η θητεία κοντά στους ζωντανούς ανιδιοτελείς ανθρώπους της λάσπης και της πέτρας ενδυναμώνει το ποιητικό υποκείμενο και του επιτρέπει να περάσει αλώβητο τις δύσκολες στιγμές της ζωής του.
Ο δεύτερος θεματικός χώρος είναι της θλίψης, της θλίψης προκαλείται είτε από τα γεγονότα της Ιστορίας, μικρής και μεγάλης, είτε από τον θάνατο. Η μεγάλη Ιστορία εδώ δεν αξιοποιείται στα ηρωικά της μεγέθη, εφόσον αυτό που βλέπουμε είναι απλώς οι πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις της στους ανθρώπους της βιοπάλης: μετοικήσεις από τις πατρογονικές εστίες της Ρωμυλίας και της Μικρασίας, αγώνες κι αγωνίες, ώσπου να χτιστεί η καινούρια ζωή, βιασμοί και εκτελέσεις γυναικών στα Βαλκάνια. Περισσότερο αναδεικνύεται η ιδιωτική, προσωπική, ιστορία ηλικιωμένων κυρίως ανθρώπων, οικείων και μη, που σημάδεψαν τόσο βαθιά τον ψυχισμό της ποιήτριας, ώστε μοιάζει να βγαίνουν από τα ίδια της τα σπλάχνα. Πρόκειται για τις μικρές περιπέτειες αντρών και γυναικών, που, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, πέρασαν από την αγάπη, τα βάσανα και τον θάνατο προσφιλών προσώπων κι έμειναν στο τέλος μόνοι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες γυναικείες μορφές, οι οποίες, αστραφτερές σαν λεπίδες, υπερβαίνουν τη μοίρα της καθήλωσης και φτάνουν στο ύψος της αξιοπρέπειας. Εξαιρετική είναι η περίπτωση της οριακής ασθένειας, η οποία εμφανίζεται στα ποιήματα της ενότητας «Φιλοξενία». Η δοκιμασία τσακίζει το ποιητικό υποκείμενο μέσα στο καλοκαίρι και φέρνει τον χειμώνα. Όμως η απειλή του θανάτου δεν αντιμετωπίζεται με τρόμο. Αντίθετα, η ποιήτρια, πατώντας και πάλι στις μνήμες των προγόνων, που υποδέχονταν τον θάνατο σαν κάτι φυσικό στη ζωή τους, τον προσεγγίζει σταδιακά και, συνειδητοποιώντας τη φθαρτή φύση της, καταφέρνει τελικά να συνυπάρξει μαζί του.
Ο τρίτος και τελευταίος θεματικός χώρος έχει να κάνει με την ίδια την τέχνη της ποίησης. Η ποίηση γεννιέται από τον πόνο, αλλά είναι μαγεία και φως, εξαίσιο θαύμα. Μπορεί να πορεύεται
μέσα στο μαύρο της ζωής και του θανάτου, αλλά ξέρει να βρίσκει το στημόνι και να υφαίνει όρθρους φωτεινούς σε σκοτεινά τοπία. Μπορεί ακόμα να συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την τόλμη και τα
ωραία της ψεύδη αλλά και να κλέβει από τον καιρό στιγμές αθανασίας. Τέλος η ποίηση ξεκουράζει, θεραπεύει και στηρίζει τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να ξαναδεί την αυγή των πραγμάτων και να διασώσει την ομορφιά του μέσα στην ασχήμια του κόσμου. Η θεματολογία όμως αποτελεί τη μια όψη των ποιημάτων, γιατί υπάρχει και η τεχνική, σημαντικότερη σε τελευταία ανάλυση, αφού
αυτή συνιστά την κύρια διαφορά του είδους.
     Από την άποψη της φόρμας καταρχήν τα ποιήματα είναι μοίρασμένα σε πεζόμορφα και ελευθερόστιχα, με υπέρτερα τα δεύτερα, αν μάλιστα παρθεί υπόψη και η μετεξέλιξη των πεζόμορφων ποιημάτων, από ένα σημείο και πέρα, σε ελευθερόστιχα. Με τη μια ή την άλλη μορφή πάντως τα κείμενα έχουν την τάση να εντάσσονται σε ενότητες. Στην ενότητα «Ορυκτά» έξι ποιήματα φέρουν τον τίτλο «Γυναίκα 1η», «Γυναίκα 2η» κτλ., που συνοδεύεται από παρένθετους προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Νεαρή, Χωρική, Βαλκάνια, Επιούσια, Αδελφή της Φόνισσας), κι άλλα τέσσερα τον τίτλο «Αντρας 1ος», «Αντρας 2ος» κτλ., με ανάλογους επίσης προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Πρόσφυγας πρώτης γενιάς, Δημιουργός, Επιούσιος), ενώ σε ιδιαίτερη υποενότητα και κάτω από τον τίτλο επίσης «Ορυκτά» συγκεντρώνονται τέσσερα ποιήματα, που φέρουν λατινική αρίθμηση. Δύο ακόμα ενότητες, «Φιλοξενία» και «Η μικρή μου βδομάδα», περιλαμβάνουν αντίστοιχα έξι και εφτά ποιήματα, που τιτλοφορούνται κι αυτά με λατινικά νούμερα. Αντίθετα, όσα ποιήματα δε χώρεσαν σε καμιά από τις προηγούμενες ταξινομήσεις στεγάστηκαν απλώς κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «Αδέσποτα». Αυτή η τάση ομαδοποίησης των κειμένων δείχνει προφανώς πως η ποιήτρια συνηθίζει να δουλεύει σε ευρείες θεματικές περιοχές, οι οποίες είναι αδύνατο να καλυφθούν από ένα ποίημα κι έτσι προκύπτουν τα ποιήματα-θραύσματα, μέρη ενός ευρύτερου όλου, ενώ η εμμονή στη χρήση του επιθέτου «ορυκτός» σε τίτλους συλλογής και ενοτήτων αλλά και σε στίχους υποδηλώνει τη μέσα γη του ποιητικού υποκειμένου, από όπου αντλείται η δραματική ύλη.
     Τα ποιήματα που ξεκινούν ως πεζόμορφα, δεκάξι ενόλω, και καταλήγουν ως ελευθερόστιχα, όπως ήδη επισημάνθηκε, αποτελούν λίγο πολύ προσωπογραφίες-ψυχογραφίες αντρών και γυναικών, περίπου μικρές ιστορίες, κάποτε και τραγωδίες, οι οποίες δεν μπορεί παρά να οργανώνονται σκηνοθετικά. Αυτός ο τρόπος απαιτεί λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, μια στοιχειώδη περιγραφή πρώτα, ώστε να οριοθετηθεί ο χώρος, εντός του οποίου θα εμφανιστούν τα πρόσωπα και θα εκτυλιχθούν τα δρώμενα, και μια αφήγηση ύστερα, υποτυπώδη επίσης. Στις περιπτώσεις αυτές η ένταση και η πύκνωση του λόγου βρίσκονται σε ύφεση, ενισχύονται όμως βαθμηδόν όσο το κείμενο βαίνει προς το τέλος κι ο λόγος γίνεται λυρικότερος και δραματικότερος. Αυτή ίσως είναι και η αιτία που το ποίημα από πεζό μετεξελίσσεται σε ελευθερόστιχο.
     Ένα άλλο χαρακτηριστικό, γνωστό κι από το βαθύ παρελθόν, συνιστά η συμμετοχή της φύσης στις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Καθώς η παρουσία του στεριανού κυρίως τοπίου και λιγότερο του θαλασσινού αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της ποίησης, είναι εύλογο διαθέσεις και αισθήματα να απηχούνται στις εικόνες της φύσης, αποχτώντας συγκεκριμένη υπόσταση, ιδιαίτερα ελκυστική και προσιτή στον αναγνώστη. Έτσι, αν η ευφορία πλημμυρίζει το ποιητικό υποκείμενο, τότε η φύση χαίρεται και οι εικόνες της λάμπουν. Αν όμως πρόκειται για πόνο, τότε συμπεριφέρεται αντιφατικά. Άλλοτε συμπάσχει κι άλλοτε δείχνει ανυποψίαστη ή και αδιάφορη, αν όχι αναίσθητη, όπως λ.χ. στο ποίημα «Γυναίκα 4η (Βαλκάνια)».
Η αντίθεση γενικότερα αξιοποιείται συχνά ως δομικό στοιχείο των κειμένων. Οι αντιθέσεις που στηρίζουν την κατασκευή του ποιήματος ενόλω ή ενμέρει ποικίλλουν: γείωση και ανάταση, χαρά
και λύπη, ομορφιά κι ασχήμια, λόγος και σιωπή, φως και σκοτάδι.Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το ποίημα «Καλόγερος», που χτίζεται ολόκληρο στη βάση μιας πολύσημης αντίθεσης. Μέσα στο σκοτεινό κελί η υποβολή και η κατάνυξη, η πένθιμη ομορφιά που συμπαρασύρει στην πίστη, κι έξω ο ήλιος, ο δρόμος και τα αρώματα, η ζωή πέρα από τις θρησκευτικές συμβάσεις.
     Τέλος σημαντική πλευρά της ενλόγω ποιητικής αποτελεί ο ρομαντικός τρόπος θεώρησης του κόσμου. Ο ρομαντισμός συνιστάται στη νοσταλγική και βαθιά ουμανιστική ματιά της ποιήτριας, η οποία επιμένει να εξιδανικεύει το παρελθόν και να βλέπει την ομορφιά μέσα στη βαρβαρότητα, αλλά και στη λυρική, αν και πλεοναστική ενίοτε, χρήση μιας πληθώρας επιθέτων, που έρχεται να αναδείξει τις λεπτές και ποικίλες αποχρώσεις των πραγμάτων. Από την άλλη, όταν η περίσταση το απαιτεί, κι αυτό συμβαίνει κατεξοχήν στα κείμενα που τίθεται το ζήτημα του θανάτου, ο στίχος απεκδύεται κάθε ρομαντισμό και κάθε επιθετικό πλεονασμό. Όσο πιο απειλητικό προβάλλει το βίωμα της δοκιμασίας τόσο πιο πολύ γυμνώνεται και πυκνώνει ο λόγος. Κι αυτές είναι επίσης από τις πιο ευτυχείς στιγμές της συγκεκριμένης ποίησης, οι οποίες δε θα μπορούσαν βέβαια να κατακτηθούν, αν ο αυτοέλεγχος δεν ήταν τόσο ισχυρός, ώστε να εξουδετερώνει κάθε στοιχείο μελοδραματισμού:
II

Πότε σκαρφάλωσα σε κείνη την πανύψηλη αναρριχώμενη
αρρώστια;
Και ρίχτηκα
απ’ τον ίλιγγο βαθιά μες στον Ιούλη;
Μου κόπηκε η ανάσα
κι ως να σταθώ σε μια γωνίτσα σώμα
κτισμένο με αειθαλή φιλιά
χειμώνιασε.

(από την ενότητα «Φιλοξενία»)

 

 

ΠΕΖΑ

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ
ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η κάτω βόλτα, Διηγήματα, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004

Η έκτη έκδοση των διηγημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου (Θεσσαλονίκη 1931) Η κάτω βόλτα περιλαμβάνει δεκατρία κείμενα, ένα παραπάνω από την προηγούμενη του 1991 μια και πρόσθεσε δύο καινούρια και αφαίρεσε ένα. Η συνήθεια αυτή του ιδρυτή της Διαγωνίου να αφαιρεί και να προσθέτει κείμενα αλλά και να τα επεξεργάζεται, είτε για ποιητικές συλλογές πρόκειται είτε για συλλογές πεζών, είναι γνωστή από παλιά (1952). Ενδεχομένως να αποτελεί ένα ζήτημα κατά πόσο το κλίμα της δεκαετίας του ’50 και του ‘6ο, που διέκρινε την Κάτω βόλτα του 1963* μπορεί να βρει τη συνέχειά του σε ένα βάθος πενήντα χρόνων (1955-2003), όταν μάλιστα η συλλογή αυτή, η οποία αποτελούσε το πεζογραφικό ισοδύναμο της Εποχής των ισχνών αγελάδων (195ο) εκτιμήθηκε ως ιδιάζουσας σημασίας, καθώς έφερνε τον ρεαλισμό
και τον κατατρεγμένο έρωτα στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, ενώ άσκησε και έντονες επιδράσεις σε μια σειρά νεότερους πεζογράφους και πέρα από τη Θεσσαλονίκη. Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά.
     1. Η πρώτη έκδοση της Κάτω βόλτας (1963) περιλαμβάνει έξι διηγήματα: «Το φροντιστήριο», «Χαλασμένο στομάχι», «Ο κ. Γαρύφαλλος», «Αγαπημένη Ναταλία», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο χιλιαστής». Η δεύτερη (1971) αποκλείει ένα διήγημα («Το φροντιστήριο»), αλλάζει τίτλο σε άλλο ένα («Αγαπημένη Ναταλία» «Ο χαρχάλες»), προσθέτει έξι καινούρια και μοιράζει τα έντεκα πια διηγήματα της σε τρεις ενότητες: «Η κάτω βόλτα» («Χαλασμένο στομάχι», <<Ο κ. Γαρύφαλλος», «Οι χαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα>>, «Καθαρός ουρανός» («Ο χιλιαστής», «Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), «Πλονζόν» («Η καπετάνισσα», «Το αναρριχητικό»,
«Συμβουλές σ’ έναν νέο ποιητή», «Βίοι παράλληλοι»). Στην τρίτη έκδοση και συγκεκριμένα στην τρίτη ενότητα (1977) προστίθεται το διήγημα «Καθηγητής θρησκευτικών» κι έτσι τα κείμενα γίνονται δώδεκα, ενώ η τέταρτη έκδοση (1980) αλλάζει απλώς προς το αιχμηρότερο τον τίτλο ενός διηγήματος («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι»), το οποίο, ως γνωστόν, παρωδεί το έργο του Ρίλκε Γράμματα σ έναν νέο ποιητή (1929). Η πέμπτη έκδοση (1991) -συνέκδοση, για την ακρίβεια, με τα μικρά πεζά Οι ρεμπέτες τον ντουνιά (1986)- δεν αλλάζει τίποτα σε σχέση με την προηγούμενη. Η έκτη όμως (2004) ανασυνθέτει την τρίτη ενότητα, αποκλείοντας ένα διήγημα («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι») και προσθέτοντας δύο καινούρια, «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη» και «Επίτιμος διδάκτωρ», στις δύο ενότητες που δημιουργεί, «Ιστορικά πρόσωπα» και «Πνευματική ζωή», με δύο και τέσσερα διηγήματα αντίστοιχα. Η διάκριση των ενοτήτων τέλος γίνεται με κριτήρια θεματικά. Η πρώτη θίγει το ζήτημα του αποκλίνοντος ερωτισμού, που δε βρίσκει τρόπο να ευτυχήσει, η δεύτερη αναφέρεται σε παιδιά λαϊκών στρωμάτων, που κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία, και οι άλλες δύο, όπως ρητά ομολογούν, σε πρόσωπα της Ιστορίας και σε πνευματικούς ανθρώπους.
     2. Η αφήγηση προτιμά τους πιο στρωτούς δρόμους του παλαιότερου ρεαλισμού, δρόμους που αποφεύγουν τις ανατροπές της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων και τα συνειρμικά περάσματα, όπως συμβαίνει άλλωστε και στις λαϊκές αφηγήσεις, οι οποίες δεν αφήνουν αδιάφορο τον Χριστιανόπουλο. Έτσι η αφήγηση, η οποία αποδίδει ένα περιστατικό, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό, ή σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός επώνυμου ή άσημου ανθρώπου, αρχίζει από ένα σημείο και συνεχίζει ευθύγραμμα την πορεία της ως το τέλος, αξιοποιώντας και την κλασική επίσης τεχνική του διαλόγου, ενίοτε εκτεταμένα. Αυτός είναι ο λόγος που ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλεί τα διηγήματά του παραδοσιακά, ενώ και οι κριτικοί αντιδιαστέλλουν τη συντηρητική γραφή διηγημάτων από τη νεωτερική των ποιημάτων. Έχω τη γνώμη πως η ευθύγραμμη αφήγηση του Χριστιανόπουλου οφείλεται στη προφορική της προέλευση αλλά και στη σκοπιμότητα της αναγνωστικής πρόσληψης. Όπως ο προφορικός λόγος, προπάντων στη λαϊκή του εκδοχή, δε σηκώνει τις αναδρομές, γιατί δημιουργούνται συγχύσεις στους ακροατές, έτσι κι ο γραπτός, που θέλει να αποτελεί απείκασμά του, τις αποφεύγει, όταν μάλιστα ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως να μεταφέρει μια ιστορία από το δικό του κεφάλι στο κεφάλι του αναγνώστη. Οι αφηγητές από την άλλη φαίνεται να ποικίλλουν. Άλλοτε βρίσκονται εντός της ιστορίας και μιλούν σε πρώτο πρόσωπο (8) κι άλλοτε εκτός και μιλούν σε τρίτο (5). Από τις οχτώ περιπτώσεις πάλι που συμμετέχουν στα δρώμενα στις εφτά αναλαμβάνουν ρόλους παρατηρητή ή μάρτυρα και μονάχα σε μία πρωταγωνιστικό. Όποια οπτική όμως κι αν επιλέγεται, είναι προφανές πως πίσω της κρύβεται ή
προσπαθεί να κρυφτεί το ίδιο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από αυτό του συγγραφέα, γεγονός που πιστοποιείται τόσο από τη θεματική των διηγημάτων όσο κι από συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις.
     3. Οι θεματικοί πυρήνες σε τίτλους: η αγωνία του ερωτικά ανορθόδοξου να κρύψει την ιδιοτυπία ή να κορέσει την πείνα του αλλά και η μεγαλοψυχία του χορτασμένου• η ερωτική βουλιμία της γυναίκας• η πίστη σε ιδέες και η εγκληματικότητα της εξουσίας• η ενοχή για την αδιαφορία στον πόνο του άλλου• η τέχνη και το μεράκι άφθαρτων λαϊκών ανθρώπων• η αποκαθήλωση ιστορικών προσώπων και η άκρατη φιλοδοξία πνευματικών ανθρώπων• το βίωμα στην τέχνη• ο αντικομφορμισμός και η άρνηση των τιμών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις, όπως αναφορές στα ρεμπέτικα και τα κατηχητικά, στην ποίηση και τις σπουδές, στην πόλη της Θεσσαλονίκης και την επώνυμη ταύτηση αφηγητή-συγγραφέα, αποκαλύπτουν τον βιωματικό έως αυτογραφικό χαρακτήρα των αφηγήσεων. Ο Χριστιανόπουλος συνηθίζει να μιλάει εξομολογητικά και απροκάλυπτα περισσότερο από κάθε άλλον για πράγματα που τον χάραξαν κι όχι που φαντάστηκε και συνεπώς το να πούμε πως είναι βιωματικός συγγραφέας αποτελεί κοινό τόπο εδώ και χρόνια, όπως κοινό τόπο αποτελεί στις μέρες μας και η άποψη ότι η ειλικρίνεια από μόνη της δε λύνει υο πρόβλημα της αισθητικής, αν και για ορισμένους συγγραφείς φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τότε μονάχα μπορούν να είναι πειστικότεροι.
     4. Περισσότερο θετικοί παρά αρνητικοί οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων που ενσαρκώνουν τις βασικές ιδέες, αντανακλούν τις ηθικές αρχές με βάση τις οποίες αντιμετωπίζει τα πράγματα ο συγγραφέας. Διακριτοί αλλά αποκρουστικοί είναι ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος καταρχήν της ιστορικής αφήγησης «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη», ο οποίος προστάζει την ομαδική σφαγή των Θεσσαλονικέων στο Ιπποδρόμιο, και ύστερα ο επίδοξος λογοτέχνης Αντρέας Αγοραστός, διαφανές προσωπείο γνωστού πεζογράφου, που κολακεύει και περιπαίζει τους πάντες, προκειμένου να φτάσει στην ανάδειξη [«Το αναρριχητικό» – «Το τσογλάνι» στη Διαγώνιο ι (Ιανουάριος-Μάρτιος 1965)]. Μοναδική είναι η γκροτέσκα απεικόνιση της άπληστης ερωτικά καπετάνισσας, η οποία μοιράζεται με τις κόρες τους άντρες τους, για να πληρώσει στο τέλος με ην ίδια της τη ζωή («Η καπετάνισσα»). Από τους πιο ενδιαφέροντες και συμπαθητικούς ήρωες είναι αυτοί που βιώνουν εναγώνια το πρόβλημα του ιδιότυπου ερωτισμού, μια κι αυτό είναι δύσκολο να ομολογηθεί και να επιλυθεί, με αποτέλεσμα να καταρρακώνουν συνήθως την αξιοπρέπειά τους και να βυθίζονται στη μοναξιά («Χαλασμένο στομάχι», «Οιχαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο κ. Γαρύφαλλος»). Ο μόνος ανάμεσά τους που φτάνει σε μια ευτυχή ερωτική σχέση είναι ο ώριμος κ. Γαρύφαλλος, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο βρίσκει και τη δύναμη να φανεί μεγαλόψυχος. Έτσι, αντί να εκδικηθεί τον νεαρό που τον χρεοκόπησε και τον εγκατέλειψε, αποκαλύπτοντας το ποιόν του, μιλάει καλύτερα λόγια γι’ αυτόν, σε αντιστάθμισμα των ευτυχισμένων ημερών που έζησε μαζί του. Ασυνήθιστο τύπο συνιστά και ο θεολόγος κ. Τιμόθεος για την μποέμικη ζωή του, την κάθε άλλο παρά αρμόζουσα στις νόρμες της θρησκείας («Καθηγητής θρησκευτικών»), ενώ ηθικό μεγαλείο διακρίνει τον εξαίρετο, αν και ασπούδαχτο, διευθυντή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης Νικόλαο Δελιαλή, που αδιαφορεί πλήρως, όπως ένα παιδί, για την πρόταση αναγόρευσής του σε διδάκτορα («Επίτιμος διδάκτωρ»). Χαρακτηριστικά αλλά ριζικά διάφορα μεταξύ τους, καθώς μάλιστα παραστατικότατα αντιπαρατίθενται στο παρελθόν και το παρόν, είναι τα πορτρέτα δύο συγγραφέων, του ματαιόδοξου Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή και του ανυποψίαστου Μακρυγιάννη, από τους οποίους στις μέρες μας επιβιώνει ο δεύτερος, γιατί με την τέχνη του εξέφρασε την αλήθεια και μόνον της δικής του ζωής («Βίοι παράλληλοι»). Ενδιαφέροντα ακόμα τόσο για την τέχνη και το μεράκι όσο και για την καθαρότητα της λαϊκής τους ψυχής είναι τα πορτρέτα δύο στρατιωτών, ενός καραγκιοζοπαίκτη κι ενός μάγειρα («Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), ενώ ένα τρίτο, του αιρετικού στρατιώτη («Ο χιλιαστής»), δε συνιστά απλώς ένα εξαιρετικό και τολμηρό στον καιρό του διήγημα, αλλά δείχνει και περισσότερο από κάθε άλλο τη διεύρυνση και το βάθεμα της κοινωνικής ματιάς του Χριστιανόπουλου, η οποία επισημάνθηκε άλλωστε και στην ποίησή του («Ο αλλήθωρος 1949-1970», Ποιήματα, 42004).
     Ένα λαϊκό παιδί από το Αγρίνιο υφίσταται τα πάνδεινα ως άλλος μάρτυρας από την ιεραρχία του στρατεύματος, την οποία συντρέχει και η Ορθοδοξία, γιατί, πιστό στο δόγμα του, αρνείται να πάρει όπλο. Από τη μια οι ταπεινώσεις του σώματος και οι πιέσεις της εκκλησίας κι από την άλλη το μεγαλείο της αντίστασης ενός επαρχιωτόπουλου, που προκαλεί τον θαυμασμό όχι μονάχα του αφηγητή και των στρατιωτών αλλά και του θεολόγου του τάγματος, κι ας μην ασπάζονται την πίστη του. Η περίπτωση, όντας συγκεκριμένη, καταφέρνει, χάρη στην πραγμάτευση της, να καταστεί αντιπροσωπευτική και να εκφράσει έτσι κάθε άνθρωπο που βασανίζεται ή και δολοφονείται για τις ιδέες του. Αξιοσημείωτη είναι από την άποψη αυτήν η απόληξη του διηγήματος, η οποία θέτει το ζήτημα της κοινωνικής ενοχής, όπως πρόσεξε ήδη ένα μέρος της κριτικής. Μια βραδιά που οι φαντάροι ακούνε και παίζουν μουσική κι ο αφηγητής απαγγέλλει ένα ποίημα του Μιχαήλ Άγγελου για την ανθρώπινη ομορφιά φτάνουν στ’ αυτιά τους κάποια στιγμή οι κραυγές του βασανιζόμενου αντιρρησία συνείδησης. Τότε η σύναξη διαλύεται και ο αφηγητής αισθάνεται τύψεις:

Και τι τρομερό, ένας άνθρωπος να κραυγάζει από πόνο μες στη
νύχτα, την ώρα που εμείς ξένοιαστοι επιδιδόμασταν σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις… Σταμάτησα ταραγμένος το ποίημα, κι ένας ένας αρχίσαμε να φεύγουμε με σκυμμένο κεφάλι, έφυγα κι εγώ χωρίς να καληνυχτίσω κανέναν. Με φαρμάκωνε η σκέψη πως, ενώ χιλιάδες
μάρτυρες σάπιζαν στις φυλακές και τα απομονωτήρια, εγώ εξακολουθούσα ακόμη να είμαι δοσμένος στην ομορφιά και τα ποιήματα,
(σ. 6ο)

Όπως ακριβώς σκέφτεται και το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα του Χριστιανόπουλου «Η αγκίδα», που γράφτηκε το 1966, τρία χρόνια μετά τον «Χιλιαστή», με τη διαφορά ότι εδώ τον θρησκευτικό αγωνιστή αντικαθιστά ο αγωνιστής της Αριστεράς, ενώ την ομορφιά και τα ποιήματα ο έρωτας:

Το βράδυ που σκοτώσαν τον Λαμπράκη,
γυρνούσα από ένα ραντεβού.
«Τι έγινε;» ρώτησε κάποιος στο λεωφορείο.
Κανείς δεν ήξερε. Είδαμε χωροφύλακες
μα δε διακρίναμε τίποτε άλλο.

Πέρασαν τρία χρόνια. Ξανακύλησα
στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά.
Όμως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί
σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δε βγαίνει:
άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,
άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,
κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.

(«Ο αλλήθωρος 1949-1970», ό.π.)

5. Η γλωσσική έκφραση είναι καλά δουλεμένη, απλή και σαφής μπολιασμένη με φράσεις και λέξεις λαϊκές, ιδιωματικές αλλά και της αργκό, με αποτέλεσμα να καθίσταται εμβληματική. Οι προτάσεις, μικρές συνήθως, δεν αποφεύγουν να μακραίνουν, όταν η ένταση του ρυθμού το επιβάλει, ενώ με σύντομες ερωτοαπαντήσεις αποδίδονται και οι διάλογοι, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ζωντανοί. Η εκφραστική ωμότητα, στην οποία καταφεύγει η ποίηση του Χριστιανόπουλου, για να αποδώσει τον κυνισμό των σχέσεων εραστή-ερωμένου, εδώ απουσιάζει, μια και οι ανάγκες της ρεαλιστικής αφήγησης επέβαλλαν φαίνεται έναν διακριτικότερο τρόπο προσέγγισης αυτών των σχέσεων. Δε λείπει ωστόσο το χιούμορ και η ειρωνεία, ακόμα και η σάτιρα, η οποία αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, όταν η απόσταση ανάμεσα στις ηθικές αξίες του αφηγητή και του ήρωα γίνεται αγεφύρωτη.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δε φιλοδοξεί να πρωτοτυπήσει στην Κάτω βόλτα αλλά να μιλήσει απλά και σταράτα, με όρους πεζογραφικούς και μόνον, αυτός ένας ποιητής, για τον δικό του νταλκά και για τους αχάλαστους λαϊκούς ανθρώπους αλλά και για τους άλλους, τους αριβίστες και τους ματαιόδοξους, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πέρασαν από τη ζωή του. Αυτή είναι
η δύναμη και η αδυναμία της τέχνης του, η επίμονη κίνηση στους δρόμους του σώματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν παύει να είναι ένας απολαυστικός αφηγητής, γιατί ξέρει σε τελευταία ανάλυση και τον λόγο να χειρίζεται αριστοτεχνικά και τη βαθύτερη ουσία να εντοπίζει ακόμα και σε περιστατικά που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν ασήμαντα. 

 

 

ΧΡΩΜΑ ΧΩΜΑ ΣΩΜΑ ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΧΑΣ,

Μετείκασμα Μεταίσθημα. Ασκήσεις
επί αμμοδόχου. Πεδίον οσφρήσεως, Εξάντας, Αθήνα 1994

Αν η πεζογραφία, ύστερα από την εμφάνιση της μεταμυθοπλασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κινείται σήμερα στον άξονα παραδοσιακό-νεωτερικό-μεταμοντέρνο, τότε ο Κώστας Λαχάς, που από το Κάτω Θεοδωράκι του Κιλκίς (1936) φτάνει πολύ γρήγορα στη Θεσσαλονίκη, είναι πεζογράφος νεωτερικός. Δεν είναι παραδοσιακός, γιατί ανατρέπει τις συμβάσεις της παλαιάς πεζογραφίας τόσο στο επίπεδο του μύθου όσο και στο επίπεδο των αφηγηματικών τρόπων. Δεν είναι και μεταμοντέρνος, στον βαθμό που δεν αμφισβητεί τις αναπαραστατικές δυνατότητες της αφήγησης και «δεν μεταθέτει το κέντρο του ενδιαφέροντος από τη συνείδηση στη γραφή, αντικαθιστώντας τις περίπλοκες υφολογικές επιτηδεύσεις του μοντερνισμού με ωμές δηλώσεις και απροκάλυπτες ενδοκειμενικές παρεμβολές σχετικά με τη σχέση της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας» (Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την αισθητική, 1987» ο. 290). Η νεωτερικότητα, που για τη νεοελληνική πεζογραφία εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1930 με τους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών (1932-1939)
ενώ για τον Κώστα Λαχά κοντά στο 1960 με το μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα Το σόλο τον Φίγκαρω (1938), όπως δηλώνει ο ίδιος [περ. Εντευκτήριο 28-29 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 1994) 146], και με το νέο γαλλικό μυθιστόρημα (nouveau roman), διακρίνει και τις τρεις εκδόσεις που κάνει ο ολιγογράφος συγγραφέας της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και εξαίρετος ζωγράφος: Πεδίον οσφρήσεως (1964Χ Μετείκασμα Μεταίσθημα (1986), Ασκήσεις επί αμμοδόχου (1994)• Η πρώτη έκδοση περιλαμβάνει οχτώ πεζογραφήματα, η δεύτερη ένα μόνο εκτεταμένο κείμενο, που με όρους
παραδοσιακούς θα θεωρούνταν νουβέλα, ενώ η τρίτη επανέρχεται, αλλά τυπικά, στη δομή της πρώτης, καθώς τεμαχίζει τον ένα ουσιαστικά λόγο της σε εφτά μέρη. Και τα τρία έργα συνεκδίδονται τώρα από τον Εξάντα με μια ανατροπή της χρονολογικής τάξης των κειμένων.
Οι δύο από τους τρεις τίτλους συναρτώνται με δύο βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Λαχά. Ο ένας, Πεδίον οσφρήσεως, ειδοποιεί έγκαιρα για την εμβέλεια του συγγραφικού ενδιαφέροντος, όπως παρατηρεί ο Πρόδρομος Μάρκογλου:

Καθώς η όσφρηση είναι η αίσθηση με την μικρότερη εμβέλεια, ο τίτλος καθορίζει με ακρίβεια τα όρια του προς διερεύνηση και καταγραφή χώρου.
[περ. Η Παρέμβαση 79-80 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1994) 4]

Ο άλλος πάλι, Μετείκασμα Μεταίσθημα, σχετίζεται με την εικονογραφική, κινηματογραφική για την ακρίβεια, αντίληψη που διέπει τον λόγο του συγγραφέα, μια και Μετείκασμα, που το μεταφράζει αμέσως το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου Μεταίσθημα, είναι, κατά τα λεξικά, το οπτικό αίσθημα που εξακολουθεί να παραμένει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού επί ένα δέκατο περίπου του δευτερολέπτου μετά την παύση του εξωτερικού ερεθίσματος. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αισθήσεις, πράγμα που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας προσλαμβάνει τα
πράγματα και τον κόσμο. Ο τρίτος τίτλος, Ασκήσεις επί αμμοδόχου, υποδηλώνει τον αναπαραστατικό χαρακτήρα της γραφής όπως ρητά επισημαίνει η ίδια η αφήγηση:

λέω να οργανώσω ένα προσκλητήριο νεκρών (εχθρών και φίλων)
όπως αυτές οι συναντήσεις των μαθητών μετά είκοσι πέντε χρόνια,
αναπαριστάνοντας όλα τα επεισόδια της ζωής λεπτομερώς, ως ένα
είδος άσκησης επί αμμοδόχου, (σ. 112)

Μπαίνοντας στην ενδοχώρα των κειμένων διαπιστώνει καταρχήν κανείς τον πρωτοπρόσωπο χαρακτήρα της αφήγησης. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι καινούριο σήμερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ο αφηγητής δεν αναλαμβάνει ρόλους και δεν απασχολεί τον αναγνώστη ως πρόσωπο, καθώς φροντίζει να κρύβεται στη σκιά. Ακριβέστερα, πίσω από μια κάμερα. Η θέση αυτή του του επιτρέπει να βλέπει τη λεπτομέρεια του τοπίου, του προσώπου ή του γεγονότος με μεγάλη ψυχραιμία, «δήθεν αμέτοχος», όπως εύστοχα παρατηρεί ο αφηγητής στο πεζογράφημα «Το άλσος της μιας νυκτός» (Ασκήσεις επί αμμοδόχου, σσ. 89-9ο).
Ήδη από το Πεδίον οσφρήσεως γίνεται εμφανής η εικονογραφική αντίληψη του συγγραφικού λόγου, ενώ ορισμένες στιγμές της αφήγησης είναι ιδιαίτερα εύγλωττες. Το πρώτο πεζογράφημα, «Εις μνήμην», ανοίγει με ένα πλάνο ακινησίας:

Η φωτογραφία του εκλιπόντος σε πλαίσιο έκτακτης λειτουργικής
τέχνης πάνω σε σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο τραπέζι. Αγριολούλουδα,επίτηδες αγριολούλουδα, με δυσφορία στολίζουν γυάλινο

ανθοδοχείο (σ. 197)•

Το δεύτερο, «Μαρτίου 8 του έτους 1959»> μοιράζεται ενγένει σε σκηνές-πλάνα, που επιγράφονται στην αρχή των παραγράφων:
«Στο θάλαμο», «Προς την πύλη εξόδου», «Στην πλατεία Αθανάτων, δίπλα στη γέφυρα», «Προς το γήπεδο». Δε λείπουν όμως και οι ευθείες αναφορές στην κινηματογραφική πρακτική, όπως συμβαίνει στο πεζογράφημα «Η σκιά» της ίδιας συλλογής, κάτι πολύ λογικό, αν σκεφτούμε ότι ο πεζογράφος εργάστηκε για ένα διάστημα και ως ηθοποιός:

Σκεφτόμουνα πως είναι ωραίο να κινηματογραφήσει κανείς αυτά
τα σχοινιά με τα καλάθια, έτσι που, όπως τώρα με τις εφημερίδες
ανεβοκατεβαίνουν πολλά μαζί. […] Μπορούσα να στήσω τη μηχανή
λήψεως σε μικρή γωνία εν σχέσει προς την πρόσοψη του κτιρίου
και μαζί με τα καλάθια «να ‘παιρνα» και τα μπαλκόνια από κάτω μεριά.

Φιλμ άσπρο-μαύρο

[…] τώρα βρίσκω ενδιαφέρον το θέμα σε μια ταινία μικρού μήκους
με τίτλο: ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ή ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ, (σ. 229)

Αυτή η αντιμετώπιση της αφήγησης, που στα κείμενα της πρώτης συλλογής θυμίζει συχνά σενάριο, από το Μετείκασμα Μεταίσθημα και πέρα αξιοποιείται ουσιαστικότερα, με αποτέλεσμα να μεταπλάθεται πληρέστερα η εμπειρία και το βίωμα σε αυτόνομο πεζογραφικό λόγο.
     Σε όλα τα κείμενα της πρώτης συλλογής δεν υπάρχει μύθος, δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος και βέβαια δεν υπάρχουν πρόσωπα, τουλάχιστον σαν κι αυτά που μας είναι γνωστά από την παραδοσιακή πεζογραφία. Υπάρχουν μόνο αποσπάσματα προσώπων, τοπίων και καταστάσεων, που είναι ιδωμένα κυρίως απέξω. Ακόμα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση συχνά διανθίζεται με αποστροφές στο δεύτερο πρόσωπο, ενώ ο λόγος είναι γενικά μικροπερίοδος. Αυτά τα χαρακτηριστικά, μετεξελιγμένα στον έναν ή τον άλλο βαθμό, διαπιστώνονται και στο Μετείκασμα Μεταίσθημα, που απέχει από το Πεδίον οσφρήσεως είκοσι χρόνια, και στις Ασκήσεις επί άμμοδόχου, που απέχουν τριάντα. Εξαίρεση αποτελεί η ολοκληρωτική κατάργηση της τελείας και συνεπώς του μικροπερίοδου λόγου, εξέλιξη που είχε διαφανεί με τη μεγάλη περίοδο των σελίδων 236-237 του πεζογραφήματος «Πεδίον οσφρήσεως» της ομώνυμης συλλογής. Το Μετείκασμα Μεταίσθημα, κείμενο κατεξοχήν μοντερνιστικό δίχως ενδιάμεσες στάσεις και μύθο που να συνέχει πρόσωπα, δίχως μια τελεία ούτε καν εκεί που τελειώνει, συνεχίζει να αναπτύσσει συστηματικότερα την προηγούμενη λογική της απρόσωπης κάμερας, η οποία καταγράφει πάλι όψεις μιας ταπεινής και δύσκολης ζωής, αλλά τις τέμνει βαθύτερα. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η πλήρης παράδοση της αφήγησης στους ψυχολογικούς συνειρμούς, οι οποίοι, κατά τον τρόπο του Πεντζίκη, επιτρέπουν τα απροσδόκητα περάσματα από το ένα επίπεδο στο άλλο και τη διαμόρφωση ενός λόγου-ποταμού, που συνεπαίρνει τα πάντα στο
διάβα του, δίχως χρονική σειρά και τάξη. Αυτός ο λόγος καταφεύγει συχνά στη χρήση των εκτεταμένων παρομοιώσεων, οι οποίες συνιστούν έναν τρόπο συνειρμικής ανέλιξης της αφήγησης, ενώ δε διαχωρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο ούτε το ιστορικό- αντικειμενικό από το προσωπικό-υποκειμενικό, καθώς ο αφηγητής σκόπιμα αποσύρεται από το προσκήνιο, ώστε να πρωταγωνιστήσουν τα ίδια τα πράγματα.
     Ανάλογα γνωρίσματα παρουσιάζει και η τελευταία συλλογή Ασκήσεις επί αμμοδόχου. Η μόνη διαφοροποίηση έγκειται στο γεγονός ότι εδώ ο λόγος-ποταμός τεμαχίζεται σε εφτά τίτλους, με αποτέλεσμα στο τέλος και μόνον των τεσσάρων πρώτων πεζογραφημάτων να παρεισφρέει η τελεία και να διακόπτεται η αφηγηματική συνέχεια. Τα υπόλοιπα τρία πεζογραφήματα, όπως και το Μετείκασμα Μεταίσθημα άλλωστε, τελειώνουν με κόμμα, πράγμα που δίνει την εντύπωση ότι η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν ολοκληρώθηκε.
     Στο σύνολο του το πεζογραφικό έργο του Κώστα Λαχά αναφέρεται σε μνήμες και βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αλλά και των κατοπινών χρόνων, της στρατιωτικής θητείας και της επαγγελματικής ζωής, ενώ δεν απουσιάζει και η ιστορικότητα της εποχής. Αυτό δε σημαίνει πως κυριαρχεί η μονοτονία και η ατονία του παρελθοντικού χρόνου, μια και η αφήγηση δεν είναι διόλου ευθύγραμμη και μονολιθική. Αντίθετα, καθώς η τελευταία είναι κατεξοχήν πολύτροπη, συχνά και σύμφωνη με τα διδάγματα του εσωτερικού μονολόγου, επιτρέπει τη διαρκή παλινδρόμηση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν με τρόπο αναπάντεχο γι’ αυτό ανοίκειο. Πολλές φορές είναι η ένταση του παρόντος μεταφέρει και την αφήγηση στο ίδιο χρονικό επίπεδο. Ο λόγος αστικός κατά βάση, μπολιάζεται με δόσεις λόγιες, έτσι που να είναι σε θέση, υπονομεύοντας τις συμβάσεις, να προβάλει αυτό που αποτελεί την ουσία της πεζογραφικής αλλά και της εικαστικής αγωνίας του συγγραφέα-ζωγράφου: Χρώμα Χώμα Σώμα. Ο τόπος πάλι που υποδέχεται τις μνήμες και τα βιώματα είναι ο άξονας Κιλκίς-Θεσσαλονίκη, λιγότερο η Χαλκίδα, ο τόπος της στρατιωτικής θητείας και της γνωριμίας με τον Σκαρίμπα, κι ακόμα πιο λίγο άλλα σημεία του μακεδονικού χώρου.
Τα κείμενα των βιβλίων Πεδίον οσφρήσεως, Μετείκασμα Μεταίσθημα και Ασκήσεις επί αμμοδόχου μεταποιούν σε λόγο την εικονογραφική αντίληψη του συγγραφέα και θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια στατικότητα νατουραλιστικής υφής, αλλά χάρη στην ικανή αφηγηματική διαμεσολάβηση αποκτούν έναν δυναμισμό, ο οποίος μεταπλάθει αποτελεσματικά σε πεζογραφική δημιουργία το Χρώμα, το Χώμα και το Σώμα, που τόσο επίμονα
απασχολούν και τον ζωγράφο Λαχά. 

 

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ,
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, Διηγήματα,
Νεφέλη, Αθήνα 2008

     Ο ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Τόλης Νικηφόρου (Θεσσαλονίκη 1938) δεν είναι χθεσινός στην πεζογραφία. Γράφει εδώ και χρόνια, από το 1971 για την ακρίβεια, διηγήματα (.Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, 1971, Εγνατία οδός, 1973» Ονειροπολών εγκλήματα, 1976, Τα μάτια τον πάνθηρα, 1996, Νόστος, 2000), παραμύθια για μεγάλους (Ενα παραμύθι για όλους, 1984, Νόσιλκα, 1989, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, 1996) και μυθιστορήματα (Η γοητεία των δεντερολέπτων, 2001, Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, 2005, Η εξαίσια ηδονή τον βιασμού, 2006). Ο δρόμος για την Ουρανούπολη είναι για την ώρα η έκτη σειρά διηγημάτων. Η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα κείμενα, τα οποία αναφέρονται σε συμβάντα που επιβεβαιώνονται από την εμπειρική πραγματικότητα του συγγραφέα. Είναι, με άλλα λόγια, κείμενα αυτοβιογραφικά.
     Ο τίτλος της συλλογής, και τίτλος του δεύτερου διηγήματος, αφορμάται από την πραγματικότητα, μια εκδρομή στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής, για να καταλήξει σε ένα επίπεδο μεταφυσικού χαρακτήρα. Η πρώτη αναφορά στην Ουρανούπολη, στη συνδήλωση μάλιστα μιας απροσδιόριστης ουτοπίας, γίνεται στο εισαγωγικό κείμενο της συλλογής «Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», όταν ο αφηγητής περιγράφει τις επιδιώξεις του συγγραφέα και του αναγνώστη εντός των κειμένων: 

Ζητούν απάντηση σε κείνο που δεν έχει απάντηση. Τώρα που δεν
υπάρχει δρόμος, πού είναι ο δρόμος; Ποιος είναι ο δρόμος για την
Ουρανούπολη; (σ. 16)

Επανειλημμένες αναφορές της Ουρανούπολης γίνονται στο ομώνυμο διήγημα, όλες ρεαλιστικές εκτός από την τελευταία. Ο ιδεολόγος και ζωγράφος Λουκάς, που μεταφέρει με μεγάλη προθυμία τη συντροφιά του αφηγητή από τη Θεσσαλονίκη στην Ουρανούπολη, φεύγει ένα βράδυ «όλως προώρως και αιφνιδίως, για δική του Ουρανούπολη», τη «χώρα όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι από την αρχή του κόσμου» (σ. 23), χώρα δηλαδή πέρα από τον θάνατο, ανύπαρκτη, σαν αυτήν που ο Νικηφόρου επαναφέρει συχνά στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του. Η τελευταία αναφορά γίνεται στο ακροτελεύτιο κείμενο της συλλογής. Μιλώντας ο αφηγητής για τους μακρινούς του προγόνους από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία, που ποτέ δε γνώρισε, θα πει πως αυτοί «κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του», πως συνιστούν τη «δική του Ουρανούπολη, μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι» (σ. 100).Έτσι παρουσιάζεται στα πρόσφατα διηγήματα του Νικηφόρου η Ουρανούπολη, η οποία, παρά τη γειτνίασή της με το Άγιο Όρος, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη φιλοσοφία του.
     Ο βασικός χώρος των συμβάντων είναι η γενέθλια πόλη του συγγραφέα, η Θεσσαλονίκη, η οποία κάποτε δηλώνεται ρητά, αλλά συνηθέστερα υποδηλώνεται συνεκδοχικά: Βαρδάρης, οδός Δωδεκανήσου, Φράγκων, Ολύμπου, Πλατεία Δικαστηρίων, Εγνατία, Αριστοτέλους, Τσιμισκή, Λευκός Πύργος, Τούμπα. Πρόκειται για χώρους στους οποίους μεγάλωσε, κινήθηκε επαγγελματικά και έδρασε πολιτιστικά ο Τόλης Νικηφόρου. Συχνά πάλι για λόγους επαγγελματικούς και πολιτιστικούς, ενίοτε και αναψυχής το πεδίο διευρύνεται είτε προς το εσωτερικό της χώρας (Ουρανούπολη και Αφυτος Χαλκιδικής, Σέρβια Κοζάνης) είτε προς το εξωτερικό (Φιλιππούπολη και Πλόβντιβ Βουλγαρίας, Μικρασία, Τομπρούκ Λιβύης). Και στις περιπτώσεις αυτές όμως η Θεσσαλονίκη αποτελεί τόσο το σημείο εκκίνησης όσο και επιστροφής. Ο ιστορικός χρόνος των συμβάντων από την άλλη εκτείνεται από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ως τη στιγμή της συγγραφής. Οι υπερβάσεις των ορίων αυτών είναι σπάνιες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του πεζογραφήματος «Η Ανεξάρτητη Μεραρχία» το οποίο ανάγεται κατά βάση στην εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής και στη δεκαετία του 1940, η οποία συμπίπτει με την παιδική ηλικία του πεζογράφου.
     Τη δραματική ύλη των κειμένων αποτελούν προσωπικές κυρίας εμπειρίες του συγγραφέα. Οι εμπειρίες αυτές αντλούνται από την οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική, τη συγγραφική, τη δράση του ως ποιητή και πνευματικού ανθρώπου γενικότερα και εντελώς εξαιρετικά από την Ιστορία: ένα πρωινό στο σπίτι με τον μικρό γιο, συντροφιά με μια γάτα κι έναν σκύλο στην Αφυτο, διακοπές στην Ουρανούπολη, μελέτες για την οργάνωση επιχειρήσεων ιδιωτικού και δημόσιου χαρακτήρα, επιλογή προσωπικού, η κρατούσα κοινωνική αντίληψη περί ευφυΐας και βλακείας, σχέση συγγραφέα-αναγνώστη, αναγνώσεις ποιημάτων στα Σέρβια και τη Φιλιππούπολη, πολιτιστικές δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης γύρω από τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος και την Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση (ΠΑΠΟΚ), η δράση της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στη Μικρασιατική εκστρατεία.
     Με τον εμπειρικό χαρακτήρα του υλικού συναρτώνται και τα πρόσωπα. Ο ίδιος ο αφηγητής καταρχήν είναι ανώνυμος, εκτός από μία ουσιαστικά περίπτωση, στην οποία ακούγεται λαθραία τρεις απανωτές φορές το μικρό του όνομα, που τον ταυτίζει με τον συγγραφέα. Και για ποιο λόγο άλλωστε να είναι επώνυμος, αφού εξιστορεί δικές του εμπειρίες και ξέρει πως τον γνωρίζουμε; Αλλά και ως προς την ονοματοθεσία των άλλων ηρώων παρατηρείται μια ιδιαιτερότητα. Επειδή πρόκειται για εμπειρικά συμβάντα, η αφήγηση είναι υποχρεωμένη για ευνόητους λόγους να μην αποκαλύψει την ταυτότητα των προσώπων. Αυτό το επιτυγχάνεται ενγένει ονομάζοντας τους ήρωες με τις επαγγελματικές τους συνήθως ιδιότητες, αν είναι μακρινοί ή αντιμετωπίζονται απαξιωτικά από την αφήγηση, ή με τα μικρά τους απλώς ονόματα σε περίπτωση που είναι οικείοι και θετικοί: άνθρωποι της οικογένειας και της γειτονιάς, φίλοι και συνάδελφοι της ιδεολογίας και της εργασίας, συνεργάτες στη Λέσχη Γραμμάτων και την ΠΑΠΟΚ, αλλά και λογοτέχνες, τους οποίους μπορούμε να αναγνωρίσουμε από συμφραζόμενες δραστηριότητες.
     Σε όλα τα κείμενα ο αφηγητής βρίσκεται εντός της ιστορίας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, καμιά φορά και σε πρώτο πληθυντικό. Ανεξάρτητα από το αν κρατάει πρώτους ή δεύτερους ρόλους ως δρων πρόσωπο, η συμμετοχή του είναι αποφασιστικής σημασίας. Τα πάντα καθορίζονται από τη δική του στάση, σκέψη, οπτική, αυτός είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και βέβαια, χωρίς να ξύσουμε καν το δέρμα του, μπορούμε να δούμε στο πρόσωπο του τον συγγραφέα Νικηφόρου. Ο Νικηφόρου είναι που γράφει και απαγγέλλει ποίηση, συμμετέχει σε δραστηριότητες καλλιτεχνικού χαρακτήρα, εργάζεται σε εταιρεία μελετών ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κινείται άνετα στους χώρους της Θεσσαλονίκης ως βέρος Θεσσαλονικιός, έχει έναν Νίκο και μια Σοφία στο σπίτι και ονομάζεται Τόλης.
     Από την άποψη της ιδεολογίας ο αφηγητής αρχικά έχει όνειρα κι ελπίδες για έναν κόσμο καλύτερο κι αυτό ανάγεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Σε μια δεύτερη φάση όμως, λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘8ο, όλα αρχίζουν να φθίνουν, ώσπου έρχεται η ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και η αναδίπλωση των σοσιαλιστικών ιδεών. Το τέλος των ψευδαισθήσεων ωστόσο δε σημαίνει και προσχώρηση στον εχθρό ή παράδοση στο κακό. Το ίζημα της ηθικότητας παραμένει, ενισχυμένο μάλιστα από τη σοφία της απώλειας. Αυτήν την αισιοδοξία
του απελπισμένου εκφράζουν καίρια οι στίχοι του ποιητή της γενιάς του ’30 Ζήση Οικονόμου, τους οποίους άλλωστε επικαλείται και ο αφηγητής: Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό, / σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες («Επευφημίες και χειροκροτήματα»,σ.35). Με άλλα λόγια, ο αφηγητής παραμένει ένας άνθρωπος με βαθιά συνείδηση του κοινωνικού χρέους, ευαίσθητος απέναντι στους ανθρώπους της ανάγκης και τους έντιμους, άτεγκτος όμως απέναντι στους ανέντιμους και τους καταχραστές της όποιας εξουσίας, καθώς και σε αντιλήψεις κοινωνικές που επιβραβεύουν
αναξιότητες.
     Κατά τ’ άλλα επιτελεί τις αφηγηματικές λειτουργίες της αναπαράστασης πρωτίστως και του σχολιασμού δευτερευόντως με μεγάλη άνεση. Ξέρει να αρχίζει την ιστορία από οποιοδήποτε σημείο της, να ελέγχει την πληροφορία και να την αποκαλύπτει με λειτουργικές αναδρομές, να προτρέχει και πάλι να επιστρέφει, να επαναλαμβάνει μοτίβα που ανοίγουν και κλείνουν το κείμενο.
Ξέρει να παρατηρεί, να ανατέμνει πρόσωπα και πράγματα, να συσχετίζει και να κρίνει, να κατανοεί, να ερμηνεύει, να αστειεύεται και να ειρωνεύεται, να θυμώνει, να εξομολογείται. Βέβαια δεν τα ξέρει όλα. Σαν άνθρωπος κάνει λάθη και δεν μπορεί πάντα να βλέπει το ουσιώδες, αλλά τουλάχιστον, όταν οι συνθήκες αλλάζουν και το υπαινίσσονται, έχει την οξύνοια να το εντοπίσει και τη σοφία να το αποδεχθεί.
     «Γνήσιο παιδί της ασφάλτου» ο Νικηφόρου («Η θέα απ’ την εξέδρα», σ. 26), χρησιμοποιεί μια γλώσσα αστική, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της ιστορίας και της αφήγησης. Ο λόγος του ρέει ομαλά και αβίαστα, είναι διαυγής, ακριβής, ουσιαστικός και διακρίνεται για την έντασή του. Παράλληλα η γλώσσα μπολιάζεται με δόσεις λυρισμού, αρμονικά ενταγμένες στην πεζογραφική ροή του λόγου, και προπάντων με χιούμορ και
ειρωνεία, ειρωνεία άλλοτε διακριτική κι άλλοτε αιχμηρή. Εκτεταμένα αξιοποιείται η τελευταία στη δεύτερή της εκδοχή, που ενίοτε μάλιστα αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, σε δύο διηγήματα, «Ευρύτερος του Δημοσίου» και «Δείκτης νοημοσύνης».
Τελειώνω αντιγράφοντας:

Ο συγγραφέας πιστεύει ότι έχει χρέος να εκφράσει όλα όσα μπορεί,
όλα όσα προλαβαίνει. Χωρίς κανένα δισταγμό και πέρα από κάθε
ιδιοτέλεια. Με ποιήματα, με διηγήματα και μυθιστορήματα, με παραμύθια,
με κάθε μορφή λόγου. Κι αυτά που καταθέτει τώρα εδώ
δεν είναι παρά θραύσματα ενός συνολικού κειμένου. Μιλάει η ψυχή
του για την ψυχή του.

(«Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», σ. 14)

Αυτός ο συγγραφέας είναι ο Τόλης Νικηφόρου κι αυτός είναι Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, ο δικός του δρόμος.

 

 

Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ,

Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, Διηγήματα,
Ταξιδευτής, Αθήνα 2012

Ποιήτρια εδώ και χρόνια η Κούλα Αδαλόγλου, με πέντε συλλογές στο ενεργητικό της (Βέροια 1953), κάνει τώρα την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με την έκδοση διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός. Πρόκειται για εξέλιξη μάλλον αναμενόμενη για όποιον έβλεπε την αναλυτικότητα και μια προϊούσα αφηγηματικότητα στην ποίησή της. Αν εξαιρέσει κανείς το σύντομο «Εισαγωγικό» και το επίσης σύντομο «Επιλογικό» κείμενο, που σηματοδοτούν τα όρια της συλλογής, απομένουν δεκατρία διηγήματα, τα οποία κινούνται ανάμεσα στις 4 με 7 σελίδες τα έξι, τις 9 με 12 τα τρία και τις 2ο με 25 τα τέσσερα. Επιμερίζω τις σκέψεις μου σε τέσσερις άξονες.
     1. Θεματικοί πυρήνες. Οι παιδικές μνήμες από το γενέθλιο σπίτι, η καταπίεση του παιδιού από την οικογένεια και ο κοινωνικός κομφορμισμός, έρωτες που καταλήγουν άδοξα, φτάνοντας κάποτε ως τον εμπρησμό, διακριτική παρουσία του μετεμφυλιακού παρελθόντος, η τουριστική εκποίηση της Μακρονήσου, η πολιτική επικαιρότητα των διαδηλώσεων και των συγκρούσεων, η βιωματική σχέση των νέων με την Ιστορία, τα στερεότυπα που θέλουν κακούς όλους τους αστυνομικούς, η αντίσταση στην αντιπαροχή του πατρικού σπιτιού, η τύχη των μεταναστών στη χώρα μας, η ασθένεια που απειλεί τη ζωή και η ψυχολογική διάθεση του ασθενή, η οποία μπορεί να αναστρέψει την κατάσταση της υγείας του, το αβέβαιο της ανθρώπινης μοίρας και η λυτρωτική δύναμη της γραφής.
     2. Ήρωες. Ανάμεσα στα πρόσωπα της συλλογής την προσοχή του αναγνώστη
ελκύουν εκείνα που έχουν πολιτικά ενδιαφέροντα,
οι μετανάστες και οι γυναίκες. Οι πολιτικοποιημένοι ήρωες όλοι τους νέα παιδιά και ώριμοι άντρες, εμφορούνται από τις ιδέες της Αριστεράς και διώκονται από την εξουσία. Ο Σάββας είναι Μακρονησιώτης, ο πατέρας της αφηγήτριας απειλείται με εξορία στο διήγημα «Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», ο δάσκαλος Γρηγόρης Χατζής συλλαμβάνεται, ο Κωστής στρατεύεται
στο «Κοινωνικό Forum», ο Αλέξης κινδυνεύει σε μια αφισοκόλληση του μικρού του κόμματος και ο πανεπιστημιακός της «Συνάντησης» είχε στα νιάτα του πολιτική δράση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ηρώων είναι η ξενική τους προέλευση. Ο Οδυσσέας από τη Γεωργία αντιμετωπίζεται με εχθρότητα από τους συμμαθητές του και δεν τα πάει καλά με τα μαθήματα, αλλά καταφέρνει
να εκπλήξει τη φιλόλογο, όταν αποφασίζει να μιλήσει για τα δικά του βιώματα, κι ο Κούρδος Μασούντ ξέρει να ανταποδίδει την αφοσίωση στους Έλληνες, που τον στήριξαν στην απεργία πείνας, ενώ πιο σύνθετη είναι η περίπτωση της Βερόνικας. Η Βερόνικα, που έρχεται από τη Βουλγαρία και είναι ιδιοκτήτρια εστιατορίου στη Μεσοπλαγιά, ανάμεσα στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, διακρίνεται για τις ικανότητες και την προκοπή της. Επιπρόσθετα και για τη δύναμη να μην αποκαλύψει τον άνθρωπο που κατέστρεψε το κατάστημά της, όταν εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του. Ο λόγος πειστικός. Ποιος θα πίστευε μια ξένη; Θέλει να δραπετεύσει στην Αθήνα, αλλά θα παραμείνει εντέλει και θα ξεπεράσει οριστικά την αθυμία της χάρη στη συγκινητική συμπαράσταση των γυναικών του τόπου. Από τις γυναίκες θα άξιζε να ξεχωρίσει κανείς, πέρα από τη Βερόνικα, την Ειρήνη της «Χρυσόσκονης», η οποία συνθλίβεται ανάμεσα σε τρεις άντρες, για να μείνει στο τέλος μόνη, αλλά και να πατήσει επιτέλους στα δικά της πόδια, καθώς και τη Βιργινία (Τζίνα), που μεγαλώνει με τον φόβο να εξοριστεί ο πατέρας της, αλλά βιώνει και την επώδυνη εμπειρία ενός καρκίνου του μαστού («Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση»). Κοντά σ’ αυτές, και τις γυναίκες αφηγήτριες. Από το ένα στο άλλο διήγημα ο αφηγητής είναι συνήθως γυναίκα στους ρόλους της μάνας, της συζύγου, της κοπέλας ή και της εργαζόμενης, εκπαιδευτικού συνήθως και σπανιότερα υπαλλήλου τραπέζης ή επίδοξης ιδιοκτήτριας καταστήματος, η οποία έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδικά της χρόνια και στο πατρικό της σπίτι, ιδιαίτερη σχέση με την Εκπαίδευση και ασχολείται επίσης με τη συγγραφή, στοιχεία που κατά βάση χαρακτηρίζουν και την ίδια τη συγγραφέα.
     3. Η μορφική ανησυχία. Είναι εμφανής η προσπάθεια της Αδαλόγλου να χτίσει τις ιστορίες της με έναν τρόπο ασυνήθη, ώστε να καταστήσει δραστικότερη τη γραφή της. Ήδη η συλλογή αρχίζει με ένα «Προλογικό», που ανασκαλεύει τις παιδικές μνήμες της αφηγήτριας, και κλείνει με ένα «Επιλογικό», που εμπεριέχει ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία αναφέρονται σε μνήμες διακοπών,
σε έναν θάνατο και στο νόημα της γραφής. Από κει και ύστερα το ουσιαστικότερο γνώρισμα είναι η τεχνική με την οποία ανατρέπεται η ρουτίνα της αφήγησης, πέρα βέβαια από τη συνήθη των αναδρομών. Ένας τρόπος είναι να δίνει τον λόγο η αφήγηση στα διάφορα πρόσωπα, που το καθένα εκθέτει τη δική του εκδοχή για τα πράγματα, όπως συμβαίνει στο «Ένα τουριστικό καλοκαίρι», όπου τον λόγο παίρνουν, εκτός από τον αφηγητή, ο ξεναγός, η Φανή, ο Σάββας, ο Πέτρος, η ζωγράφος και μια σαύρα. Η τεχνική αυτή, αν και ασυνήθιστη στα διηγήματα του καιρού μας, έλκει την καταγωγή της, όσο ξέρω, από τους Κεκαρμένους του Νίκου Κάσδαγλη (ΐ959)• Ένας άλλος τρόπος είναι να παραχωρεί τον λόγο η αφήγηση στον ήρωα και να διηγείται αυτός την ιστορία του (εγκιβωτισμοί) ή να παραθέτει απλώς τις σκέψεις του ήρωα, πράγμα που παραπέμπει σε ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, ο οποίος μάλιστα σημαίνεται με πλάγια στοιχεία, όπως συμβαίνει
άλλωστε και στις εγκιβωτισμένες διηγήσεις. Από την άποψη του αφηγηματικού προσώπου η προτίμηση δίνεται στο πρώτο, ενώ, κι όταν δε δίνεται, επανέρχεται αυτό κατά κανόνα μέσω των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων και των εσωτερικών μονολόγων. Μια τέτοια εμμονή στο πρώτο πρόσωπο όσο κι αν συνιστά τεχνική, αποκαλύπτει πάντως μια βαθύτερη βιωματική καταβολή των διαλαμβανομένων της αφήγησης.
     4. Η ουμανιστική συνείδηση της πεζογράφου. Όσο κι αν η λογοτεχνία είναι ανθρωπιστική, η συγκεκριμένη συγγραφέας συνηθίζει να βλέπει την καλή κυρίως πλευρά του ανθρώπου. Αγαπά τους ήρωες και συμπάσχει μαζί τους, ενώ δεν παύει να αντιμετωπίζει με κατανόηση τις προβληματικές τους συμπεριφορές. Οι αρνητικοί τύποι ή δε χωρούν στο βλέμμα της ή, αν χωρούν, δείχνουν να κατανοούν το λάθος τους. Ιδιαίτερη, αν και διακριτική, είναι η αλληλεγγύη της στις αδύναμες και αδικημένες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι κατατρεγμένοι από την εξουσία, οι γυναίκες και οι μετανάστες, γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της κοινωνικής της συνείδησης. Αυτός ο ρομαντικός ανθρωπισμός είναι που παίζει ρόλο, κατά τη γνώμη μου, τόσο στην περιθωριακή θέση των αρνητικών χαρακτήρων όσο και στην ευτυχή απόληξη
των ιστοριών. Τις αδυναμίες αυτές, στον βαθμό που είναι αδυναμίες, αντισταθμίζει, νομίζω, η στέρεη αφηγηματική δόμηση των κειμένων και η οξυδερκής ψυχογράφηση των προσώπων μαζί με την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και την ποιητική ευαισθησία, στοιχεία που οδηγούν σε διηγήματα άκρως ενδιαφέροντα:
Είναι τόσο όμορφη η μαμά. Και τόσο εύθραυστη. Δεν θα αφήσω
κανέναν να της κάνει κακό. Της το είπα. Γέλασε με τόση τρυφερότητα,
που θαρρείς ήρθε η άνοιξη. Χιόνιζε πάλι. Και ξαφνικά ο
αέρας σταμάτησε και βγήκε ένας ήλιος χλωμός, χλωμή η μητέρα
με έσφιγγε στην αγκαλιά της, με τα πελώρια γκρίζα μάτια της να
υπόσχονται την «ομορφιά του κόσμου».
(«Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», σ. 149) 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΩΣ ΤΟΝ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ,

Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006

     Ο Δημήτρης Κόκορης, διδάκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Πειραιάς, 1963) έχει κάνει ως τώρα δύο εκδόσεις, Όψεις των σχέσεων της Αριστεράς με τη λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο (1927-1936) (1991), Μια φωτιά. Η ποίηση. Σχόλια στο έργο τον Γιάννη Ρίτσου (2003), και μία επιμέλεια: Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του (2003). Στην προκείμενη έκδοση Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση (2006) συγκεντρώνει κείμενα φιλολογικά και κριτικά της τελευταίας δεκαπενταετίας (1992-2006), από εισηγήσεις σε συνέδρια έως βιβλιοκρισίες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, τα οποία κινούνται γύρω από τη νεοελληνική ποίηση τόσο στην παραδοσιακή της εκδοχή όσο και στη μοντέρνα.
     Στην ανέκδοτη εισαγωγή του ο φιλόλογος και κριτικός, παίρνοντας υπόψη τις σχετικές προτάσεις των Αλέξανδρου Αργυρίου και Νάσου Βαγενά αλλά και ξένων μελετητών, θεωρεί καταρχήν τους όρους «νεότερη» και «σύγχρονη ποίηση» ως απλώς χρονολογικούς προσδιορισμούς, ακατάλληλους να αποδώσουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία που φέρνει η νεωτερική γραφή της δεκαετίας του 1930• ελεύθερος στίχος, άλογο στοιχείο, διανοητική σκοτεινότητα, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο. Στη συνέχεια διερευνά εκτενέστερα αυτά τα μοντερνιστικά στοιχεία, ανιχνεύει την επιρροή του έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο και επισημαίνει νεωτερικούς ποιητές που αξιοποιούν τις έμμετρες φόρμες της παράδοσης αυτοτελώς, άλλους που τις εντάσσουν ποικιλότροπα στη ροή του μοντέρνου ρυθμού κι άλλους που έγραψαν και στίχους για τραγούδι, δραστηριότητα στην οποία τους ώθησε η τάση των συνθετών, του Θεοδωράκη πριν απ’ όλους, να μελοποιούν
μοντέρνα ποιήματα από τη δεκαετία του 1960 ακόμα.
Από τις αφετηρίες αυτές ξεκινώντας ο Κόκορης, επιδίδεται πρώτα στην αναζήτηση στοιχείων νεωτερικών σε ποιητές που εμφανίστηκαν πριν από τη δεκαετία του ’30, όπως οι Μαβίλης, Καβάφης, Παπατσώνης, Σικελιανός και Καρυωτάκης, ενώ δεν παραλείπει να δει στους παραδοσιακότερους και πλευρές του μετρικού ρυθμού τους. Μια δεύτερη ομάδα που τον απασχολεί,
σε ορισμένες βέβαια πλευρές της ποίησης και της ποιητικής τους, είναι οι μείζονες ποιητές της δεκαετίας του μοντερνισμού (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος) και ακολούθως οι μεταπολεμικοί, τόσο οι παλαιότεροι, όπως ο Αναγνωστάκης κι ο κύκλος της Διαγωνίου (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου), όσο και οι νεότεροι, όπως η Αντεια Φραντζή, ή και οι νεότατοι, όπως η Γεωργία Τριανταφυλλίδου. Ακόμα, εξετάζει ζητήματα μεταφραστικά της ποίησης (Σέξπιρ-Διονύσης Καψάλης) και συγκρίνει μεταφραστικές εκδοχές (Γιώργης Σημηριώτης-Γιώργος Φιλανθίδης),
επισημαίνει υφολογικές και θεματικές συνάφειες ανάμεσα σε κείμενα (Ουράνης-Καρυωτάκης), αναζητά στοιχεία ποιητικά σε κείμενα πρόζας (Δημήτρης Μίγγας) και νεωτερικά σε κατεξοχήν πολιτικές συλλογές (Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου), ενώ δεν αγνοεί και την ποίηση στιχουργών (Μιχάλης Μπουρμπούλης).
     Είναι αλήθεια, όπως διαφαίνεται από την παραπάνω καταγραφή των θεμάτων και ομολογείται από τον συγγραφέα προλογικά, ότι δεν πρόκειται για μια ενιαία μελέτη, η οποία συντίθεται από επιμέρους συναφή κεφάλαια, πράγμα που αφήνει ίσως να εννοηθεί η τιτλοφόρηση. Την αναντιστοιχία έρχεται να κολάσει η ειδικά για τη συγκεκριμένη έκδοση γραμμένη εισαγωγή. Η εκκρεμότητα βέβαια παραμένει, είναι όμως εύλογη, εφόσον τα κείμενα γράφονται σε μεγάλο άνυσμα χρόνου και αναφέρονται σε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων. Αυτό εντέλει που έχει σημασία είναι πως ανιχνεύονται ενδιαφέρουσες ωσμώσεις ανάμεσα στις έμμετρες φόρμες της παράδοσης και τις ελεύθερες του μοντερνισμού, ενώ δεν είναι λιγότερο σημαντικές οι όψεις της ποίησης και της ποιητικής συγκεκριμένων δημιουργών που αναδεικνύονται, έστω κι αν συνιστούν μέρος του ετερόκλιτου υλικού της έκδοσης.
     Η τακτική που ακολουθεί ο Κόκορης στην οργάνωση των κειμένων είναι φιλολογική. Διατυπώνει αρχικά την άποψή του για το θέμα που πρόκειται να εξετάσει και στη συνέχεια προχωρεί στην εξειδίκευση. Συχνά εκκινεί από τις βασικές γνώσεις και θέσεις των πιο έγκυρων Ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του Δημαρά, του Πολίτη, του Vitti και του Μπίτον, και ακολούθως παραθέτει τις απόψεις άλλων, τις οποίες όμως δοκιμάζει κάτω από το δικό του κριτικό βλέμμα. Τέλος την αποδεικτική τακτική του λόγου του στηρίζει αποτελεσματικά η παράθεση και ο σχολιασμός χαρακτηριστικών στίχων και ποιητικών αποσπασμάτων.
     Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με βασικές αλλά και επιμέρους αποφάνσεις του Κόκορη. Κι ο λόγος είναι πως αυτές στηρίζονται τόσο στη γραμματολογική και θεωρητική του ενημερότητα όσο και στην ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει το λογοτεχνικό φαινόμενο. Η πεποίθησή του λ.χ. ότι ο ρυθμός θα συνιστά και αύριο ειδοποιό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι μάλλον βάσιμη, αν και είναι παρακινδυνευμένο να προδικάζονται εξελίξεις που υπερβαίνουν τον ορίζοντα της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως κι ο ισχυρισμός του ότι ο μοντερνισμός δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, σε αντίθεση με όσα διατείνονται οι φίλοι του μεταμοντερνισμού. Επίσης δεν είναι λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι εκφράζει ευθαρσώς τις απόψεις του, ακόμα κι όταν πρόκειται να θίξει αναστήματα λογοτεχνικά, απόψεις όμως που κάθε φορά τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα στοιχεία από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι δε διστάζει να κρίνει άστοχη την ενέργεια του Καβάφη να μη δημοσιεύσει ποιήματα, όπως τα «Επάνοδος από την Ελλάδα», «Συμεών» και «Ο δεμένος ώμος», αλλά και την εκτίμηση που έτρεφε ο Σεφέρης για το μυθιστόρημά του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη ή ο Τσίρκας για το ποιητικό του έργο.Σε κάθε περίπτωση ο Δημήτρης Κόκορης, βαθύς γνώστης της νεοελληνικής ποίησης, παλαιότερης και νεότερης, πλαγιοκοπεί έργα και δημιουργούς, διατυπώνει με σαφήνεια τις απόψεις του και τις στηρίζει πειστικά, πράγμα που σημαίνει ότι ανταποκρίνεται επαρκέστατα στον ρόλο του τόσο ως φιλόλογος όσο κι ως κριτικός, διερευνώντας από τη μια εκκρεμή ζητήματα και αναδεικνύοντας από την άλλη όψεις του ποιητικού φαινομένου, που ενίοτε δεν προσέξαμε και δεν προσέχουμε όσο θα έπρεπε.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ  ΓΙΑ ΤΙΣ  ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ

 

Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκκα
(Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995)

Μάρη Θεοδοσοπούλου,
εφ. Η Εποχή (21-4-1996)

Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος σκιαγραφεί τους τρόπους της αφήγησης («… πως χτίζει παραγράφους και οικοδομεί ένα έργο “δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση”…»). Επίσης, συντάσσει χρονολόγιο, εργογραφία και κριτικογραφία, συμπληρώνοντας το περί Χάκκα κεφαλαίο της Μεταπολεμικής Πεζογραφίας (Εκδόσεις: Σοκόλης). Με αυτά τα προκαταρκτικά, ο μελετητής έρχεται στα πρόσωπα του δράματος. Πληρέστεροι, θεωρεί πως διαγράφονται οι χαρακτήρες στα παλαιότε­ρα διηγήματα, τα παραδοσιακότερης γραφής, ενώ, μάλλον υποτυπώ­δεις, στα μεταγενέστερα. Προλετάριοι και μικροαστοί, με την πολιτι­κή τους ιδεολογία να τους χαρακτηρίζει.
Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος διακρίνει τους χαρακτήρες, σε πρόσωπα της καθημερινότητας (άντρες, ως επί το πλείστον πολιτικοποιημένους, και γυναίκες, περισσότερο ερωτικές), στα πρόσωπα του καθεστώτος, κατά κανόνα ανώνυμα, και τέλος τους σημαντικότερους ήρωες που είναι ο αφηγητής και οι ιδεολογικοί σύντροφοι. Και το συμπέρασμα, οι ήρωες του Μ. Χάκκα συγκροτούν «κόσμο ωραιότητας και μεγαλεί­ου». Άνθρωποι καθημερινοί, προβάλλουν απαλλαγμένοι από μικρο­πρέπειες. Και ο θάνατος, καταλύτης σιη δημιουργία, επισπεύδει την ωρίμανση της γραφής, προσδίδοντας «απαισιοδοξία αρρενωπή».
Ενδιαφέρουσα η μελέτη και παράλληλα, βιβλίο αναφοράς για τον πεζογράφο Μ. Χάκκα.

 

Γιώργος Πετρόπουλος
περ. Οδός Πανός 88 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1996) 101-102
Η μελέτη του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου που επιγράφεται , άριστα δομημένη και συστηματική, μας παρουσιάζει ευσύνοπτα μα και διεισδυτικά τους ήρωες και τις αντιδράσεις των στο έργο του ενλόγω συγγραφέα. Ο Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, με επίκεντρο τους δύο βασικούς θεματολογικούς άξονες του Μάριου Χάκκα, την αριστερή ιδεολογία και τον θάνατο, καταλογογραφεί αυτούς, οι οποίοι ωστόσο εν πολλοίς απηχούν τις απόψεις του ίδιου του Μ. Χάκκα.
Η καλογραμμένη και, οπωσδήποτε, αξιοπρόσεκτη αυτή μελέτη χωρίζε­ται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη γίνεται αναφορά στο έργο του συγγραφέα σε σχέση με την εποχή που έζησε. Στη δεύτερη γίνεται μια ενδιαφέ­ρουσα ανάλυση των τρόπων αφηγήσεώς του και στην τρίτη, που είναι και το κυρίως θέμα της μελέτης, παρουσιάζονται τα πρόσωπα των έργων του Μάριου Χάκκα ταξινομημένα ανάλογα με τη θέση που παίρνουν απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Την παρούσα μελέτη συμπληρώνουν η εκτενής βιογραφία του М.X., οι πράγματι, εξαντλητικές σημειώσεις και η χρησιμότατη βιβλιογραφία της, η οποία αναντίρρητα θα προσελκύσει την προσοχή κάθε μελετητή της νεώτερης λογοτεχνίας μας.
Επειδή δε η αποτίμηση του έργου των περισσοτέρων πεζογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς δεν έχει γίνει ακόμη με την απαιτούμενη νηφαλιότητα που παρέχει η χρονική απόσταση, τέτοιες μελέτες σαν κι αυτή του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου και χρήσιμες είναι και καλοδεχούμενες για τον μελλοντικό ερευνητή.

 

Βιβλιογραφία Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996
(Παρέμβαση, Κοζάνη 1996)

Γιώργος Μύαρης
περ. Η Παρέμβαση (Κοζάνη) 99 (Καλοκαίρι 1997) 5

Επιπόλαια θα επισήμαινε κάποιος ότι, συγκριτικά με εκδόσεις βιβλιογραφίας που αναφέρονται σε άλλους λογοτέχνες, η Βιβλιογραφία Ν.-Α. Ασλάνογλου έχει σχετικά περιορισμένη έκταση. Διότι σ’ αυτό επιδρά σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι το έργο του ποιητή είναι μικρό σε όγκο αλλά ποιοτικό και, επίσης, το ότι μόλις πρόσφα­τα άρχισε η κριτική αποτίμησή του. Η ερευ­νητική και η συνθετική προσπάθεια του Θ.Ε.Μ. είναι πέραν αμφιβολίας επιστημονι­κού επιπέδου. Παρέχει πολύτιμες πληροφο­ρίες και επεξηγήσεις. Ξεχωρίζω, διότι μ’ εντυπωσίασαν τα ακριβή στοιχεία για τις μεταφράσεις και δημοσιεύσεις ποιημάτων του Ν.-A. Α. στην αγγλική, γαλλική, γερμα­νική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα και βιβλιογραφία. Στα ασφυκτικά πλαίσια που κινείται κάθε βιβλιογραφική εργασία ως είδος, το αποτέλεσμα δεν ερεθί­ζει τον αμφιβληστροειδή του αναγνώστη. Όμως, δεν είναι σωστό να λησμονούνται τα χιλιόμετρα υπομονής και έρευνας που δια­νύει ο ερευνητής στο άγονο ελληνικό ερευ­νητικό τοπίο. Όποιος έχει γνωρίσει ανάλο­γες εμπειρίες μπορεί να κρίνει αντικειμενικά.

 

Ματιές ενόλω. Αναγνωστάκης. Κύρου. Θασίτης. Χριστιανόπουλος. Ασλάνογλου. Μέσκος. Ευαγγέλου. Μάρκογλου (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2003)

Γιάννης Κουβαράς,
εφ. Η Καθημερινή (30-3-2004)

Tονίζουμε εξαρχής ότι η διπλά αγαπητική σχέση του συγγραφέα με το αντικείμενό του δεν θολώνει επ’ ουδενί την κριτική του διαύγεια, τουναντίον θα ’λεγα την ακονίζει, προβαίνοντας σε αξιολογήσεις χωρίς αισθητικές εκπτώσεις.
Προτάσσει σύντομα βιογραφικά στοιχεία για καθέναν ποιητή που εξετάζει, κατά κανόνα ελεγμένα και διασταυρωμένα, καθώς πέραν του συγχρωτισμού είχε και πρόσβαση σε κάποια αρχεία ποιητών. Eμβαθύνει στους όρους που διαμόρφωσαν τον ψυχισμό τους και τις καταβολές.
Περιοδολογεί το έργο τους, ανοίγει διάλογο με κριτικούς που έχουν προσεγγίσει το έργο τους, αναδιφεί εξονυχιστικά τη βιβλιογραφία. Aναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τους, σχολιάζει και αποκωδικοποιεί τα σύμβολά τους, εμμένει στις τεχνικές της θεματικής ανάπτυξης, στη δόμηση των ποιημάτων, παρακολουθεί τις εκδοτικές διαφοροποιήσεις από επιμέρους συλλογές σε συγκεντρωτικές όπου επισυμβαίνουν, διατυπώνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τεχνοτροπικά στοιχεία, προσεγγίζει ερμηνευτικά δύσκολα ποιήματα, προβαίνει σε εκ νέου αναγνώσεις. H εποπτεία που έχει όλης της ποίησης του επιτρέπει να προβαίνει και σε εύστοχες όσο και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ή αντιδιαστολές (λ.χ. Mέσκου με Bρεττάκο, Eλύτη, Γκανά), με ομότεχνους απ’ όλο το φάσμα.
Ένα βιβλίο διπλά αξιοσύστατο καθώς συνοψίζει εγκυκλοπαιδικά και κριτικά τα ουσιώδη της κριτικής ως τώρα και ταυτόχρονα καταθέτει νέες προτάσεις ερμηνείας με κριτική νηφαλιότητα, θεωρητική εμβρίθεια, έλλογη συναίσθηση.

Γιώργος Κορδομενίδης
εφ. Αγγελιοφόρος (Θεσσαλονίκη, 23-5-2004)

Οι υπότιτλοι των επιμέρους μελετημά­των ευστοχούν διπλά: καθώς δεν είναι τυπικοί και «στεγνοί», αφενός τραβούν την προσοχή του αναγνώστη κι αφετέ­ρου –το κυριότερο– ευθύς εξαρχής δί­νουν με λίγες λέξεις το διακριτό στίγμα του κάθε ποιητή αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται η ποίησή του. Λόγου χάρη, το μελέτημα για τον Αναγνωστάκη έχει υπότιτλο «Από τους δρόμους της ιστορίας στους διαδρόμους της σιωπής»· για τον Κύρου, «Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου»· για τον Χριστιανόπουλο, «Ο απελπισμένος του έρω­τα»· για τον Μέσκο, «Η βλάστηση της φύσης και ίου αισθήματος στο κλίμα της φθοράς»· για τον Ευαγγέλου, «Το ποίημα ως μέθοδος αναπνοής» – και ούτω καθεξής. Σε κάθε κείμενο, ο Μαρ­κόπουλος προτάσσει τα αναγκαία βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή, κι αμέσως μετά προσδιορίζει τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότη­τα του καθενός, επηρεάζοντας σε με­γάλο βαθμό το έργο τους. Επίσης, φέρ­νει στην επιφάνεια τις επισημάνσεις της κριτικής, με τις οποίες συχνά διαλέγε­ται· φωτίζει τις κρυφές πτυχές της ποι­ητικής ενός εκάστου· αναδεικνύει τα σύμβολα που συνηθίζουν να χρησιμο­ποιούν· εντοπίζει τυχόν αλλαγές από έκδοση σε έκδοση· «ξαναδιαβάζει» κομβικά –ή δύσκολα (ας τα πούμε έτσι)– ποιήματα, βοηθώντας μας να τα πλη­σιάσουμε και εμείς από καινούρια σκο­πιά, με πιο φρέσκο βλέμμα. Τα ποιή­ματα που ενσωματώνονται στα μελετήματα, είτε ολόκληρα είτε απο­σπασματικά, δρουν συμπληρωματικά προς τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του μελετητή.
Στον τόπο μας και στον καιρό μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση και οι ποιητές (με λιγοστές εξαιρέ­σεις) ωθούνται σε ένα είδος περιθωρί­ου, καθώς η εκδοτική βιομηχανία επενδύει στην αναμφισβήτητα πιο κερδοφόρα πεζογραφία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, με­λετήματα όπως αυτά του Μαρκόπου­λου, που συνδυάζουν τη συστηματικό­τητα του φιλολόγου, την ψυχραιμία του κριτικού και την ευαισθησία του ποιη­τή, προσεγγίζουν με ουσιαστικό και σύν­θετο τρόπο το έργο δημιουργών οι οποίοι έκαναν πλουσιότερη την ελληνική ποίηση.

 

Κούλα Αδαλόγλου
περ. Φιλόλογος 121 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005) 465-470

Η μελέτη του Θ. Μαρκόπουλου είναι ένα έργο άρτιο και πολυεπίπεδο. Έργο ειδικού μελετητή αλλά και ειδικού αναγνώ­στη. Απευθύνεται σε μια μεγάλη γκάμα α­ναγνωστών και καλύπτει τις ανάγκες τους: από τους ερευνητές και φιλολόγους ως τους αναγνώστες που απλώς ενδιαφέρονται να ενισχύσουν την ευαισθησία τους με λίγο περισσότερη πληροφόρηση. Τα θεωρητικά θέματα που συζητούνται, τα θέματα αισθητικής και ύφους, οι ακριβείς παραπομπές και η αντίστοιχη βιβλιογραφία, η σφαιρική κριτική θεώρηση του έργου των ποιητών που μελετώνται μαζί με την προσωπική ματιά του Μαρκόπουλου είναι τα εχέγγυα μιας μελέτης που δίνει έντονα το στίγμα της στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής.

 

Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής. Ο πεζογράφος. Ο κριτικός
(Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2006)

Μarios-Byron Raizis, περ. World Literature Today [Oklahoma, USA]
(November-December 2007) 77-78
Μετάφραση: Μαρία Μαρκοπούλου
περ. Η Παρέμβαση 142 (Δεκέμβριος 2007-Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2008) 81

Το μεγάλο σε όγκο, αν και καλά δομημένο, βιβλίο Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός είναι λεπτομερώς οργανωμένο σε πέντε βασικά κεφάλαια (καθένα από τα οποία περιλαμβάνει αρκετά υποκεφάλαια) και καλύπτει τους ποιητικούς τρόπους, τα βασικά θέματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Ευαγγέλου. Ύστερα από κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις η παρουσίαση συνεχίζει με το πεζογραφικό του έργο (πέντε μικρά σε έκταση μέρη) και έπειτα με το έργο του ως κριτικού (τρία μέρη). Ένας επίλογος, τρία επίμετρα, μία επιλεγμένη βιβλιογραφία –αρκετά εντυπωσιακή, με περισσότερα από τετρακόσια πενήντα λήμματα– και τα ευρετήρια (πρόσωπα, εφημερίδες και περιοδικά, μοτίβα και όροι, επιστολές του Ευαγγέλου και επιστολές άλλων προς τον ίδιο) κλείνουν το ανεκτίμητο αυτό βιβλίο. Ο Μαρκόπουλος καταγράφει ένα πλήθος απόψεων και θέσεων –με αναφορές ακόμη και σε μελετητές από την άλλη άκρη του κόσμου– και αναντίρρητα φαίνεται αντικειμενικός, ενημερωμένος και αντιδογματικός. Ακόμη και το γεγονός ότι περιλαμβάνει στο βιβλίο του έναν κατάλογο με τις ξενόγλωσσες μεταφράσεις των ποιημάτων του Ευαγγέλου σε εφτά γλώσσες αποδεικνύει τη σχολαστικότητά του ως μελετητή.

 

Διονύσης Στεργιούλας
περ. Οδός Πανός 140 (Απρίλιος-Ιούνιος 2008) 211, 212

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής και λογοτέχνης και ο ίδιος, κάνει τη δική του προσπάθεια αντικειμενικής καταγραφής του λογοτεχνικού τοπίου της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης με αφορμή την ανάσυρση στοιχείων από το αρχείο του ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου. Το έργο είναι καρπός πολύχρονης εργασίας. Μία μονογραφία τέτοιας έκτασης και ποιότητας με την ταυτόχρονη ανά­δειξη ενός λογοτεχνικού αρχείου αποτελεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας, παρ’ ότι γνωρίζει τα θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας της λογοτεχνίας, γράφει κατά βάσιν εμπειρικά. Έτσι, ο αναγνώστης δεν χειραγω­γείται και του δίνεται η δυνατότητα να καταλήξει αβίαστα στα δικά του συμπερά­σματα. Ο αναγνώστης καλείται, μετά τη μελέτη του φιλολογικού αυτού πανοράμα­τος, να κρίνει εάν το έργο του Ευαγγέλου τον ικανοποιεί κατ’ αρχήν αισθητικά, και στη συνέχεια, εάν τον θεωρεί αντιπροσωπευτικό δημιουργό της γενιάς του ή της εποχής του. […]
Η μελέτη του Θ. Μ. απευθύνεται πρωτίστως σε αναγνώστες εξοικειωμένους με θέματα όπως η ιστορία της λογοτεχνίας, η μεταπολεμική ποίηση και η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Είναι ωστόσο ένα βιβλίο πολυδύναμο και πολυσυλλεκτικό, με τεράστιο αριθμό παραπομπών και ενδολογοτεχνικών αναφορών, όπου μπορεί κα­νείς να ανακαλύψει πολλές άγνωστες αλλά ενδιαφέρουσες και πάντα τεκμηριωμέ­νες πληροφορίες για την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία.
Δημήτρης Κόκορης,
εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις (19-10-2008)

Το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου είναι μία συμβολή. Νηφάλιο, φιλολογικά άρτιο, απόρροια κοπιώδους και εξαντλητικής έρευνας, φωτίζει με επάρκεια ένα πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο, που δεν πρέπει αβασάνιστα να προσπεράσουμε. Ο μελετητής προσεγγίζει τη συνεισφορά του Ανέστη Ευαγγέλου στο πλαίσιο της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, γιατί σε αυτό το πρωτογενές περιβάλλον ο ποιητής γαλουχήθηκε πνευματικά και κοινωνικά και σημαδεύτηκε βιωματικά, αλλά είναι απολύτως ορθή η επιλογή του Μαρκόπουλου να εντάξει τον Ευαγγέλου στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Η σύνδεση της τοπικής παράδοσης και πνευματικής παραγωγής με τα γενικότερα πολιτισμικά συμφραζόμενα διευρύνει και ολοκληρώνει τη θέαση του καλλιτεχνικού τοπίου, αποδεσμεύοντάς το από τη μονομέρεια του στείρου τοπικισμού.

 

 

Ο ποιητής και το ποίημα (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2010)

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών
Πολιτιστικός Πολυχώρος «Δημήτρης Χατζής»
19-10- 2013

Μία ακόμη πτυχή του έργου του Θανάση Μαρκόπουλου αφορά ως πεδίο εφαρμογής τη διδακτική της λογοτεχνίας, τομέα τον οποίο ο Μαρκόπουλος έχει εμπλουτίσει ως φιλόλογος της σχολικής τάξης αρχικά και ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στη συνέχεια. Σε αρκετά περιοδικά που θέτουν ως έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της στόχευσής τους τη διδακτική πράξη – αναφέρω ενδεικτικά τη Νέα Παιδεία, τη Φιλολογική, περιοδικό που εκδίδεται από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, και τον Φιλόλογο, το περιοδικό των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί αρκετά μελετήματα του Μαρκόπουλου ως διδακτικές προτάσεις. Δεκαοκτώ από αυτές τις προτάσεις συγκρότησαν, επιτελώντας το ρόλο διδακτικών σεναρίων, το βιβλίο Ο ποιητής και το ποίημα (εκδ. Σοκόλη, 2010). Εδώ προσεγγίζονται διδακτικά, κείμενα οκτώ σημαντικών ποιητών μας (Κ.Γ. Καρυωτάκη, Μίλτου Σαχτούρη, Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου, Κικής Δημουλά, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μιχάλη Γκανά και Αντώνη Φωστιέρη) και αυτές οι προσεγγίσεις βοηθούν λειτουργικά και ουσιαστικά τόσο τους δασκάλους όσο και τους μαθητές του λογοτεχνικού φαινομένου.

 

Ένα πουλί στην άσφαλτο (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ,
εφ. Ημερησία (25-5-2013)

Η παρούσα έκδοση με τίτλο Ένα πουλί στην άσφαλτο. Ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου (εκδ. Μελάνι) με δοκίμια του Θανάση Μαρκόπουλου αποτελεί μία πραγματικά σημαντική συμβολή στη μελέτη και επαναπροσέγγιση του έργου του ποιητή. Ένα έργο που χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντινομία-καταφέρνει και συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη / επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ. Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διαχρονική την ποίησή του…

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ
(20-6-2013)

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος (ποιητής, φιλόλογος και κριτικός, Κρανίδια Κοζάνης, 1951), κάνοντας ένα μοντάζ σε παλιότερες μελέτες και δοκίμιά του, συνέθεσε ένα αξιοπρόσεχτο και κατατοπιστικό κριτικό πόνημα, τυπωμένο με καλή αισθητική και λιτότητα από τις ποιοτικές εκδόσεις Μελάνι, αναφορικά με τον Ν.-Α. Α. Ο τίτλος του πάρθηκε από στίχο του ποιητή: Ένα πουλί στην άσφαλτο, και ο υπότιτλος: ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Κείμενο συνολικής δουλειάς αρκετών χρόνων, που αποτελεί ένα άρτιο και ολοκληρωμένο φιλολογικό και ποιητικό πορτρέτο του μεγάλου ερωτικού ποιητή της Θεσσαλονίκης.

http://www.bookpress.gr/diabasame/idees/ena-pouli-stin-asfalto

 

Θάνος Σταθόπουλος,
εφ. Η Καθημερινή (21-7-2013)

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) είναι από τους πλέον ιδιαίτερους και σημαντικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του μελαγχολική, πρωτότυπη, χαμηλόφωνη, αισθητική, με το ρίγος των προσώπων και των πραγμάτων να αποτυπώνεται σ’ έναν κόσμο μοναξιάς, καταστροφής και εγκατάλειψης, σ’ ένα καθορισμένο τέλος, απηχεί το κλίμα «μιας κοινωνικής πραγματικότητας που παίρνει το όχημα της ερωτικής αγωνίας», όπως είχε πει. «Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Γιώργο Ιωάννου τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου (1958-1983)», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Μαρκόπουλος.
Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, φιλόλογος, κριτικός και ποιητής, συγκεντρώνει στον παρόντα τόμο φιλολογικές μελέτες του για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από το 1997 έως σήμερα. Με βαθιά γνώση, ενδελέχεια και διεισδυτικότητα εξετάζει τόπους και όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου.

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ
περ. Η Παρέμβαση 168-169
(Τέλος θέρους-Αρχή φθινοπώρου 2013) 39

Χωρίς να θεωρηθεί παραγνωρισμένο, το ποιητικό έργο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου δεν έχει ιδιαίτερα προβληθεί ίσως και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του που προαναφέρθηκαν. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να το φωτίσει πολύπλευρα αλλά και ταυτόχρονα να συμπληρώσει το corpus των ποιημάτων με λανθάνοντα και δυσεύρετα ποιήματα. Κάτι που, όπως μπόρεσα να κρίνω, γίνεται με ιδιαίτερη ευσυνειδησία, μεθοδικότητα, θεωρητική επάρκεια και κριτική ικανότητα. Ιδιότητες που, συγκεντρωμένες σε μια φιλολογική δουλειά, δεν είναι πια και ό,τι συνηθέστερο.

 

Ιορδάνης Κουμασίδης
περ. The Books’ Journal 41 (Μάρτιος 2014) 85

Ο Μαρκόπουλος προβαίνει σε μια ολική, εξαντλητική γραμματολο­γική μελέτη του έργου του Ασλά­νογλου, και, ως προς αυτό, είναι σαφώς άξιος συγχαρητηρίων. Μο­λονότι κλείνει τους πραγματολο­γικούς και βιβλιογραφικούς λογα­ριασμούς του με τον ποιητή με μια εκτενή και συγκροτημένη δουλειά, έχω την αίσθηση πως εισέρχεται ορισμένες φορές σε έναν φιλολογισμό, στο πεδίο δηλαδή της τε­λεσίδικης ερμηνείας.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Το 2013 ο Μαρκόπουλος συγκεντρώνει σε ένα τόμο όλα τα κείμενα που έχει γράψει για τον Ασλάνογλου και τον τιτλοφορεί Ένα πουλί στην άσφαλτο (στίχος του ποιητή), με υπότιτλο: Ποίηση και Ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Η μελέτη αυτή, που ξεκίνησε το 1994, αποτελεί μακροχρόνιο μόχθο του Μαρκόπουλου για να μας δώσει σ’ όλη την έκτα­ση και τις προεκτάσεις του το πορτρέτο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ερωτικούς ποιητές των γραμμάτων μας, που δεν είχε τη θέληση (μήπως τη δύναμη;) να προβάλει το έργο του όσο του άξιζε. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο υποδηλώνει και ο τίτλος που έδωσε ο Μαρκόπουλος στο βιβλίο του.

Παραφυάδες ΙΙΙ. Κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 2009-2013
Εισαγωγή-Επιλογή κειμένων-Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2015, σ. 238

 

ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΜΕΡΕΙ (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014)

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ
(3-3-2015)

Με μια κατακτημένη, από τη συνεχή θητεία του στην ποίηση, ικανότητα συμπύκνωσης του ουσιώδους, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, καθώς ξεκινά την ανάγνωση κάθε κριτικού κειμένου με τους απόλυτα αφαιρετικούς τίτλους, που εμπεριέχουν ταυτόχρονα έναν κρυφό δυναμισμό, όπως: «το διάφανο σκότος», «ο σπασμένος καιρός», «γονατισμένοι ουρανοί», «βαφές θανάτου»…
Παράλληλα, έχοντας βαθιά επιστημονική γνώση της λογοτεχνίας, ανατέμνει τα κείμενα με λεπτό χειρουργικό νυστέρι, όχι μόνο χωρίς να τα πληγώνει, αλλά αναδεικνύοντας με σεβασμό και αγάπη τις φλέβες της δημιουργίας, που τα ζωντανεύουν.
Τέλος, παραθέτοντας στο κείμενό του σχετικά αποσπάσματα –περισσότερα ποιήματα λιγότερα πεζά– δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το δημιουργό αλλά και στο δημιουργό να ακουστεί άμεσα η φωνή του, χωρίς τη γέφυρα του κριτικού.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ,
εφ. Η Αυγή της Κυριακής-Αναγνώσεις (3-5-2015)

Οι Ματιές ενμέρει περιλαμβάνουν σαράντα πέντε κριτικά κείμενα, στα οποία προσεγγίζονται ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν κατά την εικοσαετία 1993-2013 (είκοσι ποιητικά, είκοσι πεζογραφικά και πέντε που ανήκουν στην κατηγορία της φιλολογικής-κριτικής μελέτης). Ο κριτικός δεν έχει αναγάγει σε βασικό γνώμονα αξιολόγησης την προσωπική του ποιητική (συγγραφείς με ισχυρή λογοτεχνική προσωπικότητα συχνά δεν αποφεύγουν αυτήν την πρακτική κατά την κριτική τους δραστηριότητα). Αντιθέτως: στηρίζει σε λογικά και αναγνωστικά επιχειρήματα την κριτική του γνώμη, με απλότητα, με διαύγεια, με φιλολογική επάρκεια και προπάντων με ειλικρινή αγάπη προς τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο νηφάλιος και ακριβής κριτικός λόγος εμπλουτίζεται και καθίσταται λειτουργικός με τις Ματιές ενμέρει. Σε έναν χώρο από τον οποίο δεν λείπουν αφενός οι άκριτες υμνολογίες (σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαμε, δυστυχώς, να τις χαρακτηρίσουμε και γλοιώδεις) και αφετέρου οι εμπαθέστατες και άδικες κατηγόριες, οι εμπεριστατωμένες και χαμηλότονα εκφρασμένες κριτικές θέσεις μάς δίνουν το σωστό μέτρο και αυτό είναι κάτι, το οποίο πρέπει να προσγραφεί στα πολλά θετικά στοιχεία της συγγραφικής παρουσίας τού Θανάση Μαρκόπουλου.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

 

 

tolis_nikiforoy

Ο Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Αν Ρωμυλία, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Ανατολία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Λονδίνο.

Ως τώρα έχουν εκδοθεί 34 βιβλία του, 20 ποιητικά (μαζί με τη συγκεντρωτική έκδοση Ο Πλοηγός του Απείρου, 2004)  και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Για το παραμύθι του, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας τού απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς το 1989 και για τη συλλογή διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Οι άταφοι, Θεσσαλονίκη 1966
Αναρχικά, Θεσσαλονίκη 1979
Ο μεθυσμένος ακροβάτης, Θεσσαλονίκη 1979
Το μαγικό χαλί, Θεσσαλονίκη 1980
Με τη φωτιά στα μάτια (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής Ελεύθερος σκοπευτής), Θεσσαλονίκη 1982
Ο πλοηγός του απείρου, Θεσσαλονίκη 1986
Ξένες χώρες, «Νέα Πορεία», 1991
Το διπλό άλφα της αγάπης, «Νέα Πορεία», 1994, «Παρατηρητής», 2002
Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, «Νέα Πορεία», 1997
Χώμα στον ουρανό, «Νέα Πορεία», 1998
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, «Νέα Πορεία», 1999
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, «Νέα Πορεία», 2002
Ο πλοηγός του απείρου (ποιήματα 1966-2002), «Νέα Πορεία», 2004
Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, «Μανδραγόρας», 2007
Το μυστικό αλφάβητο, «Μανδραγόρας», 2010
Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, «Μανδραγόρας», 2012
Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα (32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013), «Μανδραγόρας», 2013
Φωτεινά παράθυρα, «Μανδραγόρας», 2014
Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου «Μανδραγόρας», 2015
Φλόγα από στάχτη σου «Μανδραγόρας», 2017
Από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά  «Μανδραγόρας» 2018

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, Θεσσαλονίκη 1971
Εγνατία οδός, «Νέα Πορεία», 1973
Ονειροπολών εγκλήματα, Θεσσαλονίκη 1976, 1977
Τα μάτια του πάνθηρα, «Νέα Πορεία», 1996
Νόστος, «Νέα Πορεία», 2000
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, «Νεφέλη» 2008 (κρατικό βραβείο διηγήματος)
Αγνώστου στρατιώτου «Μανδραγόρας», 2016

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η γοητεία των δευτερολέπτων, «Νέα Πορεία», 2001
Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, «Νεφέλη», 2005
Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, «Νεφέλη», 2006
•Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, «Νεφέλη», 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (για μεγάλους)

Ένα παραμύθι για όλους, «Πασχάλης», 1984
Νόσιλκα, Α.Σ.Ε., 1989
Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Π., 1996 (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)

 

ΤΟΛΗΣ

 

ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ (2018)

Επιλεγμένα Ποιήματα 1966-2017

ποιητής

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε

αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

O Μεθυσμένος ακροβάτης  (1979)

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΣΑΝ ΘΑΥΜΑ ΞΑΦΝΙΚΑ (2018)

 

Ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας

Αναρίθμητοι ποιητές έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην απόπειρα να προσεγγίσουν το απρόσιτο, να αγγίξουν το ανέγγιχτο, να εκφράσουν το ανέκφραστο. Ταγμένοι σε μια ισόβια άσκηση χωρίς ολοκλήρωση, μαθητούδια σε ένα σχολείο απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση, προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι αυτό που τους συμβαίνει και να υπερβούν τους περιορισμούς της διάνοιας, της γλώσσας, της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Και γράφουν ποιήματα, ερωτικά ποιήματα, κοινωνικά ποιήματα, υπαρξιακά ποιήματα, πολλά, αμέτρητα ποιήματα για την ποίηση. Ποιήματα ποιητικής όπως ονομάζονται.
Δεν θα μπορούσα εγώ να αποτελέσω εξαίρεση. Ταγμένος στον ωραίο αυτό χαμένο αγώνα, στη μάταιη προσπάθεια να εκφράσω με λέξεις την απαγορευμένη αλήθεια. Απαγορευμένη ίσως γιατί δεν είμαστε παρά ατελείς θνητοί ενώ «ποίημα είναι οι λέξεις με το μελάνι στο χαρτί, το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό που ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη…» Ποίηση είναι ένα χάραμα, ένα κορίτσι όταν χαμογελάει ή όταν δακρύζει, η φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου, το ωραίο, ίσως κάποτε και το αποτρόπαιο και η φωτιά που ανάβει μέσα μας. Και ποιος είναι εκείνος που μπορεί να συνθέσει αληθινά ποιήματα;
Μια από τις πολλές απορίες που αιωρούνται στο μυαλό μου είναι αν η πρωτοβουλία της γραφής είναι πράγματι δική μου ή αν τα ίδια τα ποιήματα τελικά αποφασίζουν να αναδυθούν στο φως από τον μυστικό τους κόσμο, αν τα ποιήματα επιλέγουν τον χρόνο για να γεννηθούν.

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο
και λούζεται με φως στο υπερώο
διαβάζει ένα-ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές
που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει
γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε
αυτό το σπίτι για να κατοικήσει

Ο ποιητής έχει χαρακτηρισθεί ως «ο ιερέας του αόρατου» και οι σπάνιες στιγμές της γνήσιας ποιητικής έμπνευσης είναι στιγμές έκστασης, στιγμές θρησκευτικού δέους. Διαισθάνομαι ότι πρόκειται για την επικοινωνία με το κάτι εκείνο που μας υπερβαίνει συντριπτικά. Ίσως ποίηση να είναι η γλώσσα που μιλάει το φως. Το φως ή η ψυχή μας που είναι φως. Και το άγνωστο εκείνο που εκπέμπει το φως, η αρχική αιτία των πάντων.

το προαιώνιο ρίγος

προφέρεται στη μοναξιά και τη σιγή
στις παρυφές του ονείρου
την ώρα που οι νεκροί
υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες
σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας ένα ξερό κλαδί
το προαιώνιο ρίγος του

Πολλά από τα πεντακόσια τόσα ποιήματά μου είναι εμπνεύσεις της στιγμής με άγνωστη πηγή, άλλα πάλι αναδύονται από μισοξεχασμένες εμπειρίες της ζωής μου, έχουν τη δική τους ιστορία. Όπως λοιπόν «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί», έτσι επιλέγει και τον χρόνο που η ιστορία του θα αναδυθεί στην επιφάνεια. Για λόγους μυστικούς και ανεξιχνίαστους. Με εμένα βέβαια ως αφηγητή, αναπόφευκτα εμένα. Και με λίγα λόγια. Παρόλο που, σε μερικές περιπτώσεις, θα μπορούσε να γραφτεί ένα μεγάλο διήγημα ή ακόμη και μυθιστόρημα.
Στο βιβλίο αυτό έχω συγκεντρώσει μερικές ιστορίες ποιημάτων μου. Ενδεικτικές περιγραφές των συνθηκών που έδωσαν το έναυσμα για να αναδυθεί αργότερα το ποίημα από τα μυστικά εργαστήρια της ψυχής. Ιστορίες από τα παιδικά μου χρόνια, από το σχολείο και την εργασία μου, από τα ταξίδια μου, από τους ανθρώπους που αγάπησα, από τους έρωτες, τα πάθη και τα λάθη μου. Ίσως κάποιοι καταλάβουν τις συναισθηματικές αυτές κορυφώσεις, ίσως κάποιοι τις νιώσουν μέσα τους βαθιά.

 

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, I

Ήταν το καλοκαίρι του 1983. Είχαμε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα σε οικοδομή κοντά στη θάλασσα στην Άφυτο, το αγαπημένο μας χωριό της Χαλκιδικής, ενώ στον παλιό κοινοτικό δρόμο Αφύτου-Ν. Φώκαιας χτιζόταν το δικό μας σπίτι. Στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν οι στενοί μας φίλοι Βύρων και Κική με την κορούλα τους, τη βαφτισιμιό μου Ελένη. Η Ελένη ήταν τότε τεσσάρων ετών, ο δικός μας Νίκος τρεισήμισι.
Οι μέρες περνούσαν με μπάνιο, ηλιοθεραπεία και φαγητό στο τα- βερνάκι της αμμουδιάς λίγο πιο κάτω. Και βέβαια με τις αναπόφευκτες πολιτικές και άλλες συζητήσεις. Ένα πρωί μετά το μπάνιο, καθόμουν σε μια πλαστική πολυθρόνα στη σκιά και παρακολουθούσα τον Νίκο και την Ελένη να παίζουν στο χαμηλό κουρεμένο γρασίδι της αυλής. Ήταν μια εικόνα γαλήνης, ομορφιάς και αθωότητας. Και τότε ξαφνικά, σαν από το τίποτα, μέσα σ’ αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον, μου ήρθε στον νου η εικόνα των παιδιών του τρίτου κόσμου και η παρόρμηση να εκφράσω όσα με πλημμύρισαν εκείνη τη στιγμή. Ήταν κάτι σαν λάμψη, σαν ακαταμάχητη ανάγκη και απαράβατη εντολή. Έγραψα λοιπόν επιτόπου το ποίημα Όταν πεθαίνει ένα παιδί, I με τις εικόνες και τις λέξεις να ρέουν κρουνηδόν στο μυαλό μου, το ποίημα να βγαίνει ολοκληρωμένο και να χρειάζεται ελάχιστη επεξεργασία αργότερα.

αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Πορεία και αρχικά συμπεριλήφθηκε στη συλλογή ποιημάτων Ο πλοηγός του απείρου, 1986.Έντεκα χρόνια αργότερα το μετέφερα, μαζί με το ποίημα Όταν πεθαίνει ένα παιδί, II, στη συλλογή Την Κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997. Φυσικά, υπάρχει και στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων μου Ο πλοηγός του απείρου, ποιήματα (1966-2002), 2004.
Σημαντικότερη είναι ασφαλώς η ευρεία απήχηση που είχε στην πορεία του χρόνου. Διαβάστηκε σε διάφορες εκδηλώσεις, δημοσιεύτηκε σε περιοδικά και σε ιστολογία του διαδικτύου και, το κυριότερο, βρίσκεται εδώ και πάνω από δέκα χρόνια στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Μέσης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα και, πιο πρόσφατα, στην Κύπρο. Πολλοί φιλόλογοι το έχουν αναλύσει και χιλιάδες μαθητές το έχουν διαβάσει με συγκίνηση και έχουν εμπνευστεί για να γράφουν το δικό τους ποίημα πάνω στο ίδιο θέμα. Αρκετές φορές μάλιστα με κάλεσαν σε σχολεία της περιοχής Θεσσαλονίκης για να το συζητήσουμε.
Τι σημαίνει λοιπόν έμπνευση και ποια είναι η πηγή της; Όχι το άμεσο ερέθισμα αλλά η βαθύτερη εκείνη πηγή στο υποσυνείδητο και το αόρατο; Και, απείρως πιο σημαντικό, θα σταματήσει ποτέ σ’ αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο, που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων, η εξόντωση των αθώων;

 

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

Αν και κατείχαμε μόνο την ανατολική πλευρά της, η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν για μας η γειτονιά μας και το κέντρο του κόσμου. Προς τα πάνω ο Άη Δημήτρης, η λαϊκή Άνω Πόλη και τα Κάστρα, προς τα κάτω η παραλία, ο κόλπος, η ατέλειωτη προοπτική. Δυτικά και ανατολικά οι προσφυγικοί συνοικισμοί (τώρα δήμοι). Και η Κυριακή ήταν πάντα η Κυριακή, η γειτονιά πάντα η γειτονιά. Μαζί και η έντονη τάση φυγής, μαζί και τ’ όνειρο. Όλα αυτά βρήκαν την έκφραση τους σε πολλά ποιήματά μου, με πιο χαρακτηριστικό ίσως το παρακάτω:

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή
το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταβλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα
νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

Όταν λέγαμε παραλία, εννοούσαμε βέβαια την παλιά παραλία. Η παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, από το Λιμάνι ως τον Λευκό Πύργο, ήταν πάντα ένα μέρος γοητευτικό, ένα μέρος μαγικό για μας. Εκεί βρίσκονταν τα καλύτερα σπίτια με θέα απέραντη στη θάλασσα, από εκεί μπορούσες να δεις τις λευκές κορυφές του Ολύμπου να αγγίζουν τον ουρανό, από εκεί ξεκινούσαν τα καραβάκια για τα μπάνια σε Περαία, Μπαξέ και Αγία Τριάδα, εκεί βρίσκονταν οι κινηματογράφοι Παλλάς και Εθνικό, αργότερα Κεντρικό, το θερινό Άλεξ, τα μπιλιάρδα του Πτι Παλαί, εκεί βρισκόταν το περίφημο ξενοδοχείο Μεντιτερανέ και το εστιατόριο Όλυμπος Νάουσα, άλλα εστιατόρια και καφενεία. Εκεί ή λίγο παρακάτω στα μπλόκια την είχαμε για πρώτη φορά αγκαλιάσει, της είχαμε πάρει τα πρώτα χάδια και φιλιά. Και από εκεί ονειρευόμασταν να ταξιδέψουμε σε ξένα μέρη και εξωτικούς προορισμούς. Νέα ποιήματα λοιπόν και πολλές αναφορές της σε άλλα.
Χρόνια τώρα βέβαια, κάτι έχει χαθεί, η παραλία έχει χάσει μεγάλο μέρος από τη γοητεία της. Κι ας επεκτάθηκε ως το Μέγαρο Μουσικής, κι ας καλλωπίστηκε και έχει γίνει πολύ πιο όμορφη αντικειμενικά. Κι ας προβάλλεται η φωτεινή της λαμπρότητα από το Καλοχώρι ως το Μικρό Καραμπουρνάκι όταν κάνεις τη νύχτα έναν γύρο στον κόλπο με το καραβάκι. Εκείνο το όνειρο, η προσδοκία, ο ζωντανός μύθος της δεν υπάρχει πια.

ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός
και να που ακούγονται φωνές,
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

Ίσως βέβαια να είναι και θέμα ηλικίας, θέμα μιας ρομαντικής εποχής. Ποιες προσδοκίες τώρα πια και ποια ταξίδια; Ποιοι μύθοι μπορούν να επιβιώσουν; Το όνειρο ως μέλλον έχει γίνει τώρα όνειρο ως παρελθόν. Έστω. Κάπου μέσα μας θα ακούμε πάντα τη φυσαρμόνικα, η Πλατεία Δικαστηρίων ως κάτω στην Παραλία και τα όνειρα για ταξίδια θα είναι πάντα ζωντανά μέσα στην καρδιά μας.

 

Γράμμα

Η Ισιδώρα ήταν καθηγήτρια της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Μπόχουμ. Είχα βρει κάπου τη διεύθυνσή της και της έστειλα μια συλλογή μου προς τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η ανταπόκρισή της ήταν ακαριαία και ενθουσιώδης. Με πήρε τηλέφωνο από τη Γερμανία, μετέφρασε αρκετά ποιήματά μου και τα δημοσίευσε στο λογοτεχνικό περιοδικό Hellenica.
Από τότε άρχισε μια τακτική αλληλογραφία μου με την Ισιδώρα. Της έστειλα ένα-δύο βιβλία μου ακόμη κι εκείνη μου έγραφε τη γνώμη της. Και όχι μόνο αυτό. Για ένα διάστημα, μου τηλεφωνούσε στο γραφείο κάθε πρωί σχεδόν, συχνά με συγκινημένη φωνή, κι εγώ της έγραφα ποιήματα. Το πρώτο ήταν το «γράμμα», που αναρτήθηκε σε ανθολογίες και ιστολογία του διαδικτύου.

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;

Τέσσερα από τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή μου Ο πλοηγός του απείρου, 1986, με τα δύο να είναι καθαρά ερωτικά. Υπήρξε πράγματι ένα πλατωνικό ερωτικό στοιχείο στην εξ απο- στάσεως γνωριμία μας, που ήταν αναπόφευκτο να βρει διέξοδο στην ποίηση. Να ένα ακόμη από τα ποιήματα αυτά:

μοίρα αγαθή

αν είσαι πράσινο φύλλο
σ’ έρημο καπνομάγαζο
κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
όταν σε έσχατη απόγνωση
γυρεύεις τις πηγές σου
θυμήσου πως στην κωμόπολη σουγκ-λι της κίνας
υπάρχω εγώ
περίτεχνο ψηφιδωτό και φως
προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

Θα μπορούσα πράγματι να βρίσκομαι στην κωμόπολη Σουγκ-λι της Κίνας, αν ένα τέτοιο μέρος υπήρχε. Γιατί ο μακρινός πλατωνικός έρωτας παρέμεινε ακριβώς αυτό. Χωρίς να έχουμε συναντηθεί ποτέ. Αναπόφευκτα, με την πάροδο του χρόνου ατόνησε και τελικά έσβησε και για τους δυο μας.
Πριν μερικά χρόνια, εντελώς καθυστερημένα, έμαθα τυχαία ότι η Ισιδώρα είχε πεθάνει το 2003 σε ηλικία 85 ετών. Και για μια στιγμή αισθάνθηκα και πάλι την ίδια συγκίνηση όπως τότε. Ένα ακόμη από τα μυστήρια των ανθρώπινων σχέσεων και το τυχαίο που κάποτε καθορίζει τη ζωή μας.

 

Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

Πολύ παράξενη αίσθηση, ένα αληθινό μυστήριο! Διερωτάσαι πώς μπορεί να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο και δεν υπάρχει απάντηση. Εννοώ τη λάμψη από το πουθενά, την ξαφνική παρόρμηση να γράψεις, να γράψεις ένα ποίημα, το ποίημα που σύντομα αναδύεται περίπου αυτούσιο. Χρειάζεται μόνο μια ματιά, αφαίρεση δυο-τριών περιττών λέξεων, ίσως μια αντιμετάθεση στίχων, κάτι λίγο τέλος πάντων, ανάλογα με την περίπτωση.
Και μένεις με την αίσθηση ότι κάτι ή κάποιος άλλος σου το έχει υπαγορεύσει και ότι εσύ απλώς το καταχώρισες. Μένεις με την εκ- φόρτιση και την εξάντληση, λες και τραβούσες κουπί ώρες ολόκληρες, με μια αίσθηση εκπλήρωσης και πάντα με την απορία. Την απορία του διάμεσου, του μέντιουμ! Μα εσύ δεν πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα, ή τουλάχιστον δεν πίστευες.
Έχει προηγηθεί μια άλλη συνειδητοποίηση βέβαια. Ότι όλα όσα διαθέτεις, η κλίση και οι ικανότητες, τα θετικά αλλά και τα αρνητικά στοιχεία, σου έχουν δοθεί. Κάτι σαν χάρισμα, σαν δωρεά, ίσως και τιμωρία. Και ότι τα θετικά σού δόθηκαν με την απαράβατη εντολή να τα καλλιεργήσεις. Να αφοσιωθείς μια ζωή για να τα αναπτύξεις, να τα αξιοποιήσεις και να δικαιώσεις τη φύση, το οτιδήποτε είναι εκείνο που σου τα χάρισε. Και να κερδίσεις για ανταμοιβή, μια αίσθηση εκπλήρωσης, την αίσθηση ότι δεν δουλεύεις αλλά δημιουργείς εκείνο στο οποίο είσαι ταγμένος. Αν, μάλιστα, στην όλη αυτή πορεία, καταφέρεις να κερδίζεις και το ψωμί σου κάνοντας αυτό που σου αρέσει, τότε είσαι πραγματικά τυχερός. Η συνέπειά σου ανταμείβεται με την απαλλαγή σου από τη δουλεία του βιοπορισμού.
Όταν λοιπόν αναγνώρισα αυτή την αλήθεια βαθιά μέσα μου, την υπαρξιακή αυτή αλήθεια, κάθισα ένα βράδυ στη συνηθισμένη θέση μου, στη γωνιά δίπλα στη μεγάλη βιβλιοθήκη κι έγραψα, σαν έτοιμο από καιρό, το παρακάτω ποίημα:

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν
μία στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε,
ένα ελάχιστο κομμάτι, από το τίποτα
ήχους τού κάποτε στον άνεμο σκορπίζω
με το δικό μου όνομα
γράφω για τον δικό σας πόνο
που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας
δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ
γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν
γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι
τώρα απομένει να επιστρέφω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα
να επιστρέφω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι
και που ποτέ δεν γνώρισα

Ένα ακόμη αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτής ήταν να εξαλείψει μέσα μου κάθε ίχνος έπαρσης. Και να εντείνει την αίσθηση του χρέους. Αν πιστεύεις ότι σου δόθηκε κάτι παραπάνω, κάτι ιδιαίτερο, τότε είσαι προνομιούχος. Παρά τα όσα υπέφερες στη ζωή. Και οφείλεις αυτό το προνόμιο όχι μόνο να εργαστείς σκληρά για να το αξιοποιήσεις αλλά και να το κάνεις κοινό κτήμα. Να το μοιράσεις σε όσο περισσότερους μπορείς.
Ο προβληματισμός αυτός συνεχίστηκε υποσυνείδητα τα επόμενα χρόνια, ενώ αναδυόταν κατά διαστήματα στην επιφάνεια, κυρίως σε ποιήματα. Αυτή η επίδραση, η καθοδήγηση, δεν μπορεί παρά να είναι ισόβια. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σου δόθηκε, να ξεφύγεις από αυτό που είσαι. Έτσι λοιπόν, μερικά χρόνια αργότερα, η ποιητική μου έκφραση έγινε πιο συγκεκριμένη. Μερικά χρόνια αργότερα, η συνειδητοποίηση ολοκληρώθηκε με το ποίημα «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα».

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλά του

Ολοκληρώθηκε όταν κατάλαβα ότι, μπορεί να μην πίστευα και να μην τηρούσα το τυπικό καμίας θρησκείας, η ποίησή μου όμως ήταν ένθεη. Δεν ξέρω τι είναι θεός. Πώς μπορεί το ελάχιστο να γνωρίσει το μέγιστο; Ξέρω όμως ότι αυτός ο άγνωστος θεός βρίσκεται μέσα μου, βρισκόταν μέσα μου από την πρώτη στιγμή της ζωής μου. Και ότι έκφρασή του είναι η αγάπη, η οικουμενική, διαχρονική, ακατάλυτη αγάπη, αυτή που δημιουργεί όλη την τέχνη, λυτρώνει και δικαιώνει τη μάταιη ατομική μας ύπαρξη.

 

Και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

Από μικρό με βασάνιζε η ιδέα του θανάτου. Ίσως γιατί η απουσία της μητέρας μου ήταν ήδη ένας θάνατος για μένα, ίσως γιατί, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, μεμφόμουν τον εαυτό μου για τον χωρισμό των γονέων μου, ίσως γιατί είχα δει τον θάνατο από νωρίς τριγύρω μου, ίσως ακόμη και γιατί έτυχε να ανήκω στο ερωτικό, δημιουργικό και αυτοκαταστροφικό ζώδιο του Σκορπιού με κυβερνήτη πλανήτη τον Πλούτωνα, βασιλιά του Άδη. Στεκόμουν λοιπόν πίσω απ’ το τζάμι της μπαλκονόπορτας που έβλεπε στην απέραντη Πλατεία Δικαστηρίων και αναρωτιόμουν τι θα γινόταν αν πέθαινα. Μπροστά στο δέος της ανυπαρξίας, σταματούσε το μυαλό μου και σύντομα ξέφευγε σε κάτι άλλο.
Ο φοβερός αυτός φόβος, άλλοτε βαθιά κρυμμένος κι άλλοτε ολοφάνερος, άλλοτε ανεκτός και άλλοτε αφόρητος, συνεχίστηκε σε ολόκληρη τη ζωή μου. Εκείνο που τον αντιστάθμιζε και τελικά τον υπερνικούσε ήταν η λαχτάρα, το πάθος μου για ζωή και δημιουργία. Και, φυσικά, ο έρωτας. Βασανίστηκα όμως, βασανίστηκα πολύ.
Βασανίστηκα ιδίως όταν οι συνθήκες της ζωής ήταν απαράδεκτες με τα δικά μου μέτρα. Όταν συστηματικά με εξευτέλιζε ο διαχειριστής του σχολείου για τα δίδακτρα που δεν πλήρωνε ο πατέρας μου που είχε πτωχεύσει, όταν αντιμετώπισα ένα καθεστώς χαφιεδισμού στην τράπεζα όπου αρχικά εργάστηκα, όταν βρέθηκα ξένος ανάμεσα σε ξένους στο Λονδίνο και αργότερα σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας. Εκεί μάλιστα διαγνώστηκε το άγχος και η κατάθλιψή μου και λίγο αργότερα εκδηλώθηκε η πρώτη κρίση πανικού που με εξουθένωσε.
Με τον γυρισμό μας στη Θεσσαλονίκη, τα πράγματα βελτιώθηκαν, ο θάνατος όμως βρισκόταν πάντα μέσα μου. Κατάλαβα τότε δεν επρόκειτο ποτέ να ησυχάσω, ότι δεν ήμουν προορισμένος για μια ήρεμη ζωή. Κατάλαβα ότι ο αγώνας μου να επιβιώσω και να ζήσω δημιουργικά θα ήταν ισόβιος κι ότι η θλίψη ήταν πλέον μια αυτοκτονική πολυτέλεια για μένα. Έπρεπε να υιοθετήσω μια πιο αισιόδοξη, μια αγωνιστική στάση.
Υπήρξαν μερικοί που παρεξήγησαν τη στάση μου, που δεν κατάλαβαν ότι για μένα αυτός ήταν αναπόφευκτα ο μοναδικός δρόμος που δεν οδηγούσε στην άβυσσο. Μεταξύ αυτών και ένας γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας και μάλιστα στην ανθολογία για τη γενιά μας, για να του υποδείξει αργότερα την ανεπάρκειά του σε σοβαρή εφημερίδα ένας άλλος γνωστός κριτικός.
Έγραψα λοιπόν με τα χρόνια διηγήματα και πολλά ποιήματα πάνω στο θέμα του θανάτου και ίσως εκείνο που με εκφράζει καλύτερα να είναι το «και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω».

όταν το κάτι αυτό
το οτιδήποτε
για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει
το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή
η απαλή καμπύλη στο αύριο
το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας

όταν το κάτι αυτό
το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά
θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο

 

ΦΛΟΓΑ ΑΠ’ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ (2017)

 

όρθιος

σαν να μην ήταν το παιχνίδι
απ’ την αρχή στημένο

σαν να νικούσε κάποτε
τον θάνατο η αγάπη

σαν ν’ αχνοφέγγει
’κεί στο βάθος η πατρίδα

όρθιος
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

όρθιος
περήφανο ένα τίποτα
στην άβυσσο της λήθης

 

ασκήσεις ματαιότητας

μοναχικός και αδύναμος
γράφω μάταιες λέξεις
λέξεις βουβές και χάρτινες
για κείνους που μιλάνε άλλη γλώσσα
εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάζουν

γράφω για τους απόκληρους
και για τους καταδικασμένους
γράφω αν και γνωρίζω
πως η οδύνη ακυρώνει
κάθε συνδυασμό των λέξεων
κάθε αθώο ποίημα
κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

 

γιατί το φως

υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

 

σκιές από το τίποτα

ακούσιοι μέτοικοι
μιας φωτεινής ψευδαίσθησης
σκιές από το τίποτα
αναζητούμε απεγνωσμένα
την απαγορευμένη αλήθεια

όσο ένα φτερούγισμα
προσωρινοί
τη λύτρωση αναζητούμε
σ’ άλλες σκιές
στη φλογερή αυταπάτη
του έρωτα ή της τέχνης

όμως το τίποτα ενεδρεύει
το τίποτα αναπόδραστα μας περιμένει
καταγωγή μας και προορισμός
ανεξιχνίαστος

απάντηση στα μάταια ερωτήματά μας

 

ποιος τώρα

θα σε βλέπει να λικνίζεσαι
νεράιδα του παραμυθιού
με την πνοή του ανέμου

ποιος τώρα
με τ’ ακροδάχτυλα θα σε αγγίζει
βάζο πολύτιμο
αρχαίας δυναστείας των μινγκ

ποιος τώρα
θα μεθάει με τη φωνή σου
και θα καταποντίζεται στα μάτια σου

κορίτσι εσύ της λογικής
ποιος τώρα
θα σου γράφει ποιήματα

σε ποιο σύννεφο ποιον ουρανό
τώρα θα λούζεται ο έρωτας
για ν’ αναδύεται άφθαρτος
στο γκρίζο της καθημερινής ζωής;

 

ολάνθιστη

μ’ ένα εξαίσιο χάραμα στα μάτια
να ερχόσουν σαν το πρώτο φως

μέσα απ’ τον δαίδαλο του χρόνου
να πρόβαλλε ολάνθιστη η αθωότητα
με το δειλό χαμόγελο της προσμονής

ανέγγιχτη
μαγική
εκθαμβωτική

να ερχόσουν πάλι ευλογία του έρωτα
εδώ και χρόνια πια λησμονημένη άνοιξη

 

χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

με μια απαλή βροχή
σαν χάδι
στο χώμα της παλιάς μας γειτονιάς
χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός

παραθυρόφυλλα κλειστά
βουβές εξώπορτες
από καιρό όλοι έχουν φύγει
έκλεισε το βιβλίο
που ήταν γραμμένο στο νερό

ένα απελπισμένο κόκκινο
αστράφτει στο περβάζι
αντιστέκεται
στην άνοιξη επιμένει ακόμα

σ’ ένα ξενιτεμένο όνειρο

 

στάση ζωής

να αποδεχτείς τη ματαιότητα
το σκοτεινό μηδενικό
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα δικασμένος
ερωτευμένος με τα θαύματα
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
λες και δεν πρόκειται αύριο
να γίνουν όλα στάχτη
ή ακριβώς γι’ αυτό

όχι λοιπόν στη ματαιοδοξία
και ναι στα εκστατικά
στα θαμπωμένα μάτια
ναι στο μολύβι που επιμένει
ένα μολύβι που πεθαίνει
ανυπότακτο

 

να είσαι καλός

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός
ανυπεράσπιστος
μπροστά στην αθωότητα
εκστατικός
μπροστά στο θαύμα
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός

 

 

ΡΙΓΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ (2015)

63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015)

 

Το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο
(1979)

 

Το τραγούδι του έρωτα

είμαι πλασμένος από μαύρο χώμα
ανθίζω όπως η μυγδαλιά το καταχείμωνο
φέρνω πολύτιμο μέσα στις φλέβες μου
αυτής της ίδιας γης το σπέρμα

φιλάω μία μία της άκρες των δαχτύλων σου
διατρέχω με τα χείλη μου
το κάθε εκατοστό του δέρματός σου
αγγίζω ψηλαφώ ορθώνω τις σκληρές θηλές σου
ψάχνω τις εσοχές σου με τη γλώσσα μου
τις εξοχές σου με τις μύτες των δοντιών
βρίσκομαι πάνω, πλάι, κάτω σου
εισβάλλω μένω ακίνητος
σαν κορυφή βουνού
που την τυλίγει ο μπαμπακένιος ουρανός
νιώθω να πάλλεσαι σαν τρυφερή χορδή
να χαλαρώνεις και να σφίγγεσαι
ν’ αποτραβιέσαι και να δίνεσαι
εισπνέω αχόρταγα το άρωμα
μετράω τους σπονδύλους σου
αδειάζω βίαια τη ραχοκοκαλιά μου
τον νωτιαίο μου μυελό
λούζομαι μέσα στα δάκρυα των μαλλιών σου

είμαι ένα πυρωμένο σίδερο
που ανεξίτηλο χαράζει στη μήτρα σου το μέλλον
κάθε σου ηδονικός σπασμός
μια οιμωγή του κόσμου που γεννιέται
είμαι η ίδια η ζωή
και είμαι αθάνατος
(1979)

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη, αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών
(1980)

 

γυναίκα

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ’ το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία
(1980)

 

 

λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο

λουσμένη στα δεκαοχτώ σου χρόνια θα σε περιμένω,λουσμένη
στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο,ένα όνειρο του φανοστάτη
πάνω απ’ τη θάλασσα εκεί που ο δρόμος μόλις άρχισε,εκεί που
κάνει η δίψα το αδύνατο να ανθίσει,εκεί που η προσμονή θαμπά
φωτίζει χιλιάδες μυστικά και θαύματα
(1998)

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ’ τις κραυγές των γλάρων
το ωδείο

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες

κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά
(1999)

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι από τους
γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή
τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το φως σε κάποιαν άλλη εποχή
πρέπει να ζήσαμε μαζί σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω, ξέρω
όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το
σκοτεινό βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα μου να
αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό, είσαι ο
αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη
(1999)

 

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία και θα απομείνουν τα
σκόρπια φώτα και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια η θάλασσα
θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό καθώς στο βάθος θα ανατείλει το
περπάτημά σου. ένα χαμόγελο ύστερα το ανεπαίσθητο άρωμα της
προσμονής μια λέξη πριν το άγγιγμά σου. θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα
(2010)

 

όνειρο

να περπατάς ανάλαφρα σαν μακρινό τραγούδι κι όλα ν’ ανθίζουν
γύρω σου μες στον μπαχτσέ το σούρουπο ένας γαλάζιος άνεμος ν’
ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ’ ουρανού λόγια δειλά στα φύλλα να
σου ψιθυρίζει τα χρώματα που χάθηκαν στα μάτια σου εξαίσια να
αστράφτουν πάλι, σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά
να είσαι εκεί όπως παλιά κι όπως παλιά να μ’ αγαπάς
(2010)

 

έρωτας

τα χόρτα χάιδευαν τα πόδια της
ο αέρας τα μαλλιά της
η πρωινή δροσιά ριγούσε στη επιδερμίδα της

κι ο ουρανός;

μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι
ο ουρανός
κατέβηκε αργά και μίκρυνε
και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα
(2010)

 

είσαι

ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή

μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού

είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή
(2010)

 

φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω όπως όταν στο βάθος τ’
ουρανού χαράζει κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν.μ’ αρέσει αυτό
το κόκκινο στις λέξεις σου θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα
που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της δρόμος
μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές
στο τέρμα του
(2010)

 

σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης

όπως το σούρουπο ανθίζει η θάλασσα με σκόρπιες λάμψεις και
μυστικές φωνές μέσα στα χόρτα τρεμοφέγγουν,έτσι αναδύομαι κι
εγώ απ’ το σώμα μου στο άγγιγμά σου.μας περιμένει μια παραλία
ερημική μες στο σκοτάδι με κόκκινα πανιά ένα πλοίο που όλο τον
χρόνο ταξιδεύει η ανάσα σου ένας ψίθυρος μες στο δικό μου
χνώτο. αγάπησέ με σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού σαν ποίημα
μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης, και σαν το κάτι εκείνο που
δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα
(2010)

 

μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο

λευκές καμπύλες απαλές πάνω στο σκούρο
μια χώρα μαγική, ουτοπική
που εκτείνεται σε θαμπωμένα μάτια
άγνωστη σε κάθε λόχμη και κρυψώνα της
με το γυμνό και το βελούδινο
ακόμη ανεξερεύνητο

ψηλά μια τούφα καστανά μαλλιά
στα μαξιλάρια βυθισμένα
κι ως κάτω ανεπαίσθητο
ένα σκίρτημα
μια λάμψη υγρή μελωδική
που στην επιδερμίδα αχνά λικνίζεται

όλα είναι απλά και ηδονικά
όλα είναι δέος
από τα γόνατα ως τους ώμους
κι ως το εξαίσιο τόξο του λαιμού
ως το πυκνό σκοτάδι στην ανάσα της
που ψιθυρίζει λέξεις μυστικές

βαθύσκιο πρόσωπο εκστατικό
μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο
(2010)

 

εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού

βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος

το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα

άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα

μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ
(2010)

 

στη διάλεκτο της μοναξιάς

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της
(2010)

 

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του

να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο
(2010)

 

δυο λέξεις έξι γράμματα

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου

εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ
(2010)

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη
(2012)

 

ουρανός

χάραμα
πράσινο φύλλο εσύ
μέσα στη νύχτα
και την έρημο του κόσμου
αγάπησέ με

αγάπησέ με
μ’ όλα τα πάθη
και τα λάθη μου
με της ψυχής το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο

άνοιξε τους κρουνούς
για να λουστείς
στις λέξεις και το βλέμμα
στις άκρες των δαχτύλων μου
νίκησε τη φθορά
το καθημερινό μας γκρίζο
μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

αγάπησέ με
δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ
άλλο ουρανό
(2014)

 

ΦΩΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ (2014)

 

ύμνος ερωτικός

κανένα γυναικείο χέρι
δεν κράτησα
δεν χαΐδεψα ως τώρα
με την παλάμη μου
με τ’ ακροδάχτυλα
τόσο ανάλαφρα
τόσο θερμά κι ερωτικά
όσο ένα κοινό μολύβι

ένα μολύβι που κουρνιάζει
ανάμεσα στον μέσο και τον δείκτη
και κάτω απ’ τον αντίχειρά μου
έτοιμο
να γονιμοποιήσει το λευκό χαρτί
ένα μολύβι που ποτέ δεν ζήλεψε
την άψυχη παρέμβαση των πλήκτρων

γνωρίζει πως εμείς οι τρεις
τις ίδιες ρίζες έχουμε
κοινή καταγωγή το δάσος
και φτερουγίζει στο άγγιγμά μου
μέσα στα μάτια μου θυμάται
το δέντρο που ήταν κάποτε
και δακρυσμένο σηκώνει απ’ το χαρτί
τα φύλλα του στον ουρανό

 

μέσα στο πλήθος ξαφνικά

και ξαφνικά
βρίσκεσαι ανάμεσα σε πρόσωπα
χιλιάδες πρόσωπα
φωτογραφίες, ονόματα

βρίσκεσαι μέσα στην ομίχλη
ομίχλη από θραύσματα, σκιές, αρώματα
γίνεσαι μια ψηφίδα σε μωσαϊκό
ένα ίχνος σε κινούμενη άμμο
νότα ή φωνή από πολλές φωνές

και ξαφνικά
είσαι ένας φίλος
ένας από χιλιάδες φίλους
που έρχονται, μιλάνε, λάμπουν
γνωρίζονται, αγαπιούνται
κουράζονται, μαλώνουν και σκορπίζουν
υλοποιούνται και εξαφανίζονται
ζώντας σ’ ένα σχεδόν φανταστικό
τοπίο ηλεκτρονικό

μέσα στο πλήθος όμως ξαφνικά
το θαύμα αστράφτει
γίνεται χνώτο, άγγιγμα
χαμόγελο αποκλειστικά δικό σου

 

δεν γράφονται ποτέ

τα πιο ωραία ποιήματα
γράφονται χωρίς λέξεις
οι πιο μεγάλοι έρωτες
δεν γράφονται ποτέ

μια φλόγα είναι η ιστορία τους
που λιώνει το μολύβι
που κάνει στάχτη το χαρτί
και παραμένει μυστική
εκστατική
ένα άρωμα που δεν διαλύεται
στον άνεμο του χρόνου

οι πιο μεγάλοι έρωτες
αθώοι ταυτόχρονα
και καταχθόνιοι συνωμότες
στο μισοσκόταδο θροΐζουν
ανάσα ή άγγιγμα
σε μια μεταξωτή κουρτίνα
και χάδι σε βελούδινο κορμί

τα μαγικά τους δευτερόλεπτα
είναι το ρίγος της ζωής
ισόθεο με το δέος του θανάτου 

 

όταν το αύριο γίνει τώρα

όταν την άνοιξη συναντηθούμε
σε μια επόμενη ζωή
να με κοιτάξεις πάλι
βαθιά στα μάτια
να θυμηθείς το άγγιγμά μου
πόσο απελπισμένα
σε είχα κάποτε αγαπήσει

όταν το αύριο γίνει τώρα
στο Βαλπαραΐζο ή το Βλαδιβοστόκ
σ’ ένα πλανήτη μακρινό του γαλαξία
μη με ξεχάσεις

πάνω απ’ τον μικρό μας εαυτό
και πέρα από τον θάνατο
εσύ κι εγώ να γίνουμε για πάντα
στο χώμα η φλόγα που δεν σβήνει
κόκκινο σύννεφο στον ουρανό 

 

ρομαντικά

πάμε μια βόλτα στην παραλία το βράδυ
να σε αγγίζω
με τις άκρες των δαχτύλων μου
κι άλλοτε με το βλέμμα
ή ένα δειλό χαμόγελο

πέρα απ’ τους μικροπωλητές
κι από τον πύργο τον λευκό
πέρα απ’ το λαμπερό ξενοδοχείο
κι από τα σκοτεινά μας χρόνια
ολόισια στην καρδιά της μνήμης
στη φωτεινή υπόσχεση των πλοίων

γι’ ακόμα μια φορά να ακούσουμε το κύμα
και να μετρήσουμε τ’ άστρα στον ουρανό

εκστατικά μου μάτια
που τόσο αστραφτερά
λυτρωτικά δακρύζουν
θυμήσου τα όλα
κι όλα ξέχασέ τα
να ξαναγεννηθεί μ’ ένα φιλί σου ο κόσμος 

 

αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκα μου χρόνια
και κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως 

 

πρωτόγονοι

με τη λαχτάρα
με την αγωνία στα μάτια
αναζητούσαν πίσω απ’ τα βουνά
μια λάμψη
ένα ξημέρωμα
μια ελάχιστη ελπίδα
ο ένας ανασαίνοντας το χνώτο του άλλου
μες στο σκοτάδι της σπηλιάς

πάντα πρωτόγονοι κι εμείς
και πάντα σε βαθύ σκοτάδι
μα τώρα μόνοι
μέσα στην τεχνολογική σπηλιά μας
τον ήλιο ν’ ανατείλει περιμένουμε
οι πρώτοι άνθρωποι το πρώτο φως 

 

για πάντα

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μία παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’ την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο
αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο

όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια

 

εξόριστο φως

όχι μόνο στο χάραμα το φως
στ’ αγαπημένα μάτια
στο άγγιγμα ή το χαμόγελο

όχι μόνο το φως που αστράφτει
παντού με χίλιες λάμψεις
που απλώνεται με χίλια χρώματα

μα πιο πολύ το φως
που κρύβεται μες στην ψυχή
στο ξύλο και την πέτρα
το φως στο χώμα
σε υπόγεια μυστικά
το φως πέρα απ’ τις πύλες του Άδη

εκστατικά
λυτρωτικά σε αναζητώ
σε επικαλούμαι φως εξόριστο
πηγή της ύπαρξής μας
και πατρίδα μας

 

πεπρωμένο

σε μία ρωγμή του τοίχου
σε μια σχισμή του βράχου
στην έρημο άγριο φυτό
να ζήσω ήμουν ταγμένος
και ν’ ανθίσω

με τα ελάχιστα της γης
και τα πιο λίγα τ’ ουρανού
με το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
με το δικό σου χνώτο

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου

θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος

 

Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ (2013)

32 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφε μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

(από τη συλλογή Αναρχικά, 1979)

 

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες τα παιδιά και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

 

 

Θεσσαλονίκη 1980

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών

(από τη συλλογή Το μαγικό χαλί, 1980)

 

 

γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ’ τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν’ αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν’ απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ’ άσπρα σύννεφά της ν’ ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ’ τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ’ το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα
διαρκώς ν’ αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ’ όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

πατρίδα, 1

ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

ωραίος προορισμός η πατρίδα
με τη δική της μουσική του ρο
που είναι ρίζες και γίνεται ροή
κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
πριν και μετά κάθε ταξίδι

το διπλό άλφα της αγάπης
και το δέλτα του ποταμού
που εκβάλλει στην απεραντοσύνη

(από τη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994)

 

 

Θεσσαλονίκη

(ΜΕ ΤΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ 

ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ Μ.Χ. ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ)

ξεχύνεται απ’ τα υψώματα στη θάλασσα
σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου
ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό
σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους

όχι κούφια και άφωνη
σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων
όχι φτηνή και χρήσιμη
σαν πλαστικό ουροδοχείο
όχι τυφλή
για τα παιδιά της
για τα δέντρα και τους ποιητές
για κάθε τι παράλογα που ανθίζει

εβραία σλάβα αρμένισσα
ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα
κοινότητα της αρετής και της παιδείας
επέμενε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής
κρατώντας τη στιγμή μετέωρη
πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα
πριν εξακόσια τόσα χρόνια

παγκόσμια πόλη ελληνική
αρσενική σαν τον βαρδάρη της
σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της
γυναίκα σαν την απεραντοσύνη
και σαν τον ήλιο στον φιλόξενο της κόλπο
μεθυστικά όταν βασιλεύει

παγκόσμια πόλη μακεδονική
με το διπλό άλφα της αγάπης
κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό
με τον δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου
κόρη της Ιωνίας
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της
ψυχή της προσφυγιάς

καμένη κουρσεμένη ανίκητη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει
που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες
στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων
με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας
πατρίδα
με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες
μες στο νωχελικό φθινόπωρο της παραλίας
για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο

(από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997)

 

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρο μου
μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας
να ξεπροβάλλεις με το σκεφτικό σου βήμα
σία δάχτυλά σου αβέβαια κρατώντας
τα παιδικά μου χρόνια
κι ήταν το μέτωπο σου μια σταγόνα φως
κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε
όπως σ’ εκείνη την παλιά φωτογραφία
που χαμογελούσε
με θλίψη μακρινή και ανεπαίσθητη
ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν
και μας ορίζουν αμετάκλητα
πατέρα

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 


βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας

(από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)

 

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή
το πρόσωπο της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός Χριστός
γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός Χριστός που ζωγραφίζει
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους,
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

απαρηγόρητος

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν μακριά
στις φωτεινές επιγραφές
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε

πώς και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο

(από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρελυεται, 2002)

 

 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

(Από τη συλλογή Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος κόσμος της ουτοπίας 2007)

 

 

μητρόπολη της μνήμης, της ψυχής

πόσοι και πόσοι αγάπησαν
και χάθηκαν σ’ αυτή την πόλη
κι άφησαν ένα φως παράξενο
σαν απ’ τα μάτια τους θαμπό
σε ρημαγμένες πέτρες

παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της
με τον απέραντο καημό της μνήμης
στους λόφους και τις φτωχογειτονιές
γύρω απ’ τον κόλπο

λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε
ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας
κάστρα και μαυρισμένα ξύλα
αόρατα τζαμιά, συναγωγές,
αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα,
τάφοι και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα
φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά
απ’ την αρχή του χρόνου

εδώ το σούρουπο ανατέλλουν οι ψυχές
κόκκινος ήλιος, σύννεφα
που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό
στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν

(αδημοσίευτο)

 

 

και πάλι στα δεκαοχτώ ένα βράδυ

ένα καράβι μαγικό αργά το βράδυ
με κόκκινα πανιά και ξάρτια
ρίχνει άγκυρα στης παραλίας το βαθύ γαλάζιο

μόλις κι οι δυο πατήσετε τη σκάλα
κι είναι το χέρι της σφιχτά μες στο δικό σου
αρχίζει να γυρίζει πίσω ο χρόνος

καθώς κάτω απ’ τον ουρανό απλώνεται
μεθυστική η σειρά τα φώτα
από το Καλοχώρι ως το Μικρό Καραμπουρνάκι
καθώς το χέρι σου χαϊδεύει τα μαλλιά της
κι είναι τα μάτια σου μες στα δικά της μάτια
καθώς απέναντι η ρουτίνα της ζωής
γίνεται όνειρο νυχτερινό μέσα στη λάμψη
ξαναγυρίζετε στα δεκαοχτώ σας χρόνια

βουβοί κι εκστατικοί μπροστά στο θαύμα
εισπνέετε το εξαίσιο άρωμα
της νιότης σας που χάθηκε για πάντα

(αδημοσίευτο)

 

ΜΙΑ ΚΙΜΩΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ (2012)

 

Ζω

τη στιγμή που ένα παιδί
στο βλέμμα του σηκώνει
την οδύνη αιώνων

τη στιγμή που το φτερό
με ένα του άγγιγμα
το σίδερο λυγίζει

ζω τη στιγμή
που ακούω εκστατικά
τη μελωδία των χρωμάτων

ζω στο έλεος των θαυμάτων

 

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη

 

 

άγγιγμα

σαν ξαφνικό φτερούγισμα
σ’ έρημο σπίτι
μ’ όλα τα χρώματα
κάθισε πλάι μου
και φώτισέ με

μ’ όλες τις μυρωδιές σου
μέθυσέ με
με την ανάσα σου
φλόγισε και γαλήνεψέ με

μίλησε
χαμογέλασε
κάθισε πλάι μου
κι αγκάλιασέ με

 

 

νυχτερινό τοπίο μετά την καταιγίδα

ούτε ένας ήχος
εισχωρεί
ούτε μια δίπλα στην πολύχρωμη κουρτίνα
κυματίζει

κάτι ακαθόριστο, θαμπό
κάτι σαν φως που φτερουγίζει
κάνει τον ξένο χώρο οικείο

εισπνέω την ανάσα σου
εισπνέω το ρίγος
εισπνέω την απαλή σου επιδερμίδα
σπαρακτικά υγρή και ηδονική

και τη στιγμή
στα μάτια και τα χείλη σου
λόγια παράξενα
και λόγια μαγικά
να ψιθυρίζει

 

 

αργά το βράδυ

η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις

με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι

πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται

είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

 

 

Κυριακή στην Πλατεία Δικαστηρίων

απέραντη στην ερημιά της η πλατεία
το βροχερό εκείνο σούρουπο της Κυριακής
πίσω απ’ τις στάλες να χλομιάζουν σκόρπια τα φώτα
κι από τα λούκια το νερό
να γουργουρίζει στο πλακόστρωτο

υγρά και μόνα τα συρματοπλέγματα
γύρω απ’ το λυμφατικό παρκάκι
υγρά και μόνα τα αρχαία αγάλματα
βαθιά μέσα στο χώμα
και το παιδί στη μπαλκονόπορτα
το τζάμι να θαμπώνει με το χνώτο του
και να το ζωγραφίζει με το δάχτυλο

νυχτώνει και θα ξημερώσει
στην πινακίδα απέναντι
του τέταρτου αστυνομικού που στάζει
στα παραπήγματα λίγο πιο πάνω
στα σκυθρωπά της μέγαρα τριγύρω
στα μάτια που περίμεναν και περιμένουν

νυχτώνει και θα ξημερώσει
με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας
θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα
θα φωτιστεί εκθαμβωτικά
θα εξωραϊστεί η πλατεία
θα μεγαλώσει το παιδί
θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει

και θα’ ναι ίδια εκείνη η Κυριακή
κι απέραντη στην ερημιά της η πλατεία

 

 

δεν είμαι μόνος

κάποιες στιγμές
κάποιες πολύχρωμες κλωστές
που αιωρούνται στο κενό
μες στην ομίχλη

μάτια γαλάζια
φωτεινά
μάτια γλυκά
κι όμως θλιμμένα, μακρινά
πηγές της μνήμης

ο ήχος μιας φωνής
φωνής από πολλές φωνές
και μουσική
καθώς προφέρει απαλά
το λάμδα στ’ όνομά μου

πέρα απ’ τον κόσμο
με καλούν
πέρα απ’ τον κόσμο
τις καλώ

κι είμαστε ένα
μέσα μου όπως πάντα ένα
εγώ και οι σκιές
οι αγαπημένες μου σκιές

δεν είμαι μόνος

 

 

δέος

είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

 

 

στα μαύρα σύνορα

βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση

φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα

από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω

 

 

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ (2010)

 

αφιέρωση

στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει

 

ερήμωσε απόψε η παραλία

ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

 

μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 

πυκνό βελούδινο σκοτάδι

στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού

την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι

παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως

 

τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

 

παλιές γραφές και θαύματα

πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου

έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα

 

πέρα απ’ τις λέξεις

πώς ονομάζει η γη τον ουρανό
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;

ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;

πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;

πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;

ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;

 

ένα ποίημα

ένα ποίημα
από παλιό σκοτάδι
από θολό πυκνό βυθό
που αναδύθηκε στο φως

ένα ποίημα
γυμνό
εμπρηστικό
κόκκινο επιφώνημα
της φλόγας ή της αστραπής

ένα ποίημα
μυστικό
εξωτικό
κι όμως απλό
κι όμως γλυκό
κι όμως απέραντα μαγευτικό

ένα ποίημα
που δεν γνωρίζει
το άρωμα
τη μουσική
το ίδιο τ’ όνομά του

ένα ποίημα
ένα τρέμουλο στα γόνατα
ή τα χείλη
που κρύβεται και φανερώνεται
και λάμπει

εσύ

 

εκρηκτικά το κόκκινο ενεδρεύει

η αμέλεια
είναι πιο επινοητική από την προμελέτη

ένα όνειρο
που διαφεύγει από τη λήθη
και ξεφτισμένο στο γαλάζιο υπερίπταται
έχει πιο αιχμηρές γωνιές
από κάθε αστικό τετράγωνο

οι υπνοβάτες
στο γκρίζο μάταια εκπαιδεύονται
η επιφάνεια στην άσφαλτο
στο ρυθμικό τους βήμα οι πεζοπόροι

στη λάμψη του σηματοδότη
στις χαραμάδες της παλάμης
εκρηκτικά πάντα το κόκκινο ενεδρεύει

 

αισιοδοξία

μια λάμψη
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού

ένα λουλούδι
πάνω στον τάφο του
ή ένα χαμόγελο
σε ραγισμένο πρόσωπο

ο έρωτας
μπροστά στον θάνατο

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ (2007)

 

γυμνή ν΄ακούγεται ακέραια η ψυχή

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή

 

πράσινα αινίγματα στο φως

αν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
και απαλή σκιά
στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
κι ακόμη αν ήταν
ήχος και λάμψη
πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
λέξεις κοινές
κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
στα δέντρα όπως τα φύλλα

θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
αινίγματα και μυστικά στο φως

 

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο του κόσμου

μην φύγεις
ξαναγύρισε
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο
φτερούγισμα σε παγωμένους δρόμους
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
όνειρο στην ψυχή του κόσμου

κι αν γίνω στάχτη μες στη φλόγα μου
ατμός πάνω από ξένη θάλασσα
χόρτο που ψιθυρίζει μυστικά στον άνεμο
χρώμα βαθύ όταν δακρύζει ο ουρανός

κι αν φύγεις
και ποτέ σου δεν ξαναγυρίσεις
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

 

το χαρούμενο ποίημα

έπεσε σαν νιφάδα από τον ουρανό
και στροβιλίστηκε στα μάτια των παιδιών

μα τι γυρεύει ένα ποίημα χαρούμενο
σ’ αυτόν τον λυπημένο κόσμο;
και τι γυρεύει ένας κόσμος λυπημένος
σ’ αυτό το χαρούμενο ποίημα;

τίποτα δεν γυρεύουν
δεν έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση

 

σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό

να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν’ ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ’ αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

 

ο μυστικός κήπος

κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
και το διπλό κρεβάτι τρίζει
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
γίνονται επιδερμίδα, χείλη
γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
με χώμα μυρωμένο, αφράτο
ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
εξερευνά κι ανακαλύπτει
με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
με αναστεναγμούς και βογκητά
ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

όλα τριγύρω είναι καθημερινά
κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο προαιώνιος κήπος
από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

 

κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

 

ραμφίζει μάταια την παγωνιά

μνήμη Τάσου Σταϊκόπουλου

χειμώνας
τ’ αστέρια ανελέητα μακρινά
οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν
ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα
κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι
που ραμφίζει μάταια την παγωνιά

στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος
θαμπώνουν οι φωνές
η άδεια καρέκλα στο τραπέζι
κι εμείς τριγύρω
θαμπώνει τ’ όνομά σου
κάτω η πόλη
όλα όσα ζήσαμε μαζί

παράξενα η μνήμη
θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια
μιαν άδεια Κυριακή

αντίο φίλε

 

το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο

παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο.
χωρίς ωραία ενδύματα
το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του
με τη λευκή σημαία της
η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται
στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει.
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο
ενώ και πάλι μυστικά
τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται

 

αιωνιότητα

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
τα δάκρυα μου στον ωκεανό
τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο
το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής.
όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
κι εσύ μια μέρα
σ’ άγνωστα μάτια θ’ αγαπήσεις
μεθυστικό κι ανώνυμο
το ίδιο προαιώνιο φως

ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας

πια δεν υπάρχει τόπος
πια δεν υπάρχει χρόνος
πια δεν υπάρχει φως.
για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα.
πως χάθηκαν τα ονόματα
πως έλιωσαν τα μάρμαρα
πως σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες.
τα δάκρυα
οι λέξεις
όλα τα χρώματα κι οι μουσικές
πως συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη.
και με μια κόκκινη έκρηξη
πως κάποτε ακούστηκε
και πάλι ανεξερεύνητος
ο μυστικός λόγος της ουτοπίας

 

ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ (2002)

 

ουτοπία

το ωμέγα ως ωκεανός ως χώμα και ως φως. ο
χρόνος ως αιώνιο δευτερόλεπτο, ο χώρος ως
μοναδικό σημείο. το ανερμήνευτο που κάποτε
εγκαθίδρυσε και τώρα ανατρέπει την τάξη αυτού του
κόσμου. εκείνο που όλους μας αξίζει το όνειρο που
είναι εγγεγραμμένο στα κύτταρά μας και στον
ουρανό

 

καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί

υπάρχει μέσα μου ένα φως. καμιά φορά σαν δέντρο
ή σαν πουλί ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως που όλα τα ξέρει κι όλα
τα αισθάνεται μοναχικό που ταξιδεύει απ’ την αρχή
του χρόνου που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται

 

ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται

νάμασταν, λέει τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο ένα λιβάδι μέσα
στην ομίχλη που ονειρεύεται. ή μήπως νάμασταν
εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο την
ώρα πού όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός. κι ύστερα,
λέει να φύτρωναν κόκκινα κατακόκκινα φτερά
στους ώμους μας στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος
χάρτης για τον ουρανό. να ταξιδέψουμε πέρα
απ’ τον πόνο και τον θάνατο. νάμασταν, λέει με
κόκκινα φτερά ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που
ονειρεύεται

 

η καταγωγή του ονείρου

παρασκευή μήνα νοέμβρη με το ζώδιο του σκορπιού,
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του
Ολύμπου, σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο
κι από τον Άδη ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός
μπροστά μου ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες
ποιος είσαι, είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε
και δάγκωνε με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος
ήρθε κουνώντας την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια.
άλλο δεν έχει από το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος,
κι είναι καιρός που η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα
το αψύ του βλέμμα) γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει.
σήκωσε το δεξί του χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή
τριγύρω.είσαι ψυχή κι η θέση σου είναι δίπλα μου,με τις ψυχές

 

βόλτα στις ράμπλας* τ’ ουρανού, 3

αργά χθες βράδυ ξαφνικά μες στην ομίχλη, είδα
στις ράμπλας τ’ ουρανού λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν. κι ένα αρχαίο φιλόλογο
και πάλι όρθιο να διδάσκει άγνωστα κείμενα σαν
υποσχέσεις ή αινίγματα. χαμογελούσε κι έγραφε,
στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου κι
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι είχαν ήδη
δραπετεύσει και ταξίδευαν. αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη
τη λέξη ελευθερία

* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις.
στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει
στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το
πλοίο Σάντα Μαρία

 

μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη

εκεί που πήγαινα βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου
στην Εγνατία ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά μέσα στα χρώματα
μπροστά μου η Έφη κι έγειρε να σκουπίσει με τα
μάτια της τη μελανιά απ’ το παλιό μου μπικ στο
μέτωπο. ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη
της κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ’ ουρανού είχε
σκαλώσει στα μαλλιά της. σφιχτά κρατώντας τα βιβλία
στο λευκό πουκάμισο η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα
δεκαοχτώ το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο τα ίδια
εκείνα μάτια μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν

 

ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο

μια έρημη σοφίτα μακρινή μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου. γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα ένα ποδήλατο με τρύπια
λάστιχα μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα. κι ένα
σωρό θαμπές φωτογραφίες απ’ τους αρχαίους
ενοίκους της. όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο.
μια έρημη σοφίτα μακρινή μια λέξη ανείπωτη είναι
η ψυχή μου ένα μοναχικό παράθυρο που κάποτε
φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού

 

κόκκινο όπως κόκκινο

κόκκινο χρώμα μυστικό όπως βαθιά στο μαύρο και
το μπλε. κόκκινο κόκκινο, μα όχι κόκκινο όπως αίμα,
ηφαίστειο, αστραπή κόκκινο όπως κόκκινο όπως τα
χρώματα που δεν γνωρίσαμε ποτέ ο ήχος που αναδύεται
από την πρώτη συλλαβή της ουτοπίας

 

αρχαία πυξίδα

μια αιωνιότητα μετά είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα
αστέρια στην άλλη άκρη τ’ ουρανού κι είναι
το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα που, μέσα απ’
τη μεγάλη σκοτεινιά αλάνθαστα μας κατευθύνει
στην πατρίδα απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται
στο χάος έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο, εκεί
όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται οι
μυστικές γραφές της ουτοπίας

 

έζησα

έζησα μια κόκκινη αχνή γραμμή μια λάμψη ίσως
ή φωνή μια ανάσα στο νερό έζησα σε δρόμους
καθημερινούς στον άνεμο και στη φωτιά στον ουρανό
έζησα για το δικό σου άγγιγμα κι ένα χαμόγελο
παιδιού στον κόσμο αυτό του φόνου. έζησα
και είμαι ακόμη εδώ μια κόκκινη αχνή γραμμή,
μια λάμψη ίσως ή φωνή μια ανάσα στο νερό

 

ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ   (1999)

 

μαθητεία, 2

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο τις πέντε αισθήσεις
μου και την ψυχή μου και έγινα δεκτός στην πρώτη
τάξη του σύμπαντος σχολείου της αγάπης τα τραύ-
ματά μου γράφοντας σαν όνομα στο εξώφυλλο της
καθημερινής ζωής. είναι καλός για άνθρωπος λένε
οι δάσκαλοι μου με τον τρόπο τους, μια φλαμουριά
που αγγίζει το μπαλκόνι μου, ένα γατί που περπατάει
νωχελικά στον ήλιο, θα μάθει γρήγορα, όσα μπορεί
να μάθει. κι εγώ επιμένω αφού δεν έχω πού αλλού
να πάω, μερόνυχτα εγκύπτω και λέω πως συνεχίζω
τις σπουδές μου, σ’ αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο
σχολείο, απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά και κάτω απ’ τις
κραυγές των γλάρων το ωδείο στο πάρκο της
Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα κοιτάζοντας προς
τη μεριά της θάλασσας. κάποτε φάνηκες κι όσο πλησίαζες
ήσουν εσύ κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ και μέσα στην
ομίχλη μου χαμογελούσες. στις μύτες στάθηκες
να με φιλήσεις κι ύστερα έφυγες κι όσο, χρόνο το
χρόνο, στο βάθος σβήνεις τόσο πιο καθαρά λάμπεις
στα μάτια μου. μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ, κάπου έξι μήνες πιο
μικρή από μένα πηγαίνεις στο παλιό ωδείο σε λεν
Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

 

το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί, άστραφτε το
βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο από τη μια ο μεγάλος
μου αδερφός αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσι του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσά μας η μικρή το πρόσωπο
της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της. και η
μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω μια φράση εδώ σαν
χάδι ένα μάλωμα εκεί οι λέξεις πινελιές απ’ το χαμόγελο
της. σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

 

γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας
στιγμής στα μάτια σου γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο
γαλάζιο που με γέννησε με φώτιζε και με σκοτείνιαζε
που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε έμεινα μόνος
με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου
μητέρα

 

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα με κάτι
από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου στην κίνηση σου
κάτι από γατάκι ή τίγρη στο φόρεμά σου κάτι από το
φως σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω ξέρω όταν χαμογελάς
κάθε ρυτίδα σου κι όταν σωπαίνεις ξέρω το σκοτεινό
βελούδο των ματιών σου σε νιώθω τώρα μέσα
μου να αναδύεσαι γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο
μυστικό είσαι ο αρχικός μου κωδικός ψυχή αιώνια
παρούσα και απρόσιτη

 

Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο μόνος στον
κόσμο ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

 

εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι

μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της ανατολής ζούσε
ένα ήλιος μόνος. σχεδόν παράνομος με την πυρακτωμένη
του καρδιά προορισμένος ν’ ανατέλλει να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό και να τα βλέπει
όλα είπε η γιαγιά του κόσμου γι’ ακόμη μια φορά
θλιμμένη εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα αυτό το
παραμύθι, ώρα να πάτε για ύπνο ε, όπως πάντα ο ήλιος
έζησε καλά κι εμείς βεβαίως καλύτερα

 

έζησα χρόνια και δεν έμαθα

έζησα χρόνια, διάβασα, ταξίδεψα, όμως ποτέ δεν
έμαθα ποιος είμαι, τι είναι αυτός ο δρόμος και πού
βγάζει. ίσως τα μάτια μου να θάμπωσαν ίχνη ζωής
κρυσταλλωμένα στις σελίδες, κάτω απ’ το φως όσα
κοιτούσα και δεν έβλεπα, εκείνοι που πολύ αγάπησα,
ανίδεοι σαν εμένα, έζησα χρόνια και δεν πήρα απάντηση
γιαυτό που αστράφτει μέσα μου, αυτό που μούδωσε
πνοή και με σκοτώνει, έζησα χρόνια και δεν έμαθα

 

βραχνά μες στην ομίχλη

λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια, για μας
τέλειωσε πια το παιχνίδι και χάσαμε, όπως ήταν φυσικό
τα πάντα, ήδη χαράζει και οι σειρήνες μάς καλούν
για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία πάνω απ’ τους
γλάρους και τα πλοία έξω απ’ το γκρίζο φράγμα του
κυματοθραύστη βραχνά οι σειρήνες μας καλούν μες
στην ομίχλη

 

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν μια στάλα κόκκινο στο απέραντο
του μπλε ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω με το δικό
μου όνομα γράφω για τον δικό σας πόνο, που ούτε
δικός μου είναι ούτε δικός σας δεν είμαι εγώ λοιπόν
που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί
εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι και που ποτέ δεν γνώρισα

 

ΧΩΜΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1998)

 

ένα ποτάμι στοιχειωμένο

ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου από
προγόνους και μνήμες σκοτεινές λάμψεις της αστραπής
που σχηματίζουν λέξεις ταξίδια μυστικά σε χώρες
που ποτέ δεν γνώρισα. ένα ποτάμι στοιχειωμένο
είναι το αίμα μου, μια μουσική, ένα μελλοντικό
καράβι, πλησίστιο που περιπλανιέται σε κατακόμβες
φωτεινές του γαλαξία

 

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους,
φορώντας τις μαγικές τους μπότες, βυθισμένοι
σε αχνά χαμόγελα και φως, κάθε πρωί εισπλέουν στο
νηπιαγωγείο της γειτονιάς οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ουρανού μας δείχνουν τον θεό
που δεν πιστέψαμε, σκορπίζουν στον αέρα
θαύματα που δεν αξίζουμε, με μιαν ανάσα τους
στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

 

το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα

την ώρα που ένιωθα ασφαλής στην πέτρινη σιγή του
κόσμου, άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το
απομεσήμερο και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου
που ενεδρεύει την ώρα που ένιωθα ασφαλής
με ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα κι είδα
μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη.

 

σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά σαν να κρατάτε με τα
χείλη μιαν αχτίδα φως και σταθερά σαν μια μπουκιά
ψωμί στα δόντια, ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν
στην ερημιά για λίγο σ’ άγριες γειτονιές κι εκεί
που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα προφέρετε
τις λέξεις απαλά με τα δικά τους σχήματα,
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες, σαν να κρατάτε
με τα χείλη μιαν αχτίδα φως ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα.

 

ύπαρξη

ο θεατής είναι θεατής, το μάτι από την όχθη που
παρατηρεί ξέρει νερά, κλαριά και χώματα, δεν ξέρει
το ποτάμι, το μάτι από την όχθη που παρατηρεί δεν
είναι το ποτάμι, από το άγνωστο στο άγνωστο
προορισμένος είναι ο άγνωστος να κατευθύνεται, στη
χώρα που δεν έχει μονοπάτι, έως ότου το μάτι κάποτε
γίνει νερό, κλαριά και χώματα, και στρόβιλος για το
βυθό, ακούσια, μυστικά και αναπόφευκτα, έως ότου
γίνει κάποτε ποτάμι ο θεατής

 

κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου ή επίκληση

σε γνώρισα πριν ανακαλυφθούν οι λέξεις, κι ήσουν
όσα με λέξεις δεν εκφράζονται, κάτι όπως λάμψη,
χάδι, κασταλία πηγή, κάτι όπως έκρηξη ηφαιστείου
ή επίκληση, σε γνώρισα αργότερα με ονόματα, κάτι
όπως Ρόζα, Κάθυ, Αϊλάτι Αζμάγα, Σοφία του
παρόντος χρόνου, όμως εσύ δεν ήσουν τα ονόματα,
χιλιάδες χρόνια τώρα προσπαθώ να γράψω αυτό που
με τις λέξεις χάνεται, στο φως που κρύβεται, στους
ήχους που σωπαίνει

 

μια φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου

τα φύλλα από το τίποτα όταν πρασινίζουν, ένα γέλιο
που αστράφτει ξαφνικά σαν παρουσία, εκείνη η
παλιά φωτογραφία που ξεθώριασε, να μας θυμάσαι,
κάποιο αποτύπωμα αχνό στη δεξιά σελίδα, μια
φράση καθημερινή με τ’ όνομά σου, ένα κόκκινο
μπαλόνι που ξεφεύγει και υψώνεται, να μας θυμάσαι,
στους τοίχους μάταιες οι επικλήσεις κι οι δρόμοι που
οδηγούν, που τέμνονται, με τις σκιές, τα δέντρα
τους, τα τραπεζάκια στη γωνία, στο χώμα οι δρόμοι,
στη φωτιά, στον ουρανό, να μας θυμάσαι.

 

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 2

σε είδα μεσημέρι στ’ όνειρό μου, μέσα στην άχνα από
το βάθος της πλατείας, να ξεπροβάλεις με το σκε-
φτικό σου βήμα, στα δάχτυλά σου αβέβαια κρατώ-
ντας τα παιδικά μου χρόνια, κι ήταν το μέτωπό σου
μια σταγόνα φως, κι από τις άκρες των χειλιών σου
το χάδι σου με τύλιξε, όπως σ’ εκείνη την παλιά
φωτογραφία που χαμογελούσε, με θλίψη μακρινή και
ανεπαίσθητη, ένας μακρόσυρτος σκοπός της Ιωνίας
για όσα χάθηκαν και μας ορίζουν αμετάκλητα,
πατέρα

 

μια ανάσα από την απουσία τους

αν θα μπορούσες να με συγχωρήσεις για όσα είναι
αδύνατον πια να διορθώσω, για κείνους που άφησα
να φύγουν μέσα στη νύχτα και τους καλώ με δάκρυα
να μ’ αξιώσουν λίγα λεπτά από τον θάνατό τους, μια
ανάσα από την απουσία τους, ένα μονάχα κύμα από
το ωκεάνιο ταξίδι τους, για να σωριάσω όλα μου τα
υπάρχοντα στα πόδια τους, να στρώσω τη ζωή μου
και τις λέξεις μου κιλίμι να πατήσουν, να οδηγηθώ
από ένα ξέφτι φως στα σφραγισμένα μάτια τους

 

ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα

ποιος σκηνοθέτησε αυτή την αποτρόπαια κωμωδία,
ποιος είναι πρωταγωνιστής και υποβολέας, ποιος
χρονομέτρης, που παρακολουθεί με παγωμένα μάτια
τις λέξεις μας να εξοστρακίζονται στους τοίχους,
ποιος σκόρπισε τον πόνο και τα θαύματα και κρύβεται
μέσα στο φως, από το τίποτα ποιος είναι ο ξένος
που ζητάει πίσω την ψυχή μου

 

ex nihilo

από το τίποτα αναδύεται το φως και στον πυρήνα
εγγράφεται του κόσμου ο απρόσιτος εκείνος κωδικός
τις διαστάσεις που εμπεριέχει του χωροχρόνου, σαν
ιχνογράφημα με συμπαθητική μελάνη, από το
τίποτα συντίθεται και πάλι η γειτονιά, μεθυστικό
φουντώνει το αγιόκλημα στους τοίχους, το ακέραιο
χώμα διαρρηγνύει την άσφαλτο και εμφανίζονται
αυλές και σπίτια, το βήμα σου ακούγεται στις σκάλες
αδιάψευστο, πατέρα, και αχνοφέγγει το χαμόγελό
σου ενώ μας καταυγάζουν οι απίστευτοι, μητέρα,
γαλαζοπράσινοι φεγγίτες των ματιών σου. όλα
και πάλι από το τίποτα αρχίζουν σαν να μην είχανε
ποτέ τελειώσει, σαν νάταν πάντοτε αριστοτεχνικά
κρυμμένα μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μας

 

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι
εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει το ύψιλον
στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη
στο αύριο το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας.
όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο.

 

ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ (1997)

 

I  ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

 

ο κηπουρός των άστρων

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
και τα ραντίζει με σταγόνες φως

στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
το τελικό σίγμα της άνοιξης
όταν προφέρει ο χρόνος

με σκόρπιες πινελιές
στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
κίτρινα χρώματα φούξια και μωβ
το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

εξόριστος
απ’ όλους τους περιφραγμένους κήπους
ο πρεσβευτής του εγγύτατα, απρόσιτου
στη γη προσφέρει όνειρο
τον ουρανό

 

οι γειτονιές του παρελθόντος χρόνου

απόμεινε
ένα γυμνό παράθυρο
οικείο σαν αίνιγμα
που η λύση του ανεξήγητα σου διαφεύγει
μια σιδεριά σε μισογκρεμισμένο τοίχο
ένα τραπέζι
με αποτυπώματα φωνής και χνώτου
κι ο άνεμος που υπενθυμίζει την αγάπη
αχνά στις συλλαβές των ονομάτων τους

απόμεινε
ο αφρός στην κορυφή του κύματος
που σαν λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται
μια μουσική
που ανεπαίσθητα στο αίμα σου εισβάλλει
και παραμένει μακρινή
όσο κι αν ανιχνεύεις την πηγή της

απόμεινε
προσωρινά αόρατο ένα χαμόγελο
από τις γειτονιές του παρελθόντος χρόνου
που ξαφνικά θα φωτιστεί μες στο σκοτάδι
σαν μια απόδειξη ζωής που δεν τελειώνει

 

Άφυτος, 2

είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

 

τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

πρώτα με τον Απρίλη και την άνοιξη
με μεσογειακά νησιά
με μέρες στρογγυλές σαν το παλιό ψωμί
απρόσκλητο
το συνεργείο του χρόνου
μεθοδικά ερείπωσε το πρόσωπό της
μην παραλείποντας και το ωραίο κορμί
τα άλλοτε όρθια στήθη

θροΐζοντας και τρεμοπαίζοντας
έτσι έσβησε το πρωινό χαμόγελό της

στις γκρίζες λόχμες των ματιών
η εξαίσια λάμψη εκείνη
άοπλη τώρα κρύβεται
σαν τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

 

οι μυστικές πηγές του κόσμου

με ένα ααα μακρόσυρτο
εκπέμπεται το δέος της αγάπης
από το χάος
ως την καρδιά του κεραυνού

με ένα εεε μακρόσυρτο
αναθρώσκει η καθολική οδύνη
από την άβυσσο των πόλεων
ως την αρχέγονη έρημο της νύχτας

με ένα ωωω μακρόσυρτο
εγγράφεται η απαλή καμπύλη
στο βλέμμα ενός παιδιού
συντίθεται η ωκεάνια αγωνία του τέλους

ααα εεε ωωω
προφέρουν έκθαμβοι οι πρωτόγονοι
αγγίζοντας τις παρυφές της μουσικής
διακρίνοντας ένα μοναδικό φωτόνιο
στις μυστικές πηγές του κόσμου

 

II ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΑΘΩΟΣ

 

ουτοπία αναρχικού λούστρου

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

 

 

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1

αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

 

Αυτοβιογραφία, 1

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
της γράφω παραμύθια
της ψιθυρίζω ποιήματα
και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια
λες κι είναι ένα μικρό παιδί
ζεστό καφτό
και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

λες κι είναι το δικό μου το παιδί
λες κι είναι όλα τα παιδιά του κόσμου
που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό
όπως το βότσαλο όταν αστράφτει
με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά
και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ
και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή
και κλαίω

 

επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

υστεροφημία

από τις λέξεις μου να απομείνει
ό,τι ακριβώς θα απομείνει κι από μένα

με τα δικά του γράμματα
το χώμα θα προφέρει την ανυπαρξία
στο εγώ μου δίνοντας ακριβοδίκαια
τις ρεαλιστικές του διαστάσεις

από ψυχή όμως και τίποτα
θ’ αναδυθεί κάποτε εκθαμβωτικός στο χάος
ένας καινούριος γαλαξίας

 

απλά λόγια, 2

όπως το αθέατο είναι η μήτρα του ορατού
αυτά που λέμε σήμερα
είναι πράγματα απλά
που αύριο θα είναι αυτονόητα
χωρίς η λάμψη τους να θαμπώνει
χωρίς να χάνεται η μουσική
χωρίς στο αυτονόητο να διαλύεται
η μαγεία των καθημερινών θαυμάτων

στη διάλεκτο του σήμερα
λέμε το πάντα
στη γλώσσα μιας μικρής πατρίδας
προφέρουμε το όνομα της οικουμένης
προσθέτουμε τη δική μας οδύνη
στον μέγιστο ωκεανό των δακρύων

γιατί στ’ αλήθεια είναι πράγματα απλά
όπως κάθε άνθρωπος στην ερημιά του
που ακόμα ονειρεύεται το φως

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΑΛΦΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ  (1994)

 

πατρίδα, 2

σαν άγρια σκυλιά
σαν παγωμένος άνεμος
αν κάποτε μέρες τυφλές
ουρλιάζουν στο κατώφλι σου
κρατήσου από το μέσα σου

ποιές λέξεις έγραφε
το βλέμμα μου θυμήσου
πώς φώτιζαν και πώς τριζοβολούσαν
στο σπίτι μας τα ξύλα
γιατί ήταν ανοιχτή
και απροσπέλαστη η πόρτα μας

κόκκινες και γαλάζιες
ψηφίδες αποσπώ για σένα από τον ουρανό
με νύχια και με δόντια αθέατη
σου χτίζω μια μελλοντική πατρίδα

 

αγάπη θάνατος

το διπλό άλφα της αγάπης
εμπεριέχεται στις συλλαβές του θανάτου
που δίνουν μιαν υπόσχεση αρχής
σε κάποιο ανεξιχνίαστο μέλλον

όταν λοιπόν τα πάντα ενοποιούνται
μήπως ταυτίζεται και η αγάπη με τον θάνατο;

καθώς στρέφεται η ύπαρξη στην πηγή της
όπως ο νους του ξενιτεμένου στην πατρίδα
μήπως οι λέξεις διαστέλλονται
και χάνουν το ιδιαίτερο νόημά τους
αγγίζοντας το μικρό δαχτυλάκι του θεού;

θάνατος είναι η μύτη μιας καρφίτσας
που σκάζει το παιδικό μπαλόνι της ζωής
και μέσα από το επιφανειακό σκότος
προσδίδει στην αγάπη μιαν ανυπέρβλητη λαμπρότητα

 

το διπλό άλφα της αγάπης

κάποτε μέσα απ’ το χώμα εκρήγνυται
σαν ρόδι σκορπίζει στον ουρανό

μέσα στο θριαμβικό ωμέγα της ζωής
ελλοχεύει το διπλό άλφα της αγάπης
για να ολοκληρώσει τους κύκλους του
να αναιρέσει την ήττα που ακολουθεί
να σημάνει την αρχή μετά το τέλος της
να προσθέσει φως στην ύπαρξή της

το διπλό άλφα της αγάπης
που κάποτε υπερβαίνει τον θάνατο
αγγίζει τ’ άστρα
πέφτει χλιαρή βροχή στην πατρώα γη

 

αιώνια λάμψη του προσωρινού

με χαίτη φεγγαροσυρμή
βλέμμα της γης στον ουρανό
αχ καθαρόαιμο φαρί
αχ άνοιξη
μήνυμα του θνητού στο ακαταμέτρητο
σιγά σιγά πώς γλύστρησες στη φρονιμάδα
στον παγωμένο βάλτο της
αιώνια λάμψη του προσωρινού
πώς έσπασες τα φτερωτά σου πόδια

 

έλεος της νύχτας

εξαϋλώνοντας το υπαρκτό των αισθήσεων
προσφέρει το δικό της υπέρτατο έλεος

η νύχτα επουλώνει κάθε πληγή
σβήνει απαλά κάθε μνήμη
μέσα στην παγκόσμια συνείδηση

στο άφθαρτο βελούδο της
η ψυχή αιωρείται σαν πούπουλο
υπερβαίνει την ανθρώπινη αγάπη
και ταξιδεύει στους μυστικούς δρόμους του γαλαξία
με μιαν εκθαμβωτική ακεραιότητα

 

νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

από το γκρι
ως το βαθύ γαλάζιο ή το πορφυρό
μεσολαβεί ένα βλέμμα
μια υποψία κυματισμού
όπως από το χάραμα ή την έρημο
στον ουρανό

είναι στα μάτια σου το λα
ο πυρωμένος ρα στο μέτωπό σου
νότα της θάλασσας φως τ’ ουρανού

η κάθε σου επάνοδος δεν αποκλείει
τη διαρκή σου παρουσία
η κάθε μου αναζήτηση σημαίνει
πως ήδη ανθίζεις μέσα μου

κίνηση ανεπαίσθητη του χώρου
παιχνίδι ανεξιχνίαστο του χρόνου
μάταιη απόπειρα να διακρίνεις
το οπτικό σου νεύρο

 

λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ’ αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης

μέσα στο κάθε κύτταρό μου
ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία
έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει
ο καθημερινός τριγύρω θάνατος

πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου

ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

 

ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ  (1991)

 

ξένες χώρες

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

 

κατάδυση

περιπλανήθηκα σε σκοτεινούς θαλάμους
βγήκα σε δάση σιωπηλά με αιωνόβια δέντρα
ν’ ανακαλύψω παιδικές ηδονικές κρυψώνες
λιβάδι κεντημένο πάπλωμα με παπαρούνες
κείνο τον άνεμο γαλάζιο από τα μακρινά βουνά

και μόνος έμεινα στην ξένη αγαπημένη χώρα
που μέσα μου απλώνεται για πάντα ανεξερεύνητη

αν με τα δάκρυα μπορούσα
την απαγορευμένη είσοδο να προσπελάσω
τη μυρωμένη σάρκα της ν’ αγγίξω μια φορά
και με τα μάτια κάρβουνα να δω

 

μοναξιά

έρημος είναι μια θάλασσα χωρίς νερό
θάλασσα είναι μια έρημος χωρίς άμμο
μια έρημος και μια θάλασσα συνθέτουν τον ουρανό
ένα θε κι ένα ου
όπου καταποντίζεται πλησίστια η ψυχή μου

 

αχ

το ανέκφραστο μέσα στις λέξεις
η φωτιά στη ρίζα του καπνού
το άγγιγμα φυλακισμένο στην καρδιά του γρανίτη

χώρες που ποτέ δεν ταξιδέψαμε
χαρές που ποτέ δεν γνωρίσαμε
ένα χαμόγελο σε σφραγισμένα χείλη

πάνω στο πέτρινο ημερολόγιο
η σμίλη και το σφυρί σπασμένο

 

παραμύθι

θα σου υφάνω ένα πολύχρωμο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα ατέλειωτο παραμύθι
η ζεστή φωνή στα άπληστα μάτια
ή ακόμη καλύτερα
θα σου υφάνω ένα ατέλειωτο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα πολύχρωμο παραμύθι
η άπληστη φωνή στα ζεστά μάτια

μα πάνω απ’ όλα
ένα μαγικό χαλί
ένα μαγικό παραμύθι
με μαγεμένη φωνή
στα μαγεμένα μάτια

ιχνηλατώντας το φως

σε μυστικά κλαδιά των άστρων
θ’ αναζητήσω ξέφτια από το φόρεμά σου
ιχνηλατώντας σκοτεινά μονοπάτια
με τα τυφλά μου μάτια θα τρυπήσω
τον μελανό πολτό της μοναξιάς

μια αιωνιότητα ανυπαρξίας
βυθισμένος στ’ απόνερα ενός πλοίου
πούχει πια χαθεί στον ορίζοντα
βυθισμένος στην τροχιά ενός άστρου
πούχει ήδη συρρικνωθεί στον αρχικό του πυρήνα

απρόσιτος μέσα στο μέσα μου
απρόσιτος στο πρώτο μου κύτταρο
απρόσιτος στη μελλοντική μου έκρηξη
απρόσιτος αναδύομαι και αγγίζω
την τελική διάσταση του χρόνου

υποθαλάσσια σήμαντρα
μετουράνιοι διάττοντες
ένας αστραφτερός ψίθυρος στις παρυφές της σιγής
φωτεινό προοιωνίζεται το φως

 

τα δέντρα

εξόριστα παιδιά τ’ ουρανού
για την απόλυτη αθωότητά τους
χωρίς πίκρα κατάντικρυ στο γαλάζιο
ανοίγουν μεγάλα πράσινα μάτια
κι άλλες φορές κίτρινα ή κόκκινα
χορδές της μουσικής και της μοναξιάς τους

τα δέντρα υμνούν το φως
ανάβοντας σιωπηλά το κάθε τους φύλλο
ψιθυρίζοντας ένα παιδικό τραγούδι
αγγίζοντας τη φουντωτή ουρά του ανέμου
φιλοξενώντας πουλιά κι αστέρια
έτσι μιλώντας για το απρόσιτο

τα δέντρα
ένα ουράνιο τόξο που φύτρωσε στη γη
φωτίζουν γαλήνια την αιωνιότητα
για τον άνθρωπο

 

καταγωγή

τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει

 

ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου

μου λείπει η άνοιξη
η άνοιξη μετά βαρύ χειμώνα
που πλημμυρίζει τον αέρα φτερουγίσματα
το φως μου λείπει
απ’ τα γαλάζια μάτια σου
τις επτασφράγιστες τώρα μητέρα
πύλες του κόσμου

μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη
αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες

τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον που θάλεγες πώς είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου

 

άλφα στερητικό

μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα
δεν ενδίδουν όμως ποτέ
ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυά μας
απρόσιτοι
όπως ο μυστικός κρουνός
που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο

οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη

 

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν

στις άδειες κόγχες θ’ ανατείλουν
και θ’ αστραποβολήσουν κάποτε
σαν ήλιοι τα μάτια των νεκρών μας
το πετρωμένο τελευταίο δάκρυ τους
θα λιώσει

πλατύφυλλο το φως θα δώσει τέλος
στον ισοθάνατο εκπατρισμό τους
και θα γυρίσουμε όλοι αγκαλιασμένοι
από τον ξένο πάνω και τον ξένο κάτω κόσμο
στην κεντρική πλατεία της πατρίδας

ο μόνος που θα κλάψει τότε
θα είναι εκείνος που ονομάσαμε θεό
πρώτη φορά το πρόσωπό του φανερώνοντας
πάνω απ’ τις ψάθινες καρέκλες
ν’ ανθίσουν τα μπαλκόνια και τα σύννεφα
να σπάσουν στα σοκάκια οι στάμνες
να πλημμυρίσει ο χώρος μουσική

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν κάποτε
τα ωραία μάτια των νεκρών μας
θεός και άνθρωποι θα εξισωθούν στο φως

 

Ο ΠΛΟΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ  (1986)

 

ο πλοηγός του απείρου, 1

είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του
καθώς σιωπηλός μας οδηγεί
πέρα από τις γνωστές θάλασσες
πλοηγός του απείρου
με πρόσωπο σκοτεινό

έχουν πολλά να εξερευνήσουν
τα τυφλά μας μάτια
τα μυστικά της άλλης όχθης
τι κρύβεται πέρα από την αγάπη
πώς από μαύρο πυρήνα
εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως

ο δικός του ουρανός
είναι μια έρημος με υπόγεια νερά
ένας ανεξερεύνητος γαλαξίας
όπου καίγονται οι ψυχές σαν άστρα

 

ο πλοηγός του απείρου, 2

το ένα χέρι αγγίζει τις πληγές
ενώ το άλλο ανιχνεύει το άπειρο
ενέργεια που μετατρέπεται σε λέξεις
λέξεις που μεγαλώνουν σαν τρυφερά βλαστάρια
και κάποτε σφυρηλατούν ένα μεγάλο άνεμο
που μόνο εκείνος καθορίζει
ανεξιχνίαστο το φάσμα της σποράς

αιώνες τώρα
στην τέφρα υφαίνεται το φως
ψηφίδες πόνου συνθέτουν το χαμόγελο
η άνοιξη κυοφορείται στη μήτρα του χειμώνα

 

ο πλοηγός του απείρου, 3

οι ποιητές είναι το πιο ψηλό κατάρτι
ο κόσμος φως
κι εσείς περήφανοι σαν ποιητές

οι ποιητές είναι τα φωτεινά αστέρια
κι εσείς ο απέραντός τους γαλαξίας

οι ποιητές είναι τα κόκκινα αιμοσφαίρια
κι εσείς οι φλέβες της οικουμένης

οι ποιητές είναι η μάνα γη
κι εσείς ο μυστικός τους σπόρος

οι ποιητές είναι παιδιά
ο κόσμος φως
κι εσείς αθώοι σαν ποιητές

 

ο πλοηγός του απείρου, 4

ξυπόλητος βαδίζοντας στην έρημο
καπνίζω το χαρμάνι γης κι ουρανού
η καύτρα από τα μάτια μου
τρυπάει την αιώνια σκοτεινιά
και λάμπει σαν αστέρι

δουλεύω μεροκάματο στις σκαλωσιές του απείρου
μέσα στο αίμα των αθώων
και τα σκατά των δολοφόνων
ένα παραμυθένιο κόσμο χτίζω της φαντασίας μου

μιλάω με τη φωνή της αρμονίας του χάους
στα σπλάχνα της αβύσσου δίνω ζωή
δίνω φωτιά και δίψα
προσφέρω την ψυχή μου σαν ποτάμι
μαύρο ψωμί για τους σκληρούς καιρούς

 

μυστικοί δρόμοι, 1

ταιριάστε μόνοι σας τις λέξεις
όπως τα αινιγματικά κομμάτια
που ένα ένα σχηματίζουν
την τελικά ωραία εικόνα
εγώ σας δίνω τη δική μου εκδοχή

 

μυστικοί δρόμοι, 2

αν πω γλυκό
αν πω γελούν
αν πω συντρόφισσά μου
μήπως κανείς θα καταλάβει
πόσο γλυκό είναι το χαμόγελο
πόσο γελούν τα μάτια σου
πόσο ζεστό είναι το χέρι σου
που με κρατάει σφιχτά

μέσα από χίλιες λέξεις καθημερινές
διαβαίνει το ακαταμέτρητο

 

μυστικοί δρόμοι, 3

ο πελαργός ταϊζει τα μικρά του
με ψήγματα ουρανού
είναι η στιγμή που τα φτερά
κρατάει στη στέγη διπλωμένα
ή μήπως όχι
το ένα πόδι υψώνοντας
και το λευκό κηρύκειο του λαιμού

 

γράμμα

στην Ισιδώρα

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;

 

ο εσωτερικός εχθρός

σε μυστικά κυκλώματα του εγκεφάλου
και σε άγνωστες διαστάσεις των κυττάρων
ελλοχεύει ο θανάσιμος αντίπαλος
ένας καταχθόνιος συνωμότης
που απεργάζεται την καταστροφή μας
με αξιοθαύμαστη υπομονή

να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς
και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας

 

μοίρα αγαθή

στην Ισιδώρα

αν είσαι πράσινο φύλλο
σ’ έρημο καπνομάγαζο
κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
όταν σε έσχατη απόγνωση
γυρεύεις τις πηγές σου
θυμήσου πως στην κωμόπολη σουγκ-λι της κίνας
υπάρχω εγώ
περίτεχνο ψηφιδωτό και φως
προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

 

κασταλία πηγή

γαλάζιο σύννεφο
μικρό πουλί
δώρο της τύχης και της άνοιξης
σαν ινδιάνος ονομάζω το παιδί μου

ζεστή φωτιά
αρκούδας γούνα απαλή
ανθισμένο καλύβι σ’ ένα κόσμο ερημιάς
σαν εσκιμώος ονομάζω το παιδί μου

πρωινή δροσιά του χόρτου
φτερουγίζει στο μέτωπό του
η ανάσα του σαν κόκκινο μπαλόνι
υψώνει επίκληση στον ουρανό
με δέος η απεραντοσύνη
αγγίζει τα δυο του χρόνια

κι εγώ ισοβίτης από τοίχο σε τοίχο
τα βήματά μου που μετρούσα
λούζομαι τώρα στις μυστικές του λέξεις
με τα νύχια στην πέτρα ζωγραφίζω το φως

 

ειρήνη

λέξη αγαπημένη σαν το μονάκριβο παιδί
που λούζεται στον ύπνο του
εξαίσια λάμψη σαν ασημένιο νόμισμα
στο πήλινο δοχείο της ανθρωπότητας

λέξη στο χρώμα της ελπίδας
ντυμένη τα φύλλα της ελιάς
θηλυκή σαν την πικροδάφνη
ζωτική σαν το ψωμί
τρυφερό δώρο σε παλάμες αθώων
κι όμως χτισμένη με αίμα

ειρήνη
πολύτιμη λέξη ελληνική
πάνω στη γη των ανθρώπων

 

ο κατάδικος της ανατολικής συνοικίας

παράθυρα στις διαστάσεις του ορίζοντα
στο χρώμα της γαρδένιας το μπαλκόνι
και του βασιλικού
σπίτι ζεστό όπως η αγκαλιά που σφίγγει ένα παιδί
όταν ξυπνάει τη νύχτα τρομαγμένο
σπίτι στο στόχαστρο των δέκα μεγατόνων

πίσω απ’ το φάσμα του ήλιου και των λουλουδιών
η φοβερή παραμονεύει εκατόμβη των αθώων

μια πασχαλίτσα κόκκινη με βούλες
κάπου ανάμεσα στο πρώτο φως και το στερνό σκοτάδι
είναι η καρδιά μου
που ανθίζει και ματώνει και μαραίνεται
σαν ρόδι που σκορπίζει στα παιδιά της γειτονιάς
και ξέρει την αλήθεια

προδότες, δολοφόνοι και παράφρονες
νομοθετούν τη μοίρα μας

 

επίλογος

έστω λοιπόν
όταν στεγνώσει το ποτάμι
όταν στερέψει η μνήμη
αίμα, δάκρυ κι ιδρώτα
ας είναι η αθωότητα το τελευταίο ψήγμα
στης φύσης που απομένει την τραχειά παλάμη

έστω λοιπόν
η έσχατη αυτή γαλήνη
τα πρόσωπα ας κρυσταλλώσει των πεθαμένων
για να βλαστήσουν στα τυφλά τους μάτια
κίτρινες πεταλούδες
φωνές παιδιών
μια στήλη ίσως καπνού που χαιρετίζει
τον γυρισμό από ατέλειωτο σκοτάδι

έστω λοιπόν
αν είναι η νύχτα να σφραγίσει αυτόν τον κύκλο
κάτω απ’ τις ρημαγμένες πέτρες
ας μπουμπουκιάσει ένα καινούριο φως

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ  (1982)

 

αγωνία θωρακοφόρου

οφείλω να σε προειδοποιήσω
οι στίχοι αυτοί σκοπεύουν ίσια στην καρδιά σου

με δάχτυλα γυμνά μην τους αγγίζεις
μέσα από καπνισμένο τζάμι
να φτάνει εδώ η ματιά σου
ύψωσε φράγματα κι αγκαθωτά συρματοπλέγματα
άκοπες άφησε τις τελευταίες σελίδες
Θανάσιμο τον κίνδυνο όταν αντιληφθείς
φρόντισε να μη με πιστέψεις
άσε με μόνο
μείνε μόνος

εγώ που γνώρισα το βάθος της αβύσσου
μπορώ να καταλάβω τη δική σου οδύνη

 

ποίηση 1982

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις σκληρές και μεγάλες
μυτερές σαν καρφιά
λέξεις όπως το ξεραμένο πύο
μαύρες όπως τα φλέματα
που βγάζουνε κάθε πρωί τα σωθικά μας
οι καπνοδόχες των εργοστασίων
τα τραίνα που αναπόδραστα ακολουθούν τις ράγες
κόκκινες λέξεις
όπως ο ήλιος ο μοναδικός
και το λουλούδι που σπαραχτικά ανθίζει
σε στεγνό και κατάμαυρο χώμα

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις γυμνές
λέξεις γεμάτες τραύματα
συστατικά στοιχεία, αναγραμματισμοί
και μόρια της ίδιας αγωνίας

οι δικές μας οι λέξεις
προκηρύξεις κι αφίσες του τοίχου
φωτισμένα παράθυρα στο σκοτάδι της νύχτας
που αφυπνίζουν την πόλη
όταν κλείνει με πείσμα τα μάτια
στη γραφή του θανάτου

αυτές οι τελευταίες λέξεις
πριν κάθε εκτέλεση
πριν κάθε μεταμφίεση του καθημερινού θανάτου
τα δικά σου είναι δάχτυλα που γνωρίζουν το χάδι
είναι λέξεις κραυγές
οιμωγές και ελπίδες
που δοξάζουν το φως
που μετράνε με δέος το μπόι τους
και δεν τρέμουν

ίσως κάποτε τα δικά μας παιδιά
να μιλήσουν με άλλη φωνή
να βαδίσουν με ξένοιαστο βήμα
πάνω στις νότες της δικής μας μουσικής
και στους κυβόλιθους του δικού μας αγώνα

 

αδερφοσύνη, 1

σκιά και άρωμα θανάτου
στα μεγάλα κάτοπτρα του δρόμου
η αγωνία στο χνώτο
η αγωνία στο άγγιγμα και τον σπασμό
ποιος κράτησε στο βλέμμα του
τόση ερημιά και τόση λύπη
ποιος αναζήτησε στις άναρθρες κραυγές
ανθρώπινη ομιλία να συνθέσει
ορυμαγδοί και βογγητά
σκιά και άρωμα θανάτου

τα δάκρυά σου τρέχουν στις φλέβες μου
δεν είσαι μόνος

 

αδερφοσύνη, 2

τρόμο είδα στα μάτια σου
είδα τυφλό τον πανικό
και την ψυχή μου να καταποντίζεται
σε μαύρη άβυσσο
σαν άγρια σκύλα που της πήραν τα μικρά της
και κλαίει
ερημωμένη καθώς σέρνεται στους πέντε ανέμους

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 2

όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

 

χειμωνιάτικος ήλιος, 3

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
με τις γιορταστικές αντανακλάσεις του φωτός
στην υγρή επιφάνεια

με μιαν αργή μεγαλοπρέπεια
οι πολιτείες του κόσμου αναδύονται
λουσμένες σ’ όλες τις φωτιές της οικουμένης
πανέμορφες ^αναγεννιούνται
εξαίσιες μες στην αθάνατη ψυχή σου
χίλιες βροχές μετά και χίλιες καταιγίδες

μεθυστικά χαράζει
μέσα στ’ απέραντα μάτια σου
που αστραποβολούνε στις παλάμες μου

 

μάταια λόγια

πόρνες και μαστρωποί
θα διαβάσουν το πολύτιμο αίμα μου
έντρομοι θ’ αποπειραθούν
σ’ αραχνιασμένα ράφια να το κρύψουν
με τρεις αδιάφορες λέξεις
να προδώσουν το χρώμα του
τους νέους να παραπλανήσουν

όμως εγώ
μες στο περίλαμπρο κλουβί
σαν άνεμος θα εισχωρήσω
μ’ αυτά τα μάταια λόγια
θα κλέψω τ’ ακριβά παιδιά σας
με το φαρμάκι της αλήθειας
εχθρούς και ξένους θα τα μεγαλώσω
οράματα θα ορθώσω
εμπόδιο στις καθημερινές συναλλαγές

η επανάσταση κυοφορείται
μέσα στα πεθαμένα σπίτια σας

 

πορεία στην ομίχλη

θα πω λοιπόν τα δυο μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
σαν νιώθω μόνος

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουνε χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με χρώματα παράδοξα
αλλόκοτους συνδυασμούς

θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκώσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου

τίποτα όμως δεν θάχω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θάναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη

αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ’ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα

 

συνέπεια, 2

μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος

είναι φορές που ο πόνος γίνεται αφόρητος
καθώς ρουφάνε ανελέητα
το πιο καθάριο αίμα της καρδιάς μου

 

ο θάνατος του ποιητή 3

η μοίρα είναι βαρύτερη από τη θέλησή μου
θα φύγω μόνος
ν’ ακολουθήσω τους μυστικούς μου δρόμους
να ταξιδέψω στ’ άστρα
να φλέγομαι μετεωρίτης στον αιώνα
σ’ άγνωστες διαστάσεις

όταν γυρίζω
να γίνω μια κλωστή στο φόρεμά σου
μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά σου
στο δάκρυ σου ένας κόκκος αλάτι
εσύ δεν θα το ξέρεις

όταν γυρίζω
ψωμί να γίνω για τα παιδιά της αφρικής
σημαία, όπλο, ελπίδα για το αύριο
εσύ δεν θα το ξέρεις

εσύ θα με κρατάς στη μνήμη σου ακέραιο
και θα με ψάχνεις στη στροφή του δρόμου
παλεύοντας ένα μάταιο αγώνα με τη βεβαιότητα

όταν γυρίζω
εσύ θα με φιλάς στα μάτια
μα δεν θα με γνωρίζεις

 

Ο ΜΑΓΙΚΟ ΧΑΛΙ (1980)

 

ζωντανός

με οξυγόνο τις εξάρσεις του σεισμού
στην υποθετική γραμμή που σχηματίζουν
μετέωρος σε πυκνή καταχνιά
συντηρώ την ανάσα μου

μέσα στην πυκνή καταχνιά
ανοίγω χαραμάδες με την πράξη μου
στην άγρια εποχή
εσένα καταθέτω
τη σχέση μας και τα γραφτά μου

αυτόν τον νικητήριο λόγο
καταθέτω
που κρύβει τη φωτιά στα σπλάχνα του
με τη φωτιά χυμούς που μεταγγίζει
το δέντρο της ζωής ν’ ανθίσει
απλό, περήφανο, μοναδικό
ένα προς ένα
για όλους τους ανθρώπους
αυτό το σ’ αγαπώ που λογοκρίθηκε
στην ξενητειά που επιβίωσε
και την παρανομία
έγινε αγώνας καθημερινός
κι είναι πιο δυνατό από τότε

κι αν τρέμει η φωνή
από τα δάκρυα αν έχουνε θαμπώσει
ακόμα μια φορά τα μάτια μου
η πυρκαγιά ξεκάθαρα το δείχνει
πως είμαι ζωντανός

 

το μαγικό χαλί

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
– αυτή είναι η φύση του –
που ελάχιστα κατέχουνε
υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε – ο καθένας – μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν

όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

 

η στιγμή

κράτησε τη στιγμή αυτή
στην άκρη των ματιών σου
σαν κάτι το μοναδικό
μια λάμψη εκτυφλωτική
ένα μεθυστικό πουλί με κόκκινα φτερά

στο βάθος της κοιλάδας
λαμπυρίζουν χιλιάδες φώτα
ζει ένας κόσμος άγνωστος πίσω από το σκοτάδι
κι εγώ μέσα στο τραίνο
μονάχος με το άρωμά σου
τα τρυφερά σου γόνατα
το στήθος σου ακουμπισμένο στις παλάμες μου
και την ψυχή σου αχόρταγη και ξένη

μη μου μιλάς και άκουσε
η γη ρουφάει το τραγούδι μου εκστατική
τα άστρα μυριάδες του γαλαξία
φωτίζονται και τρέμουν

 

σκοτεινή μοίρα

εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα

 

επίγνωση

με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό, το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα

 

ανεξακρίβωτο ιπτάμενο αντικείμενο

στον Βασίλη

αλκυόνες με περίλαμπρα χρώματα
οι μακρινοί μου πρόγονοι
ένα σμήνος με εξόριστα φτερά
από τον άγνωστο γαλαξία
μεσουράνησαν στη μεγάλη σκοτεινιά
έτη και έτη φωτός
κρατώντας τον σπόρο της δημιουργίας
σφιχτά στο ράμφος

κι έρχομαι σήμερα εγώ
με αίμα και φως να σας μιλήσω
με των θαυμάτων τα λίγα ψίχουλα
θανάσιμα τοξεύω την καρδιά σας
έρχομαι σήμερα εγώ να ζωγραφίσω
ένα φανταστικό πουλί στο μέτωπό σας

 

πράξη ζωής

αιμάτινη μια στάλα βροχής
παντοτεινός ο έρωτας φτερουγίζει
στα νύχια του νεκρού
που εξακολουθούν να μεγαλώνουν
στο αγριόχορτο που αδιάφορο φυτρώνει
γύρω απ’ τους τάφους
στην έσχατη εκείνη συνουσία
του ετοιμοθάνατου ελέφαντα

ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας

 

σαν άγριος

έρωτας είναι η σάρκα μου μέσα στη σάρκα σου
και η καφτή αναπνοή σου
το λείο σώμα σου όταν σπαράζει
και ο υπέρτατος σπασμός της ηδονής

έρωτας και τα μάτια σου κλειστά
το στόμα σου μισάνοιχτο σαν ν’ απορείς
μες στην απόλυτη εγκατάλειψη του ύπνου

έρωτας χωρίς καμιά προοπτική
ίχνη στο δάπεδο και το σκληρό χαλί
με τη μαυλιστική υπόκρουση κουβέντας
από τα διπλανά γραφεία

έρωτας που φωτίζεται στο τραίνο
απ’ τους περαστικούς σταθμούς
έρωτας και στο πεζοδρόμιο της κεντρικής οδού

σαν άγριος θα σε πάρω
πάνω στα αρμυρά σου δάκρυα
σαν τίγρη θα ξεσκίσω το κορμί σου
έρωτας έρωτας φωνάζοντας

 

ανατριχίλα

από τα χείλη αργά
μακρόσυρτα ως τον λαιμό
τα στήθια ανάμεσα, τους ώμους
μια σκοτεινή ανατριχίλα
ανατριχίλα που κυριεύει το μυαλό
ανάβει τη φωτιά στα γόνατα
ως το μεδούλι που εισχωρεί
που καίει το δέρμα
προμήνυμα του πυρετού
και της κοφτής ανάσας
μεθοδικά που κορυφώνεται
που επιταχύνει τον παλμό
ξυπνάει κάθε μόριο στο κορμί
νύχια που ψάχνουν για αίμα
δόντια που ψάχνουν για αίμα
ακόμη πιο βαθιά
πιο δυνατά
ανατριχίλα που γεννάει τον σπασμό
ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή, εκτίναξη
γίνεται μούδιασμα, εγκατάλειψη
και σβήνει.

 

Λονδίνο 1967 – 1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
με το χαμόγελο στο πρόσωπο του αστυφύλακα
λεωφορεία κόκκινα με μυθικούς προορισμούς
πόλη της απεργίας
ράθυμη όπως το ποτάμι σου
με την κατάλεπτη επιδερμίδα της ηδονής

παγκόσμια πόλη
με τις χιλιάδες εκδοχές της ίδιας γλώσσας
με τα χιλιάδες πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου
με τις χιλιάδες εκκλησιές της ίδιας πλάνης

πόλη που έμαθες να ζεις χωρίς το πάθος
που κρύβεις με στοργή τα λάφυρά σου
στις αίθουσες των μεσαιωνικών κτιρίων
πόλη που κατορθώνεις να φιλοξενείς
και την υπεροψία των αγραμμάτων
και την ελπίδα των κατατρεγμένων

γυναίκες με παράξενα καπέλα
η μυρωδιά του καπνού και του ξύλου
το ευχαριστώ σε κάθε φράση
οι ανεξήγητες επιγραφές
και τα πολύβουα καπηλειά με τη ζεστή τους μπύρα

γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιό σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου

 

οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

νιώθω μιαν ακατάσχετη παρόρμηση
να κατουρήσω πάνω στο γραφείο σας
κύριε πρόεδρε
πάνω στους ισολογισμούς εταιριών
με κέρδη αμύθητα, πάνω στους κώνους
τα υποβρύχια και τους κομπιούτερ
και τους αδιάφορους πολίτες της πατρίδας σας

άλλο χαιρετισμό σαν μελλοθάνατος δεν έχω
μπροστά στο σπίτι μας που καίγεται
και στο παράλογο αυτό τέλος της ζωής

κι εσύ, μονάκριβη μου εσύ,
μη με ρωτήσεις πώς και γιατί
τύλιξε μόνο τα μαλλιά σου στον λαιμό μου
κι ακούμπησε στο στήθος μου το χέρι σου
αυτό το έσχατο μυστήριο να τελέσουμε
να ταξιδέψουμε στο άπειρο
κάποια μετέωρη στιγμή του γαλαξία
σαν σκόρπιες νότες από τη μουσική του αύριο

 

O ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ  ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ  (1979)

 

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ανθίσει στο σημείο που έπεσα

 

ποιητής

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

 

το μαγικό μπαλόνι

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

 

στον αστερισμό του σκορπιού

είναι μικρός τόσο μικρός
αυτός ο τόπος
μόλις χωράει τους μικρούς καιρούς που ζούμε
μόλις χωράει τις μικρές λογιστικές καρδιές σας

ακούστε βολεμένοι
που μετράτε τις δεκάρες σας
σαν τα τριάντα αργύρια της μίζερης ψυχής σας
ένας μετεωρίτης στροβιλίζεται πυραχτωμένος
σβήνει τα τεχνητά σας φώτα
και σας ραντίζει με τις σπίθες του
και να σας κάψει απειλεί με τη φωτιά του
ακούστε ευνούχοι
με τις λεπτές φωνές και τα καμώματα
της κοινωνίας των εμπόρων
ακούστε εμένα που κατέβηκα μήνα νοέμβρη
με το φαρμακερό αερόπλοιο του σκορπιού
και σας κεντάω θανάσιμα με την ουρά μου

πάνω στις γειτονιές σας απλώνεται ακατάλυτο
μεθυστικό
το ανεξήγητο τραγούδι μου

 

Ελλάδα 1979

με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα και ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δοσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά

τα ψάρια νεκρά
η αέρας μαύρος
η γη πουλημένη

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν’ απλώνει παλάμες στον γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

 

εργατική πρωτομαγιά

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες, τα παιδιά
και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

 

το ποίημα το πιο ωραίο

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
τους έγραψες εσύ
έφηβη όταν δούλεψες καπνεργάτρια
για να πληρώσεις το ψωμί και το βιβλίο σου

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
και πάλι εσύ τους γράφεις
στα δικόγραφα και τις γυμνές αίθουσες
τους απαγγέλλεις με πεντακάθαρη φωνή
μπροστά σ’ εκείνους που δικάζουν τα παιδιά
για τις εφημερίδες, τα χουνιά και τις αφίσες

σηκώνομαι και σε φιλώ ψηλά στο μέτωπο
σφίγγω συντροφικά τα χέρι σου
μοιράζομαι με ευγνωμοσύνη το φορτίο
ποιήτρια της καθημερινής ζωής

 

που πάμε

ξεκινάμε κάθε πρωί
αρματωμένοι μ’ ένα φλογισμένο νου
και βγαίνουμε ξυπόλυτοι στον δρόμο

πού πάμε
και πού περιφέρουμε
αυτό το μεθυσμένο όραμα
ποιούς προσπαθούμε να πλανέψουμε
μιλώντας τη δική μας γλώσσα
ίσως αγγίζοντας τις κορυφές των δέντρων

ξεκινάμε κάθε πρωί
όπως ο ήλιος και το φως
ακολουθούν τη φυσική πορεία τους

 

τι θα μείνει

και ποιον δεν περιμένει το άγιο σκοτάδι
η λησμονιά, η σιγή, το τέλος
καθώς θα εκσφενδονιστεί η μάταιη γη
στην πρώτη και έσχατη πατρίδα μας
καθώς αδιάφορο θα μας υποδεχτεί το χάος
τι θ’ απομείνει άραγε
παρά τα φωτεινά κουρέλια
οι πέντε τρομερές μου λέξεις
για να περιμαζέψουνε με δέος οι κοσμοναύτες
σ’ άλλα συστήματα αστρικά
να αναστήσουνε του πεθαμένους ήλιους
που γύρω τους θα περιφέρονται
πλανήτες με λαμπρούς πολιτισμούς

το άπειρο μιλάει με τη φωνή μου

 

 

ΑΝΑΡΧΙΚΑ  (1979)

 

ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν τη ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

 

τραγούδι επιτάφιο κι επαναστατικό

γεννήθηκε ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα

ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες των τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα

δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα

γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

στην ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

σκοτώθηκε στη μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές

 

εμείς

εμείς
δεν έχουμε παρά ένα φλογισμένο όραμα
ένα όραμα ασυμβίβαστο
εμείς
δεν διστάζουμε να μιλήσουμε την αλήθεια
που καρφώνει τη σημαία της
πάνω στο πτώμα του φόβου
εμείς
γεννηθήκαμε πριν τον καιρό μας
για να φέρουμε τον καιρό μας στο σήμερα
εμείς
δεν έχουμε παρά ένα τραχύ ρούχο
κόκκινο και μαύρο
να μας κεντρίζει το στήθος
στο σημείο της καρδιάς
ένα ρούχο που σημαίνει
ελευθερία

 

χρέος

χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγάπησαν
και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο
και πέθαναν
κι είναι νεκροί
κι ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα

χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου

 

η μουσική των ονομάτων

διαβάζω ονόματα ένα ένα
φεντερίκα μοντσένι
ελ καμπεσίνο
μιγκέλ ντε ουναμούνο
κι ύστερα
τζων κόρνφόρντ
άγγλος φοιτητής πρώτος στο μέτωπο
πιέρ – εργάτης
τζιάκομο – αγρότης
αλέξανδρος – ποιητής
άγνωστος ή ανώνυμος
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε εικοσιδύο χρονώ

διαβάζω φράσεις σαν διάττοντες
οι διεθνείς ταξιαρχίες στη μάχη
από πενήντα χώρες τρέξανε
αλληλεγγύη των λαών

τόση ζωή μέσα στα μνήματα
τόση φωτιά πάνω στα μάρμαρα
τόση δίψα
τόσο μεγάλο το κοιμητήριο της ισπανίας

 

το ποτάμι

πορτοκαλιές όχθες
κιτρινισμένα φύλλα π’ αγγίζουν το νερό

αυτό το ποτάμι
που φιδοσέρνεται στον κάμπο
είναι η ζωή μου

ήρεμο κι αργό
ένα βουβό πάθος
πυρετός για τη θάλασσα
μια λαχτάρα για τα ψηλώματα που άφησε για πάντα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
διαφήμιση

σε περιοδικά και εφημερίδες
στις αφίσες του τοίχου
σε τετράγωνες οθόνες
μόνιμο το χαμόγελό σου
καθώς εξαργυρώνεις τη σαγήνη σου
προαιώνιο θηλυκό
ηγερία της κατανάλωσης
εφιάλτη της γενιάς σου
ανίδεο και συ εμπόρευμα

 

προσευχή δυτικόφρονος

και δώσε μου σήμερα
ροπαλοφόρε μου αφέντη
την ευτυχία του ζεστού περιστρόφου
μιας κόκα-κόλα τη δροσιά
ν’ αλλάζω αυτοκίνητο κάθε έξι μήνες
να αποκτήσω ψυγείο κελβινέιτορ
αυτόματο σκουπιδοφάγο
την προστασία της σαβάκ, της ντίνα, της εσά
να γίνω πάνω απ’ όλα
υπάλληλος μιας πολυεθνικής σου
προοδευτικής και κερδοφόρας
άλλο δεν θέλω

εγώ θα δώσω βάσεις και διευκολύνσεις
θα είμαι εχθρός για τους εχθρούς σου
θ’ ανακατεύω λέξεις ξενικές στην ομιλία μου
θα τραγουδήσω τα τραγούδια σου

θα γίνω μια ακόρεστη αγορά
θα ζήσω με την αγωνία του χρήματος
θα βλέπω τη μοναδική διάσταση στα πράγματα

παράκληση και προσφορά μου

 

ένας κοινός άνθρωπος

φόρεσε τη γραβάτα
το λευκό του πουκάμισο
τα γυαλισμένα του παπούτσια
το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
και λύγισε τη μέση

κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
μόνιμα το ξεχνάει
να ψάξει μέσα του
φοβάται μην ανακαλύψει
ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

και τι θα γίνει τότε
η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή

 

εγώ

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ
μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

 

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ΄αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ΄αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

 

επενδύσεις

χρόνια ολόκληρα δουλειάς
χρόνια μεγάλης προσμονής
είκοσι χρόνια

σε μια μακρινή γειτονιά
ένα σπίτι
τοίχοι γεμάτοι βιβλία
πάτωμα γεμάτο παιχνίδια
μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια
παράθυρα γεμάτα φως

ένα σπίτι
πλημμυρισμένο παιδιά
απ’ το ορφανοτροφείο και το άσυλο
μελαγχολικά μάτια
που αύριο θα γελάσουν
τα παιδιά μας

είμαστε πλούσιοι τώρα
είναι δικό μας
το μέλλον του κόσμου

 

η επανάσταση

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος
γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή
η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα
είναι ένα ποίημα με όπλο
μια μήτρα γεμάτη σπέρμα
ένας έρωτας της αρμονίας του γίγνεσθαι
κι ακόμα είναι
ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ (2018)

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Μια κριτική αποτίμηση της ποίησης του Τόλη Νικηφόρου
(Ποιήματα 1966-2017)

[Απόσπασμα]

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«στην τέφρα υφαινεται το φως»
«μέρες τυφλές ουρλιάζουν στο κατώφλι σου
κρατήσου από το μέσα σου»

Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου (Θεσσαλονίκη, 1938) συγκεντρώνει στον ανά χείρας τόμο μια επιλογή των ποιημάτων του. Προσθέτοντας στο λογοτεχνικό του και στο λογοτεχνικό μας σώμα, όχι μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα χρωμάτων και αφής, που συνδυάζουν τον μυστικισμό με τη γείωση -με τον τόσο δικό του, διακριτό και κατακτημένο ποιητικό του τρόπο-, ούτε απλά μια
ανθολογία της ποίησής του, αλλά ένα απόσταγμα· μια συγκεκριμένη, μια τελική -ενδεχομένως- επιλογή, που εκ των πραγμάτων συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίοδο του βίου του, στα 80 του χρόνια, δηλαδή τώρα που οδεύει προς το πέρας μιας βιο-γραμ-μής και μιας ποιητικής διαδρομής. Θέτοντας και ενεργοποιώντας τις προτεραιότητες, ποιητικές και βιωματικές, που τον οδήγησαν στη συγκεκριμένη, εκτενή και επαρκή Οα λέγαμε, επιλογή.
Η οποία ενώ στέκεται και λειτουργεί σαφώς αυτόνομα, συνάμα καλεί και προς το σύνολο των ποιημάτων του.
Σε μια σύντομη αναδρομή, αξίζει να σημειωθεί εξ αρχής, πως ο αρχικά «κοινωνικός» ποιητής Νικηφόρου, περνά σε μια υπαρξιακή-υποστασιακή ποίηση, για να καταλήξει μέσα από τον «μυστικισμό» στο «τίποτα» που, ενώ μας γεννά, οριστικά και αμετάκλητα μας καταπίνει. Τρυφερός και άγριος, ενίοτε οργισμένος, εμφανίζεται στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο ως ένας αποφασισμένος αριστερός, σε αντίθεση με τα οικογενειακά του συμφέροντα.
Έτσι, ενώ ένα μέρος του πατά διαρκώς στο πολιτικό στοιχείο, το πνεύμα του εφάπτεται και με ένα «υπόλοιπο», εντός του οποίου συναντάται το κοινωνικό με το υποστασιακό και που παρά τα σκοτεινά του σημεία ανοίγεται στο φως.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Ο ΣΙΣΥΦΟΣ» Τ.12-13/2017

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

(Απόσπασμα)

II, ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Όπως ήδη ειπώθηκε, ο Νικηφόρου δεν λειτουργεί ως εκφραστής του
περιθωρίου. Μολονότι η κριτική εντόπισε επιρροές από τη γενιά του ’30 και την Α’ Μεταπολεμική Γενιά, εντούτοις ο δημιουργός μάλλον αυτονομείται.
Αρνείται τη μελαγχολία της ήττας, ακόμα κι όταν παλεύει κόντρα
σε βέβαιη ήττα για ένα άπιαστο όνειρο. Η ποίησή του είναι εξωστρεφής
χωρίς συμβολισμούς, και κοινωνική με βαθιές πολιτικές ρίζες. Η γλώσσα του διατηρεί μια μοναδική ευθύτητα και διαύγεια, ενώ κυριαρχεί η αμεσότητα των νοημάτων και το επαναστατικό, ριζοσπαστικό στοιχείο.
Στην πρώτη φάση της ποιητικής του πορείας κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός, αναζητώντας τη δική του ουτοπία, αγωνιζόμενος «σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, με το κόκκινο και το μαύρο ως χρώματα της αναρχίας προσεγγίζοντας το απρόσιτο».
Στον χειμαρρώδη ποιητικό λόγο των άταφων κυριαρχεί μια αίσθηση
ήττας και θανάτου, που υπερνικούνται από έναν εσχατολογικό μέλλοντα ανατροπής. Η ίδια βεβαιότητα για την υλοποίηση της ουτοπίας σε κάποιο αόριστο μακρινό μέλλον διακρίνεται και στα αναρχικά. Χαρακτηριστική στην έκφρασή του, αυτή την περίοδο, είναι η διαρκής χρήση του ενεστώτα και του μέλλοντα, είτε ως χρονών είτε ως χρονικών βαθμιδών. Ας σημειώσουμε πως οι ιστορικές αναφορές συνδέουν άμεσα το παρόν με το οραματικό μέλλον, όχι ως περιεχόμενο εσχατολογικό αλλά θεμελιωδώς μέσα από την έκφραση.
Η εναντίωση σε κάθε εξουσία και η επαναστατική ουτοπία βρίσκουν
αποκούμπι στον ισπανικό εμφύλιο6 και στον γαλλικό Μάη, μέσα σε στιχουργικά επαναστατικά επύλλια, εκθέτοντας μια ιστορική υποχρέωση για ανυπότακτο αγώνα. Η ιστορική εμπειρία τροφοδοτεί όχι μόνο πολιτική Στροφή, μα και επικολυρική προσαρμογή της ιστορίας και του οράματος. Έτσι όμως, με την επίκληση της ιστορίας προσδίδει διαχρονική βαρύτητα στο όραμα.
Η πολιτική διάσταση της ποίησής του απλώνεται με βαθιά ποιητική
ειρωνεία και στην κοινωνική κριτική. Σαρκάζει τον καταναλωτισμό, τις πολιτικές μεταπτώσεις και τις στάσεις ζωής, και τον ωφελιμισμό. Η άρνηση όμως μετατρέπεται σε στιχουργική ρητορεία. Το καταγγελτικό ύφος συνδέεται με μια αστική ρεαλιστική εικαστική και με την ειρωνική αντίσταση του πάσχοντος και συμμετέχοντος ποιητή. 0 τόνος του γίνεται πιο ήπιος, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το όραμα.
Μέσα στον ειρωνικό του τόνο διατηρεί και μια λυρική διάσταση,
επιταχύνοντας το αναδυόμενο συναίσθημα, δίχως να υιοθετεί μια ωμή
προφορικότητα. Αντίθετα, τούτη συμπλέει με την επιμελημένη γλώσσα,
τη στιγμή που η επαναστατική ιαχή γίνεται σύντροφος της ποίησης.
Αποφεύγει έτσι τόσο την ποιητική δημηγορία όσο και την κρυπτικότητα,
διατηρώντας πάντα στο επίκεντρο τα συναισθήματα και τις αισθήσεις.
Το πολιτικό στοιχείο όμως εκφράζεται και μέσα από το πολυάνθρωπο κάδρο. Μολονότι η ποιητική του Νικηφόρου είναι σταθερά αυτοαναφορική, ο ποιητής υποτάσσει το ποιητικό εγώ, που ταυτίζεται με
τον ποιητή, στην εικαστική τοποθέτηση του ατόμου σε έναν πολυπληθή
χώρο. Το ποιητικό υποκείμενο εντάσσεται άλλοτε μέσα στο κοινωνικό
σύνολο με μια υπαρξιακή διάσταση16 και άλλοτε μακριά από την κοινότητα, καθώς γίνεται πιο κλειστός ο κύκλος, πιο πυρηνικός.
Άλλωστε, κι αργότερα που ο «νεανικός» μέλλοντας έχει πια αντικατασταθεί με άλλους χρόνους και ο αόριστος κάνει σημαντική είσοδο, ή
όταν τα «πλάνα» του γίνονται ολιγοπρόσωπα, το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι μόνο του αλλά μέλος μιας κοινότητας· καταγράφεται ποιοτική στροφή. Ακόμα και το ερωτικό στοιχείο συνδέεται με την κοινωνία και
τον χώρο, ενώ πολιτική διάσταση αποκτούν κι οι μονόλογοι, όταν το
ποιητικό υποκείμενο μιλάει για τον εαυτό του.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

(Απόσπασμα)
…/…
Ποίηση αλλά και πεζογραφία –για να αναφερθώ μόνο στο πρόσφατο και επίσης αυτοβιογραφικό του βιβλίο Αγνώστου Στρατιώτου-
εξωτερικού χώρου, κοινωνική-πολιτική με την αθηναϊκή διάσταση του
όρου, ποίηση που μπορεί και προλέγει ήδη από το 1986: «προδότες,
δολοφόνοι και παράφρονες / νομοθετούν τη μοίρα μας» (από τη συλλογή
Πλοηγός του ονείρου). Ποίηση ονείρου και ιδεών, ποίηση διαδηλώσεων, πλατειών, συναθροίσεων (ή και πλατιών συναθροίσεων), τότε που
οι άνθρωποι τόλμαγαν ν’ αντισταθούν στα δύσκολα ίσως γιατί τους
περίσσευε φρόνηση, καθώς δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Ποίηση με ανάσες της πόλης του -της μοναδικής Θεσσαλονίκης-, την οποία άλλωστε
ουδέποτε εγκαταλείπει παραμένοντας πεισματικά τα τελευταία χρόνια
στα σπλάχνα της: ένας Αρειανός στην καρδιά της Τούμπας:

Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα
μου και η γραμμή του αίματός μου χιλαάδες χρόνια τώρα απ’ τα
παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη μεγάλη πό-
λη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράφω
τα βιβλία μου και να πεθάνω,

γράφει μεταξύ άλλων στο εκ βαθέων προλογικό σημείωμά του στη συλλογή ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα… 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013) (εκδ. Μανδραγόρας, 2013), που θα μπορούσε να αποτελέσει και το 33ο ποίημα του βιβλίου.
Την πόλη όπου ανατέλλουν οι ψυχές και παιχνιδίζουν με τον άνεμο
στον ουρανό διάλεξε να υμνήσει ο Τόλης Νικηφόρου με το έργο του, ταυτίζοντας μοίρα και ζωή μαζί της «στο άπειρο που ονειρεύονται και
ταξιδεύουν» οι ποιητές. Ένα ψηφιδωτό όπου αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, το Ηρώο του Γ Σώματος Στρατού, το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το Σιντριβάνι, ο Λευκός Πύργος, ο Πύργος Τριγωνίου, η Ροτόντα, η Αγία Σοφία, ο χώρος της Έκθεσης, όπως προβάλλει από τη ΧΑΝΘ, η Μονή Βλατάδων… 0 Τόλης Νικηφόρου απολαμβάνει το παράξενο φως σε ρημαγμένες πέτρες, συνομιλεί στα καλντερίμια της προσφυγιάς με τον απέραντο καημό της μνήμης, θυμάται «κάστρα και μαυρισμένα ξύλα / αόρατα τζαμιά, συναγωγές, / αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, / τάφους και εκκλησιές βυζαντινές μέσα στο χώμα / φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά / απ’ την αρχή του χρόνου», αισθανόμενος πως τα χρόνια του έζησε εξόριστος έχοντας ως απαντοχή [δική μου κρίση και συμπλήρωμα] «έναν μισοσβησμένο στίχο / σε μετόπη της
γενέθλιας πόλης».
Τι άλλο από κουράγιο στη ζωή είναι τελικά η τέχνη; Μια απλή, καθαρή, γεμάτη όνειρα γραφή που παίρνει τις λέξεις και τις σκορπά στον άνεμο, προκειμένου να σμίξουν με όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους. Αυτό κάνει θαυμάσια ο Τόλης Νικηφόρου: αναπλάθει διαρκώς ολόφρεσκη την ελπίδα για ένα αύριο που, όσο κι αν είναι άγνωστο και αβέβαιο, εντούτοις θα υπάρξει. Κι αυτό είναι το θαύμα: «Γιατί όσο κι αν είναι αφόρητος ο πόνος και η αγάπη, κάποτε γίνονται ρίζες δέντρου που περιμένει μια καινούρια άνοιξη» (Αγνώστου Στρατιώτου, 2016, σ. 83).

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΤ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (ΜΕ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗ-
ΜΑΤΩΝ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ, ΕΚΔ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, 2016)

(Απόσπασμα)

Τα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου στη συλλογή Αγνώστου Στρατιώτου αρχίζουν, τις πιο πολλές φορές, με μια αφόρμηση από το παρόν.
Γυρίζουν με αναδρομική αφήγηση στο παρελθόν, προχωρώντας γραμμικά από εκεί και πέρα την εξέλιξη, για να καταλήξουν και πάλι στο παρόν, με μια παράγραφο γεμάτη συναίσθημα, συγκίνηση, συμπυκνωμένη μνήμη. Άλλοτε πάλι, ξεκινούν από μια εικόνα από το παρελθόν ή από ένα σχόλιο, από μια περιγραφή. Καταλήγουν, σχεδόν πάντα, στο παρόν, με αυτή την κατακλείδα που δείχνει θαυμάσια τον λόγο ή τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το χέρι του συγγραφέα να καταγράψει εικόνες και περιστατικά, να αφηγηθεί. Ο αφηγητής μιλά με τη φωνή του ενήλικα που κάνει την αναδρομή και, μέσα από αυτήν, προσπαθεί να ενώσει τις φωνές του παιδιού-εφήβου-νεότερου άντρα, καθώς και να αναλύσει τις οπτικές τους μέσα από τη σύγχρονη του οπτική.
Παραθέτω ένα μικρό μέρος από την κατακλείδα της πρώτης, και
σαν εισαγωγής, αφήγησής του:

Γιατί κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες. Από το τέλος. Ή μάλ-
λον χρόνια πολλά μετά το τέλος τους. Χρόνια πολλά μετά χαρές
και λύπες, πολέμους και καταστροφές, ζωή και θάνατο. Αρχίζουν
με μια επιστροφή, συχνά οδυνηρή αλλά και λυτρωτική, με μιαν
αναδρομή, με μια βουτιά στο κάποτε άπαν και τώρα τίποτα.
(«Κάπως έτσι αρχίζουν όλες οι ιστορίες», σ. 16)

Τι συμβαίνει τώρα όταν ο ποιητής Νικηφόρου κάνει ποιήματα τις μνήμες-εικόνες του; Με άλλα λόγια, τι συμβαίνει όταν το ποίημα διαλέγεται με το πεζό, με ίδιο ή παρόμοιο θέμα; Ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν η δική μου αφετηρία για να ξεκινήσω μια τέτοια διαδρομή, καθώς βάζει ως προμετωπίδα σε αρκετά διηγήματά του αποσπάσματα από ποιήματα που συνδέονται άμεσα ή πιο έμμεσα με αυτά. Θα δουλέψω συνδυαστικά, λοιπόν:
– Με το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», το ομώνυ-
μο ποίημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» (από τη συλλογή
Ξένες χώρες, 1991), και το ποίημα «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο» (από τη
συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)
– Με τα διηγήματα «Τα παιδιά της γειτονιάς» και «Το γκαράζ του
Μπεμπελέκου», τα ποιήματα «Γενέθλια πόλη 2» (από τη συλλογή Το
διπλό άλφα της αγάπης, Ί994) και «Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χρι-
στούγεννα» (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999).
Να τονίσω εξαρχής ότι οι επιλογές μου είναι ενδεικτικές, εφόσον
δεν καλύπτουν το σύνολο των διηγημάτων του Νικηφόρου, πολύ περισσότερο το σύνολο των ποιημάτων του. Επαγωγικά, ωστόσο, λειτουργώντας, μπορούν να δώσουν μια εικόνα για το εργαστήρι του συγγραφέα και τη διαδικασία της γραφής, όταν ο ποιητικός λόγος συναντά την πρόζα και τούμπαλιν.
Το διήγημα «Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου» ξεκινά από το
δύσκολο συναίσθημα της απουσίας της μητέρας και του συνακόλουθου κενού. Πηγαίνει πίσω στα παιδικά χρόνια, όταν εκείνη εγκατέλειψε το σπίτι, και στα συναισθήματα του μικρού γιου, ο οποίος είναι ο αφηγητής. Συναισθήματα δυνατά και κυρίαρχα, τα οποία τον ακολουθούν και ίσως καλύπτουν τις μνήμες από τα χρόνια που η μητέρα ζούσε μαζί τους.
Συνεχίζει με την εποχή που ξανασυναντιέται με τη μητέρα και, ζώντας μαζί της και με τη νέα οικογένειά της, χτίζουν μια καινούργια σχέση ως το τέλος, την αρρώστια και τον θάνατο, και το οριστικό κενό, μαζί με ένα ανεπούλωτο τραύμα:

Κι όμως. Το χάσμα, το κενό μέσα μου εξακολουθούσε να υπάρχει σε όλη την περιπέτεια της ζωής μου. Καλυμμένο και βουβό, ξεχασμένο αλλά καθοριστικό. Το χάσμα που αναδύθηκε στην επιφάνεια και έγινε λυγμός όταν περίπου σαράντα χρόνια αργότερα η μητέρα μου που ζούσε τότε στην Αθήνα μαζί με την οικογένεια της αδερφής μου, αρρώστησε βαριά και κατεβήκαμε με τη Σοφία για να είμαι κι εγώ κοντά της τις τελευταίες της στιγμές.
Τέτοιο σπαραγμό δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε, ούτε καν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας μου. Καθόμουν απέναντι στο κρεβάτι της, κοίταζα τα βαθιά γαλάζια μάτια της και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα δικά μου.
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου», σ. 89)

Και τα δυο ποιήματα γράφονται μετά τον θάνατο της μητέρας.
Εστιάζουν, λοιπόν, στην απουσία,
έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα
(«Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»)
στον πόνο,
τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
σε μοναδικές στιγμές της σχέσης τους,
μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη

αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)

σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως το γαλάζιο χρώμα των ματιών της,
στολίδι της ομορφιάς της, δεσμό με τον αφηγητή που κληρονόμησε το
χρώμα αυτό
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον θάλεγες πως είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου
(«Ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου»)
Αν δεν είχε γραφτεί το πρόσφατο διήγημα, δεν θα γνωρίζαμε λεπτομέρειες για τη μητέρα και τις σχέσεις της με τα παιδιά της. Το ποιητικό υποκείμενο, για το οποίο δεν αυθαιρετούμε αν πούμε ότι ταυτίζεται με τον αφηγητή, εφόσον δηλωμένα αυτοβιογραφική είναι η αφετηρία
των διηγημάτων, απομονώνει εικόνες και συναισθήματα που δηλώνουν,
αριστοτεχνικά, τον πόνο του παρόντος. Μικρές νύξεις κάνουν για το
παρελθόν, μάλλον με Θετική επίγευση.
Το ποιητικό υποκείμενο δεν ήταν έτοιμο ή δεν ήθελε να αγγίξει την
υπόλοιπη ιστορία και την υπόλοιπη σχέση.
…/…

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΕΝΑΣ ΟΙΚΕΙΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
(ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ)

(Απόσπασμα)

Υπάρχουν ποιητές που επιλέγουν αυτοβούλως την απόμακρη θέαση της ζωής των άλλων, αποσυρόμενοι σε μια ιδιωτική οδό μη προσπελάσιμη και αναμένοντας (επί ματαίω ίσως) την ανταπόκριση στο έργο τους. Άλλοι πάλι αφήνονται έρμαιο στη βούληση μιας μάζας αδιαμόρφωτης, που επιμένει, ωστόσο, να καθορίζει τα όρια μιας αισθητικής με αμφίβολη αξία. Κι όμως, η θέση του δημιουργού είναι μέσα στην κοινωνία που κλυδωνίζεται, δίπλα στον πάσχοντα άνθρωπο. Να παρατηρεί και να καταγράφει, να εντοπίζει και να προτείνει, να προσφέρει τη μικρή του έστω επιδιόρθωση στις μικρές ή στις μεγάλες καταστροφές και απώλειες. Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου είναι εμφανώς τοποθετημένος σ’ αυτή την οπτική της ποίησης, και με ένα λόγο σύγχρονο, επίκαιρο, ζωντανό αντιλαμβάνεται και την προσωπική ποιητική του προσφορά:

να φλέγομαι ταγμένος
να φλέγομαι και να ονειρεύομαι
με όλες τις αισθήσεις μου
με την ψυχή μου
θα ’ναι δικός μας αύριο ο κόσμος
Και είναι ίσως το σημαντικότερο να μπορείς με όχημα τον ποιητικό σου λόγο να δεις λίγο πιο έξω από το σκοτεινό και στεγανό δωμάτιο μιας ιδιωτικής ενασχόλησης, να αγναντέψεις ανοιχτό ορίζοντα και να δώσεις το μήνυμα για ένα καλύτερο μέλλον. Το ερώτημα, βέβαια, πάντοτε θα είναι πόσοι θα σε ακούσουν. Εδώ εντοπίζεται ίσως η αξία του δημιουργού να μπορεί να κινητοποιήσει αισθήματα, να κάνει κοινωνό του τον άλλο άνθρωπο που αναζητά λόγο οικείο και ζωντανό.
Σκέφτομαι πως τα πιο καλά ποιήματα είναι αυτά που αφηγούνται μια ιστορία, η οποία μπορεί να αντλεί τη θνητή της αφορμή από τον ίδιο τον ποιητή, ωστόσο έχει τη δύναμη να ανταποκριθεί στον αναγνώστη εκείνον που αναζητά την αλήθεια των στίχων, έτσι όπως ο ίδιος τους ερμηνεύει. Και ο Τόλης Νικηφόρου ξέρει καλά πώς να κινητοποιεί την ευαισθησία του αποδέκτη της ποίησής του, χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια. Γιατί του μιλά με ειλικρίνεια αισθημάτων, του λέει μόνο αλήθειες, όπως αβίαστα γράφονται στους στίχους του.
Θα έλεγα ότι ο Τόλης Νικηφόρου είναι πρωτίστως ποιητής, αν και
πολλά είναι τα πεζά που έχει γράψει. Έτσι όπως μας δίνει τον ποιητικό του λόγο με μια αθωότητα πεζής κουβέντας σε φίλο και οικείο πρόσωπο. έτσι και διοχετεύει τον ποιητικό αέρα του εσωτερικού ρυθμού στα πεζογραφήματά του, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι γι’ αυτόν είναι ίσως ασαφή τα όρια ανάμεσα στα δύο αυτά είδη. Άλλωστε, η παρατηρητικότητα είναι μία από τις αρετές του δημιουργού, είτε του ποιητή είτε του πεζογράφου. Μαζί με την ικανότητα να μεταφέρει αυτό που παρατηρεί στον αναγνώστη του με όλη την ιδιαίτερη αίσθηση που του δημιούργησε, με όλο το συναισθηματικό βάρος που εμπεριέχει η εικόνα και η στιγμή. Κομμάτια και αποσπάσματα πραγματικής ζωής είναι που καταθέτει ο Τόλης Νικηφόρου, με τη μαγεία της αλλά και με την οδύνη της. Ο ποιητής/πεζογράφος ανοίγει τον δικό του κόσμο και μας παίρνει από το χέρι. Συχνά θα πιστεύουμε πως μας τοποθετεί μέσα στις
λέξεις του, μας κάνει μέρος του τοπίου που αφηγείται, είτε πρόκειται για ποιητικό είτε για πεζό. Δεν είναι λίγο αυτό και ενδεχομένως εκεί να εντοπίζεται και η διαφορά που ξεχωρίζει έναν σπουδαίο δημιουργό ανάμεσα στους πολλούς.
Πώς γράφεται, αλήθεια, αυτή η ποίηση; Πώς φθάνει η λέξη στο χαρτί; Νιώθεις, σαν διαβάζεις τον Τόλη Νικηφόρου, ότι έχει πιάσει το νήμα του λόγου από τις πρώτες του γραφές και μέχρι σήμερα συμπληρώνει διαρκώς αυτό το ένα ποίημα που κάποτε ξεκίνησε:

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χώρο για να γεννηθεί, είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας, κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με φως στο υπερώο, διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας, αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας. και πίνει για να μεγαλώσει, γι’ αυτό και είναι πάντα μεθυσμένο, το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί, όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει.

Και μάλλον σκέφτομαι πως είναι το ποίημα που τον γράφει, τον καθοδηγεί, παρά αυτός που γράφει το ποίημα. Όχι, δεν εννοώ καθόλου κάποιο είδος στράτευσης, μια που η σκέψη του Νικηφόρου είναι έξω από δεδομένα σχήματα και δεν υπακούει σε κάποιες εντολές διατεταγμένης υπηρεσίας. Εννοώ περισσότερο αυτή τη βαθύτατη ανάγκη της έκφρασης που τον κάνει να δημιουργεί, που τον κατευθύνει στον δρόμο της αληθινής δημιουργίας. Αυτή την ανάγκη υπηρετεί και πάνω στα χνάρια της βαδίζει με συνέπεια εδώ και πενήντα συναπτά έτη. Και συνεχίζει:
εκείνος που κανένας δεν γνωρίζει
θέλει κι άλλα βιβλία
θέλει από σένα κι άλλο αίμα
…/…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Η ΥΣΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ. 2007-2015

(Απόσπασμα)

Εισαγωγικά

Το καλοκαίρι του 2004, σε ένα άρθρο μου για την ποίηση του Τόλη Νικηφόρου έγραφα1: «μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι ο Νικηφόρου
αποτελεί μια ποιητική έκπληξη: τη στιγμή που οι περισσότεροι ποιητές σιγούν μετά από κάποια ηλικία, ο ίδιος παρουσιάζει ένα ανανεούμενο έργο που εξελίσσεται ανοδικά τα τελευταία χρόνια, έτσι που η Κριτική περιμένει ανυπόμονα την κάθε επόμενη συλλογή του που πάντα προσθέτει αντί να επαναλαμβάνει ή να είναι ποιητικά αδιάφορη. Ο υπογραφών περιλαμβάνεται στους αναμένοντες αναγνώστες της απόλαυσης της ποίησής του και κρυφακούει από μακριά κάποια λίγα ακόρντα που παίζουν στην ποιητική κιθάρα τα δάχτυλα του ποιητή, ανυπομονώντας πότε θα αρχίσει πάλι να παίζει τις ολοκληρωμένες του συνθέσεις». Το άρθρο παρακολουθούσε την ποιητική πορεία του Νικηφόρου, από την πρώτη του συλλογή (Οι άταφοι, 1966) μέχρι την (τότε) τελευταία του (Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002), με αφορμή τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητή από την Νέα Πορεία του (ζώντος τότε) Τηλέμαχου Αλαβέρα, με τίτλο Ο πλοηγός του απείρου, το 2004. Η τελευταία παράγραφος του άρθρου έθετε το ζήτημα της σχέσης της ηλικίας του ποιητή με την ποιητική έμπνευση (και γενικότερα, καλλιτεχνική δημιουργία), η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων βαίνει μειούμενη και συχνά μηδενίζεται με τα χρόνια (ή δεν μηδενίζεται, αλλά συντελεί σε έργο χαμηλότερης ποιότητας από εκείνο που έδωσε ο ποιητής στην ηλικιακή κορύφωσή του) και στην πραγματικότητα υπαινισσόταν ότι ο κριτικός επιφυλάσσονταν να δει αν το επόμενο έργο του ποιητή θα προσθέτει στο δημοσιευθέν έργο του, αν θα επαναλαμβάνεται ή αν θα είναι ποιητικά αδιάφορο.
Και να που περάσανε από τότε 12 χρόνια και έρχεται η ώρα να δούμε τη συνέχεια της ποιητικής πορείας του Νικηφόρου μέσα από τις κατοπινές του ποιητικές συλλογές και να απαντήσουμε έτσι στο προηγούμενο ερώτημα, παρακάμπτοντας το πεζογραφικό του έργο, το οποίο εξέδωσε στο μεταξύ.

Μυστικά και θαύματα, 2007
…/…
Εδώ, η ουτοπία είναι πια, το 2007, μια μακρινή υπόμνηση: αναφέρεται μόνον 2 φορές, στο τέλος της συλλογής, στο ομώνυμο ποίημα «Ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας», όπου:

πια δεν υπάρχει τόπος, πια δεν υπάρχει χρόνος, πια
δεν υπάρχει φως, για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα,
πως χάθηκαν τα ονόματα, πως έλιωσαν τα μάρμαρα, πως
σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες
[…]
Έτσι, τα «μυστικά και θαύματα» είναι «πια» μια νοσταλγία της μνήμης (οι εφηβικοί φίλοι, τα παιδιά της γειτονιάς του ποιητή, οι νεανικοί έρωτες, το χώμα της πλατείας) και μια αντίστιξη μεταξύ της ζωής και του θανάτου, του «προαιώνιου θ», της ζωικής κατάφασης και της στιγμής του τέλους.
Κι εδώ, όπως και στις προηγούμενες συλλογές, το «φως» παίζει
κομβικό ρόλο: αναφέρεται σε 30 περιπτώσεις στα 32 ποιήματα της συλλογής, ένα φως που «με χίλια χρώματα ονειρεύεται». Αντίστοιχα, η μνεία διαφόρων χρωμάτων (λευκό, γαλάζιο, βαθύ γαλάζιο, μπλε, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, γκρίζο, μαύρο) είναι επίσης παρούσα σε άλλες 30 περιπτώσεις, εξειδικευμένες: οι λέξεις και οι λάμψεις είναι «κίτρινες» όπως και το «ξωτικό της Εγνατίας», το όνειρο γίνεται «κόκκινο και βαθύ γαλάζιο», οι «πράσινες κερκίδες του ουρανού, τα τεφρά βουνά, το μαυροπράσινο των δέντρων, το βαθύ γαλάζιο του ουρανού, το γκρίζο τίποτα στο χώμα, η πράσινη αγκαλιά», ενώ αυτή καθ’ εαυτήν η λέξη χρώμα παρουσιάζεται 13 φορές. Το κλειδί για τον αναγνώστη βρίσκεται στους εξής στίχους:
Τα χρώματα είναι μνήμη
Τα χρώματα είναι φως
Οι συμβολισμοί των χρωμάτων έπαιζαν και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποίηση του Νικηφόρου. Η σιγή είναι «μαύρη», η καρδιά του χρόνου κόκκινη», το χώμα «κόκκινο», το αμίλητο «γκρίζο», τα αινίγματα «πράσινα» κ.ο.κ. Το φως επίσης έχει τους δικούς του συμβολισμούς: πότε «το μακρινό εκείνο μάταιο φως», πότε η αθωότητα «σκορπίζει το δικό της φως, ολοφάνερο και μυστικό», πότε το κόκκινο φόρεμα γίνεται «εμβατήριο, συμπυκνωμένο φως», πότε «με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως», άλλοτε υπάρχουν «χιλιάδες χρώματα μέσα στο φως, άνθη της μνήμης».
…/…

Το μυστικό αλφάβητο, 2010

Κι εδώ τα χρώματα και το φως παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Ο κόσμος είναι «μαγικός» «μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του», το φθινόπωρο «με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα… γλιστράει από τις χαραμάδες… σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό» και «το φως γίνεται σύννεφο». Η νύχτα «αστράφτει μες στο δικό της φως», το σούρουπο «ένας γαλάζιος άνεμος ανάβει ξαφνικά τα φώτα του ουρανού», όταν χάνεται η πόλη μέσ’ στα φώτα της «άρχισε να χιονίζει ο ουρανός κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά» της αγαπημένης, άλλοτε ο ουρανός κατεβαίνει αργά και γίνεται «στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα», η αγαπημένη έχει ένα «κάτι» στη φωνή της κι ο ποιητής ξεσπάει:
Μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου, θαμπό σαν τη φωτιά
μέσα στα χόρτα που έρπει και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και
το χρώμα της…

Επίλογος
Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε επισκοπώντας το ποιητικό έργο του Νικηφόρου τα τελευταία χρόνια, από το 2004 μέχρι το 2015, αβίαστα καταλήγουμε ότι ο ποιητής μπορεί να θεωρηθεί ως ο χαλκέντερος της ποίησης, καθώς εκεί που στερεύει η έμπνευση στους περισσότερους ποιητές, εκείνος εξακολουθεί να γράφει και να εκδίδει. Ποιητικό αίτιο της γραφής του ο έρωτας, η μνήμη, τα παιδικά χρόνια, η πόλη Θεσσαλονίκη, οι πρόγονοι του, το πατρικό σπίτι.
Κάθε νεότερη συλλογή του, χωρίς να αποκολλάται από την αντιπροσωπευτική αυτή βασική του θεματολογία, προσθέτει και κάτι καινούργιο: στα Μυστικά και θαύματα την απεξάρτηση από την «ουτοπία»,
στο Μυστικό αλφάβητο τη σημασία και το ειδικό βάρος της λέξης «σ’ αγαπώ», στην Κιμωλία στον μαυροπίνακα τη ματαιότητα των συμβόλων και στο Φωτεινό παράθυρο τη σχέση έρωτα – γραφής και θανάτου. θέλω να πιστεύω ότι και πάλι βρισκόμαστε σε στάση αναμονής, σε αναμονή της επόμενης…

 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΣΤΟ 2ο ΣΔΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από τους ποιητές στους οποίους εδόθη η χάρη να μιλήσουν απλά και να φτάσει ο λόγος τους στο ευρύτερο κοινό, χωρίς να ευτελίζεται και να γίνεται απλοϊκός. Η ποίησή του έχει τη δύναμη αθόρυβα, ταπεινά, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα να κουβεντιάζει με τον κάθε άνθρωπο για τα μεγάλα θέματα της ζωής και της ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, το πάθος, την απώλεια, το πένθος, τον φόβο του θανάτου, το όνειρο, την αναζήτηση της ταυτότητας, την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που όσο ζει γνωρίζει την τελεσίδικη ύπαρξη του επικείμενου τέλους της. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Νικηφόρου ο αναγνώστης, ακόμη και ο μη μυημένος στα μυστικά της ποίησης, μπαίνει σε ένα οικείο κλίμα και αισθάνεται ότι τον περιέχουν και τον αφορούν.
Αφορμή για αυτό το σύντομο σχόλιο έδωσε μια μικρή ανθολογία που έφτιαξαν οι 24 εκπαιδευόμενοι του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Θεσσαλονίκης, ηλικίας από 20 μέχρι και 60 ετών, πριν από δύο χρόνια, έτσι σαν ένα στοίχημα, ένα πείραμα ή, αν το προτιμάτε, σαν ένα παιγνίδι. Οι περισσότεροι από τους εκπαιδευόμενους ήταν προκατειλημμένοι και αρνητικοί απέναντι στην ποίηση, πιστεύοντας πως πρόκειται για ένα είδος λόγου δύσκολο, δυσνόητο και παράξενο που δεν τους αφορά. Η εντύπωση αυτή είχε καταγραφεί μέσα τους από τα σχολικά χρόνια και παρέμενε ισχυρή.
Στην προσπάθειά μου να κλονίσω λιγάκι αυτή την εντύπωση, σκέτηκα να καλέσω στο σχολείο τον Τόλη Νικηφόρου, έναν ποιητή που ξέρει καλά την τέχνη της επικοινωνίας, διαθέτει χιούμορ και μπορεί να μιλά απλά. Κυρίως τον επέλεξα επειδή μια μέρα είχαμε διαβάσει στην τάξη το ποίημά του «Ένα παιδί» και προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι η απλότητα της γραφής, το ανικανοποίητο αυτού του παιδιού, οι απώλειες και οι ματαιώσεις που έχει υποστεί, αφορούσαν πολλά από τα ενήλικα «παιδιά» της τάξης μου.
Για να τον υποδεχτούμε και να ετοιμάσουμε αυτή τη συνάντηση, πρότεινα στους εκπαιδευόμενους να διαλέξουν ένα ποίημα του Τόλη από το διαδίκτυο ή από τα βιβλία του, που τους αρέσει ή πιστεύουν ότι τους αφορά προσωπικά, να το διαβάσουν και να αιτιολογήσουν την επιλογή τους. Συγκεντρώνοντας, λοιπόν, αυτά τα 24 ποιήματα θα ετοιμάζαμε μια μικρή ανθολογία, δώρο στον ποιητή. Στην αρχή ήταν διατακτικοί και είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν θα τα καταφέρουν ή όχι. Οι πιο τολμηροί έκαναν το πρώτο βήμα και έτσι έφτασαν στην αίθουσα οι πρώτες επιλογές. Ποιήματα για τη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, αλλά κυρίως ποιήματα υπαρξιακά που μιλούν για το φως, για το μυστήριο της ζωής, τα όνειρα και την ποίηση.

Στις συζητήσεις που έγιναν στην τάξη, καθώς ετοιμάζαμε το υλικό για την ανθολογία, οι εκπαιδευόμενοι τολμούσαν μέρα τη μέρα όλο και πιο αρρετά να εκφράσουν τις σκέψεις τους και αίφνης διαπίστωσα ότι οι επιλογές και τα σχόλιά τους δεν υστερούσαν διόλου από τα σχόλια φιλολόγων και κριτικών, διεκδικούσαν μάλιστα τη φρεσκάδα και την τόλμη του ανιδιοτελούς και αθώου αναγνώστη που δεν διστάζει να θέσει σοβαρά και πρωταρχικά ερωτήματα στα ποιήματα και τον ποιητή. Επέμεινα πολύ στο να διαλέξουν το πιο δικό τους ποίημα, αυτό που μιλάει για δικές τους ανησυχίες και αισθήματα. Οι επιλογές έχουν ενδιαφέρον, γιατί δεν ήταν οι αναμενόμενες. Θα σταθώ σε μερικές από
αυτές. Ενδιαφέρον και έκπληξη προκαλούν οι επιλογές ποιημάτων για
την ποίηση. Η ανθολογία ξεκινά με το ποίημα «Ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας», που εκφράζει την αντίληψη του Νικηφόρου ότι το ποίημα δεν αποτελεί συνειδητή κατασκευή, δεν είναι δημιούργημα του ποιητή, τουναντίον, πρόκειται για συστατικό υλικό της ψυχής του, που ωριμάζει και εκδηλώνεται όταν είναι έτοιμο να εκδηλωθεί. Το ποίημα επιλέγει τον ποιητή. Το μικρό αυτό τεύχος ολοκληρώνεται πάλι με ένα ποίημα που αναφέρεται στον ρόλο του ποιητή και έχει τίτλο «είμαι όσα μου δόθηκαν», όπου φαίνεται καθαρά ότι η ποίηση είναι για τον Νικηφόρου μια αποστολή, ο δημιουργός μεταφέρει τα μηνύματα της ζωής, νιώθει ότι κρατάει την ανθρωπότητα στην αγκαλιά του, βιώνει τον ανθρώπινο πόνο και τον εκφράζει με τις λέξεις του.
Την προσοχή των ανθολόγων τράβηξαν και ποιήματα με ανοιχτό και
αναπάντητο το πρωταρχικό ερώτημα «ποιος είμαι». Το ποίημα «έζησα χρόνια και δεν έμαθα» υπήρξε δημοφιλές, όπως και άλλα ποιήματα που θέτουν το ερώτημα για το μυστήριο της ύπαρξης και αντικατοπτρίζουν την πάλη με το εσωτερικό σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής, όπως τα ποιήματα «εξόριστο φως» και «να γυρίζεις στο φως».
Οι νεότεροι της παρέας επέλεξαν τα ποιήματα «Ευτυχία» και «συ-
νέπεια 2». Ειδικά το δεύτερο, απεικόνιζε, όπως είπαν χαρακτηριστικά,
το καθημερινό τοπίο της ψυχής τους:
μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος
Το μυστικό, το όνειρο και το θαύμα αναδείχτηκαν σε λέξεις κλειδιά
για να εισέλθουν οι νέοι αυτοί αναγνώστες στον κόσμο του Νικηφόρου.
Επανέλαβαν πολλές φορές ότι ο άνθρωπος που μιλά στα κείμενα αυτά,
το ποιητικό υποκείμενο, όπως λένε οι σχολιαστές, είναι ένα παιδί που
επιμένει να ονειρεύεται, να αισθάνεται και να υποφέρει γιατί ο κόσμος
δεν είναι στα μέτρα της καρδιάς του. Πράγματι, η φωνή του Νικηφόρου
είναι η φωνή που δίνει λόγο στη νοσταλγία μας για το για το πατρικό
σπίτι που χάθηκε, για τους γονείς που έφυγαν, για την αγάπη που δεν πήραμε, για τα παιγνίδια και τους φίλους που μεταλλάχτηκαν, για ό,τι λιγόστεψε επικίνδυνα στη ζωή μας. Είναι η φωνή που πεισματικά διεκδικεί τον έρωτα, την αγάπη, είναι το παιδικό βλέμμα που θαυμάζει το ακατανόητο μυστήριο της ζωής και της ύπαρξης, που ξορκίζει τον < του θανάτου με τα φωτεινά χρώματα ζωής.
Κάπως έτσι διάβασαν οι εκπαιδευόμενοι του 2ου ΣΔΕ Θεσσαλονίκης τον Τόλη Νικηφόρου. Κάθισαν δίπλα του, άρθρωσαν με τη δική τους φωνή τους στίχους του, κοινωνοί πλέον του λόγου του, του μετέφεραν τη συγκίνηση και τις σκέψεις τους, του υπέβαλαν δύσκολα ερωτήματα αλλά και ερωτήματα προορισμένα να παραμείνουν δραστικά αναπάντητα, όπως για παράδειγμα αν «τα πιο ωραία ποιήματα / γράφονται χωρίς λέξεις» και αν «οι πιο μεγάλοι έρωτες / δεν γράφονται ποτέ».
Ήταν ένα όμορφο, εαρινό ποιητικό απόγευμα. Ο Τόλης έμοιαζε να το ευχαριστήθηκε. Έγινε μια συζήτηση φιλική, ουσιαστική, διόλου επιτηδευμένη και προπαντός ανιδιοτελής. Οι μαθητές και οι μαθήτριες μου χάρηκαν που γνώρισαν έναν ποιητή της πόλης μας, μίλησαν μαζί του, ένιωσαν πιο δυνατοί και πιο σίγουροι για τον εαυτό τους, διαπίστωσαν πως η ποίηση είναι η ωραία κοιμωμένη της καρδιάς μας, κάπου μέσα μας κατοικεί και περιμένει από μας μια ευκαιρία να ξυπνήσει, μια αφορμή να ζωντανέψει στη ζωή μας. Όσο για μένα, είμαι η πλέον κερδισμένη αυτής της ιστορίας. Οι μαθητές μου μού δίδαξαν τα πρώτα βήματα της ποίησης, έσπειραν μέσα μου το πρωταρχικό αίτημα του λόγου: να φτάσει στην ψυχή του ακροατή/αναγνώστη.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΕΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ (ΜΕΤΕΩΡΙΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ «ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΒΑΘΙΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ»)

(Απόσπασμα)

…/…
Τόσο η φιλοσοφία, λοιπόν, όσο και η ποίησή του εξαρτώνται από τη φύση του· κι έτσι, ως άλλος Γερμανός ρομαντικός ή φιλόσοφος –ως άλλος Φίχτε, καθώς θα έλεγε ο Χέγκελ-, «αισθάνεται απόγνωση, τρόμο και αποστροφή ακόμη και στη σκέψη των αιώνιων νόμων της φύσης και της αυστηρής αναγκαιότητάς τους», τα οποία και ξορκίζει μέσω των χρωμάτων, της μουσικής και του ανθρώπινου -κι όχι μόνο- αγγίγματος στο σύνολο του έργου του. Άνθρωπος που, λόγω ιδιοσυγκρασίας, νιώθει κατάθλιψη απέναντι στο αναπόδραστο του κόσμου -τόσο στο πλαίσιο της λειτουργίας του, αλλά κυρίως στο πλαίσιο της περατότητάς του-, που διαλύει στην κίνηση και το πέρασμά του αμετάκλητα τις μεμονωμένες συνειδήσεις μας, παρόλο που (ή επειδή;) είναι-είμαστε
παράγωγά του.
Φύση που και λόγω των βιωμάτων της (ο χωρισμός των γονέων, ενώ
ήταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 6 χρόνων, ο ποιητής μένει με τον πατέρα του) σε «ψυχικό» επίπεδο ρέπει προς την αυτοκτονία και την κατάθλιψη (ενδεικτικά τα παιδικά μάτια πίσω από το τζάμι που αναρωτιούνται: «τι θα γίνω αν πεθάνω;»), ενώ σωματικά παραμένει ρωμαλέα και κτητικά, υποθέτουμε ερωτική, μέσα στην τρυφερότητα και την «αιλουροειδότητά» της. Με μάτι που γυαλίζει, ως άλλη τίγρη της Βεγγάλης (θαυμάζει τη φονική αυτή μηχανή, τους μύες, τα νύχια, την κίνηση αυτής της μορφοποιημένης μάζας των τριακοσίων κιλών, στη φύση της οποίας τολμώ να πω πως μετέχει), διατρέχει τον βιωμένο ιστορικό και κοσμικό χρόνο ως τόπο, κι ως άθρησκος πλέον αγνωστικιστής –ένθεος όμως συνάμα- πορεύεται συνδυάζοντας το τρυφερό με το άγριο, το θεϊκό με το ανθρώπινο, το κοινό με το υπερβατικό και το φωτεινό με το σκοτάδι. Στο «κίτρινο περπάτημα στα χόρτα» βλέπουμε χαρακτηριστικά το πάτημα της τίγρης στο πράσινο λιβάδι, με την τίγρη να λειτουργεί πρωτίστως, όπως σημειώσαμε, ως το θεϊκό στοιχείο, στη σαρκοβόρα κυρίως λειτουργία του, και το πράσινο ίσως ως ο ίδιος ο θάνατος.
Οι κρίσεις πανικού, που έρχονται εύλογα σε μια τέτοια φύση με
τόση έκθεση, φαίνεται να λειτουργούν διχαστικά. Στις αρχές μάλιστα
της δεκαετίας του ’90, είναι φανερό στην εξέλιξη του έργου του, ο ποιητής βρίσκεται ενώπιον μιας τριπλής κρίσης: α) τον θάνατο των γονέων,
β) την πτώση του ανατολικού μπλοκ και γ) την επερχόμενη ωριμότητα των χρόνων του, η οποία επίσης λειτουργεί στην περίπτωσή του ως κρίση. Συγκλονισμένος, όπως και παλιότερα, κατά τα χρόνια του Λονδίνου (μένει τέσσερα χρόνια εκεί και στο Luton, «δέκα χιλιόμετρα δυτικά») φαίνεται να βρίσκεται ήδη στον τόπο της αυτοκτονίας και να φοβάται μήπως πηδήξει, κάτι που στην περίπτωσή του λειτουργεί και παραμένει ως συστατικό κομμάτι της γνησιότητας και της ταυτότητάς του. Το βελούδο -σε αυτό το πλαίσιο θα γίνει καλύτερα κατανοητό λειτουργεί ως η νηνεμία μετά την τρικυμία αλλά και ως ένα όχημα προς αυτήν. Μια «θάλασσα» που «συμπλέει», που συν-κινείται με μύες και δορές, ως μια επιφάνεια, πάνω στην οποία είμαστε καταδικασμένοι να κινούμαστε, μια θάλασσα που κρύβει από κάτω της ή από πίσω της το άπειρο, το οποίο είτε μας «κανονίζει» είτε αδιαφορεί για μας.
Φαίνεται, μάλιστα, μερικές φορές να φλερτάρει με την ιδέα πως αυτή η
αναγκαιότητα της υποταγής μπορεί να μετατραπεί σε μια ενστικτώδη,
αρκετά ελεύθερη, αρμονική και αυθόρμητη «φυσική» λειτουργία, συνομιλώντας εν μέρει με τον Σίλερ και τον Σολωμό, αλλά, ενώ παίρνει
αυτό τον δρόμο, δεν φαίνεται να τον πιστεύει έως τέλους και έτσι παραιτείται από αυτή την συγκεκριμένη ιδέα, παραμένοντας «σύμφωνος» και με την οπτική της εποχής του. Μια συμφιλίωση με αυτόν τον κόσμο παραμένει αδύνατη, καθώς η φύση μάς καταστρέφει έναν-έναν με τον πιο ανηλεή και απαίσιο τρόπο, κι αφού προφανώς δεν αφήνεται στα ρεύματά της, αντιστέκεται και δηλώνει ποιητικά με τα μορφώματα και με το πρόσωπό του (που αποτελούν ένα αξεδιάλυτο πλέον ένα) πως δεν αποτελεί μέρος της και πως μπροστά στην επερχόμενη κονιορτοποίησή του αρπάζει ένα κλαδί κι ως άλλος Καρούζος που λέει «η φύση είναι θεία μας», αλλά κι ως Σολωμός, εναντιώνεται δίνοντας κι άλλο αίμα, κόκκινο πάνω στο μαύρο, μεταθέτοντας την οριστική χώνευσή του εντός του «μηδενός».
0 Νικηφόρου παραμένει εξαρχής μακριά από τον εξωφρενικό επιδεικτισμό και την αυτοπροβολή ορισμένων της γενιάς του, που με την υστερική επιβολή του «Εγώ» τους και τη μονομανία τους θολώσανε μηδενιστικά τη ρέουσα «παράδοση». Δεν παραδίδεται σε εξωτισμούς, σε θεωρίες και σε αντιγραφές με μια χαριτωμένη ή εκκεντρική ευκολία, αλλά ως «ποιητής τίγρης» διά βίου «αποσύρεται» σε ένα χώρο «ιδιωτικό» και αξιοπρεπή, όπου ταγμένος στην τέχνη του σφυρηλατεί το όραμά του και τις ποιητικές του συλλήψεις, παραμένοντας ανοιχτός και αβοήθητα εκτεθειμένος ως άνθρωπος στην τύχη, στο σκοτάδι του ακατάληπτου μυστηρίου που μας συμβαίνει, και απέναντι στη μοίρα και στις «αμαρτωλές» δυνάμεις που κάνουν τη ζωή μας ακόμη πιο δύσκολη.
Η ποιητική του έκφραση, να προστεθεί επίσης, λειτουργεί με τη μουσικότητα της άρτια, ως κατορθωμένη τεχνική κατάκτηση –τίποτα δεν εξέχει πουθενά και ενώ φαίνεται φορές να μπαίνει σε πειρασμό να αφαιρέσει κάτι, σίγουρα δεν δείχνει πως θα επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε. Είναι κάποιος, λοιπόν, που δίνει πλήρη και οριστική έκφραση στη φαντασία του και που αφήνει ως παρακαταθήκη τη γενναιότητα και την τραγικότητα με την οποία αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, όπως της «πρέπει», γνωρίζοντας πώς να κρατήσει ως άλλος Σούμπερτ τον «έλεγχο» των διαφόρων δυνάμεων που λυσσομανούν εντός του όσο κρατάει η θύελλα, κι έπειτα κάθε φορά και ισόβια μας δίνει το απόσταγμά του, μας «περιγράφει» δηλαδή ποιητικά αυτά που «είδε» και βίωσε, μεταποιημένα πάντοτε σε τέχνη. Μέσα σε αυτό το μεταίσθημά του πυρώνεται, ή και επαναφλογίζεται, το αρχικό του όραμα και έτσι μετέχουμε κι εμείς σε μια αποκαλυψιακή πρακτική και ποίηση.
Το κύριο ερώτημα που βέβαια παραμένει κατά κάποιον τρόπο κι έως τέλους ανοιχτό, μέσ’ στις παραλλαγές του, αν δηλαδή η ζωή είναι σκοτάδι ή φως, είναι η λεγόμενη αέναη Sehnsucht, η αποκαλούμενη νοσταλγία των ρομαντικών. Η αναζήτηση του «γαλάζιου άνθους», που έλεγε κι ο Νοβάλις, απαντώντας στην ερώτηση προς τι η τέχνη του: «επιστρέφω πάντα στον οίκο μου. Στον οίκο του πατρός μου». Η αναζήτηση αυτή, λοιπόν, στο πλαίσιό μας πλέον, δεν είναι παρά μια εκκοσμικευμένη εκδοχή της θρησκευτικής στάσης στην ένωσή της με το θείο, μια γραμμή που από τους ορφικοπυθαγόριους περνά στον Πλάτωνα και στους νεοπλατωνικούς και στους χριστιανούς, και από εκεί στους Γερμανούς, στις αποχρώσεις του πιετισμού, τον Eckhart, τον Boehme και τελικά στους ρομαντικούς κι από ’κεί στον Αντρέι Ταρκόφκσι, με τη διαφορά, βέβαια, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με καλλιτεχνήματα στην κοσμική τους μορφή, κάτι που ίσως σημαίνει πως η όλη προσπάθεια αρχίζει και τελειώνει εντός του καλλιτεχνήματος, σε μια ουσιαστική μετατόπιση. Κι έτσι, ως άλλος Αναγνωστάκης, σε μεταφυσικά αυτή τη φορά πλαίσια, θα μας πει(;): «στα ψέματα παίζαμε». Θα αποφανθεί ίσως στο τέλος, άσχετα αν η απάντηση ρέπει ήδη, θεωρώ, προς: «… το όχι φως».

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ, ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ,
2010

Τα μοτίβα που επανέρχονται στο έργο του Τόλη Νικηφόρου και δίνουν
το στίγμα της ποιητικής του, είναι εμφανή και εντοπίζονται με μια προσεκτική ματιά και ανάγνωση. Το μυστικό αλφάβητο προηγείται του μαυροπίνακα, αλλά οι συνδέσεις τους είναι εμφανείς. Επικοινωνούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αποτελούν και τα δύο οχήματα της συναισθηματικής μνήμης -και όχι μόνο- του ποιητή.
Το όνειρο, ο έρωτας και τα «αχ» του, τα θαύματα, η απαισιόδοξη
διάθεση που ανατρέπεται από ένα ευλογημένο φως, αυτά και άλλα δηλώνουν εύγλωττα την παρουσία τους, βάζουν τον αναγνώστη σε μια συγκεκριμένη ροή σκέψης και παραπέμπουν σε εικόνες γεμάτες μουσική και λυρισμό. Τα επανερχόμενα μοτίβα είναι ο τρόπος που ο ποιητής αυτοπροσδιορίζεται και δημιουργεί έναν κόσμο που φέρει τη δική του σημασιοδότηση. Είναι ο κόσμος που βλέπει κανείς τα πράγματα εν τέλει και συμβαίνει συχνά το βιβλίο ενός ποιητή να είναι συνέχεια του άλλου ή προϋπόθεση του άλλου. Μοιάζουν έτσι τα έργα μεταξύ τους και δίνουν την αίσθηση ενός ενιαίου έργου, ενός συνόλου που τελικά αποτελεί και την ιδιόλεκτο του εκάστοτε ποιητή. Διαβάζοντας τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως χάνει την αλήθεια της δύσκολης εποχής μέσα στην οποία ζούμε, καθώς η διαρκής αναζήτηση του Ανθρώπου και του ήθους του, ακόμα και μέσα στην έντονη εσωτερική ταλάντευση που η έννοια του θανάτου επιφέρει, μοιάζει τρυφερή και γεμάτη κατανόηση για το εύθραυστο της ζωής.
Το μυστικό αλφάβητο για να αντέχει κανείς μέσα του πρέπει να το
ψάχνει. Να γυρνά πίσω στα παιδικά χρόνια -όπως και ο ίδιος ο ποιητής
κάνει-, να ψαχουλεύει τις εικόνες και τις μνήμες εκείνες που κάνουν τη ζωή να έχει αξία και διάρκεια («και στη στιγμή που χάνεται / που κρύβεται στα μάτια σου / και λάμπει για να μην δακρύσει» («Αφιέρωση»). Η απουσία διαρκώς παρούσα παντού «αναδύεται μοσχοβολώντας φρέσκο χώμα» («Κόσμος παράξενος»). Ποίηση που, αν ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. «Φθινόπωρο με χρώματα ηδονικά, ανερμήνευτα / […] το φως γίνεται σύννεφο και στα μαλλιά σου χαμηλώνει μυστικά/ ένας θλιμμένος άγγελος κάθισε δίπλα σου δειλά και σου κρατάει το χέρι» («Σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό»). Ποίηση που άλλοτε ηχεί σαν μάταιη αιώνια προσδοκία, άλλοτε σαν χαρά μεταμφιεσμένη, μόνο για λίγο έστω, σε θλίψη, έτσι για να μην ξεχνά να εκτιμά τη ζωή, τις παραμέτρους και τις προεκτάσεις της. Κι εδώ άλλος ένας ορισμός της μνήμης από τον Νικηφόρου: «ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο / βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει» («Μοναχικό παιδί κάτω απ’
το δέντρο»), Ο έρωτας γιορτάζει κανονικά στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής: «τα χόρτα χαΐδευαν τα πόδια της / ο αέρας τα μαλλιά της/ η πρωινή δροσιά ριγούσε στην επιδερμίδα της / κι ο ουρανός; / μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι / ο ουρανός / κατέβηκε αργά και μίκρυνε/και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα». 0 έρωτας είναι διαρκής μέσα στο μυστικό αλφάβητο, αλλά και η σημειολογία των ποιημάτων είναι οικεία στον αναγνώστη που παρακολουθεί τη δουλειά του Τόλη Νικηφόρου. Έχει γνώση των κωδίκων, των συνειρμών, των εικόνων που διατρέχουν την υφή αυτού του έργου, «αγάπησέ με, σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού, σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης, και σαν το κάτι εκείνο που δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα» («Σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης»). Και στο ποίημα «Δύο λέξεις έξι γράμματα»: «Εσύ τρομάζεις και γω τρέμω / μα σ’ αγαπώ / μ’ όλα τα γράμματα / μ’ όλα τα ρήματα / τα επιφωνήματα / με τη σιωπή μου /
σ’ αγαπώ).
Τα ποιήματα του χλομιάζουν, αλλά δεν αρρωσταίνουν ποτέ. Στο βάθος της γραφής του ξεχωρίζει η θάλασσα «σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι». Ποιήματα σαν παλιές φωτογραφίες μιας εποχής που διαρκεί και που οι εποχές όλες συνοψίζονται στην περίληψη μιας αύρας φθινοπωρινής («να μου διαβάζει ποιήματα / και να μ’ αγγίζεις με το φως» («Να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο»).
Στη γραφή του Νικηφόρου δεν συναντά κανείς μοντέρνα άλματα ή μεταμοντέρνα ακροβατικά. Είναι μια συνδιαλλαγή με την αλήθεια σε γλώσσα αισθαντική και γλυκιά, μια γλώσσα που πάντα δακρύζει, αλλά ποτέ δεν κλαίει, μια γλώσσα που απορεί και αγαπά να μιλά για θαύματα («[…] με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος /με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως, πριν απ’ το φως / πέρα απ’ το φως» («Πιστεύετε στα θαύματα;»)

 

ΦΩΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ

Σ’ ΑΓΑΠΩ. ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ!
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
(Απόσπασμα)

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

Με τις λέξεις «σ’ αγαπώ», από το ποίημα «δυο λέξεις έξι γράμματα», ξεκινώ την αναφορά μου στον Τόλη και το ντοκιμαντέρ μας με τίτλο «Σ’ αγαπώ. Ελογοκρίθη!». Το δεύτερο σκέλος του παραπάνω τίτλου αφορά τη λογοκρισία που, όπως μου έμαθε ο Τόλης, υπάρχει παντού. Η λογοκρισία σχετίζεται ακόμη και με το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ είναι -αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο πολύς κόσμος- ένας δημιουργικός επανασχεδιασμός της πραγματικότητας. Ο υπότιτλος «Η αλήθεια του ποιητή Τόλη Νικηφόρου» αναφέρεται αφενός στην κρυμμένη αλήθεια και αφετέρου στη σύσσωμη αφοσίωση του Τόλη στην ποίηση. Η ταινία, που έκανε την πρεμιέρα της στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης (2015), είναι, λοιπόν, ένα αντίδωρο αγάπης στον λογοτέχνη Τόλη Νικηφόρου και τη σύντροφό του, τη δικηγόρο Σοφία Αναστασιάδου, οι οποίοι αποτελούν πνευματικές παρακαταθήκες και σύμβολα
δημοκρατικού αγώνα για την πόλη της Θεσσαλονίκης.
Είναι αλήθεια ότι στη χώρα μας σπανίζουν οι κινηματογραφικές καταγραφές ενός εν ενεργεία καταξιωμένου λογοτέχνη. Με άλλα λόγια, μας λείπουν ο μύθος και η ιστορία του. Πέρα από τις ενδεχόμενες σκόρπιες αποτυπώσεις (συνεντεύξεων, εκδηλώσεων και άλλου υλικού ρεπορτάζ), ελλείπουν οι εκ του φυσικού εικόνες. Εμείς, όμως, πήγαμε κόντρα στους καιρούς. Διαισθανθήκαμε ότι ο λόγος του Τόλη έπρεπε να βγει παραέξω. Διαιωνίσαμε την κινούμενη ύπαρξη, τον φυσικό λόγο, τη σωματική γλώσσα, την προσωπική έκφραση ενός ανθρώπου με δημόσιο και ιστορικό ρόλο στην κοινότητά μας. Εξάλλου, η λογοτεχνικότητα του Τόλη ταυτίζεται με την καθημερινότητά του. Όπως κι αν απλώσεις αυτό το υφαντό -στα γράμματα ή τα μηνύματά του στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης, στις σκηνοθετικές υποδείξεις του, στις κουβέντες και τις συζητήσεις του- παντού φανερώνεται η ίδια ψιλοβελονιά. Μια ποίηση με τόσες εικόνες, πώς ήταν δυνατόν να μην γίνει ταινία;
Ως εκ τούτου, αν η ποίηση του Τόλη εξασφαλίζει το συναισθητικό και προκαλεί τον αναγνώστη να παρακολουθήσει τον κόσμο με ταινία σκαλίζει τον βαθύ κόσμο του Τόλη, αποκαλύπτει ανείπωτες αλήθειες και τις μεταφέρει στον θεατή. Ως σκηνοθέτης προσέγγισα την ξεχωριστή ανθρώπινη ύπαρξη και αξιοποίησα. εκ του παραλλήλου. τη δημιουργική κινηματογραφική γλώσσα. Για παράδειγμα, ανασυνθέτοντας τις μνήμες και τα λόγια του Τόλη, διαπίστωσα ότι το υπαρξιακό και λογοτεχνικό του σύμπαν ανατρέπει τη γραμμική διάταξη του χρόνου. Ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματά του, διέκρινα την επανερχόμενη επιμονή του σε μια εξιδανικευμένη μορφή ενός κοριτσιού.
Περιδιαβαίνοντας τα μέρη που μεγάλωσε, ένιωσα την καταπραϋντική ανάγκη του για επιστροφή σε έναν αισθαντικό και αγιοποιημένο τόπο γέννησης. Έτσι, λοιπόν, κι εγώ έπλεξα αναλογικά την ταινία σε ιστούς: ο θεατής βλέπει συχνά τον μικρό Τόλη να διαβάζει στο σαλόνι του παλιού σπιτιού ποιήματά του από το μέλλον. Τον παρακολουθεί εν προόδω σε μια ερωτική υποϊστορία από το πρώτο σκίρτημα της παιδικής του ηλικίας. Βιώνει μαζί του μια εμπειρία, όταν τελικά το χέρι του πατέρα, μέσα σε ένα ερειπωμένο σπίτι, ηρεμεί την ψυχή του παιδιού του.
Τα βασικά γυρίσματα του ντοκιμαντέρ διήρκεσαν ένα περίπου έτος,
από τον Αύγουστο του 2013 έως τον Αύγουστο του 2014. Ωστόσο, ο Τόλης ποτέ δεν θέλησε να σκηνοθετήσουμε σκηνές. Αρνήθηκε κάθε υπόδειξη. όσο κι αν εγώ προετοίμαζα ή ανακοίνωνα ντεκουπάζ και σχέδια.
Για του λόγου το αληθές, ξεχωρίζω -από την πολυσέλιδη αλληλογραφία
μας- μια ξεκάθαρη και αποστομωτική απάντησή του όταν, την προπαραμονή του πρώτου μας γυρίσματος (23/8/2013) στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου, επιχείρησα να του στείλω κάποια σκηνοθετική οδηγία:

Δεν είμαι ηθοποιός! Σκέψου ότι σιχαίνομαι την κάθε μορφής υποκρισία. Αν παριστάνω οτιδήποτε άλλο από τον σημερινό εαυτό μου, κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ. Δεν παίζω κανένα ρόλο, είμαι ο εαυτός μου. Και κάνω μια βόλτα στην παλιά μου γειτονιά. Η γνώμη μου είναι να μην το ψάχνεις υπερβολικά από σκηνοθετικής απόψεως. Ό,τι είναι να βγει στην επιφάνεια, θα βγει από τα ποιήματά μου και από αυτά που θα εξιστορήσω.

Ξεκινά, λοιπόν, η ταινία! Πρώτο γύρισμα. Ο Τόλης, ρισκάροντας τη
φήμη του με την αδεξιότητα ενός τριμελούς κινηματογραφικού συνεργείου, ακολουθεί τη διαδρομή των πρώτων παιδικών του χρόνων: οδός Αγνώστου Στρατιώτη, οδός Μητσαίων, 36ο (παλιό 22ο) Δημοτικό Σχολείο. Οικείος, εύθυμος και γοητευτικός, ο Τόλης -με τον χειμαρρώδη λόγο και την εξομολογητική του διάθεση- ξεδιπλώνει όχι μόνο ιστορίες από το παρελθόν του αλλά και στοιχεία από την εσώτατή του αλήθεια. Η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει, φυσικά, ικανό χώρο στο ντοκιμαντέρ, αφού η λογοτεχνία του Τόλη είναι ένα ιδιοποιημένο παλίμψηστο αυτής. Και το βλέπουμε στην ταινία, χάρη και στην τοπιογραφία του αγαπημένου του φίλου, του Ντίνου Παπασπύρου. Η Θεσσαλονίκη ξεχύνεται μέσα από τα ποιήματα του Τόλη άλλοτε ως «πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου» και άλλοτε ως «έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος». Η Θεσσαλονίκη του οδοντικού θήτα (θάλασσα και γενέθλιος πόλη, «άρωμα ονείρου», ένας «θίασος παιδικός της γειτονιάς») είναι το «θαύμα» που είναι αληθινό στα ποιήματα του Τόλη, αρκεί να θελήσουμε να έλθουμε λιγάκι πιο κοντά σ’ αυτό που υπάρχει δίπλα μας.
Έτσι κι εγώ μεταφέρομαι μαζί του στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου, την Παύλου Μελά, την Ζεύξιδος και την Περραιβού. Και, ενίοτε, όταν σουρουπώνει, ανεβαίνω κι εγώ στο ξωτικό της Εγνατίας:

Χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό.

Όσο συνεχίζονται τα γυρίσματα, ο ανιδιοτελής δικός μου Τόλης δίνει -από βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο- μια κινούμενη και ομιλούσα μαρτυρία, μια νέα δυνατότητα ανάμνησης στους μεταγενέστερους, μια συνεισφορά στην ανθρώπινη κατανόηση. Θέλει να μιλήσει για την αγαπημένη του Σοφούλα, θέλει να μιλήσει για τους παλιούς και τους νέους φίλους, θέλει να μιλήσει για το θαύμα των βλεμμάτων που συντελείται στα κάστρα, «φωταγωγημένα πέρα ως πέρα από τα μάτια των παιδιών». 0 Τόλης είναι υγρός και χειλικός. Κάθε φορά που μπλέκει το ανθρώπινο ρο στις λέξεις των ποιημάτων του, μου μιλά για τον έρωτα, την εργατική πρωτομαγιά, το δάκρυ, την προδοσία, την αριστερά, τον εξόριστο, τις γνωριμίες, την απορία. Άλλοτε πάλι μου μιλά με το απέραντο πι: το παιδί, τον πρόσφυγα πατέρα, την πατρίδα, την απέραντη
πλατεία, την παραλία, την ποίηση, την πυρίκαυστη πόλη. Τώρα πια ο Τόλης αγκαλιάζει με τη σκηνοθετική του άποψη την ταινία μας, όπως αποδεικνύεται στο παρακάτω μήνυμα της 23ης/9/2013 από την αλληλογραφία μας:

Καλημέρα και καλή εβδομάδα, Φώτη μου. Νομίζω ότι η συνεργασία μας έχει συνεχώς και καλύτερα αποτελέσματα. Καταρχήν, ήθελα να σε ρωτήσω αν χρειάζεται έγγραφη αίτηση για να γίνει η Σοφούλα μέλος του κινηματογραφικού συνεργείου και, πιο συγκεκριμένα, τρίτη βοηθός σου. Ελπίζω να μην είναι υπερβολική η φιλοδοξία της. Είδαμε τα δύο DVD από τη Λέσχη Ανάγνωσης και τις αναγνώσεις των ποιημάτων στο σπίτι μας.

 

ΒΙΚΥ ΒΑΝΙΔΗ

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

…το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει

Σκέφτομαι ότι ίσως το ποίημα δεν επιλέγει μόνο τον χρόνο για να γεννηθεί αλλά και τον χρόνο για να συναντήσει τον αναγνώστη του, όχι τον
χρόνο που θα περάσει και θα φύγει δίπλα του, αλλά τον χρόνο που θα κατοικήσει μέσα του. Υπάρχει μια αφανής τελετουργία στιγμών πριν από αυτή τη μετάληψη. Στο δισκοπότηρο ανακατεύεται το βίωμα του ποιητή, ο τρόπος που ζει το προσωπικό του δράμα, η καθημερινότητά του με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Το λευκό χαρτί περιμένει υπομονετικά την επίθεση των λέξεων. Κάποτε έρχεται η στιγμή που ανακατεύει με τη μαγική της κουτάλα όλα τα υλικά και ενεργοποιεί την έμπνευση του ποιητή, έτσι δίνει πνοή στο μελάνι για να σχηματοποιήσει με λέξεις τη λειτουργία της ψυχής του. Τέλος, υπάρχει εκείνη η στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τους στίχους και κινητοποιεί τη λειτουργία της δικής του ψυχής. Είναι αυτή η μαγική στιγμή που δύο ψυχές εναρμονίζονται στο ίδιο συναίσθημα και ας είναι από διαφορετική οπτική ή
ακόμη και από διαφορετική κατεύθυνση.
Δεν ξέρω γιατί γεννιέται αυτή η λαχτάρα στους ανθρώπους να
υπάρχει κάτι γραφτό στη ζωή τους, κάτι που θα το συναντήσουν και θα τους λυτρώσει από τα βάσανα τους. Παρόλο που δεν υπήρξα ποτέ φαταλίστρια, το αντίθετο θα έλεγα, όταν συνάντησα το ποίημα του Τόλη Νικηφόρου «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα», ένιωσα ότι λειτούργησε το πεπρωμένο και βρέθηκα την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο. Ίσως αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι από το τέλος του 2009 ξεκίνησε για μένα η αμφισβήτηση της ιδέας, μετά ήρθε το έτος των απομυθοποιήσεών μου. Η ψυχή μου αρρώσταινε από θλίψη και αγανάκτηση, οι ουτοπίες που κάποτε έμοιαζαν πραγματοποιήσιμες και με θάμπωναν, κατέρρευσαν εκφυλισμένες από τους ίδιους τους συντρόφους μου. Η συνάντησή μου, λοιπόν, με την ποίηση του Νικηφόρου ανέτρεψε τον σαρωτικό κυνισμό που αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα μου, έβαλε στοπ στις απομυθοποιήσεις και σηματοδότησε την αλλαγή της πορείας μου. 18 Αυγούστου 2010 έπνεε νηνεμία
στο ηλεκτρονικό μονοπάτι, η βόλτα μου από τοίχο σε τοίχο βούλιαζε αθόρυβα στο άνυδρο μαγγανοπήγαδο της κοινωνικής δικτύωσης. Όλα κοινότυπα. Οι τοίχοι εξιστορούσαν τις ίδιες νίκες και ήττες, υμνούσαν πάλι τις καλοκαιρινές διακοπές και τότε μια φυσαρμόνικα ήχησε μπροστά μου και με μαγνήτισε. Τελικά ίσως αυτό το ποίημα επέλεξε τη στιγμή για να εμφανιστεί μπροστά μου ή ίσως εγώ ήμουν έτοιμη για να το συναντήσω. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, μπορεί να λειτούργησε το σύμπαν, η τύχη ή απλά ήταν θέμα συμπτώσεων και πιθανοτήτων, πάντως ένα είναι το σίγουρο, ήταν ξάφνιασμα, κάτι σαν κεραυνοβόλος έρωτας. Ερωτική σαγήνη όρμησε από τις γραμματοσειρές και άρπαξε την ψυχή μου, τράνταξε το μυαλό μου τέτοια ορμή για σμίξιμο ερωτικό, γλίστρησε μέσα μου και ήθελα να κινητοποιήσω τις λέξεις για να κινητοποιήσουν τη ζωή μου. 0 σπόρος είχε φυτευτεί μέσα μου και ο καρπός
ήταν πλέον στη διαδικασία της ανθοφορίας.
Αποφάσισα να ψάξω το έργο αυτού του Ποιητή που πριν λίγα λεπτά δεν ήξερα ούτε καν το όνομά του. Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Ρωμυλία, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και εμφανίστηκε στα γράμματα το 1966 με το μεγάλο ποίημα «Οι άταφοι», «[…] είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ / κι απόψε / με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου / και μέθυσα […]». Κάπως έτσι, λοιπόν, ο Ποιητής Τόλης Νικηφόρου εισέβαλε στην καρδιά μου και στη βιβλιοθήκη μου. Ξεκίνησα μαζί του ένα ταξίδι στο τίποτα, όπως ακριβώς ξεκινάει μια ερωτική σχέση, αβέβαιη διαδρομή με τη βεβαιότητα της έλξης που μπορεί εύκολα να καταλήξει σε μίσος και μαγικά σε αγάπη. Στα πρώτα ποιήματα ο θυμός και η οργή της επαναστατημένης νιότης του 27χρονου Ποιητή ενώθηκαν με την αηδία που ένιωθα εγώ εκείνη την εποχή. Το νεκρωμένο τοπίο όπως φαίνεται στους άταφους, η ιδέα που ακινητοποιήθηκε, η ζωή που μοιάζει με ψευδαίσθηση, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, η ομορφιά που χάνεται τον απογοήτευαν και με απογοήτευαν, όμως στον αντίποδα υπάρχουν ίχνη αγάπης από μνήμες παιδικές, υπάρχει ο έρωτας που ακόμη και αν αποτυπώνεται στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν, φωτίζει λίγο το σκοτεινό τοπίο, και αυτό το κάτι το ελάχιστο που ανακάλυψα στο πρώτο του ποίημα μου έδωσε το νήμα που σιγά σιγά ξεδιπλωνόταν στο μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο και με οδήγησε έξω από τα σκοτάδια των πληγών μου, εκεί όπου συνάντησα το φως στο διπλό άλφα της αγάπης. Η ποίηση οφείλει να προκαλεί το συναίσθημα, να ρίχνει γέφυρες στις ψυχές που ψάχνουν δρόμους διαφυγής από τον λαβύρινθο της εσωτερικής αβύσσου, οφείλει να δίνει τα απαραίτητα νήματα στον αναγνώστη για να βρίσκει τη λύτρωση. 0 ποιητικός λόγος του Νικηφόρου σε μένα ξεχρέωσε όλες τις οφειλές, ευστόχησε μέσα μου και κατάφερε να με λυτρώσει, διέλυσε τα σκοτάδια μου και μου χάρισε ένα μονάδικό λογοτεχνικό ταξίδι με την εξαιρετική μοναδική γραφή του. Αυτή η κιμωλία, που έλειωνε αργά στον μαυροπίνακα του τίποτα, σκόρπια μέσα μου λέξεις-έννοιες γεμάτες φως και αγάπη, ορθάνοιχτα τα φύλλα της καρδιάς μου υποδέχτηκαν αυτό το κάτι το ελάχιστο που μετέτρεψε την ελπίδα σε βεβαιότητα. Εισχώρησα λαθραία στις λέξεις του, έκανα κατάληψη στο ύψιλον της ελευθερίας, κλείστηκα στην αγκαλιά του όμικρον της συντροφικότητας, λούστηκα ζωή στο τριπλό λάμδα της αλληλεγγύης, ξεφλούδισα το χάος του γιώτα της ατομικότητας, γλίστρησα στο αιχμηρό νι της επανάστασης για να συναντήσω το διπλό άλφα της αγάπης. Λαθρεπιβάτης του τίποτα βρήκα άσυλο στις λέξεις του ποιητή και πλέον αγαπημένου μου φίλου.
Ο Τόλης Νικηφόρου χρησιμοποιώντας μια γλώσσα άμεση, απλή, κατανοητή, δημιουργεί γνήσια ποίηση, γυμνή και ακέραια. Λέξεις, εικόνες,
ήχος, ρυθμός, όλα αρμονικά συνταιριασμένα σε οδηγούν στη θέωση της
ποίησης. Ο Τόλης ευστοχεί γιατί βλέπει, καταγράφει και αισθάνεται, όπως κάνει ένας αυθεντικός ποιητής. Απαλλαγμένος από περιττά στολίδια που βαραίνουν, ο ποιητικός λόγος φτάνει σε λέξεις που προσδιορίζουν την ουσία των πάντων. Πλάθει τις λέξεις του από φως, μετά τις χαϊδεύει και τους δίνει ζωή, και αυτές, έτσι αιθέρια πλασμένες, ξεφεύγουν από τα στενά όρια της σελίδας και εισρέουν μέσα σου, σαν κελαρυστό ποτάμι, αφήνοντας στο πέρασμά τους όλα τα δομικά υλικά που χρειάζεσαι για να χτίσεις τη νέα ουτοπία σου.
Αυτός ο ξένος τελικά δεν πέρασε απλώς για μια επίσκεψη, αλλά ήρθε για να μείνει μέσα μου, μοιραστήκαμε την ίδια δίψα για ουρανό και μου άνοιξε ένα φωτεινό παράθυρο να αγναντεύω το θαύμα τη ζωής.

 

ΘΕΤΑ ΚΑΪΔΟΓΛΟΥ

ΓΙΑ ΣΕΝΑ, ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Κυριακή απόγευμα στο ζεστό πατάρι μιας δημοτικής βιβλιοθήκης, στη
λογοτεχνική συγκέντρωση μιας λέσχης ανάγνωσης, πριν πολύ καιρό, χειμώνας κρύος και σκοτεινός, θυμάμαι, ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Τόλη Νικηφόρου. Εκείνη ήταν η στιγμή που έμελλε να γίνει η αρχή μιας μακροχρόνιας φιλίας. Μια φιλία που τη δένουν η κοινή αγάπη για τα βιβλία και η αφοσίωση στη συγγραφή. Συζητάμε, συνεργαζόμαστε, με τιμά με την ευκαιρία που μου δίνει να μιλώ και να γράφω για το σπουδαίο έργο του.
Μα παράλληλα με τη χαρά που βιώνω κάθε φορά που με τιμά με την εμπιστοσύνη του, αντιμετωπίζω κι ένα, το ίδιο πάντα, δυσεπίλυτο πρόβλημα. Νιώθω μια φοβερή αμηχανία, όποτε καλούμαι να διαβάσω δημόσια κάτι δικό του. Έχω μονίμως την αίσθηση πως θα το μικρύνω, θα το συνθλίψω, θα το κακοποιήσω με τη συγκίνηση και την άχαρη φωνή μου. Ίσως δεν είναι παράλογος ο φόβος μου. Τα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου έχουν τη δική τους συναρπαστική φωνή. Είναι ψίθυροι και κραυγές μαζί. Έτσι μου μίλησαν από την πρώτη κιόλας στιγμή, με πλησίασαν, άλλοτε διακριτικά και χαμηλόφωνα κι άλλοτε βίαια και με κρότο, κι έτσι θα τα ακούσω με προσοχή και δίχως να εμπλακώ, για να αφουγκραστώ όσα στέκονται δίπλα του κι όσα τον συντροφεύουν.
Δίπλα στον ποιητή δεν στέκεται τίποτα πέρα απ’ την εκκωφαντική
μοναξιά του, το συρτό του κλάμα, το παιδικό αυθόρμητο γέλιο του.
Βλέπω πάνω στο χαρτί το σαφές ίχνος απ’ το βαρύ του βάδισμα κι άλλοτε μόλις την υποψία του βαδίσματός του. Μυρίζω τον αέρα, που αναδεύτηκε απ’ το ακροπάτημα και το φευγαλέο πέρασμά του. Τη βιάση απ’ το τρεχαλητό και τη λαχτάρα του. Ακούω την αναστατωμένη του ανάσα. Η ποίηση του Τόλη είναι ένα μάτσο φρεσκοκομμένα λουλούδια, ένα αυθόρμητο, αναπάντεχο άγγιγμα, ένα πιάτο ζεστό σπιτίσιο φαί. Και επισημαίνω το σπιτίσιο, γιατί είναι τόσο ζεστή, οικεία και αγαπητή αυτή η ποίηση, αυτή η εγκάρδια καταγραφή, την αισθάνεσαι τόσο δική σου όσο αισθάνεσαι και το σπίτι σου.
Πόσο ανθρώπινα μιλάει για τα ανθρώπινα; Πόσο λυρικά τραγουδάει τη μουσική του εσωτερικού του κόσμου; Κι αυτό, ξέρετε, δεν είναι κάτι απλό, εύκολο ή αυτονόητο για τον καθένα που διαβάζει την ποίηση ή για τον ποιητή που τη γράφει. Γιατί πολλές φορές η ποίηση μπορεί να μοιάζει με μια κακή αποστήθιση ενός δυσνόητου κειμένου ενηλίκων από ένα παιδί. Οι έννοιες να είναι γεμάτες τραχύτητα και ακατανόητους συνειρμούς, που δεν φτάνουν πέρα απ’ τη μύτη του ποιητή, ούτε καν ακουμπούν τα ακροδάχτυλα του αναγνώστη. Πώς, λοιπόν, να αγγίξουν την καρδιά του; Είναι οι φορές που οι στίχοι ισορροπούν σ’ ένα κοντό σχοινί και καθώς βαδίζουν παραπαίοντας στο κενό, τελειώνει ξαφνικά ο δρόμος τους και γκρεμίζονται στο τσιμέντο, διαμελίζονται σαν γυάλινοι αδέξιοι ακροβάτες και γίνονται κομμάτια. Κι από τα
σκορπισμένα θρύψαλα ο περαστικός, στην προκειμένη περίπτωση ο
αναγνώστης, είναι αδύνατο ενώνοντας να τα συνθέσει για να βγάλει
ένα σχήμα, ένα νόημα, μια οικεία λέξη. Η απόσταση τότε ανάμεσα στον
δημιουργό και το κοινό του δεν διανύεται. Μένει απάτητη. Όπως οι πιο
μακρινοί πλανήτες αυτού του γαλαξία.
Αυτά όμως σε μιαν άλλη ποίηση. Του εντυπωσιασμού, της φιλολογολαγνείας, της γλωσσολατρείας και της προσποίησης. Όταν όλα είναι
ταυτόχρονα περιορισμένα και οδυνηρά αραιά. Μόλις έκλεψα και αντέστρεψα έναν τίτλο από ένα ποίημά του, ας με συγχωρέσει ο ποιητής για την αυθαιρεσία, μιλώ για το ποίημα «ταυτόχρονα απέραντο και οδυνηρά συμπυκνωμένο», από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό. Και αυτός ο τίτλος θα μπορούσε να είναι ένας δεύτερος εναλλακτικός τίτλος σε όλα του σχεδόν τα ποιήματα, γιατί τα αντιπροσωπεύει ιδανικά.
Τα ποιήματά του ισορροπούν εξαιρετικά ανάμεσα στη διάνοια και
στο συναίσθημα, δίχως να υποκύπτουν ούτε στο αφελές παραλήρημα, ούτε και στον αποστειρωμένο στοχασμό όμως. Μια τόσο ευαίσθητη ισορροπία πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, πόσω μάλλον να διατηρηθεί. Κι εκείνος το καταφέρνει με το να ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σχοινί με φοβερή μαεστρία.
Όλα τα γραπτά του είναι μια έκπληξη, μια ανατροπή, μια ανασφάλεια, ένας κίνδυνος, ένα -πάλι θα κλέψω έναν τίτλο ποιήματος και διηγήματος του- είναι ένα «κίτρινο περπάτημα στα χόρτα». Μια τίγρης που παραμονεύει πίσω απ’ τους θάμνους και τις φυλλωσιές, και είναι έτοιμη να ορμήσει καταπάνω μας, αφήνοντας το αποτύπωμά της στα χόρτα της ψυχής μας, να μας σκάψει τα χώματα, να μας ανακατέψει τις θάλασσες, να φέρει τα πάνω κάτω, να αναποδογυρίσει τα πάντα εντός μας. Να μας θέσει απέναντι μας. Όπως και ο ίδιος έρχεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και μας δείχνει με το δάχτυλο τον χειρότερο εχθρό του. Τον εσωτερικό εχθρό του. Πόσο αληθινά μιλάει για τις αυτοκαταστροφές μας! Τις φωτογραφίζει εξαίσια μέσα απ’ τις δικές του αυτοκαταστροφές στο ποίημα «ο εσωτερικός εχθρός». Αλλά και στο ποίημα με τίτλο «μόνη ανθρώπινη φωνή» χάσκουν ανοιχτές οι πληγές μας.
Αυτές που είναι η κύρια πηγή της δημιουργίας και το εκτυφλωτικό φως
της έμπνευσης. Οι πληγές του Τόλη Νικηφόρου είναι το χέρι που γράφει
γι’ αυτόν. Γι’ αυτόν που είναι πληγωμένος, απαρηγόρητος, μόνος.
Κι άλλοτε πάλι ζητά να μας γλυκάνει. Τότε που η νοσταλγία του γίνεται ακατανίκητη. Η μητέρα κι ο πατέρας, στα δύο υπέροχα ποιήματα «μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας 1» και «μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας 2», έρχονται επικίνδυνα κοντά, πλησιάζουν τόσο, που νιώθεις το χνώτο τους στο πρόσωπό σου. Γίνονται τόσο δικά σου αυτά τα δυο ποιήματα, που μοιάζουν σαν να γεννήθηκαν από σένα. Να τα ξεστόμισες μόλις εσύ, να τα χάραξες με το δικό σου μολύβι.
Τα παιδικά χρόνια του ποιητή στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην
Πλατεία Δικαστηρίων, οι αλητείες, οι συμμορίες, οι πρώτες αγάπες που
έμειναν αξέχαστες. Αυτά τα βιώματα που αποτυπώθηκαν ολοζώντανα
στο βιβλίο του με τίτλο Αγνώστου Στρατιώτου, μια συλλογή από απολαυστικά πεζά κείμενα. Αυθόρμητα και πηγαία.
Επιστρέφω στην ποίηση. Ξανά και ξανά.
Διαβάζοντας το ποίημα «στη θέα απ’ τη λεκάνη της ξενιτιάς» είδα
τον ποιητή και κινηματογραφιστή. Εικόνες σαν σινεμά, ζωντανές, κινούμενες, να περνάνε από μπροστά μου. Κι όλα περνάνε ελεύθερα κι αβίαστα από μπροστά μου. Γιατί ο ίδιος ο ποιητής μού παραχωρεί αυτήν την ελευθερία. Στο ποίημα «μυστικοί δρόμοι» από τη συλλογή Ο πλοηγός του απείρου μου δίνει τη δική του εκδοχή. Όπως κάθε γνήσιος δημιουργός, ξεγυμνώνεται, βγαίνει στο εκτυφλωτικό φως, στα αδιάκριτά μας μάτια, μας αφήνει να τον πλησιάσουμε, να τον αγαπήσουμε ή όχι, ό,τι εμείς επιθυμούμε.
Μα θα τον αγαπήσουμε. Η αγάπη και ο έρωτας. 0 έρωτας είναι
κυρίαρχος και αφεντικό και δούλος. Σ’ αυτόν υποτάσσεται η ψυχή του ποιητή, αυτός την υπηρετεί σαν ταπεινός σκλάβος. 0 έρωτας είναι ένας σκλάβος έμπνευσης για ’κείνον. Στο ποίημα «έρωτας» από τη συλλογή Μυστικό αλφάβητο το ποιητικό μάτι δεν μπορεί να γίνει ποιητικότερο. Και αυτό είναι το όλο θέμα· ότι ο Τόλης Νικηφόρου έχει ένα τέτοιο φίλτρο καθώς κοιτάζει, μια εφαρμογή στον γαλάζιο του φακό, στον αμφιβληστροειδή, στην απύθμενη κόρη του ματιού του, που τα βλέπει όλα ποίηση. Ή μάλλον όσα βλέπει, τα μετουσιώνει σε ποίηση. Και ό,τι δεν τον οδηγεί αυτόματα σε μια τέτοια μετουσίωση, τον αφήνει παγερά αδιάφορο.
Άλλη μια γοητεία του. Άλλο ένα αμιγώς ποιητικό χαρακτηριστικό.
Αφήνει ενίοτε μια κυνική απόσταση απ’ τα δικά του πράγματα, λες και
μιλάει για υποθέσεις άλλου. Όμως ακόμη και τότε, θα συγκινήσει. Συγκινεί η προσπάθεια του ποιητή να συμφιλιωθεί με το τέλος, το δεδομένο, το αδιαπραγμάτευτο. Ο θάνατος είναι κάτι για το οποίο είμαστε βέβαιοι. Και υπό το καθεστώς αυτής της τυραννικής βεβαιότητας μιλάει και ο ίδιος. Μόνο που αυτός ο κυνισμός είναι διάφανος. Είναι ένα τέχνασμα. Ένας ψεύτης δολοπλόκος. Πίσω απ’ τον κυνισμό της βεβαιότητας στέκεται ανήμπορος, γυμνός και απόλυτος, με ξεκάθαρο περίγραμμα, σαφέστατος, ο πόνος και το δάκρυ του θανάτου. Το σπάραγμα του ποιητή. Ο λυγμός της ψυχής του. Και ο λυγμός αυτός, ο πόνος και η αγωνία, η ελπίδα και το όνειρο είναι το πιο όμορφο και το πιο αξέχαστο πρόσωπο σε όλη του την ποίηση, σε όλο του το έργο. Ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δόθηκε, έστω και φευγαλέα, να το διατρέξω.

 

ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΣΘΕΝΟΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ

η Ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους
για τους ελάχιστους.
Η Ποίηση είναι σαν να μπαίνει ένας άγνωστος
στο σπίτι του νοικοκύρη
και να κατουράει τα ασημικά του […]

Δεν ξέρω πολλούς ποιητές σ’ αυτόν τον τόπο, που να τους αγαπάνε τρεις γενιές αναγνωστών. 0 Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από αυτούς τους τυχερούς. Δεν ξέρω πολλούς ποιητές που να διατηρούν στην ώριμη τους ηλικία ένα εντελώς παιδικό χαμόγελο σ’ ένα κόσμο γύρω τους που η μιζέρια περισσεύει. 0 Τόλης το έχει.
Δεν πιστεύω πως το όλο έργο του λαμπρού αυτού ποιητή και πεζογράφου μπορεί να το εντάξει ο όποιος μελετητής ή αναγνώστης σε
συγκεκριμένη κατηγορία, όπως γίνεται συνήθως με τους αναλυτές της
λογοτεχνικής γραμματολογίας μας.
Κι αυτό γιατί ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζεται με την ίδια ευχαρίστηση από ένα δεκαεξάρη, από ένα ογδοντάρη, από έναν συντηρητικό ή
έναν φιλελεύθερο κεντρώο, από έναν οπτιμιστή ή από έναν πεσιμιστή
αναρχικό… Αυτό κι αν είναι επιτυχία του δημιουργού όλων των βιβλίων
που έγραψε μέχρι τις μέρες μας.

αργά χτες το βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα
για πάντα αμετάφραστη τη λέξη
ελευθερία…

Τι άραγε είναι «αυτό» που μπορεί να φτιάξει το μυαλό του ποιητή, ώστε το δημιούργημά του να δημιουργεί ντοπαμίνη στο μυαλό του αναγνώστη του; Το «αυτό» είναι πολλά μαζί, είναι το εγώ και το εμείς, είναι το ελπιδοφόρο και ταυτόχρονα μάταιο, είναι το μοναδικό και το αέναο, είναι η μεταβλητή του Χρόνου, όπως ακριβώς την βιώνει και την παράγει ο «αποσυνάγωγος» χαρισματικός άνθρωπος που βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας αλλά αρνείται να κατασπαράξει τους αποκάτω του. Δύσκολο πολύ. Ωστόσο, ποιητές όπως ο Τόλης Νικηφόρου το καταφέρνουν.
Αν μπορέσουμε να μπούμε στο μυαλό του ποιητή, ίσως θα κατανοήσουμε αυτό που λέει ο Χάιντεγκερ «η ποίηση είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια μορφή τέχνης και διασκέδασης, είναι η δύναμη που φέρει
τον άνθρωπο στο ύψος της ύπαρξης και του κόσμου».
Αυτό το λέει ο μεγάλος φιλόσοφος, αλλά το τι ακριβώς «οδηγεί» τον ποιητή στη μαρτυρική και θαυμάσια διαδρομή του, το λέει υπέροχα ο Νικηφόρου:

υπάρχει μέσα μου ένα φως
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται […]

Αν έκανα μια παρομοίωση με τις μεγάλες μάχες, θα έλεγα πως ο
εμπνευσμένος ποιητής μέσα στο πεδίο της μεγάλης σφαγής του κόσμου
και του πολιτισμού του απαντάει δυνατά όπως ο στρατηγός Καμπρόν στη μάχη του Βατερλό, «σκατά λοιπόν», συνεχίζοντας την πορεία του ματαίως αλλά δικαιωμένος στο επέκεινα του δικού του απείρου.
Σε μια εποχή που η διαφάνεια είναι κατάμαυρη, η διαύγεια κατασκότεινη, και η πολιτική οικονομικός βόθρος, ο ποιητής ξέρει τη διαδρομή του.
Υπάρχουν δύο κατηγορίες κατεύθυνσης στον σύγχρονο ποιητικό λόγο: η μία είναι η συνεχής αγωνία του δημιουργού να βρίσκεται στο προσκήνιο μέσα από την επαφή του με τα όποια κυκλώματα μπορούν να αναδείξουν την ποιητική του δημιουργία με τρόπο πολιτικό, κοινωνικό, εκδοτικό, ανταποδοτικό, ανταγωνιστικό, και η άλλη που ο δημιουργός διαρκώς αγωνιά, μη έχοντας στο μυαλό του την κατεστημένη αναγνώριση του έργου του. Η πρώτη κατηγορία απαιτεί κάποιου είδους «συναλλαγή» και η δεύτερη προσωπική θυσία του «εγώ», που σημαίνει ότι οι λέξεις της Ποίησης ξεπερνούν τη σημειολογία της γλώσσας της. Τα πιο ωραία ποιήματα γράφονται χωρίς λέξεις, οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν γράφονται ποτέ, επισημαίνει ο Τόλης Νικηφόρου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει σιωπή γραφής αλλά ανατροπή κανόνων και εφεύρεση μιας άλλης επικοινωνίας, κατά την οποία ο δημιουργός της, ενώ αποδέχεται το αδιέξοδο της επικοινωνίας, ταυτόχρονα δημιουργεί μια «άλλη», πιο απλή, πιο βατή, πιο ελπιδοφόρα. Θυμίζει την αφέλεια του ήρωα του Ντοστογιέφσκι πρίγκηπα Μίσκιν, όταν δηλώνει πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», παρά το γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος ζει ακόμα την προ-ιστορία του και διαρκώς ακυρώνεται η βούλησή του για ανάταση και διαφυγή, από τα καρκινώματα που του δημιουργούν οι όποιοι καθοδηγητές του.
Έχει εξαίρετο ενδιαφέρον η ζωή του ποιητή που έζησε τα πάθη μιας
κοινωνίας, η οποία από τις περίκλειστες πολιτικές, ιστορικές και πολιτειακές δεσμεύσεις της βρίσκεται σήμερα σε «κρίση» και βαδίζει ψηλαφιστά σχεδόν προς το αβέβαιο μέλλον της. Κάποιοι ποιητές -ελάχιστοι-, όπως ο Νικηφόρου, μπορούν με το έργο τους να σε κοιτάξουν στα μάτια, όταν οι περισσότεροι κοιτάζουν χαμηλά:

Δεν μένει παρά να κοιτάξεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς την κορυφή
που δεν υπάρχει

Ο Τόλης Νικηφόρου στο τελευταίο του βιβλίο, Αγνώστου Στρατιώτου, χαρίζει στους αναγνώστες του την προσωπική βιωματική του ιστορία καταγράφοντας ταυτόχρονα και την ιστορία της ίδιας της Θεσσαλονίκης, της πόλης που τον εξέθρεψε και τον καθιέρωσε ως γνήσια ποιητική persona, δεκαετίες τώρα. Αυτό που δήλωσε στην παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του, «θα ήθελα να πεθάνω μ’ ένα μολύβι στο χέρι […]» καθορίζει και την προσωπική του αγωνία για την «επικοινωνία» του σύγχρονου κόσμου μας:

κανένα γυναικείο χέρι
δεν κράτησα δεν χάιδεψα ως τώρα
με την παλάμη μου
με τα ακροδάχτυλα τόσο ανάλαφρα
τόσο θερμά κι ερωτικά
όσο ένα κοινό μολύβι

Το «μολύβι», λοιπόν, είναι το άλφα και το ωμέγα του Τόλη Νικηφόρου. Αυτό είναι και η αποκάλυψη της γραφής του, με αυτό γράφει την «ακριβή και δύσκολη γεωμετρία της Ποίησης», όπως έγραφε ο Φλωμπέρ, και με αυτό αποθεώνει την καθημερινή πραγματικότητά μας -όποια κι αν είναι…

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα.

Ο ήχος της φυσαρμόνικας γλυκός και νοσταλγικός , σμίγει με τους στίχους του Τόλη Νικηφόρου και πλημμυρίζει τη ψυχή σου με την ομορφιά της απλότητας, ξυπνά τις μνήμες και ζωντανεύει στιγμές της Θεσσαλονίκης που έζησε ο ποιητής στη πόλη του, σε κάνει να ταυτιστείς μαζί του, να νοιώσεις το σφυγμό της πόλης και τις μυρουδιές στις γειτονιές της που σε τυλίγουν με τα αρώματα τους.
Ο Τόλης Νικηφόρου σε πολλά ποιήματα του αλλά και διηγήματα, μας μιλά γι αυτές τις στιγμές της Θεσσαλονίκης που ο ίδιος έζησε.
«Γεννήθηκα στην πυρίκαυστη καρδιά της πόλης, στην ανατολική πλευρά της Πλατείας Δικαστηρίων (σήμερα Πλατεία Αρχαίας Αγοράς). Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες, ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, η μητέρα μου από την Ανατολική Ρωμυλία» μας λέει ο ίδιος. Και στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα
«Η γοητεία των δευτερολέπτων» όταν, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, το τραίνο σταματά κοντά στον Αξιό γράφει: «Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή η γλώσσα μου και η γραμμή του αίματος χιλιάδες χρόνια τώρα απ’ τα παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη μεγάλη
πόλη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράψω
τα βιβλία μου και να πεθάνω. Εδώ βρίσκεται ο πλούτος της ζωής μου, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που αγάπησα, νεκροί και ζωντανοί. Η θάλασσα και τα κάστρα, η κάθε γειτονιά, η κάθε πλατεία και ο κάθε δρόμος σημαίνει κάτι για μένα.»
Ας περπατήσουμε με το ποιητή Κυριακή ξημέρωμα με το ψιλόβροχο να ποτίζει το χώμα, να σε τυλίγει η μυρωδιά της βρεγμένης γης, «ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα /και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι».
Πόσες φορές αλήθεια προσέξαμε το χαμόγελο μιας γλάστρας σ’ ένα μπαλκόνι, σε μια αυλή, σ ένα πεζούλι, Το άρωμα της γειτονιάς διάχυτο παντού, στα καλντερίμια και στα δρομάκια, εκεί που μεγαλώσαμε παιδιά, εκεί που οι μνήμες είναι γεμάτες παιγνίδια, ματωμένα γόνατα, γέλια κι ανεμελιά.
Ο Τόλης Νικηφόρου ζωγραφίζει με λέξεις τη πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, λέξεις που αναπνέουν με αγάπη και νοσταλγία και φτιάχνει εικόνες που κυλάνε μέσα μας σαν ταινία με τον καθένα να κρατά τον δικό του χαρταετό πάνω απ το δικό του κάστρο στο τόπο που μεγάλωσε.
Φορτωμένος μνήμες και μια ιστορία αιώνων «νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους» σμίγοντας την ανάσα σου με τις νότες της φυσαρμόνικας κι αφήνοντας το βλέμμα σου να ταξιδεύει πέρα μακριά «κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα» και κάτω από τις καμάρες να φτάνεις στη παραλία αναπνέοντας Θερμαϊκό.
Είναι όλα τόσο απλά και τόσο όμορφα σ αυτή τη πόλη. Ακόμα και ο καφές στα καφενεία της παραλίας μια ξεχωριστή ιεροτελεστία «πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς/αργά, πολύ αργά τον τούρκικο/και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα/με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη»
Μια ιεροτελεστία που σε ταξιδεύει στα όνειρα, πέρα από το «βαθύ γαλάζιο» της θάλασσας και της ψυχής.
«Όλα μου τα βιβλία, ποιητικά και πεζογραφίας, ακόμη και τα εντελώς φανταστικά, είναι πλημμυρισμένα από Θεσσαλονίκη. Από τη μητρόπολη της μνήμης και της ψυχής.» μας λέει ο ποιητής.
Όλο το ποίημα είναι η μνήμη και η ψυχή της Θεσσαλονίκης, ένας ύμνος όπου με τις νότες της φυσαρμόνικας «χρώματα σκοτεινά αναδύονται στο φως»
και οι λέξεις φωτίζουν ότι αγαπήσαμε και ότι ονειρευτήκαμε στο χτες, στο σήμερα και στο πάντα αυτής της πόλης.

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

Μυστικά και θαύματα (2007)

 

ΦΛΟΓΑ ΑΠ ΤΗ ΣΤΑΧΤΗ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

05/9/2017 http://tvxs /το βιβλίο

Από τη φλόγα της ποίησης στη στάχτη του παρόντος

Έχουν περάσει περισσότερα από 50 χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του Τόλη Νικηφόρου, και ακόμα ο ποιητής συνεχίζει το δημιουργικό δρόμο πού ξεκίνησε το 1966. Η «φλόγα απ’ τη στάχτη» (Μανδραγόρας, 2017) εντάσσεται κατά τη γνώμη μας στην τρίτη περίοδο της ποιητικής του πορείας, αυτή που ονομάσαμε ελεγειακό απολογισμό μαζί με τις συλλογές «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα» (2012) και «σκοτεινά παράθυρα» (2014).
Η ποιητική του παραμένει εικονιστική (στο δρόμο για το πουθενά, ως τον υπόνομο) ενώ το καναβάτσο του είναι γεμάτο χρώματα (και ξαφνικά η ζωή, ονειροφαντασία θνητού, αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, ευχαριστώ, γιατί το φως) και σημαντική παρουσία του φυσικού στοιχείου. Μία διαρκής κίνηση διακρίνει το ποιητικό του κάδρο (μήπως, εξόριστη θλίψη, ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, ποιος τώρα, ανοιξιάτικο σπουργίτι, χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός, και ξαφνικά η ζωή, ονειροφαντασία θνητού) πλάι σε εικόνες οσφρητικές (αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, μήπως) και ακουστικές (εξόριστη θλίψη, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, ποιος τώρα).
Ενώ όμως ο Νικηφόρου διατηρεί την χαρακτηριστική εικαστική στιχουργική του, τούτη η τελευταία συλλογή διακρίνεται από ένα πλήθος εσωτερικών -κι όχι μόνο- αντιθέσεων (γιατί το φως, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, εξόριστη θλίψη, μήπως, χαμογελάει βουρκωμένος ο ουρανός, εσπερινή απολογία θνητού). Κλειστοί ή στενοί και ανοιχτοί χώροι συνυπάρχουν στη ίδια συλλογή, σκοτάδι και φως ή συχνά το πρώτο φως της μέρας ή ένα σπινθήρισμα αγκαλιάζονται σε μία διαρκή εικαστική μάχη αισιοδοξίας/ελπίδας και πεσιμισμού/απογοήτευσης.
Εξάλλου, το φως στην ποιητική του Νικηφόρου κατέχει σημαντική θέση, όπως λέει ο ίδιος (γιορτάζω, γιατί το φως) είναι μία ακτίνα μπροστά στο τίποτα, μία λύτρωση από τα τραύματα ενός πλάσματος του βυθού (ο ίδιος ο ποιητής). Είναι το αντιθετικό ζεύγος προς το σκοτάδι που δηλώνει την ίδια τη ζωή, τη νίκη έναντι του χαμού και της φθοράς. Μέσα σε ένα στιχουργικό ιστό νυχτερινών ή σκοτεινών χώρων και σκοταδιού (αρμονίη αφανής φανερής κρείττων, άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου, μήπως, απορημένα όλα), το φως προσφέρει μία νότα αισιοδοξίας (συλλέκτης τραυμάτων, γιατί το φως, ένα πρώτο φως, γιορτάζω, ευχαριστώ, εσπερινή απολογία θνητού, ολάνθιστη, ονειροφαντασία θνητού).
Η αισιοδοξία όμως αυτή προκύπτει ως μια προσπάθεια αντίστασης του ποιητή απέναντι στα προβλήματα που ταλανίζουν τόσο τον ίδιο όσο και την κοινωνία. Είναι η αντίδρασή του απέναντι στο χαμό αγαπημένων προσώπων, τη μοναξιά και το άγχος. Στην ουσία πρόκειται για μία αγωνιστική στάση απέναντι στις μεταβολές της ζωής που αναζητά το φως στις σκοτεινές της εποχές και μία διαφορετική οπτική για την ίδια την τέχνη σε μία προσπάθεια εξοστρακισμού της μαυρίλας και του φόβου για το θάνατο. Και τούτη η αισιοδοξία τροφοδότησε την εκφραστική διέξοδο στην ποιητική του Νικηφόρου».
Έτσι με επίκεντρο τον λυρισμό του φωτός ο ποιητής ταξιδεύει στο παρελθόν, αναπολώντας (στον ουρανό της μνήμης μου, χαμογέλασέ μου, ανοιξιάτικο σπουργίτι, μία άτυχη ζαριά) στιγμές μοναξιάς ή έρωτα (ο εσωτερικός εχθρός 2, εσπερινή απολογία θνητού, χαμογέλασέ μου), οδηγώντας σε έναν μονολογικό απομνημονευματικό απολογισμό. Βέβαια, τούτο δεν τον εμποδίζει να μιλήσει για την ποίηση (ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, η διψασμένη άβυσσος, ονειροφαντασία θνητού) ή να στοχαστεί πάνω σε αφηρημένες έννοιες (σκιές από το τίποτα, γιορτάζω, στάση ζωής).
Ταυτόχρονα, όμως, ο ποιητής στοχάζεται για το παρόν με ευαισθησία εκφράζοντας την κοινωνική του αγωνία. Με επίκεντρο το αυτοαναφορικό υποκείμενο η ποιητική του αποκτά μία συλλογική διάσταση. Μόλο που το ποιητικό εγώ κυριαρχεί, δεν εγκλωβίζεται στις ατραπούς του ατομοκεντρισμού. Και μολονότι έχουν περάσει δεκαετίες από την εποχή των «άταφων» ή των «αναρχικών», ως ευαίσθητο αντιληπτικό όργανο της κοινωνίας ο Σαλονικιός ποιητής εκφράζει τις αγωνίες του για τους απόκληρους (κάποτε κάτι στον δρόμο για το πουθενά, ως τον υπόνομο, ονειροφαντασία θνητού, το άγριο θηρίο της μοναξιάς, ξαναγυρίζει στο μυστήριό του, η διψασμένη άβυσσος, στάση ζωής).
Έτσι όμως αφήνει σπέρματα μιας στροφής προς τη δημιουργία ενός κύκλου με την αρχική του πορεία στην ποίηση. Μοιάζει σα να θέλει να πλησιάσει τη νεανική ποίηση -κοινωνικής αναζήτησης- εκ νέου μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, εκφράζοντας την αγωνία του για το κοινωνικό παρόν, πολύ μακριά όμως από την ουτοπία που ο ίδιος κυνηγούσε στις πρώτες συλλογές του. Έτσι, μέσα από την ωριμότητα της ηλικίας, τις απογοητεύσεις και τις χαρές που αυτή φέρνει ο Νικηφόρου μοιάζει με την εσωτερική δύναμη που διακρίνει τον ίδιο και την στιχουργική του να θέλει να επικοινωνήσει με το κοινό, εξομολογούμενος προσωπικά βιώματα και όσα παρατηρεί και σήμερα γύρω του.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

bookpress/22/8/2017

«Σαν να νικούσε κάποτε το θάνατο η αγάπη»

Ο ποιητής θα επισημάνει τα σημαντικά του από την πρώτη κι όλας σελίδα, με το πρώτο κι όλας τρίστιχο: σαν να μην ήταν το παιχνίδι/ απ’ την αρχή στημένο/ σαν να νικούσε κάποτε το θάνατο η αγάπη, εννοώντας βέβαια ακριβώς το αντίθετο: το παιχνίδι είναι γνωστό και χαμένο εκ των προτέρων, κανείς δεν μπορεί να νικήσει σ’ αυτό και η μόνη στάση που μπορεί να έχει κάποιος είναι η αξιοπρέπεια. Το κοίταγμα κατάματα του αναπότρεπτου, σε όρθια στάση, χωρίς μιζέριες και υπερβολικούς κλαυθμούς, η όρθια στάση ενός υπερήφανου τίποτα.
Ασκήσεις ματαιότητας τιτλοφορεί ένα επόμενο ποίημά του, όπου και οι λέξεις ακόμα λογίζονται ως μάταιες, ανώφελα δακρύζουν, αν και η ποίηση γράφεται από τον ποιητή για τους ομο