ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

 

Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου γεννήθηκε το 1968 στη Βέροια όπου ζει και εργάζεται.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Η τράπουλα του καλοκαιριού (Ars Poetica 2012)
Furor Scribendi (Ars Poetica 2013)
Ο άστεγος της οδού Χαμόγελων ( Σαιξπηρικο 2015)
Έλαβον (Σαιξπηρικο 2017)
Τα μεροκάματα ενός έρωτα (ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 2019)
Της μιας ανάσας ποιήματα (Κουκίδα 2021)

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Ποιητικός πυρήνας: Ανθολογία, (2012)
Ποιητικός και Πεζός Λόγος των Μελών της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1980 – 2015)

.

 

.

ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΣΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2021)

Ι

ΒΕΝΤΑΛΙΑ ΘΕΡΟΥΣ
(και μια πλαγιά σκιερή
να σ’ αγναντεύω)

 

ΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΝΘΕΩΝ

Σαν οδαλίσκες
μου γνέφουν, των γιασεμιών
οι συμμορίες.

 

ΙΙΙ

ΔΩΔΕΚΑ RONIN

(γύρω από μια φωτιά
λεν’ ιστορίες)

 

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΗ

Ούτ’ έναν στίχο
οι αχάριστες πόλεις
δεν αξίζουνε.

 

IV

ΚΑΡΠΟΙ ΧΕΙΜΩΝΑ

(ηλίου στάση, τρύγος
παγοκρυστάλλων)

 

ΠΑΡΑΝΑΛΩΜΑ

Μες στη φωτιά σου
η πνοή τού έρωτα
με λιγοστεύει.

 

VI.

ΙΣΗΜΕΡΙΑ ΕΑΡΙΝΗ

(ποιος ξέρει αν με θυμάσαι)

 

ΦΑΛΤΣΟ

Βροχή του Μάη
και τα σπουργίτια φάλτσα
διαδηλώνουν.

 

.

ΤΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ (2019)

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Κάθε μέρα στη δουλειά
κόβεις το ζυμάρι
σε ίσα κομμάτια.
Κάθε βράδυ
κάνω το ίδιο
με τις ηδονές σου.

Σε βάζω στα ποιήματα
-μικρά καλούπια γεμάτα με τη γλύκα σου-
όπως ακριβώς
ο νεαρός
ξεμυάλισε τη σαραντάρα.

Δικαιοσύνη στον έρωτα,
όνειρο μέσα σ’ όνειρο.

 

ΤΟ ΣΧΟΛΑΣΜΑ

Κάθε μέρα
δεν βλέπω την ώρα να σχολάσουμε.
Τη στιγμή
που βγάζεις το λευκό σκουφάκι
τινάζεις το κεφάλι
κι εξαπολύεις δεξιά-αριστερά
τα πύρινα μαλλιά σου.

Είναι η ώρα που βλέπω
ένα στιγμιότυπο
από τους οργασμούς σου.

 

ΒΟΥΚΟΛΙΚΟ

Άνοιξη,
σκάνε χρώματα
ανθίζουν τα λουλούδια.
Έλα στην πίσω αυλή του εργοστασίου
στη ρεματιά
και πιο εκεί προς τα χωράφια
πώς ζευγαρώνουν να σου δείξω
οι χελώνες
οι λαγοί
οι νευρικοί κρεμμυδοφάγοι
το αχαλίνωτο πουλάρι κι η φοράδα
οι πελαργοί
ο καψωμένος φασιανός με την πουλάδα

και το δείλι που όλα αλλόκοτα φαντάζουν
ο μεθυσμένος Σειληνός με τη Μαινάδα.

 

ΦΛΕΡΤ

Δυο ματιές τυχαίες δήθεν
κολακεία αμφιβόλου ηθικής
μειδίαμα ανεξήγητο,
θωπεύουνε τις σκέψεις σου,
τις γδύνουνε και ασελγούν
πάνω τους με αναίδεια.

Κι απ’ τη ρουτίνα της δουλειάς
κολυμπάς στη ζεστή υποψία
ηδονίζομαι στην πιθανή σου προθυμία,
της περιέργειας το ζώδιο Κριός,
της άλωσης μεθύσι η προσδοκία.

Μεσημέρι, επιστρέφεις στον άντρα σου
μ’ ένα βλέμμα στα οπίσθια θωπεία,

χαμογελούν αντίκρυ μας
Θράσος και Αλητεία.

 

ΠΙΚΑΝΤΙΚΗ ΟΠΕΡΕΤΑ

Ολίγα τα ταξίδια σου και τ’ αναγνώσματα σου.
Θα ’θελα να σου διάβαζα
να σε ταξίδευα διαρκώς σε ηδονές και τόπους.

Στον Μέγα Ανατολικό θα είχες κάνει θραύση:
καλσόν κι εσώρουχα εποχής
και ιδού ενσταντανέ
ασπρόμαυρο το θέμα μας
με φόντο τις καμπίνες
μισόγυμνη να με κοιτάς
ολίγον τι θολή
σαν κουνημένη αδαούς φωτογραφία
από πίσω τραβηγμένη
κι από το φινιστρίνι, στα δεξιά του κάδρου,
αχνίζει ζεύγος εραστών εν μέσω γλυκασμών.

Στο σαλόνι “bella figlia dell’ amore”
στους λοβούς σου το κρεσέντο του τενόρου,
στο καπελίνο αυθάδικες ν’ αποστατούν οι μπούκλες,
οι γάμπες ακυβέρνητες,
μικρή μου ζιγκολέτα,
λαχανητά
κραυγούλες
και τα επιφωνήματα
εν πλήρει αρμονία,

μία, καθ’ όλα ανάλαφρη, πικάντικη οπερέτα.

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ

Βαμμένη ήρθε σήμερα.
Πού να ’ταν χθες το βράδυ;
Πολύ αργεί να κατεβεί από το λογιστήριο.
Σαν τι να λεν γελώντας με τον επιστάτη;
Γιατί φοράει σήμερα τα εσώρουχα τα μαύρα;
Στις τουαλέτες τι να κάνει τόσην ώρα;
Με ποιον γελά στο κινητό κολακευμένη;
Σε ποιες ηδονικές στοές χάνεται ο λογισμός της;
Γιατί σαστίζει;
Πού κοιτά;
Γιατί σκουντάει την άλλη;
Και στο αυτί του νιόφερτου τι τάχα ψιθυρίζει;

Μωρό μου, η ζήλεια μου ’χει κάνει το κρανίο
σφηκοφωλιά σπιούνων και χαφιέδων καφενείο.

 

 

ΠΛΗΡΗΣ ΗΔΟΝΩΝ

Κι άξαφνα χθες απέθανεν ένας κοινός γνωστός μας
-πάνω στη σπιτωμένη του, λεν οι κακές οι γλώσσες-.

Έτσι -και όχι στη δουλειά ή από άλλη αιτία-
να πέθαινα
επάνω σου,
στο αποκορύφωμά μας,
σε ερωτικό ατύχημα και πλήρης ηδονών,
με την ψυχή να σπαρταρά μέσα σου λυτρωμένη.

.

ΕΛΑΒΟΝ (2017)

ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Με κίτρινες φυλλάδες διπλωμένες για το κρύο
στα ρούχα μου και κόκκινες γραμμές,
με γκρίζες ζώνες στην ψυχή μου
μια νύχτα σαν τον Εμπειρικό θ’ αποδράσω’
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκαλο διαβαίνει.

Το λάβαρο ανεμίζοντας της ηδονής εξαίσια,
γαλάζια, πράσινα, ερυθρά φλάμπουρα
θα αντιχαιρετίσω
ζωηρά, καθώς να είναι ο οίστρος τον θανάτου.

Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο.

 

ΕΔΩΔΙΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ

ΜΗΧΑΝΗ ΚΟΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής

Ανάγκη να μην έχετε
Όταν ο θεός φυσάει
Και ο διάβολος σκορπάει

 

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΦΑΣΜΑΤΟΣ

Αυτός ο άνεμος που όλα τα παρασέρνει,
των ζωντανών τους πόθους,
τ’ άνθη των νεκρών,
είναι ο ίδιος που τα ποιήματα
αποθέτει σαν αποπαίδια
στα κατώφλια των σπιτιών.

 

ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Ζούμε σε μινωικά πιθάρια
όμορφα διακοσμημένα
δε βλέπουμε ουρανό,
ακούμε από πάνω
τους αρχαιολόγους.
Έχουν φτάσει στη βυζαντινή περίοδο.
Θέλουν πολύ ακόμη για μας εδώ κάτω.
Ασφυκτιούμε
τους φωνάζουμε απελπισμένοι
να κάνουν πιο γρήγορα
να μας βγάλουν στο φως
και χτυπάμε τα τοιχώματά μας.
Μια μέρα τα πιθάρια σπάνε
και γεμίζουμε χώματα.

Πεθαίνουμε με τη θλίψη
πως δε γίναμε κάτι
παραπάνω από χωμάτινοι αντίλαλοι.

 

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ

Να πώς περνούν τα χρόνια:
Βαστάζος του ενός
Εμψυχωτής του άλλου
Ενισχυτής κάποιου τρίτου…

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

Στο τέλος
μόνος
λίγος
ελαφρύς

 

ΜΑΝΑ

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Tα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα
Το πάτωμα σκονισμένο
Αράχνες στο ταβάνι
Στοίβες πιάτα στον νεροχύτη

Είναι γιατί συνήθως λείπουνε
Σε σαφάρι λέξεων:
Στο Τότε και στο Τώρα

Στη Σμύρνη ή στον Μιστρά
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο
Στη Χαρά και στη Λύπη

Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ χρόνο
Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται
καταρρακωμένοι
Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής
μητέρας
Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός
χωρισμού…

 

ΤΩ ΚΡΑΤΙΣΤΩ

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Θα ’ρθει μια μέρα
που δε θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος
αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων,

που δε θα μας τρομάζουν το κρύο και οι λάσπες
αλλά οι κρύες καρδιές και οι λάσπες στα λόγια τους.

Θα ’ρθει μια μέρα
που θα απλώνουμε τα χέρια μας
για να συλλέξουν αλητεία.

Μας φυλάει μια γωνιά ο χρόνος
όπου θα λέμε: είμαστε άνθρωποι,
σε μάτια που θα μας βλέπουν ως νεφρά,
γεννητικά όργανα
και ισχνά πορτοφόλια.

Κι ούτε μια μικρή γωνιά για μας
στον πλανήτη των προσφύγων.

Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε;

 

 

.

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ (2015)

Ι ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ι. Αναδυομένη;

Πήρε δυο κύματα και τα ‘κανε μπλουτζίν
Ένα κομμάτι φουρτούνας το έκανε φουλάρι
Με τα ρετάλια στόλισε τα νύχια
Κρόσσια θυέλλης πάνω της να μοιάζει αμαζόνα

Μόλις τη συνάντησα πώς να μην θαυμάσω:
Απόψε εξοπλίστηκες όλη την ομορφιά

 

II. Γήινη

Ήλιος δε βγήκε σήμερα
Με την ύπαρξή της ασχολούμαι εγώ:

Φωτίζοντας μονοπάτια της
Ιριδίζοντας τα ρυάκια της
Σιγά σιγά της ζεσταίνω τον κόρφο
Ανοίγω τα λουλούδια της

Έπαθλο μου το χαμόγελο της
Ανάφλεξη 

 

ΙV Πτήση

Κινείται σαν ερωδιός
Μιλάει με την ευφράδεια αηδονιού
Έχει την ευγένεια του κύκνου
Φλέγεται σα φοίνικας

Μετά τη συνάντησή μας
Κάποιος την είδε να πετάει 

 

ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελο σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
νιάτα, λαχτάρες κι άνθρωποι
σαν βρόχινες λιμνούλες.

Ο καιρός που έβγαινα
για μια χούφτα χαμόγελα
σώθηκε.

Σιγά σιγά
έμαθα ν’ αλλάζω
τα ξέθωρα χαμόγελα
με τα λουλούδια που φυτρώνουν
στις λευκές βουνοπλαγιές της νύχτας. 

 

ΙΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

 

ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΣ

Ι Σχολικές επιδόσεις

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω

 

ΙΙ Τα χρόνια στο χωριό

Το χωριό μου θα γίνει γνωστό
Από μια μελλοντική μου εκστρατεία
Έστω με το πρόσημο πλην

 

ΙΙΙ Στρατιωτική θητεία

Σκοπιά φυλάμε ακόμα μες στις ερημιές
Προσμένοντας τον βάτο αντίκρυ να ανάψει
Μα αυτός μες στη σκιά του παίρνει άλλες μορφές
Γυναίκα γίνεται τη μια, αισχρή γυναίκα
Διάβολος μέχρι να μετρήσεις ως το δέκα
Κι άλογο που βροντάει στα βράχια τις οπλές

 

ΠΕΙΣΜΑΤΑ

Από τότε που έβγαλα το γιασεμί στο μπαλκόνι
Η κληματαριά μού γύρισε την πλάτη
Λες κι αντίκρισε τα σάπια δόντια μιας ανασφάλειας
Ή το απαίσιο κορμί της μοναξιάς
Τώρα ψάχνει αλλού στηρίγματα

Εκείνη
Που μέχρι χθες απέκρουα τα ρεσάλτα της
Στην κουπαστή του μπαλκονιού 

 

ΙΙΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΜΕ ΘΕΑ

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗΣ

Μ’ ένα κορμί να ‘χει υποστεί
αγαλματένια απόρριψη
με δύο μάτια που ‘χουν δει
παράφορη άρνηση
ο καθένας θα πίστευε
ότι στον επόμενο τόνο
ή στην επόμενη στροφή
καραδοκεί το τέλος του κόσμου

σκουπίζοντας στα χείλη του
ψίχουλα αδιαφορίας

Βέροια, 11-11-2012

 

ΠΑΖΛ

Πέντε κομμάτια λάμψη εσύ
πέντε κομμάτια μνήμη εγώ,
αν τα ενώναμε
μπορεί να πλάθαμε
μια πελώρια μορφή.

Αλλά όχι,
όχι.
Δεν είναι μέρος για τέτοια πλάσματα
ετούτο το απέραντο
βασίλειο του μίσους.

Βέροια, 10-9-2010

 

IV ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΔΙ’ ΕΥΧΩΝ

 

ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

II. Του πατέρα

Οι γονείς μας
είναι οι πρώτοι
παιδικοί μας φίλοι
πον λησμονάμε

Δ.Π.

Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ’ τον,
χαμογελούσε εύκολα.
Κρεμούσε τα χαμόγελα στη ντουλάπα
δίπλα στις γραβάτες.
Είχε ένα για κάθε περίσταση.
Όταν ήταν θλιμμένος
φορούσε το πιο γοητευτικό.

Μα όταν πήγαινα να τον φροντίσω θέριευε.
Τι τσιρότο, τι χάπι να βρεις τότε
για έναν υπέρμετρο γίγαντα.
Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι-πλάι…
τι κρίμα που δε γίναμε ποτέ φίλοι.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Μια σπονδή και μια παρασπονδία
η έναρξη και η πλήξη ενός συμποσίου
απαραίτητου
όσο η γούνα για μια πέστροφα
όλα αναγκαίου
όσο τα λέπια για μια γάτα.

Σε απευθείας μετάδοση
θηρευτών και θηραμάτων
ο αποχαιρετισμός
στο φουαγιέ της Κιβωτού.

.

FUROR SCRIBENDI (2013)

A’ ΕΝΑ ΣΜΗΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΠΟΘΟΣ

Ήθελε τόσο πολύ να γράφει όμορφα πράγματα
που αν ήταν δυνατόν
-για τις λέξεις που πρόσμενε
να βγουν από μέσα του
όπως το δάκρυ της χιώτικης μαστίχας
ή το σπέρμα του καουτσούκ-

θα χάραζε το σώμα του.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι.

Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα
οι μπανάνες προστατίτιδα
τα μήλα καρκίνους
το λάχανο στηθάγχη

κι εγώ με τη βουκαμβίλια
κατάθλιψη χρόνια.

 

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.

 

ΕΚΡΗΞΗ

Όλα εντέλει είναι θέμα χειρισμών,
όχι προθέσεων κι ολόθερμων ευχών.
Αλλιώς, πώς θα μπορούσανε να δικαιολογήσουν
τη θέση μου τη δύσκολη οι αγαθές προθέσεις;

Και να τος, βγαίνει απ’ την οθόνη της Τ.V.
φαρδύς και διπλοσάγονος ο κύριος υπουργός
απλώνει τη χερούκλα του εν ψυχρώ
τα ποιήματα που έγραφα να κάνει κομματάκια.

Κι εγώ να τον κοιτάζω σαν παλίμψηστο σιωπών
μα εκείνα, απτόητα και προπαντός γενναία,
να σέρνονται στο πάτωμα γυρεύοντας τις λέξεις

καινούργια ποιήματα να γίνουνε: χαϊκού
και θραύσματα, μιας λογοτεχνικής χειροβομβίδας
που εκρήγνυται με κρότο και με λάμψη.

 

ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Ανοίγω το πορτοφόλι να πληρώσω ένα ψωμί.

Απομένουν μέσα, η ταυτότητα μου
η φωτογραφία σου
το κλειδί του σπιτιού μας
ένας συνδετήρας
δυο κέρματα
ένα ποίημα
ένα χαρτονόμισμα
α, κι άλλο ένα ποίημα…

Δόξα τω Θεώ
είμαι και σήμερα
ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο.

 

Β’ ΕΛΑΦΡΥ ΠΕΖΙΚΟ

 

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ

…greasy fingers smearing shabby clothes…
…spitting out pieces of his broken luck…
…Aqualung my friend…
Ian & Jennie Anderson «Aqualung»

Κάνοντας μια βόλτα στις βιτρίνες της πόλης, αναρωτήθηκα
πώς φαίνομαι στα μάτια των άλλων. Καθρεφτίστηκα λοιπόν
στη βιτρίνα ενός καταστήματος ένδυσης, τάχα πως βλέπω
ρούχα, ενώ παράλληλα προσπαθούσα αυτοσυγκεντρωμένος να
εκμαιεύσω την ποθητή απάντηση από την τζαμαρία.
Είδα τότε τον Οδυσσέα, να κατασκοπεύει τους μνηστήρες
μεταμφιεσμένος σε αποκρουστικό γεροζητιάνο. Α! ωραία,
σκέφτηκα, κανείς δε βλέπει τον πραγματικό βασιλιά της Ιθάκης
που θ’ αποκαλυφθεί εν πλήρη δόξα σε λίγες μέρες. Και τότε
ένας από δαύτους άρπαξε ένα σκαμνί και το πέταξε με δύναμη
στην καμπούρα μου. Ο πόνος ήταν τόσος που κόντεψα να
λιποθυμήσω.
Όταν συνήλθα, είδα πάλι το είδωλο του ζητιάνου -αλλά
χωρίς την αίγλη της Οδύσσειας-να αλαλάζει σα μισότρελος
χωριάτης: «Προυσουχή – προυσουχή. Έρχεται η Μήτσους η
Στεργιόπ’λος απ’του Κακοπλεύρ’μι δυο αρκούδες. Μαζωχτείτε
σπίτια σας, να μη σας ρουκανήσουν».
Οι μνηστήρες, αλίμονο, είχαν εξαφανιστεί.
Μαζί τους κι η Ιθάκη.

 

ΑΤΥΧΙΑ

Όταν ρωτούσαν τον Στρατή γιατί δεν είχε βρει ακόμη ταίρι,
να τακτοποιηθεί επιτέλους σαν τους άλλους, απαντούσε σ’ όλους
ότι ήταν άτυχος. (Έτσι ήταν και μάλιστα γι’ αυτό ευθύνονταν
κυρίως το αμάρτημα κάποιου προγόνου του). Επειδή όμως
έβλεπε ότι κανείς δεν τον πίστευε -σε πολλούς μάλιστα
διέκρινε το χαμόγελο που προκαλεί κάποιος τελείως αφελής –
και για να αποδείξει την ισχύ του λόγου του, σκαρφίστηκε κάτι
πραγματικά ασύλληπτο:
Πρώτα επινόησε ένα φανταστικό ταίρι -γνωριμία από
τις τελευταίες διακοπές του- Έπειτα διεκπεραίωσε με τη
σειρά όλες τις λεπτομέρειες της τυπικής οδού που απαιτείται
για την τέλεση ενός γάμου: Έκλεισε ημερομηνία σε ναό και
σε κοσμικό κέντρο για το γλέντι, συνεννοήθηκε με κάμεραμαν
και φωτογράφο, τύπωσε και μοίρασε προσκλητήρια* μέχρι και
αναγγελία σε τοπική εφημερίδα έβαλε ο αθεόφοβος.
Άφησε έπειτα να περάσει λίγος καιρός, όπου απόλαυσε
τις ανέξοδες ευχές των καλεσμένων του -φίλων, συγγενών
και γειτόνων- και τέλος μπήκε στον κόπο ν’ ακολουθήσει
θλιμμένος την τυπική διαδικασία της ακύρωσης ενός γάμου, με
αιτιολογίες προσεκτικά ειπωμένες.
Φυσικά, μετά απ’ όλα αυτά ο Στρατής δικαιώθηκε. Ζώντας
για λίγο με τη λογική της ζωής των άλλων, κατάφερε στο τέλος
να του μείνει ανενόχλητο το λίγο ή το πολύ της μοναχικής ζωής
που του είχε απομείνει (και που τόσο είχε συμφιλιωθεί μαζί της)
και μ’ ένα ψέμα να αποσπάσει από όλους εκείνο το ειλικρινές
και συμπονετικό:
«Καλός άνθρωπος. Κρίμα που είναι τόσο άτυχος».

.

Η ΤΡΑΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ (2012)

Ι ΘΑΣΟΣ

 

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΗΤΗΣ ΕΙΣ ΘΑΣΟΝ

Η Τρυπητή οφείλει πιθανώς το όνομα αυτής
εις μίαν τεραστίαν οπήν έσωθεν των βράχων1
δεξιόθεν της παρακειμένης παραλίας.
Πρόκειται δια μίαν λοξήν σήραγγα
εκ της οποίας η θάλασσα εισχωρεί εντός της ξηράς
σχηματίζουσα κολπίσκον τινά.
Το μήκος δε αυτής άγνωστόν μοι εστί,2 το ύψος αυτής ποικίλον,
το δε πλάτος είναι αρκετόν δια την εκ της θαλάσσης είσοδον
μίας λέμβου.3
Δια ταύτα εις την εκ της στεριάς είσοδον της σήραγγος
εδημιουργήθη μικρός τις λιμήν,
ος εστί ικανός δια την φιλοξενίαν έως οκτώ λεμβών.4
Εις δε το έτερον άκρον του σπηλαίου ευδιάκριτα εισίν:
το ανοικτόν πέλαγος, τα ασύλληπτα όνειρα εμού του ιδίου,5
όπως επίσης και οι γέλωτες των κυμάτων
δια την μωράν οδόν καθ’ ήν και δια ταύτης γάρ επέρασα
τον βίον μου.

Σημειώσεις:
1. Οία ομοιάζει διαμπερές εκ της Ποσειδωνίας τριαίνης τραύμα
2. Πλήν όμως ουχί άνω των τριάκοντα μέτρων
3. Δέον εστί το πλήρωμα αυτής έχον κλίνουσα την κεφαλήν είς
τινα σημεία
4. Βαρβαριστί: marina
5. Καλούντα ματαίως εις βοήθειαν λόγω του επικειμένου
πνιγμού των

 

ΙΙ ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ

Διαβάζοντας ποίηση κι ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
ο χρόνος χάνει τη σημασία του
Το καράβι μας αναπαύεται στο λιμάνι. Κι εμείς
μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας χρειαζόμαστε ξεκούραση
στις ακλόνητα ιωνικές Κυκλάδες του μέλλοντος
Προχθές άλλωστε αποχαιρετούσαμε στη Ρήνεια
τον τελευταίο βαριά λαβωμένο σύντροφο
στο στερνό του ταξίδι

ΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΚΕΡΔΩΝΙ
ΚΕΡΔΩΝ
ΧΡΗΣΤΕ ΧΑΙΡΕ

Σε λίγες μέρες θα φορτώσουμε παριανό μάρμαρο
που εναγωνίως ο Πραξιτέλης κι ο Σκόπας περιμένουν
Κι αφού το παραδώσουμε, γυρνώντας στον χρόνο
θα ξαναλύσουμε κάβους
και θα γνωρίσουμε τον Αρχίλοχο σ’ όλον τον κόσμο

 

ΙΙΙ ΝΑΞΟΣ – ΘΑΛΑΤΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

 

ΒΕΡΟΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

στον Ιγνάτη Χουβαρδά

Διαβάζοντας ποίηση και ακούγοντας τη λειτουργία
του γειτονικού ναού της Υπαπαντής του Χριστού
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
ο χώρος μου χάνει τη γεωστρατηγική του σημασία

Το δωμάτιό μου αυτή τη στιγμή θα μπορούσε
να είναι στην Πίνδο ή στο Μόλυβο
στο Διδυμότειχο ή στη Λέρο
Προσθέτοντας λίγες ακόμα πινελιές
στη Σμύρνη ή στο Μιστρά

Ή να είναι καμπίνα ενός ιστιοφόρου
στο λιμάνι της Νάξου

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ

Τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά
δε φαίνονται πια στις παραλίες
κι όμως είναι εκεί
ζουν σε λαγούμια και κατακόμβες
κάτω απ’ την άμμο
σαν τους τυφλοπόντικες
και μόλις φύγει ο κόσμος
βγαίνουν και λατρεύουν τη θάλασσα

τα ποιήματα
και οι έρωτες όπως τους ξέραμε παλιά

 

IV ΤΟ ΚΑΡΕ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Το Λενιώ δεν έχει πια σκονισμένα γόνατα
τα μαλλάκια της δεν είναι αχτένιστα
στα χειλάκια της δεν υπάρχουν λεκέδες σοκολάτας
δεν μπλέκει ανεπιτήδευτα τα χεράκια της
δε χορεύει σα νεράιδα
δεν κλέβει πια το γλυκό της γιαγιάς
ούτε βλέπουμε τα λειψά της δοντάκια όπως τότε
που έκοβε και μας μοίραζε το θεϊκό χαμόγελο της

Το Λενιώ πήγε πανεπιστήμιο
έμαθε πολεμικές τέχνες και πάει γυμναστήριο
έχει σημαντικό πόστο σε μια σπουδαία επιχείρηση
οδηγεί κι αισχρολογεί
κι όποτε ανέβει στο χωριό
όλοι σταυροκοπιούνται και θαυμάζουν:
«Βρε, το Λενιώ είναι αυτό; πώς μεγάλωσε έτσι;
Σωστός άντρας έγινε»

 

V  ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ
ή
ΔΙΠΛΟ ΚΑΡΕ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

ΙΑΓΟΥΑΡΟΣ

Πριν νιώσεις τον φόβο και τη δύναμή μου
πριν αντικρύσεις την στιλπνότητα του ιδρωμένου μου κορμιού
άκου τον βρυχηθμό μου να ‘ρχεται από κάθε γωνιά γύρω σου:

“Στα μάτια σου βλέπω τον Ήλιο
ν’ ανατέλλει από τις Άνδεις
και στην ψυχή σου τον Αμαζόνιο
Είμαι ένας διψασμένος ιαγουάρος και με ξεδιψάει
Είμαι ένα άγονο χωράφι και με ποτίζει
Είμαι ένα νευρικό πιράνχα και με περιβάλλει
Είμαι ένα μικρό χορταράκι ή ένα τεράστιο δέντρο και μου δίνει νόημα

Σε βλέπω στη μορφή κάθε μελαχρινής καλλονής
κι όταν, μια στις χίλιες, συμβεί να είναι η δική σου
το άρωμα του κορμιού σου με μεθάει
Αναδύεται μέσα από τα ανοίγματα
και τις ίνες των ρούχων σου
και με ψεκάζει λυτρώνοντάς με
όπως η θεία δίκη έναν κατατρεγμένο
όπως η έμπνευση έναν ποιητή καταραμένο
όπως η θάλασσα ένα δελφίνι που ‘ξόκειλε
όπως ο Αμαζόνιος έναν ιαγουάρο διψασμένο…”

 

Ο ΑΝΤΑΙΟΣ

–Do you like a chair?
–No, I prefer lying on the sand
and taking power from earth.
Είπε ο Ανταίος
(στη γυναίκα που νοίκιαζε ξαπλώστρες)
και γύρισε πλευρό.

 

VI ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΣΟΝΕΤΑ

 

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ

Ο ποιητής δε γεννιέται ούτε γίνεται
Σε μια στράτα απερίγραπτης ομορφιάς
αναζητά την έμπνευση και τη βελτίωσή του
Μια στράτα που δεν είναι παντού πλατιά:
Σε κάποιο σημείο στενεύει
απ’ την οροσειρά της αλαζονείας
και το πέλαγο της ματαιοδοξίας…
Και νάτος μες στο πλήθος
Ανάμεσα σ’ έναν πολιτικάντη, έναν εργάτη
ένα ληστή, έναν έμπορο, ένα δάσκαλο,
δεν ξεχωρίζει. Ή ξεχωρίζει όταν σε κοιτάξει

Γίνεται τότε παραμυθάς υπέροχος
αλλού πτυσσόμενος αλλού συμπυκνωμένος
μοιράζοντας τα ποιήματα του αντίδωρα

 

VII ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

 

ΤΑ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Αυτά
που όλοι
τα νομίζουν πεφταστέρια
είναι άγγελοι
που τα φτερά τους
τα έκαψε ο έρωτας

 

 

 

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΣΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΠΕΡΙ ΟΥ 10/4/2021

Τελετουργική ανάγνωση

Ανάσα της φύσης και του ανθρώπου, η ποίηση γεννήθηκε πριν από τη γραφή, με τους πρώτους φθόγγους της δημιουργίας. Και είναι από τη γέννησή της μεγάλη. Πέρα από κάθε αμφισβήτηση, τα Ομηρικά Έπη και η Βίβλος κληροδοτούν στην ποίηση την πεμπτουσία του μεγαλείου τους. Μια πνοή χρειάστηκε ο Δημιουργός για να προικίσει με ψυχή τον χουν που έπλασε ο ίδιος. Ένα ποίημα είναι και ο άνθρωπος, ενώ η ιστορία του δεν χρειάζεται πολλές λέξεις για να γλιστρήσει κάτω από την πένα του ποιητή. Η ποίηση, εξάλλου, παραμένει από τη φύση της πυκνή, και όταν ακόμη η πνοή της είναι επική. Οι λέξεις που δεν κατορθώνουν να χωρέσουν σε σύντομο ποίημα κρύβονται πίσω από τους ελάχιστους στίχους του, σέρνουν το χορό και δημιουργούν εικόνες, που οδηγούν στη γνώση των πραγμάτων. Κύρια αρετή τού χαϊκού, η πυκνότητά του προκαλεί στοχασμούς και εικονογραφήσεις, με ζωντανές εικόνες και αιθέρια κίνηση. Κύριες θεματικές του, η ταυτόχρονη προβολή των αντιθέσεων μέσα στις λίγες συλλαβές του: άνθρωπος/φύση, ζωή/θάνατος, γη/ουρανός…
Της μιας ανάσας ποιήματα τιτλοφορεί την έκτη ποιητική συλλογή του ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. Μια εισπνοή αρκεί για να συσσωρεύσει την έμπνευση και τις γνώσεις που χρειάζεται να γράψει ένα χαϊκού. Μια εισπνοή αρκεί για να το διαβάσει ο αναγνώστης. Η λέξη «ανάσα» έχει θετικό πρόσημο μόνο στον τίτλο του βιβλίου. Μια ανάσα ένα ποίημα∙ μια δημιουργική όσο και εφήμερη ανάσα είναι η ζωή μας. Η λέξη βρίσκεται μόνο μία φορά στο βιβλίο, μία και τελειωτική – στον πληθυντικό, να μη μείνει κανείς μας δυσαρεστημένος:

Είμαστε όλοι
φουρφούρια στις ανάσες
του μαστρο-Χάρου. («Ρίγος», 43)

Οι ανάσες του μας μεταμορφώνουν όλους, μα όλους, όχι σε παιδί που παίζει και μεγαλώνει, αλλά σε αντικείμενο, παιδικό παιχνίδι, που γυρίζει κυκλικά, αενάως, σαν να φυσάει το σύμπαν, σαν να γίνεται η ανάσα άνεμος.
Η βραχύτητα των στίχων οδηγεί αναπόφευκτα σε διασκελισμό, συνδέοντας λέξεις διαφορετικών στίχων, προσκαλώντας σε στοχασμό για το πεπρωμένο μας:

Οι παπαρούνες
απορία του Ιούνη
καθώς πεθαίνουν. («Άλικο πένθος», 17)

Ο τίτλος μάς προειδοποιεί για το οξύμωρο, το θάνατο λουλουδιού, όταν ο Ιούνιος σέρνει το χορό, μήνας μισός άνοιξη μισός καλοκαίρι, στην πιο ζωντανή στιγμή της εναλλαγής των εποχών, της ωρίμανσης του έτους. Καθώς ανοίγει την πόρτα τού καλοκαιριού, ο Ιούνιος βλέπει, μέσα στον καθρέφτη της φύσης, ένα από τα πιο όμορφα αγριολούλουδά της να χάνεται. Το μαύρο του πένθους βάφεται κόκκινο του πάθους, αλλά με το δικό μας αίμα. Σε μας απευθύνεται. Ο διασκελισμός ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο στίχο υποδηλώνει τον κίνδυνο που διατρέχει ο Ιούνιος να χάσει την προνομιακή του θέση, να προειδοποιεί τον άνθρωπο ότι δεν θα προλάβει να ζήσει, να χαρεί τη στιγμή που όλα γύρω του θα γιορτάζουν. Στοχαστική, η φύση απορεί. Οι ασυνέπειές της της απονέμουν ανθρώπινη συμπεριφορά, την προσωποποιούν.

Ψέματα σου ’πα
ότι δεν θα σ’ άλλαζα
με τη θάλασσα. («Επαλήθευση», 18)

Από τις 17 συλλαβές, 9 περιέχουν το φωνήεν «α». Μια κραυγή που απλώνεται στην απέραντη θάλασσα. Επαναλαμβάνεται η τεχνική του τίτλου, 6 «α» σε 9 συλλαβές. Εδώ είναι μια δράση της ανάσας που δεν σταματά να λειτουργεί και να ακούγεται με υπονοούμενα σε όλη τη συλλογή, όσο και αν υποκρίνεται ότι απουσιάζει.

Φθινοπωρινό
αναλόγιο (πάνω
σε ίχνη βροχής) (ΙΙ, 23)

Τελετουργικό δρώμενο, επίσκεψη του ουρανού στη γη. Η βροχή αφήνει λιμνούλες στο διάβα της («Απόβροχο», 30), που σηματοδοτούν το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, με αποκορύφωμα το λιτό και τρυφερό ποίημα-μνημόσυνο για τη μητέρα τού ποιητή:

Άσμα αγγέλων
για ένα μνημόσυνο
μικρού αηδονιού. («20 Απριλίου», 70)

Πέφτουν βασιλείς
κι εγώ τους κάνω χάζι
απ’ την καλύβα. («Θέατρο σκιών», 36)

Ψυχολογικά παιχνίδια. Το Εγώ και η καλύβα, το ασυνείδητο, βλέπουν βασιλείς στο παλάτι, το Υπερεγώ, και καγχάζουν. Κοντά στο χώμα και χάρη στην ταπεινή καταγωγή τους, γνωρίζουν μυστικά και μυστήρια που δεν έφτασαν εγκαίρως ψηλά στο παλάτι.

Το θέμα είναι
να κρατηθείς στη ζωή
μέχρι θανάτου («Kintsugi», 44)

Η βασική ερώτηση της ύπαρξης δεν είναι αν θα πεθάνουμε, αλλά αν ζούμε μέχρι να πεθάνουμε. «Η ποίηση είναι kintsugi, ο χρυσός που ενώνει τα σπασμένα βάζα», απάντησε ο ποιητής στις ευχές μου για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Άνοιξες πάλι
πληγή μου, πηγούλα μου,
ρέουν στιχάκια. («Ιαματικές γάζες», 56)

Ο πόνος γίνεται δάκρυ που με τη σειρά του γίνεται ποίηση. Τα χαϊδευτικά ανάγονται σε λεκτική μίμηση της ανάσας.

Μια πεταλούδα
στο μανίκι του θεού
είν’ η ψυχή μας. («Βεστιάριο», 66)

Ασήμαντη ανάσα η ψυχή μας, όσο και αν την ωραιοποιούμε με μύθους και ποιητικό λόγο, αλλά ομορφαίνει ακόμη και την εικόνα της θεότητας.

Ο ρυθμός ανάγνωσης που υποβάλλουν τα χαϊκού του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου παραπέμπει στην τελετουργική ανάγνωση των ιερών κειμένων. Πιστός στις αρχές της ποίησης, ανεβαίνει τα σκαλιά με απαλές ανάσες. Κάθε λέξη κρύβει νοήματα, πολλαπλασιάζει όλες τις συνδηλώσεις που συνορεύουν μαζί της. Οι αντιθετικές εικόνες είναι τόσο ζωντανές που προσκαλούν σε διάλογο και επικουρούν τη φύση να επιβάλει την αρμονία της. Στο επίκεντρο του μηνύματος βρίσκεται ο τίτλος Της μιας ανάσας ποιήματα, αρκεί η ανάσα να πηγάζει από την πνοή της δημιουργίας.
Εμπνευσμένες οι εικαστικές παρεμβάσεις της Χριστίνας Καραντώνη. Ευγενείς συνοδοιπόρους των χαϊκού, τις αποκαλεί ο ποιητής στο οπισθόφυλλο.

.

 

ΤΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

FRACTAL 05/05/2020

Στα βήματα της θεάς

Θέμα η γλυκιά ουτοπία του έρωτα:
Πόσο ερωτικός είναι ο χώρος ενός εργοστασίου; Ποια κοινά στοιχεία υπάρχουν ανάμεσα σ’ ένα ερωτικό ημερολόγιο και μια ποιητική συλλογή; Αν αυτές οι ερωτήσεις σάς φαίνονται παράξενες, δεν έχετε παρά να διαβάσετε το πέμπτο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Παπαστεργίου «Τα μεροκάματα ενός έρωτα». Στο εξώφυλλο εικόνες προπαγανδιστικών εντύπων του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου δείχνουν τους εργάτες να τρώνε στο διάλειμμά τους, με χαμόγελα. Ένας άντρας και μια γυναίκα καθισμένοι πολύ κοντά μοιράζονται στιγμές ανεμελιάς. Άραγε, είναι τόσο ευχάριστη η ζωή στα εργοστάσια;

Το πρώτο κιόλας ποίημα με εντυπωσίασε: Ο ποιητής Δημήτρης Παπαστεργίου εκφράζει το ανέφικτο του έρωτα που συγκλονίζει την ψυχή του. Ποιος μπορεί να πει με αλάνθαστη βεβαιότητα τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, όταν κάτι γεννιέται κι ωριμάζει έστω και μόνο μέσα στο μυαλό μας; Όμως καθένας άνθρωπος δικαιούται να ονειρεύεται και να πλάθει δικούς του ιδανικούς κόσμους. Αλίμονο αν είχαμε λογοκρισία ακόμα και στο όνειρο! Ο ποιητής διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην ουτοπία, δανειζόμενος τους στίχους του Edgar Allan Poe:

All that we see or seem
is but a dream within a dream
(Όλα όσα βλέπουμε ή μοιάζουν
δεν είναι παρά όνειρο μέσα σ’ όνειρο)

2. Μια αγαπημένη με χίλια πρόσωπα:

Ο έρωτας του Δημήτρη Παπαστεργίου είναι επίμονος, θερμός, γεμάτος νεανικό σφρίγος κι ενθουσιασμό. Είναι ένας έρωτας δυναμικός που κατακλύζει το μυαλό του, γεννώντας διαρκώς νέες σκηνές στο δικό του γλυκό παραμύθι:

Η αγαπημένη του είναι ασφαλώς μια επίγεια θεά. Κάθεται στο προαύλιο του εργοστασίου και καπνίζει, καθισμένη πάνω σε μια πλαστική κλούβα, αλλά στη δική του φαντασία η κλούβα είναι ένας θρόνος, ένας ιερός βωμός. Τα πάντα εξυψώνει κι εξαγνίζει ο έρωτας, ακόμα και τα πιο ευτελή, αντιποιητικά υλικά. Ακολουθεί την αγαπημένη του με την αφοσίωση του πιστού. Καμιά λεπτομέρεια δεν περνάει απαρατήρητη. Γνωρίζει πως δεν μπορεί να την αγγίξει. Άλλωστε, είναι βέβηλη πράξη να απλώσει κανείς τα χέρια στη θεά. Αρκείται να την κοιτάζει, να την ακολουθεί, να τη μυρίζει, να την ονειρεύεται και να την ποθεί. Ο χρόνος στη συνείδηση του ποιητή μετριέται ανάλογα με το πόσο συχνά βλέπει την αγαπημένη του. Να, λοιπόν, που η εργασία είναι γι’ αυτόν ιδιαίτερα ευχάριστη, αφού μόνον εκεί μπορεί να βλέπει την καλή του:

Το πρόσωπό σου έχω καλαντάρι,
γιορτάζω τις εργάσιμες
θλίβομαι τις αργίες

(από το ποίημα «Καλαντάρι»)

Η αγαπημένη του γίνεται ξάφνου μια ταξιδιώτισσα, που επιβαίνει στον «Μεγάλο Ανατολικό». Οι ατίθασες μπουκλίτσες της ξεχύνονται από το καπελίνο της. Φοράει ρούχα, καλσόν κι εσώρουχα εποχής κι η κινηματογραφική σκηνή δεν αργεί να στηθεί, με ερωτικές περιπτύξεις και φωνούλες που σμίγουν με τις ψηλές νότες των τενόρων της οπερέτας. Στους στίχους του Δημήτρη Παπαστεργίου διακρίνω γόνιμη ποιητική φαντασία και σκηνοθετική τόλμη:

Στο σαλόνι “ bella figlia dell amore”
στους λοβούς σου το κρεσέντο του τενόρου,
στο καπελίνο αυθάδικες ν’ αποστατούν οι μπούκλες,
οι γάμπες σου ακυβέρνητες,
μικρή μου ζιγκολέτα,
λαχανητά,
κραυγούλες
και τα επιφωνήματα
εν πλήρει αρμονία

(από το ποίημα «Πικάντικη οπερέτα»)

Άλλοτε η καλή του είναι μια μικρή πόρνη που μετράει με χαρά τα χρήματα που πήρε από τους πελάτες της. Μνημονεύοντας στίχους του ποιητή Ezra Pound, πλάθει ξανά το δικό του σενάριο:

Και τότε, σε φαντάζομαι στου Πάουντ το νησί
να του ζητάς λίγο καπνό, με δύο πουτανάκια
(το ένα τα μαλλάκια του να φτιάχνει στη βιτρίνα
και τ’ άλλο ξέχειλο καθάρια προστυχιά).

Μετά, απέναντι απ’ το καπνοπουλειό του Έζρα
να στρίβεις το τσιγάρο σου με νάζι στη λιακάδα
αδιάφορη ποιον έχεις ξεμυαλίσει.

Ανέμελη τα γόνατά σου ανοιγοκλείνεις
κι ενώ, άθελά σου, το βρακάκι σου μοστράρεις,
σε βλέπω να καπνίζεις φυσώντας συννεφάκια.

(από το ποίημα «Το καπνοπουλειό»)

Μα, ποια είναι αυτή η γυναίκα που κυρίευσε αμαχητί την καρδιά του, χωρίς η ίδια να το επιδιώξει, χωρίς καν να το γνωρίζει; Τα πάντα περιστρέφονται γύρω της. Τα πάντα αποκτούν αξία, γιατί αυτή τα άγγιξε και τα μάγεψε. Κι όμως, η αγαπημένη του δεν είναι εξαιρετικά όμορφη. Δεν είναι καν νέα. Είναι μια γυναίκα μεσόκοπη, με σύζυγο και δυο παιδιά. Στα δικά του μάτια είναι όμως μια νεράιδα κι αυτός στην άκρη του ραβδιού της περιμένει με αγωνία το μαγικό της άγγιγμα, για να σωθεί. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να γράψει κανείς ερωτική ποίηση, χωρίς λεπτομερή περιγραφή της αγαπημένης του και χωρίς να ψελλίσει ούτε μια φορά το όνομά της! Ο ποιητής μας το καταφέρνει κι έχω την αίσθηση ότι αυτή η μεθοδευμένη παράλειψη ενισχύει την περιέργεια του αναγνώστη.

Κάθε κίνηση της καλής του σημαίνει κάτι. Τα πάντα γύρω της διαποτίζονται από την ενέργεια της παρουσίας της. Παίρνουν κάτι από το άγγιγμά της. Αποκτούν κάτι το σημαντικό, το -σχεδόν- ιερό. Έτσι τα απλά υλικά που χρησιμοποιούνται στο εργοστάσιο γίνονται στα χέρια της καλής του ιερά σκεύη, που μόνο με δέος μπορεί κανείς να τα αγγίξει. Τα θωπεύει κρυφά με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις. Μυρίζει τον αέρα γύρω της και προσπαθεί ν’ αποτυπώσει στο μυαλό του κάθε μικρή λεπτομέρεια του προσώπου της. Γνωρίζει τις μικρές κι ανεπαίσθητες ρυτίδες της, τη λάμψη του ιδρώτα στον λαιμό της, πώς τινάζει τα μαλλιά της όταν βγάζει τον σκούφο της. Άθελά μου, αναζητώ τους πασίγνωστους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη στο «Μονόγραμμα»:

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το τι και το ε

3. Ένας δειλός, ανεπίδοτος έρωτας.

O έρωτας στην ποίηση του Δημήτρη Παπαστεργίου, απογυμνωμένος από τον πνευματικό του μανδύα, λατρεύει το σώμα και δεν επιδιώκει – φανερά τουλάχιστον- τη σύζευξη των ψυχών. Νομίζω όμως πως θα ήταν άδικο να τον ονομάσουμε σαρκικό ή πρωτόγονο, εφόσον αυτός ο χαρακτηρισμός ενδέχεται να παραπέμπει σε κάτι το φτωχό και ταπεινό. Το ποιητικό υποκείμενο λατρεύει τη γυναίκα που του έκλεψε την καρδιά. Της αφοσιώνεται με απίστευτη εμμονή. Παρόλα αυτά, δεν την ενοχλεί. Αναρωτιέμαι αν κρατάει μια απόσταση ασφαλείας φοβούμενος την απόρριψη ή για να μην την ταράξει άσκοπα, διαισθανόμενος τους κοινωνικούς περιορισμούς. Κάποιες φορές, είναι προτιμότερη η εκ των προτέρων αποδοχή της ήττας που μας εγκλωβίζει σε έναν ασφαλή μικρόκοσμο αυτολύπησης, από την ανοιχτή μάχη που θα μπορούσε να οδηγήσει στη διατάραξη της γνωστής και βολικής μας ζωής. Για τον εγκλωβισμό στον ασφαλή «ιδιόκτητο» βυθό μας, ας θυμηθούμε τους υπέροχους στίχους:

[…]

Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.

(Γιάννης Βαρβέρης, «Πιάνο βυθού» 1991)

Είναι λοιπόν ένας έρωτας ανέφικτος και κυρίως ανεπίδοτος. Ενώ είναι αληθινός, δεν εκφράζεται, δε διεκδικεί να βγει στο φως. Κρυμμένος στα κατάβαθα της ψυχής σιγοκαίει και κανείς δεν υποψιάζεται την ύπαρξή του. Εκρήγνυται αθόρυβα στα βάθη του μυαλού, ξεσηκώνοντας την ψυχή και το σώμα, μεθώντας τις αισθήσεις, παρακάμπτοντας τη λογική. Θαυμάζω την εκφραστική τόλμη του ποιητή, στα σημεία που μιλάει σαν ασυγκράτητος έφηβος:

Η σάρκα σου αναστατωμένη
αφυπνισμένη ερωτικά
-γλουτοί, αιδοίο, γόνατα
μηροί, κοιλιά, στηθάκια-

(από το ποίημα «Υπόνοια – Purgatory»)

Σε όλες άλειψα με λάδι το κορμί σου
λαίμαργα φάγαμε καρπούζι σαν αγρίμια
ολόγυμνη γυαλιστερό σ’ ατένισα κοχύλι
σ’ όλες σου έκανα έρωτα, εκεί που σκάει το κύμα

(από το ποίημα «Κοινωνικός τουρισμός»)

Το πρωί στη δουλειά είδα μια λεπτομέρεια
από το λουλουδάτο δαντελένιο εσώρουχό σου
λουλούδια του παράδεισου

(από το ποίημα «Μια μέρα στη δουλειά»)

Να πέθαινα
επάνω σου,
στο αποκορύφωμά μας
σε ερωτικό ατύχημα και πλήρης ηδονών.

(από το ποίημα «Πλήρης ηδονών»)

Είναι οι ηράκλειες στύσεις μου,
πελώριες σαν του Γιβραλτάρ
τις φημισμένες στήλες.

(από το ποίημα «Παραμυθολογία»).

Πυροτεχνήματα, λάμψεις και κρότοι πλαισιώνουν την ανάσταση του έρωτα, που θριαμβευτικά νικά τη φθορά του θανάτου. Παραφράζοντας το «Θανάτῳ θάνατον πατήσας», ο αναστημένος έρωτας του Δημήτρη Παπαστεργίου αναδύεται από τα σκοτάδια της μίζερης καθημερινότητας, λαμπερός, εορταστικός και πάντα όμορφος. Το πρόσωπο της μυστηριώδους γυναίκας που συγκλονίζει την ύπαρξή του, το όνομά της που παραμένει ως το τέλος του βιβλίου μυστικό, μα κυρίως, το θεϊκό, αν και μεσόκοπο κορμί της, ξυπνούν μέσα του τη χαρά της ζωής. Άλλωστε, έτσι βιώνεται συνήθως ο έρωτας: Σαν ένας μικρός θάνατος και μια μικρή ανάσταση. Ο ποιητής τον δοξάζει. Θαυμάζει τη λαμπρότητά του και την ικανότητά του να ρίχνει άπλετο φως στα σκοτάδια της ζωής.

Η άνοιξη γιορτάζει ξανά κι η φύση ομορφαίνει μετά τη φθορά του χειμώνα. Ο ποιητής καλεί νοερά την αγαπημένη του έξω στα χωράφια, εκεί όπου ανθίζουν τα λουλούδια κι όλα τα ζώα, μικρά και μεγάλα, ζευγαρώνουν ελεύθερα. Την καλεί σε ένα ζευγάρωμα παθιασμένο, παραμερίζοντας τους ηθικούς φραγμούς που η κοινωνία επιβάλλει.

 

4. Τολμηρές ποιητικές πρωτοτυπίες:

Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαστεργίου αποτελείται από 37 ολιγόστιχα ποιήματα που ο αναγνώστης χαίρεται να διαβάζει ξανά και ξανά. Συνήθως, στις μονοθεματικές συλλογές, είναι δύσκολο να κρατήσει κανείς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος. Νομίζω ότι τα ποιήματα θα μπορούσαν να παρουσιαστούν άτιτλα και με αρίθμηση, ως μέρη ενός μεγάλου σπονδυλωτού ποιήματος. Σ’ αυτό το ερωτικό ημερολόγιο που μετατρέπει ένα εργοστάσιο σε ναό του έρωτα, έχω την άποψη πως δε θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προσδιορισμοί μιας γραμμικής χρονικής εξέλιξης, που θα έδιναν την εντύπωση της αρχής, της μέσης και του τέλους. Χωρίς ημερομηνίες, έχει κανείς την αίσθηση ότι ο διακαής έρωτας του ποιητή διαρκεί έξω από τα φυσικά όρια της αφήγησης. Φανταζόμαστε τον ποιητή να ακολουθεί παντού την αγαπημένη του και μετά το τέλος του βιβλίου, γιατί δεν υπάρχει η παραμικρή εξέλιξη στην ιστορία. Μοιάζει σαν να έχει παγώσει ο χρόνος.

Η καλή του κινείται στον χώρο ανάλαφρα σαν νεράιδα του παραμυθιού. Είναι ένα βουβό μυστηριώδες πρόσωπο. Άλλα βουβά πρόσωπα είναι ο σύζυγος της αγαπημένης του, ο γιος της, η κόρη της, ο επιστάτης του εργοστασίου, το αφεντικό κι ένας νεοφερμένος εργάτης. Κανείς τους δε φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στις μικρές του ιστορίες. Είναι σαν να μας λέει ο ποιητής ότι ο κόσμος γύρω του χάνεται και σβήνει, γιατί έχει μάτια μόνο για την καλή του.

Ο ποιητής αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να περιορίσει τη δράση μέσα στον χώρο του εργοστασίου. Ένα εργοστάσιο καλύπτει πολύ χώρο, όμως ο υπόλοιπος του είναι παντελώς άχρηστος: Επικεντρώνεται στην καλή του και μόνο στο σημείο που εκείνη εργάζεται. Για να διανθίσει την αφήγηση με πιο ενδιαφέροντες χώρους, από τη μια την καλεί ερωτικά στα χωράφια όπου όλα ανθίζουν και λουλουδιάζουν, κι από την άλλη, την ακολουθεί με τη φαντασία του στην αγορά, στον μανάβη και τον χασάπη, αλλά και στις όμορφες ακρογιαλιές, όπου κάνει τις διακοπές της. Αλλού τολμά να σκηνοθετήσει έναν εντελώς δικό του χώρο, μεταφέροντας τη δράση με τη φαντασία του πίσω στον χρόνο και πάνω σε ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο. Με το τέχνασμα αυτό, ούτε εγκαταλείπει τον χώρο του εργοστασίου – αυτό ίσως θα σήμαινε πως μειώθηκε το ενδιαφέρον για την καλή του- ούτε διακινδυνεύει να καταντήσει η αφήγησή του βαρετή κι ανούσια.

Στο ποιητικό του ημερολόγιο, ο Δημήτρης Παπαστεργίου αναζητά τρόπους να καλύψει την απουσία διαλόγου. Ένα έργο που γράφεται με καθαρά αφηγηματικές τεχνικές δεν μπορεί να περιέχει μόνο αφήγηση και περιγραφή. Αντί για διαλόγους, ο ποιητής, (όπως και πολλοί διηγηματογράφοι), δίνει μονολόγους. Νομίζω ότι στο συγκεκριμένο έργο ταιριάζουν απόλυτα, γιατί έρχονται να υπογραμμίσουν με πολύ έντονο τρόπο τη μοναξιά του αφηγητή: Η αγαπημένη του ανύποπτη για το δράμα της ψυχής του παραμένει αμέτοχη μέχρι το τέλος. Για τον λόγο αυτό, μουρμουρίζει μόνος του τα λόγια που της αναλογούν, αυτά που ως υποτιθέμενη πόρνη, δήθεν, λέει:

«Πάλι με έριξε η τσατσά».
«Γκαρνταρόμπα κάνε χώρο».
«Τελειώνει γρήγορα ο όμορφος ξανθός· γαμώτο».
«Με γεια σου κούκλα μου, οι κόκκινες οι γόβες».
«Όμορφα που μοσχοβολούν τα νέα παλικάρια!»
«Για τον πελάτη που ‘φυγε σφυρίζοντας,
παλιόχαρτα,
σας ρίχνω στη φωτιά».

(από το ποίημα «Ημέρα πληρωμής»)

Αλλού, μιμείται τις φωνές των εμπόρων της αγοράς, που την καλησπερίζουν. Θα ήθελε να είχε το θάρρος να την κολακέψει κι αυτός:

«Τι θα ήθελε η κυρία»
«Κάθε φορά που έρχεστε, το μαγαζί ομορφαίνει».
«Τα πιο εκλεκτά για εκλεκτές κυρίες σαν κι εσάς».

(από το ποίημα «Μια μέρα στη ζωή σου»)

Σημαντικά στοιχεία της ποιητικής τέχνης του Δημήτρη Παπαστεργίου είναι ο απλός, ανάλαφρος κι ανεπιτήδευτος λόγος, η φαντασία που πλάθει με κινηματογραφικό τρόπο ολόκληρα σενάρια, η αφοπλιστική ειλικρίνεια, η χαμηλόφωνη αφήγηση που αποκτά την αξία εκμυστήρευσης, μα κυρίως αυτή η “σκανταλιάρικη υπερένταση” που διαφαίνεται παντού πίσω από τα λόγια του, στοιχείο “εφηβικής πονηριάς” κι ευφυΐας. Ο ποιητής μέσα από μάτια νεανικά που δε γερνούν, βλέπει τον έρωτα σαν παιχνίδι. Είναι το αιώνιο παιχνίδι της ζωής.

.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Περιοδικό “Εντευκτήριο Τεύχος 117 Σεπτέμβριος 2019

0 έρωτας στα χρόνια της κρίσης

Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν ποιητή, στη συγκυρία της καθημερινότητας και της επιβίωσης, είναι να ονειρεύεται τα δύσκολα. Παρότι η ερωτική
ποίηση φαντάζει εύκολος δρόμος, στις τελευταίες δεκαετίες αποδεικνύεται
μία ολοένα και πιο δύσβατη λογοτεχνική περιοχή. Όμως, ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, στην τελευταία ποιητική ίου συλλογή, Τα μεροκάματα ενός
έρωτα, αναζητώντας νέες προοπτικές, τολμά και καταπιάνεται με τον έρωτα.
Η δυσκολία του εγχειρήματος έγκειται στο γεγονός ότι ερωτική ποίηση έγραψαν πολλοί, μείζονες και ελάσσονες ποιητές. Αν και το θέμα εκ πρώτης όψεως είναι ανεξάντλητο, δεν είναι ούτε απλά ούτε εύκολο, επειδή κρύβει παγίδες, με κυριότερη το να υποπέσει ο ποιητής σε κοινοτυπίες, λησμονώντας μία από τις βασικές αρχές της ποίησης, δηλαδή να μετατρέψει το προσωπικό όραμα σε συλλογικό, ώστε να μπορέσει να μοιραστεί πειστικά και αποτελεσματικά το βίωμά του.
Τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον δύο ποιητικές συλλογές μάς μετέδωσαν
αυτό το ερωτικό αεράκι: Το Θερινό τετράδιο του Ιγνάτη Χουβαρδά (Οδός
Πανός, 2010) και Ο κόσμος απροκάλυπτα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα (Εκδότης Εντευκτηρίου, 2018). Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο ποιητές προέρχονται από τα σπλάχνα της “σχολής” της Διαγωνίου, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, η οποία άφησε ανεξίτηλη τη «σφραγίδα της στη λογοτεχνική παραγωγή της Θεσσαλονίκης και αποτελεί σημείο αναφοράς για τον μελετητή ή αναγνώστη της ερωτικής ποίησης της πόλης.
Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, στην πέμπτη πλέον συλλογή του, ώριμος και
κατασταλαγμένος, επιχειρεί καταρχάς μία υπόγεια συνομιλία με τον Ιγνάτη
Χουβαρδά και, έχοντας ως οδηγό το ποίημα του τελευταίου «Μια νέα ηθική: στη θέση της κτητικότητας η σκηνοθεσία» («Θερινό τετράδιο» ), σκηνοθετεί έναν έρωτα σε χώρο εργασίας. Αποδομώντας κάθε μοντέλο και κάθε
στερεότυπο, εμμένει σε μικρά στιγμιότυπα από τον καθημερινό εργασιακό
βίο, μοντάροντάς τα με το πάθος ενός εφήβου και εντέλει εμφανίζοντάς μας
έναν εν εξελίξει πλατωνικό έρωτα, μας ξαφνιάζει ευχάριστα, καθώς, στις συνθήκες οικονομικής και συναισθηματικής κρίσης που μαστίζει την κοινωνία
μας, τέτοιες καταστάσεις μοιάζουν βγαλμένες από άλλες εποχές.
Η συλλογή ξεκινά με το ποίημα «Δικαιοσύνη», όπου ο ποιητής επιζητά δικαιωματικά τη συμμετοχή του σε ένα ερωτικό παιχνίδι δύσκολο από τη φύση
του, και ενώ φαίνεται να γνωρίζει ότι στον έρωτα δεν υπάρχει πραγματική
δικαιοσύνη. Το αμέσως επόμενο ποίημα φέρει τον τίτλο «Καλαντάρι» και,
ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η εξέλιξή του σεναρίου της συλλογής έχει ημερολογιακό χαρακτήρα και συμπίπτει με τα συμβάντα ενός εργασιακού έτους, όπου, αφού περιηγηθούμε σε χρονικά ορόσημα όπως το Πάσχα («Λαμπρή»), οι αλλαγές της άνοιξης («Βουκολικό») και η καλοκαιρινή άδεια των εργαζομένων («Κοινωνικός τουρισμός»), ο Παπαστεργίου σφραγίζει το βιβλίο του με ένα τραγούδι-ύμνο, τη «Σπουδή μεσόγειου έρωτα», απογειώνοντας τις αισθήσεις και αποθεώνοντας τον κινητήριο μοχλό της ύπαρξης: τον έρωτα.
Ο Παπαστεργίου, εκτός από τη μικρή φόρμα που χρησιμοποιεί – και μας παραπέμπει ευθέως στον Χρίστο Λάσκαρη, τόσο στη δομή όσο και στην ουσία—, επιχειρεί μία υπόγεια συνομιλία με τον Κώστα Καρυωτάκη (και συγκεκριμένα με το ποίημα του τελευταίου «Αποστροφή»), αλλά και με τον Κ. Π. Καβάφη, σε διάφορα σημεία των ποιητικών μεροκάματών του. Μία συνομιλία που συνεχίζεται και με το εμβληματικό ποίημα του Ezra Pound, «Το νησί στη λίμνη», το οποίο εμφανίζεται και ως όραμα μαζί με τον δημιουργό του στο «Καπνοπουλειό» (σελ. 36), όπου η πρωταγωνίστρια της συλλογής σκηνοθετείται να ψωνίζει από εκεί και έτσι, άθελά της, να εκτελεί χρέη διάμεσου, γεφυρώνοντας τον εργασιακό χώρο του Παπαστεργίου με τον ιδανικά επιθυμητό του Pound, σε μία, τρόπον τινά, μεταφυσική επικοινωνία.
Όμως, το πιο ισχυρό σημείο της αφήγησης είναι η συνομιλία που γίνεται
με τον Γιώργη Παυλόπουλο στο ποίημα «Βουκολικό» (σελ. 19), όπου ο Παπαστεργίου, με δύναμη και απλότητα, μας μεταφέρει στο δικό του πάρκο πουλιών, μετουσιώνοντας τον χώρο εργασίας του σε φύση, το μικρό διάλειμμα
για τσιγάρο σε ερωτικό παραλήρημα και εντέλει σε ερωτική ουτοπία, με την
άνοιξη να στήνει το μαγικό σκηνικό της στην πίσω αυλή του εργοστασίου, για να ερωτοτροπήσουν πλάσματα υπαρκτά αλλά και μυθικά, όπως ο Σειληνός με μία Μαινάδα.

ΒΟΥΚΟΛΙΚΟ
Άνοιξη,
σκάνε χρώματα
ανθίζουν τα λουλούδια.
Έλα στην πίσω αυλή του εργοστασίου
πώς ζευγαρώνουν να σου δείξω
οι χελώνες
οι λαγοί
οι νευρικοί κρεμμυδοφάγοι
το αχαλίνωτο πουλάρι κι η φοράδα
οι πελαργοί
ο καψωμένος φασιανός με την πουλάδα
και το δείλι που όλα αλλόκοτα φαντά-
ζουν
ο μεθυσμένος Σειληνός με τη Μαινάδα.

Η ποίηση στο συγκεκριμένο κείμενο βρίσκεται στα πιο υψηλά σημεία του
«μυθιστορήματος», όπως χαρακτηρίζει την ποιητική του συλλογή ο Παπαστεργίου, καθώς εκτιμά ότι τόσο η δομή όσο και η σύνθεση του όλου έργου έχουν τα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος, όπου κάθε ποιητικό κείμενο αποτελεί ένα αυτοτελές κεφάλαιο, το οποίο υπηρετεί την όλη αφήγηση, με τρόπο που θυμίζει τον Χούλιο Κορτάσαρ στο μνημειώδες Κουτσό.
Τα υλικά από τα οποία αποτελείται κάθε ποιητικό κείμενο, εκ πρώτης όψεως φαίνονται απλά, όμως, σε δεύτερη ανάγνωση, μία σειρά εκπλήξεων μπορεί να προκαλέσει μικρές ευεργετικές δονήσεις στη φαντασία του αναγνώστη. Ο Παπαστεργίου, έχοντας σχηματίσει ένα λογοτεχνικό ψηφιδωτό με την αγάπη και τη μαεστρία ενός πιστού υπηρέτη της τέχνης, δικαιολογεί απόλυτα την προσπάθειά του Τα μεροκάματα ενός έρωτα να αποκαλύψουν, με κάθε λεπτομέρεια, πολλά από τα “γιατί””, τα “ίσως” και τα “θέλω” ενός έρωτα που στοιχειώνει και στο τέλος μεταστοιχειώνεται στην υψηλότερη τέχνη:
Την ποίηση.

.

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

Περιοδικό “Εντευκτήριο Τεύχος 117 Σεπτέμβριος 2019

Μια δικαιοσύνη στον έρωτα

Η παραβίαση του ιδιωτικού χώρου αποτελεί μία αγκίδα της ερωτικής έλξης
ιδιαίτερα κρίσιμη: Αυτό που λέμε “απαγορευμένο”, αυτό που δεν μας ανήκει και δεν πρέπει να το πλησιάσουμε. Σκάβοντας, βρίσκουμε ένα άλλο κρυφό
θέμα: την απόσταση. Το πρόσωπο που μας γοητεύει δεν είναι δικό μας, δεν είναι δίπλα μας, είναι μονίμως σε κάποια απόσταση, η μόνη λύση που έχουμε είναι απλώς να το κοιτάμε, η όραση, το βλέμμα. Ήδη τέθηκαν μερικές κρίσιμες αποχρώσεις της ερωτικής έλξης, το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, σύμφωνα με την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, που βασίζεται στη νουβέλα του Πιερ Λουίς Η γυναίκα και το νευρόσπαστο.
Στην ποιητική συλλογή Τα μεροκάματα ενός έρωτα του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου έχουμε την ιστορία ενός άντρα που εργάζεται σε ένα εργοστάσιο και γοητεύεται από μια εργαζόμενη στον ίδιο χώρο, που όμως είναι παντρεμένη. Η καθημερινότητα του ήρωα αναστατώνεται· παρατηρεί συνεχώς τη γυναίκα, την ποθεί και, όσο κυλάνε οι μέρες, ο άντρας γίνεται δέσμιος της κάθε λεπτομέρειας που σχετίζεται μαζί της. Το κάθε ποίημα σε αυτήν τη συλλογή είναι μία βαθμίδα κλιμάκωσης αυτής της γοητείας.
Θα μπορούσε λοιπόν αυτό το ποιητικό βιβλίο να είναι κι ένα εγχειρίδιο απαρίθμησης των σημείων που στοιχειοθετούν τους βαθμούς της γοητείας. Ας δούμε μερικά από αυτά:
Η παραβίαση του ιδιωτικού χώρου μιας γυναίκας. Εδώ ιδιωτικός χώρος
δεν είναι το σπίτι της ή το δωμάτιό της αλλά η ίδια της η μορφή, που προσεγγίζεται από ένα βλέμμα ερωτικό κι επομένως αδιάκριτο και πρόθυμο να καταπατήσει τα όρια της κανονικότητας.
Η γεφύρωση της απόστασης ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, ένα εγχείρημα σχεδόν ακατόρθωτο, λόγω της σύμβασης του γάμου στην προκειμένη περίπτωση.
Το ανικανοποίητο και το ανέφικτο μιας αληθινής ερωτικής σχέσης ανοίγει
άλλα μονοπάτια ερωτικής προσέγγισης. Κυριαρχεί το βλέμμα, η παρατήρηση της κάθε λεπτομέρειας, κι έπειτα έρχονται η φαντασίωση και ο συλλογισμός που είναι ανατρεπτικός και πρόθυμος να αλλάξει τη νομοτέλεια.
Φτάνουμε στο τέταρτο στοιχείο, στη διαδικασία της μεταμόρφωσης. Τα στοιχεία που περιβάλλουν τη γυναικεία μορφή αλλάζουν, ο χώρος του εργοστασίου αποκτά διαφορετικό νόημα στη χρηστικότητά του, οι ημέρες της εργασίας και των αργιών αποκτούν αντεστραμμένο βάρος, η αφανής αλλά σταθερή ύπαρξη του νόμιμου άντρα της γυναίκας λειτουργεί σαν δικλείδα παρόρμησης μιας βέβηλης φαντασίωσης, όπου οι ρόλοι ανατρέπονται, ακόμα και το αφεντικό στο εργοστάσιο γίνεται πόλος ενός τελετουργικού. Αλλά και η
ίδια η γυναίκα κάποτε μεταμορφώνεται, όπως όταν τη βλέπει ο ήρωας να
αποχωρεί από το εργοστάσιο με διαφορετική εμφάνιση.
Κι έτσι, φτάνουμε σε ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο, στην έννοια του απαγορευμένου, στη διάθεση να προσεγγίσεις κάποιο πρόσωπο που δεν σου ανήκει.
Στην ερωτική έλξη όλα νοηματοδοτούνται με τρόπο έγχρωμο, όλα γίνονται ρίγος, όλα ταραχή και αδημονία, ο χρόνος αποκτά ελαστικότητα, σμικρύνει και μεγεθύνεται ανάλογα με τις περιστάσεις, τα δύο άκρα συναντιούνται, η χαρά και η ευφορία γίνονται ξαφνικά απελπισία και ερημιά.
Κι ο κατάλογος των σημείων συνεχίζεται. Επιλέγω τον αριθμό 7, για να συνοψίσω τα υπόλοιπα: η ανατροπή της καθημερινότητας· τα ρούχα που φοράει η γυναίκα και μετατρέπονται σε φετιχιστικά αντικείμενα· η λαγνεία· η χαριτωμένη και πρωτότυπη σύνδεση της έλξης προς τη γυναίκα με τις θρησκευτικές εορτές· η απόδραση στη φύση – έστω και νοερή· η σάρκα που θέλγει κι ερεθίζει· το βάρος της απουσίας (για παράδειγμα, η άδεια που παίρνει η γυναίκα για τις καλοκαιρινές της διακοπές)· η ζήλεια.
Έχουμε εδώ τα σπάργανα μιας ερωτικής μαγγανείας. Δεν συμβαίνει ποτέ η
πραγμάτωση της ερωτικής σχέσης. Όλα περιορίζονται στο βλέμμα, στην επιθυμία, στη φαντασίωση. Η σάρκα παραμένει εικόνα και ποτέ δεν μετουσιώνεται σε αφή και ένωση. Κι όμως, η καθημερινότητα
ηλεκτρίζεται, αποκτά ένα νόημα βαθύτατα ερωτικό, το εξωτερικά περιβάλλον αφήνεται σε μια παραίσθηση. Τα βία τα ποιήματα μοιάζουν με κλοπιμαία αυτής της παραίσθησης.
Αποδίδεται λοιπόν μια δικαιοσύνη στον έρωτα, όπως γράφει ο ποιητής Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου. Πραγματώνεται ο στίχος του: το όνειρο μέσα σε όνειρο, με έναν λόγο απτό, καθαρό, κρυφά λυρικό, τολμηρό, με τη μαστοριά μιας ευγενικής ψυχής.

.

 

ΕΛΑΒΟΝ (2017)

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

bookpress 22/8/2017

«Μια μέρα που δεν θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος»

«Η αιωνιότητα ζηλεύει τη στιγμή κι έπειτα η στιγμή έχει περάσει» είχε γράψει ο ποιητής Τσαρλς Σίμικ. Τη στιγμή του παρελθόντος ή του παρόντος επιχειρεί να παγιδεύσει η ποίηση. Να μην ξεφύγει και χαθεί και πνιγεί στη λήθη. Οι ποιητικές καταγραφές της συλλογής του Δημήτρη Παπαστεργίου, στην κομψή και προσεγμένη αισθητικά όπως πάντα έκδοση του Σαιξπηρικόν, χωρισμένες σε πέντε ενότητες σαν ακριβή σχεδιάσματα υπενθύμισης μοιάζουν να δημιουργήθηκαν για να φέρνουν στο νου μια προτροπή: «Θυμήσου ό,τι σε συνδέει με τη μνήμη είναι μια σχέση πνευματική».
Γιατί τι είναι αυτό που μένει τελικά; Επικολλήσεις στιγμών. Το παλίμψηστο της ζωής: Επικολλήσεις από χαμένες, περασμένες αιωνιότητες. Μνήμες της θάλασσας, παράφρονες άνεμοι, ρόδια που έσπειραν μούχλα και ατυχία/ και τ’ αποτρόπαια της πόλης μου σκουπίδια/ στοιχειώσανε το σπίτι μου και το εγκατέλειψα / ’Ό,τι έλαβες στο γήινο ταξίδι της ζωής, την αγάπη, τη φροντίδα, την ευαισθησία, την προστασία, την ενσυναίσθηση θα παραδώσεις παρακάτω μετασχηματισμένη σε προσφορά, μιας ποιητικής συνείδησης σε εγρήγορση σε μια σκυταλοδρομία προσώπων, συναισθημάτων, απωλειών, αναχωρήσεων, αποχωρήσεων, ταξιδιών του μυαλού και της καρδιάς, αλλά και της τρομακτικής παρατήρησης της ζωής των άλλων, των καταφρονεμένων, των αδικημένων, των στερημένων. Θα’ ρθει μια μέρα /που δεν θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος/ αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων/.
Η επίκληση στην αθωότητα υπογραμμίζει τις παιδικές μνήμες και τα αγαπημένα πρόσωπα. Η ποιητική γλώσσα του κοινωνικά ευαίσθητου ποιητή λειτουργεί δυναμικά χωρίς να γίνεται στερεοτυπική ή πομπώδης στο ξεδίπλωμα κοινωνικών προβληματισμών που ενδεικτικά αφορούν στην ανεργία και στο προσφυγικό με διάχυτη την αίσθηση ότι είναι ο κόσμος που κοιτάζει τον ποιητή κι όχι ο ποιητής τον κόσμο. Με τη χρήση λεπτών αδιόρατων μεταφορών τα ποιήματα της συλλογής επιχειρούν να πουν κάτι περισσότερο από τη ζωή και την πραγματικότητά της. Παραφράζοντας από το «Όνειρο ενός γελοίου» το απόσπασμα του Φ. Ντοστογιέφσκι «η ζωή είναι ένα όνειρο με λεπτομέρειες» θα έλεγα ότι στην περίπτωση του Δημήτρη Παπαστεργίου είναι το όνειρο μια ζωή χωρίς λεπτομέρειες. Το όνειρο χρησμός βγαλμένος από της κάθε νύχτας τα σκοτεινά εντόσθια: εγώ ασπρόρουχο στης μάνας μου τα χέρια/ μια στον πάτο της χλωρίνης/ ν’ ασπρίζω σαν τα κόκαλα της μάνας μου/
Η εναλλαγή της ανάγκης ώστε το δίκαιο ν’ αποκαταστήσει το άδικο και η νίκη την ήττα, οι μνήμες που σαν τα παλιά αντικείμενα πεθαίνουν διαφορετικά και οι κοφτερές λέξεις που κόβουν γλώσσα και αυτιά θα συνθέτουν πάντα το κρυφό καρύκευμα της ζωής που «νοστιμίζει» την ύπαρξη σε μια επιτυχημένη υπέρβαση πραγματικότητας.
Στίχοι σαν στοιχειωμένες παρακλήσεις κι επικλήσεις επιτρέπουν στον αναγνώστη να μην βλέπει τον ποιητή, αλλά μέσα από τον ποιητή. «Η Ποίηση είναι ένα καταφύγιο ευθραυστότητας αν θεωρήσουμε ότι μεγαλώνοντας σκληραίνουμε». Η ποιητική γλώσσα λοιπόν μπορεί να μας επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε στην ζεστή ασφάλεια της μήτρας όταν ακούγαμε κι αναγνωρίζαμε τη φωνή της μάνας στον ζεστό και στοργικό προστατευτικό της κόρφο, όταν μας βύθιζε σε βαθιές αγκαλιές, όταν μας νανούριζε, όταν μας σιγοτραγουδούσε, όταν μας παρηγορούσε. Τα ποιήματα της ενότητας «Μάνα το πρώτο φως» ξεχωρίζουν συγκινητικά σαν μια αιώνια επιστροφή στην αφετηρία της ζωής και σε ό,τι μας συνδέει νοσταλγικά με μια επίμονη ανάκληση και καταγραφή τρυφερής και νοσταλγικής μνήμης, αλλά και στο τραύμα της απώλειας, μιας πληγής ανοιχτής που επιμένει.

.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές και συμμετοχές σε συλλογικά έργα, ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ιδρυτικό και ενεργό μέλος του «Ποιητικού Πυρήνα» της Βέροιας, φέρνει στο φως την τέταρτη συλλογή του με τίτλο «Έλαβον», εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
Χωρισμένη η συλλογή σε πέντε ενότητες με τον αμφίσημο τίτλο «Έλαβον», που παραπέμπει από τη μια σε πρόσληψη ερεθισμάτων από τον έξω κόσμο που μετατρέπονται σε ποίηση κι από την άλλη σ’ έναν εκ βαθέων προσωπικό απολογισμό, αποτελεί μια σοβαρή ποιητική κατάθεση.
Ματιά άλλοτε τρυφερή και άλλοτε σκληρά αποκαλυπτική γίνεται ποιητικός λόγος που χρησιμοποιεί για όχημα τον ελεύθερο στίχο αλλά και το παραδοσιακό μέτρο με επιτυχία, χωρίς να το θεωρεί παρωχημένο.

Χαράζοντας έναν κύκλο μέσα στον οποίο κλείνει τα ποιήματα όλης της συλλογής, ξεκινά με την «Απόδραση», για να καταλήξει στα «Χρώματα του τέλους», όπου οι τελευταίοι στίχοι των δύο ποιημάτων παίζουν με το «ελκύω» και το «εκλύω», ρήματα ταυτισμένα με την ποιητική πράξη, ως έμπνευση και καταγραφή της.
………………………..
Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να ελκύω το Ωραίο. («Απόδραση»)
……………………….
Πρέπει σκληρά
να εξασκηθώ να εκλύω το Ωραίο. («Τα χρώματα του τέλους»)

Πρόσληψη έμπνευσης από τα μηνύματα του έξω κόσμου με το «ελκύω», καταγραφή τους με το «εκλύω». Και βέβαια και τα δύο με σκληρή εξάσκηση. Άλλωστε αυτό δεν είναι η ποίηση; Ένας αγώνας σύλληψης του αόρατου και της εναγώνιας αποτύπωσής του. «Η ποίηση είναι αερικό» είπε η Κική Δημουλά και ποιος μπορεί εύκολα να φυλακίσει ένα αερικό στις λέξεις;
Αυτόν τον αγώνα του καταθέτει για τέταρτη φορά ο Δημήτρης Παπαστεργίου με την καινούργια του συλλογή, με ιδιαίτερη ευαισθησία και ευστοχία.
Αντιδιαστέλλοντας το ποιητικό εγώ με τον κόσμο των πολλών γράφει:

…………………………
μια νύχτα σαν τον Εμπειρίκο θ’ αποδράσω
αχάραγα
διαβαίνοντας από τα κούφια οράματα των ξένων
των πολλών,
όπως σκουλήκι που από κούφιο κόκκαλο διαβαίνει»
…………………… («Απόδραση)

Ο ποιητής λειτουργεί στη νέα του συλλογή ως αποδέκτης των σημάτων που εκπέμπει ο σημερινός κόσμος, κόσμος απρόσωπος, σκληρός και ισοπεδωτικός και στη συνέχεια μετατρέπεται σε πομπό σκληρής κριτικής και πικρού σαρκασμού.

Είμαστε στίχοι στο ποίημα της ανάγκης
Χωρίς πολλά σημεία στίξης μα με στίγματα
………………………
Είμαστε στίχοι στου αφεντικού το ποίημα («Του εργοδότη»)

Άλλοτε με προφητική ενόραση που τρομάζει:

Θα ‘ρθει μια μέρα
που δε θα μας τρομάζει το παγωμένο πέλαγος
αλλά τα παγωμένα βλέμματα των ανθρώπων
……………………………….
Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε; («Ο πλανήτης των προσφύγων»)

Κι άλλοτε φωτίζοντας την πολιτική αλλοτρίωση:

Ενθάδε κείται
ο εγγονός του αντάρτη καπτάν Φαλκίδα
γιος του μελανοχίτωνα Τάρταρου
ο χαμαιλέων της μεταπολίτευσης
Γιάγκος Τ.
…………………….. («Επιτύμβιο»)

Προχωρεί σε χώρους πιο προσωπικούς, όπως η μορφή της μάνας, που γι αυτόν είναι σημείο αναφοράς και σε προηγούμενες συλλογές του, με τόνους έξοχου λυρισμού.

Η μάνα του πότε του μιλά, κάνοντας τις επιθυμίες της ευχή:

…………………………………
-Να ‘σαι γερός, να ‘χεις δουλειά, να ‘χεις και μιαν αγάπη
Να βγεις σημαιοστόλιστο της Παναγιάς καράβι
Σ’ αυτά τα χρόνια δεν ποθώ ούτε ένα παραθύρι
………………………………… («Μητέρας φάσμα»)

Πότε η απουσία της γίνεται βασανιστική:
……………………..
Κανείς δεν είναι πια στο σπίτι σαν γυρίζω
λίγη χαρά ή στεναχώρια να μου πάρει
σαν το φαρμάκι του φιδιού από τη φλέβα

Πόσο σου μοιάζει το ολόγιομο φεγγάρι…
Μητέρα, που όλοι σε φωνάζαν Κατερίνα
κι εγώ από μέσα μου σε έλεγα Ζωή
…………………… («Ζωή»)

Από τις καλύτερες σελίδες της συλλογής τα ποιήματα που αναφέρονται στην ποίηση.
Η ποίηση ως σύμβολο ελευθερίας κρυμμένο καλά και πολύτιμο:

Τη μηχανή κοπής ποιημάτων
Στο υπόγειο να την έχετε
Σαν πολύγραφο της Κατοχής
………………………… («Μηχανή κοπής ποιημάτων»)

Η ποίηση και η γοητεία της για τον αιχμάλωτο ποιητή:

……………………………
Ό,τι θελήσει ο ποιητής γίνεται στο πλευρό σου:
Τρανός και δίκαιος βασιλιάς κι εσύ είσαι το ρηγάτο
……………………
Κι άμα ρωτάς του λόγου μου μαζί σου τι πασχίζω:
Χτίζω – πουλάκι λυρικό – με σφαίρες τη φωλιά μου
……………………… («Ωδή στην ποίηση»)

Το πορτρέτο των ίδιων των ποιητών δίνεται χαρακτηριστικά σ’ ένα από τα πιο ολοκληρωμένα ποιήματα της συλλογής:

Τα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα
Το πάτωμα σκονισμένο
Αράχνες στο ταβάνι
Στοίβες πιάτα στο νεροχύτη

Είναι γιατί συνήθως λείπουνε
Σε σαφάρι λέξεων:
Στο Τότε και στο Τώρα

Στη Σμύρνη ή στο Μιστρά
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο
Στη Χαρά και στη Λύπη

Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ καιρό
Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται
καταρρακωμένοι
Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής
μητέρας
Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός
χωρισμού…

(«Τα σπίτια κάποιων ποιητών»)

Η τέταρτη συλλογή προχωρεί ακόμη περισσότερο σε σχέση με τις προηγούμενες και ως προς τη δυνατότητα εικονοπλασίας και ως προς την ωριμότερη χρήση εκφραστικών μέσων και ως προς τη μεγαλύτερη ποικιλία θεματικών κέντρων.

Εικόνες και σχήματα λόγου όπως:

Απάνω στη μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν
Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει

ή

Οικοδόμος ξένων μύθων
χωρίς ένσημα και δώρα

ή

Κι εμείς θα μεταλάβουμε ξανά την Αρετή μας

αποτελούν μικρές πινελιές που συμπληρώνουν χαρισματικά ένα χαμηλόφωνο ποιητικό σύμπαν, προσβάσιμο στον αναγνώστη, που αποπνέει, πέρα από την έμπνευση, σοβαρότητα και σεμνότητα, πράγματα που χαρακτηρίζουν και τον ίδιο τον ποιητή ως άνθρωπο.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 5/7/2017

Η ποίηση του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου έχει εσωτερικό ρυθμό, αυτό το μαγικό αόρατο νήμα που δένει τον στίχο και τον οδηγεί από την αρχή ως το τέλος, και που φανερώνεται όταν διαβάσεις με τη φωνή σου το ποίημα και το ακούσεις. Ας μη φανεί πλεοναστική ή εξεζητημένη η παρατήρηση. Δεν έχει πάντα ρυθμό η ποίηση που γράφεται, ίσως θα λέγαμε πως πολλοί ποιητές αγνοούν το πολύτιμο εσωτερικό άκουσμα. Ούτε να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη ποίηση αυτό το χρωστά στον έξοχο δεκαπεντασύλλαβο, γιατί δεν τον ακολουθούν όλα τα ποιήματα.

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μοιράζει τα θέματά του ανάμεσα στο προσωπικό και στο κοινό βίωμα, άλλοτε μιλώντας για το πώς γράφει πάνω του η απουσία αγαπημένου προσώπου και άλλοτε καταγράφοντας το συλλογικό πάθος. Και διάσπαρτο μέσα στα ποιήματά του συναντάς έναν κοφτερό πολιτικό σχολιασμό, από τους καλύτερους της σύγχρονης ποίησης, και κοινωνικά σχόλια από τα πλέον εύστοχα, που σε κάνουν να ντρέπεσαι για την ανθρώπινη ιδιότητα που καταχρηστικά φέρεις. Μια οξεία παρατήρηση διαφαίνεται πίσω από κάθε λέξη του αλλά και πολλά σημεία ταύτισης βρίσκεις μαζί του. Αισιοδοξία σε διακατέχει για το ποιητικό μέλλον.

Σαν χθες, Σάββατο, μπάρκαρα
για πλούτη κι εμπειρίες.
Μαύρο σκαρί,
μάγων δουλειά.
Φτωχό παιδί φυλάξου.
Του ουρανού ο επίσκοποι
μοιράσανε τις βάρδιες.
Ο πιο στυγνός
με έστειλε στο βρομερό αμπάρι,
να καθαρίσω τρωκτικά,
σαβούρες εβδομάδες,
συσκευασίες ημερών,
θρύψαλα από μήνες

κι ώσπου να δω ξανά ουρανό
τέλειωσε το ταξίδι.

(Χαράματα στη θάλασσα)

[…]

Απάνω στη μοσχοβολιά που τα ψωμιά υφαίνουν
Γλιστρούν τις παντοφλίτσες τους νοικοκυρές παιδούλες
Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στην τράτα που επιστρέφει

Λένε καλή ξεκούραση στη βραδινή τη βάρδια
Σαν ράμφη κροταλίζοντας τριγύρω τα παντζούρια
Και ξεψυχούν τα όνειρα του δυστυχή ανέργου

(Του ανέργου)

[…]

Μας φυλάει μια γωνιά ο χρόνος
όπου θα λέμε: είμαστε άνθρωποι,
σε μάτια που θα μας βλέπουν ως νεφρά,
γεννητικά όργανα
και ισχνά πορτοφόλια.

Κι ούτε μια μικρή γωνιά για μας
στον πλανήτη των προσφύγων.

Τι με κοιτάτε;
Πρόσφυγες είμαστε όλοι,
από τώρα δε με αναγνωρίζετε;

(Ο πλανήτης των προσφύγων)

[…]

Τα ποιήματα σου τα ’φερνα σαν πελαργού κλαδάκια
Να χτίσεις μια ψηλή φωλιά, τον κόσμο μας να χτίσεις
Και τώρα μοιάζει με σταθμό που καρτεράς το τραίνο
Σκοντάφτει βήχοντας το φως στα βρόμικα πλακάκια[…]

(Μητέρας φάσμα)

Στο σύνολό της μια ποιητική κατάθεση πλήρης (που μας επιτρέπει να δούμε αυθεντικές εικόνες από τον κόσμο του ποιητή) και με ιδιαίτερη προσοχή στη δομή του στίχου, στον εσωτερικό παλμό που τον δονεί.

.

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

FRACTAL/ 27/4/2016

«Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»

Σχολικές επιδόσεις

Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
Θα της δείξω το σακούλι
Με τα δόντια του δράκοντα
Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
Ή πάω για να σπείρω……….

γράφει ο Δημήτρης Παπαστεργίου στο ποίημά του «σχολικές επιδόσεις». Ποιητής μάλλον ασκητικός στον βίο και στην τέχνη, όπως οι περισσότεροι δημιουργοί της περιφέρειας που δεν απολαμβάνουν τις ευκολίες των «εν Αθήναις» ομοτέχνων τους, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο ποιητικής μετουσίωσης και γραφής. Η μέχρι τώρα ποιητική του παραγωγή αριθμεί τρεις ποιητικές συλλογές: την Τράπουλα του Καλοκαιριού, 2012, την συλλογή Furor Scribendi, 2013 και μια ανθολογία του «Ποιητικού Πυρήνα», ενός μπλογκ που διατηρεί ο ίδιος στο διαδίκτυο, 2012.
Το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΩΝ», περιλαμβάνει μεταξύ των τελευταίων και κάποια αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής από προηγούμενες ποιητικές σοδειές. Διαβάζοντας λοιπόν, αυτά τα ποιήματα, έχω να παρατηρήσω τα εξής: Ο Δημήτρης Παπαστεργίου συνδυάζει την ποιητική παράδοση με μια εκλεκτική χρήση των στοιχείων της μοντέρνας ποίησης δημιουργώντας μια ιδιαίτερη κι αναγνωρίσιμη ποιητική ταυτότητα. Γράφει χαμηλόφωνα, αλλά αυθεντικά.

2
Αν κάποια στιγμή φαντάζει εγκεφαλικός, είναι γιατί χρησιμοποιεί με αυστηρότητα τη γλώσσα. Οι λέξεις του εμπεριέχουν πολλαπλές σημασίες και συμβολισμούς. Είναι μετρημένες με μαθηματική ακρίβεια. Ούτε μία δεν περισσεύει. Ούτε μία δεν λείπει απ’ το σώμα του ποιήματος. Έχουν πνοή κι έναν δικό τους ρυθμό και καταλήγουν σ’ ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα. Ο ποιητής αντλεί την έμπνευσή του από την λαϊκή παράδοση, χρησιμοποιεί μοτίβα από τα δημοτικά τραγούδια, από την Ιστορία, απ’ την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Χρησιμοποιεί αλληγορίες και παραβολές, μύθους και ονειρικές εικόνες.

Εκείνο το ζευγάρι δεκαοχτούρες
Που βλέπω κάθε χαραυγή
Άραγε να ’ναι οι πεθαμένοι μου γονείς;
Δεν το έχω αποκλείσει ακόμα.
Όποτε τις κοιτάζω
Κάνουν πως τσιμπολογούν.

Ποίηση βιωματική και εικονοποιητική μας αποκαλύπτει μέσα από σπαράγματα παραμυθιών και ονείρων, τον μύθο του ίδιου του ποιητή, τις αθέατες, ίσως και σκοτεινές πλευρές του. Μιλάει για φαντάσματα της εφηβείας που σέρνουν τις αλυσίδες τους τις νύχτες, για όνειρα που περπατούν ξυπόλητα στο χιόνι, για ανεξερεύνητους έρωτες, για παραλείψεις που ακονίζουν τα τσεκούρια τους, για επιγράμματα που τον παιδεύουν, για κληματαριές που κάνουν ρεσάλτα στην κουπαστή του μπαλκονιού και τέλος μας δίνει ραντεβού στο φουαγιέ της Κιβωτού.

3

Νομίζω πως η Κιβωτός εδώ είναι η ίδια η Ποίηση, ή μάλλον τα υλικά της που θέλει να διασώσει ο Παπαστεργίου: οι λέξεις, τα αισθήματα, οι συμβολισμοί, οι ήχοι και οι σιωπές, τα ορατά και αόρατα της Τέχνης. Το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή του, σχεδόν κυρίαρχο ακόμα κι όταν δεν δηλώνεται σαφώς. Ο τίτλος «άστεγος της οδού των χαμογέλων» παραπέμπει άλλωστε στην περιπέτεια του χαμένου έρωτα, στην μοναξιά και την αναζήτηση του άλλου προσώπου, ενώ συχνά ο ποιητής αφήνει να φανεί καθαρά το βαθύτερο τραύμα κάτω απ’ τις λέξεις.

«Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελό σου
τέλειωσαν.
Μαζί τους εξατμίστηκαν
Νιάτα, λαχτάρες, κι άνθρωποι
Σαν βρόχινες λιμνούλες…

Στα ποιήματά του Δημήτρη Παπαστεργίου κυρίαρχη είναι επίσης και η σχέση με το πατρικό είδωλο, σχέση που φαίνεται να τον σημαδεύει και να τον ακολουθεί μες στα χρόνια. Ο Πατέρας –γίγαντας, όπως τον αποκαλεί, ο πατέρας- Υπερεγώ…. «Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι- πλάι,… κρίμα που δεν γίναμε ποτέ φίλοι, καταλήγει ωστόσο με πικρία σε κάποιο στίχο του, επισημαίνοντας τις δυσκολίες προσέγγισης, ίσως και ταύτισης με το πρόσωπο του πατέρα. Σκωπτική είναι επίσης η διάθεσή του απέναντι στα πρότυπα ζωής της μικροαστικής οικογένειας , τα οποία στηλιτεύει ιδιαίτερα στο ποίημά του για το νησί της Σαντορίνης.

4

Θα έλεγα ότι το βιβλίο του Δημήτρη Παπαστεργίου φέρει μεγάλα αποθέματα ποιητικής ευαισθησίας, διαπνέεται από μια διάχυτη φιλοσοφική διάθεση απέναντι στα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια άσκηση πάνω στις τεχνικές της ποίησης. Υπάρχει μια συνεχής αναμέτρηση του ποιητή με την τέχνη της γραφής. Κρίνοντάς τον ως ποιήτρια μπορώ να τον φανταστώ να επιδίδεται με τις ώρες και τις μέρες στο «σαφάρι» των λέξεων και των ποιητικών εκφράσεων. Τίποτα δεν προκύπτει εύκολα, τίποτα δεν αποτυπώνεται χωρίς τον μόχθο και το άλγος του καλού τεχνίτη. Ο Παπαστεργίου γνωρίζει καλά ότι η ποίηση πέραν του ταλέντου είναι και μαστορική κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Και επειδή η ποίηση μιλάει καλύτερα για τον ποιητή, απ’ ό,τι οι όποιες αναλύσεις, θα παραθέσω ένα ποίημα που αποτυπώνει εύγλωττα αυτές τις αγωνίες του.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ

«Τι έχεις πάθει άραγε εσύ;
Δεν έρχεσαι άλλο στα ολονύχτια συμπόσια
Περιφρονείς τις όμορφες εταίρες
Βδομάδες έχεις να φανείς στην Αγορά
Και στον Ιππόδρομο που όλοι σε γνωρίζουν.

Κάποτε ξέρεις και η νεότητα τελειώνει»,
Μάλωσε τον Ευσέβιο ο φίλος του Ιουστίνος
Κι όπως απ’ το λιμάνι ξεγλιστρούσαν
Έστρεψε το λευκό πανί με τέχνη στο μαϊστράλι.

5

«Αλήθεια», είπε τότε κι ο Ευσέβιος,
«μήπως γνωρίζεις καμιά λέξη να ταιριάζει
Με την «Αγάπη» αρμονικά, μα να μη μοιάζει
Με εκείνες τις αλλότριες: «κιτάπι» και «ντουλάπι»
Και τις κακόηχες «αράπης» και «σατράπης».
Αυτό το επίγραμμα, τρεις μήνες με παιδεύει».

Η ποίηση είναι μια ατέλειωτη δοκιμασία, μια ατέλειωτη κούραση, το είπε σ’ ένα ποίημά του κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, η οποία όμως σε κρατάει σε μια αέναη πνευματική εγρήγορση. Ειδικά όταν είναι καλή ποίηση. Κι αυτή είναι η ανταμοιβή της.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Δημήτρης Παπαστεργίου πέραν της ποιητικής δημιουργίας διατηρεί και μια δημοφιλή σελίδα στο διαδίκτυο με την επωνυμία «Ποιητικός Πυρήνας», όπου δίνει την ευκαιρία να αναδειχθούν νεώτερες ποιητικές φωνές, αλλά και αξιόλογα πεζογραφικά κείμενα. Έντονη είναι επίσης η πολιτιστική του δραστηριότητα στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Βέροια, όπου και ζει.
Τέλος θα αναφερθώ στην εξαιρετική αισθητική και επιμέλεια του βιβλίου που έγιναν από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, ένα σχετικά νέο εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης που μας έχει ήδη δώσει αξιοπρόσεκτες εκδόσεις.

.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΤΣΑΜΠΑΡΗΣ

Εφημερ. Μακεδονία 12/6/2017

«Ο άστεγος της οδού χαμογέλων»… από τη Βέροια
Ποιητική περιπλάνηση σε στίχους Δημήτρη Παπαστεργίου

«Οι λέξεις πήραν τη θέση τους επάνω στο χαρτί» από τον Δημήτρη Παπαστεργίου και από εκεί ξεπηδούν και σεργιανούν στα στενά μονοπάτια της ποίησης, χρόνια τώρα, διαπερνούν το νου μας, αφήνοντας χαραγματιές σκέψης και προβληματισμού. Άλλοτε φωλιάζουν στην καρδιά μας, σκαλίζοντας συναισθήματα κι άλλοτε πεταρίζουν στον άνεμο, ευωδιάζοντας λογοτεχνική φρεσκάδα.

Ο ποιητής από τη Βέροια θαρρώ πως, όπως περιγράφει στο ποίημά του “Πόθος”, χαράσσει όχι μόνο το σώμα του για να γράψει όμορφα πράγματα, αλλά και την ψυχή του. Νομίζω ότι έχει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, που συναντάται μερικές φορές με την καθημερινότητα του γείτονα και της γειτόνισσας και φωτογραφίζεται με φόντο την πραγματικότητα. Άλλες φορές στριφογυρνά στη μικρή χώρα του “εγώ”, αναζητώντας διέξοδο δημιουργίας και όταν ο προβολέας της ποίησης φωτίζει, οι λέξεις βάζουν τα χέρια μπροστά στα μάτια, να αντιμετωπίσουν το θάμπος του. Αυτού του “μέσα κόσμου” του Δημήτρη Παπαστεργίου. Βλέπω τις εικόνες του στα δωμάτια και συνεχώς ανοικτή μια μπαλκονόπορτα, απ’ έξω μια σακούλα απορριμμάτων, συνεχώς να νυχτώνει και συνεχώς να χαράσσει.

Οι γονείς κι οι έρωτες, οι εκλιπόντες σε συγκρουόμενες καταστάσεις, εκείνες οι στιγμές του παρελθόντος, ο πόνος, οι απογοητευτικές διαπιστώσεις, οι προσδοκίες του μέλλοντος. Στοιχεία λησμονημένων δημιουργών, διαπρεψάντων λογοτεχνών, αφανών μαχητών της συγγραφής. Πεζό, αφήγημα, λογοτέχνημα, διήγημα, ποίημα, κρυφές μελωδίες ραψωδίας. Πλούσια ποιήματα του Δημήτρη Παπαστεργίου, με την ταυτότητά του, με την μοναδικότητα που μετατρέπει τις προσωπικές περιπλανήσεις σε δημόσια υπόθεση. Αφού ο βεροιώτης ποιητής μετατρέπει τις περιστάσεις σε γεγονότα, τα γεγονότα σε χρονικά, τα χρονικά σε μικρές ιστορίες, σε τέσσερις στίχους, σ’ ένα ποίημα, σε μία συλλογή, σε ένα βιβλίο. Κατέχει την τέχνη να τρυπώνει το κεφάλι από ένα στενό παραθυράκι σε ξύλινη αποθήκη που φυλάσσονται τα μυστικά της ζωής, οι κρυφές λύπες, τα περαστικά χαμόγελα, οι πεθυμιές και οι προσδοκίες. Να κοιτά αριστερά, να κοιτά δεξιά, να περιεργάζεται κι ύστερα να στρέφει το βλέμμα του μέσα του, σε μία βασανιστική ενδοσκόπηση κι ύστερα όλα μαζί, σε μία μυστήρια ζύμωση να μας δίνουν την αλήθεια της γραφής του Δημήτρη Παπαστεργίου.

Εργάτης του “Ποιητικού Πυρήνα”, υπερασπίζεται την ποιότητα των διαδικτυακών εκθέσεων λόγου, την οποία προσφέρει στους αναγνώστες αφειδώς. Μεταδίδει τα νικηφόρα αποτελέσματα μίας πάλης αξιών με την αδιαφορία και την απάθεια, όπου ο γόνιμος προβληματισμός και η αισιοδοξία της καρποφόρας ποίησης στέφονται νικητές, φωτίζοντας το βαθύ γκρι των καιρών μας. Είναι μελετηρός μαθητής της έσω-γεωγραφίας των αισθημάτων, άριστος αθλητής στο στίβο της μακρινής ενατένησης και ενορχηστρωτής μελωδιών μοναξιάς, με εικόνες που παράγουν ήχους καθώς χτυπούν στους τοίχους ενός δωματίου μαιευτηρίου στίχων. Είναι ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ο κοντινός – απόμακρος κι ο από μακριά – κοντινός μας γραφιάς, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια και να τα περιγράψω σε τούτο το άρθρο. Ίσως γι’ αυτό, σχεδόν δύο χρόνια τώρα που έπιανα την πένα να γράψω για τον Παπαστεργίου, την άφηνα αμέσως. Μου ήταν δύσκολο να μιλήσω για αυτόν που μπήκε αιφνιδίως για τα καλά στην ποίηση και δίνει πρώιμα ώριμους καρπούς!

Ποιητική περιήγηση

Επιτρέψτε μου να περιηγηθώ στους στίχους του, στη συλλογή “Furor Scribendi” (εκδ. Ars Poetica, 2013), και να μοιραστώ τα συμπεράσματα. “Όλοι στο σπίτι είμαστε άρρωστοι./ Οι πατάτες έχουν γλαύκωμα/ οι μπανάνες προστατίτιδα/ τα μήλα καρκίνους/ το λάχανο στηθάγχη/ κι εγώ με τη βουκαμβίλια/ κατάθλιψη χρόνια”, γράφει, γνωματεύοντας τη σύνθεση της ζωής με την ασθένεια. Ο Δημήτρης Παπαστεργίου μάς ταξιδεύει αφού “η ποίηση/ είναι ένα γραφείο τουρισμού/ που μεριμνά για τα ταξίδια των φτωχών ονειροπόλων”, κι ο ίδιος ξεκινά το ταξίδι που γέννησε μία γοργόνα, όπως λέει, το ακρόπρωρο. Το ποίημα που έχει χαράξει στη μνήμη μου είναι “το μήνυμα”. “Το θυμάσαι το μήνυμα;/ ‘Κάνε με κομμάτια: πες μου ότι με ξέχασες./ Ένωσέ τα: Πες μου ότι θέλεις να βγούμε/ Θυμάσαι δε θυμάσαι, το κομμάτιασα συνεχίζεται”. Ο έρωτας με τα σημάδια του καταλαμβάνει σημαντικό χώρο στους στίχους, αλλά “Τελικά, στα μαθηματικά τα χαλάσαμε./ Πρόσθετα./ Αφαιρούσες./Πολλαπλασίαζα./Διαιρούσες.

Ας πάρω το δρόμο που οδηγεί στον “άστεγο της οδού χαμογέλων”, την τελευταία ποιητική συλλογή του. “Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα/ στον πίνακα/ Θα της δείξω το σακούλι/ Με τα δόντια του δράκοντα/ Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται/ Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό/ Ή πάω για να σπείρω”, γράφει στις “σχολικές επιδόσεις” και αριστεύει. Αναμεταδίδω το ποίημα “Η πόλη μου”, που έχει αφιερώσει ο ποιητής στον Γιώργο Λιόλιο. “Η πόλη μου/ Δόντια γριάς τα τείχη της/ Τα σπίτια της φαντάσματα/ Στα ιερά της μόνο οι θεοί τους και οι άγιοι/ Η θάλασσα την εγκατέλειψε/ Και στις πλατείες δεν ακούγονται φωνές./ Η πόλη μου/ Τις νύχτες σαν τον αρουραίο/ Τα γράμματα ροκανίζει των παιδιών της/ “Μάνα, καιρό έχεις να μου γράψεις”/ “Μάνα, πώς πάει η θεραπεία;”/. Αυτή η πόλη που σ’ ακολουθεί. Η πόλη του Δημήτρη Παπαστεργίου, την οποία συνάντησα μετά από τριάντα τρία χρόνια ποιητικών περιπλανήσεων.

.

Η τράπουλα του καλοκαιριού  2012

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

«Πόρφυρας» τεύχος 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013

ΜΙΑ ΤΡAΠΟΥΛΑ ΓΕΜAΤΗ ΠΕΙΡAΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝIΔΙΑ

Στην Ελλάδα το καλοκαίρι είναι μια θεότητα εκτυφλωτική και απόλυτη, που δημιουργεί ένα είδος αμηχανίας. Η περίφημη γενιά του ’30 ανέδειξε τους ορίζοντες του θέρους στις πραγματικές διαστάσεις, όχι σαν τουριστική ατραξιόν αλλά σα βαθύτερο μυστικιστικό τοπίο όπου φύση και ψυχή ταυτίζονται σ’ ένα μωσαϊκό ετεροπροσδιορισμών. Όμως θα έλεγα δεν υπήρξε συνέχεια σε αυτή τη σπουδή. Το αστικό περιβάλλον στις επόμενες δεκαετίες υπήρξε πιο δεσμευτικό, το θέρος αποτέλεσε κομμάτι της ζωής στην πόλη, το καλοκαίρι νοήθηκε πάλι σαν ένας κρίκος της αλυσίδας των τεσσάρων εποχών, εποχή ερωτική σίγουρα, σεξουαλική, ταξιδιάρικη, περιπετειώδης− αλλά έλειψε αυτή η δυναμική οπτική ενός κόσμου τόσο οξυμένου, σχεδόν τρομακτικού, εκεί που η αθωότητα κι η μαγεία συναιρούνται σε μια δυνητική περιδίνηση γύρω από την αληθινή ταυτότητα της ύπαρξης.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο, για να μιλήσω για το βιβλίο Η τράπουλα του καλοκαιριού του Δημήτρη Παπαστεργίου, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία των δημιουργών που είναι δέσμιοι της καλοκαιρινής θεότητας. Υπάρχει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε αυτό το βιβλίο, που όμως συνυπάρχει με μια τάση φιλόδοξη να ανέβει ο πήχης κι η σύνθεση να αναμετρηθεί με το σύμπαν της καλοκαιρινής αιθρίας. Η δυναμική της σύνθεσης, το μεγάλο ποίημα, η μεγάλη φόρμα. Αλλά κι ο πειραματισμός με τη μικρότερη φόρμα. Η αναπνοή του κάθε ποιήματος αναζητά την κατάλληλη μορφή. Ένα ευρύ πεδίο μορφικών πειραματισμών. Ο Παπαστεργίου φλερτάρει με όλα τα είδη της μορφής, γιατί θεωρεί ότι έχει να αναμετρηθεί με ένα περιβάλλον τόσο άναρχα και χαοτικά δομημένο, κι από την άλλη τόσο παραστατικό και ερεθιστικό, που στρατολογεί άμεσα τον εαυτό του σε μια διαρκή άσκηση εναρμόνισης μορφής και περιεχομένου. Το όλο εγχείρημα είναι φιλόδοξο και αθώο παράλληλα. Αν γίνουμε αυστηροί κριτές, θα λέγαμε ότι η σύνθεση αναδεικνύει τις υπερβολικές της απαιτήσεις ενώ η πιο μικρή φόρμα βοηθά το ποίημα να διαχειριστεί πιο στέρεα τα υλικά του. Όμως είναι ξεκάθαρο ότι αιωρείται στην ατμόσφαιρα ο πειρασμός της μακριάς πνοής, της ευρύτερης σύνθεσης, της σταδιακής εξάπλωσης σε πιο περίπλοκους και απρόβλεπτους ατραπούς. Οι πειραματισμοί της φόρμας είναι παράλληλα ένα παιχνίδι κι ένας προβληματισμός για τον τρόπο εκφοράς του θέματος. Έτσι δημιουργείται ένα κλίμα ρευστότητας, το νόημα αναζητά διαρκώς τη μορφή, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει ατελές και αμήχανο.
Όμως υπάρχει κάτι που αφήνει από την όλη διαδικασία μια αίσθηση ευφορίας, μια πραγματική επιβράβευση της προσπάθειας κι αυτό νομίζω είναι η αθωότητα κι η παιδική αφέλεια (με την καλή έννοια) που αναδεικνύονται διάφανα στα ποιήματα. Έτσι, ο Παπαστεργίου, κατά κάποιο τρόπο, θεμελιώνει την όλη προσπάθεια στον πυρήνα της παιδικής παντοδυναμίας, κυρίαρχο στοιχείο της αληθινής λογοτεχνίας. Τι θέλω να πω ακριβώς; Πολλές φορές ο ποιητής είναι ένα παιδί που αισθάνεται παντοδύναμο ότι θα κυριαρχήσει στον κόσμο, θα τον ανακαλύψει, θα τον μετουσιώσει στα δικά του δεδομένα, θα πορευτεί και θα φτιάξει τη δική του πραγματικότητα. Τέτοια παιδιά αρέσκονται να την κοπανάν συχνά από το σπίτι, μόνα τους ή με λίγους φίλους να σκορπάν τις ώρες τους στη φύση, να απολαμβάνουν τη δροσιά της περιπέτειας, να σκαρφίζονται καινούρια παιχνίδια, καινούρια επεισόδια, νέες φάρσες, να φτιάχνουν πρόχειρες κατασκευές που τις θεωρούν μαγικές. Συνήθως τέτοιες κατασκευές την άλλη μέρα είναι διαλυμένες από τον άνεμο. Εδώ η «τράπουλα του καλοκαιριού» είναι ένα παιχνίδι, μια συρραφή τρυκ και κατασκευών, μια χαριτωμένη και αθώα επιχείρηση σύνθεσης μεγαλόπνοων αποστολών, με στόχο τον έρωτα και το καλοκαίρι. Οι διακοπές του θέρους αυτονομούνται, γίνονται ένα προσωπικό σύμπαν, μια σημειολογία ζωής.
Το βιβλίο κερδίζει από την αίσθηση της παιδικότητας, της αγνότητας, του ανολοκλήρωτου, του λάθους. Επειδή προσωπικά είμαι ταγμένος με τρόπο θρησκευτικό σε ποιητές όπως ο Ελύτης (παιδική παντοδυναμία), πεζογράφους όπως ο Παπαδιαμάντης (μεσογειακή φύση), ξένους συγγραφείς όπως ο Γκόμπροβιτς (το θέμα της ανωριμότητας), βρίσκω την ατέλεια αυτού του βιβλίου ως μεγάλο προτέρημα, ένα βιβλίο απολαυστικό. Υπάρχει κάτι μαγικό. Κι αυτό είναι το ζητούμενο. Υπάρχουν ποιήματα αρκετά μεστά και ολοκληρωμένα όπως το «Βέροια, Κυριακή πρωί» όπου ο χρόνος και ο χώρος ρευστοποιούνται, η «Μεταμόρφωση» με την ιστορία της ενηλικίωσης μιας κοπέλας που παράλληλα αποτελεί ένα σχόλιο γύρω από τη ρευστότητα της μορφής, το «Ερωτικό έργο αναρριχώμενο» με την ανανταπόδοτη ερωτική προσμονή, το «Χταπόδι» με θέμα την ηθική αποκατάσταση της αλήθειας της φύσης, − αλλά η τράπουλα, μαγική όπως είναι, αν την ξεφυλλίσεις διαθέτει και ποιήματα γεμάτα παιδική αγάπη για τη μάνα και τον παππού, νησιώτικα τοπία όπως η Θάσος, η Πάρος κι η Νάξος, δροσερά κορίτσια που γεμίζουν το πλάνο με τη θηλυκότητά τους. Η φύση ηγεμονεύει, ο ήλιος κι η ζέστη σε αγκαλιάζουν. Το γαϊτανάκι της σύνθεσης μπορεί να είναι ασταθές κι ατελές αλλά ξεπηδούν εικόνες που σε σαγηνεύουν. Όσο ξεφυλλίζεις την τράπουλα, μεθάς από ήχους-αισθήσεις-χρώματα. Τα τζιτζίκια βουίζουν, η θάλασσα χαμογελά.

 

 

1 σκέψη για το “ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ”

  1. Δημήτρης Παπαστεργίου

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ανδρέα Καρακόκκινο (Andreas Karakokkinos), για την τιμή που μου κάνει να με συμπεριλάβει στο πολύ όμορφο ιστολόγιό του “Ποιητικοί διάλογοι”.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *