ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

H Ξανθίππη Ζαχοπούλου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει κάνει σπουδές παιδαγωγικής , μουσικής ( μονωδία) και φιλολογίας. Εργάζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές ‘’Μάρερμα’’ (Πηγή, 2016) με ζωγραφική του Γιάννη Μητράκα και ‘’Βαθύς ουρανός βυθός θάλασσας (Το Ροδακιό, 2020). Έχει συμμετοχή και σε συλλογικά έργα. Ποιήματά της, βιβλιοκριτικές, μεταφράσεις και διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.

.

.

ΒΑΘΥΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΒΥΘΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ (2020)

ΒΑΘΥΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
ΒΥΘΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

ΑΝΥΠΟΠΤΗ ΑΓΑΠΗ

Έστιν ανθρώποις άνεμων ότε πλείστα
χρήσις
Πίνδαρος

Βαθύς ουρανός
Βυθός θάλασσας
Λησμονημένος
Στέλνει τα μελτέμια της
Σε σύννεφα, πανιά
Φτερά και κόμες
Έτσι ώστε να αναζητούν
Το Αιώνιο
Θαμπώνοντας τα μάτια
Στα εκτυφλωτικά φώτα
Τα Πάθη
Φωτιές που αφήνουν
Μόνο στάχτη
Δεν καθαρίζουν
Κει στην άκρη του πόνου
Ουρανός λησμονημένος
Στις τέσσερις άκρες του σεντονιού του
Να ζεσταθούμε
Στο ξύπνημα των μελτεμιών μας
Περιμένει
Να ανεμίσει η κόμη
Ευλαβικά αγγίζοντας
Το προσκέφαλο τής προσδοκίας
Τα όνειρα στους θόλους μας
Αναζητούν τον ουρανό μας
Να τον φωτίσουν
Στα δέντρα
Κρέμεται η εκπλήρωση
Φρούτο να το κόψουμε
Στο βελούδινο άγγιγμα των καρπών
Κρύβεται η οικουμένη
Ανύποπτη αγάπη
Πώς να αποκαλυφθείς;
Ίπτασαι
Περιμένοντας τον χρόνο και τις ζωές μας
Να συγκλίνουν
Στην πλήρωση

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Φωτιά στο ηλιοβασίλεμα
θα ’ναι το άρμα τής μέρας
με την ταχύτητα φωτός
που έτρεξε τις στιγμές μας
Αυτές που γύρεψαν το φως της Εφηβείας
το φως μιας άλλης εποχής
Μ’ αυτούς που κάναν την Αγάπη
ακρογιαλιά για να ’χει νόημα ο ήλιος
Τα χέρια τους κλαδιά
για να ακουμπάνε τα πουλιά
Το πρόσωπο ουρανό
να καθρεφτίζεται η Οικουμένη
και τη ζωή τους θάλασσα
να ταξιδεύει ο καιρός

ΘΑΛΑΣΣΑ ΔΡΟΜΟΣ

Οι δρόμοι τρελάθηκαν
και σηκωθήκανε
να μην τους βρουν τα πόδια μας
να μην τους περπατήσουν
Μια θάλασσα μας δόθηκε
εκεί να ισορροπήσουμε
με τις πατούσες κύματα
με τους ανέμους πίστη μας
και με τους βράχους στήριγμα
Οι γλάροι ν’ ανεβαίνουνε
ψηλά ως την αλήθεια μας
και μέσα στους ορίζοντες
να χάνεται ο κόσμος μας

ΜΑΣΚΑ ΕΥΤΥΧΙΑ

Η ευτυχία την Απόκρεω
μας παραπλανά
Μπαίνει, στο πάρτυ με λοφίο
μ’ έξωμη τουαλέτα αμπιγιέ
Μαργαριτάρια που εικάζεις αληθινά
και είναι fake
Μωβ μακιγιάζ ατυχές
που σβήνει τα μάτια και τα χείλη

Δε χάνει το γοβάκι τα μεσάνυχτα
γιατί δεν έχει σχέση με τη Σταχτοπούτα
Μοιράζει βασιλόπουλα με ατίθαση κόμμωση
καλοθρεμμένα
Ποτέ της δε μιλά
παρά μόνο με νεύματα
αμφίσημα, για να μπορεί να ξεγλιστράει
Το όνομά της δύσβατο δυσβάσταχτο δυσκοίλιο
αφήνει δυσωδία όταν προφέρεται

ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ

Κάθε βραδιά ένα παιδί γυμνό
καταπίνει κύμα-κύμα το Αιγαίο
και μετά ξερνάει σπασμένες πλώρες, ξεβρασμένες
πάνω στο τρικυμισμένο μου μαξιλάρι

Ύστερα γεμίζω το δωμάτιο με νερό
και γίνομαι ναυαγός
πλημμυρισμένης νύχτας
και τακτοποιημένης μέρας

Κάθε πρωί ανοίγω το φως
και φυλάω στο σύνορο της συνήθειας
με λάβωμα κρυφό κι ανοίκειο

Σε ρηχές μέρες βαθαίνει το Αιγαίο
βαθύς κρατήρας ηχώ του εαυτού μας

ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ TO ΑΓΙΑΤΡΕΥΤΟ

Κρεμασμένοι οι στίχοι στην οροφή
όπως οι πέτρες που αιωρούνται
στη στάση Δουκίσσης Πλακεντίας
ιριδίζουσες πάνω απ’ τα κεφάλια των περαστικών

Σαν πλανήτες που ταξιδεύουν
λίγο πιο ψηλά από τη ζωή μας
ελεύθερες και όμηρες
σε μια ζωή που θέλαμε να είναι
παραληρώντας για του κόσμου το αγιάτρευτο

ΠΤΕΡΩΤΑΣ

ΕΡΩΤΙΚΟΝ

Με την ταχύτητα του έρωτα
πετάω στους κόσμους σου
στο κορμί κουκουβάγιας

Μιλάω στα λόγια σου
σαν να ’ταν από πριν
οι σκέψεις σου μέσα μου

Μεθάει το κύμα σου
γουλιές από αρμύρα
τρελαίνει τις θάλασσές μου

Η βροχή μου βαθαίνει
το χώμα σου που ασάλευτο
περίμενε το βάθος της

Κοχύλια βεντάλιες
κοχύλια σπείρες
γυρίζουν τους ανέμους σου

Η θάλασσα απλώνει
πάνω στο δέρμα της
τ’ ουρανού το καθρέφτισμα

Μιλάω με κύματα
μήπως χωρέσουν
οι θάλασσές μου μέσα σου

Τα χείλη σου ζήτησα
να βάψω τα χείλη μου
με βάμμα φιλιού

Στους κύκλους σου γύρισα
τον παρθένο μου έρωτα
κι έπεσα στο κέντρο τους

Με δάκρυα εξατμίστηκαν
οι πόνοι που υπέφερα
γιατί ήταν οι πόνοι σου

Ανοίγω τις θάλασσες
και πέφτουν τα ψάρια μου
στη γη σου που βάθυνε

Μιλάω με βροχές
μήπως κι ανθίσει
η γη σου που δίψασε

Στην παλάμη σου έσπειρα
με αστέρια τα όνειρα
και κάρπισε το κορμί σου

ΑΛΛΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Έτσι, καθώς
ο έρωτας σκεπάζεται τα σεντόνια του
αργεί να περιγράφει τη γη
των γυμνών σωμάτων

Μπορεί να ανήκει
σε μιαν άλλη γεωγραφία
εποχής αθώων πλεύσεων
σε ακύμαντες από τα πάθη θάλασσες

ΒΡΟΧΗ

Το σύννεφο επέστρεψε στα μάτια σου
βρέχει βλεφαρίδες κι όνειρα
που άντεξαν κάπου στη σχισμή του ύπνου

Κι η Πηνελόπη
σκεπασμένη το υφαντό της
προσομοίωση του αρμυρού Οδυσσέα
το ξεφτίζει κάνοντας θηλιές
του υπομονετικού πιστού έρωτα

Έβρεξε πάλι απόψε λιωμένους χάρτινους μνηστήρες

Θα σε περιμένω
όπως υποσχέθηκα στα κλαδιά σου
που με τύλιγαν για να τ’ ανθίσω

Θα σε περιμένω
όπως όταν διψούσα και με πότιζες
στιγμές αλκοολικού έρωτα

’Έβρεξε πάλι απόψε
κάτι ροζ μεταξωτά ανθάκια

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΙΛΙ

Σαν αυγουστιάτικο φιλί
χιλιάδες χείλη προσευχή
και μια φτερούγα για πληγή
Σε περιμένω

Βάφω ουρανούς με προσευχές
γιατί η αγάπη σου νικήθηκε στο χθες
και λογαριάζω τη ζωή μου σε στιγμές
σαν εκκρεμές

Σαν ταξιδιάρικο πουλί
στημένοι ορίζοντες φυγή
και ένα ψέμα για φωνή
Σε περιμένω

ΜΙΚΡΗ ΚΑΤΕΡΓΑΡΑ ΑΝΟΙΞΗ

ΑΣΤΕΓΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Άστεγα τα ποιήματά μου
αναζητούν ουρανό
στις τρίλιες των πουλιών
Χρώμα ακατοίκητο
βάφεις με την έρημό σου
αυτά που δε θέλεις να ανθίσουν

Τι κοιτάς;
Ξέρω ένα αγόρι
που άλλοτε ντύνεται Έρμης του Πραξιτέλη
κι άλλοτε βουτά στους βυθούς
για να τον ξεχάσουν οι αιώνες

Θέλω τα τζάμια μου
να γεμίσουν με σταγόνες
για να τρέξουν οι δρόμοι μου
σε κατηφοριστά ποτάμια

Πως λένε αλλιώς την ντροπή;
Κόκκινο του απριλιάτικου ψέματος

Που πας αγόρι με το μασκαρεμένο πρόσωπο;
Εκεί που όλα είναι γυμνά από τους καθρέφτες
Άγγιξε τον τύπο των ήλων
Ίσως εκεί βρεις αυτό που έψαχνες
Αιώνες κρυμμένο

ΠΟΙΗΜΑ ΔΟΣΜΕΝΟ

vers domes
Paul Valery

Ποίημα μωρό
γεννήθηκες άπό τα έγκατα
τα σκοτεινά δάση
κουκκίδα φως

Κρεμάστηκες απ’ τη θηλή
θραύσμα μακρινού γαλαξία
σταγόνες σταγόνες κράτησες
να τις μοιραστείς

Ποίημα δώρο
χρυσού φόντου
σε πίνακα ουράνιο
με τα φτερά αγγέλων

Χιτώνες φως
ντύμα παραδείσιο
στις μέρες της Εδέμ

ΣΙΓΗ ΣΟΦΙΑΣ

Μαραθώνιος
Αφής
Απόκρυφων τόπων

Κορμί
Ελάχιστο φόβων
Μέγιστο ερώτων

Στιγμή
Αστραπή γνώσης
— αύτο-

Ποίημα
Ίαμα
Ζωής ασθμαίνουσας

Τηρείς
Σιγή σοφίας
Στον βυθό ιχθύων

.

ΜΑΡΕΡΜΑ (2016)

ΜΑΡΕΡΜΑ

Μάρερμα
Παλιό ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας
Μάρερμα
Χάδι βαμμένο με βερνίκι λατρείας
Μάρερμα
Αρμύρα που καίει το βράδυ τα χείλια
Στενεύω τον κόσμο να γίνει ευθεία
να τον ταξιδέψω με μία ταχεία
Αέρας η ζωή

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί

Μάρερμα
Γεύση κορμιού στο χώμα
Μάρερμα
Γραμμή πρωινού στου πόνου το χρώμα
Μάρερμα
Χρυσό δαχτυλίδι με πέτρα την τύχη
Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.

ΙΣΟΠΕΔΩΣΕ

Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ’ αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος

Ισοπέδωσε τα χείλη
για ν’ αποκτήσει το φιλί
την αιωνιότητα του παρθένου
και την αγνότητα του πρώτου

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
να μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.

ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΑ ΜΠΛΕ

Ποιος άρπαξε τη θάλασσα απ’ τα φύκια
όταν χανόταν στον βυθό του ουρανού;
Ποιος χώρισε τον χρόνο από το κύμα
για να μη βρίσκει ακρογιάλι το πρωί;

Ποιος χαμήλωσε τα μάτια στο βλέμμα τ’ ουρανού
και του έρωτα το στόμα έγινε υγρό φιλί;
Ποιος ξεψύχησε μια νύχτα στη φωνή του παγονιού
για να δώσει στο αηδόνι το φτερό του γυρισμού;

Δέσμη ψυχής ελευθέρωσε τη λάμψη
νήμα φυγής ξετύλιξε τις ώρες
που αντέχει ένα σώμα να θυμάται την αρχή
πριν χωρίσει με τον θάνατο η ψυχή

Ένωσε μες το κορμί σου όλα της γης τα μπλε
περίγραμμα αξεθώριαστο στη μνήμη του καιρού
Για να γίνουνε κοράλλια τα αστέρια τ’ ουρανού.

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ

Τα χέρια μου βασανίζουν οι εικόνες της χειρολαβής
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που μέτρησα τα δέντρα
από τα τζάμια
ήταν για να μοιράσω τη ζωή μου
σε στοιχίες Σεπτέμβρη και Απρίλη

Την τελευταία φορά που μέτρησα βιτρίνες
ήταν για να δω αν η ζωή μας
χωράει σε μπλε και πράσινους λαμπτήρες

Τα χέρια μου βασανίζουν εικόνες
από ρόζους κουρασμένου τιμονιού
σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου

Την εκατοστή φορά που βγήκα από τον δρόμο
ήταν για να δω αν η ζωή μας
αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας

Την τελευταία φορά που γύρισα τιμόνι
ήταν για να δω αν η ζωή μας
μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας.

ΗΡΕΜΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Οι μέρες ανοίγουν τη σιωπή τους σαν βεντάλιες
και ημερεύουν τους ήλιους τους

Τα μαλλιά σου ρυτιδώνουνε τα κύματα
και ξορκίζουνε τον χρόνο

Ένα όστρακο βυθισμένο στη σιωπή σου
ψάχνει μαργαριτάρια μουσικής

Ένα λουλούδι στην καρδιά σου
άνθισε στα φυλλοκάρδια της

Από κει χαρίζει τα πέταλά του
στον χειμώνα

Κοιμήσου και την ανάσα σου
δε θα την ασπρίσει το χιόνι

Κοιμήσου και τη σιωπή σου
δε θα τη σχίσουν αστραπές

Ένα κύμα ακούμπησε τον ήλιο
και εξατμίστηκε σε δάκρυα

Ένα σύννεφο ακούμπησε τα βότσαλα
και τα έκανε βροχή

Μη βρέχεις τη ζωή σου σε κύματα αφρισμένα
παρά σε ούριο άνεμο

Γιατί η ήρεμη θάλασσα νικά τον χρόνο
και οδηγεί τη στιγμή σε απάνεμο λιμάνι

Κοιμήσου και τη στιγμή σου
θα την περάσουν μουσικές

Κοιμήσου και τη ζωή σου
θα τη ζήσουνε στιγμές

Μακριά από δείχτες φθινοπώρου
που δείχνουν κίτρινα ρολόγια

Μακριά από νύχτες φθινοπώρου
που αργήσαν να έρθουν οι αυγές τους

Δεν έχει πόνο η αγάπη
μόνο μια βάρκα με πανάκι.

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Πίσω από τα κινούμενα σύννεφα
προβάλλει ένα χέρι
που κουβαλάει τα δάκρυα των αιώνων
και τα ρίχνει στη γη βροχή

Για να καθαρίσει αυτός ο τόπος
χρειάζεται λυγμούς
και χέρια πονεμένα να τον ζωγραφίσουν
αναπαρθενεύοντας τα χρώματα και την έκφραση

Η γη χρειάζεται ζεστή φωλιά
για να κρύψει τα νεογνά της
μέχρι το πέταγμά της να αγγίξει τον ουρανό

Θυμάμαι κρύες σελίδες χειμωνιάτικου βιβλίου
να ζητούν τον έρωτα μιας περασμένης εφηβείας
αλλά όχι χαμένης
μέσα από άυλα σώματα
που ‘ χαν μονάχα ένα φως στο κέντρο

Δάχτυλα να αντιστέκονται στην ορμή του
και να αφήνονται

Αυτό το ποτάμι χρειάζεται Έρωτα
για ν’ αγκαλιάσει τη θάλασσα.

ΑΚΑΡΙΑΙΑ

Δάκρυσα στον ύπνο των κυμάτων
Στέγνωσαν τα κύματα
από τους βοριάδες που χτυπάνε τις νύχτες μας

Δυο χορδές η ζωή μου
επάνω τους ακροβατώ
ανάλογα τη μουσική λικνίζομαι

Ανήφορος στον ουρανό
Οι αέρηδες εξανέμισαν
το χώμα της γης που πατούσες

Γρήγορα στα πανιά
Οι θάλασσες δεν περιμένουν
στερεύουν αν δεν τις ταξιδέψεις

Στις στέγες των πουλιών
φωλιές σημαδεμένες
από σφεντόνες που δε στοχεύουνε ποτέ

Φτερό ο χρόνος
που αν δεν το σημαδέψεις
πάντοτε θα σου φεύγει

Σήμανε η ώρα
Να ημερέψεις τους δείκτες σου
με τη σοφία της περασμένης σου ζωής

Τα φύλλα των δέντρων
σου διδάσκουν τον άνεμο
που πέρασε και δεν τον πρόσεξες

Αν αγκαλιάσεις τον κορμό
θα αισθανθείς το αίμα της γης
να κυλάει μέσα σου ποτάμι

Αν γράψεις το όνομά μου με νερό θαλασσινό
θα δεις σε λίγο να κρατάω
μικρό πολύχρωμο γιούσουρι

Να σου στολίσω τα μαλλιά
ή να ταξιδέψω στους βυθούς
για να βρω την κατοικία μου;

Στους χρόνους μου ταξίδεψες με μαγικό χαλί
Πάντα εκεί ψηλά
να μη σε βλέπω ποτέ

Γι’ αυτό κοιτάς το βλέμμα της καμήλας;
Εκείνες κουβαλούν την έρημο
εσύ την ερημιά

Ακόμα μετράς τους κόκκους της ερήμου σου;
Οι κλεψύδρες τελειώνουν
ο χρόνος σου ζητά οάσεις

Μέσα στα νερά συμφιλιώθηκα με τον ουρανό
Γιατί πάντα προς τα κει
είναι στραμμένο το βλέμμα τους

Πάνω από τα σπίτια μιαν ακροβασία
Να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε
και δεν τη φτιάξαμε ως τώρα

Πάνω στο σκοινί ένα ουράνιο τόξο
δίχως τον ουρανό του
Ισορροπεί ψάχνοντας ουρανό

Εκεί που ψάχνεις ουρανό
έρχεται η γη και σε διεκδικεί
Πώς να φιλιώσεις αυτά τα δυο;

Στα δίχτυα των καιρών οι ονειροβασίες μας
Θα τα σπάσουν
ή θα σπαρταρήσουν τη ζωή τους;

Το φεγγάρι κινείται στην ακινησία του
Σαν τους Κούρους
με το ένα πόδι μπροστά

Δε θέλω να χάσω αυτό το μαβί της θάλασσας
Είναι σαν να έπεσαν
τα κυκλάμινα από τον ουρανό

Πού μας πάει η βάρκα;
Εκεί που γυρέψαμε
ή εκεί που μας πάει η ζωή;

Να γυρέψετε και η ζωή θα σας πάει
Εκτός αν δε μετρήσατε σωστά
το βάθος του νερού.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας
Μικρό κοχύλι ψημένο από την άρμη
Κλεψύδρα που της κλέψανε τον χρόνο
Κόκκοι που καθρεφτίζουν την οικουμένη
Ηχώ που λησμονάει τον εαυτό της

0 έρωτας
Λιοπύρι από παρθενικά τζιτζίκια
Τραγούδι από μήτρα ξεχασμένη
Πορφύρα από ξυπνημένο αίμα
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης.

ΜΝΗΜΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Είχες ένα σπίτι ασβεστωμένο μπροστά στο πέλαγος
ένα μικρό ξωκλήσι που ακουμπούσες τα γόνατα
Όμοιο η αγάπη σου γονατιστή στα πόδια ταπεινού Αυγούστου
μπροστά σε κύματα, μπουνάτσα, καταιγίδες
και τον μαΐστρο που ξυπνά τη μνήμη
Όμοιος με το φτερούγισμα της μνήμης σε ηλιοστάσια θερινά
εκεί που η μέρα άγγιζε τους αιώνες
Κι ύστερα κυλούσε να ξανάβρει το σκοτάδι

Είχες ένα σπίτι με γλάστρες τενεκέδες ασβεστωμένους
ένα ξωκλήσι με αγιογραφίες μεσαιωνικές
Επιστρώσεις ασβέστη από τα χάσματα των εποχών
από τα χάσματα της μνήμης
Άνθισε η αγάπη μου στα ασβεστωμένα σπίτια
ανάμεσα στο πέλαγο και τις αγιογραφίες μεσαιωνικές

Άσπρισε η αγάπη μου στους ασβεστωμένους τοίχους
και τις αγιογραφίες μεσαιωνικές
Είχες ένα σπίτι μ’ ένα δέντρο ασβεστωμένο στην αυλή
ένα ξωκλήσι μ’ ένα δέντρο στη σκεπή του
Ρίζωσε η αγάπη μου στη γλυκιά νοσταλγία των πελάγων
Ρίζωσε η αγάπη μου στη γλυκιά μνήμη Αυγούστου.

ΟΤΑΝ ΚΟΙΜΑΜΑΙ

Όταν κοιμάμαι,
χάνω κάτι
από το μισό του φεγγαριού,
το καθαρό πρόσωπο της Οικουμένης
από το άλλο μισό που κρύβει τα σκοτάδια της
από τις γραμμές των αστεριών
που δρομολογούν τις ευχές μας
από το λυκαυγές που χαράζει στα μάτια των ελαφιών

Όταν κοιμάμαι
ξυπνούν μέσα μου οι σταματημένες μέρες
και πιάνονται μαζί στο γαϊτανάκι
ακτίνες στον κύκλο των καθαρών μου χρόνων

Όταν κοιμάμαι
κινούν οι άσπροι καβαλάρηδες
ν’ αφήσουν τα χνάρια τους στη γη μου

Όταν ξυπνήσω την έχουν διατρέξει όλη
και τώρα,
χαρίζουν τ’ άσπρα τους άλογα

Στο σήμερα.

ΚΥΡΙΑΚΗ 11/1

Στο στέρνο της μέρας
το ανάγλυφο των στιγμών της
Χρόνος επιούσιος
μιας αιωνιότητας φαεινής
Στίλβη των δυς
Νίκη των ευ

Στα δάχτυλα της μέρας
ζυγιάζονται οι αετοί της
Λίγο πιο ψηλά στις ασίκικες βουνοκορφές της
λίγο πιο βαθιά στον στόχο του κέντρου της

Στο μέτωπο της μέρας
λιώνουν οι πυρετοί της
Καημοί μιας αργοπορημένης ευτυχίας
λιοπύρια μεσημβρινού πόθου

Στα χείλη της μέρας
διψούνε οι λέξεις της
αναζητώντας την αρμονία της σύζευξής τους
στα σημαινόμενα των ονείρων μας.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΒΑΘΥΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΒΥΘΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ (2020)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

FRACTAL 8/4/2020

Με τα φτερά του έρωτα

Η ποίηση που σέβεται τον εαυτό της κι έχει λόγους ύπαρξης, υψώνεται στα μάτια του αναγνώστη σαν κάστρο ψηλό κι επιβλητικό. Ο αναγνώστης γνωρίζει πως κάπου υπάρχουν πύλες, όμως δεν τις διακρίνει με την πρώτη ματιά. Γνωρίζει ότι δεν πρέπει να έχει την αξίωση να τις βρει ορθάνοιχτες. Άλλωστε, πολύ συχνά, ό,τι προσφέρεται απλόχερα και χωρίς κόπο, γρήγορα κατατάσσεται στο μυαλό μας δίπλα στα ανούσια και βαρετά. Δε θέλω να πω μ` αυτό πως η ποιοτική ποίηση είναι κατ` ανάγκη ακατανόητη. Επιτρέψτε μου πάντως την άποψη πως η ποιοτική ποίηση δεν είναι εύπεπτη. Ακόμα κι αν δείχνει λεξιλογικά απλή, έχει πάντα βάθος δυσθεώρητο. Ό,τι γέννησε το πνεύμα κι η καρδιά ενός ανθρώπου δεν μπορεί να προσφερθεί με ρηχότητα, μόνο και μόνο για να μην κοπιάσει ο αναγνώστης. Η ποίηση της Ξανθίππης Ζαχοπούλου καλοδέχεται τον αναγνώστη και τον ταξιδεύει. Ηρεμεί το νου και την ψυχή. Είναι, όμως, ποίηση απαιτητική και βαθιά.

Η Ξανθίππη Ζαχοπούλου στη νέα της ποιητική συλλογή “Βαθύς ουρανός, βυθός θάλασσας”, μιλά για έναν έρωτα που δεν τρίβεται και δεν ξεφτίζει, αλλά παραμένει πάντα λαμπερός, ζωντανός, καθαρός, σχεδόν διάφανος. Είναι ο έρωτας της ψυχής που ποθεί να επιστρέψει στην ευτυχία που γνώρισε στον Κόσμο των Ιδεών, πριν επισκεφτεί τον φθαρτό και μάταιο κόσμο μας. Σύμφωνα με τις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα, αυτός ο έρωτας οδηγεί την ψυχή σε μια διαρκή αναζήτηση, σε μια διαρκή ανάταση, πάνω από τη σκόνη της ύλης, σε όσα αξίζουν πραγματικά, γιατί είναι αιώνια. Είναι μια ποίηση ανθρωπιστική, βαθιά φιλοσοφική, που αποφεύγει όμως να γίνει εγκεφαλική και στεγνή. Πλημμυρίζει από εικόνες που ρέουν γύρω, από φωνές που καλούν, από φώτα που σαγηνεύουν, καθώς η ψυχή αναζητά διαρκώς τον δρόμο της προς την άφθαρτη ομορφιά του “αιώνιου”.

Το βάθος του ουρανού και το βάθος της θάλασσας σύμφωνα με την ποιήτρια μάς βοηθούν να θυμηθούμε τη λησμονημένη μας καταγωγή. Τα πάθη, όμως, θολώνουν την όραση. Ο φθαρτός κόσμος μόνο σκόνη και στάχτη αφήνει. Η αγάπη, άπιαστη κι άφαντη, εξώκοσμη και μαγική, σαν ανεξάντλητη πηγή ενέργειας, γίνεται η δύναμη που μας στηρίζει στην αναζήτηση. Έτσι η φύση γίνεται ξαφνικά φιλική κι η ζωή κερδίζει ξανά αξία και νόημα. Ο έρωτας της ψυχής μας πλημμυρίζει γαλήνη κι η αρμονία μας διασώζει από το χώμα κι απ` τη φθορά του. Οι στιγμές μας περνούν με ταχύτητα φωτός. Μας σκεπάζει η λάμψη κι η φωτιά του ηλιοβασιλέματος. Η εφηβεία πόθησε το φως και την αγάπη. Τώρα ο καιρός ταξιδεύει σαν καράβι στη θάλασσα. Όσα μας πόνεσαν πέρασαν. Ακόμα κι αν η ζωή μάς λιθοβόλησε, υπάρχει πάντα περιθώριο για αναζήτηση της ομορφιάς. Μια στέγη να προσφέρει στη ζωή μας ασφάλεια και σταθερότητα είναι πάντα εφικτή. Μια στέγη που υψώνεται σε “αέρηδες ευωδιαστούς”:

Σπασμένοι καθρέφτες

Τώρα που μετράς
τις πέτρες που πέσαν στο κορμί σου
λιθοβόλια χρόνων χαλεπών
γυμνά στην άκρη των κυμάτων
τώρα μπορείς να χτίσεις τη σκέπη σου
με μύρτο και κανέλα και μυριστικά
να αναδύσεις τη ζωή σου
σε αέρηδες ευωδιαστούς χωρίς σταματημό

ταξίδια που λάτρευες
στο χέρι που λάτρεψες

Τώρα που μοιάζουν με παγόνια οι στιγμές
να μείνουνε τα μάτια ανοιχτά
με τα φτερά να πάνε σε εικόνες φωτεινές
εκεί που είναι σπασμένοι οι καθρέπτες
κι η μέρα είναι πάνω απ’ τους αιώνες
και το φεγγάρι καίει μες στις πυγολαμπίδες
κει που φλέβες της γης είναι τα δέντρα

και οι καρποί το αίμα για να ζούμε.

Η ζωή μάς προσφέρει γνώση κι η γνώση νικά τα παραμύθια και τον τρόμο που κρύβουν. Ο Μινώταυρος μικραίνει ολοένα. Γίνεται τόσο αδύναμος κι ανίσχυρος! Ο φόβος παύει να υπάρχει. Ίσως κάποτε ξαναγεννηθεί, αφού κατέληξε να γίνει σπόρος στη μήτρα της βασίλισσας. Η Αριάδνη, αχρείαστη πια, ξεκουράζεται στο μουσείο κι ο μίτος δεν είναι παρά το κουβάρι του ήλιου που ξετυλίγεται:

Ο Λαβύρινθος

Ο Λαβύρινθος
Μια ιεροτελεστία γνώσης
Με τον Μινώταυρο
Κάθε μέρα όλο να μικραίνει
Μέχρι να γίνει σπόρος
Στη μήτρα της Πασιφάης
Η Αριάδνη μια κόρη
Με βοστρύχους και πτυχές
Στο Μουσείο της Ακρόπολης
Κι ο μίτος μια ακτίνα
Που ξετυλίγει γρήγορα
κουβάρι του ήλιου.

H ψυχή πετά πέρα απ’ τη φθορά. Το αιώνιο αντιφεγγίζει τη λάμψη του στα μάτια μας, για να βρεθεί η ώθηση, η δύναμη, ο άνεμος που θα φουσκώσει τα πανιά στο ταξίδι:

Στολίδι στέρεο στο στερέωμα

Αυτό που χρειάζεσαι
μια νύχτα να περπατήσεις
με τα αστέρια να γυαλίζουν
τα μάτια σου κόψη ξυραφιού
να κόβουν τους δρόμους σε χάσματα
κενά και άλματα πέρα από τη φθορά
Ζητάς μια πρύμνη για να σπρώξεις το καράβι
να γίνεις ο άνεμός του
να γίνει το ταξίδι σου στον κόσμο […]

Β΄ πρόσωπο λοιπόν, κι ένας ζεστός εμπιστευτικός – συμβουλευτικός τόνος, χωρίς δογματική αυστηρότητα. Τι θα απογίνουμε -λέει- αν χαθεί για πάντα η ομορφιά, αν πάψουμε να την προσέχουμε γύρω μας στα μικρά κι ασήμαντα της ζωής; Τι θα απογίνουμε αν τα μάτια μας πάψουν να την αποζητούν; Είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχάσει ποτέ ο άνθρωπος την αναζήτηση της ομορφιάς:

Αποκατάσταση της ομορφιάς

Ακόμα υπάρχουν πεταλούδες
Φαντάσου να λείψουν οι πεταλούδες από τον κόσμο
Τα εύθραυστα στον άνεμο φτερά
Το αλαφρό πέταγμα
Η ομορφιά

Φαντάσου να λείψει
το τριγωνικό σχήμα της σιωπής
στην αόρατη των λουλουδιών γεωμετρία […]

[…]

Και να ζητάς εσύ, πόσο να ζητάς
την αποκατάσταση της ομορφιάς στον κόσμο.

Λουλούδι ξεχωριστό

[…]

όμως να ανθίζεις
γιατί έτσι μας θέλει η ζωή
λουλούδι ξεχωριστό ο καθένας.

Θα έλεγα πως η ποιήτρια επιθυμεί ο κόσμος να αποκτήσει την ομορφιά που του αξίζει, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, από το ρήμα «κοσμώ». Να γίνει ξανά ένα στολίδι! Βροχή φεγγαριών, πυγολαμπίδες, κι ανάμεσά τους φλόγα άσβηστη η αγάπη. Οι αναμνήσεις μας φέρνουν πίσω στα ήρεμα παιδικά μας χρόνια, με τα ανοιχτά παράθυρα στο φως. Ας μένουν ανοιχτά τα παράθυρα, «κι ας γίνονται έρμαιο των ανέμων», συμπληρώνει η ποιήτρια. Κι έπειτα δυναμικές υπέρ-ρεαλιστικές εικόνες παρμένες από τη θάλασσα: Η γλώσσα των ανθρώπων είναι απέραντη σαν τη θάλασσα και το να αναζητάς λέξεις μοιάζει σαν να αναζητάς βράχους σπαρμένους στα μακρινά πελάγη. Τα μαλλιά σου γίνονται φύκια, το κορμί διάφανο σαν το νερό κι ένας αστερίας δραπετεύει και γίνεται αστέρι στον ουρανό. Παντού το ωραίο ταξίδι κι η αναζήτηση της ομορφιάς με όλες τις αισθήσεις, όπου κι αν κρύβεται. Η ποίηση σπέρνει τριαντάφυλλα εκατόφυλλα, για να ματώσει με τα κόκκινα πέταλά τους τη νωχελική πλήξη των ανθρώπων. Η ποίηση πολεμά την πλήξη. Φέρνει ξανά στη ζωή μας την ευαισθησία του ονείρου. Η ποιήτρια τονίζει διαρκώς την ανάγκη για ανάταση ψυχής, αλλιώς θα καταντήσουμε να έρπουμε στο χώμα, νικημένοι από τη ματαιοδοξία της ύλης και της φθοράς:

Ακαριαία

[…]

Ο ουρανός μιλά
με αλφαβήτα ακατάληπτη
Γι’ αυτούς που έρπουν
με τις σαλαμάνδρες

Η ποιήτρια δε ζει στον δικό της προστατευμένο χώρο. Δε βρίσκεται εγκλωβισμένη σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, σε μια εικονική πραγματικότητα ομορφιάς και αρμονίας. Τη βλέπει την ασχήμια, όταν μιλάει για «του κόσμου το αγιάτρευτο». Την ώρα που η πόλη καίει σαν σκεύος πάνω στη φωτιά και τα τροχοφόρα περνούν με κρότο, αναρωτιέται αν μέσα στις ανούσιες μηχανικές επαναλήψεις, στα τόσα δρομολόγια, σε τόσο καταναγκασμό, είναι δυνατό να ανακαλύψει κανείς την ψυχή του. Κρότοι, φως εκτυφλωτικό, ζέστη, αποχαύνωση και γυάλινα ψυχρά μάτια παντού. Τα «κώνεια βλέμματα» την ενοχλούν και τη θλίβουν:

Πόλεις τσίγκινα δοχεία στη φωτιά
Πόλεις σημάδια από ρόδες φορτηγού στον δρόμο
Πόλεις συριγμός από άρρυθμες αναπνοές
Κοιτάζεις τον πηγαιμό σου και το έλα σου
Μια σκλαβιά αλυσοδεμένη στα πεζοδρόμια
Ποτήρια μισοάδεια που δε μέθυσες
Άσπροι πάτοι κώνεια βλέμματα
Πόλεις πατούσες θυμωμένου ελέφαντα
Πόλεις αναμμένα αναστενάρια μπούλμπερη
Πόλεις κρυφές νοσταλγίες ανόητων
Κοιτάζετε με τα γυάλινα μάτια ρινόκερου

Το ποίημα που ακολουθεί στηρίζεται στο “Υπόγειο” του Ντοστογιέφσκι, έργο ολιγοσέλιδο και βαθιά φιλοσοφικό, που πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Η αναφορά της ποιήτριας περνάει αθόρυβα το μήνυμα ότι αυτοί οι προβληματισμοί σημαδεύουν και τη δική της σκέψη. Αμείλικτο το ερώτημα στο τέλος του ποιήματος: Πολλοί άνθρωποι γύρω μας ζουν, αλλά είναι βέβαιοι πως ζουν τις δικές τους ζωές;

Με αφορμή το ‘’Υπόγειο’’

Το βλέμμα σου
Δεν είναι βλέμμα σου
Αλλά το στέγνωμα μάσκας
Στο ραγισμένο πρόσωπο του κόσμου

Μια σιδερογροθιά όμως
Να ματώνει ζητά
Τα δόντια που ροκανίζουν
Τον τρυφερό του άνθους μίσχο
Που δεν την άνοιξη πρόλαβε

Αυτό που ντύθηκες
Μισοτελειωμένης ρούχο ζωής
Που άγγιξε την ανάσα της
Αλλά που δεν την ένιωσε
Τη θαλπωρή της να σε καίει

Φωτιά Ζωής

Που μάστοροι δε βρέθηκαν
Για να τη χτίσουν
Σε κάποιο υπόγειο
Να ξεχαστεί απ’ τους αιώνες
Αλλά να ζήσει τη ζωή της

Άραγε ζωές πολλές υπάρχουνε
Που ζούνε τη Ζωή τους;

Για τους λόγους αυτούς, η ποιήτρια ετοιμάζει την απόδρασή της εκεί που ο αέρας είναι καθαρός, εκεί που οι ήχοι γίνονται μελωδικοί, εκεί που είναι τα ανοιχτά ακρογιάλια. «Μ` έναν λόγο δραπέτη», γεμάτη έρωτα και δίψα για ζωή, ακολουθεί τα πουλιά που ταξιδεύουν μαζί της, ενώ γύρω της, εκρήξεις πυροτεχνημάτων γεμίζουν τον δικό της ουρανό. Είναι μια ποίηση εκλεπτυσμένη κι ακριβή που χτίζει λέξη τη λέξη έναν κόσμο γαλήνης κι αρμονίας. Αυτή τη γαλήνη, η ποιήτρια τη μοιράζεται γενναιόδωρα με τον αναγνώστη.

Ερωτικόν

[…]

Μιλάω με κύματα
μήπως και χωρέσουν
οι θάλασσές μου μέσα σου

[…]

Μιλάω με βροχές
μήπως και ανθίσει
η γη σου που δίψασε

Ο έρωτας φορά λευκά. Γίνεται άγγελος να φέρει το μήνυμα της άνοιξης. Η φωνή του ανοίγει τα φύλλα της καρδιάς και τα μυστικά γίνονται ήχοι. Ο έρωτας ανοίγει πανιά, ταξιδεύει και τα κορμιά γίνονται γνώριμα νησιά. Πάνω απλώνονται τα νεφελώματα των άστρων και κάτω τα πρόσωπα μοιάζουν σαν φεγγάρια ολόγιομα. Ο έρωτας χαρίζει φως και τα σώματα γίνονται διάφανα. Ποια είναι η άποψη της ποιήτριας για το έργο της; Ας δούμε πώς περιγράφει η ίδια τα ποιήματά της:

Τα ποιήματα έχουνε χορδές που παίζουνε τις μουσικές των ερώτων.

[…]

Τα ποιήματα έχουν αστραφτερά σπαθιά κι όλο χαράζουνε βαθιά λέξη τη λέξη

Το κάθε ποίημα είναι:

«Ποίημα μωρό»
«ποίημα δώρο»
Τα λόγια της έχουν:
«Συλλαβές απόκοσμες»
«Κόκκους αστεριών»
«Ανύποπτα σκοτάδια»
«φίλημα ανέμου»

Η ποιήτρια εξηγεί τους λόγους για τους οποίους γράφει. Ξέρει καλά πως χωρίς την ποίηση είναι εύκολο να την ισοπεδώσει η ανούσια- πεζή καθημερινότητα:

Γράφω για να μην πέσω στα τέσσερα
Άλλλος ρινόκερος του εαυτού μου.

(Σημείωση: Η ορθογραφία με τα τρία “λ” ανήκει στην ποιήτρια).

[…]

Για να ρίξω στάχτη στα μάτια
Στην καθημερινή απληστία της συνήθειας.

Η ποίηση της Ξανθίππης Ζαχοπούλου λάμπει σαν ολόγιομο φεγγάρι. Είναι ποίηση γοητευτική που εξευγενίζει την ψυχή. Δεν είναι ποίηση δύσκολη κι απρόσιτη. Δεν είναι όμως και “ξεκλείδωτη!” Αναζητώντας λοιπόν “τα κλειδιά” για να μπω στα ενδότερα, διάβασα προσεκτικά το κείμενο με το οποίο αρχίζει η Τρίτη ενότητα που έχει τίτλο «Μικρή κατεργάρα άνοιξη». Η ποιήτρια σημειώνει πως η ποίηση καλείται να υπερβεί την πραγματικότητα, να υπερβεί τη λογική, να αναδημιουργήσει τον κόσμο και να μας δώσει πίσω ένα μέρος της χαμένης μας αθωότητας. Μπορεί να παίζει κρυφτό, το κάνει όμως γιατί είναι πολύτιμη και σκοπεύει να ενδώσει μόνο σε όσους αναγνώστες διαθέτουν εξασκημένα αισθητήρια. Είναι μια “Μικρή κατεργάρα άνοιξη” που παίζει και γελά και που νικά τη χειμωνιά στην καρδιά μας.

Νιώθω πως είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, όσες σελίδες κι αν του αφιερώσει. Σ` αυτή την λεπτή κι αιθέρια ποίηση βρήκα κόσμους απερίγραπτης ομορφιάς. Δεν είναι γραμμένη με μελάνι. Είναι καμωμένη από φως! Έτσι είναι πάντα η αληθινή ποίηση!

.

ΜΑΡΕΜΑ (2016)

Ομιλία στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ‘’Μάρερμα’’

Ήταν Νοέμβριος του 2014. Στο Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης λειτουργούσε η έκθεση ζωγραφικής « Ο βυζαντινός κόσμος του Μητράκα». Ένα ήρεμο βράδυ μια ομάδα επισκεπτών ξεναγήθηκε από τον ζωγράφο και κουβέντιαζαν για ποίηση και ζωγραφική που ουσιαστικά είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και η κυρία Ξανθίππη Ζαχοπούλου, η οποία στο τέλος της συζήτησης έδωσε στον ζωγράφο μερικά χειρόγραφα ποιήματα μιας συλλογής που δεν είχε εκδώσει ακόμη. Ο ζωγράφος έβαλε τα ποιήματα στον χαρτοφύλακά του όπου έμειναν ξεχασμένα. Μετά από καιρό άνοιξε την τσάντα, πήρε τα ξεχασμένα ποιήματα και έκπληκτος διάβασε το ποίημα « Αυγουστιάτικη προσευχή».
Έπλεξες κομποσκοίνι τα μαλλιά κάθε τους τούφα προσευχή κάθε ανταύγεια και Χριστός
Ασήμωσες τα μάτια με βροχή κάθε ψιχάλα Παναγιά κάθε σταγόνα θαύμα
Φτερούγισες τα χείλη σαν πουλιά κάθε τραγούδι και φτερό κάθε φωνή και πνεύμα
Έβγαλε ένα χαρτί από την τσάντα του και ζωγράφισε μία γυναίκα ποιήτρια, με κομποσκοίνια στα μαλλιά, που κάθε κόμπος συμβόλιζε και μία ιδέα. Αυτή ήταν η απαρχή για να γίνουν συνταξιδιώτες του βιβλίου «Μάρερμα» που παρουσιάζουμε απόψε και που είναι προσφορά πνευματική, ποιητική της ποιήτριας στο αναγνωστικό κοινό που ευελπιστώ να την αγαπήσει πολύ. Ο Σιμωνίδης ο Κείος λέγει:
«Ποίησις εστί ζωγραφία λαλούσα και ζωγραφία εστί ποίησις σιωπώσα».
Αυτό είναι αλήθεια και το βλέπουμε στην ποιητική συλλογή ‘’Μάρερμα’’ της Ξανθίππης που βρίθει εικόνων αλλά και συμβολισμών με τα οποία πλάθει την προσωπική της μυθολογία. Μέσα στην πλούσια εικονοπλασία, η φαντασία διεισδύει στην πραγματικότητα και μεταπλάθεται ο κόσμος αναπνέοντας σε μια μεταφυσική κατάσταση. Η κοσμοαντίληψή της γίνεται δύναμη του δικού της γαλαξία, του δικού της αιθέρα, του δικού της ιδεατού κόσμου που μεταπλάθεται σε ποίημα γεμάτο σοφία. Ο χώρος της τελειούται στην ποίηση. Με τις συγκεκριμένες ζωγραφιές και σχέδια ήθελα να εκφράσω τη ψυχή των ποιημάτων της Ξανθίππης, δηλαδή να δώσω το κλειδί για να ξεκλειδώσει τον ποιητικό της θησαυρό ο αναγνώστης. Στο εξώφυλλο. Η ποιήτρια τον ουράνιο κόσμο των ιδεών της τον ενώνει με της γης το μεγαλείο. Ο ζωογόνος αέρας των υιών του Αιόλου, που βλέπουμε στις δύο επάνω γωνίες, δροσίζει τη γη και κάνει πιο άνετο το ταξίδι ζωής στις δικές της ποιητικές θάλασσες , μέσα στις οποίες υπάρχει και το αιώνιο ταξίδι των ιχθύων, αλλά βλέπουμε ταυτόχρονα να ταξιδεύει και ο έρωτας με τη βάρκα «ερώτων ζωής». Σε αυτόν το άπειρο ποιητικό – ζωγραφικό καμβά η γη ενώνεται με τον ουρανό, ένα στοιχείο που συναντάμε πολύ συχνά στην ποίηση της Ξανθίππης, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο ποίημά της « Της γης τα μπλε» ή « Η προσμονή», θέλοντας ίσως να τονίσει τα γήινα και ουράνια στοιχεία του ανθρώπου που κρύβει στον πυρήνα της ψυχής. Όλα μα όλα, κινούνται σε μια ουρανομήκη κλίμακα επικοινωνίας.
Της γης τα μπλε
Ποιος άρπαξε τη θάλασσα απ’ τα φύκια όταν χανόταν στο βυθό του ουρανού; Ποιος χώρισε τον χρόνο από το κύμα για να μην βρίσκει ακρογιάλι το πρωί;
Ποιος χαμήλωσε τα μάτια στο βλέμμα του ουρανού και του έρωτα το στόμα έγινε υγρό φιλί; Ποιος ξεψύχησε μια νύχτα στη φωνή του παγονιού για να δώσει στο αηδόνι το φτερό του γυρισμού;
Δέσμη ψυχής ελευθέρωσε τη λάμψη νήμα φυγής ξετύλιξε τις ώρες που αντέχει ένα σώμα να θυμάται την αρχή πριν χωρίσει με τον θάνατο η ψυχή
Ένωσε μες στο κορμί σου όλα της γης τα μπλε περίγραμμα αξεθώριαστο στη μνήμη του καιρού για να γίνουνε κοράλλια τα αστέρια του ουρανού.
Επανέρχομαι στο εξώφυλλο όπου βλέπουμε την ποιήτρια να υπάρχει στο νυν αλλά και στο αεί. Το δεξί της πόδι δρασκελίζει στο μέλλον, όμως η στροφή της κεφαλής της προς τα πίσω, όπου καρφώνεται η ματιά της, δείχνει ότι είναι δεμένη με την παράδοση. Η ποιήτρια κρατά ένα κάνιστρο γεμάτο άνθη ποιημάτων και σε μια αέναη κίνηση προσφοράς τα μοιράζει, πατώντας στέρεα στη δική της πνευματική γη γνωρίζοντας ότι αυτά τα μυρίπνοα ποιήματα τα έχει ανάγκη ο κόσμος που βιώνει καρτερικά τις ημέρες της πολλαπλής κρίσης. Προσφορά ευχαριστιών του δικού της θεσπέσιου κόσμου αγάπης, ενός κόσμου που λάμπει με τους υπέροχους ποιητικούς χυμούς ζωής για να ιερουργήσει τελικά ως ιέρεια του θεού Απόλλωνα στον ποιητικό κόσμο του ωραίου που βιώνει.
Τα κυπαρίσσια αποδεικνύουν τη γέννα των ποιητικών ιδεών και υψώνονται και αυτά αργά και σταθερά να ενώσουν γη και ουρανό και αστέρια. Αυτή τη γη που αιματοδοτεί την ποιήτριά μας και ηθελημένα μπολιάζεται με των ουρανών την αγλαότητα σε ποιητική δημιουργία.
Ο τόπος της, η γη της, εντοπίζεται στον Βόσπορο της βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης όπου η Ξανθίππη βίωσε την τέλεια ομορφιά και όπου εντοπίζονται οι ρίζες πατρός και άλλων προγόνων. Έχω την γνώμη ότι ο δικός της χώρος είναι και η χερσόνησος της Χαλκιδικής, η γενέθλια γη του Αριστοτέλη, όπου ζει και δημιουργεί τα καλοκαίρια της και εμπνέεται από τα χρώματα των καλοκαιρινών οραμάτων φωτός και της ωραιότατης φύσης.
Η Ξανθίππη, όπως φαίνεται στην ποίησή της, βιώνει τη ζωή ως σχέση, μια σχέση βαθιάς αγάπης. Αυτή η βαθύτατη προσωπική ανάγκη οδηγεί στον ιδανικό τρόπο ζωής, στην τελειότητα της αρμονικής ύπαρξης. Αυτή η θεσπέσια σχέση είναι ο ιδανικός τρόπος να φτάσουμε στη γνώση και όχι απλώς στη σύλληψη. Μόνον έτσι γίνεται ποιητικός ο τρόπος ζωής και τοιουτοτρόπως γίνεται ποίημα η ίδια η ζωή. Έτσι κατανοούμε καλύτερα πως η γλώσσα του σώματος, η έκφραση των ματιών της ψυχής, είναι δυνατότερα από το φυσικό βλέμμα, τα φυσικά μάτια. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι: « Νους ορά και νους ακούει» και το ένστικτο είναι η φωνή του Θεού.
Στο οπισθόφυλλο βλέπουμε ένα σμήνος πουλιών. Κινούνται στο ίδιο πνεύμα, αναζητώντας την ακριβή άνοιξη, περιμένοντας την ανθισμένη εφηβεία, όπως επισημαίνει στο ποίημά της « Όλα στη ζωή είναι διάφανα». Εκεί σηματοδοτεί την έκφραση της ποιητικής εφηβείας που είναι ονειρική, οραματική. Για να επικοινωνήσουμε οφείλουμε να ακολουθήσουμε τα ίχνη που άφησε το πέταγμα των πουλιών στο πέρασμά τους.
Τα αθώα μάτια της ποιήτριας βλέπουν τον κόσμο των ποιητικών ιδεών αλλά και τον κόσμο του Θεού Παντοκράτορα. Σε αυτό τον κόσμο η ποιήτρια αναζητά τα αρχέτυπα, όλα να ευφορούνται της ποιητικής αλήθειας, να μεταπλαστούν, να μεταμορφωθούν, να γίνουν ένας άλλος εαυτός, ένας κόσμος ποιητικός. Η ποιήτρια αναζητά την αυθεντική ύπαρξη και ενδιαφέρεται να εκφράσει μια γενική προσωπικότητα που να αφορά όλους τους αναγνώστες της.
Ξανθίππη, αγαπημένη, καλοτάξιδο το βιβλίο σου. Οι άνεμοι να είναι ούριοι και οι καιροί αγιοσυνάτοι στην πορεία προς τον κόσμο του πολιτισμού. Σε ευχαριστούμε εκ βαθέων « για την ποιητική προσφορά ».]

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Μακριά από τη σκόνη της καθημερινής ζωής, μα με τη γεύση της αλμύρας και τις ανάσες της αλμύρας, κινείται η ποιητική της πρωτοεμφανιζόμενης Ξανθίππης Ζαχοπούλου «μάρερμα» (Πηγή, 2016).
Η ποιητική της Ζαχοπούλου εκπέμπει μία αγιογραφική πνοή μέσα από την υπαρξιακή με μεταφυσικές αποχρώσεις στιχουργία της. Ένα φως μυστικιστικό και μία θαλασσινή αύρα διαχέεται σε όλες τις συνθέσεις που έρχεται σε πλήρη ισορροπία τόσο προς τη λιτή -μα διαρκή-παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου όσο και της υπαρξιακής θεματικής.
Μόλο όμως που το θρησκευτικό στοιχείο δεν είναι κυρίαρχο, εντούτοις αποτελεί πυρηνικό τμήμα της εκφραστικής της. Μα τούτο δεν κατέχει ομολογιακό χαρακτήρα, ούτε υμνωδίας. Εντάσσεται με εκφραστική άνεση στο περιεχόμενο, προσφέροντας μία διέξοδο που επεκτείνει την υπαρξιακή αναζήτηση σε έναν τομέα εύληπτο συναισθηματικά και νοηματικά από το κοινό.
Και η ποίηση της Ζαχόπουλου ενσωματώνει όλο το ελληνικό στοιχείο στη στιχουργική της,όπως το προσέγγισε η ποιητική παράδοση μεταπολεμικά. Η θάλασσα, η μαγική δύναμη του ελληνικού φωτός, το θρησκευτικό στοιχείο και η μυθολογική ή ιστορική παράδοση εμφανίζονται σε κάθε σχεδόν σύνθεση.
Με αυτά τα στοιχεία λειτουργούν ως εκφραστικές οδοί μιας ώριμης στιχουργικής που πλησιάζει στο μέρος τον λυρισμό, δίχως όμως να τον αφήσει να κυριαρχήσει. Λίγες λέξεις σε επιλεγμένη θέση αρκούν για να αλλάξουν το ύφος και να μετατρέψουν σε υπαρξιακό μήνυμα το λυρισμό. Έτσι, και όροι εκκλησιαστικοί ή μυθικές/ιστορικές αναφορές αρκούν για να αλλάξουν τη ροή του μηνύματος και του συναισθήματος.

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ, PhD
Πρόεδρος του ΔΣ της «Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων».

Στην πρώτη της επίσημη εμφάνιση με έκδοση ποιημάτων της η Ξανθίππη Ζαχοπούλου, με τη συλλογή της Μάρερμα, έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι η ισχυρή ποιητική παράδοση στη συμπρωτεύουσα εξακολουθεί να ανθεί και να ξεχωρίζει. Καλαίσθητο βιβλίο, κοσμημένο με εξώφυλλο και εσωτερικά σκίτσα του αγιογράφου Ιωάννη Μητράκα, φιλοξενεί επιλεγμένα ποιήματα, διαλεγμένα με περισσή ευαισθησία και φροντίδα από τη δημιουργό τους, η οποία από χρόνια ήταν γνωστό ότι υψιπετούσε με τα φτερά του μυθικού Πήγασου.
Αέρινοι στίχοι, αρωματισμένοι με ελληνική αρμύρα, χρωματισμένοι με αύρα αισιοδοξίας και μιας ανεπαίσθητης προσμονής, συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ομορφιάς αισθημάτων, αγνότητας ανθρώπινων σκέψεων και ωραιότητας οικείων μας παράλιων τόπων. Άλλωστε ο πρωτότυπος τίτλος, αν και σε αρχικό ποίημα ονοματίζεται ως «ξεχασμένο φυλαχτό των Ίνκας», στέλνει το νου σε θάλασσα (mare) και σταθερότητα πλεύσης των καραβιών (έρμα).[Οι ανωτέρω ερμηνείες είναι προσωπικές του γράφοντος και οπωσδήποτε αυθαίρετες].
Κάθε ένα από τα 33 ποιήματα της συλλογής αποτελεί ολοκληρωμένη σύνθεση με αχνοδιάκριτο ενιαίο περιεχόμενο, ενώ όλα μαζί υπακούουν στη γενική εντύπωση μιας λεπτής εσωτερικής κοσμογονίας αισθήσεων και αισθημάτων σε πλαίσιο ηλιοφώτιστης θάλασσας, με ουρανό, με ασβεστωμένα σπίτια, με πουλιά, με φύλλα, με νερό, με άμμο, με πέτρα…
Ανάμεσα στους στίχους της Ξανθίππης Ζαχοπούλου διακρίνονται ορισμένοι με βαθύτατη σοφία, που θα μπορούσαν κάλλιστα να λειτουργήσουν ως παραινέσεις ζωής… με ποίηση. Κρατώ και θα θυμάμαι πάντα ένα τρίστιχο από τα πολλά που ξεχώρισα, το οποίο ελικρινά πολύ με άγγιξε:
«Γρήγορα στα πανιά / οι θάλασσες δεν περιμένουν / στερεύουν αν δεν τις ταξιδέψεις».
Συγχαίρω την νεοεμφανιζόμενη στον ποιητικό εκδοτικό χώρο, πλην από καιρό έτοιμη και ώριμη ποιήτρια, Ξανθίππη Ζαχοπούλου. Εύχομαι καλή πορεία στη Μάρερμά τηςκαι οπωσδήποτε άφθονη και υψηλής ποιότητας ποιητική συνέχεια.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

FRACTAL 27/07/2016

«Με τη γεύση της αλμύρας»

Σκέψεις πάνω στο ποιητικό βιβλίο “Μάρερμα” της ποιήτριας Ξανθίππης Ζαχοπούλου, (φιλοτεχνημένο από τον διακεκριμένο αγιογράφο κ. Ιωάννη Μητράκα) την εκδόσεων “ΠΗΓΗ”.
Στο βιβλίο-κόσμημα της Ξανθίππης Ζαχοπούλου δυο διαφορετικές μορφές τέχνης συνυπάρχουν και συνομιλούν. Το μισό βιβλίο φιλοξενεί σκίτσα φιλοτεχνημένα από το χέρι του διακεκριμένου αγιογράφου κ. Ιωάννη Μητράκα κι απέναντι από το καθένα, η ποιήτρια Ξανθίππη Ζαχοπούλου παραθέτει τον όμορφο ποιητικό της λόγο.
Τι σημαίνει “Μάρερμα”; Είναι συμφυρμός από τη λέξη mare (= θάλασσα) και τη λέξη αρμύρα. Σημαίνει λοιπόν “Αρμύρα της θάλασσας”και μπορεί ο καθένας μας να φέρει στο νου μια γνήσια ελληνική εικόνα, αφρισμένα κύματα που χτυπούν πάνω στα βράχια με ορμή…H ποιήτρια μας καλεί σε μια όμορφη ξενάγηση στον δικό της μαγικό κόσμο!
Πρόκειται για ποίηση λεπτή, αισθαντική που ξεχειλίζει από παντού αισιοδοξία, χαρά κι ελπίδα. Η ποιήτρια, βαθιά ερωτευμένη με τη ζωή, τη χαίρεται, την ερμηνεύει και την εμπιστεύεται. Ακόμα κι η μοίρα δεν αποτελεί σκοτεινή απειλή. Η μοίρα οδηγεί στη χαρά και την ευτυχία και γι`αυτό, η ποιήτρια αφήνεται στα χέρια της με απόλυτη εμπιστοσύνη:

“Αναπνέω από τους ασκούς της μοίρας
πότε στροβιλίζοντας το φτερωτό κορμί μου
πότε βαθιανασαίνοντας στο θρόισμα των φύλλων”.

Ο έρωτας είναι μαγικός! Διώχνει τη μοναξιά, αλλάζει τη ζωή, γκρεμίζει όλα τα εμπόδια, γιατί στον έρωτα υποτάσσεται ακόμα κι ο θάνατος νικημένος ολοκληρωτικά:

“Αγγίζω τη ζωή με το ραβδάκι του έρωτα
μεταλάσσοντας την ερημιά σε παραμύθι
υποτάσσοντας τον θάνατο στο αθάνατο”.

Τα λόγια της αγάπης είναι ικανά να διαλύσουν τις πιο κρυφές μαύρες σκέψεις, είναι ικανά να γεμίσουν με φως τη ζωή:

“Από τα χείλη σου πετούν καλώδια ηλεκτροφόρα
που εκπέμπουν φως
και στα πιο βαθιά και σκοτεινά φύλλα
που δεν τα βρίσκει η άνοιξη”.

Ο ουρανός γίνεται ξάφνου πολύ προσιτός. Χαμηλώνει και τ`αστέρια πέφτουν πάνω στη γη, δίπλα στα πόδια μας. Ο έρωτας δίνει στο καθετί την έννοια της αγνότητας και της αιωνιότητας. Έτσι μεταλάσσεται ο φθαρτός κόσμος μας. Η αγάπη είναι η μεγάλη γενεσιουργός δύναμη της φύσης:

“Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ`αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος.

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας”.

Τα λουλούδια, τα πουλιά, οι πεταλούδες, τα δέντρα, οι πέτρες, τα αστέρια της νύχτας, ο ήλιος, οι ακρογιαλιές και τα κύματα, ζωντανεύουν, συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία, συνομιλούν, μέσα στην ποίηση της Ξανθίππης Ζαχοπούλου. Ακόμα και τα άψυχα αποκτούν ζωή και δική τους βούληση. Η ποιήτρια με το αφτί στο χώμα, με απίστευτη ευαισθησία και λεπτότατες αισθήσεις, νιώθει τον κάθε παλμό της καρδιάς τους, ακόμα κι αν είναι τόσο μα τόσο ανεπαίσθητος:

“Χάλκινη μέρα
πού είναι το ρόπτρο
ν`αφουγκραστώ το πρωί;
………………………………………

Ναέ ετοιμόρροπε
πού είναι ο Θεός σου
να λύσω τα μάγια;”

Η ποιήτρια διδάσκει πως η ευτυχία είναι εφικτή, γιατί εξαρτάται από τις δικές μας επιλογές. Η ευτυχία είναι μια στάση ζωής, μια συνειδητή απόφαση. Ακόμα κι αν η μορφή των ανθρώπων απέναντί μας είναι σκοτεινή και δυσερμήνευτη σαν τη γραμμική Β΄, βρίσκει ξανά σταθερό έδαφος να πατήσει με στιβαρό βήμα και με σιγουριά.

“Ζήτησες να σου μάθω τον χειμώνα
μα εγώ προτίμησα την άνοιξη.
Σε μικρά απριλιάτικα πέταλα
χάραξα τη μορφή σου
σε γραμμική Β΄
Ώσπου ξύπνησαν μέσα μου
οι κούροι στιβαρά”.

Η ποίηση είναι η καλοκαιρία της ψυχής, σύμφωνα με τα λόγια της ποιήτριας, που νιώθει ότι η τύχη την ευλόγησε με πολύ φως. Ο κόσμος γύρω της κάποτε απειλείται, κάποτε παραπαίει και γλιστρά, κάποτε πορεύεται στα τυφλά σαν να είναι ο τυφλός κύκλωπας που είχε ένα μόνο μάτι και το ‘χασε. Αυτή όμως βρίσκεται μέσα στον κήπο της Εδέμ και με πρωτόγνωρη χαρά γεύεται όσα μήλα θέλει, είτε αυτό είναι επιτρεπτό, είτε όχι. Γιατί ο παράδεισος χάθηκε όταν ο άνθρωπος έπαψε να ονειρεύεται με τη φαντασία ενός ποιητή, όμως μέσα από τα μάτια ενός ποιητή ο παράδεισος ξανακερδίζεται.
Στο υπέροχο βιβλίο της Ξανθίππης Ζαχοπούλου ανακάλυψα μια ποίηση ευφάνταστη, πηγαία, ισορροπημένη που εκφράζει με χιλιάδες εικόνες μια βαθιά φιλοσοφία για τον κόσμο και τη ζωή. Η ποιήτρια γεύεται κάθε ομορφιά με παιδική αγαθότητα. Αφήνει να περάσει το φως του ήλιου από κάθε πόρο του κορμιού της. Αλήθεια, είναι τόσο μα τόσο εντυπωσιακή η γαλήνη που διακατέχει την ψυχή της! Δεν υπάρχουν πουθενά πληγές που αιμορραγούν, παλιοί ανεκπλήρωτοι πόθοι, βαριές σκέψεις ικανές να σκιάσουν το φως που τόσο αγαπά.
Στο ποίημα “Αναγέννηση” μιλά για “τον έρωτα μιας περασμένης εφηβείας, αλλά όχι χαμένης”. Τίποτα δεν ξοδεύεται λοιπόν άσκοπα και τίποτα δεν πάει χαμένο. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο και γι`αυτό πρέπει να εμπιστευόμαστε το μεγάλο κι ορμητικό ποτάμι του χρόνου.
Στο ποίημα “Αυτοβιογραφικό”, ένα ποίημα με τη μορφή λυρικού πεζογραφήματος, η ποιήτρια ζητά από τον ίδιο της τον εαυτό να θυμηθεί “τις πέτρες που σου σπάσανε τα τζάμια, τις πέτρες που σου σπάσανε το σώμα”. Παρόλα αυτά, ούτε εδώ εκφράζει πόνο. Ούτε εδώ εκφράζει οργή. Οι αναμνήσεις της δεν είναι καν οδυνηρές! Ο παλιός πόνος είναι απόλυτα γιατρεμένος μέσα της, απόλυτα εκλογικευμένος και αδρανής. Καταλήγει στη σκέψη πως δε χρειάζεται λύπη για τίποτα: “Μ  αυτές τις πέτρες χτίστηκε η ζωή σου”. Και δεν έχει άδικο! Ό, τι μας πόνεσε παλιά, έπαιξε κάποιο ρόλο στο να γίνουμε ό,τι είμαστε σήμερα. Άρα, είναι κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας αγαπημένο. Είναι συστατικό του ίδιου μας του κορμιού.
Μ εμπιστοσύνη στέκεται απέναντι στον Θεό:

“Έχει ο Θεός να δώσει στις κουρασμένες ζωές. Μοιράζει.
Εσύ δε βλέπεις”
Αυτή η σιγουριά φέρνει στο νου μου κάτι από την ευλάβεια του Νικηφόρου Βρεττάκου στον γνωστό στίχο του: “Αν δε μουδινες την ποίηση Κύριε, δε θαχα τίποτα για να ζήσω”.
Διακρίνω ανάμεσα στα 33 ποιήματα αυτής της όμορφης συλλογής το ποίημα με τίτλο “Ακαριαία”, για την ιδιαίτερη τεχνική του. Το ποίημα αποτελείται από πολλά ανεξάρτητα τρίστιχα που χωρίζονται μεταξύ τους από ένα σύμβολο σαν αστεράκι. Με την πρώτη ματιά υπέθεσα πως είναι haiku! Τελικά δεν είναι. Αξίζει να αντιγράψω εδώ μερικά, για να πάρει ο αναγνώστης μια γεύση:

“Σήμανε η ώρα
Να ημερέψεις τους δείκτες σου
με τη σοφία της περασμένης σου ζωής”

“Τα φύλλα των δέντρων
σου διδάσκουν τον άνεμο
που πέρασε και δεν τον πρόσεξες”

“Αν αγκαλιάσεις τον κορμό
θα αισθανθείς το αίμα της γης
να κυλάει μέσα σου ποτάμι”.

Πρόκειται λοιπόν για έξυπνα τρίστιχα που κρύβουν μέσα τους ένα μικρό δίδαγμα, μια μικρή εμπειρία ζωής, με συντομία και αμεσότητα.
Αντί επιλόγου:
Η ενασχόληση με αυτό το βιβλίο ήταν για μένα μεγάλη τιμή. Ελπίζω να μπόρεσα σε κάποιο βαθμό να αποδώσω το πνεύμα και τις ιδέες του. Αποτελεί έναν νέο λαμπερό κόσμο που καλεί τον αναγνώστη σε ένα μαγικό ταξίδι εξερεύνησης. Εδώ τα πάντα είναι παρθένα, ανέγγιχτα, πρωτόγνωρα, διάφανα, καμωμένα από φως. Εδώ η αρμύρα της θάλασσας καθαρίζει τα πάντα και χαρίζει στην πλάση την πρωταρχική της αγνότητα. Εδώ η ποίηση γνήσια, δυναμική, καθαρό ορμητικό ποτάμι, ντύνει τα πάντα με το φως που δε δύει και το μπλε που δεν ξεθωριάζει…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

θράκα 1/9/2017

Προσέγγιση στην ποιητική συλλογή «Μάρερμα» της Ξανθίππης Ζαχοπούλου

Δείγμα γραφής. Ποίημα: «Ισοπέδωσε»

Ισοπέδωσε τον ουρανό
να γίνει ένα με τα πέλματα
για να πλέουνε τ’ αστέρια
σε πελάγη παραπατήματος

Ισοπέδωσε τα χείλη
για ν’ αποκτήσει το φιλί
την αιωνιότητα του παρθένου
και την αγνότητα του πρώτου

Ισοπέδωσε τον μαστό του ηφαιστείου
να μη χαθεί το γάλα της γης
στην έκρηξη της λίμπιντο
και τη μητρότητα της πέτρας

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.

Τουλάχιστον τα μισά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η συλλογή, είναι στο ποίημα αυτό. Ουρανός, αστέρια, χείλη-φιλί-έρωτας-λίμπιντο, γη-πέτρα, πόνος. Αν προσθέσουμε: κορμί, μνήμη, χρόνο, χρώμα μπλε, φως, θάνατο, ζωή, μπορούμε να ισχυριστούμε πως αυτά είναι τα βασικά θέματα που απασχολούν την υπόψη πρώτη συλλογή της Ξανθίππης Ζαχοπούλου. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τυπωμένα 34 ποιήματα στις μονές σελίδες, έχοντας αντικριστά στις ζυγές, σχέδια-ζωγραφιές του Ιωάννη Μητράκα, έργο του οποίου κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου. Εκεί, μας καλωσορίζει μια ΚΟΡΗ με Δίσκο Προσφοράς στα χέρια, ενταγμένη σε χωρικό σύστημα αναφοράς που αποτελείται από Θάλασσα, Ανέμους, Γη, Στάχυα, Ιχθύες και ένα Πλεούμενο, χρωματισμένα με Γαλάζιο-Μπλε-Κίτρινο-Κόκκινο. Ένα εξώφυλλο άκρως καλοκαιρινό, όπως υποδηλώνουν τα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού, τα έντονα χρώματα στα ψάρια αλλά και τα στάχυα που είναι κίτρινα, άρα είναι προχωρημένος Ιούνιος, τουλάχιστον. Σημειώνω ιδιαίτερα την (καθόλου τυχαία) παρουσία ιχθύων, του παγανιστικού αυτού συμβόλου με τα δυο τεμνόμενα τόξα, που στη συνέχεια έγινε σύμβολο του χριστιανισμού. Το εξώφυλλο άκρως συμβολικό, καθαρά ελληνικό.
ΜΑΡΕΡΜΑ. Τι να σημαίνει άραγε; Στο ομότιτλο ποίημα που ανοίγει την συλλογή, εμπεριέχονται οι λέξεις-φράσεις κλειδιά:
φυλαχτό / χάδι / αρμύρα / γεύση κορμιού / γραμμή πρωινού / χρυσό δαχτυλίδι. Μήπως η Ξανθίππη Ζαχοπούλου, πήρε τα υπογραμμισμένα γράμματα και έφτιαξε τη λέξη; Συνέθεσε τη λέξη άραγε από τη θάλασσα (mare) και την αρμύρα; Ή έπαιξε με το ίδιο το mare θέλοντας να το κάνει να διαβάζεται καταρχήν το ίδιο και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα, με το e να αποτελεί σημείο διέλευσης του άξονα συμμετρίας της λέξης: mar e ram, mareram αλλά προτίμησε τελικά να ακολουθήσει πιο στιβαρό δρόμο αλλάζοντας την σειρά στα 3 τελευταία γράμματα σε rma, κάνοντάς το τελικά mar e rma; Ή το συνέθεσε από τη θάλασσα και το «άρμα»; Άρμα του ήλιου, άρμα της Μοίρας, της Ζωής ή της Ποίησης; Ή από τη θάλασσα (mare) και το έρμα; Έρμα ποιο; Αυτό που κουβαλάει το πλοίο για να έχει ευστάθεια ή αυτό που σημαίνει το ηθικό σύστημα, τις αξίες και τα κριτήρια, ώστε να παραμένει κάποιος ακέραιος; Άρα, μήπως συνδύασε τη θάλασσα και συγκεκριμένα την πλεύση στη θάλασσα της ζωής, την φιλοξενία στην παγκόσμια μήτρα, με το σύστημα αξιών του κάθε ανθρώπου ως πυξίδα, που ταυτόχρονα αποτελεί και πολύτιμο φορτίο ευστάθειας (έρμα) της προσωπικότητάς του;
Σημασία έχει μετά την ανάγνωση της συλλογής, τι εκδοχή θα δώσει ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά. Ποίησης ιδιότητα: όσοι αναγνώστες, τόσοι δρόμοι, τόσα ταξίδια.
Η ίδια, κάτω από μια υπέροχη προμετωπίδα του Διονυσίου Σολωμού, προσπαθεί να δώσει το στίγμα, χωρίς όμως να μας φωτίζει επαρκώς (σκόπιμα βεβαίως).
Λέει, Μάρερμα ως:
…η τέλεια ομορφιά, … ο τρόπος της μη λήθης, … ο τρόπος του φωτός.
Μια λέξη γέννημα θρέμμα δικό της. Λέξη με δική της υπόσταση και αξία, ελεύθερη σε ερμηνείες, αξιολογήσεις, προσλήψεις.
Πώς έφτασε ως εδώ; Το ομολογεί με λυρικότητα σε άλλο ποίημα, αργότερα η ίδια:
Το κύμα της Ποίησης
μ’ έριξε στην Εδέμ
και χαίρω μήλων και νερών.
Τα νερά, ποτίζουν τις σελίδες και τις κρατάνε νωπές:
-η θάλασσα από κρύσταλλα ουρανού
-η ήρεμη θάλασσα νικά τον χρόνο
-μέσα στα νερά συμφιλιώθηκα με τον ουρανό.
Τι υπονοείται όμως με τα «μήλα»; Σε μια έντιμη προσέγγιση, δεν δίνονται μονοσήμαντες απαντήσεις, διότι αυτές είναι προσωπικές επιλογές του γράφοντος. Αλίμονο αν ο προσεγγίζων προβάλλει τον εαυτό του ή μόνο τις ερμηνείες του. Δίνει την δική του χροιά ανάγνωσης, αλλά παράλληλα προσπαθεί να δείξει δρόμους, μονοπάτια, ρυάκια, ποτάμια. Μπορεί κάποτε να δώσει μπαστούνια για τη στεριά ή και μονόξυλα για τα νερά, για να επιλέξει ο αναγνώστης αν, πού και πώς θα ταξιδέψει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τα «μήλα», αν κάποιος μελετήσει προσεκτικά το βιβλίο, θα ανακαλύψει την άποψη της ποιήτριας, αν και αυτή πάλι (ευτυχώς) δεν είναι απόλυτα σαφής. Αυτό άλλωστε είναι μέρος της ομορφιάς της ποίησης:

Το μισό του μήλου
είναι η αμαρτία
που διυλίζει τα υπομονετικά κουκούτσια

Από κει και πέρα η Αύξηση
ενώ πολύ πριν, έχει ήδη η ίδια αναφερθεί πάλι στο μήλο, ως σύμβολο προπατορικό:

Από τα χείλη σου στάζει παράδεισος
και το μήλο αφάγωτο
διαλέγει στόμα αγνό
για να τελειώσει στην ουρά του όφι.

Η αμαρτία; Πώς την αντιλαμβάνεται;

Και το φρούτο της αμαρτίας
έχει άγουρη γεύση.

Από την Εύα και τον Αδάμ ως σήμερα, συνδετική ουσία είναι ο χρόνος. Το έχει αντιληφθεί:

Ώρα την ώρα χάνουμε χρόνια
Φιλί φιλί γινόμαστε παλιοί.

Οι ζωές μας, δοκιμάζονται στον χρόνο και στην πέτρα. Διερωτάται:

… αν η ζωή μας
αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας

… αν η ζωή μας
μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας.

Τι σόι πέτρες είναι αυτές; Λέει:

Μέσα στις πέτρες που ριγούν κρύβεται η φωνή μας.

Στην ζωή του ανθρώπου εδώ, κυριαρχεί η αγωνία της συμφιλίωσης κορμιού και ψυχής, όπως έξοχα περιγράφεται στο ποίημα με τίτλο «Χάλκινη μέρα»

πού είναι ο ήλιος
να δω το κορμί;

Ψυχή μου που έφυγες
πού είναι ένα σώμα
να νιώσω το θαύμα;

Το σώμα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μνήμη, άρα έχουμε γάμο Μνήμης-Σώματος:

Η γεωγραφία του σώματος
ταξιδεύει στις μνήμες

ενώ επισημαίνεται η αξία της στιγμής, ως χρονικής υποδιαίρεσης, σε μια σχέση
Στιγμής-Ζωής:

Όσο αντέξει η στιγμή στον χρόνο
τόσο πιο πολύ ζωή αντέχουμε.

Η ψυχή τότε, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και τολμά:

Ανεβαίνω τη βροχή
για να φτάσω τον ουρανό.

Όταν γίνουν τα πρώτα βήματα συμφιλίωσης, έρχεται μια βαθύτερη θεώρηση για την ίδια τη ζωή:

Σκαλίζω τον κόσμο να γίνει δυο στήθη
ν’ ακουμπήσω μια νύχτα τα χείλη
Δωσ’ μου ζωή.
Επακόλουθο, η έλευση -αν είσαι τυχερός (-ή)- του μεγάλου, μοναδικού, σαρωτικού Έρωτα. Αντλώ ελεύθερα από την ποιητική της δεξαμενή, από 5 διαφορετικά σημεία:

Ζεστό κορμί
Άμμος στην έρημο
Κλεψύδρα έρωτα
/
Αυτό το ποτάμι χρειάζεται Έρωτα
για ν’ αγκαλιάσει τη θάλασσα.
/
Σε περιμένω να έρθεις
να ντυθώ με φως
στη χρυσή μέρα της καρδιάς σου.
/
Ο έρωτας
Φλέβες σχηματισμένες στις ρίζες της γης
/
Ζωή με σένα
Σε απριλιάτικα πέταλα να χαράξει.

Οι πεποιθήσεις βέβαια καραδοκούν, η εσωτερική πάλη είναι αέναη, η δισυποστασία της «ύπαρξης» που εκδηλώνεται φανερά κάποιες φορές, ομολογείται ευθαρσώς στο ποίημα «Ακαριαία»:

Δυο χορδές η ζωή μου
επάνω τους ακροβατώ.

Ο φόβος της μοναξιάς, καλά ριζωμένος, ανεξάλειπτος, υποβόσκει:

Η άλλη όψη του έψιλον είναι τρία

Η άλλη όψη της σιωπής είναι μοναξιά

προστιθέμενου και του φόβου του γήρατος:

Η άλλη όψη του καθρέφτη
είναι πάλι καθρέφτης
δείχνοντας το είδωλο γυμνό
από τη συνουσία του γήρατος.

Ένα ακόμη συγκεντρωτικό ποίημα, που καταπιάνεται με το φως – ήλιο, τη μοίρα, τον έρωτα, τον θάνατο και την αθανασία, είναι αυτό με τίτλο «La forza della luce» («Η δύναμη του φωτός» σε μετάφραση δική μου).

Τα σύμβολα αφθονούν. Τα άστρα:

Τα άστρα ξεχειλώνουν το φως τους
Η μακρινή γιορτή των αστεριών
Τα άστρα κομματιάζουν το φως τους.

Το φεγγάρι κυρίαρχο και μόνο του:

Το μισό του φεγγαριού
Φεγγάρια άλογα
Ζεστό φεγγάρι

και σε συνάρτηση με τον χρόνο:

Φεγγάρια σήμαντρα
σημάντε την έναρξη
της άμυνας των στιγμών μας
στον ισοβίτη χρόνο

αλλά και με το νερό:

Οι λίμνες από νερό του φεγγαριού.

Τα μάρμαρα, οι πέτρες, επίσης σύμβολα ποιητικά. Η βροχή (και το νερό); Το ίδιο:

Ασήμωσες τα μάτια με βροχή
κάθε ψιχάλα Παναγιά
κάθε σταγόνα θαύμα.

Όσο για τον Ουρανό; Άμεσα είτε έμμεσα, υπάρχει σχεδόν σε κάθε σελίδα. Δεν χρειάζεται η δική μου συνδρομή.

Φως και σκιές, χρόνος και στιγμές, δυο δίπολα. Ιδού:

το φως που πολεμάει τις σκιές μας
ο χρόνος που αντέχει τις στιγμές μας.

Τα σύμβολα «άνεμος», «πέτρες», «δέντρα», «χώμα», χορεύουν όλα μαζί έναν τσάμικο αργό:

Ο άνεμος ανάσα των βουνών
οι πέτρες ασπίδα της γης
τα δέντρα το σημάδι της ζωής
το χώμα η αγκαλιά της βροχής.

Πώς το προσέλαβα εγώ την ώρα που το διάβαζα; Ιδού μια υποκειμενική ανάγνωση (πριν αναγνωστεί η δικιά μου, καλό θα είναι καθένας να κάνει την δική του):

«Το όνειρο ανάσα του συμπαγούς
οι ελπίδες και η πίστη, της Ύπαρξης ασπίδα
οι πράξεις, αποτύπωμα της ζωής
το σώμα; η αγκαλιά της ψυχής».

Κάποια άλλη στιγμή, σε μια μελλοντική ανάγνωση, τίποτε δεν με εμποδίζει να το προσλάβω αλλιώς. Η Ποίηση, έχει και αυτή τη μαγική ιδιότητα.
Συνεχίζουμε. Ο θάνατος, γίνεται τραγούδι στο ποίημα «Τραγούδι περιπλανώμενο»:

Λοξοδρομώντας ο θάνατος
ξεκίνησε από τη ζωή

Παραπατώντας άπλωσε
το χέρι στην τύχη

Και τώρα ισορροπεί
ανάμεσα σε ευ και δυς

μέχρι να κυλήσει στο άγνωστο

ενώ το παιχνίδι με το «ευ» και το «δυς», συνεχίζεται και σε άλλο ποίημα παρακάτω

Στίλβη των δυς
Νίκη των ευ.

Ευ-πρώτο συνθετικό για να δηλώσει το καλό σε αντιδιαστολή με το δυς=δυσ- πρώτο συνθετικό για να δηλώσει το κακό, το άσχημο, τη δυσκολία. Θέλει να μας παραπέμψει στην ύπαρξη του καλού και του κακού, στην Αρετή και στην Κακία, αν θυμηθούμε τον μυθικό ήρωα Ηρακλή; Ή τα δυο τους, συνθέτουν μια διπολική διαταραχή που ισορροπεί με την έμμεση υπόμνηση της «ευδίας», του αίθριου καιρού;
Για να αλλάξουμε κλίμα, ας πάμε από τον θάνατο στη ζωή, στην κούνια ενός μωρού. Πώς «μου ήρθε»; Κάποιοι στίχοι, μου θύμισαν εντονότατα νανουρίσματα. Της μάνας, της γιαγιάς. Ηπειρώτικης προέλευσης και χρώματος. Ας δούμε:

Κοιμήσου και την ανάσα σου
δε θα την ασπρίσει το χιόνι

Κοιμήσου και τη σιωπή σου
δε θα τη σχίσουν αστραπές

Κοιμήσου και τη στιγμή σου
θα την περάσουν μουσικές

Κοιμήσου και τη ζωή σου
θα τη ζήσουνε στιγμές

Δεν έχει πόνο η αγάπη
μόνο μια βάρκα με πανάκι.

Σε ώρα που δεν το περιμένεις, έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα πεζόμορφο ποίημα (ποιητικό πεζό άραγε;) με τίτλο «Αυτοβιογραφικό». Ξεχωρίζω τα τέσσερα σημεία του ορίζοντά του:
-Αυτό που έχεις μέσα σου κάποτε ξυπνάει (για εμένα Ανατολή). Το ξύπνημα της Αλήθειας (Α+λήθη): Ελευθερία, Έρωτας, Ποίηση, άλλο;

-Όσο περισσότερο θελήσεις ελευθερία τόσο θα σου κόψουν τα φτερά (Δύση σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία μου). Τα εμπόδια και οι τρικλοποδιές από τους άλλους, πανταχού παρόντα.
-Θέλεις να ξεχάσεις τις πέτρες που σου σπάσανε τα τζάμια, τις πέτρες που σου σπάσανε το σώμα. Μ’ αυτές χτίστηκε η ζωή σου (Βορράς, κατά τη δική μου πρόσληψη). Οι πληγές και οι εμπειρίες, αλλά και η αποδοχή τους ως κομμάτι του Είναι. Σε άλλο ποίημα λέει ενδυναμώνοντας την εδώ άποψή της: Να ημερέψεις τους δείκτες σου / με τη σοφία της περασμένης σου ζωής.
-Ίσως με ξυπνήσει κάποιο πάτημα ελαφιού. Ίσως μια δική σου καλημέρα (Νότος, στην δική μου οπτική). Η προσδοκία. Μεγάλη υπόθεση. Της επιστροφής στη Φύση, του Έρωτα, και των δυο; Άλλη; Σαφώς επιθυμεί η αυτοβιογραφούμενη το «μαζί», αφού παραπονιέται: Ως πότε θα ονειρεύομαι σε άδεια μαξιλάρια;
Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια ποίηση με ιδιαίτερο λόγο.
Τι εντύπωση μου άφησε με μια πρόταση; Ενός ταξιδιού μέσα στη χαοτική θάλασσα της ζωής, προς το πρώτο λιμάνι της αυτογνωσίας, με ιστιοφόρο το σκαρί της ποίησης, επιβάτες διαλεχτές λέξεις-σύμβολα, πανιά τις επιθυμίες και αστρολάβο τη σωρευμένη εμπειρία, σοφία και γνώση, από προηγούμενες παράκτιες πλεύσεις.
Ως πρώτη απόπειρα, κατά τη γνώμη μου (ως αναγνώστης ομιλώ), κρίνεται επιτυχής και επαρκής. Η συνολική της εικόνα, έχει τη δυναμική να καλύπτει τις όποιες επιμέρους αδυναμίες. Έχει ακόμη και εκείνες τις προδιαγραφές, ώστε να σχηματίζεται ισχυρή η εντύπωση της πολλά υποσχόμενης ποιήτριας, πράγμα που διαισθάνθηκα από την πρώτη ανάγνωση και εύχομαι ολόψυχα.
Άφησα για το τέλος δυο διαπιστώσεις δικές της. Η μια, μπορεί άνετα να γίνει και ταφικό επίγραμμα:

Ο ουρανός πληρώνεται με ζωή.

Η άλλη, λυρική, μπορεί να γίνει πόστερ, αφίσα, μότο:

Ένωσε μες στο κορμί σου όλα της γης τα μπλε
περίγραμμα αξεθώριαστο στη μνήμη του καιρού
για να γίνουνε κοράλλια τα αστέρια του ουρανού.

Ευχόμενος από καρδιάς να είναι καλοτάξιδο αλλά και πολυτάξιδο το βιβλίο, κλείνω την ανάγνωσή μου, αφήνοντας να πλανάται στον αέρα ένα ερώτημα από ένα τετράστιχο του ποιήματος «Με τη δύναμη της πέτρας»:

Τι είναι αυτό που μέρα νύχτα πάλλεται
σε ήχους άνεμους δίχως βαρύτητα
νύχτα διαστέλλεται
και δε χαρίζεται στον ουρανό;

ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΤΑΣ

ΔΥΟ ΧΟΡΔΕΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ: ΕΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΒΑΤΩ ΚΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΛΙΚΝΙΖΟΜΑΙ

Δάκρυσα στον ύπνο των κυμάτων. Στέγνωσαν τα κύματα απ’ τους βοριάδες που χτυπάνε τις νύχτες μας… Ανήφορος στον ουρανό. Οι αέρηδες εξανέμισαν το χώμα της γης που πατούσες… Γρήγορα στα πανιά. Οι θάλασσες δεν περιμένουν, στερεύουν αν δεν τις ταξιδέψεις… Στις στέγες των πουλιών φωλιές σημαδεμένες από σφενδόνες που δεν στοχεύουνε ποτέ… Φτερό ο χρόνος που αν δεν τον σημαδέψεις πάντοτε θα σου φεύγει… Σήμανε η ώρα να ημερέψεις τους δείκτες σου με τη σοφία της περασμένης σου ζωής. Τα φύλλα των δένδρων σου διδάσκουν τον άνεμο που πέρασε και δεν τον πρόσεξες… Αν αγκαλιάσεις τον κορμό, θα αισθανθείς το αίμα της γης να κυλάει μέσα σου ποτάμι… Αν έγραψες το όνομά μου με νερό θαλασσινό, θα δεις σε λίγο να κρατάω μικρό πολύχρωμο γιούσουρι… Να σου στολίσω τα μαλλιά ή να ταξιδέψω στους βυθούς για να βρω την κατοικία μου; (επιλογές από τα ΑΚΑΡΙΑΙΑ της Ξανθίππης Ζαχοπούλου, μικρά τρίστιχα ποιήματα από τη συλλογή ΜΑΡΕΡΜΑ, εκδόσεις Πηγή 2016 Ο τίτλος Μάρερμα είναι συμφυρμός από τη λέξη mare (Θάλασσα) και τη λέξη αρμύρα. Σημαίνει λοιπόν ΑΡΜΥΡΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, δηλαδή, κάλεσμα της ποιήτριας στο πανηγύρι γεύσεων της θάλασσας, πρόσκληση για το ταξίδι στα κύματά της με το ιστιοφόρο της Ποίησης. Γιατί η Ποίηση, γνήσια, δυναμική, είναι ορμητικό ποτάμι που εκβάλει στη θάλασσα ενός κόσμου όπου τα πάντα είναι παρθένα, ανέγγιχτα, πρωτόγνωρα, διάφανα, καμωμένα από φως.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *