ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ- ΦΩΤΙΑΔΟΥ

1-ΕΛΕΝΗ2

 

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο και είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική. Κατέχει επίσης τον τίτλο “Master of Arts in Literature “. Ασχολείται με τη λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Πολλά από τα έργα της έχουν μεταδοθεί , κυρίως από την Κρατική Τηλεόραση, ενώ το παιδικό της έργο « Το γαλάζιο διαμάντι» έχει βραβευτεί από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε διάφορους παγκύπριους, πανελλήνιους και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Το διήγημά της « Κάποτε εκεί ήταν περιβόλια» , με θέμα την ημέρα της φυγής από την Αμμόχωστο το 1974, τιμήθηκε το 2012 με το Πρώτο Βραβείο της Πανελλήνιας ‘Ενωσης Λογοτεχνών. Η ποιητική της σύνθεση « Αλεξ-ήνεμος» απέσπασε το Βραβείο Κώστα Μόντη από το Ινστιτούτο Πολιτισμού Κύπρου. Η ποιητική της συλλογή ««Κατεπείγον» ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Ποίησης για εκδόσεις του 2011.
Αρκετά ποιήματα και διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες ή έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ασχολείται επίσης με τη θεατρική γραφή και έργα της έχουν ανεβαστεί από επαγγελματικές σκηνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Το ταξίδι του Ήλιου στο Φεγγάρι, εκδ. Αιγαίον, 2007.
Αλεξ-ήνεμος, εκδ. Πήλιο, 2010, Βραβείο Κώστα Μάντη.
Οι διαδρομές τον Αδάμ, εκδ. Πήλιο, 2010. Φ
Κατεπείγον, εκδ. Μανδραγόρας, 2011.
Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα, εκδ. Πήλιο, 2012.
Διμερής συμφωνία, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.
Η λίμνη των κύκλων, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.
Φωνήεντα σε περίπτερο εκδ. Μανδραγόρας, 2016.
Χειμέρια ζάλη,  εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αφύπνιση 800mg, εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Χρόνος είναι και γυρίζει, 2000.
Ο Μπαμπακένιος, 2009.
Άρης ο Φεγγάρης, 2010.
Ο κήπος με τις τριανταφυλλιές, 2011.
Ο βασιλιάς Ξεκούτης, 2011, Παιδικό θέατρο, Βραβείο Θ.Ο.Κ.
Στη Λιακαδοχώρα, 2005, Κρατιχό βραβείο Παιδιχής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο Πρωταθλητής, 2009, Κρατιχό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο μικρός κύριος Ου!, 2011.
Για ένα χαμόγελο, ένα ποίημα-παραμύθι, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.

 

 

 

 

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΖΑΛΗ (2017)

META ΦΟΒΟΥ

Είναι αυτό ίο πιωμένο χέρι που τρεκλίζει επάνω στο κλειστό πορτατίφ
Εδώ και χρόνια επιχειρεί μέσα στα μεσάνυχτα να ανάψει ένα φως
Είναι η ώρα που ακούει όλους τους αποδημήσαντες
να επισκέπτονται ένα αφημένο πάθος
μια ζωή κομμένη απρόσμενα στα δυο
Είναι εν τέλει ο θάνατος η άλλη σκέψη;
Ύστερα το χέρι ανατέμνει
Ακουμπάει επάνω στην ψυχρή λογική
Καίγεται μες στον πυρετό της άγνοιας
Σκέφτεται όσο ακόμα του επιτρέπουν οι εποχές
Μια μέρα πάντα αρκεί για να ζυμώσει δίχως υλικά
ένα πικρό ψωμί από φόβο και ασάφεια
και να το ρίξει στα σκυλιά της νύχτας
που αλυχτούνε κάτω απ’ τα παράθυρα
Ακούς το αναπόδραστο
να ταχύνει το βήμα
Κι αυτό το πορτατίφ
με μια αιώνια βλάβη

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ

Σκέφτομαι πως έρχονται οι έρωτες
σαν αρπαγή της νύχτας
Σαν ανάληψη κυρίου σκοπού
στα ύψη που καραδοκεί το μυστηριακό του θείου
Ξέρουν οι νύχτες να φοράνε
το προσωπείο μιας παλιάς μας ευκαιρίας
Ξέρουν για ώρες να υποδύονται το ανέμελο
Τα πρωινά, όμως,
περνάει μια γριά κάτω απ’ το παράθυρό μας
σκελετωμένη από έλλειψη ευτυχίας
Τη βλέπουμε να σκύβει στους σκουπιδοτενεκέδες
Να κτενίζει με τα μάτια
τόσα ξέμπλεκα φίδια των ονείρων μας
Κι ύστερα από ώρες των αιώνων
νηστική και διψασμένη αποχωρεί
σέρνοντας με κούραση τις σκέψεις της
Απ’ το υστέρημα
κανείς δεν δίνει
Μες στο υστέρημα
ουδείς λαμβάνει
Ισορροπία που συντηρεί μονίμως
την ασταθή διέλευση του βίου μας

ΚΟΚΚΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ

Σε κοιτάω κάθε μέρα στους δρόμους
ανάμεσα στις μοναξιές που διασταυρώνουν με τόση προσοχή
τα κρύα νερά του κόσμου
Δίχως μια λέμβο
Χωρίς σωσίβιο
Με την ανάγκη μόνο παραμάσχαλα
καθώς εκεί ακριβώς στα φανάρια
λίγο πριν ανάψει πάλι κόκκινο
και σταματήσει η ευκαιρία
ξυπνά μια πράσινη χλόη από τη χειμερία ζάλη της
Κι έτσι παραπατώντας
ζητά να φυτευτεί στην άλλη όχθη
με τα τρεχούμενα λόγια
την ψιλή βροχή
τα μεγάλα, βαθύσκιωτα χρόνια
Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό
και δεν αντέχεται

ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Οι ανακρίσεις γίνονται
με εκτυφλωτικό το φως των προβολέων στα μάτια
Με ήλιο να καίει
στους εβδομήντα και πλέον βαθμούς της ηλικίας
Εκεί πια δεν αντέχεις
Λυγίζεις
Ομολογείς όλο το σκότος που φοβάσαι

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΟΡΤΕΣ

Είναι πόρτες που τις παραβιάζει μονάχα η αδυναμία
Που τις ανοίγει ορθάνοιχτα
μονάχα ένα διακριτικό
ανεπαίσθητο χτύπημα ανάγκης
με κάλεσμα σαν φύλλου ανασεμιά στην άνοιξη
Αφήνουν λίγο λίγο να φανεί τι κρύβουνε στα σπλάχνα τους
Κι αν είσαι μουσαφίρης που διαβάζει σωστά τη σιωπή τους
μπορείς να κάτσεις
να σε κεράσουνε τη θέα
από δωμάτιο
σκέψεις πολλές τώρα κλεισμένο

ΟΞΕΙΕΣ ΚΑΜΠΥΛΕΣ

Τα λόγια που πολύ γυρέψαμε
τα λόγια που δεν ευτύχησαν τα μάτια μας ν’ ακούσουν
τα κρατάμε πάντα στη μέσα μας καρδιά
με ένα μικρό φυλαχτό από ανεκπλήρωτο
Κόπου κάπου τα βγάζουμε στον ήλιο
να δούμε αν έχει αλλοιωθεί το χρώμα ή το σχήμα
από τις τόσες προσευχές μας
από την τόση ευθυγράμμιση της σκέψης
στις θλιβερές γεωμετρίες του καιρού

Έχουν πληθύνει τόσο πια τα σχήματα
με τις οξείες καμπύλες
Πονάνε όλοι οι κύκλοι
που δεν γίναν αγκαλιές

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Να ζωγραφίζω ένα ποτάμι έμαθα
με όλες τις γαλάζιες λέξεις του
κύματα αφρισμένα
Κι ύστερα
να το περνάω μέσα από χάρτινες λύπες μου
κι αυτές να βρέχονται τόσο όσο να διαλύονται
μέσα στα δάχτυλά μου
Να νιώθω την αφή να γίνεται συνένοχη
μιας περιπόθητης καταστροφής

ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΝΝΕΣ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ

Λες πως τα μάτια είναι μικρές κάννες πυροβόλου
την κάθε μέρα να την βλέπουνε σαν άσκηση στρατιωτική
Γι’ αυτό ψάχνουν αμείλικτα τον στόχο
κι ας ξέρουμε όλοι
πως τα φυσίγγια των ασκήσεων είναι άσφαίρα
Έτσι πεθαίνουν μόνο κουρασμένες οι προθέσεις
βρες λοιπόν και γέμισέ τα με φωτιά
από ηφαιστειακή λάβα έστω και αδρανή
μήπως και περιμένουν λίγο πάθος για να ανάψουν
Πάρε μια χούφτα λάβα
Πλάσε την σε μεγάλα ολοστρόγγυλα άστρα
Να πέφτουνε οι σφαίρες σαν διάττοντες αστέρες και να καίνε
τα αμάραντά μας βράχια
να εξολοθρεύουν εν θερμώ
μικρές μεγάλες πιθανότητες
να επιστρέφει μέσα μας
η εποχή των παγετώνων

ΑΙΝΙΓΜΑ

Πατάς επάνω σε βρεγμένο χώμα
θαρρώντας πως ασπάζεσαι τη γη
σαν ανασαίνει ύστερα από φιλί ζωής
Όμως
με νόμους μιας περίεργης φυσικής
γεμίζουνε τα μάτια λάσπη
από την αποσύνθεση του ανθρώπου
Λες και δεν φύσηξε ποτέ ψυχή εντός του
άνεμος-Πήγασος που γύρευε
να φτάσει στα μυστήρια του Θεού

Αίνιγμα μέγα η ζωή
που μόνο ο θάνατος το λύνει

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Κανένας πλέον
δεν πιστεύει στους προφήτες
Περίεργος άνεμος ερήμου
έχει αδειάσει τις λέξεις τους
μπολιάζοντας αμφιβολία
στις απροσδόκητες μετάνοιες του καιρού

Αρκεί μια μόνο αιώρηση μες στο κενό
Μια πίκρα δίχως δίχτυ ασφαλείας
για να γυρίσει σαν ανάποδο ρολόι η καρδιά

Αδύναμοι είμαστε
για να αδράξουμε τη δύναμη του αιφνίδιου
Μία και μόνη διαφυγή μάς απομένει:
να κρεμαστούμε σαν φρεσκοπλυμένες σκέψεις
στην τεντωμένη μας ζωή
προσμένοντας το πρώτο φως του ήλιου
να ’ρθει για να στεγνώσει τις σκιές

Ν’ ασπροφορέσουμε κατόπιν
σαν έκπτωτοι άγγελοι
δίχως του μέλλοντος Πυθίες
Σε μια ενδότερη φωνή ίσως πιστέψουμε
σαν απαραίτητη συνθήκη επιβίωσης

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

(από το ημερολόγιο μιας άλλης Πηνελόπης)

Κάπου
σε μια τεράστια ήπειρο με τ’ όνομα Ιθάκη
με περιμένει ο Οδυσσέας
περιπλανώμενος σε όνειρα απέραντα
και αχανείς εκτάσεις
Τις μέρες κυνηγάει με τόξο βλέμμα
τα βράδια παραμονεύει νύμφες
Κι όταν για τα καλά νυχτώσει
με χρώματα αυγής
στα χείλη στήνει
τον αργαλειό από ανεπίδοτα φιλιά
της Περσεφόνης
Να υφαίνει αγάπες του απρόσμενου
Αλώβητες στο πέρασμα
ενός μνηστήρα πόνου

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ 2

Έχω μαζέψει όλα τα μαχαίρια μπρος στα μάτια μου
Περνάω τα βλέμματά μου
επάνω από την κοφτερή θωριά τους
Αναμετράται η δική μου οπτική με τη δική τους
Ποιος άραγε βλέπει
τον κόσμο πιο σφαγμένο
το μέλλον πιο αιμόφυρτο
Αυτός να υποχωρήσει
σφαλίζοντας τις επίφοβες λέξεις
Ν’ ανοιγοκλείνει μόνο ένα μικρό λευκό φως
οπό κερί ανάστασης
που αρνείται να καεί σαν αυθαιρεσία

ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΜΕΛΛΩΝ

Τι ώρα λέει ο κόσμος;
Συνήθως τέτοια ώρα μαζεύουν την μπουγάδα
Ένα ένα τα ασπρόρουχα λόγια μας
καθάρια, με άρωμα συνέχειας
τακτοποιούνται και πάλι σε αμετανόητη καρδιά
έτοιμα για την αυριανή έκθεση
στον αόριστο χρόνο του μέλλοντος μας

ΠΕΡΙΟΔΕΥΟΝ ΠΑΘΟΣ

Περιοδεύω σαν τέχνη αγάπης
στις σκηνές που μου στήνει
απρόσκλητο πάθος
Υποκλίνομαι πάντα στην έναρξη
Το τέλος προστάζει
ορθή την ψυχή μου

ΧΟΡΔΕΣ ΒΗΜΑΤΩΝ

Υπάρχει μια κινητοποίηση στους δρόμους
Μια σιωπηρή διαδήλωση
από ανεπαίσθητες χορδές βημάτων
Πότε ένα βιολί ονειροπόλου
άλλοτε ένα ακορντεόν χρόνου τυφλού
κλαίει κάτω από τα χοντρά μας πέλματα
Κάποτε ένα μόνο ξεκούρδιστο χέρι αδειανό
ή μια σπασμένη φωνή παρελθόντος
Όλα μαζί μια χορωδία παράξενη
που πιο πολύ μιλάει με τριγμούς παρά με λέξεις
Κι ύστερα ένα θρόισμα από της Περσεφόνης το βύθισμα
Σώματα που τα αποχαιρετά σιγά σιγά το αύριο
Κι αυτά κουνάνε άσπρα χείλη σαν κατευόδιο
Άηχες λευκές συσπάσεις
λευκές σημαίες εκεχειρίας

ΣΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ

Μέρα
Σε βλέπω καθώς αρχίζεις τα μαγειρέματα
σαν μια καλή νοικοκυρά
που νοιάζεται για τα παιδιά της
και όλο ξεχνιέται
μπροστά στις πρωινές εκπομπές
μπροστά στα επιτηδευμένα λόγια
αφήνοντας να καίγονται εν τέλει
όλα τα αισθήματα που σιγοβράζουν

Σήμερα φτιάξε κάτι κρύο
Όχι για ταχύτητα
Ούτε για ευκολία
Αλλά για τη δυσκολία
να μας σερβίρεις τελικά στα χέρια
ένα ζεστό σου χειροφίλημα
για όλα όσα πετύχαμε στην απουσία σου

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ήτανε μια κατακόκκινη καρδιά
κάτω από τα μεγάλα δέντρα
Κάποτε έπεφτε με χάρη σε ένα ρυάκι λόγια
και φλεγότανε
Ύστερα ξανά μες στη φωτιά της αγκαλιάς να δροσιστεί
Οι έρωτες είναι τα παιδιά της πόλης
μια Κυριακή που ακολουθεί αργία της Δευτέρας

ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Το εργαστήρι του Ήφαιστου
με όλα τα αγάλματα της Αφροδίτης σε παράταξη
Κορίτσι
Γυναίκα
Ανάμνηση
Όλα σημαδεμένα από φωτιά
με μια μικρή αναπηρία
στο βάδισμα καρδιάς
Τόσοι τεχνίτες μαστόρεψαν
μαθήτευσαν κοντά του
Οι Αφροδίτες όλες
γεννιόντουσαν σε θάλασσες με κύμα κόκκινο
Και όταν βγαίνανε απ’ το νερό
είχανε πάντα ένα μικρό βράχο
χωμένο στα μάτια
Να μην θαμπώνονται απ’ το πολύ φως

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΤΗΣ

Και τη στιγμή εκείνη
που συλλογίζεσαι πως είσαι μόνος
έρχονται και κάθονται μέσα σου
τόσοι χαμένοι κόσμοι
που λίγο να σκύψεις στα ναυάγιά τους
μπορείς να ξεχαστείς τα βράδια σου
σαν πειρατής χωμένος σε θησαυρούς που χάθηκαν
σε μια σταγόνα αναβολής

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

 

ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ

Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια
σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής
Σαν έτοιμη μονίμως για μια έξοδο

Καρδιά πιασμένη σε χειρολαβή
Τράνταγμα σε κάθε απότομο φρενάρισμα
Πάντα ένα τέλος στη στροφή
Χωρίς καμιά προειδοποίηση
Κι ανάπαυση καμιά
Ούτε ένα κάθισμα ασφαλείας
να προσφέρει μία πρόθεση ευγενής
από ένδειξη έστω σεβασμού
στην έλλειψή μου
ή στην υπερήλική μου ανάγκη

Σκέφτομαι τώρα
κάτω από το φως μιας λογικής
πόσο στριμώχτηκαν τα αιμοφόρα λόγια μου
ώστε να μην ακούγεται ο χτύπος τους
Ενώ θα μπορούσαν
την ώρα μιας αιχμής
να γίνουνε ποτάμι
Να με εκβάλουν σε πάθη ωκεανών

 

 

ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΠΟΤΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΥΡΗ

Με μια ομπρέλα
κράτησες στεγνή τη μέρα
Τόσο ξηρή
που έσπαζε σαν καρυδότσουφλο στα μάτια μας
Χορεύαμε εγώ κι εσύ μες στη βροχή του ανέλπιστου
Singing in the rain
Once again
Singing in the rain
Φαινόμασταν σαν σταρ του σινεμά
Τα ρούχα μας δεν έσταξαν αγάπη
Υπήρξαν φορές
που εκείνη η ομπρέλα
κάποτε κόκκινη κάποτε μαύρη
γινόταν μια τεράστια καρφίτσα
στα χέρια άτσαλης μοδίστρας εποχής
τρυπώντας πού και πού τις βεβαιότητες
αφήνοντας στο πάτωμα να ρέει
ένα φιλί σαν αίμα
ώσπου να γίνει ανάμνηση

Όχι
Ποτέ δεν έμαθες σωστά τα βήματα
Εκεί που έπεφτες
τώρα και πριν
σπασμένο βρέθηκε το σκαλοπάτι

 

 

ΑΝΕΝΕΡΓΗ ΒΟΜΒΑ

Έχω μέσα μου έναν θυμό
Ανενεργή βόμβα μολότοφ
που ψάχνει τη διαδήλωσή της

Αν φτάσει μια φορά στην έκρηξη
θα ’ναι για να διαψεύσει
τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου
όπως η μέρα επιβεβαιώνει ως τη μετάνοια
το παρελθόν μιας νύχτας

 

 

ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Το πρωινό γίνεται στάλα
ντύνει δροσιά τη βουκαμβίλια
και της χαρίζει κρύσταλλα φωνήεντα

Κάτι μικρό
κάτι μεγάλο
σαν άνοιξης κήπος
σαν διαδήλωση
σαν εμβατήριο εαρινό
ατού φθινοπώρου τη χλομή την κουστωδία
ανοίγει πάλι έναν δρόμο

Και τότε τρέχω με ιλιγγιώδη αγάπη
μήπως ψυχή μου ανατραπώ
στη μεγάλη λεωφόρο με τα όνειρα
και τα κοιτάξω ακίνητη
σχεδόν αμετακίνητη

 

 

ΚΑΝΝΗ ΟΠΛΟΥ

Κάθε βράδυ, προτού πέσεις για ύπνο
αφήνεις στα χέρια μου ένα όπλο
Έχει την κάννη του στραμμένη προς το στόμα σου
επιδιώκοντας να σημαδέψω
τον τελευταίο ήχο σου
που ’πεσε σαν καρφί μες στα σεντόνια

Εγώ σημαδεμένη
με το συναίσθημα, χωρίς την κάμψη του καρπού,
αγκυλωμένη στο στενό κρεβάτι,
στρέφω αναγκαστικά την κάννη προς εμένα
και πυροβολώ αδιακρίτως
τις μισόκλειστες λέξεις μου
μήπως και στον στερνό τους σπαραγμό
επιθανάτιο ρόγχο μιας ζωής
ελευθερώσουν τη φωτοβολίδα εκείνη
που έχω κρυμμένη κάτω απ’ τη σιωπή μου

 

 

ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Αντί πινακίου πυγμής
παρέδωσα τους τελευταίους μου στίχους
Πώς θέλεις να ’μαι ακόμα ποιητής
Πώς θέλεις να μιλώ με τις αισθήσεις
Η ποίησή μου
άγνωστη λέξη
συνώνυμη οδύνης
ή μιας ωδίνης
καθώς μου είπαν
Να γεννώ ακόμα μια τήξη από σάρκα
Να απομένω μάζα οστών
στον σκελετό της σύνταξής μου
Με τις βροχές στα πυκνά μου στάχυα
παράκαιρες
να απειλούνε τη σοδειά που προετοίμαζα
για έναν βαρύ αβάσταχτο χειμώνα

 

 

ΚΕΡΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Κρίμα
Τόση σπατάλη
με κέρματα αγάπης
που δεν εξαργυρώνονται
Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα
μες στα πηγάδια των ευχών
για να πνιγούν

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες 

 

 

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ

Αυτή η συγκίνηση που χτυπούσε χαμηλά στον λαιμό
κρατώντας τις ανάσες των χελιδονιών
σε μια χούφτα μέρες
αυτή η ταραχή με απροσδιόριστο χρώμα
με προέλευση χωρίς ταυτοποίηση αισθημάτων
ενεργοποιούσε τον χρόνο που καθότανε αμέριμνος
στη σιωπή της μνήμης

Και τότε είπες πως οι ώρες πρέπει να βάζουν
παπούτσια χορού
Να στροβιλίζονται στη ζωή
μέχρι να αποσυρθούν στη γωνιά τους
χορτασμένα από κίνηση
λησμονημένα από αγάπη

 

 

ΣΧΟΙΝΙ ΟΡΕΙΒΑΤΗ

Σχοινί ορειβασίας έχω για μνήμη
να σκαρφαλώνω νύχτα σε απάτητες στιγμές
γιατί η θύμηση
συνθέτει διαδρομή
δεν είναι απλώς το πεπραγμένο
είναι κυρίως το άφταστο
πρωτίστως το ανέφικτο
που μας προσπέρασε στον δρόμο του
δίχως μιλιά

 

 

ΣΑΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΠΑΛΙΟ

Τι κι αν σώθηκαν όλα τα παιχνίδια
της μοίρας
της ζωής
του έρωτα
Ας παίξουμε πεντοβολά
όπως μας έμαθε κάποτε
ένας καιρός περαστικός

Ήταν οι μέρες που ευωδίαζαν αγάπη
κάνοντας κούνια στο ψηλό της πόρτας γιασεμί
Τώρα πέτρες μικρές που να χωράνε μες στη χούφτα
θα έχουμε τις λέξεις που ζυμώθηκαν σκληρό
στην πιο μεγάλη απουσία της συγγνώμης
Κι όταν πετάμε μια κουβέντα μας ψηλά
ευχή θα κάνουμε να γίνεται ανάστροφο πουλί
ν’ αποδημεί στις κρύες ώρες

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΟΥΡΑΝΟ ΘΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ

Πέτα μου ένα δίχτυ
Αντί για ψάρι
θα γίνω γοργόνα
πέτα το λοιπόν
Δελέασε με
με τα δώρα της στεριάς σου
Είναι η θάλασσα που με αρμένιζε
τώρα ατέλειωτος βυθός
Εύκολα γίνονται τα κύματα πνιγμός
αντί ταξίδι
Πέτα μου ένα δίχτυ στιβαρό
να βγω σαν τη γοργόνα στη στεριά
Κι ας μην υπάρχει πρίγκιπας
Εγώ έτσι κι αλλιώς
μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι

 

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν την συνεχεία εντός μου

Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!

 

 

23 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

3

Έχεις μια ρωγμή στην πάνω αριστερή γωνία
Δεν ξέρω αν θυμάσαι
Εγώ ποτέ δεν ξέχασα
όταν στα δεκάξι μου
στάθηκα απέναντι σου με ένα λάβαρο
Και μ’ έναν έρωτα με τις ξανθές πλεξούδες του
Εσύ μόλις ξυπνούσες
Είχες πιει πολύ, πρώτη φορά
το περασμένο βράδυ
κοιτάζοντας μια αόρατη πανσέληνο
Τρέκλιζες, είχες θολή τη σκέψη σου
Βαριόσουνα να πεις ακόμα ένα ψέμα
Και μου ’στειλες κατάμουτρα
την άρρωστη αλήθεια
Τότε το χέρι μου οργίστηκε
Κι έχωσε την κόκκινη καρδιά του
επάνω αριστερά σε μια γωνίτσα σου

 

13

Πάντα παραμόρφωνες το μέλλον που ερχόταν
Του άλλαζες σχήμα, πρόσωπο
Τα μάτια διαστέλλονταν τρομαγμένα
και το λεπτό ευλύγιστο κορμί
μεταμορφωνόταν σε υπερβολική αμφιβολία
Ύστερα έσβηνες το φως
κι απέμενες μια λεία ουδετερότητα
μες στην αδιόρατη κατάβασή

 

 

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ

 

ΙΙ

Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
σ αναμονή για το φιλί της ζωής
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
με ευθανασία αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με το κουτσό σου άλογο
πανοπλία τρύπια από τον άνεμο
την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παραισθήσεις δεν αισθάνομαι Χιονάτη

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (2014)

 

ΕΝΟΧΕΣ

Μην τις κοιτάς
Δεν έχουν πρόσωπο
για να κοιτάξουν στον καθρέφτη
Δεν έχουν μάτια
να μην ακούνε τις σιωπές
που ζωγραφίζονται στους τοίχους
Είναι μπογιές με ακαθόριστα υλικά
Με χρώμα νοθευμένο
Σε μια αντίστιξη του γκρι που επιμένει
Κι όταν καθίσουν στο τραπέζι
δήθεν προσεύχονται
ο’ ένα Θεό που συγχωρά το ασυγχώρητο
Ύστερα τρώνε φλυαρώντας δυο μπουκιές από τη μνήμη
Ψίχουλα μένουν και τα ρίχνουνε σε γάτες και σκυλιά
να ‘χουν να λένε πως αγαπούνε τη ζωή
Κάποτε σβήνουν το κερί
Φεύγει και το χλομό ημίφως
Τον έρωτά τους αγκαλιάζουν στο σκοτάδι
λίγο προτού γεννήσουν έναν ακόμα θάνατο 

 

ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Πέντε ώρες πριν από το χάραμα
καθόμουνα α’ ένα τραπέζι
Και με κουζινομάχαιρο
έκοβα τη νύχτα σε μερίδες
Για τους ληστές και τους φονιάδες
γι’ αυτούς που προσκυνάνε τ’ άδικο
στήνουνε λιτανείες
τις ανομίες όλες περιφέροντας
μήπως κι αγιάσουν
Κι ως το πρωί μετρούσα τα υπολείμματα
Κι ήταν ακέραιη η νύχτα στο σεντόνι μου

 

 

ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Ωραίο το κέλυφος
Επίχρυσο κάλυμμα
Μικρή χαραμάδα για την εισροή οξυγόνου
Γυάλινος θόλος για μια υποψία ουρανού
Μέσα φιλάσθενη μια πεταλούδα
περιμένει το σύνθημα για να πετάξει
Το κέλυφος πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει
αν το ορίσουνε Θεοί και ημίθεοι
με κεραυνούς και δωρεές

 

 

ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΥΓΡΕΣ

Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης
άνοιγε πού και πού το πέρασμά της
σε μια ψιλή βροχή
υγραίνοντας τις λίγες λέξεις
που μαλακές πέφτανε
επάνω στις κλειστές αισθήσεις
Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες
που κάναν έρωτα
πρώτη φορά με την ψυχή τους

 

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Η ευτυχία γράφεται με ήττα
Πολλές φορές θα πέσεις
στα πεδία των μαχών σου
ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος
με άναρθρες στιγμές
Κι άλλες φορές θα κλείσεις στο κελί τους
δυο τρεις μικρές επαναστάσεις
και τις σημαίες θα διπλώσεις
μην τις ερωτευτεί ο άνεμος
Η ευτυχία γράφεται ανορθόγραφα
Χωρίς κανόνες δίχως τονισμούς
Σαν λέξη μονοσύλλαβη
Σαν δίφθογγος χωρίς διαλυτικά 

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  I

Τα πρωινά καταδύομαι
στη βυθισμένη μέρα της μεγαλούπολης
Στα καταστήματα υπάρχει έλλειψη
από φιάλες οξυγόνου
Μαυραγορίτες εξαγοράζουν τη συνέχεια
διεκδικώντας τις τελευταίες χρυσές ελπίδες μας
Καταδύομαι κρατώντας μονάχα την αναπνοή μου
δασκαλεμένη να κρατώ σιγή ιχθύος

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  II

Επιχείρηση διάσωσης
Ούρλιαζαν μες στη νύχτα τα πυροσβεστικά συνθήματα
αγνοώντας τη βιολογική καύση των ονείρων μας
Πονάνε οι αποξηραμένες θλίψεις;

 

 

ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Έσταζε η βρύση από τη μνήμη
Χρόνια δεν μ’ άφηνε τις νύχτες
να κλείσω απ’ έξω τη φωνή μου
Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της
Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις
Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα
Φωτογραφίες που αλλοίωναν το σώμα
και σκοτεινές φιγούρες πρόβαλλαν
Η μουσική από τη διπλανή απουσία
μία κραυγή στη διαπασών
Έξω ο κόσμος κυοφορούσε τη ρουτίνα του
Το νέο παιδί γεννιόταν λερωμένο
ατάιστο, απότιστο
με μάτια αιωνόβιου θανάτου

Σηκώθηκα απ’ τη σκέψη με μισόκλειστη την πρόθεση
ψάχνοντας για διακόπτες φωταγώγησης
Θα πρέπει να ‘χαμε διακοπή ηλεκτρικού
όπως συμβαίνει μετά την καταιγίδα 

 

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Γεννιόμαστε με δυο δάχτυλα κρασί στις πεθυμιές
Οι ώρες μας χορεύουν ζαλισμένες εξαρχής
0 κόσμος μας ανάποδα γυρίζει
από τη δύση ως την ανατολή
Για τούτο ζούμε πρώτα στο σκοτάδι
Μετά σαν άτυχοι ορειβάτες
στο πεπρωμένο μας επάνω γαντζωνόμαστε
Αρχίζουμε για λίγο την ανάβαση
μέχρι τις παρυφές της λογικής μας

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Έχουν εκλείψει πια τα κεφαλαία γράμματα
ΣΤΟ καθημερινό μας λεξιλόγιο
γράφουμε μόνο τις μικρές μας πράξεις
χωρίς τελείες και εισαγωγικά
πάμπολλα τα ερωτηματικά που παραλείπονται
χωρίς να είναι ευκόλως εννοούμενα
παρά μονάχα προσποιούμενα
πως δήθεν συνοδεύονται από θαυμαστικά

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ

Η μουσική τρυπάει τον μανδύα της νύχτας
Σαν κλέφτης ψάχνει για τα τιμαλφή της μέρας
Παλιά κειμήλια
Μοντέρνα αξεσουάρ
Ποτέ δεν θα τελειώσει
η φιλαρέσκεια της πλήξης

 

 

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Έξω στους δρόμους μια φωνή ξυπνά
Μικρός λυγμός
μεγάλη ήττα κάποιας νύχτας
που ανακατεύει τα σεντόνια μου
Κανένας πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί
Η τελευταία μας βόλτα στο φεγγάρι
περιφορά μας σε μια έκλειψη
μας έριξε στην έρημο
σαν επαναστατημένους δορυφόρους
Πες μου πως θα φωνάξει δυνατά ετούτος ο λυγμός
Πες πως θα γίνει δάκρυ σαν σταγόνα
επάνω σε θολό καθρέφτη
που όταν πέφτει
μια ρωγμή σκαλίζει προς τα ενδότερα
ίδια με πέτρα που χαράζει την οργή της 

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

Χορεύω στις μύτες στιγμών
Μπαλαρίνα χωρίς ισορροπία αισθήσεων
μονάχα παραισθήσεων
Ο κόσμος είναι ωραιότερος
όταν αντίστροφα τον περιγράφεις
Απ’ το Ωμέγα με επιφώνημα το Ω!
ως το στερνό μας Άλφα της μεταμέλειας

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (2013)

 

Τις Κυριακές αφήνω ένα πουλί ελεύθερο να φύγει απ το στήθος μου
να φτερουγίσει πάνω στις κορυφογραμμές των δισταγμών

***

Δεν κάρπισαν τ’ αμπέλια μου, κρασί δεν ήπιε η λογική μου
Ποτέ τρεκλίζοντας δε βγήκε η ανεράδα μου να ζωγραφίσει τη ζωή μου

***

Αφηνιασμένα άλογα απ’ την καρδιά ξεχύνονται, στα σύνορα κινάνε
Να ξεπερνούν στα λόγια και τις λογικές, τους ισολογισμούς του κάθε χρέους

***

Τα πέλαγα που έζησα ήτανε θάλασσες κλειστές με βράχια γύρω
Δε με ταξίδεψαν, μονάχα με ξεβράσανε κουφάρι στις ακτές του τέλους

***

Σβήνει η μέρα τούς κρατήρες που ανάψαν τα φεγγάρια
Μια χούφτα λάβα απομένει να λιώνει τα φορέματα του ήλιου

***

Με δυο φτερά στα πόδια και σία χέρια πετάω πάνω απ’ το βράχο
που μυτερό κι ολόρθο έστησε στο δρόμο μου ο φόβος

*** 

Κομμένες ήτανε σία δυο οι ώρες της πορείας
Ένα κομμάτι για τη θέληση κι ένα για την προκοπή του κόσμου

***

Τεχνίτης ήμουν με την έγνοια της διαύγειας και πάσχισα
της άμμου τις ρυτίδες απ’ το χρώμα του γυαλιού να αφαιρέσω

***

Τη μουσική μου έβαλα στο γέλιο ενός παιδιού
να ηχολογεί στα βήματα του μέλλοντος
***

Με ένα γλάρο στο κρυφό το χτυποκάρδι μου ταξίδεψα
σε ουρανό και θάλασσα ανάμεσα κρατώντας το γλαυκό της νηνεμίας

***

Πελώριες οι νύχτες κρατούσανε φεγγάρια σε ομηρεία
Μικρές οι μέρες λευτερώνανε του ήλιου τις αχτίδες σ άλλο Σύμπαν

***

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τα δίφθογγο σε κάποιες διασταυρώσεις 

***

Έρωτας πειρατής ήρθε και ρήμαξε της νιότης τα προικιά
κουρέλια μιας καρδιάς αφήνοντας στο πέρασμά του

***

Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας
κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων

***

Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο
μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις

***

Λόγια σαν χάντρες κομπολογιού πήγανε κι ήρθανε σε χείλη αργόσχολα
Μέχρι που γίναν όπλα να σκοτώσουνε αθώους κι ένοχους αντάμα

***

Σαν άλογα καλπάζουνε τα χρόνια σε χλωρά λιβάδια
ποδοπατώντας άνοιξες για να ‘μπει αξιοπρεπές ένα φθινόπωρο

***

Φυλάκισε μια κόρη μνήμη στο πιο ψηλό του κάστρου του παράθυρο
να αγναντεύει ολημερίς αγάπης σταυροφόρους

***

Το άγαλμα του Μεγάλου Στρατηλάτη όρθιο μες στην πτώση μας
κρατούσε τη λευκή του μάρμαρου γυαλάδα στα σκοτάδια

***

Ατέλειωτες ώρες κρατούσανε στα δίκτυα τους μια ευκαιρία
μα εκείνη σπαρταρούσε επώδυνα αρνούμενη την παράδοσή της

***

Κάπου ανάμεσα στη νιότη και στην ωριμότητα
ζύγιασα του δρόμου τις στροφές πίσω μου κι εμπρός μου

***

Με το φουστάνι μιας μικρής απόδρασης βγήκε μια βόλτα το φεγγάρι
τη μέρα να ‘βρει που πολλά τού ιστορήσαν για το φως της

***

Περαστικές χαρές, αξεπέραστες θλίψεις, διαπερατές ευτυχίες
κεντήσανε κλωστή κλωστή των χρόνων τα προικιά

***

Ό,τι αγάπησε το μίσος μου το βάσταξαν δέντρα δίχως καρπό
Με φύλλα μόνο πού ‘πεφταν κατακαλόκαιρα στο χώμα της ξηρής προοπτικής μου

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (2012)

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΟ

Το μικρό μου όνειρο
Το έπλυνα, το έντυσα
Του φόρεσα μια κόκκινη καρδιά
Μία χρυσή κορδέλα στα φτερά
Κι ύστερα
Μ’ ένα φιλί στον ήλιο κατευόδιο
Το έστειλα στο πρώτο του ταξίδι
Και τώρα νέα περιμένω να μου στείλει
Από τη χώρα των ευχών
Την ένταση των προσευχών
Από τ’ απρόσμενο, τ’ ασύλληπτο
Το ευλογημένο το νερό του κόσμου

 

 

Τ’ΑΔΟΚΙΜΑΣΤΟ

Ξύλινο παγκάκι σ’ ανθισμένες λέξεις
Από στόματα με τα κόκκινα κεράσια της νιότης
Αγκαλιές με τρυφερότητα παρθένου δισταγμού
Χέρια που διψούν για ένα άγγιγμα στη νέα προοπτική
Κι ένας μικρός φτερωτός άνεμος
Χαϊδεύει τα μαλλιά κυματίζοντας το πάθος του
Μέσα στα δάχτυλα
Που συγκρατούν ακόμη η συστολή και τ’ αδοκίμαστο 

 

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

Η τροχιά σου παραμένει ελλειπτική
Να συντηρεί τις εποχές στο σύστημά μου
Κι εγώ Ήλιος αδύναμος, χλωμός
Αμετακίνητος στις τρυφερές εξάρσεις της αγάπης
Προσμένω τη δική σου κίνηση
Περιφορά του Άγιου Έρωτα και λιτανεία της ψυχής

 

 

ΚΑΘΕΤΩΣ ΚΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ

Στα ερωτικά σταυρόλεξα
Ας μη δίνονται οι λέξεις
Οριζοντίως και καθέτως
Περιορίζεται η έκταση του πάθους
Σε μία μόνο στήλη
Σε μια μόνο γραμμή
Τη στιγμή που ο έρωτας που γέννησε
Μονάχα η ματιά της Αφροδίτης
0 έρωτας που δεν υπόκειται σε πενιχρές απομιμήσεις
Και σε ελεύθερης μετάφρασης φτωχές διασκευές
Ξεχύνεται μονάχα διαγωνίως
Καταλαμβάνοντας όλες τις στήλες
Όλες τις γραμμές
Κι όλες τις κορυφογραμμές
Των αντιστάσεών μας

 

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ

Ανίατη μέρα
Αρρυθμίες αισθημάτων
Ανεπάρκεια συγκινήσεων
Σμίκρυνση χαμόγελου
Μεγέθυνση επιφύλαξης
Το βράδυ αναμένεται βελτίωση της ασθενούς μας προοπτικής
Όταν ο κόσμος θα ξυπνά
Απ’ της συνήθειας το λήθαργο

 

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

Ήταν το αίμα τάχα που ποτέ μου δεν εκοίμισα
Ακόμα και σαν ήρθε πολιορκητής ο χρόνος
Επάνω σ’ ένα μύθο
Που απέτρεπε της φύσης την επέλαση;
Ή μήπως ήτανε η κουρασμένη του Μενέλαου ανάσα
Δίπλα στα ξάγρυπνά μου μέλη
Στις διεσταλμένες πόθων διαδρομές;
Ίσως και να ’ταν αρκετή η μέρα
Που μες στου Πάρη τη ματιά κυλούσε
Με τις λιακάδες όλες
Με το σφυγμό πιο δυνατό απ’ τη συνήθεια
Και τα φιλιά πιο νοτισμένα απ’ τους ξηρούς συμβιβασμούς μου

 

 

ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στη σπηλιά που έχεις κρυφτεί
Μαζί με την αντίστασή σου
Έξοδος είναι η είσοδός σου
Για τούτο κι επιβάλλεται
Πλησιάζοντάς την να έχεις γνώση
Αν την απόφασή σου επανακαθορίζεις ισχυρότερος
Ή αν την έξοδο κινδύνου πλησιάζεις

 

 

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Στη φωτιά καίει το τελευταίο μας φιλί
Έξω κρατιέται ο καιρός από ’να σύννεφο
Που ερωτεύτηκε τρελά το καλοκαίρι
Μα εκείνο παίρνει τις καυτές του ώρες αγκαλιά
Σε παραλίες μακρινές μονάχο ταξιδεύει
Στέλνοντας μόνο καρτ ποστάλ της απουσίας του
Την ευτυχία σε μικρές συσκευασίες ηλιοφάνειας
Τις ώρες που μια Αγάπη βιαστική
Στης καρδιάς μας τις διαβάσεις
Αδιάφορα περνά κοιτάζοντας μπροστά
Ενώ εμείς προσμένουμε ξανά
Τη φωτεινή οδοσήμανση
Που τρέφει η προσδοκία

 

 

ΛΕΞΗΜΑ

Οι προθέσεις σου δεν είχαν λέξεις
Μείναν στο λέξημα
Κι έτσι το αγαπ-
Δεν έγινε αγάπη κι αγαπώ
Αλλά αγαπημένη ανάμνηση
Σε μια εταζέρα
Μ’ ασημένιες περιδέσεις του ανέφικτου
Και το ερωτ-
Έρωτας δεν εγίνη
Ερωτηματικό προέκυψε
Ένα στην αρχή πολλά μετά
Που θέριεψαν
Σαν γόπες βγήκαν πεινασμένοι
Και ζώσανε σφιχτά την απουσία σου
Τρώγοντας απ’ της ψυχής μου το κορμί

 

 

ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ

Στο τετράδιο μιας ανάμνησης
Με γράμματα μουντζουρωμένα
Καταλήξεις ανορθόγραφες ρημάτων
Γράφτηκε το τέλος της πέμπτης εποχής
Δεν ήτανε καλοκαιριά μα μήτε άνοιξη
Δεν ήτανε χειμώνας
Μα δε μύριζε φθινόπωρο
Καιρός παράξενος
Με της ερήμου τη σκληρή εναλλαγή
Βραδιές της απουσίας σου με τύλιγε το ψύχος
Στιγμές της παρουσίας σου
Μαστίγωνε τις ώρες η φλόγα των ονείρων
Ώσπου το δέρμα μου δεν άντεξε ετούτη τη μετάλλαξη
Τη συνεχή προσαρμογή στις διαθέσεις των ματιών σου
Την αλλαγή στις μεταπτώσεις των χεριών σου
Και έσκασε στο χρόνο μέσα
Με τις μικρές εκρήξεις ελεγχόμενης οργής
Με απαλές εντάσεις πικραινόμενης στοργής

 

 

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

Πόσα παιδιά γέννησε η συνέχειά μας
Πόσα παιδιά φόνευσε η απάθειά μας
Σε πόσους στίχους τραγουδήσαμε τον έρωτα
Σε πόσες λέξεις εξοντώσαμε την αγάπη
Μετράω τ’ αμέτρητο
Λογαριάζω το άλογο
Σταματώ στο παράλογο

 

ΤΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα νεκρά σαλιγκάρια στις υγρές αυλές
θαρρώ πως μοιάζουν με τους χαμένους έρωτές μου
Μία ζωή κουβάλησαν στην πλάτη
Το κέλυφος της προστασίας τους
Μ’ αγνόησαν το βήμα του απρόσκλητου διαβάτη
Στο μικρό παράδεισο που σέρνονταν αδύναμα
Κυρίως όμως θανάσιμα ανυποψίαστα

 

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Έκλειψη αγάπης
Για άλλη μια φορά
Ανάδρομοι πλανήτες μες στην πλάνη μου
Παλεύω απ’ το μηδέν να κρατηθώ
Κι απ’ το ελάχιστο που πρόφταξα
Πριν απ’ το θάνατο του Ήλιου ν’ αγναντέψω
Είναι μικρές οι ρίζες και πικρές οι διαδρομές τους
Άγονος καιρός που διώχνει τη βροχή του κόσμου
Ξηρές οι μέρες πιότερο στεγνώνουνε τη δύναμη της γης μου
Λέω πως θα ’ρθουν ώρες
Ν’ ανθίσουνε καινούριες μυρωδιές
Απ’ τις αγάπες που δε μ’ αξίωσε ακόμα ο χρησμός μου
Κι έτσι
Από τούτα τα άβγαλτα κλαδιά κρατιέμαι
Πιο δυνατά, πιο στερεά από ελπίδα
Πιο ανοιξιάτικα απ’ την πρώτη του χελιδονιού φωνή

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

Έγειρα σε μιαν ανάμνηση επάνω
Προσμένοντας ν’ ακούσω πάλι
Τa ιδιαίτερα φωνήεντα
Που ήξερε κάποτε να γράφει
Στ’ αλφαβητάρι των αισθήσεών μου
Μα εκείνα, σαν ξεκούρδιστα πια σύμφωνα
Σε γλώσσα ξένη, ακατανόητη
Προσπέρασαν αδιάφορα την καινούρια μου τη μέρα

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κορίτσι με τα ηλικιωμένα μάτια
Με τις πατούσες σου επάνω στις ξηρές
Του χρόνου κίτρινες πευκοβελόνες
Τα χείλη σου ξηρά από κρασί που δε γεύτηκες
Κάθεσαι μες στη σκέψη σου
Διαβάζοντας μικρά ημερολόγια
Από μεγάλες μέρες
Ενώ την πόρτα σου κτυπά ελαφρά
Ένα τραγούδι απ’ την τελευταία θάλασσα που σε ταξίδεψε
Κόρη με το σκουριασμένο πέρασμα
Του ήλιου επάνω στα φθαρμένα τα παντζούρια του έρωτά σου
Στέκεις ολόρθη στο κατώφλι της αδράνειας
Κρατώντας ένα μαραμένο τριαντάφυλλο
Με ευωδιές ατέλευτες
Που σου μυρώνουνε το σούρουπο του κόσμου

 

 

ΣΧΗΜΑ Α-ΣΧΗΜΙΑΣ

Κύκλοι τετράγωνα τρίγωνα μέσα στη μέρα μου
Αναταράζουν τις καμπύλες αισθημάτων
Τις εσοχές απόκρυψης μιας αδυναμίας
Την ωραιότητα μιας άγνοιας αποσυνδέουν
Από προσπάθειες λεπτής ισορροπίας
Έτσι που κάθε σχήμα ά-σχημο προκύπτει
Εύπλαστο σαν συνείδηση ασθενική
Η αποκάλυψη ντύνει τη μέρα με καημό
Και η παράσταση αρχινά
Με νοθευμένες ερμηνείες

 

ΦΤΩΧΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ

Κι είναι νωρίς για να σωπάσει το αίμα
Κι είναι αργά για να ξανάβρω την αρχή μου
Και στο μεταίχμιο παλεύω για κανονικές αναπνοές
Εισπνοές, εκπνοές σ’ εκγύμναση ψυχής
Μέχρι που πνίγομαι σαν μανιώδης καπνιστής
Στις καταχρήσεις μιας φτωχής συναλλαγής

 

 

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Αλλάζοντας τη ροή του πόνου

Σε μια πανσέληνο πληγώθηκε η αγάπη
Τα δάκρυά της θρέψανε τις ασημένιες φεγγαριού πνοές
Κι αυτές, ευαίσθητες χορδές
ΣΤΟ πέλαγο της λύπης πέσανε
Τα φουρτουνιασμένα λόγια ψιθυρίζοντας μ’ έναν υγρό καημό
Σε μια πανσέληνο γυμνώθηκε η ζωή
Απ’ τα στολίδια ενός πλανόδιου έρωτα
Που τον προσμένανε στις γειτονιές
Οι κοριτσίστικες πλεξούδες του ονείρου
Μ’ αυτός με τις πραμάτειες του όλες λοξοδρόμησε
Αφήνοντας τα χέρια αδειανά απ’ της Θεάς την προσφορά
Κάθε που το φεγγάρι ταξιδεύει στην πληρότητά του
Μια θλίψη λύνει τη σιωπή της
Με κρουσταλλένια δίφθογγα μικρής εξομολόγησης
Στην αύρα μέσα μιας θαλάσσιας συγχορδίας
Με μουσικές σε ύφεση καρδιάς

 

 

ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ

Σοβαρής μορφής εξάρτηση
Μη αναστρέψιμη αγάπη
Σε τούτο το βασίλεμα καλοκαιριάς
Του κόσμου και της ζήσης
Κι έτσι
Καθώς φθινόπωρο κουρνιάζει στον αγέρα
Καθώς τα φύλλα ετοιμάζονται
Για πλήρη υποταγή στο θείο χώμα
Παίρνω ανάσες απ’ το άρωμα του κάμπου σου
Δροσοσταλίδες απ’ το πρώτο ξέσπασμά σου
Σε άσπρο σύννεφο τις κλείνω
Κι αυτό σαν αίνιγμα χαμογελά
Θερμαίνοντας τις έκπληκτες αισθήσεις μου
Περνώντας πότε πιο ψηλά
Και πότε χαμηλότερα
Από το χάδι σου που όλο και σιμώνει
Απ’ το επερχόμενο φιλί σου
Από τις φλογισμένες μου αναμονές
Εμπρός στο αναπάντεχο ετούτο δώρο
Θεού ξεστρατισμένου

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ημιτελής δεν έζησα ποτέ
Ολόκληρο το μήλο κυνηγούσα
Όλες τις κόκκινες δαγκωματιές βιαζόμουν να γευτώ
Και στην ψυχή μου μέσα ημιθανής δεν άντεξα στο ελάχιστο
Τη στρογγυλάδα ήθελα και πάλι να αγγίξω
Στον κύκλο μέσα αγνοείς το τέλος
Τα δάχτυλά σου δεν το ψηλαφούν αχρείαστα, ασυλλάβιστα
Κι ούτε και γύρεψα σ’ άλλους σταθμούς
Το γύρο της καρδιάς μου να ναυλώσω
Σε τούτο εδώ τον ήλιο κυνηγούσα τις σκιές μου
Ακολουθούσα μια φωνή που πρόσταζε αδιάκοπες πορείες
Εντελώς στο ηχόχρωμά της αφημένος
Εντελώς του τέλους μαχητής

 

 

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ (2011)

 

ΧΑΪΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΕΛΕΝΗ

Ωραία ήσουν
μέχρι του Μενέλαου
το στερνό φιλί

 

ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ

Ποτέ δεν ήρθε
ο ούριος άνεμος
Ιφιγένεια

 

Η ΑΛΛΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Δεν επιστρέφω
σε Ιθάκες που μείναν
χωρίς μνηστήρες

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Αν δεν ακούσεις
μια σιωπή στη ζωή
δε θα φωνάξεις

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Για μια Χιονάτη
φυγάδευσαν τα μήλα
απ’ την αγάπη

 

ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Υποχωρώντας
η αλήθεια σκόνταψε
σε λίγες τύψεις

 

ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ

Ο αυτόχειρας
ποτέ δεν πήρε χάρη
απ’ την ψυχή του

 

ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Αγάπης ήχος
ταξίδεψε γρήγορα
σ’ ένα σου βλέμμα

ΣΥΝΕΠΕΙΑ

Δεν επέτρεψα
την παρακαμπτήριο
στα όνειρά μου

ΕΛΞΗ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Ερωτευμένος
ένας μύθος τριγυρνά
σε μιαν αλήθεια

 

ΑΦΟΤΟΥ ΕΦΥΓΕΣ

Ραδιόφωνα
καλύπτουν τους οδυρμούς
του φονικού σου

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΟΦΟΡΙΑΣ

Δεν ανθίσανε
λουλούδια που έμειναν
χωρίς χειμώνα

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι Πηνελόπες
διαβάζουν το μέλλον τους
στο παρελθόν τους

 

ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Αβρόχοις ποσί
διήλθε ωκεανούς
αγκομαχώντας

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Όταν βραδιάζει
μια ανάμνηση σκύβει
στα σεντόνια μου

 

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

Κοίταξε τα’ άστρο!
Πέφτει καβάλα σε ευχές
μετανοούντων

 

ΑΓΩΝΑΣ

Εντός ή εκτός
κράτησα τη ψυχή μου
επί τα αυτά

 

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Μετά τη βροχή
ξυπόλυτο γυρνούσε
το όνειρο μας

 

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Στη νύχτα μέσα
έκλαιγε ένας ήλιος
που ξεστράτισε

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΩΗΣ

Αθροίζω στιγμές
Αφαιρώ μειωτέους
Διαιρώ λάθη

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Ζήσανε καλά
όσοι στα παραμύθια
δεν πιστέψανε

 

 

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ (2010)

 

ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟ

Με την πήλινη του σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκε σε στέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με τα θηρία των ψυχρών του λογισμών
Ψάχνοντας για τα εδέσματα της ευφορίας
Βρέθηκε ακόμα και στους πάγους
Δοκιμάζοντας τις αντοχές του σε όλα τα υπό
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Χαράχτηκε η άνυδρη ψυχή του
Μαράθηκαν καρποί και άνθη
Που παλεύαν από καταβολής αγάπης να φυτρώσουν
Σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Έγραφε στίχους στη μουσική της θείας αύρας
Νήστευε τον ύπνο που ξεστράτιζε σε λήθαργο
Ήξερε ν’ αγναντεύει πέρα απ’ τους κλειστούς ορίζοντες
Με τα καράβια σαν κουκκίδα ανήμπορη
Ν’ αντέξει τρικυμίες και καρχαρίες
Με την πήλινη μου σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκα και πορεύτηκες Αδάμ
Σε τσέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με θηρία που κατέτρωγαν
Τα πρώτα σαλπίσματα της ταπεινής ανθοφορίας μας
Βρεθήκαμε ακόμα και στους πάγους
Παλεύοντας με μείον και με πλην
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Θρυμματίστηκε η παλάμη της ευγενούς μας δωρεάς
Μα σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Αφήσαμε το ελαφρύ αεράκι του Έρωτα και της ζωής
Να φυσήξει στα λευκά πανιά μας
Σαν Αίολος παραπεμπτικός
Με τους ασκούς γεμάτους περιστέρια
Να ‘χουμε να στέλνουμε στις όπου γης στεριές
Κάθε φορά που η κιβωτός της περιπλάνησής μας
Ακουμπούσε στο Αραράτ της σωτηρίας

 

 

ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Χρειάζεται μια άγνοια για να χτιστεί ένας Παράδεισος
Να κρατηθεί έστω σε απόσταση ασφαλείας
Απ’ τους καταραμένους όφεις
Όταν οι Εύες ανεμίζουνε τη χαίτη τους
Με τίναγμα ηδονικό πίσω απ’ τον ώμο
Το μήλο γίνεται πιο κόκκινο
Η γνώση πλανεμένη κι απαστράπτουσα
Αποκοιμίζει το γαλάζιο κύμα των ουράνιων αισθήσεων
Και μένει μόνο η αφή για το νερό, το χώμα, τη φωτιά
Μα…
Αν είναι να βραχείς, βρες του ωκεανού την πιο βαθιά Αγάπη
Αν είναι να χτιστείς, ψάξε για στέρεα υλικά υποταγής
Κι αν είναι να καείς,
Άσε τη στάχτη σου να ντύσει τις ψυχές των λουλουδιών
Στη μετενσάρκωση του Λόγου και του Πνεύματος

 

ΣΗΜΑΔΕΥΟΝΤΑΣ…

Πήρε το τόξο, πήρε τη φαρέτρα με τα βέλη
Κοίταξε μια τον ουρανό και μια τη θάλασσα
Δεν ήξερε προς τα πού να σημαδέψει
Τ’ άστρα ή τα κύματα
Ώσπου κι απόκαμε στη σκέψη μέσα
Στον ίσκιο μιας ελιάς ακούμπησε το δίλημμα
Ως το πρωί μετρούσε την απόσταση
Ύστερα, λίγο πριν χαράξει
Το τόξο τέντωσε προς τη Μητέρα Γη
Εκείνο ρίζωσε και γίνηκε δεντρό
Που τραγουδάει κι απλώνει ρίζες προς τα κύματα
Που χαιρετάει με τα ακρόκλωνα τη σκέπη τ’ ουρανού

 

 

ΓΕΛΙΟ ΠΑΙΔΙΟΥ

Το γέλιο του παιδιού
Κατρακύλησε ένα πρωί από τη στέρνα
Τόπι που πιάστηκε για λίγο
Στ’ ανοιξιάτικο χορτάρι
Στο καθρέφτισμα τ’ ουρανού
Επάνω απ’ την ερωτευμένη λίμνη
Σύρθηκε ως τα κλειστά παράθυρα
Τις σκούρες, σκονισμένες κουρτίνες
Δεν άνοιξαν
Μα τώρα ξέρουν πως εκεί έξω
Η μέρα κυνηγάει την Αλήθεια της
Και τα ξανθά λουλούδια
Γεννάνε το αντίδοτο του Τέλους

 

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣ

Απ’ την αρχή σου το ‘πα
Στο μαιευτήριο των αιώνιων αισθημάτων
Η αγάπη μας δεν ήτανε αυτή που μας εδόθη
Βρέφος πανομοιότυπο με το σύνηθες
Στο κλάμα και στον ύπνο
Ανταλλάχτηκε μες στη στενή θερμοκοιτίδα της ανάπτυξης
Με άλλο, πιο προσηνές, πιο δεχτικό
Στις αναταράξεις της παιδικής του κλίνης
Εμείς έμελλε να ζήσουμε με το σεισμό των λέξεων
Μα πρόλαβε ευπαθής ο σεισμογράφος
Να προειδοποιήσει για τη μελλούμενη κατάληξη
Ώστε να πάρουμε τα μέτρα μας
Να θωρακίσουμε το μέγεθος της ευτυχίας μας
Απέναντι στην επίφοβη σπανιότητα του δώρου

 

 

ΠΕΡΙ ΦΘΟΡΑΣ

Παρακαλώ, περάστε, καινούριο είναι το κατάστημα
Εδώ και μέρες έχω προσέξει τη φθορά των προσωπείων σας
Πόσο αρνούνταν πλέον να κρύβουν την αλήθεια σας
Λίγο η βροχή που έπεσε καθάρια το πρωί
Χωρίς τη λάσπη απ’ τις μέρες της ερήμου
Λίγο η θάλασσα που ξέβρασε προώρως
Τα μπουκάλια με τα διφορούμενα μηνύματά σας
Και ιδού τώρα η ανάγκη της αμέμπτου επαλήθευσης
Περάστε κι αγοράστε τη συνέχεια της πλάνης σας
Σε χαμηλές τιμές πωλείται η απεμπόληση
Οι μαύρες σας σελίδες επιτήδεια λευκαίνονται
Τα προσωπεία αποκαθίστανται
Συνεχίζεται ο καθαγιασμός των μη μετανοούντων
Στους ναούς με τους σιωπηλούς αγίους
Γιατί κι η σιωπή με την αποσιώπηση τρέφεται κι ακμάζει

 

 

ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Όταν κοιμάσαι μια τύψη ξεψυχά για τις ώρες που δεν έφερες
Μια καταιγίδα για τα σύννεφα που κράτησες
Πίσω απ’ τα λόγια που ξεστόμισες
Ύστερα παίζουνε τα βλέφαρά σου σε ρυθμούς αναμονής
Στην πρώτη υποψία της καινούριας μέρας
Ξανανοίγεις τους καλά σχεδιασμένους χάρτες σου

 

 

ΝΟΥΜΗΝΙΑ

Έφτασες κατάκοπος στο τέρμα
Κρατώντας μοναχά μια μαργαρίτα
Που μάζεψες στο δρόμο
Ζυγός ήταν ο αριθμός από τα πέταλά της
Μπορούσες έτσι να καθορίζεις τη συνέχεια στο μάδημα
Προχωρώ, δεν προχωρώ
Δεν προχωρώ και προχωρώ
Μπορούσες, ακόμα και μετά από τόσα χιλιόμετρα αγάπης
Να ρυθμίζεις αναλόγως τ’ αποθέματα
Έφερες τη μαργαρίτα κοντά στην όσφρηση των έργων σου
Κι ύστερα την αντάλλαξες
Μ’ ένα καινούριο ένδυμα για την ψυχή σου
Καινούριες σόλες για τις ατέρμονες διαδρομές
Της λευκής παράδοσής σου

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Απολογισμός εσόδων και εξόδων
Το ταξίδι ακριβό
Πιο ακριβοί οι άνθρωποι που δε συνάντησα
Τα αισθήματα που δε μου άπλωσαν το χέρι
Σε μια τυπική έστω χειραψία
Στις αποσκευές έκλεισα
Πιότερο τον έρωτα παρά το ερωτηματικό
Κι αγάπησα πολύ και δυνατά τους δρόμους μου
Τα μονοπάτια ακόμα
Που μου χάραξαν και χάραξα μες στο πυκνό μου δάσος
Και τις πηγές που με ξεδίψασαν στο τέρμα
Σαν έσκυψα με καθαρές τις χούφτες μου
Να βρέξω μέσα τις ευχές και προσευχές μου

 

 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ…

Και ποιος μπορεί εν τέλει να μου μιλήσει για σένα, Αδάμ;
Ποιος μπορεί να ακουμπήσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων των αιώνιων κραδασμών σου
Άλλοτε γίνονται ταξίδια με τον ούριο άνεμο
Απ ‘τη θυσία κάποιας Ιφιγένειας
Κι άλλοτε ρίζες γίνονται σε γη άνυδρη και στείρα
Χωρίς καμιά διαδρομή από τους χάρτες
Που ζωγράφισαν όσοι Μαγγελάνοι και Κολόμβοι
Σου περίγραψαν τα άγνωστα για σένα χώματα
Πέρα απ’ τις Ηράκλειες στήλες
Της επίπεδής σου απομόνωσης
Κι άλλοτε έρχεται πυρπολητής ο Έρωτας
Αφοπλίζοντας τις αμφισβητούμενες προσταγές
Της καθεστηκυίας νομοτέλειας
Και ποιος μπορεί εν τέλει να μιλήσει
Για σένα και για μένα
Και για όλους τους ομοίους μας, Αδάμ
Ποιος μπορεί απόλυτα να θέσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων όλων όσων ακούμπησαν
Στη θεία πνοή του χώματός μας
Άλλοτε σαν ψιλή βροχούλα, ευεργετική για τις ανάγκες μας
Κι άλλοτε σαν αξίνα βαθιά που χάραξε
Την προστατευτική μας κρούστα
Κι ίσως ο Παράδεισος να παρέμεινε εκεί μονάχα που δεν ψάξαμε…

 

 

ΑΛΕΞ – ΗΝΕΜΟΣ (2010)

 

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…

 

ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ

Όταν Εγώ κχ Εσύ βαδίσαμε, πρώτη φορά
Στη Χώρα των Παθών και των Ανέμων
Σε μια Πατρίδα που αφήσαμε, σε μια Πληγή που δε νικήσαμε
Όταν κοπάσανε για λίγο του Αιόλου οι ασκοί
Σαν φύσηξε για λίγο μια Ανάμνηση
Επιστροφή… που δεν ήταν
Δικαίωση… που δεν ήταν
Ντυμένες κι οι δυο την Παρηγοριά
Φορώντας μια κορδέλα περιέργεια στα λυτά τους τα μαλλιά

 

 

ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ

Καν να’ μαι
Εγώ τώρα… Αλεξ-ήνεμος
Διώχνω για λίγο μακριά τους Άνεμους της πίκρας
Το πεπρωμένο τόσων χρόνων
Ντύνομαι μόνο τη λαχτάρα μου για σένα
Παίρνω τη νια θωριά σου
Παίρνω τη σκέψη παραμάσχαλα
Του τόπου μου τον Έρωτα στην άκρη των ματιών
Στα μέσα της καρδιάς
Και βάφω πίνακες του Χρόνου για σένα μοναχά
Εσύ, δώσε μου λίγο μόνο απ’ το δικό σου χρόνο
Λίγο απ’ το χρώμα που σε στόλισε
Η θάλασσα του Νότου
Της λεύτερης πατρίδας ο ουρανός
Κι έλα μαζί μου
Σε μια Επιστροφή… που δεν είναι
Σε μια Δικαίωση… που δεν είναι
Έλα μαζί μου
Πάνω από Πράσινες Γραμμές
Μέσα από Κόκκινες Μέρες
Εγώ θα πονέσω…
Εσύ θα μάθεις…
Εγώ θα ξαναζήσω την οδύνη και το όνειρο
Εσύ θα περπατήσεις σ’ έναν κόσμο
Που σου ανήκε και σ’ τον κλέψανε
Ποιες Μοίρες στείλανε τους άρπαγες εκείνο το πρωί
Που ξημέρωσε σαν νύχτα δίχως άστρα
Εγώ κι εσύ
Ένα Χτες κι ένα Αύριο
Στην περιπλάνηση του Σήμερα
Δώσε μου τ’ άσπρα τα πανιά που αρμενίζουν στη ματιά σου
Δώσε μου γιούλια, μενεξέδες απ’ τους δρόμους που περπάτησες
Πάρε την πρώτη μου ζωή
Πάρε την έγνοια και τη μνήμη μου
κι’ άκου…
Κοίτα…
Νοιώσε…
Τίποτα δεν πεθαίνει
Όσο υπάρχουν οι αγάπες που το γέννησαν

 

 

ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΕΓΩ

Ο τόπος μας
Μια θάλασσα τραγούδι
Το κύμα έπαιζε πεντοβολά
Στο κεφαλόσκαλο της άνοιξης
Μύριζε άνθια ο αγέρας
Σαν χνώτο βρέφους βυζανιάρικου
Μύριζε γέλιο το φεγγάρι
Σαν ευτυχία, λάφυρο ζωής
Τον είχαμε κερδίσει αυτό τον πόλεμο
Είχαμε στήσει τη σημαία μας
Στην κορυφή τ’ απέραντου ονείρου
Επάνω, με γιγάντια γράμματα
Σαν σύνθημα, σαν ιαχή της νίκης μας
Χαράξαμε τη λέξη ευδαιμονία
Την πήρε του Πενταδάχτυλου το λιόγερμα
Να τηνε βάψει στο χρυσό
Το κόκκινο, το πορφυρό της φλόγας
Την πήρε της Μεσαριάς το στάχυ τ’ ανεμόδαρτο
Να τηνε κάνει θρέμμα και ψωμί της φαμελιάς μας

 

ΕΣΥ

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά

 

ΕΓΩ

Μια Κυριακή, μια σκόλη η βδομάδα μας
Στα χέρια μας οι ρόζοι της Αγάπης
Είναι γλυκός ο κάματος της γης σου
Είναι ολόγλυφος του κόπου σου ο καρπός
Ανοίγει φλούδες μες στις χούφτες σου
Απ’ το Θεό σταλμένη η ευλογία
Ανοίγει ήλιους μες στη σκέψη σου
Το δώρο της ζωής

 

ΕΣΥ

Ανοίγει τόξα στα ουράνια αστραπόμορφα
Ανοίγει σκέψεις της Αγάπης, της Ζωής
Όλα κοντά μου… Μακριά μου

 

ΕΓΩ

Θυμάμαι ακόμα τη μεγάλη μας την κάμαρη
Στη μέση άγιο το τραπέζι δισκοπότηρο
Να κοινωνούν εφτά παιδιά το κόκκινο αίμα μας
Αίμα ζεστό, σαν από νιόσκαφτη πληγή
Της γης μας οι πληγές
Που γίνονταν ψωμί κι ήσυχη ανάσα μες στη νύχτα
Κάτω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Πνοή γαλήνια και χορτάτη, ειρηνική
Εφτά τραγούδια στα κλειστά ματόκλαδα
Εφτά νεράιδες νανούριζαν το όνειρο
Κι ύστερα γέλαγαν με χάχανα
Μέσα στα κίτρα, στα νεράντζια της αυλής
Κάναν στεφάνια τους ανθούς στα ξέμπλεκα μαλλιά τους
Βάφαν τα χείλη με της άνοιξης τους κράχτες
Βρέχαν τα βλέφαρα
Στους κρουσταλλένιους ψίθυρους φιδίσιου ρυακιού
Τα μάτια τους ασήμωναν ψιχάλες της σελήνης
Τις κόρες χρύσωναν καράβια της αυγής
Μες στ’ ακροδάχτυλά τους παιχνιδιάρικες αχτίνες
Πλάθανε κάστρα και παλάτια, γιγαντόσωμους ιππότες
Ζύμωναν χρώματα κι αγέρα
Να ζωγραφίσουνε το άπειρο
Να χρωματίσουνε το άμετρο
Να σχηματίσουνε το άμορφο
Να ράψουνε τον ήλιο στα δικά τους μέτρα
Έτσι σαν ζύγιαζαν τ’ ατέλευτο ταξίδι του
Πάνω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Κάτω και πάνω τ’ ουρανού

 

ΕΣΥ

Το βιολετί, το θαλασσί, τ’ αγαπημένα μου
Αγαπημένα είναι και του ονείρου
Πορτοκαλιά και κόκκινα και κίτρινα πεφτάστερα
Στο προσκεφάλι μου τις νύχτες σεργιανίζουν
Σαν κύμβαλα αλαλάζοντα, πνοές ανέμου
Σαν σπίθες πυρκαγιάς, βάτοι καιόμενοι
Είναι βαθιά επιθυμιά τα δεκαπέντε μου τα χρόνια
Είν’ ουρανός και γη και θάλασσα και ήλιος
Είναι κλαδί της μυγδαλιάς στο καταχείμωνο
Είναι σκοπός στην άκρη των χειλιώνε
Αχτίδα που στα πούπουλα του σύννεφου όλο κρύβεται
Καιρό γυρεύοντας να βγει και να θεριέψει

 

ΕΓΩ

Θαρρείς κι ακούω τον πατέρα σου
Έτσι κι αυτός
Μαστίγωνε της νιότης τ’ άσπρο άλογο
Κρυφά το πεπρωμένο ν’ ανταμώσει
Τα μάτια σου… τα μάτια του
Το στέρνο του… η κραυγή σου
Μες στο περβόλι δουλευτής ακάματος
Να ιδρώνει τ’ απανώχειλο
Τ’ αρσενικού υποψία
Τ’ άσπρα μανίκια διπλωμένα ως τα μπράτσα του
Μια φλέβα να χτυπάει δώθε κείθε
Και δες
Θρασομανάει το πείσμα στου καιρού την άρνηση
Γίνεται άνθι και καρπός κάθε γυμνόκλαδο
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μακάριας πεταλούδας
Δυο χελιδόνια ερωτεμένα τιτιβίζουνε
Μες στα πυκνά φυλλώματα της νιότης
Πηγαινοφέρνουνε τον άνεμο
Πηγαινοφέρνουν την αγάπη
Φωλιά να χτίσουν για το νιο, το αύριο
Στην πόρτα το στεφάνι να κρεμάσουνε
Με τριαντάφυλλα του μύρου και του πόθου
Ω ναι
Θαρρείς και βλέπω τον πατέρα σου
Δυο μάτια κάρβουνο μες στις αλάνες της ζωής
Δυο χέρια σίδερο μες στις πλατείες του ήλιου
Πετροβολούσε τ’ Άδικο και χλεύαζε τ’ Αδύνατο
Τα βράδια, εκεί στο κεφαλόσκαλο
Χόρταινε άστρα, μουσική και νυχτολούλουδο

ΕΣΥ

Άσε με ν’ ακουμπήσω την καρδιά μου στην απαλάμη σου
Άσε με να πιαστώ απ’ τα καρφιά της μνήμης σου
Επάνω να κρεμάσω τους Ιούληδες που διάβηκαν
Μέσα στη δίνη των καιρών
Μέσα στα άγνωστα γνωστά
Και στα δικά τα ξένα
Δυο στάλες άσε με να πιω
Απ’ το κρασί της νιότης σου
Τώρα που σήμανε η στιγμή
Στο χώμα τούτο που σε γέννησε
Κι εμείς αντάμα θα χωθούμε
Στης μάνας γης σου την αγκάλη
Με μια λαμπάδα τάμα για τη χάρη Του
Με δυο ποτήρια νοσταλγία
Στων Μοιροχρόνων τα γυρίσματα
Ετούτη, η άλλη μας πατρίδα
Τόσων αβάσταχτων δακρύων
Τόσων παράξενων Ιούληδων
Κοίτα! Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο
Δεν είναι άμορφη εικόνα
Σε κάποιου δάσκαλου το στόμα
Δεν είναι μύθος στα βιβλία
Τόσων πολύπαθων σοφών
Δεν είναι μνήμη

 

ΕΓΩ

Είναι αίμα
Πηχτό, κόκκινο αίμα
Στο ρημαγμένο σήμαντρο
Είναι μαρμάρινη Ιστορία
Στο κουρσεμένο ακροθαλάσσι
Είναι το χώμα της παιδιάστικης ανάσας μας
Και το λιθάρι στο χτυπόκαρδο της ήβης
Πόνος, Χαμός και Κουρνιαχτός
Κι είναι παλιά φωτογραφία
Που όμηρο τη νιότη μας κρατάει
Αποδιωγμένη μες στα λάφυρα πολέμου
Ίσως ετούτα εδώ τα μάτια
Να βλέπαν κάποτε σαν και τα δικά μου
Ψυχές! Τόσες ψυχές χωρίς κορμιά
Σαν τα κριάρια ’ναι ριγμένες
Σε μιας πανάρχαιας θεότητας βωμούς

 

ΕΣΥ

Περνάω τη σκέψη μου επάνω απ’ το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνια της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφιχτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα μες στο ουράνιο τόξο

 

ΕΓΩ

Αν ήταν εδώ…

 

ΕΣΥ

Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δυο γαϊτανοφρύδα .
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της

 

ΕΓΩ

Μάνα! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη

 

ΕΣΥ

Νιότη κι Αγάπη μες στο πέλαγο του Νου

 

ΕΓΩ

Βραδιάζει… Ακούω πέρα το τριζόνι
Και το σκοτάδι αλάργα διώχνει
Του Ήλιου το χρυσάκτινο αστέρι
Κι αυτή η άλλη μας ζωή μέσα στο σούρουπο
Μιαν άλλη γλώσσα κουβεντιάζει
Κι άλλους Θεούς δοξάζει
Σε σκύλες και γιορτές
Τάχα να ζούμε τούτες τις στιγμές
Ή ναν κρυφό ξανά σεργιάνι
Στους έρωτες τους παιδικούς
Που θέριεψαν και γίναν Πάθη
Να’ ναι ακόμα μια σκιά
Στον ύπνο έκπτωτων αγγέλων
Με στεναγμούς τη θύρα κρούουν της Εδέμ
Και το παλιό το κλέος ζητιανεύουν

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω
Πέρα μουχρώνει η θάλασσα

 

ΕΓΩ

Πέρα μουχρώνει η θάλασσα
Και δώθε η καρδιά μας
Ίδιο το κάλλος μένει
Κι ας κλαίει κάτω από μισό φεγγάρι
Φεγγάρι κόκκινο και ξένο

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω, πατάμε απάνω στις δικές σου λέξεις
Στο χώμα σκύβουμε
Φιλάμε την Αλήθεια του Ανέμου

 

ΕΓΩ

Δώρο πικρό μας δόθηκε
Μα τ’ άπλωσα το χέρι, τη ματιά, το άκουσμα
Αγαπάω με τις πέντε μου αισθήσεις

 

ΕΣΥ

Αγαπάω με τις δέκα μου αισθήσεις
Πατρίδα! Δικό σου μύρο αναπνέω
Κι είναι το άρωμά σου γλυκοβοτανο
Πνοή Μαντόνας
Πάνω απ’ της Πείνας και της Δίψας μου το βρέφος
Στα μακριά μαλλιά μου
Χύνω αφρούς απ’ τ’ ακρογιάλι σου
Κι έτσι λουσμένος μες στο κύμα σου
Παιδί δικό σου αναγεννιέμαι
Μάνα…
Αφέντρα…
Προσταγή…

 

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Εγώ κι εσύ
Εμείς
Τότε, Τώρα… Αύριο
Ο δρόμος εκεί, ανοιχτός
Οι καρδιές εκεί, ανοιχτές
Μες στις πολύβουες ζωές
Των άλλων μα και τις δικές μας
Κράτησέ με…
Ταξίδεψέ με…
Με τους δικούς μας χάρτες
Καλογυαλισμένες τις πυξίδες
Αλεξ-ήνεμοι κινάμε

 

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Άκου! Περνάν τα χρόνια μας στο δρόμο
Με σιωπές που ξεκουφαίνουν
Με ήχους πλάγιους, σχεδόν βυζαντινούς
Κάθε πρωί σταυρώνω
Στης Ανατολής τα μέρη τα δυο μάτια μου
Το Ζωοδότη Ήλιο προσκυνάω
Λέω πως θα ’βγει σήμερα απ’ του Βορρά τα μέρη
Πως θα μου φέρει ένα στιχάκι απ’ τα κύματα της άνοιξης
Ένα του ονείρου παραμύθι απ’ το Χτες
Και μια μαρμαρωμένη πριγκιπέσσα
Θα νιώσει του καημού μου το φιλί
Θ’ αναστηθεί απ’τον ατέλειωτο τον ύπνο της
Πέρα από μάγισσες και μήλα δηλητήριο
Θα κοιταχτεί και πάλι στον καθρέφτη της
Με τις ξανθιές, τις πράσινες, τις γαλανές πλεξούδες
Με τις βαρκούλες στο γιαλό των δυο ματιών της
Και πάλι καλοτάξιδες, καλότυχες και πάλι
Μ’ ένα ολόλευκο μαντίλι θα κάνει το σινιάλο της
Κι εγώ, με καραβάνια τόσων χρόνων
Θύμησες, γνώρες θα φορτώσω
Σαν να ’μαι Εγώ…
Σαν να ’μαι Εσύ…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, ΑΣΒΕΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Περνώ συχνά εμπρός από τη στοιχειωμένη μνήμη
Τα μισόκτιστα όνειρα, οι ημιτελείς προσδοκίες
Αφημένες σε μέρες νεκρές, σε νύχτες ασέληνες
Ξεριζωμένες νοσταλγίες φιλούν με χείλη απουσίας
Μία ζωή στα σπάργανα κλεισμένη

Κάποτε τα κύματα μιλούσαν με τη γλώσσα των αγγέλων
Οι βάρκες έφερναν τα δίχτυα γεμάτα ήλιους
Μικρό παιδί χαιρόμουν στις πατούσες, μες στη χούφτα μου
Τη χρυσαφένια διαδρομή της άμμου
Εκεί μιλούσα με τις Μοίρες μου, στήνοντας κάστρα που δεν γκρέμιζε
Το ξέβρασμα της θάλασσας τις ώρες που οι προσκυνητές της αποσύρονταν
Στα περιβόλια γύριζαν αχείμαντες, ξανθομαλλούσες οι νεράιδες
Με κίτρινες, πορτοκαλιές ανταύγειες μες στις πλεξούδες που ανέμιζαν
Με γέλιο κρύσταλλο, ματιά καθρέφτης του γαλάζιου τ’ ουρανού

Μα την Εστία αποδιώξαν του Κάτω Κόσμου ετερόσημες βουλές
Γεμίσαν τα όνειρα καπνούς κι αιθάλη μαρμαρωμένη σαν παράπονο πικρό
Κοιμήθηκα με βλέφαρα ανοικτά, με φλόγες να μου καιν τις ίριδες
Καθώς στην πόλη με σκυφτό κεφάλι, βήματα βαριά
Τριγυρνούσε αλυσόδετο το κλέος μιας μακραίωνης πορείας

Αμμόχωστος! Αρσινόη! Σαλαμίνα !Αλάσια!

Σαν στάχυ μέστωσα και γέρνω στου Νότου την άλλη μου πατρίδα
Με κόκκους ποτισμένους απ’ το δάκρυ και την έγνοια σου
Mέσα εκεί ερμητικά κλεισμένους φυλάω τους θησαυρούς σου
Ημερολόγια και χάρτες απ’ τις μέρες της Αγάπης που κοιμήθηκε
Με ξιφολόγχη για προσκέφαλο, φωνές κι αντάρα πανωσέντονα
Μα’ χει στη θλίψη αποκάτω λεμονανθούς και πράσινα φυλλώματα
Κάθε που μπαίνει άνοιξη μοσχοβολάν αμάραντη πατρίδα και πεθυμιά ατέλευτη
Ολόχρονα τους πόθους μου μυρώνουν , δίνουν φωνή στο δρόμο που καλεί
Στην πόλη με την κραυγαλέα σιωπή, με τη βουβή εγκαρτέρηση

Α΄Βραβείο ποίησης στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό E.Π.Ο.Κ
Απρίλιος 2010

 

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΕΘΑΝΤΗ ΑΓΑΠΗ

M’ ακούς; Εδώ είμαι πάλι, μπρος στην καρτερία σου
Περνώ τον ψίθυρό μου μέσα απ΄το κουρασμένο φύλλωμα
Από τη θλίψη μέσα ενός αγίνωτου πορτοκαλιού
Τον σπαραγμό μιας εφηβείας που δεν εγίνη νιότη
Παρά μονάχα κρύφτηκε μες στα χαλάσματά σου
Χτυπώντας στις αιχμάλωτες φλέβες το ρυθμό της απουσίας

Εσύ πάντα εκεί, ακίνητη στων εποχών την κίνηση

Πες μου πως μ’ αναγνωρίζεις όταν έρχομαι
΄Ισως η φωνή μου να ΄χει αλλάξει
Απ΄τις καταχρήσεις μιας πληγωμένης ωριμότητας
Μα είμαι πάντα το παιδί π’ ανάστησε το φως σου
Και τα μαλλιά μου δε γέρασαν
Γλάροι λευκοί γενήκανε για να κουρνιάσουν στων κυμάτων σου το στίχο

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης

Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου
Στη σιωπή σου οδοιπορώντας αναζήτησα
Αγάλματα και κίονες του κλέους
Στη θάλασσά σου γύρεψα
Συγκλητικές να ντύσουν την τιμή, την αντοχή μου με τη φλόγα τους
Με πανοπλίες και ασπίδες στους σκληρούς καιρούς ενάντια
Και μες στα χέρια που’ θρεψε των χρόνων το παράπονο
Τα βέλη της επιστροφής να μου χαρίσουν
Και τοξοβόλος της χαμένης μου της μοίρας να ορθωθώ
Προσκυνητής που στη μεγάλη του την πίστη επιστρέφει

 

Αριστείο Ποίησης 2011, Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κυπρίων
ΘΕΜΑ: « Αμμόχωστος Βασιλεύουσα». Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ

 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γυναίκα,
το άγαλμά σου έχει στηθεί κάτω απ΄τον ήλιο
πότε με ένα μαντίλι στο κεφάλι
πότε με ξέμπλεκα μαλλιά
Μα πάντα εκεί βλέπω σκυμμένο ένα γκρίζο πουλί
να σκύβει να τσιμπολογάει
λίγο λίγο το ουράνιο τόξο
που θα ΄θελε να γίνει καλοκαιριάτικη κορδέλα στα μαλλιά σου
μα γίνεται σκέψη ανεμοδαρμένη
γίνεται κουπί και αρμενίζει μες στην έγνοια, Γυναίκα
Γιατί γεννήθηκες για να γεννάς τη θάλασσα
κι όλους τους βράχους της μαζί
μα και καράβια που όλο φεύγουνε
πότε με ούρια ευχή
πότε με πόνο χωρισμού

Γυναίκα
σου΄δωσε ο Θεός αντρίκια χέρια
για να δουλεύεις σαν αμόνι τον καιρό
Και τις φωτιές να ανάβεις
να λάμπουν φώτα μες στους δρόμους των παιδιών
Κι όταν πονάς, γυναίκα
με τις ωδίνες και οδύνες του καιρού σου
είναι για να γεννάς ακόμα ελπίδα
και να γεννιέσαι εσύ σαν άλλη μέρα
μια νέα ανατολή
για τα παιδιά που έμειναν χωρίς αγκάλη
για ένα κόσμο που έμεινε ακίνητος
χωρίς την γενική του πτώση στην αγάπη
Της αγάπης, της αγάπης , της αγάπης κόσμος
μόνο μέσα στο κόκκινό σου αίμα πάλλεται
σαν νέο φεγγάρι είκοσι οχτώ ημερών
και σαν κύκλος μυστικός που πλάθει
και ξαναπλάθει τη ζωή
ώσπου ο έρωτας να γονιμοποιήσει ένα μέλλον

 

 

ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg (2012)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο πίνοντας αργά τον καφέ του, χαζεύοντας ασυναίσθητα την κίνηση του δρόμου. Κάποια στιγμή εκείνη θα φαινόταν, αέρινη, υπέροχη όπως πάντα, κάνοντας την καρδιά του να κτυπά σαν εικοσάχρονο παλικαράκι. Χαμογέλασε ακόμα και στη σκέψη. Παλικαράκι αυτός που ετοιμαζόταν σε λίγους μήνες να βγει στη σύνταξη! Είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από τα συρτάρια του γραφείου του. Ετοίμαζε την αποχώρησή του με τη μεγαλοπρέπεια ενός μαχητή που εγκαταλείπει νικηφόρα το πεδίο της μάχης. Σκεφτόταν τις ατέλειωτες μοναχικές νύχτες μπροστά στην πληθώρα των τηλεοπτικών προϊόντων που θα του κρατούσαν πλέον συντροφιά, μια και συμβία δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του. Πολλές μόνο και περαστικές γνωριμίες, που
του πρόσφεραν την επιβεβαίωση που χρειαζόταν κάθε αρσενικό, ποτέ όμως τη βεβαιότητα πως είχε βρει το έτερον ήμισυ, που λέγαν κι οι ρομαντικοί. Και τώρα, στο κατώφλι της αφυπηρέτησης, μπήκε εκείνη σαν άνοιξη στην ύπαρξή του. Συνάδελφος, ζωντοχήρα, χωρίς υποχρεώσεις, μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο μες στο βλέμμα της, αναστάτωσε τη μοναξιά του, ανέτρεψε τα πιστεύω του, κατακερμάτισε τις αντιστάσεις του. Και σαν εκείνη ανταποκρίθηκε στην πρότασή του να πιει ένα ποτό μαζί του, έμεινε άγρυπνος ολόκληρο το βράδυ, πλάθοντας με τη φαντασία του κάθε λεπτομέρεια αυτής της συνάντησης.
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ του, χάιδεψε απαλά το τριαντάφυλλο που φύλαγε γι’ αυτήν κάτω από το τραπέζι με καρδιοχτύπι ερωτοχτυπημένου έφηβου και αφέθηκε και πάλι στ’ αγνάντεμα του δρόμου. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του. Αγανάκτησε σαν πιστός προσκυνητής που του διακόπτουν μια ιεροτελεστία. Η αδερφή του η Αμαλία ήταν, με χρόνια πάθηση στην γκρίνια και στη μιζέρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει ήσυχο, αν δεν της έδινε την ευκαιρία να του μιλήσει. Αφοσιώθηκε στο τηλεφώνημα. Οι γνωστές μεμψιμοιρίες. Ένας άντρας τάχα μου γυναικάς, που όλο κυνήγαγε να τον πιάσει στα πράσα χι όλο της ξέφευγε, τα λεφτά που δεν της έδινε, η ζωή που δεν της χάριζε. Του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Δε θυμόταν τι ψέλλισε, άφησε μόνο το τηλέφωνο στην άκρη κι εκείνη να μιλά χωρίς να την ακούει και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι ψάχνοντας στη λευκότητά του την ηρεμία που δεν του πρόσφερε η μέρα.
Τινάχτηκε λες και τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα στη φωνή της.
«Ιάκωβε», είπε μόνο εκείνη κι ένιωσε να τον καλούν όλοι οι άγγελοι του Παραδείσου με τις άρπες τους.
Σηκώθηκε κάπως άτσαλα, προσπαθώντας να τιθασεύσει το τρέμουλο των χεριών, των ποδιών, των χειλιών, της ζωής του ολάκερης. Εκείνη δέχτηκε τη χειραψία του μ’ ελαφρύ χαμόγελο και κάθισε ανασηκώνοντας χαριτωμένα το λουλουδάτο της φόρεμα, αποκαλύπτοντας την αρχή από δυο καλλίγραμμες γάμπες. Εκείνος κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να αποσύρει τα μάτια του από το υπέροχο, γυναικείο θέαμα και να προσηλωθεί στα λόγια της. Κι εκείνη μιλούσε, μιλούσε, με φθόγγους που στην αρχή έφταναν σαν τα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλού του στ’ αυτιά κι ύστερα, χωρίς να το καταλάβει, ακούμπησαν τ’ αγκάθια στο μίσχο και του τρύπησαν την καρδιά. Την άκουσε μες στην παραζάλη του να του ζητάει να μεσολαβήσει εκείνος, σαν ανώτερος υπάλληλος για την πρόσληψη ενός φίλου, που απ’ τον τρόπο που πρόφερε το όνομά του μόνο απλώς φίλος δε φαινόταν να είναι για κείνην. Και σαν τέλειωσε το μονόλογό της και τον ύμνο για τον δήθεν φίλο, βέβαιη για τη γοητεία της και πιο βέβαιη για τη δική του παράδοση, σηκώθηκε με το γνωστό χαμόγελο να κλείνει το αντίο της, προφασίστηκε ένα επείγον ραντεβού για μανικιούρ πεντικιούρ και χάθηκε στην κίνηση του δρόμου.
Έξω έπεφτε η νύχτα. Κάτω από το τραπέζι έπεφταν ένα ένα τα πέταλα του τριαντάφυλλου σαν μαδημένες ελπίδες. Δίπλα του το κινητό του, ανοικτό ακόμα, έφερνε στ’ αυτιά του τον απόηχο μιας ακατάσχετης φλυαρίας. Το σήκωσε αργά αργά, τ’ ακούμπησε στ’ αυτί του κι άφησε να του φύγει άλλος ένας αναστεναγμός σαν βάρος ψυχής.
«Δέξου την πραγματικότητα, Αμαλία», είπε και κοίταξε έντονα το είδωλό του, καθώς καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη του τοίχου απέναντι.

 

 

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Έβαλε μια τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της, βάφοντας ακόμα πιο κόκκινα τα χείλη της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη. Μια γυναίκα θελκτική, ερωτική, της έστειλε το πιο προκλητικό της χαμόγελο και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Πολύ καλά κρατιόταν στα σαράντα τρία της, το ’βλεπε στα λαίμαργα βλέμματα των άντρων και στις ζηλόφθονες ματιές του γυναικείου της περίγυρου. Το στενό μαύρο φόρεμα που είχε επιλέξει για τη βραδιά αναδείκνυε το καλογυμνασμένο σώμα της, προϊόν ατέλειωτου μόχθου στο γυμναστήριο και αδιάκοπης στέρησης από τις γαστριμαργικές δημιουργίες που ορεγόταν μεν, απωθούσε δε, για χάρη της άψογης εμφάνισης.
Έψαξε για τα κλειδιά του καινούριου σπορ αυτοκινήτου της. Απόψε θα το επεδείκνυε για πρώτη φορά στην παρέα. Θα το ’βλεπε κι ο Αλκής, το νέο μέλος της συντροφιάς, συνάδελφος της Τζένης στη Νομική Υπηρεσία, μόλιςτριάντα πέντε χρόνων, αρρενωπός και όνειρο κάθε γυναίκας που τον  γνώριζε. Αν η Τζένη δεν ήταν φρεσκοπαντρεμένη κι ερωτοχτυπημένη, σίγουρα δε θ’ άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά σαν καλή φίλη της τον σύστησε ξέροντας το γούστο και την προτίμησή της για τους νεότερους άντρες. Και γιατί όχι; Άνετα μπορούσε να περάσει για συνομήλική του, δεν είχαν δα και καμιά τρομερή διαφορά. Και στα βλέμματά του, στα δήθεν τυχαία αγγίγματά του, άλλο δεν αισθανόταν παρά τον πόθο του για κείνη, μια γυναίκα αδέσμευτη, οικονομικά ανεξάρτητη, που ήξερε να ζει τη ζωή της και να γεύεται την κάθε μέρα σαν πρωτόγνωρη εμπειρία.
Έξω ο καιρός μύριζε πια καλοκαίρι. Μπήκε στο αυτοκίνητο με τη σιγουριά ακαταμάχητου θηλυκού, αναπνέοντας βαθιά ένα κράμα νυχτερινής δρόσου και καινούριου δέρματος στα καθίσματα του αποκτήματός της. Μες στο μισοσκόταδο άναψε τον ειδικό φωτισμό, πέρασε άλλη μια γραμμή μάσκαρα στις πυκνές βλεφαρίδες της, τίναξε την πλούσια ξανθή της κόμη n έβαλε μπρος οργώνοντας τους δρόμους της νύχτας.
Οδηγούσε σαν μεθυσμένη, έχοντας ήδη πιει το γλυκό κρασί από τα χάδια και τα φιλιά του. Έβαλε μουσική λες και ήθελε να τονώσει ακόμα περισσότερο την ερωτική ατμόσφαιρα που γεννιόταν μες στο μυαλό της. Χαμογέλασε βαθιά ικανοποιημένη. Όχι, δεν είχε παράπονο, μια χαρά της είχε φερθεί η ζωή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε μετανιώσει για εκείνο το διαζύγιο, είκοσι χρόνια πριν. Ίσως τώρα, αν έμενε σ’ εκείνο το γάμο, να είχε παιδιά, μα αυτό δε σήμαινε πως θα ήταν και πιο ευτυχισμένη. Ένας γάμος που άλλοι αποφάσισαν για εκείνη και κράτησε μόνο όσο εκείνη μπόρεσε να τον αντέξει. Ασυναίσθητα ήρθε μπρος της ο Αντρέας, το βλέμμα του, την ώρα που εκείνη έλεγε το «αντίο», άνοιγε την πόρτα κι έφευγε απ’ τη ζωή του. Εκείνο το βλέμμα του δε θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει. Μπα σε καλό της! Τι της ήρθε στο μυαλό μια τέτοια νύχτα! Βιάστηκε να διώξει τις ανεπιθύμητες μνήμες, προσηλώθηκε στο ραδιόφωνο και στα σουξέ της εποχής, που ξεσήκωναν μέσα της όλες τις ερωτικές επιθυμίες της σάρκας.
Έσβησε τον κλιματισμό του αυτοκινήτου, άνοιξε το παράθυρο κι άφησε το καλοκαιρινό αεράκι να της χαϊδέψει το πρόσωπο, έτσι καθώς έτρεχε προς την αγκαλιά του καινούριου έρωτα. Ο δρόμος ευθύς, σχεδόν άδειος, προκάλεσε τις αισθήσεις της, πάτησε γκάζι κι έτρεξε πιο γρήγορα προς την προοπτική της αγκαλιάς του.
Η σκιά φάνηκε μπροστά της πολύ αργά, όταν πια κανένα φρένο δε θα μπορούσε να αποτρέψει το χτύπημα. Ένας βαρύς γδούπος και μετά η σκιά έγινε μια άμορφη μάζα καταμεσής του δρόμου. Κατέβηκε σαν ζαλισμένη, πλησίασε με κομμένη την αναπνοή, έσκυψε πάνω απ’ το θύμα της. Το βλέμμα του κατακόκκινο σαν ερινύα.
«Αντρέα», ψέλλισε…
«Αντρέα», φώναξε…
«Αντρέα», ούρλιαξε κι αφέθηκε στη σκοτοδίνη μιας νύχτας που έπεφτε
βαριά στην ψυχή της.

 

 

ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ

Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, ένα συνεχόμενο κυνηγητό της ελπίδας. Μα εκείνη κρυβόταν πότε πίσω από ιατρικά ανακοινωθέντα, πότε μέσα στα μισόλογα γνωστών και φίλων και πότε μπρος στα μάτια των δικών της ανθρώπων, σαν πέφταν ασυμμάζευτες οι σκιές της απόγνωσης.
Η ετυμηγορία καταπέλτης. Προχωρημένος καρκίνος του μαστού, άμεση ανάγκη για χημειοθεραπεία, αδιευκρίνιστες οι πιθανότητες επιτυχίας. Ζήτησε ειλικρίνεια κι άφησε την καρδιά της να μαστιγωθεί μέσα στο ελάχιστο από ζωή που της προσφερόταν.
Εκείνο το βράδυ, της αλήθειας το βράδυ, κάθισε για ώρα πολλή στο κατώφλι της συντροφιά με ένα λειψό φεγγάρι. Σε λίγες μέρες έκλεινε τα τριάντα οχτώ. Ίσως να ήταν και τα τελευταία της γενέθλια σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτηκε και ρίγησε. Όχι στη σκέψη του θανάτου, μα στην έγνοια του ανεκπλήρωτου. Μικρός της φάνηκε ο δρόμος που είχε ήδη διαβεί, ελάχιστος αυτός που είχε απομείνει. Και τι πρόλαβε να κτίσει από όνειρα; Μικρή ήθελε να γίνει γιατρός και να γυρίσει τον κόσμο. Τώρα γύρευε από τους γιατρούς της τη συνέχεια κι ο κόσμος μίκραινε και μαζευόταν, ένα κουβάρι γινόταν που της στεκόταν κόμπος στο λαιμό στης εισπνοής την ώρα.
Γύρισε η μνήμη στα παιδικά τα χρόνια. Στις μυρωδιές από το φρέσκο
ψωμί στην αυλή της γιαγιάς, στα χαρούμενα παιχνίδια με αδέρφια και ξαδέρφια, στα μπάνια στην καταγάλανη θάλασσα της πόλης της. Κι ύστερα ξύπνησε η εφηβεία, θέριεψαν τα θέλω, ήρθαν και τη βρήκαν επιτακτικές οι πεθυμιές. Κάπου εκεί στα δεκάξι της ήταν που έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό μουσικής και φώλιασε μέσα της η επιθυμία να γίνει τραγουδίστρια. Λες και άναψε ξάφνου μέσα της ένα πράσινο φως, που της έδειχνε το δρόμο προς το πεπρωμένο της. Απόρησε η χήρα μάνα. Τραγουδίστρια η κόρη της, τη στιγμή που μάζευε δεκάρα δεκάρα τις οικονομίες της να τη σπουδάσει
γιατρό; Αντίθετους δρόμους γύρευε να διαβεί. Το ’χε σκεφτεί καλά; Πολύ καλά είχε ριζώσει στην καρδιά της η αγάπη για τις νότες, ο καημός για το τραγούδι. Παράτησε τα φροντιστήρια Φυσικής και Χημείας,βάλθηκε να τρέχει στα ωδεία. Ασκήσεις φωνητικής, αρμονία, κιθάρα, όλα σε ένα συνδυασμό που θα της επέτρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την καινούρια, μεγάλη της χαρά. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν πια έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της για τη Βοστώνη και να σπουδάσει σε ένα από τα πιο φημισμένα Πανεπιστήμια του κόσμου στον κλάδο της Μουσικής. Τέσσερα χρόνια ανείπωτης ευτυχίας, τέσσερα χρόνια μοναδικής δημιουργίας.Κάθε νότα κι ένα σκαλί, που την ανέβαζε ψηλότερα στον ουρανό που ήθελε να φτάσει.

Κι ύστερα, σαν γύρισε πια στην πατρίδα, σαν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και βγήκε σε πίστες και συναυλίες, άλλος αέρας φύσηξε μες στην καρδιά της. Τη μεθούσε κυριολεκτικά η στιγμή που αντάμωνε το κοινό της, που γινόταν ένα μαζί του κι άφηνε τη μελωδία να τους ενώσει σε ένα μαγικό ταξίδι. Κι η ίδια ένιωθε τόσο γεμάτη, που άλλο δε γύρεψε για χρόνια στη ζωή της από τούτο το μεθύσι της ερμηνείας. Όχι πως δε βρέθηκαν στο δρόμο της άντρες κατάλληλοι να τη συντροφέψουν. Μα εκείνη όλο και ανέβαλλε, όλο και μάζευε για το μέλλον τα ωραία και τα μεγάλα που της πρόσφερε το παρόν.
Και τώρα, εμπρός της η καταραμένη αρρώστια. Κοίταξε ξανά το μαύρο ουρανό. Πιο λεπτή ακόμα της φάνηκε η φέτα φεγγαριού. Και πιο πολλά τα απραγματοποίητα που μαζευτήκαν στην καρδιά της. Έσφιξε μες στη θέλησή της την απόφαση. Κάθε στιγμή από δω και μπρος ήταν ακόμα πιο σημαντική από εκείνες που φύγανε. Ήθελε πολλά, θα αγωνιζόταν έστω και για τα λίγα. Πρώτη φορά πρόσεχε τη λάμψη των αστεριών, πρώτη φορά ανέπνεε μες στη νύχτα τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου. Και πρώτη φορά που θα ’θελε να μπει στο σπίτι και να χαϊδέψει το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού της παιδιού.
Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, μέχρι που εκείνος λιποψύχησε κι εγκατέλειψε τον πόλεμο. Οι γιατροί μίλησαν για θαύμα. Μα εκείνη το ήξερε καλά. Δεν είναι θαύμα η θέληση ενός ανθρώπου για ζωή. Κινητήριος δύναμη είναι, που ανατρέπει τα πικρά τα δεδομένα.
Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Κι εκεί αντάμωσε τη λεπτή σιλουέτα της μέσα στο μακρύ λευκό φόρεμα. Ανέβηκε ύστερα στο πρόσωπο, εστίασε στα δυο της μάτια, που πάλευαν να συγκρατήσουν ένα κομμάτι φως στις δυο τους ίριδες. Τα μάγουλά της πρόβαλλαν χλομά ακόμα απέναντι της. Κι ύστερα το βλέμμα ανέβηκε, έφτασε μέχρι το κεφάλι. Το γυμνό κεφάλι, που είχε αφήσει χωρίς μαλλιά η τρίχρονη χημειοθεραπεία. Το άγγιξε με χέρι τρεμάμενο, ενώ το χείλι έπνιγε ένα μικρό λυγμό. Δίπλα της η περούκα με τα μακριά ξανθά μαλλιά την κοίταζε αναποφάσιστη.
Το θέατρο κατάμεστο από κόσμο. Η ορχήστρα στη θέση της είχε αρχίσει ήδη να παίζει την εισαγωγή από το πρώτο της τραγούδι. Κι εκείνη βάδισε στη σκηνή με ξεγύμνωτη καρδιά, με το κεφάλι όρθιο. Αυθόρμητο το χειροκρότημα, της έφερε δάκρυα στα μάτια. Κι έτσι, χωρίς φτιασίδια, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς την άλλοτε περήφανη κόμη της να προσθέτει στην εμφάνισή της, άφησε το τραγούδι της να γλιστρήσει από την ψυχή της και να φτάσει μέχρι την ευαισθησία όλων εκείνων που πήγαν να την ακούσουν είτε από θαυμασμό είτε από απλή περιέργεια. Κάπου ανάμεσα στο πλήθος, στις πρώτες σειρές, συνάντησε το βλέμμα του. Ο Θέμης, μια ηλιαχτίδα από τα εφηβικά της χρόνια, συμμαθητής στο Γυμνάσιο, το πρώτο ερωτικό της σκίρτημα. Δυο φορές της είχε κάνει πρόταση γάμου, δυο φορές είχε αρνηθεί. Στύλωσε τα μάτια της στα δικά τον και του ψιθύρισε σιωπηρά πόσο πολύ αγαπούσε πια τη ζωή, πόσο πολύ εκτιμούσε την κάθε στιγμή που της χάριζε.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

 

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΖΑΛΗ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 29/08/2018

«Μια κόκκινη λίμνη στα μάτια»

Μεγαλώνει ο κόσμος τα βράδια
γίνεται μια τεράστια σκιά στον τοίχο
όμοια μ΄ ένα λουλούδι
που σχηματίζουν για αρχή δυο χέρια παιδικά
Κι όταν περάσουνε τα χρόνια
εκείνη η παλιά σκιά μεταμορφώνεται
σε πεινασμένο λύκο

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου «Χειμερία Ζάλη» αποτελεί πρόκληση για τις συμβάσεις της λογοτεχνικής αναπαράστασης. Ο μετωνυμικός της λόγος εκτρέπεται διαρκώς σε γλωσσικές εκφράσεις εξαιρετικής πρωτοτυπίας. Η συλλογή, αρκετά πλούσια, με 138 ποιήματα, έρχεται να εμπλουτίσει την κυπριακή και ελληνική λογοτεχνία, εφόσον η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου, που κατάγεται από την Αμμόχωστο, έχει ήδη μια ενεργό και βραβευμένη παρουσία στα κυπριακά και ελληνικά γράμματα όχι μόνο στο χώρο της ποίησης, αλλά και της παιδικής λογοτεχνίας, όπως και του διηγήματος.

Εάν θελήσουμε να χρησιμοποιήσουμε όρους ψυχαναλυτικούς, μπορούμε κάλλιστα να ισχυριστούμε πως η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου, στη συλλογή «Χειμερία Ζάλη», κινείται συνεχώς ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αντιρρεαλιστικό. Αυτό το λογοτεχνικό δίπολο ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν ονόμασε συμβολικό και φαντασιακό. Το συμβολικό το εντόπιζε στη ρεαλιστική λογοτεχνία, στον κόσμο της πατριαρχικής τάξης και της λογικής. Το φαντασιακό, αντίθετα, έλεγε πως είναι ο κόσμος στον οποίο η γλώσσα κινείται πέρα από τη λογική και τη γραμματική, με τον τρόπο της ποίησης.

Τα δύο αυτά πεδία στη συλλογή της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου συνυπάρχουν και συλλειτουργούν μέσα από συνεχείς επιδρομές του φαντασιακού στο συμβολικό, γεγονός που υπονομεύει τη ρεαλιστική απεικόνιση των πραγμάτων και δημιουργεί ποιήματα σαν μυθοπλασίες. Στην πραγματικότητα, η Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου, αναπαριστώντας μετωνυμικά τις καταστάσεις, μας χαρίζει μια ποιητική συλλογή ιδιαίτερα εκφραστική και παρεκκλίνουσα σε σύγκριση με τις συνήθεις λογοτεχνικές αναπαραστάσεις.

Στην ποίησή της η γλωσσολογία κατακυριεύει τη λογοτεχνία. Η ποιητική καθίσταται τέχνη λεκτικής δομής, ενώ το ασυνείδητο- ο πυρήνας της ύπαρξής μας, σύμφωνα με το Λακάν- που είναι γλωσσικό, εξεικονίζει έναν κόσμο πέρα από την ευστάθεια του ρεαλισμού, έναν κόσμο πρωτότυπα ποιητικό.

ΜΙΑΣ ΧΡΗΣΕΩΣ

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια
Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης
Κρατάω τη μοναδικότητα
Την περιθάλπω στοργικά
ως παρακαταθήκη επανάληψης
Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως
Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης
από πεζοδρόμια χωρίς πόδια
από παράθυρα δίχως πρόσωπα
Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους
Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης

«Εστίαση στο μήνυμα χάριν του μηνύματος». Αυτό είναι η ποιητική λειτουργία, «η ρηματική τέχνη» ή «η τέχνη της γλώσσας», σύμφωνα με τον R. Jakobson. «Η τέχνη των λέξεων», σύμφωνα με τον Todorov. Αυτό εφαρμόζει η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου και μας χαρίζει μια γλώσσα ανοίκεια, γεμάτη συνυποδηλώσεις για θέματα καθημερινά και βαθιά ανθρώπινα. Ο λόγος εκπηγάζει δυνατός, λυρικός, με αντιθέσεις και εικονοποιήσεις, σαν κινηματογραφική ταινία. Συχνά επαναστατώντας στις ορθολογιστικές επιταγές, καθίσταται υπερρεαλιστικός, χωρίς ωστόσο ποτέ να αποσαθρώνεται, διατηρώντας πάντοτε τη γλωσσική δομή και το νόημά του. Κερδίζει έτσι σε δραματικότητα.

{…}

Ένα χειμώνας βαρύς ξεσηκώθηκε με κατακόκκινο χιόνι
Και βγήκε έξω η γιαγιά
βάζοντας στα χείλη λίγο χιόνι για κραγιόν
Ήτανε τόσο πολύ το κρύο
Και τόσο λίγη η θέρμη από το άγνωστο

Στην ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου καθρεφτίζεται ο κόσμος μας, ο κόσμος των διαψεύσεων, της υπαρξιακής μοναξιάς, του θρυμματισμένου ονείρου. Αντανακλάται η συναισθηματική γήρανση του σύγχρονου ανθρώπου, η αίσθηση του εφήμερου που τον καταθλίβει, η συνεχής ροή που σβήνει τα ίχνη του στο πέρασμά της, η πολτοποίησή του μέσα στη μάζα. Αναρριχώμενο φυτό ο άνθρωπος, κουρασμένος από αυτά τα περιδέραια από λέξεις, τα χρυσοποίκιλτα λόγια. Ένας πόλεμος ο χρόνος με αποκλειστικότητα στα θανάσιμα όπλα. Το μοιρογνωμόνιο στραβό, μας αξιώνει πάντα με λάθος γωνίες. Άστεγες πάντα οι μεγάλες αγάπες μας, με ένα ρίγος από κρύο ή πυρετό. Βρέχει τη θλίψη, ρίχνει καταρρακτωδώς τη λύπη κι εσύ απλώς σαν καλή νοικοκυρά του κόσμου μαζεύεις με ένα σφουγγαρόπανο όλη την πλημμύρα του πόνου.

Το σύνηθες φόντο στα ποιήματα της Αρτεμίου – Φωτιάδου είναι η νύχτα, το ματωμένο χιόνι, το κρύο, ο χειμώνας. Χειμερία η ζάλη του σημερινού ανθρώπου, του κουρασμένου από την αβεβαιότητα του ανεκπλήρωτου κόσμου, όπου η αγάπη ψάχνει το κατάλληλο ένδυμα για να μην κρυώνει, να μην καίγεται, να μη λιώνει. Σε πρώτη ζήτηση πάντα λέξεις λεπτές ευαίσθητες, αέρινες, ντυμένες πρόχειρα με χάδια της ανάγκης. Η σειρήνα μια πανάρχαια κραυγή από χορό αιώνιας τραγωδίας και στο δρόμο ένα απορριμματοφόρο γεμάτο χίμαιρες. Ζωή με έρωτα και θάνατο αντάμα.

Ποίηση εσωτερική η Χειμερία Ζάλη της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, ενδοσκοπική, υπαρξιακή, ερωτική. Με λυρισμό και ρομαντική οπτική. Ποίηση άμεση, σε δεύτερο πρόσωπο, με λέξεις που σφηνώνονται στην καρδιά και καίνε. Με λεξιλόγιο πλούσιο, από τη θρησκεία, την οικονομία, τη ζωγραφική, τα μαθηματικά. Με παρηχήσεις, συνεχή λογοπαίγνια, παιχνίδισμα λέξεων εφευρετικό και πρωτότυπο, όπου οι γνωστές και συνήθεις εκφράσεις ανατρέπονται (Καιρός ανέστη, Αλίκη των τραυμάτων, τριάντα μέρες αργύρια). Ποίηση σιγανή, που όμως συγκλονίζει. Με αφηγηματικότητα, θεατρικότητα και ρυθμό. Για τη φθορά του ανθρώπου, της ερωτικής σχέσης, για τη ματαίωση, τη χαμένη απόληξη.

Κάνοντας χρήση της μυθικής μεθόδου, βασικής τεχνικής της μοντερνιστικής γραφής, η ποιήτρια με τους αρχαίους μύθους προσπαθεί να εκφράσει τη σύγχρονη ιστορία.

ΣΕ ΑΓΟΝΟ ΝΗΣΙ

Άτυχος Θησέας λογιέμαι
Η Αριάδνη με εγκατέλειψε σε άγονο νησί
γεμάτο ψαροκόκαλα από προϊστορικά φτερά
Θάβει η άμμος ουρανό
σαν πέσει ένα φτερό
από ψόφια επιθυμία
Ο Μινώταυρος πλέον ξαποσταίνει
σαν γέρος ναυτικός
που τον καπνίζει ο θάνατος
και αμολάει λίγο λίγο ψηλά το ριζικό του
Κύματα άλλα δεν καταπίνω
Μονάχα αλκοόλ.

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου ακούγεται με άρπα και τσέλο σε όλα τα μινόρε. Την αισθάνεσαι σαν δάγκωμα σκορπιού μέσα στο λιγοστό φως της νύχτας. Συντηρεί έναν στίχο Σαχτουρικό, σπαραχτικό. Αντιστρατεύεται τους εγωτικούς ισχυρισμούς, τα ρήματα Επιμένω, Επιβάλλω, Επιτίθεμαι, που κατακλύζουν την εποχή. Αρέσκεται στο ρήμα «επιμένω», τις εμπύρετες νύχτες, όταν τα φαρμακεία της σκέψης είναι κλειστά {…} προσμένοντας παυσίπονα δισκία του ήλιου. Ψέγει τις τυπικές οικογενειακές σχέσεις, τα απογεύματα στον κήπο πίνοντας παγωμένη αφηρημάδα.

Δουλεύει με τις εποχές του έτους και απευθύνεται συχνά στη μέρα, σε δεύτερο πρόσωπο. Μέρα αν- ήμερη, Μέρα, αν- ήσουν – ήμερη, Μέρα, Με πόσες λέξεις γράφεται η πρότασή σου; Με τι σημείο στίξης δηλώνεται το στίγμα σου; {…} Μέρα, Γύρισέ με ανάποδα, Τίναξέ μου τη θέληση, {…} Μέρα, Με γέμισες τεράστιες κερκόπορτες.

Ο επιβλητικός ποιητικός κόσμος της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου στη Χειμερία ζάλη μπορεί να είναι εξπρεσιονιστικός. Μπορεί να απεικονίζεται στις αγωνιούσες μορφές της «Κραυγής», του Νορβηγού ζωγράφου Έντβαρτ Μουνκ, με μοτίβο τον υπαρξιακό τρόμο και χρώμα κόκκινο του αίματος. Όμως ανθίζει Δεκέμβρη μήνα, όταν οι άνθρωποι αγκαλιάζονται. Τότε, ο χρόνος αρχίζει, αντί να τελειώνει. Ο μετωνυμικός κόσμος της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου διαβαίνει τη μέρα με τα ψηλά τακούνια της αξιοπρέπειας, όσο λιθόστρωτη και αν είναι. Και βέβαια υποκλίνεται στην αγάπη.

Μόνο η αγάπη αλλάζει προορισμό
Μόνο η αγάπη μεταποιεί τον κόσμο
Και μια παλιά, κουρελιασμένη, παλιομοδίτικη ζωή
σε κάποια όχθη πεταμένη
γίνεται τώρα νερολούλουδο
Να στάζει μόνιμα το άγιο νάμα

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

στίγμαΛόγου 20/4/2018

Φέτος δεν έχουμε βροχές
Είπες
Κοιτάζοντας τη ραγισμένη κρούστα του καιρού
Σκάβει πολύ ο ήλιος το περίβλημά μας
Τόσο που απρόσεχτα εξακοντίζει τον Θεό
στα δώματα της απουσίας του
Ύστερα
εσύ
εγώ
μια κλίση προς τα άνω
αβεβαιότητας
Και το εμείς στο πρώτο πρόσωπο ενικού

«Ραγισμένη Κρούστα»

Στη νέα της συλλογή, η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, βαθιά ανθρωποκεντρική, μιλάει για τον άνθρωπο και τη σύγχρονη εποχή, για το πέρασμα του χρόνου, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τον έρωτα και τον θάνατο, για την ζωή και την αγάπη, με το δικό της χαμηλόφωνο, ιδιαίτερο τρόπο. Στην Χειμερία ζάλη οι λέξεις αποπνέουν μια καρτερική αναμονή ανθοφορίας.

Η ποιήτρια κοιτάει τον άνθρωπο της εποχής της κατάματα και τον βρίσκει χαμένο και μόνο, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χωρίς εκείνη την ειδική βαρύτητα που χρειάζεται να έχει η προσωπικότητά του για να αφήσει τα ίχνη του στον χρόνο, για να γράψει την προσωπική του ιστορία.

Η ερημιά της ψυχής του φανερώνεται σε όλο το μεγαλείο της τη νύχτα, όταν ο μοναχικός άνθρωπος ανοχύρωτος μες το σκοτάδι μάταια παλεύει μέσα του να βρει ένα φως.

Είναι αυτό το πιωμένο χέρι που τρεκλίζει επάνω στο κλειστό πορτατίφ/ Εδώ και χρόνια επιχειρεί μέσα στα μεσάνυχτα να ανάψει ένα φως/ Είναι η ώρα που ακούει όλους τους αποδημήσαντες/ να επισκέπτονται ένα αφημένο πάθος/ μια ζωή απρόσμενα κομμένη στα δύο/ Είναι εν τέλει ο θάνατος η άλλη σκέψη;

Η ποιήτρια χαρακτηρίζει την εποχή μας, εποχή μιας χρήσεως. Μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, στερημένους από την μοναδικότητά τους. Μια εποχή που φτιάχνει ανθρώπους απρόσωπους σαν αγάλματα, με μαρμάρινα συναισθήματα και ένα κενό μέσα τους· ζουν μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου.

…Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως/ Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης/ από πεζοδρόμια χωρίς πόδια/ από παράθυρα δίχως πρόσωπα/ Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους/ Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης.

Η ποιήτρια, κόντρα στο ρεύμα των καιρών, επιχειρεί να αντισταθεί σε αυτή τη διαδικασία φθοράς, να ανάψει με την ποίηση της ένα φως μες το σκοτάδι.

Στην ποίηση της περιθάλπει τη μοναδικότητα.

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια/ Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης/Κρατάω τη μοναδικότητα/ Την περιθάλπω στοργικά/ ως παρακαταθήκη επανάληψης…

Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη ζωής και συμβολίζει εδώ τον έρωτα και την αγάπη, που έχουν την ίδια ιδιότητα να βγαίνουν εκτός ορίων, να ξεχειλίζουν ορμητικά! Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέλμα, παραμένει υποταγμένος και στάσιμος σε μοίρα που του επιβάλλεται από τους καιρούς, χωρίς να έχει τη δύναμη να την αλλάξει. Το συναίσθημα είναι δύναμη ζωής. Η αγάπη είναι το συστατικό που λείπει, σε αυτούς τους άνυδρους καιρούς, για να γεμίσει το εσωτερικό κενό, ώστε να πάψει η ψυχή να γίνεται αντίλαλος της νύχτας.

Μόνο η ρευστότητα μπορεί να δραπετεύσει/ από ένα σχήμα σαν γκρεμό/ κι ο άνθρωπος νερό θα πρέπει να γεννιέται…

Και αλλού:

…Μόνο η αγάπη αλλάζει προορισμό/ Μόνο η αγάπη μεταποιεί τον κόσμο/ Και μια παλιά, κουρελιασμένη, παλιομοδίτικη ζωή/ σε κάποια όχθη πεταμένη/ γίνεται νερολούλουδο/ Να στάζει μόνιμα το άγιο νάμα

Η ποιήτρια καλλιεργεί το έδαφος της καρδιάς σαν επίμονος κηπουρός, μέχρι να γίνει γόνιμο, να το δει να ανθίζει. Φυτεύω τη ζωή σε χρόνο γόνιμο/ Με απαλές κινήσεις/ Με του ιδρώτα πότισμα/ Με λιπάσματα για εξόντωση των άγριων ημερών…

Η ποίησή της προσδίδει μια μορφή ιερότητας στις καθημερινές συνήθειες, στις ρουτίνες της ημέρας, αποτυπώνει μια στάση ζωής.

Πάντα έρχεται η ώρα για το δείπνο
Έχει σημασία τι θα στρώσει κανείς για βράδυ
Σε τι εντέλει θα προσευχηθεί
Έχει σημασία σε τι θα σηκώσει το ποτήρι της ανάγκης

Άσπρο πάτο
ή άσπρη ζωή;
Η ποίηση της είναι μια συνεχής αναζήτηση του άλλου, ένας ανοιχτός διάλογος, με λέξεις ευαίσθητες και συναισθήματα εύθραυστα, για εκείνην ο άλλος είναι συχνά ανοιχτό βιβλίο.

…Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
Βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό και δεν αντέχεται

Η φύση έχει ιδιαίτερα έντονη παρουσία, συχνά αλληγορική στα ποιήματα, με τον κύκλο των εποχών να συμβολίζει το πέρασμα του χρόνου και τον κύκλο της ζωής. Το νερό και το φως συμβολίζουν την αγάπη, η άνοιξη τον έρωτα, το κρύο και η ξηρασία τη μοναξιά, το σκοτάδι τον φόβο… Οι συμβολισμοί είναι απλοί, ωστόσο χρησιμοποιούνται με ευρηματικότητα.

Το πέρασμα του καιρού είναι μια περιδίνηση γύρω από την ύπαρξη που σχηματίζει κυκλικές διαδρομές, με το τέλος κάθε φορά που κλείνει ένας κύκλος να σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένα νέο ταξίδι, με τις αποσκευές του ανθρώπου πλουσιότερες σε εμπειρίες. Ακόμα κι όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει δρόμος:

Ν΄ανάψεις ένα δρόμο είναι το ζητούμενο/ Εκεί που σβήνει μία διαδρομή/ να΄χει φωτιά το μάτι σου να δει/ να πυρπολήσει όσα δεν φαίνονται.
Η ποιήτρια γράφει για τις διαδρομές της ζωής της: Μια ανάβαση έψαχνα σ’όλες τις διαδρομές/ Έβλεπα μονίμως ένα φως/ στον τελευταίο όροφο αναμμένο/ Όλες οι μέρες μου/ με ένα τέντωμα του κεφαλιού ψηλά/ και βλέμμα ανεμόσκαλα

Ο έρωτας φέρνει απότομα στην καρδιά την άνοιξη, αν και έξω είναι ακόμα χειμώνας. Κράτα σφιχτά το χέρι μου/ να νιώθω τα σμήνη της αγάπης σου/ να με πολιορκούν μέχρι τελικής ανάγκης/ Έτσι, σου λέω, παραδίνομαι/ με μια λευκή καρδιά να κυματίζει/ ίδια με ανοιξιάτικο σύννεφο/ Μέσα σε τόσο φως τι άλλο να ψάχνει το σκοτάδι μου/ Μονάχα τη λαμπρότητα/ των δυο μικρών παράδεισων/ στην άκρη των χειλιών σου…

…«Κοίτα/ Είμαστε επιτέλους δέντρα που αγκαλιάζονται», μου είπες/ Κι εγώ άνθισα πιο τρελή από αμυγδαλιά/ έναν Δεκέμβρη μήνα που ο χρόνος άρχιζε/ αντί να τελειώνει.

Κάποτε ένας αγέρας που έρχεται να πάρει λίγο τα περάσματα ανάμεσα στα χρόνια φέρνει στην ποίησή της εικόνες από τα περασμένα, από την παιδική ηλικία, αναμνήσεις από αγαπημένους που έφυγαν. Πότε έφυγες;/ Χτες ακόμη σκάλιζες με τα μάτια σου τον ουρανό/ Φύτευες νέα άστρα/ άνθη αναρριχώμενα/ που σαν ατίθασα μαλλιά ξέφευγαν απ’ το κεφάλι αγγέλων και έπεφταν ίδια με ταξίδι Ραπουνζέλ/ κάτω από το μπαλκόνι του κόσμου/ Να ανέβει έλεγες,/ τρελά ερωτευμένος ο καιρός… …Τουλάχιστον να έδινες την απαραίτητη/ ενός μηνός προειδοποίηση/ Να’ χω τριάντα μέρες αργύρια/ να εξαγοράσω τον προδότη χρόνο.

Η ποίησή της ξέρει να φτιάχνει μικρά καράβια από λέξεις το σούρουπο, να ζωγραφίζει μια θάλασσα, ένα νιο φεγγάρι την ώρα που αποσύρεται ο κόσμος στο αδιάφανο και μεγαλώνουν οι σκιές. Η ποίηση της είναι παρηγορητική, κερνάει ψωμί κι αντίδωρο, βρέχει τη σκέψη με κρασί για να μεθάει την πίκρα, να ξεγελάει το πέρασμα του χρόνου. Στα ποιήματά της κάποιες φορές ακούγεται να σεργιανά ένα τραγούδι.

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΤΗΣ
Και τη στιγμή εκείνη
Που συλλογίζεσαι πως είσαι μόνος
Έρχονται και κάθονται μέσα σου
Τόσοι χαμένοι κόσμοι
που λίγο να σκύψεις στα ναυάγιά τους
μπορείς να ξεχαστείς τα βράδια σου
σαν πειρατής χωμένος σε θησαυρούς που χάθηκαν
σε μια σταγόνα αναβολής

ΚΟΚΚΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ
Σε κοιτάω κάθε μέρα στους δρόμους
ανάμεσα στις μοναξιές που διασταυρώνουν με τόση προσοχή
τα κρύα νερά του κόσμου
Δίχως μια λέμβο
Χωρίς σωσίβιο
Με την ανάγκη μόνο παραμάσχαλα
καθώς εκεί ακριβώς στα φανάρια
λίγο πριν ανάψει πάλι κόκκινο
και σταματήσει η ευκαιρία
ξυπνά μια πράσινη χλόη από τη χειμερία ζάλη της
Κι έτσι παραπατώντας
ζητά να φυτευτεί στην άλλη όχθη
με τα τρεχούμενα λόγια
την ψιλή βροχή
τα μεγάλα, βαθύσκιωτα χρόνια
Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό και δεν αντέχεται

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr 30/4/2018

Ο «χειμερινός» μετωνυμικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Γράφαμε παλαιότερα πως η κυπριακή ποίηση της νέας χιλιετίας φαίνεται να έχει πλησιάσει την αδελφή ελληνική. Τόσο η εύκολη επικοινωνία με τις νέες τεχνολογίες όσο και το βάθος που απέκτησε μετά την Ανεξαρτησία η λογοτεχνική παιδεία στη νήσο και οι συχνότερες επαφές των καλλιτεχνών της Μεγαλονήσου και της βαλκανικής Ελλάδας έφεραν σε έναν κοινό παρονομαστή την ποιητική παραγωγή, θεματικά και εκφραστικά. Άλλωστε, τούτη η περίοδος έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά στα δύο κράτη: η οικονομική κρίση και οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή με την ανάδυση του προσφυγικού προβλήματος μοιάζουν να ταλαιπωρούν και τις δύο ελληνόφωνες οντότητες.

Και θεωρούμε λάθος η εθνική ποίηση να περιορίζεται μόνο στα σύνορα της Ελλάδας, επειδή σε αυτά περιορίζεται η κυκλοφορία περιοδικών και βιβλίων ποσοτικά -χωρίς να διατηρούμε μία κομφορμιστική αντιμετώπιση προς όλους. Άλλωστε κάτι τέτοιο παρατηρείται και με τη λογοτεχνία της ομογένειας. Μόλο που ένα μέρος Κυπρίων ποιητών φτάνει πιο εύκολα στο εν Ελλάδι ποιητικό κοινό εκδιδόμενο από ελλαδικούς εκδοτικούς οίκους (Κολοσιάτου, Κυριακίδης, Αντωνίου. Φωτιάδου, Μ. Παπαδόπουλος κ.ά), οι υπόλοιποι σπάνια μελετώνται μένοντας μακριά από την κριτική προσέγγιση (Καϊμακλιώτη, Κουζάλης κ.ά). Σε ένα τέτοιο ποιητικό περιβάλλον εντάσσεται και η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου που είχαμε τη χαρά να εξετάσουμε και παλαιότερα.

Στη νέα της ποιητική συλλογή «χειμερία ζάλη» (Μανδραγόρας, 2017) η ποιήτρια με ευαισθησία και ενσυναίσθηση συμπάσχει στο ανθρώπινο δράμα, τα θύματα του πολέμου και της ζωής. Με επίκεντρο το αυτοαναφορικό υποκείμενο η ποιήτρια στοχάζεται για τον Άνθρωπο με μία υπαρξιακή αναζήτηση. Μιλά για τον χρόνο, τη μνήμη, την ίδια τη ζωή και τις δυσκολίες της, επιβεβαιώνοντας τον Αριστοτέλη που δίδασκε πως η ποίηση μιλά για τα καθόλα. Έτσι βέβαια προσδίδει στην ποιητική της μία οικουμενική διάσταση που ξεπερνά τα στενά εθνικά ή μεσογειακά όρια.

Η γλώσσα της είναι φροντισμένη. Καμία λέξη δεν τοποθετείται τυχαία στη θέση της στον στίχο της Αρτεμίου-Φωτιάδου. Με κυρίαρχα τα ρήματα και τα ουσιαστικά η ποιήτρια ταξιδεύει τον ακροατή/αναγνώστη στο μαγικό κόσμο της ποίησης με αντικλείδι για τις πλούσιες μεταφορές της.

Σε όλες τις συνθέσεις της εντοπίζονται αλληγορικές εκφράσεις που διαστέλλουν το συναίσθημα του κοινού. Ο συνυποδηλωτικός της λόγος γοητεύει και συνάμα ξαφνιάζει με τα ανοίκεια ονοματικά ή ρηματικά σύνολα. Οφείλουμε όμως να υπογραμμίσουμε ότι ο μεταφορικός της λόγος δεν εξυπηρετεί μόνο την τέρψη ως αυτοσκοπός, αλλά κατέχει και λειτουργική θέση στην ποιητική της.

Μέσα από την ανοικείωση και σε συνδυασμό με τις συνεχείς αντιθέσεις και αρνήσεις, που εκφράζονται τόσο με αρνητικά μόρια όσο και με προθέσεις στέρησης ή σύνθετες λέξεις με στερητικό αχώριστο μόριο, εντείνει το αίσθημα των ανατροπών με ένα στοιχείο ματαιότητας.

Μα η ποίησή της δεν είναι απαισιόδοξη ή καταθλιπτική. Μέσα στις δυσκολίες ή την τραγικότητα του ανθρώπινου βίου/αγώνα, η δημιουργός αναζητά δυνατές ακτίνες φωτός να ντύσει την αισιοδοξία της, απογυμνώνοντας τον μηδενισμό και τη στείρα άρνηση. Ο έρωτας και η ποίηση είναι τα ουτοπικά όπλα του ανθρώπου απέναντι στις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής. Είναι η δύναμη που του προσφέρουν να συνεχίσει χαρίζοντας χρώματα και χαμόγελα, όταν όλα ανατρέπονται.

Την ίδια στιγμή οι μετωνυμίες συμβάλλουν στον εικονοποιητικό της λόγο. Και αξίζει να υπογραμμίσουμε την εγγύτητα της έκφρασης της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου με την ελλαδική «ποίηση της περιφέρειας», όπου το φυσιολατρικό στοιχείο εισέρχεται τόσο αβίαστα στην εικαστική της. Το κοινωνικό στιγμιότυπο και η βιωματική επαφή με τη φύση αποτελούν στη στιχουργική της μία αδιάσπαστη ενότητα, που με φυσικότητα συνδέει ο μεταφορικός της λόγος.

Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η αποτύπωση των κοινωνικών παραστάσεων στο ποιητικό της καναβάτσο. Όπως τα στοιχεία της φύσης, έτσι και τα κοινωνικά στιγμιότυπα εντάσσονται αβίαστα στη στιχουργική της. Μα μέσα στη μετωνυμική της έκφραση αποκτούν μία αλληγορική διάσταση που επιτρέπει στον στοχαστικό περιεχόμενο να ισορροπεί με νοηματική ασφάλεια. Με την ίδια όμως φυσικότητα εντάσσεται και το θρησκευτικό ή το μυθολογικό στοιχείο, αν και το τελευταίο διατηρεί μία παρωδιακή λειτουργία. Άλλωστε και τα δύο αποτελούν πια αδιάσπαστο τμήμα της λαϊκής κουλτούρας με έτοιμα σύμβολα.

Πολύχρωμες εικόνες και μια διαρκής κίνηση αναδύονται από τους στίχους της. Οι προσωποποιήσεις και οι παρομοιώσεις με τις ανοικειωτικές μεταφορές δημιουργούν ένα πλέγμα στοχασμών, το οποίο εκτοξεύεται με την επίκληση των αισθήσεων και των συναισθημάτων. Βέβαια, αυτό που διακρίνει την ποιητική της Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι ο συγκερασμός εικόνας και στοχασμού σε μία εξόχως ενδιαφέρουσα ισορροπία πάνω στο σκοινί της μετωνυμίας.

Και ταυτόχρονα δημιουργείται μία αλληγορία γύρω από το εξομολογητικό ύφος, καθώς ο πρωτοενικός υποκριτής στη σκηνή των στοχασμών λειτουργεί ως ένα συλλογικό υποκείμενο, πώς ένα α’ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο. Μα τούτη η μετωνυμία δεν εμποδίζει την ενδοσκόπηση, αλλά ούτε οδηγεί σε κάποιο ποιητικό εγωκεντρισμό. Έτσι η ποιητική αυτοβιογραφία καταλήγει να γίνεται αυτοβιογραφία του ακροατή/αναγνώστη, με μία ποιητικοσκηνική στιχουργία που διαμορφώνει η χρήση του α’ ενικού προσώπου και οι συχνές ερωτήσεις, όπως βέβαια και τα διαλογικά μέρη.

Αξίζει να υπογραμμιστεί πως η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι ακουστική. Ενεργός ο στίχος, μέσα στο εμπλουτισμένο γλωσσικό ύφος της προφορικότητας, αδιαφορεί για την οπτική αποτύπωση των λέξεων, όπως συχνά παρατηρούμε σε ακανόνιστα τοποθετημένους στίχους κλπ. Συνδέεται σε μήκος με το ρυθμό και την κλιμάκωση της συναισθηματικής έντασης.

Μολονότι η κυπριακή ποίηση έχει ιστορικά παραδώσει εξαιρετικά έργα, μόνο τα τελευταία χρόνια η κριτική ενέσκηψε στην ποιητική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Βέβαια, έχουμε αρκετές σημαντικές μελέτες για την εκεί ποίηση, αλλά συνήθως περιορίζονται σε ανθολογίες και ιστορικές διαδρομές της καλλιτεχνικής ανάπτυξης στο νησί. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και σε σχολικά εγχειρίδια πολύ λίγα ποιήματα Κυπρίων ανθολογούνται, με αποτέλεσμα Ελλαδίτες να μη γνωρίζουν -συνήθως- ούτε έν

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΑΛΗΘΕΙΑ 28/11/2017

Για να διαβάσεις αυτή την ποιητική συλλογή και να τη νιώσεις να φυσάει, σαν αύρα, στα τρίσβαθα της ψυχής σου πρέπει, κατά την άποψή μου, να έχει
βραδιάσει, να χορεύουν βαλς τα άστρα στον ουρανό, να πέφτει λοξή, τρυφερή,
βροχούλα, να ακούς ένα παιδικό γέλιο, μια εφηβική ανάσα, ένα γεροντικό μοιρολόι, μια μελαγχολική μπαλάντα του Μάνου Χατζιδάκι, να τεντώνεις τις κεραίες των ανησυχιών σου και, φυσικά, να κουρνιάζεις σε μια αγκαλιά που μυρίζει αγάπη και κρινολούλουδα. Αυτά, βεβαίως, για να είναι, ας μου επιτραπεί ο όρος, το «ντεκόρ» κατάλληλο ώστε να απορροφήσεις, για την
ακρίβεια: να προσκυνήσεις, την ανάγλυφη πανδαισία των στίχων.
Φώτα και σκοτάδια αντάμα, τη μια στιγμή χαρά, την άλλη στιγμή λύπη και, σε κάθε περίπτωση, ο απαστράπτων λυρισμός της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου η οποία, τρυφερή και ευαίσθητη, γράφει, ή μάλλον, καταγράφει, πρόσωπα και αισθήματα, πιασμένα χέρι-χέρι, καθώς από τις φυλλωσιές της καρδιάς πετάνε ελεύθερα τα πάντα: η αγάπη, η συμπόνια, η επαλήθευση, η διάψευση,
το ορθό, το λάθος, το ορθό του λάθους και το λάθος του ορθού, η μοναξιά που βυθίζεται, σε ζαρωμένα σώματα, σαν μαχαιριά, η ελπίδα που φοράει τα ρούχα μιας πεταλούδας, η απελπισία που φοράει τα ρούχα μιας κάργιας, ο υπαρξιακός ίλιγγος, η παχυδερμία του χρόνου που σαρώνει σαν ανεμοστρόβιλος, η συνειδητοποίηση της βιολογικής, και της άλλης, φθοράς, η εγκατάλειψη μα, ταυτόχρονα, και η προσκόλληση επάνω στον βράχο με τα κυκλάμινα. Φτάνοντας στο τελευταίο ποίημα αυτού του έξοχου, ποιητικά και συναισθηματικά, έργου, έριξα το βλέμμα ψηλά και, τότε, αντίκρισα ένα άστρο πονεμένο και ρακένδυτο, που προσπαθούσε να μαζέψει τους σπασμένους
του βώλους και τα κομματιασμένα του όνειρά. Μετά, έσκυψα και έγραψα, με μαρκαδόρο, στην παλάμη της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου: «Σ’ ευχαριστώ για το γλυκόπικρο ταξίδι που μου χάρισες», και χώθηκα, κυνηγημένος, στο ερημητήριό μου.

ΕΧΩ ΕΝΑ ΜΑΝΤΙΛΙ ΜΕ ΛΕΥΚΗ
ΔΑΝΤΕΛΑ προίκα μιας γιαγιάς με μικρά
πόδια
μεγάλα μάτια
Όσο πιο πολύ συρρίκνωνε ο χρόνος το
κορμί της
τόσο πιο πολύ μεγάλωνε το βλέμμα της
Γινότανε η ίριδα μια τεράστια σπηλιά
να χώσει μέσα όλα τα θηρία
που γεννούσανε τον τρόμο
για το δάσος δίχως δέντρα αειθαλή
Ώσπου κάποιο βράδυ
ένας αγέρας χτύπησε τη σκέψη
Ένας βαρύς χειμώνας ξεσηκώθηκε με
κατακόκκινο το χιόνι
Και βγήκε έξω η γιαγιά
βάζοντας στα χείλη λίγο χιόνι για κραγιόν
Ήτανε τόσο πολύ το κρύο
Και τόσο λίγη η θέρμη από το άγνωστο
Συστολή του συναισθήματος
Διαστολή του πεπρωμένου
Ακαριαίο το τέλος
Από τότε
κάθε φορά που κοιτάω το μαντίλι της
άγραφο ακόμα
-αθώα δυστυχές –
ξέρω πως κάπου ένα περίεργο άστρο
ταξιδεύει
κόκκινο όσο τα χείλη που δεν μάτωσαν
ποτέ
σε έναν ωραίο πόλεμο ζωής

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

Πόσο ανοίγει, ρώτησες,
καταχείμωνα ο καιρός;
Έχει γεμίσει το βλέμμα χαλάζι
Πέφτει μπροστά στην πόρτα μας
Αποκλείει την έξοδό μας
Καθόμαστε ώρες μέσα στη σιωπή
και φανταζόμαστε έναν άλλο χρόνο
με λιακάδα τις μέρες των γιορτών
Με φώτα να λαμπυρίζουν σαν
καλοκαιρινά άστρα
επάνω σε ένα χριστουγεννιάτικο
κόσμο
Ύστερα σηκώνεσαι
Ανάβεις μία ακόμα λάμπα θυέλλης
Κυκλοφορείς σαν νυσταγμένη
νύχτα
που δεν βρίσκει ανάπαυση
για τα κουρασμένα χρόνια της
Υπερήλικη νιότη
Παθήσεις στις αρθρώσεις
των αισθήσεων
Γι’ αυτό η όραση χωράει
μόνο την αφή
Όλα τα άλλα απαγορευμένος
καρπός
Κι ό,τι δεν ζούμε
δεν υπάρχει

ΝΑ ΣΟΥ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΧΕΡΙ

Αν είναι φίλος ο καιρός
πρέπει να σε κερνάει πού και πού
του πρωινού τη δρόσο
ενός φιλιού την οικειότητα
μιας χειραψίας το κουράγιο
Αν είναι φίλος
πρέπει να έρχεται σιμά
το σούρουπο
τις ώρες που καμώνεσαι
πως αψηφάς τον εφιάλτη
Να σου κρατάει το χέρι
Να το σφίγγει σαν μια πέτρα
στο χέρι του Δαβίδ
Να το σηκώνει ύστερα
απαλά μα σταθερά
ενάντια στον Γολιάθ
που προκαλεί τον θάνατό σου

ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΝΝΕΣ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ

Λες πως τα μάτια είναι μικρές
κάννες πυροβόλου
την κάθε μέρα να την βλέπουνε
σαν άσκηση στρατιωτική
Γι’ αυτό ψάχνουν αμείλικτα
τον στόχο
κι ας ξέρουμε όλοι
πως τα φυσίγγια των ασκήσεων
είναι άσφαιρα
Έτσι πεθαίνουν μόνο κουρασμένες
οι προθέσεις
Βρες λοιπόν και γέμισέ τα με φωτιά
από ηφαιστειακή λάβα έστω
και αδρανή
μήπως και περιμένουν
λίγο πάθος για να ανάψουν
Πάρε μια χούφτα λάβα
Πλάσε την σε μεγάλα
ολοστρόγγυλα άστρα
Να πέφτουνε οι σφαίρες σαν
διάττοντες αστέρες και να καίνε
τα αμάραντά μας βράχια
να εξολοθρεύουν εν θερμώ
μικρές μεγάλες πιθανότητες
να επιστρέψει μέσα μας
η εποχή των παγετώνων

ΕΠΑΙΤΗΣ

Κάθισα σαν επαίτης στα σκαλιά
της εκκλησίας
Κυριακή θυμάμαι
Μπαινόβγαινε ο φόβος
τυλιγμένος σ’ ένα μακρύ παλτό
της πίστης
Εγώ μονίμως με ορθάνοιχτη ψυχή
απλωμένη σαν τρεμάμενη
εξομολόγηση αγάπης
Τα μάτια μου έπαιζαν μια μουσική
Άρπα και τσέλο σε όλα τα μινόρε
Προσδοκούσα κάτι από υστέρημα
ευτυχίας
της ευλαβούς εκείνης απορίας
που με κοιτούσε και προσπερνούσε
τον σωσία της
με βήματα κυνηγημένου ζαρκαδιού
Το βράδυ
όταν έβαλα στη σκέψη τη συγκομιδή
μου
ένιωσα το δάγκωμα ενός σκορπιού
μέσα στο λιγοστό φως της νύχτας
που όλο ερχόταν

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Από τη χειμερία ζάλη της ξυπνά μια πράσινη χλόη.
Ο στίχος αυτός μπορεί μέσα στην πυκνότητά του να αποδώσει τα κύρια μηνύματα της ποιητικής συλλογής της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου «Χειμερία Ζάλη». Μια συλλογή που χρειάζεται πολλή μελέτη, γιατί είναι πλουσιότατη σε νοήματα και εκφραστικούς τρόπους, μέσα στο ημίφως και τη σιγαλιά, με εικόνες από την παιδική ηλικία και την μετά από χρόνια πείρα ζωής, που μπορεί και βλέπει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, όσο κι αν αμφιβάλλει, κι αν προβληματίζεται.
Οριακές στιγμές της ζωής και του θανάτου, η προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί το μεταφυσικό και να το γνωρίσει, μια βαθιά πίστη και σταθερή εμμονή στην αξία της εξομολόγησης, οδηγούν σε ποιήματα βαθυστόχαστα με μια φωνή βαθιά και διεισδυτική, πλούσια σε εκφραστικότητα και αμεσότητα επικοινωνίας.
Τα ερωτικά ποιήματα, με χάρη και ειλικρίνεια δοσμένα, αποτυπώνουν το θαύμα της αγάπης και της μεταμορφωτικής της δύναμης.
Στίχοι που κυλούν ομαλά, μελωδικοί, χωρίς πλατειασμούς και χασμωδίες, επιβεβαιώνουν το ευαίσθητο μιας καλλιεργημένης ψυχής, που, παρ’ όλη τη θλίψη, αντιμετωπίζει τη ζωή με αισιοδοξία, κατασταλαγμένη μέσα της βεβαιότητα πως αυτός είναι ο κόσμος μας, έτσι έχουν τα πράγματα.
Άνθρωπος με ήθος, σκάπτει ένδον, διατρίβει στα εντός, και μέσα από τη χειμερία ζάλη αφήνει την πράσινη χλόη του λόγου της ευγενικά να ανθίσει.

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

 

«Φωνήεντα σε περίπτερο», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016
Κύριος πυλώνας ο έρωτας

Η αξιομνημόνευτα παραγωγική ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου έχει πλέον καλά επεξεργασμένη συμβολιστική μεθοδολογία, εύγλωττη, παραστατική και προσλήψιμη. Κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώνει κανείς εύκολα, από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της νέας της συλλογής: «Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια / σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής / Σαν έτοιμη μονίμως για την έξοδο». (σελ. 9)

Η ποίησή της είναι βαθιά ενδοσκοπική, ποίηση εσωτερικού χώρου, με κύριο θεματικό πυλώνα τον έρωτα, που συχνά διανθίζεται και από σπαράγματα ποιητικής: «Αρπάζω τις λέξεις ενώ ακόμα σπαρταρούν / τις περιχύνω με λίγη αρμύρα / από θάλασσα που δεν ταξίδεψα / και τις σερβίρω με ελαφρύ πασπάλισμα μελαγχολίας / Δεν μαγειρεύονται οι λέξεις μου / μα καίγονται / όπως τα όνειρά μου». (σελ. 15)

Πιστεύω πως στη ενδοσκοπική ποίηση της Ε.Α.Φ. ανιχνεύεται μια εσωτερική δυναμική, η οποία και διακρίνεται για μια οιονεί εκρηκτικότητα: «Έχω μέσα μου έναν θυμό / Ανενεργή βόμβα μολότοφ / που ψάχνει τη διαδήλωσή της». (σελ. 24)

Ωστόσο, συνολικά, δεσπόζει η ερωτική θεματική, η οποία, άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια και άλλοτε μένει στον βυθό των στίχων της, αλλά είναι, σχεδόν εσαεί, παρούσα. Και πρόκειται για μια θεματική πολύπλευρη, πολύπτυχη και πολυεπίπεδη, που εξετάζεται ενδελεχώς, πολυπρισματικά και όχι μονοδιάστατα ή μονοσήμαντα.

Συχνά οι στίχοι της Ε.Α.Φ. αποπνέουν ένα συναίσθημα συντριβής, μάλλον με ερωτικό υπογάστριο: «Έκλαψα πολύ μέσα μου / θάλασσες πια οι στεριές και τα βράχια μου / Τα σπλάχνα πλημμύρισαν αλάτι…». (σελ. 26) Στη συλλογή όμως δεν θεματοποιείται μόνο η ερωτική συντριβή, αλλά και η ερωτική ανάταση. Έτσι, συναντούμε στίχους αναθάρρησης, αισιοδοξίας, προοπτικής, με σαφέστατα ερωτικό υπόβαθρο: «Κι αν όλες οι μέρες μας / έρθουν σαν νύχτες / εγώ θα βάζω ήλιο πετράδι στον λαιμό / να γίνομαι αυτόφωτη περιφορά αγάπης». (σελ. 34)

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα όπου ο έρωτας αντιμετωπίζεται ως μια υπόσχεση, μια δέσμευση με μελλοντολογικό χαρακτήρα. Εδώ σωματοποιείται η ερωτική προσμονή, η προσδοκία, ο ευσεβής πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης, έστω κι αν ενίοτε αποδεικνύεται ευσεβοποθισμός: «Η καρτ ποστάλ πανάρχαια πια διαδικασία / Γι’ αυτό μου στέλνεις τα e-mail με χαρακτήρες ελλιπείς / Με υποσχέσεις που εννοούνται / Παρανοούνται ενίοτε / Στην ψευδαίσθηση του ελλιπούς αφήνομαι / και ό,τι είναι / το επεκτείνω / σε μια υπόσχεση καρδιάς». (σελ. 40)

Βασικά, η ποιήτρια υμνεί και το ερωτικό δόσιμο, την αυτοπροσφορά, τη σπονδή, τη θυσία χάριν της ερωτικής πραγμάτωσης, χάριν της ερωτικής κορύφωσης: «Πάει καιρός που έχω να καώ σε τόση λάβα / Χλωρό κορμί που τώρα επιστρέφει / να αποξηρανθώ μέσα στο βλέμμα σου / και να καώ ολόκληρη». (σελ. 54)

Βέβαια, φυσιολογικά και μοιραία, η Ε.Α.Φ. υμνεί και το ατελέσφορο, το ανεπίδοτο, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ενός πάθους που δεν ευοδώθηκε ποτέ: «Κρίμα / Τόση σπατάλη / με κέρματα αγάπης / που δεν εξαργυρώνονται / Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα / μες στα πηγάδια των ευχών / για να πνιγούν». (σελ. 64)

Εντός της θεματικής διαπασών της Ε.Α.Φ. και οι έρωτες που αποδείχτηκαν κατώτεροι των προσδοκιών, χρησιμοθηρικοί και ωφελιμιστικοί. Άλλης μορφής ερωτικο-συναισθηματικά τραύματα κι αυτά, που η ποιήτρια πραγματεύεται αρκούντως ικανοποιητικά, από αισθητικής άποψης: «Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα / φέγγει σαν λύχνο παλιό / το μυστικό φεγγάρι μου / Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν / φόδρες που υποχώρησαν / και με αφήσανε γυμνή / στα βλέμματα τ’ αχόρταγα / αρσενικών ωρών / που σπέρναμε μα δεν γεννούσαν μέλλον». (σελ. 81)

Τέλος, επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στο βιβλίο είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο απραγματοποίητος, αυτός που δεν συντελέστηκε ποτέ, παρά την τόση προσμονή. Έτσι ήλθε η πίκρα και η απογοήτευση: «Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις… / Κάθε βράδυ / Στις δώδεκα ακριβώς / Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια». (σελ. 133)

Όπως και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της, «Η λίμνη των κύκλων», 2014, η Ε.Α.Φ. αντλεί τα βασικά σύμβολά της από τη σύγχρονη καθημερινότητα, γεγονός που τα καθιστά οικεία και προσλήψιμα για τον αναγνώστη.

Θεωρώ τα ευσύνοπτα ποιήματά της ως τα πλέον λειτουργικά, εικονοκλαστικά, ιματζινιστικά και αξιοπρόσεκτα: «Να κρατάς πάντα ένα κλουβί στο σπίτι / Να βάζεις κάθε μέρα την τροφή / Ν’ αλλάζεις το νερό / προσμένοντας ένα πουλί / να νιώσει έλξη απόδρασης / για έναν εγκλεισμό που ετοιμάζεις». (σελ. 19)

Ακόμη μια καλή ευσύνοπτη στιγμή στο βιβλίο, ενδοσκοπική, παραστατική, λιτή, ευπρόσωπη και αισθητικά λειτουργική: «Λύπη / Μην καπηλεύεσαι τις μέρες μου / Σκοτάδι είσαι / και μου κρατάς ένα φεγγάρι στο μυαλό / για δόλωμα». Σελ. 57)

Ωστόσο, θεωρώ πως στα μακροσκελή ποιήματά της η ποιήτρια ενδεχομένως κάποτε να χάνεται μέσα στους συνειρμούς και τη λεξιλαγνία-λεξιθηρία της, με αποτέλεσμα, ο νοηματικός φόρτος να διαβρώνεται και να αποδυναμώνεται. Στιγμές-στιγμές δίνει την εντύπωση ότι γι’ άλλου ξεκίνησε κι αλλού το ποίημα την πήγε. Έτσι όμως η θεματική παραμένει συγκεχυμένη και η στόχευση θολή.

Θέλω να κλείσω με τη διαπίστωση ότι στο βιβλίο της Ε.Α.Φ., σπάνια αλλά πολύ ωραία, επιστρέφουν εικόνες από παιδικές μνήμες, άκρως λειτουργικές και ευπρόσωπες. Εδώ ιχνηλατείται και μια τρυφερή οικειότητα με τα σύμβολα και τις λέξεις: «Βυθίζομαι πάλι στη νύχτα / Ακούω τα μεσάνυχτα να περπατάνε / μες σε ψηλά τακούνια στον διάδρομο… / Λύκε Λύκε / μην είσαι πια εδώ / παίρνω το μπαστούνι μου / και σε κυνηγώ». (σελ. 94)

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Φωνήεντα σε περίπτερο

Λέξεις σε μια χειρολαβή από την Αρτεμίου-Φωτιάδου

23/8/2016/tvxs

Η κριτική για δεκαετίες δεν αντιμετώπιζε την κυπριακή ποίηση ως ισότιμη. Οι σχετικές μελέτες ήταν υπερβολικά λίγες και μόνο τα τελευταία χρόνια -δειλά, είναι η αλήθεια, προς το παρόν- στράφηκαν προς την λογοτεχνική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Και δεν αποτελεί υπερβολή η θέση ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής λογοτεχνίας σφραγίζεται από τις μακρόχρονες πολιτικές περιπέτειες της Μεγαλονήσου με έναν πολιτικό κι εθνικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, όπως σημειώναμε και παλαιότερα, η σύγχρονη κυπριακή ποίηση, με χρονική απόσταση από τα τραγικά συμβάντα της εισβολής, της διχοτόμησης και την εμπειρία των προηγούμενων διακοινοτικών συγκρούσεων, καλλιέργησαν την ποίηση -ως απόρροια της ειρήνευσης- με μία άλλη οπτική. Οι νεώτεροι λογοτέχνες πλησίασαν και παρακολούθησαν την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή διαμορφώνοντας για πρώτη φορά μία εθνική ελληνική ποίηση. Κύπριοι ποιητές συνδέονται άμεσα με την Ελλάδα παρακολουθώντας εκδοτικές δραστηριότητες και συμμετέχοντας σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δράσεις, ενισχύοντας συνεχώς τον ισχυρό δεσμό και εμπλουτίζοντας τελικά την ίδια την ποίηση και την τέχνη.

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «Φωνήεντα σε περίπτερο» (Μανδραγόρας, 2016), είναι υπαρξιακή με έντονο το κοινωνικό στοιχείο ως δομικό συστατικό. Ωστόσο, ξεφεύγει από την εσωτερική ανάγκη και την απελευθέρωση από τις λέξεις και συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον. Πλήθος κοινωνικών παραστάσεων λειτουργούν ως οπλισμός για την οικοδόμηση μιας υπαρξιακής ποιητικής μακριά από το στενό ατομικιστικό πλαίσιο παλαιότερων γενεών.

Αν και παραμένει μία ενδοσκοπική ποίηση εντούτοις περιορίζεται από τις κοινωνικές προβολές και την πλούσια εκφραστική της, ισορροπώντας συναισθηματικά ανάμεσα στην προσωπική αγωνία και την κοινωνική απογοήτευση μέσα σε χώρους γεμάτους φως, χρώματα κίνηση και ήχο.

Η έκφρασή της ισορροπεί σε ένα αραχνοειδές πλέγμα μεταξύ προφορικότητας και εμπλουτισμένης λιτότητας ενισχυμένης με σουρεαλιστικά στοιχεία και λογοτεχνικά σχήματα. Διόλου τυχαία και η επιλογή του λεξιλογίου, που αποκαλύπτει έναν συνεχή αγώνα στιχουργικής επεξεργασίας και γλωσσικής καινοτομίας. Η μουσικότητα του στίχου και ο ρυθμός οδηγούν τον αναγνώστη/ακροατή χωρίς να τον πιέζουν, αλλά αφήνοντάς τον ελεύθερο να συναισθανθεί.

Η εκφραστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου θεμελιώνεται σε μια πολύπλευρη γλώσσα, συμβάλλοντας στη διαρροή του συναισθήματος και στον έλεγχο της έντασης των συνθέσεων. Παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις και αντιθέσεις πλαισιώνουν ενεργητικά τις κοινωνικές παραστάσεις που εισάγει στην ποίησή της και τη ρομαντική διάθεσή της. Δυναμικές γλωσσικά μεταφορές με βάση ασυνήθιστους -ετερόπτωτους ή επιθετικούς- προσδιορισμούς ξαφνιάζουν τον αναγνώστη/ακροατή με την πολυδιάστατη γλώσσα της ποιήτριας· τον συναρπάζουν με τον ποιητικό πλούτο και την εφευρετικότητά της.

Οι μετωνυμίες και οι μεταφορικοί προσδιορισμοί όμως δε στέκουν απλά δίπλα στο προσηγορικό ουσιαστικό ως μία ιδιότητα. Συχνά το χρωματίζουν συνειρμικά με τη μόνιμη χρωματική ιδιότητα της λέξης (πχ το αίμα) ή συναισθηματικά (πχ χάρτινη κουρτίνα, νεογέννητες χειρονομίες, νύχτες ναυαγισμένες, στάζουνε ζωή κλπ). Παράλληλα, συμβάλλουν εικονοπλαστικά πλουταίνοντας τον ήδη δαψιλή καμβά της.

Άλλωστε, η εικαστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πλούσιες εικόνες ζωντανεύουν στο καναβάτσο της· εικόνες γεμάτες κίνηση και ήχο. Συχνά ο ποιητικός χώρος είναι πλήρης ανθρώπων.

Αν και συνήθως η πρωτοενική εξομολογητική έκφραση σκηνογραφικά περιορίζεται σε κλειστούς η περιορισμένης έκτασης χώρους και σκηνοθετικά αποδίδεται με λίγα πρόσωπα, στην περίπτωση της Αρτεμίου-Φωτιάδου η ενσωμάτωση κοινωνικών παραστάσεων μεταμορφώνει την περιοχή. Έτσι, το ενικό πρόσωπο συνειρμικά γίνεται μέρος του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος εγκαταλείποντας την ποιητική ατομικότητα προηγούμενων δεκαετιών. Ταυτόχρονα όμως το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε ένα συλλογικό υποκείμενο εκφράζοντας το γενικότερο συναίσθημα και βασικές κοινές μας αγωνίες και αξίες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιητικής της Αρτεμίου-Φωτιάδου -πέρα από την εικαστική- είναι η ευρηματική αξιοποίηση μίας ιδέας με παραμυθική διάσταση. Μία ανατρεπτική ιδέα αναπτύσσεται σε όλο το ποίημα καθιστώντας τελικά όλη τη σύνθεση μία τεράστια μεταφορά (ένας χάρτης γίνεται ερωτικό σύμβολο, μία ομπρέλα σύνδεσμος χορού κι αγάπης). Το δε αφηγηματικό ύφος μετατρέπει τα ποιήματά της σε μικρές ιστορίες μυθικές έμπνευσης.

Η βραβευμένη -σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία- ποιήτρια διαθέτει μία από τις πιο δημιουργικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης κυπριακής ποίησης. Πολυγραφότατη και με συνεχή επεξεργασία της γλώσσας και του στίχου εκφράζει μία εσωτερική φωνή υπομονής απέναντι στ’ ανθρώπινα βάσανα· μία φωνή πλούσια σε συναισθήματα, φέρνοντας το πρόσωπο στο επίκεντρο της κοινωνίας.

1. Και βέβαια, δε λείπουν οι διαμαρτυρίες από λίγους μελετητές πως διατρανώνουν πως η κυπριακή ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «φτωχός συγγενής» ή σαν ξένο σώμα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στα σχολικά εγχειρίδια (που φέρνουν το άτομο πρώτη φορά σε επαφή με τη λογοτεχνία) σπάνια συμπεριλαμβάνεται κάποιος Κύπριος ποιητής.

2. Εθνική ποίηση βεβαίως δε σημαίνει και ταυτόσημη γεωγραφικά οπτική. Η κυπριακή ποίηση, μέσα από την ιστορική της εξέλιξη, διατηρεί τα τοπικά της χαρακτηριστικά εμπλουτίζοντας την ελληνική ποίηση. Η διχοτόμηση, εκτός από γεωγραφική και πληθυσμιακή, είχε σαν συνέπεια και την περαιτέρω σύνδεση της κυπριακής λογοτεχνίας με την ελληνική, αφήνοντας σε απόσταση του όραμα των τουρκοκύπριων ποιητών για μία κοσμοπολίτικη αυτόνομη Κυπριακή Λογοτεχνία. Άλλωστε, δεν είναι υπερβολή να σημειώσουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι ποιητές είναι, θα λέγαμε, παντελώς άγνωστοι στο ελλαδικό κοινό (βλ. και παλαιότερη κριτική μας στο Μεχμέτ Γιασίν).

 

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου/14/12/2016
«Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Αποθέτω την τέφρα της μέρας
Στα πιο ακριβά κρύσταλλα της νύχτας
Οι νεκροί αξίζουν τις τιμές
Των ζωντανών ονείρων μας[1]

Τα Φωνήεντα σε περίπτερο είναι μια ιδιαίτερα εκτενής συλλογή, ξεπερνάει τα 100 ποιήματα. Το αναφέρω αυτό από την αρχή επειδή είναι ταυτόχρονα ένα θετικό στοιχείο και ένα μειονέκτημα. Η ευκαιρία που δίνει στον εαυτό της η ποιήτρια να ξετυλίξει σκέψεις, γραφή, και προσωπική μυθολογία βλάπτεται από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που εκ των πραγμάτων συναντά κανείς σε μια συλλογή ανάλογης έκτασης. Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι συμπυκνωμένος και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, από την άλλη μεριά όμως βρισκόμαστε απέναντι σε μια ποίηση κατά μια έννοια στατική, χωρίς κίνηση και εναλλαγές. Υπάρχει ισορροπία και η γραφή της είναι γενικά λεία χωρίς μεταπτώσεις, τα leitmotifs της νύχτας, του φεγγαριού, του χρόνου, των χεριών παίζουν με επιτυχία τον ρόλο των θεματικών αξόνων. Δεν είναι πρωτότυπα αλλά παρέχουν ενότητα και εξασφαλίζουν μια συνολική οπτική. Η αίσθηση στατικότητας που ανέφερα και πριν έγκειται κυρίως στην στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στα γεγονότα και στα ποιήματα που προέκυψαν από αυτά. Πάντως επιλέγει να μην τοποθετεί εαυτόν ενεργά απέναντι στα πράγματα, αν και η παθητικότητα δείχνει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου όλα είναι κλειδωμένα στο παρελθόν.

Το πιο έντονο στοιχείο, αυτό που είναι καταλυτικά παρόν στην αρχή τουλάχιστον της ανάγνωσης είναι η λέξη: ως πρωτεύον εργαλείο επικοινωνίας, ως σύμβολο φέρον μαγικές ιδιότητες, ως βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας της ποιήτριας. Όπως και στην προηγούμενή της συλλογή που είχα κοιτάξει πριν κάποιο καιρό, την Διμερή συμφωνία, υπάρχει ακρίβεια στην έκφραση και στην απόδοση, αυτό το στοιχείο είναι και εδώ χαρακτηριστικό και μάλιστα εξελίσσεται κατά τη γνώμη μου στην πιο μεγάλη αρετή αυτής της δουλειάς.
Σε αντίθεση με ό,τι είχα διαβάσει από την ίδια παλιότερα, εδώ είδα την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας: χωρίς φως, με το κρύο να υπολανθάνει (περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν κυριολεκτική παρουσία), με μια κατακρημνισμένη και διαρρηγμένη ενότητα του εγώ, και μια αίσθηση κενού στο στόμα ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ακόμα και τις φορές που φαίνεται να υπάρχει ελπίδα, αυτή στοιχειοθετείται ως απάντηση μιας εν δυνάμει καταστροφής.

Μια πιο σφαιρική ματιά θα έδειχνε μια πολύ συχνά αλληγορική ποίηση, επικεντρωμένη στους συμβολισμούς της (και κλείνοντας τον αναγνώστη απ’ έξω όταν αυτοί γίνονται πολύ προσωπικοί), που αυτό που χάνει από την έλλειψη πρωτοτυπίας το κερδίζει χωρίς αμφιβολία από την ειλικρίνεια και την ένταση που αυτή επιφέρει. Ακόμα και όταν δεν λέει πρωτότυπα πράγματα, η ευθεία ματιά και η γενναιότητα να εκθέσει όσα την καθιστούν ευάλωτη, παράγουν στίχους όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει τις σκέψεις του. Το εγώ που κινείται στους στίχους της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή της πορείας του, και προσπαθεί να εντοπίσει το στίγμα του, το περίγραμμα και τα όριά του. Το όποιο μέλλον θα έχει μετέπειτα, εξαρτάται από αυτή την συγκεκριμένη πορεία αναζήτησης. Και δεν είναι εγωκεντρική η ποίηση, επειδή μεταξύ άλλων το πολύ ισχυρό πρώτο ενικό επικεντρώνεται στα κενά και τις ρωγμές με όλο το θάρρος που διαθέτει. Εκεί έγκειται κατά την γνώμη μου και το σημείο ταύτισης του αναγνώστη. Ό,τι συμβαίνει στους στίχους των Φωνήεντων σε περίπτερο δεν συμβαίνει σε μια απτή πραγματικότητα αλλά σε άλλες παράλληλες: του ονείρου, του εφιάλτη, της φαντασίας. Το εγώ κοιτάζει μεν τον εαυτό του, αλλά αυτό που βλέπει τελικά είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο, όπως όλοι μας λίγο ή πολύ. Αυτό είναι ένα δεύτερο σημείο ταύτισης με τον αναγνώστη.

Ο έρωτας ανήκει κι αυτός στο παρελθόν, το τετελεσμένο και το απρόσιτο, αλλά δεν είναι καθαγιασμένος από την απόσταση, το αντίθετο: είναι αυτή η χρονική απόσταση που τον καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από την ποιήτρια, ένα αντικείμενο απογυμνωμένο από τον φόβο της συναισθηματικής εμπλοκής. Το δεύτερο ενικό του Άλλου έχει υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή την τόσο προσωπική τελικά αναζήτηση, δεν έχει ξεκάθαρη ατομική ταυτότητα, δεν μπορεί –πλέον- να επηρεάσει.

Υπάρχει τελικά ένα είδος εσωτερικής εξέλιξης στην συλλογή. Ξεκινάει με την αναγνώριση της απώλειας ως μη-αμφισβητήσιμη πραγματικότητα, συνεχίζει σε μια απόπειρα να την αποδεχτεί ως τέτοια και να την εντάξει σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο, και καταλήγει σε απόπειρες να την αφήσει πίσω. Τέλος, εγκαθίσταται η συνειδητοποίηση, η παραδοχή έστω, ότι καμία απάντηση στις ερωτήσεις δεν θα φέρει ανατροπή σε παρόν και μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα Φωνήεντα σε περίπτερο διαγράφουν μια ολοκληρωμένη πορεία, και στο τέλος τους δεν αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για κανέναν, ούτε για την ποιήτρια, ούτε και για τον αναγνώστη.

Κάποια ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΒΕΛΌΝΙ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΗΘΡΑ ΣΙΔΕΡΟ[2]
Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα
φέγγει σαν λύχνο παλιό
το μυστικό φεγγάρι μου
Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν
φόδρες που υποχώρησαν
και με αφήσανε γυμνή
στα βλέμματα τα’ αχόρταγα
αρσενικών ωρών
που σπέρνανε μα δε γεννούσαν μέλλον
Βελόνι παίρνω και δαχτυλήθρα σίδερο
από ορυχείο που έσκαψα
βαθιά μέσα στη νύχτα
δίχως το φως από τα μάτια τους

Μόνο σκοτάδι να φωτίζει
να απογεμίσει χρώματα
ζωή να μεγαλώσει

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ[3]
Γερνούν τα σπίτια
Οι τοίχοι τους γεμάτοι ρυτίδες
Τα κεραμίδια κάτασπρα
διάτρητα από μνήμες
Οι πόρτες παραβιασμένες
Ορθάνοιχτες σαν παραδομένες οδοντοστοιχίες
στην τερηδόνα της απόγνωσης
Μέσα ανήμπορες οι λέξεις
Αφηρημένα ουσιαστικά σε πτώση ονομαστική
Η έλλειψη… η παράλειψη

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Η εξαιρετική ποιητική συλλογή » Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου παρουσιάζονται στην αίθουσα εκδηλώσεων των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Μια ποιητική συλλογή που μου κράτησε συντροφιά όλο το Καλοκαίρι.
Όπως ανέφερα και σε προηγούμενη ανάρτησή μου πρόκειται για μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, μεστή νοημάτων, γλώσσα άμεση, σύγχρονη αλλά ταυτόχρονα και γλαφυρή. Στα φωνήεντα στο περίπτερο οι λέξεις εφνιδιάζουν, συγκινούν, παραμονεύουν να χαρίσουν το απρόσμενο, το ξεχωριστό και αθέατο κάλλος. Έγραψα σε πάρα πολλά ποιήματα δίπλα από τον τίτλο τη λέξη εξαιρετικό όπως τα ποιήματα:
-Όχημα του μέλλοντος
-Φωνήεντα στο περίπτερο
-Κρύσταλλα φωνήεντα
-Επίδεσμος
και τόσα άλλα.
Μοιράζομαι μαζί σας τα δύο πρώτα.
…………………………………
Όχημα του μέλλοντος
Αφέσου
Είπα στη σκέψη
Γίνε όχημα του μέλλοντος
Να μη χρειάζεσαι ενέργεια
Μονάχα φαντασία και τόλμη
Σε καύσημα του νου
Να υπερίπτασαι αντί να σέρνεσαι
Να αλλάζεις τον κόσμο – να μπορούσες
Μη μετανιώνεις τη μοναξιά του
Μηδενικές οι εκπομπές της λύπης
Όταν ετοιμαστείς στη ζωή
ξανασκέψου τον έρωτα
Και αφέσου στην κίνηση του σύμπαντος
Αγνόησε τα κορναρίσματα
εκνευρισμένων εποχών
Διασταύρωσε τη μέρα
Πέρνα απέναντι όταν σβήσει το φεγγάρι
Κινδύνευσε στους φανοστάτες
Πες μια καινούρια προσευχή
Για όνειρα των επιζώντων
ελπίζοντας ανάσταση νεκρών
Και μια ζωή του μέλλοντός μας κόσμου
………………………………….
Φωνήεντα σε περίπτερο
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!
Ευχαριστώ Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου.
Ευχαριστούμε για την προσφορά αυτής της ακέραια, ατόφιας και ρωμαλαίας ποίησης.

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

 

Η φίλη ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, παρουσίασε πρόσφατα την 8η Ποιητική Συλλογή της ‘‘ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ’’ (Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα). Ώριμη εργασία με πυκνές εικόνες/ αλληγορίες – κάποιες είναι τραγικές και προκαλούν ίλιγγο π.χ. νιώθει μέσα της σαν ανενεργή βόμβα ή τυλίγεται στο σελοφάν της. Νιώθει πουλί σε κλουβί, ή κόβεται σε μικρές καρδιές από μια σκέψη σπαθί ή καίγονται οι λέξεις της όπως τα όνειρά της. Εχθροί της η διάψευση, η έλλειψη, η υποκρισία.
.
ΒΑΖΟ
Το βάζο σου στο σαλόνι αποδιώχνει την άνοιξη
Δεν εκπληρώνουν όλα τα βάζα τον ρόλο τους
Κάποτε ξεγελούν τον σκηνοθέτη
εξαπατούν για το ταλέντο τους
διεκδικούν διπλούς και τριπλούς ρόλους
μας ξεγελάνε στην υπόκλιση
για να πετάξουνε την τέφρα που φυλάγουν
μπροστά σε ανυποψίαστο κοινό
.
VASE
Your vase in the living room expels the Spring.
Not all the jars fulfil their role
Sometimes they fooled the film director
they cheat others on their talent
they claim double roles even triple ones
They just deluding us when they bow
and throw around the ash they were keeping
in front of an unsuspecting public
.
Μετάφραση στα Αγγλικά από τον ποιητή Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη
.
ΔΟΛΩΜΑ
Λύπη
Μην καπηλεύεσαι τις μέρες
Σκοτάδι είσαι
και μου κρατάς ένα φεγγάρι
στο μυαλό
για δόλωμα
.
APPÂT
Douleur
ne pas abuser mes journées
Tu es une obscurité
qui garde à mon esprit une lune
comme d’appât
.
Μετάφραση στα Γαλλικά από τη Julie Tsorou
.
2. (συνέχεια παρουσίασης) => Από την άλλη η ποιήτρια συντηρεί την ελπίδα : μπορεί να ‘’στέκει μετέωρη / αναποφάσιστη / στο ένα πόδι της ψυχής’’ αλλά αναζητά βελόνι να συρράψει το βόρειο και νότιο εγώ της (πολιτικό μήνυμα), στο ενήλικο σώμα της αναμένει να ξαναγεννηθούν οι ελπίδες, νιώθει τον ήλιο πετράδι στον λαιμό της σε αυτόφωτη περιφορά αγάπης. Ό,τι δεν είναι το φαντάζεται και ό,τι είναι το επεκτείνει σε μια υπόσχεση καρδιάς. Αν και νιώθει τη σάρκα σε ένα κενό ψυχής, την ώρα που χτυπιέται σε άδειους τοίχους ανακαλεί τα παιδικά της χρόνια και μπαινοβγαίνει σε παραμύθια για να σώσει την αθωότητά της. Τα πόδια και τα χέρια αν της τα έχουν δέσει, η ποιήτρια βρίσκει τρόπο να σκύψει και να βυθίσει το κεφάλι εντός της, κι ας της καταστρέφουν τα πυκνά της στάχυα οι παράκαιρες βροχές. Μαζεύει, ελπίζει !
.
ΜΑΖΕΥΑ ΚΟΧΥΛΙΑ
Το ξέρω
Μη μου το λες κι εσύ ζωή
Μάζευα κοχύλια
γιατί δεν μπορούσα να ’χω μια θάλασσα
.
3. (συνέχεια παρουσίασης) => Αναζητεί το μέτρο της ελευθερίας της, με τραυματισμένο σώμα, μεσημέρι ή μεσάνυκτα (με τους δύο δείκτες στο σημείο δώδεκα). Θέλει ν’ ακούσει, επιτέλους, τη φωνή του Θεού της, ‘’κι ας μην έχει τελειωμό αυτό το Καρναβάλι (της ζωής) / με τις σκληρές μεταμφιέσεις’’. Τελικά, μέσα από το δράμα, τις ανατροπές και το παράλογο που την εξουθενώνουν καταλήγει πως ‘‘Μ’ αρέσουν οι στιγμές-παράθυρα / που αντανακλούν το μέλλον / στρώνουν αγάπες / και περιμένουν’’.
.
ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσαμε σε ένα γκρεμό χωρίς αντίλαλο
κι από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανεβώ !
.
4. (συνέχεια παρουσίασης) => Τέλος, είναι οι ερωτικές μέρες που την στηρίζουν. Τις σημειώνει στο ημερολόγιο του μέλλοντος με κόκκινους κύκλους…κι ύστερα μετρά αντίστροφα, ξεκινώντας από την πιο μεγάλη ελπίδα της. Πετά, με φτερά ταλαιπωρημένα η ποιήτρια, πετά προς την ελευθερία της, πετά προς τον ουρανό, και μονάχα αυτόν θα ερωτεύεται !
.
Εισήγηση Ιωσήφ Ιωσηφίδη : Δεν υπάρχει χώρος να παρουσιάσω πιο πολλά. Οι αναγνώστες της καλαίσθητης αυτής έκδοσης θα βρουν και 4 μεγάλα πολύ καλά ποιήματα 1) ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ, 2) ΧΑΡΤΙΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ, 3) ΤΑ ΚΑΔΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ ΠΙΑ, 4) ΟΘΟΝΗ 32 ΠΑΘΩΝ
Ευχή => Καλοτάξιδη η 8η Ποιητική Συλλογή σου, φίλη Ελένη, και να φτάσει σε πολλά λιμάνια να αφήσει την αξιόλογη πραμάτεια σου

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου 9/10/ 2014
«Διμερής συμφωνία» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ήδη από την πρώτη σελίδα η ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου διεκδικεί μια ιδιαιτερότητα, σχεδόν ιδιορρυθμία. Μια πρώτη ματιά αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι οι στίχοι της δεν έχουν την αναμενόμενη μορφή, ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ποιήματα αλλά για δίστιχα αυτόνομα μεταξύ τους. Το δεύτερο συμπέρασμα, άμεσο εξίσου, είναι ότι η γλώσσα είναι προσεγμένη, οι λέξεις τοποθετημένες με ακρίβεια και κατ’ εικόνα των νοημάτων: ο αναγνώστης δεν αναγκάζεται να μαντέψει, ούτε να αναζητήσει αυτό που δεν βλέπει στον ίδιο τον στίχο.

Από την άλλη μεριά βέβαια, τα δίστιχα ως ποιητική μορφή συχνά μπορούν να λειτουργήσουν αποσπασματικά, να στερούνται συνοχής και συνολικής προσέγγισης και ερμηνείας, να μην μπορούν με άλλα λόγια να παράξουν ένα άρτιο ποιητικό προϊόν. Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν κατάφερε να αποφύγει αυτή την παγίδα, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα ο αναγνώστης να βρίσκεται συχνά «κρεμασμένος» στον δεύτερο και τελευταίο στίχο και να απομένει μετέωρος στο τέλος του, αποκομμένος από μια αναμενόμενη συνέχεια. Με μια θεματολογία τουλάχιστον ευρεία, που κινείται ανάμεσα σε Βιβλικά στοιχεία, μυθολογικά θέματα, και παραλληλισμούς με το φυσικό τοπίο, η αίσθηση ότι υπάρχει απουσία συνοχής εντείνεται. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούν να ειπωθούν πολλά σε ένα δίστιχο, εξ ου και το πρόβλημα του αποσπασματικού. Ως επιλογή λοιπόν ποιητικής φόρμας εμπεριέχει ρίσκα και εκ φύσεως αδυναμίες ίσως, τις οποίες η ποιήτρια δεν πέτυχε να αναιρέσει.

Η αίσθηση της ενότητας και της συνοχής παίζει έναν τόσο βασικό ρόλο στην ποίηση, περισσότερο ίσως και από την πρόζα σε κάποιες περιπτώσεις, γιατί ο αναγνώστης κινείται εξ ορισμού σε ευαίσθητες ισορροπίες και σε λεπτές γραμμές: το ρίσκο να χαθούν η επαφή και το δέσιμο που τον κρατάνε αγκιστρωμένο στο ποίημα είναι μεγαλύτερο. Ένα δίστιχο είναι τελικά ένας περιορισμένος χώρος… ο δημιουργός ελάχιστα ανοίγεται στον αναγνώστη και ο αναγνώστης σπάνια βρίσκει εκεί τον καθρέφτη των δικών του μύχιων συναισθημάτων, ας πούμε ότι είναι ένα στοίχημα με μεγάλο ρίσκο. Ένα στοίχημα που εδώ η Ελένη Αρτεμίου ίσως δεν κέρδισε, παρόλη τη λεπτομέρεια στις συνδέσεις των λέξεων μεταξύ τους και στην εννοιολογική ακρίβεια που – καλώς ή κακώς – ήταν πάντα το κλειδί για την απρόσκοπτη ανταλλαγή συγκινήσεων ανάμεσα στον δημιουργό και τον παραλήπτη του έργου.

Παραθέτω μερικά από τα δίστιχα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ωραίο και το όμορφο
Ανάμεσα σε θάλασσα πλανεύτρα και πελάγου μαγεία

Κόβω τις άγκυρες, ανοίγω πανιά, εξημερώνω τον άνεμο
Ποσειδώνες οργισμένους κατευνάζω, για τις Ιθάκες μου όλες κινώ[2]

Μαζεύω τις λέξεις μου, ανασκαλεύω τις μνήμες
για μια εν ψυχρώ εκτέλεση του παρελθόντος[3]

Και περπατώ, Κύριε, μες στην πυκνή ομίχλη, με ραγισμένη την πυξίδα μου
Κομμάτια πίστης μόνο αγόρασα από πλανόδιους σκοπούς[4]

Στα Μουσεία ξυπνά τις νύχτες μια Ιστορία με ρούχα καθημερινά, μαλλιά ατημέλητα
για τις απλές στιγμές που παραπέμπει η συνέχεια στους αιώνες

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΡΗΣ
Μανδραγόρας

Ελένη Αρτεμιου-Φωτιαδου: Διμερής συμφωνία. Αθήνα, Εκδ. Μανδραγόρας, σειρά «Σύγχρονη ελληνική ποίηση», 2013, σελ 40.

Με 162 δίστιχα, η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου εξιστορεί στην 6η της ποιητική συλλογή, έναν τρόπο ζωής, ένα είδος εκεχειρίας με τα απρόβλεπτα ή τις καθημερινές αντιξοότητες, προκειμένου να ζήσει με συντροφιά την ποίηση. Γιατί, σ’ έναν κόσμο όπου η τεχνολογία κυριαρχεί με όλα τα δεινά που έχει επιφέρει στις συνήθειες, με τις αντιφάσεις που έχει επιβάλει στον τρόπο αντίληψης των στόχων της, με τις τρομερές δυνατότητες που μας παρέχει αλλά και τα απίθανα αδιέξοδα που δημιούργησε, το ποιητικό εγώ, είναι υποχρεωμένο να συμβιβαστεί, να βρει ένα modus vivendi: «Θυμός καβάλησε τα πράσινα τα στάχυα και τα ωρίμασε/ Οργή τα θέρισε κι έδωσε στάρι να τραφούν τα επόμενα τραγούδια της ζωής» (σ. 18). Η Αρτεμίου-Φωτιάδου επιλέγει συνειδητά, όλο της το κείμενο να δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο με στοιχεία πεζά και σχεδόν χωρίς στίξη (χρησιμοποιεί ελάχιστες φορές το κόμα και μία μόνον φορά το ερωτηματικό), προσφέροντας, στον αναγνώστη, παύσεις ατέλειωτες και ένα κείμενο συνεχές και αδιάλειπτο αναδεικνύοντας προσωπικές παρατηρήσεις για να καταλήξει σε μια κατηγορηματική αποτύπωση, καθαρά προσωπική και την προτείνει έμμεσα στον αναγνώστη: «Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας/ κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων» (σ. 21).
Και οι 324 στίχοι διαθέτουν το δικό τους ρυθμό και καθιερώνουν έναν ιδιόμορφο διάλογο για μια σειρά από θέματα που απασχολούν την ποιήτρια. Στην ουσία όλα αυτά τα δίστιχα διατυπώνουν την εξέλιξη μιας νοητικής και συναισθηματικής διεργασίας που στοχεύει στη χαρτογράφηση ενός προσωπικού χωροχρόνου, αλλά και μιας προσωπικής στάσης ζωής, απέναντι στην πολυεπίπεδη πραγματικότητα που βιώνει το ποιητικό εγώ: «Σαν Οδυσσέας να γυρέψεις το παλάτι σου/ Μα πρέπει πρώτα με Δούρειους Ίππους φονικά να σταματήσεις» (σ. 20). Αξιοποιώντας ένα γλωσσικό υλικό που προέρχεται από μια ανεπιτήδευτη καθαρή καθομιλουμένη, η Αρτεμίου-Φωτιάδου συνθέτει σύντομους διαλογισμούς, τους δίνει ποιητική μορφή και τους εκφράζει με γλυκόπικρη γεύση. Η ποιητική συλλογή καταγράφει στιγμές ή βιώματα προσωπικά, με τρόπο ουδέτερο, αποφεύγοντας τις λεπτομέρειες, γεγονός που προσδίδει μια απόσταση από καθετί το ατομικό και το υποκειμενικό. Αυτή ακριβώς η στάση προτείνει στον αναγνώστη διαδρομές με οδηγό τον εσωτερικό αυτοέλεγχο του ατόμου. Η αποτύπωση της προσωπικής «μυθολογίας», που εμφανίζεται ως δημιουργική επεξεργασία στοιχείων που προέρχονται από τον αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο, προτείνεται έμμεσα ως επικοινωνία και απόσταση, μεταξύ ζωής και θανάτου, πραγματικότητας και φαντασίας: «Εμβαθύνοντας στις ρηχές αποκαλύψεις της μέρας/ βούτηξα την ανία μου σε κίτρινες προθέσεις» (σ. 23).
Πρόκειται για μια ποίηση που καταγράφει μια πορεία μέσα στη ζωή και τις σχέσεις της, μια πορεία που σμιλεύεται με τον χρόνο, την πείρα και τη μνήμη, μια πορεία ζωής που αναδεικνύει τις συγκρούσεις, τις μετατοπίσεις και κυρίως που κοιτάζει προς τα μπρος: «Αφήνεται η ελπίδα σαν μικρό πλεούμενο στη χίμαιρα/ Αν είναι αυτό το μόνο της ταξίδι μας στην αναζήτηση» (σ. 32). Γι αυτό και όλα τα θέματα που διαπραγματεύεται (κάθε δίστιχο αναφέρεται και σ’ένα θέμα) συντελούν σε μια σαφή διμερή συμφωνία μεταξύ του εγώ και της ζωής, ανάμεσα στο ποιητικό εγώ σε μια εποχή –την τωρινή– όπου η ύπαρξη, παρά τις όποιες απογοητεύσεις ή τις μικροενθαρρύνσεις, βρίσκει τον παλμό της στο σισύφειο έργο της κοινωνικής αλλαγής ή της προσωπικής επιλογής για μια ευρηματική συναίνεση σ’ έναν κόσμο όπου συντελείται η κατάρρευση αξιών και ιδεών: «Οι τεθλασμένες μου γραμμές/ επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε» (σ. 37). Με αυτήν την «προσωπική απόσυρση» όμως του ποιητικού εγώ, επιτυγχάνεται και ο θρίαμβος της ποίησης αφού διασώζεται η σκέψη και η αλώβητη ποιητική συνείδηση που διατηρεί όχι μόνον την απόλυτη ελευθερία της, αλλά και την αγνότητά της ή το «ριζικό φαντασιακό» που έλεγε κι ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τους δίφθογγους σε κάποιες διασταυρώσεις

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ήδη στο ενεργητικό της έξι ποιητικές συλλογές, οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και μια συλλογή διηγημάτων. Σήμερα θα αναφερθούμε σε δυο από τα τελευταία της ποιητικά το Κατεπείγον που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 και έχει ως εξώφυλλο το έργο του σημαντικού Έλληνα ζωγράφου Απόστολου Γιαγιάννου, και τη Διμερή Συμφωνία που φέραμε μαζί μας από την Αθήνα. Και τα δυο ποιητικά βιβλία περιέχουν μικρά σύντομα ποιήματα –το πρώτο εκατόν δεκάξι χαϊκού και το δεύτερο 186 δίστιχα.
Το συνδετικό των δύο ποιητικών συλλογών είναι ο ολιγόστιχος χαρακτήρας των ποιημάτων –σχεδόν αποφθεγματικός– όπου περικλείονται σκέψεις/ εικόνες/ συναισθήματα, προσεκτικά και κατ’ οικονομία διαρθρωμένα μέσα από την αυτονόητα απλή αλλά και καλλιτεχνικά κρίσιμη διαδικασία/επιλογή διάταξης απλών λέξεων σε τέτοια συχνότητα και με τέτοια σειρά ώστε να προκύπτει το αισθητικό αποτέλεσμα που ειναι και το αίτημα στην τέχνη: «Στα ποιήματα μια πεζή λέξη χτίζει το συναίσθημα».
Η Ελένη Αρτεμίου επιλέγει για να εκφραστεί αφενός μεν τα χαϊκού αφετέρου τα δίστιχα στα οποία η ποιήτρια δεν ακολουθεί την αυστηρή ποιητική φόρμα των χαϊκού αλλά επιλέγει και πάλι τον απόλυτα περιορισμένο χώρο των δυο στίχων για να καταγράψει τα ολοκληρωμένα νοήματά της. Τα δίστιχά της έχουν μια λογική ποιητικών σημειώσεων στις οποίες αποτυπώνονται αυθόρμητες σκέψεις που μετά την ωρίμασή τους και την τελική επεξεργασία τους δίνουν υπόσταση στην τελική ποιητική ύλη.

Τα παραδοσιακά/κλασικά εκφραστικά της μέσα είναι φυσικό να βρίσκουν οικείο το χώρο των γιαπωνέζικων 17σύλλαβων ποιημάτων των 5-7-5 συλλαβών, ίσως την πιο σύντομη ποιητική φόρμα, με αναφορά και εικόνες από και για, τη φύση, τις εποχές του χρόνου, αυτή τη δυναμική εναλλαγή και ταυτόχρονα ποικιλλία των φυσικών φαινομένων που αντιστοιχούν στην πολυπλοκότητα, τη πολυμορφία και την διαρκή κίνηση της ανθρώπινης φύσης.
Μέσα από λέξεις λοιπόν που προσδιορίζουν ακριβώς τις διαρκείς εναλλαγές, που ακολουθούν αυτή τη συνεχή κυκλική σπειροειδή πορεία/κίνησης της γης και των όντων της, επιχειρούν οι ποιητές να καταθέσουν το έργο τους, μέσω ακριβώς των χαϊκού. Αυτή η στενή σχέση/εξέλιξη φύσης και ανθρώπου ίσως να αιτιολογεί και τη μεγάλη άνθιση αλλά και απήχηση της φόρμας των χαϊκού που παραμένουν δημοφιλή από το 13ο αιώνα και εξακολουθούν να προκαλούν τους ποιητές. Αρχικά ήταν ομοιοκατάληκτα ποιήματα παρότι στην εξέλιξή τους παρατηρούνται χαϊκού και σε ελεύθερη μορφή, διατηρώντας ωστόσο –πράγμα που επιβάλλεται στην ποίηση/σε κάθε ποίημα– ζωντανό το ρυθμό και το μέτρο. Η αξία ενός ποιητικού είδους βρίσκεται στη διαρκή ανανέωση και στον εμπλουτισμό του, κάτι που γίνεται και με τα χαϊκού καθώς πολλοί σύγχρονοι ποιητές τα τελευταία χρόνια επιλέγουν με την προσθήκη τίτλου, που λειτουργεί συμπληρωματικά και οργανικά στο περιεχόμενο του ποιήματος, να δώσουν ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς αυτό να σημαίνει αλλαγή στην οικονομία του ύφους.
Συχνά επίσης μετατοπίζονται και από την προσφιλή θεματική των χαϊκού, διευρύνοντας τους ορίζοντες του ποιήματος με κοινωνικές, ερωτικές, ακόμα και πολιτικές αναφορές.
Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου είναι ίσως από τους συνεπέστερους προς το πνεύμα των χαϊκού, καθώς τα θέματά της για τη φύση, οι συμβολισμοί της για τα φυσικά φαινόμενα και η σχέση/σύνδεσή τους με τον άνθρωπο την καθιστούν από τους πιστότερους προς την παραδοσιακή φόρμα ποιητές. Τόσο στο Κατεπείγον, όσο και στη Διμερή Συμφωνία διαβάζουμε ποιήματα για τα αμπέλια, συμβολισμούς για το κρασί, αναφορές στη θάλασσα, τον ήλιο, τα φεγγάρια, το γκρίζο σύννεφο που αποκτά ανθρώπινη υπόσταση –έκφραση ψυχισμού, ποιήματα που προσλαμβάνουν διαστάσεις και ιδιότητες ανθρώπων, ή πάλι αναφορές σε εποχές: (βλ. το ποίημα ΕΣΠΕΡΙΝΟ, Επαναστάτης/ ο ήλιος στη δύση του/ βάφει τις τύψεις), ή από το δίστιχο: Την άνοιξη κρατούσε πάντα μια επιφύλαξη/ για του καλοκαιριού την ακριβή ώρα της άφιξης. Και αλλού: Ανασαίνω επάνω απ’ το χώμα της βροχής όλη τη μέρα/ που με ιδρώτα και κόπο κυνηγά το πιο λαμπρο ηλιοβασίλεμα. Ή: νησί κρατά/ μέσα στη θάλασσά του/ υγρή την ξηρά
Αν η άνοιξη/ δεν είχε χελιδόνια/ θα μ’ αγάπαγες; («ΕΑΡΙΝΟ»). Ή: Δε μου μιλάνε πια οι εποχές με το γνωστό τους χρώμα/ Να ζωγραφίσω δεν μπορώ την πτώση και την άνοδό τους, διαβάζουμε σ’ ένα δίστιχο της πρόσφατης συλλογής «Διμερής συμφωνία», διαπιστώνοντας τη διαλεκτική σχέση/συγγένεια ανάμεσα στις ποιητικές μορφές και τα είδη της ποίησης.
Η ποιήτρια αξιοποιεί την ολιγόστιχη τεχνική των χαϊκού αλλά και την αυστηρή οικονομία των δίστιχων, για να εκφράσει ποιητικά τη σύγχρονη αντίληψη της ζωής: (βλ. ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ, Έλλειψη νερού/ στη θάλασσα των πόθων/ με ερήμωσε), αλλά και τα αδιέξοδα του βίου: (Ένα Βατερλό/ εκθρονίζει μονίμως/ τους υπερόπτες). Ή ΕΚΟΥΣΙΩΣ, Φυλακισμένος/ έζησα τις μεγάλες/ ελευθερίες
Τα ποιήματά της, όπως άλλωστε και τα πεζογραφήματά της, διακρίνονται για τη δύναμη, την πυκνότητα του υπαινιγμού, τη λιτή τους φόρμα, αλλά και την υπαρξιακή τους ένταση: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ, Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου.
Τόσο στα χαϊκού όσο και στα δίστιχα –μικρά σύντομα ποιήματα όπου περικλείονται με λιτό τρόπο ποιητικές εικόνες και συναισθήματα υπάρχουν όλα εκείνα τα γνωρίσματα που θέλει την ποίηση να πλάθει με φαντασία και τόλμη ιδέες, ελπίδες, επιθυμίες, να αποδιώχνει φόβους, να νοσταλγεί: Ξυπνώ μέσα στη νύχτα, ετοιμάζομαι για της αυγής το χρώμα/ καλοχτενίζω το κουράγιο μου αφήνοντας λυτές τις πεθυμιές μου.
Πολλά από τα ποιήματα επίσης της συλλογής έχουν έντονο το ερωτικό στοιχείο με την υπόσταση που δίνει στη μαγεία της ζωής και στην αδιάλειπτη συνέχεια της φύσης. Μια ακόμα απόδειξη της συγγένειας/συνέχειας της τέχνης δια μέσου των λαών και των αιώνων. Μια απόδειξη δηλ. του καθαρά ανθρωποκεντρικού συστατικού της.
Διαβάζω μερικά ποιήματα ενδεικτικά όπου παντρεύεται το στοιχείο ακριβώς της φύσης με τον έρωτα: (ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, Αγάπης ήχος/ ταξίδεψε γρήγορα/ σ’ ένα σου βλέμμα, ή Δε με φίλησε/ έρωτας εαρινός/ και δεν άνθισα), σκη¬νές από την ιστορία και τη μυθολογία (ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ, Ποτέ δεν ήρθε ο ούριος άνεμος/ Ιφιγένεια), όπου καταγράφονται υπαρξιακές αναζητήσεις κι ερωτηματικά (ΣΟΥΑΡΕ, Προσκαλείστε σε/ δείπνο απολογισμών/ κι ελαφρυντικών, ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ, Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου).
Τελειώνοντας, στα χαϊκού της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, αλλά και στα δίστιχα που κατατίθενται από την ποιήτρια, συνυπάρχουν μια δυναμική αλλά κι ένα λεπτό συναίσθημα που περικλείει τη γραφή. Διαβάζοντας παράλληλα και τα δυο βιβλία διαπιστώνουμε πως στη δημιουργό υπάρχει ένα ενιαίο ύφος, μια προσφιλής θεματική μια σαφής ποιητική φόρμα που περνά από βιβλίο σε βιβλίο διατηρώντας το αυστηρά προσωπικό, καλλιτεχνικό, υφολογικό, ακόμα και ιδεολογικό σχήμα της ποιήτριας. Ήθη, συνήθειες, παραδόσεις, οικογενειακές σκηνές, έρχονται να προστεθούν στις αναζητήσεις του ανθρώπου γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, για να αποτελέσουν τον κορμό της ποιητικής τέχνης, της καλλιτεχνικής έκφρασης.
Γι’ αυτό αντιμετωπίζοντας ενιαία τα ποιήματα της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου ας μιλήσουμε για την ευστοχία που τα διακρίνει, την αισθαντικότητα, το δυναμισμό, το μέτρο και το ρυθμό τους: Κερκίδα δίχως οπαδούς, νυχτιά χωρίς τα άστρα/ Ο χρόνος κύλισε μακριά από το άγγιγμά σου, που μαζί με την οικονομία στην έκφραση –καθώς τόσο τα χαϊκού όσο και τα δίστιχα διακρίνονται για τη λιτότητά τους–, αλλά τον συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο τους, κατακτούν τελικά την τεχνική τους αρτιότητα.

Ύστερα μίλησε ο τρόμος/ Κι ήτανε λες κι άλλος κανείς δεν είχε πει κουβέντα

Οι τεθλασμένες μου γραμμές / επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε

Κίτρινος καημός σαν φύλλο έπεσε από ’να φθινόπωρο/ Δάκρυ που κράτησε τη θάλασσα από το καλοκαίρι

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ 2/ΙV/2015

Κατ’ αρχάς θέλω να επαναλάβω ότι μου άρεσε πολύ και ο τίτλος. Ξέρεις εντυπωσιάζομαι πολύ από έξυπνες και σπιρτόζικες ατάκες, λογοπαίγνια, συλλαβόγριφους (charades), εκφράσεις και βέβαια παραφράσεις άλλων τίτλων, έργων, ρητών.
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ λοιπόν είναι κατά τη γνώμη μου ένας πανέξυπνος τίτλος, (μάλλον δικής σου έμπνευσης κι όχι του αγαπητού μου Κώστα Κρεμμύδα, λέω εγώ), και πολύ ελκυστικός για ένα βιβλίο ποίησης.
Επίσης εντυπωσιάζομαι και από τα εξώφυλλα, που μου έλκουν την προσοχή, όπως το λουλούδι τραβάει τις μέλισσες. Πιστεύω ότι το εξώφυλλο είναι το ωραίο φόρεμα που ντύνει ένα ωραίο σώμα και του δίνει προοπτικές και προτροπές για έρευνα.
Ατυχώς όλοι οι εκδότες γενικά, για λόγους κόστους έκδοσης προφανώς δεν εκμεταλλεύονται τέτοιες εμπνεύσεις και τελικά δεν αναδεικνύουν όσο πρέπει και την αξία των έργων. Βλέπεις το μάρκετινγκ είναι στη ζωή μας και δεν μπορεί να το παραγνωρίσει ούτε και ο ποιητής. Κατά μείζονα λόγο δεν πρέπει να το αμελεί κανένας εκδότης.
Αλλά αυτά, παρά το ότι είναι συνισταμένες κάποιων πηγών μάθησης και όχι δικές μου πρωτόβουλες απόψεις, εν τούτοις δεν παύουν να εκφράζουν δική μου υποκειμενικότητα, που σηκώνει πολλές αντιρρήσεις, αντιλόγους και … πολύ νερό, που λέμε.
Το σώμα του βιβλίου σου βέβαια, τα ποιήματα, είναι καθαρά… Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου, με το γνωστό πλέον και αναγνωρίσιμο ύφος, το ξετύλιγμα των λέξεων, τις εμπνευσμένες εκφράσεις, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, τις ποιητικές λέξεις, που γεννάνε εικόνες και σε παραπέμπουν σε σκέψεις, ιδέες, προβληματισμούς, τη ροή του λόγου, τη μουσικότητα, το ρυθμό και το μέτρο που «ενυπάρχουν σε λανθάνουσα μορφή» λόγω του ελεύθερου στίχου, και που διατηρούν την ποιητικότητά του, χωρίς να την μετατρέπουν σε πρόζα ή πεζό λόγο. Οι στίχοι σου είναι καθαρά ποιήματα. (Κι όταν γράψεις πεζογράφημα, ίσως υπάρχει κι εκεί κάποια κρυμμένη ποίηση, αλλά είναι πεζογράφημα εκατό τοις εκατό).
Να σου θυμίσω τι είχε πει ο Νομπελίστας (1992) Ποιητής Ντέρεκ Γουόλκοτ; Οι μυθιστοριογράφοι δεν είναι παρά … «απογοητευμένοι» ποιητές.
Τώρα, αν μου ζητούσαν να πω ποιο από τα ποιήματά σου στη Λίμνη των Κύκλων, μου άρεσε πιο πολύ δεν θα μπορούσα να εκφέρω άποψη, γιατί παρά το ότι είναι 58 ξεχωριστά και αυτόνομα ποιήματα κάτι τα συνδέει μεταξύ τους, σαν να συνεχίζουν το ένα το άλλο. Βοηθάει πολύ και η σειρά που έχεις διαλέξει.
Είναι σαν να βρίσκεται κανείς μπρος σε ένα ωραίο μπουφέ με εδέσματα και ενώ πρέπει υποχρεωτικά να πάρει ένα- δύο, δεν ξέρει ποιο να προτιμήσει. Θα τα ήθελε όλα.
Πάντως θεωρώ ως… «διαμάντια» τα:
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ (ΣΕΛ 24),
ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΠΟΘΟΙ (ΣΕΛ 33)
ΕΝΟΧΕΣ (ΣΕΛ. 9)
AUDITION ( ΣΕΛ 42)
ΚΛΑΣΜΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟ (ΣΕΛ 11)
ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ (ΣΕΛ 51)
ΕΠΙΒΙΩΣΗ Ι & ΙΙ (ΣΕΛ 26, 27)
ΑΛΙΕΑΣ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ (ΣΕΛ 35, ΦΟΒΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ –ΙΣΩΣ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ) ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (ΣΕΛ 54)

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

Κι’ άκου… κοίτα… νιώσε…
Τίποτα δ ε ν πεθαίνει,
Όσο υπάρχουν οι αγάπες
που το γέννησαν…

( Μια… υποψία βιβλιοπαρουσίασης, για δύο πονήματα που μου άρεσαν πολύ, Άρις Αντάνης,
Μαρούσι, Αθήνα- 7/3/2011)

1. Αλεξ-ήνεμος

της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «εκδόσεις Πήλιο»- Κύπρος 2010

Η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου χειρίζεται το λόγο με πολύ μεγάλη ευχέρεια.
Από την πρώτη αράδα προσελκύει τον αναγνώστη και τον κάνει να μη μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση, να μη κάνει… στάση, ούτε για να επαναλάβει μια φράση, προς επιβεβαίωση της κατανόησης του νοήματος.
Αυτό είναι στα υπέρ, άραγε; Μα βέβαια, εκατό τοις εκατό.
Πρώτα από όλα διότι, αν δεν σε τραβάει η γραφή, το παρατάς το ποίημα και δεν πας παρακάτω. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Και δεύτερο διότι «αναγκάζεσαι» να ξαναδιαβάσεις, με ευχαρίστηση, την ποίησή της, ώστε να αποκομίσεις όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία από τα μηνύματα που σου περνάει, από τα συναισθήματα που σου προκαλεί και από τα καλολογικά στοιχεία που σου προσφέρει, με το ύφος και τη ροή της πένας της.
Έτσι καθίσταται πολύ εύκολο να αναγνώσεις ποίηση μιας μόνο θεματολογίας, ποίηση με μακροσκελές κείμενο, σαν πεζό, ποίηση- αφιέρωμα σε συγκεκριμένο χαρακτήρα, ήρωα ή γεγονός, όπως είναι το προκείμενο.
Και βέβαια, δεν είναι πεζό, αφού, κατά την ανάγνωση, μέσα στις λέξεις και στη φόρμα, περιέχει ρυθμό, διαβάζεις μέτρο, ακούς μια μουσική υπόκρουση, υποπτεύεσαι ακόμα και μελωδία.
Η Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου δείχνει μεγάλο σεβασμό στις λέξεις, επεκτείνει τις έννοιές τους, προσωποποιεί την αξία τους, τις χρησιμοποιεί πέρα από την κυριολεξία τους, μεταφέρει το νόημά τους και μέσα από έξυπνο χειρισμό και ιδέες, όχι μόνο αφαιρεί παντελώς την πιθανότητα μονοτονίας ή και κάποιας ανίας, που συνήθως προκαλεί η ανάγνωση ποιημάτων με θεματολογία από προσωπικά ή οικογενειακά βιώματα, αλλά εντείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλώντας τον, όχι μόνο να αναγνώσει, αλλά και να απαγγείλει τους στίχους της.
Φαντάζομαι δε μια παρουσίαση αυτού του έργου, όπου η απαγγελία γίνεται από περισσότερα του ενός άτομα, ώστε σε αυτή την ποίηση να υπάρχει και… δραματο-ποίηση:

ΕΣΥ *
«Περνάω τη σκέψη μου επάνω από το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνιας της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφικτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα, μες το ουράνιο τόξο»

ΕΓΩ *
«Αν ήταν εδώ»

ΕΣΥ
«Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δύο γαϊτανόφρυδα…
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της.»

ΕΓΩ
«Μάννα ! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη.»

ΕΣΥ
«Νιότη κι αγάπη στο πέλαγο του Νου.»

ΕΓΩ
«Βραδιάζει………………
………………………………….»
*Σημείωση: Το ΕΓΩ μπορεί να είναι ΕΣΥ και το αντίθετο. Και οι δύο προσωπικές αντωνυμίες τον ίδιο ρόλο παίζουν δηλαδή. Εγώ έτσι το ερμήνευσα, αφού η ποιήτρια ορίζει τους ρόλους και των δύο.

2. Οι Διαδρομές του Αδάμ

Ποίηση Ελένης Αρτεμίου- Φωτιάδου
Εκδόσεις «Πήλιο» Κύπρος 2010

Το ποίημα είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Είναι πιο δύσκολο από το διήγημα και, κατά μείζονα λόγο, από το μυθιστόρημα. Και πιο παρεξηγημένο. Έτσι πιστεύω, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Το ποίημα όμως, που δεν είναι μια ιστορία, να τη διαβάσεις και να την καταλάβεις, πρέπει και να σου βγάζει μια ιστορία. Και από την ιστορία του ποιητή, να σε μεταφέρει στη δική σου ιστορία.
Ο ποιητής είναι σαν το μέντιουμ που σου λέει πράγματα από το παρελθόν σου και προβλέπει το μέλλον σου. Κι οι άνθρωποι, αν και πάντα δυσπιστούν με τα μέντιουμ, τα επισκέπτονται και μάλιστα προκατειλημμένοι, όχι για να ακούσουν αυτά που θα τους πουν, αλλά για να αποδείξουν την αναξιοπιστία τους.
Έτσι διαβάζουμε και τα ποιήματα: Με προκατάληψη. Με δυσπιστία. Όχι μόνο στο ποίημα, αλλά και στον ποιητή. Τι γράφει τώρα ο αλαφροήσκιωτος! λέμε. Δεν έχει τι άλλο να κάνει και γράφει ποιήματα. Αλλά πάντα μένουμε έκπληκτοι, όταν η ιστορία που βγάζουν μοιάζει με τη δική μας. Και τα μεν μέντιουμ είναι στ’ αλήθεια αναξιόπιστα. Τα ποιήματα όμως είναι μόνο… στ’ αλήθεια. Πρώτα από όλα γι’ αυτόν που τα γράφει και μετά γι’ αυτόν που θα καταλάβει το νόημά τους.
Για να το καταλάβεις όμως πρέπει να ασχοληθείς. Πρέπει να ανατρέξεις με τη φαντασία σου στη στιγμή της σύνθεσης του ποιήματος και να αναρωτηθείς γιατί το γράφει αυτό ο ποιητής και μάλιστα γιατί το γράφει έτσι. Ίσως θα πρέπει να πας και στον χώρο του, με το μυαλό σου, στο γραφείο του, στο σημείο που περιγράφει, να τον δεις κάπως με το νου σου, να δεις τις εκφράσεις τού προσώπου του όταν δεν βρίσκει τις λέξεις και όταν τις ανακαλύπτει.
Η ανάγνωση των «διαδρομών του Αδάμ», που έγραψε η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου μού επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά και ίσως πιο.. επιβεβαιωτικά, την ήδη αποκρυσταλλωμένη γνώμη μου για την ποίηση γενικά και τη δική της ποίηση, ειδικότερα, ότι εδώ έχουμε μια ποιήτρια, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια. Ποια είναι αυτά; Είναι πολύ προσωπικά, αλλά θα τα γράψω: Πρώτον όταν μου αρέσει κάτι πολύ, ζηλεύω και θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ. Και δεύτερον μου δημιουργεί ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν να με παρασύρει έξω από το περιβάλλον μου. Τέλος πάντων αυτά είναι.
Έτσι οι στίχοι της Κας Φωτιάδου με δικαιώνουν που ασχολούμαι με την ανάγνωση ποιητικών συλλογών, στίχων και συνθέσεων και με παροτρύνουν να γράψω κι εγώ. Επί παραδείγματι οι διαδρομές του Αδάμ είναι παρά πολύ ελκυστικό έργο τόσο στο σύνολό του όσο και στα επί μέρους σημεία του.

ΤΩΡΑ

Το ξέρεις ! Τώρα είναι η στιγμή!
Να εγερθείς ψηλότερα απ’ το ψηλά σου
Μακρύτερα απ’ το σφυγμό που πιάνεις στον καρπό σου
Μόνο που πρέπει λίγο
Απ’ το δέντρο σου να τραβηχτείς
Από την ήρεμη σκιά της πράσινής σου μέρας
Μπορείς, αν θες, στο ταξιδιωτικό σου σακίδιο
Δυο φύλλα, μια μυρωδιά από το γνώριμό σου χώμα να ακουμπήσεις
Σαν πρώτο λίπασμα μιας νέας ανθοφορίας των αισθήσεων

Δεν είναι πολύ ωραίο; Δεν σε αγγίζει και σένα; Δεν είναι η δική σου ιστορία;
Το τώρα σου; Δεν σκέφτεσαι συχνά ότι η ανάταση των χεριών σου δεν ξεπερνάει το όριο, έστω κατά ένα χιλιοστό, για να φτάσει; Και η έκταση των βραχιόνων σου μια ιδέα πιο ανοιχτή, για να αγκαλιάσει; Δεν λες μέσα σου: Ρε παιδί μου όλοι το ίδιο κάνουν, εκεί κυμαίνονται, στο σύνηθες «πλαφόν». Τίποτα νέο, τίποτα διαφορετικό… Κάτι παραπάνω πρέπει να κάνω εγώ». Αλλά δεν θα το κάνω, αν δεν ξεφύγω από τη… σκιούλα μου, το δεντράκι μου και όλα τα κτητικά μου «μου», που τελικά δεν είναι καθόλου μου. Είναι …αλλουνού!
Μια νέα ανθοφορία των αισθήσεων όμως μπορεί να είναι κάτι δικό μου. Μια νέα προσπάθεια είναι δική μου και την αξίζω. Με ένα ποίημα ως επίκουρο, θα την επιχειρήσω.

Κλείνοντας θέλω να θυμίσω ότι:
α)Γράφοντας γι αυτά τα δύο βιβλία, από μόνος μου, χωρίς να μου το ζητήσει κάποιος, πέρασα πολύ όμορφα.
β)Η ποίηση έχει εραστές, δεν έχει αγοραστές. Από αντίδραση πάω και αγοράζω ποιήματα γνωστών και αγνώστων ποιητών. Η ποίηση με εμπνέει να έχω καλοσύνη κάθε φορά που το ξεχνάω και γενναιοδωρία, κυρίως όπου, ενώ δεν κοστίζει τίποτα, την τσιγκουνευόμαστε. Με βοηθάει να λέω μπράβο, με ειλικρίνεια, όχι μόνο για τα λεγόμενα αριστουργήματα αλλά και για την κάθε προσπάθεια. Μερικά ποιήματα όμως είναι πράγματι συναρπαστικά. Όπως της Κας Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου.
γ) Παρ όλα αυτά συνηθίζω να λέω ότι ανάμεσά μας υπάρχουν ποιητές, που δεν έχουν γράψει τίποτα, όπως και άλλοι που έχουν γράψει τόμους και δεν είναι τίποτα.
δ) Δεν πρέπει να λυπόμαστε τον ποιητή που δεν έχει «Κοινό», αλλά το Κοινό που δεν έχει ποιητή, και,
ε) Αν δεν είχα ανακαλύψει τη Διασπορική εντελώς τυχαία, δεν θα είχα την τύχη να διαβάσω τα τόσο ωραία ποιήματα της Κας Φωτιάδου, να εμπλουτίσω τη βιβλιοθήκη μου με τα βιβλία που μου χάρισε, αλλά και να απολαμβάνω τις συμμετοχές των πολύ αξιόλογων λογοτεχνών που κοσμούν καθημερινά τo Diasporic Literature Spot.

 

 

Ο Κύκλος ενός τετραγώνου Έρωτα

Ζήνων Ζαννέτος,

Ρέθυμνο Κρήτης

σε 78 διαμέτρους ή (Ποιήματα)

Εκφάνσεις και εκφορές του Έρωτα, που γρηγορεί παννύχιος στις παρειές της ψυχής, στα δώματα της σκέψης και στους σκολιούς δρόμους της συνείδησης.

Στη συλλογή υπάρχουν αρκετά ποιήματα «ποιητικής», ποιήματα που η αποκρυπτογράφησή τους μας φέρνει ενώπιων των τρόπων και των διαθέσεων της γραφής της ποιήτριας, της ικανότητάς της να προσλαμβάνει τους ερεθισμούς του κόσμου και των δυνατοτήτων της να μεταπλάθει σε ποίηση τις εσωτερικές της φωνές και των πραγμάτων τα σύμβολα και τα σχήματα. Τέτοια ποιήματα «ποιητικής» είναι τα:
Τώρα που έχεις φύγει, το σαλιγκάρι, Οι έρωτες των άλλων,
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και άλλα.

Τα ποιήματα αυτά και τα συγγενή τους, ως προς το περιεχόμενο, ευκολύνουν την ανάγνωση να ιχνεύσει τον προβληματισμό της ποιήτριας γύρω από την ασύλληπτη, σχεδόν θεματική του Έρωτα στη Ζωή του ανθρώπου, των μαγικών κωδίκων επαφής και ομιλίας (συνεύρεσης) μαζί του, αλλά και τη συναισθηματική κλίμακα της χαρμολύπης που αφήνει στην ψυχή η επίσκεψη ή η απουσία του.

Ο τίτλος της συλλογής είναι, επίσης σημειολογικός, παραδίδοντας την τόλμη της ποιήτριας να δοκιμαστεί στη γοητεία της προσέγγισης του διαχρονικού μαθηματικού αδύνατου (άλυτου), του τετραγωνισμού του κύκλου. Του τετραγωνισμού όχι μόνον του σχήματος του κύκλου του Έρωτα, της περιφερειακής του περιστροφής, αλλά και του αδαπάνητου και της αγνότητας του περιεχομένου του.

Το έλλογο διδάσκει τον άνθρωπο πως είναι αδύνατο να συνθέσεις σε αρμονία τα αντιφάσκοντα και αυτή η αδυναμία φαίνεται και στα ποιήματα της υπό συζήτηση συλλογής, παρ’ όλον ότι η γλωσσική και μετρική μορφή τους είναι αξιέπαινη. Η ποιήτρια πειράται να εγκιβωτίσει τον Έρωτα την αχώρητη δηλαδή έννοια, την ασύλληπτη σχηματικά και απερινόητη λογικά και συναισθηματικά έννοια σε γεωμετρικά σχήματα –κύκλος, τετράγωνο- τα οποία καμιά εξίσωση ή άλλο δόγμα δεν είναι σε θέση να διαρρήξει και να ανασυνθέσει. Ο τίτλος μας εισάγει στον μετεωρισμό του εγχειρήματος της ποιήτριας, στις αναμενόμενες αδυναμίες της απόδοσης του εσωτερικού προβληματισμού, με την ακρίβεια και στερεότητα της ποιητικής γεωμετρίας.

Θα μπορούσε, βέβαια, να αντείπει κάποιος πως η ποίηση ως Τέχνη, μπορεί να υπερβεί το αδύνατο του λογικού με το έκχυμα του συναισθηματικού και την απλοχωρία του ονείρου. Στην κριτική αποτίμηση των ποιημάτων συντρέχει και αυτή η οπτική ανάγνωσης. Μπορεί μόνη η Τέχνη να επιτύχει την γήωση του Έρωτα και την επένδυση της αύρας του σε συναισθήματα, αισθήματα, εκστάσεις του σώματος και του πνεύματος, σε πάθος άλογο και έλλογο θάμασμα, σε συνειδησιακό διάλογο και ηθικό μονόλογο, εκφάνσεις που αρνούνται τα σχήματα, όμως η ποιήτρια πειράται να τετραγωνίσει το ονειρικό βίωμα και να το ευμορφήσει στο τέλειο σχήμα ενός κύκλου. Γι αυτό η ανάγνωση εκλύει, πιο πολύ, λογικά στάγματα θυμόσοφου ποιητικού λόγου παρά σταλαμές του θαύματος της αλογίας του Έρωτα, βεγγαλικές εικόνες των θαυμασίων του.

Ο αναγνώστης αιωρείται σε δίσημο δίλημμα ανάγνωσης: Οι στίχοι αποτελούν δοκίμια περί Έρωτος, αποστασιοποιημένη α-πορία του θαύματός του ή συναισθηματικές αναμνήσεις εμβίωτης πρόσληψης, που εγκυκλώνονται και λογικεύονται με την τεχνική του γεωμετρικού σχήματος. Σε κάθε περίπτωση, η ποιήτρια πραγματώνει τις εσωτερικές της διαθέσεις και φωνές σε στίχους, πολλοί των οποίων είναι και πρωτότυποι και αξιόλογοι.

Με αξιοσημείωτη ευχέρεια η κ. Φωτιάδου χειραγωγεί τις τρέχουσες έννοιες του χώρου και του χρόνου και με εικονοποιητική φαντασία εισχωρεί στον τόπο του ονείρου και τραγουδά αυτό που είπαμε Έρωτα, με εκ-στασιαστική νουνεχία, (ή νουνέχεια) με συστράτευση της λογικής παρατηρητικότητας και της ενστάλαχτης συναισθηματικότητας. Η εσωτερική αναστάτωση και ο συναισθηματικός τάραχος υφαίνεται με το μετάξι του Λόγου, μέσα από συνειδησιακή εγκράτεια και το κοινοτικό δέον.

Για τεκμηρίωση των πιο πάνω σκέψεων παίρνω ως δείγμα κριτικής ανάλυσης το ποίημα «Οι έρωτες των άλλων». Ο πρώτος στίχος είναι δηλωτικός της ανασταλτικής νουνεχίας, με την οποίαν η ποιήτρια προσεγγίζει τον έρωτα:

Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων.
Η πρώτη λέξη «Αποφεύγω», το ρήμα που δηλοί τη δυναμική ενέργεια του ποιήματος ακυρώνει την ίδια την ουσία της ομιλίας του έρωτα. Ο έρωτας, ως λειτουργία ζωής, είναι διάλογος με τον Άλλον, κατάλυση του Εγώ μέσα στο Εσύ με αυτοπροαίρετη θυσία. Γιατί η κατάλυση του Έρωτα προϋποθέτει θυσιαστική δύναμη και ιδιόβουλη είσοδο σε σκοτεινό προς εξερεύνηση σπήλαιο, σαν εκείνο του σοφού Πλάτωνα. Από την είσοδο και την κύκλεια στροφή και περιήγηση του Εγώ στους ανθηρούς λειμώνες του Εσύ θα αναδυθεί η έλλαμψη, που θα ακυρώσει τις σκιές που θα λαμπαδεύσει το λυτρωτικό μέγα φως της ζωής και του βίου. Αυτό το φως του Έρωτα είναι εκείνο που γηώνει τα Ουράνια και ενουρανίζει τα Γαιώδη. Σε άλλους στίχους – στα ποιήματα «Έξοδος κινδύνου» και «Δάσος τροπικό» – αλλά και στο ποίημα που αναλύομε η ποιήτρια υπαινίσσεται αυτήν την είσοδο, όμως η ποιητική της απόδοση δεν εκφαίνει συντελεσθέντα συγκλονισμό ή διαπορία του Θαύματος:

Αγγίζω θέλοντας και μη την αναμέτρηση.
Ικανοποιείται με τη λογίκευση εικόνων ποιητικών, που εξαρκούνται στη νοητική περιπέτεια των λέξεων, χωρίς να ολοκαυτώνεται, όπως η Σεμέλη, στο φως του Έρωτα-Δία. Λείπει η ποιητική σάρκωση του συναισθηματικού πάθους και του δραματικού εύρους ενός πραγματωθέντος εν βίω έρωτα. Η ομολογία της «Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων» προδίδει την ίδια την ποιότητα της προσέγγισης του Έρωτα και του Λόγου του, τον οποίον η ποιήτρια προσπαθεί να εκφράσει στα ποιήματά της. Η ποίηση, βέβαια, η επώνυμη – η έχουσα το όνομα του δημιουργού της – κατ’ αντίστιξη με τη δημώδη, καταθέτει τα οράματα, τα σκέμματα, τους στοχασμούς, τις συναισθηματικές χαρμολύπες του ένδον τόπου του ποιητή της και τις φανταστικές του φτερουγίσεις με τον χιτώνα και τα ιμάτια της γλώσσας. Η ανάγνωση, συναίσθητη ή ερμηνευτική, προσλαμβάνει, κατά προαίρεση, ό,τι την εκφράζει ή αποκρυπτογραφεί τα σύμβολα εκείνα που νοηματοδοτούν τους δικούς της κώδικες ζωής και βίωσης, ονείρου ή χθόνιου ρυθμού της ύπαρξης. Κατά συνέπεια, οι όποιες ενστάσεις ή παρατηρήσεις διατυπώνονται εδώ, πέραν του ότι εκφράζουν το ήθος μιας προσωπικής ανάγνωσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στη σάρκωση των οραμάτων και των λογικών εκπτώσεων της ποιήτριας. Γιατί η μορφική ύφανση και πολύ καλή είναι και μαρτυρεί γλωσσική επάρκεια, ποιητικήν ευαισθησία λόγου. Η γλωσσική ένδυση της εικονοποιΐας μαρτυρεί ικανότητα απόδοσης λεπτών ισορροπιών του νοητικού με το Θυμικό, με ποιητική γλώσσα και ρυθμό.

Σε πολλούς στίχους η ποιήτρια πετυχαίνει να εκφράσει τη στυφή γεύση του απραγματοποίητου ή του ανονειρικού Έρωτα, με εικόνες μοναξιάς, λυρικής πικρής μνήμης, πόνου, δοκιμής και συναισθηματικής περιπέτειας, που παροτρύνουν για νέα προσέγγιση του ερωτικού καημού, των βιωματικών του αντιφάσεων, της υπαρξιακής ερημίας και της αναστοχαστικής Θέασης του Λόγου του Έρωτα στη Ζωή και στον βίο του ανθρώπου. Με καθαρή λογική διατύπωση ερρυθμίζεται ο στοχασμός της ποιήτριας σε ποιητικά σκέμματα, που δίνουν απαντήσεις σε λογικεύουσες απορίες του ερωτικού βιώματος, του ενσώματου ή, πιο πολύ του πνευματικού βιώματος και της ουσίας του Έρωτα. Στα ποιήματα ελλοχεύει το αβέβαιο, το άπυρο ερωτηματικό της βίωσης του Έρωτα.

Το ποιητικό αποτέλεσμα προσομοιάζει με προσυλληφθέν νοητικό σχεδίασμα – σενάριο – ερωτικό, που πολιορκεί τον Θείον Έρωτα στις ποικίλες του εμβιώσεις και πειράται να τον σχηματοποιήσει με σύμβολα ποιητικά, με την εμβέλεια της ποιητικής λέξης και τη δύναμη της εικόνας. Όμως, ο πυρετός και το καύμα του Έρωτα, στα πιο πολλά ποιήματα της συλλογής, μένει στο πλαίσιο του μύθου του ποιήματος, στην ατμόσφαιρα που περιρρέει τον ποιητικό λόγο, χωρίς να μεταπλάθεται σε Ποίηση.

Αξίζει, εδώ ν σχολιαστεί ένα άλλο ποίημα, που αποκαλύπτει τις δημιουργικές δυνατότητες της ποιήτριας. Είναι το ποίημα «Λυγμός αγάπης»:

Με παρθενική και ιδιότυπη σύλληψη περιγράφεται ο πόνος της φθοράς, της γήρανσης του πάθους, τότε που λιγαίνει ο ερωτικός πόθος, μέχρι σιωπής, και ενσταλάζεται στον λυγμό της αγάπης. Είναι η συγκλονιστική ώρα του ανθρώπου της συναισθηματικής αποδοχής του μεταβολισμού της ευχυμίας και της ενάργειας της ερωτικής μαγείας σε ξέθωρη συγκίνηση, που ονοματίζεται αγάπη – λυγμός αγάπης – μέσα στο μείγμα του πόνου της ανάμνησης, του λυγμού της μνήμης της ζέστης του έρωτα, της αδυναμίας αναθέρμης του ερωτικού ρίγους. Επιστρατεύεται τότε ως δεκανίκι η λειτουργία της αγάπης. Ένα αξιόλογο ποίημα, όπου το προσωπικό συναίσθητο βίωμα, με την απλότητα και την αλήθεια της έκφανσής του, αλλά και με τις ακριβόλογες και λυρικές ποιητικές του εικονίσεις κοινωνεί ως κοινότροπο και γνώριμο σε κάθε άνθρωπο δραματικό εσωτερικό στάγμα. Είναι, συνάμα, και ένα ευτυχές ποιητικό πλάσμα, που καταδεικνύει την ποιητική δωρεά και ικανότητα γραφής της Ελένης Α. Φωτιάδου, οσάκις η ποιήτρια αντλεί την ποιητική της μελάνη από τις δραματικές εσχατιές της ύπαρξης, χωρίς φοβίες και αναστολές ετερόνομης «ευπρέπειας». Γιατί ο Έρωτας είναι σιωπηλή κραυγή της ύπαρξης, που, ως ποιητική ωδή, άδεται στα αχάρακτα μονοπάτια της ψυχής και τρέφεται με τον πυρετό του αίματος της καρδιάς. Όμως, ψυχή και καρδιά αποτελούν ιδιοπρόσωπες ταυτότητες του Εγώ της ύπαρξης, με κανόνες και ήθος αυτόνομα, ιδιόβουλα και αυτοπροαίρετα. Είναι ό,τι το πρόσωπο συνειδητοποιεί ως λειτουργία της κορυφαίας πραγμάτωσης της Ελευθερίας του. Η πραγμάτωση αυτή διέρχεται από βωμούς και Θυσίες, από λυγμούς, αλλά με γενναιότητα και όχι μικρόψυχη φειδώ.
Η λιγόστιχη μονολογία, σε πρώτο πρόσωπο, με τίτλο «Μετριότης» επιβεβαιώνει τις προηγούμενες παρατηρήσεις. Στο ποίημα κατατίθεται η ομολογία της δειλής διαδρομής, του φτωχού φόρου που πλήρωσεν η ύπαρξη γι τη φοίτησή της στο παιδευτήριο της αγάπης, στην παιδονομή του Έρωτα:

«Δεν έκανα παιδί με την αγάπη», προφανώς, με τη λέξη αγάπη υπονοεί τον Έρωτα. Είναι η ακριβόλογη γραφή της ορφάνιας της ζωής, της ερημίας του βίου. Η ζωή, ως σύμβαση και όχι ως δώρον Θεού, κατασπαταλάται σε συναλλαγές συναισθημάτων, σε συμβάσεις ετεροκαθοριζόμενες, καθώς το σώμα και η ψυχή του προσώπου διαλέγονται με όρους χρησιμοθηρικούς κοινωνικής μασκοφορίας. Πουθενά η χαρά της δωροδοκίας, η ευχαριστιακή δοξολογία για τη δωρεά. Μονάχα θλιβή του ανεκπλήρωτου, ελεγχόμενος βηματισμός σ’ ένα, κατ’ επίφαση, πεντάγραμμο ελευθερίας, μαθητεία σε μια δύσληπτη αλφαβήτα.

Οι ομολογίες αυτές, δυσμένες ποιητικά με τον φόβο της «κοινωνικής ευπρέπειας», διατυπωμένες με ελεγχόμενο συναισθηματισμό και με πειστικό λυρισμό μοιάζουν με μελέτη Έρωτα και όχι θήτευση ή μαθητεία στο παιδευτήριο του Έρωτα και της ψυχής. Η αδυναμία ή η δειλία αναδρομεί τον ποιητικό βηματισμό και τον συγκρατεί να μην αφεθεί στη μέθη των ορίων και των κινδυνοτήτων του βιώματος ή του σκέμματος. Τότε το ποίημα, αντί της πυρετικής βίωσης και της δραματικής φώνησης, αναλώνεται στη μελέτη και σχεδίαση της ερωτικής σάρκωσης του ανεπανάληπτου. Το αποτέλεσμα αυτό αδικεί την Ελένη Α. Φωτιάδου ως ποιήτρια, γιατί και ικανότητες ποιητικής ολοκλήρωσης και απόδοσης του ερωτικού καημού διαθέτει και ευαισθησίες ως προς τη δραματικότητα του υπαρξιακού ελλείμματος και της τραγικότητας της υπαρξιακής του ίχνευσης. Η ανάγνωση της ερωτικής ποίησης της Φωτιάδου αφήνει την απαλή περιγραφή της αύρας του Έρωτα από το εργαστήρι της σκέψης, μακράν του δραματικού συγκλονισμού και της πυρέσσουσας ύπαρξης, εξαιτίας της χαρμολύπης του Έρωτα.

Η ποίηση, ως γνωστόν, έχει δικό της Ήθος και ιδιόνομους τρόπους του «φάσκειν» και «εκφαίνεσθαι», τρόποι που δεν ομονοούν, κατ’ ανάγκη, με τις βιοτικές συνήθειες της καθημερινότητας, τα ήθη και τα έθη της. Ακόμα και στον βιωματικό λόγο της ποίησης, το βίωμα πλάθεται σε ποίημα με τις οριακές του συγκινήσεις και με την κρυμμένη μορφή, συχνά ανυμολόγητη, που φωτίζεται με το ρυθμικό φως του μέτρου και της αρμονίας. Το ρυθμικό αυτό φως πηγάζει από το ελεύθερο φρόνιμα της ύπαρξης, εκεί που κυοφορείται το όνειρο και οι ιδανικές μορφές της συναισθηματικής κάθαρσης της ποίησης. Η ποιητική κάθαρση γεννάει το ελεύθερον ήθος της Τέχνης, το κάλλος του Λόγου Της, την αυτόνομη ακτινοβολία και εμβέλειά της.

Τα ποιήματα της συλλογής, τα πιο πολλά, είναι επιτυχείς συνθέσεις περί Έρωτος και προσομοιάζουν με περιγραφές μιας έντονης επιθυμίας να γευτεί η ποιήτρια έναν καρπό, που τον διαισθάνεται ώριμο και γλυκύ, τον αναλώνει, όμως, μέσα από προσμονές πραγματιστικής αίσθησης και από πλασματικές «γευστικές» ευχαριστήσεις, αντικατάστατα του ηδονικού ερωτικού συνταραγμού της ύπαρξης. Έτσι η όποια αλήθεια ενυπάρχει στα ποιήματα, υποβόσκει και οικουρεί κάτω από τη θυμική διάθεση, την ονειροπολία ή την προσμονή απτικής πραγμάτωσης και μασκαρεύεται ως διανοητικό παιχνίδισμα της φαντασίας και ποιητική πλασματουργία μιας γρηγορούσας, αλλά δεσμίας συνείδησης. Θα προσομοίαζα τον ερωτικό λόγο της συλλογής ως μια θαυμαστή ακροβασία, όπου ο κίνδυνός της έχει εκ των προτέρων αναιρεθεί με τα υπόδοχα δίχτυα που έχουν απλωθεί για να διασφαλίζουν κάθε ενάερο ακρόβατον άλμα, που θα επιχειρήσει ο ακροβάτης, εντυπωσιάζοντας τους θεατές του. Και, βέβαια, όλα τα άλματα είναι σχεδιασμένα εκ των προτέρων με γεωμετρική ακρίβεια.

Η συναισθηματική ανάγνωση και πρόσληψη του Ερωτικού Λόγου των ποιημάτων αφήνει μια στυφότητα από ελλείμματα αφής και ρίγους, εκστασιαστικής σαλότητας και πυρετικού αναλώματος, συστατικά στοιχεία της κυριαρχικής λειτουργίας του έρωτα, τα οποία ως οπτασία βηματίζουν ή ακινητούν μέσα στα ποιήματα, με τη βοήθεια της μνήμης. Η στυφότητα είναι παρούσα και στον τρόπο που η ποιήτρια εγχρονίζει τις εσωτερικές της φωνές: ένα διαρκές παρελθόν, άναιμο και ανεμικό (αέρινο), ονειρικό και φαντασιακό εγκιβωτίζεται στο παρόν, χωρίς να σαρκούται. Απλά δηλώνεται πώς μπορεί να λειτουργήσει ως ανοιχτάρι του Ναού του Έρωτα εφεξής. Το υπαρξιακό δράμα ή ακόμα, και η τραγικότητα που αναδύεται από την αναμέτρησή μας με τον Έρωτα η ποιήτρια τα πλάθει ως λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, της ονειρικής τελειότητας, που τη γεύτηκε ως βιοτικόν έλασσον ή παρέμεινε πουκάμισο αδειανό να το «φοράει» η μνήμη και να συγκινείται, πλάθοντάς το ως θυμικήν αύρα επισκέπτιδα, περιγραφόμενη με επιτυχή καλλιλογική εικονοποιΐα. Το φως του εκπεμπόμενου Έρωτα, αυτό που προσδέχτηκεν η ποιήτρια είτε ως ορασιακή λάμψη είτε ως ποθούμενο απτικό καύμα είτε ως ακατάδεκτο σωματικό πυρανάλωμα και ψυχικό ολοκλήρωμα παραμένει, διαρκώς, ωσεί παρόν, στα ποιήματα, χωρίς, ωστόσο, να μεταπλάθεται σε ένδροσον ύδωρ ζωής, με το οποίον ο άνθρωπος ξεδιψά οριστικά και στο εσαεί.

Η νοηματική ακροτελευτή κάθε ποιήματος αναδύει μια ρομαντική πικρία, που, ως νάρκισσο στάγμα, παρηγορεί την ψυχή της ποιήτριας, ανοίγοντας, μάλιστα, παράθυρο αδιέξοδης συλλογής (λογισμού) για αναονείρευση και αναπλαστική ονειροδρομία μέσα στην αχλυώδη μελλοντική παρουσία του Έρωτα και την ψυχική και σωματική πενία της ύπαρξης, αλλά και τη νοσταλγόν ανάμνηση του τέλειου. Ανάμνηση Πλατωνική.

Θα μπορούσε κάποιος, ως ένσταση προς την ποιότητα των ποιημάτων της συλλογής, να παρατηρήσει ότι η Φωτιάδου με κοινά σύμβολα, με γνώριμους ποιητικούς τρόπους, με κοινότοπα όνειρα, με χειροπέδες στα αισθήματα και στον νουν, με κατηγορικές κοινωνικές προσταγές πειράται να στρατεύσει ένα θυμικό ευαίσθητο και έμπλουτο με επιθυμίες για ιδανικές βιώσεις και τάσεις για γνωριμία και ψαύσης της τέλειας συγκίνησης του ασύλληπτου Λόγου του Έρωτα. Με τις λογικές και συναισθηματικές αυτές προσωπιδοφορίες και αναστολές τα ποιήματα μετεωρίζονται με σφαγμένα πρόσωπα πόθου, με απρόσιτα όνειρα, με λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, με αυτομαστιγώσεις και εξομολογήσεις για τη δειλία προς τη Ζωή και τον σημειωτόν της, που αντιστρατεύεται τον ελεύθερο βηματισμό του πνεύματος. Το ποίημα της συλλογής

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και όχι μόνον αυτό, είναι χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό για τις προηγούμενες παρατηρήσεις: Απομονώνω στίχους αυτοαναλυτικούς, που περιγράφουν την ποιητική ομολογία της Φωτιάδου:
Στη σιωπή σου ακούμπησα τις νύχτες μου
… Εγώ ό,τι απέμεινε από’να κόσμο πού’χτισα στο μέλλον μου
… Ποια νύχτα θα φανεί γενναιόδωρη
Να μου χαρίσει ολάκερη την παρουσία σου
Χωρίς τα μη τα όχι και τα πρέπει των πολλών
Χωρίς το βυθισμένο καημό ενός αηδονιού
Κυνηγημένο από φθόνο μετριότητας
… Στην αθέατη μορφή που κρύβει η μεγαλοπρέπειά σου
Αθέατη μήπως γίνω κι εγώ απ’ τον εαυτό μου
Πολύ με τυράννησε με την άλλη του εποχή
… Οι λέξεις εννοούν αυτό που δε λένε

Με τέτοιες αναστολές η ποίηση μοιάζει με ηχώ που φωνεί μέσα από ραγισματιές οροπεδίου, αντί της σπηλαίας βοής, που εκφαίνει την ανατριχίλα του δέους της αβύσσου, τον μετεωρισμό του ουρανίου χάους, την εκστασιαστική υπαπαντή του μυστηρίου και την ψυχική γιόστρα με τον Θάνατο, στοιχεία του Λόγου της συνείδησης και του πνεύματος. Αυτά τα στοιχεία ελευθερώνει ο Λόγος του Έρωτα και αυτά σημαίνει και η Ποίηση. Όμως στα ποιήματα της συλλογής όλα αυτά μένουν ανολοκλήρωτα και μακρινά, θολές εικόνες του θυμικού, του εγκάρδιου πόθου, του ονείρου και εκχέουν πενία της ομιλίας του σώματος και υποταγή του ελεύθερου φρονήματος του πνεύματος. Κι όμως, ρυθμοί, γλωσσική αρμονία και πλουσιότητα, συμβολοποίηση εικόνων της Ζωής και εικονοποιΐα σκεμμάτων και συμβολισμών προδίδουν ποιητικό τάλαντο όχι ευκαταφρόνητο, ύφανση ποιητική που αντέχει σε κάθε κριτική, ποίηση που εκφεύγει του ρηχού συρμού και της εύκολης γραφής.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Ο ΠΥΚΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο. Μέχρι σήμερα, και είναι νέα και υποσχόμενη, έχει ήδη γράψει επτά ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων, εννέα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και σενάρια.
Προσωπικά, λόγω της ενασχόλησής μου με τις εκδόσεις Μανδραγόρας ήρθα σε επαφή με το έργο της το 2011, όταν μας εμπιστεύτηκε προς έκδοση τα χαϊκού της. ΄Ηταν η συλλογή με τον τίτλο «Κατεπείγον», ένα ποιητικό σώμα που περιελάμβανε 116 ποιήματα. Αν σκεφτούμε ότι τα χαϊκού είναι ποιήματα που αποτελούνται από 3 στίχους εκ των οποίων ο πρώτος και ο τρίτος έχουν 5 συλλαβές ενώ ο δεύτερος 7, αντιλαμβανόμαστε ότι το να γράψει κανείς χαϊκού είναι μια μορφή δύσκολης άσκησης. Ο ποιητής πρέπει να τιθασεύσει την έμπνευση και τα μηνύματά του σε μια πολύ αυστηρή και απίστευτα σύντομη και λιτή φόρμα. Θα έλεγα ότι είναι πολύ απλούστερο να γράψει κανείς ένα μεγάλο ποίημα σε ελεύθερο στίχο παρά ένα και μόνο χαϊκού. 116 λοιπόν χαϊκού, που όλα κερδίζουν τον αναγνώστη σε πρωτοτυπία και νοήματα, απαιτούν απόλυτη αφοσίωση, σκληρή δουλειά και αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας. Παραθέτω μερικά για να γίνει κατανοητό πώς η συγγραφέας κατορθώνει μ’ αυτές τις 17 μόλις συλλαβές να εκφράσει ολοκληρωμένες θέσεις που απηχούν την κοσμοθεωρία της για τη ζωή (DNA Επιβάλλεται/ ονείρων και πράξεων/ ταυτοποίηση), την αξία της αυτοκριτικής (Προσφώνηση: Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου// Ο πρώτος αντίπαλος: Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου), τον ρόλο της συνείδησης στον πνευματικό της κόσμο (Διά βίου: Επιείκεια/ δεν έδειξε ο χρόνος/ στη συνείδηση), την αξία της αγάπης (Ανυπεράσπιστος: Λευκή σημαία/ υψώνω στην αγάπη/ Παραδίνομαι!), την αξία τελικά της ίδιας της ζωής (Αυτοδικία: Ο αυτόχειρας/ ποτέ δεν πήρε χάρη/ απ’ την ψυχή του).
Nα σημειώσω απλώς για γραμματολογικούς λόγους, ότι η Eλένη στα χαϊκού της βάζει και τίτλο ο οποίος, συνήθως, συνδιαλέγεται με το ποίημα. O τίτλος είναι κάτι που δεν υπάρχει στην κλασική ιαπωνική παράδοση των χαϊκού, η δημιουργική προσθήκη όμως είναι στοιχείο εξέλιξης και τίποτα, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να είναι ταμπού. Xαϊκού με τίτλο λοιπόν πρωτοέγραψε στα ελληνικά ο Σεφέρης και πλέον έχει δημιουργηθεί μια σχολή στην ελληνική γλώσσα με πρωτεργάτη τον σύγχρονό μας ποιητή Xάρη Mελιτά.

Μόλις ένα χρόνο μετά τα χαϊκού, η Ελένη εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων. Κι αν τα χαϊκού έχουν αυστηρή φόρμα που δεν επιδέχεται καμία παρέκκλιση, τα διηγήματα είναι ελεύθερος πεζός λόγος που δεν υπόκειται σε κανόνες. Η ίδια όμως και στα διηγήματά της έθεσε κανόνες. Κάθε ένα κυμαινόταν, με επιλογή της, γύρω στις 800 λέξεις. O κρυπτογραφικός, θα τον χαρακτήριζα, τίτλος της συλλογής είναι «ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg». Πρόκειται για ένα κώδικα που θα τον σπάσετε μόνο αφού διαβάσετε τα διηγήματα. Τότε θα αντιληφθείτε ότι αυτές οι 800 λέξεις σε κάθε διήγημα είναι ένα σοκ. Αφού σας ταξιδέψουν σ’ ένα κόσμο πόνου, πένθους, δεινών, μικρών και μεγάλων προσωπικών τραγωδιών, θα σας αφυπνίσουν θυμίζοντάς σας ότι η τέχνη της ζωής είναι να βλέπεις τη χαρά που μπορεί να σου δώσει η πιο απλή στιγμή, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα λουλούδι, η εικόνα ενός αγαπημένου· η αφύπνιση λοιπόν λειτουργεί, ως φάρμακο που περιέχεται στις 800 λέξεις. Έτσι, επειδή η περιεκτικότητα στα φάρμακα μετριέται σε mg, αποκωδικοποιούμε: Aφύπνιση 800 mg. Ευρηματικός τίτλος, πυκνός, πρωτότυπος και ακριβής. Εξίσου όμως πυκνά, πρωτότυπα, ευρηματικά και ακριβή είναι και τα «δραματικά» διηγήματά της, τα οποία καταφέρνουν στις 800 λέξεις τους να έχουν:
1. Πλοκή· όλα έχουν αρχή, μέση, τέλος, διηγούνται μια πλήρη ιστορία.
2. Έχουν από έναν μέχρι τρεις ήρωες των οποίων οι χαρακτήρες είναι διακριτοί, καθορισμένοι και σαφώς περιγεγραμμένοι, και
3. Διατυπώνουν ένα ηθικό δίδαγμα.
Παραθέτω χαρακτηριστικά από το διήγημα με τίτλο «Σαν λύσεις τα σκοινιά»: Αλληλοκοιτάχτηκαν οι ληστές, ρίξανε ένα βλέμμα στα δυο σφικτοδεμένα θύματά τους και με μια σιωπηλή συνεννόηση σάλπισαν ταυτόχρονα υποχώρηση. Μείνανε οι δυο τους, με τις ζωές τους δεμένες επάνω στις καρέκλες του σαλονιού, αμίλητοι μες στα πολλά που λέγανε τα μάτια τους.
Βάλθηκε να κινείται σπασμωδικά, πάνω κάτω, δεξιά κι αριστερά, σε μια προσπάθεια να χαλαρώσει τα δεσμά του. Μάταιος κόπος, μα κοίταξε τη δακρυσμένη της θωριά και συνέχισε.
Το πρωί προσμένανε το γιο τους. Σίγουρα τότε θα αναπνέανε αέρα ελευθερίας, μα μέχρι το πρωί μπορούσε να μαζεύει το κουράγιο του και να προσπαθεί να φτάσει κοντά της. Άκουγε την καρδιά της να τον καλεί, άκουγε την καρδιά του να την αγαπά όπως παλιά. Αλήθεια, πού ήταν κρυμμένη τόσο καιρό ετούτη η στοργή και τρυφερότητα, που τους επισκέφθηκε απόψε, αντάμα με το φόβο;
Είδε το βλέμμα της να καρφώνεται στο πάτωμα, ακολούθησε το ταξίδι του. Κάτι λαμπύριζε ανάμεσα σε πεταμένα χαρτιά κι αντικείμενα. Ένα φως, απ’ το παρελθόν φερμένο, άναψε μέσα του. Η βέρα του, η βέρα που δεν έβαζε εδώ και χρόνια και την είχε αφημένη σ’ ένα ξύλινο κουτί με την πρόφαση ότι τον στένευε πια, έπεσε φαίνεται απ’ τα χέρια των ληστών. Γλίστρησε κάπου αθέατη.
Κοιτάχτηκαν. Εκείνος κι εκείνη. Έτσι όπως δεν είχαν κοιταχτεί για χρόνια. Οι καρέκλες τους ήταν τόσο κοντά πια. Αν έγερνε το κεφάλι του, θα μπορούσε ίσως να αγγίξει το δικό της. Κι αν έγερνε κι εκείνη το κεφάλι της, θα μπορούσαν να κρατήσουν αυτή την επαφή σαν μια παρηγοριά στην ανημπόρια τους.
Το χάραμα τους βρήκε δίχως τα χρόνια της φθοράς. Μπήκε ο γιος τους στο σαλόνι νωρίς το πρωί, με το φως της άνοιξης να κυνηγά όλα τα γκρίζα λόγια που ξεστόμισε κάποτε η απομάκρυνση. Έσκυψε, έλυσε τα σχοινιά τους, μαζί και την αγάπη τους και την άφησε ν’ αρμενίσει με νέα πανιά στο μέλλον.
Xάρη λοιπόν στην πυκνότητα των κειμένων, στην άριστη χρήση της γλώσσας και στην πλοκή, η συλλογή διαβάζεται μονορούφι, κεντρίζει το ενδιαφέρον, το κάθε διήγημα σε καλεί να διαβάσεις και το επόμενο, κι αν κάπου στα μισά μπορεί να ξενίσει η αλληλουχία των τραγικών ιστοριών, στο τέλος το βιβλίο χαρίζει στον αναγνώστη εκείνο το εσωτερικό χαμόγελο που μόνο η κατανόηση των πνευματικών αξιών στη ζωή μπορεί να προκαλέσει.

Λίγο καιρό μετά τα διηγήματα η Ελένη είχε έτοιμη προς έκδοση μια συλλογή με δίστιχα. Η «Διμερής συμφωνία» που εκδόθηκε το 2013 περιέλαβε 186! δίστιχα. Κι εδώ έχουμε την ίδια πυκνότητα στο λόγο. Σε δυο γραμμές ολοκληρώνεται η εικόνα, ο αφορισμός, η σκέψη, η φιλοσοφία ζωής της. Διαβάζω: Περπάτησα ανάμεσα σε λέαινες κι αμνούς/ απλώνοντας το χέρι πότε για χάδι και πότε για εξημέρωση// Ποια θάλασσα Ερυθρά θα ανοιχτεί στα δυο για τις πορείες μου/ έτσι που να ξεφύγω από τα πάθη και τα λάθη που διώκουν το σκοπό μου;// Eναντιώνεται η μνήμη σ’ ένα μέλλον/ που θέλει να βαδίσει απερίσκεπτο// Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο/ μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις.

Κι αμέσως μετά, σχεδόν ταυτόχρονα με την «Λίμνη των κύκλων» (Μανδραγόρας 2014), την τελευταία ποιητική συλλογή της, η Ελένη Αρτεμίου κυκλοφόρησε ένα έμμετρο παιδικό παραμύθι, με τον τίτλο «Για ένα χαμόγελο». Ένα παραμυθάκι για το πώς επέστρεψε το διαρκές χαμόγελο, αυτό που φθόνησε η κακιά μάγισσα και θέλησε να το σβήσει από τα χείλη των ανθρώπων, στη χώρα με το όνομα «Χαμογελία» (Eκεί χαμογελούσαν συνεχώς/ μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη/ O βασιλιάς και όλος ο λαός/ απ’ το πρωί μέχρι αργά το δείλι) Kαι πάλι η συγγραφέας θέτει αυστηρούς κανόνες στον εαυτό της: όλη η πλοκή ξεδιπλώνεται σε ομοικατάληκτες τετράστιχες στροφές.

Συμπεραίνω λοιπόν: αυτό που αισθάνομαι παρακολουθώντας το έργο της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου τα τελευταία 4 χρόνια, είναι ότι το κάθε βιβλίο της είναι ένα προσωπικό στοίχημα, ένα στοίχημα που βάζει με τη γλώσσα και το κερδίζει. Έτσι ενώ οι πρώτες ποιητικές συλλογές της αποτελούνταν από ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, όπως σε ελεύθερο στίχο είναι και η Λίμνη των κύκλων, –ένα ιντερμέδιο άραγε στον αγώνα της με τις αυστηρές λογοτεχνικές φόρμες ή επιστροφή σε πιο ελεύθερες μορφές έκφρασης;– η Ελένη από το 2011 και μετά, φαίνεται ότι δουλεύει ασταμάτητα, υποθέτω νυχθημερόν για να έχει αυτή τη λογοτεχνική παραγωγή, προσπαθώντας να βρει τον πιο πυκνό τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις της, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για πεζό λόγο. Το στοίχημά της είναι η χρήση όσο το δυνατόν λιγότερων λέξεων για τη διατύπωση ολοκληρωμένων νοημάτων, νοημάτων που συνήθως απηχούν το δικό της αξιακό σύστημα. Ένα αξιακό σύστημα καθαρό, με διακριτό το σωστό από το λάθος, το ηθικό από το ανήθικο. Κι αν το ίδιο έλεγα πριν δυο χρόνια στην εκδήλωση που έγινε στο Κίτι, για την παρουσίαση των διηγημάτων της, τώρα μπορώ να το υποστηρίξω στηριζόμενη και στα δίστιχα και στο παραμύθι και στα χαϊκού. Ο γελαστός καλός βασιλιάς τα καταφέρνει. Το χαμόγελο γυρνά στην Χαμογελία. Αυτός που ηττάται είναι η μιζέρια, το κακό, η κατήφεια, ο φθόνος. Σε κάθε διήγημα μες από τις 800 λέξεις αναδεικνύεται ανάγλυφα το καλό και το κακό, υπάρχουν ήρωες που κερδίζουν την κάθαρση δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους. Στα δίστιχα και στα χαϊκού η ποιητική έμπνευση αναδύεται μέσα από τους ελάχιστους στίχους και προσφέρει μαθήματα ζωής.
Η Ελένη λοιπόν κερδίζει τα στοιχήματά της γιατί έχει ξεκάθαρη σκέψη, κρυστάλλινες αρχές και αίσθηση δικαίου, αλλά παράλληλα είναι μια τεχνίτρια της γλώσσας, γνωρίζει σε βάθος τα ελληνικά, αξιοποιεί τον πλούτο τους, δημιουργεί σχήματα λόγου και εργάζεται επίμονα και ακούραστα για να επιτύχει τη λογοτεχνική μορφή που κάθε φορά επιλέγει.
Και καταφέρνει να μας προσφέρει αισθητική απόλαυση μέσα από τις ξεκάθαρες, διατυπωμένες με απόλυτη ακρίβεια, πλούσιες ιδέες της.

 

Φοίβος Νικολαΐδης

Εκλεκτή ποιήτρια και συγγραφέας «Κάνει άλματα πέραν της φθοράς»
Χαρισματική και πολυτάλαντη, διακρίνεται σε διάφορους τομείς, με την ίδια πάντοτε επιτυχία. Δημιουργική και ικανή, αναδύει τις σκέψεις και τους στοχασμούς της, σμιλεύοντας με δεξιοτεχνία τον ποιητικό της λόγο. Κάθε της λέξη, βγαίνει μέσα από τα εσώψυχά της, διανύοντας ασταμάτητες περιπλανήσεις, του νου και της καρδιάς. Οι στίχοι της πριν απογειώσουν το λόγο της, διαγράφουν τροχιά γύρω από τις έντονες πνευματικές της αναζητήσεις. Αποτυπώνει, όσο γίνεται πιο πιστά, στις ωραίες της ποιητικές πινελιές με τα πλούσια χρώματα των συναισθημάτων και τους ήχους της ψυχής της. Γλυκύτατοι ψίθυροι καρδιάς, τα ποιήματα της, ακούγονται σαν μια υπερβατική μελωδία στο άπειρο.

Από τα πρώτα της βήματα, εργάζεται σκληρά και συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ίδια σοβαρότητα και ζήλο. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, με περισσή ευγένεια και εσωτερικό πλούτο, γοητεύει με το λόγο της και καθηλώνει με τα ποιήματά της. Εκείνο που ξεχωρίζει στην Έλενα, πέραν του πλούσιου της έργου, είναι η αύρα που εκπέμπει και σε αιχμαλωτίζει με την πρώτη κιόλας ματιά.

Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ευαισθησίες, προβληματισμούς και ενδιαφέροντα για τα κοινά. Γνωρίζει αρκετά καλά, όλα εκείνα τα απαραίτητα «μικρά μυστικά» που τη βοηθούν να γράφει όμορφους στίχους, που ελκύουν την προσοχή, των αναγνωστών.

Η Ελένη βρίσκει μέσα από την ποίηση τη χαρά, που δίνει ο ρυθμός της και η μουσικότητα, που μπορεί κανείς να διακρίνει. Η ποίηση για την Ελένη, έχει ρυθμό σ’ ένα μουσικό πλαίσιο. Είναι σαν να ακούς ένα τραγούδι. Ένας ρυθμικός, συμβολικός, συμπυκνωμένος τρόπος σκέψης, ένα μοτίβο. Η ποίηση για την Ελένη σημαίνει ο απόλυτος τρόπος έκφρασης, η ελευθερία της εκφραστικότητας. Η απελευθέρωση των συναισθημάτων μέσω των στίχων, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει.

Καθοδηγείται από μια απίστευτη αγάπη για τη ζωή και έναν έρωτα για την ποίηση, που την υπηρετεί με πάθος. Οι στίχοι της διακρίνονται από μια υψηλή καλαισθησία και ευαισθησία. Είναι δοσμένη ολοκληρωτικά στην ποίηση ψυχί τε και σώματι. Γι’ αυτήν είναι ο απόλυτος τρόπος έκφρασης στις μεγάλες χαρές ή λύπες, από την εφηβική της ηλικία, που άρχισε να απλώνει τις σκέψεις της στον ποιητικό καμβά.

Η ποιητική της έκφραση βρίσκει διεξόδους στα όμορφα ποιήματά της με θεματολόγιο από τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα και γενικά τον άνθρωπο. Οι στίχοι της έχουν εκφραστικότητα, λυρισμό και αρμονία, αφήνοντας τον θεατή να ταξιδέψει μέσα από τα κρυμμένα μηνύματα που προβάλλει. Με πρωτοτυπία περιεχομένου και φροντισμένη επιμέλεια, γίνονται αφετηρία για αναζήτηση άλλων παραμέτρων της ζωής. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της είναι εξαιρετικά όμορφο. Η Ελένη είναι μια ποιήτρια με καλπάζουσα φαντασία, δημιουργική με μεγάλες δυνατότητες.

Πέραν από την ποίηση, ασχολείται συστηματικά με το γραπτό λόγο. Πλάθει όμορφα παραμύθια, ντύνοντάς τα με το βελούδο της ψυχής της για τρυφερές ψυχούλες. Οι διακρίσεις της πολλές, συνθέτουν ένα μακρύ κατάλογο κι έχουν περάσει και στον ελλαδικό χώρο τιμώντας την Κύπρο.

Μετά από τόσα βραβεία και διακρίσεις η Ελένη νιώθει εντονότερη την ευθύνη, για να συνεχίσει, να γράφει και να παρουσιάζει τα έργα της. Τα βραβεία για την Ελένη, αρχικά, ήταν μια καλοδεχούμενη, ευχάριστη έκπληξη. Τώρα, αποτελούν το σημείο αναφοράς ευθύνης, για να της θυμίζουν την ευθύνη, να προσπαθεί, να γίνεται ακόμη καλύτερη. Το ταλέντο της, το θεωρεί ως ένα θείο δώρο, για το καλό όμως, όλων.

Θαυμάζει πολλούς ποιητές και ξεχωρίζει τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αναγνωστάκη το Τ. Έλλιοτ και πολλούς άλλους. Έχοντας το φιλοσοφικό υπόβαθρο και τα γερά θεμέλια ως στάση ζωής, τα γνωμικά που την εκφράζουν, είναι το «Παν Μέτρον Άριστον» ως επίσης και το «Ες αύριον τα σπουδαία» (Πάντα υπάρχει το αύριο, κυνήγησέ το). Σλόγκαν της όμως στη ζωή είναι η φράση του Οδυσσέα Ελύτη: «Κάνε άλμα πέραν της φθοράς». (Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου).

 

Aφύπνιση 800 mg

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου, Aφύπνιση 800 mg, διηγήματα
εκδ. «Mανδραγόρας», σελ. 127

ΔEΛTIO TYΠOY

Τριάντα εννέα διηγήματα που σχεδόν όλα ολοκληρώνονται περίπου στις 800 λέξεις –εξ ου και ο τίτλος της συλλογής. Κάθε ιστορία αφορά μια στιγμή κρίσης στη ζωή του πρωταγωνιστή της, μια κρίση που εκτονώνεται με την «αφύπνιση» του κεντρικού ήρωα.
Η αφηγηματική αλληλουχία και η συνεχόμενη ροή από διήγημα σε διήγημα, αναδεικνύουν την κοινή κεντρική ιδέα του βιβλίου καθώς η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου παρακολουθεί συμπάσχουσα τον πόνο και τις στιγμές απογνωσης στη ζωή των ανθρώπων.
Η Αρτεμίου με μια γραφή βατή, καθημερινή, απλή επιτυγχάνει να περιγράψει έντονες συναισθηματικές καταστάσεις. Mε ακρίβεια αλλά και με αφαίρεση στην εξιστόρηση κορυφώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος «εξαναγκάζεται» να συμμεριστεί τα συναισθήματα και τις εντάσεις των ηρώων. Ο λόγος της, στην πρώτη πεζογραφική απόπειρα μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, είναι κλασικά διαρθρωμένος, ταυτόχρονα όμως δυνατός και φορτισμένος, με εμφανή την ποιητικότητα (Έξω το ψιλόβροχο ξεψυχούσε με μικρές, κουρασμένες σταγόνες) που αξιοποιείται για να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερο βάρος και βάθος στο κείμενο: Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα στο δωμάτιο. Μύρισε τη μιζέρια στα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα στο φθαρμένο καναπέ, στις κουρτίνες που κρέμονταν σαν ικέτιδες στα τζάμια. Πήρε βαθιά αναπνοή και το αποφάσισε. Έψαξε βιαστικά στο σωρό με τα κουρέλια, φόρεσε το μοναδικό φουστάνι που στεκότανε ακόμα λιγάκι αξιοπρεπώς στο κορμί που δάμασε ο χρόνος. Έσιαξε όπως όπως τα μαλλιά της, ξεθωριασμένα σαν την κρύα μέρα στο κατώφλι της και κίνησε με τα πόδια να βρει τη χαμένη ελπίδα.
Τα σχήματα του λόγου χρησιμοποιούνται αριστοτεχνικά· δεν είναι κραυγαλέα, δεν ανακόπτουν τη ροή, αντίθετα παρασύρουν τον αναγνώστη στην πλοκή και επιτείνουν το ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστορίας μέχρι την τελική κάθαρση: «Ένα δόρυ αιχμηρό τρύπησε τις αντιστάσεις της, μπήκε εκείνη η άνοιξη στην ύπαρξή του, αφήνοντας ελεύθερη την κατάδυσή του στο χθες., καινούριος ουρανός πιο δροσερός θα στάξει τις καινούριες μέρες που έρχονται».
Όμως, τα διηγήματα παρότι περιγράφουν στιγμές θλίψης, απόγνωσης, μοναξιάς, πένθους, παραμένουν στο βάθος τους αισιόδοξα, καλοσυνάτα, ανθρώπινα. Δυο μικρά δείγματα:
Βγήκαν στο δρόμο, περπάτησαν ακουμπώντας στην άκρη της καρδιάς τους, φτάσανε μέχρι το σύνορο της αγάπης τους, το διάβηκαν κι ανοίξανε καινούριο ουρανό επάνω από την καθημερινότητά τους. Πλατύτερο, να χωράει το αναπάντεχο και πιο γαλάζιο, να βάφει όλες τις άχρωμες ώρες τους. (σελ. 13)
Πήρε το πρώτο αεροπλάνο κι ήρθε ν’ ανοίξει την αγκαλιά του στο Γιώργη, σαν φωλιά που κλείνει μέσα της το κρύο της ψυχής. Και σαν κόπασε η πρώτη συγκίνηση έβγαλε απ’ την τσέπη το κλειδί. Τέσσερα δωμάτια όλα κι όλα. Και στο πίσω μέρος μια μεγάλη αυλή. Για να φυτεύει, πια τις αντοχές και τις ελπίδες, προσμένοντας ολόχρονα τους πολύτιμος καρπούς της. (σελ 83).
Η «Αφύπνιση 800 mg» είναι ένα βιβλίο που θα διαβαστεί και θα συγκινήσει.

«Μ»

H Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης .
Ασχολείται με την ποίηση και την παιδική λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο.
Το λογοτεχνικό της έργο έχει τύχει διαφόρων διακρίσεων και είναι συνεργάτης της International Art Academy.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

«Αφύπνιση 800 mg»
(Εκδόσεις Μανδραγόρας)
Η Ελένη Φωτιάδου- Αρτεμίου είναι μια ποιήτρια. Αυτό είναι γνωστό. Οι στίχοι που έχω διαβάσει, κατά καιρούς, είναι εξαιρετικοί. Το ύφος της, οι λέξεις, τα μηνύματα, τα καλολογικά στοιχεία, η γλώσσα, οι ελιγμοί της γλώσσας, οι ατάκες, δίνουν μια ζωντάνια και μια ελκυστικότητα στην ποίησή της. Και αρέσει.

Όλα αυτά όμως ενυπάρχουν και στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Αφύπνιση 800 mg”, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.
Δηλαδή ο πεζός της λόγος έχει και μια ποιητικότητα, που τη νιώθει ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση. Μια μορφή ελεύθερου στίχου, είναι εμφανής, σε πολλά σημεία κάθε κειμένου. Αυτό προσδίδει ένα επί πλέον ενδιαφέρον προνόμιο, να λες δηλαδή μια ιστορία και η αφήγησή σου να έχει και ρυθμό στις λέξεις, στις φράσεις, στις ενότητες.

Θεωρώ πολύ έξυπνη την ιδέα τα αφηγήματα να μη ξεπερνούν σε μάκρος τις 800 λέξεις (εξ ού και το… 800 mg). Από μόνες τους οι ιστορίες διαβάζονται ξεκούραστα, ενώ το μικρό τους μήκος ευνοεί ακόμα πιο πολύ την ευχερή ανάγνωση.
Σε αυτό το είδος γραφής φυσικά επικρέμαται ο κίνδυνος να λείπουν στοιχεία από την ιστορία, αλλά εδώ η συγγραφέας έχει καταφέρει να βάζει τον αναγνώστη να συμπληρώνει την «αφαίρεση» και να μη του λείπει τίποτα. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς. Γι αυτό πολλοί πεζογράφοι αποφεύγουν το διήγημα, φοβούμενοι μη πέσουν στην παγίδα της γραφής μιας απλής … περίληψης της ιστορίας και δεν καταφέρουν τελικά να πουν αυτό που θέλουν μέσα σε 2,3,4 σελίδες. Ή ακόμα να τους ξεφύγει η πένα και να επεκταθούν, οπότε το τελικό σχήμα δεν θα είναι πια ούτε διήγημα αλλά ούτε και μυθιστόρημα. Τα κείμενα της Ελένης είναι πλήρη διηγήματα και μάλιστα πολύ ωραία.

Οι ιστορίες είναι καθημερινά θέματα συνηθισμένων ανθρώπων που ζουν γύρω μας. Τα βλέπουμε, τα ακούμε, συμμετέχουμε, τα σχολιάζουμε, τα φέρνουμε σαν παραδείγματα, άλλοτε προς μίμηση, άλλοτε προς αποφυγή. Η αγάπη δεν λείπει από την πλοκή των ιστοριών και όπως πιστεύω και το έχω γράψει και σε δικά μου κείμενα, τα συμβάντα γενικά είναι σαν την αγάπη που άμα δεν κυκλοφορήσεις δεν την συναντάς. Το διαδίκτυο διευκολύνει μεν αλλά δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη επικοινωνία, ούτε την απτή σχέση μας με το βιβλίο. Γι αυτό θεωρώ ότι το βιβλίο γενικά ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει.

Το βιβλίο της Ελένης μου άρεσε πολύ και ως… βιβλίο. Παίζει και αυτό το ρόλο του. Το χαρτί, το χρώμα η εικόνα στο εξώφυλλο, το άγγιγμα, ακόμα και οι γραμματοσειρές και το μέγεθος των στοιχείων. Αλλά εγώ νομίζω ότι όλα τα βιβλία του ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ προκαλούν μια ιδιαίτερη οπτική και απτική έλξη, που οφείλεται στην καλαίσθητη επιμέλεια των εκδόσεων. Νομίζω ότι ο Κώστας Κρεμμύδας, σε κάθε έκδοση και βέβαια στα διηγήματα της Ελένης Φωτιάδου- Αρτεμίου δείχνει να «νοιάζεται» σαν να επρόκειτο για δικά του γραπτά. Αυτό είναι σπουδαίο και … σπάνιο.

Στις συλλογές διηγημάτων -όπως και ποιημάτων- άλλο αρέσει πιο πολύ και άλλο λιγότερο. Εν προκειμένω όλα τα διηγήματα της Ελένης μου άρεσαν πολύ. Πρέπει να πω όμως ότι μερικά από αυτά, εγώ προσωπικά, με αμιγή υποκειμενικότητα, τα θεώρησα ως μικρά αριστουργήματα.
Σαν κριτήριο βάζω πάντα ένα περίεργο συναίσθημα που μου προκύπτει όταν κάτι μου αρέσει πολύ. Λέω μέσα μου: μακάρι να το είχα γράψει εγώ. Αυτό το είπα για τα διηγήματα της Ελένης, παρα πολλές φορές.-

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, Αφύπνιση 800 mg – Διηγήματα
Eκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012

Το διήγημα εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ανοδική πορεία. Η ταραγμένη εποχή, και ειδικά ο ελληνικός, ο ελλαδικός ορθότερα, χώρος λόγω της κρίσης που τον μαστίζει, αποτελεί σκηνικό, μπροστά στο οποίο εκτυλίσσονται άπειρες μικρές ιστορίες, αμέτρητα δράματα, με ήρωες άτομα του πόνου και της ανάγκης. Τις διάχυτες αυτές σκηνές το διήγημα μπορεί και τις αποτυπώνει σύντομα, σκληρά, τραγικά, σύμφυτα με την οδυνηρή πραγματικότητα. Δεν πρόκειται, μάλιστα, για απόμακρες περιπτώσεις περιθωριακών ομάδων, αλλά για ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που μέχρι χθες απολάμβαναν μια παραπλανητική ηρεμία με τον συνακόλουθο εφησυχασμό. Η ζωή όμως έφερε τα πάνω κάτω και οι όλβιοι βρέθηκαν άνεργοι, ανέστιοι, μόνοι. Οι νεόπλουτοι έγιναν νεοπένητες. Είναι τα ναυάγια της κρίσης των ημερών μας, είναι οι λεηλατημένες ψυχές και τα ερείπια της σημερινής ζωής, είναι αυτοί, από τους οποίους αντλεί τις ιστορίες της η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου.
΄Αρχισα εντοπίζοντας το γενικό κοινωνικό πλαίσιο, το κοινωνικό σκηνικό, όπως ανέφερα, μπροστά στο οποίο διαδραματίζονται τα διηγήματα της «Αφύπνισης», μιας αφύπνισης σοκαριστικής και όχι υπό τους επαναλαμβανόμενους προγραμματισμένα και γλυκά ήχους ενός ρολογιού. Με άλλα λόγια, στην περίπτωσή μας δεν αλλάζεις νωθρά πλευρό με την άνεση της μακάριας αναβολής∙ τινάζεσαι έντρομος από τον αφυπνιστικό τρόπο και τα κατεπείγοντα μηνύματα της συγγραφέως.
39 μικρά διηγήματα περιέχει ο τόμος που παρουσιάζουμε, τρισέλιδα στην πλειονότητά τους, δομημένα ομοιόμορφα, με έναν ή δύο ήρωες, σύντομες ιστορίες που αφήνουν οδυνηρά στίγματα και γεύση δηλητήριου στη γλώσσα. Κάποιο ατυχές συμβάν, μία κοινωνική κακοτοπιά, η παρουσία του θανάτου σε κάθε σχεδόν σελίδα, που πλαισιώνει και αναβαθμίζει τη δυστυχία, αποτελούν την αφορμή για τη συγγραφέα να πλέξει τις ιστορίες της. Με κομμένη ανάσα ο αναγνώστης περιμένει την έκβαση και φτάνοντας στο τέλος αποκομίζει αυτό που η συγγραφέας επιδίωξε, την αφύπνιση, αφύπνιση όντως πολλών mg, αλλά μετρημένων λέξεων, με διπλή δράση: η πρώτη είναι εφιαλτική, αποτέλεσμα κάποιας τραγωδίας, και αφήνει πίσω της ερείπια, τραυματικό προβληματισμό και ανθρώπινα ράκη με λεηλατημένες ζωές, εγκαταλείψεις, προδοσίες, πληρωμένους έρωτες, νεκρωμένες ή δολοφονικές μνήμες. Η άλλη, και αυτή πρέπει να την πιστώσουμε στην ευαισθησία της συγγραφέως, αφήνει ένα αμυδρό φως ελπίδας στο βάθος της ταραγμένης σκέψης και το φως αυτό δίνει κουράγιο για μία νέα αρχή, χωρίς υποσχέσεις και ωραιοποιήσεις∙ αρχή που εμφωλεύει πάντα στην καρδιά του πάσχοντος ανθρώπου και τον οδηγεί σιγά σιγά στην ανάνηψη. Είναι ένας προβληματισμός, ευοίωνος, αισιόδοξος και τονωτικός.
Ο θάνατος, όπως ανέφερα, καθιστά πιο τραγική την κατάσταση που βιώνουν οι ήρωές της. Πρόκειται για θάνατο δικών τους προσώπων, που έρχεται να αλλάξει τη ζωή τους, να συντελέσει στην «καταστροφή» τους. Μάλιστα, εξαιτίας του η κοινωνική παθογένεια και η αναλγησία παίρνουν δραματικότερες διαστάσεις. Δίπλα του κυριαρχούν η μοναξιά και η ερήμωση. Είναι η έλλειψη ανθρωπιάς των καιρών μας, που αποτελεί το άλλο αίτιο της μεγάλης διάστασης που παίρνουν οι ανθρώπινες αναποδιές, είναι η έλλειψη ενός αδελφικού, ενός φιλικού χεριού που θα βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του ο αναξιοπαθών, ο παραστρατημένος, ο αδικημένος, με μια λέξη ο κάθε δυστυχισμένος. Ξεχωρίζουν, λοιπόν, με την κυριαρχία της απερήμωσης αυτής τα διηγήματα του βιβλίου, επειδή ακριβώς αποδίδουν το κλίμα της δικής μας εποχής, και αυτήν έμμεσα καταγγέλλει η συγγραφέας, μέσα από την ακηδία, την αδιαφορία, την πρόκληση των εφησυχασμένων, θέλοντας να υποδείξει ότι κανενός η θέση δεν είναι πλέον ασφαλής, θίγοντας έτσι το κοινωνικό και ανθρωπιστικό χάος του αιώνα μας.
Η Ελένη Αρτεμίου πιστεύει στις ανθρώπινες αντιστάσεις, στην ψυχική αντοχή που περιορίζει το ατυχές συμβάν στην υλική του διάσταση και αποτρέπει την ηθική διάβρωση και τη σήψη. Με τον τρόπο αυτό αναθερμαίνει την υπνώττουσα πατρότητα και συνακόλουθα το κέφι για ζωή, θεραπεύει τις διαψεύσεις, κατασιγάζει τα ερωτικά πάθη, ακυρώνει τον χωρισμό και συνενώνει τους ανθρώπους στις κρίσιμες στιγμές, στις οποίες η ενότητα λειτουργεί ως φάρμακο κατά της δυστυχίας και ως ενδυνάμωση της αξιοπρέπειας.
Διαβάζοντας τα διηγήματα, μετά τα πρώτα από αυτά, δημιουργείται στις πρώτες πρώτες αράδες τού εκάστοτε επόμενου μία αίσθηση επανάληψης, μία στερεότυπη πρακτική προϊούσας παρακμής. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η ιστορία, η ομοιότητα χάνεται και ανοίγεται με τρόπο ρεαλιστικό μια άλλη ιστορία, με ευρηματικότητα αξιοπαρατήρητη στα θέματα, που όντως υπάρχουν στην καθημερινή μας ζωή. Όμως ανά περίπτωση είναι τέτοιες οι διαφορές, που με το τέλος της ανάγνωσης αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης τη διαφορά, την άλλη εκδοχή, τη αλλότροπη αντιμετώπιση, την αποπνικτική πολυπλοκότητα της παθογένειας, την ανάσα ενός συνανθρώπου που, παρά την έντονη προβολή του αποξενωμένου Άλλου, δεν παύει να είναι μέρος του εαυτού μας. Είναι η λύτρωση που αφήνει να διαφαίνεται στο τέλος των περισσότερων διηγημάτων της η συγγραφέας, η οποία εναπόκειται στην επικοινωνία και την καθαρή σχέση με τον συγγενή, τον οικείο, τον διπλανό μας, τον άγνωστο εν τέλει συνάνθρωπο.
Θα σταθώ για λίγο στα διηγήματα του τόμου που σχετίζονται με τα ερωτικά πάθη και την ηθική καταστροφή ή την ανάδυση της μέγιστης αξιοπρέπειας από αυτά. Και θα αναφερθώ στο ότι το είδος των διηγημάτων αυτών που καλλιεργεί η συγγραφέας, είναι γνωστό από τα τέλη του 19ου αιώνα στη λογοτεχνία μας. Ακόμη, ότι κάθε εποχή ανέδειξε διηγηματογραφικά τα παθήματα του ανθρώπου από τον έρωτα και το χρήμα, όταν αυτά παραβιάζουν την κρατούσα ηθική και την κοινωνική ισορροπία. Με τα διηγήματά της, θέλω να πω, η συγγραφέας αποτελεί έναν εκπρόσωπο του διαχρονικού αυτού είδους στη δική μας εποχή, όταν, υπό τις σημερινές συνθήκες, οι εφαρμογές και τα δεινά που προκαλούν στους ανθρώπους είναι πρωτόγνωρα. Από την πρόσφατη διηγηματογραφική παραγωγή θυμάμαι να αναφέρω δύο καλές συλλογές της Μαρίας Κουγιουμτζή, το Άγριο βελούδο, του 2008, και το Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου, του 2013, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Ο άνθρωπος θα ερωτεύεται και θα επιδιώκει την ευημερία και την υλική άνεση. Αλλά και θα υπερβαίνει το μέτρο, θα αδιαφορεί για τα όρια, καταλήγοντας στην ύβρη εξαιτίας της εκμετάλλευσης, της παρανομίας, της παράβασης. Την παραβατικότητα αυτή στην εποχή μας από τον καταστροφικό συνδυασμό της άνομης σύνδεσης ερωτικού πάθους και λατρείας του χρήματος αποτυπώνει σε αρκετά από τα εν λόγω πεζογραφήματά της η συγγραφέας.
Το υλικό της, παρμένο από την επικαιρότητα, από τον τύπο, από την τηλεόραση, από την περιδιάβαση στους δρόμους της σκληρής ζωής, μας φέρνει στο νου έναν μάστορα και μεγάλο δάσκαλο του είδους, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι αντλούσε τον πυρήνα των ιστοριών του από τις εφημερίδες της δικής του εποχής. Εννοώ τον κερκυραίο πεζογράφο Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τις Κορφιάτικες ιστορίες του, αλλά και τα μεγάλα μυθιστορήματά του, όπου τα ερωτικά πάθη αποτελούν κακή μοίρα του ανθρώπου και οδηγούν στην τίση.
Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό και να μη δω τις ομοιότητες, τυχαίες ή διακειμενικού χαρακτήρα∙ την εκλεκτική συγγένεια, θα πρόσθετα διευκρινιστικά. Ο τίτλος, για παράδειγμα, της γνωστής νουβέλας του Θεοτόκη Η τιμή και το χρήμα με παραπέμπει στον τίτλο, επίσης, του διηγήματος της Ελένης Αρτεμίου «Κόστος και τιμή»∙ και επί του περιεχομένου, το τέλος του ωραίου πρώτου διηγήματος του βιβλίου, με τίτλο «Το κλάμα», με οδηγεί στο τέλος της νουβέλας που προανέφερα, όπου η μητρότητα, το ήθος και η αξιοπρέπεια νικούν το ερωτικό πάθος και ακυρώνουν την κοινωνική κατακραυγή.
Δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ έως τώρα με το έργο της κύπριας συγγραφέως, παρά τη συχνή ενασχόλησή μου με τα κυπριακά γράμματα. Με θητεία στην παιδική λογοτεχνία και την ποίηση, και ανάλογες εμπειρίες στη δημιουργική γραφή, δοκίμασε πρόσφατα μόνο, αν δεν απατώμαι, τις διηγηματογραφικές δυνάμεις της στην αφηγηματική λογοτεχνία για ώριμους αναγνώστες, και μάλιστα αντιστρέφοντας τους κοινωνικούς όρους: με στροφή δηλαδή από την ευαισθησία της παιδικής αθωότητας και την αγνότητα της παιδικής ψυχής, από τον θαυμαστό δηλαδή κόσμο της παιδικής ηλικίας, στη σκληρότητα της βιοπάλης, της στυγνής εκμετάλλευσης και της εκπόρνευσης των ψυχών. Έχω την ευχάριστη εντύπωση ότι απέδωσε με πειστικό τρόπο τον φθαρμένο κόσμο των μεγάλων, εμφυσώντας την παιδική αλήθεια και λίγες, έστω, αισιόδοξες στιγμές, ακτίνες ελπιδοφόρου φωτός στις ταραγμένες ψυχές των παραστρατημένων ή αδικημένων ενήλικων ηρώων της.

 

Χαιρετισμός Πρέσβη της Ελλάδος στην Κύπρο, κου Βασίλη Παπαϊωάννου, στην παρουσίαση του έργου της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
« Η λίμνη των κύκλων» (Λάρνακα, 3 Νοεμβρίου 2014)

1. Με χαρά απευθύνω θερμό χαιρετισμό στην παρουσίαση του έργου της καταξιωμένης συγγραφέως Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου «Η λίμνη των κύκλων». Το έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου αποτελεί ακόμα μία απόδειξη ότι η ελληνική λογοτεχνία, ως πνευματική δραστηριότητα, δεν αναπτύσσεται αποκλειστικά στο στενό γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας αλλά στον ευρύτερο πνευματικό χώρο του Ελληνισμού, αναπόσπαστο κομμάτι του οποίου αποτελεί και η καλλιτεχνική παραγωγή της Κύπρου.
2. Και αν τελικά αληθεύει αυτό που είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, ότι γράφουμε για να αφήσουμε «ίχνη αθανασίας», τότε το σημαντικό και πολυποίκιλο έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου στο χώρο της ποίησης, της παιδικής λογοτεχνίας αλλά και του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σεναρίου επιβεβαιώνει την προσπάθεια μιας λογοτέχνιδας να αποτυπώσει με τα μέσα της τέχνης αγωνίες και ελπίδες καθημερινών ανθρώπων, δυσκολίες αλλά και χαρές της ανθρώπινης ζωής.
3. Τα πολυάριθμα βραβεία και οι σημαντικές διακρίσεις της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου (Βραβείο Κώστα Μόντη 2010, Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου το 2009 και 2011, καθώς και πλήθος διακρίσεων σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς) επιβεβαιώνουν την ευρεία αναγνώριση που έχει λάβει το έργο της, ενώ πολύ γνωστά και αγαπητά στο τηλεοπτικό κοινό είναι και τα έργα της για την τηλεόραση («Ο Δάσκαλος», «Γκρίζος Ουρανός», «Μανόλης και Κατίνα», «Άνεμοι του Πάθους»)
4. Επαναλαμβάνω ότι η Πρεσβεία της Ελλάδος παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην ανάδειξη του Πολιτισμού μας στο πλαίσιο του προγράμματος δράσης της. Στην επιδίωξη αυτή, θεωρώ ότι οι λογοτέχνες και γενικά οι πνευματικοί άνθρωποι αποτελούν την εμπροσθοφυλακή στην πορεία για τη χάραξη του νεότερου πολιτισμού μας. Και εμείς χτίζουμε όσο μπορούμε πιο δημιουργικά πάνω στο έργο αυτό.
5. Σήμερα η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της ιστορίας τους. Η πρωτοφανής κρίση που περνάμε δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση πολιτισμική. Η μελέτη της λογοτεχνίας και η προβολή της πολιτιστικής μας παρακαταθήκης, παραμένει ένα σπουδαίο όπλο στην διάθεσή μας με αναμφίβολα τεράστια δύναμη. Η λογοτεχνία αποτελούσε, εξάλλου, πάντοτε το καταφύγιο των ευαίσθητων ψυχών από την οποία αντλούσαν δύναμη για το παρόν και τις δυσκολίες του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ίσως η καλύτερη λογοτεχνία γράφτηκε σε εποχές κρίσης.
6. Συγχαίρω και πάλι την λογοτέχνη Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου και εύχομαι κάθε επιτυχία στη σημερινή εκδήλωσή σας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s