ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

βαγγελης

 

Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος γεννήθηκε στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας. Σπούδασε παιδαγωγικά, ειδική αγωγή και ελληνικό πολιτισμό και εργάζεται στην εκπαίδευση. Έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές, 9 βιβλία για παιδιά και έχει μεταφράσει γύρω στα 60 παιδικά βιβλία.

Ποιητικές Συλλογές: (8)

Η εποχή της Άνοιξης, 1983
Το Νέον της Οδού, 1987
Το δάκρυ του Πολύφημου, 1992
Η μνήμη της σιωπής, 1995,
Οι Λάμιες του θολού βυθού, 1999
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1995, 2000
Γράνα, 2007
Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων 2017

Βιβλία για παιδιά: (9)

Δρακοντομυστικό, 1997
Κόσμο λένε την αυλή μας, 2000
Χίλιοι μύθοι ένα μαρούλι, 2000
Ο καλικάντζαρος που έχασε το δρόμο, 2000
Μύθοι από τους μύθους του Λαφονταίν 2001
Ο Τούφας στο Μεγάλο Δάσος, 2003
Η συμμορία του ΠΟΥΡ ΠΑΣ, 2006
Γιατί απέναντι; 2013
Τα καινούρια μου πόδια, 2015

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2003) Ο Τούφας στο μεγάλο δάσος

Μεταφράσεις παιδικών (60)

 

 

 

ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

 

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

 

 

ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΥΧΡΗΣΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ (2017)


Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Γάτοι τυμβωρύχοι τα παράθυρα μοιράσανε και
κάθε τόσο ξύνουνε τις ιστορίες τους οι αυτόχθονες·
είχαν αναχωρήσει προ πολλού κι οι μνήμες
ασθενούσαν, θάλασσες στεριές κι αιώνες η απόσταση.
Κράτησαν ζωντανή την εμφύλια διαμάχη,
τους διωγμούς, το χρέος, τη νίκη, αναγεννηθέν
το έθνος μ’ ασβέστη μπόλικο υποκρισία και
παιάνες σε πανηγύρια στέναζε, δεκαδικά μιας
ζωής που αναστέλλεται με προεξάρχουσα την
ακέραια βία. φυλά το νυχτοπούλι τα ερείπια στα
όνειρα: το ανάθεμα πληγή/ λύσις της συνέχειας,
ακούω το λαχάνιασμα του έμπειρου λαγού και
ταξιδεύω την αγρύπνια μου στο χάος, «οι έφοδοι
πάντα στις ρωγμές κι η καταβύθιση στην πρώτη
αρχή μ’ απελευθέρωναν, ήταν το βάθος η ηλικία
της αθωότητάς μου» ομολογούσε ο σοφός
πρίγκιπας με τα γαλάζια μάτια μελετώντας το βουνό
που άφηνε την ηδονή στη θάλασσα. Ήρεμα
γλιστρούσε τότε η βάρκα στα νερά απόθετε ο
ψαράς τις προσδοκίες κοιτάζοντας το έρημο φεγγάρι
και ξαναγύριζε στη σπουδή της ερωμένης
του η ηδονή του, βρεγμένα χείλη, αφρόψαρα
και ταραχή μεγάλη, γυναίκα εφήμερη ξοδεμένη
σε μια νύχτα ο καημός του.

 

 

ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Με την πεποίθηση πως ήταν τυχαία όλα αυτά
άναψε το τσιγάρο.
Η οχλοβοή του δρόμου ανακατευόταν με το
ξάφνιασμα της συνάντησης.
Τα τελευταία ψιλά χύθηκαν στα βήματα και
χάθηκαν.
Όσο μπορώ επιστρέφω, σκέφτηκε.
Είχε τρυγήσει το αμπέλι από τότε που είδε να
χάνεται σκιά στον παρακείμενο λίβα
κι έπειτα να ταπεινώνεται στ’ αθόρυβα
με τις επιμειξίες.
Το στολισμένο μπαλκόνι, τα γαλάζια παράθυρα
κι ο οργασμός της βουκαμβίλιας.
αυτή αναρριχόμενη.
Κάθε νύχτα που ανοίγεις την εφημερίδα για τα
μπαγιάτικα νέα,
κάποιος χτυπά το ρόπτρο
κι εσύ αποφασίζεις: από συνήθεια.

 

 

ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΥΧΡΗΣΤΩΝ
ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Εύκολα λες ειδήσεις για τα πράγματα
μιλάς για την ποιότητα των υλικών
τις επιστρώσεις του μετάλλου
το άχρηστο μέρος των αισθήσεων.
Η αδεξιότητά σου φυσικά περιορίζεται
σε κάθε απόπειρα του νου να φανταστεί
και μένει αξόδευτη
ώσπου να τρέξουν τα φουγάρα μαύρη λάσπη
κι οι εορτοφόροι αθίγγανοι
να υποψιαστούν της ιστορίας το τέλος.

Έτσι λοιπόν
τις μέρες που ξεχνούσανε τα σύννεφα
οι σαλτιμπάγκοι αρπάζαν τα σκοινιά
κι ασκούνταν στη σιωπή
ανέβαιναν τις κλίμακες της μουσικής
με τις μπαλάντες τους
αντάλλασσαν οιμωγές και χάχανα ενίοτε.
Το πλήθος τους επευφημούσε —πόσο κοντά
η χαρά κι ο θάνατος—
όσα σκαρφίζονταν παράτολμα για λίγη δόξα.
Ύστερα τρύπωναν στα σπίτια τους
έπαιρναν θέση στο τραπέζι και πριν αρχίσει καν
η προσευχή αποκαλύπτονταν.
Ρουφούσαν το κρασί των θεατών τους
κατασπάραζαν τα πλούσια ελέη τους
μοιράζονταν τον πλούτο τους για λίγο κίνδυνο.
Ικανοποίηση πουλούσαν ακριβά
στο αποτρόπαιο μέλλον τους
με βασκανίες και θαύματα
κέρδιζαν το ψωμί τους.
Ήξεραν πια οι προμηθευτές
πως ό,τι ζητήσουν θες από φόβο
θες από ντροπή θα τους το δώσουν.
Θλιμμένοι αστακοί οι ονειροβάτες
δόξαζαν πάντοτε την ευτυχία της στιγμής,
κυρίως για τους άλλους,
εφόδιό τους η ηδονή
σε ό,τι αντίκειται στη φύση των πραγμάτων.

 

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ (μονόλογος)

2.

Γιατί τόσες γυναίκες; Φαίδρα, Ανδρομάχη,
Ερατώ, Ευρύκλεια, Μελπομένη, Διοτίμα… Δεν
είναι δίκαιο ν’ αναζητούν με τους ραβδούχους το
υλικό που αιφνιδιάζει την αγάπη. Ώσπου οι
ακίδες να εισχωρήσουν στο κορμί να φωτοσυνθέσουν
πάλι τα φυτά κι οι ξένοι ν’ αφουγκραστούν
τον κρότο του συνδέσμου που διαλύεται εν όψει.
Είναι ένα θέμα μολονότι η κάθε μια τους, και
πώς θα ήταν άλλωστε εφικτό, ιδέα δεν είχαν για
ό,τι επακολούθησε. Οι μαρτυρίες το βεβαίωσαν
κατά την περίοδο της αστυφιλίας, έως τότε άλλα
πίστευαν οι αδαείς. Οι εξελίξεις ήσαν ραγδαίες,
όπως τότε που η βροχή αλλοίωνε το τοπίο κι εσύ
έγραφες με τον ποιητή και τον Νέκαρ στα
δάχτυλά σου ανάμεσα: Διοτίμα. Νομίζω πως τότε
έπρεπε να δώσω τη δέουσα προσοχή παρόλο
που οι συνθήκες δεν είχαν ωριμάσει. Σκαλίζω πολύ.
Νοθεύω τα όνειρα. Συνθέτω γραφές αναβάλλω τη
φθορά, ψιθυρίζω. Έχω την ψευδαίσθηση πως
κάποτε σε κάποιο μπαρ ίσως ταπεινωθούμε.
Καταφεύγω μοιραία στις προβολές γιατί δεν έχω άλλο
τρόπο να απαντήσω στο αρχικό ερώτημα.

 

 

Ευρύκλεια

Κάθε πρωί διαλέγει το καλάθι της και διαμελίζεται
στη φρικτή αγορά. Κυρτή ανάμεσα στο αδηφάγο
πλήθος αναζητά σε σαπισμένα είδη και ελέη το
χρώμα της ελονοσίας που ήρθε από μακριά
—έτσι της είπαν. Βουίζει ο πανικός. Αλλόφρονες
πελάτες κατέχουν τις ιδιότητες σ’ αυτή
την περιδίνηση. Οι ειδήσεις επιστρέφουν στο
ηχείο: η εποχή της σφοδρότητας πέρασε. Και
τότε, ο μανιακός λαχειοπώλης έσκυψε στο βάθος
της. Μίλησε για τη θάλασσα και το ψηλό βουνό
με το γαλάζιο. Είπε πως αφαιρέθηκε στο δείπνο
και δεν κατάλαβε ότι στις τσέπες του ο Αχμέτ
έκρυβε το νερό, τον έρωτά της. Παρακάλεσε,
γυμνώθηκε, εξέθεσε την παρακμή της για ένα
κάτι. Ώσπου, ικέτισσα έπεσε στη μέση της ορχήστρας.
Το παρακείμενο θέατρο είχε καταλειφθεί
από αιλουροειδή και αρπακτικά που καμιά μα
καμιά διάθεση δεν έδειξαν να περιθάλψουν έστω
το ενοχικό κορμί
— Σύντροφοι, προσοχή στα σκαλάκια, φώναξε ο
αγενής λαχειοπώλης, δεν πάει από ’κει στο
μαυσωλείο με τα σύμπαντα.

 

 

Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

 

Συμμέτρως εχορεύσαμεν
Ανδρέας Κάλβος

 

Είχε κοπάσει το ερύθημα
τα φύλλα ανεπαισθήτως στρώνονταν στη γη
υποκλέπτοντας τα μυστικά της σάπιζαν μαζί
το χρόνο της
ο φυτευτής εξέταζε ενεός τις παρακαμπτήριους
των εντόμων
σχεδίαζε από καιρό το ατόπημα
κι ένοιωθε τους κόπους του χαμένους
χιλιάδες οι μέρες που μεσολάβησαν, σώπασαν
οι τροβαδούροι και στις αυλές
δεν σαγηνεύονταν γυναίκες πια
τόξευαν μόνο το λεπρό πουλί δίχως επιτυχία
και στις αγχόνες οι εφεδρείες τους
νωχελικά επιτηρούσαν τα γατιά
να λιάζονται στις πέτρες του σκοπού
-το κάστρο είχε πια καταληφθεί
και στη μεγάλη πύλη ανάμεσα
σε ρόζους και φθορές
στέγνωνε το περίσσιο αίμα
των πολεμιστών— πόση ιστορία…
τα έντομα είχαν το σκοπό τους
κι εκείνος στη λογική του έξαρση μεθόδευε
το αποτέλεσμα:
ήταν ο ένοικος, ο δυνατός, ο ενδυμίων
και στο χορό και στο θεό
σκέφτηκε πως είναι μάταιο να κρύβονται
αφού οι έρωτές του έτσι κι αλλιώς ευδοκιμούνε
στο σκοτάδι
ακολούθησε ο κύκλος του χορού το ευτελές
και υπερούσιο σε αγαστή συνέργεια
χωρούσαν τους λυγμούς της αναχώρησής του,
ήταν ανώφελο και περιττό να υπερίπτανται οι
γλάροι κρώζοντας
την αλήθεια
ο νόστος καθαγιάζει το ταξίδι, εξήγησε,
φυγαδεύοντας τους σπόρους με τον άνεμο,
εγώ ήμουν πάντα φυτευτής δεν με γλυκαίνει
τούτη η γέφυρα
ούτε ασφαλώς κι η νοσταλγία.

 

 

Η ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ

Τραβάς κλαδιά από τη θάλασσα υποτροπιάζεις
στο ασθενές αεράκι
Φιλίες δυνάμεις επεμβαίνουν και
σου παραχωρούν
Το εμβαδό που σου ανήκει
Και τότε αναρωτιέσαι για το μέγεθος
Καθώς πρηνείς εξολοθρεύουν τα πουλιά
Στις απέραντες λεωφόρους που καίγονται
Σφυρηλατούν ταχύτητες.
Ηδυπαθείς στα όρια θεατές
Ονοματίζουν τις λεηλασίες.

 

 

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ

Ανέβαιναν σε τριάδες τα σκαλιά
οι γλάροι απ’ έξω στάθμιζαν
το υλικό της ευημερίας τους
έσκαβαν στην ομίχλη για περάσματα
εκείνο το ανυπέρβλητο της ομορφιάς
τους συγκινούσε
το διαμπερές της ηδονής
που μόχλευε τα σύμπαντα με τους πληθυντικούς
πάντοτε σε πτώση κλιτική

Τα κορίτσια με τα βεγγαλικά στα χέρια
συνέχιζαν να ανεβαίνουν απροκάλυπτα
από εποχή σε εποχή στη διαδρομή
κρατούσαν ό,τι ήθελαν
πλήθαιναν με μιαν ιδιαίτερη έφεση στο κίτρινο
είχε γίνει πια ο χειμώνας
και πλησίον μας ευωδίαζε στο φούρνο το ψωμί.

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Παλιά, το πανηγύρι ήταν όλο άνθρωποι και ζώα.
Ανακατεμένες μυρωδιές με προεξάρχουσα
εκείνη της τσίκνας. Είχαν εφεύρει τρόπους να
υποσκάπτουν την ασέβεια και να χωρούν εμπρόθεσμα
στην εκκλησιά για το αντίδωρο. Με τα πολλά
άνοιγαν οι κρουνοί κι έβλεπες τις βιαστικές
συναλλαγές και τα αιφνίδια νεύματα στο αλλόκοτο
της απρονοησίας. Τότε τα κύμβαλα έπαιρναν
φωτιά μήπως κάτι διασώσουν. Οι άρχοντες
περιέφεραν το σκοτάδι τους ανάμεσα στους πιστούς
κι έτειναν χείρα φιλίας στα εμβρόντητα
θύματά τους. Ευκάλυπτοι, σιωπή και γαλάζιο εγώ.
Εξέταζα τις ξέχειλες γούβες, τις γράνες, τα
απόρρητα της ευημερίας. Αιώνες πριν κρατούσε η
προίκα- η βεβαιότητα για την αναφυλαξία ήταν
πιο πρόσφατη, δημιούργημα των καιρών. Ο
ασβέστης έκρυβε τα ίχνη απ’ τις θυσίες κι ήταν
ρητή η απαγόρευση: πατάς, αφού στεγνώσει.
Κι όλο να μένει στο λευκό η ιδέα
Να θέλεις να ξύσεις μήπως βρεις
Το χάος και την αμφιθυμία
Αυτό που γίνεται κι όχι ό,τι φτιάχνεις
Όπως τα σκυλάκια στις ρωγμές ανάμεσα στις
πέτρες
—Στους τοίχους έβρισκα πάντοτε με την αφή
Το παρελθόν μου και το μέλλον.

(Πανηγύρι λοιπόν, εωθινή ανάμνηση.
Ο λίβας ακούστηκε πως έρχεται
Μετανοιωμένος στην ηδυπαθή του άπνοια.)

 

 

ΓΡΑΝΑ (2007)


Μόλις το τρένο σφύριξε

Γράνα

Κάποτε σε κυκλώνει η άβυσσος
κάργες πετούν θαμπώνοντας τα περισσεύματα της υστεροβουλίας
κι οι πιο μικροί
φθόγγοι απείραχτοι ταιριάζουν τ’ ανομήματα
εταίρες στα παράθυρα στίγματα στης ιστορίας τα μανικετόκουμπα
θυρεοί και άλλα σχετικά
αποπληρώνουν τους εκ γενετής
γράνες παντού
γράνες θανάτου
γράνες ανθρώπων
σύνορα της ακεραιότητας
με τον ευκρινή αντίλαλο πέρα στο βάθος
ισχύουν οι αντίπαλοι έτσι

στο γυρισμό τις Κυριακές
αποδημητικές γυναίκες συντρέχουν τους απότακτους
εφαρμόζουν στα λίγα που τους έμαθαν πώς ο ορισμός της ευημερίας
έχει να κάνει με το εφημερεύον άλγος
του φθόνου
του αύριο

οι θυγατέρες τους στις νυκτωδίες ερωτεύονται αλλάζουν σώματα
και περπατούνε στα τυφλά
μαθαίνουν τη γεωγραφία
ακυρώνουν το έρεβος
την ευσέβεια
το φόβο
στις γράνες τα υποκοριστικά συνθλίβονται και μένει το περίγραμμα
στης μνήμης τους ορίζοντες
οπού οι θύσανοι κι οι ύπεροι

απόρροια της συντριβής της άλλης ήττας.

 

 

Το σμήνος

Το σμήνος επανέρχεται αγέρωχο,
η τρυφερή ευθεία υποφέρει
     τυλίγει τα εξανθήματα του ερπετού.
στις αυλές η νηνεμία ανατρέπεται:
     εδώ ή αιδώς
και δεν μπορείς να δεις ψηλά
πως επανέρχεται το σμήνος.

ανάπηρος Οιδίποδας η προσευχή σου
ηδυπαθές συνώνυμο του τέλους.

 

 

Κατόπιν εορτής

Δεν ήταν απαραίτητο ο διακαής σου πόθος
να εναρμονιστεί
χιλιάδες πράγματα μένουν μετέωρα
υψιπετώντας άλλοτε ή έρποντας.
όταν συνθλίβεις το κενό
κενό σού μένει.

οι πράξεις σου
θα μηρυκάζουν εν κενώ
όπως ορίζουν οι συντμήσεις και οι περιορισμοί
άλλωστε δεν υπάρχει αγωνία διαιρεμένη
έχουν τη σοφία τους τα μαθηματικά.

το βλέπεις όταν οι απέναντι
συγγενείς προστρέχουν
φτάνοντας πάντα κατόπιν εορτής.

 

 

Οι λάμιες του θολού βυθού

 

Αυτό το πλοίο δεν πάει πουθενά

Αυτό το πλοίο δεν σας πάει πουθενά
μένει στη χαίτη του νερού
σαν κάτοικος αιώνων
ενδεχομένως στην αταραξία του να οφείλεται
η τόση αυτοπεποίθηση καθώς
πλούτισε χιλιάδες ενιαυτούς
δοκίμασε τα ήθη και τα είδη
καλλίνικο και εωσφόρο
απέδρασε σε όνειρα, σε συλλαβές, σε κήπους

μα τώρα κάθε κίνησή του υστερεί
τα μάτια το απαλλάσσουν υποφέρει
συνοδικοί με αρτοφόρια έχουν κληθεί
να συνεισφέρουν στη φθορά
κι οι σκύλοι αλυχτώντας τα μεσάνυχτα μαζεύουν
πιο πίσω οι εξαπατητές —εξ αγχιστείας συγγενείς—
το άγριο βλέμμα τους φορούν στις αποστάσεις

κι όμως αυτό το πλοίο δεν πάει πουθενά
κρατώντας τη διάρκεια επανέρχεται
σφυρίζει όπως πάντα
και καραδοκεί.

 

 

Η κλητική των αρσενικών

Πάντα με γοήτευε των αρσενικών η κλητική
εκείνο το έψιλον που ευημερούσε στην κατάληξη
άνθρωπε, θάνατε…
σαν δυο ερωτευμένες ημισέληνοι που αγρυπνούν
συλλέγοντας τις προσευχές της νύχτας

η ευρυχωρία κι ο ψόγος του δηλωτικού
της ευγένειας δωρεά και υποψία

θα πρέπει κάπου να ευνοήθηκε αυτή η πτώση
                         —δεν εξηγείται αλλιώς—
με τ’ αριθμητικά του παραδείσου,
της υπερφύσης την ασέλγεια
με τα φθαρμένα ενώτια και την αχλή
περισπωμένη τ’ ουρανού θηρεύει
τη φωτοσκιά των λυπημένων.

 

 

Εξομολογήσεις β’

(ανάπηρο άγαλμα
μες στο φεγγάρι)

Καβάλα στο άλογο η Μαξιμώ ανασαίνει
λες γερασμένη όσο ποτέ φυλάει
το στασίδι του Αυγούστου
κι είναι ο Νότος, το εισόδημα:
τα μάτια που αγρυπνούν
στους μαύρους βράχους
κι οι πέτρες
           οι πέτρες μου συνθήκες
           των αγοραίων παιχνιδιών.

Επιστρέφω γι’ αυτό
δήθεν τις τελευταίες λεπτομέρειες να ρυθμίσω
όμως εντελώς ειλικρινά
να συνοψίσω
τη διαφορά του γινομένου ορέγομαι.

 

 

Μελιγαλάς

Χρόνια
περιφερόταν μ’ ένα καλάθι σαρπηδόνες·
καθώς κοιτούσε νωχελικά κι αδιάφορα το δρόμο
ύφαινε το μαντίλι με τις δώδεκα λεπρές
που ανηφόριζαν τα μεσημέρια το τετράζι.

                                            κατά δω, ψιθύρισε
ο Θηβαίος στρατηγός, ενώ γυρνούσε το μαγκάνι
η Μαρία.
πέρασαν γύπες με το γέρο ανάμεσα τους
σαν άλλοτε πού φύτευαν ελιές κι ατένιζαν
τον κάμπο.

μίκρυνε η γη κι ο κερασφόρος δεκανεύς
κρατάει ακόμη το σκοινί για τις θυσίες

                                           —έτσι μεγάλωσες εσύ
σε αίματα Κάι φρίκη περπατώντας διάστικτος
από αρπαγές και ευφυείς αλλοδαπούς
γονυπετείς ικέτες και τιτλούχους.

Ακόμη και τώρα
ιεροφάντες παραπαίουν στα περάσματα, νυχθημερόν ασκούμενοι
για κάθε ενδεχόμενο,
υπήκοοι της μνήμης:
η απόσβεση
το κρώξιμο των πελαργών που δεν θα επιστρέφουν
τα ερείπια, μια πιθαμή απ’ το θάνατο, βήχουν
τη ηδυπάθεια της ιστορίας
ώσπου οι κύκλοι του νερού να εκτοπίσουν
την ορφανή μητέρα που σφαδάζει δι’’ ευχών

τα κόλλυβα του μίσους
και τον ίδρωτα του μακάριου.
                                                    —έτσι μεγάλωσες

σαι νουνεχείς πού υστέρησαν στα όπλα.
κι όπως τρυπάει η υγρασία τό κορμί
αφήνει τω εκχύλισμά του στη λυκία:

νύχτα ό βασιλιάς κοίτα πώς λάμπει

οι λάμιες του θολού βυθού
η ασβεστωμένη περιουσία…

λίγος ήταν ο ύπνος εκεί
σαν τη διάρκεια του χθόνιου νότου.


 

Αποχαιρετιστήριο

Έφυγες με το φεγγάρι
μα ήταν μικρό να σε χωρέσει
γι’ αυτό μάς μοίρασες
τι τελευταίο σου βλέμμα

η ύστερη ανάσα, σου αντίδωρο
ευχή μαζί κι αντίο.


Οι συγγενείς μας

Κι, όμως δεν τελειώσαμε εδώ
ακούς; ακούς; τους ποδηλάτες που ανεβαίνουν
ασθμαίνουσα την προσευχή των μοναχών
ερίζουν για τον πόνο που υπέθαλψαν
και τους βαραίνει η σιωπή

κοιτάς ψηλά κι η Λάχεση σου γνέφει
πιστοποιεί το χρόνο
τα μυστικά της διαδρομής εγκυμονεί
μα έχει θάρρος η συνήθεια
και πώς να φύγεις

οι συνομήλικοί μας δυστυχώς αποστρατεύτηκαν
δεν έχει συγγενείς αυτός ό δρόμος.

 

 

Η ρητορική των αναμνήσεων


α’

στα πρανή ενηλικιώνεται η θαλπωρή. κάποτε ήταν η αξόδευτη
πείρα, ήμερες δύσκολες συναντιούνταν προορισμένες για τους ανθρώπους
κι όσο μετρούσες καταλάγιαζε το σύμπαν σαν να συμμεριζόταν
τον απίθανο εργολήπτη.

 

στ’

από παιδιά επιδείξαμε μιαν έφεση στην υπακοή. ως εκ τούτου
η αναστολή ήταν αναπόφευκτη.
κι εκείνη την επιμονή στο λήθαργο, πώς να την πάρεις;
αφού ευθαρσώς δηλώσαμε κι ενυπογράφως:
δεν θα κινηθούμε εναντίον κανενός

 

θ’

περάσανε χρόνια από τότε που μια βασίλευε ο κύκλωπας και δυο ο
εωσφόρος, έτσι παραδόθηκαν στη φθορά τα επιμελητήρια της ηλικίας,
με τον καιρό πάνε κι οι αφέτες λούφαξαν ασήμαντοι και ξεχασμένοι.
πλήθυναν τα πλίνθινα ερείπια.

 

ιδ’

0ι γέφυρες θαλασσινό νερό και μαύρες πέτρες αγρυπνούνε
ντυμένες αξημέρωτα γυρνούν ολονυχτίες
παγιδευμένες και μακάριες στις δύο όχθες.

 

 

Το περιστέρι

και ξαφνικά στις φυλλωσιές ανάμεσα ένα άγριο περιστέρι
με φωταγωγημένο περιδέραιο έλαμψε.
το πολύκαρπο φυτό μεσουράνησε
ανεφοδιάζοντας τ’ αστέρια
ώσπου κατρακύλησε στη δύση,
εκεί στάθηκε
κοίταξε πίσω
οι πρώτες του λέξεις αφορούσαν το ταξίδι
ύστερα ήρθε ή έρημος κραταιά και απέραντη,
τυλίχτηκε στις φτερούγες του σε λίγο
κι αποκοιμήθηκε.
οποία νύχτα κι αν διαλέγει από τότε
βρίσκει ερπετά στον ύπνο του να κυνηγούν
στίφη ρακένδυτα.
ως διγενής ανέστιος σ’ όλους τους κόσμους
επιστρέφει νικητής.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1995

 

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (1983)


ΦΕΓΓΑΡΟΣΥΜΒΑΝΤΑ

Η σελήνη θα ξαπλώσει το βράδυ
πάνω στην ξανθή αμμουδιά
θα ’χουνε σβηστεί τα αρχικά, οι καρδιές
τα παλάτια

Τα χόρτα
του τοπίου φύλακας
Θα ησυχάσουν
θα χύσουνε το νυχτερινό τους δάκρυ
και ξανά για το τοπίο κόσμημα

Όταν ξαπλώσει το βράδυ η σελήνη
θα κατηφορίσουν οι άνθρωποι
να πάρουν ένα κομμάτι φως
να κάνουν έρωτα
κι ύστερα να δώσουν ένα τέλος στη φωνή που τους ακολουθεί:
Δε θέλουμε προστάτες, δε θέλουμε οδηγούς.

 

 

ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Σε περπατούσα
μες στη βροχή δεχόμουν τα ραπίσματα
των ανθρώπων σου
Γύρευα τη στροφή
να σε αφήσω
και δεν έλεγες να τελειώσεις
Μου χαμογελούσες
κι ήταν η βροχή σου θάνατος

Κρυώνω τσιμεντένιε οχετέ
διώξε με άδειασε με
με την οργή και τη θλίψη
που κρύβεις στα σπλάχνα σου.

 

 

Μ’ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μ’ ένα παλιό τραγούδι στα δυο χείλια
αραχνιασμένο στο ύψος της ψυχής
σαν την ευχή που αδίκησε και έρπει
Έτσι κι εμείς
αδιάκοπα σερνόμαστε στο χώμα
την τύχη επιθυμώντας των πτηνών.

 

ΛΕΥΚΟ A’

ψιθύρισε
τη μυστική σου απελπισία
δεν υπάρχει φόβος πια
μονάχα ό φάλτσος ήχος
μιας λυπημένης προσευχής.

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ

Λησμονημένε βράχε
καθώς πάνω σου ξεσπά
το μανιασμένο κύμα
ακούω
τ’ ανέδεμα της σκέψης.

Στου έμβροντου ουρανού τα παραπήγματα
νιώθω αιωρούμενο το ασκί των αποβλήτων
και σαν τις φωνές
πού υψώνονται τις νύχτες
επιστρέφω.

 

 

ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Ατέλειωτη η νύχτα
Παρηγοριέμαι
βλέποντας
την ανταρσία των δέντρων
την ελευθερία των πουλιών
την Άνοιξη

Θα τελειώσει η νύχτα
θα τελειώσει.

 

 

ΤΟ ΝΕΟΝ ΤΗΣ ΟΔΟΥ (1987)


ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΙΔΙΑ

Η τάξη μου έχει χρόνια κόκκινες
κουρτίνες
ξεθωριασμένες σαν το παρελθόν
του ήλιου
μ’ όλους τους τόνους της γραμματικής
και τα σημεία

Κάθε πρωί ο ήλιος κατεβάζει ένα
διάλειμμα
στις χούφτες των παιδιών μου
κι αστράφτουν μπάλες ολοκαίνουριες
τα μάτια τους
Ύστερα χτυπά το χρώμα τα μαλλιά τους
πηδούν σ’ ακίνητα πλακόστρωτα
με το μολύβι ξίφος
έτσι να κόβουν όπου βρουν
όλους τούς γόρδιους δεσμούς
και τούς θανάτους

Μέχρι πού νιώθω πώς καμιά φορά
θα πιάσουν μέσα μου λιμάνι
θα βγουν μεσάνυχτα στις φλέβες μου
μονόφθαλμοι κουρσάροι.

 

 

ΕΙΣΑΙ ΜΑΡΙΑ Ή ΕΥΧΗ

σταγόνα έκλεισε το φως
μια ρώγα της ανάσας μου
το έλκος

— είσαι Μαρία ή ευχή του καθενός

τρέλα της βροχής και των θανάτων

ατέρμονο χαμόγελο
στο νύχι του Θεού

βράδυ αρπαχτικό
τί είσαι πες μου
στις κόγχες των υγρών ματιών

σκοινί
εφαλτήριο των αιώνων.

*

Όταν τρελάθηκε η βροχή
απόψε είπε θα χορέψω
κι αν σας γαυγίσει το σκυλί
μη φοβηθείτε

απόψε το σημάδι μου θ’ ανοίξει
από τις τρύπες του
θεοί χαμογελώντας

ένας μικρός ο θάνατος

κι οποίος αντέξει

 

 

ΟΙ ΓΑΤΟΙ

Οι γάτοι των πόλεων
δεν ψάχνουν ξέρετε στους δρόμους
για νομίσματα
ούτε δηλώνουν νηστικοί ή ευδαίμονες

ιχνηλατούν στα οχήματα
διογκωμένοι εκτελούν τα σπέρματα
του ψύχους
έχουν μιαν έλλειψη αδιαφορίας
που σκορπάει στον καθένα μας.

 

 

TO NEON ΤΗΣ ΟΔΟΥ

στον Γιάννη Τζανετάκη

Σπάσαν κάτι τζάμια τα παιδιά
της Ελπινίκης
κρυφά με τις αρβύλες του
Βαρνάβα

απόδειπνο τραβούσαν
βιαστικά για τον προφήτη
κλωτσούσαν τις φλέβες
των λασπόνερων
κι υγίαιναν
ώσπου τα διάλεξε
η σκιά των κωνοφόρων

χόρεψαν ζεϊμπέκικο
μια σπιθαμή
απ’ τα σύννεφα
και γλίστρησαν
το ρίγος των δεκάξι
ως …τήν κλαγγή
και το πρησμένο νύχι
του στρατιώτη

_Κλείσε το φως και βγες
προτού να φέξει
η νικοτίνη σου ’χει νίψει
την προβιά
ηρέμησε μικρέ μου αποσπερίτη
Κυλούν από το μάτι τού προφήτη
τα παιδιά

Η πόρτα δείχνει δώδεκα
Γίνε το μαύρο τώρα
και αύριο ξανά.

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Όταν επιστρέφουν τα πουλιά
σε δυο κυνόδοντες το φως
                                             η λάσπη
των γομφίων διαλέγοντας ρυτίδες
ή οφειλές
μυρωδικά και ίχνη αρουραίων
μες στη νύχτα που ερημώνει
αναζητά
τον τρομερό Σιμούν
στα κιονόκρανα
τού ερέβους
τρία σκαλάκια στην ψυχή
του εξόριστου και του μπακάλη
της πόρνης που αναδεύεται
-αναιμικό αιδοίο του κόσμου-

όταν επιστρέφουν τα πουλιά
σε δυο κυνόδοντες
το φως.

 

Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Έχω δυο χέρια που μαστίζουν επιρρήματα
άκρη της νύχτας σου μιλώ
με τις απώλειες των εντόμων

* *

Στις φλέβες
η ηδονή της Κυριακής

* *

Κατοικώ σαν θλίψη
στο σταχτόμορφο νύχι σου
είμαι ο αυλός
η μουσική των περίοικων

Δεν έχω τέλος
μοιάζω της σκόνης που μασάς
καθώς σκληραίνει μέσα σου
η λάσπη.

* *

ναι
σάς μιλώ στα
όμικρον
της λεωφόρου

οπές ολοφυρόμενες

που πατούν καθημερινά
οι χειλικές σας συνήθειες
τα αδηφάγα όνειρα
και η στάχτη σας.

* *

Τις νύχτες
με τις κάθετες
τα υπόλοιπα των δρόμων
και το ιώδιο στα παράθυρα
που χύνουν το τσιγάρο του εραστή

πόρνες βήχουνε καρπούς ευημερίας

ανοίγει το παιχνίδι των έφηβων

η κυρτωμένη έξαψη
δυο παιδιά σε μια πρόχειρη στέγη
παράλληλο χαίρε
στων ιστιοφόρων την αίρεση.

 

 

ΤΟΠΙΟ

Κρατάς ένα απέραντο
τοπίο
στις αρθρώσεις σου:

ταλαιπωρημένα ψαροκάικα
περίεργες αποχρώσεις
σκουριάς
και μαύρα όντα
εντοιχισμένα στο βυθό

φωνές
συνηχούν
και αχρηστεύουν

όστρακα ημίθεων βράχων
χαμογελούν
το λίγο

αδέξια λάσπη
σιγουρεύει
τον πόνο της ευχής
και την καληνύχτα

αύριο πάλι
στις στάχτες
θα αιωρούνται εσπεριδοειδή
και αλεσμένα
μισοτράγουδα

αύριο
τρισάγιος καιρός
θα κυματίζει στο πηλήκιο
των πόλεων.

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Εδώ οι πέτρες έχουν το χρώμα
της πληγής
κρατούν ένα μυστήριο ακονισμένο
στο πάνω χείλι της στεριάς

δίνουν στα σάλτα τους σκουριά
κι ευγνωμοσύνη οι ποιητές
αλλόφρονες κι εχέγγυοι των ονείρων

μιλώντας με τις προσευχές
στα γερασμένα καφενεία
λεηλατούν αναίτια περιττώματα

κρατώντας ένα δειλινό
μετρούν θανάτους
υπαινίσσονται θριάμβους
νύχτες τσακισμένες στο γόνατο
πρωινά που σπέρνουν καταιγίδες
στα χαμόσπιτα και στις αυλές
των κοριτσιών πού κράτησαν το χέρι

όμως χτυπάει αγέρι το σοκάκι
μαζεύονται τα χρώματα
όπου πατήσεις αίμα.

 

 

ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΠΟΛΥΦΗΜΟΥ (1992)

 

Ο,ΤΙ ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ ΑΠ’ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ;

τότε
ανάβλυζε απ’ το καύκαλο
ιδρώτας…

ποιά λέξη μαγική να ορίσει το θείο αγκάλιασμα
ενός τρύπιου ερπετού

τον ουρανίσκο μας δεν κατοικούνε λάμιες
μόνο απόκοσμες κραυγές
και παφλασμοί θανάτου

μην περιμένεις απ’ το φόβο μας ελπίδα

στην τελευταία στροφή σφραγίζουν οι νεκροί
τα καλοκαίρια
θυμίαμα και Φώς
ως ν’ αγαπήσει ό νόστος τις πληγές μας.

 

 

ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

στις μεμβράνες τού ήλιου
αφήνει τα χεράκια των εντόμων
το χέρι της βροχής
κι απ’ το μαστό της νύχτας αναβλύζει
η ηχώ μιας πεταλούδας
που φεύγει
σπαράζοντας τρελά ποιήματα
και το φθαρμένο γέλιο της ελπίδας

       «σε λέξεις ταπεινές ναυτολογούμε
       όλοι μας το θάνατο» μου είπε
κι άπλωσε νευρικά
τη θάλασσα πάνω στις λεύκες
σκεπάζοντας όνειρα και πάθη

μόνο ένα άλογο ξεγλίστρησε από τούτο το βυθό
σήκωσε στη χαίτη του τις αποτρόπαιες μνήμες
το άλλο πρόσωπο
της Κυριακής     με τα θλιμμένα λουλουδάκια
του άμβωνα
     κι ανέμισε το είδωλο στον κάμπο
     πλοίο μισό με φωτοστέφανο.

 

 

ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ

οι χαμένες προοπτικές
καλλιεργούν στα όνειρα τις μύχιες επιθυμίες

αυτές που άντεξαν
επίσημες και θορυβώδεις
σαν επελάσεις ιππικού
ή δώρα άχραντα
του κόσμου.

 

 

ΤΟΤΕ… Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΣΩΠΑΙΝΕ

μες στο λευκό ριγμένη από έναν ψίθυρο
αιθέριο πλάσμα
διπλωμένο στον υμένα του

με το δίκοχο του παραδείσου
τις νύχτες δάκρυ στο λευκό της ώμο
τα βήματα των ποιητών
μολυσμένα εξανθήματα
σώπαινε

όπως σωπαίναν τα πουλιά της
ανεβασμένα στο φεγγίτη του χεριού μας
κι αγνάντευαν τη θάλασσα

τότε

ό,τι δεν μπορούσανε τα μάτια μας
το κάναμε φόβο.

 

 

ΤΟ ΑΥΛΟ ΣΩΜΑ ΚΙ Η ΨΥΧΗ

εκείνη την άνοιξη
το άυλο σώμα δεν κατέβηκε
στα πρόσωπα των γηγενών
άφησε το διάστικτο μήνυμα στη θάλασσα
έτσι τις νύχτες ανεβαίνει
απ’ το ακρωτήριο η Σαπφώ
κρατά το μήλο τού παιδιού και το μοιράζει

στην εξώθυρα χαϊδεύει ή γριά το τραύμα
κι ό φλοίσβος το νήμα της μουσκεύει

«Είσαι θεά ή άγγελος;
στο κάτω φώς πού ορκίζεσαι με βλέπεις;»

τα εξαγνισμένα χέρια
δε μιλούν

μετρά κι ή γριά:
οχτώ σταγόνες αίμα η ψυχή.

 

 

ΙΘΑΓΕΝΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

άγγελοι σέρνουν το βράχο
με το αλέτρι του πόνου

στο αναφιλητό της νύχτας
οι εκατόμβες της σελήνης καρφώνουν τα μάτια
πυρώνουν τα πέλματα

άπειρα είδη απειλούν
τραβώντας τη δυστυχία από τα δάχτυλα

κάθε πυρετός
στο λυκόφως του ταξιδεύει…

Κι έτσι όπως άπλωνε ο καπνός
άνοιγε τη φθονερή καταπακτή του ο ύπνος
στη σιγουριά των ένθεων βουτούσε
η πεμπτουσία των πουλιών
και βύζαιναν οι μέλισσες θυμάρι
ύστερα πατούσαν οι νεκροί
εκεί που φύτρωναν
γλυφίδες κι άσπρα μάρμαρα

χαλίκια αιώνων σπαρτά
στην άγια μήτρα

(Χρειάζομαι ένα σάβανο για τους αμαρτωλούς
στίχους
να διακινήσω
ό,τι πριν και μετά

τη σιωπή ή το λόγο

Τα όνειρα μου στέγνωσαν τα μάτια)

Και πάγωσαν οι ηλικίες των θεών
στο εντελώς
και στο επίθετο:
η μύγα
επιτίθεται στο τζάμι
χτυπούν τις πέτρες
κάποιος
επιτέλους πλησιάζει

— Ή καλοσύνη σου
περαστική λαγνεία
όταν τελειώσει ή περιπλάνηση
πανηγυριώτη χορευτή
στο θηλυκό σου χέρι

ίσως
ίσως
ό λόγος λειψυδρία εγκυμονεί

οι Κυριακές που επικίνδυνα χαμήλωσαν
σιωπούν

Κι είναι ένας δρόμος μ’ οριζόντια κενά
Ιθάκη υποβρύχια
μοιράζει
γάλα συκιάς
σε τεφροδόχους και κλεψύδρες

ερημιά και λάσπη
στα πλακόστρωτα

από μια πόρτα
συμμαχεί η Ελευθερία

(Έλκος της μνήμης μου
που έθαψες τα βλέφαρα του νάρκισσου
στον πειρασμό του βάτου
χύσε
το αίμα της Άρνισσας
σε βόρειους μαστούς

σφάγιο χορού
στη δίνη του βάλτου
ανοίγω συρματόπλεγμα και χτυπώ
τα μελανά οστά
των ελαιώνων

είμαι νότιος
και θέλουν ήλιο τα όνειρά μου)

γι’ αυτό λοιπόν
μην καταριέσαι
τα κίτρινα φύλλα μου
την επάρατη έξη του δέντρου
τους βρυχηθμούς
της μνήμης

στα παράθυρα
ο εωσφόρος
ιθαγενής του πόνου
φυτρώνει
στις ρωγμές
της νύχτας.

 

 

Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1995)


Πρέπει κάτι να σου πω

να μοιραστώ μαζί σου
αυτόν τον τρόμο
με οποίον τρόπο
μ ’ όποιο τίμημα
πρέπει

η διαγωγή της μοναξιάς μου είναι άμεπτη
και μου είναι πια από καιρό γνωστό
πως δε διαθέτω τα εχέγγυα για βελτιώσεις

 

ΤΑ ΚΕΝΑ

Είναι τα κενά ένα δελτίο σιωπής
μία παρένθεση
στο σεβασμό αυτών που υψιπετούν
αόριστο διάνυσμα και χτύπος
όπως το μέγεθος του ουρανού
η οιμωγή και το παράθυρο του ξεχασμένου.

απόψε
κι αν μετρηθείς με το ζυγό ή τη στάχτη
θα σε κουρσέψουν τα παράσιτα του χτες
χρώματα κι αειθαλή αετώματα
στο λίκνο που μεγάλωσες:
δεν έτρεξες δεν πάλεψες
έχασες μ’ ένα λόγο –
τραβά ο αρκουδιάρης το χαλκά
και στ’ όνειρό σου περπατά ο Παλαιολόγος

– ήτανε όμορφες οι νύχτες εκεί –

κάθε φορά πού ό λίβας έσερνε το ήθος της έρημου
πυρακτωμένη η ελιά έγερνε
τόσο βαθιά που έβλεπες το αίμα,
τις δράκαινες,
τούς σταυραετούς,
τις λυγερές φελάχες να δροσίζουν τον Σιμούν και τη Μαρία

– ήτανε όμορφα εκεί –

ως την πυρίτιδα έφταναν τα σύνορα
δεν είχε, όπως δεν έχει έδαφος
απόψε.

 

ΑΠΟΥΣΙΕΣ

– διότι αυτό πού λείπει συνήθως ημερεύει
φυλάγεται κι ανθίζει θηλυκά –

εκεί… χαλάς τον ίσκιο του πτηνού
οι δρόμοι σου ακουμπούν σε άλλους δρόμους
δανείζεσαι κι αναζητάς την επιείκεια

σήμερα, να σου δοθεί η χάρη, επιθυμούσες
την πιο γλυκιά ισημερία να επιστρέφεις
στα χέρια που λυτρώθηκαν
και βάθυναν μες στην ανάπαυλα

πάντα θα λείπεις και το ξέρεις
αυτή η διάρκεια είναι που μας συντηρεί
κι αν σου μιλώ, μιλώ σ’ εμένα
ακούω τα λόγια που υστερείς
απλά σαν σιγουριά κυματισμού κι αγγέλων θρόισμα.

 

ΛΕΥΚΟ Β’

να μένεις μόνος με το άσπρο
στα υψίπεδα της ευφροσύνης
κι όταν η σαγήνη πορευτεί στο αίμα σου
ενάντιο κύμα να θριαμβεύει το κορμί σου
όπως ένα φιλί που χώρεσε τη μνήμη
ερείπιο σε βάλτο ασβεστωμένο
να συγχωρεί το επέκεινα.

 

ΟΤΑΝ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ ΚΙ ΑΚΟΥΣ

…έχεις να κάνεις επιπλέον με σκατά
και είναι νύχτα να το ξέρεις
όλος αυτός ο συρφετός, τ’ αγλάισμα των ημετέρων
σου δόθηκαν – θα σου δοθούν
τους πρόδωσες – να τους προδώσεις

συνήθειες παλιές ανθρώπινες θα πεις
δεν εξαλείφονται εύκολα

πρόσκαιρη σιωπή η ηδονή
μια κατευναστική είναι περιπέτεια
χωρούν οι εκμαυλιστές, οι μάγοι, οι αντιπρόσωποι
όλοι οι λεκέδες με της συνουσίας το μύρο
ό,τι διορθώσεις απ’ αυτούς, αφήνει ίχνη
κάτι αποστήματα λιμνάζουν

διότι αυτό που έλειψε από μάς
κανείς δεν το ’χε
γι’ αυτό κρυφτήκαμε, γι’ αυτό σιγήσαμε
δεν είχαμε το θάρρος μόνοι
κι εγκαταλείψαμε νωρίς τα λείψανά μας
κι άλλοι βαλθήκαν να διορθώσουν τα οστά
σαν κάτι να ’ξεραν καιρό από σκατά.

 

Η ΟΜΙΧΛΗ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΙΣ ΦΟΥΧΤΕΣ ΣΑΣ

Σκύβουμε στου γαλαξία την απορία
μόνοι κοιτάζοντας την ερημιά
δεν έχει πολλά να δεις εκεί
εδώ τουλάχιστον ο καιρός σιγουρεύει
την επαύριον του όρκου
τα μηρυκαστικά τεντώνουν το λαιμό τους
κι οι αυλές κοκκινίζουν
έρχεται ό ήλιος
να συννεφιάσει τον ύπνο μας.
ντύνομαι και βγαίνω
στο απέναντι πορνείο
οι ναύκληροι, οι έφηβοι κι οι ερινύες
κραδαίνουν τα κορμιά τους
κι η ομίχλη κατεβαίνει στις φούχτες σας
η ομίχλη κατεβαίνει στις φούχτες σας.

 

ΜΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

είχαν υπόψη τους την ιστορία
με κάθε λεπτομέρεια περιέγραφαν τον καλπασμό
της ίλης
επικουρούμενοι απ’ τούς ακροατές

εκτός απ’ τη βροχή
τυχαία εντελώς
μίκρυνε ο φόβος

επειδή είχαν κρίνει πως οτιδήποτε συνέβαινε
υπήρχε ένοχος να υπαγορεύσει τη λύση
αφέθηκαν σε ακολασίες
– όχι σπουδαία πράγματα –
προσποιήθηκαν τους γηγενείς
που ανέβαιναν σε κάλυκες ανθέων
και πίκραιναν τη γύρη τους.

 

ΠΙΚΡΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΟΦΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ

Ομολόγησε το λοιπόν
πως αυτό το χαμόγελο σπέρνει το χρόνο
με τις ανεξερεύνητες πτυχές.

η κίνηση που απειλεί
δεσμεύτηκε
στις οριζόντιες των ματιών σου.
μην είσαι φιλική
με όνειρα πικραίνονται οι σοφοί επιβάτες.
όταν τινάζεται η ερημιά
και φεύγει ο νότος
χάνεται η διάθεση να ισοφαρίσεις
το αναπότρεπτο
κι ας ελλοχεύουν οι δυναστείες της τιμής.

τα μάτια ορίζουν
ό,τι καθόρισε η μοίρα
ευγενικά και χθόνια
όταν συναντάς το χέρι του άλλου
στο άγνωστο
δίχως πορεία.

 

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

συνηθισμένοι απ’ τις μετεγγραφές
πότε από ’δω πότε από ’κει
στέκονται στο παραπληγικό τους παράθυρο
νυχτώνουν ότι βρουν πρόχειρο
μήπως και καταφέρουν να το αναστήσουν εγκαίρως
– το υπόλοιπο των συνεχών αφαιρέσεων.

 

ΙΣΤΙΟΦΟΡΑ ΣΥΛΛΕΓΟΥΝ
ΤΟΥΣ ΚΡΩΓΜΟΥΣ ΤΩΝ ΓΛΑΡΩΝ

Να λείψει από τους αμφορείς ο χρόνος
και η καρποφορία του χειμώνα, αυτό ζήτησε

τί άλλο να περίμενε κανείς από άνθρωπο
που πολλά ιστιοφόρα είδε να συλλέγουν
τους κρωγμούς των γλάρων

όμως την εκδοχή της αμαρτίας δεν την προέβλεψε
και φάσκιωσε τη διάρκεια
με δήθεν ιστορίες κολασμένων
που λοιδορούσαν το κορμί

πιθανόν
οι νύχτες να παρέλειψαν πολλούς
ίσως δανείστηκαν τις έλξεις της σελήνης
κι οι θεατές αυτού τού ονείρου
ξέχασαν.

 

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ ΠΑΝΤΑ
ΣΤΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ

…δέν ήξερε αν η παράσταση
ήταν του καιρού ή αγωνία ή το πείραμα
που θα διαδεχόταν τη μικρή του περιπέτεια

όταν κοιτούσε την Ελένη έκλαιγε
το παραμύθι του γεννούσε άλλες μνήμες

η Τροία που αγάπησε παράφορα
ήταν σημάδι του ανέμου
δίφθογγος χωρίς ουσία.

 

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ, Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Απέναντι μου η συκιά,
παρατηρώ τη σωφροσύνη της

πτωχεύει, γδύνεται
ξέρει καλά
γριά σπουδαγμένη, σοφή
της παρουσίας της το μέρισμα

δε διακονεί υστερίες
υπομονετικά αφοπλίζεται.

Τί θαύμα!
Φθινόπωρο
θυσίες δίχως υπονοούμενα όνειρα ή ελπίδες.

 

 

ΠΡΟΣ ΥΙΟΥΣ

Μάθατε πιο καλά το όχι από το ναι
κι αυτό με κάνει υπερήφανο – ας μη το δείχνω.
όχι μόνο γιατί αντιδράτε κι αφήνεστε
σ’ ό,τι η ψυχή υπαγορεύει
αλλά επειδή εγώ δεν μπόρεσα
πολλές φορές το όχι να εκστομίσω
– όσες τουλάχιστο θα έπρεπε –
και τώρα αναζητώ στου ναι τα λύματα
εκείνες τις χαμένες ευκαιρίες.

 

ΚΑΠΟΤΕ ΕΠΡΕΠΕ ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ


επιτέλους
κάποτε έπρεπε αυτή ή ιστορία να τελειώσει
όσο κι αν κόστισε
είχαμε δικαίωμα σε ένα τέλος
κάτι όμως μας κρατούσε
κάπου η διάθεσή μας ήταν ανεπαρκής
ίσως ο απροσδιόριστος ήχος του γραμμοφώνου
η βροχή που λίγωνε την υπεροψία μας…

αυτή τη νύχτα ποιος θα μπορέσει να βιάσει
τ’ ανομήματα και τις υποχωρήσεις

είναι που δε διακρίνουμε τα πρόσωπα
κι έχουμε πια φτωχύνει
ντυμένοι το εξαιρετικό
και την ανακούφιση.

 

 

Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ

 

 

ΠΟΙΗΣΗ Ή ΜΗΠΩΣ Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΜΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ;

Η Λογοτεχνία ως μοναχική και οδυνηρή εμπειρία διατηρεί τα χαρακτηριστικά
της εμπράγματης ζωής, παρ’ όλα αυτά παραμένει ένας αθέατος καθημερινός
θάνατος ή αλλιώς ένα παιχνίδι θανάτου, καθώς η κυριαρχία της συνήθειας και της τάξης καθορίζουν εν πολλοίς το μέγεθος της ήττας του άνθρωπου. Εκτεθειμένος ό άνθρωπος, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, υφίσταται τις υπαγορευμένες προσδοκίες, στιγματίζεται από το προσδιορισμένο του μέλλον και θυσιάζεται εξαντλώντας όλα τα αποθέματα ανθρωπιάς στο κυνήγι μιας ευημερίας δήθεν. ’Από την άλλη ό,τι μελετά τα ανθρώπινα, τα ταπεινά είναι έφοδοι στην ψυχή, είναι τα θαύματα που σ’ εξορίζουν κι έπειτα βλέπεις, λυμένη την εξίσωση χαμόγελου και προσευχής, φιλιού κι ανάσας ή αν σου δοθεί η χάρη μπορεί ακόμη και να διακριθείς στης αγάπης το μέτρημα. Το να δεις όμως, κάτι πού προϋποθέτει και επιβάλλει η λογοτεχνία και δη η ποίηση, εγκυμονεί κινδύνους. Η βαρβαρότητα που επικυριαρχεί, οι νόμοι της αγοράς που εκδηλώνουν την εξουσία τους και η τιμωρία που επικρέμαται, καθορίζουν το τίμημα: Η εξορία, το περιθώριο, η σιωπή αναζητούν τροφίμους. Ο δρόμος γίνεται σκληρός κι ο χώρος στενεύει, τη θέση της ελπίδας την καταλαμβάνουν αυτοδίκαια οι μεγάλοι διευθυντές και τα πρανή των ονείρων μένουν χέρσα. Τί θάρρος, Θεέ μου! Να μετρηθείς, να μη διστάσεις σε όποιο όνειρο με όποιο τίμημα. Ν’ αντιπαρατεθείς στη λαίλαπα, να αναβάλεις τη λεηλασία της ψυχής με τη μαγεία των λέξεων, να φυγαδεύεις στην αθανασία μορφές αγαπημένες, να υπερασπιστείς τον άνθρωπο εν τέλει. Σήμερα, πού είναι διάχυτη ή αίσθηση πώς όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γίνει, ή αναμένεται να γίνουν, η ζωή εκδηλώνεται στο χώρο της παρασκιάς και τα υπόλοιπα των ανθρώπων αναλίσκονται σε εναγώνιες προσπάθειες να ισορροπήσουν ιό χρόνο και το χρέος, πού καιρός για μαλάματα. Ανοίκεια προσταγή το carpe diem! για τον φιλάργυρο επαίτη άνθρωπο πού μηχανεύεται τρόπους να απολαύσει νομίζοντας την ελευθερία… Όμως, αν κάποτε η ελευθερία υπήρξε ιδανικό, σήμερα, ασχημονεί με την κυριολεξία της. Ο «ποιητής», άθυρμα στα χέρια όσων κραδαίνουν την ανάπηρη σωτηρία με μια γεύση αηδίας στο αίμα συναλλάσσεται, καλλιεργεί στις στάχτες και αιθεροβατεί αμβλύνοντας τις συγκρούσεις. Καταναλώνει έτσι το χρέος του, απεμπολώντας δικαιώματα και εκχωρώντας εδάφη στην κοσμογονία των ύβρεων, ανταλλάσσει με ποίηση τη ζωή, ικετεύοντας για λίγη ανεξιθρησκία, δυστυχώς. Αναρωτιέμαι αν είμαστε εμείς οι τελευταίοι, ποιος θα μιλήσει για το θάνατο επαρκώς;

Υστερόγραφο α’ Η ποίηση μου μοιάζει με τη θεία Νέμεση: Μια σιωπηλή πανέμορφη γυναίκα που κρατάει τα σύμβολα του μέτρου, της τιμωρίας και της ταχύτητας.

Υστερόγραφο β’: ’Αναγνωρίζω την ποίηση μόνο ως αποκάλυψη, που κινείται στην ευθεία του ονείρου και συναλλάσσεται με τη ζωή – μαρτυρία του απέραντου τοπίου της μνήμης και της σιωπής, του φωτός και του σκότους, τα όποια επανέρχονται ανάλογα με τη διαγωγή του καθενός.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΓΡΑΝΑ (2007)

 

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

«Η ευρυμάθειά του της στέρησε τη δυνατότητα να συγκρουστεί
Ώ Περσεφόνη μοιρασμένη οπτασία, βλέμμα και αίμα των ερώτων που εξέπεσαν»

Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Γράνα με μια πρώτη ματιά θυμίζουν πίνακες αφηρημένης ζωγραφικής, στους οποίους εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το θέμα αλλά η ικανότητα του καλλιτέχνη να συνεπαίρνει τη ματιά του θεατή με τη σύνθεση. Χρώματα και σχήματα εντέχνως ερριγμένα, με τον δημιουργό να διαμορφώνει ένα σύμπαν, το όποιο κρίνεται αυτό καθαυτό, όχι στη σχέση του με ένα άλλο σύμπαν, όχι ως μίμηση πραγματικότητας αλλά ως πραγματικότητα καθαυτή. Σε αντίστοιχες αναγνώσεις, και μάλιστα φωναχτές, καλούν τα ποιήματα τού Β. Τασιόπουλου, ώστε ο αναγνώστης να νιώσει στο στόμα του τους ήχους αταίριαστων μεταξύ τους λέξεων που ταιριάζονται όμορφα, ανεξάρτητα από το νόημα που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν, που μπορεί να γίνεται κατανοητό ή όχι: κι οι πιο μικροί/φθόγγοι απείραχτοι ταιριάζουν τ’ ανομήματα/εταίρες στα παράθυρα στίγματα στης ιστορίας τα μανικετόκουμπα.
Πρόβλημα πρώτο: Τί σημαίνει ή λέξη γράνα πού είναι και ο γενικός τίτλος της ποιητικής συλλογής; Γράνα, γένους θηλυκού, είναι το βαθύ χαντάκι, το αυλάκι. «Γάρδο» η «γράνα» λέγονται, πιο συγκεκριμένα, και τα αυλάκια βάθους ενός μέτρου, τα οποία έσκαβαν οι αγρότες για να φυτέψουν κλήματα. Γράνα σε χωριά λένε τον δρόμο που χωρίζει το χτήμα στη μέση, τον χωματόδρομο που μπαίνει μόνο τρακτέρ. Γράνα ονομάστηκε ολόκληρη η τοποθεσία όπου, σύμφωνα με σχέδιο τού Κολοκοτρώνη, χωρικοί έσκαψαν τάχιστα περιφερειακή τάφρο γύρω από την πόλη της Τριπολιτσάς κατά την άλωσή της. Με τις πυρκαγιές στην ’Ηλεία πληροφορηθήκαμε την ύπαρξη των ποταμών ’Ακίδα και Γράνα, κοντά στους οποίους, πάνω σε δέντρα, οι τοπικές αρχές τοποθέτησαν σύστημα με αισθητήρες, το όποιο θα ενεργοποιηθεί μόλις το ύψος του νερού στα δυο ποτάμια ξεπεράσει τα 2,5 μέτρα -ο κίνδυνος είναι πια από το νερό, όχι από τη φωτιά, γράνες παντού/γράνες θανάτου/γράνες ανθρώπων/σύνορα της ακεραιότητας. Κι ωστόσο, ανεξάρτητα από τη σημασία της λέξης, παραμένει η ίδια η λέξη και η εκφορά των συμφώνων της, ενός ουρανικού δίπλα σε ένα υγρό και ενός ένρινου, με το μεσαίο άλφα να συνθλίβεται ανάμεσα τους. Κι όσο προφέρεις τη λέξη καλά καλά, ξεκινώντας βαθιά από τον ουρανίσκο, τόσο το αρχικό γρ δυναμώνει σε ένταση (1)
Πρόβλημα δεύτερο: Τί να σημαίνουν άραγε αυτά; Τί διεγείρει και κατευθύνει τη γραφίδα τού ποιητή; Ποιά μνήμη; Ποιοί Κύκλοι της αβύσσου και υποτείνουσες εμπεριέχονται θρυμματισμένοι στους στίχους της Γράνα, στους στίχους που δίνονται με μία γλώσσα κάποιες φορές ερμητικά κλειστή, μη επικοινωνιακή, κι ας πρόκειται για ποίηση βαθιά εξομολογητική; Έχω την αίσθηση ότι η ποίηση τού Τασιόπουλου είναι βαθιά πολιτική και ότι εφαλτήριό της, πέρα από τις μνήμες των προσωπικών βιωμάτων, είναι η ιστορία και τα κοινωνικά της συμφραζόμενα, οι ιδεολογικές επαναστάσεις, οι προσδοκίες από αυτές και οι απογοητεύσεις. Τότε ακούστηκε το σφύριγμα Βαρύ ξενυχτισμένο βρυχήθηκε εκείνο ταράζοντας τούς προεστούς. […] Κρατά σημαία κόκκινη ο σταθμάρχης. Και αλλού: φιλεύοντας την προδοσία αίμα. Εδώ και το παρόν, με μετανάστες και αλλοδαπούς, με περιγραφές που θυμίζουν εσωτερικά καφενείων σε πίνακα τού Βαν Γκογκ, καημός παράλυτος από τα υπόγεια αναδύεται όλο καπνούς, με κυρίαρχη τη μοναξιά -δεν έχει συγγενείς αυτός ο δρόμος. Το ταξίδι -οι πρώτες του λέξεις αφορούσαν το ταξίδι-, με όποιο μέσο, τρένο ή καράβι, ματαιώνεται, το ίδιο και η προσδοκία για ανάταση της ψυχής, το φως που μάς ενώνει κατακλίθηκε και αλλού: δεν υπάρχει αγωνία διαιρεμένη. ΑΣ μην παραβλέπουμε όμως ως πηγή έμπνευσης αναπηρίες -’Ανάπηρος Οιδίποδας η προσευχή σου/ηδυπαθές συνώνυμο του τέλους’ και αλλού: η ανάπηρη μελωδία σαν μοιρολόι απλώνεται- και τραύματα, τα ιστορικά -τα κόλλυβα του μίσους- και τα προσωπικά -έχω κλείσει όσο κι αν το αρνούμαι,/το τραύμα εκείνο/που κάνει πτήσεις τις απόπειρες, και αλλού, με μια ωραία μετατόπιση του χρονικού συνδέσμου: Δεν σας ζητώ την επιείκεια, σε μια λεηλασία επιμένω αφού.
Όσο για τη στάση τού ποιητή και τις δικές του προσδοκίες, αυτές συνθλίβονται σε ένα περιβάλλον πού με τον λόγο και το κλίμα αποπνέουν καρυωτακική ατμόσφαιρα πνιγμού -κάργες πετούν θαμπώνοντας τα περισσεύματα της υστεροβουλίας-, καβαφική αξιοπρέπεια – Ενδεδυμένοι ευπρεπώς ιδιοτελείς και πικραμένοι ίσως-, καβαφική ειρωνεία -είναι κι αυτό μια λύση ασφαλώς. Ό λόγος ενίοτε γίνεται καταγγελτικός, ειδικά όταν πρόκειται για νουνεχείς που υστέρησαν στα όπλα, για αρπαγές και ευφυείς αλλοδαπούς/γονυπετείς ικέτες και τιτλούχους. Η γενέτειρα τού ποιητή, ο Μελιγαλάς της Μεσσηνίας, προκαλεί τον ποιητικό «Μελιγαλά», συμπύκνωση τού δράματος τού πολέμου και των ιδεολογικών παραμέτρων και προεκτάσεων του, όπως αυτά εισχωρούν στο αίμα των παιδιών μαζί με τη γέννησή τους.
Στο ποιητικό περιβάλλον τού Τασιόπουλου κυριαρχούν η άβυσσος, τ’ ανομήματα, το εφημερεύον άλγος, η συνήθεια -τα ιστιοφόρα εντέλει φρυγμένα σε κόσμους έχτισαν σπίτια πολλά εντός μου- η γείωση, η απογοήτευση για την επανάσταση που δεν έγινε ποτέ -δεν θα κινηθούμε εναντίον κανενός-, η προσκόλληση στην έξωθεν καλή μαρτυρία ανεξάρτητα από ικεσίες και […] αναφιλητά, στην κοινωνική εικόνα και όχι στην επιθυμία και την εσωτερική ανάγκη· και από την άλλη αναφαίνεται μια επιθυμία για πάταξη τού ερέβους, των συνηθισμένων κανόνων ηθικής, του φόβου, μέσα από τον έρωτα και το θηλυκό στοιχείο, είτε αυτές είναι εταίρες και ιερόδουλες, είτε αποδημητικές γυναίκες είτε θυγατέρες είτε μία γύφτικα ’Αλλά ο έρωτας μένει μάλλον ως ανάμνηση και όχι ως εμμένουσα πραγματικότητα: […] μένει το περίγραμμα στης μνήμης τους ορίζοντες/όπου οι θύσανοι και οι ύπεροι//απόρροια της συντριβής της άλλης ήττας. ’Ανάμνηση μένει και ό,τι υπήρξε δομικό στοιχείο του τόπου, ο βοσκητής κι ο τρυγητής, ο Πάνας, απόκληροι και ανέστιοι πια, αδέσποτοι, μια διαρκής παρουσία της απουσίας -κι ήσουν εκεί, ήταν εκεί, ποιος ξέρει;- η με παρουσία πληρωμένη -πλήρωσε κανονικά […] τις υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν καθ’ οδόν, και αλλού: αρκέστηκε σ’ ένα αγοραίο φιλί. Τη θέση τους παίρνουν κάθε είδους θάνατοι, ου έξοδοι προς το λευκό, τα εξιτήρια του χρόνου, και η απουσία της έκπληξης: ένα τέλος στις λεωφόρους με τους φοίνικες, εκεί που ο έρωτας/καθημερινά αναβάλλεται και αλλού: όπως το χτες/που εμφιλοχωρεί στο προσδιορισμένο μας/μέλλον ή: Στο έλκηθρο ΣΑΡΚΙΑ που μας μοιάζουν/την ιστορία συνοδεύουν που τους έγραψαν. Μένουν μόνο οι αποδράσεις σε όνειρα, σε συλλαβές, σε κήπους, οι αναπολήσεις των ηδονών και της αίσθησης της αθανασίας. Και η ανησυχία του ποιητή για το θηλυκό στοιχείο, για τον φορέα της ζωής: τις αφύλακτες διαβάσεις πώς περνούν τα θηλυκά του δρόμου;
Μαζί με την ιστορία κυρίαρχο είναι το ζήτημα τού χρόνου: στον τηλεφωνικό θάλαμο τρεις ηλικιωμένες/διεκδικούσαν το ελάχιστο του πρόσθετου χρόνου η αψιμαχία δεν ανέδειξε νικητή. Αυτός ο χρόνος που στην κοσμική του διάσταση είναι άχρονος -κάτοικος αιώνων-, για τη γη κυκλικός -κρατώντας τη διάρκεια επανέρχεται-, για τον άνθρωπο απελπιστικά ευθύγραμμος με το τέλος αναπόφευκτο και μπροστά -Βαρκούλα σε νηοπομπές ανάμεσα ΕΓΩ τονούμενος στη λεωφόρο του χρόνου-, κάτι που καθορίζει και τη στάση του απόκληρου φαλλού: Δόξαζαν το παρελθόν τις περιούσιες εταίρες και της ζωής τους τα επείγοντα. Εμπόριο του χρόνου. Και άλλου: Πιάσανε τότε τα παλιά. Ξέρετε τώρα τα ανθρώπινα: κουβέντες μικρές, κοφτές ανάσες, για τόπους μακρινούς, πλούτη, γυναίκες όμορφες κι απαίσια ξωτικά. Μένει μόνο προκλητική η νιότη να επιδεικνύει… τη νιότη της: […] μια έφηβη επιδεικνύοντας τις ομολογουμένως άψογες θηλές της.
Παραμένει εμμένουσα η γοητεία της σύνθεσης πέρα από νοήματα: κοντά τους
/ένα καμένο απομεσήμερο με ακρωτηριασμένα υλικά/περπατούσε στις μασχάλες τ’ ουρανού/εξίσου ωραίο. Παραμένει και η διαρκής παρουσία στοιχείων όπως το τρένο -«Ό άλλος», «Εμπορευόμενοι το χρόνο», «Ο Μέγδοβας ψιλή γραμμή στο χάρτη», «Η λύπη των αχθοφόρων»-, πρόσφορο μέσο για ταξίδια στον χρόνο, στις ιδεολογικές αναζητήσεις, στη νιότη, ταξίδια κυρίως προς τα πίσω.
Ο Τασιόπουλος είναι φειδωλός στα σημεία στίξης, για παράδειγμα τα κόμματα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού: τα κεριά της Ανάστασης, τα υπόλοιπα του ύπνου,/οι υγρές στέγες, η ακόρεστη φλυαρία τα κόμματα έχουν υποκατασταθεί από μεγάλα κενά στον στίχο, ενώ τα κεφαλαία γράμματα φυλάσσονται μόνο για τον πρώτο στίχο, κι ας υπάρχουν διάσπαρτες τελείες. Αυτό, ωστόσο, οδηγεί σε πολλαπλές αναγνώσεις σε σημεία, θυμίζοντας τον τρόπο παράδοσης των αρχαίων κειμένων -μεγαλογράμματη γραφή, συνεχές κείμενο. Για παράδειγμα, πώς διαβάζονται οι παρακάτω στίχοι; […] ο ορισμός της ευημερίας/έχει να κάνει με το εφημερεύον άλγος/του φθόνου/του αύριο: είναι του φθόνου του αύριο ή του φθόνου, τού αύριο. Κάθε φορά ένα διαφορετικό νόημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ποιητής κρατά το πεζό στοιχείο στα κύρια ονόματα της ιστορίας, κι ας προέρχονται από τη μυθολογία μας -κι αυτή κομμάτι της ιστορίας είναι. Μήπως είναι ένας
τρόπος για να δείξει ότι το κύριο έχει γίνει δεύτερο; («’Αποκριές»)
Πολύ άμορφη η έκδοση τού εκδοτικού οίκου Σύγχρονοι «Ορίζοντες της Θεσσαλονίκης. Τέσσερα παιδικά σκίτσα, τού Κωνσταντίνου Τασιόπουλου, κοσμούν το εξώφυλλο. Σπίτια, ένα ξωκλήσι στην οξυκόρυφη μύτη ενός βουνού, λουλούδια και το καράβι για το ταξίδι. Ο πρόλογος του παιδιού.

(1)Με έναν περίεργο τρόπο ή λέξη μου θύμισε την Γκραγκάντα του Ρίτσου και φοιτητικές αναγνώσεις

 

 

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Μάς ξάφνιασε ευχάριστα και πάλι ο Βαγγέλης Τασιόπουλος με το έβδομο κατά σειράν ποιητικό βιβλίο του (υπάρχουν και άλλα επτά βιβλία με λογοτεχνία για παιδιά), το όποιο μάλιστα εξέδωσε υστέρα από γόνιμη αναμονή οκτώ ετών.
Το νέο του βιβλίο, με τίτλο τη δυσκολοθήρευτη λέξη «γράνα» (=βαθύ αυλάκι,χανδάκι, αγωγός ύδατος), που παραπέμπει στην αγροτική Πελοπόννησο, στο γενέθλιο λίκνο του ποιητή, έρχεται να επικυρώσει την εμφανή του πρόοδο, σε ό,τι έχει σχέση με την πύκνωση και τη διάρκεια της ποιητικής εντύπωσης που περικλείει μέσα του ένα ποίημα
Στις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής (Μόλις το τρένο σφύριξε/Οι λάμιες του θολού βυθού/Η ρητορική των αναμνήσεων) φαίνεται προοδευτικά η αποφόρτιση της ποιητικής γραφής από το βαρύ φορτίο του υλικού και η πορεία προς μία κατακτημένη φόρμα συμπύκνωσης, όπου η λυρική απογύμνωση, ο αποφθεγματικός λόγος και η ευστοχία κατάδειξης του συγκεκριμένου μηνύματος παίζουν τον πρώτιστο λόγο.
Τελικά αυτό πού κυλάει μέσα στη γράνα και χάνεται άδοξα και αυτό πού ψάχνει να βρει και να συγκροτήσει ό Τασιόπουλος είναι η αδικαίωτη ανθρώπινη καθημερινότητα, που φεύγει βορά στις σύγχρονες ψυχωτικές συνθήκες διαβίωσης, με την αφόρητη πίεση των ημερών. Το ασφυκτικό περικάλυμμα του βίου μας οδηγεί πάντα σε απρόσμενους βυθούς. Ο ποιητής ανασκάπτει τους βυθούς αυτούς χωρίς να βρίσκει περιεχόμενο. Προσδιορίζει μόνο τις δραματικές παραμέτρους και αποφαίνεται βαθύνους και επιγραμματικός:

«όταν συνθλίβεις το κενό
κενό σου μένει»

Ωστόσο, με εργαλείο τη μνήμη και τις αιφνίδιες αναδρομές της ο Τασιόπουλος λαξεύει τον χρόνο με δεξιοτεχνία, προσθέτοντας εχέγγυα στο παρελθόν και αφαιρώντας προοπτικές από το μέλλον. Το παρόν παρηγορείται πάντα με μικρά παραμύθια, πού προέρχονται από αγλαϊσμένες παλιές εικόνες (π.χ. το πατρικό χωριό, τα παντοειδή σημεία εκκίνησης, οι ερωτικές αναφλέξεις) και από δομημένες εσωτερικά επιθυμίες, που απευθύνονται εκβιαστικά προς το μέλλον.

«στο υπόγειο έκτος από τις λεηλασίες σχεδιάζαμε
και τη μεγάλη απόδραση στο μέλλον»

Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος κατορθώνει να δίνει το προσωπικό του στίγμα μέσα από ενσταλάξεις ενός διηθημένου πικρού λόγου που καταλήγει σε καταδείξεις παγίων αποχωρισμών. Αποχωρισμούς από φιλίες, από πατρίδες, από ιδέες, από την ίδια τη ζωή. Που σημαίνουν βέβαια σαρκαστικές καταδείξεις (όχι καλωσορίσματα) της άτεγκτης έλευσης του θανάτου.

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

Περιοδικό «Index», τχ. 39, Απρίλιος 2010

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Ημέρα ποίησης η σημερινή και διαβάζω για πολλοστή φορά το βιβλίο του Βαγγέλη Τασιόπουλου με τον παράξενο τίτλο Γράνα, προσπαθώντας να διεισδύσω στο ερμητικό κέλυφος της γραφής του. Γιατί ο Βαγγέλης Τασιόπουλος. που εκτός από ποιητής (έχει εκδώσει μέχρι τώρα επτά ποιητικές συλλογές) είναι και δάσκαλος στην ειδική εκπαίδευση, δεν είναι ποιητής που τον «ξεπετάς» με ένα-δύο διαβάσματα ερμηνεύοντας τους κώδικες και τα σύμβολά του. Είναι δύσκολος ποιητής υπό την έννοια ότι γράφει όχι για να εκτεθεί και να αποκαλύψει ούτε για να επιδείξει τον τρόπο που τιθασεύει τη γλώσσα, αλλά γράφει για έναν απαιτητικό αναγνώστη θέλοντας να τον κάνει κοινωνό της προσωπικής του αγωνίας, δίνοντάς του όμως ελάχιστα εργαλεία για να σκάψει στον πυρήνα των ποιημάτων του. Οι δυσκολίες αρχίζουν από τον τίτλο κιόλας της συλλογής, Γράνα. Τι σημαίνει η λέξη: Έχει κυριολεκτικό ή μεταφορικό νόημα; Η γράνα. είναι λέξη της Πελοποννήσου και σημαίνει το μικρό ή το μεγάλο χαντάκι. Μέσα στο βιβλίο υποδηλώνει το χάσμα, το κενό, το ανυπέρβλητο εμπόδιο, που συναντούμε παντού γύρω μας και που πάνω του σκοντάφτει η μνήμη, ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, οι άνθρωποι, η γραφή εντέλει. (γράνες παντού / γράνες θανάτου ί γράνες ανθρώπων/σύνορα της ακεραιότητας / με τον ευκρινή αντίλαλο πέρα στο βάθος).
Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε τρεις ενότητες. Όλα τα ποιήματα διαφέρουν σε έκταση και ύφος. Άλλα είναι μακροσκελή, άλλα σύντομα. Άλλα με ποιητική μορφή και άλλα με πεζή. Όλα τα ποιήματα της τρίτης ενότητας (Η ρητορική των αναμνήσεων) είναι ολιγόστιχα, πυκνογραμμένα, και με μια ηθελημένη παραβίαση των σημείων της στίξης στη γραφή τους, μια ελευθερία και ένα γραμματικό ατόπημα που συνδέει με αυτό που αποπνέουν κάνοντας το μάτι να εκλάβει αυτήν την παρέκκλιση σχεδόν αναγκαία. Κομβική έννοια και σημείο της πρώτης ενότητας, που τιτλοφορείται Μόλις το τρένο σφύριξε, είναι ο χρόνος. Συγκεκριμένα, ο Τασιόπουλος αναδεικνύει το δράμα του σημερινού ανθρώπου να μην είναι συμβιβασμένος με τον χρόνο, να μένει μετέωρος ή εκτός χρόνου, να κάνει εσφαλμένη εκκίνηση, να διστάζει ή να αργοπορεί. «Ήταν λέει κάποτε ένας άνθρωπος που όλο αργοπορούσε. /…. /Όταν εκείνος έφτανε τα τρένα είχαν φύγει/…/Το τρένο πάλι αναχωρεί κι ο άνθρωπος αργοπορεί», από το καταπληκτικό Ο Μέγδοβας ψιλή γραμμή στο χάρτη- ίσως το καλύτερο ποίημα της συλλογής. Και αλλού: «το βλέπεις όταν οι απέναντι/συγγενείς προστρέχουν/φτάνοντας πάντα κατόπιν εορτής» ή «ένα τέλος στις λεωφόρους με τους φοίνικες, εκεί που ο έρωτας/καθημερινά αναβάλλεται». Επίσης, το τέλος των περισσοτέρων ποιημάτων της ενότητας τα χαρακτηρίζει μια γεύση ματαίωσης ή μια πικρή διαπίστωση. «Μείναμε πια οριστικά επίνεια δίχως ν’ αποδώσουμε ευθύνες. Ενδεδυμένοι ευπρεπώς ιδιοτελείς και πικραμένοι ίσως», «απόρροια της συντριβής/της άλλης ήττας» «λόγια επίθετα/του φόβου σπέρματα και της φθοράς».
Η δεύτερη ενότητα (Οι λάμιες του θολού βυθού) ξεκινάει με το κορυφαίο Αυτό το πλοίο δεν πάει πουθενά, όπου αποτυπώνεται ένα
αίσθημα φθοράς και στασιμότητας, Το πλοίο που δεν πηγαίνει πουθενά είναι σύμβολο της ασάλευτης ζωής, αντίστοιχο με το τρένο της πρώτης ενότητας. Στίχοι που αποπνέουν απραξία και στασιμότητα, έχοντας στο κουκούτσι τους σαχτουρικές επιδράσεις: «κι όμως αυτό το πλοίο δεν πάει πουθενά/ κρατώντας τη διάρκεια επανέρχεται/ σφυρίζει όπως πάντα /και καραδοκεί». Άλλες εμμονές του ποιητή που αξιοποιήθηκαν ποιητικά: η έννοια του κενού: «εξυπακούεται πως τα κενά δεν θα διανύσεις έφιππος», «όταν συνθλίβεις
το κενό/κενό σου μένει», η αποξένωση: «οι συνομήλικοι δυστυχώς αποστρατεύτηκαν/ δεν έχει συγγενείς αυτός ο δρόμος», η πικρή διαπίστωση της προσωπικής μας αναπηρίας: «τόσο πολύ υστερήσαμε /κι όλο σ’ ανάπηρους πλανήτες διαρκώς παραληρούμε», η θλίψη της απώλειας: «η ύστερη ανάσα σου αντίδωρο /ευχή μαζί κι αντίο», και πάλι ο χρόνος και η μνήμη: «σαν άνοιξη το χρόνο/αιφνιδιάζει η μνήμη», Τέλος, στο Η ρητορική των αναμνήσεων , ο Τασιόπουλος νοσταλγεί, ερμηνεύει το παρόν με υλικά του παρελθόντος, ανατρέχει στην παιδική ηλικία, αναζητά γέφυρες του παρελθόντος με το άγονο σήμερα. Το «υπόγειο», «το παλιό στασίδι» και «η παλιά φυσαρμόνικα» της οποίας «η ανάπηρη μελωδία σαν μοιρολόι απλώνεται», αναδεικνύονται σε σύμβολα νοσταλγίας.
Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές της νέας γενιάς, συνεχίζει να γράφει ποίηση, υπερπηδώντας με τους στίχους του τις γράνες της ανυπόφορης ζωής μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s