ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ

1-ΜΑΙΡΗ

 

Η Μαίρη Μπριλή γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε Λογιστική και
έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια: Γραφιστικής, Νοσηλευτικής, Περίθαλψης Ηλικιωμένων και Μακροοικονομίας.
Εργάστηκε σε Ασφαλιστικό Γραφείο. Ασχολείται με τη Μουσική
και συμμετέχει σαν σοπράνο σε χορωδία.
Είναι γενική γραμματέας της Εταιρείας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου (Ε.Τ.Ε.Π.Κ.).
Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε ανθολόγια και στο διαδίκτυο.
«Άνθρωποι στη θάλασσα» (2017) Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

1-ΒΙΒΛΙΟ - 0002

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (2017)

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Αποκαμωμένο
από την έναστρη περιπολία του,
ξαρμάτωσε τ’ αστραφτερά σπαθιά του
και χτύπησε νυχτιάτικα την πόρτα μου.
Το όνειρο!

Στο φέγγος της σκέψης μου
να μην του ανοίξω
και να φανεί ότι λείπω
έσβησα τα φώτα.

Προφανώς,
κατέστρωσε της ασάφειάς του τα σχέδια.
Γιατί πως αλλιώς να εξηγήσω
των αντιστάσεών μου τη χαλαρότητα
-ώστε να του κάνουν τη χάρη-
και να ολισθήσουν στης στημένης
ονειροπαγίδας του τη θέση;

Πιάστηκα στα δίχτυα της γοητείας του!
Και με το φέγγος μόνο των ημερών μου
να φωτίζει τα σκοτάδια μας,
με τράβηξε στην αγκαλιά του
και κοιμήθηκα μαζί του,
Εγώ,
ένας αδύναμος Άνθρωπος!

 

Η ΚΥΠΡΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, Η ΘΕΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Στάθηκα απέναντι από της λευκότητάς σου
τον ακέραιο κορμό
κι από το άνθος της κεφαλής σου
ν’ αφουγκραστώ
της άηχης φωνής σου το μεγαλείο
Θεά του έρωτα.
Όταν με τη δύναμη της σκέψης
«Πού βρίσκονται τα πάνω
και τα κάτω άκρα σου;»
ρώτησα.
Και ένοιωσα…
σαν από την απεραντοσύνη
των σωμάτων του Σύμπαντος
πως με κατάλαβες,
αλλά δεν σε ένοιαζε,
Θεά της ομορφιάς.
Γιατί ποιος θα ’θελε να μάθει
τη ρίζα των σκορπισμένων φύλλων
που βρίσκονται στην αξίνα
ενός γεωργού,
όταν σαν μοναδικό «χρυσοπράσινο φύλλο
ριγμένο στο πέλαγος»
θαυμάζεται ο τόπος του στη Γη
ενώ το όνομά του λάμπει στον Ουρανό
σαν Άστρο;

Α ΒΡΑΒΕΙΟ στον 6° Παγκόσμιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό
από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ)
του 2016.

 

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΝΔΡΕΑ

0 κυρ Ανδρέας έμοιαζε
σαν ψάρι έξω απ’ το νερό
– αφού θαλασσινοί ήταν οι άλλοι-
που στο καφενείο του σύχναζαν.
Ξεχώριζε δε από όλους
σαν είδος διαλάμπον σε σπηλιά
και ίσως να είχε τον λόγο του,
γιατί ποτέ μαζί τους δεν έπινε.
Έτσι πρόσεχε,
αφού κύματα χτυπημένα με ανέμους
έτοιμα να πέσουν
στης ομοιομορφίας τους το δίχτυ,
τη ζωή του δεν άφηνε.
Τόσο που ήξερε να προσέχει
ώστε να κρατά γερά
τα κλειδιά του χώρου του
που, αν και καφετζής,
πάνω στον αστραφτερό του δίσκο
ο κυρ Ανδρέας
σαν αρχηγός τους
φάνταζε.

 

ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ

Από τότε που η ηλικία
της πήρε το σώμα
κοιμάται επάνω
στο δωμάτιο των αγγέλων

Όσο κι αν χτυπάει ο χρόνος
το ξεβαμμένο παράθυρο
δεν ανοίγει.

Είναι που δεν μπορεί να φιλέψει δροσιά,
είναι που χύθηκε το άρωμα απ’ τα χέρια της
κι αφίλευτος μαραίνεται ο χρόνος.

Ονειρεύεται η νοσταλγία
μέσα απ’ τους θόλους
των μοναχικών βλεφάρων της
σαν Θεία Ευχαριστία
που πέρασε
μια αθάνατη ώρα
μέσα στο άδειο.

Κι εκεί έχτισε το σπιτικό της.

 

ΕΝΑ ΚΟΜΜΕΝΟ ΔΕΝΔΡΟ

Ένα μικρό αγόρι
που μεταφέρει χυμούς
και ανθόνερο
σε ξύλινο δίσκο
είναι ο κορμός
ενός κομμένου δένδρου

Σοφό
κι ας μην έγινε
βιβλίο ή μολύβι.

Ούτε
ένα ψηλό αστέρι
που κρεμάστηκε
με στολίδια
στα μπράτσα
και μια φάτνη
στα πόδια
που άφησε
ένα κορίτσι
κάποια Χριστούγεννα

Αυτό είναι,
ένα κομμένο δένδρο.

 

ΜΠΛΕ ΚΑΝΑΠΕΣ

Είναι ένας μπλε καναπές
γεμάτος επισκέψιμα γέλια

Την μέρα πιάνεται στα πλευρά
ξηρός καρπός επιδέξιου χεριού
ιδρώτας κουρασμένης πλάτης
σκόνη γυμνού πέλματος

Το βράδυ δεν έχει σώμα να κοιμηθεί
δραπετεύει με το νήμα του μπλε
στο κάδρο με το καράβι,

σανίδα σωτηρίας του τεχνίτη γίνεται
που με μεράκι σκάλισε
τον γυρτό σκελετό του.

Ταξιδεύει με την ψυχή του
ως την επόμενη ζωή που ριζώνει

Είναι ένας μπλε καναπές
γεμάτος βήχα
γεμάτος επισκέψιμα γέλια.

 

ΤΟ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ

Εγώ το κατοικίδιό μου
το πάω κάθε μέρα βόλτα
στο θαλάσσιο πάρκο.

Το δένω στο πτερύγιο
ενός δελφινιού και πίνω
την ανησυχία μου άφοβα

στην ανοιχτή θάλασσα…

Μετά το γυρίζω σπίτι
του λύνω το λουρί
και το αφήνω ελεύθερο

στην περιστροφική του γυάλα.

Είναι τότε που φοβάμαι
Μήπως… στην ησυχία του,

βρεθεί κάποιο αχαλίνωτο κύμα
και το βυθίσει στην μοναξιά του

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ Ι

Η θάλασσα έμοιαζε
να μας κοιτά απ’ το μπαλκόνι
σαν μικρό κορίτσι
με τα γαλάζια μάτια της

Απλώναμε τα χέρια
στα κυματιστά μαλλιά της
και τότε αυτή γινότανε γυναίκα

Φανέρωνε με ψιθύρους
τις καμπύλες της
πλάι στα δάκτυλά μας

Τότε εμείς μέναμε να την κοιτούμε
ακίνητοι με δύο μάτια
ένα δικό σου κι ένα δικό μου

Φύτρωναν κοράλλια
στον κύκλο του λαιμού της
με στάχτες στα μαλλιά
γινότανε γριά

βυθιζόταν στις ρυτίδες της
στα ρίγη της συγκίνησης
που σήκωσε το σώμα της
στον κόλπο της ψυχής μας.

Μείναμε ν’ απορούμε, πόσο απέραντο υπάρχει
που να μπορεί να μηρυκάζει τόσο γρήγορα
ένα πλάσμα πάνω στη γη.

 

ΑΛΜΥΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αγνάντευε τη θάλασσα,
ανυπότακτος πάντα.

Μύριζε τη θάλασσα
κουρνιασμένος στο πέλαγο.

Με φτερό γλάρου
μήνυσε στη θάλασσα.

ονομάζομαι Βράχος

αγκάλιασε με

Θέλω πάλι
να γίνω Πρίγκιπας.

 

ΣΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ

Εκεί που τα νερά άφηναν τους σπόρους τους
φύτρωναν κάτι λευκά μικρά άνθη
οι γεωπόνοι ν’ απορούν
μετά έβγαλαν φτερά και πέταξαν
άφηναν γλάρους στα κύματα
και ασημωμένες χορεύτριες
στον ρευστό κήπο της θάλασσας

Κι εγώ στο μπαλκόνι μου
να θαυμάζω ό,τι φυτρώνει..

 

ΣΤΑ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

Στον αφρώδη διάδρομο
του γαλανού μαιευτηρίου
έπλεαν ασπροντυμένες νύμφες.

Με τα μυροφόρα πέπλα τους
φρόντιζαν νεογέννητα κύματα
μυώντας τα στον υγρό χορό τους.

Εκεί, στη συνουσία των νερών
Θάλασσα και Ποταμός

πάντρευαν τα παιδιά τους.

 

ΚΙ ΕΣΥ..

Κι οι γλάροι
μόνο την αίσθηση έχουν
απ’ το αλάτι
που τους έχεις βαφτίσει.
Ποτέ δεν θα τους ελευθερώσει.

Ω! Μη θυμώνεις
ακόμα κι εσύ,
Θάλασσα σοφή
σκοντάφτεις σε στεριές.

 

ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΩΣ

Πρόβαλε ροδαλό και πρόσχαρο.
Τσαλαπατούσε στα νερά
και κυλώντας μια τεράστια μπάλα
μάς μούσκευε χρώματα.
Εμείς το προσέχαμε
τοποθετώντας με τάξη
πάνω από τ’ αυτιά
τους βραχίονες
των γυαλιών
του ηλίου μας
μη μας ξεφύγει στο διάλειμμα,
σκαρφαλώνοντας στον ευκάλυπτο
απ’ την αυλή του σχολείου του.

Ζωηρό μαθητούδι
το θαλασσινό φως.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ…ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Φορούσες του πελάγου
το απρόσμενο βλέμμα.
Ήθελες να γυρίσεις
τα ποτάμια πίσω.
«Πράγμα αδύνατον»
σου λέω.
Στάθηκες μ’ ένα βήμα
μετέωρο.
Στόχευσες με το πιο κοντινό σου
κύμα
και
πέτυχες την πιο μακρινή μου
στεριά.

Σε ρώτησα :
«Ποιος είσαι;»
και …
δεν μου απάντησες
Ποιητή.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Μανία του..
ο εμπρόθετος
να προσδιορίζει
πάντα
Από που έρχεται..
”Από την Καισαρεία ”
-τρέχα γύρευε-
Λες και νοιάζει
ποτέ
ένα παιδί
από που έρχεται.
Που μένει το νοιάζει..
κι ένα επιθυμητό
δώρο.

BIBLIOTHEQUE 28/12/2013

 

ΑΓΝΟΙΑ

ό,τι αγνοείς, σε νοιάζεται
ένας Προορισμός
ταξιδεύει πρώτη θέση
στα βλέφαρά σου
μια Γνώση φτεροκοπά ανυπόμονα
στον φάκελό τους
Ταχυδρόμος
σε χάδι που γλίστρησε
αγκαλιά που σε ψάχνει
ότι αγνοείς, σε νοιάζεται
Μην ξυπνάς ακόμα, ονειρέψου.

΄

ΝΑΥΣΙΚΑ

Τω καιρώ εκείνω η Ναυσικά

δεν ξήλωσε τους δύο χρυσούς κύνες
από το παλάτι του Αλκίνοου
ούτε το αστεράκι που κοσμούσε
τον μηχανισμό των Αντικυθήρων

για αυτό σου λέω
όταν σου χαρίζω ένα συναίσθημα
κάνε το όποιο δήποτε παιχνίδι.

Θες, κουρελή παλιάτσο να διασκεδάζεις;
Θες, πορσελάνινη κούκλα σε ράφι;

Ακόμα και στρατιωτάκι με κομμένο πόδι.

Τόπι σου όμως, Ποτέ μην το κάνεις
γιατί θα κυλίσει από μέσα του όλη
η ρευστή ανταλλακτική παιδικότητα

κι εσύ που το είχες του χεριού σου

Θα το χάσεις.

 

ΠΡΟΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥΣ

Τις νύχτες, τα βράδια,
είναι ο νους που αδειάζει το σάκο του
ανάλαφρος να κοιμηθεί,
μα κάτι περίεργα αστέρια
να δοκιμάσουν θέλουν
την γήινη τους διά-σταση.

Χορεύουν μέσα σου
ρούχο στενάχωρο
θρυμματίζουν πολύτιμα σμαράγδια
και γίνονται
ενός λεπτού όνειρα.

Τα πρωινά, τις μέρες,
είναι ο νους που βάζει στο σάκο του
τα παράλογα σχέδια
που βρήκαμε βράδυ στην τσέπη μας
και προσπαθούμε να τα στηρίξουμε
στον γιακά του διπλανού μας αστεριού.

Ανόητοι ή ονειροπόλοι;

Αλήθεια ,τι ν’ ακούει ο ουρανός;

(την πρέσα ή το χουζούρεμα
της γήινης μας υπό-στασης;)

 

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Δεν βλέπω που οδηγεί αυτός ο δρόμος
ανάβω τα φώτα της αλήθειας
και τους ανθρώπους ρωτώ μήπως ξέρουν
(μήπως κι έχουν χάρτες μυστικούς)
μα ένα πράγμα μοναδικό καταφέρνω

Τα μάτια μου να ερεθίσω

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΩΡΑ

Τώρα που…το καλοκαίρι
η Γη γυρίζει λίγο πιο γρήγορα
η ώρα κυλά γύρω από τον ΄Ηλιο
χωρίς να κοιτάζεται στο ρολόι.
Λιώνει γλυκά το πρωί
με τα παγάκια του καφέ
στο σκληρό ποτήρι
για να σαλέψει αργά το μεσημέρι
στην κοσμική παραλία
με τα κύματα της θάλασσας
Το απόγευμα βυθίζεται τρυφερά
στον ρόδινο ορίζοντα
με το κουρασμένο ηλιοβασίλεμα
για ν’ αναδυθεί νωρίς το βράδυ
με το μεθυστικό άρωμα
στις αντικριστές γλάστρες
Την ώρα που…η γυναίκα
ποτίζει ενδιάμεσα από το ασβεστομένο σκαλί
λίγο μετά τον βασιλικό
λίγο πριν το νυχτολούλουδο.

 

ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Εδώ κι εκεί
Άσκοπα
σαν κι εσένα, κύμα μου
δακρύζοντας Δεν τριγυρίζω
Άσκοπα
σαν κι εσένα, αποκρίθηκε
αφρίζοντας

και έριξε μια αξόδευτη παιδική λευκότητα πάνω της

»Καταλαγιάζω το θολό
γιατί μόνο έτσι γίνεται διάφανο»

και έλαμψε στα μάτια της ο Λόγος του..

 

ΜΠΑΛΟΝΙ

Κόκκινο περήφανο μπαλόνι
σε πανηγύρι αγορασμένο

Το φούσκωσε η χαρά
στο σχήμα της καρδιάς μου

Πάνω του το »σ’ αγαπώ»
γραμμένο
Μ’ αυτό το μπλέ της θάλασσας
που δε γνωρίζει λύπη

Σε μαύρο στόμα
μήλο που σάπισε
προτού η λαχτάρα μιας δαγκωματιάς
ευοδωθεί σε δόντια αγαπημένου
η χαρά μου

Φτηνό μπαλόνι που ξεφούσκωσε

 

ΕΤΣΙ ΜΑΓΙΚΑ..

H Νεράιδα
χτενίζει τα μαλλιά της
καθρεφτίζεται
βάζει μπλε κύμματα στα μάτια της
κοκκινίζει τα χείλη της

M’ ένα ρουφηχτό φιλί στον εαυτό της
εξαφανίζεται
έτσι μαγικά όπως ήρθε
σαν Ζωή…

 

ΠΕΡΑΣ..ΜΑΤΑ.

Λίγο πριν το μεσημέρι
κατέβηκα τα γκρίζα σκαλοπάτια
πέρασα την υπόγεια διάβαση
Αισθάνθηκα την λεπτή παρουσία σου
τη συντροφιά της φωνής σου
Ζεστή προστασία

Το βράδυ
Πέρασα τη διάφανη λίμνη των σπλάχνων σου
με τα λεπτά πούπουλα του κύκνου της
γέμισα το μαξιλάρι μου
και κοιμήθηκα

Το άλλο πρωί
με βρήκε στην αντίπερα όχθη της λίμνης
στην άλλη μεριά της διάβασης

Σε τούτα τα περάσματα
άλλαξε η ζωή μου

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2013/06/blog-post_2714.html

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΙΡΗ ΜΠΡΙΛΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ

Η ποίηση της εποχής μας, αντικατοπτρίζει-εξαιρετικά πιστά-και εκ των πραγμάτων, όλη την αντιθετικότητα, τα απροσδόκητα και τα εφήμερα της καθημερινότητας. Παρήγορο και αισιόδοξο στοιχείο είναι η ενασχόληση με την ποίηση, ακόμα πιο αισιόδοξο και ευεργετικό, όταν κοινωνεί τα θετικά στοιχεία του δημιουργού, κι’ αυτά παίρνουν σάρκα και οστά με εκδοτικό-παρουσιαστικό-με αναγνωστικό κοινό και τρόπο. Η Μαίρη Μπριλή-εκφραζόμενη διαδικτυακά -διαπίστωσε-την αποδοχή και την φιλική προσέγγιση, στα σύντομα ποιητικά της κείμενα. Έτσι με την ευπροσηγορία και την εγκαρτέρηση που την διακρίνει, μας έφερε ως εδώ, με δυναμικά στοιχεία της ποίησής της, ευελπιστώντας, για μια πιο προσεγμένη προσέγγιση της δουλειάς της.
Γράφει στο «Αντί προλόγου » ποιητικό της

«Εμείς που βαδίσαμε // στον υγρότοπο της ψυχής μας // την θάλασσά της // δεν την φοβηθήκαμε // Μάθαμε να την υπολογίζουμε //με της φουρτούνας της το μέτρο «

Είναι ψυχικό κατευόδιο, ταυτόχρονα το βιβλίο της και το πρωταρχικό ξεπροβόδισμα των δικών της δυνάμεων συνάμα, μα και το πρωτοειδωμένο στοιχείο αισιοδοξίας και σιγουριάς, γι’ αυτό το ποιητικό και κοινωνικό-όπως θα δούμε στη πορεία- ταξίδι της. «Σαν φρεσκολουσμένο παιδί // ξεπήδησε σήμερα // από την υγρασία της μνήμης «-όπως γράφει-το ποιητικό της οδοιπορικό. Μια, πιο προσεγμένη ανάγνωση, εύκολα ο καλόγνωμος αναγνώστης, διαπιστώνει πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία ευαισθησίας-καλοσύνης-νοσταλγίας και στοχασμού, που δημιουργούν ένα εύλογο κλίμα διερώτησης και απορίας. Γιατί, αυτή η σπουδή-με κοινωνικές αιχμές και εύτολμες-λυρικές εξακτινώσεις, εμφανίστηκε μεταχρονικά; Συνδετικός κρίκος της εργασίας της, είναι φυσικά ο χρόνος και το βίωμα της δημιουργού. Όταν ακούς και διαβάζεις στίχους, με έντονη λυρικότητα και την πολλαπλή νοηματικότητα όπως ..

«Εσύ είχες οικειοποιηθεί // την βροχή «

ή [ στον χιονάνθρωπο ]

«Άκουσε- που με τους χτύπους // της καρδιάς μου, στη πόρτα // του Νου σου, τη μυστική σύσταση του φέγγους της ζητώ //…να μη χαθεί ποτέ στη λησμονιά // το εύθραυστο του Νου //και το ευαίσθητο της καρδιά» ΄ σελ.12

Με τον τελευταίο στίχο, είναι δηλωτικό και άμεσο πλέον στοιχείο η περιφορά και η αμεσότητα αυτής της σχέσης -Νου και Καρδιάς-που εδώ καθορίζουν απόλυτα και την διάθεση και την ανάγκη ισορροπίας στην ύπαρξη και στη συνέχεια της ζωής. Η ποιήτρια, εξωτερικεύει τα μύχια της ψυχής και τις εμπνευστικές της συλλήψεις, με κυρίαρχο στόχο να αποδώσει πιστά και στο ακέραιο-άλλες φορές φωτογραφικά την εικόνα και το εικαστικό αποτέλεσμα του στίχου. γράφει..

«Στάθηκα απέναντι από την λευκότητά σου //… κι’ από το άνθος της κεφαλής σου // ν’ αφουγκραστώ // της άηχης φωνής το μεγαλείο » σελ.15

και πιο κάτω σελ 25 «Από τότε που η ηλικία // της πήρε το σώμα // κοιμάται επάνω στο δωμάτιο των αγγέλων // όσο κι’ αν χτυπάει ο χρόνος-το ξεχαρβαλωμένο παραθύρι δεν ανοίγει… κι’ αφίλευτος μαραίνεται ο χρόνος «
Μ΄ ένα συναίσθημα κατακερματισμένο, στην αδειοσύνη του σπιτιού, να αιωρείται συχνά-πυκνά και στο σύνολο του βιβλίου της -εκτιμώ-με το στοιχείο μια νοσταλγικής- αγαπητικής περίπτυξης και ψυχικής αναγόμωσης για το επόμενο βήμα στη ζωή. Εδώ φαίνεται- η δημιουργός-ως να ‘ναι το διαμπερές πρόσωπο της μνήμης που δεν μπόρεσε-προσέξτε- «να φιλέψει το χρόνο » !! Το εξαίσιο στοιχείο της όποιας επικοινωνίας με το χρόνο-και στην απώλεια και στην ελπίδα-η δημιουργός αποτίει φόρο ψυχικής ευγνωμοσύνης, γιατί αυτό της προσέδωσε την ωφελιμότητα του βιώματος. Όταν ο ποιητής-εκλεκτοί φίλοι-φτάνει να αποψιλαφίζει συχνά τα μυστικά κρόσσια του χρόνου-για να τα αποδώσει ποιητικά-είναι ίσως το ωραιότερο ανοιγόκλειμα των ματιών της ψυχής, ν’ αγγίξει, ν’ αφουγκραστεί, να χρωματίσει, να κρίνει, να αισθητοποιήσει και να νοηματίσει την ποιητική του κατάθεση.
Αυτό το πλαστουργό στοιχείο του οίστρου και της αυτοδίκαιης κρίσης ,για το έργο της δημιουργού-μ’ ένα πάζλ ρημάτων και έμμεσων χαρακτηρισμών-αποδίδεται στο ποίημα «Οι Ρομαντικοί » σελ 20

«Ναι είμαστε οι μεσσίες της Αγάπης // χαλαρωμένοι από το ποτήριον της ευλογίας // αφυπνισμένοι για τα’ αγκάθι του μυστηρίου // φωτοστεφανωμένοι // τ’ άνθη του κήπου της Γεσθημανής // καταδικασμένοι-είμαστε // στα πάθη του κόσμου της Γης. // Μη νίπτετε τας χείρας σας // Δεχτείτε την κατηγορία μας // Ναι είμαστε οι μεσσίες της Αγάπης // Όλοι εμείς -Οι Ρομαντικοί «

Προφανώς-εδώ-η δημιουργός-είναι συμμέτοχο άτομο της ζωής, που κοινωνεί τα πάθη και την αγάπη. Η ποιήτρια -του προσδίδει [ και τον τίτλο και την έκταση του νοήματος ] με την ευχετήρια πράξη [ ταυτόχρονα ]για την κοινωνικότητα, για την αμετακίνητη στάση, και για την συμμετοχική λειτουργικότητα του έργου και του ατόμου στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι. Ήδη διαφαίνεται-εξ αρχής- ο ενστερνισμένος στόχος της, να προσδώσει και να φανεί το εύρος μιας αντιθετικής πραγματικότητας και ο σπουδαίος και επικαιροποιημένος ρόλος του δημιουργού. Συγκινητικό πεδίο σπουδής -στο βιβλίο της-που έμμεσα ή άμεσα σπονδυλώνει όλο το νοηματοφόρο- κοινωνικό και συναισθηματικό χώρο της προσωπικής της οδοιπορίας είναι το ερωτικό, στο οποίο, περιπλανάται καρποφόρα και μαγευτικά και το εκφραστικό της ενδιαφέρον με πολλές όψεις και παραστατικές απεικονίσεις. Γράφει σελ.30

«Οι εραστές είναι μαστιγωμένοι κωπηλάτες // …σαν άρπες που τρίζουν μυστικά σύμφωνα // θεραπεύουν με οργασμικά σύμφωνα // τα σημάδια των κρίνων και τις αμυχές της πλάτης // σε βαθουλώματα κλεινών αλυκών «

..ή στίχοι της, σε άλλο επίπεδο σελ.20

«στον θολό καθρέφτη // δύο πορσελάνες κούκλες // είχαν μία ήπια μελαγχολία «

.. ή στίχοι με καθολικότητα σχέσης-παρουσίας- ψυχικής αναγκαιότητας, με ταυτότητα εικόνας και διάθεσης, όπως σελ.42

» έχοντας καταπιεί μια θάλασσα σιωπή//τις μετρημένες φέτες των αναγκών του «

και σελ. 40 «Οι ομπρέλες της παραλίας …χαριεντίζονται // με αντηλιακό εξωτικής καρύδας «

ή πιο κάτω στίχοι που κρύβουν μια συμπαντική και σημαντική ταυτότητα απεραντοσύνης, που δεν έχουν πάντα προσδοκώμενο αποτέλεσμα σελ.45

«Η θάλασσα είναι πιότερο μυσταγωγική κι’ απ’ τον έρωτα …ποτέ δεν σ’ έχει ξεδιψάσει η θάλασσα // Άνθρωπε «

Μέσα από το ευέλικτο χρωμάτισμα του συναισθήματος και την εικαστική απόδοση της στιγμής-η ποιήτρια-γεύεται, μ’ ένα μυστικό-θα ‘λεγα- δεσμό. ό,τι έχει σχέση με το φως, με την θάλασσα, με το χρώμα, με το πολύ προσωπικό στοιχείο της παρατήρησης, της εικαστικής σχέσης και ομοιότητας γεγονότων και καταστάσεων της ζωής, με ιδιότυπη ψυχική φόρμα και απόδοση. Η διακύμανση του συναισθήματος έρχεται σαν ώριμη-πλέον-πρόσληψη και ποιητική σύλληψη. Χωρίς βεβαίως να χάνει τίποτε από την ουσιαστική μυσταγωγία που η ποίηση μας χαρίζει και -φυσικά-μας αποζημιώνει. Εδώ η ποιήτρια γεύεται καλές στιγμές έξαρσης -εκφραστικής δύναμης-και εικονοπλαστικής αμεσότητας-που αποτελούν όμως και αντίγραφα προσωπικής αυτοβιογραφίας και βιωμένης πραγματικότητας.
Γράφει σε στίχους διαφορετικών ποιημάτων

σελ.54″Στα νεογέννητα κύματα//στον αφρώδη διάδρομο//του γαλανού μαιευτηρίου// έπλεαν ασπροντυμένες νύμφες «

…σελ. 57 » Φορτωμένη μ’ ένα δεμάτι καυσόξυλα στη πλάτη // ανηφόριζε για το σπίτι της // η θάλασσα «… ή, πιο κάτω στίχοι, μιας εκρηκτικής και προσωπικής αυτοσκιτσογράφισης της δημιουργού, με βαθύνοο άγγιγμα -κοινωνικής αιχμής» σελ. 31″ Ο καπετάνιος έρχεται σιωπηλός //…ανασυρμένο ναυάγιο… Ώ !! βαθύπιοτη θάλασσα // μεταλλαγμένης ευσπλαχνίας «

Εντυπωσιάζει -πράγματι η ποιήτρια Μαίρη Μπριλή- και προσωπικά μου δημιούργησε πολλαπλή ευχαρίστηση και έκπληξη αυτός ο τρόπος γραφής και απόδοσης. Το φως της Ποίησης και της Ψυχής, όποτε και να πορευτεί τον μεγάλο δρόμο της συνεπικοινωνίας …πάντα θα γονιμοποιεί και θα εντυπωσιάζει τα μέλλοντα. Η στοχαστική ποιήτρια δεν παραμένει μόνο στην αξιακή ποιότητα του στίχου ή της δυναμικής του ανέλιξης ή στις ακραίες αιχμές του συναισθήματος, ούτε αν κάποτε είναι » αφανής, στους ανεύρετους ναυαγισμένους » γιατί -μέγιστο αγαθό-διαχρονικό επιστέγασμα της έκφρασης- γενεσιουργό φως της έμπνευσης και της δημιουργίας όπως και ατελεύτητος παράγοντας ύπαρξης και ζωής [ και για την ίδια φυσικά ] είναι η ποίηση.
Πριν αποδώσουμε -μέρος-του λαλίστατου επίλογου του βιβλίου της, ας γευτούμε τους παρακάτω στίχους της σελ. 38.

» Είναι ένας μπλε καναπές // γεμάτος επισκέψιμα γέλια // το βράδυ δεν έχει σώμα να κοιμηθεί // δραπετεύει με το νήμα του μπλε // στο κάδρο με το καράβι «

Είναι- εκλεκτοί φίλοι-άμεση ανάγκη -κάποτε να γίνουμε δραπέτες ή » άνθρωποι που γίνονται άγιοι » όπως γράφει, σε μια πορεία ζωής και αυτοελεγχόμενης παρουσίας. Ας δούμε όμως τον επίλογό της ,ως σταθμό-ως επιστέγασμα ποιητικής ευαισθησίας-ως ένα καλότυχο χαιρέτισμα της ζωής που ξεκλειδώνει πάμπολλες δυνάμεις ψυχής .
γράφει σελ. 75

» Φορούσες του πέλαγου // το απρόσμενο βλέμμα // Ήθελες να γυρίσεις // τα ποτάμια πίσω // «Πράγμα αδύνατον» σου λέω // Στάθηκες μ ένα βλέμμα // μετέωρο // Στόχευσες, με το πιο κοντινό σου κύμα // και // πέτυχες την πιο μακρινή μου στεριά // Σε ρώτησα // «Ποιος είσαι » και …δεν μου απάντησες Ποιητή !! «

Εκλεκτοί φίλοι-ες- η ποιήτρια Μαίρη Μπριλή,μας κατέθεσε -σε μαι συλλογή μια πολύχρονη-κοπιαστική-εξομολογητική-έντονα λυρική-με κοινωνικό υπόβαθρο. με επισκέψιμη ανησυχία και στοχαστικό προβληματισμό ποίηση… Της ευχόμαστε από καρδιάς-υγεία-δημιουργία και κάθε καλό στη ζωή της.

( Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου )

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ!!!

[[ Η Μαίρη Μπριλή σε μια εντυπωσιακή ποιητική έξαρση. ]]

— Σ’ ένα καλαίσθητο κι επιμελημένο βιβλίο είναι τα ποιήματα της Μαίρης Μπριλή που τα διαβάζεις ευχάριστα, νιώθοντας πάντα πως κάπου σε οδηγούν. Με μια ιδιαίτερη διεισδυτική ματιά, μας μεταφέρουν σε ξεχωριστά τοπία εσωτερικών αναζητήσεων και πάντα προβληματιζόμαστε και διερευνούμε το χώρο. Μας φαίνεται ιδιαίτερος και άγνωστος… Μα με μια δεύτερη και πιο επισταμένη ματιά, σαν να μας βολεύει… Διαπιστώνουμε πως κι εμείς αισθανόμαστε παρόμοια, και τέτοιες σκέψεις, στοχασμούς και συναισθήματα έχουμε νιώσει και μάλιστα κάποιες φορές έντονα και επίμονα.
Ίσως δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τις καταστάσεις εξετάζοντας τη γραφή της με πνεύμα συνηθισμένο και πεζό.
Η Μαίρη έχει μια άλλη σχέση με την ποιητική τέχνη που διατυπώνεται με μια ρομαντική αντίληψη και με μνήμη νοσταλγική, ανατρέχει σε περασμένες εποχές, καταγράφοντας στιγμές που έχουμε ζήσει. Μ’ έναν τρόπο απλό, κινείται σε πολλές συμβολικές προεκτάσεις, ενώ ένας διακριτικός ρυθμός σε παρασέρνει στους δικούς της στόχους και ζεις κι εσύ μαζί της εικόνες από τα περασμένα.
Σαν να σιγοτραγουδάς, με ιεροτελεστία, κάποιο αγαπημένο σου τραγούδι και ήρεμα ακολουθείς μια γνωστή πορεία. Γαληνεμένος, έχεις τελειώσει το θέμα και μια αύρα πνεύματος και συναισθήματος, ανεπαίσθητα και γλυκά, νιώθεις πως σ’ έχει περιλούσει. Δεν πιστεύω πως μας παγιδεύει… Είναι η ποιητική της χάρη, το ταλέντο της, που με ελαφρά μέθη σε συναρπάζει. Και ύστερα, αντιλαμβάνεσαι πως διάβασες κάτι σπουδαίο!!!

Μια αισθητική παρουσίαση των όσων υποστηρίζω θα διαπιστώσετε στο ποίημά της «Μια Πλύστρα Μέρα». Ολοζώντανα, με ενάργεια και σαφήνεια!!!
— Φαίνεται πολύ συνηθισμένη υπόθεση και ιστορία μιας εποχής. Γι’ αυτό, από την αρχή συμμετέχεις κι αν δεν έχεις παρόμοιες εμπειρίες, παγιδεύεσαι στην αφήγηση και αναμένεις την … εξέλιξη. Πρωταγωνιστούν άνθρωποι καθημερινοί, σαν κι εμάς, γι’ αυτό και το θέμα σε γοητεύει. Μα δεν είναι καθόλου πεζό… Ανέλπιστα και ξαφνικά ενσαρκώνονται τα … ρούχα, οι προσωπικές ενδυμασίες, με τις οποίες είχαν αφομοιωθεί της νιότης όνειρα και στεναγμοί. Κι όλα μαζί, μια και τα κατάλευκα σεντόνια προστατεύουν τα κρυφά μας όνειρα, αναπαράστησαν στιγμές τρυφερές, χωρίς να μας … εκθέσουν!!! Και ύστερα το σιδέρωμα… Το επιστέγασμα της ιστορίας μας. Είναι η λύτρωση, ύστερα από μύχιες σκέψεις και ανεκδήλωτες επιθυμίες. Και η συμβολική «πλύστρα μέρα» στο πρόσωπο μιας αθώας ύπαρξης που δεν έχει σημασία από … πού μας έχει έρθει!!!
Δεν είναι, λοιπόν, ιεροτελεστία; Δεν είναι μια σκηνή αναπόσπαστη με τη ζωή μας; Μήπως καταλάβαμε στο ξεκίνηνα πώς έτσι θα κατέληγε; Τόσο περίτεχνα και απλά και με ακούσια και τη δική μας συμμετοχή!!!
— Έχει ποιητικό άστρο η Μαίρη Μπριλή!!! Έχει μια ανεκτίμητη προίκα και την παρουσιάζει, λες και παίζει με τις λέξεις…

Μια Πλύστρα Μέρα
Από μικρή μας είπε ότι εργάζεται
με φυσιογνωμία και συστάσεις εξαιρετικές,
έτσι με τυπικές διαδικασίες την προσλάβαμε
για Πλύστρα,
μια Μέρα,
έτσι την ονομάσαμε.
Έπλενε τα φορεμένα ρούχα μας
κι εκείνα γλιστρούσαν μαζί με το λερωμένο
και το παράφορο των γυμνών κορμιών μας ,
καθώς ακούγαμε τις παιδικές φωνές μας
-με τσούξιμο στα μάτια-
ν’ ακολουθούν τις φυσαλίδες
του πράσινου σαπουνιού της,
ενώ εκείνη έτριβε άπονα
στη σκάφη της λήθης.
Ξέπλενε τα σεντόνια των ονείρων μας,
αφού είχαν μουλιάσει στο λουλάκι
των παραπόνων,
για να στεγνώσουν κατάλευκα
στον ήλιο.
Και κάποια φορά,
καθώς περιμέναμε
να σιδερώσει τα τσαλακωμένα από το μέλλον
με περίτεχνες πτυχές από το παρελθόν μας,
τη ρωτήσαμε:
» Από πού ήρθες; «
Καθαρά δεν μας απάντησε.
Έτσι προς χάριν τυπικότητας γράψαμε:
» Αδιευκρίνιστο Άστρο «,
η Καταγωγή της.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η Ελευθερία Θάνογλου γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1978. Από τότε ταξιδεύει μέσα στις ρωγμές του χρόνου με το φαινόμενο της πλημμυρίδας.
Σε κάθε παλίρροια αλλάζει ρωγμή και σε κάθε άμπωτη ψάχνει τη θάλασσα
μέσα της.
Έχει εκδώσει  δυο ποιητικές συλλογές:
Οι πέντε εποχές του κόκκινου (Πικραμένος 2017)
Αναπαράσταση  (Πικραμένος 2019)

.

1-ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

.

.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (2019)

ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

I

Η νύχτα στους ώμους πανωφόρι
με ζεσταίνει
καθώς σου γράφω πάλι γυμνή.

II
Όλα κάποτε
γυμνή θα με βρουν
σε βράχια πάνω ξαπλωμένη
χωρίς την υποψία πρασινάδας.

Θα με βρουν γυμνή
τα χέρια μου θα προσπαθούν να υφάνουν λέξεις
να με ντύσουν
μα θα ’ναι αργά
δεν θα υπάρχει νήμα.

Κουβάρι αθώα μπλεγμένο η ψυχή
στις αμαρτίες μου πεταμένο παιχνίδι,
ύαινες κατασπαράζουν κάθε πιθανότητα
να ενδυθώ τις λέξεις.

III
Κάποτε όλα θα αποκαλυφθούν
θα γίνει εντονότερο το φως
το σκοτάδι θα κρυφτεί πίσω από τον τελευταίο αστερία
οι δρόμοι φωτισμένοι
θ’ αποκαλύπτουν τις αυταπάτες
με σκιές κρυμμένες σ’ ένα ξεχειλωμένο μαύρο.

Και συ θα λες πως ήξερες
για τις σπασμένες ώρες
στα υγρά μου μάτια.

Και γω θα λέω πως δεν με γνώρισα καθόλου.

Μονάχα μια στιγμή
είδα μες στον καθρέφτη
να με καθαρίζω από τα φύκια.

ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

Όλα άρχισαν να ησυχάζουν πάλι.
Οι μέρες κοιμόντουσαν χορτασμένες.
Περνούσε ο χρόνος
με τσακισμένα φτερά οδοιπόρων.
Νύχτες κρεμασμένες από επώνυμα,
σεντόνια στο χρώμα του πένθους
θρηνούσαν σώματα που ήταν έτοιμα
ν’ ανοίξουν τα φερμουάρ των υποσχέσεων.

Καινούργιες ρυτίδες άνθιζαν στο μέτωπο της μέρας.
Περνούσε ο χρόνος
βηματίζοντας σε πεζοδρόμια ασφαλή
δίπλα σε γυάλινες βιτρίνες
κι ανθρώπινα μοτίβα.

ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΑΠΟΒΑΘΡΕΣ

I
Μας περιτριγύριζαν τα πράγματα με μία επανάληψη.
Βρίσκαμε διέξοδο στη συνεχή παρατήρηση του έξω κόσμου.

Άλλωστε ό,τι περιτριγυρίζει ο έρωτας
το παραμορφώνει
τις αιχμηρές γωνίες του λειαίνει
δεν κόβει, δεν πονά.
Πέτρα που πετάς σε υγρή επιφάνεια
χωρίς να ακουστεί ο ήχος.

II
0 μακρύς λαιμός μου
έκοβε τη θέα από τον ορίζοντα
σκίαζε λευκά τους εφιάλτες σου
οι ανείπωτες λέξεις, έλεγες
γεννιούνται μέσα στο μαύρο.

Στις κάμαρες
έστηνες πλήθος γρανιτένιους ανθρώπους
σμίλευες πάνω τους αδυναμίες
άνοιγες τις καλά κρυμμένες φλέβες
και βουτούσες γυάλινος μέσα τους.

III
Η μοναξιά μας ολόκληρες μέρες
ταξίδευε σε ακίνητες θάλασσες.
Στις αποβάθρες φτιάχτηκαν πρόχειρα καταλύματα
για μια επιστροφή.
Κατοικήθηκαν όλα από τους νεκρούς μας.

Έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι
έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι
ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Το τέλος ακόμη μακριά
ακινητοποιημένος ο χρόνος
μοίραζε ώρες σε αποκόμματα εφημερίδων
ξέβραζε πτώματα με λάμψεις ψαριών.

Τα χείλη μου τσιγάρα
έκαιγα ξάστερες λέξεις.
Τα τζάμια του κήπου νοτισμένα
δεν έδειχναν τίποτα απ’ έξω.

Σταμάτησαν όλα.
Το τέλος ακόμη μακριά
σκοτωμένα φύλλα στα χέρια μου
και το ρολόι να δείχνει πάντα νύχτα.

Μαύρη πεταλούδα η ψυχή
βγήκε απ’ το κουκούλι της
έκατσε πάνω στο μολύβι μου.

ΑΝΤΙΔΩΡΑ

Οι ήσκιοι μας θα στέκουν απαρηγόρητοι
για τους τόσους μικρούς θανάτους μέσα μας
καθόσον ζούσαμε μαζί.

Καταργήσαμε το έντονο φως
μεταλάβαμε απογυμνωμένο σκοτάδι.

Απαρνήθηκα το λείο
για το άφυλλο άγγιγμα των χεριών σου.

Απαρνήθηκες τα πέταλα
για μιας στιγμής κοτσάνι.

Υποταχτήκαμε σε ασφόδελες νύχτες.

Τριμμένη ρίγανη οι συλλαβές του σ’ αγαπώ
σε γυάλινα βάζα,
δωρίστηκαν σε ξένους.

.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ (2017)

Της απουσίας

Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου
ανεκτίμητες παρουσίες
σ’ έναν μικρό κουμπαρά που τις χώρεσε όλες.
Την απόφαση πήρα
κι έσπασα τον κουμπαρά ένα βράδυ,
δεν χωρούσε άλλες απουσίες πια.
Κι αυτές ξεχύθηκαν στο πάτωμα
σύρθηκαν ως τα πόδια μου
και με ικέτευαν να μην τις ξοδέψω

***

Μέρες στιγματισμένες από έλλειψη
φαρμακωμένες από το δάγκωμα
κόμπρας μνήμης.
Μέρες μαντατοφόρες κακών ειδήσεων
καμένων ποιημάτων.
Μέρες με τα πόδια σας ακινητοποιημένα
στο τσιμέντο
εγώ καπνίζω το τσιγάρο μου
η στάχτη πλέον είναι δική σας.

***

Έκλεισα εισιτήρια σου είπα.
Κατεύθυνση άγνωστη.
Διάρκεια ταξιδιού άγνωστη.
Στα σακίδιά μας το Μαζί.

Το τρένο έφευγε ξημερώματα
του Αγίου Τώρα ή Ποτέ·
θέσεις σε κουπέ έξι.
Ένας δεν ήρθε.

Κανένας εισπράκτορας
δεν ακύρωσε το δικό σου εισιτήριο.
Κι εγώ έψαχνα το στίγμα της ακύρωσης
μια ζωή
να χωθώ μέσα του λαθρεπιβάτης
να δω την πίσω πλευρά του
εισιτηρίου σου.

***

Ντύθηκε κλόουν και παίζει τη ζωή
στα χρωματιστά κουρέλια της.

***

Της μετανοίας

Λερναίες Ύδρες

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι.
Έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί και το σκουλήκι.

Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μία με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.

Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου·
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.

Κρυμμένες έννοιες

Έπαψες από καιρό να προσπαθείς
να βρεις τις έννοιες που κρύβονται
πίσω από τις λέξεις στα μηνύματά μου.

Πάει και το «κόκκινο παλτό»
το ξέγραψε η μνήμη σου.
Κι έτσι έμεινε μετέωρη η ελπίδα
που κρυβόταν πίσω από το «κόκκινο»
κι έτσι έμεινε μετέωρο το μέλλον
που ντύθηκε τελικά το παλτό.

Το κόκκινο παλτό

Το κρύο μου παγώνει το σώμα
μια σιωπή εκκωφαντική στο σπίτι.
Ρίχνω επάνω μου το κόκκινο παλτό να με ζεστάνει.
Μεγαλώνει το δράμα μέσα μου μ’ αυτό το παλτό.
Βουλιάζω πάλι σιγά σιγά σε περασμένα λόγια.
Λείπεις μαζί με τις υποσχέσεις σου.

Όταν θα έρθεις
θα πατάς πάνω σε κόκκινους λεκέδες.
Θα δεις να φοράω το κόκκινο παλτό
στη ραχοκοκαλιά της απουσίας.

Όταν θα έρθεις θα βγάλω απ’ τις τσέπες
σκισμένους σαρκασμούς
χρωματιστές κορδέλες για να δέσω τα μαλλιά μου.
Όταν θα έρθεις τις παρουσίες σου
θα μετράει ένας πολύχρωμος κλόουν.

***

Τα χέρια μας παίζουνε με τις σκιές στον τοίχο.
Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.

Της παράθλασης

Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.

Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχανε ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.

Στην αλλαγή ώρας

I

Κι απόψε
χαράσσει ευθείες βαθιές γραμμές στο χαρτί
0 πόνος τρένο που σφυρίζει λίγο πριν τον σταθμό.

II

Ζωγραφίζει κύκλους με τον διαβήτη.
Η σκληρή βελόνα του βρίσκει το κέντρο
τρυπάει το χαρτί
τρυπάει το κενό
τρυπάει την αλλαγή της ώρας
και περιστρέφεται
γύρω γύρω απ’ την ώρα που το ρολόι έδειξε
τρεις τα ξημερώματα δύο φορές
από την ώρα που έδειξε δύο φορές την μοναξιά της.

***

Τη φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας τον έναν ώμο ακάλυπτο.

Κι αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ‘ταν ζεστό σαν ποίημα.

***

Στη γνωστή οδό
σε περίμενα
πίσω από τον κίονα
στη γωνία ενός ετοιμόρροπου σπιτιού
που μετά βίας κρατούσε το σκοτάδι.

Μα εσύ αργούσες
κι άρχισε να με απορροφά
η ξεφλουδισμένη μπογιά του χρόνου
στους τοίχους.

Όταν ήρθες δε με βρήκες.
Δεν μπορούσες να διακρίνεις στην κίτρινη ώχρα
την κόκκινη πιτσιλιά μου.

Της αλμύρας

Η δική του ζωή
δεν ήτανε πάνω σε αστερίες γραμμένη
ούτε την σκέπαζαν τα κύματα.
Δεν είχε καΐκια να ρίχνουν παραγάδια
να την ταξιδεύουν
ούτε όστρακα και αλμυρίκια
να στολίζουν τις αμμουδιές της.

Η δική του ζωή
δεν είχε συκιές να γλυκαίνουν τον ίσκιο του
ούτε πλατάνια να κρεμάει τα όνειρά του.
Δεν είχε ρίγανη και θυμάρι να φυτρώνουν
δίπλα στις ξερολιθιές, ούτε σαύρες
να σεργιανάνε στην ψυχή του.

Η δική του ζωή
δεν είχε βασιλικούς
να ευωδιάζουν τους εσπερινούς
ούτε ιτιές ν’ αγκαλιάζουν τους πόθους του
δεν είχε κληματόφυλλα τα δάκρυά του να τυλίγει.

Η δική του ζωή
μόνο φελλούς είχε
που τους έδινε σ’ έναν μικρό ναυτίλο
να ζυγίζει στις παλάμες του να βρει
της διαφοράς το βάρος.

Στον γιο μου

Μέσα στα δυο σου μάτια
χαμογελάνε
γαλάζιες θάλασσες.
Στα μαλλιά σου
κάθεται ένας ήλιος.

0 κόσμος σου
αθώος, υγρός και μέγας.
Ήταν θυμάμαι πέντε Αυγούστου
σαν πρωτοαντίκρισα το θαύμα

Πεταλίδες άμυνες

Στην παλάμη μου μια τρύπα απ’ τον μικρό σουγιά σου.
Ο ήλιος σκούρο κίτρινο χρώμα σήμερα.
Στον αφρό της θάλασσας
κρέμονται τσαμπιά με πεταλίδες.
Οι βράχοι μείνανε γυμνοί.

Οι πεταλίδες μου ξεγλίστρησαν
απ’ τους βράχους
πέσανε στην θάλασσα
για να τις αιχμαλωτίσεις.

Τι ήθελες τον κόκκινο σουγιά σου;
Τώρα στην παλάμη μου
στην τρύπα που μου άνοιξες
χώθηκε αυτός ο σκούρος κίτρινος ήλιος
και στάζει αίμα.

Δημιουργίες εντυπώσεων

Ήταν ένας άνθρωπος
που ενώ ήξερε να κολυμπάει μεσοπέλαγα
όταν έφτανε στα ρηχά
ζητούσε βοήθεια γιατί πνιγόταν.
Στο τέλος του έφτιαξαν ένα νησί με φοίνικες
να ναυαγήσει εκεί
γιατί είχαν βαρεθεί τους ψεύτικους πνιγμούς του.

Από τότε αυτός σκαρφίζεται κρεμάλες πάνω στα δέντρα.

Των πτήσεων

Άνευ θαυμάτων

Εκείνο το βράδυ
με τα σπασμένα
κυπαρίσσια
αναχώρησες για τη
δική σου ενδοχώρα.

Η δική μου πολύχρωμη
χωρίς την Αλίκη των θαυμάτων
στις άκριες του γιασεμιού
παίζει με το φεγγάρι.

***

Αυτός πάντα ψάρευε
με δόλωμα την ψυχή του
στ’ αγκίστρι του καθότανε πάντα ένα φεγγάρι
και με τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα του
φυσούσε γαλαξίες.

Τώρα τ’ αστέρια θα ‘χει δόλωμα
και πετονιά τα ρούχα
θα κάθεται σε σύννεφο που γράφει τ’ όνομά του
και ατενίζοντας την θάλασσα που τόσο αγαπούσε
γυμνός απ’ όλα
θα βλέπει τα φτερά
που έβγαλε στους ώμους
με ένστολη σιωπή
κάποια Δευτέρα βράδυ.

Στους γονείς μου

Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα
αμετακίνητοι
σαν στάσεις λεωφορείων
σου προσφέρουν το βαμβακερό χάδι τους
την ψυχή σου ν’ ακουμπήσεις.
Κι εσύ που ’χεις κουραστεί
στο γαλάζιο ταξίδι τ’ ουρανού
ακουμπάς επάνω τους.

Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·
τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
πως δεν κρύβουν αστραπές και γκρίζες λάμψεις
μέσα τους.
Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε.

***

Είμαι ο μήνας
ανάμεσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο
σου δίνω την πιο ζεστή θάλασσα
να κολυμπήσεις
έζησα ένα καυτό καλοκαίρι, τα χείλη μου ξερά.
Δρόσισέ τα.

Είμαι η εποχή
ανάμεσα στο Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο
σου δίνω την πιο βαθιά σκιά
να ξαποστάσεις
περπάτησα σε άμμο σκληρή
τα πέλματα σκισμένα.
Γιάτρεψέ τα.

Είμαι ένα αειθαλές δέντρο
ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Όταν θα πέσουν τα φύλλα
μάζεψέ τα.
Την Άνοιξη θα σου στολίσω ξανά.

Τώρα όλα ησύχασαν
δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.
Το παρελθόν σε μια σειρά σιαγμένη
το ίδιο και το μέλλον της.

Δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.

Μα δεν την άφηνε
ο κούκος στο ρολόι
που σήμαινε πάντα τη σιωπή της.

.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 19/12/2017

Με το βλέμμα της θάλασσας

«Τίποτα περισσότερο δεν ζήτησα
από τη ζωή μου
παρά μονάχα ένα βράχο
να ατενίζω την θάλασσα»

«Οι πέντε εποχές του κόκκινου» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου. Σε πέντε ενότητες: «της απουσίας, της μετανοίας, της παράθλασης, της αλμύρας, των πτήσεων». Με ποιήματα σύντομα ως επί το πλείστον, με τίτλο ή χωρίς τίτλο. Όλες οι ενότητες αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των τίτλων τους. Όμως σχετίζονται και μεταξύ τους σαν μια ορχήστρα σε ένα ενιαίο όλον.
Η ποιήτρια κατασκευάζει το δικό της σύμπαν με υλικά το προσωπικό βίωμα και την ευαισθησία. Ο κόσμος της είναι μελαγχολικός. Όμως δεν είναι ζοφερός. Είναι ο κόσμος των ατομικών εμπειριών και της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Τις περιπέτειες της δικής της ζωής ιχνηλατεί. Όμως με τρόπο που να συναιρεί αντίστοιχα συλλογικά στοιχεία. Και αυτό είναι που καταξιώνει την ποίησή της. Το βιωμένο προσωπικό γεγονός, φορτισμένο με φιλοσοφημένη στάση, αντανακλά και εκφράζει τον αναγνώστη.

Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από λυρισμό και ερωτισμό. Μια γλυκιά μελαγχολία τη διακρίνει.

«Ένα μικρό Λονδίνο η ψυχή μου. Πάντα βρέχει».

Πρωτοστατεί η εικόνα στο λόγο της και τα εκφραστικά μέσα είναι πλούσια. Η ερωτική απουσία, το τέλος των σχέσεων, η ευτυχία που χάνεται, εκφράζονται παραστατικά, με ζωντανές εικόνες και διαυγή λόγο. Κυριαρχεί η μνήμη, επώδυνη, αλλά και νοσταλγική. Μικρά σπαράγματα ερωτικού λόγου τα ποιήματά της. Ο έρωτας μια δίνη, ένας καταρράκτης που φοβίζει τους μη μετέχοντες. Γέφυρες, αναχώματα, λευκές σημαίες δεν αρκούν. Ποτάμι ο έρωτας. Δεν αλλάζει κατεύθυνση, ούτε γυρίζει πίσω. Χαρμολύπη η ουσία του. Πικρό γλυκό κυδώνι η γεύση του. Στο τέλος πετάς το κουκούτσι.

Ο γιατρός
αποφάνθηκε
κρύσταλλα σπασμένα
τ’ αγγεία των δαχτύλων μου.

Κι εγώ απορούσα πώς
μπορούσαν να γράφουν με τόσο αίμα
το φως
και να σβήνουν με τόσες ζωές
τη νύχτα.

Εκθειάζεται το «μαζί» της αγάπης. Για τις μέρες της φθοράς, η ποίηση αποτελεί λύτρωση, είναι το καθαρτήριο.

Ο δικός σου έρωτας
μου χαράζει το δέρμα
κι εγώ για επούλωση
χαράζω μια λευκή κόλλα χαρτί.

Γίνεται χρήση της γεωμετρίας, για να εκφραστούν σχέσεις, αισθήματα, συμπεριφορές. Γωνίες και κύκλοι, τετράγωνα, ευθείες γραμμές, τεθλασμένες, κενά.

«Τετραγώνισέ με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».

Το ίδιο χρησιμοποιούνται και τα χρώματα. Δεσπόζει το κόκκινο. Αλλά και το κίτρινο, το γαλάζιο, το μπλε έχουν τη θέση τους. Όπως και οι εποχές, η φύση, η θάλασσα, το φως.

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι
έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί με το σκουλήκι.

Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μια με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.

Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου•
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.
Θίγεται ο φθόνος, η κακία, η ματαιοδοξία, η εγωπάθεια. Όμως βρίσκουμε και πολύ τρυφερά ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς, στα παιδιά, όπως και ποιήματα ποιητικής.
Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.

Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχαν ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμειναν ίδια•
μεγάλα.
Η μοναξιά έχει την ιδιαίτερη θέση της. «Γίνεται επαίτης για ένα άγγιγμα». «Στην ψυχή μια μικρή ρωγμή». Η διάψευση αναρρώνει με «ψίχουλα καλοκαιριού».
Κάθε πρωί τα σπουργίτια
πιστά στο ραντεβού τους
τσιμπολογούν την Άνοιξη
μαζί με το ψωμί της.

Ραμφίζουν στο παράθυρο
την μοναξιά που πήγε να το σκάσει.

Κι εγώ τους πετώ ψίχουλα καλοκαιριού
που είχα φυλαγμένα
να ‘χουν στην απουσία μου
κάτι να με θυμίζει.

Η θάλασσα έχει την τιμητική της. Μονοπωλεί «την εποχή της αλμύρας». Αστερίες, όστρακα, καΐκια, παραγάδια, αλμυρίκια, αμμουδιές. Όλο το γλωσσάρι της επιστρατεύεται. Συνδυασμένη με το καλοκαίρι, άλλοτε λειτουργεί αναζωογονητικά και άλλοτε γίνεται πνιγμός για τα χαμένα όνειρα ή οδηγεί σε ναυάγιο.

Χαράματα.
Πήρε το καρεκλάκι,
τα πρωινά του όνειρα
τα εναπόθεσε στην άμμο
και κάθισε να δει την αρχή της ημέρας.

Φέτα καρπούζι η αυγουστιάτικη ανατολή
έσταξε πάνω στη θάλασσα, την λέρωσε•
κι έτσι καθώς υψωνόταν αργά αργά
για να την βαστάξει ο ουρανός,
δυο τρία σύννεφα περαστικά
ζήλεψαν την προσωρινή δόξα του θεάματος
όμοια με μαχαίρια έκοψαν από την ανατολή
δυο – τρεις φέτες δόξας.

Εκτός από την παραστατική εικονοποιία, αξίζει να τονίσουμε τη χρήση της αντίθεσης, όπως και το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτά είναι τα εργαλεία της ποιήτριας. Μ’ αυτά συνθέτει τον δικό της υποκειμενικό ποιητικό κόσμο.

Η θάλασσα πρασίνισε
ο ουρανός μαύρισε.

Εκείνη έσκισε τα κύματα
τα κύματα έσκισαν τα βράδυ τα χαρτιά της.

Εκείνος φόρεσε το βράδυ
και το πρωί που το ‘βγαλε σκοτείνιασε τελείως.

Το καλοκαίρι, η θάλασσα, η αγάπη, ο έρωτας. Ευαισθησία και συγκίνηση στην ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου. Πίνακες του Μονέ τα ποιήματά της, με ζωηρά χρώματα, συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, έμφαση στο φως. Σε πολλά σημεία ο στίχος ευφάνταστος, δυνατός.

Η Ελευθερία Θάνογλου με την ποιητική συλλογή «Οι πέντε εποχές του κόκκινου» κάνει τα πρώτα βήματά της στην ποίηση. Αποδεικνύονται πολύ ελπιδοφόρα. Ο λυρισμός υποβλητικός. Η ποίησή της σου χαμογελάει. Τη γεύεσαι, την οσφραίνεσαι, τη ζεις. Αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη, σαν το παλιό καλό κόκκινο κρασί. Το αποτέλεσμα εξαιρετικά θετικό και ευοίωνο. Της ευχόμαστε καλή αρχή! Και καλοτάξιδη η ποιητική της συλλογή!

http://frear.gr/?p=20220

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL 6/12/2017

«Ζω χωρίς εμένα»

Είναι το πρώτο βιβλίο της Ελευθερίας Θάνογλου με ποιήματα (άλλα με τίτλο, άλλα χωρίς) συγκροτημένα σε πέντε ενότητες. Πέντε εποχές. Πέντε γραμμές παράλληλες. Της απουσίας. Της μετανοίας. Της παράθλασης. Της αλμύρας. Των πτήσεων. Πέντε αποβάθρες σταθμών. Πέντε λεκτικά υπόβαθρα που αποτελούν ένα πεντάγραμμο, στο οποίο είναι γραμμένο το τραγούδι της ζωής: έρωτας, απουσία, μοναξιά. Σώμα, ψυχή, νους. Προβληματισμοί, διαπιστώσεις, καταστάσεις. Είναι πέντε παράθυρα προς τον κόσμο, ανοιγμένα στον κατακόκκινο τοίχο της σιωπής, του πόνου, του αίματος. Πέντε παράθυρα ανοιχτά για να βλέπεις τις διακυμάνσεις του φωτός, της ύλης, των συναισθημάτων, των σκέψεων, των ερωτημάτων και των διλημμάτων.
Η εποχή της απουσίας, πρώτη. Προϋποτίθεται η ύπαρξη παρουσίας πριν. Άρα χρόνος κοινός. Έρχεται με συνειδητοποιήσεις που συνοδεύονται από απορίες για τη ζωή του απόντος, αφήνοντας στην άκρη το γεγονός πως και τότε όλα γινόντουσαν μπροστά στα μάτια μας:

Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου.

Η νοσταλγία του άλλου, σωματικά και ψυχικά, μαχαίρι. Το σώμα διψά, ποθεί, θυμάται:

Κοιτάζω τα χέρια σου,
ξένα χέρια,
άλλου σώματος,
ξένα.
Αυτά που γνώρισαν το σώμα μου
καλύτερα κι απ’ τα δικά μου.

Η αφή κυρίαρχη αίσθηση στη συλλογή, εντείνει την απουσία, η οποία περιστρέφεται κυρίως γύρω από το σώμα, τον έρωτα και τελικά το όλο «είναι», το οποίο ως ποτάμι ρέει συνεχώς αρνούμενο να υποταχτεί. Ο πόνος της απουσίας μαλακώνει όταν θυμάται στην εποχή της παρουσίας τις άκαρπες προσπάθειες και τις μονομερείς θυσίες για επίτευξη συμπόρευσης:

Τι κι αν έστησα αναχώματα σηκώνοντας λευκή σημαία
επάνω τους
εσύ πάντα ζητούσες την ευθυγράμμισή μου…
Πώς μπορείς λοιπόν να ευθυγραμμίσεις ένα ποτάμι;
Και για πόσο μπορείς να το κρατήσεις έτσι;…
Πώς μπορείς και μου ζητάς ν’ αλλάξω;
Δεν βλέπεις; Χύθηκα μέσα στη θάλασσα πια.

Λόγια σκληρά; Λόγια αληθινά, ειλικρινά, κατακτημένα μέσα από πόνο, εμπειρίες, καταστάσεις, τριβή. Όταν η απουσία είναι παρούσα, ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι μένουν μαζί, το γυαλί πάει, έχει ραγίσει και δεν ξαναγίνεται όπως ήταν πριν. Κάθε προσπάθεια καταδικασμένη. Με το ζόρι βέβαια τα κομμάτια μπορεί να μείνουν σε κάποιου είδους «επαφή», οι ρωγμές όμως είναι πάντα εκεί ως απέναντι όχθες που μέσα τους κυλάει και φεύγει ανεπιστρεπτί το νερό από το ποτάμι της ζωής. Φεύγει και ο χρόνος, άνοστος, χαμένος. Τίποτε δεν μπορεί να αναστρέψει τα πράγματα, ούτε η εκούσια θυσία του ενός στο βωμό της λογικής ούτε ο νοητικός εγκλωβισμός του μέσα σε τεχνητά καλούπια. Μάταιο:

«Τετραγώνισε με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».

Το ζήτημα είναι μετά την απουσία, στην εποχή της μετανοίας, να μετανιώσεις έντιμα και ειλικρινά για όσα ήταν ξένα προς εσένα. Όχι γι’ αυτά που με το χέρι στην καρδιά έκανες. Να μετανιώσεις για τις μάσκες που φόρεσες, να δεις ποιος είσαι χωρίς να φορτωθείς επάνω σου ενοχές, χωρίς να καταδικάσεις τον εαυτό σου. Νοείς μετά την τέλεση. Γίνεσαι καλύτερος. Πώς; «Μετά» και «κατά» νοώντας.

Ξεκινάει δύσκολα η μέρα. Το ξέρω πρώτο χέρι:
Πρωί· κάτω στη σόλα
του παπουτσιού της
η μέρα ήδη σκοτωμένη.

Νιώθεις κενός, άδειος, ασήμαντος, μπορεί και άχρηστος. Ναι, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, έρχεται απρόσκλητη να σε επισκεφθεί.

Και η γυμνή κρεμάστρα;
Έμεινε γυμνή
κατακτώντας το κενό
της καλά κλειστής ντουλάπας.

Το σώμα σου, συμμαχεί με τον απόντα, γεννώντας με δόλο επιθυμίες μέσα από εικόνες γλυκών αναμνήσεων:

Τα χέρια σου μετάνοιες
που χώθηκαν στην μπλούζα μου
στις πρώτες αμαρτίες.

Έρχονται εναντίον σου στρατιές από άνομες συμμαχίες: Οι ενοχές σου, οι νοσταλγίες, ο φόβος της μοναξιάς, οι πεποιθήσεις των πολλών, ο κοινός νους, οι άβουλοι φίλοι, οι «καθωσπρέπει» συμβουλάτορες, όλοι με το χαμόγελο-όπλο σε σημαδεύουν. Σε έχουν καταδικάσει πριν καν μιλήσεις.

Μπορεί να σε χαρακώνει η απουσία, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσεις κι εσύ πως έχεις ευθύνη; Συγκάλυψες, παρανόησες, παρέβλεψες, αγνόησες σημάδια που κραυγαλέα σου φώναζαν την πραγματικότητα. Ζούσες σε έναν κόσμο εικονικό, πλασμένο από εσένα. Είχες καταφύγει εκεί για να νιώθεις ασφαλής, καλύπτοντας το ψέμα με τα ίδια σου τα χέρια. Μήπως να ξυπνήσεις, να δεις κατάματα το τι έχει συμβεί; Μήπως να πάρεις αποφάσεις; Να μετανοήσεις, να δώσεις χώρο στον εαυτό σου (συγ-χώρεση), αγκαλιά, αποδοχή; Να βελτιώσεις την ικανότητά σου να διακρίνεις καθαρά; Να εστιάσεις στην αυτογνωσία σου; Να μην υποτάσσεσαι; Να μην παραβλέπεις; Να μην αφήνεις να παραβιάζουν τον προσωπικό σου χώρο; Θυμάσαι τι του (της) είπες κάποτε;

Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.

Οι δέσμες φωτός, οι όποιες εκλάμψεις του νου, την εποχή της παράθλασης που έπεται (κάποτε προηγείται) περνώντας μέσα από την οπή της μνήμης, δεν συνεχίζουν την πορεία τους ευθύγραμμα, αλλά μπορεί να αλλάξουν κλίση. Είναι ίσως από την αγωνία τους να ξεφύγουν από τη λήθη. Όλα αλλάζουν.

Και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.

Αυτό που έλκει τους προβολείς επάνω του, είναι η μοναξιά. Είναι «κοινό σημείο αναφοράς». Η τραγικότητά της εντείνεται με την ικανότητά της να αλλάζει διαρκώς πρόσωπα, ανεβάζοντας στη σκηνή

την μοναξιά που έγινε επαίτης
για ένα άγγιγμά σου
την μοναξιά που πέθανε μέσα
στα δάχτυλά σου.

Εσύ πονάς, κλαις, υποφέρεις. Κλείνεσαι. Απομονώνεσαι. Κι όταν η βροχή χτυπήσει τα τζάμια του παραθύρου σου, σηκώνεις το κεφάλι και θυμάσαι καθαρά ποιος ήταν αυτός για τον οποίο άδικα θρηνείς:

Ο έρωτάς σου πέφτει
σαν τα ψίχουλα από κάποιο παραμύθι
σ’ έναν δρόμο που βγάζει μόνο στο εγώ σου.
Ή μήπως μιλάς για σένα;

Όσο για εκείνον; Ο εαυτός του και κανείς άλλος. Με το προσωπείο του φρόντιζε μόνο το εγώ του. Εσύ; Τι έκανες; Η μνήμη, ανοίγει τα πέταλά της να μουσκέψουν από τη βροχή και ψιθυρίζει:

Την φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας έναν ώμο ακάλυπτο.

Και αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ’ταν ζεστό σαν ποίημα.

Ναι, αυτή ήσουν. Τρυφερή, ευαίσθητη, δοτική, συναισθηματική, εύθραυστη. Για τους άλλους αλλοπαρμένη. Δεν πειράζει. Τους συγχωρείς κι αυτούς. Αυτή ήσουν, αυτή είσαι. Η εποχή της μετανοίας πέρασε. Έδωσες τον καλύτερο εαυτό σου, απροσποίητα, με την καρδιά σου. Δεν μετανιώνεις γι’ αυτό. Ήσουν ο εαυτός σου. Δεν πειράζει αν ο άλλος δεν το κατάλαβε, δεν το εκτίμησε, δεν το υπολόγισε. Ήταν πολύ άκαμπτος για να αισθανθεί την πνοή σου. Πολύ κλειστός. Δεν άφηνε χαραμάδα για να περάσει το φως σου. Αργότερα θα εμπεδώσεις αυτό που ήδη έχεις αισθανθεί (δεν θα πω ξέρεις, δεν έχει σχέση καμία με τη λογική): δεν ήταν για σένα.

Μπορεί αυτή η αίσθηση να σου πέφτει τώρα λίγο αλμυρή, μα πέρασες κιόλας στην εποχή της αλμύρας. Εκεί, έρχεσαι σε επαφή με όλα όσα προνοητικά είχες παστώσει με αλάτι για να έχεις αργότερα, να μπορείς να θρέφεις την ψυχή σου όταν πεινάει. Αξίες που με κόπο ανακάλυψες και διαφύλαξες. Έχουν αλάτι από το αίμα σου. Μα και οι αναμνήσεις έχουν γεύση αλμυρή. Ιδιαίτερα των λαθεμένων επιλογών. Θες το αλάτι του χρόνου, θες το αλάτι του παράπονου, θες το αλάτι άλλων ανθρώπων, δεν παύουν να είναι αλμυρές. Όπως και όλα όσα σε πονάνε.
Το αλάτι τσούζει σε ανοιχτή πληγή. Ξεραίνει το δέρμα και μόνο με την επαφή:

η ζωή αλμύρα πάνω στο δέρμα μου
κι ο θάνατος κοιμήθηκε στο άσπρο μου σεντόνι

μα φέρει μέσα του μνήμες που γίνονται θάλασσα. Ένας και μόνο κρύσταλλος είναι αρκετός να σε κρατήσει όρθιο όταν έχεις έρθει στο σημείο να πεις:

μαζεύτηκε τόση άμμος μέσα μου
που έσβησε απ’ τον ορίζοντά μου την θάλασσα.

Αλμυρές είναι πλέον αρκετές από τις διαπιστώσεις σου, όπως αυτή που συνομιλεί με τον χρόνο:

Σε κάθε ίχνος που αφήνω πίσω μου
βουλιάζει και μια μικρή θάλασσα.

κι εγώ ακόμη ψάχνω να βρω το μέλλον μου
σε κάθε βυθισμένο παρόν.

Έχεις όλα τα άλλα, έχεις και την καθημερινότητα να αντιμετωπίσεις. Ή μήπως αναφέρεσαι σε νέες προτάσεις που σου γίνονται (η παλαιότερες που εκ νέου επανέρχονται) για υπαναχώρηση, συμβιβασμό, φυλάκιση των ανθέων της καρδούλας σου; Έχουν θράσος:

Τώρα πώς σου ζητάνε να χωρέσεις
την ζωή σου σε ρηξικέλευθα τσιμέντα;

Πώς να αντέξεις; Πώς να συνεχίσεις; Η εποχή των πτήσεων, έρχεται να σε πάρει μακριά από όλα τούτα, να σου δώσει μια ανάσα, να κάνεις βουτιές σε κόσμους ονείρων, επιθυμιών, να χαθείς μέσα στο στερέωμα της φαντασίας. Ομολογείς μεν:

Αγαπημένε μου
γελώ χωρίς εσένα
κλαίω χωρίς εσένα
ζω χωρίς εμένα

αλλά θέλεις να προχωρήσεις, να βρεις το κουράγιο να ζήσεις. Κάνοντας την αρχή, ξεκινάς τις πτήσεις σου με όμορφες αναμνήσεις που σε σημάδεψαν:

Από μικρή δεν μου άρεσε η Γεωγραφία
ώσπου ανακάλυψα τις Κυκλάδες
στο κορμί σου.

Ονειρεύεσαι τον Έρωτα και συγκλονίζεσαι. Αφήνεσαι στη ζωή. Σε μια από τις πτήσεις σου συναντάς εκείνον που βγάζει από μέσα σου ό,τι ομορφότερο έχεις. Είναι κι εκείνος τρυφερός, σαν κι εσένα. Ταιριάζετε. Κάνεις το βήμα. Του λες:

Τα χέρια σου
τα πόδια σου
τέσσερις γραμμές ευθείες.
Όταν ξεμείνω από χαρτί
επάνω τους θα γράψω.

Τολμάς. Πετάς σταθερότερα τώρα προς το μέλλον, έχοντας την εμπειρία των τεσσάρων σταδίων που προηγήθηκαν. Αλλά και δύο ακόμη στηρίγματα.

Τους γονείς σου:
Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·

Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε

και τον πρώτο σου, τον άγουρο έρωτα, που μπορεί να έμεινε ως καταγραφή μιας φιλίας ιδανικής, αλλά πάντα ήταν καυτός, ποτέ δεν έχασε το παραμικρό από τη μαγεία και την έντασή του:

τα νιάτα μας
τα όνειρα τα άγουρα
τ’ αγκάλιαζε η ζέστη
και πίσω από τα βραχάκια
μας χάζευε ένα μέλλον.

Πετάς, ξανά, λεύτερη. Πέρασες την εποχή της απουσίας ακούγοντας τη σιωπή της, την εποχή της μετάνοιας μυρίζοντας το άρωμά της, είδες για μια ολόκληρη περίοδο την παράθλαση, γεύτηκες την αλμύρα. Ήρθε η ώρα της χαράς, της απογείωσης των σωμάτων με την αφή, ήρθε επιτέλους η εποχή των πτήσεων.

Ναι, οι πέντε εποχές του κόκκινου, ίσως είναι οι πέντε πρώτες αισθήσεις. Του κόκκινου. Κόκκινου; Στη συλλογή παρουσιάζεται ως κόκκινο παλτό, κατάσαρκα ριγμένο «στη ραχοκοκαλιά της απουσίας». Στη φόδρα του διακρίνω καλά ζωγραφισμένο τον έρωτα και στα κουμπιά του τη ζωή. Η μοναξιά έχει ενώσει τα κομμάτια σε σύνολο με κόκκινη κλωστή.

Ώσπου, στην καθοριστική της πτήση, συναντάει εκείνον που

την γλώσσα της
οι άκρες των δαχτύλων του ακουμπούν.

Πάλι η παντοδύναμη αφή. Ανταποδίδει τη χαρά, την ηδονή. Είναι εκείνη που

κόσμους παραποτάμιους
γεωγραφούν τα χείλη της
στις φλέβες των χεριών του.

Με τον ίδιο τρόπο, κόσμους ποιητικούς γεωγραφούν οι λέξεις της Ελευθερίας Θάνογλου στις φλέβες της ποιητικής της συλλογής.

Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια ερωτική θαλασσογραφία με κατακόκκινα νερά. Ο φλοίσβος της ακούγεται ποιητικά να μιλάει για πέντε εποχές, πέντε εκδοχές, πέντε αισθήσεις. Κύματα λυρισμού συναγωνίζονται κύματα ρεαλισμού σε μια σύγχρονης ποίησης πορεία, μη καθορισμένη εκ των προτέρων. Αναταράσσουν την επιφάνεια, κάτω από την οποία βασιλεύει ένας τεράστιος όγκος νερού μοναξιάς, αλμυρής από τις εμπειρίες της ζωής. Ο βυθός αμετανόητος σε αντίθεση με την ηπιότητα όσων χρωμάτων έχουν απλωθεί με τον χρωστήρα της μετανοίας. Το φως, παίζει με το μπλε, περνάει από τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου και καταλήγει στο σκούρο (βλ. εξώφυλλο). Φτερωτές μορφές –μόνο τα φτερά είναι ορατά, το σώμα δεν φαίνεται– ίπτανται πάνω από τα κύματα, που είναι πλέον λόφοι και βουνά. Μα και τα φτερά, είναι πλέον χέρια. Και η κίνηση, έχει πετρώσει σε ακινησία.

Σου μένει η αίσθηση του να έρχονται δέσμες φωτός από έναν επίσης αόρατο φάρο και να παθαίνουν παράθλαση καθώς εισχωρούν εντός σου, κατευθυνόμενες ελκτικά στις πηγές του πόνου, πηγαίνοντας ανεμπόδιστα εκεί που αυτές επιλέγουν.

Ως αναγνώστης, ένιωσα πως η ποιητική αυτή συλλογή δεν είναι πρωτόλεια. Έχει να πει, έχει να δώσει, έχει να συγκινήσει και πάνω από όλα, η νέα αυτή ποιητική φωνή, έχει να υποσχεθεί πολλά καλά για το μέλλον.

http://fractalart.gr/oi-pente-epoxes-tou-kokkinou/

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS 17/5/2018

Τα τελευταία χρόνια και στο πλαίσιο της αυξημένης ποιητικής παραγωγής, ένα φαινόμενο παγκόσμιο θα λέγαμε, συχνά υπάρχει μία τάση ενδοσκόπησης με κυρίαρχο το κεντρικό στοιχείο και με διάθεση Ψυχικής εκτόνωσης του/της δημιουργού. Έτσι, η ποίηση από τέχνη μετατρέπεται σε ψυχαναλυτική μηχανή εκμυστήρευσης, δίχως στην ουσία να αγγίζει τον ακροατή/αναγνώστη.

Μα το ποίημα ξεκινώντας ως αυτοβιογραφία του ποιητή οφείλει να καταλήγει ως αυτοβιογραφία του κοινού, κάτι που φαίνεται να προσπερνά οι εσωστρεφής φιλαυτία πολλών δημιουργών. Και την ίδια στιγμή, συχνά λησμονείται ο λυρισμός μέσα στη θεωρούμενη «ευκολία» γραψίματος, οδηγώντας στην έκδοση συλλογών όχι απλά άνευρων, μα και δίχως ψήγματα λυρισμού.
Ευτυχώς όμως νέοι δημιουργοί με διάθεση γλωσσικού πειραματισμού αφήνουν γόνιμες ελπίδες, όπως η πρώτη εμφάνιση της Ελευθερίας Θάνογλου στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «οι πέντε εποχές του κόκκινου» (Πικραμένος, 2017) που αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη για την ωριμότητα με την οποία αξιοποιεί την ποιητική γλώσσα η δημιουργός.

Η Θάνογλου μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε συλλογικό∙ η προσωπική εμπειρία γίνεται κοινή, δίχως να περιορίζεται σε εγωκεντρικά μοντέλα. Φορτίζει το βίωμα με μία στοχαστική ενέργεια που συμπλέει με τον λυρισμό προκειμένου να ελλιμενιστεί στην ψυχή του κοινού.

Με ήπιους τόνους και μία εικονοκλαστική προσέγγιση, που θεμελιώνεται στον μεταφορικό λόγο, μιλά και στοχάζεται για τον έρωτα και τη μοναξιά, τις ανατροπές της ζωής και τον θάνατο, τη μνήμη και τον πόνο. Το φυσιολατρικό στοιχείο, καθώς εισέρχεται αβίαστα στη στιχουργική της, αξιοποιείται μετωνυμικά για να εκθέσει αλληγορικά την ψυχική διάθεση και τον προβληματισμό της ποιήτριας.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι η φρεσκάδα της λυρικής της πνοής. Μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις συμπλέκονται συνειρμικά και γεμίζουν με μία γλυκιά μελαγχολία και νοσταλγία τις εικόνες και τις αγωνίες της ποιήτριας. Πλούσιες μεταφορές διανθίζουν τις ολιγόστιχες συνθέσεις της συλλογής. Συχνά ολόκληρη σύνθεση μετατρέπεται σε μία παρομοίωση.

Οι μετωνυμίες ενισχύουν την εικαστική προσέγγιση του χώρου και διαστέλλουν το συναίσθημα του δέκτη. Με φυσικότητα και διαύγεια μεταφέρεται στην ποιητική σκηνή και αγκαλιάζει με ευαισθησία τις αγωνίες της δημιουργού. Ας σημειώσουμε πως αρκετές συνθέσεις ξεκινούν από μία συγκεκριμένη εικόνα -κοινωνική αποτύπωση ή από το φυσικό περιβάλλον- και συνειρμικά με την υποστήριξη του αλκοολικού λόγου καταλήγουν σε στοχασμούς, κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση.

Αναζητώντας το δικό της ύφος, η δημιουργός πειραματίζεται με τον αλληγορικό λόγο. Παρά την πρώτη της εμφάνιση φαίνεται να ελέγχει τα εκφραστικά μέσα και να τα αξιοποιεί με θάρρος και τόλμη, ξεφεύγοντας από το στενά ατομικό, καθιστώντας το συλλογικό βίωμα.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

1-στεφανος2

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’État). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).

Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας κι Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα κι είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων.

Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία κι είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου.

Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού “Études helléniques”/ “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

2019 ΝΟΜΑΔΑΣ Γ’ Μετά τα Εκβάτανα εκδόσεις Βακχικόν
2018 ΝΟΜΑΔΑΣ Β’ Εκβάτανα εκδόσεις Βακχικόν

2017 Λεξήματα, ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν
2017 Νομάδας [ΑΉ έξοδος], μυθιστόρημα, Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν
2012 Η επιστροφή του αρχιερέα και άλλα διηγήματα, Λευκωσία,
εκδόσεις Αιγαίον
2008 Προκρούστη του εναρέτου, ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Ταξιδεύτης
1990 Ενάλια Κύπρος: Ο θάνατος του Ονήσιλου στα 1989 μ.Χ.,
ποίηση, Αθήνα, εκδόσεις Πελεκάνος
1984 Anthumes, ποίηση, Μόντρεαλ, Le Meteque
1980 Ο γυρισμός του αρχιερέα, διηγήματα, Λευκωσία, Ο Μέτοικος
1979 Παρακαλείσθε μη πτύετε εντός του λεωφορείου, ποίηση, Λευ-
κωσία, Ο Μέτοικος
1969 Επένδυση στο χρόνο ενός ονείρου και κάποιων μαρτυριών,
ποίηση, Λευκωσία, Κυπριακά Χρονικά

Στέφανος Κωνσταντινίδης1

Στέφανος Κωνσταντινίδης

ΝΟΜΑΔΑΣ Γ’ ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΚΒΑΤΑΝΑ  (2019)

XIII

Εκεί στην Πενταλιά, το θυμάμαι πάντα, το καφενείο ήταν το πρώτο λαϊκό πανεπιστήμιο στο οποίο φοίτησα. Οι άνθρωποι εκεί, την ίδια ώρα που συζητούσαν για τον καιρό, για το αν θα βρέξει τον Απρίλη, για τα σπαρτά, για τα ζωντανά τους, άνοιγαν και την πολιτική συζήτηση για δικά μας και ξένα. Για τον Εγγλέζο που αργά ή γρήγορα θα τσακιζόταν από την Κύπρο, για τον Νάσερ της Αιγύπτου και για τις Μεγάλες Δυνάμεις. Για τον ΟΗΕ που κάποιοι τον αποκαλούσαν λέσχη διεθνών απατεώνων, κι άλλοι στήριζαν ακόμη σε αυτόν κάποιες ελπίδες. Κι εκεί έμπαιναν και θέματα στρατηγικής και θέματα τακτικής κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Όχι, δεν ήξεραν τους επιστημονικούς όρους, τις  επιστημολογικές έννοιες, μα τι σημασία είχε αυτό; Τα θέματα ουσίας τα έθιγαν, τα ένιωθαν, τα καταλάβαιναν. Με την απλότητα βέβαια των απλοϊκών ανθρώπων, αλλά τι σημασία είχε αυτό; Μήπως η πολλή επιστημονικοφάνεια δεν σκοτώνει στο τέλος την ουσία;

Κι οι γυναίκες που δεν πήγαιναν στο καφενείο, ναι μάνα, ο φεμινισμός δεν είχε φτάσει ακόμη στα μέρη μας, είχαν τον δικό τους καφενέ, όπως έλεγαν κοροϊδευτικά οι άντρες. Ήταν η βρύση! Απ’ εκεί ξεκινούσαν τα τηλεγραφήματα των διαφόρων διεθνών πρακτορείων, με πρώτο το Ρόιτερ φυσικά! Υπήρχε και καταμερισμός εργασίας. Εμείς τα παιδιά ξέραμε ποια ήταν η ανταποκρίτρια του Αθηναϊκού Πρακτορείου, ποια του Γαλλικού και πάνω απ’ όλα ποια ήταν αυτή του Ρόιτερ, η πάντα καλύτερα πληροφορημένη. Σε πιο χαμηλό επίπεδο τοποθετούσαμε τις ανταποκρίτριες των τοπικών εφημερίδων. Και σε κάποιες απονέμαμε τον τίτλο της δικηγόρου του στέμματος! Με πρώτη και καλύτερη την Καλλιστένη του Ποστολή. Αυτή θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί και η πρώτη φεμινίστρια στην Πενταλιά.

Επίσκιαζε τον άντρα της, τον Λουκαή, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο που φορούσε παντελόνια τρία τέταρτα κι ήταν καλός τεχνίτης. Έπλεκε με λυγαριές και αμπελόβεργες κοφίνια!

Ναι, μάνα, το πρώτο μεγάλο μου σχολείο ήταν η Πενταλιά. Δεν λέω πως όλα ήταν όμορφα και ιδανικά. Όχι, είχε πολλά στραβά η Πενταλιά. Θυμούμαι που υπήρχαν άντρες που κακοποιούσαν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, θυμούμαι και τους καυγάδες και τις βεντέτες… Είδα γυναίκες με μαυρισμένα μάτια από τα γρονθοκοπήματα των ανδρών τους. Και προσπαθούσαν να το κρύψουν. Έλεγαν πως είχαν γλιστρήσει και είχαν πέσει κάτω… Και πολλές μικρότητες και πολλές κακίες… Τα θυμούμαι και αυτό, μόνα. Όμως εδώ εις την ξένην θα το παραδεχτώ, μάνα, έχουμε την τάση να ιδανικοποιούμε το παρελθόν… Κι ύστερα όλα αυτά ήταν μέρος του μικρόκοσμου της Πενταλιάς. Και σήμερα, μάνα, τα ίδια αναπαράγονται στον μακρόκοσμο της οικουμένης… Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας… Όπου αναθέτουμε στις γάτες να πιάνουν τα ποντίκια κι όταν αναθαρρήσουν, μας κλέβουν το τυρί… Ναι μάνα, εξακολουθώ να ζω με όνειρα πολλά… Προσπαθώ όμως, όπως πάντα μου το έλεγες, να μη χάνω και τον μπούσουλα στα μικρό, τα καθημερινά. Το ξέρω, η δημιουργία είναι πάντα

ποιητική. Κι όταν θερίζαμε τα στάχυα κι όταν τα δέναμε σε δεμάτια, αυτή, μάνα, ήταν η δική μας δημιουργία. Και το ψωμί που ζύμωνες στη σκάφη, μόνα, κι αυτό ήταν δημιουργία. Ό,τι  μένει, μάνα, είναι ό,τι δημιουργούμε. Γιατί το πιο τρομερό δεν είναι ο θάνατος. Το πιο τρομερό είναι που μετά θάνατον δεν

θα έχουμε καν συνείδηση της ανυπαρξίας μας. Γιατί ο θάνατος εκεί οδηγεί: Στην αιωνιότητα της ανυπαρξίας! Κι αυτό είναι τρομακτικό. Το τρομακτικό δηλαδή είναι να έχεις συνείδηση της ανυπαρξίας που θα ακολουθήσει. Συνείδηση της αιωνιότητάς της. Γι’ αυτό μακάριοι όσοι πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία. Ίσως θα πεθάνουν πιο εύκολα. Μολονότι άκουσα και

άθεους να νιώθουν ικανοποίηση που ο θάνατος σφραγίζει την αιωνιότητα της ατομικής ανυπαρξίας.

Αυτά, μάνα, είναι μεταφυσικά προβλήματα που εσένα, ξέρω, δεν σε προβληματίζουν τόσο πολύ. Έλεγες πάντα για την ψυχή που φτερουγίζει στους αιθέρες. Έλεγες πάντα για τους πεθαμένους: αυτοί στον αληθινό κόσμο κι εμείς στον ψεματινό. Θα πεις, μάνα, εμένα με χάλασαν τα πολλά γράμματα

και δεν μπορώ να κάνω αυτήν τη διάκριση. Βλέπεις εγώ αντιστρέφω τους όρους. Ο δικός σου ο ψεματινός κόσμος είναι ο μόνος που υπάρχει για μένα. Ο άλλος ο αληθινός δεν τον διακρίνω πουθενά. Δεν πειράζει, μάνα. Δεν είναι ανάγκη να συμφωνούμε σε όλα. Η αναμέτρηση άλλωστε με τα μεταφυσικά προβλήματα είναι μια δύσκολη υπόθεση.

Στιγμές-στιγμές έρχεται και ο Σίντης να θαμπώσει την όρασή μου… Σαν σε κινηματογραφική οθόνη περνούν από μπροστά μου τα χρόνια της ζωής μου στον Σίντη. Ο Σίντης..·Το μοναστήρι του Σίντη στην Πενταλιά της Πάφου, χωμένο στην κοιλάδα του ποταμού Ξερού. Που αργότερα περιήλθε ως μετόχι στη Μονή Κόκκου. Εδώ έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Ο πατέρας και ο παππούς, γεωργοί, είχαν ενοικιάσει την περιουσία του μοναστηριού και η οικογένεια εγκαταστάθηκε σ’ αυτό. Ήταν προτού η Μονή Κύκκου πουλήσει σε πλειστηριασμό όχι μόνο τη γη αλλά και τα σπίτια του Σίντη και μεγάλο μέρος των υλικών τους μεταφερθεί στην Πενταλιά για να χρησιμοποιηθεί σε οικοδομές του χωριού. Ήταν η εποχή που η κυπριακή Εκκλησία πουλούσε την αγροτική της ιδιοκτησία και ξεκινούσε την αξιοποίηση της αστικής της περιουσίας που συνοδευόταν και από την οικοπεδοποίηση τεραστίων εκτάσεων. Η μισή αγροτική γη της Πενταλιάς ανήκε στη Μονή Κόκκου. Το μοναστήρι του Σίντη ερημώθηκε, ακόμη και η εκκλησία κινδύνευε να καταρρεύσει. Ευτυχώς, με ευρωπαϊκά κονδύλια έγινε μια σχετική αναστήλωση και η μονή πήρε τη σημερινή μορφή της. Διακρίνει όμως κανείς την καταστροφή των σπιτιών που δεν είναι κατοικήσιμα όπως τα γνώρισα όταν έζησα εκεί παιδί. Επρόκειτο για σπίτια αρχοντικά για την εποχή εκείνη.

Εδώ στον Σίντη, κάποιες αναμνήσεις είναι πολύ ζωντανές. Άλλες τυλίγονται μέσα στην αχλή. Ήμουν παιδάκι τεσσάρων χρόνων, ίσως και μικρότερος όταν πήγαμε στο Σίντη. Στα έξι ξαναγυρίσαμε στο χωριό, έπρεπε να πάω σχολείο. Πρέπει όμως ο πατέρας να πηγαινοερχόταν και τότε, να συνέχιζε δηλαδή να καλλιεργεί τα κτήματα του μοναστηριού. Σίγουρα

ο παππούς και η γιαγιά παραμείνανε εκεί για κάποια χρόνια ακόμη. Ο παππούς ήταν περισσότερο βοσκός παρά ζευγολάτης. Θυμούμαι μάλιστα πως διανυκτέρευα μαζί τους μερικές φορές. Αλλά η σχέση με τον Σίντη συνεχίστηκε και αργότερα, όταν οι καλόγεροι του Κόκκου πούλησαν το μοναστήρι. Ο πατέρας είχε αγοράσει χωράφια στην περιοχή του μοναστηριού

και ανεβοκατεβαίναμε «στον ποταμό», όπως ήταν η έκφραση τότε… Ότι ο ποταμός Ξερός, έστω και με το λίγο του νερό, ήταν η ζωή του μοναστηριού και της περιοχής. Νερόμυλοι κοντά στο μοναστήρι, οπωροφόρα δέντρα, κοπάδια αιγοπρόβατα, όλα ζούσαν με τη χάρη του ποταμού.

Πέρασαν τα χρόνια. Και τώρα, στις όχθες ενός άλλου ποταμού, αυτού του Αγίου Λαυρέντιου, αιώνιος ταξιδευτής, ίσως και τυχοδιώκτης, σε αναζήτηση μιας μοίρας που αρνείται να αποκαλυφτεί.

Στο μεταξύ το λεωφορείο έμπαινε τώρα στο Μόντρεαλ. Περνούσε πάνω από τη γέφυρα Ζακ Καρτιέ. Έβγαλα από τον χαρτοφύλακα μου ένα χαρτί και έριξα μια ματιά. Ήταν η ημερήσια διάταξη της Συντονιστικής Επιτροπής τηςΤ. Ο. ΠΑΣΟΚ Μόντρεαλ που συνεδρίαζε αυτό το βράδυ. Οι σύντροφοι θα με περίμεναν να κάνω μια πρώτη έκθεση για τα τοπικά προβλήματα. Τουτέστιν για την Ελληνική Κοινότητα του Μόντρεαλ και τον Εργατικό Σύλλογο των Ελλήνων του Μόντρεαλ.

Να φεύγεις από το Πανεπιστήμιο Λαβάλ, να περνάς από τις μαγευτικές συγκυρίες του τυχαίου, να ταξιδεύεις στην Πενταλιά, τον Σίντη, κι ύστερα να προσγειώνεσαι σ’ ένα μικρό γραφείο στην οδό Ζαν Ταλόν του Μόντρεαλ και να συζητάς για την Κοινότητα των Ελλήνων σ’ αυτήν την πόλη. Και κάπου στην Αθήνα, στη Χαριλάου Τρικούπη ή στο Καστρί, να συνεδριάζει ίσως την ίδια ώρα το Εκτελεστικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα και να συζητούν τακτική και στρατηγική, για την τελική έφοδο στα Χειμερινά Ανάκτορα!

Θυμήθηκα τους στίχους του Γκάτσου:

Δεν έχω σπίτι κι όνομα
και κώδικες και νόμους
αιώνες τώρα περπατώ
σε στοιχειωμένους δρόμους.

Ένας κόσμος που τρέχει να προλάβει… Και εγώ σε μια νέα πορεία, πορεία σε στοιχειωμένους δρόμους…

Δώστε μου μια ταυτότητα
να θυμηθώ ποιος είμαι.

ΛΕΞΗΜΑΤΑ (2017)

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ

I

Χαϊδεύω
τα σκουριασμένα καράβια
που κουβαλάνε τα όνειρά μου
τοξότης γερασμένος
που επιστρέφει
από τον πόλεμό της Τροίας.
Κι ούτε μια μήνυση
στην ιστορία
να μην μπορώ να κάνω.

II

Με συμφωνημένα ψέματα
μας κατάντησαν να ονειρευόμαστε
και μαύρα μεσοφόρια.
Με συμφωνημένα ψέματα
να προχωράμε
κι ούτε που αντέχουμε
να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Αναποδογυρίστηκε η ψυχή μας
γέμισε νεκρά πουλιά
το δωμάτιο
από έναν παράξενο θάνατο
που έρχεται
μέσα από την κοιλάδα
ενός ήλιου
που στάζει αίμα.

ΙΙΙ

Χαϊδεύω
τα σκουριασμένα καράβια
που κουβαλάνε τα όνειρά μου
τοξότης γερασμένος
που επιστρέφει
από τον πόλεμο της Τροίας
και διαψεύδει
τους χρησμούς του Τειρεσία
ανάμεσα στο γλαυκό
της θάλασσας και του ουρανού

ΣΚΟΥΡΙΕΣ

Σκούριασαν τα όνειρά μας
Μελπομένη
όπως τα πόμολα
στις παλιές πόρτες.
Σκούριασαν
και οι σιδερωμένες αλήθειες
που μας σερβίρουν.
Σκούριασαν
κι οι ένοπλοι έρωτές μας.
Μείναμε από οράματα
ξεμείναμε από μέλλον.
Εδραιώθηκε
μια ξένη άνοιξη
βαρβαρική
και ντυθήκαμε κουρέλια
από το σεληνόφως.
Σ’ ένα σκοτεινιασμένο υπόγειο
προχωρεί η μετεξέλιξή μας
σε πετρώματα
λουλουδιών και πεταλούδων.

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

I
(Παλλακίδα)

Ναι
συμβαίνει ενίοτε
να συναλλάσσεται
και η ποίηση
παρά τους όρκους των ποιητών
περί του αντιθέτου.
Συμβαίνει ενίοτε
η κάθοδός της
εις την κοιλάδα των λύκων.
Συμβαίνει ενίοτε
να εγγράφονται οι μετοχές της
στα χρηματιστήρια
και να αγοράζονται πομπωδώς
από τραπεζίτες, χρηματιστές
και εμπόρους όπλων.

II
(Ποιητής)

Σκέφτομαι
πως στις μέρες μας
ένα καλό επάγγελμα
θα ήταν συντηρητής
παλαιών επίπλων.
Θα προτιμούσα βέβαια
να δήλωνα ποιητής
αλλά όλες οι θέσεις
είναι από καιρό κατειλημμένες
από τους ποιητές
με το σωστό λεξιλόγιο.

III
(Η μελαγχολία του ποιητή)

Η υστεροφημία…
Κι αναστοχάζεται
ποιος θα τη νέμεται
στην αιωνιότητα της απουσίας του
χωρίς το μπαλέτο των χεριών του
γύρω από το λαιμό της.
Αν ήταν
να αγόραζε μια χαραμάδα
κάπου
να κρυφοκοίταζε…
Αν ήταν
ο εγκέφαλος
να κράταγε αλώβητη
την παντοτινότητα του κόσμου
όσο αυτή θα υπήρχε
θα καταργούσε
την αιωνιότητα της απουσίας
θα μπορούσε να αγαπήσει
ακόμη και το θάνατο.

IV
(Ανατρεπτικός ποιητής)

-Είστε
ανατρεπτικός ποιητής
με ρώτησε χαμηλόφωνα
και κάπως δειλά.
-Πώς το ξέρετε
έχετε διαβάσει ποιήματά μου;
-Όχι
σας είδα το πρωί
που πηγαίνατε στην εκκλησία.
-Ευτυχώς
είπα μέσα μου
νόμισα πως με είδατε
στη τελευταία σύναξη
των τροτσκιστών!

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΩΣΗ

Κάθε μέρα
πολιορκείς τις λέξεις
να γεννηθεί ένα ποίημα
και τα βράδια
τα ποιήματα
γίνονται όνειρα.
Την αυγή έρχονται
οι ονειροσυλλέκτες
και τα μαζεύουν.
Είναι η δική σου
η δεύτερη άλωση.

ΑΔΕΞΙΑ ΚΑΙ ΑΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Εν Αθήναις, Ιούλιος 2015 π.Χ.

Και οι Ούννοι
έφτασαν ως τις Θερμοπύλες
απειλητικοί
και κανένας Λεωνίδας
δεν προστατεύει πια τα στενά.
Κι αύριο
ποιος ξέρει
ενδεχομένως θα αναπέμψουν
τις προσευχές τους
από την Ακρόπολη
μέσα από τον Παρθενώνα.
Μαζί τους
μπορεί να συμπροσευχηθούν
και οι ολιγαρχικοί.
Αυτοί ούτως ή άλλως
πάντα πρόδιναν
τη Δημοκρατία της Αθήνας
στο όνομα του ρεαλισμού
και ενάντια στον όχλο
και τους δημαγωγούς.
Το πρακτορείο Ρόιτερ
σε νεότερο τηλεγράφημά του
μεταδίδει την είσοδο στην Αθήνα
της έφιππης εμπροσθοφυλακής των Ούννων
ενώ ο αρχηγός τους υποσχέθηκε
μια νέα κυβέρνηση στους ιθαγενείς
κυβέρνηση, λέει, εθνικής ευθύνης.
Αναζητείται πρωθυπουργός.
(Με επώνυμον Επιτροπάκης
θα θεωρηθεί προσόν).

ΑΜΦΙΠΟΛΗ

Στην Αμφίπολη
οι αρχαιολόγοι αναστενάζουν.
Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Τολμάς να πεις όχι
να διακινδυνεύσεις τον αφορισμό;
Πάντα μια μικρή
ή μεγάλη Αμφίπολη
θα σε συνοδεύει
κι ανάμεσα σε ένα ναι
και ένα όχι
έτσι θα παίζεται η τιμή σου.

Σ’ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ MONTH

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις;
Γιατί τις ηνώχλησες;
Κώστας Μόντης

Κάποια στιγμή
φοβάμαι ότι όλοι μας
λίγο τις ενοχλούμε!
Δοκιμάζουμε την αντοχή τους…

ΒΑΣΤΙΛΗ

Και σήμερα
είναι 14 του Ιούλη
η μέρα που λένε
πως έπεσε η Βαστίλη.
Άδικα φαίνεται όμως
να πανηγυρίζουν οι άνθρωποι
το ρίξιμό της.
Η Βαστίλη στέκει
πάντα εκεί
μια φυλακή αόρατη
να κρατά πάντα
τα όνειρά μας αλυσοδεμένα.
Κι ο Προμηθέας αργεί.

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

I

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Τι είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

II

Μέσα μας
θα εκκρεμεί πάντα
ένας ποιητής
όσο να βρεθεί
ο πυροκροτητής
της εύθραυστης οροσειράς
των λέξεων
που μας κυκλώνουν.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ

Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια του ανθρώπου
και δεν έχουμε
πού την κεφαλήν κλίναι.
Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια της ποίησης
πυροβολώντας στο ψαχνό
την άνοιξη!
Και μείνουμε
χωρίς τη Θεία Κοινωνία
μακριά από τους Δελφούς
χωρίς το Θαλή το Μιλήσιο
τον Αναξαγόρα
τον Παρμενίδη
το Δημόκριτο
το τέλος του μύθου.
Να περισώσουμε τουλάχιστον
στις ακτές της Ιωνίας
την κιβωτό του Ηράκλειτου
με τα αποσπάσματα του.

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ

Κάθε χρόνο
στις 15 του Ιούλη
στο μουσείο τα αγάλματα
δε σαλεύουν
κι όταν ακόμη ο αέρας φυσά
από την πλευρά της Κερύνειας.
Βρίσκονται μόνιμα
στην ανάπαυση
και χαμογελούν μελαγχολικά.
Αυτή η έλλειψη προοπτικής
είναι προφανές
ότι σκότωσε την ποίηση
της Κερύνειας
και ανέδειξε
τις ακολουθίες των μνημοσύνων.
Και τα αγάλματα
χαμογελούν πάντα μελαγχολικά.

Ο ΛΑΛΑ ΜΟΥΣΤΑΦΑΣ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Η Λευκωσία
εκείνο τον Αύγουστο του 1974
κατά τας κληρονομηθείσας συνήθειας της
ήταν έτοιμη για τη μεγάλη συνουσία.
Την απαξιώθηκε κι αυτή
κι όταν ακόμη
ο νέος Δάνδολος
την άφησε στην τύχη της
μετακόμισε προσωρινά στη Λεμεσό.

15 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974

Το πρωί κοιτάξαμε
από το παράθυρο
τα άρματα μάχης
να οργώνουν παράξενα
με τις ερπύστριές τους
τους δρόμους
της Λευκωσίας.
Το γιατί
το μάθαμε πιο ύστερα.
Γκρέμισαν τα τείχη
της Λευκωσίας
-όσα απόμειναν
από την πολιορκία του Λαλά Μουσταφά
το 1571-
για να διευκολύνουν
τη δεύτερη άλωση
του 1974.

Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Μην πονοκεφαλάτε
οι έμποροι του ναού
δώσανε την υπόσχεση
θα μεταφέρουνε, λέει
τη θάλασσα της Κερύνειας
κάτω από τα τείχη
της Λευκωσίας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

Στην Πενταλιά
ανθίσαν οι αμυγδαλιές
Αλέξανδρε.
Και συ
ανάμεσα στο Γρανικό
και τον Υδάσπη
αναζητάς, λέει
τον κόσμο…
Ανάμεσα στη Μακεδονία
και το Γρανικό
χιλιάδες μιλιά
κι η όψη της Ναυσικάς
με τα βελούδινα τσοχάκια
να χάνεται
από το οπτικό πεδίο
των αισθήσεων
του ουρανού.
Ώρες παράξενης ανάδυσης
του άγνωστου.
Το απύθμενο ριζικό
του ανθρώπου
κι η Ρωξάνη
που χωρίς να το ξέρει
περιμένει
το δικό της ριζικό.
Τούτες οι μέρες
έχουν μια παράξενη αίσθηση
μπορεί και να βρίσκεσαι
στο Κεμπέκ
στο Μόντρεαλ
-ο Αλέξανδρος
έκανε λέει
το γύρο του κόσμου
Γρανικός
Υδάσπης
Βαβυλώνα
η χώρα των Πάρθων
η Βόρεια
και η Νότια Αμερική
το Βελουχιστάν
το Κεμπέκ
η Βακτριανή
η Κομμαγηνή
η Σογδιανή
το Μόντρεαλ
παντού το χνώτο του-.
Στην Πενταλιά
ανθίσαν οι αμυγδαλιές
Αλέξανδρε
και συ
ανάμεσα στο Γρανικό
και στο Κεμπέκ
αναζητάς, λέει
τον κόσμο…
Κοίταξα
το σκληρό τοπίο
το φεγγάρι ήταν γεμάτο
δεν έμεναν παρά
κάτι μεσοτοιχίες
σημάδι πως κάποτε
ήτανε σπίτια.
Ύστερα χάθηκε
μες στη νύχτα.
Κανείς δεν έμαθε
αν πέθανε
στο Μόντρεαλ
στην Πενταλιά
ή στη Βαβυλώνα.

Υ.Γ. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πενταλιά της Πάφου, σύμφωνα με ένα
παλιό συναξάρι, λίγο βορειότερα απ’ εκεί που αναδύθηκε η Αφροδίτη από τους αφρούς της θάλασσας. Παράξενο που οι ιστορικοί δεν τον είπαν Πάφιο.

ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ
ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ (1969)

γεννήθηκα το 1941 π.χ.

Γεννήθηκα το 1941 π.χ.
την ώρα που γεννιούνταν
τα θανατερά μανιτάρια
στο διπλανό πευκόδασο,
-αλήθεια, είπε ή μάνα μου,
τί σύμπτωση! —
χωρίς καλές προοπτικές
και με λίγες ελπίδες.
Κι όμως…
Πώς αυξαίνουν οι ελπίδες
όταν θέλουμε να ζήσουμε;

-Όπως ανεβαίνουν οι μετοχές
στα τσιμέντα «Ηρακλής»
ή στη «Βιοχρώμ».
Κι όμως…
Ήταν κι αυτά τα θανατερά μανιτάρια
— αλήθεια τι σύμπτωση! —
κι όσο κι αν προσπάθησα
ή πρόληψη κυριαρχούσε
στη ζωή μου.
Γεννήθηκα τδ 1941 π.χ.
και περίμενα την άνοιξη
– καθώς ήτανε χειμώνας –
να υπογράψω το συμβόλαιο μου.
Κι όμως…
’Αν τουλάχιστο
δεν είχα αυτή την πρόληψη
να με βασανίζει
σε κάθε μου βήμα
θα μπορούσα
να γυρέψω τη ζωή μου
κάπου αλλού. Μα τώρα…
Τώρα πια γεννήθηκα
— αλήθεια τί σύμπτωση! —
1941 π.χ.

άρνηση

Θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Με βρώμικα χέρια
τσακισμένα πλευρά
μαλλιά πού ξέχασαν
τη μαύρη απόχρωση
καμπουριασμένοι
– κι είμαστε τόσο νέοι –
σερνούμαστε σαν τα σκουλήκια
στη ξηρά
όμοια σαν τα παλιά καράβια
στη θάλασσα
που γυρνούν μισοβουλιαγμένα
χτυπημένα κιόλας
από το παρθενικό τους ταξίδι
— κι είμαστε τόσο νέοι! —
’Αλήθεια
ποιο βάσκανο μάτι
κακού Θεού
μας κυνηγά;
Με βρώμικα μαντήλια
στα χέρια, σκουπιζόμαστε,
μα δεν είναι αυτό.
Ότι γυρέψαμε
πέθανε σαν αναζήτηση
ότι αγαπήσαμε
ξεψύχησε νωρίς.
Δεν είναι πού το γυρέψαμε
χωρίς δικαίωση
δεν είναι πού αγαπήσαμε
χωρίς ελπίδα
και τσακιστήκαμε
σέρνουμε σώματα γερόντων.
Είναι που μείναμε γυμνοί
— κι είμαστε τόσο νέοι! —

δικαιοσύνη

«Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις
ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων
ρήμασι πειθόμενοι…».

Για Λακεδαιμονίους, ναι.
Γενναίοι αυτοί που δεν λύγισαν
κι ο Λεωνίδας
ήρωας τρανός κι αυτός
από τα σύμβολα του γένους.
Για Λακεδαιμονίους, ναι.
Ποιος όμως θα μιλήσει
για τούς Θεσπιεΐς
αυτούς που δεν ανέχτηκαν
-το μονοπώλιο της δόξας;
Αυτούς πού κλέψανε
τη δόξα των τριακόσιων;
Στις Θερμοπύλες, ο Λεωνίδας
Ναι.
Με τούς τρακόσιους του.
Μάταν εκεί
και κάποιοι Θεσπιεΐς…
Κανείς δεν τούς θυμάται…
Στους πανηγυρικούς τους
οι ρήτορες ξεχνούν συνήθως
ν’ αναφερθούν σ’ αυτούς,
ή κι αν τούς θυμηθούν
μιλούν όλως παρεμπιπτόντως.
Για Λακεδαιμονίους
Ναι.
Για Θεσπιεΐς
κανένας δεν μιλάει.
«Δικαιοσύνη», πού λέει
κι ό ποιητής!

σχήματα

I

Στην κρυερή ανάσα της στιγμής
οργώματα αψηλάφητης ενέργειας
στην παθητική συμφωνία
του αναπόδεικτου
μυρσίνες του ακροπόταμου
ανάνθιστης κατωφέρειας
της κοιλάδας
με τα γυμνά στάχυα,
θα βιαστούμε για το διέξοδο
του στοχασμού πού λιώνει
αναπότρεπτη συνάντηση
στην ένταση του χρόνου.
Είναι κι η ποίηση
κράμα υπερχρονικής αρμονίας
πού συμβιβάζει την προσκόμιση
δίπλα στους αναμμένους
δαυλούς του μεσημεριού
μα και το άκουσμα της μουσικής
στριμωγμένες βιολέτες
για τ’ αναφιλητά της κόρης
στις ώρες της απεραντοσύνης.
Είναι κι ο Αχέροντας
υπόθεση πίστης
στην υπόκρουση της ψυχής
το τρίξιμο της πόρτας
μες’ την νύχτα που περιμέναμε
μπορεί κι οι λυγαριές
το λύγισμα τους ήταν όπως πάντα
μα στο χόρτο της πράσινης ακτής
πάντα θα υπάρχουν
ανταύγειες της καλής απόχρωσης.
Η αναξιότητα καμιά φορά
στους καιρούς της ύπνωσης
συντρίβει τα αριθμητικά σχήματα
στες πνοές του αναλλοίωτου
της σκοτεινής ανάπαυλας
των ξελογιασμένων.
Βουβές στιγμές που δέθηκαν
στην απόθεση του στοχασμού
ώρα της εκκόλαψης για πιθανότητες
ώρα της εκκόλαψης της νότας
του απύθμενου ριζικού.

II

Τα χρόνια δίνουν αμάλγαμα
από την ζωή της ειμαρμένης
του κόσμου που παλεύει
για την ύστερη εισπνοή,
στις μέρες που οι Θεοί
σκορπούν ειρωνικά χαμόγελα.
Πάμε για την καινούργια πρόσταξη
με το μεθύσι
της ανήξερης κατάντιας
μια παγερή βραδιά
με τα σφυρίγματα της ατομοβόμβας
συντροφιά.
Ένας κόσμος
δυο ελπίδες
τρία χαμόγελα.
Μέτρησε τις χαρές της ζωής
δεν θα σβηστούν τ’ αστέρια
μια φωτολαμπίδα
δυο κροταλίσματα.
Καθόλου.
Όχι.
Το πανηγύρι
το τραγούδι
η χαρά
το μεσημέρι
ο ζεστός ήλιος
το διαμάντι
η ζωή ατέρμονη
ο κόσμος
η γραμμή της γενιάς μας
η πορεία,
είναι κι ο Αχέροντας
που ζηλεύει…

στιγμές

I

Ο τόπος που γεννήθηκα
δεν αντίκριζε τον ήλιο
επειδής η βουή της νύχτας
δεν άφηνε την ανάσα της μέρας
ν’ ακουστή.

II

Ο κόσμος είναι καλός.
Το παραπονεμένο μας ύφος
είναι περισσότερο από συνήθεια.
Αν κλαίμε
είναι για την πολλή καλοσύνη
που μάς πνίγει.

III

Κάποτες θα μάθουμε
πως οι θεοί μισούν
τον άνθρωπο.
Οι άνθρωποι
είναι θεοί με σάρκα
και τούς φοβούνται.
Αύριο θα πετάξουν
την σάρκα.
Θα ζητήσουν
μια θέση δίπλα τους.

IV

Όταν μισής τον ουρανό
αυτό είναι
αληθινή αγάπη.
Το τέλειο μίσος
αυτό είναι
η γνήσια αγάπη.
Κάποτες θα μάθουμε
να μισούμε με πάθος.

V

Η θάλασσα
να καρτεράς
κι ή ελπίδα
το καράβι,
ω οι γλάροι
στερνά συναπαντήματα
και λιγοστά τραγούδια,
η θάλασσα, η θάλασσα
ο κόσμος
μια ελπίδα.

μας πρόλαβαν…

Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
προσκυνητές τούτης της γης
νιόφερτοι του άπειρου μας.
Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
ταξιδιώτες στην ιερή μας γη
και βρήκαμε τα πάντα βεβηλωμένα.
Απλώσαμε τα χέρια μας
στον ουρανό της πίστης μας
και ζητήσαμε ενίσχυση.
Ζητήσαμε δύναμη
για να κρατήσουμε.
Ήλθαμε μες’ από τα χρόνια
προσκυνητές
στην ιερή μας γη
μα καθυστερήσαμε
στον ερχομό μας.
Μάς πρόλαβαν οι βέβηλοι
και ρήμαξαν τα πάντα.
Και τώρα
στην ιερή μας γη
πώς θα βολευτούμε εμείς
Ιουδαίοι πιστοί
με τούς βέβηλους επιδρομείς;

σύνθεση

Τι κι αν φωνάζουν
οι Ιουδαίοι
κι αν οι σάλπιγγες
ηχούν;
Τα τείχη της Ιεριχούς
κρατούν.
Τούς αυλούς της εταίρας
—ώ τούς αυλούς —
καρτερούσαν
τον παλιό καιρό
—τραγούδι ηθικής
από χείλη πόρνης —
Η Ιεριχώ
οι ’Ιουδαίοι
η εταίρα
οι αυλοί
ο Θεός.
Επενδύσεις εποχών.

απατη

Αγαπήσαμε
χωρίς να το νοιώσουμε
την νεκρή φύση της γυναίκας.
Γυρέψαμε τον έρωτα
κι απατημένοι «ήρωες»
κρατάμε τα προσχήματα
να σώσουμε — όπως νομίζουμε —
την αξιοπρέπεια μας.
Κάθε σβησμένη ελπίδα μας
και μια ματωμένη παπαρούνα
κάθε αγωνία μας
και μια βιολέτα μαραμένη.
Ο κόσμος στενεύει
μάς πνίγει ό αγέρας
της γνωστής μας θάλασσας
γυρεύουμε καινούργιους δρόμους.
Θεέ μου που σε πίστεψα
τί όψη είναι τούτη;
Θεέ μου που σ’ αγάπησα
γιατί παιδεύεις την πνοή μου;

Στροφές

Ι

Ό έρωτας
(αστέρι που προσμέναμε με δέος)
η πρώτη συναπάντηση
το βολικό τραγούδι,
αλήθεια αγαπήσαμε;

II

Ένα τραγούδι
μια συναπάντηση
μια καινούργια αγάπη
τι μπορεί να φέρει
όταν η γης βουλιάζει;

IΙΙ

Αγαπήσαμε
και κλάψαμε.
Κλάψαμε
μα δεν υπάρχει αγάπη.
Γυρέψαμε
κι η αναζήτηση μας βούλιαξε.
Τι καρτερούμε;
Αλήθεια τι καρτερούμε;

IV

Ερωτικές νηοψίες
σε ώρες ανθρώπινες
όταν γυρεύουμε τον ήλιο.
Ο έρωτας
ένα μαντάτο ακόμη
μια ελπίδα
η μεταμόρφωση
για την καινούργια σύνταξη.

V

Η μετάλλαξη τού κόσμου
— συντελεστής απρόβλεπτης ισορροπίας
μπορούμε,
αγαπήσαμε.
Ναι, μπορούμε.

τελευταία ελπίδα

Πάντα κάτι λαχταρά
ατά βάθη της καρδιάς μας,
κι ας είναι βεβαία η πτώση μας.
Κι όταν ακόμη σύρουνε την Εκάβη
σκλάβα οι Αχαιοί,
κι αντηχούν οι θρήνοι
στη κουρσεμένη Τροία,
κι όταν ακόμη ό γενναίος Έκτωρ
δεν υπάρχει πια
για να μάς υπερασπίζει…
Πάντα κάτι λαχταρά
στα βάθη της καρδιάς μας,
μια τελευταία ελπίδα.

Επιτύμβιο

(Μνήμη Ιερή της αδελφής μου)

Πριν το γιορτάσι της ζωής
ξεπέζεψε τ’ αστέρι
κι η άνοιξη
χωρίς τα χελιδόνια
οι τριανταφυλλιές με τη νοτιά.
Πρωί
και εμείς λιώνουμε
μες’ τα χέρια μας
την κάθε ελπίδα.
Πρωί
πρώιμη εαρινή συμφωνία
λιωμένη μες’ τα χέρια μας
και δυο τριαντάφυλλα
ξεψυχισμένα.
Ω του χαμόγελου
σε δυο χείλη
που πεθαίνει
μαδημένη παπαρούνα
του καιρού μου που καρτέραγα.
Πρωί
πρώιμη εαρινή συμφωνία
σε κλίμακα Minore.
Πεθαίνει ένα τριαντάφυλλο.
Πρωί
ανατριχίλα
πεθαίνει μια βιολέτα.
Πρωί
κι η πλάκα νοτιασμένη.

(Κι όμως εσύ αδελφή μου κράτησες. Στ’ αλώνια αντάμωσες το μαύρο
άγγελο, κι είπες:- ΟΧΙ. Μια μέρα ζωής είναι μεγάλη υπόθεση, όταν
μετράς και τα μυριοστά των δευτερολέπτων που βλέπεις να φεύγουν και
να γίνονται ένα με το χάος. Ναι αδελφή μου κράτησες τη ζωή σου
ως το βράδυ, εκείνο το βράδυ που ξεψύχησες στην αγκαλιά του
παραστάτη αγγέλου — αδελφού).

Είπες
«απόψε που η μέρα θα φυγή
απόψε
μονάχα απόψε
όχι πιο νωρίς,
θα ταξιδέψω.
Θάναι ωραίο το ταξίδι.
— Αυτό το λέω εγώ —
Μα θα ταξιδέψω
ανάμεσα σε ανθρώπους καλούς».

(Κι αλήθεια μόλις η μέρα έφυγε, ταξίδεψε… Ήταν ωραίο το ταξίδι
άραγε και οι άνθρωποι καλοί;).

λακωνικό

Ο χρόνος
τα πλοκάμια του
η ύπαρξη
κι ο θάνατος
πρώτη απόδειξη
του αναπόδειχτου
στη χώρα της ανυπαρξίας.

ο θάνατος της ελπίδας

Μετρούμε τις ελπίδες μας
κι ανάλογα ρυθμίζουμε
την παρουσία μας
στην ανταύγεια της καινούργιας μέρας
χωρίς μεγάλες προσδοκίες
χωρίς πολλές αναδρομές
που λίγο ωφελούν.
Ότι και να φτιάξουμε
είναι νεκρό στη γέννηση
δεν είναι παρά — πέρα ζωή·
μπορεί κι η ποίηση
νάναι μονάχα για νεκρούς
όσο και να φαίνεται
για ζωντανούς.
Στη γέννηση
πού κρύβεται ό θάνατος
δεν μπορείς να ελπίζεις
κι οι δρόμοι
δεν βγάζουν πουθενά.
Τώρα θυμούμαι
εκείνο το στενό δρομάκι
της παλιάς μου γειτονιάς
« Οδός Μακαρίων — Αδιέξοδος».

βιογραφικό

Όταν ήμουν παιδί
αγαπούσα την θάλασσα
που δεν την γνώρισα…
Γεννήθηκα σε κάτι βράχια
εκεί που γεννιούνται
αετοί και αλεπούδες.
Όταν μεγάλωσα
την γνώρισα τη θάλασσα
κι αγάπησα τα δελφίνια…
Τώρα που πλάτυνε
η ζωή μου
αγαπώ τη θάλασσα,
τα βουνά
όπου φωλιάζουν αετοί
και τις πόλεις
με τ’ ανήλιαγα στενά τους.
Ότι αγάπησα στη ζωή μου
ήταν ωραίο…
ωραίο…
Κι οι γυναίκες
κι η πατρίδα
κι η δημοκρατία
και τα λουλούδια.
Ήταν όλα ωραία…
Ωραία…
Ότι αγάπησα στη ζωή μου
δεν υπάρχει πια…
Τώρα πια ζω με τις αναμνήσεις
της αγάπης των λουλουδιών.
Τουλάχιστον τα λουλούδια
ανθίζουν κάθε άνοιξη
κι η άνοιξη
— δεν μπορεί αλλιώς —
την άνοιξη την νοιώθω
κάθε ’Απρίλη!

μνήμες και μαρτυρίες

I

Είναι κι οι γυναίκες
με την πολλή αγάπη
όταν θυμίζουν την σύνθεση
στο πέρασμα του άνεμου,
τα νυχτερινά συναπαντήματα
κι η λάμψη του φεγγαριού,
το ασημί φεγγάρι
που κρατούσαμε στις φούχτες μας
όψιμες ανταύγειες λησμονημένες.
Είναι κι οι αντιθέσεις της ζωής
που φέρνουν εξουθένωση
και το τραγούδι δύσκολα μάς σώζει.
Στ αναπάντητα της πρώτης συναπάντησης
των πουλιών που τραγουδούσαν,
είναι και τα καμένα φτερά
μια μαρτυρία υπόθεσης που ανοίγει.

II

Ά! μη το ρωτάς γιατί.
Είναι κι οι αγέρηδες
που παρασύρουν τους στοχασμούς
και φέρνουν την εναλλαγή της πλήξης
είναι και τα πουλιά
που κρύβουνε τις μνήμες
της μπροσούρας
οι νύχτες που απιθώνουν
τις πράσινες ανταύγειες της ελπίδας,
είναι και τα λουλούδια
που δέχτηκαν
τα δάκρυα της απογοήτευσης,
το Σαββατόβραδο κι η πρώτη έκπληξη
της μυστικής βουής του κόσμου.

V

Μακριά, χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο:
Αύριο, αύριο, αύριο το Πάσχα του Θεού.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Θα τραγουδήσουμε την ένταξη
της αρμονίας στην ποίηση
την ώρα της υπέρτατης
ενατένισης του κόσμου.
Θα προσφέρουμε την αδελφή μας
για την οφειλή του ανθρώπου.
Θα ζυγιάσουμε την πίκρα
φτιασίδωμα του ψωμιού μας.
Το προσφάγι
της ξαναμμένης επιθυμίας
θα το φουσκώσουμε
στην κολυμβήθρα της φλόγας
να σβήσουμε τη φλεγόμενη βάτο
στην αντοχή της μοίρας.
Αύριο κιόλας
θα τραβήξουμε κατά τις υπώρειες
της απεραντοσύνης
του ουρανού που κλαίει.
«Ά! μη το ρωτάς γιατί.
Αύριο οι πλατείες
θα γιομίσουν πάλι ζωή
(δεν σε αρκεί;)
το κλάμα θα γενεί γάλα
της νέας γενιάς
γέννημα της Χιροσίμας.
Μακριά, πολύ μακριά,
ηχούν καμπάνες…

ΝΟΜΑΔΑΣ Β’ Εκβάτανα (2018)

(Απόσπασμα)

ΙΧ

Με την τουρκική εισβολή τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά. Ξανασυναντηθήκαμε, φοιτητές και κάποιοι ακαδημαϊκοί, να δουμε τι μπορούσαμε να κάνουμε στη βάση αυτής της νέας κατάστασης. Η συγκέντρωση στη Mutualite θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αλλά έπρεπε να πάρει διαφορετική κατεύθυνση. Από την άλλη, προσπαθούσαμε να πληροφορηθούμε τι γινόταν στην Κύπρο, ποιες περιοχές είχαν καταλάβει οι Τούρκοι, τι θα έκανε η Ελλάδα, πώς θα αντιδρούσαν η διεθνής κοινότητα και η διεθνής κοινή γνώμη. Με έκπληξη διαπιστώναμε πως δεν υπήρχε καμιά σχεδόν αποδοκιμασία της τουρκικής εισβολής. Άπαντες τη δικαιολογούσαν ως αντίβαρο στο πραξικόπημα. Εξάλλου το χουντικό καθεστώς της Αθήνας ήταν μισητό στη διεθνή κοινή γνώμη, ενώ η Τουρκία παρουσιαζόταν με δημοκρατικό μανδύα, μιας και οι στρατιωτικοί είχαν προλάβει να πολιτικοποιήσουν το καθεστώς τους μετά το τελευταίο πραξικόπημα. Ο δε Τούρκος πρωθυπουρός Μπουλέντ Ετζεβίτ, παρουσιαζόταν ως σοσιαλδημοκράτης. Οι Σοβιετικοί, μπροστά στον φόβο να μετατραπεί η Κύπρος σε Νατοϊκή βάση, στήριζαν ουσιαστικά την Τουρκία. Η λογική τους ήταν παράξενη, αφού και η Τουρκία ήταν μέλος του ΝΑΤΟ και καθοδηγείτο από τους Αμερικανούς. Οι Αδέσμευτοι στην πλειονότητα τους είτε σιώπησαν, είτε στήριζαν την Τουρκία.
Όπως ήταν φυσικό, ο Μακάριος βγήκε με δηλώσεις του να επανορθώσει, λέγοντας πως οι Τούρκοι δεν είχαν κανένα λόγο να επέμβουν και κάλεσε τα Ηνωμένα Έθνη να αναλάβουν δράση για την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στο νησί. Ακουγόταν ότι είχε πάθει κατάθλιψη, γιατί δεν πίστευε σε τουρκική επέμβαση. Ίσως γι’ αυτό είπε απερίσκεπτα όσα είπε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Άλλες πληροφορίες από τη Νέα Υόρκη έκαναν λόγο για προσπάθειά του να συναντήσει τον Κίσινγκερ, ελπίζοντας σε μεσολάβησή του για να επιστρέφει στην Κύπρο.
Συζητούσαμε για ό,τι συνέβαινε. Τι άλλο να κάναμε όταν οι Τούρκοι είχαν εισβάλει στην Κύπρο και η Ελλάδα δεν φαινόταν έτοιμη να αντιδράσει; Ακούστηκε, βέβαια, πως το στρατιωτικό καθεστώς στην Αθήνα διέταξε επιστράτευση, αλλά η ανώτερη στρατιωτική ηγεσία έμοιαζε να διαφωνεί. Την επιστράτευση λεγόταν πως τη διέταξε ο αόρατος δικτάτορας Ιωαννίδης, αλλά φαινόταν πως δεν έλεγχε πια την κατάσταση. Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί έστειλαν επιτόπου τον υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο που προσπαθούσε, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε Αθήνα-Άγκυρα, να αποφύγει έναν καταστροφικό ελληνο-τουρκικό πόλεμο.
Ο Σίσκο έφτασε στο Λονδίνο ξημερώματα της 18ης Ιουλίου και στο Φόρεϊν Όφις τον περίμενε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλλαχαν. Συμφώνησαν πως προτεραιότητα ήταν να αποφευχθεί ένας ελληνο-τουρκικός πόλεμος και αυτό το μήνυμα έστελνε και ο Κίσινγκερ. Οι Εγγλέζοι έθιξαν και το θέμα Μακαρίου, αλλά ο Σίσκο ξεκαθάρισε πως έπρεπε να αποκλειστεί η επιστροφή του στην Κύπρο και να αντικατασταθεί από τον Γλαύκο Κληρίδη. Εμείς τα μαθαίναμε όλα αυτά από έναν Γάλλο φίλο που εργαζόταν στο Quai d’Orsay . Ήταν πια ξεκάθαρο πως ο αμερικανικός παράγοντας δεν έδινε δεκάρα για την Κύπρο και πως το μόνο ενδιαφέρον του ήταν να προστατεύσει τη νοτιανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Το προηγούμενο βράδυ βρισκόταν στο Λονδίνο ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ, στον οποίο παρέθεσε δείπνο ο Βρετανός ομόλογός του Χάρολντ Ουίλσον. Ο Ετζεβίτ είπε στους Εγγλέζους πως η Τουρκία θα ασκούσε τα εγγυητικά της δικαιώματα που της έδιναν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και θα επενέβαινε στρατιωτικά στην Κύπρο. Κυκλοφορούσαν φήμες πως οι Εγγλέζοι όχι μόνο δεν τον απέτρεψαν,
αλλά μάλλον τον ενθάρρυναν κιόλας. Στο μεταξύ, οι χουντικοί διέδιδαν πως ο Μακάριος, που βρισκόταν ακόμη στο Λονδίνο, είχε συναντηθεί με τον Ετζεβίτ και τον ενθάρρυνε να ασκήσει η Τουρκία τα εγγυητικά της δικαιώματα για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στην Κύπρο. Επρόκειτο για άθλιο ψέμα και φτηνή προπαγάνδα των χουντικών.
Καθώς ο Ετζεβίτ ήταν ακόμη στο Λονδίνο, μάθαμε ότι είχε συνάντηση μαζί του ο Σίσκο. Δεν καταφέραμε να μάθουμε τι διαμείφθηκε μεταξύ τους, αλλά υποψιαζόμασταν ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός θα του ανέφερε την πρόθεση της χώρας του να επέμβει στρατιωτικά στο νησί. Εξάλλου, δημόσια, από καιρό οι Τούρκοι πρόβαλλαν ως λύση στο Κυπριακό την υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού συστήματος, έναν συνεταιρισμό ανάμεσα στις δύο κοινότητες που τώρα τελευταία τις παρουσίαζαν και ως δύο λαούς. Αυτό θα σήμαινε ακόμη και μετατόπιση πληθυσμών για να ικανοποιηθούν οι τουρκικοί όροι.
Συζητούσαμε μεταξύ μας και καταλαβαίναμε πως η τουρκική πολιτική δεν επιδίωκε πλέον τη διχοτόμηση, μα τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Σίγουρα, θα υπήρχαν κρυφές ατζέντες που δεν γνωρίζαμε.
Ένα βασικό ερώτημα, που θα μπορούσε να θέσει κανείς σε αυτό το στάδιο, είναι γιατί η Βρετανία δεν άσκησε το υποτιθέμενο δικαίωμά της για επέμβαση στην Κύπρο, ως εγγυήτρια δύναμη, για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Θα μπορούσε να το είχε κάνει από κοινού με την Τουρκία, κάτι που θα εμπόδιζε τη δεύτερη να βάλει σε εφαρμογή τα σχέδιά της για εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Θεωρητικά θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν και την Αθήνα σε αυτή την προσπάθεια, αλλά παραμένουμε στο δεδομένο ότι αυτό ήταν αδύνατον λόγω του πραξικοπήματος που είχε προηγηθεί. Η απάντηση δεν ήταν δύσκολη. Το Λονδίνο δεν ενδιαφερόταν για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, αλλά για τη διευκόλυνση των τουρκικών σχεδίων, υπολογίζοντας στην κάμψη των διεκδικήσεων των Κυπρίων και στην επιβολή μιας Νατοϊκής λύσης που θα εξουδετέρωνε την όποια σοβιετική επιρροή στο νησί και στην ευρύτερη περιοχή. Εξάλλου, η βρετανική στάση διευκόλυνε τους αμερικανικούς σχεδιασμούς.
Στην Αθήνα, την επόμενη μέρα, ο Σίσκο προσπάθησε να πείσει τους στρατιωτικούς να συνομιλήσουν με τους Τούρκους πάνω σε ένα σχέδιο του Κίσινγκερ που θα ήταν η βάση λύσης του Κυπριακού. Σύμφωνα με τα ξένα μέσα ενημέρωσης -ακούγαμε και διαβάζαμε ότι μπορούσαμε, από Ντόιτσε Βέλλε και Φωνή της Αμερικής μέχρι Μόσχα και BBC-, το σχέδιο προνοούσε ουσιαστικά δύο κράτη στην Κύπρο με τουρκική στρατιωτική βάση. Οι χουντικοί της Αθήνας το συζητούσαν. Μόλις, όμως, έφτασε τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 20ής Ιουλίου στην Άγκυρα ο Σίσκο για να συζητήσει με τους Τούρκους το σχέδιο, είχε αρχίσει ήδη η απόβαση στην Κύπρο. Λέτε να μην το ήξερε και να αιφνιδιάστηκε; Εδώ χαμογελάμε πικρά.
Τις επόμενες μέρες παρακολουθούσαμε αδύναμοι την τουρκική προέλαση στην Κύπρο. Αποφασίσαμε, αλλάζοντας στρατηγική, να επεμβαίνουμε όπου μπορούσαμε στα μέσα ενημέρωσης και επιστρατεύσαμε για τον σκοπό αυτό Έλληνες αλλά και ξένους ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους των Γραμμάτων. Είχαμε, βέβαια, σε βάρος μας το πραξικόπημα και την απέχθεια που ένιωθαν πολλοί άνθρωποι για το χουντικό καθεστώς της Αθήνας. Οργανώσαμε μια ομάδα που ετοίμαζε ενημερωτικά σημειώματα με όλα τα επιχειρήματα για τους ανθρώπους που αναλάμβαναν να μας στηρίξουν στα μέσα ενημέρωσης. Ταυτόχρονα κυκλοφορήσαμε μια έκκληση στη γαλλική κυβέρνηση για υπογραφή, με την οποία της ζητούσαμε να παρέμβει για να σταματήσει η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση και να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη. Η έκκληση υπογράφτηκε από μερικές δεκάδες Γάλλους διανοούμενους. Είχαμε την βοήθεια του Σβορώνου, της Κρανάκη, του Πιερ Βιντάλ-Νακέ και του Ζαν Πιερ Βερνάν. Η Ζακλίν ντε Ρομιγί υπέγραψε επίσης την έκκληση.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, αλλά είχαμε και κάποιες ενοχές. Το συζητούσα με τον ξάδερφο Παζαρίδη και τον Παπαμάρκου. Οι άλλοι σκοτώνονταν στην Κύπρο κι εμείς καθόμασταν στο Παρίσι και ψάχναμε να κινητοποιήσουμε τους Γάλλους.
– Μα τι θέλεις να κάνουμε, μου αντέτεινε ο Παζαρίδης. Και να θέλαμε να πάμε στην Κύπρο να πολεμήσουμε, είναι αδύνατον, δεν υπάρχει τρόπος, το αεροδρόμιο έκλεισε και το νησί είναι από παντού αποκλεισμένο. Η μόνη έξοδος-είσοδος είναι από τις βρετανικές Βάσεις. Αποκεί πήγε στη Γενεύη ο Κληρίδης.
– Και τι περισσότερο θα κάναμε αν ήμασταν κάτω, πρόσθεσε ο Παπαμάρκου; Όλα είναι προδομένα. Έχουμε όλοι αδέρφια στην Εθνική Φρουρά και δεν ξέρουμε αν ζουν ή πέθαναν.
– Εγώ πάντως δεν νιώθω καλά, είπα, να βρίσκομαι ασφαλής στο Παρίσι, την ώρα που οι άλλοι σκοτώνονται στην Κύπρο.
-Το βλέπεις συναισθηματικά! Άσε τη λογική σου να δουλέψει. Και ύστερα, βρες έναν τρόπο και φεύγουμε όλοι αμέσως, να πάμε, να ντυθούμε στο χακί.
Κάπου εκεί παρενέβη και ο Βασίλης Χαραλάμπης, Κύπριος φοιτητής από τη Μόσχα που πήγαινε στην Κύπρο, αλλά το πραξικόπημα και η εισβολή τον βρήκαν στον δρόμο, απομονώθηκε στο Παρίσι και μοιραζόταν μαζί μας τη φτώχεια και τις αγωνίες μας.
– Άμα βρεθεί τρόπος, εγώ να φύγω πρώτος, είπε ο Βασίλης, μην σας είμαι και βάρος.
– Μα τι λες τώρα, χριστιανέ μου, που μας είσαι βάρος, του απάντησα λίγο εκνευρισμένος. Δεν μας στερείς δα και το χαβιάρι.
Ύστερα κατάλαβα πως η αναφορά σε χαβιάρι ήταν επιεικώς άτυχη, καθώς ερχόταν από τη Μόσχα. Προσπάθησα να τα μπαλώσω.
– Φίλε, είσαι ένας από εμάς, τη φτώχεια μας μοιράζεσαι, θα μείνεις όσο χρειάζεται, μέχρι να δούμε τι θα γίνει.
Ο Χαραλάμπης ήταν συμπαθητικό και σεμνό παιδί, ερχόταν από τη Μόσχα με διαφορετική κουλτούρα, αλλά ταυτόχρονα με ανοιχτούς ορίζοντες, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις συζητήσεις μας, αλλά απέφευγε να πάρει μέρος, απέφευγε να πει τη δική του άποψη σε όλα, όμως στα ουσιώδη είχε γνώμη. Αργότερα κατάλαβα γιατί ήταν επιφυλακτικός. Προερχόταν από το ΑΚΕΛ, σπούδαζε στη Μόσχα με κομματική υποτροφία, θα επέστρεφε εκεί να συνεχίσει τις σπουδές του, ήταν δύσκολο να εκτεθεί δημόσια, εμείς ήμασταν ακτιβιστές, δεν υπολογίζαμε κανέναν, πιστεύαμε στην απόλυτη ελευθερία, είχαμε κάψει τα γεφύρια πίσω μας!
Είχαμε προσπαθήσει να επικοινωνήσουμε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ζούσε στο Παρίσι για να του ζητήσουμε να πάρει θέση με μια δήλωσή του, αλλά αρνήθηκε κάθε επαφή. Αργότερα καταλάβαμε τον λόγο. Ενώ η Κύπρος καιγόταν, ο Καραμανλής διαπραγματευόταν την επιστροφή του στην Αθήνα ως σωτήρας. Στην αρχή, οι πληροφορίες τον έφεραν να διαπραγματεύεται με μια ομάδα στρατιωτικών. Αργότερα, όμως, έγινε φανερό πως διαπραγματευόταν και με τους Αμερικανούς. Γάλλος φίλος μας, πολύ κοντά στον Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, μας πληροφορούσε πως προς αυτή την κατεύθυνση είχε δραστηριοποιηθεί και ο Γάλλος Πρόεδρος σε συνεννόηση
με τους Αμερικανούς. Εξάλλου ο ίδιος ο Κίσινγκερ ανήγγειλε τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα 48 ώρες πριν από την πτώση της χούντας. Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε ο Καραμανλής απέναντι στους Αμερικανούς που του πρόσφεραν την πρωθυπουργία για δεύτερη φορά; Μην ξεχνάμε πως τον ανέβασαν στην εξουσία την πρώτη φορά μέσω Ανακτόρων και Φρειδερίκης.
Τότε το συμβόλαιο ήταν να κλείσει το Κυπριακό, και το έκλεισε -όπως το έκλεισε- με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης. Τώρα τι περιλάμβανε το συμβόλαιο; Θα φαινόταν σύντομα. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο.
Έτσι, με τους Τούρκους να προχωρούν στην Κύπρο, αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής γύρισε θριαμβευτής. Στις 24 Ιουλίου, το πλήθος παραληρούσε.
Κι εσύ να μνημονεύεις Διονύσιο Σολωμό:

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε
πάντοτε ευκολόπιστε και πάντα προδομένε…

Η στρατιωτική ηγεσία, που μέχρι χθες προσκυνούσε τον ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, τον αόρατο δικτάτορα, όταν ήρθε η ώρα να πολεμήσει, κατέβασε το βρακί. Έκανε πέρα τον Ιωαννίδη και κάλεσε τον Καραμανλή να σώσει την Ελλάδα, ελέω Αμερικανών. Αμ πώς, που θα ’λεγε και ο άλλοτε εθνικός μας κωμικός, ο Χατζηχρήστος, θα πολεμούσαν ο Μπονάνος και ο Αραπάκης. Και μάλιστα για την Κύπρο. Καλύτερα να βυθιστεί τούτο το νησί ή να το πάρουν οι Τούρκοι να ησυχάσουμε!
Στο μεταξύ, ξένες εφημερίδες και ξένα πρακτορεία ειδήσεων άρχισαν να μεταδίδουν σενάρια για το πραξικόπημα στην Κύπρο και την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα. Το μεγάλο σενάριο, ράβοντας και κόβοντας από όσα γράφονταν, ήταν πως πραξικόπημα και εισβολή αποτελούσαν μέρος του ίδιου σχεδίου. Στόχος: η λύση του Κυπριακού με τη διπλή ένωση. Κάπου στράβωσε το κλήμα και σε αντάλλαγμα της τουρκικής εισβολής προσφέρθηκε η «αποκατάσταση» της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, οι καραβανάδες της Αθήνας δεν είχαν πάρει είδηση πως η Άγκυρα δεν ήθελε με κανέναν τρόπο διχοτόμηση, αλλά γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.
Δεν ξέραμε πού να σταθούμε τώρα. Ελπίζαμε πως κάτι θα γινόταν να αποσύρουν οι Τούρκοι τα στρατεύματά τους. Όμως, παρόλο που λήφθηκε στο μεταξύ απόφαση από το Συμβούλιο Ασφαλείας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, οι Τούρκοι προχωρούσαν ανενόχλητοι. Και στην Αθήνα πανηγύριζαν για τη δημοκρατία. Με την Κύπρο θα ασχολούνταν; Και εμνήσθην και πάλιν σε τέτοιες ώρες τον λόγο του ποιητή: Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων. Για Λακεδαιμονίους να μιλάμε τώρα; Κάτι σαν Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι Έλληνες πλην Κυπρίων!
Ύστερα σκεφτόμουν πως ο καβαφικός αυτός στίχος δεν πολυταίριαζε με την περίσταση! Τι δηλαδή, οι’Ελληνες πανηγύριζαν πλην Κυπρίων;
Στις 25 Ιουλίου 1974 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκάλεσε στη Γενεύη Τριμερή Διάσκεψη, με συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας Γεωργίου Μαύρου, Τουρκίας Τουράν Γκιουνές και Μεγάλης Βρετανίας Τζέιμς Κάλλαχαν, για τη λύση του προβλήματος. Το χουντοκρατούμενο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς – ΓΕΕΦ στην Κύπρο, που κατά την εισβολή άφησε ακαθοδήγητες τις στρατιωτικές μονάδες
ή μάλλον τις καθοδήγησε να μην αντισταθούν, τώρα εξέδωσε διαταγή παύσεως πυρός.
«Παυσατε πυρ – Αποφυγή μετακινήσεων μονάδων – Αποφυγή προκλήσεων προς τους Τούρκους και οποιασδήποτε εμπλοκής με αυτούς, για οποιονδήποτε λόγο».
Για «οποιονδήποτε λόγο»; Έτσι, οι Τούρκοι παραβίαζαν την εκεχειρία, προήλαυναν, έφερναν στρατιώτες και στρατιωτικό υλικό από την Τουρκία, ανενόχλητοι, σύμφωνα με τη διαταγή των χουντικών. Υπήρξαν, ευτυχώς, κάποιοι απροσάρμοστοι αξιωματικοί που αντιστάθηκαν, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να περισώσουν και τη δική τους τιμή και ό,τι ήταν εφικτό από τη γενική κατάρρευση. Ήταν όμως πολύ λίγοι για να ανατρέψουν τα δεδομένα της χουντικής προδοσίας.
Οι εξελίξεις στη Λευκωσία ήταν πιο ραγδαίες από ό,τι στην Αθήνα. Με εντολή Κίσινγκερ -κατά τα φαινόμενα- παραμερίστηκε ο οκταήμερος «Πρόεδρος» Νίκος Σαμψών και στις 23 Ιουλίου ανέλαβε ο Γλαύκος Κληρίδης. Τάχατες συνταγματικά, ως ο δεύτερος τη τάξει, αφού ήταν Πρόεδρος της Βουλής. Όμως συνταγματικά αυτό σήμαινε προεδρεύων στην
απουσία του Μακαρίου, ενώ αυτός παρουσιάστηκε ως Πρόεδρος και μάλιστα ορκίστηκε ενώπιον Μητροπολίτη, κάτι που δεν προβλέπεται από το κυπριακό Σύνταγμα. Αρχή του μεταπραξικοπήματος. Την ίδια μέρα ο Μακάριος γινόταν δεκτός στην Ουάσινγκτον από τον Κίσινγκερ. Τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν πως ο Κίσινγκερ τού ζήτησε να μην επιστρέφει ακόμη στην Κύπρο για να αποφευχθεί ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Μακάριος δέχθηκε να παραμείνει μερικούς μήνες στο Λονδίνο, αλλά ζήτησε ως αντάλλαγμα να μην αναγνωριστεί ως Πρόεδρος ο Κληρίδης, αλλά ως συνταγματικά προεδρεύων της Δημοκρατίας, μέχρι την επιστροφή του. Ο Κίσινγκερ δεν δεσμεύτηκε σε τίποτε, απλώς υποσχέθηκε να ασκήσει την επιρροή του προς αυτή την κατεύθυνση.
Να ασκήσει την επιρροή του… όταν αυτός κινούσε τα νήματα. Και ο Κληρίδης στη Λευκωσία δήλωνε «Πρόεδρος» και έλεγε πως για την επιστροφή του Μακαρίου θα αποφασίσει ο λαός. Και ότι σε μελλοντικές προεδρικές εκλογές ο Μακάριος θα μπορούσε να ήταν υποψήφιος. Αρχή μεταπραξικοπήματος. Και ο Καραμανλής σύμφωνος!
Φυσικά ο Μακάριος πλήρωνε τις δικές του αμαρτίες που δεν ήταν λίγες. Από τις τελευταίες του αμαρτίες η επιστολή στον Γκιζίκη, η πρόκληση κρίσης ώστε να πέσει η χούντα. Σε συνεννόηση, μάλλον, με τον φλώρο, τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, και τον Καραμανλή. Οι δύο άλλοι ήταν βέβαια σε συνεννόηση με τους Αμερικανούς και υπολόγιζαν να επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ο Μακάριος τι θα κέρδιζε; Την ησυχία του να είναι σεΐχης στην Κύπρο. Ποιος πλήρωνε τη νύφη; Οι ταλαίπωροι Κύπριοι σε ρόλο Ιφιγένειας. Μολονότι και χωρίς την επιστολή, το πραξικόπημα ήταν πιθανόν προδιαγεγραμμένο.
Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών στη Γενεύη δεν απέδωσε τίποτε. Οι Τούρκοι αδιάλλακτοι, ο Κληρίδης από κυπριακής πλευράς και ο κεντρώος Γεώργιος Μαύρος από ελλαδικής πλευράς ως υπουργός Εξωτερικών, αδύναμοι και στο έλεος των Αγγλοαμερικανών. Ορίστηκε δεύτερος γύρος στις 8 Αυγούστου. Στην Κύπρο οι Τούρκοι παραβίαζαν την εκεχειρία καθημερινά και διεύρυναν τον κατεχόμενο θύλακα.
Η νέα διάσκεψη συνήλθε στη Γενεύη στις 8 Αυγούστου, με τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας και των εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων Γλαύκου Κληρίδη και των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς. Οι Γεώργιος Μαύρος και Γλαύκος Κληρίδης ήταν υποχωρητικοί και έκαναν σημαντικές παραχωρήσεις στους Τούρκους. Προσέκρουσαν, όμως, στην τουρκική αλαζονεία και αδιαλλαξία. Στο μεταξύ, από την ανακωχή της 22ας Ιουλίου, οι Τούρκοι ενίσχυαν τον θύλακα της Κερύνειας και πραγματοποιούσαν στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το τετραήμερο 22- 26 Ιουλίου, οι Τούρκοι παραβίασαν 55 φορές την εκεχειρία.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά στις διαπραγματεύσεις υποστήριξε την επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960 και επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών, αλλά ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απέρριψε την εισήγηση Κληρίδη και αντιπρότεινε σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν δικοινοτικό-διζωνικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονίων, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% του νησιού. Ο Ντενκτάς, πιο προχωρημένος, πρότεινε διζωνική ομοσπονδία, στην οποία το τουρκοκυπριακό ομόσπονδο κράτος θα κάλυπτε επίσης το 34% της έκτασης της Δημοκρατίας.
Ο Κληρίδης προχώρησε τότε σε μια σημαντική υποχώρηση και πρότεινε η συνταγματική δομή της Κύπρου να διατηρήσει το δικοινοτικό χαρακτήρα της και η ελληνική και τουρκική κοινοτική διοίκηση να ασκούν εξουσίες στις ζώνες που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί έχουν πλειοψηφία. Η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να συζητήσει την πρόταση Κληρίδη και ζήτησε τελεσιγραφικά να γίνουν αμέσως δεκτές οι τουρκικές προτάσεις. Ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 ή 48 ωρών για να μπορέσει να συνεννοηθεί με τον Μακάριο. Οι Τούρκοι απέρριψαν το αίτημά του και η δεύτερη Διάσκεψη της Γενεύης έληξε χωρίς αποτέλεσμα στις 3.30 το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974. Είναι τότε που ο Γεώργιος Μαύρος έκανε την περίφημη δήλωσή του, ότι από την ατίμωση είναι προτιμότερος ο πόλεμος. Μόνο που η ατίμωση έγινε, αλλά η Ελλάδα δεν μπήκε στον πόλεμο! Οι άνθρωποι των Αμερικανών στην Αθήνα, στρατιωτικοί και πολιτικοί, έλεγχαν καλά τους κρίσιμους μηχανισμούς και δεν θα επέτρεπαν ποτέ κάτι τέτοιο. Υπεράνω όλων ήταν το ΝΑΤΟ και η νοτιοανατολική πτέρυγά του. Και η «θεωρητικοποίηση»
αυτής της στάσης: Η Κύπρος «κείται μακράν». Ας φρόντιζαν οι κραταιοί Θεοί να ήταν λίγο πιο κοντά!
Εξήντα πέντε λεπτά μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης της Γενεύης, ξεκινούσε ο Αττίλας 2, στις 4.35 π.μ. Ένδειξη πως όλα ήταν προετοιμασμένα. Ο τουρκικός στρατός εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση σε όλα τα μέτωπα της Κύπρου. Οι μέρες της εκεχειρίας τού είχαν επιτρέψει πλήρη ανεφοδιασμό και ενίσχυση των θέσεών του. Οι Ελληνοκύπριοι έμειναν μόνοι να αντιμετωπίζουν τις ορδές των Τούρκων εισβολέων, αφού βοήθεια από την Ελλάδα δεν ερχόταν. Η Κύπρος κείται μακράν, ήταν η γνωστή επωδός. Και ύστερα, στο διονυσιακό κλίμα της «αποκατάστασης» της δημοκρατίας, για Λακεδαιμονίους θα νοιάζονταν τώρα; Ποιος ξέρει και ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε ο Καραμανλής απέναντι στη κραταιά Ρώμη.
Έτσι, οι τουρκικές δυνάμεις, όταν στις 6 το απόγευμα της 16ης Αυγούστου συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός, είχαν καταλάβει ολόκληρο το τμήμα που προνοούσε το Σχέδιο Ντενκτάς, σχέδιο που είχε εγκρίνει ο Κίσινγκερ, και επιπλέον την Αμμόχωστο, περιοχές των οποίων η έκταση αντιστοιχούσε στο 37% του κυπριακού εδάφους. Κατά την προέλασή τους, οι Τούρκοι στρατιώτες προέβησαν σε ανατριχιαστικές ωμότητες και πράξεις βίας.
Κάπως έτσι συνετελέσθη το τέλειο έγκλημα. Κι εμείς στο Παρίσι παρακολουθούσαμε αμήχανοι. Η συγκέντρωση στη Mutualite δεν έγινε τελικά. Είχαμε παραλύσει παρακολουθώντας τις εξελίξεις μέρα με τη μέρα και δεν ξέραμε, με τις συνεχείς αλλαγές, πού οδηγούνταν τα πράγματα. Από την άλλη, υπήρχαν τώρα σε Αθήνα και Λευκωσία πολιτικές ηγεσίες που διαπραγματεύονταν και που έκαναν ενέργειες στον διεθνή στίβο για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Και οι μεγάλοι «αντιστασιακοί» των παρισινών σαλονιών, έσπευδαν πίσω στην Ελλάδα, να προλάβουν το μεγάλο πανηγύρι της δημοκρατίας και να διεκδικήσουν το μερίδιό τους στη δόξα, στην εξουσία και… στη μάσα. Μείναμε μόνοι… Όχι ακριβώς. Οι παλιοί του «Ματαρόα», Αξελός, Σβορώνος, Κρανάκη και λοιποί, δεν έφυγαν. Έμειναν μαζί μας. Φιλοσοφημένοι, με στοχασμό που ξεπερνούσε το εφήμερο, έβλεπαν περίλυποι τις εξελίξεις, αδύναμοι και αυτοί να κάνουν οτιδήποτε. Σε αυτούς προστρέχαμε τώρα, θέλαμε την παραμυθία τους, αλλά και τη συμβουλή τους. Και δεν μας την αρνήθηκαν.

ΝΟΜΑΔΑΣ (2017)

Α’ Η έξοδος

XLVI

Η επιστροφή του Αλέξανδρου στην Πενταλιά σημάδεψε τη ζωή μας. Άφησε πίσω του τη Βαβυλώνα που σχεδίαζε να κάνει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του και γύρισε να πεθάνει στην Πενταλιά. 0 άνθρωπος αγαπά την περιπλάνηση και την αυταπάτη. Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης
που κουβαλούσε πάντα μέσα του εναποτέθηκε στην Πενταλιά, κάπου είκοσι χιλιόμετρα από τους αφρούς της θάλασσας όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη. Παρακαταθήκη εκείνου του άλλου, του Ονήσιλου, που σκοτώθηκε στην πεδιάδα της Σαλαμίνας για την κυπριακή, αλλά και την παγκόσμια ελευθερία.
Κι ύστερα ο άνεμος μετάφερε τα μηνύματα του Τσε Γκεβάρα από τη Λατινική Αμερική, αυτά του Αντώνη Οικονόμου από το Ναύπλιο και της Μαντώς Μαυρογένους από την Ύδρα.
Κι ύστερα, παράξενο, ενώ μιλούσες για τους ταλαιπωρημένους αγρότες της Πενταλιάς και τους εργάτες του μεταλλείου του Αμιάντου, τους τοκογλύφους και τη λάμπα πετρελαίου δίπλα στην οποία διάβαζες παιδί, η μάνα σου άναψε το ηλεκτρικό φώς. Μα εσύ ζητούσες τη λάμπα πετρελαίου.
– Πού είναι, μάνα, η λάμπα πετρελαίου;
– Α, την πέταξε από χρόνια ο πατέρας σου. Τι τη θέλεις τώρα; Κοίτα, όλα έχουν αλλάξει. Να, έχουμε και τηλέφωνο τώρα. Θυμάσαι τότε που έστελνες μηνύματα με αγγελιοφόρους; Τώρα σηκώνεις το τηλέφωνο από τη Βαβυλώνα, από την Κομμαγηνή και επικοινωνείς σε δευτερόλεπτα με την Πενταλιά. Κοίτα και την ηλεκτρική κουζίνα. Θυμάσαι τότε που έτρεχες να μαζέψεις κλαδιά και ξύλα να βράσω το φαί; Και το νερό πια στο σπίτι μας. Θυμάσαι τότε που τρέχαμε στη βρύση για νερό;
– Μάνα, όλα έχουν αλλάξει.
– Ναι, όλα. Κι οι άνθρωποι φύγανε μακριά. Ρήμαξε η Πενταλιά.
– Μάνα, γιατί; Άφησες φωνή γεμάτη θλίψη. Έδιωξε η πρόοδος τους ανθρώπους;
– Κάπως έτσι, γιε μου. Η Ευρώπη έκλεισε τα μαγαζιά, πήρε τη δουλειά από τους τεχνίτες. Ύστερα οι νέοι βρίσκουν σήμερα δουλειές στην πόλη με καλύτερες συνθήκες ζωής, με περισσότερα χρήματα. Γιατί να βασανίζονται στο χωριό; Πάλι, ξανά και ξανά, η ίδια ιστορία! Η Πενταλιά, η Ευρώπη, οι
τεχνίτες, η πρόοδος. Αν τουλάχιστον μπορούσες να τα περιμαζέψεις όλα αυτά σ’ ένα ποίημα.

Στην Πενταλιά ανθίσαν οι αμυγδαλιές, Αλέξανδρε. Κι η μάνα σου να περιμένει την επιστροφή σου από τα Γαυγάμηλα και την Κομμαγηνή. Πήγες πολύ μακριά, Αλέξανδρε. Καιρός να γυρίσεις, να προλάβεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Κι ύστερα, σε περιμένουν οι πόλεις με τις ουρές στα συσσίτια, τις ουρές μπροστά στα κλειστά καταστήματα, τις ουρές μπροστά στα κλειστά εργοστάσια, τα παιδιά με τα λεκιασμένα ρούχα και τις πρησμένες κοιλίτσες στα φανάρια.
Στην Πενταλιά ανθίσαν οι αμυγδαλιές, Αλέξανδρε.
Κι ύστερα ο Αλέξανδρος μπήκε στις πόλεις. Τρομάξαν οι αστοί. Του στήσανε δόκανα. Τον κυνηγάνε ακόμη σαν τα άγρια θηρία.
Θυμάται τον Κεμάλ του Μάνου Χατζιδάκι:

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι…
Κυνηγάν τον αποστάτη
να τον πιάσουν ζωντανό.

Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο, Αλέξανδρε. Στην Πενταλιά οι αμυγδαλιές θα ανθίζουν κάθε άνοιξη. Είναι νόμος του Νεύτωνα. Κι ο Τσε, κι ο Αυξεντίου, κι ο Ονήσιλος, κι η Υπατία, κι ο Ροβεσπιέρος, κι η Μαντώ Μαυρογένους, κι ο Αντώνης Οικονόμου θα βαδίζουν πάντα αλληλέγγυοι στα στενά δρομάκια
της Πενταλιάς τις μεταμεσονύχτιες ώρες και θα βουλεύονται για ψωμί κι ελευθερία.

Ύστερα έγραψε στη μάνα του: «Φεύγω μάνα από το Παρίσι. Ό,τι είχε να μου δώσει αυτή η πόλη μου το έδωσε». Ήταν τότε που στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για έναν σύντομο απολογισμό της ζωής του κι ας ήταν μονάχα τριαντάρης. Μύχιες σκέψεις, χαμένα όνειρα, ανεκπλήρωτοι έρωτες, συναισθηματικές ματαιώσεις ξετυλίγονταν με στωικότητα, παράπονο, αυτοσαρκασμό. Ένας μελαγχολικός μονόλογος του πρόωρα γερασμένου «επαναστάτη» που νόμισε πως θα άλλαζε τον κόσμο. Τώρα οι αυταπάτες τελείωσαν κι έφευγε από το Παρίσι, αφανής ταξιδιώτης. Ύστερα, διάβασε για πολλοστή φορά την τελευταία επιστολή της Ανδρομάχης. Έγραφε:

Αγαπημένε μου Απόλλωνα,
Θέλω να με πιστέψεις. Σε αγαπώ πολύ-πολύ. Θέλω να ζήσω μαζί σου. Ήταν πολλά πράγματα που αγνοούσα ή δεν καταλάβαινα. Κι άλλα που δεν ήξερα την ουσιαστική τους σημασία.
[…]
Γράψε μου πώς περνάς εσύ.
Αγάπη περιμένω.

Ανδρομάχη

Μήπως εγώ δεν αγνοούσα πολλά πράγματα ή δεν τα καταλάβαινα; Η Ανδρομάχη, η άλλη πλευρά της ζωής, η άλλη πλευρά του λόφου.
πλευρά του λόφου.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΛΕΞΗΜΑΤΑ

Ασημίνα Ξηρογιάννη

«Fractal», Αύγουστος 2017

Συνομιλώντας με την Ιστορία

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’Etat). Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).
Έχει εκδώσει βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας και Ιστορίας, ενώ και έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων.
Από το 1983 εκδίδει και διευθύνει το επιστημονικό περιοδικό «Etudes helleniques»/»Hellenic Studies». Μέσα σε αυτό έχει πολλάκις κάνει αφιερώματα στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών». Όλα αυτά για να δοθεί το προφίλ του Στέφανου Κωνσταντινίδη ο οποίος μας χαρίζει ένα πολύ ενδιαφέρον και ώριμο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Τίτλος του βιβλίου «Λεξήματα». Γλωσσολογικός όρος που ίσως δίνει μια επιστημονική χροιά σε ένα βιβλίο ποίησης. Λέξημα είναι το σταθερό κομμάτι της λέξης που μένει μετά την αφαίρεση των προσφυμάτων και είναι φορέας σημασίας.

Ο Κωνσταντινίδης συνδιαλέγεται επιτυχώς με την Ιστορία και έχει πολιτική χροιά η ποίησή του. Είναι γοητευτικό πως η πολιτική σκέψη και η γνώση της ιστορίας εμπλέκεται και συμπλέει με τον ποιητικό λόγο. Παράλληλα υπάρχει έντονα η ανησυχία για τη Μοίρα του ανθρώπου καθώς και διάχυτο ένα κριτικό βλέμμα. ([…] Με συμφωνημένα ψέματα /μας κατάντησαν να ονειρευόμαστε/και μαύρα μεσοφόρια./Με συμφωνημένα ψέματα/να προχωράμε/κι ούτε που αντέχουμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη./Αναποδογυρίστηκε η ψυχή μας/γέμισε νεκρά πουλιά/το δωμάτιο/από έναν παράξενο θάνατο/που έρχεται/…[…]Επιστροφή στις Μυκήνες).

Στο ποίημα με τίτλο «Αν…» πόσο σοφή η διαπίστωση: «Δεν γίνονται επαναστάσεις/ με το αν…/Μας επιτρέπει όμως/να ονειρευόμαστε/αυτό το αν…/» Γενικά εμπεριέχει μια σοφία αυτό το βιβλίο, τα περισσότερα ποιήματα έχουν τη σωστή οικονομία και φτάνουν με άμεσο τρόπο και λιτά μέσα στο στόχο. Δηλαδή κάτι έχουν να μας πουν.

Εξαιρετική η σύνθεση με τίτλο «Οι λέξεις». Οι λέξεις που είναι φετίχ, οι λέξεις που δικάζουν και καταδικάζουν, οι άστεγες λέξεις που πληθαίνουν καταθλιπτικά καθώς περνούν τα χρόνια. Οι λέξεις με την βαριά ιστορία, τα πολλά πρόσωπα και τους πολλούς συμβολισμούς! Στο ποίημα «Στάχτες του ασυνειδήτου» ο ποιητής συνδιαλέγεται με την Οδύσσεια του Ομήρου. Δεόντως διακειμενικός, κρατά ισορροπίες και μας βάζει σε παράλληλα σύμπαντα, σε ιδιαίτερες διανοητικές διαδρομές. Ένα όμορφο ποίημα για τον Καβάφη, κάποια ποιήματα ποιητικής, ολιγόστιχο ποίημα πάνω σε γνωστό στίχο του Κώστα Μόντη, ένα ποίημα για τον Ηρόστρατο, πολλές αναφορές στην Κύπρο, αλλά και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πενταλιά, και τα θέματά της. Πιάνεται κι αυτός όπως ο Καβάφης από ένα συμβάν, ή ένα ιστορικό πρόσωπο και το φιλτράρει ποιητικά με ενδιαφέροντα τρόπο χωρίς βερμπαλισμούς και χαοτικές πρακτικές. Ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας!

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ι

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Ti είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

II

Μέσα μας
θα εκκρεμεί πάντα
ένας ποιητής
όσο να βρεθεί
ο πυροκροτητής
της εύθραυστης οροσειράς
των λέξεων
που μας κυκλώνουν

***

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Και να θυμάστε
αν ψάχνετε για κάποιο μεταφυσικό έρεισμα
υπάρχει πρωτίστως
η θρησκεία
και ο Μαρξ
και δευτερευόντως
ο στρουκτουραλισμός
τα σκυλιά
τα γατιά
και άλλα ζώα
ο μεταμοντερνισμός
ο φεμινισμός
ο αθεϊσμός
το ροκ
το νέο κύμα
η μεταγλώσσα
οι μετά-αλήθειες.
Τίποτε απ’ όλα αυτά
δε σας κάνει;
Σας μένει τότε
μόνο η ψυχανάλυση.
Εννοείται
με έναν καλό ψυχαναλυτή.

***

ΚΥΠΡΟΣ 2016

Και το μέλλον
να σου χαμογελά
με σάπια δόντια
και συ να ψάχνεις
στο εννοιόλεξο
τα συνώνυμα
και τα ομόρριζα
των χρησμών
που θα το προσδιορίσουν.
Και στον Όλυμπο
οι Θεοί γελάνε.

Λίλια Τσούβα

vakxikon.gr 16/9/2018

Ο δομισμός στην ποίηση του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Ο Ρολάν Μπαρτ αποτελεί αναμφίβολα τη μεγάλη φιγούρα του δομισμού μετά τον Ελβετό γλωσσολόγο Φερντινάν ντε Σωσσύρ που έφερε στο προσκήνιο τη συμβατική, μη αναπαραστατική φύση της γλώσσας. Κλειδί για την κατανόηση των πραγμάτων, σύμφωνα με τον Μπαρτ, είναι η ένταξή τους σε μια ευρύτερη δομή αξιών, πεποιθήσεων και συμβόλων. Το σταθερό μέρος της λέξης, αυτό που μένει μετά την αφαίρεση όλων των προσφυμάτων και επιθημάτων, το ονόμασε Λεξήματα.

Τον όρο «Λεξήματα» χρησιμοποιεί ως τίτλο και ο Στέφανος Κωνσταντινίδης για τη νέα του ποιητική συλλογή. Γεννημένος στην Πενταλιά της Κύπρου, με σπουδές στην Ελλάδα και τη Γαλλία, διετέλεσε επί χρόνια καθηγητής στα πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ του Καναδά. Έλληνας της διασποράς μετακινείται συνεχώς ανάμεσα σε Κύπρο, Ελλάδα, Καναδά. Κοσμοπολίτης με ευρεία μόρφωση, πλούσιο συγγραφικό έργο και τεράστια συμβολή στην προώθηση των ελληνικών γραμμάτων στο εξωτερικό.

Στην ποίησή του ανευρίσκουμε στοιχεία δομισμού. Όπως ο Μπαρτ αφαιρεί τα προσφύματα και τα επιθήματα από τις λέξεις, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, απομακρύνει τις συμβάσεις των λέξεων και αποκαλύπτει τη διαρρηγμένη ενότητα πίσω από τα σημειωτικά συστήματα. Η ποίησή του οργανώνεται μέσα από παραλληλισμούς και έντονα φορτισμένες αλληγορίες, μέσα από δυαδικές συνδέσεις που σχετίζονται με βασικά δίπολα. Το κυριότερο δίπολο με το οποίο κινείται είναι η ελληνική – ρωμαϊκή αρχαιότητα- από τη μια- και η σύγχρονη εποχή, η εποχή της μετανεωτερικότητας- από την άλλη. Τις εποχές τοποθετεί σε μια συνεχή σύγκριση και αλληλοπλοκή.

Με βάση το συμβολικό κώδικα του Ρολάν Μπαρτ, οι δομές των αντιτιθέμενων στοιχείων είναι ο θεμελιώδης τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και ταξινομούν την πραγματικότητα. Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης, αν μελετήσουμε την ποίησή του σύμφωνα με τον κώδικα του Μπαρτ, ερμηνεύει το παρόν μέσα από τους συνεχείς παραλληλισμούς, τις αντηχήσεις, τις αντιθέσεις που προκύπτουν από τις δυαδικές δομές, τις δυάδες των ζευγαρωτών αντιθέτων, ενώ μέσα από τη συνεχή διαπλοκή του παρελθόντος με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αποκαλύπτει την υποκείμενη καθολική δομή, τα επαναλαμβανόμενα θεματικά μοτίβα.

Εν Αθήναις, Ιούλιος 2015 π. Χ.

Και οι Ούννοι
έφτασαν ως τις Θερμοπύλες
απειλητικοί
και κανένας Λεωνίδας
δεν προστατεύει πια τα στενά.
Κι αύριο
ποιος ξέρει
ενδεχομένως θα αναπέμψουν
τις προσευχές τους
από την Ακρόπολη
μέσα από τον Παρθενώνα.
Μαζί τους
Μπορεί να συμπροσευχηθούν
και οι ολιγαρχικοί.
Αυτοί ούτως ή άλλως
πάντα πρόδιναν
τη Δημοκρατία της Αθήνας
στο όνομα του ρεαλισμού
και ενάντια στον όχλο
και τους δημαγωγούς.
Το πρακτορείο Ρόιτερ
σε νεότερο τηλεγράφημά του
μεταδίδει την είσοδο στην Αθήνα
της έφιππης εμπροσθοφυλακής των Ούννων
ενώ ο αρχηγός τους υποσχέθηκε
μια νέα κυβέρνηση στους ιθαγενείς
κυβέρνηση, λέει, εθνικής ευθύνης.
Αναζητείται πρωθυπουργός.
(Με επώνυμον Επιτροπάκης
θα θεωρηθεί προσόν).

«Μέσα σ΄ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν ξένος», έγραφε ο Καμύ. Αυτή την αίσθηση της αποξένωσης παιανίζουν αρκετά ποιήματα του Κωνσταντινίδη. Έναν κόσμο που δεν γνωρίζει ηθική, με τη φρίκη και τη δυστοπία να έχει εισβάλει στην καθημερινότητα.

Η ποίησή του είναι κυρίως πολιτική. Τον απασχολούν τα πολιτικά ζητήματα της δημοκρατίας, της Ελλάδας, της Κύπρου, αλλά και η χρεοκοπία του πολιτισμού, η απομυθοποίηση των ιδεολογιών, η απαξίωση προς τις μεγάλες αφηγήσεις και τα μοντέλα του παρελθόντος. Εξάλλου, οι πολυπλόκαμες σπουδές του στα πεδία της Φιλολογίας, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, όπως και η ευρεία παιδεία του, ανοίγουν κατά πολύ το φάσμα της ποιητικής θεματικής.

Σκούριασαν το όνειρά μας
Μελπομένη
όπως τα πόμολα
στις παλιές πόρτες.
Σκούριασαν
και οι σιδερωμένες αλήθειες
που μας σερβίρουν.
Σκούριασαν
κι οι ένοπλοι έρωτές μας.
Μείναμε από οράματα
ξεμείναμε από μέλλον.
εδραιώθηκε
μια ξένη άνοιξη
βαρβαρική
και ντυθήκαμε κουρέλια
από το σεληνόφως.
Σ΄ ένα σκοτεινιασμένο υπόγειο
προχωρεί η μετεξέλιξή μας
σε πετρώματα
λουλουδιών και πεταλούδων.

Επικρατεί ως μοτίβο η διάψευση. Επικρίνεται η μεταμοντέρνα νοοτροπία, η καταναλωτική κοινωνία, ο τεχνολογικός πολιτισμός, η ολοκληρωτική επικράτηση της αισθητικής των μέσων που χειρίζονται τα πάντα, από την ιστορία και την πολιτική, έως το σώμα, την ψυχολογία, την ίδια την έννοια του εαυτού. «Στην κουλτούρα του μεταμοντέρνου δεν τίθεται πλέον θέμα μίμησης ούτε αντιγραφής, ούτε καν παρωδίας. Είναι μάλλον ζήτημα υποκατάστασης του ίδιου του πραγματικού από σημεία του πραγματικού», έλεγε ο Μπωντριγιάρ. Η ποίηση του Κωνσταντινίδη εκφράζει τους προβληματισμούς του ανθρώπου της μετανεωτερικότητας, που ζει σ΄ έναν μεσοποιημένο πολιτισμό (media society).

Τα εργοστάσια υποχώρησαν
στις πιέσεις
των ηλεκτρονικών υπολογιστών
και των επουράνιων δορυφόρων.
Οι εργάτες
σκόρπισαν
πλανόδιοι
άνεργοι
και ανέστιοι
στις γειτονιές
των αγγέλων.
Από τη θεματολογία δεν απουσιάζει φυσικά ο έρωτας, η γυναίκα, ο φεμινισμός, ο θάνατος, η ξενιτιά, το όνειρο, όπως και στοχασμοί γύρω από την ποίηση.
Η Ναυσικά λοιπόν
στο νησί των Φαιάκων
ήταν ο τελευταίος πειρασμός.
Η Πηνελόπη κέρδισε τη μάχη
καθώς δεν κατείχε
τη θεωρία του μεταμοντερνισμού
και αυτή των τραυμάτων
των χρωμάτων
αρνούμενη τη θεραπεία
στη βάση των φροϋδικών μεταβλητών
που της προτάθηκε.
Προτίμησε τη δοκιμασμένη
θεραπεία του αργαλειού της.
Ασχέτως των ανέραστων
ανοίξεων
που χαραμίστηκαν
κι οι παλαιοντολόγοι αδυνατούν
να αποκαταστήσουν
το πρόσωπό τους.

Ποίηση στοχαστική η ποίηση του Κωνσταντινίδη, αφήνει να διαφανεί ο βαθύς προβληματισμός μιας προσωπικότητας που διαβλέπει με τρόμο την ιστορία να επαναλαμβάνεται, συγκλονίζεται από τις άστεγες, ανήμπορες, ισχνές πλέον λέξεις των διαχρονικών αξιών και την επικράτηση λέξεων επικινδύνων, από την ελαφρότητα που βαφτίζεται βαρύτητα. Για το λόγο αυτό στις πολιτικές και κοινωνικές του συνθέσεις επικρατεί το αρνητικό λεξιλόγιο. Ουσιαστικά και επίθετα μη θετικά, (σκουριά, θάνατος, αίμα, λιποψυχία, αφανισμός, φυλακή αόρατη, όνειρα αλυσοδεμένα, δόντια σάπια). Το χωρίς έχει την τιμητική του (χωρίς κουπιά, χωρίς φτερά) και το ύφος είναι ιδιαίτερα δηκτικό.

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα με πιο ανάλαφρο ύφος- χαριεντίζον- και λεξιλόγιο καθημερινό.

Έπρεπε να έχει
και η ποίηση τη μέρα της;
Τι είναι αυτό το κακό που τη βρήκε;

Ο ποιητικός λόγος δομείται μέσα από την επανάληψη λέξεων κλειδιών, το σχήμα του κύκλου, τη συνυποδήλωση, τις ισοδυναμίες συλλαβών και ήχου, τους επιτονισμούς. Αυτοδύναμες λεκτικές εικόνες, συλλογισμοί, σκωπτικός τόνος, αποτελούν σταθερά στοιχεία της συλλογής.

Μην αδειάσουν κάποτε
Και την έννοια του ανθρώπου
και δεν έχουμε
πού την κεφαλήν κλίναι.
Μην αδειάσουν κάποτε
και την έννοια της ποίησης
πυροβολώντας στο ψαχνό
την άνοιξη!
Και μείνουμε
χωρίς τη Θεία Κοινωνία
μακριά από τους Δελφούς
χωρίς το Θαλή το Μιλήσιο
τον Αναξαγόρα
τον Παρμενίδη
το Δημόκριτο
το τέλος του μύθου.
Να περισώσουμε τουλάχιστον
στις ακτές της Ιωνίας
την κιβωτό του Ηράκλειτου
με τα αποσπάσματά του.

Ο στίχος διέπεται από μινιμαλιστική αισθητική παρά τις όποιες λυρικές εξάρσεις. Η οργή ωστόσο είναι συγκρατημένη, η έκφραση του προσωπικού πόνου λεπτή, ο λόγος βγάζει μια περηφάνια, μια νηφαλιότητα. Η συνεχής αλληλεξάρτηση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, ιστορίας και πολιτικής, διαμορφώνουν μια περίτεχνη κειμενική διεργασία αρμός της οποίας είναι τα συνεχή λογοπαίγνια και το παιχνίδι των συνειρμών.

Γνώρισμα της συλλογής είναι επίσης η διακειμενικότητα με τη μορφή είτε της έμμεσης ή αυτούσιας ενσωμάτωσης και αναφοράς σε άλλα κείμενα λογοτεχνικά, είτε της σύνδεσης με κείμενα μη λογοτεχνικά, όπως η ειδησεογραφία των εφημερίδων, συχνή αφορμή του ποιητικού του στοχασμού. Συνομιλεί ολοφάνερα με την ποίηση του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, του Κώστα Μόντη. Αποσπάσματα του ποιητικού τους λόγου εισβάλλουν αυτούσια ή έμμεσα. Όμως ο Κωνσταντινίδης είναι επί το πλείστον καβαφικός ποιητής. Η επίδραση του Καβάφη είναι εμφανής στη δομή, τη θεατρικότητα, τους συνεχείς ιστορικούς υπαινιγμούς και τη λεπτή ειρωνεία των ποιημάτων του.

Η συλλογή Λεξήματα του ποιητή, συγγραφέα και πολιτικού αναλυτή Στέφανου Κωνσταντινίδη είναι μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για το βάθος των νοημάτων, τις καίριες πολιτικοκοινωνικές αναφορές της, αλλά και για την αμεσότητα, την υποβλητικότητα του λόγου.

Όνειρα

Ι
Θα βρέξει, λένε όνειρα
μην πάρετε μαζί σας ομπρέλες.

ΙΙ

Να ονειρεύεστε
να ονειρεύεστε πολύ
τα όνειρα
είναι η πύλη
της αιωνιότητας
και η ανέλπιδη προσδοκία
του ποιητή
πέρα από το θλιμμένο
πρόσωπο των καιρών
και αυτό του θανάτου.
Τα όνειρα είναι ζεστά
στίγματα εκφυγής
από τη λατρευτική
ενός λευκού θανάτου.

ΝΟΜΑΔΑΣ  Β’ Εκβάτανα

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Φιλελεύθερος, 24 Ιουλίου 2018

Νομάδας Β΄Εκβάτανα

Στο τέλος, αυτό συμβαίνει με τους ποιητές που γράφουν πεζά, η ποίηση δεν τους εγκαταλείπει, τους αρέσουν τα παιχνίδια με την ιστορία, τη φιλοσοφία, την αυτογνωσία, αφήνονται ελεύθεροι, γράφουν κι έτσι τους χαιρόμαστε. Ο Μεγαλέξαντρος, η Ρωξάνη η Οφιλία, τα Εκβάτανα και όσα μας ταξιδεύουν, αλλά πάντα επιστρέφουν στην Πενταλιά. Το μέγα δίδαγμα. Από κει που ξεκίνησες, εκεί να επιστρέψεις.
Ο συγγραφέας ξέρει να διαβάζει κάτι παραπάνω από Ιστορία, έλεγχος και κριτική των πηγών, ο επιστήμονας δεν υποχωρεί μπροστά στο μυθιστοριογράφο, που κυκλώνει το θέμα, και περικυκλώνει τους αναγνώστες μέσα στον λαβύρινθο των σκέψεων, γνώσεων και προβληματισμών του, με ωραίες όμως αναφορές, μυθικές και ποιητικές, αφού ο λογοτέχνης μπορεί να πάει πιο πέρα από τον ιστορικό, δεν παύει όμως να είναι ο επαναστάτης, που ταυτόχρονα παλεύει για την ανατροπή δικτατοριών και φιλοσοφεί για τη δομή των λογοτεχνικών έργων.
«Είμαστε όλοι ξεριζωμένοι από κάπου». Μια χαρακτηριστική φράση μεστή περιεχομένου, ανάμεσα στις ιστορίες μελών της οικογένειας αλλά και της γενικότερης προσφυγιάς που επικρατεί σήμερα στον κόσμο μας. Κι έτσι με μια μονοκοντυλιά, φεύγουμε από την Πενταλιά, πάμε στην Αίγυπτο, στην Αθήνα και μάλιστα στο Παρίσι, τον καιρό των μεγάλων ονομάτων όπως του Σαρτρ, του Ντε Γκολ, του υπαρξισμού ως φιλοσοφίας και τρόπου ζωής και τις συζητήσεις για το επαναστατικό πνεύμα των Γάλλων, με θέσεις και αντιθέσεις, λόγο και αντίλογο.

Τον ίδιο καιρό στην Κύπρο δρα η ΕΟΚΑ Β’ ο Μακάριος και ο Γρίβας, ο καθένας στις θέσεις του, το μέλλον αόρατο αλλά οδυνηρό. Ζούμε με τον συγγραφέα για λίγο το Λονδίνο και παρακολουθούμε τις προσωπικές σχέσεις του με την Ανδρομάχη, οι πολιτικές αναλύσεις μαρξιστικού τύπου και Θουκυδίδειας έμπνευσης εμπλέκονται στις ερωτικές σχέσεις, η διαπλοκή καλλιτέχνη και επιστήμονα είναι εμφανής.
Το Πολυτεχνείο κατεβάζει Παπαδόπουλο και ανεβάζει Ιωαννίδη, από δικτατορία σε δικτατορία, συναντήσεις Καραμανλή το 1973 με Αμερικανούς, αλλά πάντα τα αρχεία για τον μελετητή είναι ελεγμένα. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου γίνεται ενώ ο συγγραφέας βρίσκεται στο Παρίσι. Η αγωνία, οι προσπάθειες να διευρυνθεί η ομάδα με Ελλαδίτες ονόματα ξακουστά της εποχής, ίσως βοηθήσουν. Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο είναι γεγονός, όπως και οι προσπάθειες να κατανοήσουν, να διαφωτίσουν, να επιδράσουν, η ομάδα των φοιτητών στη Γαλλία. Η εξιστόρηση των γεγονότων, των κύριων επεισοδίων, των πρωταγωνιστών, της πτώσης της Κύπρου.
Η συνάντηση στο Παρίσι του συγγραφέα με έναν Κύπριο φοιτητή που σπούδαζε στη Μόσχα του έδωσε την ευκαιρία να μάθει για τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Ο Στέφανος είναι ένας καλός συζητητής, ξεψαχνίζει, ρωτά τα ουσιώδη, μαθαίνει και ταυτόχρονα διδάσκει, διαφωτίζει.
Επιστρέφουμε στα γεγονότα της κυπριακής τραγωδίας, βιασμοί, προσφυγιά, πού και πώς να εξαντλήσει το βάρος των γεγονότων ο συγγραφέας, πώς θα τα έλεγε ο Καβάφης, ποια θα ήταν η στάση του Σεφέρη; Μια σειρά πολεμικών γεγονότων, με τον απαραίτητο έρωτα να απαιτεί τα της ζωής μέσα στις μέρες του θανάτου, κι η πρόσκληση για το Λονδίνο, να αναλάβει μια εφημερίδα παροικιακή. Εκεί οι Κύπριοι εργοστασιάρχες, οι εφημερίδες, η Εκκλησία, οι φοιτητές και τα κόμματα της αριστεράς εκεί. Μια γνωριμία με τον κυπριακό κόσμο μας του εξωτερικού. \

Δεν μπορεί να πει κανείς στον συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα
Στο μυθιστόρημα μαθαίνεις πράγματα από πρώτο χέρι, από άνθρωπο που είχε την ευκαιρία στη ζωή του και τις εμπλοκές σε καταστάσεις και τις γνωριμίες με ανθρώπους, έναν οραματιστή, επαναστάτη, που μέσα από τις γνώσεις και τη δίψα του διευρύνει τους ορίζοντές του και με τα επιστημονικά του εργαλεία αναλύει και μαθαίνει συνεχώς, ώστε να μεταδίδει στον αναγνώστη το κλίμα της εποχής, τους προβληματισμούς και τις καταστάσεις.
Ευτυχώς δεν μπορεί να πει κανείς στον συγγραφέα, έτσι γράφεται ένα μυθιστόρημα, γιατί έχουμε μπροστά μας ένα κείμενο/περίληψη όλων των κειμενικών ειδών, από ποίηση, πολιτική ανάλυση, Ιστορία, παράθεση κειμένων παντός είδους, ένας πολύπλευρος συγγραφέας ένα πολύπτυχο κείμενο μας δίνει, με τις λογοτεχνικές ποιητικές νησίδες του, τον φιλοσοφικό του λόγο, τη ρεαλιστική του γραφή, τις εμβαθύνσεις στη γνώση και ανάλυση γνωστών του περιοχών του επιστητού.
Η ανατροφή του μικρού παιδιού τους, οι θεωρίες του Πιαζιέ, οι προβληματισμοί για τη δεύτερη διατριβή του, μας περιδιαβάζουν σε μεθοδολογικά επιστημονικά θέματα ανάμικτα με τη φαντασία και τις σημαντικές γνωριμίες του με προσωπικότητες της εποχής. Βιβλία που διάβασε, θεωρίες μαρξιστικές στη βάση τους, η αντίθεση ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό, αντιθέσεις χαρακτήρων και μια δική του οπτική γωνία μελέτης των πραγμάτων.

Η πολιτική ζωή της δεκαετίας του 60
Η συγγραφή της δεύτερης διδακτορικής διατριβής, με θέμα την πολιτική ζωή της δεκαετίας του 60 περίπου, με την αποστασία, το Ιουλιανό πραξικόπημα, μας παραπέμπουν σε γεγονότα που ζήσαμε. Παίρνει το δοκτοράτο και ο προβληματισμός για το μέλλον συνεχίζεται, τα όνειρα και η πραγματικότητα. Μια επίσκεψη της οικογένειας στην Ισπανία ξαναφέρνει τον ζωντανό ρυθμό στην αφήγηση, την οπτική και δραματική της υφή, ιδιαίτερα χάρη στην ύπαρξη του μικρού Ιάσονα. Κι ύστερα η επίσκεψη στη Λισαβόνα, η επανάσταση μια μαγική λέξη, ελκυστική, κι η επιστροφή στο Παρίσι. Η εναλλαγή των ονομάτων των πρωταγωνιστών, η εναλλαγή μυθιστορημάτων, μέσα από το ένα να βλέπει τη συνέχεια ή σαν καθρέφτη το άλλο, πραγματικότητα και φαντασία, είναι στη διαρκή ροή του έργου.
Η καταφυγή σε γραφές άλλων, στο ημερολόγιο της Νεφέλης, στο μυθιστόρημα με αρχικά άλλης συγγραφέως, σε συνομιλίες με φίλους, στην προσπάθεια να παρουσιάσει αλλά προπάντων να ερμηνεύσει τα γεγονότα, βοηθούν το μυθιστόρημα να κυλίσει άνετα, στην ποικιλία των γραφών.
Βρισκόμαστε στη μεταπολίτευση, η Κύπρος έχει πληρώσει το τίμημα, ο Καραμανλής και η διακυβέρνησή του, η προσπάθεια των λοιπών να κατανοήσουν τι συμβαίνει, να αποσιωπήσουν το Κυπριακό προβάλλοντας συνεχώς το Πολυτεχνείο.
Και βρισκόμαστε στην Αμερική, ύστερα βέβαια από προβληματισμούς, γνώσεις, στάσεις και αντιστάσεις. Όμως, έστω και με δεύτερο δοκτοράτο, το Δημοτικό της Πενταλιάς δεν το ξεχνά, και αναζητεί το απολυτήριο του Δημοτικού του Σχολείου, επιστροφή στην παιδική αθωότητα, στη γενέθλια γη.
Είναι μερικές σελίδες ωραιότατες, γιατί ασχολούνται με το ωραιότατο, τον έρωτα, πλατωνικό ή μη, πραγματοποιημένο ή στις απαρχές της φαντασίας.
Η ιστορία όμως κάπου πρέπει να κλείσει, κι αυτό θα γίνει βέβαια στην Κύπρο, στην Πενταλιά βασικά. Ο επίλογος έστω μια περιληπτική θεωρητική τοποθέτηση για το εγχείρημα της συγγραφής. Μεγάλο πρόβλημα το μυθιστόρημα, η συγγραφή, ο γενέθλιος τόπος, η παιδική ηλικία, η Ιστορία των ιδεών και των πολιτικών εξελίξεων.
Ο Νομάδας Β΄Εκβάτανα, αποτελεί μια πλούσια κιβωτό. Ο αναγνώστης αμειφθήσεται.

Νομάδας, Α΄ Η έξοδος

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ
Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Πανεπιστήμιο Κύπρου

Στέφανου Κωνσταντινίδη, Νομάδας, Α΄ Η έξοδος,ΒΑΚΧΙΚΟΝ 2017

Το βιβλίο του Στέφανου Κωνσταντινίδη τιτλοφορείται Νομάδας / Α΄ Η έξοδος / [Τριλογία] / [Μυθιστόρημα], Αθήνα, εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Η ιστορία όπως θα δούμε ξεκινά το 1941 και εξακτινώνεται από το μικρό και ταπεινό χωριό Πενταλιά της επαρχίας Πάφου, γνωστό για την Παναγία του Σίντη, στην κοιλάδα του ποταμού Ξερού.
Ας ξεκινήσω όμως με κάποιες παρατηρήσεις σχολαστικού κριτικού-φιλολόγου για το εξώφυλλο και τη σελίδα του τίτλου, επειδή από εκεί ξεκινά ή πρέπει να ξεκινά η ανάγνωση ενός βιβλίου. Η λέξη «Νομάδας» λοιπόν σημαίνει βεβαίως «περιπλανώμενος» και μπορεί προφανώς να ταυτιστεί με τον ήρωα του μυθιστορήματος ή με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, εάν ο ήρωας του μυθιστορήματος δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του. (Για τη σχέση αφηγητή, συγγραφέα και πρωταγωνιστή του βιβλίου θα επανέλθω στη συνέχεια). Κατά τα άλλα: «Έξοδος», είναι ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της μυθιστορηματικής τριλογίας, ενώ η πρώτη επεξήγηση σε αγκύλες [«Τριλογία»] αποτελεί υπεσχημένη συγγραφική δέσμευση. Εάν είχαμε στα χέρια μας τους και τρεις τόμους, ολοκληρωμένη δηλαδή την τριλογία, θα συζητούσαμε με διαφορετικούς όρους και θα μπορούσαμε να σημασιοδοτήσουμε με ασφάλεια και τον τίτλο του πρώτου μέρους «Έξοδος» μια λέξη με ηρωικές και θρησκευτικές συνδηλώσεις. Για την ώρα κρατάμε τη λέξη-τίτλο στην άκρη, ως πρώτο ζητούμενο.
Η δεύτερη επεξήγηση σε αγκύλες αφορά το είδος του κειμένου: [«Μυθιστόρημα»]. Τι χρειάζεται, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αυτός ο ειδολογικός προσδιορισμός στο εξώφυλλο του βιβλίου; Θα μπορούσε ο αναγνώστης να το εκλάβει ως κάτι διαφορετικό; Ως χρονικό ας πούμε ή ως απομνημόνευμα ή ως αυτοβιογραφία; Η απάντηση είναι, ναι. Υπάρχει ένα ζήτημα ειδολογικού προσδιορισμού. Η επιθυμία του συγγραφέα να προσδιοριστεί το βιβλίο ως «μυθιστόρημα» έχει επομένως τη σημασία της και θα αναφερθώ σε αυτήν στη συνέχεια.
Η ιστορία όπως σας είπα ήδη ξεκινά σε ένα ξεχασμένο από τον θεό και τους ανθρώπους χωριό της Κύπρου στα 1941, στις αρχές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οι πρώτες περιγραφές αφορούν τη φύση και τους βασανισμένους από τη φτώχεια λιγοστούς κατοίκους του. Ηθογραφία, λοιπόν; Λησμονημένες, εικόνες της αγροτικής Κύπρου και μυθιστόρημα χαρακτήρων; Η απάντηση σε αυτή την περίπτωση είναι όχι, αν και δεν λείπουν από το μυθιστόρημα υποδειγματικές ηθογραφικές σελίδες. Ο αφηρημένος πίνακας εξάλλου στο εξώφυλλο του βιβλίου (υποθέτω πως μπήκε με τη συναίνεση του εκδότη και του συγγραφέα) στη συνείδηση του αναγνώστη λειτουργεί προγραμματικά ως υπόδειξη, ως υποβολή: απαγορεύει δηλαδή οποιαδήποτε συσχέτιση του βιβλίου με την παραδοσιακή ηθογραφική αφήγηση, ενω παράλληλα το συνδέει με τον μοντερνισμό. Πρόκειται για έναν χαρακτηριστικό πίνακα του σπουδαίου ρώσου μοντερνιστή ζωγράφου και θεωρητικού Βασίλι Καντίνσκι. Αλλά ποια σχέση μπορεί να έχει ένας πίνακας ενός εμβληματικού και ανήσυχου, καινότροπου καλλιτέχνη με ένα μυθιστόρημα το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς την Πενταλιά; Δεν θα άρμοζε περισσότερο ένας πίνακας αναπαράσταση του Κόσμου της Κύπρου (μια λεπτομέρεια από τον πίνακα του Διαμαντή για παράδειγμα) ή μια ηθογραφική φωτογραφική απεικόνιση απλών χωρικών ή έστω ενός παραδοσιακού σπιτιού, όπως η φωτογραφία στην πρόσκληση των διοργανωτών της αποψινής εκδήλωσης; Σημασία όμως δεν έχει τι θα προτιμούσαμε, ενδεχομένως, εμείς αλλά τι υπάρχει. Και αυτό που υπάρχει στο εξώφυλλο είναι ένας μοντερνιστικός πίνακας με έντονα χρώματα και θραυσματικά, διασπασμένα και απροσδιόριστα αντικείμενα. Δαιδαλώδης, κατακερματιστισμένος, ασυνεχής και αδιέξοδος όπως ακριβώς ο σύγχρονος κόσμος ή όπως ο Νομάδας ήρωας του βιβλίου: ο περιπλανώμενος σύγχρονος άνθρωπος ή ο λαβύρινθος της ψυχής, των σκέψεων και των ιδεολογιών του.
Η ιστορία, τώρα, επιμερίζεται σε 46 αριθμημένα άτιτλα κεφάλαια, ο αφηγηματικός λόγος εκφέρεται άλλοτε σε τρίτο και άλλοτε σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο, ενώ στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικά πρόσωπα: το πρώτο, ο κύριος αφηγητής (ο οποίος προφανώς μπορεί να συσχετιστεί με τον συγγραφέα), πανεπιστημιακός, εγκατεστημένος στο Μόντρεαλ του Καναδά, γεννημένος το 1941, επιστρέφει συνεχώς, ενίοτε νοερά με τη μνήμη του, στον γενέθλιο τόπο του, την Πενταλιά της Πάφου. Το δεύτερο πρόσωπο-αφηγητής, ο Απόλλωνας Θρασυβουλίδης, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, γεννημένος από φτωχή οικογένεια στην Πενταλιά, στις 28 Φεβρουαρίου 1941, απόφοιτος του Κολεγίου Πάφου (το οποίο είχε ιδρύσει και διηύθυνε ο ο θεολόγος Κώστας Λιασίδης), με σπουδές αργότερα στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική Σχολή, και ακολούθως στο Παρίσι.
Φαντάζομαι ότι κάποιοι από εσάς εύλογα έχετε ήδη αρχίσει να διερωτάστε αν πρόκειται πράγματι για δύο διαφορετικά πρόσωπα ή μήπως ο Απόλλωνας είναι Στέφανος και ο Στέφανος Απόλλωνας. «Όμως, ρε Στέφανε, να φέρουμε τον πατέρα σου από το χωριό, να τον στεναχωρήσουμε και προπάντων να χάσει ένα μεροκάματο είναι κρίμα. άλλωστε πια είσαι ολόκληρος άντρας», λέει στον Απόλλωνα ο γυμνασιάρχης Λιασίδης, ο οποίος όπως μας πληροφορεί ο αφηγητής πολλές φορές συνήθιζε να τον αποκαλεί Στέφανο αντί Απόλλωνα. Οι δύο πάντως συμπορεύονται ως το τέλος του μυθιστορήματος. Οσυγγραφέας-αφηγητής μαλιστα παραθέτει ενίοτε αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Απόλλωνα ή εν γένει από τα χαρτιά του και συνομιλεί χωρίς να συμφωνεί πάντα μαζί του («Σήμερα είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Απόλλωνα», σ. 191).
Ο δισυπόστατος λοιπόν Janus bifrons αφηγητής, με τα δύο πρόσωπα, Στέφανος Απόλλωνας είναι το πρώτο ενδιαφέρον αφηγηματικό επινόημα του συγγραφέα. Απ’ εκεί και πέρα εκ των πραγμάτων η ταύτιση του συγγραφέα-αφηγητή με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του θέτει σύνθετα θεωρητικά ζητήματα, με κυριότερο το ζήτημα των ορίων ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στην αυτοβιογραφία. Μήπως, με άλλα λόγια ο Στ. Κωνσταντινίδης μάς παρέδωσε τον πρώτο τόμο ενός τρίπτυχου μυθιστορήματος ή τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του; Και τι είναι αυτό που οριοθετεί το μυθιστόρημα από την αυτοβιογραφία; Μια γενική απάντηση είναι η εξής: στην αυτοβιογραφία ο συγγραφέας, ο αφηγητής, και ο πρωταγωνιστής ταυτίζονται είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει στο μυθιστόρημα για τον πολύ απλό λόγο ότι ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι πλασματικός, επινοημένος από τον συγγραφέα. Σταματώ εδώ τα θεωρητικά, με μια επισήμανση. Ο Στ. Κωνσταντινίδης θέτει αυτοβούλως το ζήτημα του ειδολογικού προσδιορισμού. Διαβάζω τη σχετική αναφορά (σ. 31):
“…. Είμαι ένας νομάδας που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Κάθισα δύο μέρες στην Πενταλιά. Εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό. Αναπόλησα το παρελθόν και ατένισα το μέλλον. Κάπως έτσι ξεκίνησε να γράφεται αυτή η αναφορά. Δεν ξέρω αν θα την πούνε μυθιστόρημα, χρονικό ή τι άλλο. Γράφει κανείς ανασύροντας μνήμες και πράγματα από το βαθύ υπόστρωμα όσων έχει ζήσει, όσων έχει ακούσει και όσων έχει διαβάσει. Και καμιά φορά, από μια λεπτομέρεια, έστω και ευτελή, μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Σημασία έχει πως αποδώ ξεκίνησε για να συνεχιστεί ο περίπλους ενός νομάδα. Δεν πρόκειται για αναφορά με στερεή χρονολογική βάση. Αν το πούνε μυθιστόρημα, ξεκαθαρίζω πως οι ήρωές του είναι δημιουργήματα μιας παραληρούσας φαντασίας που ζουν όμως την πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την Ιστορία, τη γεωγραφία, τη μυθολογία του κόσμου”.

Και περνώ αμέσως στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος: είπαμε ότι η ιστορία ξεκινά το 1941 με την περιπετειώδη γέννηση στην Πενταλιά του Απόλλωνα και ακολούθως τη βάφτισή του από τον εξωμερίτη δάσκαλο Προμηθέα Έλληνα. Αυτός διάλεξε και το όνομα «Απόλλωνας». Αυτές οι πρώτες σελίδες είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικές. Ίσως οι πιο λογοτεχνικές σελίδες του μυθιστορήματος. Υπογραμμίζω ότι το 1941 σε αυτό το κρυμμένο από τα μάτια του θεού χωριό της Κύπρου περίσσευαν τα αρχαία ελληνικά ονόματα: Όμηρος, Απόλλωνας, Προμηθέας κ.ά. Να μην ξεχάσω και τον Διονύσιο Σολωμού. Ακολούθως η αφήγηση παρακολουθεί την ενηλικίωση του Απόλλωνα και συγχρόνως τα ιστορικά γεγονότα, μικρά και μεγάλα: ο σεισμός του 1953, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, η εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, η εγκατάλειψη της Ένωσης, οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου, η συγκρότηση του μεταζυριχικού κράτους, τα γεγονότα του 1963 και οι βομβαρδισμοί της Τυλληρίας, η αποστασία του 1965 στην Ελλάδα, η στρατιωτική χούντα του 1967, τα γεγονότα της Κοφίνου τον ίδιο χρόνο και η ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η εισβολή των Ρώσων στην Πράγα το 1968.
Ο συγγραφέας σκαλίζει όλα αυτά τα γεγονότα με κριτική διάθεση και κάθε άλλο παρά ουδέτερα. Οι πολιτικοί αναλυτές θα βρουν ασφαλώς στο βιβλίο πολλά ερείσματα και αφορμές για συζήτηση. Γιατί εκτός όλων των άλλων το μυθιστόρημα είναι και πολιτικό. Κάθε ένα από τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα τα οποία πολύ συνοπτικά ανέφερα μόλις τώρα παρουσιάζεται με «θέση» και ισχυρή άποψη. Ελλείψει χρόνου θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα το οποίο αφορά τις συμφωνίες της Ζυρίχης: (σ. 125-126)
«Πέρα και από τον τριτοκοσμικό χαρακτήρα του κράτους, πέρα και από τα υπερβολικά προνόμια που δόθηκαν στην τουρκική μειονότητα, δύο ήταν τα σοβαρά προβλήματα του νέου κράτους: το πρώτο και πιο θανάσιμο ήταν το επεμβατικό δικαίωμα που δόθηκε στην Άγκυρα και του οποίου έκανε χρήση για την εισβολή του 1974. Το δεύτερο ήταν η καταπάτηση των αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τη συνέχιση της αρχής του οθωμανικού μιλέτ. Προβλέπονταν έτσι δύο ξεχωριστά εκλογικά Σώματα, ένα ελληνικό και ένα τουρκικό, που θα εκλέγανε τους αντιπροσώπους τους στη Βουλή, μάλιστα με αναλογίες που ευνοούσαν τους Τούρκους κατά πολύ περισσότερο της πληθυσμιακής πραγματικότητάς τους. Ξεχωριστά εκλογικά Σώματα προβλέπονταν και για την εκλογή του Έλληνα προέδρου και του Τούρκου αντιπροέδρου. Ό,τι οι Βρετανοί αποικιοκράτες επέβαλαν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο, τη διαίρεση της κυπριακής κοινωνίας σε εθνικοθρησκευτική βάση, έρχονταν τώρα να το επιβεβαιώσουν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις υπογραφές της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου. Δικαιωνόταν με λίγα λόγια η βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Για το θέμα αυτό, παραθέτω το άρθρο ενός ακαδημαϊκού, του Σ.Π.Κ., που αναλύει καλύτερα το φαινόμενο».

(Ο Σ.Π.Κ. του οποίου το δισέλιδο άρθρο παρεμβάλλεται στην αφήγηση πρός επίρρωσιν των θέσεων του αφηγητή, υποθέτω ότι πρέπει να είναι ο Στέφανος Κωνσταντινίδης).
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, σε μια ταραγμένη εποχή, ο Απόλλωνας μεγαλώνει, ονειρεύεται και αγωνίζεται για τις ιδέες του: ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Πάφο και φεύγει το 1960 με ελάχιστα χρήματα (100 λίρες συνολικά) για σπουδές στην Αθήνα. Παίρνει το πτυχίο του το 1965, επιστρέφει στην Κύπρο και υπηρετεί στη νεοσύσταατη ΕΦ το 1966, αξιωματικός μάλιστα στο 2ο Γραφείο. Δικτυώνεται, πολιτικοποιείται, και συμμετέχει ενεργά στα τεκταινόμενα: κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γρίβα, δημιουργεί σχέσεις με τον Λυσσαρίδη και τα μέλη της Ε.Α.Δ.Ε., συναντά τονΑλέξανδρο Παναγούλη και λίγο αργότερα στο Παρίσι τον Μιχάλη Ράπτη, Πάμπλο, ηγετική φυσιογνωμία της τροτσκιστικής παράταξης, και άλλα στελέχη του αντικτατορικού αγώνα.
Η σύνοψη που σας έκανα είναι κατ’ ανάγκην ελλειπτική. Παρέλειψα τους έρωτες του Απόλλωνα, τις διαπροσωπικές γενικά σχέσεις του, και στιγμές προσωπικές, όπως ο θάνατος της αδελφής του. Ο συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπεί μεταβαίνοντας από τον ιδιωτικό χώρο στον δημόσιο, από τη μικροϊστορία στην ιστορία, από τις καθημερινές λεπτομέρειες στα μείζονα γεγονότα. Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται με το εύρος και την ποσότητα των θεμάτων τα οποία αθροίζει στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Η αφήγησή του καλύπτει μια περίοδο τριών δεκαετιών από το 1941 ως το 1970 (από τη γέννηση του Απόλλωνα ως τη μετάβασή του για μεταπτυχικές σπουδές στο Παρίσι) και έντεχνα, καθώς η εστίαση στρέφεται επαγωγικά από το ατομικό στο συλλογικό αθροίζοντας πλήθος γεωγραφικών, λαογραφικών, γλωσσολογικών και φιλολογικών πληροφοριών. Ο αφηγητής λειτουργεί περισσότερο ως επιστήμονας, ερευνητής, ιστορικός, κοινωνιολόγος και πολιτικός αναλυτής, με αποτέλεσμα το βιβλίο μορφώνει εντέλει μια πανοραμική, ολιστική θα τολμούσα να πω, απεικόνιση μιας εξαιρετικά κρίσιμης εποχής.
Κράτησα για το τέλος αυτής της παρουσίασης μία τελευταία παρατήρηση η οποία αφορά άμεσα τη μοντερνιστική, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, ποιητική της αφήγησης. Την ονομάζω παραθεματική τεχνική. Ο συγγραφέας ενσωματώνει συγκεκριμένα στο βιβλίο του αποσπάσματα από κάθε λογής κείμενα: εγγραφές από προσωπικά ημερολόγια του Απόλλωνα, του Προμηθέα Έλληνα, του Παπασταύρου (του συνεξόριστου –με τον Μακάριο– στις Σεϋχέλλες), επιστολές, ποιήματα, στίχους τραγουδιών, ακόμη και αποσπάσματα από έναν παλιό τουριστικό χάρτη με πληροφορίες για τη χλωρίδα της Κοιλάδας των Κέδρων.
Η παραθεματική τεχνική υπονομεύει τη συνέχεια μιας ευθύγραμμης αφήγησης, δημιουργεί κύκλους, υποβάλλει με τον διακειμενικό συγκρητισμό ή και συμφυρμό την αίσθηση της πολύπλοκης φύσης των πραγμάτων, του κόσμου και των ιδεών, νομιμοποιεί την υποκειμενική αφήγηση και την ιδέα της σχετικότητας. Παράλληλα υπονομεύει και την ενότητα του μυθιστορήματος καθώς ενεργεί φυγόκεντρα, δημιουργεί ρωγμές και υποβάλλει την ιδέα της αταξίας και της πληθωρικής εκκρεμότητας. Εντέλει, και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το επίτευγμα του Στέφανου Κωνσταντινίδη, κατορθώνει να δώσει λογοτεχνική υπόσταση σε μια συνδυαστική προοπτική και να συνθέσει ένα υποδειγματικά πολυφωνικό μυθιστόρημα (πολυφωνικό με την μπαχτινική όπως θα έλεγε και κάποιος φίλος μου θεωρητικός της λογοτεχνίας).

ΤΑΣΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

Η έξοδος, http://www.vakxikon.gr, Απρίλιος 2018

Νομάδας Α’ Η έξοδος, μυθιστόρημα,

Επειδή είδα και εγώ τις αμυγδαλιές ν` ανθίζουν στην Πενταλιά και άκουσα τη μυστική συνομιλία του μοναστηριού του Σίντη με τον Ξερό ποταμό, επειδή συνάντησα τον Αλέξανδρο στον Γρανικό να μάχεται και στην Κομμαγηνή να διαλογίζεται, διεκδικώ το δικαίωμα αυτής της παρέμβασης.

Σαράντα τρία χρόνια μιας υπερπόντιας και διαπόντιας κοινής ψυχικής πορείας και αναζήτησης με νομιμοποιούν να είμαι εδώ απόψε. Τίποτα όμως δεν μου επιτρέπει την κατα μέτωπο επίθεση στην απέραντη σεμνότητα του φίλου μου. Γι` αυτό αντί του βαρύγδουπου βιογραφικού, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, αντί ακόμα του κειμένου που ήθελα να τιτλοποιήσω «Δυο λόγια για τον Στέφανο», θα αποπειραθώ να περιγράψω κάποιον νομάδα με το όνομα Αλέξανδρος ή Απόλλωνας ή ότι άλλο εσείς επιλέξετε.

Ποιος είναι λοιπόν ο νομάδας; Είναι ο τάλας Βεδουίνος που για την επιβίωσή του τριγυρνά την έρημο του κόσμου, έχοντας όμως δική του τη χαρά της όασης; Είναι ο Οδυσσέας που υπομένει τη μοίρα του και την εκδικητικότητα των θεών, αλλά για αντιστάθμισμα πολλά, όσα κανείς άλλος είδε κιέμαθε; Είναι ο Αλέξανδρος που περιέρχεται τη γη προμαχώντας, και τιτρώσκοντας, χωρίς στο τέλος ν αφήσει πίσω του ούτε το μνήμα του; Και ποια άραγε είναι η πατρίδα του νομάδα;

Το βιβλίο και τα πεπραγμένα του συγγραφέα καθορίζουν την Πενταλιά, την Αθήνα, το Παρίσι, το Μόντρεαλ. Μα η πατρίδα δεν είναι μόνο γεωγραφική έννοια. Η ψυχή ενός νομάδα δεν χωρά σε γεωγραφικά όρια. Γι αυτό εξάλλου υπερβαίνει τα σύνορα, κυνηγώντας το είδωλό του στις γειτονιές του κόσμου. Σίγουρα εγώ ξέρω, γιατί τόσα χρόνια το βιώνω, πού ανήκει η ψυχή αυτού του στρατευμένου, παλαιάς κοπής, πατριώτη και ευπατρίδη. Ανήκει στην Κύπρο. Εκεί είναι κατατεθειμένη και δεσμευμένη. Αλλά όχι μόνο. Ανήκει εξ ίσου στον κάθε άνθρωπο, εδώ κι αλλού, ανήκει στην πίστη ότι, ως έλλογο ζωικό είδος, ο άνθρωπος αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό που έχει, δηλαδή από αυτό που του παρέχουν ή του επιτρέπουν να αποσπά. Αξιοπρέπεια είναι η λέξη. Αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη, ατομική, ομαδική, εθνική, παγκόσμια. Αυτή είναι η μοίρα και η τιμωρία του. Να τριγυρνά τον κόσμο πολεμώντας, αναζητώντας και απορώντας, πότε θλιβόμενος από την περίσσια φρίκη και πότε εκστασιαζόμενος από την ανείπωτη ομορφιά. Το μυθιστόρημα του είναι η μαρτυρία πολύχρονων περιπλανήσεων στον κόσμο. Γι αυτό δεν έχει όρια, είναι εκτός πλαισίων και καθορισμένων κανόνων, λογοτεχνικών ή άλλων. Κύρια γνωρίσματά του, συχνά αντιφατικά κι αντικρουόμενα, η μυθιστορηματική πλοκή και η καθημερινότητα του ημερολογίου, η ποιητική ευαισθησία και η ακριβής δημοσιογραφική καταγραφή γεγονότων, η απεριόριστη φαντασία που διαγκωνίζεται με την πραγματικότητα, η διεισδυτικότητα του δοκιμίου και η καθολικότητα του χρονικού.

Πού να το κατατάξουμε λοιπόν; Αν πρέπει δηλαδή να το κάνουμε; Είναι ιστορικό μυθιστόρημα ή φιλοσοφικό πόνημα , αυτοβιογραφία ή επιστημονική φαντασία, κοινωνιολογική μελέτη, μάθημα πατριδογνωσίας, πολιτικό μανιφέστο ή ταξιδιωτικό στη ψυχή του κόσμου;

Είναι όλα αυτά κι’ άλλα πολλά. Τόσα όσα τα βάσανα, οι περιπλανήσεις και οι αναζητήσεις του συγγραφέα. Ποιος είναι όμως ο συγγραφέας; Σύμφωνα με τα βιογραφικά του δεδομένα έχει θητεύσει και ενπολλοίς διαπρέψει στην ποίηση, στην πεζογραφία, την πολιτική επιστήμη, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφική σκέψη, την ακαδημαϊκή διδασκαλία και σ άλλα πολλά. Πάνω απ΄ όλα είναι ο διανοητής, ο στοχαστής, ο μαχητής, ο επιστήμονας που τέμνει και εξετάζει τον κόσμο, ιχνηλατεί τις εσωτερικές του δομές, εντοπίζει τις μυστικές του διαδρομές, ψάχνει τις αντιφάσεις και τις νομοτέλειές του. Και αυτό όχι μόνο για να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά – για να θυμηθούμε και τον Μάρξ – για να τον αλλάξει. Εργαλείο και μέθοδός του, όπως και στο επιστημονικό του έργο, η διαλεκτική και η πάντα επίκαιρη αναντικατάστατη μαρξιστική θεώρηση της πραγματικότητας. Πάντα με παρρησία, εντιμότητα , αυθεντικότητα. Από τους λίγους δηλαδή που το αποτολμούν στις μέρες μας και τα μέρη μας, αφού οι περισσότεροι προτιμούν τη συμφερότερη πολιτικο – λογοτεχνική συναλλαγή. Γι ’αυτό οι κάλπηδες και κομπογιαννίτες δεν αγαπούν, αλλά ούτε και συγχωρούν τους ενοχλητικούς νομάδες. Όσο για τους κατ’ ισχυρισμό, νόμιμους κληρονόμους των μαρξιστικών τίτλων ιδιοκτησίας, αυτοί μας έχουν μπερδέψει για καλά ή μάλλον έχουν οι ίδιοι μπερδευτεί από πού έρχονται και που πάνε.

Σε όλους αυτούς εξαιρετικά συστήνω την ανάγνωση του «Νομάδα». Μα και των άλλων δυο μυθιστορημάτων που θα ακολουθήσουν για να ολοκληρωθεί η τριλογία. Σιγά σιγά, ψηφίδα με ψηφίδα συντελείται το μωσαϊκό, η γιγαντιαία τοιχογραφία που πέρα από την αισθητική θα μας δώσει και τη χαρά της κατάδυσης στα σώψυχα αυτού του τόπου και του κόσμου του.

Ο συγγραφέας επέλεξε να τελειώσει το έργο του με την αναφορά σ’ ένα πονεμένο τραγούδι . Εκείνο του άμυαλου Κεμάλ, ενός νέου από σόι, απογόνου του Σεβάχ του θαλασσινού, που ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο «στης Ανατολής τα μέρη, στη Μοσούλη, στη Βασόρα , στην παλιά τη χουρμαδιά». Νάτους πάλι οι πλάνητες Βεδουίνοι και οι νομάδες της ερήμου. Επιμένουν να έρχονται προς εμάς μ’ ένα τραγικά επίκαιρο τρόπο. Και μαζί τους ο δικός μας νομάδας, να διερωτάται αν άξιζε να έχει πάρει, όπως και ο Κεμάλ, το δρόμο του ονείρου.

Και για να τελειώνω και εγώ αυτή τη νομαδική περιήγηση, θα ζητήσω ένα μεγάλο συγνώμη από τον Γκάτσο και τον Χατζηδάκι για το θράσος μου και θα ευθυγραμμιστώ με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη λέγοντας: «Καλημέρα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος σίγουρα θ’ αλλάξει».

Τουλάχιστον, πιστεύοντάς το, μπορούμε να ονειρευόμαστε. Γιατί είναι οι ονειροπόλοι που παίρνουν τον κόσμο μπροστά και όχι οι άλλοι της ηττοπάθειας και της συνθηκολόγησης.

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη και στο Παρίσι (Docteur d’État). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες κι Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Λαβάλ, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά (ΚΕΕΚ).

Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας κι Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα κι είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Βακχικόν το μυθιστόρημά του Νομάδας Α’ Η έξοδος και η ποιητική του συλλογή Λεξήματα.

Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες της Κύπρου, της Ελλάδας και της διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία κι είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο «Φιλελεύθερο» της Κύπρου.

Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού “Études helléniques”/ “Hellenic Studies”. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού).

«Νομάδας Α΄ Η έξοδος» σε πρώτο πρόσωπο…

«Η έξοδος» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας «Νομάδας». Είναι επίσης το πρώτο μου μυθιστόρημα. Έχω όμως στο ενεργητικό μου δυο συλλογές διηγημάτων. Άλλωστε διηγήματα μου βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά εδώ και δεκαετίες. Το μυθιστόρημα μου δίνει την δυνατότητα να εκφράσω ένα κόσμο που δύσκολα περικλείεται στο διήγημα. Δύσκολα περικλείεται και στην ποίηση με την οποία ασχολούμα εκ της νεότητας μου, κι ας λέει ο T.S. Eliot ότι με λίγους στίχους ισοφαρίζεις ένα μυθιστόρημα. Το μυ θι στό ρη μα εί ναι έ να ο λό κλη ρο σύμ παν που φι λο δο ξεί να συμ πε ρι λά βει και να εκφράσει τα πάν τα, από το τοπίο και το πέρασμα του χρόνου μέχρι την ιδεολογία και τις μύχιες σκέψεις των ηρώων του. Βέβαια κάποτε, ό,τι εκφράζει σήμερα το μυθιστόρημα εκφραζόταν και μέσα από την ποίηση, την ποίηση του Ομήρου, του Ησίοδου, αυτή της τραγωδίας, τη μεσαιωνική ποίηση. Στην νεοτερική κοινωνία, μετά τη βιομηχανική επανάσταση, η ποίηση ακολουθεί άλλους δρόμους και γεννιέται το το μυθιστόρημα έκφραση της αστικοποίησης και των νέων κοινωνικών σχέσεων. Στο δικό μου μυθιστόρημα η αφήγηση μετακινείται διαρκώς από το ατομικό στο συλλογικό και από το παρόν στο παρελθόν. Υπάρχει αυτή η συνεχής εναλλαγή που εκφράζει την πολυπλοκότητα του κόσμου στον οποίο αναφέρεται. Και όπως συμβαίνει στη μυθιστορηματική γραφή, το υλικό με το οποίο οικοδομείται προέρχεται από βιώματα, από ακούσματα και διαβάσματα και από την φαντασία. Σε τελική ανάλυση η φαντασία επεξεργάζεται βιώματα, ακούσματα και διαβάσματα, τα αναπλάθει και τα αναδημιουργεί, προσθέτει και τη δική της οπτική και οικοδομεί μια ιστορία, ένα αφήγημα που εκφράζει μια εποχή και τον κόσμο της. Με αυτή την έννοια ο «Νομάδας» έχει κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις. Είναι το χρονικό μιας εποχής από την οπτική γωνία της λογοτεχνίας. Είναι γνωστές οι συζητήσεις σε αυτό το επίπεδο για τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας, για τη σχέση κοινωνιολογίας και λογοτεχνίας. Αυτή η σχέση είναι πολύ πιο ξεκάθαρη στην περίπτωση του μυθιστορήματος. Νομίζω αυτό θα το διαγνώσει και ο αναγνώστης του δικού μου μυθιστορήματος. Θα έλεγα ότιισορροπώ μεταξύ πραγματικότητας, προσωπικής και ιστορικής, και μυθοπλασίας.

Η επιρροή της ελληνικής κρίσης…

Η ελληνική κρίση επηρεάζει έμμεσα τη γραφή μου. Θα έλεγα ότι ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι μελέτη των αιτίων αυτής της κρίσης. Οι κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις του μυθιστορήματος στις οποίες αναφέρτηκα παραπάνω, επιτρέπουν στον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καταλήγει όμως στο τέλος και με μια ευθεία αναφορά στην κρίση: «Στην Πενταλιά ανθίσαν οι αμυγδαλιές, Αλέξανδρε. Κι η μάνα σου να περιμένει την επιστροφή σου από τα Γαυγάμηλα και την Κομμαγηνή. Πήγες πολύ μακριά, Αλέξανδρε. Καιρός να γυρίσεις, να προλάβεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Κι ύστερα, σε περιμένουν οι πόλεις με τις ουρές στα συσσίτια, τις ουρές μπροστά στα κλειστά καταστήματα, τις ουρές μπροστά στα κλειστά εργοστάσια, τα παιδιά με τα λεκιασμένα ρούχα και τις πρησμένες κοιλίτσες στα φανάρια».

Το κυπριακό ζήτημα…

Κάθε συγγραφέας επηρεάζεται νομίζω άμεσα ή έμμεσα από το γενέθλιο του τόπο. Χρειάζεται όμως να προσδιορίσουμε τι εννοούμε με γενέθλιο τόπο! Ή τουλάχιστον να προσδιορίσω αυτό που εννοώ εγώ και που διακτυνώνεται μέσα από το μυθιστόρημα μου. Είναι πρώτα η Πενταλιά των παιδικών μου χρόνων, η Πάφος και η Κύπρος στη μαθητική ζωή μου και τα πρώϊμα χρόνια της εφηβείας και είναι η Αθήνα και η Ελλάδα των φοιτητικών χρόνων. Αυτός είναι ο δικός μου γενέθλιος τόπος. Φυσιολογικά το Κυπριακό αποτελεί ένα κομματι της ζωής μου. Αλλά το ίδιο αποτελούν κομμάτια της ζωής μου το ελληνικό φοτητικό κίνημα και οι αγώνες για τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Άλλωστε αυτοί οι φοιτητικοί και γενικότερα οι δημοκρατικοί αγώνες στην Ελλάδα διαπλέκονται άμεσα με το Κυπριακό. Αυτοί είναι οι τόποι στους οποίους εξελίσσεται το μυθιστόρημα με όσα συμβαίνουν σε αυτούς, με τοιχογραφίες της ιστορίας και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Βέβαια το μυθιστόρημα πάει πιο πέρα κάποια στιγμή, ένα κομμάτι του εξελίσσεται στο Παρίσι. Είναι ο νέος γεωγραφικός, πολιτισμικός και ιδεολογικο-πολιτικός χώρος που διαπλέκεται με την Κύπρο και την Αθήνα. Είναι η πορεία του νομάδα που ξεφεύγει από αυτό που ονοματίζουμε «εθνικός χώρος», διευρύνονται τα όρια του και διαφαίνεται ο κόσμος από μια άλλη οπτική γωνία, τη διεθνιστική.

Για την ποιητική συλλογή «Λεξήματα»…

Δυό λόγια για τη ποιητική μου συλλογή «Λεξήματα». Πρόκειται για ποιήματα που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια, με την εξαίρεση κάποιων που είναι μέρος ίπαλαιότερης δουλειάς μου, αλλά δεν υπάρχει χρονολογική σειρά. Είναι η έκτη ποιητική μου συλλογή και αποτελεί συνέχεια μιας πορείας που ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Η ποίηση μου επιτρέπει να ανασαίνω, να ονειρεύομαι χωρίς περιορισμούς. Αλλά δεν είνα χωρίς οδύνη.

Κάθε μέρα
πολιορκείς τις λέξεις
να γεννηθεί ένα ποίημα.
Και τα βράδια
τα ποιήματα
γίνονται όνειρα.
Την αυγή έρχονται
οι ονειροσυλλέκτες
και τα μαζεύουν.
Είναι η δική σου
η δεύτερη άλωση.

Ό,τι ξεφεύγει από τους ονειροσυλλέκτες,είναι το ποιητικό απόσταγμα που περισώζεις.

Η σχέση με τη λογοτεχνία…

Έχω μια μακρόχρονη σχέση με τη λογοτεχνία, σχέση ζωής θα έλεγα. Άρχισα να δημοσιεύω ποιήματα και κάποια κριτικά σημειώματα από μαθητής Γυμνασίου και αυτή η σχέση διευρύνθηκε στα φοιτητικά χρόνια όταν είδαν το φως και τα πρώτα πεζά μου σε μορφή διηγημάτων. Θα ακολουθήσουν οι πρώτες ποιητικές μου συλλογές και πολύ πιο ύστερα οι συλλογές διηγημάτων. Εξακολουθώ επίσης σποραδικά να γράφω κριτική, να παρουσιάζω κάποιες δοκιμιακές προσπάθειες και να δημοσιεύω χρονογράφημα.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια…

Συνήθως δεν προγραμματίζω την συγγραφική μου δουλειά. Δεν πιστεύω στον προγραμματισμό, ειδικά όσον αφορά την ποίηση. Όμως στην πεζογραφία ένας μίνιμουμ προγραμματισμός είναι αναγκαίος. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την μυθιστορηματική μου τριλογία «Νομάδας», είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει το δεύτερο μυθιστόρημα της το 2018 και το τρίτο το 2019. Από εκεί και πέρα υπολογίζω κάποια στιγμή να εκδώσω σ΄ενα τόμο σκόρπια κείμενα μου, δοκιμιακά ή φιλολογικά σημειώματα, παλιές συνεντεύξεις δημοσιευμένες εδώ και εκεί, της εποχής των φοιτητικών χρόνων, με σημαντικούς συγγραφείς όπως τον Μυριβήλη, τον Θεοτοκά και άλλους, και ίσως κάποια νέα κείμενα. Μια άλλη φιλοδοξία είναι να προσθέσω στην «Επισκόπηση της Νεότερης Κυπριακής Ιστορίας» που κυκλοφόρησε το 2011 ένα δεύτερο τόμο που θα αφορά την πολιτιστική ζωή της Κύπρου από την οθωμανική περίοδο ως τις μέρες μας και την διασύνδεση της με το λεγόμενο «εθνικό κέντρο», ουσιαστικά δηλαδή με την Αθήνα. Δεν ξέρω επίσης αν θα καταφέρω κάποια στιγμή να δώσω μορφή βιβλίου σε σκόρπια μελετήματα μου για τη λογοτεχνία της διασποράς. Δεν ξέρω επίσης αν θα υπάρξει συνέχεια στην πεζογραφία μετά την τριλογία. Στην ποίηση το θεωρώ δεδομένο ότι θα υπάρξει μιας μορφής συνέχεια κάποια στιγμή. Εκεί κάθε μέρα θα πολιορκώ τις λέξεις! Αλλά το συνηδητοποιώ: Ars longa, vita brevis!

https://www.vakxikon.gr/stefanos-kwnstantinidis/

Αντιγόνη Σολομωνίδου Δρουσιώτου

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 18/9/2018

Πέντε λεπτά με τον Στέφανο Κωνσταντινίδη, συγγραφέα-ακαδημαϊκό

1. Παρουσιάζετε τα «Εκβάτανα», το δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο Νομάδας; Ναι, αύριο Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου, στις 19.30 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Στροβόλου (παλιό Δημαρχείο). Το βιβλίο παρουσιάζει το Ερευνητικό Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και θα μιλήσουν ο Παντελής Βουτουρής, καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου, και ο Άριστος Μιχαηλίδης, δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του «Φιλελεύθερου».

2. Ως ποιητής, πού θα λέγατε ότι συναντάται η ποίηση με την Ιστορία; Διαχρονικά από την εποχή του Ομήρου ώς τον Καβάφη και τους πιο κοντά σε μας, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Αναγνωστάκη, η ποίηση αφουγκράζεται μόνιμα την Ιστορία και θέτει υπό αμφισβήτηση ιδέες και βεβαιότητες. Είναι μια γόνιμη συνάντηση και γόνιμος διάλογος. Η Ιστορία είναι η ενδοχώρα της ποίησης. Με αυτή την έννοια η ποίηση συμβιώνει με την ιστορική μνήμη καθώς ο ποιητής φέρνει από την ενδοχώρα της Ιστορίας πρόσωπα και τόπους που μιλούν και για το παρόν. Έτσι ο ποιητής αναδεικνύεται στοχαστής της Ιστορίας.

3. Ποια γεγονότα αγγίζει το δεύτερο μυθιστόρημα; Την Ελλάδα της δικτατορίας, την Κύπρο του πραξικοπήματος και της εισβολής, το Παρίσι του Σαρτρ και του Μάη του ΄68, τον κόσμο της αμφισβήτησης στα πανεπιστήμια και τους τόπους εργασίας, τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βιετνάμ και τα αντιαποικιακά κινήματα, το φεμινιστικό κίνημα, τη γεωπολιτική του έρωτα και την τοπογραφία της μεταφυσικής. Διακειμενικότητα και πολυφωνικότητα αποτελούν άξονες της αφήγησής του.

4. Το κάθε μυθιστόρημα της τριλογίας διαβάζεται ως αυτόνομη ιστορία; Ναι, ωστόσο υπάρχει συνέχεια και ενότητα μεταξύ τους αφού και τα τρία μαζί συνιστούν ανατομία μιας εποχής με κοινωνιολογικές και πολιτικές προεκτάσεις και διακειμενικές αναφορές, μέσα από μια σύνθετη και πολυπρόσωπη αφήγηση.

5. Τι δένει την τριλογία; Νομίζω ότι τη δένει το γεγονός ότι τα τρία μυθιστορήματα συνιστούν μιαν αφήγηση ενός ευρύτερου συνόλου, μιας εποχής κομβικής για την ιστορία του 20ού αιώνα, όπου η ουτοπία για έναν καλύτερο κόσμο ήταν ακόμη ζωντανή πριν την αποτελειώσουν οι τραπεζίτες, οι τεχνοκράτες και οι λογιστές!

http://www.philenews.com/koinonia/anthropoi/article/582821/pente-lepta-me-ton-stefano-konstantinidi-syngrafea-akadimaiko

ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

ειρηνη2

.

Η Ειρήνη Ιωαννίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967 όπου και ζει.
Απόφοιτος του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και στα περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Αίτιον. 

1-σωμα δρομολογιο εξ

Σώμα Δρομολόγιο (2016)

ΒΡΑΔΙΝΟ

Με κρύο νερό
ξεπλένω χλόη για βραδινό
Σ’ ένα μεγάλο μπολ
κόβω καρδιά, μαρούλι, δυόσμο
Στην άκρη του δωματίου
σε βλέπω να με τρως
Εγώ
μικρές μπουκιές
αμάσητα φιλιά
να κατεβαίνω στο λαιμό
Στις σκοτεινές γωνιές σου
Να κρύβομαι
Με καταπίνεις
Σε κατοικώ –

Ποιήματα ανθολογούνται τώρα
πάνω στο σώμα σου

ΣΤΙΓΜΗ

Το σώμα γλιστράει
στον υγρό δρόμο
Τα γκάζια πατημένα τέρμα

Στη στροφή
οι κορυφές των δέντρων
αδυνατούν να ρυμουλκήσουν
το φαιό

Τοξικές εκκενώσεις
Παιδικά δάχτυλα
Διαμπερή τραύματα

Στο τραπέζι χορεύουν φράσεις
κάτω απ’ τα μάτια
κάτω απ’ το βάρος

απειλούν, ικετεύουν, σκοτώνουν

Η στιγμή είναι κάθετη και περιεκτική
χωράει μια αιωνιότητα
κορεσμού

Αύριο θα χρησιμοποιώ και πάλι λέξεις
φθόγγους
Θα λέω
Βγάλτε μου τις χειροπέδες
Εξημερώθηκα

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΛΩΤΟΦΑΓΟΥΣ

Η μνήμη απωλέσθη
ως καρπός ώριμος και γευστικός.
Έγκαιρα από κυνόδοντες θρυμματίστηκε και κοπτήρες επιδέξιους
και μόνο ως ανάμνηση πλέον
ως τοξικό απόβλητο
στο παχύ έντερο περιφέρεται

Η γνώση και αυτή θα υποκύψει,
αργά ή γρήγορα, ακολουθώντας•
και η γλώσσα θα πλαταγίζει άσκοπα
αναζητώντας τα τείχη της εκφοράς των λέξεων

εκεί που τώρα άνθη φύονται

ΣΥΜΠΑΝ

Κάθε που το μάτι στρέφεται στο πλάι
μη και χαθεί το στίγμα το αυθαίρετο της ύπαρξης
ίσαμε να πιεις μια γουλιά και να αφουγκραστείς
από πού αυτές οι αχτίνες φωτός…
Το Σύμπαν καταγράφεται

Το συναίσθημα της πρόωρης διεκπεραίωσης
καταγράφεται
με κάτι σκούρα πέταλα τριαντάφυλλου
εκφυόμενα τώρα στο τραπέζι, σκληρό υλικό
με ρίζες στο υπέδαφος

ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Κοιτάς το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι
είσαι η ωραία κοιμωμένη
σ’ ένα δάσος με τριανταφυλλιές

Ακουμπάς το πόδι σου στο δάπεδο
Διαπιστώνεις ότι το χώμα είναι
ένα σκούρο καφέ [λάμινεϊτ το λένε]
ασορτί με τις πόρτες
Καμία που να γράφει

Έξοδος Κινδύνου

Μόνο ένα αντίγραφο του Γκογκέν στον απέναντι τοίχο
Άλλωστε, και η δική του Ταϊτή ψεύτικη ήταν

ΚΥΛΙΟΜΕΝΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ

Λάνσελοτ σου φωνάζω
ρίχνοντας σκάλες τα μαλλιά
Σε άλλη εποχή
θα έπρεπε να ζούμε –

Οι κυλιόμενες εμπορικού
δεν βοηθάνε στην απαγγελία
των προϊόντων ομορφιάς

Σήμερα φοράω όλη μέρα
νεότητα κατάσαρκα
Κοιτάζω στον καθρέφτη
όλα τα σημάδια είναι ακόμη εκεί:
ένα πόδι χήνας,
μια σκιά στα κάτω βλέφαρα,
χρόνια αϋπνίας
και ήλιου

Κι η αγάπη μαζεμένη
σε ένα χαμόγελο
– Μάζεψες αρκετή ζέστη τα καλοκαίρια,
μου ψιθυρίζω στο ταμείο

(δικαιούστε δώρο μια κρέμα νυκτός)

ΙΕΡΗ ΝΟΣΟΣ

Ανοίγεις την σελίδα –
ένα ποίημα
Δεν θα το διαβάσεις
η απόσταση θα το σβήσει
ο χρόνος θα θέσει τα όρια

Ένα ποίημα
δεν διαβάζεται
σε καταβροχθίζει
σαν ιερή νόσος
σου τρώει τα σωθικά
σε κάνει δικό του

Όπως το σκοτάδι ακουμπάει
στη στέγη του σπιτιού
και οι τοίχοι σε συνθλίβουν
με αγάπη λευκή και ακατέργαστη –

κλείνεις τη σελίδα έξω
από το μυαλό σου

ΑΙΘΟΥΣΑ ΘΕΑΤΡΟΥ

Μια ανάσα ή δύο
η απόσταση ανάμεσα
Ίσαμε τέσσερα ζευγάρια μάτια
αλλά τα χέρια δεν φτάνουν
ούτε ο χρόνος

Η υγρασία επικάθησε σε φύλλα
Τα ίχνη καλύφθηκαν
οι γερανοί στην αποβάθρα
δεν ερωτεύτηκαν

Στο στήθος
η ορατότης μηδέν
Τα μάτια εκείνα Στεγνά δεν υπήρξαν

ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

Παγωμένη λίμνη κάτω από τα πόδια
πάλι από μανίκι γραπώνεσαι

Δείξε μου τώρα
εκείνη την πιρουέτα

Θα σε ακολουθώ όπως πάντα στις μύτες
πρώτα όμως
κατέβασε κάτω τα σκουπίδια –

η σκάλα γλιστράει Είμαστε μιούζικαλ τελικά

ΔΕΙΠΝΟ

Ένα τραπέζι στρωμένο
Δυο στόματα καθηλωμένα
στο ερώτημα της τροφής:
και τώρα που τελείωσε η επιθυμία;
τι προς βρώση; τα οστά μήπως;

Και τα μέλη αυτά που τόσο εξαίσια μαζί,
επί ξύλου κρεμάμενα
Και το μαρτύριο εις σάρκα μία
εσαεί και εις τους αιώνας ανυπόστατο –

Τι και αν τον χυμό με ζήλο ρούφηξαν
Τώρα η ερώτηση καθηλωτική:
Πόσο το μαχαίρι εις βάθος
θα λάμψει την αλήθεια των σπλάχνων;

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (ΜΠΛΕ)

Στον Πάνο Σταθόγιαννη

Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια
εν είδει προφητείας
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων

Ωκεανός Αιθέρας Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο
τον ύστατο της θαλπωρής
εναέριο και επίγειο
ώστε
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
και εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου

ΠΙΝΑΚΑΣ

Να υπνωτίζεις εαυτόν δύσκολο
Τα προβατάκια
στη χλόη αμέριμνα
ατελέσφορα
Το σκληρό προσκεφάλι ίσως να φταίει

Θα του ανοίξω τη ραφή
μέσα θα ζωγραφίσω τοπία ήσυχα
με γάργαρα νερά και δείπνους μυστικούς
Με πίνακα του Καραβάτζιο
στα φωτεινά του δέρματος
θα μοιάζει

ΣΩΜΑ

Σε υφαίνω
με λέξεις
σε φοράω

Ανίσχυρο
έτσι σε θέλω
απ’ τα μαλλιά να κρέμεσαι

Σε εκείνο το δωμάτιο
επί πληρωμή
Δεσμό γόρδιο
να σε λύνω

να σε κόβω

ΕΡΩΤΩΝ ΑΡΧΗ

Ερώτων αρχή, ερώτων τέλος
Μεσούσης της επιθυμίας
Αναρωτιούνται και οι δύο:

ουκ εκ του ασφαλούς το ευ
και ύδωρ αρκετό για να αποσβέσει
τις πληγές ημών
και ευθύτητα αρκετή
όση χρειάζεται
για να μπεις ολόκληρος στο φως

και θάρρος
για να απωλέσεις το προσωπείο αυτό
γιατί το κρυφό
ουδέν φανερότερον του φανερού
και η σφαγή παρούσα και αμετάκλητη

ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κάποτε ξύπνησα μετά από χρόνια
δίχως πόδια και χέρια
Ανάλαφρη σαν παιδική υδατογραφία
με κόκκινα χείλη από τα βυσσινάδα

Είχα μια σιδηροδρομική γραμμή
για σπονδυλική στήλη
Είχα ρυάκια πάνω μου
ήχους κελαριστούς

Όταν λέω «στάση»
θα ανταμώνουμε
εγώ θα αλλάζω χρώματα
στο ουράνιο τόξο
την ώρα που θα περνάει
το τρένο από πάνω μας

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΙΑΝΟ

Το πιάνο στην εσοχή του τοίχου
κάτω από το παράθυρο
Εγώ με την ράχη στητή
Τα χέρια διατρέχουν την λευκή
κοιλάδα των ήχων
Το μαύρο φόρεμα γλιστρά απ’ τους ώμους
στην επιθυμία.

Μια λεπίδα φωτός διχοτομεί
την αριστερή κόρη του οφθαλμού,
καθώς τα δάχτυλα πετάνε με ταχύτητα
Στην άλλη άκρη του δωματίου
-κάπου στην μέση της κλίμακας-
ακούγεται το σφύριγμα του πλυντηρίου
να υπενθυμίζει ότι η πλύση
συντελέστηκε επιτυχώς

Ανοίγω την πόρτα:
Ένα τοπίο πορσελάνης και γυαλιού λάμπει
Μ’ ένα μαλακό πανί καθαρίζω
τους υδρατμούς του απογεύματος
-Το στιλβωτικό έκανε καλά την δουλειά του-
Μια σχεδόν καινούργια προοπτική
στο ξέφωτο του χρόνου με κοιτά κατάματα

Στο επόμενο ημιτόνιο,
ένα δάχτυλο εκτινάσσεται στον αέρα
η κλίμακα περιμένει

ΤΟΙΧΟΣ

Τοίχος σε καθιστικό
-δεν τρώγεται αλλά μπορεί
και να συμβεί-
είναι βαμμένος σε μια ώχρα κακιά,
που θυμίζει ίκτερο

Εκείνη καθότι ρομαντική
με ένα Stucco Veneziano,
ύστερα από χρόνια
τον κάνει να μοιάζει
με απόδραση στη Τοσκάνη

Να σας τρατάρω ένα κομμάτι,
θα σας ταξιδέψει όπως και ο Proust !
Έχει και φωτογραφίες πάνω του
από το τελευταίο ταξίδι περιφρούρηση
οικογενειακής ευτυχίας

– Θα ανέβει η θερμοκρασία απόψε,
το δήλωσε εκείνος και το δελτίο καιρού
Τον κόβει σε τετράγωνα
Τοίχος Επιδόρπιο προς ψύξη
Προσεχώς έχουν επέτειο φιλίας

ΒΑΖΟ

Έβγαλε ένα μεγάλο βάζο από το ντουλάπι
Τα χρυσάνθεμα την κοίταζαν λιγόθυμα
πάνω στο μικρό σεκρετέρ
αγορασμένο πρόσφατα
-σ΄ένα λευκό κρεμ ανγκλέζ-
Έπρεπε με κάθε τρόπο να επιζήσουν
όπως οι μεγάλοι έρωτες στις ιλουστρασιόν ταινίες

Το γέμισε με νερό,
τα τοποθέτησε ανάλογα με το ύψος τους,
σήκωσε μερικά απείθαρχα κεφάλια
και έκοψε όσα έφεραν αντίσταση.
Η δύση συνεργάστηκε δημιουργώντας
μια νεκρή σύνθεση σχεδόν ζωντανή
στο ημίφως

Ξάπλωσε στον καναπέ ακριβώς απέναντι,
η διάρκεια έχει να κάνει με την αντοχή σκέφτηκε
Τα χρυσάνθεμα συμφώνησαν
καθώς το επίχρισμα της γύρης
άλλαζε το χρώμα του τοπίου
μέσα στο σαλόνι

Μια έρημος, ένας άγγλος ασθενής
και ένα παράφορος έρωτας γεννιόταν
-στις δώδεκα ακριβώς μπροστά στη οθόνη-
Ναι, ο θάνατος θέλει να αντέχεις την ζωή,
ύστερα εκείνη κυλάει ήσυχα σε συνέχειες

ΕΝΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ…

Ενηλικιώνεσαι ξαφνικά
όπως ακούγεται -το ασθενοφόρο σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας-
Το σώμα υπερίπταται ήδη
πάνω από την πόλη της αθωότητας
με το σφρίγος της γνώσης
Επιθυμώ
τώρα η σωστή λέξη
ως την στιγμή
που κάποιος θα σου δέσει πάλι τα κορδόνια
Παιδί
Με ψίχουλα στα χέρια
σημαδεύεις την διαδρομή
σαλόνι – κουζίνα
ψάχνεις την λέξη
για να πεις σ’ αγαπώ
Το βλέμμα καταγράφει την απώλεια-

Ο Όλυμπος έξω από το παράθυρο
συνεχίζει να σε προκαλεί

ΑΤΙΤΛΟ Ι

Γύρω σου κάστρα φωτισμένα,
πλανόδιοι δεξιοτέχνες να σε αλώσουν
καρτερούν
μα εσύ αγέρωχη, σαν το αρπαχτικό
που λεία οσφρίστηκε,
καμώνεσαι σαν την γλυκιά παρθένα
με σκέλια ανοιχτά

Στις παρυφές σου τώρα,
δάση αργοσάλευτα αποκοιμούνται,
έτοιμα, σε κάθε αχνιστή κραυγή σου
να ενδώσουν

ΑΤΙΤΛΟ ΙΙ

Αποδείξεις
κοστολογούν τις στιγμές
Ένα κολάζ
των κατά συρροήν εγκλημάτων
μετά θα σε αποκαθηλώσω
από τις λέξεις
όπως το καρφί από τον τοίχο

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΊΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧ. 111 /2017

Το σώμα ως όχημα Και ως δρομολόγιο

Υπάρχουν ποιητικά βιβλία τα οποία προσφέρουν γόνιμο έδαφος να μιλήσεις γι αυτά και πέραν του προφανούς. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το Σώμα δρομολόγιο της Ειρήνης Ιωαννίδου, η δεύτερη μόλις ποιητική της συλλογή, σε απόσταση μάλιστα μιας εικοσαετίας από την πρώτη.
Ξεκινώντας από τον τίτλο, κι αν θέλουμε να αναζητήσουμε σε αυτόν κάποια ίχνη του περιεχομένου, οφείλουμε να σταθούμε στα σημαίνοντα των λέξεων που τον συνθέτουν: Σώμα και Δρομολόγιο. και να επισημάνουμε τη μεταφορική έννοια του σώματος και ως όχημα, αλλά και ως ένα δρομολόγιο, όπου το φαντασιακό συναντάται με το φυσικό-πραγματικό, σε μία διαρκή κίνηση. Ή ακόμη να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή του, από το ερωτικό σώμα σε ένα σώμα πιο συμβατικό, αυτό της μητέρας-νοικοκυράς, και αντίστροφα, με τούτη τη δεύτερη εκδοχή να υποβαθμίζεται, μιας και το ποιητικό υποκείμενο δείχνει να νιώθει άβολα στην πραγματικότητά της.
Ως πρώτη διαπίστωση, φαίνεται ότι τα σημεία αφής, τα άκρα, η γλώσσα, τα χείλη, το δέρμα γενικά, είναι η αφετηρία των αισθημάτων, ή αποτελούν προϋπόθεσή τους. Η Ιωαννίδου δείχνει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με το σώμα, να αγγίζει πρώτα τα αντικείμενα ή τα υποκείμενά του –τους άλλους–, προκειμένου να φτάσει στον πυρήνα της ύπαρξής τους. Το τι σημαίνει ο άλλος ξεκινά από το τι σημαίνει η επαφή με το σώμα του, από το ποιές αισθήσεις δοκιμάζονται και ποιες κινητοποιούνται, μέχρι σε ποιο βάθος, ώστε να ανιχνευθούν, να αναταραχθούν, να βγουν στην επιφάνεια τα πιο αφώτιστα σημεία του άλλου. Μια προσέγγιση ωστόσο που μπορεί να αποσταθεροποιηθεί από διαφορετικές ερμηνείες.
Επειδή η Ιωαννίδου, τουλάχιστον καταγωγικά, μετέχει και αυτή στη μυθολογία του φύλου της: από τη γονιμότητα της αρχετυπικής Μητέρας Τροφού και την ερωτική βεβαιότητα της Αφροδίτης, από την αγνότητα της Αρτέμιδος μέχρι την πρωτόπλαστη λαγνεία της Λίλιθ.
Τούτη η πολλαπλότητα είναι που αντανακλάται στα ποιήματα αυτού του βιβλίου, και κρυσταλλώνεται στη μεταφυσική μιας μετουσίωσης, μιας αλληλομετάληψης των σωμάτων, μιας αλληλοκατοίκησής τους. Αλλά ακόμη και αν τον ορίσουμε (τον έρωτα) στην πιο ακραία του μορφή, το ανεξέλεγκτο πάθος, το στοιχείο της ιερότητας που υποβάλλεται, ως τελετή μιας Το οιονεί στοιχείο της ιερότητας που υποβάλλεται , ωσάν τελετουργία μιας θυσίας, καθώς τα σώματα αλληλοσπαράσσονται, γίνονται κομμάτια σάρκας και γεύση αίματος, υπαγορεύει και έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης.
Διαβάζουμε:
Εγώ/μικρές μπουκιές/αμάσητα φιλιά/να κατεβαίνω στο λαιμό/[…]Με καταπίνεις/Σε κατοικώ. Και αλλού: Να κατασπαράξουμε/Να φάμε σάρκες/
Εγώ θα σου χαρίσω τα χέρια μου/αιμοσταγή[…]
O φόβος περισσεύει, διαβάσουμε σε άλλο σημείο. Να ένα ακόμη συναίσθημα που έρχεται να προστεθεί στη γυναικεία πολλαπλότητα, στην μαιανδρική πορεία ενός δρομολόγιου όπου οι πιο ανοίκειές στάσεις του είναι το ίδιο το σώμα. διαφορετικά: Είτε ως κυνηγός είτε ως θήραμα, η ποιήτρια μετέχει στο ίδιο κυνήγι. Γλείφοντας τις πληγές του άλλου, πληγές που η ίδια προκάλεσε, μαρτυρώντας παράλληλα το μαχαίρι του άλλου στα βάθη της. Όμως ποιός είναι ο άλλος, που και για εκείνον είμαστε άλλοι; Πρόσχημα της ανάγκης τάχα, αλλά και πραγματική παρουσία; Σωματικός ερεθισμός, αλλά και συνθήκη της φαντασίωσης; Η μέθεξη που προφυλάσσει από την ύβρη; αλλά και η βέβηλη διείσδυση της φύσης του στην υποκείμενη φύση; Τούτη η διαλεκτική, που ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού δύο σωμάτων, παραμένει, ωστόσο, αμήχανη μπροστά στην επόμενη στιγμή., τη στιγμή των φοβικών ερωτημάτων: Και τώρα που τέλειωσε η επιθυμία / τί προς βρώση; Τα οστά μήπως;,
Είναι προφανές ότι, καθώς το σώμα δοκιμάζεται μέχρι, ή πέρα από τα όριά του, εισέρχεται σε έναν χώρο γεμάτο μεταβλητές, όπου τα παραπάνω ερωτήματα φαντάζουν άτοπα. Η «επόμενη στιγμή», όταν η επιθυμία τελειώνει και κατασιγάζει η έξαψη, είναι η στιγμή όπου ο άλλος μεταβάλλεται σε τέρμα της διαδρομής, το σώμα του νοείται πλέον απλώς ως φαινόμενο, αφού η ουσία του έχει μεταληφθεί και έχει ήδη εκμηδενιστεί μέσα στον πόθο.
Υπάρχει, ωστόσο, η ίδια η ποίηση, η ίδια η πράξη της γραφής και οι δυνατότητές της. Σε τούτες τις δυνατότητες ασκείται η Ιωαννίδου, επιδιώκοντας να ελαχιστοποιήσει την απόσταση που χωρίζει τη δεδομένη εκφραστική της ανάγκη από τη μετουσίωσή της σε ποίηση. Τότε που οι λέξεις επιχειρούν να σφετεριστούν το κενό ανάμεσα στην τεντωμένη χορδή και τη χορδή που χαλάρωσε μετά την εκτόξευση του βέλους. Ή τότε που αναμετριέται το βλέμμα με αυτό που αρνείται να δει, παρά μονάχα φαντασιώνεται στον καθρέφτη, και το περίγραμμα αποσύρεται για χάρη ενός μεσσιανικού, θα έλεγα φετιχισμού. Για χάρη μιας παιδικής μπούκλας ή ενός φτερού παγωνιού, για χάρη μιας κόκκινης ζακέτας: Την έχω χρόνια αυτή την κόκκινη ζακέτα […] Ξυπνάω και κοιμάμαι μαζί της […] Μόνο τώρα τελευταία πρόσεξα κάτι κόμπους μικρούς, ανεπαίσθητους […]
Όμως, όσο και αν το περίγραμμα αποσύρεται, ο χρόνος αρνείται να αποσυρθεί. Ο δαίμονας της επιθυμίας που μεσιτεύει είναι πρόκληση και ειρωνεία μαζί. Καθώς ξετυλίγεται το ποιητικό νήμα που συνδέει τα θραύσματα της μνήμης με το επισφαλές, διαπιστώνεις οι μικροί, ανεπαίσθητοι κόμποι της αρχής, γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, ολοένα και περισσότεροι, και πια δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Το σώμα που φλέγεται να υπάρξει, το σώμα που ενδίδει κι εξημερώνεται, το σώμα που εξακολουθεί να πεινάει, όσο και να ξορκίζει τον χρόνο, θα ακολουθήσει το δρομολόγιό του. Προς εκείνο το μη μετρήσιμο […] / καθόλου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν / μόνον ως ύπαρξη / της οποίας ουκ έσται τέλος.
Προσπάθησα, να τοποθετήσω το Σώμα δρομολόγιο σε ένα στοχευμένο πλαίσιο. Ίσα-ίσα για να δείξω ότι το σώμα δεν είναι ένας τόπος κοινός αλλά ένα τοπίο άγνωστο, που η εξερεύνησή του, και η οικείωσή του, είναι εξίσου δύσκολη, αν όχι αδύνατη, με την εξερεύνηση του μέρους εκείνου του ανθρώπινου ψυχισμού που ο Φρόυντ ονομάζει «Id – το Εκείνο», και βρίσκεται στο ασυνείδητο μέρος του νου. Στο πιο σκοτεινό και απρόσιτο κομμάτι της φύσης μας, αυτό που προέρχεται από τα ένστικτα και παράγει τον αγώνα για την ικανοποίησή τους. Έναν αντίστοιχο αγώνα, αγωνιά να μετασχηματίσει σε γλώσσα η Ιωαννίδου, μέσω μιας διαδρομής από το σώμα προς το πιο κρυφό της σημείο, -το σώμα της-, και κυρίως: μέσω μιας ποιητικής κατάθεσης που αναζητά τα μονοπάτια της φυγής, από την αρχή της πραγματικότητας προς μια αρχή ανάλαφρη, όπως μας λέει η ίδια, σαν παιδική υδατογραφία.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon

Καταφύγιο πυρπολημένο
το μισό πρόσωπο
τοπίο εντός των τειχών

Η διαδρομή έξω από τα τείχη αποπειράται το βράδυ. Ιεροτελεστία λεπτομερειακά περιγραφόμενη σε λειτουργική θέση εισαγωγής με κατάληξη την ανθολόγηση ποιημάτων πάνω σε σάρκα.

Στην άκρη του δωματίου / σε βλέπω να με τρως / Εγώ / μικρές μπουκιές
/ αμάσητα φιλιά / να κατεβαίνω στο λαιμό /
Ποιήματα ανθολογούνται τώρα / πάνω στο σώμα σου

Καμία τελεία δεν διακόπτει τη ροή των 45 ποιημάτων παρά μόνο στο ποίημα “Τζοκόντα” που σκαλώνει στον στίχο

Στο κομοδίνο, ένα ποτήρι με γάλα κάθε βράδυ /
σου σκοτώνει τις σκέψεις.

Η ποιήτρια περιγράφει στιγμές καθημερινής εξοικείωσης αλλά και εξόντωσης με τα αντικείμενα του σπιτιού και τις κινήσεις του σώματος, αιωρούμενη συχνά μέσα σε δύο χώρους. Ο εσωτερικός χώρος προεκτείνεται κι ο εξωτερικός περιβάλλεται, συνέχονται κι αλληλοφωτίζονται μέσα σε λέξεις που γεννούν εικόνες

Πέφτει σκοτάδι / Τώρα το πλατύσκαλο φαντάζει χάρτινο
/ Αιωρείσαι / φιγούρα ανυπόστατη / στο φύσημα του ανέμου

Με ύφος άλλοτε επιτακτικό, άλλοτε αποφθεγματικό η Ειρήνη Ιωαννίδου στην ποιητική της συλλογή μοιάζει με την θεατρική εκείνη persona που στέκεται στο ημισκότεινο σημείο της σκηνής πίσω από τους ανθρώπους ηθοποιούς και τους ψιθυρίζει χαμηλόφωνα εκκωφαντικές αλήθειες, τόσο της ημέρας όσο και της νύχτας, μιας ζωής που θυμίζει θεατρική παράσταση. Με διάθεση περιπαιχτική προσεγγίζει την τραγικότητα της όποιας αλήθειας κάθε σπιτιού και κάθε σχέσης.

Δεν χρειάζεται θόρυβος σε αυτό το σπίτι /
Δεν στήνεται έτσι ένα σπίτι / Οι ένοικοι απουσιάζουν /
(όπως συνήθως γίνεται) / Δεν έχει σημασία να περπατάς στις μύτες /
να κλείνεις την πόρτα, ενώ πλένεις τα πιάτα /
Αυτό που πρέπει είναι να καταπίνεις λόγια / σοκολατάκια—

Οι λέξεις έχουν την διαδρομή τους στο ποιητικό δρομολόγιο της Ειρήνης Ιωαννίδου, επαναλαμβάνονται πολλάκις στα ποιήματα προφανώς επειδή έφτασε η στιγμή τους να παραστούν εκτός του ασφαλούς (βασανιστικού ωστόσο) πεδίου μιας χρόνιας σιωπής με αλυσίδες σε λαιμό και πόδια

έτσι είναι η ζωή / δεν γλιστράνε τα βήματα / αλυσίδες σέρνουν /
χλιμιντρίζουν μόλις τεντωθεί το σχοινί

Η διαδρομή γίνεται αντιληπτή αν την παρατηρήσει κανείς, σαν το τρίτο μάτι που παραμένει εσαεί άγρυπνο ακόμη κι όταν ο άνθρωπος κοιμάται. Πρώτα η παραδοχή της πληγής, κατόπιν η επούλωση. Η εσωτερική φωνή γίνεται λέξη και οι συλλαβές στόμα που άλλοτε καταπίνουν άλλοτε ξερνάνε την πικρή γεύση της ζωής

Παράξενο πράγμα η επούλωση / με ένα τσάι και μια κουταλιά δάκρυα /
Οι λέξεις γνωρίζουν να κολυμπούν / κι ας μην σώζονται

Με την συλλογή αυτή των εκδόσεων Σαιξπηρικόν η ποιήτρια μας συστήνεται σε 45 διαδρομές σταυροβελονιά με σώματα και στόματα μπερδεμένα, με την ίδια όμως πάντα φωνή στο ημισκότεινο σημείο της σκηνής να μουρμουρίζει ακατάπαυστα πως όλα τα υψηλά σαρκικά πάθη στο πέρας τους στο ίδιο σημείο καταλήγουν

Όμως, το δέρμα και στάχτη να το κάνεις / από τα περιγράμματα πάντα θα διαρρέει /
θα ματώνει, όπως το δάχτυλό σου στα κεντήματα
που τα χαράματα στις τέσσερις / τα ξηλώνεις και τα ξανακεντάς /
κάθε φορά με άλλο χρώμα στην κλωστή.

Όσο κι αν αλλάζουν τα χρώματα στις ανθρώπινες επαφές και στις υπαρξιακές διαδρομές, όσο και αν ο εραστής/ερωμενη ορέγεται την πολυγλωττία της επιθυμίας και του πάθους, η αρχή επιφέρει το τέλος ενώ στο πίσω μέρος των backstage η σφαγή δηλώνει την παρουσία της χωρίς φώτα και προβολείς

Ερώτων αρχή, ερώτων τέλος
[…]
γιατί το κρυφόν
ουδέν φανερότερον του φανερού
και η σφαγή παρούσα και αμετάκλητη.

ΤUGÇE TEKHANLI – ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

1-ΒΙΒΛΙΟ

Ποιήματα δύο νέων ποιητών, της Τουρκοκύπριας Τούγτσε Τέκχανλι και του Ελληνοκύπριου Αντρέα Τιμοθέου, που βραβεύτηκαν σε δικοινοτικό διαγωνισμό για νέους ποιητές τον οποίο διοργάνωσαν η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών.

Η Τούγτσε Τέκανλι γεννήθηκε στην Λευκωσία το 1990. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Διερμηνείας και Μετάφρασης στην Αγγλική του Πανεπιστημίου Χατζέτεπε. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο, την Τουρκία και τη Γερμανία. Συμμετείχε στο Διεθνές

Φεστιβάλ Νέων Ποιητών, το οποίο διοργανώθηκε από το Ιδεόγραμμα. Ασχολείται με το θέατρο και τον χορό.

Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Σπούδασε με υποτροφίες, Επιστήμες της Αγωγής και Διδακτική του Γλωσσικού Μαθήματος, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές γλώσσες και δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.

Τούγτσε Τέκχανλι/ Tuğçe Tekhanlı  

ΗΜΟΥΝ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ

ΠΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ

ME TON BAN ΓΚΟΓΚ ΣΤΗΝ ΕΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ

είσαι μια νύχτα με έντεκα αστέρια

το κυπαρίσσι… τα μαλλιά της θεάς

στο πλάι

βυθίστηκα στη δίνη του μυαλού σου και

στο στόμα σου περιπλανήθηκα

τα υπόλοιπα είναι ψευδαισθήσεις του ζωγράφου

TO ΠΑΛΕΥΩ

επίτηδες

ψάχνω τα πράγματά μου σε λάθος βεστιάριο

αν ο λαιμός μου δεν ενοχληθεί, δεν ζητώ το κασκόλ μου

αν μου διαβάσεις μια δημηγορία

αν χάσεις τα λόγια σου

ή αν έχεις στο πρόσωπο σου μια γκριμάτσα,

τότε δεν φεύγει η Οφηλία

ΒΡΕΓΜΕΝΟΙ

Ι

μια χελώνα είμαι που δεν μπόρεσε

να αποφύγει την κούραση της υπομονής

εσύ, τα πορτοκαλί ψάρια που τόσες φορές χάιδεψα

στον πάτο εκείνης της τεχνητής λίμνης με τα φύκια

ΙΙ

στα χέρια μου σταματάει για λίγο η γύμνια σου

ανάρμοστα ένστικτα πέφτουν από το συρτάρι

και από το αλάτι εσύ/εγώ

III

τις ρωγμές της καρδιάς μου γέμισέ τες σε έναν καμβά

τώρα

η θλίψη δεν έχει εγκατασταθεί

μην ξεχάσεις τα πτερύγιά μου

AN ΓΝΩΡΙΖΕ Η ΠΕΤΡΑ TON ΕΡΩΤΑ

εξοργίζομαι

τα πόδια μου

ταράζουν τον βαθύ ύπνο της πέτρας

τη σπρώχνουν στην ακτή, σε κάτι που μοιάζει με λίμνη

λένε ότι εκεί υπάρχει κάποια

που τον αγκαλιάζει ασταμάτητα

υπάρχει κάτι· λάθος γνωρίζουν

αν ο ρυθμός της μουσικής είναι προβλέψιμος,

αυτό το λέμε «αφοσίωση στα λόγια»

πάντα η ίδια χλιαρότητα

και εάν αποτραβηχτεί θα γυρίσει αναγκαστικά, λένε,

και θα αγγίξει την πέτρα στην ακτή της

ήμουν στα βαθιά

πολλές φορές είχα πειστεί για το αντίθετο·

αν η πέτρα γνώριζε τον έρωτα θα αγαπούσε την ψύχρα

αν μη τι άλλο, θα πολλαπλασιάζονταν τα νεογιλά δόντια

στο στόμα των πουλαριών

εκείνος ο κολπίσκος δεν είναι δικός μου, εκείνη η ακτή

μην τα ανακατεύετε

δεν μαζεύεται χιόνι στο σβέρκο της πέτρας

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

ήταν θρασύς

λες και διαπερνώντας τον ουρανό

θα έμπαινε μέσα μου

παρατήσαμε για μια στιγμή

ξεθώριασε το ύψος του ώμου μας

μια ατελής καμπύλη

που μείναμε να την επαναλαμβάνουμε στον εαυτό μας

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΟΥΣΙΑ

η πλάτη σας πώς μπορεί και δείχνει

ότι κοιμάστε μόνοι

μετά από μια συνουσία

αμέσως πριν στο μπαλκόνι

εγώ

ακόμη και το να ντυθώ μπροστά σας

το θεωρούσα αγκάλιασμα με κάποιον

τώρα μπαίνω μέσα σε ένα τσουβάλι

πρέπει να καταφέρω να περπατήσω έτσι μέχρι να βγω από την πόρτα

έτσι κι αλλιώς δεν θα με έβλεπε κανείς αν κυλούσα από τις σκάλες

πριν χρόνια είχα πει σε κάποιον:

μην κοιτάξετε στην κατεύθυνση που πηγαίνω

μαζέψτε με από τα μέρη όπου πέφτω

ο άνθρωπος είναι εκείνες τις στιγμές που θέλει πιο πολύ

κάποιον να τον μαζέψει

αφού πέσει από το κλαδί του

καθώς σκόνταφτα στις πέτρες των προσώπων σας

θυμήθηκα·

πριν λίγο χάιδεψα την πλάτη σας

με την άκρη των μαλλιών μου

το λουρί είναι κάποτε τα ίδια τα μαλλιά του, του ανθρώπου

καστανό και με λεπτές τρίχες

ΚΡΕΜΑΣΤΟ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ

θα βάλω τα κρεμαστά μου σκουλαρίκια σήμερα

γιατί πρέπει να κρεμαστεί κάτι από μένα στο έξω μου

αυτά θα πουν

αυτά να ρωτήσουν

τη φωνή που δεν κατάφερα να βγάλω σε σένα

μήπως αρχίζει από τα σκουλαρίκια

η αίσθηση ότι δεν φτάνεις κάτι

σε ένα ακίνητο λαιμό για παράδειγμα

ΠΕΤΟΝΙΑ

Ι

το ψάρι μένει να κρέμεται με την υπνηλία του

στην πετονιά

η αιχμαλωσία του μετράει για κατόρθωμα

εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι

II.

ενώ τα πρόσωπα είναι μια αμελητέα ανάμνηση στους δρόμους

τα αμάξια με άφησαν χωρίς απαντήσεις

III.

πρέπει κι εγώ να βυθιστώ στην περισυλλογή ενός τζαμιού

υπάρχει άραγε κάποιος που θα καταλάβει καλύτερα την ομίχλη μου

και θα αναλάβει την ευθύνη για το έγκλημα;

IV.

θα έλεγα ότι με πρόσβαλε αυτός ο κόσμος

αν έμενε ένα κομμάτι μου που να μπορεί να μιλήσει

Αντρέας Τιμοθέου

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΓΕΝΝΗΣΗ

Με γέννησε

γενεά προηγούμενη

γυναίκα λεβαντωμένη

γυναίκα μυρωμένη

γυναίκα.

Μ’ έναν σπασμό μουσικής

με έφερε στον κόσμο

και μου τραγούδησε

να ’χω υπομονή

και μου φόρεσε ανθούς

να έχω χάρη

και να προσέχω μου ‘τάξε

μια αγάπη.

Με γέννησε ένας στεναγμός

κι ένα χαμόγελο,

η ανάσα και η ματιά σου.

Με τούτα γεύτηκα τον κόσμο.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές,

τα χαρακώματα της κοινωνίας,

οι κοινωνοί του κενού

οι μυημένοι της απώλειας,

δεν έπαψαν ποτέ

να μαρτυράνε εκείνη την πρώτη πληγή.

Σιωπούν μέσα στους στίχους

τις φωνές που πνίγονται κι όλο μεγαλώνουν.

Πλάθουν καταφύγια αθόρυβα.

Μεριμνάνε

για τα αρπακτικά που κουβαλούν.

Τεκμήρια, οι λέξεις τους…

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στην ποιήτρια Ναδίνα Δημητρίου

Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…

Ένα ρήμα που την πρόδωσε

μα εκείνη ακόμα χαμογελούσε.

Οι λέξεις της σκόρπιες μέσα στο σπίτι,

δίπλα απ’ τα πορτρέτα και τους πίνακες.

Οι στίχοι της κρεμάμενοι δίπλα στις κουρτίνες

να αντικρίζουν το φως,

ν’ αναγνωρίζουν το αύριο ερήμην της,

μα πάντα εντός της.

Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…

Το πέρασμα των εποχών και των ανθρώπων.

Ένα κομμάτι παρελθόν

διακοσμητικό στοιχείο σπάνιο των ημερών

σε όλους τους χώρους…

Μαρτυρούσε, πιο πολύ τα δειλινά θαρρώ.

Αιφνιδίαζε τις σιωπές, κατοχύρωνε τις σκέψεις.

Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…

Την περασμένη αίγλη του

που κατοικεί ολόκληρη

στις ανατολές της αγάπης του

φοβούμενο τη δύση.

Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…

Μα τώρα πια δεν είχε και τόση σημασία.

Στα μάτια της χαραγμένη η ευλάβεια του ποιητή

και στα χέρια οι κόσμοι που τώρα ζούσε…

Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά ποιητές.

Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά

άνθρωποι που ζήσαν τον ξεσπιτωμό,

που είδαν να μεγαλώνει τ’ άδικο

μες στους κροτάφους τους,

που γέρασαν μέσα σε σπίτια ξένα

με μνήμες μιας άλλης γης.

Υπάρχουμε κι εμείς γι’ αυτούς,

η άλλη πλευρά.

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Τις Κυριακές του χειμώνα

πετάω το σώμα μου

απ’ τα πλεκτά του ρούχα.

Οι κόμποι γίνονται ένα δοχείο διαδρομής

και μοτίβα διαλεκτών υαλικών

ιταλικής προέλευσης, κατά προτίμηση.

Παραδίδεται το σώμα

σε μια καταδικαστέα νοσταλγία

κι αναζητά τον χρόνο,

τον χρόνο που ήταν πάντα λίγος.

Τις Δευτέρες, ως διά μαγείας,

το σώμα επανέρχεται οικειοθελώς

μου ψιθυρίζει αναγεννημένο

τα χατίρια της άνοιξης…

Ευγνώμων, προσδοκώ.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠ’ ΤΗ ΣΡΙ ΛΑΝΚΑ

Κοίταζαν κι οι δυο στο κενό.

Η μια τη ζωή που άφησε

η άλλη τη ζωή που έχανε.

Σχεδόν αδιάφορη η μεταξύ τους παρέα

σχεδόν ανέγγιχτα τα χέρια του βραδινού περιπάτου.

Τα χέρια που τη σήκωναν, την τάιζαν, την έπλεναν.

Τα χέρια που της άναβαν το κερί

τις Κυριακές στην εκκλησιά,

σε απλήρωτες υπερωρίες.

Τα ίδια χέρια που θα της άλλαζαν τις πάνες

στις δύσκολες μέρες.

Τα χέρια που λάμβαναν

σ’ έναν καθωσπρέπει φάκελο εξιλέωσης

μια μηνιαία οφειλή, στα γηρατειά.

Τα χέρια που θα της έκλειναν

κάποιο ξημέρωμα τα μάτια.

ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΑΓΑΠΗΣ

Καθάρισα την ξύλινη καρέκλα σου με ανθόνερο,

όπως καθαρίζαμε τότες

τα εικονίσματα των Αγίων.

Σε ρωτούσα γιατί

και μου απαντούσες «από αγάπη».

Από αγάπη και τώρα…

μοιάζει να ‘ναι ο μόνος ήχος πίσω σου,

ο μόνος αντίλαλος φωνής στο βουβό σου σπίτι…

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Το δέντρο σου δεν στόλισα

τούτα τα Χριστούγεννα.

Τα στολίδια απ’ το Έσσεξ

και τους κόσμους που με ταξίδευες

κλαίνε μονάχα στην αποθήκη

παρέα με τον σκόρο.

Μα προνοώ ακόμα

για τα λουλούδια της αυλής και τα υπάρχοντά σου.

Προνοώ και το καντήλι σου,

πάντα μετά τη βροχή.

Υπόσχομαι να προλαβαίνω.

Μεταφράστρια τουρκικών κειμένων: Μαρία Σιακαλλή

Μεταφραστής ελληνικών κειμένων: Ahmet Yikik

Επιμελητής ελληνικών κειμένων: Λευτέρης Παπαλεοντίου

Επιμελητής τουρκικών μεταφράσεων: Γκιουργκέντς Κορκμάζελ

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Τούγτσε Τέκχανλι – Αντρέας Τιμοθέου

Δυο κατασταλαγμένες νεανικές φωνές

«Ο Φιλελεύθερος» 4/12/2017

«Ποιήματα», έκδοση ΕΛΚ, 2016.

Η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών, εδώ και πολλά χρόνια, συνδιοργανώνουν δικοινοτικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ανάμεσα σε Ε/κ και Τ/κ νέους δημιουργούς. Τα τελευταία χρόνια τα βραβευμένα έργα εκδίδονται και σε βιβλία. Έτσι προέκυψαν τρεις αξιόλογες εκδόσεις με ποιήματα των Σενέμ Γκιοκέλ και Μαρίας Σιακαλλή το 2012, με διηγήματα των Μεχμέτ Αράπ και Σωτηρίας Κ. Βασιλείου το 2014, και με ποιήματα των Τούγτσε Τέκχανλι και Αντρέα Τιμοθέου το 2016, τα οποία και παρουσιάζουμε με το παρόν σημείωμα.

Λίγα λόγια αρχικά για τα κοινά στοιχεία των δύο διακριθέντων δημιουργών. Η βραβευθείσα Τούγτσε Τέκχανλι και ο βραβευθείς Αντρέας Τιμοθέου έχουν την ίδια ηλικία. Αμφότεροι γεννήθηκαν το 1990. Στα ποιήματα και των δύο είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια για νεωτερικές προσεγγίσεις, ενώ η ερωτική θεματική κατέχει δεσπόζων ρόλο. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό είναι οι υπαρξιακές αναζητήσεις και οι φιλοσοφικού περιεχομένου προβληματισμοί. Η δε σύγχρονη ιστορία της πατρίδας μας δεν αφήνει αδιάφορους τους δύο νέους δημιουργούς.

Η Τ/κ ποιήτρια Τ.Τ. συνδυάζει το ερωτικό με το υπαρξιακό στοιχείο έχοντας συνάμα κι ένα ευρύτερο φιλοσοφικό υπόβαθρο: «Πήγαινέ με στην αυλή σου / πριν ξεριζωθούν τα αγριόχορτα / δείξε μου / τα πέριξ του λόγου σου / χωρίς να σκεφτείς το κουσούρι / βρες την απομόνωσή μου / οδήγησέ την στο ποτάμι σου /αδιάκοπα και με διάρκεια». (σελ. 17)

Ο Αντρέας Τιμοθέου, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προβάλει ως δημιουργός με κατασταλαγμένες αισθητικές στοχεύσεις, με αποκρυσταλλωμένες αντιλήψεις περί ποιητικής, με διαύγεια και διακηρυκτικούς τόνους, με οικονομία λόγου και νοηματική πυκνότητα: «Ήμερα να πέφτουν οι λέξεις / απ’ τα σώματα. / Το φως να είναι φως. / Ο ουρανός να είναι ουρανός. / Η μήτρα να είναι μήτρα. / Το χάδι να είναι χάδι. / Και ο θάνατος σιωπή / και ο έρωτας, πάλι σιωπή να είναι… / Να ξορκιστούν τα στόματα / ν’ αναστηθούν οι λέξεις…». (σελ. 58)

Η Τ.Τ. μιλά για τα πηγάδια, χρησιμοποιώντας τα ως το αρνητικό αλλά εμβληματικό σύμβολο της σύγχρονης πικρής ιστορίας της πατρίδας μας. Τα πηγάδια, ένα σύμβολο που αξιοποίησαν αρκετοί ποιητές μας, Ε/κ και Τ/κ, με πρώτο διδάξαντα τον Χρίστο Χατζήπαπα: «Ο λαιμός σου / αρνείται να αγαπηθεί / σε εξαφανισμένα λεωφορεία αναπνέουν / τα μάτια σου που γέμισαν αμφιβολία / τραβάω και βγάζω / το έγκλημα από τα πηγάδια σου». (σελ. 38)

Από δικής του πλευράς ο Α.Τ. επιδεικνύει αξιοσημείωτη πολιτική ωριμότητα, που εκφράζεται με διαυγείς, εύστοχους και βαθιούς στίχους. Ο νέος ποιητής κοιτάζει και στην αντίπερα όχθη με τα δικά της μάτια: «Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά ποιητές. / Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά / άνθρωποι που ζήσαν τον ξεσπιτωμό, / που είδαν να μεγαλώνει τ’ άδικο / μες στους κροτάφους τους, / που γέρασαν μέσα σε σπίτια ξένα /με μνήμες μιας άλλης γης». (σελ. 68)

Γενικά, οι στίχοι της Τεκχανλί χαρακτηρίζονται από αξιοπρόσεκτη διεισδυτικότητα και ωριμότητα. Η ποίησή της έχει δύσκολα κλειδιά, που κυρίως παραπέμπουν στον έρωτα και σε ό,τι αυτός διεγείρει, εξάπτει, προκαλεί και επιφέρει.

Ούτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί λείπουν από την ποίηση της Τ.Τ. Πχ διαθέτει τη βαθύτητα να υμνήσει την αξία των μικρών και ταπεινών πραγμάτων. Και κυρίως τη χρησιμότητα τους για τα μεγάλα και τα σπουδαία: «από τα χόρτα έμαθα πώς να κρατιέμαι / από τις σχεδίες των μυρμηγκιών πώς να μη βυθίζομαι». (σελ.26) Συχνά η νεαρή ποιήτρια διαλογίζεται με τον εαυτό της. Λίγες σελίδες παρακάτω, με το ίδιο υπαρξιακό υπόστρωμα αλλά περίπου και τα ίδια σύμβολα, θεματοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για ανέλιξη, εξέλιξη, άνοδο, εξύψωση, πρόοδο: «Τα χορτάρια στα οποία ξάπλωσες με εμπιστοσύνη / δεν μπορούν να σε κρατήσουν όσο ο κισσός». (σελ.31)

Από την άλλη, ο Α. Τιμοθέου χαρακτηρίζεται επίσης τόσο από την ευρύτητα των θεματικών του, όσο και από την πολυποικιλότητα των συμβολισμών που αξιοποιεί. Συχνά τους στίχους του διαπνέει και μια γεύση ανατρεπτικότητας. Πχ αναδομεί ένα αφήγημα από την Παλαιά Διαθήκη και του δίνει άλλη διάσταση, άλλη δυναμική και άλλη προοπτική: «Ο Αδάμ συνωμότησε με το φίδι, / του χάρισε ένα κομμάτι απ’ τη μέση της Εύας / και γι’ αντάλλαγμα πήρε ένα μήλο. / Η Εύα δεν το κατάπιε ποτέ / μα προνόησε με αυτό για τη νέα εποχή. / Το μοίρασε στα δυο / κι απέκτησε δυο ολοκόκκινα στήθη / έτσι έγινε τροφός και μητέρα της ηδονής». (σελ. 80)

Ο Α.Τ. γράφει όμως και ποίηση με ευρύτερα ουμανιστικά, κοινωνικά μηνύματα και νοήματα ευαισθησίας και αλληλεγγύης. Ενδεικτικά αναφέρω το ποίημα «Το κορίτσι απ’ τη Σρι Λάνκα» (σελ. 82) από τις καλύτερες στιγμές ολόκληρου του βιβλίου.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Αλεξανδρα

.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983 και έκτοτε σε διάφορα έγκυρα περιοδικά. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα οκτώ ποιητικές συλλογές Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, στην έκδοση: «Lovers and Lairs. Poems from the Greek», μετ. Richard Scorza (Samkaleen Prakashan, New Delhi, 1992).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2018) Ο κόσμος απροκάλυπτα

(2012) Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, Σαιξπηρικόν

(2009) Ηδονή και εξουσία, Μεταίχμιο

(2005) Πεδίο πόθου, Μεταίχμιο

(2000) Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, Εντευκτήριο

(1997) Μαυλιστικά, Μπιλιέτο

(1994) Θείο κορμί, Διαγώνιος

(1992) Lovers and lairs

(1990) Το γυμνό ζευγάρι, Διαγώνιος

(1984) Ανοικτή γραμμή, Διαγώνιος  

1-2108 Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ (2018)

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Στον τραχύ κι απομυθοποιημένο κόσμο μας

—από πολύ νωρίς τραχύ τον γνώρισα—

είδα, έπαθα, αναλογίστηκα.

Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας

έχω αυθόρμητη την τάση, την αισθητική,

να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου.

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

Φαρμακερό το βλέμμα της επάνω μου

—οι υπέρμετρες φιλοδοξίες της ήταν ο λόγος—

φαρμακερό βλέμμα που μου δήλωνε:

θα σε ταπεινώσω

κάνε στην άκρη

σε θέλω μαριονέττα στα χέρια μου.

Τουλάχιστον απροκάλυπτα έπεσε η μάσκα της.

ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ

Τρικύμισμα ανθοφορίας.

Είναι να φανεί ο αγαπημένος.

Τη συνταράζει η αναμονή,

με ακατάπαυστα σκιρτήματα

ούτε στιγμή δεν φεύγει από το παράθυρο.

Πριν της χτυπήσει το κουδούνι,

θα τον δει να διασχίζει τον δρόμο.

Ύψιστο πανδαιμόνιο,

τρικύμισμα ανθοφορίας για τον αγαπημένο.

ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΘΥ

Το πανέμορφο νεοκλασικό σπίτι

που κάποτε έμενες,

έγινε πολιτιστικό κέντρο.

Με αφορμή μια λογοτεχνική εκδήλωση

βρέθηκα στον χώρο του.

Οι τοίχοι, οι σκάλες, οι συστάδες των ψηλών δένδρων,

κάθε πετραδάκι στην αυλή του

μου θύμιζαν εσένα,

κι ας πέρασαν τόσα χρόνια που χωρίσαμε.

Αναδύθηκες από το πιο βαθύ και αδιάσπαστο του είναι μου.

Εκείνο το σπίτι, η αυλή, τα δένδρα του,

στο βλέμμα μου χώρος ιερός.

ΟΔΥΝΗ

«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,

να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»

Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.

Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.

Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.

Παρατημένη,

πιασμένη σε δόκανο,

έγκλειστη στην οδύνη της.

0 άνδρας της αδιάφορος.

Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα

με τις καινούργιες κατακτήσεις του.

Η ΟΠΤΙΚΗ MOΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

Υποχθόνιοι, μνησίκακοι και ιδιοτελείς

μας περιβάλλουν.

Από υποχθόνιους, μνησίκακους και ιδιοτελείς

είδα κι έπαθα να απαλλαγώ,

με ήθελαν κλοτσοσκούφι στα χέρια τους.

Γι’ αυτό η οπτική μου στον κόσμο αλλάζει,

γίνεται βαρύθυμη.

Γι’ αυτό πια υποπτεύομαι, παρατηρώ,

κόβω κίνηση.

ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ

Στιλέτο, κάμα θανάτου η κακία,

έντρομη μελετώ τα εγκλήματα της,

τις πηγές, αιτίες,

διακλαδώσεις κι εκβολές της.

Κάμα θανάτου η κακία,

στο καλαστήριό της παγιδεύτηκα

και με κατασπάραξε.

Σαν τον ναυαγό που την τελευταία στιγμή

από θαύμα σώθηκε,

στο αμήν,

αποτρελαμένη μελετώ το μένος της κακίας.

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ (2012)

ΤΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα

κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,

από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.

Σχετικά σκοτεινά ήταν,

γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-

είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,

και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα

δεν άφηναν κανένα φως.

Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων

έμοιαζε το δωμάτιό σου,

σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.

Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο

και περπάτησα αρκετή ώρα,

το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,

η πανδαισία των χρωμάτων παντού,

και η ζεστή ατμόσφαιρα

που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου

Η ΠΡΟΒΑ

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση

ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε

στους ηθοποιούς του:

«Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,

άμεσα εκτεθείτε.»

Σκέπτομαι:

Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει κι η ποίηση,

τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,

μέχρις εσχάτων.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Στη συνάντηση της παρέας στο υπαίθριο μπαρ

ήρθε περιποιημένη, μακιγιαρισμένη.

Ήταν σούρουπο και πριν πέσει εντελώς ο ήλιος,

ζήτησε από τον φίλο που στεκόταν δίπλα μου

να την φωτογραφίζει.

Όχι τόσο επειδή τον φλέρταρε,

αλλά με έναν εσωστρεφή ναρκισσισμό

που εκείνη τη στιγμή διόλου δεν κρυβόταν,

συνέχεια του ζητούσε να τη φωτογραφίζει,

στρέφοντας με ωραιοπάθεια το κεφάλι της

σε κάθε στάση, χαμογελώντας ελαφρά.

Την ήξερα: ώριμη στην ηλικία

και με συναισθηματικά αδιέξοδα.

Πλάνταζε να αρέσει, να αγαπηθεί, να ζήσει.

Με συγκατάβαση έκρινα αυτό το ξέσπασμα

του ναρκισσισμού της,

με συγκατάβαση για τον φόβο, την απελπισία της

από τη φθορά του χρόνου.

ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟΣ

Δεν περιφρονώ την πεζή καθημερινότητα.

Μέσα στο συγχρωτισμό με τον κόσμο

για δοσοληψίες και πρακτικά ζητήματα,

διακρίνεις τακτικές, ελιγμούς, σχέσεις εξουσίας.

Από την πεζή καθημερινότητα

καταλήγεις σε συμπεράσματα και πικρές αλήθειες.

ΦΑΝΕΛΑΚΙ

Έγειρα στην αγκαλιά σου

και το φανελάκι σου μοσχοβολούσε,

καθαρό, φρεσκοπλυμένο ρούχο.

Η μυρωδιά του μου άναψε τις αισθήσεις.

Και η αγάπη μας ανθηρή, πεντακάθαρη είναι

χωρίς σκιές και ραγίσματα.

Δοσμένοι ο ένας στον άλλο,

τη λαμπρότητα της αγάπης μας απολαμβάνουμε.

ΨΗΦΙΔΑ

Με αυτοπεποίθηση για την ομορφιά της

ίσως και με κάποια αλαζονεία,

η ξεναγός ανέβηκε τα σκαλοπάτια του πούλμαν

και πήρε το μικρόφωνο για να ανακοινώσει στους ταξιδιώτες

το πρόγραμμα της μέρας.

Ήταν η αγάπη του και συνταξίδευε μαζί της,

η θέση του στην πρώτη σειρά.

Ακόμη και την αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή

τη λάτρευε, την καμάρωνε,

την εξέταζε σαν μια ψηφίδα

από τον θαυμάσιο κόσμο της,

το λαμπερό παρουσιαστικό της.

Ήταν η αγάπη του, τέλεια αισθαντική γυναίκα.

Η αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή

σαν μια πρόκληση τον ξετρέλαινε.

ΗΤΤΑ

Ίσως επειδή ένιωσε οικειότητα

–το φιλικό γεύμα ήταν μόνο για γυναίκες–

μίλησε για ό,τι μύχιο τη βασάνιζε:

«Αξιολύπητη ήττα η μοναξιά μου.

Η χειρότερη ώρα είναι το πρωί,

η απελπισία κάνει κουμάντο.

Διαχειρίζομαι το πιο σκληρό,

διαχειρίζομαι τον πόνο της μοναξιάς.»

ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΜΑΤΙ

Ούτε συντριβή, ούτε αγάπη

μόνο πόθο και λαγνεία έδειξες για μένα

με τον τρόπο που έκανες έρωτα.

Πρόβαλε ξανά η γνώριμη ορμή σου,

ένας κατακλυσμός ακολασίας

που σε παρέσυρε και σε αφιόνιζε.

Με ξεζούμισες από πόθο για το σώμα μου,

και ήταν ένα είδος αποθέωσης

που γενναιόδωρα μου χάρισες.

Ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από σένα,

γι’ αυτό όταν μετά από ώρα

σηκώθηκα από το κρεβάτι για να ντυθώ,

καθώς παρέμενες ξαπλωμένος

παγερά με έβλεπες,

τώρα με κριτικό μάτι για τις ατέλειες

στο γυμνό σώμα μου.

Η αποθέωση που μου χάρισες είχε ήδη τελειώσει.

ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ

Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις

οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,

ακόμη και από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,

διαλαλούν την πραμάτεια τους,

περιφέρουν την ευτέλειά τους.

Ματαιοδοξίες που δεν συμμαζεύονται,

επιθετικές, κακόβουλες.

ΦΕΤΙΧ

Άδειος από συναίσθημα ήσουν στον έρωτα,

βίαιος και απότομος.

Κρυφοκαμάρωνες για τον εαυτό σου

και διασκέδαζες να είμαι ένα τίποτα

στα χέρια σου για να με ταπεινώσεις.

Βιάστηκα να ντυθώ και να φύγω.

Με μια αστραπιαία κίνηση,

και σαν τον κλέφτη, γιατί αντί στάθηκα,

μου άρπαξες ένα εσώρουχο

να το έχεις φετίχ από μένα, όπως μου είπες.

ΔΕΝ ΕΞΑΛΕΙΦΕΤΑΙ

Ακόμη σε ποθώ

κι ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.

Χαρισματική η έντονη προσωπικότητά σου

πέρα από καθετί μέτριο και τετριμμένο.

Συνδύαζες εξωστρέφεια, δυναμισμό

και μια καίρια ευαισθησία.

Ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.

Το παρελθόν δεν εξαλείφεται

ούτε χειραγωγείται.

ΝΥΧΤΑ

Κατά μήκος του στενού πεζόδρομου

μπαρ και καφετέριες.

Καθώς πίνει το ποτό της

διακρίνει στο απέναντι μπαρ την αγάπη της.

Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του

μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια

για να μιλήσει με φίλους του.

Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει.

Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,

όμως δεν θα πάει κοντά του,

πριν από ένα χρόνο την παράτησε.

Στον πανέμορφο πεζόδρομο

με τα φώτα, τις σκιές και τους θαμώνες

μένει καθηλωμένη στη μοναξιά της.

ΓΙΑ ΕΥΝΟΗΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Ο κόσμος μοιάζει με θηριοτροφείο.

Στην κυριολεξία, μαφιόζικες τακτικές

βρίσκουν εφαρμογή στο ευυπόληπτο σπίτι τους.

Γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν οι καταπιεστές

και οι καταπιεζόμενοι.

Για ευνόητους λόγους, όσα φρικτά

συμβαίνουν στο σπίτι τους κανείς δεν τα μαθαίνει.

ΒΙΤΡΙΝΑ

Πέρασες μπροστά από την ομήγυρη

και άρχισες τα χαμόγελα,

τις χειραψίες με όλους,

μοίραζες φιλοφρονήσεις

-τόσο ευγενικός και εγκάρδιος.

Για μένα αυτά τα χαμόγελα και οι διαχύσεις σου

ψεύτικη βιτρίνα.

Μόνο εγώ ήξερα τις κατάπτυστες αθλιότητές σου,

και τι στυγνό μούτρο ήσουν.

Να έφευγες αμέσως, να εξαφανιζόσουν.

ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ (2009)

ΟΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ

Γίναμε εραστές μόνο μια φορά,

πρώτα εσύ αδιαφόρησες

και το ειδύλλιο χάθηκε,

ωστόσο παραμείναμε φίλοι.

Κάτι ξεχωριστό αποπνέεις ως άτομο,

εκείνη η λαμπερότητα στο πνεύμα σου.

Ενώ αποφεύγω να σε προκαλώ,

με κολακεύει που στη ματιά μου

κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι,

σαν να αναθερμαίνεις μια προσέγγιση.

Προτιμώ να σε έχω φίλο, όχι εραστή μου.

ΜΕΤΑΝΟΙΕΣ

Ενάργεια είχαν τα λόγια της:

«Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω.

Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,

να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου.

Αλησμόνητος μένει στο μυαλό μου ένας θαυμαστής

σε κάποιο ταξίδι.

Πριν πέσουμε στο κρεβάτι και όπως ήμουν όρθια,

με λατρεία έσκυψε στα πόδια μου, κι έκανε μετάνοιες

στο γυμνό μου σώμα,

μετά από τα γόνατα άρχισε να με φιλάει.»

ΤΑ ΞΕΣΠΑΣΜΑΤΑ

A ν και σπούδασε θετικές επιστήμες

δεν του λείπει η μόρφωση,

οι γνώσεις από Ιστορία και τέχνη.

Ώριμος στην ηλικία και με ευφράδεια,

ρητορική ικανότητα.

Σε συναναστροφές και όπως κυλάει η συζήτηση

για σπουδαία, ίσως και ασήμαντα θέματα,

αν κάποιος διαφωνήσει μαζί του

συχνά αρπάζεται άσχημα και με τραχύτητα τον προσβάλλει.

Αναμφίβολα θέλει να έχει την πρωτοκαθεδρία.

Δείχνουν άνθρωπο ευέξαπτο τα ξεσπάσματά του.

Έναν πληγωμένο εγωισμό κουβαλάει κι αυτός,

οι φιλοδοξίες της ζωής του απέτυχαν.

ΤΟ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΙΛΟ

Αραιά τη συναντούσε,

συνήθως όταν ταξίδευε στην πόλη της.

Δεν τη φίλησε, ούτε τη χάιδεψε,

με τραχύτητα της έκανε έρωτα

σίγουρος για τον εαυτό του.

Όταν σηκώθηκε για να ντυθεί

της έφερε στο κρεβάτι χαρτομάντιλο,

χωρίς να το ζητήσει η ίδια,

για να σκουπίσει τον ιδρώτα της.

Ήταν η μόνη κίνηση αβρότητας εκ μέρους του.

Ως εραστή δεν τον απέρριπτε τελείως,

αν κι από διαίσθηση γινόταν επιφυλακτική,

αμφέβαλλε αν θα συνέχιζαν.

ΒΑΚΧΙΚΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Το εκδρομικό πούλμαν έκανε στάση στην ειδυλλιακή κωμόπολη.

Το κασετόφωνο συνέχιζε να παίζει μουσική στη διαπασών

καθώς κατέβαιναν οι επιβάτες.

Προηγουμένως στη διαδρομή είχε φουντώσει μεγάλο κέφι

με τραγούδια, μάλιστα οι πιο ζωηροί

έριξαν χορό στον στενό διάδρομο του πούλμαν.

Για να απολαύσω τη μουσική, καθυστέρησα να κατεβώ,

το ίδιο και μια νεαρή κοπέλα.

Σαν σε έκσταση, σε βακχικό παραλήρημα,

σε μια εκτός εαυτού κατάσταση

άλλαζε και καθόταν από τη μια άδεια θέση στην άλλη,

τραγουδώντας παθιασμένα με τη μουσική της κασέτας

και χορεύοντας στις ενδιάμεσες μετακινήσεις της.

Μαρτυρούσε ερωτική στέρηση ο παροξυσμός της,

και κάθε άδεια θέση που καθόταν

έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αποζητούσε.

ΔΙΑΠΑΛΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί

έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.

Αλλά και στον δρόμο που περπάτησαν

το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της

στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος

πάνω από τα ρούχα.

Σύγκορμος αγαλλίαζε που του επέτρεπε

να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,

καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,

έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.

Αγαλλίαζε όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση

σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά

εκθείαζε τις καμπύλες της.

Υπήρχε συναγωνισμός και διαπάλη ανάμεσά τους

ποιος θα την αποκτήσει.

Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της

δεν δόθηκε σε κανέναν τους ποτέ.

ΓΙΟΡΤΗ

Από ερωτικό οίστρο με το γόνατό σου

με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,

καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων

και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.

Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.

Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,

οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,

η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά

συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο

που μου έδινε το γόνατό σου.

ΠΑΘΟΣ

Μου έτυχε χωρίς φιλί

να απολαύσω τον έρωτα.

Όμως εσύ ήσουν γενναιόδωρος,

με πάθος με φίλησες στο στόμα, στο στήθος

και στο αυτί.

Η ανάσα και το στόμα σου στο αυτί μου.

Ο αχαλίνωτος παλμός από τις συστροφές

των χειλιών και της γλώσσας σου στις πτυχές του

με διέγειραν.

Άκρως τολμηρά και πρωτόγνωρα

τα χάδια σου που ακολούθησαν.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, 1985

Η παραλία λεγόταν Πάλιουρας, έξω από τη Μηχανιώνα.

Απογεύματα κολυμπούσαμε,

όταν βράδιαζε, καθόμασταν στην ταβέρνα δίπλα στο κύμα.

Η φίλη μου γύρω στα σαράντα διατηρούσε την εντυπωσιακή

ομορφιά και τη ζωντάνια της.

Κάποια φορά ένας άνδρας που μας κοίταζε με ενδιαφέρον

ζήτησε την άδεια να καθίσει στο τραπέζι μας,

και πάντα μέσα στο πλαίσιο της ευπρέπειας,

γιατί πέρα από τη συντροφιά και τις κουβέντες

δεν συνέβη τίποτα.

Η μεγάλη της διασκέδαση ήταν όταν ο άνδρας

προθυμοποιήθηκε και πλήρωσε τον λογαριασμό,

μας έκανε το τραπέζι.

Παντρεμένη με έμπορο δεν της έλειπε η οικονομική άνεση,

με κατάπληξη διαπίστωσα και σε άλλες περιπτώσεις μαζί της

ότι μεταχειριζόταν τους άνδρες σαν παιχνιδάκια,

και χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της,

έπρεπε να πληρώσουν και να εξυπηρετήσουν.

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ

Πολλά την ενοχλούσαν και την κούραζαν στην πόλη,

η μιζέρια, κάτι σαν παρακμή τις τελευταίες δεκαετίες.

Ύστερα εν τη ρύμη του λόγου συνέχισε:

«Στον σφοδρότερο έρωτά μου έδινα ραντεβού

στην πλατεία Άθωνος.

Με ταξί ή περπατώντας καταλήγαμε στο δωμάτιό του,

σε ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία στο Βαρδάρι,

επί της Μοναστηρίου.

Υπέρ το δέον φλογερή η έξαψή μας,

άρχιζε και κορυφωνόταν στον έρωτα,

ένα ρίγος για ό,τι φανερό ή μυστικά ανεκδήλωτο μας έδενε.

Από τότε στο μυαλό μου νοσταλγικά κουβαλάω

την εικόνα της πόλης από την Άθωνος μέχρι το Βαρδάρι,

τους ενδιάμεσους δρόμους, την αγορά.»

ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κανένα είδος εξάρτησης

δεν είχα ποτέ από σένα.

Με απωθεί το βλοσυρό ύφος σου,

ο στόμφος στη φωνή σου.

Μία επιθετικότητα βγάζεις

που σε προσδιορίζει.

Γυρεύεις να κυριαρχείς, να επιβάλλεσαι

να λύνεις και να δένεις.

ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στοργικά με τάισαν συγγενικά μου πρόσωπα,

καθώς και μια μοδιστρούλα

στη γειτονιά που έπαιζα παιδί.

Μετά την εφηβεία το τάισμα

είχε τη σημασία του στο ερωτικό παιχνίδι.

Θυμάμαι ένα καλοκαιρινό γλέντι,

ο άνδρας δίπλα μου, που από καιρό ήθελε να με προσελκύσει,

γύριζε προς το μέρος μου και με τάιζε.

Σχεδόν σιωπηλός, χωρίς γαλιφιές και γλυκόλογα,

με ανυπόμονη ορμή μού έβαζε την τροφή στο στόμα.

Τη δύναμη και τη βιασύνη του αρσενικού

που θέλει να κατακτήσει μου μετέδιδε η κίνησή του.

ΟΣΟ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ

Από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της πόλης,

φιλόδοξος, πραγματιστής.

Στα σαλόνια και τις δεξιώσεις

βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής,

συνήθιζε να περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του

στις δουλειές, και πολλοί τον πλησίαζαν με δέος.

Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του

μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα.

Ερωτική η ταινία, καλογυρισμένη,

ένα έργο τέχνης.

Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη

να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής ιστορίας,

την ίδια ανάγκη που είχε ο καθένας

μέσα στην αίθουσα.

Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο.

ΤΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ

Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,

μίλησες απαξιωτικά.

Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα

ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,

είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα

– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.

Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα

για την τέχνη.

Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,

κατευθύνουν την αισθητική μου.

Η ΑΛΒΑΝΙΔΑ

Πάνω από δεκαετία, κάθε καλοκαίρι

στο ξενοδοχείο που έκανα διακοπές με την ίδια μεγάλη παρέα,

ήταν καμαριέρα.

Έτσι κατόρθωνε να συντηρείται,

ο μισθός της στην Αλβανία πενιχρός,

γυμνάστρια σε σχολείο τον χειμώνα.

Από τη σκληρή δουλειά ρυτίδες χαλνούσαν το πρόσωπό της,

τα αισθηματικά της πάντα σε αδιέξοδο,

ερωτικό σύντροφο δεν είχε.

Με έμφυτη εγκαρδιότητα και σπασμένα ελληνικά

λαχταρούσε να μας μιλάει στα δωμάτια, όταν καθάριζε,

ή στους διαδρόμους.

Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγουμε στεναχωριόταν.

«Εσάς θυμάμαι στην ερημιά μου τον χειμώνα» μας έλεγε.

Ένα βράδυ σφίχτηκε η καρδιά μου

όταν την είδα να κάνει βόλτα μόνη στον παραλιακό πεζόδρομο.

Μέσα στον πολύ κόσμο μια μοναχική φιγούρα,

που ακόμα και εκείνη την ώρα, ενώ είχε ήδη σχολάσει,

φορούσε τη γαλάζια στολή της καμαριέρας.

ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ

Μέσα από γεγονότα

για κάποιους από τον κοινωνικό σου περίγυρο

διαπιστώνεις:

άδικοι, αναίσχυντα βίαιοι άνθρωποι.

Περιφρουρούν την ιδιοτέλειά τους,

ξεκάθαρα πράγματα.

Αν είσαι εμπόδιο,

και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής,

θα σε συντρίψουν.

ΠΕΔΙΟ ΠΟΘΟΥ (2005)

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Στο νυχτερινό περίπατο με κάθε προφύλαξη

έπιασε το χέρι μου. Μια χειρονομία που σήμαινε πολλά.

Και δεν ήταν επιτρεπτό από κοινωνικές συμβάσεις

να μας αντιληφθούν οι υπόλοιποι της παρέας

που ακολουθούσαν.

Με θέρμη τρίβαμε τα μπλεγμένα μας δάκτυλα.

Κι όπως με ένα ελάχιστο, στιγμιαίο

αγκάλιασμα χωρίσαμε,

η στύση του κλεισμένη στο παντελόνι του

σκληρή σαν πέτρα.

ΗΜΙΦΩΣ

Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της.

Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες.

Γνώρισε κάθε μορφής έρωτα.

Στο ημίφως της βεράντας όπου γινόταν

το πολύβουο πάρτι, την περισσότερη ώρα

καθόταν σε μια άκρη, ηθελημένα μόνη της

και έπινε.

Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας

μετά τα σαράντα,

στην κρίσιμη καμπή που το παρόν

αλλά και οι προοπτικές της από δω και πέρα

δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.

Στο ημίφως της βεράντας έπινε,

καρφί δεν της καιγόταν για το πάρτι

και τις συντροφιές που μαζεύονταν εκεί.

Το πολυτάραχο παρελθόν της νοσταλγούσε.

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Θαλερός, και με την αλαζονεία

του ακαταμάχητου επάνω του.

Τον παίδεψα μέχρι να πέσω στην αγκαλιά του.

Όταν πρωτοφιληθήκαμε

ακάθεκτος έτριβε το πρόσωπό του

στο δικό μου.

Με γέμισε αμυχές και σημάδια

στα χείλη και στο λαιμό.

Για μέρες μού άναβαν μια φλόγωση τα σημάδια.

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ

Και τι δεν ετοίμαζε,

η συλλογή με τα νέα διηγήματά του

προχωρούσε για έκδοση, το ίδιο και το βιβλίο

με τα δοκίμιά του, όσο για το καινούριο μυθιστόρημα

κλεισμένος στο εξοχικό σπίτι το δούλευε.

Αυτά για το πόσο δημιουργικός παρέμενε.

Ίσως το είχε ανάγκη έτσι να επιβεβαιώνεται με το γράψιμο,

κι ό,τι δημοσίευε δεν περνούσε απαρατήρητο.

Όμως σε εμάς τους φίλους αρκετές φορές

δεν έκρυψε κάτι πιο μύχιο:

ότι έπινε συχνά χωρίς σταματημό,

μουντή σύνθεση, μουντό σκόρπισμα η άχαρη ζωή του –

έπινε με μια τάση αυτοκαταστροφής.

Η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

«Άπειρη είσαι, δεν ξέρεις τι γίνεται έξω,

δεν κυκλοφορείς, μένεις κλεισμένη στο καβούκι σου,

στην ασφάλεια του σπιτιού σου».

Ήταν η παρατήρησή του εναντίον μου,

τον ενοχλούσα επειδή είχα αντιρρήσεις

για κάποιες απόψεις του.

Με τα χρόνια ρίχτηκα στα βαθιά,

εκτέθηκα στα καλύτερα και στα χειρότερα,

στις πιο ακραίες καταστάσεις.

Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Αναγκαστικά μέσα στο ίδιο περιβάλλον

τους έζησα από κοντά:

τη μοχθηρή και ανάλγητη εγωπάθειά τους,

τη μανία τους να καταδυναστεύουν άγρια,

τα μυστικά τους εγκλήματα.

Τέτοια καθάρματα.

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ

Με κάλεσε για τραπέζι.

Πέντε έξι φίλες και φίλοι της

που τους είχα συναντήσει και σε άλλη περίσταση

ήταν οι συνδαιτυμόνες, όλοι τους εκλεκτοί

για την ευρυμάθειά τους, τις καλλιτεχνικές ενασχολήσεις,

το χιούμορ και τη γνησιότητα των αισθημάτων τους.

Κι όπως εκείνη λίγο τους ξεπερνούσε σε όλα αυτά,

και την παραδέχονταν και κρέμονταν από τη γοητεία της,

είχα την αίσθηση ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι της

σχημάτιζαν κάτι σαν αυλή,

έναν πολύ αφοσιωμένο πυρήνα ανθρώπων

γύρω από το πρόσωπό της, όπου έτσι κι αλλιώς

η συναλλαγή και το συμφέρον δεν είχαν θέση.

Και μόνο για τους φίλους της τη ζήλεψα.

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ

Δεινοπάθησε η βέσπα σου

από τις πέτρες και την ανηφόρα

στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.

Με σκοπό τον πήρες,

αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά

θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.

Ένα φανελάκι φορούσες

και δεν άργησα να κάνω την αρχή,

παράφορα σε φιλούσα

καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.

Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.

ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΩΘΗΚΑ

Κάποιες σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου

αιωρήθηκαν στον αέρα, καθώς μιλούσες δυνατά

και γελούσες, κι όπως βρισκόμουν δίπλα σου

τις δέχτηκα στα χείλη.

Πιο πολύ και από αγίασμα οι σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου,

κι όταν διαλύθηκαν στο στόμα μου,

ήταν σαν μυστικά να ενώθηκα μαζί σου,

σαν μυστικά να σε έβαζα μέσα μου.

Πιο πολύ κι από αγίασμα το σάλιο σου,

κι ας μην έχουμε φιληθεί ποτέ στο στόμα,

κι ας τρέμει το φυλλοκάρδι μου

πως πάλι θα απομακρυνθείς και θα σε χάσω –

και η συμπεριφορά σου δείχνει

πως δεν μετράω πια για σένα.

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

Περπάτησα μαζί της μέχρι το κοσμηματοπωλείο της

στην πλατεία Άθωνος.

Και στην αγορά Μοδιάνο και στο Καπάνι

που περάσαμε, κάποιοι πωλητές

με ασυγκράτητο λίγωμα στη φωνή τους

την πείραξαν.

«Μαγεύτρα είσαι, χαλνάς, κομματιάζεις κόσμο»

ένας από τους πρώτους της φώναξε.

Έφαγε τη ζωή με το κουτάλι,

μέστωσε στην ηλικία,

και απ’ όπου περάσει, αυτό το λίγωμα

στη φωνή των ανδρών σαν αύρα την ακολουθεί.

ΟΡΜΗΤΙΚΑ

Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση,

κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας,

η ζωή και η απόσταση τους χώρισαν.

Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του

την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του,

κι όταν όρθια τη γύμνωσε

κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι

και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της,

όχι πολύ δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς

ξεστομίζοντας γλυκόλογα.

ΣΕ ΕΜΑΘΑ

Το χέρι σου, με καθένα από τα δάκτυλα

ελάχιστα ανοιγμένα, είναι ακουμπισμένο

πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο.

Λίγο πολύ σε έμαθα,

μετά από τόσα γεγονότα λίγο πολύ πλησίασα

την υφή του χαρακτήρα σου.

Δεν έχει ταίρι ο αυθορμητισμός

και η σεξουαλικότητά σου,

αλλά και η οξύνοια, οι βαθυστόχαστες σκέψεις σου

ούτε μου διαφεύγει κάποια ροπή σου

για μελαγχολία.

Θ ταραχτώ αν κοιτάξω το χέρι σου

που ακουμπά στο τραπεζομάντιλο,

γιατί το χέρι σχετίζεται πολύ με τη σεξουαλικότητα.

ΟΙ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ

Γύριζε στο παρελθόν του και ανάμεσα στα άλλα

μου τόνισε επί λέξει:

«Έμαθα τον έρωτα νωρίς,

στα δεκαπέντε χρόνια μου, το 46.

Έξω από τα κάγκελα του σχολείου

περίμεναν οι καπνεργάτριες.

Έπαιρναν εμένα, ήμουν ήδη ανεπτυγμένος

και μου είχαν αδυναμία,

καθώς και δύο φίλους μου.

Το βράδυ πηγαίναμε στο παρκάκι

κοντά στο Λευκό Πύργο.

Την επόμενη χρονιά πάλι με τις καπνεργάτριες.

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Ταίριαζαν και αγαπιόντουσαν.

Όταν ανέβηκαν στην γκαρσονιέρα του

ο άνδρας πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Κατέβασε το ρολό στο παράθυρο για να γίνει σκοτάδι

και έδειξε στη γυναίκα ποιο πορτατίφ να ανάψει

που έδινε αδύναμο, χαμηλό φως.

Στις περιπτύξεις στο κρεβάτι

-ήδη ρούχο δεν έμεινε επάνω τους-

της υποδείκνυε να γυρίζει πότε μπρούμυτα,

ανάσκελα ή επάνω του-

και η γυναίκα γινόταν προκλητική στο έπακρο.

ΕΝΔΟΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΣ

Το διπλό κρεβάτι και παραδίπλα ένας μικρός καναπές.

Τα φιλιά, το πέταγμα των ρούχων

και το υπέροχο, χωρίς ίχνος συστολής, σμίξιμό τους

έγινε στον καναπέ.

Χρησιμοποίησαν το κρεβάτι μετά

για να χαλαρώσουν,

να συνέλθουν από τη μανία τους για ηδονή,

να στεγνώσει ο ιδρώτας.

Παρέμειναν ξαπλωμένοι ανοίγοντας μια ατέλειωτη συζήτηση

για θέματα που τους ενδιέφεραν.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το καράβι ξεκίνησε από Θεσσαλονίκη

για Λήμνο τα μεσάνυχτα.

Υπήρχε τόσο πλήθος κόσμου

ώστε μόλις πρόλαβα να πιάσω κάθισμα στο κατάστρωμα.

Για να μη χάσω τη θέση μου

αναγκάστηκα να περάσω εκεί όλο το βράδυ.

Την απόλαυση του ταξιδιού και τη διάθεσή μου

τη χάλασε μια παρέα νεαρών.

Άξεστοι και βίαιοι. Οι άγριες φωνές τους,

οι κραυγές, τα φτηνά αστεία τους

στιγμή δεν σταμάτησαν στο κατάστρωμα

μέχρι να ξημερώσει.

Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα

από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα

που έχω υποστεί στη ζωή μου.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κλείστηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.

ήταν περαστικός στην πόλη της για επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Άλλωστε από τη δουλειά γνωρίστηκαν.

Έσκυψε να τη φιλήσει και για λίγο σταμάτησε,

ασχολήθηκε με το πρόσωπό της.

Βρήκε έξοχα, καλοσχηματισμένα καθένα

από τα χαρακτηριστικά της, μάτια, μύτη, στόμα, τα πάντα-

κι ότι σαν σύνολο έδενα τέλεια μεταξύ τους.

Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,

πρόστυχα λόγια και κινήσεις.

Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε

για μια μόνο φορά,

τα ίχνη του θα χάνονταν.

Δεν μετάνιωσε για τον έρωτα μαζί του,

υπήρχε τραχύτητα αλλά και ομορφιά,

η ζεστασιά του όταν έκρινε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της

για να της δείξει πόσο ποθητή ήταν.

ΦΑΡΔΙΕΣ ΠΛΑΤΕΣ

Έχω την αφοσίωσή σου,

στα τρίσβαθα της ψυχής μου το συνειδητοποιώ.

Βρίσκουμε δωμάτιο.

Το μπουφάν σου, που σε λίγο θα βγάλεις,

τονίζει τις φαρδιές πλάτες σου.

Με αγκαλιάζεις. Για προκλητικές κινήσεις

έτοιμη είμαι,

στην ορμή μας τίποτα να μην είναι βαρετό.

Και η τέχνη της πρόκλησης στο κρεβάτι

φρεσκάρει και τονώνει το συναίσθημα.

Έχω την αφοσίωσή σου.

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΗΔΥΠΑΘΕΙΑΣ (2000)

ΑΠΑΙΤΗΣΕ

Όταν πλάγιασα μαζί του θυμάμαι τη φράση του:

«Σήκω να μου δείξεις τα κάλλη σου».

Μου φάνηκε σαν προσταγή και δεν μου καλοάρεσε.

Ήρθε και το χειρότερο:

Καθώς ντυνόμασταν απαίτησε

να του φέρω τα παπούτσια.

Λες και ήμουν υπνωτισμένη

του έκανα το χατίρι.

Σέρνοντας τα προσεκτικά με τα πόδι μου

–απ’ τη γωνιά που ήταν πεταμένα–

του τα έφερα.

Θύμωσε που δεν έσκυψα

και δεν τα πήγα με το χέρι.

Το θεώρησε παράλειψη εκ μέρους μου:

έπρεπε να σκύψω,

χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή.

ΕΧΑΝΑ

Για να βρούμε μιαν άκρη στο αίσθημά μας

με περίμενε σπίτι του.

Πήγα νωρίτερα και τον βρήκα

να κοιμάται στον καναπέ,

πρόχειρα με μια κουβέρτα.

Για να ζεστάνει λίγο η ατμόσφαιρα

έσκυψε ν’ ανάψει το τζάκι.

Τέλειος, ολόκληρος μια θέλξη οφθαλμών

απ’ όποια γωνία κι αν τον παρατηρούσα,

καθώς μάζευε τις στάχτες,

άπλωνε τις εφημερίδες και τα ξύλα.

Σάρωνε με τις επιτυχίες του στις γυναίκες,

διαισθανόμουν πως κάποτε, πολύ σύντομα,

θα μ’ άφηνε.

Δεν είχα ψευδαισθήσεις. Κράτησα αρνητική στάση

και τον απέκρουσα.

Δεν είχα ψευδαισθήσεις, ούτε μου έτυχε συχνά

παρόμοιο άντρα δυνατό και αγέρωχο να κουρελιάσω

– στο παιχνίδι, βέβαια, έχανα εγώ.

Κι όμως ήταν απόκτημα για μένα η συντριβή του,

το βουβό του παράπονο, ο τρόπος που με ικέτεψε

για ένα άγγιγμα που δεν χάρισα.

Δεν μου έτυχε συχνά άνδρα δυνατό

και αγέρωχο να κουρελιάσω.

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Απλωμένα σε καναπέδες , πατώματα και τοίχους

εκθέτονταν χαλιά εισαγωγής από την ανατολή.

Η συντροφιά που ακολούθησα συναγωνίζονταν

ποιος θα διαλέξει το καλύτερο,

και ποιος θα πληρώσει περισσότερο.

Έφερναν βαβούρα και υστερία επιδειξιομανίας.

«Παραδέξου το, είναι άχαρα άτομα

κι εσύ πνίγεσαι ανάμεσά τους.

Μια ανοησία η βαβούρα τους,

απορώ πως τους ανέχεσαι.»

Γύρισα και τον κοίταξα καθώς απρόσμενα

εμφανίστηκε μπροστά μου και έκανε την υπόδειξη.

Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη,

με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη

κόμπιαζε από αγάπη-

με τον πιο μειλίχιο τρόπο με μάλωνε.

Και ήταν το αντίδοτό μου,

το πιο αληθινό αντίδοτο

για τις άχαρες και άχρηστες συναναστροφές μου με άλλους.

ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ

Στην παραλία αντί για άμμο

υπάρχει μικρό, λευκό βότσαλο.

Πονάει να περπατήσεις πάνω του με γυμνά πόδια

και να ξαπλώσεις χωρίς πετσέτα.

Τον παρατηρώ που μόλις βγήκε

από τη θάλασσα και ξάπλωσε δίπλα μου.

Λέει αστεία, είναι ευδιάθετος

και οι άλλοι ανταποκρίνονται.

Μέσα στη γενική ευθυμία

λίγο αργώ ν’ αντιληφθώ πως σέρνεται,

αναδιπλώνεται και ξαναπέφτει πότε πλάγια

και πότε ανάσκελα.

Μ’ αναζητάει, μετατοπίζεται

και κάνει κύκλους γύρω μου,

πάνω στα σκληρά βότσαλα,

χωρίς να νοιάζεται αν τρυπιέται και πονάει.

Γέμισε σημάδια να τ’ ανακατεύει,

να χώνεται βαθιά τους.

Κάποτε κάνει πως μπερδεύεται,

στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα

και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου.

Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα.

Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:

μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι.

Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε.

ΤΟ ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΟ ΣΟΥ ΤΖΙΠ

Ό,τι κι αν οδήγησες,

βέσπα, κοινό αυτοκίνητο, και τώρα τζιπ,

το πρόσφατο απόκτημά σου-

κατοχυρώνονται, γίνονται φετίχ για μένα.

Τα τζιπ που κυκλοφορούν

και τόσο μοιάζουν με το δικό σου

μου προκαλούν ανασκιρτήματα.

Από μακριά χαϊδεύω τις λαμαρίνες τους,

το σκαλοπατάκι της πόρτας και τα χοντρά λάστιχα.

Ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε,

καταθρονιάστηκε μέσα μου.

Τέτοιες μυσταγωγίες δεν διανοούμε να καταπνίξω.

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ

Αξίζει για τη θέρμη, την αψηφισιά της.

Υπήρξε καλλονή, τι πιο φυσικό

ότι της έκαναν τεμενάδες.

Ποικίλους τεμενάδες δέχεται ακόμη

και τώρα, που με τα χρόνια έμεινε

σκιά του εαυτού της.

Αξίζει για την αψηφισιά, το σταθερό βήμα της.

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ

Ανεβοκατεβαίνει τον διάδρομο του θεάτρου

τάχα για να ψάξει καλύτερες θέσεις

από αυτές που βρήκαμε.

Άλλος είναι ο στόχος της: να κατοπτεύσει

πόσοι θα την κοιτάξουν λαίμαργα.

Όσο ένα μυθιστόρημα οι ερωτικοί δεσμοί της

κι όσα άγνωστα και μυστήρια την περιβάλλουν.

Το έκπαγλο παρουσιαστικό της ακτινοβολεί

και εκπέμπει την υπεροχή.

Με θεωρεί ασήμαντη,

κι αν με συναναστρέφεται είναι από περιέργεια

για τους στίχους που γράφω.

Είναι πρωτόφαντος για μένα ο κόσμος της,

με ξεπερνάει και με πανικοβάλλει

με τις εκλάμψεις του.

Εισπράττω την ασημαντότητά μου.

ΕΝΤΡΥΦΩ

Σαν το θρύψαλο παραχώνομαι

σε οτιδήποτε τον θυμίζει.

Για πράγματα που απεχθάνονταν

ή λάτρευε είχε μια ιστορία.

Περιπλανήθηκα στην αγάπη του

και με τυλίγουν οι ιστορίες του,

εντρυφώ σε λεπτομέρειες απ’ τα βιώματά του.

ΣΤΟ ΣΕΪΧ-ΣΟΥ, 1968

Άστραφταν από νιάτα, κι ένα πρωί

στις αρχές μόλις της γνωριμίας τους

ανηφόρησαν στο Σέιχ-Σου.

Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει

με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,

την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της

για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της μέρας.

Παρά τη θέλησή της

-έτσι κι αλλιώς η προσταγή την πάγωσε-

προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ζόρι.

Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,

η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού

και απροκάλυπτης ωμότητας.

Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει,

αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν

ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑ ΣΤΟ ΜΠΡΑΤΣΟ ΣΟΥ

Δική σου η επιλογή να πάμε σινεμά.

Ένας ποιητικός αισθησιασμός

όλο το έργο που είδαμε,

ζεστάθηκα από τέχνη ωραία δοσμένη.

Και ο πρωταγωνιστής θύμιζε τον παλιό μου έρωτα,

τον μοναδικό λάγνο έρωτά μου

που με παράτησε πριν λίγα χρόνια.

Βγήκαμε από το σινεμά

και στηρίχτηκα στο μπράτσο σου.

Στηρίχτηκα στη θαλπωρή

και στην επιθυμία για το σώμα σου.

Όσο δεν φαντάζεσαι σε είχα ανάγκη

να ξεχάσω, να καταστείλω μέσα μου

τον παλιό μου έρωτα.

ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙΟΥ

Ένα κομψοτέχνημα το σιντριβάνι

με τον ψηλό οβελίσκο και τις γωνίες του

φωτισμένο τη νύχτα.

Γύρω η πλατεία του, κι ό,τι λίγο φαίνεται

από τις συστάδες των δέντρων της Ευαγγελίστριας

και την άνω πόλη που ανηφορίζει.

Το βλέπω στο πέρασμά μου

από έναν κάθετο δρόμο εκεί γύρω –

και είμαι ξεθεωμένη

έχοντας μόλις τελειώσει το ωράριο

στο επάγγελμα που κάνω.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Βαθιά, αδιάλειπτα αγέρωχος

όμως η αδρή αρρενωπότητά του

πώς και με τι να συγκριθεί;

Άγρια κι ακμαία η αρρενωπότητά του

σαν καλοκαιριάτικο λιοπύρι

με καθηλώνει και την αποθησαυρίζω.

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ, 1992

Είναι ποιητής που παραδέχομαι,

του βγάζω το καπέλο, οι στίχοι του με θέλγουν.

Είχε την ονομαστική του γιορτή

και πρώτη φορά θα τον επισκεπτόμουν σπίτι του.

Με κατείχε αδημονία να βρεθώ στον χώρο του,

να δω και να αγγίξω κάτι από την ατμόσφαιρα

όπου ζούσε, σκεπτόταν και έγραφε.

Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα.

Τα λιτά έπιπλα και οτιδήποτε άλλο

όπως κιλίμια, κεντήματα και αντικείμενα,

ήταν πολύ παλιά, από τα χρόνια του ’20 ή ’30.

Ο χώρος και ο διάκοσμος μου θύμιζε

κάποια προσφυγικά σπίτια φίλων μου στην παιδική μου ηλικία.

Φτωχικό το σπίτι του ποιητή,

αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα.

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του

γι’ αυτήν θεριεύει.

Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.

Έγινε άλλος άνθρωπος.

Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή

τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται

ΠΕΡΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γνώρισα τον λογοτέχνη

που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος

πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,

Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:

«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω

στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,

ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη

αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου

θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».

ΔΕΞΙΩΣΗ

«Καυλόφλογα μου προκαλείς

όπως στέκεσαι δίπλα μου,

και σαν μπουρλότο με διαπερνάει.

Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,

έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ

να γίνουμε ζευγάρι».

Της το ψιθύρισε στη λαμπρή δεξίωση

όπου ήταν προσκαλεσμένοι ως τιμώμενα πρόσωπα,

κι έπρεπε να συναντήσουν

σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς

κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας.

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Στάθηκες καμαρωτός στον καθρέφτη

του διαδρόμου, έσιαζες τα μαλλιά σου

και κοιταζόσουν.

Κι εγώ διπλά σε θαύμαζα

διαποτισμένη όπως ήμουν από τα χάδια

και το σώμα σου τη νύχτα που πέρασε.

Άριστος δεξιοτέχνης αποδείχτηκες για τα ακόλαστα,

σε χάδια και αγγίγματα ασυναγώνιστος.

Άστραψε η παραφορά στην ένωσή μας

τη νύχτα που πέρασε.

ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ

Όταν τελείωσε η διάλεξη, προς την έξοδο,

προθυμοποιήθηκε να με πάει με ταξί μέχρι το σπίτι μου

για να μην ταλαιπωρηθώ με το λεωφορείο,

αλλά και για να βρούμε την ευκαιρία

να κουβεντιάσουμε, να μάθει τα πιο πρόσφατα νέα μου.

Σχετικά με το καινούριο βιβλίο μου που θα εκδίδονταν,

θα του έδινε χαρά να μου έκανε παρουσίαση

σε βιβλιοπωλείο.

Και χαμηλώνοντας τη φωνή του συμπλήρωσε:

«Φρόντισε η έκδοση να μην καθυστερήσει

πολύ σε χρόνο

για να προλάβω να σε παρουσιάσω

με τα χάλια που έχει η υγεία μου

ο θάνατος με αρπάζει στο άψε-σβήσε.»

Όταν βγήκα από το ταξί

ένα βούρκωμα ανέβαινε στα μάτια μου,

τα μαντάτα για την υγεία του

δεν ήθελα να τα πιστέψω.

Μέσα στο τόσα χρόνια που τον γνώριζα

το δέσιμο, η αγνή φιλία μας, η λαχτάρα

για συνάφεια μεταξύ μας άφθαρτη, αδιάλειπτη.

Μαυλιστικά (1997)

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί

έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.

Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν

το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της

στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος

πάνω από τα ρούχα.

Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε

να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,

καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,

έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.

Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση

σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά

εκθείαζε τις καμπύλες της.

Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη

ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.

Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της

δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του

γι’ αυτήν θεριεύει.

Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.

Έγινε άλλος άνθρωπος.

Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή,

τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

ΜΑΥΛΙΣΤΙΚΑ

Σταμάτησες παθιάρικα να με προσελκύεις

και να με κυνηγάς.

Πια αποσύρθηκες.

Σίγουρα σε κούρασαν

και οι τόσες αρνήσεις μου.

Τα πολλά χρόνια

που μαυλιστικά με κυνηγούσες

φτιάχνουν μια ολόκληρη,

περασμένη εποχή.

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Με ρωτάει αν είναι φαντασιώσεις

ή βιώματα, όσα ερωτικά καταγράφω

στα ποιήματά μου –

και αυτό σαν μια παρένθεση,

καθώς διακριτικά με φλερτάρει.

Ευχάριστα έρχεται η συμπεριφορά του,

τονώνει τη φιλαρέσκειά μου.

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ

Συγγραφέας όπως και οι άλλοι

στον στενό κύκλο που βλεπόμαστε.

Πάντα μαχητικός –στην ηλικία

μόλις πλησιάζει τα εξήντα–

πάντα ακατάβλητος με τα επιχειρήματα

και τις απόψεις του, ιδίως για τα λογοτεχνικά,

και μια αρέσκεια να επιβάλλεται.

Μόνο τις προάλλες που βρεθήκαμε οι δυο μας

είδα την άλλη, διαφορετική όψη του.

Μια επώδυνη θλίψη τον περιέκλειε,

και μου εξομολογήθηκε την ανέραστη ερημιά του –

ότι τα έντονα ειδύλλιά του

που στην κάψα τους εκλύθηκε κάθε έκσταση,

τελειωμένα πια, ξέμακρα εντελώς στο παρελθόν.

Και υπομένει τη νέκρα,

το ανέραστο σεργιάνι του που διαιωνίζεται.

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί

έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.

Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν

το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της

στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος

πάνω από τα ρούχα.

Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε

να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,

καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,

έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.

Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση

σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά

εκθείαζε τις καμπύλες της.

Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη

ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.

Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της

δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

ΘΕΙΟ ΚΟΡΜΙ (1994)

ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ

Ο εραστής της ήταν σημαίνον πρόσωπο

κι υπήρχε φυλάκιο με αστυνομικούς

στο σπίτι του για ασφάλεια.

Όποτε τον επισκεπτόταν, διέκρινε πίσω απ’ το τζάμι

να λάμπουν οι στολές και τα νεανικά τους πρόσωπα.

Σύμφωνα με τους τύπους

δήλωνε το όνομά της στον επικεφαλής,

και μετά άνοιγε η πόρτα για τα ενδότερα.

Ακολουθούσε άνετα ένα δίωρο,

ύστερα κατέβαιναν στην παραλία.

Ήταν μια μικρή δοκιμασία

μετά τον έρωτα, να περάσουν

μπροστά απ’ τους φρουρούς με άψογο τρόπο.

Με τον καιρό το φυλάκιο έγινε σημείο αναφοράς.

Από εκεί άνοιγε η πόρτα, κι όπως πάντα ο φρουρός

-συνήθως κουρασμένος απ’ τη βάρδια-

έλεγε καληνύχτα στους εραστές που έφευγαν στην παραλία.

ΣΤΟ ΜΠΑΡ

Με την κοπέλα του πήγαιναν

ν’ ακούσουν έναν περίφημο νέγρο τραγουδιστή

σ’ ένα από τα πολυσύχναστα μπαρ της νεολαίας.

Πριν από την είσοδο την προειδοποίησε:

«Μου αρέσει μια γυναίκα

που ίσως έρθει στην παρέα απόψε.

Με το δέος και την κατάνυξη

που μπαίνει κανείς σε μια εκκλησία

έτσι θα έμπαινα στο σώμα της,

και θα με έτρωγε η αγωνία

να την ευχαριστήσω,

και να φανώ αντάξιος-

ενώ με σένα δεν με νοιάζει,

με σένα κάνω έρωτα αδιάφορα,

όπως μιλάω».

Ήταν μαγευτική η ατμόσφαιρα στο μπαρ,

ο κόσμος είχε ενωθεί με τους ρυθμούς

και τη φωνή του τραγουδιστή.

Η κοπέλα μουδιασμένη καταλάγιαζε

την ταραχή της.

Η ωμότητα του φίλου της

την εμπόδιζε να ενωθεί με οτιδήποτε.

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΣΤΡΩΜΑ

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,

αργά το απόγευμα, την περίμενε

στο γραφείο του.

Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του

έφτασε μέχρι τα πόδια της,

κι όπως ήταν παγωμένα

με το στόμα του τα ζέστανε.

Έσμιξαν στο πάτωμα,

σ’ ένα πρόχειρο στρώμα

από μαξιλάρια του καναπέ.

Η ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μου σύστησαν την ποιήτρια

από την Καλιφόρνια της Αμερικής,

που έδινε σειρά διαλέξεων στο πανεπιστήμιο.

«Σε γενικές γραμμές δεν μ’ ενθουσίασε η πόλη σας.

Κοινότυπη, δεν προσφέρεται για καλλιτέχνες.

Εμπνέεσαι, μπορείς και γράφεις μένοντας εδώ;»

με ρώτησε. Εκείνη τη στιγμή ένας πληθωρικός

γεροντάκος ξεσήκωνε την ταβέρνα με τις φωνές του:

«Αχ, Μάρκο, φίλε μου, έσβησαν τα νιάτα σου,

έχασες τη λεβεντιά σου με τα χρόνια,

είσαι αγνώριστος».

Σπάραζε, σχεδόν έκλαιγε για τη φθορά του χρόνου.

Ήταν τόσο πηγαίος, ώστε αντί για θλίψη

ένιωθα ανάταση.

Το στιγμιότυπο ανέτρεπε, έκανε σκόνη

τους αβάσιμους ισχυρισμούς της για την πόλη.

«Όλο και κάτι βρίσκει να γράψει κανείς»,

της απάντησα, καθώς αποτύπωνα τον σπαραγμό

του ζωηρότατου, πληθωρικότατου γεροντάκου

κι εμπνεόμουν.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΑΞΙΔΙ

Όση ώρα ήμουν μαζί της

ήταν απασχολημένη στο τηλέφωνο.

Προσπαθούσε να αγοράσει φτηνό εισιτήριο

για ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό.

Το αποφάσισε ξαφνικά

και δυσκολεύονταν να βρει θέση.

Στα ενδιάμεσα της τηλεφωνούσαν

διάφοροι φίλοι,

ακόμη και παλιές της αγάπες.

Παλιές αγάπες που ζητιάνευαν

για μια συνάντηση.

Μ’ ευγνωμοσύνη έγινα θεατής στις δοσοληψίες της.

Δοσοληψίες της φυγής, της ξενοιασιάς

και του απρόοπτου.

ΨΗΣΤΑΡΙΑ

Στη στοά Μοδιάνο η ψησταριά είναι μικρή

με πάγκους στους τοίχους, αντί για τραπέζια

και καρέκλες.

Έρχονται άνδρες της πιάτσας που μιλάνε δυνατά

για το κυνήγι, τα κόμματα και τα βρώμικα

νερά του Θερμαϊκού.

Ο συνοδός μου είναι σαν τη μύγα

μες στο γάλα ανάμεσά τους,

είναι ένας φίνος κουλτουριάρης

που με ορέγεται.

Πότε-πότε μου κολλάει το πόδι,

περιμένει να ενδώσω.

Υποπτεύομαι πως μπορεί να χαρίσει ηδονή,

γι’ αυτό δεν με πειράζει που δεν έχει πλάτες

και στιβαρά πόδια.

Στο μεταξύ για κάποιο γνωστό τους

μπαινοβγαίνουν οι άνδρες.

ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

«Δες ένα αριστούργημα

νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»,

μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.

Σ’ ένα από τα παλιά κι ευρύχωρα

δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.

Στα καλέσματα και τις επινοήσεις μας,

στην ιεροτελεστία του έρωτα,

μ’ επηρεάζουν οι χώροι με τη δική τους ατμόσφαιρα».

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Ιούλιο μήνα, νωρίς το απόγευμα,

στην Προξένου Κορομηλά, ένας ζωγράφος

σχεδόν συνομήλικός μου, έκανε ποδήλατο.

Πολυμαθής και ενήμερος

ακόμη και για τις πιο πρόσφατες

τάσεις στα εικαστικά – όμως το έργο του

μια μετριότητα.

Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος

που κυκλοφορούσε στο στενό της παραλίας,

απ’ την πολλή ζέστη δεν υπήρχε ψυχή.

«Σε καταλαβαίνω, φίλε μου»,

ψιθύρισα μέσα μου, «σε βασανίζει η τέχνη,

και σου είναι άγνωστη η σκοτεινή δίοδος

που οδηγεί στο μυστικό της.

Αν δεν το ανακαλύψεις, δεν γίνεσαι αληθινός τεχνίτης–

τίτλος σπάνιος και δυσεύρετος.

Σ’ έρημους δρόμους, μα και σε κατάμεστες αίθουσες,

όμοια σε αναλώνει, σε βασανίζει η τέχνη».

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.

Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του

νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:

«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα

που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιει,

άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου

απ’ το πρωτότυπο.

Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.

Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι

και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.

Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ

Όποιο περιοδικό ήθελε θα της το χάριζε,

άλλα έπρεπε ν’ ανεβεί στο δωμάτιό του,

να διαλέξει μόνη της.

Τα περιοδικά δεν την ενδιέφεραν,

από ματαιοδοξία τον ακολούθησε

– να καταλάβει αν σαν γυναίκα

τον τραβούσε ακόμη.

Γεμάτος φροντίδα κατέβασε τα περιοδικά

από ένα ψηλό ράφι,

και τ’ άπλωνε στο καθαρό σεντόνι

του κρεβατιού του να διαλέξει.

Τον έκαιγε ο πόθος

και δεν τολμούσε να εκδηλωθεί,

να την αγγίξει.

Μαζί με τα εξώφυλλα

της άπλωνε και την υποταγή,

την τρυφερότητά του, να διαλέξει.

ΠΛΑΝΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Αποδείχτηκε σκάρτος και κάλπικος.

Τόσο απέτυχα στις προβλέψεις μου

ώστε αντί για άνετο περίπατο

μου ετοίμαζε πανωλεθρία.

Τις μέρες που ξεχείλιζε το ποτήρι

ανάμεσά μας, και θα χωρίζαμε,

του ξέφυγε κάτι, που όπως φαίνεται

τον απασχολούσε:

«Όμοιος με τους λαχταριστούς άνδρες

που βασανιστικά επιθυμείς στα ποιήματά σου

θέλω να είμαι.»

Δεν του έδωσα καμία απάντηση.

Ένα μίασμα ήταν στη ζωή μου —

ένα μίασμα που ο χρόνος σύντομα

θα έσβηνε.

ΚΑΛΟΔΕΧΟΥΜΕΝΗ

Στα υπαίθρια γλέντια μας

άφηνε κάπου μακριά τον άνδρα της

–ήταν μεγάλοι, κάπως γερασμένοι και οι δύο–

κι έπιανε θέση ανάμεσα σε λεβέντες.

«Θέλω άνδρες», φώναζε, «άνδρες να κάθονται

δίπλα, απέναντί μου».

Ήταν καλοδεχούμενη γιατί ήξερε να δίνει κέφι,

να δημιουργεί ατμόσφαιρα.

Ήταν καλοδεχούμενη γιατί τους παίνευε

κι έλεγε γλυκό λόγο στον καθένα τους.

Ξεπερνούσε ευπρέπειες και προσχήματα.

Οποιαδήποτε αφοσίωση απ’ τους άνδρες που πλεύριζε

δεν περίμενε – ούτε είχε αυταπάτες να ελπίζει.

Μια παράσταση έδινε και γλεντούσε.

ΛΙΓΟ ΑΠ’ ΤΗ ΘΩΡΙΑ ΤΟΥ

Ήταν το παράπονό του:

«Της αρέσουν μόνο οι γεροδεμένοι.

Τα έχει μ’ ένα στρατιώτη

που την εξευτελίζει.

Φέρνει γυναίκες και την απατάει

μπροστά στα μάτια της.

Κλαίγεται, κι όμως πάντα

στην αγκαλιά του γυρίζει.

Έχω κουραστεί να την παρακαλώ

να έρθει μαζί μου».

Αν ορέγονταν την κοπέλα

άλλο τόσο θαύμαζε τον στρατιώτη,

που ήταν σκληροτράχηλος και δυνάστης.

Λίγο από τη λάμψη και τη θωριά του

να είχε, θα της έκανε τα τρισχειρότερα.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

Από καιρό την πολιορκούσε

κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,

ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους –

άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,

κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε.

Στάθηκε τυχερός με την άμεση

ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε

στο απόκρυφο ακρογιάλι.

Σταμάτησαν απόμερα,

και με την πείρα της στους άνδρες

– γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,

πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της

και μπαινόβγαινε στο νερό.

Μπαινόβγαινε πολλές φορές

κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε

«θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Η γνώμη του με κέντρισε:

«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,

ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν

και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.

Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου.»

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.

Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,

πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.

Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα

και την παραλογοτεχνία της.

ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ

«Έχει ξεσηκώσει το ξενοδοχείο με τα θέλγητρά της,

την περιστοιχίζουν θαυμαστές, όμως το μυαλό της

στο νεαρό της ρεσεψιόν.

Ομορφόπαιδο και χρόνια μικρότερός της,

τον έχει εκμαυλίσει, τον απολαμβάνει μέχρι το πρωί.

Τα βράδια που έχω αϋπνίες,

τους βλέπω να επιστρέφουν απ’ τις ερημιές

και τα ξενύχτια.»

Με φόντο τις αϋπνίες της πρόβαλλε το ζευγαράκι.

Πικάντικα κι ευφρόσυνα τα νυχτοπερπατήματα.

Είχα σταμπάρει το ομορφόπαιδο της ρεσεψιόν.

Η στόφα, η μαγιά του σύναζε όνειρα:

πράος κι αισθαντικός.

Μαινάδες του έκαναν σινιάλο.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΕΜΠΟΡΟΣ

Απ’ τη συγκίνηση που είχε η φωνή του

κατάλαβα ότι αναπολούσε τα ταξίδια του:

«Πήγαινα στην Κωνσταντινούπολη για δουλειές,

έκλεινα παραγγελίες με ομογενείς μεγαλέμπορους∙

έγινα και επιστήθιος φίλος με τους περισσότερους.

Φιλόξενοι κι ανοιχτοχέρηδες με γύριζαν παντού,

απ’ τ’ αριστροκρατικότερα κέντρα μέχρι

τις πιο κακόφημες συνοικίες.

Όλο «πατρίδα» με φώναζαν,

«πατρίδα πιες», «πατρίδα χόρεψε»,

κι εγώ δεν τους χαλνούσα χατίρι.»

Το κάλλος που είχε του έδινε

μεγαλοπρέπεια και φινέτσα,

κι η λαϊκή καταγωγή του

ευθύτητα κι ερωτισμό –

ιδιότητες ακατάλυτες.

Αυθόρμητα τον φώναζαν «πατρίδα».

Ο ΣΚΟΤΣΕΖΟΣ

«Σ’ ένα δρόμο στο Χονγκ Κονγκ

πουλούσαν ερωτικά φίλτρα∙

μάλιστα ένας πραματευτής επέμενε

ν’ αγοράσω μια σκόνη από όρχεις ρινόκερου.

Με χιουμοριστική διάθεση ψιθύρισα στη φίλη μου:

«Σκέψου εκατομμύρια, μιλλούνια Κινέζων

στην απέραντη επικράτειά τους,

αυτή τη στιγμή να επιδίδονται στην πράξη του έρωτα».

Αντί να διασκεδάσει, ενοχλημένη με τράβηξε

να φύγουμε. Όμως, αρκετά με τα ταξίδια μου.

Εσύ με τι ασχολείσαι;» ρώτησε ο συνομιλητής μου,

ένας κατάξανθος Σκοτσέζος που κατέβαζε

το ένα ποτό μετά το άλλο.

Άναβαν τα φώτα στην παραλία που έπηζε

από κόσμο. «Με ποίηση», του απάντησα,

«Δεν υπάρχει ποίηση, μάλλον χάνεις τον καιρό σου»,

ήταν η απότομη αντίδρασή του.

Τυχαία, μετά από χρόνια

σε μια εφημερίδα διάβασα

για το Χονγκ-Κονγκ και τον θυμήθηκα.

Το περιστατικό με τα φίλτρα

–έτσι όπως μου το είχε διηγηθεί–

έφτιαχνε ποίημα.

Κι ας ειρωνευόταν, κι ας μην πίστευε

ο ανίδεος στην ποίηση.

ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ

Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους

κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια,

ήταν το στέκι που έχει θέα

το βουνό και τη θάλασσα.

Με ανοιχτές αγκάλες με υποδέχτηκαν

όταν ανέβηκα∙ μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.

Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι,

ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει

και υποβάλλει∙ η σάρκα που εξευγενίζει

χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει.

ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Χωρίς υστεροβουλία μού άνοιξε τα χαρτιά της:

«Όσο κι αν με πιέζουν, θα αρνηθώ

να κατέβω στις εκλογές: Τα έξοδα για την προβολή

είναι τεράστια, θ’ αναγκαστώ να πουλήσω το σπίτι.

Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, ζούσαμε σε υπόγειο.

Ο χώρος στενός και τα έπιπλα τόσο στριμωγμένα

που όλο κτυπούσα, μελάνιαζα απ’ τις γωνίες τους.

Γλίτωσα απ’ τα υπόγεια – χιλιοστό δεν ξεπουλάω

απ’ το σπίτι μου για φιλοδοξίες.»

Γυναίκα σπαθί, απογυμνώνονταν.

Όχι όπως τόσοι και τόσοι που κομπάζουν

για τα σαλόνια που κατάγονται.

ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ

Την κτύπησαν αντιξοότητες,

τσαλαπατήθηκε, έγινε σμπαράλι.

Για να ξεχνιέται, στα τυφλά πηγαίνει

και χώνεται σε συντροφιές που παλιά

την καταδέχονταν.

Παλιά απέδιδε, πουλούσε πνεύμα και αστεία.

Όμως τώρα τους ενοχλεί με την ασκήμια,

τη βουβαμάρα, την παθητικότητά της.

Για να σε δεχτούν ανάμεσά τους

κάτι σπουδαίο πρέπει να διαθέτεις σε εμφάνιση,

αυτοπεποίθηση – και προπαντός να τους διασκεδάζεις.

Τα αυστηρά κριτήρια φυλάχτηκαν.

Της φέρθηκαν ελεεινά∙

σαν κουρέλι την ξαπέστειλαν

– σύμφωνα με την απέχθεια της συντροφιάς

για τους αποτυχημένους.

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ

Απανθρωπιές και τραγωδίες

δεν μου είναι άγνωστες.

Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.

Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.

Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις

τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές

για δοκιμασίες που άντεξα.

Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ

και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.

Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά

–που τόσο σπάνια συμβαίνει–

είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.

Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

LOVERS AND LAIRS (1992)

THE LAST PIECE / ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

For a long time he laid siege to her

and when he found her on the beach

among acquaintances and friends,

he spread his towel beside her,

and as they lay very close, he touched her.

He got lucky

and was somehow surprised

by her immediate response:

she stood up and led him

to a secluded beach.

Remote, they stopped,

and from experience gained from former

love affairs

she knew the heat

she caused when stark naked.

She threw off the final piece

and started going in and out of the water.

She got in and out many times

and flamboyantly,

as if to tell him:

“ You will die adoring me”

Από καιρό την πολιορκούσε

κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,

ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-

άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,

κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.

Στάθηκε τυχερός με την άμεση

ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε

στο απόκρυφο ακρογιάλι.

Σταμάτησαν απόμερα,

και με την πείρα της στους άνδρες

-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,

πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της

και μπαινόβγαινε στο νερό.

Μπαινόβγαινε πολλές φορές

κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:

«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

THE YOUNGEST SON / Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΓΙΟΣ

After the concert

we packed into the car.

Of her four sons

she sat with the youngest in her lap.

All the way back she ignored us.

His blond hair, his tender body,

which in a short time would ripen,

she counted more important.

The group wanted her to be exciting

but she wasn’t in the mood

-she knew her youth was fading away.

She fondled him and kissed him.

Μετά τη συναυλία

χωθήκαμε στο αυτοκίνητο.

Από τους τέσσερις γιούς της

κάθησε με το μικρότερο στην αγκαλιά της.

Σ’ όλη τη διαδρομή μας παράτησε,

τα ξανθά μαλλιά του,

το τρυφερό σώμα του

που σε λίγα χρόνια θα μέστωνε

μετρούσαν περισσότερο.

Η παρέα ήθελε νεύρο

αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση

-έβλεπε τα νιάτα της να χάνονται,

τον έτριβε και τον φιλούσε.

PERFORMANCES / ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

He impudently said to me:

“Your poems are flooded with sensualism and passion

and something related,

something exquisite

I expected from you

the few times we made love-

but I can’t conceal from you

that you have disappointed me”

For his own performance

in bed

and my appraisal of it,

he neither asked

nor cared to know.

Ασύστολα μου ανέφερε:

«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν

από αισθησιασμό και φλόγα

και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό

περίμενα από σένα,

τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.

Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,

και πώς τις έκρινα,

δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

SWEET EVENING / ΓΛΥΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

The share of the square,

the shape of the houses which delineate it,

with lit arcades, open air restaurants

and cafes.

Here the young people gather,

flooding the sidewalks,

not leaving an empty table.

The futility and the sensual life of the city

are drowned together, dissolved

into the sweet evening.

And yet it was inescapable:

here where beauty thickened

I entered with awe.

Το σχήμα της πλατείας,

το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,

με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια

και καφετέριες.

Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,

κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,

δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι η τρυφηλή ζωή της πόλης

πνίγονταν, διαχέονταν

μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:

σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά

μπήκα με δέος.

FROM THE BEGINNING / ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

We met after some time

and it was as if we started from the beginning.

I surveyed your face

and didn’t manage to restrain

the desire which blazed

because it awaited your body,

the harmonic junctions and its lines.

I sought its weight,

I sought its rage.

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε

κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε

απ’ την αρχή.

Ανέτρεξα τη μορφή σου

και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω

τον πόθο που φούντωσε,

γιατί περίμενε το σώμα σου,

τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.

Γύρεψα το βάρος του,

γύρεψα τη λύσσα του.

THE NAKED COUPLE / ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

He got lost in the thick lushness

trying to find a path to the sea.

We stood above waiting.

He climbed back up huffing:

“Let’ s go further, the slope here

is steep,

but they were fine, they were beautiful,

uncovered among the trees

one body the two of them,

joined together.”

Like a valued trophy

of the most innocent exploration

he pointed out to us the couple later,

when they as well descended to the beach.

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση

να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.

Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.

Ανέβηκε λαχανιασμένος:

«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά

είναι απότομη-

αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,

ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα

ένα σώμα οι δυο τους,

ενωμένοι.

Σαν πολύτιμο τρόπαιο

της πιο αθώας εξερεύνησης,

μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,

όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (1990)

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,

είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο

γύριζε να με κοιτάξει,

με έψαχνε στα μάτια.

Πριν καθήσει απέναντί μου

υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος

που έλουζε τα τραπέζια,

τα καθαρά τραπεζομάντιλα

και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.

Μα πριν συμβούν όλα αυτά

ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλια,

σε μια απέραντη ηρεμία

που προδιέθετε και προετοίμαζε

μια τέτοια απόλαυση:

μέσα στο εξαίσιο φως

ένας άνδρας να με κοιτάζει.

ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΣ

Στο τραπέζι της μεγάλης παρέας

κάθισα ανάμεσά τους,

με ήθελαν και οι δύο, ήθελα και τους δύο

-δεν ξέρω ποιον περισσότερο.

Η νύχτα θα περνούσε μ’ αυτή την επιθυμία

που δεν θα γινόταν ποτέ πράξη.

Κι όμως κανείς όσο εμείς οι τρεις

δεν σκόρπισε τόσο κέφι εκείνο το βράδυ.

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς

το μολύβι μ’ ερεθίζει.

Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,

την αφή σου στην άκρη.

Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση

και σχήμα κι είναι μπλεγμένα

γύρω απ’ το μολύβι

σαν τον πόθο που τρέφει

την ψυχή μου.

Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

ΜΑΥΡΙΛΑ

Πήγα στην έκθεση ζωγραφικής

– εκλεκτή γκαλερί, υπόγειο

σε κεντρικό δρόμο.

Η ματαιότητα της ζωής

και το υπαρξιακό αδιέξοδο

δέσποζε στο όραμα του καλλιτέχνη.

Είχε άψογη, τέλεια τεχνική.

Με τι ευαισθησία το χεράκι της τέχνης

σερβίριζε μαυρίλα,

έλα όμως που έρχονται στιγμές

που δεν δέχεσαι άλλη μαυρίλα

και δεν σου κάνουν πια τ’ αδιέξοδα.

Γύρισα ξανά μέσα στα φώτα

και την κίνηση,

με στέγνωσαν οι φοβερές εικόνες τους.

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ο ερωτισμός ξεχύνεται

εκεί που δεν το περιμένεις.

Όχι μόνο στο πρώτο ταξί

αλλά και στα επόμενα που χρειάστηκα

έπαιζε μουσική μ’ ερωτικά τραγούδια.

Η ανάγκη και οι έγνοιες της μέρας

μου αμβλύνουν τις αισθήσεις,

τις εχθρεύονται, τις αμπαρώνουν,

κι όμως μέσα στην αγωνία

και την απάνθρωπη κίνηση

η μουσική ήταν τρυφερή

κι ακαταμάχητη συνάμα,

κι από το άκουσμά της γλίστρησε

γλυκιά επιθυμία γι’ αγαπημένο πρόσωπο.

ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται

δεν αντέχει τα σκεπάσματα.

Ήταν κάτι άλλο οι γοφοί της,

της ταίριαζε το εφαρμοστό παντελόνι∙

λίγο να ζέσταινε η μέρα

έβγαινε χωρίς παλτό,

ούτε μπουφάν δεν έριχνε στους ώμους της.

Η ΚΡΙΤΙΚΗ

«Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,

«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,

αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».

Με τρόπο άλλαξα συζήτηση

ήμασταν μια μεγάλη παρέα

κι απέφυγα να δώσω εξηγήσεις.

Όσο κι αν μ’ επηρέαζε η έντονη κριτική

κι ήταν αγκάθι τα λόγια τους,

εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά

κι ερωτικά με υπολόγιζαν,

αναζητούσαν τη συντροφιά μου∙

εκείνο το διάστημα έγραφα συνέχεια

για τη ζωή που έσφυζε γύρω μου.

ΕΞΟΝΤΩΣΗ

Κι οι πιο απίθανοι άνθρωποι

έρχονται με κάτι άγριες φωνές

να με τρομάξουν, να μ’ εξοντώσουν.

Όταν με λιώσουν, ζωντανεύουν,

και το κορμί μου αδύναμο,

χωρίς πνοή,

κορμί για πέταμα.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΣΕΠΗΣ

Πουλιούνται αβέρτα στα περίπτερα

ερωτικά βιβλία τσέπης

– ιδίως για γυναίκες.

Και ιδού η συνταγή:

οι εραστές είναι νέοι και ωραίοι,

το περιβάλλον πλούσιο, παραδεισένιο∙

υπάρχει φλόγα, υπάρχει πάθος,

ωστόσο οι έρωτες παραμένουν

διακριτικά ρομαντικοί.

Φτηνές συνταγές κι όμως πουλιούνται∙

έχω δει με τι μανία τις διαβάζουν,

όπως τα περιοδικά μόδας, τ’ αστυνομικά

κι άλλα.

Η ΕΙΚΟΝΑ

Η ψυχή σου με ηρεμεί

και το σώμα σου μ’ ελκύει,

και δεν υπάρχει τίποτα μίζερο

και τιποτένιο

σε όσα έζησες σε ό,τι είσαι.

Κι αυτή είναι μια τέλεια εικόνα

για να σε απομονώσω

και ν’ αντιπαρέλθω το πάθος μου

για σένα

-όμως οι κινήσεις σου κρύβουν

έναν ανυπέρβλητο, έναν ζωικό ερωτισμό

κι αυτό είναι η πιο μεγάλη δυσκολία.

Ο ΧΟΡΟΣ

Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα

και σκέφτηκα με τι φλογερότητα

με τι παλμό θα χόρευες

και τι καημούς θα σκόρπιζες.

Σ’ έφερνα μπροστά μου

και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα

σε κάθε μου βήμα.

ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ

Δεν ήμουν παρά μια ονειροπόληση

να σε κουβαλάω στο μυαλό μου,

σ’ αυτή την κατάσταση κατέβηκα

στην έκθεση ζωγραφικής,

κι εκεί μ’ αγκάλιασε ο ερωτισμός του καλλιτέχνη

με τα δικά του οράματα τριγύρω

– όλο γυμνές νεράιδες κι αγαλλίαση χρωμάτων.

ΦΙΛΗΔΟΝΙΑ

Η πιο φιλήδονη κίνηση στην ομιλία σου,

είναι όταν φέρνεις την γλώσσα

ανάμεσα στα χείλη,

για να εκφράσεις

απόρριψη ή θαυμασμό.

Κάποτε θα ήθελα να αποσπάσω

την πιο φιλήδονη κίνηση

του σώματός σου στην επαφή.

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση

να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.

Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.

Ανέβηκε λαχανιασμένος:

«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά

είναι απότομη∙

αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,

ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα

ένα σώμα οι δυο τους,

ενωμένοι».

Σαν πολύτιμο τρόπαιο

της πιο αθώας εξερεύνησης,

μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,

όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

Το βλέμμα μου εστιάζεται

γύρω από τη μέση σου,

εκεί που μόλις ενώνεται με τους γοφούς

και πλησιάζει στο στήθος∙

αν δε σε κοιτάξω,

με την ίδια ευχαρίστηση μπορώ

ν’ αφεθώ στη φωνή σου∙

γιατί η φωνή σου

έχει την ευελιξία της σάρκας σου,

προέρχεται από τη σάρκα σου

και την εκφράζει.

Η ΜΠΟΥΚΙΑ

Χωρίς να το περιμένω

μέσα σε τόσο κόσμο,

με πόθο και τρυφερότητα,

για ν’ αγγίξεις έμμεσα το στόμα μου

έκοψες μπουκιά με το πιρούνι σου

και μου έδωσες να φάω.

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Ήταν δοσμένη στο τραγούδι

κι εμείς μισοβαρεμένοι ξαπλώναμε

στην αμμουδιά,

όταν σε είδε να πλησιάζεις

το τραγούδι έγινε παθιασμένο,

το έλεγε για σένα.

Η σκηνή μου θύμιζε ανεκπλήρωτους πόθους,

πλησίαζες κι ήσουν περιζήτητος,

κι η γυναίκα που τόσο φανερά εκδηλώθηκε,

είχε μια συντηρητική, μια ανέραστη ζωή.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Μίζερη παρέα, μίζερες κουβέντες

αναγκαστικά κάπνιζα κι έπινα

για να περάσει η ώρα.

Όταν φύγαμε, στο σπίτι

χύμηξα επάνω σου,

κι όπως κυλιόμασταν,

χύμηξα στον ίδιο μου το φόβο

αν τύχει και δεν έφτανα στην ηδονή.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ

«Πηγαίνω βόλτα με το σκύλο

στα περίχωρα,

μέσα στην ερημιά και τα χωράφια

παραμιλάω δυνατά».

Είχε τα χάλια της,

κι αν κάτι μ’ άγγιξε

ήταν επειδή το είπε απλά,

χωρίς οίκτο.

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ

Δούλευε στο λιμάνι, ναυτιλιακός πράκτωρ,

τα λόγια του ήταν καταρράκτης,

έλεγε για κόλπα και κομπίνες

που γίνονται,

και πόσο ατσίδα πρέπει να είσαι

για ν’ αντεπεξέλθεις.

Ένιωθα άβολα μπροστά του,

δεν του είπα τίποτα για μένα,

για τα καλλιτεχνικά μου,

για τις παρορμήσεις των στίχων μου

και τη μοναξιά τους.

ΠΑΡΤΙ ΣΕ ΤΑΡΑΤΣΑ

Ένα νεύμα μου μόνο περίμενες

που το ανέβαλλα,

που ακόμη νοιαζόσουν για μένα

μου αρκούσε,

και ξεπέρασα την αίσθηση

πως όλα ήταν γνωστά,

αφάνταστα γνωστά εκείνη την ώρα:

το ζεστό κι άπλετο φως

στην ταράτσα που συγκεντρωθήκαμε,

η μελαγχολία των φίλων μας τριγύρω

και τα παλιά τραγούδια που ζητούσαν.

ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ

Στην αίθουσα υπήρχαν γλυπτά

που για μένα συμβόλιζαν το θάνατο,

κι άλλα που ο πεσιμισμός τους

ισορροπούσε με μια σπίθα

ζωής και αισθήσεων.

Και βέβαια υπήρχαν ερωτικά έργα

μ’ απροκάλυπτη τολμηρότητα,

με τη λάμψη ή τη δύναμη της σάρκας

που δε χαρίζει.

Με γονάτιζαν, με ξεγύμνωναν

όταν τα κοίταζα,

κι ήταν απαράμιλλα

και πιο πάνω από εκείνα του θανάτου

και τα άλλα των ποικίλων αποχρώσεων.

ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ

Οι πιο σκοτεινές

οι πιο αδίστακτες ορμές σου

μ’ εξουσιάζουν.

Και να μιλούσες

δεν θ’ άκουγα,

εμένα με τραβούσαν τα χείλη σου,

όλη η ηδονή που υπόσχεσαι

έχει το σχήμα τους.

Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΣΟΥ

Για ό,τι λατρεύτηκες

σε θέλω,

λατρεύτηκες για το κορμί

για ό,τι είσαι,

για την ευκολία σου

να επιλέγεις και να παίρνεις,

όταν οι άλλοι σε γυρεύουν

εσύ να προσπερνάς.

Σε θέλω κι όσο μπορώ

όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι

– σε χάλασε η υπεροψία σου.

ΕΠΛΗΤΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Νοιάζονταν αν κρύωνα

απ’ το θαλασσινό αεράκι

κι έλεγε να καθίσουμε πιο μέσα

σ’ άλλο τραπέζι.

Δίπλα η γυναίκα του

–ένα ερωτικά θεσπέσιο πλάσμα–

τον κοίταζε αδιάφορα,

έπληττε μαζί του.

Ήταν υπερβολικά γεροδεμένος

κι είχε μια τρυφερή ψυχή

σαν μικρού παιδιού.

Σε λίγο έφερε τη συζήτηση

γύρω από τη γνωριμία τους:

«Μετά τις ταβέρνες και τα ποτά

κλεινόμασταν στην κάμαρά μου,

κι εκεί με μεθούσε,

χόρευε για μένα ολόγυμνη

πριν πλαγιάσει».

Ήταν επίκληση για την παλιά

ιδανική τους σχέση,

το ανεξίτηλο δόσιμο του έρωτά τους,

ό,τι τον έσπρωχνε ν’ αποκαλύψει.

Εκείνη δεν άλλαζε, τον κοίταζε αδιάφορα.

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Ξαφνιάστηκα όταν το φώναξε:

«Άνοιξε το παλτό σου

ή καλύτερα πέταξέ το,

θέλω να βλέπω το σώμα σου».

Σε λίγο όταν όλοι εμείς θα φεύγαμε

θα έπαιρνε τη γυναίκα

που το παλτό έκρυβε το ωραίο της σώμα

και θα πήγαιναν αγκαλιά σπίτι τους.

Μα ήθελε να το φωνάξει

εκεί μπροστά μας,

η πιο ζωντανή του υπόσταση

είναι εραστής.

ΑΠΕΡΙΤΤΗ

Ο άνδρας την ενδιέφερε

κι είχε τη λαχτάρα της ανίχνευσης

των πρώτων εντυπώσεων.

Και να στολίζονταν

δεν θα ομόρφαινε,

αλλά τη χάρηκα

που βγήκε να τον συναντήσει

τόσο απέριττη

μέσα στον ίδιο τον εαυτό της,

μ’ ένστικτο και ταμπεραμέντο μόνο.

ΣΤΙΛΠΝΟΤΗΤΑ

Όταν έμεινες έκθαμβος

πόσο έλαμπε το φεγγάρι,

αναλογιζόμουν πως είχα χρόνια

να συναντήσω τρυφερό άντρα

σαν και σένα.

Είναι χιλιοειπωμένο το φεγγάρι

δεν με απασχολούσε,

ούτε είχα την άνεση

να το προσέξω

απ’ την αρχή που βγήκαμε

– καλοβολεμένη μέσα στα ρούχα

η δική σου στιλπνότητα υπήρχε.

ΠΡΟΤΑΣΗ

Κολυμπούσαν στα βαθιά

και του πρότεινε να βρεθούν

για έρωτα οι δυο τους ένα βράδυ.

Ό,τι τόσα καλοκαίρια του αρνιόταν

τώρα το άκουγε απ’ τα χείλη της.

Συμφώνησαν μόλις βοηθούσαν

οι περιστάσεις ένα βράδυ,

για το πρωτόγνωρο γύμνωμα,

την πρωτόγνωρη επαφή τους.

Στην παραλία ανάμεσα στους φίλους

δεν κάθισε μαζί της,

πήγε πιο πέρα κι έριξε

τη βάρκα του στη θάλασσα,

τη βούλιαζε παντού, την έπλενε.

ΤΟΛΜΗ

Όσο με φιλούσες

περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,

το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.

Όσο με φιλούσες

είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,

να μελετάω την υφή και την ένταση

απ’ τα χείλη σου.

Για να σωπάσω,

να πάψω να σε κρίνω,

ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

ΤΟ ΦΙΛΙ

Ο ήλιος έκαιγε, ο αέρας μάς δρόσιζε

η θάλασσα είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα.

Στο πιο ψηλό κατάστρωμα του πλοίου

φίσκα οι ταξιδιώτες

κι ανάμεσά τους ένα ζευγάρι που φιλιόταν.

Το στόμα της ήταν χαμένο στο δικό του,

κι αν έκρινα απ’ το φιλί

δεν ήταν δύσκολο να φανταστώ

σε τί κραδασμούς ήταν δοσμένοι,

και ποια τέλεια ένωση τους περίμενε.

Παλιά, και σ’ άλλα καράβια

έτυχε να φιλιούνται ατέλειωτα,

ίσως τους εμπνέει η θέα

του ανοικτού ορίζοντα,

ίσως να είναι από σύμπωση-

πριν ανεβώ τη σκάλα

αυτή τη σκηνή την περίμενα.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το καφέ βιβλίο με το χοντρό κάλυμμα

έχει τα ποιήματα που αγαπάω,

τα ποιήματα που λένε ιστορίες

για φθορά, για έρωτα και θάνατο

νεαρών εραστών.

Σέρνω μαζί μου αυτό το βιβλίο,

το χρώμα του που αρχίζει να ξεβάφει

έχει δεθεί μες στο μυαλό μου

με την απόχρωση της σάρκας τους

που αποθεώνεται στους στίχους.

Ανοικτή γραμμή (1984)

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ

Ξέφυγε τη στενή πολιορκία των ανθρώπων,

ξεγέλασε τους φωτογράφους

κι ύστερα χάθηκε αθόρυβα

στους πολυσύχναστους δρόμους∙

πότε πότε σφυρίζοντας

το ξεχασμένο τραγουδάκι

ή κάποιο τρελό ρυθμό της εποχής

να ξεγελάσει την πολιορκία

οποιασδήποτε μελαγχολίας,

κι ας είχε στο νου του

το λίγο χρόνο που έμενε

να διαγράψει χαρτιά, τηλεγραφήματα

απεγνωσμένους έρωτες.

Όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε:

«Λοιπόν η κατάσταση

όπως πάντα ενθαρρυντική;»

ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Η υγρασία γίνεται πιο έντονη το πρωί,

κάτι σαν πάχνη που θολώνει

όταν κοιτάξεις στον καθρέφτη

τις λεπτομέρειες και την ασκήμια που συνήθισες.

Είναι βαριά τα λόγια,

και πιο πολύ όταν οι άνθρωποι

γίνονται ανυπόφοροι,

κι είναι μια ζωή μετρημένη

που αλλάζει,

αν κι αυτό πρέπει κάποτε

να το αποδείξεις.

Σε λίγο έρχεται η Στέλλα,

καθαρίζει τους καθρέφτες

και βάφει τα μάτια μας μεγάλα

με πράσινο και μαύρο,

ύστερα χαμηλώνει το φως

και μας κοιτάζει.

Όμως το πιο ενθαρρυντικό

στοιχείο ανάμεσά μας

είναι ότι επικοινωνούμε χωρίς φόβο.

Φοράμε ελαφρά, άνετα ρούχα,

χορεύουμε ξυπόλυτες, πετάμε τα τηλέφωνα

και δυναμώνουμε τη μουσική

ενώ οι χορευτές μάς αγκαλιάζουν τρυφερά

και μας φέρνουν στον υγρό κήπο

με τα τριαντάφυλλα.

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ

Η φωτογραφία την κολάκευε ιδιαίτερα

κάπου στη μέση της κάμαρας,

ρίχνοντας φως και πολλά αντικείμενα τριγύρω,

το καθένα στη σωστή απόσταση

για τις φωτοσκιάσεις που μεγάλωναν,

καθώς κατέβαινε ο ήλιος

τυλίγοντας τα μαλλιά και τα λεπτά της δάκτυλα

μέσα στην κάμαρα με τα πολύχρωμα βιβλία

και την κλειστή πόρτα για καταφύγιο.

Στο σπίτι της θείας

είχαν ένα στενό διάδρομο

κι ένα μεγάλο γιο που γκρίνιαζε.

Τώρα μπαίνουν άνθρωποι

που ανοίγουν με πάταγο

και με κλoτσιές τις πόρτες∙

Δεν έχουν συγκέντρωση,

δεν έχουν τεχνική.

Η κάμαρα μένει άδεια

χωρίς το όμορφο κορμί της,

τους φωτισμούς, τους υπολογισμούς,

τα μακριά φουστάνια

και τα διάφορα αντικείμενα τριγύρω της.

Αυτή η απουσία φοβερά

τον βασανίζει∙

περνάει το διάδρομο, σβήνει τους προβολείς,

περπατάει σταθερά και αδέξια συγχρόνως,

φεύγει και τους αφήνει ατιμώρητους,

γυρίζει στα καταφύγια

και στα θαλάσσια σπορ

το καλοκαίρι.

ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ

Το μεσημέρι πλαγιάσαμε δίπλα στο παράθυρο

με το σπασμένο τζάμι,

ήταν μια λεπτομέρεια παράξενη

σ’ αυτό το μέρος όπου οι άνθρωποι

πληρώνουν για να χαίρονται

ανάμεσα στις λεμονιές

και τα μεγάλα, ξύλινα δωμάτια,

τραγουδώντας μαζί με τα παιδιά

και τις παρέες τους

πάνω στην πράσινη χλόη

που απλώνεται στρέμματα ολόκληρα.

Είναι μαζί και κάποιος θίασος,

όλοι αυτοί που ναύλωσαν καΐκι

κι ετοιμάζονται με ζωηρά σχέδια

και μουσική,

ενθουσιασμένοι από το πράσινο

και τα βουνά τριγύρω.

Αύριο νωρίς το πρωί

θα κοιτάξουμε γι’ αστακούς

που ξετρυπώνουν πάνω στα βράχια∙

ύστερα θα πλύνουμε τα γόνατα

και θα ετοιμάσουμε τα δώρα

για το υπαίθριο γλέντι

σ’ ένα μεγάλο τραπέζι

στη μέση του κήπου∙

έτσι όπως τον περιμένουμε

δροσερό κι ευρύχωρο,

ανάμεσα στα πανύψηλα δένδρα

και τις φυλλωσιές του.

Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Δεν σου ταιριάζουν μελαγχολίες,

δεν σου ταιριάζουν θλίψεις,

κουραστικά συμπεράσματα∙

συγκριτικά τον κέρδισες τον έρωτα,

έδρεψες κι έδρεψες απ’ τη λατρεία

που αποπνέουν τα μάτια τους

όταν σε κοιτάζουν.

Δεν σε αφάνισε ο έρωτας,

όταν για το κορμί βαθιά εντός μας

καταιγισμοί λυσσομαχούν.

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Τα δένδρα αγριεύουν,

τα παράθυρα σκεβρώνουν,

οι δουλειές με πνίγουν,

εποχιακές και προαιώνιες,

όμως οι άνθρωποι στο σπίτι

ασχολούνται με την υποδοχή των ξένων∙

αλλάζουν υπνοδωμάτια,

στοιβάζουν καρέκλες, πολυθρόνες,

μέχρι να βραδιάσει περιμένουν.

Εδώ ψηλά η περιοχή ερημώνει

χωρίς θήραμα και δίχως ομορφιά,

κι όλο λέω να βρω ένα ήσυχο μέρος

κάτω από τα δένδρα

ολάκερη να με γυρεύεις.

ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται

μόνο πίσω από τις βάρκες,

τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙

όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους

κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

Οδηγούν απρόσεκτα,

έχουν ορμή κι ευελιξία,

χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα

και σώματα.

Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες

και βαρετές συνήθειες,

κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙

κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,

μπαίνουν στη μέση τού δρόμου,

στρίβουν απότομα.

Πηγαίνουν όπου θέλουν,

σε έρωτες μυστικούς,

σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙

και καθώς στο πέρασμά τους

μαγνητίζουν την προσοχή του κόσμου,

πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,

σε απότομες συγκρούσεις.

Η ΑΝΟΙΚΤΗ ΓΡΑΜΜΗ

Η ομίχλη καθυστερεί την αναχώρηση

από το αεροδρόμιο,

υπάρχει κίνδυνος ν’ αναβληθεί το ταξίδι∙

σαν τρελός με παίρνει στο τηλέφωνο,

έχει εξαντληθεί να με βλέπει παντού

χωρίς να με αγγίζει,

να φαντάζεται τη συνάντησή μας

σ’ ένα εξοχικό σπίτι

κι ο έρωτας στο πείσμα του καιρού

να μεγαλώνει.

Εδώ μας διακόπτουν,

η γραμμή αρχίζει να βουίζει,

ακούγονται ανακοινώσεις

μέχρι να φύγει το αεροπλάνο,

αν τελικά φύγει∙

προσπαθώ ν’ ακούσω τη φωνή του

κάτι μισές λέξεις, σχεδόν ψιθυρίσματα∙

δεν προλαβαίνει να μιλήσει∙

πρέπει να τρέξει για εισιτήρια,

φοβάται μόνο τη συνεχή αναβολή

του έρωτα

σ’ ένα λευκό αεροδρόμιο.

ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

Πέφτει βροχή, αέρας,

η θάλασσα αγριεύει,

καθόμαστε στην παραλία

και κοιτάζουμε τους νεαρούς

που παλεύουν με τ’ αγριεμένο κύμα.

Λέμε να δυναμώσει η μπόρα,

να τρέξουνε στην αγκαλιά μας.

Όμως αυτό ήταν μια υπόθεση,

ήταν μια τρέλα.

Εκείνοι γονάτισαν το κύμα,

πήραν την ψυχή του κόσμου

με τα τραγούδια και το σώμα τους

κι εγκατέλειψαν την υγρή άμμο

τυλιγμένοι την αγάπη, το χορό της βροχής

που δεν έγινε, που θα ήταν

η αρχή μιας υπέροχης γνωριμίας.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ

Βραδιά υπέροχη,

άνθρωποι υπέροχοι,

όμως η μουσική απόψε δεν αρκεί

δεν γεμίζει,

ούτε οι κουβέντες ούτε τα χαμόγελα∙

η καμπυλόγραμμη γυναίκα

που όλοι μάταια γυρεύουν,

βυθισμένη, απόμακρη,

μιλάει ατέλειωτα για τέχνη,

δεν σηκώνει βλέμμα.

Η μοναδική παρουσία της επηρεάζει,

η αδιαφορία της πληγώνει,

αναπόφευκτα επιδρά επάνω τους,

καταλύει τη νύχτα.

ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Καθώς την περίμενε,

πάλευε και πάσχιζε να τελειώσει

το κείμενο μπροστά του,

ενοχλημένος, με σύντομες φράσεις

απαντούσε και στο τηλέφωνο∙

καθώς την περίμενε αγνοούσε

τακτές ημερομηνίες και χειρόγραφα.

Μόνο να επιστρέψει,

να μένει ανοικτό το φωτάκι του πικάπ

κι ο δίσκος να παίζει,

να μιλάνε για ταινίες το σαββατόβραδο,

για τρελές παρέες,

αναδυόμενα πάθη.

ΣΤΕΝΟ ΔΡΟΜΑΚΙ

Έγραψε με μολύβι στον καθρέφτη:

«απόψε δεν έχω κέφι —

πάμε σινεμά ή συναυλία»,

δίπλα στην υπογραφή διέκρινα φευγαλέα

και την απαίσια όψη μου∙

εκείνο το βράδυ χωρίσαμε

σ’ ένα στενό δρομάκι,

σ’ ένα στενό δρομάκι μέσα στο πλήθος∙

ήμουν η αγάπη του που δεν περίμενε,

η ερωμένη που ήθελε ν’ αποφύγει,

μια άγνωστη που τον είδε τυχαία

να περιφέρεται εκεί όπου υπήρχαν στη σειρά

φωτεινές επιγραφές, χορευτικά κέντρα

και πολλή βοή για ό,τι έπρεπε

καθένας ν’ αποφασίσει.

ΑΓΩΝΕΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ

Η «Αφροδίτη» περνάει τον «Ρινόκερο»

και τρέχει σαν βολίδα,

προσπαθεί να κρατήσει τη θέση της

αλλά ο «Κένταυρος» που την ακολουθεί επίμονα

μ’ ένα επιδέξιο χειρισμό

περνάει πρώτος

και γίνεται το αυτοκίνητο-θρύλος.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται,

παρακολουθούμε την αποθέωση του νικητή,

τον ενθουσιασμό του πλήθους

που περικυκλώνει το αυτοκίνητο

και πανηγυρίζει.

Σηκώνουμε το τραπέζι

και το μεταφέρουμε δίπλα στο ανοικτό παράθυρο

αργότερα θα δείξουν σ’ επανάληψη

όλες τις φάσεις του αγώνα,

αλλά τώρα μας ενδιαφέρει

να βρούμε καρέκλες και ποτήρια,

η ατμόσφαιρα είναι έντονη, ερωτικά ηλεκτρισμένη,

όταν καθίσουμε στο τραπέζι

θα δουλεύουν τ’ αστεία, θα δουλεύουν

τα κρυμμένα αισθήματα.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται.

ΕΛΞΗ

Διστάζω στους χορούς

και στα τραγούδια,

δεν λέω τσαχπίνικα αστεία,

μένω κλειστή και άπραγη

στη ζωντανή παρέα,

και το πιο περίεργο απ’ όλα

είναι ότι εσύ όλο και πιο επίμονα

με προσέχεις και με θέλεις,

με μια έλξη ακατανίκητη

που με πνίγει

γιατί είσαι ο πιο λαμπρός ανάμεσά τους,

είσαι πανέμορφος και δυνατός.

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Πέταξε τη ρόμπα που φορούσε

κι έβγαλε το φόρεμα απ’ την ντουλάπα,

βρήκε τη χτένα, τα στολίδια

που της ταίριαζαν

κι ετοιμάστηκε χαρούμενη,

συμφιλιωμένη με το ευέλικτο κορμί της,

συμφιλιωμένη με τη σκληρή μέρα

που τελείωνε,

έπειτα φρόντισε τη διακόσμηση,

έβαλε αναψυκτικά στη σειρά,

το πικάπ με τους δίσκους

στο μπαλκόνι,

η βραδιά ήταν γλυκιά,

και προπαντός εκεί

θ’ άναβε το γλέντι.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FREAR 4/4/2018

Το αρχετυπικό σχήμα της αγκαλιάς

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο τίτλος μίας ποιητικής συλλογής είναι τόσο εύστοχος που μπορεί να θεωρηθεί η κεντρική ιδέα, ο προσδιορισμός του ύφους και του πλαισίου, η συμπύκνωση της ίδιας της ουσίας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την τελευταία ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, εκδόσεις Εντευκτηρίου 2018.

Ο τίτλος λοιπόν αυτής της ποιητικής συλλογής είναι Ο κόσμος απροκάλυπτα και πραγματικά αυτές οι τρεις λέξεις προσδιορίζουν με εξαιρετική ευκρίνεια το περιεχόμενο των ποιημάτων.

Γιατί αυτή η συλλογή είναι ένας κόσμος. Τα ποιήματα συντελούν μία κοσμογραφία, μία προσεκτική αποτύπωση και καταγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μία μελέτη της ανθρώπινης φύσης. Μπροστά στα μάτια του αναγνώστη αστράφτει η λεπίδα της ανατόμου.

Η ματιά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα είναι γρήγορη, κοφτερή και κοφτή, ουσιαστική. Με την άκρη του ματιού παρατηρεί το απειροελάχιστο νεύμα, την πιο μικρή σύσπαση, την ελαφριά απόχρωση στον τόνο της φωνής. Μέσα στο γενικό χαοτικό σύνολο απομονώνει την λεπτομέρεια, αυτή την ελλειπτική κίνηση που κάνει την διαφορά. Μέσα στην γενική οχλαγωγία εντοπίζει με ένα μαγικό ραντάρ έναν ιδιαίτερο ήχο, αυτός έχει βαρύτητα γι αυτήν, σ’ αυτόν εστιάζεται.

Προερχόμενη από την κοίτη της Διαγωνίου, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα συγκεντρώνει από την αρχή όλα τα προτερήματα αυτού του είδους της γραφής. Ο λόγος της είναι απόλυτα συμπυκνωμένος, κάθε λέξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία και είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένη έτσι ώστε αν αντικατασταθεί με κάποια άλλη τυχάρπαστη λέξη, μπορεί να διασαλευτεί η τάξη του ποιήματος. Ο αναγνώστης νιώθει ότι αν λείψει έστω και μία ψηφίδα από το προσεκτικά σχεδιασμένο ψηφιδωτό η εικόνα θα αλλοιωθεί. Τα ίδια τα ποιήματα της συλλογής είναι σύντομα και περιεκτικά. Σε όλη την συλλογή δεν υπάρχει στίχος που να περισσεύει. Η συλλογή είναι τόσο σφιχτοδεμένη που θα μπορούσε να αποτελεί ένα ενιαίο ποίημα, ένα κρυστάλλινο δάκρυ ή ένα μόνο μισό γλυκό μισό πικρό χαμόγελο.

Το δεύτερο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής συμπεριλαμβάνεται πάλι στον τίτλο του. Απροκάλυπτα. Που σημαίνει χωρίς κάλυψη, χωρίς προφύλαξη, χωρίς μεταμφίεση, χωρίς ένα κομψό ταγιέρ σύμβαση που να κρύβει το ολόγυμνο σώμα από κάτω. Χωρίς μία προσπάθεια συγκάλυψης. Χωρίς φόβο. Με την πεποίθηση ότι αν κάποιος δεν είναι έτοιμος να εκτεθεί, δεν μπορεί να γράψει αληθινή ποίηση.

Οι υπόγειοι και ύπουλοι μηχανισμοί της εξουσίας, η αγάπη ιερουργία και ο τελετουργικός έρωτας, η εκμετάλλευση στον εργασιακό χώρο, το ερωτικό συναίσθημα που διαχέεται στο πλήθος, ο ναρκισσισμός, οι ανταγωνισμοί, η ζήλεια, οι ανταλλακτικές σχέσεις, η ωμή σκληρότητα των συμφεροντολογικών προσεγγίσεων, στιγμιότυπα που συμβαίνουν γύρω της, συμπεριφορές ανθρώπων που παρατηρεί που άλλοτε της προκαλούν περιέργεια, άλλοτε δίκαιη αγανάκτηση, άλλοτε μία σοφή θλίψη που εμπεριέχει την αποδοχή ότι αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων, ότι στην ουσία τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά για την μεγαλύτερη αυτοθυσία αλλά και για την έσχατη μικροπρέπεια, αυτά είναι τα θέματα της γραφής της.

Η Αλεξάνδρα υμνεί τον έρωτα και την χαρά, αλλά και την μοναξιά, την συντριβή, το πένθος. Στο λεπτό σύνορό τους πόσο κοντά είναι ο θάνατος και η ομορφιά γράφει.

Όλες οι αισθήσεις κινητοποιούνται, η αφή και η όσφρηση πρωτοστατούν, συχνές αναφλέξεις συμβαίνουν ανάμεσα στα ποιήματα. Σεκλέτι, νταλκάς, πυρφόρα αγγίγματα, το φυσικό σώμα γίνεται παρανάλωμα, ο έρωτας λυτρώνει.

Η ματιά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα είναι καθαρή, δίκαιη, αμερόληπτη. Δεν φοβάται να μιλήσει για τον κόσμο όπως τον συλλαμβάνει με τις ευαίσθητες κεραίες της. Δεν φοβάται να κάνει προσωπικές εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις. Υπάρχει μία εξαιρετική διαύγεια στα ποιήματα, όπως όταν ο Βαρδάρης διαλύει τα σύννεφα στην ατμόσφαιρα και από μέσα ξεπροβάλλει ολοκάθαρη η πόλη της, η γενέτειρά της. Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα δεν αγαπάει την ομίχλη, τις σκιές, τους συσκοτισμούς, την παραπλάνηση. Απογυμνώνει όπως λέει η ίδια την γραφή της γιατί έτσι γίνεται ένα λείο βότσαλο που αστράφτει αληθινό, χωρίς μελοδραματισμούς, ψιμύθια, περιττά λογύδρια και φλυαρίες.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα μπαίνει στην καρδιά του τρομερού. Στην καρδιά του σκότους. Στο σώμα που σπαρταρά στα σεντόνια. Στις τερατουργίες που με διάφορα προσχήματα διαπράττονται καθημερινά. Καιροφυλακτεί, κατασκοπεύει, αντιλαμβάνεται. Ακούει, διαπερνά, αισθάνεται. Πλέον με την σοφία και την πείρα που έχει αποκτήσει μπορεί να διακρίνει τα κρυφά σκοινιά πίσω από τις μαριονέτες. Ανατέμνει και μελετά το μέγεθος της κακίας. Υμνεί τον έρωτα. Διακρίνει κάτω από την επιφάνεια.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γνωρίζει όλα τα σχετικά γύρω από την βία, την σκληρότητα, τον κυνισμό. Μπορεί να τα αντιμετωπίζει με όπλο της την διαύγεια της αγνής και καθαρής ματιάς της. Παρόλα αυτά δεν διστάζει να δηλώσει απερίφραστα. Το πιο αρχετυπικό σχήμα είναι η αγκαλιά.

Και μ’ αυτό τα λέει όλα

ΓΙΑΝΝΗΣ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 6/7/2018

Η ερωτική ποιητική παραγωγή αλλά και η ερωτική λογοτεχνία γενικότερα μάλλον δεν βρίσκεται στα καλύτερά της. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε μια χιονοστιβάδα «ερωτικής λογοτεχνίας» που ισοπέδωσε τα αισθήματα, υποβάθμισε τον έρωτα και πιο πολύ τον φλεγόμενο, ασπαίροντα έρωτα. Η υπερβολή έριξε στο περιθώριο εκείνες τις λογοτεχνικές φωνές που εξυμνούσαν τον αισθησιασμό, τον πόθο, την ηδονή, τις λεπτές απολήξεις του πάθους. Αν η αγάπη είναι η ηρεμία, η αλληλεγγύη στο άλλο πρόσωπο, η δύναμη που προκύπτει από μια οικειοθελή ένωση ο έρωτας είναι η σκληρή επιθυμία που δεν περιμένει, ο πόθος αλλά και η ζήλια, η φαντασίωση, η εμμονή αλλά και ο φόβος και η απόρριψη, το σώμα μέσα στο σώμα αλλά και τα οδυνηρά αισθήματα που προκαλεί η απουσία του άλλου σώματος. Χιλιάδες λογοτεχνικά έργα στηρίχτηκαν στα πάθη του έρωτα, σε αυτά που ξεφεύγουν από το κανονικό που εξουσιάζουν τους ερωτευμένους. Σήμερα αν και γράφονται χιλιάδες ερωτικά ποιήματα δεν υπάρχει ένας Αγάθωνας ή μία Σαπφώ της σημερινής εποχής που να μπορεί να γράψει κάτι ανάλογο:

«…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω” .

Υπάρχουν όμως μερικές ποιήτριες και ποιητές που διακονούν αυτή την ποιητική του πόθου, των αισθήσεων και της απόγνωσης. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζω την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Θυμάμαι την Αλεξάνδρα Μπακονίκα από τις πρώτες συλλογές της στη Διαγώνιο. Μου είχε κάνει εντύπωση η προσήλωσή της στη χαρά της ηδονής, στην λεπταίσθητη εξύμνηση των αισθήσεων, στο κορμί που παθιάζεται και εξαγνίζεται από την κοινωνική συνάφεια. Ήταν ίσως η πιο ερωτική ποιήτρια στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό χώρο, χωρίς κόμπλεξ να εξυμνεί τη σάρκα, τον έρωτα, την ηδονή και ό,τι πάθη σέρνουν αυτά μαζί τους.

Στην τελευταία της συλλογή «Ο κόσμος απροκάλυπτα» (Εντευκτήριο) παραμένει προσηλωμένη στα αγαπημένα της θέματα αλλά εμπεριέχει πια στους στίχους της και την εμπειρία, τη σοφία που αφήνει η κοινωνική συνθήκη. Η ποιήτρια σχολιάζει απέλπιδες έρωτες, μοναξιά που σκοτώνει, συμφέροντα που πλήττουν αδιακρίτως τις ψυχές και τις αγάπες, τα πάθη για εξουσία, την σκληρότητα, την απονιά, την θλίψη αλλά και τη λύπηση για τον εξευτελισμό που προκαλεί ο έρωτας, την μικροπρέπεια, την αλαζονεία, τον αισθησιασμό που αναδύει η μυρουδιά του πόθου, το παρανάλωμα και τη σαρκική αδυναμία, τη λαγνεία, την αποπλάνηση και την αδυναμία της αποπλάνησης, την θαλπωρή της αγκαλιάς και τον πόνο της έλλειψης της.

Η ποιητική της είναι λιτή, με λέξεις καίρια βαλμένες στη σειρά όπως πρέπει για να αποδώσουν όχι μόνον το νόημα αλλά κυρίως την αίσθηση που αφήνει το νόημα. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, Απρίλιος 2018

Στον τραχύ κι απομυθοποιημένο κόσμο μας

-από πολύ νωρίς τραχύ τον γνώρισα-

είδα, έπαθα, αναλογίστηκα.

Σταθερή και ακλόνητα προσανατολισμένη στην ουσία του πράγματος και, εν προκειμένω, της σχέσης -της όποιας σχέσης- που λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο πλαίσιο της καθημερινότητας, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα μάς προσφέρει την τελευταία της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου, με τον τίτλο «Ο κόσμος απροκάλυπτα». 47 ολιγόστιχα ποιήματα, 47 αυτάρκεις ποιητικές μικροϊστορίες, απόλυτα συγκεκριμένες και απροκάλυπτα ξεκάθαρες, οι οποίες δεν αφήνουν στον αναγνώστη περιθώρια εννοιολογικών παρεξηγήσεων και λυρικών εξάρσεων. Αυτό που με την προηγούμενή της ποιητική συλλογή δήλωσε «Για ήττες και προσδοκίες που πληθαίνουν / και απανωτά μου δίνουν κτυπήματα, / σε εγρήγορση βρίσκομαι / να εντοπίσω, να πετάξω από τους στίχους μου / μελοδραματισμούς, ασάφειες και μισές αλήθειες» συνεχίζει να υποστηρίζει, αποφλοιώνοντας, εκ νέου ή εν συνεχεία, τα περιττά στολίδια της λέξης, επικεντρώνοντας στο καθεαυτό ουσιαστικό γεγονός και όχι στην περιφέρειά του.

Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας

έχω αυθόρμητη την τάση, την αισθητική,

να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου.

Η απομυθοποίηση του κόσμου και εδώ συνεχίζει, όπως και στην προηγούμενή της συλλογή, να διατηρεί το βλέμμα στραμμένο στις κοινωνικές συναναστροφές και να τις σχολιάζει, επισύρει και την απογύμνωση της γραφής της. Επιθυμητή και συνειδητή επιδίωξη από πλευράς της ποιήτριας, η οποία δεν υπήρξε ποτέ της φλύαρη. Ολοένα και περισσότερο, όμως, παρατηρείται η προσωπική της σφραγίδα στα ποιήματα που με τρόπο λακωνικό και με περισσή αυτονομία μας παραδίδει. Οι καταληκτικοί στίχοι των ποιημάτων, μονολεκτικοί και δίστιχοι ως επί το πλείστον, συμπυκνώνουν και ταυτόχρονα κορυφώνουν το νόημα του ποιήματος, είτε αυτό αντανακλά ερωτικό, κοινωνικό ή και υπαρξιακό περιεχόμενο. Στο άλγος της ωμής σκληρότητας / άμαθη είμαι. Η αλλού θα γράψει:

Υμνώ τη χαρά,

-αν και δεν ξέρω πόση θα μου μείνει ακόμη-

την υμνώ στο ακέραιο και εν πλήρει γνώση.

Γιατί από τον ζόφο,

το κάτεργο της δυστυχίας έχω περάσει.

Τα πάνδεινα έπαθα.

Προστρέχω, υμνώ τη χαρά

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί το εξής, όσο η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απελευθερώνεται από τις περιττές φλυαρίες που βαραίνουν συνήθως το μήνυμα του ποιήματος, άλλο τόσο εσωκλείει στο ποιητικό της συμβάν τ’ αντικείμενα που συμμετέχουν σ’ αυτό• κατορθώνει έτσι να εναρμονίσει τα πρόσωπα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μέσα σε μια αφηγηματική πραγματικότητα που μοιάζει οικεία στον αναγνώστη. Αξιοπρόσεκτο παραμένει το γεγονός πως οικειοποιείται, και η ίδια, συναισθηματικά αδιέξοδα και τραύματα τρίτων, μ’ αποτέλεσμα να οδηγείται σε προσωπική παραδοχή πληγών που μας ταλανίζουν όλους ανεξαιρέτως.

Σε λυπάμαι,

ένα μέρος του εαυτού σου συρρικνώνεται,

έχει μολυνθεί από αβάσταχτα αδιέξοδα.

Κι όσο σε λυπάμαι, είναι σαν να λυπάμαι

Τον εαυτό μου.

Χαντακώθηκα, χωλαίνω κι εγώ

από αδιέξοδα.

Θα ήταν παράλειψη φυσικά να μην αναφέρουμε την πάντα ζώσα, την πάντοτε υγρή και σωματική έκφανση της ποίησης της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, που έχει αποκτήσει τη δική της προσωπική σφραγίδα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγχρονης ερωτικής ποίησης.

Διάπυρη η έλξη,

Μέχρι θανάτου λαβώθηκα.

Η ομορφιά σου με κυκλώνει,

ένθεη γίνομαι.

Στα ίχνη της έλξης κυκλοφορώ και διαμένω.

Οι αναζωπυρώσεις της ανεξέλεγκτες

δεν έχουν τέλος.

Είσαι το θαύμα

ακλόνητο, αναλλοίωτο.

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 31.3.2018

Ισως ο τίτλος του τελευταίου ποιητικού βιβλίου της Αλεξάνδρας Μπακονίκα «Ο κόσμος απροκάλυπτα», μαζί με τον τίτλο του πρώτου της βιβλίου που ήταν «Ανοικτή γραμμή» και είχε εκδοθεί στα 1984, να είναι οι μόνοι που δεν υπαινίσσονται ευθέως την σχεδόν αποκλειστική κυριαρχία του ερωτικού αισθήματος ως άλγους ή ως ανάστασης. Ενώ τώρα μέσα σ’ ένα σκηνικό, χωρίς τίποτε το ξεχωριστό, όπως μια άδεια, έρημη πλατεία, ένα στενό δρομάκι, ή τέλος μια πλατφόρμα τρένου, προετοιμάζεται μια ερωτική ευωχία, με όλα τα χαρακτηριστικά μιας μυσταγωγίας, όπου όμως, χωρίς να εξορίζονται, όπως θα ήταν φυσικό, φτάνουν ακόμη εντονότερες οι φωνές του κόσμου είτε πρόκειται για την κραυγή της μάνας που φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της είτε της υπέργηρης καθαρίστριας σε σκάλες, σπίτια και ταβέρνες. Ισως γι’ αυτό να παρουσιάζεται τόσο απενοχοποιημένη στην Μπακονίκα η έκφραση σε σχέση με τον ερωτικό σεβντά, αν συγκριθεί η ίδια με πολύ παλαιότερές της ερωτικές ποιήτριες (για παράδειγμα τη Μαρία Πολυδούρη ή τη Μυρτιώτισσα) όπου η ερωτική δοκιμασία αυτονομούνταν σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Η ΑΥΓΗ 7/1/2019

Η (α)βεβαιότητα της ήττας

Είναι μια προοπτική κι ένα περίγραμμα, μια προοπτική σε σμίκρυνση, ένα περίγραμμα σε μεγέθυνση, ό,τι επιμελώς κρύβεται στο παρασκήνιο της ζωής, ό,τι επιτυχώς διαδραματίζεται στην σκηνή της πραγματικότητας, ό,τι απροκάλυπτα αποκαλύπτεται στο σανίδι της εξομολόγησης, όπου ένας κόσμος μικρός ή μεγάλος πετά τα ρούχα του και ξεντύνεται, αφήνοντας πίσω γυμνή την καρδιά του να κτυπά.

Στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα οι αποστάσεις των οριακών καταστάσεων που την απασχολούν ολοένα στενεύουν και η ύπαρξη δεν παύει ποτέ να ασφυκτιά μέσα σε ένα κλειστό περίγραμμα που επιβάλλει μια ζωή σχεδόν αποπνικτική από έναν κόσμο δύσοσμο που εκλύει αναθυμιάσεις σαπρότητος.

Στα ποιήματα της συλλογής οι χώροι και τα πρόσωπα συγκροτούνται σε έναν σκοτεινό χορό, όπου μικρές και μεγάλες προδοσίες, μικρές και μεγάλες ατιμίες, καθώς και άλλα ζεύγη διαψεύσεων στροβιλίζονται με τη μορφή αποτιμήσεων σε μια παρτίδα ζωής που άλλοτε κερδήθηκε, κυρίως μέσω του θαυματουργού έρωτα, με την τρισδιάστατη εξιλέωσή του (σώματος, πνεύματος, ψυχής) κι άλλοτε χάθηκε. Η (α)βεβαιότητα της ήττας υπαγορεύει στην ποιήτρια έναν ρυθμικό σκοπό. Κάμαρες, λειμώνες του εσώτερου εαυτού μου/ θάλπος μου δώσατε/.

Ο εγκλεισμός στο κλουβί μιας πραγματικότητας που λυγίζει από μια ζωή βαριά κι ασήκωτη, απελευθερώνει στιγμές μετέωρες που πεταρίζουν ολόγυρα με καψαλισμένα φτερά, ενός κόσμου απονευρωμένου που ισορροπεί σαν σάπιο δόντι, κούφιος, άδειος από ηθική κι από αγάπη, αλλά γεμάτος δηλητήριο, πολλές φορές, όμοιο με αυτό του φιδιού, που το ακαριαίο δάγκωμά του οδηγεί στη σήψη της ζωής, θύμα της διπλοπροσωπείας, του ωφελιμισμού, του φθόνου, της μικροψυχίας, της κακίας, της πτώσης και κατάπτωσης.

Η ποιήτρια απογυμνώνει και αποκαλύπτει πτυχές ενός κόσμου σαν να τον ξεντύνει από ρούχα περιττά και βαριά και επιτηδευμένα, που όμως αρχικά της παρουσιάστηκαν ελκυστικά: Ένας κόσμος ντυμένος στην υποκρισία του, στην ψευτιά του, στη απάτη του και στην αλαζονεία του, που έπαψε να κρατά τα προσχήματα, ένας κόσμος επιθετικός, αγκαθωτός, ανελέητος και οι διαπιστώσεις πικρές: Τα αρχικά ακριβά και λαμπερά κοσμήματα και ρούχα αποδεικνύονται ψεύτικα, φθηνά και θαμπά, όπως τα ζωτικά ψεύδη που γρήγορα καταλήγουν θανάσιμες αλήθειες. Γράφει: Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας/ έχω αυθόρμητη την τάση, την αισθητική,/ να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου/.

Η μοίρα που αποδέχεται ο άνθρωπος ως κάτι που δεν αλλάζει ή που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν πρόκειται να αλλάξει, προσδίδει μια προσωπική καλλιτεχνική αρμονία μιας δυσαρμονικής κατά τα άλλα πραγματικότητας, που όμως αγαπά να ανατέμνει η ποιήτρια, μεταφέροντας τη φωτογραφική θέαση ενός συναισθήματος αρχικά τραγικού που όμως στο τέλος κατορθώνει να αιχμαλωτίσει ένα φως εντός του ή έναν μικρό βοριά που θα φυσήξει και θα καθαρίσει τον ρυπαρό αέρα και θα δροσίσει τις πληγές του κόσμου. Λίγοι στίχοι: Γιατί από τον ζόφο,/ το κάτεργο της δυστυχίας, έχω περάσει. Τα πάνδεινα έπαθα./ Προστρέχω, υμνώ τη χαρά.

Τα ποιήματα συγκροτούν ένα σώμα – στόχο που στέκει ακίνητο, αιχμάλωτο, δεμένο, διάτρητο από μικροσκοπικά βέλη – στιλέτα. Τα στιλέτα αυτά ξεκαρφώνει από το σώμα της η ποιήτρια και τα καρφώνει στο κάδρο του ποιήματος, μια διαδικασία που συντελείται ψυχρά, κοφτά, χωρίς θερμοκρασία και κυρίως χωρίς να εκβιάζεται το συναίσθημα. Με την απονεύρωση του συναισθήματος στην ποίησή της η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ίσως να πετυχαίνει τελικά τον πλήρη ερεθισμό του, δηλαδή την έκλυση μιας γνήσιας συγκίνησης. Στιλέτο, κάμα θανάτου η κακία,/ έντρομη μελετώ τα εγκλήματά της,/ τις πηγές, αιτίες,/ διακλαδώσεις κι εκβολές της.

Μέσα από λιτές, αλλά και συμπαγείς ως προς τα νοήματά τους, προσωπικές εξομολογήσεις, παρατηρήσεις και εμπειρίες η ποιήτρια βάζει τα μυστικά της τέχνης της να συνομιλήσουν με τα μυστικά της ζωής, ένας επιτυχημένος ποιητικός μετασχηματισμός ο οποίος και προκύπτει από μια κυριολεκτική απογύμνωση του στίχου και μια μεταφορική απογύμνωση του ίδιου του γράφοντος. Είναι μια γυμνότητα αφοπλιστική στην ειλικρίνεια που κομίζει και φέρνει στο νου τον αφοριστικό στίχο του Κώστα Ταχτσή: Οι ντυμένοι δεν μπορούν να κοιτάξουν τις καρδιές τους, κάτι που αναμφισβήτητα η Αλεξάνδρα Μπακονίκα φαίνεται να ενστερνίζεται και να υποστηρίζει καθώς είναι βέβαιο ότι μπορεί να κοιτάζει καθαρά τη διψασμένη της καρδιά με βλέμμα που μοιάζει να περιπλανιέται στις σκοτεινές στοές ενός αδαμαντωρυχείου και να μοιράζεται μαζί μας όλες τις πολύτιμες γαίες που ανασύρει από την εξόρυξη αυτή.

Στο τέλος θριαμβεύει πάντα η αθωότητα, η μυστική ομορφιά μιας ύπαρξης που αναζωογονείται και διασώζεται από το ερωτικό στοιχείο, συμβολικό ή πραγματικό.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Περιοδικό Θράκα 16/5/2019

Για την ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Ο κόσμος απροκάλυπτα, εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2018.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, έξι χρόνια μετά την τελευταία της συλλογή Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, κυκλοφορεί το νέο της ποιητικό βιβλίο που φέρει τον ενδιαφέροντα τίτλο Ο κόσμος απροκάλυπτα και αποτελείται από 47 ολιγόστιχα ποιήματα. Η εξάχρονη απουσία της ποιήτριας σε συνδυασμό με τον τίτλο που επιλέγει, δείχνουν μία διάθεση να στρέψει την ποίησή της σε άλλες κατευθύνσεις, σε άλλους ορίζοντες, πέρα και πάνω από το προσωπικό ερωτικό βίωμα που σφραγίζει έντονα τις προηγούμενες συλλογές της. Το ερωτικό αίσθημα, ο ερωτισμός σε όλες του τις αποχρώσεις που διεκδικεί την αποκλειστικότητα σε όλο το προηγούμενο ποιητικό έργο της Μπακονίκα, μπολιάζεται εδώ και με άλλα θέματα, έτσι που να μην κυριαρχεί κατ’ αποκλειστικότητα. Οι ορίζοντες της ποιήτριας έχουν ανοίξει για τα καλά προκειμένου να περιλάβουν όλον εκείνο τον κόσμο που έρχεται τώρα από την περιφέρεια και το περιθώριο για να μπει στο κέντρο του ενδιαφέροντός της.
Η γραφή της παραμένει πιστή στην ποιητική γραμμή που χάραξε από την πρώτη κιόλας στιγμή που εμφανίστηκε στην ποίηση. Λόγος λιτός, απέριττος, πυκνός, χωρίς περιττά ψιμύθια, γι’ αυτό ακριβώς τόσο καίριος και καταλυτικός. Η ποίηση της Μπακονίκα συνεχίζει και, ταυτόχρονα, ανανεώνει την ποιητική παράδοση της Θεσσαλονίκης. Η ίδια άλλωστε στο ποίημα πουανοίγει τη συλλογή καταθέτει τη δική της εξήγηση για την επιλογή της αυτή που είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κόσμου γύρω της. Η κατάρρευση αυτή αντανακλάται και στην ποίησή της η οποία είναι απογυμνωμένη από καθετί που θα μπορούσε να στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε ο,τιδήποτε άλλο πέρα από το περιεχόμενο.
Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας
έχω αυθόρμητα την τάση, την αισθητική,
να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου.
(«Αισθητική»)
Όμοια απολογητική και αποκαλυπτική εμφανίζεται η Μπακονίκα στο ποίημα της «Η οπτική μου αλλάζει» με το οποίο παραδέχεται ευθέως ότι η πικρή της πείρα από τους ανθρώπους την έχουν κάνει καχύποπτη και επιφυλακτική.
Γι’ αυτό η οπτική μου στον κόσμο αλλάζει,
γίνεται βαρύθυμη.
Γι’ αυτό πια υποπτεύομαι, παρατηρώ,
κόβω κίνηση.
(«Η οπτική μου αλλάζει»)
Η παραδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι σηματοδοτεί και μια στροφή στην ποιητική της πορεία. Η ποιήτρια γίνεται πιο αιχμηρή, πιο ειλικρινής, πιο αληθινή ακριβώς για να αντιπαλέψει την υποκρισία που την περιβάλλει.
Η θεματική του βιβλίου διαρθρώνεται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι ο κύκλος των ποιημάτων που αφορμώνται από προσωπικές εμπειρίες και βιώματα. Κυρίαρχο εδώ είναι το ερωτικό βίωμα χωρίς όμως να λείπουν και τα ποιήματα εκείνα που αποτυπώνουν διάφορες στιγμές της ζωής της ποιήτριας, όπως, για παράδειγμα, την άσχημη εμπειρία της πρώτης μέρας στη δουλειά.
Όχι μόνο προσβολή, δυνατή βιτσιά μου έδωσε.
Συγχυσμένη πέρασα στον διπλανό, μικρό διάδρομο
που κατέληγε σε μια βρόμικη, στενάχωρη αποθήκη,
γεμάτη με πεταμένα πράγματα.
Στεκόμουν όρθια στην αποθήκη
μέχρι να τελειώσει με το τηλέφωνο
για να βγει έξω.

Τα στραβά και τα άγρια με το πρώτο ξεκίνημα.
(«Αποθήκη»)
Το ερωτικό βίωμα παρουσιάζεται στις διάφορες όψεις του που κυμαίνονται από τη μοναξιά («Εισιτήρια», «Ανυπεράσπιστη», «Στην πλατεία»), την ανάμνηση («Ενθυμήματα»), την επικινδυνότητα («Χαμηλό φως στο μπαρ»), την ένωση («Εγκαταβιώνει», «Ύψιστη τρυφερότητα», «Ασπαίρουσα»), το ερωτικό κάλεσμα και την ανταπόκριση («Βάρκα στ’ ανοιχτά»), την έλξη μέσω των αισθήσεων («Η μυρωδιά», «Αναζωπυρώσεις», «Σφραγίζουν»), την αγωνία της αναμονής του αγαπημένου («Σκιρτήματα»), την ερωτική απελπισία ή απόγνωση («Σεκλέτι»), την καταλυτική δύναμη του ερωτικού αισθήματος («Ανάφλεξη»), την αναμονή συνάντησης με το αγαπημένο πρόσωπο («Λάγνο μάγεμα»), την επικείμενη σαρκική ένωση («Επίμονα»), την απομυθοποίηση του κάποτε λατρευτού προσώπου («Τα τεκμήρια»).Ο έρωτας, σε κάθε του έκφανση και έκφραση, δεν θα μπορούσε να λείπει από το σύμπαν μιας κατεξοχήν ερωτικής ποιήτριας. Η Μπακονίκα, για μία ακόμη φορά αποτίει φόρο τιμής στο στοιχείο εκείνο που αποτελούσε πάντοτε τη μήτρα της δημιουργίας της. Τώρα, μάλιστα, για πρώτη ίσως φορά σε τέτοιο βαθμό, φτάνει στο σημείο να αποθεώσει τον έρωτα, να του αποδώσει μυθικές διαστάσεις.
Πριν της χτυπήσει το κουδούνι,
θα τον δει να διασχίζει τον δρόμο.

Ύψιστο πανδαιμόνιο,
τρικύμισμα ανθοφορίας για τον αγαπημένο.
(«Σκιρτήματα»)

Στα ίχνη της έλξης κυκλοφορώ και διαμένω.
Οι αναζωπυρώσεις της ανεξέλεγκτες,
δεν έχουν τέλος.

Είσαι το θαύμα
ακλόνητο, αναλλοίωτο.
(«Αναζωπυρώσεις»)
Ο δεύτερος άξονας αποτελείται από τα ποιήματα εκείνα που επικεντρώνονται σε ανθρώπινους χαρακτήρες οι οποίοι, συνήθως, πάσχουν. Είναι η χήρα που βαδίζει προς το θάνατο και καίει τα ερωτικά γράμματα του άνδρα της, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια αδιάφορων τρίτων μετά το θάνατό της («Το σβήσιμο»), ο «κρυψίνους και πανούργος» άνθρωπος των παρασκηνίων που κινείται ύπουλα προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του («Άνθρωπος των παρασκηνίων»), η γυναίκα που εισπράττει την ερωτική απόρριψη και βουλιάζει στη θλίψη της («Ο σκηνοθέτης»), η γυναίκα που δεν μπορεί να κρύψει τη ζήλια και την κακία της («Απροκάλυπτα»), ο άντρας που σταδιοδρόμησε στη δουλειά του και, πέρα από αυτό δεν έχει τίποτε άλλο να επιδείξει («Πλήθη συρρέουν»), η ώριμη γυναίκα που συνδυάζει στο χαρακτήρα της την έπαρση και τη μελαγχολία («Αντιθέσεις»), ο σπάνιος για τη δοτικότητα και τη φιλόξενη διάθεσή του άντρας («Στο ρημαγμένο κόσμο μας»), η γυναίκα που έχει καταδικαστεί για το υπόλοιπο της ζωής της στη μοναξιά («Πόνος»), η μάνα που φροντίζει το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της τη στιγμή που ο άντρας της είναι εντελώς απών («Οδύνη»), ο επηρμένος και αλαζονικός χαρακτήρας που προξενεί την απέχθεια («Βλαβερό απόβλητο»), η φτωχή και κατατρεγμένη γριά καθαρίστρια που έχει πάνω της το σημάδι του θανάτου («Περιθώριο»).
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η ποιήτρια δεν παρακολουθεί τα πρόσωπα αυτά από απόσταση αλλά ταυτίζεται μαζί τους, συναισθάνεται τον πόνο ή τη δυστυχία τους και μέσα από αυτή τη διαδικασία της ενσυναίσθησης, καταφέρνει όχι μόνο να μας ευαισθητοποιήσει αλλά να μας κάνει και εμάς συμμέτοχους στις πληγές και τα τραύματα τρίτων.
«Τον φόβο του θανάτου πώς τον αντιμετωπίζεις.
Ο σύντροφός μου έσβησε στα χέρια μου από αρρώστια.
Γερνάω. Με την ατελέσφορη αγωνία της μοναξιάς
Πορεύομαι».

Συθέμελα με ταρακούνησε το ξέσπασμά της.
(«Πόνος»)
Εκτός όμως από τα ποιήματα που επικεντρώνονται σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο και την ιστορία του, υπάρχουν και ποιήματα στα οποία το πρόσωπο δεν είναι ένα, αλλά πολλαπλασιάζεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελεί μια μάζα που,όμως, επί της ουσίας δεν διαφέρει από τη μονάδα. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Ξεχνούσε τη μιζέρια» που αναφέρεται στο κοινό μιας συναυλίας.
Η ανθρωποθάλασσα το τεράστιο πλήθος
μέσα από τις διακυμάνσεις του ερωτισμού των
τραγουδιών
ανέβαινε στα ουράνια,
ξεχνούσε τη μιζέρια, τις πληγές,
τα μύρια βάσανά του.
(«Ξεχνούσε τη μιζέρια»)
Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το ποίημα «Το είδωλο» που αναφέρεται στο ναρκισσισμό των ανθρώπων, ιδίως των γυναικών.
Όταν μπαίνουν στο ασανσέρ
στρέφονται και κοιτάζουν τον εαυτό τους
στον καθρέφτη,
ιδίως οι γυναίκες.
Όσο προλαβαίνουν
με προσήλωση ναρκισσεύονται.
Μόλις ανοίξει η πόρτα
ορμούν στη μάχη της ζωής.

Στοιχείο αδάμαστο ο ναρκισσισμός.
(«Το είδωλο»)