ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ

Η Ελευθερία Θάνογλου γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1978. Από τότε ταξιδεύει μέσα στις ρωγμές του χρόνου με το φαινόμενο της πλημμυρίδας.
Σε κάθε παλίρροια αλλάζει ρωγμή και σε κάθε άμπωτη ψάχνει τη θάλασσα
μέσα της.
Έχει εκδώσει  τις ποιητικές συλλογές:
Οι πέντε εποχές του κόκκινου (Πικραμένος 2017)
Αναπαράσταση  (Πικραμένος 2019)
Ο θάνατος των πτηνών (ΑΩ 2021)

.

1-ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ
ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ (2021)

Μπορεί κάποιος
να διατηρεί την σκέψη τον ζωντανή
σκεπτόμενος τους πεθαμένους.

Σύμπτωμα της αποδημίας ή
ο θάνατος των πτηνών

«0 θάνατος ενός ανθρώπου
δεν είναι πολύ διαφορετικός
από το θάνατο ενός πουλιού».
Γ. Σεφέρης

Σαν άλλη πόλη
με φώτα λαμπερά
και γυάλινες δομές
η ποίηση
ενίοτε
κρίνεται ένοχη
για τον θάνατο
δεκάδων ποιητών
που μπέρδεψαν στους ουρανοξύστες της
την αντανάκλαση της νύχτας.

Άνθιση

Σε μια κακή για την ανθρωπότητα εποχή,
η ποίηση μπορεί κι ανθεί
και οι νεκροί επίσης·
τα γραφεία κηδειών
γεμάτα πάντα από δουλειά
το ίδιο και τα τυπογραφεία.

Νεκρά μετά τη γέννα τους ποιήματα
και νεκροί ποιητές
ζωντανεύουν εν τέλει την κίνηση.

Το λάλημα τον κόκορα
άχρηστο·
κανείς εδώ
δε θα ξυπνήσει.

Αποστάσεις

Ένα πήδο θέλει η γη
να φτάσει τον κρεμασμένο.

Ο κρεμασμένος

ονειρεύεται
τη γη·

το δέντρο
τον ουρανό.

Όταν νυχτώνει
κρυώνουν και οι δύο το ίδιο.

Νυχτερινές διαδρομές

Τα βράδια
οι ίσκιοι στο ταβάνι
θροΐζουν πνιγμένα εμβατήρια

0 κόσμος
τσόφλια ψυχών
κι αγάλματα γερασμένα.

Βόρεια της πλατείας Βαρδαρίου
με βήμα χελώνας,
ο φύλακας Γεώργιος Μιχαήλοβιτς
περπατά ανάμεσα στις τελευταίες οστεοθήκες
με τα πανύψηλα κυπαρίσσια·
στη σόλα των παπουτσιών του
ο ήχος απ’ τα χρόνια που σπάνε.

Ένα στο αριστερό, ένα στο δεξί.

Στο περίγραμμα του νεκροταφείου των χρυσανθέμων
η διαδρομή του βίου του.

Ενίοτε κανείς μιλά πιο καθαρά
βαδίζοντας με τους νεκρούς.

Σε χρόνια ανομβρίας
μόνο οι νεκροί δεν διψάνε

Παρενθέσεις

V

Κάποτε και τ’ αγάλματα στα κοιμητήρια
κουράζονται απ’ τις ίδιες εικόνες.
Γι’ αυτό αναζητούν διέξοδο
διαφυγής μέσα στα ποιήματα.

Δεν είναι ο άνεμος,
η βροχή και ο τρόπος των ανθρώπων
που αλλάζει τη φυσιογνωμία τους
αλλά το ποίημα
που τα περιέχει.

Ασάλευτη νύχτα
σκοτάδι ασάλευτο
πως μιμείσαι τις κινήσεις μου!

Ετοιμόρροπα θαύματα

Διαμελισμένες μέρες
στο κίτρινο φως του φθινοπώρου
νύχτες ετοιμόρροπες στη σιωπή
χωρίς τη φωνή αγαπημένου προσώπου·
ανυπεράσπιστη η ζωή μου
παραληρεί σε άρρωστο ύπνο.

Το θαύμα των λέξεων
άδειο ρούχο στο πάτωμα
μια πένθιμη κορδέλα η γραφή.

Ποιήματα πηγάδια
δέχονται
κουβάδες τρυπημένους.

Το αντίδοτο

Αφού η ανάσταση προϋποθέτει τον θάνατο
κι ο έρωτας τον άλλον
γιατί λοιπόν τόσος οδυρμός;

Βρέθηκε ποτέ αντίδοτο χωρίς αρρώστια;

.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (2019)

ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

I

Η νύχτα στους ώμους πανωφόρι
με ζεσταίνει
καθώς σου γράφω πάλι γυμνή.

II

Όλα κάποτε
γυμνή θα με βρουν
σε βράχια πάνω ξαπλωμένη
χωρίς την υποψία πρασινάδας.
Θα με βρουν γυμνή
τα χέρια μου θα προσπαθούν να υφάνουν λέξεις
να με ντύσουν
μα θα ’ναι αργά
δεν θα υπάρχει νήμα.
Κουβάρι αθώα μπλεγμένο η ψυχή
στις αμαρτίες μου πεταμένο παιχνίδι,
ύαινες κατασπαράζουν κάθε πιθανότητα
να ενδυθώ τις λέξεις.

III

Κάποτε όλα θα αποκαλυφθούν
θα γίνει εντονότερο το φως
το σκοτάδι θα κρυφτεί πίσω από τον τελευταίο αστερία
οι δρόμοι φωτισμένοι
θ’ αποκαλύπτουν τις αυταπάτες
με σκιές κρυμμένες σ’ ένα ξεχειλωμένο μαύρο.
Και συ θα λες πως ήξερες
για τις σπασμένες ώρες
στα υγρά μου μάτια.
Και γω θα λέω πως δεν με γνώρισα καθόλου.
Μονάχα μια στιγμή
είδα μες στον καθρέφτη
να με καθαρίζω από τα φύκια.

ΚΙΤΡΙΝΗ ΗΔΟΝΗ

Ύστερα ήρθαν οι χρόνοι της πλαστελίνης
τα χέρια σου με έπλαθαν
ζώο άγριο και ελεύθερο,
με χαίτη ανεμίζουσα και ένστικτο πρωτόγονο.

Μέσα σε δάση ανήλιαγα
σκοτάδια χώριζε με το μαχαίρι ο δήμιος
μακριά από λάμψεις στις κίτρινες ερήμους
μακριά από τα λαμπυρίσματα της θάλασσας
και την ηδονή καρπίζουσας ευτυχίας.

Πολύ κοντά στη λησμονιά
και σε μια Αχερουσία κολυμπήθρα.

ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

Όλα άρχισαν να ησυχάζουν πάλι.
Οι μέρες κοιμόντουσαν χορτασμένες.
Περνούσε ο χρόνος
με τσακισμένα φτερά οδοιπόρων.
Νύχτες κρεμασμένες από επώνυμα,
σεντόνια στο χρώμα του πένθους
θρηνούσαν σώματα που ήταν έτοιμα
ν’ ανοίξουν τα φερμουάρ των υποσχέσεων.
Καινούργιες ρυτίδες άνθιζαν στο μέτωπο της μέρας.
Περνούσε ο χρόνος
βηματίζοντας σε πεζοδρόμια ασφαλή
δίπλα σε γυάλινες βιτρίνες
κι ανθρώπινα μοτίβα.

ΓΥΑΛΙΝΕΣ ΑΠΟΒΑΘΡΕΣ

I

Μας περιτριγύριζαν τα πράγματα με μία επανάληψη.
Βρίσκαμε διέξοδο στη συνεχή παρατήρηση του έξω κόσμου.
Άλλωστε ό,τι περιτριγυρίζει ο έρωτας
το παραμορφώνει
τις αιχμηρές γωνίες του λειαίνει
δεν κόβει, δεν πονά.
Πέτρα που πετάς σε υγρή επιφάνεια
χωρίς να ακουστεί ο ήχος.

II

0 μακρύς λαιμός μου
έκοβε τη θέα από τον ορίζοντα
σκίαζε λευκά τους εφιάλτες σου
οι ανείπωτες λέξεις, έλεγες
γεννιούνται μέσα στο μαύρο.
Στις κάμαρες
έστηνες πλήθος γρανιτένιους ανθρώπους
σμίλευες πάνω τους αδυναμίες
άνοιγες τις καλά κρυμμένες φλέβες
και βουτούσες γυάλινος μέσα τους.

III

Η μοναξιά μας ολόκληρες μέρες
ταξίδευε σε ακίνητες θάλασσες.
Στις αποβάθρες φτιάχτηκαν πρόχειρα καταλύματα
για μια επιστροφή.
Κατοικήθηκαν όλα από τους νεκρούς μας.
Έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι
έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι
ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε.

ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ

Σφουγγάρια οι νύχτες
απορροφούσαν ποιήματα
κρεμασμένη στ’ αφτιά ενός κωφού ουρανού
η βουή του κόσμου.

Τοκετοί θνητών αιωρούνταν πάνω από τα χαρτιά.

Βάλε σε μια σειρά τις σκέψεις σου, έλεγες.

Ίδρωνα δίπλα σε κουτσουρεμένα δέντρα
φθαρμένοι οι αγκώνες μου στα ακροκέραμα του χρόνου.
Ακατάστατα τα χρόνια μου
ξεκινούσαν απ’ του θανάτου τις θημωνιές
να φτάσουν στο μηδέν της γέννησης.

Σκελετωμένες οι επιθυμίες
μελανιές στα οστά, ανθισμένες πρόκες.
Αγαπημένε μου,
χρόνια τώρα έγραφα για μια πένθιμη καμπάνα
με τον αντίχειρα κομμένο.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Το τέλος ακόμη μακριά
ακινητοποιημένος ο χρόνος
μοίραζε ώρες σε αποκόμματα εφημερίδων
ξέβραζε πτώματα με λάμψεις ψαριών.
Τα χείλη μου τσιγάρα
έκαιγα ξάστερες λέξεις.
Τα τζάμια του κήπου νοτισμένα
δεν έδειχναν τίποτα απ’ έξω.
Σταμάτησαν όλα.
Το τέλος ακόμη μακριά
σκοτωμένα φύλλα στα χέρια μου
και το ρολόι να δείχνει πάντα νύχτα.
Μαύρη πεταλούδα η ψυχή
βγήκε απ’ το κουκούλι της
έκατσε πάνω στο μολύβι μου.

ΑΝΤΙΔΩΡΑ

Οι ήσκιοι μας θα στέκουν απαρηγόρητοι
για τους τόσους μικρούς θανάτους μέσα μας
καθόσον ζούσαμε μαζί.
Καταργήσαμε το έντονο φως
μεταλάβαμε απογυμνωμένο σκοτάδι.
Απαρνήθηκα το λείο
για το άφυλλο άγγιγμα των χεριών σου.
Απαρνήθηκες τα πέταλα
για μιας στιγμής κοτσάνι.
Υποταχτήκαμε σε ασφόδελες νύχτες.
Τριμμένη ρίγανη οι συλλαβές του σ’ αγαπώ
σε γυάλινα βάζα,
δωρίστηκαν σε ξένους.

.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ (2017)

Της απουσίας

Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου
ανεκτίμητες παρουσίες
σ’ έναν μικρό κουμπαρά που τις χώρεσε όλες.
Την απόφαση πήρα
κι έσπασα τον κουμπαρά ένα βράδυ,
δεν χωρούσε άλλες απουσίες πια.
Κι αυτές ξεχύθηκαν στο πάτωμα
σύρθηκαν ως τα πόδια μου
και με ικέτευαν να μην τις ξοδέψω

***

Μέρες στιγματισμένες από έλλειψη
φαρμακωμένες από το δάγκωμα
κόμπρας μνήμης.
Μέρες μαντατοφόρες κακών ειδήσεων
καμένων ποιημάτων.
Μέρες με τα πόδια σας ακινητοποιημένα
στο τσιμέντο
εγώ καπνίζω το τσιγάρο μου
η στάχτη πλέον είναι δική σας.

***

Έκλεισα εισιτήρια σου είπα.
Κατεύθυνση άγνωστη.
Διάρκεια ταξιδιού άγνωστη.
Στα σακίδιά μας το Μαζί.
Το τρένο έφευγε ξημερώματα
του Αγίου Τώρα ή Ποτέ·
θέσεις σε κουπέ έξι.
Ένας δεν ήρθε.
Κανένας εισπράκτορας
δεν ακύρωσε το δικό σου εισιτήριο.
Κι εγώ έψαχνα το στίγμα της ακύρωσης
μια ζωή
να χωθώ μέσα του λαθρεπιβάτης
να δω την πίσω πλευρά του
εισιτηρίου σου.

***

Ντύθηκε κλόουν και παίζει τη ζωή
στα χρωματιστά κουρέλια της.

***

Της μετανοίας

Λερναίες Ύδρες

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι.
Έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί και το σκουλήκι.
Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μία με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.
Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου·
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.

Κρυμμένες έννοιες

Έπαψες από καιρό να προσπαθείς
να βρεις τις έννοιες που κρύβονται
πίσω από τις λέξεις στα μηνύματά μου.
Πάει και το «κόκκινο παλτό»
το ξέγραψε η μνήμη σου.
Κι έτσι έμεινε μετέωρη η ελπίδα
που κρυβόταν πίσω από το «κόκκινο»
κι έτσι έμεινε μετέωρο το μέλλον
που ντύθηκε τελικά το παλτό.

Το κόκκινο παλτό

Το κρύο μου παγώνει το σώμα
μια σιωπή εκκωφαντική στο σπίτι.
Ρίχνω επάνω μου το κόκκινο παλτό να με ζεστάνει.
Μεγαλώνει το δράμα μέσα μου μ’ αυτό το παλτό.
Βουλιάζω πάλι σιγά σιγά σε περασμένα λόγια.
Λείπεις μαζί με τις υποσχέσεις σου.
Όταν θα έρθεις
θα πατάς πάνω σε κόκκινους λεκέδες.
Θα δεις να φοράω το κόκκινο παλτό
στη ραχοκοκαλιά της απουσίας.
Όταν θα έρθεις θα βγάλω απ’ τις τσέπες
σκισμένους σαρκασμούς
χρωματιστές κορδέλες για να δέσω τα μαλλιά μου.
Όταν θα έρθεις τις παρουσίες σου
θα μετράει ένας πολύχρωμος κλόουν.
***
Τα χέρια μας παίζουνε με τις σκιές στον τοίχο.
Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.

Της παράθλασης

Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.
Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχανε ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.

Στην αλλαγή ώρας

I
Κι απόψε
χαράσσει ευθείες βαθιές γραμμές στο χαρτί
0 πόνος τρένο που σφυρίζει λίγο πριν τον σταθμό.
II
Ζωγραφίζει κύκλους με τον διαβήτη.
Η σκληρή βελόνα του βρίσκει το κέντρο
τρυπάει το χαρτί
τρυπάει το κενό
τρυπάει την αλλαγή της ώρας
και περιστρέφεται
γύρω γύρω απ’ την ώρα που το ρολόι έδειξε
τρεις τα ξημερώματα δύο φορές
από την ώρα που έδειξε δύο φορές την μοναξιά της.

***

Τη φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας τον έναν ώμο ακάλυπτο.
Κι αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ‘ταν ζεστό σαν ποίημα.

***

Στη γνωστή οδό
σε περίμενα
πίσω από τον κίονα
στη γωνία ενός ετοιμόρροπου σπιτιού
που μετά βίας κρατούσε το σκοτάδι.
Μα εσύ αργούσες
κι άρχισε να με απορροφά
η ξεφλουδισμένη μπογιά του χρόνου
στους τοίχους.
Όταν ήρθες δε με βρήκες.
Δεν μπορούσες να διακρίνεις στην κίτρινη ώχρα
την κόκκινη πιτσιλιά μου.

Της αλμύρας

Η δική του ζωή
δεν ήτανε πάνω σε αστερίες γραμμένη
ούτε την σκέπαζαν τα κύματα.
Δεν είχε καΐκια να ρίχνουν παραγάδια
να την ταξιδεύουν
ούτε όστρακα και αλμυρίκια
να στολίζουν τις αμμουδιές της.
Η δική του ζωή
δεν είχε συκιές να γλυκαίνουν τον ίσκιο του
ούτε πλατάνια να κρεμάει τα όνειρά του.
Δεν είχε ρίγανη και θυμάρι να φυτρώνουν
δίπλα στις ξερολιθιές, ούτε σαύρες
να σεργιανάνε στην ψυχή του.
Η δική του ζωή
δεν είχε βασιλικούς
να ευωδιάζουν τους εσπερινούς
ούτε ιτιές ν’ αγκαλιάζουν τους πόθους του
δεν είχε κληματόφυλλα τα δάκρυά του να τυλίγει.
Η δική του ζωή
μόνο φελλούς είχε
που τους έδινε σ’ έναν μικρό ναυτίλο
να ζυγίζει στις παλάμες του να βρει
της διαφοράς το βάρος.

Στον γιο μου

Μέσα στα δυο σου μάτια
χαμογελάνε
γαλάζιες θάλασσες.
Στα μαλλιά σου
κάθεται ένας ήλιος.
0 κόσμος σου
αθώος, υγρός και μέγας.
Ήταν θυμάμαι πέντε Αυγούστου
σαν πρωτοαντίκρισα το θαύμα

Πεταλίδες άμυνες

Στην παλάμη μου μια τρύπα απ’ τον μικρό σουγιά σου.
Ο ήλιος σκούρο κίτρινο χρώμα σήμερα.
Στον αφρό της θάλασσας
κρέμονται τσαμπιά με πεταλίδες.
Οι βράχοι μείνανε γυμνοί.
Οι πεταλίδες μου ξεγλίστρησαν
απ’ τους βράχους
πέσανε στην θάλασσα
για να τις αιχμαλωτίσεις.
Τι ήθελες τον κόκκινο σουγιά σου;
Τώρα στην παλάμη μου
στην τρύπα που μου άνοιξες
χώθηκε αυτός ο σκούρος κίτρινος ήλιος
και στάζει αίμα.

Δημιουργίες εντυπώσεων

Ήταν ένας άνθρωπος
που ενώ ήξερε να κολυμπάει μεσοπέλαγα
όταν έφτανε στα ρηχά
ζητούσε βοήθεια γιατί πνιγόταν.
Στο τέλος του έφτιαξαν ένα νησί με φοίνικες
να ναυαγήσει εκεί
γιατί είχαν βαρεθεί τους ψεύτικους πνιγμούς του.
Από τότε αυτός σκαρφίζεται κρεμάλες πάνω στα δέντρα.

Των πτήσεων

Άνευ θαυμάτων

Εκείνο το βράδυ
με τα σπασμένα
κυπαρίσσια
αναχώρησες για τη
δική σου ενδοχώρα.
Η δική μου πολύχρωμη
χωρίς την Αλίκη των θαυμάτων
στις άκριες του γιασεμιού
παίζει με το φεγγάρι.

***

Αυτός πάντα ψάρευε
με δόλωμα την ψυχή του
στ’ αγκίστρι του καθότανε πάντα ένα φεγγάρι
και με τους καπνούς απ’ τα τσιγάρα του
φυσούσε γαλαξίες.
Τώρα τ’ αστέρια θα ‘χει δόλωμα
και πετονιά τα ρούχα
θα κάθεται σε σύννεφο που γράφει τ’ όνομά του
και ατενίζοντας την θάλασσα που τόσο αγαπούσε
γυμνός απ’ όλα
θα βλέπει τα φτερά
που έβγαλε στους ώμους
με ένστολη σιωπή
κάποια Δευτέρα βράδυ.

Στους γονείς μου

Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα
αμετακίνητοι
σαν στάσεις λεωφορείων
σου προσφέρουν το βαμβακερό χάδι τους
την ψυχή σου ν’ ακουμπήσεις.
Κι εσύ που ’χεις κουραστεί
στο γαλάζιο ταξίδι τ’ ουρανού
ακουμπάς επάνω τους.
Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·
τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
πως δεν κρύβουν αστραπές και γκρίζες λάμψεις
μέσα τους.
Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε.

***

Είμαι ο μήνας
ανάμεσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο
σου δίνω την πιο ζεστή θάλασσα
να κολυμπήσεις
έζησα ένα καυτό καλοκαίρι, τα χείλη μου ξερά.
Δρόσισέ τα.
Είμαι η εποχή
ανάμεσα στο Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο
σου δίνω την πιο βαθιά σκιά
να ξαποστάσεις
περπάτησα σε άμμο σκληρή
τα πέλματα σκισμένα.
Γιάτρεψέ τα.
Είμαι ένα αειθαλές δέντρο
ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα.
Όταν θα πέσουν τα φύλλα
μάζεψέ τα.
Την Άνοιξη θα σου στολίσω ξανά.
Τώρα όλα ησύχασαν
δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.
Το παρελθόν σε μια σειρά σιαγμένη
το ίδιο και το μέλλον της.
Δεν είχε παρά να πάει να κοιμηθεί.
Μα δεν την άφηνε
ο κούκος στο ρολόι
που σήμαινε πάντα τη σιωπή της.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

Ο θάνατος των πτηνών  (2021)

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 2/10/2021

«Χαίρε εσύ ω εύθυμο πνεύμα», είναι ο πρώτος στίχος του ποιήματος του Shelley που απευθύνεται σε μία γαλιάντρα.
Από το περιστέρι του Αγίου Πνεύματος της Βίβλου, ως την Ωδή σε ένα Αηδόνι του John Keats που τελειώνει με τον στίχο «δεν ήσουν εσύ γεννημένο για τον θάνατο ω αθάνατο πουλί», από το Κοράκι του Έντγκαρ Άλλαν Πόε που έγινε σύμβολο θανάτου και απόκοσμου μυστικισμού ως την «Ελπίδα αυτό το πράγμα με φτερά» της Έμιλι Ντίκινσον, από το άλμπατρος τυλιγμένο ως ενοχή στο λαιμό του Coleridge ως τα Λευκά Πουλιά του Υeats ακούμε συνέχεια στη λογοτεχνία το φτεροκόπημα των πουλιών.
Γιατί όμως τα πουλιά χρησιμοποιήθηκαν διαχρονικά ως σύμβολο στη θρησκεία, στη λογοτεχνία, στην τέχνη γενικότερα; Ίσως γιατί πετούν σε μία ενδιάμεση γάζα που ενώνει και χωρίζει σύμπαντα.
Αφού καθώς μετεωρίζονται και διασχίζουν τις μάζες του αέρα μοιάζουν αγγελιοφόροι, άγγελοι, πνεύματα, μεσολαβητές συχνά ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών, αιθέρια ύλη, ιπτάμενο κομμάτι σύννεφου που παίζει συνέχεια με τα όρια του υπαρκτού και του φανταστικού.
Καθώς ο αναγνώστης ξεφυλλίζει τη συλλογή αυτή της Ελευθερίας Θάνογλου που έχει τίτλο Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ πετάγεται από μέσα ένα σμήνος μαύρα πουλιά. Στα αυτιά του ακούγεται ένα διαρκές σπασμωδικό φτεροκόπημα που φθίνει σιγά σιγά δίνοντας τη θέση του σε μία νεκρική σιωπή. Γιατί αυτή η συλλογή είναι η ίδια ένα πουλί που πετάει μέσα σε μία ομίχλη από σκιές όπου όπως η ίδια η ποιήτρια προλογίζει:
«Μπορεί κάποιος/να διατηρεί την σκέψη του ζωντανή/σκεπτόμενος τους πεθαμένους».
Μήπως και οι ίδιοι οι ποιητές δεν είναι ψυχές που αιωρούνται και μεσολαβούν ανάμεσα στους κόσμους, πουλιά και οι ίδιοι που μετεωρίζονται στο πουθενά;
Γι αυτό και όπως τα πουλιά έτσι και οι ποιητές συντρίβονται καθώς πετούν τα βράδια πάνω από την Άλλη Πόλη.
Γράφει η ποιήτρια στο πρώτο ποίημα της συλλογής.
«η ποίηση/ενίοτε/κρίνεται ένοχη/για τον θάνατο/δεκάδων ποιητών/που μπέρδεψαν στους ουρανοξύστες της/την αντανάκλαση της νύχτας».
Αυτή λοιπόν η συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου είναι μία γκρίζα ομιχλώδης περιοχή όπου νεκροί και ζωντανοί περιφέρονται ελεύθερα, ποιητές-πουλιά πετούν στους αιθέρες, ενώ βαθμιαία σχηματίζεται ένα τοπίο πένθους και απόγνωσης, αποδημίας και αποδόμησης. Σύμφωνα με την ποιήτρια, ο θάνατος είναι ένα πέταγμα σε έναν άλλο ουρανό, μία διαφυγή, μία νέα γεωμετρία του περιορισμένου σχήματος που καταλαμβάνει ένα κορμί. Η ώρα του φυσικού θανάτου δεν συμπίπτει με τον θάνατο της ψυχής αφού οι αποθαμένοι ζουν μέσα στη μνήμη και στην ποίηση, το πελώριο αυτό συλλογικό και ατομικό σκευοφυλάκιο.
Ξένοι σε ετούτη και σε οποιαδήποτε άλλη ζωή, νεκροί και ζωντανοί, περιφερόμαστε ως σκιές, ανήμποροι να αποφύγουμε το αμείλικτο πεπρωμένο που μας εξισώνει όλους, αφού ακόμα και οι ισχυροί της γης θα ισοπεδωθούν το ίδιο κάτω από το παμφάγο χώμα.
Μα και η ίδια η ποίηση κλείνει μέσα της τον θάνατο αφού μετά την γέννηση και την ανθοφορία του ποιήματος, το ποίημα νεκρώνει και αποστεώνεται στη χάρτινη κάσα του.
«μία τρύπα ο χρόνος/ γράφει η ποιήτρια/τάφος ανοιχτός/η ποίηση»
Τα ποιήματα αυτής της συλλογής κρυώνουν, σιωπούν, κρεμιούνται από ένα δέντρο, «αίματα και πούπουλα όλα ένα μείγμα» γράφει η ποιήτρια.
Όσο για τον πατέρα, «ανθισμένος στο μαρμαρωμένο δάσος» είναι έτοιμος να απορροφήσει τη θλίψη των ζωντανών και μέσα από τη ζωοδόχο μνήμη να αναστηθεί μόνο και μόνο «με χέρια πήλινα να ανοίξει μία τελευταία τρύπα στη φλογέρα που είχε φτιάξει για την εγγόνα του» όπως γράφει στους τελευταίους στίχους του ποιήματος ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ η ποιήτρια.
Άρα πουλιά, ποιητές, ποιήματα, αγαπημένοι νεκροί, όλα βρίσκονται σε ένα καθαρτήριο, μία κατάσταση limbo, μέσα στον κόσμο των αντανακλάσεων και των σκιών, των ονείρων και των οραμάτων, του καθρέφτη, του χώματος αλλά και του άπιαστου πετάγματος ενός αετού σε δυσθεώρητα ύψη.
«Τσόφλια ψυχών» παντού, «βαθυκόκκινες φτερούγες» «συνομιλία των ζωντανών με τους νεκρούς», μία άμορφη, ασχημάτιστη, άπιαστη θλίψη σαλεύει συνέχεια και αλλάζει το σχήμα και τη φυσιογνωμία των ποιημάτων, όλη η συλλογή ρευστοποιείται. Ένας ίσκιος εξαπλώνεται σαν μαύρος λεκές. Μία αίσθηση του μάταιου, του προσωρινού, ένας βουβός καιρός, γράφει η ποιήτρια:
«Σε χρόνια ανομβρίας/μόνο οι νεκροί δεν διψάνε.»
Αυτή η συλλογή θα μπορούσε να είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για τον θάνατο και την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα εγχειρίδιο ποιητικής ή ένας οδηγός στην Σκοτεινή Πλευρά του Άλλου Κόσμου.
Μία Σλοβενή ποιήτρια η Maya Vidmar γράφει: «Ποτέ ένα δέντρο δεν είναι πιο δέντρο από τη στιγμή που το κόβουν».
Και η Ελευθερία Θάνογλου γράφει:«ίσως σ’ αυτά τα κοιμητήρια βρίσκεται το πιο ακέραιό μας σχήμα».
Και πιο κάτω:
«Χιλιετίες τώρα προσπαθούν οι νεκροί/ ν’ αφουγκραστούν τη ζωή με κάποιο τρόπο… Γιατί και οι νεκροί ξεχνούν πως κάποτε έζησαν»
Και παρακάτω:
«Ο πρώτος μας θάνατος επέρχεται/με την απουσία/ του πρώτου αγαπημένου μας προσώπου»… «Ζωντανοί ακόμη θρηνούμε/τον πρώτο μας θάνατο»/
Οι σελίδες της συλλογής της Ελευθερίας Θάνογλου είναι από πολύ απορροφητικό χαρτί. Επιπλέον είναι γεμάτες τρύπες. Μέσα από αυτές περνά ένας ολόκληρος άλλος κόσμος που ζωντανεύει, διαθλάται και διαχέεται. Προβάλλουν οι αγαπημένοι νεκροί, γνέφουν, προσπαθούν να επικοινωνήσουν, μικροί χρυσομπάμπουρες στροβιλίζονται γύρω από τη λεπτή κλωστή της μνήμης.
Όλα είναι ζωντανά ή όλα είναι νεκρά, όλοι είμαστε ζωντανοί ή όλοι είμαστε νεκροί. Η Απώλεια όμως είναι ένα ανθισμένο λουλούδι πάνω στον τάφο. Η Απώλεια γεννά όμορφη ποίηση όπως της Ελευθερίας Θάνογλου.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

CULTUREBOOK 08/10/2021

«Πότε εισήλθε ο ξυλοκόπος στο δάσος»;

Δύο περίπου χρόνια μετά την ώριμη συλλογή Αναπαράσταση (Πικραμένος 2019) η Ελευθερία Θάνογλου επιστρέφει με το τρίτο ποιητικό της βιβλίο που φέρει τον ανοιχτό και πολύσημο τίτλο Ο θάνατος των πτηνών. Το ανά χείρας βιβλίο αποτελείται από τρεις ενότητες στις οποίες δεσπόζει ένας πυκνός, πολυσήμαντος, χαμηλόφωνος, εξομολογητικός λόγος που αντιμετωπίζει τον κόσμο, τη μοναξιά, τη δημιουργία, τον θάνατο και τον χρόνο μετουσιώνοντάς τα σε ποίηση. Διαβάζοντας τα 21 ποιήματα της συλλογής ενίοτε ολιγόστιχα και επιγραμματικά και κάποτε εκτενέστερα, λυρικά και μαζί στοχαστικά, συστήνεται ένα ομοιογενές θεματικά και υφολογικά τοπίο που υποδέχεται τη μελαγχολία και την υπαρξιακή αναζήτηση.
Γενικότερα, στην ποίηση της Θάνογλου, εντοπίζουμε μια θεματολογία που εξακτινώνει τον ποιητικό λόγο γύρω από τρεις βασικούς θεματικούς άξονες· τον έρωτα, την ποίηση και τον θάνατο. Πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι στην παρούσα συλλογή ο έρωτας υποχωρεί, ενώ το δεσπόζον θεματικό δίπολο ποίηση, δημιουργία vs θάνατος δεν παρουσιάζεται μέσα από την παραδοσιακή αντιθετική του οπτική, σύμφωνα με την οποία η παρουσία του ενός σκέλους ακυρώνει την παρουσία του άλλου. Αντίθετα, φαίνεται να αποκαλύπτει μια συμπληρωματική και ταυτόσημη σχέση όπου το ένα στοιχείο διαθλάται μέσα στο άλλο, έτσι ώστε η ποίηση-πουλί να βιώνεται και ως θάνατος και αντίστροφα ο θάνατος να βιώνεται ως ποίηση. Η σύζευξη, πάντως, των δύο κυρίαρχων θεματικών περιοχών ωθεί το ποιητικό υποκείμενο σε μια οντολογική, καλλιτεχνική αναζήτηση, η οποία βιώνεται ως καταβύθιση εις εαυτόν, ως επώδυνη πορεία ενδοσκόπησης στα σκοτεινά μονοπάτια της συνείδησης και της ύπαρξης.

Ο ποιητικός προβληματισμός γύρω από τα δύο αυτά θέματα γίνεται εντονότερος ίσως στην παρούσα συλλογή, αφού η ποιήτρια αφενός έχει βιώσει τον θάνατο αγαπημένων προσώπων και αφετέρου προσεγγίζει ένα κρίσιμο βιολογικό σύνορο· αρχίζει να βιώνει, με άλλα λόγια, εντονότερα τον φόβο για το άγνωστο και την αναπότρεπτη φυσική φθορά. Κάτω από αυτό το ερμηνευτικό πρίσμα, η πλήρης, σχεδόν, εξάρτηση του ποιητικού υποκειμένου από τη μνήμη, αλλά και τις αισθήσεις μέσα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η αμφίσημη (τραυματική, επικίνδυνη και συνάμα γεμάτη μυστήριο) παρουσία της νύχτας, της ποίησης και του θανάτου, δεν αποκαλύπτει μόνο έναν έντονο αυτοαναφορικό προβληματισμό που συμπυκνώνεται πολύσημα στο κυρίαρχο σύμβολο των πουλιών, αλλά ταυτόχρονα και την αδήριτη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου-πουλιού να εκφραστεί-τραγουδήσει ψηλαφητά για να αντιληφθεί και να επιβεβαιώσει τη δική του ύπαρξη.

Αυτή, επομένως, η εναγώνια και οδυνηρή προσπάθεια υπαρξιακής ψηλάφησης συνυφαίνεται άρρηκτα στη συλλογή με την ίδια τη διαδικασία της γραφής και της ποίησης· είναι, δηλαδή, απολύτως ταυτόσημη και παράλληλη με τη γραφή του ποιήματος. Συνεπώς, η τραγική υποχώρηση μιας πληγωμένης ύπαρξης στην εσωτερική της ενδοχώρα, εκεί όπου συντελείται, ουσιαστικά, το υπαρξιακό δράμα και κυοφορείται, παράλληλα, το προποιητικό, βιωματικό υλικό, αιτιολογεί, εν τέλει, την καθοριστική παρουσία των αμφίσημων μοτίβων της πτήσης-πτώσης των πτηνών, της μουσικής και της σιωπής, της ποίησης και του θανάτου σε όλη την έκταση της συλλογής.

Πιο συγκεκριμένα έχουμε μια διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου που δεν εστιάζει μόνο στην αγωνία των ποιητών για υστεροφημία ή στην επώδυνη για τον ποιητή αδιαφορία της κοινωνίας και την προσωπική του δοκιμασία πάνω στο λευκό χαρτί που αγγίζει μερικές φορές το όριο της παράνοιας, αλλά παράλληλα και σε όσα ευφρόσυνα, αναγεννητικά και θετικά βιώνει ο δημιουργός ή ο απλός αναγνώστης κατά τη διάρκεια της κυοφορίας ή της ανάγνωσης του ποιήματος. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο το θαύμα της ποίησης νοείται και βιώνεται αντιφατικά ως φάρμακον, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης· ως ίαση-ζωή, δηλαδή, και ταυτόχρονα ως ασθένεια-θάνατος, κάτι που επιβεβαιώνει με τον αψευδέστερο τρόπο ότι η ποίηση για τη Θάνογλου παραμένει μια διαρκής και επώδυνη πνευματική ακροβασία, μια τραγική πτήση-πτώση των ποιητών στον ουρανό της ποίησης.

Εστιάζοντας ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, παρατηρούμε ότι η ποιήτρια κινείται συνεχώς ανάμεσα σε δύο διαστάσεις· την πραγματική-φυσική και τη μεταφυσική, με τα ποιήματα, βέβαια, να αποτελούν τον πραγματικό τόπο όπου συγκλίνουν η αντικειμενική και υποκειμενική πραγματικότητα. Αυτή η μόνιμη δυσδιάστατη φιλοσοφική και ποιητική κατάσταση, αυτή η έντονη υπαρξιακή διπολικότητα, εκφράζεται, βέβαια, κάποιες φορές αντιθετικά· άλλες φορές, ωστόσο, τις περισσότερες, είναι συμπαρουσία λίγο πολύ διαλεκτική δύο αντιτιθέμενων πόλων, ανάμεσα στους οποίους ο αναγνώστης, αλλά και η ποιήτρια μένει, ευτυχώς κατά τη γνώμη μου, μετέωρη και ανοικτή. Από τη μια πλευρά, λοιπόν, η ποίηση αποτελεί ένα σημείο-τόπο καταφυγής, ένα παρόν-πτήση που λειτουργεί παροδικά ως λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο ο ποιητής μπορεί να προφυλάξει το πραγματικό του πρόσωπο από τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο. Από την άλλη, ωστόσο, η ποίηση φαίνεται να πηγάζει από και να εκβάλλει ταυτόχρονα κατευθείαν στο τραύμα, καθώς ούτε η μνήμη ούτε η ποίηση αποτελούν ουσιαστικά μόνιμη, σταθερή σανίδα σωτηρίας για τον άνθρωπο-ποιητή, αλλά φαίνεται να ανοίγουν περισσότερο μια χαίνουσα πληγή μπροστά στον αναπότρεπτο γκρεμό του θανάτου.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, η ανά χείρας ποιητική συλλογή της Θάνογλου φωτίζει την ποιητική ηθική της, που συμπυκνώνεται ως στενά βιωματική σχέση του ποιητή και του θέματος, αλλά και ως μια ψύχραιμη αποτύπωση του υπαρξιακού του τραύματος. Επιμέρους επιφυλάξεις για υπερβολική σκοτεινότητα και αφαιρετικότητα, με συνέπεια να χάνεται η ζητούμενη διαύγεια υπάρχουν σε μερικά μόνο ποιήματα της συλλογής. Πέρα, όμως, από αυτό, κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά και αρετές της γραφής της σε τούτη τη συλλογή είναι η εναργής και αξιοσημείωτα λιτή εκφραστική, οι ανοίκειες λεκτικές συνδέσεις και οι πρωτότυπες εικόνες που στηρίζουν την προσπάθεια ανάδειξης του απροσδόκητου στο οικείο, η υποδόρια ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός, η ήρεμη ανάσα της φωνής και τέλος ένας ιδιότυπος λυρισμός, η υποβλητικότητα και ο ώριμος στοχασμός. Η ποιήτρια, επομένως, δεν κατορθώνει μόνο οργανική και συγκινησιακή συνοχή, αλλά και να υποβάλει στον αναγνώστη της την ασύλληπτη όψη των πραγμάτων.

ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ

Πίσω από τη μακριά
σειρά των τάφων
ένα σμήνος πουλιών
αφαιρούσε
με αυτοσχέδιους κελαηδισμούς
τη λεπτή του θανάτου κρούστα
από τα μάτια μας.

ΜΑΤΙΑ ΣΤΡΑΒΑ

Θεέ μου
χωρίς σκιές
πώς βρίσκει κανείς τον δρόμο του

Κάποτε φτάνει κανείς ν’ αγαπά
ακόμη και εκτυφλωτικούς ίσκιους.
Γίνεται συγκαταβατικός σε κάθε πράξη
που γεννά το άσχημο, απεριόριστος
παμφάγος γίνεται.

Γίνεται άνθρωπος
με στραβά μάτια
σε ευθύ δρόμο.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΣΤΑΧΤΕΣ 14/10/2021

Σχεδόν δύο χρόνια μετά την τελευταία ποιητική της συλλογή από τις εκδόσεις Πικραμένος (2019), η Ελευθερία Θάνογλου επανέρχεται με τη νέα της ποιητική συλλογή, σε μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση από τις εκδόσεις ΑΩ, με τον ιδιαίτερο τίτλο «Ο θάνατος των πτηνών». Το βιβλίο χωρισμένο σε τρείς ενότητες, με λόγο υπαινικτικό, κατά την τόσο γοητευτική συνήθεια της Θάνογλου, συνδιαλέγεται με το ποιητικό υποκείμενο σε 21, κατά το πλείστον, ολιγόστιχα ποιήματα. Η ύπαρξη είναι το θέμα που την απασχολεί, καθώς μέσα από την πυκνότητα των στίχων της ποιήτριας απορρέει η εσωτερικότητα που την διακρίνει. Τόνος, συχνά εξομολογητικός, οδηγεί τη ποίησή της σε πτήσεις άλλοτε χαμηλές, αποδεχόμενη το πεπερασμένο του βίου κι άλλοτε υψώνεται σε σφαίρες δημιουργικές, μνημονεύοντας τον ποιητή, την μοναξιά της δημιουργίας, […] «Το βράδυ εκείνο/το λακωνίζειν των στίχων/επιμήκυνε/κι άλλο το σχοινί./για πρώτη φορά/σε αιώρηση δύο μέτρων,/κάτω απ’ το σπασμένο φως της λάμπας/με μιαμουντζουρωμένη κόλλα χαρτί/πέτυχε τοπλήρες νόημα.», τον έρωτα, για να οδηγηθεί στη μοναξιά, τη ματαίωση, τον μαρασμό και τον θάνατο των πραγμάτων.

Ο πεσσιμισμός και η ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, η συχνά επώδυνη πορεία προς την ωριμότητα αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της ποιητικής της, […] «Ο κρεμασμένος/ονειρεύεται/τη/γη./το δέντρο/τον ουρανό./Όταν νυχτώνει/κρυώνουν και οι δύο το ίδιο.» Ο κύκλος της ζωής αποτυπώνεται στους στίχους της, και στα τρία πρόσωπα, καθώς η ποιήτρια μεταμορφώνει ρεαλιστικές εικόνες, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη στενή σύνδεσή της με το διακείμενο και την ικανότητά της να εξυψώνει τον λόγο της υπερρεαλιστικά.

Από τους στίχους της Θάνογλου δεν λείπει ποτέ η διαλεκτική με τον εσωτερικό κόσμο, καθώς το ονειρικό οδηγεί τον αναγνώστη στην αποδόμηση. […] «Απέναντι απ’ το κρεβάτι/ζωντανή κορνίζα η ποίηση/τούτη τη στιγμή χωρά/ένα καγκελωτό παράθυρο/ξεραμένα λεμονοκυπάρισσα ενός πένθιμου κήπου/ύστερα τη δύση/το φεγγάρι/έπειτα/ολόκληρη αποδόμηση.»,(σελ. 34). Ο έρωτας, η ποίηση και ο θάνατος εναλλάσσονται στην ποιητική της Θάνογλου για να προσδώσουν την ιδιαιτερότητα της θεματικής της, καθώς το υποκείμενο της ποιητικής της, είναι η βάσανος του ίδιου του ποιητή. Ο συνεχής πόνος και η εσωτερική αγωνία του δημιουργού αποτυπώνεται, καθώς αποδέχεται την άμεση συνάφεια της γένεσης της ποίησης με το φθαρτόν και το ευάλωτον του βίου. Και τούτο είναι που διακρίνει τους στίχους της ποιήτριας.

Η μελαγχολία της ποιητικής της Θάνογλου αποτυπώνεται καθώς νυχτώνει συχνά στο περιεχόμενο των στίχων της, αποδεικνύοντας τη βαθιά σύνδεση του ποιητικού υποκειμένου με το υποσυνείδητο και της βαθύτερες αιτιάσεις οι οποίες ξεπηδούν ως μνήμες στιχουργικές. Η φθορά και ο θάνατος, οι πτήσεις της ψυχής, η διαρκής πάλη με τη ματαίωση και τον θάνατο ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά και το ανικανοποίητο της ύπαρξης, υποδηλώνονται εξομολογητικά και σχεδόν αυτοαναφορικά. […] «Χρόνια τώρα/η μάνα του πατέρα μου/θηρεύει τα σκοτάδια/κι εγώ παιχνίδι ενήλικο δημιουργώ/δένοντας τους νεκρούς με την κλωστή της μνήμης.», (σελ. 32).

Η πολυσήμαντη αναφορά της στα πτηνά ως ευφυής συμβολισμός αναδύεται, […] «Πίσω από τη μακριά/σειράτων τάφων/ένα σμήνος πουλιών/αφαιρούσε/με αυτοσχέδιους κελαηδισμούς/τη λεπτή του θανάτου κρούστα/από τα μάτια μας.», για να καταδείξει την σύνδεση με τη στιγμή της δημιουργίας, διαπλέκεται έντεχνα με την καταβύθιση του ποιητικού υποκειμένου στα βαθύτερα της ύπαρξης και στις μνήμες, όπου η νύχτα αποτελεί ακόμα ένα σύμβολο του εσωτερικού κόσμου, […] «Τέτοια πράγματα μικρά/καμιά φορά οραματίζεσαι/που προκαλούν φόβο σε πολλούς/κι έτσι ηρεμείς/σαν ζώο/που κρύβει τη σκοτεινή του ύπαρξη/στην ήσυχη νύχτα.», (σελ.30). Ωστόσο, εκείνοι «οι αυτοσχέδιοι κελαηδισμοί», πόσο λεπτά κι ευαίσθητα μα και πόσο υπαινικτικά συνδιαλλέγονται με «τη λεπτή του θανάτου κρούστα», με την ασυνείδητα απατηλή ελπίδα πως η ζωή μπορεί και να μην είναι εφήμερη.

Μα τα πτηνά δεν είναι τα μόνα σύμβολα που συναντά κανείς στην ποίηση της Θάνογλου. Ο χρυσομπάμπουρας που, «χώθηκε κατω απ’ το φουστάνι…», […] «κουρνιάζοντας στο μαλακό το δέρμα.», (σελ. 31), είναι μια ακόμα μνεία στις μνήμες αλλά και ένα σύμβολο του κύκλου της ζωής. Το «Άλλο» γεννά και οι μνήμη αποτελεί μια συνειδητοποίηση της φθαρτότητας. Πόσο πλησιάζει υπαρξιακά η ποιητική ατμόσφαιρα της Θάνογλου στο διακείμενο, καθώς ανιχνεύεται μνεία στην ποίηση του Κ. Καρυωτάκη, ίσως και της Μ. Πολυδούρη. Οι στίχοι από τη «ΔΙΚΑΙΩΣΗ» του Καρυωτάκη: «…Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου/το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο./Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,/και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.», θαρρείς πως συνδιαλλέγονται διακειμενικά με εκείνους της Θάνογλου: […] «Μετά τον θάνατό σου θα βγουν κάποιοι/να πουν ποσο καλά σε ήξεραν/κι ας μην σε άγγιξαν ποτέ./….Και πιο ’κει/πίσω από τα κυπαρίσσια/θα γελάνε ειρωνικά οι αμαρτίες σου/γιατί αυτές σε ήξεραν καλύτερα,/…», (σελ. 22).

Ο έρωτας, εν δυνάμει, θα μπορούσε να διεκδικεί το μερίδιο του στον θάνατο στην ποίηση της Θάνογλου, καθώς το ποιητικό υποκείμενο, σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο, συνοψίζει την απώλεια υπαινικτικά, όταν λέει: […] «Ο πρώτος μας θάνατος επέρχεται/με την απουσία/του πρώτου αγαπημένου μας προσώπου./Ζωντανοί ακόμα θρηνούμε/τον πρώτο μας θάνατο.», (σελ. 27), μα οι σκιές οδηγούν αναπόφευκτα στην ωριμότητα που επέρχεται και ας τις απεύχεται ως μέρος της διαδικασίας «Θεέ μου,/χωρίς σκιές/πώς βρίσκει κανείς τον δρόμο του;»

Μάτια στραβά

Κάποτε φτάνει κανείς ν’αγαπά
ακόμη και εκτυφλωτικούς ίσκιους.
Γίνεται συγκαταβατικός σε κάθε πράξη
που γεννά το άσχημο, απεριόριστος
παμφάγος γίνεται.

Γίνεται άνθρωπος
με στραβά μάτια
σε ευθύ δρόμο.

Ωστόσο, το φως, η ελπίδα καραδοκεί, αχνοφαίνεται πίσω από τις γρίλιες. Η ψυχή σαν πολύχρωμη πεταλούδα αρέσκεται στην ψευδαίσθηση, που ενίοτε της επιτρέπει να τρυπώνει ανάμεσα στις γρίλιες, να φωτίσει τη νύχτα και η ζωή έστω και συμβιβαζόμενη νικά την απώλεια, τη νύχτα και τον θάνατο. κι ο έρωτας, «Αντίδοτο», ενσυνείδητα, αναπόφευκτα πια, μας ξεγελά. Άλλωστε αφού…

Το αντίδοτο

Αφού η ανάσταση προϋποθέτει τον θάνατο
κι ο έρωτας τον άλλον
γιατί λοιπόν τόσος οδυρμός;

Βρέθηκε ποτέ αντίδοτο χωρίς αρρώστια;

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 02/11/2021, 11:40 ΜΜ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Της ποίησης το πένθος

Μια τρύπα ο χρόνος
τάφος ανοιχτός
η ποίηση

Δεν είναι πρωτόγνωρη η συσχέτιση της ποίησης με τον θάνατο και με το πένθος· άλλωστε, γνωστό αυτό, της ποίησης τα χρώματα πάντοτε πιο σκοτεινά, όπως και η πορεία προς τα έσω οδηγεί, πάντοτε και αυτή, στις πιο ειλικρινείς καταθέσεις. Στην ουσία θα λέγαμε ότι είναι προκλητική, γι’ αυτό και τόσο συχνή, για την ποιητική γραφή η εισχώρηση στο ανήλιαγο τοπίο της μη-ζωής. Ωστόσο, πρέπει να σχολιαστεί μια ποιητική προσέγγιση ξεχωριστού ύφους και αναμφισβήτητης αξίας. Η Ελευθερία Θάνογλου, στην τρίτη εμφάνισή της στον ποιητικό χώρο, θέλει οι στίχοι της να βυθίζονται στα χρώματα του πένθους με μια υποδειγματική λιτότητα, με τη φυσικότητα που χαρακτηρίζει τη ροή της ζωής ώσπου να συναντήσει το νοητό τέλος της. Τίποτα δεν βιάζει εδώ τα χρονικά διαστήματα, τίποτα δεν καταργείται χωρίς να προαναγγέλλει μια συνέχεια. Κι αν σε κάποια ποιήματα αρκεί μια σκηνή μόνο για να λειτουργήσει η σωτήρια αντίστιξη: Δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαβάσεις / τα κοιμητήρια / όπου νεκροί και ζωντανοί / διασταυρώνονται («Παρενθέσεις IV»), σε κάποια άλλα απαιτείται η συνολική θεώρηση του μυστικού σύμπαντος για να νοηθεί η φυσική σειρά των πραγμάτων: Αφού η ανάσταση προϋποθέτει τον θάνατο […] γιατί λοιπόν τόσος οδυρμός; («Το αντίδοτο»).

Με τα πουλιά να προσδίδουν το δικό τους βάρος στην ποιητική διείσδυση στον έσω τόπο, η Θάνογλου μεταφέρει εδώ την οπτική του Μίλτου Σαχτούρη, όταν στον «Ελεγκτή» του ευφυώς πρότεινε την ενσωμάτωση των ποιητών στον φτερωτό κόσμο των πουλιών: εγώ / κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω, βάζοντας και τα όρια της ποιητικής αντοχής. Η ποιήτρια ταυτοποιεί τους ποιητές με τους υψιπετείς ταξιδιώτες, πότε για να δικαιολογήσει την τραγική τους κατάληξη: η ποίηση / ενίοτε / κρίνεται ένοχη / για τον θάνατο / δεκάδων ποιητών / που μπέρδεψαν στους ουρανοξύστες της / την αντανάκλαση της νύχτας («Σύμπτωμα της αποδημίας ή ο θάνατος των πτηνών»), και πότε για να προσδώσει αυτή την αναγκαία ελάχιστη ελπίδα μιας ανάτασης/ανάστασης: Πίσω από τη μακριά / σειρά των τάφων / ένα σμήνος πουλιών / αφαιρούσε / με αυτοσχέδιους κελαηδισμούς / τη λεπτή του θανάτου κρούστα / από τα μάτια μας («Αφαιρέσεις»).

Έτσι, η ποίηση προβάλλει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα σε ό,τι φανερό σε όλους και σε ό,τι αχνοφέγγει πίσω από τα ορατά πράγματα. Και το πένθος, από το οποίο εμφορείται, αναδεικνύεται ιδιαζόντως βαθύ όσο και ξεχωριστό ως προς τις αφορμές του· εμφανές το σημείο όπου ενώνεται η προσωπική, ιδιωτικής αφορμής, εισχώρηση στο σκοτεινό τοπίο με την κοινή σε όλους πρόσληψη του θανάτου, καθώς η ποιήτρια επιλέγει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: Ο πρώτος μας θάνατος επέρχεται / με την απουσία / του πρώτου αγαπημένου μας προσώπου. // Ζωντανοί ακόμη θρηνούμε / τον πρώτο μας θάνατο («Παρενθέσεις IV»), αλλά και εδώ: Η γέννα είναι η αρχή / της απόστασης που μας δόθηκε. / Τα εκατοστά του καθενός / ο αριθμός των νεκρών μας. («Ωρίμανση»).

Σκέφτομαι μια προηγούμενη συλλογή της ποιήτριας και βλέπω πόσο οι ποιητικές γραφές βρίσκουν τον κοινό τους τόπο και συνδέουν τις θεματικές τους επιλογές. Στις Πέντε εποχές του κόκκινου (Πικραμένος, 2017) η Θάνογλου ερευνούσε τον έρωτα διαβαθμίζοντας το κόκκινο χρώμα για να αποδώσει τις εσωτερικές του εναλλαγές ως τα απώτερα όριά του. Στην Αναπαράσταση (Πικραμένος, 2019) ισορροπούσε ανάμεσα στα γκρίζα χρώματα της ζωής και στο μαύρο του θανάτου ή του κενού μιας απουσίας, όπως κι αν τη θεωρήσει κανείς. Εδώ, στην πρόσφατη συλλογή της, η γραφή της, πιο ώριμη από ποτέ, ολοκληρώνει τη θέαση και την εννόηση του κόσμου από τα έσω προβάλλοντας απροκάλυπτα πλέον τη θεματική του θανάτου ως κυρίαρχη επιλογή και συνδέοντάς τη σοφά με την ποιητική δημιουργία. Στην ουσία δημιουργεί ένα παιχνίδι ενήλικο, όπως θα πει στο ποίημα «Ωρίμανση», ένα από τα καλύτερα της συλλογής.

Αξίζει ένα σχόλιο για τη ζωγραφιά του εξωφύλλου (Γιώργος Ηλιάδης, Το κορίτσι με το ποδήλατο, 2017), που συμπληρώνει άψογα την αισθητική της έκδοσης αλλά υπογραμμίζει και το ύφος των ποιημάτων: ένα ξάφνιασμα υπερρεαλιστικό με γήινες προεκτάσεις – ταυτόχρονα μια άλλη όψη του μεταφυσικού.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Η ΑΥΓΗ 10/10/21

Θανάτου λόγος

Η νέα ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, τρίτη κατά σειρά, θέτει, εκ νέου, το ζήτημα και το ζητούμενο του όγκου ή, καλύτερα, του αριθμού των ποιημάτων με τα οποία ένας ποιητής επιλέγει να ανανεώσει την παρουσία του στον χώρο. Πρόκειται για ένα θέμα μείζον και αμφιλεγόμενο, αφού η ελευθερία του καλλιτέχνη εκδηλώνεται, πρωτίστως, σε αυτόν τον τομέα, στη δυνατότητά του, δηλαδή, να διαλέγει, να απορρίπτει και, αντίστροφα, να εγκρίνει τα ποιήματα εκείνα που θα διαμορφώσουν το ποιητικό του στίγμα και θα τεχνουργήσουν την ιδιαιτερότητα της ποιητικής του φωνής. Η δυνατότητα αυτή, βέβαια, είναι στενά συνυφασμένη με την ικανότητά του να φιλτράρει και, ακόμη περισσότερο, να αρνείται και να αφήνει έξω από τη συνέχειά του κομμάτια της δουλειάς του, κομμάτια του εαυτού του. Αυτή ακριβώς η μέθοδος και η τακτική είναι που αποκαλύπτει μια συνείδηση υψηλά καλλιτεχνική και μια αίσθηση της ευθύνης –του καθήκοντος, θα λέγαμε, σε μια πιο ακραία και τολμηρή διατύπωση– απέναντι στην τέχνη, αλλά και απέναντι στον αναγνώστη, που είναι φανερό πλέον πως αναζητά και χρειάζεται αυτό το φίλτρο, το οποίο θα εξοικονομήσει για λογαριασμό του και τον χρόνο αλλά και την ουσία που απαιτεί η αναγνωστική πρόσληψη. Στην περίπτωση της Θάνογλου το φιλτράρισμα αυτό φαίνεται πως έχει γίνει.
Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να συσχετισθεί με δύο ακόμα παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τη θεματική συνοχή του βιβλίου, την πυρηνικότητά της ή, με άλλα λόγια, την εκκίνηση από μια συγκεκριμένη αφορμή –στην προκειμένη περίπτωση η αφορμή και η αφόρμηση αυτή είναι ο θάνατος– η οποία, βέβαια, στην πορεία προσλαμβάνει διάφορες αποχρώσεις και εκδοχές για να διαμορφώσει, έτσι, ένα πολύπλευρο και πολύπτυχο ποιητικό αντίκρισμα του θέματος. Η δεύτερη σχετίζεται με τη μορφική ποικιλία των ποιημάτων, η οποία προκύπτει και απορρέει από την διάθεση της ποιήτριας να αποφύγει την επανάληψη. Έτσι, η επαναληπτικότητα του θέματος του θανάτου, η αποκλειστική επικέντρωση της ποιητικής σκέψης στην συνθήκη αυτή, εξισορροπείται και, σε κάποιον βαθμό, υπονομεύεται από τη διαφοροποιημένη μορφικά και δομικά προσέγγιση και αποτύπωση της. Οι μορφικές επιλογές, πράγματι, της Θάνογλου αποκαλύπτουν μια εφευρετικότητα και μια διάθεση πειραματισμού και πρωτοτυπίας. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να συναντήσει ποιήματα ολιγόστιχα, είτε συνθεμένα σε συνεχή ποιητικό λόγο, είτε χωρισμένα σε στροφές, ποιήματα πεζόμορφα που περιέχουν και διάλογο, αλλά και ποιήματα σπονδυλωτά, γραμμένα, δηλαδή, σε μέρη ή τμήματα που διαμορφώνουν ένα είδος ποιητικών ενοτήτων, αποτελούμενων από επιμέρους υποενότητες-ποιήματα. Το ίδιο το βιβλίο, άλλωστε, είναι δομημένο σπονδυλωτά, με τα τρία του μέρη να διακρίνονται από την παρεμβολή, εν είδει αρμού, ενός ολιγόστιχου ποιήματος τυπωμένου σε μαύρο φόντο.
Η ίδια διαφοροποίηση, που εντοπίζεται στη δομή και τη δόμηση των ποιημάτων, χαρακτηρίζει και το ύφος της ποιήτριας και, συνακόλουθα, το ήθος του ποιητικού της λόγου. Αυτό, άλλωστε, είναι κάτι που επιβάλλει η καταβύθιση στο θέμα του θανάτου και η ανίχνευση του νήματος που συνδέει τον θάνατο με τη ζωή. Γιατί αυτή ακριβώς είναι η στόχευση της ποιήτριας, να ανιχνεύσει δηλαδή το οξύμωρο που ενυπάρχει στον συνδυασμό και τη συνύπαρξη των δύο αυτών εννοιών, να τις αντιστρέψει, να δοκιμάσει τον διαχωρισμό και τη ρήξη τους και, εν τέλει, να τις κλείσει και τις δύο μέσα στο ποίημα. Η πρόθεση αυτή γίνεται φανερή από τον ίδιο τον τίτλο της συλλογής, Ο θάνατος των πτηνών, που συνυφαίνει ακριβώς τον πάνω με τον κάτω κόσμο –αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεώρησης– δημιουργώντας μάλιστα μια ευθεία και αναπόφευκτη σύνδεση με τους ποιητές και την ποιητική τους ιδιότητα. Τα πτηνά, με άλλα λόγια, θα μπορούσαν να είναι οι ποιητές, και ο θάνατός τους η ίδια η ποίηση, μέσα στην οποία γεννιούνται και η οποία τους καταργεί, τους ακυρώνει, τους εξαφανίζει. Έτσι, η συλλογή λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Αφενός μεν, σε γενικότερο επίπεδο, ανατέμνει την έννοια και τη συνθήκη του θανάτου, ο οποίος αποκτά τον χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά μιας αύρας που πυκνώνει μέσα στην ατμόσφαιρα των ζώντων, γίνεται, δηλαδή, ο θάνατος ένα είδος οξυγόνου που τροφοδοτεί όχι πια τη ζωή, αλλά τη σκέψη, αφετέρου δε, ειδικότερα, αποκαλύπτει τον τρόπο και την αιτία θανάτου των ποιητών που βουλιάζουν μέσα στην τέχνη τους, η οποία, παραδόξως, δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος τους, αλλά και τη λησμονιά τους. Είναι μια υψηλή αντίληψη για την τέχνη αυτή, που θέλει τη γέννησή της να προϋποθέτει και να απαιτεί τον «θάνατο» του γενήτορά της: Νεκρά μετά τη γέννα τους ποιήματα/ και νεκροί ποιητές/ ζωντανεύουν εν τέλει την κίνηση. («Άνθιση»)

.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΧΛΙΒΑΝΗ

ΦΡΕΑΡ 18/10/2021

Ο θάνατος των πτηνών (εκδόσεις ΑΩ, 2021) είναι η τρίτη ατομική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, ποιήτριας εκ Θεσσαλονίκης, που ανήκει σε αυτήν την εξόχως ενδιαφέρουσα γενιά (όπως επανειλημμένως έχω αναφέρει) των ποιητών που γεννήθηκαν την εικοσαετία του 1975-1995. Πρόκειται για ένα μικρής έκτασης βιβλίο που περιλαμβάνει 21 ποιήματα κατά κανόνα ολιγόστιχα. Στο δυστοπικό εξώφυλλό του (Το κορίτσι με το ποδήλατο, έργο του Γιώργου Ηλιάδη) ένα κοράκι κρώζει απειλητικά προς μια μικρή ποδηλάτισσα που φοράει μια αντιασφυξιογόνα μάσκα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι συνειρμοί που προκαλούνται είναι σαφώς δυσοίωνοι και μας παραπέμπουν, καταρχήν, στο Κοράκι του Ε. Α. Πόε, στο Κοράκι του Τεντ Χιουζ και στο υβριδικό κείμενο του Μαξ Πόρτερ, Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά. Βέβαια, οι διακειμενικές αναφορές δεν σταματούν εδώ∙ η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Γέητς, η δημοτική μας ποίηση, στην οποία τα πουλιά βρίσκονται στο μεταίχμιο των δύο κόσμων, της ζωής και του θανάτου, ο Σαχτούρης, ο Γ. Παυλόπουλος κ.ά, ανιχνεύονται στο εν λόγω βιβλίο της Θάνογλου.

Η στοχευμένα μονοθεματική αυτή συλλογή, στην οποία ο θάνατος, η θλίψη και η απώλεια εμπλέκονται σε μια –ασφαλώς– βιωματική αλλά και υπαρξιακή διάδραση υψηλής θερμοκρασίας, διαφέρει από την Αναπαράσταση, το δεύτερο βιβλίο της Θάνογλου, στο οποίο η αναφορική ασάφεια και η θεματική ποικιλότητα άφηνε την αίσθηση μιας λυρικοπαθούς, αόριστης, ατμόσφαιρας. Τώρα η θλίψη έχει υλικότητα∙ έχει μυρωδιά και βάρος. Έχει μνήμη. Είναι ζωντανή.

Το πέρασμα

Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι
πιότερο μοιάζουν με μαριονέτες
τους κινεί του καθενός η θύμηση
κατά πως θέλει εκείνη

Τώρα ο πατέρας
ανθισμένος στο μαρμαρένιο δάσος,
κάτω απ’ το καλό του κουστούμι
αλεξίσφαιρο φορά γιλέκο,
μην τύχει και τον βρουν
τα σκάγια της θλίψης των πενθούντων
δυο μέτρα πιο πάνω απ’ την ουλή
του θανάτου.

Ελλοχεύει ο κίνδυνος
ξανά όλος θύμηση
απ’ το πέρασμα να ξεστρατίσει
σπάζοντας τη χωματένια ακινησία∙

με χέρια πήλινα
μια τελευταία τρύπα
στη φλογέρα που σκάλιζε
για την εγγόνα του ν’ ανοίξει.

Πολλοί θα διαφωνούσαν με τον χαρακτηρισμό της συλλογής ως μονοθεματικής. Θα αντέτειναν ότι εκτός από τον θάνατο και το συνακόλουθο πένθος για την απώλεια, ένα ακόμα θέμα υπό πραγμάτευση Στον θάνατο των πτηνών είναι η ποίηση. Και πράγματι η ποίηση, ως θεματική συνιστώσα, εντοπίζεται στα επτά από τα είκοσι ένα ποιήματα της συλλογής∙ όχι, όμως, ως δομικό στοιχείο. Μιλώντας μεταφορικά, δεν είναι ο πρωταγωνιστής ακροβάτης που ισορροπεί με δυσκολία στο τεντωμένο σχοινί∙ πρωταγωνιστής είναι ο θάνατος και η θλίψη του ποιητικού υποκειμένου. Είναι το δίχτυ ασφαλείας που, ενίοτε, είναι τρύπιο. Γιατί η θλίψη που προκαλείται από τον θάνατο των αγαπημένων μας δεν αναχαιτίζεται ούτε από τον χρόνο ούτε από την ποίηση∙ απλώς μεγαλώνουμε και γράφουμε μαζί της.

Ετοιμόρροπα θαύματα

Διαμελισμένες μέρες
στο κίτρινο φως του φθινοπώρου
νύχτες ετοιμόρροπες στη σιωπή
χωρίς τη φωνή αγαπημένου προσώπου∙
ανυπεράσπιστη η ζωή μου
παραληρεί σε άρρωστο ύπνο.

Το θαύμα των λέξεων
άδειο ρούχο στο πάτωμα
μια πένθιμη κορδέλα η γραφή.

Ποιήματα πηγάδια
δέχονται
κουβάδες τρυπημένους.

Η Ελευθερία Θάνογλου γράφει μια (την) οικουμενική ιστορία για τον πόνο της απώλειας. Και την γράφει καλά. Στο προσωπικό αυτό βιβλίο (το πένθος είναι ό,τι πιο προσωπικό υπάρχει, δεν έχει νόρμες), η ποιήτρια με γλωσσική δύναμη και ψυχολογική ακρίβεια εκφράζει τον πόνο της χωρίς να ομφαλοσκοπεί και να αυτοοικτίρεται. Εκφράζει το πένθος όλων. Ο στίχος της, σύντομος και περιεκτικός, διαυγής και ρεαλιστικός, ενισχύει την υποβλητικότητα. Η ποίησή της –μολονότι, σπάνια είναι η αλήθεια, υποκύπτει σε κάποιες αυτοαναφορικές μανιέρες, που θυμίζουν τη γενιά του ΄70– δεν έχει το άγχος της καινοθηρίας. Δεν κρατά το λάβαρο μιας νέας ποίησης. Η θλίψη της δεν έχει πόζα. Είναι μια μασίφ θλίψη, με υπαρξιακές υπόγειες διαδρομές.

Λεπτομέρειες

Καμιά φορά
δεν έχεις παρά τα χέρια να σταυρώσεις
έτσι όπως ξαπλώνεις στο κρεβάτι
τον πλανόδιο θίασο νεκρών ν’ αφουγκραστείς

[…]Τέτοια πράγματα μικρά
καμιά φορά οραματίζεσαι
που προκαλούν φόβο σε πολλούς
κι έτσι ηρεμείς
σαν ζώο
που κρύβει τη σκοτεινή του ύπαρξη
στην ήσυχη νύχτα.
Η ποιήτρια δεν ανακουφίζεται από την ποίηση∙ καιόμενη από την αδιάλειπτη παρουσία των νεκρών, προκαλείται να εξερευνήσει τα όρια του θανάτου και της θλίψης –κάθε όριο, άλλωστε, προκαλεί να ξεπεραστεί– γνωρίζοντας πως η θλίψη δεν φθείρεται και πως ο θάνατος συνιστά τη μόνη μέγιστη αλήθεια.

Παρενθέσεις
Ι
Ίσως στα κοιμητήρια
με τον βαθύ ύπνο,
τ’αδειανά πουκάμισα
και τα ταγιέρ γεμάτα παρενθέσεις

ίσως σ’αυτά τα κοιμητήρια
βρίσκεται το πιο ακέραιό μας σχήμα.

Το ύφος της –που φέρει απόηχους από τον Σεφέρη, τον Καρυωτάκη αλλά και τον Αναγνωστάκη– είναι λιτό, αποστασιοποιημένα ειρωνικό και κάποτε αποφθεγματικό∙ με συνοχή, συνεκτικότητα, αρχιτεκτονημένους συνειρμούς που δομούνται συχνά σε αντιθέσεις (το λακωνίζειν των στίχων/ επιμήκυνε/κι άλλο το σχοινί) και εικονοποιητικά πραγματιστικό, με την έννοια ότι η λέξη αποκτά ειδικό βάρος, γίνεται “πράγμα”, αντικειμενικοποιείται και αποκτά καθολικότητα.

[…] της κάσας το καλούπι
ίδιο κι απαράλλακτο με τόσων άλλων
κι η μνήμη κόκκαλο∙
παιχνίδι για σκύλους.
Οι μορφικές επιλογές της Θάνογλου είναι ποικίλες (ποιήματα σε στροφές, ποιήματα σπονδυλωτά, ακόμα και πεζόμορφα), ενώ η κυριαρχία της τριτοπρόσωπης εκφοράς (χωρίς να λείπει η πρωτοπρόσωπη και η δευτεροπρόσωπη) προσδίδει στη συλλογή την απαραίτητη νηφαλιότητα. Η πρόθεση της ποιήτριας είναι να καταστήσει το κοινό –αυτό το ελάχιστο κοινό– κοινωνό μιας αλήθειας: ότι η γραφή εκκινεί από την απουσία, από την έλλειψη, ότι η ποίηση μεταβολίζει το πένθος, το οποίο υπάρχει πάντα και είναι “ασυνεχές”, σύμφωνα με τον Ρολάν Μπαρτ. Παραδοξολογώντας θα έλεγα ότι η ποίηση καλύπτει το κενό από τον δικό μας θάνατο, δεδομένου ότι

[…] ο πρώτος μας θάνατος επέρχεται
με την απουσία
του πρώτου αγαπημένου μας προσώπου.
Ζωντανοί ακόμη θρηνούμε
τον πρώτο μας θάνατο.

Τελειώνω με μια προσωπική κατάθεση. Σε όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής μου με τον θάνατο των πτηνών της Ελευθερίας Θάνογλου είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν στην ταινία του Χίτσκοκ Τα πουλιά. Σε ένα κλειστοφοβικό σύμπαν, επιδεκτικό πολλών ερμηνειών και υπαρξιακών αναζητήσεων. Στο παρακάτω ποίημα, όμως, το δηλωτικό των αντιφατικών, για αυτό καθ’ όλα ανθρώπινων, αισθημάτων της ποιήτριας αλλά και όλων μας.

Αφαιρέσεις

Πίσω από τη μακριά
σειρά των τάφων
ένα σμήνος πουλιών
αφαιρούσε
με αυτοσχέδιους κελαηδισμούς
τη λεπτή του θανάτου κρούστα
από τα μάτια μας.

κατάφερα να πάρω βαθιά ανάσα.

.

Αναπαράσταση  (2019)

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Poiein.gr 23/6/2020

Η αναπαραστατική λειτουργία της ποίησης

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, που έρχεται δύο χρόνια μετά τις Πέντε εποχές του κόκκινου, φέρει τον αναπάντεχο και ανατρεπτικό για τα ποιητικά δεδομένα τίτλο, αναπαράσταση. Η συγκεκριμένη λέξη προέρχεται από τη θεατρική γλώσσα, τη θεατρική πραγματικότητα και νοηματοδοτεί ακριβώς τη διαδικασία και το αποτέλεσμα της δραματικής – θεατρικής πράξης. Είναι βέβαια γνωστό ότι η ποίηση απέχει, εν πολλοίς, από το θέατρο ως προς τον τρόπο, τα μέσα και τη στόχευση, πολύ περισσότερο από την πεζογραφία που βρίσκεται, εκ φύσεως, εγγύτερα στη θεατρική τέχνη και τεχνική. Δεν είναι λίγες, όμως, οι φορές, που η προσέγγιση και η αλληλοδιείσδυση ποιητικής και δραματικής τέχνης πραγματοποιείται με ιδιαίτερη τόλμη και ευαισθησία οδηγώντας σε άκρως ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση της Θάνογλου. Γιατί το σύνολο των ποιημάτων της συγκεκριμένης συλλογήςσυνέχεται από έναν θεατρικό προσανατολισμό στο μέτρο που υιοθετείται η μονολογική ποιητική έκφραση, στοιχείο που προσιδιάζει σε μία πάγια θεατρική τεχνική, τον μονόλογο. Δεν πρόκειται απλώς για την γνωστή στην ποίηση αυτοαναφορικότητα, την δεδηλωμένη δηλαδή πρόθεση του συγγραφέα να μιλήσει σε α΄ ενικό για τον τρόπο με τον οποίος αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του και τον κόσμο. Γιατί η ποιήτρια εκκινεί μεν από την αυτοαναφορικότητα, ως διάθεση και τρόπο, πλάθει όμως ένα προσωπείο, το δικό της προσωπείο, με το οποίο απευθύνεταιείτε στον εαυτό της,είτε στο αγαπημένο πρόσωπο και, κατ’ επέκταση, στον αναγνώστη ο οποίος μετατρέπεται σε θεατή των εσώτερων σκέψεων και λογισμών της ποιήτριας.

Η συλλογή αποτελείται από είκοσι ένα ελευθερόστιχα ποιήματα, κάποια από τα οποία συνιστούν ευρύτερα σύνολα επιμέρους, μικρότερων ποιημάτων. Είναι από τις λίγες φορές ίσως που, τόσο επιτυχώς, ο ελεύθερος στίχος εμφορείται από έναν εσωτερικό ρυθμό ο οποίος προσδίδει, με τη σειρά του, έναν λυρικό τόνο στα ποιήματα. Ο ρυθμός αυτός δεν είναι απλώς και μόνο αποτέλεσμα «κυματισμού» του στίχου ή, ακόμη απλούστερα, της τοποθέτησης των λέξεων μέσα σε αυτόν. Είναι πάνω και πέρα απ’ όλα αποτέλεσμα της διάθεσης, του τρόπου με τον οποίο η ποιήτρια ατενίζει και αντιλαμβάνεται την τέχνη της και την πρώτη ύλη αυτής, τις λέξεις. Η λέξη, ως πρωταρχή της ποιητικής δημιουργίας, είναι το σημείο αναφοράς της ποιήτριας, η αφετηρία και η κατάληξη μαζί της ποιητικής σκέψης και πρόθεσης.Γίνομαι τότε ξαφνικά το νοτισμένο τζάμι/ σε αστικό λεωφορείο/ ζητώ εσένα/ να χαράξεις ένα σύνθημα επάνω μου/ μια λέξη και μέσα από αυτή/ να βλέπω το τοπίο να κινείται. («Προοπτικές, ΙΙ») Η δύναμη και η δυναμική της λέξης συνέχει σαν κατευθυντήριος ιδέα τη συλλογή και είναι αυτή που δίνει το ιδιαίτερο στίγμα και τον τόνο. Η λέξη είναι για την ποιήτρια ένας ζωντανός οργανισμός, μία ύπαρξη αυτοτελής και αυτόνομη η σύλληψη της οποίας είναι εξαιρετικά δύσκολη και προκαλεί ή προϋποθέτει ένα αέναο συνεχές κυνηγητό. Οι λέξεις/ έβγαιναν απ’ τα χαρτιά/ ξεχύνονταν στους δρόμους/ γίνονταν γαβγίσματα/ γίνονταν αδέσποτα σκυλιά/ που ξέφευγαν απ’ τον μπόγια. («Ανοιχτά παράθυρα, ΙV»)

Η θεματική των ποιημάτων εκκινεί από τις διαχρονικές και αγαπημένες πηγές της ποίησης – ο έρωτας και η μεταμορφωτική του δύναμη, ο χρόνος και το καταλυτικό του πέρασμα, η μνήμη και η λήθη, η απουσία και η μοναξιά, η διάψευση και η ματαίωση,το απροσδιόριστο της ανθρώπινης ύπαρξης, η σχέση του ποιητή με την τέχνη του.Χαρακτηριστικό είναι ότι όλα αυτά τα θέματα δεν παρουσιάζονται διαχωρισμένα και ξέχωρα το ένα από το άλλο, αλλά συμπλέκονται, συνυφαίνονται και συλλειτουργούν διαμορφώνοντας ένα ψηφιδωτό, στο οποίο όμωςπροεξάρχει ο έρωτας. Το ζήτημα του έρωτα είναι, άλλωστε, στενά συνυφασμένο με τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και αναζητήσεις που η παρουσία του στη ζωή του ανθρώπου και η καταλυτική του επενέργεια στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση εγείρει.Η ψυχή μου/ διανύει μεγάλες αποστάσεις / ώστε να σε βρει.// Μάταια στην πλάτη μου τόση ανθισμένη ερημιά/ πτήσεις δεν ενδέχεται να υπάρξουν/ πώς να σηκώσουν τόσο θόρυβο, τόσες πράξεις;/ Και ποιος ουρανός θ’ αντέξει τόσο βάρος; («Υπενθυμίσεις, Ι»)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ένταξη και η λειτουργία του χρώματος μέσα στο ποιητικό σύμπαν της Θάνογλου. Το μαύρο, το κίτρινο και το λευκό γίνονται σύμβολα ψυχικών καταστάσεων, αλλά και ενδείξεις της μεταλλαγής που προκαλούν σε οικεία, συνήθη αντικείμενα ή φαινόμενα. Έλεγες λευκό/ λευκό/ λευκό.// Σ’ έπαιρνε ο ύπνος/ στα όνειρά σου έβλεπες/ έναν μαύρο ήλιο που έβρεχε. («Το λευκό του λευκού») Παράλληλα με τα χρώματα καταλυτική είναι και η παρουσία του φωτός και του σκοταδιού ως συνθηκών μέσα στις οποίες γεννιέται και τελειώνει ο έρωτας, η ζωή και η τέχνη. Έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι/ έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι/ ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε. («Γυάλινες αποβάθρες, ΙΙΙ») Η εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, του φωτός με το σκοτάδι, διαμορφώνει ένα άκρως θεατρικό σκηνικό στο οποίο προεξάρχει ο φωτισμός που μεταλλάσσει τον χρόνο, αλλά και τη διάθεση του ποιητικού υποκειμένου.

Η συλλογή της Θάνογλου αποτελεί μία άκρως ενδιαφέρουσα απόπειρα να οριοθετηθεί ένα νέο πεδίο στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Γιατί, πέρα από την αισθητική αξία και την τεχνική αρτιότητα των στίχων της, η ποιήτρια κατορθώνει να διαμορφώσει ένα ποιητικό κλίμα, μια ατμόσφαιρα, η οποία κατά βάση προκύπτει από τον εξομολογητικό χαρακτήρα των ποιημάτων της. Η εξομολόγηση εδώ δεν είναι εσωτερική, αλλά κυρίως εξωτερική, στο μέτρο που τονίζεται, προβάλλεται και ξεχωρίζει με ευκρίνεια ο «έτερος» στον οποίο η ποιήτρια απευθύνεται. Αυτή η διάθεση και τάση, που υπηρετείται από την εναλλαγή του πρώτου και του δεύτερου ενικού προσώπου, από τις ερωτήσεις που θέτει η ποιήτρια, αλλά και από τις απαντήσεις που η ίδια μπαίνει στον πειρασμό να δώσει συνθέτουν ένα άρτιο θεατρικό σκηνικό και καθιστούν την ποίησή της κατάλληλη να μεταφερθεί αυτούσια στο θεατρικό σανίδι και να παρουσιαστεί από εκεί συνεπικουρούμενη από την παρουσία, τη φωνή και τις κινήσεις του ηθοποιού.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

vakxikon.gr Αύγουστος 2019

«Πες την αλήθεια, αλλά πες την παραποιημένη», έλεγε η Έμιλυ Ντίκινσον αναφερόμενη στην τέχνη της ποίησης. Και η Ελευθερία Θάνογλου, στη δεύτερη ποιητική της συλλογή, «Αναπαράσταση», αποτυπώνει την αλήθεια με ωριμότητα ποιητική και γλώσσα συνυποδηλωτική. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πικραμένος με εξώφυλλο του πολυτάλαντου και πολυγραφότατου Πατρινού ποιητή Αντώνη Σκιαθά.

Η ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου είναι μοντερνιστική με στοιχεία εξπρεσιονιστικά και υπερρεαλιστικά. Κυριαρχεί το αίσθημα της διάψευσης. Αποτυπώνεται ο θρυμματισμός του ποιητικού υποκειμένου, η αποκαθήλωση του «εγώ» μετά από τη σύγκρουση της λογικής με τον κόσμο της επιθυμίας και του ονείρου. Ένας μοντερνισμός αρνητικός που εκτοπίζει τον ρομαντικό εαυτό και προβάλλει την τέχνη ως αντικείμενο του εαυτού της.

Κυρίαρχα θέματα ο χρόνος και ο έρωτας. Διερευνάται η σχέση τους με την υποκειμενικότητα μέσα από τη συναίρεση του παρόντος με τη μνήμη του παρελθόντος. Η γλώσσα επιδιώκει τη σύνδεση με τα πράγματα, καθώς και με τον κόσμο που διαφεύγει, μέσα από τεχνικές αναπαράστασης και αφαίρεσης. Ο εξωτερικός κόσμος γίνεται το όχημα αυτής της αναπαράστασης με δεσπόζουσα ποιητική τεχνική την εικονοποιία και τη μεταφορά.

Αντίδωρα

Οι ήσκιοι μας θα στέκουν απαρηγόρητοι
για τους τόσους μικρούς θανάτους μέσα μας
καθόσον ζούσαμε μαζί.
Καταργήσαμε το έντονο φως
μεταλάβαμε απογυμνωμένο σκοτάδι.
Απαρνήθηκα το λείο
για το άφυλλο άγγιγμα των χεριών σου.
Απαρνήθηκες τα πέταλα
για μιας στιγμής κοτσάνι.
Υποταχτήκαμε σε ασφόδελες νύχτες.
Τριμμένη ρίγανη οι συλλαβές του σ’ αγαπώ
σε γυάλινα βάζα,
δωρίστηκαν σε ξένους.

Η επώδυνη πραγματικότητα της φθοράς που συνεπάγεται για όλους μας ο χρόνος οδηγεί σε απογύμνωση το ποιητικό υποκείμενο το οποίο αποκαλύπτεται μέσα από τις «πολιτείες των στίχων». Οι αυταπάτες τότε βγαίνουν σκιές κρυμμένες σε μαύρο, η μοναξιά φανερώνεται, τα νερά βάφονται κόκκινα σε κάθε δύση κι ο έρωτας άπιαστος, άνεμος είναι• αχινοί τα λόγια, ουλές στο πάτωμα• κίτρινα δόντια οι τοίχοι.

Πολιτείες στίχων

Ι
Μην ψάχνεις για κατοικήσιμους έρωτες, έλεγες,
οι περισσότεροι μεταναστεύουν ή πεθαίνουν
αφήνοντας μια βελούδινη πολυθρόνα άδεια
κι ένα ποτήρι μισογεμάτο
με μόνα αποτυπώματα τα δάχτυλα
τα χείλη που δεν θα ξαναγγίξεις.

«Λόγος εις εαυτόν» είναι η ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, «Αναπαράσταση». Μονόλογος, εκμυστήρευση, σε ανομοιοκατάληκτο ελεύθερο στίχο, με απεικονίσεις του μύχιου κόσμου καθώς έρχονται στην επιφάνεια οι αναμνήσεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι συνειρμοί. Συνεχείς εικόνες και αμεσότητα αίσθησης τον χαρακτηρίζουν. Οι λέξεις είναι κυρίως αρνητικές. Οι εικόνες ζοφερές: νεκρές πληγές, ποτάμια ξεραμένα, κομμένα δέντρα, ετοιμόρροπα πουλιά, τσακισμένα φτερά οδοιπόρων, νύχτες κρεμασμένες από επώνυμα, σεντόνια στο χρώμα του πένθους, πληγιασμένες υδρίες.

Αποβάθρες γυάλινες

ΙΙΙ
Η μοναξιά μας ολόκληρες μέρες
Ταξίδευε σε ακίνητες θάλασσες.
Στις αποβάθρες φτιάχτηκαν πρόχειρα καταλύματα
για μια επιστροφή.
Κατοικήθηκαν όλα από τους νεκρούς μας.

Έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι
έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι
ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε.

Μινιμαλιστική έκφραση και λόγος κρυστάλλινος, συμμετρικός, με αφομοιωμένη την ελληνική λογοτεχνική παράδοση, ιδιαίτερα την ποίηση της Πολυδούρη. Ελαφρά χροιά ειρωνείας για τη ζωή ορισμένων γυναικών, ένας σκοτεινός λυρισμός και η σχεδόν μηδενιστική αντιμετώπιση της ζωής του σύγχρονου, διαψευσμένου από ιδεολογίες και έρωτες, ανθρώπου. Η ποίηση, και γενικότερα η τέχνη, δημιουργική διέξοδος, τόπος αναζήτησης της ολότητας.

Προοπτικές

Ι
Κοιτώ τις ξεβαμμένες από ευτυχία γυναίκες
σε στάση νηστείας απ΄ τη ζωή.
Σκέφτομαι πως τίποτα
τίποτα
πια δεν περιμένουν.
Ούτε δάση
ούτε θάλασσες
ούτε ουράνιους θόλους
Ζωγραφισμένους σε επίγειες σπηλιές.

Το λεωφορείο περιμένουν
να τις πάει στο σπίτι τους.

Τσαλακωμένα λάβαρα τα φουστάνια τους
στις χαρακιές της ζωής.

Στο βάθος της ποιητικής της Ελευθερίας Θάνογλου εμφωλεύει η ρευστότητα στη σχέση επιθυμίας – πραγματικότητας, όπως και η ιδέα της αναπαράστασης των στιγμών του παρελθόντος, υπό την έννοια όμως της διάψευσης και της αμφισβήτησης, που αποτελεί και το κέντρο της μοντερνιστικής αναζήτησης.

Λεπτοδείχτης ο χρόνος
Με τα πρώτα κρύα
οι ίσκιοι των δέντρων
προμήνυαν την ερημιά των ποιημάτων.
Ακινητοποιημένος ο χρόνος
σφυρηλατούσε μορφές στην πέτρα
οι ώρες μου κλαίγανε πάνω στο στήθος του φεγγαριού.

Χάθηκε ο λεπτοδείχτης της μνήμης μου
κι ούτε ο Αύγουστος μπορούσε να με παρηγορήσει
προσφέροντάς μου μια αναμάρτητη πανσέληνο
με ξελογιασμένα άστρα.
Τα ξημερώματα
τραβούσα κατά τον ήλιο
κι άρχιζα να ζωγραφίζω πάλι τον έρωτα
στα σκοτωμένα αγάλματα.

«Η τέχνη είναι ζωή», έλεγε ο Λουίτζι Πιραντέλο. Στην περίπτωση της ποιητικής συλλογής της Ελευθερίας Θάνογλου, «Αναπαράσταση», τα βαθιά ανθρώπινα ζητήματα, η διερεύνηση της πολυπλοκότητας του ερωτικού πάθους και το πέρασμα του χρόνου, αποτυπώνονται καλλιτεχνικά μέσα από παιχνίδι λέξεων ιδιαίτερα συγκινητικό και γοητευτικό.

.

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr 20/5/2019

Η ερμηνεία της πραγματικότητας μέσα από τα μάτια της Ελευθερίας Θάνογλου

Η ποίηση δεν είναι απλά ένας γλωσσικός κώδικας, αλλά ένα σύστημα φιλτραρισμένο συναισθημάτων που ανασυνθέτουν την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα ενός ποιητή λειτουργώντας ως μία μεταγλώσσα. Δεν είναι αντανάκλαση του κόσμου, αλλά το συγκείμενό του, που έρχεται σε έναν ιδιότυπο διάλογο με τη ζωή κατά την –κάθε– αναγνωστική διαδικασία. Αυτό αναπόδραστα οδηγεί στο “ανοιχτό” κείμενο του Ecο ή το απροσδιόριστο το Iser μιλώντας στον καθένα με διαφορετικά στοιχεία του κόσμου του.

Σε μία τέτοια ανάγνωση η ποίηση της Θάνογλου («αναπαράσταση», Πικραμένος, 2019) διαθλά το εσωτερικό περιβάλλον στον εξωτερικό χώρο σε μία σύμμειξη πάνω στην ψυχική αλληλεπίδραση (πληγιασμένες υδρίες, ανοιχτά παράθυρα ΙΙ, μοιρολόγια, επιστροφές Ι). Η πλούσια εικαστική συμβάλλει στη συγκρότηση του καντιανού “αισθητικού γεγονότος” (κίτρινη ηδονή, αποκαθήλωση, πληγιασμένες υδρίες), σε αρμονία με τον συναισθηματικό κόσμο των συνθέσεων (μαύρα ποιήματα) και το στοχαστικό περιεχόμενο.

Η ποίηση της Θάνογλου δεν είναι μοιρολατρική. Είναι η επίγνωση της ανθρώπινης τραγωδίας, που γνωρίζουμε τις άσχημες στιγμές και επιλέγουμε να συνεχίσουμε να παλεύουμε (προοπτικές ΙΙ). Η δημιουργός με την «αναπαράσταση» αφήνει πίσω της ένα λιθαράκι στην αυτογνωσία του αναγνώστη∙ του “αποκαλύπτει τη δική του ανθρωπολογική κατασκευή” (Iser), τον τρόπο κατασκευής και ερμηνείας του κόσμου, γιατί τελικά –κάτω από τον Vygotsky– “οι λέξεις δεν αρκούνται να εκφράζουν τη σκέψη∙ τη γεννούν” (ανοιχτά παράθυρα IV, πολιτείες στίχων, εικόνες).
Στην Ελλάδα οι “νεοφιλελεύθεροι” χρηματοδοτούνται από το κράτος. Εμείς… από εσάς ! Στήριξε την ανεξαρτησία του tvxs.gr, κάνοντας κλικ εδώ.

Οι μεταφορές στη ρητορική της κατέχουν δομική θέση μέσα στην ποιητική αφήγηση (απογύμνωση, κίτρινη ηδονή, ανοιχτά παράθυρα ΙΙΙ, αντίδωρα). Η αλογία στις ήπιες εκφάνσεις της αισθητοποιεί εικαστικά την αγριότητα και το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης (μαύρα ποιήματα, ανοιχτά παράθυρα Ι & V, γυάλινες αποβάθρες). Ο λόγος της μέσα από τις συνυποδηλώσεις αφήνει ίχνη αμφισημίας, που καθοδηγούν τον αναγνώστη να ερμηνεύσει και με άλλους τρόπους (κλειστά σώματα). Οι ενδοκειμενικές ρηματικές ενδείξεις δεν επιτρέπουν όμως κάποια ερμηνευτική αυθαιρεσία∙ ωστόσο, ανοίγουν δρόμους εκείνος να αναστοχαστική για το ανθρώπινο δράμα (μοιρολόγια, μάταιες ακροάσεις, προοπτικές Ι) και τις αρνήσεις της ζωής (λευκό του λευκού, ανοιχτά παράθυρα Ι & ΙΙΙ, μηδενισμός). Οι συνθέσεις “προγραμματίζοντας” την αναγνωστική τους ανταπόκριση, κατασκευάζουν και τον αναγνώστη τους (Chelard-Mardoux). Η κατάλληλη τοποθέτηση των λέξεων ως συνυποδήλωση σε ων διαμορφώνει και τη συνεκτικότητα του έργου και της πρόσληψής του (επιστροφές Ι, ΙΙ).

Ο αναγνώστης της Θάνογλου δεν αναζητά μία προσομοιωτική εμπειρία, αλλά ταξιδεύει στο αποκαλυπτικό οικείο, εξερευνώντας το ανοίκειο (λεπτοδείκτης ο χρόνος)∙ διαμορφώνει τη δική του –συναισθηματική και κοινωνική– ταυτότητα μέσα από την ανταπόκριση του ποιήματος (πεταλούδα στα χείλη). Η ποίηση της Θάνογλου αποτελεί αισθητικό αντικείμενο. Ο αναγνώστης δεν είναι ούτε ο ναρκισσιστής, που προβάλλει τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί μία εμπαθή φυγή, που αναζητά να χαθεί σε μία ψυχική ταύτιση∙ έρχεται σε διάλογο εμπλέκοντας την “απόσταση” και την “επικοινωνία” με το ποιητικό κείμενο (Bahtine), ως πηγή έντασης και αναστοχασμού. Φτάνει σε έναν διάλογο όχι με τον ποιητή αλλά με τον περιβάλλοντα χώρο –κοινωνικό και φυσικό– μέσα από την μεταφορική χρήση του ποιητικού λόγου (εικόνες).

Η δημιουργός αφήνει πίσω της ένα έργο ώριμο, που αλληλεπιδρά με την κοινωνία χωρίς να αναγνωρίζει προτεραιότητες. Δανείζει τον εαυτό της στη γλώσσα και καταναλώνει ως διακείμενα τις σάρκες της λογοτεχνίας (μέρες αργυραμοιβών, λεπτοδείκτης ο χρόνος, το λευκό του λευκού, ανοιχτά παράθυρα V). Η ποίηση της Θάνογλου δεν αναζητά κάποια χρησιμότητα∙ εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ζωντανέψει τα όνειρα και τις αγωνίες του, επιβεβαιώνοντας ότι αισθάνεται και άρα υπάρχει.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

Fractal 20/08/2019

Μια υπομονή κι ένας κρυμμένος ήλιος

Εκδοτικά, η δεύτερη ποιητική παρουσία της Ελευθερίας Θάνογλου. Στην προσέγγισή μου για το πρώτο της βιβλίο, έγραφα: «η νέα αυτή ποιητική φωνή, έχει να υποσχεθεί πολλά καλά για το μέλλον». Το άμεσό της μέλλον, ήδη παρόν, με επιβεβαίωσε πλήρως. Γιατί στα ποιήματα της πρόσφατης ποιητικής της συλλογής, με τίτλο «αναπαράσταση», έχουν εμφανέστατα γίνει από σοβαρά και στέρεα βήματα ως άλματα, πάντα προς τα εμπρός. Και όχι μόνο.

Για να το καταφέρεις αυτό, χρειάζεται να απογυμνωθείς. Όπως η γυμνή κρεμάστρα1, που [έμεινε γυμνή / κατακτώντας το κενό / της καλά κλειστής ντουλάπας], έτσι και όποιος καταπιαστεί σοβαρά με τη γραφή, αργά ή γρήγορα καταλαβαίνει ότι για να προχωρήσει πέρα από τα τετριμμένα, χρειάζεται να απαλλαγεί από τα συμβατικά ρούχα, τα κυριολεκτικά, αλλά και άλλα, τα στερεοτυπικά. Η ποιήτρια, ξεφορτώνεται καλύμματα και προσωπεία, και σε πρώτο πρόσωπο φανερώνει ότι

[σου γράφω πάλι γυμνή], γνωρίζοντας πως [όλα κάποτε / γυμνή θα με βρουν], σε μία προσπάθεια να κατακτήσει την πληρότητα του γεμάτου κενού της καλά κλειστής Ποίησης.

[Σου γράφω πάλι γυμνή], Σημειώνω τη λέξη «σου». Απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα ή γενικά στον αναγνώστη; Στο τετράδιό της ή στην Ποίηση; Στην ψυχή της ή στη ζωή; Γιατί «πάλι»; Το έχει ξανατολμήσει ή εννοεί πάλι γυμνή, όπως μετά από τότε που εξήλθε από τη μήτρα; Ή αναφέρεται στην εποχή που αθώο νήπιο, έπαιζε γυμνή το καλοκαίρι στην ακροθαλασσιά και «έγραφε» με αλίκτυπα ξύλα γραμμές στην άμμο; Το βέβαιο είναι ότι με τη λέξη «πάλι», συσχετίζει –αν όχι εξαρτά– τη γραφή, τη γύμνια και τον άνθρωπο («σου») με (από) τον χρόνο. Θα επανέλθω.

Η γύμνια και ο πόνος. Η νεότητα και ο θάνατος. Δυο λέξεις: Ζωή Καρέλλη2:
[Πίσω αφήνουμε τον πόνο μας, / εμείς οι πιο γυμνοί, οι πιο απελπισμένοι, /
τιμωρημένοι, δίχως να πιστεύουμε / στην τιμωρία μας, πηγαίνουμε / να
συναντήσουμε, ξανά να ορίσουμε / τη γνώση της νεότητας και του
θανάτου].

Σε παράλληλη πορεία, το ποιητικό υποκείμενο, αποκαλύπτει ότι όσο κι αν καταφέρνει να απαλλαγεί από τα κάθε λογής ρούχα, είναι κάποια εσώρουχα, μαύρα, καλά κολλημένα πάνω του (της). Με όλη την ευθύτητα που το (την) διακρίνει, ομολογεί:

[Δεν μπορώ να ξεφύγω από τα μαύρα ποιήματα].

Ίσως και να μην το θέλει κατά βάθος να ξεφύγει, διότι [οι ανείπωτες λέξεις, έλεγες / γεννιούνται μέσα στο μαύρο].

Σε απόλυτη ταύτιση με την πλειονότητα των ποιητών. Μνημονεύω μία πρόσφατη ομολογία, αυτή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη3:

[– Γιατί ο ποιητής ζει σε ένα διαρκές πένθος;

– Γιατί από το πένθος γεννιούνται νέες ιδέες].

Το μαύρο. Ως χρώμα, ως αίσθηση, ως πρόσληψη. Ακόμη και [στα όνειρά σου έβλεπες / έναν μαύρο ήλιο που έβρεχε].

Έτσι, καταδυόμενη στη θάλασσα από μαύρο μελάνι, ακούγοντας τα κύματα να μιλούν [για τις σιδερένιες αστραπές / και τα μαύρα λάβαρα], λευτερώνεται σαν [μαύρη πεταλούδα η ψυχή], γίνεται έμπνευση:

[βγήκε απ’ το κουκούλι της / έκατσε πάνω στο μολύβι μου].

Αρχίζει η θάλασσα των λέξεων να ζωγραφίζεται στο χαρτί, μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, κατά τον υπερρεαλιστικό τρόπο:

[το θαύμα της θάλασσας / το ανύπαρκτο του ορίζοντα άγγιζε].

Εκεί, [ναυαγούσαν όλο το βράδυ / ξανά και ξανά τόσα πρόσωπα μέσα σου].

Υπήρχε αέρινος παλμός κάτω από την φαινομενική ακινησία, αφού [φάνταζε η θάλασσα / ακίνητη / όπως οι άνεμοι του έρωτα / επάνω απ’ τ’ αγάλματα].

Μία άλλη θάλασσα (γραφή; ζωή; ψυχανάλυση;), «εκδίδεται» στον Χρόνο, επί πληρωμή φυσικά:

[η ώρα πορφυρή βουτούσε σε ιερόδουλη θάλασσα].

Τίμημα; Το αίμα του ποιητή.

Μετά από το καυτό του Χρόνου σπέρμα, αλάτι πλέον εντός της,

[ακόμη και η θάλασσα υποχωρούσε στα ενδότερά της / δεν άντεχε να γλείφει τις ίδιες και τις ίδιες πληγές].

Αρκετές πληγές αποκάλυψε γι’ απόψε.

Πρώτη, τη μοναξιά. Γιατί
[η μεγάλη μοναξιά / πάντα φανερώνεται / καταμεσής της λίστας / των ηρώων]

και δη των αφανών ηρώων. Ύστερα από το μεγάλο ταξίδι, αφού [η μοναξιά μας ολόκληρες μέρες / ταξίδευε σε ακίνητες θάλασσες], ήρθε τώρα να κατασταλάξει στη στεριά, να στεριώσει σε φιλόξενες γι αυτήν πολυκατοικίες: [τώρα πια / πολυώροφες νύχτες μοναξιάς / κι αισθήματα σ’ αφέγγαρα μπαλκόνια], διαφυλάσσοντας τα υπάρχοντά της: [τα βράδια ανάσκελα η μοναξιά / φρουρεί τις αναμνήσεις της].

Οι νύχτες, κατεξοχήν της μοναξιάς και της μνήμης.

Το φως της μέρας; Απαλύνει τον πόνο; Φέρνει φωτεινότερες μνήμες ή συνεχίζεται η γεύση της νύχτας;

[Έτσι χάραζαν οι μέρες / μηρυκάζοντας στίχους μέσα από το δέρμα σου].

Κι ας είναι [οι μνήμες μου επώδυνες / άλυτοι κόμποι μέσα μου].

Πιστοποιούν το γεγονός ότι υπάρχεις. Έχω αναμνήσεις, άρα υπάρχω. Συχνά βέβαια παρασύρομαι. [Στη στερνή λουρίδα μιας νωπής ανάμνησης / ξυπόλυτη, / με βήμα σημειωτόν / με προσπερνούσαν τα πράγματα].

Σε αυτό βοηθάει και η συνήθεια, η οποία με τη σειρά της είναι φρουρός της πλάνης. Εν τω μεταξύ, η καθημερινότητα συνεχιζόταν, προσπερνώντας τα ολοφάνερα,

[αμελώντας να ράψω δυο μάτια / στην πάνινη κούκλα μέσα μου / που ήξερε αυτό που δεν έβλεπε / και φανταζόταν αυτό που δεν υπήρχε].

Ο τρόπος για να απαλλαγείς από τη μοναξιά; Κυρίως ένας. Η ανθρώπινη επαφή. Τότε, η μοναξιά πεθαίνει, όπως εκείνη1, [που πέθανε μέσα / στα δάχτυλά σου].

Κλειδί στη ζωή και στην Ποίηση; Ο Χρόνος.

[Περνούσε ο χρόνος / βηματίζοντας σε πεζοδρόμια ασφαλή / δίπλα σε γυάλινες βιτρίνες / κι ανθρώπινα μοτίβα].

Χρόνος. Σήμαντρο θανάτου, πένθους, απώλειας:

[χρόνια τώρα έγραφα για μια πένθιμη καμπάνα / με τον αντίχειρα κομμένο].

Με δύο έξοχους στίχους, αναδεικνύεται η παντοδυναμία και η διαρκής επέμβασή του σε όλα, κάτω από ένα εξαιρετικής ποιότητας προσωπείο ακινησίας: [ακινητοποιημένος ο χρόνος / σφυρηλατούσε μορφές στην πέτρα].

Θυμάμαι και το [η μοναξιά μας ολόκληρες μέρες / ταξίδευε σε ακίνητες θάλασσες] και αμέσως συνειρμοί με αλώνουν: θάλασσα-χρόνος, πέτρα-μοναξιά, μοναξιά-χρόνος, πάντα ρει. Η σχετικότητα της κίνησης, φαίνεσθαι και είναι, φαντασία και πραγματικότητα, …

Συμπέρασμα: Ποίηση.

Έρχεται η ώρα της απόδοσης ευθυνών. Η ώρα του απολογισμού. Γυμνός εσύ, για να δεις καθαρότερα, απογυμνώνεις και τον άλλο, ώστε να αξιωθείς να δεις γυμνή και την αλήθεια. Ξεκινάς με τις πρώτες, σκληρές μεν αλλά απαραίτητες διαπιστώσεις:

[μόνο αληθινά ψέματα / ψεύτικες αλήθειες / και μια μεγάλη έκτρωση, μου έλεγες].

Το β΄ πρόσωπο ενικού παίρνει το προβάδισμα, γιατί ξεκινώντας από το εσύ, θα φτάσει στο εγώ.

Εσύ, που [συνέχιζες να έρχεσαι / με μια σταυρωμένη αφή / χαρτόπαιζες τα χρόνια μου], εσύ που [απαρνήθηκες τα πέταλα / για μιας στιγμής κοτσάνι].

Εγώ: [κοιτούσα έξω μου / νεκρές πηγές, / ποτάμια ξεραμένα. // Κοιτούσα μέσα μου / κομμένα δέντρα, ετοιμόρροπα πουλιά].

Εσύ κι εγώ;

[Τριμμένη ρίγανη οι συλλαβές του σ’ αγαπώ / σε γυάλινα βάζα, / δωρίστηκαν σε ξένους].

Αποτέλεσμα; Ζωή στο σκότος της χίμαιρας, των προσωπείων, της απόκρυψης, της παραμόρφωσης. Όλα καταρρέουν στο πρώτο φως του ήλιου, στην πρώτη εμφάνιση φωτός διαύγειας, ρεαλισμού, αντικειμενικότητας.

Όλα χάνονται, στην πρώτη του λάμψη:

[έμαθα να σε βλέπω μες στο σκοτάδι / έμαθες να με βλέπεις μες στο σκοτάδι / ανάψαμε το φως και τυφλωθήκαμε].

Τη δύσκολη τούτη ώρα, φυσική κατάληξη η απαισιοδοξία. Το τοπίο άνυδρο, ξερό, δεν έχει στάλα αποθέματος αισιοδοξίας:

[στέρεψαν οι στέρνες, / τα νερά στα ξεροπήγαδα / ήλιοι νεκροί και αργυραμοιβοί σφαγμένοι].

Είναι τόση η ερημιά, που αντί να ανθίσει έστω και ένα μικρό λουλούδι στην αχανή της έκταση, ανθίζει η ίδια, με τα βαριά, σκούρα της άνθη, πάνω στην ανθρώπινη πλάτη, αυξάνοντας τόσο το φορτίο, που κάθε προσδοκία απογείωσης ματαιώνεται:

[μάταια στην πλάτη μου τόση ανθισμένη ερημιά / πτήσεις δεν ενδέχεται να υπάρξουν]. Το αντιθετικό, οξύμωρο σχήμα λόγου (ανθισμένη ερημιά), κορυφώνει την ποιητική ένταση.

Ακόμη μία πολύ δυνατή εικόνα, από τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα4:

[(Ο ίσκιος στηρίζει τα δάχτυλά του / πάνω στον ώμο μου)].

Κρατάω εδώ τη λέξη «ίσκιος». Έχω τους λόγους μου.

Η ερημιά τούτη, ίσως είναι ελάχιστα Σολωμική, λίγο περισσότερο «Ελιοτική», πάντως είναι «Αλλιώτικη», πιο κοντά ίσως σε αυτή του Γιώργου Μπλάνα5:

[Όσοι έχουν το χάρισμα του ποιητή κατοικούν μιάν ερημιά / ή παραμερίζονται απ’

τους κατόχους της σοφίας].

Ανθοφορία (ανοιξιάτικη;) που ακολουθείται από τη μελαγχολία του φθινοπώρου, [σκοτωμένα φύλλα στα χέρια μου] και την απογοήτευση: [σκέφτομαι πως τίποτα / τίποτα / πια δεν περιμένουν].

Η ζωή, καλά κλεισμένη σε ένα εναλλακτικό κυβερνείο, με κυβερνήτη τον Χρόνο, έξω από το οποίο, απουσία χώρου, απουσία ζωής. Μόνο μία νεκρή φύση:

[έξω από τις κάμαρες του κυβερνείου το πουθενά, / το τίποτα και μια λουλουδιασμένη στράτα].

Και μέσα όμως, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Ο Χρόνος είναι σκληρός άρχων: [χάθηκε ο λεπτοδείχτης της μνήμης μου / κι ούτε ο Αύγουστος μπορούσε να με παρηγορήσει / προσφέροντάς μου μια αναμάρτητη πανσέληνο].

Υπομονή; Το αύριο θα είναι καλύτερο;

Αφού [το μέλλον έμβρυο που δεν γεννήθηκε ποτέ] κι εμείς, για να αντέξουμε, μέσα από τα παράθυρα του κυβερνείου, [βρίσκαμε διέξοδο στη συνεχή παρατήρηση του έξω κόσμου].

Δεν θέλει πολύ, για να καταλήξεις στον μηδενισμό. Από το μηδέν του θανάτου, στο μηδέν της γέννησης:

[ακατάστατα τα χρόνια μου / ξεκινούσαν απ’ του θανάτου τις θημωνιές / να φτάσουν στο μηδέν της γέννησης].

Ίσως και [σε μια Αχερουσία κολυμπήθρα], στο μηδέν της κατάληξης, στη βάπτιση με το αμείλικτο νερό του θανάτου (βλ. και την ποιητική συλλογή της Φωτεινής Βασιλοπούλου: ΑΜΕΙΛΙΚΤΟ ΝΕΡΟ6)

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή, «Οι πέντε εποχές του κόκκινου», η ποιήτρια (εξακολουθώ να θεωρώ ότι) διαπραγματευόταν κυρίως πέντε ζητήματα: της απουσίας, της μετάνοιας, της παράθλασης, της αλμύρας και των πτήσεων, με έντονη την παρουσία και των πέντε αισθήσεων.

Εδώ, ο λόγος βρίσκεται πίσω από ένα εξώφυλλο, με έργο ζωγραφικής του πολυγραφότατου, επίσης ποιητή Αντώνη Σκιαθά, με τίτλο «Γιορτινό Τραπέζι». Έντονες οι επιρροές εξπρεσιονισμού και συμβολισμού. Μέσα από μια αφαιρετική και κάπως σουρεαλιστική αναπαράσταση μιας γιορτής, η οποία «πρόκειται να» γίνει, αφού δεν υπάρχει το ανθρώπινο στοιχείο, το οποίο, όχι μόνο ετοιμάζει το γιορτινό τραπέζι, αλλά και με τη συμμετοχή του θα λάβει χώρα η γιορτή, γίνεται εικάζω μια ποιητική «αναπαράσταση» μιας ολόκληρης ζωής, προς τιμήν του Άρχοντα Χρόνου.

Αναπαράσταση αναγκαία για να εξαχθούν συμπεράσματα. Για να αξιολογηθούν τα πάντα. Φιλία. Έρωτας. Σχέσεις. Χωρισμοί. Θάνατος. Επιλογές. Απολογισμός. Ευθύνες, εντός και εκτός. Λήψη αποφάσεων. Χάραξη πορείας.

Στόχος;

Να πλουτίσει η αυτογνωσία.

Να πτωχεύσει το εφήμερο, η μάσκα, η αδιαφορία, η παραμόρφωση, η υποταγή.

Η αναπαράσταση στο εξώφυλλο γίνεται με απουσία ανθρώπινων σωμάτων. Με παρουσία ανθρώπινων αναμνήσεων, πράξεων, ενεργειών, αλληλεπιδράσεων, κινήσεων, νοοτροπιών, συμπεριφορών.

Γιατί ο χρόνος, μπορεί να απομακρύνει για λίγο ή για πάντα τα σώματα, δεν μπορεί όμως να παρέμβει στη μνήμη, στην αγάπη, στην καρδιά. Δεν μπορεί να εμποδίζει την ενεργειακή αναπαράσταση σταθμών της ζωής.

Η ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου, κινητοποιεί τον αναγνώστη και τον κάνει συμπρωταγωνιστή σε μία –κατά τη γνώμη μου– «αναπαράσταση» ζωής, όπως ανέφερα και πριν.

Θέατρο; Της Μνήμης. Σκηνή; Το γιορτινό τραπέζι. Σανίδια; Οι πέντε αποχρώσεις του κόκκινου. Εδέσματα; τα προσωπικά βιώματα, τα οποία με τη βοήθεια της Ποίησης, ως πέντε άρτοι, επεκτείνονται και στο συλλογικό, παγκόσμιο τραπέζι. Τραγούδια; Μοιρολόγια; Ύμνοι; Άδουν εναλλάξ ο έρωτας, ο χωρισμός, η μοναξιά, ο ίδιος ο Χρόνος, ο απολογισμός, η απαισιοδοξία.

Λόγος, ο οποίος ενσωματώνει εκτός από το θεμελιώδες συστατικό κάθε καθαρόαιμης Ποίησης (το βίωμα), πολλά ακόμη πολύτιμα συστατικά, όπως είναι ο στοχασμός, η κριτική στάση (προς τους άλλους αλλά και η αυτοκριτική), η αυτογνωσία, τα ψήγματα δοκιμιακών αναζητήσεων, η καθαρότητα και η ελευθερία – τυχαίο το όνομα της ποιήτριας; – σκέψης και έκφρασης, το υπέρυθρο βλέμμα και το απρόσμικτο προσωπικό ύφος.

Το πρώτο πρόσωπο ενικού, αναλαμβάνει τολμηρά τις ευθύνες του, απευθύνεται στο δεύτερο με την ίδια τόλμη –περνώντας από τη διαπίστωση στο κατηγορώ– και διαπραγματεύεται το εμείς, πληρώνοντας τα κενά με την περιγραφική ευρύτητα του τρίτου ενικού και πληθυντικού. Οι λέξεις ξαναβρίσκουν το πληγωμένο νόημά τους και μπαίνουν κάτω από τον ήσκιο του Ποιητικού Λόγου.

Η δύναμη της αγάπης, μπορεί να μεταμορφώσει τον αγαπημένο, σε δροσερό ήσκιο:

[γινόσουν ολόκληρος ήσκιος] και ο πόθος, τής έστω “ησκιώδους” επαφής, επέφερε προσαρμογές για τη διευκόλυνση του ποθούμενου αγγίγματος:

[ζάρωνα… μήπως και δεν με βρει ο ήσκιος σου].

Τι είναι αυτό που μας κάνει να μιλάμε, να γράφουμε Ποίηση, να επικοινωνούμε;

[Δεν είναι το φως που με τους ήσκιους / μας κάνει να μιλάμε. / Είναι οι μέρες των ατέλειωτων βροχών, / οι μέρες των πετρωμένων υποσχέσεων].

Γι αυτό κράτησα στην αρχή, τη λέξη «ίσκιος» από το ποίημα του Λόρκα.

Ήσκιος όμως ή ίσκιος;

Σχολιάζω παρενθετικά εδώ την εύστοχη κίνηση να γραφτεί τρις, άρα συνειδητά, ο ήσκιος με ήτα. Το ήτα, είναι απαλότερο του αιχμηρού και σκληρού ιώτα, σε απόλυτη συμφωνία με την απαλότητα της υφής της σκιάς και την ηρεμία της ποιότητάς της (η σκιά, ήσκια, ήσκιος̇ βλ. και ησκιό, ησκιάδα, ησκιοδροσερός, και σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας, βλ. λεξικό).

Με την αφορμή αυτή, σημειώνω εδώ την τεράστια σημασία που έχει κάθε γράμμα, για τη διαμόρφωση του νοήματος και της προσωπικότητας μιας λέξης. Ήτα ή Ιώτα. Όχι μόνο για τη μουσικότητά της, ζήτημα άκρως σημαντικό για την Ποίηση, αλλά και για τη σημασία της, ζήτημα καθοριστικότατο για την έννοιά της (βλ. λ.χ. την επίπτωση του ι και του η στις λέξεις «ίμερος» και «ήμερος»).

Η Ελευθερία Θάνογλου, λες και συνομιλεί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και στην ερώτηση που απευθύνει εκείνος στον εαυτό του7

[Τις παγωμένες νύχτες, / ψυχή μου, πώς αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα, / εσύ

πού αναζήταγες τον ουρανό;]

έχοντας η ίδια περάσει κάτω από τους ήσκιους της μοναξιάς, της μνήμης, του χρόνου, του χωρισμού, του θανάτου, της δυσκολίας, του απολογισμού και της απαισιοδοξίας, οι οποίοι πέφτουν ως ανελέητοι προβολείς πάνω στην «αναπαράστασή» της, η οποία με τη σειρά της λαμβάνει χώρα κάτω από τον ήσκιο των δέντρων του ανθισμένου ποιητικού της κήπου,

ψιθυρίζει, σε κείνον, στον εαυτό της αλλά και σε κάθε αναγνώστη, ότι πίσω από κάθε ήσκιο, κρύβεται το φως της ελπίδας:

[κάθετοι βράχοι φύονται ανάμεσα στους κήπους.

Μα, κάθε βράχος και μια υπομονή

κι ένας κρυμμένος ήλιος].

Αναφορές

1 Ελευθερία Θάνογλου, {Οι πέντε εποχές του κόκκινου}, εκδόσεις Πικραμένος, 2017
2 Ζωή Καρέλλη, Νεώτεροι, {Οι θεμελιωτές της ποίησης στη Θεσσαλονίκη}, επιλογή – σημειώματα Ντίνος Χριστιανόπουλος, εκδόσεις Ινόνια 2010 σελ.21
3 Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Περί Συνομιλίας: 117, {Ποίηση με τέσσερα πόδια}, εκδόσεις Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2017, σελ. 26
4 Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Αρραβώνες, {Εκλογή Ποιημάτων},εισαγωγή – μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη, εκδόσεις Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2001 σελ.54
5 Γιώργος Μπλάνας, ΜΟΝΑΧΟΣ, {Η Απάντησή του}, εκδόσεις Νεφέλη, 2000, σελ. 27
6 Φωτεινή Βασιλοπούλου, {Αμείλικτο Νερό}, εκδόσεις Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019
7 Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ρήμαγμα, συλλ. Ξένα Γόνατα, {Ντίνος Χριστιανόπουλος / Ποιήματα}, εκδόσεις Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2009, σελ.46

.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΖΑΡΔΟΥΚΑ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 63 Νοέμβριος 2020

Αναπαράσταση

…Και οι ουρανοί αποστηθίζουν τους ανθρώπους, έλεγες

Η Ελευθερία Θάνογλου με με την παρούσα ποιητική συλλογή «αναπαριστά» ποιήματα έντονης ενδοσκόπησης και εσωτερικής διερεύνησης. Το αναγνωστικό κοινό ανιχνεύει τον ψυχισμό της σε ποιήματα που δεν παύουν να παίζουν με το φως και τη σκιά και να μας προμηνύουν εναλλαγή στη διάθεση: οι δρόμοι φωτισμένοι/ θ’ αποκαλύπτουν τις αυταπάτες/ με σκιές κρυμμένες σ’ ένα ξεχειλωμένο μαύρο… σελ. 9 από το ποίημα «Απογύμνωση».
Το μαύρο αποκτά συμβολική χρήση στο ποίημα «Μαύρα ποιήματα» όπου τα ποιήματα είναι: θεριά ανήμερα …και λίγο πιο κάτω η ποιήτρια διατυπώνει
πως: Τα δάχτυλά μου/ θρυμματίζονται/ στα δόντια τους/χρόνια τώρα. Η διαδικασία της συγγραφής γίνεται σπαρακτική και επίπονη διαδικασία καθώς εκείνη στην αρχή του ποιήματος δηλώνει πως: Δεν μπορώ να ξεφ΄΄υγω από τα μαύρα ποιήματα/διαρκώς με κυνηγούν, με πιάνουν. Ένα άλλο χρώμα που συμβολίζει το ξεφτισμένο, το φθοροποιό που όμως εντοπίζεται στη φύση, θίγεται στο ποίημα «Κίτρινη ηδονή». Συγκεκριμένα η ποιήτρια γράφει πως: τα χέρια σου με έπλαθαν/ ζώο άγριο και ελεύθερο,/ με χαίτη ανεμίζουσα και ένστικτο πρωτόγονο.
Γενικότερα, τίτλοι ποιημάτων όπως «Κλειστά σώματα», «Πληγιασμένες υδρίες», «Μοιρολόγια» «Μάταιες ακροάσεις», «Μηδενισμός» μας μεταφέρουν μια ατμόσφαιρα κατήφειας και λελογισμένης μελαγχολίας. Στη σελίδα 37 η Ελευθερία γράφει: Ο πόνος του κόσμου, η χαρά του/ ταμπέλα ιερογλυφική για
μένα./ Πώς να διαβάσω τη ζωή/ όταν εσύ λείπεις; Η απουσία του άλλου, του συντρόφου, του συνανθρώπου εν γένει μας μεταφέρει μια αίσθηση μοναξιάς
μια εναγώνια συνειδητοποίηση της ποιήτριας ότι το μονήρες είναι παρόν σε κάθε πτυχή της ζωής της.
Πιο κάτω, στο ποίημα «Υπενθυμίσεις», επικυρώνεται η πιο πάνω θέση στη στροφή: Μάταια στην πλάτη μου τόση ανθισμένη ερημιά/ πτήσεις δεν ενδέχεται να υπάρξουν/ πώς να σηκώσουν τόσο θόρυβο, τόσες πράξεις;/ Και ποιος ουρανός θ’ αντέξει τόσο βάρος;
Η ποιήτρια δεν παραλείπει ακολούθως να μεταφέρει εικόνες αστικές, ανθρώπων που ακροβατούν στην αέναη και κάποτε απάνθρωπη κίνηση
της πόλης. Στο ποίημα «Προοπτικές» σελ. 39 γράφει: «Κοιτώ τις ξεβαμμένες από ευτυχία γυναίκες/σε στάση νηστείας απ’ τη ζωή./ Σκέφτομαι πως τίποτα/τίποτα/ πια δεν περιμένουν./ Ούτε δάση/ ούτε θάλασσες/ ούτε ουράνιους θόλους/ ζωγραφισμένες σε επίγειες σπηλιές./ Το λεωφορείο περιμένουν/ να τις πάει στο σπίτι τους./ Τσαλακωμένα λάβαρα τα φουστάνια
τους/ στις χαρακιές της ζωής
Αξίζει να σημειωθεί πως …Οι λέξεις στο ποίημα «Ανοιχτά παράθυρα IV» …έβγαιναν απ’ τα χαρτιά/ξεχύνονταν στους δρόμους/ γίνονταν γαβγίσματα/ γίνονταν αδέσποτα σκυλιά και στο ποίημα «Πολιτείες στίχων» η ποιήτρια σχολιάζει τη στιχουργική υπόσταση των λέξεων σε μια γλώσσα που έρπει, που συνομιλεί με τον άλλο σε μια προσπάθεια ποιητικής και κατ’ επέκταση φυσικής συνάντησης: Η γλώσσα μου νερόφιδο/ γλιστρούσε στο λαιμό σου/
βυθίζονταν στο στόμα σου/ στα τρύπια ποιήματα των
χεριών σου κουλουριάζονταν.
Ιδιαίτερη μνεία κάνει η ποιήτρια τέλος στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο ποίημα «Το λευκό του λευκού». Η επανάληψη της λέξης λευκό τόσο στον
τίτλο υπό τη μορφή γραμματικής κλίσης όσο και μέσα στο ποίημα, υποδηλώνει για ακόμα μια φορά στην ποιητική συλλογή την αναπαραστατική δύναμη του χρώματος στο συναισθηματικό τοπίο της δημιουργού.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

FRACTAL 19/01/2021

Με μαθηματική ακρίβεια

Ελευθερία Θάνογλου, δύο ποιητικές συλλογές: «Πέντε εποχές του κόκκινου» και «Η αναπαράσταση», Εκδόσεις Πικραμένος

Η Ελευθερία Θάνογλου εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με δύο ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Πικραμένος. Μας συστήνεται με τις Πέντε εποχές του κόκκινου, 2017 και την αναπαράσταση, 2019. Το αξιοσημείωτο στην ποιητική της Θάνογλου είναι η τέχνη με την οποία μεταχειρίζεται τις λέξεις. Οι λέξεις τής Θάνογλου εμφορούν προθέσεις πεζογραφικές, στοιχίζονται υπερρεαλιστικά σε ελεύθερο στίχο, διατηρώντας, ωστόσο, έναν εσωτερικό ρυθμό, ο οποίος με τη σειρά του αποδίδεται με συγκρατημένο λυρισμό, δικαιώνοντας τη νεοτερικότητά της ποιητικής της. Οι στίχοι της φέρουν μαθηματική ακρίβεια, καθώς αναμετρώνται με τη λογική πριν καταλήξουν στο συναίσθημα, δημιουργώντας εκείνο το παιχνίδι των αντιθέσεων που συναντάται συχνά στα έργα της. «Τετραγώνισέ με» της είπε./«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν/κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου». Οι λέξεις της, σχεδόν μαθηματικά τοποθετημένες, αφορούν τον έρωτα, το χρώμα, […] «Όταν θα έρθεις/θα πατάς πάνω σε κόκκινους λεκέδες./Θα δεις θα φορά το κόκκινο παλτό/στη ραχοκοκαλιά της απουσίας.», το κόκκινο χρώμα.

Οι λέξεις, και η κίνηση που προσδίδει σε αυτές, «ξεφλουδίζουν» περίτεχνα την υπαρξιακή της αναζήτηση. Ξεφλούδισα πράσινο μήλο/βρήκα ένα σκουλήκι/έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,/μαζί με το σκουλήκι./Ξεφλούδισα τον χειμώνα/με την πικρή ψυχή/ του βρήκα πολλά σκουλήκια./Έκανα μια με το μαχαίρι, αφαίρεσα/λίγο από ψυχή/λίγο από σάρκα/κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι./Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου./βγάλανε κι άλλα κεφάλια.

Με αφετηρία τις πέντε ενότητες στις «Εποχές του κόκκινου», «της απουσίας, της μετανοίας, της παράθλασης, της αλμύρας, των πτήσεων», διηγείται τη θάλασσα, τη φύση, όσο τα χρώματα αντηχούν τον έρωτα. Η Θανόγλου ακολουθεί συμβολικά τον κύκλο των εποχών για να περιγράψει την αγωνία της ύπαρξης. Το φθινόπωρο για την απουσία, [..] «Ο δικός σου έρωτας/μου χαράζει το δέρμα/κι εγώ για επούλωση/χαράζω μια λευκή κόλλα χαρτί.» για τον χειμώνα επιλέγει τη μετάνοια, την άνοιξη για την παράθλαση, εκεί και ο ποιητής, δεν τον ξεχνά, […] «Οι ποιητές/για καθρέφτες/όνειρα/βυθούς/και κενά μιλάνε.», ενώ διακόπτει τη χαρμολύπη […]«Κάθε πρωί τα σπουργίτια/πιστά στο ραντεβού τους…/Ραμφίζουν στο παράθυρο/τη μοναξιά που πήγε να το σκάσει.», δίνει τόπο στην αναγέννηση, με τόση τρυφερότητα, στο πρόσωπο της κόρης της […] «Χελιδονάκι η αγάπη μου/σου την έστειλα/τότε, τώρα και πάντα/με την άνοιξη.»

Στο καλοκαίρι, […] «Θάλασσα/το καλοκαίρι χωρίς εσένα…» οι στίχοι της Θανόγλου συγγενεύουν διακειμενικά με τα σεφερικά καλοκαίρια και τη λατρεία της ελληνικής φύσης, […] «Όλο το απόγευμα αγκάλιαζα κύματα./ Οι παλάμες μου στόλιζαν με σκιές και φως/τον πάτο της θάλασσας./Στις Ραβδώσεις της άμμου εναπόθεσα λίγη μνήμη.», ενώ ο έρωτας, για τη Θανόγλου, έχει τη γεύση της αλμύρας. Η μοναξιά, η απουσία, ο ερωτισμός, η λύπη, λαμπυρίζουν κάτω από το ίδιο ελληνικό φως. Κάπως έτσι προκύπτει και η εποχή των πτήσεων. Το καταστάλαγμα, η ωριμότητα, η ελπίδα, το νέο που έρχεται, το μέλλον. […] «θα κάθεται σε σύννεφο που γράφει τ’ όνομά του/και ατενίζοντας τη θάλασσα που τόσο αγαπούσε/γυμνός απ’ όλα/θα βλέπει τα φτερά/που έβγαλε στους ώμους…»

Το συναίσθημα που επικρατεί στο σύνολο της ποιητικής της Θάνογλου είναι η χαρμολύπη. [..] «Μάταια στην πλάτη μου τόση ανθισμένη ερημιά/πτήσεις δεν ενδέχεται να υπάρξουν/πώς να σηκώσουν τόσο θόρυβο, τόσες πράξεις;» Ιδιαίτερα αισθητή στην «αναπαράσταση», όπου στο υπερκείμενο διακρίνεται η επιρροή της Πολυδούρη, αλλά και τα καρυωτακικά τοπία […] «Δεν είναι το φως που με τους ήσκιους/μας κάνει να μιλάμε./Είναι οι μέρες των ατελείωτων βροχών,/οι μέρες των πετρωμένων υποσχέσεων.»

Πρόκειται για έναν ποιητικό μονόλογο, μια μύχια περιπλάνηση, η οποία αν και αυτοαναφορική, παρασέρνει τον αναγνώστη στη θέαση ενός εσωτερικού κόσμου όπου ο έρωτας εμπλέκεται με την υπαρξιακή αγωνία […]«Βάφαμε τη μέρα νύχτα/βρίσκαμε κι άλλους νεκρούς» ενώ μια περίτεχνη λύπη ντυμένη τον χορό των αντιθέσεων, μεταμορφώνει την αναγνωστική πρόσληψη σε προσωπική υπόθεση.

Στην «αναπαράσταση», το φως συνορεύει με το διακείμενο της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Τα χρώματα, το θάμπωμα, το κίτρινο, το χολερικό ενός Μαρκές ξεπηδά από τις γραμμές των στίχων της Θάνογλου, επιμελώς υποδόρια, σαν αθέλητα μα σαφώς διακειμενικά, σκιαγραφώντας τις αναγνώσεις της ποιήτριας. […] «Γαυγίσματα σκύλων αδέσποτων/ σκέπαζαν τα ουρλιαχτά από τις λέξεις στα χαρτιά σου.» Οι λέξεις και πάλι. Οι λέξεις της Θανόγλου δεν ξεχνούν ότι είναι ποιήτρια και μετατρέπονται σε εργαλεία που υπηρετούν εντέχνως την ποιητική της. Χρώματα, παντού χρώματα στο έργο της Θάνογλου και λέξεις και η πατρίδα, το χρώμα, το χώμα το ελληνικό να συνδιαλέγεται με το κίτρινο και του μουσώνες του μαγικού ρεαλισμού. […] «Τις μέρες των βροχών/αχινοί τα λόγια μας/ουλές παντού στο πάτωμα/κίτρινοι οι τοίχοι.» Τα χρώματα, πότε μαύρα, πότε κίτρινα, πότε λευκά, συμβολικά συγγενεύουν με τις μεταλλαγές στον ψυχισμό, ενώ ταυτόχρονα μεταγγίζουν τις διαθέσεις τους σε αντικείμενα, σε φυσικά φαινόμενα,[…] «Τσαλακωμένα λάβαρα τα φουστάνια τους/στις χαρακιές της ζωής.»

Ο ποιητής, η ίδια η ποίηση, οι λέξεις […] «Δεν μπορώ να ξεφύγω από τα μαύρα ποιήματα/διαρκώς με κυνηγούν, με πιάνουν.» την αφορούν την Θανόγλου και δεν παραλείπει να υπενθυμίζει την ύπαρξή τους […] «Οι λέξεις/ έβγαιναν απ’ τα χαρτιά/ ξεχύνονταν στους δρόμους/ γίνονταν γαβγίσματα/ γίνονταν αδέσποτα σκυλιά/ που ξέφευγαν απ’ τον μπόγια.» Στους στίχους της ακούγεται απόμακρα το «εν αρχή ην ο λόγος», ενώ οι εικόνες αποτυπώνονται ρεαλιστικά απογυμνωμένες από την ωραιοποίηση του ρομαντισμού και υπερβατικά διατυπωμένες, σ’ ένα ψηφιδωτό που τα περιέχει όλα: τον έρωτα, τη λύπη τη χαρά, την ελπίδα τη μοναξιά, η ύπαρξη και πάλι από την αρχή, […] «Το μέλλον έμβρυο που δεν γεννήθηκε ποτέ./Απολιθωμένοι οι στίχοι/απολιθωμένα δάση οι λέξεις./Έγραφες ακατανόητα ποιήματα.», και πάλι το χρώμα και πάλι ο έρωτας: […] «Η ώρα πορφυρή βουτούσε σε ιερόδουλη θάλασσα.»

Η πρωτοπρόσωπη ποιητική αφήγηση, η θεατρικότητα, καθιστούν την ποιητική «αναπαράσταση», έναν θεατρικό διάλογο μεταξύ του εγώ και του κόσμου, του εγώ και της ύπαρξης, του εγώ και του έρωτα, του εγώ και του χρόνου. […] «Τώρα τελευταία/με συναντώ όλο και πιο συχνά/κάτω από ρημαγμένες στιγμές.» Μνήμη, λήθη, μοναξιά, απογοήτευση, ελπίδα, συνδιαλέγονται ψυχαναλυτικά σε ένα υπερρεαλιστικό ρυθμό με κέντρο τον έρωτα. […] «Τώρα πια/πολύωρες νύχτες μοναξιάς/κι αισθήματα σ’ αφέγγαρα μπαλκόνια.»

Η Θανόγλου παίζει με το φως. Το φως που μεταλλάσσει τις διαθέσεις, δημιουργεί το σκηνικό της, σκηνοθετεί και υποδέχεται το Άλλο της, συνδιαλέγεται μαζί του, του απευθύνεται ισορροπώντας μεταξύ της προτωπρόσωπης και δευτεροπρόσωπης αφήγησης. […] «Καταργήσαμε τα το έντονο φως/μεταλάβαμε το απογυμνωμένο σκοτάδι./ Απαρνήθηκα το λείο/για το άφυλλο άγγιγμα των χεριών σου./ Απαρνήθηκες τα πέταλα/για μιας στιγμής κοτσάνι.» Το ποιητικό εγώ μεταμορφώνεται, «Ένα μοναχικό μαύρο πουλί…», το εγώ και το Άλλο αποκτούν στα χέρια της υπόσταση, χαρακτηρίζονται προκειμένου να δοθεί τέλος στην αέναη μάχη, ενώ το κακό και το καλό, όπως συμπεραίνει η ποιήτρια με τα σύμβολα, «κρύβουν μοναξιά.». Η Θανόγλου σκηνοθετεί: «Αντικριστά τα πρόσωπά τους», ενώ δικαιώνει τη νεοτερικότητα της ποιητικής της συνδέοντας την με τις θεωρίες φύλου, δίκαια, σχεδόν σιωπηλά μα υπερήφανα. Την αφορά η ισότητα, το τέλος της μάχης, η κατάρριψη του στερεότυπου.

Η ποιήτρια και ο ποιητής και το άκαμπτο του κόσμου τούτου.

Περιστέρια πετούν σε σχηματισμό λέξεων

οι πένες άχρηστες

Ο ποιητής και η ποιήτρια
και πέρα στο βάθος…

Η Θανόγλου μας αποχαιρετά κάνοντας μνεία στην ανθρώπινη βούληση με μία ακόμα αντίθεση, καθώς, […] «πέρα στο βάθος υπάρχει «ένας θεός» ρεαλιστής, ένας θεός που, […] «ταΐζει σκισμένα ποιήματα τα περιστέρια.» Το ερώτημα της ύπαρξης υποκρύπτεται εντέχνως._

.

Οι πέντε εποχές του κόκκινου  (2017)

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 19/12/2017
Με το βλέμμα της θάλασσας
«Τίποτα περισσότερο δεν ζήτησα
από τη ζωή μου
παρά μονάχα ένα βράχο
να ατενίζω την θάλασσα»
«Οι πέντε εποχές του κόκκινου» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου. Σε πέντε ενότητες: «της απουσίας, της μετανοίας, της παράθλασης, της αλμύρας, των πτήσεων». Με ποιήματα σύντομα ως επί το πλείστον, με τίτλο ή χωρίς τίτλο. Όλες οι ενότητες αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των τίτλων τους. Όμως σχετίζονται και μεταξύ τους σαν μια ορχήστρα σε ένα ενιαίο όλον.
Η ποιήτρια κατασκευάζει το δικό της σύμπαν με υλικά το προσωπικό βίωμα και την ευαισθησία. Ο κόσμος της είναι μελαγχολικός. Όμως δεν είναι ζοφερός. Είναι ο κόσμος των ατομικών εμπειριών και της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Τις περιπέτειες της δικής της ζωής ιχνηλατεί. Όμως με τρόπο που να συναιρεί αντίστοιχα συλλογικά στοιχεία. Και αυτό είναι που καταξιώνει την ποίησή της. Το βιωμένο προσωπικό γεγονός, φορτισμένο με φιλοσοφημένη στάση, αντανακλά και εκφράζει τον αναγνώστη.
Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από λυρισμό και ερωτισμό. Μια γλυκιά μελαγχολία τη διακρίνει.
«Ένα μικρό Λονδίνο η ψυχή μου. Πάντα βρέχει».
Πρωτοστατεί η εικόνα στο λόγο της και τα εκφραστικά μέσα είναι πλούσια. Η ερωτική απουσία, το τέλος των σχέσεων, η ευτυχία που χάνεται, εκφράζονται παραστατικά, με ζωντανές εικόνες και διαυγή λόγο. Κυριαρχεί η μνήμη, επώδυνη, αλλά και νοσταλγική. Μικρά σπαράγματα ερωτικού λόγου τα ποιήματά της. Ο έρωτας μια δίνη, ένας καταρράκτης που φοβίζει τους μη μετέχοντες. Γέφυρες, αναχώματα, λευκές σημαίες δεν αρκούν. Ποτάμι ο έρωτας. Δεν αλλάζει κατεύθυνση, ούτε γυρίζει πίσω. Χαρμολύπη η ουσία του. Πικρό γλυκό κυδώνι η γεύση του. Στο τέλος πετάς το κουκούτσι.
Ο γιατρός
αποφάνθηκε
κρύσταλλα σπασμένα
τ’ αγγεία των δαχτύλων μου.
Κι εγώ απορούσα πώς
μπορούσαν να γράφουν με τόσο αίμα
το φως
και να σβήνουν με τόσες ζωές
τη νύχτα.
Εκθειάζεται το «μαζί» της αγάπης. Για τις μέρες της φθοράς, η ποίηση αποτελεί λύτρωση, είναι το καθαρτήριο.
Ο δικός σου έρωτας
μου χαράζει το δέρμα
κι εγώ για επούλωση
χαράζω μια λευκή κόλλα χαρτί.
Γίνεται χρήση της γεωμετρίας, για να εκφραστούν σχέσεις, αισθήματα, συμπεριφορές. Γωνίες και κύκλοι, τετράγωνα, ευθείες γραμμές, τεθλασμένες, κενά.
«Τετραγώνισέ με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».
Το ίδιο χρησιμοποιούνται και τα χρώματα. Δεσπόζει το κόκκινο. Αλλά και το κίτρινο, το γαλάζιο, το μπλε έχουν τη θέση τους. Όπως και οι εποχές, η φύση, η θάλασσα, το φως.
Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι
έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί με το σκουλήκι.
Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μια με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.
Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου•
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.
Θίγεται ο φθόνος, η κακία, η ματαιοδοξία, η εγωπάθεια. Όμως βρίσκουμε και πολύ τρυφερά ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς, στα παιδιά, όπως και ποιήματα ποιητικής.
Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.
Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχαν ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμειναν ίδια•
μεγάλα.
Η μοναξιά έχει την ιδιαίτερη θέση της. «Γίνεται επαίτης για ένα άγγιγμα». «Στην ψυχή μια μικρή ρωγμή». Η διάψευση αναρρώνει με «ψίχουλα καλοκαιριού».
Κάθε πρωί τα σπουργίτια
πιστά στο ραντεβού τους
τσιμπολογούν την Άνοιξη
μαζί με το ψωμί της.
Ραμφίζουν στο παράθυρο
την μοναξιά που πήγε να το σκάσει.
Κι εγώ τους πετώ ψίχουλα καλοκαιριού
που είχα φυλαγμένα
να ‘χουν στην απουσία μου
κάτι να με θυμίζει.
Η θάλασσα έχει την τιμητική της. Μονοπωλεί «την εποχή της αλμύρας». Αστερίες, όστρακα, καΐκια, παραγάδια, αλμυρίκια, αμμουδιές. Όλο το γλωσσάρι της επιστρατεύεται. Συνδυασμένη με το καλοκαίρι, άλλοτε λειτουργεί αναζωογονητικά και άλλοτε γίνεται πνιγμός για τα χαμένα όνειρα ή οδηγεί σε ναυάγιο.
Χαράματα.
Πήρε το καρεκλάκι,
τα πρωινά του όνειρα
τα εναπόθεσε στην άμμο
και κάθισε να δει την αρχή της ημέρας.
Φέτα καρπούζι η αυγουστιάτικη ανατολή
έσταξε πάνω στη θάλασσα, την λέρωσε•
κι έτσι καθώς υψωνόταν αργά αργά
για να την βαστάξει ο ουρανός,
δυο τρία σύννεφα περαστικά
ζήλεψαν την προσωρινή δόξα του θεάματος
όμοια με μαχαίρια έκοψαν από την ανατολή
δυο – τρεις φέτες δόξας.
Εκτός από την παραστατική εικονοποιία, αξίζει να τονίσουμε τη χρήση της αντίθεσης, όπως και το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτά είναι τα εργαλεία της ποιήτριας. Μ’ αυτά συνθέτει τον δικό της υποκειμενικό ποιητικό κόσμο.
Η θάλασσα πρασίνισε
ο ουρανός μαύρισε.
Εκείνη έσκισε τα κύματα
τα κύματα έσκισαν τα βράδυ τα χαρτιά της.
Εκείνος φόρεσε το βράδυ
και το πρωί που το ‘βγαλε σκοτείνιασε τελείως.
Το καλοκαίρι, η θάλασσα, η αγάπη, ο έρωτας. Ευαισθησία και συγκίνηση στην ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου. Πίνακες του Μονέ τα ποιήματά της, με ζωηρά χρώματα, συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, έμφαση στο φως. Σε πολλά σημεία ο στίχος ευφάνταστος, δυνατός.
Η Ελευθερία Θάνογλου με την ποιητική συλλογή «Οι πέντε εποχές του κόκκινου» κάνει τα πρώτα βήματά της στην ποίηση. Αποδεικνύονται πολύ ελπιδοφόρα. Ο λυρισμός υποβλητικός. Η ποίησή της σου χαμογελάει. Τη γεύεσαι, την οσφραίνεσαι, τη ζεις. Αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη, σαν το παλιό καλό κόκκινο κρασί. Το αποτέλεσμα εξαιρετικά θετικό και ευοίωνο. Της ευχόμαστε καλή αρχή! Και καλοτάξιδη η ποιητική της συλλογή!
http://frear.gr/?p=20220

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL 6/12/2017
«Ζω χωρίς εμένα»
Είναι το πρώτο βιβλίο της Ελευθερίας Θάνογλου με ποιήματα (άλλα με τίτλο, άλλα χωρίς) συγκροτημένα σε πέντε ενότητες. Πέντε εποχές. Πέντε γραμμές παράλληλες. Της απουσίας. Της μετανοίας. Της παράθλασης. Της αλμύρας. Των πτήσεων. Πέντε αποβάθρες σταθμών. Πέντε λεκτικά υπόβαθρα που αποτελούν ένα πεντάγραμμο, στο οποίο είναι γραμμένο το τραγούδι της ζωής: έρωτας, απουσία, μοναξιά. Σώμα, ψυχή, νους. Προβληματισμοί, διαπιστώσεις, καταστάσεις. Είναι πέντε παράθυρα προς τον κόσμο, ανοιγμένα στον κατακόκκινο τοίχο της σιωπής, του πόνου, του αίματος. Πέντε παράθυρα ανοιχτά για να βλέπεις τις διακυμάνσεις του φωτός, της ύλης, των συναισθημάτων, των σκέψεων, των ερωτημάτων και των διλημμάτων.
Η εποχή της απουσίας, πρώτη. Προϋποτίθεται η ύπαρξη παρουσίας πριν. Άρα χρόνος κοινός. Έρχεται με συνειδητοποιήσεις που συνοδεύονται από απορίες για τη ζωή του απόντος, αφήνοντας στην άκρη το γεγονός πως και τότε όλα γινόντουσαν μπροστά στα μάτια μας:
Πώς
ξόδεψες τις στιγμές που δεν έζησες
κι εγώ με τι οικονομία μάζευα τις απουσίες σου.
Η νοσταλγία του άλλου, σωματικά και ψυχικά, μαχαίρι. Το σώμα διψά, ποθεί, θυμάται:
Κοιτάζω τα χέρια σου,
ξένα χέρια,
άλλου σώματος,
ξένα.
Αυτά που γνώρισαν το σώμα μου
καλύτερα κι απ’ τα δικά μου.
Η αφή κυρίαρχη αίσθηση στη συλλογή, εντείνει την απουσία, η οποία περιστρέφεται κυρίως γύρω από το σώμα, τον έρωτα και τελικά το όλο «είναι», το οποίο ως ποτάμι ρέει συνεχώς αρνούμενο να υποταχτεί. Ο πόνος της απουσίας μαλακώνει όταν θυμάται στην εποχή της παρουσίας τις άκαρπες προσπάθειες και τις μονομερείς θυσίες για επίτευξη συμπόρευσης:
Τι κι αν έστησα αναχώματα σηκώνοντας λευκή σημαία
επάνω τους
εσύ πάντα ζητούσες την ευθυγράμμισή μου…
Πώς μπορείς λοιπόν να ευθυγραμμίσεις ένα ποτάμι;
Και για πόσο μπορείς να το κρατήσεις έτσι;…
Πώς μπορείς και μου ζητάς ν’ αλλάξω;
Δεν βλέπεις; Χύθηκα μέσα στη θάλασσα πια.
Λόγια σκληρά; Λόγια αληθινά, ειλικρινά, κατακτημένα μέσα από πόνο, εμπειρίες, καταστάσεις, τριβή. Όταν η απουσία είναι παρούσα, ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι μένουν μαζί, το γυαλί πάει, έχει ραγίσει και δεν ξαναγίνεται όπως ήταν πριν. Κάθε προσπάθεια καταδικασμένη. Με το ζόρι βέβαια τα κομμάτια μπορεί να μείνουν σε κάποιου είδους «επαφή», οι ρωγμές όμως είναι πάντα εκεί ως απέναντι όχθες που μέσα τους κυλάει και φεύγει ανεπιστρεπτί το νερό από το ποτάμι της ζωής. Φεύγει και ο χρόνος, άνοστος, χαμένος. Τίποτε δεν μπορεί να αναστρέψει τα πράγματα, ούτε η εκούσια θυσία του ενός στο βωμό της λογικής ούτε ο νοητικός εγκλωβισμός του μέσα σε τεχνητά καλούπια. Μάταιο:
«Τετραγώνισε με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».
Το ζήτημα είναι μετά την απουσία, στην εποχή της μετανοίας, να μετανιώσεις έντιμα και ειλικρινά για όσα ήταν ξένα προς εσένα. Όχι γι’ αυτά που με το χέρι στην καρδιά έκανες. Να μετανιώσεις για τις μάσκες που φόρεσες, να δεις ποιος είσαι χωρίς να φορτωθείς επάνω σου ενοχές, χωρίς να καταδικάσεις τον εαυτό σου. Νοείς μετά την τέλεση. Γίνεσαι καλύτερος. Πώς; «Μετά» και «κατά» νοώντας.
Ξεκινάει δύσκολα η μέρα. Το ξέρω πρώτο χέρι:
Πρωί· κάτω στη σόλα
του παπουτσιού της
η μέρα ήδη σκοτωμένη.
Νιώθεις κενός, άδειος, ασήμαντος, μπορεί και άχρηστος. Ναι, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, έρχεται απρόσκλητη να σε επισκεφθεί.
Και η γυμνή κρεμάστρα;
Έμεινε γυμνή
κατακτώντας το κενό
της καλά κλειστής ντουλάπας.
Το σώμα σου, συμμαχεί με τον απόντα, γεννώντας με δόλο επιθυμίες μέσα από εικόνες γλυκών αναμνήσεων:
Τα χέρια σου μετάνοιες
που χώθηκαν στην μπλούζα μου
στις πρώτες αμαρτίες.
Έρχονται εναντίον σου στρατιές από άνομες συμμαχίες: Οι ενοχές σου, οι νοσταλγίες, ο φόβος της μοναξιάς, οι πεποιθήσεις των πολλών, ο κοινός νους, οι άβουλοι φίλοι, οι «καθωσπρέπει» συμβουλάτορες, όλοι με το χαμόγελο-όπλο σε σημαδεύουν. Σε έχουν καταδικάσει πριν καν μιλήσεις.
Μπορεί να σε χαρακώνει η απουσία, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσεις κι εσύ πως έχεις ευθύνη; Συγκάλυψες, παρανόησες, παρέβλεψες, αγνόησες σημάδια που κραυγαλέα σου φώναζαν την πραγματικότητα. Ζούσες σε έναν κόσμο εικονικό, πλασμένο από εσένα. Είχες καταφύγει εκεί για να νιώθεις ασφαλής, καλύπτοντας το ψέμα με τα ίδια σου τα χέρια. Μήπως να ξυπνήσεις, να δεις κατάματα το τι έχει συμβεί; Μήπως να πάρεις αποφάσεις; Να μετανοήσεις, να δώσεις χώρο στον εαυτό σου (συγ-χώρεση), αγκαλιά, αποδοχή; Να βελτιώσεις την ικανότητά σου να διακρίνεις καθαρά; Να εστιάσεις στην αυτογνωσία σου; Να μην υποτάσσεσαι; Να μην παραβλέπεις; Να μην αφήνεις να παραβιάζουν τον προσωπικό σου χώρο; Θυμάσαι τι του (της) είπες κάποτε;
Εσύ ο λύκος.
Εγώ το φίδι.
Εγώ έχω το δηλητήριο,
μα εσύ στάζεις φαρμάκι.
Οι δέσμες φωτός, οι όποιες εκλάμψεις του νου, την εποχή της παράθλασης που έπεται (κάποτε προηγείται) περνώντας μέσα από την οπή της μνήμης, δεν συνεχίζουν την πορεία τους ευθύγραμμα, αλλά μπορεί να αλλάξουν κλίση. Είναι ίσως από την αγωνία τους να ξεφύγουν από τη λήθη. Όλα αλλάζουν.
Και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμεναν ίδια·
μεγάλα.
Αυτό που έλκει τους προβολείς επάνω του, είναι η μοναξιά. Είναι «κοινό σημείο αναφοράς». Η τραγικότητά της εντείνεται με την ικανότητά της να αλλάζει διαρκώς πρόσωπα, ανεβάζοντας στη σκηνή
την μοναξιά που έγινε επαίτης
για ένα άγγιγμά σου
την μοναξιά που πέθανε μέσα
στα δάχτυλά σου.
Εσύ πονάς, κλαις, υποφέρεις. Κλείνεσαι. Απομονώνεσαι. Κι όταν η βροχή χτυπήσει τα τζάμια του παραθύρου σου, σηκώνεις το κεφάλι και θυμάσαι καθαρά ποιος ήταν αυτός για τον οποίο άδικα θρηνείς:
Ο έρωτάς σου πέφτει
σαν τα ψίχουλα από κάποιο παραμύθι
σ’ έναν δρόμο που βγάζει μόνο στο εγώ σου.
Ή μήπως μιλάς για σένα;
Όσο για εκείνον; Ο εαυτός του και κανείς άλλος. Με το προσωπείο του φρόντιζε μόνο το εγώ του. Εσύ; Τι έκανες; Η μνήμη, ανοίγει τα πέταλά της να μουσκέψουν από τη βροχή και ψιθυρίζει:
Την φίλησε
εκεί που έπεφτε η μπλούζα της
αφήνοντας έναν ώμο ακάλυπτο.
Και αυτή σήκωσε την μπλούζα
να μην κρυώσει το χνώτο του
που ’ταν ζεστό σαν ποίημα.
Ναι, αυτή ήσουν. Τρυφερή, ευαίσθητη, δοτική, συναισθηματική, εύθραυστη. Για τους άλλους αλλοπαρμένη. Δεν πειράζει. Τους συγχωρείς κι αυτούς. Αυτή ήσουν, αυτή είσαι. Η εποχή της μετανοίας πέρασε. Έδωσες τον καλύτερο εαυτό σου, απροσποίητα, με την καρδιά σου. Δεν μετανιώνεις γι’ αυτό. Ήσουν ο εαυτός σου. Δεν πειράζει αν ο άλλος δεν το κατάλαβε, δεν το εκτίμησε, δεν το υπολόγισε. Ήταν πολύ άκαμπτος για να αισθανθεί την πνοή σου. Πολύ κλειστός. Δεν άφηνε χαραμάδα για να περάσει το φως σου. Αργότερα θα εμπεδώσεις αυτό που ήδη έχεις αισθανθεί (δεν θα πω ξέρεις, δεν έχει σχέση καμία με τη λογική): δεν ήταν για σένα.
Μπορεί αυτή η αίσθηση να σου πέφτει τώρα λίγο αλμυρή, μα πέρασες κιόλας στην εποχή της αλμύρας. Εκεί, έρχεσαι σε επαφή με όλα όσα προνοητικά είχες παστώσει με αλάτι για να έχεις αργότερα, να μπορείς να θρέφεις την ψυχή σου όταν πεινάει. Αξίες που με κόπο ανακάλυψες και διαφύλαξες. Έχουν αλάτι από το αίμα σου. Μα και οι αναμνήσεις έχουν γεύση αλμυρή. Ιδιαίτερα των λαθεμένων επιλογών. Θες το αλάτι του χρόνου, θες το αλάτι του παράπονου, θες το αλάτι άλλων ανθρώπων, δεν παύουν να είναι αλμυρές. Όπως και όλα όσα σε πονάνε.
Το αλάτι τσούζει σε ανοιχτή πληγή. Ξεραίνει το δέρμα και μόνο με την επαφή:
η ζωή αλμύρα πάνω στο δέρμα μου
κι ο θάνατος κοιμήθηκε στο άσπρο μου σεντόνι
μα φέρει μέσα του μνήμες που γίνονται θάλασσα. Ένας και μόνο κρύσταλλος είναι αρκετός να σε κρατήσει όρθιο όταν έχεις έρθει στο σημείο να πεις:
μαζεύτηκε τόση άμμος μέσα μου
που έσβησε απ’ τον ορίζοντά μου την θάλασσα.
Αλμυρές είναι πλέον αρκετές από τις διαπιστώσεις σου, όπως αυτή που συνομιλεί με τον χρόνο:
Σε κάθε ίχνος που αφήνω πίσω μου
βουλιάζει και μια μικρή θάλασσα.

κι εγώ ακόμη ψάχνω να βρω το μέλλον μου
σε κάθε βυθισμένο παρόν.
Έχεις όλα τα άλλα, έχεις και την καθημερινότητα να αντιμετωπίσεις. Ή μήπως αναφέρεσαι σε νέες προτάσεις που σου γίνονται (η παλαιότερες που εκ νέου επανέρχονται) για υπαναχώρηση, συμβιβασμό, φυλάκιση των ανθέων της καρδούλας σου; Έχουν θράσος:
Τώρα πώς σου ζητάνε να χωρέσεις
την ζωή σου σε ρηξικέλευθα τσιμέντα;
Πώς να αντέξεις; Πώς να συνεχίσεις; Η εποχή των πτήσεων, έρχεται να σε πάρει μακριά από όλα τούτα, να σου δώσει μια ανάσα, να κάνεις βουτιές σε κόσμους ονείρων, επιθυμιών, να χαθείς μέσα στο στερέωμα της φαντασίας. Ομολογείς μεν:
Αγαπημένε μου
γελώ χωρίς εσένα
κλαίω χωρίς εσένα
ζω χωρίς εμένα
αλλά θέλεις να προχωρήσεις, να βρεις το κουράγιο να ζήσεις. Κάνοντας την αρχή, ξεκινάς τις πτήσεις σου με όμορφες αναμνήσεις που σε σημάδεψαν:
Από μικρή δεν μου άρεσε η Γεωγραφία
ώσπου ανακάλυψα τις Κυκλάδες
στο κορμί σου.
Ονειρεύεσαι τον Έρωτα και συγκλονίζεσαι. Αφήνεσαι στη ζωή. Σε μια από τις πτήσεις σου συναντάς εκείνον που βγάζει από μέσα σου ό,τι ομορφότερο έχεις. Είναι κι εκείνος τρυφερός, σαν κι εσένα. Ταιριάζετε. Κάνεις το βήμα. Του λες:
Τα χέρια σου
τα πόδια σου
τέσσερις γραμμές ευθείες.
Όταν ξεμείνω από χαρτί
επάνω τους θα γράψω.
Τολμάς. Πετάς σταθερότερα τώρα προς το μέλλον, έχοντας την εμπειρία των τεσσάρων σταδίων που προηγήθηκαν. Αλλά και δύο ακόμη στηρίγματα.
Τους γονείς σου:
Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν άσπρα σύννεφα·

Τους εμπιστεύεσαι γιατί ξέρεις
ότι το βαμβάκι ουδέποτε χάραξε,
μόνο πληγές καθάρισε
και τον πρώτο σου, τον άγουρο έρωτα, που μπορεί να έμεινε ως καταγραφή μιας φιλίας ιδανικής, αλλά πάντα ήταν καυτός, ποτέ δεν έχασε το παραμικρό από τη μαγεία και την έντασή του:
τα νιάτα μας
τα όνειρα τα άγουρα
τ’ αγκάλιαζε η ζέστη
και πίσω από τα βραχάκια
μας χάζευε ένα μέλλον.
Πετάς, ξανά, λεύτερη. Πέρασες την εποχή της απουσίας ακούγοντας τη σιωπή της, την εποχή της μετάνοιας μυρίζοντας το άρωμά της, είδες για μια ολόκληρη περίοδο την παράθλαση, γεύτηκες την αλμύρα. Ήρθε η ώρα της χαράς, της απογείωσης των σωμάτων με την αφή, ήρθε επιτέλους η εποχή των πτήσεων.
Ναι, οι πέντε εποχές του κόκκινου, ίσως είναι οι πέντε πρώτες αισθήσεις. Του κόκκινου. Κόκκινου; Στη συλλογή παρουσιάζεται ως κόκκινο παλτό, κατάσαρκα ριγμένο «στη ραχοκοκαλιά της απουσίας». Στη φόδρα του διακρίνω καλά ζωγραφισμένο τον έρωτα και στα κουμπιά του τη ζωή. Η μοναξιά έχει ενώσει τα κομμάτια σε σύνολο με κόκκινη κλωστή.
Ώσπου, στην καθοριστική της πτήση, συναντάει εκείνον που
την γλώσσα της
οι άκρες των δαχτύλων του ακουμπούν.
Πάλι η παντοδύναμη αφή. Ανταποδίδει τη χαρά, την ηδονή. Είναι εκείνη που
κόσμους παραποτάμιους
γεωγραφούν τα χείλη της
στις φλέβες των χεριών του.
Με τον ίδιο τρόπο, κόσμους ποιητικούς γεωγραφούν οι λέξεις της Ελευθερίας Θάνογλου στις φλέβες της ποιητικής της συλλογής.
Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια ερωτική θαλασσογραφία με κατακόκκινα νερά. Ο φλοίσβος της ακούγεται ποιητικά να μιλάει για πέντε εποχές, πέντε εκδοχές, πέντε αισθήσεις. Κύματα λυρισμού συναγωνίζονται κύματα ρεαλισμού σε μια σύγχρονης ποίησης πορεία, μη καθορισμένη εκ των προτέρων. Αναταράσσουν την επιφάνεια, κάτω από την οποία βασιλεύει ένας τεράστιος όγκος νερού μοναξιάς, αλμυρής από τις εμπειρίες της ζωής. Ο βυθός αμετανόητος σε αντίθεση με την ηπιότητα όσων χρωμάτων έχουν απλωθεί με τον χρωστήρα της μετανοίας. Το φως, παίζει με το μπλε, περνάει από τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου και καταλήγει στο σκούρο (βλ. εξώφυλλο). Φτερωτές μορφές –μόνο τα φτερά είναι ορατά, το σώμα δεν φαίνεται– ίπτανται πάνω από τα κύματα, που είναι πλέον λόφοι και βουνά. Μα και τα φτερά, είναι πλέον χέρια. Και η κίνηση, έχει πετρώσει σε ακινησία.
Σου μένει η αίσθηση του να έρχονται δέσμες φωτός από έναν επίσης αόρατο φάρο και να παθαίνουν παράθλαση καθώς εισχωρούν εντός σου, κατευθυνόμενες ελκτικά στις πηγές του πόνου, πηγαίνοντας ανεμπόδιστα εκεί που αυτές επιλέγουν.
Ως αναγνώστης, ένιωσα πως η ποιητική αυτή συλλογή δεν είναι πρωτόλεια. Έχει να πει, έχει να δώσει, έχει να συγκινήσει και πάνω από όλα, η νέα αυτή ποιητική φωνή, έχει να υποσχεθεί πολλά καλά για το μέλλον.
http://fractalart.gr/oi-pente-epoxes-tou-kokkinou/

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS 17/5/2018
Τα τελευταία χρόνια και στο πλαίσιο της αυξημένης ποιητικής παραγωγής, ένα φαινόμενο παγκόσμιο θα λέγαμε, συχνά υπάρχει μία τάση ενδοσκόπησης με κυρίαρχο το κεντρικό στοιχείο και με διάθεση Ψυχικής εκτόνωσης του/της δημιουργού. Έτσι, η ποίηση από τέχνη μετατρέπεται σε ψυχαναλυτική μηχανή εκμυστήρευσης, δίχως στην ουσία να αγγίζει τον ακροατή/αναγνώστη.
Μα το ποίημα ξεκινώντας ως αυτοβιογραφία του ποιητή οφείλει να καταλήγει ως αυτοβιογραφία του κοινού, κάτι που φαίνεται να προσπερνά οι εσωστρεφής φιλαυτία πολλών δημιουργών. Και την ίδια στιγμή, συχνά λησμονείται ο λυρισμός μέσα στη θεωρούμενη “ευκολία” γραψίματος, οδηγώντας στην έκδοση συλλογών όχι απλά άνευρων, μα και δίχως ψήγματα λυρισμού.
Ευτυχώς όμως νέοι δημιουργοί με διάθεση γλωσσικού πειραματισμού αφήνουν γόνιμες ελπίδες, όπως η πρώτη εμφάνιση της Ελευθερίας Θάνογλου στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «οι πέντε εποχές του κόκκινου» (Πικραμένος, 2017) που αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη για την ωριμότητα με την οποία αξιοποιεί την ποιητική γλώσσα η δημιουργός.
Η Θάνογλου μετατρέπει το ατομικό βίωμα σε συλλογικό∙ η προσωπική εμπειρία γίνεται κοινή, δίχως να περιορίζεται σε εγωκεντρικά μοντέλα. Φορτίζει το βίωμα με μία στοχαστική ενέργεια που συμπλέει με τον λυρισμό προκειμένου να ελλιμενιστεί στην ψυχή του κοινού.
Με ήπιους τόνους και μία εικονοκλαστική προσέγγιση, που θεμελιώνεται στον μεταφορικό λόγο, μιλά και στοχάζεται για τον έρωτα και τη μοναξιά, τις ανατροπές της ζωής και τον θάνατο, τη μνήμη και τον πόνο. Το φυσιολατρικό στοιχείο, καθώς εισέρχεται αβίαστα στη στιχουργική της, αξιοποιείται μετωνυμικά για να εκθέσει αλληγορικά την ψυχική διάθεση και τον προβληματισμό της ποιήτριας.
Αυτό που ξεχωρίζει είναι η φρεσκάδα της λυρικής της πνοής. Μεταφορές, προσωποποιήσεις και παρομοιώσεις συμπλέκονται συνειρμικά και γεμίζουν με μία γλυκιά μελαγχολία και νοσταλγία τις εικόνες και τις αγωνίες της ποιήτριας. Πλούσιες μεταφορές διανθίζουν τις ολιγόστιχες συνθέσεις της συλλογής. Συχνά ολόκληρη σύνθεση μετατρέπεται σε μία παρομοίωση.
Οι μετωνυμίες ενισχύουν την εικαστική προσέγγιση του χώρου και διαστέλλουν το συναίσθημα του δέκτη. Με φυσικότητα και διαύγεια μεταφέρεται στην ποιητική σκηνή και αγκαλιάζει με ευαισθησία τις αγωνίες της δημιουργού. Ας σημειώσουμε πως αρκετές συνθέσεις ξεκινούν από μία συγκεκριμένη εικόνα -κοινωνική αποτύπωση ή από το φυσικό περιβάλλον- και συνειρμικά με την υποστήριξη του αλκοολικού λόγου καταλήγουν σε στοχασμούς, κλιμακώνοντας τη συναισθηματική ένταση.
Αναζητώντας το δικό της ύφος, η δημιουργός πειραματίζεται με τον αλληγορικό λόγο. Παρά την πρώτη της εμφάνιση φαίνεται να ελέγχει τα εκφραστικά μέσα και να τα αξιοποιεί με θάρρος και τόλμη, ξεφεύγοντας από το στενά ατομικό, καθιστώντας το συλλογικό βίωμα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *