ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Αλεξανδρα

 

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983 και έκτοτε σε διάφορα έγκυρα περιοδικά. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα οκτώ ποιητικές συλλογές Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, στην έκδοση: «Lovers and Lairs. Poems from the Greek», μετ. Richard Scorza (Samkaleen Prakashan, New Delhi, 1992).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2018) Ο κόσμος απροκάλυπτα
(2012) Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, Σαιξπηρικόν

(2009) Ηδονή και εξουσία, Μεταίχμιο
(2005) Πεδίο πόθου, Μεταίχμιο
(2000) Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, Εντευκτήριο
(1997) Μαυλιστικά, Μπιλιέτο
(1994) Θείο κορμί, Διαγώνιος
(1992) Lovers and lairs
(1990) Το γυμνό ζευγάρι, Διαγώνιος
(1984) Ανοικτή γραμμή, Διαγώνιος  

 

1-2108 Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

 

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ (2018)

 

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Στον τραχύ κι απομυθοποιημένο κόσμο μας
—από πολύ νωρίς τραχύ τον γνώρισα—
είδα, έπαθα, αναλογίστηκα.

Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας
έχω αυθόρμητη την τάση, την αισθητική,
να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου.

 

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

Φαρμακερό το βλέμμα της επάνω μου
—οι υπέρμετρες φιλοδοξίες της ήταν ο λόγος—
φαρμακερό βλέμμα που μου δήλωνε:
θα σε ταπεινώσω
κάνε στην άκρη
σε θέλω μαριονέττα στα χέρια μου.

Τουλάχιστον απροκάλυπτα έπεσε η μάσκα της.

 

ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ

Τρικύμισμα ανθοφορίας.
Είναι να φανεί ο αγαπημένος.
Τη συνταράζει η αναμονή,
με ακατάπαυστα σκιρτήματα
ούτε στιγμή δεν φεύγει από το παράθυρο.
Πριν της χτυπήσει το κουδούνι,
θα τον δει να διασχίζει τον δρόμο.

Ύψιστο πανδαιμόνιο,
τρικύμισμα ανθοφορίας για τον αγαπημένο.

 

ΤΟ ΠΙΟ ΒΑΘΥ

Το πανέμορφο νεοκλασικό σπίτι
που κάποτε έμενες,
έγινε πολιτιστικό κέντρο.
Με αφορμή μια λογοτεχνική εκδήλωση
βρέθηκα στον χώρο του.
Οι τοίχοι, οι σκάλες, οι συστάδες των ψηλών δένδρων,
κάθε πετραδάκι στην αυλή του
μου θύμιζαν εσένα,
κι ας πέρασαν τόσα χρόνια που χωρίσαμε.
Αναδύθηκες από το πιο βαθύ και αδιάσπαστο του είναι μου.

Εκείνο το σπίτι, η αυλή, τα δένδρα του,
στο βλέμμα μου χώρος ιερός.

 

ΟΔΥΝΗ

«Μου έρχεται να πέσω από το μπαλκόνι,
να τελειώσω, να με πάρει το μαύρο σκοτάδι.»
Το ξεστόμισε χωρίς να κραυγάζει.
Όταν ήδη ζεις τον θάνατο δεν κραυγάζεις.
Φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της.
Παρατημένη,
πιασμένη σε δόκανο,
έγκλειστη στην οδύνη της.
0 άνδρας της αδιάφορος.
Διασκέδαζε στις παραλίες και στα κέντρα
με τις καινούργιες κατακτήσεις του.

 

Η ΟΠΤΙΚΗ MOΥ ΑΛΛΑΖΕΙ

Υποχθόνιοι, μνησίκακοι και ιδιοτελείς
μας περιβάλλουν.

Από υποχθόνιους, μνησίκακους και ιδιοτελείς
είδα κι έπαθα να απαλλαγώ,
με ήθελαν κλοτσοσκούφι στα χέρια τους.
Γι’ αυτό η οπτική μου στον κόσμο αλλάζει,
γίνεται βαρύθυμη.
Γι’ αυτό πια υποπτεύομαι, παρατηρώ,
κόβω κίνηση.

 

ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ

Στιλέτο, κάμα θανάτου η κακία,
έντρομη μελετώ τα εγκλήματα της,
τις πηγές, αιτίες,
διακλαδώσεις κι εκβολές της.
Κάμα θανάτου η κακία,
στο καλαστήριό της παγιδεύτηκα
και με κατασπάραξε.

Σαν τον ναυαγό που την τελευταία στιγμή
από θαύμα σώθηκε,
στο αμήν,
αποτρελαμένη μελετώ το μένος της κακίας.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ (2012)

 

ΤΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου

 

 

Η ΠΡΟΒΑ

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση
ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε
στους ηθοποιούς του:
«Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,
άμεσα εκτεθείτε.»

Σκέπτομαι:
Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει κι η ποίηση,
τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,
μέχρις εσχάτων.

 

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Στη συνάντηση της παρέας στο υπαίθριο μπαρ
ήρθε περιποιημένη, μακιγιαρισμένη.
Ήταν σούρουπο και πριν πέσει εντελώς ο ήλιος,
ζήτησε από τον φίλο που στεκόταν δίπλα μου
να την φωτογραφίζει.
Όχι τόσο επειδή τον φλέρταρε,
αλλά με έναν εσωστρεφή ναρκισσισμό
που εκείνη τη στιγμή διόλου δεν κρυβόταν,
συνέχεια του ζητούσε να τη φωτογραφίζει,
στρέφοντας με ωραιοπάθεια το κεφάλι της
σε κάθε στάση, χαμογελώντας ελαφρά.
Την ήξερα: ώριμη στην ηλικία
και με συναισθηματικά αδιέξοδα.
Πλάνταζε να αρέσει, να αγαπηθεί, να ζήσει.
Με συγκατάβαση έκρινα αυτό το ξέσπασμα
του ναρκισσισμού της,
με συγκατάβαση για τον φόβο, την απελπισία της
από τη φθορά του χρόνου.

 

 

ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟΣ

Δεν περιφρονώ την πεζή καθημερινότητα.
Μέσα στο συγχρωτισμό με τον κόσμο
για δοσοληψίες και πρακτικά ζητήματα,
διακρίνεις τακτικές, ελιγμούς, σχέσεις εξουσίας.
Από την πεζή καθημερινότητα
καταλήγεις σε συμπεράσματα και πικρές αλήθειες.

 

 

ΦΑΝΕΛΑΚΙ

Έγειρα στην αγκαλιά σου
και το φανελάκι σου μοσχοβολούσε,
καθαρό, φρεσκοπλυμένο ρούχο.
Η μυρωδιά του μου άναψε τις αισθήσεις.
Και η αγάπη μας ανθηρή, πεντακάθαρη είναι
χωρίς σκιές και ραγίσματα.
Δοσμένοι ο ένας στον άλλο,
τη λαμπρότητα της αγάπης μας απολαμβάνουμε.

 

 

ΨΗΦΙΔΑ

Με αυτοπεποίθηση για την ομορφιά της
ίσως και με κάποια αλαζονεία,
η ξεναγός ανέβηκε τα σκαλοπάτια του πούλμαν
και πήρε το μικρόφωνο για να ανακοινώσει στους ταξιδιώτες
το πρόγραμμα της μέρας.
Ήταν η αγάπη του και συνταξίδευε μαζί της,
η θέση του στην πρώτη σειρά.
Ακόμη και την αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή
τη λάτρευε, την καμάρωνε,
την εξέταζε σαν μια ψηφίδα
από τον θαυμάσιο κόσμο της,
το λαμπερό παρουσιαστικό της.
Ήταν η αγάπη του, τέλεια αισθαντική γυναίκα.
Η αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή
σαν μια πρόκληση τον ξετρέλαινε.

 

 

ΗΤΤΑ

Ίσως επειδή ένιωσε οικειότητα
–το φιλικό γεύμα ήταν μόνο για γυναίκες–
μίλησε για ό,τι μύχιο τη βασάνιζε:
«Αξιολύπητη ήττα η μοναξιά μου.
Η χειρότερη ώρα είναι το πρωί,
η απελπισία κάνει κουμάντο.

Διαχειρίζομαι το πιο σκληρό,
διαχειρίζομαι τον πόνο της μοναξιάς.»

 

 

ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΜΑΤΙ

Ούτε συντριβή, ούτε αγάπη
μόνο πόθο και λαγνεία έδειξες για μένα
με τον τρόπο που έκανες έρωτα.
Πρόβαλε ξανά η γνώριμη ορμή σου,
ένας κατακλυσμός ακολασίας
που σε παρέσυρε και σε αφιόνιζε.
Με ξεζούμισες από πόθο για το σώμα μου,
και ήταν ένα είδος αποθέωσης
που γενναιόδωρα μου χάρισες.
Ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από σένα,
γι’ αυτό όταν μετά από ώρα
σηκώθηκα από το κρεβάτι για να ντυθώ,
καθώς παρέμενες ξαπλωμένος
παγερά με έβλεπες,
τώρα με κριτικό μάτι για τις ατέλειες
στο γυμνό σώμα μου.
Η αποθέωση που μου χάρισες είχε ήδη τελειώσει.

 

 

ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ

Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις
οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,
ακόμη και από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,
διαλαλούν την πραμάτεια τους,
περιφέρουν την ευτέλειά τους.
Ματαιοδοξίες που δεν συμμαζεύονται,
επιθετικές, κακόβουλες.

 

 

ΦΕΤΙΧ

Άδειος από συναίσθημα ήσουν στον έρωτα,
βίαιος και απότομος.
Κρυφοκαμάρωνες για τον εαυτό σου
και διασκέδαζες να είμαι ένα τίποτα
στα χέρια σου για να με ταπεινώσεις.
Βιάστηκα να ντυθώ και να φύγω.
Με μια αστραπιαία κίνηση,
και σαν τον κλέφτη, γιατί αντί στάθηκα,
μου άρπαξες ένα εσώρουχο
να το έχεις φετίχ από μένα, όπως μου είπες.

 

 

ΔΕΝ ΕΞΑΛΕΙΦΕΤΑΙ

Ακόμη σε ποθώ
κι ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Χαρισματική η έντονη προσωπικότητά σου
πέρα από καθετί μέτριο και τετριμμένο.
Συνδύαζες εξωστρέφεια, δυναμισμό
και μια καίρια ευαισθησία.

Ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Το παρελθόν δεν εξαλείφεται
ούτε χειραγωγείται.

 

 

ΝΥΧΤΑ

Κατά μήκος του στενού πεζόδρομου
μπαρ και καφετέριες.
Καθώς πίνει το ποτό της
διακρίνει στο απέναντι μπαρ την αγάπη της.
Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του
μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια
για να μιλήσει με φίλους του.
Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει.
Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,
όμως δεν θα πάει κοντά του,
πριν από ένα χρόνο την παράτησε.
Στον πανέμορφο πεζόδρομο
με τα φώτα, τις σκιές και τους θαμώνες
μένει καθηλωμένη στη μοναξιά της.

 

 

ΓΙΑ ΕΥΝΟΗΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Ο κόσμος μοιάζει με θηριοτροφείο.

Στην κυριολεξία, μαφιόζικες τακτικές
βρίσκουν εφαρμογή στο ευυπόληπτο σπίτι τους.
Γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν οι καταπιεστές
και οι καταπιεζόμενοι.
Για ευνόητους λόγους, όσα φρικτά
συμβαίνουν στο σπίτι τους κανείς δεν τα μαθαίνει.

 

 

ΒΙΤΡΙΝΑ

Πέρασες μπροστά από την ομήγυρη
και άρχισες τα χαμόγελα,
τις χειραψίες με όλους,
μοίραζες φιλοφρονήσεις
-τόσο ευγενικός και εγκάρδιος.

Για μένα αυτά τα χαμόγελα και οι διαχύσεις σου
ψεύτικη βιτρίνα.
Μόνο εγώ ήξερα τις κατάπτυστες αθλιότητές σου,
και τι στυγνό μούτρο ήσουν.
Να έφευγες αμέσως, να εξαφανιζόσουν.

 

 

ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ (2009)

 

ΟΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ

Γίναμε εραστές μόνο μια φορά,
πρώτα εσύ αδιαφόρησες
και το ειδύλλιο χάθηκε,
ωστόσο παραμείναμε φίλοι.
Κάτι ξεχωριστό αποπνέεις ως άτομο,
εκείνη η λαμπερότητα στο πνεύμα σου.
Ενώ αποφεύγω να σε προκαλώ,
με κολακεύει που στη ματιά μου
κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι,
σαν να αναθερμαίνεις μια προσέγγιση.
Προτιμώ να σε έχω φίλο, όχι εραστή μου.

 

 

ΜΕΤΑΝΟΙΕΣ

Ενάργεια είχαν τα λόγια της:
«Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω.
Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,
να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου.
Αλησμόνητος μένει στο μυαλό μου ένας θαυμαστής
σε κάποιο ταξίδι.
Πριν πέσουμε στο κρεβάτι και όπως ήμουν όρθια,
με λατρεία έσκυψε στα πόδια μου, κι έκανε μετάνοιες
στο γυμνό μου σώμα,
μετά από τα γόνατα άρχισε να με φιλάει.»

 

 

ΤΑ ΞΕΣΠΑΣΜΑΤΑ

A ν και σπούδασε θετικές επιστήμες
δεν του λείπει η μόρφωση,
οι γνώσεις από Ιστορία και τέχνη.
Ώριμος στην ηλικία και με ευφράδεια,
ρητορική ικανότητα.
Σε συναναστροφές και όπως κυλάει η συζήτηση
για σπουδαία, ίσως και ασήμαντα θέματα,
αν κάποιος διαφωνήσει μαζί του
συχνά αρπάζεται άσχημα και με τραχύτητα τον προσβάλλει.
Αναμφίβολα θέλει να έχει την πρωτοκαθεδρία.
Δείχνουν άνθρωπο ευέξαπτο τα ξεσπάσματά του.

Έναν πληγωμένο εγωισμό κουβαλάει κι αυτός,
οι φιλοδοξίες της ζωής του απέτυχαν.

 

 

ΤΟ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΙΛΟ

Αραιά τη συναντούσε,
συνήθως όταν ταξίδευε στην πόλη της.

Δεν τη φίλησε, ούτε τη χάιδεψε,
με τραχύτητα της έκανε έρωτα
σίγουρος για τον εαυτό του.
Όταν σηκώθηκε για να ντυθεί
της έφερε στο κρεβάτι χαρτομάντιλο,
χωρίς να το ζητήσει η ίδια,
για να σκουπίσει τον ιδρώτα της.
Ήταν η μόνη κίνηση αβρότητας εκ μέρους του.

Ως εραστή δεν τον απέρριπτε τελείως,
αν κι από διαίσθηση γινόταν επιφυλακτική,
αμφέβαλλε αν θα συνέχιζαν.

 

 

ΒΑΚΧΙΚΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Το εκδρομικό πούλμαν έκανε στάση στην ειδυλλιακή κωμόπολη.
Το κασετόφωνο συνέχιζε να παίζει μουσική στη διαπασών
καθώς κατέβαιναν οι επιβάτες.
Προηγουμένως στη διαδρομή είχε φουντώσει μεγάλο κέφι
με τραγούδια, μάλιστα οι πιο ζωηροί
έριξαν χορό στον στενό διάδρομο του πούλμαν.
Για να απολαύσω τη μουσική, καθυστέρησα να κατεβώ,
το ίδιο και μια νεαρή κοπέλα.
Σαν σε έκσταση, σε βακχικό παραλήρημα,
σε μια εκτός εαυτού κατάσταση
άλλαζε και καθόταν από τη μια άδεια θέση στην άλλη,
τραγουδώντας παθιασμένα με τη μουσική της κασέτας
και χορεύοντας στις ενδιάμεσες μετακινήσεις της.
Μαρτυρούσε ερωτική στέρηση ο παροξυσμός της,
και κάθε άδεια θέση που καθόταν
έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αποζητούσε.

 

 

ΔΙΑΠΑΛΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στον δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγαλλίαζε που του επέτρεπε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγαλλίαζε όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε συναγωνισμός και διαπάλη ανάμεσά τους
ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανέναν τους ποτέ.

 

 

ΓΙΟΡΤΗ

Από ερωτικό οίστρο με το γόνατό σου
με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,
καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων
και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.
Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.
Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,
οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,
η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά
συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο
που μου έδινε το γόνατό σου.

 

 

ΠΑΘΟΣ

Μου έτυχε χωρίς φιλί
να απολαύσω τον έρωτα.
Όμως εσύ ήσουν γενναιόδωρος,
με πάθος με φίλησες στο στόμα, στο στήθος
και στο αυτί.
Η ανάσα και το στόμα σου στο αυτί μου.
Ο αχαλίνωτος παλμός από τις συστροφές
των χειλιών και της γλώσσας σου στις πτυχές του
με διέγειραν.
Άκρως τολμηρά και πρωτόγνωρα
τα χάδια σου που ακολούθησαν.

 

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, 1985

Η παραλία λεγόταν Πάλιουρας, έξω από τη Μηχανιώνα.
Απογεύματα κολυμπούσαμε,
όταν βράδιαζε, καθόμασταν στην ταβέρνα δίπλα στο κύμα.
Η φίλη μου γύρω στα σαράντα διατηρούσε την εντυπωσιακή
ομορφιά και τη ζωντάνια της.
Κάποια φορά ένας άνδρας που μας κοίταζε με ενδιαφέρον
ζήτησε την άδεια να καθίσει στο τραπέζι μας,
και πάντα μέσα στο πλαίσιο της ευπρέπειας,
γιατί πέρα από τη συντροφιά και τις κουβέντες
δεν συνέβη τίποτα.
Η μεγάλη της διασκέδαση ήταν όταν ο άνδρας
προθυμοποιήθηκε και πλήρωσε τον λογαριασμό,
μας έκανε το τραπέζι.

Παντρεμένη με έμπορο δεν της έλειπε η οικονομική άνεση,
με κατάπληξη διαπίστωσα και σε άλλες περιπτώσεις μαζί της
ότι μεταχειριζόταν τους άνδρες σαν παιχνιδάκια,
και χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της,
έπρεπε να πληρώσουν και να εξυπηρετήσουν.

 

 

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ

Πολλά την ενοχλούσαν και την κούραζαν στην πόλη,
η μιζέρια, κάτι σαν παρακμή τις τελευταίες δεκαετίες.
Ύστερα εν τη ρύμη του λόγου συνέχισε:
«Στον σφοδρότερο έρωτά μου έδινα ραντεβού
στην πλατεία Άθωνος.
Με ταξί ή περπατώντας καταλήγαμε στο δωμάτιό του,
σε ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία στο Βαρδάρι,
επί της Μοναστηρίου.
Υπέρ το δέον φλογερή η έξαψή μας,
άρχιζε και κορυφωνόταν στον έρωτα,
ένα ρίγος για ό,τι φανερό ή μυστικά ανεκδήλωτο μας έδενε.
Από τότε στο μυαλό μου νοσταλγικά κουβαλάω
την εικόνα της πόλης από την Άθωνος μέχρι το Βαρδάρι,
τους ενδιάμεσους δρόμους, την αγορά.»

 

 

ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κανένα είδος εξάρτησης
δεν είχα ποτέ από σένα.

Με απωθεί το βλοσυρό ύφος σου,
ο στόμφος στη φωνή σου.
Μία επιθετικότητα βγάζεις
που σε προσδιορίζει.
Γυρεύεις να κυριαρχείς, να επιβάλλεσαι
να λύνεις και να δένεις.

 

 

ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στοργικά με τάισαν συγγενικά μου πρόσωπα,
καθώς και μια μοδιστρούλα
στη γειτονιά που έπαιζα παιδί.

Μετά την εφηβεία το τάισμα
είχε τη σημασία του στο ερωτικό παιχνίδι.
Θυμάμαι ένα καλοκαιρινό γλέντι,
ο άνδρας δίπλα μου, που από καιρό ήθελε να με προσελκύσει,
γύριζε προς το μέρος μου και με τάιζε.
Σχεδόν σιωπηλός, χωρίς γαλιφιές και γλυκόλογα,
με ανυπόμονη ορμή μού έβαζε την τροφή στο στόμα.
Τη δύναμη και τη βιασύνη του αρσενικού
που θέλει να κατακτήσει μου μετέδιδε η κίνησή του.

 

 

ΟΣΟ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ

Από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της πόλης,
φιλόδοξος, πραγματιστής.
Στα σαλόνια και τις δεξιώσεις
βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής,
συνήθιζε να περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του
στις δουλειές, και πολλοί τον πλησίαζαν με δέος.

Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του
μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα.
Ερωτική η ταινία, καλογυρισμένη,
ένα έργο τέχνης.
Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη
να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής ιστορίας,
την ίδια ανάγκη που είχε ο καθένας
μέσα στην αίθουσα.
Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο.

 

 

ΤΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ

Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,
μίλησες απαξιωτικά.

Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα
ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,
είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα
– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.
Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα
για την τέχνη.
Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,
κατευθύνουν την αισθητική μου.

 

 

Η ΑΛΒΑΝΙΔΑ

Πάνω από δεκαετία, κάθε καλοκαίρι
στο ξενοδοχείο που έκανα διακοπές με την ίδια μεγάλη παρέα,
ήταν καμαριέρα.
Έτσι κατόρθωνε να συντηρείται,
ο μισθός της στην Αλβανία πενιχρός,
γυμνάστρια σε σχολείο τον χειμώνα.
Από τη σκληρή δουλειά ρυτίδες χαλνούσαν το πρόσωπό της,
τα αισθηματικά της πάντα σε αδιέξοδο,
ερωτικό σύντροφο δεν είχε.
Με έμφυτη εγκαρδιότητα και σπασμένα ελληνικά
λαχταρούσε να μας μιλάει στα δωμάτια, όταν καθάριζε,
ή στους διαδρόμους.
Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγουμε στεναχωριόταν.
«Εσάς θυμάμαι στην ερημιά μου τον χειμώνα» μας έλεγε.

Ένα βράδυ σφίχτηκε η καρδιά μου
όταν την είδα να κάνει βόλτα μόνη στον παραλιακό πεζόδρομο.
Μέσα στον πολύ κόσμο μια μοναχική φιγούρα,
που ακόμα και εκείνη την ώρα, ενώ είχε ήδη σχολάσει,
φορούσε τη γαλάζια στολή της καμαριέρας.

 

 

ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ

Μέσα από γεγονότα
για κάποιους από τον κοινωνικό σου περίγυρο
διαπιστώνεις:
άδικοι, αναίσχυντα βίαιοι άνθρωποι.
Περιφρουρούν την ιδιοτέλειά τους,
ξεκάθαρα πράγματα.
Αν είσαι εμπόδιο,
και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής,
θα σε συντρίψουν.

 

 

ΠΕΔΙΟ ΠΟΘΟΥ (2005)

 

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Στο νυχτερινό περίπατο με κάθε προφύλαξη
έπιασε το χέρι μου. Μια χειρονομία που σήμαινε πολλά.
Και δεν ήταν επιτρεπτό από κοινωνικές συμβάσεις
να μας αντιληφθούν οι υπόλοιποι της παρέας
που ακολουθούσαν.
Με θέρμη τρίβαμε τα μπλεγμένα μας δάκτυλα.
Κι όπως με ένα ελάχιστο, στιγμιαίο
αγκάλιασμα χωρίσαμε,
η στύση του κλεισμένη στο παντελόνι του
σκληρή σαν πέτρα.

 

 

ΗΜΙΦΩΣ

Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της.
Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες.
Γνώρισε κάθε μορφής έρωτα.

Στο ημίφως της βεράντας όπου γινόταν
το πολύβουο πάρτι, την περισσότερη ώρα
καθόταν σε μια άκρη, ηθελημένα μόνη της
και έπινε.
Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας
μετά τα σαράντα,
στην κρίσιμη καμπή που το παρόν
αλλά και οι προοπτικές της από δω και πέρα
δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.
Στο ημίφως της βεράντας έπινε,
καρφί δεν της καιγόταν για το πάρτι
και τις συντροφιές που μαζεύονταν εκεί.
Το πολυτάραχο παρελθόν της νοσταλγούσε.

 

 

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Θαλερός, και με την αλαζονεία
του ακαταμάχητου επάνω του.
Τον παίδεψα μέχρι να πέσω στην αγκαλιά του.

Όταν πρωτοφιληθήκαμε
ακάθεκτος έτριβε το πρόσωπό του
στο δικό μου.
Με γέμισε αμυχές και σημάδια
στα χείλη και στο λαιμό.
Για μέρες μού άναβαν μια φλόγωση τα σημάδια.

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ

Και τι δεν ετοίμαζε,
η συλλογή με τα νέα διηγήματά του
προχωρούσε για έκδοση, το ίδιο και το βιβλίο
με τα δοκίμιά του, όσο για το καινούριο μυθιστόρημα
κλεισμένος στο εξοχικό σπίτι το δούλευε.
Αυτά για το πόσο δημιουργικός παρέμενε.
Ίσως το είχε ανάγκη έτσι να επιβεβαιώνεται με το γράψιμο,
κι ό,τι δημοσίευε δεν περνούσε απαρατήρητο.
Όμως σε εμάς τους φίλους αρκετές φορές
δεν έκρυψε κάτι πιο μύχιο:
ότι έπινε συχνά χωρίς σταματημό,
μουντή σύνθεση, μουντό σκόρπισμα η άχαρη ζωή του –
έπινε με μια τάση αυτοκαταστροφής.

 

 

Η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

«Άπειρη είσαι, δεν ξέρεις τι γίνεται έξω,
δεν κυκλοφορείς, μένεις κλεισμένη στο καβούκι σου,
στην ασφάλεια του σπιτιού σου».
Ήταν η παρατήρησή του εναντίον μου,
τον ενοχλούσα επειδή είχα αντιρρήσεις
για κάποιες απόψεις του.

Με τα χρόνια ρίχτηκα στα βαθιά,
εκτέθηκα στα καλύτερα και στα χειρότερα,
στις πιο ακραίες καταστάσεις.
Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του.

 

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Αναγκαστικά μέσα στο ίδιο περιβάλλον
τους έζησα από κοντά:
τη μοχθηρή και ανάλγητη εγωπάθειά τους,
τη μανία τους να καταδυναστεύουν άγρια,
τα μυστικά τους εγκλήματα.
Τέτοια καθάρματα.

 

 

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ

Με κάλεσε για τραπέζι.
Πέντε έξι φίλες και φίλοι της
που τους είχα συναντήσει και σε άλλη περίσταση
ήταν οι συνδαιτυμόνες, όλοι τους εκλεκτοί
για την ευρυμάθειά τους, τις καλλιτεχνικές ενασχολήσεις,
το χιούμορ και τη γνησιότητα των αισθημάτων τους.
Κι όπως εκείνη λίγο τους ξεπερνούσε σε όλα αυτά,
και την παραδέχονταν και κρέμονταν από τη γοητεία της,
είχα την αίσθηση ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι της
σχημάτιζαν κάτι σαν αυλή,
έναν πολύ αφοσιωμένο πυρήνα ανθρώπων
γύρω από το πρόσωπό της, όπου έτσι κι αλλιώς
η συναλλαγή και το συμφέρον δεν είχαν θέση.
Και μόνο για τους φίλους της τη ζήλεψα.

 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ

Δεινοπάθησε η βέσπα σου
από τις πέτρες και την ανηφόρα
στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.
Με σκοπό τον πήρες,
αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά
θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.
Ένα φανελάκι φορούσες
και δεν άργησα να κάνω την αρχή,
παράφορα σε φιλούσα
καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.
Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.

 

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΩΘΗΚΑ

Κάποιες σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου
αιωρήθηκαν στον αέρα, καθώς μιλούσες δυνατά
και γελούσες, κι όπως βρισκόμουν δίπλα σου
τις δέχτηκα στα χείλη.
Πιο πολύ και από αγίασμα οι σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου,
κι όταν διαλύθηκαν στο στόμα μου,
ήταν σαν μυστικά να ενώθηκα μαζί σου,
σαν μυστικά να σε έβαζα μέσα μου.
Πιο πολύ κι από αγίασμα το σάλιο σου,
κι ας μην έχουμε φιληθεί ποτέ στο στόμα,
κι ας τρέμει το φυλλοκάρδι μου
πως πάλι θα απομακρυνθείς και θα σε χάσω –
και η συμπεριφορά σου δείχνει
πως δεν μετράω πια για σένα.

 

 

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

Περπάτησα μαζί της μέχρι το κοσμηματοπωλείο της
στην πλατεία Άθωνος.
Και στην αγορά Μοδιάνο και στο Καπάνι
που περάσαμε, κάποιοι πωλητές
με ασυγκράτητο λίγωμα στη φωνή τους
την πείραξαν.
«Μαγεύτρα είσαι, χαλνάς, κομματιάζεις κόσμο»
ένας από τους πρώτους της φώναξε.
Έφαγε τη ζωή με το κουτάλι,
μέστωσε στην ηλικία,
και απ’ όπου περάσει, αυτό το λίγωμα
στη φωνή των ανδρών σαν αύρα την ακολουθεί.

 

 

ΟΡΜΗΤΙΚΑ

Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση,
κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας,
η ζωή και η απόσταση τους χώρισαν.

Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του
την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του,
κι όταν όρθια τη γύμνωσε
κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι
και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της,
όχι πολύ δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς
ξεστομίζοντας γλυκόλογα.

 

 

ΣΕ ΕΜΑΘΑ

Το χέρι σου, με καθένα από τα δάκτυλα
ελάχιστα ανοιγμένα, είναι ακουμπισμένο
πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο.

Λίγο πολύ σε έμαθα,
μετά από τόσα γεγονότα λίγο πολύ πλησίασα
την υφή του χαρακτήρα σου.
Δεν έχει ταίρι ο αυθορμητισμός
και η σεξουαλικότητά σου,
αλλά και η οξύνοια, οι βαθυστόχαστες σκέψεις σου
ούτε μου διαφεύγει κάποια ροπή σου
για μελαγχολία.

Θ ταραχτώ αν κοιτάξω το χέρι σου
που ακουμπά στο τραπεζομάντιλο,
γιατί το χέρι σχετίζεται πολύ με τη σεξουαλικότητα.

 

 

ΟΙ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ

Γύριζε στο παρελθόν του και ανάμεσα στα άλλα
μου τόνισε επί λέξει:
«Έμαθα τον έρωτα νωρίς,
στα δεκαπέντε χρόνια μου, το 46.
Έξω από τα κάγκελα του σχολείου
περίμεναν οι καπνεργάτριες.
Έπαιρναν εμένα, ήμουν ήδη ανεπτυγμένος
και μου είχαν αδυναμία,
καθώς και δύο φίλους μου.
Το βράδυ πηγαίναμε στο παρκάκι
κοντά στο Λευκό Πύργο.
Την επόμενη χρονιά πάλι με τις καπνεργάτριες.

 

 

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Ταίριαζαν και αγαπιόντουσαν.
Όταν ανέβηκαν στην γκαρσονιέρα του
ο άνδρας πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Κατέβασε το ρολό στο παράθυρο για να γίνει σκοτάδι
και έδειξε στη γυναίκα ποιο πορτατίφ να ανάψει
που έδινε αδύναμο, χαμηλό φως.
Στις περιπτύξεις στο κρεβάτι
-ήδη ρούχο δεν έμεινε επάνω τους-
της υποδείκνυε να γυρίζει πότε μπρούμυτα,
ανάσκελα ή επάνω του-
και η γυναίκα γινόταν προκλητική στο έπακρο.

 

 

ΕΝΔΟΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΣ

Το διπλό κρεβάτι και παραδίπλα ένας μικρός καναπές.
Τα φιλιά, το πέταγμα των ρούχων
και το υπέροχο, χωρίς ίχνος συστολής, σμίξιμό τους
έγινε στον καναπέ.
Χρησιμοποίησαν το κρεβάτι μετά
για να χαλαρώσουν,
να συνέλθουν από τη μανία τους για ηδονή,
να στεγνώσει ο ιδρώτας.

Παρέμειναν ξαπλωμένοι ανοίγοντας μια ατέλειωτη συζήτηση
για θέματα που τους ενδιέφεραν.

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το καράβι ξεκίνησε από Θεσσαλονίκη
για Λήμνο τα μεσάνυχτα.
Υπήρχε τόσο πλήθος κόσμου
ώστε μόλις πρόλαβα να πιάσω κάθισμα στο κατάστρωμα.
Για να μη χάσω τη θέση μου
αναγκάστηκα να περάσω εκεί όλο το βράδυ.
Την απόλαυση του ταξιδιού και τη διάθεσή μου
τη χάλασε μια παρέα νεαρών.
Άξεστοι και βίαιοι. Οι άγριες φωνές τους,
οι κραυγές, τα φτηνά αστεία τους
στιγμή δεν σταμάτησαν στο κατάστρωμα
μέχρι να ξημερώσει.
Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα
από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα
που έχω υποστεί στη ζωή μου.

 

 

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κλείστηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.
ήταν περαστικός στην πόλη της για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Άλλωστε από τη δουλειά γνωρίστηκαν.

Έσκυψε να τη φιλήσει και για λίγο σταμάτησε,
ασχολήθηκε με το πρόσωπό της.
Βρήκε έξοχα, καλοσχηματισμένα καθένα
από τα χαρακτηριστικά της, μάτια, μύτη, στόμα, τα πάντα-
κι ότι σαν σύνολο έδενα τέλεια μεταξύ τους.
Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,
πρόστυχα λόγια και κινήσεις.

Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε
για μια μόνο φορά,
τα ίχνη του θα χάνονταν.
Δεν μετάνιωσε για τον έρωτα μαζί του,
υπήρχε τραχύτητα αλλά και ομορφιά,
η ζεστασιά του όταν έκρινε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της
για να της δείξει πόσο ποθητή ήταν.

 

 

ΦΑΡΔΙΕΣ ΠΛΑΤΕΣ

Έχω την αφοσίωσή σου,
στα τρίσβαθα της ψυχής μου το συνειδητοποιώ.

Βρίσκουμε δωμάτιο.
Το μπουφάν σου, που σε λίγο θα βγάλεις,
τονίζει τις φαρδιές πλάτες σου.
Με αγκαλιάζεις. Για προκλητικές κινήσεις
έτοιμη είμαι,
στην ορμή μας τίποτα να μην είναι βαρετό.
Και η τέχνη της πρόκλησης στο κρεβάτι
φρεσκάρει και τονώνει το συναίσθημα.

Έχω την αφοσίωσή σου.

 

 

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΗΔΥΠΑΘΕΙΑΣ (2000)

 

ΑΠΑΙΤΗΣΕ

Όταν πλάγιασα μαζί του θυμάμαι τη φράση του:
«Σήκω να μου δείξεις τα κάλλη σου».
Μου φάνηκε σαν προσταγή και δεν μου καλοάρεσε.

Ήρθε και το χειρότερο:
Καθώς ντυνόμασταν απαίτησε
να του φέρω τα παπούτσια.
Λες και ήμουν υπνωτισμένη
του έκανα το χατίρι.
Σέρνοντας τα προσεκτικά με τα πόδι μου
–απ’ τη γωνιά που ήταν πεταμένα–
του τα έφερα.
Θύμωσε που δεν έσκυψα
και δεν τα πήγα με το χέρι.
Το θεώρησε παράλειψη εκ μέρους μου:
έπρεπε να σκύψω,
χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή.

 

 

ΕΧΑΝΑ

Για να βρούμε μιαν άκρη στο αίσθημά μας
με περίμενε σπίτι του.
Πήγα νωρίτερα και τον βρήκα
να κοιμάται στον καναπέ,
πρόχειρα με μια κουβέρτα.
Για να ζεστάνει λίγο η ατμόσφαιρα
έσκυψε ν’ ανάψει το τζάκι.
Τέλειος, ολόκληρος μια θέλξη οφθαλμών
απ’ όποια γωνία κι αν τον παρατηρούσα,
καθώς μάζευε τις στάχτες,
άπλωνε τις εφημερίδες και τα ξύλα.
Σάρωνε με τις επιτυχίες του στις γυναίκες,
διαισθανόμουν πως κάποτε, πολύ σύντομα,
θα μ’ άφηνε.
Δεν είχα ψευδαισθήσεις. Κράτησα αρνητική στάση
και τον απέκρουσα.

Δεν είχα ψευδαισθήσεις, ούτε μου έτυχε συχνά
παρόμοιο άντρα δυνατό και αγέρωχο να κουρελιάσω
– στο παιχνίδι, βέβαια, έχανα εγώ.
Κι όμως ήταν απόκτημα για μένα η συντριβή του,
το βουβό του παράπονο, ο τρόπος που με ικέτεψε
για ένα άγγιγμα που δεν χάρισα.

Δεν μου έτυχε συχνά άνδρα δυνατό
και αγέρωχο να κουρελιάσω.

 

 

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Απλωμένα σε καναπέδες , πατώματα και τοίχους
εκθέτονταν χαλιά εισαγωγής από την ανατολή.
Η συντροφιά που ακολούθησα συναγωνίζονταν
ποιος θα διαλέξει το καλύτερο,
και ποιος θα πληρώσει περισσότερο.
Έφερναν βαβούρα και υστερία επιδειξιομανίας.
«Παραδέξου το, είναι άχαρα άτομα
κι εσύ πνίγεσαι ανάμεσά τους.
Μια ανοησία η βαβούρα τους,
απορώ πως τους ανέχεσαι.»
Γύρισα και τον κοίταξα καθώς απρόσμενα
εμφανίστηκε μπροστά μου και έκανε την υπόδειξη.
Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη,
με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη
κόμπιαζε από αγάπη-
με τον πιο μειλίχιο τρόπο με μάλωνε.
Και ήταν το αντίδοτό μου,
το πιο αληθινό αντίδοτο
για τις άχαρες και άχρηστες συναναστροφές μου με άλλους.

 

 

ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ

Στην παραλία αντί για άμμο
υπάρχει μικρό, λευκό βότσαλο.
Πονάει να περπατήσεις πάνω του με γυμνά πόδια
και να ξαπλώσεις χωρίς πετσέτα.

Τον παρατηρώ που μόλις βγήκε
από τη θάλασσα και ξάπλωσε δίπλα μου.
Λέει αστεία, είναι ευδιάθετος
και οι άλλοι ανταποκρίνονται.

Μέσα στη γενική ευθυμία
λίγο αργώ ν’ αντιληφθώ πως σέρνεται,
αναδιπλώνεται και ξαναπέφτει πότε πλάγια
και πότε ανάσκελα.
Μ’ αναζητάει, μετατοπίζεται
και κάνει κύκλους γύρω μου,
πάνω στα σκληρά βότσαλα,
χωρίς να νοιάζεται αν τρυπιέται και πονάει.
Γέμισε σημάδια να τ’ ανακατεύει,
να χώνεται βαθιά τους.
Κάποτε κάνει πως μπερδεύεται,
στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα
και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου.
Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα.
Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:
μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι.
Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε.

 

 

ΤΟ ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΟ ΣΟΥ ΤΖΙΠ

Ό,τι κι αν οδήγησες,
βέσπα, κοινό αυτοκίνητο, και τώρα τζιπ,
το πρόσφατο απόκτημά σου-
κατοχυρώνονται, γίνονται φετίχ για μένα.
Τα τζιπ που κυκλοφορούν
και τόσο μοιάζουν με το δικό σου
μου προκαλούν ανασκιρτήματα.
Από μακριά χαϊδεύω τις λαμαρίνες τους,
το σκαλοπατάκι της πόρτας και τα χοντρά λάστιχα.
Ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε,
καταθρονιάστηκε μέσα μου.
Τέτοιες μυσταγωγίες δεν διανοούμε να καταπνίξω.

 

 

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ

Αξίζει για τη θέρμη, την αψηφισιά της.

Υπήρξε καλλονή, τι πιο φυσικό
ότι της έκαναν τεμενάδες.
Ποικίλους τεμενάδες δέχεται ακόμη
και τώρα, που με τα χρόνια έμεινε
σκιά του εαυτού της.
Αξίζει για την αψηφισιά, το σταθερό βήμα της.

 

 

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ

Ανεβοκατεβαίνει τον διάδρομο του θεάτρου
τάχα για να ψάξει καλύτερες θέσεις
από αυτές που βρήκαμε.
Άλλος είναι ο στόχος της: να κατοπτεύσει
πόσοι θα την κοιτάξουν λαίμαργα.

Όσο ένα μυθιστόρημα οι ερωτικοί δεσμοί της
κι όσα άγνωστα και μυστήρια την περιβάλλουν.
Το έκπαγλο παρουσιαστικό της ακτινοβολεί
και εκπέμπει την υπεροχή.
Με θεωρεί ασήμαντη,
κι αν με συναναστρέφεται είναι από περιέργεια
για τους στίχους που γράφω.

Είναι πρωτόφαντος για μένα ο κόσμος της,
με ξεπερνάει και με πανικοβάλλει
με τις εκλάμψεις του.
Εισπράττω την ασημαντότητά μου.

 

 

ΕΝΤΡΥΦΩ

Σαν το θρύψαλο παραχώνομαι
σε οτιδήποτε τον θυμίζει.

Για πράγματα που απεχθάνονταν
ή λάτρευε είχε μια ιστορία.
Περιπλανήθηκα στην αγάπη του
και με τυλίγουν οι ιστορίες του,
εντρυφώ σε λεπτομέρειες απ’ τα βιώματά του.

 

 

ΣΤΟ ΣΕΪΧ-ΣΟΥ, 1968

Άστραφταν από νιάτα, κι ένα πρωί
στις αρχές μόλις της γνωριμίας τους
ανηφόρησαν στο Σέιχ-Σου.
Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,
την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της μέρας.
Παρά τη θέλησή της
-έτσι κι αλλιώς η προσταγή την πάγωσε-
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ζόρι.
Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,
η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού
και απροκάλυπτης ωμότητας.
Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει,
αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν
ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

 

 

ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑ ΣΤΟ ΜΠΡΑΤΣΟ ΣΟΥ

Δική σου η επιλογή να πάμε σινεμά.
Ένας ποιητικός αισθησιασμός
όλο το έργο που είδαμε,
ζεστάθηκα από τέχνη ωραία δοσμένη.
Και ο πρωταγωνιστής θύμιζε τον παλιό μου έρωτα,
τον μοναδικό λάγνο έρωτά μου
που με παράτησε πριν λίγα χρόνια.

Βγήκαμε από το σινεμά
και στηρίχτηκα στο μπράτσο σου.
Στηρίχτηκα στη θαλπωρή
και στην επιθυμία για το σώμα σου.
Όσο δεν φαντάζεσαι σε είχα ανάγκη
να ξεχάσω, να καταστείλω μέσα μου
τον παλιό μου έρωτα.

 

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙΟΥ

Ένα κομψοτέχνημα το σιντριβάνι
με τον ψηλό οβελίσκο και τις γωνίες του
φωτισμένο τη νύχτα.
Γύρω η πλατεία του, κι ό,τι λίγο φαίνεται
από τις συστάδες των δέντρων της Ευαγγελίστριας
και την άνω πόλη που ανηφορίζει.
Το βλέπω στο πέρασμά μου
από έναν κάθετο δρόμο εκεί γύρω –
και είμαι ξεθεωμένη
έχοντας μόλις τελειώσει το ωράριο
στο επάγγελμα που κάνω.

 

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Βαθιά, αδιάλειπτα αγέρωχος
όμως η αδρή αρρενωπότητά του
πώς και με τι να συγκριθεί;
Άγρια κι ακμαία η αρρενωπότητά του
σαν καλοκαιριάτικο λιοπύρι
με καθηλώνει και την αποθησαυρίζω.

 

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ, 1992

Είναι ποιητής που παραδέχομαι,
του βγάζω το καπέλο, οι στίχοι του με θέλγουν.
Είχε την ονομαστική του γιορτή
και πρώτη φορά θα τον επισκεπτόμουν σπίτι του.
Με κατείχε αδημονία να βρεθώ στον χώρο του,
να δω και να αγγίξω κάτι από την ατμόσφαιρα
όπου ζούσε, σκεπτόταν και έγραφε.

Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα.
Τα λιτά έπιπλα και οτιδήποτε άλλο
όπως κιλίμια, κεντήματα και αντικείμενα,
ήταν πολύ παλιά, από τα χρόνια του ’20 ή ’30.
Ο χώρος και ο διάκοσμος μου θύμιζε
κάποια προσφυγικά σπίτια φίλων μου στην παιδική μου ηλικία.

Φτωχικό το σπίτι του ποιητή,
αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα.

 

 

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή
τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται

 

 

ΠΕΡΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω
στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».

 

 

ΔΕΞΙΩΣΗ

«Καυλόφλογα μου προκαλείς
όπως στέκεσαι δίπλα μου,
και σαν μπουρλότο με διαπερνάει.
Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,
έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ
να γίνουμε ζευγάρι».
Της το ψιθύρισε στη λαμπρή δεξίωση
όπου ήταν προσκαλεσμένοι ως τιμώμενα πρόσωπα,
κι έπρεπε να συναντήσουν
σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς
κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας.

 

 

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Στάθηκες καμαρωτός στον καθρέφτη
του διαδρόμου, έσιαζες τα μαλλιά σου
και κοιταζόσουν.
Κι εγώ διπλά σε θαύμαζα
διαποτισμένη όπως ήμουν από τα χάδια
και το σώμα σου τη νύχτα που πέρασε.
Άριστος δεξιοτέχνης αποδείχτηκες για τα ακόλαστα,
σε χάδια και αγγίγματα ασυναγώνιστος.

Άστραψε η παραφορά στην ένωσή μας
τη νύχτα που πέρασε.

 

 

ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ

Όταν τελείωσε η διάλεξη, προς την έξοδο,
προθυμοποιήθηκε να με πάει με ταξί μέχρι το σπίτι μου
για να μην ταλαιπωρηθώ με το λεωφορείο,
αλλά και για να βρούμε την ευκαιρία
να κουβεντιάσουμε, να μάθει τα πιο πρόσφατα νέα μου.
Σχετικά με το καινούριο βιβλίο μου που θα εκδίδονταν,
θα του έδινε χαρά να μου έκανε παρουσίαση
σε βιβλιοπωλείο.
Και χαμηλώνοντας τη φωνή του συμπλήρωσε:
«Φρόντισε η έκδοση να μην καθυστερήσει
πολύ σε χρόνο
για να προλάβω να σε παρουσιάσω
με τα χάλια που έχει η υγεία μου
ο θάνατος με αρπάζει στο άψε-σβήσε.»
Όταν βγήκα από το ταξί
ένα βούρκωμα ανέβαινε στα μάτια μου,
τα μαντάτα για την υγεία του
δεν ήθελα να τα πιστέψω.
Μέσα στο τόσα χρόνια που τον γνώριζα
το δέσιμο, η αγνή φιλία μας, η λαχτάρα
για συνάφεια μεταξύ μας άφθαρτη, αδιάλειπτη.

 

 

Μαυλιστικά (1997)

 

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη
ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

 

 

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή,
τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

 

 

ΜΑΥΛΙΣΤΙΚΑ

Σταμάτησες παθιάρικα να με προσελκύεις
και να με κυνηγάς.
Πια αποσύρθηκες.
Σίγουρα σε κούρασαν
και οι τόσες αρνήσεις μου.

Τα πολλά χρόνια
που μαυλιστικά με κυνηγούσες
φτιάχνουν μια ολόκληρη,
περασμένη εποχή.

 

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Με ρωτάει αν είναι φαντασιώσεις
ή βιώματα, όσα ερωτικά καταγράφω
στα ποιήματά μου –
και αυτό σαν μια παρένθεση,
καθώς διακριτικά με φλερτάρει.
Ευχάριστα έρχεται η συμπεριφορά του,
τονώνει τη φιλαρέσκειά μου.

 

 

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ

Συγγραφέας όπως και οι άλλοι
στον στενό κύκλο που βλεπόμαστε.
Πάντα μαχητικός –στην ηλικία
μόλις πλησιάζει τα εξήντα–
πάντα ακατάβλητος με τα επιχειρήματα
και τις απόψεις του, ιδίως για τα λογοτεχνικά,
και μια αρέσκεια να επιβάλλεται.
Μόνο τις προάλλες που βρεθήκαμε οι δυο μας
είδα την άλλη, διαφορετική όψη του.
Μια επώδυνη θλίψη τον περιέκλειε,
και μου εξομολογήθηκε την ανέραστη ερημιά του –
ότι τα έντονα ειδύλλιά του
που στην κάψα τους εκλύθηκε κάθε έκσταση,
τελειωμένα πια, ξέμακρα εντελώς στο παρελθόν.
Και υπομένει τη νέκρα,
το ανέραστο σεργιάνι του που διαιωνίζεται.

 

 

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη
ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

 

 

ΘΕΙΟ ΚΟΡΜΙ (1994)

 

ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ

Ο εραστής της ήταν σημαίνον πρόσωπο
κι υπήρχε φυλάκιο με αστυνομικούς
στο σπίτι του για ασφάλεια.
Όποτε τον επισκεπτόταν, διέκρινε πίσω απ’ το τζάμι
να λάμπουν οι στολές και τα νεανικά τους πρόσωπα.
Σύμφωνα με τους τύπους
δήλωνε το όνομά της στον επικεφαλής,
και μετά άνοιγε η πόρτα για τα ενδότερα.

Ακολουθούσε άνετα ένα δίωρο,
ύστερα κατέβαιναν στην παραλία.
Ήταν μια μικρή δοκιμασία
μετά τον έρωτα, να περάσουν
μπροστά απ’ τους φρουρούς με άψογο τρόπο.

Με τον καιρό το φυλάκιο έγινε σημείο αναφοράς.
Από εκεί άνοιγε η πόρτα, κι όπως πάντα ο φρουρός
-συνήθως κουρασμένος απ’ τη βάρδια-
έλεγε καληνύχτα στους εραστές που έφευγαν στην παραλία.

 

 

ΣΤΟ ΜΠΑΡ

Με την κοπέλα του πήγαιναν
ν’ ακούσουν έναν περίφημο νέγρο τραγουδιστή
σ’ ένα από τα πολυσύχναστα μπαρ της νεολαίας.
Πριν από την είσοδο την προειδοποίησε:

«Μου αρέσει μια γυναίκα
που ίσως έρθει στην παρέα απόψε.
Με το δέος και την κατάνυξη
που μπαίνει κανείς σε μια εκκλησία
έτσι θα έμπαινα στο σώμα της,
και θα με έτρωγε η αγωνία
να την ευχαριστήσω,
και να φανώ αντάξιος-
ενώ με σένα δεν με νοιάζει,
με σένα κάνω έρωτα αδιάφορα,
όπως μιλάω».

Ήταν μαγευτική η ατμόσφαιρα στο μπαρ,
ο κόσμος είχε ενωθεί με τους ρυθμούς
και τη φωνή του τραγουδιστή.
Η κοπέλα μουδιασμένη καταλάγιαζε
την ταραχή της.
Η ωμότητα του φίλου της
την εμπόδιζε να ενωθεί με οτιδήποτε.

 

 

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΣΤΡΩΜΑ

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,
αργά το απόγευμα, την περίμενε
στο γραφείο του.
Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του
έφτασε μέχρι τα πόδια της,
κι όπως ήταν παγωμένα
με το στόμα του τα ζέστανε.
Έσμιξαν στο πάτωμα,
σ’ ένα πρόχειρο στρώμα
από μαξιλάρια του καναπέ.

 

 

Η ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μου σύστησαν την ποιήτρια
από την Καλιφόρνια της Αμερικής,
που έδινε σειρά διαλέξεων στο πανεπιστήμιο.
«Σε γενικές γραμμές δεν μ’ ενθουσίασε η πόλη σας.
Κοινότυπη, δεν προσφέρεται για καλλιτέχνες.
Εμπνέεσαι, μπορείς και γράφεις μένοντας εδώ;»
με ρώτησε. Εκείνη τη στιγμή ένας πληθωρικός
γεροντάκος ξεσήκωνε την ταβέρνα με τις φωνές του:
«Αχ, Μάρκο, φίλε μου, έσβησαν τα νιάτα σου,
έχασες τη λεβεντιά σου με τα χρόνια,
είσαι αγνώριστος».
Σπάραζε, σχεδόν έκλαιγε για τη φθορά του χρόνου.
Ήταν τόσο πηγαίος, ώστε αντί για θλίψη
ένιωθα ανάταση.

Το στιγμιότυπο ανέτρεπε, έκανε σκόνη
τους αβάσιμους ισχυρισμούς της για την πόλη.
«Όλο και κάτι βρίσκει να γράψει κανείς»,
της απάντησα, καθώς αποτύπωνα τον σπαραγμό
του ζωηρότατου, πληθωρικότατου γεροντάκου
κι εμπνεόμουν.

 

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΑΞΙΔΙ

Όση ώρα ήμουν μαζί της
ήταν απασχολημένη στο τηλέφωνο.
Προσπαθούσε να αγοράσει φτηνό εισιτήριο
για ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό.
Το αποφάσισε ξαφνικά
και δυσκολεύονταν να βρει θέση.
Στα ενδιάμεσα της τηλεφωνούσαν
διάφοροι φίλοι,
ακόμη και παλιές της αγάπες.
Παλιές αγάπες που ζητιάνευαν
για μια συνάντηση.
Μ’ ευγνωμοσύνη έγινα θεατής στις δοσοληψίες της.
Δοσοληψίες της φυγής, της ξενοιασιάς
και του απρόοπτου.

 

 

ΨΗΣΤΑΡΙΑ

Στη στοά Μοδιάνο η ψησταριά είναι μικρή
με πάγκους στους τοίχους, αντί για τραπέζια
και καρέκλες.
Έρχονται άνδρες της πιάτσας που μιλάνε δυνατά
για το κυνήγι, τα κόμματα και τα βρώμικα
νερά του Θερμαϊκού.
Ο συνοδός μου είναι σαν τη μύγα
μες στο γάλα ανάμεσά τους,
είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που με ορέγεται.
Πότε-πότε μου κολλάει το πόδι,
περιμένει να ενδώσω.
Υποπτεύομαι πως μπορεί να χαρίσει ηδονή,
γι’ αυτό δεν με πειράζει που δεν έχει πλάτες
και στιβαρά πόδια.
Στο μεταξύ για κάποιο γνωστό τους
μπαινοβγαίνουν οι άνδρες.

 

 

ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

«Δες ένα αριστούργημα
νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»,
μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.
Σ’ ένα από τα παλιά κι ευρύχωρα
δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.
Στα καλέσματα και τις επινοήσεις μας,
στην ιεροτελεστία του έρωτα,
μ’ επηρεάζουν οι χώροι με τη δική τους ατμόσφαιρα».

 

 

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Ιούλιο μήνα, νωρίς το απόγευμα,
στην Προξένου Κορομηλά, ένας ζωγράφος
σχεδόν συνομήλικός μου, έκανε ποδήλατο.
Πολυμαθής και ενήμερος
ακόμη και για τις πιο πρόσφατες
τάσεις στα εικαστικά – όμως το έργο του
μια μετριότητα.
Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος
που κυκλοφορούσε στο στενό της παραλίας,
απ’ την πολλή ζέστη δεν υπήρχε ψυχή.
«Σε καταλαβαίνω, φίλε μου»,
ψιθύρισα μέσα μου, «σε βασανίζει η τέχνη,
και σου είναι άγνωστη η σκοτεινή δίοδος
που οδηγεί στο μυστικό της.
Αν δεν το ανακαλύψεις, δεν γίνεσαι αληθινός τεχνίτης–
τίτλος σπάνιος και δυσεύρετος.
Σ’ έρημους δρόμους, μα και σε κατάμεστες αίθουσες,
όμοια σε αναλώνει, σε βασανίζει η τέχνη».

 

 

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.
Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του
νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:
«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα
που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιει,
άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου
απ’ το πρωτότυπο.
Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.
Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι
και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.
Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

 

 

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ

Όποιο περιοδικό ήθελε θα της το χάριζε,
άλλα έπρεπε ν’ ανεβεί στο δωμάτιό του,
να διαλέξει μόνη της.
Τα περιοδικά δεν την ενδιέφεραν,
από ματαιοδοξία τον ακολούθησε
– να καταλάβει αν σαν γυναίκα
τον τραβούσε ακόμη.
Γεμάτος φροντίδα κατέβασε τα περιοδικά
από ένα ψηλό ράφι,
και τ’ άπλωνε στο καθαρό σεντόνι
του κρεβατιού του να διαλέξει.
Τον έκαιγε ο πόθος
και δεν τολμούσε να εκδηλωθεί,
να την αγγίξει.
Μαζί με τα εξώφυλλα
της άπλωνε και την υποταγή,
την τρυφερότητά του, να διαλέξει.

 

 

ΠΛΑΝΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Αποδείχτηκε σκάρτος και κάλπικος.
Τόσο απέτυχα στις προβλέψεις μου
ώστε αντί για άνετο περίπατο
μου ετοίμαζε πανωλεθρία.

Τις μέρες που ξεχείλιζε το ποτήρι
ανάμεσά μας, και θα χωρίζαμε,
του ξέφυγε κάτι, που όπως φαίνεται
τον απασχολούσε:
«Όμοιος με τους λαχταριστούς άνδρες
που βασανιστικά επιθυμείς στα ποιήματά σου
θέλω να είμαι.»
Δεν του έδωσα καμία απάντηση.
Ένα μίασμα ήταν στη ζωή μου —
ένα μίασμα που ο χρόνος σύντομα
θα έσβηνε.

 

 

ΚΑΛΟΔΕΧΟΥΜΕΝΗ

Στα υπαίθρια γλέντια μας
άφηνε κάπου μακριά τον άνδρα της
–ήταν μεγάλοι, κάπως γερασμένοι και οι δύο–
κι έπιανε θέση ανάμεσα σε λεβέντες.
«Θέλω άνδρες», φώναζε, «άνδρες να κάθονται
δίπλα, απέναντί μου».
Ήταν καλοδεχούμενη γιατί ήξερε να δίνει κέφι,
να δημιουργεί ατμόσφαιρα.
Ήταν καλοδεχούμενη γιατί τους παίνευε
κι έλεγε γλυκό λόγο στον καθένα τους.

Ξεπερνούσε ευπρέπειες και προσχήματα.
Οποιαδήποτε αφοσίωση απ’ τους άνδρες που πλεύριζε
δεν περίμενε – ούτε είχε αυταπάτες να ελπίζει.

Μια παράσταση έδινε και γλεντούσε.

 

 

ΛΙΓΟ ΑΠ’ ΤΗ ΘΩΡΙΑ ΤΟΥ

Ήταν το παράπονό του:

«Της αρέσουν μόνο οι γεροδεμένοι.
Τα έχει μ’ ένα στρατιώτη
που την εξευτελίζει.
Φέρνει γυναίκες και την απατάει
μπροστά στα μάτια της.
Κλαίγεται, κι όμως πάντα
στην αγκαλιά του γυρίζει.
Έχω κουραστεί να την παρακαλώ
να έρθει μαζί μου».

Αν ορέγονταν την κοπέλα
άλλο τόσο θαύμαζε τον στρατιώτη,
που ήταν σκληροτράχηλος και δυνάστης.
Λίγο από τη λάμψη και τη θωριά του
να είχε, θα της έκανε τα τρισχειρότερα.

 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους –
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
– γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε
«θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

 

ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Η γνώμη του με κέντρισε:
«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,
ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν
και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.
Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου.»

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.
Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,
πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.
Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα
και την παραλογοτεχνία της.

 

 

ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ

«Έχει ξεσηκώσει το ξενοδοχείο με τα θέλγητρά της,
την περιστοιχίζουν θαυμαστές, όμως το μυαλό της
στο νεαρό της ρεσεψιόν.
Ομορφόπαιδο και χρόνια μικρότερός της,
τον έχει εκμαυλίσει, τον απολαμβάνει μέχρι το πρωί.
Τα βράδια που έχω αϋπνίες,
τους βλέπω να επιστρέφουν απ’ τις ερημιές
και τα ξενύχτια.»

Με φόντο τις αϋπνίες της πρόβαλλε το ζευγαράκι.
Πικάντικα κι ευφρόσυνα τα νυχτοπερπατήματα.

Είχα σταμπάρει το ομορφόπαιδο της ρεσεψιόν.
Η στόφα, η μαγιά του σύναζε όνειρα:
πράος κι αισθαντικός.
Μαινάδες του έκαναν σινιάλο.

 

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΕΜΠΟΡΟΣ

Απ’ τη συγκίνηση που είχε η φωνή του
κατάλαβα ότι αναπολούσε τα ταξίδια του:
«Πήγαινα στην Κωνσταντινούπολη για δουλειές,
έκλεινα παραγγελίες με ομογενείς μεγαλέμπορους∙
έγινα και επιστήθιος φίλος με τους περισσότερους.
Φιλόξενοι κι ανοιχτοχέρηδες με γύριζαν παντού,
απ’ τ’ αριστροκρατικότερα κέντρα μέχρι
τις πιο κακόφημες συνοικίες.
Όλο «πατρίδα» με φώναζαν,
«πατρίδα πιες», «πατρίδα χόρεψε»,
κι εγώ δεν τους χαλνούσα χατίρι.»

Το κάλλος που είχε του έδινε
μεγαλοπρέπεια και φινέτσα,
κι η λαϊκή καταγωγή του
ευθύτητα κι ερωτισμό –
ιδιότητες ακατάλυτες.
Αυθόρμητα τον φώναζαν «πατρίδα».

 

 

Ο ΣΚΟΤΣΕΖΟΣ

«Σ’ ένα δρόμο στο Χονγκ Κονγκ
πουλούσαν ερωτικά φίλτρα∙
μάλιστα ένας πραματευτής επέμενε
ν’ αγοράσω μια σκόνη από όρχεις ρινόκερου.
Με χιουμοριστική διάθεση ψιθύρισα στη φίλη μου:
«Σκέψου εκατομμύρια, μιλλούνια Κινέζων
στην απέραντη επικράτειά τους,
αυτή τη στιγμή να επιδίδονται στην πράξη του έρωτα».
Αντί να διασκεδάσει, ενοχλημένη με τράβηξε
να φύγουμε. Όμως, αρκετά με τα ταξίδια μου.
Εσύ με τι ασχολείσαι;» ρώτησε ο συνομιλητής μου,
ένας κατάξανθος Σκοτσέζος που κατέβαζε
το ένα ποτό μετά το άλλο.
Άναβαν τα φώτα στην παραλία που έπηζε
από κόσμο. «Με ποίηση», του απάντησα,
«Δεν υπάρχει ποίηση, μάλλον χάνεις τον καιρό σου»,
ήταν η απότομη αντίδρασή του.

Τυχαία, μετά από χρόνια
σε μια εφημερίδα διάβασα
για το Χονγκ-Κονγκ και τον θυμήθηκα.
Το περιστατικό με τα φίλτρα
–έτσι όπως μου το είχε διηγηθεί–
έφτιαχνε ποίημα.
Κι ας ειρωνευόταν, κι ας μην πίστευε
ο ανίδεος στην ποίηση.

 

 

ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ

Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους
κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια,
ήταν το στέκι που έχει θέα
το βουνό και τη θάλασσα.
Με ανοιχτές αγκάλες με υποδέχτηκαν
όταν ανέβηκα∙ μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.

Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι,
ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει
και υποβάλλει∙ η σάρκα που εξευγενίζει
χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει.

 

 

ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Χωρίς υστεροβουλία μού άνοιξε τα χαρτιά της:
«Όσο κι αν με πιέζουν, θα αρνηθώ
να κατέβω στις εκλογές: Τα έξοδα για την προβολή
είναι τεράστια, θ’ αναγκαστώ να πουλήσω το σπίτι.
Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, ζούσαμε σε υπόγειο.
Ο χώρος στενός και τα έπιπλα τόσο στριμωγμένα
που όλο κτυπούσα, μελάνιαζα απ’ τις γωνίες τους.
Γλίτωσα απ’ τα υπόγεια – χιλιοστό δεν ξεπουλάω
απ’ το σπίτι μου για φιλοδοξίες.»

Γυναίκα σπαθί, απογυμνώνονταν.
Όχι όπως τόσοι και τόσοι που κομπάζουν
για τα σαλόνια που κατάγονται.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ

Την κτύπησαν αντιξοότητες,
τσαλαπατήθηκε, έγινε σμπαράλι.

Για να ξεχνιέται, στα τυφλά πηγαίνει
και χώνεται σε συντροφιές που παλιά
την καταδέχονταν.
Παλιά απέδιδε, πουλούσε πνεύμα και αστεία.
Όμως τώρα τους ενοχλεί με την ασκήμια,
τη βουβαμάρα, την παθητικότητά της.
Για να σε δεχτούν ανάμεσά τους
κάτι σπουδαίο πρέπει να διαθέτεις σε εμφάνιση,
αυτοπεποίθηση – και προπαντός να τους διασκεδάζεις.

Τα αυστηρά κριτήρια φυλάχτηκαν.
Της φέρθηκαν ελεεινά∙
σαν κουρέλι την ξαπέστειλαν
– σύμφωνα με την απέχθεια της συντροφιάς
για τους αποτυχημένους.

 

 

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ

Απανθρωπιές και τραγωδίες
δεν μου είναι άγνωστες.
Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.
Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.
Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις
τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές
για δοκιμασίες που άντεξα.
Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ
και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.
Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
–που τόσο σπάνια συμβαίνει–
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

 

 

LOVERS AND LAIRS (1992)

 

THE LAST PIECE / ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

For a long time he laid siege to her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped,
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly,
as if to tell him:
“ You will die adoring me”

 

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

 

THE YOUNGEST SON / Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΓΙΟΣ

After the concert
we packed into the car.
Of her four sons
she sat with the youngest in her lap.
All the way back she ignored us.
His blond hair, his tender body,
which in a short time would ripen,
she counted more important.

The group wanted her to be exciting
but she wasn’t in the mood
-she knew her youth was fading away.
She fondled him and kissed him.

 

Μετά τη συναυλία
χωθήκαμε στο αυτοκίνητο.
Από τους τέσσερις γιούς της
κάθησε με το μικρότερο στην αγκαλιά της.
Σ’ όλη τη διαδρομή μας παράτησε,
τα ξανθά μαλλιά του,
το τρυφερό σώμα του
που σε λίγα χρόνια θα μέστωνε
μετρούσαν περισσότερο.

Η παρέα ήθελε νεύρο
αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση
-έβλεπε τα νιάτα της να χάνονται,
τον έτριβε και τον φιλούσε.

 

 

PERFORMANCES / ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensualism and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”

For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he neither asked
nor cared to know.

 

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

 

 

SWEET EVENING / ΓΛΥΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

The share of the square,
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather,
flooding the sidewalks,
not leaving an empty table.

The futility and the sensual life of the city
are drowned together, dissolved
into the sweet evening.

And yet it was inescapable:
here where beauty thickened
I entered with awe.

 

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι η τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

 

 

FROM THE BEGINNING / ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.

I sought its weight,
I sought its rage.

 

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.

Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

 

 

THE NAKED COUPLE / ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

He got lost in the thick lushness
trying to find a path to the sea.
We stood above waiting.
He climbed back up huffing:
“Let’ s go further, the slope here
is steep,
but they were fine, they were beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.”

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed out to us the couple later,
when they as well descended to the beach.

 

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη-
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι.

Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (1990)

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθήσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

 

ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΣ

Στο τραπέζι της μεγάλης παρέας
κάθισα ανάμεσά τους,
με ήθελαν και οι δύο, ήθελα και τους δύο
-δεν ξέρω ποιον περισσότερο.
Η νύχτα θα περνούσε μ’ αυτή την επιθυμία
που δεν θα γινόταν ποτέ πράξη.
Κι όμως κανείς όσο εμείς οι τρεις
δεν σκόρπισε τόσο κέφι εκείνο το βράδυ.

 

 

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.
Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

 

 

ΜΑΥΡΙΛΑ

Πήγα στην έκθεση ζωγραφικής
– εκλεκτή γκαλερί, υπόγειο
σε κεντρικό δρόμο.

Η ματαιότητα της ζωής
και το υπαρξιακό αδιέξοδο
δέσποζε στο όραμα του καλλιτέχνη.
Είχε άψογη, τέλεια τεχνική.
Με τι ευαισθησία το χεράκι της τέχνης
σερβίριζε μαυρίλα,
έλα όμως που έρχονται στιγμές
που δεν δέχεσαι άλλη μαυρίλα
και δεν σου κάνουν πια τ’ αδιέξοδα.

Γύρισα ξανά μέσα στα φώτα
και την κίνηση,
με στέγνωσαν οι φοβερές εικόνες τους.

 

 

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν το περιμένεις.
Όχι μόνο στο πρώτο ταξί
αλλά και στα επόμενα που χρειάστηκα
έπαιζε μουσική μ’ ερωτικά τραγούδια.

Η ανάγκη και οι έγνοιες της μέρας
μου αμβλύνουν τις αισθήσεις,
τις εχθρεύονται, τις αμπαρώνουν,
κι όμως μέσα στην αγωνία
και την απάνθρωπη κίνηση
η μουσική ήταν τρυφερή
κι ακαταμάχητη συνάμα,
κι από το άκουσμά της γλίστρησε
γλυκιά επιθυμία γι’ αγαπημένο πρόσωπο.

 

 

ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται
δεν αντέχει τα σκεπάσματα.
Ήταν κάτι άλλο οι γοφοί της,
της ταίριαζε το εφαρμοστό παντελόνι∙
λίγο να ζέσταινε η μέρα
έβγαινε χωρίς παλτό,
ούτε μπουφάν δεν έριχνε στους ώμους της.

 

 

Η ΚΡΙΤΙΚΗ

«Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,
«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,
αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».
Με τρόπο άλλαξα συζήτηση
ήμασταν μια μεγάλη παρέα
κι απέφυγα να δώσω εξηγήσεις.

Όσο κι αν μ’ επηρέαζε η έντονη κριτική
κι ήταν αγκάθι τα λόγια τους,
εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά
κι ερωτικά με υπολόγιζαν,
αναζητούσαν τη συντροφιά μου∙
εκείνο το διάστημα έγραφα συνέχεια
για τη ζωή που έσφυζε γύρω μου.

 

 

ΕΞΟΝΤΩΣΗ

Κι οι πιο απίθανοι άνθρωποι
έρχονται με κάτι άγριες φωνές
να με τρομάξουν, να μ’ εξοντώσουν.

Όταν με λιώσουν, ζωντανεύουν,
και το κορμί μου αδύναμο,
χωρίς πνοή,
κορμί για πέταμα.

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΣΕΠΗΣ

Πουλιούνται αβέρτα στα περίπτερα
ερωτικά βιβλία τσέπης
– ιδίως για γυναίκες.

Και ιδού η συνταγή:
οι εραστές είναι νέοι και ωραίοι,
το περιβάλλον πλούσιο, παραδεισένιο∙
υπάρχει φλόγα, υπάρχει πάθος,
ωστόσο οι έρωτες παραμένουν
διακριτικά ρομαντικοί.

Φτηνές συνταγές κι όμως πουλιούνται∙
έχω δει με τι μανία τις διαβάζουν,
όπως τα περιοδικά μόδας, τ’ αστυνομικά
κι άλλα.

 

 

Η ΕΙΚΟΝΑ

Η ψυχή σου με ηρεμεί
και το σώμα σου μ’ ελκύει,
και δεν υπάρχει τίποτα μίζερο
και τιποτένιο
σε όσα έζησες σε ό,τι είσαι.
Κι αυτή είναι μια τέλεια εικόνα
για να σε απομονώσω
και ν’ αντιπαρέλθω το πάθος μου
για σένα
-όμως οι κινήσεις σου κρύβουν
έναν ανυπέρβλητο, έναν ζωικό ερωτισμό
κι αυτό είναι η πιο μεγάλη δυσκολία.

 

 

Ο ΧΟΡΟΣ

Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα
και σκέφτηκα με τι φλογερότητα
με τι παλμό θα χόρευες
και τι καημούς θα σκόρπιζες.
Σ’ έφερνα μπροστά μου
και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα
σε κάθε μου βήμα.

 

 

ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ

Δεν ήμουν παρά μια ονειροπόληση
να σε κουβαλάω στο μυαλό μου,
σ’ αυτή την κατάσταση κατέβηκα
στην έκθεση ζωγραφικής,
κι εκεί μ’ αγκάλιασε ο ερωτισμός του καλλιτέχνη
με τα δικά του οράματα τριγύρω
– όλο γυμνές νεράιδες κι αγαλλίαση χρωμάτων.

 

 

ΦΙΛΗΔΟΝΙΑ

Η πιο φιλήδονη κίνηση στην ομιλία σου,
είναι όταν φέρνεις την γλώσσα
ανάμεσα στα χείλη,
για να εκφράσεις
απόρριψη ή θαυμασμό.

Κάποτε θα ήθελα να αποσπάσω
την πιο φιλήδονη κίνηση
του σώματός σου στην επαφή.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη∙
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι».

Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

 

Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

Το βλέμμα μου εστιάζεται
γύρω από τη μέση σου,
εκεί που μόλις ενώνεται με τους γοφούς
και πλησιάζει στο στήθος∙
αν δε σε κοιτάξω,
με την ίδια ευχαρίστηση μπορώ
ν’ αφεθώ στη φωνή σου∙
γιατί η φωνή σου
έχει την ευελιξία της σάρκας σου,
προέρχεται από τη σάρκα σου
και την εκφράζει.

 

 

Η ΜΠΟΥΚΙΑ

Χωρίς να το περιμένω
μέσα σε τόσο κόσμο,
με πόθο και τρυφερότητα,
για ν’ αγγίξεις έμμεσα το στόμα μου
έκοψες μπουκιά με το πιρούνι σου
και μου έδωσες να φάω.

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Ήταν δοσμένη στο τραγούδι
κι εμείς μισοβαρεμένοι ξαπλώναμε
στην αμμουδιά,
όταν σε είδε να πλησιάζεις
το τραγούδι έγινε παθιασμένο,
το έλεγε για σένα.

Η σκηνή μου θύμιζε ανεκπλήρωτους πόθους,
πλησίαζες κι ήσουν περιζήτητος,
κι η γυναίκα που τόσο φανερά εκδηλώθηκε,
είχε μια συντηρητική, μια ανέραστη ζωή.

 

 

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Μίζερη παρέα, μίζερες κουβέντες
αναγκαστικά κάπνιζα κι έπινα
για να περάσει η ώρα.
Όταν φύγαμε, στο σπίτι
χύμηξα επάνω σου,
κι όπως κυλιόμασταν,
χύμηξα στον ίδιο μου το φόβο
αν τύχει και δεν έφτανα στην ηδονή.

 

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ

«Πηγαίνω βόλτα με το σκύλο
στα περίχωρα,
μέσα στην ερημιά και τα χωράφια
παραμιλάω δυνατά».

Είχε τα χάλια της,
κι αν κάτι μ’ άγγιξε
ήταν επειδή το είπε απλά,
χωρίς οίκτο.

 

 

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ

Δούλευε στο λιμάνι, ναυτιλιακός πράκτωρ,
τα λόγια του ήταν καταρράκτης,
έλεγε για κόλπα και κομπίνες
που γίνονται,
και πόσο ατσίδα πρέπει να είσαι
για ν’ αντεπεξέλθεις.

Ένιωθα άβολα μπροστά του,
δεν του είπα τίποτα για μένα,
για τα καλλιτεχνικά μου,
για τις παρορμήσεις των στίχων μου
και τη μοναξιά τους.

 

 

ΠΑΡΤΙ ΣΕ ΤΑΡΑΤΣΑ

Ένα νεύμα μου μόνο περίμενες
που το ανέβαλλα,
που ακόμη νοιαζόσουν για μένα
μου αρκούσε,
και ξεπέρασα την αίσθηση
πως όλα ήταν γνωστά,
αφάνταστα γνωστά εκείνη την ώρα:
το ζεστό κι άπλετο φως
στην ταράτσα που συγκεντρωθήκαμε,
η μελαγχολία των φίλων μας τριγύρω
και τα παλιά τραγούδια που ζητούσαν.

 

 

ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ

Στην αίθουσα υπήρχαν γλυπτά
που για μένα συμβόλιζαν το θάνατο,
κι άλλα που ο πεσιμισμός τους
ισορροπούσε με μια σπίθα
ζωής και αισθήσεων.

Και βέβαια υπήρχαν ερωτικά έργα
μ’ απροκάλυπτη τολμηρότητα,
με τη λάμψη ή τη δύναμη της σάρκας
που δε χαρίζει.
Με γονάτιζαν, με ξεγύμνωναν
όταν τα κοίταζα,
κι ήταν απαράμιλλα
και πιο πάνω από εκείνα του θανάτου
και τα άλλα των ποικίλων αποχρώσεων.

 

 

ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ

Οι πιο σκοτεινές
οι πιο αδίστακτες ορμές σου
μ’ εξουσιάζουν.
Και να μιλούσες
δεν θ’ άκουγα,
εμένα με τραβούσαν τα χείλη σου,
όλη η ηδονή που υπόσχεσαι
έχει το σχήμα τους.

 

 

Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΣΟΥ

Για ό,τι λατρεύτηκες
σε θέλω,
λατρεύτηκες για το κορμί
για ό,τι είσαι,
για την ευκολία σου
να επιλέγεις και να παίρνεις,
όταν οι άλλοι σε γυρεύουν
εσύ να προσπερνάς.

Σε θέλω κι όσο μπορώ
όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι
– σε χάλασε η υπεροψία σου.

 

 

ΕΠΛΗΤΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Νοιάζονταν αν κρύωνα
απ’ το θαλασσινό αεράκι
κι έλεγε να καθίσουμε πιο μέσα
σ’ άλλο τραπέζι.

Δίπλα η γυναίκα του
–ένα ερωτικά θεσπέσιο πλάσμα–
τον κοίταζε αδιάφορα,
έπληττε μαζί του.
Ήταν υπερβολικά γεροδεμένος
κι είχε μια τρυφερή ψυχή
σαν μικρού παιδιού.
Σε λίγο έφερε τη συζήτηση
γύρω από τη γνωριμία τους:
«Μετά τις ταβέρνες και τα ποτά
κλεινόμασταν στην κάμαρά μου,
κι εκεί με μεθούσε,
χόρευε για μένα ολόγυμνη
πριν πλαγιάσει».
Ήταν επίκληση για την παλιά
ιδανική τους σχέση,
το ανεξίτηλο δόσιμο του έρωτά τους,
ό,τι τον έσπρωχνε ν’ αποκαλύψει.
Εκείνη δεν άλλαζε, τον κοίταζε αδιάφορα.

 

 

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Ξαφνιάστηκα όταν το φώναξε:
«Άνοιξε το παλτό σου
ή καλύτερα πέταξέ το,
θέλω να βλέπω το σώμα σου».
Σε λίγο όταν όλοι εμείς θα φεύγαμε
θα έπαιρνε τη γυναίκα
που το παλτό έκρυβε το ωραίο της σώμα
και θα πήγαιναν αγκαλιά σπίτι τους.

Μα ήθελε να το φωνάξει
εκεί μπροστά μας,
η πιο ζωντανή του υπόσταση
είναι εραστής.

 

 

ΑΠΕΡΙΤΤΗ

Ο άνδρας την ενδιέφερε
κι είχε τη λαχτάρα της ανίχνευσης
των πρώτων εντυπώσεων.
Και να στολίζονταν
δεν θα ομόρφαινε,
αλλά τη χάρηκα
που βγήκε να τον συναντήσει
τόσο απέριττη
μέσα στον ίδιο τον εαυτό της,
μ’ ένστικτο και ταμπεραμέντο μόνο.

 

 

ΣΤΙΛΠΝΟΤΗΤΑ

Όταν έμεινες έκθαμβος
πόσο έλαμπε το φεγγάρι,
αναλογιζόμουν πως είχα χρόνια
να συναντήσω τρυφερό άντρα
σαν και σένα.

Είναι χιλιοειπωμένο το φεγγάρι
δεν με απασχολούσε,
ούτε είχα την άνεση
να το προσέξω
απ’ την αρχή που βγήκαμε
– καλοβολεμένη μέσα στα ρούχα
η δική σου στιλπνότητα υπήρχε.

 

 

ΠΡΟΤΑΣΗ

Κολυμπούσαν στα βαθιά
και του πρότεινε να βρεθούν
για έρωτα οι δυο τους ένα βράδυ.
Ό,τι τόσα καλοκαίρια του αρνιόταν
τώρα το άκουγε απ’ τα χείλη της.
Συμφώνησαν μόλις βοηθούσαν
οι περιστάσεις ένα βράδυ,
για το πρωτόγνωρο γύμνωμα,
την πρωτόγνωρη επαφή τους.
Στην παραλία ανάμεσα στους φίλους
δεν κάθισε μαζί της,
πήγε πιο πέρα κι έριξε
τη βάρκα του στη θάλασσα,
τη βούλιαζε παντού, την έπλενε.

 

 

ΤΟΛΜΗ

Όσο με φιλούσες
περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,
το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.
Όσο με φιλούσες
είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,
να μελετάω την υφή και την ένταση
απ’ τα χείλη σου.
Για να σωπάσω,
να πάψω να σε κρίνω,
ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

 

 

ΤΟ ΦΙΛΙ

Ο ήλιος έκαιγε, ο αέρας μάς δρόσιζε
η θάλασσα είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα.
Στο πιο ψηλό κατάστρωμα του πλοίου
φίσκα οι ταξιδιώτες
κι ανάμεσά τους ένα ζευγάρι που φιλιόταν.
Το στόμα της ήταν χαμένο στο δικό του,
κι αν έκρινα απ’ το φιλί
δεν ήταν δύσκολο να φανταστώ
σε τί κραδασμούς ήταν δοσμένοι,
και ποια τέλεια ένωση τους περίμενε.

Παλιά, και σ’ άλλα καράβια
έτυχε να φιλιούνται ατέλειωτα,
ίσως τους εμπνέει η θέα
του ανοικτού ορίζοντα,
ίσως να είναι από σύμπωση-
πριν ανεβώ τη σκάλα
αυτή τη σκηνή την περίμενα.

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το καφέ βιβλίο με το χοντρό κάλυμμα
έχει τα ποιήματα που αγαπάω,
τα ποιήματα που λένε ιστορίες
για φθορά, για έρωτα και θάνατο
νεαρών εραστών.
Σέρνω μαζί μου αυτό το βιβλίο,
το χρώμα του που αρχίζει να ξεβάφει
έχει δεθεί μες στο μυαλό μου
με την απόχρωση της σάρκας τους
που αποθεώνεται στους στίχους.

 

 

Ανοικτή γραμμή (1984)

 

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ

Ξέφυγε τη στενή πολιορκία των ανθρώπων,
ξεγέλασε τους φωτογράφους
κι ύστερα χάθηκε αθόρυβα
στους πολυσύχναστους δρόμους∙
πότε πότε σφυρίζοντας
το ξεχασμένο τραγουδάκι
ή κάποιο τρελό ρυθμό της εποχής
να ξεγελάσει την πολιορκία
οποιασδήποτε μελαγχολίας,
κι ας είχε στο νου του
το λίγο χρόνο που έμενε
να διαγράψει χαρτιά, τηλεγραφήματα
απεγνωσμένους έρωτες.

Όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε:
«Λοιπόν η κατάσταση
όπως πάντα ενθαρρυντική;»

 

 

ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Η υγρασία γίνεται πιο έντονη το πρωί,
κάτι σαν πάχνη που θολώνει
όταν κοιτάξεις στον καθρέφτη
τις λεπτομέρειες και την ασκήμια που συνήθισες.

Είναι βαριά τα λόγια,
και πιο πολύ όταν οι άνθρωποι
γίνονται ανυπόφοροι,
κι είναι μια ζωή μετρημένη
που αλλάζει,
αν κι αυτό πρέπει κάποτε
να το αποδείξεις.

Σε λίγο έρχεται η Στέλλα,
καθαρίζει τους καθρέφτες
και βάφει τα μάτια μας μεγάλα
με πράσινο και μαύρο,
ύστερα χαμηλώνει το φως
και μας κοιτάζει.

Όμως το πιο ενθαρρυντικό
στοιχείο ανάμεσά μας
είναι ότι επικοινωνούμε χωρίς φόβο.

Φοράμε ελαφρά, άνετα ρούχα,
χορεύουμε ξυπόλυτες, πετάμε τα τηλέφωνα
και δυναμώνουμε τη μουσική
ενώ οι χορευτές μάς αγκαλιάζουν τρυφερά
και μας φέρνουν στον υγρό κήπο
με τα τριαντάφυλλα.

 

 

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ

Η φωτογραφία την κολάκευε ιδιαίτερα
κάπου στη μέση της κάμαρας,
ρίχνοντας φως και πολλά αντικείμενα τριγύρω,
το καθένα στη σωστή απόσταση
για τις φωτοσκιάσεις που μεγάλωναν,
καθώς κατέβαινε ο ήλιος
τυλίγοντας τα μαλλιά και τα λεπτά της δάκτυλα
μέσα στην κάμαρα με τα πολύχρωμα βιβλία
και την κλειστή πόρτα για καταφύγιο.

Στο σπίτι της θείας
είχαν ένα στενό διάδρομο
κι ένα μεγάλο γιο που γκρίνιαζε.

Τώρα μπαίνουν άνθρωποι
που ανοίγουν με πάταγο
και με κλoτσιές τις πόρτες∙
Δεν έχουν συγκέντρωση,
δεν έχουν τεχνική.

Η κάμαρα μένει άδεια
χωρίς το όμορφο κορμί της,
τους φωτισμούς, τους υπολογισμούς,
τα μακριά φουστάνια
και τα διάφορα αντικείμενα τριγύρω της.

Αυτή η απουσία φοβερά
τον βασανίζει∙
περνάει το διάδρομο, σβήνει τους προβολείς,
περπατάει σταθερά και αδέξια συγχρόνως,
φεύγει και τους αφήνει ατιμώρητους,
γυρίζει στα καταφύγια
και στα θαλάσσια σπορ
το καλοκαίρι.

 

 

ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ

Το μεσημέρι πλαγιάσαμε δίπλα στο παράθυρο
με το σπασμένο τζάμι,
ήταν μια λεπτομέρεια παράξενη
σ’ αυτό το μέρος όπου οι άνθρωποι
πληρώνουν για να χαίρονται
ανάμεσα στις λεμονιές
και τα μεγάλα, ξύλινα δωμάτια,
τραγουδώντας μαζί με τα παιδιά
και τις παρέες τους
πάνω στην πράσινη χλόη
που απλώνεται στρέμματα ολόκληρα.

Είναι μαζί και κάποιος θίασος,
όλοι αυτοί που ναύλωσαν καΐκι
κι ετοιμάζονται με ζωηρά σχέδια
και μουσική,
ενθουσιασμένοι από το πράσινο
και τα βουνά τριγύρω.

Αύριο νωρίς το πρωί
θα κοιτάξουμε γι’ αστακούς
που ξετρυπώνουν πάνω στα βράχια∙
ύστερα θα πλύνουμε τα γόνατα
και θα ετοιμάσουμε τα δώρα
για το υπαίθριο γλέντι
σ’ ένα μεγάλο τραπέζι
στη μέση του κήπου∙
έτσι όπως τον περιμένουμε
δροσερό κι ευρύχωρο,
ανάμεσα στα πανύψηλα δένδρα
και τις φυλλωσιές του.

 

 

Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Δεν σου ταιριάζουν μελαγχολίες,
δεν σου ταιριάζουν θλίψεις,
κουραστικά συμπεράσματα∙
συγκριτικά τον κέρδισες τον έρωτα,
έδρεψες κι έδρεψες απ’ τη λατρεία
που αποπνέουν τα μάτια τους
όταν σε κοιτάζουν.

Δεν σε αφάνισε ο έρωτας,
όταν για το κορμί βαθιά εντός μας
καταιγισμοί λυσσομαχούν.

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Τα δένδρα αγριεύουν,
τα παράθυρα σκεβρώνουν,
οι δουλειές με πνίγουν,
εποχιακές και προαιώνιες,
όμως οι άνθρωποι στο σπίτι
ασχολούνται με την υποδοχή των ξένων∙
αλλάζουν υπνοδωμάτια,
στοιβάζουν καρέκλες, πολυθρόνες,
μέχρι να βραδιάσει περιμένουν.

Εδώ ψηλά η περιοχή ερημώνει
χωρίς θήραμα και δίχως ομορφιά,
κι όλο λέω να βρω ένα ήσυχο μέρος
κάτω από τα δένδρα
ολάκερη να με γυρεύεις.

 

 

ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
μόνο πίσω από τις βάρκες,
τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

Οδηγούν απρόσεκτα,
έχουν ορμή κι ευελιξία,
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
μπαίνουν στη μέση τού δρόμου,
στρίβουν απότομα.

Πηγαίνουν όπου θέλουν,
σε έρωτες μυστικούς,
σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
και καθώς στο πέρασμά τους
μαγνητίζουν την προσοχή του κόσμου,
πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
σε απότομες συγκρούσεις.

 

 

Η ΑΝΟΙΚΤΗ ΓΡΑΜΜΗ

Η ομίχλη καθυστερεί την αναχώρηση
από το αεροδρόμιο,
υπάρχει κίνδυνος ν’ αναβληθεί το ταξίδι∙
σαν τρελός με παίρνει στο τηλέφωνο,
έχει εξαντληθεί να με βλέπει παντού
χωρίς να με αγγίζει,
να φαντάζεται τη συνάντησή μας
σ’ ένα εξοχικό σπίτι
κι ο έρωτας στο πείσμα του καιρού
να μεγαλώνει.

Εδώ μας διακόπτουν,
η γραμμή αρχίζει να βουίζει,
ακούγονται ανακοινώσεις
μέχρι να φύγει το αεροπλάνο,
αν τελικά φύγει∙
προσπαθώ ν’ ακούσω τη φωνή του
κάτι μισές λέξεις, σχεδόν ψιθυρίσματα∙
δεν προλαβαίνει να μιλήσει∙
πρέπει να τρέξει για εισιτήρια,
φοβάται μόνο τη συνεχή αναβολή
του έρωτα
σ’ ένα λευκό αεροδρόμιο.

 

 

ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

Πέφτει βροχή, αέρας,
η θάλασσα αγριεύει,
καθόμαστε στην παραλία
και κοιτάζουμε τους νεαρούς
που παλεύουν με τ’ αγριεμένο κύμα.

Λέμε να δυναμώσει η μπόρα,
να τρέξουνε στην αγκαλιά μας.

Όμως αυτό ήταν μια υπόθεση,
ήταν μια τρέλα.
Εκείνοι γονάτισαν το κύμα,
πήραν την ψυχή του κόσμου
με τα τραγούδια και το σώμα τους

κι εγκατέλειψαν την υγρή άμμο
τυλιγμένοι την αγάπη, το χορό της βροχής
που δεν έγινε, που θα ήταν
η αρχή μιας υπέροχης γνωριμίας.

 

 

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ

Βραδιά υπέροχη,
άνθρωποι υπέροχοι,
όμως η μουσική απόψε δεν αρκεί
δεν γεμίζει,
ούτε οι κουβέντες ούτε τα χαμόγελα∙
η καμπυλόγραμμη γυναίκα
που όλοι μάταια γυρεύουν,
βυθισμένη, απόμακρη,
μιλάει ατέλειωτα για τέχνη,
δεν σηκώνει βλέμμα.

Η μοναδική παρουσία της επηρεάζει,
η αδιαφορία της πληγώνει,
αναπόφευκτα επιδρά επάνω τους,
καταλύει τη νύχτα.

 

 

ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Καθώς την περίμενε,
πάλευε και πάσχιζε να τελειώσει
το κείμενο μπροστά του,
ενοχλημένος, με σύντομες φράσεις
απαντούσε και στο τηλέφωνο∙
καθώς την περίμενε αγνοούσε
τακτές ημερομηνίες και χειρόγραφα.

Μόνο να επιστρέψει,
να μένει ανοικτό το φωτάκι του πικάπ
κι ο δίσκος να παίζει,
να μιλάνε για ταινίες το σαββατόβραδο,
για τρελές παρέες,
αναδυόμενα πάθη.

 

 

ΣΤΕΝΟ ΔΡΟΜΑΚΙ

Έγραψε με μολύβι στον καθρέφτη:
«απόψε δεν έχω κέφι —
πάμε σινεμά ή συναυλία»,
δίπλα στην υπογραφή διέκρινα φευγαλέα
και την απαίσια όψη μου∙
εκείνο το βράδυ χωρίσαμε
σ’ ένα στενό δρομάκι,
σ’ ένα στενό δρομάκι μέσα στο πλήθος∙
ήμουν η αγάπη του που δεν περίμενε,
η ερωμένη που ήθελε ν’ αποφύγει,
μια άγνωστη που τον είδε τυχαία
να περιφέρεται εκεί όπου υπήρχαν στη σειρά
φωτεινές επιγραφές, χορευτικά κέντρα
και πολλή βοή για ό,τι έπρεπε
καθένας ν’ αποφασίσει.

 

 

ΑΓΩΝΕΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ

Η «Αφροδίτη» περνάει τον «Ρινόκερο»
και τρέχει σαν βολίδα,
προσπαθεί να κρατήσει τη θέση της
αλλά ο «Κένταυρος» που την ακολουθεί επίμονα
μ’ ένα επιδέξιο χειρισμό
περνάει πρώτος
και γίνεται το αυτοκίνητο-θρύλος.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται,
παρακολουθούμε την αποθέωση του νικητή,
τον ενθουσιασμό του πλήθους
που περικυκλώνει το αυτοκίνητο
και πανηγυρίζει.

Σηκώνουμε το τραπέζι
και το μεταφέρουμε δίπλα στο ανοικτό παράθυρο
αργότερα θα δείξουν σ’ επανάληψη
όλες τις φάσεις του αγώνα,
αλλά τώρα μας ενδιαφέρει
να βρούμε καρέκλες και ποτήρια,
η ατμόσφαιρα είναι έντονη, ερωτικά ηλεκτρισμένη,
όταν καθίσουμε στο τραπέζι
θα δουλεύουν τ’ αστεία, θα δουλεύουν
τα κρυμμένα αισθήματα.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται.

 

 

ΕΛΞΗ

Διστάζω στους χορούς
και στα τραγούδια,
δεν λέω τσαχπίνικα αστεία,
μένω κλειστή και άπραγη
στη ζωντανή παρέα,
και το πιο περίεργο απ’ όλα
είναι ότι εσύ όλο και πιο επίμονα
με προσέχεις και με θέλεις,
με μια έλξη ακατανίκητη
που με πνίγει
γιατί είσαι ο πιο λαμπρός ανάμεσά τους,
είσαι πανέμορφος και δυνατός.

 

 

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Πέταξε τη ρόμπα που φορούσε
κι έβγαλε το φόρεμα απ’ την ντουλάπα,
βρήκε τη χτένα, τα στολίδια
που της ταίριαζαν
κι ετοιμάστηκε χαρούμενη,
συμφιλιωμένη με το ευέλικτο κορμί της,
συμφιλιωμένη με τη σκληρή μέρα
που τελείωνε,

έπειτα φρόντισε τη διακόσμηση,
έβαλε αναψυκτικά στη σειρά,
το πικάπ με τους δίσκους
στο μπαλκόνι,
η βραδιά ήταν γλυκιά,
και προπαντός εκεί
θ’ άναβε το γλέντι.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FREAR 4/4/2018

Το αρχετυπικό σχήμα της αγκαλιάς

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο τίτλος μίας ποιητικής συλλογής είναι τόσο εύστοχος που μπορεί να θεωρηθεί η κεντρική ιδέα, ο προσδιορισμός του ύφους και του πλαισίου, η συμπύκνωση της ίδιας της ουσίας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την τελευταία ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, εκδόσεις Εντευκτηρίου 2018.

Ο τίτλος λοιπόν αυτής της ποιητικής συλλογής είναι Ο κόσμος απροκάλυπτα και πραγματικά αυτές οι τρεις λέξεις προσδιορίζουν με εξαιρετική ευκρίνεια το περιεχόμενο των ποιημάτων.

Γιατί αυτή η συλλογή είναι ένας κόσμος. Τα ποιήματα συντελούν μία κοσμογραφία, μία προσεκτική αποτύπωση και καταγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μία μελέτη της ανθρώπινης φύσης. Μπροστά στα μάτια του αναγνώστη αστράφτει η λεπίδα της ανατόμου.

Η ματιά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα είναι γρήγορη, κοφτερή και κοφτή, ουσιαστική. Με την άκρη του ματιού παρατηρεί το απειροελάχιστο νεύμα, την πιο μικρή σύσπαση, την ελαφριά απόχρωση στον τόνο της φωνής. Μέσα στο γενικό χαοτικό σύνολο απομονώνει την λεπτομέρεια, αυτή την ελλειπτική κίνηση που κάνει την διαφορά. Μέσα στην γενική οχλαγωγία εντοπίζει με ένα μαγικό ραντάρ έναν ιδιαίτερο ήχο, αυτός έχει βαρύτητα γι αυτήν, σ’ αυτόν εστιάζεται.

Προερχόμενη από την κοίτη της Διαγωνίου, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα συγκεντρώνει από την αρχή όλα τα προτερήματα αυτού του είδους της γραφής. Ο λόγος της είναι απόλυτα συμπυκνωμένος, κάθε λέξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία και είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένη έτσι ώστε αν αντικατασταθεί με κάποια άλλη τυχάρπαστη λέξη, μπορεί να διασαλευτεί η τάξη του ποιήματος. Ο αναγνώστης νιώθει ότι αν λείψει έστω και μία ψηφίδα από το προσεκτικά σχεδιασμένο ψηφιδωτό η εικόνα θα αλλοιωθεί. Τα ίδια τα ποιήματα της συλλογής είναι σύντομα και περιεκτικά. Σε όλη την συλλογή δεν υπάρχει στίχος που να περισσεύει. Η συλλογή είναι τόσο σφιχτοδεμένη που θα μπορούσε να αποτελεί ένα ενιαίο ποίημα, ένα κρυστάλλινο δάκρυ ή ένα μόνο μισό γλυκό μισό πικρό χαμόγελο.

Το δεύτερο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής συμπεριλαμβάνεται πάλι στον τίτλο του. Απροκάλυπτα. Που σημαίνει χωρίς κάλυψη, χωρίς προφύλαξη, χωρίς μεταμφίεση, χωρίς ένα κομψό ταγιέρ σύμβαση που να κρύβει το ολόγυμνο σώμα από κάτω. Χωρίς μία προσπάθεια συγκάλυψης. Χωρίς φόβο. Με την πεποίθηση ότι αν κάποιος δεν είναι έτοιμος να εκτεθεί, δεν μπορεί να γράψει αληθινή ποίηση.

Οι υπόγειοι και ύπουλοι μηχανισμοί της εξουσίας, η αγάπη ιερουργία και ο τελετουργικός έρωτας, η εκμετάλλευση στον εργασιακό χώρο, το ερωτικό συναίσθημα που διαχέεται στο πλήθος, ο ναρκισσισμός, οι ανταγωνισμοί, η ζήλεια, οι ανταλλακτικές σχέσεις, η ωμή σκληρότητα των συμφεροντολογικών προσεγγίσεων, στιγμιότυπα που συμβαίνουν γύρω της, συμπεριφορές ανθρώπων που παρατηρεί που άλλοτε της προκαλούν περιέργεια, άλλοτε δίκαιη αγανάκτηση, άλλοτε μία σοφή θλίψη που εμπεριέχει την αποδοχή ότι αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων, ότι στην ουσία τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά για την μεγαλύτερη αυτοθυσία αλλά και για την έσχατη μικροπρέπεια, αυτά είναι τα θέματα της γραφής της.

Η Αλεξάνδρα υμνεί τον έρωτα και την χαρά, αλλά και την μοναξιά, την συντριβή, το πένθος. Στο λεπτό σύνορό τους πόσο κοντά είναι ο θάνατος και η ομορφιά γράφει.

Όλες οι αισθήσεις κινητοποιούνται, η αφή και η όσφρηση πρωτοστατούν, συχνές αναφλέξεις συμβαίνουν ανάμεσα στα ποιήματα. Σεκλέτι, νταλκάς, πυρφόρα αγγίγματα, το φυσικό σώμα γίνεται παρανάλωμα, ο έρωτας λυτρώνει.

Η ματιά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα είναι καθαρή, δίκαιη, αμερόληπτη. Δεν φοβάται να μιλήσει για τον κόσμο όπως τον συλλαμβάνει με τις ευαίσθητες κεραίες της. Δεν φοβάται να κάνει προσωπικές εξομολογήσεις και εκμυστηρεύσεις. Υπάρχει μία εξαιρετική διαύγεια στα ποιήματα, όπως όταν ο Βαρδάρης διαλύει τα σύννεφα στην ατμόσφαιρα και από μέσα ξεπροβάλλει ολοκάθαρη η πόλη της, η γενέτειρά της. Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα δεν αγαπάει την ομίχλη, τις σκιές, τους συσκοτισμούς, την παραπλάνηση. Απογυμνώνει όπως λέει η ίδια την γραφή της γιατί έτσι γίνεται ένα λείο βότσαλο που αστράφτει αληθινό, χωρίς μελοδραματισμούς, ψιμύθια, περιττά λογύδρια και φλυαρίες.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα μπαίνει στην καρδιά του τρομερού. Στην καρδιά του σκότους. Στο σώμα που σπαρταρά στα σεντόνια. Στις τερατουργίες που με διάφορα προσχήματα διαπράττονται καθημερινά. Καιροφυλακτεί, κατασκοπεύει, αντιλαμβάνεται. Ακούει, διαπερνά, αισθάνεται. Πλέον με την σοφία και την πείρα που έχει αποκτήσει μπορεί να διακρίνει τα κρυφά σκοινιά πίσω από τις μαριονέτες. Ανατέμνει και μελετά το μέγεθος της κακίας. Υμνεί τον έρωτα. Διακρίνει κάτω από την επιφάνεια.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γνωρίζει όλα τα σχετικά γύρω από την βία, την σκληρότητα, τον κυνισμό. Μπορεί να τα αντιμετωπίζει με όπλο της την διαύγεια της αγνής και καθαρής ματιάς της. Παρόλα αυτά δεν διστάζει να δηλώσει απερίφραστα. Το πιο αρχετυπικό σχήμα είναι η αγκαλιά.

Και μ’ αυτό τα λέει όλα

 

ΓΙΑΝΝΗΣ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 6/7/2018

Η ερωτική ποιητική παραγωγή αλλά και η ερωτική λογοτεχνία γενικότερα μάλλον δεν βρίσκεται στα καλύτερά της. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε μια χιονοστιβάδα «ερωτικής λογοτεχνίας» που ισοπέδωσε τα αισθήματα, υποβάθμισε τον έρωτα και πιο πολύ τον φλεγόμενο, ασπαίροντα έρωτα. Η υπερβολή έριξε στο περιθώριο εκείνες τις λογοτεχνικές φωνές που εξυμνούσαν τον αισθησιασμό, τον πόθο, την ηδονή, τις λεπτές απολήξεις του πάθους. Αν η αγάπη είναι η ηρεμία, η αλληλεγγύη στο άλλο πρόσωπο, η δύναμη που προκύπτει από μια οικειοθελή ένωση ο έρωτας είναι η σκληρή επιθυμία που δεν περιμένει, ο πόθος αλλά και η ζήλια, η φαντασίωση, η εμμονή αλλά και ο φόβος και η απόρριψη, το σώμα μέσα στο σώμα αλλά και τα οδυνηρά αισθήματα που προκαλεί η απουσία του άλλου σώματος. Χιλιάδες λογοτεχνικά έργα στηρίχτηκαν στα πάθη του έρωτα, σε αυτά που ξεφεύγουν από το κανονικό που εξουσιάζουν τους ερωτευμένους. Σήμερα αν και γράφονται χιλιάδες ερωτικά ποιήματα δεν υπάρχει ένας Αγάθωνας ή μία Σαπφώ της σημερινής εποχής που να μπορεί να γράψει κάτι ανάλογο:

«…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω” .

Υπάρχουν όμως μερικές ποιήτριες και ποιητές που διακονούν αυτή την ποιητική του πόθου, των αισθήσεων και της απόγνωσης. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζω την Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Θυμάμαι την Αλεξάνδρα Μπακονίκα από τις πρώτες συλλογές της στη Διαγώνιο. Μου είχε κάνει εντύπωση η προσήλωσή της στη χαρά της ηδονής, στην λεπταίσθητη εξύμνηση των αισθήσεων, στο κορμί που παθιάζεται και εξαγνίζεται από την κοινωνική συνάφεια. Ήταν ίσως η πιο ερωτική ποιήτρια στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό χώρο, χωρίς κόμπλεξ να εξυμνεί τη σάρκα, τον έρωτα, την ηδονή και ό,τι πάθη σέρνουν αυτά μαζί τους.

Στην τελευταία της συλλογή «Ο κόσμος απροκάλυπτα» (Εντευκτήριο) παραμένει προσηλωμένη στα αγαπημένα της θέματα αλλά εμπεριέχει πια στους στίχους της και την εμπειρία, τη σοφία που αφήνει η κοινωνική συνθήκη. Η ποιήτρια σχολιάζει απέλπιδες έρωτες, μοναξιά που σκοτώνει, συμφέροντα που πλήττουν αδιακρίτως τις ψυχές και τις αγάπες, τα πάθη για εξουσία, την σκληρότητα, την απονιά, την θλίψη αλλά και τη λύπηση για τον εξευτελισμό που προκαλεί ο έρωτας, την μικροπρέπεια, την αλαζονεία, τον αισθησιασμό που αναδύει η μυρουδιά του πόθου, το παρανάλωμα και τη σαρκική αδυναμία, τη λαγνεία, την αποπλάνηση και την αδυναμία της αποπλάνησης, την θαλπωρή της αγκαλιάς και τον πόνο της έλλειψης της.

Η ποιητική της είναι λιτή, με λέξεις καίρια βαλμένες στη σειρά όπως πρέπει για να αποδώσουν όχι μόνον το νόημα αλλά κυρίως την αίσθηση που αφήνει το νόημα. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

http://www.vakxikon.gr, Απρίλιος 2018

Στον τραχύ κι απομυθοποιημένο κόσμο μας
-από πολύ νωρίς τραχύ τον γνώρισα-
είδα, έπαθα, αναλογίστηκα.

Σταθερή και ακλόνητα προσανατολισμένη στην ουσία του πράγματος και, εν προκειμένω, της σχέσης -της όποιας σχέσης- που λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο πλαίσιο της καθημερινότητας, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα μάς προσφέρει την τελευταία της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου, με τον τίτλο «Ο κόσμος απροκάλυπτα». 47 ολιγόστιχα ποιήματα, 47 αυτάρκεις ποιητικές μικροϊστορίες, απόλυτα συγκεκριμένες και απροκάλυπτα ξεκάθαρες, οι οποίες δεν αφήνουν στον αναγνώστη περιθώρια εννοιολογικών παρεξηγήσεων και λυρικών εξάρσεων. Αυτό που με την προηγούμενή της ποιητική συλλογή δήλωσε «Για ήττες και προσδοκίες που πληθαίνουν / και απανωτά μου δίνουν κτυπήματα, / σε εγρήγορση βρίσκομαι / να εντοπίσω, να πετάξω από τους στίχους μου / μελοδραματισμούς, ασάφειες και μισές αλήθειες» συνεχίζει να υποστηρίζει, αποφλοιώνοντας, εκ νέου ή εν συνεχεία, τα περιττά στολίδια της λέξης, επικεντρώνοντας στο καθεαυτό ουσιαστικό γεγονός και όχι στην περιφέρειά του.

Στον απομυθοποιημένο κόσμο μας
έχω αυθόρμητη την τάση, την αισθητική,
να λειαίνω, να απογυμνώνω τη γραφή μου.

Η απομυθοποίηση του κόσμου και εδώ συνεχίζει, όπως και στην προηγούμενή της συλλογή, να διατηρεί το βλέμμα στραμμένο στις κοινωνικές συναναστροφές και να τις σχολιάζει, επισύρει και την απογύμνωση της γραφής της. Επιθυμητή και συνειδητή επιδίωξη από πλευράς της ποιήτριας, η οποία δεν υπήρξε ποτέ της φλύαρη. Ολοένα και περισσότερο, όμως, παρατηρείται η προσωπική της σφραγίδα στα ποιήματα που με τρόπο λακωνικό και με περισσή αυτονομία μας παραδίδει. Οι καταληκτικοί στίχοι των ποιημάτων, μονολεκτικοί και δίστιχοι ως επί το πλείστον, συμπυκνώνουν και ταυτόχρονα κορυφώνουν το νόημα του ποιήματος, είτε αυτό αντανακλά ερωτικό, κοινωνικό ή και υπαρξιακό περιεχόμενο. Στο άλγος της ωμής σκληρότητας / άμαθη είμαι. Η αλλού θα γράψει:

Υμνώ τη χαρά,
-αν και δεν ξέρω πόση θα μου μείνει ακόμη-
την υμνώ στο ακέραιο και εν πλήρει γνώση.
Γιατί από τον ζόφο,
το κάτεργο της δυστυχίας έχω περάσει.
Τα πάνδεινα έπαθα.

Προστρέχω, υμνώ τη χαρά

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί το εξής, όσο η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απελευθερώνεται από τις περιττές φλυαρίες που βαραίνουν συνήθως το μήνυμα του ποιήματος, άλλο τόσο εσωκλείει στο ποιητικό της συμβάν τ’ αντικείμενα που συμμετέχουν σ’ αυτό• κατορθώνει έτσι να εναρμονίσει τα πρόσωπα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μέσα σε μια αφηγηματική πραγματικότητα που μοιάζει οικεία στον αναγνώστη. Αξιοπρόσεκτο παραμένει το γεγονός πως οικειοποιείται, και η ίδια, συναισθηματικά αδιέξοδα και τραύματα τρίτων, μ’ αποτέλεσμα να οδηγείται σε προσωπική παραδοχή πληγών που μας ταλανίζουν όλους ανεξαιρέτως.

Σε λυπάμαι,
ένα μέρος του εαυτού σου συρρικνώνεται,
έχει μολυνθεί από αβάσταχτα αδιέξοδα.
Κι όσο σε λυπάμαι, είναι σαν να λυπάμαι
Τον εαυτό μου.
Χαντακώθηκα, χωλαίνω κι εγώ
από αδιέξοδα.

Θα ήταν παράλειψη φυσικά να μην αναφέρουμε την πάντα ζώσα, την πάντοτε υγρή και σωματική έκφανση της ποίησης της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, που έχει αποκτήσει τη δική της προσωπική σφραγίδα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγχρονης ερωτικής ποίησης.

Διάπυρη η έλξη,
Μέχρι θανάτου λαβώθηκα.
Η ομορφιά σου με κυκλώνει,
ένθεη γίνομαι.
Στα ίχνη της έλξης κυκλοφορώ και διαμένω.
Οι αναζωπυρώσεις της ανεξέλεγκτες
δεν έχουν τέλος.

Είσαι το θαύμα
ακλόνητο, αναλλοίωτο.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 31.3.2018

Ισως ο τίτλος του τελευταίου ποιητικού βιβλίου της Αλεξάνδρας Μπακονίκα «Ο κόσμος απροκάλυπτα», μαζί με τον τίτλο του πρώτου της βιβλίου που ήταν «Ανοικτή γραμμή» και είχε εκδοθεί στα 1984, να είναι οι μόνοι που δεν υπαινίσσονται ευθέως την σχεδόν αποκλειστική κυριαρχία του ερωτικού αισθήματος ως άλγους ή ως ανάστασης. Ενώ τώρα μέσα σ’ ένα σκηνικό, χωρίς τίποτε το ξεχωριστό, όπως μια άδεια, έρημη πλατεία, ένα στενό δρομάκι, ή τέλος μια πλατφόρμα τρένου, προετοιμάζεται μια ερωτική ευωχία, με όλα τα χαρακτηριστικά μιας μυσταγωγίας, όπου όμως, χωρίς να εξορίζονται, όπως θα ήταν φυσικό, φτάνουν ακόμη εντονότερες οι φωνές του κόσμου είτε πρόκειται για την κραυγή της μάνας που φρόντιζε το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της είτε της υπέργηρης καθαρίστριας σε σκάλες, σπίτια και ταβέρνες. Ισως γι’ αυτό να παρουσιάζεται τόσο απενοχοποιημένη στην Μπακονίκα η έκφραση σε σχέση με τον ερωτικό σεβντά, αν συγκριθεί η ίδια με πολύ παλαιότερές της ερωτικές ποιήτριες (για παράδειγμα τη Μαρία Πολυδούρη ή τη Μυρτιώτισσα) όπου η ερωτική δοκιμασία αυτονομούνταν σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.

 

Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Η δωρική γραφή της αισθαντικότητας

 

Η ερωτική ποίηση, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εξιδανικεύει το ερωτικό αντικείμενο, με εικόνες, αρχέτυπα και μελωδικούς ρυθμούς. Σε περίπτωση άνδρα ποιητή, η εκθαμβωτική ομορφιά της αγαπημένης συμβολίζει την τελειότητα του σύμπαντος. Από τις πρώτες της ποιητικές συλλογές, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ανατρέπει και αναπλάθει την παράδοση της ερωτικής ποίησης με απόλυτα φυσικό τρόπο. Το γεροδεμένο ανδρικό κορμί γίνεται η αντανάκλαση της Ιδέας της ομορφιάς στα μάτια του ποιητικού υποκειμένου, που είναι μια αισθησιακή γυναίκα. Σε κάποια ποιήματα δίνει τον λόγο σε ποιητικό εγώ που είναι άνδρας — η γυναίκα παίρνει τη θέση του
αντικειμένου —, αλλά τότε αναδύεται ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της τέχνης της: η διαλογική κοσμοθεωρία, που βοηθά τον αναγνώστη να φτάσει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και όχι απλώς της γυναικείας. Γι’ αυτό δεν έχει σημασία αν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια άνδρα ή γυναίκας. Η υπέρτατη εξουσία, αυτή που απονέμει αθανασία με αντάλλαγμα την ερωτική εύνοια, ανήκει αποκλειστικά σε διακόνους της ποίησης.
Το πρώτο ποίημα της νέας συλλογής, έξοχο παράδειγμα θεατρικής δομής που οδηγεί σε βαθύτερα νοήματα, χωρίζεται σε δύο “σκηνές”. Στην πρώτη, δύο εραστές βρίσκονται στον χώρο του αρσενικού, σεληνιακού ήρωα, με υπόβαθρο μια ποιητική πράξη που ανατρέπει τα αιώνια σύμβολα, άνδρας-ήλιος, γυναίκα-σελήνη. Το δωμάτιο σκοτεινό. Ο άνδρας έχει κατεβάσει τα ρολά πριν από την άφιξή της, και δεν υπάρχει ίχνος φωτός. Η λέξη «κολασμένων» εμφανίζεται αναπάντεχα, παραπέμπει μεν στην κόλαση, αλλά συνδηλώνει την απαγορευμένη ηδονή και όχι κάποια κοινωνική ή θεϊκή τιμωρία. Στη δεύτερη “σκηνή” βρισκόμαστε σε φωτεινό δρόμο, με χρώματα και ζεστή ατμόσφαιρα. Το σκοτάδι, αναγκαίο για την ερωτική πράξη, οδήγησε στον ανοιχτά χώρο, η «κόλαση» γέννησε τον παράδεισο. Κάθε λέξη του ποιήματος χτίζει μια κόλαση που όχι μόνο δεν τιμωρεί, αλλά και παρέχει υλική απόλαυση. Η έννοια της αμαρτίας, της παράβασης ηθικών νόμων, έχει αμετάκλητα εξοστρακιστεί. Η ποίηση, όπως η θεατρική σκηνή, απαιτεί «τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις/ μέχρις εσχάτων», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Η πρόβα». Και τα ποιήματα γίνονται σκηνές θεάτρου, με το σκηνικό να αλλάζει διαρκώς: δωμάτιο αλλά και πεζοδρόμιο, κατάστημα αλλά και υπαίθριο μπαρ.
Ήδη από τον 15ο αι., ο Villon χρησιμοποιούσε λυρισμό για να περιγράψει τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα, σαν να είναι όλα τα ανθρώπινα ξεχωριστά, όπως ήταν μόνο οι αιώνιοι έρωτες για τον Πετράρχη και τους επιγόνους του, μέχρι και τον ρομαντισμό. Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ψάχνει να εξηγήσει την πτώση των αξιών γύρω της, με προσοχή στα μικρά και ασήμαντα της ζωής. Στο ποίημα «Τα κεράσια», τα μαραμένα κεράσια στην άκρη του πιάτου σηματοδοτούν το περιθώριο, την κοινωνική θέση στην οποία περιορίζει την οικονομική μετανάστρια η αφεντικίνα της. Βγαίνουν κατ’ ευθείαν από τη ρυτιδωμένη ψυχή της βολεμένης γυναίκας, για να ταπεινώσουν μιαν άλλη γυναίκα, κοινωνικά αδύναμη.
Η μεταφορά σπανίζει, ενώ η μετωνυμία πρωταγωνιστεί στη σκηνή του ποιητικού λόγου, αναδεικνύοντας τις πεζολογικές του δυνατότητες. Η κυρίαρχη θεματική του έρωτα χωρίς συναίσθημα, του αισθησιασμού χωρίς αισθαντικότητα, αποκτά διττή μετωνυμική ισχύ. Απεικονίζει τη μάχη για απελευθέρωση και μαζί την πάλη για κυριαρχία, και τα δύο σε μια παρακμιακή κοινωνία. Και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η παρακμή δεν οφείλεται στον ελεύθερο έρωτα ούτε τον προκαλεί, αλλά στην ανικανοποίητη επιθυμία, όταν αυτή δεν μετουσιώνεται και δεν εξιδανικεύεται, οδηγώντας σε ελευθερία χωρίς σύνορα, σε εξουσία χωρίς ενοχές.
Το Εγώ, είτε είναι ποιητικό είτε προσωπικό, ανάγεται σε μια συλλογική οντότητα που ασκεί υπογείως κριτική στην κοινωνία, με μικρές, συγκεκριμένες αφηγήσεις. Οι τίτλοι των συλλογών ανακοινώνουν κραυγαλέα τη θεματική. Στο τελευταίο βιβλίο, το τραγικό της ζωής μάς σπρώχνει, και κατόπιν μας εγκλωβίζει, στο λημέρι των αισθήσεων. Ποιήματα-στιγμιότυπα, γραμμένα με ελλειπτικό λόγο, σχεδόν αποσπασματικά, καλούν τον αναγνώστη να σκεφτεί, να συμμετάσχει, να ολοκληρώσει την κριτική εικόνα.
Ένας κόσμος χωρίς αξίες είναι ένας κόσμος αφημένος στην τύχη του, χωρίς πεπρωμένο. Η ποιήτρια αντιδρά και μας δίνει μια γραφή πυκνή και απέριττη, κυρίως απροσποίητη, και μαζί μια μετωνυμική εικόνα δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων: της εξουσίας και της απελευθέρωσης από κάθε εξουσία, κοινωνική, λογοτεχνική. Στα εντυπωσιακά λόγια της λυρικής ποίησης απαντά με λιτότητα, στις μεγάλες αφηγήσεις του μοντερνισμού με απλά συμβάντα. Ψάχνει να βρει την ανθρωπιά μέσα στον άνθρωπο και όχι στους μύθους που υμνούν το πιθανό μεγαλείο του. Όταν οι δικές της καθημερινές ιστορίες συναντούν αλληγορίες και σύμβολα, τα δαμάζει και τα αποκαλύπτει στις ρεαλιστικές τους διαστάσεις.
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γράφει μια ποίηση που, αν αφεθείς στη γοητεία της, θα σε μεταφέρει, με τέχνη και συνέπεια, στα βάθη της δικής σου ψυχής. Γράφει επιπλέον μια σύνθετη ποίηση που συναρπάζει με τη δωρική απλότητά της και την ανυποκρισία της. Μια ποίηση που γράφεται για να ξαναδιαβαστεί.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

e-poema. τχ. 18,

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Φοίτησε στην Ιατρική σχολή του Α.Π.Θ. χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Πρώτη φορά δημοσίευσε ποιήματά της στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983. Έχει εκδώσει τις εξής ποιητικές συλλογές: «Ανοικτή Γραμμή» «Το Γυμνό Ζευγάρι» «Lovers and Lairs»
«Θείο Κορμί» «Μαυλιστικά» «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας» «Ηδονή και Εξουσία» «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων».

Ποιήματά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: Τραμ, Παρατηρητής, Εντευκτήριο, Ένεκεν, Παρέμβαση, Πανδώρα, Ρεύματα, δέκατα, Πάροδος, Γραφή. Το έργο της παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το 1994. Επίσης, το 1996 προσκεκλημένη από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στο Λονδίνο μαζί με άλλους ομότεχνούς της, συμμετείχε στο Συμπόσιο για τη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, όπου και παρουσιάστηκε το έργο της. Εκτός από την αγγλική μετάφραση επιλεγμένων ποιημάτων της με τον τίτλο «Lovers and Lairs», ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Σουηδικά, και Αλβανικά.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα οριοθετεί, εδώ και εικοσιοκτώ χρόνια, στον χώρο της ποίησης, ένα ιδιαιτέρως προσωπικό λεκτικό και νοητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται με ακρίβεια και λιτότητα τέτοια και τόση που δεν ξαφνιάζει δυσάρεστα, τουναντίον ανακουφίζει, άμα τη αποκάλυψει της ταυτότητάς του. Iδιον χαρακτηριστικό δημιουργών που καθιερώνονται στον χώρο της τέχνης με τη σταθερή παρουσία τους και πιστότητα στην ουσία του λόγου και όχι στην τυχαιότητα των όποιων συγκυριών τους προσφέρονται ή επιδιώκουν μετά μανίας.

Προσηλωμένη στο ερωτικό. Μελετητήτρια των κινήσεων της ηδονής. Σκηνοθέτιδα των κινήσεων της σάρκας. Πειθαρχημένη στην ολιγόστιχη φόρμα. Πιστή στις ευθυτενείς εκφράσεις. Στακάτη στην εκφορά του λόγου. Αυθεντικά βιωματική στις σκηνές. Εξαιρετική αφηγηματογράφος αλλότριων παθών. Επίμονη παρατηρήτρια ίδιων και ετέρων έξεων. Κυρίως όμως η Μπακονίκα είναι λάτρης της ρεαλιστικής και περιγραφικής ανατομίας του χωροχρόνου. Καδράρει τη σκηνή της δίχως εξωραϊσμούς και περιττές πληροφορίες, επιτυγχάνοντας έτσι στο μέγιστο την αμεσότητα της πράξης που αφηγείται.

Καταργεί ακαριαία τη διάσταση μεταξύ της πραγματικότητας του στίχου και της φαντασίας του αναγνώστη, καθιστώντας τον αυτουργό της πράξης. Στον αναγνώστη η πρόσληψη της ποιητικής στιγμής υπεισέρχεται αυτόματα με την ανάγνωση του ποιήματος χωρίς τα ενδιάμεσα διαστήματα σκέψης ή φαντασίας. Το σκηνικό δίδεται αυστηρά από τη δημιουργό και δεν επιτρέπει περαιτέρω παρεκκλίσεις. Η θεατρικότητα αναδύεται σε λίγους μόνο στίχους. Εδώ έγκειται και η τεχνική της ποιητικής της τέχνης.

Στον χώρο της ποίησής της, η Μπακονίκα φαίνεται να υπεισέρχεται σαν παρατηρητής που ανατέμνει τα γεγονότα μέσα από μια διαθλασμένη οπτική γωνία, την οποία αφηγείται εκ νέου φωτίζοντας τις λεπτομέρειες με σκηνογραφική μαεστρία τόσο σε επίπεδο χωροχρόνου, όσο και σε επίπεδο συναισθημάτων. Το λημέρι των αισθήσεων λειτουργεί ως πλαίσιο που αποκαλύπτεται το τραγικό στη διττή του υπόσταση, την ερωτική και την κοινωνική. Η ωμότητα με την οποία περιγράφονται συμπεριφορές ανθρώπινες, είτε στο κρεβάτι είτε στον χώρο εργασίας, δεν αφορμάται από τη διάθεση της ποιήτριας να γίνει ωμή αλλά κυρίως από τη βαθιά της πεποίθηση πως οι άνθρωποι οι ίδιοι, άλλοτε εκ φύσεως, άλλοτε εκ πεποιθήσεως είναι ωμοί.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΊΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

«Lifo», τχ. 328, 21.2.2013

«Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας»,

Λιτά, μα και λυτά, τα ερωτικά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, καθώς θύει στον ίμερο και, μαζί, καταφεύγει στην περίσκεψη, ξέροντας ωστόσο ότι στο λάθος φωλιάζει η γοητεία, ότι η ασύνετη οδήγηση σε φέρνει στο συναρπαστικό. «Πέρα από τις δυνάμεις μου» τιτλοφορεί το ποίημα και πλουτίζεται έτσι το καθημερινό «κατά δύναμιν», και μπαίνει και στάζει λίγη μαγεία στο εικοσιτετράωρο: «Φέγγος, αγλάισμα της ψυχής μου. Σ’ ερωτεύτηκα, και το λάγγεμα απύθμενο, ίμερος ολοκληρωτικός. Πέρα από τις δυνάμεις μου να λύσω τα δεσμά που με φέρνουν σε σένα. Μαγικά δεσμά, ισόβια»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

«varelaki», 3.1.2015

Στη συλλογή «το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων» η Αλεξάνδρα Μπακονίκα συνεχίζει το μοτίβο των ιδεών, των εικόνων και των λεκτικών εκφορών, οι οποίες αποτελούν τον αναγνωρίσιμο πια ποιητικό της χαρακτήρα. Σύντομα ποιήματα, με πλήθος πεζολογικών στοιχείων, με ύφος ευθύ, διόλου υπαινικτικό, άμεσο, λιτό. Θεματική της η κοινωνική υπόσταση του ατόμου, όπως ποικιλότροπα εκφράζεται μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τις εργασιακές ή άλλες διαπροσωπικές σχέσεις. Ενδιαφέρουσα η οπτική της γωνία. Η ποιήτρια αποτυπώνει ιστορίες της καθημερινότητας, περιγράφει τύπους ανθρώπων, ξεσκεπάζει τα τρωτά τους, καυτηριάζει τις αδυναμίες τους. Και το κάνει αυτό χωρίς να ρητορεύει, χωρίς να ηθικολογεί ή να υποδεικνύει στάσεις και συμπεριφορές.
Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο για να βοηθήσει το ποιητικό υποκείμενο να αντιληφθεί καλύτερα τις όποιες καταστάσεις και να βρει τη δύναμη να εξωτερικεύει όσα οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να καταπνίγουμε. Οι περιγραφές της είναι τόσο λιτές μα εύστοχες, οι χαρακτήρες τόσο ρεαλιστικά δοσμένοι, ο τόπος των ποιημάτων τόσο ποικίλος και οικείος (αίθουσες δεξιώσεων, γκαλερί, πολυκαταστήματα, γεύματα σε φιλικά σπίτια, τα δωμάτια των εραστών) που εύκολα παρασύρεται κανείς και πέφτει στην παγίδα των «ερωτήσεων κλειδαρότρυπας», όπως μου αρέσει να της ονομάζω, αν δηλαδή έζησε όσα περιγράφει, αν είναι βιώματά της. Διόλου δεν πρέπει να μας αφορά, εμένα δε σίγουρα. Αυτό που μου δείχνει η θεματική και η έκφρασή της είναι ότι μοιάζει να έχει ζήσει στωικά και τα πάθη και τα λάθη της. Αυτά είναι που χάλκευσαν ένα χαρακτήρα, τον ποιητικό της έστω, ειλικρινή, ανυποχώρητο, ευθύ.
Ασχέτως, λοιπόν, αν ποιήτρια και ποιητικό υποκείμενο ταυτίζονται ή όχι (αυτό είναι θέμα που αφορά τον βιογράφο και τον κριτικό) συνεχίζω παρατηρώντας μια συνέπεια στην ποιητική της έκφραση, δηλαδή καθαρότητα σκέψης και ευθύτητα λόγου από το πρώτο ποίημα ως το τελευταίο. Και εξηγούμαι. Το ποιητικό υποκείμενο γοητεύεται και απογοητεύεται, υφίσταται την εκμετάλλευση του εργοδότη, ανέχεται την προδοσία του φίλου, παρατηρεί το παιχνίδι εξουσίας, ομολογεί την απέχθεια για τους ματαιόδοξους, εν ολίγοις σκιαγραφεί το τοπίο της απέραντης αυτής έκτασης που λέγεται «εγώ και οι άλλοι».
Όμως, δεν χτυπά την πλάτη, ούτε χαϊδεύει αυτιά, ακόμη κι όταν πρόκειται για τα δικά του. Δεν εθελοτυφλεί, δεν χαρίζεται. Με βλέμμα οξύ και γλώσσα αιχμηρή καταδεικνύει ό,τι σαθρό χαρακτηρίζει την «πεζή καθημερινότητα». Διακρίνει «τακτικές, ελιγμούς, σχέσεις εξουσίας». Παρακολουθεί τους έχοντες την εξουσία να είναι κυνικοί, σκληροί, άπληστοι, σφετεριστές, να πατούν επί πτωμάτων.
Και κάποια παραδείγματα. Στο θέμα της ματαιοδοξίας το ποιητικό υποκείμενο είναι αμείλικτα αποκαλυπτικό:
«Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις/ οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,/ακόμη και από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,/ διαλαλούν την πραμάτειά τους,/περιφέρουν την ευτέλειά τους…» (Κάθε είδους)
Ομοίως και στο θέμα της φιλίας δεν συμβιβάζεται με τη σιωπή και ομολογεί:
«Πια δεν σε εμπιστεύομαι./ Η φιλία που μου δείχνεις μασκάρεμα/λίγο πριν εξαφανιστείς.» (Μασκάρεμα)
και με αποφασιστικότητα
«Η υποκρισία και οι δήθεν φιλίες να τελειώνουν./ Είσαι σαν τις κακοτοπιές και τα αγκάθια,/ σαν μια απειλή πάνω από το κεφάλι μου.» (Στήνουν καρτέρι)
Υπάρχουν, όμως, και οι αναξιοπαθούντες. Από όσα ποιήματα της συλλογής θίγουν ζητήματα κοινωνικής ανισότητας και αδικίας ξεχωρίζω για την ευαισθησία του την Ντουλάπα. Εδώ τα θύματα της ζωής, για να εκτονωθούν, γίνονται θύτες, όταν τους δίνεται η ευκαιρία. Σαφώς, σημεία των καιρών.
«Λαϊκή οικογένεια. Ο πατέρας ναυτεργάτης./…Το αγόρι, ένας θηριώδης/ για το τίποτα ξυλοφόρτωνε την αδερφή του/ και ύστερα την έκλεινε σε μια ντουλάπα./ Από την κακομεταχείριση λιποθυμούσε.» (Η ντουλάπα)
Όμως, το τραγικό δεν είναι ο μοναδικός χαρακτηρισμός της κοινωνίας σήμερα. Υπάρχει και το συναίσθημα, το φλερτ, το λάγγεμα. Στον αντίποδα του ψευδούς, του ευτελούς και του άδικου βρίσκεται το καταφύγιο, το άσυλο, το λημέρι των αισθήσεων. Έτσι, η ισορροπία αποκαθίσταται και η κοινωνία, αν και τραγική, δεν είναι καταδικασμένη.
Στα ερωτικά ποιήματα της συλλογής ο έρωτας είναι «εκτυφλωτικός και πανίσχυρος», η «αγάπη ανθηρή και πεντακάθαρη/ χωρίς σκιές και ραγίσματα». Είναι πανταχού παρών. Οι εραστές συναντιούνται σε δωμάτια σπηλιές, κρησφύγετα κολασμένων, σε δάση, ξενοδοχεία, μπαρ. Επινοούν τρόπους «να κρατιούνται σε αδημονία/ να υποδαυλίζουν το ήδη έντονο πάθος». Τρέχουν με τη μοτοσυκλέτα «κατευθείαν μπροστά/ σα να βιάζονται να προλάβουν κάποιο θρίαμβό τους».
Κάποτε, όμως, τα ευγενή συναισθήματα αντικαθίστανται από ωμό πόθο και λαγνεία. Οι γυναίκες γίνονται ματαιόδοξες, οι άντρες εκμεταλλευτές, βίαιοι κι απότομοι. Τα ζευγάρια μιλούν στυγνά «ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από εσένα» (Με κριτικό μάτι). Η ανατροπή αιφνιδιάζει το έτερον ήμισυ. Η συνειδητοποίηση πονάει «σε λίγο καιρό/ μου συμπεριφερόσουν/ σαν να ήμουν αντικείμενο./ Ντράπηκα για τον εαυτό μου» (Το δάσος). Καταλήγει να συμπεράνει κανείς ότι ο σεβασμός στον έρωτα είναι θέμα κοινωνικό, είναι θέμα παιδείας, όπως όλα άλλωστε.
Διπολικός, λοιπόν, ο τίτλος της συλλογής, για να συμφωνεί με το περιεχόμενό της. «Τραγικά» κι «ερωτικά» τα ποιήματα, όπως «τραγικός» κι «ερωτικός» ο κόσμος, ο εντός μας κι ο περιβάλλων. Το προς τα πού κλείνει η ζυγαριά του καθενός είναι υπόθεση άλλη. Εδώ ας μείνουμε στη διαπίστωση.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ

bibliotheque.gr, 1.4.2013

Τρία χρόνια μετά την τελευταία της ποιητική συλλογή η Αλεξάνδρα Μπακονίκα επιστρέφει με το Τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, αυτή τη φορά στις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Η συλλογή περιλαμβάνει 39 ποιήματα στο γνώριμο, προσωπικό ύφος της Μπακονίκα που καθιερώθηκε με το πέρασμα του χρόνου: φράσεις ανεπιτήδευτα κοφτές και μεστές νοημάτων· η προτίμησή της για μικρά, ολιγόστιχα –στην πλειοψηφία τους –ποιήματα· αμέτρητα αυτοβιογραφικά γνωρίσματα –κυρίως ερωτικού περιεχομένου· ερωτική και ηδονική θεματική.

Τα ποιήματα της συλλογή καταδεικνύουν πως, αν μη τι άλλο, η Μπακονίκα έχει στυλ, μια ποιητική προσωπικότητα που την κάνουν να ξεχωρίζει από το πλήθος· ο ανεξοικείωτος αναγνώστης θα διαπιστώσει πως η ποιήτρια ανήκει σε εκείνον τον στενό κύκλο των καλλιτεχνών που εκτίθενται, χωρίς να τους ενδιαφέρει το αποτέλεσμα –πέραν του καλλιτεχνικού: το σεξουαλικό στοιχείο δίνεται ωμά, όπως ωμή (με τη θετική έννοια) μοιάζει η αντιμετώπισή του από την ίδια την ποιήτρια· χωρίς βερμπαλισμούς, περιττολογίες και ακκισμούς η Μπακονίκα προσεγγίζει το βαθύτερο νόημα του έρωτα και του ερωτισμού με τολμηρό λεξιλόγιο και ακόμη τολμηρότερο περιεχόμενο.

Εκτός από το ερωτικό στοιχείο υπάρχει και ένα δεύτερο μοτίβο που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί· σε πολλά ποιήματα της συλλογής βρίσκουμε εκτός από το προσωπικό-ερωτικό επίπεδο και το κοινωνικό-καθημερινό, που μοιάζει αξεδιάλυτο από το πρώτο· ο λόγος είναι απλός: η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο υφίσταται τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο επίπεδο· η ιστορία της ερωτικής έλξης ανάμεσα στα φύλα είναι η ιστορία επικυριαρχίας και καταπίεσης του δυνατότερου πάνω στον αδύνατο. Αυτό φαίνεται να αποδεικνύουν οι λυκοφιλίες και οι σχέσεις εργοδότη-εργαζομένου που επεξεργάζεται σε ποιήματά της η Μπακονίκα: «Άθλιες οι αντιδράσεις τους./ Η κακεντρέχειά τους κατασπαράζει./ Άπειρες φορές το ένιωσες,/ η ζωή εμπόλεμη κατάσταση».

 

 

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

fractal 7/5/2015


Υπάρχει όμως και ενός άλλου είδους ποίηση που μιλάει καθαρά και ξάστερα, αποτυπώνοντας συναισθήματα και συμπεριφορές με τρόπο ιδιότυπο και με μια γλώσσα κατακτημένη, που δεν προσποιείται μήτε ναρκισσεύεται. Αυτού του είδους η ποίηση θέλει γερά κότσια για να την κατακτήσεις, γιατί οποιοδήποτε ατόπημα γλωσσικό ή θεματικό διακρίνεται αμέσως. Είναι ποίηση που ρισκάρει να μιλήσει απλά, συγκεκριμένα και άμεσα, για πράγματα που αφορούν όλους μας, αλλά ελάχιστοι μπορούν να παρατηρήσουν, να συναισθανθούν και να σχολιάσουν ποιητικά. Αυτού του είδους η ποίηση είναι μια ποίηση που μένει στην ψυχή και στο νου του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπερδεύεται έχοντας μια λέξη αβέβαιη στου μυαλού τ’ αυλάκια, όπως λέει και ο Ποιητής, μήτε αμφιβάλλει για την αξία της.

Αυτήν την ποίηση αντιπροσωπεύει η ποιήτρια της Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ήδη από το 1984 με την ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΡΑΜΜΗ μέχρι και πρόσφατα, με τη συλλογή της ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2012. Πιστή μαθήτρια των λογοτεχνικών επιταγών της Σχολής Διαγωνίου της συμπρωτεύουσας ακολουθεί πάντα τη νομοτέλεια της Σχολής, οδηγώντας την από συλλογή σε συλλογή σε μία δική της όμως αυτοτέλεια και δυναμική αισθητική. Η φωνή της ξεχωρίζει αμέσως και την κάνει αποκλειστική ποιήτρια της πόλης της, κάτι που το χαιρόμαστε ιδιαίτερα, αφού κανείς ομότεχνός της από την Θεσσαλονίκη μήτε και από την Αθήνα δεν γράφει ανάλογα ποιήματα, ούτε τολμά να γράψει, αφού το λογοτεχνικό στίγμα κυρίως της Αθήνας, με τον καταξιωμένο εδώ και πολύν καιρό τον ποιητικό λόγο της Κικής Δημουλά που, έχει επηρεάσει, (σαρώσει μάλλον), ένα μεγάλο πλήθος ποιητικής παραγωγής ναρκισσεύεται με μετέωρους εγκεφαλικούς εκφυλισμούς και αδιέξοδους στίχους. Για τους θιασώτες της ποίησης της Δημουλά δεν υπάρχουν αδυναμίες και ακροβατισμοί. Αποτελεί μοναδική και αμετάκλητη αξία και η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ποιητικής της κατάθεσης προκαλεί τοπικό αναβρασμό στους κριτικούς και στο κοινό. Στην Αθήνα, που ως πόλη αποτελεί την αιτία της σύγχρονης κακοδαιμονίας μας, αποτελεί και την κακοδαιμονία της κριτικής μας, αφού τα λογοτεχνικά ντόπια αναστήματα πάντα καταξιώνονται και ουδέποτε αμφισβητούνται, λες και κριτικοί και λογοτέχνες έχουν δια βίου συμπράξει κάποιο σιωπηλό συμβόλαιο αλληλλοπαραδοχής, εδικά αν οι κριτικοί λογοτεχνίζουν πετυχημένα.

Ο τίτλος της συλλογής της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, εξαίρετος και αρκετά πετυχημένος, ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως: Η λέξη «τραγικό» αφορά τόσο τις ανθρώπινες καθημερινές σχέσεις όσο και τις ερωτικές σχέσεις, ενώ η φράση «το λημέρι των αισθήσεων» που στοχεύει κυρίως στην ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ δύο ανθρώπων, καλύπτεται άριστα και στοχεύει και στη λέξη «τραγικό», λέξη με σπουδαία σημασία αφού απευθύνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Η Μπακονίκα θεωρείται κυρίως ερωτική ποιήτρια γιατί γράφει και αναλύει στις συλλογές της κυρίως ερωτικές συμπεριφορές. Αυτό όμως που την τιμά ιδιαίτερα, δεν είναι πως ο στόχος της είναι μόνο αυτός, αλλά και ο κόσμος του φαύλου περίγυρου με τις ιδιοτροπίες και τα συμπλέγματά του, καθώς και η ερωτική στάση του ανθρώπου και ο σκοπός της Τέχνης. Ο Καβάφης είναι και θα είναι ο μεγάλος μας δάσκαλος. Αυτός που μας καθόρισε πώς οφείλει ένας ποιητής να αντικρίζει τον κόσμο: σφαιρικά, και μέσα από πολλαπλές εκφάνσεις της ζωής για να μπορεί ένα έργο να μείνει αιώνια, γι’ αυτό και ο ίδιος κατέθεσε πλήθος ποιημάτων με ιστορική, ερωτική και φιλοσοφική προοπτική. Η Μπακονίκα, βαθιά εμποτισμένη στα σύγχρονα ανθρώπινα προβλήματα, μιλάει για ερωτικές και ανθρώπινες συμπεριφορές, ίσως τα μόνα που αντέχουν σήμερα στην ποιητική δημιουργία, αφού ένα ιστορικό ή φιλοσοφικό ποίημα για ένα ποιητή των ημερών μας μπορεί να τον οδηγήσει εύκολα σε κακότεχνο ποιητικό βερμπαλιστικό μαρασμό, για να μην πω σε ολοκληρωτική αποτυχία. Η Μπακονίκα λοιπόν γράφει για αυτά που γνωρίζει, γι’ αυτά που βιώνει κι αυτό το πράττει σωστά.

 

 

Ηδονή και εξουσία

 

OUT OF THE WALLS BLOGSPOT/4/2/2010

0 τίτλος «Ηδονή και εξουσία» (2009) της τελευταίας συλλογής ποιημάτων της Αλεξάνδρας Μπακονίκα μού έφερε στο νου τον τίτλο «Όργια και εμπόδια» ενός αρκετά παλαιότερου ποιητικού έργου του Αντρέα
Παγουλάτου. Η γλωσσοκεντρική γραφή του Παγουλάτου δεν θυμίζει σε
τίποτα τους εκφραστικούς τρόπους της Μπακονίκα, στο επίπεδο όμως του περιεχομένου υπάρχει κάποια -έστω και μικρή- συνάφεια. Η Μπακονίκα, πιστή στο δρόμο που έχει χαράξει από τα πρώτα της βήματα στην ποίηση, εστιάζει την προσοχή της σε προσωπεία κατοίκων της πόλης και σε σκοτεινές πλευρές των επιθυμιών τους. Έναυσμα για τη γέννηση ενός ποιήματος της μπορεί να είναι μία συζήτηση με τη φίλη της, μία κοινωνικού χαρακτήρα συνάντηση, ένα άγγιγμα κάτω από το τραπέζι. Καταγράφει ασυνήθιστες, παράξενες ή και οικείες καταστάσεις, σκέψεις και συμπεριφορές και ψάχνει για αγάπη, τρυφερότητα και πάθος, αλλά συναντά εγωπάθεια, δίψα για δύναμη και εξουσία και ταυτόχρονα αδυναμία και υποταγή, αισθήματα μειονεξίας και μια αδιάκοπη συναλλαγή. Μερικές από τις σύντομες ιστορίες της θυμίζουν τις καλές στιγμές του ιταλικού και του γαλλικού κινηματογράφου των δεκαετιών του 1950 και 1960. Η αυθεντικότητα της γραφής και των καταγραφών δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα, που γίνεται τόσο
περισσότερο ενδιαφέρον όσο περισσότερο μεγαλώνει η αποστασιοποίησή της από αυτά που περιγράφει (αλλά και το αντίθετο). ΔΣ

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 15 /2010

Οι ανεξάντλητες αποχρώσεις του έρωτα και των αισθήσεων

 

Είχα γράψει παλιότερα για την Αλεξάνδρα Μπακονίκα πως στα ποιήματά της «βλέπει τον έρωτα, που κατ’ εξοχήν την απασχολεί στα βιβλία της, στην πιο πλατιά του διάσταση, στην πιο ευρεία του εκδοχή» (Εντευκτήριο, τ. 69, για το Πεδίο πόθου). Με την τελευταία της συλλογή Ηδονή και εξουσία, που και σ’ αυτήν συνειδητά ακολουθεί το ίδιο τεχνικό και θεματικό μοτίβο. επιβεβαιώνεται η διαπίστωσή μου. Τα νέα της ποιήματα, ερωτικά στην πλειοψηφία τους, καταγίνονται με ιδιαίτερες, έντονες, σχεδόν πάντα ακραίες, εκδοχές και αποχρώσεις του ερωτικού παιχνιδιού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι λάθος να λέμε πως «επαναλαμβάνεται» σε κάθε νέο της βιβλίο, αφού οι πτυχές, οι διαστάσεις, οι διακυμάνσεις και οι παράμετροι του ερωτικού παιχνιδιού, ανεξάντλητες ούσες, ποικίλουν σε κάθε συλλογή της, δίνοντας ξε-
χωριστό τόνο και ιδιαίτερο φωτισμό κάθε φορά στο πανάρχαιο παιχνίδι του έρωτα και των αισθήσεων.
Στην καινούρια της ποιητική συλλογή η ποιήτρια εστιάζει κυρίως στο δίπολο ηδονή και εξουσία, στοιχεία απαραίτητα, αναπόσπαστα και δραστικά, όχι μόνο σε σχέσεις ερωτικής υφής αλλά στο σύνολο των ανθρωπίνων σχέσεων. Οι πάσης «ρύσεως εξουσίες πάντα γεννούν το αίσθημα της ηδονής, αλλά και η ερωτική ηδονή έχει σαν επακόλουθο την υποταγή (ψυχική ή σωματική) του ενός στον άλλον, δημιουργώντας αυτομάτως σχέσεις
εξάρτησης και εξουσίας. Αποθησαύρισα σκόρπιους στίχους της ποιήτριας που φανερώνουν τον άρρηκτο δεσμό που υπάρχει στο δίπολο των παραπάνω λέξεων:
«Με κολακεύει που στη ματιά μου / κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι» (σελ. 9, Οι αποχρώσεις), «το έντονο βλέμμα της επάνω μου / σα να θέλει να με σβήσει, να με εξαφανίσει / γιατί απειλώ την κυριαρχία της να γοητεύει τους άνδρες/της κλέβω την πρωτιά» (σελ. 14, Αντιζηλία), «οι δρόμοι μας σαν εραστές χωρίζουν. / Όσο κι αν συντρίβομαι δε δα τον παρακαλέσω» (σελ. 18, Λίγες ώρες), «έκοψα κάδε συνάφεια μαζί του /θέλει να εξουσιάζει…» (σελ. 21, Χαρακτήρας), «Μεταχειριζόταν τους άνδρες σαν παιχνιδάκια / και χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της, / έπρεπε να πληρώσουν και να εξυπηρετήσουν.» (σελ. 27, Καλοκαίρι 1985), «κουρέλιαζε τον άνδρα της με άγριες επιπλήξεις, / του έδινε διαταγές για το παραμικρό /…/ αν δεν κυριαρχήσω εγώ, δα κυριαρχήσει εκείνος» (σελ. 38, Ζευγάρι), «αν είσαι εμπόδιο, /και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής/ δα σε συντρίψουν» (σελ. 42, Τα χαμόγελα εξαφανίζονται).
Σε άλλη κατηγορία ποιημάτων που συμπεριλαμβάνονται στο Ηδονή και εξουσία γίνεται μια προσπάθεια (ίσως και ακούσια) ψυχαναλυτικής ερμηνείας ερωτικών συμπεριφορών διαφόρων προσώπων, ενώ σε άλλα η ποιήτρια στέκεται στην ερωτική στέρηση που έχει ως επακόλουθο αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές η υπέρμετρη σκληρότητα και κακότητα εκ μέρους κάποιων εκ των πρωταγωνιστών της.
«Μα αυτός δεν έζησε, / οι γυναίκες που πόθησε τον προσπέρασαν/με αδιάφορο βλέμμα» (σελ. 18, Εκ των πραγμάτων), ενώ ο φιλόδοξος και πραγματιστής επιχειρηματίας της πόλης που περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του στις δουλειές και συχνάζει σε σαλόνια και δεξιώσεις… «Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του/μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα /…/ Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη / να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής
ιστορίας, /… / Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο» (σελ. 37, Όσο ποτέ άλλοτε).
Τα ποιήματα της συλλογής μπορεί να είναι ερωτικά στην πλειοψηφία τους αλλά όχι στο σύνολό τους. Υπάρχουν ποιήματα με κοινωνική διάσταση, καταγραφή χαρακτήρων ή φευγαλέες σκηνές, εικόνες, βλέμματα, περιστατικά, που αφήνουν ως γεύση μια ξεχωριστή αίσθηση, αφού όλα τους πρωτίστως στοχεύουν στο συναίσθημα. Κάποια ποιήματα, στα οποία η Μπακονίκα ενσταλάξει τις σωστές δόσεις του κοινωνικού και του ερωτικού στοιχείου —ερωτική στέρηση για την ακρίβεια— είναι αληθινά διαμάντια. Ξεχωρίζω ανεπιφύλακτα το ποίημα «Η Αλβανίδα», που βρίσκεται στο μεταίχμιο κοινωνικού και ερωτικού ποιήματος, αφού θίγεται ένα κοινωνικό πρόβλημα σε συνδυασμό με το αίσθημα της μοναξιάς και της ερωτικής στέρησης που βιώνει η ηρωίδα της.
Η Μπακονίκα με συνέπεια, ήθος, τόλμη και πάνω απ’ όλα με ευρεία ποιητική όραση, συνεχίζει τη γόνιμη της πορεία, εκδίδοντας ποιήματα. Στον ερωτικό τομέα καταγίνεται με τις ανεξάντλητες ιδιαίτερες αποχρώσεις του προαιώνιου ερωτικού παιχνιδιού, ενώ η ματιά της σε ζητήματα καθημερινότητας, κοινωνικής παθογένειας ή σκιαγράφησης προσώπων και χαρακτήρων, είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Μπορεί το μοτίβο των ποιημάτων της να είναι γνωστό κι αναμενόμενο, ωστόσο η ίδια έχει πάντα κάτι καινούριο

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 13/5/2009

Σώματα και χώρος,

Με το έργο του σπουδαίου Αυστριακού ζωγράφου Έγκον Σίλε «Fe- ^ male Nude Lying on Her Stomach» και σε σχεδίασμά της Χρυσής · Συριανόγλου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η τελευταία ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Εύκολα κανείς μπορεί να διακρίνει τις πνευματικές γειτνιάσεις του ποιητικού λόγου της Μπακονίκα με την αισθητική του Σίλε, αφού το ερωτικό στοιχείο κυριαρχεί αμφότερα. Η ποίηση της Μπακονίκας, χαρακτηριστική για τη λιτότητα, την ένταση και το βάθος και την ποιότητα της σκέψης της, συνθέτει στη συγκεκριμένη συλλογή μιαν ενότητα χαμηλών τόνων όπου η διάσταση της εξουσίας έρχεται να υπενθυμίσει την κοινωνική παράμετρο και τον ιστορικό ορίζοντα της θεματικής του έργου της. Στη συλλογή της Μπακονίκα τη μελωδία του έρωτα ορίζει βέβαια η ταξική συναρμογή των σωμάτων και βέβαια αυτό το ανέκφραστο της επιθυμίας που τόσο πολύ μας υπενθυμίζει το μέτρο της απώλειας της σιωπής του θανάτου.

 

 

Πεδίο πόθου

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

ATHENS VOICE Τ.110 2/2006

ΛΟΓΟΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

 

ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι υπάρχει μια ποιήτρια ονόματι Αλεξάνδρα Μπακονίκα, την οποία ο πολύς κόσμος αγνοεί. Η Μπακονίκα δεν είχε την τύχη να είναι της μόδας, όπως, φερ’ ειπείν, η Κική Δημουλά, τη γνωρίζουν ελάχιστοι μόνο άνθρωποι από τη λογοτεχνική πιάτσα. Εξάλλου ποιος διαβάζει σήμερα ποίηση, εκτός από όσους προανέφερα;
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι έχει εργαστεί ως καθηγήτρια αγγλικών, έχει δημοσιεύσει ως τώρα έξι ποιητικές συλλογές, και η τελευταία της, με τον τίτλο «Πεδίο πόθου», κυκλοφόρησε φέτος από το «Μεταίχμιο». Μιλάμε για μεγάλο εκδοτικό οίκο της Αθήνας, που η παραγωγή του διαφημίζεται και παρουσιάζεται στον ημερήσιο Τύπο. Αλλά η Μπακονίκα είχε την ατυχία να γεννηθεί και να ζει στη Θεσσαλονίκη, τα προηγούμενα βιβλία της βγήκαν στη συμπρωτεύουσα, ίσως από τη «Διαγώνιο» ή το «Εντευκτήριο», και ασφαλώς δεν έχει την ευκολία να προβληθεί όπως όσοι ζουν εδώ. Έτσι, από το 1984 που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, επί είκοσι δύο χρόνια τώρα, παραμένει μάλλον άγνωστη.
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ακόμη ότι τα ποιήματά της έχουν καβαφικούς απόηχους (όχι από τα διδακτικά ή τα ιστορικά, αλλά από τα ερωτικά ποιήματα του Αλεξανδρινού), ότι είναι με λίγα λόγια τολμηρά, κι ας μην είναι ομοφυλόφιλα. Απλώς, επειδή τα γράφει γυναίκα, τυχαίνει το αντικείμενο του πόθου της να είναι, όπως και στην περίπτωση του Καβάφη, ο άντρας. Και εφόσον είναι αρκετά τολμηρά, όχι τόσο ως προς το λεξιλόγιό τους, όσο ως προς το περιεχόμενο, δεν προσφέρονται και πολύ για Κρατικά Βραβεία κι άλλες τιμητικές εκδηλώσεις, στις οποίες μετέχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οι αρχές της χώρας.
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι της ανήκουν στίχοι όπως οι παρακάτω: («Οι στάσεις») «Ταίριαζαν και αγαπιόντουσαν. / Όταν ανέβηκαν στην γκαρσονιέρα του /ο άνδρας πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων. /Κατέβασε το ρολό στο παράθυρο για να γίνει σκοτάδι / και έδειξε στη γυναίκα ποιο πορτατίφ να ανάψει/ που έδινε αδύναμο, χαμηλό φως. / Στις περιπτύξεις στο κρεβάτι /ήδη ρούχο δεν έμεινε επάνω τους / της υποδείκνυε να γυρίζει πότε μπρούμυτα, / ανάσκελα ή επάνω του / και η γυναίκα γινόταν προκλητική στο έπακρο».
Ή ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ας πούμε, σαν το «Ορμητικά»: «Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση, / κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας, / η ζωή και η απόσταση τούς χώρισαν. /Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του / την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του, / κι όταν όρθια τη γύμνωσε / κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο
κρεβάτι / και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της, / όχι πολύ
δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς / ξεστομίζοντας γλυκόλογα».
Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ σήμερα δεν εξασκείται όπως παλιά, με επιτροπές και απαγορεύσεις. Η λογοκρισία σήμερα είναι τα βουνά των βιβλίων που κυκλοφορούν και των εντύπων στα οποία παρουσιάζονται. Αυτά καταπλακώνουν και θάβουν και φιμώνουν τις ενδιαφέρουσες φωνές κάτω από τον άμορφο, τερατώδη όγκο τους. Η λογοκρισία σήμερα είναι η κακόφωνη χορωδία από δεκάδες, εκατοντάδες συγγραφείς, οι οποίοι διαγκωνίζονται για τα αλά Γουόρχολ δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν.
ΚΙ ΕΤΣΙ, ακόμη κι αν υπάρχει όντως μια ποιήτρια ονόματι Αλ. Μπακονίκα, ακόμη κι αν κάποιος σαν εμένα γράφει και δημοσιεύει ένα κείμενο για τη δουλειά της, όπως αυτό που διαβάζετε, η μοίρα της παραμένει προδιαγεγραμμένη. Η λογοκρισία σήμερα είναι η αφάνεια στην οποία σπρώχνονται τόσοι και τόσοι, χωρίς να μπορούν να της εναντιωθούν, χάνοντας την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τους αναγνώστες, που θα είχαν ίσως ανάγκη τη δουλειά τους.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ότι, διαβάζοντας τα ποιήματα της Μπακονίκα, ένιωσα την επιθυμία να μιλήσω γι’ αυτά και στους άλλους, αποδεικνύει ότι εγώ τουλάχιστον τα είχα ζωτική ανάγκη.

 

 

Παρακαταθήκη ηδυπάθειας

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Περιοδικό ΑΝΤΙ τ.733 3/2001

Στίχοι του «παθιασμένου καημού»

 

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Ο ερωτισμός, που αναδύεται από τα ποιήματά της, εκπηγάζει από την σωματική-βιωματική πτυχή του έρωτα και όχι από εξιδανικευμένες του προεκτάσεις. Η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή της Μπακονίκα
και δεν αποστασιοποιείται από τις βασικές συντεταγμένες που η ποιήτρια έθεσε και με τις προηγούμενες συνεισφορές της. Ο έρωτας στην σωματική-υλική δυναμική του θεματικά υπερτερεί και αναδεικνύεται.
Στο ποιητικό σώμα της Μπακονίκα ενίοτε διεισδύουν σαν θεματικές νησίδες και ορισμένες άλλες πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεων («Το βάπτισμα του πυρός», «Ονομαστική γιορτή, 1992», «Το δέσιμο»), αλλά ο έρωτας δίνει σαφέστατα τον κύριο τόνο. Οι εκφραστικοί τρόποι που η ποιήτρια έχει διαμορφώσει, συγκροτούν ένα ρυθμό εσωτερικό και αισθαντικό, εντελώς απόμακρο από τη λογοτεχνική πόζα του εξεζητημένου λυρισμού: Ο στίχος είναι ελεύθερος, το λεξιλόγιο απλό, οικείο και «γήινο», η δραματικότητα (υπό την έννοια της διαδοχής εικόνων, σκέψεων και συναισθημάτων) υψηλόβαθμη.
Θα μπορούσαμε υπό τύπον αφορισμού να υποστηρίξουμε ότι ενώ αρκετοί πεζογράφοι αξιοποιούν στη γραφή τους και υλικά της ποίησης, η Μπακονίκα, ακολουθώντας μιαν αντίστροφη πορεία, αρύει για την ποίησή της και υλικά από την πεζογραφία, χωρίς να απεμπολείται η ποιητική δύναμη των στίχων
της: Τα πιο πολλά ποιήματα κατακτούν την ποιητικότητα τους εδραζόμενα στο βίωμα, στην μνήμη, στην πλήρωση ή στην στέρηση και σε μία συγκινησιακή σκευή υψηλής θερμοκρασίας, η οποία «χτίζεται» με τα υλικά που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν και ένα διήγημα ή και ένα μονόπρακτο. Στην ποίηση της Μπακονίκα δεν υπάρχει υπερρεαλίζουσα έκφραση ούτε και διανοητική σκοτεινότητα, αλλά η ανάγνωση ή και η ανάμνηση των στίχων αναδίδει το άρωμα του μοντερνισμού εκφρασμένο ως απλότητα, ως βιωματική γνησιότητα, ως πυκνή δραματικότητα και ως ευχάριστο ξάφνιασμα (αρκετοί ποιητές -και όχι μόνον παλαιότεροι- προσεγγίζουν τον έρωτα περισσότερο ως εξιδανικευμένη κορύφωση ή περιπλοκή και λιγότερο ως σωματικό βίωμα).
Το θεματικό και εκφραστικό στίγμα της ποίησης της Μπακονίκα δεν παραλλάσσεται από συλλογή σε συλλογή. Το γεγονός δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικά φορτισμένο’ μπορεί να εκληφθεί και ως συνεχής και γόνιμη ποιητική υπόμνηση αλλά και ψηλάφηση ενός θεμελιώδους άξονα της ανθρώπινης ζωής. Η ποίηση της Μπακονίκα είναι συγκινησιακά θερμή, θεματικά ιδιότυπη και γι’ αυτό αναγνωρίσιμη’ αυτό δεν είναι λίγο. Σε κάποιες μάλλον μικρόψυχες αιτιάσεις απαντά η ποιήτρια με την τέχνη της, προτάσσοντας εκφραστική διαύγεια και αφοπλιστική ειλικρίνεια.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

 

Περιοδικό Εντευκτήριο τ. 57 /4-6/2002

Το ανδρικό κόλλημα στην ποίηση της Μπακονίκα

Με την έκδοση της πέμπτης ποιητικής συλλογής της, Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000), η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ολοκλήρωσε έναν κύκλο ερωτικής ποίησης, που μάς δίνει τη δυνατότητα, πέρα από αποτιμήσεις, να κάνουμε και ορισμένες επισημάνσεις.

Μπορούμε, για παράδειγμα, να επισημάνουμε πως σε κάθε καινούρια
ποιητική της συλλογή βαίνει αύξουσα μια σκληρότητα στον ποιητικό της λόγο, πού εκφράζεται με “μάγκικες”, συχνά αντιποιητικές εκφράσεις, που όμως αντισταθμίζεται με μια εξίσου προϊούσα τρυφερότητα σε ορισμένα ποιήματα. Η σκληρότητα αυτή απευθύνεται κυρίως (αλλά όχι μόνον) στο ανδρικό φύλο, το όποιο μερικές φορές αντιμετωπίζεται σχεδόν απαξιωτικά.
Μια άλλη επισήμανση, που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η συχνή παρουσία στην ποίησή της μιας ερωτικής πρόσκλησης, “κολλήματος”, που μερικές φορές καταλήγει να γίνεται “σεξουαλική παρενόχληση”, όπως λέμε στις μέρες μας. Ένα σημαντικό στοιχείο που υπάρχει στην γυναικεία αυτή ποίηση είναι το θέμα του ερωτικού καλέσματος, που θα μας απασχολήσει εδώ.
Στην πρώτη της συλλογή, το κλίμα της ερωτικής πρόσκλησης παίρνει διάφορες μορφές: από το κλασικό “κόλλημα” μέχρι τη σεξουαλική παρενόχληση, όπως λέμε στις μέρες μας. Κι αυτή η παρουσία τού ερωτικού καλέσματος βαίνει με αυξανόμενη πρόοδο από την πρώτη προς την τελευταία συλλογή της (Ανοικτή γραμμή, 1984 Το γυμνό ζευγάρι. 1990 Θείο κορμί, 1994· Μαυλιστικά. 1997· Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, 2000).
Στην Ανοικτή γραμμή το κλίμα της ερωτικής πρόσκλησης είναι ακόμα
υπαινικτικό, πράγμα πού φαίνεται κι από το ότι σε ένα μόνον ποίημα θα εντοπίσουμε ένα έμμεσο, αμφίσημο ερωτικό κάλεσμα:
Όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε:

«Λοιπόν ή κατάσταση
όπως πάντα ενθαρρυντική;»

Στο Γυμνό ζευγάρι ο ερωτισμός είναι πιο αποκαλυπτικός.

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν το περιμένεις

[«Τά τραγούδια»]

Σε ένα ποίημα, («Δύο άντρες»), Εκείνη κάθεται σε ένα τραπέζι ανάμεσα σε
δύο άντρες, όπου

Με ήθελαν και οι δυο. ήθελα και τους δυο

όμως η νύχτα εξελίσσεται διαφορετικά: οι τρεις τους σκορπούν διαβολεμένο κέφι στην παρέα και η ερωτική ατμόσφαιρα δεν φαίνεται να οδηγείται πουθενά άλλου.
Σε ένα άλλο ποίημα, Εκείνος περιμένει μέσα στο πάρτι ένα νεύμα της,
όμως εκείνη δεν το στέλνει. Το ερωτικό κάλεσμα “αναβάλλεται”.

Ένα νεύμα μου μόνο περίμενες
που το ανέβαλλα…

[«Πάρτι σε ταράτσα»]

Στην «Πρόταση», το ερωτικό κάλεσμα είναι ρητό:

Κολυμπούσαν στα βαθιά
και τού πρότεινε να βρεθούν
για έρωτα οι δυο τους ένα βράδυ.

Στη συλλογή της Μπακονίκα Θείο κορμί ανιχνεύουμε περιπτώσεις “σεξουαλικής παρενόχλησης”.
Στο ποίημα «Ψησταριά», γράφει:

Είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που με ορέγεται.
Πότε-πότε μου κολλάει το πόδι,
περιμένει να ενδώσω.

Στο «Λεωφορείο μακρινών διαδρομών», Εκείνη βρίσκεται μέσα σε λεωφορείο, κι εκείνος, περνώντας απ’ τον στενό διάδρομο για να βρει θέση, της ζουλάει το χέρι. Το ποίημα έτσι ξεκινάει με έναν υπαινιγμό σεξουαλικής παρενόχλησης. ‘Όμως ή συνέχεια είναι διαφορετική:

Όσα ερωτικά μηνύματα
περνούν με χίλιες λέξεις, τώρα περνούσαν
με το ζούληγμα, που ήταν επίμονο
παρακλητικό. Κι όλο το σφρίγος
τού νεανικού κορμιού του μεταδόθηκε.

Ή ερωτική πρόκληση υπάρχει και στο ποίημα «Προάστια», όπου εκείνος

Μου πρότεινε μια ορισμένη ώρα
να περάσω το δρόμο του σπιτιού του.
Αυτός ολόγυμνος θα με περίμενε
πίσω απ’ τις μισάνοιχτες κουρτίνες.
Έτσι για λίγα λεπτά θ ’ αντικριζόμασταν.

Στο «Τελευταίο ρούχο», Εκείνος την πολιορκούσε από καιρό κι όταν τη
βρίσκει στην αμμουδιά, εκείνη ανταποκρίνεται αμέσως. Πηγαίνουν σε ένα διπλανό ακρογιάλι, όμως εκείνη τον περιπαίζει:

Σταμάτησαν απόμερα.
Και με την πείρα της στους άνδρες
— γνώριζε την έξαψη πού προκαλούσε ολόγυμνη
πέταξε και το τελευταίο ρούχο οστό πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά. σαν να του έλεγε
«θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

Στο «Ξενοδοχείο», η ερωτική πρόταση γίνεται σταράτη:

«Δες ένα αριστούργημα
νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»
μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.
Σ’ ένα απ τα παλιά κι ευρύχωρα
δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.

Πρόκληση ή παρενόχληση υπάρχει στο ποίημα «Διάπλαση» των Μαυλιστικών, αναρωτιέται στην αρχή ο αναγνώστης:

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.

Το αρχικό ερώτημα απαντάται από τον παρακάτω στίχο:

…τού επέτρεψε
να την (αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν

Στη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας το παιχνίδι της ερωτικής πρόκλησης είναι πολύ πιο ορατό.
Η ανδρική υπεροψία εμφανίζεται εναργώς στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «’Απαίτησε», όπου η ερωτική πρόκληση-κάλεσμα παίρνει τη μορφή
προσταγής:

Όταν πλάγιασα μαζί του θυμάμαι τη φράση του:
«Σήκω να μου δείξεις τα κάλλη σου».
Μου φάνηκε σαν προσταγή και δεν μου καλοάρεσε.

Στο «Στόχαστρο», Εκείνος την ήθελε ολοκληρωτικά, δεν του έφταναν μόνο
τα φιλιά, ήθελε το τέλειο ξεμονάχιασμα. ’Έτσι, όταν ο περίπατος στο λιμανάκι οδήγησε στις ερημιές και τούς θάμνους,

Επέμενε να προχωρήσουμε
και να ξαπλώσουμε στους θάμνους,
μέσα στη σκόνη και στο φώς
που ανελέητα κυριαρχούσε…
Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

Στον «Ζιγκολό», ο άνδρας

Απ’ την αρχή. όταν με συνόδευε, είχε τη μανία
να με στριμώχνει στις γωνιές.

Παρενόχληση; Ας διαβάσουμε τη συνέχεια.

Αντιμετώπιζα έναν μύστη, έναν γητευτή της αφής.
Στο άγγιγμά του το σώμα μου παθιάζονταν.
σάστιζα απ’ τα αλλεπάλληλα ρίγη της διέγερσης.

Η ανδρική προσταγή υπάρχει πάλι στο ποίημα «Στο Σέιχ-Σού, 1968». Το ζευγάρι ανηφορίζει προς το Σέιχ-Σού, στις αρχές μάλιστα της γνωριμίας τους, κι Εκείνος

… χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,
την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φώς
της μέρας.
Παρά τη θέλησή της […]
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ό ίδιος με το ζόρι.

Μετά την παραπάνω παρενόχληση, φυσιολογική έρχεται η συνέχεια και το
τέλος τού ποιήματος:

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

Ένα πολύ τρυφερό, διατακτικό “κόλλημα”, περιγράφεται στο ποίημα «Με
ξαναφίλησε». Εκείνος, πριν τελειώσει κάποια διασκέδαση, τη φιλάει σταυρωτά στο μάγουλο, όπως και οι υπόλοιποι άνδρες της παρέας. Όμως σε λίγο,

Πριν ξεκινήσω με το αυτοκίνητο. ξαναήρθε.
και ατό το ανοικτό παράθυρο
με φίλησε ερωτικά πολλές φορές στο μάγουλο.
Στο στόμα δεν θα συγκατένευα
και δεν τόλμησε.

Περιπτώσεις πιο άμεσης ερωτικής πρόσκλησης αποτελούν και τα δύο
επόμενα παραδείγματα. Στο ποίημα «Περί φωτογραφίας», ένας λογοτέχνης
που είναι ταυτόχρονα και ερασιτέχνης φωτογράφος, της προτείνει μόλις κάνουν την πρώτη τους γνωριμία:

«Έλα στο στούντιο μου. θέλω να φωτογραφήσω
το στήθος σου γυμνό».

Ενώ από την άλλη πλευρά, σε μια δεξίωση με «σοβαροφανείς διπλωμάτες,
τραπεζικούς κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας», το αρσενικό της λέει χωρίς περιστροφές:

«Καυλόφλογα μου προκαλείς
όπως στέκεσαι πλάι μου.
και σαν μπουρλότο με διαπερνάει.
Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,
έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ
να γίνουμε ζευγάρι».
[«Δεξίωση»]

Το ποίημα αυτό είναι και το πιο “έκμαυλιστικό” όσον αφορά την πρόκληση-πρόσκληση του αρσενικού προς το θηλυκό, το πιο ώμό κάλεσμα για
έρωτα, αλλά ίσως και το πιο γλαφυρό. Δυστυχώς στη συνέχεια του ποιήματος
δεν μαθαίνουμε τί τύχη είχε αυτή η ωμή ειλικρίνεια του αρσενικού.
Το ποίημα όμως που καταγράφει με πιο περιγραφικό τρόπο μια περίπτωση ερωτικού φλερτ είναι το «Ελάχιστη επιφάνεια». Εκεί το “αρσενικό”, σε μια παραλία γεμάτη με βότσαλα, βγαίνει απ’ τη θάλασσα και πλαγιάζει δίπλα στο “θήλυ”. Έχει τα κέφια του, λέει αστεία και οι γύρω διασκεδάζουν. Όμως, ό σκοπός του βρίσκεται αλλού: στην κατάκτηση του θηλυκού. Δείτε πώς περιγράφει τη συνέχεια η Μπακονίκα:

Μέσα στη γενική ευθυμία
Λίγο αργώ ν αναληφθώ πως σέρνεται.
Αναδιπλώνεται και ξαναπέφτει πότε πλάγια
και πότε ανάσκελα.
Μ’ αναζητάει. μετατοπίζεται
Και κάνει κύκλους γύρω μου.
Πάνω στα σκληρά βότσαλα.
Χωρίς να νοιάζεται αν τρυπιέται και πονάει.

Είναι προφανές από τή μέχρι τώρα περιγραφή ότι το αρσενικό-’’κυνηγός”
γυροφέρνει το “θύμα” του παρά το γεγονός ότι υποφέρει από τα βότσαλα,
ενώ ετοιμάζεται για την επόμενη του κίνηση.

Κάποτε κάνει πώς μπερδεύεται.
Στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα
Και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου.
Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα.

Είναι λοιπόν τώρα το κρίσιμο σημείο του φλερτ: πώς θα αντιδράσει το θηλυκό; Στο ποίημα ή αντίδραση είναι ευνοϊκή για τον ερωτιδέα:

Μου αρκεί που σε μια ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:
Μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι.

Και η ποιητική σκηνή τελειώνει έξοχα με την εικόνα αυτής της αποδοχής:

Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε.

Όπως επισημάνθηκε εξαρχής, με την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας φαίνεται
σαν να ολοκλήρωσε η Μπακονίκα έναν κύκλο ερωτικής ποίησης, όπου κύρια
πηγή της είναι «απανθρωπιές και τραγωδίες» τις όποιες έζησε «διά πυρός
και σιδήρου». Μήπως τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να εκπληρώσει
την υπόσχεση που μας έδωσε στο ποίημα «Οι αποσκευές μου», στο Θείο κορμί

Παίρνω λοιπόν το δικαίωμα να στραφώ
Και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.

και να στραφεί πράγματι σ’ αυτά;

Φεβρουάριος 2002

 

ΝΙΚΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ

Οι κανόνες του ερωτικού παιχνιδιού

Παρακαταθήκη ηδυπάθειας

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι μια ποιήτρια που διακατέχεται από ένα έντονο ερωτικό, για την ακρίβεια σεξουαλικό πάθος. Σε όλα σχεδόν τα ποιήματα που έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα (πέντε ποιητικές συλλογές στο διάστημα μιας
δεκαοχτάχρονης πορείας στα γράμματα), δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει, να αποδελτιώνει και να αναλύει, μέσα από μια γραφή άμεση, λιτή, ουσιαστική, τις διακυμάνσεις αυτού του πάθους. Η Μπακονίκα ξεκινάει από τη βασική θέση ότι κάθε ερωτική σχέση, και ειδικότερα αυτή που ταυτίζεται με τον ωμό σαρκικό έρωτα, η απαλλαγμένη από πλατωνικές εξιδανικεύσεις και ρομαντικά νεφελώματα, δεν είναι μια ανέμελη ειρηνική συνθήκη αλλά ένα πεδίο σκληρής, κάποτε ανελέητης μάχης, ένα παιχνίδι ανάμεσα στο αιώνιο αρσενικό και το αιώνιο θηλυκό. Σε αυτό το παιχνίδι, που έχει τους δικούς του κανόνες και τη δική του άτεγκτη λογική, ουσιαστικά δεν υπάρχει νικητής ή ηττημένος. Ή, μάλλον, για την Μπακονίκα, νικητής είναι αυτός που κατά την περίσταση θα κάνει τη σωστή ψυχολογική κίνηση, η οποία θα του επιτρέψει να έχει προς στιγμήν το επάνω χέρι- συχνά όμως διαπιστώνει ότι η νίκη του είναι πύρρειος και του αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Η Μπακονίκα, καταγράφοντας τις ερωτικές εμπειρίες ή τις φαντασιώσεις της, επιχειρεί ταυτόχρονα να συλλάβει και να φέρει στο φως, στα ποιήματά της, τον αντίκτυπο που έχουν οι λεπτές, ανεπαίσθητες αυτές ψυχολογικές μεταπτώσεις στον εσωτερικό κόσμο των εφήμερων εραστών, που υποκινούνται από ένα δυνατό, άλογο πάθος.
Στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, που είναι η πιο ώριμη ποιητική συλλογή της, το ερωτικό παιχνίδι ωθείται στα ακραία ψυχολογικά του όρια. Οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι δισταγμοί, οι αναστολές, η λαγνεία, η ζήλια, οι παλινδρομήσεις, ο φόβος, ο οίκτος, ο ίμερος, η παραφορά, ή παραδοχή, ή απόρριψη, όλα τα μεγάλα ή μικρά συναισθήματα που συνθέτουν τα κομμάτια ενός ερωτικού πάζλ, φωτίζονται εδώ μ’ έναν πλάγιο, διακριτικό τρόπο και προσδίδουν σ’ αυτή την ποίηση ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Έγινε συμπτωματικά. απρογραμμάτιστα
και διαγράφηκε στην εντέλεια.
Διαγράφηκε όσο κράτησε
ο περίπατός μας στο λιμανάκι.
Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές
και οι θάμνοι.
‘Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά
έμοιαζε με φιγουρίνι.
Επόμενε να προχωρήσουμε
και να ξαπλώσουμε στους θάμνους
μέσα στη σκόνη και στο φως
που ανελέητα κυριαρχούσε.
Παράτολμος και αδίσταχτος.
Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

(«Στο στόχαστρο»)

Η οπτική γωνία της Μπακονίκα στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι καθαρά γυναικεία (Θα λέγαμε φεμινιστική, αν ο όρος δεν είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα τα τελευταία χρόνια) Η ηρωίδα της Μπακονίκα είναι μια γυναίκα απελευθερωμένη σεξουαλικά, που έχει –μέσα σε μια κοινωνία βαθύτατα συντηρητική, με ριζωμένες πατριαρχικές δομές— ξεκάθαρες αντιλήψεις για τον έρωτα και το σεξ. Ξέρει τί θέλει και συχνά βρίσκει τον τρόπο να το αποκτήσει. Φιλάρεσκη, φιλήδονη, φίλανδρη, δεν είναι τόσο
τολμηρή, ώστε ν’ αποφασίσει να κάνει αυτή το πρώτο βήμα. Της αρέσει να την επιλέγουν, όχι να επιλέγει. Από την άλλη, ό εγωισμός της και ίσως κάποια κατάλοιπα μικροαστικών αντιλήψεων την εμποδίζουν να δοθεί ψυχή τε και
σώματι στον έρωτα, να γίνει παρανάλωμα, στις φλόγες του. Κρατάει πάντα κάτι για τον εαυτό της, κάτι αποκλειστικά δικό της πού της εξασφαλίζει μια ούτως ή άλλως εύθραυστη ισορροπία. Έτσι, αυτή η γυναίκα απεχθάνεται τα
σκληρά, άτεγκτα αντράκια και αρνείται να γίνει άθυρμα ή σκεύος ηδονής στα χέρια τους:

Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρτικά χάδια, την πρόσταζε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της ημέρας.
Παρά τη θέληση της
—έτσι κι αλλιώς ή προσταγή την πάγωσε—
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ό ίδιος με το ζόρι.
Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,
η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού
και απροκάλυπτης ωμότητας.
Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει·
αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν
ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.
Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

(«Στο Σέιχ-Σού», σ. 25)

Αισθάνεται όμως ικανοποίηση όταν της δίνεται ή ευκαιρία να νικήσει στα σημεία έναν αγέρωχο άντρα, παρόλο πού γνωρίζει ότι στο ερωτικό
παιχνίδι αυτή είναι η χαμένη:

Δεν είχα ψευδαισθήσεις, ούτε μου έτυχε συχνά
παρόμοιο άνδρα δυνατό και αγέρωχο να κουρελιάσω
— στο παιχνίδι, βέβαια, έχανα εγώ.
Κι όμως ήταν απόχτημα για μένα η συντριβή του,
το βουβό του παράπονο, ο τρόπος πού μέ ικέτεψε
για ένα άγγιγμα που δεν χάρισα.
Δεν μού έτυχε συχνά άνδρα δυνατό
και αγέρωχο να κουρελιάσω.

(«’Έχανα», σ. 12)

Από την άλλη πλευρά οι άντρες —το αντικείμενο του πόθου στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας — παραπέμπουν κατευθείαν στο πρότυπο
του ιδανικού άντρα που έχει επιβληθεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τον κινηματογράφο, τη μόδα και τη διαφήμιση. Είναι ιδιαίτερα ελκυστικοί με μια αρρενωπή ομορφιά που αξίζει να την αποθησαυρίσει κανείς· έχουν πλούσιες
ερωτικές εμπειρίες και μια ικανότητα να προκαλούν μ’ ένα απλό άγγιγμά τους «αλλεπάλληλα ρίγη διέγερσης» στο άλλο φύλο· αποπνέουν έναν αέρα σιγουριάς και αυτοπεποίθησης· και μόνο όταν ο δαίμονας του ερωτικού
πάθους κατορθώσει να τους κυριεύσει αισθάνονται το έδαφος να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια τους:

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή
τώρα Χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

(«Συστέλλεται», σ. 3ο)

Η Μπακονίκα είναι μια ποιήτρια με ικανότητες. Ξέρει να δημιουργεί κλίμα και να υποβάλλει μια ατμόσφαιρα, ξέρει να προσελκύει την προσοχή και το ενδιαφέρον τού αναγνώστη με έξυπνα συγγραφικά τεχνάσματα, ξέρει να αυξομειώνει την ένταση στα ποιήματα της. Η μαθητεία της στην ποίηση του
Κ. Π. Καβάφη, αλλά κυρίως του Ντ. Χριστιανόπουλου (δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί αποκαλούν την Μπακονίκα «ο θηλυκός Χριστιανόπουλος») την έχει
ωφελήσει πολλαπλά. Από τον Χριστιανόπουλο η Μπακονίκα έχει διδαχτεί να εκφράζεται με απλότητα, αμεσότητα και διαύγεια· να εστιάζει το βλέμμα της στο ουσιώδες· να αποφεύγει τον λυρικό διάκοσμε» και τα «βαθυστόχαστα» νοήματα· να μην ενδίδει στην κενολογία και στην εύκολη συγκίνηση. Από τον Χριστιανόπουλο φαίνεται επίσης πως έχει πάρει τη γυμνή, ωμή εκφορά του λόγου, πού δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα και χαρακτήρα.
Αλλά το γεγονός ότι η Μπακονίκα έχει δεχτεί επιδράσεις από τον ποιητή των Ισχνών αγελάδων (επιδράσεις που έχουν αφομοιωθεί απόλυτα στο έργο της) με κανέναν τρόπο δεν σημαίνει ότι είναι ένα ποιητικό αντίγραφο — ένα κακέκτυπό του. ’Αντίθετα, έχει τη δική της προσωπικότητα και τη δική της φωνή.
Η Μπακονίκα ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που αδυνατούν (ή τουλάχιστον δυσκολεύονται πάρα πολύ) να γράψουν άλλα ποιήματα εκτός από ερωτικά. Πράγματι, τα πιο αδύναμα κομμάτια στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι εκείνα στα οποία προσπαθεί να ξεφύγει από τις ερωτικές έμμονές της και να προσεγγίσει άλλα θέματα. Στα ποιήματα αυτά ή Μπακονίκα είναι φανερό ότι βρίσκεται έξω από τα νερά της. Ο λόγος της γίνεται δύσκαμπτος, ο ρυθμός είναι υποτονικός, η ματιά της αφηρημένη, η σκέψη της κοινότοπη. Αν όμως θέλουμε νι είμαστε δίκαιοι και ειλικρινείς μαζί
της, πρέπει να πούμε ότι και στα αμιγώς ερωτικά ποιήματα δεν επιτυγχάνει πάντα ένα αξιοπρόσεκτο αισθητικό αποτέλεσμα. Μερικές φορές ολοκληρώνει τα ποιήματά της με βιασύνη και προχειρότητα, αφήνοντας τα ουσιαστικά
ημιτελή («Μυρίστηκε χαρά», «Το αστραφτερό σου τζιπ»). Άλλοτε το πεζολογικό στοιχείο πλεονάζει, ενώ ορισμένες γλωσσικές επιλογές της (π.χ. αψηφισιά, σβάρνισες, έσιαζε, μπόλιαζες, παραχώνομαι, λιοπύρι, φιγουρίνι) δεν είναι εύστοχες.
Παρ’ όλα αυτά, η ποίηση της Μπακονίκα αξίζει να διαβαστεί. “Έχει ζωντάνια, νεύρο, γνησιότητα. Κυρίως όμως έχει επίγνωση των ορίων της. Δεν παριστάνει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι.

 

Μαυλιστικά

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΕΠΟΧΗ 26/4/1998

 

Στους νεώτερους ποιητές που ξεκίνησαν από το περιοδικό «Διαγώνιος», ανήκει η Αλ. Μπακονίκα. Κι αυτή ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Όπως παρατηρεί ο Π. Σφυρίδης, “στα ποιήματα της ο έρωτας καιροφυλακτεί παντού· σε πλατείες, σε φωτεινές κάμαρες, σε ταβέρνες, σε γκαλερί, στην εξοχή, ακόμα και μέσα σε ταξί. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τους βασικούς ποιητές της «Διαγώνιου» είναι η έλλειψη προσήλωσης, ικεσίας και συντριβής. Απεναντίας ο έρωτας προσφέρει τη γαλήνη της ψυχής και του σώματος…”
Στα οκτώ καινούργια ποιήματα, που έρχονται να προστεθούν στα ποιήματα της «Ανοικτής γραμμής» του 1984 αλλά και στα ερωτικά από «Το
γυμνό ζευγάρι» του 1990 (και τα δύο βιβλία στις εκδόσεις της «Διαγωνίου»), κυριαρχεί το μαύλισμα του έρωτα μαζί με τη μελαγχολία για τη στέρηση του. Ωστόσο, δεν λείπει και μία ειρωνική χροιά. Αναγράφουμε απόσπασμα από το τελευταίο ποίημα; «Συγγραφέας όπως και οι άλλοι /στο στενό κύκλο που βλεπόμαστε / Πάντα μαχητικός – στην ηλικία μόλις πλησιάζει τα εξήντα – / πάντα ακατάβλητος με τα επιχειρήματα / και τις απόψεις του, ιδίως για τα λογοτεχνικά, / και μια αρέσκεια να επιβάλλεται. / Μόνο τις προάλλες που βρεθήκαμε οι δυο μας / είδα την άλλη, διαφορετική όψη του. / Μια επώδυνη θλίψη τον περιέκλειε, / και μου εξομολογήθηκε την ανέραστη ερημιά του….»
Ένα Μπιλιέτο που προετοιμάζει για την επικείμενη επίσκεψη. Ένα Οκτασέλιδο, πρώτη γεύση, το πιθανότερο, μιας κατοπινής ποιητικής συλλογής.

 

 

Θείο κορμί

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΦΑΣ

Αυγή 13/11/1994

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για το τρίτο ποιητικό βιβλίο που κυκλοφορεί – όλα στις κομψές και λιτά μοντέρνες εκδόσεις της «Διαγώνιου» – η ποιήτρια Αλεξάνδρα Μπακονίκα- το πρώτο Ανοιχτή γραμμή (1984) και το δεύτερο Το γυμνό ζευγάρι (1990) από τα βιβλία της προδιαγράφουν ήδη με περισσή ευκρίνεια το κλίμα μέσα «το οποίο κινείται ο ποιητικός της κόσμος: γλώσσα απλή, κοφτή,
απέριττη, γλώσσα του καθημερινού: λόγου χωρίς ποικίλματα και
επιδεικτικές ρητορείες. Από την άλλη μεριά, η θεματολογία- η αναζήτηση του έρωτα, της συνεύρεσης με τον άλλον, η ουσιαστική εκείνη γλύκα που ενώνει δύο ανθρώπους- και όχι μόνον η ρηχή σεξουαλικότητα. Αυτό που, ωστόσο, κάνει την ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα ποιητικά ενδιαφέρουσα δεν είναι – εν γένει-ο ερωτισμός για τους γνωρίζοντες την ποιητική τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης η «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου (το περιοδικό αλλά και οι εκδόσεις της «Διαγώνιου») καλλιέργησαν αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον ύφος της απλής γλώσσας που περιγράφει με δραματική ειλικρίνεια το σαράκι του έρωτα` ας θυμηθούμε εδώ και το ομότροπο έργο δύο άλλων κορυφαίων ποιητών που εξέθρεψε η ιδιάζουσα ατμόσφαιρα του περιοδικού, του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Στην περίπτωση, όμως, της Αλεξάνδρας Μπακονίκα το ερωτικό σαράκι δεν προέρχεται από την απελπισία της μοναξιάς ούτε από την αδυναμία εύρεσης συντρόφου- δεν χρειάζεται εδώ δηλαδή ο καημός της να εκλιπαρήσει ξένα γόντα. Το αντίθετο
μάλλον ισχύει: είναι προκλητική, γνωρίζει την ομορφιά της, απαιτεί και κερδίζει το δικό της μερίδιο στον έρωτα. Ενδεικτικό αυτής της στάσης είναι το ποίημα «εκμετάλλευση», το τελευταίο ποίημα της δεύτερης συλλογής της.

Σε φανερές
w ανύποπτες λεπτομέρειες
απ’ όσα πρόσφατα έζησα,
υπήρχε αισθησιασμός.
Για ένα ή δύο ποιήματα
πήγα και τον βρήκα,
τον ξεζούμισα
τον έκανα εκμετάλλευση.

Εκτός από το διεκδικητικό έρωτα, ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιήτριας που εξετάζουμε είναι η οξύτατη κριτική ματιά, η παρατηρητικότητα, η οποία, εκκινώντας από επιφανειακές και πρόχειρες κουβέντες για τον έρωτα, ανατέμνει την κοινωνική υποκρισία, την αμήχανη στάση (διάβαζε: μικροαστική συμπεριφορά) ή την ψευδοαπελευθέρωση – σε άνδρες και γυναίκες- ιδιαίτερα έντονο νιώθει ο αναγνώστης το αίσθημα αυτό στην τελευταία ποιητική δουλειά της Μπακονίκα’ δείγματος χάριν, το ωραίο ποίημα Επιδόσεις.

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».
Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

Ποίηση λιτή, λοιπόν, που μιλά με απλότητα και ειλικρίνεια για πράγματα και ονόματα δικά μας (της μακεδονικής υγρασίας, εννοώ) με φινέτσα και – κυρίως – ανυπόκριτα.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΜΕΘΕΞΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Περιοδικό Ρεύματα τ.3 /9/1991

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Φυλλομετρώντας μια πρόσφατα δημοσιευμένη ανθολογία νέων ποιητών από τη Θεσσαλονίκη, όπου πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε το γούστο του επιμελητή και ανθολόγου Βασίλη Δημητράκου, διαπίστωσα με κάποια έκπληξη, ότι ένας ικανός αριθμός τους όχι μόνο προβάλλει με επιμονή την ερωτική συγκίνηση ή μέθεξη στην ποιητική πράξη, αλλά, το κυριότερο, προβάλλει τη συγκίνηση ή τη μέθεξη περιγραφικά και όχι σπάνια κυριολεκτικά. Εννοείται ότι με αυτά δεν επιχειρούμε να μετρήσουμε και να ελέγξουμε το ήθος του βιώματος το οποίο μεταμορφώνεται σε ήθος του ποιήματος. Κάθε άλλο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το κατά πόσο το ήθος του ποιήματος μάς επιβάλλεται μέσα από τις δικές του αρχές. Το κατά πόσο δηλαδή ένα ερωτικό ποίημα, κυριολεκτούν και «αποκαλυπτικό», στηρίζεται ή όχι στη μυθολογία που συνήθως σέρνει πίσω της η κυριολεξία, για να αποκτήσει το ποίημα μ’ αυτό τον τρόπο εκτόπισμα στην αναγνωστική μας εμπειρία.
Οπωσδήποτε, στην περίπτωση της ερωτικής ποίησης που γράφεται από ποιητές της Θεσσαλονίκης, τα κρατούμενα είναι περισσότερα από αυτά που ήδη μνημονεύσαμε. Και αν ο μύθος της Θεσσαλονίκης ως ερωτικής πόλης εξακολουθεί να έχει μια αρκετά ευρεία απήχηση (και πέρα από κάθε λογοτεχνικό συμφραζόμενο), στη μεταπολεμική, ιδιαίτερα, περίοδο, δεν έχουν συμβάλλει λίγο προς αυτή την κατεύθυνση οι ποιητές που είχαν αποτελέσει την ομάδα της Διαγωνίου-Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Ιωάννου και Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου. Ωστόσο, από τους τρεις που έτσι κι αλλιώς διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους (προπάντων, ως προς τον τρόπο μεταβολής της συναισθηματικής συγκίνησης σε δραματικό αίσθημα), είναι αλήθεια ότι αυτός που απεδείχθη ισχυρότερη-δηλαδή, πιο ευδιάκριτη-ποιητική φωνή ήταν ο ] Ντίνος Χριστιανόπουλος. Και, οπωσδήποτε, δεν  είναι τυχαίο το ότι πολλοί από τους νεότερους ποιητές έχουν μεταβολιστεί, όχι μόνο αρκετά από τα υφολογικά του χαρακτηριστικά-πεζολογική ανάπτυξη του ποιήματος, απομάκρυνση από το άμεσα εκφρασμένο δραματικό συναίσθημα και επιγραμματική διατύπωση-αλλά έχουν εντάξει στο ποιητικό τους λεξιλόγιο λέξεις συνήθως ιδιωματικές ή λαϊκότροπες, όπως παιδεμός», «μίζερο», «σερβίρω», «αβέρτα», οι οποίες όμως ανακαλούν συνειρμικά την ποιητική γλώσσα του Χριστιανόπουλου. Είναι μια ένταξη, όπως εύκολα εννοείται, που δεν παρουσιάζεται πάντοτε χωρίς κινδύνους, στο βαθμό που η ομοιομορφία της ποιητικής φωνής, σε σχέση με κάποιαν άλλη, την κάνει ανενεργή.
Με την προϋπόθεση ότι δυο ή περισσότεροι τρόποι γραφής που μοιάζουν μεταξύ τους προδίδουν συγγενικές ποιητικές ιδιοσυγκρασίες, ξεκίνησα να δω τα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, στη συλλογή της «Το Γυμνό Ζευγάρι». Δεν θα ήταν δύσκολο να τα χαρακτηρίσουμε απαρχής ποιήματα αισθησιακά από όποια μεριά κι αν τα δούμε. Το ότι ακόμα και η συναισθηματική τους ατμόσφαιρα, η ρέμβη στην οποία βρίσκεται συχνά
η περσόνα της ποιήτριας, αναλογεί ευθέως σε αισθητηριακούς της κώδικες, είναι ενδεικτικό της θεματικής αλλά και των ορίων μέσα στα οποία η ποιήτρια θέλει να διακινεί το έργο της. Είναι ποιήματα αισθησιακά, θα έλεγα, ως προς όλο το φάσμα της λειτουργίας τους, Και ως προς την κινητήρια ιδέα η αίσθηση που τα προκάλεσε, και ως προς αυτό που θέλουν να πουν ή και ως προς αυτό που συνδηλώνουν, ρητά η υπαινικτικά. Και λέω «ρητά ή υπαινικτικά», γιατί παρά το ότι είναι ποιήματα που κυριολεκτούν, λέγοντας ό,τι έχουν να πουν απερίφραστα, αρκετά συχνά η αισθησιακή εντύπωση προέρχεται όχι από την άκρως ρεαλιστική διατύπωση της ποιητικής εικόνας, αλλά από την υποβολή προς τον αναγνώστη αυτού που ενδέχεται να
συμβεί-της ερωτικής συνάντησης, λ.χ., η οποία υπάρχει ως υπόσχεση, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι. Γιατί οι μεγάλοι του είδους το γνώριζαν καλά-ο Μπωντλέρ, ας πούμε: η έξαψη της λαγνείας προάγεται περισσότερο και περισσότερο αποτελεσματικά με την υποκίνηση της φαντασίας. Σαν υπόμνηση/ με ταράζουν/ οι μεταπτώσεις, οι αλλαγές/ στη διάθεση και τη συμπεριφορά σου/ -γιατί έτσι είσαι και πάνω στον έρωτα. (Μεταπτώσεις, σ. 55), λέει σ’ ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της ποιήματα η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, με αρκετά ορατές, όπως πιστεύω, τις μεταγγίσεις της χριστιανοπουλικής φόρμας. Αλλά αισθησιακή, δηλαδή σωματικά μετρήσιμη, μπορεί να είναι και η διαγραφή μιας εικόνας η οποία, υπαινικτικά ή απερίφραστα, προβάλλει τη στέρηση ως μορφή ανεκπλήρωτου πάθους. Γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι βέβαια η περιγραφή, ακόμα και με τις πιο «αποκαλυπτικές» λεπτομέρειες, μιας ερωτικής συνάντησης, όσο η αναγωγή της όλης ποιητικής σκηνοθεσίας στο δραματικό της κορύφωμα: είτε με τη μορφή της συναισθηματικής και αισθησιακής πληρότητας, είτε με τη μορφή της απώλειας και της στέρησης. Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα/ και σκέφτηκα με τι φλογερότητα/ με τι παλμό θα χόρευες/ και τι καημούς θα σκόρπιζες/Σ’ έφερνα μπροστά μου/ και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα/σε κάθε μου βήμα. (Ο Χορός, σ. 47).
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην εξακρίβωση της γενεαλογίας ποιημάτων όπως αυτά που ήδη παραθέσαμε. Σαν το κρεμμύδι που ξεφλουδίζεται, βρίσκουμε κατά σειρά: την ποίηση του Χριστιανόπουλου, έπειτα του Καβάφη και τέλος τους ποιητές των επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας. Στην ουσία πρόκειται στην περίπτωσή μας για ποιήματα που πέρα από την ερωτική θεματογραφία τους θα μπορούσαν να ειδωθούν
μέσα από την διερεύνηση των στερεοτύπων μιας σύγχρονης λαϊκής μυθολογίας των αστικών κέντρων, την οποία σίγουρα αναπαράγουν-αν και όχι με τον ίδιο τρόπο. Στον Χριστιανόπουλο και σε μεταγενέστερους, νεότερους ποιητές, όπως ο Κώστας Ριτσώνης, ο Βασίλης Δημητράκος, ο Σπύρος Λαζαρίδης, η ποιητική περσόνα που συνήθως ομιλεί στο ποίημα για λογαριασμό του ίδιου του δημιουργού, δεν δημιουργεί αποστάσεις ανάμεσα
στην εμπειρία και στην ανάμνησή της-δεν μεταμορφώνει καν την εμπειρία. Η ποιητική και η ερωτική πράξη συμβαίνουν στο παρόν και η ανάκληση της απόλαυσης ή της απώλειας που συνέβη στο παρελθόν, όταν γίνεται, σκοπό έχει την ενίσχυση του συναισθήματος που κατακλύζει την περσόνα τώρα.
Στο βιβλίο «Το Γυμνό Ζευγάρι» οι μικρές ιστορίες-στιγμιότυπα διαδέχονται η μια την άλλη, κινούμενες σ’ ένα ορισμένο και περιορισμένο φάσμα, ως προς τη θεματική τους. Αλλά και ως προς την ανθρωπογεωγραφία τους, πάλι ομοειδείς είναι. Τύποι που θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε λαϊκούς: τουλάχιστον έτσι καθρεφτίζονται στην πράξη του ποιήματος. Τόποι και σημεία που η σκηνική τους ανάδειξη έρχεται σε ευθεία αναλογία με τους ανθρώπινους τύπους που συχνάζουν εκεί: ταβέρνες, πλαζ, πάρτι, πολυσύχναστοι δρόμοι, αυτοκίνητα. Πέρα όμως από αυτή τη συσσώρευση κοινότοπων περιστατικών, συμβάντων που δεν ξεφεύγουν από μια καθημερινότητα τυπική, υπάρχει η αισθησιακή σχέση της περσόνας που χρησιμοποιεί η ποιήτρια: είναι μια σχέση, θα έλεγα εξοντωτική, στο βαθμό που η λαγνεία είναι φωλιασμένη για τα καλά μέσα στη φαντασία της και που περιμένει την παραμικρή αφορμή για να απλωθεί και να καταλύσει. την ύπαρξή της. Ο περίεργος τρόπος που κρατάς/ το μολύβι μ’ ερεθίζει/Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί/ την αφή σου στην άκρη/ Τα δάχτυλά σου έχουν υπόσταση/ και σχήμα κι είναι μπλεγμένα/ γύρω απ’ το μολυβί/σαν τον πόθο που τρέφει/ την ψυχή μου/ Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή. (Το Μολύβι, σ.39)
Αν λάβουμε υπόψη μας την αισθησιακή σχέση ως συνεκτική γραμμή, οπωσδήποτε τα ποιήματα που έχει συγκεντρώσει η Αλεξάνδρα Μπακονίκα
στη συλλογή της «Το Γυμνό Ζευγάρι», είναι παραλλαγές ενός κατά βάση θέματος: της απελπισμένης αναζήτησης του άλλου-όχι όμως του άλλου σώματος, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά του άλλου, ως οντότητας ερωτικής με συνολικό τρόπο. Αλλά και η εντύπωση της παραλλαγής ενισχύεται ακόμα περισσότερο, όταν δούμε τα ποιήματα από την άποψη της μορφής και του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσονται, όπως επίσης από την άποψη της γλώσσας τους, με την έννοια ότι αρκετές ιδιωματικές εκφράσεις ή λέξεις παραπέμπουν σ’ ένα κώδικα σημασιολογικό, εύκολα αναγνωρίσιμο σε μερικούς από τους νεώτερους ποιητές της Διαγώνιου: Σε θέλω κι όσο μπορώ/όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι/ -σε χάλασε η υπεροψία σου. (σ.50) ή Για ένα ή δύο ποιήματα/ πήγα και τον βρήκα/ τον ξεζούμισα/ του έκανα εκμετάλλευση. (σ. 68)
Ενδιαφέρον έχει στα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα ο τρόπος ανάπτυξής τους. Όχι μόνο γιατί από εκεί μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά
πράγματα για το πώς αυτή ή αυτός που μιλούν στο ποίημα έχουν μια σταθερή θέση κατόπτευσης της ιστορίας, στην οποία «συμμετέχουν» εντούτοις,
αν και προσπαθούν πάντοτε να βγαίνουν απ’ έξω, αλλά και γιατί η ανάπτυξη του ποιήματος είναι αυτή που δημιουργεί εδώ τα περισσότερα προβλή-
ματα σύνθεσης και ολοκλήρωσης του ποιητικού δρώμενου. Γενικά, θα έλεγα πως υπάρχει ένα πρότυπο τεχνικής που ορίζει σχεδόν πάντοτε την ποιητική μορφολογία. Το ποίημα συνήθως ξεκινάει από μια κατόπτευση του χώρου ή από μια περιγραφή, όπου το εκάστοτε πρόσωπο της ποιήτριας στέκεται από μια απόσταση και αποφαίνεται: για τα χαρακτηριστικά του ερωμένου σώματος και για τις ιδιομορφίες της συμπεριφοράς του, για το περιβάλλον όπου πραγματοποιείται η συνάντηση ή διογκώνεται το συναίσθημα της ερημιάς. Σ’ αυτό ακριβώς το «τμήμα» του ποιήματος είναι που συναντούμε και τις πιο οφθαλμοφανείς παρεκβάσεις (περιγραφές πάνω σε περιγραφές), οι οποίες και δυσχεραίνουν την κίνησή του. Προφανώς δεν ξεχνούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση που ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η αφηγηματικότητα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ποιητική ιδέα ή ένα στιγμιότυπο, γενικότερα, μπορούν να σηκώνουν ανέξοδα το βάρος ενός πλεονάζοντος σχολιασμού. Το αν ήταν «υπερβολικά γεροδεμένος» (σ.52), αν «φρενάριζε απότομα» κι «ερχόταν στην ώρα του» (σ.60), αν η γκαλερί ήταν «εκλεκτή» σε «υπόγειο» και σε «κεντρικό δρόμο» (σ.12), αναμφίβολα έχουν μπει ως παραπομπές σε μια ρεαλιστική αναπαράσταση του σκηνικού ή της διάθεσης πάνω στα οποία θα στηριχθεί η αντικειμενικότητα του ποιήματος. Αναρωτιέμαι όμως: υπάρχει όντως ανάγκη συσσώρευσης τόσων σκηνοθετικών στοιχείων για να δρομολογηθεί η φαντασία του αναγνώστη προς μια ορισμένη κατεύθυνση; Προσωπικά αμφιβάλλω. Ούτε η παραστατικότητα και η αληθοφάνεια έχουν να κερδίσουν, ούτε-το κυριότερο-θα αποδοθεί λειτουργικά ο αισθησιασμός, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι μάλλον με υποβλητικά μέσα τονίζεται παρά με την τυραννική επιβολή της κυριολεξίας…
Το ποίημα συνήθως κλείνει με έναν κάπως αποφατικό τρόπο. Η περιήγηση του προσωπείου που έχει διαλέξει σε κάθε περίπτωση η ποιήτρια, ολοκληρώνεται με μια αποστροφή, όπου αποκρυσταλλώνεται η συναισθηματική σχέση της με όσα προηγήθηκαν-πάντοτε όμως ευσύνοπτα. Ας δούμε δύο παραδείγματα προς αυτή την κατεύθυνση: Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε/ κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε/ απ’ την αρχή/ Ανέτρεξα τη μορφή σου/και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω/τον πόθο που φούντωσε /γιατί περίμενε το σώμα σου/τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του. Γύρεψα το βάρος του, γύρεψα τη λύσσα του. (Απ’ την Αρχή, σ. 40). Για ό,τι λατρεύτηκες / σε θέλω/ λατρεύτηκες για το κορμί/ για ό,τι είσαι/[…] Σε θέλω κι όσο μπορώ/ όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι/ -σε χάλασε η υπεροψία σου. (Η Υπεροψία σου, σ. 50).
Εδώ, νομίζω ότι χρειάζεται να υπογραμμίσουμε δύο πράγματα, σχετικά με τον αποφατικό/διδακτικό χαρακτήρα του τέλους του ποιήματος, με την παράλληλη υπόμνηση ότι υπάρχουν μέσα στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Μπακονίκα αρκετά ποιήματα που από την αρχή τους ως τον τελευταίο στίχο αποτελούν ανάπτυξη μιας ιδέας με καθαρά διδακτικό τόνο-π.χ. στο ποίημα «Βιβλία Τσέπης», έστω και αν είναι πολύ αδύναμο ως αποτέλεσμα.
Θα πρέπει, λοιπόν, να υπογραμμίσουμε ότι πρώτ’ απ’ όλα, όταν το ποίημα κλείνει διδακτικά, συνήθως η κίνηση που έχει πραγματοποιηθεί στη σκηνοθεσία του είναι από το γενικό στο προσωπικό, από το εξ αντικειμένου στο υποκειμενικό. Και έπειτα, ότι το πέρασμα αυτό από το έξω στο μέσα, επειδή ακριβώς έχει τη σημασία της δραματικής κορύφωσης στο δέσιμο του ποιήματος, αποτελεί και αποφασιστικό σημείο για την αισθητική του ολοκλήρωση. Σε όχι λίγα ποιήματα, έμεινα με την υποψία ή ότι το ποίημα σκηνοθετήθηκε πάνω σε ελάχιστα βιωμένα και περισσότερο επινοημένα
στοιχεία, ή ότι το βίωμα ήταν εξαρχής τόσο ισχνό ώστε να μη διατηρηθεί η πνοή του ποιήματος ως το τέλος. Έτσι, το ποίημα “Πρόταση» (σ. 66), είναι κατά τη γνώμη μου ανολοκλήρωτο-το κλείσιμό του μένει κυριολεκτικά στον αέρα, και μάλιστα χωρίς να υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο ή χωρίς να υπάρχει βούληση της ποιήτριας να δημιουργήσει μια υποβλητική κατάσταση μέσω του ημιτελούς. Το ίδιο θα μπορούσα να πω για το ποίημα «Τα Γλυπτά» (σ. 45) και ως ένα σημείο για το ποίημα «Τραπεζάκι» (σ. 36). Και αυτά βέβαια με δεδομένη την παρουσία κάποιων άλλων ποιημάτων μέσα στο
«Γυμνό Ζευγάρι», όπου η Αλεξάνδρα Μπακονίκα έχει επιτύχει μια ισορροπία τέτοια, ώστε να εναρμονίζεται ο αισθησιασμός του καβαφικού διδάγματος, με το προσεκτικά αναπτυγμένο κυριολεκτούν αλλά και υποβλητικό ποιητικό βίωμα. Μια περίπτωση, όπως αυτή του ποιήματος «Το Φως του Απογεύματος» (σ. 24): Καθόταν στο διπλανό τραπέζι/είχε τη δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο/γύριζε να με κοιτάξει/ με έψαχνε στα μάτια/ Πριν καθίσει απέναντι μου/ υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος/ που έλουζε τα τραπέζια/ τα καθαρά τραπεζομάντιλα/ και πιο πέρα τις πέτρες και τα δέντρα/ Μα πριν συμβούν όλα αυτά/ ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια/ σε μια απέραντη ηρεμία/ που προδιέθετε και προετοίμαζε/ μια τέτοια απόλαυση:/ μέσα στο εξαίσιο φως/ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Από το βιβλίο Ποιητικός Ρυθμός 2006

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Ο ερωτισμός, που αναδύεται από τα ποιήματά της, εκπηγάζει από τη σωματική-βιωματική πτυχή του έρωτα και όχι από εξιδανικευμένες του προεκτάσεις.; Οι έξι ποιητικές συλλογές της Μπακονίκα (Ανοικτή γραμμή – 1984, Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα – 1990, θείο κορμί – 1994, Μαυλιστικά – 1997, που
ενσωματώθηκαν στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας – 2000 και Πεδίο πόθου – 2005) δεν αποστασιοποιούνται από τις βασικές συντεταγμένες που η ποιήτρια έθεσε στην αφετηρία της καλλιτεχνικής πορείας της. Ο έρωτας στη σωματική-υλική δυναμική του θεματικά υπερτερεί και αναδεικνύεται, ιδίως από τη δεύτερη ποιητική συλλογή και μετά: Στο «Πάρτι σε ταράτσα» η ποιητική φωνή εξομολογείται σε δεύτερο ενικό ρηματικό πρόσωπο πως «ένα νεύμα μου μόνο περίμενες / που το ανέβαλλα», ενώ στην «Πρόταση» αφηγείται ότι «Κολυμπούσαν στα βαθιά /και του πρότεινε να βρεθούν / για έρωτα οι δυο τους ένα βράδι». Στο Θείο κορμί το ερωτικό βίωμα γίνεται κυρίαρχο: Στο ποίημα «Λεωφορείο μακρινών διαδρομών» ο νεαρός, που περνά από τον στενό διάδρομο, πιέζει κινούμενος το γυναικείο χέρι:

Όσα ερωτικά μηνύματα
περνούν με χίλιες λέξεις, τώρα περνούσαν
με το ζούληγμα, που ήταν επίμονο
παρακλητικό. Κι όλο το σφρίγος
του νεανικού κορμιού του μεταδόθηκε

και στο ποίημα «Πρόχειρο στρώμα»

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,
αργά το απόγευμα, την περίμενε
στο γραφείο τον.
Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του
έφτασε μέχρι τα πόδιά της,
κι όπως ήταν παγωμένα
με το στόμα τον τα ζέστανε.
Έσμιξαν στο πάτωμα,
σ’ ένα πρόχειρο στρώμα
από μαξιλάρια τον καναπέ
και μερικές καρέκλες.

Ο έρωτας δίνει σαφέστατα τον κύριο τόνο στην ποίηση της Μπακονίκα, αλλά στο ποιητικό σώμα της διεισδύουν σαν θεματικές νησίδες και ορισμένες άλλες πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεων: Από το Θείο κορμί μπορούμε να αναφέρουμε τα ποιήματα «Οι αποσκευές μου» και «Υποψήφια βουλευτής» από την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας «Το βάπτισμα του πυρός», το «Ονομαστική εορτή, 1992», «Το δέσιμο»’ από το Πεδίο πόθου το «Ανθρώπινη φύση» και «Με το κύμα των παλιννοστούντων»:

Στο κουπέ του τρένου
για να τοποθετήσω τη βαλίτσα μου στο ψηλό ράφι
με βοήθησε ένα γεροντάκι.
Αδύνατος, με γαλανά μάτια και πρόσωπο
σπασμένο από τις ρυτίδες.
Ήταν Πόντιος, στην καταστροφή τον 22 οι γονείς του
κατέφυγαν στον Καύκασο της Γεωργίας.
Εκεί γεννήθηκε και έζησε.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε όταν άνοιξαν τα σύνορα
πριν μερικά χρόνια,
με το κύμα των παλιννοστούντων το ’93.
Λίγα χωράφια τού έδωσε το κράτος κοντά στη Φλώρινα,
κουτσά στραβά τα βόλευε.
«Στον Καύκασο καταραμένη φτώχεια είχαμε
όσο κι αν δουλεύαμε σε όλη τη ζωή μας
και πάντα ξένοι ήμασταν εκεί, δεν μας ήθελαν,
δύσκολα ήταν όπως και αν το ψάξεις», μου τόνισε.

Με το ταξίδι η οικειότητά μας μεγάλωνε.
Εκφραστικός, μειλίχιος άνθρωπος.
Η ποιητική φωνή εξομολογείται στο «Δέσιμο» τα ακόλουθα,
αναφερόμενη σε φίλο —προφανώς ποιητή— για τον οποίο
πλησίαζε απειλητικά το τέλος:
Όταν βγήκα από το ταξί
ένα βούρκωμα ανέβαινε στα μάτια μου,
τα μαντάτα για την υγεία του
δεν ήθελα να τα πιστέψω.
Μέσα στα τόσα χρόνια που τον γνώριζα
το δέσιμο, η αγνή φιλία μας, η λαχτάρα
για συνάφεια μεταξύ μας άφθαρτη, αδιάλειπτη.

Οι εκφραστικοί τρόποι, που η ποιήτρια έχει διαμορφώσει, συγκροτούν ένα ρυθμό εσωτερικό και αισθαντικό, εντελώς απόμακρο από τη λογοτεχνική πόζα του εξεζητημένου λυρισμού: Ο στίχος γενικά είναι ελεύθερος ενώ ενίοτε εμφωλεύουν σε αυτόν και έμμετρα φορτία, το λεξιλόγιο απλό, οικείο
και «γήινο», η δραματικότητα υψηλόβαθμη. Θα μπορούσαμε υπό τύπον αφορισμού να υποστηρίξουμε ότι ενώ αρκετοί πεζογράφοι αξιοποιούν στη γραφή τους και υλικά της ποίησης, η Μπακονίκα, ακολουθώντας μιαν αντίστροφη πορεία, αρύεται για την ποίησή της και υλικά από την πεζογραφία. Σε κάθε ποίημά της έχει να ενσαρκώσει με λέξεις μια ιστορία, χωρίς κατά τη διαδικασία αυτή να απεμπολείται η ποιητική δύναμη των στίχων. Τα πιο πολλά ποιήματα κατακτούν την ποιητικότητα τους εδραζόμενα στο βίωμα, στη μνήμη, στην πλήρωση ή στη στέρηση και σε μία συγκινησιακή σκευή υψηλής δραστικότητας, η οποία «χτίζεται» με τα υλικά που θα μπορούσαν να
συγκροτήσουν και ένα διήγημα ή και ένα θεατρικό μονόπρακτο. Στην ποίηση της Μπακονίκα δεν υπάρχει υπερρεαλίζουσα έκφραση ούτε και διανοητική σκοτεινότητα, αλλά η ανάγνωση ή και η ανάμνηση των στίχων αναδίνουν το άρωμα του μοντερνισμού εκφρασμένο ως απλότητα, ως βιωματική γνησιότητα, ως πυκνή δραματικότητα:

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ

Δεινοπάθησε η βέσπα σου
από τις πέτρες και την ανηφόρα
στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.
Με σκοπό τον πήρες
αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά
θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.
Ένα φανελάκι φορούσες
και δεν άργησα να κάνω την αρχή
παράφορα σε φιλούσα
καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.
Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.

Στον ποιητικό ρεαλισμό της Μπακονίκα διακρίνονται γόνιμα αφομοιωμένες επιρροές από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού ως ρυθμικής έκφρασης. Ανιχνεύονται αδρά τα ποιητικά χνάρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά η φωνή της ποιήτριας αναδεικνύει την ιδιότυπη χροιά της, όχι απλώς επειδή εκκινεί από γυναικεία ματιά, αλλά κυρίως επειδή συσσωματώνεται στο ερωτικό βίωμα του γυναικείου σώματος ως πομπού και δέκτη ερωτικής φόρτισης, η οποία αποδίδεται στη σωματική εκδοχή της. Αντίθετα από την Μπακονίκα κινούμενοι αρκετοί ποιητές, αλλά και ποιήτριες, προσεγγίζουν τον έρωτα περισσότερο ως εξιδανικευμένη κορύφωση ή περιπλοκή και λιγότερο ως σωματικό βίωμα, συντηρώντας μια κοινότοπη ερωτογραφία, από την οποία η γραφή της Μπακονίκα απέχει.
Τα θεματικά και εκφραστικά σημάδια της ποιήτριας δεν παραλλάσσονται ιδιαίτερα από συλλογή σε συλλογή. Το γεγονός δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικά φορτισμένο- μπορεί να εκληφθεί και ως συνεχής και γόνιμη ποιητική υπόμνηση αλλά και ψηλάφηση ενός θεμελιώδους άξονα της ανθρώπινης ζωής. Η ποίηση της Μπακονίκα είναι συγκινησιακά θερμή, θεματικά επικεντρωμένη και σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίσιμη- αυτό δεν
είναι λίγο. Σε κάποιες μάλλον μικρόψυχες αιτιάσεις απαντά η ποιήτρια με την τέχνη της, προτάσσοντας εκφραστική διαύγεια και αφοπλιστική ειλικρίνεια («Πρόσωπο με πρόσωπο» από την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας):

Όποτε με κλονίζουν οι επιθέσεις τους
με τη σκέψη περιπλανιέμαι σ’ ένα παλιό μου ταξίδι.
Επισκεπτόμασταν με πούλμαν διάφορες πόλεις,
διανύαμε τεράστιες αποστάσεις.
Μας λίκνιζε ο δρόμος και η μουσική στο κασετόφωνο.
Αργόσυρτοι αμανέδες ακούγονταν
γεμάτοι από το πάθημα της αγάπης.
Γίνονταν πια ανεξάντλητο το ρεπερτόριο της αγάπης.
Στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο μοτίβο
η μια κασέτα διαδέχονταν την άλλη,
που ο κόσμος στο πούλμαν αποζητούσε —
τόσο που οι διαδρομές και οι επισκέψεις
ήταν ένα πρόσχημα γι’ αυτά τα ακούσματα,
γι’ αυτές τις μουσικές της αποχαύνωσης.

Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.

Αφήσαμε για το τέλος ορισμένους στίχους από το Θείο κορμί,
αρκούντως αντιπροσωπευτικούς της όλης ποιητικής συνεισφοράς της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Σε αυτούς τους στίχους, η σωματική υπόσταση του ερωτικού βιώματος εμπλουτίζεται από ποιητικά ακούσματα, θεματολογικά οριοθετημένα, εν μέρει ακατάληπτα από σημασιολογικής πλευράς, αλλά συναισθηματικούς διαυγέστατα και από συγκινησιακής πλευράς ρωμαλέα:

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα […]
Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιει,
άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου
απ’ το πρωτότυπο.
Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.
Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι
και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.
Μετά τον έρωτα τελείωναν με στίχους.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και παλιά εργαζόταν ως δασκάλα αγγλικών. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1983 με ποιήματα από το περιοδικό Διαγώνιος. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Ανοιχτή γραμμή (1984), Το γυμνό ζευγάρι (1990), Θείο κορμί (1994), Μαυλιστικά (1997), Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) Πεδίο πόθου (2005). Τα τρία πρώτα βιβλία είναι των Εκδόσεων Διαγώνιου, τα Μαυλιστικά οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Εντευκτηρίου και το Πεδίο πόθου, που σηματοδοτεί την εκδοτική της κάθοδο στην Αθήνα, από το Μεταίχμιο. Ένα σύνολο 208 ποιημάτων στην εικοσιδιάχρονη ποιητική της παρουσία, παραγωγή καθόλου ευκαταφρόνητη. Αν εξαιρέσουμε τον τίτλο της πρώτης συλλογής, που είναι ένας φλου τίτλος -δεν καθορίζει δηλαδή το περιεχόμενο των ποιημάτων-, όλοι οι άλλοι τίτλοι δεν αφήνουν αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον της Μπακονίκα επικεντρώνεται στον έρωτα. Και δεν είναι τυχαίο ότι άρχισε την ποιητική της πορεία από το περιοδικό Διαγώνιος και έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τις εκδόσεις του. Είναι γνωστό ότι η Διαγώνιος, με πρώτη και βασική τριάδα τους Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και Γιώργο Ιωάννου, καλλιέργησε συστηματικά (έγινε φυτώριο: Νίκος Γρηγοριάδης, Κώστας Ριτσώνης, Τάσος Κορφής, Θεοδώρα Ντάχου, Βασίλης Καραβίτης, Χρίστος Λάσκαρης, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Νίκος Βασιλάκης, Σπύρος Λαζαρίδης, Βασίλης Δημητράκος κ.ά.) την ερωτική ποίηση στη Θεσσαλονίκη. Ενδιαφέρον, επομένως, υπάρχει να επισημάνουμε τι καινούργιο έφερε η Μπακονίκα -ή πώς διαμόρφωσε το προσωπικό της ύφος- στον κύκλο των ποιητών της Διαγώνιου.
Στην πρώτη συλλογή Ανοιχτή γραμμή ο έρωτας υπάρχει ως
περιρρέουσα ατμόσφαιρα ή σαν επιθυμία συνήθως ανεκπλήρωτη. Οι ερωτευμένοι, π.χ.,

Οδηγούν απρόσεκτα
έχουν ορμή κι ευελιξία
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς να αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα.

(«Τα ποδήλατα»)

Ο συναισθηματικός ίλιγγος του έρωτα καταχωρείται στα πρώτα αυτά ποιήματα ως επικίνδυνη ταχύτητα, όπως όταν τρέχουμε ξέφρενα με τα ποδήλατα ή και με τα αυτοκίνητα. Μια ερωτική περιπέτεια παρομοιάζεται με «Αγώνα ταχύτητας» (τίτλος ποιήματος), τον οποίο η ποιήτρια παρακολουθεί από την τηλεόραση και παρατηρεί:

Σηκώνουμε το τραπέζι
και το μεταφέρουμε στο ανοικτό παράθυρο.
Αργότερα θα δείξουν σ’ επανάληψη
όλες τις φάσεις τον αγώνα,
αλλά τώρα μας ενδιαφέρει να βρούμε καρέκλες και ποτήρια,
η ατμόσφαιρα είναι έντονη, ερωτικά ηλεκτρισμένη,
όταν καθίσουμε στο τραπέζι
θα δουλεύουν τ’ αστεία, θα δουλεύουν
τα κρυμμένα αισθήματα.
Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται.

Κρυμμένα, λοιπόν, συναισθήματα, με κάτι λέξεις, σχεδόν ψιθυρίσματα, στην πρώτη συλλογή της Μπακονίκα, κι αυτό διότι υπάρχει ο φόβος του έρωτα, που πρέπει, επειδή είναι επικίνδυνος, να τον αποφύγουμε:

Αν κτυπήσει το κουδούνι
θα κλείσου με τις πόρτες.
Αν βάλει τις φωνές κι επιμένει
με κάποιον τρόπο θα εμποδίσουμε
την παρουσία του, τον πανίσχυρο ερωτισμό τον.

(«Απατηλά τεχνάσματα»)

Με τέτοια ποιήματα η Μπακονίκα έρχεται στη Διαγώνιο και γνωρίζεται με τον Χριστιανόπουλο. Η επίδραση του «κλίματος» της Διαγώνιου γίνεται αμέσως αισθητή -ολοφάνερη για την ακρίβεια- με τη δεύτερη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι:

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται
Δεν αντέχει τα σκεπάσματα.

(«Το παντελόνι»)

Μ’ αυτούς τους δύο στίχους αρχίζει το δεύτερο βιβλίο της. Αυτό το άλμα, από τις «μισές λέξεις» και τα «ψιθυρίσματα» στην απροκάλυπτη ομολογία του ερωτισμού, θυμίζει το αντίστοιχο, πριν από χρόνια, άλμα του Χριστιανόπουλου, όταν από την Εποχή των ισχνών αγελάδων, με τα προσωπεία και τα υπονοούμενα, περνούσε στα Ξένα γόνατα, με τη γυμνή τους ερωτική αλήθεια. Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό ο Χριστιανόπουλος παρότρυνε την Μπακονίκα για το τόλμημά της, γνωρίζω, όμως, ότι στο δρόμο αυτόν οδήγησε αρκετούς νέους ποιητές με τους οποίους συνεργάστηκε.
Η Μπακονίκα, ωστόσο, σαν γυναίκα, δίνει άλλη διάσταση στην ποίησή της. Μπαίνει στο ερωτικό κυνήγι όχι μόνο ως θήραμα, αλλά και ως κυνηγός. Στίχοι όπως:

Η βεβαιότητα πως με ισάξια ομορφιά σ’ έφτανα
Με ισάξια ομορφιά σ’ έλιωνα

(«Συνάντηση»)

αποτελούν, νομίζω, την «ποιητική έκφραση» της απελευθερωμένης γυναίκας για ισότητα των δύο φύλων στο δικαίωμα της ερωτικής συμμετοχής (ή μήπως απόλαυσης;) χωρίς αναστολές και προκαταλήψεις. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό, που τη διαφοροποιεί από τον Χριστιανόπουλο. Ο έρωτας στα ποιήματα εκείνου είναι ένας έρωτας τραυματικός. Προέρχεται από τη σύγκρουση που προκαλεί στον ποιητή το ερωτικό του πάθος με τη χριστιανική ηθική, από την οποία έχει εμποτιστεί η ύπαρξή του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια με τα κατηχητικά. Το ερωτικό πάθος, και ειδικά η ιδιαιτερότητα του πάθους, ερμηνεύονται ως αμαρτία. Και είναι αυτό το συναίσθημα της αμαρτίας που γεννάει τη δραματική ερωτική ποίηση του Χριστιανόπουλου. Η Μπακονίκα, ελεύθερη από κάθε είδους χριστιανικές ενοχές και όντας «φυσιολογική» στην ερωτική συμπεριφορά της, δέχεται τον έρωτα ως ηδονή, χωρίς τύψεις, κάτι που τη φέρνει θεματικά πιο κοντά με τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη, ο οποίος προσανατόλισε την ποίησή του στην αρχαιοελληνική αντίληψη του έρωτα και έγινε ο σύγχρονος αισθητικός
εκφραστής της. Έτσι η ποιήτρια, έχοντας συναίσθηση της ομορφιάς της, μπαίνει στον ερωτικό στίβο για να κατακτήσει κι όχι να κατακτηθεί.

εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά
κι ερωτικά μ’ υπολόγιζαν,
αναζητούσαν τη συντροφιά μου

(«Η κριτική»)

Στο τραπέζι της παρέας
κάθισα ανάμεσά τους
με ήθελαν κι οι δυο, ήθελα και τους δυο
– δεν ξέρω ποιον περισσότερο.

(« Δύο άντρες»)

Η επιρροή του Χριστιανόπουλου φαίνεται να σταματάει στην ώθηση που της έδωσε να μιλήσει με λόγια σταράτα -«η ποίηση μας θέλει γυμνούς» είναι η πιο προσφιλής του έκφραση- και σε κάποια στοιχεία ύφους και τεχνικής, π.χ. την πυκνότητα και λιτότητα του στίχου, που ανιχνεύονται κοινά σ’ όλους τους ποιητές της Διαγώνιου. Τέλος, πρέπει να την επηρέασε και η κριτική
που της ασκήθηκε για την πρώτη συλλογή της, κάτι που ομολογεί στο ομότιτλο ποίημα του δεύτερου βιβλίου της:

Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,
«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,
αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».

(«Η κριτική»)

Όπως έχουμε, ήδη, επισημάνει, από το δεύτερο βιβλίο της Μπακονίκα λείπουν τελείως οι τύψεις, αφού απουσιάζουν οι όποιες κοινωνικές ή ηθικές αναφορές, που θα μπορούσαν να τις δημιουργήσουν.

Η ψυχή σου με ηρεμεί
και το σώμα σου με ελκύει
και δεν υπάρχει τίποτα μίζερο
και τιποτένιο
σε ότι έζησες, σε ότι είσαι.

(« Η εικόνα»)

Ο έρωτας καιροφυλακτεί παντού: σε πλατείες, σε φωτεινές
κάμαρες, σε ταβέρνες ή υπαίθρια εστιατόρια, σε καφετέριες, σε
γκαλερί, στην εξοχή, σε παλιά αρχοντικά, ακόμα και μέσα σε
ταξί:

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν τον περιμένεις.
Όχι μόνο στο πρώτο ταξί
αλλά και στα επόμενα που χρειάστηκα
έπαιζε μουσική μ’ ερωτικά τραγούδια.

(«Τα τραγούδια»)

Τέλος, το ερωτικό ερέθισμα ξεπετιέται κι από τις πιο απίθανες συνθήκες, όπως, για παράδειγμα, από τον τρόπο με τον οποίο ο εραστής κρατάει το μολύβι:

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολυβί μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεση σον στο χαρτί
την αφή σου στην άκρη.

(«Το μολύβι»)

Στο ποίημα «Τα γλυπτά», ο έρωτας διαθέτει τη δύναμη να υπερβεί ακόμα και το φόβο του θανάτου.

ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ

Στην αίθουσα υπήρχαν γλυπτά
που για μένα συμβόλιζαν το θάνατο,
κι άλλα που ο πεσιμισμός τους
ισορροπούσε με μια σπίθα
ζωής και αισθήσεων.

Και βέβαια υπήρχαν ερωτικά έργα
μ’ απροκάλυπτη τολμηρότητα,
με τη λάμψη ή τη δύναμη της σάρκας
που δε χαρίζει.
Με γονάτιζαν με ξεγύμνωναν
όταν τα κοίταζα,
κι ήταν απαράμιλλα
και πιο πάνω από εκείνα του θανάτου
και τα άλλα των ποικίλων αποχρώσεων.

Θα πρέπει να σχολιάσουμε, επίσης, το γεγονός ότι, ενώ η λέξη πάθος απαντάται συχνά στα ποιήματα της Μπακονίκα, το πάθος απουσιάζει από την ποίησή της. Ο έρωτας παραμένει ένα παιχνίδι προκλήσεων και ηδονής. Η απουσία του αγαπημένου προσώπου, όπου αυτή υπάρχει, δεν πληγώνει. Η προσήλωση, η ικεσία και η συντριβή είναι ανύπαρκτες καταστάσεις. Δεν
υπάρχει ούτε η διάψευση των προσδοκιών, που συχνά ακολουθεί την περίοδο των αλησμόνητων πανηγυρισμών της ερωτικής παραζάλης.
Την απάντηση έδωσε η Μπακονίκα με το ποίημα «Οι απο-
σκευές μου» στην τρίτη ποιητική της συλλογή:

Απανθρωπιές καί τραγωδίες
Δεν μου είναι άγνωστες.
Διά πυράς και σιδήρου τις έζησα.
……………………………………………………………….

Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
-που τόσο σπάνια συμβαίνει-
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

Τα νέα στοιχεία που η Μπακονίκα εισάγει στην ποίησή της με το τρίτο βιβλίο είναι ο θαυμασμός του λαϊκού άντρα και μια κριτική διάθεση για το περιβάλλον της. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι το Θείο κορμί αρχίζει με το ποίημα «Ψησταριά».

Στη στοά Μοδιάνο η ψησταριά είναι μικρή
με πάγκους στους τοίχους, αντί για τραπέζια
και καρέκλες.
Έρχονται άνδρες της πιάτσας που μιλάνε δυνατά
για το κυνήγι, τα κόμματα και τα βρώμικα
νερά τον Θερμαϊκού.
Ο συνοδός μου είναι σαν τη μύγα
μες στο γάλα ανάμεσά τους,
είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που μ’ ορέγεται.
………………………………………………….

Στο μεταξύ για κάποιο γνωστό τους
μπαινοβγαίνουν οι άνδρες.

Το λαϊκό στοιχείο και ο ανδρισμός στο ποίημα «Θεσσαλονικιός έμπορος» ταυτίζονται ακόμα και με την πατρίδα. Ο έμπορος πάει στην Κωνσταντινούπολη για δουλειές και δέχεται τη φιλοξενία των ομογενών:

Φιλόξενοι κι ανοικτοχέρηδες με γύριζαν παντού,
απ’ τ’ αριστοκρατικότερα κέντρα μέχρι
τις πιο κακόφημες συνοικίες.
Όλο «πατρίδα» με φώναζαν,
«πατρίδα πιες», «πατρίδα» χόρεψε»,
κι εγώ δεν τους χαλνούσα χατίρι.

Το κάλλος που είχε του έδινε
μεγαλοπρέπεια και φινέτσα,
κι η λαϊκή καταγωγή του
ευθύτητα κι ερωτισμό –
ιδιότητες ακατάλυτες.
Αυθόρμητα τον φώναζαν «πατρίδα».

Με την τρίτη συλλογή της η Μπακονίκα ασκεί πλέον κριτική σ’ αυτά που τις λένε, κι όχι μόνο για τα ποιήματα της, αλλά και για τον έρωτα, όπως αυτός μορφοποιείται μέσα από τους στίχους της, και μερικές φορές περνάει στην αντεπίθεση, σχολιάζοντας τη ζωή και το έργο ανθρώπων του κύκλου της. Τεχνοτροπικά εισάγει έντονα το διάλογο στα ποιήματά της.

ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

«Ζηλεύω τις πισίνες τους, τα πανάκριβα κολλέγια
που στέλνουν τα παιδιά τους και την ευκολία
να ξοδεύουν. Μαζί τους δεν συγκρίνομαι».

Χωμένος στη μεγαλομανία του κλαψούριζε.
Με πάγωσε ο υλισμός του, ο άκρατος υλισμός του.

(«Παλιός γνωστός»)

Στην τρίτη συλλογή της εμφανίζεται επίσης το χιούμορ. Ένα χιούμορ συγκρατημένο, που κάποτε εξελίσσεται σε υποδόριο σαρκασμό.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Η γνώμη του με κέντρισε:
«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,
ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν
και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.
Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου».

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.
Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,
πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.
Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα
και τη παραλογοτεχνία της.

Η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (συμπεριλαμβάνει και τέσσερα ποιήματα από το οκτασέλιδο Μαυλιστικά) κινείται στο ίδιο περίπου κλίμα. Η κριτική επισήμανε ότι επαναλαμβάνεται, αλλά η ποιήτρια, έχοντας συνείδηση του γεγονότος, δίνει –όπως το συνηθίζει- την απάντησή της με το ποίημα «Πρόσωπο με πρόσωπο»:

Ας τον θεωρούν συγγραφέα ολκής
κι ας τον προσέχουν. Εμένα δεν με πείθει.
Οι παθιασμένοι καημοί που μ’ ενδιαφέρουν
δεν υπάρχουν στα γραπτά του.
Κάποτε μου επιτέθηκε –
«Η έμμονη σου με τα ερωτικά θα σε βλάψει.
Κάθε ποίημα στο ίδιο μοτίβο,
επαναλαμβάνεσαι και μας κουράζεις».

Όποτε με κλονίζουν οι επιθέσεις τους
με τη σκέψη περιπλανιέμαι σ’ ένα παλιό μου ταξίδι.
Επισκεπτόμασταν με πούλμαν διάφορες πόλεις,
διανύαμε τεράστιες αποστάσεις.
Μας λίκνιζε ο δρόμος και η μουσική στο κασετόφωνο.
Αργόσυρτοι αμανέδες ακούγονταν
γεμάτοι από το πάθημα της αγάπης.
Γίνονταν πια ανεξάντλητο το ρεπερτόριο της αγάπης.
Στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο μοτίβο
η μία κασέτα διαδέχονταν την άλλη,
που ο κόσμος στο πούλμαν αποζητούσε —
τόσο που οι διαδρομές και οι επισκέψεις
ήταν ένα πρόσχημα γι’ αυτά τα ακούσματα,
γι’ αυτές τις μουσικές της αποχαύνωσης.

Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.

Στη συλλογή αυτή, οι αναφορές σε πνευματικά πρόσωπα της
Θεσσαλονίκης έχουν αυξηθεί. Άλλοτε η επισήμανση του φυσικού προσώπου (π.χ. του λογοτέχνη ή καλλιτέχνη) είναι εύκολη, όπως είναι στο ποίημα «Ονομαστική γιορτή, 1992» που αναφέρεται στον Χριστιανόπουλο, κι άλλοτε η ταύτιση είναι αδύνατη, εκτός από έναν στενό κύκλο ανθρώπων που η Μπακονίκα συναναστρέφεται.
Πολλοί αναρωτιούνται από πού η Μπακονίκα αντλεί τα ερεθίσματα. Χωρίς αμφιβολία το βιωματικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή της. Είναι το στοιχείο που αφθονεί στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης -ποιητές και πεζογράφους- και είναι κυρίαρχο σ’ εκείνους του «κύκλου» της Διαγώνιου. Τώρα, αν τα βιώματα αυτά υπήρξαν πραγματικά γεγονότα (της ποιήτριας ή άλλων) ή φαντασιώσεις, δεν έχει σημασία. Εκείνο που μετράει είναι η αλήθεια την οποία «εκπέμπουν», άσχετα με την ποσότητα της μυθοπλασίας με την οποία έχουν ζυμωθεί. Και από την άποψη αυτή τα ποιήματα της Μπακονίκα πείθουν για τη γνησιότητά τους.
Το νέο στοιχείο που αχνοφαίνεται στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι το σπάσιμο του «ερωτικού τσαμπουκά».

Έπρεπε να σκύψω,
χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή.

(«Απαίτησε»)

Παράτολμος κι αδίστακτος,
όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

(«Στο στόχαστρο»)

Διαισθανόμαστε ότι αρχίζει μια στροφή της Μπακονίκα προς το θεματικό κλίμα του πρώιμου Χριστιανόπουλου. Την εξήγηση ομολογεί, ίσως, στο ποίημα «Ημίφως» των Μαυλιστικών:

Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας
μετά τα σαράντα,
βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή που το παρόν
αλλά και οι προοπτικές της από εδώ και πέρα
δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.

Στο Πεδίον πόθου έχουμε μια ακόμα επανάληψη ερωτισμού με άλλες εικόνες, π.χ. έρωτας στη βέσπα («Οι δυο μας στη βέσπα»), που θυμίζει το ποιητικό μοτίβο του Σπύρου Λαζαρίδη. Άλλοτε η ερωτική διάθεση παραμένει ανεκπλήρωτη ως «πράξη» αλλά ((υλοποιείται» ακόμα και με τις σταγόνες του σάλιου που αιωρούνται στον αέρα, καθώς ο ποθητός άντρας μιλάει δυνατά:

Πιο πολύ και από αγίασμα οι σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου,
κι όταν διαλύθηκαν στο στόμα μου
ήταν σαν μυστικά να ενώθηκα μαζί σου.

(«Μυστικά ενώθηκα»)

Και τέλος, ως καταστάλαγμα, «αδέκαστος κριτής», εμφανίζεται και η θλίψη, που εξετάζει έναν έναν τους στίχους της γυρεύοντας τα «ουσιώδη».
Στη συλλογή αυτή συνεχίζονται επίσης οι αναφορές σε λογοτέχνες καθώς προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τον ψυχισμό τους («Βιβλία για έκδοση») ή να κρίνει τη συμπεριφορά τους («Ο διηγηματογράφος»). Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει το γεγονός ότι στρέφει τώρα την προσοχή της και σε άγνωστους ανθρώπους που συναντάει και γνωρίζει τυχαία (π.χ. στο τρένο), όπως έναν Πόντιο πρόσφυγα («Με το κύμα των παλιννοστούντων» – ποίημα που παραπέμπει σε μια ανάλογη θεματική στροφή του Χριστιανόπουλου με τη συλλογή του Η πιο βαθιά πληγή) ή έναν τύπο μποέμ («Ο συνταξιδιώτης») που Είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα για να βρει/ το πιο ωραίο μέρος να μείνει. Κι ακόμα γίνεται καυστική κι επιθετική όταν σε ταξίδι με πλοίο μια παρέα νεαρών, αδιαφορώντας για τους συνταξιδιώτες τους, φωνασκούν όλη νύχτα:

Άξεστοι και βίαιοι. Οι άγριες φωνές τους,
οι κραυγές, τα φτηνά αστεία τους
στιγμή δεν σταμάτησαν στο κατάστρωμα
μέχρι να ξημερώσει.
Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα
από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα
που έχω υποστεί στη ζωή μου.

(«Θαλασσινό ταξίδι»)

Δεν θα ήταν ολοκληρωμένη η παρουσίαση του ποιητικού έργου της Μπακονίκα χωρίς κάποιες γενικές παρατηρήσεις: Η Μπακονίκα χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο χωρίς υπερρεαλιστικές ή άλλου είδους αλχημείες. Πρόκειται για μια ποίηση εξομολογητική, ευθύβολη και τολμηρή, ικανή να επικοινωνήσει με τον κάθε αναγνώστη. Οι επιδράσεις, καλά αφομοιωμένες, προέρχονται από τους ερωτικούς ποιητές της Διαγώνιου – κυρίως από τον Χριστιανόπουλο (κραυγές πάθους, οι πιο σκοτεινές / οι πιο αδίστακτες ορμές σου μ’ εξουσιάζουν, με στέγνωσαν οι φοβερές εικόνες σου, άνοιξε το παλτό σου / ή καλύτερα πέχαξέ το / θέλω να βλέπω το σώμα σου, γύρεψα το βάρος του, / γύρεψα τη λύσσα τον, μπράτσα και αυχένες που σε τύλιξαν, και άλλα), και βεβαίως από τον ερωτικό Καβάφη (φωτογραφίες με γυμνά νεανικά σώματα, γλυκιά επιθυμία γι’ αγαπημένο πρόσωπο, γιατί σε λίγο θα έφταναν τ’ αυτοκίνητα / κι οι ζωηρές παρέες να τον πάρουν μαζί τους, οι λεβέντες που θαυμάζεις / και δεν βγαίνουν απ’ τη σκέψη σου / εδώ μεταναστεύουν / εδώ καταχωνιάζονται τη νύχτα, και άλλα). Βέβαια, η θεματική εμμονή της στον έρωτα, χωρίς ουσιαστικά να ανανεώνει τα εκφραστικά της μέσα, την ανάγκασε, στις τελευταίες τουλάχιστον δύο συλλογές, να επαναλαμβάνεται συχνά, καθώς μηρυκάζει ερωτικά μοτίβα και αισθήματα. Έτσι, η φρεσκάδα που υπήρχε στα ποιήματα των πρώτων συλλογών της των Εκδόσεων Διαγώνιου, έδωσε τη θέση της σε ποιήματα μιας κάποιας «εγκεφαλικής» σύλληψης με επένδυση ερωτικής εσθήτας.
Τα εξώφυλλα των τριών πρώτων βιβλίων των Εκδόσεων Διαγώνιου, κατασκευασμένα από τον καλλιτέχνη γραφίστα και ζωγράφο Κάρολο Τσίζεκ, είναι πρωτότυπα και ανταποκρίνονται απόλυτα στο θεματικό πεδίο των ποιημάτων. Τα Μαυλιστικά έχουν ένα. ωραίο σχέδιο πεταλούδας, που, συμβολικά έστω, μας παραπέμπει σε ατμόσφαιρα ερωτική. Το εξώφυλλο της Παρακαταθήκης ηδυπάθειας, των Εκδόσεων Εντευκτηρίου, είναι πέρα για πέρα αποτυχημένο, αφού έχει ως σχέδιο έναν νεαρό που αγκαλιάζει ένα αρνάκι! Το εξώφυλλο πρέπει να δένει απόλυτα με το θέμα του κάθε βιβλίου, να «μιλάει» για το περιεχόμενό του. Τα ποιήματα της Μπακονίκα είναι «μαυλιστικά» και «ηδυπαθή» και δεν τους ταιριάζει ένα σχέδιο που παραπέμπει σε χριστιανικές αγάπες και ιδεώδη. Θεώρησα την παρατήρηση αυτή αναγκαία, διότι προσωπικά δίνω μεγάλη σημασία στην αισθητική εμφάνιση κάθε εντύπου, και ο Άρης Γεωργίου, που επιμελείται τα εξώφυλλα των Εκδόσεων Εντευκτηρίου, είναι έμπειρος γραφίστας και μας έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα της δουλειάς του. Τέλος, το εξώφυλλο της συλλογής Πεδίο πόθου, μ’ ένα γλυπτό ερωτικό σύμπλεγμα (χωρίς να αναφέρεται πουθενά ο τίτλος του αγάλματος και το όνομα του γλύπτη), είναι ένα τυπικό εμπορικό εξώφυλλο, συμβατό, όμως, με το περιεχόμενο του βιβλίου.
Η ερωτική ποίηση έχει μακρά ιστορία στα γράμματά μας.
Ας σημειωθεί ότι και όλοι α ποιητές που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της Διαγώνιου είναι όλοι, με τον τρόπο του ο καθένας, ερωτικοί. Αυτή την ιστορία ήρθε, με τη δική της πορεία, να πλουτίσει και η Μπακονίκα.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 24/2012

Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη, όπου και
ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό Διαγώνιος το 1983. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ανοιχτή Γραμμή το 1984, Το γυμνό ζευγάρι το 1990, Θειο κορμί το 1994, Μαυλιστικά το 1997, Παρακαταθήκη ηδυπάθειας το 2000, Πεδίο πόθου το 2005, Ηδονή και εξουσία το 2009. Ποιήματα της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά: Τραμ, Παρατηρητής, Εντευκτήριο, Ρεύματα, Δέκατα, Ένεκεν, Πανδώρα, Λέξη, Πάροδος, Παρέμβαση. Παρουσίασε το έργο της στο συμπόσιο «Νέες τάσεις στην ελληνική λογοτεχνία» στο ίδρυμα ελληνικού πολιτισμού, στο Λονδίνο το 1996. Μέσα από ανθολογίες μεταφράστηκαν ποιήματά της στα γερμανικά, σουηδικά, αλβανικά.
Στην εικοσιπενταετή παρουσία της στην ποίηση η Μπακονίκα έχει 
στο ενεργητικό της 7 συλλογές με σύνολο ποιημάτων γύρω στα 250.
Υπήρξε βασική συνεργάτης της Διαγώνιου κατά την τελευταία περίοδο
λειτουργίας της, από την οποία και εξέδωσε τα τρία πρώτα βιβλία της.
Οι τίτλοι των συλλογών βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το περιεχόμενο και δίνουν καθαρά εξαρχής το στίγμα της ποίησής της. Οι ισόχρονες αποστάσεις στην έκδοση των ποιητικών συλλογών, η απουσία ριζικών θεματικών και μορφικών μεταβολών, η επιμονή και προσήλωση στο ερωτικό πάθος, ιδιαίτερα στο σεξουαλικό, μια που ο έρωτας αντιμετωπίζεται περισσότερο ως σωματικό βίωμα, δείχνουν ένα άτομο μεθοδικό, πειθαρχημένο. σταθερό, με προσδιορισμένους στόχους, χωρίς εκρήξεις και ευμετάβλητες διαθέσεις.

«Η ομορφιά θέλει να δείχνεται /…/ Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της. / Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες /…/ Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,/ πρόστυχα λόγια και κινήσεις. / Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε / για μία μόνο φορά… / Δεν μετάνιωσε για τον έρωτα μαξί του, / υπήρχε τραχύτητα, αλλά και ομορφιά».

Η Μπακονίκα δομεί το ποίημα με τρόπο νηφάλιο, στέκεται απέναντι στο βίωμα αποστασιοποιημένη σαν παρατηρητής και ανατόμος. Το βάρος πέφτει στη στερεότητα και στην αρτιότητα της κατασκευής, στην καθαρότητα της ιδέας και στη δύναμή της, στην κατάλληλη επιλογή των εργαλείων, στη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητά της. Επιστρατεύονται η αφήγηση, η υιοθέτηση συχνά του τρίτου προσώπου, του πλάγιου λόγου, η τεχνική των προσωπείων (προσφιλής στον Καβάφη), ο διάλογος, οι παρελθοντικές ιστορίες σε αφηγήσεις του παρόντος. Τα ποιήματα, της αποτελούν ιστορίες-στιγμιότυπα με πεζολογικά στοιχεία χωρίς να απεμπολείται η ποιητική αξία τους. Προεξάρχει η στιγμή, ο συμπυκνωμένος χρόνος που μετατρέπεται σε πυρήνα και ουσία της ύπαρξης αποκτώντας άλλη σημασία, δυναμική και περιεχόμενο. Η ποιήτρια μοιάζει με συλλέκτρια θραυσμάτων ζωής, στιγμιαίων κορυφώσεων που, για να μη χαθούν, αναδεικνύονται, ακινητοποιούνται και κρυσταλλώνονται σε αισθητικές αξίες.

«Στο νυκτερινό περίπατο με κάθε προφύλαξη/ έπιασε το χέρι μου /…/ Στο κουπέ του τρένου… / με βοήθησε ένα γεροντάκι /…/ Δεινοπάθησε η βέσπα σου / από τις πέτρες και την ανηφόρα /…/ βγήκαμε από το σινεμά / και στηρίχθηκα στο μπράτσο σου».

Το βλέμμα της εστιάζεται στο κορμί, το θείο, όπως το αποκαλεί στον τίτλο της τρίτης συλλογής της, στη σαρκική ηδονή, στην ομορφιά και σφριγηλότητα του νεανικού σώματος, στην πρόσκαιρη ευδαιμονία και χαρά που προσφέρει, αντίδοτο και αντίβαρο στην αναπόφευκτη φθορά του.

«Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι / ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει / και υποβάλλει- η σάρκα που εξευγενίζει / χαιρετά, και μαθαίνει να πεθαίνει».

Η ερωτική διέγερση -αναφύεται από παντού, οπτικό, ή εξ επαφής, από κάθε σημείο του ποθούμενου σώματος, από τη συμπεριφορά, τις χειρονομίες, τις κινήσεις, τον τρόπο ομιλίας, από την ατμόσφαιρα του ιδιωτικού χώρου, από τα προσωπικά αντικείμενα που ανάγονται σε φετίχ.

«Ο περίεργος τρόπος που κρατάς / το μολύβι μ’ ερεθίζει /…/ εμένα με τραβούσαν τα χείλη σου, / όλη η ηδονή που υπόσχεσαι / έχει το σχήμα τους /…/ ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε, / καταθρονιάστηκε μέσα μου /…/ο ερωτισμός ξεχύνεται / εκεί που δεν το περιμένεις. /…/ πιο πολύ κι από αγίασμα το σάλιο σου, / κι ας μην έχουμε φιληθεί ποτέ στο στόμα /…/ με τα μάτια ανοίγω συνομιλία / και με το πιο μικρό στολίδι στο γραφείο σου».

Διεκδικεί ισότιμα το δικαίωμα για αυτοδιάθεση, για σεξουαλική απελευθέρωση, απόλαυση και χαρά και όταν αυτό δεν της παραχωρείται, το κατακτά με κάθε τρόπο. Γίνεται επιθετική, προκλητική, καταγγελτική,
απορριπτική. Το πεδίο του ερωτικού πόθου δεν είναι μόνο πεδίο σαρκικής ηδονής, είναι και πεδίο σύγκρουσης, σκληρού ανταγωνισμού, το εφαλτήριο για άσκηση εξουσίας, για ικανοποίηση από την καθυπόταξη του άλλου.

«Ήρθε και το χειρότερο: / καθώς ντυνόμασταν απαίτησε / να του φέρω τα παπούτσια../ χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή /…/ Στο Σέιχ-Σου… / την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της… / προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ξόρι…/ του έκοψε τη φόρα /…/ Δεν μου έτυχε συχνά άνδρα δυνατό / και αγέρωχο να κουρελιάσω».

Σπάνια γίνεται το πεδίο αρμονικής και αμοιβαίας ερωτικής συνεύρεσης και σπανιότερα μιας ολοκληρωμένης σεξουαλικής και συναισθηματικής επικοινωνίας.

«Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη, / με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη / κόμπιαξε από αγάπη—/ με τον πιο μειλήχιο τρόπο με μάλωνε /…/ έκανε πανάκριβα δώρα / στη γυναίκα του που λάτρευε… / ο ψυχισμός του. που παραήταν πλούσιος, / τα βαθιά του αισθήματα / πήγαιναν στη γυναίκα του».

Ποίηση διεκδικητική απέναντι στον έρωτα, καμιά απόκρυψη, κανένα ίχνος υποτέλειας, ενοχικής ή φοβικής συμπεριφοράς. Η Μπακονίκα δεν φέρει το στίγμα μιας ιδιότυπης ερωτικής λειτουργίας που να τη θέτει σε κοινωνική αμφισβήτηση και περιθωριοποίηση. Εφορμά από ένα σταθερό περιβάλλον, από την αποδοχή και ασφάλεια του μεσοαστικού χώρου όπου ανήκει, με τον οποίο ωστόσο αρκετές φορές βρίσκεται σε δυσαρμονία και βρίσκει το θάρρος να τον αμφισβητήσει και να τον στηλιτεύσει για την έπαρση, την υποκρισία, την πρόσδεση στις υλικές αξίες, την ανάγκη για εξουσία, την έλλειψη πνευματικότητας. Ανάλογη κριτική στάση, ειρωνική και δηκτική επιδεικνύει κάποτε απέναντι και στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό σινάφι.

«…έπρεπε να συναντήσουν / σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς / κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας /…/ χωμένος στη μεγαλομανία του κλαψούριζε. / Με πάγωσε ο υλισμός του, ο άκρατος υλισμός του /…/ Γνωστός ποιητής… /εμφανέστατη η οίησή του… / εντόπισα σημάδια της αλαζσνίας του».

Οι επιρροές του Χριστιανόπουλου, εμφανείς στους περισσότερους ποιητές της Διαγώνιου τους μεταγενέστερους της γενιάς του, οι οποίοι και παρουσιάζουν αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, διακρίνονται και στην
ποίηση της Μπακονίκα, όπως ο έντονος ερωτικός προσανατολισμός, ο ευθύς, σταράτος, τολμηρός και εξομολογητικός λόγος, η πυκνότητα, η λιτότητα και η καθαρότητα του στίχου, η πεζολογική ανάπτυξη των ποιημάτων, η ενσωμάτωση λέξεων ιδιωματικών ή λαϊκότροπων. Με τον Καβάφη συγγενεύει στη σκηνογραφική απόδοση των ποιημάτων, τα οποία μπορούν να συγκροτήσουν θεατρικά μονόπρακτα ή διηγήματα, στην αρχαιοελληνική αντίληψη του έρωτα που είναι απαλλαγμένη από τις αναστολές της χριστιανικής ηθικής και τις εσωτερικές συγκρούσεις. Ωστόσο στην ποίησή της το σκηνικό, κυρίως αναπαριστά παρά υποβάλλει και είναι μεταβλητό, μπορεί να στηθεί οπουδήποτε. Υπάρχει πολυμορφία του χώρου, αξιοποιείται κάθε δυνατότητα. Ο χώρος έρχεται σε πλήρη αντιστοίχιση με τους ανθρώπινους τύπους που παρευρίσκονται εκεί. Η Μπακονίκα δεν κρύβει την συμπάθειά της προς τη γνησιότητα και απλότητα των λαϊκών ανθρώπων στα λίγα αλλά αποκαλυπτικά ποιήματα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Εκεί, όπως και σε μια μικρή ακόμα κατηγορία ποιημάτων, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ή στην απόδοση κάποιων πορτρέτων τρίτων, αναδεικνύεται ένας καλά κρυμμένος
πλούσιος συναισθηματικός κόσμος, μια διάθεση μελαγχολική, ευαίσθητη
και δοτική, μια ανάγκη για βαθύτερη ερωτική και ανθρώπινη επικοινωνία.

«…οι γονείς μου ήταν φτωχοί, λούσαμε σε υπόγειο… / Γυναίκα σπαθί απογυμνώνονταν./όχι όπως τόσοι και τόσοι που κομπάζουν / για τα σαλόνια που κατάγονται /…/είναι ποιητής που παραδέχομαι. / Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα…/ Φτωχικό το σπίτι του ποιητή, /αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα».

Η ποιήτρια μπροστά στην αδυναμία μιας βαθιά ερωτικής προσέγγισης,
προτείνει μια περήφανη και δυναμική μοναχική πορεία βιώνοντας με τρόπο ακόρεστο σε φαντασιακό ή πραγματικό επίπεδο τον έρωτα και θησαυρίζοντας μέσα της ανεπανάληπτες στιγμές από το σφρίγος και τη δροσιά της νεότητας. «Στέριωσα μέσα στην ηδυπάθεια / και δεν την απαρνιέμαι». Αντιπαρέρχεται έτσι και αποτινάσσει την προδιάθεσή της στη θλίψη και τη μελαγχολία.

«Έχω προδιάθεση στη θλίψη, / σαν μελαγχολικό σκοτάδι με διακατέχει».

Κλειδί ερμηνευτικό ολόκληρης της ποίησής της, αλλά και της ερωτικής συμπεριφοράς και της στάσης της απέναντι στη ζωή αποτελεί το ποίημα «Οι αποσκευές μου» από τη συλλογή Θείο κορμί.

«Απανθρωπιές και τραγωδίες / δεν μου είναι άγνωστες /…/ Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια /…/ Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ / και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα /…/ το βύθισμά μου στη χαρά / —που τόσο σπάνια συμβαίνει— / είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος. / Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς».

Όπως επίσης και το ποίημα «Το υπόστρωμα» από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία. Παρόμοιες αναφορές στις απανθρωπιές και τα βαθιά σημάδια που αυτές άφησαν πίσω τους βρίσκουμε και σε άλλα ποιήματα σχεδόν σε όλες τις συλλογές: «Εξόντωση», «Χωρίς έλεος», «Απαίτηση», «Το βάπτισμα του πυρός», «Στο Σέιχ-Σου, 1968», «Ανθρώπινη φύση», «Θαλασσινό ταξίδι», «Εκ των πραγμάτων», «Ο κόμπος στο χτένι», «Τα χαμόγελα εξαφανίζονται». Παίρνει λοιπόν το δικαίωμα η ποιήτρια και καταλήγει συμπεραίνοντας στη συλλογή της Πεδίο πόθου:

«Με τα χρόνια ρίχτηκα στα δαδιά / εκτέθηκα στα καλύτερα και στα χειρότερα, /στις πιο ακραίες καταστάσεις. / Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του».

Απρίλιος 2009-Μάιος 2012

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

Ε-περιοδικό Στάχτες 28/7/ 2013

Το γεγονός ότι η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα έχει επιτύχει να είναι αναγνωρίσιμη, διά μέσου ενός προσωπικού στυλ γραφής, δεν οφείλεται αποκλειστικά ούτε στην πεζολογική/ ρεαλιστική φόρμα, που η ποιήτρια υιοθετεί, ούτε στη θεματική (έρωτας, κοινωνικός προβληματισμός) που επιλέγει. Όσον αφορά στη μορφή, αυτή κινείται στο πλαίσιο μίας ήδη γνωστής ποιητικής παράδοσης· όσον αφορά, από την άλλη, στο περιεχόμενο, η θεματική είναι κοινός τόπος τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Προσπερνώντας «τον σκόπελο» της αγωνίας της επίδρασης, ο οποίος αφενός δεν συνεισφέρει ιδιαίτερα σε μία κριτική παρουσίαση, με την απαρίθμηση ομοτέχνων που κινήθηκαν ή κινούνται στους ίδιους δρόμους (άλλωστε οι βασικές οδοί κάποτε εξαντλούνται), και ο οποίος είναι και άκρως επικίνδυνος, διότι, κάποτε, δίνει την εντύπωση ότι υποτιμά ως «αντιγραφέα» τον δημιουργό, έχει κανείς να εστιάσει στον ιδιαίτερο τρόπο (όταν, βεβαίως, διακρίνεται) με τον οποίο εισέρχεται ο ίδιος για να υποστηρίξει τις προθέσεις και τις επιλογές του.
Ως εκ τούτου, οι βασικές αρετές, στις οποίες οφείλεται και το ιδιαίτερο ύφος στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα —τις οποίες θα προσπαθήσω να επισημάνω, δίνοντας παραδείγματα—, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

1. Αυστηρή αρχιτεκτονική δόμηση κάθε ποιήματος : α. εισαγωγή στο θέμα β. πολλαπλά ενσταντανέ με «σβήσιμο», για το πέρασμα στο επόμενο γ. κορύφωση. Τα ποιήματα χτίζονται με την ακρίβεια που ένας καλός σκηνοθέτης της μεγάλης οθόνης δημιουργεί τα πλάνα του: με χειρουργική ακρίβεια, ώστε τίποτε να μην είναι περιττό, προκειμένου να αποφευχθεί η «μουντζούρα» μίας άστοχης κίνησης του χεριού, ενός βλέμματος εκτός κάδρου, η «κοιλιά» στο χρόνο και ένα μακρινό, πιθανώς, πλάνο ή τραβηγμένο από μη κατάλληλη γωνία λήψης, που δεν επιτρέπει να εισαχθεί στο βλέμμα ο χώρος με σαφήνεια.

Το τελευταίο ρούχο

(Από τη συλλογή «Θείο κορμί», Διαγώνιος, 1994)

1ο πλάνο : Πολύ γενικό πλάνο (εισαγωγή στο θέμα «πολιορκία», χρόνος)

Από καιρό την πολιορκούσε

2o πλάνο : Μεσαίο πλάνο (είσοδος στο χώρο, περιγραφή)

κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-

3o πλάνο: Πολύ γκρο πλάνο (λεπτομέρεια)

άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,

4o πλάνο: Πολύ γκρο πλάνο ( λεπτομέρεια)

κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε.

5o πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.

6ο πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

Σταμάτησαν απόμερα,

7o πλάνο: Πολύ γκρό πλάνο ( λεπτομέρεια)

και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της

8o πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

Εν ολίγοις, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα κρατάει μια πένα ιδιόρρυθμη: με κάμερα. Tα ποιήματά της θα μπορούσαν να είναι ταινίες μικρού μήκους, καλλιτεχνικά διαφημιστικά σποτ, σκηνές από μία ταινία, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. O Ζαν Κοκτώ έλεγε, χαρακτηριστικά, ότι «μια ταινία είναι μια γραφή με εικόνες». Δεδομένης της πρόθεσης της ποιήτριας να επαναδημιουργήσει, διά μέσου της ποιητικής πράξης, σκηνές ή σεκάνς, και να μεταφέρει με καθαρότητα και ένταση τόσο τη δράση όσο και την εντύπωση που προκαλούν, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα δεν μπορεί παρά να επιλέξει, για να υπηρετήσει το στόχος της, τη συντομία και τη λιτότητα.

2. Mικρά ποιήματα με: α. κεντρικό μοχλό πλοήγησης της ποιητικής πράξης το ρήμα β. έντονη χρήση του ουσιαστικού γ. φειδωλή χρήση του επιθέτου δ. απλά επιρρήματα. Στο ποίημα που ακολουθεί μπορούμε να παρατηρήσουμε τόσο την όμοια αρχιτεκτονική δόμηση με αυτήν του προηγουμένου, όσο και τη λειτουργία του ρήματος σε αντιδιαστολή με τα ελάχιστα επίθετα.

Το κρησφύγετο

Από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», Σαιξπηρικόν, 2012)

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν, γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.

Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου

Ο χρόνος και ο ρυθμός του ποιήματος οφείλει να είναι γρήγορος και στακάτος, για να ανασυντεθεί η δράση, διά μέσου της δύναμης, που επιφυλάσσει αποκλειστικά και μόνον η χρήση του ρήματος. Έτσι, τα ποιήματα, αν και είναι μικρά σε έκταση, λειτουργούν, επιτυγχάνοντας τη ζητούμενη ισορροπία ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο – τα ενσταντανέ δεν μπορούν να αποδοθούν με μακροσκελείς αναλύσεις, και για το λόγο αυτό απαιτούν ουσιαστικά που καλύπτουν το πράγμα, δημιουργώντας τα αντικείμενα του σκηνικού· λιγοστά επίθετα που δεν «βαραίνουν», δημιουργώντας συνειρμούς εκτός «κάδρου»· απλά επιρρήματα για να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το ρήμα σε μία τόσο σύντομη αφήγηση.

3. Κίνηση: Οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων κινούνται πρωτίστως (και δευτερευόντως σκέπτονται). Κι εδώ, υπάρχει μία αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα: η ρεαλιστική αφήγηση, η οποία δίνει στιβαρότητα στη φόρμα, λειτουργεί ως κινηματογραφικό κάδρο, που επιτρέπει αυτό που ονομάζουμε στον κινηματογράφο τράβελιγκ: την κίνηση της κάμερας πάνω σε ράγιες, για να παρακολουθήσουμε το αντικείμενο από την οπτική γωνία που κάθε φορά μάς ενδιαφέρει. Δεν είναι εύκολη υπόθεση η παγίωση του χώρου στον οποίο επιθυμούμε να εντάξουμε είτε τη δράση είτε την ιδέα. Πάρα πολλά ποιήματα είναι κακά, και ένας από τους λόγους είναι ότι ο χώρος στον οποίο στήνονται είτε είναι ανύπαρκτος είτε πλαδαρός με χρήση γενικόλογων σημαινόντων. Παραδείγματα:

Στην παραλία αντί για άμμο/υπάρχει μικρό, λευκό βότσαλο./Πονάει να περπατήσεις πάνω του με γυμνά πόδια/και να ξαπλώσεις χωρίς πετσέτα. (…) Κάποτε κάνει πως μπερδεύεται, /στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα/και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου./Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα./Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:/μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι./Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε. (Ελάχιστη επιφάνεια, από τη συλλογή «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας»

Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του/μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια/για να μιλήσει με φίλους του./ Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει./Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,/όμως δεν θα πάει κοντά του,/ πριν από ένα χρόνο την παράτησε. (Νύχτα, από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων»)

4 . Κατ’ επίφαση «περιγραφή»

Σκηνές και σεκάνς, απλές δηλαδή εικόνες ή πολλαπλές εικόνες που αφηγούνται μία μικρή ιστορία θα μπορούσαν να νοηθούν ως μία απλή επιφανειακή ρεαλιστική περιγραφή. Στην ποίηση όμως της Αλεξάνδρας Μπακονίκα λειτουργούν μόνον κατ’ επίφαση σε αυτό το επίπεδο, για να επιτευχθεί, αυτό που άλλωστε είναι και ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα, η ανατροπή, και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, με τρόπο αποκαλυπτικό. Μπορεί να δημιουργεί εντύπωση το πώς μία γυναίκα «τολμά» να μιλά απροκάλυπτα για την ερωτική πράξη, αλλά η αποκάλυψη της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι θέμα σχετιζόμενο περισσότερο με φραγμούς κοινωνικούς και στερεοτυπικές απόψεις (οι οποίες αφορούν, τουλάχιστον προς το παρόν, ένα μεγάλο ακόμη μέρος της ελληνικής κοινωνίας). Σε κάποια άλλη χώρα θα θεωρούνταν απολύτως φυσιολογικό. Και είναι!

Τα σημάδια
(Από τη συλλογή «Πεδίο πόθου» Μεταίχμιο, 2005)

θαλερός, και με την αλαζονεία
του ακαταμάχητου επάνω του.
Τον παίδεψα μέχρι να πέσω στην αγκαλιά του.

Όταν πρωτοφιληθήκαμε
ακάθεκτος έτριβε το πρόσωπό του
στο δικό μου.
Με γέμισε αμυχές και σημάδια
στα χείλη και στο λαιμό.
Για μέρες μού άναβαν μια φλόγωση τα σημάδια.
Ορμητικά
(Από τη συλλογή «Πεδίο πόθου» Μεταίχμιο, 2005)

Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση,
κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας,
η ζωή και η απόσταση τους χώρισαν.

Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του
την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του,
κι όταν όρθια τη γύμνωσε
κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι
και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της,
όχι πολύ δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς
ξεστομίζοντας γλυκόλογα.

5. Το γυναικείο

Συνεπώς, εκείνο που είναι σημαντικό να δει κανείς είναι το πώς τίθεται η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απέναντι στο «γυναικείο» και, κατ’ επέκτασιν, ποια είναι τα μηνύματα που η ποίησή της φέρει, αντισταθμίζοντας όχι μόνον τις στερεοτυπικές φαλλοκρατικές θέσεις αλλά και προτάσσοντας έναν άλλο διαφορετικό λόγο απέναντι σε μία άλλου τύπου «γυναικεία» ερωτική ποίηση, η οποία έχει ως κύρια χαρακτηριστικά της μία άνευ προηγουμένου ευθραυστότητα, παθητική θέση, συναισθηματική ρευστότητα, ελάχιστη χρήση των εκλογικευτικών μηχανισμών, και, εν τέλει, τη δημοσιοποίηση ενός ανεπεξέργαστου ή δύσκολα επεξεργάσιμου ψυχικού κόσμου, ο οποίος χρίζει περισσότερο ιατρικής παρά αναγνωστικής παρακολούθησης. Και μόνον τα χαρακτηριστικά αυτά, ανεξαρτήτως της φόρμας που υιοθετείται, κάνουν την ποίηση κακή ή, θα το προχωρούσα περισσότερο, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ημερολογιακή καταχώριση χωρίς κοινωνική δυναμική . Η επισήμανση αυτή σχετίζεται με το ρόλο (για όσους συμφωνούν ότι υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα) που έχει να διαδραματίσει ο δημιουργός στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Εκείνος που δημοσιεύει οφείλει να ανοίγει δρόμους και όχι να αναπαράγει τους γνωστούς. Οφείλει να αντιπροτείνει, έχοντας αφενός γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού, έχοντάς τον αγαπήσει και αποδεχθεί ακόμη και στην τραγικότερη διάστασή του, αλλά και παίρνοντας, ταυτόχρονα, απόσταση από το βίωμα, επειδή έχει «διδαχθεί» διά μέσου της πορείας του στα ανθρώπινα. Ούτε ο χλιαρός συναισθηματισμός ούτε η τραχιά λογική μπορούν από μόνα τους παράγουν τέχνη, απαιτείται εξισορρόπηση. Η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα διακρίνεται από αυτό το προτέρημα. H υπόθεση και η υπεράσπιση του γυναικείου θα μπορούσε να συνοψιστεί στα παρακάτω. Μία πραγματική γυναίκα:

1. δεν είναι απλώς αντικείμενο πόθου, αλλά έχει και αντικείμενο πόθου : Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι, αγαπημένε μου, /ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει/και υποβάλλει, η σάρκα που εξευγενίζει/ χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει. (Oι θαμώνες στο στέκι, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 2. είναι διαφορετική από τον άνδρα αλλά την ίδια στιγμή και ισότιμη. Οι επιθυμίες της είναι διαφορετικές αλλά υπαρκτές : Μα πριν συμβούν όλα αυτά/ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,/σε μια απέραντη ηρεμία/που προδιέθετε και προετοίμαζε/μια τέτοια απόλαυση:/μέσα στο εξαίσιο φως/ένας άνδρας να με κοιτάζει. (Το φως του απογεύματος, από τη συλλογή «Το γυμνό ζευγάρι») 3. επιθυμεί να την επιθυμούν, και μόνον όταν την επιθυμούν παραδίδεται. Η πραγματική γυναίκα δεν δίνει, δίνεται. Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα./Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:/μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι./Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε. (Ελάχιστη επιφάνεια, από τη συλλογή «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας») 4. είναι θηλυκή και σαγηνευτική. Γνωρίζει τα παιχνίδια της σαγήνης. Μπαινόβγαινε πολλές φορές /κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:/ «Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα». (To τελευταίο ρούχο, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 5. αποχωρεί, όταν την απορρίψουν : Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,/όμως δεν θα πάει κοντά του,/ πριν από ένα χρόνο την παράτησε. (Νύχτα, από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων») 6. ανταμείβει τους γενναιόδωρους : κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε. /Στάθηκε τυχερός με την άμεση/ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε/στο απόκρυφο ακρογιάλι. (To τελευταίο ρούχο, από τη συλλογή «Θείο κορμί») Ενάργεια είχαν τα λόγια της:/“Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω./Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,/ να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου. (Από τη συλλογή “Ηδονή και εξουσία”) 7. υπερασπίζεται τη σεξουαλικότητά της το ίδιο καλά με την πνευματικότητα και τη λογική της. Κι αυτό η Αλεξάνδρα Μπακονίκα το υπηρετεί, κάνοντας ακόμη μιαν ανατροπή, αποδεικνύοντας πως η ερωτική ποίηση μπορεί να έχει αυστηρή δόμηση και πεζολογική μορφή: Χρησιμοποίησαν το κρεβάτι μετά/για να χαλαρώσουν,/να συνέλθουν από τη μανία τους για ηδονή,/να στεγνώσει ο ιδρώτας./Παρέμειναν ξαπλωμένοι ανοίγοντας μια ατέλειωτη συζήτηση/για θέματα που τους ενδιέφεραν. ( Ενδότερος χώρος, από τη συλλογή “Πεδίο πόθου” Μεταίχμιο, 2005) Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιεί,/ άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου/ απ’ το πρωτότυπο./Της διάβασε γαμήλιους ύμνους./ Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι/και χυμώδεις λέξεις των λατινικών./Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους. (Λατινικά ποιήματα, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 8. δεν αποδέχεται κοινωνικά ή ηθικά μη αποδεκτές συμπεριφορές:

Στο μπαρ
(Από τη συλλογή «Θείο κορμί»)
.
Με την κοπέλα του πήγαιναν
ν’ ακούσουν έναν περίφημο νέγρο τραγουδιστή
σ’ ένα από τα πολυσύχναστα μπαρ της νεολαίας.
Πριν από την είσοδο την προειδοποίησε:

«Μου αρέσει μια γυναίκα
που ίσως έρθει στην παρέα απόψε.
Με το δέος και την κατάνυξη
που μπαίνει κανείς σε μια εκκλησία
έτσι θα έμπαινα στο σώμα της,
και θα με έτρωγε η αγωνία
να την ευχαριστήσω,
και να φανώ αντάξιος-
ενώ με σένα δεν με νοιάζει,
με σένα κάνω έρωτα αδιάφορα,
όπως μιλάω».

Ήταν μαγευτική η ατμόσφαιρα στο μπαρ,
ο κόσμος είχε ενωθεί με τους ρυθμούς
και τη φωνή του τραγουδιστή.
Η κοπέλα μουδιασμένη καταλάγιαζε
την ταραχή της.

Η ωμότητα του φίλου της
την εμπόδιζε να ενωθεί με οτιδήποτε.

Συνοψίζοντας, η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, δικαίως διεκδικεί και κερδίζει θέση στα ελληνικά γράμματα για τρεις πάρα πολύ σημαντικούς λόγους: τεχνική, προσωπικό ύφος και κοινωνικό προσανατολισμό.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

vakxikon Τεύχος 24

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, εδώ και τριάντα χρόνια, χαράσσει στο ποιητικό τοπίο το δικό της μοναδικό αστέρι. Η ποίηση της θυμίζει τα επιγράμματα της πλούσιας Παλατινής Ανθολογίας. Ερωτικά ολιγόστιχα αριστουργήματα που ξυπνούν τις πιο μύχιες αισθήσεις• αρθρώνουν βλέμματα-χάδια-σκιρτήματα-ηδονές κι απελευθερώνουν τον αναγνώστη από τις συστολές, που οι λέξεις κουβαλούν στο καβούκι τους.Η ποιητική της, όμως, δεν περιορίζεται στο καθαρά ποιητικό κι απόκρυφο• οι εικόνες πολλών τις ποιημάτων αποτελούν ζωντανή απεικόνιση της πραγματικότητας. Ο κινηματογραφικός ρεαλισμός και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται, φέρνει ένα μεθυστικό άρωμα ερωτισμού – διαποτισμένο με την σκληρότητα που ενέχει κάθε τι ανθρώπινο… ειδικά στις μέρες μας.
Παρά την βαθιά σχέση της γραφής της με τα καβαφικά έργα, η δική της γραφή αποτυπώνεται καθαρά και με όλο το φορτίο αυτού που ονομάζουμε «καθημερινό».

Τέλος, όπως γράφει και η Ιφιγένεια Σιαφάκα: «είναι σημαντικό να δει κανείς είναι το πώς τίθεται η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απέναντι στο «γυναικείο» και, κατ’ επέκτασιν, ποια είναι τα μηνύματα που η ποίησή της φέρει, αντισταθμίζοντας όχι μόνον τις στερεοτυπικές φαλλοκρατικές θέσεις αλλά και προτάσσοντας έναν άλλο διαφορετικό λόγο απέναντι σε μία άλλου τύπου «γυναικεία» ερωτική ποίηση, η οποία έχει ως κύρια χαρακτηριστικά της μία άνευ προηγουμένου ευθραυστότητα, παθητική θέση, συναισθηματική ρευστότητα, ελάχιστη χρήση των εκλογικευτικών μηχανισμών, και, εν τέλει, τη δημοσιοποίηση ενός ανεπεξέργαστου ή δύσκολα επεξεργάσιμου ψυχικού κόσμου, ο οποίος χρίζει περισσότερο ιατρικής παρά αναγνωστικής παρακολούθησης» (Δομικά Χαρακτηριστικά και το «γυναικείο» στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, περιοδικό Στάχτες).

Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση και με ποια αφορμή;

Ξεκίνησα να γράφω 27 χρονών από μια ισχυρότατη εσωτερική παρόρμηση να εκφραστώ για ότι μύχιο με συντάραζε.

Κεντρικό θέμα στην ποίηση σας είναι ο έρωτας. Αυτό ήταν το κύριο θέμα σας από τα πρώτα σας ποιήματα ή συναντάται μόνο στα ποιήματα της ώριμης Αλεξάνδρας Μπακονίκα;

Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει κάπως συγκαλυμμένο στην πρώτη μου ποιητική συλλογή Ανοικτή γραμμή (εκδόσεις Διαγώνιος 1984). Όμως από τη δεύτερη συλλογή μου και πέρα (έχω γράψει 7 συλλογές μέχρι τώρα) κατέχει κύρια θέση και με τρόπο τολμηρό και αποκαλυπτικό.

Θα θέλατε να μας εισάγεται στο ποιητικό σας εργαστήρι;

Ξεκινάω από κάτι που αφάνταστα με συγκινεί και διαθέτει βάθος, αλήθεια, δραματικότητα, συγκλονισμό πνεύματος και ψυχής- κάτι που από το μερικό οδηγεί στο γενικό, ως προς την αντιστοιχία του με την πραγματικότητα που μας συνέχει και μας περιβάλλει. Με ενδιαφέρει το θέμα να κεντρίζει τις εσώτερες πτυχές του ψυχισμού μας, δίνω σημασία πρώτα στο περιεχόμενο και στη συνέχεια προσπαθώ να το εκφράσω με τις πιο σωστές λέξεις, έτσι ώστε θέμα και έκφραση να φτάνουν σε τέλειο αποτέλεσμα.

Ποιοι είναι οι ποιητές και οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει;

Οι Αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ποιητές, ο Καβάφης και ο Χριστιανόπουλος.

Ποιες κατά την άποψη σας είναι η λειτουργίες ενός ποιήματος;

Να μας μαγεύει με την αισθητική και την αλήθεια του.

Σ’ ένα ποίημα έχει μεγαλύτερη σημασία η δομή ή το θέμα;

Πάντα πρώτα το θέμα και ασφαλώς μετά η δομή και η έκφραση να το υποστηρίζουν στο έπακρο, γιατί αλλιώς δεν είναι ολοκληρωμένο.

Πόσο συχνά γράφετε;

Παλιά, πριν από τέσσερα χρόνια, δεν έγραφα πάνω από δέκα με δώδεκα ποιήματα το χρόνο. Όμως τα τελευταία τέσσερα χρόνια γράφω σχεδόν σε διπλάσιο αριθμό, χωρίς να είμαι βέβαιη αν αυτό θα συνεχιστεί.

Τι προσφέρει η Ποίηση στον σημερινό αναγνώστη; Κι όταν λέω σημερινό αναφέρομαι στην πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε σήμερα.

Η ποίηση πρέπει να είναι διαχρονική, να αντέχει στη φθορά του χρόνου, γιατί αλλιώς δεν είναι ποίηση. Τα θέματά της πάντα ήταν και είναι περίπου τα ίδια: ο έρωτας, ο θάνατος, η μοναξιά, οι σχέσεις εξουσίας, η απόγνωση, οι ενοχές, ο οίκτος, η θλίψη, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου, η φιλία, η προδοσία, το ανυπόφορο και το ασύμπτωτο στη σχέση μας με τους άλλους κι αν θέλετε η αηδία που έχουμε πολλές φορές νιώσει. Γενικά όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις που δίνουν απάντηση στο ερώτημα ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε. Επομένως η ποίηση είναι ένα στήριγμα ζωής με την αυτογνωσία που παρέχει και γι’ αυτό έχει αξία και σημασία σε κάθε εποχή- είναι παντός καιρού και εποχής. Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, που ποτέ δεν λείπει, την καθιστά αναγκαία και σε εύκολες και σε δύσκολες περιόδους.

Πιστεύετε πως η καλή ποίηση υποχρεωτικά θα πρέπει να έχει και μια κοινωνική / πολιτική πλευρά;

Όχι δεν είναι απαραίτητο να έχει και κοινωνική πλευρά. Η ερωτική πλευρά είναι πανίσχυρη και εξουθενωτικά ενδιαφέρουσα, κάνει τη ποίηση αθάνατη. Όμως αν παράπλευρα με την ερωτική υπάρχει και κοινωνική διάσταση στην ποίηση ενός δημιουργού, το σύνολο παρουσιάζει μεγαλύτερη ευρύτητα και ενδιαφέρον.

Εντάσσετε την ποίηση σας στον χώρο της Φεμινιστικής Λογοτεχνίας-Ποίησης;

Όχι δεν είναι μια φεμινιστικά «στρατευμένη» ποίηση, δεν κάνει κήρυγμα, δεν κουνάει το δάκτυλο, δεν κραυγάζει. Ασφαλώς, βέβαια, προβάλλει δύσκολες εμπειρίες (βία, καταναγκασμό, εκμετάλλευση) που θίγουν αδικίες στις σχέσεις των δύο φύλων- στις σχέσεις του ισχυρού προς τον αδύναμο.

Ποια είναι η γνώμη σας για την σύγχρονη ελληνική ποίηση; Περνάει κρίση, όπως μερικοί υποστηρίζουν;

Νομίζω ότι η ποίηση στην εποχή μας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Της λείπει μια καινούργια πνοή να μιλήσει για κάτι συντριπτικά ενδιαφέρον και ουσιαστικό, που θα δίνει μια βαθύτερη αποκάλυψη του ψυχισμού μας με τρόπο ευθύβολο και άμεσο. Με τρόπο κατανοητό και διόλου σκοτεινό, μπερδεμένο, ερμητικά κλειστό, που φέρνει πλήξη και αφόρητη ανία. Της λείπει μια φρεσκάδα που θα δίνει ανάταση αισθητική, διανοητική, συναισθηματική.

Έρωτας- Αγάπη

Τι είναι ο έρωτας και ποια η διαφορά του από την αγάπη;

Ο έρωτας είναι παράφορο πάθος, μανιακή έκσταση και μέθη, είναι η διάπυρη τρέλα της επιθυμίας, η λυσσαλέα ανάγκη της ένωσης με το αγαπημένο πρόσωπο που καταλυτικά μας θέλγει και μας μαγεύει. Ο έρωτας εμπεριέχει κίνδυνο, γιατί χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας. Η αγάπη έχει πιο κατευνασμένο το ερωτικό πάθος, δεν έχει μανίες και εξάρσεις. Υπάρχει γαλήνη, σταθερότητα, σιγουριά κι ένα σύμπαν ολοκληρωμένης προσήλωσης και πίστης.

Κοινωνία και Social Media

Είστε μια καλλιτέχνιδα που χρησιμοποιεί το facebook. Ποια πιστεύετε πως πρέπει να είναι η σχέση του ποιητή με το αναγνωστικό του κοινό και τι σας προφέρει το facebook;

Απαράβατος κανόνας είναι ότι η σχέση πρέπει να βασίζεται πάντα στον σεβασμό προς το αναγνωστικό κοινό. Το facebook είναι ένα μέσο που βοηθάει να ανοιχτεί ο κάθε δημιουργός σε ένα ευρύτερο κοινό, πιο μεγάλο από αυτό που του δίνουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα βιβλία και οι παρουσιάσεις που κάνει. Η φύση της Τέχνης είναι εξωστρεφής, πρέπει να απλώνεται, να ενδιαφέρει, να συζητιέται, να διαβάζεται όσο το δυνατόν περισσότερο.

Η ποίηση μπορεί να «επιβιώσει» σ’ αυτή την εποχή της τεχνολογίας και των social media;

Ασφαλώς και μπορεί να επιβιώσει λόγω της μικρής φόρμας που έχει και με την προϋπόθεση ότι έχει ποιότητα και περιεχόμενο. Η καλή ποίηση ποτέ και πουθενά δεν χάνεται.

Το τελευταίο διάστημα είχαμε πολλές αντιδράσεις που αφορούσαν δηλώσεις ποιητών και γενικά συγγραφέων για διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Ποια είναι η άποψη σας; Μήπως οι καλλιτέχνες θα πρέπει -ως διανοούμενοι κι ως άνθρωποι με δημόσιο λόγο- να είναι πιο προσεχτικοί στο τι ακριβώς λένε και πως το διατυπώνουν;

Πιστεύω στην ελεύθερη έκθεση απόψεων από τους πάντες και γιατί όχι από δημιουργούς και διανοούμενους, φτάνει να γίνονται με ειλικρίνεια, ευθυκρισία, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, πλήρη γνώση του αντικειμένου και των καταστάσεων.

Οι νέοι διαβάζουν ποίηση; Τι γνώμη έχετε για τους νέους ποιητές;

Νομίζω ότι η ποίηση ενδιαφέρει ένα μικρό μέρος του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα όπως Καβάφης, Ρίτσος, Καρυωτάκης, Σεφέρης κ.ά. διαβάζονται πολύ και με μανία και από μεγάλους σε ηλικία και από νέους. Κάποιοι από τους νέους ποιητές είναι αρκετά καλοί και το μέλλον θα δείξει πώς θα εξελιχθούν.

Πως βλέπετε την σημερινή κατάσταση; Σας φοβίζει η πολιτική κατάσταση της χώρας μας;

Ναι, από πολλές απόψεις με φοβίζει, όλα κρέμονται από μια κλωστή.

Τι στάση κρατάτε μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις;

Προσπαθώ να κρατήσω μια στάση αισιοδοξίας, όσο μπορώ. Νομίζω ότι σαν λαός πρέπει να αντέξουμε για να έρθει η πολυπόθητη στιγμή που θα βγούμε επιτέλους από αυτό το τέλμα και την αφόρητη παρακμή, κάνοντας παράλληλα και την αυτοκριτική μας για τα τόσα στραβά που κουβαλάμε.

Ποίηση και Μετάφραση

Ποιήματα σας έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Πιστεύετε ότι με την μετάφραση χάνεται η μαγεία των ποιημάτων; μπορεί να υπάρξει -λειτουργικά- ακριβής απόδοση ενός ποιήματος σε ξένη γλώσσα;

Ποιήματά μου έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε βιβλίο στην Ινδία και στον Καναδά στην Αγγλική γλώσσα. Μέσα από ανθολογίες έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Σουηδικά, Αλβανικά. Ασφαλώς κάτι χάνεται από τη μαγεία των ποιημάτων στη μετάφραση, είναι αναπόφευκτο.

Επίλογος

Σε δύο χρόνια αφαιρείται το μάθημα της λογοτεχνίας από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα. Θα πρέπει στα σχολεία να διδάσκεται η ποίηση ή πρέπει να αποτελεί προσωπική ενασχόληση του καθενός;

Θα πρέπει να διδάσκεται η ποίηση στα σχολεία, όμως με έναν πιο ελεύθερο τρόπο, πιο ελκυστικό, καθόλου πιεστικό, κουραστικό και ανιαρό. Ο στόχος είναι το μάθημα της ποίηση να δίνει απόλαυση στο μαθητή για να την αγαπήσει μέσα από τα θρανία- μετά θα την αναζητεί συνεχώς, θα του έχει γίνει όμορφο βίωμα.

Ποιες συμβουλές θα δίνατε στους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν λογοτεχνία;

Να αγαπήσουν οι ίδιοι οι δάσκαλοι την ποίηση και να μεταδώσουν αυτή την αγάπη τους με έναν ευέλικτο τρόπο- διόλου διδασκαλίστικο και καταναγκαστικό- στους μαθητές τους.

Τι θα θέλατε να πείτε στους μαθητές για την ποίηση;

Η ποίηση είναι μια μύηση στο βαθύτερο είναι μας. Ρίχνει φως στο σκοτάδι του ασυνείδητου, αποκαλύπτει κρυμμένες πτυχές μας. Η φωτεινότητα, η αποκάλυψη που παρέχει, είναι στήριγμα και δώρο ζωής ανεξάντλητο. Πέρα από την αισθητική απόλαυση που εξευγενίζει, η ποίηση δείχνει δίαυλους και μονοπάτια για το δυσκολοκατάκτητο και πολύτιμο αγαθό της αυτογνωσίας μας.

 

…συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη

VARELAKI 2/11/2014

Θα σας γυρίσω χρόνια πίσω. Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τη γραφή:

Έγραφα στίχους στην εφηβεία μου, όμως ασχολήθηκα συστηματικά, και με την προοπτική να εκδώσω συλλογή, πολλά χρόνια μετά. Η πρώτη μου συλλογή εκδόθηκε το 1984 από τις εκδόσεις της Διαγωνίου του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

Η ποίηση είτε καλή είτε κακή ή μέτρια θα συνεχίζει να γράφεται στον τόπο μας, είμαστε συναισθηματικός λαός και επιζητούμε να εκφραζόμαστε μέσα από την τέχνη των στίχων.

Ποιες οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;

Την παρακολουθώ και να τη διαβάζω, όμως προς το παρόν δεν έχω αισθανθεί την ανάγκη να γράψω πεζογραφία.

Ποιο από τα δικά σας ποιητικά βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί.

Έχω εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, τις αγαπάω εξίσου όλες εκτός από την πρώτη, που θεωρώ ότι δεν με εκφράζει απόλυτα- μόνο τα μισά από τα ποιήματα αυτής της συλλογής με ικανοποιούν.

Αγαπημένοι σας ποιητές , συγγραφείς και μεταφραστές.

Όμηρος, αρχαίοι λυρικοί ποιητές, Θουκυδίδης, Κ. Καβάφης, Ντ. Χριστιανόπουλος, Δ. Χατζής, Σ. Δούκας, Μάριος Χάκκας, Γιώργος Ιωάννου, Θ. Βαλτινός, Χ. Οικονόμου, Σ. Δημητρίου, Α. Τσέχοφ, Ντ. Λώρενς, Τζ. Όργουελ, Π. Όστερ, Τ. Ουίλλιαμς.

Πιστεύετε στην κριτική; Η ίδια διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;

Όταν έχει πειστικά κριτήρια πιστεύω στην κριτική και ασφαλώς διαβάζω τις κριτικές που γράφονται για το έργο μου.

Από τα διαβάσματά σας….αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;

Η ποίηση του Καβάφη, τα δοκίμια του Ντ. Λώρενς, τα δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη « Η κόκκινη αλεπού».

Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου..

Δεν ξέρω πόσο θα υποσκελιστεί το έντυπο βιβλίο από το ψηφιακό, αυτό θα φανεί στο μέλλον, αν και δηλώνω λάτρης του έντυπου βιβλίου

Υπάρχει από πολύ κόσμο μια αγανάκτηση απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και τις πολιτικές τους. Είναι δικαιολογημένη η αγανάκτηση αυτή;

Όντως υπάρχει αγανάκτηση για τους εκδοτικούς οίκους, ακούω πολλά παράπονα, έχω κι εγώ αρκετά από την πείρα μου( φυσικά όχι για όλους τους εκδοτικούς οίκους με τους οποίους συνεργάστηκα). Ως εξουσία εκμεταλλεύονται τους συγγραφείς ή φέρονται ανάρμοστα.

Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;

Ασφαλώς και υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές.

Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή;

Η συμβουλή μου σε έναν νέο ποιητή θα ήταν να είναι όσο πιο γνήσια ειλικρινής με τον εαυτό του και να μην επαναπαύεται σε προχειρότητες, να επιζητά την τελειότητα.

Αν σας έλεγαν να αλλάξετε κάτι από την σημερινή λογοτεχνική πραγματικότητα…τί θα ήταν αυτό;

Αν και δεν είναι καθόλου στο χέρι μου, θα άλλαζα το καθεστώς των δημοσίων σχέσεων που κυριαρχεί. Μέσα από κλίκες και γνωριμίες προωθούνται σε μεγάλο βαθμό μετριότητες- χωρίς βέβαια αυτό να είναι ο κανόνας.

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.

Νομίζω ότι το διαδίκτυο βοηθάει την προώθηση της λογοτεχνίας.

Ποιά άλλη μορφή τέχνης σας γοητεύει….

Μπορώ να πω όλες.

Διαβάζουν οι Έλληνες σήμερα ή είναι τόσο βαθιά χωμένοι στα προβλήματά τους που το διάβασμα μοιάζει όνειρο θερινής νυκτός;

Ως λαός δεν διαβάζουμε πολύ, και τώρα με την κρίση η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο.

Γράφετε κάτι τώρα;

Ναι, συνεχίζω να γράφω, μάλιστα τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν εξόχως παραγωγικά.

Ποίηση είναι….

Ποίηση είναι μια μαγευτική έκφραση συγκίνησης, είναι η εμβάθυνση στον απόκρυφο εαυτό μας για να ανασύρουμε ό,τι καταλυτικά μας καίει και μας συγκλονίζει

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ 26/6/2005

Ερωτική, ηδονική, τολμηρή, είναι τα συχνότερα επίθετα με τα οποία χαρακτηρίζεται η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα – ποίηση της
λαγνείας, της σεξουαλικότητας, του απροκάλυπτου ερωτισμού. Παράλληλό
με το εξωστρεφές θέμα, όμως, θα πρέπει να επισημάνουμε την ήρεμη, κουβεντιαστή έκφραση, το συγκρατημένο ύφος, την εσωτερική συγκίνηση, τον εξομολογητικό τόνο, το κυνήγι της ουσίας των πραγμάτων. Ενταγμένο στη μακρά παράδοση της ελληνικής ηδονιστικής ποίησης, το έργο της Θεσσαλονικιάς Αλεξάνδρας Μπακονίκα εμφανίζεται σήμερα ως μια μοναχική αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστική περίπτωση. Το «Πεδίο πόθου» είναι η πέμπτη συλλογή της και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κυρία Μπακονίκα, κυρίαρχο, σταθερό και επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας είναι το ερωτικό/σεξουαλικό. Θεωρείτε πως το έργο σας είναι περισσότερο ένα work in progress ή κάθε συλλογή σας διαφέρει από τις προηγούμενες;

Στις μέρες μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ποίηση δεν διαβάζεται, δεν πουλάει. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με την ποίηση, έκανα μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Αποφάσισα τα ποιήματα που θα γράψω να εξομολογούνται ό,τι μας καίει και μας συγκλονίζει, ό,τι μας αφορά σπαρακτικά. Επομένως το κεντρικότερο θέμα στο έργο μου είναι η λαγνεία που κουβαλάμε μέσα μας, το ερωτικό/σεξουαλικό στις ποικίλες εκφάνσεις του. Δεν ξέρω τι θα γράψω στο μέλλον, όμως σχετικά με τις τέσσερις από τις πέντε δημοσιευμένες συλλογές μου –την πρώτη μάλλον την αποκηρύσσω- νομίζω ότι δεν επαναλαμβάνομαι ούτε κουράζω, αν και το κύριο μοτίβο είναι το ερωτικό/σεξουαλικό. Κάθε μία θίγει καινούργιες εμπειρίες, διεισδύει σε διαφορετικές καταστάσεις, βγάζει στο φως άλλες κρυμμένες όψεις.

Φαντάζομαι πως θα έχετε ακούσει τον χαρακτηρισμό «προκλητικά» για τα ποιήματά σας. Σε μια εποχή ανάλογων εικόνων, τις οποίες όμως τείνουμε πλέον να συνηθίσουμε, πιστεύετε πως ο λόγος μπορεί να διατηρήσει την προκλητικότητά του;

Αντί για «προκλητικά» εγώ θα προτιμούσα τη λέξη τολμηρά. Οι προκλητικές εικόνες που μας κατακλύζουν σχετίζονται με το φτιαχτό, το ψεύτικο, που σκοπό έχει να τραβήξει την προσοχή για κάτι το επιφανειακό, για μια διέγερση αισθησιακή χωρίς αλήθεια και βάθος που δεν αγγίζει την καρδιά. Ενάντια σε αυτή την επιδερμική προκλητικότητα, ο δικός μου λόγος επιδιώκω να είναι τολμηρός, που σημαίνει να μη φοβάται να μιλήσει για τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα με διαύγεια και ειλικρίνεια, χωρίς φόβο να αποτινάξει τον κορσέ του καθωσπρεπισμού που περισφίγγει τον συγκινησιακό αυθορμητισμό μας. Βέβαια, ένας τολμηρός λόγος δεν είναι εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό τον αποφεύγουν οι περισσότεροι. Ο τολμηρός λόγος θέλει γερά κότσια, σκάψιμο επίμοχθο, γενναία καταβύθιση στα μύχια του είναι και της ψυχής.

Ποιον ρόλο παίζει στην ποιητική έκφρασή σας ο υπαινιγμός και ποιον
η σαφής διατύπωση; Νομίζω κλίνετε περισσότερο προς τη δεύτερη…

Χρησιμοποιώ τη σαφή διατύπωση, είναι πιο δραστική και άμεση. Οι υπαινιγμοί, οι αμφισημίες και τα δήθεν δεν έχουν θέση στην έκφρασή μου. Το βαθύ και το απλό είναι η επιδίωξή μου, όλη η γοητεία και η μαγεία εδώ βασίζεται. Θέλει πολλή δουλειά και η σαφήνεια και η απλότητα, είναι μεγάλο παίδεμα. Θέλει να πετάξεις ένα σωρό μπάζα από κλισέ για να φτάσεις στην αυθεντικότητα.

Υπάρχει στο έργο σας μια σχέση, συνήθως αντιθετική, ανάμεσα στο ιδιωτικό (φλερτ, σεξ…) και το δημόσιο (παρέες, λογοτεχνικές εκδηλώσεις…).
Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Ένα μέρος στο έργο μου αποτελεί αυτό που λέτε «δημόσιο», που αναφέρεται
σε καταστάσεις που με αφορούν και με προβληματίζουν όπως η αλαζονεία, η
εξουσία, η βία, η δυσκολία στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν συμφωνώ ότι έρχεται σε αντίθεση με το «ιδιωτικό», μάλιστα από μία άποψη εμπλουτίζει θεματικά το έργο μου.

Ποια η σχέση σας με την ελληνική παράδοση της ερωτικής ποίησης (Καβάφης, Λαπαθιώτης, Εμπειρικός, Χριστιανόπουλος, Παλατινή Ανθολογία, κ.ά.); Τους θεωρείτε προγονικές μορφές; Ίσως και κάποιους ξένους ποιητές; Τι παίρνετε απ’ αυτούς και τι αφήνετε;

Έχω διαβάσει πολλή ποίηση, όμως η συνταρακτική στιγμή, το θαύμα, συνέβη στην εφηβεία μου όταν πρωτοδιάβασα Καβάφη. Είναι ο ποιητής που μου άνοιξε τα μάτια. Αργότερα εντρύφησα στην Παλατινή ερωτική Ανθολογία και
στον Χριστιανόπουλο. Θα έλεγα ότι προγονική μορφή είναι η Παλατινή Ανθολογία και όλη η αρχαία ερωτική ελληνική ποίηση που περιλαμβάνει Σαπφώ, Αρχίλοχο, Ανακρέοντα, Αλκαίο. Ο Καβάφης, που παγκοσμίως θαυμάζεται, στους αρχαίους ποιητές στηρίχθηκε και όχι στους Ευρωπαίους, και αυτό είναι προς τιμήν του. Από το τρίπτυχο Αρχαίοι – Καβάφης- Χριστιανόπουλος πήρα τη δωρικότητα, την ευθύβολη εξομολόγηση, τη δραματικότητα, τη διαύγεια. Από τους ξένους ποιητές διέκρινα πολλά σημαντικά ποιήματα, τίποτα παραπάνω. Αντίθετα, επηρεάστηκα από αρκετούς Ευρωπαίους πεζογράφους με κυριότερο τον George Orwell, επίσης έμαθα πολλά διαβάζοντας τα δοκίμιά του Τ. Η. Laurence για την τέχνη. Όμως πέρα από τις όποιες επιρροές μου με πολύ κόπο κατάφερα να βρω τη δική μου προσωπική έκφραση.

Η συνήθης εικόνα είναι οι γυναίκες να γράφουν ερωτική ποίηση με κάποια εσωστρέφεια και με έμφαση στο συναισθηματικό μέρος, ενώ οι άντρες να ασχολούνται στα ποιητικά τους έργα με τη σεξουαλική, εξωστρεφή πτυχή του έρωτα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως εσείς, αντιστρέφοντας τους ρόλους, προτείνετε την ποίησή σας και ως ένα φεμινιστικό σχόλιο πάνω στο λογοτεχνικό αυτό στερεότυπο;

Η ποίησή μου δεν είναι εγκεφαλική ούτε στρατευμένη, επομένως η σεξουαλικότητα στο έργο μου σαφώς και δεν είναι φεμινιστικό σχόλιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω ως άτομο τις όποιες φεμινιστικές απόψεις. Πάντως το θεωρώ υποκρισία να γράφεις για τον έρωτα και τον ερωτισμό και να αποκρύπτεις τη λαγνεία, το σωματικό-σεξουαλικό στοιχείο του.

 

 

ΣΕ Α’ ΠΡΟΣΩΠΟ

diastixo.gr Δημοσιεύτηκε 10 Δεκεμβρίου 2013

Το κακό απειλεί και πληγώνει, ανακατεύει την τράπουλα και φέρνει τα πάνω κάτω. Είναι πανίσχυρο και ακατάβλητο, γιατί ενεδρεύει στην πρωτόγονη φύση του ανθρώπου, που καμιά επίστρωση πολιτισμού και ελέγχου των ενστίκτων δεν μπορεί να εξαλείψει. Το κακό, ως έπαρση, αδικία, βία, εκμετάλλευση, φθόνος, απύθμενος εγωκεντρισμός, μας περιμένει στη γωνία ανά πάσα στιγμή για να κτυπήσει, να τσαλαπατήσει αδυσώπητα. Τα πολλά και δαιμονικά πρόσωπα του κακού με την τραχύτητα, τη φονική τους τραχύτητα, παρουσιάζονται ανάγλυφα και με σαφήνεια στους στίχους μου. Μια σαφήνεια που δεν αφήνει καθόλου χώρο για μελοδραματισμούς, δειλίες και κλάψες. Επίσης, μια αιχμηρή ειρωνεία κι ένας υπόγειος σαρκασμός καυτηριάζει καθετί βάναυσο. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος μας, όχι όλος ο κόσμος, όμως ένα σκοτεινό, σκοτεινότατο μέρος του, όπου σαν αχόρταγο θηρίο άπειρες μορφές βίας ελλοχεύουν γύρω μας. Το «ένδον σκάπτε» αναπότρεπτα οδηγεί να αφουγκραστούμε, να αναρωτηθούμε, να μελετήσουμε και το πιο «βρόμικο», με την ευρύτερη έννοια, σε συμπεριφορές ατομικές ή της κοινωνίας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να φτάσουμε στην αυθεντική αίσθηση των πραγμάτων.

Αναμφίβολα είμαστε όντα τραγικά, καθώς η φθορά του χρόνου, η μοναξιά κι ο θάνατος έχουν τη σφραγίδα τους στην υπόστασή μας. Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις της φωτιάς, ο ερωτισμός και η λίμπιντο κατευθύνουν με ισχύ και μας διαμορφώνουν – είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε παίγνια στα χέρια τους. Το «λημέρι των αισθήσεων», σαν τις ακούραστες κι αιώνιες σειρήνες, μας προσκαλεί για να βρούμε απάγκιο, σωτηρία κι ευδαιμονία. Πρόκειται για τον ερωτικό χώρο με τους παραδείσους , αλλά και τα τόσα απρόοπτα, τις απότομες ανατροπές, τις επικίνδυνες παγίδες. Περνάς το πύρινο κατώφλι του πάθους και ενδέχεται να βρεις την υπερκόσμια ομορφιά που λαχταράς. Όπως ενδέχεται χάνοντας κάθε έλεγχο του εαυτού σου να καταποντιστείς από προδοσία, απελπισία και οικτρές διαψεύσεις. Με το πάθος διακινδυνεύουμε, γιατί όλα τα μεγάλα και συνταρακτικά στη ζωή έχουν κίνδυνο και τίμημα. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τη δύναμη που ασκούν οι ορμές και η λαγνεία; Συνιστούν τη μοιραία οδό, την ονειρεμένη περιδίνηση, την κάθοδο που οδηγεί στη μύηση, τη γνώση του καλού και του κακού, την ολοκλήρωσή μας ως άτομα.

Αυτή την πληθώρα των ερωτικών συναισθημάτων, με τις πολυσύνθετες όψεις και αντιθέσεις τους, εκφράζω στα ποιήματά μου με λόγο ευθύβολο, απέριττο, σαν κουβεντιαστή αφήγηση και βαθιά εξομολόγηση, που έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Ο έρωτας παρουσιάζεται αχαλίνωτος, οργιαστικά ηδονικός, υπέρλαμπρα τρυφερός, υπερπλήρης αγάπης και αφοσίωσης, αλλά και απαίσια κυνικός σε πολλές περιπτώσεις ή βίαιος με τη δολιότητα της εξαπάτησης.

Ο άνθρωπος γυρεύει τον άνθρωπο, να τον μάθει, να τον πλησιάσει, να ζεσταθεί άλλοτε με τη στοργή της φιλίας, άλλοτε με τη φλόγα του έρωτα. Μια προσπάθεια, ένα λιθαράκι στη διερεύνηση του ανθρώπου, του λαβύρινθου της ψυχής και των επιθυμιών του είναι οι στίχοι της συλλογής μου.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s