ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

Η Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία και Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών, της Φλωρεντίας και της Περούτζια. Έχει στο ενεργητικό της μία πλούσια συνεργασία με λογοτεχνικούς ιστότοπους σε Ελλάδα και Ιταλία, όπως «La dimora del tempo sospeso», «Iris di Kolibris», «Iris News», «Perigeion», «Ποιείν», «Bibliotheque», όπου έχουν δημοσιευθεί κείμενα, συνεντεύξεις και μεταφράσεις της.

Στην Ιταλία έχουν κυκλοφορήσει σε μετάφραση της Πολύμου η ποιητική συλλογή του Simone Di Biasio «Partita. Penelope / Η Φυγή της Πηνελόπης» (εκδ. Fusibilia, 2016) και η συλλογή του Francesco Tomada «Non si puo imporre il colore a una rosa / Δεν επιβάλλεται το χρώμα σ’ ένα ρόδο» (εκδ. Carteggi Letterari, 2019).

Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί σε μετάφραση της Ευαγγελίας Πολύμου:

– Giuseppe Ungaretti Κείμενα για την ποίηση (Σοκόλη 2007)
– Οι καλύτερες μου φλέβες (Εκδόσεις 24 γράμματα 2020) όπου εκτός από τη μετάφραση και την ανθολόγηση έχει και βιο-βιβλιογραφικά επίμετρα για τον κάθε ανθολογούμενο ποιητή-ποιήτρια.
– της «Vittorio Sereni, Η Κόρη Των Αθηνών» (εκδ.Κουκούτσι, 2020) που περιλαμβάνει εισαγωγή-μετάφραση-κριτικό σχολιασμό-επίμετρο από την Ευαγγελία.
– Στις Γειτονιές της Πεσκάρα» (Μετάφραση διηγημάτων του Gabriele D’Annunzio) (εκδ. Bibliotheque 2020)
– «Πιραντέλλο: Δύο Προσωπεία» (εκδ. Bibliotheque 2020)

Υπό έκδοση βρίσκεται η μετάφραση ποιημάτων της Άλντα Μερίνι, «Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας»

.

.

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΟΥ ΦΛΕΒΕΣ (2020)

Στην  αναλυτική εισαγωγή  ο Σταύρος Δεληγιώργης  γράφει μεταξύ πολλών άλλων “Οι ποιητές που ακολουθούν, και ενώ αρκετοί από αυτούς υπήρξαν οικείοι των πρωτομαστόρων της τάξεως του Ungaretti, π.χ., ή του Montale, δεν θα ήθελαν ποτέ να ονομαστούν συνεχιστές ή, έστω, κατά το ελάχιστον διάδοχοί τους. Στο σύνολό τους είναι μουσικοί της συλλαβής, της σιωπής, της ηπιότητας ακόμη και της αυτοκατάργησης αρχής γενομένης από την αρχαιότερη εξ αυτών, τη θεόφτωχη, ερωτόπαθη Alda Merini.”
Μια πολύ μικρή γεύση από την εξαιρετική αυτή δουλειά  της Ευαγγελίας Πολύμου στις εκδόσεις 24 γράμματα.

.

ALDA MERINI (1931 – 2009)

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΛΑΙΑ

[Δεν έχω ανάγκη από χρήματα]

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που πυρακτώνει το βάρος των λέξεων
“υ ξυπνά τι? εκκινήσεις και βγάζει καινούργια χρώματα.

LA VOLPE Ε IL SIPARIO

[Non ho bisogno di denaro]

Io non ho bisogno di denaro.
Ho bisogno di sentimenti
di parole, di parole scelte sapientemente,
di fiori, detti pensieri,
di rose, dette presenze,
di sogni, che abitino gli alberi,
di canzoni che faccian danzarle statue,
di stelle che mormorino aU’orecchio degli amanti.
Ho bisogno di poesia,
questa magia che brucia le pesantezza delle paroll
che risveglia le emozioni e da colori nuovi.

MARIA GRAZIA CALANDRONE (Γεν. 1964 )

ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΟΛΩΝ

Μικρή άρια των παιδιών

0 αέρας, ο πρώτος
που ανάσανες, ήταν μαρτιάτικος πρωινός αέρας. 0 ήλιος
έκαιγε ήσυχος στο κύμα του
από το μεγάλο παράθυρο γιατί μεγάλη
ήταν η καρδιά
και αδιάφορη
όπως ο ήλιος που ακουμπά το φως του πάνω στα νερά του ποταμού
και ταξιδεύει λαγαρός
μέχρι τη θάλασσα
που τον χώρο της διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη
σφυρίγματα γλάρων και τίποτα πια
δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι όμορφο να προστατεύεις
τον καινούργιο αέρα στο πρόσωπο εκείνου που γεννιέται,
με χέρια ανθρώπινα να διατηρείς
ιερό το ιερό, να κάνεις τον αέρα πιο καθαρό εκεί όπου αγγίζει
η καρδιά, γιατί η καρδιά είναι απλή κι ανάλαφρη
σαν χαρταετός
και άλλα πράγματα που πάνε από τη γη στον ουρανό.
Όμορφο είναι να λες θα κάνω ό,τι μπορώ
κι ακόμα περισσότερα, από οποιαδήποτε άλλη πάνω στη γη:
πάρε, ζωή
από τη ζωή μου
την αθώα σου ελευθερία.

13.10.2008

SULLA BOCCA DI TUTTI

Arietta dei bambini

L’aria, la prima
che hai respirato, era aria di marzo e di mattina. Il sole
ardeva quieto nella sua onda
dalla finestra grande perche grande
era il cuore
e disinteressato
come il sole che appoggia la sua luce sulle acque del fiume
e naviga chiaro
fino al mare
dove lo spazio e tutto attraversato
da fischi di gabbiani e ρίύ niente
fa male. E hello custodire
l’aria nuova sul viso di chi nasce, con mani
umane conservare
sacro il sacro, fare l’aria ρίύ chiara dove tocca
il cuore, perche il cuore sia semplice e leggero
come un aquilone
e altre cose che vanno dalla terra al cielo.
Bello e dire faro quello che posso
e ρίύ di me, come tutte le altre sulla terra: prendi, vita
dalla mia vita
la tua innocente liberta.

13.10.2008

NATALIA CASTALDI (Γεν. 1971)

TO ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ TOY ΝΕΡΟΥ

Επί την ηλίου δύση

Στην άκρη των ματόκλαδων σε λήθη
ξαναγράψε μου των αστεριών τον στίχο
όταν πάνε να εξορμήσουν
ανάμεσα στις περασμένες καταστάσεις
ενός παρόντος με αμνησία.
Μάζεψε τους κονδυλοφόρους μου
και πέτα τους στο ποτάμι
γιατί δεν υπάρχει σπόρος γνώσης
που να μην βλασταίνει μες στον πόνο.

Το φθινόπωρο προχωρά με το ποδοπάτημα των φύλλων
στο πεζοδρόμιο
και είναι ένα βήμα που μόλις ξεκίνησε
επί την ηλίου δύση.

IL CANTO NEL CERCHIO DELL’ACQUA

Al calar della sera

Sull’orlo delle ciglia in oblio
riproducimi il verso delle stelle
quando si vanno a scagliare
tra le ipotesi passate
di un presente privo di memorie.
Raccogli le mie penne
e gettale al fiume
che non c’e seme di conoscenza
che non germini nel dolore.

Avanza l’autunno nel calpestio delle foglie sul selciato
ed e un passo appena abbozzato
al calar della sera.

FRANCESCO TOMADA (Γεν. 1966 )

ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΤΑ

Κοιμάσαι και το κορμί σου γίνεται λεπτό
σαν τετράφυλλο τριφύλλι μεταξύ σελίδων
και όχι χαρτί αλλά σεντονιού πανί
και ούτε βιβλίο αλλά εσύ φέρε μας τύχη
σε αυτή την ζώσα εκδορά
που από φόβο μη γίνουμε μπανάλ
μόνο αραιά και που ονομάζουμε αγάπη

IMPERCEZIONE

Dormi e il tuo corpo si fa sottile
come un quadrifoglio tra le pagine
e non e carta ma stoffa di lenzuola
e non e libro ma tu portaci fortuna
in questa escoriazione fino al vivo
che per paura di essere banali
solo di rado chiamiamo amore

.

.

ΒΙΤΤΟΡΙΟ ΣΕΡΕΝΙ  Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ   (2020)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

I. Η ζωή και το έργο του

ΟΒιττόριο Σερένι γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1913 στο Λουίνο, μια μικρή πόλη κοντά στη λίμνη Ματζόρε της Βόρειας Ιταλίας, μοναχοπαίδι του Ενρίκο και της Μαρία Μικελίνα Κολόμπι. Ο πατέρας του ήταν τελωνειακός υπάλληλος, γεννημένος στη Σάντ’ Αγκάτα ντέι Γκότι, αλλά με καταγωγή από τη Βενετία και πιθανόν, απώτερα, από την Ουγγαρία. Η μητέρα του ήταν γόνος παλιάς και σεβαστής οικογένειας του Λουίνο, εκεί όπου ο Βιττόριο πέρασε την παιδική του ηλικία έως και την τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου. Το απολυτήριο δημοτικού, που το πήρε με άριστα, του άνοιγε τις πόρτες του γυμνασίου, στο Λουίνο όμως τότε δεν υπήρχε γυμνάσιο. (Σήμερα πλέον που υπάρχει, φέρει το όνομά του: Λύκειο «Βιτ-τόριο Σερένι».)
Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση μετάθεσης, ώστε να μπορέσει ο γιος να συνεχίσει τις σπουδές του και, έτσι, το 1924 η οικογένεια Σερένι μετακόμισε στην Μπρέσια,όπου ο Βιττόριο παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολήθηκε με αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, το τένις και το κολύμπι, και με τα «Χίλια Μιλιά», την ποδηλατοδρομία μεγάλων αποστάσεων. Αργότερα, το 193 2, μια νέα μετάθεση θα οδηγήσει την οικογένεια στην αριστοκρατική συνοικία του Μιλάνου της οδού Μάριο Παγκάνο 42. Ο Βιττόριο θα εγγραφεί αρχικά στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου της πόλης, όμως λίγους μήνες μετά, το Ι933> θα μεταηδήσει στη Φιλοσοφική.
Η κλίση του νεαρού Σερένι στην ποίηση τον έκανε να ξεχωρίσει μεταξύ των συμφοιτητών του, εκείνων ιδιαίτερα που βρίσκονταν στον περίγυρο του φιλοσόφου Αντόνιο Μπάνφι, οι διδασκαλίες του οποίου επικεντρώνονταν ως επί το πλείστον, στα θεωρητικά θέματα της φιλοσοφίας της τέχνης. Σ’ εκείνες τις συναθροίσεις συζητιούνται και σχολιάζονται οι μεγάλοι σύγχρονοι: Μανν, Προυστ, Ουάιλντ, Στρίντμπεργκ, ‘Ιψεν και Ντοστογιέφσκη. Γύρω από αυτούς θα διαμορφωθούν οι προτιμήσεις των νέων της εποχής, όπως της Αντόνια Πότσι, των Τζαν Λουίτζι Μάντσι, Έντσο Πάτσι, Ραφαέλλε Ντε Γκράντα, Τζοβάννι Μαρία Μπέρτιν, Λουτσιάνο Αντσέσκι, Τζουλιάνο Κάρτα, Τζόζουε Μπονφάντι, Ρέμο Καντόνι, Τζούλιο Πρέτι, Ντάρια Μενικάντι κ.ά. — θαμώνες των γνωστών καφέ του Μιλάνου όπως το Tre Marie και το Savini.

…/…

Ο Σερένι πέθανε στις ίο Φεβρουάριου του 1983 στο Μιλάνο από ανεύρυσμα. Η σορός του μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του, το Λουίνο.
Κατά τη διάρκεια των εβδομήντα χρόνων της ζωής του, ο Σερένι συνέλεξε ένα αρχείο περίπου 2000 χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων κι επιστολών με ποιήματα και σχόλια, που γράφτηκαν από ποιητές και φίλους συγγραφείς και απευθύνονταν στον ίδιο. Θα πρέπει να επισημάνουμε το θέμα της φιλίας, που προσλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην ποίηση και στην προσωπική ζωή του Σερένι, στοιχείο ζωτικής σημασίας τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την πυκνή αλληλογραφία του ποιητή με τους πιο στενούς συντρόφους, στα νεανικά του χρόνια αλλά κι αργότερα, όπως με τους Τζόζουε Μπονφάντι, Τζόρτζιο Βιγκορέλλι, Φράνκο Φορτίνι ή τους αδελφούς Αρκάντζελι. Μεταξύ εκείνων που αλληλογραφούσε είναι και η ποιήτρια Σιμπίλλα Αλεράμο, με μία επιστολή το 1947, οι ποιητές Εουτζένιο Μοντάλε και Τζουζέππε Ουνγκαρέττι, ο Αττίλιο Μπερτολούτσι, με τον οποίο αντάλλασσε επιστολές από το 1936 έως το 1980, ο Κάρλο Μπεττόκι, ο Κοράντο Αλβάρο, ο Ρικάρντο Μπακέλλι, ο Τζόρτζιο Μπασάνι, ο Κάρλο Μπο και άλλοι, με τους οποίους διατήρησε μία πολυετή επιστολική επικοινωνία. Την επιμέλεια αυτού του αρχείου, οι κληρονόμοι του Σερένι την ανέθεσαν αργότερα στον κριτικό λογοτεχνίας Ντάντε Ιζέλλα, ο οποίος θεωρεί ότι το αρχείο αυτό αντιπροσωπεύει μία από τις τελευταίες και πλέον εμπεριστατωμένες μαρτυρίες της λογοτεχνικής ζωής του 20ού αιώνα στην Ιταλία.

II. Η ποίηση

Το ποιητικό έργο του Σερένι γεννιέται μέσα από τους κύκλους του ερμητισμού της Λομβαρδίας. Αρχικά κινείται περισσότερο στα χνάρια του μαθήματος του Ουνγκαρέττι και του πρώτου και καλύτερου Κουα-ζίμοντο, αλλά στη συνέχεια αποκτά μια δική του αυθεντική οντότητα. Δίχως τις μεταφυσικές αγωνίες των διανοουμένων του κύκλου της Φλωρεντίας και άρρηκτα συνδεδεμένος με την ανθρώπινη ύπαρξη, με το εφήμερο και αναπόδραστο πεπρωμένο της, ο Σερένι ταυτίζει τον αληθινό χρόνο της ποίησης με τον ιστορικά παρόντα χρόνο προκειμένου να μείνει πιστός στις περιστάσεις των προσωπικών του βιωμάτων.
Η πρώτη περίοδος της ποίησής του διαφαίνεται μέσα από τις σελίδες της συλλογής Μεθόριος (1941), το ελεγείο της νεότητάς του. Βρίσκεται ακόμη κάτω από την επήρεια των ερμητικών αισθητικών. Ερέθισμα του λυρικού του λόγου στη Μεθόριο αποτελούν κυρίως τα στοιχεία του τοπίου της λίμνης Ματζόρε, συμβόλου ηρεμίας και σταθερότητας, στου οποίου την ειδυλλιακή φύση εισχωρούν παρουσίες απειλητικές που έρχονται να ταράξουν τη γαλήνη του. Ο Σερένι τις χρησιμοποιεί για να υπαινιχθεί έναν προαιώνιο συμφυρμό ανθρώπων και καταστάσεων.
Το αφηγηματικό χάρισμα, που στη Μεθόριο συναντάται μάλλον σποραδικά, στη δεύτερη ποιητική συλλογή, Ημερολόγιο της Αλγερίας (1947) γίνεται το
επίκεντρο, εμπλουτίζοντας την ποιητική αυτοβιογραφία με τη δύναμη μιας επικό-μυθιστορηματικής δομής, πλούσιας σε ιστορικούς συσχετισμούς. Ο Ιζέλλα στο δοκίμιο «Η ποιητική γλώσσα του Σερένι» επισημαίνει ότι όροι όπως «χίμαιρα», «πικρό» ανήκουν στο λεκτικό υποσύστημα της συλλογής Ημερολόγιο της Αλγερίας και αντιπαραβάλλονται στην παλέτα της Μεθορίου
στην οποία επικρατούν τα χρώματα του πράσινου και του μπλε της Λομβαρδίας. Η λέξη «chimera» (χίμαιρα), ιδιαίτερα αγαπητή στον Σερένι του Ημερολογίου της Αλγερίας, παλινδρόμηση ανάμεσα στις δύο χίμαιρες του ποιήματος «Βελιγράδι», και η λέξη «amaro» (πικρός), σαφής αναγραμματισμός της λέξης «amore» (έρωτας/αγάπη) —το γυναικείο φάντασμα που και πάλι αρχίζει να μας καταδιώκει—, επιστρέφει μέσα
από το ποίημα «Ημερολόγιο: Μπολόνια» σαν «μουσική που ξεγλιστράει απ’ τα παράθυρα» κι επανέρχεται στην «Κόρη των Αθηνών» σαν «μια γλυκόπικρη
κόγχη ελαιώνων» μέσω μιας διαδρομής που από τον Πετράρχη καταλήγει στον Ντ’ Ανούντσιο.
Στη λυρική περίοδο που ακολουθεί, ο Σερένι στρέφεται αποφασιστικά προς μια νέα υπαρξιακή κατεύθυνση με τις συλλογές Τα ανθρώπινα εργαλεία
(1965) και Μεταβλητό αστέρι (1979). Στα Ανθρώπινα εργαλεία, συλλογή που συγκεντρώνει την περίσκεψη μιας ολόκληρης εικοσαετίας και την οποία η κριτική αναγνωρίζει ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της ποιητικής μεταπολεμικής παραγωγής παγκοσμίως, η δεδηλωμένη ποιητική του βίωση συγκρίνεται με τις μεγάλες στιγμές της «ανάσας» που ακολουθεί το τέλος
του πολέμου.
Από τα πρώτα σχεδόν ποιητικά βήματα στην κοινή στυλιστική αναζήτηση της ποιητικής της λέξης των ερμητικών, ο Σερένι αντιπαραβάλει την ποιητική των αντικειμένων, στοιχείο που τον συνδέει εν μέρει με τον Μοντάλε. Η ποιητική των αντικειμένων, κατά το κριτήριο πολλών, είναι ένα από εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σημεία που διαφοροποιούν τον Σερένι από τους Φλωρεντινούς ερμητικούς. Αυτό που τους ενώνει είναι η αναζήτηση μιας γλώσσας αριστοκρατικά επιλεκτικής και ενδεχομένως κάποιες θεματικές,
όπως εκείνη της προσμονής, η οποία στον Σερένι δεν προσλαμβάνει μεταφυσικές προεκτάσεις.
Το ποιητικό του ιδίωμα, με μια γλώσσα επιμελώς λιτή και απλή, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, κομίζει μια γλώσσα τελείως ιδιαίτερη, χαρακτηριστική του όψιμου Σερένι. Συνάδει, θα λέγαμε, με τις πιο προχωρημένες τάσεις της ατονικής μουσικής· έτσι, «στρέφεται προς την υλοποίηση όχι μίας συνειδητής αντι-ποίησης αλλά, κυρίως, προς μία ποίηση γεννημένη μέσα από την πρόζα-πλάνη, όχι πάντοτε απατηλή, των σύγχρονων ποιητών», όπως γράφει ο Ιζέλλα. Η ερμητική γλώσσα επενδύεται με ένα νέο, πυκνότερο περιεχόμενο, νέο όχι μόνο σε σχέση με τον προπολεμικό Σερένι, αλλά και σε σχέση με τις εύκολες επαναστατικές καινοτομίες πολλών από τους συναδέλφους του, οι οποίοι απαρνήθηκαν στη συνέχεια τον ερμητισμό. Αδιαμφισβήτητο ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι, τόσο ο Σερένι όσο και οι ποιητές Μάριο Λούτσι και Αντρέα Τζαντζόττο, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, δεν απέρριψαν ποτέ τις ερμητικές καταβολές τους.
Την ποίηση του Σερένι, που ερμηνεύεται ως βιωμένη ιστορική εμπειρία, μπορεί κανείς να την ψηλαφίσει με τα δάχτυλα ανάμεσα στους στίχους της, για να αισθανθεί την «κρυφή αυθεντική ποιότητα της φωνής», σημειώνει ο ποιητής Αλφόνσο Γκάττο. Και ο Ιζέλλα προσθέτει: «Με μια ερμητική παιδεία που διαμορφώθηκε μέσα από τον φυσικό διαφωτισμό της Λομβαρδίας, ανάμεσα στους Παρρίνι και Ρέμπορα, ο Σερένι έμεινε πάντοτε πιστός στην ιδέα της ποίησης που τρέφεται με ομορφιά, και στο πνεύμα της πιο υψηλής δικής μας λυρικής παράδοσης, από τον Πετράρχη και μετά· περιττεύει να προσθέσουμε ότι πρόκειται για ποίηση που την συντονίζει μια φαινομενολογική θεώρηση της πραγματικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Μια ποίηση που ανοίγεται σιγά σιγά στις πολλαπλές αλλαγές που υφίταται η ευρωπαϊκή κοινωνία μετά τον πόλεμο, αλλά ελεύθερη και ανυπότακτη σε ιδεολογικές επιβολές· ένα είδος ευαίσθητου οργάνου ακρίβειας που του έδινε τη δυνατότητα να εστιάσει γύρω από τα εμπειρικά του στοιχεία, σε κάποια εκτυφλωτική λάμψη αλήθειας».

Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ανήσυχος στο μεταγωγικό τραίνο
που σε σιγαγγίζει
προσπαθώ να φτάσω τα μακάβρια φώτα σου
μέσ’ απ’ τον στεναγμό των δέντρων.

Κοιμάσαι εσύ ενώ
στις ψηλές κάμαρες

κάποιος ίσως πεθαίνει
και φεύγεις μ’ ένα πρόσωπο
πίσω από κάθε τζάμι — εσύ η ίδια
ένα πρόσωπο, ένα και μόνο πρόσωπο
που κλείνει για πάντα.

ΙΤΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Πρώτο βράδυ στην Αθήνα,
μακρύς αποχαιρετισμός
των νηοπομπών που φεύγουν στις παρυφές σου
γεμάτες από σπαραγμό στο διάχυτο ημίφως.
Σαν ξόδι
άφησα το καλοκαίρι πάνω στην καμπή του
και θάλασσα και έρημος είναι το αύριο
δίχως εποχές πια.
Ευρώπη Ευρώπη που με κοιτάζεις
να κατεβαίνω στοχαστικός και άοπλος
σ’ έναν εύθραυστο μύθο μου
μες στις ορδές των βαρβάρων,
είμαι ένα παιδί σου σε φυγή που δεν γνωρίζει
άλλον εχθρό από τη δική του θλίψη
ή κάποιες αναστημένες τρυφερότητες
για λίμνες για φυλλωσιές
πίσω από τα χαμένα βήματα,
είμαι ντυμένος με σκόνη και ήλιο,
τραβώ για την κόλαση
να θαφτώ στην άμμο για χρόνια.

Πειραιάς, Αύγουστος 1942

Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Τώρα η μέρα είναι ένας στεναγμός
κι όλη η Αττική ένας ίσκιος.
Και καθώς μια λάμψη φωτίζει τα θαμπά
τα τζάμια που τρέπονται σε φυγή
το πρόσωπό σου είναι που φεγγοβολά εκεί κάτω
απ’ τη στεφάνη του καντηλιού που ανάβεις
στη βραδινή εικόνα.

Όμως εδώ
όπου ολοένα και πιο αραιά ξεπέφτουν
τα θηράματα του τελευταίου κυνηγιού
ανάμεσα στα φυτά που ακολουθούν τα σύνορα,
αλίμονο! το αμιγές
σημάδι των συλλαβών σου φθίνει,
αλλάζει σε στρεβλά κυριλλικά.
Κι εσύ, πώς σκοτεινιάζεις αγάλι αγάλι.
Να! δεν μπορείς να μείνεις, χάνεσαι
στην οχλοβοή της τελευταίας οδογέφυρας.

*

Σύντομα θα είμαι ο εκστατικός οδοιπόρος
που ριψοκινδυνεύει μες στον ομιχλώδη χρόνο.

Πτήσεις αδύναμες, ονόματα αδρανή τώρα πια
μία-μία ξετυλίγονται οι νότες
για ν’ αποσπαστούν από τη χορωδία,
σκοτεινές μικρογραφίες
μιας χαμένης διαμονής: Χαϊδάρι,
μια γλυκόπικρη κόγχη ελαιώνων
στη νωθρή μου θύμηση — ή εκείνα
τα σαστισμένα καράβια στον άνεμο του Πειραιά.

Και κάθε τι που άρπαξε το μάτι και το αφτί
βυθισμένο στην ομίχλη έχει πια προσπεράσει.

*

Αφού για καιρό γύρισε ο τροχός
σήμερα ένας στόλος φιλικός αρμενίζει στ’ ανοιχτά,
αργά ωριμάζει ο καρπός της καρτερίας
πρώιμος για άλλους, αλλά όχι για σένα,
δεσποινίς.

Όποιος κοιμάται, κοιμάται στο ψηλό
χιόνι εκεί πάνω ανάμεσα στους αγαπημένους νεκρούς.

Εσύ ξυπνάς με τους νεκρούς και σ’ εκείνους μιλάς:
— Εγώ θέλω μια σημαία
που ν’ απηχεί τον σπαραγμό μου
ν’ ακτινοβολεί το κλάμα μου,
εγώ θέλω μια χώρα που να ’ναι τραγούδι
απαλό ο ύμνος που με κατάτρυχε
από τα άγουρα χρόνια,
όπου ο συναγερμός που όργωσε τις νύχτες μου
να επιστρέφει αλλαγμένος σε ηχώ
συμπόνιας, ελπίδας, σεβασμού —.

*

Έτσι, απόμακροι, συναντιόμαστε.
Και μερικές φορές μοιάζει
να περπατάμε, δεσποινίς, στον ήλιο
που είναι ευχάριστος και στους ηττημένους
μες στης Αττικής τους ζωηρούς κήπους.

Και πρασινίζει ακόμα η θύμησή σου.

Μεταγωγικό τραίνο Αθήνα-Μέστρε, φθινόπωρο 1942
Βόρειος Αφρική, φθινόπωρο 1944

.

ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ (2020)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

LUIGI PIRANDELLO (1867 –1936)

«Δυσπιστείτε! Είναι Σικελός, βαστάει πίσω απ’ την πλάτη του στιλέτο!»

Ο Luigi Pirandello, μια ιδιοφυΐα των γραμμάτων και του θεάτρου, ένας νεωτεριστής συγγραφέας πρωτότυπος και «παράδοξος», όπως καταμαρτυρούν οι ίδιοι οι τίτλοι των έργων του, γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου το 1867 λίγο πιο έξω από το Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα της Σικελίας, σε μια κωμόπολη που ύστερα από έναν καταστροφικό σεισμό μετονομάστηκε «Χάος»!

Το 1903, η οικονομική καταστροφή και οι δυσχέρειες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο συγγραφέας, θα τον φέρουν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Υπό αυτές τις συνθήκες επηρεασμένος ο Λουίτζι αναλαμβάνει να γράψει για τη «Nuova Antologia» το μυθιστόρημα, Il Fu Mattia Pascal (Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ, 1904), έργο στο οποίο θίγεται το θέμα της σύγχυσης ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, με μια ρεαλιστική αφήγηση γεγονότων και χαρακτήρων, που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και τον καταξιώνει ως πεζογράφο.

Η παγκόσμια καθιέρωση για τον Πιραντέλλο θα έρθει από τις θεατρικές του δημιουργίες. La ragione degli altri (Το δίκιο των άλλων, 1915), Cecè, (Τετσέ, 1915), Così è [se vi pare] (Έτσι είναι, [αν έτσι νομίζετε], 1917), Come prima, meglio di prima (Όπως πρώτα, καλύτερα από πρώτα, 1920), Sei personaggi in cerca d’autore, (Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921), Εnrico ΙV, (Ερρίκος ο Δ΄, 1922). L’uomo dal fiore in bocca (Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, 1923), Il piacere dell’onestà (Η ηδονή της τιμιότητος, 1917), Vestire gli ignudi (Να ντύσουμε τους γυμνούς, 1922), La vita che ti diedi (Η ζωή που σου έδωσα, 1923), Giascuno a suo modo (Ο καθένας με τον τρόπο του, 1924), Come tu mi vuoi (Όπως με θέλεις, 1930), είναι κάποια από τα περίπου 43 θεατρικά του, που ξεκινούν μεν από τον σικελικό νατουραλισμό, σκιαγραφούν όμως, ψυχαναλυτικά θα έλεγε κανείς, τον μικρόκοσμο της ιδιαίτερης πατρίδας του, τη ζωή των ταπεινών ανθρώπων της, την απρόσμενη σχέση της ζωής με την τέχνη και, όπως σχεδόν πάντοτε, τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ λογικής και τρέλας.

.

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1900

τέσσερα νυχτικά
τέσσερα σεντόνια,
τέσσερα μισοφόρια,

τέσσερα απ’ όλα, κοντολογίς. Και δεν κουραζόταν να δείχνει στις γειτόνισσες τα προικιά της κόρης, φτιαγμένα μέρα με τη μέρα, μια κλωστή σήμερα, μια κλωστή αύριο, με την υπομονή αράχνης.

– Πράγματα φτωχικά, πλην τίμια.

Μ’ εκείνα τα κακομοιριασμένα χέρια της, τα τραχιά και ξασπρισμένα, χέρια που ήξεραν από μόχθο, έβγαζε, ένα ένα, μέσα από το παλιό ελάτινο
προικοσέντουκο, στενόμακρο σαν φέρετρο, αργά αργά, σαν ν’ άγγιζε την αγιασμένη όστια, τα ωραία ασπρόρουχα και τα φορέματα και τις δίκλωνες μάλλινες εσάρπες: εκείνη του γάμου με τις κεντημένες μπορντούρες και τα μεταξωτά ποδήρη κρόσσια της· οι άλλες τρεις, κι αυτές μάλλινες, αλλά πιο καθημερινές. Τα στοίβαζε όλα πάνω στο κρεβάτι για να τα δουν κι επαναλάμβανε χαμογελώντας ταπεινά:

– Πράγματα φτωχικά…-και της έτρεμαν από χαρά τα χέρια και η φωνή.

– Έμεινα κατάμονη, έλεγε. Όλα με τούτα δω τα χέρια που δεν τα νιώθω πια. Μα ήλιο μα βροχή, εγώ τις μπουγάδες στη βρύση και στον ποταμό,
εγώ να ξεφλουδίζω αμύγδαλα, εγώ στα χωράφια να μαζεύω τις ελιές εδώ κι εκεί, εγώ πότε υπηρέτρια, πότε νερουλού… Δεν πειράζει! Ο Θεός που
μέτρησε τα δάκρυά μου και γνωρίζει τη ζωή μου, μού ’δώσε δύναμη και υγεία. Έκανα τόσα πολλά, ώστε τα κατάφερα και τώρα πια μπορώ να πεθάνω. Σ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που με περιμένει εκεί, αν με ρωτήσει για την κόρη μας, θα μπορώ να του πω: «Μην ανησυχείς, φουκαρά μου! Μην έχεις έγνοια! Την άφησα καλά την κόρη σου. Βάσανα δεν θα υποφέρει. Υπόφερα τόσα εγώ για εκείνη». Κλαίω από χαρά, μη δίνετε σημασία…

Και σκούπιζε τα δάκρυά της η μάμα Αντό, με την άκρη του μαύρου μαντηλιού που φορούσε στο κεφάλι και ήταν δεμένο κάτω απ’ το σαγόνι. Εκείνη τη μέρα, φαινόταν σχεδόν σαν να μην ήταν πια η ίδια, έτσι καινουργιοντυμένη, κι έκανε
παράξενη εντύπωση να την ακούει κανείς να μιλάει όπως συνήθιζε.

Οι γειτόνισσες την παίνευαν, τη συμπονούσαν για τον αγώνα της. Όμως σε μια γωνιά της καμαρούλας, η κόρη της η Μαραστέλλα ντυμένη για τη νυφιάτικη παράτα με το γκρίζο ατλαζένιο φουστάνι (μια αρχοντιά!) και το γαλάζιο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, στολισμένη όσο το δυνατόν
καλύτερα για την περίσταση, βλέποντας να κλαίει η μάνα της, ξέσπασε σε λυγμούς και αυτή.

– Μαραστέ, Μαραστέ, μα τι κάνεις;

Οι γειτόνισσες βρέθηκαν όλες γύρω της, γεμάτες έγνοια, για να πει η καθεμιά το δικό της:

– Μην στενοχωριέσαι! Ω! Μα τι κάνεις; Σήμερα δεν κλαίνε… ξέρεις τι λένε; Χίλιες λίρες μελαγχολίας δεν ξεπληρώνουν το χρέος μιας πεντάρας.
– Σκέφτομαι τον πατέρα μου!, είπε τότε η Μαραστέλλα σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπό της.

Ο πατέρας της βρήκε τραγικό θάνατο πριν από εφτά χρόνια! Τελωνοφύλακας στο λιμάνι, πήγαινε με τις βάρκες για νυχτερινή περίπολο. Κάποια νύχτα φουρτουνιασμένη, καθώς έπλεαν κοντά στις Δυο Ακτές, η βάρκα μπατάρισε και χάθηκε μαζί με τους τρεις άντρες που την κουμάνταραν.

Το θυμούνταν όλοι οι ναυτικοί εκείνο το ναυάγιο. Και θυμούνταν που έτρεχε η Μαραστέλλα με τη μητέρα της, φωνάζοντας και οι δυο τους, με τα χέρια σηκωμένα μέσα στον άνεμο και τις ψιχάλες των μεγάλων κυμάτων, πάνω στα βράχια του νέου λιμανιού όπου ξεβράστηκαν τα πτώματα των τριών πνιγμένων μετά από δυο ημερών μάταιης έρευνας· και αντί η Μαραστέλλα να πέσει γονατιστή πλάι στο πτώμα του πατέρα της, απόμεινε πετρωμένη μπροστά σ’ έν’ άλλο πτώμα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ψιθυρίζοντας:

– Αχ! Αγάπη μου! Αγάπη μου! Αχ, πώς σε βρίσκω…

Η μάμα Αντό, οι συγγενείς του νεαρού πνιγμένου, ο κόσμος όλος που προσέτρεξε, έμειναν ξεροί μπροστά σ’ αυτή την απρόοπτη αποκάλυψη.
Και η μάνα του πνιγμένου που ονομαζόταν Τίνο Σπάρτι -χρυσό παιδί, ο δύσμοιρος!- ακούγοντάς την να μιλάει έτσι, άνοιξε τα χέρια και αμέσως την
έσφιξε δυνατά πάνω στην καρδιά της, μπροστά σ’ όλους, σαν να ’θελε να την κάνει δική της, δική της και δική του, του νεκρού γιου, αποκαλώντας
την με δυνατή φωνή:

-Κόρη μου! Κόρη μου!

Γι’ αυτό τώρα οι γειτόνισσες ακούγοντας τη Μαραστέλλα να λέει: «Σκέφτομαι τον πατέρα μου» αντάλλαξαν ένα βλέμμα κατανόησης συμπονώ-
ντας την σιωπηλά. Όχι, δεν έκλαιγε για τον πατέρα της η κακομοίρη κοπέλα. Ή έκλαιγε ίσως, ναι, επειδή σκέφτηκε πως αν ζούσε ο πατέρας της, δεν θα δεχόταν αυτό το συνοικέσιο, που στη μητέρα της, στις άθλιες συνθήκες που είχε απομείνει, έμοιαζε τυχερό.

Πόσο χρειάστηκε ν’ αγωνιστεί η μάμα Αντό για να ξεπεράσει το πείσμα της κόρης της!

-Με βλέπεις; Είμαι γριά πια, κοντότερα στον θάνατο παρά στη ζωή! Τι θ’ απογίνεις; Σε τι ελπίζεις αύριο μονάχη σου, χωρίς βοήθεια, έρημη στους
δρόμους;

Ναι! Η μάνα της είχε δίκιο. Όμως αυτή, η Μαραστέλλα, έκανε τόσες πολλές άλλες σκέψεις απ’ τη μεριά της. Καλός άνθρωπος, ναι, εκείνος ο δον Λίζι
Κίρικο που ήθελαν να της δώσουν για άντρα -δεν το αρνιόταν- αλλά γερόφερνε και επιπλέον χήρος. Ξαναπαντρευόταν, ο κακόμοιρος, ύστερα από έναν μόλις χρόνο χηρείας, περισσότερο από ανάγκη παρά από έρωτα, γιατί χρειαζόταν εκεί πάνω μια γυναίκα να φροντίζει το σπίτι και να του μαγειρεύει το βράδυ. Να γιατί ξαναπαντρευόταν.

-Τι σε νοιάζει εσένα;- της απάντησε η μητέρα της. Ορίστε άντρας μυαλωμένος πάνω στον οποίο μπορείς να βασιστείς. Γέρος; Ούτε σαράντα χρονών δεν είναι ακόμα. Δεν θα σου λείψει τίποτα έχει σταθερό μισθό, μια καλή δουλειά. Πέντε λιρέτες τη μέρα! Να τύχη!

– Α ναι, καλή δουλειά! Καλή δουλειά!

Εδώ ήταν το κώλυμα! Η μάμα Αντό το είχε καταλάβει απ’ την αρχή: στο είδος της εργασίας του Κίρικο.

Και μια όμορφη μέρα του Μαγιού, είχε προσκαλέσει μερικές γειτόνισσες -αυτή, η φτώχιά γυναίκα για περίπατο εκεί πάνω στο ύψωμα. Ο δον Λίζι
Κίρικο είδε τη γυναικοπαρέα από τα κάγκελα του μικρού, λευκού κοιμητηρίου που δέσποζε πάνω απ’ το χωριό, με τη θάλασσα μπροστά και τη στεριά πίσω του, και τις προσκάλεσε να μπουν μέσα.

– Βλέπεις πώς είναι; Σαν κήπος με πολλά λουλούδια…, είχε πει η μάμα Αντό στη Μαραστέλλα ύστερα από την επίσκεψη στο νεκροταφείο. Αμάραντα σου λέω. Κι εδώ ολόγυρα, χωράφια. Αν σκύψεις λιγάκι το κεφάλι πάνω απ’ το κιγκλίδωμα, βλέπεις στα πόδια σου όλο το χωριό- ακούς κάθε ήχο, ακούς τις φωνές… Και είδες τι όμορφη κάτασπρη καμαρούλα, πεντακάθαρη κι ευάερη;
Το βράδυ κλείνεις πόρτα και παράθυρο, ανάβεις το φως- και είσαι στο σπίτι σου; ένα σπίτι όπως όλα τ’ άλλα. Τι το σκέφτεσαι;

Και οι γειτόνισσες εν χορώ:

– Μα βέβαια, έτσι είναι! Κι έπειτα, τα πάντα είναι συνήθεια- θα δεις! Ύστερα από μια δυο μέρες, δεν θα σου κάνει πια εντύπωση. Εξάλλου, κορούλα μου, οι πεθαμένοι δεν πειράζουνε κανέναν· τους ζωντανούς να φοβάσαι. Κι εσύ που είσαι μικρότερη από μας, θα μας έχεις εδώ όλες, τη μια μετά την άλλη. Αυτό είναι το μεγάλο σπίτι και συ θα είσαι εδώ κυρά και φύλακας πιστός.

Η επίσκεψη εκεί πάνω, εκείνη την όμορφη μαγιάτικη μέρα, έμεινε στο νου της Μαραστέλλα σαν παρήγορο όραμα, όσο κράτησαν οι έντεκα μήνες του αρραβώνα· σ’ αυτή την επίσκεψη πρόστρεχε με τη σκέψη της τις ώρες της αποκαρδίωσης, κυρίως με την έλευση του δειλινού, όταν σκοτείνιαζε η ψυχή της κι έτρεμε από φόβο.

Σκούπιζε ακόμα τα δάκρυά της, όταν ο δον Λίζι Κίρικο εμφανίστηκε στο κατώφλι με δυο μεγάλες χαρτοσακούλες στα χέρια, και ήταν σχεδόν
αγνώριστος.

– Παναγιά μου!, φώναξε η μάμα Αντό. Τι πήγατε και κάνατε χριστιανέ μου;

– Εγώ; Α, ναι… Τα γένια, ε; απάντησε ο δον Λίζι μ’ ένα θλιβερό χαμόγελο που τρεμόσβηνε αμήχανα στα πλατιά και μελανά, άσαρκα χείλη του.

Όμως ο δον Λίζι δεν είχε μόνο ξυριστεί, είχε κατακοπεί παντού, τόσο δασύτριχα και σκληρά ήταν τα γένια σ’ εκείνα τα βαθουλωμένα μάγουλα,
που του έδιναν τώρα την όψη ενός ξεγδαρμένου γερο-τράγου.

-Εγώ, εγώ του είπα να ξυριστεί, βιάστηκε να παρέμβει η δόνα Νέλα, η αδελφή του γαμπρού, καταφθάνοντας γεμάτη έξαψη, τροφαντή και χειμαρρώδης. Κουβαλούσε κάτω από το σάλι της μερικές μπουκάλες και μπαίνοντας φάνηκε σαν να έπιανε όλο το χώρο στο μικρό δωματιάκι, με το μεταξωτό της φόρεμα, στο πράσινο του μπιζελιού, που θρόιζε σαν σιντριβάνι. Την ακολουθούσε ο σύζυγος, αδύνατος σαν τον δον Λίζι, λιγομίλητος και βλοσυρός.

-Άσχημα έκανα; εξακολούθησε εκείνη βγάζοντας το σάλι της. Αυτό πρέπει να μας το πει η νύφη. Πού είναι; Κοίτα, Λίζι, δεν στα ‘λεγα; Κλαίει… Δίκιο έχεις, κόρη μου. Χάσαμε τόσο χρόνο. Εκείνος φταίει, ο Λίζι! «Να ξυριστώ; Να μην ξυριστώ;» Δυο ώρες για να αποφασίσει. Για πες τώρα, δεν δείχνει πιο νέος έτσι; Μ’ εκείνες τις άσπρες γουρουνότριχες τη μέρα του γάμου…

– Θα τις αφήσω να μεγαλώσουν πάλι, είπε ο Κίρικο διακόπτοντας την αδελφή του και κοιτώντας θλιμμένα τη νεαρή νύφη. -Έτσι κι αλλιώς φαίνομαι γέρος και, μάλιστα, πιο άσχημος.

– Ο άντρας είναι άντρας, μπουνταλά μου, και δεν είσαι ούτε ωραίος ούτε άσχημος!, δήλωσε τότε αδελφή ενοχλημένη. -Πρόσεχε όμως το καινούργιο
σου κοστούμι! Σήμερα το πρωτοφόρεσες, κρίμα!

Κι άρχισε να του χτυπάει τα μανίκια για να του τινάξει τη ζαχαρόσκονη από τα γλυκά που κρατούσε ακόμα στις δυο χαρτοσακούλες.

Ήταν αργά· έπρεπε να πάνε πρώτα στο Δημαρχείο να μην κάνουν τον πάρεδρο να περιμένει και ύστερα στην εκκλησία. Και η μικρή γιορτούλα έπρεπε να έχει τελειώσει προτού βραδιάσει, το πολύ μετά το φαγητό και την άφθονη οινοποσία, επέμενε ο δον Λίζι από υπερβάλλοντα ζήλο στα καθήκοντά του, ο οποίος καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα λόγω της ανακατώστρας και φωνακλούς αδελφής του.

– Να έρθουν τα όργανα! Γάμος δίχως όργανα γίνεται; Πρέπει να χορέψουμε! Στείλτε να έρθει ο στραβο-Ισίδωρος. Κιθάρες και μαντολίνα!
Φώναζε τόσο που ο αδελφός της αναγκάστηκε να την πάρει παράμερα.

– ΠάΨε, Νέλα, πάψε! Έπρεπε να έχεις καταλάβει πως δεν τη θέλω τόση βαβούρα.

Η αδελφή του γούρλωσε τα δυο της μάτια.

– Πώς; Ακόμα και τώρα! Γιατί;

Ο δον Λίζι συνοφρυώθηκε κι αναστέναξε:

– Σκέψου πως πέρασε μόλις ένας χρόνος που η δίκιά μου…
– Τη σκέφτεσαι ακόμη, στ’ αλήθεια;, τον διέκοψε η δόνα Νέλα καγχάζοντας. Τώρα που ξαναπαντρεύεσαι! Αχ, φουκαριάρα Νουντσιάτα!

– Ξαναπαντρεύομαι, είπε ο δον Λίζι μισοκλείνοντας τα μάτια και χλομιάζοντας, αλλά δεν θέλω ούτε όργανα, ούτε χορούς! Άλλα τα αισθήματά
μου…

Και όταν του φάνηκε πως η μέρα έγερνε να βασιλέψει, παρακάλεσε την πεθερά του να ετοιμαστούν για αναχώρηση.

[ … /…]

.

ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΣΚΑΡΑ (2020)

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

0 Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο, (Πεσκάρα, 12 Μαρτίου 1863 – Γκαρντόνε Ριβιέρα, 1η Μαρτίου 1938), il Vote, «ο Ποιητής-Προφήτης» της Ιταλίας, όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, μία ιστορική προσωπικότητα αμφιλεγόμενη και πολύπλοκη, υπήρξε επίσης δημοσιογράφος, πολιτικός, δραματουργός, σεναριογράφος και δοκιμιογράφος. Πρόδρομος του ιταλικού φασισμού, υποστηρικτής της θεωρίας του Υπεράνθρωπου του ΦρίΙντριχ Νίτσε, οπαδός του αισθητισμού και του [εκλεκτικισμού, με την ακραία και πολυκύμαντη [ζωή του, τους αναρίθμητους έρωτές του, τα πολεμικά του ανδραγαθήματα, καθώς και με το συγγραφικό του έργο, κατάφερε να σκανδαλίζει την Ευρώπη και να δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από το όνομά του, επηρεάζοντας πολλές γενεές νέων συγγραφέων και ποιητών εντός και
εκτός των ορίων της πατρίδας του.
Έφηβος ακόμα, στα δεκαέξι του χρόνια, δημοσίευσε με έξοδα του πατέρα του την πρώτη του ποιητική συλλογή Primo Vere (1879), με έντονες επιδράσεις από το έργο του Τζοσουέ Καρντούτσι αλλά και τους αρχαίους Έλληνες λυρικούς ποιητές. Λίγο πριν την επανέκδοση της πρώτης του συλλογής, ο εκδότης μιας μεγάλης εφημερίδας στη Φλωρεντία, έλαβε ένα ανώνυμο σημείωμα από την Πεσκάρα, που έλεγε ότι ο ποιητής είχε σκοτωθεί πέφτοντας από το άλογό του. Το θέμα αναπαράχθηκε από μεγάλη μερίδα του τύπου όμως επρόκειτο για μια ψευδή είδηση, την οποία διέσπειρε ο ίδιος ο Ντ’ Αννούντσιο προκειμένου να λάβει δημοσιότητα. Και το εγχείρημα πέτυχε.
Από το 1881 και ενώ ξεκινούσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza, άρχισε να αρθρογραφεί για τις τοπικές εφημερίδες και να προωθεί τον ιταλικό αλυτρωτισμό. Επιπλέον, επιθυμώντας να διακριθεί και κάτω από το λάβαρο της επίγειας Αφροδίτης, ακολουθεί πιστά τη γνώμη του δημιουργήματος του Αντρέα Σπερέλι (βλ. το μυθιστόρημά του II piacere / Ηδονή, 1889), που αποφαίνεται ότι η πιο όμορφη γυναίκα είναι πάντα η επόμενη. Μεταξύ των αμέτρητων ερωτικών του συντρόφων συγκαταλέγονται η διάσημη ηθοποιός Ελεονόρα Ντούζε, η μούσα του στον Θρίαμβο του θανάτου (Trionfo della morte, 1894) Μπάρμπαρα Λεόνι, η Λουίζα Καζάτι και η μαρκησία Αλεσάντρα Σταράμπα ντι Ρουντινί. Προσφάτως δημοπρατήθηκε στη Ρώμη η ανέκδοτη μέχρι τώρα επιστολογραφία της Αλεσάντρα με τον Ντ’ Αννούντσιο, όπου καταγράφεται η έντονη σχέση του ζεύγους κατά τα έτη 1903-1907. Μεταξύ των επιστολών βρέθηκε και το συμβόλαιο που οι δύο εραστές συνέταξαν στις 27 Νοεμβρίου 1903, του οποίου το πρώτο άρθρο αναφέρει: «Η Αλεσάντρα Καρλόττι από την Γκάρντα παραχωρεί στον Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο την απόλυτη κατοχή του κορμιού της -απελευθερωμένο από κάθε είδους ρούχο και περιορισμό- από το νύχι
του όμορφου ποδιού της ως την τελευταία τρίχα των ανάλαφρων μαλλιών της, χωρίς καμιά εξαίρεση, προς τέρψη, υγεία και χαρά».
Ο κοντός και φαλακρός άντρας, με τα χαλασμένα δόντια και τον υπέρμετρο ναρκισσισμό, ο άντρας αυτός που αδίστακτα αυτοχαρακτηριζόταν ήρωας και θεωρούσε τον εαυτό του ως τον σπουδαιότερο δημιουργό μετά τον Δάντη, μαγνήτιζε όσους τον πλησίαζαν με το φλογερό του βλέμμα και τη βελούδινη φωνή του. «Όταν μιλά ο κύριος Ντ’ Αννούντσιο, φαίνεται σαν να εκμυστηρεύεται ένα μυστικό, έστω κι αν λέει απλώς καλημέρα», θα παραδεχτεί η κόρη του συνθέτη Πιέτρο Μασκάνι, η οποία γνώρισε τον Ντ’ Αννούντσιο το 1910 στο Παρίσι όπου είχε καταφύγει για να γλιτώσει από τους πιστωτές του.
Το 1897 ο Ντ’ Αννούντσιο εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου παρέμεινε ως ανεξάρτητος βουλευτής για τρία χρόνια. Επίσης ήταν ο σεναριογράφος της ταινίας του 1914 «Καμπίρια», μια ταινία υπερεθνικιστική. Αυτός υπήρξε ο εμπνευστής της στολής των μελανοχιτώνων και του χαιρετισμού με υψωμένο το δεξί χέρι, που το 1926 έγινε υποχρεωτικός για όλους τους ιταλούς πολίτες.

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οΝτ’ Αννούντσιο, παρά τα 52 του χρόνια, κατατάχθηκε εθελοντικά στην Αεροπορία και στους«Lancieri di Novara», τους Λογχοφόρους της Νοβάρα. Ως πιλότος μαχητικού, τον Ιανουάριο του1916, κατά τη διάρκεια μιας πτήσης υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσθαλάσσωση. Η σφοδρήπρόσκρουση του κόστισε την όραση από το δεξίτου μάτι.
Ο τραυματισμός του δεν έκαμψε τον φιλοπόλεμο ενθουσιασμό του. Στις 9 Αυγούστου του1918, ως διοικητής της 87ης μοίρας μαχητών «La Serenissima», οργάνωσε μια προπαγανδιστικήπτήση εννέα αεροπλάνων πάνω από την πόλη της Βιέννης, με σκοπό τη ρίψη 400.000 φυλλαδίων. Η πράξη του επιδοκιμάστηκε από τους Φουτουριστές και αναδείχθηκε εθνικός ήρωας της Ιταλίας.
Τον Σεπτέμβριο του 1919 ο Ντ’ Αννούντσιο επέδραμε μαζί με λεγεωνάριους που επιστράτευσε ο ίδιος και κατέλαβε την πόλη Φιούμε (σήμερα Ριέκα, στην Κροατία), την ανακήρυξε ανεξάρτητο κρατίδιο και διοίκησε ως Ντούτσε της Αντιβασιλείας του Καρνάρο (Reggenza Italiana del Carnaro), επί δεκαπέντε μήνες μέχρι τα Χριστούγεννα του 1920. Στο Φιούμε, συνέγραψε και την Carta του Καρνάρο, ένα σύνταγμα που εγκαθίδρυε ένα σύστημα συντεχνιακό που εξέφραζε τα δικά του πολιτικά ιδεώδη.
Ένα χρόνο πριν ν’ ανέβει ο Μουσολίνι στην εξουσία, ο Ντ’ Αννούντσιο, απογοητευμένος από την έκβαση της επιχείρησης στο Φιούμε, αποσύρθηκε στο Βιττοριάλε, την πολυτελή έπαυλη στη Λίμνη Γκάρντα στο Καρνιάκο, όπου έζησε ως το θάνατό του. Πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία, την 1 η Μαρτίου του 1938.

Ευαγγελία Πολύμου

.

Η ΜΑΓΙΔΑ

Μόλις ο Λούκα άκουσε τον θόρυβο από τα δεκανίκια, γούρλωσε τα μάτια του και τα έστρεψε αναμμένα και βλοσυρά προς την πόρτα, περιμένοντας να εμφανιστεί ο αδελφός του στο κατώφλι. Όλο το πρόσωπό του, εξαντλημένο από την κακουχία, φαγωμένο από τον πυρετό, διάσπαρτο από κοκκινωπές φουσκάλες, πήρε ξαφνικά μια όψη σκληράδας στα όρια του θυμού. Άρπαξε τα
χέρια της μητέρας του, σπασμωδικά, φωνάζοντας με τη βραχνή και ραγισμένη του φωνή:

Διώξ’ τον! Διώξ’ τον! Δεν θέλω να τον βλέπω, καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να τον ξαναδώ ποτέ ξανά. Καταλαβαίνεις;

Τα λόγια τον έπνιγαν. Έσφιγγε δυνατά τα χέρια της μητέρας του, μ’ έναν βήχα που του ‘κόβε την ανάσα, ενώ το πουκάμισο στο στήθος του ανέμιζε κι
άνοιγε λιγάκι σε κάθε του ζόρισμα. Το στόμα του ήταν πρησμένο και στο πηγούνι του οι ξέραμένες φουσκάλες σχημάτιζαν μια κρούστα που έσκαγε και μάτωνε σε κάθε του προσπάθεια. Η μητέρα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει.

Ναι, ναι, γιε μου. Δεν θα τον ξαναδείς. Θα κάνω αυτό που μου ζητάς. Θα τον διώξω, θα τον διώξω. Τούτο είναι το σπίτι σου, γιόκα μου, κατάδικό σου.
Μ’ ακούς;

Ο Λούκα έβηχε πάνω στο πρόσωπό της.

Τώρα, τώρα αμέσως! -της έλεγε με θηριώδη επιμονή, καθώς ανασηκωνόταν πάνω στο κρεβάτι, σπρώχνοντας τη μάνα του προς την πόρτα.

– Ναι, γιε μου. Τώρα, αμέσως!

Ο Τσίρο πρόβαλε στο κατώφλι, γέρνοντας πάνω στα δεκανίκια του. Ήταν κοκαλιάρης, μ’ ένα κεφάλι βαρύ και χοντρό. Τα μαλλιά του ήταν τόσο ξανθά που φάνταζαν σχεδόν άσπρα. Τα μάτια του ήταν τρυφερά σαν του αρνιού, γαλανά ανάμεσα στις μακριές, ανοιχτόχρωμες βλεφαρίδες.
Μπαίνοντας, δεν είπε τίποτα. Είχε μουγγαθεί από κάποια παράλυση. Όμως είδε τα μάτια του αρρώστου, που τον κοίταζαν έντονα και σκληρά, και σταμάτησε στη μέση της κάμαρης, στηριγμένος στα δεκανίκια του, μη τολμώντας να προχωρήσει. Το δεξί του πόδι, στραβό και κουτσουρεμένο, είχε ένα μικρό, ορατό τρέμουλο.

Ο Λούκα είπε στη μητέρα του: – Τι έρχεται να κάνει εδώ τούτος ο σακάτης; Διώξε τον! Θέλω να τον διώξεις. Καταλαβαίνεις; Αμέσως.

Ο Τσίρο κατάλαβε και κοίταξε τη μητριά του που ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Την κοίταξε με μάτια τόσο παρακλητικά, που δεν βάσταξε η καρδιά της να τον κακομεταχειριστεί. Ύστερα, κρατώντας παραμάσχαλα το ένα δεκανίκι, με το ελεύθερο χέρι του έκανε μια απελπισμένη χειρονομία. Κι έριξε ένα λαίμαργο βλέμμα στη μαγίδα που ήταν σε μια άκρη. Σα να ‘λεγε:

– Πεινάω.

-Όχι, όχι! Τίποτα μην του δώσεις, άρχισε να φωνάζει ο Λούκα, φρενιασμένος πάνω στο κρεβάτι, επιβάλλοντας στη γυναίκα τη μοχθηρή του ιδιοτροπία.

-Τίποτα! Ξαπόστειλέ τον.

Ο Τσίρο έγειρε πάνω στο στήθος το χοντρό του κεφάλι, τρέμοντας, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Όταν η μητριά του έβαλε το χέρι της στον ώμο
του και τον έσπρωξε προς την εξώπορτα, εκείνος ξέσπασε σε αναφιλητά- όμως την άφησε να τον σπρώξει. Ύστερα άκουσε την πόρτα να κλείνει κι
απόμεινε στο κεφαλόσκαλο να κλαίει με λυγμούς. Έκλαιγε δυνατά, ακατάπαυστα.

Είπε ο Λούκα στη μητέρα του, μ’ ένα νεύμα θυμού:

-Τον ακούς; Το κάνει επίτηδες, για να μ’ εξοργίσει.

Οι λυγμοί του αδελφού εξακολουθούσαν, κάποιες φορές διακόπτονταν από ένα παράξενο μουγκρητό, αποκαρδιωτικό σαν τον ρόγχο του
αλόγου που πάει να πεθάνει.

– Μα τον ακούς; Άντε, πήγαινε! Πέταξέ τον από τις σκάλες!

Η γυναίκα σηκώθηκε μ’ ορμή, έτρεξε στην πόρτα και σήκωσε πάνω στον μουγγό τα τραχιά της χέρια που ‘ταν μαθημένα να χειροδικούν και να
βασανίζουν. Ο Λούκα, ανασηκωμένος στους αγκώνες του, άκουγε τα χτυπήματα φωνάζοντας:

– Κι άλλο! Δώσ’ του κι άλλο!

Με τον ξυλοδαρμό, ο Τσίρο σώπασε. Συγκροτώντας το κλάμα, κατέβηκε στο δρόμο. Πεινούσε-δεν είχε φάει σχεδόν δυο μέρες. Μόλις που κατάφερνε να σύρει τα δεκανίκια του.

Πέρασε τρέχοντας ένα τσούρμο χαμίνια, κυνηγώντας το πέταγμα ενός χαρταετού που πετούσε στον αέρα σκαμπανεβαίνοντας. Κάποιοι του
έδωσαν μια σπρωξιά φωνάζοντας:

-Έι, ο σακάτης!

Αλλοι τον περιγελούσαν φωνάζοντάς του:
– Ντέι, αλογάκι, ντέι!

Άλλοι υπονοώντας τη μεγάλη του κεφάλα, τον ρωτούσαν κοροϊδευτικά:

– Πόσα το κιλό το μυαλό, σακάτη;

Το πιο απάνθρωπο χαμίνι, του ‘ρίξε κάτω το ένα δεκανίκι και το ‘σκάσε τρέχοντας. Ο μουγγός τρέκλισε- ύστερα το έπιασε από κάτω, με κόπο, και κίνησε. Τα ξεφωνητά και τα γέλια των παλιόπαιδων σκόρπισαν προς το ποτάμι. Ο χαρταετός σηκωνόταν σαν εξωτικό πουλί, σ’ έναν ολορόδινο και
γλυκό ουρανό.

Συντροφιές στρατιωτών τραγουδούσαν όλοι μαζί, κατά μήκος των Λουτρών. Ήταν η όμορφη εποχή του εορτασμού του Πάσχα. Ο Τσίρο, νιώθοντας να του δαγκώνει τα σπλάχνα η πείνα, σκέφτηκε:

-Τώρα θα ζητήσω ελεημοσύνη.

Από το φούρνο ερχόταν με τ’ ανοιξιάτικο αγέρι η ευωδιά του ζεστού ψωμιού. Πέρασε ένας ασπροντυμένος άντρας, κουβαλώντας στο κεφάλι του μια μακριά τάβλα που πάνω της ήταν αραδιασμένα στη σειρά πολλά χρυσόχρωμα ψωμιά που άχνιζαν ακόμα. Τον ακολουθούσαν δυο σκυλιά με το μουσούδι τους σηκωμένο στον αέρα, κουνώντας τις ουρές τους. Ο Τσίρο κόντεψε να λιποθυμήσει από το ξελίγωμα. Σκεφτόταν:

-Τώρα θα ζητήσω ελεημοσύνη· εάν όχι, πέθανα.

Η ημέρα έπεφτε αργά. Ο διάφανος ουρανός ήταν κατάσπαρτος με χαρταετούς που τους τραβούσαν προς τη γη για να κυματίσουν. Οι καμπάνες σκόρπιζαν στον ηχηρό αέρα ένα συνεχές και βαθύ βουητά. Ο Τσίρο σκέφτηκε:

-Τώρα θα καθίσω στην πόρτα της εκκλησιάς. Και σύρθηκε προς εκείνη τη μεριά.

Η εκκλησία ήταν πράγματι ανοιχτή. Στο βάθος φαινόταν η αγία Τράπεζα φωτισμένη με τρεμουλιαστές φλογίτσες, σαν κάποιος αστερισμός.
Έβγαινε μέχρι έξω το άρωμα του λιβανιού και του μοσχολίβανου, εξατμισμένο. Κάπου κάπου, το εκκλησιαστικό όργανο εξαπέλυε μία συγχορδία. Ο Τσίρο, ξαφνικά, ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν από καινούργια δάκρυα. Παρακάλεσε με την θρήσκα του καρδιά:

– Κύριε και Θεέ μου, εσύ βοήθησε με!

Το αρμόνιο έβγαλε έναν κρότο που έκανε τις κολώνες να δονούνται σαν να ‘ταν αυτά όργανα κι έπειτα ζωήρεψε με νότες ξεκάθαρες. Οι πιστοί και οι πιστές έμπαιναν δυο δυο, τρεις τρεις, από τη μοναδική πόρτα. Ο Τσίρο δεν τολμούσε ακόμα ν’ απλώσει το χέρι. Λίγο παραπέρα, ένας ζητιάνος
εκλιπαρούσε με παράπονο:
αδελφό του με τους χτύπους της καρδιάς του.
Φαινόταν σαν να πλημμύριζαν οι παλμοί του
ολόκληρο το σπίτι, με εκκωφαντικό θόρυβο.

– Για όνομα του Θεού, ελεήστε!

Τότε, ο μουγγός ντράπηκε. Είδε τη μητριά του να μπαίνει στην εκκλησιά τυλιγμένη ολόκληρη στο μαύρο της παλτό. Σκέφτηκε:

– Και αν πήγαινα στο σπίτι, ενώ η μητριά μου λείπει;

Η λαχτάρα για τροφή τον παρακίνησε τόσο δυνατά, που δεν χασομέρησε άλλο. Πετούσε πάνω στα δεκανίκια του κυνηγώντας την ελπίδα για ψωμί. Μια γυναικούλα, καθώς περνούσε, του φώναξε γελώντας:

– Τρέχεις για την πρωτιά, σακάτη;

Έφτασε στο σπίτι, σαν αστραπή, βαριανασαίνοντας και καρδιοχτυπώντας. Ανέβηκε τις σκάλες με περίσσια προφύλαξη, δίχως να κάνει θόρυβο.
Αναζήτησε το κλειδί ψηλαφητά σ’ ένα βαθούλωμα του τοίχου, όπου συνήθιζε να το βάζει η μητριά του όταν έβγαινε. Το βρήκε, και προτού ν’ ανοίξει,
κοίταξε από την κλειδαρότρυπα. Ο Λούκα, επάνω στο κρεβάτι, φαινόταν κοιμισμένος.
Ο Τσίρο σκέφτηκε:

– Να μπορούσα να πάρω ψωμί χωρίς να τον ξυπνήσω!

Και γύρισε το κλειδί, σιγά σιγά, κρατώντας την αναπνοή του, τρέμοντας μη τυχόν ξυπνήσει τον αδελφό του με τους κτύπους της καρδιάς του. Φαινόταν σαν να πλημμύριζαν οι παλμοί του ολόκληρο το σπίτι, με εκκωφαντικό θόρυβο.

– Κι αν ξυπνήσει; -σκέφτηκε ο Τσίρο, με μια ανατριχίλα που έφτανε ως στο μεδούλι, όταν ένιωσε πως η πόρτα άνοιξε.

Αλλά η πείνα τον έκανε τολμηρό. Μπήκε ακουμπώντας απαλά τα δεκανίκια, δίχως να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα από τον αδελφό του.

– Κι αν ξυπνήσει;

Ο αδελφός του, ανάσκελα, ανάσαινε με δυσκολία στον βαθύ του ύπνο. Κάθε τόσο έβγαινε από τα χείλη του κάτι σαν ελαφρύς συριγμός. Μόνο ένα κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι, ρίχνοντας στους τοίχους απλωτούς, κινούμενους ίσκιους. Ο Τσίρο, καθώς ζύγωσε στη μαγίδα, σταμάτησε για να κατανικήσει το τρεμούλιασμα του, κοίταξε τον κοιμισμένο και ύστερα, βαστώντας και τα δυο
δεκανίκια παραμάσχαλα, άρχισε να σηκώνει το καπάκι. Η μαγίδα έτριξε δυνατά. Ξαφνικά ο Λούκα αναπήδησε ξυπνώντας. Αντίκρισε τον αδελφό
του σ’ εκείνη τη στάση κι άρχισε να φωνάζει εναντίον του, κουνώντας τα χέρια του σαν τρελός·

-Α, κλέφτης! Κλέφτης! Βοήθεια!

Όμως η μανία τον έπνιγε. Ενώ ο αδελφός του τυφλωμένος από την πείνα, σκυμμένος πάνω από τη μαγίδα, έψαχνε να ‘βρει με τα τρεμάμενα χέρια
του κανένα κομμάτι ψωμί, εκείνος πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι κι όρμησε καταπάνω του για να τον εμποδίσει να το πάρει.

Εκτός εαυτού, τράβηξε το βαρύ καπάκι πάνω στο σβέρκο του Τσίρο που σπάραξε απελπισμένα, σαν θύμα που πιάστηκε στην παγίδα. Ο Λούκα,
έχοντας χάσει κάθε συναίσθηση τού τι έκανε, εναντιωνόταν στις προσπάθειες του Τσίρο να γλιτώσει, πιέζοντας μ’ όλη του τη δύναμη, για ν’ αποκεφαλίσει τον αδελφό του. Το καπάκι τριζοβολούσε καθώς χωνόταν στη ζωντανή σάρκα του αυχένα του, συνθλίβοντας τον λαιμό, πιέζοντας τις φλέβες και τα νεύρα, μέχρις ότου κρεμάστηκε απ’ το καπάκι ένα κουφάρι άνευρο, που δεν προέβαλε πια καμία αντίσταση.

Τότε, μπροστά στον σφαγιασμένο ανάπηρο, ένας τρελός φόβος κυρίεψε την ψυχή του αδελφού του. Δυο ή τρεις φορές, τρεκλίζοντας, διέσχισε το δωμάτιο που το σάλεμα του κεριού γέμιζε με τρόμο πήρε στα χέρια του τα κλινοσκεπάσματα, τα τράβηξε πάνω του, τυλίχτηκε ολόκληρος, σκεπάζοντας και το κεφάλι- έπειτα κάθισε ανακούρκουδα κάτω απ’ το κρεβάτι. Και μέσα στη σιωπή τα δόντια του έτριζαν όπως η λίμα πάνω στο σίδερο.

Σ.τ.Μ.: Η μαγίδα (παράγωγο του «μάσσω» δηλ. ζυμώνω. Στα ιταλικά madia)· ένα κιβωτιόσχημο ξύλινο έπιπλο που χρησίμευε είτε για την αποθήκευση μικρών ποσοτήτων αλεύρων, την προετοιμασία του ψωμιού πριν το ψήσιμο ή για τη φύλαξη τροφίμων μεταξύ γευμάτων. Το έπιπλο σχεδόν πάντα είχε προστατευτικό κάλυμμα από ξύλο ή βαριά πέτρα.

.

ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ 

LUIGI DI RUSCIO

1-LUIGI DI RUSCIO

ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του
η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς
ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει
σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας
και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει
αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα για τη γραμμένη σελίδα
φώναξα και με κοίταζαν σαν να ’μουν ζωντανός
σαν κάτι περισσότερο από ένας ταξιδιώτης
ξαμολήθηκα στους δρόμους
ποιο αγόρι δεν ονειρεύεται άντρας να ντυθεί
εγώ αντρώθηκα νωρίς
όντας ακόμη με τα κοντά παντελονάκια
βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής
κι επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις
πέταξα πάνω τους
κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει
ήταν οι ώρες χωρίς σταματημό
οι εκκλησιές χρησιμεύανε για να δροσιστώ
γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες
που σύντομα τις πλήρωνα με χρήματα κλεμμένα.
Τώρα νιώθω τον έρωτα των γυναικών να μου ακουμπά
το πρόσωπο με την ανάσα
σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά
και τύχη μου φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου
τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ

Την Κυριακή την περνούμε χορεύοντας
ή στον κινηματογράφο
ή όταν η ομάδα πάει καλά
παρακολουθώντας τον αγώνα
κουβεντιάζοντας στο καφενείο ολοβραδύς
για ένα πέναλτι που δεν έπρεπε να δώσουν
για ένα φάουλ
για μια άστοχη βολή
και γεννημένοι ανάμεσα σ’ εκείνα τα τείχη
μαζί κάναμε τα πάντα
το σχολείο την πρώτη Κοινωνία
τα ίδια όνειρα φυγής
και μαζί περάσαμε τον πόλεμο
τρώγοντας εκατόν πενήντα γραμμάρια ψωμί
που δεν αρκεί για να γεμίσει το στόμα μια φορά
και τον φασισμό τον γνωρίσαμε
και το να συλλαμβάνεται ολοένα και κάποιος
επειδή το να δουλεύεις στη χάση και στη φέξη
είναι ιστορία όλων των εποχών
όπως το κουβεντολόι να σαλπάρουμε για Αυστραλία
ή να πάμε εθελοντές
για να μην υποφέρουμε άλλο τη μιζέρια
και κάθε μέρα μας πιάνει τρελό κέφι
και γελάμε με πράγματα κοινότοπα
που μιλούν περί πατρίδας και Θεού
για να μας πείσουν να πεθάνουμε όπως γεννηθήκαμε.

ΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΑΛΩΝΙΖΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Απάνω στις στέγες αλωνίζουν οι γάτες
και τα νιαουρίσματα θρήνοι ερωτικοί
οδηγούνε στον τρόμο τα μυαλά.
Και τα μπουκάλια πεταμένα απ’ το φόβο.
Λένε πως ανάμεσα στις σκιές στριφογυρνούν οι μάγισσες
και οι νεκροί σηκώνονται ολόρθοι.
Εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα
είναι μόνο μια δική μου σκληρή ειρωνεία
που με φέρνει στα φαντάσματα
φαντάζομαι κουκουβάγιες με πράσινα μάτια
να πλανώνται στη σκιά
βλέπω τ’ αμέτρητα τ’ αστέρια
και δεν φοβάμαι.

ANTONIO PORTA

1-ANTONIO PORTA

ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…
(από τη συλλογή “Yellow”)

ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο

GIANMARIO LUCINI

1-GIANMARIO LUCINI

ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια
που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,
μέτρα τα μαλλιά
της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις
μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,
τις μυστικές επιστροφές του πάθους
που έρχεται και σε διαποτίζει
όπως το αλάτι το ψωμί
και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις
με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.
(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)
(από τη συλλογή «Επιτομή»)

ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ

Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης
σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου
και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού
εποποιίες χωρίς σημαίες
σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα
στο πάθος το πιο αληθινό.
Κοιμάται
ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα
και τρέμει το φώνημα
προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο
της πεθαμένης τούτης γης.

ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ

Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια
ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες
ανέβαιναν από τη θάλασσα,
συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες
η ανάσα σου μια αποθαλασσιά
και τραγουδούσε στο άπειρο
δίχως χρόνο, δίχως λόγο
τραγουδούσε στο άπειρο
παραδομένη στο όλον
εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία
που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα
ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά
ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.
(στους εραστές που δεν το ξέρουν)

FEDERICO TAVAN

1-FEDERICO TAVAN

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ
(τραγούδι αγάπης)

Είμαι ο ποιητής των αρουραίων
που μου λασπώνουν τα χέρια.
Ο υπόνομος μ’ αρέσει
γιατί είναι χαμηλά
όπως η κόλαση.
Τους φωνάζω όλους γύρω μου
με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,
γι’ αυτούς παίζω το πίφερο
δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.
«Βιτορίνο!» «Παρών!»
Στα σαράντα τρία του
με την όψη ενός εικοσάχρονου
που υπέστη
όλα τα δεινά αυτού του κόσμου
(ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)
ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,
που μουρμουρίζει ψιθυριστά
για να μην μπορεί ν’ ακούσει
ούτε και ο ίδιος,
άγια μάτια καθηλωμένα
πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.
Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»
Εκδηλώθηκε στα τριάντα του
έξυπνος κι ενεργητικός
και τώρα «πηγμένο σπέρμα
που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,
παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,
η μυρουδιά της μάνας του,
η μόνη γυναίκα που γνώρισε.
Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο
στους δρόμους του Αντρέις.
«Θείε Μάριε!» «Παρών!»
Έχει την ηλικία μου
κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,
σέρνεται εμπρός
με τη θλίψη του
παριστάνοντας πως χαμογελά·
«χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»
χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,
παίζοντας από μικρός
μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.
Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»
που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι
για να περιμένει ανετότερα.
Αρουραίοι σε πομπή.
«Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»
«Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»
«Πετρούλα!» «Παρούσα!»
«Γκίντια!» «Παρούσα!»
«Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»
«Φιορίνο!» «Παρών!»
«Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»
«Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»
με τα μεγάλα μυστικά του
που έρχονται από την Ισπανία,
νέος γέρος κυρτός,
τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,
που υποφέρει από την πείνα
που υποφέρει από το κρύο
που υποφέρει από τη βρόμα
που υποφέρει από κείνο που ’χει
ανάμεσα στα σκέλια.
Αρουραίοι ιταλικοί
που καταστρέφουν το τοπίο,
μικροί Χριστοί
χωρίς σταυρό
χωρίς Γολγοθά
χωρίς παράδεισο.
«Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»
Κάτω στο Κολονιάν
τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει
τα ποιήματά της, σκουπίζει
ένα σπίτι που δεν υπάρχει
τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.
Αρουραίοι φωτογραφημένοι
πολλά χρόνια πριν
που παρεμβαίνουν
στα πράγματα του σήμερα.
Για κείνους τραγουδώ
την παγωνιά των χεριών,
τον πυρετό του μυαλού,
τη σιγή της φωνής,
την κούραση των ποδιών,
τα πεθαμένα δάκρυα,
τη χειμωνιά των όρχεων.
Αρουραίοι που ξετρύπωσαν
από κάθε εκκλησιά
από κάθε σπίτι
από κάθε ταβέρνα
για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο
απ’ τα σκουπίδια.

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.

FRANCESCO TOMADA

1-FRANCESCO TOMADA

Η ΡΟΔΙΑ

Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)
Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο
μια ροδιά
διάλεξα του κήπου μια γωνιά
απ’ όπου αγναντεύεις τον οδοντωτό κλοιό των βουνών
από τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
γη σπαραγμού και μίσους
τα σύνορα θα ’πρεπε να ’ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι να κινούνται κι αυτοί
αν σταματάς, να σταματούν μαζί σου
να σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου
και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά
και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ
τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;
ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

ALDA MERINI

alda merinia

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

ANTONIA POZZI

Antonia Pozzi

ΚΡΑΥΓΗ 

Να μην έχεις ένα Θεό
να μην έχεις ένα μνήμα
να μην έχεις τίποτα στέρεο
παρά μονάχα πράγματα έμψυχα που δραπετεύουν
να υπάρχεις δίχως χθες
να υπάρχεις δίχως αύριο
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα
-βοήθεια-
για τη μιζέρια
που δεν έχει τέλος.

DANIELE PIETRINI

Daniele Pietrini

ΖΑΛΟΓΓΟ  1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

EUGENIO MONTALE

montale-eugenio

MΟTTETTI 

Το ξέρεις, να σε ξαναχάσω πρέπει και δεν μπορώ.
Σαν σημάδι διορθωμένο με δελεάζει
κάθε έργο, κάθε κραυγή ως και η αλμυρή
πνοή που απ’ τους μόλους ξεχειλίζει
και κάνει ζοφερή την Άνοιξη
στη Σοττορίπα.
Τόπος από σιδερικά κι από δενδροφυτείες
σε δάσος μες στου εσπερινού τη σκόνη.
Έν’ ασταμάτητο βούισμα έρχεται απέξω,
σα νύχι σπαράζει τα τζάμια. Γυρεύω το
χαμένο
σημάδι, το μόνο ενθύμιο που είχα σαν χάρη
από σένα.
Κι η κόλαση είναι σίγουρη.

FRANCESCO MAROTTA

francesco-marotta

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου
Από τη συλλογή: “Αποτυπώματα στο νερό”

GIORGIO CAPRONI

caproni_giorgio

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.
(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)
Α΄ Παρουσίαση στα ελληνικά

GIULIANO MESA

GIULIANO MESA

ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΜΑΖΙ 

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

GIUSEPPE UNGARETTI

GIUSEPPE UNGARETTI

LA PIETA

Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά τα χέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.

MARIA LUISA SPAZIANI

maria-luisa-spaziani

ΜΕ ΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΗ ΑΥΛΑΙΑ

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

MASSIMILIANO DAMAGGIO

MASSIMILIANO DAMAGGIO

 CELEBRATION TOWN 

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τόπος
που οι γείτονες χαιρετούσαν τους γείτονες
στο ήσυχο φως του σούρουπου,
τα παιδιά κυνηγούσανε πυγολαμπίδες,
στο σινεμά παίζανε καρτούν
κι ο μπακάλης έκανε διανομές κατ’ οίκον
Ένας τόπος με καραμελωμένα μήλα,
μαλλί της γριάς και μυστικά φρούρια,
το κουτσαντήρι στο δρόμο,
πανηγύρια στις γειτονιές, παρελάσεις της 4ης Ιουλίου,
δείπνα με μακαρόνια, πωλήσεις τουρτών στα σχολεία,
γλειφιτζούρια, πυγολαμπίδες φυλακισμένες μέσα σ’ ένα βάζο
Κι αν δεν μπορούμε να γυρίσουμε
σε εκείνους τους καιρούς, μπορούμε
να φτάσουμε σ’ έναν τόπο, που ν’ αγκαλιάζει
όλα τούτα, και μια μέρα
θα είναι η Celebration Town
το σπίτι μας, σπιτάκι μας
[από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»]

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών.

ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

ΠΕΡΙ ΟΥ 12/9/2020

Το βιβλίο της Ευαγγελίας Πολύμου, Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών και με υπότιτλο, Ιστορία και Ποίηση (Ο Ιταλικός Ερμητισμός), αποτελεί πραγματικά μια υποδειγματική μελέτη για τη ζωή και το έργο του ποιητή (1913-1983). Στο πολύ καλαίσθητο εξώφυλλο της δίγλωσσης έκδοσης εικονίζεται το κομψό πορτρέτο του ποιητή, όχι στυλιζαρισμένο, αλλά με μια φυσική, ξαφνιασμένη, θα έλεγα, έκφραση στο ωραίο του πρόσωπο, ενώ στο φόντο αχνοφαίνονται αράδες από γραπτό του κείμενο. Στο κάτω μέρος του εξώφυλλου αναφέρεται η συνολική εργασία που εκπόνησε η Ευαγγελία Πολύμου: Εισαγωγή, Μετάφραση, Κριτικός Σχολιασμός, Επίμετρο. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ολοκληρωμένη εργασία που καλύπτει κάθε πτυχή, όχι μόνο της ζωής και του έργου του ποιητή, αλλά και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, της ταραγμένης εποχής του β’ παγκόσμιου πολέμου, όπου ο ποιητής επιστρατεύτηκε και κατατάχτηκε στο πεζικό και αργότερα αιχμαλωτίστηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις και έζησε για δύο χρόνια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Αλγερίας και του Μαρόκου. Εμπειρίες που θα τον σημαδέψουν και θα αφήσουν το ίχνος τους στο Ημερολόγιο της Αλγερίας, στο οποίο εντάσσεται και η ενότητα Η Κόρη των Αθηνών, που περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα από την ολιγόμηνη παραμονή του στην Ελλάδα.
Στο πλούσιο πληροφοριακά κεφάλαιο Ι. της Εισαγωγής υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων για τη ζωή, τις σπουδές, τις φιλίες και τις εκλεκτικές συγγένειες, τη διδασκαλία του σε Λύκειο της Μόντενα, το πέρασμά του από το διαφημιστικό τμήμα της βιομηχανίας Pirelli, την ανάληψη των καθηκόντων του ως σύμβουλος και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκδόσεων Mondadori, τη συμμετοχή του σε λογοτεχνικά περιοδικά, τις μεταφράσεις του, την αγάπη του για τον Καβάφη, (έγραψε μάλιστα ένα κριτικό σημείωμα στα Ερωτικά του ποιήματα) και για τον Σεφέρη (έγραψε τον πρόλογο στην ιταλική μετάφραση των Έργων του), και τέλος, για το πολυσέλιδο αρχείο του, που σύμφωνα με τον επιμελητή του, Ντάντε Ιζέλλα, «αντιπροσωπεύει μια από τις τελευταίες και πλέον εμπεριστατωμένες μαρτυρίες της λογοτεχνικής ζωής του 20ου αιώνα στην Ιταλία». Στο κεφάλαιο ΙΙ. της Εισαγωγής, η Ευαγγελία Πολύμου μας εισάγει με δεξιοτεχνία στα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ποίησης του Σερένι, που είναι επηρεασμένη από τον ερμητισμό και ερμηνεύεται ως «βιωμένη ιστορική εμπειρία», και επιπλέον μας παρουσιάζει τις ποιητικές του συλλογές, καθώς και την εξέλιξη του γλωσσικού του ιδιώματος και της ποιητικής του από συλλογή σε συλλογή. Τέλος, στο ΙΙΙ. μέρος της Εισαγωγής αναφέρεται σε σύντομες βιβλιοκριτικές για το έργο του Σερένι, «ποιητή του συγκρατημένου συναισθήματος και των χαμηλών τόνων», που θεωρείται «ο αρχηγέτης της νέας γενιάς ερμητικών μετά τον Μοντάλε {…}, και «που ενέπνευσε όσο λίγοι τον κριτικό λόγο τριών γενεών εκτιμητών».
Μετά την εμπεριστατωμένη Εισαγωγή, ακολουθεί η δίγλωσση ποιητική ενότητα, Η Κόρη των Αθηνών, όπου είναι εμφανής η μεταφραστική δεινότητα της Πολύμου. Το κείμενο ρέει κυριολεκτικά, η γλώσσα είναι ζωντανή και πάλλουσα και κατορθώνει να προκαλέσει τη μέθεξη και τη συγκίνηση του αναγνώστη. Η ενότητα αποτελείται από 10 ποιήματα/σταθμούς στην πορεία του ποιητή προς το μέτωπο, άνισα μεταξύ τους ως προς τον αριθμό των στροφών και των στίχων, με πιο εκτεταμένο Η Κόρη των Αθηνών, που έδωσε και τον τίτλο σ’ αυτόν τον ποιητικό κύκλο. Τα περισσότερα ποιήματα είναι χρονολογημένα και αναφέρουν τον τόπο της συγγραφής, π.χ. στο κάτω μέρος του ποιήματος Βελιγράδι ο ποιητής σημειώνει: Μεταγωγικό τρένο Μέστρε-Αθήνα, Αύγουστος 1942. Όλα τα ποιήματα αυτού του κύκλου αποτελούν απόσταγμα των εμπειριών του Σερένι από τα περάσματά του σε διάφορα μέρη ως στρατευμένος ή αιχμάλωτος, στην περίοδο του β’ παγκόσμιου πολέμου, μεταξύ του 1940-1944. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι ενδεικτικοί: Περίμετρος 1940, Μια πόλη τη νύχτα, Ημερολόγιο: Μπολόνια, Βελιγράδι, Ιταλός στην Ελλάδα, Δημήτριος, Η Κόρη των Αθηνών, Ανάπλους του Άρνου από την Πίζα, Έπαυλη Παράδεισος, Pin –Up Girl. Στην αριστερή σελίδα του βιβλίου υπάρχει το πρωτότυπο ποίημα στα ιταλικά και στη δεξιά σελίδα η ελληνική μετάφραση.
Εκτός όμως από την έξοχη μεταφραστική της δουλειά, που δείγμα της θα παρουσιάσω αμέσως παρακάτω, η Ευαγγελία Πολύμου προχωρά και σε έναν κριτικό σχολιασμό για κάθε ποίημα της ενότητας, μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, που ονομάζει Ι. Το οδοιπορικό μιας περιπλάνησης και ακολουθεί ΙΙ. Το Ημερολόγιο της Αλγερίας.
Επιλέγω τις δύο τελευταίες ενότητες, την 4η (στίχ. 28-44, «Αφού για καιρό… σεβασμού») και 5η ενότητα (στίχ. 45-50, «Έτσι, απόμακροι… η θύμησή σου») από το ποίημα, Η Κόρη των Αθηνών, ως ένα δείγμα εξαίρετης μετάφρασης:
Αφού για καιρό γύρισε ο τροχός[1]
σήμερα ένας στόλος φιλικός αρμενίζει στ’ ανοιχτά,
αργά ωριμάζει ο καρπός της καρτερίας
πρώιμος για άλλους, αλλά όχι για σένα,
δεσποινίς.

Όποιος κοιμάται, κοιμάται στο ψηλό
χιόνι εκεί πάνω ανάμεσα στους αγαπημένους νεκρούς.

Εσύ ξυπνάς με τους νεκρούς και σ’ εκείνους μιλάς:
-Εγώ θέλω μια σημαία
που ν’ απηχεί τον σπαραγμό μου
ν’ ακτινοβολεί το κλάμα μου,
εγώ θέλω μια χώρα που να’ ναι τραγούδι
απαλό ο ύμνος που με κατάτρυχε
από τα άγουρα χρόνια,
όπου ο συναγερμός που όργωσε τις νύχτες μου
να επιστρέψει αλλαγμένος σε ηχώ
συμπόνιας, ελπίδας, σεβασμού-.

Έτσι απόμακροι συναντιόμαστε.
Και μερικές φορές μοιάζει
να περπατάμε, δεσποινίς, στον ήλιο
που είναι ευχάριστος και στους ηττημένους
μες της Αττικής τους ζωηρούς κήπους.

Και πρασινίζει ακόμα η θύμησή σου.

Μεταγωγικό τρένο Αθήνα-Μέστρε, φθινόπωρο 1942
Βόρειος Αφρική, φθινόπωρο 1944

Το Επίμετρο που ακολουθεί αποτελείται από δύο μέρη: Ι. «Λογοτεχνία όπως ζωή» και ΙΙ. Νέα Ερμητική Γενιά. Ο τίτλος του πρώτου μέρους, «Λογοτεχνία όπως ζωή», προέρχεται από το δοκίμιο του κριτικού της λογοτεχνίας, Κάρλο Μπο, που το δημοσίευσε το 1938 και θεωρήθηκε το μανιφέστο του ερμητισμού, γιατί περιέχει τις θεωρητικές και μεθοδολογικές βάσεις της ερμητικής ποίησης. Η Ευαγγελία Πολύμου αναφέρει την προέλευση του όρου Ερμητισμός και τονίζει τη στενή σχέση του με τον σουρεαλισμό. Στη συνέχεια μας δίνει τα γνωρίσματα του ερμητισμού και τα στοιχεία που υιοθετούν οι ερμητικοί ποιητές, και παρουσιάζει τους κυριότερους εκπροσώπους του λογοτεχνικού αυτού ρεύματος. Στο δεύτερο μέρος αντίστοιχα παρουσιάζει τους εκπροσώπους της Νέας ερμητικής γενιάς. Έτσι, ολοκληρώνει την περιήγησή της στον ερμητισμό, στον οποίο ανήκε και ο ποιητής Σερένι.
Στο Παράρτημα που ακολουθεί αναφέρει αναλυτικά κατά είδος τον κατάλογο των έργων του Βιττόριου Σερένι (Ποιητικές συλλογές, Πεζογραφήματα, Μεταφράσεις, Συνεργασίες σε περιοδικά και εφημερίδες), αλλά και τη Μεταφραστική τύχη του ποιητή στην Ελλάδα.
Τέλος, το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια πλήρη βιβλιογραφία, ξένη και ελληνική, για το έργο του.
Από όλα, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, το βιβλίο της Ευαγγελίας Πολύμου, Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών, είναι εμφανές ότι αποτελεί μια εξαντλητική έρευνα και μελέτη για έναν ποιητή που «οι στίχοι του αντιπροσωπεύουν ένα από τα υψηλά δείγματα της ιταλικής ποίησης του 20ου αιώνα». Της οφείλουμε, λοιπόν, τη γνωριμία μας με αυτόν τον σπουδαίο Ιταλό ποιητή και τη μύησή μας στην ποίησή του, όχι μόνο μέσα από την έξοχη μετάφραση του ποιητικού κύκλου, Η Κόρη των Αθηνών, αλλά και μέσα από τα πλούσια σχόλια και τις πληροφορίες που αναφέρονται στη ζωή, στο έργο και στο λογοτεχνικό ρεύμα του ερμητισμού, του οποίου υπήρξε πολύ σημαντικός εκπρόσωπος.

[1] Να, πώς προσεγγίζει ερμηνευτικά αυτήν την ενότητα (4η) η Ε. Πολύμου: «Πέρασε καιρός και πλέον είναι όλα παρελθόν. Σήμερα επικρατεί ο καρπός της καρτερίας, η ειρήνη, και στις ελληνικές θάλασσες, όπου περιέπλεαν εχθρικές νηοπομπές, αρμενίζουν καράβια φίλων. Στους επόμενους στίχους γίνεται αντιληπτός ένας ελεγειακός τόνος και αποκαλύπτεται η ευαισθησία του ποιητή για εκείνους τους νεκρούς που χάθηκαν στο χιόνι κατά το πέρασμα των ιταλικών μεραρχιών από την Αλβανία. {…} Μια μεγάλη λυρική στιγμή στο σύνολο του ποιητικού κύκλου αποτελούν οι επόμενοι στίχοι (στιχ. 36-44), όπου ο ποιητής για πρώτη φορά δίνει φωνή σε πρώτο πρόσωπο, σε κάποιον άλλον πέραν του μοναχικού στρατιώτη-αφηγητή. Η μετουσίωση της νέας Ελλάδας, η «δεσποινίς», η νεότερη «θεότητά» της, ενσαρκώνει το Υψηλό που το προτάσσει, ομιλώντας με όλους εκείνους τους αγαπημένους νεκρούς για τα καταπατημένα ιδεώδη. Ετούτοι επιζητούν μία σημαία να τους αντιπροσωπεύει και μία χώρα, για να παιανίζει ο δικός της ύμνος, απηχώντας τα ιδεώδη της συμπόνιας, της ελπίδας και του σεβασμού. Επιζητούν την Ελευθερία!»

.

Οι καλύτερες μου φλέβες

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

FRACTAL 18/03/2020

Μισή ιερή, μισή πορνογραφική

[…Οι Καλύτερες μου Φλέβες τιτλοφορείται η ανθολογία ιταλικής ποίησης που προτείνουν οι εκδόσεις 24 Γράμματα. Η Ευαγγελία Πολύμου στο εργαστήριο και ο Σταύρος Δεληγιώργης που υπογράφει την εισαγωγή του τόμου συνθέτουν τους θεματολογικούς και κριτικούς εμπνευστές μιας πλούσιας όσο και επίκαιρης εργασίας, αφού στην πλειοψηφία τους οι ανθολογημένοι, Ιταλοί ποιητές διαμορφώνουν την έκφρασή τους κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Σε μια ιταλική πραγματικότητα που ανακτά την αυτοπεποίθησή της μετά τα τραγικά γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και πασχίζει να εξισορροπήσει ρεύματα και δυνάμεις που γυρεύουν μερίδιο στην εξουσία η ποίηση υπογράφει την υφολογία μιας κοινωνίας. Στους στίχους των ποιημάτων που φιλοξενούνται στην έκδοση των 24 Γραμμάτων συνοψίζεται σε μια φθαρμένη αναπαράσταση η Ιταλία αλλά και τα ατομικά ελατήρια μερικών από τους σημαντικότερους, σύγχρονους ποιητές της γείτονος χώρας. Ωστόσο το στοιχείο του προσωπικού, είτε αυτό διατυπώνεται με γλωσσικούς όρους, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει στην εισαγωγή του ο κ. Δεληγιώργης, αλλά και ο παράγοντας πατρίδα φορτωμένος με όλα του τα περιττά φτιασίδια, τις εμμονές, τις καλύτερες αλλά και τις πιο σκοτεινές εκδοχές του, καθορίζουν την στόχευση των δημιουργών. Μια συμπόρευση διακριτική και αμείωτη που οδηγεί πάντα στην αναβίωση μιας ιταλικής πραγματικότητας, αυτής που διαμορφώνουν τα κορυφαία, παγκόσμια γεγονότα αλλά και όσα δράματα παίζονται με φόντο την εθνική εποποιία. Οι ανθολογημένοι ποιητές δεν καταπιάνονται με τις μεγάλες ιδέες, αλλά καταθέτουν το βίωμα και την καταγγελία, επιτυγχάνοντας με την συνύπαρξή τους στην ανθολογία της κυρίας Πολύμου την πύκνωση ειδικών συνθηκών. Πραγμάτων, εποχών και ιδεών που παρά την φαινομενική τους διαφορετικότητα, δεν παύουν να δανείζονται από τις ανεξάντλητες δεξαμενές της εθνικής πόζας για να δείξουν δίχως δισταγμό τα μικρά και τα μεγάλα έπη της ζωής. Οι βιογραφίες των ποιητών, εστιασμένες σε μια γενική όσο και ενδεικτική εντύπωση, παραχωρούν μια πρώτη εικόνα για τα ποιήματα που ακολουθούν. Οι εξαιρετικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου μαρτυρούν, όχι μόνο την ενδελεχή μελέτη της μεταφράστριας αλλά και τις θεμελιώδεις αφορμές που ενεργοποίησαν την σύγχρονη, ποιητική παραγωγή στην Ιταλία.

Πατρίτσια Καβάλι, Τζιαμάρκο Λουτσίνι, Φεντερίκο Ταβάν, Κάρμινε Βιτάλε μα και άλλοι διαμορφώνουν το περιεχόμενο της ανθολογίας. Προικισμένοι με το χάρισμα του στίχου καταθέτουν τα ποιήματά τους στα πόδια της Ιταλίας που σκοτώνει τα παιδιά της σε ένα ξέφωτο έξω από την Ρώμη, που δολοφονεί τον Άλντο Μόρο μέσα σε ένα πορτ παγκάζ αφοπλίζοντας κάθε έννοια συμβιβασμού, την σημερινή Ιταλία που κουβαλά τις πρόσφατες μνήμες του μπερλουσκονισμού αλλά και το στίγμα μιας λαϊκιστικής, ακροδεξιάς κυβέρνησης. Την Ιταλία των τρομερών αντιφάσεων, του φτωχού νότου και του πλούσιου, εκβιομηχανισμένου βορά, την πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που τώρα ποζάρει με στυλ στα ιστορικά συντριβάνια και βαδίζει επάνω στα θαυματουργά, βενετσιάνικα νερά, ταράζοντας με ομόκεντρους κύκλους την ησυχία ενός σκοτεινού θεού. Ποίηση ευθεία, νατουραλιστική, συμπερασματική ποίηση, πλασμένη από την πολυφωνική Ιταλία με τα αναρίθμητα, κοινωνικά αντανακλαστικά και το εσωτερικό, σκληρό τραγούδι της ποζάρει στα ποιήματα των δημιουργών της ανθολογίας, κρατώντας για τον εαυτό της την αυθεντική αίσθηση της συσσωρευμένης μνήμης αλλά και της αναγκαίας δρομολόγησης των μελλοντικών καιρών. Καταργώντας κάθε έννοια αυτοσυντήρησης οι Ιταλοί ποιητές που κυλούν σαν αίμα στις καλύτερες φλέβες της Ευαγγελίας Πολύμου, εργάζονται αδιάκοπα σε κλίμακες ελάσσονες και μείζονες, αφήνοντας στις σελίδες ως ίχνος, τον βόμβο μιας ρυθμικής περιπέτειας. Οι ποιητές της ανθολογίας συνιστούν ένα είδος ερωδιού, σωστά αγριοπούλια. Δίχως σχέδιο, καταλύοντας άλλοτε τον ρυθμό ή καθιστώντας κρυπτική την αναπαράσταση ενός κόσμου που πνίγεται μέρα την μέρα σε ληθαίους ποταμούς, κομίζοντας μια αλήθεια ή μια φαντασία στο αδέξιο πλήθος της Νέας Υόρκης οι ποιητές των Φλεβών πραγματώνουν το όνειρό τους . Εκείνο που χρειάζεται για να ακουστούν οι πλατιές αναπνοές του γέρο Ουίτμαν δεν εντοπίζεται στην παράδοση ή το στοιχείο του φολκλορικού που ολοένα κερδίζει έδαφος με την επιφανειακότητά του στον καταιγιστικό ρεαλισμό της νέας χιλιετίας. Μια ιδέα έμφυτης μουσικής στην ίδια την εκφορά των πρωτότυπων ποιημάτων που συνοδεύουν στο αντικριστό σαλόνι της έκδοσης τις ελληνικές αποδόσεις, ο χρόνος θάλασσα που υπεισέρχεται ανάμεσα στα πράγματα και τα κάνει κάπως παράλογα και πελιδνά, το υλικό της πλατιάς και ανόθευτης ζωής περιλαμβάνονται στα εκφραστικά χαρακτηριστικά των φλεβών, κάτω από την αλυσιδωτή και αναπότρεπτη πορεία του χρόνου. Ανάμεσα στα πένθη τους, – οι στίχοι θέλουν διαλυμένες καρδιές και περαστικές σκιές-, γυρεύουν το προορισμένο και ίσως την επαρκέστερη απομίμηση της ζωής. Σαν να ανοίγει κανείς μια αρχαία πόρτα στην Ραβένα καρφώνοντας λέξεις τίμιες, σκληρές, λυτρωτικές, εγκαταλείποντας τα πράγματα μες στην τόση τους καθημερινή αναγκαιότητα, την συνθήκη που κάθε τόσο μας επιβάλλεται ώσπου να γίνει μια δικιά μας υπόθεση. Μέχρι να μεταμορφωθούμε εμείς οι ίδιοι στο αναγκαίο.

Ίσως κάτι από το συγκολλητικό υλικό της εθνικής συνείδησης να διατρέχει ζωηρά τις σελίδες της ανθολογίας σαν ένα είδος δεύτερου δέρματος. Κάνετε λάθος κύριε, λάθος και στο νου του επέστρεψε το δειλό εκείνο ρίγος που καταλήγει πάντα στο χαμόγελο και την ίδια στιγμή καταργεί το δόγμα της αυτοματοποιμένης συμπεριφοράς απελευθερώνοντας ένα είδος εσώτερης θέασης, σαν να αντικρίζουμε την πραγματικότητα του Μ. Σουλτς, ένα είδος ζωής για τα έργα της ανθολογίας που μόνον κάτω από ειδικούς φωτισμούς συλλαμβάνεται.]

Όλα τα παραπάνω διαβάζονται από έναν αρλεκίνο, κάπως λυπημένο. Φορά στην στολή του τα εθνικά χρώματα και κρατιέται από το τίποτε του κόσμου. Στο φόντο του τρεμοπαίζουν τα φώτα των οικισμών που φύονται γύρω από το Λέτσε. Στα πόδια του αρλεκίνου η γη τρέμει, η φιγούρα του η ίδια τρέμει σαν σήμα που χάνει και κερδίζει τον εαυτό του. Γύρω του σκόρπια τα πράγματα και οι εντυπώσεις της κομέντια ντε λ΄αρτ, ένα είδος παλιού βασιλείου. Στέκει στην κορυφή του υψώματος και τραγουδά για τους ανθρώπους του νότου, όπως ένας καλός χριστιανός που γνωρίζει σε βάθος την ιστορία της πίστης και του αφάνταστου. Η Ρόουζ και ο χρόνος που βαθαίνει, αυτοσχέδιες βόμβες, νεαροί αλήτες, βόμβες από αφρολέξ, πλαστικοί γονείς, ιταλικές εποποιίες, ιταλικές ροδιές, το ψωμί και τα σύνορα και οι μεθόριοι στην συνοριακή γραμμή της Σλοβενίας σημαδεύουν την εκφορά του παράταιρου αρλεκίνου. Κάθε τόσο η όψη του ανακτά τα χαρακτηριστικά ενός αρχαίου δαίμονα στα ονόματα και τα ρήματα, η φωνή του τρέμει, η FIAT φτιάχνει αδιάκοπα εργοστάσια και παρμπρίζ και ένα σωρό λεπτομέρειες των αυτοκινήτων που κατακλύζουν τους δρόμους της Ρώμης, τα βοσκοτόπια και τα λιγοστά βουνά παραμένουν, η παγωνιά των χεριών και οι σταγόνες μιας παλιάς, υπέροχης κουλτούρας, θάνατος γεμάτος μάτια που έρχεται από τις βιομηχανικές συνοικίες του Τορίνο, όλο συνθήματα και ιαχές του σκοραρίσματος στην Νάπολη των αξεπέραστων, ιταλικών φρέσκο. Ο αρλεκίνος δεν διαθέτει όνομα και ίσως απόψε να του ταιριάζουν τίτλοι όπως Πατρίτσια, Τζιαμάρκο, Φεντερίκο.

Η έννοια της ανθολογίας υπακούει σε μια σειρά από αξιολογικά και θεματολογικά ή υφολογικά κριτήρια. Ωστόσο, απομένει πάντα η δυνατότητα στον χαρισματικό συλλέκτη να εντοπίσει με το αλάθητο αισθητήριο της πρόθεσής του, τους στίχους που μιλούν αμεσότερα για την έννοια της πατρίδας, για ένα είδος έρωτα ή λύπης που φύεται στα όρια του χοϊκού. Η ανθολογία που επιμελείται η Ευαγγελία Πολύμου και κυκλοφορεί από τις εξειδικευμένες στα ιταλικά γράμματα εκδόσεις των 24 γραμμάτων διαθέτει το σπάνιο χάρισμα της αφοσίωσης. Μιας στάσης που θέλησε να τραγουδήσει το κατεπείγον ενός ιταλικού αιώνα φορτωμένου συγκοπές, ελλείψεις, ηθικές αναγκαιότητες και επίμονους, ακίνητους, ιταλικούς ενεστώτες. Μια άλλη διάσταση τέταρτη, αφήνει να φανεί η ανθολογία των Καλύτερων Φλεβών και αυτό συνιστά ένα είδος σπάνιας βαρύτητας που νομιμοποιεί την επιλογή, κάτω από την έναστρη μετάφραση των στίχων.

2 σκέψεις για το “ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *