ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια-νομικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Είναι μέλος στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αίθριος και σήμερα, Νησίδες (2021)
Κινητή γιορτή, Νησίδες (2018)
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

.

 

 

 


.

 

 

.

 

ΑΙΘΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ (2021)

ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ

Πόσο της άρεσαν οι καλοκαιρινές νύχτες, ζεστές στην καρδιά
του Ιουλίου και τον Αύγουστο, να κάθεται στο μπαλκόνι,
αργά, ίσα που έπαιρνε να δροσίζει. Στο οπτικό της
πεδίο ο γείτονας απέναντι στο ρετιρέ, κυριαρχώντας σε
όλο το τετράγωνο απέναντι σε όλους ένα γύρω, με την
έπαρση της σημαίας του, αναρτημένης καθημερινά ανελλιπώς
άνευ λόγου και αιτίας, που πλατάγιζε καθώς γύριζε ο
αέρας και τυλιγόταν πάνω-κάτω στο κοντάρι ξανά και ξανά,
κι από τις θριαμβικές μπλε και άσπρες ρίγες έμεναν ενδεικτικά
άντε μια μπλε, μια άσπρη, μια ακόμα μπλε. Ο σκύλος
του που γαβγίζει κάθε τόσο, αλλά εκείνος αρνείται να
τον βγάλει βόλτα. Η σιωπή μετά. Κάπου-κάπου γαλαζωπό
ένα βούισμα από κάποια αναμμένη, ξεχασμένη τηλεόραση
λίγη ώρα μετά το τέλος του προγράμματος που όλοι
πηγαίνουν για ύπνο κανονικά, κάποιοι διάλογοι μόνο στη
διαπασών και κραυγές – σε ποια γλώσσα; Χωρίς αστέρια.
Χωρίς μυρωδιές. Η νύχτα. Πρέπει στη ζωή να έχεις ένα
διακόνημα κι ένα χειροτέχνημα – από ποια καλογερίστικη
ηθική το είχε ανασύρει αυτό άραγε, αλλά έμοιαζε ενδιαφέρον.
Δεν έχει τίποτε απ’ τα δυο, γι’ αυτό η ζωή της φεύγει
μέσα από τα δάχτυλα, άχρηστη. Αγαπάει την καλοκαιρινή
νύχτα. Όλοι έχουν πέσει για ύπνο, να αναπαραγάγουν
την εργασιακή τους δύναμη, αύριο πάλι. Είναι η πολύτιμη
ζωή τους, και την σπρώχνουν να περάσει. Εκείνη όχι.
Μένει και περιμένει, στην όμορφη νύχτα.

 

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ ΠΟΝΟΥ

Είχε βρεθεί εκεί
με άλλες δυο
Κι έφτιαξαν οι τρεις τους
μια φιλία
πολύ ξεχωριστή
Κι ο πόνος
υποχώρησε κι αυτός
στις δύο.

Η μία τους
που πονούσε τώρα
ακόμα πιο πολύ
τις προάλλες
αυτοκτόνησε.

 

Η ΠΑΥΛΙΝΑ

Η ξαδέρφη μου η Παυλίνα εκείνες τις μέρες ερχόταν πολύ
συχνά επίσκεψη στο σπίτι μας με ένα κίτρινο φουστάνι
με σφηκοφωλιές, ψηλή, με παιδικά σοσονάκια και αλογοουρά,
ατρόμητη κι αποφασιστική. Μια εβδομάδα πριν
είχε χάσει τον πατέρα της και ερχόταν με τη μαμά της, στα
κατάμαυρα, στο σπίτι των συγγενών του, να ανασυνταχτούν,
να ενδυναμωθούν, να βρουν ένα στήριγμα, πώς να
τα βγάλουν πέρα στο εξής, χωρίς σύνταξη, χωρίς δουλειά,
χωρίς πόρους. Τέτοια συζητούσαν οι μεγάλοι, χαμηλόφωνα
στο σαλόνι, αλλά κι εμείς με την Παυλίνα στο άλλο
δωμάτιο είχαμε χάσει το μυαλό μας με τα μαντάτα που μας
έφερνε από την Αθήνα, έναν άλλο κόσμο με θέατρο, μουσικές
και βιβλία, σαν κι αυτά που είχε φέρει μαζί της και
διάβαζε – κι αν θέλαμε, μπορούσε να μας τα δανείσει. Και
δεν ήταν τίποτα παιδικά, Καλημέρα θλίψη ήτανε, το καινούργιο
βιβλίο της Φρανσουάζ Σαγκάν ήταν, μας ενδιέφερε;
Δελεαστικό έμοιαζε, ενώ τα αδέρφια μου δεν χόρταιναν
να την ακούν να μας μιλάει για Το κελί του Τσέσμαν,
την αυτοβιογραφία ενός βαρυποινίτη, τελειωμένο στο
θάλαμο των αερίων – όλος ο κόσμος αυτό διάβαζε στην
Αθήνα, και να το συζητούσαμε. Άνοιξαν OL ουρανοί και
φανερώθηκε το πνεύμα των βιβλίων, κι εμείς ταπεινά-ταπεινά
προσκυνήσαμε τα νέα είδωλα που έφερνε η ξαδέρφη μας
– η αρχή, εξ άλλου, δεν είναι το ήμισυ του παντός;

 


ΚΑΡΑΒΑΝΙ

Σαν κυνηγόσκυλο η νέα μέρα
Έρχεται τρέχοντας να μου προσφέρει στη μουσούδα της
Το βραδινό κυνήγι,
λέξεις, προτάσεις, θέματα
που έκλεψε μες στις πυκνές συστάδες του ύπνου.
Ανιχνευτής φερέγγυος, μα πόσο πάρωρα
για τη νεότητα πάλι και πάλι για να μιλήσω
το καραβάνι της ιχνηλατώντας
ανίκητη καθώς περνά
ξέφτια από έρωτες και λάθη.
με ήχους, άλογα,
ελπίδες, φόβους και χαμόγελα

Και τι να πω.
Κανένα ποίημα πάλι,
της παρακμής.

(14 Ιανουάριου 2020)



ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στο μικρό δωμάτιο
του μεγάλου νοσοκομείου
ξαπλωμένη μια γυναίκα
κι απ’ έξω ο ήλιος
να κοιτάει μέσα και να κάνει
αστεία σχήματα
στον απέναντι τοίχο
που η γυναίκα
στο κρεβάτι της
με την παρτιτούρα του πόνου
αγωνίζεται

 

ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

Το απογευματινό φως που αργοπορούσε στοίχειωνε τις
κουρτίνες, φώτιζε ακόμα τα δωμάτια με ένα μωβ που
χρύσιζε, αλκυονίδες μέρες. Θα έβγαιναν σήμερα, και το σπίτι
όλο αναστατωμένο. Τα δωμάτια και τα πράγματα, το
κομπιούτερ και τα βιβλία, οι ορτανσίες και τα παχύφυτα,
τα κυκλάμινα και η μανταρινιά στις γλάστρες τους όλα, που
τα είχε πάρει μέσα, μην τα κάψει ο χειμώνας, όλα τώρα
σε συνωμοτική σιωπή, περιμένουν. Οι μεταλλικοί σωλήνες
του αερίου μόνο διαστέλλονται και συστέλλονται, μια
ηχηρή αποδοκιμασία. Έπρεπε να απολογηθεί; Ε, ναι, θα
έβγαιναν, μετά από τόσες μέρες κλειδαμπαρωμένοι, θα
πήγαιναν σε ένα κάλεσμα με φίλους, να δουν αληθινούς
ανθρώπους, να συζητήσουν αληθινά προβλήματα, να
συνειδητοποιήσουν τον καιρό που περνάει, να επαληθεύσουν
τις ρυτίδες στα φιλικά πρόσωπα της Πωλίνας, του
Φίλιππου ή του Θωμά.

 


ΠΑΡΑΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΩΝΑ

Ήσυχο πρωινό, δροσερό με θορύβους λίγους – αυτοκίνητα
που βάζουν μπρος, ένα γρήγορο περπάτημα κάτω στον
δρόμο, μια κοπέλα με την τσάντα στους ώμους που μιλάει
δυνατά στον εαυτό της, ή μάλλον όχι, δικτυωμένη, στο
κινητό της μιλάει. Ένας άντρας που σηκώνει αργά-αργά με
το κινητό του τα ρολά στο μαγαζί του.
Η μέρα, άγραφη λευκή κόλλα τετραδίου από εκείνα των
παιδικών της χρόνων, με τα πορτρέτα των ευεργετών στο
εξώφυλλο. Όλα καινούργια κι αξόδευτα. Παρκάρει, βγαίνει
απ’ το αυτοκίνητο και προχωράει, τάχα ξένοιαστη, τάχα
χαρωπή, τάχα αποφασιστική, μια νέα γυναίκα έτοιμη
να αρχίσει μια μέρα εργασίας και προσφοράς στον
συνάνθρωπο. Μπαίνει στο Ιατρείο, να παραλάβει το πρώτο
ραντεβού. Δέχεται απανωτές τις καλή μέρες απ’ το γκισέ
των νεαρών γυναικών, όλες τους με οκτώ ώρες ύπνο
σερί, ύπνο χαλαρό, ίσως με αγκαλιές ενδιάμεσα και νάτες
οι ολοστρόγγυλες χαρούμενες λέξεις τους, τι γίνεται, είναι
καλά, πώς πάει η ζωή, τι έγινε το Σαββατοκύριακο. Καλά
είναι, όλα εντάξει, και προχωράει στον διάδρομο, τα μάτια
πρησμένα και κόκκινα, όλο το βράδυ -τρία βράδια τώρα-
το μωρό δεν την άφησε να κλείσει μάτι, κι από πάνω τής
έχει κολλήσει κι αυτήν την ίωση, είναι κόκκινη σαν παπαρούνα
κι έχει λίγο πυρετό, να κοιμηθεί, μόνο να κοιμηθεί
λαχταράει, αλλά θα το παίξει παλληκάρι ως το τέλος,
«Ας περάσει το πρώτο ραντεβού».
Είναι ένας άντρας γύρω στα εξήντα, κοιτάει τις εξετάσεις
που της έφερε, όχι, δεν χρειάζεται να αλλάξουμε αγωγή,
τα τριγλυκερίδια, αν δεν είναι κάτι ενδογενές, πρέπει
με τη διατροφή να τα πολεμήσουμε – κι αυτός, πόσες ώρες
κοιμάται, άραγε, τη νύχτα αυτός; Οι άνθρωποι τώρα
χωρίζονται σε δύο αδρές κατηγορίες, σ’ αυτούς που κοιμούνται
το βράδυ, και σ’ εκείνους που ξενυχτάνε, άυπνοι, ένα
μωρό, ένας πόνος, ποιος ξέρει τι, που θέλουν να κοιμηθούν,
που ονειρεύονται να είχαν κοιμηθεί ή που επιθυμούν να
τους αφήσουν να συνεχίσουν να κοιμούνται. Ο δικός της
χτες το βράδυ που γύρισε οινοβαρής από την ετήσια
συνάντηση με τους φίλους της Σχολής, ήθελε να κοιμηθεί, της
είπε μια καληνύχτα, την μισοαγκάλιασε και έπεσε βαρύς
στο κρεβάτι τους. Όταν το μωρό έκλαψε, άσ’ το πάνω μου,
της είπε, βάρδια του ήταν, θα αποφάσιζε εκείνος πότε θα
σηκωνόταν για το γάλα του. Τον αγνόησε. Δεν ήταν πάντα έτσι,
ήταν υπεύθυνος και σοβαρός. Σηκώθηκε και ξανασηκώθηκε
εκείνη έξι φορές, υπήρχε πρόβλημα. Τους είχαν
πλακώσει τα καθήκοντα, και ο χρόνος τους ο προσωπικός
πού ήταν; Διάβαζαν, έβλεπαν φίλους, πήγαιναν σινεμά,
κάποια συναυλία ίσως τώρα το καλοκαίρι, στην όμορφη
νύχτα. Και τώρα τι; Έμπαιναν, έβγαιναν, έτρωγαν χωριστά
με την ψυχή στο στόμα, μια μικρή αγκαλιά, δυο-τρία λόγια
να ανακεφαλαιώσουν τι τους περίμενε, φαγητό, ψώνια,
Τράπεζα, και το βράδυ πάλι ένας νυσταγμένος επίλογος.
Δεν έπρεπε να καβγαδίζουν, έπρεπε να κρατηθούν, να
είναι μαζί, να συνεννοηθούν, να προσπαθούν μαζί. Χτες,
όμως, στην απογευματινή βάρδια -πώς να το διηγηθείς
αυτό και σε ποιον- χτες, μ’ εκείνη τη διακοπή του
ηλεκτρικού, άστραψε η τρέλα στο μάτι της, δεν θέλει πολύ
ο άνθρωπος. Ούτε το κλιματιστικό λειτουργούσε, και θα
έπρεπε να αδειάσει κάπως το ψυγείο, να μεταφέρει
κάποια κρέατα στης μητέρας της, τέσσερα τετράγωνα
παρακάτω. Έπρεπε να καλέσει την κοπέλα, να της αφήσει το
μωρό, και ένα σωρό πράγματα να οργανωθούν. Ένιωθε
τόσο γελοία, έτσι εξαρτημένη από τον «πολιτισμό».
Χωρίς κομπιούτερ ή ραδιόφωνο, χωρίς δυνατότητα για
μαγείρεμα, χωρίς ακριβώς τη δυνατότητα να ολοκληρώσει
την καθημερινή ρουτίνα. Εκείνος έλειπε ταξίδι για δουλειές,
όπως κάθε Παρασκευή. Κάθισε σε μια γωνιά θανάσιμα
ήρεμη -και ποιον να σκοτώσεις;- και διάβαζε
ήσυχα-ήσυχα εκείνο το παλιό αγαπημένο βιβλίο, Σμιλεύοντας
το χρόνο. Το μωρό είχε παραδοθεί πια στον ύπνο μετά τη
νυχτερινή παννυχίδα και πλησίαζε η ώρα της να πάει στη
δουλειά, η κοπέλα δεν είχε έρθει ακόμα, και η μητέρα της
της είχε τηλεφωνήσει επιτέλους, μήπως ήθελε να της
ανεβάσει φαγητό; Συγχαρητήρια, η D3 είναι πολύ καλή, δεν
έχω δει τόσο ψηλή. Λοιπόν να προσέξουμε, κάποιο μικρόβιο
θα είναι, μια πιθανή κυστίτιδα, πολλά νερά και θα το
ξαναελέγξουμε σε ένα μήνα το πρόβλημα. Τα λέμε.

 

ΑΤΙΤΛΟ

Απροειδοποίητα,
χωρίς προπομπό κανένα
όνειρο μαύρο κανένα
ήρθαν οι μέρες οι κακές
Τραγωδοί
Με σηκωμένα τα χέρια ψηλά,
– δεν γινόταν αλλιώς
όσο κι αν προσπαθήσαμε.

 

ΣΤΟ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ

Κλεισμένος στο διαμέρισμα και αποξενωμένος,
Νά με αντιμέτωπος, ενώπιος ενωπίω,
Με τον εαυτό μου –
δεν είναι δα και η κόλαση.
Έχω βιβλία και μουσικές, τηλεόραση και προγράμματα
και χρόνο, άπλετο χρόνο δικό μου τώρα
να μείνω, να σκεφτώ
Ποιος ήμουν και πού πήγαινα.

Είναι ο ιός απ’ έξω, κι εγώ μέσα.
Ακρωτηριάζει τη ζωή, με ευνουχίζει.
Μα εγώ
μ’ ένα αόρατο βραχιόλι, «ελεύθερος»
να τριγυρνώ στον οριοθετημένο χώρο μου
μες στη μιζέρια
και να πληκτρολογώ,
πάντα ποστάροντας μια εικόνα μου
ευημερίας.
Μόνον οι αλγόριθμοι με ξέρουν.
Στοιχηματίζουν για τις αντοχές μου
την ενοχή και τον θυμό μου
την πλήξη και τον ΦΟΒΟ μου.

 

ΑΔΕΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΗΣ

Μια φωτογραφία του Άγιου Φανούρη μέσα στο σιδερένιο
της πλαίσιο, το τζαμάκι σπασμένο. Ο Άγιος Στυλιανός
επίσης με ένα φασκιωμένο μωρό στην αγκαλιά, καδραρισμένος
επίσης. Ένα κέντημα, αφημένο στη μέση, ναι, ναι,
δικό της. Μικρός βοσκός καθισμένος σε βραχάκι
-πράσινοι και κίτρινοι μουλινέδες- παίζει τη φλογέρα του. Γύρω
του δυο πρόβατα -καφέ μουλινέδες- κάθονται ημερωμένα
στα πόδια του. Ένα δέντρο πάει να υψωθεί και να κάνει
σκιά από πάνω τους, αλλά μένει η καλή πρόθεση της
κεντήστρας, μια κλωστή να κρέμεται αναποφάσιστη.
Παραπέρα, σε αντίθετη κατεύθυνση, ένα αρνάκι, καφέ κι
αυτό, εννοεί να στραφεί αλλού. Και στρέφεται. Ακόμα, μια
χάρτινη εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά,
Οδηγήτρα γράφει με αχνά κεφαλαία στα δεξιά, πάνω
από το φωτοστέφανο του Χριστού. Υπάρχει, επίσης, Άγιος
Νεκτάριος Αιγίνης, αρκετά νεότερης κοπής. Ένας Αρχών
πυρφόρος με ανοιχτά φτερά, καπλαντισμένος με νάιλον,
έναν κόκκινο δαυλό κραδαίνοντας και ποδοπατώντας
έναν λευκοντυμένο, με το νυχτικό – πεθαμένος; Είναι
ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, που μόλις του πήρε την ψυχή.
Επίσης, ένας Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, καπλαντισμένος
κι αυτός. Η Θεοτόκος ευσεβής, καθωσπρέπει, με
σταυρωμένα χέρια, και ο άγγελος με τα φτερά του κανονικά
και έναν κρίνο στο χέρι, της αναγγέλλει προφανώς το
μήνυμα. Από πάνω τους περιστέρι και αχτίνες και ένα
μέρος από ένα κόκκινο ριντό ολοκληρώνει το σκηνικό.
Αυτοί φαίνεται να είναι οι εφέστιοι θεοί της μάνας της,
βγαλμένοι πάρωρα -έξωση;- από το εικονοστάσι.

 

ΑΧ, ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Το αύριο
καθώς συνειδητοποιείς τη νέα μέρα
έρχεται σιγά-σιγά και απιθώνει
τα δώρα του
στης κουζίνας το τραπέζι
που πίνετε καφέ.
0 ήλιος μετά βγαίνει
λάμποντας – σχέδια στις κουρτίνες.
Δεν έχεις μάτια να τον δεις
Αφηρημένα, λίγο μόνο
και πάλι στο πληκτρολόγιο
Το μεσημεριανό μετά και η σιέστα
και νάτο το απόγευμα,
λιμοκοντόρος
που στέκεται στην πόρτα.
Βραδιάζει.
Κανένας φίλος, κανένα σινεμά.

 


ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά και πήγε να τον βρει. Η καρδιά
της πεταλούδιζε, και στο στήθος της ένιωθε κάτι ξεχασμένο.
Ανέβηκε και τα υπόλοιπα σκαλιά, έστριψε και
μπήκε στη Βιβλιοθήκη. Από τη μια το παλιό αναγνωστήριο
με τα υπέροχα λουστραρισμένα έδρανα, κι απέναντι,
όταν πέρασε τους δυο διαδρόμους, τον εντόπισε μπρος
στο «ξένο μυθιστόρημα», με γυρισμένη πλάτη. Του έκλεισε
τα μάτια, και αγκαλιάστηκαν ύστερα σφιχτά και
χαμογέλασαν για το ίδιο τους το ατόπημα, χρόνια μετά να
έχουν βρεθεί εδώ, στο περιβάλλον αυτό της οικειότητας.
Εδώ δεν υπήρχαν για κανένα, και η αγάπη τους, τι είχε γίνει
η αγάπη τους. Βρήκε και της έτεινε το Homo Faber, θυμάσαι;
– Κι εκείνη ξέφυγε απ’ την αγκαλιά του και γύρισε
να ψάξει Το ακριβό φαρμάκι.

 

ΣΧΕΔΙΑ

Κλεισμένος στο σπίτι για μέρες με την ίωση, άυπνος και
βαρύς, βάλθηκε να τακτοποιεί για εργασιοθεραπεία το χάος
της βιβλιοθήκης, όταν έπεσε πάνω στους ήρωες της παιδικής
του ηλικίας και ξαστέρωσε ο νους του και βγήκε απ’ τη
θολούρα του, να τους προϋπαντήσει. Τον είχαν ταξιδέψει
ατελείωτα εκείνα τα διάφανα καλοκαίρια, σε περιπέτειες
και σκανταλιές. 0 Τομ Σώγιερ, η Μπέκι και ο Χοκ Φιν, κυρίως
αυτός, στην πρώτη έκδοση της «Ατλαντίδας», σκληρό
εξώφυλλο και χρωματιστές εικόνες, όρθιος να λάμνει στη
σχεδία με τον νεγρο-Τζιμ, δραπετεύοντας προς την ελευθερία,
μακριά απ’ τον πολιτισμό που τον πληγώνει.


ΖΗΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ

Τόσος πόνος, τόση οδύνη στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό
χωριό – φωτογραφίες, ρεπορτάζ, άρθρα και τοξικότητα,
νεκροί, φέρετρα, και ο λοιμός που μοιάζει μ’ ένα αθώο
μπρόκολο σαρώνει τον πλανήτη, αποκτώντας πρόσωπο και
φωνή στις γελοιογραφίες, στα σατιρικά μιμίδια, είναι αυτός
που μας έκανε επιτέλους κοινότητα.
Η χλωροκίνη, οι προβληματισμοί για την πολιτική ευθύνη,
η κινδυνολογία, η συνωμοσιολογία, η εξαίρεση και
η κανονικοποίηση, η εργαλειακή χρήση της επιδημίας, οι
παρίες της κοινωνίας, η αφύπνιση και ο φόβος, το
καθημερινό τελετουργικό. Το αόρατο νήμα του φόβου που μας
δένει στο κοινό μας πεπρωμένο. Ύπνος δύσκολος και
ανορεξία της ύπαρξης. Κοιτάς από το παράθυρο, δεν περνάει
κανείς. Η φύση ερήμην μας πρασινίζει θαλερή. Μια παρόρμηση,
να κρυφτείς απ’ όλα, να μην ξέρεις, να μην ενημερώνεσαι
ούτε για το πώς απολυμαίνονται τα φρούτα, τα λαχανικά
και οι συσκευασίες – πρώτα η βεβαίωση Νο2 για
τη μετάβαση στο σουπερμάρκετ και σε εξουθενώνει. Και
η βολική ψηφιοποίηση της ζωής σε εξουθενώνει κι αυτή,
θέλεις πίσω τον κόσμο σου, χρώματα, μυρωδιές, γέλια και
φιλιά. Μόνο να βρεις καταφύγιο σε ένα βιβλίο, στο
παράλληλο σύμπαν του να κρυφτείς, αναζητώντας
συντροφικότητα κι ανθρώπινη συγκίνηση. Μέχρι αύριο.

 

ΛΥΠΗ

Μυτερή σαν σπαθί είχε μπει στο θηκάρι
της λύπης
φυσικό της κέλυφος
πρωί, μεσημέρι και βράδυ.
Χιλιόμετρα αδιαβάθμητου
ουδέτερου
ανώνυμου ύπνου
και μετά
ωμή ύπαρξη
απαρομοίαστη,
ανάσαινε.

(Αύγουστος 2020)

 


ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στο απέναντι μπαλκόνι, και
κοιταζόμαστε σαν σε καθρέφτη. Το πρωί με τη δροσιά που
πίνουν τον καφέ τους αλλά και αργά το απόγευμα, ο ένας
απέναντι στον άλλο που ψιλοκουβεντιάζουν στο στενό
μπαλκόνι της αντιπαροχής, ίσα που χωράει από μια
πλαστική πολυθρόνα κι ένα ψευτοτραπεζάκι, ισχνό σκηνικό
της καθημερινότητάς τους και της δικής μας.
Έτσι πέρασε όλο το καλοκαιράκι, και να που τώρα βγαίνει
μόνον εκείνος και τινάζει χαλάκια και απλώνει πετσέτες
ή κάθεται λίγο το πρωί, μόνος, ορφανή η πολυθρόνα
απέναντι του, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες.
Στενοχωριόμαστε, αναρωτιόμαστε τι έχει γίνει. Έτσι λοιπόν
μια μέρα θα ανατείλει το τέλος μας, όλη η καλό ρυθμισμένη
ζωή του συνταξιούχου θα απορρυθμιστεί, θα μείνει ο ένας
απ’ τους δυο, ποιος τάχα, και η παρηγοριά της συντροφικότητας
δεν θα ωφελεί πια. Ο ένας θα φύγει πρώτος, και
ο άλλος θα συνεχίσει μόνος. Μαύρες σκέψεις μάς υπαγορεύει
το απέναντι μπαλκόνι, ο καθρέφτης μας, που αντανακλούσε
ώς τώρα τις δικές μας ολόιδιες μέρες.
Την τέταρτη μέρα εμφανίστηκε στο μπαλκόνι η γυναίκα
του ζευγαριού, αναρρώνοντας από μια μικροεγχείρηση,
σποραδικά βγαίνοντας, αλλά εξισορροπώντας σε κάποιο
βαθμό την ακυρωμένη καθημερινότητα.
Την πέμπτη μέρα πάρκαραν κάτω από την πολυκατοικία
τα δύο αυτοκίνητα, οι γιοι του ζευγαριού που ήρθαν
να δουν τη μητέρα τους. Πάλι ο καθρέφτης ρώτησε κι εμάς
τι γίνονται τα δικά μας τα παιδιά, πρέπει να μας χτυπήσει
την πόρτα το απρόοπτο για να ‘ρθουν να κάνουν μια
επίσκεψη στους ηλικιωμένους γονείς; Αλλά ηλικιωμένοι;
(Τώρα με την πανδημία πληροφορηθήκαμε ότι είμαστε
ηλικιωμένοι, ευπαθής ομάδα με υποκείμενα νοσήματα, που
χρήζει προστασίας και φροντίδας. Αλλά τότε, γιατί δεν
είχαμε απελπιστεί νωρίτερα; Ώς τώρα εμείς προστατεύαμε
και νοιαζόμασταν. Ξαφνικά νιώθουμε ανήσυχοι κι
ανίσχυροι χωρίς το καθαρό κοίταγμα στον καθρέφτη. Να
τηλεφωνούσαμε ίσως στα παιδιά.)

(23 Αυγούστου 2020)

 

.

 

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ (2018)

 

ΝΕΑ ΗΘΗ

«Παραχωρήστε τη θέση σας στα άτομα που την έχουν περισσότερο ανάγκη.» Ριγμένη η μαγνητοφωνημένη υπόδειξη στο πρώτο πρωινό λεωφορείο της γραμμής, αδειανό λίγο πολύ, πώς ακούγεται άσκοπη κι αστεία, αξημέρωτα ακόμα, και πώς σε ώρα αιχμής με όλο τον θίασο επί σκηνής, εφαψίες, πορτοφολάδες ή άνετους που κατεβαίνουν στο κέντρο για καφέ, παιδιά για το σχολείο τους ή το φροντιστήριο, μαμάδες, υπαλλήλους, εργάτες, Βαλκάνιες γυναίκες που ανεβαίνουν να πιάσουν δουλειά στο Πανόραμα ή ηλικιωμένους που πηγαίνουν στον γιατρό ή στην αγορά. Καθισμένος, μου αρέσει να παρατηρώ καμιά φορά τον κόσμο που μπαίνει και προχωρεί στον διάδρομο. Τις κοπέλες, για παράδειγμα, σακίδιο, τζην και αθλητικά παπούτσια οι περισσότερες, που παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή
όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένες αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται, στους φίλους, στην άλλη γραμμή.
Κοπέλες και νέες γυναίκες αλλά και αγόρια και νέοι άντρες με τα κινητά τους, πληκτρολογούν γκρίκλις απαντήσεις, φυλλομετρούν με το δάχτυλο τις σύγχρονες οθόνες, και μόνον οι μεγαλύτεροι, όχι, αυτοί έχουν έτοιμη βολική την εκλογίκευση, δεν τους ενδιαφέρει η τεχνολογία, δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι που έχουν χάσει το τρένο της τεχνολογίας, δεν θέλουν να προσπαθήσουν, δεν θέλουν δύσκολες προσαρμογές. Και οι άνθρωποι στο λεωφορείο δεν μιλούν πια δυνατά ως επιβάτες από τη μια άκρη στην άλλη, σαν συνειδητή
συλλογικότητα. Όχι όπως παλιά. Χτες, πάντως, έτυχε εκείνος σε μια κουβέντα που ξεκίνησε εκεί μπροστά του και έφτασε σχοινί κορδόνι ως τα τελευταία καθίσματα, με σχόλια και ενστάσεις, τοποθετήσεις και ειρωνικά βλέμματα, γέλια και θυμωμένες φωνές, μέχρι που κόπασαν όλα, όταν κι ο πιο ζωηρός από τους σχολιαστές κατέβηκε στη στάση του. «Όλα τα ‘χαμέ, αυτοί οι άνεργοι μας λείπανε, που δεν πληρώνουν στο λεωφορείο», σχολίασε στυφά, στα καλά καθούμενα, μια ισχνή γυναίκα με αυστηρό κότσο στη βάση του λαιμού.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ

 

«Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα… ούτε το πιο δικό μου,
η γλώσσα μου…»
Ρένα Χατζηδάκη, Κατάσταση Πολιορκίας

 

Στον τόμο με τα πεζογραφήματα, εικόνα μαγική -βερίκοκα, καίσια, σύκα, ροδάκινα, σταφύλια, αρώματα και δέντρα και «ρόδια και νερά», «κι απ’ όλα τα ανθισμένα δέντρα, η κερασιά»- και τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα ένα γύρω στις αλάνες, στους μαχαλάδες του γενέθλιου τόπου: μαυρόασπρη καρτ ποστάλ εποχής, επιχρωματισμένη όμως από μνήμης, καθώς ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, βαρύς και αποφασισμένος, επιστρέφει στον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αναψηλαφώντας μνήμες, εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου και της χαμένης γλώσσας. Όλα εκεί, όσα ανακαλεί, αφημένα στον καιρό τους, θα ειπωθούν με το προνόμιο μιας γλώσσας ποικίλης και πλούσιας. Γιατί προνόμιο ήταν, κι ας «βγήκε μετά διαταγή, όσοι μιλάνε τη γλώσσα των γονιών τους,
ρετσινόλαδο και ρέγγα», όπως διαβάζουμε στην εμβληματική συλλογή διηγημάτων του, Μουχαρέμ. Όλο εκείνο το τραύμα και η ντροπή από την άσκηση θεσμικής βίας, όλος ο φόβος μετουσιώθηκε άλλωστε σε ποίηση σπαρακτική και πεζογραφία αξιοσημείωτη, μπήκε σε λέξεις, Με κομμένη γλώσσα.
Επιστρέφει ο Μάρκος Μέσκος στον γενέθλιο τόπο, να ανασάνει το άρωμα της ελευθερίας και να καταγράψει όλα εκείνα τα αγορίστικα παιχνίδια λίγο πολύ τα ίδια στις γειτονιές της Ελλάδας. Γιατί τα παιδιά, με τα παρατσούκλια τους –που απολαμβάνει να τα κατονομάζει, χρωματιστά στην ποικιλία των ήχων τους ο συγγραφέας- μπορούν και παίζουν όλες τις
εποχές, σ’ όλους τους καιρούς και στη δεκαετία ’35-’45, είτε είναι Κατοχή, δικτατορία, είτε πόλεμος, και στο πεζογράφημα Παιχνίδια στον Παράδεισο.
Από τα δεκαπέντε παιχνίδια, προσωπικά λίγα θυμάμαι να παίζαμε κι εμείς από κοινού αγόρια κορίτσια στη δική μου γειτονιά, τα επόμενα χρόνια. Το παιχνίδι «Κράτη», κατά περιόδους -«αμέσως μετά την απελευθέρωση»- δημοφιλέστερο, κρυφτό, τζαμί, τσιλίκα τσομάκα. Τα περισσότερα ήταν
αμιγώς αγορίστικα -μακριά γαϊδούρα, σφεντόνες, κατρακύλια και χαρταετοί-, ενώ τα υπόλοιπα, με τα δύσκολα ονόματα, άγνωστα κι ανήκουστα για μας. Τα κορίτσια στον Παράδεισο του Μ.Μ. έπαιζαν μόνο κουτσό, με εξαίρεση την Ελισάβετ, εξαίρεση για την οποία προσποιείται τον ενοχλημένο ο συγγραφέας, ανήκουστο «να πεις στα κορίτσια τα μυστικά των παιχνιδιών». Παιχνίδια μέχρι τελικής πτώσεως, «ώσπου σκοτείνιαζε, και η φωνή της μάνας απ’ το παραθύρι μάς καλούσε», αυτό, φαίνεται, ήταν το ίδιο στις γειτονιές των Βοδενών-Έδεσσας και στη δίκιά μας γειτονιά, στη Θεσσαλονίκη.
Παιχνίδια στον Παράδεισο, ένα χρονικό των παιχνιδιών – που γίνεται ευκαιρία για μια εμπράγματη διήγηση για τους καθημερινούς «αόρατους» ανθρώπους του τόπου του και για παιδικές συμπεριφορές, ανακινώντας κάποτε μνήμες λυπητερές παλιών συμβάντων με ήρωες παιδιά. Περιλαμβάνει απαραιτήτως περιγραφή του μηχανισμού του παιχνιδιού και των νόμων που τα διέπουν μέχρι την τελική κρίση και τη βασανιστική κάθαρση κάποτε. Όλα διηγημένα «στη γλώσσα των γονιών», «μικρές προφορικές ιστορίες, στα μετόπισθεν της καθημερινής ζωής», όπου η ποίηση και η ποιητικότητα είναι παρούσες, σφήνες μέσα σε έναν προφορικό γρήγορο και κοφτό λόγο «βουνά που γαλάνιζαν», «Λιβάδι, δάσος, χωράφια, αμπέλια» και «οι ροζ κανδήλες της ροδακινιάς ευωδίαζαν αλύπητα» – είναι προπάντων ένας ποιητής που
ζωγράφιζες κι όλο μας συμφιλιώνει με τη λέξη πατρίδα (δεν την χρησιμοποιούσαν εύκολα τη λέξη για χρόνια στην Αριστερά), παρ’ όλο που πατρίδα είναι η γλώσσα. Ελευθερία και γλώσσα, μόνο σ’ αυτά δεν ομνύει κι ο Σολωμός που αγαπά;
Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος. Στα ποιήματα και στην πεζογραφία του Μ.Μ. θεματοποιούνται μονότονα κάποτε και σταθερά ο γενέθλιος χώρος του βιώματος, η μακεδονική ταυτότητα και η ιστορική μνήμη. Στην ανοιχτωσιά των ποιημάτων μια μυθολογία του γενέθλιου τόπου εξυφαίνεται σιγά σιγά από ποίημα σε ποίημα, της Έδεσσας και του Γραμματικού, και ένα πλήθος τοπωνύμια «σημαίνουν» και πρωταγωνιστούν, ειπωμένα με τα πολλά τους ονόματα. Ένας λυρισμός χωρίς φυσιολατρία, όπου ο ποιητής σε διάλογο με τη
φύση καταγγέλλει όλα τα δράματα του τόπου και των συντρόφων του, παγιδευμένων στη συγκυρία της Ιστορίας: πόλεμο, Κατοχή, Εμφύλιο. Μιλάει στα δέντρα, στα πουλιά και στα βουνά, όπως γίνεται στο δημοτικό τραγούδι. Για να γιατρευτεί το γενέθλιο τραύμα, η μετεμφυλιακή ήττα, η κομμένη γλώσσα από τη βία της εξουσίας, ο θάνατος των συντρόφων και η μοναξιά, χτίζονται ποιήματα παραμυθητικά και πεζογραφήματα, γιατί «το εγώ τίποτα δεν είναι / υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί.».
Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της Κατάθεσης, του βιβλίου της Κατερίνας Μάντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο Κεντρί, στον Μπαράκα ή στο
Ζουρνάλ, τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το Μαύρο δάσος της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του -συνείδηση και πράξη- και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμακτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.

 

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

 

Λέγαμε τα κάλαντα, και τώρα μας τα λένε. Σήμερα ο μικρός μας γείτονας στο απέναντι μπαλκόνι, που όλη τη χρονιά του ζητούσαμε να έρθει να μας τα πει Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά, τα πρώτα του κάλαντα – μας ξύπνησε με δυνατά κλάμα- τα πρωί πρωί. Ήταν στην πόρτα μας καθ’ όλα έτοιμος με το
τρίγωνό του και την ωραία του μαμά, μόνο που καθώς έρχονταν με το ασανσέρ τούς είχε πέσει -στο φρεάτιο, αλίμονο-το σιδερένιο σήμαντρο του τριγώνου. Χάδια και παρηγοριές δεν ωφελούσαν, και δεν πειθόταν να αρχίσει να τα λέει, έτσι, χωρίς τρίγωνο κανονικό. Έστω, ας ερχόταν μέσα, να το
συζητούσαμε, να δει και τον Αλέξαντρο που κοιμάται ακόμα, όπως εκείνος όταν αργεί να σηκωθεί καμιά φορά για το σχολικό. Ένα μικρό κατσαβίδι που τρέξαμε να βρούμε αντικατέστησε την απώλεια, σε συνδυασμό με τις μεγάλες στρατηγικές. «Πέρνα μέσα να μας τα πεις. Νά, αυτός είναι το δικό μου το παιδάκι, που κοιμάται ακόμα – ξενύχτησε χτες.» Και νά, «Τρίγωνά-κάλαντά-μές-στη-γειτονιά….», ακούστηκε σε λίγο παρηγορημένος με τα μάγουλα ακόμα μουντζουρωμένα από τα μαύρα δάκρυα ο μικρός καλαντιστής.
«…Eponine et Azelma…», τα κοριτσάκια του Θερναδιέρου ντύνουν με κουρελάκια τις κούκλες τους μπροστά στο σβηστό τζάκι… Οι Άθλιοι, κι εμείς στο μάθημα της μετάφρασης, ήλιος που στραφταλίζει και παίζει στα τζάμια μπρος απ’ τη Λεωφόρο Στρατού, κι όταν βγαίνουμε απ’ την τάξη η αυλή είναι κατάλοιπη και η αίσθηση της χαράς τσουχτερή. Από τότε μοσχοβολούν στη μνήμη τα Χριστούγεννα με χιόνι, ήλιο και ένα βιβλίο.
Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις κι απώλειες. Κατορθώματα και φίλους κι αγαπημένους και παιδιά -μια οικογένεια νέα- και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και
τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας. Η Αγγελική, η Λένα ή η Ευδοκία, η Δωροθέα, η Ξακουστή, η Χρύσα. Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.
Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους τον χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.

 

.

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

 

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.
Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

 

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…
Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη
Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

 

ΑΓΑΠΗ

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.
Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

 

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της
κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.
Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

 

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

 

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

 

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

 

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

 

.

 

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

.

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

.

 

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

 

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.
Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο
περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.
Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.
20.2.2012

 

 

.

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

.

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»
– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.
(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)
Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…
Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.
Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.
Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;
Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

 

.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

 

.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.
Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.
Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,
ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.
Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.
Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.
Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.
Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.
Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.
Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.
Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.
Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.
Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

 

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΙΘΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΚΟΥΛΑ) ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Περιοδικό “Θευθ” τ.13 Ιούνιος 2021

Η πρώτη γεύση

Στο νέο της βιβλίο, η Αρχοντούλα Διαβάτη κρατά το στίγμα της σταθερό: Μικρή φόρμα, αφήγηση, με στοιχεία ημερολογίου χρονογραφήματος, με τη λογοτεχνική χροιά των ειδών. Οι αφηγήσεις μπορούμε να πούμε ότι χωρίζονται σε δύο τμήματα. Το πρώτο με θέματα και συμβάντα πριν από τον κορωνοϊό,
το δεύτερο με ιστορίες από τον εγκλεισμό. Στις αφηγήσεις παρεμβάλλονται ποιήματα με συναφές περιεχόμενο προς την προηγούμενη ή τις προηγούμενες αφηγήσεις, σαν ποιητικό σχόλιο στο ίδιο θέμα. Ο στοχασμός είναι το στοιχείο που δεσπόζει στη συλλογή. Με αφορμή τον εγκλεισμό λόγω του κορωνοϊού η συγγραφέας, μέσω της αφηγήτριας/των αφηγητριών, καταγράφει συναισθήματα, προβληματισμούς, στοχασμούς. 0 χρόνος που φεύγει, οι απώλειες, οι φόβοι, ο πανικός, οι ρόλοι και η αλλαγή των ρόλων. Ειδικά μέσα στην κατάσταση της απειλής από τον ιό, η αφηγήτρια στοχάζεται για τη ζωή, την αγάπη, τις λέξεις. Για την ανασφάλεια που δίνουν οι ετικέτες στους ανθρώπους
κάποιας ηλικίας. Πάντα με το χιούμορ που αλαφραίνει τα κείμενα, ταυτόχρονα με την κριτική ματιά στην πραγματικότητα.

Βομβαρδισμένη από επιδημιολογικά άρθρα, φιλοσοφίες
συνωμοσιολογία, σε διαρκή διασύνδεση, μοιράζομαι την εικόνα
μου στα κοινωνικά δίκτυα. Τη νύχτα, αλυσοδεμένη στον τοίχο
μιας σπηλιάς, παρακολουθώ με αγωνία για ώρα σκιές στον
απέναντι τοίχο, ώσπου, «δεν είναι αυτή η πραγματικότητα
με τραντάζει κάποιος και ξυπνάω καταϊδρωμένη στη μέση του
πουθενά, αδύνατον να ξανακοιμηθώ. («Non serviam», σ. 82-83
απόσπασμα)

.

ΧΡΥΣΑ ΦΑΝΤΗ

“Η Αυγή” 9/5/2021

Ήλιος με δόντια

Η Αρχοντούλα Διαβάτη στο βιβλίο της με τον πρωτότυπο και υποδόρια ειρωνικό τίτλο «Αίθριος και σήμερα!» συνάπτει την πεζή πραγματικότητα με την ποίηση, ανατέμνοντας κι αναδεικνύοντας αυθεντικές φέτες ζωής. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία της, δεν διστάζει να αποτυπώσει στο χαρτί γεγονότα και καταστάσεις, τα οποία μέσ’ από ποικίλες διεργασίες και απρόσμενες μεταβλητές περνούν από το ατομικό στο συλλογικό, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα έναν κόσμο έξω από τα καθιερωμένα.
«Ώρες πολλές ─ μεγάλα κομμάτια/ χωρίς συνειδητότητα. (Δεν είχε πατηθεί το καρμπόν στα μέσα φύλλα/και μετά τόσο κόπο/δεν είχε γραφτεί τίποτε.)» Με ποιήματα περισσότερο αφηγηματικά ή ελλειπτικά, και πεζογραφήματα που παίρνουν τη μορφή ημερολογιακών καταγραφών (‘Έκθεση Ιδεών», «Μαύρος ήλιος») ή του συνειρμικού στοχασμού (εξαιρετικό το σύντομο και στακάτο «Στο γόνατο») ─κρίσεις και σκέψεις με αφορμή κάποιο έργο ή τον δημιουργό του, όπως για παράδειγμα στο κείμενο με τον τίτλο «Η Μεγάλη Πλατεία» (δάνειο από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ν. Μπακόλα), ή το αμέσως επόμενο «Το πλατύ ποτάμι της ανάγνωσης», που αναφέρεται στον Γιάννη Μπεράτη, και στη συνέχεια τα «Όταν το ποίημα σφίγγει τη γροθιά του» και «Κοιτώντας στον καθρέφτη τους ανθρώπους» για τον Τόλη Νικηφόρου─ φτιάχνει μικρές μαρτυρίες που μοιάζουν ιδιωτικές αλλά την ίδια στιγμή έχουν ενδιαφέρον ευρύτερο. Τα πιο πάνω, συμπληρώνουν αυτόνομα και αμιγώς διηγηματικά μικροκείμενα («Αλέκτορος 29», «Απαγορευμένος έρωτας», «Αγαπημένη μου») πλαγίως ή απολύτως αυτοβιογραφικά (Νοn serviam», «Η φωνή») εξομολογητικά και ταυτόχρονα δοκιμιακά («Μαθητεία», «Ζην επικινδύνως», «Κυρ-Πανικός», «Καθρέφτες», «Μετακίνηση 6»).
Πολλές και εδώ οι διακειμενικές αναφορές αφού οι αναγνώσεις της διαμορφώνουν καθοριστικά ποιότητες, στόχους και προσανατολισμούς, συγκροτώντας μοτίβα επαναληπτικά, ενδεικτικά της συγγραφικής της ταυτότητας(«Βιβλιομανία»). Από την άλλη, η ζωή είναι καθημερινότητα και το νόημά της στιγμές, τις οποίες αποτυπώνει στο χαρτί αλλού ως υπόκωφο σπάραγμα και αλλού ως γλυκόπικρη φάρσα.
«Il faut toujours dire ce que l’ on voit. Surtout, il faut toujours, ce qui est plus difficile, voir ce que l’ on voit». Τη ρήση του γάλλου ποιητή και δοκιμιογράφου Charles Péguy επικαλείται ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Βέης σε πρόσφατο κείμενό του, θέλοντας να χαρακτηρίσει το βλέμμα του Κλαούντιο Μαγκρίς στο βιβλίο του Στιγμιότυπα, και μια τέτοια διεισδυτική ματιά, ικανή να συλλάβει το στιγμιαίο μέσα στο άχρονο αλλά και την πάγια διαχρόνικοτητά του, φαίνεται να καλλιεργεί με επάρκεια και η συγγραφέας. Άλλοτε με συγκρατημένη απαισιοδοξία κι άλλοτε με εκλεπτυσμένο χιούμορ, επισημαίνει την υποκρισία, τις χρόνιες προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, την αδιαφορία, τον ατομισμό, αλλά και την ανθρωπιά που ακόμη υπάρχει, χωρίς να κουνά το δάχτυλο και να ηθικολογεί.
Τα σχόλια για την προσωπική αλλά και την κοινωνικοπολιτική πλευρά εκείνων που βίωσε, σε σύγκριση με αυτά που βιώνει, προσδοκά ή υποψιάζεται ότι θα βιώσει στο μέλλον ─το αναμενόμενο αλλά και το αναπάντεχο, το άγχος, ο παραλογισμός αλλά και η ομορφιά που ακόμη υπάρχει κι ανθίζει─ αποτυπώνονται στο βιβλίο της με τρόπο διαυγή και ουσιαστικό. Ο λόγος της, καλά δουλεμένος, είναι άμεσος και προφορικός, σώμα με σάρκα και κόκκαλα. Πρωτοτυπεί στη δομή, χωρίς να αποσυντονίζει τον αναγνώστη, ενώ παράλληλα διακρίνει εκείνα που αξίζει να διακριθούν, αποφεύγοντας την πολυλογία, την απλοϊκότητα ή τον ερμητισμό, συνομιλώντας, εντάσσοντας και ενσωματώνοντάς τα αβίαστα στον βασικό αφηγηματικό του κορμό. Όλα είναι εδώ αλλά το εδώ με την αδήριτη αποσπασματικότητά του, στα κείμενα της Διαβάτη εμπεριέχει πολλές και καίριες διαβαθμίσεις και στρώσεις.
«Χωρίς αστέρια. Χωρίς μυρωδιές. Η νύχτα. Πρέπει στη ζωή να έχεις ένα διακόνημα κι ένα χειροτέχνημα ─ από ποια καλογερίστικη ηθική το είχε ανασύρει αυτό άραγε, αλλά έμοιαζε ενδιαφέρον». Χάρη στον στοχασμό, την παρατηρητικότητα και την οικονομία των λέξεων, η συγγραφέας μετατρέπει μικροδιηγήματα σε ολοκληρωμένα σύμπαντα και λιλιπούτεια χρονογραφήματα σε σύντομες πραγματείες για τη ζωή και την ύπαρξη.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΙΛΙΜΠΑΚΗ – ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 1/5/2021

Ήρθε και το έβδομο: βρήκε αίθριο τον καιρό και κατέφθασε το έβδομο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη. Δεν περιλαμβάνω τις πολυάριθμες μεμονωμένες δημοσιεύσεις, συμμετοχές κλπ που κάνουν πιο ισχυρή την παρουσία της στο χώρο της λογοτεχνίας. Τα αυτόνομα βιβλία της καταγράφω: επτά. Οι ευχές και τα «καλοτάξιδο», αναμενόμενα αλλά και έτοιμα προς υλοποίηση, όπως πάντα. Συμπαθές και οικείο κατά την εμφάνισή του το βιβλίο, αποτυπώνει την αντίστοιχη εικόνα του περιεχομένου του.
Αίθριος και σήμερα: Ως ευφημισμός μου προβάλλει, αλλά και σαν Ιανός: ας αρκεστούμε λοιπόν στις δύο όψεις του.
Το βιβλίο ξεδιπλώνει την ύλη του σε εκατόν είκοσι (120) σελίδες και περιλαμβάνει τόσο μικρά πεζά όσο και ποιήματα που εναλλάσσονται ως προς τη σειρά τους. Εύσχημος τρόπος να κινείς και συγχρόνως να διατηρείς το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Αναγνώσεις πενήντα τεσσάρων (54) κειμένων, έργων, ιστορίας ή και όλα αυτά μαζί που συνυπάρχουν και διασταυρώνονται. Οι αισθήσεις από τις αναγνώσεις αφήνουν τη γεύση τους, ως προς την τεχνική, τη γοητεία, την κατάταξη κι όλα όσα μας μεταδίδουν και μπορεί να χρησιμεύσουν ως κατεύθυνση και επισήμανση. Για τη βιβλιομανία της απολογείται, για την εκτροπή από την αλλοτινή νηφάλια ανάγνωση, ενώ εγώ διακρίνω και μεταφέρω ως γνώση: «Το βιβλίο είναι προέκταση της μνήμης και της φαντασίας, κατά τον Μπόρχες, αλλά και πάλι υπάρχουν όρια: ενίσταμαι , φωνάζει, πότε ο χώρος, πότε ο χρόνος.», (σελ 37) .
To να πω ότι η Αρχοντούλα Διαβάτη εκπλήσσει ευχάριστα καθώς είναι ανεξάντλητη θεματικά , δε θα είναι ψέμα ή υπερβολή. Προκύπτει αβίαστα και αποκαλύπτει την εξής μέθοδο: σηματοδοτεί τα γεγονότα της ζωής, τα αξιολογεί και τα αναδεικνύει, προβάλλοντάς τα στο αναγνωστικό της κοινό . Αυτά ξαναζούν μαζί μας και βρίσκουν τα όμοιά τους στις δικές μας εμπειρίες, σ’ αυτές που φυλάγαμε κρυφές και ανείπωτες. Η Αρχοντούλα Διαβάτη δεν έχει πετάξει τίποτα. Πλημυρισμένα από συναισθήματα τα γεγονότα, βγαίνουν πάλι στην επιφάνεια περίτεχνα καταγραμμένα. Χρόνοι παρελθόντες εμφανίζονται ως μνήμες και καταβολές που βιώθηκαν και επανέρχονται. Έτσι δίνει τη ψυχοσύνθεση, τις συνήθειες, τις μεταβάσεις της δικής της ζωής αλλά και των άλλων, μέσα σε μια κοινωνικότητα όχι απλά παρεϊστικη, αλλά με ενδιαφέρον και αλληλεγγύη.
Οι γύρω της και αυτή η ίδια δεν αποκόπτονται από το περιβάλλον τους – φυσικό ή αστικό – την κατοικία – το μπαλκόνι ή το καθιστικό- τις ώρες – ημέρα ή νύχτα – τον καιρό – χιόνια ή καύσωνα, την πόλη – γειτονιά ή κέντρο-. Όλα αυτά δεν είναι απλώς το πλαίσιο, είναι συμπλέοντα στοιχεία, αδιαχώριστα και πρωτεύοντα. Με τη βαρύτητα ή και την ελαφρότητα που ανάλογα αποκτούν κατά τις διηγήσεις, με την κριτική ματιά ή και τον αυτοσαρκασμό: «-Ωραία γυαλιά, είναι βίντατζ! –Εμείς ολόκληροι είμαστε βίντατζ».
Ακούραστη η Αρχοντούλα Διαβάτη στα σινεμά, στην εξοχή, στα φεστιβάλ, σε εκδρομές και μουσεία. Δεν πρόκειται για απλούς περίπατους ή καθήκοντα αλλά αφορμές για να γεννηθούν εντυπώσεις κι αυτές με τη σειρά τους να δημιουργήσουν κείμενα που ταξιδεύουν τους αναγνώστες.
Όμως τα άγχη υπάρχουν κι εδώ, με πρώτο εκείνο των εισαγωγικών τότε, πανελληνίων σήμερα, εξετάσεων που όπως και να λέγονται εξετάσεις διαγωνιστικές είναι, χαράσσονται στο υποσυνείδητο και χαράσσουν τις ζωές μας. Οι φίλοι και σύντροφοι που τροποποίησαν την πορεία της ζωής τους, αποδεκτοί ως στήριγμα ή και μόνο ως ανθρώπινες συμπληρώσεις. Οι φίλοι που υπάρχουν σε μια κάποια ακτίνα, αυτοί που είναι αλλού, αυτοί που δεν γυρνούν.

Αναρωτιέμαι, πώς καταφέρνει μέσα από ένα διήγημα, μια περίπτωση, να θίξει απλά, χειροπιαστά το σύμπαν της γυναίκας, της εργαζόμενης- συζύγου- μητέρας που πάλλεται ανάμεσα στο καθήκον, την αμφιβολία, την υποχρέωση; Πώς ο πόνος στο γόνατο έφερε στο νου συνειρμικά «Το γόνατο της Κλαίρης» έργο εμβληματικό και στη δική μου νεότητα; Κυριολεκτικά ή μεταφορικά νουθετεί να σεβαστούμε το επερχόμενο γήρας, καταφεύγοντας σε προσφιλείς δράσεις. Κι εδώ ανάμεσα, διακρίνω ένα δοκίμιο, ως κριτική παρουσίαση προσφιλών έργων, του ποιητικού σύμπαντος ενός ομότεχνου. Οι αναφορές στους λογοτέχνες, δεν γίνονται για λόγους δοκιμιακούς, είναι εκτίμηση και παραδοχή.
Κάποιες παρατηρήσεις που μου προκαλούν ερωτήματα: Άραγε, σκέφτομαι, λειτουργεί ως πρότυπο η αναφορά στη Μαρία Αγαθοπούλου, σαν τη δική μου Μάρω Δούκα; Να είναι η σύμπτωση των προτιμήσεών μας, ή αποκλειστικά το περιεχόμενο που με εντυπωσίασε στο ποίημα «Καλημέρα θλίψη»;
Η «Μαθητεία» ως βίωμα, από τη μεριά της μαθήτριας- φοιτήτριας που υπήρξε η συγγραφέας αλλά και της καθηγήτριας, με διάκριση των γονέων- «αγωνιστών της ζωής», αλλά και με την δηλωμένη επιθυμία να μείνουμε μακριά από «επιπόλαιες επιλογές της πολιτικής εξουσίας»: συμπύκνωση της ζωής (της) και διάκριση της νεωτερικής / μετανεωτερικής κοινωνίας. Το ποίημα που ακολουθεί, τυχαία ή μη ακουμπά και δένει με τα προηγούμενα:

ΑΤΙΤΛΟ
Απροειδοποίητα,
χωρίς προπομπό κανένα
όνειρο μαύρο κανένα
ήρθαν οι μέρες οι κακές
Τραγωδοί
Με σηκωμένα τα χέρια ψηλά,
-δεν γινόταν αλλιώς
όσο κι αν προσπαθήσαμε.
Απ’ τα αλλεπάλληλα ποιήματα, στο κομπιούτερ, στα λάικ, στα SMS, μια καθημερινότητα δρόμος. Γιατί η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μέσα σε όλα: στη φύση που πρασινίζει, στην ηλεκτρονική εποχή, στην ανάγνωση, στην οικογένεια, στον εφιάλτη του ιού, στα κοινωνικά δίκτυα, στην ποίηση, στο «Ένα αποτύπωμα μονάχα»…
Η πελαγο-δρόμηση της μελαγχολίας, γιατί; γιατί αυτό για το τέλος; Φταίνε οι αγώνες, ο θάνατος φίλου/ φίλης, ή μήπως ο εγκλεισμός «Στο καθαρτήριο της καραντίνας», όπου «κλειδαμπαρωμένοι» αναζητάμε τα οικεία πρόσωπα που μας έλειψαν; Ευτυχώς είναι πάντα εκεί «το ανάχωμα»!

.

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 12/4/2021

Γλώσσα απλή και βαθιά καλλιεργημένη. Αντανακλά με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα της συγγραφέως, ανθρώπου χαμηλών τόνων που ωστόσο ξέρει να βλέπει μέσα από την αχλή, να την παραμερίζει και να μας φέρνει στο φως, σαν γροθιά στο στομάχι, την τραγικότητα της ύπαρξης, μέσα από απλές καθημερινές μικροϊστορίες και ποιήματα. Σε ένα φαινομενικά αίθριο καιρό, ενίοτε με χιούμορ και αυτοσαρκασμό παρακολουθούμε τη ροή του χρόνου, την ανάγκη να δοθεί νόημα στην ύπαρξη- να γίνει η ζωή βίος, τις φιλίες και τη μοναξιά, τις νέες εικονιστικές ζωές μας, τις εμμονές μας, το καθρέφτισμά μας στις ζωές των άλλων, τις συμβάσεις στις σχέσεις μας – τις Λεόντειες εταιρίες της ζωής μας, την ακριβή νεότητα με τα όνειρα και τον παλμό της, την επέλαση των γηρατειών, την πληγή του θανάτου. Όλα διογκωμένα κάτω από το φόβο της πανδημίας και την απομόνωση της καραντίνας. Πάντα στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη, καθρέφτης κι αυτή του κόσμου όλου.

Οι άνθρωποι στις ιστορίες αυτές κινούνται δίπλα μας, στη γειτονιά, στις απέναντι πολυκατοικίες, στην κανονικότητά του ο καθένας, όμως την ίδια στιγμή κινείται κι ο χρόνος κι όλο τους φέρνει πιο κοντά σ’ αυτό που είναι το μέλλον όλων μας, στα γηρατειά, στη μοναξιά και το θάνατο. «… Είναι η πολύτιμη ζωή τους. Και τη σπρώχνουν να περάσει.» («Στην όμορφη νύχτα», σελ 13). Και καθώς τους παρατηρεί η συγγραφέας τρομάζει με την σκέψη πως βλέπει σ´ αυτούς, έστω και φευγαλέα τον καθρέφτη της δικής της πορείας. «Μαύρες σκέψεις μας υπαγορεύει το απέναντι μπαλκόνι, ο καθρέφτης μας, που αντανακλούσε ως τώρα τις δικές μας ολόιδιες μέρες.» («Καθρέφτες», σελ 105). Περνά ο καιρός, τον σπρώχνουμε και περνά, αλλά ποιο είναι το νόημα. Ίσως τίποτε άλλο από την ικανότητα της απόλαυσης μιας όμορφης καλοκαιρινής νύχτας. Αυτήν έχουμε κι ας είναι μόνο κατ´ ευφημισμόν, αφού σίγουρα κάπου αλλού ίσως όχι και τόσο μακριά από μας, αυτή την όμορφη νύχτα, η δυστυχία περισσεύει. Παρά τη θλίψη που προκαλεί αυτή η πορεία του χρόνου, –γνώριμο θέμα κι από προηγούμενα βιβλία της Αρχοντούλας Διαβάτη– το χιούμορ κι ο αυτοσαρκασμός δεν λείπει από τα κείμενα αυτά, μια και η συγγραφέας ξέρει να αποδέχεται το παιχνίδι της ζωής και να βρίσκει μέσα από αυτό, το χαμόγελο. Στο «Magic Bloom», σελ 16 ανάμεσα σε παιδιά και νιάτα γελαστά παραδέχεται γελώντας, «Εμείς ολόκληροι είμαστε βίντατζ». Κάποτε ήταν νέα, είχε παλμό, την ακριβή της νιότη. Ωστόσο ξεφυλλίζοντας τα νεανικά της ημερολόγια, να την πάλι εκεί, η ανάγκη για νόημα. Σε κάποιους ανθρώπους η ανάγκη για νόημα δεν είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης χρόνων στη ζωή τους. Έτσι γεννήθηκαν, έτσι ήταν πάντα. «Στην τάξη, στο Φροντιστήριο, Αγίας Σοφίας, κάθε βράδυ στις επτά, κρίνονται πολλά πράγματα. Εκεί δοξάζομαι ή πέφτω στα τάρταρα. Το μάθημα, οι συμμαθήτριες, οι συμμαθητές, ο φροντιστής, πολλές οι σκέψεις, οι αισθήσεις, τα αισθήματα, οι ματαιώσεις, τα απωθημένα, κάθε βράδυ πάλι από την αρχή.» Ίσως να είναι αυτή η αγωνία της για νόημα που την οδήγησε στην εμμονή της ανάγνωσης και στη λατρεία του σινεμά. «Τροφή για τις ανάγκες σου όλες το διάβασμα…» παραδέχεται στο «Διαβάζοντας το Καλοκαίρι», σελ 22, που ξεκίνησε από τα νιάτα και συνεχίζεται και θα συνεχίζεται ως το τέλος. «Και το αεράκι το ίδιο πάντα, της προσμονής.» (σελ 24). Μια εμμονική Μαθητεία (σελ 72) το διάβασμα, στην τέχνη της ζωής, μερικές φορές τόσο εμμονική που μοιάζει να αντικαθιστά την ίδια τη ζωή. «Λαίμαργα διψώντας τύπωνε, διάβαζε, αποθήκευε βιδωμένος όλες τις ώρες της ημέρας μπρος στο κομπιούτερ, μια βουλιμία ασίγαστη που κατάπινε το χρόνο του και δεν έμενε τίποτα γι’ αυτόν.» («Ένας Καλός Φίλος», σελ 25). Την ζωή που απαιτεί συμβιβασμούς («Λεόντειος Εταιρεία», σελ 27), και χαρίζει πόνο («Εργαστήριο Πόνου», σελ 28), απώλειες («Βαβυλώνα», σελ 39), την πληγή του θανάτου («Στο 318», σελ 56). Κι είναι ανάγκη, μεγάλη ανάγκη, μέχρι να φθάσει κανείς στο τέλος να έχει βρει τον τρόπο να κάνει τη ζωή του βίο. («Μαθητεία», σελ 70). Ίσως γι’ αυτό αναφέρεται συχνά στα παιδικά χρόνια, («Μνησικακία», σελ 72), εκεί που η ζωή βιωνόταν με ένταση. Στο παρόν. Χωρίς καμιά ανάγκη να σπρωχθεί. Έτσι όπως τη θυμάται και ο Τολστοϊκός Ιβάν Ίλιτς αλλά και η ίδια η Αρχοντούλα Διαβάτη σε όλα τα προηγούμενα βιβλία της. Και να που η πανδημία έρχεται και σε σπρώχνει στο παρόν και σε αναγκάζει εδώ και τώρα να το αντιμετωπίσεις. «…Ένα αληθινό κρας-τεστ για τα νεύρα μας, τη ψυχή μας και τη σχέση μας.» («Αγαπημένη μου», σελ 90).

.


ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

vakxikon.gr Απρίλιος 2021

Με τον ειρωνικά αισιόδοξο τίτλο «Αίθριος και σήμερα!» (εκδ. Νησίδες 2021), η Αρχοντούλα Διαβάτη μας προϊδεάζει θετικά -με την επιφύλαξη πάντα που υπάρχει στον πρόλογο- για το περιεχόμενο του νέου βιβλίου.

Πρόκειται για τη νέα της συλλογή διηγημάτων, ποιημάτων, μικρών κειμένων, και αυτοβιογραφικών αφηγημάτων, μέσω των οποίων η συγγραφέας φωτογραφίζει τα δυο τελευταία χρόνια, δίνοντας άλλη διάσταση στην καθημερινότητα, και συναντά τους φόβους όλων μας κατά τον εγκλεισμό του 2020 λόγω της πανδημίας του «COVID-19, ενός αρκτικόλεξου που σφράγισε σαν πυρωμένο μέταλλο τις πίσω της σελίδες».

Βρήκα το βιβλίο εξαιρετικά βαθύ, ενδιαφέρον και συγκινητικό.

Στην προ κορονοϊού εποχή η αφηγήτρια, χωρίς «διακόνημα» ή «χειροτέχνημα» επιμένει να ασχολείται «εις έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας», ομνύει στο «θαύμα της ανάγνωσης» και αφήνεται να στοχάζεται «ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ», έναντι των σοβαρά εργαζομένων που πέφτουν για ύπνο, για «να αναπαραγάγουν την εργασιακή τους δύναμη».

Φιλοσοφώντας για το χρόνο, στο MAGIC BLUE, στέκεται στον ορθολογικά οργανωμένο «ελεύθερο χρόνο», στο όνομα του κέρδους πάντα, και στα κατευθυνόμενα θαλάσσια παιχνίδια της εποχής μας, που μαραίνουν τη φαντασία, ενώ η ίδια δηλώνει με χιούμορ για τον εαυτό της, «βίντατζ».

Η αφηγήτρια, δεδηλωμένη βιβλιομανής, εξομολογείται την εξάρτησή της σήμερα από το διαδίκτυο, από την «πλοήγηση στον μυστηριακό ωκεανό του πλανήτη Σολάρις», ενώ «το αληθινό φάρμακο, η νηφάλια ανάγνωση του βιβλίου, για να αναμαγευτεί ο κόσμος» δεν λειτουργεί πλέον όπως στην εφηβεία της.

Με πίκρα στο ποίημα «Λεόντειος εταιρεία» καταθέτει την εξαργύρωση ιδεών και αισθημάτων της γενιάς της για τις «καρέκλες».

Στο υπέροχο ποίημα «Καραβάνι», ζωγραφίζει την εμμονή της με τη νεότητα, απέναντι στην επερχόμενη παρακμή.

Ο υφέρπων πόνος της απώλειας αγαπημένου προσώπου οδηγεί πάντα τη συγγραφέα σε εξαιρετικές αφηγήσεις, όπως στο «ΣΤΟ 318», όπου δείχνει και τη λογοτεχνική μαεστρία της. Από την άλλη, κι ο υποβόσκων φόβος του γήρατος αντιμετωπίζεται με χιούμορ στο «ΣΤΟ ΓΟΝΑΤΟ».

Και φθάνει η πανδημία «απροειδοποίητα/ χωρίς προπομπό κανένα/ όνειρο μαύρο κανένα..» (ΑΤΙΤΛΟ)

Και αρχίζει η καραντίνα «μ’ ένα αόρατο βραχιόλι, «ελεύθερος», / να τριγυρνώ στον οριοθετημένο χώρο μου» (ΣΤΟ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ), όπου «όλοι μας ανέγγιχτοι στη μοναξιά» προσπαθούμε να κρατηθούμε από αναγνώσματα και ανα-νοηματοδότηση της καθημερινότητάς μας.

Χωρίς επαφές, μοναχικοί και μόνοι, αντιλαμβανόμαστε ότι «η κόλαση σίγουρα δεν είναι οι άλλοι», όπως μέχρι τότε «ναρκισσευόμασταν» να πιστεύουμε.

Εν αναμονή του τέλους του πολέμου (έτσι χαρακτηρίζεται η πανδημία), χωρίς ορατό μέλλον, μόνο με την αναμονή του αύριο, βιώνουμε το θάνατο του φίλου μας από απόσταση και ίσως την «αντιπελάργηση», την φροντίδα από τα παιδιά των ηλικιωμένων γονιών, που ξαφνικά ανήκουν σε «ευπαθείς ομάδες» και έχουν «υποκείμενα νοσήματα» (ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ).

Με θλίψη η συγγραφέας καταλήγει μέσω δύο δυνατών ποιημάτων:

«περάσαμε το καλοκαίρι / σαν μια βαριά αρρώστια» ( ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ),

ένα καλοκαίρι που «θα ταξινομηθεί» σαν «αποξηραμένο άνθος» (ΦΥΤΟΛΟΓΙΟ).

Ωστόσο, στα δυο τελευταία διηγήματα, η αφηγήτρια μέσα από το «θαύμα της ανάγνωσης», νιώθει «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ» στους αγαπημένους κλασικούς συγγραφείς και παρόλο που αναζητεί «την εσωτερική φωνή που της υπαγόρευε ιδέες, σκέψεις και σχέδια…», κρατιέται από τον καθημερινό περίπατο, «σαν προσευχή στη φύση, που είναι τώρα ο θεός (της)» (Η ΦΩΝΗ).

.

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

“Fractal” 23/3/2021

Μπονζάι αφηγήματα

Η Αρχοντούλα Διαβάτη συγκέντρωσε και πάλι σε ένα τόμο τα μικρά, οιονεί-bonzai αφηγήματά της μαζί με κάποια ποιήματά της που γράφηκαν, φαντάζομαι, μετά την έκδοση του προηγούμενου βιβλίου της που έχει τίτλο «Κινητή γιορτή», του οποίου αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια.

Κάποια κείμενα είναι αυτοβιογραφικά («Μαθητεία») ενώ άλλα καταγράφουν μια επικαιρότητα («Αλκυονίδες», «Μαύρος ήλιος», «Μετακίνηση 6», «Το πνεύμα των Χριστουγέννων», «Η φωνή»). Άλλα είναι εντυπώσεις από διαβάσματα («Η μεγάλη πλατεία», το «Πλατύ ποτάμι». Σε άλλα μιλάει για φίλους («Ένας καλός φίλος», «Περί φιλίας», «Βαβυλώνα») και ξαδέλφια («Η Παυλίνα»). Η Διαβάτη μιλάει επίσης για συγγραφείς και ποιητές («Δυο θάλασσες», «Όταν το ποίημα σφίγγει τη γροθιά του», «Κοιτώντας στον καθρέφτη τους ανθρώπους»).

Τα περισσότερα είναι μίνι-διηγήματα, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο («Στο 321», «Παραμιλώντας στον καύσωνα», «Αλέκτορος 29», «Αδειάζοντας το σπίτι της μητέρας», «Απαγορευμένος έρωτας», «Σχεδία», «Καθρέφτες»). Θα ξεχωρίσουμε το εντυπωσιακό «Ξένο σώμα», στο οποίο η αφηγήτρια μιλάει για μια κοινή φίλη που ήταν ιδιόρρυθμη, για να μας αποκαλύψει στο τέλος ότι είναι νεκρή. Κάτι ανάλογο κάνει και ο Juan Rulfo στο μυθιστόρημά του «Pedro Paramo».

Παραθέτουμε το τέλος του διηγήματος.

«Και μετά χαθήκαμε. Μέρες και μήνες πέρασαν, απ’ ό,τι μάθαμε μετά, για να επανέλθουμε στην καθημερινότητα, έστω, στη νέα μας καθημερινότητα, μετά το μεγάλο μας ατύχημα στον Όλυμπο, φέτος τον Δεκέμβριο, που εκείνη ήταν η μόνη επιζώσα. Ξημεροβραδιαζόταν στου Παπαγεωργίου, όπου μας είχαν μεταφέρει εμάς τους δώδεκα, κι ήταν από τους πρώτους που είχε δώσει απελπισμένη αίμα στις απονενοημένες εγχειρήσεις που μας έγιναν και είχε οργανώσει μάλιστα και την ομαδική κηδεία» (σελ. 52).

Σε πολλά απ’ αυτά γίνονται αναφορές σε βιβλία («Σμιλεύοντας το χρόνο»), σε ταινίες («1917»), και τραγούδια («Βαβυλώνα»).

Υπάρχει όμως και κάτι καινούριο: κείμενα με αφορμή τον κορονοϊό, τα οποία βρίσκονται στο τέλος. Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το «Non serviam».

«Πότε θα τέλειωνε επιτέλους αυτός το χειμώνας; Πέρασε ο Μάρτιος, κι “ο Απρίλης με τον έρωτα” θα ’πρεπε να είχαν κάνει κατοχή στις επιθυμίες και στα όνειρα. Όμως, όχι, ο φόβος μόνον υπάρχει, ιδίως τις νύχτες, όταν υπό επιτήρησιν, “κατ’ εξαίρεσιν”, κλεισμένη στο σπίτι, ζω τη μέρα της μαρμότας, την ίδια μέρα, ξανά και ξανά. Έξοδος Νο 2 για προμήθειες, έξοδος Νο 3 για την Τράπεζα, έξοδος Νο 1 για το Φαρμακείο» (σελ. 82).

Το κείμενο γράφηκε το Μάιο του 2020.

Ξαναγράφω την πρώτη πρόταση, αλλάζοντας μόνο το χρόνο: «Πότε θα τελειώσει επιτέλους αυτός ο χειμώνας; (συμπληρώστε εσείς τα υπόλοιπα).

Θα παραθέσω ένα απόσπασμα για να τα σχολιάσω.

Στην «Έκθεση ιδεών», ημερολογιακές εγγραφές μιας παλιάς εποχής, διαβάζουμε σε εκείνη που έχει τίτλο: Κυριακή, 6 Αυγούστου 1967. «Ποτέ δεν έχω διάθεση για την Ιστορία από περιλήψεις, για την αντιμετώπιση της ύλης, τόσοι αιώνες μαζεμένοι, η Ελληνική Ιστορία των εποχών» (σελ. 19).

Ούτε κι εγώ είχα. Την επόμενη χρονιά, πιθανόν 6 Αυγούστου, είμαι ξαπλωμένος μπρούμητα πάνω στην άμμο, στην παραλία της Ιεράπετρας, με το βιβλίο της ιστορίας ανοιχτό μπροστά μου. Μα τι ωραίες που είναι οι γεραπετρίτισες, δεν με άφηναν να διαβάσω, όλο και κάποια όμορφη θα περνούσε από μπροστά μου και θα μου περισπούσε την προσοχή.

Αυτό γινόταν όλες τις μέρες του καλοκαιριού (Τότε πανελλαδικές γράφαμε Σεπτέμβρη).

Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την ύλη, έξι βιβλία ιστορίας, τρία του γυμνασίου και τρία του λυκείου, έμεινα λίγο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το χαμηλότερο βαθμό τον πήρα φυσικά στην ιστορία, 15.

Σας φαίνεται μεγάλος;

Κι όμως δεν είναι, διότι είναι διπλός, το σύνολο και των βαθμών των δυο βαθμολογητών, στην πραγματικότητα δηλαδή είναι 7,5.
Θυμάμαι που ένα από τα θέματα που έπεσαν ήταν μια υποσημείωση που παρέπεμπε σε κεφάλαιο που ήταν εκτός ύλης. Δεν ήταν βέβαια αυτό η αιτία που πήρα το 7,5.

Και τα ποιήματα;

Θα παραθέσω το «τραγούδι», ένα ποίημα που μου άρεσε πολύ.

Στο μικρό δωμάτιο
του μεγάλου νοσοκομείου
ξαπλωμένη μια γυναίκα
κι απ’ έξω ο ήλιος
να κοιτάει μέσα και να κάνει
αστεία σχήματα
στον απέναντι τοίχο
που η γυναίκα
στο κρεβάτι της
με την παρτιτούρα του πόνου
αγωνίζεται

Γεμάτα ευαισθησία και διεισδυτικότητα τα κείμενα αυτά κατακτούν αμέσως τον αναγνώστη. Σε πολλούς θα λειτουργούν συνειρμικά, ανακαλώντας δικές τους μνήμες. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.

.


ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

frear.gr 22/3/2021

Η Αρχοντούλα Διαβάτη με το βιβλίο της Αίθριος και σήμερα! μας παρουσιάζει την έκτη της συλλογή μικροαφηγήσεων, μιας ιδιαίτερης μορφής χρονογραφημάτων που δύσκολα κατατάσσεται σε κάποια λογοτεχνική κατηγορία.

Με μια ακόρεστη δίψα για ζωή, με μια αγνή και αυθόρμητη βιβλιοφιλία, με μια καθαρά ανθρωπιστική προσέγγιση του κόσμου, επιλέγει τη θεματολογία της από τα καθημερινά, την τρέχουσα επικαιρότητα διηθίζοντάς την υπό το πρίσμα της γυναικείας ματιάς της.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη διερωτάται, προβληματίζεται, εξερευνά. Άλλοτε προσπαθεί να βρει μια γέφυρα μεταξύ του κόσμου των αναγνώσεών της και της σκληρής πραγματικότητας της πανδημικής κρίσης του Covid-19 κι άλλοτε ισορροπεί μέσω ημερολογιακών καταγραφών ακόμη και βιβλιοπαρουσιάσεων ή μικρών ανεκδοτικών διηγήσεων.

Το σώμα του βιβλίου αποτελείται από τριάντα τέσσερα μικροαφηγήματα και είκοσι ποιήματα. Πρόκειται για κείμενα που σχεδόν στο σύνολο τους έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Όλα μαζί τα ανθολογούμενα κείμενα συνθέτουν μία υφολογικά συμπαγή αφήγηση, ένα καλειδοσκόπιο της ζωής και των προσωπικών αναζητήσεων της συγγραφέως.

Μια φρέσκια σχεδόν κοριτσίστική ματιά, ένας διαφορετικός, ένας άλλος τρόπος θέασης του κόσμου.

Και είναι γεννημένη αναγνώστρια η Αρχοντούλα Διαβάτη. Μια αναγνώστρια μακριά από στερεότυπα, που ρουφά τα μεγάλα έργα, που αναμετριέται σε καθημερινή βάση με την παγκόσμια λογοτεχνία, συσσωρεύοντας βιβλία σημειώσεις αλλά πιο πολύ ζώντας με τα βιβλία της, απορροφημένη, ταγμένη να αναπνέει μαζί τους ακόμη και στους περιπάτους της. Μια άσβεστη πνευματική περιέργεια, μια ματιά που έχει καλλιεργηθεί μέσα από την εμπειρία της περιπλάνησης στον τόπο της την Θεσσαλονίκη αλλά και στους άλλους τόπους των βιβλίων της.

Ελεύθεροι συνειρμοί στην πληθωρική μου ελευθερία. Φαίνεται πως αφήνομαι, περισσότερο από τα ίδια τα βιβλία, να γοητεύομαι από τις κριτικές και τα αφιερώματα για τα βιβλία…. Όλο και γιγαντώνεται η όρεξη για περισσότερα διαβάσματα-μυθοπλασία και nonfiction, μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, δοκίμια και φιλοσοφία.(σελ. 35)

Τα διαβάσματα της ένας ολόκληρος κόσμος και όπως η ίδια έχει δηλώσει σε μια από τις συνεντεύξεις της στη διαδικτυακή πύλη Πανδοχείο:

Με συγκινούν σταθερά:Ο παίκτης του Ντοστογιέφσκι, Το μάτι της γάτας της Άτγουντ, Η αρχαία σκουριά, αρκετά ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ο Καρυωτάκης, Η μαντάμ Μποβαρύ, Οι λέξεις του Σαρτρ, ο Βουτυράς και οι καταραμένοι Γάλλοι ποιητές. Τα αποσπάσματα ερωτικού λόγου του Μπαρτ, Το πουκάμισο με τους λεκέδες του Ταμπούκι, Η κατάσταση πολιορκίας της Ρένας Χατζηδάκη, ο Λούσιας του Χουλιαρά, και βέβαια Ο φύλακας στη σίκαλη κι ένα σωρό άλλα.

Μ’ ενδιαφέρουν η Κρίστεβα, ο Στάινερ, ο Ζίζεκ. Λατρεύω τα βιβλιοφιλικά βιβλία, βιβλία με θέμα τα βιβλία που όλο και πολλαπλασιάζονται ως τίτλοι. Επίσης «το εργαστήριο του συγγραφέα», βιβλία για τη συγγραφή και το συγγραφικό credo, είναι η αγαπημένη μου εκδοτική σειρά.

Και βέβαια ο κινηματογράφος, η άλλη μεγάλη αγάπη της συγγραφέως. «Οι ταινίες σαν διανομείς ονείρων, ελπίδων και κρυφών επιθυμιών του ανθρώπου θα υπάρχουν για πάντα», μας είχε πει ο μεγάλος Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η Αρχοντούλα Διαβάτη στο διήγημα Με το πι στο σινεμά μας περιγράφει ακριβώς εκείνον τον εσωτερικό πυρετό της προετοιμασίας παρακολούθησης του φεστιβάλ με το χιλιοτσαλακωμένο πρόγραμμα και τις φίλες κάθε χρόνο ακόμη εδώ, τον Μάρτιο και τον Νοέμβριο, παρ’ όλες τις απώλειες.

Και νά, αρχίζει η ταινία, και βλέπουν εκεί τον εαυτό τους. Lascinephilas, στο αργεντίνικο ντοκιμαντέρ της Μαρίας Άλβαρεθ οι πρωταγωνίστριες τσεκάρουν κι αυτές, υπογραμμίζουν, ονειρεύονται κι ύστερα μαγειρεύουν για την οικογένεια και τρέχουν στο φεστιβάλ, στην τελετουργία του φεστιβάλ. «Γεια σου Δέσποινα», «Γεια σου Μυρσίνη» «Είδες τίποτε καλό, τι μου συστήνεις;» (σελ.46)

Δεν είναι μόνο τα βιβλία και το σινεμά αλλά κι ο τόπος: η Τάφρος, το Τενεκεδένιο Σχολείο, η κεραμοποιία ΑΛΛΑΤΙΝΙ, τα σπίτια της Πυλαίας, το τέλος της οδού Αηδονιών, το Ντεπό, οι γειτονιές στο Χαριλάου, η Ανάληψη η Τσιμισκή.

Αγαπημένοι περίπατοι, άλλοι της περιπλάνησης, άλλοι της βιβλιότσαρκας στα στέκια της πόλης, στις λέσχες ανάγνωσης, στη Ζώγια και άλλοι της ανάγκης, όπως στο αφήγημα Μετακίνηση 6 :

Αναπνέουμε βαθιά την υγρή μυρωδιά των σαπισμένων φύλλων, κοιτάμε τον ήλιο που φεύγοντας αστράφτει σε ένα ημικύκλιο κατακόκκινο, ενώ κάποτε τα δέντρα μάς αγγίζουν καθώς περνάμε. Ηλιοβασιλέματα και ουρανός με σωρείτες, σύννεφα υπόλευκα και ρόδινα, και όσο το φθινόπωρο προχωράει και νυχτώνει γρήγορα, πρέπει να ξεκινάμε νωρίτερα, όλο και πιο νωρίς. (σελ.111).

Παρέα με τον Κυρ-Πανικό, βράδια και βράδια αϋπνίας, νύχτες και νύχτες λουσμένες στον ιδρώτα του φόβου.

Ένα πανοπτικόν, που ελέγχει αδιακρίτως τις ζωές τους, καταπίνει τις σκέψεις και τα όνειρα, τις προοπτικές και τα σχέδια όλα και βάζει στην ατζέντα για συζήτηση ένα σωρό θέματα κρυμμένα επιμελώς κάτω από το χαλί. (σελ. 94)

Η αστική περιήγηση, η μαγική ικανότητα της συγγραφέως για συσχετισμούς και απρόβλεπτες συνάψεις μας είναι γνωστή και ιδιαιτέρως αγαπητή και από τα προηγούμενα βιβλία της. Πιθανόν νάναι ο δικός της μοναδικός τρόπος να κατανοεί το περιβάλλον γύρω της, η δική της προσωπική μυθολογία.

Ύφος λιτό, γλώσσα ανεπιτήδευτη, πυκνή και ρέουσα, ματιά λυρική που συχνά καμουφλάρεται από μια περιέργεια σχεδόν δημοσιογραφική για τον κόσμο γύρω της. Η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι ολιγογράφος, γνωρίζει πώς να ισορροπεί μεταξύ του προσωπικού και του συλλογικού με ένα δικό της ιδιαίτερα σοφό τρόπο.

Η ίδια πάντως δηλώνει ρακοσυλλέχτης:

Είμαι ρακοσυλλέχτης Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι αλλά έχω ανάγκη από το παραμικρό: παροιμία, στίχο τραγουδιού, κουβέντα στο δρόμο ή σχόλιο στο λεωφορείο. Καιρό τώρα που γράφω έχω χάσει την … ανιδιοτελή χαρά του διαβάσματος. Διαβάζω εφημερίδα και υπογραμμίζω, βιβλία και υπογραμμίζω, κυκλώνω, σημειώνω. Πού είναι η καθαρή απόλαυση της γραφής; Άφαντη. Αφού σημειώνω τα πάντα, τα ξεχνάω σε ημερολόγια και στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων μου για να τα χαιρετήσω κάποτε σαν παλιούς γνωστούς όταν βρεθούν από τυχαίες ανασκαφές μπροστά μου και πάλι.

Τα είκοσι ποιήματα που παρεισφρέουν ανάμεσα στα πεζά δημιουργούν γέφυρες, που ως μικροί αναστεναγμοί βοηθούν στη συνοχή των κειμένων και επιτείνουν τον βιωματικό χαρακτήρα του βιβλίου που εστιάζει στην αυτογνωσία και στην αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος.

Την ποιήτρια Αρχοντούλα Διαβάτη την είχαμε γνωρίσει το 2017 με την συλλογή Όπως η Μπερλίνα. Μια συλλογή με χιούμορ και ευαισθησία για τα ανθρώπινα και μια ιδιαίτερη αίσθηση του επείγοντος που χαρακτηρίζει και τα ποιήματα αυτού του βιβλίου, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά.

ΦΥΤΟΛΟΓΙΟ

Το φετινό καλοκαίρι
Αγνώριστο σε λίγο
Συμπιεσμένο στις τελευταίες σελίδες
Σ΄ ένα βαρύ βιβλίο
Θα ταξινομηθεί
Τα αγκαθωτά και κοφτερά του φύλλα
Τώρα ακίνδυνα
Άνθη, ταξιανθίες βλαστοί και ρίζες
Ένα αποτύπωμα μονάχα –
Το σκούρο μαβί περίγραμμα της μνήμης.

Κλείνοντας να μου επιτραπεί να σημειώσω, ότι πολλές από τις μικροαφηγήσεις της Αρχοντούλας Διαβάτη, τα ιδιαίτερα αυτά χρονογραφήματα, οι μικροϊστορίες της, ανθολογημένες από το σύνολο του έργου της, αποτελούν άριστο υλικό για να πλαισιώσουν ένα αφιέρωμα στην νεότερη ιστορία της Θεσσαλονίκης, στα καλλιτεχνικά δρώμενα και στους ανθρώπους της, συνεισφέροντας ουσιαστικά στην πολιτισμική της ιστορία.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

“Fractal” 16/3/2021

«Η Αρχοντούλα Διαβάτη φαίνεται πως έχει στο dna την οικονομία και την καθαρότητα του λόγου»

Ήμερα, ήσυχα λιτά, με μικρές δαγκωνιές πόνου, με ανθρώπινο χάδι, καθημερινή γλυκύτητα, πνεύμα εργατικό και απαλό, σαν ανθισμένο κλωνάρι ακουμπισμένο με προσοχή στην άγρια άσφαλτο της ζωής. Ένα γενναίο δρομολόγιο στον καθημερινό αγώνα απέναντι στην καραντίνα, την απομόνωση, τον φόβο, τις αϋπνίες , τα βιβλία, τις αναγνώσεις, τις σημειώσεις εξόδου στο 2, στο 6, και οι άνθρωποι κινούμενες εικόνες, μακρινοί, άδειοι από την χαρά της επαφής. Κι όλα αυτά ψύχραιμα, καθαρά και έντιμα. Η Αρχοντούλα φαίνεται πως έχει στο dna την οικονομία και την καθαρότητα του λόγου.

Χαρά και πίκρα της ζωής, φιλίες ζεστές, ένας κόσμος στην αυλή του σχολείου, αθώος και γενναίος, διασχίζει αθόρυβα όπως η αναπνοή τις σελίδες του βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη, δίνοντας ένα χρώμα νεανικό, εφηβικό, στο καθαρό πρόσωπο της γραφής της. Χωρίς φανταστικές παρουσίες, με ένα ευθύ βλέμμα στην γλυκόπικρη καθημερινότητα, όπου τα ποιήματα που παρεμβάλλονται, βαθύτατα μελαγχολικά χωρίς υπερβολές και συναισθηματισμούς, σα να μονολογούν το μέσα και το έξω της ζωής.

 

ΑΤΙΤΛΟ Β

Τα φωτεινά μεσημέρια
Με τα τζιτζίκια και τον ήλιο
Μόνα τους
Στο Αναγνωστικό της Πρώτης Δημοτικού
Ανασαίνουν
Κρυμμένα.
Η κυρία Βασιλική
γελάει πλατιά
ρίχνοντας πίσω το κεφάλι,
κι ο Φυλακτίδης
που έψαχναν τα κοριτσίστικα βλέμματα,
έχει πεθάνει
από έμφραγμα,
πάει καιρός.
Όταν ανεβοκατεβαίνεις τώρα
Την ξύλινη σκάλα
Τρέχοντας στο διάλειμμα
Η αυλή είναι άδεια.

Άνθρωποι προσεχτικοί, ανάλαφροι, γερμένοι τρυφερά στο καθήκον αγγίζουν τις πανανθρώπινες αξίες που επανέρχονται σαν μουσικές μελωδίες στον κόσμο του βιβλίου αλλά και της ζωής.

Το άγχος της καθημερινότητας, του πολιτισμού της σύγχρονης ζωής μας, το τρέξιμο, φαίνεται να κυλάει ήσυχο ποτάμι, ενώ λίγο πιο πέρα το περιμένει ο γκρεμός του καταρράκτη, όπου πέφτει και σηκώνεται χαμογελώντας με νέες δυνάμεις.

«Στον καιρό της δεύτερης καραντίνας τώρα, διαλέγουμε για την πεζοπορία νεκρές ώρες, νωρίς το απόγευμα, όταν οι περισσότεροι ρίχνουν έναν υπνάκο να ξεχάσουν τα βάσανα της ημέρας, τη θλίψη, την αβεβαιότητα και την ανησυχία, την απειλή που ακούγεται σαν μακρινή βοή, την εξουθένωση της πανδημίας.»

Και συνεχίζει όπως και η ζωή, με τις μυρωδιές της καθημερινότητας,, τις φασολάδες, τους μουσακάδες, τα δέντρα, τον ήλιο, τις ανθρώπινες παρουσίες στους δρόμους, που συμφιλιώνουν τις αντιξοότητες και « η ζωή έχει πάλι δίκιο, όταν η φύση ανεξίθρησκη μας δέχεται, μας υποδέχεται και μας παρηγορεί, γιατί αυτή είναι ο Θεός, κατά τον Σπινόζα.».

Μια σκέψη λιτή, ψύχραιμη με ρίζες από τον επίκτητο και την στάση της απέναντι στα τεκταινόμενα.

Αλλά και λύγισμα ψυχής, γονάτισμα ανθρώπινο, απαντοχή, και άσχημες σκέψεις για ένα μέλλον εχθρικό προς τον άνθρωπο.

«Το σαράκι δουλεύει μες στο ξύλο, χίλιοι φόβοι διαβρώνουν αργά την ψυχή, ο φόβος της αρρώστιας κι η αρρώστια του φόβου, ένα δυσοίωνο σύννεφο πάνω απ’ το σπίτι, τη γειτονιά, την πόλη, τη χώρα και τον πλανήτη….. βάζει στην ατζέντα για συζήτηση ένα σωρό θέματα κρυμμένα επιμελώς κάτω από το χαλί.».

Ένα πολυφωνικό καθημερινό ριάλιτι όπου πρωταγωνιστούν δρόμοι, πόλεις, βιβλία, μουσικές κινηματογράφος, ποιητές, ιδέες άνθρωποι ανώνυμοι και επώνυμοι, στοχαστικά, με περιγραφές που από εξωτερικές καταλήγουν εσωτερικές, χωρίς διδακτισμό, μια θέαση της καθημερινότητας που μέσα από την απλότητά της πάλλεται η ανθρώπινη μοίρα και ζωή.

Ένα βιβλίο που μιλάει για ανθρώπους οι οποίοι πορεύονται όρθιοι μέσα στις καταιγίδες της εποχής μας.

.

 

ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

CULTUREBOOK.GR 16/3/2021

Φωτεινό και αισιόδοξο θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς το νέο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη, αν κρίνει μόνο από τον τίτλο και από το πολύ ωραίο εξώφυλλο της Βιβής Μάνθου, με φόντο λευκό και άλικο κόκκινο, όπου εικονίζεται ένα παιδάκι και ο λαμπρός δίσκος του ήλιου, που βάλθηκε ν’ απομακρύνει το μαύρο, τις ομπρέλες, τη βροχή. Αλλά μάλλον περί ευφημισμού πρόκειται, σε μια προσπάθεια η Α.Δ. να εξορκίσει το κακό, αφού οι περισσότερες μικρο-ιστορίες και τα ποιήματά της, που αναφέρονται στην πανδημία, έχουν κυρίως μελαγχολικό ή μερικές φορές και οδυνηρό περιεχόμενο.

Πρόκειται για 34 μικροαφηγήσεις και 20 ποιήματα που αφιερώνονται στον σύντροφό της, Νίκο, και στα παιδιά της, κείμενα που δεν θα έλεγα ότι δικαιώνουν τον τίτλο. Δεκαπέντε από αυτά, τα περισσότερα δηλαδή, αναφέρονται στην καραντίνα που επιβλήθηκε, λόγω του εφιαλτικού ιού, δώδεκα στη μοναξιά, στον πόνο, στη θλίψη, στον θάνατο, στους φόβους, στην αρρώστια. Οκτώ κείμενα αφιερώνονται σε φίλες και φιλίες, πέντε σε βιβλία και στη βιβλιομανία, άλλα τέσσερα σε συγγραφείς ή ποιητές και το έργο τους, όπως: Στη μεγάλη πλατεία του Νίκου Μπακόλα, στην ποιήτρια, Μαίρη Αγαθοπούλου και δύο στον Τόλη Νικηφόρου. Λιγότερα κείμενα αναφέρονται στη συζυγική σχέση και τον έρωτα, σε αναδρομές στο παρελθόν, στο σινεμά και στη μαθητεία.

Ποικίλο, λοιπόν, το περιεχόμενο. Η φόρμα είναι συνήθως μικρή, μία έως δύο σελίδες ή και πολύ μικρή, μισή σελίδα (π.χ. Αλκυονίδες, Απαγορευμένος έρωτας, Σχεδία, Αγαπημένη μου), ελάχιστα μόνο κείμενα απλώνονται περισσότερο ( π.χ. Όταν το ποίημα σφίγγει τη γροθιά του, Μαθητεία, Μαύρος ήλιος). Άλλωστε η Α. Δ. μας έχει συνηθίσει στις μικρο-ιστορίες, είναι μαστόρισσα στο είδος.

Ειδολογικά έχουμε ένα κείμενο σε μορφή επιστολής (Αγαπημένη μου), δύο πεζά με ημερολογιακό χαρακτήρα (Μαύρος ήλιος και Έκθεση ιδεών και ένα ποίημα με τίτλο, Ημερολόγιο). Τα ρηματικά πρόσωπα των αφηγήσεων είναι συνήθως το α’ και το γ’ ενικό ή το α’ πληθυντικό: «Τα δέντρα, ο αέρας κι ο ήλιος, κι αυτή η ανθρώπινη παρουσία στον δρόμο, όλες τις ώρες της ημέρας, μας συμφιλιώνουν με τον εαυτό μας, σπάζουν το κουκούλι της εσωστρέφειας, και η ζωή έχει πάλι δίκιο, όταν η φύση ανεξίθρησκη μας δέχεται, μας αποδέχεται και μας παρηγορεί, γιατί αυτή είναι ο Θεός, κατά τον Σπινόζα» (Μετακίνηση 6, σελ. 110).

Εκείνο που χαρακτηρίζει τις μικροαφηγήσεις της Α. Δ. είναι σίγουρα το ύφος και η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Ένα ύφος «κουβεντιαστό», λες και κάθεται δίπλα μας σε κάποιο παγκάκι και μας εξιστορεί με τρόπο απλό, απέριττο, ανεπιτήδευτο, εξομολογητικό, αυθόρμητο, ανθρώπινο, χειμαρρώδη, θαυμαστικό, κάποτε με συγκρατημένο λυγμό και με αξιοπρέπεια, περιστατικά από τα παιδικά της χρόνια, την οικογένειά της, τους δασκάλους της, τις φίλες και τους φίλους, τις εκδρομές τους, μας μιλά και για τις μεγάλες αγάπες της: τα βιβλία και το σινεμά. Η γλώσσα της, ανυπόκριτη, αυθεντική, ευθύβολη, με καταλυτική ειλικρίνεια, χωρίς καμιά εκζήτηση και ψεύτικα στολίδια, ξαφνιάζει τον αναγνώστη που κουράστηκε από τα πολλά «μαλάματα» που την έχουν φορτώσει. Το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία διανθίζουν και ζωντανεύουν τον λόγο της: «ο γείτονας απέναντι στο ρετιρέ{…} με την έπαρση της σημαίας του, αναρτημένης καθημερινά ανελλιπώς άνευ λόγου και αιτίας, που πλατάγιζεκαθώς γύριζε ο αέρας…» (Στην όμορφη νύχτα, σελ.13), «-από την άλλη πλευρά χάσκει η τάφρος, αν σας τα ζωγράφισα καλά,-άγριες μυρωδιές από αρειμάνιες φασολάδες, ψάρια και σχάρες και λιγωτικοί μουσακάδες διαχέονται στην ατμόσφαιρα δοκιμάζοντας τις αντοχές μας» (Μετακίνηση 6, σελ.110).

Η καραντίνα, λόγω πανδημίας, επηρεάζει τον ψυχισμό και δίνει την ευκαιρία να αναστοχαστεί κανείς τη ζωή του και τη σχέση του με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Η συγγραφέας ξεδιπλώνει με ρεαλιστικό και δραματικό τρόπο τις σκέψεις της στις πολύ δυνατές σελίδες της για το θέμα αυτό, αλλά και για την απομόνωση, την καχυποψία, τον φόβο, που προκάλεσε ο εφιαλτικός ιός, για την τυποποιημένη έγκριση εξόδου, την εξάρτηση από το διαδίκτυο ως μοναδική δυνατότητα επικοινωνίας με τους άλλους και τη στροφή στο βιβλίο ως σίγουρο καταφύγιο: «κλεισμένη στο σπίτι, ζω τη μέρα της μαρμότας, την ίδια μέρα, ξανά και ξανά. Έξοδος Νο 2 για προμήθειες, έξοδος Νο 6 για σωματική άσκηση, έξοδος Νο 3 για την Τράπεζα, έξοδος Νο 1 για το Φαρμακείο. Καχυποψία και φόβος για τον πλησίον, κι όχι προς κάθε μορφή εξουσίας, όπως με δασκαλεύουν τα άρθρα που διαβάζω. Αποκομμένη από τα παιδιά μου, τους φίλους και τους γνωστούς, όταν ο κορονοϊός και η πανδημία με έχουν αποξενώσει από τον ίδιο μου τον εαυτό {…} σε διαρκή διασύνδεση, μοιράζομαι την εικόνα μου στα κοινωνικά δίκτυα» (Non Serviam, σελ. 82). «Το αόρατο νήμα του φόβου που μας δένει στο κοινό μας πεπρωμένο. {…} Θέλεις πίσω τον κόσμο σου, χρώματα, μυρωδιές, γέλια και φιλιά. Μόνο να βρεις καταφύγιο σε ένα βιβλίο, στο παράλληλο σύμπαν του να κρυφτείς, αναζητώντας συντροφικότητα κι ανθρώπινη συγκίνηση» (Ζην Επικινδύνως, σελ. 91). Η ξαφνική συνειδητοποίηση της ηλικίας και της αδυναμίας απέναντι στον ιό, το κοίταγμα στον καθρέφτη, την τρομάζει: «Πάλι ο καθρέφτης ρώτησε κι εμάς τι γίνονται τα δικά μας τα παιδιά, πρέπει να μας χτυπήσει την πόρτα το απρόοπτο για να’ ρθουν να κάνουν μια επίσκεψη στους ηλικιωμένους γονείς; Αλλά ηλικιωμένοι; (Καθρέφτες, σελ.106). Συγκρίνοντας το παρόν με το παρελθόν, ψάχνει να βρει ξανά την εσωτερική φωνή που χρόνια «κανοναρχούσε» τη ζωή της, για να καταλήξει με πίκρα στη διαπίστωση μιας άχαρης, επαναλαμβανόμενης ζωής: «Ποια ήταν, ποια έγινε, πού πήγε η εσωτερική εκείνη φωνή που της υπαγόρευε και την κανοναρχούσε για χρόνια{…}και σήμερα τι; Ισόπλευρα τρίγωνα, έτσι διαγράφεται η ζωή από μέρα σε μέρα να αρχίσει η αστυνομική σειρά το μεσημέρι και το σήριαλ της σαπουνόπερας το βράδυ» (Η Φωνή, σελ. 115-116). Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα της πανδημίας, ονειρεύεται το τέλος του εφιάλτη, που όμως θα αλλάξει δραματικά τη ζωή μας: «(Για φαντάσου, να τα είχαν αφήσει όλα πίσω τους, να ξυπνούσαν από τον εφιάλτη, επιζώντες κι αυτοί μαζί με τους πολλούς, μιλώντας για την καραντίνα και τον ιό στον παρατατικό, κουρασμένοι βετεράνοι ενός άγριου πολέμου που αξιώθηκαν, που όμως θα έβαζε από τώρα και μπρος τη ζωή και τον κόσμο σε νέες ράγες…»), (Κυρ-Πανικός, σελ. 94-95).

Από τα πιο δυνατά πεζά κείμενα της Α. Δ. θα ξεχώριζα σίγουρα το σπαραχτικό,Στο 318, (σελ. 56),όπου με λιτό, δωρικό λόγο, αναφέρεται στην απώλεια αγαπημένου προσώπου, το Μαθητεία, (σελ. 70), που αρχίζει με ένα εξαιρετικό μότο του Φ. Πεσσόα και αναφέρεται στους δασκάλους της, σε διάφορα στάδια της ζωής της, με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη για όσα της δίδαξαν, όπου βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για την παιδαγωγική, τον ρόλο του σχολείου, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, αλλά και για τους αλγόριθμους, που «έχουν δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα», αφού {…} Ο ψηφιακός κόσμος έχει υποκαταστήσει τις ανθρώπινες σχέσεις». (σελ.77). Εξαιρετικά, επίσης, θεωρώ τα: Ζην Επικινδύνως, (σελ. 91) Κυρ-Πανικός, (σελ. 93) και Καθρέφτες, (σελ. 105), που αναφέρονται στην πανδημία.

Από τα ποιήματά της, που εμβολίζονται ανάμεσα στα πεζά, ξεχώρισα τα εξής: Χιόνι, (σελ.47), Ανταποκρίσεις,( σελ. 54), Πιστοί,( σελ. 69), Το καθαρτήριο της καραντίνας, (σελ. 80), Καλημέρα θλίψη,( σελ. 81), Περίληψη προηγούμενων φόβων,( σελ. 103), Καλοκαίρι,( σελ. 107) και Φυτολόγιο,( σελ.108).

Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο που περιέχει ψήγματα χρυσού, από άποψη ιδεών, γλώσσας και ύφους. Ένα βιβλίο/χρονικό που καταγράφει την εφιαλτική περίοδο της πανδημίας, αλλά είναι και εμπλουτισμένο με θέματα που αγγίζουν τις ζωές μας και τις ευαισθησίες μας. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και που σίγουρα θα αγαπηθεί.

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΠΕΡΙ ΟΥ 13/2/2021

Η ψυχολογία του εγκλεισμού

Μικροδιηγήματα με εύπεπτα σχόλια και επίκαιρα μηνύματα μας καλούν σε περιπλάνηση στους άδειους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Ενδιάμεσα, ποιητικές παρεμβάσεις διακόπτουν τον περίπατο του πεζού λόγου. Μας προσκαλούν να πετάξουμε, να πάμε «στο απέναντι μεγάλο δέντρο», παρέα με τα πουλιά. Παραδόξως, ψηλά στον αέρα, κοντά στα λίγα σύννεφα, δεν θα χρειαστούμε «Βεβαίωση κατ’ εξαίρεση μετακίνησης πολιτών», για να πάμε στο μαγαζί τροφίμων του γειτονικού δένδρου. Ίσως και να μη χρειαστούμε τροφή. Ο καθαρός αέρας και ο ήλιος, παρέα με το λόγο γεμάτο ανθρωπιά που ρέει σαν κρυστάλλινο νερό στις αφηγήσεις της Αρχοντούλας Διαβάτη, τρέφουν την ψυχή μας, όπως τα βιβλία που διαβάζει καλλιεργούν τη δική της. Ξεχνούμε για μια στιγμή ότι ο δήθεν πραγματικός κόσμος είναι χτισμένος πάνω στο ψέμα. Ακόμη και ο αίθριος καιρός που ανακοινώνει το ραδιόφωνο είναι ευφημισμός για τον καύσωνα που επίκειται. Ψεύτικος ο εξωτερικός κόσμος, παραπλανητική και η πρόβλεψη καιρού, σαν να είχε παρακμάσει ο homo sapiens σε homo inscius, homo machina, ή, σε απλά λατινικά, σε non homo.
Η ψυχολογία του εγκλεισμού μάς οδηγεί σε καφκική κοσμοαντίληψη και στην ψυχολογία των τραγικών θυμάτων του Ολοκαυτώματος, στην ενοχή και αποδοχή τιμωρίας για πράξεις που δεν έγιναν ποτέ. Εξάλλου, είμαστε θνητοί, βρε αδελφέ, και αμαρτωλοί, βεβαίως. Η Διαβάτη ανατρέπει τη μηχανή που προσπαθεί να μας συνθλίψει, με τη βιωματική γραφή της, με το ρυθμό της, που μιμείται το ρυθμό της ζωής. Αρχίζει ένα διάλογο με τον εαυτό της στο παρελθόν, διάλογο με δύο ακόμη διεξόδους, το βιβλίο πάνω στο γραφείο μας και τον συνάνθρωπο στο «απέναντι μπαλκόνι» – κυριολεξία και μεταφορά.
Μια βόλτα στη θάλασσα του καλοκαιριού («Magic Bloom») γίνεται αφορμή για στοχασμό πάνω στο καίριο και επίκαιρο θέμα της ελευθερίας του ατόμου, με φόντο πάντα την οικονομική κρίση, με την υγειονομική της προσωπίδα: «διαβάζοντας, διαβάζοντας, τροφή για τις ανάγκες σου όλες το διάβασμα – και πού λεφτά για θάλασσα, κι οι διακοπές άγνωστη λέξη» («Διαβάζοντας το καλοκαίρι»).
Διαβάζει πολύ όλη της τη ζωή, βλέπει κινηματογράφο, και είναι περήφανη για τις πνευματικές της ασχολίες. Αν μελετήσουμε όλα της τα βιβλία, θα τη δούμε να χτίζει σταθερά μια δική της γραφή. Είναι η ανταμοιβή της για την καλή επιλογή των καλλιτεχνικών της δραστηριοτήτων.
Στο βιβλίο της ο άλλος γίνεται ο καθρέφτης της ζωής μας. «Οι άνθρωποι ένας-ένας, δυο-δυο μέσα στα φωτισμένα ως αργά διαμερίσματα, μόνοι με τον εαυτό τους ωστόσο, “κατ’ εξαίρεσιν”, θλιβερά πειραματόζωα, σε βιομετρική παρακολούθηση, βομβαρδισμένοι από πληροφορίες, αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα, γράφοντας όπως-όπως το θέατρο του παράλογου που τους αναλογεί» («Κυρ-Πανικός»). Η Αρχοντούλα, όμως, δεν παραδίδει τόσο εύκολα τα όπλα. Στο τέλος της αφήγησης για τις επιπτώσεις του πανικού, η γενναιόδωρη ιδεολογία της, με ουτοπικές αποχρώσεις, την κάνει να αναλογίζεται, κρυμμένη μέσα στην ασφάλεια μιας παρένθεσης:
(Για φαντάσου, να τα είχαν αφήσει όλα πίσω τους, να ξυπνούσαν από τον εφιάλτη, επιζώντες κι αυτοί μαζί με τους πολλούς, μιλώντας για την καραντίνα και τον ιό στον παρατατικό, κουρασμένοι βετεράνοι ενός άγριου πολέμου που αξιώθηκαν, που όμως θα έβαζε από τώρα και μπρος τη ζωή και τον κόσμο σε νέες ράγες…)
Κανένας πανικός δεν είναι αρκετά ισχυρός να εξουδετερώσει το όραμα ενός νέου κόσμου.
Στις εξόδους της ο αριθμός 6 την καταδιώκει, την περιορίζει. Άθελά της, ίσως, ζει στη χώρα της Αποκάλυψης:
Σήμερα […] διέτρεξα γρήγορα την Τσιμισκή, «μετακίνηση νούμερο έξι»
(«Το πνεύμα των Χριστουγέννων»).
Συμπλήρωσε γρήγορα με μολύβι το νούμερο έξι της σύντομης μετακίνησης («Η φωνή»).
Η αφηγήτρια και ο άντρας της βλέπουν σαν σκηνή θεάτρου το απέναντι μπαλκόνι να γίνεται ο καθρέφτης τους, όταν αντιλαμβάνονται ότι ο άνδρας έχει μείνει μόνος («Καθρέφτες»). Ταυτίζονται με το ζευγάρι, νιώθουν ότι έχουν κοινό πεπρωμένο. Και ξαφνικά η γυναίκα επιστρέφει. Ναι, μέσα στην Πανδημία, υπάρχουν και άλλες ασθένειες. Οι γιοι των γειτόνων έρχονται να δουν τη μητέρα τους. Η πλευρά της αφηγήτριας ταυτίζεται ξανά με την απέναντι. Αλλά την ταρακουνά η σκέψη ότι τα παιδιά θα έλθουν γιατί θα θέλουν να δουν τους ηλικιωμένους γονείς τους. Αφορμή για τη σκέψη αυτή το «ηλικιωμένοι 70 ετών και άνω» που ακούμε συχνά στις ειδήσεις. Και η Διαβάτη σχολιάζει σε παρένθεση:
(Τώρα με την πανδημία πληροφορηθήκαμε ότι είμαστε ηλικιωμένοι, ευπαθής ομάδα με υποκείμενα νοσήματα, που χρήζει προστασίας και φροντίδας. Αλλά τότε, γιατί δεν είχαμε απελπιστεί νωρίτερα; Ως τώρα εμείς προστατεύαμε και νοιαζόμασταν. Ξαφνικά νιώθουμε ανήσυχοι κι ανίσχυροι, χωρίς το καθαρό κοίταγμα στον καθρέφτη. Να τηλεφωνούσαμε ίσως στα παιδιά.)
Ο πανικός γεννά επίσης ποίηση και στοχασμό.
Αίθριος και σήμερα. Ένα εξαιρετικό βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη από τις Εκδόσεις Νησίδες της Θεσσαλονίκης.

 

.

 

ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

ΦΡΕΑΡ 11/02/2019
Η αυθεντική ζωή και η γραφή από τη σκοπιά της Αρχοντούλας Διαβάτη
Βραδάκι Παρασκευής. Μόλις έχει σχολάσει μια ακόμη ποιητική βραδιά του Τόλη Νικηφόρου, από αυτές που διοργανώνει επιτυχημένα στην Εταιρία λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Η πλατεία Αριστοτέλους σφύζει από κόσμο. Με την Αρχοντούλα Διαβάτη βρισκόμαστε πλέον στη στάση και περιμένουμε το λεωφορείο.
Τα μάτια μας τρώνε λαίμαργα την οθόνη δρομολογίων. Το εξάρι αργεί ακόμη· και το 58, γραμμή προς Πανόραμα-Χορτιάτη, δε φαίνεται να έρχεται γρήγορα.
«I feel good», ακούγεται η φωνή του Τζαίημς Μπράουν από το απέναντι πεζοδρόμιο.
-Και του χρόνου, και του χρόνου, φωνάζει μια κυρία στη φίλη της, καθώς ανεβαίνει στο λεωφορείο της δικής της γραμμής.
Στην κινούμενη οθόνη του απέναντι κτηρίου ένας πίνακας του Άντυ Γουώρχολ καθρεφτίζει την κατανάλωση των καιρών, ενώ δίπλα μας δυο νεαρά κορίτσια βγάζουν σέλφι.
«Κινητή γιορτή» η ζωή, σκέφτομαι και αναλογίζομαι το τελευταίο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη που δε λέει να μου φύγει από το μυαλό. Το διάβασα πρόσφατα. Η άποψή του για τη ζωή με κέρδισε, όπως και ο κόσμος που περιγράφει, και είναι αυτός που ζούμε καθημερινά, στο δρόμο, στο λεωφορείο, στις διακοπές, στις σχέσεις.
«Με τις σέλφι οι άνθρωποι εξαργυρώνουν την ολιγόλεπτη διασημότητα που είχε διεκδικήσει για τους άσημους ο Άντυ Γουώρχολ», γράφει η Αρχοντούλα Διαβάτη και με την αφορμή έρχονται στο νου τα 37 αφηγήματα του βιβλίου, ευανάγνωστα και καίρια όσο δεν λέγεται. «Κανένας», «Σέλφι», «Christmas carol», «Συνθέτοντας τον φυλλοβόλο εαυτό μας», «Fractal ιστορίες», «Kalymnos by night», «Μικρές ιστορίες», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης», και άλλα.
Και αίφνης, καθώς τα πάντα γύρω μας κινούνται σαν σε γιορτή, ο χρόνος κόβεται στα δυο, και εμφανίζεται ο Γιώργος Ιωάννου.
– Γεια σας, ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα. Έγραψα στη μεταπολεμική εποχή, κυρίως κείμενα μεταξύ διηγήματος, χρονογραφήματος και δοκιμίου. Το είδος αυτό το ονόμασα πεζογράφημα.
– Μα, η γραφή σας μού άρεσε πολύ, απάντησε η κ. Διαβάτη. «Μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας έγραψα και γω, που αυθαίρετα τα ονόμασα “διηγήματα”. Μ΄ αυτά χαρτογραφώ την καθημερινότητα. Τη μυθοποιώ μέσω της γλώσσας, για να αιχμαλωτίσω την συγκίνηση που αναδίδουν τα κοινότοπα, τα τετριμμένα και τα αόρατα και να νοηματοδοτήσω τον κόσμο».
– Χαίρομαι που σας έχω συνεχιστή μου, ακούστηκε η φωνή του Γιώργου Ιωάννου. Την ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης αποτύπωσα και γω, από την πλευρά ενός παρατηρητή. Με αφορμή ένα πρόσωπο, έναν χώρο, ένα αντικείμενο, ένα θέμα, παγίδεψα τις μικρές ασήμαντες και αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Οι κριτικοί ονόμασαν τη γραφή μου «σωματική».
– Αυτό ακριβώς έκανα, απάντησε η κ. Αρχοντούλα Διαβάτη.
– Μα, και ο Χάκκας, τόλμησα να πω, την Καισαριανή δεν περιέγραψε στις δικές του συλλογές διηγημάτων; τα μικρά και καθημερινά δεν έχει ως θέμα του και εκείνος, και μάλιστα με την ίδια ακριβώς μέθοδο της «σωματικής γραφής»; Αλλά, μήπως και ο Χατζής στο «Τέλος της μικρής μας πόλης» κάτι ανάλογο δεν έπραξε; Ένα συλλογικό πορτρέτο των Ιωαννίνων στο μεταίχμιο μιας καινούργιας εποχής…
Η αυθεντική ζωή και η γραφή.
Μια καινοτομία στο διήγημα, την οποία ξεκίνησε ο Γιώργος Ιωάννου και συνεχίζει η Αρχοντούλα Διαβάτη με το βιβλίο της «Κινητή Γιορτή» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Νησίδες». Μικρογραφίες της καθημερινότητας, που κάποιες φορές μυθοποιούν την παιδική ηλικία, αλλά που στην ολότητά τους καταγράφουν με ρεαλισμό και ηθογραφική χροιά τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Επίκεντρο των αφηγημάτων, αλλά και συνδετικός τους ιστός, η πόλη της Θεσσαλονίκης, με τους δρόμους και τις πλατείες της, τα σπίτια, τα λεωφορεία της, τους ποιητές της. Με τη συγγραφέα ξεναγό πηγαίνουμε στον «Μπαράκα», όπου βρίσκουμε το Μάριο Μέσκο να πίνει τον καφέ του συζητώντας με τη Μαρία Κουγιουμτζή και τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, περνάμε από τη Μητρόπολη, το στέκι της νεολαίας, για να κατεβούμε στην παραλία και μετά στο σινεμά «Οντεόν», στην Αριστοτέλους και στην Αγίας Σοφίας. Μεταφερόμαστε όμως χρονικά και στην εποχή της δικτατορίας, ζούμε το σεισμό, ταξιδεύουμε για διακοπές στα νησιά, εμβαθύνουμε πάνω σε ένα βιβλίο, μια ταινία, μια συνέντευξη, μια λογοτεχνική κριτική.
Θυμάμαι τον Μάρκο Μέσκο μακρινή γιγάντια φιγούρα στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αρκετά χρόνια πριν, ανάμεσα στους νεότερους φίλους του. Τον συνάντησα αργότερα, στην παρουσίαση της «Κατάθεσης», του βιβλίου της Κατερίνας Μόντη, ενώ συναπαντήματα υπήρξαν στο «Κεντρί», στον «Μπαράκα» ή στο «Ζουρνάλ», τα πρωινά, όπου έπινε τον καφέ του με τις καλές του φίλες, τις Μαρίες, Αγαθοπούλου και Κουγιουμτζή, και την παρέα τους. Ένας λιγόλογος γίγαντας, με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας. Πολύ αργότερα βρήκα το μονοπάτι για το «Μαύρο δάσος» της ποίησής του και για τα πεζογραφήματά του, και ήρθαν και ευθυγραμμίστηκαν ένα σωρό αγάπες κάτω κι από τις συγκινημένες του αναγνώσεις για τον Θεόκλητο Καρυπίδη ή και τις εξομολογήσεις του για τη Μέλπω Αξιώτη, ακόμα και η φιλία μου για έναν συντοπίτη του από την Έδεσσα, που δεν ζει πια, τον Γιώργο Σταμάτη, καθηγητή, δεν συναντήθηκαν ίσως ποτέ, έναν αδιάλλακτο άνθρωπο που έζησε με πάθος στις γραμμές της ιδεολογίας του –συνείδηση και πράξη– και στρατεύτηκε στην αγάπη των βουνών και της φύσης: Καϊμάκτσαλάν, Έδεσσα, Γραμματικό.
Ο αναγνώστης απολαμβάνει τις μικρές αυτές ξεναγήσεις στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης και βγαίνει ωφελημένος από την πνευματικότητα και τη σοφία τους, γιατί αναλύονται με τρόπο αξιόλογο, από την πλευρά ενός πλατιά και βαθιά μορφωμένου ανθρώπου.
Τα κείμενα προσπερνούν τις αφηγηματικές συμβάσεις. Η συγγραφέας υιοθετεί την ιμπρεσσιονιστική απόδοση των γεγονότων και τις μοντερνιστικές τεχνικές: τη χρήση εσωτερικού μονολόγου, τη συνειρμική γραφή, την αφήγηση με διαφορετικούς αφηγητές και πολλαπλή εστίαση. Παρεμβάλλει επίσης σχολιασμούς και δοκιμιακό λόγο.
Όμως, με την εναλλαγή εσωτερικού μονολόγου και αφήγησης σε τρίτο πρόσωπο, με τις αλλεπάλληλες διολισθήσεις της οπτικής γωνίας του αφηγητή, αλλά και μέσα από το παιχνίδι με το χρόνο, οι ιστορίες κινούνται ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την εξωτερική παρατήρηση. Το έργο έτσι γίνεται πολυπρόσωπο, αποκτά πολυφωνία.
Για παράδειγμα, κάνοντας χρήση πρώτου προσώπου, δίνει χροιά αυτοβιογραφίας στις αφηγήσεις. Χρησιμοποιώντας το τρίτο πρόσωπο, παρουσιάζεται ως αποστασιοποιημένος παρατηρητής που καταγράφει αντικειμενικά τα γεγονότα. Άλλες πάλι φορές εναλλάσσει το γ΄ με το α΄ πρόσωπο. Ο αφηγητής τότε εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά και ταυτόχρονα ως πρόσωπο μιας ιστορίας στην οποία μετέχει. Γι΄ αυτό και πολλά αφηγήματα θυμίζουν χρονογράφημα.
Κάνει όμως και χρήση δευτέρου προσώπου το οποίο συναντάμε σπάνια στην πεζογραφία και σε διηγήσεις αυτοβιογραφικού τύπου. Το βρίσκουμε κυρίως στον Ιωάννου και στον Τσίρκα.
Ωστόσο το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι αξιόλογο όχι μόνο γιατί συνεχίζει την παράδοση του Γιώργου Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη ως προς είδος του σύντομου εξομολογητικού κειμένου ανάμεσα στο διήγημα, το χρονογράφημα και το δοκίμιο ή γιατί χρησιμοποιεί τις μοντερνιστικές τεχνικές που παραπέμπουν στη λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης», εισηγητή του μοντερνισμού στην Ελλάδα, αλλά και γιατί το διακρίνει υψηλή λογοτεχνικότητα.
Οι μυθοπλασίες διαθέτουν αληθοφάνεια. Οι σκηνές μέσα στο λεωφορείο είναι μοναδικές. Η ιστορία με την κωφάλαλη Αργυρώ από τις πιο ωραίες, με ανεξάρτητο πλάγιο λόγο, ρυθμό, ομοιοτέλευτα, ποιητικότητα. Στις αφηγήσεις, ούτε μια λέξη περιττή, ενώ ο απλός, καθημερινός λόγος που χρησιμοποιεί είναι ο βιωμένος λόγος με τις ιδιολέκτους των διαφόρων κοινωνικών ομάδων που ανασυνθέτουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Η Κινητή γιορτή είναι ένα κολάζ από στιγμές στις οποίες όλοι μετέχουμε καθημερινά. Τα μικρά προσωπικά σπαράγματα της Αρχοντούλας Διαβάτη εγγράφονται στο συλλογικό γίγνεσθαι και διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε επικαιρότητα. Η συγγραφέας, άλλοτε ως διηγηματογράφος, άλλοτε ως δοκιμιογράφος και άλλοτε ως χρονογράφος αποκωδικοποιεί τα τεκταινόμενα με τρόπο πρωτότυπο, πολυπρόσωπο και αυθεντικό, δημιουργώντας τη δική της αφηγηματική φωνή που είναι ξεχωριστή, μοναδική.

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝAΚΟΥ

FRACTAL 16/01/2019
Η Ρόδα του Χρόνου πάλι
«ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ», Αρχοντούλα Διαβάτη, εκδ. Νησίδες 2018
Με το γνώριμο πλέον στυλ των μικρών βιωματικών κειμένων και με τον γνωστό πυκνό της λόγο, το ύφος και τη δουλεμένη γλώσσα- λιτή, κοφτή, χωρίς επίθετα, χαρακτηριστικά που καθιστούν αναγνωρίσιμα τα κείμενα – στο καινούριο της βιβλίο η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει για την καθημερινότητα, τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα που ομορφαίνουν και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Γράφει για τους φίλους, τις παρέες, τις γιορτές, τις εκδρομές, για όλες εκείνες οι καταστάσεις όπου από μεμονωμένα άτομα γινόμαστε «εμείς» και η ζωή νοστιμεύει. «Το εγώ τίποτε δεν είναι τίποτε /υπάρχουμε μόνον όταν υπάρχουμε μαζί», δανείζεται από το Μάρκο Μέσκο.
Δεν είναι τυχαίο που ξεκινάει με το διήγημα ΚΑΝΕΝΑΣ, έναν άγριο σαρκασμό για τη μοναξιά και την ανάγκη για συντρόφιασμα και σχέσεις ενός νέου ανθρώπου και συνεχίζει με το ΣΕΛΦΙ, όπου παρατηρεί γλυκόπικρα τις δυσκολίες στις σχέσεις ακόμα και με τους παλιούς φίλους – ή μήπως κυρίως μ’ αυτούς.
Σε μια σειρά ιδιότυπων χρονογραφημάτων, όπου μια βόλτα, μια συνάντηση, μια συζήτηση, ένα γεγονός, τα βιβλία που διαβάζει, οι ταινίες που βλέπει, γίνονται αφετηρία για συνειρμούς και για μια παραγωγική σύνθεση αναμνήσεων και αναγνωσμάτων με πολιτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές αιχμές
Ιδιότυπες είναι και οι κριτικές αναγνώσεις της σε βιβλία, όπως η εξαιρετική ανάγνωση του Μάρκου Μέσκου στο ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ, όταν στέκεται στον παραγκωνισμό της μειονοτικής γλώσσας, ή στον πατριωτισμό της Αριστεράς. Με την παρατήρησή της για το πόσο οι νέες μεταφράσεις, που παρακολουθούν το σημερινό νεανικό ιδιόλεκτο, ανανεώνουν παλιά θρυλικά βιβλία, μας ξανασυστήνει τον ΦΥΛΑΚΑ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ. Απευθυνόμενη ποιητικά σε λογοτεχνικούς ήρωες , μέλη της Κομμούνας του Σικάγο, που θαύμασε στη ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ, μας ενημερώνει για τις νέες εκδόσεις και επανεκδόσεις, καταλήγοντας ότι «η καλή λογοτεχνία είναι από μόνη της, σημαίνει, ένα κατόρθωμα της γλώσσας» – Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ.
Παρατηρώντας την πορεία της (και πορεία όλων μας) ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΛΕΥΚΟ, όπως ο ίππος στο σκάκι, καταθέτει βαθυστόχαστα μικρά διηγήματα, όπου εντοπίζονται ο φόβος του κενού, της μελαγχολίας, της ανίας, η προσδοκία της γιορτής, ο ρόλος του φέισμπουκ ως σχέσης, η αγάπη για το καλοκαίρι έναντι «του κοινωνικού δαρβινισμού του χειμώνα», ο θαυμασμός για τις γυναίκες της επαρχίας, η ιαματική δύναμη της τέχνης.
Στο διήγημα ΑΣΠΙΔΑ διεισδύει στην ψυχοσύνθεση των φιλόδοξων σύγχρονων γυναικών με τους πολλαπλούς εαυτούς που είναι και μητέρες.
Ποιητική αντίληψη της πολυπολιτισμικότητας και του μεταναστευτικού στο μικροδιήγημα ΚΙΒΩΤΟΣ , πίκρα για το αμετάκλητο της φευγάτης αγάπης – «δεν χωρούν ένδικα μέσα»- στο μικροδιήγημα ΚΩΔΙΚΕΣ. Εξαιρετική η περιγραφή μιας διαδρομής στο αστικό λεωφορείο στα ΝΕΑ ΗΘΗ.
Σασπένς αλλά και χιούμορ στο διήγημα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ (ποιος είναι ο ξένος τελικά;), ανάγλυφο το κλίμα της δικτατορίας στο διήγημα ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός στο ΔΕΛΤΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, λογοτεχνική ανάδειξη της ανάγκης για επικοινωνία μιας κωφάλαλης γυναίκας στο διήγημα ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΩΔΩΝ.
Θνησιγενής ο έρωτας και απαιτεί συχνό «πότισμα» στο διήγημα Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ καιαυτοψυχανάλυση στο SCRABBLE για την αποφυγή πολλής σκέψης και στρατηγικής στη ζωή , ως άλλοθι.
Στο ομώνυμο διήγημα ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, ευλογημένη ρουτίνα και γιορτές, καινούριοι φίλοι και παλιοί, συνθέτουν ένα κράμα πίκρας και αισιοδοξίας. « Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες…», αλλά η κορύφωσή του είναι μια ένεση αισιοδοξίας: « Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας …..να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής».
Όχι τυχαία κλείνει το βιβλίο με το διήγημα « ΘΕΡΜΗ ΣΙΩΠΗ», έναν στοχασμό για το «καλό», με αναφορές στη Σιμόν Βέιγ, στον εργάτη πατέρα της, στον Κρασναχορκάι και στον περίγυρο των θερινών διακοπών.


.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 9/1/2019
Εάν επρόκειτο για αμιγή διηγηματογραφία, θα ισχυριζόμασταν πως η Αρχοντούλα Διαβάτη με το νέο της βιβλίο «Κινητή γιορτή», από τις εκδόσεις «Νησίδες», επιχειρεί το ασύνηθες είδος του κύκλου διηγημάτων. Σε παρόμοιες συλλογές, όπως παράδειγμα στο Τέλος της μικρής μας πόλης, του Δημήτρη Χατζή, τη συνοχή εξασφαλίζει ένας τόπος ή ένα πρόσωπο κοινό σε όλα τα διηγήματα, αλλά και το πρόσωπο του αφηγητή, που λειτουργεί ως ένα είδος ξεναγού σε αυτή.
Η Αρχοντούλα Διαβάτη, όμως, με κέντρο τα καθημερινά κυρίως θέματα, αλλά και σημαντικά ζητήματα της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης, της πόλης όπου γεννήθηκε και ζει, ξεφεύγει από το συγκεκριμένο «σχήμα» του διηγήματος. Συνενώνοντας κείμενα δημοσιευμένα κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, δημιουργεί μια υβριδική και πολύτροπη συλλογή με έργα που, με μορφή δοκιμίου, αυτοβιογραφίας ή διηγήματος (short story), μας ξεναγούν στους φιλοσοφικούς και αισθητικούς της προβληματισμούς.
Πρόκειται για τριάντα τέσσερα κείμενα τα οποία με τις συνεχείς εναλλαγές της οπτικής γωνίας και του χρόνου αφήγησης αποκτούν το χαρακτήρα πολυεπίπεδης ανάλυσης και μετατρέπουν τη συγγραφέα σε ευαίσθητο παλμογράφο της κοινωνίας μας. Οι ιστορίες παρουσιάζουν αξιόλογες λογοτεχνικές αξιώσεις και αξιοποιούν νεωτερικούς αφηγηματικούς τρόπους.
Θεματοποιείται η καθημερινότητα κυρίως. Με τρόπο μικροσκοπικό διερευνάται η διαμόρφωση της ταυτότητας των υποκειμένων μέσα στις συγκυρίες που τα προσδιορίζουν. Ο προβληματισμός λαμβάνει υπόψη ιδιαιτερότητες κοινωνικές, κυρίως του γυναικείου φύλου, αλλά και των κωφαλάλων, των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων της μέσης ηλικίας. Επιλέγεται ο ρεαλισμός που σε σπάνιες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της ηθογραφίας.
Η «αντιλογοτεχνική διάθεση» ορισμένων κειμένων τα φέρνει κοντύτερα στο είδος του χρονικού ή της μαρτυρίας. Το στοιχείο λειτουργεί ως τεκμήριο αυθεντικότητας και γίνεται όχημα για κριτική διάθεση απέναντι στα γεγονότα που περιγράφονται. Η «αντιλογοτεχνικότητα» όμως αυτή δεν αφορά το σύνολο του έργου. Αντιθέτως. Ο αναγνώστης απολαμβάνει ιδιαίτερα λυρικά και με υψηλή λογοτεχνικότητα κείμενα.
Η Αρχοντούλα Διαβάτη σκύβει στη ζωή όπως αυτή διαμορφώνεται στο παρασκήνιο. Τα έργα της συνιστούν σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία, ιδιαίτερα της πόλης της Θεσσαλονίκης και από τη σκοπιά του σκεπτόμενου παρατηρητή. Λαμβάνει ως αφηγηματικό κέντρο μια κινηματογραφική ταινία, μια συνέντευξη, μια κριτική, ένα βιβλίο, ένα γεγονός, ένα ζήτημα, και εγκολπώνει μικρές περαστικές ασήμαντες ιστορίες που παγιδεύουν αθέατες όψεις της καθημερινής ζωής. Η ιδιαιτερότητα των πεζογραφημάτων της βρίσκεται στο γεγονός ότι διηθεί το συλλογικό μέσα στο προσωπικό αναδεικνύοντας από το ασήμαντο, το καθημερινό και το ακατάγραπτο, ένα πλήθος σημασιών με ευρύτερη εμβέλεια.
Μέσα από τον προσωπικό λόγο, τον καλά δουλεμένο και άρρηκτα δομημένο, αναδύεται η πραγματικότητα με τις οικογενειακές μέριμνες, τα αναγνώσματα, τους φίλους, τους θανάτους, τους συγγενείς. Κομμάτια βίου που ενορχηστρώνονται δημιουργώντας μια «κινητή γιορτή», τον κύκλο της ζωής με τις παλίρροιες, την «ευλογημένη ρουτίνα». Τον πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αυθεντική ζωή με τις αντιηρωικές της όψεις και τα παραλειπόμενα των καθοριστικών γεγονότων της χώρας μας (π. χ. η επιβολή της δικτατορίας) και της πόλης της Θεσσαλονίκης (π. χ. ο σεισμός).
Το σκηνικό της Θεσσαλονίκης κάνει την πόλη διαρκώς παρούσα και προσδίδει ενότητα στα κείμενα. Οι δρόμοι, οι πλατείες, οι ποιητές της, τα σπίτια, τα λεωφορεία της, αποκτούν φωνή και μας μιλούν για την ιστορία και τον πολιτισμό της. Η γραφή βιωματική, με εικόνες που αναπλάθουν το πρόσωπό της.
Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα. Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.
Ο ψυχισμός του σύγχρονου ανθρώπου, η μοναξιά, ο θάνατος, η αρρώστια, ο κόσμος που φεύγει αμετάκλητα καθώς αλλάζουν οι συνθήκες, τα παιδικά παιχνίδια του παλιού καιρού όταν τα παιδιά έπαιζαν ελεύθερα στις γειτονιές, τα κοινωνικά δίκτυα, οι χωρισμοί, ο έρωτας, τα άγχη· αλλά και η ελπίδα, η χαρά που προσφέρουν οι φίλοι, τα μικρά και ασήμαντα καθημερινά πράγματα που υποτιμούμε, όμως συνθέτουν την ομορφιά της ζωής. Όλα προσεγγίζονται με απαλή, ευαίσθητη ματιά, de profundis. Οι λογοτεχνικοί ήρωες αντιμετωπίζονται με διακριτικότητα, με ευγένεια (π. χ. ο κύριος Ρομά).
Πρωτοστατεί η εικόνα, ενώ η γραφή χωρίς εξάρσεις, με τις μικρές λυρικές ανάσες της, θυμίζει φωτογραφικά στιγμιότυπα, μικρά ενσταντανέ ζωής με άρωμα εξομολόγησης, για τον πρώτο διορισμό, τη θεία Βασιλική, τις εκδρομές με την οικογένεια, τα παιδιά. Εξάλλου η συγγραφέας, όταν δεν μιλά εκ μέρους μιας περσόνας, χρησιμοποιεί τα αρχικά του ονόματος και του επιθέτου της, όπως στο ευφυές σε σύλληψη γράμμα της προς τους λογοτεχνικούς ήρωες του μυθιστορήματος του Τζον Λόντον «Το σιδερένιο τακούνι», όπου πραγματεύεται τη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας.
Το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη «Κινητή γιορτή» από λογοτεχνικής απόψεως αναδεικνύει τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζει η αυθεντική ζωή στην καταξίωση της γραφής. Για τον αναγνώστη συνιστά πλούτο πνευματικό, γιατί διαθέτει πολυφωνία και λόγο ουσιαστικό. Παράλληλα, είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και αισιόδοξο έργο· ένας πίνακας με ανοιχτό ένα παράθυρο μπροστά στη θάλασσα. Μια πλατιά λεωφόρος με φοίνικες που έρχεται να υμνήσει τη ζωή, καθώς το παρόν ενώνεται συνέχεια με το παρελθόν σε μια ασταμάτητη διελκυστίνδα που αποδεικνύει πως η επανάληψη, ο κύκλος της ζωής, είναι η γιορτή.
Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις κι απώλειες. Κατορθώματα και φίλους κι αγαπημένους και παιδιά – μια οικογένεια νέα – και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας. Η Αγγελική, η Λένα ή η Ευδοκία, η Δωροθέα, η Ξακουστή, η Χρύσα. Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.
Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους τον χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

ΒΟΟΚPRESS 17/1/2019
Σαν ποιητικό πολιτιστικό ημερολόγιο
Η νέα συλλογή πεζών κειμένων που κυκλοφόρησε η Αρχοντούλα Διαβάτη από τις εκδόσεις Νησίδες και τιτλοφορείται Κινητή γιορτή σίγουρα δεν είναι διηγήματα, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στη μέσα σελίδα του βιβλίου. Αλλά και αυτό το αταξινόμητο του ύφους της και του είδους της (κάτι ανάμεσα σε μικρά πεζά, αφηγήματα, δοκίμια, μαρτυρίες και ημερολογιακές σημειώσεις με κάποια ποιητικότητα στο κουκούτσι τους), ένα είδος ποιητικού πολιτιστικού ημερολογίου θα το χαρακτήριζα εγώ, προσδίδει γοητεία στην όλη αφήγηση, που θα μπορούσε κάλλιστα να λάβει ενιαία και εκτεταμένη μορφή. Κείμενα για τον Μάρκο Μέσκο, τον Σάλιντζερ και την τρυφερότητα του ήρωά του στο Ο Φύλακας στη σίκαλη, τον Μπρεχτ, τον Καμύ, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, για πολιτιστικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης, για τη «ρόδα του χρόνου που γυρνάει πάνω κάτω, φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες». Το παρελθόν εμφιλοχωρεί αναπάντεχα από ραγισματιές του παρόντος, φωτίζοντας άχαρες και παγιωμένες καθημερινές μας συνήθειες και πράξεις. Μπορεί η Διαβάτη να αρκείται εμμονικά στα λογοτεχνικά της κεκτημένα και να μην ανανεώνει δραστικά το αφηγηματικό της στιλ, όμως η γραφή της πάντα έχει ποιότητα, άποψη και ενδιαφέρον.
Η πόλη της Θεσσαλονίκης, λοιπόν, αποκαλύπτεται και ξεδιπλώνεται μέσα από τους ποιητές, τους πεζογράφους και τους μελετητές της – οι πλέον κατάλληλοι και επαρκείς για να ψηλαφήσουν τον σφυγμό της και να την ακροαστούν.

.

ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΚΑΡΑΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ

“Fractal” Νοέμβριος 2019

Όσο κρατάει η γιορτή της ζωής

Διάβασα την «Κινητή γιορτή» και την «Μπερλίνα» της Αρχοντούλας Διαβάτη σαν να πίνω ένα ποτήρι νερό με μικρές γουλιές ξεδιψαστικές ένα ζεστό φθινοπωρινό απόγευμα.

Αν στα παιδιά αρέσουν οι μύθοι και τα παραμύθια, έχω την αίσθηση ότι στους περισσότερους από μας που ζήσαμε περισσότερα από καμιά τριανταριά καλοκαίρια αρέσουν τα διηγήματα. Ίσως γιατί είναι σύντομα, περιεκτικά, ουσιαστικά. Ποια όμως κατακτούν την τέχνη της μικρής ιστορίας; Της Αρχοντούλας Δ., σίγουρα το κάνουν. Ρώτησαν την Ντόρις Λέσινγκ ποιο θεωρεί καλό βιβλίο κι είπε: αυτό που δεν μπορώ να το αφήσω πριν το διαβάσω όλο. Κι αυτό, η κ. Διαβάτη το πετυχαίνει σίγουρα. Γιατί όχι μόνο με ένταση και με αφηγηματική πύκνωση αναπτύσσει κάθε φορά την υπόθεσή της αλλά και γιατί με ευφυή τρόπο επιλέγει και τί θα παραλείψει, έτσι ώστε το κείμενό της να μπορεί να ισχύει και σε άλλο χρόνο και με άλλο συνομιλητή.

Τό’ πε και ο Χέμινγουεϊ. Αν ένας συγγραφέας γνωρίζει αρκετά καλά όσα γράφει, τότε μπορεί να παραλείψει ορισμένα από τα πράγματα που ξέρει. Οι ιστορίες της κ. Διαβάτη είναι έτσι. Η κάθε μια έχει την δική της δράση, άμεσα από την αρχή και το τέλος είναι ανοιχτό, με μια άνω τελεία. Πολλές φορές θέτουν ερωτήματα, δεν τα απαντούν. Κι άλλες φορές σε μια κρίσιμη στιγμή, λειτουργούν σαν αποκάλυψη για μιαν αλήθεια, με ένταση, με έναν αναστεναγμό: «Φτάνει που δεν πέσαμε σε μελαγχολία ή το χειρότερο, σε ανία», όταν λέει, με ένα πικρό χαμόγελο.

Όπως λένε, αν το μυθιστόρημα σε χορταίνει, τα διηγήματα της κ. Διαβάτη σου ανοίγουν την όρεξη. Είναι μικρά σαν ανάσες. Ή τελειώνουν για να πάρεις εσύ μιαν ανάσα, να κάνεις μια σκέψη, ν’ ανοίξεις ένα ακόμα βιβλίο που σου προτείνει, να πιεις μια γουλιά καφέ. Γιατί οι ιστορίες της είναι κομμάτια ζωντανά και της δικής μας ζωής. Τις σχέσεις των ανθρώπων, της μάνας με την κόρη, οι διαδρομές της πόλης – αγαπημένη Θεσσαλονίκη- τα ταξίδια μας, τα καλοκαίρια που ανήκουν σε όλους, γιατί οι χειμώνες; Αυτοί είναι μόνο για τους πλούσιους…

Ιστορίες γεμάτες αναφορές σε βιβλία και τραγούδια. Αφορμές γι’ ακούσματα, διαβάσματα και ταξίδια. Μόνο στην «Κινητή γιορτή» μέτρησα 26 αναφορές σε άλλους συγγραφείς και βιβλία. Ιστορίες με μια ματιά παρατηρητική. Σαν να μας θυμίζει, σε μας τους περαστικούς κι απρόσεκτους. Σταθείτε! Μην κοιτάτε μόνο. Δείτε. Δώστε σημασία στο καθετί. Να δες : «Τις κοπέλες, για παράδειγμα, σακίδιο , τζην κι αθλητικά παπούτσια οι περισσότερες, που παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση στο λεωφορείο, καθιστές ή όρθιες , το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν …». Δες : στην αναμονή του μικροβιολογικού μπορεί να βρεθείς και σύ. Και με τους φίλους, νιώσε. Αγκαλιές. Φιλιά. Αύριο πάλι. Δες : αυτό που φαντάζεσαι στο διπλανό δωμάτιο μπορεί να μην είναι η πραγματικότητα. Το κορίτσι στο αναπηρικό καροτσάκι είναι , μες στην τρελή χαρά, με ένα σκουλαρίκι στην μύτη, όπως μας επισημαίνει στο προηγούμενο βιβλίο της, «Σκουλαρίκι στη μύτη». Και τις εικόνες , κι αυτά που με έναν ιμπρεσιονιστικό τρόπο μας μεταφέρει , «να τα κλείσει , της έρχεται , όλ’ αυτά στο κουτί της ανάμνησης , ορθογώνιο κουτί, φτιαγμένο με παλιά κοχύλια, να τα πάρει μαζί της», κι εμείς οι αγνώστες βέβαια. Κάπως έτσι τα κλείνει και μας τα παραδίνει στα διηγήματά της η Αρχοντούλα. Όσο για τα ποιήματά της «…λίγα λεπτά κενό ανάμεσα στη ν αστραπή και τη βροντή, το ποίημα».

Στην ποιητική της συλλογή, « Όπως η Μπερλίνα», μας θυμίζει το παιδικό παιχνίδι με την αποκάλυψη των μυστικών ανάμεσα σε νεαρές φίλες. Πολύτιμες φίλες που κόβουν και μπολιάζουν όπως λέει και η ετυμολογία του «κουτσομπολιού». Κόβουν την αλήθεια και την μπολιάζουν με αγάπη. Γιατί όπως διαβάζουμε και στο ομώνυμο διήγημα, στην «Κινητή γιορτή», «Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω και κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες. Κατορθώματα και φίλους και αγαπημένους και παιδιά – μια οικογένεια νέα και αναμνήσεις κερδισμένες χρόνο τον χρόνο και τέλος φτάνουμε εδώ, και η σημερινή ρουτίνα που ευχόμαστε να ανανεωθεί και πάλι είναι η αγκαλιά των φιλενάδων φορτωμένη δώρα και ιδέες, το ημερολόγιο των Ζαπατίστας, πράγματα και βιβλία αφιερωμένα εξαιρετικά, και σχέδια σπουδαία ή καθημερινά, στη συμφωνημένη συνάντηση στο καφέ στο κέντρο. Μια παλίρροια οι φίλοι έρχονται τώρα τις γιορτές με αστεία και ιστορίες και τη μικρή τους φιλοσοφία για τα προβλήματα, ένας παρηγορητικός ανθρώπινος αέρας…»

Και λίγο πιο κάτω : «να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε , όσο κρατάει η γιορτή της ζωής.» Είναι οι συναντήσεις με τους φίλους μια κινητή γιορτή. Δική μας, ολόδική μας, προσωπική. Με δειλές σκέψεις και φωτεινά όνειρα.

Γιατί όπως έλεγε κι ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, «Το εγώ τίποτα δεν είναι. Υπάρχουμε μόνο όταν υπάρχουμε μαζί».

.


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ

periou.gr 22/10/2019

Στιγμές με διάρκεια

Τα κείμενα του βιβλίου μοιάζουν να αποτελούν σύνολο σχολίων και υποσημειώσεων σε ένα άγνωστο ή άδηλο βιβλίο. Κείμενα σύντομα που καταγράφουν «στιγμές με διάρκεια», γεγονότα, μνήμες και αισθήματα που παρατηρούν αδιάφορα τον χρόνο να περνά από μπροστά τους, σαν να τους είναι ξένος. Και τι είναι αυτό που δίνει διάρκεια στις στιγμές; Σε ένα πρώτο επίπεδο η εγγενής τους αλήθεια και η σχέση τους με το ευρύτερο πλαίσιο ή η θέση τους μέσα στο πλαίσιο αυτό. Και στη συνέχεια η δεύτερη ζωή τους μέσω της γραφής. Η συγγραφέας μιλά για εκδρομές σε ποικίλους προορισμούς, για δημιουργούς και αγαπημένα βιβλία, για μία νεότητα που συνεχίζεται, για ιδέες και απόψεις που λόγω της ποιότητάς τους δεν ξεθωριάζουν, για ένα παρόν που οι ρίζες του απλώνονται στον χώρο και τον χρόνο, για μία διαδρομή χωρίς αρχή και τέλος, που όμως αντί να εξαντλεί, ξεκουράζει όσους πορεύονται σε αυτήν.

Οι πληροφορίες του βλέμματος οδηγούν σε συνειρμούς της μνήμης και ακολουθεί ο αναστοχασμός. Το αρχικό γεγονός ντύνεται με στρώσεις πληροφοριών, που προέρχονται από περιγραφές και από αναμνήσεις. Πάνω στη μνήμη και την αντικειμενική παρατήρηση, η λήθη και η φαντασία προσθέτουν τις δικές τους πινελιές. Το κέντρο βάρους σε κάποια κείμενα του βιβλίου μετατοπίζεται διαρκώς, όπως ένας διαβάτης, ένας οδοιπόρος, που κινείται σε ένα φυσικό τοπίο. Μόνο που το τοπίο εδώ είναι νοητικό. Η αφηγήτρια παρατηρώντας βλέπει και ταυτόχρονα προβάλλει. Η μνήμη δίνει νόημα στο παρόν, αλλά και αποκτά νόημα μέσα από το παρόν.

Φευγαλέες στιγμές πιάνονται στο δίχτυ των λέξεων. Όπως σε ένα υφαντό, έτσι και στη γραφή, από τον τρόπο τοποθέτησης των απλών πρώτων υλών και υλικών ύφανσης ως το τελικό αποτέλεσμα μεσολαβούν οι ικανότητες του δημιουργού, η παράδοση της τέχνης του, η αγάπη γι’ αυτό που κάνει, και άλλες, ανεξερεύνητες ακόμη εσωτερικές διεργασίες. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στο ότι το μεγάλο υφαντό δεν ολοκληρώνεται. Έχουμε πολλά μικρά υφαντά, άλλοτε σπαράγματα και ημιτελή και άλλοτε περατωμένα. Όπως στη μνήμη συγκατοικούν ετερόκλητα και χρονικά απομακρυσμένα μεταξύ τους γεγονότα, έτσι και στη γραφή, πίσω από τις μεγάλες ενότητες κρύβονται μικρότερες, κρύβονται ποικίλα δομικά υλικά, και πιθανώς διαφορετικά αρχιτεκτονικά μοντέλα. Σίγουρα όμως η απλότητα της γραφής και το εύληπτο περιεχόμενο συνεισφέρουν θετικά στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Μέσα από πολλά κείμενα του βιβλίου αναδύεται και ένα είδος πολιτικής σκέψης, που συνδέεται κυρίως με την επιλεκτική παρατήρηση και με την αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα της λογοτεχνικής παράδοσης. Βιβλία και λογοτεχνικοί ήρωες εμπλέκονται με τον κόσμο της δράσης και της εμπειρίας και γίνονται ο πραγματικός κόσμος. Η σχέση της αφηγήτριας των κειμένων με την ανάγνωση είναι ιδιαίτερη. Είναι ο τύπος του αναγνώστη που θα μπορούσε από τις διακοπές σε έναν εξωτικό παράδεισο να κρατήσει στη μνήμη της μόνο το περιεχόμενο του βιβλίου που διάβασε εκεί.

Κάτι άλλο στο οποίο στάθηκα διαβάζοντας το βιβλίο είναι ότι το παρελθόν, ακόμη και όταν δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένο, έχει πάντα να προσφέρει στο παρόν όμορφες εικόνες και ευχάριστες αναμνήσεις. Είναι οι στιγμές που ο προσεκτικός αναγνώστης διερωτάται μήπως πίσω από τις ωραίες σκηνές του παρελθόντος κρύβονται πληγές και τραύματα, που η γραφή αφήνει στην ησυχία τους για να μην τα ξυπνήσει.

Στα θετικά του βιβλίου θα πρέπει να προστεθούν η ενδιαφέρουσα θεματολογία, η λιτή αφήγηση, ο πλουραλισμός ιδεών, το πλούσιο πραγματολογικό υπόβαθρο και η απουσία κρυφών σκοπιμοτήτων που θα επηρέαζαν την εμπορική πορεία του βιβλίου. Η συγγραφέας δείχνει να απολαμβάνει αυτό που κάνει και αυτή η ωραία αίσθηση μεταφέρεται και στον αναγνώστη.

.


ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

“Fractal” 29/10/2019

Κινητή γιορτή

Η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι ένα λογοτεχνικό πλάσμα , παράφορη για κείμενα , συγκροτείται σε συνθήκες γραφής. Υπάρχει σαν αναγνώστρια πρώτα, ένας εσωτερικός κόσμος μια σιωπηλή φωνή αφήγησης .

Κατά την διαλογικότητα, υποστηρίζει ο Μπαχτίν, δεν υπάρχει κανένα αντικείμενο έξω από την δυνατότητα σύνδεσης με τα άλλα. Μαγεμένη η Α.Δ. αναζητά τα αντικείμενα της γοητείας της, τα πρόσωπα, τους ήρωες των βιβλίων, τον βίο τους, που είναι οι ζωντανοί συνομιλητές, συντροφεύουν, οδηγούν το χέρι της, δημιουργούν μια συνείδηση γραφής. «Στηρίζεται στους άλλους, πλέκει σχέσεις με τα νοήματα των άλλων. Σχεδόν φαίνονται οι ραφές της συγκόλλησης των άλλων κειμένων, χειροποίητη δουλειά, κάποτε θα το έλεγαν «υπό την σκιάν των συγγραφέων», σήμερα το λένε διακειμενικότητα. Ο Σεφέρης γράφει ότι όσο προσπαθούν οι συγγραφείς να γράψουν κάτι πρωτότυπο, αναντικατάστατο, τόσο φέρνουν μέσα τις δυνατές συγγένειες με τους άλλους δημιουργούς.

Όμως κάνει τα πράγματα πρωτόγνωρα, αυτή είναι η τέχνη της, να τα παρουσιάζει τόσο δικά της και να τα καινουργιώνει .Είναι ένα να βλέμμα που απλώνεται σε ένα κόσμο αόρατο, ελάσσονα, που αποκτά υπόσταση όταν αξιώνεται την γραφή .

Πολλές φορές σκέπτομαι ότι η λογοτεχνία είναι ένας άλλος τρόπος ς να κάνεις ιστορία. Μια ιστορία ιδεών, διανοημάτων, το κείμενο παύει να είναι μόνο φορέας πληροφοριών, άλλα φέρει το ιστορικό βάρος της εποχής διαμόρφωσης ή εκφοράς του. Συμμαχία ιστορίας λογοτεχνίας, «Ιστορία των νοοτροπιών», ιστορία του σκέπτεσθαι, όπου διερευνάται η ανθρωπινή δράση, η καθημερινή ζωή που προσπερνάμε, οι συνήθειες, οι δοξασίες, οι μύθοι ο συμβολικός κόσμος. Στις ιστορίες της η Αχοντούλα εμβαθύνει στην συμπεριφορά, στα συναισθήματα των ανθρώπων, στους τρόπους της ύπαρξης, προσφέροντας εργαλεία και υλικό στην ιστορία των νοοτροπιών, καθώς καταγράφει το ατομικό, που συναντάται με το συλλογικό, το κοντινό με το μακρινό, το ασήμαντο με το σπουδαίο, το μικρό με το μεγάλο.

Θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση. Η δημιουργικότητα είναι το χαρτί της απέναντι σε όλους, εχθρούς και φίλους, το υπαρξιακό αίτημα της γραφής, όπως στο διήγημα Ασπίδα ή Μετά την Ισαβέλα Μόλναρ, σελ.20.

Αλλά τί διαμορφώνει ένα κείμενο – η φωνή του συγγραφέα ή οι πολλαπλές θεάσεις των αναγνωστών, και πώς η καθημερινότητα γίνεται αίτημα γραφής;

Έτσι φτάνουμε σ’ αυτό που λέγεται αναγνωστική ανταπόκριση, όπου κυρίαρχο ρόλο παίζει ο αναγνώστης. Αυτός μεθερμηνεύει το κείμενο, το κατευθύνει, δίνει το οριστικό τέλος, φτάνοντας σε μια πληθυντικότητα, όπου διαβρώνεται η έννοια της αντικειμενικής ερμηνείας και προσεγγίζεται το γραπτό μέσα από τις πολλαπλές ανταποκρίσεις των αναγνωστών.

Παράφορη από λογοτεχνία η Α.Δ., βίος παράλληλος, συστήνεται μέσα από τα βιβλία, οι ήρωες την ακολουθούν- η δημιουργία ασπίδα σε εχθρούς και φίλους, υπαρξιακό ζήτημα η γραφή. Ο Φουκώ εξάλλου θεωρεί τη γραφή τεχνολογία της συγκρότησης του εαυτού, παραβιάζοντας τα όρια, υπονομεύοντας την ταυτότητα και μεταμορφώνοντας τον εαυτό, μέσα στη γλώσσα.

 

.

ΠΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

“Fractal” 17/9/2019

Η λογοτεχνία και η σπορά της

Κάθε λογοτεχνικό κείμενο, μικρό ή μεγάλο, ρεαλιστικό ή μυθοπλαστικό, απλό ή περίπλοκο, φέρει πάνω του την αμφισημία της πολύκροτης διαδικασίας που λέγεται συγγραφή. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε λογοτεχνική απόπειρα που περνά τον Ρουβίκωνα του εγωτισμού και φτάνει στην πολύμορφη συλλογικότητα που λέγεται αναγνωστικό κοινό, συνιστά σπορά της λογοτεχνίας και συνάμα αποτελεί τον νέο σπόρο θα γονιμοποιηθεί από τις νέες πένες. Η γέφυρα αυτή που ενώνει την ανάγνωση με τη δημιουργία, συχνά διασχίζει τα σκοτεινά ποτάμια της διακειμενικότητας, δείχνοντας μας ότι τα κείμενα συνομιλούν μεταξύ τους, συχνά εν αγνοία μας, και κατά κανόνα θέτοντας τα ίδια τους όρους των διαλόγων τους.

Η συλλογή μικροδιηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη, Κινητή Γιορτή, από τις πάντα καλαίσθητες Εκδόσεις Νησίδες, διέπεται από την προαναφερόμενη συνθήκη της δημιουργικής αμφισημίας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό πόνημα που δημιουργεί την πολύ δική του ταυτότητα, δίχως να ξεχνά τους λογοτεχνικούς του προγόνους, τους οποίους αν δεν τους αναφέρει, τους γνέφει με σεβασμό, στέλνοντάς τους αναγνωριστικά σινιάλα. Και από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια προσπάθεια ανάδειξης της σημασίας που έχει η λογοτεχνία, στην πικροθάλασσα της καθημερινότητας, όπου η τέχνη συμπιέζεται ανάμεσα στην καθεστηκυία πλέον επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Παρατηρούμε στο Πότε στο μαύρο πότε στο λευκό την πένα της συγγραφέα να θυμάται όσα έκανε εκείνη την αποφράδα ημέρα της 21ης Απριλίου 1967, ημέρα για την οποία η δική μου γενιά έχει ακούσει τόσα πολλά, τόσο ως προς το γεγονός, όσο και ως προς τις συνέπειές του και χαίρεται φυσικά που δεν έζησε. Στο ίδιο διήγημα η αφηγήτρια παρατηρεί με πίκρα Χρυσαυγίτες να μοιράζουν ανενόχλητοι το υλικό τους σε διερχόμενους οδηγούς κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε αν το αυγό του φιδιού έχει όντως εξοστρακιστεί από τις σημερινές δημοκρατίες μας.

Στο φιλοσαιξπηρικόΑγάπης αγώνας άγονος, ευφραινόμαστε από την πορεία που ακολουθεί η διήγηση από τη λογοτεχνία προς το ταξίδι στην Αστυπάλαια και στην Κάλυμνο, με μια μικρή στάση στην Αθήνα, για να συναντήσει το ώριμο ζευγάρι τον γιο τους, και από κει πάλι πίσω προς την αρχέγονη κατάσταση των πάντων που λέγεται ζωή. Η ζωή σε αυτή την περίπτωση, ενδύεται τον αγκαθωτό μανδύα της μετανάστευσης για κάτι καλύτερο. Μόνο που η Αρχοντούλα Διαβάτη μας κλείνει πονηρά το μάτι, λίγο πριν τελειώσει αυτό το γλυκόπικρο διήγημα. Ένας παρολίγον μετανάστης σε υπερπόντια εδάφη, μας λέει ότι λόγω του ξαφνικού θανάτου του πατέρα του, δεν έφυγε οριστικά, αλλά γύρισε πίσω να τον θάψει, και από τον μάγκωσε η τσιμπίδα του στρατού έμεινε πίσω για πάντα. Ο άνθρωπος αυτός, ηττημένος από το δέσιμο του με τη γη των πατέρων, δηλαδή την πατρίδα του ξεστομίζει την καταπληκτική φράση : «Αφήσαμε τον παράδεισο και γυρίσαμε στην κόλαση».

Τέλος στο Δελτίο Ταυτότητας, μια εβδομηνταεξάχρονη γυναίκα, η Αδαμαντία Καραβοκύρη με το όνομα, μας εξομολογείται μέσα σε μια σελίδα πώς βλέπει τα πράγματα και πώς κυλάει η ζωή της. Τα εγγόνια που δεν ήρθαν ακόμα, από δυο κόρες που ούσες μετανάστριες επιστημόνισσες στη Δύση, γνήσια τέκνα του braindrain θυσίασαν την οικογένεια για την καριέρα-επιβίωση. Οι πόνοι σε ένα σώμα κουρασμένο που έδωσε ζωή και, τώρα θέλει να την πάρει πίσω για να την ξαναπροσφέρει μέσω της ανατροφής των εγγονιών. Και το σώμα που γερνάει, πανταχού παρόν και πάντα πληρούν , που βλέπει τον μετασχηματισμό της υπόστασής του σε κάτι για το οποίο δεν ήταν ποτέ έτοιμο.

Η συγγραφέας από τη Θεσσαλονίκη, μας στέλνει μέσα από όλα αυτά τα ωραία κείμενα το δικό της μήνυμα. Το οποίο στα δικά μου λογοτεχνικά μάτια έχει αποτυπωθεί ως εξής: Η ζωή και κατ’ επέκταση η τέχνη που λέγεται συγγραφή είναι μια κινητή γιορτή. Δεν είναι σταθερή και οφείλουμε όλοι και όλες να έχουμε ανοικτές τις κεραίες μας για να βιώνουμε τους κραδασμούς της.

.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

“Fractal” 17/9/2019

Προσωπικές μνήμες κι επινοήσεις

Θεωρώντας ότι το εύρος της ποιητικής, της δημιουργικής φαντασίας και της θεματικής ποικιλίας του πρόσφατου βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, είναι αρκετά εκτεταμένο, οπότε θα αρκεσθώ σε μερικές επισημάνσεις, υπό μορφήν σχολίων, καθόσον – όπως λέει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, είναι γνωστό ότι ένα σχόλιο είναι διαφορετικό από μια σταθμισμένη ανάλυση που διαχωρίζει τη σκιά από το φως.

Νομίζω πως είναι πράγματι μια ευτυχής συγκυρία να παρουσιάζεται ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, ένα καλοκαιρινό βιβλίο που περιέχει σε μεγάλο βαθμό τη θέρμη, τη δροσιά, την ευφορία και τη λαμπρότητα του καλοκαιριού.

Θα ήθελα να διαβάσω ένα απόσπασμα από το αφήγημα ΑΓΑΠΗΣ ΑΓΩΝΑΣ ΑΓΟΝΟΣ, που περιγράφει θαυμαστά το καλοκαίρι, σ.50.

«…Ακόμα ένα προσκύνημα στις Κυκλάδες και στα μικρά Δωδεκάνησα, που για μένα ένα δώρο από μόνο του είναι έτσι κι αλλιώς το καλοκαίρι, που έμαθα να το αγαπώ από τα παιδικά μου χρόνια, για το ατέλειωτο παιχνίδι, για το πρωτόγνωρο φως των πραγμάτων, σκέφτομαι τώρα, και τη γενναιοδωρία του απέναντι στον κοινωνικό δαρβινισμό του χειμώνα. Ο χειμώνας είναι για τους πλούσιους – το έλεγαν οι μεγάλοι ή το υπονοούσαν απλώς, κι έβγαζαν το τραπέζι στην αυλή για μια φέτα καρπούζι όλοι μαζί με γέλια κάτω απ’ τ ’αστέρια, στο καλοκαιριάτικο βράδυ- ο πατέρας εργάτης, εκτεθειμένος να δουλεύει όλη τη χρονιά στις βροχές και στα χιόνια, στη βία του χειμώνα….»

Τα κείμενα του βιβλίου, παρότι δείχνουν σε πρώτη ματιά απλά, είναι βέλη αιχμηρά που βγαίνουν ευθύβολα από τη φαρέτρα της συγγραφέως.

Η ποιότητα της τροχιάς τους άλλωστε σφραγίζεται από πλήθος δυναμικών δεικτών, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει από τη μια η ραφινάτη, σικάτη, γλαφυρή, ζωντανή και ευλύγιστη γραφή και από την άλλη ένα πληθυντικό αξιακό πεδίο που επιτρέπει να αναδειχθούν σπάνιοι και πρωτότυποι θεματικοί πυρήνες.

Καταρχήν, νομίζω πως μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι η κυρίαρχη κατάσταση και συνθήκη που επικρατεί και ορίζει σχεδόν το σύνολο των θεματικών πυρήνων του βιβλίου είναι αυτό που ο Μπέκετ αποκαλεί «δικέφαλο τέρας και καταδίκης και σωτηρίας, ο Χρόνος». Δεν είναι τυχαίο ότι στο ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ, προηγούμενο βιβλίο της συγγραφέως, βρίσκουμε ως προμετωπίδα τους στίχους του Τ.Σ.Έλιοτ, από τα τέσσερα κουαρτέτα – Χρόνος παρών και περασμένος χρόνος / είναι ίσως κι οι δυο παρόντες στον μελλοντικό καιρό / και το μέλλον περιέχεται στο παρελθόν.

Επίσης στον ΠΡΟΛΟΓΟ του ίδιου βιβλίου, η συγγραφέας παραθέτει το παρακάτω απόσπασμα, εν είδει μανιφέστου των προθέσεων και φιλοδοξιών της γραφής της: Ήθελα να φωτογραφίσω τον χρόνο, όπως το έκανε ο Όγκι Ρεν, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπνοπωλείου στο Μπρούκλιν που προμήθευε ιστορίες τον Πολ Όστερ….»

Άλλα σχετικά παραθέματα στις σελ. 64 από την ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ:

«….Eponine et Azelma…”, τα κοριτσάκια του Θερναδιέρου ντύνουν με κουρελάκια τις κούκλες τους μπροστά στο σβηστό τζάκι… Οι Άθλιοι, κι εμείς στο μάθημα της μετάφρασης, ήλιος που στραφταλίζει και παίζει στα τζάμια μπρος απ’ τη Λεωφόρο Στρατού, κι όταν βγαίνουμε απ’ την τάξη η αυλή είναι κατάλευκη και η αίσθηση της χαράς τσουχτερή. Από τότε μοσχοβολούν στη μνήμη τα Χριστούγεννα με χιόνι, ήλιο και ένα βιβλίο..»

Και στη σελ.65, από το ΔΕΛΤΙΟ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ:

«….Και ελιές. Περίεργες ελιές στο πρόσωπο, στον λαιμό, στο σώμα, παντού: μια σιωπηλή συνωμοσία από μικρές ελιές και καφετιούς λεκέδες στα χέρια και στα μπράτσα, που αρχίζουν να κρέμονται κι αυτά σαν να ζητάνε συγνώμη για κάτι επαίσχυντο. Ιδού η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κι εμένα που μου άρεζαν τα λατινικά και ο Κάτουλλος- basia mille, χίλια φιλιά στην Κλωδία…»

Όλες αυτές οι μνημονικές αποτυπώσεις των γεγονότων καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναφορών από διακοπές και ταξίδια, γιορτές και συναντήσεις, μέχρι στιγμιότυπα από χαρακτηριστικές εικόνες της Θεσσαλονίκης, στιγμιότυπα μοναξιάς, θλίψης και οδύνης, ή ιστορικές συγκυρίες που βιώθηκαν τραγικά, σε μια σύμπλεξη και συνεπίδραση του ατομικού με το συλλογικό και τανάπαλιν.

Η Α.Δ. ξέρει να παρατηρεί πρόσωπα και πράγματα, τις σχέσεις μεταξύ γνωστών, άγνωστων και τυχαίων προσώπων, τις σχέσεις μεταξύ προσώπων και πραγμάτων, τη σύνθεση και τη διάλυσή τους, τις οποίες μεταφέρει στο χαρτί με δονούμενη ευαισθησία και διαύγεια, διεισδύοντας στο βάθος της «θεατρικής σκηνής», όπου συντελούνται οι συγκρούσεις ενός καθημερινού μικρόκοσμου, συνθέτοντας την φαινομενολογία της καθημερινής ζωής. Αυτόν τον μικρόκοσμο βέβαια, όπως ένα συνωστισμό στο λεωφορείο, μια αίθουσα αναμονής στο νοσοκομείο, μια πολιτιστική εκδήλωση, μια οικογενειακή γιορτή, ένα βιβλίο, μια συζήτηση, έναν περίπατο στην πόλη κ.τ.λ, όλοι έχουμε τη δυνατότητα να τα παρατηρήσουμε και ίσως να τα σχολιάσουμε θετικά ή αρνητικά. Πλην όμως για να αποδώσουμε την καίρια σημαντικότητά τους, το βάθος των μορφών τους, τη μικρή τους λεπτομέρεια που κάνει τη μεγάλη διαφορά, πρέπει να διαθέτουμε την αισθαντικότητα της συγγραφέως, που πετυχαίνει όχι μόνο να βιώσει το γεγονός ή τις καταστάσεις, αλλά και να μας τις μεταφέρει μετουσιωμένες σε ποιοτική λογοτεχνική γραφή, έχοντας επεξεργαστεί με ενσυναίσθηση τα διάφορα στοιχεία και αποφεύγοντας να δώσει ένα απλό ρεπορτάζ τηλεοπτικού τύπου ξερό και απογυμνωμένο από κάθε συναίσθημα.

Σχετική με τα παραπάνω θεωρώ πως είναι η διάκριση του Λούκατς ανάμεσα σε διήγηση και περιγραφή. Η διήγηση, κατά τον ΛΟΥΚΑΤΣ, προϋποθέτει τη συναισθηματική εγγύτητα, τη συμμετοχή του συγγραφέα στο περιεχόμενο της διήγησης, ενώ η περιγραφή αντίθετα απαιτεί μιαν απόσταση από τα γεγονότα που ισοδυναμεί με την ψυχρή παρατήρηση και συνεπάγεται μια στατικότητα, όπου τα στοιχεία ισοπεδώνονται, αποκτώντας όλα την ίδια αξία (παράθεση στατιστικών εικόνων, άψυχων πραγμάτων ή ψυχικών καταστάσεων). Η διήγηση αξιώνει μιαν επιλογή των στοιχείων εκείνων όπου ο έντονος ή αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας τους παρουσιάζει ένα γενικότερο ενδιαφέρον. Υπ’ αυτήν την έννοια και κατά την προσωπική μου εκτίμηση, τα κείμενα του βιβλίου ορθώς χαρακτηρίζονται ως διηγήματα και όχι αφηγήματα, σύμφωνα με τις σχετικές ενστάσεις.

Επιπροσθέτως παραθέτω ένα σύντομο απόσπασμα κριτικής της Διώνης Δημητριάδου: Η Α.Δ. δείχνει εδώ με τα αφηγήματά της τους τόπους όπου θα πρέπει να περιπλανηθεί κανείς προκειμένου να συμφιλιωθεί το έσω με το έξω σκηνικό. Πολύτιμες μνήμες διαθλώνται διαπερνώντας τη γραφή και (αλλάζοντας τη διαδρομή τους από προσωπική, σε κοινό κτήμα) βρίσκουν εύστοχα τον αναγνώστη. Αλλά και επινοήσεις της γραφής μεταφέρουν μέσα τους προσωπικά βιώματα.

Τελική επισήμανσή μου: Η Α.Δ. έχει ξεπεράσει όλες τις συμβάσεις και τα στερεότυπα, το μοντέρνο, το μεταμοντέρνο, τους –ισμούς, τις μόδες, τις σχολές, τις τάσεις κ.τ.λ. Τολμάει και προβάλλει την προσωπική της ματιά και συνθέτει με αυθεντικό τρόπο τον προσωπικό της λόγο, χωρίς αναστολές ή επιφυλάξεις, καθόσον η προσωπική της φωνή έχει σφυρηλατηθεί εις βάθος χρόνου και εμπειριών, γεγονός που την καταξίωσε ως σημαντική συγγραφέα, γι’ αυτό χαίρει απεριόριστης εκτίμησης τόσο από το λογοτεχνικό σινάφι, όσο και από τους αναγνώστες.

 

.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΚΟΥΛΑ) ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ


Περιοδικό “Θράκα” 6/7/2019

Ο χρόνος, η καθημερινότητα και η καταγραφή τους

Το πρόσφατο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη περιλαμβάνει μικροαφηγήσεις, αυτές που πολύ νωρίς άρχισε να γράφει, και τις σφράγισε με το προσωπικό της ύφος, καθώς παράλληλα παρεισφρέουν ο ημερολογιακός χαρακτήρας και μια μορφή χρονογραφήματος. Με το κέντρο βάρους της αφήγησης να έχει
μετατοπιστεί στο παρόν, αλλά και με τις αναγκαίες αναδρομές.
Η αφηγήτρια αγγίζει θέματα καθημερινά σε ένα μεγάλο εύρος: θέματα σχέσεων, οικογενειακών και διαπροσωπικών, θέματα κοινωνικά και πολιτικά. Με καθαρότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα. Με δύναμη πύκνωσης στην αφήγηση.

Επισημαίνω ιδιαίτερα την αφηγήτρια γυναίκα, με τις ιδιότητες της επιστήμονος, μητέρας, συγγραφέως, με το χαρακτηριστικό της
γυναίκας που μεγαλώνει και με τις συνακόλουθες απώλειες, κάθε είδους.
Οι αναφορές, επίσης, σε αναγνώσεις νέες και παλιές, σε ταινίες που προβληματίζουν. Οι αναφορές στα διαβάσματα καις τις ταινίες που έχουν εντυπωσιάσει την αφηγήτρια-τις αφηγήτριες γίνονται στο πλαίσιο των ανησυχιών μια γυναίκας όχι μόνο σπουδαγμένης, αλλά και με λογοτεχνικές
ή/και καλλιτεχνικές ευαισθησίες.
Είναι ενδιαφέρον ότι όλες οι καταγραφές εντάσσονται στην καθημερινότητά της και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Δεν υπάρχει εκζήτηση ή πόζα, αλλά ανήσυχη αναζήτηση και αξεδίψαστη επιθυμία μάθησης.
Και στις λέσχες ανάγνωσης, αδιέξοδο: το ένα βιβλίο σε πάει στο άλλο κι από δίπλα η επικαιρότητα, οι κριτικές που εξάπτουν την επιθυμία, όλο και κάποιο νέο τίτλο θα έχεις εντοπίσει ως επιθυμητό, κι αυτό που προτείνουν οι άλλοι δεν είναι η δική σου φωνή. («Εσείς καλά;», σ. 29)
Η σχέση με τον χρόνο: στις αφηγήσεις αφετηρία συνήθως αποτελεί το παρόν, στο οποίο δίνεται πλέον η έμφαση. Από εκεί ξεκινά η αφηγήτρια. Το ζει με τους τωρινούς φίλους, οι πιο πολλοί από τους οποίους είναι φίλοι παλιοί, από το παρελθόν. Ταξιδεύουν, συζητούν, διαφωνούν, προβληματίζονται. Μεγαλώνουν με τις ιδιορρυθμίες και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους. Ζευγάρια πάντα. Μαζί και οι στιγμές της αφηγήτριας με τον συμβίο. Ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν και οι αναδρομές στο παρελθόν.
Και πάλι αναπολούν τις περσινές διακοπές – σε ποιο νησί; – και τις προπέρσινες, προσπαθούν να θυμηθούν συνεταιρικά – προϊούσης της ηλικίας η μνήμη τους οπισθοχωρεί – χρονιές και τοπωνύμια, παλιά τους κατορθώματα, και ανέκδοτα και τραγούδια και ημερομηνίες, και δίνουν τόπο στην οργή και ανέχονται τον άλλο, που ποιος είναι στο κάτω κάτω, ο στενός τους φίλος είναι, η καλή τους φίλη που δοκιμάζει βέβαια τα όριά τους.
(«Σέλφι», σ.13)
Η νεότητα, τα όνειρα και οι απώλειες αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία
των αφηγήσεων. Είτε απώλεια σημαίνει θάνατος είτε απομάκρυνση του αγαπημένου προσώπου από την καθημερινότητα της αφηγήτριας. Και η στενή της φίλη, η κολλητή της έφυγε κι αυτή, τώρα βρήκε να φύγει, αποχωρίζοντας
ένα μεγάλο κομμάτι ζωής, ένα μεγάλο παγόβουνο που στηριζόταν σ’ αυτό και
το ’λεγε ζωή της και τώρα έφυγε κάτω απ’ τα πόδια της, μαζί με τη φίλη και
όσα μοιραζόταν μαζί της, τον κόσμο όλο. («Ασπίδα ή μετά την Ιζαμπέλα Μολνάρ», σ. 20)
Η αφηγήτρια στα πεζά της Διαβάτη αλλάζει κάποια χαρακτηριστικά από κείμενο σε κείμενο. Όμως τα βασικά χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια: γυναίκα, παντρεμένη, σε ώριμη ηλικία, με παιδιά, με ανώτατη μόρφωση και κοινωνικές ανησυχίες. Οπότε, μπορούμε να πούμε ότι οι αφηγήτριες
αποτελούν περσόνες της κεντρικής αφηγήτριας. Τα παιδιά επίσης αλλάζουν,
ως προς το φύλο τους κυρίως, η ηλικία παραμένει παρόμοια. Η Διαβάτη, μέσα από μια ενδιαφέρουσα οπτική, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς μικρότητες,
φανερώνει τη δυσκολία να αποδεχτούν τα παιδιά την έγνοια του γονιού, καθώς τη νιώθουν σαν παρεμβολή στη ζωή τους. Μιλά για τις συγκρούσεις που συχνά προκύπτουν.
Ήταν το παιδί τους εδώ, από τις σπάνιες φορές που είχε κοιμηθεί στο σπίτι των γονιών, κι έκανε εκείνη τους καφέδες, και άρχισαν την κουβέντα μάνα και κόρη, μέχρι νάσου πάλι ο καβγάς, όσο ανιχνευτικά και προσεκτικά κι αν μανουβράριζε εκείνη τις υποδείξεις που δεν άντεχε να μην κάνει και συνόψιζε και ανακεφαλαίωνε και υπογράμμιζε για την αχίλλειο πτέρνα της – να πρόσεχε έπρεπε, να σημείωνε τις προθεσμίες, να μη χάνει τα ραντεβού
της, και πώς ντυνόταν έτσι, δεν τους είχε μάθει αυτή πως το ράσο κάνει τον παπά; Αυτό ήταν. Πάλι ένας χαρά Θεού φουντωμένος καβγάς, κι εκείνη να προσπαθεί να εκλογικεύσει διαλεκτικά – επαγγελματική διαστροφή – «θα ήμασταν οι καλύτερες φίλες, αν δεν ήμουνα η μάνα σου, έτσι δεν είναι;» (σ.70)
Η λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είναι οπωσδήποτε μια ενδιαφέρουσα οπτική για τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει κάθε τέτοια λογοτεχνική εμφάνιση, ανάλογα με τις ιδιότητες της συγγραφέως, που αντανακλά και στις ιδιότητες της αφηγήτριας/των αφηγητριών.
Έτσι, η αφηγήτρια μιλά για τον χρόνο που αλλάζει πρόσωπα και καταστάσεις και αναφέρεται στις σπουδές.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – τον είχε φέρει ολοκαίνουργιο στο ραντεβού τους μετά τη Σχολή – είχε γράψει εκείνος το όνομά της με δικά του γράμματα και ημερομηνία, 6-8-1979.[…] Στον Κώδικα κατασχέσεις, μεσεγγυούχοι, κλητεύσεις, ανακοπές εκτελέσεως και ασφαλιστικά
μέτρα σχολιάζουν ειρωνικά τον καιρό που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Δεν χωρούν ένδικα μέσα. Όλα έχουν τελειώσει. Η αγάπη τους φευγάτη. (σ.47)
Ο χρόνος που περνά πάνω από την αφηγήτρια, σε άλλη αφήγηση, αφήνει τα
δικά του σημάδια
Ανοίγω τα μάτια. Είμαι μια μεγάλη δυσκίνητη βάρκα που ταλαντεύεται. […] Αρθρίτιδες ξεφυτρώνουν κάθε τόσο. Και στο στήθος μου νιώθω αυτόν τον αδιόρατο πόνο μετά. Πρώτα ο πόνος-μπλακεντέκερ – αυτός με ξύπνησε – και μετά η ηρεμία. Πανωλεθρία σε όλα τα επίπεδα. […] Τα εγγόνια μου δεν
βρήκαν τον δρόμο να ’ρθουν στον κόσμο. Οι κόρες μου, βλέπεις – ακούραστες
επιστημόνισσες στην Εσπερία – δεν βρήκαν χρόνο να με κάνουν γιαγιά. Καλή τους ώρα. Ας σηκωθώ σιγά σιγά να βάλω τον καφέ και μετά ντύνομαι για την πρωινή βόλτα. (σ. 65)
Είναι χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά της αφηγήτριας, και κατ’ επέκταση της
συγγραφέως, όπως προαναφέρθηκαν, ότι παρουσιάζεται μια γυναίκα σε ώριμη
ηλικία να στηρίζεται στη δημιουργικότητά της ως «όπλο» και ως δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες του παρόντος, αλλά κι εκείνες που πιθανόν να έρθουν: Όλα έγιναν για να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, μετά τόσες απώλειες και ματαιώσεις χρόνων, να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, να έχει μόνο μια μικρή ασπίδα να εμπιστεύεται, τη δημιουργικότητά της, απέναντι σε
εχθρούς και φίλους. Αυτή τη μικρή ασπίδα, τον εαυτό της. (σ. 22)
Για όλους τους παραπάνω λόγους πιστεύω πως οι μικροαφηγήσεις της Αρχοντούλας Διαβάτη συνιστούν ένα πολύ ιδιαίτερο δείγμα. Με τις ποικίλες αναφορές και με τις μείξεις που συχνά τις διατρέχουν: Πότε η εσάνς του χρονογραφήματος, με το χιούμορ, την έμφαση σε κάποιο στιγμιότυπο,
τον στοχασμό πάνω σ’ αυτό. Και πότε η ιδιωτικότητα της ημερολογιακής
καταγραφής, με συναντήσεις, διαβάσματα, θεάματα και ό,τι άλλο σφράγισε τη μέρα της αφηγήτριας, να δένει με την αφήγηση και να γίνεται μέρος της ζωής ενός ευρύτερου συνόλου. Πιστεύω πως έχουμε εξαιρετικά δείγματα αναφορών μέσα στο πλαίσιο αυτό – και δεν υπάρχουν πολλά παρόμοια.
Η «Κινητή γιορτή» της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι η ωριμότερη εμφάνιση της γραφής της – χωρίς να αδικώ τα προηγούμενα βιβλία της που με συγκίνησαν επίσης αφηγηματικά.

 

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

vakxikon.gr Ιούνιος 2019

«να πάει η ψυχή στον τόπο της… » – αυτή η φράση δίνει συνοπτικά όχι μόνο το περιεχόμενο της νέας συλλογής με διηγήματα (αφηγήματα ίσως θα ήταν ευστοχότερος χαρακτηρισμός) της Αρχοντούλας Διαβάτη, αλλά κυρίως αποκαλύπτει την αφετηρία της γραφής, το κίνητρο της νέας συγγραφικής κατάθεσης. Διαβάζοντας τη μία μετά την άλλη τις σύντομης έκτασης ιστορίες του βιβλίου κατανοούμε πώς «πάει η ψυχή στον τόπο της», όπως γράφει η ίδια στο αφήγημα «Εσείς καλά;».

Μοιρασμένες οι ιστορίες ανάμεσα σε επινοημένες μυθοπλαστικά και σε μνήμες ιδιωτικές, που η συγγραφέας τις αποκόπτει από το προσωπικό της σύμπαν για να τις αποδώσει και αυτές λογοτεχνικά. Ωστόσο, γνωρίζουμε, όσοι πιάνουμε πότε πότε το μολύβι, πως ακόμα και οι επινοημένες φέρουν μέσα τους άλλοτε εμφανώς και άλλοτε με σωτήριο ιαματικό μανδύα αληθινά κομμάτια ζωής, προσωπικής πάλι. Στην ουσία, λοιπόν, οι ιστορίες/αφηγήματα αναπαράγουν προς το αναγνωστικό κοινό τις εσωτερικές εικόνες που έχουν ήδη διανύσει τη δική τους πορεία με τον δημιουργό τους – και ως προς αυτό έχουν ήδη λειτουργήσει με τον εγγενή ιαματικό ρόλο που έχουν (ευτυχώς) όσα αποθηκεύονται στη μνήμη. Η ανάγκη της κοινοποίησής τους –είτε πρόκειται για επινοημένες λογοτεχνικές κατασκευές είτε για πολύτιμες προσωπικές εικόνες– θέτει σε λειτουργία μια ευρύτερη ιαματική συνθήκη που αφορά πρωτίστως τη συγγραφέα και δευτερευόντως (με ιδιαίτερη ένταση ωστόσο) τον αποδέκτη/αναγνώστη. Θα εστιάσω σε δύο ιστορίες (μία από την κάθε περίπτωση) προκειμένου να φανεί πιο καθαρά η παραπάνω διαπίστωση.

Το αφήγημα με τον τίτλο «Κανένας» αποτελεί και την εισαγωγή στον κόσμο της συλλογής δίνοντας γλαφυρά τη μοναχική εικόνα των ανθρώπων της πόλης που υποκαθιστούν την επαφή των αληθινών σχέσεων με την παρουσία εν απουσία των τεχνολογικά δημιουργημένων. Επινοημένη αυτή η μικρή ιστορία, δεν θα χρειαζόταν περισσότερα λόγια για να δείξει όχι μόνο τον μονήρη άνθρωπο στην καθημερινότητά του αλλά για να μεταφέρει μια βασανιστική σκέψη στον αναγνώστη της: πόσο απέχουμε όλοι μας από μια ακραία χάριν λογοτεχνικής απόδοσης, όμως πολύ κοντινή πραγματικότητα; Γιατί, το χειρότερο που συμβαίνει στον ήρωα της ιστορίας δεν είναι τόσο η βίωση της απομόνωσής του από τον αληθινό κόσμο όσο η αίσθηση της ευφορίας που αισθάνεται· η εικόνα του πλήθους των ανθρώπων που τάχα συναναστρέφεται μοιάζει να είναι εντυπωμένη μέσα του σαν αληθινή επικοινωνία. Η απουσία της συνειδητοποίησης της κατάστασής του, η ανικανότητα να αντιληφθεί το μέγεθος και το βάθος διείσδυσης της επίπλαστης πραγματικότητας στη ζωή του, αυτό είναι το επίφοβο μήνυμα της ιστορίας· και αυτό είναι που δυνάμει αφορά όλους μας.

«[…] Τώρα όμως ήθελε να ακούσει – λαχταρούσε να ακούσει φωνές ζεστές, εγκάρδιες, να δει ανθρώπους να μπαίνουν, να βγαίνουν, να τον νοιάζονται και να τον αγαπούν, να φλυαρούν, διασώζοντας το νήμα που τον ένωνε με τη ζωή, ένας απ’ όλους κι αυτός να είναι, κανονικά. Σιωπή στο δωμάτιο. Ερημιά. Τι γνώμη είχε κι ο τηλεφωνητής, κανείς δεν είχε τηλεφωνήσει; Πάτησε το κουμπί –τον είχε θυμηθεί κανείς;– κι ένα σωρό μηνύματα πλημμύρισαν το δωμάτιο. «Γεια σου Αντώνη, εγώ είμαι η Μαρία, πού χάθηκες αγόρι μου;» «Αντωνάκη, πάρε τηλέφωνο, είναι το μνημόσυνο του θείου σου την Κυριακή, ν’ ανέβεις, μαμά». «Tony, my friend, μην ξεχάσεις, στις εννιά αύριο, έχουμε πρόβα για τη συναυλία, πάρε τηλέφωνο». Ωραία ακούγονταν.

[…] Όταν άδειασε όλη η κασέτα και σώπασαν οι φωνές, πάτησε πάλι το «All» αντί για το «Νew», πήρε το μπουφάν του κι έκλεισε πίσω του την πόρτα, αφήνοντας ν’ ακούγονται πίσω όλοι εκείνοι οι άνθρωποι, δικοί του άνθρωποι, οικείοι, παρηγορημένος πάντως, ενώ πήγαινε προς το ασανσέρ».

Η δεύτερη αφήγηση αφορά προσωπική μνήμη. Πρόκειται για το «Διαβάζοντας τον Ξένο». Μια ευθεία αναφορά στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ, όχι σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον στο περιεχόμενό του αλλά στο βιβλίο αυτό καθεαυτό ως αντικείμενο φθαρμένο και κακοπαθημένο από τους διαρκείς δανεισμούς του στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς της συγγραφέως. Το εύρημα της γραφής είναι η εστίαση σε σχόλιο προσωπικό, που προηγούμενος αναγνώστης θεώρησε πως έπρεπε να γράψει στο περιθώριο μιας σελίδας:

«Καταπληκτικός χαρακτήρας. Τσαλαπατάει και γκρεμίζει τις ηθικές τους, τα ‘πρέπει’ τους και τα μίζερα τακτοποιημένα συναισθήματά τους. είναι αληθινός, γι’ αυτό φαντάζει παράξενος. Το νόημα της ζωής του είναι πως η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Νομίζω με έχει σημαδέψει, μ’ έχει αλλάξει. Από την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο μερικά χρόνια πριν, έχω αρχίσει να ψάχνομαι και δεν χωρώ πουθενά. Ίσως πάντως να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Το μέλλον θα δείξει».

Μέσω αυτής της απρόσμενης αναγνωστικής κατάθεσης, θα θυμηθεί τη δική της επαφή με τον Καμύ, στα χρόνια του Γαλλικού Ινστιτούτου και κατόπιν τις πληροφορίες που άντλησε από αφιέρωμα περιοδικού στον συγγραφέα. Ξαναδιαβάζοντας τον «Ξένο» θα επανεκτιμήσει τον εισηγητή του Παραλόγου και ως προς τις αρετές της γραφής του αλά και ως προς τη φιλοσοφική του θέση:

«Το παράλογο της ύπαρξης, ο επαναστατημένος άνθρωπος κι εδώ, όπως σε όλα τα βιβλία του Καμύ, απέναντι στην ‘τρυφερή αδιαφορία του κόσμου’ και στην τρέλα των ανθρώπων, έτοιμων να θυσιάσουν όποιον δεν τους μοιάζει – τον ξένο».

Μια τόσο σύντομη αναφορά στον κόσμο του Αλμπέρ Καμύ, όμως με τον τρόπο που γίνεται συνοψίζει όλα τα διαβάσματα χρόνων και χρόνων στα κείμενά του. Ίαση θαυμαστή μέσω της λογοτεχνίας που αφορμή παίρνει από τη λογοτεχνία πάλι. Ή, να το πούμε αλλιώς, η μαγική αλυσίδα που συνδέει όλα όσα γράφονται με αυτούς που τα γράφουν και με αυτούς που τα διαβάζουν – συνειρμοί συγγραφικοί και αναγνωστικοί!

Όπως ξετυλίγονται οι αφηγήσεις της Διαβάτη διαγράφεται σιγά σιγά όλη η εικόνα της αγαπημένης πόλης· πρόσωπα και τόποι, εικόνες οικείες, άλλοτε αληθινές, άλλοτε φανταστικές – χωρίς στην ουσία να παίζει κάποιο ρόλο η διάκριση μεταξύ των δύο. Έτσι κι αλλιώς όλες οι ιστορίες που γράφονται έχουν μια κοινή αφετηρία: τη δημιουργική μνήμη ή φαντασία, που συνήθως όλα τα μπερδεύει και τα ξαναπλάθει, αληθινά ή μη. Έχουν όμως και κοινό στόχο: «να πάει η ψυχή στον τόπο της», να ξαποστάσει σε οικείο χώρο, να συνομιλήσει με γνώριμα πρόσωπα, από τον υπαρκτό κόσμο και από τον πλούσιο των λογοτεχνικών ηρώων, να ξαναβρεί τα ‘γράδα’ της, να ισορροπήσει. Η Αρχοντούλα Διαβάτη δείχνει εδώ με τα αφηγήματά της τους τόπους όπου θα πρέπει να περιπλανηθεί κανείς προκειμένου να συμφιλιωθεί το έσω με το έξω σκηνικό. Πολύτιμες μνήμες διαθλώνται διαπερνώντας τη γραφή και (αλλάζοντας τη διαδρομή τους από προσωπική σε κοινό κτήμα) βρίσκουν εύστοχα τον αναγνώστη. Αλλά και επινοήσεις τη γραφής μεταφέρουν μέσα τους προσωπικά βιώματα. Σε κάθε περίπτωση κείμενα που διαβάζονται, γιατί κάτι σημαντικό έχουν ενσωματώσει μέσα στο μικρό τους μέγεθος. Κάτι από τη «γιορτή της ζωής».

«Καλωσορίζοντας νέους ανθρώπους και νέες προκλήσεις με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας, όπως λένε οι φιλενάδες μου που όλο και εγκαταλείπουν τις συλλογικότητες που απορροφούσαν όλο τους το χρόνο παλιότερα, να καρφιτσώνουμε σημαιάκια αγάπης και συμμετοχής, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής». (Κινητή Γιορτή)

 

.

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

PERIOU.GR 26/5/2019

Στην πρόσφατη συλλογή της πεζών αφηγήσεων με τίτλο Κινητή Γιορτή, η Αρχοντούλα Διαβάτη συνθέτει εκ νέου τον «φυλλοβόλο εαυτό μας» – ο τίτλος ανήκει στο ομώνυμο κείμενο της σελίδας 23 – με όλα του τα θαύματα, αλλά κυρίως τα τραύματα. Οι απώλειες και οι ματαιώσεις χρόνων απογυμνώνουν σταθερά το συναισθηματικό και βιολογικό δέντρο του ανθρώπινου βίου, όπως τα φυλλοβόλα δέντρα απογυμνώνονται περιοδικά από το φύλλωμά τους. Ωστόσο, ως φυλλοβόλα που ονομάζονται και είναι, σύντομα επανακτούν τα φύλλα τους, αφού παρέλθει ο προκαθορισμένος τους χρόνος της ζωογόνου επώασης. Γιατί οι χυμοί της ζωής εξακολουθούν να υφίστανται
εντός τους και απλώς λανθάνουν ανασυγκροτούμενοι, έτοιμοι να
επαναφέρουν το νέο φύλλωμα εν καιρώ. Κάτι το αντίστοιχο με την ανθρώπινη επιθυμία, δηλαδή, που είναι μετωνυμική και αενάως μετατοπιζόμενη στον συνταγματικό και στον παραδειγματικό άξονα του συμβολικού, αλλά και του βιολογικού πεδίου αυτού που αποκαλούμε ύπαρξη. Ματαιώνεται διαρκώς, αλλά επανέρχεται ως νέο φύλλωμα, βρίσκοντας την προσωρινή της, αλίμονο, εκπλήρωση σε πάσης φύσεως πολιτισμικά ( και όχι μόνο) υποκατάστατα, οbjects of desire (αντικείμενα πόθου) πάντα υπό την απειλή του χρόνου και τη
ηδονικά επώδυνη βάσανο της μνήμης και της νοσταλγίας. Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, διαρκώς μας ψιθυρίζει η επιθυμία, για να θυμηθούμε τον τίτλο της προηγούμενης συλλογής της Διαβάτη, για να σας κάνω και μια σύνδεση με τα προηγούμενα και ίσως και με τα επόμενα μελλοντικά γραφτά της φίλης μου.
Δηλαδή, παλίνδρομες διαδρομές – κάθε λογής ψυχικές επενδύσεις, αφίξεις, αναχωρήσεις, υποχωρήσεις, και επιστροφές, ενίοτε και φυσικές καταστροφές (σεισμός 1978) μέσα στην επανάληψη και στα «πρέπει» της τετριμμένης καθημερινότητας.
«Δόξα τω Θεώ». «Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα», αναφωνεί καρτερικά
η ηρωίδα του κειμένου με τίτλο «ΑΣΠΙΔΑ ή ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΖΑΒΕΛΑ ΜΟΛΙΝΑΡ», όταν οι ελπίδες της για βραβεία και πολιτισμική καταξίωση καταρρέουν, και ευτυχώς που την ξεστομίζει, διότι η συγκεκριμένη φράση έχει παρηγορήσει γενιές και γενιές. Αφού, ως γνωστόν, έτσι πορεύονται οι άνθρωποι, καρτερικά, δονκιχωτικά. Σχεδιάζουν νοερά και επί χάρτου, αναμένουν, φαντάζονται,
ονειροπολούν και ονειρεύονται, προσδοκούν, απογοητεύονται, πέφτουν, σηκώνονται. Κι αν η αυταπάτη είναι αυτό που τους παρακινεί, είναι γιατί πρέπει να κατασκευάζουν ελπίδα, μέχρι τελικής πτώσεως. Οι ιδέες, οι ελπίδες και τα όνειρα (προσωπικά, συλλογικά, πολιτικά) ματαιώνονται διαρκώς, αλλά πάντα θα υπάρχει μια Lucy van Pelt που διαρκώς θα τους πείθει, όπως τον Charlie Brown, ότι τούτη τη φορά δεν θα τους τραβήξει την μπάλα κάτω από τα πόδια λίγο πριν την κλωτσήσουν και φάνε τα μούτρα τους. Και φυσικά τα τρώνε εκ νέου. Εχθρός του καλού το καλύτερο, The sky is
the limit και πάει λέγοντας, αλλά «είμαστε ακόμα στη σκηνή» όπως η διπλά ανάπηρη Αργυρώ, η ηρωίδα της αφήγησης με τίτλο Γυάλινος κώδων που παρά την κωφάλαλη ύπαρξή της και το ακρωτηριασμένο της διαβητικό πόδι που την κρατά μόνιμα καθηλωμένη σε μία πολυθρόνα, «εννοεί να μαθαίνει όλα τα νέα της γειτονιάς, κι από κει, από το στρατηγείο της πολυθρόνας της, να μιλάει με τη διάλεκτο της κωφάλαλης, να διασταυρώνει πληροφορίες, να ολοκληρώνει σχέδια, να ανακεφαλαιώνει, και με τις άναθρες κραυγές της να αρθρώνει την ανθρώπινη αγωνία σε όλο της το μεγαλείο, να αφηγείται, να πολεμάει την αφωνία, αναζητώντας νόημα, ακινητοποιημένη να κερδίζει μέρα
τη μέρα τη ζωή της σαν τη Σεχραζάτ» (σελ. 73).

Το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο εμφορείται από την πρωταρχική εκείνη κινητήριο και πάντα ζωογόνο δύναμη της επιθυμίας για την έστω και στιγμιαία ανάκτηση της προ πολλού χαμένης εκείνης μακάριας πληρότητας, δεν παραιτείται, αρνούμενο να εγκαταλείψει την ελπίδα του. Η ανθρώπινη κατάσταση, που αναζητά να λύσει
το αίνιγμα της ίδιας της ύπαρξης και της βιωμένης της εμπειρίας, αν και συχνά παραιτείται από αυτήν την προσπάθεια, καίτοι συναισθανόμενη τη ματαίωση και το ακατανόητο των πραγμάτων, πάντα θα υποκύπτει στη σαγήνη της ρομαντικής ελπίδας, αφού τα μοναδικά σημεία αναφοράς, και οι μοναδικοί της σηματωροί κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτοί του χωροχρόνου και της ύλης.
H νέα συλλογή χρονογραφικών κυρίως κειμένων της Αρχοντούλας Διαβάτη αποτελεί, τρόπον τινά, μια κάποια συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της, του «Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω». Με νέες φέτες ζωής από το καρβέλι της ύπαρξης, διακειμενικές αναφορές και συνομιλίες με κείμενα ελλήνων και ξένων συγγραφέων επανέρχεται λοιπόν, εκ νέου, και δριμύτερη, η Θεσσαλονικιά συγγραφέας με μια σειρά από νέες διαδρομές, καταγραφές, και, στοχασμούς στην εποχή των εικονικών και των πραγματικών διαδρομών μας, της ψηφιακής, αλλά και της διά ζώσης συνύπαρξης μας με τους άλλους και της πολύ οικείας μας διαδικτυακής φιλίας και σχέσεων. Η τελευταία πολύ συχνά σε παραπλανεί, αφού τα ψηφιακά συμβάντα, οι προσωπικές αναρτήσεις και τα «λάικ» συχνά απέχουν σημαντικά από εκείνα μιας διαφορετικής καθημερινότητας: Fake news, fake likes και χιλιάδες καλοστημένες και επεξεργασμένες εφήμερες σέλφι κανοναρχούν βίους αλλοτριωμένους και θα σας αναφέρω και το χαριτωμένο που διάβασα τις προάλλες στον κυκεώνα των φεισμπουκικών αναρτήσεων: Αν σε ρωτάει κάθε τόσο τι σκέφτεσαι, αν κρατάει όλες σου τις φωτογραφίες κι όλα σου τα μηνύματα κι αν θυμάται με ακρίβεια τα πάντα για σένα, δεν είναι ο έρωτας της ζωής σου, αλλά είναι ο Ζούκερμαν ή με τα λόγια της Αρχοντούλας Δ./αφηγήτριας «τώρα το φβ μόνο σου λέει – εν τη μεγαθυμία του – τι έκανες, τι σκεφτόσουν, τι διάβαζες, τι φωτογράφιζες πέρσι και πρόπερσι. Κι είναι ίσως από τις λίγες φορές που σε ρωτούν τι σκέφτεσαι, σαν να ‘σαστε ερωτευμένοι.» (εσείς καλά; Σελ.29)
Η διαμεσολαβημένη πραγματικότητα από πάσης φύσεως σμαρτ συσκευές, αφηγήματα και ιδεολογίες των ανθρώπινων εποχών, εντείνει την ούτως ή άλλως κατακερματισμένη εμπειρία του ανθρώπινου υποκειμένου, που από τη φύση του αναζητά την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας την κάθε στιγμή της ζωής του, παραδομένο στο κυνήγι μιας κάποιας ολοκλήρωσης που οδηγεί στην ευτυχία. Όμως αυτή αργεί, και όταν προκύπτει, συχνά ετεροχρονισμένα, σου αποκαλύπτεται ως ένα εντελώς εφήμερο και γεμάτο ελλείψεις συναίσθημα, που όμως εξακολουθεί να στέκει εκεί λίγο παραπέρα πέρα γεμάτο υποσχέσεις. Σε κοιτά λοξά, υπενθυμίζοντάς σου, όπως και ο θείος Φρόυντ, ότι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε, παρά όντα της αγάπης (we are beings of love). «Η επιθυμία δεν πρέπει να είναι ετεροπροσδιορισμένη βέβαια κι ούτε έχει να κάνει η αγάπη με κανένα do ut des, σαν να ήταν ισολογισμός επιχείρησης» μας λέει το αφηγηματικό υποκείμενο του κειμένου με τίτλο Αγάπη για ποιόν, ωστόσο η πραγματικότητα του ανθρώπου αλλιώς προστάζει, αφού χωρίς αγάπη, φροντίδα βιολογική και πνευματική αποδοχή δεν υφίσταται ζωή άξια να βιωθεί, ακόμα κι όταν αυτή συχνά καθίσταται αγάπης αγώνας άγονος. Τόποι θερινών διακοπών κι ειδυλλιακά τοπία ενσωματώνονται στον
αφηγηματικό καμβά αρκετών από τις αφηγήσεων της συλλογής και δημιουργούν ανάμικτα συναισθήματα στους εμπλεκόμενους χαρακτήρες, όπως βέβαια και στον αναγνώστη και την αναγνώστρια, μια και σχεδόν πάντα οι προσμονές και οι αναζητήσεις του φαντασιακού αποδεικνύονται κατώτερες των πραγματικών περιστάσεων. «Της είχαν πει ότι θα έβρισκαν εκεί ένα μοναδικό ορεινό χωριό με οικολογική συνείδηση – να φανταστείς δεν είχαν
ούτε φως ούτε νερό. Ε, και είχαν φτάσει ασθμαίνοντες, κατασκονισμένοι από το χωματόδρομο και βρήκαν απλώς έναν πλήρως εξοπλισμένο τουριστικό οικισμό» μας λέει το αφηγηματικό υποκείμενο της ιστορίας με τίτλο «σέλφι»

Η Θεσσαλονίκη του παρόντος και του παρελθόντος μας, ωστόσο,
αποτελεί, για άλλη μια φορά το τοπιογραφικό φόντο των περισσότερων αφηγήσεων της Αρχοντούλας Δ. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε, ζει και δημιουργεί η συγγραφέας. Και όσοι/ες από εμάς γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και εξακολουθούμε να ζούμε στην πόλη αυτή μπορούμε να δούμε με μια ιδιαίτερη ματιά το τώρα και το άλλοτέ της, όπως αυτό καταγράφεται ή υπονοείται στον αφηγηματικό πεδίο της γραφής της. Νέες μετονομασμένες οδοί, νέες πρωτοποριακές διαγνωστικές μέθοδοι
στα θλιβερά νοσοκομεία της πόλης με τις ατέλειωτες, όμως λίστες αναμονής για τους μη έχοντες. Αλλά και Νέα ήθη, στο ομότιτλο κείμενο της συλλογής, εν είδει στιγμιότυπων στα πολύπαθα αστικά της λεωφορεία με τα νέα παιδιά, «τις νέες κοπέλες» γράφει η Αρχοντούλα Δ. «με σακίδιο, τζην και αθλητικά παπούτσια να παίρνουν στα χέρια τους μόλις βρουν θέση, καθιστές ή όρθιες, το κινητό τους, σαν το μωρό τους που πρέπει να το φροντίσουν, να το θηλάσουν, όταν δεν δίνουν καλωδιωμένη αναφορά, φωναχτά για το πού πήγαν, πού θα πάνε και τι σκέφτονται. Κοπέλες, νέες γυναίκες, αλλά και αγόρια και νέοι άνδρες με τα κινητά τους να πληκτρολογούν γκρίκλις απαντήσεις και να φυλλομετρούν με το δάχτυλο στις σύγχρονες οθόνες και
μόνον οι μεγαλύτεροι… δεν αγαπούν τα κοινωνικά δίκτυα, προτιμούν τις σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο».
Μέσω της θεραπευτικής γραφής εν είδει παυσίπονου ή παυσίλυπου,
επιχειρείται πάντα η άμεση ανάρρωση, αφού στη λογοτεχνία όλα είναι δυνατά μέχρι και θαύματα συντελούνται, ενώ στη ζωή άλλο είναι ο νόμος και άλλο το δίκαιο και η ηθική της κάστας και του ισχυροτέρου. “Με μόνο ανάχωμα τον εαυτό μας”, όπως λέει η Αρχοντούλα Δ., «τα διαβάσματά μας και τις φιλίες μας», συμπληρώνω εγώ, “καλωσορίζουμε”, λέει και πάλι η Αρχοντούλα Δ., “τις νέες προκλήσεις του βίου, καθώς προχωράμε, όσο κρατάει η γιορτή της ζωής”. Δε βαριέσαι, σίκατα – σίκατα, όπως έλεγε στον αστυνόμο -χάριν ευπρεπείας – η Λιονήδενα, στο Το Σπίτι μου, της Μέλπως
Αξιώτη.

 

.

ΜΑΡΙΑ ΛΙΛΙΜΠΑΚΗ – ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

“Fractal” 22/5/2019

Μια ανάγνωση

Κατ’ αρχήν, να πω ότι ως αρχιτέκτων, επικεντρώνω κυρίως στο χώρο και το ρόλο του στα λογοτεχνικά έργα. Πιστεύω όμως πως στην περίπτωση της Αρχοντούλας Διαβάτη η αποκλειστική αυτή θεώρηση θα ήταν λίγη για το έργο της και θα εξηγήσω το γιατί.

Να διηγηθώ το συμβάν της γνωριμίας μου με τη συγγραφέα. Δεκαετίες πριν , στα φοιτητικά μας χρόνια, είχαμε βγει βόλτα- έξοδο στην Τσιμισκή, τέσσερα πέντε κορίτσια μαζί. Καθώς δεν είχαμε καταλήξει στο πού ακριβώς θα πηγαίναμε, έλεγε η κάθε μια την ιδέα της λιγότερο ή περισσότερο επιτυχή και πρωτότυπη. Τότε η Αρχοντούλα Δ., σαν να τη βρήκε ξαφνική έμπνευση, πήρε το λόγο και είπε: Τι θα λέγατε να πάμε σε ένα βιβλιοπωλείο και να ξεφυλλίσουμε τα καινούρια βιβλία. Έτσι την ξεχώρισα: είχα ανακαλύψει ακόμα έναν άνθρωπο με το πάθος των βιβλίων!

Και το πάθος της αυτό η Αρχοντούλα Δ. το έχει εκφράσει γράφοντας βιβλία η ίδια. Αυτό, η ΚΙΝΗΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, διηγήματα , είναι το πέμπτο πεζογραφικό της βιβλίο.

Το γεγονός της γνωριμίας μας, επανήλθε στο νου μου και το αντιστοίχισα με το τώρα, όταν διάβασα για ομάδες όπου συμμετέχει η Αρχοντούλα Δ. και όπου συστηματοποιημένα πια , ως λέσχες ανάγνωσης, διαβάζουν και συζητούν πάνω σε κάποια βιβλία.

Αλλά η γνωριμία μας δεν είναι η μόνη κοινή ανάμνηση που προέκυψε από τα διηγήματα της ΚΙΝΗΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ.

Μνήμες κοινές κι ανάλογες προκύπτουν κι από τη νύχτα του σεισμού του 1978 όπου άλλος ή άλλη πήρε για να διαφυλάξει το ταμείο του οργανισμού όπου δούλευε – ταμείο που είχε αναλάβει, άλλη το φάκελο της μεταπτυχιακής εργασίας, ή την πρόταση συμμετοχής σε κάποιο διαγωνισμό κ.λ.π. Θα βρείτε το περιστατικό στο διήγημα, Είμαστε ακόμα στη σκηνή.

Στο διήγημα Κατάσταση πολιορκίας, εντόπισα κάποιες επισημάνσεις που και εγώ κάποτε είχα επιχειρήσει: για κάποιους με ενεργό ρόλο στην περίοδο της δικτατορίας, σίγουρους υπηρέτες της, να έχουν νέα δυναμικά πόστα και μετά την μεταπολίτευση, ως ανταμοιβή από αφανείς ευεργέτες.

Κάτι που δεν ήξερα και το έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο για το οποίο μιλάμε και πιο συγκεκριμένα, το διήγημα Μήνυμα σε μπουκάλι, ήταν ότι τελευταία διεκδικήσαμε βραβείο στον ίδιο λογοτεχνικό διαγωνισμό. Συμμετείχαμε κι οι δυο σε διαγωνισμό έργου Μικρής φόρμας, με ισόπαλο αποτέλεσμα. Στον μιας μέρας αυτόν διαγωνισμό, ανταγωνίστριες και χαμένες συνάμα, μαζί με άλλες 1000 περίπου συμμετοχές.

Βρήκα μεταξύ άλλων στο βιβλίο μια δημοσίευση της Αρχοντούλας Δ. στη γνωστή σειρά κυριακάτικης εφημερίδας, Γράμμα σ’ ένα λογοτεχνικό ήρωα- να καταλήγει στο συμπέρασμα, είναι μόνο λογοτεχνία όλα αυτά! Αναρωτιέμαι αν είναι μόνο λογοτεχνία όλα αυτά. Εγώ πάλι διακρίνω κάτι από το μέρος της καρδιάς.

Αντιλαμβάνομαι την τεχνική γραφής της συγγραφέως ως εξής: να περνά από την παρατήρηση σε απίστευτες περιγραφές – όπου διαθέτει κάθε δυνατότητα και συγχρόνως ποιητικότητα- και μετά να επιχειρεί αλλαγή πλεύσης προς ένα σχόλιο κοινωνικό. Π.χ για τους άνεργους, για τους παλιούς Έλληνες μετανάστες που επέστρεψαν στην πατρίδα, γι αυτούς που πάλεψαν εδώ για την επιβίωση, για τόσα άλλα. Να αναφέρω δυο σχετικά διηγήματα το Νέα ήθη, και το, Αγάπης αγώνας άγονος.

Γιατί όχι μόνο το χώρο λοιπόν; Πρώτα απ’ όλα, γιατί αισθάνομαι ότι θα αδικούσα τα διηγήματα αν αυτοπεριοριζόμουνα ως προς το αντικείμενο αναφοράς μου. Τα διηγήματα της Αρχοντούλας Δ. γίνονται οικεία στον αναγνώστη με τις συναισθηματικές καταστάσεις που καταθέτουν, τον καθιστούν συμμέτοχο, με αποτέλεσμα αυτός ή αυτή να αναζητά την κάθε μία πτυχή τους: Τους ήρωες, την προσωπικότητα τους, τον χαρακτήρα και τα μυστικά τους. Έπειτα γιατί, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μέρους της συγγραφέως, ο χώρος υπάρχει στα διηγήματα, σε επίπεδο που γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον αναγνώστη. Γιατί είναι καθορισμένα ως προς τον χρόνο αλλά και τον τόπο τα διηγήματα. Εκεί π.χ. στο Christmas carol, συναντάμε την ιστορία του στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου ή Πρίγκιπος Νικολάου ή Πολωνίας.

Θα αναφερθώ στα εξής πεντέξι σημεία, αξιόλογα χαρακτηριστικά στα διηγήματα του βιβλίου που συζητάμε. Θα αναφέρω παράλληλα και το διήγημα όπου συναντάμε πλησιέστερα τα χαρακτηριστικά αυτά:

Την αμεσότητα και τους ανοιχτόκαρδους διαλόγους όπως στο διήγημα της σελίδας 29: Εσείς καλά; ο τίτλος. Και η απάντηση έρχεται σαν αρχή του κειμένου: Καλά, καλά.

Την εξομολόγηση και αποδοχή της αστάθειας, της ανασφάλειας, της πίεσης του καθήκοντος, όπως στο Κανένας.

Την αποκάλυψη των κρυφών πόθων για ένα βραβείο, όπως στα Ασπίδα ή Μετά την Ιζαμπέλα Μολνάρ.

Τη συγκίνηση και την ευαισθησία που είναι αυθόρμητες και πηγαίες, όπως στο διήγημα H Κασσάνδρα και ο λύκος .

Την παρεϊστικη διάθεση, την κοινωνικότητα, βιωμένες, από το παιδικό παιχνίδι έως τις πρόσφατες εκδρομές, να μεταλλάσσονται σε λογοτεχνία, όπως στο Σέλφι.

Τις παλιές οικογενειακές ιστορίες και γνωριμίες ή σαν παλιές οικογενειακές ιστορίες και γνωριμίες, με πρόσωπα που είχαμε εκτιμήσει αρνητικά από λάθος ή άγνοια, στο διήγημα Βασιλική.

Τα πρόσωπα με δομικούς ρόλους στις κοινωνικές ομάδες με την Αρχοντούλα Δ. να προβάλλει την κρυμμένη τους ψυχοσύνθεση, στο Χρυσό φθινοπωράκι.

Την αγωνία στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου να μετουσιώνεται σε επανεκτίμηση της ζωής- Πίνακας.

Τις επιρροές που ελαφρώς διακρίνονται αλλά και μαρτυρούνται από την ίδια, όπως στο Τέλος της μικρής μας πόλης.

Τα απλά τρέχοντα γεγονότα που, από τους περισσότερους από μας, θα θεωρούνταν αυτονόητα και θα περνούσαν απαρατήρητα, να αποτυπώνονται με λογοτεχνική γραφή και καταληκτικά να προβάλλουν το βαθύτερο νόημά τους, που είναι κάποτε η μοναξιά ή ο φόβος και κάποτε τα πρόσωπα που επαναπροσδιόρισαν την ατμόσφαιρα: ήταν ωραία η ζωή, γράφει.

Με αισιόδοξη διάθεση για κριτική και ψυχανάλυση βρίσκω να ολοκληρώνει το πολύπτυχο βιβλίο της η Αρχοντούλα Δ. Απ’ τη μια το παράλογο της ύπαρξης, όπως στα βιβλία του Καμύ απέναντι στην τρέλα των ανθρώπων- ανθρώπων έτοιμων να θυσιάσουν όποιον δεν τους μοιάζει – τον Ξένο. Κι απ’ την άλλη οι ενστικτώδεις, δηλαδή χωρίς στρατηγική, επιλογές μιας ζωής, επιλογές που όμως βρήκαν τελικά τη δικαίωση. Και αναρωτιέμαι, αν μόνο για μια ζωή πρόκειται ή για το σύνολο όσων ανακαλύπτει και διερευνά εμπνεόμενη η αγαπητή συγγραφέας.

 

.

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

“Fractal” Απρίλιος 2019

Τα «κινητά» χρονογραφήματα της Αρχοντούλας Διαβάτη

Το χρονογράφημα αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος κειμένου. Μεταξύ λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας με επικέντρωση στο επίκαιρο συμβάν προσπαθεί να αναγάγει το εφήμερο ή την είδηση σε διαχρονικό, να γεννήσει στοχασμούς μέσα από μία γλώσσα απλή, αφήνοντας τον αναγνώστη εκείνος να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Το είδος υπηρέτησαν σημαντικοί άνθρωποι τόσο των γραμμάτων όσο και της δημοσιογραφίας. Τα όρια του είδους, βέβαια, είναι πολύ ρευστά, όπως σε κάθε υβρίδιο. Χαρακτηριστικά είναι ότι αυτά που αποκαλούμε πεζογραφήματα στην περίπτωση του Γιώργου Ιωάννου, αποτελούν στην πραγματικότητα χρονογραφήματα (αν έχει κάποια αξία η ειδολογική τους κατηγοριοποίηση). Ακόμα και σήμερα πολλοί είναι εκείνοι που ασκούν το είδος με φροντίδα, όπως η Αρχοντούλα Διαβάτη με τη συλλογή «κινητή γιορτή» (νησίδες, 2018).

Η Σαλονικιά λογοτέχνις με γλώσσα σχεδόν καθημερινή μέσα από τα χρονογραφήματά της καταθέτει σκέψεις και κρίσεις για ό,τι συμβαίνει γύρω της. Απαλλαγμένη από τις συμβάσεις του διηγήματος (χαρακτήρες, πλοκή, σύγκρουση) περιδιαβαίνει στον κόσμο των ιδεών με σύντομες δοκιμές πάνω σε βιβλία ή κοινωνικά στιγμιότυπα. Σχολιάζει κοινωνικές καταστάσεις, σκέψεις που τους γέννησαν αξιόλογα έργα. Η μνήμη και το παρόν, η κοινωνική εμπειρία και η ατομική αγωνία συμπλέκονται τα χρονογραφήματα της συλλογής. Καταθέτει βιώματα και συναισθήματα δίνοντας ζωή στην ανάμνηση. Μέσα όμως από το ατομικό βίωμα και τη μνήμη στην πραγματικότητα περιγράφεται μία ολόκληρη κοινωνία. Τα χρονικά άλματα συνδέουν το τώρα με το τότε σε μία διαλεκτική ερμηνεία των παθών της χώρας.

 

.

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

bookpress.gr 15/3/2019

Με νήματα αόρατα δεμένη

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ενώ ελάχιστα απομακρύνθηκε από τη Θεσσαλονίκη. Γράφει κυρίως κείμενα μικρής φόρμας, πέρα από τα στενά λογοτεχνικά πρότυπα, που άλλοτε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πεζοποιήματα, άλλοτε ως πεζογραφήματα ή ακόμη και ως προσωπικά λογοτεχνικά ανάλεκτα. Η Κινητή Γιορτή είναι το έκτο της βιβλίο, υψηλής λογοτεχνικής αξίας και ωριμότητας, έχοντας διανύσει μια σημαντική λογοτεχνική πορεία από το 2004, έτος στο οποίο εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, Στη μάνα του νερού (εκδ. Το Ροδακιό).
«Καλειδοσκόπιο» το ονομάζω το βιβλίο της, ενώ δυο άλλοι κριτικοί το ονόμασαν «πολιτιστικό ημερολόγιο» ή «υβριδική και πολύτροπη συλλογή». Πρόκειται για μια συλλογή 37 διηγημάτων που εμπλουτίζει την πεζογραφία με κείμενα ανθρωποκεντρικά, στα οποία η προσωπική περιπλάνηση της συγγραφέως διαμορφώνει το αφηγηματικό τοπίο της πόλης της, της Θεσσαλονίκης, αλλά και τη λογοτεχνική της ταυτότητα. Είναι ιδιαιτέρως ελκυστικό το θέμα αυτό που θα μπορούσε να αναδειχθεί και να μας προβληματίσει ίσως, η σχέση δηλαδή της σύγχρονης λογοτεχνικής μας παραγωγής με τη γεωγραφία, την πλέον αφαιρετική προσέγγιση του τόπου και του χρόνου που ορίζει ή και καθοδηγεί τους δημιουργούς. «Ένα ενεργό πλαίσιο», όπως γράφει η Ελισάβετ Κοτζιά, «ένα ανασκάλεμα της μνήμης, ως χώρου πατρογονικών αφηγήσεων, ως επανεπίσκεψη και επινόηση του παρελθόντος».

Αστικό τοπίο λοιπόν το σαλονικιώτικο, με όλα του τα καθημερινά, τα γιορτινά, τα αναπάντεχα αλλά και τα πολιτιστικά του. Διαδρομές διανθισμένες με αναγνώσεις, μεγάλα άλματα του μυαλού και εξαιρετική συνθετική σκέψη, σε μια προσπάθεια να χρονογραφηθεί η μνήμη, να τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της γενέτειρας, στις γειτονιές που αλλάζουν όνομα αλλά παραμένουν ίδιες. Από την οδό Πολωνίας στην οδό Πρίγκιπος Νικολάου και πάλι στην οδό Πολωνίας, κι ας λέγεται σήμερα αλλιώς. Τοπογραφία της πόλης, με συναισθηματικά βιώματα και εμπειρίες που αποκτούν διαχρονικό νόημα και αξία. Η συγγραφέας επιχειρεί να ταξινομήσει αυτή τη βιωμένη εμπειρία. Αναπολεί και σχολιάζει σε πεζογραφήματα επίκαιρα σημερινά θέματα για τη μοναξιά, τις απώλειες αλλά και τη χαρά των παιδιών, των καινούργιων τόπων, του οικείου – νεράκι που ρέει φωτεινό.
Πολλές φορές τα διηγήματά της θυμίζουν γεωμετρικά σχήματα, κάτι σαν τους μίτους του αργαλειού. Το παρελθόν αλλά και η συσχέτισή του με το παρόν, μια μουσική, μια κουβέντα, μια επιγραφή, μια σκέψη, ένα βιβλίο, στερεώνουν το νήμα. Το νήμα πάντα πλούσιο στο αδράχτι της φαντασίας και της μυστικής ζωής της συγγραφέως. Μυστική, οικεία ανθρώπινη και φίλη. Τα μέσα της απλά και ουσιαστικά περιγράφουν με πλαστικότητα και λυρισμό μορφές, φιγούρες, καταστάσεις ορατές ή και επινοημένες, κρατώντας μας συγκινημένους, χωρίς να εκβιάζεται η εν λόγω συγκίνηση.

Αυτό το βιβλίο είναι κυρίως η Θεσσαλονίκη, η συγγραφέας που περιπλανάται στη πόλη και στους ανθρώπους της. Η γεωγραφία της καρδιάς μας. Με τη μεγάλη απώλεια φέτος του ποιητή Μάρκου Μέσκου, την πρώτη-πρώτη μέρα του χρόνου, διαβάζω το απόσπασμα από το πεζογράφημα με τίτλο «Το τέλος της μικρής μας πόλης», ως αναφορά, στοιχείο αναπόσπαστο στο ποιητικό γίγνεσθαι, στους κάμπους και στα βουνά της Μακεδονίας που τραγούδησε ο Μάρκος Μέσκος, ένα μακρύ ποτάμι, νερά, λεύκες, άροτρα και άλογα.

Στον τόμο με τα πεζογραφήματα, εικόνα μαγική ‒βερίκοκα, καΐσια, σύκα, ροδάκινα, σταφύλια, αρώματα και δέντρα και «ρόδια και νερά», «κι απ’ όλα τα ανθισμένα δέντρα, η κερασιά»‒ και τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα ένα γύρο στις αλάνες, στους μαχαλάδες του γενέθλιου τόπου: μαυρόασπρη καρτ ποστάλ εποχής, επιχρωματισμένη όμως από μνήμης, καθώς ο ποιητής Μάρκος Μέσκος, βαρύς και αποφασισμένος, επιστρέφει στον παράδεισο της παιδικής ηλικίας, αναψηλαφώντας μνήμες, εις αναζήτησιν του χαμένου χρόνου και της χαμένης γλώσσας. Όλα εκεί, όσα ανακαλεί, αφημένα στον καιρό τους, θα ειπωθούν με το προνόμιο μιας γλώσσας ποικίλης και πλούσιας. Γιατί προνόμιο ήταν, κι ας «βγήκε μετά διαταγή, όσοι μιλάνε τη γλώσσα των γονιών τους, ρετσινόλαδο και ρέγγα», όπως διαβάζουμε στην εμβληματική συλλογή διηγημάτων του, «Μουχαρέμ». Όλο εκείνο το τραύμα και η ντροπή από την άσκηση θεσμικής βίας, όλος ο φόβος μετουσιώθηκε άλλωστε σε ποίηση σπαρακτική και πεζογραφία αξιοσημείωτη, μπήκε σε λέξεις, «Με κομμένη γλώσσα».

Ομολογώ, ότι δεν μπορούσα να φανταστώ πως η ανάγνωση βιβλίων ή οι σημειώσεις και οι σκέψεις επί αυτών της συγγραφέως θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας συλλογής πεζογραφημάτων και ότι θα αποδίδονταν με τόση φρεσκάδα, ώστε να διαβάζονται σαν διηγήματα. Πώς δηλαδή καταφέρνει η Αρχοντούλα Διαβάτη να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του δημιουργού, ισορροπώντας το βίωμα με τη μυθοπλασία. Είναι –σκέφτομαι– η γραφή αυτή η συνέχεια εκείνης, της Σχολής της Θεσσαλονίκης, με νήματα αόρατα έτσι δεμένη και με σαγηνευτική συγγένεια προς εκείνην.

.


ΤΖΕΝΗ ΜΑΝΑΚΗ

“Fractal” Μάρτιος 2019

Ήταν ωραία η ζωή

«Η ρόδα του χρόνου γυρνάει πάνω κάτω φέρνοντας αγάπη ανάμεσα σε λύπες, ματαιώσεις και απώλειες».
Με πνευματικό βάθος, υπαινικτική γραφή και διάθεση ανίχνευσης πέραν του ορατού, η Αρχοντούλα Διαβάτη προσεγγίζει την πραγματικότητα, με ματιά ανθρωποκεντρική, κρατώντας πάντα την ουσία, απορρίπτοντας το περιττό ή το ευκόλως εννοούμενο. Τα μικρά κείμενά της παραπέμπουν άλλοτε σε διήγημα και άλλοτε σε χρονογράφημα με μικρές δοκιμιακού τύπου παρεμβολές.
Με διαύγεια, διακριτικότητα, αφηγηματική οικονομία, καταγράφει βιώματα, σκιαγραφεί με νοσταλγία, λεπτό σαρκασμό και υπόρρητη θλίψη ενσταντανέ για τον χρόνο που χάνεται, γράφει για ιστορικά γεγονότα, μέσα από δικές της ή έμμεσα αφηγημένες αναμνήσεις, στο πλαίσιο κυρίως της πόλης που γεννήθηκε και ζει, την Θεσσαλονίκη, μεταβάλλοντας τη μνήμη σε έργο τέχνης. Συρράφει εμπειρίες που συνιστούν κατά βάση προσωπική ιστορία με φανερά ή αφανέρωτα σημάδια μιας ζωής με ένα βιβλίο πάντα στο μυαλό ή στο χέρι και παρόντες φιλοσόφους, συγγραφείς και λογοτεχνικούς ήρωες Πίσω από τις λέξεις της εμφωλεύει μεγάλη γκάμα συναισθηματικών αποχρώσεων. Πολλά από τα κείμενά της θυμίζουν ημερολογιακές σημειώσεις, παντρεύουν το παρόν με το παρελθόν, ενώ άλλα μικρότερα έχουν σαφή ταυτότητα διηγήματος.
«ΚΑΝΕΝΑΣ», η έλλειψη ανθρώπινης ουσιαστικής επαφής, η μοναξιά και η φωνή των άλλων μόνο μέσα από τα καλώδια…
«ΣΕΛΦΙ», Οι φίλοι, οι συμβατικότητες που παρακάμπτονται, μετά το πέρασμα των κοινών διακοπών, που τόσο επιθυμήθηκαν… δύσκολη η συμβίωση.
«Ένας λιγόλογος γίγαντας με μισό χαμόγελο τρυφερότητας κι αμηχανίας», σε ένα αφιέρωμα στον Μάρκο Μέσκο, η απώλεια του οποίου, μεταξύ άλλων, σηματοδοτεί το «Τέλος της μικρής μας πόλης».
Νοσταλγία για τα νιάτα που έφυγαν, τους δρόμους που άλλαξαν όνομα, τις φιλίες της εποχής, τα διαβάσματα συγγραφείς και λογοτεχνικοί ήρωες που μένουν στη μνήμη. «Ήταν ωραία. Δεν υπήρχε η ανία, ούτε ως λέξη». Η χαρά, το γέλιο έχουν αλλάξει. Αγαπάει τα Χριστούγεννα, αυτό δεν έχει αλλάξει.»
Η μητρική αγάπη ενάντια σε κάθε προδοσία, εγκατάλειψη. Προτεραιότητα και πηγή ζωής- ο πιο κοντινός δικός μας άνθρωπος, το παιδί μας!
Στο «Συνθέτοντας τον φυλλοβόλο εαυτό μας», σαν σημειώσεις ημερολογίου, αναγνώσματα και πάλι, συγκινήσεις, συνομιλία πεζογραφήματος με ποίηση και σκέψεις θανάτου.
Ενσταντανέ αποτυπωμένο σε τρίτο πρόσωπο, έρωτας που δεν τον ανάβει η Αποκριά ούτε η θέρμη των στίχων της μουσικής ή του ποτού, στο «Πριν ακόμη σβήσουν τ’ άστρα».
Σαρκαστικό σχόλιο για τη Δημόσια περίθαλψη, για τον πόνο που γίνεται στίγμα στο σώμα «σίκατα – σίκατα», όπως έλεγε στον αστυνόμο -χάριν ευπρέπειας- και η Λιονήδενα στο ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ της Μέλπως Αξιώτη.
«Καλά, καλά, φθάνει που δεν πέσαμε σε μελαγχολία ή το χειρότερο σε ανία». Ο άδειος χρόνος των γιορτών γεμίζει με επαναλαμβανόμενη ρουτίνα κι ωστόσο αν προστεθεί κάτι νέο… Ήταν ωραία, σε μία εκ των υστέρων αναθεώρηση.
Μεγάλη εβδομάδα και διαβάσματα εν μέση δικτατορία, βιβλία που αγόραζα με τα δικά μου πρώτα λεφτά….. Νυγμοί και νύξεις, βελονισμοί στον νεκρό χρόνο και στη νεκρωμένη κοινότητα εκείνου του καιρού…
Ο φύλακας στη σίκαλη, ανάγνωση στα δεκαεννιά χρόνια και μετά η άλλη μετάφραση από την ίδια μεταφράστρια με το νέο ιδιόλεκτο των νέων, κι ωστόσο πιο δόκιμη η λέξη κάλπης με την οποία ταξινομούσε ο Κώλφηλντ τους συστημικούς τους κυνικούς και τους διεφθαρμένους. Νοσταλγία και πάλι.
Με προμετωπίδα στίχο από την προς Κορινθίους, η Κασσάνδρα και ο Λύκος.
Τα φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, η Μαργαρίτα Καραπάνου και ο Χένρυ Τζέημς, στο Στρίψιμο της βίδας, κείμενα συγγενικά. Την καλή λογοτεχνία δεν έχεις να την διηγηθείς. Είναι από μόνη της, «σημαίνει», ένα κατόρθωμα της γλώσσας.
Με χιούμορ, λεπτή ειρωνεία αλλά και τρυφερότητα αναφέρεται στην Βασιλική την ξερόλα – αμόρφωτη δικηγόρο, χωρική, που η ανυπόστατη αυτοπεποίθησή της την έχρησε ”αρχηγό” στη μικρή κοινωνία.
Ένας πίνακας ανοιχτός στη θάλασσα αρκεί να ξεχαστεί κάποιος ότι βρίσκεται σε ιατρείο. Ήταν ωραία η ζωή.
Διακοπές στην Κάλυμνο και μετά πάλι η λογοτεχνία, ο Τζακ Λόντον. Η αξέχαστη μυθοπλασία του, οι κοινωνικές και πολιτικές του θέσεις ενάντια στον καπιταλισμό. Χαιρετισμός στους λογοτεχνικούς ήρωες του. Αχ, ΄Ερνεστ και ΄Αβις, είναι μόνο λογοτεχνία όλα αυτά. Με θαυμασμό και αγάπη Α.Δ.
Στις μικρές ιστορίες η αισιοδοξία παίζει με την απόγνωση. Δεν χωρούν ένδικα μέσα. Όλα έχουν τελειώσει.
Νέα ήθη. Στο λεωφορείο, ένα τώρα αλλιώτικο από το χθες.
Αγάπης αγώνας άγονος Διαβάσματα και πάλι, η ομορφιά του νησιού, οι παλιοί μετανάστες τώρα τουρίστες και αυτοί που γύρισαν «Αφήσαμε τον παράδεισο και ήρθαμε στην κόλαση».
Αγάπη για ποιον. Φιλικές συντροφιές, φιλοσοφικές συζητήσεις, ο Μπρεχτ – Ιστορίες του κ. Κόϊνερ το παραξένισμα, το ξάφνιασμα, με το οποίο πετυχαίνει να αποκαλύψει τελικά το παράλογο και το αφύσικο των καθημερινών καταστάσεων…
η πελαγοδρόμηση στο να δώσουν τον ορισμό της αγάπης.
Κατάσταση πολιορκίας, γύρω στο ‘ 65 και μετά η χούντα, το ξάφνιασμα. Ο πανεπιστημιακός καθηγητής και ο κλητήρας – παραπομπή στον Καλό στρατιώτη Σβέικ.
Χριστουγεννιάτικος εφιάλτης – το χρυσό φλουρί και ο φόβος να μην πάει στους ξένους.
Κύκλοι οι φιλίες, είναι αυτοί τα Χριστούγεννα, και εύχεσαι η ευλογημένη ρουτίνα, που πάει να εδραιωθεί χρόνο τον χρόνο, να επαναληφθεί και φέτος. Απερισκεψία η νεανική μας απέχθεια για την επανάληψη και τους κύκλους της ζωής, που είναι η γιορτή.
Δελτίο ταυτότητος. Ο χρόνος και πάλι, που φεύγει και μαζί αυτό που κάποτε υπήρξε «Εσύ να ξέρεις ποια ήσουνα, και η συνωμοσία του χρόνου να σε δείχνει με το δάχτυλο χαμογελώντας ”τώρα κοίτα”».
Και όμως: Είμαστε ακόμα στη σκηνή – ζωντανοί σαν ροκ συγκρότημα. Παρά τον μεγάλο σεισμό στην πόλη.
Και μετά ο Κρασναχορκάι και η μελαγχολία της αντίστασης. «Παλιά κυλούσε η ζωή σαν έρωτας όταν στεγασμένη στην ανάγνωση ενός βιβλίου έκανε απιστίες στην καθημερινότητα». Και …
Καληνύχτα ντε. Το αισιόδοξο αεράκι της νιότης μέσα από την συναναστροφή με ανθρώπους του πνεύματος. Και στη συνέχεια: Το τρένο της μεγάλης φυγής, η ταινία του Κοντσαλόφσκι, το τελευταίο πράγμα που έκανε με τον πατέρα του ένας φίλος, την ίδια εβδομάδα τον είχε χάσει.
Διαβάζοντας τον Ξένο. Σε δεύτερη ανάγνωση το βιβλίο του Καμύ – μου αρέσει πολύ…. Το παράλογο της ύπαρξης, ο επαναστατημένος άνθρωπος κι εδώ, όπως σε όλα τα βιβλία του Καμύ, απέναντι στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου και στην τρέλα των ανθρώπων, έτοιμων να θυσιάσουν όποιον δεν τους μοιάζει – τον ξένο.
Scrabble με μια φίλη που εξηγεί στρατηγικές ενώ εκείνη δεν ήθελε την ευθύνη της σκέψης πριν από την πράξη. Στην τύχη στέφθηκαν όλα με θετικό πρόσημο.
ΘΕΡΜΗ ΣΙΩΠΗ. Καλοκαίρι πάλι, η Χαλκιδική γεμάτη από βαλκάνιους τουρίστες. Η Σιμόν Βέιλ «μέσα στον άνθρωπο η προσδοκία του καλού, κι αυτό είναι το ΙΕΡΟ». Η αγάπη για την αλήθεια συνοδεύεται από ταπεινότητα.
Σ’ αυτή την σκέψη έρχεται στο νου ο Βάλουσκα του Κρασναχορκάι, στη Μελαγχολία της αντίστασης. Δεν υπάρχει τίποτα δικό μου που να μη μπορώ να το χάσω.
Και ενώ εκείνος αναρριχάται στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, και επιλέγει να της διαβάζει κάποιους από τους διαλόγους του Σεττεμπρίνι και του Νάφτα, μέσα από την διαμάχη των οποίων ο Κάστορπ κατάφερε από ένα μέτριο άτομο να γίνει μία αυτόνομη ανεξάρτητη προσωπικότητα, έρχεται η κακή είδηση του καμένου δάσους και των καμένων ανθρώπων

Η Αρχοντούλα Διαβάτη χρησιμοποιεί κυρίως πρώτο πρόσωπο που καθιστά πιο αυθεντική την αφήγησή της και άλλοτε τρίτο, αποτυπώνοντας στο χαρτί ενσταντανέ της απλής καθημερινότητας, με εμφανή την αναζήτηση του βάθους, δοσμένα με σοφή αφαιρετικότητα και υποδόρια ποιητική διάθεση, με μία γραφή εντελώς προσωπική.

 

.

Όπως η Μπερλίνα

 

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Η ΑΥΓΗ 17/4/2018
Ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της σαν λεύκωμα
Από το 2004 που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, κάνοντας μια μεγάλη παύση -οχτώ χρόνια-, αλλά μετά ανά δύο ή τρία χρόνια η Αρχοντούλα Διαβάτη γράφει, διαβάζει και δημοσιεύει μικρά στοχαστικά πεζά μικρά δοκίμια και διηγήματα που δίνουν αξία και αίσθημα στην καθημερινότητα, στην αυτοπαρατήρηση, στις αναγνώσεις της. Μια γραφή που έχω αγαπήσει πολύ, που διαβάζοντάς την έχω πάντα την αίσθηση ότι γίνομαι καλύτερη αφού με κάνει να αντιλαμβάνομαι τη σημασία των ελαχίστων, τα μικρά «τιποτάκια», τις λεπτομέρειες και τα συμβάντα που εντάσσονται στις συγγραφικές συνθέσεις της. Το βλέμμα και το βίωμα ενός υποψιασμένου ανθρώπου, ενός λόγιου γραφιά που αξίζει να τον παρακολουθείς γιατί αποκαλύπτει με τη γραφή της, την ειλικρίνειά της, την αισθαντικότητα και την ευαισθησία της την αθέατη και ουσιαστική όψη των πραγμάτων.
Είχα συνηθίσει τον τρόπο της Αρχοντούλας, τον σφιχτοδεμένο και πυκνό λόγο της – ειλικρινή, αυθόρμητο, διεισδυτικό, πάντα πρόσφορο για μελλοντικές επαναγνώσεις. Ένα χρονικό της εσωτερικής ζωής μιας γυναίκας της γενιάς μου στην αγαπημένη Θεσσαλονίκη. Περιμένω κάθε καινούργιο βιβλίο κάθε φορά με υψηλές αναγνωστικές προσδοκίες πιο πλούσιο και γεμάτο από εμπειρίες στην ίδια συχνότητα που την θεωρούσα σχεδόν δεδομένη. Ωστόσο, η Αρχοντούλα αποφάσισε να δοκιμάσει και άλλους τρόπους για να εκφράσει «το ίδιο και το άλλο». Με τον ανεξέλεγκτο τρόπο της ποίησης -τον τρόπο (της γραφής) που προσομοιάζει ίσως με το κλάμα ή την ασυδοσία ενός παιδιού- εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Όπως η Μπερλίνα», ανακαλώντας μνήμες μακρινές από το ομαδικό παιχνίδι της παιδικής μας ηλικίας, με τους χαρακτηρισμούς, τον παιχνιώδη τρόπο της διαπόμπευσης, που με τη συγκίνηση και τον σαρκασμό επιχειρεί μια νέα, πιο τολμηρή κατάδυση στο προσωπικό βίωμα, στην καθημερινότητα, στον έρωτα, τη νοσταλγία τη θλίψη.
Χαμηλόφωνα και αισθαντικά, με λιτότητα και τόλμη «ξεφυλλίζει τον εαυτό της σαν λεύκωμα», ξεφυλλίζει τις μνήμες της παιδικής ηλικίας, έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια, το πένθος, την κανονικότητα, τη μοναξιά, την τέχνη της γραφής, την ποιητική και τόσες μικρές λεπτές αποχρώσεις της ατομικότητας, της ύπαρξης, του βάρους της ζωής.
Παρά το ότι ο χώρος της ποίησης έχει τους δικούς τους ρυθμούς, τους δικούς του χρόνους και τα κριτήρια, το δικό του ιδιαίτερο φως, τον έχουν υπηρετήσει άνθρωποι με ιδιαίτερες ευαισθησίες και θα έλεγα πως εκφράζει έναν άλλο τρόπο αντίληψης του κόσμου, έναν άλλο βηματισμό στη ζωή, η ανεπαίσθητη προσχώρηση της Αρχοντούλας Διαβάτη δεν ξενίζει, δεν εκπλήσσει, αλλά ανακουφίζει και αναπαύει. Η αμεσότητα στην έκφραση και την διαπραγμάτευση των θεμάτων που την έχουν απασχολήσει και στο πεζογραφικό της έργο με πιο οξύ και λοξό τρόπο, στο επίπεδο σχεδόν του λυγμού κάποιες φορές, εκτιθέμενη αλλά αυτοσυγκρατούμενη με τέχνη πάντα, δίνει ένα αποτέλεσμα που πλουτίζει και την ποίηση αλλά και δικαιώνει και το πεζογραφικό της έργο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ προς τα βιβλία της:
Γεια σας βιβλία μου, χαίρετε. / Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα, / αφημένα καθώς είστε στο γραφείο / ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών, / στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα, / και με την αφιέρωση, / κύριον… κυρίαν…, με εκτίμηση, / φιλικά, με αγάπη, πολλή αγάπη, / να περιμένετε ντροπαλά με μετριοφροσύνη / -εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με τις άκοπες σελίδες του / στο σπίτι του Καβάφη, / καμία σύγκριση παρόμοια εξάλλου δεν χωρεί.//
Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν, / χωρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες, / ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο: / Η ζωή είναι μπροστά μας εξ άλλου αύριο είναι μια άλλη μέρα, / hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère!

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

FRACTAL 09/05/2018
Ο συγκερασμός του ιδιωτικού και του συλλογικού
στην ποιητική της Αρχοντούλας Διαβάτη
Σύμφωνα με τον Honoré de Balzac[1], όταν ο νεαρός ποιητής Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ εκθέτει αδρομερώς την υπόθεση του παρθενικού του μυθιστορήματος στον εκδότη Ντογκερό, αυτός συναινεί με ευμένεια σε μία πιθανή έκδοση. Μα μόλις ο νέος δημιουργός είχε την ιδέα να του παρουσιάσει και μια ανέκδοτη ποιητική συλλογή ο Ντογκερό ξαφνιάστηκε και απότομα του είπε: «Ώστε είστε ποιητής· δεν το θέλω πια το μυθιστόρημά σας. Οι ριμαδόροι την πατάνε όταν καταπιάνονται με την πρόζα. Στην πρόζα, δεν έχει φιοριτούρες, πρέπει οπωσδήποτε να πεις κάτι». Στην περίπτωσή της Διαβάτη ο Ντογκερό θα έλεγε το αντίθετο… «Μα είστε μία συγγραφέας[2], τι καταπιάνεστε με την ποίηση; Τι σχέση έχει ο πεζός λόγος με τον ποιητικό;»
Κι όμως η Αρχοντούλα Διαβάτη με την πρώτη της συλλογή, «όπως η μπερλίνα» (νησίδες, 2017), πέρασε τις σκοπέλους και με έναν άλλον λόγο, ποιητικό αυτή τη φορά, συνεχίζει τη διαδρομή του ασπρόμαυρου αναζητώντας απαντήσεις στο παλιό, όπως τούτο εμφανίζεται στην ομίχλη των αναμνήσεων. Άλλωστε, μοιάζουν με μαυρόασπρες φωτογραφίες που έπεσαν στα χέρια της και γέννησαν φθόγγους και συναισθήματα, τα βασικά υλικά της ποίησης. Και η ποίηση της Διαβάτη κινείται μεταξύ μνήμης και κοινωνικών παραστάσεων.
Αν επιχειρήσουμε μία περιοδολόγηση της Διαβάτη θα δυσκολευτούμε. Βιολογικά ανήκει βεβαίως στη γενιά του ’70. Μα λογοτεχνικά δεν ανήκει, επειδή άρχισε να γράφει μόλις στη δεύτερη δεκαετία του ΚΑ’ αιώνα. Και ως ύφος και προβληματισμούς δεν έχει καμία σχέση με τους συνομηλίκους της ποιητές. Άλλωστε, κάποιος εντάσσεται σε μια γενιά όχι μόνο βάσει βιολογικής ηλικίας, αλλά και πρώτης εμφάνισης στα γράμματα.
Μία γρήγορη ματιά στην ποιητική της την φέρνει κοντύτερα σε αυτό που ο Ηλίας Κεφάλας αποκάλεσε «ποίηση του ιδιωτικού οράματος», της γενιάς δηλαδή του ’80, παρά το ότι βέβαια -ξαναλέω- δημιουργεί στον ΚΑ’ αιώνα. Χωρίς έντονες κοινωνικές παραστάσεις στην εικαστική της και με χαρακτηριστικά «ποίησης κλειστού χώρου» προσανατολίζεται σε μία ανθρωποκεντρική οπτική με έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις (ο πόλεμος των φίλων, εις εαυτόν, χωρίς τον ξενοδόχο) με ευαισθησία για το διαφορετικό (κανονικότητα). Ακόμα κι όταν ο ποιητικός χώρος είναι εκτός «δωματίου», πάλι παραμένει κλειστοφοβικός (μούσαις χάρισι θύε, αιωνιότητα, αστυφιλία) είτε μέσω άρνησης και αντίθεσης περιορίζεται χωρικά (δεν τη χωράει ο τόπος, ιδρυματισμός).
Είναι όμως αναγκαίο να τονίσουμε ότι η ποιητική της Αρχοντούλας δεν είναι ατομοκεντρική. Με οξύνοια παρακολουθεί από το υποθετικό παράθυρο του κλειστού χώρου την κοινωνία (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δεν τη χωράει ο τόπος, πρωτόλεια). Μολονότι δεν απαντώνται εικόνες κρίσης ή συγκρούσεων κοινωνικών, η ποιήτρια δεν παίρνει το μάτι της από τον κοινωνικό χώρο. Την ίδια, άλλωστε, εστίαση είχαμε δει στο «σκουλαρίκι στη μύτη», όπου η συγγραφέας επιμένει σε μία η διαχείριση του παρελθόντος (και του παρόντος).
Η συλλογή κινείται μεταξύ κοινωνικής και «ιδιωτικής» ποίησης. Οι συνθέσεις της συλλογής ξεκινώντας από την αυτοβιογραφία της ποιήτριας, καταλήγουν στην αυτοβιογραφία του κοινού. Χαρακτηριστικό είναι ότι αποφεύγει τη χρήση του α΄ πληθυντικού γραμματικού προσώπου, ενισχύοντας την ατομική προσέγγιση. Με έναν υβριδισμό μεταξύ συλλογικού κι ατομικού βρίσκεται στην αντίπερα όχθη του «ιδιωτικού οράματος», εκφράζοντας μία διάθεση αποκαρδίωσης για την ακοινωνησία των σύγχρονων ανθρώπων.
Μία οσμή, παράλληλα, λεπτής ειρωνείας αναδύεται από τα επιμύθια, συνδεδεμένη με μία αίσθηση πικρής απογοήτευσης για την αστική ζωή –κι όχι μόνο. Ενώ η τεχνολογική ανάπτυξη έχει μπει σχεδόν σε κάθε σπίτι και η ηλεκτρονική πρόοδος είναι ραγδαία, οι άνθρωποι απομονώνονται όλο και περισσότερο, η πόλη γίνεται όλο και πιο εχθρική προς τη φύση του ανθρώπου.
Σε αυτόν τον κλειστό χώρο δε μας προξενεί, λοιπόν, εντύπωση το γεγονός ότι η νύχτα –καταγεγραμμένη (δεν τη χωράει ο τόπος, ώρες, δύσκολες νύχτες, ξένος) ή συνυποδηλωτικά δοσμένη– είναι διαρκής (ερωτική νύχτα, το ταξίδι, το τέλος του παιχνιδιού).
Το ζήτημα της ηλικίας μπαίνει συχνά με μία νοσταλγική πνοή συνδυασμένο με τη μνήμη (ξένος, μπερλίνα, το τέλος του παιχνιδιού, καρουζέλ, ποιητική), όπως και ο φόβος του θανάτου (το ταξίδι), ενώ ο έρωτας στην ποιητική της διατηρεί μία νοσταλγική διάθεση (αιωνιότητα, λύπη, μούσαις χαρίσι θύε, ιδρυματισμός). Αγαπημένα πρόσωπα που χάθηκαν εμφανίζονται συχνά σε συνθέσεις της συλλογής (φιλόλογος, μπερλίνα, αι συνέπειαι της παλιάς ιστορίας, απουσία). Παράλληλα, δε, εισέρχονται και προβληματισμοί για την ίδια την ποιητική τέχνη και τα βιβλία (13 14 28 29 39 33).
Αν δούμε τα υλικά της ποιητικής της Αρχοντούλας Διαβάτη, θα παρατηρήσουμε ότι κινείται στον άξονα της λιτής προφορικότητας. Λίγα στολίδια ενίοτε σπάνε τη μονοτονία του εντελώς απέριττου. Κάποιες λίγες παρομοιώσεις, λίγες μεταφορές και διάσπαρτες λυρικές εικόνες φωτός ή φύσης εμποτίζουν το σκοτεινό ποιητικό της κάδρο. Έτσι όταν εντοπίζεται φως, το καναβάτσο διαχέει δόσεις αισιοδοξίας (ποιητική, παρών, Μάρτης τρελομάρτης). Η κύρια βέβαια εικονοποιία σταθερά είναι σε έναν κλειστό χώρο -συχνότατα σκοτεινό συνειρμικά- που γεμίζει με πρόσωπα σκυμμένα σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή ένα κινητό τηλέφωνο ή έναν χώρο που γεμίζει με μνήμες αγαπημένων και αναμνήσεις εποχών αθωότητας και παιδικότητας.
Κύριο συστατικό της έκφρασής της είναι το ουσιαστικό και το ρήμα. Η συχνή ύπαρξη δευτερευουσών προτάσεων επιμηκύνει τον ποιητικό λόγο γεννώντας επαυξημένες προτάσεις μέσα στον θρυμματισμένο στίχο. Και τούτο ενισχύει την αίσθηση της αγωνίας και «απλώνει» τον χρόνο της ανάμνησης. Το ίδιο και το ασύνδετο σχήμα που συχνά υιοθετεί η δημιουργός (εις εαυτόν, μπερλίνα, κανονικότητα, ξένος, Πάσχα ελληνικό κανονικά) ή άλλοτε ονοματικά σύνολα θρυμματίζουν τη μνήμη σε σπαράγματα.
Η προφορικότητα της εκφραστικής της διαχέει μία ανεπιτήδευτη –φαινομενικά– απλότητα. Οι πλήρεις προτάσεις ισορροπούν με τον διασπασμένο στίχο ορίζοντας έναν εσωτερικό ρυθμό που θεμελιώνεται στα επιμέρους συντακτικά σύνολα. Η αφηγηματική ροή κινείται με φυσικότητα, αποκαλύπτοντας τις πτυχές του συλλογικού κι ατομικού βίου που κάνουν την ποιήτρια να αγωνιά για το μέλλον της κοινωνίας.
Και αξίζει να σημειώσουμε ότι δεν είναι λίγες οι ποιητικές αναφορές της Διαβάτη στην ηλεκτρονική τεχνολογία. Και αυτό αφήνει ένα ενδιαφέρον στίγμα στον ποιητικό χάρτη, επειδή η σύγχρονη η ποίηση δε φάνηκε να αγκαλιάζει τα τεχνολογικά επιτεύγματα. Μολονότι ενίοτε τα πλησιάζει, σπάνια βλέπουμε καταγραφές σε ποιήματα. Βέβαια όπως η περίπτωση της Αρχοντούλας, όταν το έχουμε, διατηρεί μία διάσταση σαρκασμού και κοινωνικής κριτικής που εκθέτει μία κοινωνική αγωνία (έργα και ημέρες, αύριο, κόλλημα, όνειρο). Για παράδειγμα, η λέξη «κινητό (τηλέφωνο)» δεν απαντάται σε συλλογές, όπως επίσης ο ομιλών δεν έχει δει σε πολλές συλλογές τις λέξεις «facebook» ή «twitter«. Και σε τούτη την έκφραση κοινωνικής αγωνίας παρωδεί ακόμη και παραμύθια (Πάσχα ελληνικό κανονικά, δημιουργικότητα ή ο Η/Υ ξέρει).
Ένα αίσθημα απομόνωσης των ανθρώπων διαποτίζει τη στιχουργική της. Είναι η αστική μοναχικότητα –ακόμα κι όταν ο χώρος είναι κατάμεστος ανθρώπων– των απομονωμένων ανθρώπων μέσα στον αλλοτριωμένο αστικό χώρο που κατακερματίζεται από τη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών. Η δημιουργός ασφυκτιά στο άστυ. Την πληγώνει ο απομονωτισμός των κατοίκων και βλέπει τη φύση σαν εξωτικό στοιχείο. Η δε απουσία φυσιολατρικών εικόνων συνδέεται με την αστική στειρότητα ως Άλλο –κατά Jeffrey Alexander– «πολιτισμικό τραύμα».
Επιλογικά, η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη αφήνει καλές εντυπώσεις. Με οδηγό το ατομικό βίωμα η ποιητική της αναζητά διέξοδο στον κοινωνικό χώρο προτείνοντας την εγκατάλειψη της αστικής και της ηλεκτρονικής απομόνωσης. Με οδηγό την καθημερινή γλώσσα και σε ένα αφηγηματικό ύφος η ποιήτρια ταξιδεύει τον ακροατή/αναγνώστη στις στοχαστικές διαδρομές της ποιητικής της αναζήτησης.

.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΡΕΑΡ 07/05/2018
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ;
Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα Διαβάτη. Πού πάει να πει αληθινά, με χιούμορ και με αυτογνωσία. Που πάει να πει ειλικρινής κατάθεση ψυχής. Που πάει να πει ποιήματα απλά, συγκινητικά, χωρίς μεγάλους κραδασμούς, χωρίς υψιπετείς και μελοδραματικούς τόνους, χωρίς εξάρσεις και φαμφάρες. Με τον τρόπο των διηγημάτων και των αφηγημάτων της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη. Που αποπειράται εδώ να χειριστεί τον ποιητικό λόγο. Κρατώντας τις αρετές του πεζογραφικού. Ευκρίνεια, δομή, σύλληψη, ανθρώπινες καθημερινές ιστορίες, νοσταλγία, ομορφιά. Κινηματογραφικές σεκάνς που εναλλάσσονται. Μία εξομολόγηση προσωπική που γίνεται καθολική καθώς οι εικόνες της ποιήτριας, οι φέτες δικής της ζωής που μας παραχωρεί με γενναιοψυχία γίνονται και δική μας ζωή, αφού τελικά όλες οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν απελπιστικά μεταξύ τους.
Ταυτόχρονα όμως με τις πεζογραφικές αρετές, διακρίνουμε και τις ποιητικές. Ρυθμός που αρχίζει από το πρώτο ποίημα και τελειώνει στο τελευταίο. Εσωτερική ενότητα ανάμεσα στα ποιήματα που αφηγούνται τελικά μία και μόνο ιστορία, την ανθρώπινη ζωή με το πάθος, τον πόθο, την αρρώστια, την φθοροποιά καθημερινότητα, την γραφή, τις σχέσεις μας με τους άλλους, την σχέση με τον εαυτό, τον φόβο του θανάτου. Ανάμεσα στα πεζογραφικά στοιχεία των ποιημάτων της Αρχοντούλας παρεμβάλλονται και εικόνες μεγάλης ποιητικής δύναμης: όπως
Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα/στις κουρτίνες/στάζοντας ανάλγητη
Στις απέραντες ερήμους του απογεύματος/
Καθώς πλέανε ανώνυμοι στον ύπνο
Τι είναι όμως η Μπερλίνα; Η ίδια η συγγραφέας με αστερίσκο στο ομώνυμο ποίημα μας παραπέμπει σε ένα παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι. Στόχος του ήταν να μεγαλοποιήσει κάποια χαρακτηριστικά του παίκτη για να γελάσουν όλοι. Ένα παιδί επιλέγεται με κλήρο να είναι η Μπερλίνα και αυτό θα κάτσει στο κέντρο του κύκλου. Ένα άλλο παιδί θα είναι ο ταχυδρόμος. Τα υπόλοιπα παιδιά λεν στο αυτί του ταχυδρόμου ένα χαρακτηριστικό του χαρακτήρα ή της εμφάνισης της Μπερλίνας. Ο ταχυδρόμος πρέπει να της το μεταφέρει, χωρίς να της φανερώσει το όνομα του παιδιού που το είπε και η Μπερλίνα πρέπει να καταλάβει ποιο είναι το παιδί. Η στιχομυθία μεταξύ τους είναι η εξής:
Ταχυδρόμος: Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα.
Μπερλίνα: Τι άκουσες; Πες μου.
Ο 1ος μου είπε…., ο 2ος μου είπε… , ο 3ος μου είπε…, Ποιος είναι ποιος; Μάντεψε!». Στην διάρκεια του παιχνιδιού όλα τα παιδιά εναλλάξ θα περάσουν από την θέση της Μπερλίνας και θα ακούσουν τι έχουν να πουν τα άλλα παιδιά και γι αυτά τα ίδια. Ένα παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που, στην παραδοσιακή κοινότητα, έδενε την ομάδα και ισχυροποιούσε τους δεσμούς της, χωρίς να προσβάλλει.
Άλλωστε μια από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Ένα σοφό παιχνίδι όπως τα περισσότερα παιδικά παιχνίδια, σκληρό και αληθινό που θυμίζει μορφές σύγχρονων ψυχοθεραπευτικών ομάδων, όπου ο καθένας καλείται να εκφράσει τα αληθινά του αισθήματα προς τον άλλο. Ένα παιχνίδι όπου κάτω από το γέλιο και τα πειράγματα υπάρχει μεταμφιεσμένη η αλήθεια. Ένα παιχνίδι κοινωνικής κριτικής. Ένα δημόσιο παιχνίδι που συμβαίνει σε μία αγορά. Όπου η Μπερλίνα εκτίθεται στην γνώμη των υπολοίπων, όπου καλείται να φανταστεί και να μαντέψει και να αποτιμήσει. Όμως η δημόσια έκθεση, το κόφτω και μπολιάζω, η μαντική, η φαντασία, η απομόνωση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, η μεγιστοποίησή τους, η μεγέθυνση που θα προκαλέσει γέλιο αλλά και πόνο, η αλληλεπίδραση με τους άλλους, η αλήθεια, πόσο πραγματικά όλα αυτά τα στοιχεία μοιάζουν με την γραφή της Αρχοντούλας Διαβάτη; Ένα παιχνίδι Μπερλίνα είναι και όλη η γραφή. Εξομολόγησης και αλληλεπίδρασης, επινόησης και μπολιάσματος του προσωπικού βιώματος στο καθολικό. Η ποιήτρια και οι φίλες της, φανταστικοί και αληθινοί χαρακτήρες που στροβιλίζονται σε έναν κύκλο, η συγγραφέας με τους αναγνώστες της, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, όλοι εναλλάσσονται σε ένα παιχνίδι αλήθειας και ψέματος, γέλιου και πόνου, όπου κάποτε στην θέση της Μπερλίνας είναι ο ίδιος ο θάνατος, η απουσία και η απώλεια. Από το ομώνυμο ποίημα Μπερλίνα διαβάζω:
Πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά για σένα/Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία …και πιο κάτω: χωρίς αναγγελία/ο θάνατος της μιας τους φίλης/και πάλι τα συμβάντα μετά:/ένα αφήγημα χωρίς εξάρσεις./Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά/για τους γονείς στα τελευταία τους/για τα παιδιά και για τα εγγόνια/μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας/κανονικά σαν λεύκωμα
Μέσα στην ποιητική αυτή συλλογή όπως και σε όλο το πεζογραφικό της έργο η Διαβάτη αποτυπώνει σπαράγματα από μία ξεχασμένη παιδική ηλικία με τα παραδοσιακά της παιχνίδια, με το κρυφτό ή το κυνηγητό, με κάλαντα και καλούδια, με γεύσεις και αρώματα και μνήμες ξεχασμένες που αναβιώνουν. Υπάρχουν οι σκιές των γονέων, υπάρχει ένα λούνα παρκ, υπάρχει αγάπη. Διάχυτη, έκδηλη, σε διαφορετικές μορφές. Υπάρχουν οι φίλες, που στιγμιαία γίνονται καθρέφτης και γεφυρώνουν την μοναξιά. Στιγμιαία όμως η εγκαρδιότητα του εμείς. Πικρή μοίρα της ανθρώπινης φύσης η μοναξιά σύμφωνα με την ποιήτρια.
Στην ποιητική συλλογή αυτή θα επισκεφτούμε ακόμα το παλιο παντοπωλείο του Καχριμάνη, ή το μαγαζί του Δημήτρη του Μπέρδε. Εκεί υπάρχει ακόμα εν εξελίξει μία συνάντηση από το παρελθόν η καλύτερα με το ίδιο το παρελθόν που εκκρεμεί. Υπάρχει όμως και κάτι, αυτό το ασχημάτιστο, αδιαμόρφωτο, ανερμήνευτο κάτι, πνοή ανοιξιάτικου αέρα, η ζωή που δεν ζήσαμε, το παρελθόν που δεν
ΚΛΑΜΑ/Σαν κάπου να’χω ξεχασμένο/Κάτι δικό μου/Που με καλεί/Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα/Ποίημα, παιδί, αγάπη
όμως και το παρόν που ’ναι:
Αντηλιά, παιδικές φωνές και ήλιος που χρυσίζει/βάζουν σε κάδρο το απόλυτο μυστήριο του παρόντος. Θέλεις να φωνάξεις «Παρών»/και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο (Από το ποίημα «Παρών»)
Αυτή η γοητευτική αντίθεση της κατάφασης αυτής της ζωής με την νοσταλγία κάποιας άλλης, μίας διαφορετικής εκδοχής που φαντάζει ίσως πληρέστερη, συγχωνεύονται στα ποιήματα της Διαβάτη και θα έλεγα ότι αποτελούν και την κινητήρια δύναμη της γραφής της.
Ο έρωτας στην συλλογή αυτή είναι αθόρυβος, υπόκωφος, διαδραματίζεται σε έρημα απογεύματα, σε σιδερένια κρεβάτια, φοράει εσώρουχα μακριές σκιές μέχρι τα γόνατα, πλέει μέσα σε ύπνους, κατοικεί αλλού. Είναι κομμάτι μιας άλλης ζωής, ενός άλλου παιχνιδιού Μπερλίνας, όπου όλοι ήμασταν νεώτεροι, πιο αθώοι, πιο έτοιμοι, πιο ανοιχτοί.
Τώρα υπάρχει πια και ένας ξενοδόχος. Που τελειώνει, που ορίζει, που μας απομονώνει. Που παίρνει τους ανθρώπους μακριά.
Τι θα ψιθυρίσει τώρα πια ο ταχυδρόμος στο αυτί της Μπερλίνας;
Ότι αυτό είναι τελικά το παιχνίδι. Και καιρός να αντέξουμε να το παίξουμε. Μέσα από τη γραφή. Μέσα από την ποιητική συλλογή της Αρχοντούλας Διαβάτη.
Όπως η Μπερλίνα. Όπως η Αρχοντούλα.

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

DIASTIXO 12/6/2018
Από το εξώφυλλο, η Αρχοντούλα Διαβάτη μάς προσκαλεί να παρακολουθήσουμε το μετέωρο βήμα της γραφής ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Στο εσώφυλλο το βιβλίο αποκαλείται «ποιήματα». Το εξώφυλλο, πολύσημο, με τίτλο Όπως η μπερλίνα, με τέλειο τροχαϊκό μέτρο, μας παραπέμπει σε παιδικό παιχνίδι, ενώ η ζωγραφιά απεικονίζει κοριτσίστικη φιγούρα, με μάτια καλυμμένα, με μάτια που δεν βλέπουν, έστω και για λίγο, την πεζή καθημερινότητα. Η ποιήτρια παίζει μαζί μας κρυφτό, παραμένει μικρό παιδί, όπως όλοι οι γνήσιοι ποιητές. Ένα παιδικό παιχνίδι η ποίηση, βιώνεται, γράφεται και, κατά κάποιον τρόπο, διαβάζεται με κλειστά μάτια: με το βλέμμα στραμμένο στον ενδότερο εαυτό. Η πεζογράφος συλλέγει εμπειρίες και η ποιήτρια τους δίνει ρυθμό και εικόνα, για να κατακτήσει τον κρυφό ψυχικό κόσμο των αναγνωστών της.
Όντως, η ποιητική συλλογή της σπουδαίας πεζογράφου χτίζεται πάνω σε πεζογραφικά στοιχεία που αλλάζουν λογοτεχνικό είδος, ενώ αρνούνται να προδώσουν το είδος τους: περιγράφουν διαρκώς και αφηγούνται, κρατούν αναλλοίωτη την ταυτότητά τους, περήφανα για την προέλευσή τους.
Διαβάζω το ποιητικό βιβλίο της Αρχοντούλας και θυμάμαι άθελά μου ένα παιχνίδι που έβαλα μια φοιτήτρια να παίξει με την ποίηση πριν από μερικές δεκαετίες. Καθόταν πάντα στην πρώτη σειρά, άκουγε προσεχτικά, αλλά δεν είχε πει ποτέ καμιά λέξη, να μου ζητήσει να εξηγήσω κάτι, να εκφράσει μια απορία. Μια μέρα τη ρώτησα, χαριτολογώντας, αν είχε δώσει όρκο σιωπής. Η απάντησή της άφησε άναυδη ολόκληρη την τάξη: «Λατρεύω το μάθημα, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτε». Συνειδητοποίησα ότι δεν καταλάβαινε την ποίηση γενικά και ότι περίμενε από εμένα να την ερμηνεύσω, αντί να τους κάνω να τη βλέπουν με τα δικά τους μάτια, κλειστά και ανοιχτά –όπως ακριβώς υπονοεί η Αρχοντούλα, αν τη διαβάζω σωστά–, και όχι με τα δικά μου.
Ζήτησα τότε από τους φοιτητές να ετοιμάσουν το επόμενο μάθημα οι ίδιοι, να διαλέξει ο καθένας το ποίημα που του αρέσει από τη συλλογή που χρησιμοποιούσαμε και να βρει στο ποίημα την αγαπημένη του λέξη, στη συνέχεια μια λέξη που ταιριάζει με την πρώτη, μία που αγκαλιάζει τις δύο πρώτες, μια άλλη που κάνει πόλεμο μαζί τους, ή οτιδήποτε σκεφτούν. Στο επόμενο μάθημα οι φοιτητές ξαναέγραφαν, με απίστευτη ικανότητα για δημιουργία, το ποίημα που είχαν επιλέξει. Μιλούσαν όλοι μαζί. Στο πανδαιμόνιο πρωτοστατούσε η σιωπηλή φοιτήτρια. Και τότε τους εξήγησα ότι o γνωστός ορισμός (του Mallarmé) «η ποίηση είναι λέξεις» δεν υπονοεί λέξεις χωρίς νοήματα, λέξεις χωρίς συναισθήματα, λέξεις που δεν προκαλούν, δεν μεταμορφώνουν τον αναγνώστη.
Αυτή ακριβώς την αίσθηση μου έδωσε η ποίηση της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη, ποίηση που είχα ήδη διαβάσει, καθώς δημοσιεύει αδιαλείπτως στο περιοδικό Θευθ. Γράφει ποίηση αφηγηματική, λιτή, πυκνή, άμεση, με έντονο κοινωνικό προβληματισμό που ανατρέπει την υπαρξιακή αγωνία, με λέξεις που σε αγκαλιάζουν, σε ταρακουνούν, σε προκαλούν να γίνεις δημιουργικός αναγνώστης. Με άλλα λόγια, η ποίησή της δεν περιγράφει απλώς· δρα, κινητοποιεί, εμπνέει όσους ανοιγοκλείνουν τα μάτια, καθώς διαβάζουν την ποιητική συλλογή της.
Έκλεισα λοιπόν το βιβλίο και άρχισα να παίζω τη δική μου μπερλίνα, για να ανακαλύψω ακόμη μια φορά ότι, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, η προσεχτική ανάγνωση οδηγεί στην ανακάλυψη της οπτικής γωνίας του ποιητή, φτάνει ο καθένας μας να το κατορθώσει μόνος του, με την παιδεία που έχει συσσωρεύσει. Έμεινα για λίγο αντιμέτωπη με το εξώφυλλο. Λέξη που επιλέγω ή, μάλλον, με επιλέγει: «μπερλίνα», επομένως παιδικό παιχνίδι. Γιατί όμως «όπως»; Τι συγκρίνεται με το συγκεκριμένο παιχνίδι; Η ζωή μας, η ποίηση; Όπως το παιχνίδι της ζωής και της τέχνης; Μήπως όπως το παιχνίδι του Σύμπαντος, που παίζεται για χάρη μας και εις βάρος μας; Στο ποίημα «Κανονικότητα» –μια έννοια που επανέρχεται στο βιβλίο, στο παράδειγμα που ακολουθεί συνυφασμένη με το παιχνίδι–, το ποιητικό υποκείμενο γράφει:
Και η ζωή τι είναι:
Βρέχει και βρέχομαι, χαμογελώ, χορεύω στη βροχή.
Τρέχω με τα πατίνια μου στην παραλία
ή αγοράζω παγωτό (σ. 25).
Στη συνέχεια κοιτάω την εικόνα, τη φιγούρα του κοριτσιού με τα μάτια καλυμμένα. Μάλλον αναπαριστά την ποιήτρια να παίζει μαζί μας κρυφτό. Τώρα όμως όλα ανατρέπονται. Κλείνω τα μάτια μπροστά σε ποιο πράγμα; Λέξη που επαναλαμβάνεται στη συλλογή και αλλάζει νοήματα, όπως οφείλουν να κάνουν οι λέξεις σε ποιητικό βιβλίο, είναι το αρχέτυπο «καθρέφτης». Ωστόσο, αν η ποιήτρια καλύπτει τα μάτια για να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της αλλά με τα μάτια της ψυχής της, ή ίσως και με τα μάτια κάποιου ιδεατού αναγνώστη. Χρησιμοποιεί τα βάθη της ψυχής της και μαζί τον περίγυρό της, για να γράψει ποίηση και να αναδημιουργήσει τον κόσμο της και τον κόσμο γενικότερα.
Τι συμβαίνει όμως όταν βγάζουμε τη μάσκα και οι ρόλοι ανατρέπονται, καθώς αφήνουμε τον κόσμο να καθρεφτίζεται στα μάτια μας; Στο πρώτο ποίημα της συλλογής υπάρχει μια πρόσκληση να περάσουμε απέναντι, στην Καμάρα, αλλά σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι απέναντι βρισκόμαστε εμείς· δεν πρόκειται για πέρασμα σε άλλη όχθη, αλλά σε ένα τοπίο από τη δική μας πλευρά. Μήπως όταν βλέπουμε τον κόσμο στον καθρέφτη μας, τον φέρνουμε κοντά μας, δεν τον απομακρύνουμε; Μήπως η λέξη «απέναντι» αναφέρεται σε μια κρυμμένη δική μας όχθη;
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος
Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε (σ. 7).
Ο υπολογιστής, η γραφή, το ποίημα, όπως ο καθρέφτης, μας οδηγούν σε μια νέα θέαση του εγώ και του κόσμου. Αρκεί να πάρει το ποιητικό εγώ τη θέση του συντρόφου της στο κρεβάτι, για να δει τον κόσμο με τα δικά του μάτια:
Ξαπλώνω στη δική σου πλευρά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος (σ. 11).
Και σε λίγο η εμπειρία εμπλουτίζει τις δημιουργικές της δυνάμεις:
γυρίζω στο κρεβάτι μου
τον εαυτό μου ξανά να επινοήσω (σ. 12).
Το κρεβάτι δεν είναι το μόνο σύμβολο που παραπέμπει στη γνώση και την αυτογνωσία, όπως στην Παλαιά Διαθήκη. Οποιοσδήποτε χώρος που ενώνει το εγώ με το εσύ θυμίζει ότι ο έρωτας είναι εφήμερος όσο και η ζωή. Στο ποίημα «Καρουζέλ», το σφιχτό αγκάλιασμα προετοιμάζει για τον Αχέροντα που μας χωρίζει:
Στο λούνα παρκ της αγάπης μας
Με κρατάς σφιχτά απ’ τη μέση
Στα συγκρουόμενα εγώ
Αστείες γκριμάτσες κάνοντας
Με φουσκωμένα μάγουλα – σοβαρή
Στους καθρέφτες εσύ
Λεζάντες βάζεις
Στις μέρες που έρχονται:
Έρωτας
Πολύς έρωτας
Τελειώσαμε.
Περνάμε τώρα απέναντι
Στον κήπο με τα φαντάσματα (σ. 35).
Ένα κέρμα που βρίσκει η ποιήτρια στο κρεβάτι της φέρνει στη σκέψη της τον γνωστό βαρκάρη, αλλά δεν σκέφτεται τον θάνατο. Ελπίζει ότι, καθώς δεν χρησιμοποιήθηκε ο οβολός, θα ξεγελάσει τον Χάρωνα, θα ακυρωθεί το ταξίδι (σ. 15). Προς το παρόν, τουλάχιστον, καθώς το αύριο πάντα καραδοκεί:
η ψυχή μου
απρόσμενα
Αύριο κάνει πανιά (σ. 16).
Η ποιήτρια ψάχνει διέξοδο στη γραφή, αλλά οι νέες τεχνολογίες δεν βοηθούν. Στο ποίημα «Κόλλημα» (σ. 24) θέλει να γράψει «πονάω, αγαπάω, κλαίω», αλλά ο υπολογιστής, όχι απλώς έχει κολλήσει, επεμβαίνει, διορθώνει, μπερδεύει τους φθόγγους με τα γράμματα και γράφει αυτόματα τα ρήματα με όμικρον, χτίζει μια φυλακή για την ποιήτρια, στρογγυλή όπως η γη, όπως το Σύμπαν, για να της δώσει χώρο να κρυφτεί. Και το επίθετο «μάταιο» που ακολουθεί τρεις φορές, γραμμένο σωστά, ενώ θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει τα όμικρον, τονίζει τρεις φορές τον κύκλο και επιβεβαιώνει τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας για ελευθερία. Το ποίημα κλείνει με τον στίχο «Τι να με συμβουλέψει άγλωσσο ένα μηχάνημα…» και ανάγει τη γλώσσα και την ελεύθερη έκφραση σε μόνη οδό προς την ελευθερία.
Αναζητεί τη λύση στην αιωνιότητα, στην οποία αποβλέπει ένα ποίημα ή ένα έντυπο βιβλίο, για να ανακαλύψει ότι, από την πλευρά της γραφής, το ποίημα είναι το «κενό ανάμεσα/ στην αστραπή και στη βροντή» (σ. 22), άρα είναι πολύ κοντά στο εφήμερο, ενώ, από την πλευρά της ανάγνωσης, τα βιβλία που χαρίζουμε είναι συχνά ανεπίδοτες επιστολές, σαν να είναι νεκρά, σαν να αναπαύονται στην άλλη όχθη:
Γεια σας, βιβλία μου, χαίρετε.
Θέλησα να σας χαιρετήσω σήμερα,
αφημένα καθώς είστε στο γραφείο
ή στη βιβλιοθήκη των φίλων και γνωστών,
στον κίτρινο φάκελό σας ακόμα […]
να περιμένετε ντροπαλά, με μετριοφροσύνη
– εδώ ο Καρυωτάκης περίμενε χρόνια με άκοπες τις σελίδες του στο σπίτι του Καβάφη,
καμία σύγκριση παρόμοια εξ άλλου δεν χωρεί (σ. 13).
Αυτή η μετριοφροσύνη που διαβάζουμε ρητά μέσα στα ποιήματά της είναι η γοητεία της ποιητικής γραφής της. Γράφει ποίηση όπως αφηγείται, όπως επικοινωνεί, όπως μιλά για τα πιο σημαντικά κομμάτια της καθημερινότητάς μας, ανάγοντάς τη σε ποιητικό λόγο, με αναμνήσεις, μελωδία και ρυθμό.
Διάβασα το καινούργιο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη με τα δικά μου μάτια, με την ελπίδα ότι θα το διαβάσετε κι εσείς προσεχτικά και θα παίξετε μαζί του κρυφτό, για να βρείτε τον θησαυρό που έχει κρύψει για τον καθένα μας.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

BOOKPRESS 3/6/2018
Τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της καταξιωμένης πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βιωματικά. Η αυτοαναφορικότητα, εξάλλου, αποτελεί ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της μέχρι τώρα πεζογραφίας της. Πίσω από το ποιητικό εγώ αχνοφαίνονται αυτοβιογραφικά σπαράγματα και ένα βιωματικό ίζημα της ποιήτριας και πεζογράφου. Στο πεδίο της γραφής, το υποκείμενο γίνεται ταυτόχρονα και αντικείμενο παρατήρησης, σχολιασμού και ενός ισολογισμού της ζωής με κέρδη και επώδυνες διαψεύσεις. Κάτω από την αφήγηση διακρίνεται η ποιήτρια παρά την όποια διστακτικότητα, την ευγένεια και τα ποικίλα μέσα που μετέρχεται.
Ένα δείγμα γραφής βλέπουμε ενδεικτικά στο ποίημα «Πρωτόλεια»:
Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της / Την εμποδίζανε / Μα τα γυαλιά της λείπανε…
Stop
«ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ», έτσι θα το κάνουμε!
Η «Μπερλίνα» είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι που εξασκεί τα παιδιά στην τέχνη του γνήσιου κουτσομπολιού, της κουβέντας δηλαδή που με πειράγματα και αστεία καλλιεργεί τη φαντασία τους και «δένει» την παρέα. Άλλωστε μία από τις επικρατέστερες ετυμολογικές ερμηνείες για το κουτσομπολιό είναι ότι προέρχεται από το «κόφτω» και «μπολιάζω». Το παιχνίδι παίζεται με τουλάχιστον τέσσερις παίκτες. Ένα παιδί είναι η Μπερλίνα και κάθεται στο κέντρο με δεμένα τα μάτια. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω της. Ένα από αυτά είναι ο αγγελιαφόρος. Πηγαίνει από παιδί σε παιδί και κάθε ένα του λέει κρυφά στο αυτί κάτι για την Μπερλίνα – κάτι καλό ή κάτι κακό. Αφού ακούσει όλα τα παιδιά στον κύκλο, ο αγγελιαφόρος λέει δυνατά στη Μπερλίνα τα μυστικά που άκουσε από τα άλλα παιδιά, χωρίς να αποκαλύπτει ποιος είπε τι. Η Μπερλίνα πρέπει να βρει ποιος είπε τι για εκείνη για να κερδίσει.
Έτοιμοι;
Μπερλίνα πέρασα από την αγορά και έμαθα πολλά καλά και κακά για σένα
Ο 1ος μου είπε: Κάθε άνθρωπος, ένας μικρός κόσμος. Κινείσαι μέσα στον χρόνο, δένεις το παρελθόν με το παρόν. Σε ένα ανοιγόκλεισμα ματιών ξεπερνάς τη χρονική αλληλουχία μιας ζωής, στριμώχνεις ένα απόγευμα πριν χρόνια που δεν θα ξεχάσεις ποτέ, ένα απόγευμα που καλείσαι να διαχειριστείς. «Γεύεσαι στιγμές διάρκειας», όπως πολύ όμορφα λέει η Νίκη Γωγοπούλου στην «Ευτοπία» [1]. Λείπετε από τον κόσμο κι από το απόγευμα αυτό. / Ο πατέρας, / αντιγράφοντας φορτωτικές στο τραπέζι της κουζίνας. Η μητέρα πλένοντας / τα πιάτα και σωπαίνοντας. / Κι εσύ, με το περιοδικό σου καινουργιοαγορασμένο / στο χέρι, / υπογραμμίζοντας / λόγια και εικόνες, συμπεριφορές – όχι, δεν μου το δανείζεις, / πρώτη εσύ θα το διαβάσεις, εντάξει.
Ο 2ος μου είπε: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε έξαρση. Τότε: στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ / φιγούρα στην Καμάρα / μαγική, / αντίκρυ της. / Μες στα μάτια σου / γλυκά καστανά / καθρεφτίστηκε ο κόσμος. Τώρα: Οι παλμοί, ο ρυθμός αναπνοής και η θερμοκρασία σε καταστολή. Ο έρωτας μια νοσταλγία περισσότερο / που γνέφει / απ’ τις ρωγμές / στις φωτογραφίες τους / και στις μουσικές / στα ανύποπτα λόγια των άλλων / στο δρόμο / ή στο σινεμά. Τότε και τώρα: Κλείνω τα μάτια / Για να σε δω / Τέτοιος που ήσουνα / Βράχος πουλί καράβι / Και πάλι εδώ / Τότε και τώρα / Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου / Μικρό / Που δεν παλιώνει.
Ο 3ος μου είπε: Τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Υπάρχουν φορές που δεν τα ξεχωρίζεις. Είναι ο ορατός κόσμος απατηλές εικόνες των αισθήσεων, στην σπηλιά του Πλάτωνα σκιές, αναρωτιέσαι. Καταδύεσαι στα όνειρα, απόνερα του ύπνου. Όνειρα παιδιά με μαυρισμένα γόνατα / έτρεξαν να κρυφτούν. Αδύνατον να τα φωνάξεις πίσω, / Αδύνατον να μάθεις κάτι απ’ αυτά. Και τα ποιήματασαν τα όνειρα, παιδιά, Παιδιά της νύχτας. / Όλο το βράδυ / πριονίζουν τον κορμό της γης / κάτω από τα πόδια της.
Ο 4ος μου είπε: «Παιδί του βιβλίου και εγγόνι της γραφής», όπως λέει ο Γάλλος ακαδημαϊκός Μισέλ Σερ στην «Κοντορεβιθούλα» [2], ανοίγεις τον υπολογιστή σου, έναν εγκέφαλο ο οποίος αντικαθιστά τους δικούς σου νευρώνες, τις δικές σου συνάψεις με giga ηλεκτρονικής μνήμης και ασύρματων καλωδιακών ιστών που κροταλίζουν κάθε λεπτό, δευτερόλεπτο, κλάσμα δευτερολέπτου. Όταν το βράδυ –περασμένα μεσάνυχτα– / έπεσε νυσταγμένη μπρος στο κομπιούτερ / σκέφτηκε πως / ούτε το ηλιοβασίλεμα είχε δει / ούτε στους φίλους της είχε μιλήσει / δεν γέλασε / ούτε είπε «σ’ αγαπώ». / Πάντως / ο αριθμός των λάικ στο στάτους της / Ικανοποιητικός.
Ο 5ος μου είπε: Κυλάς, σε χρόνια, μήνες, βδομάδες, μέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, κλάσματα δευτερολέπτων, καταδύεσαι και στροβιλίζεσαι, πλησιάζεις μια πραγματικότητα, τη δική σου πραγματικότητα, γρήγορα, όμως, στρέφοντας το κεφάλι ψηλά, προς τα πάνω, κοιτάς πώς αλλάζει η πραγματικότητα, αδιαχώριστη από την πραγματικότητα των άλλων, κοιτάς πώς αλλάζει μέσα από την εξέλιξη και την κίνηση, και αναδύεσαι, αυτή είναι η πραγματικότητα, το αληθινό που υπάρχει, το γράφημα της ζωής σου. Το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε / παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν / κανονικά: / δύο, τρεις, τέσσερις / πυροβολισμοί, και τότε ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι / Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος / Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις / Φτεροκοπούν μακριά…
Ο 6ος μου είπε: Η ζωή δεν είναι παιχνίδι. Είναι παιχνίδι η ζωή. Η ζωή είναι στον ενεστώτα. Κι εσύ θέλεις να φωνάξεις «Παρών» / και ν’ ανοιχτείς στον κόσμο. Είναι δώρο η ζωή. Κατακαίνουργιος ο νέος χρόνος / -απ’ τις βιτρίνες που τον θαυμάζαμε εδώ και μέρες- / Τώρα το δώρο μας / -τον αποκτήσαμε ή μας απόκτησε;- / κι είμαστε οι τυχεροί / Να ξετυλίγουμε βασιλικό, τέτοιο ένα δώρο.
44 ποιήματα με λόγο ζωντανό, σύγχρονο, οικείο. Όπως η Μπερλίνα κάθεται στο κέντρο του κύκλου, έτσι και το ποίημα «Μπερλίνα», τοποθετημένο, διόλου τυχαία, στο κέντρο της συλλογής, είναι το ποίημα-κλειδί που ασκεί κεντρομόλο δύναμη στα άλλα ποιήματα, κι αυτά περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό.
– ΜΠΕΡΛΙΝΑ, πες μας τα νέα, τα καλά και τα κακά.
– Ιωσηφίνα, Παναγιώτα και Μαρία
Βλέπω τα κορίτσια / Φιλοσοφούν για τον καιρό, τα γηρατειά, / για τους γονείς στα τελευταία τους / για τα παιδιά και για τα εγγόνια, / μαυρόασπρες φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας / τον εαυτό τους ξεφυλλίζοντας, κανονικά σαν λεύκωμα.
Το «παιδί», «παρών» σε πολλά από τα 44 αυτά ποιήματα, αναδεικνύεται ως η λέξη-κλειδί της συλλογής. Ένα παιδί που επιμένει να ονειρεύεται, να αισθάνεται, να μένει ανικανοποίητο και να υποφέρει γιατί ο κόσμος δεν είναι στα μέτρα του. Στη συλλογή Όπως η Μπερλίνα το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται, με πρόσωπα και όχι προσωπεία: είναι το κοριτσάκι που λέει τα κάλαντα στο Χαριλάου, στη γειτονιά, είναι η επιστημόνισσα που ανοίγει φύλλο με καμάρι, είναι η ερωτευμένη που συναντά τον φίλο της στην Καμάρα, είναι η μάνα που ακούει τις υπερπόντιες φωνές τα παιδιών της στο skype, είναι η κόρη και η αδερφή που νοσταλγεί τους αγαπημένους που έφυγαν, είναι η λογοτέχνης που χαιρετάει τα βιβλία της τα οποία περιμένουν υπομονετικά να τα αγγίξει το βλέμμα φίλων και ομοτέχνων, είναι το «παιδί φανατικό για γράμματα», είναι η Αρχοντούλα Διαβάτη.

.

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018
Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης
Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.
Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».
Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.
Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.
Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.
«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11
Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…
Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:
Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.
Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;
ΑΓΑΠΗ, σελ.19
Κλείνω τα μάτια
Για να σε δω
Τέτοιος που ήσουνα
Βράχος πουλί καράβι
Και πάλι εδώ
Τότε και τώρα
Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
Μικρό
Που δεν παλιώνει.
Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».
Κόμποι!
Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;
Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.
Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13
…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,
Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,
Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:
Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,
hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

.

 

.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ 

.

Στη μάνα του νερού

.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».
«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.
Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).
….

.

Το αλογάκι της Παναγιάς

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
FRACTAL 8/02/2017

Μια συλλογή από αναμνήσεις και σημερινές καταγραφές, που αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε και λειτουργούν πολλές φορές συγκριτικά, συνθέτουν το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα παζλ με ετερόκλητα κομμάτια που φωτίζουν διάφορες στιγμές – εποχές της ζωής της Ναυσικάς, κεντρικής ηρωίδας και alter ego της συγγραφέως. Το κείμενό θυμίζει υπερκείμενο με πολλά links που συνδέουν παρελθόν με παρόν και οι ήρωες είναι πραγματικοί και ενίοτε επώνυμοι.

.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
ΦΡΕΑΡ 22/6/2014
Αφηγούμενη, γράφοντας, δημιουργεί μια καινούργια αφήγηση του εαυτού και των άλλων. Αναδεικνύει τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό της και τους άλλους. Κάθε αφήγηση είναι μια απελευθέρωση. Η κατάδυση στη μνήμη δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν άλλα είναι ο τρόπος να επουλωθεί το τραύμα. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στον πόνο που υπάρχει και διαλύεται μέσα στη γλώσσα. Η γραφή θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση κάνει τον πόνο, την απώλεια την έλλειψη, τη διάψευση σημεία που αναιρούνται, επαναγράφονται και εντέλει οδηγούν σε διεξόδους- λύσεις, αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης. Η γραφή δεν αφήνει άθικτο τον γράφοντα, τον μεταβάλλει, τον αλλάζει. Αλλάζει τον ρυθμό εντός του, αλλάζει το ρυθμό του κόσμου.

.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΦΡΕΑΡ 2/1/2014
Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ
Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19.12.2013
Η ΑΔ πλέκει γεγονότα και σκέψεις με αφηγηματική οικονομία και εσωτερική ενότητα που μετατρέπουν τις αυτόνομες μυθιστορίες σε, τρόπον τινά, κεφάλαια ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Με τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, με ευθεία ή λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους, ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν. Λεπτοδουλεμένη προσέγγιση των προσωπικών βιωμάτων, αδρή σκιαγράφηση των κοινωνικών παραμέτρων αλλά και ένας φιλάνθρωπος σαρκασμός, ο οποίος αφενός πυροδοτείται από την απόδοση των ελαττωμάτων των ηρώων και αφετέρου από μια κριτική ματιά απέναντι στην αντίληψη πως η συσσώρευση του χρόνου σβήνει τις αδυναμίες και φέρνει στην επιφάνεια μόνο τις καλές στιγμές της βιωμένης ζωής.

.

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ
lexima.gr, 29.8.2013
Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ
diastixo.gr, 27.1.2013
Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.
Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…
Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.
Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.
Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.
Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.
Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.
Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.
Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ
vakxikon.gr, τχ. 20/12/ 2012
Η Διαβάτη έχει το έμφυτο χάρισμα να περιγράφει εξωτερικά και εσωτερικά γεγονότα, να ψηλαφίζει ίχνη περασμένα, ανάσες και μυρωδιές, μ’ ένα τρόπο άμεσο, φιλικό και γοητευτικά νεανικό, κρύβοντας τα πάθη της κάτω από την κριτική της ματιά. Διακρίνεις καθαρά ένα ανήσυχο πνεύμα, μια συνείδηση σε εγρήγορση που αναρωτιέται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα γεύεται την εύχυμη σάρκα της ζωής.
Κάπου- κάπου τα κείμενά της μοιάζουν με ποιήματα όταν το λυρικό της στοιχείο βγαίνει σαν φως πίσω από το πυκνό φύλλωμα του πεζού λόγου.

,

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
lexima.gr, 11.9.2012
Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες.

.

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ
oanagnostis.gr, 22.7.2015
. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ
bookpress.gr, 2.1.2015
Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με αυτά τα πυκνογραμμένα, ειλικρινή και καλογραμμένα της κείμενα, κομίζει τη δική της αλήθεια στα ελληνικά γράμματα. Στέκεται στο εμείς και στο μαζί και μας κάνει συνταξιδιώτες και συνοδοιπόρους στα δικά της ταξίδια: του νου, της καρδιάς, της μνήμης, των ανθρώπων, των βιβλίων και των ταινιών που αγάπησε. Μας φανερώνει πως όλα ξεπερνιούνται και αντιμετωπίζονται χάρη στην ιαματική επίδραση της τέχνης σε όλες τις μορφές της. Κάνει δικιά της τη στιγμή που χάνεται, ακινητοποιεί τον χρόνο και μας βάζει να αναλογιστούμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι είναι πραγματικά σημαντικό, τραβώντας μας από τον επικίνδυνα ολισθηρό βάλτο της μίζερης και ασήμαντης καθημερινότητας μας.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ
vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2014
Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο, επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και αφού μοιραστεί μαζί μας σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα, συχνά μας παίρνει πίσω μαζί της, ξαναβγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

.

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ
diastixo.gr, 14.10.2014
Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις, όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα, αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ
“Η Αυγή”, 7.10.2014
Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, το εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, την ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο.

.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
lexima.gr
Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς.

.

Σκουλαρίκι στη μύτη

.

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
“Fractal”, Ιανουάριος 2017
Το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη έδρασε πάνω μου σαν μια γερή δόση αισιοδοξίας! Όχι εκείνης της μελό ενός καλύτερου αύριο αλλά εκείνης της ακριβής και δυσεύρετης που λέει ότι υπάρχει καθημερινή ομορφιά στη ζωή μας, την ψάχνουμε, τη βρίσκουμε, την ξαναχάνουμε… και πάλι από την αρχή..

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ
tvxs.gr, 4.11.2016
Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις.

.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ
tvxs.gr, 18.10.2016
Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 30.6.2016
). Η Διαβάτη με το καινούριο της βιβλίο δείχνει συγγραφική ωριμότητα γιατί απομακρύνθηκε από το χρονογράφημα και το κατεξοχήν ενσταντανέ, δηλαδή την πρόχειρη και ουδέτερη αποτύπωση στιγμιότυπων της ζωής, προχωρώντας σε πιο ουσιαστικά κείμενα. Στην πλειοψηφία των κειμένων την απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις και η αντοχή τους στον χρόνο.

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΟΥΜΒΟΥΡΑΚΗ,
frear.gr, 21.5.2016
Η συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη είναι ένας οικείος κόσμος, που διαρκώς τελειώνει και ξαναρχίζει. Μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια για να επιβεβαιώσει συμπεράσματα που κανείς δεν θέλει να επιβεβαιωθούν: οι άνθρωποι τελειώνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα όνειρα ξεθωριάζουν, το χθες είναι όμορφο και το αύριο τρομακτικό. Αντίδοτο σε αυτήν την υπαρξιακή μελαγχολία: αγάπες-βιβλία, αγάπες-ταινίες, παρέες, πορείες και εκδρομές και η ζεστασιά της γραφής.

.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ
diastixo.gr, 10.4.2016
Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε ως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ
Fractal, Απρίλιος 2016
Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.

.

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ
bookpress.gr, 28.2.2016
Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή».

.

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
frear.gr, 18.2.2016
Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΡΓΥΡΙΟΥ
“Εφημερίδα των Συντακτών”, 13.2.2016
Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Εκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΡΣΙΤΗΣ
“Fractal”, Ιανουάριος 2016
Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *