ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

αρχοντουλα

 

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr..

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

 

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

 

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

 

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

 

ΑΓΑΠΗ

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.

Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

 

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της

κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.

Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

 

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

 

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

 

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

 

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

 

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

 

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

 

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.
Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο
περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.
Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.
20.2.2012

 

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

 

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»
– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.
(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)

Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…

Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.

Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.

Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;

Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

 

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.
Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.
Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,
ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.
Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.
Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.
Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.
Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.
Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.
Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.
Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.
Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.
Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Όπως η Μπερλίνα

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018

Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.

Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».

Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.

Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.

Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;

ΑΓΑΠΗ, σελ.19

Κλείνω τα μάτια
Για να σε δω
Τέτοιος που ήσουνα
Βράχος πουλί καράβι
Και πάλι εδώ
Τότε και τώρα
Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
Μικρό
Που δεν παλιώνει.

Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».

Κόμποι!
Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;

Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.

Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13

…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,
Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,
Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:
Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,
hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Στη μάνα του νερού

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».
«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.
Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).

Το αλογάκι της Παναγιάς

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

FRACTAL 8/02/2017

Μια συλλογή από αναμνήσεις και σημερινές καταγραφές, που αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε και λειτουργούν πολλές φορές συγκριτικά, συνθέτουν το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα παζλ με ετερόκλητα κομμάτια που φωτίζουν διάφορες στιγμές – εποχές της ζωής της Ναυσικάς, κεντρικής ηρωίδας και alter ego της συγγραφέως. Το κείμενό θυμίζει υπερκείμενο με πολλά links που συνδέουν παρελθόν με παρόν και οι ήρωες είναι πραγματικοί και ενίοτε επώνυμοι.
ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 22/6/2014

Αφηγούμενη, γράφοντας, δημιουργεί μια καινούργια αφήγηση του εαυτού και των άλλων. Αναδεικνύει τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό της και τους άλλους. Κάθε αφήγηση είναι μια απελευθέρωση. Η κατάδυση στη μνήμη δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν άλλα είναι ο τρόπος να επουλωθεί το τραύμα. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στον πόνο που υπάρχει και διαλύεται μέσα στη γλώσσα. Η γραφή θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση κάνει τον πόνο, την απώλεια την έλλειψη, τη διάψευση σημεία που αναιρούνται, επαναγράφονται και εντέλει οδηγούν σε διεξόδους- λύσεις, αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης. Η γραφή δεν αφήνει άθικτο τον γράφοντα, τον μεταβάλλει, τον αλλάζει. Αλλάζει τον ρυθμό εντός του, αλλάζει το ρυθμό του κόσμου.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 2/1/2014

Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση.

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19.12.2013

Η ΑΔ πλέκει γεγονότα και σκέψεις με αφηγηματική οικονομία και εσωτερική ενότητα που μετατρέπουν τις αυτόνομες μυθιστορίες σε, τρόπον τινά, κεφάλαια ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Με τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, με ευθεία ή λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους, ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν. Λεπτοδουλεμένη προσέγγιση των προσωπικών βιωμάτων, αδρή σκιαγράφηση των κοινωνικών παραμέτρων αλλά και ένας φιλάνθρωπος σαρκασμός, ο οποίος αφενός πυροδοτείται από την απόδοση των ελαττωμάτων των ηρώων και αφετέρου από μια κριτική ματιά απέναντι στην αντίληψη πως η συσσώρευση του χρόνου σβήνει τις αδυναμίες και φέρνει στην επιφάνεια μόνο τις καλές στιγμές της βιωμένης ζωής.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

lexima.gr, 29.8.2013

Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

diastixo.gr, 27.1.2013

Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.
Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…
Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.
Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.
Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.
Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.
Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.
Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.
Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

 

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

vakxikon.gr, τχ. 20/12/ 2012

Η Διαβάτη έχει το έμφυτο χάρισμα να περιγράφει εξωτερικά και εσωτερικά γεγονότα, να ψηλαφίζει ίχνη περασμένα, ανάσες και μυρωδιές, μ’ ένα τρόπο άμεσο, φιλικό και γοητευτικά νεανικό, κρύβοντας τα πάθη της κάτω από την κριτική της ματιά. Διακρίνεις καθαρά ένα ανήσυχο πνεύμα, μια συνείδηση σε εγρήγορση που αναρωτιέται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα γεύεται την εύχυμη σάρκα της ζωής.
Κάπου- κάπου τα κείμενά της μοιάζουν με ποιήματα όταν το λυρικό της στοιχείο βγαίνει σαν φως πίσω από το πυκνό φύλλωμα του πεζού λόγου.

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr, 11.9.2012

Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες.

 

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

oanagnostis.gr, 22.7.2015

. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 2.1.2015

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με αυτά τα πυκνογραμμένα, ειλικρινή και καλογραμμένα της κείμενα, κομίζει τη δική της αλήθεια στα ελληνικά γράμματα. Στέκεται στο εμείς και στο μαζί και μας κάνει συνταξιδιώτες και συνοδοιπόρους στα δικά της ταξίδια: του νου, της καρδιάς, της μνήμης, των ανθρώπων, των βιβλίων και των ταινιών που αγάπησε. Μας φανερώνει πως όλα ξεπερνιούνται και αντιμετωπίζονται χάρη στην ιαματική επίδραση της τέχνης σε όλες τις μορφές της. Κάνει δικιά της τη στιγμή που χάνεται, ακινητοποιεί τον χρόνο και μας βάζει να αναλογιστούμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι είναι πραγματικά σημαντικό, τραβώντας μας από τον επικίνδυνα ολισθηρό βάλτο της μίζερης και ασήμαντης καθημερινότητας μας.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2014

Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο, επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και αφού μοιραστεί μαζί μας σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα, συχνά μας παίρνει πίσω μαζί της, ξαναβγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

diastixo.gr, 14.10.2014

Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις, όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα, αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 7.10.2014

Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, το εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, την ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr

Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς.

Σκουλαρίκι στη μύτη

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

«Fractal», Ιανουάριος 2017

Το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη έδρασε πάνω μου σαν μια γερή δόση αισιοδοξίας! Όχι εκείνης της μελό ενός καλύτερου αύριο αλλά εκείνης της ακριβής και δυσεύρετης που λέει ότι υπάρχει καθημερινή ομορφιά στη ζωή μας, την ψάχνουμε, τη βρίσκουμε, την ξαναχάνουμε… και πάλι από την αρχή..

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2016

Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ

tvxs.gr, 18.10.2016

Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 30.6.2016

). Η Διαβάτη με το καινούριο της βιβλίο δείχνει συγγραφική ωριμότητα γιατί απομακρύνθηκε από το χρονογράφημα και το κατεξοχήν ενσταντανέ, δηλαδή την πρόχειρη και ουδέτερη αποτύπωση στιγμιότυπων της ζωής, προχωρώντας σε πιο ουσιαστικά κείμενα. Στην πλειοψηφία των κειμένων την απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις και η αντοχή τους στον χρόνο.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΟΥΜΒΟΥΡΑΚΗ,

frear.gr, 21.5.2016

Η συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη είναι ένας οικείος κόσμος, που διαρκώς τελειώνει και ξαναρχίζει. Μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια για να επιβεβαιώσει συμπεράσματα που κανείς δεν θέλει να επιβεβαιωθούν: οι άνθρωποι τελειώνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα όνειρα ξεθωριάζουν, το χθες είναι όμορφο και το αύριο τρομακτικό. Αντίδοτο σε αυτήν την υπαρξιακή μελαγχολία: αγάπες-βιβλία, αγάπες-ταινίες, παρέες, πορείες και εκδρομές και η ζεστασιά της γραφής.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

diastixo.gr, 10.4.2016

Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε ως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Fractal, Απρίλιος 2016

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

bookpress.gr, 28.2.2016

Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή».

 

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

frear.gr, 18.2.2016

Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

 

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΡΓΥΡΙΟΥ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 13.2.2016

Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Εκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΡΣΙΤΗΣ

«Fractal», Ιανουάριος 2016

Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s