ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΘΕΟΧ

 

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στον Πειραιά. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά
του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιητικές συλλογές του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη βουλγαρική
και στην αγγλική γλώσσα, ενώ σκόρπια ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα αλβανικά και στα πακιστανικά (ουρντού). Έχει λάβει μέρος σε διεθνή
λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993 ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή Τα Παράταιρα το 1997. Είναι
μέλος των ομάδας «Ποίηση στην εποχή της εκποίησης» και «Ο κύκλος των». Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας και της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς.
Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας και του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις»
Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν». Διαχειρίζεται τα blogs: Ποιητικό σταυροδρόμι (www.poihtikostayrodromi.blog spot.com) και Πόρτες κλειστές (www. theoharis papadopoulos. blogspot.com).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παράταιρα, ποιήματα, 1997.
Κραυγές, ποιήματα, εκδ. Ιωλκός, 2009.
Ερείπια, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2010.
Πρόσωπα Γνωστά, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2011.
Ξερόκλαδα, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2012.
Πρόγνωση καιρού, ποιήματα, εκδ. Vakxikon.gr, 2014.
Έξυπνες βόμβες, χαϊκού, εκδ. Μανδραγόρας, 2016
Ζηλεύω τα βράχια, Μανδραγόρας (2018)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

Πόρτες Κλειστές, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στη βουλγαρική γλώσσα, Πλέβεν, 2012.
Locked doors, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στην αγγλική γλώσσα, εκδ. Kentavar, Πλέβεν, 2014.

 

 

 

ΖΗΛΕΥΩ ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ (2018)

ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Στο τραπέζι ένα σημάδι,
σαν πληγή.
Τα πιάτα σπάσανε,
ράγισαν τα ποτήρια.
Τα βλέμματα παγώσανε,
τρεμούλιασαν τα χείλη.
Τόσο δυνατή,
τόσο βαριά,
σεισμός, που τράνταξε το σπίτι,
μια κουβέντα.

 

Η ΠΟΛΗ

Ξημερώνει.
Η πόλη δεν ξυπνά.
Έρημοι οι δρόμοι,
βουβά τα πεζοδρόμια,
θολά τα τζάμια στα παράθυρα.
Κρύος ο άνεμος
φέρνει βρομιά κι ανατριχίλα.
Απόμακρη βουή απ’ τ’ αυτοκίνητα.
Ψιθυριστά μουρμουρητά απ’ τους ανθρώπους.
Λες κι όλα γύρω σου είναι όνειρο,
που χάθηκε.
Μα η πόλη δεν λέει να ξυπνήσει.

 

ΦΥΛΑΚΗ

Σε βάλανε στη φυλακή,
έκλεισε η πόρτα,
όρμησε σκοτάδι.
Το έγκλημά σου;
Γύρεψες να μην πεινάει κανένας.
Πιάνεις τα κάγκελα με οργή,
πέφτεις στα γόνατα,
δακρύζεις.
Μη σκύβεις.
Κράτα ψηλά το κεφάλι
να σηκωθούνε κι άλλοι.
Να γκρεμιστούν,
οι φυλακές του κόσμου.

 

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Σχο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

 

ΚΑΠΝΟΣ

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω απ’ τα δέντρα.
Μένεις εκεί,
δεν το τολμάς
να δεις κατάματα τον ήλιο.
Δεν κινδυνεύεις,
είσαι πάντα ασφαλής.
Μία ζωή
μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

 

ΣΥΝΘΗΜΑ

Παράξενο το σύνθημα στον τοίχο.
Ώρες να το εξηγήσεις προσπαθείς.
Διαβάζεις πονηρά
πίσω απ’ τις λέξεις.
Άδικος κόπος,
νόημα κανένα.
Πάψε το διάβασμα, λοιπόν,
δεν ωφελεί.
Άσε τον τοίχο.
Άκου το σύνθημα στους δρόμους.

 

ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

 

ΕΞΥΠΝΕΣ ΒΟΜΒΕΣ (2016)

ΧΑΪΚΟΥ

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη
να τη γεμίσω.

*

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

*

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

*

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

*

Μία εικόνα:
χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος. 

*

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

*

Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες

*

Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

*

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

*

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

*

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

*

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

*

Όλα βιαστικά.
Με γρήγορες κινήσεις
αναλώνομαι.

*

Έρωτας είναι;
Ποιος θα μπορούσε να πει;
Το βλέμμα μόνο.

*

Είναι ποιητής.
Χειροβομβίδες πετά
γράφοντας στίχους.

*

Αλληλεγγύη
Μια λέξη που τρέμει
ο βολεμένος

*

Σήμα κινδύνου
στέλνω απ’ τη γέφυρα.
Τ’ όνειρο σώσε.

*

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

 

 

 

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ (2014)

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Κλείδωσες την πόρτα δυο φορές,
έβαλες μια κλειδαριά ασφαλείας,
έκρυψες τα κλειδιά.
Μετά από λίγο καιρό,
άλλαξες την πόρτα,
έβαλες θωρακισμένη.
Άδικος κόπος.
Ό,τι κι αν κάνεις,
βρίσκει τον τρόπο να τρυπώνει η μοναξιά.

 

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Βροχές και καταιγίδες στα νησιά,
βροχές τρέχουν στα μάτια σου τα δάκρυα.
Άνεμοι ισχυροί στα πεδινά,
στο έλεος των ανέμων το κορμί σου.
Χιόνια στα ορεινά,
χιονίζει στην καρδιά σου.
Νιώθεις παγωμένος γιατί ζεις,
σε άχαρη και κρύα κοινωνία.

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Το χώμα αχνίζει,
βράζει η γη,
βρυχάται η λάβα.
Τρίζουν συθέμελα τα σπίτια,
ραγίζουνε οι τοίχοι.
Χλωμά τα πρόσωπα.
Τρέμουν τα χέρια,
τα γεμάτα δαχτυλίδια.
Είναι ηφαίστειο η εργατιά
κι η λάβα της,
την πλάση θα καλύψει.

 

ΦΩΤΑ

Χιλιάδες φώτα γύρω σου.
Όλα αναμμένα,
ακόμα και τη μέρα.
Λάμπες, κεριά, πολυέλαιοι,
σε όλο το σπίτι,
σαν γιορτή.
Κι αν κάποιο σβήσει,
αμέσως το ανάβεις.
Να μη φανεί,
η σκοτεινή καρδιά σου.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Σάββατο βράδυ,
όλοι ετοιμάζονται να βγουν,
ντύνονται όμορφα,
φοράνε τα καλά τους,
διασκεδάζουνε,
φτάνουν στ’ αυτιά σου οι φωνές τους.
Σάββατο βράδυ,
ετοιμάστηκες να βγεις
και που να πας,
δεν έχει σημασία.
Μόνο μια φορά να βγεις κι εσύ,
μήπως πιστέψεις πως μπορείς
να ξεχαστείς κι εσύ
και να ξεχάσεις.

 

ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Ερήμωσε η παλιά γειτονιά.
Τα σπίτια γέρασαν,
αδειάσανε οι δρόμοι.
Έχουν πολύ καιρό να ακουστούν,
γέλια χαρούμενων παιδιών.
Στους δρόμους κουρασμένα αυτοκίνητα,
στα πεζοδρόμια αποσταμένοι πεζοπόροι.
Κι εγώ βαδίζω κουρασμένος στα στενά της.
Εκεί μεγάλωσα.
Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν;
Ξαναγυρνώ συχνά μες στα στενά της.

 

ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ

Τρέμουμε να βγούμε μόνοι μας στο δρόμο.
Ναρκωτικά μες στις γωνιές παραμονεύουν.
Γενιά της καφετέριας,
άσσοι στο τάβλι,
γνώστες στα αθλητικά,
στα περιοδικά μελετάμε διαφημίσεις.
Κάθε μέρα,
κλείνουμε τ’ αυτιά μας,
σε λέξεις που παράξενα ηχούν:
Παλαιστίνη, Ιράκ, Αφγανιστάν,
Νατζάφ, Φαλούτζα και Βαγδάτη.

 

ΞΕΣΠΑΣΜΑ

Θέλεις να ξεσπάσεις,
να πεις τον πόνο σου,
να σηκωθεί,
η πέτρα απ’ την καρδιά σου.
Να ελαφρώσει λίγο ο νους.
Θες να τα πεις.
Άραγε που;
Θυμάσαι που λέγαν’ οι παλιοί:
Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά.
Μα φαίνεται κι αυτοί
πως κλείσανε τ’ αυτιά τους.

 

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Κοιτάζεις τις παλιές φωτογραφίες.
Τα μάτια σου βουρκώσανε,
το βλέμμα σου δακρύζει.
Κάποιες σου φαίνονται θολές,
τα χρώματα σβησμένα.
Ίσως ξεθώριασαν,
στο διάβα του καιρού.
Μα πως μπορούν αυτές
να ‘ναι θαμπές;
Είναι τα μάτια σου θολά,
από τα δάκρυα.

 

Η ΟΘΟΝΗ

Μια οθόνη κοιτάς με τις ώρες.
Τα μάτια καρφωμένα,
το βλέμμα εκστατικό.
Μια οθόνη στα μάτια σε κοιτάζει.
Ματιά φιδιού η ματιά της,
σε μαγεύει,
το βήμα σου οδηγεί.
Αργά, με χίλιες γαλιφιές,
σε θανατώνει.

 

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Απόψε,
έφτιαξε λίγο ο καιρός,
ζεστάθηκε η καρδιά,
τα σύννεφα ημέρεψαν,
γαλήνεψε η πλάση.
Μια σπίθα ελπίδας:
Θα ανάψει φλόγα, κάποτε,
τον κόσμο να ζεστάνει.

 

Η ΜΕΡΑ

Ξημέρωσε η μέρα,
μα δεν φέγγει.
Σκοτάδι μαύρο,
σου πλακώνει την καρδιά.
και συ να νιώθεις
πως βαδίζεις στα τυφλά
κι ας φέγγει ο ήλιος
γύρω σου και μπρος σου.

 

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ (2012)

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Ώρες κοιτάζω το απέναντι μπαλκόνι.
Κάγκελα υψώνονται μπροστά μου.
Κάγκελα στο μπαλκόνι μου,
κάγκελα στο απέναντι μπαλκόνι.
Μια φυλακή κατάντησε η ζωή μας.
Βράδιασε κι ακόμα περιμένω.
Απέναντι κοιτάζω συνεχώς,
μέσα απ’ τα κάγκελα,
γυρεύω μια ματιά σου
ν’ απελευθερωθώ.

 

ΑΛΛΑΓΗ

Άφησες γένια,
άφησες μουστάκι,
έβαλες μαύρα γυαλιά,
άφησες μακριά μαλλιά.
Πάντα ήθελες ν’ αλλάξεις,
να φτιάξεις νέα ζωή.
Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος,
λάθος προσπάθησες.
Άλλαξες πρόσωπο,
δεν άλλαξες ζωή.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο,
σε φωτίζει,
παίζει μαζί σου,
στο κορμί σου φτιάχνει σχήματα,
κλείνει σε μια ηλιαχτίδα τη ματιά σου,
σε χαϊδεύει απαλά,
τα χείλη σου φιλάει,
σε ναρκώνει.
Κι εγώ,
θέλω να μπω απ’ το παράθυρο,
σαν ήλιος,
να κλέψω την καρδιά σου.

 

Η ΣΦΑΙΡΑ

Άδειασες τ’ όπλο,
μέτρησες τις σφαίρες,
έλειπε μια,
δεν σκότωσες κανένα,
τα χέρια σου για έγκλημα δεν κάνουν.
Τη νύχτα το γεμίζεις,
την αυγή μια σφαίρα λείπει.
Είναι που κάθε βράδυ που πονάς,
πυροβολείς ξανά τον εαυτό σου.

 

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μια πεταλούδα τριγυρνά,
μεγάλη φλόγα πλησιάζει,
πέφτει με πάθος στη φωτιά
και τη ζωή της θυσιάζει.

Κι εγώ τριγύρω σου πετώ
κι εσύ σαν φλόγα θε ν’ ανάψεις.
Να πλησιάσω πιο κοντά
σαν πεταλούδα να με κάψεις.

 

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ

Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα,
τα πάτησαν
και βγάλανε κραυγή.
Στερήθηκαν για μήνες το νερό.
Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν.
Τώρα που πέσανε στη γη,
ψάχνουν μια σπίθα,
να πέσουν μέσα στη φωτιά,
να γίνουνε προσάναμμα,
για την καινούργια γέννα,
που θα χιμήξει σα θεριό,
τον κόσμο για ν’ αλλάξει.

 

ΠΑΤΗΜΑΣΙΕΣ

Πολλές πατημασιές μες το δωμάτιο.
Άλλες ζωηρές
κι άλλες που μόλις αχνοφαίνονται.
Ρίχνεις νερά,
τρίβεις με σκούπα,
σφουγγαρίζεις.
Θέλεις το δωμάτιο καθαρό.
Όλα μάταια.
Οι πατημασιές σε ξεγελούν.
Δεν σβήνονται ποτέ οι αναμνήσεις!

 

ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ

Ψάχνεις να βρεις τι φταίει
κι όλα χάθηκαν.
Ιδέες που ξέφτισαν,
φθαρμένα ιδανικά.
Όλοι οι φίλοι σε παράτησαν,
έπρεπε λίγο να σκεφτούν για το καλό τους.
Έμεινες μόνος σου να σκέφτεσαι,
μη διάλεξες το λάθος μονοπάτι.
Όχι, δεν είναι λάθος η συνείδηση.
Δώσε τη μάχη σου,
τίμα το ιδανικό σου.
Αλλάζει ο κόσμος.
Φτιάξε τη γη που ονειρεύτηκες.
Γιατί δεν είναι λάθος η συνείδηση,
γιατί δεν κάνει λάθος η καρδιά σου.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξε το παράθυρο,
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως του ήλιου
κι αν μπει βροχή,
να τη δεχτείς,
να την καλωσορίσεις
κι αν έρθει παγωνιά,
μην την αφήσεις έξω.
Σαν η καρδιά είναι ζεστή
τίποτα δε φοβάται.

 

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Ανοίγεις το συρτάρι,
χιλιάδες αναμνήσεις ξεπηδούν.
Ψάχνεις τριγύρω, σκέφτεσαι, θυμάσαι,
γελάς με τις καλές στιγμές,
δακρύζεις με τις μαύρες.
Κάθε αντικείμενο,
κρύβει μια ιστορία
και το συρτάρι,
κρύβει μια ζωή.

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια,
αφού δεν βρήκες θάρρος να την πεις.
Μελάνι κόκκινο,
λίγες λέξεις ματώνουν το χαρτί.
Κάθε μέρα,
ήθελες όλα να τα πεις,
να ελαφρώσεις,
μα σαν ερχόταν η στιγμή,
τα λόγια κρύβονταν.
Τώρα το χέρι τρέμει στο χαρτί.
Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια.
Σ’ ένα γράμμα ολόκληρη η ζωή.

 

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ

Κάγκελα στο στρατόπεδο,
σαν φυλακή.
Συρματοπλέγματα τυλίγουν την καρδιά σου.
Μοιάζουν με φίδια που τυλίγουνε το νου,
υπακοή και υποταγή θέλουν να δείχνεις.
Μα κάθε νύχτα,
νοερά πηδάς τα κάγκελα
και δραπετεύεις.

 

ΤΟ ΡΟΛΟΪ

Το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι.
Το ρολόι σταματημένο σε κοιτά.
Τόσο καιρό,
το κοίταζες,
ο χρόνος δεν περνούσε.
Τώρα με μίσος το κοιτάς,
αφού κατάλαβες,
πως πέρασε η ζωή
κι εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ (2011)

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δεν ξέρεις τι να γράψεις πια,
τα λόγια στέρεψαν,
χαθήκανε οι λέξεις.
Μονάχα μουτζουρώνεις το χαρτί,
η ώρα να περάσει.
Κλείνουν τα μάτια,
ταξιδεύει ο νους,
ο ύπνος σε παίρνει στα φτερά του,
το όνειρο ξαπλώνει στο χαρτί
και γράφει ποίημα!

 

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ

Βάδιζες πάντα
στην άκρη του δρόμου.
Φοβόσουν τη μέση,
μην τύχει κάτι,
μην πάθεις τίποτα,
μη σκοτωθείς.
Κάποτε τόλμησες,
ο δρόμος άνοιξε την αγκαλιά του,
σε δέχτηκε
κι όσοι έμειναν στην άκρη,
σε ζηλεύουν.

 

ΚΑΗΜΟΣ

Πολύτιμο κρασί μες το ποτήρι.
Πίνεις γουλιά – γουλιά κι απολαμβάνεις,
ξεχνιέσαι και δεν ξέρεις πια τι κάνεις
κι αρχίζει στο μυαλό σου πανηγύρι.

Χτυπάς με τη γροθιά σου το τραπέζι,
ποτήρι και μπουκάλι παρασέρνεις,
θες να πεις κάτι δεν τα καταφέρνεις
και βλαστημάς τη μοίρα που σ’ εμπαίζει.

Σώνεται το κρασί μες το ποτήρι.
Η πίκρα πιο βαριά ξαναγυρίζει.
αρρώστια το κορμί σου το θερίζει
κι ο νους ψάχνει να βρει κάπου να γείρει.

Σπασμένο το μπουκάλι σε κοιτάζει,
ματώνει το κορμί σου το μαχαίρι,
που κάρφωσες με το ‘να σου το χέρι
μη διώξεις τον καημό που σε σπαράζει.

 

ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Άδειο μπουκάλι πάνω στο τραπέζι,
άδειο το βλέμμα σου πλανιέται.
Πριν από λίγο έπινες με πάθος,
μήπως και σβήσει η φωτιά στα σωθικά σου,
μη ξεδιψάσει ο νους,
μη ξεγελάσεις τον καημό,
μη σβήσει ο πόνος.
Κάθε βράδυ,
ένα μπουκάλι αδειάζεις
μη και γεμίσεις τάχα τη ζωή σου.

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Μπαίνεις στο δωμάτιο σκεπτικός,
παίρνεις τα χαρτιά σου,
τ’ απλώνεις στο τραπέζι ένα γύρω,
μ’ ένα μολύβι ταξιδεύεις στο χαρτί.
Δίπλα το τζάκι καίει αργά,
η φλόγα ζωηρή σου κουβεντιάζει.
Σκίζεις χαρτιά,
τα ρίχνεις στη φωτιά,
να μεγαλώσει η φλόγα,
να στάξει πάνω στο χαρτί
και στίχος πύρινος να γίνει.

 

ΣΥΝΤΟΜΑ

Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι.
Δεν θα βλέπουμε μόνο θάλασσα,
δεν θα μας φοβίζει ο ουρανός,
δεν θα μας τρομάζουν οι φουρτούνες.
Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι,
η ψυχή απάγκιο να βρει.

 

Η ΜΑΧΗ

Σ’ αυτόν τον τόπο,
η μουσική έχει σωπάσει από καιρό,
το τραγούδι έσβησε απ’ τα χείλη,
τα πουλιά πετάξανε μακριά,
μαράθηκαν στους κήπους τα λουλούδια.
Η μάχη όμως εδώ δε σταματά,
ο θάνατος δεν νίκησε ακόμα.
Παλεύεις και δεν πέφτεις, προχωράς
κι η μουσική στο βάθος ξαναρχίζει.

 

ΜΕΛΩΔΙΑ

Ακούς τη μελωδία στο σκοτάδι,
ο νους σου ταξιδεύει,
καράβι η ψυχή σου στ’ ανοιχτά.
Φουσκώνει η θάλασσα,
κύματα σε σκεπάζουν,
βουλιάζει το καράβι.
Η μελωδία δε σταματά

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ

Πρόσωπα γνωστά,
κάθε μέρα σε κοιτάζουν
κι αν κάθε τόσο αλλάζουν,
ξέρεις ότι είναι τα ίδια.
Φορούν τα ίδια ψεύτικα χαμόγελα
κι εσύ χαμογελάς πικρά,
σαν πρόσωπο γνωστό,
που δεν κατάφερε ν’ αλλάξει.

 

ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Περπατούσες στο δάσος στην πλαγιά,
μύριζε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι,
πουλάκια κελαηδούσαν στα κλαδιά,
εξαίσια μελωδία παντού χυμένη,
δίπλα σου πολύχρωμα λουλούδια.
Λαμπάδιασε το δάσος στην πλαγιά,
μύρισε ο άνεμος καμένο πεύκο
και θάνατο.

 

ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σωροί στα πεζοδρόμια λογιών – λογιών σκουπίδια,
τα δάση καταντήσανε στάχτες κι αποκαΐδια,
τροχαία δυστυχήματα στους δρόμους κάθε μέρα,
το νέφος έγινε θεριό και πνίγει τον αέρα.

Μ’ άλικο χρώμα βάφτηκαν ειρήνης περιστέρια
και βγάζουμε τα μάτια μας με τα δικά μας χέρια,
το χρήμα βγαίνει νικητής κι ο νους βγαίνει χαμένος.
Άσχημος κόσμος, βρώμικος, διαβολικά πλασμένος.

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ξεκίνησες και πάλι το ταξίδι,
το λιμάνι σε χαιρέτισε βουβά
βουβός κι εσύ στην κουπαστή κοιτάς.
Χάνεται στο βάθος το λιμάνι,
δυο δάκρυα στα μάγουλα κυλούν.
Μήπως δεν είναι η μοίρα σου γνωστή;
Σαν τα καράβια κι εσύ
να μένεις λίγο στο λιμάνι
και να φεύγεις.

 

ΣΚΑΚΙ

Πέταξες τα πιόνια σε μια άκρη.
Οργή ματώνει την καρδιά
που έχασες ακόμα μια παρτίδα.
Σου πήραν τη βασίλισσα,
τον πύργο, το αλογάκι,
όλα τα πιόνια,
σ’ άφησαν γυμνό.
Μία φιγούρα σε λυπάται στον καθρέφτη.
Να σου θυμίσει πως είσαι κι εσύ ένα πιόνι,
στο έλεος της μοίρας αφημένο.

 

ΤΟ ΒΑΡΟΣ

Δεν έχω τι να γράψω πια.
Οι λέξεις σώθηκαν,
έλιωσαν τα μολύβια,
το χέρι απόμεινε μετέωρο,
το δάκρυ κύλησε στα μάγουλα,
λύγισε το χαρτί,
δεν άντεξε την πίκρα.
Της μοναξιάς ασήκωτο το βάρος.

 

ΤΟ ΓΕΛΙΟ

Σιγά – σιγά νυχτώνει,
πολύχρωμα φώτα ανάβουν,
ζωντανεύει η μουσική,
κι εσύ γελάς.
Γέλιο τρελό.
Το σκόρπισε η νύχτα στον αέρα,
ξεχύθηκε μέσα στα σοκάκια,
φώλιασε στα αυτιά.
Γέλιο χειρότερο από κλάμα,
δεν έμεινε να κάνεις τίποτα άλλο,
τώρα που είσαι ένα με τη νύχτα.
Τα ρούχα στάζουν αίμα και πονάνε.
Κι αυτό το γέλιο ακόμα ν’ αντηχεί
μέσα στη νύχτα.

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Η θάλασσα τα πόδια σου χαϊδεύει,
τα κύματα σε προσκαλούν.
Δεν φεύγεις,
στέκεσαι, κοιτάς και περιμένεις,
χρόνια και χρόνια στην ίδια ακτή,
μήπως και κάποτε η παλίρροια σε πάρει.
Μα τα μεγάλα τα ταξίδια
δεν περιμένουν την παλίρροια
κι ούτε φοβούνται τις φουρτούνες.

 

ΕΡΕΙΠΙΑ (2010)

ΦΥΛΑΚΗ

Σήμερα νυστάζεις πιότερο από χθες
κι ο πικρός καφές δεν σε ωφέλησε.
Η ζωή σου μπλεγμένη στα καλώδια,
τα δάχτυλα καμπουριασμένα στα πληκτρολόγια,
το νυσταγμένο βλέμμα σου σκοντάφτει στις οθόνες.
Ονειρεύεσαι:
Να ’σπαγαν οι οθόνες,
να δραπέτευες
κι ας ήσουν μια ζωή κυνηγημένος.

 

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχaσε
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να χαϊδέψει.

 

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ

Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη.
Μέσα τονς κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μία κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.

 

ΑΝΙΑ

Κοιτάς το σύννεφο αφηρημένος
μήπως και σπάσει η ανία του γραφείου,
στο δρόμο τους περαστικούς παρατηρείς.
Δε μπορεί,
κάποια στιγμή η ώρα θα περάσει
Κάποιες φορές το μάτι ξεκουράζεται
πάνω σε κοντές φούστες κοριτσιών.
Κι όταν περάσει η ώρα,
όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή,
που σπίτι σου θα φτάσεις,
πιότερο από χτες,
θα νιώσεις άδειος.

 

ΟΝΕΙΡΟ

Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
0 ήλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και ,
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.

ΝΥΣΤΑ

Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκλιπαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.

ΕΡΕΙΠΙΟ

Έφτασες δύσκολα στην πόρτα του σπιτιού,
σέρνεις σιγά – σιγά τα βήματά σου.
Πάλι στενάζεις, προσπαθείς και βλαστημάς
τη μοίρα και τα μύρια βάσανά σου.

Σπρώχνεις την πόρτα, τρίζει γέρικη, σαθρή,
σαν άνθρωπος θαρρείς πως υποφέρει.
Οι μεντεσέδες τώρα πια δεν την κρατούν
σάπια τα φύλλα τρέμουν απ’ τ’ αγέρι.

Η στέγη στάζει, στις σανίδες η σκουριά,
μιλά με το σαράκι κάθε βράδυ.
Ερείπιο, σπίτι μαύρο, σκυθρωπό.
Ερείπιο κι εσύ μες στο σκοτάδι.

 

ΦΩΝΕΣ

Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ’ ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.

 

ΤΟΠΙΟ

Έρημος
κι ούτε ένας θάμνος
να κρύψει τη γύμνια σου,
ούτε μια πηγή
να βρέξεις τα χείλη σου,
ούτε μια όαση
να ξεκουράσεις τη ματιά σου.
Μόνο άμμος και βράχια,
τοπίο σκληρό.
Το κάθε βήμα σε πληγώνει με τον κρότο του.
Κι αν είδες όαση δροσιάς,
νερά τρεχούμενα,
δέντρα σκιερά,
δεν ήταν παρά του νου παραστρατήματα.
Τι έρημο που βλέπεις το τοπίο.
Τι έρημη που νιώθεις την καρδιά σου!

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ

Μια επιπόλαια κίνηση
και το τζάμι ραγίζει.
Τώρα θυμίζει τραύμα μελλοθάνατου,
που περιμένει την ύστατη στιγμή.
Μοιάζει μουντζούρα,
που χαιρέκακα σπάει
τη μονοτονία του λευκού.
Κι εσύ,
μες στο σπασμένο τζάμι
καθρεφτίζεις την εικόνα σου,
σαν τραγική φιγούρα σ’ ένα δράμα
και όλης της ζωής σου η παράσταση
είναι το τζάμι το σπασμένο που κοιτάζεις.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Το μπάρκο κίνησε ξανά για τη Μαρσίλια,
ψιλή βροχή το πρόσωπό μου μαστιγώνει
κι εγώ θυμάμαι τη μορφή σου να θυμώνει
και τ’ άγριο βλέμμα σου να με κοιτά με ζήλια.

0 παπαγάλος σου, φωνάζει βραχνιασμένα
και η βροχή σου τραγουδά στη λαμαρίνα,
μα συ κλειδώθηκες ξανά μες στην καμπίνα
κι είπες πως σήμερα δε θες να δεις κανένα.

Κι εγώ σκεφτόμουν από χτες να σου μιλήσω,
καθώς καθόσουνα σιμά στ’ ακροθαλάσσι,
θαρρώντας όλα πως θα τα ’χεις πια ξεχάσει,
το θάρρος έχασα και πια δε θα τολμήσω.

 

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ξεθώριασε η φωτογραφία,
χάθηκε το χρώμα,
ρυτίδιασε το χαρτί.
Όλα τα ρήμαξε ο καιρός στο πέρασμά του
κι εγώ χαϊδεύω τη φωτογραφία, τρυφερά.
Στο νου η μορφή ποτέ δεν ξεθωριάζει.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Πλάι στο άγαλμα της Ελευθερίας
ένας ζητιάνος έκλαιγε:
— Κακούργα,
πουλιέσαι σε όλους τόσο ακριβά
και πού να βρω λεφτά να σε πληρώσω;
Το άγαλμα τον κοίταξε με φρίκη,
αστροπελέκι βρόντηξε
σα να μιλούσε ο Δίας
και να ’λεγε:
— Στους άτολμους,
τι λευτεριά να δώσω;

ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ

Ποτέ μου δεν είδα
πιο «ειρηνική» σκέψη:
Θα κάνετε ειρήνη,
αλλιώς θα σας σκοτώσω και τους δύο,
θα σας πολεμήσω,
ώσπου να βασιλέψει
επί γης ειρήνη…

 

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Σε τεντωμένο σχοινί ακροβατεί,
με δυσκολία ταλαντεύεται.
Κάτω το χάος,
το κενό,
το τίποτα.
Η μοίρα να γελάει φθονερά,
ο πόνος τσουχτερός τον τριγυρίζει.
Ακροβατεί κι ας είναι φανερό
πως το σχοινί έχει ξεφτίσει και θα σπάσει.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τράβηξες άγκυρα, βογκούν οι μηχανές.
Πάλι θα λείψεις δύο τρίμηνα και κάτι.
Απλώνεις χάρτες ένα γύρω, τους κοιτάς,
κι ο παγερός βοριάς να σου τρυπά την πλάτη.

Βόλτες στη γέφυρα, τσιγάρο και φωτιά.
Σκύβεις αργά στην κουπαστή συλλογισμένος.
Δάκρυα κυλούν, πέφτουν στη θάλασσα καυτά
κι ο γλάρος κράζει στο κατάρτι λυπημένος.

Φεύγει το πλοίο, ρίχνεις βλέμμα στην ακτή.
Χωρίς μια σκέψη στο μυαλό να τριγυρίζει.
Άφησες πίσω σου μια στέγη, μια ζωή
και τη θωριά μιας καμινάδας που καπνίζει.

 

ΚΡΑΥΓΕΣ (2009)

ΚΡΑΥΓΕΣ

Πέρασε ‘κείνος ο καιρός και φύγανε τα χρόνια,
που ζούσαμε με τη χαρά και μ’ έρωτες αγνούς.
Τη λύπη δεν γνωρίζαμε μήτε την καταφρόνια
και γράφοντας πηγαίναμε σε τόπους μακρινούς.

Μα σβήσαν όλα πια για μας μες του καιρού το διάβα
και βρήκ’ ο λίβας ο καυτός τις πόρτες ανοιχτές.
Μας πνίγει νέφους λαίλαπα και των πολέμων λάβα,
οι στίχοι μας μικρύνανε και γίνανε κραυγές.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

Τόσοι και τόσοι μίλησαν για σένανε Ατλαντίδα
κι εγώ που πάντα ψάχνω σε μ’ ακόμα δε σε είδα.
Πάλι θα ψάξω να σε βρω, να δω την ομορφιά σου,
θα κάνω ό,τι κι αν μπορώ για να βρεθώ κοντά σου.

T’ αγριεμένα κύματα ποτέ μου δε λογάριαζα
Για κόπους και για βάσανα το δρόμο μου δε θ’ άλλαζα
Πόσο το θέλω να πατώ τη νοτισμένη γη σου.
Και να σε βρω μες το βυθό ή να χαθώ μαζί σου!

 

ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ

Η Αργώ σαλπάρει και πάλι
σε ταξίδι μακρινό
για την Κολχίδα
κι εσύ διστάζεις.
Μα πρέπει να πας.
Και μη σε νοιάζει που δεν είσαι εσύ ο Ιάσων
μονάχα κοίτα μην ξεμείνεις σε λιμάνι.

 

ΤΟΠΟΙ

Στον τόπο που σε γνώρισα γλυκολαλούν τ’ αηδόνια,
ποτέ δεν πιάνουνε βροχές, ποτέ δεν έχει χιόνια,
τα δέντρα γέρνουν τα κλαδιά και δένει το ‘να τ’ άλλο
και πιάνουν όλα τους μαζί χορό πολύ μεγάλο.
Στο χώμα παίζουν έρωτες, δίνουν φιλιά δροσάτα
και παίζοντας αναζητούν τα κάλλη σου τ’ αφράτα
κι οπ’ ακουμπήσει το φιλί, περήφανο λουλούδι,
ανθίζει τότε κι αρχινά χαρούμενο τραγούδι.

Κι είν’ άλλος τόπος δύσβατος χωρίς χαράς τραγούδια,
ποτέ τους δεν ανθίζουνε στο χώμα του λουλούδια,
ποτέ δε χτίσανε φωλιές εκεί τα χελιδόνια.
Στον τόπο ‘κείνο το μουντό πικρά λαλούν τ’ αηδόνια
κι είν’ έρημος και σκυθρωπός σαν άνθρωπος θλιμμένος
που κάποιος φίλος του στενός βρίσκεται πεθαμένος.
Και πότε πιάνουνε βροχές και πότε ρίχνει χιόνια.
Στον τόπο που χωρίσαμε πικρά λαλούν τ’ αηδόνια.

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ταξιδεύω μέσα στα μάτια σου.
Φτάνω σε τόπους όμορφους.
Σε βλέπω να χαμογελάς όπως πρώτα.
Τότε που σ’ έβλεπαν λουλούδια και σε ζήλευαν,
τότε που υπήρχε αγάπη.

Δεν θέλω ν’ αφήσω αυτό τον τόπο,
δεν θέλω να σ’ αφήσω.
Θέλω να μείνω πάντα εκεί
στα περασμένα.

 

Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Άδειο το σπίτι στέκει ερημικό.
Στο βάθος φυσαρμόνικα που παίζει
τραγούδι σε ρυθμό ρομαντικό
και συ γερμένος σε μικρό τραπέζι.

Κλείνεις τώρα τα μάτια σου και πας
σε χώρες μακρινές κι ονειρεμένες,
τα πρόσωπα κοιτάζεις π’ αγαπάς,
μαζί τους ζεις στιγμές ευτυχισμένες.

Παίζει κι η φυσαρμόνικα απαλά.
Με σε θαρρείς κι αυτή πως υποφέρει.
Σα να το ξέρει: Ο χρόνος που κυλά
πίσω ξανά κανένα δεν θα φέρει.

 

ΠΟΤΕ

Ποτέ σου δεν φαντάστηκες
ένα καλύτερο κόσμο,
ποτέ σου δεν δάκρυσες,
ποτέ σου δεν άκουσες
τις φωνές των κολασμένων της γης.
Ποτέ σου δεν θαύμασες ένα λουλούδι,
ποτέ σου δεν αγάπησες
γιατί τα όνειρά σου περιορίζονται
σ’ ένα υδραυλικό τιμόνι.

 

ΣΕ ΦΙΛΟ ΠΟΙΗΤΗ

Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελες να ζήσεις.
Ταξίδεψα με της ελπίδας τα φτερά
κι είδα τους νέους με χέρια άσπιλα
χωρίς τις τρύπες του θανάτου,
τους άντρες με χέρια στιβαρά
να χτίζουν την ειρήνη,
τις γυναίκες να ερωτεύονται τη φύση.
Είδα μαζί πιασμένους σε χορό
τον Τούρκο με τον Έλληνα
τον λευκό με το νέγρο.
Είδα τους δρόμους, που ήτανε μεγάλοι
για να χωρά η αγάπη να περάσει.
Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελα κι εγώ να ζήσω.
Γι’ αυτό σα θα βρεθείς μονάχος
βάλε στους στίχους σου φωτιά
απ’ της καρδιάς τη λάβα
κι άφησε τα φτερά του νου
να μας απογειώσουν.
Και γνώριζε πως θα ξυπνήσουμε
και τ’ όνειρο δεν θα τελειώσει την αυγή.

 

ΟΠΤΑΣΙΑ

Σίγουρα θα γεννήθηκες στη θάλασσα,
έχει το χρώμα των ματιών σου.
Τα μαλλιά σου αύρα κυματιστή
στου μπάτη το παιχνίδισμα.
Τα χείλη σου κόκκινα
μάθανε να μιλούν μόνο για αγάπη.
Ο στίχος μου δειλός
αδυνατεί να περιγράψει τα κάλλη σου.
Και εγώ,
σ’ ένα θολό πρωινό του Οκτώβρη
στο νου μου σε φέρνω συντροφιά
ο ήλιος να βγει.

 

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Έφυγε σηκώνοντας
κάποιες αποσκευές.
Καθώς τον βάραιναν
τις πέταξε στο δρόμο.
Καθόλου δεν αλάφρωσε,
αφού επιμένει να κρατά
τόσες και τόσες αναμνήσεις.

 

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

Βλέπω τα τρένα να περνούν απ’ το σταθμό
τρέχει το πλήθος για να μπει, να τα προφτάσει
κι αυτά σφυρίζουν δυνατά και βιαστικά
φεύγουν για κάμπους μακρινούς βουνά και δάση.

Κι όποιος τα χάσει και στην ώρα του δεν μπει
μονάχος μέσα στο σταθμό θα περιμένει
ώρες πολλές που ‘ναι γεμάτες μοναξιά
Κι η θλίψη μέσα στη ματιά του θα βαραίνει.

Κι εγώ που γρήγορα να τρέξω προσπαθώ
ποτέ το τρένο της ζωής δεν προλαβαίνω
κι όσο κι αν τρέχω κι αγωνίζομαι μ’ ορμή
πάλι μονάχος στο σταθμό θα περιμένω.

 

ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Το τετράδιο που σου έγραφα
γέμισε πια.
Πέρασε τόσος καιρός κι εγώ ακόμα
να θέλω να γράφω.
Δακρύζω κρατώντας ξανά το μολύβι,
κι όσα νιώθω βαραίνουν το στήθος.
Καινούργιο πρέπει τετράδιο ν’ αγοράσω
και για σένα και πάλι να γράψω.

 

ΜΕ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Με το μαχαίρι χάραξα
στο βράχο μια καρδιά
κ’ εκείνος μάτωσε.

 

ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Σαν τη φέρνω στο νου μου δακρύζω,
με σπασμένη φωνή ψιθυρίζω
ένα ποίημα που δε θα τελειώσει,
μα που κάτι σε κάποιους θα δώσει.

Το μολύβι σαν πιάνω στο χέρι
νοιώθω μέσα μου κάποιο μαχαίρι.
Την καρδιά μου την έχει ματώσει
ένα ποίημα που δεν θα τελειώσει.

Για τα δυο της ματάκια θα γράψω,
για τη μαύρη ζωή μου θα κλάψω.
Η σκληρή μοναξιά μ’ έχει λιώσει
και το ποίημα δε λέει να τελειώσει.

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια.
Τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σαν χιόνια,
θα περνά μια ζωή κι άλλη τόση
μα το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

Σαν πεθάνω ρωτώ τι θα γίνει;
Σκόρπιοι στίχοι θε να ‘χουνε μείνει.
Κάποιο χέρι στη γη θα με χώσει
και το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/biblio/27/6/2014

Ένας εκπρόσωπος πρωτοπορία της γενιάς της κρίσης

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αποτελεί μια από τις πιο άρτιες ποιητικές μορφές της νεώτερης γενιάς. Εντάσσεται στη γενιά της κρίσης (όρος που θα επιβεβαιωθεί ή θα απορριφθεί στο μέλλον από τους κριτικούς), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα προηγούνται της οικονομικής κρίσης. Η ένταξή του σε τούτη είναι όχι μόνο με ηλικιακά κριτήρια, αλλά κυρίως λόγω θεματολογία. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της τόσο λόγω κοινών βιωμάτων όσο και του κοινωνικού προβληματισμού που εκθέτει.

Μέχρι σήμερα μετρά ήδη έξι ποιητικές συλλογές: Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση, 1997), Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014).

Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από μία μοναδική ικανότητα να συνθέτει άλλοτε σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε ομοιοκατάληκτα κι άλλοτε σε ελεύθερο στίχο. Διαυγής κι αφηγηματικός ο στίχος του διαρρέει ένα κρυστάλλινο νόημα/μήνυμα, χωρίς περιθώρια για απορίες, δίχως παρερμηνείες.

Η γλώσσα του δίχως στολίδια, λιτή με έμφαση στην αφήγηση με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Ο τίτλος του συνήθως είναι ένα προσηγορικό ουσιαστικό (άναρθρο ή έναρθρο) χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις ρηματικών τίτλων ή ονοματικών συνόλων. Ο τίτλος αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του ποιήματος χωρίς να προδιαθέτει μόνος του για το θέμα του έργου.

Οι συνθέσεις του συχνά μοιάζουν με πρόζα ή με θεατρικό μονόλογο (ψευτοδιάλογο) με τον υποτιθέμενο υποκριτή να απευθύνεται στο κοινό. Το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο ενισχύει ακριβώς τούτο το ύφος, μαζί με την καθημερινή γλώσσα και τη λιτότητα στη γραφή του.

Πρόκειται για ποίηση κατά βάση κοινωνική. Συναντάμε ποιήματα υπαρξιακά με όλες τις σύγχρονες αγωνίες, έργα κοινωνικού προβληματισμού που εξετάζουν την κοινωνία με μάτι ειρωνικό, φόβου ή αγανάκτησης για την αδικία. Η αθανασία, η φθορά του ανθρώπου, τα όνειρα συμπλέουν με τον έρωτα, την κοινωνική κριτική, την ατολμία και τη δειλία των ανθρώπων ν’ αγωνιστούν για το δίκαιο. Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η πολιτική και η κοινωνική αλλοτρίωση (από τον Άλλο, από τις Ιδέες) αναδεικνύουν ένα ποιητή που ισορροπεί το άτομο με την κοινωνία, την πολιτική ιδιοσυγκρασία με τις κοινωνικές ανάγκες και την Τέχνη με τις ατομικές αξίες αποφεύγοντας τη μονομέρεια.

Σταχυολογούμε τα υπαρξιακά τριαντάφυλλο και φυλακή (ερείπια). Ο ποιητής προβληματίζεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον. Παρατηρεί την απομόνωση των ανθρώπων, την τεχνολογία που δίνει την ψευδαίσθηση της συναναστροφής.

Την ανάγκη ψυχικής ανάπαυλας από τις τρικυμίες της ζωής εκφράζει και το σύντομα (πρόσωπα γνωστά). Στο ολιγόστιχο έργο υπό λανθάνοντα λυρισμό το υποκείμενο αντιηρωικά αναζητά ένα απάγκιο. Επιδίωξη η ηρεμία. Το ταξίδι και η θάλασσα, τόσο αγαπητά θέματα σε επικές συνθέσεις της λογοτεχνικής μας παράδοσης (Όμηρος, Καβάφης, Καβαδίας, Ελύτης, Σεφέρης κ.ά), μοιάζουν με κατάρα για τον αφηγητή. Πίσω όμως από την κυριολεξία, εντοπίζουμε τον κοινωνικό συμβολισμό για τις καθημερινές –κοινωνικές- τρικυμίες που απασχολούν και το δημιουργό και την ανάγκη εξόδου από την κοινωνική κρίση.

Το Θεοχάρη Παπαδόπουλο στα ξερόκλαδα απασχολεί και το θέμα των ναρκωτικών με δύο συνθέσεις (νωρίτερα δεν παρατηρείται αναφορά στην ουσιοεξάρτηση με την εξαίρεση των αναφορών στο αλκοόλ, αλλά όχι ως κατάχρηση), την έλλειψη και την τρύπα στο βουνό. Με ευθύτητα, χωρίς να ομορφαίνει το λόγο του ο δημιουργός αναπλάθει τον κόσμο των ουσιών. Η έλλειψη πιο κοντά στο λυρισμό, που ενισχύεται από τη σταυρωτή ομοιοκαταληξία και τον καθαρό ίμαβο, σε β’ πρόσωπο, δημιουργεί θρυμματισμένες διαδοχικές εικόνες ώστε να φτάσουμε στη λέξη-κλειδί σύριγγα και να γίνει κατανοητή η σύνθεση. Η δε τρύπα στο βουνό περισσότερο μοιάζει με ένα παιχνίδι λέξεων και νοημάτων. Περιγραφικό και λιτό (μόνο ουσιαστικά και ρήματα) «χτυπά» άμεσα τον αναγνώστη. Θραύσματα στίχων με κοφτές φράσεις ενισχύουν τη σπαρακτική κραυγή του ποιητή.

Σημαντικές είναι οι φυσιολατρικές συνθέσεις. Η φύση συμπλέκεται με τον άνθρωπο ισορροπώντας ανάμεσα στο λυρικό και το υπαρξιακό στοιχείο μα βαρύτερη έμφαση στο λυρισμό. Η φύση (η βροχή, η ζέστη, η μέρα, η μπόρα) αποκαλύπτουν τον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου.

Οι πατημασιές (ξερόκλαδα) αναδεικνύουν την ευαισθησία του ποιητή. Οι αναμνήσεις δεν καθαρίζονται. Μένουν στην ψυχή χαραγμένες σαν απολιθωμένες πατημασιές. Το β΄ ενικό στο ποίημα δημιουργεί ένα κλίμα διαλόγου, δίνει μία διάσταση πρόζας, σα μονόλογος ενός μονόπρακτου στο οποίο ο υποκριτής απευθύνεται στο κοινό. Και τούτη ακριβώς η γραφή σε συνδυασμό με το λιτό ύφος προσδίδουν μία πανανθρώπινη δυναμική στο έργο. Το θέμα της μνήμης το πραγματεύτηκε ο δημιουργός και νωρίτερα στις φωνές (ερείπια), όπου οι αναμνήσεις είναι φωνές από τις οποίες αδυνατεί να ξεφύγει το ποιητικό υποκείμενο.

Άλλοτε, η ζωή μοιάζει οπτιμιστικά με ένα παιχνίδι. Ίσως ξαναβρούμε τη χαμένη μας ζωή σ’ ένα παιχνίδι, όπως μας καλεί ο δημιουργός στην πρόσκληση (ξερόκλαδα), ένα αισιόδοξο ποίημα με «παιδικό» λυρισμό. Η σύνθεση διαχέει ένα παιδικό αυθορμητισμό (ένα παιδικό στοίχημα με φιλί για βραβείο, το διαλογικό ύφος, η προφορικότητα της γλώσσας) που προσδίδει μία ιδιαίτερη ζωντάνια.

Ο έρωτας διαπνέει όλο το ποιητικό έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Όχι όμως ο επιθετικός ερωτισμός της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής με βερμπαλισμούς και υπερβολική εμμονή στα πάθη και τον πόθο. Πρόκειται για μία ισορροπημένη συναισθηματική κατάσταση που λανθάνει στο έργο αφού συχνά το απών άτομο του προζικού διαλόγου είναι εκείνη, όπως στην αντίθεση και τη φωτογραφία (ερείπια), την άδεια καρέκλα (πρόσωπα γνωστά). Άλλοτε ο διάλογος είναι πραγματικός μονόλογος όπως στη νύστα (ερείπια), τη μουντζούρα και τη μπόρα (πρόσωπα γνωστά) ή στο άγαλμα (ξερόκλαδα).

Η άδεια καρέκλα πραγματεύεται την ερωτική μοναξιά (πρόσωπα γνωστά). Σε δεύτερο πρόσωπο ο ποιητικός αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται ως μονόλογος στον εαυτό του μέσα από έναν φενάκη διάλογο. Η μοναξιά κυριαρχεί στο ποίημα ως ένας βαθύτερος πόνος του ήρωα που αναζητά ένα χέρι να πιάσει.

Με μοναδική αμεσότητα, χωρίς λογοτεχνικά σχήματα ο ποιητής στοχάζεται και με πικρία και δυσφορία παρατηρεί την κοινωνία και τους ανθρώπους. Ένα πλέριο συναίσθημα αγανάκτησης για την εικόνα της ανθρώπινης φυλής πηγάζει από τον άσχημο κόσμο (πρόσωπα γνωστά). Ομοιοκατάληκτος στο πρότυπο της πολυσύλλαβης ποιητικής παράδοσης, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταγράφει άλγη σε βάρος των ανθρώπων και της φύσης στο όνομα του κέρδους. Βρωμιά κι ασχήμια προς όφελος του χρήματος είναι η απαισιόδοξη εικόνα που εισπράττει το ποιητικό υποκείμενο. Κάθε λυρισμός εξορίζεται ενώ η ομοιοκαταληξία συνδέει ζευγαρωτά κι δίνοντας έμφαση στην αλγεινή τούτη εικόνα.

Το πρακτορείο (ερείπια) είναι μια αφηγηματική σύνθεση κοινωνικού προβληματισμού. Ο υπάλληλος γίνεται ένα γρανάζι του μηχανισμού, αλλοτριωμένος απ’ το προϊόν (εισιτήρια) που πουλά (δεν έχει ποτέ του ταξιδέψει). Εμφανές ως αίτιο, η οικονομική του αδυναμία, αν και δεν αναφέρεται ρητά, να ταξιδέψει σε εξωτικούς προορισμούς. Πρόκειται για ένα πραγματικό κοινωνικό εμπαιγμό. Χυμώδες κι απέριττο το ύφος αναδεικνύει αβίαστα τον ποιητικό προβληματισμό.

Τα πρόσωπα γνωστά (που τιτλοφόρησαν και τη συλλογή) εκθέτουν την εξαπάτηση των ανθρώπων. Με β΄ και γ΄ γραμματικό πρόσωπο ο αφηγητής προσπαθεί να αφυπνίσει τον αναγνώστη και να δει τα ψεύτικα χαμόγελα των γύρω του. Ίδιοι πάντα, ψεύτικα καμώνονται πως αλλάζουν.

Κάλεσμα σε δράση αποτελούν οι πόρτες κλειστές (πρόσωπα γνωστά). Όταν οι πόρτες είναι κλειστές κι έξω έχει βαρυχειμωνιά (με όλους τους κοινωνικούς συμβολισμούς εμφανείς), τότε χρειάζεται βία για να ανοίξουν οι θύρες. Οι φωνές και οι διαμαρτυρίες δεν αρκούν. Κανείς δεν ακούει. Είναι ώρα για δυναμική δράση.

Την ευθύνη του ατόμου εκφράζει η διαλογική Ελευθερία (ερείπια). Το νεοϋορκέζικο άγαλμα/σύμβολο σε μία ποιητική πρόζα αρνείται τα κλάματα και απαιτεί τόλμη. Σαφείς οι επιρροές του καλβικού στίχου (θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία) και των βαρναλικών Μοιραίων. Το δικό του ποιητικό υποκείμενο όμως είναι ένας ζητιάνος, ένας λούμπεν τύπος, μακριά από τους λαϊκούς ανθρώπους της βαρναλικής υπόγειας ταβέρνας και την καλβική επαναστατικότητα. Διάχυτος ο σαρκασμός μα και ο πόνος για την ατολμία και τη μοιρολατρία των ανθρώπων.

Αναλόγως, στην επίσκεψη (ερείπια), ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει την ευθύνη του ατόμου όταν μένει αδρανές. Τα σταυρωμένα χέρια πληγώνουν την ειρήνη. Τούτη δεν έρχεται με ευχές και μ’ όνειρα. Η απουσία δράσης αντιπολεμικής ταυτίζεται σχεδόν με τις πληγές που τις προκαλούν όσοι την αντιμάχονται. Στην ουσία το ποίημα αποτελεί μια πρόσκληση σε αντιπολεμικές δράσεις, σε ένα διαρκές φιλειρηνικό κίνημα. Κανείς δεν είναι ανεύθυνος όσο αδρανεί. Ο πόλεμος απασχολεί τον ποιητή και στον ειρηνοποιό (ερείπια) με διάθεση ειρωνείας και καταγγελίας και στον πόλεμο (ερείπια) που με ευαισθησία συνθέτει ένα τριτοπρόσωπο θρήνο.

Στα πολιτικά εντάσσεται και το ξερόκλαδα (από την ομώνυμη συλλογή). Η σύνθεση κινείται σε ένα συμβολικό επίπεδο. Ο ελεύθερος στίχος εντείνει το αγωνιστικό πνεύμα και το επαναστατικό ύφος, ωμό ύφος και ευθύ χωρίς καμία επιθυμία λυρικής διάθεσης. Μέσα από την καταστροφή τα πεσμένα ξερόκλαδα, στερημένα από νερό που πονάνε, θα γίνουν προσάναμμα φωτιάς για ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται σύμβολα μπροστά στον πόνο του ποιητή για την κοινωνική καταστροφή.

Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι αριθμοί, η τεχνοκρατική αντίληψη του κόσμου και διαχείρισης της κοινωνίας, μακριά από τις ανάγκες των ανθρώπων, έχουμε ανάγκη από την ποίηση. Δεν είναι τυχαίο πως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων η τέχνη δεν παύει, αλλά αντίθετα ανθίζει ως αναγκαιότητα.

Η ποίηση με τον αντιεμπορικό της χαρακτήρα και την υψηλή απαίτηση σε γλωσσική μελέτη και δημιουργικό πνεύμα, γίνεται ένα μέσο εξανθρωπισμού της κοινωνίας και της Τέχνης. Είναι ένα πνευματικό όπλο ενάντια στους αριθμούς. Και η γενιά της κρίσης έχει να παρουσιάσει τους δικούς της νεώτερους εκπροσώπους που με αυταπάρνηση προς την τέχνη αναδεικνύουν την ανάγκη των ανθρώπων. Συνθέτουν με σαφή ανθρωποκεντρικό και κοινωνικό προσανατολισμό.

 

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/22/8/2015

«Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την Papadopoulos1ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.

Η γραφή του ποιητή είναι άμεση, επικοινωνεί με τον αναγνώστη κι εξυπηρετεί με τον καλύτερο, δυνατό τρόπο την ανάγκη μας για ουσιαστική ποίηση, που θα εκφράζει τις ελπίδες, τους φόβους, τα κρυφά κι ανομολόγητα όνειρα του καθημερινού ανθρώπου. Χωρίς περιττά στολίδια αλλά με προσεγμένη γλώσσα, τόσο γραμματολογικά, όσο και συμβολικά, αναδεικνύει ότι πίσω από πόρτες κλειστές, μέσα από τα ερείπια μιας κουρασμένης κοινωνίας, υπάρχουν άνθρωποι που ονειρεύονται μια διαφορετική ζωή αλλά και που πολλές φορές χάνονται στις σκέψεις τους και στα προβλήματά τους. Κι όμως, τότε θα έρθει ο ποιητής, με μία λέξη του, με ένα στίχο – συνήθως τον τελευταίο του ποιήματος – για να καθαρίσει τα σκοτάδια των κουρασμένων ψυχών. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα Κυνηγητό από τη συλλογή Πρόγνωση Καιρού:

Τρέχεις μες το δρόμο.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ιδρώνει το κορμί,
κουράστηκε το βήμα σου.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ποτέ του δεν κουράζεται,
τώρα σε πλησιάζει,
μεγάλωσε η σκιά του,
νοιώθεις την ανάσα του.
Άλλο δεν μπορείς να τρέξεις.
Τρέμοντας γυρνάς πίσω το βλέμμα
και έκπληκτος κοιτάς τον εαυτό σου.

Ο έρωτας, η ερωτική μοναξιά, το παρελθόν και η μνήμη, η αγανάκτηση και ο θυμός για την κοινωνική κατάσταση, η πολιτική καταγγελία και η πρόταση για αγωνιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, η αλλοτρίωση συναισθημάτων και επιθυμιών, ο πόθος και το πάθος για το δίκιο των απλών ανθρώπων απέναντι σε δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη ζωή τους, η αγάπη του για τη φύση, διατρέχουν όλο το έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Είναι μία ποίηση πρώτα πολιτική, χωρίς όμως να ακολουθεί μία στείρα καταγγελτική μορφή, και ύστερα υπαρξιακή. Έτσι κι αλλιώς το υπαρξιακό χωρίς την υλιστική του εξήγηση είναι απλά μια μεταφυσική θεωρία.

Και ποιο είναι το ζητούμενο στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, αν όχι η ανθρώπινη, κοινωνική, καθημερινή ηρεμία, χωρίς προβλήματα; Αλλά αυτό το αίτημα δεν αναδεικνύεται μέσα από ένα μικροαστικό πλαίσιο αλλά προβάλλοντας μια αγωνιστική, ρηξιακή προοπτική, κι αυτό νομίζω πως αποτελεί μια κορυφαία κατάκτηση του ποιητή. Αλλά ο ποιητής δεν αρκείται στην ποίηση και στην λογοτεχνική κριτική, όπου κι εκεί έχουμε κριτικές του διανθισμένες με υπέροχα στοιχεία, αλλά ως ενεργό μέλος στον κοινωνικό, πολιτικό χώρο αλλά και δημιουργός που αναλαμβάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες π.χ. δίνει πρώτος το παράδειγμα προς μια τέτοια κατεύθυνση. Άνθρωπος ευαίσθητος, ελπίζει και διεκδικεί να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο κι η ποίηση, όπως και τα αδημοσίευτα ποιήματα που σήμερα παρουσιάζουμε για πρώτη φορά, του εκφράζει με άρτιο τρόπο αυτή του τη διάθεση.

Η ΚΙΘΑΡΑ

Παίζει η κιθάρα,
όμορφο σκοπό.
Γλυκές κι ανάλαφρες οι νότες,
σκορπούν στον άνεμο,
κάνουν ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουνε
την άπονη καρδιά της.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ’ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στο νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν τις ίδιες λέξεις
ξαναείπανε άλλα στόματα
κι οδήγησαν στο θάνατο.

ΘΥΣΙΑ

Δουλεύουν μπρος στη μηχανή,
μοιάζουν δεμένοι με σχοινί,
δεν γνώρισαν αργία.
Ήτανε λίγα τα λεφτά,
πολλά προβλήματα, καυτά
και βγήκαν σ’ απεργία.

Μέρες περάσανε πολλές,
κραυγές ακούστηκαν τρελές,
πείνα και προδοσία.
Οι δουλευτές δεν σταματούν,
πίσω δεν κάνουν, προχωρούν
και γίνονται θυσία.

Η ΠΑΡΑΛΙΑ

Μια παραλία ερημική.
Καμιά φωνή,
θόρυβος κανένας.
Μόνη της συντροφιά τα κύματα.
Μόνοι φίλοι της τα βράχια.
Βουβός κοιτάς την έρημη ακτή.
Ανακαλύπτεις τραγικά
πόσο σου μοιάζει.

Χάι κου

Στον Νίκο Καρούζο

Χειροβομβίδες
τα χέρια του άνεργου.
Και του εργάτη.

 

Ζηλεύω τα βράχια  (2018)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 03/10/2018

Ποίηση των καιρών μας

O Θεοχάρης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής αναγνωρίσιμος από τον τρόπο της γραφής του. Απλός, λιτός και στοχαστικός με μια απαισιόδοξη συνήθως διάθεση. Καταγράφει αλήθειες της ζωής με έναν τρόπο που δεν χαρακτηρίζεται καθόλου σαν μοντέρνος ή μεταμοντέρνος. Όμως αγγίζει τον σύγχρονο αναγνώστη.

Κοινωνικά στιγμιότυπα, μια κουβέντα, ένα βλέμμα, μια λεπτομέρεια, γίνονται τα ερεθίσματα για την δημιουργία. Ο άνθρωπος που δεν είναι αριβίστας ή που χαρακτηρίζεται από ευγενικά αισθήματα, συχνά πέφτει θύμα μιας αστοχίας, μιας κακοτυχίας ή της ίδιας του της μιζέριας. Οι άνθρωποι που κατέληξαν να γίνουν σκιές, μια καταστροφική κουβέντα που πληγώνει, λέξεις που οδηγούν στον θάνατο, η πόλη που όλο κοιμάται και δεν λέει να ξυπνήσει, ο άνθρωπος ο μόνιμα διωγμένος κι από το ίδιο του το σπίτι ακόμα, η αναμονή ενός μάταιου ονείρου, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που περιλαμβάνονται στα ποιήματα του Παπαδόπουλου. Κάπου μακριά αχνοφέγγει μια ελπίδα, αλλά δύσκολα ο άνθρωπος έχει αισιοδοξία. Κρύβει συνήθως τρικυμία στην καρδιά του και ποτέ δεν ησυχάζει.

Όλο κάτι θα λείπει ή θα απουσιάζει. Όλο και κάποιο ζητούμενο θα βασανίζει τον αφηγητή. Η ατελείωτη αναμονή, η περιπλανώμενη θλίψη, η μοναξιά του υποκειμένου, η τραγικότητα ενός ανθρώπου ματαιωμένου και ξεχασμένου από όλους και από όλα υπάρχουν μέσα στο έργο του. Και συνυπάρχουν με μια επαναστατική διάθεση στα σημεία. Στο τέλος του ποιήματος «Φυλακή» διαβάζω: «Μη σκύβεις/Κράτα ψηλά το κεφάλι./Να σηκωθούνε κι άλλοι/να γκρεμιστούν,/οι φυλακές του κόσμου.», σελ.18

Η μνήμη, ο χρόνος, ο θάνατος, η μοναξιά, το όνειρο, ο ανανταπόδοτος έρωτας, το προσωπικό χάος επανέρχονται και δίνουν το στίγμα στη θεματολογία, αλλά και το ύφος του ποιητή. Στο ποίημα «Καθρέφτες» γίνεται αυτοαναφορικός, χαρακτηρίζει «θλιβερούς» τους στίχους του: «[..]κι εσύ για ακόμα μια φορά/ θα γράψεις στίχους θλιβερούς/ η ώρα να περάσει»(σελ.41)

Δεν προσπαθεί με εξυπνακίστικα κόλπα να επιβληθεί, αλλά με μια ειλικρινή διάθεση καταδεικνύει την ουσία των πραγμάτων. Σχεδόν στο τέλος κάθε ποιήματος υπάρχει μια πικρή διατύπωση και μια διαπίστωση που σε αφοπλίζει. Γράφει έμμετρα, αλλά και σε ελεύθερο στίχο, όμως με μια καθαρότητα και διαύγεια τέτοια που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό, με τις ίδιες του τις πληγές, με τα ίδια του τα σακατιλίκια.

Στο τελευταίο του ποίημα «Τα βράχια» γράφει:

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

Προσωποποιεί αυτά που ζηλεύει. Θα ‘θελε να μοιάζει στα βράχια. Θα ‘θελε να ήταν και ο ίδιος βράχος, να στέκεται αγέρωχος, να μην τον αγγίζει τίποτα. Να μην έχει συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Ιδιαίτερη η προτίμηση για το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Σαχζάτ Λουκμάν». Ο Σαχζάτ Λουκμάν είναι ένας Πακιστανός μετανάστης που δολοφονήθηκε το 13 από χρυσαυγίτες στα Πετράλωνα. Τιμής ένεκεν λοιπόν. Σαν μνημόσυνο. Ο ποιητής δεν θέλει να λησμονήσει καμιά αδικία, κανένα φθοροποιό συναίσθημα. Αλλά τα μεταφέρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέσα στο έργο του. Τα κάνει ποιήματα για να τα ξορκίσει, για να παρηγορηθεί ή για να νιώθει πως είναι ζωντανός;

Σαχζάτ Λουκμάν

Σαχζάτ Λουκμάν.
Χέρια οπλισμένα
χτυπάνε χέρια ορφανά,
χέρια κυνηγημένα,
που δεν σηκώθηκαν ψηλά,
δεν παραδόθηκαν.
Βγήκαν μαχαίρια
κι ένα νήμα ζωής
έκοψαν στα δυο.
Σαχζάτ Λουκμάν.
Έχει όνομα και επώνυμο
η θλίψη.

 

 

Έξυπνες βόμβες 2016

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

vakxikon.gr, Μάιος 2016

Είχαμε τη χαρά να παρουσιάσουμε κριτικά και παλαιότερα την πλούσια ποιητική δουλειά του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Τότε εντοπίσαμε μία ιδιαίτερη ποικιλία έκφρασης και μία συνεχή αναζήτηση στο στίχο. Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από τη δυναμική του αστόλιστου λόγου με έκφραση λιτή και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Και η νέα του συλλογή, «έξυπνες βόμβες» (Μανδραγόρας, 2016), αποτελούμενη από χαϊκού αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή την αναζήτηση.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε πως η επιλογή της ιαπωνικής φόρμας αποτελεί ένα ρίσκο για τον ποιητή. Του επιβάλλει το δικό της στιχουργικό ρυθμό και μία επίπονη επεξεργασία στο στίχο και τη γλώσσα ώστε να υπηρετηθούν και οι συλλαβικές νόρμες και το αποφθεγματικό ύφος ή η αποτύπωση της στιγμής. Και η κρυφή γοητεία της λιλιπούτειας κι ιδιόρρυθμης τούτης φόρμας κρύβεται στη λιτότητα του λόγου και το πυκνό νόημα, κάτι που αυξάνει τις απαιτήσεις για το δημιουργό.

Και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταφέρνει όχι μόνο να προσπεράσει όλες τις σκοπέλους, αλλά και να αναδύεται το συναίσθημα απρόσκοπτα αγκαλιάζοντας τον αναγνώστη. Με αξιοπρόσεκτη ευστοχία και μέσα σε δεκαεφτά συλλαβές ξαφνιάζει τον αναγνώστη• το λανθάνον δηκτικό ύφος και ο πόνος τον συγκλονίζουν.

Η αποφθεγματικότητα των στίχων καταδεικνύει το δούλεμα του στίχου και ταυτόχρονα καθιστά πιο καίριο το «πλήγμα» στην ψυχή του αναγνώστη. Ο ποιητής εγκαταλείπει το φυσιολατρικό παραδοσιακό χαρακτήρα της ιαπωνικής φόρμας• τα χαϊκού του εκφράζουν εσωτερικές αγωνίες για τη μοναξιά (41, 42, 43) τον έρωτα και τη συντροφικότητα (7, 8, 11, 23, 26, 28, 25, 51, 49, 53).

Άλλοτε λυρικός, άλλοτε ρομαντικός και πολύ συχνά σαρκαστικός γράφει για το χρόνο και τη μνήμη (15, 17, 47), τον πόνο του ανθρώπου (32, 9, 33, 34, 44, 45, 48) και τα όνειρά του που γκρεμίζονται (10, 19, 24, 59, 14)• εκθέτει κοινωνικές αγωνίες (10, 20, 21, 27, 34, 37, 38, 39, 54, 55, 56) και αυτοαναφορικά συνδέει τον Άνθρωπο με την ίδια την ποίηση (12, 13, 18, 36, 52, 57).

Οι ήπιοι τόνοι της ποιητικής του γοητεύουν• η δηκτική διάθεσή του εκφράζει την ευρύτερη κοινωνική αγανάκτηση, αλλά και την αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας. Η στιχουργική του παραμένει κοινωνιοϋπαρξιακή και ανθρωποκεντρική δίχως όμως να εγκλωβίζεται σε κάποιο αόριστο ατομοκεντρισμό• ο άνθρωπος είναι μέλος της κοινότητας με αλληλεπιδραστικές σχέσεις.

Βέβαια δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται συχνά για αλλοίωση του φυσιολατρικού κι εικονοπλαστικού χαρακτήρα της φόρμας. Ωστόσο, οι τιμητές των ελεύθερου θέματος χαϊκού παραβλέπουν την εξέλιξή τους και την ενσωμάτωσή τους στο γλωσσικό και κοινωνικό περιβάλλον που τα υιοθετεί.

Και αν κρίνουμε από την σχετική αύξηση των συλλογών χαϊκού αποδεικνύεται ότι η «εξωτική» τούτη ποιητική φόρμα είναι ευέλικτη και έχει ενσωματωθεί άριστα στην ελληνική λογοτεχνία. Συχνά με σαρκαστικό ύφος που εκφράζει την αγανάκτηση και την απογοήτευση της εποχής, άλλοτε με ρομαντική και εποχική ή λυρική προσέγγιση ακολουθούν το δικό τους αυτόνομο δρόμο στην ποίηση, προσπερνώντας την ιαπωνική παράδοση…

 

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΣΑΒΒΙΔΟΥ

Υπάρχει ένα ρητό του Faun που λέει πως ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και το αποτυπώνει στην χωρίς απωθημένα αλλά με οξυδέρκεια απεικόνιση της εποχής μέσα από τις σελίδες ενός ζωντανού και δημιουργικού ανθρώπου.
Καταναλώνω
ληγμένα προϊόντα
στην οθόνη μου.
Γράφει σε ένα χαικού που διαχωρίζει με μιας τον τηλεοπτικό κόσμο, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος αυτού, από τον κόσμο των ανθρώπων που δρουν και σκέφτονται, που σκεφτονται και δρουν. Στην πραγματικότητα που δρουν επειδή σκέφτονται και το αντίστροφο του.

Η πραγματικότητα για τον Παπαδόπουλο, όμως, είναι τουλάχιστον διττή, αφού μεγάλες γέφυρες, από κείνες τις συμβολικές που θυμίζουν ότι ο παραλογισμός της τάξης πραγμάτων συνίσταται στην τελειοποιημένη της διαμεσολαβητικότητα όταν έχει ακυρώσει πριν ό,τι θα μπορούσε να διαμεσολαβηθεί, υπάρχουν στην ποίηση του. Οι γέφυρες αυτές ενώνουν τον εξωτερικό με τον εσωτερικό κόσμο, δημιουργώντας, κατά στιγμές βέβαια, έναν κόσμο τόσο εύθραυστο όσο και γυάλινος κόσμος του Τένεσσυ Ουίλιαμς και τόσο ρωμαλέος στην κριτική του όσο και οι σελίδες του Μπέκετ.

Φθινοπώριασε.
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Γράφει ο Χάρης μιλώντας ακριβώς γι αυτόν τον ευαίσθητο, τον γυάλινο εσωτερικό κόσμο ενός ποιητή που, θέλοντας και μη, πρέπει να προσαρμοστεί, όπως και κάθε ποιητής, σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο βαρβάρων.

Ή αλλού
Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

Κι αλλού
Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Βέβαια η αφηρημένη ουτοπία, που πολλοί συχνά αναπτύσσουν οι ποιητές και οι αιθεροβάμονες, παραείναι όπως σημειώνει ο Adorno συμβιβάσιμη με τις πιο ύπουλες ροπές της κοινωνίας, αφού γραφικοποιεί και την ίδιαν την ουτοπία. Αλλά αυτήν την συζήτηση ας την αφήσουμε γι’ άλλοτε, όταν κι ο ίδιος ο κυνικός κόσμος θα χει αποφασίσει να ακολουθήσει για μια φορά το γνωστό σύνθημα αίτημα στο διηνεκές: ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται και όχι αυτούς που ονειρεύονται.

Είμαι ντεμοντέ.
Περασμένα τριάντα
κι ονειρεύομαι.

Γράφει ο αποψινός. Και κρίνοντας με ρομαντική ρώμη τον κόσμο μας σε όλες τις πλευρές, και στην νύχτα και στην ημέρα, σημειώνει:\

Άσπλαχνη μέρα
δολοφονεί τη νύχτα
και τ’ όνειρό μου.

Και παρακάτω:

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Η δολοφονική βία όμως πάνω στην οποία στηρίζεται ο ίδιος ο πολιτισμός (για να θυμηθούμε τα Minima Moralia) ‘σημαίνει καταδίωξη όλων από όλους, και όποιος έχει μανία καταδίωξης, μειονεκτεί μόνο στο ότι κατηγορεί τον γείτονα του γι’ αυτό που διαπράττει το σύνολο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να κάνει σύμμετρο το ασύμμετρο’.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Όλοι που δραπετεύουν από τα όρια δίχως να χάνουν όμως την συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης τους, καίγονται γιατί γυρεύουν να τσακώσουν με γυμνά χέρια τον βαθύ παραλογισμό και την απαράμιλλη κυνικότητα του ‘φυσιολογικού’ της ‘προόδου’ και της ‘τάξης’ που στηρίζονται ακριβώς όπως σημειώσαμε στην τελειοποιημένη τους ‘μεσολάβηση’, το σύνθετο και πολυεπίπεδο κρυφτό από μια γύμνια που δεν θ’ αντέχαμε ούτε λεπτό αν μεναμε γυμνοί από τα θεραπευτικά μας ψέμματα και μόνοι.
Και όμως! “Δεν πιστεύω στην λέξη μοίρα, είναι το καταφύγιο κάθε αυτοκαταναλούμενης αποτυχίας” Andrew Soutar
Το ξέρει αυτό ο φίλος Χάρης:

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

Ο στίχος αυτός, η Ιθάκη του η Ιθάκη μας, μισός ρηγμένος στην πραγματικότητα και μισός ριγμένος στο ψέμα όπως τα πάντα στην ζωή, παίρνει άλλοτε την μορφή του αγώνα κι άλλοτε την μορφή της γυναίκας. Και τα δυο θραύσματα του ίδιου παλίμψηστου που δεν μπορούν να πάρουν το πρόσωπο της ευτυχίας αν δεν ενωθούν το ατομικό με το συλλογικό, οι δυο άκρες της γέφυρας που λέγαμε.
Η γυναίκα είναι διττή στην ποίηση του, όπως θαρρώ για όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, τα αντικείμενα του πόθου τους, όποιο φύλο κι αν έχουν. Παρηγοριά και άλγος. Άλγος και παρηγοριά.
Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

Ή Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

Βέβαια η ζωή, σε αντίθεση με αυτό που λέει κάπου ο Χάρης στο ανα χείρας βιβλίο, δεν είναι δωρεάν. Ακριβοπληρώνεται. Με το πανάκριβα αγορασμένο γέλιο του γελοίου και με την ασύμμετρη και πανταχού παροούσα ματαιοδοξία της κυνικότητας.

Το περιγραφει αυτό εξαιρετικά μεστά κάπου αλλού:

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δυο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

Το παιγνιώδες του Χάρη, γνωστό κι από τις άλλες του ποιητικές συλλογές που αφορούν άλλο είδος ποίησης, υπάρχει κι εδώ. Ένας εργένης η δυστυχία που προσπαθεί να αποτύχει τον γάμο, αλλά αποτυχαίνει. Και παντρεύεται όλους κι όλες μας.

Αλλά η γεύση της δεν αφαιρεί από εμάς την αναζήτηση κι ακόμη την εκτίμηση όταν μας συμβαίνει της ευτυχίας, με την μορφή μικρών πολύτιμων στιγμών:
Νέκταρ των θεών:
Σε μικρό ταβερνάκι
ούζο με μεζέ.

Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο έγραψε ο Καμύ, γι’ αυτήν την εναλλαγή, γι αυτήν την απόπειρα να ανεβούμε στο μικρό καραβάκι του Ρεμπώ κι από εκεί να προσπαθήσουμε, καταμεσής του πελάγους, να πετάξουμε, σίσυφοι κι ίκαροι μαζί. Κι ας είναι τα όνειρα μας από ουρανό μα τα φτερά μας από χώμα… Ή μάλλον, ακριβώς γι αυτό!

Βαριά η πέτρα. Σημειώνει ο Χάρης,
Προς τα κάτω με τραβά
μα θα πετάξω.
——-
Ο και η άνθρωπος που αποπειράται να πετάξει, αρχέτυπο του ήρωα, αρχέτυπο της ζωής μας, στοιχειώνει τις μικρές και τις μεγάλες ημέρες της ανθρώπινης ζωής μας. Κι υπάρχει μια φράση στην Ηλιάδα που τα περικλείει και τα δυο: Και την ασύμμετρη βία, τον θάνατο, το σκοτάδι και το Φως, αυτό το διαρκές αίτημα να μετατραπεί αυτό το διαρκώς έκπαγλο μπροστά στην ασχήμια του κόσμου πλάσμα που είναι ο άνθρωπος σε πολίτη και ποιητή. Σε ποιητή και πολίτη. “Εν φάη ώλεσον”. Όταν ο ήρωας μένει μόνος του, γυμνός ακόμη κι απ’ το σπαθί του, και τον πλησιάζει ο αντίπαλος για την “τελική ποινή”, δεν παρακαλά για την ζωή του, δεν πέφτει στα 4,
κοιτάζει θαρρετά την μοίρα του και ζητά μονάχα: “Σκότωσε με προς το Φως”. Όταν ο αντίπαλος όντως γυρνά το κεφάλι και των δυο προς τον ήλιο, κι η ζωή (το Φως) κι ο θάνατος (το Μέγα Σκοτάδι) γίνονται ένα, κερδίζουν κι οι δυο ένα δευτερόλεπτο ατόφιας αξιοπρέπειας, δηλαδή αθανασίας.
Έπεσε πολύ νερό στο μύλο της ιστορίας ώστε η έννοια του ήρωα να γραφικοποιηθεί, ώστε ο και η άνθρωπος να μικρύνει. Μικραίνοντας μαζί όλες τις εκφορές της ιστορίας του, της κοινωνίας του και της πολιτικής του.
Οι φορές που οι άνθρωποι κι οι κοινωνίες τους μπόρεσαν να αντισταθούν στην επέλαση της βαρβαρότητας είναι ελάχιστες, και σήμαινε πάντα, πρόσκαιρο στ’ αλήθεια, ξεπέρασμα και της βαρβαρότητας της δικής τους.
Αλλά η βαρβαρότητα (η αναζήτηση της εύκολης, βολικής λύσης εις βάρος των αδύναμων ή των διαφορετικών) δεν ήταν το μοναδικό πόδι που στήριζε και στηρίζει την καθήλωση. Η μονομέρεια (η αδυναμία να εντάξεις το πολυσύνθετο της πραγματικότητας σ’ ένα πραγματικό στόχο/πλάνο, δίχως να ακυρώνεις το σύνθετο, δίχως να ακυρώνεις και το πλάνο), ήταν το άλλο. Φυσικά αυτό ίσχυε για όσους αποπειρώνταν την ανατροπή, αφού εάν η μονομέρεια των πολλών πήγαζε από απελπισία η μονομέρεια των ισχυρών πήγαζε από κυνικότητα, και μια χαρά υπηρετούσε και υπηρετεί τον εκάστοτε, διαφορετικό στις εκφορές του μα πάντοτε ίδιον στο εκμεταλευτικό του “διαταύτα”, στόχο.

Ο Χάρης Παπαδόπουλος προσπαθεί ν’ αντισταθεί στο πανηγυράκι αυτό που έχει όλους κι όλες εμάς για στόχους, με τους »στόχους» που βάζει η ποίηση.

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.
Αλληλεγγύη την ψάχνω στις μέρες μας άγνωστη λέξη, γραφει στοχεύοντας στους κυνικούς και στους ξύπνιους που παρεπηδούν παντού. Σ έναν παντοτινά ξένο για μας πλανήτη.

Πράγματι… Τι ώρα είναι; τον ρωτούν εδώ. Και η παράξενη απάντησή του: Η
αιωνιότητα…” ο στίχος αυτός, ρηγμένος κάπου στην Iστορία της Σόνετσκα της Τσβιτάεβα, μου έρχεται όλο και συχνότερα στο μυαλό τελευταία.
Η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας μα κι ένας διαρκής τραγέλαφος:

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς.

που γράφει κι ο Χάρης…
συμπληρώνοντας, όπως πρέπει, το χαικού και για τις ευθύνες των από κάτω

“ Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες.

Φίλες και φίλοι,
κυρίες και κύριοι,

λέγεται πως η ζωή του κάθε ανθρώπου μεγαλύνεται αν κάνει κάτι που να αξίζει να γραφτεί ή αν γράψει κάτι που να αξίζει να γίνει. Τέτοια περίπτωση θαρρώ πως είναι κάθε άνθρωπος που παλεύει με την σκέψη και την πράξη. Τέτοια περίπτωση είναι κι ο Χάρης Παπαδόπουλος.

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

Γράφει κάπου θυμίζοντας μας το γνωμικό του Φον με το οποίο ξεκινήσαμε. Στ’ αλήθεια λοιπόν… Ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και μας το προσφέρει μέσα από την γραφή του.

 

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/19/3/2016

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

 

Πρόγνωση καιρού, 2014

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

vakxikon.gr, Φεβρουάριος 2015

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.

Καθώς τα ποιήματά του δεν αναπτύσσονται σε μεγάλη έκταση, η επίδρασή τους είναι ακαριαία. Και είναι μια επίδραση που εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι σε πολλά από αυτά ο ποιητής μιλά σε δεύτερο πρόσωπο.

Το ποιητικό υποκείμενο είναι ένας αντιήρωας – καμία σούπερ δύναμη ή ιδιαίτερη ικανότητα δεν του δίνουν πρόσθετη αξία – είναι όμως ένας αντιήρωας που ζει την καθημερινότητα ηρωικά, μέσα από το πρίσμα της ερήμωσης και της μοναξιάς του, που παλεύει να μείνει ελεύθερος και όσο γίνεται ολόκληρος, ενόσω προσπαθεί να κατανοήσει όσα του συμβαίνουν και, εντέλει, το μυστήριο που είναι η ίδια η ζωή.

Ο μικρόκοσμος ενός δωματίου, του αυτοκινήτου του ή μιας οθόνης υπολογιστή, ο εργασιακός χώρος, μια καφετέρια, πράγματα δηλαδή που θα μας φαίνονταν τετριμμένα αν δεν τα μεγέθυνε ο φακός της ματιάς του, είναι στοιχεία που λαμβάνουν μυθώδη σχεδόν διάσταση μέσα στην κατά τα άλλα λιτή και απέριττη πραγματικότητα του ποιητικού σύμπαντος στο οποίο αναπτύσσονται.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, την οποία αρθρώνει μέσα από έναν λυγμό: για τη μνήμη που τον πληγώνει, για την αίσθηση ματαιότητας που τον διαπερνά χωρίς οίκτο, για το όνειρο από το οποίο δεν παραιτείται. Εντέλει ο λυγμός του μετουσιώνεται σε μια ποίηση λυτρωτική, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον αναγνώστη.

 

Ξερόκλαδα, Ποίηση, 2012

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

Αφήσαμε τον ποιητή στην τελευταία του συλλογή, να στέκεται στο πλακόστρωτο μπροστά στον λασπωμένο δρόμο της πόλης. Τον αφήσαμε να ξεφυσάει με δύναμη τις σκοτούρες της ζωής. Το μικροπράγματα που εξαθλιώνουν την καθημερινότητα και τα μεγάλα προβλήματα που σκάβουν τον λάκκο.

Ο ποιητής έρχεται τώρα να μας βάλει ακόμα πιο μέσα του, σε αυτά που βρίσκονται στο μικρό σαλόνι του. Μας περιγράφει τις καθημερινές τριβές με τον περίγυρό του και πόσο αυτό τον επηρεάζει στην επικοινωνία με τους υπόλοιπους γύρω του. Ώρες και ώρες το βλέπεις ότι είναι και ο ίδιος ένα ξερόκλαδο που το παρασέρνει ο άνεμος και σκαλώνει στα χαστούκια του βρώμικου δρόμου. Ξερόκλαδα είναι και τα όνειρά του που ταξιδεύουν από ζάλη σε ποτήρι και από το σώμα στο χώμα. Ακόμα ένα ταξίδι παραπονιάρικο αλλά και ζωντανό στους καθημερινούς γαλαξίες που ζωγραφίζει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

 

Κραυγές, 2009

Φαίη Νάση

vakxikon.gr/Μάρτιος 2012

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Κραυγές», νοσταλγεί τον χαμένο έρωτα, «αγκαλιάζοντας» το πόνο της απώλειας. Εξυμνεί την τέχνη της ποίησης και ονειρεύται ένα καλύτερο κόσμο.
Η αγάπη του για την ελληνική μυθολογία και την ομορφιά της φύσης έχει δώσει πνοή σε πολλά από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής.

 

Ερείπια / Πρόσωπα Γνωστά, / 2011

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

vakxikon.gr/ Μάρτιος 2012

Στην αρχή βρισκόταν εγκλωβισμένος μέσα στο μικρό του δωμάτιο, περιμένοντας να τον πνίξουν οι λογαριασμοί, οι βροχές και οι καταιγίδες, τα ανυπόφορα φορτία της ζωής, οι ανελέητοι θόρυβοι της μεγαλούπολης. Σιγά σιγά όμως άρχισε να βγαίνει έξω στον δρόμο. Τον συναντούμε να στέκεται υπομονετικά στην στάση του λεωφορείου, αλλά όταν τελικά αυτό φτάνει, αυτός γυρίζει την πλάτη και φεύγει. Άλλοτε τον βλέπουμε να σηκώνει το χέρι να καλέσει ταξί , μα όταν αυτό σταματήσει , αυτός γυρίζει την πλάτη του και συνεχίζει να βαδίζει νοσταλγικά και ήρεμα μέσα στην βροχή.
Βρίσκουμε τον ποιητή Θ.Παπαδόπουλο, με γλυκό παράπονο, να σείεται από τα φυσικά προβλήματα της καθημερινότητας. Επίσης παρατηρούμε την στροφή του ποιητή, συχνότερα στην τελευταία του συλλογή «Πρόσωπα Γνωστά», προς την ρίμα. Στιχάκια πανέμορφα τα οποία αχνοφαίνονται αυθόρμητα σαν κάποιος άλλος στίχος του Βαμβακάρη ή του Τσιτσάνη.
Ύστερα λοιπόν από τόσες «κραυγές» του ποιητή, γκρεμίζονται τα τείχη της μοναξιάς. Μέσα λοιπόν στα «Ερείπια», καθώς βαδίζουμε σιωπηλά και ταπεινά, συναντούμε τα «γνωστά πρόσωπα» της καθημερινής τρέλας. Πρόσωπο γνωστό και ο ποιητής, ο οποίος μέσα από την λασπούρα του δρόμου επιθυμεί να φανεί η αγνότητά του.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s