ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

1-Constantinos Chicago

 

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1981 όπου και ζει.
Έχει σπουδές κι εμπειρία στη Δημοτική, Ειδική και Μη-Τυπική Εκπαίδευση και είναι εκπαιδευόμενος Συστημικός Ψυχοθεραπευτής. Είναι εκπαιδευτής ενηλίκων στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Αντι-ρατσιστική Εκπαίδευση κι είναι εξειδικευμένος στη φιλοσοφία και μεθοδολογία του Θεάτρου των Καταπιεσμένων. Έχει διεξαγάγει εργαστήρια κοινωνικού θεάτρου σε δεκάδες φορείς.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Υπερκαινοφανής (Μελάνι, 2017) και Οι πέντε εποχές (Μελάνι, 2012) για την οποία ήταν υποψήφιος για το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή από την Ελληνική Εταιρεία Συγγραφέων (Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη). Το 2008 βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με Α΄ Βραβείο Ποίησης σε διαγωνισμό της για νέους λογοτέχνες. Έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ λογοτεχνίας στην Κύπρο και το εξωτερικό, κατά τη διάρκεια των οποίων δραματοποίησε ποιήματά του: Έκθεση φωτογραφίας What’s the point of poetry? (Φεστιβάλ Ποίησης Βερολίνου, 2013), Σαρδάμ: η λογοτεχνία αλλιώς (aRttitude, 2013), Ποίηση σε απευθείας διάλογο (Ιδεόγραμμα, 2014), Γι’ αυτά που θα ’πρεπε να φέγγουν (Ακτίς, 2015), CROWD Omnibus Reading Tour (Σερβία και Βουλγαρία, 2016), BOOK ME (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, 2016), 1st Cyprus Poetry Slam (Ιδεόγραμμα, 2017 – κατά τη διάρκεια του οποίου προκρίθηκε στον τελικό) κ.ά.

 

 

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ (2017)

Φυλογένεση

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Οι Θεοί ήταν ρητοί:

Μην κοιτάξεις πίσω
μέχρι ν’ ανέβουμε πάνω.
Αλλιώς θα το μετανιώσεις.

Είναι να μη μου απαγορεύσεις κάτι.

Τα είδα όλα.
Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω.
Ύστερα ακόμα πιο πίσω.
Απείρως.

Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας.

Κι όταν ήρθα στα ίσια μου,
μου ’λείπε η φωνή.

Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω.

 

ΔΙΑΓΑΛΑΞΙΑΚΟ

Λίγο η διάνοια,
λίγο το συναίσθημα,
να σου και το απότοκο ποίημα.

Η Μεγάλη Άρκτος χρειάζεται ένα ποίημα.
Βρέθηκε κανείς να της το ταΐσει;

Το Σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται
από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης.
Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει
ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι
(Όχι πως περίμενα κάτι τέτοιο).

Μ’ ακούει κανείς;
Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω,
τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος.

Τόσοι γαλαξίες
να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;

 

ERECTION

Μόλις τελείωσα

κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus

ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius.

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Στο ψιλικατζίδικο δίπλα
πωλούνται ταμπέλες «Ενοικιάζεται».
Κατά πως φαίνεται
είναι σύνηθες να τίθενται πράγματα
σε καθεστώς ενοικίασης.

(Όπως κι εγώ εξάλλου,
δεν με πουλάω ξανά,
το πολύ πολύ να μ’ ενοικίαζα.)

Στο μουσείο οι μισές αίθουσες κλειστές.
Κρίση.

Στην Αίθουσα Αρχαιοτήτων Θήρας
έλυσα το αίνιγμα της μορφής μου:

Στη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της
καλύφθηκα πατόκορφα από τέφρα
κι απέμεινε στο τέλος μόνο τ’ αποτύπωμά μου.

Οι πονηροί αρχαιολόγοι έχυσαν γύψο
κι έφτιαξαν το εκμαγείο μου.

Λοιπόν, τώρα που βρήκα τ’ άκρα μου
κρέμασα επάνω μου μια απ’ αυτές τις ταμπέλες
μ’ εξέθεσα στην πλατεία μπροστά στο Μουσείο
κι ενοικιάζομαι.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα

 

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

Τόσο πολύ σπέρμα,
τόσο παγκόσμιο σπέρμα,
να πηγαίνει χαμένο!
Τόσο που θ’ αρκούσε, διάολε,
να φτιάξει έναν δεύτερο Τίβερη.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πάπας της Ρώμης.

Στο μεταξύ, εγώ πάσκιζα να το κρατήσω μέσα μου.
0παπάς ήταν κατηγορηματικός:
ο αυνανισμός συνιστά αμάρτημα!

Είχε έρθει στο γυμνάσιο να μας εξομολογήσει
υποχρεωτικά.
Τίτο ’θελα και του το ’πα;

Τριάντα τρεις φορές την προσευχή
«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού ελέησόν με»
κρατώντας το κομποσκοίνι
κι η πίστη θ’ απομακρύνει την καύλα θαυματουργά.

Μετά από χρονιά
ο Τίβερης πλημμύρισε και
γκρέμισε όλα τα φράγματά μου.

 

ΑΜΦΙΒΙΟΣ

0 γάμος κάποιου απ’ την παλιοπαρέα,
οροφή
Γλέντι στην ξενοδοχείου
κοντά στο λιμάνι.

Η πόλη ώσπου φτάνει το μάτι·
μόνο εμπόδιο ο ορίζοντας.

Τα πράγματα άλλαξαν, είπαν.
Καιρός να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε οι ίδιοι.
Η ιστορία, δυστυχώς, δεν επαναλαμβάνεται…

Λίγο πριν το ξημέρωμα
οι θεόρατοι γερανοί στο λιμάνι
μεταμορφώθηκαν σε δαγκάνες αστακού
και μ’ ένα δάγκωμα τράβηξαν μακριά
το σκέπαστρο του παρελθόντος.

Έμεινε παρόν
μόνο το παρόν.

Ήμαστε τόσο ψηλά
αλλά η παλίρροια μας έφτασε.
Τι στο καλό! Νερό μέχρι τα γόνατα.
Άι στο διάολο για reunion.

Περίμενα πως θα τρομάξω
ή πως θα κλάψω
αλλά τίποτα.

Οι άνθρωποι καταγόμαστε απ’ το νερό.

Θεσσαλονίκη

 

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

I
Ανέκαθεν με ταλαιπωρούσε ένα ποίημα
για τ’ Ολοκαύτωμα
αλλά δεν δεχόμουν να γράψω, γιατί
ποιος είμαι εγώ να γράψω κάτι γι’ αυτό;

II
Στο ξενοδοχείο
[μετά τον έρωτα]
μού διάβασες το ποίημα που έγραψες
για την οικογένειά σου που χάθηκε στο Άουσβιτς.

Ω να,
το ποίημα έρπει να εξέλθει, αλλά το καταπίνω.

III
Ήθελα να πω:
Εγώ πιστεύω πιο πολύ
στους Αρειανούς παρά στους Άριους.
Αλλά θα χανόταν το νόημα κάπου στη μετάφραση
και σώπασα.

IV
Έξαφνα το κλιματιστικό
άρχισε να βγάζει ατμούς.
Looks like a gas chamber this room!

Γέλασες δυνατά.
Us, Jews, we often do such humour.
Γέλασα κι εγώ.

V
Σκέφτηκα:
Ένα ποίημα για ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάνει
την τελευταία του απόπειρα να γραφτεί, παράλληλα μ’
έναν έρωτα που καταβάλλει μια απέλπιδα προσπάθεια
να γεννηθεί. Αν δεν γράψω απόψε κάτι γι’ αυτό, δεν θα
γίνει ποτέ. Αν δεν ερωτευτούμε απόψε, δεν θα γίνει ποτέ.

VI
Ύστερα εσύ έφυγες, σου ’στειλα γράμμα,
εσύ δεν απάντησες, τα γνωστά.
Αν απαντούσες, θα σ’ το ’λεγα:

Σ’ ερωτεύτηκα,
χάρη σ’ εσένα μπόρεσα επιτέλους
ν’ απαλλαγώ απ’ την ανάγκη
να γράψω κάτι για τ’ Ολοκαύτωμα
μιας κι έγραψες εσύ εκείνο που ’θελα να πω.

VII
Αυτό είναι αρκετό.

 

LITTLE BOY

1945

Μήκος τρία μέτρα
και βάρος τέσσερις τόνοι.
Ένα μικρομέγαλο αγόρι.

Γραπώθηκα πάνω του.

Sir, you are just a little boy.
Besides, you are not born yet.
How could you stop us?
It is inevitable to happen,
είπε ο σμηναγός μην μπορώντας να κρύψει τον γέλωτά

Πάτησε το κουμπί.
Πέσαμε μαζί. Το δάγκωνα,
να εκραγεί τουλάχιστον στον αέρα.
Μάταια.

Παλεύαμε μέχρι τελικής πτώσης,
μαζί ακουμπήσαμε τη γη
κι εγώ εξαφανίστηκα μέσα στο μανιτάρι.

Από τότε είμαι αγνοούμενος.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Μιας και κουράστηκα να σε καλοπιάνω
Έχουμε και λέμε:

Εγώ είμαι αυτός που έβαλε πρώτος
το γαρίφαλο μέσα στην κάννη
στην Επανάσταση των Γαριφάλων.

Εγώ είμαι αυτός που στάθηκε άοπλος
μπροστά στην ορδή των τανκς
στην εξέγερση στην Τιέν Αν Μεν.

(Μου ‘χαν τελειώσει τα πυρομαχικά
μετά από αιώνες συγκρούσεων
και σκέφτηκα την επιλογή της μη-βίαιης αντίστασης).

Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες;
Εκτός από το να ποιείς,
πράττεις κιόλας;
Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Καθίσαμε στις όχθες του Τσαρλς
απέναντι απ’ το Χάρβαρντ.

Στην επιφάνεια του ποταμού προβαλλόταν η ιστορία
της ζωής μου.
Κάπου κάπου η εικόνα χαλούσε επειδή ψάρια
πηδούσαν πάνω απ’ το νερό.

Από τη μια μεριά καθόταν η Ανν (η Σέξτον)
απ’ την άλλη η Σύλβια (η Πλαθ)
πίναμε μπίρες
και γελούσαμε υστερικά.

Σε κάποια φάση
μια γυναίκα θεάθηκε να περπατά στις παρυφές
του ποταμού
κρατώντας μεγάλες πέτρες.

«Βιρτζίνια!» αναφώνησαν οι κοπέλες (η Γουλφ).

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν προς το μέρος της
και μέχρι να αποφασίσω τι θα ’κανα εγώ
εκείνες είχαν ήδη κατα-

βυθιστεί.

Δεν τις ακολούθησα.
Εξάλλου, δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο.
Φταίει η Ποίηση.

Βοστώνη

 

ΚΟΥΚΟΥΛΙ

Κτύπησα την πόρτα·
άκουσα την 5η του Μπετόβεν.

Ανοικτή· εκείνος μέσα·
πίσω από παραπέτασμα ανθρώπινης κοπριάς
ξέρασα αλλά είπα «δεν φεύγω»

καλυμμένος από χοντρό στρώμα λίπους
κι η τηλεόραση ν’ ατμίζει απ’ την υπερχρήση
-πάνε έξι μήνες αφότου χώθηκε εκεί μέσα-

έκανε επαναλαμβανόμενη κίνηση
[θύμιζε κατανασκασμό]
έλεγε τραγουδιστά
Φτιά-χνω κου-κού-λι, να μπω μέ-σα,
κου-κου-λι με-τα-ξέ-νιο, ν’ απο-δη-μή-σω εντός του.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ I

5400 π,Χ.
Αστερισμός του Ταύρου
Γαλακτώδης Οδός

Γεια, Γαία.

Παρόλο που απεβίωσα φέτος
Εσύ εκεί πέρα
θα το αντιληφθείς το 1054 μ. Χ.
(Δεν ευθύνεσαι εσύ,
παρά μόνο η ασύλληπτη απόσταση που μας χωρίζει.)

Πόση εμπιστοσύνη να σου έχω, γλυκιά μου,
όταν μεταδίδονται τόσο καθυστερημένα οι πληροφορίες!
Αυτό το γράμμα για παράδειγμα,
το ‘γραψα 6.500 χρόνια πριν από το δικό σου τώρα.

Κι αν γράψω το Μανιφέστο μου,
πόσο επίκαιρο θα ναι τότε;

Το 1731 μ. Χ. οι άνθρωποί σου θ’ ανακαλύψουν το
νεφέλωμά μου,
το 1968 μ.Χ. θ’ ανακαλύψουν το αστρικό πτώμα μου,
και πάει λέγοντας.
Τα αστεροσκοπεία τους θα με σκοπεύσουν
μα εγώ, να το ξέρεις,
δεν δέχομαι να στηθώ σε εκτελεστικό απόσπασμα.
Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου.

Γαία,
χλωμή μπλε τελεία,
μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα,
να προσέχεις.
Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα.

Ο υπερκαινοφανής

 

ΦΥΛΟΓΕΝΕΣΗ

Αδύνατον να κοιμηθείς
με τόσες σκέψεις μπηγμένες
σ’ ένα τόσο μικρό κρανίο.

4:44 π. μ.
Μπήκαν όλοι μέσα.
Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους
και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.

Σταθήκαμε σε κύκλο.
Κοιταχτήκαμε.
Δεν βρήκαμε κοινή γλώσσα.
Πιάσαμε τα χέρια.

Ένιωσα τον παλμό τους
να κτυπά στο εσωτερικό όλων των παλαμών μου.
Μέχρι που συγχρονίστηκε.

4:44 π. μ.
Βγήκαν όλοι έξω.

Απέμεινα πάλι μόνος μου
Με την Οντογένεση.

 

Οντογένεση

ΑΛΥΣΟΠΡΙΟΝΟ

Δεν ήταν
γκαπ γκουπ
ήταν
ντραμ ντρουμ.

Απ’ το πρωί
ξεκίνησε το ηλεκτρικό αλυσοπρίονο
να τα κλαδεύει
και ο κηπουρός
βάλθηκε να με πείσει
ότι είναι για το καλό τους.

Νταμπ ντουμπ
έκαναν
όταν έπεφταν κάτω
τεράστια τα κλαδιά
λες κι ήταν δέντρα.

(Όταν πριονιστούν όλα τα κλαδιά
και μείνει μόνο ο κορμός
πως λέγεται το δέντρο;
Ίσως απλώς στην πρώτη δημοτικού
όλα να σου φαίνονται μεγάλα.)

-Μικρέ μου, τώρα κάνε πιο πίσω μη βρω εγώ τον μπελά
μου. 0α φυτρώσουν πάλι πιο μεγάλα και θαλερά. Μη
στενοχωριέσαι. Θα ξανάρθω όταν θα ’σαι στη δευτέρα,
να δεις που τότε θα ’ναι ακόμα μεγαλύτερα. Άντε.
θυμώσω.
— Γιατί θα ξανάρθετε;
— Για να τα ξανακόψω.

 

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΙ

Γνωρίζω ένα ρήμα
και ξέρω να το κλίνω
απέξω κι ανακατωτά
σε όλους τους χρόνους του.

Πάντοτε όμως σε πρώτο πρόσωπο
και κυρίως φωνή παθητική.

Το μόνο που αλλάζει
από καιρού εις καιρόν
είναι το ποιητικό αίτιο.

Άλλως γνωστό ως αίτιο της ποίησής μου

 

ΚΑΥΣΙΜΑ

Ι
Ποτέ δεν κατάλαβα αν όντως είχε καύσιμα
στην σκοπιά που την έλεγαν «Καύσιμα».

Χειρότερο νούμερο το δύο-τέσσερις.
Σκοτάδι όσο θες για να σκοτεινιάζεις,

Μια μέρα ο εφοδεύων μ’ έπιασε στα πράσα
|απ’ τα μπράτσα|.
Δεν τον πρόσεξα, παραδέχομαι.
Απόδειξη ότι δεν φυλάττω καλά το Έθνος.

λίγοτοσκοτάδιλίγοηνύσταλίγοηβουήτουδιαύλου
λίγοηηλικίαμουλίγοαπόλα.

Από ’κείνη τη μέρα βλέπω φαντάσματα.

 

ΙΙ
Στην ουσία
ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα
ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει
ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια.

Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα.

 

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είχαμε μόνο:
Πολικό Αστέρα, Πυξίδα, Χάρτη.
Το αζιμούθιο του καταυλισμού:
5.000 χιλιοστόμετρα πυροβολικού.

Κανονίστε να επιστρέφετε πριν το πρώτο φως.
Αν χαθείτε, είστε άξιοι της μοίρας σας. Ξεκουμπιστείτε.

Το στρατιωτικό όχημα έβγαλε απ’ τον κώλο καπνούς
κι εξαφανίστηκε.

Πολικός Αστέρας.

Εκείνο το απομονωμένο αστέρι
δεξιά απ’ τη Μεγάλη Άρκτο
που πάντοτε, βρέξει, χιονίσει, δείχνει τον βορρά.

Άφησα τους άλλους να βγάλουν άκρη,
κι απέμεινα να τον κοιτάζω.

Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια
κάθεται εκεί πέρα μονάχος
μα δεν νιώθει μοναξιά.
Εκτελεί ακούραστα το καθήκον του
που είναι να προβάλλει τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο.

Κι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε
τη φωτιά.

Κάποια στιγμή
είδα τον λοχαγό ν’ ανεβαίνει πάνω του
χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα
κι έπειτα να τρώει τα σωθικά του.

Απ’ το στόμα του έτρεχε αντί αίματος
αστερόσκονη.

Δεν τον χρειάζεστε.
Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα.

 

ΕΦΗΜΕΡΑ

Απάνω που νόμιζα
πως μ’ έχω χαρτογραφήσει
πετάγεται μπροστά μου
τούτος ο ξεροπόταμος.
Από πού κι ως πού;
Τόση ξηρασία δεν έχουν εμένα οι συντεταγμένες μου.

Απόψε είναι η νύχτα
που τα εφήμερα έντομα
έχουν την τελευταία τους έκδυση.
Μάλιστα, ένα είδος που γνώρισα εδώ στον ποταμό,
πρέπει μέσα σε πέντε λεπτά
να στεγνώσουν τα φτερά τους,
να πετάξουν,
να επιλέξουν σύντροφο
και να το κάνουν.

Έπειτα, πεθαίνουν ακαριαία.
Απάνω στο σεξ
όλα τελειώνουν.

Κι εγώ;
Τι στο καλό θέλω με τα εφημερόπτερα;
Σκοπός μου δεν είναι
ούτε η αναπαραγωγή ούτε η εκσπερμάτωση.
Εγώ γνωρίζω καλά το είδος μου
και
δεν θέλω να πεθαίνω κάθε που τελειώνω

 

ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Και που ξύπνησα σε μια πόλη-θαύμα
τι θα πει;
Εγώ είμαι ακόμα το ίδιο πλάσμα.

Και που μυρίζει μπαρούτι τι θα πει;
Και που φλέγομαι τι θα πει;
Και που κανείς δεν σταματά τι θα πει;

Απαιτείται πολύς κόπος
μέχρι να εξουδετερώσω
μία μία
και να περιμαζέψω
τις νάρκες
που άφησαν κάποιοι
φεύγοντας
απ’ το κορμί μου.

Αν δεν το κάνω
θα συνεχίσω
με κάθε παραπάτημα
να γίνομαι παρανάλωμα.

Χρειάζομαι, επειγόντως, μία σκαπάνη.

Νέα Υόρκη

 

ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Όταν γεννήθηκα ήμουν άγραφη πλάκα
αλλά το υλικό της ήταν φτιαγμένο από το
δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ μου.

Όσα έζησα καταγράφηκαν πάνω της.
(Κάποιοι απερίσκεπτοι έγραψαν με μαρκαδόρο ανεξίτηλο
κάποιοι έκαναν ασκήσεις χαρακτικής με μυτερό κόπτη
[εξού και οι ρυτίδες μου]
σε κάποια σημεία έχω λιώσει από μόνος μου γι’ άλλους.)

Ενίσταμαι.
Δεν είμαι θύμα αυτών που μ’ έχουν καθορίσει.
Αρκετά να ’μαι η συνισταμένη
της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος μου.

Έχω χαρτογραφήσει τα όρη και τις χαράδρες μου,
έχω απλώσει πάνω μου λευκό καμβά,
κρατάω στ’ αριστερό μου χέρι κάρβουνο,
κι είμαι και πάλιν άγραφος.

Tabula-ξανά-rasa.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ II

Εντάξει, λοιπόν, θα το χάψω.
Θα το κάψω.

Έχω πολλά ακόμα στη ζωή μου να συντήξω.
Μέχρι που δεν θα ’χω άλλα να κάψω.
Θα ξεμείνω από καύσιμα.

Έπειτα, η βαρύτητά μου
θα με συνθλίψει.
[Ποιος δύναται να πάει κόντρα στους νόμους της φύσης;]

Προς στιγμήν
-αυτήν της έκρηξης—
θα ’μαι υπερκαινοφανής αστέρας.

Σε κάποιον πλανήτη θα μείνουν έκθαμβοι
με τη λαμπρότητα του κύκνειου άσματός μου.

Έπειτα,
Τ ί π ο τ α.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το δωμάτιο πλέει ακυβέρνητο
μέσα στην κατάμαυρη νύκτα.
Μα έχω αστρολάβο τον λογισμό μου.

Γνωρίζω τη γωνία πρόσπτωσης του σεληνόφωτος
και τη γωνία ανάκλασης των απολεσθέντων.
Γνωρίζω τα ονόματα όλων των ουράνιων σωμάτων,
των πετούμενων, κι όσων έχω πετάζει.

Είμαι άριστος χειριστής τηλεσκοπίων
αλλά όχι τόσο ικανός με τα μικροσκόπια
(ο μικρόκοσμος των ανθρώπων έχει τρομακτικά προβλήματα.
τελοσπάντων.)

Ναυτιλλόμενος με διαφανή άγκυρα αυτό το ποίημα
κι ανεξερεύνητο ύφαλο να πέφτει μπροστά στα πόδια μου.

Ασφαλής πρόβλεψη:
Όπου να ’σαι,
όπου και να ’σαι,
θα Ξημερώσει.

 

 

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ (2012)

άνοιξη

έτσι αρχίζει το παραμύθι
«Μια φορά κι έναν καιρό…»

μα αυτό είναι τώρα
Μια φορά μονάχα.

<>|<>

Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-

παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας

τίποτα δε σε κρατάει πια!

Έλα μέσα,
Έρωτα.

<>|<>

Τις νύχτες
εμείς οι δυο
ξεντυνόμαστε τις ενοχές
και τις ρίχνουμε τσαλακωμένες στο πάτωμα

γυμνοί
-παρότι στο σκοτάδι-
βλέπουμε επιτέλους την αλήθεια μας

ξημερώνει
μα εμείς ακόμα κοιτάζουμε

Ομολογώ
πως κάποια πρωινά δελεάστηκα
να κυκλοφορήσω στο δρόμο
φορώντας τον εαυτό μου
και τίποτε άλλο.

 

καλοκαίρι

Είναι πολύ παράξενο

εκεί που σ’ αγάπησα
ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου

οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σ’ ένα σημείο
που ο δρόμος τελείωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας

Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης.

<>|<>

Όταν έρθει η αγάπη η αληθινή
δε χρειάζεται
ούτε το μικρό δάχτυλο να κουνήσεις

καθόλου να μετακινηθείς
απ’ τον εαυτό σου
αν είναι η αγάπη η πραγματική.

<>|<>

Κάποιες φορές
έχω την εντύπωση
πως εσύ δημιούργησες το σύμπαν

Εσύ προκάλεσες τη Μεγάλη Έκρηξη
κι από τότε κρατάς τα νήματα
όλων των πλανητών και σωμάτων
κι ελέγχεις την εντελέχεια

Κι ακόμα δεν πιστεύω
με πόση μαεστρία και προσοχή
κρατάς αυτό το μικρό αστέρι
κι ολοένα του δίνεις πνοή για να μη σβήσει

Ολόκληρο σύμπαν
μα εσύ έχεις πιότερη έγνοια
αυτό το ασήμαντο αστέρι

Σαν ένα μικρό παιδάκι
το ταξιδεύεις ανάμεσα στα νεφελώματα
και το κρατάς σφιχτά να μην πέσει σε μαύρες τρύπες

Του δείχνεις το δρόμο
μέσα στο άπειρο.

<>|<>

Ζητούσα πάντα βοήθεια
μέσω λέξεων
που κάποιοι ονόμασαν ποιήματα

Όταν ξαφνικά
σταμάτησα να ελευθερώνω πόνο στο σύμπαν

Όχι πια αστροναύτης του πόνου
ούτε χαμένος στο διάστημα

Πήρα σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία.

 

φθινόπωρο

Αυτή η λάμψη
που αδιάκοπα σε συνοδεύει
λες κι είναι αύρα σου

Δεν είναι δική σου.

Είναι η αντανάκλαση
του εαυτού μου πάνω σου.

<>|<>

Εγώ είμαι δοχείο
συγκοινωνούν μ’ εσένα

Έχει ανοίξει η στρόφιγγα
της αντοχής μου.

Προσοχή!
Αδειάζουμε!

<>|<>

Έτσι είχες κάποτε εσύ ονομάσει εμένα:
«Βροχή σε περίοδο ανομβρίας»

Κι εγώ ολόχαρος
έριξα όλα τα κυβικά νερού μου επάνω σου

Μα εσύ ήσουνα ξανά και ξανά
σε κατάσταση ξηρασίας.

<>|<>

Μπορείς στ’ αλήθεια
σε μια στιγμή να ζήσεις
όσα ζεις σε μια ολάκερη ζωή

μπορείς κιόλας
σε μια στιγμή
να χάσεις όλες τις στιγμές
που θα ’χες την ευκαιρία
να έρθει εκείνη η στιγμή.

<>|<>

Σήμερα είπα να παίξω
τα αισθήματά μου για σένα
Κορώνα Γράμματα

βρήκα ένα κέρμα
επάνω στο ράφι
κι έγραφε με ανάγλυφα γράμματα
Θυμός

το ’ριξα ψηλά

μέχρι να πέσει στο πάτωμα
και ν’ ακούσω το γδούπο του
ακόμα ήλπιζα

αλλά το μόνο που είδα
ήταν ζωγραφισμένη τη Λύπη μου
στην πίσω πλευρά του.

<>|<>

Είναι η αγάπη μας
μια πλάνη
κι η ζωή ακόμα πιο μεγάλη

Είναι η αγάπη μας
ένα όνειρο
μέσα σε όνειρο.

<>|<>

Συνήθως μετά τις δώδεκα η ώρα
όλοι έχουν φύγει
και μένω με τον εαυτό μου μονάχος

Θα προτιμούσα
να μη μέναμε οι δυο μας
γιατί όλο με ρωτάει πράγματα

«Γιατί έκανες τούτο;
Γιατί είπες τ’ άλλο;»

Φεύγοντας την επόμενη φορά πάρτε τον μαζί σας.

<>|<>

Μέρες τώρα
προσποιούμαι πως έχω πεθάνει

ελπίζοντας να με ψάξεις
ή έστω να με θάψεις.

 

χειμώνας

Οι μέρες περνούν
χωρίς τίποτα να συμβαίνει

εγώ συνεχίζω να πενθώ
ελπίζοντας πως κάποτε τη λύπη
θα ξορκίσω

Το ξόρκι είναι σκληρό:
«Τρεις φορές να φωνάξω πως εσύ δεν αξίζεις
και αμέσως η λύπη εμένα θ’ αφήσει»

Απ’ το πρωί είμαι εδώ
προσπαθώ να ξορκίσω τη θλίψη
αλλά μπερδεύω τα λόγια μου
κι ολοένα λέω «αξίζεις».

<>|<>

Πότε θα ’ρθει ο ύπνος
κι εμένα να πάρει;

δοκίμασα τα πάντα

ακόμα και στο μυαλό μου
να σε σκοτώσω
με μια χούφτα χάπια λήθης

αλλά συνεχίζω
όλο το βράδυ τους τοίχους να φυλάω
και ξανά την εικόνα σου να φιλάω.

<>|<>

Εδώ και λίγους μήνες
πονά ασταμάτητα το κεφάλι μου

Μια φίλη είπε τρομαγμένα:
«Να πας να κάνεις τομογραφία εγκεφάλου
να δούμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου»

Δε βαριέσαι.

Ξέρω από τώρα πως
η τομογραφία θα τυπώσει
τη φωτογραφία σου.

<>|<>

Κάποτε δέχομαι αναπάντεχες νυχτερινές επισκέψεις
από φαντάσματα

τρομάζω
μιας και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή

Ευτυχώς με διαβεβαιώνουν
ότι έρχονται από το παρελθόν.

<>|<>

Ένα λεπτό πριν το ξημέρωμα
ορκίζομαι
πως δεν έχω ξαναδεί πιο σκοτεινό σκοτάδι

Μαύρη τρύπα
απειλεί να με ρουφήξει
μέσα απ’ όλα τα παράθυρα.

<>|<>

Το παρελθόν μου
κάθε μέρα μεγαλώνει
κι εγώ το κουβαλώ
πάνω στους ώμους μου

τουλάχιστον ο Σίσυφος
είχε συνεχώς την ίδια πέτρα να κουβαλάει

ενώ το δικό μου βάρος
μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

<>|<>

Μέρες ολόκληρες
κάθομαι άπραγος
περιμένοντας να γεννήσω
αυτό το ποίημα

Αντί να σπάζουν τα νερά
νερά μπάζουν από παντού
και βυθίζομαι

Μέρα με τη μέρα
γνωρίζω καλύτερα το ποίημα αυτό
αλλά δεν τίκτεται
Κι ούτε τήκεται

Αναρωτιέμαι ποιος βιαστής
φύτεψε αυτό τον σπόρο μέσα μου

Ίσως στο τέλος να μη γεννήσω ένα ποίημα
αλλά εγώ ο ίδιος να εξαχνωθώ σε ποιητατμούς.

 

αγρανάπαυση

Πέρασαν μήνες
στέγνωσα από λέξεις και συναίσθημα
ποτέ δεν έγραψα
και δεν ξέρω αν ήταν που δεν έβρισκα τις
ή αν δεν ένιωθα τίποτα

Συγχώρεσέ με, Ποίηση
που μακριά σου είχα φτάσει

Ήταν στιγμές που φοβήθηκα
πως δε θα ξαναγράψω
ή μάλλον πως δε θα ξανανιώσω

τι τρομαχτικό!

Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι
και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί

ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.

<>|<>

Δε θέλω να σε θάψω
σε σεντούκι
έξι πόδια κάτω από τη γη.

Θέλω να σε φυτέψω
στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου.

Και πάνω σου να βλαστήσουν
όμορφα λουλούδια.

Έτσι θέλω να είναι
η ύστερη εποχή σου.

Μετά σου.

<>|<>

Έχω σπαταλήσει ώρες πολλές
να σκέφτομαι
πώς άραγε
νιώθουν οι άλλοι

Έχω φορέσει
τόσες πολλές φορές
ξένα παπούτσια
που πια έχει αλλάξει
το μέγεθος του ποδιού μου.

<>|<>

Όταν γεννιέται ένα παιδί
οι νεράιδες είναι παρούσες
και δίνουν τα δώρα τους

γνωρίσματα
που θα γλιτώσουν τον άνθρωπο
απ’ τον επικείμενο πόνο

Σ’ άλλους δίνουν θέληση
σ’ άλλους υπομονή
και σ’ άλλους δύναμη

δίνουν μέχρι κι αναλγησία

Εμένα μου ’δωσαν
την Ποίηση.

<>|<>

Η πέμπτη εποχή

Τελείωσαν όλες οι εποχές

έχω ζήσει τον κύκλο
που κάνει ο έρωτας

Το πρώτο λάκτισμα και τον τελευταίο σπασμό του έρωτα.

Έχω βάλει τα συναισθήματά μου σε βιτρίνα
και μπορώ, επιτέλους, να τα κοιτάζω
λες κι είναι αρχαιολογικά εκθέματα

ο χειμώνας τούτος ήταν βαρύς
επέζησα όμως
και ζω τώρα την παντοδυναμία της αυτοδυναμίας μου

Είμαι ο Ένας και ο Καθένας.

Διαισθάνομαι πως κάποτε θα ’ρθει ξανά άνοιξη
μα αυτή η εποχή, τώρα, είναι ιδιαίτερη

Όχι, ξεγελάστηκα.
Δεν είχαν τελειώσει όλες οι εποχές

Κάθισα
άπλωσα τα άκρα μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
κι αναπαύομαι·

μέσα μου ίσως σκιρτούν ακόμα ζιζάνια
αλλά, τι λύτρωση,
δεν χρειάζομαι τίποτα.

Δεν ήξερα πως υπάρχει εποχή πέμπτη!

Τώρα ξέρω
γιατί οι πάνσοφοι αγρότες
αφήνουν κάποτε τα χωράφια τους
σε αγρανάπαυση.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Υπερκαινοφανής

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΑΝΕΥ, 64ο τεύχος.

Ήδη με την πρώτη συλλογή του (Οι πέντε εποχές, 2012), που προσέχθηκε και στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (Κύπρος 1981) εμφανίστηκε στον χώρο της ποίησης με αρκετές αξιώσεις και με περισσότερες υποσχέσεις. Η πρόσφατη, ογκώδης συλλογή του, με τον τίτλο Υπερκαινοφανής (ο όρος παραπέμπει σε ένα νέο αστέρι που εκρήγνυται σε μικρό χρονικό διάστημα αφήνοντας καταστροφικά αποτελέσματα), φαίνεται αρκετά φιλόδοξη: Δομείται σε δύο ενότητες (με τους τίτλους Φυλογένεση και Οντογένεση, αντίστοιχα) και ξανοίγεται σε ποικίλα θέματα. Μάλιστα ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να παραθέσει δέκα σελίδες με σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, για να εξηγήσει όρους, ιστορικές και άλλες αναφορές που περνούν στα κείμενά του.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής («Το ξεκίνημα»), ένα ποίημα ποιητικής, θα μπορούσε να θεωρηθεί προγραμματικό: Ο ποιητής, παραβλέποντας τις εντολές των θεών, κοιτάζει πίσω για να δει το παρελθόν του, όπως ο Ορφέας θέλησε να δει την Ευρυδίκη. Έτσι, ο ποιητής καλείται να πληρώσει το τίμημα της ύβρεως: «Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας. / Κι όταν ήρθα στα ίσια μου, / μου ’λειπε η φωνή. / Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω». Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του.
Και σε άλλα κείμενα της πρώτης ενότητας ο Κ. Παπαγεωργίου ασχολείται με θέματα που συνδέονται με το σύμπαν και την κοσμολογία (γαλαξίες, αστερισμούς, κομήτες, μετεωρίτες), με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, ιστορικές περιόδους, μνημεία, πρόσωπα και περιστατικά. Συνήθως προσθέτει τη δική του πινελιά στην εξέλιξη των πραγμάτων, προσεγγίζοντάς τα με λοξή ματιά: «Μόλις τελείωσα. / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus / ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius» (“Erection”).
Από την πρώτη ενότητα μας σταματούν άλλα δύο κείμενα με ποιητολογικό χαρακτήρα: Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» παρακολουθούμε μια φανταστική συνάντηση του ποιητή/ομιλητή με τρεις ποιήτριες, την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, που αυτοκτόνησαν. Ο ποιητής παρακολουθεί τον πνιγμό τους στον ποταμό, καταλήγοντας με τους στίχους: «Εξάλλου δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο. / Φταίει η ποίηση». Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στο σινάφι των ποιητών, αλλά λειτουργεί και ως αυτοκριτική: «Γιά πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου συναντάμε πιο προσωπικά και ίσως πιο ολοκληρωμένα ποιήματα, όπως τα «Απογοητεύομαι», «Καύσιμα» (ειδικά το ΙΙ: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια. / Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα»), «Εφήμερα», «Καιόμενος», «Αυτοδιάθεση» κτλ. Από τις πιο αξιοσημείωτες αρετές στο γράψιμο του Κ. Παπαγεωργίου είναι η λιτότητα και η συμπύκνωση, η απροσποίητη, αντικομφορμιστική έκφραση. Βέβαια χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά, ώστε να κατακτήσει ο ποιητής τα εκφραστικά του μέσα και να μεταποιήσει το πρωτογενές θεματικό υλικό του σε ολοκληρωμένα ποιήματα.

 

Δρ. Σταύρος Καραγιάννη

«Cadences: A journal of literature and the arts in Cyprus» (13ο τεύχος)
Πρωτογνώρισα τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου όταν δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Εντυπωσιάστηκα με τον τρόπο σκέψης του νεαρού αυτού ποιητή, αλλά και με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την μετάφραση της εμπειρίας σε γλώσσα. Μου έδωσε την εντύπωση ενός πολύπλευρου και βαθύτατου στοχαστή, ο οποίος σκηνοθετεί εικόνες και γλώσσα για να μεταδώσει νοήματα άκρως πολιτικοποιημένα. Η καινούργια αυτή συλλογή ποιημάτων «Υπερκαινοφανής» έχει πολλές διαφορές από την πρώτη, και σηματοδοτεί μια καινούργια τροχιά στις καλλιτεχνικές ανησυχίες του ποιητή. Απλώνει τις συντεταγμένες της πολύ πλατιά εκφράζοντας σκέψεις και ιδέες οι οποίες δίνουν στο έργο ένα διαπολιτισμικό, διεθνιστικό, οικουμενικό, ακόμη και γαλακτικό, χαρακτήρα. Το κεντρικό θέμα επιστρατεύει μια ιστορία ξεχασμένη ή παραμελημένη, ούτως ώστε να δώσει στην σημερινή μας πραγματικότητα μια διάσταση που είναι αόρατη στους πιο πολλούς από εμάς. Μας προσφέρει έναν τρόπο να φανταστούμε στιγμές της καθημερινότητας μας, αναμνήσεις, συναισθήματα, μέσα σε ένα πλαίσιο που μπορεί να χαρακτηριστεί άπειρο αφού καθορίζεται από το ακαθόριστο διάστημα και μια ιστορία ύπαρξης που δύσκολα συλλαμβάνεται.
Πολλές φορές οι κριτικοί ποίησης βιάζονται να δηλώσουν ότι πρόθεση τους δεν είναι να θεωρητικολογήσουν γιατί τάχατες η θεωρία είναι γενική και αόριστη. Εμένα πρόθεση μου είναι ακριβώς να θεωρητικολογήσω επειδή η θεωρία μάς προσφέρει προοπτική αλλά και βοηθά στην κατανόηση φαινομένων της καθημερινότητας. Η ποίηση του Παπαγεωργίου αντλεί τα θέματα της από την καθημερινότητα και από απλά συναισθήματα για να φτιάξει εικόνες και να επέμβει με δημιουργικό λόγο πάνω σε ζητήματα πολιτικής του ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Κάποιες φορές αυτό το κοινωνικό πλαίσιο παρουσιάζεται ως αμείλικτο, άλλες φορές ως επιθυμητό και άλλες φορές ως καταστροφικό. Από τη συλλογή αυτή αναδύονται επείγοντα ερωτήματα για την μοναξιά, την καταπίεση, τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την ιστορικότητα της ανάμνησης και την ανάμνηση της ιστορικότητας.
Ομολογώ ότι χρειάστηκε μια μικρή έρευνα για να αντιληφθώ τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «υπερκαινοφανείς αστέρες» ή supernova, ούτως ώστε να μπορέσω να συλλάβω τα νοήματα που βρίσκονταν στην σύνταξη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο όρος λοιπόν αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες (http://www.eoellas.org/ 2016/07/11/yperkainofaneis-asteres/).
Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών (Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, http://aktines.blogspot.com.cy/2014/06/supernova.html). Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά «παιδιά των αστεριών.»
Ένας υπερκαινοφανής αστέρας, λοιπόν, δίνει το πιο λαμπρό και φαντασμαγορικό του φως την ώρα που εκρήγνυται! Αυτή η έκσταση του φωτός είναι που κάνει την υπόσχεση πράξη και μας χαρίζει δυνατότητες ανάπλασης ακριβώς την στιγμή του χαμού. Ταυτόχρονα, αυτό το άπειρο τέμνεται από την εμπειρία μιας καθημερινότητας στην οποία οι πολλαπλές σχέσεις εξουσίας ασκούν την επίδραση τους πάνω στο άτομο.
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει τον τίτλο «Φυλογένεση» ένας βιολογικός όρος που αναφέρεται στην έρευνα της συγγένειας τών ζωντανών πλασμάτων του πλανήτη που ζούμε. Αυτή η συγγένεια σχετίζεται, ή και καθορίζεται από την ιστορία της συνεχόμενης εξέλιξης τους. Μέσα στα ερευνητικά πλαίσια της φυλογένεσης αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα είδη και την εξέλιξη τους. Παρέχει επίσης ένα θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο οφείλεται και η κινητικότητα της αντίληψης αυτής. Το δεύτερο μέρος έχει τον τίτλο «Οντογένεση» που αναφέρεται στην ιδιωτική ιστορία μιας ζωής από την στιγμή της δημιουργίας της μέχρι που παύει να υπάρχει. Οντογένεση είναι η συγκεκριμένη ιστορία του ατόμου ενώ φυλογένεση είναι τα στάδια της πορείας του είδους στο οποίο ανήκει το άτομο μέχρι να φτάσει στην τωρινή του μορφή.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου, οι όροι αυτοί τυγχάνουν μιας δημιουργικής επεξεργασίας όπου οι βιολογικές αυτές έννοιες που υποδηλώνουν αναπόσπαστες διαδικασίες στην εξέλιξη και συνέχιση της ζωής στον πλανήτη αποτελούν το πλαίσιο των ποιημάτων και τα καθιστούν καθόλα πολιτικές δηλώσεις. Η φυλογένεση π.χ. έχει σαν ένα από τα αποτελέσματα της την βόμβα της Χιροσίμα στο ποίημα “Little Boy.”
Κάποια από τα ποιήματα της συλλογής μαρτυρούν μια πολύ μακρά και λεπτομερή διαδικασία κύησης. Η φωνή που αρθρώνει τους στίχους δεν ανήκει πάντα στον ποιητή. Ενδύεται διάφορες μορφές με στόχο να μας χαρίσει μια σειρά χαρακτήρων στους οποίους εμείς αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας, ή και ανθρώπους του περίγυρου μας. Πολλές φορές όμως οι χαρακτήρες μας είναι ολότελα ξένοι, και το ενδιαφέρον μας διεγείρεται ακριβώς από την ικανότητα του ποιητή να κάνει το ξένο οικείο και το οικείο τέχνη του λόγου, ούτως ώστε η κατανόηση της καθημερινότητας να εμπλουτίζεται με την διορατικότητα που μας χαρίζουν οι ποιητικές εικόνες.
Η ποιητική του δομή χαρακτηρίζεται από έντονα μεταμοντέρνα στοιχεία, και αντλεί έναυσμα από την τάση του ποιητή να σκηνοθετεί τον λόγο με συγκεκριμένα σχήματα νοήματος αλλά και εικόνας. Οι ρυθμοί των στίχων και η ένταση των λέξεων χαρίζουν την δυνατότητα μεταμόρφωσης η οποία όντας απαραίτητη στην ποιητική μετάπλαση απουσιάζει από τον συνηθισμένο συμβατό λόγο. Μάλιστα, σε κάποιες στιγμές τα ποιήματα υποδηλώνουν τις δυνατότητες που υπάρχουν στο αναπάντεχο συναπάντημα με το υπερβατικό. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Προμηθέας» η προσωποποίηση του Πολικού Αστέρα δημιουργεί την αίσθηση ενός σώματος ουράνιου αλλά ταυτόχρονα με μια υπόσταση γήινη – συνδυάζει ο Προμηθέας δύο φύσεις. Βρίσκω καταπληκτικό τον τρόπο που το ποίημα ζωντανεύει το θείο μέσα από ένα βλέμμα πόθου, το βλέμμα του αφηγητή του ποιήματος. Το θείο είναι αυτό που έχει την δυνατότητα να εμπνεύσει και να θρέψει την φαντασία με την δημιουργική φλόγα. Αυτή είναι που καθιστά δυνατή την τέχνη και την πνευματική επιβίωση που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το κτήνος. Και όμως, στο ποίημα υπάρχει το κτήνος και είναι ο λοχαγός ο οποίος σε μια συμβολική πράξη, σαν γύπας τρώει τα σωθικά του Προμηθέα θέλοντας να σβήσει τις δυνατότητες: «Δεν τον χρειάζεστε. / Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα» (82). Και ενώ καταβροχθίζει τα σωθικά του Προμηθέα από το στόμα του τρέχει όχι αίμα αλλά αστερόσκονη. Σε μια κανιβαλική πράξη, λοιπόν, καταβροχθίζουμε αυτό ακριβώς που μας φωτίζει την ανθρώπινη μας πορεία δίνοντας μας την αίσθηση προσανατολισμού.
Και κλείνω με την εξής σκέψη: η ωριμότητα είναι σημαντικό επίτευγμα στην τέχνη αλλά και το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Και θαυμάζω το ταλέντο του Κωνσταντίνου αλλά και την επένδυση αγάπης στη δουλειά του – βασικό συστατικό που ευθύνεται για αισθητική στάθμη, συναισθηματική επίκληση και πολυεπίπεδη ερμηνευτική δυναμική. Αντιλαμβάνομαι την ποίηση όχι ως την αισθητοποίηση μιας στιγμιαίας εντύπωσης αλλά ως σύνθεση η οποία αναπτύσσει σε διάφορα δομικά και σημασιολογικά επίπεδα ένα θεματικό ή θυμικό πυρήνα. Με τέτοια κριτήρια λοιπόν υπ΄όψιν, η συλλογή του Κωνστανίνου Παπαγεωργίου αντιπροσωπεύει μια σπουδαία και σημαντική κατάθεση στην Κυπριακή ποίηση.

 

Άριστος Τσιάρτας

http://www.fractalart.gr 8/11/17
Βουβές και ανείσπραχτες εκρήξεις
–Μαμά τι’ναι αυτό που κλαίει μέσα στο σπίτι μας;/–Τίποτα μικρό μου, μάλλον η φάκα θα’ πιασε κανένα ποντίκι/Ψέματα. Όλα ψέματα./ Η ποντικοπαγίδα άδεια πάλι./Η κραυγή όμως εκεί. Για χρόνια./Μόνο εγώ την άκουσα.
Μια βουβή κραυγή βγαίνει από τους στίχους του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Υπερκαινοφανής» . Πρόκειται για μια κραυγή που ανατρέπει τα επιφαινόμενα σχήματα και τις καθηλωτικές ψευδαισθήσεις με τα οποία ο άνθρωπος ορίζει και αντέχει τον κόσμο.
Ο ποιητικός λόγος θεματοποιεί όψεις συμπαντικών φαινομένων, της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους αλλά και ιστορικών ή κοινωνικών γεγονότων, προκαλώντας συγκίνηση όχι μέσα από μια άκριτη αισθηματολογία ή ανυπόμονη παρόρμηση αλλά μέσα από ένα διακριτά ελεγχόμενο και ανεπιτήδευτο λυρισμό.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου δεν υπάρχουν αρραγή σχήματα. Τα πάντα είναι θραυσμένα: η αφήγηση, η καθημερινότητα, ακόμα και τα στοιχεία των άκαμπτων στρατιωτικών κανόνων. Στη συνέχεια, με ποικίλλουσα κάθε φορά αντοχή και διάθεση, ο ποιητής, αποπειράται να ανασυγκολλήσει τον κόσμο του και τον τραυματικά κατακερματισμένο εαυτό (έχω γίνει ολόκληρος/ το άθροισμα των μπαλωμάτων μου.)
Με στίχους που χαρακτηρίζονται από δραματική ένταση, ο ποιητής εκφράζει υπαρξιακές αναζητήσεις και ένα εσωτερικό σπαραγμό. Ταυτόχρονα, η τραυματική και αδιέξοδη πορεία της ανθρωπότητας δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Έτσι, ο ποιητής αναμετριέται επίμονα με τη φρίκη του Άουσβιτς προσπαθώντας να απωθήσει την ηχώ του τρόμου, να την υποτάξει και να την ξορκίσει. Μάταια, όμως. ( Ώ να, το ποίημα έρπει να εξέλθει/αλλά το καταπίνω). Έπειτα, προτείνει το αρχετυπικό μοτίβο της καρτερικότητας, με την οποία ο προμηθεικός ήρωας υπομένει το μέσα και τη μοίρα του, ως μέρος του ποιητικού γίγνεσθαι. (Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια/κάθεται εκεί πέρα μονάχος/ μα δε νιώθει μοναξιά…./Kι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε τη φωτιά.)
Εκείνο που είναι διάχυτο στην ποίηση του Παπαγεωργίου, δεν είναι τόσο η άρνηση της χαράς όσο τα κενά που την παράγουν: το καταλυτικό βάρος της μοναξιάς, η απογοήτευση, η ματαίωση αλλά και οι χαίνουσες ή κρυφές πληγές που ενεργοποιούν τη συνείδηση, τη μνήμη και την έμπνευση. (Αφέθηκα αφελώς/ στην απληστία μεταλλωρύχων/ και εξήγαγα όλο το δυνητικό μου.)
Άλλοτε με τρόπο ρητό και άλλοτε με πλάγιες ματιές αντιμετωπίζει στοχαστικά και με διάθεση ειρωνικής αμφισβήτησης εδραιωμένα στερεότυπα, στρεβλές και άδικες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Και το επιτυγχάνει με στίχους που μέσα στη σκωπτικότητα τους θαρρείς και διαρρηγνύουν το κέλυφος της περιχαράκωσης σε κενά περιεχομένου σχήματα. Είναι, μάλιστα, φορές που οι στίχοι υπονομεύουν ειρωνικά το επιδεικτικά προσποιητό άνοιγμα στη διαφορετικότητα, η οποία δύσκολα γίνεται αποδεκτή επειδή στην απόρριψη της στερεώνονται εύθραυστες υπεροχές ή βεβαιότητες. (Δεν είμαι ρατσιστής/ αλλά αυτά να βλέπουν τα παιδιά μας;/Το παίζουν τώρα τελευταία οι μαύροι/ίσοι και όμοιοι μας.)
Η ποίηση του Παπαγεωργίου αποτελεί ένα χώρο στον οποίο τα αλλοτινά σφριγηλά όνειρα και οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες κληροδοτούν πίκρα και ενοχή. Ο ποιητής ψηλαφεί τις διαψεύσεις και τους στόχους που υπηρέτησε, δεν νοσταλγεί, όμως, χαμένες αθωότητες. Χλευάζει τη ματαιοδοξία και την αυταπάτη, κλείνει σ’ ένα άλμπουμ αναλλοίωτες τις εικόνες, πενθεί για να πάψει να μοιρολογά, να ημερέψει και να υπερβεί το μάταιο. (Μ’ όλες τις ζωές που δεν έζησα/ κι όλες τις φάλαινες που εντέλει δεν είδα/έχω φτιάξει φωτογραφικό άλμπουμ./Φταίω εγώ που’ναι πιο χοντρό/ απ’το άλμπουμ της ζωής μου;)
Πρώιμα, αβίαστα ωστόσο και πειστικά, ο ποιητής στη δεύτερη, μόλις, συλλογή του τολμά και πετυχαίνει, να πειραματιστεί και να ενσωματώσει στην ποίηση του νέες τεχνοτροπικές αναζητήσεις. Αντλεί έμπνευση από τη συλλογική και ατομική μνήμη. Αποστάζει την ποίηση του φωτίζοντας τα μικρά, τα καθημερινά και τα παραμελημένα. Με τρόπο, όμως, που σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο και παραμυθητικό χαρακτήρα της ποίησης του.

 

Γιώργος Μολέσκης

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)

Το 2017 κυκλοφόρησε, από τις αθηναϊκές Εκδόσεις Μελάνι, το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου με τον τίτλο «Υπερκαινοφανής». Με το νέο του αυτό έργο ο ποιητής συνεχίζει με συνέπεια και με πάθος τον δρόμο που χάραξε με το πρώτο βιβλίο, «Οι πέντε εποχές», Εκδόσεις Μελάνι, 2012, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά ότι είναι ένας ποιητής που γράφει γιατί έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Όπως και το πρώτο του βιβλίο, καλύπτει και αυτό έναν αξιοπρόσεκτο για ποιητική συλλογή αριθμό σελίδων, εκατόν σαράντα πέντε. Το πρώτο αποτελείτο από πέντε μέρη, τα πρώτα τέσσερα με το όνομα των εποχών του χρόνου και το πέμπτο την Αγρανάπαυση, αυτό χωρίζεται σε δυο μέρη, τη Φυλογένεση και την Οντογένεση. Οι διαχωρισμοί αυτοί είναι, πιστεύω, ουσιαστικοί για την κατανόηση του περιεχομένου και των μηνυμάτων των βιβλίων, που ακόμη κι αν δεν έχουν εξαρχής συλληφθεί ως ενότητες, όσον αφορά στις αναζητήσεις και τους φιλοσοφικούς και υπαρξιακούς προβληματισμούς τους, διαβάζονται και λειτουργούν ως τέτοιες με τον τη σειρά που τοποθετούνται στα βιβλία και κατ’ επέκταση στην πρόσληψη του αναγνώστη.
Πέρα από αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν και άλλα, εσωτερικά, που συνδέουν ουσιαστικά τα δυο βιβλία. Όπως σημείωνα μιλώντας στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου παρουσιάζεται ως ένας ώριμος ποιητής, με τη δική του φωνή και το δικό του ύφος, τη δική του ποιητική γλώσσα και τρόπο έκφρασης. Κατά κανόνα είναι επιγραμματικός, τα ποιήματα του ολιγόστιχα. Το κάθε ποίημα ολοκληρώνεται με μια ποιητική σκέψη, με την κατάθεση ενός συναισθήματος και κλείνει με κάποιους ανατρεπτικούς και συνάμα αυτοεξομολογητικούς στίχους, που οδηγούν βαθύτερα σ’ ένα χώρο αναζήτησης της αυτογνωσίας και του νοήματος της ύπαρξης. Παράλληλα, τοποθετημένα στο βιβλίο, με βάση και τη θεματική και τις αναζητήσεις του ποιητή, τα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους, διαβάζονται ως συνθετικά μέρη μιας ενότητας, ως μικροί σταθμοί στην εξέλιξη του βασικού θέματος.
Μέσα από τις πέντε ενότητες του πρώτου του βιβλίου, «Οι πέντε εποχές», ο ποιητής πραγματεύεται την εσωτερική πορεία του ήρωά του προς την αυτογνωσία, η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα μιας εκθαμβωτικής ερωτικής έξαρσης και της ματαίωσής του έρωτα. Αυτό οδηγεί και σε μια παράλληλη ανάπτυξη του αισθήματος της αυτογνωσίας, που με τη σειρά του οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι μια νέα κατάσταση είναι έτοιμη να γεννηθεί μέσα από όλα αυτά. Έτσι, το ερωτικό θέμα του βιβλίου μπορεί κανείς να το δει και ως ένα συμβολισμό άλλων καταστάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής της ίδιας.
Στην πρώτη ενότητα του νέου του βιβλίου «Υπερκαινοφανής», τη Φυλογένεση, ο ποιητικός ήρωας του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου συνομιλεί με τον κόσμο του σύμπαντος, αλλά και διαχρονικά με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη γη, σε μια διαρκή πορεία αναζήτησης του νοήματος της ζωής. Παίρνοντας ερεθίσματα από τον χώρο της επιστήμης, μιλά για το σύμπαν, τον χρόνο, τ’ αστέρια, τους κομήτες, τους υπερκαινοφανής αστέρες, που εξαντλώντας την ενέργειά τους πεθαίνουν στο σύμπαν αφήνοντας να ταξιδεύει για έτη φωτός η λάμψη του θανάτου τους. Εμπνεύσεις αντλεί και από την ίδια τη γη, την ιστορία, τη γεωλογία, τα ηφαίστεια, τις μεταβολές και τις ανατροπές που γνωρίζει μέσα στο χρόνο, αλλά και από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, την πορεία του πάνω στη γη και τα έργα του. Μέσα από όλα αυτά ο ποιητικός ήρωας διαλογίζεται πάνω στην ιδέα του θανάτου και της διάρκειας, βιώνει τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και προσπαθεί να υπερβεί τα αδιέξοδά του.
Μέσα από τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, Οντογένεση, με αναφορές σε αυτοβιογραφικά γεγονότα, αλλά και γεγονότα από την ιστορία του ανθρώπου στη διαχρονική του πορεία πάνω στη γη, ο ποιητής, επισημαίνοντας αντιφάσεις και ανατροπές, αναζητά το νόημα της ζωής και την ουσία της ύπαρξης.
Στα ποιήματα του βιβλίου συναντούμε πλήθος αναφορών σε γεγονότα από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, τα οποία λειτουργούν ως δημιουργικές εμπνεύσεις, οι οποίες μετουσιώνονται ποιητικά. Οι αναφορές αυτές συνδυάζονται με διάφορα αυτοβιογραφικά στοιχεία και δίδονται συχνά με μια ανατρεπτική ποιητική, μέσα από την οποία διαγράφεται ένας ποιητικός ήρωας, που τον χαρακτηρίζει πάθος και προβληματισμός. Όλα αυτά κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου ενδιαφέρουσα, προκαλώντας την ενεργό διανοητική και συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη.

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)
Θα αρχίσω με μια προσωπική νότα για να πω ότι πριν τέσσερα τόσα χρόνια , ήταν Μάρτης του 2013 νομίζω, σε μια ποιητική συνάντηση στο Σολώνειον που διοργάνωσε ο φίλος ποιητής Βάκης Λοιζίδης, διάβασε κι ένας νέος ποιητής ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου , η ποίηση του μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω τη πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές» κι από τότε παρακολουθώ την ποιητική του διαδρομή που αφού πέρασε και την πέμπτη εποχή, έχει πια εκτοξευθεί στο διάστημα για να εκραγεί ως υπερκαινοφανής αστέρας και να μοιραστεί μαζί μας τα κατάλοιπα μιας ποιητικής έκρηξης πρωτότυπης, καινοφανούς, ενδιαφέρουσας και εκπληκτικής !
Ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει στη Λισαβόνα, Θεσσαλονίκη, Φλωρεντία, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βελιγράδι , Στρασβούργο και δεν θυμάμαι που αλλού, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι με φωτογραφίες του μυαλού γράφει ποίηση γεμάτη αναζητήσεις , ερωτήματα , προβληματισμούς αλλά και ομορφιά, ερωτισμό και υποδόρια ειρωνεία καμιά φορά.
Τον απασχολεί η σύγχρονη εποχή , η επικαιρότητα αλλά και η ιστορία. Έχει μια εμμονή με συμπαντικά φαινόμενα , με την εξέλιξη του ανθρώπου ή του είδους αυτού που λέγεται άνθρωπος. Είναι ένας κάτοικος της «χλωμής γαλάζιας κουκίδας» έτσι όπως φαίνεται η γη από το διάστημα . Μας θυμίζει την ασημαντότητα της ύπαρξης μας αναζητώντας συγχρόνως τα σημαντικά της ζωής μας.
Για τον Κωνσταντίνο, όπως μας λέει και ο ίδιος , η ποίηση ξεκινά μέσα σου, στο σημείο όπου τέμνονται η νόηση, το συναίσθημα και το ένστικτο. Έτσι στη δεύτερη ενότητα της συλλογής την «Οντογένεση» τα ποιήματα γίνονται πιο εσωστρεφή . Τον απασχολεί το εφήμερο της ύπαρξης, το ανεκπλήρωτο, η απώλεια και τα τραύματα της . Έτσι γράφονται τα ποιήματα που είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας».
Ο ποιητής ως αναζητητής του εαυτού του αλλά και ως μελετητής του ψυχισμού του ψάχνει και ψάχνεται και μέσα σε αυτό το ταξίδι βρίσκουμε κι εμείς κομμάτια του εαυτού μας . Δεν είναι αυτό η Ποίηση;
Ένα ανήσυχο πνεύμα που συνέχεια ερευνά ,θέλει να μαθαίνει… ένας αδηφάγος αναγνώστης… μελετητής του αχανούς και του άπειρου …

 

Διώνη Δημητριάδου

https://meanoihtavivlia.blogspot.com.cy/, 28/12/17
«Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή, που έχει κάνει αίσθηση ήδη από την πρώτη του εμφάνιση. Μια ποιητική περιήγηση στο σύμπαν, στον μεταφυσικό προβληματισμό, στις πιθανότητες και απιθανότητες της ζωής. Η αναμέτρηση της ποίησης με όσα ισορροπούν ανάμεσα στη λογική και στην υπέρβασή της.»
7. Λίλη Μιχαηλίδου, παρουσίαση του βιβλίου στο μουσείο «Το πλουμιστό ψωμί» (6/6/17)
Ξεκίνησα να περπατώ ανάμεσα στους στίχους της νέας ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. δεν υπάκουσα στην απαγόρευση των Θεών, ούτε φυσικά και στην προτροπή του Κωνσταντίνου, με αποτέλεσμα μια ανεμοζάλη να κατακυριεύσει τις σκέψεις μου και να τις ξετινάξει μακριά, πολύ μακριά από τη χαλάρωση της αναπαυτικής μου.
Βρέθηκα να ταλαντεύομαι στο αστρικό σύμπαν, ανάμεσα σε αστέρες, νεφελώματα, κομήτες, ένιωσα να πέφτω σε κενά αέρος και δεν το κρύβω έχω κι εγώ υψοφοβία. Με αιφνιδίασαν συστήνοντας μου το πρόσωπο του θανάτου. με ταξίδεψαν στις πεδιάδες, στα υψώματα και στις κατακόμβες της ύπαρξής του ποιητή… Για να μπορέσω να ξαναβρώ την ηρεμία μου, να καταλάβω και να πω δυο λόγια που να αντιπροσωπεύουν αυτή τη σημαντική ποιητική συλλογή, μπήκα ξανά και ξανά στα ποιήματα, δυο και τρεις και τέσσερις, σε μερικά και πέντε φορές!
Διαβάζοντας λοιπόν τη νέα πολυπρόσωπη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, νιώθει κανείς πως διαβαίνει από ένα γαλαξία, διαπερνά τα σύννεφα, κατεβαίνει στη γη και περιπλανάται στις απέραντες εκτάσεις της. Η μικρή Κύπρος η βάση, ο Ποιητής επίσης η βάση. αφήνει όμως ελεύθερη τη γραφή του κι εξακοντίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Νησί του Πάσχα, διασχίζει μαζί με τους πρώτους περιπατητές τη Βερίγγεια Γέφυρα, ανεβαίνει στις Άλπεις, κατεβαίνει στις πεδιάδες της Φλάνδρας, πάει στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Βερολίνο, στο Βελιγράδι, στην Μπουρκάς, απλώνει τα πόδια του στα παράλια της μαύρης θάλασσας…
Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν συμβαίνουν ενδιαφέροντα αλλά και ανατρεπτικά πράγματα. Ο ποιητής γράφει συνέχεια. Γράφει για να μπορεί να αναχθεί σε παίκτη ικανό ώστε να κερδίσει το στοίχημα που έχει βάλει με τη ζωή του. Γράφει για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να κατανοήσει το αίνιγμα και το άνοιγμα του κόσμου, όπως το ονομάζει ο Λέοναρτ Κοέν. Γράφει για να περάσει στη γνώση ακολουθώντας τα βήματα που μόνο ένας ποιητής μπορεί και γνωρίζει.
Συνδιαλλάττεται με αστέρες, με την ιστορία τους, με φυσικά φαινόμενα, τις επιπτώσεις τους, με το θάνατο, με τον πρώτο άνθρωπο, με το δεύτερο άνθρωπο, με τους απογόνους τους… μέχρι τις μέρες μας.
Αντιμετωπίζει τις ανασφάλειες, τις ενοχές, τις φοβίες, τις απογοητεύσεις, τις εξομολογήσεις, τις ανακαλύψεις, τους σεισμούς, τα εφήμερα, τις τελετουργίες, την εγκατάλειψη, τις υπερβολές της στρατιωτικής εκπαίδευσης, τα λάθη, την καταπίεση, μπορώ να πω, με θάρρος και πείσμα, γιατί θέλει να σωθεί, να επιβιώσει.
Όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να βιώσει έναν κόσμο καινούργιο και φωτεινό. «όπου να’ σαι θα ξημερώσει» μας λέει. Και το εννοεί, γιατί όλο αυτό το μακρύ ταξίδι, η σαγηνευτική περιπέτεια, δεν είναι λίγο. Είναι ένα ταξίδι έξω από το συμβατικό τρόπο σκέψης, μέσα από πολλές συμπληγάδες, εκρήξεις, αντιπαραθέσεις, μέσα από σκοτεινές, νεφελώδεις, άγνωστες και πρωτόγνωρες διαδρομές, μέχρι να φτάσει στο φως.
Και έχει αληθινά ξημερώσει για τον Κωνσταντίνο, και είναι μια μέρα με άπλετο φως και άπλετη αγάπη… απαραίτητα εφόδια για τις επόμενες «μάχες» της ζωής του.

8. Πέννυ Τομπρή, «Υλικό ονείρων» 9,58fm (ΕΡΤ3), 27/9/17
http://webradio.ert.gr/958fm/27sep2017-yliko-oniron-konstantinos-papageorgiou/
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή θα γίνει η αφορμή για τα σημερινά μας ραδιοφωνικά όνειρα. Έχει τον τίτλο «Υπερκαινοφανής» και την υπογράφει ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ο οποίος γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο και είναι μόλις 36 ετών. Γραφή σαφώς ιδιαίτερη, δομημένη με λέξεις καθημερινές, που πασχίζουν ωστόσο να αποκαλύψουν όσα δε λέγονται ποτέ, όσα επιμένουμε να αρνούμαστε, εκτός και αν καταφύγουμε στην οδυνηρή όσο και λυτρωτική αλήθεια των ποιημάτων. Αυτών που όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής σε ένα του στίχο είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας». … Όλοι τούτοι οι στίχοι που περιλαμβάνονται στις σελίδες, συνθέτουν μια κραυγή.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  9/7/2018

Απλότητα, χιούμορ και αυτοσαρκασμός

Οι δεσπόζοντες προβληματισμοί στην τελευταία ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου έχουν να κάμουν με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του συγγραφέα, με τις σκέψεις του για τη ζωή και τον θάνατο. Ο Κ.Π. πραγματεύεται τη συγκεκριμένη θεματική – και όχι μόνον αυτή βέβαια – με φαντασία και απλότητα, κύριες αρετές της ποίησής του όπως τις γνωρίσαμε και στην πρώτη του συλλογή «Οι πέντε εποχές», εκδόσεις Μελάνι, 2012. Ο συγγραφέας θέτει, κατά κανόνα, καίρια ερωτήματα. Μόνο που επιλέγει άλλοτε να τα απαντά και άλλοτε να τα αφήνει να αιωρούνται.

Το αισθητικό αποτέλεσμα, στα πλείστα ποιητικά εγχειρήματα του Κ.Π., πέρα από τη φαντασία και την απλότητα, συνεπικουρείται και από το χιούμορ, που είναι εξίσου απλό και λιτό, και συχνά αυτοσαρκαστικό: «Μ’ ακούει κανείς; / Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω, / τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος. / Τόσοι γαλαξίες / να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;». (σελ. 16)
Τα ποιήματα του Κ.Π. πρωτίστως καταγράφουν καταστάσεις και δευτερευόντως συναισθήματα που απορρέουν από αυτές. Και όχι αντιστρόφως. Έτσι ο ποιητής αποφεύγει τους πλεονασματικούς συναισθηματισμούς και δημιουργεί αξιοσημείωτη ατμοσφαιρικότητα.

Ο Κ.Π. στα ποιήματά του, κατά βάση, διηγείται επεισόδια, περιστατικά, συμβάντα, ενσταντανέ. Και το πράττει με μπρίο, με ρυθμό, με χιούμορ και περιπαιχτική διάθεση. Χαρακτηριστικά είναι τα ποιήματα που αναφέρονται στη στρατιωτική του εκπαίδευση στην Κρήτη ή γενικά στη στρατιωτική του θητεία.

Ο Κ.Π. είναι ακομπλεξάριστος, αυτοσαρκαστικός, με χιούμορ που τσακίζει κόκαλα. Ο ποιητής απολαμβάνει αυτό που κάνει γι’ αυτό και καθίσταται και ο ίδιος απολαυστικός. Πχ στο απολαυστικά ευτράπελο ποίημα του «Καταπίεση» (σελ. 31) διακωμωδεί την εφηβική περιπέτεια του με τον αυνανισμό και πόσο απελευθερωτικά αυτή έληξε.

Την ίδια ώρα ο Κ.Π. είναι λιτός, βατός, κατανοητός, με ροή λόγου και αφηγηματικότητα που δεν κουράζει. Ούτε και μαστίζεται από πόζες ή πεζολογικά ειδολογικά χαρακτηριστικά. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι κάποια ποιήματα του θα μπορούσαν να είναι μικρά αφηγήματα, μινιατιουρίστικα χρονογραφήματα, ευσύνοπτα διηγήματα. Αφού πρόκειται για ποιήματα που εμπεριέχουν μύθο ο οποίος εξελίσσεται, με αρχή, κορύφωση και τέλος. Αυτό συμβαίνει πχ με το ποίημα «Ποίηση μετά το Άουσβιτς». (σελ. 42-43)

Ο Κ.Π. αξιοποιεί τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες με πολύ δημιουργικό τρόπο, με φαντασία, ευαισθησία, ευρηματικότητα, περιπαικτική αλλά και υπερβατική διάθεση. Αυτό συμβαίνει πχ στο ποίημα «Δαβίδ» (σελ. 29) που διαδραματίζεται στη Φλωρεντία, στο ποίημα «Προσευχή Ι» (σελ. 35) που διαδραματίζεται στη Λισαβόνα και ούτω καθεξής.

Στο βιβλίο του Κ.Π. εντοπίζουμε και αρκετά διακείμενα, απόρροια των μελετημάτων του ποιητή. Πχ όταν λέει: «Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως ειν’ αρκετή η γραφή σου;». (σελ. 51) μοιάζει να συνομιλεί με τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου: «…κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…». Εδώ ο κοινός ψόγος έχει ασφαλώς να κάμει με την ματαιότητα του κοινωνικού ρόλου της ποίησης, υπό μια άκρως κριτική και ταυτόχρονα πεσιμιστική ματιά.

Συχνά η ποίηση του Κ.Π. είναι μια συνεχής μετάβαση από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό κόσμο και τανάπαλιν. Κάποτε μάλιστα δεν είναι καν μετάβαση από τον ένα κόσμο στον άλλο, αλλά μια μετεώριση μεταξύ των δύο.

Στα ποιήματα «Απογοητεύομαι» (σελ. 75) και «Καύσιμα» (σελ. 77) ο Κ.Π. πραγματεύεται τη γενεσιουργό αιτία της ποίησης. Και εξηγεί, ιδιαίτερα παραστατικά και ευφάνταστα, πως η πίκρα, η θλίψη, η συντριβή, ο πόνος, αποτελούν τα πιο ουσιαστικά ελατήρια για να γραφτεί ποίηση, καλή ποίηση: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια». (σελ. 77)

Εξ ου και ο Κ.Π. έχει μιαν έφεση στην ανάλυση τραυμάτων, τραυματικών ή μετατραυματικών καταστάσεων. Λέει: «Δεν λιμάρονται τα τραύματα». (σελ. 98) Κι αμέσως λίγο παρακάτω, σε στίχους ενδοσκοπικούς, ψυχογραφικούς, ψυχαναλυτικούς, αποφαίνεται: «Απαιτείται πολύς κόπος / μέχρι να εξουδετερώσω / μία μία / και να περιμαζέψω / τις νάρκες / που άφησαν κάποιοι / φεύγοντας / απ’ το κορμί μου». (σελ. 99)

Μέσα από την ποίηση του ο Κ.Π. κάνει τον εαυτό του χίλια κομμάτια. Τον ξεγυμνώνει, τον τεμαχίζει, τον ανασυνθέτει, τον αναλύει, τον αποκαλύπτει, τον λοιδορεί, τον εκθέτει, τον διαπομπεύει, τον ειρωνεύεται, τον σαρκάζει, τον διασύρει και τον αποδημεί. Γι’ αυτό και το πνεύμα του παραμένει συνεχώς φλογίζον, ανήσυχο, γρηγορόν. Αφού ποίηση σημαίνει και εγρήγορση, αναβρασμός, αφύπνιση: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου / μαίνεται μέσα μου η φωτιά. / Πώς να σβήσει όταν γράφεις ποιήματα». (σελ. 105)

 

Οι Πέντε Εποχές

Γιώργος Μύαρης

http://www.poiein.gr (9/10/2014)
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1981 στην Κύπρο. Εργάζεται στην εκπαίδευση. Βραβεύτηκε στο διαγωνισμό για νέους λογοτέχνες της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2008). Το 2012 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι πέντε εποχές» στις εκδόσεις «Μελάνι» (έφτασε στη βραχεία λίστα του βραβείου ποίησης «Γιάννη Βαρβέρη» που θέσπισε η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας για πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες). Στην πρώτη συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου η λυρική διαύγαση του ερωτικού στοιχείου επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει τα πιο ισχυρά συναισθήματα της ύπαρξης και να ταξιδέψει διαμέσου πέντε περιόδων της ζωής του προς την ανακάλυψη του εαυτού του. Οι τέσσερις εποχές (Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας) διαπερνώνται από την ένταση των συλλογισμών για τη δημιουργία και την ποίηση, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Έπεται η «Αγρανάπαυση» με την επέλαση του αδηφάγου πένθους και «Η πέμπτη εποχή» που δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό· εξομολόγηση για όσα βιώνει ο ερωτευμένος· σπουδή ποιητική για το τραύμα του ανεκπλήρωτου έρωτα· στοχαστική προσέγγιση μιας «μετα-τραυματικής άνθισης που ενδεχομένως ακολουθεί».

 

Αιμίλιος Σολωμού

ΑΝΕΥ, τεύχος 48
Οι πέντε εποχές» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. Πρόκειται για μια ογκώδη ποιητική συλλογή 144 σελίδων. Χωρίζεται σε πέντε μέρη: Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Αγρανάπαυση. Πρόκειται εν πολλοίς για ολιγόστιχα και άτιτλα ποιήματα που πραγματεύονται εξελικτικά και κλιμακωτά τον κύκλο του έρωτα από την αρχή (άνοιξη) μέχρι τη φθορά του (χειμώνας) και τη μετέπειτα ανασκόπηση και απολύτρωση, η οποία ονομάζεται αγρανάπαυση (η πέμπτη εποχή).
Τα πλείστα των ποιημάτων αναπτύσσονται διαλογικά. Ο ποιητής συνομιλεί με το υποκείμενο του έρωτά του, ένα πρόσωπο συγκεκριμένο και ταυτόχρονα αδιευκρίνιστο, αόριστο, ή ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό του. Πολλές φορές η οικονομία του στίχου δίνει την εντύπωση της παράθεσης σκέψεων εν είδει στοχαστικών ρήσεων, αποστροφών και αποφθεγμάτων ή παράθεσης στιγμών, εμπειριών, στοχασμών σαν να πρόκειται για ημερολόγιο. Τη συλλογή διατρέχει έντονα η διάθεση για λογοπαίγνιο. Συχνά κυριαρχούν τα συναισθήματα της εξιδανίκευσης, της πληρότητας, της μοναξιάς, της νοσταλγίας, του ψυχικού, ερωτικού πόνου, της ματαίωσης, της μελαγχολίας, του εγωισμού, της διάθεσης για αντιπαλότητα, της πλάνης, της ψευδαίσθησης, του θυμού, του κυνισμού ή και του μίσους. Ιδιαίτερα εξελικτικά, τα συναισθήματα εναλλάσσονται προς το οδυνηρότερο και αρνητικότερο όσο η συλλογή προχωρεί από την άνοιξη στο χειμώνα, μέχρι τη λύτρωση της πέμπτης εποχής, στην αγρανάπαυση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι οι σκέψεις ή αναμνήσεις που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας οδήγησης ή της νυχτερινής ανασκόπησης, π.χ τα μεσάνυχτα, στο μεταίχμιο της προηγούμενης και της επόμενης μέρας. Πάντως, αν και η συλλογή έχει ως κεντρικό θέμα της από την αρχή μέχρι το τέλος τον έρωτα, οι στίχοι απλώνονται και σε άλλες θεματικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές ενατενίσεις και χαρακτηρίζεται από μια βαθύτερη σκέψη. Ιδιαίτερα εκεί που κυριαρχεί η λιτότητα και η απλότητα (όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικά στα ολιγόστιχα ποιήματα), η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι στις καλύτερες στιγμές της. Είναι αλήθεια, ότι ενυπήρχε ο κίνδυνος (λόγω και της έκτασης της), η συλλογή να περιοριστεί σε μια μονότροπη και επιφανειακή θεαματική, κλειστή και προσωπική, αλλά ο ποιητής κατάφερε και διέσωσε την ποιότητα της ποίησής του, καθώς σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έχει κατακτήσει τους τρόπους έκφρασης και έχει διαμορφώσει μια δική του ποιητική φωνή. Μια άλλη θεματική που αναπτύσσεται στη συλλογή είναι τα ποιήματα ποιητικής, σε σχέση με το κυρίαρχο ζήτημα, τον έρωτα. Μόνο που η ποίηση εδώ λειτουργεί εξαγνιστικά, λυτρωτικά, ως ένα σωσίβιο για εκτόνωση και επούλωση των ερωτικών πληγών: Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι/και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί/ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.
Από την εποχή καλοκαίρι:
Είναι πολύ παράξενο/εκεί που σ’ αγάπησα/ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου/οδηγώντας για ώρα πολλή/φτάναμε σ’ ένα σημείο/που ο δρόμος τελείωνε/και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας/Το τέλος του κόσμου/Η αρχή της αγάπης.

 

Αντρέας Κούνιος

Αλήθεια (24/8/12)
Δεν μαθαίνεις, τελικά, εάν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι πληγές ή βάλσαμα αλλά, φαντάζομαι, ή μάλλον είμαι βέβαιος πως, αυτή είναι η βαθιά, η ουσιώδης, η σπαρακτική αξία της ποίησης. Έπειτα, εάν σκεφτούμε σε τι κόσμο ζούμε και πόσα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα χαρακτηρίζουν το σύντομο, και ενίοτε τραγικό, βίο μας επί της Γης, τότε ίσως καταλήξουμε στο εύθραυστο μεν, λογικό δε, συμπέρασμα πως πληγές και βάλσαμα είναι το ίδιο και το αυτό.
Η ποιητική συλλογή, πάντως, που διάβασα χτες το απόγευμα, κάτω από το λατρεμένο μου ήχο της σιωπής, με ταξίδεψε σε πέντε εμπνευσμένες εποχές όπου, φυσικά, οι συμβολισμοί τρέχουν πέρα-δώθε. Οι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, πέρα από τη μουσικότητά τους, ξεχωρίζουν για τον εσωτερικό τους πλούτο, για τον κομψό λυρισμό τους, για την ανήσυχη φύση του ίδιου του ποιητή ο οποίος καταφέρνει και σκιαγραφεί, άλλοτε πιστός στο ρεαλισμό και άλλοτε πιστός στη φαντασία, την αχανή μοναξιά των ανθρώπων, ακόμα και όταν πλάι τους, δίπλα τους, απέναντί τους υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, και δη αγαπημένοι.
Οι καταβυθίσεις του στη θάλασσα των ερώτων, μα και των απωλειών, στη θάλασσα της παρουσίας που μοιάζει με απουσία και της απουσίας που μοιάζει με παρουσία, έχοντας φορέσει το σκάφανδρο της ποίησης, ή μάλλον τη φιάλη της ποίησης, καθιστούν τον αναγνώστη όμηρο των σκέψεών του. Και, φυσικά, οι εποχές υπόκεινται στο νόμο της υποκειμενικότητας. Ένας ποιητής μπορεί να διακρίνει καύσωνες στο καταχείμωνο, ή καταιγίδες στο κατακαλόκαιρο, ή να φυτέψει αμυγδαλιές στην καρδιά του φθινοπώρου, ή να χαρίσει τον Οκτώβριο στην άνοιξη. Ένας ποιητής δικαιούται απόλυτα να μπερδεύει το χρόνο, να μετακινεί λεπτοδείκτες, να αλλάζει χρονολογίες παρακινούμενος, εννοείται, από την αστείρευτη περιέργειά του.
Δεν μπορώ να πω, με βεβαιότητα, εάν «Οι πέντε εποχές» ανήκουν στην αισιόδοξη ή στην απαισιόδοξη πλευρά της τέχνης του λόγου. Μπορώ, όμως, να πω με βεβαιότητα ότι η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου ξεχειλίζει από τρυφερότητα, μολονότι δεν υστερεί σε οργή, και από αγάπη, παρόλο που συναντάμε, στις φυλλωσιές της, και ψήγματα φθόνου – θεωρητικού έστω. Όσο για την κουραστική δομή των ημερολογίων, εγώ τη διέγραψα προ πολλού. Ακολουθώ και εμπιστεύομαι τους ποιητές, προπάντων όταν οι ιδέες τους αστράφτουν σαν βότσαλα στον ήλιο: «Λένε πως ο Θεός/δίνει μόνο/όσο μπορεί κάποιος/ν’ αντέξει/τάχα/πως ποτέ/δεν του ξεφεύγει/στο μέτρημα ο πόνος/πως είναι αλάνθαστος/άφθαστος/άκακος/και καθόλου άπονος/εγώ διαφωνώ/αλλά Του το αναγνωρίζω/πως αν κάποτε πέσει/πιο πολύς πόνος/στέλνει έναν άγγελο/να τον μαζέψει». Το ωραιότερο ποίημα της συλλογής.

 

Λίλη Μιχαηλίδου

παρουσιάσεις του βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς και Art Studio 55
… σε νιώθω που είσαι πίσω από τη βαριά πόρτα /
τίποτα δε σε κρατάει πια / έλα μέσα / έρωτα!
και μπήκε μέσα ο έρωτας, εκείνη ακριβώς την στιγμή που όλα συνέκλιναν, στην άνοιξη του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.
Κι ένα ταξίδι αρχίζει. Στην αρχή, χωρίς να μιλάει, ίσως λόγω της έκπληξης του καινούργιου, του ανέλπιστου. Mα αργότερα οι λέξεις και η πένα του, μέρα και νύχτα συνεργάζονται, σμιλεύουν, καταγράφουν ακατάπαυτα.
Θέλει να νιώσει την απώτερη αίσθηση, να ακολουθήσει την ηχώ της φωνής του, και διερωτάται: ποιά πόρτα να χρησιμοποιήσω/ του σώματος ή της ψυχής?
Άνοιξε και τις δυο ταυτόχρονα και τον είδε κατάματα.
στο όνειρό μου θα σε δω / θα ‘σαι εδώ.
Με τις εννιά αυτές λέξεις ο Κωνσταντίνος δίνει τον ορισμό του ερωτευμένου. Ενός ερωτευμένου ποιητή, που έχει την ικανότητα να είναι την ίδια στιγμή μέσα σ’ ένα τέλος που δεν είναι τέλος, μα η αρχή ενός πρωτόγνωρου και μοναδικού. Κι’ όταν η αγάπη είναι αληθινή /δεν χρειάζεται ούτε το μικρό δαχτυλάκι να κουνήσει/ καθόλου να μετακινηθεί από τον εαυτό του
Και αφήνει τον Θείο χρόνο να κυλήσει απάνω του. Έναν εκτεταμένο χρόνο πέρα από τον συμβατό, και πεινάει, αδειάζει, βραχυκυκλώνεται, απελευθερώνει την αγάπη σε μορφή δακρύων, παίζει τα αισθήματά του κορώνα γράμματα, μα είναι βέβαιος πως η αγάπη δεν χάνεται /αλλά παίρνει μορφή άλλη
Αυτό που βιώνουμε, αγαπητοί φίλοι, διασχίζοντας τις σελίδες του βιβλίου, είναι μια κατάθεση. Η κατάθεση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου για τις πέντε εποχές που τόλμησε να ζήσει, πέρα από τα τετριμμένα και τα καθημερινά, με τη δύναμη ενός ποιητή που ξέρει να μπερδεύει το λόγο, τους στίχους και τις λέξεις του με την πραγματικότητα και το όνειρο, να ξαναφέρει στο προσκήνιο ρινίσματα του χτες, να τα αναμειγνύει με το σήμερα, να τα μεταφέρει στο μέλλον…
Μπαίνει στο καλοκαίρι κι κόσμος του γεμίζει ευφορία. παίρνει σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία / μεσουρανεί στο σύμπαν με την πνοή του έρωτα, πλάθεται στα χέρια του
Ένα φθινοπωρινό απόγεμα… τον βλέπουμε να κάθεται στην άκρη της λίμνης και να αναρωτιέται τι ώρα πεθαίνουν: τα όνειρα? και είναι ώρες που εύχεται να μπορούσε να προσεύχεται, γιατί ξέρει πως όλα υπόκεινται στη νομοτέλεια της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, και η ζωή είναι πηλός / που στεγνώνει απότομα…
Κι αναπάντεχα δέχεται τις νυχτερινές επισκέψεις του χειμώνα κι ο ποιητής πενθεί / ελπίζοντας πως κάποτε θα ξορκίσει τη λύπη και τρομάζει, μιας και δεν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή.
Μέσα του μαίνεται το κενό / σαν ταραγμένη θάλασσα και εκπαιδεύεται ν’ ακροβατεί, ενώ έξω απλώνεται σκοτάδι ολόμαυρο…
Όμως, κάπου στο βάθος, ο χρόνος συγκρατεί την ουσία και συλλογιέται πως, αυτό που βιώνει είναι ένα μικρό λιθαράκι. Ένα μικρό λιθαράκι του αρχέγονου / αρχέτυπου πόνου που, αφού ξεκαθαρίσει θα ζιζάνια γύρω του, θα τον βάλει στην άκρη, και θα κάνει κατάδυση σε καινούργια νερά… να γεννήσει νέα ποιήματα και έχοντας ο ίδιος βιώσει την εμπειρία, δηλώνει πως, αν κάποτε πέσει πιο πολύς πόνος / ο Θεός θα στείλει έναν άγγελο να τον μαζέψει…
Πέρασαν οι μήνες, στέγνωσαν οι λέξεις και τα συναισθήματα του, κι ο φόβος της εγκατάλειψης γυρόφερνε στο μυαλό του. Μα ένα φτερό τον παροτρύνει να πετάξει και να ξεχάσει τα πάντα, να μην τον νοιάζει για τίποτα… κι ας είναι άγιο το όνομα της ποίησης που για τον ίδιο, είναι απαραίτητο συστατικό της ευτυχίας
είναι αργά – αν μετράς από ψες
είναι νωρίς – αν μετράς από σήμερα
και μαζεύει τα κομμάτια του / σαν ένα παιδί που συλλέγει κογχύλια
και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στη λύτρωση…
Όλα τα πιο πάνω, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι λόγια δικά μου.
Είναι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Στίχοι, που με οδήγησαν σ’ έναν κάμπο συναισθημάτων, που φύτρωσαν, άνθισαν, κάρπισαν, ωρίμασαν, τρυγήθηκαν και τώρα, αναπαύονται στις σελίδες της μνήμης ή, για να χρησιμοποιήσω την ετυμολογία της πέμπτης εποχής, αγραναπαύονται…
Στην καλαίσθητη εκτύπωση των Εκδόσεων Μελάνι, έκλεισε τον κύκλο της εξομολόγησης του έρωτά του / το πρώτο λάκτισμα / και τον τελευταίο σπασμό του / το τραύμα αλλά και την μετα-τραυματική άνθηση
Όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε περάσει μέσα από τις τέσσερις εποχές του έρωτα, βιώνοντας τη μάχη ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία ‘του άλλου’. Μια μάχη στην οποία άλλοτε βουλιάζουμε κι άλλοτε επιπλέουμε. Κι όλα γυρίζουν πάνω σ’ έναν κρυφό άξονα μιας πέμπτης εποχής που λίγοι έχουν την ικανότητα να βιώσουν και που, όπως την περιγράφει ο ποιητής, είναι καθοριστική, γιατί εδώ ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας
Τώρα, οι μέρες του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, γεμίζουν με ποίηση. Ποίηση ταυτόχρονα καθρέφτης και αντανάκλαση της ψυχής του, μια λάμψη που αδιάκοπα θα τον συνοδεύει.
Τα μύρια θρύψαλα έχουν συναρμολογηθεί κι η ξηρασία χρειάστηκε μόνο μερικά κυβικά μέτρα νερού, και ξαναζωντάνεψε…
Σ’ ευχαριστώ Κωνσταντίνε,
για την αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού….

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 2/9/2012

Με τον έρωτα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο, στην ακμή ή παρακμή του

Η πολυσέλιδη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. που φέρει τίτλο «Οι πέντε εποχές» κυκλοφόρησε το 2012 από τις έκδοσης «Μελάνι· και πρόκειται για την πρώτη εκδομένη δουλειά ενός νέου δημιουργού Το γεγονός ότι ο Κ.Π. από αυτή την πρωτόλεια δουλειά κατόρθωσε κιόλας ν’ αποκτήσει ένα προσωπικό ύφος, το οποίο μάλιστα ξεδιπλώνεται πάνω στον καμβά μιας ομαλής θεματικής με ομοιογένεια και ειρμό, πρέπει να καταλογιστεί στα υπέρ του νέου ποιητή. Το κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι φυσικά ο έρωτας στην ακμή η την παρακμή του, στην παρουσία η την απουσία του.
   Θεωρώ εύστοχα τα πλείστα ευσύνοπτα ερωτικής θεματικής ποιήματα της συλλογής, τα οποία παρατίθενται με τρόπο αποφθεγματικό, αλλά απολύτως ευκρινή. Όπως το άτιτλο ποίημα της σελ. 28 «Πάρα πολλά / γύρω μου / περιέχουν/ μια υποψία σου / Τα υπόλοιπα / είσαι εσύ» Ο έρωτας, φυσικά, δεν είναι ανθόσπαρτη και ψυχαγωγημένη λεωφόρος Το συχνά επώδυνο του πράγματος σκιαγραφεί με αφοπλιστική απλότητα ο Κ .Π. «Ένα αθέατο ράγισμα μου /-δικό σου δημιούργημα -/μ’ έκανε τελικά μύρια θρύψαλα /κι έπειτα κόπηκε / απ τα κομμάτια μου / θαυμαστά το έργα σου»· (σελ 42)
Όταν ο νεαρός ποιητής (γεννημένος το 1981) δεν σαγηνεύεται υπέρμετρα από το εύηχο ή το εύσχημο των λέξεων στον δεν αφήνεται πολύ σε έξυπνα έως εξυπνακίστικα λογοπαίγνια όταν αξιοποιεί, λειτουργικά και παραστατικά, μεταφορές και παρομοιώσεις, όταν μεταπλάθει ποιητικά εικόνες της καθημερινότητας προσδίδοντας τους άλλες διαστάσεις, το αποτέλεσμα είναι ουδόλως ευκαταφρόνητο. π.χ. στο άτιτλο ποίημα της σελ 57 λέει: «Μήνες τώρα / η σχέση μας κείτεται / σε κώμα / Ο γιατρός θύμωσε: / Πρέπει επιτελούς ν’ αποφασίσετε / Να σώζατε έστω το ζωτικά όργανα /να τα με τα μοσχεύατε στη μετέπειτα ζωή σας.
Εκεί οπού λειτουργεί ο σαρκασμός και κυρίως ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ, η ποιητική ιδέα διασώζεται και ευδοκιμεί. Π.χ. στη σελ. 70: Μέρες τώρα / προσποιούμαι πως εχω πεθάνει /ελπίζοντας να με ψάξεις / ή έστω να με θάψεις».
Όπως πραγματεύεται τις ερωτικές σχέσεις, ο Κ.Π πραγματεύεται και τις μετα-ερωτικές. Με την ίδια ένταση και ζέση, με την ίδια ανεπιτήδευτη απλότητα: «Δεν θέλω να σε θάψω / σε σεντούκι / έξη ποδιά κάτω από τη γη / θέλω να σε φυτέψω / στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου. / Και πάνω σου να βλαστήσουν / όμορφα λουλούδια /Έτσι θέλω να είναι / η ύστερη εποχή σου. / Μετά σου· (σελ 124)
   Πέρα από την ερωτική θεματική, που ούτως ή άλλως είναι παρούσα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, ο Κ.Π καταπιάνεται και με μεγάλες φιλοσοφικές έννοιες, όπως ο χρόνος και ο πόνος. Και συχνά πετυχαίνει επαρκή αποτελέσματα Κυρίως όταν οι λέξεις συνεπικουρούνται και από εικόνες όπως π.χ στο «Θεέ χρόνε· (σελ 105): «Σ’ αφήνω να κυλήσεις / επάνω μου / άσε μου αν θες / σημάδια / αλλά κλείσε την ψυχή μου / να μην μπάζει / ο αδελφός Σου / ο Πόνος / Αμήν»
   Θέλω όμως να σταθώ και στα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνει η συλλογή. Τέτοιο είναι το προγραμματικό, παραστατικό και ευθύβολο: «Καταδύσεις· (σελ.111) όπου μέσα από ένα αναλυτικό παραλληλισμό, ο Κ. Π σημασιολογεί με επάρκεια τη θέση της ποίησης στη ζωή του. Το παραθέτω ολόκληρο «Θα μπορούσα / να μην κατέδυα κάτω απ’ της επιφάνειας μου την τσίπα/ να μη ρίσκαρα τη ζωή μου φτάνοντας τόσο βαθιά / θα μπορούσα / να μην κινδύνευα απ την ασθένεια των ποιητών / θα μπορούσα να μη φέρω πάντοτε φιάλη ποίησης» Γενικά, βρίσκω ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι τα θέματα ποιητικής απασχολούν πολύ συχνά τον Κ.Π. Αυτή η ενασχόληση προσφέρει έναν μπούσουλα. που διαρκώς τον επαναφέρει σε τάξη όποτε διαφανεί ο ελλοχεύων κίνδυνος του ξεστρατίσματος Και η ποίηση, όπως κι όλα τα μεγάλο πράγματα στον κόσμο, πρέπει να έχει στρατηγικές στοχεύσεις Ορθά λοιπόν: «Τα ποιήματα είναι φλέβες / που μ’ ενώνουν με κάθε τι που βρίσκεται γύρω μου / εγώ είμαι η καρδιά. (σελ.142 ).
   Ως νέος ποιητής. παρορμητικός και αυθόρμητός. ο Κ.Π . νομοτελειακά θα έλεγα, έχει μια σχέση με τη δουλειά του. που δεν του επιτρέπει την απόρριψη, τη διαγραφή, το σκίσιμο στίχων. Αυτό συμβαίνει με όλους τους νέους ποιητές, είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους Κατά τη γνώμη μου. η συλλογή του Κ.Π. θα ήταν αισθητικά επαρκέστερη αν έλειπαν από μέσα γύρω στο 10% των στίχων που περιλήφθησαν σε αυτή. Με τον καιρό, με την ωριμότητα που επιφέρει ο χρόνος και η διαρκής ενασχόληση με την ποίηση είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσει και ο Κ.Π. ν’ αρχίσει ν’ απορρίπτει και να ξεδιαλέγει στίχους του. με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ όση το πράττει τώρα.
   Επίσης, σταδιακά. ο νέος αυτός ποιητής θα διευρύνει και τους θεματικούς του ορίζοντες, πέρα από τον έρωτα και τον εσωτερικό του κόσμο, πέρα και από τα θέματα ποιητικής. Φιλική συμβουλή και παραίνεση μου. να ενδιατρίψει π.χ. στο έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι τροβαδούρου του έρωτα και της επανάστασης. Μέσα από αυτό το έργο θα βρει πολλές απαντήσεις για τη θέση του «εγώ» και του «εμείς· στην ποίηση και την κοινωνία. Μέσα από αυτό το έργο θα γίνει κοινωνός και των συλλογικών. μαζικών, κοινωνικών διεργασιών, που παρέχουν πλέρια ερεθίσματα για ποιητικές μεταπλαστή η από μονές τους συντελούν κι αποτελούν ποίηση.

 

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τα Ποιητικά, Τεύχος 9

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ετοίμαζε δεκατρία χρόνια την ανά χείρας συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τις τέσσερις εποχές, με την αγρανάπαυση να ακολουθεί, ενώ στο τέλος επανέρχεται η άνοιξη μόνο ως τίτλος, για να συνεχιστεί νοερά ο κύκλος των εποχών και της ζωής στο διηνεκές, θα μπορούσε να εκληφθεί η απλή αναφορά στην άνοιξη ως μια νότα αισιοδοξίας ή μια υπόμνηση του αναπότρεπτου κενού. Πιο απαιτητικά και επιτυχημένα είναι τα μακροσκελή ποιήματα, μιας και τα λακωνικά και κοφτά. για να διαθέτουν δύναμη, χρειάζονται ποιητική εξάσκηση και τριβή με την καθημερινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, οι «διάλογοι» για το θέμα της δημιουργίας και της ποίησης, τον έρωτα, το εφήμερο διαθέτουν εσωτερικότητα, πυκνότητα πολλές φορές, καθώς και εικόνες που δεν δημιουργήθηκαν τυχαία, αλλά προβάλλουν ιδέες και στοχαστική διάθεση, μολονότι δεν αποφεύγεται ένα είδος ναρκισσιστικής στάσης: «σαν να ‘μαι γλύπτης/ λες κι είσαι μάρμαρο/ όπως ακριβώς σε θέλω/ σε φτιάχνω/ κι έπειτα/ δειλά/κρυφά/ κάθομαι και σε θαυμάζω/ Ζωή μου.»

 

ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΞΕΝΟΥ

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s