ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ

1-ΡΙΑ

Η Ρία Φελεκίδου κατάγεται από την Κατερίνη, είναι έγγαμη με δύο παιδιά και ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης της
ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη δικηγορία και τη δημοσιογραφία. Σήμερα δουλεύει ως εκπαιδευτικός στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι μέλος της Ομάδας Διαχείρισης,
Συντονισμού και Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης Προσφύγων του
Υπουργείου Παιδείας. Έχει εκδώσει έξη παιδικά βιβλία και δύο
ποιητικές συλλογές.
Ποιήματά της φιλοξενούνται σε ποιητικές ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Τελεία και παύλα, Γαβριηλίδης (2005)
Αυτά, Γαβριηλίδης (2008)

ΠΑΙΔΙΚΑ

Η μαγική κούπα, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)
Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, Κέδρος (2006)
Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, Κέδρος (2006)
Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, Κέδρος (2006)
Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, (2014)
Το παιχνίδι των δοντιών, Μεταίχμιο (2018)

ΑΥΤΑ (2008)

ΜΟΝΟ

Κουβαλώ ένα ποτάμι
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.

ΤΑΞΙΔΙ

Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.
Συνεχίζω να είμαι μουγγή
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.

ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Στην κόψη της θλίψης
το παρόν θολώνει
από εικονίσματα του χθες
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.

Η φρίκη φτιασιδώνεται
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να ‘ναι.

Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας
τυλίγονται προσεκτικά
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.

ΠΙΚΡΕΣ

Κλεισμένες σφιχτά
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,
οι πίκρες που μας αναλογούν
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας
θα καταφέρει να ορθοποδήσει
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια
με τα σαρκοβόρα τους στόματα
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.
Τη ζωή μας.

ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.

Να γίνει πώς;
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής
στο καρναβάλι των επιλογών μας.

Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.

Για όνομα του φόβου!
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;
Ίσως γι’ αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια
στο μέτωπο του έρωτα.
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης
στα βήματά μας.
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.
Γνώριμα και απειλητικά.

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ

Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους
τους δρόμους που παρέκαμψα
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
γύρω απ’ το κρεβάτι μου
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
δουλεύω οκτάωρο
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα
κάνω έρωτα άλλη μία
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου
στο κόκκινο της φωτιάς τους.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα
να πλησιάσουν.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,
και χωρά στη χούφτα μου.
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.

ΑΝΑΜΕΣΑ

Στην κοίτη της λύπης μου
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό
με δικά μου χρώματα
– που και που δανείζομαι
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;

Στην κοίτη της χαράς μου
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.
Χωρίς ενδοιασμούς
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές
και τα καταπίνω αμάσητα.

Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.

ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

Αιδοία και δάκρυα
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.

Τη μέρα περισσεύουν
στη νύχτα δε χωρούν.

Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί
πως συνιστούν με επιτυχία
συναφείς απομιμήσεις ζωής.

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.
Συνοψίζεται
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.

Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.

Kannst du tanzen?
Can you dance?
Εγώ αψηφώ το θάνατο.

Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου
άμμο και όνειρα και νερά.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις
που συνοψίζονται στα μάτια σου
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια
αναζητώντας νύμφες στα δάση.
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.
Μυρμηγκιάζουν το φως
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.
Αν είναι να ηγείται κάποιος,
θα ’θελα τη μουσική
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.

ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,
οι γραμμές των ματιών,
οι σκιές της νύχτας μου.
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια
Σαν το αίμα που καίει
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους
Σαν την πληγή που αγαπά
την επαφή της με τον αέρα
Σαν το κραγιόν που θόλωσε
τον καθρέφτη του νου σου
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο
Με ένα αντίο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Η έμπνευση κρυώνει
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί
στα ερείπια-θεμέλια
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα
–το πιο όμορφο τραγούδι
της εποχής των κύκνων–
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ
να ξηλώνει ποδόγυρους
να οσμίζεται
να περιμένει.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι
Στις έννοιες οι λέξεις
πρόστυχες αναδεύουν.
Θα ’θελα από ένα κελάρι
να τις ξετρυπώσω μία μία
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο
– σαν μαλακή ανάσα.

ΤΕΛΙΚΑ

Μάτια αφημένα στους καθρέφτες
μιας άλλης αντίληψης
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα
των ερωτικών υπαινιγμών
καθώς στάλες του πρωινού καφέ
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους
απρόσωπα.
Τώρα σκύψε στην άρνηση
στα όρια του εγωισμού.
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.

Τελικά η ανία
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.

ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Και τότε έρχεται.
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας
με συντεταγμένες ανθρώπου
κλειδώνει τα όνειρά μου
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου
διαχέει αόρατο δηλητήριο
και παράφρονες χυμούς θανάτου.
Και τότε φεύγει.

Όταν τελειώνει
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη
σ’ ένα βρομερό μπαρ.

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ

Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.
Οι σκέψεις μου μαβιές
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.

Όσο μεγαλώνω,
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες
σκουραίνουν οι δεύτερες.

ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ

Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου
μέσα μου.
… Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;

ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ

Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.

Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.

ΝΑ

Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.

Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα
Όχι για τ’ άλλα
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.

Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών
που παιδιά-κοχύλια γεννούν
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν
Όχι κατοικίδια λιβανωτά
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.

Και τέλος
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών
και των ημίθεων
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών

Που ξημερώνει στο δάσος
Και την επόμενη μέρα περπατάμε
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών
Που πλένεται με φως
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους
Και τα φοράμε κατάστηθα.
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα
Στην ίδια συλλαβή.

Ναι γιατί όχι;
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή
της ανυπαρξίας
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης
Που τάζει και ξετάζει
Λέει ξελέει
Γελά και ξεγελά.
Αυτά.
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας
Που μια φορά τ’ ακούς καλά
Και δεν ξυπνάς ν’ ακούσεις κι άλλο
Γιατί ότι ήταν ξέγινε
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες
Τα δάχτυλα φαγωμένα
Τρίβονται οι αντοχές
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας
κατοικεί στα έπιπλα.

Τα φαντάσματα συναγωνίζονται
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.

Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά
και δυσανάγνωστα
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,
κολυμπώ ελεύθερη.

Με αστραφτερά χέρια
δοκιμάζω απλωτές
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα
σε μελαψούς πειρατές.

ΑΧΡΟΝΟ

«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε
μία γενιά και πέθανε.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της
να ανανήψει στους ουρανούς.

Το γέρικο άχρονο σκιουράκι
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.

ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ

Τόση θέληση για τη ζωή τους!
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!

Όταν έρχεται,
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.
Δεν περιμένουν απαντήσεις
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.
Δε σκύβω το κεφάλι.
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους
αντανακλά την ενοχή τους.

ΑΝΤΡΑΣ

Χαμήλωσα το κεφάλι,
καθρέφτισα την αγωνία μου.
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα
ένα να γίνω με την κοίτη.
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.

«Και μήπως έρχεται ποτέ;»
άκουσα σαν μέσα απ’ όνειρο
την γκρινιάρικη φωνή
του παμπάλαιου θηλυκού
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.

Γειτόνισσα και νοικάρισσα η γριά χρόνια τώρα.
Πώς να κάνω έξωση στην αυθεντία της;

ΕΡΩΤΑΣ

Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.

Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης
που δε ρωτά, δε ρωτά…..

ΠΟΙΟΣ

Ποιος μπορεί να τρυγήσει
ένα ολόκληρο τσαμπί σταφύλια
με τη χαρά αποτυπωμένη στο μούτρο του
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος;
Και ποιος ισχυρίζεται πως η θέα
των αποψιλωμένων κοτσανιών
όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία
δεν κρατά το ρυθμό
σ’ ένα χορό διονυσιακής τρέλας
με πρωταγωνιστές τα σπλάχνα του;

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 

Κάθιδρες βουτιές στο κενό
Δεν επαναφέρουν τη ροδαλή όψη των πραγμάτων
Και προς τι τόση αγωνία;
Όσοι βάτραχοι κι αν γίνουνε πρίγκιπες
Στο πόδι όλων τους μια στέρεα κλωστή
Τους τραβά στη σήψη.

Τα πράγματα έχουν ονόματα
Για να κερδίσουν μια γνώριμη υπόσταση.
Οι άνθρωποι προσθέτουν και επίθετα
Κυνηγώντας ένα χνότο αθανασίας
στο σκυφτό τους σβέρκο.
Τα ζώα περιορίζονται στην ταυτότητα του είδους
Και παραδίνονται στη λήθη και την ανυπαρξία
Σαν να βουλιάζουν σ’ ένα πουπουλένιο στρώμα.

Η πιο μαλακή ανταύγεια
Είναι η ανάμνηση του κεφαλαίου της πρώτης νιότης
Στο αποκρουστικό βιβλίο του χρόνου.
Γλυκαίνει τη λύσσα της γνώσης
Την κοφτεράδα της επίγνωσης.
Δε βρίσκω όμως τη σελίδα.
Σβησμένα τα νούμερα στις γωνίες.
Και οι άκρες των δακτύλων
Σταχυολογούν απλώς μία ακόμη απώλεια.

ΟΝΕΙΡΑ

στην Ασπασία-Ραμόνα

Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο
Μια σελίδα χωρίς γραμμές
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο
Τη δομή μιας φτερούγας
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στον Γιάννη

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ

Τα τρίμματα του ανεξήγητου
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.

Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα
πριν τριτώσει το κακό.

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια σου δεν ξέρουν να τρυγήσουν
ό,τι τους κληροδοτήθηκε
από θαλασσινούς αέρηδες.
Η φυλή σου παραπαίει
σε άνυδρα ουράνια σώματα.
Κολλητές μαζί σου
μόνο οι σκέψεις της απόγνωσης.

Διάλεξε ένα καταφύγιο
που να μυρίζει θύελλα —σε προσκαλώ—
και όργωσε την ανεπάρκειά σου
με όσες ακτίνες του ήλιου
παραμένουν απτόητες ακόμη.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ

Πριν χίλια χρόνια
μια παλλακίδα με ορμήνεψε
να ορκιστώ σε μια ιδέα
με σάρκα και οστά
και στύση ελεγχόμενη
απ’ τις σκιές του κορμιού μου
στον ουρανό του κρεβατιού.

Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου
ακατανόητους χάρτες απουσίας.

ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μια φυλακή από φράουλες
–δεν τίθεται θέμα–
θα ’ταν ευπρόσδεκτη
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.

Για σένα όμως όχι.

Ένα παράπονο από μέλι
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–
θα ανύψωνε το ηθικό
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.

Το δικό σου όμως όχι.

Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια
–τα δικά μου–
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες
του κορμιού μου
και στρογγυλεύεις.

Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε
και γίνεσαι ο κύκλος
που κλείνει το μέλλον μου.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ

Δεν ακούμε μουσική μαζί.
Όχι πια, ούτε την κλασική
Που μου ’μαθες να μετρώ
Τις εισόδους των οργάνων
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά
Λόγια ανθισμένα
Που ακουμπούσα με φιλιά
Στο μαξιλάρι σου
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει
Ένα κορμί όρθιο
Ένα κορμί ξαπλωμένο
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.
Κι έτσι αγάπη μου
Οι νότες πια κατρακυλούν
Στο κορμί μου γυμνές
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο
Στήθος της αμαζόνας.
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι
Η Κρύα φοράει κάλτσες
Στα μελανιασμένα της όνειρα.
Οι νότες κατρακυλούν
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,
Στα χέρια μου
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες
Πολεμίστρες μουσικής
Να απλώνω τα μαλλιά μου
Στα χώματα
Να σέρνονται στα χώματα
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.
Δεν είσαι εκεί
Να τυλιχτούν γύρω σου
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου
Σαν η αιώνια υπόσχεση
Η αιώνια απειλή
Ο πιο θνητός έρωτας
Στο βασίλειο των ερώτων.

vakxikon τ.32

ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ

Όταν ακόμη η μέρα
Δίνει παράσταση
Τρικλίζοντας
Με βήμα αστάθειας
Σαν να πατάει
Από γυαλιά ανάμεσα
Χρώματα
Που δεν της ταιριάζουν
Ο ουρανός χάνεται
Πριν το χειροκρότημα
Φεύγει
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του
Τυλίγεται ντρέπεται
Για τα καμώματά της
Φεύγει κι είναι έρημα
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες
Σπιτάκια από σύννεφα
Αν όχι αυτός, τότε τι
Μαθαίνω πώς είναι
Να απλώνω το βλέμμα
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά
Όμως
Ένας ολόκληρος κόσμος
Παρατημένος στην τύχη του
Σκέφτομαι
Στρέφω το βλέμμα
Ψηλά όμως όχι
Πώς είναι χωρίς
Αυτό που μάθαμε
Να είναι
Ένας δεδομένος ουρανός
Κι έπειτα το τρένο φτάνει
Όπου έπρεπε
Ή ίσως ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε
Βγαίνω έξω
Ένα καινούριο σύμπαν
Να κάνω τις δουλειές μου
Έστω και χωρίς
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-
Ένα μπουφάν φουσκωτό
Από αέρα
Σύννεφα ξεχασμένα
Νιώθω γαλάζια
Ξεκολλάω απ’ τη γη
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Πασχίζω
Και πασχίζω
Λίγο ψηλότερα
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι
Όταν τον φτάνεις
Κι έτσι στοιχίζομαι
Με τις αέριες μάζες γύρω μου
Τεντώνομαι διπλώνομαι
Κάνω γωνίες
Αεροναυπηγικής δυναμικής
Το κορμί μου παγώνει
Σε στάσεις
Ενστικτώδους τελειότητας
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Το μαύρο
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-
Φτερά και πούπουλα
Να κακαρίζει ο τόπος
Και δεν σαλεύω
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη
Ήτανε νόθα τα πουλιά
Φτερά μισά
Και πούπουλα δαρμένα
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό
Και πάλι φτάνοντάς τον.
Και κάπου εκεί
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη
Και το μπουφάν να κελαϊδάει
Τα επί γης μου χρέη
Τίποτε άλλο
Τα αιτήματα περί ουρανού
Σε περιπτύξεις με το χώμα
Και κάπου εκεί
Το παίρνω απόφαση
Όπως μιλάς
Πρέπει να πετάς
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο
Από την έλλειψη φτερών της προκοπής
Αέρα στο μπουφάν μου
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου
Στο τέλος – δεν μπορεί-
Θα αναστηθεί
Κάτι στη θέση του ουρανού
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.

ΘΡΑΚΑ 14/7/2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

elliniki-gnomi 10/2/2015

Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;

Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou

Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;

Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.

Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.

«Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;

Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.

Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;

Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.

Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;

Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.

Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;

Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.

Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.

Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.

«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους
Το βάρος ακόμη μιας μέρας
Κι ακόμη μιας
Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται
Και φεύγουν
Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες
Και τότε τον άκουσα
Τον άκουσα και πήγα μαζί του
Ήτανε μάγισσες και δράκοι
Και βασιλόπουλα μαζί του
Και βασιλοπούλες
Αχ πήγα μαζί του
Έξω απ’ τις εποχές
Και ο χρόνος πάγωσε
Στις σχισμές των δαχτύλων μου
Εκεί
Στη Χώρα των Παραμυθιών
Που Λέγονται».

Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;

Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.

«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.

Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;

Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!

Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;

Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.

Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;

Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.

Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

 

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

vakxikon.gr

Συνομιλήσαμε με τον δημοσιογράφο και ποιητή Γιώργο Φράγκο με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Φλοίσβος συννέφων» (εκδόσεις Βακχικόν 2018).

Σε α’ πρόσωπο για τον «Φλοίσβο συννέφων»

Κυοφορούσα μέσα μου για καιρό τον «Φλοίσβο», ως εσωτερική διεργασία ποιητικής εγρήγορσης και ενατένισης πραγμάτων, καταστάσεων και προσώπων. Γιατί «Φλοίσβος»; Διότι είναι μια διεργασία αέναη, συνεχής, αδιάκοπη και διαχρονική. Διότι συνάμα εμπεριέχει και κάτι μαγευτικό σε ήχο, χρώμα και γεύση. Παρότι είμαι ποιητής τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τα βράδια, η ποίησή μου αναφέρεται κυρίως στις εργάσιμες ώρες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας. Και με ενδιαφέρουν συλλογικά, σωρευτικά, επί συνόλου και όχι εξατομικευμένα. Στην καθημερινή μου ενασχόληση είμαι δημοσιογράφος και συνδικαλιστής. Έτσι, μοιραία, εκείνο που επιχειρώ διακαώς να προσδώσω στην ποίησή μου είναι κοινωνικός χαρακτήρας, ευαισθησία και αλληλεγγύη. Εάν το επιτυγχάνω ή όχι θα το κρίνουν άλλοι.

Η επιρροή της οικονομικής και κυπριακής κρίσης

Η οικονομική κρίση στην Κύπρο, όπως και στα πλείστα ευρωπαϊκά κράτη του νότου και των Βαλκανίων – μάλλον προεξαρχούσης της Ελλάδας – εξακολουθεί ακόμη να σοβεί. Είναι λοιπόν μια ζώσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να μην απασχολεί την ποίηση, στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου ποίηση. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά ποιήματα που θίγουν ζητήματα όπως η οικονομική μετανάστευση, η ανεργία, η οικονομική δυσπραγία κλπ. Η επικαιρότητα ως πηγή έμπνευσης εμπεριέχει βέβαια κινδύνους. Ελπίζω η κρίση να παρέλθει σύντομα, αλλά τα ποιήματά μου, αν και …ανεπίκαιρα, να έχουν ακόμα διάρκεια ζωής. Τώρα για το κυπριακό πρόβλημα και πως αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην ποίησή μου, θα ήθελα να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, το θέμα του προβλήματος και των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν μάλλον έχει κορεσθεί. Εκείνο που σήμερα προέχει πιστεύω πως είναι να ασχοληθούμε και λογοτεχνικά με την αναζήτηση διόδων που να οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος. Έχει και η ποίηση χρέος να σταθεί ενώπιον του συνόλου του κυπριακού λαού και να δώσει οράματα και εμπνεύσεις, να υποδείξει δρόμους και τρόπους που να στοχεύουν στην ειρήνη και την επανένωση της μικρής μοιρασμένης μας πατρίδας. Γι’ αυτό και έχω κάμει πηγή της έμπνευσής μου ό,τι μπορεί να φέρει πιο κοντά Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ό,τι μπορεί στη συμφιλίωση και την επανασυμβίωση των δύο κοινοτήτων του νησιού.

Η σχέση με τη λογοτεχνία

Αγαπούσα πολύ την ανάγνωση και την απαγγελία, από τα πολύ παιδικά μου χρόνια. Έχω αμυδρές αναμνήσεις του εαυτού μου να απαγγέλνει ανεβασμένος σε καρέκλα, με κοντό παντελόνι και κουρεμένος γουλί. Αυτό επιβεβαιώνουν και μεγαλύτεροι. Τα πρώτα ποιήματα γράφτηκαν στο δημοτικό σχολείο και τα πρώτα δύο βιβλία εκδόθηκαν ενόσω ήμουν ακόμα έφηβος μαθητής. Ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία όταν ήμουν φοιτητής. Όμως πρώτα υπήρξα βιβλιοφάγος, βιβλιολάτρης, …παμφάγος αναγνώστης και ύστερα συγγραφέας. Το ένα έφερε το άλλο. Από την …υπερκατανάλωση πέρασα στην …παραγωγή! Δεν υπάρχει δημιουργία που να μην συνδέεται με την αγάπη. Λατρεύω τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και προσπαθώ, με όλη μου τη ψυχή και όλες μου τις δυνάμεις, να την υπηρετήσω.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια

Αν και λόγω φόρτου επαγγελματικής εργασίας και φυσικής ροπής προς τον ρεμβασμό – μπορεί κανείς να το πει και έφεση προς το χουζούρι – είμαι βασικά ολιγογράφος, έχω ήδη στο μυαλό και εν μέρει στα σκαριά άλλα τρία βιβλία. Ένα ποιητικό, ένα κριτικό και ένα πεζογραφικό. Φιλοδοξία μου είναι να συγγράψω μια ποιητική συλλογή εξολοκλήρου για τον έρωτα, τους κραδασμούς, τους σπαραγμούς αλλά και τις ανατάσεις του. Θέλω ακόμη να εκδώσω ένα ανθολόγιο από τις κριτικές μου κυρίως για ποιητικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Τέλος, το πεζογραφικό μου εγχείρημα θα αφορά ευσύνοπτα διηγήματα από τις εμπειρίες που αποκόμισα για 26 συναπτά έτη στην ενεργό δημοσιογραφία.

https://www.vakxikon.gr/g-fragos-synentefksh/

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

Maria_Polydouri

 

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του γυμνασιάρχη Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής το γένος Μαρκάτου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Γύθειο, τα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και το 1916 δημοσίευσε το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Τον ίδιο χρόνο συγκέντρωσε ποιήματα στη συλλογή Μαργαρίτες, την οποία δεν εξέδωσε. Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της. Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής. Είχε ήδη γραφτεί στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, και δημοσίευσε στίχους στα περιοδικά Έσπερος (Σύρου), Ελληνική Επιθεώρησις, Πανδώρα, Παιδική Χαρά και Εύα. Το 1924 γνώρισε τον Αριστοτέλη Γεωργίου. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές της και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πήρε μέρος σε παράσταση του έργου του Νικοντέμι Το Κουρέλι και πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή ραπτικής Pigier. Στο Παρίσι προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία και αργότερα στην κλινική Χρηστομάνου, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πρόλαβε να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Τρίλλιες που σβύνουν (1928) και Ηχώ στο χάος (1929). Η Μαρία Πολυδούρη τοποθετείται στη γενιά των νεορομαντικών ή παρακμιακών ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, μαζί με ονόματα όπως του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Κώστα Ουράνη. Στο πρώιμο ποιητικό της έργο (πριν το ταξίδι της στο Παρίσι) διακρίνονται έντονες νεορομαντικές τάσεις, επιρροές από το ρεύμα του συμβολισμού και βιωματικό ύφος, ενώ μετά την αρρώστια της, την επιστροφή στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το μελοδραματικό στοιχείο υποχωρεί και ο λόγος της γίνεται πιο επιμελημένος. Η γραφή της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά με θεματικό προσανατολισμό γύρω από τον έρωτα και το θάνατο. Έγραψε επίσης μια νουβέλα με τίτλο Μυθιστόρημα και κάποιες ποιητικές μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στον τόμο των Απάντων της του 1982 με επιμέλεια του Τάκη Μενδράκου.

Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ (1928)

 

ΘΑΡΘΗΣ ΑΡΓΑ

Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθής και πάλι
σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα;
Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα,
ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι…

Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα,
μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, τ’ ουρανού το χρώμα
το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα
στα λουλουδάκια χύνεται… κι’ αργείς, αργείς ακόμα!

Θαρθής αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα,
με το χιονοσαβάνωμα, με του βοριά το θρήνο
και δε θα βρης ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο
να μου χαρίσης… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα.

 

ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΠΟΥΝ…

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως άνθισε
παρά τα λυπημένα μου τραγούδια.
Σαν πεταλούδες οι χαρές με σίμωναν
γιατί ήμουν δροσερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως μέστωσε
παρά τα πικραμένα μου τραγούδια.
Οι έρωτες, αηδόνια μού τραγούδαγαν
γιατί ήμουν τρυφερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, πως γιγαντώθη ο πόνος μου
παρά τα σπαραγμένα μου τραγούδια.
Οι χαροκόποι ανύποπτα με σίμωναν
γιατί ήμουν σιωπηλή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως πέθανε
παρά τα σιωπή μένα μου τραγούδια
και θα περνά η ζωή πάνω μου ξένοιαστη
πως έσβησα γλυκά σαν τα λουλούδια.

 

* * *

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Μία αυγή σιμά μου πέρασες με τ’ όπλο στο πλευρό
γίγαντας. Σε καμάρωσα και δε θα το ξεχάσω
καθώς όλα χαιρέτιζε το βλέμμα σου ιλαρό.

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Χίλιες κορφές σου νεύανε γλυκά· οι φραγές χορό
στέναν ολάνθιστες για ν’ αντικόψουν. – «Θα περάσω!»
τρύπαε η ματιά σου πύρινη και πέφτανε σωρό.

Ποια ρεματιά σε δέχτηκε στη βλαστερή αγκαλιά της
ωραίο πουλάκι αμέριμνο κι’ αδικοσκοτωμένο;
Ποια την πληγή σου δρόσισε με τη δροσοσταλιά της

Φτωχή πηγούλα; Ποιο δεντρό σου γίνη εμπιστεμένο
κι’ άκουσε τις στερνές στιγμές γερτό προς τη ματιά σου
την εκατομαντάλωτη ν’ ανοίγης πια καρδιά σου;

 

* * *

Οι παπαρούνες άνθισαν ξανά. Στα ίδια μέρη
τις έκοψα γεμίζοντας, ως τότε, την αγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερό κι’ αν έστηνα καρτέρι
δε σ’ είδα ξάφνου πλάι μου να προσπερνάς και πάλι.

Το Δάσος σιγαλότατο στο λαύρο μεσημέρι,
τις λεύκες τις γλυκόλογες με τα γιγάντια κάλλη,
μ’ απ’ όλα το σπιτάκι σου – καημό που μούχει φέρει,
τα βρήκα δίχως σένανε και δίχως ελπίδα άλλη

Να σε ξαναβρώ – θάσωνα να καρτεράω χρόνια.
Κ’ έκλαψα. Μα θυμήθηκα στερνά που ξεκινούσες
με συνοδεία μουσική τα δέντρα και ταηδόνια

Με τη ματιά νοσταλγικιά στα γύρω που σκορπούσες
και στην καρδιά μου σ’ έκλεισα, με σε να χαιρετήσω
όλα που μ’ έκανες εσύ να ιδώ και ν’ αγαπήσω.

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Δύναμη ανώφελη σε φέρνει ενάντια
του χαραγμένου δρόμου των κυμάτων.
Κι’ αν τους μικρούς κουρσάρους σου απ’ αγνάντια
δένει η φρίκη των άφαντων μνημάτων,

Να, της ορμής σου η θλιβερή κατάντια:
σ’ ερωτιάρικο εν άσμα των ασμάτων
και της λύσσας του αφρού σου, σε διαμάντια,
χάρες υποταγής στο πέρασμά των

Των δυνατών να σε πατούν! Μεγάλη
η μοίρα σου κι’ ανίκητη είναι. Φτάνει.
Σκύψε μπροστά της κάλλιο το κεφάλι.

Η δύναμή σου, ανθοί για να κοσμούνε
των νικητών σου το άδικο στεφάνι
που είναι απ’ τη μοίρα, εκείνοι να νικούνε.

 

ΑΝΟΙΞΗ

Φούντωσε η Άνοιξη και δω σε κάθε δέντρου κλώνο.
Τα πάρκα λουλουδίσανε και κείνα.
Μα δε μου λέει η γιορτερή χαρά τους, παρά μόνο
πως λείπω μακριά ’πό σέν’ Αθήνα.

Έρχεται ακάλεστη, βουβή, μέσ’ στου ηλίου το θάμπος
βροχούλα που κανείς δεν υποπτέφτει
και νοιώθω, η νοσταλγία σου καθώς μ’ ανάφτει, σάμπως
ξεχωριστά για μένανε να πέφτει.

Παρίσι. Άνοιξη 1927

 

ΘΥΣΙΑ

Στον κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθει
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψε πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμιά φωνή να μου φωνάζει, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζη.

Και δεν αντέχω, θα τ’ ακούσης όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι’ ονειροπόλα.

Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι’ όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει…

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τι θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κ’ έρμη.
Της ύπαρξής σου σούκλεψαν τη θέρμη
κ’ η δρόσο του καημού σούχει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ’πό σε να μην αφήση.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης.
Σου είπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
την εκαμάρωσες και συ καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πώς όρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι…

Τώρα, για σένα είναι όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.

 

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η Ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νιότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά που πριν ’πό μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

 

 

ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ (1929)

 

Ζωή, πώς με παράδωσες μ’ ένα φιλί στους δήμιους
και τώρα ακούω το γέλιο σου παντού σαρκαστικό
για μένα, που αποτόλμησα ψευτοευγενείς και τίμιους
μέσ’ στη γενιά σου, να τους δω σαν υποστατικό.

Εγώ ήμουν ένας γνήσιος κι άγνωστος της γενιάς σου
κ’ ήρθα χωρίς απαίτηση μ’ όλους μαζί και γω
κι’ ούτε ποτέ σού ζήτησα δείγμα της συμπονιάς σου,
απ’ τα περίσσια χρέη μου δίκαια ν’ απαλλαγώ.

Μα καθώς ήμουν κύριος άμαθος να δουλεύω
και παιδική γαλήνευεν η δίκαιη μου ψυχή,
εκέρδισα το μίσος σου, Ζωή, και το πιστεύω
τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί.

 

* * *

Όχι με πλοίο, καράβι θέλω
μέσ’ στο βαθύ σου κόλπο να πετάξω,
στο λιμανάκι σου ήσυχα ν’ αράξω,
φιλήματα πολλή ώρα να σου στέλλω,

μικρούλα πόλη, λευκή χαρά μου.
Κι’ οπόταν η καρδιά μου πια αλαφρώση,
η αύρα σου τα πανιά μου να φτερώση,
τα σκλαβωμένα αδύναμα φτερά μου.

να φύγω πάλι χωρίς εμπόδιο.
Νάμαι αλαφριά στον αναλογισμό σου
κι’ όλα μαζί, μαζί κι’ ο χωρισμός σου
γλυκύτατο να μου είναι κατευόδιο.

 

* * *

Νησάκι ερημικό, στης μοναξιάς σου
τους τόπους τριγυρίζω.
Μέσ’ στη βαθιά μου νύχτα αναγνωρίζω
το Φάρο της ματιάς σου.

Όπου στους κούφιους βράχους σου ε’χω κρύψει
παιχνίδια και χαρές μου,
φτάνουν προσκυνητές οι θλιβερές μου
σκέψεις και η μάταιη τύψη.

Με κυκλαμιές, με κάπαρης λουλούδια,
με αγριοβιγκόνες πάλι,
το νεανικό μου στόλισα κεφάλι
και σου μιλώ τραγούδια.

Μα να, στον παληό Πύργο σου έχω φτάσει,
που εθρήνα η κουκουβάγια
και νοιώθω, πλάι στα γκρέμια του μουράγια,
πως έχω πια αποστάσει.

 

* * *

Απόψε πώς σιγούν όλα παράξενα,
στη μοναξιά δομένα.
Έχει η γαλήνη κάτι από τα σύννεφα
τα πλανεμένα.

Το σύμπαν κυματίζει έτσι απαλότατα.
Κάποια υμνωδία πλανιέται.
Μέσ’ στην ψυχή μου μια γλυκιά κατάνυξη
σα ναφυπνιέται.

Δεν ξέρω πια τι νάναι, τίνος μήνυμα,
τι νοσταλγία πάλι.
(Τα ξέχασα όλα, πρώτη εγώ εγκατάλειψα
τη μάταιη πάλη).

Απόψε, όπως σιγούν όλα παράξενα,
μια προσδοκία τα πνίγει.
Αχ, ας μη μάθω τίνος είνε μήνυμα
κι’ ως ήρθε, ας φύγη.

 

* * *

Τίποτε. Θάχα κάποια που δεν ξέρω
στη ζωήν αποστολή.
Γιατί τόση φθορά παντού να φέρω,
σα μια ασυνείδητη βουλή.

Το σύνθημα, όπου εβράδυνα το βήμα
και τη ματιά, θα πη
«καταστροφή!» Κρατούσα εγώ το νήμα
ως τη στιγμή του να κοπή.

Ο θάλαμος της σκοτεινής ζωής μου
γέμισε από νεκρούς.
Κι ούτε το χώρο βρίσκω της δικής μου
θέσης, ανάμεσα σ’ αυτούς.

Τις νύχτες με τη σκέψη φωτισμένη
κει μέσα περπατώ,
ως κι’ απ’ αυτούς που αγάπησα διωγμένη,
θέση κοντά τους να ζητώ.

 

* * *

Στάσου μπροστά μου, μήπως καμμιά αχτίδα
του ηλίου με φτάση.
Πάνω στην αδυσώπητη θωριά σου
θα χτυπήση, θα σπάση.

Στα ξέσαρκα, κατάχλωμά σου χέρια
με πίστη κρατεί
τη γραφτή καταδίκη μου με εικόνες
μαρτυρίων γεμάτη.

Σε αναγνωρίζω, Δήμιε της ζωής μου,
φριχτά κάθε ώρα.
Και πιο πολύ το ανώφελο κορμί μου
που παραστέκεις τώρα.

Μα έτσι θα γίνει. Δε θα πολεμήσω,
συ θ’ αληθέψης.
Κι ύστερα τρόπαιο στη νεκρή καρδιά μου
το σκήπτρο σου θα φυτέψης.

 

* * *

Δε καρτερώ το θάνατο, είνε βαριά η ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει αγέρωχα να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα στου μαρτυρίου την ώρα.
Κ’ η παιδική μου αγνότητα, που έσκυβα στόνειρό της
νοσταλγική και τρυφερή, με παραστέκει τώρα
εφιαλτική σα νάφταιξα κάποτε στον καιρόν της.
Με σέρνει η μνήμη μου παντού και δεν αναγνωρίζω
το ό,τι έζησα’ η κατάρα μου το ερείπωσε. Περνώ
και δεν τολμώ τα χέρια μου να υψώσω, μα δακρίζω
και κρύβω και το δάκρι μου, μάταιο και ταπεινό.
Θαρθή κάποτε ο θάνατος, όταν φριχτά η ψυχή μου
θα λοιώση όλο το σώμα μου στον ίδιο της καημό,
θαρθή τότε την πρόσκαιρη ν’ αλλάξη φυλακή μου
σ’ άλλο μαρτύριο αιώνιο και σ’ άλλο παιδεμό.

 

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γίνονταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές· βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τούς έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Μ’ ερωτευμένη την καρδιά σε γνώρισα άγριο Δάσο.
Έπινα στο αεροφίλημα τη μυστική ευωδιά σου.
Πρόσμενα με το ξάστερο σκοτάδι να περάσω,
όταν τ’ αερινό στοιχιό περνούσε στα κλαδιά σου.

Σε γνώρισα σ’ ερωτικές νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σαν το μέτωπο της συλλογής, περνούσε
πάνω σου χάδι η σκέψη μου και πάντα η ανθισμένη
άκρη σου με τα ευωδιαστά φύκια με προσκαλούσε.

Σας γνώρισαν οι ερωτικές νύχτες μου ωραία λουλούδια,
διάφανα, αχνά, πολύχρωμα, σα φωτεινά σημάδια.
Βαριά η δροσιά σα φίλημα και ξεχύνονταν χνούδια
χρυσά ’πό τα σμιγμένα σας βλέφαρα στα σκοτάδια.

Τώρα στο φως της αρνησιάς δομένα, έτσι αλλαγμένα
μού δείχνεσθε, στη συλλογή το νου μου πάω να χάσω.
Τάχα είστε σεις που γνώρισα; Σεις είστε αγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα αργυρή, πυκνό των πεύκων Δάσο;

1923

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Ακούω τη γλώσσα που λαλούν τα δυο σου χέρια -ω χέρια!
καθώς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στον Πύργο της απελπισίας κρυμμένα περιστέρια
από μακριά τα ξαγναντώ, σύμβολα ειρηνικά.

Μιλούνε, δε μιλούν; Αχεί βαθιά μέσ’ στην καρδιά μου
χαιρέτισμα ενός ρόδου στους γκρεμούς.
Λάμπουν, δε λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τη ματιά μου,
ανατολή του αυγερινού στους σκοτεινούς χαμούς.

Ξανοίγω την αγνώριστην αγάπη μου κλεισμένη
στο κρίνο των μπλεγμένων σου χεριών
και πλέκω τόνειρο γλυκό. Μη με κοιτάς, πληθαίνει
στη σκοτεινιά το χρυσοφώς των πλάνων αστεριών.

1923

 

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Μ’ απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μου είχες στείλει.

Με τον καιρό, τον πόθο σου σ’ εμέ
να φανερώσης σίμωσες. Ωιμέ,
είμασταν μιας γενιάς παιδιά. Η καρδιά μας

Αγάπαε με το πάθος που ζητά
να πάρει, το αισθανθήκαμε φριχτά
και πήραμεν αλλούθε τη ματιά μας.

1923

 

Σ’ ΑΝΑΜΟΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δεν είναι να χαρώ στον κόσμο άλλο
τίποτα πια. Τα χέρια σου βαριά
γεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.
Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.

Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιά
σε μένα, τη μια ωραία και χωριστή
στράτα για να με βρη πούχες χαράξει
σ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.

Ω, δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσης
μον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώ
και να με βρει σαν άξαφνη χαρά.
-Τη περηφάνεια μου μην ταπεινώσης
κύττα, μη μου λερώσης τα φτερά.

(ημιτελές)

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ψυχή μου, του άσωτου καημού παιδί, σαν ποια προσμένεις
γαλανή μέρα να διαβή, μαζί της να σε πάρη;
Κάτω απ’ το φως δε θα μπορής τα όνειρα ν’ ανασταίνης,
θα σβήση η ωραία φλόγα σου και θα σου μείνη η χάρη,

μέσα σε θρόνο ολόχρυσο καρτερικά να μένης
σα σ’ ένα πλούσιο κόσμημα χλωμό μαργαριτάρι.
Της Νύχτας, σα μυστήριο του Άδη σκοτεινιασμένης
περνάει το φάσμα, κοίταξε, με θριαμβικό καμάρι.

Σήκωσε τα περήφανα χέρια σου και δεήσου
να γίνης ένα απ’ τα πολλά τα μαύρα μυστικά της,
να μη σ’ αγγίζη η ελπίδα, όπως τ’ ανήλια της αβύσσου

η αχτίδα, για τα πρόσχαρα πούνε για σένα ξένα.
Και μόνο η σκέψη κάποτε στο άσκοπο πέταμά της
να βρίσκης όλα που πόθησες, τα ωραία στερημένα.

1923

 

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΤΗ…

Την ώρα τούτη, όσο ποτέ, σε συλλογιέμαι
ερημική ψυχή, ξένε διαβάτη.
Φίλοι κι’ αγάπες ήταν γύρω σου! (Πλανιέμαι
ή αλήθεια λυπημένο είχες το μάτι;)

Ούτε μια αγάπη, ούτε ένας φίλος τόσο
που σε μιαν ώρα σαν αυτή,
το χέρι να σου σφίξη. (Θα γλυτώσω
τη φήμη σου απ’ την ψεύτικη γιορτή).

Δεν εστεκόταν, ναι, κανείς τόσο κοντά σου
και κάποτε όποιον «φίλον» ονομάζεις
στη μοίρα σου είνε πρόκληση, ξεφώνημά σου
στην ερημιά που η σιωπή της σε τρομάζει.

Μονωμένος φριχτά, με ξεσκισμένη
ελεεινά την πορφύρα σου του ονείρου,
τράβηξες για μια χώρα ξακουσμένη
κι’ άφαντη, στη βαθιά καρδιά του απείρου.

1929

 

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπεις.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου
ένα σημείο από φωτιά τούς έστελνες· γνώριζαν
το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου
τους δρόμους κι’ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι’ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.
Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.
Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα
και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

1929

*Το ποίημα γράφτηκε ενάμιση χρόνο μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη.
Θεωρείται απάντηση στο ποίημα «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…»
με αρχικό τίτλο «Spleen». Της το πήγε ένα χειμωνιάτικο βράδυ το 1923
ο ίδιος ο Καρυωτάκης στο σπίτι της.