ΡΙΑ ΦΕΛΕΚΙΔΟΥ

1-ΡΙΑ

 

Η Ρία Φελεκίδου κατάγεται από την Κατερίνη, είναι έγγαμη με δύο παιδιά και ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης της
ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη δικηγορία και τη δημοσιογραφία. Σήμερα δουλεύει ως εκπαιδευτικός στη
Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι μέλος της Ομάδας Διαχείρισης,
Συντονισμού και Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης Προσφύγων του
Υπουργείου Παιδείας. Έχει εκδώσει έξη παιδικά βιβλία και δύο
ποιητικές συλλογές.
Ποιήματά της φιλοξενούνται σε ποιητικές ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Τελεία και παύλα, Γαβριηλίδης (2005)
Αυτά, Γαβριηλίδης (2008)

ΠΑΙΔΙΚΑ

Η μαγική κούπα, Σύγχρονοι Ορίζοντες (2004)
Ο άστεγος χορτοφάγος λύκος και το έξυπνο γουρουνάκι, Κέδρος (2006)
Η Πρασινούλα γιναντούλα και οι εφτά χιονάτες, Κέδρος (2006)
Η νονά της Σταχτοπούτας σε δράση, Κέδρος (2006)
Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου, (2014)
Το παιχνίδι των δοντιών, Μεταίχμιο (2018)

 

 

 

ΑΥΤΑ (2008)

ΜΟΝΟ

Κουβαλώ ένα ποτάμι
που δε γέννησε τους στεναγμούς του.
Συντονίζομαι με το λυγμό των ψαριών
μόνο όταν γδύνομαι απ’ τις ισορροπίες μου.

 

ΤΑΞΙΔΙ

Στα διόδια σηκώνω το βλέμμα.
Μετρώ τις στιγμές που χάθηκαν
προς τιμήν της αγίας αφηρημάδας.
Συντονίζομαι με το μουντό τοπίο.
Συνεχίζω να είμαι μουγγή
και απέναντι στους υπόλοιπους συνεπιβάτες.
Έξαφνα συνειδητοποιώ πως αναπνέουν.

 

ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Στην κόψη της θλίψης
το παρόν θολώνει
από εικονίσματα του χθες
που δεν εξαργύρωσαν ποτέ
τις θεόσταλτες υποσχέσεις τους.

Η φρίκη φτιασιδώνεται
με χαρούμενες κραυγούλες χωρίς ταυτότητα.
Οι λύπες κεντιούνται εντέχνως
με υψηλά νοήματα – αχρείαστα να ‘ναι.

Πολυκύμαντα τα νήματα της ελπίδας
τυλίγονται προσεκτικά
γύρω απ’ το λαιμό των υποψήφιων νεκρών
μέχρι που και η τελευταία ανάσα τους
ταξιδεύει στο δάσος με τις καμένες φτέρες.

 

ΠΙΚΡΕΣ

Κλεισμένες σφιχτά
στα μικρά βελούδινα κουτάκια της άρνησης,
δεμένες αριστοτεχνικά με τις αναβολές μας,
οι πίκρες που μας αναλογούν
περιμένουν ανυπόμονα τη σειρά τους.
Την ώρα που το τρέμουλο στα δάχτυλά μας
θα καταφέρει να ορθοποδήσει
και θα αφαιρέσει τους περίτεχνους κόμπους.
Τότε θα αρχίσουν να αναπνέουν ανακουφισμένες
μέσα στις ανίσχυρες χούφτες μας
σαν ανυπόμονα τρομακτικά ζωάκια
με τα σαρκοβόρα τους στόματα
να απαιτούν ένα μερίδιο απ’ τη ζωή.
Τη ζωή μας.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Το πίσω μέρος της κάννης σημαδεύει το όνειρο,
περιφραγμένο τέλεια στον αυλόγυρο του ματιού.
Απ’ την άλλη, μάταια το βλέμμα στοχεύει εμπρός
στη μετατόπιση του κέντρου του κόσμου.

Να γίνει πώς;
Αφού είναι όλα εδώ τριγύρω;
Λυμένα, δεμένα, μεταξύ τους καλά γνωρίζονται,
το γύρω γύρω όλοι η αγαπημένη τους άσκηση.
Ξεθεώνονται στο βάθος της οικειότητας
– ενόσω φαινομενικά απάνεμες αγκαλιές
ταξιδεύουν το χάος εκ περιτροπής
στο καρναβάλι των επιλογών μας.

Το όνειρο, που είναι για όνειρο φτιαγμένο,
κέντρου του κόσμου δοκιμασμένο
ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω δαμασμένο
το αναμενόμενο να φυτρώνει στις παλάμες μας.

Για όνομα του φόβου!
– Ή θα ’πρεπε να πω στο όνομά του;
Ίσως γι’ αυτό τελικά μισώ τις αυλαίες
που οριοθετούν νέες τάξεις πραγμάτων.

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ

Χίμαιρες πλεγμένες με τα δάχτυλά μου
την ώρα που κυνηγώ υπάκουα τσουλούφια
στο μέτωπο του έρωτα.
Χάρτινες φωνές συνοδεύουν
τους καθημερινούς πνιγμούς της χλόης
στα βήματά μας.
Παραδίνομαι. Παραδίνεσαι;
Και ας μείνουν όλα όπως είναι.
Μικρά, συνηθισμένα, ανήλιαγα.
Γνώριμα και απειλητικά.

 

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΝΟ

Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
τακτοποιώ όμορφα τις δουλειές μου.
Πλέκω ψιλοβελονιά τις υποχρεώσεις μου
και τις φορώ μαλακά στο λαιμό των ημερών μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
κάθομαι σταυροπόδι επιμελώς ατημέλητα
και θαυμάζω τις δεμένες μου γάμπες.
Μετρώ τα ποτήρια που δεν έσπασα
τους φίλους που δεν έκλαψα στον ώμο τους
τους δρόμους που παρέκαμψα
τις ώρες που δεν έπαιξα με τα παιδιά μου.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
βλέπω όλα τα βραδινά προγράμματα στην τηλεόραση
κι έπειτα βυθίζομαι στον ύπνο
με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
γύρω απ’ το κρεβάτι μου
να παγιδεύει τα ανήσυχα όνειρα
βουίζοντας τα τελευταία τηλεοπτικά νέα.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
δουλεύω οκτάωρο
διασκεδάζω μια φορά την εβδομάδα
κάνω έρωτα άλλη μία
και βάφω τα νύχια μου κάθε μισή ώρα.
Θέλω να τα βλέπω λαμπερά.
Να καθρεφτίζω τα δόντια μου
στο κόκκινο της φωτιάς τους.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
γνέφω στα παιδιά που ακόμη δε γέννησα
να πλησιάσουν.
Ένα βήμα πριν απ’ το κενό
η ζωή μου μικραίνει, μικραίνει, μικραίνει.
Γίνεται μια σταλιά, τοσοδούλα,
και χωρά στη χούφτα μου.
Της ψιθυρίζω νανουρίσματα
–ένα βήμα πριν απ’ το κενό–
για το μέλλον που σιγά σιγά κοιμάται.

 

ΑΝΑΜΕΣΑ

Στην κοίτη της λύπης μου
ζωγραφίζω τα κύματα στο νερό
με δικά μου χρώματα
– που και που δανείζομαι
αναπάντεχες αντανακλάσεις απ’ το φως.
Έπειτα το βλέμμα μου επιπλέει στο έργο μου.
Αφήνει ρινίσματα αβεβαιότητας
– μα πού πήγαν οι τόσες εντός μου αποχρώσεις;

Στην κοίτη της χαράς μου
τραγουδώ όλα τα φάλτσα που ονειρεύτηκα.
Χωρίς ενδοιασμούς
ξεγυμνώνω τους ήχους απ’ τον προορισμό τους.
Κυλιέμαι ασύχναστα στα ντεσιμπέλ τους.
Μαδώ τα κέφια απ’ τις γιορτές
και τα καταπίνω αμάσητα.

Πράσινοι κλώνοι και γκρίζα κενά
μου θυμίζουν το όριο ανάμεσα.
Ανάμεσα στη λύπη και στη χαρά μου
κοιμάται ένα φοβισμένο παιδί
που δεν τολμώ να ξυπνήσω.

 

ΑΙΔΟΙΑ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

Αιδοία και δάκρυα
αφήνουν υγρά ίχνη στις ανήσυχες παλάμες
στεγνώνουν όταν το ερέθισμα εκλείψει.
Αποτελούν άλλοθι απουσίας πολύτιμο.

Τη μέρα περισσεύουν
στη νύχτα δε χωρούν.

Κανείς δεν μπορεί πειστικά να αρνηθεί
πως συνιστούν με επιτυχία
συναφείς απομιμήσεις ζωής.

 

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η άγρια νύχτα έχει ένα πλεονέκτημα.
Την αφροδίσια καταρροή στον Άδη των σωμάτων.
Η άγρια νύχτα έχει ένα ζητούμενο.
Την επικείμενη συμφιλίωση με το απόλυτο
που ματαιώνεται κάθε φορά στο χείλος.
Η άγρια νύχτα έχει ένα και μόνο πρόσωπο.
Συνοψίζεται
στην ακύρωση των φιλικών αρωμάτων του καφέ
και στο καθρέφτισμα των επιπλέον παλμών
σ’ ένα βαθύ πηγάδι.

 

ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ

Ο αισθησιασμός μιας κοινής γυναίκας
είναι όπως η κατήφεια της σελήνης.
Τριμμένη και τετριμμένη η όψη της αλήθειας.

Γράφουμε γι’ αυτά που λέμε και δεν πιστεύουμε.
Έτσι οι πνιγμοί των λέξεων
μας περιμένουν στα διαστήματα των ουρανών.

Kannst du tanzen?
Can you dance?
Εγώ αψηφώ το θάνατο.

Κυνήγα με και πιάσε με χωρίς τίτλους.
Στην άκρη απ’ τις διδαχές.
Και στην αρμύρα της θάλασσας κάνε με δικιά σου
άμμο και όνειρα και νερά.

 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Αίθριες είναι κάτι περιπτώσεις
που συνοψίζονται στα μάτια σου
– μάτια του καλοκαιριού ανάγλυφα.
Περιπτώσεις που αφύλαχτες εγκαταλείπουν εαυτόν
εκτεθειμένες θαρρείς σε κάθε διαβάτη
αρκεί να περπατά τα αποπνικτικά μεσημέρια
αναζητώντας νύμφες στα δάση.
Έτσι που να αναγνωρίζει και να κατακτά
ό,τι δεν παραδόθηκε στους νυχτερινούς ιλίγγους.
Μυρμηγκιάζουν το φως
καθώς σφηνώνονται στο πρόσωπο της μέρας.
Γλείφουν τη γλύκα του ήλιου
και την τινάζουν κομματιαστά ανάμεσά μας.
Κάθε αυτόβουλα ολόγυμνο σώμα
θα συναρμοστεί με αυτά τα μεσημεριανά κύματα.
Αν είναι να ηγείται κάποιος,
θα ’θελα τη μουσική
να σαλεύει στις αμυχές της ζέστης.

 

ΣΤΙΓΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ

Διαφορετικά, θα ήμουν πυγολαμπίδα.
Αργότερα, κινούμενη άμμος επικίνδυνη.
Αν ήταν πιο νωρίς θα ήμουν παιδικό νανούρισμα.
Τώρα όμως πλάθονται οι καμπύλες του κορμιού,
οι γραμμές των ματιών,
οι σκιές της νύχτας μου.
Γίνομαι γυναίκα τώρα για σένα.

 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Φύλαξέ μου μια αξιοπρέπεια
Σαν το αίμα που καίει
Όταν γλιστράς απ’ τους νόμους
Σαν την πληγή που αγαπά
την επαφή της με τον αέρα
Σαν το κραγιόν που θόλωσε
τον καθρέφτη του νου σου
Πυκνώνοντας τον αέρα στο χώρο
Με ένα αντίο.

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Η έμπνευση κρυώνει
σαν πιάτο που περιμένει την όρεξη
Δε χτίζονται γιοφύρια έτσι
Μόνο κατασκηνώνουν στεναγμοί
στα ερείπια-θεμέλια
Κι η γυναίκα του πρωτομάστορα
–το πιο όμορφο τραγούδι
της εποχής των κύκνων–
κλεισμένη σε μια ντουλάπα ροζ
να ξηλώνει ποδόγυρους
να οσμίζεται
να περιμένει.

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Κοράλλι πράσινο σ’ ένα κομμένο κεφάλι
Στις έννοιες οι λέξεις
πρόστυχες αναδεύουν.
Θα ’θελα από ένα κελάρι
να τις ξετρυπώσω μία μία
να τις συνεφέρω μες στο ποτήρι του κρασιού
Να απλώνονται έπειτα χωρίς σπρώξιμο
– σαν μαλακή ανάσα.

 

ΤΕΛΙΚΑ

Μάτια αφημένα στους καθρέφτες
μιας άλλης αντίληψης
ξεφλουδίζουν τη ρόδινη σάρκα
των ερωτικών υπαινιγμών
καθώς στάλες του πρωινού καφέ
νοτίζουν την κρυφή ηδονή τους
απρόσωπα.
Τώρα σκύψε στην άρνηση
στα όρια του εγωισμού.
Στην παραίτηση της λειτουργίας της μάθησης
κατατροπώνεις τα εισαγωγικά.
Κι εγώ γελασμένη στο χρόνο
κυνηγώ πεθαμένα οράματα.

Τελικά η ανία
είναι η πιο άσπονδη προσταγή.

 

ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Και τότε έρχεται.
Σαν διάφανο αποκρουστικό τέρας
με συντεταγμένες ανθρώπου
κλειδώνει τα όνειρά μου
σ’ ένα ξεκοιλιασμένο συρτάρι
λαδώνει τους σκελετούς στην ντουλάπα μου
διαχέει αόρατο δηλητήριο
και παράφρονες χυμούς θανάτου.
Και τότε φεύγει.

Όταν τελειώνει
μοιάζω σαν τα χυμένα μυαλά ενός αδικοχαμένου ναύτη
σ’ ένα βρομερό μπαρ.

 

ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ

Οι προσδοκίες μου είναι σταχτιές
σαν μολυβένια στρατιωτάκια νυσταγμένα.
Οι σκέψεις μου μαβιές
στρέφουν κατάματα τη θλίψη τους
σ’ έναν σκισμένο ουρανό.
Συντρίμμια που αγκαλιάζονται
κι έτσι πένθιμα ορθοποδούν.

Όσο μεγαλώνω,
τόσο σταχταίνουν οι πρώτες
σκουραίνουν οι δεύτερες.

 

ΤΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑ

Η θύμησή σου είναι μια συνεχής αιτία οσμών.
Οργώνουν και πυροδοτούν ό,τι υπήρξε πριν από σένα.
Εγώ, γαληνεμένη, παρακολουθώ τον ερχομό σου
μέσα μου.
… Είπες τίποτα για ηλιαχτίδες;

 

 

ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ (2005)

 

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΥΛΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟ

Μισώ τα νέα με τα πελώρια άδεντρα πρόσωπα.
Μισώ τις νύχτες που τα προετοιμάζουν.
Μισώ τους χτύπους του ρολογιού που τα υποδέχονται.
Τις φυλακισμένες ανάσες που ζέχνουν αδιέξοδο.
Τις κιτρινισμένες παλάμες που ξεφτίζουν παραδοχές.
Ματώνω στο μέρος του δαχτυλιδιού που έλειψε.
Επιβουλεύομαι όλων των ειδών τις υποταγές
που κρέμονται κορδωτά στις ντουλάπες μας.
Τον παγωμένο ενδοιασμό της τρέλας τον καλοκοιτώ.
Με δάχτυλα σβησμένα ψηλαφώ.
Αν κάτι έχει ξεχαστεί στα μωρουδιακά σκεπάσματα.
Το αποτύπωμα μόνο στο χθες.
Όταν το βλέμμα ανοίγει στα όρια της γης και του ουρανού,
ξεναγεί τη σκέψη στα μονοπάτια της κόλασης.
Εκεί καμαρώνουν μια τελεία και μια παύλα.

Υ.Γ.: «Καλώς τον» ξελαρυγγίζονται ανέσπερες οι ωδίνες
των ωδικών πτηνών που κοιλοπονούν μέλη μελωδικά.
Αποκομμένα απ’ τη ζωή μέλη νεκρά.
Σπορά δανεική απ’ το όνειδος του κενού.

 

ΝΑ

Να μιλήσουμε γι’ αυτά που δεν ξέρουμε
και μας τρομάζουν με ανοίκειες σιωπές
Όχι γι’ αυτά που ξέρουμε
και μας τραγουδούν με πολυκαιρισμένα ρεφρέν.

Να προσπαθήσουμε γι’ αυτά που υποχθόνια γελούν
κάτω από γέφυρες και μέσα από σύννεφα
Όχι για τ’ άλλα
που αλλάζουν πεζοδρόμια κουβεντιαστά
και ψάχνουν για αριθμημένες θέσεις στα όνειρά μας.

Να προσκυνήσουμε τους φοβερούς θεούς των πλανητών
που παιδιά-κοχύλια γεννούν
κι αμέσως έπειτα τις θάλασσες αφαιμάσσουν
Όχι κατοικίδια λιβανωτά
κι αλληλούια που λιμνάζουν σε παλιά νεροπότηρα
που σπάζουν μετά τον θάνατό μας.

Και τέλος
Να χαμογελάσουμε –γιατί όχι;–
Στη χαλύβδινη υπομονή της ανυπαρξίας
Που ξεκινά να έρχεται όταν φεύγουμε
Που βάζει στο τραπέζι μονά ζυγά τα δικά της
Που μαχαιρώνει συλλαβές που ξέφυγαν
απ’ τα ανυπότακτα στόματα των τρελών
και των ημίθεων
Που συμπεραίνει την ωραιότητα της ακινησίας
απ’ την έλλειψη αντιρρήσεων των νεκρών

Που ξημερώνει στο δάσος
Και την επόμενη μέρα περπατάμε
Σε πτώματα στοιχειών και σε απουσίες ξωτικών
Που πλένεται με φως
Και ραγίζει το πρόσωπο της μέρας
Που πλέκει κολιέδες από διαβόλους τριβόλους
Και τα φοράμε κατάστηθα.
Αφού το ξέρουμε πως είναι αλήθεια
Μονάχα από τριζόνια εκπαιδευμένα
Στην ίδια συλλαβή.

Ναι γιατί όχι;
Να χαμογελάσουμε στη χαλύβδινη υπομονή
της ανυπαρξίας
Και όχι στο τρυφερό σκίρτημα της άνοιξης
Που τάζει και ξετάζει
Λέει ξελέει
Γελά και ξεγελά.
Αυτά.
Και σ’ όποιον αρέσουνε τα παραμύθια και διαφωνεί
Ένα μονάχα να συλλογιστεί.
Τόσο ωραία είναι τα παραμύθια της ανυπαρξίας
Που μια φορά τ’ ακούς καλά
Και δεν ξυπνάς ν’ ακούσεις κι άλλο
Γιατί ότι ήταν ξέγινε
Κι ότι δεν έγινε βασίλεψε χωρίς να γίνει.

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ

Βλέπω τα νύχια μου σπασμένα στις άκρες
Τα δάχτυλα φαγωμένα
Τρίβονται οι αντοχές
Ξεφλουδίζονται αιώνες υπομονής
Η μυρωδιά μιας τελειωμένης τσίχλας
κατοικεί στα έπιπλα.

Τα φαντάσματα συναγωνίζονται
ποιο θα σβήσει πρώτο το φως
ποιο θα φτάσει μαλακά το στόχο.

Στο σκοτάδι όλα είναι θαμπά
και δυσανάγνωστα
Στο σκοτάδι ονειρεύομαι χωρίς φόβους,
κολυμπώ ελεύθερη.

Με αστραφτερά χέρια
δοκιμάζω απλωτές
και χαρίζω σπαρακτικά αγγίγματα
σε μελαψούς πειρατές.

 

ΑΧΡΟΝΟ

«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» αναστέναξε
μία γενιά και πέθανε.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» μουρμούρισε
η επόμενη γενιά και παρέδωσε το πνεύμα.
«Τα παιδιά μου να ’ναι καλά» ευχήθηκε
η γενιά που είχε έρθει η σειρά της
να ανανήψει στους ουρανούς.

Το γέρικο άχρονο σκιουράκι
άλλαζε κρυψώνες στο δάσος
και κρυφογελούσε με τις αλλαγές φρουράς.
Τα παιδιά του δε ζούσαν πια.
Και στο κορμί του αναπαύονταν αιώνες.

 

ΕΝΟΧΕΣ ΣΚΙΕΣ

Τόση θέληση για τη ζωή τους!
Τόση αγωνία να τους την επιβάλω!
Τόσοι ομόκεντροι φόβοι!

Όταν έρχεται,
η νύχτα με περιμαζεύει στη μήτρα της.
Οι σκιές με βάζουν στη μέση.
Ρωτούν πότε η μια πότε η άλλη.
Δεν περιμένουν απαντήσεις
κι αρχίζουν να με μαλώνουν.
Δε σκύβω το κεφάλι.
Το βλέμμα μου άθραυστο απ’ την παρουσία τους
αντανακλά την ενοχή τους.

 

ΑΝΤΡΑΣ

Χαμήλωσα το κεφάλι,
καθρέφτισα την αγωνία μου.
Πλάγιασα στο βρεγμένο χώμα
ένα να γίνω με την κοίτη.
Έτριψα τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα.
Άφησα τις υποσχέσεις-καραβάκια να ανοιχτούν.
Έπλασα την Εύα, πλάι στον Αδάμ.
Τα ανθρωπάκια δεν έχουν έκφραση.
Ο άντρας δεν ήρθε ακόμη.

«Και μήπως έρχεται ποτέ;»
άκουσα σαν μέσα απ’ όνειρο
την γκρινιάρικη φωνή
του παμπάλαιου θηλυκού
να σπάει σε μικρά αφρισμένα κύματα.

Γειτόνισσα και νοικάρισσα η γριά χρόνια τώρα.
Πώς να κάνω έξωση στην αυθεντία της;

 

ΕΡΩΤΑΣ

Η πιο απλή πιθανότητα είναι η παρθενογένεση.
Γιατί να χαθώ στους δαιδάλους των συνδυασμών
Να υποκύψω στη γοητεία της αφαίρεσης
Να ταξιδέψω στα ανοιχτά της φαντασίας
Να αφεθώ στο διαμελισμό των μεμονωμένων στιγμών
Είναι οδυνηρό και αδιέξοδο.

Ας πούμε αυτό λοιπόν, ας μείνουμε εκεί.
Γεννήθηκε απ’ το μηδέν,
ζωντάνεψε, μεγάλωσε και έγινε ροδαλός χωρίς αιτία.
Ένας ατίθασος, φτερωτός μικρούλης
που δε ρωτά, δε ρωτά…..

 

ΠΟΙΟΣ

Ποιος μπορεί να τρυγήσει
ένα ολόκληρο τσαμπί σταφύλια
με τη χαρά αποτυπωμένη στο μούτρο του
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος;
Και ποιος ισχυρίζεται πως η θέα
των αποψιλωμένων κοτσανιών
όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία
δεν κρατά το ρυθμό
σ’ ένα χορό διονυσιακής τρέλας
με πρωταγωνιστές τα σπλάχνα του;

 

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 

Κάθιδρες βουτιές στο κενό
Δεν επαναφέρουν τη ροδαλή όψη των πραγμάτων
Και προς τι τόση αγωνία;
Όσοι βάτραχοι κι αν γίνουνε πρίγκιπες
Στο πόδι όλων τους μια στέρεα κλωστή
Τους τραβά στη σήψη.

Τα πράγματα έχουν ονόματα
Για να κερδίσουν μια γνώριμη υπόσταση.
Οι άνθρωποι προσθέτουν και επίθετα
Κυνηγώντας ένα χνότο αθανασίας
στο σκυφτό τους σβέρκο.
Τα ζώα περιορίζονται στην ταυτότητα του είδους
Και παραδίνονται στη λήθη και την ανυπαρξία
Σαν να βουλιάζουν σ’ ένα πουπουλένιο στρώμα.

Η πιο μαλακή ανταύγεια
Είναι η ανάμνηση του κεφαλαίου της πρώτης νιότης
Στο αποκρουστικό βιβλίο του χρόνου.
Γλυκαίνει τη λύσσα της γνώσης
Την κοφτεράδα της επίγνωσης.
Δε βρίσκω όμως τη σελίδα.
Σβησμένα τα νούμερα στις γωνίες.
Και οι άκρες των δακτύλων
Σταχυολογούν απλώς μία ακόμη απώλεια.

 

ΟΝΕΙΡΑ

στην Ασπασία-Ραμόνα

Ονειρεύτηκα μια κίτρινη έρημο
Μια σελίδα χωρίς γραμμές
Ονειρεύτηκα ένα στέμμα από χρυσόχαρτο
Ένα άγγιγμα χωρίς μνήμη
Ονειρεύτηκα μία ανάσα χωρίς μέτρο
Τη δομή μιας φτερούγας
Πώς κυλάει το νερό, πού σταματάει και αν.
Απλά πράγματα ονειρεύτηκα, καθημερινά.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Στον Γιάννη

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

 

ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ

Τα τρίμματα του ανεξήγητου
είναι αλήθειες που καταπίνουμε αμάσητες.

Προπάντων στέκονται στο λαιμό της κότας
που μάταια προσπάθησε να σταματήσει τον αλέκτορα
πριν τριτώσει το κακό.

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια σου δεν ξέρουν να τρυγήσουν
ό,τι τους κληροδοτήθηκε
από θαλασσινούς αέρηδες.
Η φυλή σου παραπαίει
σε άνυδρα ουράνια σώματα.
Κολλητές μαζί σου
μόνο οι σκέψεις της απόγνωσης.

Διάλεξε ένα καταφύγιο
που να μυρίζει θύελλα —σε προσκαλώ—
και όργωσε την ανεπάρκειά σου
με όσες ακτίνες του ήλιου
παραμένουν απτόητες ακόμη.

 

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΛΑΚΙΔΑΣ

Πριν χίλια χρόνια
μια παλλακίδα με ορμήνεψε
να ορκιστώ σε μια ιδέα
με σάρκα και οστά
και στύση ελεγχόμενη
απ’ τις σκιές του κορμιού μου
στον ουρανό του κρεβατιού.

Από τότε κινδυνεύουν οι νύχτες μου εκείνες
που η πλάτη σου ζωγραφίζει εμπρός μου
ακατανόητους χάρτες απουσίας.

 

ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μια φυλακή από φράουλες
–δεν τίθεται θέμα–
θα ’ταν ευπρόσδεκτη
για τους εραστές των πρωινών οάσεων.

Για σένα όμως όχι.

Ένα παράπονο από μέλι
–και ποιος θα το αμφισβητούσε;–
θα ανύψωνε το ηθικό
των ορειβατών της διαδρομής του ήλιου.

Το δικό σου όμως όχι.

Εσύ καμωμένος από συνδέσμους χιαστούς
καρφωμένος σε τετράγωνους υπαινιγμούς
εργάτης του διαβήτη και εχθρός των περιθωρίων
χωράς ωστόσο σε μια θάλασσα από χέρια
–τα δικά μου–
διψάς απρόσμενα για μια απεραντοσύνη από δάκρυα
–γλιστρούν απ’ τα μάτια μου–
εφάπτεσαι ακριβώς στις νυχτερινές κοιλότητες
του κορμιού μου
και στρογγυλεύεις.

Έτσι σιγά σιγά στρογγυλεύεις αγαπημένε
και γίνεσαι ο κύκλος
που κλείνει το μέλλον μου.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΖΙ

Δεν ακούμε μουσική μαζί.
Όχι πια, ούτε την κλασική
Που μου ’μαθες να μετρώ
Τις εισόδους των οργάνων
Ούτε τις παρδαλές συγχορδίες
Τις φορτωμένες λόγια σκοτεινά
Λόγια ανθισμένα
Που ακουμπούσα με φιλιά
Στο μαξιλάρι σου
Ιδρωμένο από ξένα όνειρα.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο έπιπλα
Καθόμαστε σε διαφορετικούς καναπέδες
Απλωμένοι σ’ ένα μέλλον στενό
Μονόδρομο, ίσα ίσα χωράει
Ένα κορμί όρθιο
Ένα κορμί ξαπλωμένο
Χαιρετάει ένα χέρι άγνωστο.
Κι έτσι αγάπη μου
Οι νότες πια κατρακυλούν
Στο κορμί μου γυμνές
Πιο γυμνές απ’ το ακάλυπτο
Στήθος της αμαζόνας.
Στην Τροία αχολογούν καινούριοι πόλεμοι
Η Κρύα φοράει κάλτσες
Στα μελανιασμένα της όνειρα.
Οι νότες κατρακυλούν
Στο κορμί μου, στο πρόσωπο,
Στα χέρια μου
Δεν προφταίνω τους λυγμούς τους.
Δεν είσαι εκεί αγάπη μου
Να φτιάξεις κάστρα από μενεξέδες
Πολεμίστρες μουσικής
Να απλώνω τα μαλλιά μου
Στα χώματα
Να σέρνονται στα χώματα
Ξαναμμένα φίδια, φίδια.
Δεν είσαι εκεί
Να τυλιχτούν γύρω σου
Να σφίξουν έως θανάτους τις αντιρρήσεις σου
Σαν η αιώνια υπόσχεση
Η αιώνια απειλή
Ο πιο θνητός έρωτας
Στο βασίλειο των ερώτων.

vakxikon τ.32

 

ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ

Όταν ακόμη η μέρα
Δίνει παράσταση
Τρικλίζοντας
Με βήμα αστάθειας
Σαν να πατάει
Από γυαλιά ανάμεσα
Χρώματα
Που δεν της ταιριάζουν
Ο ουρανός χάνεται
Πριν το χειροκρότημα
Φεύγει
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του
Τυλίγεται ντρέπεται
Για τα καμώματά της
Φεύγει κι είναι έρημα
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες
Σπιτάκια από σύννεφα
Αν όχι αυτός, τότε τι
Μαθαίνω πώς είναι
Να απλώνω το βλέμμα
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά
Όμως
Ένας ολόκληρος κόσμος
Παρατημένος στην τύχη του
Σκέφτομαι
Στρέφω το βλέμμα
Ψηλά όμως όχι
Πώς είναι χωρίς
Αυτό που μάθαμε
Να είναι
Ένας δεδομένος ουρανός
Κι έπειτα το τρένο φτάνει
Όπου έπρεπε
Ή ίσως ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε
Βγαίνω έξω
Ένα καινούριο σύμπαν
Να κάνω τις δουλειές μου
Έστω και χωρίς
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-
Ένα μπουφάν φουσκωτό
Από αέρα
Σύννεφα ξεχασμένα
Νιώθω γαλάζια
Ξεκολλάω απ’ τη γη
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Πασχίζω
Και πασχίζω
Λίγο ψηλότερα
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι
Όταν τον φτάνεις
Κι έτσι στοιχίζομαι
Με τις αέριες μάζες γύρω μου
Τεντώνομαι διπλώνομαι
Κάνω γωνίες
Αεροναυπηγικής δυναμικής
Το κορμί μου παγώνει
Σε στάσεις
Ενστικτώδους τελειότητας
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Το μαύρο
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-
Φτερά και πούπουλα
Να κακαρίζει ο τόπος
Και δεν σαλεύω
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη
Ήτανε νόθα τα πουλιά
Φτερά μισά
Και πούπουλα δαρμένα
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό
Και πάλι φτάνοντάς τον.
Και κάπου εκεί
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη
Και το μπουφάν να κελαϊδάει
Τα επί γης μου χρέη
Τίποτε άλλο
Τα αιτήματα περί ουρανού
Σε περιπτύξεις με το χώμα
Και κάπου εκεί
Το παίρνω απόφαση
Όπως μιλάς
Πρέπει να πετάς
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο
Από την έλλειψη φτερών της προκοπής
Αέρα στο μπουφάν μου
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου
Στο τέλος – δεν μπορεί-
Θα αναστηθεί
Κάτι στη θέση του ουρανού
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.

ΘΡΑΚΑ 14/7/2016

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς.

elliniki-gnomi 10/2/2015

Κυρία Φελεκίδου, ως συγγραφέας παραμυθιών, θα θέλαμε να μας πείτε τι χρειάζεται για να μπει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών; Είναι πράγματι μαγικός ο κόσμος τους;

Λοιπόν… Πώς μπαίνει κανείς στον κόσμο των παραμυθιών… Νομίζω πως χρειάζεται -τουλάχιστον- τη μαγική σκούπα μιας μάγισσας κοιμισμένης τρεις χιλιάδες χρόνια. Ή ίσως ένα φίλτρο καμωμένο από τριαντάφυλλα που μιλούν. Ή στη χειρότερη περίπτωση τα κοκκινόχρυσα παπούτσια της πιο φαντασμένης νεράιδας του Μαγεμένου Δάσους. Και αν τίποτα από αυτά δεν του βρίσκεται πρόχειρο, ας ανοίξει μια μικρή πορτούλα στη λογική και στη σκέψη του. Ας πάρει ένα βιβλίο με παραμύθια, ας ανοίξει τα μάτια της φαντασίας του. Φτάνει αυτό. Τα παραμύθια θα τρυπώσουν μέσα του κι εκείνα ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Δεν κάνουν το σκοτάδι φως. Αποκαλύπτουν όμως τα κρυφά, φωτεινά μονοπάτια του σκοταδιού. Κι αν αυτό δεν είναι μαγεία, τότε τι ακριβώς είναι;felekidou

Έχετε δεχθεί κάποιο ερέθισμα από τα παιδιά για να γράψετε κάποιο παραμύθι ή αφορμή στάθηκαν μόνον τα δικά σας παιδικά βιώματα;

Τα παιδιά δεν έχουν αλωθεί και αλλοτριωθεί ισχυρά απ’ την πραγματικότητα. Ακόμη και όταν η πραγματικότητά τους είναι σκληρή, της αντιστέκονται γενναία. Μπαινοβγαίνουν στον κόσμο της φαντασίας, ακολουθούν δικούς τους νόμους, δεν έχουν στεγανά και μιζέριες, ελπίζουν τα πάντα, ονειρεύονται χωρίς όρια. Είναι από μόνα τους πηγή έμπνευσης λοιπόν. Όταν είσαι με παιδιά, όταν ουσιαστικά είσαι εκεί, μαζί τους, παίζεις, κουβεντιάζεις, ακόμη και όταν παρατηρείς, ξαναγίνεσαι λίγο παιδί. Έτσι οι αφορμές έμπνευσης είναι από αυτά, είναι και από το παιδί μέσα σου που ξυπνάει, τεντώνεται και σου κλείνει το μάτι.

Και ακόμη, όταν κάποιος γράφει –και όχι μόνο παραμύθια- ανακαλύπτει διαρκώς και παντού αφορμές, λόγους και θέματα καινούργια. Έμπνευση δεν δίνουν μόνον τα ισχυρά βιώματα αλλά η καθημερινότητα στις πολλαπλές εκδοχές της.

«Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου», είναι ο τίτλος του τελευταίου σας παραμυθιού. Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα παιδί τόσο ευτυχισμένο;

Τα παιδιά γίνονται ευτυχισμένα όταν ονειρεύονται. Και ονειρεύονται πολύ. Έτσι και η μικρή Βικτώρια ονειρεύεται πολύ, ονειρεύεται συνέχεια, μόνο που τα όνειρά της είναι πολύ πολύ μπερδεμένα. Υπεύθυνοι κατά κάποιον τρόπο για αυτό το παράξενο μπέρδεμα είναι οι «μεγάλοι» που είναι κοντά της, οι γονείς της. Η Επιτροπή Ονειροδρομών όμως στο σχολείο της αναλαμβάνει δυναμικά την κατάσταση στα χέρια της. Είναι στη μέση και μια παράξενη συμφωνία με βερίκοκα και ντομάτες βέβαια αλλά στο τέλος τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους. Η Βικτώρια πραγματοποιεί ό, τι ονειρεύτηκε αλλά και ό, τι δεν τόλμησε ποτέ της να ονειρευτεί.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι τα παιδιά δεν είναι ευτυχισμένα μόνο όταν πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Μπορεί να τα κάνει ευτυχισμένα απλώς το γεγονός ότι ονειρεύονται. Ή ένα παγωτό χωνάκι ένα ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού, ένα αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο με ήρωες… τις κουτάλες της κουζίνας, το να παρατηρούν τις στρατιές των μυρμηγκιών στις διάφορες αποστολές τους. Και αυτό είναι το μαγικό. Δεν έχουν ξεμάθει ακόμη να ανακαλύπτουν και να βιώνουν παντού την ευτυχία.

Υπάρχουν παιδιά που έχουν βιώσει μόνο δυστυχία… Πόσο λυτρωτικό μπορεί είναι γι’ αυτά ένα παραμύθι;

Στην ταινία «Η ζωή είναι ωραία» ο Μπενίνι μεταμφιέζει την τραγική πραγματικότητα του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ένα υπέροχο παιχνίδι στρατηγικής, για χάρη του γιου του. Όταν η πραγματικότητα δεν επιδέχεται όμως μεταμφιέσεις ή ανοιχτότερης απόχρωσης αναγνώσεις, τότε η φυγή, έστω προσωρινή, στον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να μη λύνει τα προβλήματα αλλά μαλακώνει την τραχιά τους όψη. Τα παραμύθια μπορούν να γίνουν ένα προσωρινό καταφύγιο, να απελευθερώσουν θαμμένα συναισθήματα, να βοηθήσουν στην εκτόνωση άλλων, να λειτουργήσουν ως θεραπευτικό προπύργιο. Υπάρχουν ψυχολόγοι που υποστηρίζουν τη θεραπευτική λειτουργία των παραμυθιών, τα οποία χρησιμοποιούν στη δραματοθεραπεία αλλά και στην παιγνιοθεραπεία προληπτικά ή θεραπευτικά.

Από τις δικές σας στιγμές ευτυχίας, ποια κρατάτε ακόμα στη μνήμη και δεν θα θέλατε με τίποτα να την αποβάλετε;

Η ευτυχία είναι κατά κανόνα στιγμές απίστευτης πληρότητας, αναπάντεχες συναισθηματικές κορυφώσεις και όχι σημαντικά γεγονότα μεγάλης διάρκειας. Κρύβεται στις στιγμές και επειδή τα παιδιά είναι που την ξετρυπώνουν πιο εύκολα, τη συναντάμε κι εμείς συχνότερα αν το παιδί μέσα μας ξυπνάει και διεκδικεί τα δικαιώματά του συχνά. Είχα την τύχη να έχω μια ευτυχισμένη και ανέμελη παιδική ηλικία και να διαβάσω πολλή παιδική και όχι μόνο λογοτεχνία, στις ηλικίες που το συναίσθημα και η σκέψη λειτουργούν ως σφουγγάρι. Ανακαλώ με μεγάλη νοσταλγία τα ατέλειωτα καλοκαιρινά μεσημέρια, στο παιδικό μου δωμάτιο, όπου με το στόρι μισοκατεβασμένο, ταξίδευα σε αναρίθμητους προορισμούς αγκαλιά με ένα βιβλίο. Και αυτό δεν είναι ένα κοινότοπο σχήμα λόγου. Το βιβλίο σήμαινε για μένα, σε εκείνη την ηλικία, εισιτήριο για άλλους κόσμους. Την ικανότητα αυτή να δραπετεύω, να χάνομαι, πολύ συχνά αναπολώ σήμερα που εξακολουθώ να είμαι αναγνώστρια, δεμένη όμως με την πραγματικότητα της ώρας της ανάγνωσης, ισχυρότερα από όσο θα ’θελα. Και απ’ την ενήλικη ζωή μου, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ημέρες εκείνες που πρωτοκράτησα στην αγκαλιά μου τα δυο μου παιδιά. Και για να ακριβολογώ, δεν ήταν οι πρώτες μέρες αυτές που δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω. Τη δεύτερη μέρα, όταν είχε καταλαγιάσει η αρχική αγωνία και ένταση, άνθιζε μέσα μου μια αλλόκοτη χαρά, ταυτόσημη με την ίδια τη δύναμη της ζωής.

Παράλληλα με τη συγγραφή, ασχολείστε και με την αφήγηση παραμυθιού. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σας, άνθρωποι που μισούν τα παραμύθια; Μπορεί κάποιος αφηγητής να τους κάνει να τα αγαπήσουν;

Πιστεύω πως μπορεί κάποιος να μισεί τα παραμύθια, μόνο αν είναι συνδεδεμένα στην ζωή του με κάποιο εφιαλτικό βίωμα, που πιθανόν δεν έχει ξεπεράσει. Ίσως σ’ αυτήν την ακραία περίπτωση, η λύση να βρίσκεται μόνο στην ψυχανάλυση, που μαζί με όλους τους άλλους κόμπους θα λύσει κι αυτόν της σχέσης του με τα παραμύθια.

Πολύ συχνότερα, μπορεί κάποιοι να αδιαφορούν για τα παραμύθια ή να τα σνομπάρουν. Τότε, πραγματικά, η αφήγηση μπορεί να χαράξει έναν καινούργιο δρόμο προς την καρδιά τους. Μπορεί να τους βοηθήσει να βυθιστούν στη μαγεία των παραμυθιών, να ανακαλύψουν διαστάσεις, λεπτομέρειες, αισθήσεις και λειτουργίες του, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι υπάρχουν.

Θα μπορούσαμε να πούμε μια μικρή ιστορία, ένα ποίημα -ιστορία αν θέλετε, για έναν καθημερινό άνθρωπο, που άκουσε έναν αφηγητή να λέει ένα παραμύθι.

«Το κεφάλι χωμένο στους ώμους
Το βάρος ακόμη μιας μέρας
Κι ακόμη μιας
Οι εποχές ξέρω ότι έρχονται
Και φεύγουν
Ο χρόνος νερό στις ανοιχτές χούφτες
Και τότε τον άκουσα
Τον άκουσα και πήγα μαζί του
Ήτανε μάγισσες και δράκοι
Και βασιλόπουλα μαζί του
Και βασιλοπούλες
Αχ πήγα μαζί του
Έξω απ’ τις εποχές
Και ο χρόνος πάγωσε
Στις σχισμές των δαχτύλων μου
Εκεί
Στη Χώρα των Παραμυθιών
Που Λέγονται».

Εκτός από συγγραφέας παραμυθιών, είστε και ποιήτρια. Μπορεί η Τέχνη, η ποίηση να διαχωριστούν από την ζωή ή είναι συνυφασμένες μαζί της;

Πιστεύω ότι η Τέχνη, η Ποίηση, δεν είναι απλές ασχολίες, τρόποι να περνάμε τον καιρό μας. Είναι στα αλήθεια ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Έτσι κι αλλιώς, η ποίηση μας κλείνει το μάτι από παντού. Ο μόνος μίτος για το λαβυρινθώδες βασίλειό της είναι η ανοιχτή ματιά μας στα πράγματα.

«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη», είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Είναι ένα ψέμα η Τέχνη, που μας βοηθάει όμως να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πλένει την ψυχή απ’ τη σκόνη της καθημερινότητας, είπε ο Picasso. Για την αναγκαιότητα και την ομορφιά της Τέχνης έχουν ειπωθεί πάρα πολλά από εκπροσώπους της και όχι μόνο. Η σχέση με την Τέχνη και την Ποίηση- έτσι κι αλλιώς Τέχνη χωρίς Ποίηση δεν νοείται κατά τον Ντελακρουά- είναι ένα βίωμα που εξελίσσεται, μια προσωπική πορεία, ένας δρόμος που αν δεν περπατήσουμε είτε ως δημιουργοί της Τέχνης είτε ως πιστό κοινό της, οι μόνοι χαμένοι θα είμαστε εμείς.

Αληθεύει ότι απώτερος στόχος του ποιητή είναι να αγγίξει τον νου και τις καρδιές των ανθρώπων;

Ο ποιητής γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Την ώρα που γράφει κοινωνεί με τα επάλληλα στρώματα του εγώ του. Κι αν αυτό φαίνεται πολύ ψυχαναλυτικό, μιας και παραπέμπει απευθείας στο υποσυνείδητο, αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του Freud: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Η επικοινωνία με τους δυνητικούς αναγνώστες του εμπεριέχεται στη διαδικασία της συγγραφής του ποιητή, απλώς δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν γράφουμε για τα συρτάρια μας ούτε όμως στοχευμένα για να αγκαλιάσουν με πάθος οι άλλοι τα πονήματά μας. Η ποίηση είναι κατάθεση ψυχής, είναι τρόπος ζωής. Με την ποίηση δεν εξηγείς με γνώμονα τη λογική και μέσο ατράνταχτα επιχειρήματα και άρα δεν μπορείς να επενδύσεις στην κατανόηση των αποδεκτών της φωνής σου. Μπορείς να ελπίζεις όμως πως αυτή η κατακερματισμένη φωνή σου, που σε κάθε ποίημα γραπώνει μια μικρή αλήθεια του κόσμου και την αποτυπώνει σαν μια ακέραια στιγμή, θα βρει μια χαραμάδα, έναν αόρατο δρόμο, μια αφύλαχτη αίσθηση για την καρδιά των αναγνωστών σου. Κι αυτή η ετεροχρονισμένη συνάντηση είναι πάντοτε ένα μικρό θαύμα, που αληθινά αξίζει τον κόπο!

Σύμφωνα με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο: «Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ / λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ / λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ. / Στην ουσία μόνο με το εγώ / μπορούμε να εννοήσουμε / κάποιον άλλο». Πώς παράγεται η ποίηση; Έχει σ’ αυτήν θέση η σεμνότητα;

Η ποίηση είναι μια προσωπική διαδρομή, μία προσωπική ματιά στην κοινή πραγματικότητα, έξω από απαρέγκλιτες συνθήκες και συμβάσεις. Η μόνη περιχαράκωση που την αφορά είναι αυτή στα όρια της Τέχνης και η ένταξή της ή μη κάθε φορά, σε αυτόν τον προνομιούχο χώρο της Τέχνης, είναι κι αυτή μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. Ο δημιουργός, κατά τη γνώμη μου, είναι από τη φύση του ένα πλάσμα εγωιστικό. Ανήκει στην εποχή του και μιλάει πραγματικά στην καρδιά των ανθρώπων όταν είναι οργανικά δεμένος μαζί της. Απ’ τη μια. Γιατί απ’ την άλλη η ποιητική ματιά προϋποθέτει κατά διαστήματα μια «απόσχιση» απ’ τις απαιτήσεις και τη ροή μιας συνήθους καθημερινότητας. Εκεί, στη μικρή πατρίδα του καλλιτεχνικού εγώ του, στο οποίο πρέπει να πιστεύει με πάθος, ο ποιητής παίζει με το φως και τις σκιές του, γεννώντας το απροσδόκητο με τις λέξεις, σαν αληθινός ταχυδακτυλουργός τους.

Λέγεται ότι η γόνιμη στιγμή είναι αυτή που οδηγεί στην αληθινή λογοτεχνία. Μπορεί όμως ένας δημιουργός να έχει συνεχώς έμπνευση;

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που το έχουν ήδη πει: Αν ο δημιουργός περιμένει τη μαγική στιγμή για να ξεδιπλώσει στο χαρτί ή τον υπολογιστή του το θαύμα, αν προσεύχεται στη θεά της έμπνευσης να τον επισκεφτεί, θα περιμένει πολύ. Ή θα γράψει ελάχιστα. Στη γραφή, τα θαύματα συντελούνται όταν τα προετοιμάζουμε. Μας βρίσκουν καθισμένους στο γραφείο μας ή τουλάχιστον με κάτι που να μπορεί να αποτυπώσει τις λέξεις ανά χείρας. Είναι πολύ ρομαντικό να ονειρευόμαστε εκείνη την ανεπανάληπτη στιγμή που «κουμπώνουν» απόλυτα οι λέξεις με τις αισθήσεις και τις σκέψεις και μια μικρή έκρηξη γίνεται πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στο χαρτί μας. Και μπορεί και κάποτε αυτό να συμβαίνει. Και υπάρχουν λέξεις απρόσκλητες και εικόνες επίμονες που μας πολιορκούν μέχρι να τις καταγράψουμε. Η συγγραφή όμως και του πεζού και του ποιητικού λόγου εκτός από έμπνευση προϋποθέτει και απαιτεί και σκληρή δουλειά. Η έμπνευση επισκέπτεται συχνότερα εκείνους που σαν καλοί οικοδεσπότες, με ένα χαρτί ή μια οθόνη μπροστά τους περιμένουν να την υποδεχτούν.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για τη δημιουργική γραφή. Υπάρχουν μάλιστα πολλοί που διδάσκουν επί χρήμασι σε αυτούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. «Φτιάχνεται» τελικά ένας συγγραφέας ή το πηγαίο ταλέντο είναι η κινητήριος δύναμη της γραφής;

Με σημείο εκκίνησης την προηγούμενη απάντησή μου, πρέπει να πω ότι υπάρχουν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν με τη δημιουργική γραφή είτε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί συγγραφείς είτε για να γίνουμε πιο καλοί και δημιουργικοί αναγνώστες. Υπάρχει πάντοτε κάτι έμφυτο, το οποίο όμως μπορεί να μεταλλαχτεί και να εξελιχθεί. Μπορεί κάποιος να αναπτύξει και μια απρόσμενη σχέση με τις λέξεις, που μπορεί να τον οδηγήσει μακρύτερα απ’ όσο ποτέ θα φανταζόταν. Μπορεί να «αλλαξοπιστήσει» στις αρχικές του κλίσεις. Να δοκιμαστεί μέσω της δημιουργικής γραφής σε διαφορετικά είδη λόγου και να επιλέξει μια άλλη κατεύθυνση. Η δημιουργική γραφή είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τη βελτίωση και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με τον γραπτό λόγο και από τη θέση του συγγραφέα και από τη θέση του αναγνώστη.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να σκεφτώ και να μιλήσω για πράγματα που αγαπώ πολύ. Να ’μαστε καλά να ταξιδεύουμε με τα παραμύθια, να δραπετεύουμε με την ποίηση.

Δεν κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια βέβαια, αντιστεκόμαστε σε ό, τι δεν μας αρέσει, δεν σταματάμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά πολλές φορές οι μάχες δίνονται και με τις λέξεις. Και τότε τα παραμύθια ανοίγουν καινούριες αυλαίες στον κόσμο, η ποίηση «είναι το καταφύγιο που φθονούμε…».

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s