ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

1-ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική του δράση (1949). Το 1945 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με την ποιητική συλλογή Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές2 (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια προφυλάκισης του ποιητή), οι Εποχές3 (1951), η Συνέχεια, η συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα 1941-1956 (1956), η Συνέχεια2 και η Συνέχεια3 (1962 – συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση του 1956). Στη συνέχεια ο Αναγνωστάκης σιώπησε ποιητικά ως το 1970, οπότε δημοσίευσε ποιήματά του με τον γενικό τίτλο Ο στόχος στο συλλογικό τόμο 18 Κέιμενα. Από το 1959 ως το 1961 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου πρόβαλε τα σύγχρονά του ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας, Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, γενιά που σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους. Ειδικότερα η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σ΄έναν προσωπικό του κόσμο – στα πλαίσια του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο – αναδίπλωση η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης. Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής, φίλοι. Έργα του Μανώλη Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.
Πέθανε στις 23 Ιουνίου του 2005.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ι.Ποίηση
• Εποχές· Με δύο σχέδια του Τάκη Αλεξανδρίδη. Θεσσαλονίκη, 1945.
• Εποχές2. 1948.
• Εποχές3. 1951.
• Η συνέχεια. 1954.
• Η συνέχεια2.
• Η συνέχεια3. 1962.
• Ο στόχος. 1970.
• Το περιθώριο ‘68-’69. Αθήνα, Πλειάς,1979.
• Υ.Γ. Αθήνα, 1983 (έκδοση εμπορίου, κανονική έκδοση 1992).
ΙΙ.Δοκίμια – Μελέτες – Άρθρα – Πεζά
• Υπέρ και κατά, τ.Α’-Β’. 1965.
• Αντιδογματικά. Αθήνα, Πλειάς, 1978.
• Τα συμπληρωματικά · Σημειώσεις κριτικής. Αθήνα, Στιγμή, 1985.
• Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης · Η ζωή και το έργο του · Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Αθήνα, Στιγμή, 1987.
• Η χαμηλή φωνή ·Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς · Μια προσωπική ανθολογία του Μανώλη Αναγνωστάκη. Αθήνα, Νεφέλη, 1990.
ΙΙΙ. Μεταφράσεις
• F.G.Lorca, Δύο Ωδές · Ωδή στον Salvador Dali · Ωδή στον Walt Whitman · Απόδοση Κλείτος Κύρου – Μανώλης Αναγνωστάκης. Θεσσαλονίκη, 1948.
ΙV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Τα ποιήματα (1941-1956). Αθήνα, 1956.
• Ποιήματα 1941-1971. Θεσσαλονίκη, 1971.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

 Εποχές (1945)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

 

ΘΑ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

 

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

 

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας
Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

II

Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες πού σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

.
IΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τούς ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε).

 

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

 

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σα τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι, της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητε κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠOΥ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕ
ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Ο ΛΟΧΙΑΣ OTTO V…

Ι

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα νά χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ’χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου}.

 

Εποχές  2 (1948)

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρόμικο λιμάνι

 

Παρενθέσεις (1955)

 

ΤΟΠΙΟ

Ερειπωμένοι τοίχοι,. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δε μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς έπιστροφή
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν ’Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16
Τ’ πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Απρόσιτος, έστω, χειρονομούσε με κινήσεις ανέλπιδες
Ίσως αξιαγάπητος, ίσως —ή μάλλον— συμπαθητικός
Μέσα σ’ εναντιότητες, σ’ αβλεψίες, μ’ αξιοπρέπεια
Με μια χλαμύδα οδύνης άνιστόρητης
Καλλιεργώντας με σύνεση μαραμένα τριαντάφυλλα
Σε σχήμα καρδιάς ή ξεθωριασμένων αναμνήσεων
Λυπηθήκαμε, ίσως, που θα ’φεύγε μια μέρα από κοντά μας
Τόσο μονήρης, άψογος, κύριος μέσα σε κάθε αποτυχία
Μ’ έναν ήχο αναπότρεπτο —ολέθριος επίλογος—
Ο τελευταίος, αναντίρρητα, μιας παρακμής.

 

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Όλα αυτά σου θυμίζανε τόσο έντονα ναυαγισμένες επικλήσεις
Ερειπωμένες επιθυμίες, όνειρα, χέρια ετοιμοθάνατα.
(Κάτω από κάθε υπόθεση ασφάλεια σχετική).
Πρέπει, λοιπόν, να συμπληρώσεις κάθε εικόνα σύμφωνα με τη θέλησή σου
’Εδώ κάτι θ’ αλλάξει, να πούμε η παρουσία ενός τρίτου,
Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζημίωσε, κάτι πού δεν το καταλάβαμε καλά.

Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

 

Εποχές  3 (1951)

 

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

 

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…

Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς πού σημαδεύει την πληγή σου
0 τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αύτη την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο πού μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

 

ΑΝ ΘΥΜΟΥΜΑΙ

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

 

ΤΟ ΠΡΩΙ

Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Πού θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

 

Η συνέχεια (1954)

 

ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου∙

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
Κάποιοι –αναπόφευκτα– στα χείλη τους θα σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

 

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Όταν τα βράδια
Τρύπας το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πώς δε θα ’μαστέ πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι ή θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρύπα μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να ’βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).

 

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
—’Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(’Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
—Τίποτα, λέξεις μόνο για τούς άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;).

 

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. ’Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό πού στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσης σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

 

Η συνέχεια 2 (1955)

 

ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ήταν άνθρωποι
Πολλοί πολλοί άνθρωποι
Αγκαλιασμένοι
Με τα δάχτυλα σφιχτά
(Σα χειροπέδες)
Κι όταν σκοτείνιασε
Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι
Κι υστέρα ακόμα πιο λίγοι
Όσο σβήναν τα φώτα ένα-ένα
Όσο βούλιαζε η νύχτα
Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι
Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους
Κι οι άλλοι τους κλέβαν τα δόντια τους
Κι αυτοί κλείδωναν τα μάτια τους
Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους
Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες
(Όλο και λίγοι πιο λίγοι)
Ώσπου σε μια στιγμή
Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι
Κι έσκισε το πουκάμισό του
Κι είδανε τ’ όνομα του γραμμένο στο στήθος
Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.

(Σ’ αυτούς που λέω τώρα αυτά τα λόγια).

 

ΑΝΤΙ ΝΑ ΦΩΝΑΣΚΩ..

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
—Μάντεις κακών και οραματιστές—
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μονάχος σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πώς
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων —έτσι πού πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα—
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τούς οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οί λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
’Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πιά.

 

ΜΙΛΩ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 

Η συνέχεια 3 (1962)

Στη Νόρα

 

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ…

Στον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω πια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυκτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακας.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα !

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σε σας ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε πια να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψετε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω

 

ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ

Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σάπισαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; Πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

 

ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΓΙΝΕ…

Το έγκλημα έγινε.
’Έσπασες του παιδιού τον κουμπαρά
Χύθηκαν κάτω τα νομίσματα
Παλιές δεκάρες τρυπημένες στη μέση
Και μεγάλα στιλπνά κέρματα.
Όχι, τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Τόσα πολλά νομίσματα κι όλα άχρηστα
Τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει
Κι εσύ τίποτα δεν μπορείς πια ν’ αγοράσεις
Και το παιδί να κλαίει και να ζητά
Τίποτα τίποτα πια.

 

ΕΝΑΣ ΚΛΕΦΤΗΣ..

Ένας κλέφτης
Κι άλλος κλέφτης
«Πιάστε τους κλέφτες)
(Ποιούς κυνηγούσαν κα, ποιοί;)

Στεκόμουν στη θέση μου άκίνητος
Ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος
Στις φοβερές κραυγές
Κανείς δε μ’ ακούμπησε
Άναψα κι άλλο τσιγάρο

Ήταν για μένα μια ξένη ιστορία
Εγώ δε φοβόμουνα
Δεν είχα τίποτα πια να μου κλέψουν
Δε με φοβόταν κανείς
Δεν είχα τίποτα να κλέψω απ’ αυτούς.

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ…

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν — πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν —
Σε περιμένω.

 

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ…

Τώρα είναι απλός θεατής
Ασήμαντος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται
Ξένος περιφέρεται στων οδών το κάλεσμα.

Έρχονται από μακριά οι νέοι σαλπιγκτές
Των επιλέκτων κλάσεων του μέλλοντος
Οι κραυγές τους γκρεμίζουν τα σαθρά τείχη
Τήκουν τη λάσπη σε φωτεινούς ρύακες.
Έρχονται οι αγνοί, οι ανυπόκριτοι,
Οι βιαστές, οι αμέτοχοι, οι παρθένοι,
Οι πονηροί συνδαιτυμόνες, οι αθώοι
Οι ληξίαρχοι των ημερών μας.
Έρχεται το μεγάλο παρανάλωμα
Μέσα στους πίδακες των πρόσχαρων νερών.
Έρχονται οι τελευταίες προγραφές.

Μα τώρα αυτός είναι απλός θεατής
Ανώνυμος ανθρωπάκος μέσα στο πλήθος
Με τα χέρια στο στήθος σαν έτοιμος νεκρός
Τώρα πια δε χειροκροτεί δε χειροκροτείται.

(Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς).

 

ΣΕ ΤΙ ΒΟΗΘΑ ΛΟΙΠΟΝ…

Σε τί βοηθά λοιπόν η ποίηση
(Αυτή εδώ η ποίηση, λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους
Στο μεγάλο πέρασμα από τον καταναγκασμό
Στις συνθήκες της ελευθερίας;

Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
—Αυτό, έστω, που εγώ ποίηση ονομάζω—

(Ας ζήσουμε λοιπόν και μ’ αυτά ή μόνο μ’ αυτά).

 

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

 

Ο στόχος (1970)

 

Ο ΣΤΟΧΟΣ

Το θέμα είναι τώρα τί λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τί λες.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ…

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τούς κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Ά, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

 

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: o καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΤΑΓΟΥΣ

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.

Γράφω ποιήματα πού δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ, 1970

Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

…Καί βασικά, λείπουν οι προεκτάσεις

Αυτή η γοητευτική ασάφεια που υποβάλλει
Δεύτερα πλάνα και απρόσμενες προοπτικές
Που θέτει θέματα ερμηνείας, συζητήσεων,
Υποδηλώνει δομές και αποκαλύπτει ουσίες
Λείπει η παρθενικότητα στην έκφραση, το άλλο
Εν τέλει η πρισματικότης των πραγμάτων — λες
Κι έχετε στο χέρι ένα σφυρί και σαν τους γύφτους
Σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι.

-Σαν τους γύφτους
σφυροκοπάμε
αδιάκοπα
στο ίδιο αμόνι.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

ΣΤΕ-001

Ο Στέφανος Στεφανίδης είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και απομνημονευματογράφος, μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας. Γεννήθηκε στο Τρίκωμο της Κύπρου. Στα οκτώ του, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μεγάλωσε. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του έζησε κατά περιόδους σε ’Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.

Για έξι χρόνια δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Γουιάνας, όπου

ανέπτυξε ενδιαφέρον για τις διασπορικές κοινότητες των Κρεολών της Καραϊβικής και των ’Ινδών. Η βαθιά σχέση του με την ’Ινδία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Για επτά χρόνια έζησε στην Ουάσιγκτον, προτού επιστρέψει στην Κύπρο το 1992 ως μέλος του ιδρυτικού διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το 2017 συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του Καθηγητή Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Επιλεγμένα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερες από δώδεκα γλώσσες. Γράφει στα αγγλικά, αλλά στο έργο του αντηχούν και άλλες γλώσσες.

Έχει εκδώσει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα βιβλία Translating Kali’s Feast: the Goddess in Indo-Caribbean Ritual and Fiction (2000) καί Blue Moon in Rajasthan and other poems (2005).

ΒΙΒΛΙΟ

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ (2018)

THE WIND UNDER MY LIPS (2018)

(Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή)

ΑΝ ΜΟΥ ΛΑΧΑΙΝΕ

για την Κάθυ

Αν μου λάχαινε τις λέξεις θα ξεστόμιζα

απ’ το μυαλό του καθενός

Θα τις πρόφερα με το ρυθμό της βοής

που τραντάζει τα παντζούρια ορθάνοιχτα

να μπει μέσα το αεράκι

να σε χαϊδέψει με τ’ ακροδάχτυλά του

τα απαλότερα κι από πέταλα άγριας τριανταφυλλιάς

Ή θα ’κανα επίκληση στον άνεμο που κροταλίζει

κι απασφαλίζει τους μεντεσέδες

για να σε πάρει μακριά

με ορθάνοιχτα πανιά

έστω για μια στιγμή

να γίνω σπουδαίος στ’ ανάμεσο σπουδαίων

μικρός στ’ ανάμεσο μικρών

το ποίημα να γενώ που εσύ είσαι…

ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΑΗΔΟΝΙΑ

Τη μικρότερη ώρα

ξυπνώ και καρτερώ

μ’ αδημονία

πώς θα κελαηδήσει το αηδόνι.

Ο βρυχηθμός της θάλασσας

απορροφά τους ήχους

των τρένων που περνούν

με παρασέρνει σ’ αποκοίμισμα

τόσο που δεν αισθάνομαι

το λάλημα του πετεινού.

Το φώς το ροδαλό μου διαφεύγει

νυχτοπατώντας μέσα από τις περσίδες

για ν’ απαλύνει τον ύπνο της Κάθυ

κι έτσι αφουγκράζομαι άρωμα ζεστό φρέσκιας φοκάτσιας

στο πρώτο χτύπημα τις Ραφαέλας έξω απ’ την πόρτα μου.

Βίλλα Ρινκόν, Μπολιάσκο, Λιγκούρια, Μάρτης 2009 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ: ΝΕΡΟ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

για τή Σαρασβάτι, την ‘Υδάτινη

Τόση πολλή ποίηση σε τοσοδά νησί

άλλο μή γράψετε φυτέψτε δέντρα

και ποτίστε…

Gur Gens

Προσθέτω φωνή στον έκκροτο ήχο

δίχως να ξέρω αν εκρήγνυται προς τα μέσα ή έξω

Ακολουθεί γάργαρος κρότος g r g r g r

περνά o αέρας και σουφρώνω τα χείλη

σπρώχνω τη γλώσσα να σχηματίσω την πνοή

να συλλάβω την οπτασία που κρύβει η συλλαβή

Ούτε (μ)ου ούτε (σ)υ

Ούτε μπροστά ούτε πίσω

Στου ονείρου το γλίστρημα

μου δίνεις κωδικό για να σε βρω

μα ένας απ’ τους αριθμούς ξεπέφτει στην αφάνεια.

Χέρι μυστικό προσφέρει το χαμένο κρίκο

δίχως την προσταγή μου

Αν όμως στέρξω να φωνάξω

ποιες γλώσσες θα μιλήσουν θα το ξέρω;

Στέλνω αγγελιαφόρους στο κατόπι σου

κι όταν σε φέρνουν

δεν αναγνωρίζω το πρόσωπό σου

μονάχα το αίσθημα αναγνωρίζω

Και τα μαλλιά σου αγγίζοντας

προσυπογράφω: αλήθεια, είναι της ερωμένης σου,

της θάλασσας, το χόρτο.

Αν όντως έχεις έρθει

τότε γιατί σωπαίνεις;

Ξέρω τώρα πώς gens δεν είσαι — ψεύδονται τα ονόματα

Έχεις τα χρόνια της θάλασσας

και του shiv

του αρχαίου χορευτή

Γνέφεις στη σιγή

που μίλα πριν και μετά το αα

το ου

και το μμ.

Περιμένω την ποίηση.

Ή να περιμένω το νερό;

Κλείνω τα μάτια

απαγγέλλω το μάντρα

gur-gur-gur

Φεβρουάριος 2004 

ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ο βίος βραχύς,

η δε τέχνη μακρή.

Ιπποκράτης

Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης

το Βαρώσι γνέφει και σιγανά

μου ψιθυρίζει στ’ αυτί

μέσα απ’ το συρματόπλεγμα

Ars longa, vita brevis est

Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική

γυρνώ αντικρίζω το νερό

έτοιμος ν’ απογειωθώ

δελφίνι στο νέκταρ

μιας θάλασσας

ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη

Ποιες σκιές προσμένουν

στην αντίπερα όχθη

ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ

Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια

κίνησες για ένα όνειρό για μένα και για σένα

Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι

Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο

Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις

στο τελευταίο σου όνειρο

Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας

Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου

καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου

πίσω σου αφήνεις διά παντός

την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα

και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά

Προτού ετοιμαστείς ν’ αναχωρήσεις

Ψάξε, μου είπες, για να βρεις της Λάρνακας

τα πορτοκάλια. Γιατί άργησαν φέτος;

Αδημονούσες να γλυκάνεις το αίμα

να ξαναγίνεις ο μαθητής που ήσουν κάποτε

μέσα στην κοσμοσυρροή των Φοινικούδων

Δεν θέλω μοιρολόγια, μαύρα, παπάδες γενειοφόρους

δήλωνες συχνά

Ανοίξτε τα παράθυρα

αφήστε το φως να μπει άπλετο μέσα

Τώρα μου παραχώρησες τη μνήμη σου

ύστατο δώρο

Η σορός σου ελεεινή ξαναγίνεται

ρυθμός στης μάνας σου τη μήτρα

όσο εγώ καταδιώκω τη γεύση

των εκτοπισμένων σου πορτοκαλιών

Δεκέμβριος 2000

ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

για την παλιά πόλη

σε λυκόφωτος προσκύνημα

διασχίζω τα Ενετικά Τείχη

και ταξιδεύω ένδον

γυρεύοντας τη γλώσσα του μοιρολογιού

πνιγμένα αναφιλητά της γέρικης καρδιάς

συνθήματα στα παλιά τείχη

Τα όνειρά μας στους τάφους

τάφοι γεμίζουν τα όνειρά μας

μάτια τυφλά και λαίμαργα

γρίλιες που κρύβουν το φως απ’ τις λευκές αυλές

φαντάσματα μυστακοφόρων καβάλα σε ψάθινες καρέκλες

λασπωμένα ριζικά μέσα στα κατακάθια του καφέ

σκιές των γιαγιάδων μας

ανάμεσα στις λεμονιές της μνήμης

χέρια αρθριτικά ράβουν ακόμη το πάπλωμά μου βελονιά τη βελονιά

προφυλάσσουν το σώμα μου

πέτρινη μήτρα εικόνων που δακρύζουν

Βυζαντινοί άγιοι, που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους

μια ανάμνηση μόνο, ένα άρωμα θυμιάματος αρχαίου

μα και λυγμοί στις προσευχές αθέατου χότζα στο Βορρά

ή ζεστή θωριά των νέων κάτω απ’ τα παγωμένα κράνη

είναι ζωοδότρα δύναμη περίλυπης καρδιάς

λάβαρα κυματίζουν

με εξορίζουν απ’ τις κομμένες αρτηρίες

έτσι κινώ να βγω μέσα απ’ της πόλης τις πύλες

ενώ ονειρεύομαι ανατολή, βορρά

οπτασία κοινότητας

και θεία κοινωνία

με θάλασσα, εσπεριδοειδή και προβατίσιο γάλα

κι ελιά

στο ξημέρωμα μιας γης στη χάση της

εύθραυστο τρόπαιο

Λευκωσία 1993 (ελαφρώς αναθεωρημένο το 2000)

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Θεϊκή νόσος

καλύπτει τη λαχτάρα

σε ξεχείλισμα λέξεων

Πρόβα άφιξης

αιώνια επανάληψη

ζωών που έχουμε ζήσει

Στο σύδεντρο των κυπαρισσιών

ένα ιωβηλαίο από τριζόνια

σβήνει τον τόνο της χαράς

και το λιθόκτιστο

εκκρίνει αλάτι και τέφρα

Βυθίζεται σε πέπλο βαθύτερου σκότους

καθώς αποκοιμιέμαι

σαλεύοντας με πάχνη εωθινή

ανοίγοντας τα μάτια για να δω τί ενδέχεται

να κομίσει η θάλασσα, φερ’ ειπείν φύκια και

καλαμάρι με φρέσκο μελάνι για το στυλό μου

2016

ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Η παράφορή σου γέννηση πέφτει σαν καθαρή ψιχάλα

σήμερα, χάραμα σκοτεινού Γενάρη, κι εγώ

αλαφραίνω μαζί με της μητέρας σου το σώμα

όσο η φλόγα των μαλλιών σου

επιστρέφει εκεί που διυλίζαμε την άνοιξη

Αγγιχτήκαμε μέσα από τους φεγγίτες του Παρισιού

μετά από νύχτες έρωτα

Πιαστήκαμε γελώντας από κυρτές κόκκινες στέγες

έτοιμες να μας ρίξουν στο γύρισμα του ποταμού

ή στης γωνιάς το καφενείο

Τυλίγεις τα δαχτυλάκια σου γύρω απ’ το δάχτυλό μου

έτσι που με κοιτάς με βλέμμα καθαρό, ξένης

που με ξέρει καλύτερα

κι απ’ της γιαγιάς μου το λιόδεντρο

Πριν σβήσω περιμένω

να μου αποκαλυφθείς σε ήλιο και βροχή

και στης συλλαβής ΚΑ το μυστήριο

Φεβρουάριος 2005

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Σκοτεινή προσήλωση στην τελευτή

υπερπλήρες νεκροταφείο

ενταφιασμένων αναμνήσεων

επιορκίας και προδοσίας

Λαχταρώντας μιαν ευρύτερη ομορφιά

θα γινόμουν Η Φερεπάφα

ν’ αγγίζω ό,τι κινείται

να μεταμορφώνω με κοφτερό μάτι ή

μ’ έναν και μόνον ήχο

από κοχύλι

θα δελέαζα φάντασμα

στης θάλασσας τη μακρινή φωνή

θανάσιμη ηχώ que sera sera

Ο άνθρωπος που ήξερε πολλά

σιωπηλά προδίδει το κρυφό του

ΚΑΡΠΑΣΙΑ

για τον equus asinus, τήν caretta caretta, και

τα άλλα σπάνια είδη που με συντρόφευσαν στο

ταξίδι ή που συνάντησα καθ’ οδόν

Θυμάσαι

τότε που πέρασε ο ήλιος στην Παρθένο

και τραβηχτήκαμε ενάντια στη βαρύτητα

σε τόπο λεπτόρρευστο

προσεκτικά μην πατήσουμε τα ριζώματα

της αψιθιάς πλάι στο βράχο

όπου ο Άγιος Φίλων βρήκε το ιερό σημείο

κι ο ουρανός πάρα πολύς

καθώς η θάλασσα τον ήλιο καταπίνει

και στην απόχρωση του πορφυρού

μαίες χελωνών που ήρθαν από μακριά

να κομίσουν την επιστήμη της φύσης

στη φύση της αναχώρησης που φωλιάζει

καθώς του οστράκου η σπείρα σε υγρό θαλασσί

ενστερνίζεται μια σάρκα ευάλωτου πράσινου

Κι όταν έπεσε η νύχτα μ’ έναν χείμαρρο βροχής

και χτύπησε ο κεραυνός

το ντέφι

την ώρα που η φλόγα του κεριού

χόρευε λεϊλαλίμ

Κι αποκρινόμενα

λικνίστηκαν τα σώματά μας

καθώς στρεφόταν του νησιού η γάστρα

ώσπου η μέρα πάστρεψε τους αγρούς

για τ’ άγρια γαϊδούρια με τα μεγάλα μάτια

συνεσταλμένα που τραγουδούν σ’ εμάς, τους συγγενείς τους

«Όλμάζ Όλμάζ να με πεθαίνεις πολεμάς»

Και με βαρύτητα γυρίζουμε για να ρωτήσουμε

ετούτος είν’ του γυρισμού ο δρόμος

προς μια Μεσαορία εύφορη αθέριστη;

Ο αέρας, τόσο πηκτός που τον κόβεις με μαχαίρι

και σπίτια που χαραμίζονται σαν τον καιρό τον ίδιο

ή σαν διαστημόπλοια πού έχασαν το έδαφος

αβέβαια αν σε τούτο τον τόπο

ο χρόνος τους είναι μακρύς ή είναι βραχύς

ήταν κάποτε αυτή η πεδιάδα

η παλιά θάλασσα

ανάμεσα σε δυο νησιά

ήταν κάποτε

το ενδιαίτημά μου

ώσπου σηκώθηκε ο ορίζοντας

για να διαβούμε

γι’ αυτό κι ακόμη αναρωτιέμαι

πώς να γράψω ποίηση πυκνή;

πώς να ψάλω έναν τόπο τόσο διάφανο; 

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΕ ΦΥΤΕΙΑ ΖΑΧΑΡΟΚΑΛΑΜΟΥ Ι

Ολόγιομο φεγγάρι σε φυτεία ζαχαροκάλαμου τα σύννεφα αναδεύει

τους ουρανούς και του ναού τον τρούλο διανοίγει

Στην αιώρα μου αναχαράζω οράματα

Απέκλεισα το αλάτι και τη σάρκα

να κάνω χώρο στα όνειρα να μπουν

Μπλάβος πίθηκος έρπει

εύοσμος μαλακός καστανός βρεγμένος

Αν τη λατρεία σου μιμηθώ

θα γίνουν άραγε οι θεοί μου παλμός, φωτιά, νερό ξανά;

Αγγίζω ξιπόλητος το χώμα

το δέρμα σκληραίνει και σκουραίνει

Λέει ο Μάμου

Πάνω στον πάνθηρα ο Διόνυσος είναι αδελφός της Ντούργκας

Ναός είναι η καρδιά σου

φωνές μανάδων και αδελφών μου λένε

όπου κι αν πας, τον κουβαλάς μαζί σου

Έσπασε το περίγραμμα της γίδας και του πετεινού

ενώ η βροχή ξεπλένει το αίμα

το νέο αίμα να προκόψει

καθώς ο Σεληνοσκόπος αναδύεται ανάμεσα

σε νέα σελήνη και πανσέληνο

Θα μιλήσουμε με νέα φωτιά και νέα ιστορία πριν

σκοτεινιάσει το φεγγάρι

Μπερμπίς, Γουιάνα, δεκαετία του ’80

ΘΥΣΙΑ

Για σένα αδελφή. Αδελφός Στέφ

διψώντας για νέα ελπίδα

ανασκαλίζω πολυκαιρισμένες στάχτες

και βλέπω εσένα. Αδελφή

φανερωμένη σε όραμα

μπράτσα γυμνά, πασαλειμμένα κιτρινόριζα

χέρια ματωμένα γδέρνουν κατσίκας τη δορά

τεντώνοντας το δέρμα της καρδιάς

αρχαίο τύμπανο βαρά για πάντα νέα ζωή

τρόπαιο νέας ημέρας

κι εγώ

να γράφω ρητορείες

όσο σαν δήμιος σηκώνω σπάθα τόσο σαν γίδι κλαίω

κάποτε σάρκα που ψάχνει πνεύμα

μα τώρα πνεύμα που ψάχνει σάρκα

στη γη των ζωντανών κρυφοκοιτάζω

όπως τεντώνεις το δέρμα της καρδιάς μου

Γουιάνα και Ουάσιγκτον DC, 1988

ΔΥΟ ΑΣΒΟΙ ΣΤΗ ΛΙΓΚΟΥΡΙΑ

faccia a faccia

Έκθαμβοι πάνω που στρίψαμε

τους είδαμε να γρηγορεύουν στο σκοτάδι

με κέφι να τραβούν το δρόμο τους

φορώντας γούνες και ουρές

Σταθήκαμε κι οι δυο αποσβολωμένοι

με τα δερμάτινα παλτά και μάλλινα σκουφιά μας

Μας κοίταξαν

και τους κοιτάξαμε

κι ύστερα δίχως λέξη

μας γύρισαν την πλάτη

κι εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος

αφήνοντας μας όρθιους

στο τελευταίο σκαλί

ν’ αποθαυμάζουμε!

Άραγε τί να ήθελαν;

Και μάλιστα εκεί, καταμεσής της σκάλας!

Τ’ άλλο βράδυ στο δείπνο

ντυμένοι με καλό σακάκι και γραβάτα

στην έπαυλη στα πεύκα

δηλώσαμε μέσα από δυο γουλιές κρασί:

Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί

καταμεσής της σκάλας

Ήταν, που λέτε, δυο ασβοί!

Μπολιάσκο, Λιγκούρια, 2009

ΣΑΒΑΝΟ

Σύλφη της αναθύμησης μου

θησαυρός νιότης

αλγεινής θεϊκής

απλώνεις λινό σάβανο

με κατηφέδες σ’ έντονο κίτρινο

το πιο θεσπέσιο όλων των χρωμάτων

τυλίγοντας τη γη

λειμώνας για τους αφανέρωτους

πένθος ανθός αναχώρησης

με τη μεστή γεύση της κιτρινόριζας και

μια φευγαλέα σπίθα

ελιξίριο βλέμματος ιεροφάντη.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Σταύρος Σταύρου Καραγιάννης

(Απόσπασμα)

H ανά χείρας πρώτη δίγλωσση έκδοση της δουλειάς του Στέφανου

Στεφανίδη, από αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, αποτελεί ένα απολύτως απαραίτητο και καίριο εγχείρημα. Τα ποιήματα και η ποιητική του πρόζα έχουν συντείνει στον αναπροσδιορισμό των ορίων της Κύπρου ως συμβολικού χώρου, κι έχουν ενισχύσει την εμπειρία του τόπου ως προς τη γεωγραφική έννοια του βιωμένου φυσικού χώρου άλλα και ως σχήματος λόγου. Η γραφή του Στεφανίδη δεν περιορίζεται στο νησί που γεννήθηκε, μα αφορά μέρη και κουλτούρες που έχει βιώσει στα ταξίδια, τις επισκέψεις και τις διαμετακομίσεις του μέσα από εθνικά και νοητικά σύνορα. Η ποιητική του εμποτίζεται από κεκτημένες εμπειρίες και εντυπωσιακή ευρυμάθεια: καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, μελετητής της μεταποικιακής θεωρίας, πολύγλωσσος μεταφραστής, άλλα και εθνογράφος και ντοκουμενταρίστας. Οι λογοτεχνικοί του πειραματισμοί βρίσκουν έκφραση στα αγγλικά, τη γλώσσα πού έμαθε στα παιδικά του χρόνια, όταν μεταφυτεύτηκε από την Κύπρο στην

Αγγλία. Ήταν μια εξέλιξη στην οποία ο ποιητής δεν είχε καμία αυτενέργεια. Έτσι, μεγαλώνοντας στην αποικιακή μητρόπολη, ανακάλυψε στα αγγλικά, τη γλώσσα του εκτοπισμού του, μιαν ανοίκεια οικία. Η αμφιλεγόμενη σχέση του με τη γλώσσα γονιμοποίησε μια παρόρμηση δημιουργικής καταφυγής σε μια πληθώρα γλωσσών και κουλτουρών. Ως προς την ποιητική του, λοιπόν, ο Στεφανίδης ανήκει στην ίδια παράδοση συγγραφέων με τον Ντέρεκ Γουόλκοτ και τον Σαλμάν Ρούσντι, που διαπραγματεύονται μεταποικιακές πολιτικές γλωσσικής και πολιτισμικής ταυτότητας, εξερευνώντας παράλληλα γλώσσες και πολιτισμούς κι αποκαλύπτοντας φευγαλέες εικόνες μιας ρευστής ανοιχτοσύνης όπου η καθομιλούμενη παρόρμηση εκφράζεται σε γλώσσα

κοσμοπολιτική. Θεωρώ πώς ο Στεφανίδης πρέπει να γίνει κατανοητός

ως ποιητής στα διάκενα των γλωσσών, καθώς αυτός ο ίδιος ενσαρκώνει τη μεταφραστική διεργασία στις βαθύτερές της εκφάνσεις. Τα αγγλικά που γράφει επανεφευρίσκονται σε ιδιοσυγκρασιακή μορφή, μεταποιούνται, όπως θα έλεγε ο Ρούσντι, και αντανακλούν τη σύνθετη υποκειμενικότητα του ποιητή. Η ελληνική μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή σε αύτη την έκδοση σηματοδοτεί μια σημαντική κατεύθυνση στην τροχιά που διαγράφει η ποίηση και η ποιητική του πρόζα.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ

(Απόσπασμα)

Είναι τυλιγμένη σε μια αύρα η γραφή του Στέφανου, κάποτε ανάερη και ρευστή, κι άλλοτε πυκνή σαν συνωστισμένη μνήμη. Στα ποιήματά του μεταχειρίζεται συνειδητά πολύσημες λέξεις, παρηχήσεις,

εικονοποιία και επιλεκτική ομοιοκαταληξία για να ιστορήσει το χειροπιαστό αλλά κυρίως για να υπαινιχτεί το υπερκόσμιο, «πιο πέρα απ’ της ζωής τις βεβαιότητες». Στο γλωσσικό του σύμπαν αναδεύεται η σιβυλλική λαλιά των γιαγιάδων του με αναφορές σε στίχους του Γ.Χ. Ώντεν, του Γουόλκοτ, του Όβίδιου, του Καλντερόν — αλλά και του Καβάφη, υπόρρητα. Η κυπριακή διάλεκτος, η αγγλική ποίηση, το θέατρο του ισπανικού χρυσού αιώνα, καθώς και λέξεις αρχαιοελληνικές, τούρκικες, λατινικές, πορτογαλικές, σανσκριτικές, συνθέτουν ένα πολύτιμο κράμα εξωκειμενικών αναφορών που ως επί το πλείστον μεταγράφονται αμετάφραστες στα ελληνικά ως ελάχιστος φόρος τιμής στον πολυπολιτισμικό χείμαρρο που έχει εμποτίσει έναν

φερέοικο. Στα πεζά του, αν στον αφηγηματικό πυρήνα τοποθετείται

η ακούσια, άρα βίαιη, μεταφορά του από την Κύπρο στην Αγγλία

της δεκαετίας του ’60, η βασική διήγηση διανθίζεται από ένθετες

αφηγηματικές ακολουθίες που αψηφούν το χωροχρονικό συνεχές.

Δέσποινα Πυρκεττή

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ALEV ADIL*

Η ποίηση και η πρόζα του Στεφανίδη έχουν έναν εκπληκτικό τρόπο να διερευνούν την κίνηση ανάμεσα σε χρόνους της μνήμης, τόπους εξορίας και

μετανάστευσης, διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμικά συγκείμενα. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου είναι μια συγκλονιστική συλλογή ποιημάτων

και ενθυμητικών θραυσμάτων που διατρέχει ηπείρους, μυθικές παραδόσεις

και μετααποικιακές ιστορίες… Ως ζωτική προσθήκη στον κανόνα της κυπριακής λογοτεχνίας, άλλα και ως αισθαντική προσωπική μαρτυρία, η γραφή του αποτελεί φάρο ευλύγιστης άντι-μνήμης. Ρητά προσωπική και υπόρρητα πολιτική, η πένα του είναι έμπλεη αγάπης και απώλειας.

*συγγραφέας καί κριτικός για τό TLS

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ*

Νησιώτικη, θαλασσινή, ονειρική, νοσταλγική, μαντική, πολύγλωσση άλλα

πάνω απ’ όλα Τρικωμίτικη — η ποίηση και η πρόζα του Στέφανου Στεφανίδη «του Τρικωμίτη» αποτελούν έναν ύμνο έρωτα για τον τόπο όπου

ξεκίνησε η ζωή του. Τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι διάφορες γλώσσες που

σημάδεψαν την ζωή αυτή, όλα οδηγούν αναπόφευκτοι πίσω στο Τρίκωμο της

Κύπρου, που ο Στέφανος χάνει και ξαναβρίσκει σ’ ένα δημιουργικό κύκλο

χωρίς τέλος.

*Κύπρια ποιήτρια και μυθιστοριογράφος

EDIE MEIDAV*

Ό Στεφανίδης είναι ένας από τούς σημαντικότερους συγγραφείς της Ανατολικής Μεσογείου, έτσι όπως ξεπροβάλλει μέσα από μια θάλασσα πλασμένη από διχόνοια κι αυθεντικότητα. Η ιστορία που υφαίνει είναι τόσο ζωηρή πού σπινθηρίζει: κάθε πρόταση είναι τρυφερή, ευφάνταστη και πολυστρωματική, ώστε να μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη ύβρις έγκειται στην πεποίθηση πως κάθε ιστορία δεν έχει παρά μία πηγή. Η φωνή του είναι η φωνή που οι αποικιοκράτες πρόγονοί μας θέλησαν να καταπνίξουν, μια φωνή που γίνεται τραγούδι γύρω από κάθε προσταγή για την υβριδικότητα, τη μυθοπλασία, τη χαρά και τον πόνο του να είσαι άνθρωπος. Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου ανοίγει μια κρίσιμη πύλη στη ζωή της Κύπρου: ένας άντρας και μια χώρα ενηλικιώνονται: τόσο το καλύτερο για τον αναγνώστη.

*συγγραφέας των βιβλίων Lola, California καί Kingdom of the Young

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΤΣΟΡΟΥ

21727969_893724067441992_6857658424074629848_n

Η Παναγιώτα Τσορού γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή «Άγιος Ιωσήφ». Σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας (IFA). Παρακολούθησε μαθήματα Δημιουργικής Γραφής στο ΕΚΠΑ.
Συνεχίζει τις σπουδές της στο τμήμα Νεοελληνικών σπουδών του Γαλλικού Πανεπιστημίου Paul Valery του Μontpellier 3.
Ασχολείται με την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων και ποίησης στη γαλλική γλώσσα. Μεταφράσεις της έχουν εκδοθεί σε Γαλλο-Ελληνική Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης, όπου μετέφρασε ποιήματα πέντε ποιητών, από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Editions Variations τo 2016.
Συμμετείχε στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Εντύποις «Ποιητικές συμπλεύσεις 2- Δείπνο ποιητών» (2018).
Το 2017 με τίτλο «Αχαρτογράφητα» δημοσιοποιήθηκε ως ψηφιακό βιβλίο η ποιητική συλλογή χαϊκού από τις εκδόσεις 24 γράμματα. Η ποιητική συλλογή «Του έρωτα και του κόσμου» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής πήραν Έπαινο στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Πνευματικοί Ορίζοντες Λεμεσού, 2017-2018. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

 

ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2018)
101 χαϊκού ποιήματα

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

1. Κίτρινα φύλλα,
ξεχασμένα «σ’αγαπώ»
πεσμένα στη γη.

2. Ποτάμι ζωής,
πιο δυνατή η αγάπη
κι απ’ το θάνατο.

10. Να ‘μουν αηδόνι
τον ήχο μου να νιώθεις
να σε μεθάει.

15. Να ’σουν ποταμός
στην όχθη σου να γείρω
δροσιά να χαρώ.

27. Χρησμό έρωτα
πρόσφερες μαργαρίτα
και γυμνώθηκες.

31. Μια μαργαρίτα
μαδά τα πέταλά της
αγάπη να βρει.

 

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

40. Πλοία σκουριάζουν
σ’ ακρογιάλια που ήλιος
δεν χάιδεψε.

43. Σαν ωκεανός
τα φιλιά σου στο κορμί
με ταξιδεύουν.

45. Γράψαμε όρκους
στην άμμο, η θάλασσα
τους πήρε βαθιά.

49. Τον βράχο γλύφει
αέναα το κύμα
και τον στολίζει.

 

ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

54. Στ’ ακροθαλάσσι
ασέληνη η νύχτα
παραπονιέται.

56. Μου λες σ’ αγαπώ
και το σύμπαν γεμίζει
αστρόσκονης φως.

66. Ηλιοφώτιστη
μέρα Μαγιού σκορπίζεις
μύρια χρώματα.

69. Χρυσά φεγγάρια
στου ουρανού την άκρη,
χαμογελαστά.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

75. Άνυδρη ζωή
της μοναξιάς ρημάδι,
θες λίγ’ αγάπη;

79. Στεγνή ψυχή μου
έφυγες στα σκοτάδια.
Τώρα φως ζητάς.

86. Της ζωής πληγές
γιατρεύει η αγκάλη σου
καταφυγή μου.

93. Η μοναξιά μου
η ασίγαστη φλόγα
που σε καρτερά.

95. Σ’ αποχαιρετώ.
Θα σε δω στα όνειρα
ξανά και ξανά.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

98. Pris d’ amour
tu danses, oh! cyclamen
dans la fissure d’une roche.

101. Nos corps se battent
comme deux chars
l’Amour 1 emporte.

Σημείωση: Η Παναγιώτα Τσορού έχει μεταφράσει
στα γαλλικά πολλά από τα χαϊκού της

 

 

Για τη Παναγιώτα Τσορού γράφουν:

 

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στίχοι με μαγεία

101 Χαϊκού Ποιήματα απαρτίζουν την καινούργια ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Τσορού, μία εξαιρετική από κάθε άποψη Συλλογή που τιτλοφορείται «ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ».
Ο λόγος της Παναγιώτας Τσορού, βαθυστόχαστος και συνάμα τρυφερός, ρέει γλαφυρός και καταδεικνύει, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σύνθεση,
τη δεινότητα της συγγραφέως στην έκφραση τόσο των σκέψεων όσο και των συναισθημάτων της. Ένας λόγος που, διαβάζοντάς τον, έχεις την αίσθηση πως ακούς τους μαγικούς ήχους των κρυστάλλινων νερών μιας αμόλυντης πηγής ή μια ονειρική μελωδία που σε ταξιδεύει στους ανέφελους ουρανούς τού απόλυτου κάλλους.
Η ποιήτρια ζωγραφίζει με τον πολύχρωμο χρωστήρα τής ξεχωριστής της γραφής συναισθήματα της ανθρώπινης ψυχής, υμνώντας κατεξοχήν τον Έρωτα. Κι ο Έρωτας συνδέεται τόσο αρμονικά, μέσα στους περισσότερους στίχους, με τη φύση: τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια, τη θάλασσα, τα λουλούδια, τους καρπούς, τα πουλιά…

Άπλετος ήλιος
το κορμί σου τρύγησε
χλωμή σελήνη.

Ήρθες απόψε
και τ’ αστέρια στήσανε
ξέφρενο χορό.

Σε βραχου σχισμή
ανθίζεις κυκλάμινο
από έρωτα.

Ρώγες σταφυλιού
οι νύχτες του Αύγουστου,
μελιστάλακτες

Πόσο, στ’ αλήθεια, ομορφαίνουν τον Κόσμο και τον Έρωτα οι αδαμάντινοι στίχοι της Παναγιώτας Τσορού! Στίχοι – άστρα που προστίθενται στον απέραντο, έναστρο ουρανό της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης και τον φωτίζουν υε ακόμη περισσότερη μαγεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Όμορφος κόσμος

Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρεις στίχους;
Τι μπορεί να χωρέσει μέσα σε δεκαεπτά συλλαβές;
«Ο κόσμος όλος μέσα από τα δικά μου μάτια», μοιάζει να λέει η ποιήτρια Παναγιώτα Τσορού.
Και να, ήλιοι καλοκαιρινοί, χρυσά φεγγάρια, θάλασσες, καράβια, κοράλλια και βράχια!
Και να, δάση, λιβάδια, κυκλάμινα και πεταλούδες! Κι όλα να κυλούν, να ταξιδεύουν, μέσα στο γλυκό κι ήρεμο φως της αγάπης, με τόση ευαισθησία κι αρμονία…
Φίλη ποιήτρια, είναι πολύ όμορφος ο κόσμος σου! Είναι όμορφη η ζωή όταν την αντικρίζει κανείς με τόση αγάπη!