Monthly Archives: Αύγουστος 2018

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ανδρεας 3
Ο Ανδρέας Γεωργιάδης γεννήθηκε στη Μεσόγη της Πάφου το 1948. Σπούδασε Φυσιογνωσία και Γεωγραφία στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στον Καναδά. Από το 1978 δίδασκε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και το 2005 προήχθη σε Επιθεωρητή Φυσιογνωστικών-Βιολογίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1990 «Ακαριαία» (Λευκωσία)
1999 «Αίσωπος εσαεί»(Λευκωσία)
2001 «Ο tempora, ο mores!» (σάτιρες)(Λευκωσία)
2002 «Φυσιοδρόμιο» (Βραβείο Jean Monnet)(Λευκωσία)
2003 «Fisi0dromo» (δίγλωσση έκδοση ιταλικά-ελληνικά)(Λευκωσία)
2009 «Αίσωπος νυν και αεί» (Βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού ιβλίου)      (Εκδ.Γερμανός)
2011 «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»(Βιβλιεκδοτική)
2014 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής Χατζηαντώνη Τσιακολής»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2015 «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Αισώπειοι Μύθοι»(Εκδ.Γερμανός)
2016 «Άνθη σοφίας εμμέτρως»(Εκδ.Γερμανός)
2017 «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 2. Γιωρκής Αντώνης Γιαλλούρης     (Εκδ.Γερμανός)

 

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΑΚΑΡΙΑΙΑ (1999)

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Η ακτινοβολία σου
προκάλεσε μετάλλαξη
στο γονίδιο του έρωτα•
τον έκανε παράφορο.

Πόσο αισθάνομαι ευτυχής!
Μ’ αλλοίμονο• το ξέρω•
θα ’ναι θνησιγενής.

 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Πάντα μας Θησέα
Θα σκοτώνουμε το Μινώταυρο
εφόσο μας παρέχεται
ο μίτος της Αριάδνης.
Και πάντα όμως
Θα σκοτώνουμε τον Αιγέα
εφόσο θα ξεχνούμε
– ακούσια ή εκούσια –
ν’ αλλάξουμε πανί.

Κατά τα άλλα, πάντα
Θα είμαστε ήρωες.

 

ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΩΣΕΙΣ

Να μη θυμώσεις που η Σθενόβοια
θα σε συκοφαντήσει στον Προίτο.
Μόνο έτσι θα μπορέσεις
να σκοτώσεις τη Χίμαιρα,
να δοξαστείς.
Όσο για τη Σθενόβοια
δεν είναι ανάγκη να την τιμωρήσεις.
Άστηνε• θα αυτοκτονήσει.
Προς θεού όμως.
Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα
και θελήσεις ν’ ανεβείς
στα ουράνια δώματα.
Σου φτάνουν και τα επίγεια.

 

ΕΠΟΥΣΙΩΔΗ

Τι κι αν ο Σίσυφος
διέφθειρε τα χρηστά ήθη της Αντίκλειας.
Τι κι αν κεράτωσε το Λαέρτη.
Φτάνει που γεννήθηκε ο Οδυσσέας.
Με χρηστά ήθη και κέρατα θ’ ασχολούμαστε;

 

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ

Μάταια μάχεσαι Έκτορα
να σκοτώσεις τον Αγαμέμνονα.
Φύλαξε τα βέλη σου
και κάνε μια ευχή:
Η Κλυταιμνήστρα να ’ν’ καλά.
Οι Έλληνες πεθαίνουν από Έλληνες.
Ε τότε, λέει η Ανδρομάχη,
ο Θεός να δίνει χρόνια
και στην Ηλέκτρα.

 

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Έπρεπε να το περιμένεις
Σαλαμίνα.
Ο Τεύκρος
δεν έφερε μόνο εσένα.
Έφερε μαζί του
την κατάρα της Τροίας
την εκδίκηση της Τρίαινας.

Αμαρτίαι γονέων, βλέπεις. 

 

ΓΙΑΤΙ

Γιατί Θησέα ξέχασες
ν’ αλλάξεις το πανί
και χάθηκε ο Αιγέας;

Κάτω στην άκρη του γιαλού
κάθομαι και κλαίω
που δεν αλλάζομε πανί
και χάνεται το Αιγαίο.

 

ΤΙ ΔΕΙΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ

Πόθος μας κοινός η ένωση.
Μας κρατάει όμως χωριστά
η Κοινή Γνώμη.

Τι δειλοί που είμαστε
να λαμβάνομε υπόψη μια κοινή!

 

Η ΑΤΥΧΙΑ ΜΑΣ

Από πολύ νωρίς
μας άφησε η μάνα μας.
Και να δεις την ατυχία μας.
Δεν μπορέσαμε να έχουμε
ούτε μια καλή παραμάνα.

 

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΩΝ

Οι δεινόσαυροι κάλεσαν γενική συνέλευση.
Πρώτος μίλησε ο τυραννόσαυρος.
—Συνερπετά, με τυραννεί μια σκέψη.
Κινδυνεύει η ύπαρξή μας
από κάτι πυγμαία τρωκτικά.
Πρέπει να δείξομε την πυγμή μας.
— Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα
βροντοφώναξε ο βροντόσαυρος.
Η κατάστασή μας είναι δεινή
αγαπητοί δεινόσαυροι.
Πρέπει να χαραχθεί
μία κοινή γραμμή.

Όλοι συμφώνησαν με την κοινή
μα διαφώνησαν στη γραμμή.

Σήμερα βρέθηκαν τα απολιθώματά τους.

Κάποιοι κροκόδειλοι που επέζησαν
χύνουν κροκοδείλια δάκρυα
για τους χαμένους συγγενείς.

 

ΕΛΑΤΕ

Ελάτε να κυλίσομε το λίθο
που στέκεται εμπρός μου.
Ελάτε να σβήσομε το μύθο
που έγινε θεός μου.

Είναι βαθύς ο όρθρος
αργεί να ξημερώσει.
Είναι πλατύς ο βόθρος
και ποιος θα με γλυτώσει;

 

ΤΥΧΑΙΑ

(Στο θάνατο του Παναγούλη)

Δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυς.
Μόλις είχε φύγει ο Μάρτης
παίρνοντας μαζί και τον Απρίλη.
Δεν αφήνουν τύπους σήμερα οι ήλοι.
Πέστε ατύχημα τυχαία•
να γραφτεί εις τα τροχαία.

 

ΠΡΕΠΕΙ

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς•
πρέπει να πας εις την αγνείαν•
να πορευθείς ανάμεσα
του διχοτομημένου σκύλου.

Δεν ημπορείς να τ’ αρνηθείς-
παρ ’ όλο που το διαισθάνεσαι,
παρ ’ όλο που είσαι σχεδόν σίγουρος
πως είναι παγίδα του Περδίκκα.
Πρέπει να πας.
Το επιβάλλουν οι καιροί.
Πρέπει να πας.
Να σε κατασπαράξουν οι ελέφαντες.

 

ΣΑΦΗΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Αφήσαμε τη σκανδάλη
και πιάσαμε τα σκάνδαλα.
Σαφής προτίμηση
τον ουδετέρου γένους. 

 

ΑΡΚΕΙ

Αφού έγραψες ποιήματα
γιατί σε θλίβουν τέτοιο λογισμοί;
«Άτιμος εγώ βιώσομαι
και ουδείς ουδαμού»;
Είσαι ποιητής!

 

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ηρακλή,
χρειάζεται μεγάλη προσοχή•
προσοχή εις τους χιτώνας.
Η Δηιάνειρα ελλοχεύει.

 

ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

H primula sinensis
είναι του συρμού.
Αλλάζει χρώματα
αναλόγως θερμομέτρου.

 

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙΣ

Να πελεκάς το νόημα
ουχί την ομοιοκαταληξία,
Ποιητή.
Να γράφεις «ολιγόστιχα μεν,
δυνάμεως δε μεστά».
Πρόσεχε αυτή τη λεπτομέρεια
αν θέλεις ν’ αποφύγεις των Μουσών
το
«έρρε [ποιητή] κακέ».

 

«ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ»

«ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει»
Ξενοφώνης ο Κολοφώνιος

Τ’ ακούεις Αθηναίε που με ρώτησες
τι γλώσσα μιλάμε εις την Κύπρο
σαν άκουσες το ούλος;
Του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου
Έλλην Αθηναίε.

 

 

ΦΥΣΙΟΔΡΟΜΙΟ (2002)

 

Βιότυποι

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ

Μην αφήσετε το φως
να φάει το σκοτάδι
εξ ολοκλήρου.
Ακόμα κι η φωτοσύνθεση
έχει τη σκοτεινή της φάση.

 

Ο ΓΟΝΟΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΑΣ

Ο έρως ο εφήμερος
ελέγχεται από υποτελές.
Ο έρως ο αιώνιος
ελέγχεται από επικρατές.
Εμείς φέρομε το επικρατές
σε ομόζυγη κατάσταση.

 

ΤΗΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ

Τι εγωισμό, τι έπαρση
εκείνη η μετάλλαξη.
Της διαφεύγει το γεγονός
πως ήταν τυχαίο λάθος.

 

ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τι θλιβερόν
ν’ απωλεσθεί
το κάλλος
της ποικιλίας.

Γρήγορα.
πετάξετε τον κλώνο
κρατήστε την ποίηση.
Κρατήστε το κάλλος.

 

ΧΕΙΜΕΡΙΟΣ ΥΠΝΟΣ

Για να αποφύγομε τη λιμοκτονία
περιπέσαμε σε χειμέριο ύπνο
εμείς, θηλαστικά όντες.

Αν μη τι άλλο
αποσπάσαμε το φθόνο
της χειμέριας νάρκης.

 

ΣΥΝΑΨΗ

Από καιρό υπήρχε
μία αμοιβαία έλξης.

Μα εκείνο το απόγευμα
που βρέθηκαν τυχαία
-ήταν τυχαία η συνάντηση;-
είχαν πολλή δουλειά
να κάνουν οι συνάψεις.
Οι νευροδιαβιβαστές
ελευθερώνονταν ποτάμι.
Άναψαν οι συνάψεις.

Αναπόφευκτα
συνήψαν σχέσεις.

 

ΗΡΘΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΣ

Ήρθες για να δεις
τα βαλσαμωμένα πουλιά.
Σε άγγιξα δοκιμαστικά
και μου απάντησες θετικά.
Σ’ έφερα στην αγκαλιά μου
και τα χείλη μου συνάντησαν
την παρειά σου.

Πού ήσουνα ταριχευτή
να βαλσαμώσεις τη στιγμή;

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Η μελεαγρίνη η μαργαριτοφόρος
όταν ερεθιστεί
κάνει μαργαριτάρι.

Ένα ερέθισμα παρακαλώ.

 

Φυσιοδρόμιο

ΑΙΝΕΙΤΕ ΤΟ ΧΑΟΣ

Αινείτε το χάος,
τον πατέρα της τάξης
την κατάληξη των πάντων.

Αινείτε το χάος.
Το χάος ελλοχεύει.

 

ΚΕΝΟ

Είσαι το κλασικό κενό
κι εγώ το κβαντικό μπορεί.
Επαίρεσαι για το κλασικό
και με οικτίρεις για το κβαντικό.

Επαίρου.
Παρά την έπαρσή σου
δεν παύεις να είσαι
ένα απόλυτο κενό.

 

ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ

Ιερείς όλου του κόσμου
συσπειρωθείτε.
Το άστρο του Κυνός
εγκυμονεί κινδύνους.
Μπορεί ν’ αποκαλύψει
τα μυστικά του σκότους.
Άστρο του Κυνός: ο Σείριος.

 

ΕΙΔΩΛΑ

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

 

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΠΤΗ

Αποδεδειγμένα
εκείνο το άγγιγμα
έκλεισε το διακόπτη.
Άρχισαν να φωτοβολούν.
Αυτή η φωτοβολία τους
θα διαρκέσει πολύ.
Η φόρτιση του συσσωρευτή
είχε κρατήσει χρόνια.

 

ΑΚΡΑΤΟΣ ΕΡΩΣ

Δε βιαστήκανε.
Αφήσανε τον έρωτα
να πάρει τον καιρό του,
να υποστεί τη ζύμωση.

Τώρα ακράτητοι
τον γεύονται άκρατο.

 

ΑΙΤΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Μη γίνει ισοπέδωση των πάντων.
Να μείνουν οι διαφορές.
Η διαφορά δυναμικού
δημιουργεί το ρεύμα.

 

ΑΠΟΣΤΑΞΗ

Η ξηρή απόσταξη των λιθανθράκων
παράγει φωταέριο.

Μην αγχώνεσαι.
Πάντα υπάρχει χρόνος
για μια ξηρή απόσταξη.

 

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

Η ΖΗΛΕΙΑ ΤΟΥ

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο.
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

 

 

ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

O TEMPORA, O MORES! (2001)

 

ΑΪΝΤΑ

Έλα Παφίτη άφησε τα πού ’ντα και τα είντα
και πάρε εισιτήριο να δεις και συ Αΐντα.
Πάφε ν’ ακούεις τσιατιστά, ν’ ακούεις αμανέδες
εις τις ζωοπανήγυρεις και εις τους καφενέδες.
Πάφε ν’ ακούεις Γαβαλά, ν’ ακούεις Μαίρη Λίντα
καιρός είναι, Παφίτη μου, ν’ ακούσεις και Αΐντα
Πάρε και συ, Παφίτισσα, καινούργια τουαλέτα
κι άσε τα ρούχα τα φτηνά, τ’ απλά μα και τα σκέτα.
Δείξε πως είσαι και εσύ μία γυνή της Δύσης
και όχι τριτοκοσμική με το σταμνί της βρύσης.
Έλα, Παφίτη, δείξε τους πως είσαι Ευρωπαίος
κι ας ήσουν τράγος μια ζωή… αποδιοπομπαίος!

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

Κατέφθασαν στη νήσο μας τα πρώτα χελιδόνια
και του Τροόδους έλιωσαν τα τελευταία χιόνια.
Οποία αγαλλίαση, οποία ευφροσύνη
να βλέπεις τα πουλάκια μας να τρέχουν κατά σμήνη!
Να σχίζουνε τον ουρανό, να σχίζουν τους αιθέρες
και συ να προαισθάνεσαι καλύτερες ημέρες.
Τώρα που θα ‘ρθει στο νησί του έρωτα το χάπι
και ραφανίς θα γίνεται ο κόκκος το σινάπι.
Και θα χαρούν τα πρόσωπα που ήταν λυπημένα
θα σηκωθούν και… τα πουλιά που ήταν ναρκωμένα!

 

0 TEMPORA, Ο MORES!

Οποία σήψης και βρωμιά, οποία δυσοσμία!
Το βλέπουν και οι Ιταλοί και λένε «mamma mia».
Εδώ πρέπει να έρχονται να μετεκπαιδευτούνε
στο πώς να χρηματίζονται, εις το λαβείν και δούναι.
Εδώ πρέπει να έρχονται, εις το δικό μας χάνι
να κάμνουν την ειδίκευση οι ξένοι πολισμάνοι.
Να κάμνουν σεμινάρια εδώ κι οι τρομοκράτες
και βασικήν εκπαίδευση Τσετσένοι και Κροάτες.
Εδώ πρέπει να κάμνουνε, στου καμπαρέ τις πίστες
την πρακτικήν εξάσκηση οι όπου γης αρτίστες.
Σίγουρα υπερέχομε από τις άλλες χώρες
ω τι καιροί, τι ήθη! Ο tempora ο mores!

 

ΠΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Ήμαστε ένα δείγμα παραδείσου επιγείου
και εγίναμε εσχάτως ένας στάβλος του Αυγείου.
Φόνοι και ανατινάξεις κι εκτελέσεις εν ψυχρώ
κι εξαφάνιση ατόμων στήσανε τρελό χορό.
Βιασμοί των κορασίδων κι έξαρση ναρκωτικών
εγχωρίων μα και ξένων και σκληρών και μαλακών.
Επικράτησε ο νόμος της μαφίας, των νονών
και κανείς δε μαρτυράει, παριστάνει τον μαννόν.
Μέχρι που ‘ρθεν ένας Κκόσιης, ένα τρομερό παιδίν
που εθύμωσε λιγάκι και αγρίεψεν το δειν
κι αποφάσισε να βάλει μία τάξη στο νησί
κι έβαλε φωνή μεγάλη κι υπεσχέθη τοις κυσί:
Ως εδώ και μη παρέκει, μωρέ άντρες της νυκτός,
θα σας σβήσω από το χάρτη, για καλά και δια παντός.

 

ΨΗΛΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΚΟΝΤΟΥΣ

Απ’ τη χαρά μου την πολλή νομίζω πως πετάω
σαν έμαθα τα νέα σου, δόκτορα Ζια Χετάο.
Ψηλώνεις λένε τους κοντούς κατά ολίγους πόντους
κι όλοι αφ’ υψηλού θωρούν τον κόσμο για δικόν τους.
Γι’ αυτό και κάμνω αίτηση ομού μετά του Σπύρου
να μπούμε εις την κλινική μετά χαράς απείρου
πεντέξι πόντους και για μας να δώσεις, ιατρέ μου,
να μας θωρούν και να λαλούν τι ύψος ρε, Θεέ μου!
τέτοιους ανθρώπους θέλομε δια την Προεδρία
κι όταν μας δει και ο Ντενκτάς να θέλει εκεχειρία.
Να σκάσουν ’που τη ζήλεια τους κι ο Γαλανός κι ο Τάσος
και να χαθεί εις τη στιγμή το άπειρό τους θράσος.
Κι άσπροι να γίνουνε κι οι δυο, κάτασπροι ως ο γύψος
όταν σταθούμε, ιατρέ, εις το δικό μας… ύψος!

 

ΔΙΑΙΤΑ

Είπα να κάμω δίαιτα αμέσως και εν τάχει
να χάσω περιττά κιλά, τα λίπη και τα πάχη
και άρχισα και έπαιρνα της δίαιτας τα χάπια.
Όντως, εκεί που ήμουνα σαν τη χοντρή την πάπια,
και άρχισα να γίνομαι ωραίος και στυλάκι
αίφνης μας εκατέφθασε η είδηση φαρμάκι:
Τα χάπια που ανέφερα βλάφτουνε την καρδία
μπορεί να σου προσφέρουνε και γρήγορη κηδεία.
Εκεί που απολάμβανα τα πάχη μου, τα κάλλη
τώρα ακούω την καρδιά σαν την τρελή να πάλλει.
Τα ήθελα και τα ‘παθα ο δύστυχος, ο τάλας
καλύτερα γερή καρδιά κι ας μοιάζω της βουβάλας!

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΠΑΘΑΡΗ

Ήτανε χάρμα οφθαλμών και χάρμα του ειδέναι
η συνεδρία στη Βουλή, λαέ μου καημένε!
Τους είδες και τους άκουσες ωμά να μας λαλούσιν
για τίποτε δε νοιάζονται, πεννιάν πως δε φακκούσιν.
Τους είδες να τσακώνονται όπως τα πετινάρια
και έλαμψαν δημόσια σαν τα σβηστά φανάρια.
Κατηγορίες είπανε και τις βαφτίσαν χάδια
και σου μιλούν συνέχεια για φούρνους παξιμάδια.
Για τίποτε δε νοιάζονται, τίποτε δεν τους μέλει
ας πάει και το παλιάμπελο, ας πάει και το αμπέλι.
Τους είδα και τους θαύμασα, τι ομορφιά, τι χάρη
μου θύμισαν παράσταση… Ευγένιου Σπαθάρη.

 

ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ

Μίλησαν για ζιζάνια και ζιζανιοκτόνα
κι είπαν υπονοούμενα πολλά κατά κανόνα.
Μας μίλησαν για γεροβού και για τις ηλικίες
κι είπανε φράσεις άτυπες κι όχι πολύ οικείες.
Τουτέστιν κτυπηθήκανε πιο κάτω απ’ τη μέση
και όπως πάμε φίλοι μου θα μας φορέσουν φέσι.
Να μας φυλάει ο Θεός και η αγία Θέκλα
ο νους τους είναι μοναχά πιστεύω στην καρέκλα.
Να μας φυλάει ο Θεός στη γη την ημισεία
ούτε το δόγμα σώζει μας ούτε και η Ρωσία.

 

ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ

Καθόλου δε σεβάστηκε την πείρα μου την τόση
μία μικρή προαγωγή και μένα να μου δώσει.
Τα φώτα μου νυχθημερόν τα δίνω στην παιδεία
διδάσκοντας τους μαθητές πώς κάνουν τα παιδία.
Ποτέ δεν πήρα άδεια από γιατρό ή μαία
ποτέ δεν είπα έσφαλα, ποτέ το culpa mea.
Πρώτος πηγαίνω στο σχολειό και φεύγω τελευταίος
ουδέποτε χρημάτισα και ανεξεταστέος.
Ήλπιζα μια προαγωγή, Επιτροπή, να δώσεις
κι όχι να βάλεις πισινή, στο τέλος να κολώσεις.
Πότε ως τώρα έκανα απ’ το σχολειό κοπάνα
ή πότε μου ερίξατε καμιά μικρή καμπάνα;
Οι μαθητές με έχουνε υπογραμμό και τύπο
και σεις με αδικήσατε, τι άλλο να σας είπω.
Πώς ημπορείς, Επιτροπή, τις νύκτες να κοιμάσαι;
Δε βλέπεις που σε βρίζουνε «αι γενεαί αι πάσαι»;

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (1)

Μπράβο, Φειδία, μπράβο σου για την πρωτοβουλία
που δείχνει πως δεν σκέφτεσαι μονάχα την κοιλία.
Μιλώ για την Επιτροπή βραβείων Αφροδίτη
που θα τιμά ετήσια τον άριστο Παφίτη.
Θα γίνεται η βράβευση αρίστων των γραμμάτων
και όχι όπως γινότανε κωφών και αομμάτων.
Είμαι καθόλα σίγουρος θ’ αρχίσετε από μένα
που έχω χιούμορ άφθονο και δυνατή την πέννα.
Το πρώτο να το δώσετε σε με που γράφω στίχους
αν θέλετε να έχετε τους βίους σας ησύχους. 

 

ΒΡΑΒΕΙΑ «ΑΦΡΟΔΙΤΗ» (2)

Έγινε η απονομή βραβείων Αφροδίτη
και μένα με αγνόησαν τον έντιμο πολίτη.
Εγώ ποτέ δεν έδειρα μικρόν τε ή μεγάλον,
ποτέ μου δεν εσκότωσα κολιόν ή παπαγάλον.
Γιατί έχουνε οι βίδες μου ολίγον δήθεν λάσκο
μ’ αρνήθησαν τη βράβευση, ω τι μεγάλο φιάσκο!
Υπόψη δεν ελάβατε τον έντιμό μου βίον
και με καταδικάσατε ως άχρηστον πληβείον.
Εγώ που κάθε Σάββατο τη σάτιρα σας γράφω
εγώ που σας εκόμισα το χιούμορ εις την Πάφο.
Εγώ να μείνω, Επιτροπή, έξωθεν των βραβείων;
Τώρα θα έχεις σίγουρα… αβίωτον τον βίον.

 

ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

Να πάμε λέω, φίλοι μου, ξανά πίσω στη φύση
εκεί νομίζω βρίσκεται, αγαπητοί, η λύση.
Εμπρός όλοι εκτρέφετε κοτόπουλα και χοίρους
και σταματήστε πάραυτα τα χάμπουργκερς και γύρους.
Τέρμα στα εισαγόμενα, τέρμα στις διοξίνες
ελάτε πίσω στους αγρούς, στ’ αλέτρι, στις αξίνες.
Να πάτε ν’ αγοράσετε και μία δυο κουνέλες
να τρώτε λίγους κούνελους, μην τρώτε καραμέλες.
Να ‘χετε μέσα στην αυλή και μία δύο γίδες
να τις αρμέγετε αυτές αντί για τις… Βελγίδες!

 

ΜΗ ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Επήγα σε συνέντευξη διά να με προάξουν
και παρ’ ολίγο, φίλοι μου, να με κατασπαράξουν.
Απάντουν την ερώτηση κάθιδρως και ασθμαίνων
και παμψηφεί μ’ απέρριψαν μετά πολλών επαίνων.
Το λάθος μου δεν έβαλα κι εγώ κανένα μέσο
τα μέλη της επιτροπής να τα προδιαθέσω.
Και έτσι με απέρριψαν, εμέ που είμαι φωστήρας
τον κάτοχο διπλώματος κι ιδιαιτέρας πείρας.
Και πάλι επαρέμεινα απ’ έξω του νυμφώνος
για να εργάζομαι σκληρά ως ο γνωστός σας… όνος!

 

 

ΕΚΑΤΟΝ (+) ΜΙΑ ΣΑΤΥΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ (2011)

 

ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ

ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΛΕΒΕΙ… TIΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Μία κουβέντα ευφυής ρίχνει γυναίκες πιότερο
απ’ ότι μια συνεύρεση σε φιλντισένιο κότερο.
Μία γυναίκα εκτιμά μιαν έξυπνη ατάκα
απ’ το να ξόδευες γι’ αυτήν χιλιάρικα μια δράκα.
Και δεν δίνει βαρύτητα τόσο στην ευμορφία
όσο να ‘χει ο άντρας της στο χιούμορ ευστροφία.
Αυτό λέγει η έρευνα άγγλων επιστημόνων·
μήπως ισχύει, σκέφτομαι, για τις εγγλέζες μόνον;
Για πόσα, πόσα Σάββατα τη σάτιρα σας γράφω
και δεν ευρέθη μια γυνή ακόμα εις την Πάφο
να εκτιμά το χιούμορ μου, την τόση μου σοφία
και να ζητήσει έστω μια, μια μου φωτογραφία.
Φαίνεται η Παφίτισσα πως εκτιμά το χρήμα
και λέγει για τον ποιητή «για κοίτα ένα βλήμα».

 

ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΟΙ

Εχθές, προχθές και σήμερα ο κόσμος ομιλεί
γι’ αυτό που εσυνέβηκε στη μακρινή Χιλή.
Σηκώνεται η τρίχα μου και μόνο που το γράφω
γιατί στο νου μου έρχεται το «η Ζωή εν Τάφω».
Για τόσες μέρες έμειναν στα έγκατα της γης
και μόνο που το σκέφτεσαι μπορεί να εκραγείς.
Καλύτερα να τρέφομαι με κρόμμυα κι ελαίας
και να βαδίζω στας οδούς με μόνον τας σκελέας,
παρά να είμαι έγκλειστος κάτω στα μεταλλεία
ή στα αμπάρια ζωντανός σε βυθισμένα πλοία.
Καλύτερα να τρέφομαι μονάχα με κριθάρι
κι ακόμα ας με λακτίζουνε πεντέξι γαϊδάροι,
αλλά να ‘μαι στο έδαφος, εις την στεριά επάνω
κι ας τρώγω άρτον και ελιάν, τίποτε παραπάνω!

 

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΑ 85

Μια έρευνα της Εθνικής των ΗΠΑ Ακαδημίας
έγινε πρόξενος χαράς, θάρρους και ευθυμίας.
Η ευτυχία έρχεται εις τα ογδονταπέντε
σίγουρα, αναμφισβήτητα, άλλοτε πως Βεραμέντε.
Μπορεί να ‘ναι τα νιάτα μας τα πιο καλά μας χρόνια
μα δεν κρατάνε δυστυχώς, ως θέλουμε, αιώνια.
Γινόμαστε σοφότεροι όσο περνά ο χρόνος
κι ευτυχισμένοι πιο πολύ ομολογώ συγχρόνου.
Απ’ τα σαράντα ξεκινά μια αισιοδοξία
που αποκτά τη μέγιστη στα γηρατειά αξία.
Πίσω της έχει την ουρά, είπανε, η αχλάδα
αντέξετε την καταχνιά και έρχεται λιακάδα.
θάρρος λοιπόν αδέλφια μου, θάρρος και πάλι θάρρος
κι η ευτυχία θα μας βρει λίγο πριν έρθει ο Χάρος!

 

«ΠΑΓΩΤΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» ΚΕΡΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΠΑ

Μια εταιρεία παγωτού από την Ιταλία
έφτιαξε μια θυγατρική με έδρα την Αγγλία.
Η εταιρεία λέγεται Antonio Federici
κι έβαλε διαφήμιση το πιο κάτω κορίτσι:
μιαν έγκυον καλόγριαν αργά ν’ απολαμβάνει
το παγωτόν σε κύπελλον, χωρίς χρόνο να χάνει.
Βγήκε η διαφήμιση επί τη ευκαιρία
της ιερής επίσκεψης του Πάπα στην Αγγλία,
θέση δεν παίρνω ασφαλώς επί του προκειμένου
μήπως αρπάξω και καμιά ποινή αφορεσμένου.
Μα φαίνεται το παγωτό – εάν μπορώ να κρίνω –
πως είναι δραστικότερο ακόμα κι απ’ το κρίνο!

 

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΣΜΑ

Ένας τριανταδυό χρονών κάτοικος Λετονίας
θέλησε να απαλλαγεί της πλήξης και ανίας.
Πήρε λοιπόν τη σύζυγο και πήγε στο ποτάμι
καθότι ήταν καύσωνας, το μπάνιο του να κάμει.
Η σύζυγος του ήτανε, λέγεται, γκαστρωμένη
κι ένιωθε μέσ’ στον ποταμό πολύ χαλαρωμένη.
Μα τη φωλιά του φύλαγε κάπου εκεί πλησίον
Ο κύκνος, κι αύθις έγινε ανήμερο θηρίον.
Όρμησε προς την έγκυο δια να την ραμφίσει
Κι ο άντρας της προσέτρεξε για να την βοηθήσει.
Μα όμως εκτυπήθηκε άσχημα στο κεφάλι
και βρέθηκεν απρόσμενα σε χλοερήν αγκάλη.
0 κύκνος έτσι ξαφνικά σε χρόνου μικρό κλάσμα
έγινε για τον σύζυγο το κύκνειόν του άσμα.

 

ΕΡΩΤΟΣ … ΔΡΩΜΕΝΑ

FACEBOOK

Μπήκα κι εγώ στο Facebook τώρα στα γηρατεία
κι αμέσως αναφώνησα «οποία γοητεία».
Σύντομα διαπίστωσα ένα καινούργιο κόσμο
γεμάτο από λούλουδα, βασιλικό και δυόσμο.
Κάποιοι και κάποιες με καλούν για να με κάνουν φίλο
κι ανοίγει η καρδούλα μου, ως λένε, φύλλο φύλλο.
Όπως δείχνουν τα πράματα και κατά τα φαινόμενα
μπορεί εις τα γεράματα να Βρω κι εγώ μια γκόμενα!

 

ΤΟ ΜΑΣΑΖ ΧΑΛΑΡΩΝΕΙ… ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Έγινε μία έρευνα στην Ταϊβάν εσχάτως
κι από τ’ αποτελέσματα είμαι χαρά γεμάτος.
Μας λεν οι επιστήμονες πως οι χειρομαλάξεις
είν’ ευεργετικές πολύ, κι ολίγον αν το ψάξεις
βοηθούν και ψυχοπάθειες που ‘ναι πολύ στα μείον
κι ενίοτε μας στέλλουνε εις στο φρενοκομείον.
Μειώνουν τα επίπεδα των ορμονών του στρες
τους δυο απλά αυξάνοντας νευροδιαβιβαστές.
Έτσι λοιπόν η μάλαξη μας δίνει ευεξία
στο σώμα μα και στη ψυχή στην κυριολεξία.
Γι’ αυτό δηλώνω υπεύθυνα, σας λέω τελεσίδικα,
κομμένα πια τα φάρμακα, όλοι στα μασαζίδικα!

 

Η ΔΙΧΤΥΩΤΗ ΠΕΡΙΒΟΛΗ TΗΣ

Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς έχουν μπλεχτεί κάμποσοι,
κάποιοι που ‘ταν αγράμματοι κι άλλοι που είχαν γνώση.
Απλοί πολίτες του λαού και αξιωματούχοι
πολίτες εργαζόμενοι μα και συνταξιούχοι.
Σ’ αυτό το δίχτυ μπλέχτηκαν μεσόκοποι και γέροι
και νέοι αναρίθμητοι, ολόκληρον ασκέρι!
Παγίδεψε θρησκόληπτους, αμαρτωλούς και θρήσκους
ηγέτες και υπήκοους, αθρώπους κι ανθρωπίσκους.
Σ’ αυτό το δίχτυ που θωρείς εμπλέκονται οι πάντες
Από ανθρώπους λαϊκούς μέχρι κι ιεροφάντες.

 

ΤΑΛΕΝΤΟ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ

Λάθος λοιπόν εντύπωση αγαπητές κυρίες,
λέω εσχηματίσετε, και λάθος εμπειρίες.
Οι άντρες δεν κοιτάζουνε τόσο πολύ τα μάτια
μα ούτε και τα θεωρούν του έρωτα παλάτια.
Μια έρευνα απέδειξε ότι κοιτούν τα χείλη
κι αυτά είναι του έρωτα, ωε φαίνεται, η πύλη!
Ιδίως αν με ροζ κραγιόν είναι καλά βαμμένα
εκεί είναι ιδιαίτερα τα βλέμματα στραμμένα.
Αν τύχει δε τα χείλη σας να είναι και σαρκώδη
τίποτα δεν χρειάζεστε απ’ τα λοιπά χρειώδη.
Η έρευνα απέδειξε ότι λοιπόν τα χείλη
κάνουν τον ήλιο του έρωτα αμέσως ν’ ανατείλει.

 

ΕΝ ΟΙΚΩ ΚΑΙ ΕΝ ΔΗΜΩ

Ο ΟΜΦΑΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Όλος ο κόσμος να το δει και να τ’ ομολογήσει
ότι ανέκαθεν ορθή ήταν αυτή η ρήση:
Η Κύπρος είναι ο ομφαλός ετούτου του πλανήτη
και λόγια αυτά δεν ήτανε ενός ψευδοπροφήτη.
Εμπράκτως το απέδειξε η ίδια η NASA
φωτογραφία δίνοντας στην Οικουμένη πάσα.
Να δούνε κι οι εξ αίματος ‘Έλληνες αδελφοί
που λανθασμένα νόμιζαν πως είναι οι Δελφοί.
Της γης λοιπόν ο ομφαλός είναι αυτή η νήσος
γι’ αυτό κι ο κόσμος μας μισεί, ενδεχομένως, ίσως.
Γι’ αυτόν λοιπόν τον ομφαλόν ήρθαν τόσοι κουρσάροι
κι εκάθησαν στο σβέρκο μας, πάντα βαρύ γομάρι.
Γι’ αυτό το μέγα γεγονός τον Κύριον υμνούμε
ολόχρονα κορδώνουμε και… ομφαλοσκοπούμε!

 

ΦΡΟΥΡΑ ΣΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ

Με αυτό που έχει γίνει δεν τολμάς πια να πεθάνεις
μήπως πέσεις και συ θύμα μιας ανίερης σκαπάνης.
Να ‘ρθουν νύκτα τυμβωρύχοι να σε βγάλουν απ’ το μνήμα
και να κρυφολέει ο κόσμος «τον ξεθάψανε, τι κρίμα!»
Δια τούτο εισηγούμαι με την όση έχω σοφία
και φρουρά να μπει από τούδε μέσα στα νεκροταφεία.
Να προσέχει μέρα νύχτα όλους τους Κεκοιμημένους
μην ο ύπνος τους ταράξει από τους διεστραμμένους.
Όλοι στο νεκροταφείο θα εισέρχονται με πάσο
για ν’ αποφευχθεί στο μέλλον ό,τι έγινε στον Τάσο.
Εάν δεν μπορεί να γίνει θα καώ να γίνω στάχτη
να γλιτώσω απ’ τα σκουλήκια κι όποιον άλλον μ’ έχει άχτι.

 

ΟΥΤΩ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Πρέπει, ούτω καλούμενη, πατρίδα μας μητέρα
να πεις τώρα δημόσια ποιον έχουμε πατέρα.
Ή είμαστε εξώγαμο που εγεννήθη πρώμο
και ως ανεπιθύμητο πετάχτηκε στο δρόμο;
Να γίνει τεστ μητρότητος να δούμε αν είσαι μάνα,
η μάνα που μας γέννησε ή μήπως παραμάνα;
Να αιωρούνται δεν πρέπει τέτοιες καταγγελίες
γιατί ο Κυρ- Χριστόφιας μας έχει αμφιβολίες.
θυμάσαι που μας είπανε πόρνη, σαν την Ελένη;
Έστω κι αν ήταν ψέματα η ρετσινιά μας μένει.
Για τούτο η κατάσταση πρέπει να καθαρίσει
και το «ούτω καλούμενη» κεφάλαιο να κλείσει.

 

ΕΜΠΡΟΣ

Εμπρός λοιπόν ας πάρουμε λείψανα των αγίων
που χρόνια τώρα βρίσκονται εντός των υπογείων.
Τα λάβαρα ας σηκώσουμε των ένδοξων προγόνων
που εξισούνται άνετα με βόμβες μεγατόνων.
Να πορευθούμε Βόρεια να πάμε στην Κερύνεια
χωρίς μπαζούκας, πύραυλους, κανόνια και μαρτίνια.
Οι άγιοι θα κάνουνε το θαύμα τους και πάλι
και θα ‘ναι της Ανάστασης μέρα πολύ μεγάλη.
Μπροστά ναν’ ο Χρυσόστομος, ο ένας αλλά λέων·
άχθος αρούρης να ‘μαστέ δεν το μπορούμε πλέον.
Και την Κωνσταντινούπολη αφήνουμε γι’ αργότερα
όταν θα αποκτήσουμε λείψανα περισσότερα.

 

ΧΙΛΤΟΝ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Έλα να προκρατήσουμε θέσεις για τη σελήνη
για να ‘μαστέ πανέτοιμοι σαν έρθει η ώρα εκείνη
που θα ανοίξει επίσημα το Χίλτον στο φεγγάρι
και ο καθείς μας θα τραβά εκεί να ρομαντζάρει.
Δε με γεμίζει στο εξής η γήινη μας φύση
ούτε και θέλω, αγαπητή, πεζές περιπλανήσει.
Εμείς δεν γεννηθήκαμε για τούτο τον πλανήτη
αλλά για τη σελήνη μας και τον Αποσπερίτη.
Λέω να πάμε πιο κοντά στον ήλιο να λιαζόμαστε
και στη σελήνη γνήσια να … σεληνιαζόμαστε.

 

Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ

Αφότου εμφανίστηκαν στο πρόσωπό μου γένια
βροχή πήγαιναν κι έρχονταν στο σπίτι τα προξένια.
Εκεί που αποφάσιζα άλλαζα πάλι γνώμη
κι εβαυκαλίζουμουν κρυφά, «είναι νωρίς ακόμη».
Το κάθε νέο προξενιό χειρότερο απ’ τ’ άλλο
και συνεχώς απέφευγα τα στέφανα να Βάλω.
Ήλπιζα πως θα εύρισκα γυναίκα πιο ωραία
κι ένας εργένης γέροντας κατάντησα μοιραία.
Έμεινα στα αζήτητα, καμιά πια δεν με θέλει
ούτε οι χήρες κι οι γριές δεν με ποθούν εντέλει.

Έτσι κι η Κύπρος ψάχνοντας να εύρει τέλεια λύση
σε βιλαέτι της Τουρκιάς πάει να καταντήσει.

 

 

ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΤΟΞΟΒΟΛΙΕΣ Β’ (2015)

 

ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΝΗΣΙ

Ένα καράβι θα ‘θελα, μία θαλαμηγό
κι ας μη γνωρίζω σίγουρα πώς να την πλοηγώ.
Νησί το σκάφος να ‘τανε ηφαιστειογενές
και με αυτό το πέλαγος θα ‘σχίζα τ’ αχανές.
(θα ‘χε την παραλία του και μερικές καλύβες
καθώς και λίγους φοίνικες απ’ τις αρχαίες Θήβες.
Έτσι η ζωή μου θα ‘τανε όλη μια παραλία
και δεν θα γνώριζα ποτέ τι ‘ναι μελαγχολία.
Στο πλοίο θα ευρίσκοντο πάντα πεντέξι γκόμενες
και άμα τις βαριόμουνα θα ‘φερνα τις επόμενες.
Μπροστά μου τύφλα να ‘χουνε ο βασιλιάς κι ο ρήγας·
νάνοι αυτοί θα φαίνονται κι εγώ θα ‘μαι ο γίγας.
Πόσο πολύ θα ήθελα ένα πλοίο νησί
αλλά περιορίζομαι στο … «όμφακες εισί». 

 

ΑΓΡΙΟ ΞΥΛΟ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ

Και φέτος, όπως είθισται, Ορθόδοξοι κι Αρμένιοι
φέρθηκαν ως οι έσχατοι του κόσμου τιποτένιοι.
Εις τον ναό της Γέννησης εν Βηθλεέμ τη πόλει
αντί να είναι άγιοι φέρθηκαν ως διαβόλοι
Κάνοντας το καθάρισμα που ‘ναι γνωστόν ως «σάρωμα»
πολεμικόν εις τον ναόν επικρατούσεν άρωμα.
Έβαλαν οι Ορθόδοξοι τη σκάλα σ’ ένα μέρος
μα οι Αρμένιοι όρμησαν επάνω τους εγκαίρως.
Λογομαχίες άρχισαν, τα σου ‘πα και τα μου ‘πες
κι εν συνεχεία άρχισαν να πέφτουνε οι σκούπες.
οι πολισμάνοι φώναζαν: «Αδέλφια, ειρήνη υμίν»
μα κείνοι υπερασπίζοντο της πίστης την τιμήν.
Έσπασαν δύο δάκτυλα του μοναχού Ματθαίου
Τον ώμο δε τραυμάτισαν ενός διακόνου νέου.
Έτσι συχνά οι Χριστιανοί τρώγονται σαν τους σκύλους
Κι αποδεικνύουν έμπρακτα το «αγαπάτε αλλήλους!»

 

ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΕΛΕΦΑΝΤΩΝ ΣΤΟ ΝΕΠΑΛ

Και καλλιστεία στο Νεπάλ έγιναν ελεφάντων.
Κύριε των Δυνάμεων και των αγίων Πάντων!
Τα ζώα επαρέλασαν σε μία πασαρέλα
κι η μέρα ήταν όμορφη, η φύση εχαμογέλα.
Αφού πρώτα τους έπλυναν, τους άλειψαν με λάδι,
τους έβαψαν, τους έδωσαν στη ράχη ένα χάδι.
Ύστερα τους εκάλυψαν με ρούχα από μετάξι
και όλοι τους εφαίνοντο να ‘ταν πολύ εντάξει.
Κριτήρια που λήφθηκαν για τη βαθμολογία
ήταν η διακόσμηση αλλά κι η πειθαρχία.
Μία δεκαπεντάχρονη που την ελέγαν Κάλι
εστέφθηκε βασίλισσα κι όλοι είπαν χαλάλι.
Εμείς δεν ημπορούσαμε τα καλλιστεία όνων
να κάναμε στον τόπο μας, ή έστω ημιόνων;
Να παρελάσουν ζωντανά με τσιούλλους* και με σάματα
μα τίποτα δεν κάνουμε, ρε είμαστε για κλάματα!

*τσιούλλος: προστατευτικό κάλυμμα ζώου, κάτω από το σάγμα
σάμα: σάγμα

 

H JORDAN CARVER ΣΕ ΡΟΛΟ JANE ΣΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ

Και μόλις την αντίκρισα εφώναξα αμάν
κι’ επήρα την απόφαση να γίνω ο Ταρζάν.
Μαζί της θα κυκλοφορώ μέσ’ στα παρθένα δάση
και δεν θα είμαστε ποτέ οι δυο μας υπό τάση.
Θα την αρπάζω αγκαλιά και θα πηδώ στα δέντρα
κι εκείνη θα ‘ναι βασικά βασίλισσα κι αφέντρα.
Την κάθε μέρα θα ‘μαστέ ντυμένοι ελαφρώς
κι ούτε θα σκοτιζόμαστε πώς θα ‘ναι ο καιρός.
Η κάθε μέρα θα ‘ναι πανήγυρης, γιορτή
κι εκείνη θα ενδίδει, θαρρώ, αμαχητί.
Κι αν έρθει κάποια μέρα κανένας τοκετός
ο πιο ευτυχισμένος θα ‘μαι, δηλώ, θνητός. 

 

LADA SAMARA

Μία ζωή αγόραζα Peugeot του Σαρκοζί
μα τώρα αποφάσισα ν’ αλλάξω μαγαζί.
Μα ούτε και τη Mercedes σκοπεύω ν’ αγοράσω·
η Μέρκελ με κατάφερε να πω το «να σας βράσω».
Κοιτάζων τα οπίσθια αυτών των δεσποινίδων,
ήλθεν το φως στους οφθαλμούς, ανέβλεψα και είδον,
το κάρον που επιθυμώ τώρα να αποκτήσω
να ‘ναι γραμμένον ασφαλώς στη ράχη τους οπίσω.
Κι αμέσως ανεβόησα: «Θεέ μου τι καμπύλες!
Για τούτες θυσιάζομαι σε νέες Θερμοπύλες».
Και φεύγω τώρα ολοταχώς για ν’ αγοράσω Lada
να ‘χα και μίαν απ’ αυτές, κι ας τρώω αυγά μελάτα! 

 

ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ FACEBOOK

Νύχτα και μέρα όλοι σκυμμένοι στην οθόνη
μιλούμε με τους άλλους, μα στην ουσία μόνοι.
Κοιτάμε πόσα λάικ βάλαν στις αναρτήσεις
και μήπως μας εκάναν πολλές κοινοποιήσεις.
Έξω από το φέις δεν κάνουμε ούτε ώρα
KL αν λείψουμε για Λίγο κάτι μας τρώει ως ψώρα.
Μια φαεινή ιδέα ήρθε σ’ έναν Κροάτη
για μας όλους του φέις να φτιάξει ένα κρεβάτι.
Κι έτσι μες στο κρεβάτι όλοι μας ξαπλωμένοι
θα ‘μαστέ με το φέις πάντα συνδεδεμένοι.

 

ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Αυτή εδώ η καλλονή η εικονιζομένη
του μακαρίτη Richard Pratt ήταν η ερωμένη.
Αυτός ο Pratt ήταν πολυεκατομμυριούχος
αλλά του Άδη έγινε τώρα τιμαριούχος.
Εκείνη δεν εδούλευε σ’ ένα κοινό μπουρδέλο•
του Hustler και του Penthouse ήτανε το μοντέλο.
Λέγεται Ashton Madison, θαυμάστε το κορμί της
και σίγουρα πανευτυχής πήγεν ο μακαρίτης.
Ζητά εκατομμύρια από τον μακαρίτη
για τις υπηρεσίες της έξω και μες’ στο σπίτι.
Έστησεν οίκον Συνοδών σ’ ένα ξενοδοχείο
που τελικά αποδείχτηκε σωστό χρυσωρυχείο.
Την ώρα τους εχρέωνε με χίλια πεντακόσια
δολάρια, μη φανταστείς πως ήταν τάχα γρόσια!
Μα τους γειτόνους κτύπησε επάνω στο κρανίον
και κάποιοι την κατάγγειλαν πως λειτουργεί ττορνείι
Έτσι λοιπόν της έκλεισαν τώρα το πρακτορείον
και έγινεν η Madison ανήμερον θηρίον.
Χιλιάδες θα επλήρωνα γι’ αυτήν την συνοδόν
για να την έχω σπίτι μου ή έστω καθ’ οδόν.
Δική μου για διάστημα λίγων μόνων ωρών
ας ήταν και ας μ’ έστελλε σε … τόπον χλοερόν!

 

ΣΟΥΤΙΕΝ … ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ: ΑΝΟΙΓΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΒΕΡΑ!

Φεύγοντας απ’ τη χώρα τους παλιά οι Σταυροφόροι
δεν άφηναν τη σύζυγο μόνο με μεσοφόρι.
Μια ζώνη της αγνότητας φορούσαν στο κορμί τους
και το κλειδί που άνοιγε το έπαιρναν μαζί τους.
Και έτσι ήταν σίγουροι δεν θα τους απατούσαν
όσο καιρό για τον Χριστό αυτοί θα πολεμούσαν.
Και επειδή την σήμερον διά του αρραβώνος
πολλοί τη νέα γεύονται κι ύστερα ανοικτιρμόνως
φεύγουν και την αφήνουνε ρόδον τσαλακωμένοι
στηθόδεσμον εφτιάξανε πολύ ασφαλισμένον.
Θ’ ανοίγει ο στηθόδεσμος μονάχα με τη βέρα
και τότε μόνον τα βυζιά θα πάρουνε αέρα.
Τώρα λοιπόν που έχουμε ασφάλεια μεγάλη
και δεν μπορεί τα στήθη της να δει άλλος ή άλλη
το πήρα πια απόφαση να παντρευτώ εν τελεί
κι ας τρέμει η μασέλα μου κι ας τρέμουνε τα μέλη

 

ΑΝΤΙΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΦΕΙΣΜΠΟΥΚ

Επήρα την απόφαση και το ανακοινώνω:
φεύγω από το φέισμπουκ και δεν το μετανιώνω.
Δεν θα ‘μαι εδώ συνέχεια να γράφω καλημέρα
και να εισπράττω τελικά κοπανιστόν αέρα.
Να απαντώ ακούραστα σε όλα τα σκουντήματα
και να σκοτίζομαι αν ναι θα πω εις τα αιτήματα
Έχετε γεια οι φίλοι μου και όλη η παρέα
μέχρις εδώ και κλείνουνε οι δρόμοι μας μοιραία.
Φεύγω λοιπόν και μη θρηνείς μητέρα μου Ελλάδα
αφήνω τις ομάδες σου, πάω σ’ άλλην ομάδα.
Πάω να μπω σ’ αυτήν εδώ που βλέπεις την ομάδα
κι εύχομαι μη μου δώσουνε καμιά τριχομονάδα.
Θα είμαι εγώ ο αρχηγός του γυναικείου πλήθους
και ο αδέκαστος κριτής του ολόγυμνού τους στηθους
Θα πάρω ένα ποδήλατο και θα τις συνοδεύω
κι ελπίζω όταν τις κοιτώ τα λόγια μην μπερδεύω
Βγάζω, λοιπόν, και το πετώ του φέισμπουκ το γκέμι,
να ζήσετε κι εσείς καλά κι εγώ με το χαρέμι.

 

ΕΒΑΛΕ AIR CONDITION ΣΤΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΑ

Ενώ άλλοι χειμάζονται να πω επιεικώς
ακούστε το τι έκανε αξιωματικός.
ανεμιστήρες έβαλε και κλιματιστικά
μέσα στο θερμοκήπιο και στα πουλερικά.
Γιατί να υποφέρουνε, σκέφτηκε, τα κλωσσόπουλα,
είπε να ζήσουνε κι αυτά ως άλλα βασιλόπουλα.
Εμάς λοιπόν οι κότες μας έχουν air condition
Κι ας παίρνουν οι πολιτικοί μας μίζες και commission.
Να δούνε οι Κουτόφραγκοι πως αγαπούν τα ζώα
Οι Έλληνες, που βασικά πλάσματα είν’ αθώα,
Ας το ακούσουν όλοι αυτοί που μας θωρούν μπατίρηδες
ακόμα και στις κότες μας είμαστε νοικοκύρηδες!
Λεφτά λοιπόν υπάρχουνε και σήμερα και τότες,
λεφτά υπάρχουνε πολλά, λεφτά να φαν κι οι κότες.

 

ΜΟΥ ΦΑΓΑΤΕ ΤΟ ΕΦΑΠΑΞ

Λάθη πολλά εκάνατε πλειστάκις κι όχι άπαξ,
και τελικά μου φάγατε, κύριοι, το εφάπαξ.
Τριάντα χρόνια δούλευα και κάτι παραπάνω
και τώρα με το κλείσιμο όλα σχεδόν τα χάνω.
Μία ζωή την έφαγα επάνω εις την έδρα
και τώρα μ’ αποστέλλετε εκεί ένθα απέδρα.
Σαράντα χρόνια Λαϊκή και αποταμιεύσεις
δεν έπρεπε ν’ αξιωθώ τοιαύτης, λέω, γεύσης.
Με πείσατε και άφησα τα χρήματα κοντά σας
και έτσι εκατάντησα μπατίρης ο μπαγάσας.
Φάγατε ό,τι μάζεψα μετά μεγάλου κόπου·
να ‘χετε την κατάρα μου κι εκείνη του Πισκόπου

 

ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ ΝΑ Σ’ ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑ!

Τι ήθελα και έγινα απόφοιτος Ιδρύματος
και δεν γινόμουν πωλητής αυτού του καταστήματος
Τα νιάτα μου σπατάλησα μες’ στα Πανεπιστήμια
τόσα χρόνια με έρευνες, μελέτες και δοκίμια.
Κι εν τέλει εκατάντησα διδάσκαλος της Μέσης
διδάσκοντας στους μαθητές των πλανητών τις θέσεις
Καθότι τους εδίδασκα και τη Γεωγραφία
αλλά τα Βιολογικά ήταν πλειοψηφία.
Εδίδασκα περί φυτών, περί του φασιόλου,
περί στομάχου, ειλεού και κατιόντος κόλου.
Εδίδασκα τ’ αμφίβια, τα ψάρια και τα φίδια
αλλά και τα μαλάκια, τα μύδια και τα στρείδια.
Δίδασκα για μετάλλαξη, τι είναι τα γονίδια
και κάθε χρόνο έλεγα τα ίδια και τα ίδια.
Τα χρόνια μου σπατάλησα επάνω εις την έδρα
κι επήρα τώρα την οδόν «ένθα οδύνη απέδρα».
Εδώ να ήμουν πωλητής να πούλαγα υποδήματα
αντί που αναλώθηκα διδάσκοντας μαθήματα.
Δεν θα ‘χα τα διαβάσματα και προετοιμασία
αλλά για τέτοιες σαν κι αυτή θα γίνομουν θυσία!
Να είχα λέγω, ομολογώ, μυαλό δύο κουκούτσια
αντί για γνώση έπρεπε να πούλαγα … παπούτσια!

 

120ΧΡΟΝΟΣ ΙΝΔΟΣ ΞΑΝΑΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ

Στα εκατόν του είκοσι παντρεύτηκε και πάλι·
οποία είδηση κι αυτή χαρμόσυνη, μεγάλη!
Πριν έξι χρόνια χήρεψε μα πού να μείνει μόνος
μα τούτο και μια σύζυγο γύρευε επιμόνως.
Μετά από προσπάθεια μεγάλη τα παιδιά του
βρήκανε μια που μέτραγε τα χρόνια τα μισά του.
Έτσι αισίως ήρθανε εις γάμου κοινωνίαν
και όλοι τους ευχήθηκαν να ‘χουν μακροζωίαν.
Αυτά κοιτάζω και εγώ και παίρνω μέγα θάρρος
ότι μακράν ευρίσκεται, πολύ μακράν ο Χάρος.
Τώρα εις τα εξήντα μου καλά είμαι εργένης
κι ας λεν χωρίς την παντρειά πως είμαι ένας πένης.
Έχω μπροστά μου, σκέφτομαι, εξήντα χρόνια ακόμη
να ζήσω ελεύθερο πουλί κι ύστερα αλλάζω γνώμη. 

 

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΙΝΗΤΟ

Μα ‘ναι της ηλικίας μου να στέλλω εγώ μηνύματα
εγώ που επαρέδιδα μία ζωή μαθήματα;
Εγώ που δεν επέτρεπα οι μαθητές στην τάξη
τα κινητά τους να κρατούν, κι ήμουν πολύ εντάξει;
Αν είχε ένας μαθητής το κινητό στο χέρι
τον κηδεμόνα έπρεπε μπροστά μου να τον φέρει.
Ακόμα και τις όμορφες μαθήτριες τιμωρούσα
έστω και αν ενδόμυχα πάρα πολύ πονούσα.
Μα τώρα πώς κατάντησα, στο κινητό όλη μέρα
από Δευτέρα συνεχώς ως την άλλη Δευτέρα.
Αλλά να στέλλω έμαθα ακόμα και καρδίες
και όσα πριν ενόμιζα πως ήταν αηδίες.
Κοίταξε πώς κατάντησες στα γηρατειά, Αντρέα.
και ίσως να σε λοιδορούν οι φίλοι σου μοιραία.
Γι’ αυτό σου λέω σύνελθε και άσε τα μηνύματα,
μάλλον να επισκέπτεσαι συχνότερα τα … μνήματα.

 

ΕΜΜΕΤΡΑ
(ΜΥΘΟΙ – ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ – ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΕΜΜΕΤΡΩΣ (2015)

 

ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΙΑ

Ο Δίας με τις πιο πολλές του Άτλαντα τις κόρες
επέρναγε ευχάριστα, φιλήδονα τις ώρες.
Μιαν ημέρα τα ‘φτιάξε λοιπόν και με τη Μαία
που ήτανε «καλλίκομη», είχε μαλλιά ωραία.
Τη νύκτα που κοιμότανε πολύ βαθιά η Ήρα
ο Δίας εσηκώνετο κι εχάνετο τριγύρα.
Πήγαινε και την έβλεπε σε σπήλαιο στην Κυλλήνη
κι από την πρώτη επαφή άναβε σαν καμίνι.
Και επαφή στην επαφή γκαστρώθηκε η Μαία
και τον Ερμή εγέννησε χωρίς γιατρό ή μαία.

 

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Από ψηλά εώρακε ο Δίας στη Συρία
ύπαρξιν όντως όμορφη και λίαν αιθερία.
Του ταύρου παίρνει τη μορφή, πλευρίζει την κυρία
κι εκείνη αθώα καβαλά με κάποιαν απειρία.
Αρχίζει ποδαρόδρομο ο ταύρος για την Κρήτη
κι εκείνη του εφώναζε: «Πού πας μωρέ αλήτη;»
Στη νήσο όταν έφτασε έγινε ο ταύρος Δίας
και την Ευρώπη γκάστρωσε άνευ καμιάς αδείας.
Εκείνη του εγέννησε δυο μπάσταρδους και κάτι
που υιοθέτησεν ο Ζευς κι έφερε στο παλάτι.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΔΩΝΙ

Η Αφροδίτη ήτανε σφόδρα ερωτευμένη
με τον μικρό τον Άδωνι, πολύ καψουρεμένη.
0 Άρης δεν ανέχετο, όμως, η ερωμένη
να γυροφέρνει ερωτικώς με κάθε παλιοεργένη:
«Ως πόσο μεσ’ στα πόδια μου θα σ’ έχω ρε μαϊμούνι
κι ευθύς μεταμορφώθηκε σε άγριο γουρούνι.
Αίφνης ενεφανίσθηκε μπροστά στο παλληκάρι
και τη ζωή του γρήγορα κατάφερε να πάρει.

 

Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΦΙΔΙΑ

Ο Ηρακλής κι ο Ιφικλής κοιμόντουσαν αντάμα.
Τον Ηρακλή εξύπνησε του αδελφού το κλάμα.
Σαν άνοιξε τα μάτια του αντίκρισε δυο φίδια.
«Εδώ εσείς, τί θέλετε;» και σούφρωσε τα φρύδια.
Τα άρπαξεν απ’ το λαιμό, τα έσφιξεν με λύσσαν
κι εντός ολίγου και των δυο τα μάτια των εκλείσαν.
Και η Αλκμήνη έτρεξεν ίσια στον Τειρεσία.
«Βλέπω», της είπε, «γύναι μου, αιματηρή πορεία.
Θα έχει αναμφίβολα της ρώμης τα ηνία
και θ’ αποκτήσει σύντομα και δόξαν αιωνία».

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΑΡΓΩΣ

Σαν δέχτηκε ο Ιάσονας τον όρο του Πελία
κατέφυγεν εις τους Δελφούς να πάρει οδηγία.
Εν συνεχεία ζήτησε να γίνει το καράβι
και να ‘ναι καλοτάξιδο, το έργο ν’ αναλάβει.
Η Αθηνά βοήθησε ανάλαφρο να γίνει
και μια λαλιά απίστευτη του ‘δώσε ανθρωπίνη,
γιατί ξύλο στην πλώρη του η Αθηνά καρφώνει
της ιερής βελανιδιάς που είναι στη Δωδώνη.
Είχεν την ικανότητα σωστά να προφητεύει.
Γιατί ήταν πολύ γρήγορο Αργώ τ’ αναγορεύει.
Έστειλε ο Ιάσονας κήρυκες στην Ελλάδα:
«Όσοι πιστοί προσέλθετε, ελάτε στην ομάδα».
Εδήλωσαν συμμετοχή κάμποσα παλληκάρια
που τη ζωή τους έπαιζαν άφοβα εις τα ζάρια.
Μαζεύτηκαν στην Ιωλκό· καλύτερους δεν είδα
κι από εκεί ξεκίνησαν να πάνε στην Κολχίδα.

 

 

ΑΙΣΩΠΕΙΟΙ ΜΥΘΟΙ (2016)

ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

 

ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΓΕΡΑΚΙ

Πάνω σε μια βελανιδιά ένα αηδόνι άδει
κι ούτε περνά απ’ ίο μυαλό η ύπαρξη του Άδη.
Ένα γεράκι όρμησε πάνω ίου να ίο φάει
και τ’ αηδόνι τρέμοντας θερμοπαρακαλάει:
«Δεν είναι κρίμα αφέντη μου μαζί μου να μιλλώσεις;»
Δεν πας με μεγαλύτερα πουλιά για να μπουκώσεις;
«Τι λες, μωρέ αγόρι μου, τι λες, ρε παλληκάρι,
ν’ αφήσομε το γάμο μας να πάμε για πουρνάρι;»

 

ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΧΡΕΟΦΕΙΛΕΤΗΣ

0 δανειστής εζήταγε τα χρήματα επειγόντως
μα ο χρεώστης ήτανε πολύ μπατίρης όντως.
Γι’ αυτό και εκουβάλησε ό,τι είχε, – μια γουρούνα
και να φωνάζει άρχισε, τι άλλο, άλα ούνα!
Ένας ανήρ πλησίασε για να την αγοράσει
και για τις γέννες ρώτησε οποίαν είχεν κράση.
«Είναι πολύ παράδοξο, μυστήριο θα είπω
ανήκει, όπως φαίνεται, σε ένα σπάνιο τύπο.
Τη μια γεννά αρσενικά και θηλυκά την άλλη.»
Και όταν ο αγοραστής είπε πως τον προσβάλλει
και ότι από τις ψευτιές τον έπιασε η ζάλη,
«ακόμα και ερίφια» του ‘πε, «μπορεί να βγάλει».

 

ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΤΕΙΝΟΣ

Ο γάτος συλλαμβάνοντας ένα μικρό κοκόρι
άνευ καθυστερήσεως έτσι το κατηγορεί:
«Πολύ τον κόσμο ενοχλάς, τον ύπνο τους ταράζεις
όταν τις νύχτες, άπονε, σαν πετεινάρι κράζεις.»
«Για το καλό τους προσπαθώ, είμαι το ξυπνητήρι
τις νύχτες μένω ξάγρυπνος, τους κάνω το χατίρι.»
«Είσαι ένας πολύ πρόστυχος, είσαι ένας αιμομίχτης.»
«Για ν’ αυξηθεί η παραγωγή, να αυξηθεί ο δείχτης.
Για το καλό τ’ αφεντικού, ρε γάτε μου, πασχίζω.»
«Ου με πείσεις καν με πείσεις και σε καταβροχθίζω.»

 

ΠΕΤΕΙΝΟΙ

Δυο πετεινοί εμπήκανε σε κοκορομαχία
κι ο ηττημένος κρύφτηκε κάπου σε μια γωνία.
0 νικητής ανέβηκεν επάνω σ’ έναν τοίχο
και ένα νικητήριον έβγαλε, κράξας, ήχο.
Εις αετός τον πρόσεξε κι ώρα χωρίς να χάσει
επέπεσε επάνω του και τον κατασπαράσσει.
0 ηττημένος πετεινός ξεκίνησε από τότες
και άφοβα εβάτευε τις θηλυκιές τις κότες.

 

ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Μια αλεπού σαν πρόσεξε να κρέμονται σταφύλια
τα σάλια της αρχίσανε να τρέχουν απ’ τα χείλια.
Και μια και δυο επήδησε τους βότρυας να φθάσει
μα σύντομα κατάλαβε το χρόνο πως θα χάσει.
Κι ενώ πρώτα την έβλεπε ως σπάνια τροφή
φεύγοντας αναφώνησε πως «όμφακες εισί».

 

Η ΚΟΛΟΒΗ ΑΛΕΠΟΥ

Μια αλεπού επιάστηκε – οποία η συμφορά της!-
σε μια παγίδα κι έχασε, ναι, όλη την ουρά της.
Ωσάν κι αυτήν εσκέφτηκε να κάμει και τις άλλες
να μην αισθάνεται ντροπή, να μην έχει τις ζάλες.
Τις κάλεσε σε σύσκεψη, να οπλισθούν με θάρρος
να αφαιρέσουν την ουρά, να φύγει ένα βάρος.
Και μια αλεπού σηκώθηκε κι είπε να της μιλήσει
και έτσι πολύ σύντομα τη σύναξη να λύσει.
– Όλα αυτά, κουμπάρα μου, αλλού να τα πουλάς.
Εάν εσέ δε σύμφερε, φτερά δεν ξεκολλάς!

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΣΑΚΙΣΕ ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ένας φτωχός στο σπίτι, του άγαλμα είχε στήσει
και το θεό ικέτευε για να τον βοηθήσει.
Οι μέρες επερνούσανε η μια μετά την άλλη
μα έμενε στη φτώχεια του και στο κακό του χάλι.
Μίαν ημέρα το λοιπόν τ’ αρπάζει απ’ το πόδι
και τρίζοντας τα δόντια του «θεός είσαι ή βόδι»
είπε και το εκτύπησε, του ’σπάσε το κεφάλι,
και από μέσα μπόρεσε χρυσόν πολύν να βγάλει.
«Καλά μου ‘πεν ο κύρης μου παλιά, κάποιαν ημέρα
ακόμα και ο άγιος χρειάζεται φοβέρα!».

 

ΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Εις αστρονόμος έβγαινε καθ’ όλας τας εσπέρας
και ανυψών τους οφθαλμούς κοίταζε τους αστέρας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό μια νύκτα με σκοτάδι
δεν πρόσεξε ο δύστυχος κι έπεσε σε πηγάδι.
Ενώ ’κει μέσα ευρίσκετο πραγματικός σακάτης,
αφού έμαθε τι έγινε, του λέει ένας διαβάτης:
«Εσύ δεν δύνασαι να δεις τι βρίσκεται μπροστά σου
και τ’ άστρα ψάχνεις να ιδείς χιλιόμετρα μακριά σου;

 

ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΔΙ

Ένας γεωργός ευρήκε μέσ’ στη μέση του χειμώνος
ένα φίδι ναρκωμένο λόγω της πολλής χιόνος.
Το λυπήθηκε αρκούντως και στον κόρφο του το χώνει
και εκείνο σαν συνήλθε το σωτήρα του δαγκώνει.
Κι εψιθύρισε οδεύων προς του Χάροντα τας θύρας
«Δίκαια τώρα παθαίνω, έναν πονηρό οικτίρας».

 

ΔΕΙΛΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ

Αναζητούσε κυνηγός του λιονταριού αχνάρι
και ξυλοκόπο ρώτησε με χάρη, με καμάρι:
«Ειδες αχνάρια λιονταριού και πού αυτό κοιτάξει;
Δείξε μου τώρα, αν μπορείς, το αίμα μου που βράζει».
Σαν προθυμοποιήθηκε στο ίδιο να τον πάρει
«τα’ αχνάρια του σου ζήτησα και όχι το λιοντάρι».

 

ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Μια ελαφίνα έδινε στον γιο της συμβουλές:
«Αγαπημένε μου υιέ, ελάφι μου που λες,
Η φύση σε επροίκισε με κέρατα, με σώμα
Και συ να τρέμεις τα σκυλιά, να τα φοβάσαι ακόμα;»
Πριν να τελειώσει άκουσε να έρχονται οι σκύλοι
Και πρώτη η μάνα έτρεξε κι έκοψε ένα μίλι.

 

Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Μια καβουρίνα δίδασκε τον γιο της, σαν βαδίζει
το σώμα του στα πλάγια ποσώς να μη λυγίζει.
«Να περπατάς ολόισια, γιε μου, σαν κυπαρίσσι
Το σώμα σου ευθυτενές και όχι υπό κλίση
μη πάθεις και σκολίωση και εις το μέλλον κλάψω».
«Περπάτα, μάνα, να σε δω και θα σε αντιγράψω».

 

ΚΑΥΧΗΣΙΑΡΗΣ

Εις αθλητής στον τόπο του δεν πέτυχε μια νίκη
κι ονειδιζόμενος πολύ επήγε σ’ άλλα μήκη.
Γυρίζοντας αργότερα στα πάτρια εδάφη
επαίρετο πως κέρδισε νίκες πολλές, χρυσάφι.
Εις δε τη Ρόδο έκανε άλμα, ως είπε, μέγα
που ουδέποτε κατάφερε ούτ’ όναγρος ούτ’ αίγα.
Αυτό του το κατόρθωμα πολλοί θα μαρτυρήσουν,
εάν ποτέ το πόδι τους στον τόπο του πατήσουν.
Και ένας τότε φώναξε: «παράτα τα καυχήματα.
Ιδού η Ρόδος, φίλε μου, ιδού και τα πηδήματα».

 

Ο ΛΥΧΝΟΣ

Ένας λύχνος εκαυχάτο ότι υπέρ τον ήλιο λάμπει.
Εκατάφερε στο σπίτι μια ριπή ανέμου να μπει
και ο λύχνος τότε πάει και ο λύχνος τότε σβήνει.
Κάποιος τότε τον ανάβει στο σκοτάδι να μη μείνει
και σιγά του ψιθυρίζει: «Πάψε λύχνε να κομπάζεις
φέγγε μόνο και σιώπα, με τα άστρα μη τα βάζεις.»

 

ΝΑΥΑΓΟΣ

Ένας πλούσιος Αθηναίος εταξίδευε με πλοίο
όταν πιάνει τρικυμία και το έκοψε στα δύο.
Όλοι τότε κολυμπούσαν για να βγούνε στη στεριά
και αυτός μόνο κοιτούσε κατά Όλυμπο μεριά.
«Αθηνά γαλανομάτα, γλύτωσε με απ’ τον πνιγμό
και γω δώρα θα σου κάμω που δε θα ‘χουν τελειωμό.»
«Για να γλυτώσεις, φίλε μου, κολύμπα σα δελφίνι
τα παρακάλια άσε τα. «Συν Αθηνά και χείρα κινεί».

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Εις οδοιπόρος εύρηκε εις γην ερημωμένη
μία γυναίκα μόνη της πολύ κατσουφιασμένη.
«Ποια είσαι», την ερώτησε. «Με λεν», είπεν, «Αλήθεια»
«Θα κάμω μιαν ερώτηση και μη την πεις ηλίθια.
Γιατί την πόλη άφησες και ζεις στην ερημία;».
«Όλοι το ψέμα προτιμούν, εμέ ψυχή καμία».

 

ΓΑΙΔΑΡΟΣ, ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Ένα γαϊδούρι έβοσκε με ένα πετεινάρι
όταν εις το γάιδαρο όρμησε ένα λιοντάρι.
Το πετεινάρι λάλησε φωνή πολύ μεγάλη
και το λιοντάρι έκανε στα πόδια να το βάλει.
0 γάιδαρος ενόμισε αυτός ήταν αιτία
που το λιοντάρι τρόμαξε, γέμισε τα βρακία.
Γι’ αυτό και ο γάιδαρος ρίχνεται στο λιοντάρι
ώσπου φωνή δεν έφτανε από το πετεινάρι.
0 λέων αναθάρρησε και τον καταβροχθίζει
κι ο γάιδαρος πεθαίνοντας ούτω πως κλαυθμυρίζει:
Αφού από πολέμαρχους η σκούφια σου δεν φτάνει
τι ήθελες και έπεσες στης μάχης το καζάνι;

 

ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΣΤΡΕΣ

Ενός πλουσίου πέθανε η μία θυγατέρα
ο ήθελε να την κλάψουνε μια νύκτα και μια μέρα.
Γυναίκες τότε μίσθωσε να τη μοιρολογήσουν
κι η άλλη κόρη εθλίβετο που ξένες θα θρηνήσουν.
-Μητέρα», της εφώναξε, «είμαστε σιχαμένες,
για να μας κλάψουν τη νεκρή φέραμε πληρωμένες»
«Να μη λυπάσαι, κόρη μου, δεν έχουμε το κρίμα.
Αυτές θρηνούν μεν γοερώς, μα είναι για το χρήμα»

 

ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ

Ο σαλπιγκτής που σάλπιζε της μάχης εμβατήρια
επιάστηκε αιχμάλωτος κι ήταν στα κρατητήρια.
«Ουδέποτε εσήκωσα ακόντιο ή δόρυ
ουδέποτε εσκότωσα άντρα, κούρο ή κόρη.
Τη σάλπιγγά μου έπαιζα, τίποτε παραπάνω
γι’ αυτό αν με σκοτώσετε, άδικα θα πεθάνω».
«Το ξέρουμε πως έπαιζες μια σάλπιγγα χαλκίνη.
Γι’ αυτό θα σε σκοτώσουμε, γιατί μαζί μ’ εκείνη
τον κόσμο εξεσήκωνες να πάει εις τη μάχη
και πολεμώντας υψηλό το φρόνημά του να ’χει».

 

ΧΥΤΡΕΣ

Μέσ’ στα νερά του ποταμού, μέσ’ στην τρελή του δίνη
δυο χύτρες εκατέβαιναν, χαλκή και οστρακίνη.
Κι η οστρακίνη φώναξε: «χάλκινη, μη μου άπτου,
γιατί αλλιώς θα δώσουμε δουλειά του νεκροθάπτου».

 

 

ΑΝΘΗ ΣΟΦΙΑΣ εμμέτρως (2016)

 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Θα το φωνάξω δυνατά: χωρίς αμφιβολία
γλυκύτερος ο θάνατος από την τυραννία.

Πεπαιτέρα γάρ μοίρα τής τυραννίδος
Αισχύλος, Αγαμέμνων 1365

***

Η υπεροψία αν ανθεί, καρποφορεί το στάχυ
τ’ ολέθρου τότε σίγουρα, κι ως θέρος δάκρυα θα ‘χει.

Ύβρις γαρ έξανθούσ’ έκάρπωσε στάχυν
άτης, όθεν πάγκλαυτον έξαμά Θέρος.
Αισχύλος, Πέρσαι 821-822

***

Ετούτο έχω να σου πω, μην πεις πως δεν συνάδει:
το ίδιο πρέπει να τιμάς το φως και το σκοτάδι.

Σκότω φάος αντίμοιρον•
χάριτες δ’ ομοίως.
Αισχύλος, Χοηφόροι 319-320

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

«Τι είναι φίλος;», ρώτησε, κι απάντησεν αυτόματα:
«Μία ψυχή που κατοικεί», είπε, «σε δύο σώματα».

Ερωτηθείς τι έστι φίλος έφη, «μία ψυχή δύο σώμασιν
ενοικούσα».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 20

***

Τ’ Αριστοτέλη λέγεται πως ήτανε η πίστη:
συστατική επιστολή το κάλλος, η καλλίστη.

Τό κάλλος παντός έλεγεν έπιστολίου συστατικώτερον.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 18

***

«Δεν επιτρέπεται ο σοφός να είναι απαθής»,
ο Αριστοτέλης έλεγε, «μα μετριοπαθής».

Έφη δε τον σοφόν απαθή μέν μή είναι,
μετριοπαθή δέ.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 5, Αριστοτέλης 31

 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Θηρίο ακαταμάχητο απ’ τη γυναίκα άλλο
αν θα βρεθεί καμία φορά, πολύ το αμφιβάλλω.

***

Ούδέν έστι θηριον γυναικός αμαχώτερον.
Αριστοφάνης, Λυσιστράτη 1014

***

Είναι αισχρόν, ομολογώ, ο ηλικιωμένος
με μια γυναίκα νεαρή να είναι παντρεμένος.

Αισχρόν νέα γυναικί πρεσβύτης ανήρ.
Αριστοφάνης, Αποσπάσματα

***

Προτού ν’ ακούσεις και τους δυο, τον λόγο να τους δώσεις
δικαστικήν απόφαση ποτέ σου μην εκδώσεις.

Πριν αν αμφοίν μύθον
ακούσης,
ουκ άν δικάσαις.
Αριστοφάνης, Σφήκες724-726

 

ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ

Την πιο κάτω απάντηση του Διογένη παίρνουν
σαν είδε τους υπεύθυνους ενός ναού να σέρνουν
ένα φτωχό που έκλεψε απ’ τον ναό φιάλη:
«Σέρνουν τον κλέφτη τον μικρό οι κλέφτες οι μεγάλοι».

Θεασάμενος ποτε τους ίερομνήμονας των ταμιών τινα
φιάλην ύφηρημενον άγοντας έφη, «οί μεγάλοι κλέπται
τον μικρόν αγουσι».
Διογένης Λαέρτιος Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 6, Διογένης 45

***

0 τύραννος ερώτησε ποίος χαλκός συστήνεται
για να κατασκευάζονται τ’ αγάλματα τα κρείττονα.
«Κείνος», του λέει ο κυνικός, «με τον οποίον γίνεται
Το άγαλμα τ’ Αρμόδιου και του Αριστογείτονα».

Ερωτηθείς ποτε υπό τυράννου ποιος είη αμείνων χαλκός
εις ανδριάντα, έφη, «αφ’ ού Αρμόδιος καί Αριστογείτων
εχαλκεύθησαν ».
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσοφώ ν, Βιβλίον 6, Διογένης 50

 

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Όπως που να γεννήθηκες πριν από λίγο χρόνο,
αναχωρείς απ’ τη ζωή στου θάνατου τον θρόνο.

Πας ώσπερ άρτι γεγονώς εκ τού ζήν απέρχεται.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LX, Συλλογή Βατικανού

***

Τίποτε είναι αρκετόν, το Λέω και το θίγω,
σ’ εκείνον που το αρκετό το θεωρεί ολίγο.

Ούδέν ικανόν ώ ολίγον τό ικανόν.
Επίκουρος, Προσφώνησις, LXVIII, Συλλογή Βατικανού

***

Δεν πρέπει να εφαρμόζουμε βία κατά της φύσης
μα να πειθόμεθα σ’ αυτήν, αυτή είναι η λύσις.

Ού βιαστέον τήν φύσιν αλλά πειστέον.
Επίκουρος, Προσφώνησις, XXI, Συλλογή Βατικανού

 

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Σύντομη είναι η ζωή κι αν τα μεγάλα τρέχεις,
στα σίγουρα δεν χαίρεσαι ούτε αυτά που έχεις.

Βραχύς αιών· επί τούτω
δέ τις άν μεγάλα διώκων
τά παρόντ’ ουχί φέροι.
Ευριπίδης, Βάκχαι 397-399

***

Κανένα οπού ευτυχεί μην πείτε ευτυχισμένο
προτού έρθει το τέλος του, τον δείτε πεθαμένο.

Των δ’ εύδαιμόνων
μηδένα νομίζετ’ ευτυχείν, πριν άν θάνη.
Ευριπίδης, Τρωάδες 509-510

 

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Πόσο σπουδαίο αγαθό είν’ η ελευθερία
του λόγου, ο Ηρόδοτος είπε στην «Ιστορία».

Η ισηγορίη εστί χρήμα σπουδαίον.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι Ε78

***

Από το σώμα μια γυνή σαν βγάλει τον χιτώνα
Απ’ το κορμί και την αιδώ βγάζει κατά κανόνα.

Άμα δε κιθώνι εκδυομένω εκδύεται καί τήν αιδώ γυνή.
A Ηρόδοτος, Ιστορίαι Α8

***

Μέχρι κι ο ίδιος ο θεός, είν εξακριβωμένο,
Να αποφύγει δεν μπορεί της μοίρας το γραμμένο.

Την πεπρωμένην μοίραν αδύνατά έστι άποφυγείν και θεώ.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι A 91 

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Πρέπει να ξέρεις, φίλτατε, και άγρια και ήμερα
και σώματα και χρήματα, όλα είναι εφήμερα.

Εφήμερα σώματα καί χρήματα.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Β 53

***

Δυο είναι τ’ ασυμβίβαστα γι’ απόφαση σωστή
κι αυτά ναι αναμφίβολα ταχύτης και οργή.

Δύο τά εναντιώτατα εύβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 42 |

***

Ελπίδα μα και έρωτα σε κάθε πράγμα είδα
και πρώτα είν’ ο έρωτας κι ακολουθεί η ελπίδα:.

Ή τε ελπίς καί ό έρως έπί παντί, ό μεν ηγούμενος,
ή δ’ έφεπομένη. |
Θουκυδίδης, Ξυγγραφή Γ 45

 

ΞΕΝΟΦΩΝ

Τα αγαθά διδάσκεσαι από τους αγαθούς·
Αν έχεις φαύλων επαφές απόλλυται κι ο νους.

Εσθλών μεν γάρ απ’ εσθλά διδάξεαν ήν δή κακοίσι
συμμισγης, απολείς καί τόν εόντα νόον.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 20

***

Τα λόγια του Ησίοδου έγιναν παροιμία:
«Ντροπή δεν είναι η δουλειά μα είναι η αργία».

Ησιόδου μέν το έργον δ’ ουδέν όνειδος, αεργίη δέ τ’ όνειδος.
Ξενοφών, Απομνημονεύματα 56

***

Νομίζω πως οι άνθρωποι τον πλούτον και πενίαν
Τους έχουνε εις τις ψυχές και όχι στην οικίαν.

Ότι νομίζω, ώ άνδρες, τούς ανθρώπους ούκ εν τώ οίκω
Τον πλούτον και την πενίαν έχειν, άλλ’ έν ταίς ψυχαίς.
Ξενοφώντος Συμπόσιον 34

 

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Ναι, είναι προτιμότερο, λέω, να με φθονούν,
παρά να με οικτίρουν και να με λοιδωρούν.

Κρέσσων γάρ οικτιρμού φθόνος.
Ιωάννης Στοβαίος, Έκλογαί – Αποφθέγματα – Ύποθήκαι, Βιβλιον τρίτον
Περί φθόνον 22

***

Και ο πλούσιος και ο φτωχός κι ο πάνω κι από κάτου
παίρνουν μαζί αμφότεροι τον δρόμο του θανάτου.

Αφνός πενιχρός τε θανάτου πέρας άμα νέονται.
Πίνδαρος, ΝεμεόνικοςΖ 19

***

Εις τη ζωή εφήμεροι! Τι είναι; Τι δεν είναι;
Σκιά ονείρου ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τρώγε και πίνε.

Επάμεροι! Τί δέ τις; τί δ ον τις; σκιάς όναρ άνθρωπος.
Πίνδαρος, Πυθιόνικος VIII 95

 

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Το πείσμα εις τις συμφορές καθόλου δεν συμφέρει•
καινούργιες ίσως συμφορές ενδέχεται να φέρει.

Θυμός δ’ έν κακοίς ου ξύμφορον.
Σοφοκλής, Οιδίπους έπι Κολωνώ 592

***

Απ’ όλα πιο σημαντικό είναι η φρονιμάδα•
να δίνεις τόπο στην οργή και εις την αγριάδα.

Όσω κράτιστον κτημάτων ευβουλία;
Σοφοκλής, Αντιγόνη 1050

***

Στον κόσμο δεν γεννήθηκα για να μισώ τους άλλους
αλλά τους άλλους ν’ αγαπώ, μικρούς είτε μεγάλους.

Ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν έφυν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 523

***

Ο έρως αναμφίβολα, όταν και όπου λάχει,
είνα ακατανίκητος πάντοτε εις τη μάχη.

Έρως ανίκατε μάχαν.
Σοφοκλής, Αντιγόνη 781

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Όποιος, λοιπόν, λιγότερα έχει εις το ταμείον
Αυτός σίγουρα βρίσκεται εις τους θεούς πλησίον.

Και ελάχιστων δεόμενος έγγιστα είναι θεών.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 27

***

«Ποίον αναγνωρίζετε ως κάλλιστον κτημάτων;»
«Τις ώρες τις ελεύθερες αντί πολλών καμάτων».

«Και έπήνει σχολήν ώς κάλλιστον κτημάτων.
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Βιβλίον 2, Σωκράτης 31

***

Προτού να πιει το κώνειον του είπεν η Ξανθίππη:
Αδίκως αποθνήσκεις, ναι, και άδικα σε χάνω».
Και ο Σωκράτης άνετα κατόρθωσε να είπει:
Μήπως εσύ θα ήθελες δίκαια να πεθάνω;»

Της γυναικός είπούσης, «άδίκως αποθνήσκεις», «συ δέ»,
έφη, «δικαίως εβούλου;»

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Παρουσίαση από MICHELE IANNELLI

Ευτυχισμένη ή ποίηση που ταξιδεύει άπό τη μιά στην άλλη γλώσσα!
(Beata la poesia che transita dall’una in altra lingua!) K. Χρυσάνθης

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο όποιος έχει βραβευθεί με το Πρώτο Διεθνές Βραβείο Γραμμάτων «Jean Μοηηέί» 2002, γεννήθηκε το 1948 στη Μεσόγη της Πάφου, χωριό της Κύπρου, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τη θάλασσα που καυχιέται ότι γέννησε την Αφροδίτη, στην πιο επιβλητική περιοχή της Κύπρου έπειτα από εκείνη του Τροόδους, τόσο για το τοπίο όσο και για τη
χλωρίδα και την πανίδα της. Κάτω από έναν βαθυγάλανο ουρανό, μέσα στον όποιο, ολόκληρο τον χρόνο, ο ήλιος κυριαρχεί Θριαμβικά, το χώμα είναι ντυμένο με πλούσια βλάστηση από τα εσπεριδοειδή ως τις ελιές, από τ’ αμπέλια ως τις χαρουπιές, δίνοντας γρήγορα τη θέση του στο δάσος, όπου βρίσκονται μαζί λουλούδια, φυτά και ζώα που δεν συναντιούνται αλλού, όπως ο βραχύφυλλος κέδρος, ο πελεκάνος και το αγρινό, πολύ όμοιο με το αγριοκάτσικο της Σαρδηνίας και της Κορσικής μα πιο μεγάλο, για να μη πούμε και για τα πουλιά που ενδημούν εκεί η τα αποδημητικά, που περνούν από τον βορρά στον νότο κι από τη δύση στην ανατολή, από και προς τις
τρεις ηπείρους που βρέχονται από τη Μεσόγειο, και σταματούν για να πάρουν μιαν ανάσα.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ο Ανδρέας Γεωργιάδης δεν μπορούσε να μην αποκτήσει εξ απαλών ονύχων, σεβασμό, αγάπη και πάθος για τη φύση, τόσον ισχυρά, ώστε, στον κατάλληλο χρόνο, να κατευθύνει προς αυτήν και τις σπουδές του: σπούδασε πρώτα φυσιογνωστικά στις ΆΘήνες και ειδικεύτηκε κατόπι στο ίδιο θέμα στον Καναδά.
Η είσοδός του στον Παρνασσό έγινε πριν δώδεκα χρόνια με τη συλλογή του ’Ακαριαία (1990), που την ακλούθησαν ο Αίσωπος εσαεί (1999) και το Ο tempora, ο mores! (2001). Με αυτά όλα στο ενεργητικό του, στα όποια πρέπει να προστεθεί κι ο ρόλος του ως καθηγητή των φυσιογνωστικών, από το 1978, στα σχολεία μέσης παιδείας, εξέδωσε μέσα στο 2002 την ποιητική συλλογή Φυσιοδρόμιο.
Αποτελείται από 28 συνολικά ποιήματα, που τα χαρακτηρίζει η συντομία, η απλότητα και η μεστότητα του στοχασμού, ιδιότητες που ταιριάζουν στο επιγραμματικό είδος. Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο, με δεκατρία ποιήματα, τιτλοφορείται Βιότυποι, όρος με τον όποιο η γενετική στο παρελθόν δήλωνε μιαν ομαδοποίηση ειδών κατώτερης ομοταξίας θεωρούμενων γενετικώς ομογενών, η έννοια των όποιων σήμερα αποδίδεται με τον όρο «καθαρόαιμη γραμμή». Το δεύτερο μέρος, με δεκαπέντε ποιήματα, έχει τον ίδιο τίτλο της συλλογής Φυσιοδρόμιο, μια ποιητική διαδρομή που τη διαπερνούν οι νόμοι της φύσης, τον
σκοπό των οποίων ο ποιητής τον εξηγεί βάζοντας ως προμετωπίδα της συλλογής έναν στοχασμό του Ίωάννου του Σιναϊτου.
Έργο ποιητικό, καρπός της εμπειρίας ενός φυσιοδίφη, ενός δασκάλου και ενός αθλητή των μουσών, ο όποιος στο έργο του αυτό μαστιγώνει τα ήθη, όπως και στις προαναφερθείσες συλλογές Αίσωπος εσαεί και Ο tempora, ο mores!. Γίνεται όμως Αμέσως σαφές πως, αν είναι Αλήθεια —και είναι Αλήθεια— ότι όλα τα λογοτεχνικά έργα απευθύνονται στους λίγους, με την έννοια ότι δεν αποτελούν ψωμοτύρι για τον οποιοδήποτε αναγνώστη,
το έργο αυτό είναι διπλά απευθυνόμενο στους λίγους. Απαιτεί ένα ελάχιστο επιστημονικών γνώσεων, στον βαθμό που ο συγγραφέας, στο τέλος μερικών ποιημάτων, σημειώνει τις βιοφυσικοχημικές αρχές από τις όποιες αντλεί την έμπνευση της ποίησής του. Τη θέλει βραχύλογη, χωρίς ψεύτικα στολίδια, όπως διαβάζομε στα ποιήματα Η ζήλεια του και Είδωλα. Στο
πρώτο, το τελευταίο της συλλογής, ο ποιητής ρίχνει διακριτικά βέλη στους φλύαρους ποιητές, βάζοντάς τα, παραδόξως, στο στόμα ενός μονολογούντος φλύαρου ποιητή, ο όποιος, κάποια μέρα, παραδεχόμενος τα όριά του, ομολογεί τη ζήλεια του για τον αποστακτήρα. Ας του δώσουμε τον λόγο:

Δε ζηλεύω τίποτα
παρά μόνο το λαμπίκο
Μπορεί και βγάζει απόσταγμα.

Έτσι μονολογούσε
ένας φλύαρος ποιητής.

Στα Είδωλα, έκτο ποίημα του δεύτερου μέρους, ο ποιητής σκιαγραφεί τη διαφορά Ανάμεσα στον ίδιο, δεδηλωμένο ποιητή του συγκεκριμένου και της ρεαλιστικής γλώσσας, και στους άλλους, τους φλύαρους κατά την άποψή του, που εμείς θα μπορούσαμε να τους ονομάσομε ποιητές των λόγων, οικειοποιούμενοι μια φράση του Pirandello, ο οποίος, αντιτάσσοντας τον εαυτό του στον D’ Annunzio, που τον χαρακτήριζε ποιητή των λόγων, όριζε τον εαυτό του ποιητή των πραγμάτων. Aς δούμε, εν προκειμένω, πως εκφράζεται, ελέγχοντας εκείνους, οι όποιοι, αντί να εμβαθύνουν, προσεγγίζουν επιπόλαια τα προβλήματα:

Από κεκτημένη ταχύτητα
πλησίασες την κορυφή του κατόπτρου.
Το είδωλό σου φανταστικό.
Πόσο θα ήθελα
να φτάσω και να μείνω
πάνω στην κύρια εστία.
Να πάω στο άπειρον!

Από τα δύο επιγράμματα, αυτό το τελευταίο ανάγεται στους
νόμους της οπτικής και συγκεκριμένα στην αντίληψη περί κύριας εστίας, η όποια αποτελεί σύμβολο του συγκεκριμένου, αντιπαρατιθέμενης σ’ εκείνην περί δευτερεύουσας εστίας, σύμβολου του αφηρημένου, ενώ το προηγούμενο ποίημα κάνει συσχετισμό με τον αποστακτήρα, για να καταστήσει σαφές ότι η ποίηση πρέπει να είναι καρπός ακριβούς στάθμισης και στοχασμού, ένα αληθινό απόσταγμα του νου. Αϊτή η επανειλημμένη
χρήση του λεξιλογίου των θετικών επιστημών στο Φυσιοδρόμιο είναι σταθερή.
Κάθε τόσο συναντούμε εκεί αναφορές σε επιστημονικά όργανα, όπως βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες, άνοδος και κάθοδος, έντομα και άνθη, καθώς και διάφορους φυσικούς νόμους και φαινόμενα, κύτταρο, φωτοσύνθεση, ηλεκτρόλυση, κλώνος και κλωνοποίηση, υμενόπτερα, γονιμοποίηση, δεινόσαυροι και βροντόσαυροι, μαλάκια, ήλεκτρον. και ούτω καθ’ έξης. Για τούτο έχει δίκαιο ο Ανδρέας Πετρίδης, όταν παραβάλλει, μέσα στον αναγκαίο βέβαια σεβασμό των αποστάσεων, τον κόσμο του Γεωργιάδη μ’ εκείνον του Κωνσταντίνου Καβάφη, τονίζοντας το γεγονός ότι, ενώ ο τελευταίος, για τις ποιητικές του συνθέσεις, πήρε πρόσωπα και σύμβολα από την ιστορία, ο δικός μας, θραύοντας αποφασιστικά τις γέφυρες με την παράδοση, ως μελετητής της φύσης που είναι, παίρνει τα σύμβολά του από
τον βιοφυσικοχημικό κόσμο.
Η πρωτοτυπία όμως δεν στηρίζεται τόσο στην προσφυγή στις επιστημονικές προόδους και στα ειδικά μέσα με τα όποια αυτές πραγματοποιούνται στα εργαστήρια, όσο στο γεγονός ότι ο Γεωργιάδης, χάρις στην ευαισθησία και στη φαντασία (χαρίσματα απαραίτητα για να ασκεί κάποιος την τέχνη της ποίησης) άλλα και χάρις στο γεγονός ότι είναι μια πέννα από χρόνια εξοικειωμένη με τον μόχθο της λογοτεχνίας, πετυχαίνει να μεταδώσει ένα αίσθημα, το δικό του και το δικό μας, και ως εκ τούτου οικουμενικό στα πολυάριθμα φαινόμενα που ρυθμίζουν το σύμπαν, μετατρέποντάς τα έτσι σε ποιητικά, ικανά δηλαδή να προξενούν συναισθήματα. Και το ότι είναι ένας φυσιολάτρης το φανερώνει το γεγονός ότι απέναντι στον κόσμο από τον οποίο παίρνει τα σύμβολά του τρέφει τον σεβασμό εκείνου που αισθάνεται ότι η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί και δεν πρέπει να βιάζει τη φύση με τη λανθασμένη αυταπάτη ότι μπορεί να
τα εξηγήσει όλα. Είναι απαραίτητο πάντα να υπάρχει, όπως στο φαινόμενο της φωτοσύνθεσης, κάτι ακατάληπτο, σκοτεινό, ανεξερεύνητο, μ’ ένα λόγο ανυπέρβλητο, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη έρευνα που μπορεί να μας εκθέσει σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Διακηρύσσει αυτή την αλήθεια ως μια προμετωπίδα στη συλλογή, με την πρώτη επιγραμματική σύνθεση που έχει τον τίτλο Απαραίτητο.
Τα φυσικά φαινόμενα και οι νόμοι τους έχουν γίνει δομικά εργαλεία στην ποιητική του δημιουργία, με κανένα όμως τρόπο ως αυτοσκοπός, αλλά, όπως έχει ήδη λεχθεί, σε μια λειτουργία διδακτική. Πειστική είναι, εν προκειμένω, Η εξαφάνιση των δεινοσαύρων, που έχει τη μορφή και τη γεύση ενός μύθου. Δίνοντας φωνή στα προϊστορικά ζώα, ελέγχει την ελλιπή ευαισθησία μας απέναντι στα προβλήματα του περιβάλλοντος, τοσούτο μάλλον αφού, απέναντι στη βαθμιαία φθορά του πλανήτη μας, αντί να ανασκουμπωθούμε και να κάνομε όσα απαιτεί το κοινό συμφέρον, ασχολούμαστε με άγονες συζητήσεις παρά με έργα, αν και είμαστε βέβαιοι πως ένα γυάλινο μπουκάλι, το όποιο στο παρελθόν ανόητα χαρακτηριζόταν «άδειο για απόρριψη», αν πετιέται στο περιβάλλον, δεν είναι μόνο υλικό
ρύπανσης αλλά και πλούτος που γίνεται καπνός.
Όπως γίνεται φανερό, το ηθικό δίδαγμα δεν είναι κάτι ψεύτικο, δεν έχει τη γεύση του αποφθέγματος η της παροιμίας που κάποτε αποτελούσε την κατακλείδα των κειμένων με διδακτικό περιεχόμενο. Βρίσκεται, αντίθετα, μέσα στη λογική των πραγμάτων, ως φυσικός επίλογος της αφήγησης, η όποια είναι λιτή αλλά ταυτόχρονα ζωηρή, καθώς τη διαπερνά άλλοτε μια
ευτραπελία, καθ’ ολοκληρίαν μεσογειακή, συγκροτημένης καυστικότητας και άλλοτε μια ειρωνεία που γίνεται σαρκασμός η αυτοειρωνεία, όπως στο ποίημα με τον τίτλο Πολύ πυκνόν, με αναφορά στον ποιητικό του τρόπο και αντίληψη, ως κατάληξη του έργου, που μπαίνει στο στόμα ενός αναγνώστη ενοχλημένου και συγχυσμένου από την τόση ερμητικότητα, ο οποίος στο τέλος ξεσπά σε μια κραυγή καταδίκης.
Ο σαρκασμός είναι παρών και στο ποίημα Η μοίρα μας, στο όποιο επισημαίνεται κάθε υποκρισία και εξαπάτηση και όπου μιλούν τα υμενόπτερα, τα όποια, μέσω της επικονίασης, γονιμοποιούν τις ορχιδέες, που το όνομά τους, οφειλόμενο στο σχήμα της ρίζας – βολβού τους, υποδηλώνει μια ψευδοανδρικότητα. Τον βρίσκομε ακόμα και στο ποίημα Του συρμού, όπου ψέγεται η συμπεριφορά εκείνων που αλλάζουν γνώμη και χρώμα σε κάθε πολιτική μεταβολή. Στο Της διαφεύγει, λαμβάνοντας υπ’
όψη τις κινήσεις της μετάλλαξης (υιοθετεί τη λέξη μετάλλαξη και όχι μεταλλαγή) στη δομή ενός κυττάρου (πηγής καθόλου ευχάριστης αλλαγής), την παρομοιάζει με κάποιον που φτάνει ψηλά χωρίς να το αξίζει, αλλά συμπτωματικά. Στο Προς Θεόν, με το όποιο αρχίζει το δεύτερο μέρος της συλλογής, βεβαιώνεται η αρχή ότι ο Θεός είναι απρόσιτος και ακατάληπτος, για τούτο το να τον φθάσει κανείς είναι πράγμα αδύνατο. Για να το καταλάβει κάποιος πρέπει να αναχθεί στο ακουστικό φαινόμενο
Doppler εφαρμοζόμενο στην οπτική, το όποιο θα οδηγούσε στην
παραδοχή μιας ταχύτητας απομάκρυνσης στα ουράνια σώματα
με επακόλουθη την απεριόριστη διέκταση του σύμπαντος, που,
αν είναι έτσι, θα μας εμπόδιζε να προσεγγίσομε στον Θεό. Δεν
μπορούμε, ωστόσο, να αποκλείσουμε ότι ο ποιητής μπορεί να
υπαινίσσεται κάτι άλλο, το αδύνατο, παραδείγματος χάριν, της
σύζευξης της θρησκευτικής πίστης με πολιτικά πιστεύω στηριγμένα στην άρνηση της ύπαρξης του Θεού. Στην Κλωνοποίηση, συνώνυμη μιας ισοπεδωτικής όσο και επικίνδυνης ομοιομορφίας,
επιτιμά τους επιδέξιους πρωτοπόρους πειραματιστές. Εδώ φθάνει σε μοντέρνα εκδοχή, η ηχώ των λόγων του Λουκιανού: Η ποικιλία κάνει ελκυστική και, ως εκ τούτου, ωραία τη ζωή, όπως και το σκόρπισμα του ανθρώπου της εποχής μας, εκφραζόμενο με μεγαλύτερη δραστικότητα στο ποίημα Η ηλεκτρόλυση του ύδατος, όπου ο λόγος δίνεται στο νερό, το όποιο εδώ συμβολίζει τον άνθρωπο ως άτομο και ως σύνολο μαζί.
Τα στοιχεία υδρογόνο και οξυγόνο, αποτέλεσμα της διάσπασης, όπως και ο ηλεκτρισμός και οι ηλεκτρολύτες που την προκάλεσαν, συμβολίζουν τους παράγοντες της αλλοτρίωσης και του κατακερματισμού του σύγχρονου ανθρώπου, ο όποιος, αφού έχασε κάθε πίστη σε άξιες σταθερές και αντικειμενικές, αισθάνεται ανερμάτιστος και μόνος μπροστά στα ανεξήγητα
ερωτηματικά της ύπαρξης. Κι ακόμα συνεχώς πιο τρωτός, τη στιγμή που βρίσκεται στην κορυφή τόσων εκπληκτικών κατακτήσεων της τεχνικής και της επιστήμης, οι όποιες, αν τις χειριστούμε με φρόνηση, παράλληλα προς την ανάκτηση των παλιών άξιών, συμβατών με τις νέες (όπως εκείνες της οικογένειας, της αληθινής αλληλεγγύης και του αισθήματος του δικαίου) θα αποτρέψουν τις απειλές εναντίον ενός πλανήτη, ο όποιος αντιδρά όσο
πάει και πιο έντονα στη βία, στην όποια τον υποβάλλομε.

(μτφ. Γ. Χατζηκωστής)

[’Από την παρουσίαση του «Φυσιοδρόμιου» στο Salon du Centre
CultureI Frangals (via Garibaldi 20, Genova), με την ευκαιρία της απονομής στον Α. Γεωργιάδη του Πρώτου Βραβείου της Όγδοης Περιόδου του Διεθνούς Βραβείου Γραμμάτων JEAN ΜΟΝΝΕΤ (13 Δεκεμβρίου 2002). Το όλο κείμενο της παρουσίασης δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Η Σημερινή στις 17 Φεβρουάριου 2003, σε μετάφραση του Γιώργου Χατζηκωστή, επιμελητή της παρούσας έκδοσης].

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Εξ Αφορμής Αισθητικές προσεγγίσεις (2014)

Η ιδιότυπη συμβολιστική του Ανδρέα Γεωργιάδη

Η σπαρακτική στο είδος της ποιητική ενεργοποίηση στοιχείων και φαινομένων των θετικών επιστημών, κάνει τον Ανδρέα Γεωργιάδη να είναι και να φαίνεται ως ο πλέον ιδιότυπος – και ας τον γνωρίζουν ελάχιστοι – ποιητής του χώρου μας.
Η προσπάθειά του, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπει στον κόσμο των πολλαπλών προσωπείων του Καβάφη, με μια βασική ωστόσο διαφορά. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί προσωπεία και σύμβολα από τον ευκολότερα
αναγνωρίσιμο χώρο της ιστορίας, κάτι που μειώνει σημαντικά τον βαθμό διακινδύνευσης της επικοινωνίας του με τον αναγνώστη. Ο Ανδρέας Γεωργιάδης κάνει τα πάνω κάτω και κόβει ολότελα τις γέφυρες με τη γνωστή και δοκιμασμένη συμβολιστική, αντλώντας το υλικό του σχεδόν
αποκλειστικά από τον απάτητο ποιητικά κόσμο της Βιολογίας, της Φυσικής ή της Χημείας. Αναμετράται έτσι δημιουργικά με την ψυχρή και συναισθηματικά ανύπαρκτη επιφάνεια τους, μπαίνοντας σε ανάλογη καλλιτεχνική
διακινδύνευση. Θέτει συχνά ενώπιον του ιδιόμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις, προκαλώντας με τη σειρά του κι εμάς να σκύψουμε χωρίς προκατάληψη πάνω απ’ τις δύσβατες εκφραστικές του αναζητήσεις.
Κινείται έτσι διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να διαταράξει λεπτές ισορροπίες και να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική ατάκα.
Η δυσκολία για τον αναγνώστη έγκειται σχεδόν αποκλειστικά στην ειδική γνωσιολογική προπαίδεια, μια βασική προϋπόθεση για την άμεση και ακριβή πρόσληψη των νύξεων και υπονοουμένων των στίχων του.
Η προσεκτική όμως ανάγνωση ανταμείβει τελικά τον αναγνώστη, αφού τον φέρνει σε επαφή μ’ ένα πρωτόγνωρο αισθητικό κλίμα, σπάνιο στο είδος του. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνεται μ’ εκπληκτικό τρόπο
μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες και ανθρώπινα πεπρωμένα αναδύονται δειλά δειλά μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κι ενώ τούτο σε πρώτο πλάνο
αιφνιδιάζει και προσλαμβάνεται καταρχήν ως διανοητικό παιγνίδι, εμβαθύνοντας στην ανάγνωση οδηγούμαστε στην εμβίωση μιας κρυπτικής κι επτασφράγιστης αισθαντικότητας.
Πρόκειται σίγουρα για μια ανοίκεια και διαφορετική φωνή με αναγνωρίσιμο ύφος, που διεκδικεί – παρά την ολιγογραφία και τις όποιες ουσιαστικές αντιρρήσεις- τον ελάχιστο χώρο της στο μωσαϊκό της νεότερης Κυπριακής
ποίησης. Η επάνοδος εξάλλου του ποιητή, κάθε φορά με βελτιωμένους και εμπλουτισμένους ποιητικούς τρόπους, μας υποχρεώνει να του δώσουμε περισσότερη προσοχή κι ετοιμότητα αποδοχής αυτού που δεν συνηθίσαμε. Ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε βέβαιο, ότι κινείται εντός των ορίων της ποιητικής επικράτειας.

Δείγματα γραφής του Ανδρέα Γεωργιάδη:

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

Από τον Ενεστώτα
φτάσαμε στον Παρατατικό.
Σιγά σιγά εγίναμε
και Αορίστου χρόνου.
Εν τέλει
καταλήξαμε στον Παρα – κείμενο
με το επιτύμβιου
«ενθάδε κείται»….

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Ένας ειδωλολάτρης:

Και να το ξέρεις Θεοδόσιε. *
Η φωτιά που άναψες
ϋα μας φέρει το σκότος.
Και νυν και αεί
και εις τους αιώνας
των αιώνων.

* 0 αυτοκράτορας Θεοδόσιος έδωσε την άδειά του στον
Πατριάρχη Αλεξανδρείας για πράξεις θρησκευτικού φανατισμού,
που οδήγησαν τελικά καί στην καταστροφή της Μεγάλης Βιβλιοθήκης
της Αλεξάνδρειας, όπου εφυλάττετο η σοφία των αρχαίων.

ΑΓΝΟΙΑ

Μ’ έκοψαν
με κομμάτιασαν.

Αγνοούσαν
πως είμαι Ύδρα.

Στην ηλεκτρόλυση του ύδατος που ακολουθεί, περιγράφεται δήθεν η χημική διάσπαση του νερού, όπως τη μάθαμε, σε υδρογόνο και οξυγόνο, με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού και διαφόρων ηλεκτρολυτών… Που φυσικά δεν
είναι άλλοι από τους σύγχρονους ψυχρούς συντελεστές της αποξένωσης και διάσπασης της ανθρώπινης ύπαρξης, στη συγκεκριμένη περίπτωση του ίδιου του ποιητή. Το ποίημα αναπτύσσεται με μια επιφανειακά παγερή
πιστότητα στη χημική διαδικασία της ηλεκτρόλυσης του νερού, που συμβολίζει στην προκειμένη περίπτωση την ίδια την ψυχή και το σώμα του δημιουργού.

Η ΗΛΕΚΤΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Από καιρό καραδοκούσαν
να με ηλεκτρολύσουν.
Με είχαν στο βολτάμετρο
με είχαν εις την πρίζα·
τους έλειπαν οι ηλεκτρολύτες.

Μα πάντα υπάρχουν καλοθελητές
– και δη συγγενείς εξ αίματος
Η μία πρόσφερε οξύ
η άλλη πρόσφερε τη βάση
και με διέσπασαν.
Το οξυγόνο εις την άνοδο
το υδρογόνο εις την κάθοδο.

Εν ολίγοις
με έκαμαν αέρια.

Μην καρτεράς να επανέλθεις
στην προτέρα σου κατάσταση.
Ποιος να σου δώσει ευδιόμετρο;
Ποιος να σου δώσει ρεύμα;

Βολτάμετρο, ηλεκτρολύτες: αναγκαία για την
ηλεκτρόλυση (διάσπαση) του νερού.
Ευδιόμετρο: συσκευή για την (ανα)σύνθεση του νερού.

 

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΗΔΥΦΩΝΟ 15/11/2015

Ο Ανδρέας Γεωργιάδης υπηρετώντας εδώ και χρόνια επαξίως
το είδος, έχει πολιτογραφηθεί ως ένας από τους πλέον δόκιμους και γόνιμους
σατιρικούς ποιητές της σύγχρονης ποιητικής μας Γραμματείας. Στις εικονογραφημένες του συλλογές «0 tcmpora. o mores!» και ·· Εκατόν
συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολίες» δεv αφήνει σχεδόν κανένα αξιοπερίεργο
ή ιλαρό τραγικό συμβάν της παλαιότερης και πρόσφατης κυπριακής
ελληνικής ή παγκόσμιας επικαιρότητας, που να μην το προβάλει κάτω από τον δικό του μεγεθυντικό φακό. Σχολιάζοντας το με πνευματώδες
χιούμορ, το παρωδεί ταυτόχρονα με καυστική ειρωνεία ευθύβολης διορθωτικής διάθεσης από τις αθέατες εσοχές μέχρι τις εκρηκτικές «ηλιακές» του προεξοχές. Έτσι, με ρέουσα λεκτικό ευστοχία ζευγαρωτής
ομοιοκαταληξίας οι ιαμβικοί του δεκαπεντασύλλαβοι κατορθώνουν να
αναδείξουν τον καίριο προβληματισμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας
αποστάζοντας το γελοίο, αλλά και μεταφέροντας μας από τις άχρωμες
μέρες των αυχμηρών καιρών στη χρωμόσφαιρα του ευτράπελου αλληγορικού κόσμου μιας πολυσήμαντης ποιητικής σατιρογραφίας.
Τεκμηριώνοντας τις ανωτέρω επισημάνσεις, παραπέμπουμε στον εικονιζόμενο φακό, που εστιάζει στο ποίημα -Έστελλε παπάδες για τεστ
Παπανικολάου!». καθώς και στους τελευταίους στίχους ενός άλλου τών
«Τοξοβολών»: -Φύσηξε, Αίολε, κι εδώ να φέρεις λίγα νέφη/να ανακτήσουμε κι εμείς οι δύστυχοι το κέφι». Ενώ. στο επιλογικό επιγραμματικό
ποίημα της βραβευμένης συλλογής του «Φυοιοδρόμιο», όπου μεταστοιχειώνει φυσικοχημικά και βιολογικά φαινόμενα σε πρωτότυπες ποιητικές φανερώσεις, αισθητοποιεί μεταφορικά την τελετουργική διαδικασία της ποιοτικής ποιητικής δημιουργίας «Δε ζηλεύω τίποτα / παρά μόνο τον λαμπίκο./ Μπορεί και βγάζει απόσταγμα/Ετσι μονολογούσε ένας φλύαρος ποιητής».
Ωστόσο, ο «φλύαρος ποιητής» αποδεικνύεται εύγλωττος μυθολόγoς μιας χυμώδους αφηγηματικής μεταποίησης της – Ελληνικής Μυθολογίας». κατά την ομώνυμη φετινή συλλογή του. Με επιδεξιότερη και ωριμότερη υφολογική σκευή απ’ ότι στα προγενέστερα σατιρικά του έργα, εμπνευσμένα από τον Αίσωπο, ζωντανεύει μυθολογικούς ήρωες και θρυλικά δρώμενα, ανθρωπόμορφες αδυναμίες θεών και ημίθεων, μα και τα υπεράνθρωπα επιτεύγματα τους, διανθίζοντας ης παραστατικές εικόνες της υποβλητικής του σκηνογραφίας με έγχρωμες απεικονίσεις γλυπτών. ανάγλυφων, αγγειογραφιών και μωσαϊκών μαζί με ζωγραφικούς πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών, που εποπτικοποιούν αντιστοίχως κάθε έντιτλο ποίημα.
Από το DNA του αρχέγονου μυθολογικού πυρήνα, ο ποιητής διαδραματίζει ρόλο αγγελιοφόρου και μεταφορικού RNA, μεταγράφοντας το γενετικό υλικό σε έμμετρη λειτουργική απόδοση, για να μιλήσουμε με βιολογικούς όρους, που
προσιδιάζουν στο πεδίο του επιστητού του. Ενσωματώνοντας στην κύρια εκδοχή του μύθου στοιχεία από διάφορες παραλλαγές του, την εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο με εύστοχες αποτιμήσεις συμβολικών προεκτάσεων, που διαθλώνται πρισματικά στο παρόν. Από την πολυφασματική θεματογραφία της συλλογής σημειώνουμε ενδεικτικά πτυχές από τις μυθικές γενεαλογίες, την περιπετειώδη ζωή των θεών του Ολύμπου και ης σχέσεις τους με τους θνητούς, από τις προϊστορικές βασιλικές δυναστείες, καθώς και μυθολογούμενες επικές ιστορίες οπό τον Θηβαϊκό και Τρωικό Κύκλο, την Αργοναυτική Εκστρατεία και τους άθλους του Ηρακλή. Παρά τις φανταστικές ικανότητες και τις ευφάνταστες πράξεις τους, «οι θεοί είναι άτομα και όχι αφηρημένες έννοιες, ιδέες ή αντιλήψεις», κατά τον Ελληνιστή Walter Burkcrt. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής θεανθρωπομορφίας, ως εναρμόνια συμμετρία της ανθρώπινης και θεϊκής φύσης του κόσμου, φωτίζει «εμμέτρως» ο Ανδρέας Γεωργιάδης, τονίζοντας τη διαχρονικότητα της φιλοσοφικής μυθοπλαστικής πρόσληψης των
αρχαίων Ελλήνων, όπως και την ανά τους αιώνες θελκτική επενέργεια του αγέραστου αρχαιοελληνικού μύθου στην αισθητική αγωγή και τη δημιουργική φαντασία Αντί επιλόγου, ως δείγμα γραφής και επίκαιρης σημειολογίας παραθέτουμε μερικούς στίχους: «Γέμισε από κοπριά η χώρα του Αυγεία / κι άμεσα εκινδΰνευε του κόσμου η υγεία / 0 Ευρυοθέας έμαθε για όλη αυτή την
κρίση / και κάλεσε τον Ηρακλή να δώσει μία λύση,/ χωρίς καμιά βοήθεία με τα δικά του χέρια/σε χρόνο πολύ σύντομο, μίαν ημέρα πλέρια».

 

ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΣ  ΝΕΟΦΥΤΟΥ

«Ο τόπος εν ο άδρωπος … και χωρίς τον άνδρωπον ο τόπος εν γέρημος». Αυτή η διαχρονική λαϊκή θυμοσοφία ισχύει για όλο τον κόσμο, ισχύει πανανθρώπινα. Αδιαμφισβήτητα αυτή η ρήση ισχύει και για το χωριό μας, τη
Μεσόγη, που σαν τόπος δεν είναι «γέρημος». Οι άνθρωποί της, οι Μεσογειώτες, είν’ αυτοί που της προσδίδουν τιμή, ομορφιά, πολιτισμό. Καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, με τον βίο και την πολιτεία τους, με τις δημιουργικές δραστηριότητες τους, κάνουν το χωριό τους να έχει μια θέση αξιόλογη, να ξεχώριζα από άλλες κοινότητες.
Ένας τέτοιος «άδρωπος». ένας τέτοιος Μεσογειώτης καμάρι της κοινότητάς μας είναι αναντίρρητα ο Αντρέας Γεωργιάδης Ο βίος και η πολιτεία του δικαιολογούν την κατάταξή του μεταξύ των Μεσογειωτών, που λαμπρύνουν την κοινότητά μας. Εκπαιδευτικός δάσκαλος και επιθεωρητής των
Φυσιογνωστικών και της Βιολογίας έκανε, υπηρετώντας την Παιδεία, μια επιτυχή σταδιοδρομία. Άφησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του τις καλύτερες των εντυπώσεων. Οι μαθητές και οι συνάδελφοί του έχουν να λεν για τον Αντρέα τα καλύτερα Τον επαινούν ως δάσκαλο και ως συνάδελφο. Φίλος μου εκπαιδευτικός που γνώρισε και συνεργάστηκε με τον Αντρέα. χαρακτήρισε την εκπαιδευτική του σταδιοδρομία ως ευλογία για την παιδεία. Σκοπός μου, φυσικά, με τα γραφόμενά μου, δεν είναι να αξιολογήσω σήμερα την καριέρα του Αντρέα ως εκπαιδευτικού. Αυτό το έκαναν οι μαθητές και οι προϊστάμενοί του, που τον χαρακτήριζαν με τα πιο κολακευτικά λόγια. Σε μένα επομένως δεν πέφτει τέτοιος λόγος

Παίρνω σήμερα χαρτί να γράφω γιο τον Αντρέα. παρακινημένος από το πλούσιο ποιητικό-συγγραφικό του έργο, που με ενθουσιάζει και με κάνει να νιώθω ευχάριστα κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με κάποιο οπό τα δημιουργήματα του. Κάνω την αποκοτιά, και δεν το κρύβω, πως τρέμω οπό φόβο και διστάζω με τη σκέψη, μήπως αδικήσω τον Αντρέα με τα γραφόμενα μου. Λογοτέχνης δεν λογαριάζομαι, με τη βιβλιοκρισία δεν καταπιάστηκα ποτέ μου. Αυτές οι ανασχετικές σκέψεις κάνουν την πένα μου να συγκρατιέται και να μην τολμά να καταγράψει όλα όσο νιώθω και όσα ταιριάζουν να καταγραφούν για τον επιτυχημένο σατιρικό ποιητή και συγγραφέα. Θα διερωτηθεί ο αναγνώστης και δικαιολογημένο θα πει:« Αφού, κύριε, δεν
πληροίς τις προϋποθέσεις για να γράψεις για ένα ποιητή-συγγραφέα του μεγέθους του Γεωργιάδη. τι μπαίνεις στον κόπο να μουτζουρώσεις το χαρτί και να ξοδέψεις τα μολύβια σου;»
Στη βιβλιοθήκη μου παρελαύνουν και τη στολίζουν δέκα βιβλία του Γεωργιάδη. Αυτά τα βιβλία, ιδιαίτερα το σατιρικό, μου χάρισαν πολύ ευχάριστες στιγμές διαβάζοντας τα. Αυτή την ευχαρίστηση θέλω, γράφοντος να την εξωτερικέψω. Σε ποιο αληθινά οπό τα δέκα του βιβλία που κυκλοφορούν, τα μάτια δεν βόσκουν αχόρταγα στο περιεχόμενό τους και η ψυχή του αναγνώστη δεν ευφραίνεται! Στα «Ακαριαία», στον «Αίσωπο
εσαεί», στο «Ο lempora, ο mores»; Στο «Φυσιοδρόμιο», στον «Αίσωπο νυν και αεί», στις «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές»; Στην «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως» ή στην τελευταίο έκδοση «Σατιρικές Τοξοβολές Β’»; Στο βιβλίο του «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής ΧστζησντώνηΤσιοκολής», συναντά ο αναγνώστης στο περιεχόμενό του ένα εξαίρετο ερευνητή-λογοτέχνη, που ντοκουμενταρισμένα φέρνει στην
επιφάνεια ξεχασμένες σελίδες της ιστορίας του χωριού μας και όχι μόνο.
Φιλόλογος ο Αντρέας δεν είναι Κι όμως ο αναγνώστης τον θαυμάζει για την ικανότητά του να χρησιμοποιεί με θαυμάσιο τρόπο την κυπριακή τοπολαλιά, την κοινή ελληνική και την καθαρεύουσα. Αυτό τα τρία γλωσσικά εργαλεία τα χρησιμοποιεί περίτεχνο και πετυχαίνει τις ομοιοκαταληξίες στα σατιρικά του ποιήματα.
Τα ποιήματα του τα διακρίνει μια λεπτή ειρωνεία και αυτοσαρκασμός που γοητεύουν τον αναγνώστη. Είναι αριστοτέχνης στον χειρισμό του έμμετρου λόγου και με απλότητα εκφράζει επιγραμματικά τα μηνύματα του. Αυτά όλα μας υποχρεώνουν να τον κατατάξουμε στους σπουδαίους σατιρικούς ποιητές Δικαιολογημένο μερικοί αναγνώστες του τον ονόμασαν Σουρή της Κύπρου
Σ’ όλα του τα ποιήματα δια φαίνεται η δυνατή του φαντασία και μαζί με την πολυμάθεια του γίνεται άριστος «τοξοβόλος», πετυχαίνοντας τους στόχους του. Προσυπογράφουμε τον χαρακτηρισμό που του έδωσαν «ο Σουρής της Κύπρου». Για μας ο Αντρέας Γεωργιάδης είναι ο Μεσογειώτης Σουρής και χαιρόμαστε τη δημιουργικότητα του, τιμά τη Μεσόγη μας.

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

xristos

Ο Χρίστος Χατζήπαπας γεννήθηκε το 1947. Σπούδασε Κτηνιατρική στη Σόφια όπου αργότερα έκανε μεταπτυχιακά. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, τρία μυθιστορήματα και πέντε συλλογές διηγημάτων.
Δύο μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων του τιμήθηκαν με Κρατικό βραβείο. Ένα βιβλίο του με διηγήματα από όλες τις συλλογές διηγημάτων εκδόθηκε στα Αγγλικά με τον τίτλο Like a discus thrower, εκδ. Αρμίδα.
Ξεχωριστά ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες
Ο Χρ. Χατζήπαπας διετέλεσε για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Το 2017, του απονεμήθηκε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Ενδοσκόπιο, Ποιήματα, Λευκωσία 1969
Εισαγωγή στην τραγωδία, Ποιήματα, Λευκωσία 1979
Το μεγάλο ψέμα, Διηγήματα, Σύγχρονη Εποχή, 1981
Εντελώς Φυσιολογικός, Διηγήματα, Λευκωσία, 1984
Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη), 1989
Στην Ολκό του μαύρου φεγγαριού, Μυθιστόρημα, (Δελφίνι), 1993
Στο μάτι του φιδιού, Μυθιστόρημα, (Καστανιώτη) 2000
      Βουλγαρική έκδοση, (Μπαλκάνι), 2003
Έρως εν καμίνω. Διηγήματα, (Λιβάνη), 2001
Like a discus thrower, short stories, (Armida), 2009
To ασταθές βήμα, Διηγήματα, (Γαβριηλίδη)ς, 2009
      Βουλγαρική έκδοση, (Πλάμακ), 2010
      Τουρκική έκδοση, (ISIK KITAVEVI), 2013
      Γαλλική Έκδοση, (Kallimages), 2014
Τα πηγάδια της ιστορίας, Ποιήματα (Γαβριηλίδης) 2012
Αλλόφυλοι εραστές, Διηγήματα, (Γκοβόστη) 2018

 

 

 

ΑΛΛΟΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ (2018)

ΜΕΡΟΣ Α’

αν έλειπε εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο

 

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ.. .

ΑΝ ΕΛΕΙΠΕ εκείνη η μέρα από το ημερολόγιο κι εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…» είπε ο Ερόλ κι έχωσε τα δάκτυλα του δεξιού χεριού στα γκρίζα, μακριά μαλλιά του. Διέκοψε απότομα την προηγούμενη διήγησή του. Σαν να τον είχε αρπάξει ρεύμα μικρής τάσης· μια ηλεκτροπληξία μνήμης… «Μπορεί τώρα να ήταν σήμερα ένας ακτιβιστής της ειρήνης και της επανένωσης. Όπως εμένα, εσάς…» συνέχισε, σαν να απευθυνόταν μακριά, σε κάποιον αόρατο άγνωστο.
Κατάλαβα πως η αρχινημένη κουβέντα μας, για τους «Αλλόφυλους εραστές», θα έμενε στη μέση…
«Μα, ναι, θα πρέπει πρώτα να πω αυτό! Ήρθε ξαφνικά και δεν φεύγει απ’ εδώ!» είπε ο Ερόλ, πιέζοντας και στρίβοντας τον δείκτη σαν αρίδα στον κρόταφο.
Ήθελε να πει πως εκεί κατοικούσε η μνήμη. Που αδημονούσε…
0 μεταφραστής και φίλος μου, ο Αζίζ, ένιωσε και ο ίδιος ένα τράνταγμα. Κοιτούσε μια εμένα, μια εκείνον.
Δεν ήθελε να του ξεφύγει λέξη:
«Μεσούντος του Αυγούστου, λοιπόν, και της δεύτερης εισβολής… Δεν θα ξεχάσω τους αιχμάλωτους που είχανε εγκλωβιστεί σε αγροικίες του Γεωργικού Γυμνασίου, στις παρυφές της Μόρφου. Στις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν την επέλαση του στρατού, λάβαινε μέρος κι ο Γιουσούφης. Φανατικός, δολοφόνος κατά συρροή, ορκισμένος της Τ.Μ.Τ. Γνωστός σ’ όλους στο χωριό σαν Γιουσουφάκι. Φοβού όσους έχουν και επεξηγηματικό παρατσούκλι…» είπε και χαμογέλασε, παρακολουθώντας αν πιάσαμε τον υπαινιγμό του. Θα του έλεγα εγώ, πως κι εμείς απ’ εδώ συνηθίζουμε κάτι ανάλογο, για ανθρώπους που, λόγω πλούσιου ποινικού μητρώου, δεν αρκούνται στ’ όνομά τους και χρήζουν διευκρίνισης. Αλλά, γιατί να διακόψω;
«Μόλις που είχε καταφέρει το Γιουσουφάκι, πριν από κάνα μήνα, να ξεφύγει, δυστυχώς, από την Εθνική Φρουρά και τους πραξικοπηματίες που, με το που μπήκαν στο χωριό, μάζεψαν τους άντρες και τους στείλανε
πακέτο στη Λεμεσό. Το Γιουσουφάκι έκανε επάγγελμα το φονικό. Yirtici hayvan, ύαινα! Κυκλοφορούσε μ’ ένα αυτόματο, δίπλα στους Τούρκους στρατιώτες, αγρίμι που οσμιζόταν το ζεστό αίμα από μακριά». Οι αιχμάλω-
τοι, καμιά εικοσαριά, κρατούνταν στην αυλή του σχολείου. Τυχαία, στη σκηνή βρέθηκε ένας Τούρκος γιατρός, απ’ αυτούς που είχε φέρει μαζί του ο στρατός. Στους ώμους του πολλά σιρίτια. Οι βοηθοί του τον φώναζαν
αρχίατρο. Πάνω στην κουβέντα τού ξέφυγε πως, ευτυχώς, χρόνια τώρα στον στρατό, δεν του έτυχε ποτέ να δει να θανατώνεται άνθρωπος μπροστά στα μάτια του. Δεν θα το άντεχε… Πιθανότατα, μέσα στην κόλαση των
ημερών, να είχε νιώσει ξαλαφρωμένος με κάποια καινούργια διαταγή από το αρχηγείο…
»Τι ήθελε να το πει, αυτό, ο γιατρός!
»Αυτοστιγμεί, το Γιουσουφάκι, βγήκε μπροστά, σαν κακομαθημένο παιδί, κουνιστός λυγιστός, κοντός, μια σπιθαμή, και παρίστανε λες, πως επιθεωρούσε την ομάδα των αιχμαλώτων. Εκείνοι στάθηκαν προσοχή μπροστά του. Στη φάτσα του κόλλησε μια μάσκα με κάτι δόντια που της λείπανε».
Ο Ερόλ άγγιξε μηχανικά, δυο τρεις φορές, το χέρι στη θέση της καρδιάς. Εκεί που οι καπνιστές βάζουν συνήθως το κουτί με τα τσιγάρα… για να την προστατέψουν. Άναψε ένα. Πρότεινε αφηρημένα και σ’ εμάς, αν και ήξερε
πως δεν καπνίζουμε.
«Το Γιουσουφάκι», συνέχισε ο Ερόλ, «απευθύνθηκε χλευαστικά σ’ έναν από τους αιχμαλώτους, δυο φορές το μπόι του: ‘Έλα εδώ εσύ, καλός μου φαίνεσαι! 
>>Ήταν ένα ψηλό, λιγνό παιδί, γύρω στα είκοσι πέντε. Του μίλησε στα ελληνικά. Χωρίς να χάνει χρόνο, τον έστησε σαν δίσκο σκοποβολής στα είκοσι μέτρα, μέσα στην πλατεία του σχολείου. 0 γιατρός σαν κατάλαβε τις σατανικές προθέσεις του, έμπηξε τις φωνές.
»“Τουρ, τουρ! Μη, μην το κάνεις αυτό! Υπάρχει διαταγή! ”
»Πριν τελειώσει όμως τα λόγια του, είδε τα αίματα να πιτσιλίζουν τη μικρή πλατεία, και τον αιχμάλωτο να σωριάζεται σακί κάτω.
»0 γιατρός έκανε εμετό και λιποθύμησε.
»“Αμ’ τέτοιοι είναι οι Τούρκοι αξιωματικοί;” ακούστηκε η ύαινα να βρίζει, φτύνοντας κάτω με θόρυβο τη θερινή σκόνη που είχε ζυμωθεί με τον ιδρώτα στις γωνιές των χειλιών του. “Γιαζίκ, για αξιωματικοί! φτου, για
αξιωματικοί…”»
«Πιθανότατα ο δολοφόνος γνώριζε για τη διαταγή, η οποία είχε φτάσει κατά το απομεσήμερο από το Κεντρικό Αρχηγείο. “Να μην δολοφονούνται οι αιχμάλωτοι, για να ανταλλαγούν με δικούς μας! ”
»Και να φανταστείς, δεν είχαμε μέχρι τότε σοβαρά επεισόδια με τους Έλληνες συγχωριανούς μας. Τα μάζεψαν, βέβαια και φύγανε το ’58, με την ΕΟΚΑ και τις φασαρίες. Ήτανε οι λίγοι. Μετακόμισαν στην Πέτρα, το κεφαλοχώρι δίπλα. Όπως είχε γίνει και με δικούς μας σε άλλα χωριά, όπου ήταν μειονότητα. Κράτησαν όμως οι πιο πολλοί τα κτήματά τους, ερχόντουσαν και τα δουλεύανε, πίναμε μαζί τον καφέ μας στα καφενεία. Και στους γάμους μας έρχονταν και στους δικούς τους πηγαίναμε. Διατηρούσαμε καλές σχέσεις μέχρι το ’74. Τον Γιουσόυφη τον τραβούσε το αίμα. Μέσα στην τρέλα του
πολέμου, που η ευθύνη δεν βαραίνει προσωπικά κανένα, ο καλός χάνει τα νερά του κι ο κακός, γίνεται θηρίο ανήμερο. Yirtici hayvan, ο Γιουσούφ!

Με την τελευταία λέξη, ο Ερόλ πέταξε οργισμένος το τσιγάρο μακριά, σαν να σημάδευε κάποιον. Αμέσως, όμως, σηκώθηκε, πήγε και τον πάτησε, λιώνοντάς τον με το τακούνι του.
Επιστρέφοντας, είπε: «Αν έλειπε εκείνη η μέρα του Αυγούστου από το ημερολόγιο, εκείνη η γρουσούζικη ώρα, το παιδί θα ζούσε σήμερα…»

 

ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Στη μνήμη του Νέαρχου Γεωργιάδη

Τον συνάντησα στο αίθριο, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Να μου τη βιδώσει αίφνης και να φτάσουμε στα άκρα. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Ένας ταπεινός κυλικειάρχης. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω εμπιστευτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με κάποιους πολιτικούς… «Προδότες», κατά την άποψή μου. Άκου, πού έχω μάθει εγώ τέτοια βρομόλογα; Μα αφού τους ακούω στο γυαλί κάθε μέρα να σκυλοβρίζονται; Εδώ στην καντίνα, όμως, φιλαράκια πρώτης…
Τι με εξάπτει, όμως; Η Μόρφου θα επιστρεφόταν στους κατοίκους της σύμφωνα με όλα τα σχέδια λύσης του Κυπριακού. Κάποια κόμματα διαφωνούσαν με αυτά και η πόλη έπεφτε κάθε φορά θύμα, όπως και η Αμμόχωστος, πόλη φάντασμα, περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Χωρίς κατοίκους, αφημένη στον χαλασμό του χρόνου, πεδίο μάχης ανάμεσα σε ερπετά και ποντίκια. Παιγνιδάκι του Αίσωπου ανάμεσα στο ποντίκι και το λιοντάρι που βρυχάται. Η Μόρφου, τουλάχιστον, κατοικείται. Από Τουρκοκύπριους του νότου, οι οποίοι με το σχέδιο εθνοκάθαρσης του τουρκικού στρατού το ’74, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τους εγκατέστησαν εδώ. Κράτησαν και τ’ όνομά της. «Όμορφο» τη λένε. Σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που η κατοχή, για λόγους μνημοκτονίας, τους άλλαξε τα φώτα. Νοσταλγούν όμως την πόλη τους. Ένας μου ’λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο Νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί, παλιοί γείτονες του, όπως κάνει κάθε χρόνο, αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε η ευκαιρία, ψήφισαν να τη δώσουνε πίσω. Παρότι την αγάπησαν πια, ξέροντας όμως πως η ψυχή της δεν θα τους δοθεί ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν- η συνείδησή τους υπαγόρευε πως η πόλη εξακολουθεί να ανήκει στους παλιούς ιδιοκτήτες της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, σκέτα. Όχι συλλήβδην, βεβαίως! Σημειωμένους έχω μόνο κάτι επιφανείς άνδρες και γυναίκες, που βολεύτηκαν μέσα σε γλυκές κομματικές μυλόπετρες, βουλευτιλίκια και άλλες μπανανόφλουδες· ξεχάστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, σε μένα δεν αρέσουν οι διαπληκτισμοί. Στο κάτω κάτω, η πόλη τους στάθηκε για μένα μονάχα μητριά. Τα έξι χρόνια που φοίτησα εκεί στο γυμνάσιο.
Ένας συγγραφέας(1), καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους, έμαθα, με αφορμή ένα διήγημά του για τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του. Κι όλοι πέσανε απάνω του , να τον φάνε• πέθανε ο άνθρωπος, τους έκανε το χατίρι. Εδώ και τρία χρόνια. Όπως κι ο μικρός ήρωας του πριν από σαράντα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε. όχι. Γραμμένους τους είχανε. 0 θάνατός τους επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους δεν πάτησε σχεδόν κανένας συμπολίτης, τέτοιο σκορποχώρι που κατάντησαν. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται τον πατριωτισμό. Ούτε βουλευτής. ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή δήμαρχός τους• αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στο να επιδίδουν κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ένα ψήφισμα σε κάποιον λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που ξέχασαν πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει έναν καλό συγγραφέα (2) . Η προσφυγιά, μην ακούτε λόγια, τα μεγάλα λόγια «δεν ξεχνώ», όλα τα ξεχνά, όλα τα μαχαιρώνει, προπαντός σαν πέσουν οφίτσια και καλό φαί… Αυτά τους έσουρνε, πώς να αγαπήσουν έναν τέτοιο νεκρό!
Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη»(3) αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι, γείτονά του, το οποίο οι Έλληνες ομήλικοί του δεν το θέλανε, φυσικά. Αντιθέτως, το περιλούζανε με βρισιές από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, όπως εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων, όταν ο φανατισμός χτύπησε κόκκινο εναντίον των Τούρκων γειτόνων τους· ως επίσης και των αριστερών γειτόνων τους. Επειδή και οι δυο δεν στήριξαν, λέει, τον ένοπλο αγώνα τους για Ένωση. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του, έκανε παρέα τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Αχώριστοι φίλοι. Ο συγγραφέας, θυμάται το παιδί εαυτό του διαποτισμένο και το ίδιο από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του. Ένα βράδυ τα κάνανε γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Υψώνοντας την ίδια νύχτα την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί. Πράξη αποδιδόμενη στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, που εξισώνεται στα μάτια του συγγραφέα περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους λίγους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη όπου πλειοψηφούσαν οι Τούρκοι.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη εγκατέλειψαν την πόλη. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους καταφτάνει ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Άρρωστος
με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, τους άφησαν για λίγο μόνους στο δωμάτιο. Όταν βγήκαν, ήταν και οι δυο κλαμένοι. Δεν είχε κλείσει μήνας και ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή. 0 φίλος του πήγε στην κηδεία, μαζί με τη μάνα και τον πατέρα του, ο οποίος έμοιαζε πιο στεναχωρημένος κι από τον γιο του. Στο δρόμο της επιστροφής χτύπησε μια στο τιμόνι θυμωμένος: «Αχ, φτωχέ κοσμάκη!
Αν είχαν τα ριάλια, μπορεί και να το παίρναν Αγγλία το παιδί…»

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Ήταν ένας από τους 76%, που δεν θέλησαν να πάνε πίσω, το 2004, επειδή το σχέδιο λύσης δεν το ενέκρινε ο αρχηγός… παρότι αυτός ο ίδιος το συζήταγε για δυο χρόνια. Η Μόρφου, πάλι στα αζήτητα. Ποιος ξέρει, αν θα προταθεί και πάλι για επιστροφή. Πάλι! Πάλι με χρόνια με καιρούς… Ένιωθε μήπως κάποια ενοχή; Πάντως ήταν λίγο σκυφτός ο βουλευτής και κουρεμένος γουλί- του φταίξανε οι τρίχες. Πλησίασε. Θα πρέπει να τον έκοβαν λόρδες, ερχόταν φουριόζος κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Όλοι οι συνάδελφοί του και το προσωπικό ξέρανε τα νόστιμα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακρίβειας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. Εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία πανδαισία! Πρόσφυγας όντας, είχε δουλέψει ένα διάστημα στα καράβια. Στην Αμβέρσα είχε γνωρίσει αυτά τα σάντουιτς, δίπλα στον σταθμό του τρένου, με τα πολλά χρυσοχοεία… Μόνο ο βουλευτής δεν τα ήξερε. Για μεσημεριανό πεταγόταν σπίτι, ήταν κοντά. 
Γνώριζα και τον πατέρα του εν λόγω βουλευτή. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα του περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό του γυρισμού. Το μυαλό μου τον… συγκράτησε κάπως ωχρό, ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού· να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Μολονότι στην αρχή τα βρήκε σκούρα, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα, όμως, πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο. Εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας· κατάλαβε.
Τρεις μέρες πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα είχα επισκεφτεί το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα. Παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και τα διαβάζαμε, ανεξέλεγκτα και ακατασχέτως, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά της «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια ατομικά λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε, χωρίς συστολή πια, τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίους. Ενδιάμεσα της ιεράς οδού το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των οργασμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με αμέτρητες φανταχτερές πεταλούδες. Πόσες πεταλούδες, σαν τρυφερές μαθητριούλες σε παρέλαση από το διπλανό λύκειο, δεν είχαμε καρφώσει πάνω στον αιμοσταγή κι ανόητο πίνακα των συλλογών μας! Η δεξαμενή χρησίμευε και για κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν από τις εξετάσεις. Από δίπλα περνούσε ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα. Κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και μας παρακολουθούσαν να σχίζουμε σαν κοκκινόψαρα το νερό.
Δεν ήταν όμως κανένας εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν εγκαταλειφθεί από τον καιρό του Μεγάλου Θεοδόσιου, που τον είπανε τέτοιον, αυτόν τον θεομπαίχτη, αφού μεταξύ άλλων θεάρεστων, έκλεισε τις ακαδημίες και κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να τρυπώσω μέσα από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια! Στο βυθό της λάσπη και μέσα βατράχια με λερά ματοτσίνορα. Με το που με πήραν είδηση άρχιζαν να κοάζουν εκνευριστικά. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Εκείνα όμως, συνέχιζαν το δαιμονικό κόασμά τους, μες στο όνειρο. Δοκίμασα να φωνάξω, με την ελπίδα πως θα άφηναν τα σπαστικά τους και θα συμπεριφέρονταν επιτέλους, ανθρώπινα, σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε! Η φωνή μου δεν έβγαινε και τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Οι βάτραχοι μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα ξεμακραίνοντας. Κοίταξα πίσω κάποια στιγμή, με φόβο, να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε μεγάλες χελώνες, βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε το κατόπι μου, με απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, ιδιαίτερα ανταγωνιζόμενες το λαγό, έξυπνες όμως, τον είχαν κερδίσει μερικές φορές, κόντευαν να δρέψουν το ιδρωμένο πουκάμισό μου από πίσω. Ξαναγύρισα. Να βρω κάποια κατεύθυνση που θα τους ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν. Αμέσως όμως στ’ αυτιά μου ήχησε αλλιώτικος ο θόρυβος της κίνησής τους, έμοιαζε μεταλλικός σαν εκσκαφέων, δεν ήταν πια ορδές από χελώνες, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω στον εαυτό μου αγκομαχώντας.
Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου; Οι κάννες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά πόδας! Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάννες δεν βλέπουν τι συμβαίνει ακριβώς κάτω από τη μύτη τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς τότε, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με!»
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης με στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, άντρο ως φαίνεται, των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο!» άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γερασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. 0 πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δεν το θυμάσαι;»
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν από χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Δυο χρόνια προ της εισβολής είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να το κρατήσω. Μείνανε με άδεια χέρια και στα ξένα, για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκς, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, κούφια λόγια ήταν. Όμως, δοκίμασαν να μπουν στη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, σιωπούσαν, όμως, συνωμοτικά. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι περνούσε από το χέρι σου… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει εγκαίρως να διαφύγω, ήταν κι αυτό θετικό. Και, εν πάση περιπτώσει, σαφώς καλύτερο από του να διάγω σήμερα σαν αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δεν συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος καθώς θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, σκιάχτρο. ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων και το κυνηγητό των οστών, με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δεν θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σκιάχτρο. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού να φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι επιστρέψουν με το καλό, ζωντανοί να ’ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβόλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και την άλλη, μεγαλοδικηγόρος αυτή, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. 0 γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα. Και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς…
«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. 0 κίνδυνος είχε περάσει, μόνο ο μεταλλικός θόρυβος των εκσκαφέων ακουγόταν ξεθωριασμένος. «Μέσα έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δεν θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα, θα ξαπλώσεις σαν νεκρός, και αύριο πρωί πρωί, θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά! Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη, για τα καλά! Δεν με συμβουλεύεις σωστά, θείε!» τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω!» είπε κάπως θιγμένος, «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δεν σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή. Γέλασα κιόλας, οικτρά βέβαια, παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με τυφλό ή λεπρό που θα έπρεπε, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, όταν ο άγγελος ταράξει τα νερά, να πηδήξω στην κολυμβήθρα…
Θα πρέπει να κατάλαβε την οικτρότητα της σκέψης μου και είπε: «Μη σκέφτεσαι οικτρά! Πρώτα πρώτα δεν είσαι νεκρός. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσεις και να το χωνέψεις καλά. Διαφορετικά!… Στη Βουλή,
λοιπόν, θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού, αυτός θα σε αρπάξει, οπότε αυτομάτως τερματίζεται κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκε πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, του οποίου είχαν προηγηθεί οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων, ενάντια στο καθεστώς. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, θα έπαιξε
και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, αποσυμπίεζε μια βαλβίδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο και με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, όντως υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφιστεί με μανία από τον Ιουστινιανό για να κτιστεί ο Ιππόδρομος και κυρίως το Υδραγωγείο της Κωνσταντινούπολης.
Στη στάση της Βουλής δεν με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, και μηχανορραφούσε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για επιστροφή στη Μόρφου. Εάν και εφόσον πετυχαίναμε, όπως λέει, την ιδεατή λύση. Την προ της ταπεινωτικής ήττας, λόγω προδοτικής βλακείας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη σαν μύγες πράσινες, κατά τον Jenan Selchuk(4) . από την Ανατολία. Και κυρίως, αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Και όλοι οι αγνοούμενοι στα σπίτια τους. Στα νεκροταφεία του νότου. Με τα μικροσκοπικά τους φέρετρα! Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις είχε κτίσει τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή…
Παρόλα αυτά πετάχτηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα σαν τα χιόνια από καιρό, να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, τα οποία στην κρίσιμη στιγμή χτύπησαν ρέστα· αρνήθηκαν να τον εξυπηρετήσουν. Έμεινε εμβρόντητος! Και διαμαρτυρόμενος που ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, οι οποίοι στο μεταξύ κατασπάραζαν, σαν… κύριοι, τα σάντουιτς Αμβέρσας. Στράφηκε προς εμένα, αγριωπός, και ξιφουλκώντας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου! αντέτεινα, ήμασταν ψες μαζί…» Μολονότι ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, ασκούσε όμως ακόμη νεκρική επιρροή πάνω του, …ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως κάτι δεν του έβγαινε. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε μαζέψει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.
1) Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν και το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη.

2) 0 Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «0 Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που σώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν για τη διαίρεση της πατρίδας…

3) Φαίνεται πως η υπόθεση του εν λόγω διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης, ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και
ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.
4) Jenan Selchuk: Τουρκοκύπριος νεαρός ποιητής. Έγραψε το ποίημα Αμμόχωστος, όπου κατακεραυνώνει την κατοχή και τον εποικισμό: «Με μια στρατιωτική επιχείρηση / της αφαίρεσαν τις ωοθήκες… / Σμήνη από μύγες πρασινωπές / γεννοβολούν στο λιμάνι / κάμπιες σε σαλβάρια τυλιγμένες…»

 

ΜΕΡΟΣ Β’

αφρός ονείρου η ζωή

ΘΙΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΥ

ΤΑ ΧΑΛΑΣΑΝ ΑΔΟΞΑ εδώ και μερικά χρόνια. Από μια επιπολαιότητα, χωρίς να έχει εξαντληθεί μέσα τους η ιξώδης έλξη της αλλοτινής μέθης. Αυτό ίσως ένιωθε εκείνη και πιθανόν εκείνος. Γι’ αυτό σαν τύχαινε κάποτε να συναντηθούν στο ανέμελο της σύμπτωσης, υπήρχε τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη του. Κι εκείνης η φωνή κολλούσε. Δύσκολα τούς έρχονταν λέξεις· έμεναν στον ουρανίσκο. Λέξεις που άλλοτε σάλιωναν με υγρά του σώματός τους. Ένδειξη τού πόσο είχαν αφεθεί στην ξηρασία της ιδιότυπης τρέλας.
Ένα δείλι τον είδε να πλησιάζει από μακριά πάνω στο κύμα. Πήρε θέση άμυνας, όπως μια φορά, στα ξηρά χρόνια: την είχε ακουμπήσει με ασύνειδη τρυφερότητα στο μπράτσο κι εκείνη τινάχτηκε λες και την άγγιξαν δόντια κοφτερά. Ξανοίχτηκε στα βαθιά. Είδε μέσα από τη μάσκα της μια σμέρνα. Έμοιαζε με τυλιχτό κατιμέρι στη σκιά ενός βράχου. Υπέθεσε πως καραδοκούσε το θύμα
της. Η ίδια, λεία της. Κι αμέσως μέσα της φόβος: πως το κεφάλι της εκτοξεύεται και της δαγκώνει τη ρώγα. Μα το ζώο απλώς αμυνόταν. Εκείνος πλησίαζε. Το κολλώδες του θυμικού του ξεπρόβαλε σαν κρυμμένη χαρά. Εκείνη το σημείωσε, ανταπέδωσε, κι ένιωσε αίφνης άλγος γλυκύ στο υπογάστριο. Όπως τότε, που γάτες ηδονής γρατσούνιζαν τα έγκατά της μετά την ιεροπραξία της συνουσίας.
Έμοιαζε σαν να είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση. Στο παγκάκι της παραλίας κάθονταν μαζί της μια κυρία με τον γιο της. Τους σύστησε. Ξάφνου μια εντύπωση πως η κυρία ήθελε να της πασάρει τον μορφονιό της. Να του μάθει τον αντρισμό. Πρόσχαρη, ύπαρξη γενναιόδωρη και αφειδής. Και άλλοι πιθανόν, με την ίδια λογική, θα μπορούσαν να φανταστούν πως ήταν η κατάλληλη να τους μάθει τον αντρισμό. Ήταν όμως παντρεμένη και διόλου διατεθειμένη να μάθει στον οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Εκτός από Φυσική στους μαθητές της. Πιο πέρα βρισκόταν ο άντρας της. Έφτιαχνε παιγνίδια στην άμμο με τις κορούλες του. Πίσω από μια θίνα που τους έκρυβε. Αν φώναζε δυνατά, θα την άκουγαν. Δεν φώναξε. Αντίθετα, σαν να απολάμβανε την πολιορκία της. Το αγόρι ήταν
συνάδελφος στο γυμνάσιο, δέκα χρόνια νεότερος. Μαθηματικός. Πολύ κοντά στη Φυσική. Έμοιαζε όμως αναποφάσιστος. καθόλου φανατικός της διεκδίκησης. Κι
αυτό πίκραινε τη μάνα του, που καλοκρατούσε την πρόσχαρη συνάδελφό του. Ήλπιζε, ποιος ξέρει, σε κάποια ευγενική ατιμία. Να διδάξει στον προκομμένο της, για τον οποίο ψυχανεμιζόταν πως κι εκείνος τη λιμπιζόταν, να κατανοήσει πως, σάρκα και ψυχή πάνε πλάι πλάι. Αγκαλιάζεις την ψυχή, αγκαλιάζεις τη σάρκα. Κι ανάποδα. Αυτό, μάλλον, θα ήταν το αίτημα της μάνας προς την καταδεκτική καθηγήτρια, όμορφη τριανταπεντάρα να μάθει στον γιο της πως, άμα αγκαλιάζεις τη σάρκα, αγκαλιάζεις την ψυχή. Δεν ήξερε πώς να το πετύχει.
Έβλεπε τον γιο της, λεβέντη μέχρις απάνω, ωραίο αναλόγως, αλλά με μια ανυπαρξία στο πρόσωπο. Έλιωνε. Ή, δεν έλιωνε ακριβώς, αφού έμοιαζε χαρούμενη και απολάμβανε την παρέα της κοπέλας, απλώς ήταν σκεφτική. Σκεφτόταν κι αυτή τη σμέρνα, κουλουριασμένη στη σκιά του ύφαλου, έτοιμη να ριχτεί στο θύμα της. Δεν Φοβόταν όμως, η ίδια ήταν θύτης, με το να ζητάει ό,τι ζητούσε από την καθηγήτρια. Και θύμα, ίσως. Χαμογελούσε σ’ ό,τι εκείνη έλεγε, το πιθανό θύμα της. Και ήλπιζε. Και θα ήλπιζε ακόμη μέχρι τέλους, αν δεν προέκυπτε εκείνος, που είχε κολλώδεις ουσίες στο αίμα του. Το ψυχανεμίστηκε αμέσως. Από τη θλίψη του που μπερδευόταν με ευτυχία.
Κρατούσε στα χέρια ένα αόρατο ψαροντούφεκο. Στη θέα του η σμέρνα, επίσης αόρατη, παρέλυσε από φόβο. Κανείς δεν υποπτεύθηκε τον δικό του φόβο. Την έχανε οριστικά. Από τα δόντια του παλληκαριού, που τον περνούσε μισό κεφάλι κι είχε το στόμα κλειστό όλη την ώρα. Είδε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του τα δόντια της. Κουλουριασμένη σαν κατιμέρι. Πάει, την έχανε. Ξεχνούσε πως εδώ και καιρό ήταν χαμένη για πάντα, στην αγκαλιά του άλλου πίσω από τις θίνες.
Η καθηγήτρια, που αυθαιρέτως και αδίκως θεωρήθηκε, πως μπορούσε να διδάξει πράγματα σε άλλους, ένιωσε αίφνης ένα τρέμουλο και ξηρασία στα χείλη. Κι αντί να κάνει κάτι να τα υγράνει, όπως το αντικαθρέφτισμά του με νόημα της ένευε, σε μια προσπάθεια καθέλκυσής της πάλι στα νερά του, εκείνη, φοβισμένη, σύρθηκε μ’ ευλυγισία φιδιού και χάθηκε στη σχισμάδα του βράχου. Ένιωσε ασφαλής πίσω από τον εαυτό της. Κι ας ήταν η θλίψη της, αδελφή μιας θλίψης φόβου. Καταπώς το λέει το τραγούδι «από φόβο χάσαμε… δεν μας συγχωρώ!»
Εκείνος, έκανε μεταβολή, προς την κατεύθυνση των βράχων με την αλισάχνη στις γούβες και τα αιχμηρά δόντια. Φυσιολογικά, με το αλάτι στην πληγή, θα έπρεπε να σφαδάζει. Κανένας, όμως μορφασμός δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το γυάλινο λες και ονειρικό. Για να βυθιστεί σχεδόν αμέσως και ολοκληρωτικά, πίσω από τον αφρώδη λόφο της λύπης του. Πράγμα που πιθανόν να σήμαινε πως δεν θα επιπόλαζε ποτέ. Μέχρι τέλους. Και να, πώς έρχονται κάποτε τα πράγματα! Από καιρό είχε μια άποψη πως μια μέρα θα τον συναντούσε. Για πρώτη φορά, ξανά… Όπως τον άγγελο της Αγίας Θηρεσίας, θα κατέβαζε τη ρομφαία μέσα της. Σφαδάζοντας, θα τον αποκαλούσε τρυφερά «άγγελέ μου!» κι εκείνος, «γλύκα μου» κι ακόμη πιο πεζά, «γλυκό του κουταλιού». Κάποτε κιόλας έπιανε τον εαυτό της πεπεισμένο πως αυτό θα συνέβαινε μια μέρα που η ζέστη θα της περόνιαζε τα κόκαλα. Υπήρξαν όμως, και άλλες εκδοχές στις φαντασιώσεις της, όπως αυτή σήμερα, πως θα ερχόταν από τη θάλασσα σαν στήλη νερού, περιδινούμενη στήλη νερού, που έλιωνε από ζέστη σαν κύμα, χύνοντας τα δάκρυά του, σταγόνες χοντρές στο σώμα της, αδιάβροχο, φτερά κύκνου, από τα αντηλιακά λάδια καρύδας και μαντζούνια λησμονιάς.
Θα έφευγε, ναι. Αφρός ονείρου. Μέρα μεσημέρι. Παίρνοντας μαζί του και τη φαντασίωση της μάνας που είχε πασάρει το γιο της για μαθητεία στον έρωτα.

 

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ή
ΕΠΕΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΥΡΙΑΣΗ

Το επεισόδιο άρχισε σε μια στιγμή αφηρημάδας, ενώ κοιτούσε το στήθος της ωραίας Ντιόν, που τους φρόντιζε με ευρωπαϊκή φιλικότητα και προσεγμένη θηλυκότητα τις μέρες του συμποσίου. Τα βυζάκια της, προσεγμένα κι αυτά με μέτρο, είχε φροντίσει να τα θωρακίζει με μια ροζ φανελίτσα, κάτω από το ελαφρώς ανοικτό πουκάμισο. Δεν έδινε, επομένως, την ευκαιρία, που συνήθως παραχωρούν ευχαρίστως οι δικές μας των εύκρατων κλιμάτων και των οψίμως χειραφετηθεισών, που με το παραμικρό σκύψιμο, ανοίγουν παραδείσους αναμονής, ξέροντας πως προκαλούν τις έγκαυλες προθέσεις του επιτήδειου παρατηρητή. Κείνη τη στιγμή ακριβώς ένιωσε θιγμένη μα και κολακευμένη από το… περιεκτικό βλέμμα του και του έκανε νεύμα να το μετακινήσει εσπευσμένως προς την κατεύθυνση όπου ένας άνθρωπος, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων, ερχόταν κατά πάνω τους. Κοψοχόλιασε. Αμέσως όμως κατάλαβε πως επρόκειτο για τον ξεναγό τους ο οποίος περπατούσε μέσα στην άμμο που περιέβαλλε το περίπτερο ή πώς αλλιώς να ειπωθεί, το παρατηρητήριο μάλλον, από το οποίο ατένισαν μόλις απ’ άκρη σ’ άκρη, μέχρι το βάθος του ωκεανού, στο εξαιρετικό «Πανόραμα Mesdag» του ομώνυμου ξακουστού ζωγράφου. Τρικ οφθαλμαπάτης, προφανώς. 
Κάπου εκεί τελείωνε και η περιήγηση στο μουσείο και την προσκάλεσε να πήγαιναν ένα περίπατο μέχρι το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έπεφτε σχετικά κοντά, όπως η ίδια του είχε εξηγήσει. Ήταν πολύ περίεργος να δει αυτό το επίγειο θαύμα, όπου ο θεός, με ανθρώπινο χέρι απονέμει δικαιοσύνη, πολύ πριν από τη Δευτέρα παρουσία. Και μετά να κάθονταν κάπου για ένα ολλανδικό σναπς genever και γιατί όχι, να δειπνούσαν μαζί. Τρεις μέρες ήταν αρκετές για αυτού του βαθμού εξοικείωση. Εκείνη προφασίστηκε δουλειές, μπορεί, όμως, να μην ήταν πρόφαση, και γιατί, δηλαδή, να ήταν; Του εξήγησε απλώς τον δρόμο κι αποχαιρετίστηκαν. Το χαμόγελό της πάντα φιλικό κι αινιγματικό, άφηνε και στον ίδιο μια γεύση ατελείωτου, δεν του επέτρεψε να κοιτάξει ξανά το στήθος της, έστω, τελευταία φορά. Το στήθος της χανόταν για πάντα… Αυτό το τελευταίο χάρηκε που του ήρθε στο μυαλό κι έκανε την παλαβή σκέψη να την πάρει το κατόπι, να την προφτάσει, για να της πει ειδικά αυτό. Εκείνη, όμως, πιθανό να μην το έβρισκε καθόλου κομψό και αστείο, λέξεις με τις οποίες χαρακτήρισε ένα από τα διηγήματά του στο βιβλίο που της είχε χαρίσει δυο μέρες πιο πριν. Ναι, κάπως έτσι εκφράστηκε. Και σαν το έλεγε, κουδούνιζαν ήχοι γλυκοί στα λόγια της. Κι ανυπομονούσε να διαβάσει και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό βιαζόταν, να πάει σπίτι και να στρωθεί στο διάβασμα.
Το βράδυ ερχόταν συνεχώς στον ύπνο του. Μια αυτή, μια ο άλλος, ο υπεράνθρωπος που περπατούσε στην άμμο. Ο οποίος, του προσήψε την κατηγορία της αφηρημάδας, οπότε κάποια στιγμή, απρόκλητα, απείλησε πως θα τον άρπαζε και θα τον πετούσε στο ποτάμι που διέσχιζε το απέναντι ψαροχώρι. Μέσα στον πανοραμικό πίνακα μεν, αλλά αρκετά βαθύ με υποσχόμενο πνιγμό και με τις πολυπληθείς κεραίες των καραβιών σαν βελόνες, με διάθεση η κάθε μια να τρυπήσει κι από ένα κύτταρό του. Τόσο σοβαρό το αμάρτημα. Η Ντιόν έμοιαζε να ανησυχεί, ξέροντας πως αιτία για όλα αυτά ήταν τα στήθη της, σε λίγο, όμως, έμοιαζε να το ξεπερνά και χαμογέλασε με τον διφορούμενο τρόπο της. Μετά τον πλησίασε, τον κάλυψε σαν προστασία και ο υπεράνθρωπος απομακρύνθηκε σταδιακά σε σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα βήματά του στην άμμο. Εκείνη στήθηκε όρθια, κοίταξε προς το μέρος του κι έκανε μια αόριστη χειρονομία, σαν να τον κατευόδωνε με ανακούφιση. Του χαμογέλασε ξανά με το διφορούμενο χαμόγελό της. Λες, όπως το ψεύτικο χαμόγελο της Τζοκόντα, για το οποίο μια ζωή διερωτόταν τι του έβρισκαν, επιτέλους; Είναι δυνατόν να προσποιούνται όλοι κατά συρροή, ότι εκείνη η λαγόχειλη γυναίκα είναι όμορφη; Δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο σχεδόν ντροπαλό χαμόγελο της Ντιόν. Παρόμοια και με τα τραγούδια του Μητροπάνου, που απαξάπαντες τα έχουν για απαύγασμα ομορφιάς, μελωδικά ναι, μα οι στίχοι, εκτός ελαχίστων, είναι σκέτες ανοησίες. Μεταφρασμένα σε μια άλλη γλώσσα, γερμανικά ή αγγλικά, θα είναι για τα πανηγύρια. Κι όμως το χαμόγελό της, κάθε άλλο παρά εξεζητημένο, αποδείχτηκε το πιο γνήσιο από το πρώτο κιόλας βράδυ που την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν της γνωριμίας. Ακολούθως τον κράτησε από το χέρι και σχεδόν χορεύοντας, τον κατέβασε στον μόλο κι απ’ εκεί γλίστρησαν συνωμοτικά σε μια γολέτα του 18ου αιώνα. Ο καπετάνιος του θύμισε τον υπερμεγέθη τύπο στην άμμο, παραδόξως, όμως, είχε εκπέσει στις κανονικές του διαστάσεις κι έδειχνε εξαιρετικά καλοπροαίρετος. Η Ντιόν δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, ήταν απλώς ευγενική με το μοναδικό αυτό μέλος του πληρώματος, που είχε φροντίσει να τα βρουν όλα στην εντέλεια. «Τράβα στ’ ανοικτά!» του είπε. Η συμπεριφορά της φανέρωνε κυριαρχία στο σκάφος, ενώ η ελαφρά υπόκλισή του στη δεσποινίδα την επιβεβαίωνε. 
Μπροστά σ’ όλα αυτά τα απρόσμενα, είχε ξεχάσει τη βόλτα που εκείνη του είχε αρνηθεί μα και την πρόθεσή του να επισκεφτεί το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο, οι Ολλανδοί ονομάζουν Vredespaleis, «Παλάτι της Ειρήνης», του εξήγησε. Μετά η Ντιόν άνοιξε το ψυγειάκι και τον κάλεσε να υποδείξει το ποτό της προτίμησής του. Μινιατούρες ουίσκι, βότκα, τζιν, μα εκείνος προτίμησε το ντόπιο genever, στο οποίο είχε εθιστεί τις τελευταίες μέρες. Στεκόταν από πάνω της όσο εκείνη σκυφτή εξερευνούσε το περιεχόμενο ψάχνοντας κάτι για συνοδευτικό. Τότε πρόσεξε πως το ροζ φανελάκι απουσίαζε και τα βυζάκια της ήταν τώρα πιο εκτεθειμένα στο αχόρταγο βλέμμα του. Εκείνη το κατάλαβε και δεν έκανε τίποτε να σταματήσει τις ριπές του βλέμματός του. Την πήρε από τις μασχάλες και την τράβηξε πάνω του. Τη φίλησε. Εκείνη ανταπέδωσε με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια τη βρήκε όταν εκείνος ξεκόλλησε τα χείλη του από τα δικά της, για να προχωρήσει με τα φιλιά στον άσπρο γκρεμ λαιμό κι ακολούθως πιο κάτω. Ένιωθε το σώμα της να ριγεί κολλημένο στο δικό του σ’ όλο τους σχεδόν το ύψος. Έμεναν ακάλυπτες μόνο κάτι χαραμάδες χαμηλά στα πόδια. Κατέβασαν το σναπς μονορούφι. Μετά τη φίλησε στα βυζιά, που πια δεν διέθεταν θωράκιση. Οι ρώγες πάλλονταν στο στόμα του. Δεν ήθελε να απατήσει τη γυναίκα του που περιπολούσε τριγύρω, σε κανένα μουσείο, καμιάν εκκλησία, όμως δεν άντεξε στον παλλόμενο πειρασμό. Θυμήθηκε κιόλας μια φράση της, που τον ενοχοποιούσε κάποτε δικαίως ή αδίκως: «Ξέρω, ο άγγελός σου είναι αδύνατος». Που θα πει πως είναι επιρρεπής σε πειρασμούς. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή ένιωσε το πέος του κατατεμαχισμένο. Δεν ήξερε τι να το κάνει, ο καπετάνιος πέταξε το μαχαίρι στη θάλασσα, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος. Εκείνη κάθισε δίπλα του περίλυπη. Σκεφτόμενη, όμως. Για να την ευθυμήσει, και σαν καλός συγγραφέας, άρχισε να της διηγείται το παραμύθι για τον θεό Όσιρι που δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Σεθ, ο οποίος τον έκοψε σε κομμάτια που τα διασκόρπισε σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Ίσις, η αδελφή και σύζυγός του, ξεκίνησε ένα ατέρμονο ταξίδι προκειμένου να μαζέψει όλα τα κομμάτια του θεού και να τον ξαναφέρει στη ζωή. Και όντως, κατάφερε να τα συγκεντρώσει όλα, εκτός από το πέος του. Μη θέλοντας να αφήσει νεκρό τον εραστή της, έφτιαξε ένα άλλο από πηλό και του χάρισε ξανά τη ζωή με πεολειχία.

Η ονείρωξη αυτή, ανάμεσα τρόμου και ηδονής, μπορεί να ήταν κι από τις τελευταίες της ζωής του. Ήταν κοντά πενήντα. Η γυναίκα του στη διπλανή καμπίνα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Πάλευε κι εκείνη με τους δικούς της εφιάλτες. Με τον τρίμετρο γίγαντα που εγκατέλειψε κάποια στιγμή τον οίακα στο έλεος του θεού και πήγε κοντά της, αφήνοντας ακυβέρνητο το σκάφος. Μόλις κατάλαβε ότι εκείνη δεν ανταποκρινόταν, άρχισε να της ψιθυρίζει στο αυτί πως ο άντρας της είναι ένοχος και σε λίγο θα έρθει η αστυνομία για να του πάρει κατάθεση.
-Κατάθεση για τι;
-Κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο.
Μόνο αυτό δεν περίμενε ν’ ακούσει. Της φάνηκαν τρελά όλα τούτα και αποφάσισε στα σοβαρά να τερματίσει το όνειρο. Δεν μπορούσε όμως! Στη γλώσσα της ξανά ερωτήσεις και στ’ αυτιά της ξανά οι απαντήσεις. Έστω κι αν είχε ξυπνήσει μια δυο φορές κι υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα ονειρευόταν στο εξής κάτι άλλο, για να επικαλύψει το όνειρο εφιάλτη. 
-Και γιατί να αφορά τον άντρα μου αν κάποιος κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο; Ήξερε, ναι, πως κατέβαζε κάποτε κάτι τέτοιες ιδέες που τις εκσφενδόνιζε σαν αστεία, όχι όμως πως θα έφτανε ίσαμε την πράξη.
-Μα αυτό λέω, εκείνος τον έβαλε πάνω. Είναι, δηλαδή, ο ηθικός αυτουργός.
Θα πρέπει να ήταν η ώρα που ο άντρας της απολάμβανε τον ονειρικό οργασμό του. Λες κι είχε φυσήξει ένα δροσερό αεράκι από το φινιστρίνι και της χάιδεψε το πρόσωπο. Μάλλον θα είχε μόλις ξυπνήσει και η ίδια. Σ’ ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Novotel στο κέντρο της πόλης.
-Σε λίγο θα κτυπήσει το τηλέφωνο από την ρεσεψιόν. Οι αστυνομικοί περιμένουν κάτω. Αυτό το άκουσε στα σίγουρα. Ήταν ήδη ξύπνια. Στο μπάνιο ακουγόταν το νερό να πέφτει. Ο άντρας της. Βγαίνοντας την πληροφόρησε πως είχε ένα ευχάριστο όσο και δυσάρεστο βράδυ ονείρων, αλλά, τώρα κάτι συμβαίνει κάτω και θα πρέπει να κατεβαίνουμε, της είπε. Εσύ πώς πέρασες, το βράδυ σου; Πριν εκείνη απαντήσει χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάτω τους περίμεναν δυο αστυνομικοί, τους είπανε όμως πολύ ευγενικά να προγευματίσουν πρώτα και μετά θα υπέβαλλαν «κάποιες ερωτήσεις στον κύριο!». Πάνω στην ταραχή ξέχασαν να πιουν το ποτό τους από κρύο νερό με λεμόνι και δυόσμο που προσφερόταν στην ρεσεψιόν κάθε πρωί. Τούτο μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα της μέρας. Και όντως, τον είχε προσέξει στη διπλανή passage, δίπλα από την τραπεζαρία, ένα μέτρο από κοντά τους. Πρόσεξε τις χειροπέδες κάτω από το μπουφάν, σε σχήμα συγκοινωνούντων δοχείων με το χέρι του αστυνομικού. Πανύψηλου επίσης, δεν συγκρινόταν όμως, με τον χτεσινό ξεναγό στο μουσείο. Η ταραχή κυριάρχησε, τους είχε κοπεί η όρεξη. Μετά τον καφέ η γυναίκα του, παρά την έντονη περιέργειά της, προτίμησε ν’ ανέβει στο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν είχε προσέξει τον «διακριτικά» κρατούμενο. Άλλωστε, ένα νεύμα των ανακριτών τής είχε δώσει να καταλάβει πως δεν ήταν επιθυμητή. 
-Θα πρέπει να μας ακολουθήσετε για λίγο. Εσείς είστε ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν διαδραματιστεί το ψεσινό βράδυ. Ο φίλος μας απ’ εδώ τα έκανε γυαλιά καρφιά. Παραβίασε τη μεγάλη καγκελόπορτα του Δικαστηρίου, πλησίασε το κτίριο και το κατούρησε πατόκορφα. Είχε και ροή, φάνηκε, μετά από τόσες μπίρες…
Ο συγγραφέας κοιτούσε μια εκείνους και μια τον λεβέντη του, που κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του που δεν διέθετε, και δεν αποφάσιζε ποια υπερασπιστική γραμμή να ακολουθούσε. Να απ αρνηθεί τον καλό υπηρέτη, τον πιστό του φίλο;… Που ήταν πάντα όλος αυτιά, σ’ όσα τρελά έλεγε και δεν έλεγε, κι απλώς τα σκεφτόταν, κι αυτός αντιδρούσε συχνά σ’ αυτά. Ήταν το χέρι του, εκτελούσε. Ε, κάποτε και βίαια, όπως ψες. Που είχε πλακωθεί στις μπίρες και στα σναπς κι ακολούθως ξεσάλωσε κατουρώντας τα θεία της ανθρωπότητας.
-Έβαλε και φωτιά στο δέντρο Anna Paulowna μπρος από την είσοδο, μετέτρεψε σε στάχτη τις επιθυμίες του πολιτισμένου κόσμου για ειρήνη και δικαιοσύνη… Πως τάχα δεν δικάστηκαν οι Μπους και Μπλερ αλλά μόνο οι Μιλόσεβιτς και Κάρασιτς.
Α, τώρα άρχισε να μπαίνει στο νόημα για το μέχρι πού είχε φτάσει ο τύπος. Όχι δεν μπορούσε να φορτωθεί μια τέτοια ευθύνη. Αρνήθηκε τα πάντα. Οπότε, αλά μπρατσέ τον οδήγησαν πεζό απέναντι, στο Binnenhof, στο σύμπλεγμα των κυβερνητικών κτιρίων. Απ’ εκεί περνούσαν τις τελευταίες μέρες για την αίθουσα του συνεδρίου. Ο ήρωάς του δεν φαινόταν να είχε θιγεί από την προδοσία του, απεναντίας, κι άμα έβρισκε ευκαιρία του έριχνε και κανένα κρυφό χαμόγελο. Αυτή ήταν συχνά η τακτική τους. Τους χώρισαν, όμως, εκεί. Ο συγγραφέας βρέθηκε μονάχος σ’ ένα δωμάτιο με ψηλά παράθυρα, να διαβάζει την ολονύκτια κατάθεση του ήρωά του: Έναν απολογισμό ή και τις σκέψεις του για όσα του επεφύλαξε η άσχημη εκείνη νύκτα. Σκοπός και η δική του παραδοχή. Μπρε τους παμπόνηρους…
«Ωραία πόλη η Χάγη!», για κοίτα τον τώρα, τους αρχίζει στα κομπλιμέντα. «Αν και στιγματισμένη από ένα άντρο, απ’ όπου παρελαύνουν όλοι οι διεθνείς εγκληματίες. Κατά τα άλλα, ωραίοι άνθρωποι οι Ολλανδοί», μα, για κοίτα τον, πώς συνεχίζει το καλόπιασμα! «Τολμώ να πω και οι γυναίκες τους, όπως η ελκυστική Odin, που γνώρισα στα πλαίσια της διεθνούς σύναξης με θέμα ‘Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία’. Λες και δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί ο κόσμος, ειδικά αυτές τις μέρες που η Ευρώπη κατακλύζεται από πρόσφυγες και βραδυφλεγείς βόμβες από την ανατολή… 
»Μου έδειξε το Δικαστήριο από το παράθυρο. Κατεβήκαμε στην επόμενη στάση. Τραμ Νο 1. Θα ερχόμουν την επαύριον, είχε ήδη σουρουπώσει. Μου υπέδειξε, όπως της ζήτησα, ένα εστιατόριο, εκεί κοντά, με καλό ολλανδέζικο stake. Βιαζόταν, αλλά ήπιε μαζί μου ένα genever, μη με απογοητέψει. Καλό απεριτίφ, είπε, παραδεχόμενη, όμως, πως σπάνια πίνει. Την πρόλαβα όμως, και υστεροβούλως παράγγειλα ένα δεύτερο πριν σηκωθεί. Εξαιρετικό, είπα, ρουφώντας το μονοκοπανιάς, επιβραβεύοντας την επιλογή της. Το αρνήθηκε ευγενικά, οπότε το κατέβασα κι εκείνο. Η γλώσσα μου αμολήθηκε., Μπροστά στη θέα του Διεθνούς Δικαστηρίου το συνέδριό της είχε αλλάξει μέσα μου θεματική. «Η ψευδαίσθηση της Δικαιοσύνης!» Το σιγοψιθύρισα, μα δεν κατάλαβε. Χαμογέλασε με κατανόηση εστιάζοντας στο άδειο σφηνάκι στο χέρι μου. Και ξάφνου, ‘θα αποφασιζόταν σήμερα στις Βρυξέλες ο καταμερισμός των προσφύγων’, είπε η Οντίν, δοκιμάζοντας με κάποια καθυστέρηση να μπει στο πετσί μου. Τι να ΄καναν αυτοί οι κατατρεγμένοι στην κρυόκωλη Ευρώπη, σκέφτηκα εγώ, μα το κράτησα μέσα μου. ‘Θυμήθηκα τον πατέρα μου, τότε με την εθνοκάθαρση του τουρκικού στρατού από τα χωριά μας στην Καρπασία. Άνθρωπος που δούλευε σκληρά τη γαλαντόμα γη, τον αέρα, τη θάλασσα; Τι γυρεύουμε εμείς στους καταυλισμούς της Λευκωσίας, παραπονιόταν η μάνα μου; Να σπέρνουμε σιτάρι, να φυτεύουμε καπνά, να μαζεύουμε χαρούπια, ελιές; Και πεταγόταν από την άλλη παραλογιζόμενος ο πατέρας. Ή να πιάνουμε ψάρι στις πισίνες της αριστοκρατίας; Δέκα χρονών ήμουν τότε, μα βελόνιαζα κάθε τρελή λέξη τους. Η θεία από δίπλα θρηνούσε δυο γιούδες. Ένα σκοτωμένο κι ένα αγνοούμενο. Τον Κίσιγκερ και τον Ετζεβίτ, τους δικούς μας δολοφόνους, ποιος θα τους δικάσει; Πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και ρωτούσε μέρες, μέχρι που έπαθε τον κόλπο κι έμεινε σε μια καρέκλα αμίλητη.
»Μιλούσα μόνος, εκείνη είχε φύγει. Έφτασε το στέκι και το γύρισα στις μπίρες. Ρούφηξα μερικές Stella Artois. Προτού εγκαταλείψω επισκέφτηκα σαν κύριος την τουαλέτα. Πριν διανύσω διακοσαριά μέτρα η κύστη μου ξανακτύπησε. Δεν μπορούσα να το ρίξω εν μέση οδώ. Σέβομαι τις συνήθειες των πολιτισμένων ανθρώπων, σαν κι εσάς! Νάτος πάλι, με τις κολακείες του! Άλλωστε, θα με μαζεύατε και θα με κλείνατε μέσα. Ήταν η στιγμή που θα εισέβαλλα για να απαιτήσω εξηγήσεις από την Κάρλα ντελ Πόντε, για την τάξη του κόσμου… Η Οντίν δεν με ήξερε καλά. Τα κάγκελα κλειστά κι επενδυμένα στο πάνω μέρος με μυτερά καρφάκια, μόλις διακριτά, πολιτισμένα. 
»Πριν λάβω την τελική απόφαση να πεταχτώ και να βρεθώ μ’ ένα σάλτο στον κήπο, κατευθύνθηκα ενστικτωδώς προς το περίπτερο της εισόδου, όπου ένα δεντράκι πατόκορφα στολισμένο με χαρτάκια. Ευχές κι επιθυμίες, εξήγησε η ωραία μουλάτη φύλακας, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο. Όπως στα παλιά χρόνια, οι παρακλήσεις στη δική μας Αφροδίτη και τη μετέπειτα αντικαταστάτριά της, τη θεά Παναγία. Συντηρούν κι αυτές μέχρι σήμερα από ένα δέντρο, όπου οι πιστοί, βίρα, κρεμούν τα παρδαλά λουριά τους. 
»Διάβασα ένα, διάβασα δεύτερο, τρίτο! Κανένα δεν έλεγε να μαζέψουν και όσους προστάτεψε η τσιμπίδα του νόμου τους… Μου ήρθε στο μυαλό το κορίτσι της Καλύμνου, που αντικρίζοντας στην ακτή πνιγμένο το αγόρι στην αγκαλιά του πατέρα του, αναφώνησε: ‘Αν για το Παρίσι πρέπει να κάνουμε ενός λεπτού παγκόσμια σιγή, για τη Συρία θα πρέπει να βγάλουμε τον παγκόσμιο σκασμό για δέκα χρόνια’. Αυτή η θύμηση μου τη βίδωσα απότομα.
»Δεν χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά, όση ώρα, δηλαδή, ήταν αναγκαία στη νεαρή μελαψή υπάλληλο, να κατεβεί τα σκαλιά της τουαλέτας αριστερά της, να εισέλθει στο ουρητήριο γυναικών, να καθίσει στη λεκάνη, να ουρήσει ό,τι τη φούσκωνε μέχρι πριν από λίγο, να σκουπίσει το ουρητικό της όργανο μην λερώσει την κιλότα της, και να επιστρέψει ανακουφισμένη. Έτοιμη να κλειδώσει τους πάντες έξω από την παγκόσμια δικαιοσύνη και να του δίνει. Τότε ήταν, που είδε με φρίκη το απογυμνωμένο, από ευχές, χαρτάκια κι ελπίδες, δέντρο απέναντί της κι εμένα να ποδοπατώ τα ασυνάρτητα χαρτάκια. Στη συνέχεια, τους έβαλα φόκο, πριν βρεθεί κοντά μου, πριν προλάβει να μιλήσει στο κινητό της. Και όχι μόνο. Πήδηξα σε χρόνο μηδέν τον φράκτη με τα ευγενικά αιχμηρά καρφάκια, αφού προηγουμένως ανέβηκα σ’ ένα τριγωνικό γεροντικό τρολεάκι. Αυτό που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι σας σαν μέσο κίνησης και αθανασίας, για να περιδιαβάζουν στην πόλη, αλλά και στην άλλη ζωή. Παίζει ρόλο Φιλιπινέζας καθ’ ημάς. Γίνεται και κάθισμα για κουρασμένους χρήστες. Κι αν κάποιος, μες στην άνοιά του το ξεχάσει, πράγμα που έγινε μπρος στα μάτια μου, επωφελούμαι και πηδώ χωρίς πρόβλημα στον χλοερό κήπο του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κι αρχίζω να τρέχω προς την είσοδο. Κανένας δε με σταματά. Το νόστιμο στέκι που καταβρόχθισα πριν από λίγο, όχι well done, αλλά medium, με πολύ αίμα, τώρα εκδικείται. Διψώ για αίμα, εκδίκηση. Το ίδιο και οι μπίρες Stella Artois που αναλαμβάνουν τη δική τους δράση.
»Ωστόσο, κύριοι, ανακριτές, πρέπει να ξέρετε, πως αυτές οι απαισιότητες περί αίματος είχαν εισχωρήσει στο μυαλό μου τότε, εν βρασμώ ψυχής. Η αλήθεια είναι πως ποτέ μου δεν δίψασα για αίμα. Ποτέ, μα ποτέ. Εκτός από την περίπτωση του ολλανδικού στέικ, που τόσο όμορφα το φτιάχνουν οι μάγειροί σας εδώ στη Χάγη. (Πάλι οι κολακείες του!) Μα και στο Άμστερνταμ πάνω στα κανάλια το φτιάχνουν ωραία και στην Ουλτρέχτη, απ’ όσο θυμάμαι. Μα ναι, και στο Νάιμεγκεν, είχα φάει κι εκεί μια φορά στέκι με αίμα, πάνω στον Ρήνο. Αυτό το αίμα επιθυμώ.
»Η κύρια είσοδος του Δ.Δ άρχισε να μουλιάζει από το κάτουρο, οπότε και βρέθηκα στην αγκαλιά δυο συναδέλφων σας, φρουρών, του παγκόσμιου δικαίου. Έψαχναν τους καρπούς των χεριών μου για έναν ανεξήγητο λόγο. Αμέσως πρόσεξα τις χειροπέδες. Κρατούσα ακόμη το πουλί μου, σείοντάς το για εκροή και των τελευταίων σταγόνων. Και μου φάνηκε προς στιγμή να το διασκεδάζουμε οι τρεις μας. Τους έθεσα εντούτοις προ των ευθυνών τους, ως εκπροσώπους της διεθνούς νομιμότητας, πως δεν είμαι ο όποιος τυχών, και θα έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη. Μέχρι να ανασύρω από την τσέπη μου λίγο χαρτάκι τουαλέτας, να σκουπίσω τις τελευταίες ρανίδες της ούρησής μου. Συνήθεια που χρονολογούνταν σαν προσωπική επιταγή υγιεινής. Θα έπρεπε να τη σεβαστούν, όσο το ένα μου χέρι βρισκόταν ακόμη εκτός χειροπέδης. Μου φάνηκε να δείχνουν κατανόηση. Κοίταξαν κιόλας αλλού όσο εγώ το τίναζα ακόμη. Αν ήταν οι δικοί μας αστυνομικοί, θα ήμουν κιόλας ανάπηρος. Μέσα σ’ εκείνο το κενό απορίας, πώς να συμπεριφερθούν σ’ έναν τρελό για δέσιμο, επωφελήθηκα για να κοιτάξω με ενδιαφέρον το αυλακάκι που διατηρούσε την αφρώδη ροή του όσο κυλούσε ανάμεσα στα μικρά λεπτεπίλεπτα τουβλάκια, που σκέπαζαν ολόκληρη την παλιά πόλη. Πριν ο γάντζος περισφίξει και τον αριστερό μου καρπό, πρόλαβα να χώσω στην τσέπη το διηθητικό χαρτάκι για την επόμενη επίσταξη. 
»Όντως, το χαρτάκι που μόλις πρόλαβα να τακτοποιήσω, το ένιωσα συμπαραστάτη σ’ ό,τι θα ακολουθούσε. Αλλιώτικα θα κατέρρεε όλη μου η άμυνα, όπως εκείνη του Λούζιν* και, βεβαίως, το σκεπτικό μου. Ήταν όλα στο τραπέζι, ακόμη και μια άτακτη υποχώρησή μου. Ευτυχώς σεβάστηκαν την άποψή μου πως η μπίρα Stella Artois, είναι υπέρ του δέοντος διουρητική. Η κύστη μου και η επίκτητη ακράτεια, προειδοποιούσαν και πάλι. Και το είχα παρατηρημένο, όταν έχεις γεμάτη κύστη, παραδίνεσαι άνευ όρων. Έδειξαν υπομονή. Τους βάραινε, καλά το κατάλαβα, η ενοχή του παγκόσμιου ψέματος; 
»Με οδήγησαν ευγενικά στις τουαλέτες δίπλα από την έξοδο.. Εκεί που πριν από λίγο το μελανούρι φύλακας είχε ξαλαφρώσει από τα υγρά του. Έμοιαζε, αναστατωμένη που το όμορφο δεντράκι της έμοιαζε με μαδημένη κότα. Τα χαρτάκια κάπνιζαν ακόμη. Ευτυχώς που δεν τους πρότεινα να τα σβήσω με την κάνουλά μου, επειδή ξεκάπνιζαν άσχημα. Μου είχε περάσει από το μυαλό.
»Μόλις στράγγισα τις τελευταίες σταγόνες, με γράπωσαν, όπως ήδη ξέρετε, οι δύο πράοι Ολλανδοί με τις τανάλιες τους και, χωρίς άλλη συνθηκολόγηση, με μετέφεραν στην αστυνομική κλούβα που περίμενε απ’ έξω. Επιτέλους, κάποιος με ρώτησε κάτι. Ο αξιωματικός της κλούβας. Τα θυμωμένα λόγια του έμοιαζαν με σπασμένα Γερμανικά με πολλά χριτς χρατς, που μου ενέπνευσαν φόβο. Κατάλαβε αμέσως το λάθος του κι επανέλαβε σε μια πιο κατανοητή γλώσσα. Τι γύρευα εκεί; Σας παραθέτω, λοιπόν, αυτολεξεί τον διάλογό μας. Όσο, βέβαια, μου επιτρέπει η μνήμη και η διαύγειά μου.
-Ζητώ, παρακαλώ, συνάντηση με την εισαγγελέα Κάρλα ντελ Μπόντε!
-Τι; Έμεινε άφωνος. Και τι θα την κάνεις, τέτοια ώρα; Είπε πάλι θυμωμένα, με πολλά χρ-χρ.
-Να ρωτήσω, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή της…
Κι ενώ έκανε νόημα στους συνοδούς του να με μαζεύουν, είπε ακόμη: ‘Δεν είν’ εδώ. Αυτή έχει φύγει με σύνταξη’. Μην καταλαβαίνοντας εγώ, πόσο σοβαρά ή όχι, το είπε.
-Γέρασε, δηλαδή; συνέχισα την απορία μου.
-Πάρτε τον, είπε. Αν και στη γλώσσα του, από τα πολλά χρ-χρ κατάλαβα, πως την είχα βαμμένη. Τόσο το καλύτερο, σκέφτηκα. Οι εφημερίδες αύριο κάτι θα πουν για την περίπτωσή μου… Καλό αυτό, τίποτε δεν πάει χαμένο. Φτάνει να μην ξαναχτυπήσει η φούσκα μου.
-Τότε, θα ήθελα να δω τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Τον κύριο… Φον… Λες και τ’ όνομά του ήταν στη μύτη της γλώσσας μου κι οι μπίρες το κατέπνιγαν.
-Κλείστε τον! είπε πιο αποφασιστικά και αμετάκλητα. Χρρ… Μ’ έσπρωξε κιόλας λιγάκι, να πιάσω τη θέση μου στην κλούβα. Κατάλαβα πως ήδη απομακρυνόμασταν από την περιοχή του ευγενικού και αστείου. 
»Πριν με μαντρώσουν, οι κύριοι συνάδελφοί σας, είχαν ζητήσει και αρπάξει το πορτοφόλι μου. Με την ταυτότητα μέσα, που μου χρησίμευε για διαβατήριο στην Ενωμένη Ευρώπη, τα λεφτά, πεντακοσαριά ευρώ, τις δύο πιστωτικές κάρτες, την ευρωπαϊκή κάρτα ασθενείας, την κάρτα του American Heart Center με τα δύο στεν, ακόμη και μια λανθάνουσα δημοσιογραφική ταυτότητα, ό,τι, δηλαδή, γενικώς με συνιστούσε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Όσες φορές είχα ονειρευτεί έναν τέτοιο εφιάλτη, ξυπνούσα σχεδόν προ της ανακοπής. Τους προειδοποίησα. Θα έφερναν ακεραία την ευθύνη… Μέχρι που να φτάσουμε στο κελί και πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μου τα επέστρεψαν όλα. Ένιωσα ανακουφισμένος. Και θα ένιωθα ακόμη και ευτυχής αν δεν κτυπούσε πάλι επιθετικά η κύστη μου. Βρέθηκα ξανά μπροστά στον κίνδυνο να απολέσω κάθε πλεονέκτημα εξ αιτίας της. Κοίταξα ένα γύρο στο κελί, δεν είδα το φωτεινό γυαλί κάποιας τουαλέτας. Κατάλαβα πως αυτό ήταν μέρος της ανακριτικής τακτικής τους, που μόλις άρχιζε. 
»Πριν μπήξω τις φωνές για να διεκδικήσω μέχρις εσχάτων τα δικαιώματά της φούσκας μου, άνοιξε την πόρτα μια νεαρή κυρία. Αν δεν βρισκόμουν κάτω από την πίεσή της , θα την έβρισκα κιόλας ωραία. Της εξήγησα. Χαμογέλασε. Με οδήγησε δίπλα. Θα πρέπει να γνώριζε από το ιστορικό μου και μου έδωσε επιπρόσθετο χρόνο για να σκουπίσω στο διηθητικό χαρτί τις τελευταίες σταγόνες. Μπορεί κιόλας η σκηνή της ούρησής μου, να προβαλλόταν στο σχεδόν διάφανο γυαλί της πόρτας κι εκείνη να παρακολουθούσε. Μα τα παπούτσια μου δεν είχαν καν κορδόνια. Μην κάνω καμιά τρέλα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Αλλά εσείς, δεν το ξέρατε και λάβατε τα μέτρα σας. Καλώς!» Να τον πάλι, τον κόλακα.
»Η ωραία λοχίας κάθισε απέναντί μου και μου υπέβαλε, με καλή διάθεση, μερικές ερωτήσεις. Μόνο αν ήθελα τις απαντούσα. Γλυκιά. Ίδια η Odin, με αστυνομική στολή. Μα, και η φωνή της. Κι όσο η φούσκα μου άδειαζε και άφηνε τη σκέψη μου απερίσπαστη, καταλάβαινα πως αυτά τα πράγματα, απίθανης κατασκοπίας, θα μπορούσαν να συμβούν μόνο στις χώρες του τέως σοσιαλισμού. Που με τέτοια κολπάκια δέκα αστυνομικοί στη Μόσχα μου υφάρπαξαν εκατό μάρκα πολύτιμα, φοιτητικά. Όχι, όχι, εδώ είμαστε στην πολιτισμένη Ευρώπη, σκεφτόμουν, όσο εκείνη έμπαινε στην πρώτη ερώτηση: 
»Αν αυτό που έχω κάνει απόψε μου έτυχε να το έχω ξανακάνει. Δεν εννοούσε προφανώς αν έχω ξανακατουρήσει Διεθνές Δικαστήριο. Ούτε αν έχω ξαναφάει ολλανδέζικο στέικ, αν έχω πιει απανωτά τρία σναπς και ρουφήξει κάποιες μπιρίτσες Stella Artois. Δεν εννοούσε αυτό, αλλά κι αυτό να εννοούσε, μπορούσα να απαντήσω ευθαρσώς όχι. Είστε απόλυτα σίγουρος; μου λέει και με κοιτά με τα γλυκά μάτια της. Ωχ, η Odin! Ήθελα να της πιάσω το χέρι. Όχι πως με την Odin το άγγιγμα των χεριών παρέπεμπε σε κάτι παραπάνω από χειραψία. Δεν ξέρω αν χαμογελούσε σ’ όλους και καθηκόντως με αυτή την έλξη. Ή είχε ξεχωρίσει κάτι σ’ εμένα, που θα ήθελε να μου το δείξει. Πως με είχε θυμηθεί από το συνέδριο. Ή από το περιστατικό στο μουσείο και το πανόραμα Mesdag. Διέκοψε ξανά τη σκέψη μου:
-Ρώτησα αν έχετε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Παύση. Αν έχετε σκεφτεί να προβείτε σε μια παρόμοια βιαιοπραγία;
»Αυτή τη λέξη δεν τη συμπαθούσα. Με άφησε άφωνο η ξαφνική σκληρότητά της. 
-Εννοείτε, αν έχω κατουρήσει δημόσιο κτίριο ή τέλος πάντων, κάτι αξιοσέβαστο, που δε θα έπρεπε; 
– Που να εμπεριέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας…
-Ναι, απαντώ, ναι! Ο χρόνος που είχα κερδίσει πριν είχε αποτέλεσμα. Την πρώτη φορά κατούρησα ένα παπούτσι συμμαθητή μου, της λέω, το είχα γεμίσει μέχρις απάνω. Ζούσαμε σε οικοτροφείο. Κοιμόμασταν σε κοινό θάλαμο στον πρώτο όροφο. Τα παπούτσια μας παρκαρισμένα στον διάδρομο σαν κατσαρίδες… Γέλασα, ανιστορώντας κάτι από την παιδική μου αθωότητα. Χαμογέλασε κι εκείνη. Ίδια η Odin! Ξεθάρρεψα. Έπρεπε να κατεβαίνουμε ολόκληρο όροφο και τα ουρητήρια ήταν κάτω στην αυλή…
– Ναι, όντως ήταν μια διαμαρτυρία, είπε τώρα σοβαρά. Σκέψου όμως και κάτι από την ενήλικη ζωή σου.
Για να ανακτήσω ξανά το θάρρος της, είπα να ξανοιχτώ και σε μια περίπτωση που θα την έκανε να γελάσει. Πριν χρόνια είχα επισκεφτεί τον γιο μου στο Κίελο, όπου σπούδαζε. Πέσαμε πάνω στο Κίλε Βόχε, το φεστιβάλ μπίρας. Καταλαβαίνετε. Την πρώτη φορά πήρα το δρόμο για τις δημοτικές τουαλέτες, μπροστά στη λίμνη. Μεγάλη ουρά, μόλις που άντεξα. Τη δεύτερη ξανά, αλλά ο κόσμος πολύ λιγότερος. Την τρίτη φορά έκανα κι εγώ ό,τι και οι άλλοι. Κατουρούσαμε τους τοίχους της εκκλησίας. Όλοι. 
»Δεν γέλασε. Ρώτησε μόνο: Η τρίτη;, λες κι ήταν σίγουρη και για μια τρίτη που να επιβεβαίωνε τη διάγνωσή της περί Εκδικητικής Κατουρίασης. 
»Με εντυπωσίασε η διάγνωσή της. Μόνο μια επαγγελματίας εγκληματολόγος ψυχολόγος, θα μπορούσε να τη θέσει με τόση ακρίβεια. 
-Το είχα σκεφτεί, αλλά δεν το πραγματοποίησα. Ήταν τότε που η Βουλή μας κάτω, σε μια βδομάδα είχε πάρει δυο αλληλοαναιρούμενες αποφάσεις. Στη μια χαρακτήριζε έναν ολετήρα της χώρας, που ανατίναζε αστυνομικούς σταθμούς κυβερνητικά κτίρια, ως επικίνδυνο εγκληματία και στη δεύτερη, που στο μεταξύ ο περί ου ο λόγος τα είχε τινάξει, τον ανακήρυξε άξιον τέκνον της πατρίδος!
-Τρομερό, όντως! Και γιατί δεν το πραγματοποίησες;
-Πρώτα απ’ όλα κείνη την εποχή δεν έπινα μπίρες. Πάνω από μια μικρή, δηλαδή! Κάποτε. Δεν είχα λεφτά, σπούδαζα τότε, θα έπρεπε να κόψω εισιτήριο να κατέβω κάτω. Πού τέτοια λεφτά; Άσε που κάτι τέτοιο μπορεί και να μου στοίχιζε τη ζωή. Οι νυχτοβάτες, χάριν της πατρίδος, ήταν πολλοί εκείνες τις ολέθριες μέρες.
-Τώρα καταλαβαίνω πλήρως τα κίνητρά σου. Η ποινή μπορεί να κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι και ενός έτους φυλάκιση.
-Μα πώς, της λέω, με πίκρα στη φωνή, που την είχα εμπιστευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση απλώς περνούσα απ’ εκεί και η φούσκα μου πλήρης, έκανε κουμάντο. Καταδικάζετε μία ουροδόχο κύστη σε ενός έτους φυλάκιση;

Αυτές ήταν και οι τελευταίες λέξεις από την επεισοδιακή κατάθεση του alter ego, του συγγραφέα, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο συνέδριο με θέμα «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία». Αυτή ήταν και η εισήγησή του, που καταχειροκροτήθηκε. 
Μόνο ένας σηκώθηκε πάνω και τον κατακεραύνωσε: Μα τι θέλει, κύριε, ο ιδεατός σου ήρωας; Έχει καταβροχθίσει τον αγλέουρα, έχει πιει του σκασμού και γνοιάστηκε τώρα τους πρόσφυγες… Δεν είχε, δηλαδή, κατανοήσει, ο κύριος αυτός, τη δικτατορία της φούσκας. Δεν είχε γευτεί ποτέ του μπίρα. Ήταν και ο ίδιος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Τις τρεις μέρες του συνεδρίου ο νους και τα μάτια όλων περιπολούσαν διακριτικά γύρω από τη ζώνη του.
*Η άμυνα του Λούζιν – μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

ΝΟΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Στην πατρίδα πάλι και στους πολιτικούς της

Τέλεψαν τα πανηγύρια
του ανερμάτιστου Λόγου
οι κρίνοι
της αειπαρθένου κυήσεως
οι θρήνοι
το έλαιο στους λύχνους
των μωρών παρθένων
οι μαστιγώσεις
οι εμπτυσμοί των ηλιθίων
τ’ ακάνθινα στέφανα
των εμπαθών

τετέλεσται όλα
με την αλήθεια του νου.
Η τρέλα στους υπονόμους
τα κεφάλια μέσα

πολιτικοί της πεντάρας
αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια
και χρυσά
άσπρα βρακιά όλοι
μηδενός εξαιρουμένου
βρακιά χεσμένα.

Τα πλυντήρια των λέξεων
αρνούνται να στραγγίσουν το νόημα
της ρυπαρότητας
τ’ απορρυπαντικά σήκωσαν τα χέρια
και με την Ανάσταση του νου
ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Είτε, δηλαδή, αφαιρούμε
τον ακάνθινο στέφανο
από την κεφαλήν Αυτής –
μπήγοντας στην καρδιά ο καθένας τ’ αγκάθι
μοιραζόμενοι τους εμπτυσμούς που μας αναλογούν
τα ραπίσματα
χάριν Αυτής -,
είτε κρινόμαστε ανάξιοι κάθε Σταύρωσης
κι από δω και μπρος
ο καθείς τον Γολγοθά του,
μπαγάσηδες.

Τρίτη Διακαινησίμου, Απριλίου έκτη, 2010, εν Λευκωσία

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίον

Ψες δεν έκλεισα μάτι.
Έβλεπα όνειρο παιδικό
έναν εφιάλτη
πως εκδρομή πηγαίναμε
στην Καρπασία
γιαλό γιαλό.

Περάσαμε κι απ’ το χωριό
καποιανού φίλου.
Που έμοιαζε άλλοτε μικρός
και άλλοτε μεγάλος
κι έκλαιγε γοερώς.

Ήτανε τούτη η σατανική εναλλαγή
που με ξυπνούσε κάθε τόσο.

Έκλαιγε λέγοντας πως το χωριό του
δεν το γνωρίζει πια.
Μα δεν το ξέρω, έλεγε
νυκτοβατώντας σαν αγγελούδι
αρπαγμένος στο καπό
και έλεγε πως όλοι μας
κανονικά έχουμε ένα χωριό
μια μήτρα που αγαπάμε.

 

ΧΙΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟ

Άσπρη μέρα, επιτέλους, 
σαβάνωσε την ημισέληνο 
στο αμίλητο βουνό. 
Αναίσθητος όμως ο ήλιος 
βούρτσισε στο πι και φι 
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΟΝΕΙΡΩΔΥΝΙΑ

Κείνα τα κόκκινα μυρμήγκια
τα υπερμεγέθη
που τρέχουν σαν μηχανές
παίρνουν και φέρνουν στα όνειρά μου
καβαλάρηδες

χωρίς κράνος 
μήτε κεφάλια

που γελούν όμως 
μαρσάροντας 
ξέρω πως γελούν.

Κι εγώ να φοβάμαι 
πως έρχεσαι

με το κεφάλι κομμένο

να με ασπαστείς.

Καίτοι
στο διηνεκές
η απουσία σου.

 

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ

Οι ευτυχείς Ημέρες της ζωής του
έρχονται κάποτε
μάγισσες
αναμαλλιάρες
του θυμίζουν καγχάζοντας
την ελαφρότητά του
όταν τις είχε
γυναίκες στο κρεβάτι
με στήθη ηφαιστειακά.

Να, μαλάκα, του κάνουν
μουντζώνοντάς τον,
γιατί δε φύλαγες
κάποιες μας
για τα καλά στερνά;

Κι’ εκείνος
να τις κοιτά καχύποπτα
θαμπές
μέσα από το γυαλί του ονείρου.

Ξυπνώντας,
να μετρά απλώς την πίεσή του
που έχει ανέβει αισθητά

 

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΤΣΙ

Βρεθήκαμε
να ζούμε μιαν κατάσταση,
να την υπερασπιζόμαστε,
καθώς λεν, με το αίμα μας
και να τη μισούμε
με κρύα σοφία
και κοσμιότητα.

Περικυκλωμένοι σ’ ένα
κιγκλίδωμα σιωπών
που θα μιλήσουν
με την αηδία του σκύλου
που κροταλίζει το βρασμένο κρέας
και τη θαλπωρή.

Μπορεί να μείνουμε κι έτσι
ως τη συντέλεια
πρότυπα υποταγής
μαζικής τρέλας
σαν είδος ζωής.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ

Η θάλασσά μου
δύστροπη σήμερα
γι’ αυτό δεν μπήκα μέσα της
μέχρι να κατευνάσουν τα νευράκια της
να’ ναι καλή μαζί μου
να μου φιλά το σώμα
εγώ να γλιστρώ στο βυθό της,
έμβρυο
να με περνά απ’ τον κόλπο της
να με αναγεννά
στα ιαματικά της ξεπλένοντας
τη θλίψη μου.

 

ΕΝΥΠΝΙΟ

Την ανακαλεί στον ύπνο του
από το διαδίκτυο παλιών καιρών
όπως φακίρηδες τα πνεύματα
και παπάδες από την Ωραία Πύλη
την Πλατυτέρα των Ουρανών.

Αυτή
παγιδευμένη στο μαγνητικό πεδίο του
νιώθει νευρικότητα
διστάζει
μα δεν μπορεί παρά
να καθελκυστεί σαν καραβάκι
κάποτε
στ’ ονειρικό επίνειό του.
Αν και αναποφάσιστη
ενίοτε εχθρική
περιμένοντάς τον
να πατήσει τη σκανδάλη του enter.

Αυτός,
καίτοι χαρούμενος
για τη λυσιτέλεια της πονηριάς του
αδρανεί.

Μάγος καλός
μα διόλου πια
τεχνίτης.

 

ΔΙΚΗ

Θα ‘πρεπε να ‘χε τελειώσει 
από χτες η δίκη 
για την κλοπή του χαμόγελου 
στη δυναστεία της θλίψης• 
όπου ξεπουλάν 
παράνομες χαρές 
ως να ήταν περιττές 
επαίσχυντες
ως να μην ήταν πετράδια
αιωνιότητας
κι αθανασίας, έστω
μες στη γενική ψευδαίσθηση
και την απόλυτη λήθη.

Αν βγάζαμε την ψυχή μας 
τη μουλιάζαμε 
στη χλωρίνη του πένθους 
τη στεγνώναμε 
στ’ αγκάθια 
και στους ίσκιους μας 
θα μπορούσαμε ίσως 
να μιλάμε με παρρησία 
στους δικαστές

που μας χέζουν ολοσχερώς 
λες κι οι ίδιοι δεν κακούργησαν ποτέ
στον έρωτά τους – 
την τυφλή τους δικαιοσύνη.

 

ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΒΡΕΦΗ

Πόσα διηγήματα
χάθηκαν μέσα στον ύπνο
σαν αφύλακτα παιδιά του δρόμου
πόσες ποιήσεις
καταβρόχθισε
και δεν έφτασαν ως το πρωί.

Διαφορετικοί κοιμόμαστε
αλλιώτικοι ξυπνάμε
μην ξέροντας σε ποιο κρεβάτι
μένει έγκυος η μνήμη
με ποιον μας απατά μες στο σκοτάδι

σε ποια κλινική
ή κάδο απορριμμάτων
τ’ αποβάλλει

χωρίς ένα χάδι
ανάγνωση νηφάλια
πρωινή.

 

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ

Κατόρθωσες κ ι αυτό ,
συγγραφεύ μέγα,
να προδίδεις φίλους
με τόση ευκολία.
Μετά από ενδελεχή προπόνηση,
εννοείται.
Ξεκινώντας από τον εαυτό σου
που κρυβόταν χρόνια
παριστάνοντας τον ρέμπελο
γράφων επιτηδείως –
ακόμη και άσιτος έμεινες
επί μακρόν.

Ώσπου συνήλθες
πρώτα οικόσιτο
σε πισινές αυλές,
εν συνεχεία
ορθά κοφτά τα είπες
–όπως τα ήθελαν–
έγινες δεχτός στα σαλόνια τους
που

«να, προς τα κει πέφτουν!»
έλεγε ο Σκαρίμπας
μουντζώνοντάς τα–
μα κι ο Βάρναλης,
θαρρώ.

 

 

ΕΡΩΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ, Διηγήματα, (2001)

Από το διήγημα «Να ντρεπόμαστε να πούμε τ’ όνομά μας»

…Οπότε μια Κυριακή πρωί με αποσπά από το σπίτι και πηγαίνουμε να με ξεναγήσει σ’ εκείνο το «υπέροχο και φανταστικό καταφύγιο, το τόσο μακρινό μα και τόσο μέσα μας, όπως η ψυχή μας!»
Η γυναίκα μου δυσφορούσε βλέποντάς με ν’ ανεβαίνω στο αυτοκίνητο και να φεύγουμε μαζί. Δικαιολογημένη κάπου. Λαμβάνοντας κανείς υπόψη πως άλλοι συνάδελφοι στο σχολείο κάπου τον απέφευγαν, εκτός βέβαια από τη Μνημειάδου . Την Έλλη Μνημειάδου, που είχε κι εκείνη μέσα της μια δίδυμη αδελφή να την κυνηγά. Εκείνη δεν είχε αγνοούμενο πατέρα, όπως εκείνον, αλλά έναν άλλο, πολύ δικό της άνθρωπο – κι ας μην τη συνέδεε μαζί του καμιά συγγένεια αίματος ή καταχωρισμένη, τέλος πάντων, σε χαρτί επίσημο, και κυρίως το παιδί του που δεν συνέλαβε ποτέ…
Τρέχα τώρα βρες άκρη με τα πονεμένα, σαλεμένα μυαλά.
Όλοι όμως, κουτσομπόληδες και μη, γνωρίζαμε με πάσα λεπτομέρεια γιατί η Έλλη Μνημειάδου δεν είχε συλλάβει ποτέ το μοναδικό παιδί της, που θα πρέπει τώρα να κυκλοφορεί γύρω στα δώδεκα με τελειωμένο το δημοτικό, κι ωστόσο δεν το έχει δει κανείς, παρά μόνο εκείνη σε κάτι φευγαλέες στιγμές, παρασυρμένη από οπτασίες και εμμονές… Γνωρίζαμε ακόμη, κουτσομπόληδες και μη, πως τη μέρα εκείνη, της μοιραίας σύλληψης –στο μυαλό ή στο σώμα;- είχαν σβουρίξει πάνω από την ερωτική φωλιά τους, στο ρετιρέ του «Σαλαμίς Μπέι» στην Αμμόχωστο, τα αεροπλάνα του Αττίλα. «Μη» του είπε, «μη! Μιαν άλλη φορά που τα πράγματα θα είναι καλύτερα!» Το σπέρμα του κύλησε κάπου γύρω στον αφαλό της. Τώρα ζωντανεύει κάποτε και θέλει να μπει μέσα της. Οπότε ένας γαλαξίας από σπυράκια φυτρώνει στο σώμα της, αλέα εφιαλτική στην παλιά διαδρομή. Τον Νίκο δεν τον ξαναείδε από τότε. Και παρόλο που το όνομά του φιγουράρει στον κατάλογο των αγνοουμένων, εκείνη ξέρει… Στην αρχή δεν θέλησε να στερήσει την ελπίδα από τους δικούς του, τους «πραγματικά» δικούς του. Ύστερα, όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν ακόμη πιο δύσκολο κι έτσι τα πράγματα μείνανε στο διφορούμενο του θανάτου. Η ίδια στο μεταξύ είχε φροντίσει να διασταυρώσει επαρκώς κάποιες πληροφορίες, που προέρχονταν από παλιό φίλο και τέως, ας πούμε, ερωτικό αντίζηλο του Νίκου. «Άς πούμε», έλεγε κι εκείνη και γελούσε κάποτε μέσα από ξεσπάσματα αυτοσαρκασμού. «Ένα “ας πούμε” έχει καταντήσει η ζωή μας, ας πούμε πως ζούμε, ας πούμε πως γεννήσαμε παιδιά, που όταν όμως βαράνε το κουδούνι της εξώπορτας κι αλαφιασμένοι τρέχουμε, αυτά γίνονται άφαντα, ροβολώντας τις σκάλες». Μεγαλώνουν όμως, μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν γεννήσαμε… Μεγαλώνουν και μας κυνηγούν… σκέφτεται κάποτε, σαν είναι στις πολύ πολύ μαύρες της.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

 

ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ (2000)

(Απόσπασμα)

…. Θα πρέπει, εν τέλει, να ήταν κανένας τριχοφάγος από τους γάτους, γιατί αυτός είχε άλλο βίτσιο. Αντί για σκυλί κι εκείνο το εσταυρωμέρο ρίφι, αυτός κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα γάτο. Γάτο υψηλής περιωπής, που άμα βαριόταν κι ήθελε να βγει, πεταγόταν στο χερούλι της πόρτας μια δυο και κατάφερνε ν’ ανοίξει. Και σαν δεν γινόταν ούτε αυτό, έπαιρνε φόρα και πηδούσε από το παράθυρο κι όποιον πάρει ο χάρος. Μπορούσε να προσγειωθεί από το ύψος του πρώτου ορόφου στο κεφάλι κάποιου ανέμελου περαστικού, που θα κατουρούσε στο εξής κόμπο κόμπο από τον φόβο του. Ο Θεός, όμως, μας γλίτωσε από μιαν τέτοιαν εκδοχή και είχε προτείνει κάτι άλλο: αντί στο κεφάλι του περαστικού να προσγειωθεί στην οροφή ενός διερχόμενου λεωφορείου. Οπότε τα κάνει, φαντάζομαι, λίμπα τα ζεμπίλια των επιβατών, επιθεωρώντας σ’ αυτά κάθε τι γατοφαγώσιμο… Κάνει και την εξοχή του στα ορεινά και μας κατεβαίνει με αναρρωτική, πηδώντας πάλι από ψηλά, ακριβώς μπροστά από την πόρτα μας, και με σπασμένο το κεφάλι από το ξύλο.
Έτσι, ο Κωστής προτιμούσε να τον κουβαλά μαζί του για να ‘χει το κεφάλι του ήσυχο. Μια φορά τον είχε πάρει κιόλας μαζί του στην εκκλησία. Και πάνω στη βιάση του μην σφετεριστούν άλλοι τα ρούχα των εξαπτέρυγων που ήταν ωραία και φανταχτερά σαν άμφια δεσποτάδων, παράτησε τον γάτο σ’ ένα μπαούλο εκεί δίπλα. Και φυσικά κάποιαν ώρα άρχισε να νιαουρίζει ο διάβολος. Τρέχει ο παπάς ν’ ανοίξει, πετάγεται από μέσα σαν σαΐτα και σκαρφαλώνει ο καταραμένος στο εικονοστάσι. Κάμποση ώρα περιπατούσε πάνω από τα κεφάλια των αγίων, όπως έναν απελπισμένο που ανεβαίνει στον τρίτο όροφο κραδαίνοντας την απειλή πως θα ριχτεί στο κενό – που τελικά όμως κάνει δεύτερες σκέψεις: «Τέτοια ζωή, κάλλιον ζωή παρά θάνατος». Εξακολούθησαν να τον προκαλούν βεβαίως, μ’ ένα κηροσβέστη, πως θα τον κατέβαζαν άδοξα. Οπότε εκείνος πετάγεται στο χρυσό καντήλι που κρέμεται απευθείας από τον ομφαλό του Παντοκράτορα ψηλά στον θόλο. Κι αρχίζει να ανεβαίνει. Όσο πλησιάζει όμως προς τον πάντων Κτίστη, κάτι του λέει πως τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, αφού από κάτω βάζει τις φωνές ο παπάς και μαζί του συνολικώς το ποίμνιον. Οπότε γυρίζει τον κώλο κι αρχίζει να κατεβαίνει, κι ακούει τότε το γέλιο του Θεού. Του νιαουρίζει κι αυτός με τη σειρά του και μ’ ένα σάλτο ακαριαίο πηδάει στο κενό. Ακριβώς πάνω στη γενειάδα του μοιχού ιερέως. Θεέ μου, πώς τα σκαρώνεις κάτι τέτοια, με τι νόμισμα πληρώνεις εσύ; Γελούσες, όμως, σε είδα, Παντοκράωρ!
Να γιατί αρρώστησε ο Κωστής. Και τον άφησαν εκεί να λειώνει, πρώτη η δασκάλα του τον είχε παρατημένον. Και να τώρα. Τώρα είναι αργά. Απλώς τραβούμε ο καθένας τον δρόμο του που όλο και στενεύει… Αχ, εκείνη η «στενή πύλη», «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν», έγραφε η Ρέγγα, η αδερφή του, σε μιαν υποσημείωση υπεροπτικής ειρωνείας.
Και ο Θεολόξ να παραφυλάει την πράσινη πινακίδα με τις επιστολές των μαθητών και να επιμένει σε μερίδιο βλεψία σε όλα τούτα, που είναι ανάξια λόγου, πόσο μάλλον Θεού λόγου…

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΛΛΌΦΥΛΟΙ ΕΡΑΣΤΈΣ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Diastixo 23/7/2018

Ο Χρίστος Χατζήπαπας κλείνει σχεδόν πενήντα χρόνια στα γράμματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ενδοσκόπιο, εκδόθηκε το 1969. Έκτοτε εξέδωσε συλλογές ποίησης και διηγήματος, αλλά και τρία μυθιστορήματα. Παρά τη μακρά διαδρομή στη λογοτεχνία, εξακολουθεί να πειραματίζεται. Αυτό αποδεικνύει η τελευταία συλλογή διηγημάτων του, Αλλόφυλοι εραστές. Αντιθετικοί άξονες διαπερνούν όλη τη συλλογή, έτσι που το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διπολικό, κάτι που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να αναμετρηθεί με πολύ σημαντικά θέματα. Ήδη ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή τη διπολικότητα – και δεν είναι μόνο τα δύο μέρη του βιβλίου τα οποία κινούνται σε διαφορετικό ύφος και θεματολογία. Είναι και οι δύο αφηγηματικές φωνές σε ορισμένα διηγήματα, αλλά και οι αντιθετικές σχέσεις θάνατος/ζωή-έρωτας, παρελθόν-παρόν, νεότητα/γήρας-ομορφιά/φθορά, Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι. Παρά τη διπλότητα αυτή, η αίσθηση της ενότητας και της σύγκλισης διατηρείται χάρη στην επιδέξια τεχνική του συγγραφέα, αφού υπάρχουν οι άξονες και οι συνδετικοί αρμοί που τέμνουν κάθε φορά τους δύο πόλους: π.χ. έρωτας και θάνατος, κυπριακό, αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα.
Το πρώτο διήγημα, το πρώτο μέρος και όλη η συλλογή τιτλοφορούνται Αλλόφυλοι εραστές. Τα διηγήματα έχουν να κάνουν με τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους κυρίως στα κρίσιμα χρόνια μέχρι το 1974, αλλά και σήμερα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την τεχνική της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας, της αποκαλυπτικής εξομολόγησης, κι άλλοτε τον δημοσιογραφικό λόγο, όπως στο διήγημα «Τα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», αλλά και τη συμβατική τριτοπρόσωπη αφήγηση. Σε αρκετά διηγήματα, όπως στα «Αλλόφυλοι εραστές», «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», «Ο Ντελι-Γιωρκής», «Ειδική αποστολή», υπάρχει πάντα μια φωνή πίσω από τη φωνή, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αποκαλυπτικού λόγου. Ένας πρωτοπρόσωπος Τουρκοκύπριος αφηγητής καταθέτει τη μαρτυρία του για τα γεγονότα που έζησε τη δεκαετία του 1960 μέχρι το 1974, τον παραλογισμό που οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Ο επίσης πρωτοπρόσωπος αφηγητής-συγγραφέας ελάχιστα επεμβαίνει. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας διερμηνέας. Ο αφηγούμενος τα περιστατικά ζει μια δραματική στιγμή κατά την εξομολόγηση, με κορυφώσεις δραματικής έντασης.

Το ιστορικό, πολιτικό και χωροχρονικό πλαίσιο, και γενικά η ανθρωπογεωγραφία μέσα στην οποία εγγράφεται η μυθοπλασία, είναι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα με εστίαση στη δεκαετία του 1960 έως την εισβολή: ΕΟΚΑ, τα σχέδια του Ντενκτάς για taxim-διχοτόμηση, ΤΜΤ, η Βολκάν και δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, ΕΟΚΑ Β’, διακοινοτικές ταραχές, οι εκατέρωθεν δολοφονίες και ο εξτρεμισμός, το πραξικόπημα, η εισβολή. Η δράση τοποθετείται κυρίως σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, π.χ. στην περιοχή της Μόρφου.

Στο πρώτο διήγημα, «Αλλόφυλοι εραστές», και στο δεύτερο, «Αν έλειπε εκείνη η μέρα στο ημερολόγιο…», πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ερόλ. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή της Μόρφου. Ο Ερόλ μιλά για δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, αλλά και διαταγές για μαζικές δολοφονίες. Ωστόσο, υπήρξαν άνθρωποι εκατέρωθεν που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τέτοιες εντολές, όπως ο Ερόλ και ο Δημήτρης, οι οποίοι έσωσαν αντίστοιχα Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Μέσα σε όλα αυτά, παρά τη φωτιά και τον πόλεμο, ο έρωτας βρίσκει τον τρόπο να ανθίσει και να στεριώσει. Έτσι, ο Ερόλ στην αφήγησή του εγκιβωτίζει προσωπικές ερωτικές ιστορίες, τη δική του με την Αλέφ, του Παντελή με την Ντενίζ, του Δημήτρη με την Αντιλέ.
Στο διήγημα «Ειδική αποστολή», ο Νιχάτ αποκαλύπτει την αποστολή που ανέθεσε σε αυτόν και τον Χασάν ο κατοχικός στρατός στην Ελιά· να θάψουν μια φρικτά δολοφονημένη, βιασμένη και γυμνή Ελληνοκύπρια. Στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια», ο Τουρκοκύπριος Μουράτ, παλιό στέλεχος της ΤΜΤ, εκφράζει την παράξενη επιθυμία να γνωρίσει ένα από τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’. Στο διήγημα «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί», ο συγγραφέας αναφέρεται στη δολοφονία του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου, υπέρμαχου της φιλίας και της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Ελληνοκυπρίους. Στο διήγημα «Ο Ντελι-Γιωρκής», στο οποίο εγκιβωτίζεται και η αφήγηση του Ζεκί, εξιστορεί τα γεγονότα των διακοινοτικών συγκρούσεων στα Καζιβερά. Στο διήγημα «Στο αίθριο της Βουλής», ο συγγραφέας θυμάται το συγκινητικό διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» για τη φιλία ενός Τουρκοκύπριου παιδιού με συνομήλικό του Ελληνοκύπριο, σε μια δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα μίσους και εθνικισμού. Η «Καύση» αποτελεί φόρο τιμής στον Εμίν. Σε αυτό εξιστορείται η φιλία του αφηγητή με τον Εμίν, ο οποίος παρά τις αντιξοότητες και την πολεμική του Ραούφ Ντενκτάς επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους. Στο «Σαν μια στιγμή η ζωή», ο ετοιμοθάνατος Ελληνοκύπριος Βήτα, ανάμεσα στο παραμιλητό και τα ενύπνιά του, αφηγείται μνήμες της ζωής του που σχετίζονται με τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.

Όλα όσα αναφέρονται είναι θεματικές που ο Χρίστος Χατζήπαπας ανέπτυξε και σε άλλα έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση). Οι εξομολογήσεις και οι μαρτυρίες στόχο έχουν να αναδείξουν την αλήθεια που η επίσημη Ιστορία αρνείται να καταγράψει. Με όχημα τη μνήμη, ο συγγραφέας φτάνει με τόλμη στο βάθος των πραγμάτων, στηλιτεύει τις ακρότητες και τον εθνικισμό. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι τα φωτεινά παραδείγματα, οι εξαιρέσεις, οι άνθρωποι που μέσα στον παραλογισμό της εποχής τους πήγαν ενάντια στο ρεύμα και διέσωσαν την ανθρωπιά και τον άνθρωπο. «Μπορεί και να μας βγει σε καλό. Η γνώση της Ιστορίας δεν έβλαψε ποτέ κανέναν…» θα σχολιάσει η Αϊσέ στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια».

Παρά τα όσα τραγικά περιγράφονται, η εντύπωση που αφήνει ο συγγραφέας είναι πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ομορφιά και η φιλία που θριαμβεύουν μέσα στη φωτιά, υπερνικώντας το μίσος και ξεπερνώντας κάθε εθνοφυλετικό, θρησκευτικό ή γλωσσικό περιορισμό. Πολύ χαρακτηριστική είναι η παραδοχή των δύο πρώην ορκισμένων εχθρών, του Τουρκοκύπριου Μουράτ (ΤΜΤ) και του Ελληνοκύπριου Παναγιώτη (ΕΟΚΑ Β’) στο διήγημα «Στα Καλυβάτζια». Στη συνάντησή τους, καθώς αναλογίζονται το παρελθόν, παραδέχονται: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bokettik! Σκατά τα κάναμε!».

Τα ζητήματα ταυτότητας απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα διηγήματα. Ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Ελληνοκύπριο και μια Τουρκοκύπρια του δίνει την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια θέματα, όπως η θρησκεία (οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι) και η γλώσσα (πολλοί Τουρκοκύπριοι μιλούν την ελληνοκυπριακή διάλεκτο και αρκετοί μέχρι το 1974 δεν ήξεραν τούρκικα).

Ο τίτλος του β’ μέρους της συλλογής δίνει τη βασική θεματική των εννιά διηγημάτων: «Αφρός ονείρου η ζωή». Αναφέρονται στο πεπερασμένο και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα και η κριτική που ασκείται υποχωρούν σε δεύτερο επίπεδο. Αυτό που κυριαρχεί είναι η κοινωνική κριτική για το σήμερα, η αλλοτρίωση και κυρίως τα αντιθετικά σχήματα νεότητα-γήρας, θάνατος-έρωτας. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο α’ μέρος της συλλογής, στο οποίο, παρά τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα, ο έρωτας ευοδώνεται, εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει σε ένα χαρακτηριστικό θεματικό μοτίβο της τέχνης του: ο πόθος υπάρχει, αλλά ο έρωτας σπάνια θα ολοκληρωθεί, καθώς θα παραμείνει στη σφαίρα της επιθυμίας, του ονείρου, των ονειρώξεων και της φαντασίας. Το ύφος επίσης αλλάζει: αντί του τραγικού-δραματικού, εδώ κυριαρχεί το χιούμορ, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Επιπλέον, τα διηγήματα αυτά συνδέει ένας πρωτοπρόσωπος, ομοδιηγητικός αφηγητής, ο οποίος διανύει τη μέση ηλικία ή βαδίζει προς την τρίτη ηλικία.
Το τελευταίο διήγημα του β’ μέρους έχει τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Είναι ένα διήγημα για την ποιητική του διηγήματος. Ο συγγραφέας επισκέπτεται τη Χάγη για ένα συμπόσιο λογοτεχνίας. Όμως, θα βρεθεί υπόλογος ενώπιον της δικαιοσύνης, γιατί ο ήρωας της ιστορίας του, alter ego του συγγραφέα, κατούρησε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η πρόθεσή του είναι προφανής: να ξεσκεπάσει την υποκρισία της διεθνούς δικαιοσύνης (σε αυτό συμβάλλουν οι αναφορές στην Κύπρο και στον εμφύλιο στη Συρία). Κι εδώ ο ερωτικός πόθος του αφηγητή για τη συνεργάτιδά του Ντιόν γίνεται πράξη μόνο στις ονειρώξεις του. Όμως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν παρά η εισήγηση του συγγραφέα στο συμπόσιο με τίτλο «Η ψευδαίσθηση στη λογοτεχνία ή Επαναστατική κατουρίαση». Στο διήγημα αναπτύσσεται το μοτίβο του ανεκπλήρωτου έρωτα, του ερωτικού πόθου που βρίσκει διέξοδο μόνο στη φαντασία του ήρωα. Το όνειρο γενικά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Χρίστου Χατζήπαπα. Είναι ο χώρος στον οποίο πραγματώνεται το απραγματοποίητο, εκεί που γεφυρώνεται το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Οι ήρωες υποφέρουν, λοιπόν, από έναν βασανιστικό έρωτα, έναν Έρωτα εν καμίνω, για να θυμηθούμε τη συλλογή που ο Χατζήπαπας εξέδωσε το 2001. Η θεματική αυτή, σε παραλλαγές, συναντάται στα διηγήματα «Παραγωγικός έρως», «Αυτοί που τρέχανε σαν άλογα», «Το εισιτήριο», «Δεν πίστευε στον θάνατο», «Οι καημένοι» και «Θίνες αγάπης και φόβου». Ακόμα, όμως, κι εκεί που ανθίζει ο έρωτας, η αιφνίδια αλλαγή της τύχης, ο θάνατος ή μια αρρώστια έρχονται να ανακόψουν απότομα την ερωτική πληρότητα. Αυτή η ματαίωση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές του, να δημιουργήσει την κατάλληλη δραματική ένταση, να πειραματιστεί με τη φαντασία και να υπονομεύσει το ρεαλιστικό στοιχείο.

xatzipapasΈνα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Ο συγγραφέας δημιουργεί ένα πυκνό δίχτυο τέτοιων αναφορών, καθώς συνομιλεί με δικά του έργα ή με έργα άλλων συγγραφέων και την παράδοση. Αλλά, όπως σε όλα τα έργα του Χρίστου Χατζήπαπα, έτσι κι εδώ μια από τις σημαντικότερες αρετές είναι η γλώσσα. Είναι, πράγματι, ιδιαίτερα γοητευτική η μείξη τύπων της καθαρεύουσας, της δημοτικής, της εκκλησιαστικής γλώσσας, της προφορικής γλώσσας στις αφηγήσεις ή στους διαλόγους, της κυπριακής διαλέκτου και η συχνή παράθεση τούρκικων λέξεων. Πότε απλή και λιτή, σε ρεαλιστικό ύφος, άλλοτε περίτεχνη και ποιητική, μεταφορική, ενίοτε λυρική και πότε σκληρή και τολμηρή, σε μακροπερίοδο λόγο ή κοφτή, ανάλογα με το αφηγηματικό ύφος κάθε φορά, η γλώσσα είναι ένα στοιχείο που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο.

Η συλλογή Αλλόφυλοι εραστές διακρίνεται από αφηγηματική πολυμορφία. Η μετατόπιση του χρόνου από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συχνή και επιτρέπει στους αφηγητές να δουν από απόσταση τα γεγονότα και να τοποθετηθούν με νηφαλιότητα. Η ρεαλιστική αφήγηση πολλές φορές υπονομεύεται με ονειρικά, μνημονικά και φαντασιακά στοιχεία ή συνειρμούς και εγκιβωτισμούς. Ο πλάγιος λόγος τρέπεται, κατά διαστήματα, σε ελεύθερο πλάγιο λόγο και ο διάλογος ή και ο αφηγηματικός μονόλογος είναι συχνός. Η αφήγηση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, είναι πολλές φορές κυκλική, η αρχή συχνά φορτίζεται με δραματικό τόνο όπως και το τέλος, που σχεδόν πάντα αφήνεται ανοιχτό σε προβληματισμό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα μονοδιάστατο στα διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, ούτε στη γλώσσα, ούτε στην αφήγηση, ούτε στη θεματική του. Κάτι που καταδεικνύει τη διαρκή έγνοια του και την ενσυνείδητη πάλη με τη γραφή. Αυτό καθιστά το έργο του εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 03/10/2018

Με τα μάτια του Άλλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κύπριος λογοτέχνης Χρήστος Χατζήπαπας καταπιάνεται με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη ιστορία του τόπου του. Τα άλγη και τα πάθη της Κυπριακής ψυχής, που παραμένει τρωτή, και συναισθηματικά ευάλωτη μετά τα τραγικά γεγονότα του ‘74 . Η συλλογική κι ατομική μνήμη, η βιωματική εμπειρία, η Ιστορία, μαζί με το ιδεολογικό υπόβαθρο του συγγραφέα και την αντικειμενική του στάση απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σημάδεψαν ανεξίτηλα την Κύπρο, πάντα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο, τόσο στο πεζογραφικό, όσο και στο ποιητικό του έργο, όπως πιστεύω παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο έργο των περισσοτέρων Κυπρίων λογοτεχνών της γενιάς του. Έτσι και σε αυτό εδώ το βιβλίο με τον ευρηματικό και αντιπροσωπευτικό τίτλο «Αλλόφυλοι εραστές», ο συγγραφέας επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων όπου κύριοι πρωταγωνιστές- εκτός από τα πρόσωπα που σκιαγραφεί- είναι ο τόπος, ο χρόνος, η μνήμη και η Ιστορία. Μόνο που εδώ υπογραμμίζεται και ένα ακόμα σημαντικό θέμα που, αν και δεν είναι εντελώς νέο για το συγγραφέα, παρουσιάζεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια και τολμηρότητα: και αυτό διότι στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, ο συγγραφέας δίνει έμφαση τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, κυρίως εκείνες που αναπτύχθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εισβολή. Με αφηγηματική δεινότητα, συναισθηματική συγκρότηση, ενίοτε πρόκληση ή σαρκασμό, κι απαλλαγμένος όπως πάντα από την προκατάληψη του παρελθόντος, την εκατέρωθεν παραποίηση της ιστορίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια από τις ιστορίες του, συνθέτει διηγήσεις που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες του σήμερα, με ένα τρόπο που πιστεύω ότι αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό στην αρνητική προδιάθεση μιας μεγάλης μερίδας ανθρώπων απέναντι στα γεγονότα και προπάντων στις στερεότυπες αντιλήψεις της.

Ο Χ Χ ανατέμνει και σκιαγραφεί ανάγλυφα τη σημερινή πραγματικότητα στην Κύπρο, αναπαριστώντας την αλήθεια γυμνή, κι αναδεικνύοντας πολλές από τις άγνωστες (σε πολλούς από εμάς) πτυχές της, διατηρώντας, όπως ανέφερα μια αμερόληπτη κι απροκατάληπτη στάση. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά παρεμβάλλει διακριτικά τα υπαρκτικά ζητήματα που είναι φανερό ότι τον απασχολούν, ερωτηματικά και προβληματισμοί γύρω από δίπολα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας ή ακμή και η φθορά, αλλά κι ο έρωτας στις διάφορες εκφάνσεις και εκδοχές του, ενώ η φιλία, η κατανόηση, η ελπίδα, είναι θέματα τα οποία διαχειρίζεται με ευαισθησία, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει τη δύναμη της ζωής και τον θρίαμβό της πάνω σε ότι επαπειλεί τη φυσική της ροή, όπως ο πόλεμος, τα μίση και η εχθρότητα. Ένα ικανό αντίβαρο κι αντιστάθμιζα για τη μισαλλοδοξία, τον φανατισμό τους εθνο-φυλετικούς, θρησκευτικούς φραγμούς που γεννά ο πόλεμος. Ικανά να θεριεύουν ακόμα και μέσα στον παραλογισμό του πολέμου, τον κυκεώνα και την τραγικότητας που επιφέρει. Και μαζί με την ψυχογραφία των ηρών, αναδύεται ο τόπος, ενώ ο χρόνος όπου διεξάγεται η δράση των ιστοριών, αν και δεν είναι ποτέ σταθερός, αφού μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, παραμένει ένα αποτελεσματικό όχημα, πάνω στο οποίο αναπτύσσει τις ιστορίες του, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια έκτυπη εικόνα για το χθες και το σήμερα. Και το πετυχαίνει επιστρατεύοντας άλλοτε τον ρεαλισμό κι άλλοτε τον μύθο, άλλοτε όνειρο, κι άλλοτε τη μνήμη. Σε κάθε περίπτωση όμως με ένα τρόπο που αντιβαίνει ή και καταρρίπτει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις μας για τα γεγονότα.

Ο αφηγηματικός τρόπος ανταποκρίνεται με τη σειρά του στα πολλαπλά επίπεδα της συλλογής αφού και αυτός αλλάζει διαρκώς, έτσι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει τη σκυτάλη στη τριτοπρόσωπη, ενώ από τα προτερήματα του βιβλίου συγκαταλέγεται και ένα είδος ‘αμοιβαίας ανταλλαγής’ του αφηγηματικού προσώπου. Ο συγγραφέας Χρήστος Χατζήπαπας δίνει φωνή στον «Άλλο», καταγράφει δηλαδή τα γεγονότα από την ‘άλλη’ σκοπιά ή ματιά. Έτσι δανειζόμενος τη φωνή ενός Τουρκοκύπριου καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα που έζησε ο ίδιος από πρώτο χέρι τη δεκαετία του 1960, διατηρώντας έτσι μια ισορροπία και μια ισονομία στον αφηγηματικό ιστό. Κατά αυτόν τον τρόπο αναδύεται ‘ακέραιη’ ή σχεδόν η αλήθεια και της άλλης πλευράς, και κατά επέκταση το ευρύτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της σύγχρονης πραγματικότητας στην Κύπρο.

Οι ιστορίες που παρελαύνουν η μια μετά την άλλη 19 στον αριθμό απλώνονται σε δυο μέρη και δημιουργούν ένα πολύχρωμο καμβά, πάνω στον οποίο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πλείστες πτυχές της σύγχρονης ιστορίας που αν και αναγνωρίζει σε κάποιο -μεγαλύτερο ή μικρότερο -βαθμό, είναι βέβαιο ότι αγνοεί λεπτομέρειές της, τις λεπτεπίλεπτες εκείνες αποχρώσεις του συναισθηματικού και ιδεολογικού κόσμου των ανθρώπων που την έχουν βιώσει από πρώτο χέρι, ή που καλούνται να ζήσουν με το βάρος της μνήμης που την αφορά, ένα θέμα που γίνεται πιο έντονα απτό κι ‘ανάγλυφο’ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Και μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά και τα παράλογα, συνυφαίνεται η φιλία κι ο έρωτας ανάμεσα σε «Αλλόφυλους».

Η τολμηρότητα του Χρ Χατζήπαπα είναι εμφανής και σε άλλα επίπεδα του βιβλίου, επιλέγει να τοποθετήσει κάποιες από τις ιστορίες του σε τουρκοκρατούμενες περιοχές, ενώ μιλά ανοικτά μέσω των πρωταγωνιστών του, για ζητήματα οδυνηρά και ευαίσθητα όπως τις εκατέρωθεν δολοφονίες, τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία αλλά και στον αντίποδα όλων αυτών, το γεγονός ότι κάποιοι είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν τέτοιες εντολές κι από τις δυο πλευρές και να σώσουν ζωές ανεξαρτήτως εθνοτικής ταυτότητας. τονίζοντας έτσι τον ανθρώπινο παράγοντα που η ιστορία τείνει φανατικά να αγνοεί ή να προσπερνά. Άξια λόγου είναι η ιστορία του Τουρκοκύπριου, ο οποίος επέλεξε, μετά την εισβολή, να ζήσει με τους Ελληνοκυπρίους.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι επίσης η χρήση του συνειρμικού λόγου και μιας ιδιαζόντως ποικιλόμορφης γλώσσας, αφού οι λιτές περιγραφές συχνά εναλλάσσονται με τον λυρισμό και την ποιητική διάθεση του συγγραφέα, ενώ ακόμα συχνότερα εντάσσει στους διαλόγους φράσεις της Κυπριακής διαλέκτου και τουρκικές λέξεις. Τέλος η «ζοφερότητα των θεμάτων, η κοινωνική κριτική που ασκεί, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε ευθαρσώς, εξισορροπούνται έντεχνα με την χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα, αφού το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός δεν απουσιάζουν από τις ιστορίες του Χ. Χατζήπαπα. Τραγελαφικές καταστάσεις συνυπάρχουν με την πικρή /θλιβερή πραγματικότητα, δημιουργώντας έτσι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, γοητευτικό και συγκινητικό βιβλίο.

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

http://www.oanagnostis.gr, 13.5.2013

Σάτιρα και ρεαλισμός

Με δυο ποιητικές συλλογές εμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας ο Χρ. Χατζήπαπας (γενν. 1947): Ενδοσκόπιο (1969) και Εισαγωγή στην τραγωδία (1979).

Στα χρόνια που μεσολάβησαν αφοσιώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην καλλιέργεια της πεζογραφίας: εξέδωσε τέσσερις συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα, δίνοντας τον καλύτερο εαυτό του στα πιο πρόσφατα βιβλία διηγημάτων του και βελτιώνοντας σταδιακά τα μυθιστορήματά του.
Ειδικά η πρώτη ενότητα της πρόσφατης συλλογής του, ίσως η πιο συγκροτημένη και η πιο δραστική ενότητα του βιβλίου, θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα με ορισμένα περίπου ομόθεμα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του (Το ασταθές βήμα, 2009), αλλά και συνδυαστικά με παλιότερα διηγήματα κυπριακής θεματικής. Η επιγραφή με την οποία εξαγγέλλονται τα πρώτα δεκατρία ποιήματα («Της γλυκείας χώρας Κύπρου / που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε») μας προδιαθέτει για το στίγμα των κειμένων αυτών: α) είναι ποιήματα που εντοπίζονται καταρχήν στον κυπριακό χώρο, με έμφαση στις πιο πρόσφατες ιστορικές περιπέτειές του· β) αν και δεν λείπουν οι λυρικές πινελιές, οι ονειρικές διαφυγές και οι νοσταλγικές αναπολήσεις μιας παλιότερης ζωής, κατά κανόνα δεσπόζει στα περισσότερο κείμενα η ρεαλιστική ματιά, που απολήγει συχνά και βρίσκει τις καλύτερες στιγμές της σε μια δριμεία, καταλυτική σάτιρα, κάποτε και στον (αυτο)σαρκασμό.
Ήδη στο πρώτο, ομότιτλο ποίημα της συλλογής («Τα πηγάδια της ιστορίας») τα ξεροπήγαδα της ανομβρίας εξελίσσονται σε σύμβολα φανατισμού και εθνικισμού, αφού κατέληξαν να μπαζώνονται με πτώματα δολοφονημένων Τουρκοκυπρίων ή Ελληνοκυπρίων από τα χρόνια τα πρώτων διακοινοτικών συγκρούσεων ώς τις μέρες της Εισβολής. Αντιδιαστέλλοντας την ομορφιά και την ασχήμια, τα χρόνια της αθωότητας ή την πίστη στο «υπέροχο της ουτοπίας» με τη σύγχρονη εποχή της έρημης χώρας και της ιδεολογικής ή άλλης διάψευσης, ο ποιητής εξαπολύει δριμεία σατιρική κριτική σε κούφιους, ματαιόδοξους και θρασείς πολιτικούς και πολιτικάντηδες που καπηλεύονται το πολιτικό πρόβλημα του τόπου και την πατρίδα γενικότερα. Η ιστορική μοίρα της Κύπρου συνδέεται με την τραγική κατάληξη της Αροδαφνούσας του γνωστού δημοτικού τραγουδιού: «Άνου να πάμεν, Ροδαφνού, τζ’ αφταίννει το καμίνιν…» («Αροδάφνες στον αυτοκινητόδρομο»).
Η σκληρή σάτιρα συνεχίζεται και σε ποιήματα όπως το «Νοός ανάσταση», που στρέφεται ενάντια σε πολιτικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες: «πολιτικοί της πεντάρας / αρχιερείς γυμνοί από φαιλόνια / και χρυσά / άσπρα βρακιά όλοι / μηδενός εξαιρουμένου / βρακιά χεσμένα». Με ανάλογη αντικομφορμιστική και απομυθοποιητική γλώσσα, που θυμίζει κάποτε τη γραφή και άλλων ποιητών της «Γενιάς του 1974», αποκαθηλώνεται ο «τρισχόγλαστος» «Ολετήρ», ο γνωστός ιδρυτής της ΕΟΚΑ Β΄, που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον τόπο στην καταστροφή του ’74, αλλά εξακολουθεί να τιμάται ως ήρωας.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ και το καταληκτικό ποίημα της ενότητας αυτής («Δε μ’ ενδιαφέρει»), που φαίνεται να είναι ένα από τα πιο δυνατά και ανατρεπτικά ποιήματα του βιβλίου. Ο ποιητής απαξιώνει και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους πολιτικούς, αλλά απαρνείται και επώνυμα πρόσωπα της Ιστορίας (όπως τον συμπαθή «μάγκα» Ιουλιανό και τον «γάιδαρο» Ιουστινιανό), δηλώνοντας την προτίμησή του στις μικρές χαρές της ζωής και υποβάλλοντας με μαύρο χιούμορ την έγνοια του για την έλευση του θανάτου: «Μ’ ενδιαφέρει να είμαι ωραίος / στο φέρετρό μου / για το βασίλειο των σκουληκιών».
Σε μια μεγαλύτερη ενότητα με τον γενικό τίτλο «Της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου» στεγάζονται άλλα 38 ποιήματα ποικίλης θεματικής, με έμφαση στα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας. Η σκιά του θανάτου, ο έρωτας ως απουσία ή προσμονή, η επέλαση του χρόνου και η παρακμή της ζωής και της σάρκας, ο διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ονειρικές διαφυγές, υπαρξιακές ανησυχίες, τρυφερές εικόνες και νοσταλγικές επιστροφές στην παιδική αθωότητα, η αντιπαράθεση της ομορφιάς και της ποίησης απέναντι στην ασχήμια και τη φθορά, ποιήματα ποιητικής, σατιρικές και ανατρεπτικές θεωρήσεις θεσμών και αξιών είναι από τα θέματα και τα μοτίβα που δεσπόζουν στα κείμενα της ενότητας αυτής.
Ανάμεσα σ’ άλλα, ξεχωρίζει το αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Ξέρω ένα ποιητή», στο οποίο σατιρίζεται ο επίδοξος ποιητής «που δεν αγαπά τις λέξεις / τα φορτία τους / τις συμφορές που σέρνουν / άλογα ανυποψίαστα / αφηνιασμένα», αλλά «κυνηγά προχείρως / λέξεις καταντημένες / επί χρήμασι / ήχους κυμβάλων». Μέσα από την αρνητική αξιολόγηση ενός τέτοιου συγγραφέα («Ένα ποιητή / που δεν κοιμάται με τις λέξεις του / μην τον λογαριάζεις / τον ανέραστο») ο Χρ. Χατζήπαπας υποβάλλει έμμεσα την άποψη ότι ο ποιητής αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίζει τη λέξη ως ένα ζωντανό και ερωτικό σώμα, με ποικίλες συνδηλώσεις, αμφισημίες και αποχρώσεις, ώστε να αποτυπώνει τον σπαραγμό του αφυπνισμένου σώματος και της απογυμνωμένης ψυχής, την αλήθεια και τον θάνατο.
Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου ο Χρ. Χατζήπαπας μάς ξαφνιάζει με την ετοιμότητά του να σατιρίσει και να σαρκάσει με οξυμένη ή αμφίθυμη γλώσσα πρόσωπα και καταστάσεις της σύγχρονης κυπριακής ζωής, την κενότητα και την αλαζονία της πολιτικής ή της εκκλησιαστικής εξουσίας, την έκπτωση των ιδεολογιών, τη διαφθορά και την παρακμή, προμηνύοντας, θα λέγαμε, τη σημερινή κατάντια της Κύπρου. Με ρεαλιστική ή αφαιρετική γλώσσα αγγίζει αποτελεσματικά και άλλα μεγάλα θέματα της ζωής και της λογοτεχνίας, την έλξη του έρωτα και τον φόβο του θανάτου, το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και τις μικρές ή τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής. Η σατιρική, ανατρεπτική γλώσσα και η λιτή, ευθύβολη γραφή είναι, κατά την άποψή μου, τα πιο ισχυρά εφόδια στα καλύτερα ποιήματα της συλλογής.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

«…Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες
και βλακεία.
Τώρα αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε
ασθμαίνοντας
κι αυτάρεσκα
στο μέλλον»
*****
«Έλα, μη καθυστερείς,
εξαντλείται ο χρόνος
εξαντλείται γενικώς
σέρνοντάς μας από το χέρι
μας εξαντλεί.
Όλα πωλούνται δύο σε ένα
κι αυτός ο κερατάς
σε δέκα, είκοσι
και βάλε.»

Αν οι ιστορίες του Χρίστου Χατζήπαπα στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Το ασταθές βήμα» (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) με εντυπωσίασε, η τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή, που τιτλοφορείται «Τα πηγάδια της ιστορίας», κατάφερε να με συγκινήσει και να με συναρπάσει.. Αλλά ποιες ιστορίες αφηγείται ο ποιητής και σε ποια πηγάδια αναφέρεται;

Η συλλογή αυτή των ποιημάτων του Χρίστου Χατζήπαπα ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο ενότητες. Στην πρώτη, ο πολιτικοποιημένος ποιητής παραμένει συνεπής στη θεματογραφία που ανέκαθεν τον απασχολούσε: το αδιέξοδο της Κύπρου, και το μέλλον της. Υψώνει με θάρρος τη φωνή ενάντια στην υποκρισία, την αδιαφορία, τη διαφθορά και το λήθαργο των πολιτικών. «Της γλυκείας χώρας Κύπρου που μισή και σερνάμενη την καταντήσαμε», ονομάζει το πρώτο μέρος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή την οργή των… εγκαλουμένων. Ο Χ.Χ. δε θα μπορούσε να μείνει αδιάφορος απέναντι στα όσα συμβαίνουν στον τόπο του, δεν αποστασιοποιείται, ούτε εθελοτυφλεί. εξάλλου ανέκαθεν αντλούσε την έμπνευσή του από τα πηγάδια της ιστορίας του, τα πηγάδια του πόνου και των βασάνων, τα πηγάδια της συλλογικής και ατομικής μνήμης. Με περίσσια ειρωνεία που αγγίζει τα όρια της καυστικότητας, αλλά και διάθεση αυτοσαρκασμού ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική ηγεσία του τόπου του την οποία ευθαρσώς καθιστά υπαίτια για τις ανεπούλωτες πληγές, τη λήθη και την αμεριμνησία σε ότι αφορά το ζήτημα της πατρίδας του αλλά και το μέλλον της, που φαντάζει στα μάτια του αβέβαιο: «Η κενότητα των λόγων σας, η ματαιότητα των πράξεών σας… πολιτικοί της πεντάρας…» Για να μεταφέρει το μήνυμα του ο ΧΧ καταφεύγει σε μια γλώσσα ρεαλιστική- χωρίς να απουσιάζουν οι μεταφορές και οι συμβολισμοί- άμεση, αιχμηρή τις περισσότερες φορές, κοφτερή σαν μαχαίρι που συγκαλύπτει εύσχημα, ένα σπάνιο λυρισμό και την τραγικότητα που υποβόσκει σε όλα του ανεξαίρετα τα ποιήματα.

Όσο για το δεύτερο μέρος της συλλογής (Τα της ύπαρξης, του έρωτα και του θανάτου), έχω την εντύπωση πως σε αυτό ο Χ. Χ. αφηγείται τη δική του ιστορία, αλλά αφηγούμενος την ιστορία του, στην ουσία αναγεννά την ιστορία του καθενός από εμάς, καθώς όλα του τα ποιήματα είναι στην πραγματικότητα περιπλανήσεις της ψυχής σε παλαιότερα ταξίδια της, που είναι όλα ισχυρά ελκόμενα από την ίδια την ουσία της: τα πάθη της, τις διαψεύσεις της, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία, κυρίως του χρόνου και της φθοράς που προκαλεί στο πέρασμά του.

Η ομορφιά δεν ξεφεύγει από την ασχήμια
και τη σήψη
μένει όμως σκέψη αισθησιακή μες τον αέρα
……
ανασεμιά σε στίχο
να τη οσμίζονται οι ειδήμονες οι τολμηροί
κι οι εμποδισμένοι

Η μελαγχολία του, έρχεται σε αντίθεση ή μάλλον σε σύγκρουση με το σαρκασμό ή την ειρωνεία που, που δεν είναι άλλη, από το πετυχημένο προσωπείο αυτής της τραγικότητας. Και εδώ πρωταγωνιστής του έργου του, ο χρόνος! Απανταχού παρών, πανίσχυρος και αδέκαστος, συχνά άτεγκτος για τα όσα μας επιφέρει. Τα πάντα υπόκεινται σε αυτόν και την ανελέητη φθορά, τη σήψη που αφήνει πίσω του. Κανείς δεν μένει ανεπηρέαστος, κανείς μας δεν γλιτώνει. Γιατί αυτός, ο ‘κερατάς’, σαν ένας επιτήδειος μαστροπός, μας τραβά μακριά από το αντικείμενο του πόθου μας: την ίδια τη ζωή, αρνούμενος να μας δώσει μια άλλη ευκαιρία. Δεν αφουγκράζεται την οδύνη μας και δε μας συμπονά, μόνο κωφεύει στις εκκλήσεις, ενώ μας σέρνει άτσαλα (σαν σε ένα φρενιασμένο χορό), για να μας εξαντλήσει οριστικά και αμετάκλητα.

Έπειτα, ο ποιητής καταλήγει και πάλι στο όνειρο, σαν μια πράξη λύτρωσης από την ωμή αλήθεια, γιατί ίσως μόνο το όνειρο και ο ύπνος μας ανακουφίζουν από τον πόνο της απώλειας.

‘Να θυμάσαι τα όνειρα
να τα ξεχωρίζεις
από τοπία και γυναίκες
όπου πέρασες
αλαφιασμένο ζαρκάδι
τα σώματα που άγγιξες
κι αυτά που δεν άγγιξες
έχουν ένα σύνορο
έξω από τον ύπνο’

Μέσα από μια ποίηση που η αισθαντικότητα της αφυπνίζει τις αισθήσεις και ενεργοποιεί όλα μας τα συναισθήματα, κυρίως τη θλίψη και την πικρία μας για όλα όσα πέρασαν, για όλα όσα εξαντλήθηκαν με το χρόνο, για όλα όσα χάσαμε, η φθορά περνά τη σκυτάλη της στην παντοδυναμία του θανάτου, την παραδίδει στον άρχοντα και εμπνευστή της ποίησης του Χατζήπαπα, είτε αυτός είναι πραγματικός, είτε θάνατος μεταφορικός, κυρίως όμως ο επιβεβλημένος θάνατος του έρωτα και των συναισθημάτων, είναι αυτός που εξουσιάζει τη σκέψη του και καθορίζει πάντα το ύφος και τα θέματα που επιλέγει. Η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να επιβληθεί στο χρόνο και κατά συνέπεια στο θάνατο, είναι αφόρητη. Ο Χ. Χ δεν την αντέχει και, επιστρατεύοντας το σαρκασμό, γελά σκωπτικά στην προσπάθεια του να την ευτελίσει. Ο σαρκασμός, δεν είναι παρά η συγκάλυψη του πόνου, οι πληγές που ματώνουν κάθε φορά με την ανάκληση των εικόνων από το παρελθόν, που ενεργοποιούνται με τη μνήμη. Κάπου διάβασα πως, όταν η ποίηση συναντάει το ρεαλισμό, σκιαγραφεί πιο εύκολα τις ψυχές των ανθρώπων.. Έτσι θα χαρακτήριζα την ποίηση του Χ Χ,

Ο ποιητικός στοχασμός κορυφώνεται, όταν το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει ακόμα και κάτω από τις σκηνές του ψυχικού θανάτου συναντά το ανεκπλήρωτο. Κάποιες στιγμές η αλήθεια σε σχέση με το φανταστικό, σχεδόν τέμνονται ή συμφύρονται συνεχώς, ενώ οι αντιθέσεις προσδίδουν στην ποίησή του μεγαλύτερη τραγικότητα και σπαραγμό, αλλά επίσης ισχυροποιούν τα νοήματά του. Η ποίηση είναι το καταφύγιο του Χρ Χατζήπαπα, και είναι μια ποίηση που μας οδηγεί στην αλήθεια, όσο και αν αυτή είναι οδυνηρή, στο αμετάκλητο του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος δεν συνυπάρχουν μόνο αρμονικά σε αυτή τη συλλογή, βρίσκονται πάντα σε παράλληλες τροχιές και στο τέλος πάντα συναντιούνται, για να γίνουν η επιτομή της ποίησής του.

Τώρα που έκλεισε, είπε
οριστικά το παράθυρο
στην άπλα του πράσινου
το μονοπάτι
που μας ροβολούσε στην ευτυχία
με τα σμηγματικά υγρά του
πάχνη του αχαλίνωτου
απομένει μόνο η σύνεση
η αλλόκοτη σύνεση του θανάτου.

Η παρούσα σύνθεση του Χ.Χ δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή, σαν μια κινηματογραφική ταινία, όπως εκείνες του Φελίνι, όπου ο ρεαλισμός συναντά την ποιητικότητα, με ένα θαυμάσιο και μοναδικό τρόπο. Και ενώ η ονειρική ατμόσφαιρα συγκρούεται με την ωμή πραγματικότητα κάθε φορά, μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης αναδύεται μέσα από όλα αυτά που νομίζω ότι προέρχεται από την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους.

Τέλος, πρέπει να σημειώσω, ότι η συλλογή αυτή ποιημάτων μου θύμισε έντονα τους στίχους του Καρυωτάκη

«Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. 
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις 
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»
Στα αλήθεια ποιο άλλο καταφύγιο να βρούμε;;;

 

ΤΟ ΑΣΤΑΘΕΣ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Πέρσα Κουμούτση

Fractal 23/12/2015

Τράνζιτο επιβάτες

Το «Ασταθές βήμα» του Κύπριου συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, κάθε άλλο από ασταθές είναι. Βήμα σταθερό, στιβαρό που αφήνει ξεκάθαρο το αποτύπωμα του στο έδαφος της σύγχρονης ελληνοκυπριακής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια αναζητά νέα θέματα, νέους ορίζοντες και νέους τρόπους προσέγγισης και γραφής. «Ό,τι κερδίζεται από τη ζωή χάνεται από την τέχνη;» αναρωτιέται ο συγγραφέας σε μια από τις ιστορίες του, αναφερόμενος στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ. Αλλά έρχεται να διασώσει την τέχνη μέσα από την δική της αλήθεια, μέσα από την αληθοφάνεια της γραφής του, μέσα από την ανασύσταση της πραγματικότητας και το μεθοδικό ξεγύμνωμα των καταστάσεων, όπως και τη βαθμιαία αποκάλυψη των προσώπων στα διηγήματά του. Πνευματώδης, καυστικός, τολμηρός, δηκτικός περισσότερο με τον εαυτό του, συγκινητικός επίσης, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκαλυπτικός. Η γραφή του νυστέρι που τέμνει και ξεσκεπάζει ώστε να δούμε βαθύτερα σε όλες σχεδόν τις ιστορίες του τον μέσα εαυτό του κόσμου του αλλά και του κόσμου μας. Το οξύμωρο ανταγωνίζεται τον πικρό ρεαλισμό, αναδεικνύοντας με ένα μοναδικό τρόπο τις απόψεις του συγγραφέα για τη ζωή, τον έρωτα, το χρόνο, τη φθορά που επιφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις , αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Η βαναυσότητα του κωμικού, ο ερωτισμός και η ομορφιά της ασχήμιας, oι πόλεις των όμορφων και άσχημων πλασμάτων. Το οξύμωρο αποκτά τη δική του διάσταση στις ιστορίες του Χατζήπαπα και λειτουργεί καταλυτικά, εντούτοις ο ρεαλισμός δεν απουσιάζει στιγμή από το βιβλίο και είναι πάντα συνυφασμένος με το φαντασιακό, ενώ οι περιπλανήσεις του νου και της ψυχής αντιπαραβάλλονται με τα πραγματικά ταξίδια της ζωής , και τα οδοιπορικά των ηρώων. Τα φανταστικά-ονειρικά στοιχεία -παρότι δεν υπάρχουν παντού – συγκαταλέγονται στα προτερήματα του βιβλίου, χαρίζοντας ποιητικότητα και λυρισμό στις περιγραφές των τόπων και των ηρώων.

Σπάνια διαβάζει κανείς στις μέρες μας τέτοια πολυδιάστατα βιβλία, όπως Το ασταθές βήμα του Χρίστου Χατζήπαπα. Βιβλία που εμβαθύνουν στην ανθρώπινη ψυχή, διεισδύουν στην ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και σχολιάζουν με τέτοια σοφία, αλλά και με διάθεση αυτοσαρκασμού και διακωμώδησης τα κοινωνικά ήθη και τις νοοτροπίες ορισμένων δημόσιων λειτουργών. Εκτός λοιπόν από την ευαισθησία με την οποία χειρίζονται τα θέματά τους οι ιστορίες αυτές αποδίδουν με ακρίβεια και παραστατικότητα τα τοπικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως το γεωγραφικό στίγμα, η Βουλγαρία, η Ιταλία ή η Κύπρος να δεσμεύουν με τις ιδιομορφίες τους τη φαντασία του αναγνώστη. Οι ιστορίες του Χατζήπαπα, επειδή αποτελούν περιπλανήσεις στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου μπορεί να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Θα έλεγα μάλιστα ότι το ύφος και η γραφή του κύπριου πεζογράφου είναι πολύ κοντά σε αυτό που θέλω εγώ να διαβάζω στα βιβλία της ελληνόφωνης λογοτεχνίας, θέματα και τρόπους που αναζητώ και δεν βρίσκω εύκολα. Παρά μόνο, ίσως, σε ελάχιστους συγγραφείς, μιας άλλης εποχής και με μια αύρα ποιητικού ρεαλισμού που σήμερα απουσιάζει.

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω από το βιβλίο μια φράση που περιγράφει τα συναισθήματα που ένιωσα ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Χατζήπαπα: «οι τράνζιτο επιβάτες παρακαλούνται να περάσουν από το όνειρο στην πραγματικότητα, οι αποσκευές τους θα διαμετακομιστούν στην επόμενη πτήση, πραγματικές επίσης!»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ

diastixo.gr /18/7/2018

Κύριε Χατζήπαπα, ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων σας Αλλόφυλοι εραστές (Εκδόσεις Γκοβόστη);

Πριν από κανένα χρόνο, το τελειωμένο μυθιστόρημά μου Οι θλιμμένοι έρωτες της Φρύνης προτίμησε να αποσυρθεί στη σκήτη του. Μέχρι που να λογαριαστώ ξανά μαζί του, τράβηξα από ένα άλλο συρτάρι τα διηγήματα που περίμεναν εναγωνίως. Κάποια τελειωμένα, άλλα καλούσαν για την τελευταία πινελιά, κάποια τρίτα στα σπάργανα. Το διήγημα χαρίζει στον δημιουργό ψυχική ανάταση, διορθώνει τον κόσμο των συναισθημάτων του, σκοτώνει το κακό κι όταν ακόμη οι ήρωές του πάσχουν ή οδηγούνται κακήν κακώς στην ανεραστία και στον θάνατο. Είναι κι αυτό είδος κάθαρσης. Σαν χρειάζομαι τη σεροτονίνη μου, ανασύρω κάποια από τη φαρέτρα μου κι αρχίζω να παίζω μαζί τους. Δεκαοκτώ από τα τριάντα τόσα έκοψαν το νήμα. Είναι αυτά που εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη ως Αλλόφυλλοι εραστές. Τα υπόλοιπα ας περιμένουν. Επειδή έχω κι άλλες έγνοιες συγγραφικές και το γνωρίζουν…

Τα διηγήματα της συλλογής αναφέρονται σε ιστορικές εποχές που έχουν περάσει. Γιατί γυρίζετε πίσω τη μηχανή του χρόνου;

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, που δεν έχουμε τα κότσια να την καταγράψουμε ως έχει. Την πρόσφατη Ιστορία μας την έγραψαν οι νικητές μιας ηττημένης χώρας. Για μένα, λοιπόν, η λογοτεχνία θεραπεύει την Ιστορία, είναι το ίαμά της. Και τούτο γαργαλίζει ευχάριστα τη γραφίδα του συγγραφέα.

Παιδικές μνήμες, νοσταλγία αλλά και δύσκολες καταστάσεις. Ποια ήταν πιο δύσκολη, η εποχή της δεκαετίας του 1950 που μεγαλώσατε ή η σημερινή εποχή;

Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου ζούσαμε πάντοτε και μέχρι σήμερα επί ξηρού ακμής, συχνά εν ευφορία, επειδή δεν ξέραμε τι κρυβόταν πίσω από τα φαινόμενα. Παραδείγματος χάριν, με τη λήξη του αντιαποικιακού αγώνα, επιστρέφοντας ο Μακάριος στην Κύπρο κι έχοντας στον χαρτοφύλακά του τις Συμφωνίες Ζυρίχης, αναφώνησε με στόμφο μπροστά στο παραληρούν πλήθος το γνωστό: «Νενικήκαμεν!». Η επιλογή του ένοπλου αγώνα προδίκαζε τα δεινά που ακολούθησαν, αφού έμπασε στο παιγνίδι την Τουρκία. Χαρήκαμε πολύ εκείνη τη νίκη. Σύντομα, όμως, στην οικογένεια θα βιώναμε εκείνο που ψαλμωδούσε και στην εκκλησία ο πατέρας: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…». Από μια αδικία είχαμε χάσει ως οικογένεια σχεδόν τα πάντα κι η Δικαιοσύνη του νεοσύστατου κράτους, τζίφος! Ζούσαμε, δηλαδή, Το μεγάλο ψέμα. Αυτός ήταν κι ο τίτλος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων (Σύγχρονη Εποχή, 1981). Δύσκολα χρόνια, όπως και τώρα. Ύστερα από επιχώσεις λαθών, δεν ξέρουμε κατά πού τραβούμε…

Μέσα από τα διηγήματα ακτινογραφείτε με συγκινητικό τρόπο την κυπριακή ψυχή, τη φορτισμένη από την Εισβολή και την Κατοχή και τα «εμφύλια» πάθη. Γιατί αυτή η πληγή δεν έχει ακόμη κλείσει;

Επιτρέψτε μου να απαντήσω με λόγια ενός σημαντικού Κύπριου πολιτευτή και διανοητή, του Τάκη Χατζηδημητρίου, από το πρόσφατο βιβλίο του, Κύπρος 1950-1959, Το τέλος του αλυτρωτισμού: «Ήρθε κάποτε η ώρα να πάρουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο. Δεν ήταν εύκολο. Πονέσαμε και προκαλέσαμε πόνο ο ένας στον άλλον. Ο φίλος και ο εχθρός ήταν μέσα μας. Αίμα, θύματα και συμφορές, ήρωες και ήττες, θλίψη και πάθη και άλλοι κύκλοι αίματος. Ήταν όλα αυτά αναγκαία; Δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο ανθρώπινος, για να εννοήσουμε ότι όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου, ότι όλοι είμαστε κληρονομιά του τόπου, με τις συνήθειες και τις παραδόσεις μας; Μέσα από αυτές τις περιπέτειες του καιρού μας, ένα πια είναι το ζητούμενο: Να εννοήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλοι μαζί να χαρούμε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, που η τύχη και η ιστορία μάς παρέδωσαν. Όλοι είμαστε παιδιά της Κύπρου που αγαπούμε το ίδιο την πατρίδα μας». Καταλήγω πως αυτή η πληγή θα… κλείσει, έστω κι αν η ουλή θα είναι εκεί, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας, χωρίς την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων.

Με ενδιαφέρει η μνήμη, όχι βέβαια η όποια μνήμη. Ο εγκέφαλος σβήνει τις ανούσιες μνήμες, για να μπορεί να διασώζει τις ουσιαστικές. Και η λογοτεχνία αυτό κάνει, συντηρεί τη συλλογική μνήμη, κατ’ αντίθεση κάποτε προς την Ιστορία.

Σε κάποιες από τις ιστορίες είσαστε συγκλονιστικός. Ιδίως όταν περιγράφετε το 2003, όταν είκοσι εννιά χρόνια μετά την Εισβολή επισκεφτήκατε τα κατεχόμενα μέρη. Αναλογίζομαι τη συγκίνησή σας. Αλήθεια, ποια ήταν τα αισθήματα των Κυπρίων τότε;

Το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων υπήρξε μια έξυπνη κίνηση του Ερντογάν, άνοιγε τη βαλβίδα αποσυμπίεσης μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο λειτούργησε και για τους Ελληνοκύπριους. Για πολλούς θύμισε τον Σεφέρειο «Γυρισμό του ξενιτεμένου», όπου οι στέγες τούς έρχουνταν ως τους ώμους… Οι ανατολίτες έποικοι είχαν αφήσει τα σπίτια στο έλεος της φθοράς. Μα και οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν τα θεώρησαν δικά τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι, βέβαια, είχαν αφήσει πίσω τους τεράστιες περιουσίες. Τα συναισθήματα εκείνων των ημερών ήταν συγκλονιστικά. Συχνά, μέσα από τους εναγκαλισμούς και τα… κυπριακά ελληνικά των Τουρκοκυπρίων, δεν ξεχώριζες ποιος ήταν τι. Το πανηγύρι όμως τέλειωσε και η Κατοχή είναι εκεί. Μετά το 2004, με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, οι Τουρκοκύπριοι βίωσαν τη μεγάλη τους απογοήτευση, ενώ τα τετελεσμένα επί του εδάφους πήραν να αλλάζουν ραγδαία. Για μένα, σύμβολα νοσταλγίας στάθηκαν η Μόρφου των γυμνασιακών μου χρόνων και η όμορφη Κερύνεια, όπου έζησα για λίγο και έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα. Πόλεις που συνιστούν τους μεγάλους μου έρωτες. Βρίσκονται στα πρώτα μου μυθιστορήματα και σε πολλά όνειρά μου, που έχουν γίνει διηγήματα. Αυτά στα οποία κι εσείς αναφέρεστε.

Μέχρι το 1974 ζούσατε ειρηνικά μαζί με τους Τουρκοκυπρίους σε ένα νησί με κοινή διοίκηση. Υπάρχει ελπίδα στο μέλλον να αλλάξει κάτι πολιτικά στην Κύπρο προς το καλύτερο;

Αλίμονο αν δεν αλλάξει. Η Κύπρος χάνεται. Πριν απ’ αυτό, όμως, μια διόρθωση: Η ομαλή συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους, που ήταν διαχρονική πριν από την ανεξαρτησία, κράτησε ύστερα απ’ αυτήν μονάχα τρία χρόνια. Αφού και οι δυο πλευρές από την πρώτη στιγμή είχανε τη δική τους ατζέντα, τους αλυτρωτικούς τους στόχους. Συνδαυλιζόμενους, παντοιοτρόπως, εκατέρωθεν. Με αποτέλεσμα τις ένοπλες συγκρούσεις του ’63-’64, με πολλά θύματα, κυρίως Τουρκοκυπρίους. Των οποίων η σοβινιστική ηγεσία τούς απέσυρε τότε από την ενιαία διοίκηση και τους ενέκλεισε σταδιακά σε θύλακες. Ήταν μια «μίνι» διχοτόμηση. Κι εμείς πάλι χαιρόμασταν… Με το πραξικόπημα της χούντας και του Γρίβα το’74, και με απογυμνωμένη κάθε άμυνα, η Τουρκία εισέβαλε ανενόχλητη στην Κύπρο, επέβαλε τη διχοτόμηση και τον εθνοτικό διαχωρισμό με μαζικές δολοφονίες, εθνοκάθαρση και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών. Οι επαφές μεταξύ των δύο κοινοτήτων έπαψαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων και με τη βοήθεια της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Πρωτοπόροι σ’ αυτή την επικοινωνία ήταν οι λογοτέχνες, με επικεφαλής την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.

Μου αρέσει που μιλάτε με θάρρος για τα πολιτικά πράγματα και στις ιστορίες σας έχετε δυναμική θέση. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στους Κύπριους φίλους μας;

Κάποιοι χαρακτηρίζουν το έργο μου ως κατεξοχήν ερωτικό, ενώ άλλοι ως πολιτικό. Παραδόξως, ισχύουν και τα δύο. Ναι, καλά παρατηρήσατε, μιλώ με πάθος για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μου, γιατί με νοιάζει προς τα πού βαδίζει ο τόπος. Προσπαθώ να γνωρίζω Ιστορία για να είμαι αντικειμενικός στους προσανατολισμούς μου. Άλλωστε η γενιά μου βίωσε την Ιστορία, δεν μπορεί να μένει εκτός. Το θέμα είναι πώς η πολιτική και η Ιστορία ενσωματώνονται στη λογοτεχνία. Ο Λευτέρης Παπαλεοντίου γράφοντας για το μυθιστόρημά μου Στο μάτι του φιδιού λέει πως η Ιστορία ενσταλάζεται σε μικρές δόσεις, ακόμη και εκεί που ο έρωτας είναι κυρίαρχος. Οι νεότεροι συγγραφείς στην Κύπρο είναι οιονεί αποστασιοποιημένοι από την πολιτική.

Ποια είναι η κατάσταση στην κατεχόμενη Κύπρο;

Οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απόγνωση. Κατακλυσμένοι από Ανατολίτες έποικους ενός άλλου πολιτισμού και βαθιά θρησκεύομενους, σ’ αντίθεση με τους ίδιους, που είναι Ευρωπαίοι και καθόλου θρήσκοι. Η ισλαμοποίηση των κατεχομένων είναι στόχος της κυβέρνησης Ερντογάν. Τζαμιά ξεφυτρώνουν παντού. Οι Τουρκοκύπριοι αντιστέκονται με κάθε μέσο, αλλά μέχρι πότε; Μπορεί ήδη να αποτελούν μειοψηφία. Η κρίση στην τουρκική οικονομία μεταφέρθηκε και στα κατεχόμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς λένε πως αυτοί είναι υπό κατοχή, σ’ αντίθεση με εμάς… Μόνο η λύση Ομοσπονδίας θα γλιτώσει τον τόπο από τον αφανισμό.

Ο τίτλος της συλλογής σας είναι Αλλόφυλοι εραστές. Αλήθεια, έγιναν ποτέ γάμοι ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους;

Αραιά και πού, και με τάσεις απόκρυψης. Ο Τουρκοκύπριος συγγραφέας Ιμπραχίμ Αζίζ στο βιβλίο του Το αίμα της μνήμης παραθέτει ένα διήγημα που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Αχμέτ και ο Μιχάλης είναι αδέλφια από Ελληνοκύπριο πατέρα και Τουρκοκύπρια μητέρα. Ο Αχμέτ βρίσκεται εγκλεισμένος σε γκέτο, το ’64-’65, και ο Μιχάλης τού πάει με το ποδήλατο διάφορες λιχουδιές, αφού τον… πρήξανε στα βραστά ρεβίθια και στις φακές από την Τουρκία. Τον σταματά και τον αποπέμπει ο εκ Τουρκίας διοικητής του θύλακα.

Στη δική σας τη γενιά, οι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Τι θα γίνει στο μέλλον; Θα πάψουν οι Τουρκοκύπριοι να μιλούν ελληνικά;

Ναι, οι πλείστοι μιλούσαν ελληνικά. Μάλιστα, σε ένα διήγημά μου περιγράφεται μια νεαρή Τουρκοκύπρια που μιλούσε μόνο ελληνικά, το ίδιο και οι γονείς της. Η Εκκλησία είχε παίξει, δυστυχώς, χείριστο ρόλο σπρώχνοντας μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «λινοπάμπακων» στην αγκαλιά της Τουρκίας. Αυτό είχε γίνει κοντά στο 1900 με το πέρασμα από την Τουρκοκρατία στη Βρετανοκρατία, που οι εξισλαμισθέντες δεν έγιναν δεκτοί ξανά ως Έλληνες. Μετά το 1974, η κατάσταση χειροτέρεψε. Οι Τουρκοκύπριοι, ξεκομμένοι από τους Έλληνες –και κυρίως οι νέοι– αποκόπηκαν από τα ελληνικά. Με το άνοιγμα, ωστόσο, των οδοφραγμάτων πολλοί Τουρκοκύπριοι μαθαίνουν ξανά ελληνικά. Με μια λύση, οπωσδήποτε θα αλλάξουν πάλι τα πράγματα.

Έχετε γράψει πέντε συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Μπορεί κάποιος συγγραφέας να γράφει με την ίδια επιτυχία στη μικρή φόρμα και στο μυθιστόρημα;

Πρώτιστη σημασία έχει για μένα η απόφαση, ο σχεδιασμός, η οργάνωση του χρόνου και ο καταμερισμός του. Τα διηγήματα γράφονται συνήθως στα διαλείμματα των μυθιστορημάτων.

Σήμερα εκδίδονται ογκώδη μυθιστορήματα. Αλήθεια, υπάρχουν αναγνώστες που να έχουν ελεύθερο χρόνο για να τα διαβάσουν;

Μάλλον μιλάτε για έργα συνήθως χαμηλότερης λογοτεχνικής πνοής. Ναι, υπάρχουν αναγνώστες για όλα τα γούστα κι αυτοί/ες πλειοψηφούν. Αν και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις μεγάλων και σημαντικών μυθιστορημάτων με εκλεκτικούς αναγνώστες. Πάντως, ο χρόνος του σύγχρονου ανθρώπου για διάβασμα όλο και λιγοστεύει.

Είσαστε μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Νέα Εποχή. Διαβάζει σήμερα ο αναγνώστης τα έντυπα περιοδικά;

Το υπό αναφορά περιοδικό κυκλοφορεί απ’ όσο ξέρω σε πάνω από 600 αντίτυπα και οι συνδρομητές από μόνοι τους ανανεώνουν κάθε χρόνο τη συνδρομή τους. Αυτό μπορεί να είναι κάποια ένδειξη.

Σας θυμάμαι ως πρόεδρο, επί σειρά ετών, της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιες είναι οι δραστηριότητες του λογοτεχνικού αυτού σωματείου;

Κύριο μέλημα της ΕΛΚ είναι να φέρει την ντόπια λογοτεχνία πιο κοντά στον Κύπριο αναγνώστη με παρουσιάσεις βιβλίων, ημερίδες, εκδόσεις, κ.ά. Παραλλήλως, πολλοί Ελλαδίτες συγγραφείς παρουσιάζουν το έργο τους στην Κύπρο μέσα από παρόμοιες εκδηλώσεις. Παλαιότερα είχε συμβολή στο να μπει η ντόπια λογοτεχνία στην εκπαίδευση, πράγμα που δεν ίσχυε, δεδομένης και της πενιχρής εκπροσώπησής της στα σχολικά βιβλία προερχόμενα από την Ελλάδα. Συχνά επίσης εκφέρει δημόσιο λόγο για θέματα και πολιτικές που έχουν σχέση με τον πολιτισμό, και όχι μόνο. Η πρόσκληση, ας πούμε, το 1990 και η επίσκεψη του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στην Κύπρο ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη. Επέφερε την πρώτη μεγάλη ρωγμή στο τείχος του διαχωρισμού, ο δε κατοχικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς έφυγε τότε στο εξωτερικό, εξαπολύοντας μύδρους κατά της επίσκεψης που είχε φέρει κοντά τους διανοούμενους από τις δυο πλευρές του συρματοπλέγματος. Ή η κοινή διαμαρτυρία στα κατεχόμενα, πριν από μερικά χρόνια, των συγγραφέων εκατέρωθεν, κατά της ληστρικής λατόμευσης του Πενταδακτύλου ήταν επίσης πράξη αντίστασης. Οι κοινές εκδηλώσεις, οι διαγωνισμοί για νέους συγγραφείς και οι κοινές εκδόσεις, πέραν από την αντιστασιακή υφή τους απέναντι στην Κατοχή, προάγουν και την ίδια την ντόπια λογοτεχνία. Να φανταστείτε, η αντίστοιχη οργάνωση των Τουρκοκυπρίων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών έχει απαλείψει το συνθετικό Τουρκο- από την ονομασία της. Αρκετοί Τουρκοκύπριοι λογοτέχνες είναι ήδη μέλη της. Η ΕΛΚ εδώ και πολλά χρόνια είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συγγραφέων (EWC) με δραστήρια συμμετοχή. Οι νεοεμφανιζόμενοι λογοτέχνες θεωρούν ως πρώτο τους σκαλί το να καταστούν μέλη της. Η προσφορά της ΕΛΚ στην κοινωνία γενικότερα καταγράφεται, νομίζω, ως θετική.

Ποια είναι η σχέση σας με την τεχνολογία; Διαβάζετε ειδήσεις ή άρθρα στο διαδίκτυο; Διαβάζετε e-books;

Μπορώ να πω πως είμαι από τους πρώτους στην Κύπρο που έθεσε τον υπολογιστή στη διάθεση της συγγραφής. Το διαδίκτυο επίσης μου προσφέρεται ως βοήθεια. Δεν έχω, ωστόσο, εξοικειωθεί με το ηλεκτρονικό βιβλίο.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΑ

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1974 και έκτοτε έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης , ένα με πεζά κείμενα και ένα με μεταφράσεις. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας και έχει συμπεριληφθεί σε ανάλογες ανθολογίες. Γραμματολογικά έχει τοποθετηθεί στη λεγόμενη γενιά του ’70, αν και νεότερες κριτικές θεωρήσεις εκτιμούν ότι τα χαρακτηριστικά των τελευταίων της έργων τη συνδέουν περισσότερο με τη γενιά του ’80. Το βιβλίο της «Ελάχιστα Πριν» (Νεφέλη 2005) συμπεριελήφθη στον βραχύ κατάλογο υποψηφίων για το κρατικό βραβείο ποίησης του 2006, ενώ για το βιβλίο της «Λιμός» (Νεφέλη 2007) της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο ποίησης του 2008.Το 2015 της απονεμήθηκε το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης». Το 2018 της απονεμήθηκε το βραβείο «Ζαν Μορεάς» από το Γραφείο Ποίησης για το βιβλίο της «Παράκτιος Οικισμός», «2017» . Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2017) Παράκτιος οικισμός, Μελάνι
(2014) Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι
(2012) Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Εκδόσεις Πατάκη
(2010) Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Εκδόσεις Πατάκη
(2007) Λιμός, Νεφέλη
(2005) Ελάχιστα πριν, Νεφέλη
(1999) Προς τα κάτω, Νεφέλη
(1997) Φορτίο, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Ακτή στο φως του χειμώνα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Το κυπαρίσσι των εργατικών, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1991) Η προσευχή του αναιδούς, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1985) Χώμα, Κέδρος
(1979) Ηγησώ, Τυπογραφείο «Κείμενα»
(1974) Τα άλογα του μυροβλήτου, Ιδιωτική Έκδοση

 

Παράκτιος οικισμός (2017)

 

ΠΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι.
Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει.
Τώρα η αχρησία το πάγωνε
Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.

Στο χαλί είχε απομείνει ένα πάτημα
Δεύτερο πόδι σαν να μην υπήρχε.
Εκτός κι αν αβαρές κι ανεμπόδιστο
Συμβάδισε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι
Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.
Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,
Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.

Αλλά δεν είδα ούτε τον φόνο ούτε τον δραπέτη.
Μόνο του φεγγαριού το κεφάλι.
Μπαινόβγαινε με πλήξη εδώ μέσα
Χωρίς να κλείνει τα παραθυρόφυλλα.

Έτσι, γευμάτισα με τον εαυτό μου
Κι έγειρα πια στο μαξιλάρι. 

 

ΦΙΛΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Ας δώσουμε όνομα στον λόφο εκείνο!
Ανασηκώνεται απ’ τη γη κατάπληκτος
Σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του.
Ας ονομάσουμε την εγκατάλειψη έλξη.
Χρόνο τον χρόνο η θνητότητα απλώνεται
Πάνω στο πρόσωπο σαν ανήσυχο όνειρο
Κι ο ύπνος συνεχίζεται γύψινος
Πάνω από στρέμματα σκόνης.
Λοιπόν, ας πούμε και την έγερση θρύλο.
Όλο και κάποιος θα μας έχει αγαπήσει,
Ώστε να τον κρατήσει ζωντανό.

 

ΛΟΒΟΤΟΜΗ

Αύριο θα συναντηθούν δυο αγόρια.
Θ’ αποτελειώσουν τον καβγά
Σ’ ένα χαμόσπιτο από κόκκινη λάσπη.
Καθένας έχει κιόλας στα μάτια του
Τον αποκεφαλισμό μιας γάτας.
Μα απόψε σμίγουν και τα δυο κουλουριασμένα
Στην αγκαλιά της ακατάδεχτης Μαίρης.
Θαμπό φεγγάρι τη μελαγχολεί
Και, μ’ έναν στεναγμό, τους παραδίνεται.

Αν ζήσουν, το πολύ να γίνουν άντρες.
Με χρήματα ή χωρίς. Σχεδόν ζωόφιλοι.
Να γεύονται το πατροπαράδοτο γεύμα
Σε σπίτι όλο ανεξιχνίαστους θορύβους.
Με αιμορροΐδες και προσβεβλημένη σύζυγο.
Τόσο θ’ αστράφτει πάνω απ’ τα ποτήρια το φεγγάρι
Που ολόκληρη η ωμή εφηβεία θα ημερεύει
Όσο κι ένα τουφεκισμένο γεράκι
Που το βαλσάμωσαν με τα φτερά ανοιχτά.

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,
Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους,
Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες
Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές
Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου,
Να δω την πάνδημη κηδεία μου.

Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο.
Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,
Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.
Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε
Σαν να ‘χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.
Με κάτι κέρματα ασήκωτα
Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.
Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε, ιδρωμένα,
Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.

Τέλος, να ‘μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου!
Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!
Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα
Κι ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.

Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές
Ακολουθούν στο ρυθμό της μπάντας
Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο
Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται
Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.

Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,
Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.

 

ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΔΩΡΟ

Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,
Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,
Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο
Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,
Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.

Τα πλουμιστά τα πράγματα δεν τ’ αγαπάω.
Όμως δεν κάνει να ‘ναι δίχως ανταπόδοση
Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης.
Λοιπόν, μια τέτοια νύχτα, ας συρθούνε
Και τα μεταξωτά στα χορτάρια.
Κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο
Ψηλαφεί την γη που τον έχει
Χτυπώντας του διακριτικά την πόρτα.
Όταν μου ανοίξει, θα ‘μαστε κι οι δυο
Ντυμένοι απέριττα το λάλημα του γκιόνη.

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μ’ έναν κόκκο σιταριού
Μοιάζει να ‘χει συντηρηθεί το κοπάδι.
Αρμαθιασμένα πάνω στο κλαδί
Άλλα επιζούν, άλλα ψόφησαν,
Άλλα στέκουν μαδημένα, μισότυφλα.
Πίσω τους χάσκει αποβλακωμένος ο χειμώνας
Και τίποτε άλλο δεν μπορεί να κουνηθεί.

 

ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ

Η θάλασσα. Η αστρική της νύστα.
Η δόνηση της άπαυτης πνοής της.
Τ’ ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια.
Ω, προσπαθώ να διώξω από τον νου μου
Τη μαύρη πόλη της καταγωγής μου.
Μα έχει το ύφος απαιτητικού ζητιάνου
Που κολλάει τη μύτη του στο τζάμι
Και κοιτάζει μέσα στο σπίτι σου,
Όταν του κλείσεις την πόρτα.

Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας
Το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι.
Πόσο να πούμε το ψωμί προορισμό μας
Χωρίς ντροπή.
Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους
Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι,
Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων,
Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα
Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία
Να ξαναπείς ψυχή.

 

ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Ακουμπισμένη σε παχιά μαξιλάρα
Άσαρκη κεφαλή πατέρα
Που τον γηροκομούν βαρυγκωμώντας,
Μιλώντας του καθώς σε μωρό.
Έτσι στέκει ακόμη στην Πιερία
Το θρυλικό βουνό. Ως τον χειμώνα
Στον τόπο του θα ‘ναι μια απέραντη πεδιάδα,
Υποσέντονο ενός γέρου πεισματάρη
Που δεν πεθαίνει. Επιμένει να γερνά.

 

Η ΚΥΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ

Την πένθησαν ειλικρινά.
Μα με τα χρόνια
Παρηγορήθηκαν αυτοί που την αγάπησαν.
Μόνη της κάθεται πια στα σκαλοπάτια |
Και γευματίζει κίτρινα λουλούδια πελώρια
Τείνοντας στους περαστικούς τη βεντάλια:
«Προφυλαχτείτε! Με τον θερμόν αέρα
Λιώνουν τα πρόσωπα από παγωτό
Που τόσο λαίμαργα, τόσο απολαυστικά
Καταβροχθίζει ο έρωτας..»
Παιδάκια παίζουν μες στη βρόμικη ζάχαρη,
Αυτοκίνητα φρενάρουν στα φανάρια,
Κάποιος εντέλει θα ενοικιάσει
Αυτό το σπίτι με τα κίτρινα αποφάγια
Που έχουν μια τέτοια εγκάρδια μυρωδιά.

 

ΚΟΤΣΙΔΑΚΙΑ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟ

Όταν τα δάχτυλα χτυπάνε ώρα στο τραπέζι
Και το κεφάλι μου ζυγίζει σίδερο,
Όταν το κινητό στέκει αχρείαστο στη θήκη,
Τσόφλι ενός τζίτζικα που ‘χει στεγνώσει,
Όταν η σκέψη μου είναι ρύζι με στάχτη,
Εξαίσιο έδεσμα για ψάρια,
Τότε αρχίζει να γελά από το κάδρο του
Ο πατέρας μου ο συχωρεμένος,
Ερασιτέχνης τενόρος και αντάρτης,
Που, αφού γέρασε στη ραπτική,
Έκαμε έξι χρόνια στο κρεβάτι,
Πριν παραδώσει την ψυχή.

Σκέφτομαι πόσο λίγο του ‘χω μοιάσει.
Και φάλτσα κι ούτε ένα κουμπί να ράψω.
Κι ούτε που σήκωσα ποτέ κεφάλι
Παρά μόνο για να φανταστώ τη φλόγα
Που κατακαίει τη σπηλιά του ουρανού.
Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν
Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες
Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους.
Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε
Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι.

 

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

Με κάτι σαν αρχόμενη άνοια
Ή ίσως επειδή τα δάχτυλά της
Τα είχε η αρθρίτιδα παραμορφώσει
Τσαλάκωσε το ένταλμα πληρωμής
Και τραύλισε: «Δεν οφείλω».

Ω, αν ήμουν κάτω από αστρική βροχή
Κι είχα το θάνατο ξεχάσει,
Θ’ άκουγα κάθε σταγόνας το σφύριγμα
Σαν σήμα από τη θεϊκή φλυαρία.
Μα μπήκα απλώς στην ουρά με παλιόκαιρο.
Τρέχουνε σαν ν’ ανοίξανε τα νεφρά τους
Οι στοιβαγμένες οι ομπρέλες πλάι στην πόρτα.
Και το χαρτί που τσαλακώνουν φριχτά δάχτυλα
Ο μόνος κρότος από την καύση των άστρων.
Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι
Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο.

 

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Αυτός ο αδελφός, αυτή η αδελφή μού γεννήθηκαν
Με πρόσωπο από πηλό σε σώμα δέντρου,
Με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου,
Φουσκωμένη από ένα έρημο φως.

Δεν έχω πώς να θρέψω αυτά τ’ αδέλφια.
Ψίχουλα για πουλιά έμειναν στο ερμάρι.
Όλο μου το ψωμί φαγώθηκε, όλο το λάδι.
Το Αλλόκοτο θα μείνει πάλι νηστικό
Μέσα στη βουλιμία του Γελοίου.

Λάμπουν όμως οι παλμοί μες στο στήθος μου
Τρέφοντας τη συγγένειά μου με τη λάσπη.
Με δάχτυλα επιτήδεια την πλάθω
Σε βλέμμα αγάπης, σε αδελφικό παιχνίδι
Ανάμεσα σε κορμούς που χρόνια υψώνονται
Για να συναντηθούν κάτω απ’ το χώμα.

 

ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ

Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,
Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί
Με αστραφτερή οδοντοστοιχία.
Πέφτει, όπως πάντα, σιγανή βροχή
Και κάποιες βόμβες σε νοσοκομεία.
Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά
Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα.
Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του
Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά…

 

Η ΣΠΙΘΑ

Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο,
Όπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα.
Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα
Και φέρνει πάνω τα θνητά.
Τ’ άλλα πηδούν και πάλι στο ποτάμι
Προς την απέραντη χαρά.
Είμαι τα ανέσπερα καντήλια
Που κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα.
Και είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα
Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα.

Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα
Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα.
Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη,
Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα;
Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα
Που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα.
Πώς τη ζωή μου τόσο φως κάνει στάχτη;

 

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (2014)

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας,
Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.
Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.
Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος
Που να μπορεί να την περιμαζέψει.
Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος
Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,
Αφού μ’ έφερε ως εδώ ολομόναχος,
Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.
Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,
Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος
Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου
Μέσα στ’ αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.

 

ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ

Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.
Καθαρίζοντας το ποτήρι μου εγκαταλείπω το στόμα.
Λησμονώντας
Εδώ τα ψίχουλα, εκεί τα κοράκια,
Μια ολόκληρη γενναία μέρα
Πενθώ.

Η θεία Ειρήνη επιστρέφει με το τσάι.
Μιλά για την επικράτεια των μηνυμάτων
Που θα ’πρεπε να τυλιχτούν σε ιώδιο.
«Τα τραύματα μιας κούπας», επιμένει
Ρουφώντας μια γουλιά, «τιμούνε
Την κούπα ως φέρετρο του γιασεμιού».

Στέκομαι όρθια σαν μαθήτρια
Επάνω στα ξεκοιλιασμένα μου μποτάκια.
Προνόμιο δεν υπάρχει στα πρόσωπα.
Είναι όλα ακριβή σαν το χάος.
Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης
Προσεύχομαι να κόβουμε στα δυο.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ

Γέλια σαν άτακτα κρίνα
Απ’ το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου
Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης
Που δεν καταφέρνω να δέσω.
Σκόρπια τ’ αφήνω στο μελάνι
Αυτών των αβέβαιων στίχων.

0 κόσμος χαμογελά μουδιασμένα
Μπροστά στο θέαμα της πληγής.
Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος
Ή δεν φαντάζεται τίποτε,
Αγάπησε τ’ άνθη του τάφου του.
Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,
Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,
Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια
Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.

Μ’ έναν καγχασμό σαν βηχάκι
Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη…
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης
Όλη η πόλη κατάμονη.

 

ΣΥΣΣΙΤΙΑ

Εκεί αφημένο, πάνω στην καρέκλα,
Το σακάκι που κουβάλησε τη μέρα μου
Το ένα μανίκι ρίχνει προς το πάτωμα
Σαν σκύλος μακριά παρατημένος
Που σκάβει με το πόδι του να κρύψει
Το φρέσκο κόκαλο της εξορίας.
Αλλά δεν άφησα στις τσέπες παρά κέρματα.
Αύριο θα ’χω να πληρώσω τα δάχτυλα
Που δίνουνε τα εισιτήρια στο ποτάμι
Με τέτοιους φλύαρους κορυδαλλούς απ’ το δάσος,
Απ’ όπου πέρασε το ένστικτο της ομίχλης
Αναβοσβήνοντας το φως.
Με το σκοτάδι το βαθύ του κυνηγού
Θα βγει η αλεπού απ’ τις παντόφλες.
Ύπνο κακό, σώμα με σώμα,
Οσφραίνεται ανάμεσα στα παπλώματα.
Περνάνε, λέει, πάνω απ’ τ’ απάτητα φύλλα
Κάποιοι που πάνε για συσσίτιο
Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους,
Μήπως κλαπούν, μήπως τ’ αναστατώσει
Αέρας από κρύα πανωφόρια,
Καθώς γυρνάνε σε σπίτι χρεωμένο
Να κοιμηθούνε μέσα στα κλαριά… 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ ΙΙ

Έχει μιαν όψη που μπορείς να τυπώσεις
Σε γραμματόσημο.
Θα έδειχνε το ίδιο σπουδαίος
Σε μικροσκοπική εκδοχή.
Αβίαστα θα του απέδιδαν
Ιστορικά υπουργήματα
Και όχι μόνο το περιστρεφόμενο κάθισμα
Πίσω από το τζάμι του γκισέ.

Καημένος άνθρωπος… Ο καθένας
Χρειάζεται ένα ακλόνητο βασίλειο,
Αν είναι να διασχίσει σχολώντας
Πλατεία σκεπασμένη με χιόνι
Και το τρίξιμο της πόρτας του να ενθουσιάσει
Μόνο τον πεινασμένο γάτο του.

 

Ο ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ

Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο
Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,
Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου
Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:
Θα έπρεπε να λείπω απ’ εδώ!

Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή
Μέσα σ’ ανατιναγμένα τζάμια.
Χαρτιά σφραγίζονται μ’ ένα φτυάρι,
Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,
Σ’ ένα πηγάδι ξερό.
Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.
Του χώνουν ένα μαντίλι στο στόμα,
Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.

 

ΚΟΥΙΝΤΕΣ

Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας
Ο ήρωας του δράματός του.
Παίρνει μαζί του στα βαθιά
Το ρημαγμένο ηθικό του.
Αύριο πάλι θα κρατήσω
Τα παγωμένα χέρια σου.
Θ’ ανάβουν πάνω στα βουνά
Σε συστοιχίες οι φλόγες.
Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα
Ό,τι εγώ θα σου ψιθύριζα στ’ αυτί σου.
Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων
Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα
Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.

 

Η ΠPOTOMH

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.

Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.

Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δυο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

 

ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ

Στη Σμαράγδα

Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου
Δεν ξέρει να αναγνωρίζει…
Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,
Κάποια ψελλίσματα επιστροφής
Σε πράγματα πολύ λυπημένα.
Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι
Μ’ ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη
Από χαμένη επιστολή.
Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,
Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες
Βηματίζοντας διακεκομμένα
Από τον ύπνο της στο δικό μου.
Κάθε μάθημα της είναι αρεστό.
Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια
Αποθέτει στα μακριά της δάχτυλα,
Περιποιείται το δειλό νερό
Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.
Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα
Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.
Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!
Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου
Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών…

 

ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου
Με μια ζακέτα από λέπια
Κι ένα ζευγάρι ασημένια γόνατα.
Η θάλασσα μετρούσε στα πόδια του
Χαρτονομίσματα,
Επέμενε να τον εξαγοράσει
Αυτόν τον ανυπόφορο Ύπνο.

 

ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΖΩΑ

Κρότος σαν δάχτυλο παιδιού στο τζάμι
Κι όμως δεν πέρασε άλλος απ’ τη λύπη μου
Κι αυτή δεν έμοιαζε μικρή μα σεβάσμια,
Μια λέαινα μετά το χάδι.
Ήθελα να προσηλωθώ, ν’ ακούσω
Αλλά μου έπεφταν τα γυαλικά,
Άλλαζε ο άνεμος συνέχεια βήμα,
Κάτι έψαχνε σ’ αυτές τις σπηλιές.

Όταν το σπίτι ησύχασε, την είδα
Τη δαχτυλιά στον ουρανό της ζούγκλας.
Καμπουριασμένος πάνω απ’ τ’ αγρίμια του
Άκουγε τα πολλά τους παράπονα.

Και μένα κάποιος μ’ άκουσε λοιπόν.

 

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

Αν μου δοθεί ο πρώτος στίχος,
Η κυρία η ηλικιωμένη στον δεύτερο
Θα ξαναγίνει η μητέρα μου.
Ουδέποτε γνωστή κι όμως τι θλίψη
Αυτά τα βαριά της γεράματα…

Κάποτε προσηνής και σβέλτη
Μπαινόβγαινε σ’ αλλεπάλληλα οχτάωρα
Υπακοή, παραγωγή, αποταμίευση
Κι ένα μαύρο κουρτινάκι ανάμεσα
Σε πρώτη και δεύτερη κόρη.

Τώρα απλωμένη σε στρωσίδια δύσκαμπτα
Θερμαίνει με μια σόμπα χαλαζία
Ένα άδικα μεγάλο δωμάτιο.
Υπολογίζοντας με γουλιές αναπνοής
Πόσα μερόνυχτα υγείας
Εξασφαλίζει με αβέβαιη σύνταξη.

Κι ενώ η αρρώστια προχωρεί κατά το νόμο,
Ανάμεσα από τις θορυβημένες θυγατέρες
Παράνομα τρυπώνει η απλή φροντίδα
Ενός μεσημεριού με χρυσόσκονη.
Πλούσια πασπαλίζει το πάπλωμα
Σαν να είναι η πρησμένη γερόντισσα
Μια Αικατερίνη της μακράς δυναστείας
Που έφερε ένα έθνος ως τη θάλασσα,
Προτού φέρει με οικονομία το γιατρό.

 

ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΟ

(Διαβάζονται τραγουδιστά ή παραδίδονται
στη συγκατάβαση των πεζογράφων)

Ι Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

Δέντρο του βάλτου ο κύριος Τιμόθεος,
Όταν η κόρη του πουδραριστεί
Και η γυναίκα του παχύνει,
Θα ψάξει για κλεμμένο χρυσό
Και μες στην οδοντοστοιχία του θα ’βρει.
Μα τώρα είναι τόσο χαρούμενος.
Βγαίνει ολοταχώς απ’ το φλοιό του.
Σκαρφαλώνει
Στα πάνω κλαριά του θανάτου του.
Θέλει να κελαηδήσει γλυκά
Τα τέσσερα ευαγγέλια των προγόνων.
Φλοπ! Φλοπ! Πηδάνε οι βάτραχοι
Όλο και πιο κοντά στη ρίζα…

Έχει το σπίτι του έξω απ’ την πόλη,
Τον φτωχό του έξω απ’ την πόρτα του,
Τον δικηγόρο του κατά του θεού,
Αν βγει μπροστά του λιμασμένος.
«Α, τι ανόητοι όσοι δεν προνόησαν
Και τους γαυγίζει απ’ τη μια η εκκλησία
Κι από την άλλη το καμπαναριό…»

 

ΙΙ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Απέναντι απ’ την παλιά εκκλησία
Στέκει ένα φόρτωμα κάρβουνο.
Και κάμποσοι μαρμαρωμένοι ανθρακωρύχοι
Που πέθαναν από την προσευχή.
0 ιερέας μ’ έναν πετεινό στον ώμο
Στην πίσω αυλή φυτεύει πιπερίτσες.
Κάθε τόσο του περνάν υποψίες.
Αγριοκοιτάζει προς το υπερπέραν
Και πάλι φταρνίζεται υπάκουα.

Το βράδυ, γεμάτο αγριοκέρασα
Μπαίνει μες στο χωριό όπου να ’ναι.
Μυξοκλαίνε του ήλιου τα χάλκινα.
«Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί», μουρμουρίζουν,
«Κάτω απ’ τα κεραμίδια αυτά».
Δεν ακούν, τα φαντασμένα, δεν ακούνε
Το κλάμα του μωρού, τη χήρα,
Τη μαία την έμπιστη που κλείνει
Το παράθυρο αυτού του ποιήματος.

 

III Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

«Τους πιο πολλούς τους μάντρωσαν στο κάτεργο.
Δυο τρεις τρυπώσανε στην εκκλησία»,
Ψιθύρισε στον παπαγάλο του,
Μόνο σύντροφο και αδελφό στην παράνοια,
0 Αδικημένος με το τρίτο χέρι.
Ανάμεσα στα χοντρά βιβλία του
Φτερούγιζε μια τόση δα προσδοκία,
Αγγελική, φουριόζα, οξύθυμη
Σαν το κρασί στην κανάτα.

«Στα χωράφια τα κουκουλωμένα με λάσπη
Αποτραβιούνται τα νερά»,
Απάντησε ο παπαγάλος.
«Βγαίνουνε από σπίτια οι Άλλοι.
Είναι εργατικοί. Κακομούτσουνοι
Από τη θλίψη και την άγρια νύχτα.
Κι όχι δυο τρεις. Παραπάνω.
Αλίμονο σου, ξαναχτίζουνε
Τον ουρανό στεγνό
Με κόκκινα, μεγάλα μάρμαρα».

 

ΤΟ ΣΟΦΟ ΔΕΙΠΝΟ

Είχε το ράμφος μιας ασήμαντης στιγμής
Καρφωμένο πάνω στην αγάπη του.
Τη σιγότρωγε χωρίς να την πιστεύει,
Ώσπου ξημέρωσε απρόθυμα
Με μια μικρή λιποθυμία.

Αναπνοή από την καφετιέρα
Κι ένας δυο άγγελοι απ’ τη μνήμη του
Κατοίκησαν κάτω απ’ το ταβάνι.
Με το φτερούγισμά τους το αργό
Πάλι βάφτηκαν με αίμα τα μάγουλα.

Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα
Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο…
Σαν εκείνους τους πέντε άρτους
Η ερημιά γεμίζει τα ερμάρια
Για χιλιάδες ώρες μαζί…

 

Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Καημένε αέρα, τρύπησε η σόλα σου
Πάνω από τη σαββατιάτικη Λάρισα
Και πάτησες το καρφί της βλαστήμιας
Που τίναζε στον ουρανό…
Όταν θα μπεις σε άλλη πόλη πληγωμένος,
Βγάλε τα αυτά τα παλιοπάπουτσα.
Και όχι επάνω απ’ τις ταράτσες τρεκλίζοντας
Αλλά ξυπόλητος μέσα απ’ τους δρόμους να περάσεις
Σαν χορευτής από λεπτή μεμβράνη
Που αφήνει πίσω του ελαφρύ αναστεναγμό,
Όχι πάνω στα ξαφνιασμένα κεφάλια,
Κυριακάτικα, τα χνάρια της πληγής σου.

 

ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ

Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της,
Βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα
Πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα,
Περνά η πομπή των συλληφθέντων
Πίσω της με τη γλώσσα έξω
Αγέλη βακτηρίων και ιών.

Εμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο,
Μωρά με αφέψημα παπαρούνας
Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου
-Βρέχει μελάνι… – καταγράφουμε
Την επιστήμη της δολιοφθοράς.

Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια.

 

ΧΑΡΤΗΣ ΑΤΑΦΩΝ

Τι είναι ακριβώς αυτό το πένθος,
Ένα φουστάνι κατακόκκινο
Φορεμένο από ένα σκυλί;

Το ίδιο το μούτρο τού αφέντη του
Πουδραρισμένο με χόρτα;

Να κάθεται η καλόγρια μ’ ανοιγμένα
Τα ράσα της στα νερόφιδα
Και ν’ αφανίζει το σκουλήκι μήλα
Με την τρομπέτα του σάλιου του;

Τι είναι αυτό το καρναβάλι του θρήνου,
Γιατί αργοπορεί και ξεφτιλίζεται
Ανάμεσα σε τόσους μπεκρήδες;

Χωρίς κωδωνοστάσιο χυμένος
Όλος ο μούστος απ’ τα κρασοβάρελα
Μες στο μελάνι της σταματημένης καρδιάς;
Και να ρίχνει ο ουρανός την κοιλιά του
Έξω απ’ το βρώμικο πουκάμισο;

Τι χωριά είναι αυτά όπου ο θάνατος
Δεν έχει αρχοντιά κι έχει πάχος;
Σπίτια που βάζουνε το φέρετρο στο αλάτι
Και γνέφουν με το δάχτυλο «σώπασε!»
Στο άστρο που γρούζει πλάι στα γέρικα γατιά;

Τι πόλεις σε κηδεία ξεμανίκωτες
Σαν να τις κέρωσε μ’ ένα χαστούκι η ρεκλάμα
Και το σώμα διατιμημένο τυλίγει
Την ακαμψία μ’ ένα ρούχο τού συρμού;

Πώς σέρνεται η ακολουθία η νεκρώσιμη
Σαν πληθυσμός που σφουγγαρίζει στα γόνατα
Το χιονόνερο της άλλης ζωής του;

Και προς τα πού; Και γιατί; Κι ως πότε;
Και με ποιον κρότο τα μεγάλα πουλιά;

 

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.
Κάτι έχει κρεμασμένο στον λαιμό του,
Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,
Κάτι που δένει τα νεύρα του
Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,
Όπου το ομοίωμά του κάθεται
Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.
Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες
Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας
Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ
Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί
Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.

Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,
Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.
Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι.
Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη
Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

Από τα μέρη όπου οι σιδεράδες
Κάποτε φτιάχνανε με το φεγγάρι τα πέταλα
Κι όπου γινότανε το καλντερίμι μούσκεμα
Από τον κρότο φοβερών σφυριών,
Όπου άφαντοι, με την αναπνοή πιωμένη,
Κρυφοκοιτάζανε οι μικροί με τα καρφιά,
Από κει πέρασα με την προσήλωση πιστού.
Μέσα στο νου μου μοσκοβόλαγαν τα κίτρα
Σαν άστρα αυλής μοναστηριού.
Αν έφτανα στη χάρη Του θ’ άναβε
Λέξη προς λέξη τα καμπαναριά του στους βράχους…

Χαμογελώ… Ποιος ποτέ μετανιώνει,
Αν απατήθηκε αρκετά, ώστε να διασχίσει
Άφοβα τέτοιον ουρανό…

 

Ο ΚΟΥΑΣΙΜΟΔΟΣ ΩΣ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΛΟΓΙΟΣ

Πέταξα το τετράδιο απ’ τα χέρια μου
Σαν να βρήκα στις σελίδες του ένα φίδι.
Μα ήταν μόνο το κουμπί μιας τελείας
Που κούμπωνε ως το λαιμό την παράγραφο.
Την έπνιξε ο γιακάς την ηρωίδα μου
Κι ο χρόνος της έπαθε λόξυγκα.

Έτσι περνώ τις χιονισμένες νύχτες,
Καμπούρης με κεφάλι καιόμενο.
Στη ράχη μου οι φιδοφωλιές φορτωμένες
Σφυρίζουν όλες γύρω από τ’ αυτιά μου.
«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,
«Γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι»,
Και δωσ’ του τα χαρτιά μου γεμάτα
Από τις άτσαλες πατημασιές ενός δύσμορφου.
«Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.
Μπα, η μοίρα μου είναι. Ράβει τα κουμπιά της…

 

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ

Πενικιλίνη και θνητότητα
Και κάτι παλαιό και παράλογο
Καταγράφουν τα βιβλία μπροστά μου.
Τα μολύβια μου σαν βελόνη πυξίδας
Στρέφονται τρέμοντας προς το βορρά
Κάθε φορά που το γραφείο μου διατρέχει
Ο χλευασμός μιας καλής ιδέας.
Θα έγραφα ανεπανάληπτο έπος,
Αν δεν είχα αρχίσει να γερνώ.

Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται
Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Σαν να ’χα το δικαίωμα να ελπίζω
Σ’ έναν καταυγασμό της συνείδησης
Από άλλον κι όχι αυτόν που ζούσα βίο,
Σαν μου όφειλε το άστρο αλάτι
Για το ψωμί των ηρώων μου,
Την ώρα που μπαγιάτευε δίπλα μου
Το μυστήριο της έρημης νύχτας…

Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα
Οποιονδήποτε στίχο…
Καθένας μόνος του αξιώνει
Μια κλονισμένη υγεία και κυρίως
Την ηλικία που έχει απόψε ο ουρανός…

 

 

Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012)

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τρύπωσε θυμωμένος στη γωνιά του
Της ημέρας ο κάματος:
Να έχεις επί ώρες εκθέσει
Ψυχή και σώμα στη δημοσιότητα,
Να έχεις διαφημίσει το πνεύμα σου
—Πλην, με ελεγχόμενη προθυμία
Για κάθε πιθανό συμβιβασμό—
Και να πετάς απλώς τα παπούτσια σου
Προτού χωθείς στην πολυθρόνα…

Μια παλάμη σαρώνει τον αέρα
Με τον κόλαφο ενός πονοκέφαλου.
Τρέχουν με τα μποτάκια τους στον τοίχο
Τα τρένα από τις μυρμηγκοφωλιές.
Δεν θα σε πάρουν. Τι μεγάλος που είσαι,
Πλατύς και θλιβερός σαν πεταλούδα
Με μαύρα, φτερωτά επιφωνήματα…
Είσαι ένα στόμα που βυζαίνει το δάχτυλο,
Ένα κακό μωρό κουκουλωμένο.
Ποιος να σε θέλει μες στο χιόνι
Εκτός από το σουρωτήρι όπου κάθεσαι
Κι απ’ όπου τρέχουν και λεκιάζουν το χαλί
Τα εξαιρετικά σου προσόντα. 

 

ΕΠΑΙΤΗΣ

Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.
Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα
Και νιώθει παντελώς αγράμματος
Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.

Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.
Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.
Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.
Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.

Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο
Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.
Σκιαγραφούμενος σ’ ένα γραμμάτιο
Περνά κατευθείαν στον Χάρο.

Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα
Να ζητιανέψει τα ναύλα.

 

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ

Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο
Δραπετεύουν σαν τις κατσαρίδες τα γράμματα.
Μελετώ αχόρταγα λευκές σελίδες:
Ο λόγος, ο αντίλογος και ο θρήνος
Καταγράφονται με τ’ ανεπαίσθητα νεύματα
Ενός τυφλού που αισθάνεται να τον βλέπουν
Εκείνοι που έφυγαν απ’ το δωμάτιο.

Κάθε φορά που μετρώ με τα δάχτυλα
Ποτέ δεν μου χρειάζονται όλα.
Υπάρχουν λίγα ή λείπουν πολλά
Αυτό θα το αποφασίσει ο αέρας
Που ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.

Κινώ τον μικροσκοπικό μου θεό
Από τη μικροσκοπική του κλωστίτσα.
Τον συντηρώ με γλυκίσματα
Στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.
Χρήσιμος, αβαρής και ιπτάμενος
Στη σμίκρυνση του σύμπαντος πλεονάζει.

Ω λίμνη με το καθαρό ασήμι.
Ω ουρανέ με τα γιγάντια φτερά.

 

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ

Σκέφτεται, προσμετρά, σταθμίζει
(Ρυτίδα κάθετη στο κούτελο),
Το αποφασίζει τελικά και μου δίνει
Ο τοκογλύφος το ελιξίριο νεότητας.
Γυαλίζει το εύσαρκο πρόσωπό του
Ως ένδειξη των καλών του προθέσεων
Και με υγρή παλάμη σφίγγει
Το χέρι μου, σχεδόν αδελφός.

Και να, η τούρτα γενεθλίων!
Η νύχτα με την αστρική κουρελαρία της,
Ο κρότος των μπαστουνιών των γερόντων.
Να, οι πνιχτές βλαστήμιες των γιατρών,
Οι ουρές μπροστά στα φαρμακεία,
Τα μάτια που καίνε σε βυθό μελανιού.
Να, ο συνωστισμός, τα σπρωξίματα, η ντροπή,
Τα δαγκωμένα τρόφιμα, η σκόνη,
Να, το απορριμματοφόρο του Δήμου
Που μαζεύει το πρωτογενές πλεόνασμα…

 

ΕΘΝΗ

I.

Άνθρωποι με χαρτιά καθαρά
Κι άλλοι με κάποιο ποινικό μητρώο,
Τελειόφοιτοι με πιστοποιητικό σπουδών
Και πιο πολλοί με δίπλωμα οδήγησης,
Χαπακωμένοι και νηφάλιοι,
Χρόνια μαζί και διαζευγμένοι,
Όλα τα έθνη στην ουρά ν’ απολαύσουνε
Τον Παρθενώνα με φεγγάρι.
Μέσα τους σαν από θαύμα
0 κολικός καταπραΰνεται.
Ώσπου να ξημερώσει θα ’ναι
Οι κληρονόμοι.
Θα μοιραστούν το γαλαξιακό υγρό.

II.

Τα έγγραφα και τα μητρώα,
Πτυχία και προγνωστικά,
Αρχές και θραύσματα αισθημάτων,
Τα εξιτήρια και οι διαγνώσεις,
Όλα τα έθνη στην ουρά να εισπράξουνε
Το επίδομα της ανεργίας.
Γύρω τους τα νερά δεν τραβήχτηκαν.
Ώσπου η πόλη να στεγνώσει θα ’ναι
Όρθιοι.
Σε κανέναν
Δεν θα παραχωρήσουν τη σειρά.

 

ΟΙ ΚΟΥΚΛΕΣ

Δεν είναι νεκρές! Δεν είναι νεκρές!
Είναι οι τσακισμένες κούκλες.
Ψυχές από ξύλο και πίτουρα.
Βλέπουνε με ζωγραφιστά ματάκια στο σκοτάδι.
Ανήμπορες να μετακινηθούν ψηλώνουν
Μέσα σε ρούχο από γυαλί.
Όταν θα κλείσουνε τα δώδεκα, θα σπάσει.

Κάθε τους βήμα
Τραβάει από τη γη το γρασίδι.
Είναι ο λαός των γάτων με τ’ άρβυλα.
Είναι ο Πινάκιο με τα χίλια αδέλφια.
Με αίμα πριονίζουν τη μύτη τους.
Αλείφουν το ψωμί τους με σάλιο.
Κόβουν τη φέτα στα δυο.
Σπάζουν τη θλιβερή εφηβεία τους.
Ίσως και να μιλούν ακόμη
Στη λησμονημένη γλώσσα των ανθρώπων.

 

ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
Ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
Και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα.

 

ΝΑ ΞΕΡΩ

Χαράματα … τι όμορφη λέξη …
Αισθάνεσαι και τη ρωγμή και τον κρότο.
Κι ας τα διακρίνεις μετά βίας σε μια πόλη
Που κρύβει σαν ντροπή τα σκοτάδια της.
Ρίχνει η μέρα μέσα από το τζάμι
Τα πρώτα ντροπαλά αιμοπετάλια
Κι η αρρώστια σε καταλλαγή και επιφύλαξη
Στρώνει επάνω της τη νυχτικιά της
Περιμένοντας με ευπρέπεια το φως.

Να ‘μουν σ’ έν’ άλλο πρωινό με τα κλαδιά του
Καθώς τρέχουν να κρυφτούν τα ξωτικά.
Να κρέμονταν από τα φύλλα
Τα δακρυσμένα μου ψέματα.
Και με βλέμμα γηραιών γιατρών οι σπίνοι
Να μου φανέρωναν όλη την αλήθεια.

 

ΘΡΑΚΗ

Χτυπώ το χέρι στο κούτελο.
Πώς σκάβει την πληγή το φιλότιμο…
Αυτά τα λόγια είναι πένθιμα.
Σκύψε προς το μέρος μου, ιερέα.
Άσε το φτυάρι σου στα κυκλάμινα.
Μόνος σφυρίζω το αλληλούια.

Ακούω το νήμα που καίγεται.
Ό,τι θυμάμαι, με βλάπτει.
Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει εδώ.
Κρατάει την ψαλτική το ποτάμι.
Θυμιάζουν τα φτερά του στις όχθες
Και αγκαλιάζουν το σώμα μου.

Θα ήθελα μια Τρίτη του μύθου
Να σπάσουν τα ράμματα της χλόης.
0 Νέστος ν’ ανασηκωθεί στην αφθονία του.
Κανένα μάτι να μην καταφέρει να βρει
Το μέρος όπου θ’ αφήσει τ’ αυγά του
Κι όλος ο κάμπος να σταθεί ζεστός.

 

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

A, κατεστάλη η εργάσιμη εξέγερση!
Το άστρο της νύχτας ενθρονίζεται.
Βηματίζω κατά το τύμπανό του.

θα κρύψει η λάμπα το άτριχο κεφάλι της
Μέσα στο πλήθος των παρατηρητών.
0 ύμνος των ροχαλητών θ’ αρχίσει.

0’ ανασυρθούν με τα παράσημά τους
Και φύκια στα λαμπρά υποδήματα
Δικαστικοί και τροπαιούχοι.

Και αυτό τι είναι; Η τήβεννος;
Το σάβανο; Το πάπλωμά μου;
Ακούω τον κρότο των κλωστών.

Μπα, ξεκινάει ρυθμικά η πνοή μου.
Δίνει το σύμπαν τον καθορισμένο χρόνο
Στον ατμό που βγαίνει απ’ το στόμα μου.

 

ΤΟ ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ

Όλοι αυτοί οι γηραιοί Τιτάνες,
Όλες αυτές οι Μούσες οι ανδρόγυνες,
Όλη αυτή η συνοχή και η κομψότης
Περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιό μας.
Έχουν τη δύναμη των πόθων μας,
Το φύλο των μυστικών μας,
Το γούστο που θα επιβραβευτεί.

Είναι ο τυφλός που με διαύγεια κρυστάλλου
Μεταφράζει το κορμί σε γεράματα.
Το νου σε σφηκοφωλιά φωνηέντων.
Τον σύντροφο σε σκόνη στο πέτο.
Το ίδιο το στόμα σε τροφή.

Κάθε τους κόκαλο σαπίζει στην τσέπη μας.
Κάθε τους νεύμα καταγράφεται
Ως η μία όψη του νομίσματος μας.
Η άλλη ο κρόκος του Συμπαντικού Αυγού.

 

Η ΚΑΝΤΑΔΑ

«Αυτό που βρέθηκε, αυτό που αποθηκεύτηκε,
Αυτό θα χαθεί.
Αυτό που ήχησε, αυτό που σήμανε,
Αυτό θα σωπάσει».
Πες το, πες το, το χαζό τραγουδάκι σου
Με μάτια κόκκινα και με πρησμένη γλώσσα.
Εσύ είσαι ο τροβαδούρος της κάνουλας.
0 ψάλτης από το κελάρι.

«Ό,τι χτίστηκε, στα κλαριά χτίστηκε.
Σε ράχη σκύλου».
Δεν θα σε πάρουνε στα σοβαρά, τραγούδα.
Είσαι ο άχρηστος και ο χαριτωμένος.
Μέσα στην κόλαση παραπατάς.

Λέγε το εσύ: «Είμαστε μόνοι.
Ό,τι σπάρθηκε, φυτρώνει σε κρανίο.
Βήχει ο χρόνος μας, το μαξιλάρι ιδρώνει».
Ε, μέθυσες, μέθυσες κάτω από την επιφάνεια.
Ωραία πάντα ταξιδεύει η ήπειρος
Πάνω στο γάλα των ωκεανών της.

 

ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Ησύχασε. Πιες λίγο νερό και ησύχασε.
Πράγματι, είναι ο ήλιος των δώδεκα,
Αυτός που εξαφανίζει τους ίσκιους.
Γύρω σου είναι οι Λευκές Κυρίες,
Η Προγιαγιά, η Αναπνοή και η Λήθη.
Ναι, πιες λίγο νερό ακόμη.

Είναι απλώς ένας χορός. Όταν εργάζονται οι άλλοι.
Το δάπεδο με σατινένια λάμψη.
Ήρθανε να κρατήσουν το χέρι σου.
Να δοκιμάσουνε τα πέλματά τους.
Δεν σε λησμόνησαν ανάμεσα σ’ αυτούς.

Κι εσύ για όλο το γιγαντιαίο λεπτό
Που οι δυο δείχτες ακουμπούν στο μεσημέρι
Χτύπα τα δάχτυλα και γείρε το κεφάλι.
Άσε τη μουσική ν’ αναστατώσει
Τ’ άσπρα μαλλιά τους, τ’ άσπρα τους πουκάμισα.
Κι ας σε φθονούν οι λυπημένοι συνάδελφοι
Που έχεις φαμίλια, που ανασαίνεις, που ξεχνάς…

 

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ

Στην αδελφή μου

Όταν τ’ άστρα ξεκουμπώνουν τα παράθυρα
Και μου δείχνουνε το δρόμο προς το πάρκο,
Βλέπω στο βάθος το πρόσωπο.
Τα άγρια μάτια, τα υγρά του μάγουλα.
Οσμή καπνού και μακρινά τριζόνια.

Στρίβω στην πόρτα το κλειδί: Νοστάλγησε…
Έφυγε νέος. Ως τις πρώτες λεύκες
Διστάζει ακόμη. Μένει πίσω μου.
Μωρουδιακά στο γρασίδι.

Τολμώ να του μιλώ με τ’ όνομά του:
«Απόστολε,
Χτες που ξεσκόνιζα την ωραία σου εικόνα,
Το τοπίο τού σερβάν σ’ αναγνώρισε».
Φλοίσβος στο ρούμι, αλάτι στο κερί.

Σβήνει ο θυμός κι οι δισταγμοί. Χαίρεται
Που είναι ανάμεσα σε τέτοια πλατάνια.
Για όλους μας ρωτά, έναν έναν.
«Αχ», λέει, τέλος, και κουνά
Σ’ αποχαιρετισμό το ναυτικό κασκέτο.
Χρυσός στα νύχια, ρόδινο γυαλί.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΕΡΓΩΝ

Γνωρίζουν άριστα την τέχνη τους,
Εκείνος με το πράο μέτωπο εκ πείρας,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.
Και οι δύο την ασκούσαν αρτίως,
Εκείνος με το πράο μέτωπο συχνά,
Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια βίου.

Και οι δύο δεν θα την ασκούνε στο εξής.
Τους φόρεσαν το σιδερένιο γάντι.
Πρέπει σε μέση ηλικία
Να πιστωθούνε στα νήπια.
Κάποιος αφανής κερματοδέκτης
(Εάν απλώνουν σταθερό το χέρι)
Θα τους προσπορίζει τα κόμιστρα
Από τον κεραυνό ως το χώμα.

Επ’ ελάχιστον, βέβαια. Ως την ώρα
Που τ’ άστρα, τα παιδιά και οι σύζυγοι
Θα τους κοιτάξουν με τη δυσπιστία του πένθους,
Με τα πελώρια μάτια της ποινής.

Α, τότε ποιος θα τους ακούσει να κλοτσάνε
Κάτω απ’ τα πόδια τους το ίδιο αυτό σκαμνί
Που κατασκεύασε ο ένας εκ πείρας
Κι ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.

 

Η ΦΩΤΙΑ

Υπάρχουν κηπουροί που απεχθάνονται
Όλους τους κήπους που καλούνται να φροντίσουν
Πλην μίας γλάστρας με κοινά γαρύφαλλα
Που κάποτε είχαν δει ζωγραφισμένη.
Υπάρχει μία πρίμα μπαλαρίνα
Που έχει απολαύσει την πολυετή λατρεία
Αλλά είναι βέβαιη πως δεν την αγαπά
Το βραδινό της μαξιλάρι.

Α, θα ήταν μακρύς ο κατάλογος
Των κεραυνών που θρυμματίζονται αόρατοι,
Των πρώτων ή των τελευταίων τριγμών
Μιας πυρκαγιάς που κατακαίει τα δάση.
Θέλει ο δρυμός μια ακόμη αιωνιότητα,
Για να ομολογήσει την απληστία της θλίψης.

 

Η ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ

Η μονιμότητα της σκιάς πάνω στο πρόσωπο,
0 ανεξίτηλος λεκές του φουστανιού της,
Η τελευταία χάρη που είχε κάνει
Σε φίλο ή εχθρό με ανιδιοτέλεια,
Όλα εγγράφονταν στο φάκελό της,
Δεμένο με μαύρα βλέμματα.

Η κερασιά; Το θαλασσί γοβάκι;
Η μητέρα συνεχώς κουρασμένη;
Κι αυτά, κι αυτά! Και το λεωφορείο
Προσπερνώντας τους τάφους να παίρνει
Στροφή για σπουδές στην πρωτεύουσα.

Εμείς την ξέρουμε; Την ξέρετε.
Προσθέστε κάθε δυνατή εξέλιξη
Ως τη στιγμή που έκλεισε πίσω της
Οριστικά η πόρτα του γραφείου.
Και μόλις τελειώσει το ποίημα
Γράψτε από κάτω το όνομά της. 

 

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Κλείνει τα πέταλά της η σονάτα.
Νυστάζει η ευωδιά της φυγής.
Μία μία παραιτούνται οι νότες,
Νοστάλγησαν την επιστροφή στον Θεό.
Μα έχω σωθεί. Ούτε χώμα στα χέρια
Ούτε πια βρόμικο πουκάμισο.
Σοφός, καθαρός, βαθιά θλιμμένος
Κατοικώ στον λιγοστό ουρανό
Που μου άξιζε από καταβολής κόσμου.

 

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΑΣ ΖΗΤΑΤΕ

Περίπλοκο ρητό. Τι σημαίνει,;
Το αγκάθι ενός χειροφιλήματος; Πληγή από τούλι;
«Να έχετε με τους αγοραστές λεπτούς τρόπους».

Πώς, δηλαδή, να τους φερθούμε; Φιλόξενα;
Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους;
Μέσα σε πνεύμα Μουσικής και Δημοκρατίας;
Ή, αφού ο πελάτης έχει πάντα δίκιο,
Να βγάλουμε απλώς το σκασμό;

 

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Για τον μεγάλο ποιητή Καβάφη
Λένε : «Απόσταση, ειρωνεία, έρωτας».
Για τον μεγάλο ποιητή Ελύτη
«Ο ήλιος, ο Θεός, ο τόπος».
Άσε πια για τον Σολωμό ή τον Κάλβο.
Όσο πιο πίσω, τόσο πιο εύκολο.

Γι’ αυτό και οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Τους πνίγει η αγανάκτηση και αποφασίζουν
Να ζουν αιώνια και να υπερασπίζονται οι ίδιοι
Την τιμή τους από τα κουτσομπολιά του κόσμου.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ

Τι γάμος! Ήρθε σύσσωμη η αδελφότητα
Των γαμπρών με τη νυχτερίδα στο πέτο!
Ποτήρια σαν αστερισμοί στην τροχιά τους,
Δάκρυα βροχή επί βουνού εδεσμάτων
Και στα ψυγεία, σε τρυφερή επαγρύπνηση
Κάτω απ’ το πέπλο, τα τεμάχια της νύφης.

 

ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΡΕΣ

Δυο δυο περνούν οι Δεσποινίδες Έλεος.
Γέρνουν γλυκά την κεφαλή στο γαλάζιο.
Τη διαδρομή σχεδίασαν με χαμόγελο.
Το κρύβουν πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους.

Κι αν λιώσουν απ’ τον πόθο τα τακούνια τους,
Πιρουέτες με υποδήματα Κίροφ.
Κι αν η καλή τους η καρδιά πρηστεί,
Λίμπιντο γιασεμιού, αβρή μνηστεία.

Να τις προσβάλουμε με τον εκνευρισμό μας; Όχι!
Να τις θολώσουμε πλησιάζοντας στο τζάμι; Ποτέ!
Καθώς πέφτουνε δυο δυο απ’ το Ζάλογγο, επιβάλλεται
Να χειροκροτήσουμε το θεαματικό φινάλε.

 

ΤΟ ΓΕΝΟΣ

Με μια πλερέζα ως το πιγούνι το βουνό
Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.
Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.
Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.

Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ’ την πόλη,
Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,
Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.
Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,
Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας
Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.

Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.
Καθένας όλο του το σόι.

 

Ο ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΦΤΑΙΧΤΗΣ

Ποιον έχουμε προδώσει και γιατί;
Γιατί φοβόμαστε ένα τέλος στην αγχόνη;
Γιατί ρίχνουμε το πρόσωπο στα χέρια μας
Όπως στην κατσαρόλα το αλάτι;
Σσστ! Έρχονται καταιγιστικές εξελίξεις.
Το φως θα κάνει τις κάμαρες στάχτη.
Θα βαδίζουμε προσεχτικά. Ένα ένα
Θα πατικώνουμε τα λουλουδάκια του τάφου
Στην καταισχύνη των γραφών και των τόκων.
Εδώ μια πίστωση, εκεί μια ομολογία,
Πιο πέρα μια επενδυτική στρατηγική.
Είμαστε ανθεκτικοί και αναλώσιμοι
Όσο και τα στατιστικά μας στοιχεία.
Ε, το ψωμί που γεύεται ο Ιούδας
Τα δάχτυλα του θείου προσώπου το ‘χουν κάψει
Με δυο Διαθήκες, υπογραφές και σφραγίδα.

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,
Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα
Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.
Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,
Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,
Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση
Του φοιτητή του Ντοστογιέφσκι.

Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας
Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια
Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.
Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι
Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.
Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.

 

ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΜΕ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

I.

Θυμάμαι ακριβώς το πρόσωπό της:
Μάτια έως θανάτου κατάπληκτα.
Μπρος σ’ ένα χάδι θ’ απόμενε άπραγη
Και η λιγοστή του πνεύματός της ευφράδεια.

Κρατούσε ένα καλό κομμάτι κρέας.
Μέσα στην πούδρα από τ’ ασπρόμαλλα δάση
Σπίτια φτιαγμένα με τις χούφτες
Και γύρω νηστικά σκυλιά.

Προτού πηδήξει μέσα, στράφηκε
Και με τη χάρη έκπτωτης βασίλισσας
Επέδειξε το βιβλιάριο ενσήμων.

 

II.

Η μυρωδιά στρέφει το βλέμμα δεξιά,
Σ’ ένα πανέρι μυριστικά φρεσκοκομμένα
Και μέσα το κεφάλι του θύματος
Σαν υλικά μαγειρικής ή θυσίας.

Τα αποστρέφεσαι. Ο ανθρωπισμός επιβάλλει
Να στρέψεις το βλέμμα απέναντι,
Εκεί που ένας μικρός καταρράκτης
Πλένει τα πόδια της νεαρής.

Αλλά ο κορμός της άφαντος.
Τόσα ημερομίσθια, τόσες κρατήσεις
Δεν έπεισαν τον λαμπρό καλιτέχνη
Να ξαναβάλει το σώμα της στο πλάνο.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Κοιτάζω το άγραφο ποίημα
Όπως κοιτάζετε τα τελευταία ψιλά σας.
Πώς θα τη βγάλουμε ως το τέλος του μήνα
Και να τρέχουν οι λογαριασμοί της ψυχής …
Άλλοτε, πάλι, χαμηλώνω το βλέμμα.
Καλώς. Δεν μπορεί να γραφεί.
Άλλος, αξιότερος, θα αφήσει για μένα
Τα έξοδα ενός μωρού
Με ζιπουνάκι του θανάτου.

 

ΣΤΟ ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ

Αντίο, προς το παρόν, Εριφύλη.
Αντίο, Ρεβέκκα, Μιχαήλ, Χριστόφορε.
Αν τώρα αποσιωπώ το σώμα σας,
Στο λίγο φως, διαψεύδονται οι προσδοκίες
Να βρω για σας τον αρμόδιο στίχο.

 

 

Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010)

 

Ι ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ

Όταν ανοίγω τον ουρανό, το βρίσκω
Το κρύο ρόδο που μ’ έσπειρε.
Μα όταν τον κλείνω, τίποτε.
Ούτε άνθισα ούτε έχω γεννηθεί.

 

ΟΙ ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ

Θυμάμαι εκείνους τους Λάρητες του Καβάφη,
Ανίσχυρους οικιακούς θεούς.
Θυμάμαι εκείνη την κλίση των ώμων μου
Μπροστά σε κάθε νέα δυσκολία.

Υπάρχει πάντα μια προσωπική αθεΐα
Που εκφράζεται με τη στάση του σώματος.
Πιο άκαμπτη, πιο ευθυτενής
Όσο το εικονοστάσιο αδειάζει.
Όταν πλέον συνοψιστείς σε μια κάθετο
Γερά μπηγμένη επί των πελμάτων,
Τότε επανέρχεται η καβαφική παρεούλα,
Φτωχοί αλλά περήφανοι συγγενείς.
Στασίδι βέβαια δεν τολμούν να ζητήσουν.
Στέκουν εκεί, γερμένοι πάνω στα μπαστούνια τους,
Και κάτι λένε ανάμεσα απ’ τα δόντια τους
Με το βλέμμα προς το κέντρο της γης.

 

ΟΛΟΙ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΥ

Το βρίσκει προφανώς γραφικό,
Μια τρυφερότης που επιδοκιμάζεται,
Να ταΐζει τα υπερτροφικά περιστέρια,
Να συνωθούνται αυτά προς τα σπόρια
Ανίκανα να μεταχειριστούν τα φτερά τους.
Εκπεπτωκότες δεινόσαυροι
Που μασουλάνε ψυχαναγκαστικά τζάμπα κόλλυβα
Από τον Άγνωστο εκείνο Στρατιώτη,
Άβολα ξαπλωμένου στο μνήμα του.
Τι οσφυαλγία, ο δυστυχής, στους αιώνες,
Με τι αγανάκτηση θ’ ανασταινόταν,
Για να γλιτώσει από τον Αφανή Πρωθυπουργό,
Που τροφοδοτεί των πουλιών τις δαγκάνες…

 

Ο ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ας δούμε πώς μουντζουρώνεται,
Πώς πάει δαρμένος ως τον προσωπάρχη
Να καταγγείλει τη βία της άνοιξης
Ο θυμωμένος ουρανός.
Αυτή η μπόρα πρέπει να ξεσπάσει,
Αν θέλουμε να λειτουργούνε απρόσκοπτα
Οι φυσικοί μηχανισμοί
Και τις προσλήψεις του να συνεχίζει ασκόπως
Το σύμπαν.

Στους λογαριασμούς μου στάχτες.
Στις αναμνήσεις μου σκώμματα.
Και στα ελάχιστα τα μεγαλοπρεπή μου
0 τελευταίος πυρετός.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Εχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ένα κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τύλιξαν μέσα.

 

ΑΚΑΔΗΜΙΑ

Αυτός ο υπερήφανος λαός μας
Με τέτοια πείρα στα οικιακά του
Κι όλο ξαφνιάζεται και όλο βάζει τις φωνές
Σαν νιόπαντρη νοικοκυρά που εντοπίζει
Μυρωδιά καμένου άστρου στο τηγάνι της.

 

Ο ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ

Ήρεμος. Σαν παπάς στην επαρχία.
Δυνατός. Σαν διεθνής τραπεζίτης.
Αστραφτερός. Σαν γαμήλιο πάρτι.
Κακός. Αλλά όχι άθλιος.
Ραδιούργος αλλά όχι ατάλαντος.
Θα είναι ως και συμπαθής σε κάποιους
Πρόθυμους πάντοτε να ευεργετηθούν.

 

ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ

Ας φανταστούμε ένα λαό πανάρχαιο, γεννήτορα επιστημών, αιώνιων
θεσμών και εξαίσιας τέχνης, να κάθεται, σεβάσμιος γέροντας, πάνω
σε μια μεγάλη πέτρα και να ποιμαίνει βιβλικό κοπάδι μέσα σε
αμφίσημους συλλογισμούς: Μαλλί ή γάλα; Τροχός ή αθάνατος θεός;
Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά του πλέει σχεδία μ’ ένα ναυαγό.
Το πεισματάρικο σκαρί τον θέλγει. Προσηλώνει το βλέμμα στον
πλου και, παρ’ όλα τα κουδούνια και τα βελάσματα, ξεχωρίζει τον
ναύτη που σιγοσφυρίζει την ακατανόητη λεξούλα «άτη». Διακρίνει
τη σκιά του επερχόμενου κυκλώνα να βαδίζει με θλιμμένη κομψότητα
κατά μήκος της σκελετωμένης ακτής. Ρήμα ή θάνατος; Πνιγμός
ή πτήση;
Τώρα την κίτρινη ομίχλη ας φέρει η νύχτα. Είμαι μόνος σαν τα
φαντάσματα, ένα άροτρο στον ουρανό. Στην πίσω πλευρά τον κρανίου
μου κρυώνει η σκέψη τον καλύτερον εαυτού μου. Ασσύριος ή Ναβαταίος; Έλληνας ή φανατικός; Α, τίποτα, στουπί και λινάρι, ένα
σημάδι στον κρόταφο, μια χώρα που θα γίνει νερό.

 

ΔΕΥΤΕΡΑ

Με πιπέρι και κρόκο
Και με μάτια ανυπόφορα
Μαγειρεύει ο θάνατος.
Την κεφαλή, το στομάχι μου
Με το βρασμό αναλίσκει
Και τη λύπη μου ωμή
Την αφήνει στο μάρμαρο.
Με τα δάχτυλα γεύομαι
Τον εαυτό μου.

 

ΤΡΙΤΗ

Γηραιά, με τις δερματικές κηλίδες
Σκεπασμένες πού και πού με λίγη πούδρα,
Αποφασισμένη να περάσει στο άγαλμά της
Ως -τάχατες- πνοή του καλλιτέχνη
Και έτσι κάποιον ακόμη θαυμασμό να αποσπάσει
Ολοκληρώνεται η Σταδιοδρομία μου ως δασκάλας 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ

Τα ψίχουλα, το κερί, το ιμάτιο,
Το δέντρο που αισθάνεται μια Παρουσία,
Αυτά να τα κρατήσω στον εφιάλτη μου
Ή να τα παραδώσω στην αστυνομία;

 

ΠΕΜΠΤΗ

Πέμπτη με το μελάνωμα και τον ιβίσκο.
Ο κηπουρός μού το μαρτύρησε: Θα βρέξει.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Με τυραννούσαν τα νερά
Μετακινώντας απλώς τις βλεφαρίδες τους.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ

Τηλεφώνησέ μου, βουή των κοχυλιών.
Γράψε μου κάτι στο μέτωπο.

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ

Το πρόβατο το απολωλός. Η Τραβιάτα.
Η Κυριακή με τις καμέλιες.
Για τον Κύριο σταθερή μέρα ακροάσεων.
Για τον Απόλλωνα των ρεμπετών Συννεφιασμένη.
Για μένα δυο πακέτα εφημερίδες
Με προφητείες για πνιγμένους και κουφούς.

 

ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Γράφουν με το αίμα τους αλλά και μ’ ένα πινέλο
Στους τοίχους οι αδικημένοι άνθρωποι.
Έχουν και εργαλείο και αλφάβητο
Αλλά ποτέ αρκετό αίμα.

Πώς μένουν αποσβολωμένοι, συντρίμμια,
Όταν τους περισσεύουν τα λόγια
Ενώ αδειάζει ο κουβάς
Μέχρι σταγόνα…

Του δίνουν μια και τον πετάνε τότε
Τον άχρηστο κουβά, το τομάρι τους.
Τι να κηδέψεις τώρα;
Τα πινέλα;

Και μένουν άθαφτα αυτά και συσσωρεύονται
Ένα βουνό, ένας τύμβος από βούρτσες.
Το μνήμα της ξεραμένης βαφής.

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ

Ποιος ξέρει πού γυρίζει, τέτοια νύχτα,
Του πατέρα μου η παιδική ηλικία.
Χωρίς φωνή και χωρίς βάδιση κι όμως,
Αν κρίνω από τα δάκρυα του, ο θεός
Του επιτρέπει να τη θυμάται,
Ο στυγερός, αφού τον κρέμασε πρώτα
Μ’ ένα καρφί από το πίσω τού κρανίου του. 

 

ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Εάν βαλθείς να επιλέξεις Νομάρχη,
Το αίμα, η ουρά και τα κέρατα
Δεν πρέπει να περιέχουν χρυσό!

 

ΕΞΩΣΗ

Την πόρτα μου άνοιξα και ήταν εκεί:
Πανύψηλος, με την καμπούρα ενός κύματος
Και στηριγμένος σε χοντρό ραβδί.

Με όλους συγκατοικεί κανείς, θλίψη, στέρηση,
Ακόμη και ο θάνατος μπορεί ν’ αφήσει
Χώρο για τους ζωντανούς μες στο σπίτι.
Μόνον ο πόνος του σώματος
Μετράει, ντούκου ντούκου, κάθε πόντο
Από την οροφή ως το πάτωμα
Και τέλος σε πετάει στο δρόμο
Ως νόμιμος ιδιοκτήτης. 

 

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ

Θυμός τα ορατά διατρέχει..
Είδαν που πέρασε από τα δωμάτια
Κακόπιστος οφειλέτης.

Δεν θα επιστρέφει όσα πήρε.
Και δεν γιατρεύει, όπως διατείνονται,
Ο Χρόνος.

Αλλά από κάποιο άλλο χέρι υφαρπάσσονται
Τα απολεσθέντα
Και σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει
Αγνοούνται.

Ας του ζητούν. Δεν έχει τι να δώσει.
Μόνο επιστρέφει το χρεόγραφο
Κατάστικτο από διαδρομές εντόμων.
Αυτό πιστοποιεί νομίμως ότι

Εξόφλησες.

 

ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΧΑΡΤΙ

Με άνθος στην κομβιοδόχη
(Τέτοια φιγούρα ποιος θυμάται…)
Και με θλιμμένη συμπεριφορά
Μπροστά σ’ ένα ποτήρι μπίρα.
Κάπως δανδής, παλαιάς κοπής, δικής μας,
Κάπως περιπλανώμενος πότης.
Μ ένα συγκεχυμένο ιπποτισμό
Και μια ακόμη πιο θολή αυτοκατάκριση.

Δώστε του ένα όνομα, κάτι,
Η δική μου η πενιχρότητα των μέσων
Να μην τον σύρει στον αφανισμό.
Καθένας κατά βάθος ονειρεύεται
Μια τόσο απλή Δευτέρα Παρουσία. 

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

(ή πώς παίρνονται οι αληθινές αποφάσεις)

Σαν τους ιχθύς και τους άρτους
Λίγος θάνατος πολλούς χορταίνει
Αποκαλύπτοντας τη θεία παρέμβαση
Με ακρίβεια διαιτολόγου.

Σπάνιο έδεσμα, ποιος το ’χει κάθε μέρα
Εν επιγνώσει… Όλοι ανίδεοι
Μεταβολίζουν τις φριχτές ουσίες.

Μια έκλαμψη όμως, ένα σκίσιμο στομάχου,
Κάνει συχνά τον πεινασμένο όχλο ομήγυρη,
Συντρόφους που μοιράζονται το τίποτε
Με αδελφική δικαιοσύνη.

Τότε κι η λίμνη λάμπει ολόκληρη απ’ τα ψάρια.
Τότε κι η αφθονία του κακού φαντάζει
Ωραιότης…

 

ΕIΣ TO ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ, ΠΑΤΕΡΑ

Με βλέμμα εξεταστικό Τον ατένιζες
Σαν να σκεφτόσουν: «Εσύ είσαι;
Πράγματι εσύ; Χμ… Βεβαίως».
Κι ούτε αγωνία ούτε πανικός: Αναγνώριση
Ενός αγγέλου αυτοκρατορικού από έναν άλλο,
Φτωχό, με τα φτερά του πάνω στο κρεβάτι.

Κι αν κατάπινες με γρήγορες γουλιές
Το τελευταίο σου μερίδιο αέρα,
Και αν, τέλος, έμεινε ορθάνοιχτο το στόμα,
Δεν ήταν βουλιμία ζωής ούτε τρόμος.
Μόνο φροντίδα να υποδείξεις το σπήλαιο
Απ’ όπου αρχίζει η οδός του μέλλοντος μου. 

 

 ΙΙ Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΥ

«Μπορούμε να συμβαίνουμε μόνοι μας πάνω σ’ έναν τιποτένιο πλανήτη!
Ένα κεφάλι κουβαλά ό,τι και μια κοιλιά, τίποτε άλλο. Μπροστά
μας τα βουνά των εδεσμάτων αναδίνουν τις ερεθιστικές τους
οσμές ως βαναυσότητα προς την πείνα αλλά και ως κόλαφο στον
κορεσμό. Δικαιοσύνη. Η πρώτη όψη της θειότητάς μας. Η άλλη
είναι η τροφή. Μόνοι μας πλάθουμε την τροφή που τρώμε, από το
οικείο χώμα και το νερό, εμφυσώντας τους τη θρεπτική αξία με μία
και μοναδική εκπνοή. Αλλά ως μελαγχολικά υποκείμενα τούτο το
λέμε βλασφημία. Γενικά το αποτιμούμε ως πνεύμα, ενώ είναι παραγωγή.
Ντροπαλά ανασαίνει ενίοτε ένα κλωνάκι βασιλικός. Τότε
ξυπνάει μέσα μας η τέλεια αδιαφορία. Αν η αφή μας μπορούσε να
συλλάβει τις ποιότητες όλων των αγγιγμάτων, όλα θα μας εγκατέλειπαν
άτρωτους. Διασχίζουμε το νερό με αγνότητα. Άλλοι μετά θα
το φορέσουν, ένα υγρό βεστιάριο, που φιλοξένησε την απομάκρυνσή
μας. Για λίγο ελεύθεροι, δεν νοσταλγούμε! Όσο να μαραθεί ο κλώνος
τα δάκρυα μόνο διαιρούν το πρόσωπο, άπαυτα και απαλά σαν
ποτάμι, αλλά αυτό δεν είναι υποδούλωση. Είναι η πληρότης των
ωρών. Ύστερα μας ειδοποιούν οι Μοίρες. Αρπάζουν σφιχτά το στομάχι
μας, η καρδιά μας χτυπά ακατάστατα, γινόμαστε επινοητικοί
και λαίμαργοι, καθένας κι ένας πίδακας ιδεών. Παραγεμίζουμε το
στήθος με χόρτα, με λουλούδια και χρυσαφικά του αγρού, με κάθε
μανιτάρι τον κρύου. Λάμπουμε από το θυμό και τον πλούτο, σαν να
είμαστε αληθινά νοήματα, σαν να είμαστε αποδεικτικοί συλλογισμοί.
Άλλοι παχύσαρκοι από βεβαιότητα κι άλλοι σκελετωμένοι από πείσμα
καταστρώνουμε ωραιότατους βίους ή τους πενθούμε με αλαζονική
διάρκεια, ενώ συμβαίνει μόνο το εξής: Θα εκραγεί το ηφαίστειο
της Θήρας και θα αφανίσει το Μινωικό πολιτισμό αύριο το πρωί,
εννιά και δέκα. Αλλά δεν έχουμε τον αναγκαίο χρόνο, για να κατανοήσουμε
τη γη. Απ’ το παράπονο ως την ωμοφαγία η έκρηξη των
γεννητριών, μια διανοητική φαντασμαγορία, τα λαμπιόνια της πιο
κομψής Πομπηίας, ο θόρυβος της αγοράς. Κανένα καταχθόνιο ρεύμα.
Αύριο, γύρω στις εννιά, τα ουράνια θα είναι στη θέση τους,
λεπτοδείχτες σε πλήξη, θα ζυμώνουμε την τροφή του εγκεφάλου μας
μέσα σε παραδείσια αύρα. Καμία ενοχή. Καθόλου δάκρυα. Κανένα
αρωματικό κλωνάρι». Κάπου θα υπάρχει ένα στιλό. Προσυπογράψτε
αυτό το μανιφέστο τώρα. Ποιος θα προλάβει ν’ αρνηθεί συγκατάθεση
στα δέκα τελευταία λεπτά…

 

Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ

«Έλα, σκοτάδι, τίναξε το αλεύρι σου, κι εσείς, παιδιά, σπρώξτε τον
χοντρό παρακάτω! Πέθανε, δεν θα φέρει αντίρρηση» μας φώναξε
σβήνοντας με τις λιωμένες παντόφλες τον τις πατημασιές του
πεθαμένου. «Οι ηλικιωμένοι να καλυφθούν με χαρτί! Οι γυναίκες και
τα παιδιά με τα φύλλα! Η ζάχαρη και οι σταφίδες εδώ, θα φουρνίσουμε
τις συλλογικές αποφάσεις!» συνέχισε στεντορεία τη φωνή και
χτυπώντας το μπαστούνι τον στο τούβλο, που τον είχαν βάλει για να
στέκεται.
Σκύψαμε το κεφάλι υπάκουα κι αρχίσαμε να σκάβουμε για λίρες.
Θα πιάναμε τα φτυάρια και χωρίς την παρότρυνση, όμως η τόση
ένταση της φωνής υπεδείκνυε κίνδυνο θανάτου. Το φεγγάρι ρουθούνιζε
πάνω μας σαν το γουρουνάκι στο στάβλο και οι καλαμιές, καμένες,
τρυπώνανε απ’ τα δοκάρια της σκεπής ως τη γούρνα, όπου
κυλιότανε το φως. Εκεί μονάχα ο παπάς του χωριού τολμούσε, που
λες, να πλησιάσει, γιατί τα ζώα είχανε δαιμονιστεί και απαντούσαν
με πνιχτές βρισιές στα πνεύματα! Σκάβαμε χωρίς την παραμικρή
διακοπή, χωρίς νερό, τροφή ή ανάπαυλα, κι όποιον τον πρόδιδε η
αρρώστια του ή το πάχος τού σβήνανε τα χνάρια με τις παντόφλες,
για να μη γίνει η απογραφή, που θα επέβαλλε την επιδότηση του
ρόγχου ή χρονοδιάγραμμα επί των ιών.
Με τέτοια, λοιπόν, οργανωμένη εργασία, με τέτοιο συντονισμό
των φτυαριών, βρήκε η γενιά μας τις χιλιάδες λίρες, αυτές που τώρα
βρίσκετε εσείς μες στα δόντια μας, καθώς, σε ύπτια κολύμβηση,
ταξιδεύουμε ένας ένας γαλήνια προς τις αγέρωχες Ηράκλειες Στήλες
εκεί που χύνεται όλη η θάλασσα κάτω και αρχίζει η Νέα Σχολική
σας Χρονιά!

 

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ήσυχα έπεφτε το βράδυ, σαν το κακό να μην υπήρχε στον κόσμο. Η
Θέληση, παγιδευμένη στ’ όνομά της, έσφιγγε γύρω από τους ώμους
την εσάρπα της, για να κρύψει κάτω από το θάλπος μια ράθυμη κι
αδύναμη καρδιά. Μπροστά της άκμαζαν κομμένα χρυσάνθεμα, που
έπρεπε να μπούνε στο νερό. Πήρε, λοιπόν, ένα μεγάλο βάζο και, πριν
τακτοποιήσει τα άνθη, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του, όπου ένα
δαχτυλάκι υγρό χνούδι περιέτρεχε βυθό και τοιχώματα. Το όμορφο
πήλινο σκεύος έμοιαζε ανεστραμμένη κατοικία. Η πύλη ορθάνοιχτη
προς τον ουρανό, όπου είχαν κιόλας ανατείλει τ’ άστρα. Ο αόρατος
ιδιοκτήτης της είχε επιστρώσει τους τοίχους με μια στρώση θαλάσσιο
βελούδο, αν όχι με τα άλατα της εκπνοής. Έτσι, η Θέληση άνοιξε
τη βρύση και άφησε να συμβεί εκεί μέσα, σ’ αυτήν τη χειροποίητη
κοιλότητα, ό,τι συνέβη πριν εκατομμύρια χρόνια, όταν, τη θεία βουλήσει,
λένε, τα αιφνιδίως βυθισμένα φαράγγια δέχτηκαν χιλιάδες
τόνους νερού. Στα διάσπαρτα, τρομοκρατημένα βουνά τους θα σκάλωναν
κάποτε τα καράβια του ιερού κατακλυσμού. Εκείνη τώρα,

θεός του ανθοδοχείου της, είδε τη μικροσκοπική του θάλασσα να
ισορροπεί λίγο κάτω από το στόμιο σε εμφατική αναμονή. Σήκωσε
τότε την ανθοδέσμη μα, πριν την εμβαπτίσει εκεί, πρόλαβε να
παρατηρήσει κατάπληκτη, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά, πόσο
βομβούσαν λαμπερά τα χρυσάνθεμα, τα μόλις προ ολίγου θανατωθέντα.
Σαν να μην ήταν ο ακρωτηριασμός τους παρά ένα τίμημα για
τον παράδεισο και τώρα, μες στο δροσερό καθαρτήριο, να περιμένουν
πάνω στο τραπέζι τη μετάλλαξή τους σε ιδέες, που η πρώτη πρώτη
ευλογία του κόσμου θα φιλοξενήσει εγκάρδια.
Όταν εν τελεί έγιναν όλα σωστά και όλο το δωμάτιο διακοσμήθηκε
με τον κλασικό αυτόν τρόπο, η Θέληση ένιωσε πως δεν κρύωνε
πλέον, μπορούσε να χαλαρώσει την εσάρπα της και να επιτρέψει στο
χτύπο της καρδιάς της να υπακούσει στον κρυφό τον ρυθμό. Στερέωσε
τα μαλλιά ψηλά μ’ ένα μολύβι, φτιάχνοντας μια καινούρια εικόνα
της μπροστά στον απορημένο καθρέφτη. Εκείνος πάλι δεν μπορούσε
να συμμεριστεί την ψευδαίσθηση μιας τόσο τετριμμένης αλληλουχίας:
Ώμοι που τρέμουν, δυνατές αρτηρίες, ένα μπουκέτο προγραμμένο
στο νερό! Με άκρα λεπτότητα επομένως έστρεψε τον υδράργυρο
του προς τα μέσα. Παρατηρούσε εντατικά το βυθό. Έτσι απέδωσε το
νέο της είδωλο μόλις στο ασαφές περίγραμμά του. Η Θέληση δεν
θύμωσε γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω η σαφήνεια ενός προσώπου… ω,
θεέ μου, ύλη από υποθέσεις, σύνθεση από μικροτραύματα. Ας δει ο
καθρέφτης ένα σκίτσο. Ας δει και η Θέληση στον καθρέφτη μια
κόμμωση αρχαϊκή κατορθωμένη μ’ ένα μέσο γραφής. Κι οι δυο
απεικονίζουν εκείνο που υποθέτουν πως μπορούν να δουν.
Κι ενώ επήλθε συμφιλίωση ανάμεσα σε δυο τρυφερά και δυο
ατσάλινα μάτια και τα εκατέρωθεν βλέμματα διέσχισαν τα αντίπαλα
προσωπεία ανεκτικά, ακούστηκαν τα πρώτα βήματα της νύχτας. Σε
λίγο μπήκε και η ίδια στο δωμάτιο σαν το κακό να μην υπήρχε στον
κόσμο. Άπλωσε τη δροσιά, επέβαλε τάξη, εξαφάνισε κάθε διακόσμηση
και απορρόφησε την ακάματη Θέληση σε ύπνο αναγεννητικό μες
στην καρδιά της.

 

 

Λιμός (2007)

Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008

 

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.
Των επίκτητων αποθερισμός,
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.

 

ΕΚΔΟΧΗ

Συνετός άνθρωπος και να ‘ναι εκτός εαυτού;
Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.
Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,
Ν’ αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες
Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων
Σαν να ήταν από πτητική μελάνη.

Κι αυτό θα δούμε κι άλλα.
Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ’ τη χώρα,
Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα
πάνω από τον βρυχηθμό της πνοής μας.

Τα κρύα προβατάκια των άστρων
να βόσκουνε μια τέτοια βροχή
Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων
Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.

Έτσι μπορεί να τελειώσουν όλα.
Και ν’ απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:
Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι
Μες στο Χάος.

 

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,
Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,
Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,
Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,
Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.
Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές
Ένα αηδόνι!
Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν
Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του
Που όλο μου το σώμα μεταφράζει
Τρέμοντας κάτω απ’ τα βαριά μου ρούχα.

 

Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ

Η Εύνοια έχει ορθώσει μέγα τείχος.
Άπαρτο από κάτι στίφη ακραίων σαν κι εμάς
Με αγνότητα βαρβαρική
Και τα μονόξυλα της στιχουργίας.
Πίσω του οι λαοί οι πολιτισμένοι
Λατρεύουνε τον αυστηρό θεό τους, εμπορεύονται
Και με εξαίσιους ύμνους μάς χλευάζουν,
Τους αδαείς, με την αβυσσαλέα πείνα.

Μη φαντάζεστε ότι θα συναινέσει η Εύνοια
Να μας εξαποστείλουν οι ιερείς τους μ’ ανταλλάγματα.
Το θέαμα και μόνον τέτοιου τείχους
Τα τρώει τα κόκαλα των βαρβάρων.

Αν και τη νιώθω τη λύσσα σας, αδέλφια,
-Πράγματι αξίζει να ’σαι και πιστός και πλούσιος-
Δεν είναι τάχα γελοίο αυτό το πετροβόλημα;
Δεν είναι αξιοδάκρυτο τέτοιο πείσμα;
Και τι είναι η Εύνοια μπροστά στο σκοτάδι;

Α, εγώ θα πάρω έναν υπνάκο εν ώρα μάχης…

 

ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, I.

Ο κόσμος χαμηλώνει τα φώτα.
Περνάει μέσα στον ατμό της η άνοιξη.
Μ’ ένα ουρλιαχτό μισοσφαγμένου
Σέρνει πίσω της το καλοκαίρι.

Κάποιος μαζεύει μέσα τα παιδιά.
Κάποιος άλλος τα δέρνει αλύπητα.
Τι θέλουνε στο δρόμο τέτοια ώρα;
Από παντού φυτρώνουν βρωμολούλουδα.
Άμα τα πιάσεις, θρυμματίζεσαι
Ή μένεις μόνο με την κοιλιά.

Κι εκείνα πίσω απ’ της γιαγιάς το φουστάνι
Ρουφάνε περίλυπα τη μύξα τους
Που δεν θα φτιάξουνε ξανά με το δεκανίκι τους
Ωραία κάστρα στην άμμο.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Κάποιος κατέβηκε από τη σκάλα.

Κάποιος άγγιξε το ποτήρι,

Κάποιος είδε τον ουρανό και τρέκλισε.

Κάποιος μου πρόσφερε μια ασπιρίνη.

Ένας κουβάς με απόνερα αδειάστηκε
Πάνω στις θεριεμένες τσουκνίδες.

Θα έχουμε ένα ήσυχο βράδυ.
Τα άστρα θα σκονιστούν απ’ την ανάσα μας.
Θα πούμε με του παπουτσιού τη μύτη
Ερωτόλογα στο χώμα της κάμαρας.

Κι ύστερα θα σε ντύσω με βιαστικές δαχτυλιές.
Θα σε ντύσω με το μάγουλο μου πάνω σου.
Θα σε ντύσω με σανίδες, με τίποτα.

Κάτι απ’ όσα έχω θα σου κάνει,
Καθώς θ’ ακούμε να πετά για πάντα η στέγη
Προς το δικό της τον προορισμό.

 

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΘΕΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Σπίτια από λάσπη μες στον ουρανό χωμένα
Κατοικημένα από γενναία σώματα
Που άφησαν την ψυχή τους στα χέρια μου
Και την μεγάλωσα σαν δικό μου παιδί.

Όλοι οι χωρισμοί μ’ εμπιστεύτηκαν.
Και τα λουλούδια μ’ ένα τράνταγμα απ’ τη ρίζα
Τραβηγμένα απ’ το στήθος μου τα πήραν μαζί τους.
Αλλά μου είπαν : Σκέπασε τη γούβα.

Να κρατάς σε χαμηλή φωτιά τα αρώματα.
Και τα γέλια, τις πεταλούδες, τα ξαφνιάσματα
Σ’ ένα μικρό ποτηράκι.
Όταν γυρίσουμε θα πιούμε.

Έχω την κατοικία μου εδώ κάτω πλήρη
Με φυσαλίδες από φως παιχνιδιάρικο,
Τέτοιες ασώματες φωνές καλοαναθρεμμένες,
Που στάζουνε χυμό οι γυμνοί τοίχοι
Στο βιολετί και ιερό τους ασβέστωμα.

Και καμιά τους δεν αφήνω εγώ να κλάψει
Όταν κοιτά τον ουρανό.

 

ΠΕΡΣΕΑΣ ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ

Και τώρα; Τι ακριβώς να το κάνεις
Το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας;

Δεν νιώθεις θριαμβευτής που το έκοψες.
Δεν σε λυτρώνει που δεν έχεις μαρμαρώσει.
Δεν σου είναι καν αποτρόπαιο, όπως κοιμούνται
Ήσυχα ήσυχα τα νικημένα φιδάκια.

Κοιτάς δεξιά – αριστερά, κανένας
Που να μην σε κοιτάζει εμβρόντητος.
Πρόσεχε, πρόσεχε, μη βάλεις τα κλάματα
Μπρος στις ζητωκραυγές του πλήθους.

Βρήκες το θάρρος, και οι θεοί συνέργησαν,
Είχες δεν είχες, το σκότωσες το τέρας.
Γιατί κοιτιέσαι τώρα μες στο καθρεφτάκι σου
Σαν να είχες εκκενωθεί από σπλάχνα;

Παράδωσέ το πια. Πάρε το έπαθλο.
Δεν είπα «πρόδωσε». Είπα «παράδωσέ το».
Εγώ δεν είμαι αυστηρή με τους ήρωες.
Θα τους κοίμιζα και μες στην αγκαλιά μου.
Μόνοι ακούν αυτό που θέλουνε ν’ ακούσουν.

Έλα, προχώρα προς την αποθέωση. Έτσι είναι.
Ήρωας ή όχι, πού να ξέρει ο άνθρωπος
Τι πάει κάθε φορά και σκοτώνει…

 

ÉGALITE

Έχω δει σ’ έναν μέτριο πίνακα
Μια λεπτομέρεια αριστουργηματική : ένα δέντρο
Φτιαγμένο από αληθινή σοφία και άνεμο.
Και σ’ ένα υποδειγματικής τέχνης τοπίο
Έναν πρόχειρο, αδικαίωτο λοφίσκο.

Πόσο αδελφικά συνυπάρχουν
Τις δυνατότητες και τα όρια μας σημαδεύοντας
Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή δημοκρατία
Όπου θεία πνοή
Ή θεία κλωτσιά
Μας έχει ρίξει ….

 

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Με τα δόντια του να στάζουν αίμα, αθώος,
Βουτάει όλος στα νερά.
Ως τα πέρατα το μουγκρητό του.
Σπίθες παντού πανικόβλητες,
Κυνηγημένες νυχτερίδες.
Τρελαμένος, ανυπεράσπιστος
Κουτρουβαλούσε την πλαγιά με τ’ αγκάθια του
Παμμέγιστος σκαντζόχοιρος πυρπολημένος.
Για να γλιτώσει τέτοιον απερίγραπτο πόνο
Ποιος δεν θα δάγκωνε ό,τι βρει μπροστά του;

Έτσι που έγινε, μια σφαίρα από εγκαύματα,
Έτσι που μαρτύρησε ανάμεσα μας,
Θα δώσει μια και θα μας τραβήξει μαζί του

Εκεί που τώρα χώνεται μ’ απόγνωση.

 

ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ

Αν είναι δυνατό να μη γκρινιάζει,
Να μην είναι αστραφτερός και πανέξυπνος,
Να βλέπει τα πόδια του και να ντρέπεται,
Τότε και μόνο ίσως, τώρα πια,
Θα πρέπει να τον γράψω αυτόν τον στίχο.

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:
Ένα κακό πουλί τον τυραννά.
Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:
Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,
Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.
Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,
Που δεν την χωράει το δέρμα της.
Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.
Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του
Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.
«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!
Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»
Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας
Τα μανιτάρια στο κρασί.
Θανάσιμος οικοδεσπότης.
Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.
«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!
Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»
Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι
Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.
Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.

Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο
Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.
Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω
Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.

 

Η ΤΡΟΧΙΑ

Κάποιος με το σεισμό των κραυγών του
Περνάει ξυστά από τον ύπνο μου.

Προς μια οδύνη τόσο οριακή
Έλκεται η ύπαρξη ντροπιασμένη

Την κλίση της τη φυσική προς τον νόμο
Και κάθε θαλπωρή αποτρέποντας.

Αλλά κλείνω τα μάτια ανέτοιμη:
Σκισμένος απ’ την κεφαλή ως τα νύχια.

Όταν τ’ ανοίγω, είναι πάλι εκεί.
Θα λάβει την ηλικία της Γαίας,

Ώσπου να σπάσουνε των αυτιών μου τα τύμπανα
Και να ξυπνήσω μες στο ίδιο τούτο σπίτι.

Κουφή και στο νερό και στο γάλα.

 

ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΩΝ ΜΥΡΩΝ

Πατρίδα μου είναι η αρχαία πόλη Τίσις.
Από τα ρόδα της το φημισμένο άρωμα παράγεται
Που φορούν κατά τη μετενσάρκωση οι πότες,
Όταν περνούν από το αλκοόλ στη συγγνώμη.

Ασκώ το επάγγελμα του σκλάβου.
Α, ναι. Προσδίδεται αξιοπρέπεια στη Μοίρα,
Όταν κανείς την υπακούει αδιαμαρτύρητα
Καταφρονώντας την από τα βάθη της καρδιάς του.

Από τους κόπους μου ένα κομπόδεμα έχω:
Διαμάντια που ομοιοκαταληκτούν με τη νύχτα,
Μια καλλιεργημένη – αοιδού – φωνή
Κι ένα συκώτι που δεν το ‘καψα τελείως.

Έζησα και δεν έζησα. Όπως όλοι.
Κάμποσο η γέννησή μου τιμωρήθηκε
Και κανέναν δεν θα ωφελήσει ο θάνατός μου.
Άρα, καιρός να παρφουμαριστώ και να βγω έξω,

Να πάω να πιω, να γίνω λιώμα.

 

Ο ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ

Ένας κορμός κυριολεκτικός.
Με τραχύ φλοιό, ρίζες και κλώνους.
Το φύλλωμα είναι μεταφορικό.
Άλλοτε εννοούμε αυτό, άλλοτε το άλλο
Και δώσ’ του μια εικόνα να αξίζει χίλιες λέξεις…

Μα ο κορμός κυριολεκτεί.
Έχει τα δαχτυλίδια, τις κουφάλες, τους ρόζους του
Ως και κάμποσων κεραυνών τα κούρβουλα
Ενσωματωμένα
Στα άλλα τα αποτυπώματα του χρόνου.
Και ασφαλώς αντιστέκεται παλικαρίσια στον άνεμο
Ως την ημέρα που θα πέσει.

Έτσι αγαπώ εγώ μα ποιος ξέρει
Αν θα ’ναι τόση η γενναιοδωρία των άστρων
Ώστε να στιχουργήσω κάποτε έτσι.

 

ΚΑΝΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ

Θα τα τακτοποιήσω όλα ένα-ένα
Στο ράφι του ή στο σωστό συρτάρι.
Κι εκεί θα μείνουν σαν θαμμένα στο χώμα.
Ενώ μπορώ ασφαλώς να κάνω πλούσιο
Εκείνον που η θεία πλευρά μου επιθυμεί.

Τι θλιβερό να διευθετεί η θνητότητά μας
Με πνεύμα σύνεσης και οικιακής οικονομίας
Όσα θα έπρεπε να σπαταληθούν ως το θαύμα
Και να μην έχουμε, οι σκιές οι τιποτένιες,
Το θάρρος του έμφυτου πλούτου μας.

(Κι εσύ, που ήσουν στα μέτρα της ψυχής μου,
Κι εσύ να ψεύδεσαι σαν κάθε τίμιο άνθρωπο…)

 

Ο ΛΙΜΟΣ

Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,
Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.
Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου
Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.
Ή το θυμό μιας άδικης τύχης
(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).

Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,
Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,
Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα
Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,

Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος
Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,
Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …

 

…ΚΑΙ ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑ

Να με συνοδεύσετε; Χαριτωμένο.
Πρώτα να κάνετε θυσίες για μένα.
Κι όποιον κάνει τις πιο πολλές θα διαλέξω,
Μικρά μου αστραποβόλα πελαργόπουλα.

Θ’ ανέβω μ’ ένα σάλτο στα φτερά του.
Το βάρος μου εξαφανίζει η αγάπη.
Θα είμαι ελαφρύτερη κι από το πιο μικρό του σμήνους
Καθώς θα αποδημώ προς τα μέρη σας.

Κι όπως το ράμφος του θα σημαδεύει τον ορίζοντα,
Κι όπως τα σύννεφα θα υποχωρούν ένα-ένα,
Στους ώμους μου θα συντελείται το θαύμα:
Λίγο πριν μπούμε, θα πετώ με τα φτερά μου.

Μπρος απ’ την πύλη, πριν γυρίσει στα Έργα του,
Ας μου δώσει το φιλί της καληνύχτας.

 

Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΤΑΙΩΝ

Ρόδινη πόλη σε πανί βαμβακερό
Εδώ κι εκεί σταγμένο από μελάνι.
Οι στέγες από μαύρη ζάχαρη
Κι οι δρόμοι από λυπημένο αλάτι.

Πουλιά, αν περάσουν, θα ‘ναι από χαρτί.
Το πρόσωπο ενός γάτου για φεγγάρι.
Αλλά, αν περάσει ένα μωρό κουδουνίζοντας,
Πετρέλαιο φωτιστικό και κανέλλα
Θα το οδηγήσουν προς το στέκι του κινδύνου.
Εκεί θεοί, αντίπαλοι στα ζάρια,
Τα βρίσκουνε στη μοιρασιά και ρίχνουν πάλι.
Φουσκώνουνε τα χρυσαφένια παράθυρα
Από τους στεναγμούς της θείας ρουτίνας.
Τέλος, διπλώνουνε του μαντιλιού τις άκρες
Κάτι φιλότιμοι με τρίδιπλα παπούτσια
Κι η πόλη χώνεται όλη μες στο σάβανο
Εκτός από μια ροζ κηλίδα που σου μοιάζει.

Αυτή Η Κηλίδα Δεν Μπορεί Να Σβήσει.

 

ΤΟ ΑΙΤΙΟ

Στέκω αμήχανη κι ακούω και με ξαφνιάζει
Πώς πέφτει αιώνες στη σκεπή μου το χαλάζι.

Μα ούτε προφήτης ούτε υμνωδός:
Ένας που υπήρξε κι ένας άλλος εαυτός.

Ν’ αποκαλύψω, να εφεύρω, να εκφράσω;
Εγώ απλώς τα ιμάτιά μου να μοιράσω.

Κι αυτό ντροπή… καμώματα στημένα.
Ε, δεν σταυρώθηκα πιο πάνω απ’ τον καθένα…

Μα είτε καρφιά το πεις είτε χαλάζι είτε τριγμό,
Στέκω αμήχανη κι ακούω το ρυθμό.

 

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

ΙΙΙ. (Πρόπλασμα για τη μάσκα της)

Απλώνεις απαλά τη μαρμαρόσκονη
Με το δέρμα το ζεστό να δέσει,
Και με την κίνηση που αλλάζουμε σελίδα
Την αφαιρείς, για να δεις την αλήθεια:
Βλέφαρα που ανοίγουν στο βυθό.

V. (Προσφιλή εδέσματα)

Καθώς σέρνουνε τα δίχτυα οι ψαράδες
Και τα σπλάγχνα του βυθού αποκαλύπτονται
Και η ψαριά μετράει το χρόνο σπαρταρώντας
Κι όλοι εκδικούνται και μελαγχολούν και αγοράζουν,

Καθώς κι αυτό το σύνηθες άθλημα
Από θανατηφόρα κέρδη επιστέφεται
Και εργασία και χαρά και γραφικότης
Στάζουν μικρούς μεταλλικούς νεκρούς μ’ ανοιχτό στόμα,

Αρχίζουν οι χαρές των διακοπών.
Τα όστρακα, οι χαρόντειες βαρκάδες
Με το πανάκι στο μελτέμι και τη γεύση στα κάρβουνα
Από τα κόκκινα τα βράγχια υψηλής τιμής
Ολόφρεσκα από το μαρτυρικό τους τέλος.

 

Η ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΜΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

I.

Ένας άνθρωπος, κτήμα του εαυτού του και άθυρμα, καθώς βάδιζε
γύρω-γύρω απ’ το φως του, το είδε ξάφνου να πυκνώνει σε ύλη και
να πλάθει από εξουθενωμένα φωτόνια το ακόλουθο ηρωικό τοπίο:

Ποτέ πια σε χιόνι οπάλινο.
Ποτέ πια σε φλογερές αχτίνες.
Χαρτί, κιμωλία, κονίαμα.
Και το πιο μελαγχολικό λουλούδι
Είναι το τελικό μου πρόσωπο
Δευτερόλεπτα πριν από την εξέγερση του,
Όταν με πολεμοχαρή αξιοπρέπεια
Το πνεύμα στον εχθρό παραδίδει
Και ο βρυχηθμός της οργής της ανίσχυρης
Του γίνεται ο απαράμιλλος στίχος.

II.

Άλλος άνθρωπος μπρος στη σωρό των παθών του μέχρι καυτών δα-
κρύων καγχάζει επαιρόμενος ότι των γερόντων το ανάθεμα την τάξη
του φωτός δεν διασαλεύει:

Όπως το φως ως πεμπτουσία διατρέχει
Χώρο και χρόνο και ύλη και ενέργεια
Έτσι ο χρόνος μου δαγκώνει τα χείλη
Και χώρος μου η κοιλιά στο χώμα.
Ύλη μου οι στυγεροί μασητήρες
Που ύλη και ενέργεια άλεσαν
Σ’ απαρασάλευτο, κατάφωτο κενό.

ΙΙΙ

Άλλος άνθρωπος, ταραχών συνονθύλευμα, με απροσποίητη οικειότητα
θανάτου, γνωρίζοντας ότι οι νεφροί στάζουν αίμα, θέλγεται να απαντά
προς τους δαίμονες με κοσμικότητα επιχειρηματία:

Παρακαλώ, σπαρασσόμενα πνεύματα,
Μπορείτε σαν σε ουρανό να σιτίζεστε
Στου εγκεφάλου μου το ελάχιστο.
Τη διαχείριση των ακατάπαυστων δηγμάτων
Κάμποσο φως θ’ απαλύνει.
Ώστε με το υπόλοιπο να φαίνομαι
Σαν να μη λέρωσα με σας τα δυο μου χέρια.

IV.

Άνθρωποι που γεννούν τα γεγονότα και άνθρωποι που τα αποδέχονται
συνωστίζονται κάτω από το δέρμα ενός τυμπανιαίου ανθρώπου,
που τέτοιους προαιώνιους ομίλους καρτερικά κοιλοπονά και μ’ ένα
σπασμό του πλακούντα ή απλώς μια σύγκρουση πλακών και οι μεν
και οι δε ανέρχονται στο φως, εξίσου νεαροί και οι δύο για κάθε
πιθανή αγριότητα:

Μπορεί επομένως να σκίζεται,
Μπορεί να σπάζει στον αυχένα,
Να φέρει κακώσεις και μώλωπες,
Να όζει αιθυλικής αλκοόλης,
Την ώρα που το αναγγέλλει ο ορίζοντας,
Αυτό το φως που κυματίζει.

VII.

Άλλος άνθρωπος με ψευδαισθήσεις, που τροφοδότησε η ερμηνεία του
κόσμου και η αυταρέσκεια της κβαντικής φυσικής, συνοψίζει μια
ανεξάντλητη ποικιλία τρόμων σ’ ένα θριαμβευτικά μικρό αριθμό
δυνατοτήτων να ηγηθεί ο νους των πλασμάτων του:

Δεν θα είμαστε αιμοσταγείς μα δημοκράτες.
Θα κατανείμουμε τον πλούτο σαν τα όνειρα.
Όλοι θα έχουν και τροφή και εφιάλτες.
Δεν θα καταπονούμε το θώρακα:
Θα έρχεται η αναπνοή και θα φεύγει
Με την άνεση παλαιού αισθήματος
Που η μνήμη το κρατάει ζωντανό.
Και ποτέ, ποτέ δεν θα πεθάνουμε
Τινάζοντας τα πόδια στον αέρα.

VIII.

Ένας άνθρωπος δια βίου μαχόμενος με τον ένοικο του σφιγμένου του
στήθους (όχι δαίμονα ούτε ψυχή μα έναν κανονικό μικρό άνθρωπο,
σχεδόν παιδί) επιλέγει τη μοίρα του αυτόχειρα, με σκοπό να τον πάρει
μαζί του, δειλιάζοντας όμως μπροστά στο σκοτάδι κάνει μια ύστατη
προσπάθεια να συνδιαλλαγεί:

Θα ήθελες, μικρέ μου Πινόκιο,
Αν κατάφερνα ν’ ανοίξω τα σαγόνια μου
Και με δύναμη να πιέσω τους πνεύμονες
Σ’ όλη την έκταση της κραυγής μου,
Να βγεις κολυμπώντας στο φως;
Και ν’ αφήσεις να ενηλικιωθεί ακατοίκητο
Το περίλυπο κήτος;
Κι εγώ σαν άυπνος που εν τέλει αποκοιμήθηκε
Να σύρω πάνω μου τον ωκεανό κουρασμένο;

 

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ

Ο άνδρας εκείνος θέλγεται απ’ την αδιάλλακτη εικόνα του μέσα στους
στίχους μου και εκτιμά ότι η βάση τους είναι οι νόμοι του αληθούς
και όχι του ωραίου. Η γυναίκα του, λιμναία και ευθύβολη, διαγράφει
αποφασιστικά τέτοιους στίχους απατώμενη ότι έτσι διαγράφεται και
η συντριβή της μαχητικής της προαίρεσης. Ένα παιδί συμπληρώνει
ασφαλώς αυτήν την πυρηνική οικογένεια. Αυτό το αποκαλούν
«παιδί- θαύμα» για την πρώιμη μαθηματική του δεινότητα, την οποία η
στιχουργική μου παραφράζει σε απερίγραπτη κατάθλιψη ή, πάντως,
σε στέρηση των λύσεων που, αντί της άλγεβρας, η ποίηση παρέχει.
Και οι τρεις επιβιβάζονται τώρα με πλήρη θερινή εξάρτυση σε πλοίο
που πηγαίνει στα νησιά και το οποίο παρακάτω εξαφανίζω. Τι μοίρα
θα τους δίνατε, φίλοι μου; Τα κύματα τους ωθούν σε μια μοίρα που
δεν θα ήθελα να συμπληρώσω μόνη, αφού δεν μου ανήκουν περισσότερο
απ’ όσο σε σας οι δικοί σας, οι σύζυγοι, εννοώ, και τα τέκνα
μέσα στην οργιώδη τους βλάστηση. Καθώς η γη δια της περιστροφής
της φθείρεται, θα μπορούσε να ελαττώνεται η θάλασσα και το
πλοίο να προσαράξει σε μη δηλούμενο στο χάρτη ύφαλο, πλασμένο
από ακαταμάχητες ρίμες. Εκεί ο άνδρας θα αποδείκνυε ότι δικαίως
τις εμπνέει καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες να συνδράμει το
κατάπληκτο πλήρωμα. Η γυναίκα του θα συγκρατεί την οργή της,
γιατί ποτέ δεν είχε συγκατατεθεί στην ιδέα ενός κοινού προορισμού.
Υποχώρησε για μια φορά και ιδού που επήλθε προσάραξη. Και ποιος
κατανοεί τέτοιες ρίμες, ερμητικές και τάχα παιγνιώδεις, και στην
ουσία χρήσιμες απλώς για να ταλαιπωρήσουν το πλοίο; Ο μικρός
μπορεί να λογαριάζει και, λίγο πριν τετραγωνίσει τον κύκλο, να τον
πλημμυρίζουν τα δάκρυα και να μουσκεύει ανεπανόρθωτα πλέον τις
-δυνητικά- ιστορικές σημειώσεις. Αλλά δεν επιδιώκω, πιστέψτε με,
τη χειραγώγηση της συλλογιστικής σας, δίνω απλώς ένα κοινότοπο
παράδειγμα, μέχρι κεραίας προβλέψιμο από τα δεδομένα των στίχων.
Καθένας το αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι παρά αθώα παρακίνηση,
και ας μην το καταλογίσει με το πρώτο στα μέσα τα πενιχρά της
φαντασίας μου.
Ενώ λοιπόν εκείνος μάχεται και συνεργάζεται με κάθε μέσον, ενώ
εκείνη σιωπά και μαίνεται, ενώ το παιδί φυσάει με θόρυβο τη μύτη
του σ’ ένα χαρτομάντιλο μουντζουρωμένο από τους μόνους άβροχους
λογαριασμούς του, αποσύρομαι από κάθε συνέχεια και σβήνω, όπως
προανήγγειλα, και το πλοίο και αφήνω να εικάσετε ελεύθερα το πώς
οι γυάλινες τούτες φιγούρες θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν την πείρα
σας απ’ τη ζωή και τις εκπεφρασμένες ή άδηλες θέσεις σας για τον
οικογενειακό θεσμό. Θα καταλάβετε ότι η ποιητική τέχνη είναι κοινό
ταμείο του θείου ή, απλούστερα, η μόνη ελπίδα μας να κατοικήσου-
με τον ουρανό, αφού πολύ επιδέξια μας απαλλάσσει από το βάρος
το απελπιστικό της συσσώρευσης. Από την απέραντη αθλιότητα της
διαδικασίας συγκρατεί τη ματαιότητα του στόχου και της προσδίδει
ηθική και ιερότητα, γιατί αυτή είναι το ίδιον του ανθρώπου και όχι
-όπως η βιολογία διατείνεται- ο νους και η ορθία στάση.
Βέβαιη πως θα συνεχίσετε με αποτελέσματα απείρως λαμπρότερα
από τα δικά μου και υπερήφανη που απελευθέρωσα από τους δισταγ-
μούς τους εκατοντάδες επίδοξους ποιητές συνεισφέρω στο κοινό ταμείο
που λέγαμε τους παρακάτω αξεπέραστους στίχους:

«…φύκια ’ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…»

 

 

Ελάχιστα πριν (2005)

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου.
Τρώω χώμα, πίνω φόβο,
Καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα.
Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά.
Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον
Άλλος τρόπος να γράψω στίχους

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Ψηλάφησα τον τοίχο.
Έκανα τόμους θεϊκών γραπτών
Ένα πτώμα.
Και κάτι ραψωδίες αναπνοής
Για το ακροατήριο των χοίρων.

 

ΦΑΓΙΟΥΜ

Αυτός ο κύριος με το μελιτζανί κουστούμι
Δεν είναι, βέβαια, το πνεύμα του λαχανόκηπου.
Με τόσο αιματώδη μάγουλα
Μάλλον, θα έλεγα, κρεατοφάγος.
Και η κυρία με το ακριβό περιλαίμιο
Δεν γέρνει έτσι το κεφάλι
Επειδή είναι σκύλος αλλ’ απλούστατα
Από το βάρος της κοκεταρίας.
Ο σατανάς που τους περιποιείται
Δεν είναι σατανάς αλλά ένα γκαρσόνι
Που βάλθηκε με υπερβάλλοντα ζήλο
Να αποσπάσει πουρμπουάρ.
Κι αυτό το θαλασσί φεγγαράκι
Που ανεβοκατεβαίνει σαν γιο-γιο στη δύση
Είναι η ματαιωμένη προσδοκία τους
Για ένα παιδί.

Όσο κι αν αυτοδιασυρθούν, δεν κρύβουν
Την αγιότητα των ονείρων τους.
Τόση απόγευση της ζωής, τόση αποστράγγιση
Τους κάνει άτρωτους στο γελοίο
Σαν ξόανα λησμονημένα σε τέμενος
Αποκλεισμένο από την άγρια βλάστηση
Με πρόσωπα μαύρα από τα κεριά
Προσκυνητών που έχουν όλοι πεθάνει.

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

Τέτοια βροχή…
Δεν ξέρω αν έχει πράγματι
Κάτι να πει ο ουρανός
Μ’ αυτό το παραληρηματικό ξέσπασμα του.
Κάποτε ήταν μια ιδέα της ομορφιάς
Αυτή η μεταφυσική της φύσης.
Τώρα σκέτη βροχή.
Ούτε ωφέλιμη ούτε ανώφελη
Η προβολή συναισθημάτων.
Μου αρκεί να βλέπω αυτόν τον παχουλό, εκεί, στη στάση.
Έχει φορέσει μια σακούλα να προφυλαχθεί.
Τόσο απροετοίμαστο σε βρίσκει πάντα η ασφυξία.
Τόσο γεμάτο ελπίδες στο τυχαίο.
Με τόση εμπιστοσύνη σε πράγματα
Άσχημα και ευτελή.
Προσεύχομαι να με βρει ο θάνατος
Κάτω από μια κομψότατη ομπρέλα
Συνδυασμένη άριστα με το ταγιέρ.
Και να μην παίρνει ο φακός τις γαλότσες.

 

ΠΑΛΑΙΕΣ ΦΙΛΕΣ

Κυρίες ηλικιωμένες, θελκτικές.
Μαλλιά προς το ανεπαίσθητα γαλάζιο,
Λίγα κοσμήματα, άρωμα ακριβό,
Αν και βαρύ για τέτοιαν ώρα,
Τόσο πρωί, τόσο κοντά στη θάλασσα.

Το κύμα σκάει σχεδόν μπροστά στο τραπεζάκι τους
Κι αν λύσουνε με μια ευχή τα παλαμάρια,
Θα ταξιδέψουνε μ’ αυτό στ’ ανοιχτά
Η Σμαραγδή κι η Δομινίκη.

 

FAMILY SHOW

Κάθομαι μες στον εαυτό μου
Όπως μέσα στο βυθό.
Και αν η φύση μπορούσε να το αντέξει,
Θα έλουζε με φως την εγκατοίκηση,
Θα έλαμπε η ιερή σπηλιά,
Θα κρέμονταν μες στα νερά
Τα πόδια των αρχαίων πλασμάτων.

Βάναυσες άλλες αξιώσεις
Με ανασύρουν. Με πετάνε εδώ.
Κι αρχίζει η επιδρομή των ανθρώπων.

Όχι, δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ.
Δεν χρειάζεται να μεταλάβω.
Θα έμενα και με λίγη υγρασία.
Δεν έχω πια δική μου θέληση.

Δεν πείθονται. Υποχωρώ.
Είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι.
Χτυπούν την πλάτη μου, με ενθαρρύνουν,
Με δείχνουν μ’ ενθουσιασμό μεταξύ τους,
Μου δίνουν χάπια, χάπια, χάπια.

Υποκριτές, που σας ταράζει το Τίποτα.
Κολυμβητές με τα κρανία στο χέρι.
Επιχειρηματίες του Τρόμου… 

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΣΤΕΓΟΥ

Αν είχα ένα σπίτι το χειμώνα,
Μέσα η φωτιά παντοδύναμη,
Έξω η θάλασσα να δέρνεται,
Θα πέθαινα χαμογελώντας.
Όχι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου.
Αυτά είναι της ζωής, τα εναγώνια.
Χρειάζεσαι έναν ωραίο χώρο να πεθάνεις.
Κήπο μ’ ερωτιδείς στα σιντριβάνια,
Κούνιες στο δάσος με τις μηλιές,
Λησμονημένους περιπατητές
Ανάμεσα στα κουρεμένα παρτέρια.
Πρέπει να σε περιστοιχίζουν πράγματα όμορφα,
Πορσελάνη, κρύσταλλο, συνθέσεις με άνθη,
Παμπάλαιες επιστολές δεμένες, αρχειοφύλακας
(Αυτός με στολή και με γάντια)
Κι ένα άγνωστο στην οικογένεια χαμίνι
Σκαρφαλωμένο στη βελανιδιά.
Αφού τα δεις όλα αυτά και τόσα άλλα,
Έτσι σκόρπια κι αστραφτερά, χωρίς έγνοια
Να τα δέσεις σ’ ένα έλλογο σύνολο
– Είναι ώρα χαράς, όχι τάξης – ,
Μπορείς να πεις χωρίς μελαγχολία:
Για δες, υπάρχει, επιτέλους, υπάρχει,
Υπάρχει ένα ντεκόρ παραδείσου!
Απλώς, με το φωτισμό τον επόμενο
Δεν με περιλαμβάνει πλέον.

 

ΣΤΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ

Εδώ, ο τόμος των προβάτων.
Λήμμα «σφαγή»,
Διαβάζουμε:
Σφαγή.

Κι εδώ ο τόμος των Κρεοπωλών.
Διαβάζουμε το φριχτό πρόσωπο τους.
Τα κατακόκκινα αυτιά, τον επίδεσμο.
Τα χέρια αλειμμένα με κερί,
Τις ποδιές τις τριμμένες με στάχτη.
Και τη στάχτη.

Λεπτομερής περιγραφή και όμως
Κανείς
Ποτέ
Δεν έμαθε κάτι.

 

ΟΙ ΝΟΜΟΙ

Υπήρξαν και βασιλείς και βασίλεια.
Υπήρξε εποχή που η νεότητα
Επέτρεπε ένα βίο αφιλοσόφητο.
Τώρα η απόλυτη δημοκρατία.
Όλοι μετριοπαθείς, όλοι πένητες,
Όλοι στην εποπτεία των πραγμάτων.
Λες και τα πράγματα, καθώς κυλούν και σπάζουν,
Δίνουν δεκάρα τσακιστή.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

Γεννήθηκε από γονείς αναμενόμενους. Παρά τα όνειρα του,
Δεν θα αξίωνε από αστάθμητους παράγοντες
Μία λαμπρότερη καταγωγή.
Έκανε τις αναμενόμενες σπουδές. Παρά την επίπονη προσπάθεια,
Έλαβε αναμενόμενο βαθμό πτυχίου.
Παρά τη φυσική του ενδοτικότητα,
Ευτύχησε σε ρόλο Ροβεσπιέρου,
Πράγμα εντελώς αναμενόμενο
Απ’ όσους γνώριζαν την προσήλωσή του
Στις θεσμικές αξίες του έρωτα.
Συνταξιοδοτήθηκε, παρά τη βεβαιότητά του
Ότι είχε πολλά να δώσει ακόμη στο λειτούργημα.
Και, πράγμα ασφαλώς αναμενόμενο,
Αποσύρθηκε στην όμορφη Πρέβεζα.
Εκεί, στην παραλία, στη βόλτα,
Διασταυρώθηκε με τη σκιά του Καρυωτάκη
Και του φίλησε με δάκρυα τα χέρια,
Κάτι ελάχιστα αναμενόμενο.

 

ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ

Επέζησα. Μα δεν θυμάμαι πια από τι.
Η μνήμη καταφέρνει να εντοπίσει μόνο
Βαριές συνέπειες από αίτια χαμένα.

Κάτι ξεσπούσε και τα σάρωνε όλα.
Άρχιζα απ’ το μηδέν. Ξεσπούσε άλλο.
Όχι αναπάντεχο. Το άκουγα να καγχάζει
Από μακριά. Δεν το ‘βαζα στα πόδια.
Πεισμάτωνα αφελώς. Οχυρωνόμουν.

Τώρα προσέρχομαι στο πεδίο της μάχης
Με το περιβραχιόνιο του νοσοκόμου.
Με προσοχή περισυλλέγω τους νεκρούς.
Κόσμια τους ενταφιάζω.
Μα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν.
Τόσα όμορφα παιδιά σκοτωμένα
Θα άξιζαν κάτι περισσότερο
Από αυτήν εδώ την χούφτα χώμα.
Θα ‘πρεπε να μπορώ ν’ αναγνωρίσω
Την υπερήφανη Μητέρα – Επιθυμία
Που τα ‘στείλε στο μακελειό.
Να μπορώ να χτυπήσω μια πόρτα
Να παραδώσω τα λιγοστά τους κειμήλια.

Ας είναι… Κι αν προσκαλώ στο θρήνο το φεγγάρι,
«…Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά…».
Οι επιζώντες με το πορτατίφ του γραφείου.

 

ΨΗΦΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Πραγματικά, εξαίρετη ομιλία,
Σαν κοιμητήριο όπου κοσμούνται τα μνήματα
Με τα έργα περιωνύμων καλλιτεχνών

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Σέρνεται σαν χαμένη ευκαιρία
Η τελευταία ώρα του απογεύματος.

Τέλος, το παίρνει απόφαση. Φεύγει.

Τρέμω μη στραφεί να δει πίσω της
Και μείνω εδώ για πάντα
Με φανερή ακόμη την ταπείνωση
Και χωρίς την προστασία της νύχτας.

 

ΠΑΡΕΕΣ

Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;
Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει
Και οι ποιητικές μας αξιώσεις.
Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε
Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι
Και τιτιβίζετε και σιγανοπετάτε
Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία
Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή.

 

Η ΡΟΗ TOΥ ΧΡΟΝΟΥ

Φως πρωινού χωρίς πολλή υγρασία.
Χαρτιά, καφές, κάποια τηλεφωνήματα.
0 κόσμος σε ειρηνική προχειρότητα.

Έπειτα, τα χιλιόμετρα εργασίας.
Τάξη και μόχθος. Έχει κάποιο αποτέλεσμα:
Γυμνάζεσαι σ’ ένα πηγάδι.

Τέλος, ένας λεκές τεράστιος.
Πέφτεις ολόκληρος επάνω, τρίβεις, τρίβεις.
Τα παρατάς, σβήνεις το φως και κοιμάσαι.

 

ΤΕΛΕΤΗ

Τα σκέφτομαι. Όλα μακριά…
Τα διαμάντια δεμένα με λευκόχρυσο,
Εκείνο το πένθιμο τσάι,
Η αναίδεια μιας ριπής του αέρα,
Το αιφνιδιασμένο παράθυρο,
Η βιαστική αποκατάσταση της θερμοκρασίας
Σ’ ένα δωμάτιο απ’ όπου
Η ζεστασιά είχε φύγει.

Όλα τόσο μακριά.
Η ευπρέπεια του αποχαιρετισμού,
Τα ψίχουλα από τα μπισκότα,
Το χάος.

Ύστερα η ζωή μέρα νύχτα,
Τούβλο πάνω στο τούβλο, ώσπου να χτίσεις

Αυτό το ρούχο που φοράς.

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ

Πότε λάμπουν, πότε σωπαίνουν.
Πότε φτύνουν την ψυχή τους.
Αλλά ποτέ δεν σε κοιτούν με τρόπο
Που να επιτρέπει κάποια προσδοκία,
Μια διάθεση συναλληλίας, κάτι…
Τόση επιφύλαξη δεν είναι αλαζονεία.
Είναι η ξεκούραση της ερημιάς,
Είναι της μοναξιάς το ραχάτι,
Παραίτηση από κάθε κόπο
Νέο.

Θέλω να τα κοιτώ αυτά τα μάτια
Ξέρω να κρύβομαι κι εγώ μέχρι θανάτου.
Ξέρω ν’ αφήνω να θεριεύουν και να φθίνουν
Τ’ ανέκφραστα.
Πάντα αποθηκεύει το μισόφωτο
Όσα ποτέ δεν ζητήθηκαν.
Και τρέφεται απ’ αυτά με οικονομία,
Ώσπου να μείνουν κάτω από το κούτελο
Δύο τελευταίες κουταλιές σκοτάδι

 

ΑΤΙΤΛΟ

«Αγαπημένο μου παιδί,
Πρέπει να αντέχεις το Τέλος.
Δεν θα ’ναι ανάρμοστο, στο βεβαιώνω.
Θα ’ναι μια νύχτα χωρίς εφιάλτες.
Ο καιρός θα ’ναι δροσερός, η τροφή όση πρέπει
Ίσως και να μην έχει καν φανεί στη γωνία
Ο νυχτερινός αστυνόμος.
Η ψυχή θερμή ακόμη από το σώμα
Θα συμφωνεί με κάθε εγκατάλειψη.
Και ευγνωμόνως προς την μακρά φιλοξενία
Θ’ αφήνει άθιχτη την ομορφιά σου.
Ποια ομορφιά; Μα τα πελώρια μάτια
Με τη λύπη, με την εξέγερση,
Την καταβύθιση σε τυραννική ευφυΐα.
Τώρα κλειστά, σκεπασμένα
Σαν δίδυμα μωρά στην κούνια
Θα βλέπουν σε αθωότατο όνειρο
Άγραφους στίχους από ατόφιο χρυσάφι»

 

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

«Αν έχει η θλίψη θάνατο; Έχει.
Όταν γεννιέται μία άλλη.
Και τι θα πει πώς τη γνωρίζεις τότε;
Τό σήμα δεν είναι ό,τι λέτε εσείς χαρά
(Αν πούμε πως υπάρχει κάποια
Που δεν μπορεί ένα κύμα να σαρώσει).
Είναι ο σφυγμός σου, όταν η γη βογγάει
Κάτω από τόσα χοντροπάπουτσα».

 

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ

Ο νόμος είναι σαφής: Χωρίς εξαίρεση
Όσοι ανήκουμε στην εποχή τον λίθου
Θα εγκαταλείψουμε απόψε τα σπήλαια
Και εντός των προσεχών ωρών θα εμφανιστούμε
Ενώπιον των Αρχών.
Ενώπιον; Πώς «ενώπιον»;
Αυτοί ποτέ δεν βγαίνουν απ’ το Διοικητήριο.
Θα συρθούμε με τις προβιές και τα τόξα μας
Ενώπιον του πλήθους των συγχρόνων.
Θ’ αστράψουνε τα φλας των φωτογράφων.
Θα μαγνητοσκοπηθεί κάθε μας κίνηση,
Κάθε μας γραφική χειρονομία.
Θα εκθέσουνε τα τριχωτά μας γυναικόπαιδα
Στον γελοίο φόβο των παιδιών τους,
Στη συγκατάβαση των ειδικών επιστημόνων.
Αυτοί διαβλέπουν στο σφραγισμένο μας στόμα
Προάγγελο γραφής.
Θα τη διαβάσουν για τους εκπροσώπους του τύπου.
Ύστερα τσούρμο θα οδηγηθούμε
Σε κάποιο από τα μεταγενέστερα οικήματα.
Θα μας κλειδώσουν και θ’ αφήσουν πια στο χρόνο
Την προσδοκώμενη εξέλιξη.
Και μόνον όποιος επιμένει
Ν’ αποτυπώνει τις παλάμες του στον τοίχο,
Ν’ ανάβει μέσα ‘κει τη φωτιά του,
Μόνον αυτός θα δει, εν τέλει, τις Αρχές,
Αλίμονο, ενώπιος ενωπίω.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

«Αίμα της δύναμης, νερό του φόνου,
Οργή της ομορφιάς, αταξία:
Αυτά τα τέσσερα πώς θα συντάξεις, βασιλιά μου,
Δεν το γνωρίζω.
Διαβάζω, όπως όλοι οι σοφοί,
Τα προφανή. Τα υπάρχοντα.
Όσα θροούν στα μελαγχολικά σου χείλη,
Όταν κοιμάσαι μοναχός,
Ενώ σκεπάζεται η βασίλισσα
Με τα φιλιά του κάθε κατεργάρη.
Έχεις μια ζωή πίσω σου
Κι άλλη μια, ακόμη παραπίσω,
Εκεί που δυο ποτάμια συγκλίνουνε
Προς το Στερέωμα της ύπαρξής σου.
Κι άλλες πιο πίσω και πιο πίσω,
Μέχρι το χέρι του Θεού, αν είναι.
Με ποιες ζαριές ρίχτηκαν τόσα άστρα
Κανείς δεν ξέρει, βασιλιά – Γαλαξία.
Σκέπασε το περιδινούμενό σου φως
Κάτω απ’ το πάπλωμα με πούπουλα χήνας.
Και σαν να είχες κάποιο βάρος
Κάνε τη γούβα σου στο μαξιλάρι.
Πρωί πρωί θα λάβεις αποφάσεις ειλημμένες.
Θα κάνεις κάμποσο από το καλό που φαντάζεσαι
Και όλο το κακό που μπορείς»

 

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Πέρα απ’ τη γη, ίσως.
Κάτω απ’ τη γη, οπωσδήποτε.
Μιλώ για τη ζωή που υπάρχει .
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Το στήθος μας δεν χωρά τον αέρα.
Ούτε και ο αέρας μάς ανέχεται.
Είμαστε τα πουλιά του Άδη,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Ε, και; Δεν μου λείπουν οι άλλοι.
Δεν έχουν χρόνο να μας αναστήσουνε.
Μόνο ο δικός μας χωρισμός με θλίβει,
Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.

Είσαι η πεταλούδα που τρέμει
Στα δάχτυλα μου: Σ’ αφήνω.
Θυμήσου με όπου πας. Σου δίνω ζάχαρη,
Για ν’ απαλύνω τη θνητότητα σου.

Ακόμη λίγο απ’ το φτερό σου θα βλέπω. 

 

 

Προς τα κάτω (1999)

 

(Απόσπασμα 1 σ.11)

(Δωμάτιο υποδειγματικά καθαρό λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Το κρεβάτι, το κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα στηριγμένη στα μαξιλάρια καταστρώνει το σχέδιο αποχαιρετιστήριας επιστολής. Όσο της επιτρέπει η ημικρανία. Γράφει υπερβολικά αργά. Αλλά με ασφάλεια. Κατευθύνεται από την προσδοκία ότι η γη κάποια στιγμή θα σταματήσει να γυρίζει: επ’ ελάχιστον. Τόσο μόνο όσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να πηδήξει σε μια Άλλη. Αυτή η διανοητική προσπάθεια καταγράφεται σ’ έναν καθρέφτη.)

– Πολύ λίγο φυσάει- όμως δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Ο κήπος έξω είναι τόσο υπαρκτός, φύλλα, κλαδιά, έντομα… μια
συμπαγής φυτική παρουσία. Πρωτόγονο, δεν είναι για μένα. Ελάχιστος αέρας μού φτάνει, μια σύνοψη εισπνοής-εκπνοής.
Ανασαίνω πολύ διακριτικά. Όπως ταιριάζει σε κληρονόμο που αποποιείται την κληρονομιά. Έβρισκα πάντοτε φτωχόν εκείνον που χαιρόταν υπερβολικά με τη βλάστηση.
Δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Λίγα πράγματα εξαπατούνε τόσο. Μπορώ ακόμη να αισθανθώ οργή, αν είναι για την ησυχία μου. Εκεί έξω ματαιοπονούν, αν και αθόρυβα. Μ’ ενοχλεί που πιστεύουν πως έτσι θα με σύρουνε στην εκκλησία της φύσης. Θέλω τη φύση όπως τη φαντάστηκα: άσιτη, ωχρή από αγάπη.
Η ακινησία μού θυμίζει κάτι. Ίσως γιατί δεν είναι αληθινή. Όταν ήμουν παιδί, ζούσα μέσα σ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα και κατά την αδιάκοπη περιφορά χαιρόμουνα, καθώς οι όγκοι του νερού μετακινούνταν και τα πανάρχαια τοπία άλλαζαν, ενώ εγώ παρέμενα εκεί μέσα, ένα θαυμάσια βολεμένο τζίνι. «Ας κρατούμε», επαναλάμβανα, «σιωπή». Στο σπίτι που γεννήθηκα αργότερα, η σιωπή ήταν, εξάλλου, νόμος και μόνο η λίμνη που σχημάτιζαν τα πρόσωπα —οι συγγενείς μου είχαν ρευστές φυσιογνωμίες— έκανε έναν υποδόριο θόρυβο όχι ικανό να με ταράξει. Αγνοούσα, με συνείδηση αθωότητας, ακόμη και ένα σκύψιμο κεφαλιού προς το μέρος μου, όταν αυτό φορτωνόταν αγγέλματα, όταν έβριθε από σημασίες. Στάθηκα απίστευτα προνομιούχα: κανείς ποτέ δεν μ’ εντόπισε. 

 

(Απόσπασμα 2 σ.26)

— Φίλοι διασχίζουνε το δάσος προς το μέρος μου. Η σκέψη τους μου φέρνει απέραντη θλίψη. Τόσο ριγμένοι στις αισθήσεις τους σαν να χουν μπει μες στο σάκο κι ό,τι απέμεινε από την ενσάρκωσή τους είναι εκείνο που τους κουβαλά. Τι πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν; Βαδίζουν θαυμάσια όπως μια μύγα ανεβοκατεβαίνει στο μπουκάλι με την επίμονη και τις συνήθειες μύγας. Το πώμα αργεί πολύ να επηρεάσει τη φυσική της κατάσταση. Σε άλλες εποχές θα περνούσα τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά τους. Αλλά η πίστη στην τρυφερότητα προϋποθέτει το χρόνο, ώρες, ημέρες, νύχτες, χρόνια που θα μπορούσαν να λικνιστούν απαλά, σαν τις βαρκούλες στη θάλασσα. Μια βεβαιότητα ήρεμης εναλλαγής της εργασίας με την ανάπαυση. Σε ποιο φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο εμπράγματη απόλαυση, στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; Ο θάνατος είναι τίποτε, αν δεν ήταν, θα τον είχα γλιτώσει, ο καθένας θα μπορούσε να γλιτώσει αν συναντούσε κάπου το θάνατο. Μα πρέπει να βαλθείς να τον πιάσεις, να τον καρφιτσώσεις σαν έντομο, και να μπορείς να τον παρατηρείς κάπου κάπου. Εγώ δεν τις προσέχω πια τις λεπτομέρειες της φύσης. Ακούω τον βόμβο των εντόμων, ένα βρασμό από σταθερά ζουζουνίσματα και οι σκέψεις μου δεν μπορούν να διασώσουν ούτε τη μνήμη ούτε τη θέληση. Με το παράθυρο κλειστό θα μπορούσα να μεταφράσω αυτόν το θόρυβο σε λαλήματα, κελαηδισμούς, πεταρίσματα… Μια συνωμοσία σημάτων που αποζητούν την πρωτοβουλία μου. Πρέπει να μάθω αν χωρίς το χρόνο κάποια ελευθερία είναι δυνατή. Αν η θάλασσα μετεωρίζεται μέσα στο δίχτυ που την έχει ολόκληρη ψαρέψει. Θα είναι τόσο ειδυλλιακά να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου; Αναμφίβολα οι άλλοι υπάρχουν. Μια ιδέα αλάτι μένει πάντα στο δέρμα μετά από έναν περίπατο. Εξάλλου είναι τόσο ασαφείς, κάθονται πάνω στα βράχια και περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό: χρειάζονται πράγματα που δεν είναι δικά μου και πρέπει να ζω για να τα βρίσκω. Πρέπει πολύ προσεχτικά να μετακινώ τον ορίζοντα, ώστε η αχανής θέα να περιορίζεται σ’ ελάχιστα τετράγωνα. Ανεπαίσθητα, όπως την ώρα που ο ήλιος γίνεται κάθετος. Τέτοια ώρα τους νανουρίζω σε μια κούνια κρεμασμένη από τις μασχάλες μου. Τα μωρά μου, τα καλά μου τα μωρά, θα βρω εγώ τη μητερούλα σας, θα σας περιθάλψω από μένα, αυτήν εδώ θα την θάψουμε, νάνι, ο…ο…ο, θα την θάψουμε εκεί που κατοικούν οι ρίζες. Νάνι… το λένε ύπνο αυτό… ύπνος είναι, με
το μίσχο του ως πάνω πάνω, μια συλλαβή συρτή από σύμφωνα, δεμένα σαν ουρά από το φεγγάρι. Νάνι, σας φρόντισα, σας έχω
φροντίσει, δεν πρέπει να ντραπώ τώρα στο τέλος, δεν το αντέχω να ντρέπομαι, όλη μου η ψυχή κοκκινίζει. Θέλω να φύγω χωρίς σεμνότητα, με όλη την αδιαντροπιά μου, να σας προσβάλω αποσύροντας τον εαυτό μου από την τάξη. Τι πείσμα
είν’ αυτό, τι παράνοια, ε, ναι, η συγκατάβαση εξέλιπε — πώς θα μπορούσα να επιβιώσω με αδιάλειπτη ημικρανία;

(Δεύτερο χαμόγελο. Σπηλαίου. Ο καθρέφτης το ανταποδίδει σκίζοντας το πρόσωπό της στα δυο.)
— Το αύριο, αγέρωχη προοπτική, μου διαλύει στο νερό ασπιρίνες.

 

(Απόσπασμα 3 σ.47)

(Κάνει βήματα μες στο δωμάτιο. Κάτι φορά. Ανακαλύπτει μες στη τσέπη ένα
απίστευτα μικρό, απίστευτο παραπονεμένο πράγμα. Το περιτρέχει αναγνωριστικά με τα δάχτυλα.)

Έρχεται ένας νέος αιώνας. Το άκουσα, το έχω διαβάσει. Τον φαντάζομαι; Τυμπανιαίο πάνω στα γυάλινα γοβάκια του. Μια λεπίδα προχωρεί μπροστά, κόβει τα χόρτα κι εκείνος πατάει, πολύ πολύ προσεχτικά, με μικρά βογγητά δυσφορίας. Όπως ένας σνομπ αυλικός που επισκέπτεται για λόγους πολίτικης τα εργαστήρια των ανακτόρων. «Γιατί θα έπρεπε να είμαι εγώ το θύμα αυτής της δοκιμασίας;»: αλλά οι σκέψεις του δεν διατρυπούν το κέλυφος ενός αυγού που κρεμασμένο από μια κλωστή ταλαντεύεται μες στο κρανίο του με τη συνέπεια εκκρεμούς που επωάζει τη στιγμή της αλήθειας. Είναι πατρικός και επιεικής, σφίγγει τα χέρια, παραγγέλλει στους γραμματείς σημειώσεις. Εκείνοι πάλι δεν γνωρίζουν γράμματα, άξεστοι που εξαγόρασαν τίτλους. Καμιά αμηχανία εντούτοις· η εθιμοτυπία δίνει μόνη της τα σήματα το ίδιο αποτελεσματικά και πρωτόγονα με το ταμ ταμ σ’ έναν άλλο πλανήτη, όπου η Μουσική και η Ζούγκλα καταγράφονταν σε βιβλία βαριά. Παρατηρώ τους τεχνίτες στους πάγκους τους, αναρωτιέμαι αν αυτός εκεί κάτω είναι νεκρός ή ζωντανός. Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, διαθέτει την αξιοπρέπεια να υποκρίνεται, εμφανίζει ως σεμνότητα, ως ήρεμη αποδοχή της ιεραρχίας, την πιθανότητα να μην υπάρχει. Το βλέμμα του δεν μαρτυρά. Γαλακτώδες και διάτρητο από επαγγελματικές φιλοδοξίες κρατά τα μυστικά της συντεχνίας. Αν και καθόλου δεν θυμάται πια τους λόγους που αυτός κι οι σύντροφοί του οδηγήθηκαν σ’ αυτήν την ποινή, κάτι απ’ τη θλίψη της ανθίζει μέσα του με μεγάλα άσπρα λουλούδια. Μια γεύση από ζαχαρωτά επιμνημόσυνα, μια ζήλεια (αναπάντεχης έντασης!) για τους προγόνους του που, μετά τη βάρδια, έσβηναν τη δίψα τους στα μπαρ. Πόση εργασία, τι χιονόπτωση! Κι όμως χωριά δεν αποκλείστηκαν, δεν διεκόπησαν οι συγκοινωνίες. Ο αιώνας μπορεί να συνεχιστεί, μπορεί, αν θέλει, και να προελάσει, δεν θα διασπάσω γι’ αυτό την αλληλουχία των σκέψεων μου. Η μια δεν πηγάζει από την άλλη, η μια επικαλύπτει την άλλη, στρώσεις διαδοχικές, από σκέψεις, που προσπαθούν να πείσουν πως ο μηχανισμός που λειτουργεί υπάρχει. Εγώ ασφαλώς τη λειτουργία τη βλέπω, δεν βλέπω όμως το μηχανισμό. Δεν είναι σόφισμα αυτό, και η Αλίκη έβλεπε το χαμόγελο μόνο του, το πρόσωπο απουσιάζει πάντα, αν κι εγώ τώρα βλέπω μορφασμό. Σκέφτομαι πως δεν θα ’μαι εκεί όταν αποκρυσταλλωθεί η φιγούρα και αυτό με ανακουφίζει τόσο, που ο πονοκέφαλος υποχωρεί. Αέρας διατρέχει το στήθος μου, οι πνεύμονές μου δουλεύουν εμψυχωμένοι, αισθάνομαι το πέρασμα της ευεξίας σε πλήρη φιλική διαδρομή. Έζησα αρκετά αυτό που οι φίλοι μού περιγράφουν ως τον
τρυφερότερο εαυτό τους. Το ότι δεν συμφιλιώθηκα δεν φαίνεται να είναι μόνο πρόβλημα γηραιάς εποχής. Θυμάμαι, κάποτε, φορτωμένη χρυσάνθεμα, στάθηκα κάτω από έναν φανοστάτη. Ηρωίδα μιας φιλόδοξης αφήγησης διεκδικούσα χώρο στη σελίδα. Τρόμαξα όταν είδα ότι κρατούσα το γιο μου εκεί, μέσα σε ξαφνική κακοκαιρία, με μόνη του κουβέρτα εκείνο το δημόσιο φως. Αν είχα υπάρξει παιδί, θα ήξερα ίσως τι να κάνω, το βασικό μητρικό χρέος, πώς σώζει κανείς μια ψυχή από ένα γερό κρυολόγημα. Υπάρχει, μου είχαν πει, ένας κήπος των υπερβάσεων ολάνθιστος από λουλούδια του Οκτωβρίου, που τον διασχίζουν ζαλισμένες εκατοντάδες άλλες εποχές. Εκεί βαδίζεις σ’ απαλά δευτερόλεπτα που κάνουν την περιστροφή ενός έτους να διαρκεί πολύ περισσότερο. Διαθέτεις αναρίθμητους μήνες, ώσπου να τελειώσει η άνοιξη. Δεκάδες Μάρτιοι συνεχίζονται, αν και κυλούνε ήδη οι Αύγουστοι και αυτοί πολλαπλασιάζονται άπαυτα, παρόλο που οι πρώτοι Σεπτέμβρηδες έχουν αρχίσει να τους προσπερνούν. Και μόνον, έλεγαν, ο Οκτώβριος είναι Ένας: τριάντα αδιατάραχτες μέρες που δεν θα επανέλθουν ποτέ. Τέτοια αγαλμάτινα εικοσιτετράωρα έχουν τη μυρωδιά των βρεφών που η γένεση των νέων κυττάρων κάνει το σώμα τους εύοσμο. Τότε ακριβώς με μια κίνηση τρόμου πρέπει να διώξεις μακριά τους τις μέλισσες. Έμοιαζε πειστικό, καμιά επίσκεψη στο ιατρείο, καμιά υποψία αθεράπευτης μητρότητας. Με μέσα πρόχειρα προστάτεψα το δέρμα μου απ’ τον οξύτατο πόνο της επαφής με το φως, με κάποια, ας πούμε εξουθενωμένη ψιχάλα ανασυρμένη βιαστικά από το μπαούλο και σφιγμένη γύρω από τους ώμους μου ώστε αβίαστα να αποδίδεται η πλαστοπροσωπία της ομορφιάς. Το βέλο χαμηλά χαμηλά, μία κυρία αγέραστη, ένα προϊόν τεμαχισμού, ένα πορτοκάλι στα δύο: «Εσύ είσαι, μαμά; Εσύ είσαι;» Τραυλός ομιλητής μπροστά σε μια εκκεντρική φιγούρα. Το φως είχε εξαλείψει το περίγραμμα, όμως εκείνος άκουγε τους κρότους: «Θλίψη, να τι σε συμβουλεύω εγώ». «Μαμά; Θλίψη;» Ω, ομορφιά των αγρών των καλλιεργημένων αιώνες… Ω, τεχνικές των αρδεύσεων… φιλάνθρωπα μαθηματικά των σωλήνων… Αυτό το αγόρι είχε ίσκιο μες στο σπίτι του, θα ’πρεπε να χει φυγαδευτεί από εδώ, στις εξοχές με τους ανθρώπους που στέκουν με τα πόδια ανοιχτά και κοιτάζουν ακατάδεχτα προς τις πόλεις. Πώς θα με δει όταν βεβαιωθεί ότι η μόνη μητρική αρετή είναι ν απαρνηθείς τη θλίψη; Αν το είχε πάρει κάποιος ως εκεί… αν το είχε απασχολήσει κάποιος… θα άφηνα τώρα το κεφάλι στο βάρος του, αυτή η σακούλα με τον πονοκέφαλο θα μπορούσε να πεταχτεί κάπου. Κάτω απ’ το δέρμα μου διακρίνονται οι προαναγγελίες μία μία, αυτές που αλήθεψαν και οι άλλες, στοχασμοί μ’ εξωφρενικό αντικείμενο, την πιθανότητα, ας πούμε, ο άνθρωπος να μπορεί να ζήσει για έναν άλλο. Κάτω απ’ το δέρμα μου κολυμπάω και ακέφαλη, το εγκάρδιο, έντιμο πρόσωπο μπορεί να παραμένει στο μαξιλάρι. Εκείνος ο κολυμβητής διατηρεί όραση, θυμάται τον πολιτισμό του εγκεφάλου, τίποτε, τίποτε αποτρόπαιο στις απλωτές μου εκεί κάτω. Όμως εδώ πώς μπορώ να εξασφαλίσω τις πεποιθήσεις της διάρκειας, μια πιθανότητα αστραποβόλα, μια πλήρη νύχτα Χριστουγέννων; Θα πρέπει κάτι να έχω να του πω, το πόσο σεβασμό κατακτούμε με την πολυσχιδή
δραστηριότητα, ότι συχνά υπάρχουν κίνητρα ευγενή που θερμαίνουν δυνατά την έμπνευσή μας… Ότι ειλικρινά ταυτιζόμαστε με αισθήματα που μοιάζουν δικά μας… ότι η άγνοια μπορεί και να είναι ένα ελαφρυντικό για τους γελοίους. Εξάλλου είμαστε εργατικοί, ενθουσιάζουμε το κοινό μας. Το προτρέπουμε σε σταυροφορική αφοσίωση προς Ομορφιές που τρελαίνουν. Τις υποψιαζόμαστε, τις διανοούμαστε, τις οσμιζόμαστε. Αυτή η οσμή μας συντρίβει, ένα άρωμα οργασμικό, μία ευωδιά δηλητηριώδης. Δεν έχουμε άλλη εξιλέωση από το να παρακινούμε τους άλλους, να διαδίδουμε με φλόγα αποστόλου την πίστη. Είναι σαν να έχουμε αντικρίσει τον Άγιο στο δευτερόλεπτο του εξαγιασμού του: χνώτο θερμό, διπλό πεπρωμένο, μισό θνητού, μισό αθανάτου, και μια θαυματουργή παρέμβαση τα ενώνει σε καρπό θεοφιλίας. Ένα αιφνίδια ανεστραμμένο πηγάδι που εκχέει κρουνούς θυμιάματος. Μέσα τους η Σάρκα λάμπει. Α, πρέπει να μπορώ να το πω αυτό, πως θέλουμε να πέσουμε στα πόδια Του, να φιλήσουμε την άκρη του ρούχου Του, να υποσχεθούμε μ’ όλα μας τα δάκρυα αιώνια τύψη για τον εαυτό μας. Υπηρετούμε αυτόν τον ενθουσιασμό υποδυόμενοι με ειλικρίνεια τους μύστες. Ίσως κι αυτό να είναι ένα ελαφρυντικό αν κάποιος κάποτε μας κρίνει. Αν δει στα χρωμοσώματά μας τα ελάχιστα ψήγματα χρυσού. Αλλά οι ίδιοι πώς να επιτρέψουμε τέτοιες ανέσεις στη Βιολογία; Υποψιαζόμαστε, διανοούμαστε, οσμιζόμαστε. Δεν είναι αυτά βιολογικές λειτουργίες; Η υποψία δεν σκίζει τα ρούχα, δεν αποκαλύπτει τα όμορφα σώματα; Η σκέψη δεν επινοεί το τοπίο, δεν επιπλώνει το διαμέρισμα, δεν οργανώνει τις ιδανικές συναντήσεις; Η όσφρηση δεν ξεσηκώνει τον πόθο, δεν απλουστεύει τον προσανατολισμό; Ποια Ιατρική μπορεί να συγχωρέσει την απουσία της ψυχής; Δεν έχει εκεί αρμοδιότητα. Αυτός ο πόνος δεν την αφορά. Είναι τυφλή και ανίδεη μπροστά σε μια πληγή από γνώση. Εγώ συχνά παρηγορούμαι με την ελπίδα πως ένας πειστικός θάνατος επί σκηνής εμπνέει την ελπίδα της Ανάστασης. Πως θα υπέβαλλα
κάποιες τέτοιες ελπίδες. Θα πρέπει να το κρύψω αυτό; Δεν θέλω. Δεν θέλω να συρθώ στην καταξίωση. Θέλω να κάψω το συκώτι μου. Είναι ένας πλούτος να περιφρονείς τον εαυτό σου, είναι μια δύναμη να φτύνεις τα μούτρα σου. Η περιφρόνησή μου με τιμά, έχει την ηλικία της αφροσύνης μου, τη φρεσκάδα της αίρεσής μου. Αν ο κόσμος δεν μπορεί να είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;

 

(Απόσπασμα 4 σ.82)

Κατεβαίνω. Πολύ προσεχτικά και αργά. Η σκάλα εντελώς κατακόρυφη κι αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες… Όμως θέλω να είμαι ωραία. Το πέρασμα από τέτοια πασαρέλα πρέπει να είναι πραγματικά μεγαλόπρεπο. Πίσω μου η λίμνη θροεί παιχνιδιάρικα, ένα κάπως μελαγχολικό κουτσομπολιό. Το μονόξυλο αραγμένο στα καλάμια απορροφά την κλίση του τοπίου. Μπορώ να παρακολουθώ το διαβήτη να διευρύνει συνεχώς τους κύκλους του χωρίς να σκύβω πάνω απ’ το νερό. Κρατώ τη μία άκρη του σπάγκου, στην άλλη είναι το πρόσωπο ενός φίλου που είναι αδύνατο να θυμηθώ. Τον αγαπώ; Α, ναι, πάντα. Κάτι εντοπίζω κάτω από το στήθος μου… συγχέεται με το χτύπο της γόβας κάθε φορά που αλλάζω σκαλί. Προσπαθώ να το μεταφέρω… κατεβαίνοντας λικνιστικά. Ένας κοασμός με τρομάζει… ύστερα βλέπω την αθώα ύπαρξη να επαναλαμβάνει το σάλτο της… μια χούφτα σκούρα πράσινη σάρκα που την ξαφνιάζει η επίσκεψή μου. Και τ’ άλλα πνεύματα μοιάζουν ανήσυχα, ακούγεται το κλάμα του λύκου. Έχω την αίσθηση πως οι άκρες των δαχτύλων μου μου κρύβουν μια πληροφορία… πως έχουν ψηλαφίσει πόντο πόντο το μέτωπο, τα ζυγωματικά, το πιγούνι… πως, αν μπορούσα να τα βουτήξω στο νερό, το πρόσωπο εμβαπτισμένο στο διάλυμα, θα εμφανιζότανε σιγά σιγά, όπως στο θάλαμο του φωτογράφου. Αλλά δεν θέλω να το σπαταλήσω έτσι… το μόνο, που διατηρώ, αποτύπωμα. Κατεβαίνω ακόμη πιο βαθιά… με μια ακόμη πιο έξοχη κίνηση. Από το κέντρο της γης βλέπω τους προβολείς αναμμένους.

 

 

Φορτίο (1997)

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ

Κουβάλησε στη ράχη του ως εδώ
Τέτοιες πέτρες.
Το νερό, την άμμο, το φτυάρι.
Χάραξε στη γη το σκαρίφημα.
Λογάριασε τα εργατικά.

0 καημένος… Τώρα, που έκλεισε τα μάτια του, ας του πλέξω
Εγώ ένα γελεκάκι από λουλούδια,
Μαργαρίτες, σπάρτα, κυκλάμινα.
Ύστερα θα βαδίσω πάλι.
Μπορεί ένας λύκος με το βόλι στο πόδι του
Να ’ρθει εδώ πάνω, να τελειώσει κάποτε
Το σπίτι του.
Μα κι έτσι, ο σωρός των υλικών
Κάποια κατοικία τού γίνονται,
Ένα καλό, στον άνεμο, μνημείο.

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΖΩΗ

Μπορώ να τον εξαπατήσω αυτόν, συλλογίστηκε.
Είναι καινούριος στα μέρη μας.
Κρύβεται από τους ανθρώπους.

Αλλά του γύρισε ο καθρέφτης ένα πρόσωπο
Ντόπιο, με γένια άγρια, πρησμένα μάτια.
Δεν ήταν μέσα ‘κεί χωροφυλάκοι.
Είχαν ξεμείνει στον καφενέ.
Για έναν σαν κι αυτόν δεν θ’ άφηναν
Χωρίς κρασί την κρύα νύχτα.

Λοιπόν, περίμενε στο πατρικό του σπίτι
Μονάχα τη φωτιά εξαπατώντας
Ως το πρωί.
Κάνα δυο ξύλα και της έδινε ζωή.
Και τη ζωή του, που ποτέ δεν ήρθε,
Λησμονούσε.
Κι άκουγε που γαβγίζανε δεμένα
Των μεθυσμένων τα σκυλιά.

 

ΥΙΟΘΕΣΙΑ

Η θάλασσα είχε δυο παιδιά.
Το ένα το βρήκε με το πρόσωπο στο βούρκο.
Τριγύρω τα κατάπληκτα ψάρια.
Το γύρισε, το ακούμπησε στην πέτρα
Και το μεγάλωσε.
Το άλλο, ξυπόλυτο, γυρνούσε στο γιαλό
Και φώναζε τον αδελφό του.

Όποιος νομίζει ότι δεν μπορεί η θάλασσα
Να γίνει μάνα
Έχει σφαίρα ξεχασμένη στο θώρακα,
Σε στρώμα δεν μπορεί να γείρει,
Πάει καιρός που χέρι δεν μετράει
Τον πυρετό του στο κούτελο.

Γι ’ αυτόν απόψε οι σπηλιές οι υποθαλάσσιες
Θ’ ανάψουν όλα τα καντήλια.
Θ’ ανεβαίνουνε με την ανάσα του
Οι φυσαλίδες της μητρικής προσευχής.
Ώσπου το βόλι το προδοτικό να σκουριάσει
Και να σκεπάσει χούφτα αλάτι
Το τρυπημένο μέρος της καρδιάς.

 

ΟΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Ακολουθώντας το κυνηγημένο ζώο
Βρήκαν το σπήλαιο με τους σταλακτίτες
Α, πόσο άδικο είν’ αυτό…

Εκείνου τ’ άνοα μάτια ήξεραν
Να μετρούν σταγόνα σταγόνα
Το πέτρωμα του νερού.
Πώς όλοι αυτοί με τα γυαλιά
Διώχνουν το Χρόνο από την τρύπα του;

Ανήμεροι, με την ψυχή όλο νύχια,
Φωτίζουν, μετρούν, ερμηνεύουνε.
Ούτε τα δάκρυα του Κυρίου ακούνε
Που κατέρχονται
Ούτε απ ’ τη γη τις κρύες στήλες
Των αρχαίων των ψυχών που τα υποδέχονται.

Μόνο αν περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια τους
Καμιά φορά νυχτερίδα περίτρομη,
Πέφτει ο φακός από το χέρι τους
Κι απελπισμένοι βλέπουνε το φως του
Να το ρουφάει αθόρυβα ως τον πάτο
Πλωτό, μεγάλο, προαιώνιο σκοτάδι.

 

ΤΟ ΛΑΓΟΥΜΙ

Κάτω απ’ τη γη περνούσε το μήνυμα.
Μα πάνω τίποτα δεν ακουγόταν.
Οι τυφλοπόντικες το πήγαιναν έντρομοι
Ο ένας στον άλλο.

Πάνω δεν ακουγότανε τίποτα.
Αιθρία. Είχαν οι γυναίκες βγει
Κι άπλωναν ρούχα.
Άλλες, μικρότερες, με τη φρεσκάδα του ύπνου,
Γερνάν επάνω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα,
Πράσινα, καταπράσινα θεριεύανε
Κλαριά και φύλλα.

Πέρα, μια ταχτική καμπάνα
Ξαναπερνούσε από τον ουρανό.
Κι έσκιζε με την ουρά το χελιδόνι
Την πουπουλένια την πρωτομηνιά

Αχ, κρυφέ μου πόνε, αχ, θλίψη μου,
Άσ’ την να ταξιδεύει ασύλληπτη
Η χαρωπή οικουμένη.
Άσε τα πανιά να φουσκώνουν
Του άσαρκου καλοκαιριού.
Εμείς εδώ, κρυφακούοντας
Το θαμμένο τον τηλέγραφο
Του κρύου.

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Η βία είναι το χέρι μου
Όπως υπάρχει:
Το στόμα σου σφραγίζω και μετά
Σε παραδίνω.
Εγώ, εγώ σε παραδίνω,
Που ήρθες και μου τ’ ομολόγησες
Πώς τίποτα δεν είδες άλλο
Παρά τη γέννηση σου στον ύπνο σου
Σαν μια και μόνη μαχαιριά.

Όχι, δεν θέλω πάρε-δώσε μαζί σου:
Σ’ αυτούς να πας με τα στιβάλια
Τα φορτωμένα λασπουριά.
Σε κρίνουν φτύνοντας κουκούτσια,
Κλοτσώντας το σκυλί του ταβερνιάρη.
Το ματωμένο μάτι σκύβουν στο λαρδί
Κι αποφασίζουν.

Πάψε λοιπόν να γυρεύεις για λόγου σου
Καλή ζωή,
Εγώ και να σε σκότωνα θα μπορούσα,
Για να μην ακούω το κλάμα σου.
Πάψε να κρέμεσαι από πάνω μου ρωτώντας
Πού σε τραβάνε οι μεθύστακες.
Κρεμασμένο στο καρφί το σακάκι σου
Ποτίζεται καπνό.
Σαν κι εκείνους θα βρωμοκοπάς
Αν βγεις ποτέ από ’δώ μέσα.

Δεν έχω το κουράγιο, δεν μπορώ
Εγώ να ζήσω.
Έζησα κάποτε κουβαλώντας σε
Κάτω απ’ το ρούχο μου σαν σκύμνο.
Μασούσα τη τροφή και σου ’δινα,
Έδιωχνα με φωτιές τα πνεύματα.
Το σώμα μου γέμισε νυχιές.
Για δες πού μ ’ έσυραν με το φορτίο μου:
Με μια λερή ποδιά μέρα νύχτα
Να γεμίζω τις κούπες τους.

Λοιπόν, ας έρθει ο θάνατος να μας δικάσει
Και σένανε και μένα, αγαπημένε μου.
Από την μπόχα που δεν σ’ έσωσα
Εκείνος μπορεί να σε σώσει
Και την αβάσταχτη απορία σου
Να σβήσει μ’ ένα στεναγμό.
Και, όπως ταιριάζει σ’ έναν που σε πρόδωσε,
Σε μένα να ορίσει ζωή αιώνια
Εδώ, μες στα σκαμνιά τα τσακισμένα,
Μες στα βαρέλια και στις κάνουλες,
Μες στις γροθιές που κοπανάνε τα τραπέζια
Κι όλο ζητούν να ζω, να ζω.

 

ΗΜΕΡΕΣ ΔΟΞΑΣ

Πώς πρέπει λοιπόν να ζήσουμε,
Αναρωτήθηκε ο Αυτοκράτορας
Ρίχνοντας το πρόσωπο στα χέρια του.
Ούτε ο καμπούρης του απάντησε, ούτε ο Επίσκοπος
Ούτε η βαριά από το μαργαριτάρι
Νύφη.

Μέσα τον μια λιμνούλα έλαμπε στον ήλιο,
Αν και ο ήλιος δεν περνούσε από κει
Παρά μόνο σαν το κομμένο κεφάλι
Που είχε κυλιστεί στις σκάλες.

Έλαμπε, έλαμπε και γύρω στα καλάμια
Ξυπόλυτα μπαινόβγαιναν
Παιδιά του λαού.
Κάτι όμορφες είχαν απλώσει μπουγάδα.
Άχνιζε λουλάκι και νάρκισσος.

Φτωχέ… Γιατί δεν ρίχνεις στη φωτιά
Την Αυτοκρατορία…
Γιατί δεν ρίχνεις στάχτες στα μαλλιά σου…
Βαθιά, στον πάτο του νερού, κοιμάσαι
Όπως σε γέννησε η μάνα σου,
Ένα μωρό ανθρώπου, ένα γιο
Σπαργανωμένο με φύκια.

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Δες πώς συσσωρεύεται η κτίση
Κάτω απ’ το βλέμμα του ανθρώπου.
Τι απομένει… Έν’ απέραντο σεντόνι.
Τις άκρες του θα σηκώσει μονάχος.
Τον μπόγο θα φτιάξει της κατοικημένης γης,
Ακόμη και της στέπας και της θάλασσας.
Στον ώμο του θα τον φορτώσει
Και θα φύγει.

 

ΤΟ ΗΧΕΙΟ

Κι όπως πήρε το χώμα και το φύσηξε,
Ζωή δεν ήρθε. Μα ένα σφύριγμα
Όπως μέσα από κούφιο καλάμι.

Αλλά ένας ταπεινός επενόησε
Τον αυλό.
Κι ένας άλλος
Το στρόβιλο του αέρα μέσα από ένα
Χρόνια παρατημένο χωριό
Και πώς, περνώντας ο ταξιδιώτης
Κάτω από τα κρεμασμένα παράθυρα,
Σφίγγεται, σφίγγεται στο σακάκι του
Κι όλο σφυρίζει ένα σκοπό
Που ο κουρνιαχτός κουκουλώνει.

 

ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ

Δεν έχω να βαδίσω αλλού
Παρά μόνο πάνω στα βήματά μου.
Έχουν από ώρα γυρίσει πίσω.
Άλλα -τώρα δα- ξεκινάνε.
Πάντα βαδίζει γύρω μου
Ο εαυτός μου.

Αλλά εσύ, μουσική, φοράς πούπουλα.
Δεν γράφεις χνάρι στον αέρα.
Κανείς ποτέ δεν θα μάθει
Τους περιπάτους μας.

 

ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ

Πεθαίνοντας το γιγάντιο πεύκο
Μου έγνεψε να πάω κοντά του
Και, πριν να σωριαστεί, μου παρέδωσε
Αυτό που κρατώ.

Στα χέρια μου λοιπόν δεν θα σπάσει.
Πάω σε τόπο που βλαστάνουν μόνο θάμνοι,
Σε σπίτια χτισμένα στον καπνό.
Εκεί, κανείς δεν σε ρωτάει.
Μόνο δουλεύουν όλοι, μέρα νύχτα,
Τσεκούρια, πλήκτρα, τρύπανα, σφυριά.
Μ’ όλο που δεν μπορώ να πιάσω ελεύθερα
Ούτε τα εργαλεία της δουλειάς μου,
Συχνά ούτε κι αυτό το ψωμί,
Αυτό δεν θα σπάσει στα χόρια μου.

Βάρος ασήκωτο στην καρδιά μου
Ν’ αφήσω τ’ ασήκωτο βάρος του.
Μ’ όλο που σπρώχνει ο κόσμος βιαστικά
(Ούτε και που το βλέπουνε, νομίζω),
Μόνο στον τάφο μου θα τ’ ακουμπήσω, κι εκεί πάλι
Θα το κρατώ με το σωρό της γης που θα ’μαι.

Ω, ταπεινή και φιλότιμη
Αιωνιότητα των ανθρώπων
Που τίποτε δεν αξιώθηκαν,
Που δεν τους δόθηκε καμιά δωρεά,
Μια μέρα θα το πάρεις στα χόρια σου
Με δάχτυλα τρυφερά και έμπειρα.
Και με ξόρκια στα πουλιά, μ’ ελπίδα,
Το βλέμμα θα ρίξεις τριγύρω.
Ας είναι τότε να περνά απ’ τον κόσμο πάλι
Η κουρασμένη μου ψυχή.

 

Η ΠΑΡΕΑ

Κάθισαν γύρω γύρω οι φίλοι
Κι ανάμεσα τους πέρασε ο κισσός
Και λίγος θόρυβος του δρόμου.
Όταν καλά τους έδεσαν οι έλικες
Και σκόρπισε η τελευταία σκόνη,
Σήκωσε ο πρώτος το ποτήρι του
Κι ευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια
Να τους σκεπάζει πάντα ο ουρανός
Με τη μεγάλη σοδειά του.

Δεν τους γνωρίζω. Τους φαντάστηκα
Σαν μια φυλή πεζοπόρων
Που πότε πότε σταματούν και μοιράζονται
Τα λιγοστά υπάρχοντά τους.
Συγκατανεύουν ο ένας στου άλλου την εξήγηση
Κι ύστερα, με του καπνού τα δαχτυλίδια,
Στέλνει ο καθένας στεναγμό στο πρόσωπο
Που τον κοιτάζει πάνω απ’ τ’ άστρα.

Δεν έχουν βέβαια όψη ανδρών σοφών.
Μοιάζουνε πιο πολύ συστάδα δέντρων
Γύρω από μια, ριγμένη από ψηλά,
Γιγάντια πέτρα.
Αυτήν την πέτρα ψηλαφώντας με τα δάχτυλα,
Διαβάζουν του Θεού το ζάρι.

Έτσι θα ’ταν καλά. Κι αν ακόμη
Δεν είναι η ζαριά παρά ένας
Και τελειωτικός πυροβολισμός.
Κι αν, αντί για το πέτρινο ιερό της,
Ανοίγει μοναχά μια τρύπα.
Κι αν όλοι οι φίλοι δεν είναι παρά ένας
Χτυπημένος άνθρωπος,
Έτσι θα ’ναι καλά. Μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει.
Μπορεί να βαδίσει χιλιόμετρα
Δανείζοντας τα δάκρυά του
Σε κάθε ίσκιο που τον προσπερνά.

 

Η ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Ο νεκρός με το γαλήνιο πρόσωπο
Μαθαίνω ότι είναι ο Ήλιος.
Ο άλλος, που ένας μορφασμός τον σφίγγει,
Είναι ο βράχος κάτω από τον ήλιο
Με μια και μόνη στην κορυφή
Ανθρώπινη κατοικία.

Μέσα κεί ζουν οι κατώτερες φυλές.
Με τα ζώα τους μαζί, σαν σε στάβλο.
Ανίδεοι αν γύρω απ’ την πέτρα
Σπάει το κύμα.

Όσες φορές ανοίγουν το παράθυρο
Ή βγάζουν για βοσκή τα πρόβατά τους,
Όλο ψηλά κοιτούν και θλίβονται.
Χώνονται πάλι μέσα βιαστικά
Και τρώνε τη ζωή τους στα δάκρυα.

Αλαζονεία ή σοφία δεν το ξέρω,
Αυτοκτονία ή ευπρέπεια.
Μα τόση φωτεινή παγερότατα,
Τόση διαφάνεια της φλεγόμενης μάζας,
Που καθησύχασε τα εκρηκτικά υλικά
Και φόρεσε αδαμάντινο καύκαλο
Πάνω στο πρόσωπο της αγάπης,
Δεν θα γίνε χωρίς τη θέληση μας.
Για να τελειώσουν όλα όπως τελείωσαν,
Πολύ θα έχουμε εργαστεί.

Όσοι με τρόμο κρύψαμε απ’ τα μάτια μας
Το τερατώδες φύλο της καρδιάς μας,
Όσοι χωρίς περιουσία δανείσαμε
Χρυσό απ’ των άλλων τα έσχατα όνειρα,
Εδώ τώρα, με τα ζωντανά και με τ’ άχερα,
Συνωστιζόμαστε.
Όσο και να μορφάζει η στέγη,
Όσο και η πέτρα να συρρικνώνεται,
Τα βροντώδη τα βλέφαρα έκλεισε.
Δεν μας βλέπει, δεν μπορεί να μας δει
Ο νεκρός εκεί πάνω.
Τις φλόγες του αργά αργά
Σαν πόνο που κανείς δεν εννόησε
Καταπίνει.
Την ξοδεμένη άπειρη ζέστα
Αφήνει στα περαστικά βουνά.

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

2

(… όπου ο ποιητής μένει
ακατοίκητος )

Η θεία έμπνευση σ’ εγκατέλειψε, φίλε μου.
Τι σου μένουν πια; Οι επιθυμίες…
Μ’ αυτές δεν πας μακριά.
Το πολύ
Ως την εκπλήρωσή η τη διάψευση τους.

Αλλιώς, αλλιώς είναι
Όταν έρχεται να κατοικήσει μέσα σου
Των δαιμόνων το σόι.
Σέρνουν μαζί τους σαν δεμένο με φωτιά
Τον αργό θάνατό σου.

Είναι χαρούμενοι μες στα σπλάχνα σου.
Κάτω απ’ το στήθος σου είναι ζεστά.
Τρώνε από σένα και σκεπάζονται.
Έξω χειμώνας βαρύς.

Δεν είναι ότι θέλουνε να σ’ αφανίσουν.
Μα, όπως γίνεται ένας σεισμός
Κι αλλάζει ο θαμμένος πλευρό
Για να βολέψει τις αλυσίδες του,
Έτσι κουνάν και σπάνε τη σκέψη σου
Κι ερείπια κάνουν τα καλά σου έργα.

Λένε οι φίλοι: «Δέστε ένα πουλί!»
Λένε οι εχθροί: «Δέστε το κλουβί του».
Μα σένανε σε τρώνε οι δαίμονες
Και στον εαυτό σου, μοναχά σ’ αυτόν,
Σε μεταμορφώνουν.

Και τι είσαι τάχα χωρίς θεία έμπνευση;
Κάποιος που θ’ αγαπηθεί από τους ανθρώπους.
Κάποιος που όλα τα δώρα της νιότης του
Θα τα ξοδέψει.
Ή, αν είσαι απ’ τους πολύ λυπημένους.
Κάποιος που έκρυψε από το φως του ήλιου
Των δακρύων του τα μαργαριτάρια.

Με την έμπνευση διώκεσαι.
Δεν κυνηγούν το φόνο μα το πένθος.
Θέλει σπηλιές να βρίσκεις και ρουμάνια.
Θέλει να μη μοιραστείς ποτέ
Το ψωμί σου.

Έλα τώρα, μη σκαλίζεις τα χαρτιά σου.
Άλλο μην ταπεινώνεσαι.
Το βράδυ κλείνει τα παράθυρά του.
Κλάψε.

 

5

(… όποιος αγαπά την αλήθεια
εμένα δεν μ’ αγαπά )

Ω, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τούτη τη λίμνη
Μες στο χλομό αντιφέγγισμα
Του φθινοπώρου.

Η αστραπή ενσαρκώνεται.
Το κίτρινο φύλλο μουσκεύει.
Κατάκοπος απ’ την ανάστασή του
Ο πνιγμένος.

Το άνθος πάνω στο νερό, μες στον κύκλο του,
Είναι το πραγματικό πρόσωπό του.
Για να αναστηθεί, το εγκατέλειψε.
Μα τώρα, όπως περίλυπο επιπλέει,
Στρέφει σ’ αυτό με συμπάθεια
Το νέο του βλέμμα.

Καμιά, καμιά πραγματικότητα
Εκτός από τη σιγανή βροχή.
Αυτή λιχνίζει πάνω απ’ το γυαλί τα τιτιβίσματα.
Ψιθύρους ασαφών υποθέσεων
Πως τάχα φως θανάτου υπάρχει
Και έγερση από θλίψη απέραντη.

Ήχους αμφιβολίας, βήματα,
Κρύα σκόνη στον αέρα.
Ώσπου η οσμή των σταφυλιών
Πάλι το φόβο κάνει μέθη.
Γεύση από δεμένα στον ήλιο
Κι αραδιασμένα, μιλιά μακριά, σ’ ένα πιάτο,
Μαύρα, καλοπλυμένα τσαμπιά.

Τίποτε πιο αναληθές, πιο ταπεινό
Απ’ την αλήθεια.
Αν είναι ο ουρανός γεμάτος σύννεφα,
Τα σύννεφα είναι γεμάτα σπίτια.
Εκεί οι μέρες των μηνών κατοικούνε
Πριν κατεβούνε να ταφούν εδώ,
Καθώς, αιώνες πριν ξενιτευτούν,
Έχουν τάξει.
Ποτέ, ποτέ είκοσι τέσσερις ώρες
Δεν ερμηνεύουν τόσο βάρος στο στήθος μας.
Ω, από πόσο μακριά
Τις αποσκευές κουβαλάνε…

Κι αν έχουμε αγαπηθεί, αυτό δεν είναι
Πραγματικότητα.
Κι αν έχουμε αγαπήσει, αυτό δεν είναι
Όλη η αλήθεια.
Πρόσωπο νούφαρο και πρόσωπο στους ώμους
Ένας καθρέφτης από ασήμι τα διαιρεί
Και το πνεύμα επινοεί το τοπίο:
Εδώ τα φύκια, εκεί ο βυθός,
Πιο κάτω ο οικισμός που πλημμύρισε.
Παντού το ρύζι του ψιλόβροχου.
Πουθενά το ψωμί της αλήθειας.

Ακύμαντη από όχθη σε όχθη
Αντανακλά το εκτυφλωτικό ενδεχόμενο.
Ένας συλλογισμός την εμψυχώνει.
Οι κλωστές του ψαλιδίζονται στον αέρα
Κι ακούω το μέταλλο στο μέταλλο
Σαν προσευχή που επαίρεται
Βουίζοντας από υδρόβια δράση.
Ποιος γνωρίζει αν είναι μονάχος
Ή αν συνεχίζει τους περιπάτους του
Ο Άλλος πάνω στο νερό…

 

7

(… όπου τελειώνουνε κι αυτές
οι ιστορίες)

Ω, μέριμνα, ω, ερημιά…
Ας μαζέψω τα κουρέλια
Των πρώτων μου σκέψεων.
Ας δώσω περιθώρια να στρωθεί
Χαλί από χλόη.
Την αίθουσα του σύμπαντος διασχίζει
Κατήφεια και υπομονή.

Έφυγαν από τα σπίτια τους
Οι όψεις των πραγμάτων
Εδώ σκορπώντας μοναχά
Το φεγγοβόλημα,
Όλα εκείνα τα παμπάλαια σήματα
Που ξέρω ότι έχουν σωπάσει,
Τ’ ακούω όμως σαν φασματική
Οικουμένη των φίλων.

Ο θόλος κάτοπτρο απ’ όπου
Βρίσκει ο καπνός τα περάσματα.
Δρόμους ηχηρούς και απόκρημνους
Προς τη Χάρη.
Τέλματα στον αέρα, όπου βυθίζονται
Σε στρώματα διαδοχικά τα βλέμματά Του.
Μα εδώ μονάχα η Μουσική, κάποιοι τόνοι
Απ’ τις τροχιές των παρασίτων
Επάνω στα στεκούμενα νερά.

Ω, φροντίδα για το τίποτα.
Των καθημερινών συνήθειων
Διωκόμενα έθνη,
Ας ησύχαζε αυτός ο αέρας.
Τα βήματα των ενδυμάτων αφουγκράζομαι
Καθώς, φευγάτα από βαριές ντουλάπες,
Πάνε κατά το βάλτο.
Οικοδομήματα που αποκαλύπτουν άλλα
Κι αυτά άλλα και άλλα οικοδομήματα
Διαλύουν σαν από αχνό
Τέτοιοι φθόγγοι.
Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ κι αδειάζουνε
Από κάθε σημασία τ’ αυτιά μου.

Δεν μπορώ, δεν μπορώ να καταλάβω.
Το κρουστό από τόσους ψιθύρους
Κάνει την αντοχή μου να σαλεύει.
Θα ’πρεπε να ’μουν αθάνατη
Πριν δω τις κορυφές τις χιονισμένες
Σαν σώματα που σκέπασαν για πάντα
Κάθε τους άγγιγμα…
Σαν τόσους αγαπημένους που θέλησαν
Να μου στρέψουν τη ράχη.

Σε μια κηλίδα κρότου που απλώνει
Τα βουνά θεμελιώνουν τους θρόνους τους.
Και κάτω τουρτουρίζουνε τα φώτα
Των βιομηχανιών.
Πυκνές διασχίζουνε τη στέπα
Συγκοινωνίες.
Πάνε κι έρχονται οι συρμοί.
Πτήσεις ανάβουν και χάνονται
Στο χαλάζι.
Τι θα ’πρέπε να ξέρω εγώ
Από μια τέτοια κακεντρέχεια,
Από μια τόσο υπεροπτική
Θεομηνία;

Κάποτε ζούσαν τα πρόσωπα
Όσο χρόνο ζει το φεγγάρι.
Η μπάλα ξέφευγε στα κύματα
Σαν μέσα από θεοσκότεινη κάμαρα
Και γύριζα να δω γιατί
Το πέλαγος σήκωνε το σπίτι.
Άκουγα το παφλασμό από το ηχείο,
Γέλιο ενός Τρίτωνα που απόμεινε εκεί κάτω,
Μες στα γκρεμίσματα των ανακτόρων του,
Μες στα σαβανωμένα κοριτσάκια
Που τίναζαν το τόπι πίσω στη στεριά.
Σήμαινε αυτό: θα χάσω έναν άνθρωπο.
Τη θέση του θα πάρω στο τραπέζι.
Ω, δεν θα τον αφήσω ποτέ
Να δειπνήσει ολομόναχος.

Τι σημαίνει, λοιπόν, τι σημαίνει
Αυτή η άηχη αναρρόφηση…
Χοάνη που σέρνει στο κέντρο της
Οικοσκευή και βιβλία.
Τέτοιο τραπεζομάντιλο, τόσα άνθη,
Με μια και μόνη κίνηση
Σηκώνει ο αέρας.
Μαγνητισμένα, με το σημάδι στο κούτελο,
Ακολουθούν στο ανάστροφο ποτάμι
Όσα σώθηκαν άδολα ζώα,
Λαγοί και πέρδικες κι ένας θλιμμένος
Ύπνος χειμερινός της αρκούδας.
Τα χνάρια τους, τα βαριά πέλματά τους
Το ρεύμα θάβει τραβώντας το δίχτυ του.
Τίποτα εδώ εκτός από τη σκέψη μου
Πλυμένη από την ψυχή μου.

Τι είναι; Τι είναι αυτό; Δεν έχει νόημα.
Αυτό δεν μιλά και δεν βλέπει.
Σαν μέσα σ’ ένα μπουκάλι
Το βόμβο κλείνει του κόσμου.
Νιάτα του σώματος, πόνος μυαλού,
Θνητή κι αθάνατη φιλονικία
Ούτε γνωρίζονται ούτε απαντούν.
Ένα σφυρί μονάχα το καρφί του
Μπήγει στο βουνό
Αλλάζοντας χρονολογίες.
Και κάθομαι κι ακούω και μετρώ
Τυχαία πάνω κάτω στο άπειρο.
Ώσπου κι αυτή η αντίσταση να γίνει
Μια μηχανική φλυαρία
Κάποιου που έχασε από χρόνια
Κάθε ακοή

 

 

Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995)

 

ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΕΝΟΣ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Φως μικρό από μια παλάμη.
Χλόη στα σκεπάσματα.
Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Τα θρύψαλα από τα γυαλιά του,
Η σκόνη από το σακάκι του,
Οι άσπροι αστράγαλοι, το πουπουλένιο στρώμα,
Όλα είναι ακόμη εδώ.

Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.
Άκου που έρχεται το απόγευμα.
Κι ο θόρυβος από κηπουρικές φροντίδες
Και τα ψίχουλα τ’ αραδιασμένα στα πουλιά
Κι η μυρωδιά άδειας φωλιάς, το ποτιστήρι,
Συνήθειες ευλάβειας, τύποι ιδεών,
Το απερχόμενο νόημα
Ενός μικρού κιβώτιου μ’ εργαλεία,
Όλα είναι πάντα εδώ κι ακόμη
Η βουή μιας ύπαρξης που σήκωσε
Χέρια σαν δέντρο, ανάστημα καπνού.

«Αν οι πράξεις μας γυρεύουνε άφεση,
Αυτό είν’ όνομα καλό για την αγάπη.
Όσοι δεν είναι γύρω μου είναι μέσα μου.
Κι εγώ έχω το κουράγιο να τους βρω».
Έτσι γράφει το χαρτί που μας άφησε.
Βέβαια, δεν πήρε το πενάκι του.
Τα λυπημένα του ορθογραφικά.
Μα ό,τι είναι ορθό έναν ολόκληρο χειμώνα
Ζωή και θάνατος μεταμορφώνουν
Σαν τα μάτια που πετάει μια κλάρα,
Σαν το μπόλι, που μόλις πάει να δέσει
Επάνω στη σωστή χαρακιά.

Αλλά και πάλι θα μας γράφει. Θα μας γράφει…
Τις νέες ποικιλίες υακίνθων,
Μια πιο εγκάρδια βλάστηση αρωμάτων,
Τα υβρίδια των πηγών, τα πέτρινα πέταλα
Μιας εξαιρετικής διπτέρου ανεμώνης
Και πώς, με άπραγα τα χέρια πια,
Μόνος ο νους καλλιεργεί και συλλέγει,
Άκαρπο μόχθο, τρυφερότατο βλαστό,
Την απορία, τη θλίψη, την ευθύνη.

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ

Ο στρατιώτης πήγαινε μπροστά.
Σφύριζε με χάλκινους πνεύμονες
Πως είναι η ανελέητη εκδίκηση
Η πιο σοφή, η πιο παρθένα Δικαιοσύνη.
Τον ουρανό μαστίγωνε η παντιέρα του
Και χιόνι έπεφτε καινούριο.
Τη γούβα που άνοιγε το πάτημά του
Χιόνι δεν τόλμαγε να τη σκεπάσει.

Η Μοίρα του βάδιζε πίσω του.
Δούλα, που έχουν αχρηστέψει τα γεράματα.
Τα ρούχα της κουρέλια, κεφαλή σκυφτή.
Στη θέλησή του τέλεια υποταγμένη.

Όλη τη μέρα ανέβαινε, ώσπου
Κατάμαυρο, κρουστό μεταξωτό,
Τεντωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη του ορίζοντα,
Σκίστηκε ξάφνου από εκατομμύρια άστρα.
Χέρια πατέρα τού άπλωσαν τα γέρικα έλατα.
Με σεμνό πόθο τον ετύλιξε η σελήνη.

Όχι, δεν βρήκε το θάνατο.
Όχι, δεν τον χτύπησαν κατάστηθα.
Ούτε χωσιά, ούτε ενέδρα, ούτε ατύχημα,
Ποντικοί, κάτι χοντροί αρουραίοι,
Είχαν εχθρούς και φίλους αφανίσει,
Είχαν ρημάξει τα σπαρτά.
Τύφλα, στουπί, κάθε βράδυ τον μαζεύει
Η δούλα του από τα σοκάκια.
Τρίζουν τα γέρικά της κόκαλα
Ως να τον βάλει στο κρεβάτι.
Σαν αποκοιμηθεί, του βρέχει το κεφάλι.
Κούτσα κούτσα τού φέρνει γιατρικά.

«Βαρύ είναι, γιε μου, το κεφάλι σου στα πόδια μου.
Βαρύτερο είν’ έξω το φεγγάρι.
Τρεκλίζει πάνω στην ταράτσα.
Τρομάζει το γάτο και τα πουλιά.
Γείρε. Ησύχασε. Καλά το ξέρω
Τρεις μέρες μόνο μένεις κάτω, στα σκοτάδια.
Τρεις μέρες.
Θα περάσουν πια».

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΚΑΡΗ

Η βάρκα του περίμενε δεμένη.
Μύριζε κερί και σάπια φύλλα
Και μια πανάρχαιη λακκούβα φως.

Μετά τόση οδοιπορία κουρασμένος,
Κάθισε λίγο, έβαλε τα πόδια του
Στο υποταγμένο ποτάμι.
Αναρίθμητες φυλές ψυχών ακολουθούσαμε.
Οσμή σπηλαίου μούσκευε τα ρούχα μας.
Μα άναβε ακόμη ο φώσφορος των ματιών
Γι’ αυτά που δεν θα ξαναβλέπαμε,
Μια πάπια αδιάφορη, που αγρυπνούσε,
Εκατομμύρια αεικίνητα έντομα,
Μια κλωστή από ασήμι
Γύρω από το παρατημένο ψαροκάλυβο.

Ύστερα, όλοι μπήκαμε στη βάρκα.
Σαν να μη χτύπαγε τον ποταμό κουπί…
Σαν να κυλούσε μαύρο μέλι…
Τις μακρινές πατημασιές μας στην όχθη
Μια μια τις άσπριζε το φεγγάρι.
Με το στήθος βαρύ από αγάπη
Μόνο ο βαρκάρης τραγουδούσε
Τόσο παρήγορα, τόσο γλυκά,
Που πια δεν κοιτάζαμε πίσω. 

Τώρα δεν θέλω να ταράξω άλλο τον ύπνο σου
Μόνο, όταν έρχεσαι εκεί που κοιμάμαι,
Δεν θέλω πια τ’ αγαπημένα σου δάκρυα
Μα το τραγούδι αυτό του βαρκάρη.
Σκύβω στ’ αυτί να σου το μάθω.
Μυρίζω πάλι τα μαύρα σου μαλλιά.

 

ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Τα πρώτα φύκια της αυγής.
Το πρώτο λυχνάρι ενός χαμόγελου.
Τα πρώτα θρύψαλα ενός κύκνου.

Αλλά όχι. Είναι τα βήματα
Της χτεσινής βροχής.
Η επιφύλαξη
Ενός φίλου που άλλαξε.
Μια υγρή κορδέλα, κλεισμένο στο φάκελο.
Η απορία
Μιας χούφτας γεμάτης νερό.

Μα πιο πολύ
Είναι αυτός ο κρόταφος
Αυτή η κλίση του λαιμού
Αυτά τα πλήκτρα.
Είναι το δίχτυ από βλέμματα ομίχλης
Στο τέλος μιας μεγάλης ημέρας
Μπροστά σε φρούτα φρεσκοκομμένα,
Σε μια μικρή κούπα γάλα.
Είν’ ο κρυφός περίπατος της σκέψης,
Η φλαμουριά, το κιγκλίδωμα,

Η αθεράπευτη χηρεία της καρδιάς.

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

«Έζησα χρόνους στη στεριά.
Καιρός να γυρίσω στη θάλασσα
Κι ούτε έχω πια να φοβηθώ
Μια γριά φουρτούνα σαν τη μάνα μου».

Αλλά η μάνα σου ήταν έλατο
Σ’ ένα βουνό επάνω στ’ άλλο.
Το φορτίο του χιονιού ανασήκωνε.
Έκρυβε το ζεστό χυλό στα κόκαλά της
Κι όταν ξεσπούσαν στον καιρό τους τα νερά
Με ρίζες άσειστες κρατούσε στεγνά
Σπίτι λαγού, φαμίλια της χελώνας.

Όπου και να γυρίσεις, όπου και να πας,
Η μάνα σου δεν είναι φουρτούνα
Μα η στεριανή, γεμάτη χνούδι υγρό, ζεστή σελήνη,
Που σ’ έχει στην αθανασία ταμένο
Και ξενυχτάει και σε μελετά. 

 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Κλείνουν στο κιόσκι τα φανάρια τα βιβλία τους.
Καθώς το σπίτι κατεβαίνει στα βαθιά
Σαν μυρωδιά ψωμιού που σβήνει
Απλώνεται το γεναριάτικο φεγγάρι.

Άραγε ακόμη ο κρεμασμένος είναι μόνος του…
Ν’ ακούστηκε το σπρώξιμο του σκαμνιού…
Να έλειψε η βραδινή του καληνύχτα…

 

ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ

Αθόρυβα, με πόδι πελεκάνου,
Πάνω στην άμμο που μισοκοιμάται
Φτάνει το πλήρωμα των ημερών.

Περνούν τα ψαροκάικα γεμάτα.

Δεν ζούνε πια αλλά κρίνουν
Ο ουρανός και η γη.

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΝΥΧΤΕΡΙ

II

Βροχή ερχόταν: ο άπαυτος μουγγός της βρυχηθμός
μαζευότανε πίσω απ’ τα κοπάδια. Αφήσαμε το
άρρωστο κορίτσι καταγής κι ύστερα κάτσαμε κατάκοποι
στο χώμα. Καθώς τα ζώα σκορπίζονταν τριγύρω
μας, τ’ απορημένα τους μουγκανητά διώχναν τις σαύρες,
που έπλεναν στην αστραπή την ουρά τους: καθώς
χωνόντουσαν στις πέτρες, στάζανε πίσω τους τα ξέφτια
μιας ακατανόητης οργής. Βραδυκίνητο σαν αρκούδα
στο χιόνι πατούσε λόφο λόφο το φεγγάρι κι η
φουσκωμένη του κοιλιά, που κοπανιότανε εδώ κι εκεί
στα ερημοκλήσια, έσκασε τέλος σε δριμύ αγιάζι, λίγο
πριν έρθει το πολύ νερό και δέματα, κιβώτια, σάκοι
συρθούνε μες στη λασπουριά. Άχρηστοι από τον
πυρετό και την ανία ακούγαμε να πλατσουρίζει εκεί
πάνω κάτι που αναίτια είχε επινοηθεί και υπάρξει,
δέντρο ή άνθρωπος ή ερπετό. Η αρκούδα του χιονιού
μετάλλαζε σιγά σιγά σε μέγα πρόσωπο γυναίκας, που
όλο έσφιγγε στο στόμα το μαντίλι της κι όλο κουνούσε
το κεφάλι. Τέλος σκύβει και με μπράτσα γερά σηκώνει
το κορίτσι από το χώμα, διώχνει τις μύγες από
το πρόσωπό του και μπαίνει στο καμένο σπίτι, εκεί,
περνώντας με γαλήνια προσοχή πάνω από τα
γκρεμισμένα ντουβάρια.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα αρφανό από νου,
Άκαμπτο πάνω στ τραπέζι,
Γι λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει
Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι
Την ευπρέπεια το απόρρητου βίου του.
Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται
Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι
Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.

Μα ἡ ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,
Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε
Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα
Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,
Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.
Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο
Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.

Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι
Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.
Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,
Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.

Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,
Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,
Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές, σπρώξ’ τον πέρα
Αυτόν τον άθλιο ουρανό.

 

Ο ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ

Μες στα βαρύτιμα του ρούχα, ισχνός. Υπέργηρος
Τα δάχτυλά του, φορτωμένα δαχτυλίδια,
Στην πολυθρόνα του ακουμπούν.
Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει τ’ αγριοπούλι
Σκοντάφτοντας στα λαβωμένα του φτερά,
Ώσπου δύο χούφτες μουσκεμένα πούπουλα
Να σκεπάσουν
Κούφια, μικρά, λεπτοκέλυφα κόκαλα.

Πες μου, τώρα, εσύ, κεφαλάκι του κρόκου,
Καρδιά της βιολέτας, χέρια και πόδια του άνηθου
Φουντωμένα μαλλιά του ανθισμένου αγκαθιού,
Πες μου εσύ, καρπερή οικογένεια
Του αραπόσιτου και του ρυζιού,
Την ύπαρξή μου ακολουθώ ή το Νόμο,
Το στήθος μου ή τον κρύο βοριά…

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια,
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναικείο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμία φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΙΤΙΑ

Την τροφή σου, την τροφή σου πού τη σέρνεις;

Εσύ μπορείς να ταφείς εδώ,
Με τις ανόητες τιμές των οικείων σου,
Σαν να ’σουν σ’ οτιδήποτε χρήσιμος.

Μα η τροφή σου, α, η τροφή θα μείνει άταφη.
Για τόση τροφή χώρος δεν υπάρχει.
Άρτων βουνά, εξωτικοί καρποί, γλυκίσματα.
Θα μείνουν στα σκυλιά και στα ποντίκια.

Να δούμε τώρα πώς θ’ αντέξει η ψυχή σου,
Ατροφική και αποστεωμένη,
Εξόριστου μακρά οδοιπορία,
Κάτεργο πείνας, βούρδουλα λιμού,
Πού θα ’βρεις, να γλυκάνεις τα χείλη σου,
Ψίχουλο που ούτε το πουλί χορταίνει.

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

I

Κατέβαινε πέτρα την πέτρα απ’ το ποτάμι.
Λίγο στεκότανε ν’ αναπαυτεί στις όχθες
Και πάλι έπαιρνε το υγρό του μονοπάτι.

Όσο κι αν θες να θυμηθείς, δεν θα φτάσει
Ποτέ ως εδώ. Όσο κι αν σκύψεις στα χαρτιά σου.
Κι αν σε τυλίξει μυρωδιά από ρούχο γνώριμο,
Τα βήματά του δεν θ’ ακούσεις πια.

Αλλού περνά. Πλάι στα φλύαρα καλάμια.
Ανάμεσα απ’ τις ξαφνιασμένες πέστροφες.
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πουλιών
Που πάνε κι έρχονται για τα μικρά τους.

Εδώ μια μόλις τραβηγμένη κουρτίνα,
Τα σπίρτα, το κερί, το κηροπήγιο.
Όλα όσα τίποτε δεν υποδέχονται
Κι όμως πανέτοιμα περιμένουν. 

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

II

Μια πολυθρόνα σκεπασμένη με κουβέρτα.
Σταχτοδοχεία γεμάτα, άπλυτα ποτήρια.

Έζησε εδώ; Είδε το κεφαλάκι μιας κυρίας
Γερμένο με χάρη στον ώμο του;
Συνομίλησε με τη γαλάζια ψυχή της;

Φυσάει. Τα δέντρα δέρνονται.
Κάτω στο μόλο δεμένα τα καράβια.

Ποιον είδανε, λοιπόν, οι τοίχοι;
Ποιος σήκωσε τους ώμους μπρος απ’ το παράθυρο
Και στάθηκε να δει την προκυμαία;

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μ’ αδέξιο βλέμμα και θνητό χαμόγελο
Και τα βρεγμένα ρούχα του στο χέρι
Στέκει εκεί, στο βάθος, ώρες,
Σαν να ’ρχεται πρώτη φορά στη ζωή.

Κι όμως πολλές φορές
Τέτοιο κορμί ξανάχτισε απ’ το τίποτα.
Φέγγει τώρα απτό και θελημένο
Σαν διπλή αγκαλιά τριαντάφυλλα.

Μα εγώ δεν μπορώ πια να πεθάνω.
Σκέπασαν τα μαλλιά τους ώμους μου.
Σκέπασε ο πάγος τα νερά.
Και κάτω ο χρυσός των ρευμάτων
Σπρώχνει τα ξύλα απ’ τα καράβια
Βαθιά, στην αδιατάρακτη νεότητα,
Όπου και η χαρά και η θλίψη οδηγούνε.

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη
Θ’ ακούς τη βοή της χλόης,
Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει
Τα ρείκια, τα νερά, τα βελάσματα.
Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα
Πάνω απ’ το σώμα μιας μικρής κοπέλας,
Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος
Τη μαχαιριά στο λαιμό της.
Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι.
Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα
Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της
Ένας απαρηγόρητος ήλιος.

Μα όταν οι πρώτες βροχές
Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων,
Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα
Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας
Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα,
Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι
Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη.
Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό
Πάνω από τ’ απαλά της στήθη,
Για ένα τύλιγμα γύρω απ’ τη μέση της,
Για μια λιγόζωη χλιδή.

 

ΚΟΡΙΝΘΙΑ

Ι

Απλώθηκε το μεσημέρι του Νοέμβρη
Επάνω στα φρεσκοπλυμένα λεμονόδεντρα
Κι ο γάτος, δεινά μουσκεμένος,
Τινάχτηκε με ρίγος και βάλθηκε
Να λιάζεται σε μια προσήλια πέτρα.

Άμεμπτα είναι τα έργα του Θεού,
Σιγοτραγούδαγε ο καπνός από τις στέγες.

 

ΛΙΓΟ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ

Στα κράσπεδα μιας γυάλινης εκκλησίας
Σκόρπιο λιβάνι της λύπης.
Φλόγα τρέμουσα της χαράς.
Ψωμάκι με το σταυρό του θανάτου μου,
Βαθιά ρυτίδα μιας λίμνης από σμάλτο.
Όταν απ’ το καμπαναριό κυλάνε τ’ άγρια ρόδα
Ως τη χελιδονοφωλιά του αντικρινού του μπαλκονιού,
Με κουρασμένα βήματα παίρνει το δρόμο
0 γέρικος ψαλμός κι ο ψυχογιός του,
Ένα λυπητερό τραγουδάκι,
Για τα μεγάλα μαύρα μάτια του Χριστού.

 

Ω, ΠΟΛΗ…

Μια αρχαιότατη έκδοση του Ομήρου,
Το χάδι ενός Σλάβου πρίγκιπα,
Ένα ασημένιο κουταλάκι άπραγο
Πλάι σε φίνα πορσελάνη
Κι αυτός ο αργός ρυθμός να σέρνει
Τα βήματά της
Από το υπνοδωμάτιο στο γραφείο.

Αυτά έχουν μείνει από εκείνη,
Τη διδασκάλισσα, την κόρη διδασκάλων,
Εκ Κωνσταντινουπόλεως. Και βεβαίως
Η εύνοια των θλιμμένων, που τη νύχτα
Γλιστρούν στο ταπεινό της κατάλυμα
Με τη θερμή, ψιθυριστή διαβεβαίωση
Ότι μπορεί, απ’ το μετέωρο παλάτι τους,
Να βλέπει, ως να σβήσουν τ’ άστρα,
Ανατολή και δειλινό στον Κεράτιο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ

Ο τίμιος άνθρωπος πεθαίνει στο χώμα.
Το μάγουλό του πάνω στα λουλούδια,
Μια χούφτα χιόνι μες στις τσέπες του.

Είδες ποτέ πώς ανοίγει τα βλέφαρα
Έν’ αστροφώτιστο μεσονύχτι
Στο μαξιλάρι επάνω ενός βουνού
Σπαρμένου ως την κορυφή του;
Είδες πώς ανηφορίζει στις βραγιές
Ο μαύρος όγκος της σοδειάς που ετοιμάζεται;
Πώς ζουν στα σκοτεινά χαμόκλαδα
Τα μάτια του πετρίτη;

Έτσι πορεύεται όσο ζει ο τίμιος άνθρωπος
Και βρίσκεις σπίτι του ένα σπίτι,
Στο κασελάκι του κοπίδι και σφυρί.
Πρωί αλλάζει με υπομονή τον επίδεσμο
Και νύχτα βγάζει με προφύλαξη
Απ’ το υπόγειο το βαρυποινίτη.
Την αγελάδα ξεγεννά, κηδεύει
Τον γκρίζο γάτο, μόνο του συγκάτοικο.

Όσο γερνάει, τόσο πιο σκληρά εργάζεται.
Καθώς τσουγκρίζει το ποτήρι στην καράφα
Στο βροχερό, κυριακάτικο τραπέζι του,
Ανησυχεί, που πίσω του θ’ αφήσει
Κόπους που κανείς δεν θ’ αναλάβει.
Ξέρει τι θάνατος τον περιμένει.
Όταν ανάβουνε τα φώτα του δρόμου,
Τον βλέπει πάντα εκεί, στην κολόνα,
Χωμένον στο πηλήκιο και τη χλαίνη του.

Αλλ’ όταν του χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει.
Θροΐζοντας σαν τον αυλό της κρύας χλόης
Σηκώνεται από τη γη ο τίμιος άνθρωπος,
Δίχως βιάση καθετί συγυρίζει
Και μ’ ένα σήκωμα των ώμων φεύγει μόνος
Για τ’ οργωμένο, το κατάφυτο βουνό.

Ύστερα μπαίνει η χωροφυλακή στο σπίτι
Και, τι παράξενο, και δίχως νοικοκύρη
Γεμίζει μόνο του με κρασί το ποτήρι,
Ένα φανάρι κάτω στο υπόγειο
Στο ζώο που κοιλοπονά παραστέκεται
Κι ασύλληπτο ανηφορίζει στις βραγιές
Το μεσονύχτι.

 

 

Η προσευχή του αναιδούς (1991)

 

Ι ΟΡΥΧΕΙΟ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Εδώ αρχίζει το ταξίδι.
Από τούτες τις πλαγιές που ανασαίνουν
Χωρίς ψυχή. Απ’ αυτά τα δέντρα
Που μου τα χουν όλα από καιρό συγχωρέσει
Κι άλλο δεν ακούνε παρά
Το πέρασμα του νερού στο φαράγγι.

Θα πάω. Έχω τη μάταιη χάρη
Πως άκουσα το λόγο του Θεού:
Περπατούσε ακόμη στα κύματα.
Έκλαιγε, ώσπου τα νερά ανεβήκαν.
Όταν τραβήχτηκαν, δε βρήκα
Παρά τα πούπουλα από τα φτερά.

Εδώ αρχίζει η φιλική αιωνιότητα
Όπου κάθε στεναγμός εκπληρώνεται
Όπου το αίμα χαμογελά πικραμένο
Και κάθε στέρηση σωπαίνει
Και το πουλί στο κλουβί θυμάται
Μια καστανιά με ρίζες στο ποτάμι
Μέχρι τις πρώτες μακρινές τουφεκιές.

Κι αν αγάπησα, κι αν δεν είχα
Πού ν’ ακουμπήσω δίκαια τη ζωή μου,
Η φυλή μου έχει ευγένεια.
Έχει η καταγωγή μου χρυσό.
Θ’ ακούσω τώρα από κοντά το φεγγάρι
Τους οκνηρούς καπνούς των πλοίων
Που εκεί αράζουν.
Φοβάται
Αυτός που έχει λουλούδια στο στήθος
Εκείνος με τ’ άσπρα μάγουλα.

Αλλά εσείς, ακριβοί μου φίλοι,
Κόμποι του χορταριού, μαργαριταρένιοι,
Που θέλησα σώμα σας και ψυχή σας
Και στη δούλεψή σας έκλαψα,
Πού θα ’στε σεις σ’ αυτήν την τιμωρία
Σ’ αυτήν τη γαλήνια βία
Όπου δεν έχουν φίλους τα βουνά…

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ

Κάτω απ’ τη ροδακινιά καθόταν ένας
Που ήθελε ν’ αγαπήσει ξανά.

Να του πάμε ένα πανέρι με κλωσόπουλα.
Να του πάμε το πληγωμένο κουνέλι.
Και με το χέρι μας μέσα στα μαλλιά του
Να του πούμε τις συμβουλές της αγάπης.

Τη νύχτα να ’σαι ανήσυχος για κείνη.
Να κρατάς στο προσκέφαλό της
Την κουδουνίστρα των στεναγμών.
Κάθε μέρα να λιώνεις για χάρη της
Τρία ζευγάρια σιδεροπάπουτσα.
Ό,τι θέλει να μην της δώσεις
—Εσύ δεν είσαι φτωχός, μα πλούσιος—
Παρά, όσα δε βάζει ο νους της.
Και πάλι εσύ να χρωστάς
Ως το θάνατο.

Κι αν ποτέ δεν έρθει,
Τότε να βάλεις τα καλά σου.
Τότε ρίξε στραβά το καπέλο σου
Κι έλα εδώ, στην αμμουδιά, το βραδάκι,
Να βλέπουμε όλη νύχτα από πάνω μας
Το βασιλικό φεγγάρι.

 

Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Ακούγονται τα βήματά μου.
Φάνηκε η μαύρη μου βαλίτσα.
Δυνάμωσε η οσμή της γης.
Στη λάσπη πάω μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά
Από τα ωραία λουλούδια της χώρας μας.

Ποιος δε με γνώρισε, συμπατριώτες;
Ποιος κρύβεται πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα;
Ποιος πιάνει τάχα βιαστική δουλειά;
Εγώ είμαι. Χειμώνιασε κι έρχομαι.

Ωραία, θα περπατήσω μόνος.
Αν είχε η αγάπη φως, δε θα τρέματε
Που ζείτε μέσα στην ντροπή.
Αν ξέρατε ο ένας τον άλλον,
Θα ’χαν οι πόθοι μας αξίωση.
Κάθε καλό μάς είναι ξένο,
Χωμένοι ως τ’ άστρα μες στα γηρατειά.

Κάθομαι σκεφτικός στην πλατεία.
Βλέπω το παρατημένο ποδήλατο.
Εδώ έπρεπε να ’χει ένα δέντρο
Και γύρω άλλα, μικρότερα.
Το πόδι μου μισό στα νερά.
Το πανωφόρι μου κουδουνίζει.
Μα εσείς φοβάστε το Θεό
Και σέβεστε τους υπουργούς του. 

Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε.
Πού; Στο ζεστό μας κορμί.
Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει.
Έρχεται μπόρα. Τα πουλιά ταράζονται.
Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό.
Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας.
Τα μάτια μου κλαίνε για σας.

Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους.
Πίσω μένουν τα κλαριά.
Το κάθε ορατό σιγοφέγγει
Μες στην κρυφή του χρήση ακέραιο,
Μες στον προορισμό του φιλικό.
Ποια πόρτα θα μ’ αφήσει απ’ έξω,
Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου…
Εγώ θα πω: αυτά είναι τα βουνά.
Αυτά τα σπίτια.
Εκεί κάτω φουσκώνει η. θάλασσα.
Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι
Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;

Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου.
Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗ ΝΙΚΗ

Για τα κορίτσια που αγαπούν τη νίκη
Ασώπαστο κωδωνοστάσιο.
Βιολέτες ναι, βιολέτες όχι.

Έχουν μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια,
Θαρρείς πως έχουν, μα δεν έχουν, σώμα,
Οι πυργοδέσποινες των απορρήτων.

Έλα γι’ αυτές να πούμε, τριζόνι
Κι εσύ σοφή γιαγιά κουκουβάγια,
Κι εσύ τριφύλλι κι εσύ ασπραγκάθι
Κι εσύ απαρηγόρητο εκκλησάκι.

Ανάμεσά μας αλλά πιο ψηλά.
Μόλις που αγγίζουμε το φόρεμά τους.
«Νιώθω μια δύναμη να φεύγει από μένα»,
Λέει μαζί τους η βελανιδιά.
Τρομάζει η πηγαδίσια αράχνη.

Και κείνες πάντα για τη νίκη,
Πολύ νεαρές, πολύ θλιμμένες,
Ενάρετες ποτέ.
Αγνές.

Τι ποδαράκι στο γυαλί… 

Τι μακρινή βρυσομάνα…

Ψύχρα ιερού μεσονυκτίου.

Υπερουράνια χλαλοή.

 

ΣΤΑ ΞΕΝΑ

Εκεί, στο δάσος με τα κυπαρίσσια,
Είν’ ένα μυστικό βενζινάδικο
Όπου άγρυπνά ο χοντρός με το σκύλο.
Δεν περνούν από κει μεγάλοι δρόμοι.
Μονάχα λύκοι νηστικοί
Και μερικοί νυχτερινοί φορτηγατζήδες
Με τα σπασμένα τζάμια στο κούτελο.

Πέρα, στην έρημη λεωφόρο,
Γυρνούν οι ρόδες στον αέρα
Βαρύ τραγούδι των τροχών
Για κείνον που αδιάφορος κοιμάται
Με μάτια ορθάνοιχτα στο κρύο
Για τη βροχή που ξέσπασε κουφός.

Ω, μακρινά βουνά του πόνου,
Όπου γεννήθηκαν και ζήσαν οι οδηγοί
Και κάτι απόχτησαν
Άλλοτε σαν εργατικά μυρμήγκια
Κι άλλοτε με την μπίρα και τα χαρτιά,
Ένας λιγότερος απόψε.
Πέφτει η δροσιά της νύχτας
Σαν μοναχής γυναίκας νυχτικιά.
Ένας λιγότερος. Κανείς ως το πρωί δε θα το μάθει
Εξόν από το νυσταλέο σκύλο,
Που υποδέχεται τον αθόρυβο ίσκιο τους.
Τ’ αθάνατά τους φορτηγά τ’ αφήνουν
Πρώτη φορά για μια μικρή πεταλούδα.
Και μες στη μυρωδιά της βενζίνας
Αχούνε που γλιστρούν κυπαρισσόμηλα.
Ο γέρος δεν κουνιέται από τη θέση του.
Ξέχειλος μες στην πέτρινή του πολυθρόνα
Εισπράττει.

Απόψε να κουρνιάσει η χελώνα.
Έντομο μην ανάψει κάτω απ’ τ’ άστρα.
Γιατί είναι κάτι σπίτια που περιμένουνε
Στου φεγγαριού το αραιό λιβάνι
Κι εκείνος που μετρούσε την αϋπνία τους
Δε θα ξανάρθει πια από το πρατήριο.
Τώρα χαϊδεύει μια γριά αλεπού.
Μιλάει τη γλώσσα του γκιώνη.

Πλένε το δρόμο, βροχή.
Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΟ

Ο ηγέτης δε φορεί τα καλά του.
Τα καλά φορούν τον ηγέτη τους.

Ο δούλος φορεί τα καλά του.
Και τα καλά τον δείχνουνε πιο δούλο.

Ο ηγέτης είν’ αφεντικό και δούλος.
Δούλος του Αφεντικού κι αφεντικό των δούλων.

Ο δούλος είναι πάντα δούλος.
Και μόνο τύραννος στον άλλο δούλο.

Μια μέρα ο δούλος βάδιζε σ’ ένα χωράφι.
Είδε στο βάθος ένα σπίτι.
Τα παράθυρά του λάμπαν σαν νερό.
Έφεγγε η στέγη.
Ένα πουλί τού είπε: Μην πας.
Έν’ άλλο: Πήγαινε, τρέχα.
Το τρίτο έπαιζε με τα μικρά του
Στα χαμηλά κλαριά, στα λουλούδια.
Κι είπε ο δούλος: «Θα ’χουμε άνοιξη.
Θα ’χει γεμίσει το ποτάμι.
Δουλειές που θα ’χουνε σ’ αυτό το σπίτι…
Μετέωρο αυλάκι η σκόνη του ήλιου
Θα μπαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο
Και μια κοπέλα με τα πόδια γυμνά
Θ’ ανεβοκατεβαίνει συνεχώς τις σκάλες».
Κοίταξε τότε κι είδε τα ρούχα του.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Η κερασιά φοράει τα κεράσια της.
Η πλαγιά τα μυστικά της.
Ένα σύννεφο το υγρό του χνούδι.
«Ούτε το δέρμα σου δε φοράς, φουκαρά μου.
Ούτε ενός πουλιού το φτέρωμα.
Ούτε μιας ακρογιαλιάς τις άσπρες πέτρες.
Ρούχα φοράς. Τα καλά σου.
Και φυσάει το μαρτιάτικο αεράκι.
Εδώ κι εκεί
Σιγοπετάει η τελευταία υγρασία.
Τα ξύλα, που ’ναι για να μαζευτούνε πια, στεγνώνουν.
Κουδουνίζουνε στη μέση της κοπέλας
Πλήθος τα κλειδιά της αποθήκης,
Κυδώνια, μήλα, καπνιστά.
Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;
Άλλο δέντρο δεν υπάρχει στο χωράφι.
Άλλο δε θα μου μιλήσει πουλί».

Σπίτι, που λάμπουν τα παράθυρά σου,
Φέγγε του δουλευτή να βαδίζει,
Φέγγε του δέντρου να μην κοιμηθεί.

 

ΤΟ ΦΩΣ

Έχασε εκείνον που αγαπούσε
Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.
Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.
Μες στο κλειστό το φόρεμά της
Σαν μες στη χλόη κολυμπά
Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα
Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή
Από χαρούμενο κρεβάτι.
Παιδιά δεν της άφησε ο χρόνος
Ή δεν απόχτησε ποτέ.
Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.
Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.
Δεν περιμένει να γυρίσουμε.
Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.
Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους
Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.
Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,
Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.
Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,
Περπατάει με διάκριση μέσα μας
Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.
Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια
Και δείχνουνε υπομονή,
Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε
Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει
Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.
Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.
Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-
Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,
Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι
Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,
Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.
Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.
Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.
Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.
Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία
Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.
Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται
Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα
Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,
Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.
Να είναι τάχα αυτά μηνύματα
Κάποιου οριστικού χωρισμού
(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)
Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη…
Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη
Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές
Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε
Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,
Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,
Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο
Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,
Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι
Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.

 

Ο ΑΠΟΙΚΟΣ

Εκείνος ο δύσμοιρος άνθρωπος,
Που βαδίζει με τον μπόγο στην πλάτη
Χρόνια τώρα,
Έχει ακόμα δύναμη. Το λέει η καρδιά του.
Οι ώμοι, βέβαια, έχουν πια κυρτώσει.
Πέσαν, αραίωσαν τα μαλλιά.
Τραυλίζει αντί να μιλά.
Τα ρούχα του άλλαξαν πολλές φορές επάνω του
Όπως το δέρμα του φιδιού.
Περνάει από χωριά.
Ψυχές ντυμένες τ’ αλλοκαιρινά τους
Τριγυρνούν εκεί εργαζόμενες
Έναν άκαρπο μόχθο.
Περνά από πόλεις. Μες στο βρώμικο θόρυβο
Μόλις που οσφραίνονται τη φτώχεια του,
Μόλις που ακούν το πέρασμά του
Σαν νόμισμα παλιό που ζυγίζεται
Κι όλο ζυγίζεται απ’ το χρυσοχόο.
Σαν ένα μικρό ξάφνιασμα (αυτό φτάνει)
Από γεροντική, ενός πατέρα ίσως, κατάρα.
Άδικη. Που είχαν φοβηθεί. Κι είχαν ξεχάσει.
Πολλές φορές έχει σταθεί μπρος στη θάλασσα.
Λέγοντας: «Θα περάσω
Πατώντας πάνω. Με φτερά».
Κι ύστερα μένει στους ίσκιους μέσα.
Δένει το ξεσκισμένο του φλάμπουρο
Στο καλάμι του για δισάκι.
Δύσμοιρος, δύσμοιρος άνθρωπος.
Χωρίς φίλους, χωρίς απογόνους.
Μες στο ξεπατωμένο του καπέλο
Συχνά φωλιάζει —τι άλλο— η ξιπασιά.
Την άπατη γεμίζοντας κοιλιά του εδώ κι εκεί,
Ούτε υπόληψη θυμάται πια, ούτε αισχύνη.
Σώμα και νου παραδίνει
Στην κούραση, στην οργή, στο χρήμα.
Αυτά του σκάβουνε το πρόσωπο.
Τόσο νωθρό τον κάνουν, τόσο γέρο,
Που κι οι άσαρκες πνοές των ξωτικών
Να παρασέρνουνε τη θέλησή του,
Να του σκορπούν τα λίγα υπάρχοντα,
Γελοία να τον κάνουνε να τρέχει
Πίσω από κείνο το καπέλο.
Κι αλίμονο. Στη μαύρη νύχτα μέσα
Θυμάται που ήτανε συμπατριώτης
Ενός γερακιού.
Μ’ ενός αγγέλου το παιδί στην αγκαλιά
Πως βάδισε από τη Σμύρνη στην Αθήνα.
Πως χώθηκε ως τη μέση στο χιόνι
Μετά.
Πως κρύφτηκε στα ρουμάνια.
Πως σκότωσε με το μαχαίρι.
Και πως σπιτώθηκε όπως όπως
Μετά. Αυτός. Ένα γεράκι.
Τώρα βαδίζει με τον κουρελομπόγο του
Σχεδόν τυφλός. Σχεδόν χορτάτος.
Στ’ αντικρινά βουνά
Μια τόση δα γραμμούλα φως, νομίζει,
Ή, μοναχά, ένα κοινό ξημέρωμα
Που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει.
Όπως και να ’ναι, έχει ακόμη δύναμη.
Το λέει, το λέει η καρδιά του.

 

ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΑΛΗ

Σ’ ένα μαγαζί κλειστό, φωτισμένο άτονα πίσω από
τα βαριά ρολά του, το πανωφόρι μιας μικρής υπαλλήλου.
Μέσα στην τσέπη της το πορτοφόλι και κει η
φωτογραφία της στα χιόνια με το χοντρό σκουφί της
εκδρομής.
Έλα τώρα, νύχτα εσύ, και σύρε
Τα γκρίζα σύννεφα στο ταβάνι.
Ψιλό ψιλό το χιόνι, αφράτο ύστερα,
Άρχισε να το στρώνεις στα υφάσματα,
Να κουκουλώνεις ένα ένα τα τόπια,
Ν’ απλώνεις σε πάγκους και βιτρίνες
Τις κρύες τούφες της αδιάκοπης σιωπής.
Ναι, θα κατέβουμε ως το θάνατο,
Πώς σκύβεις πάνω απ’ το πηγάδι.
Θ’ ακούσουμε το νυχτοπούλι
Να κράζει, αραιά και πού, αμετάπειστο,
Το ταίρι του μες στα βουνά.
Κι ύστερα, μες στο γενναριάτικο φεγγάρι,
Κάτω απ’ αυτόν το χιονισμένο λόφο,
Θα ’ρθει η κοπέλα για το μεροκάματο
Τρέμοντας σαν από το φως μιας πορσελάνης
Που ονειρεύτηκε. Σαν από το φλοιό ενός
Ανεκτίμητου βλέμματος αγάπης.

 

ΗΧΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ

Ονειρεύτηκα μια βαρκούλα.
Πίσω της έτρεχε ο σκύλος.
Έξω τα δίχτυα μπάλωνε
Το φεγγάρι.

Μέσα στο φάρο κατοικούσε
Μονάχη της η ψυχή του φύλακα.
Κουβάλαγε ένα βαζάκι μέλι
Ψάχνοντας πού να τ’ απιθώσει, χωρίς
Να ταράξει τον ύπνο μου.

Έλα, καλέ μου φίλε, να το πούμε
Αυτό το σονέτο για νυχτοπούλια
Πάνω στο ίδιο μαξιλάρι.
Ξημερώνει.
Ο κόσμος που θέλησε ο Θεός
Θα δει ξανά το φως χωρίς λόγο.
Όσο κρύωνα, να μην κρυώνω
Είναι τάχα ασυγχώρητη έπαρση;

 

ΙΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ

(Απόσπασμα)

Άνθρωποι του Θεού, ψίχουλα του Διαβόλου.
Μετά το χιόνι κατεβαίνουν τα σπουργίτια
Και χορταίνουνε.

Στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού, πάντα πνιγμένου
στις ομίχλες, ανέβαινε σιγά σιγά ένας γεροντάκος κι
ο σκύλος του μαζί, μια μπρος, μια πίσω.
Στη σκάλα ενός παλιού σπιτιού ανέβαινε σιγά σιγά
μια πλύστρα με τους μπόγους της δεξιά κι αριστερά
και στον καθένα πάνω το σαπούνι.
Στο μπαλκονάκι της Ιουλιέτας ανέβαινε σιγά σιγά
ένας φαντάρος με τα κορδόνια στ’ άρβυλα λυτά και
φυλλαράκια στο γιακά του.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θ’ ανέβαινα ως την αυλή σου
Κρατώντας τον στην αγκαλιά μου ακόμη
Εκείνον που είχα αγαπήσει.
Βάρος δε θα ’τανε τ’ ωραίο σώμα
Αλλά ο σωπασμένος νους, ύπνος μιας βρύσης.
Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,
Θα ζήταγα να μην ξεχάσω.
Τι κλίση που έχουν στην αθανασία
Ο κρύος αέρας, τα πατήματα στην άμμο…
Φρέσκα, θαρρείς, τα πάντα ξεκινούν
Για το σκοτάδι
Και μοναχά το χέρι ενός Εχθρού
Με γερνά και τη μνήμη μου παίρνει.
Ω, Κύριε,
Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου.
Δε θ’ άφηνα να μπεις μες στην κάμαρα.
Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα
Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου
Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει.
Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ εγώ
Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις…
Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο,
Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι.
Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου,
Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου
Κι όχι αγάπη.
Εξόν κι αν ήταν έρωτας. Γιατί λένε
Πως είσαι καλός
Κι η χάρη σου τα τελευταία δέντρα μεγαλώνει.
Γιατρεύεις τα πουλιά και τα κρατάς
Στη χούφτα σου όταν πετούνε.
Μήπως, λοιπόν, είσαι αθώος; Μήπως θέλεις να χαρείς;
Μήπως έχεις
Πολύ μεγάλη φαντασία για μένα;
Όμως, γιατί να σ’ το χαρίσω και τούτο
Το τελευταίο κουρέλι, την αλαζονεία μου,
Εσένα, που χωρίς ζέστη και κρύο
Αιώνια ζεις;
Κύριε, αν δε με ήθελες έτσι,
Γιατί ακούω απόψε το τριζόνι,
Επίμονο παρά ποτέ, να ψάλλει
Το Θόρυβο της ύπαρξής του;
Λέει πως είναι κάτω εκεί ένα σπιτάκι
Μονάχο κι όμως πλούσιο σαν μια πόλη.
Όσο σε χίλιους δρόμους περπατάς
Μες στους διαδρόμους του.
Τόσος είναι ο συνωστισμός της απουσίας,
Που ο αέρας γίνεται υφάδι και τον σέρνεις
Εδώ κι εκεί.
Λέει, δε γίνεται αυτή τη γάζα να τραβήξεις
Χωρίς γυμνός να μείνει ο διπλανός σου.
Αν κι είναι μίλια μακριά, ανασαίνει
Σαν τριαντάφυλλο.
Γιατί η αναπνοή του ακούραστη εκεί μένει
Που έζησε.
Αν ήταν, Κύριε, να προσευχηθώ,
Θα ’σκιζα εκείνο το πανί, κείνη τη γάζα,
Να ξαναδώ όχι το ρόδο, μα το πρόσωπο,
Τα χείλη, τα μάτια, τη φωνή.
Μια μια θα ξήλωνα τις κλωστές
Από τα μάγουλα, το λαιμό, το στήθος,
Όπως ο κηπουρός που ανοίγει αυλάκια
Και σωστά μοιράζει το νερό.
Αχ, Κύριε, δεν έχεις δίκιο
Που την ψυχή κυνηγάς, έναν αέρα.
Εύθυμη, μυρωδάτη είν’ η ψυχή
Σαν τη φτερνούλα ενός μωρού, που του κάνουν
Χαρές τα μεγαλύτερά του αδέλφια.

 

 

Χώμα (1985)

 

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

Αν ζούσε ο θεός θα μετρούσε το χρόνο με τη μουσική, τη
βλάστηση με το γάλα του σύκου, το θάνατο με το μοναχογιό του.
Ο γέρος θα γελούσε ακράτητος θρυμματίζοντας τα ίδια
του τα δόντια.
Και τα βουνά, τρελά, θα κουτουλούσαν με πείσμα την
ουράνια πλάκα.

Φυσούσε λίγο κι οι μνηστήρες εκοιτούσαν το αίθριο
μελαγχολικοί να γεμίζει από περαστικά κίτρινα φύλλα.
Πέρα, στα βασιλικά βοσκοτόπια, τα ζωντανά θα είχανε πλαγιάσει.
Δούλοι σαρώνανε χωρίς μιλιά τα ψίχουλα από τα τραπέζια.
Έσβηνε ή χαμηλή φωτιά κι έπινε ή νύστα την πρώτην
ελαφριά ψυχρούλα. Ο αργαλειός της δεν ακουγόταν.
Από ώρα, είχε αρχίσει πια να ξηλώνει.

Δεν εφοβότανε τα μαύρα χόρτα ακόμη. Την έγλειφε θερμός
αφρός και την εμάλασσε ένα λαίμαργο σφουγγάρι,
ατμός της εβύζαινε τα μικρά στήθη. Στο βάθος μόνο, στον
ιδρωμένο καθρέφτη, ένα λιβάδι μ’ ένα δίπατο σπίτι και
μπρος μια αυλή όπου κυμάτισε ξάφνου παχύ παχύ
κατάμαυρο χορτάρι.

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥΣ

(σε δίστιχα για σφυρίχτρα οδοιπόρου)

Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή
και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια.

Ο γάτος της τής έγλειψε τους αστραγάλους,
το φίδι την έκλαιγε στα δοκάρια.

Ο διάβολος πολύ χαριτωμένος
με τ’ οργανέτο ακολουθούσε στη σκιά:

«Ανδριανή, έλεος των κάκτων,
καλοσύνη του ακάθαρτου νερού

η σηκωμένη σου μυτούλα στο βάλτο
το καλαμένιο πόδι στον πηλό.»

Παράθυρα ανοιγοκλείνουν δίχως κρότο,
Γειτόνισσες και χωρικές μάς κοιτούν:

«Ποιος παίρνει με κορμί διψασμένο
δρόμο που δεν τον πάει στον ουρανό;

Οσμή από πουλί σκοτωμένο
φτερό από χαμένο καιρό.»

Άρχισε να φυσά στο νυφικό της
στις λεμονιές μια σιγανή βροχή.

Τέφρα της μέλισσας αδάκρυτη
την πάει στην υποψία του ρυθμού.

Θυμάται να μετρά ένα ένα
τα πηγάδια που μας άνοιγε η ηχώ.

Τέλος τινάζεται σαν από ύπνο
και οι φτέρνες της αγγίζουν το νερό.

Εκεί την έχασα και πάω μονάχος
με τ’ οργανέτο μου να παίζει τυφλό.

(σε τετράστιχα για τον ανήφορο)

Μην κλαίτε πια, ψιθύρισα απ’ τη φυλακή μου,
στην άλαλη οικουμένη των παθών
μόνο οι ξαφνικές καταιγίδες
κλαίνε τα κόκαλα των δυνατών.

Προσκεκλημένη σε φιλική πανδαισία
μ’ ένα πολλαπλασιασμένο κορμί
θα βρω τη φίλη του τρελού, τη δική μου
κι από τις έντιμες κοπέλες τη μικρή.

Ως εκείνη την ανεκπλήρωτη άνοιξη,
ταπεινές μελωδίες, ντροπαλή μιμική.

Η θάλασσα χωρίς ορίζοντα ανασαίνει
όπως η μνήμη μετά τη βροχή.
Την άγονη πατρίδα μου θ’ αφήσω
προς μιαν ανέσπερη δροσερή διαμονή.

Εκεί, οι υπερήφανοι βασιλεύουν
το φως ανάβει ερημική μεταλαμπή
κι ό,τι επέζησε, θριαμβεύει
ό,τι αντέχει, θα στεφανωθεί.

 

Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ

Στη Στυλιανή

Σκεφτόταν η μητέρα του Χριστού τα ρημαγμένα της νιάτα
και πώς η θεϊκή σπορά κατάκαψε τα σωθικά της. Από το
ανοιχτό της πορτόφυλλο το ποτάμι της βουνοπλαγιάς
έμπαινε σπίτι και μια καρδιά προφήτη στα εικονίσματα
χτυπούσε ακριβώς την ώρα.
Σκεφτόμουνα κι εγώ τί βιάζει την πασχαλίτσα πάνω στη
μολόχα την ώρα που οκνός γλιστράει στον ύπνο του ο
ουρανός του Μαΐου.
Αν έχει, ας πει ο αέρας κάτι.

 

ΑΡΓΑ

στην Ειρήνη

Το σπίτι ζούσε κει αιώνες
και μόνο το παράθυρό του κυμάτιζε
σαν την παλάμη του Θεού όταν διώχνει
τη θλίψη από τα βλέφαρά του.

Το ’βλεπε με το κιάλι ο καπετάνιος
κι όσο το πλοίο γλιστρούσε στο βυθό
τόσο καλύτερα άκουε τη μουσική του.

Θάλασσα, θάλασσα,
καρένα του καραβιού, μουσκεμένο πηδάλιο,
ρεύμα τρεμάμενο της ράθυμης άμμου.

Μικρός σαν πάντα λιμνάζει
όσος απάνω απ’ το κεφάλι μου ουρανός.

 

ΣΥΜΒΙΑ

Ονομάζομαι ’Ιωάννα
ήμουν σύζυγος του ποιμένος
που βόσκει τις αγέλες των προβάτων του
ανά τα όρη και τις πεδιάδες,
Εκείνος έκαμε το σώμα μου
ένα θαλάσσιο ψάρι
που η θάλασσα το γλείφει πάνω κάτω.
Τόσο λευκό όσο κι ο ουρανός
τις μέρες που χάνει το χρώμα του.
Μια τέτοια μέρα είπε θα ’ρθει να με βρει
κι ακόμα…

 

ΜΕ ΤΑΞΗ

Στρατιώτη με τον κατάφορτο σάκο
έχεις ένα νόμισμα ανάμεσα στα δόντια.

Ο βοριάς τσακίζει τις ψαρόβαρκες,
γεμίζει ξύλα τα νερά, μουσκεύει
το αγριεμένο σκυλί στην προκυμαία.

Δε θα με δεις λοιπόν, δε θα μ’ ακούσεις;
Έχεις μια κόκκινη επιστολή στο αμπέχονο.

Ο σκύλος μπορεί να τη διαβάσει.
Μπορεί με τη λαχανιασμένη του γλώσσα
να σπρώξει το κεφάλι σου κάτω από τη λάμπα.

Δίνεις καλό σημάδι εκεί, στρατιώτη.
Ακόμη και ο άνεμος της πατρίδας
θα σ’ αναγνώριζε απ’ τα χρυσά κουμπιά.

 

ΑΜΜΟΣ

Ω ανήμερη Βαβυλώνα,
τη νυφούλα αυτή να τη δεχτείς
σ’ ένα καπηλειό φωτισμένο
αλλά χωρίς τον κάπελα τον τυχοδιώκτη
και με την κάνουλα του βαρελιού κλειστή.

Οι άκακοι εραστές ακόμη
μέσα στη σκόνη τη ζητούν.
Ποιος με δαδί και ποιος με πυροφάνι.
Αλλά κανένας με τη μουσική.

Κι όταν αναπαυτεί απ’ το δρόμο
μια λέαινα ας σπρώξει την πόρτα
ή ακόμα κι ένας μικρός σκόρπιός.
Κι ας της το πει: ξεθεμελιώθηκε η πόλη.
Κάθεσαι κάτω από ’να δέντρο.

Κάθομαι κάτω από ’να δέντρο
Γράφω στο σκύλο μου να ’ρθει:
Σημάδι ο καπνός· θα τον βλέπεις
στ’ αριστερά σου πίσω απ’ τα βουνά.

 

ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

I

Είν’ ο τρελός μελισσοκόμος;
Είναι το καμίνι των αριθμών;
Είναι ο στυλοβάτης του άλσους;
Είναι ο τύραννος της κυψέλης;
Είναι ο σταθερός χαλασμός;
Ή ένας κύριος με ντέφι;

II

Κατεβαίνεις από το αυτοκίνητό σου
με το τιμόνι στην κοιλιά.
Ακόμη συνεπής και χρήσιμος
μόνο λιγάκι ξαφνιασμένος.

IΙΙ

Η θρυαλλίδα, η επιμελής, η σύντομη.
Άλλες θυμίζουν την ισχνή Βερονίκη
και άλλες την τρελή Βασιλική.
Μπορώ να κάτσω στη σκιά σου κλαμένη
με τα κορίτσια μου σιωπηλά.
Αρκεί να μου έρχεσαι πότε πότε
και να μου γνέφεις φιλικά.

IV

Όποιος ξοδεύει το άστρο του πού θα κατοικήσει;
Μαρμαρωμένοι πυροβολισμοί σημαίνουν τις στροφές προς
τη Δύση.

V

Η μητερούλα θαρρεί πως μεγάλωσα
Μου θυμίζει τα καθήκοντά μου.

Ω δούκα των σιντριβανιών!
Ω εξοχότητες των άστρων!

VI

Παρακαλώ να μη σ’ αγαπήσουν
παρά μόνο με θερμή αφοσίωση.
Επειδή εγώ σ’ αγαπούσα
με τη ρομφαία μου.

VII

Ο στρατηγός μες στο κάρο
η χήρα στην παρέλαση
και ο φαντάρος που τραυλίζοντας συγχωρεί.

 

ΧΕΛΙΔΟΝΑ

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Μ’ ένα φύσημα του άνεμου
το σώμα σου έγινε νερό.
Χώνευε ο ουρανός τη θράκα του
για σένα κλαίγοντας, χαρούμενέ μου,
που κρυώνεις μέσα στο βουνό.

Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.
Όλη μέρα περπατούσα και δε σ’ έβρισκα.
Έχασα τα μαλλιά και τα ρούχα μου.
Σφύριζα σαν ένα καλάμι, γοερά.
Ξύπνησε ο βάτραχος και με κοιτούσε
όπως κοιτούνε μες στα σωθικά των
όσοι ακούσαν το χτύπο του Βορρά.

Τι παγωμένη άνοιξη, τι αέρας…
Η θάλασσα γέμισε φύλλα
ένα που κολυμπούσε με τ’ άνθος του
κι εν’ άλλο, χλωρό, με την κλάρα
σαν να σ’ άκουγε μες στον αφρό.

Ξημερώνοντας φάνηκαν τα πρώτα σπίτια.
Η στέγη τους ακόμη στα νερά, μα ολοένα
φαινόταν το παράθυρό των.
Ήθελαν κάτι να μου πουν; Δε θα μάθω.
Όταν θα φτάσω
χαμομήλια θα κυνηγιούνται τριγύρω στην καρδιά σου.
Τακ τακ! Το χρυσό της σκαθάρι
θα ξεδιπλώνει τα φτερά.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

στην ‘Ελένη

Ήθελα να ’μουν αδελφή σου
Να ’χα τα μαλλιά και τα μάτια σου
Το κεφάλι σου στον ώμο μου το χειμώνα
κι εξουσία στις επιστολές σου.

Έρχεται η μυρωδιά του τσαγιού
Κατιτί σαν κουτάλι στο φλιτζάνι,
Εκεί δίπλα μια μοναχοκόρη
αρχίζει το απόγευμά της.

 

ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Η συντριβή είν’ η αρχή του ονείρου
η μέρα που γεννάται το βουνό
και πάνω στην ψηλή κορυφή του
κάθεται μια κατοπινή μητέρα
με τη φτερούγα της στο ανεμοβρόχι.

Εσύ, αγάπη μου, να με θυμάσαι
Να με κοιτάζεις απ’ τα σκοτεινά
Κι όταν βουίζει ο αέρας, κι όταν πέφτει.
Κι όταν χωρίς αιτία
χτυπάνε τα παράθυρά σου.

Να με καλείς με τ’ όνομά μου
εδώ ψηλά που μεγαλώνω
σαν το δέντρο.

 

ΚΤΙΣΜΑ

Φθινόπωρο, αρχή αρχή, τις μέρες που οι βροχές εξελίσσονται
σε ξαφνικές καταιγίδες, η αδελφή μου Θεοδώρα
φέρνει συνήθως στον κόσμο το καινούριο παιδί της. Η
αδελφή μου είναι γερή και ωραία κι οι δυνατές βροχές την
καρπίζουν αντί να πνίγουν τις μυριάδες των σπόρων, τα
πλήθη των ριζών και των βολβών της. Αυτή η εξαιρετική
ωραιότητα μεγαλώνει τη νύχτα της γέννας, όταν το αίμα
της, γεμάτο, ξεκινά τη χαρωπή τελετή. Με το πρόσωπο
κολλημένο στο τζάμι η Θεοδώρα βλέπει ώρες και ώρες το
νερό να κατεβαίνει κρουνηδόν. Πράγματα απέξω ελάχιστα
διακρίνει, λίγο το δρόμο, τις κατοικίες κάπως, όσες ακόμη
διατηρούν το φώς. Ορυμαγδός από σύννεφα πού
συγκρούονται την κρατάει σε πλούσια ταραχή. Θυμάται… Το
φθινόπωρο στην πόλη μας έχει την ορμή του θέρους στο
χωριό της. Όπως εδώ η βροχή, εκεί το φώς ξεσπά σε
δέσμες πλατιές, ανάμεσα από ελιές και κυπαρίσσια κι οι
κότες φτερακίζουν μακριά του ξαφνιασμένες. Μπαίνει ο
λίβας από τα ρουθούνια, τα τζιτζίκια σταματούν τα μεσάνυχτα
και κλαίνε τα σκυλιά από τη δίψα. Η ρίζα της ελιάς
τρελαίνεται, χτυπά σε λίγες ώρες φλέβα κι όταν τα
ξημερώματα, φυσάει – φρύγανα και σιγοκαμένα κλαράκια – οι
ετοιμόγεννες που έχουνε κακονυχτήσει ξυπνούν με μάτια
υγρά, στεφανωτά και καλόκαρδα, μάτια σκυλιού που
κλαίει από δίψα. Μα ούτε το θέρος έπληξε ποτέ τη
Θεοδώρα. Δροσιά που έρχεται ολόισια από τους αστραφτερούς
της ώμους, της ανεβάζει ως τ’ όμορφο πρόσωπο
υγρήν αχλή από τελειωμένα χάδια, που την κρατούνε
δροσερή και ωραία. Όταν ο ήλιος καίει το χόρτο, γι’ αυτήν
γλυκαίνει τα σταφύλια, που τα κρουστά και ζουμερά
τσαμπιά των αρμέγουν δίχως χορτασμό από το κούρβουλο
όλα τα υλικά της ζωής των. Μα το κούρβουλο και χωρίς το
τσαμπί του, μες’ από κάμποσα κρυφά δαχτυλίδια δουλεύει
ώστε να σαλεύουν ολόγερες οι ζωντανές, γαλακτερές κλωστές
του. Έτσι, όταν πιάνει παιδί η Θεοδώρα, κάθεται το
μεσημεράκι στην αυλή της, το φώς της κάνει διάφανη την
κοιλιά της και το παιδί, καλά βολεμένο, χουζουρεύει στην
ξαφνική ζεστασιά ρουφώντας απ’ τον ομφαλό τις τροφές
της μάνας και τινάζοντας πότε πότε το πόδι του από
χτυποκάρδι περαστικό. Παχύς και μαλακός νότιος άνεμος
φουσκώνει τη σιωπή της αγροικίας και τρυπώνουνε τα
ζούδια ζαλισμένα κάτω από τ’ αναμμένα λιθαράκια. Σέρνουν
με τα ψιλούτσικα πόδια των σώσματα από λασπερή
δροσιά μες’ απ’ τα φύλλα και τότε παίρνουν να φουσκώνουν
τα στήθη της, να γίνονται κατάφυτα, να υψώνουν το
μοναδικό καμπαναριό των κι αφήνουν να κυλήσει απ’ τα
φυλλώματα θερμή οσμή της ερημίας. Πέφτει το κυπαρισσόμηλο
απ’ την κλάρα και φέρνει ξαφνικό χαμό στο μυρμήγκι
και τότε αρχίζουνε οι ρώγες της να στάζουν, σταυρώνει
τ’ αφράτα χέρια πάνω στην κοιλιά της κι η σιγανή
αναπνοή του μωρού της τυλίγει τα χωματερά βουνά σε
νεφελάκια: ακούει αμίλητη να περνούνε μες’ απ’ τα σωθικά
της κοιτάσματα νερού που σιγοθρέφουν βολβούς, χορτάρι
κι αφανέρωτες ρίζες. Ο τοκετός έρχεται τέλος με την
ορμή της βλάστησης: σύντομοι, δυνατοί σπασμοί και σε λίγο
κλαίει το παιδί ξαφνιασμένο ανάμεσα στα παχιά της
πόδια. Η Θεοδώρα απλώνει το χέρι, βρίσκει το φύλο του
μωρού με τη χούφτα και ήρεμα μας ψιθυρίζει: «άλλος
ένας…».

 

 

Ηγησώ (1979)

 

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ

Υπό τα κόκκινα νερά το φεγγάρι
Αφαιρεί το πτίλωμα των νεκρών.

 

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Χώματα το στόμα σου. Μυρωδιά από χώμα.
Θρύμματα κόκκινου ήλιου και ξερά μαλλιά.
Ό,τι πιάνω είναι στεγνό. Δεν πονάει.

 

ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΣ

Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της.
Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν
Σαν θηρία κύματα που τα καράβια
Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας
Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια
Και τα ρουφούν μετά ξύλο – ξύλο.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

«Ω σπάνια, σπάνια πράσινα κορίτσια
Με φούστες κόκκινες και χρυσά δαχτυλίδια.
Μυρίζουν πράσινο σαπούνι και μελάνι.
Πρωί τα πάνε για περιτομή οι μαμάδες
Μέσα απ’ αυτά τα σκονισμένα μονοπάτια»

Έλεγαν κλαίγοντας τα κυπαρίσσια.

 

ΣΑΥΡΑ

Πλίθινα ανάκτορα. Κουφά υπερώα.
Έκαιε ο ήλιος. Πλίθινοι κολλήγοι.
Το νήπιο τότε
Μ’ ένα τυφλό αναφιλητό μπουσουλάει
Από την εποχή του Χαλκού
Στην εποχή του Σιδήρου. 

 

ΙΩ

Μεγάλη γαλάζια θάλασσα. Ουρανός των αιώνων
Γαλάζιοι λόφοι άσπροι λόφοι.

Μακριά μακριά τ’ άσπρα χαλίκια
Που τα σαρώνω με την μαύρη μου φτερούγα.

 

ΕΠΑΡΧΙΑ

Απόβροχο υφαίνοντας την πνοή των βάλτων
Αέναος περιοδεία της Αυγούστας
Και στο μαντρί να λευκαίνονται
Τα οστά των προβάτων. 

 

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ

Βρήκε τον θάνατο και την παραμυθία
Ο ήρως το ευλογημένο αγόρι
Που θα ‘φερνε τα λάφυρα των αρετών.
Μου γράφουν το φεγγάρι τον ταράζει
Μ’ ένα στρόβιλο θαλασσινών αριθμών.
Και καθ’ ομοίωση των ταπεινών λυπάται.
Έλα εσύ γυναίκα με τα στήθη
Κανάκεψε το το εριφάκι του χάρου. 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ

— Σε κλαίω κοπέλα μου.
— Όχι έμενα.
Τις κόκκινες πλεξούδες μου.

— Τα σπουργίτια ψάχνουν για ψίχουλα.
— Όχι εκείνα.
Ο πέτρινος, ο νηστικός χειμώνας. 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γλυκιά μου άνοιξη σε λέω. Γιατί εσύ θα δεις
Τον ουρανό να σιγοκαίει πάνω απ’ τα δουλεμένα χωράφια.
Και τα φυτά ν’ αλλάζουν φτέρωμα.
Ορθώνεις θυμωμένο το κεφάλι
Ένα δέντρο γεμάτο πουλιά
Κι από το μαύρο φύλλωμα αναθρώσκουν
Οι καπνοί και τα βούκινα της φυλής σου
Κι η άχνα η γαλακτερή της πρωίας.

 

ΣΦΗΚΑ

Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης
Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα
Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό
Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

«Μα κύριέ μου, κύριέ μου ο καιρός
Σακάτεψε την ξυλεία μας. Γι’ αυτό
Βρυχάται η ανύπαντρη Μαρία».

Παραπονιόταν ο μικρός Χριστός
Που τον εράβδιζεν ο άπληστος πατριός του.

 

ΑΠΛΟΙΑ

Σαν ήτανε κορίτσι η Ιφιγένεια
Λέρωσε το φαντό της μεσοφόρι
Με μια σταγόνα αίμα. Από τότε
Καραβιές για την Αυλίδα τα κορίτσια.

 

ΕΠΟΧΕΣ

Πάνω στο χιόνι, λένε. Στις κρύες πέτρες.
Κι ύστερα με το ματωμένο του στόμα
Την έκαμε και την ξανάκαμε γυναίκα.

 

ΕΛΛΗΝΑΣ

Με τον θάνατο του πατέρα έχασε το φως του
Λένε, με τον δικό του θάνατο το ξαναβρίσκει.
Αλλά, χρόνια στο σκοτάδι, αλλιώς
Σχημάτισε όρη πρόσωπα και σκεύη
Κι ανάμεσα στα πράγματα και τη σκιά τους
Συχνά έρχεται η σκιά τον σκοτωμένου
Και ζητιανεύει σε κατάφωτους δρόμους.

 

ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

Ζω μακριά απ’ τον Άρειο Πάγο, τα σχολεία.
Έκπτωτος αρχιτέκτων των ουρανών.
Ιδές παιδί, δεν βρέχει στην πατρίδα.
Δεν ακούει η ψυχή σύρσιμο χυμών.
Ιδρωμένα πρόβατα με μάτι σφαγμένου
Ελιά που τηνε χτύπησε δάκος
Κι από βαθιά ανάκτορα
Τα στήθη που θηλάσαμε κι έχω φιλήσει.

 

ΘΕΜΙΣ

Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος
Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.
Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει
Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. 

 

ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Θέλησε να της κάμει δώρα. Αλλ’ εκείνη
Εσκέπαζε με τα μεγάλα της φτερά
Το εφηβαίο.

 

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

Επιμένοντας να μάθει την φωνή του
Τιτίβισε σιγανά στον αιώνα.

Η πόλη ζει και μεγαλώνει τα παιδιά της.

 

 

Τα άλογα του μυροβλήτου (1974)

Τη Βερενίκη προσεύχομαι

Η παρρησία των εποχών
ανθοφορία των βρύων
πάνω στο βράχο που κοιμούνται
τα άλογα τού Μυροβλήτου•
όπως κειμήλια πενθίμων ενιαυτών
όπως Δευτερονόμιο ερήμων ήχων.

Απεδήμησαν. Δεν περπατούν απόγευμα στην πλατεία
οι νεαρές εκείνες κυρίες.
Μόνο κάτω από τη γαλάζια μου ομπρέλα
αγαπούν κάποτε να μειδιούν.
Πώς θα κρατήσω τα ωραία των όμικρον;
Τί φτερά τα παίρνουν… Βαδίζω.
Το βαθύ μου φόρεμα
πάνω από παλαιές εκκλησίες
όπως τα στέφανα του υμεναίου στα χόρτα.
Τα στέφανα του υμεναίου
στο σκοτεινό νερό.

Το Δεσποτάτο.
Ψηφίδες.
Αίμα θα ρεύση. Μαύρο άλογο
δρασκέλισε το ιερό.
Αίμα θα ρεύση.

Ω δεν μπορώ. Θα πεθάνω στο σώμα μου; Θα πεθάνω μακριά
από το σώμα μου σ’ έναν αγρό όπου οι γεννήτορες μου φθάσουνε
με κάνιστρα αυλούς και σμύρνα -ωραίοι όπως νεόνυμφοι
στο ενθύμιό των- και θα ακολουθεί η καλή μου μάμμη με τις
πευκοβελόνες και το κουκούλι της μουριάς• και εγώ ακόμη δεν
θάχω τελειώσει να ξεφυλλίζω το αραποσίτι και θα χαμογελάσουν
και θα μου πουν, το όνομά σου σημαίνει γη μητέρα, και
θα αγαπήσω όλα τα ομοιώματα που εσχεδίαζα νυχθημερόν
ένα κομμάτι κεραμίδι και θα ακολουθήσω και θα πω λ ά μ ν ω
Λάμνω στον έμορφο πόντο.

Ενώ αναπαύονταν οι θεριστές για δείπνο και άπλωναν ήδη το
πολύχρωμο ύφασμά των ούριος άνεμος διέδωσε το νέο με τον
απόκτυπο σημάντρων και εφρικίασε η τρυγόνα η πορφυρά πώς
θάπινε νερό σαράντα μύρων.
Ένα γυμνό παιδί και η γυμνή του μητέρα.

Τ’ ανάλεκτα τ’ αρίφνητα τ’ ανομολόγητα.
Τί αχλή λαδιού η αναπνοή των ελαιώνων…
Ω Ρουθ αγάπη μου, σαν θέαινα,
στην κλίνη των μικρών λατόμων, σαν σπαθί της Δαμασκού.
(Ανοίγονται και το πέλαγος τρέχει
στον βαθύ ομφαλό του κήτους, πώς
σμίγεις σαν πέρδικα με τα φιλήματά σου;)
Εδώ κοιμούνται οι κάλυκες των ποταμών. Το άγος.

Μην απατάσθε σκανδαλίζεται ο Κύριλλος μ’ εκείνους τους
ωραίους άνδρες. Με τους κοχλίες των καλούν όχι το ζεύγος
νεογνά ορτύκια που ετίναξαν τα ράμφη των προς τους μαστούς
της Παρθένου. Αλλά καλούν το όψιμο φως που ήδη διέρρηξε
τα ιμάτιά του τινάζοντας και στον τέταρτο άνεμο το καπέλο
των με τα παρόχθια άνθη. Στον Τροπικό των αστερισμών
διανοίγουν τώρα τούς πλόες των όπου οι γυναίκες της οπώρας
και των τόσων φύλλων πλέον δεν σεμνύνονται για το σώμα
των, πλέον δεν πετούν βαθύχροες στα έκπαγλα στηθαία όπου
οι κισσοί των ερώτων μας αναρριχώνται, αλλά ορθούνται με
τους ώμους των οι θόλοι των θαλασσινών σπηλαίων, καθώς
αναγεννούν οι αστερίες τα άκρα των και διανοίγονται τα όστρακα
σε στίλβοντες γόνους. Την ώρα εκείνη λάβετε τα δρέπανα
και θερίσατε τον ξανθό θησαυρό των ώστε οι λόγοι μας να
ρεύσουν όπως πρώτα ηλιοφάνεια του χειμώνος, όταν τα βρέφη
θα έχουν λευκανθή υπέρ χιόνα θηλάζοντας τον οδυρμό. Και
τα πένθη.

Τόσο νέοι. Κτερίσματα για την νεότητά των.

Κάτω από τις κερασιές ερημικού νυμφώνος
ψυχή του ποθητού αδελφού μου
θρύμματα του μεσονυκτίου από
το μυθικό τρικάταρτο Νικηφόρος
και μητέρα μου στο Βόσπορο
με το κύμα με το ερύθημα
της ταπεινής Υπερμάχου
γυναίκα δίχως μυστικά
στα νηπενθή της ηλικίας των φύλλων,
τα αρσενικά παιδιά της ελάφου
αιφνιδιάζουν τις πηγές χωρίς αιδημοσύνη.

Περιώνυμος άνεμος
σχήμα της χελιδόνας, σκεύος
μικρό χαλκούν
και η μητέρα μου στο κοιμητήριο,
ιδού η εικόνα μαχομένων αγγέλων
ιδού ακόμη το πλατύτερο κύμα
των ουρανών και οι αρραβώνες με τα ξίφη
Μαχητική εποχή ζεύγη των ήχων
που θρυλούνται

Λεξιτόκος η ρωγμή των οραμάτων.

Η ψυχή μου ερημική και πολύφθογγη• ευδόκιμη πολυανθής
νεοτάτη. Η ψυχή μου ανηλεής η ψυχή μου αέτωμα περίγλυπτο
Κυκλαδικό όπου ακούονται οι  φτερουγισμοι των αχτίδων
και έπειτα χάνονται ανεπίληπτοι προς τους βαθείς ευκαλύπτους.
Η ψυχή μου αρτιγέννητο άλογο, στους χαλινούς του
τα λεπτότατα άνθη και τα ηδυπαθή παρωνύμια των βορεινών
οροπεδίων, που δύο σπάνιοι ποταμοί περιρρέουν, ενώ οι κατοικίες
με τις γκρίζες στέγες αραιές περιίπτανται στην αχλή των.
Η ψυχή μου ο βαπτιστής με την θεία ένδεια που αναχωρεί επί
τα ίχνη των οραμάτων των νεκρών Εμμανουήλ και ήδη παλινωδεί
με τους θυσάνους των από την υγρασία μιας νεκρής πολίχνης.
Πλέον δεν πενθώ εσαεί θα λευκαίνονται
τα οστά ωραιότατης ελευθερίας.
Με τα χείλη της σπεύδω στην αιδώ
προσευχόμενων νηπίων.
Τα συλλογίζομαι. Τί εξαιρετική ώρα χιονιού
και όχι άνεμων. Ένας επαινετός θάνατος
βαθαίνει αυτό το μεγαλοπρεπές βελούδο. Άνθη και μικροί
θησαυροί.
Γνωρίζω ακόμη την ιστορία του νέου
και της χρυσής άμμου που τον εσκέπασε. θα ήταν άνοιξη
Αλλά φοβάστε πλέον τις εποχές; Πώς σάς νέμονται
Με τα ρίγη των; Με το σπαθί των.

Όπως τα πετεινά του χειμώνος όπως οι αυτόχειρες με τους
αμαράντους οι νεκροί μας συλλέγουν μεθυστικά ιστορήματα
σημειούμενα επί κυλίνδρων διφθέρας περί την λόχμη ενός άνυδρου
τόπου, οπού οι πόες των επιτύμβιων γαλακτώνουν το εφηβαίο
των γονιμικών θεοτήτων. Βαθειά στην κρυπτή των εγκωμίων
εγκυμονούν οι αλησμόνητες πέρδικες πίνοντας το αναφιλητό
των τεθνεώτων με τα κοσμήματα της υπερμάχου μέθης.
Οι νεκροί μένουν ένα δίφυλλο γέρμα πάνω από τον κλαυθμό
των εφήβων και, όταν βαπτίζωνται, αλγεινοί αστέρες περιφέρουν
τις λυχνίες των καίουσες είτε χαράσσουν σκαριφήματα
πάθους ανά τα ερείπια ανεξήγητων κτισμάτων, όπου κατέλυσαν
οι απανταχού κωπηλάτες με τα φληναφήματα και τους
νυγμούς των μυστικών των.

Οι χάριτες των συλλαβών δεν ανατρέπουν
την αλγεινή μυθολογία των.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ

Αφιερωμένο στην αδελφή μου

«Με τα μαλλιά βαριά από χώμα
Κι ένα χαμόγελο χτιστό
Γέρνει το πρόσωπό της πάνω μου,
Να με φιλήσει μια για πάντα.
Είναι η φυσική μου Θλίψη
( Ο θησαυρός του καθενός).
Μα σ’ ένα μάρμαρο γαλάζιο
Αφήνει αυτόν τον ασπασμό.
Εγώ, με κάμποσα άγρια κρίνα
( Ήδη χλωμά απ’ το βίαιο κόψιμο ),
Και του πατέρα μου τις φαρδιές πλάτες
Χρόνια απλωμένες καταγής,
Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια
Πλεγμένη απ’ τ’ άσπρα μου μαλλιά.
Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του,
Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα
Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της
Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης.
Για χάρη τους με τα ζεστά μου χείλη
Σιγοσφυρίζω στο Θεό:
Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου
Μου σκίζει το σαγόνι στα δυο,
Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο,
Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο».

 

ΠΑΤΡΙΚΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ

Είναι οι ώρες του απογεύματος
Που ο ήλιος κάθεται μες στη ζεστή του στάχτη
Τόσο παχύς και τόσο απελπισμένος
Όσο ο καθένας μες στην πολυθρόνα του,
Όταν βλέπει μόνος το ματς
Κι ανοίγει τη δεύτερη μπίρα του.
Απλώνεται μια λαδιά στον ουρανό
Από μικροχαρές, μικροβλαστήμιες
Και τα μισόλογα των νυσταγμένων περιστεριών
Που τα μπουκώνουν σπόρια οι τουρίστες,
Προτού κι αυτοί και ο Άγνωστος Στρατιώτης
Φωτογραφηθούν με τον χάρο.

Κάτω απο τον υμένα ενός απόβροχου
Ένας μικροβυθός. Ατλαντίδα τσέπης.
Σπίτια, αρνιά προκατακλυσμιαία,
Πνιγμένα ανάμεσα σε κριάρια Τελωνείων.
Αόρατα έντομα της Πυροσβεστικής
Τρίζουνε στον αρχαίο ρυθμό τα έλυτρά τους
Και το γέρικο μαμούθ σαστισμένο
Σαρώνεται από το βαρύ νερό.
Έχει ένα πρόσωπο γιγάντιου μωρού που αντικρίζει
Πρώτη φορά ηλιοβασίλεμα
Και δεν μπορεί, στην υδαρή του κουνουπιέρα,
Να φανταστεί Ανατολή.

 

ΑΣΤΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Λένε,τον Πύργο Τηλεπικοινωνιών
Καίτοι νεόδμητο, τον τύλιξαν οι φλόγες.
Λαμπάδιασε ως τον έκτο, λένε,
Με μια ριπή Δρακόμορφου Θεού!
Ανοησίες. Αν καίγεται, δεν θα ‘ναι από κατάρα
Αλλά από κάποιο ταπεινό βραχυκύκλωμα.
Γιατί θα πρέπει να διαφεντεύει τον κόσμο
Κάτι χειρότερο από τη λάσπη του;
Ποιος σε γεννά και δεν σε καταπίνει…

Και πράγματι, εκατέρωθεν τέτοιας λαμπάδας
( Φαντάσου, από κράσπεδα ως κεραία!),
Τόνοι βροχής, λασποκαταρράχτες,
Σαν να υγροποιούνται τα καημένα τ’ άστρα
Και μέσα σε υγρές από το κρύο νυχτικιές
Αλλάζουν οι άνθρωποι πλευρό προς το φεγγάρι,
Λιωμένο πια, ένας λεκές στη μαξιλάρα.
(Φωτιά, σου λέει, και ριπές τεράτων…)

Πώς να σωθούμε, απελπισμένη καρδιά μου,
Πού να τρυπώσει αυτό το μούτρο,αυτό το τρέμουλο;
Μου τρίβεται σαν το παλιό χαρτί
Κάθε που ρίχνω το πρόσωπο στα χέρια.
Πού είναι άλλα σπλάχνα σε μια κούπα στάχτη;
Άλλο στόμα σαστισμένο απ’ την πείνα του;
Άλλη σφυρίχτρα αέρα από ψηλά;

 

ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

Εργάζομαι,ψυχαγωγούμαι, μελετώ
Σαν να δειπνώ πλάι σε κομμένο κεφάλι.
Την κάθε ταραχή αποκρύπτω
Υψώνοντας τακτικά το ποτήρι
Στην πρόποση που μου ‘μαθε ο θεός:
“Ας υγιαίνουν οι πενθούντες”, γιατί αυτοί
Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει,
Θα τους διατρέξει από τα πόδια ως το κεφάλι
Ένα ανήμερο πουλί και στο τέλος
Θα στέψει με τα ολάνοιχτα φτερά του
Τον ακέφαλο συμπότη της ζωής.

Πού είναι τώρα ένας ποταμός δακρύων,
Την ώρα αυτή που κάποιος θα μετράει
Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα,
Που ένα χωριό το μαρμαρώνει το χιόνι;
Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα,
Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του,
Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό.

Ω, ανήσυχη, δειλή μου προσευχή,
Πότε τελειώνει αυτός ο δείπνος
Να σηκωθώ από ‘δω, να πάω στη θάλασσα
Μ’ όλα των στίχων μου τ’ αναμμένα καντήλια,
Μήπως και πράγματι, καθώς τα σπρώξω στο νερό,
Παρηγορήσουν οι μικρές φλογίτσες…

 

ΠΑΥΣΗ

Είχε αράξει στην πολυθρόνα του
Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω
Μόνος σαν γέρικο έθνος
Λησμονημένο μέσα στα βουνά.

Κάτι σύννεφα που μύριζαν τσάι
Περνούσαν πάνω απ’ το σπίτι του.
Τακτοποιούσε την μπερδεμένη του σκέψη
Αυτή η ευωδιαστή μεταμφίεση.

Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα
Στα καλαμπόκια και τις ντοματιές του
Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει.
Αλλά θερμή, γεμάτη κουδουνίσματα
Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα
Ξημέρωνε σε μακρινή επικράτεια.
Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.

Τότε θυμήθηκε που επάνω στο ρούχο του
Η προσευχή του αποκοιμήθηκε σαν μέλισσα
Και με το χέρι ακόμη πρόθυμο
Δοκίμασε να την ξυπνήσει.
Η ζωή δεν μπορεί να ‘ναι εγκατάλειψη,
Η τροφή δεν θα ‘ναι πλεκτάνη.
Ίσως αρχίσει να ξαναγυρίζει η γη λίγο λίγο,
Αν σηκωθεί και πάει να βάλει
Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά.

 

ΕΠΕΙΓΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Ο πόνος κάθισε στο στήθος μου
Σαν θεός με πρόσωπο λύκου.
Έστρεψε το κεφάλι και γρύλλισε
Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι.
Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας
Του ασθενοφόρου που περνούσε απ’ τα στενά.

Ω, μη σέρνεσαι, βρωμοσαλίγκαρο της καρδιάς!
Η άσπρη κλωστή σου με τραβάει απ’ τα πόδια.
Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο,
Κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα,
Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει
Ένα νησί φορτωμένο φύκια.
Γρυλλίζουν και ο οδηγός και ο νοσοκόμος
Καθώς τυλίγουνε με γάζα τόσο βάρος.
Αντί στους γιατρούς, στους γλάρους
Προλαβαίνουν ν’ αποδώσουν την ψυχή.

Μπροστά, σιωπηλό μαύρο μετάξι,
Η άσφαλτος λειαίνεται εγκάρδια.
Πατούνε οι τροχοί – ω, μη φοβάσαι! –
Σε παρατεταμένες δαχτυλιές ενός αγγέλου.
Τινάζει τα φτερά και σημαδεύει
Πορεία πάνω στο πολύτιμο ύφασμα.
Να δεις που θα ‘ναι η ιαχή της σειρήνας
Το καλωσόρισμα στην ανθισμένη γη.

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ

Πρώτα πέσανε τα τείχη δυτικά.
Φάνηκε η θάλασσα με μια λεπίδα.
Το πλοίο είχε αράξει μες στη νύστα του.
Κι από τη χαρακιά του ονείρου του το σκάγανε
Καραβάνια φοβισμένα ποντίκια.
Σ’ όλο το μήκος της ακτογραμμής διασταυρώνονταν
Φαντάροι με μπανταρισμένα κεφάλια.
Κρώζανε πότε πότε βραχνά
Αιρέσεις, πεποιθήσεις, τραγουδάκια,
Τυφλά παιδιά με τη φωνή του γλάρου.

Σιγά σιγά δεν έμεινε πέτρα.
Μπορώ πια να σ’ αγαπάω, πατρίδα,
Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δυο.
Σαν φεγγάρι από μισοσβησμένη στάχτη
Που πλέει πάνω από τον αεροδιάδρομο.
Εκεί φουσκώνει σαν ζυμάρι ο τάφος μου.
Κι ο ναύτης ο χλομός βαλσαμωμένος
Με τον γαλαζωπό καπνό του φουγάρου του
Μου γνέφει από τ’ αντικρινά νερά.
Μείναμε εμείς και τα θαλασσοπούλια.
Αυτά τραβούν από τ’ αμπέχονο και θάβουν
Τους νεαρούς της πατρίδος φρουρούς.

Φλοπ! Φλοπ! Αραιές αστραπές
Ξεδιπλώνουν τις μεγάλες παντιέρες.

 

Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΩΝ

Καθώς περνούσαν της Ησυχίας τ’ απόνερα
Έριξα τη βαλίτσα μου μέσα.
Έβλεπα να την παίρνει το ρεύμα
Μ’ όλα τ’ αηδόνια του ρουχισμού πεθαμένα.
Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα
Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο
Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.
Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.

Γύρω η πεδιάδα. Τα διάσπαρτα
Σπίτια από σάρκα πελιδνή στο απόβραδο.
Ο σκελετός του πάρκου μαυρισμένος,
Τον πλένει με υπομονή το χιόνι.
Το γέρικο αεροδρόμιο
Στην επαρχιακή του καρτερία.
Κοτσύφια, κάργιες, δρυοκολάπτες,
Η γλώσσα πέτρινη, το ράμφος ανοιχτό.

Με κάθε περαστικό παζαρεύω
Τον λυγμό, τον βήχα, το μούγκρισμα,
Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα
Που, όταν κυλά, αγοράζει.
Αλλά όταν κλωτσάει ο άνεμος
Σαν άρρωστο σκυλί την καρδιά μου,
Με το ουρλιαχτό που γεννήθηκα
Μ’ αυτό απαντάω στα μουγκά πουλιά.

 

ΑΕΝΑΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

Έφτασα νύχτα στην καμένη πόλη
Μ’ άλλους πολλούς που ακολουθούσαν το σήμα της:
Μια τρίλια διαπεραστικής κραυγής
Σαν τραύλισμα σακατεμένου σκύλου.
Στους δρόμους βούιζε ανειρήνευτο πλιάτσικο.
Μιλιούνια τρέχαν στα χαλάσματα που κάπνιζαν.
Λεηλατήθηκαν ναοί και υπουργεία.
Λάφυρο ως και του πρωθυπουργού
Οι λινομέταξες παντόφλες.
Γάτοι με τις ουρές αναμμένες
Χώνονταν έξαλλοι στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Φυτίλια οι τόμοι της Παλιγγενεσίας μας.

Ως και το Θέατρο καιγόταν ακόμη.
Ωστόσο απ’ τα παράθυρά του κυμάτιζε
Με μια γιγάντια χειρονομία ένα ποτάμι.
Εκεί πετούσαν απ’ το μαυρισμένο βεστιάριο
Κουστούμια άκαυτα, βαριά βελούδα,
Μεταξωτά σαν τα φτερά των αγγέλων.
Και τα γοβάκια, οι πουέντ, οι κόθορνοι
Χόρευαν με αυστηρή κομψότητα
Κατά τις εντολές αρχαίων στίχων.
Τέλος, με την περούκα του άθιχτη,
Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε
Επάνω στα νερά ο Πρώτος Ρόλος.

 

Η ΓΥΑΛΙΝΗ

Ξημερώνει κουρασμένος Γενάρης.
Με τον πρώτο καφέ ξεσπά η μπόρα.
Φτιάχνει η βροχή γυναίκα από γυαλί
Στημένη πάνω από ένα κενοτάφιο.
Έξω η πόλη επιμεταλλώνεται.
Τ’ αστέρια εγγράφονται στον ουρανό
Μ’ ευκρίνεια αλουμινίου.
Σπάζει τότε η γυναίκα και ενσαρκώνεται
Μαζεύοντας μ’ ένα φαράσι τα γυαλιά της.

«Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας
Μ’ ένα χαμόγελο που μοιράζει
Πρώιμα μήλα με την γεύση του ουρανού.
Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ’ επιμέλεια
Αφού σάρωσε ό,τι ήταν να σαρώσει,
Και το σώμα βαρύ από την ύλη του
Να κάνει το επόμενο βήμα».

Αμμοβολή από αναρίθμητα τζάμια
Τον ψίθυρό της αποκρυσταλλώνει.
Σαύρες τρέχουνε μακριά απ’ τα θραύσματα,
Το μνήμα τις πανικοβάλλει.
Έτσι, τα τραύματα ηρεμούν κατά τη φύση τους.
Και μέσα από την αναπάντεχη διαφάνεια
Φέρνει το σάρωθρο την τάξη των δακρύων,
Που λάμπουν όσο προχωράει το φως.

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ

Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω
Αυτήν την νύχτα, πεσμένη κατάχαμα.
Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα
Το πρόσωπο με τα ίδια μου τα χέρια.
Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται
Στη θλίψη, στη βιασύνη, στα χρήματα
Όπως ένα πουλί πλανιέται ανάμεσα
Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.

Σήκω, καλή μου, σήκω, σκοτεινή μου!
Όρθια δες των εγκοσμίων το θέαμα:
Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.
Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης
Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα
Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας
Και μες στ’ αποκαϊδια ψάχνουν
Οι υπουργοί τα βραβεία τους.

Να ορθώσεις μέτωπο και ανάστημα
Σαν βασιλιάς που τον θρυμμάτισε η μοίρα του.
Ό,τι αγαπήθηκε ν’ αγαπιέται για πάντα.
Όπως εκείνες οι ριπές χελιδονιών
Που διατρυπούν την ουράνια πλάκα
Προς τ’ ανοιγμένα στόματα των μικρών τους
Και μες στο πρωινό αντιφέγγισμα
Στήνουν θρηνητικό πανηγύρι.

 

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

Κοιμάται η πατρίς πάνω στον χάρτη της
Σαν παχύσαρκη γριά που ξεχειλίζει απ’ το φέρετρο.

Κρεμάει ο νεωκόρος πάνω της
Του φεγγαριού την κερένια μάζα
Κι εκείνο στάζει, στάζει ως τη χάση του
Με τη βελούδινη ματιά του σκλάβου
Που υπηρετεί χωρίς να δίνει συγχώρεση.

Κι αυτό θ’ αποσυρθεί, αφού λιώσει,
Στο πρώτο σκοτάδι της Γένεσης.

Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα
Τα κουφάρια των οικισμών και των θερέτρων.
Κρεμασμένος από τη δοκό του δημαρχείου
Ταλαντεύεται μετρώντας δευτερόλεπτα
Ο αιρετός κοινοτάρχης.
Περιμένουμε να σημάνει χαράματα
Μ’ ένα τίναγμα των λουστρινιών του.

Κι όπως στη μούχλα που γλείφει τους τοίχους
Οι σιλουέτες των αγγέλων εμφανίζονται,
Παρατημένα τα άμφιά τους στα στασίδια
Σαν ν’ άλλαξαν πουκάμισο τα φίδια
Σήπονται αργά κατά τους νόμους της αλήθειας
Όταν κανείς αλήθεια δεν χρειάζεται.
Όταν κάνει η απάτη ακατανόητο
Τον θάνατο ενός υπέρβαρου θεού.

 

ΠΕΖΑ

Ακτή στο φως του χειμώνα (1996)

Ι
ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Μια φωτεινή παραβολή
Για συμπολίτες, εραστές και φίλους

(Τρία αποσπάσματα)

Το κορίτσι

Πιστέψτε με, έφτασε χθες βράδυ, άκουσα καθαρά —εσείς κοιμόσασταν ήδη, εγώ τελείωνα για λογαριασμό μου το βιβλίο που σας διαβάζω— άκουσα καθαρά τον κραδασμό από το αγκυροβόλημα της πλατείας, κατέβηκα μάλιστα στο υπόγειο να δω μην έμπασε νερά. Όταν ανέβηκα, πήρα την πολυθρόνα μου από πλάι σας και τη μετέφερα σιγά σιγά στο παράθυρο. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Κι ύστερα ξέρετε πια πόσο αγαπώ το χειμώνα, τίποτε δεν μου κάνει συντροφιά γλυκύτερη από τις αστραπές και το κρύο. Τράβηξα λοιπόν την κουρτίνα, εσείς είχατε κουκουλωθεί ως τ’ αυτιά. Και τότε τον είδα. Ανέβαινε φανερά κουρασμένος προς την ΑΚΤΗ, θα γνώριζα το βήμα του, το σουλούπι του, ακόμη και μετά από άλλα τόσα χρόνια, ακόμη και στο πιο πηχτό σκοτάδι. Τώρα όμως οι λάμπες του δρόμου έκαναν ακόμη αρκετή δουλειά. Έσερνε κάποιο δέμα ή κιβώτιο, κάθε τόσο τ’ ακουμπούσε και το εξέταζε. Δεν ήθελα ούτ’ εγώ να το πιστέψω, μ’ έπιασε τρέμουλο, δείτε, και τώρα ακόμη τρέμω. Όμως στ’ αλήθεια πήγε στην ΑΚΤΗ, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
   Η πρώτη σκέψη μου, τ’ ομολογώ, ήταν να τρέξω κοντά του. Σας πονάω τώρα, μα δεν πρέπει να φαντάζεστε ότι σκέφτηκα να σας εγκαταλείψω. Θα γύριζα, θα σας ξυπνούσα, ξέρω γω; Αλλά δοκίμασα να σηκωθώ από την πολυθρόνα κι ήταν αδύνατο. Είχα βαρύνει σαν να μ’ είχαν δέσει με βαρίδια. Τα πόδια, τα χέρια, τη μέση μου, τα ’νιωθα εντελώς αγκυλωμένα. Το μόνο που δούλευε εντατικά ήταν ο νους μου: τον έβλεπα να προχωρεί στη ρεσεψιόν, να συναντά τον κύριο Ισίδωρο —αυτός τον αγαπούσε, κυρία, ποτέ δεν συμμερίστηκε την αποστροφή σας— ο κύριος Ισίδωρος θα τον θυμόταν, θα τον αναγνώριζε οπωσδήποτε, θα έβγαινε από τον πάγκο του σίγουρα, θα του άνοιγε τη γέρικη αγκαλιά του και δεν θα τον οδηγούσε στο δωμάτιο πριν από ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Τώρα θ’ ανέβαινε με το κουτί του στην κάμαρα, θα ήτανε ζεστά εκεί μέσα, και λίγο πριν να κλείσει τα μάτια του θα περνούσα ξανά από το μυαλό του. Γιατί δεν αμφιβάλλετε βέβαια, όσο κι αν αυτό σας τρομάζει, ότι για μένα γύρισε, για μένα.
   Καθώς τα φανταζόμουν όλ’ αυτά βιδωμένη στην πολυθρόνα μου, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Α, τι καλό σημάδι αυτό! Θα πέσουν οι αέρηδες, θα ησυχάσουμε, θα ομορφύνει όλος ο τόπος. Αν δεν φοβόμουνα μη σας ξυπνήσω, θα άρχιζα να σιγοτραγουδώ. Το ’κανα βέβαια από μέσα μου, ένα γλυκό, χαρούμενο τραγούδι που σκάρωνα εκείνη τη στιγμή και που μιλούσε —τι παράξενο!— για ένα φτερό πουλιού που ξέκοψε, λέει, από το σώμα του μονάχο κι άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα. Ξέρω, ήταν το χιόνι που έβλεπα, οι εμπνεύσεις μου είναι πάντα τόσο φτωχές, ποτέ δεν κατάφερα να φτιάξω τραγούδια σαν εκείνα που γράφουν τα βιβλία σας, εκείνα με τα οποία μ’ έχετε αναθρέψει, όμως έχω πάντα καλή φωνή και δεν καταδέχτηκα ποτέ να τη δανείσου στα μεγαλεία των άλλων. «Τραγούδα μου ό,τι λέει η ψυχή σου», αυτό δεν μου λέγατε πάντα; Γιατί όμως, γιατί, Θεέ μου, όταν τραγουδούσα γι’ αυτόν, κλείνατε τα παράθυρά μας; Καλά, καλά, μην ταράζεστε, όμως ποτέ δεν έχει ακούσει τη φωνή μου, κανέναν δεν αφήνατε να μ’ ακούσει, και για τους άλλους ποιος σκοτιζότανε, όμως αυτός δεν έπρεπε να ξέρει αυτό το μεγάλο μου χάρισμα; Ω, δεν αγανακτώ, μην ταράζεστε, ποτέ δεν λησμονώ τι σας χρωστάω, δεν είναι μόνο ευγνωμοσύνη, σύμφωνοι, είν’ αγάπη. Νομίζετε ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που σας πρωτοείδα στην π