ΝΙΟΒΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΝΙΟΒΗ

 

Η Νιόβη Ιωάννου πέρασε τα παιδικά κι εφηβικά χρόνια της στο Ναύπλιο. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο και τη διδασκαλία γαλλικών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Φως -2» εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2013 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Εις άτοπον, (2017) Μανδραγόρας
Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, (2014) Οσελότος
Φως 2, (2013) Γαβριηλίδης

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
Τα ποιήματα του 2013, Κοινωνία των (δε)κάτων (2014)

 

 

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ (2017)

 

ΤΥΧΑΙΑ

κλείσε την πόρτα
ο κόσμος είναι
ένας σπασμένος καθρέφτης
από το ίδιο σώμα
θα μπεις στο δωμάτιο
πατώντας σε φύλλα ξερά
που θυμούνται
μη με κοιτάξεις στα μάτια
δεν έχεις πρόσωπο να λυπάται
τους ίσκιους
τυχαία φώναξες τ’ όνομά μου
και γύρισα

 

ΦΟΒΑΜΑΙ

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω
ποτήρια με χείλη
κεφαλαία μικρά
το ψωμί που τελειώνει
σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπάει
στο παράθυρο

 

ΜΕ ΤΡΟΜΟ

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δυο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σκοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί απ’ τις χούφτες του
κι η μουσική έσερνε
ένα πεθαμένο ποντίκι
σ’ εκείνο το δέντρο
που δεν είχε σκιά
κάποιος επέμενε
να ξεχνά
την καρέκλα του 

 

ΤΙΠΟΤΑ

εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω
εκτός απ’ το καρφί
που ακόμα κρατάει το μυαλό μου
λευκό
κι ένα φύλλο μεσημεριού
λαχανιασμένο
που ξέμεινε ν’ αφουγκράζεται
τη σιωπή
μέσα απ’ τη χαραμάδα της πόρτας

 

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

φορώ το πρόσωπό σου όταν νυχτώνει
τα παγωμένα μονοπάτια στο μέτωπο
με τα τρεχούμενα λουλούδια στο βλέμμα
Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που μ’ επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο
μόνο γιατί κάποιος έπρεπε να χαϊδεύει μια καρέκλα άδεια
κι εγώ να ερημώνω μαζί του
καθαρίζοντας τα πλήκτρα απ’ τα δαχτυλικά αποτυπώματα
πριν ξημερώσει μη με βρεις

 

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

 

ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

οι αμυχές
στις στάχτες του
μύριζαν πορτοκάλι
χρειαζόταν
επειγόντως
ένα εύπιστο κύμα
το καράβι
στο βάθος
ήταν αθώο
έσβηνε ένα ένα
τα φώτα
και χανόταν

 

Θ’ ΑΦΗΣΩ

θ’ αφήσω
στο τελευταίο σκαλοπάτι
όρθιο ρούχο το σώμα μου
να θυμάται
ένα σπασμένο γιασεμί γινωμένο από λόγια
ψηλά
το παράθυρο της νύχτας
άδειο από μάτια και φεγγάρια
θ’ αφήσω
στο κουρασμένο περβάζι
τον ποιητή που ήξερε
πως θα γίνει θάνατος μια μέρα
το φως ανοιχτό
γεμάτο από σκύλους
θ’ αφήσω
ένα λιωμένο πορτοκάλι
να κυλάει να κυλάει
ως να βυθίζεται
μες στα φθαρμένα μου παπούτσια

 

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΜΑΘΑΜΕ

με την ειρήνη του άγνωστου χεριού
πονέσαμε
αλλάζοντας χάραμα
κι ο ορίζοντας καρφωμένος πισώπλατα

δεν είδαμε τη θάλασσα να κοκκινίζει…

δύσκολη πληγή η γραφή μας
ποτέ δε μάθαμε

 

ΠΙΣΩ ΜΗ ΔΕΙΣ

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή
-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-
το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τ’ απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

 

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

χθες κάποιος μίλησε
για το παιδί με το πέτρινο ράμφος
που έγδερνε τη μορφή του στο τζάμι
ουρλιάζοντας πως είναι πουλί
και το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών
τους ανθρώπους που φώναζαν «ψέματα»
και δίπλωναν τον ουρανό στα λερωμένα μαντίλια τους
στα δύο, στα τέσσερα, στα οκτώ…
φτύνοντας τα φτερά του
-θέλημα αγνώστου πατρός-
στο χώμα

 

ΧΩΜΑΤΙΝΟ

κάθε πρωί
ο ίδιος κήπος ξημερώνει
λευκά κεφάλια λουλουδιών
ακίνητα στο νερό
νιώθω το σώμα που λείπει
σφαγμένο στη δίψα
μ’ όλο το χάδι στους ώμους
χωμάτινο

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

ο πατέρας μου
δεν άφηνε κανέναν
να κάθεται στο παγκάκι
«περιμένω τα βήματα», έλεγε
να μ’ ελευθερώσουν
είχε μια πληγή από σοκολάτα στο στήθος
κι όλο έδειχνε τα χέρια του
που ήτανε καθαρά
άρχιζε, λησμονώντας πως με λένε
μετά θυμόταν
το τσαλακωμένο χαρτί
στο παλτό του
«στα σκουπίδια να ψάχνεις την αλήθεια,
Μαρία»…
ο πατέρας μου
κοιμήθηκε
για να πεθάνει
στα ψέματα
έτσι δεν καλυτέρεψε τον κόσμο
του άρεσε μόνο
να παίζει φυσαρμόνικα
κοιτάζοντας τα πουλιά

 

ΣΕ ΑΛΛΟ ΧΡΟΝΟ

μιλήσαμε δυνατά
λέξεις που σκέφτονταν
στο βάθος του καθρέφτη
το φεγγάρι κομμένο στα μάτια
σ’ έναν άλλο χρόνο
η ώρα ήταν περασμένη
μια μνήμη μονάχα για τόσους νεκρούς
κι είπες να παραμείνουμε σοφοί
ως την επόμενη παράγραφο

 

ΣΑΝ ΤΟΤΕ

μας κοιτάζουν
με μάτια ιδρωμένα
στις θεατρικές ανάσες τους
λικνίζοντας τα λόγια
ύστερα γυρίζουν πρόσωπο αργά
σα να ’ταν οι ώρες μας δικές τους
και τα καρφιά ξεκολλάνε απ’ τη λήγουσα
όπως τότε που φωνάζαμε
φτου ξελευθερία
κι εννοούσαμε
τη μοναδική θάλασσα που μας γνώριζε

 

όχι η ελπίδα
τ’ αγάλματα
πεθαίνουν τελευταία

 

10°

ακίνητη στέκομαι
στην πληγή σου
τελειώνει το χώμα

 

11°

ούτε ο ουρανός
ούτε η γη
τα σύννεφα μας κρίνουν

 

12°

κι όλο βυθίζω τον άνεμο
στους καιρούς της ψυχής
ως να λυγίσει το δέντρο
να φοβηθούν τα πουλιά
να πετάξουν

 

13°

Απόστροφος ήσουν
πριν γυρίσεις το μάγουλο
μετά ο κόσμος άλλαξε
σταγόνες έπεφταν δυνατά
στην άγνωστη εποχή
των δαχτύλων
δεν είχαν λόγο τα δέντρα

 

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ (2014)

 

Στο θάμπος των φθόγγων
πριν απ’ τα μάτια
ξημερώνει

Με μνήμη θεατή
ποθείς
κι ας σε ορίζουν
τα φεγγάρια

Με ρύσεις αυτοάνοσες
συγχώρεσα
περαστική απ’ τον καθρέφτη

Πριν με διαβάσουν
τα συνθήματα
στο τελευταίο λευκό
αποσύρομαι
με την ομίχλη πρόσχημα
μη με ζητήσεις
είναι πιο έντιμη η νύχτα

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΘΕΣΗ

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν

Τα παιδιά ήδη έπαψαν να στοχεύουν στο τέρμα
τώρα που οι λέξεις κατάντησαν προσβάσιμες
κι ένα ύποπτο μακό
κρεμασμένο στον ξύλινο πάσσαλο
απειλεί το φεγγάρι

Κι ο μεθυσμένος σκέφτεται δυνατά
πως ν’ αγαπήσει τον πρώτο τυχόντα
πουλώντας το τελευταίο χάδι
που κάποιος ξέχασε στον ώμο του
σε τιμή ευκαιρίας

Ναι συνέβη κι αυτό
το νυχτολούλουδο γέμισε αμυχές
των περαστικών τις ανάσες
θαρρώ ο κόσμος άλλαξε για λίγο
σωπαίνοντας βαθιά κάτω απ’ το ίδιο δέντρο
μπροστά στο αδέσποτο που εκποίησε τα τραύματά του
για λόγους τιμής

Έμαθα να σου γράφω απ’ την ίδια θέση
μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο
όλα μπορούν να συμβούν
μονάχα να ξέρεις
στα σημεία στίξης χαμηλώνω το φως

 

ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ

Εν μέσω προστακτικών
κυριολεκτείς
σε χρόνο
παρανάλωμα του τώρα
Στα γόνατα
σε προσπερνά η θάλασσα
το σημείο σου στον ορίζοντα
προς ενοικίαση
αλμυρός προορισμός
που μονάχα τη νύχτα σημαίνει
όταν σβήνουν τα φώτα

 

ΠΑΛΙ ΕΣΥ

Απ’ την αρχή σε πλάθω
δάσος ανεξιχνίαστο
δίχως ρινίσματα ουρανού
φύλλα γεμίζω τις ουλές
ανεμώνες το στήθος που μ’ ανάσανε

Ήμουνα καλοκαίρι ανορθόγραφο
όταν με πρωτοδιάβασες
σε φθόγγους αλμυρούς
υποτροπίαζα
κι ο εξοστρακισμός μου
σημάδια κόκκινα στο δέρμα

Απ’ την αρχή σε πλάθω
γύρω από λίμνες βαθυγάλανες
ξαποσταίνουν τα χρόνια μου
δίσεκτα φυλλοβόλα
κι όταν αλλάζω μοναξιά
πάλι εσύ
βάτος καιόμενη να μεριμνείς
μη σκονιστεί το θαύμα

 

ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Η πεταλούδα
τα φτερά της
χαϊδεύει
σκόνη λευκή
στο πάτωμα
γλυκιά η πλάνη
ανάσες της μόδας
από τρύπες καρφίτσας
κι ο ύπνος
θάνατος μικρός
στα ψέματα
η καρδιά χτυπάει

Σ’ ερωτεύομαι
απέναντι

 

ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΟΥ

Δε θέλω τις λέξεις σου
έμαθα με αφρούς απ’ τα κύματα
να υφαίνω δαντέλες στη σιωπή σου
σε χάρτινους ανέμους
να ζωγραφίζω καλοτάξιδα όνειρα

Έμαθα να κλέβω ουρανό
απ’ τα φτερά των γλάρων
και να σμιλεύω σπηλιές
σε γαλάζια παραμύθια

Δε θέλω τις λέξεις σου
μέσα σε κοχύλια
έκρυψα τον ήχο της φωνής σου
να χαϊδεύει απαλά τη νοσταλγία
κάθε φορά που η θάλασσα
σωπαίνει τα τραγούδια της

 

ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Πόσες νύχτες
σ’ έκρυψα στο δάσος
να σε σώσω θέλησα
εντός μου
Κάποτε ον λέξεις
παύουν να μυρίζουν πυρκαγιά
κι ας στάζουν εγκαύματα
οι άκρες των φύλλων
Ανομοιοκατάληκτα σωπαίνω
ξημερώνει χειμώνας
Ας τελειώσει ο κόσμος στη βροχή

 

*****

Σώμα μου αντίλαλο
όπου η ψυχή μου
περισσεύει
πεινάς την πρώτη μου
φωνή

Αυτοφυείς σκιές
του τίποτα
οι πιο ακριβές μου σκέψεις

Στην εσχατιά του ακριβώς»
πληγώνονται
της μνήμης τα κενά

 

Όπου
οι παλιές μου
οι πληγές
συνωμοτούν την τάξη
εμένα ψάχνουν
κι ας βαθαίνω
να σωθώ

 

ΛΥΤΡΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Κρύβονται οι λέξεις απόψε
στου τραπεζιού τους ρόζους κουρνιάζουν
ασύνταχτη τις κυνηγώ
στ’ αγκάθια που εγκατέλειψαν
τα χέρια μου ματώνω
κηλίδες συλλέγω κι αποσύρομαι
λύτρα η νύχτα θα γυρέψει
την αμετάφραστη σιωπή μου

 

ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΟΙΧΤΗ

Όσα μεγάλα μας θωρούν
βρίσκονταν από πάντα εκεί
σελίδα που έμεινε ανοιχτή
στων κάκτων τα αδιάβαστα μάτια
με του γκρεμού την υποψία
να φωλιάζει στη γλώσσα της σάρκας μυστικά
και να θροΐζει στους τρόπους που ζήσαμε
με επιείκεια φθαρμένη
ό,τι μπορεί να διστάσει στους ρυθμούς της καρδιάς

 

ΣΤΑ ΡΗΧΑ

Όλα εκείνα
που μου διέφυγαν
ψίχουλα
της τελευταίας γιορτής
Άνοιξε
ένα μονοπάτι
στα ρηχά
Με χνώτα
κερασμένα
θα ‘ρθει ο χρόνος
πίσω
να με αναιρέσει

 

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι άγρυπνες
λέξεις
άηχα
στα βαθιά
το νερό
συλλαβίζουν
Μάτια
κοχύλια
κρέμασε
στο σύνορο
της νύχτας
Ύστερα
τρέξε
να κρυφτείς
κι ίσως προλάβεις
Αργεί
η μέρα
όταν
στην ερημιά της
ξημερώνει

 

ΣΕ ΣΤ(Η)ΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
έστυβε στις φλεγόμενες πληγές του
των υδάτων την τιμή
της γέννας του την ώρα
με νερό κι αλάτι να ξορκίσει
αλληγορία που ταξίδεψε
σ’ εφτά σημαδεμένες θάλασσες
δίχως βυθό το ύψος να ημερεύουν
ένοχος για το σκοτάδι των αθώων
αθώος για το αίμα που έκρυψε
στο νεύμα το εσπερινό
των ποιητών που χάθηκαν
εξόριστος απ’ τις σπηλιές
που οι κλωστές των αστεριών
μεθούν σε δισκοπότηρα ασημένια

Ο άνθρωπος των εφτά φεγγαριών
στέρεψε μια νύχτα σαστισμένη
το όνειρο που μοιράστηκε
στων ανέμων την αστείρευτη οργή
οργή που θρυμματίστηκε
σε παύση από στΗχο πλάγιο και μόνο

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΡΑΝΙΟ

Τα παιδιά στο τελευταίο θρανίο
έμαθαν πάντα να λείπουν
κάποτε στον απόηχο των ψιθύρων τους
την παρουσία τους ζητιάνεψαν
μα ήταν μάταιο σε τόσες απουσίες
Στο πλάι έμαθαν να γέρνουν το κεφάλι
μπροστά για να κοιτάξουν
κι όταν κουράζονταν
το βλέμμα έστρεφαν στο τζάμι
με τα πουλιά για να πετάξουν
ερήμην ουρανού

 

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

Τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο

Ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
αφού των αριθμών η ακρίβεια
δε με συμπάθησε ποτέ

Κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

 

ΠΑΡΟΥΣΑ

Στον ακάλυπτο
δημοπρασία ψιχίων
εκτελείται

Γδαρμένος αέρας
στις εκπνοές
των παραθύρων

Της μαργαρίτας
ο μίσχος
σπασμένος
σε χιλιάδες μάτια

Λέξη τσιγγάνα
αιωρούμουν
μ’ ένα φωνήεν κίτρινο
στον κρόταφο

Αστόχησα

Προκαταβολές
δε γίνονταν δεκτές

 

***

Λέξεις αγάλματα
αχάιδευτα
σημεία των καιρών
απέναντι
δεν έχουν πια

Σε δείχτες ματωμένους
εκκρεμούμε
ασπόνδυλοι υπό σκιάν

Με τα δικά τους μάτια
Κοιταζόμαστε
Κι ούτε που κλαίμε πια

 

Σε κάθε σκέψη μου γενναία
υπάρχει ένα δωμάτιο πληγωμένο
μ’ ένα τραπέζι ακάνθινο
και μια κραυγή χελιδονιού
στο κέντρο του
να φτερουγίζει τ’ όνομά μου

 

ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ

Κάθε μέρα με νέους τρόπους
συμπάσχεις στην τελευταία σου λέξη
δεν ξέρω πως να φοβηθώ
συνήθισα ν’ ανάβω τσιγάρο
όταν ανταποκρίνεσαι στις εκκλήσεις

Είναι που ο Μπρεχτ
χρειαζόταν πολλά
τον κόσμο για ν’ αλλάξει
κι εγώ δε διέθετα παρά τη λευκότητα
μιας πολυφορεμένης συνείδησης

Κι όταν ο Θεός αποφάσισε ν’ αναμετρηθεί
με τις σκιές των άδικα μαχόμενων
επέζησα σκάβοντας πρόσωπα
προσηλωμένα στο τίποτα
συλλαβίζοντας τις καλές μου προθέσεις
σε απόσταση αναπνοής

 

ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΙΑ

Από στόμα σε στόμα
η λήθη
μεταδόθηκε
Κάποιοι σκορπίσαμε
στα μάτια των παιδιών
για να σωθούμε
Κι εσύ που στένευες
όλο και περισσότερο
κέρδισες το σταυρό σου έντιμα
χωρώντας στα χαμόγελα
των άλλων
Εκεί να μείνεις
να επιβιώνεις
άταφος
Τώρα που γνωριστήκαμε
δε σε φοβάμαι πια

 

ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΠΙΘΑΝΑ

Μπαίνω στον κόσμο
απ’ το παλιό σου μέτωπο
κάτω απ’ το δέρμα σου
χαϊδεύω τελείες
αποσιωπώ
το κρυφό μου χώμα
κι έναν ίσκιο μωβ
που ξοδεύτηκε
σε ψίχουλα βιολέτας

Κάποτε κρεμόμαστε
απ’ την ίδια μοναξιά
καρφώναμε πισώπλατα μαχαίρια
στων αγαλμάτων τη σιωπή
καπνίζαμε μαύρες αλήθειες
κι όλα ήταν πιθανά

Κάποτε ένα καράβι
έστεκε ακίνητο
στο κέντρο της πλατείας
και γύρω του ομίχλη …

 

ΧΕΙΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ

Δε θεραπεύονται
οι χειρονομίες των λεπρών
μ’ εφημερεύοντα
ανάλγητα νυστέρια
κι ας φλυαρούν
οι χαλαστές των ουρανών
πρόσφορα αλλοιωμένα
Κάτω από το πρώτο σημάδι
υπαίθρια αλυχτά η σάρκα που λείπει
Κι ύστερα νύχτα
ως να χαράξει η νέα πληγή

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΩ

Ντύθηκε ο καιρός του φιδιού το πουκάμισο
κίτρινες λέξεις με μαύρες τελείες
κανείς δε με πρόσεξε όταν πέρασα
απ’ το μάτι της βελόνας απέναντι
μ’ ένα σταυρό δίχως όνομα
στη νέα γη σταθερά
ανάπηρες οι ανάσες με κάρφωσαν
Πρέπει να μάθω απ’ την αρχή ν’ αγαπώ
μαζεύοντας τα ψίχουλα των δρόμων
μακριά απ’ τις μέρες
που έρπουν στις διαβάσεις γι’ ασφάλεια
Δυο τρία απογεύματα από το υστέρημά μου
αρκούν να μαζέψω τη γύρη
απ’ τις σιωπές που έπαψαν να σημαίνουν
κι οι νεκροί θα σκορπίσουν στη θάλασσα

 

ΠΑΝΩ ΑΠ’ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
σε μια σταγόνα βροχής εγκλωβισμένη
κάποτε η πατρίδα μου
τα μάτια της θάλασσας φορούσε
τώρα ξερίζωσε και το τελευταίο κύμα
ήταν που αίμα αθώων σεργιάνιζε
με λάβαρο ελληνικό
ποιος το αντέχει

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
χάδια ακρωτηριασμένα στο κατώφλι
πόσα κλειστά παράθυρα χωράνε σ’ ένα βλέμμα
η λεμονιά συννέφιασε στον κήπο
κίτρινα ψέματα που αποσύρθηκαν
ελλείψει στέρεων ημερών

Ίπταμαι πάνω απ’ το άδειο σπίτι μου
αδέξια στην εύθραυστη φυλακή μου στροβιλίζομαι
ανέκαθεν δική μου υπόθεση ήταν η πτώση
το εισιτήριο πάντα του ανέμου

 

 

ΦΩΣ -2 (2013)

 

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Μαθαίνω απ’ την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντήθηκαν στο σταθμό
εκεί που τα τρένα
πηγαινοφέρνουν
τις ζωές των ανθρώπων

σε παράλληλες ρόγες
είχαν αποθέσει τις ανάσες τους
χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο
και πάντα αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες
στα καλλίγραμμα πόδια της
κάθε φορά οι ίδιες
σε κάθε ραντεβού
σαν ιεροτελεστία
που έπρεπε να προσδώσει
στην επανάληψη αξία μυστηριακή

αποζητούσε τα μυτερά τακούνια τους
σ’ αυτές τις σύντομες συναντήσεις
στον ήχο τους τσάκιζε το παράπονο
που χρόνια παλλόταν μέσα της
συνθλίβοντας με μανία
τα κουρασμένα βράδια της έλλειψης
στις παγωμένες πλάκες του πεζοδρομίου

το φιλί τους ήταν απόγνωση
που έλιωσε πάνω στο έντονο κραγιόν
κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν
αφού πάντα σχεδόν
έχουν κάτι να περιμένουν.

 

ΝΙΩΘΟΝΤΑΣ

Σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά
ανάμεσα
αγαπήσαμε
τη σιωπή του έρωτα
λατρέψαμε το στίχο
που έλιωσε την αμφιβολία
αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα
νιώθοντας…

 

ΟΣΟ Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος
καπηλεύεται αντιστάσεις

η καθημερινότητα αναίσχυντα σκυθρώπιασε
σε άστεγες καλή μέρες
κι η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια
φιλάνθρωπης συγκατάβασης

χέρια που άλλοτε έκοβαν μαργαρίτες
για να στολίσουν χειμώνες
αγκαλιάζουν ευλαβικά
τη θαλπωρή της πλαστικής επιβίωσης

νοθευμένα χαμόγελα
ξεπαγιάζουν στο πεζοδρόμιο
ντυμένα πεθαμένες εφημερίδες
με γεγονότα που σώπασαν τις λέξεις
στάζοντας τα τελευταία γραμμάρια
αποστεωμένης ανθρωπιάς

η νύχτα ναρκοθετημένη
με γυάλινες οάσεις
λιώνει μεθυσμένα αστέρια
να ζεστάνει επίγεια μοναξιά

όσο η πόλη κοιμάται!

 

ΦΩΣ-2

Η αλήθεια είναι
πως η ιστορία μας
δεν καταδέχτηκε ποτέ
τα τσίγκινα υπόστεγα
ούτε καν τα ληγμένα ταβάνια
κι ας έσταζαν μύθους και θεούς
στις μεγάλες καταιγίδες

κρατούσε αγκαλιά ένα άγριο περιστέρι
κι έπλεκε στίχους
να ημερέψει τα φτερά του
ύστερα ξέντυνε
το πιο γλυκό φθινόπωρο απ’ το βλέμμα του
και το κρεμούσε περιπαιχτικά
στις τεθλασμένες γωνιές του κεραυνού

πόσα νεκρά φθινόπωρα
σ’ ένα μόνο αγριοπερίστερο βλέμμα.

 

ΕΝΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ

Κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση
να ξαποστάσεις
τους φόβους σου
εντός της
άκαμπτος
αλλά με τη γνώση
πως η απάντηση
βρίσκεται εκτός των τειχών
λίγο πριν την τελεία
και πρέπει
να τη συναντήσεις
πριν βραδιάσει
το φως του φεγγαριού
πλανεύει
ακόμα και τους μυημένους.

 

ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΣΕ ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Αμάρτημα γλυκό
σε φθαρμένη λίστα αναμονής
περιμένει
να υψωθεί στο φως
απέριττο γυμνό εσωστρεφές

λιωμένες ικεσίες οι κραυγές του
αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη
πνίγοντας την ντροπή τους
στην αλμύρα του ιδρώτα
ταπετσαρία πολύχρωμη
η ανάγκη αγκαλιάζει τους τοίχους
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες
θιγμένης αξιοπρέπειας
σε ειδικά ράφια
χαμογελαστής υποτέλειας

όσοι παραιτημένοι προσέλθετε!

 

ΛΕΞΕΙΣ

Αγαπώ τις λέξεις
γιατί είναι δυνατές
αγαπούν
προδίδουν
προσδίδουν
αμφιβάλλουν
δακρύζουν
μα ποτέ δε λυγίζουν
δεν επαίρονται
δεν υστερούν

ξέρουν να αντέχουν την αλήθεια
να δωρίζουν τη συνήθεια
ξέρουν να κρύβονται στη σιωπή
να γυρεύουν τη στιγμή
μισούν την αποστήθιση
λατρεύουν την πεποίθηση

ξέρουν να στέκονται ψηλά
όταν η ευτελής μετάφραση
πληγώνει την ουσία τους

οι λέξεις είναι δυνατές
και μόνο ο άνεμος
μπορεί να κλέψει την ψυχή τους. 

 

ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Οι άθλιες μαριονέτες
συνεχίζουν να ζωγραφίζουν
παγωμένες μέρες
στα παραιτημένα χαμόγελα
της συμβιβασμένης αγανάκτησης
όσο μηχανεύονται
την επόμενη επίθεση
στο προφανές

η παράνοια παρακολουθεί τις λέξεις
να δραπετεύουν
σε ενορχηστρωμένη παράσταση
αμείλικτης εξουδετέρωσης
κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

 

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΖΩΕΣ

Θα ξανάρθεις
ένα καλοκαιρινό βράδυ
που το φεγγάρι θα γονατίζει
στο τελευταίο τέταρτο
ν’ αδειάσει στη θάλασσα
τις τελευταίες ανεκπλήρωτες ευχές

ξυπόλυτη θα χορεύω στην άμμο
ντυμένη απροσδιόριστα ταξίδια
θα κρατάς ένα καλάθι γεμάτο αστέρια
τρυφερά θα τα καρφώσεις στα μαλλιά μου

η νύχτα θα πλέκει
δαντελένια φυλαχτά στις λέξεις
να ξορκίσει τον άνεμο
μην κλέψει την ψυχή τους
κι όλο το φως στα μάτια μου
στιγμή από αλάβαστρο
που διένυσε δεκατρείς ζωές
σε μυστική παραίσθηση
να σ’ ανταμώσει.

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΙΓΑΣΗ

Παγωνιά ήχος τρισύλλαβης αποστασιοποίησης
επικίνδυνο σχήμα το συναίσθημα
συλλαβίζει την παραίτησή του
σε αναρτημένους τίτλους
παρηκμασμένης σωτηρίας

η επιβίωση αλυχτά στα προσχήματα
όσο η αγέλη κεντά την ερημιά της
στον επίλογο γενναιόδωρων χαμόγελων
κι η αναπνοή συνεχίζει
να ζεσταίνει την απορία
όσο οι λέξεις
απενοχοποιούν την αναίδεια

σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα
μιας κατασκευασμένης ευτυχίας
που πια δεν μπορεί
να επεξεργαστεί το παράλογο
και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει να αγκαλιάζει
λίγες στιγμές αυτογνωσίας
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι μικρές μας ιστορίες
πριν από μας υπήρξαν
κι εμείς δανείζαμε
το βλέμμα μας
να σμίγουν πριν βραδιάσει
ξεφλουδισμένες οι εποχές
τα χείλη μας να συλλαβίζουν
καλλωπισμένες συνταγές
αποξηραμένης ευτυχίας
το σώμα μας
πύλη εύπιστη να εισβάλλει
αισιόδοξη η φθορά
πλαστογραφώντας βήματα γενναία
κι όλες οι μέρες έτριζαν
στα ίδια ξύλινα πατώματα

κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε
κι οι τοίχοι ξέρουν να διαβάζουν
μονάχα την αλήθεια.

 

ΕΝΑΣ ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ένας ψεύτικος άνθρωπος
ευσυνείδητα κυκλοφορούσε ανάμεσά μας
κρατούσε ένα ποίημα σφιχτά στο στήθος
τινάζοντας σχολαστικά όσες από τις λέξεις
εναρμονίζονταν με τους χτύπους της καρδιάς του

ένα δάσος φορούσε για πρόσωπο
εκεί μπορούσε να ανιχνεύει
μεταθανάτιες παρομοιώσεις
κάθε που οι εποχές τέλειωναν μέσα του

κάτω από πέτρες που μύριζαν θάνατο
του άρεσε ν’ απολαμβάνει την καινούρια του γέννηση
στου σκορπιού το δάγκωμα χαρίζοντας
το προσωρινό του δέρμα

σ’ έναν ψεύτικο άνθρωπο
άρεσε να κυνηγά μαύρες πεταλούδες
πατώντας στις μύτες του εαυτού του
κι ύστερα ν’ αποξηραίνει στην ψυχή τους
τα δικά του φτερά.

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Περιοδικό «Μανδραγόρας», τχ. 57, Δεκέμβριος 2017
Η εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης της Νιόβης Ιωάννου

Για τον Peret –που παρέμεινε ως το τέλος ανυπότακτος υπερρεαλιστής– το αφετηριακό αίτημα του σουρεαλισμού δεν έπαψε ποτέ να είναι η επανάσταση της υποκειμενικότητας. Ο σουρεαλιστής ποιητής όμως αντί να προσπαθεί να υποτάξει την ποίηση στους σκοπούς του, αφήνει τους συνειρμούς ελεύθερους να υποτάξουν εκείνοι την ποίησή του, μιλώντας στη γλώσσα μιας ριζικά διαφορετικής εμπειρίας. Επικαλείται επικαλείται εικόνες και εκφράζει την εσωτερική ανάγκη απελευθέρωσης των συναισθημάτων, που αγγίζουν τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, μακριά από την εργαλειακή χρήση του Λόγου.
Το δρόμο αυτό της υπερρεαλιστικής άρνησης του έλλογου ακολουθεί με την τελευταία της ποιητική συλλογή, «εις άτοπον» (Μανδραγόρας, 2017), και η Νιόβη Ιωάννου. Η Ιωάννου κινείται στο χώρο του υπερρεαλιστικού στοχασμού. Με τη δυναμική της έκφραση φιλόσοφοι πάνω σε καθημερινά στιγμιότυπα για τη ζωή τον άνθρωπο και την κοινωνία. Στοχασμοί και στιγμιότυπα συνδέονται με τη σουρεαλιστική συνειρμικότητα που ξαφνιάζει και μελαγχολεί.
Η ποίηση της Ιωάννου αφήνει τον ακροατή/αναγνώστη να μετεωρίζεται ανάμεσα στις υπαρξιακές της αγωνίες, γοητευμένος από τις πρωτότυπες μεταφορές. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων μέσα στα ποιήματα ξαφνιάζουν το κοινό. Παρομοιώσεις και μετωνυμίες στολίζουν την ποιητική της έκφραση προσδίδοντας μία μαγική εικαστική διάσταση στη στιχουργική της.
Η νοηματική ρευστότητα που γεννά η σουρεαλιστική έκφραση γίνεται χείμαρρος μέσα στη συνειρμική κίνηση του στίχου. Ταυτόχρονα, η απουσία σημείων στίξης συμπλέκει τους στίχους σε ένα αδιάσπαστο σύνολο μέσα στη ρευστή στιχουργία κι εικονοποιία. Ο θρυμματισμένος στίχος εντείνει την αίσθηση της ρευστότητας αυτής. Ταυτόχρονα, όμως, με τις παθήσεις που επιβάλλει οξύνει τη συναισθηματική ένταση και την απογοήτευση με την αγωνία.
Ο υπερρεαλισμός όμως δεν προσφέρει απλώς μία εικαστική διέξοδο στην έκφρασή της. Βαθιά ριζωμένος στη στιχουργική της παραδίδει σε ένα σπάνιο βάθος την υπαρξιακή προβληματική της ποιήτριας για το χρόνο και τη μνήμη και τη φθορά . Με την επίκληση των αισθήσεων και των συναισθημάτων, μέσα σε μία απρόσμενη χρήση του λόγου, καθιστά το κοινό συμμέτοχο των υπαρξιακών αγωνιών της.
Απέναντι στο αμλετικό άγχος, που η ίδια η ανθρώπινη ζωή επιβάλλει, με φροϋδικούς όρους, η ποιήτρια επιστρατεύει τον υπερρεαλισμό ως μέσο άμυνας. Το παράλογο και ο συνειρμικός μετεωρισμός του νοήματος την προστατεύουν από το αίσθημα την άρνησης και την καθοδηγούν ως φαντασίωση στο κυνήγι του ιδανικού κόσμου. Ένα συναίσθημα ανικανοποίητου που φλερτάρει με τον θάνατο εμποτίζει τις συνθέσεις της .
Κι οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως πρόκειται για μία ποίηση εσωτερική. Ενώ όμως δίνει μία αίσθηση στατικότητας στις περιγραφές, η στιχουργική κίνηση μέσα στην συνειρμική αλληλουχία των εικόνων θέτει σε κίνηση όλο το κάδρο. Την ίδια στιγμή οι λέξεις που η ποιήτρια επιλέγει, ασυνείδητα συνδέονται από τον ακροατή με την αίσθηση της κίνησης, έστω κι αν τούτη είναι νωχελική . Άλλες φορές η κίνηση συνυποδηλώνεται με τη χρήση του αφηγηματικού/κινηματογραφικού ενεστώτα ή του μέλλοντα ή χρόνων με εξακολουθητικό ποιόν ενέργειας. Την αίσθηση της κίνησης ενισχύει και η συχνή παρουσία πουλιών και πεταλούδων. Ειδικά οι «πεταλούδες» προσφέρουν μία σπάνια ζωντάνια στο καναβάτσο.
Ταυτόχρονα, όμως, τα πουλιά υποθάλπουν και μία εσωτερική ανάγκη δραπέτευσης. Και είναι χαρακτηριστική σε όλη τη συλλογή η ανάγκη της ποιήτριας να δραπετεύσει, συναισθηματικά και αισθητικά. Η συχνή παρουσία «παραθύρων» καθρεφτίζει την επιθυμία απομάκρυνσης από τους σκονισμένους κλειστούς χώρους , όπως και η χαραμάδα στην πόρτα . Έτσι το «παράθυρο» μετατρέπεται σε ένα σύμβολο ψυχικής διαφυγής.
Την ίδια εκφραστική και συμβολική ανάγκη απομάκρυνσης υπηρετεί και η συχνή παρουσία του «ουρανού» και του «ορίζοντα» . Εκφράζουν την αναζήτηση του εξωτερικού χώρου ως σύμβολο αισιοδοξίας και ελευθερίας. Όταν ο άνθρωπος ζει –ή έτσι νιώθει– στην άκρη του γκρεμού απειλούμενος, η «θάλασσα» γίνεται το ποιητικό μέσο δραπέτευσης . Έτσι το υγρό στοιχείο εκφράζει τόσο την επιθυμία ως χώρος ταξιδιού και διαφυγής από την πραγματικότητα όσο και αισθητικά με τον χρωματισμό και την κίνηση που συνειρμικά η λέξη φέρει (αναλόγως και ο «ουρανός»). Έτσι το γαλάζιο σπάει εικαστικά τη μονοτονία του γκρι και του σκοταδιού, παράλληλα με άλλα χρώματα –συνήθως το κόκκινο– και τις οσφρητικές και ηχητικές εικόνες της.
Ένα άλλο βασικό σύμβολο στην ποιητική της Ιωάννου είναι η σελήνη. Το «φεγγάρι» –εκτός από την εικαστική παρέμβαση ως αντικείμενο ρομαντικής μελαγχολίας– αποτελεί και ένα βασικό σημείο αναζήτησης φωτός μέσα στην απογοήτευση. Η ποιήτρια απεγνωσμένα ψάχνει ακτίνες φωτός που να διώξουν το συναισθηματικό/ψυχικό σκοτάδι που την πολιορκεί. Και τούτο συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη δραπέτευσης.
Η σελήνη ως σύμβολο ρομαντισμού και μοναδικής πηγής φωτός στις νυχτερινές συνθέσεις απειλείται. Άλλοτε κινδυνεύει στο γκρεμό μισοφαγωμένη ή τραυματισμένη που λιώνει/στάζει και δέχεται τη βία κι άλλες φορές λειτουργεί ως καταφύγιο από τη μοναξιά και τον πόνο που βιώνει σε μία παρακμιακή κοινωνία, η οποία εκούσια φυλακίζεται σε σκοτεινούς χώρους.
Ωστόσο, η Ιωάννου δεν μένει απλά σε ένα συναισθηματικό και θολά αισθητηριακό παιχνίδισμα των λέξεων. Μέσα στην υπαρξιακή προβληματική, οπλίζει τη σκέψη του κοινού. Η ίδια μένει παρατηρητής της ζωής και των παθών της καταγγέλλοντας ή σαρκάζοντας όσα ενοχλούν έναν σύγχρονο άνθρωπο. Και τούτη η δραπέτευση αποκτά συχνά και χαρακτηριστικά κοινωνικής ανατροπής και αλλαγής όσων πληγώνουν τους ανθρώπους. Έτσι η κοινωνική διαμαρτυρία δένεται με την αγανάκτηση άλλοτε με υπερρεαλιστικές αλληγορίες και άλλες φορές έμμεσα.
Επιλογικά, με οδηγό την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα, η Νιόβη Ιωάννου μεταπλάθει ονοματικά σύνολα και νοήματα. Η σουρεαλιστική έκφραση μέσα στη στιχουργία της αγκαλιάζει τον ακροατή/αναγνώστη και με τις εξωλογικές συνδέσεις της προσπαθεί να το θεραπεύσει από την τρομακτική πραγματικότητα, από τη δικτατορία της λογικής απέναντι σε όσα μας τρομάζουν. Έτσι, ο υπερρεαλισμός της γίνεται ένα φωτεινό μονοπάτι της φαντασίας και του δυναμικού λόγου, απέναντι σε ό,τι ανούσιο ή φοβικό περιβάλλει την ποιήτρια.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 20/6/2018

Κινούμενα ποιήματα

Μια συλλογή κινούμενων ποιημάτων. Η έννοια της ρευστότητας. «ραγισμένοι/απ΄ το πρώτο φωνήεν/θα κοιταχτούμε/στα φώτα του δρόμου/σα να συμβαίνουν/όλα μακριά/σ΄ έναν καιρό/παιδικό/ανυπεράσπιστο/ που αρχίζει/ Αγαπώντας». Δίχως σημεία στίξης, δίχως κεφαλαία και όμως ο ρυθμός της ανάσας και του ειρμού δεν χάνονται ούτε στιγμή. Εικόνες αλλεπάλληλες με ταχύτητα πορείας που δεν εμποδίζει την κατανόηση. Ποιήματα αλλεπάλληλων καρέ κινηματογραφικής γραφής. «όμως μια μέρα μακρινή/θ΄ανοίξεις το βορεινό παράθυρο/κόντρα στην άνοιξη των θνητών/να χαϊδέψεις/ το δέντρο με τα κόκκινα φύλλα/με τρόπο τρυφερό κι οικείο/να μαζέψεις τα μάτια των πουλιών απ΄ το περβάζι/-με όλες τις παρουσίες που δεν έγιναν-/πριν να νυχτώσουν και χαθεί η μνήμη τ΄ ουρανού/απ΄ τα μαλλιά και τα λόγια μας». Αφαίρεση, ναι αφαίρεση, και οικονομία που ευνοούν την ευτυχία του λελογισμένου πλούτου. Όλβιος ο ταξιδιώτης εδώ γιατί μπορεί και συμμετέχει στο πάθος των γεγονότων παρά την απόσταση, παρά την οδύνη, παρά το σύνθετο της συντριβής. Χιλιάδες λέξεις με συνάφεια ως αποτέλεσμα. Ακόμη και οι αντιθέσεις δεν είναι παρά λογικές επιτάχυνσης. Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας σε μια και μόνη προθήκη όπου τα βεβαρυμμένα ως εκ φύσεως επίθετα συμβάλουν στην ελαφρότητα του ορυκτού. Όπως αφήνει το έδαφος μια Κόρη από μάρμαρο, με χέρια σφιχτά στους μηρούς, και φεύγει έγχρωμη κι ωστόσο λευκή, ολόλευκη. Τα φτερά της βαρύτητας ποτέ δεν φαίνονται, ποτέ δεν ακούγονται. «για να σωθούμε/κρυβόμαστε κάτω απ΄ το μεγάλο τραπέζι/ορίζοντας πλεγμένος με ψιλό βελονάκι/επαναλάμβανε την ίδια εκρού ανεμώνη ξανά και ξανά/ώσπου κατέληγε στο πάτωμα/ μέσα από μια οπτική σφαιρικής εχεμύθειας/να σέρνεται σε καλογυαλισμένα παπούτσια/-ήτανε σίγουρο πως ποτέ δε θα ΄φταναν στο χείλος του γκρεμού-/η Μαρία δεν ήθελε να σωθεί/βάδιζε κάθε μέρα ξυπόλυτη ως εκεί που τέλειωνε το δωμάτιο/ύστερα πάλι πίσω…». Όπου ο χρόνος, η ηλικία και οι άγιοι συμπλέκονται. Σώμα από μείγμα μετάλλων το ποίημα. Όχι σποδός αλλά μάγμα παχύρευστο. Κάθε ποίημα κι ένα σύννεφο που ακολουθεί το μάτι προς τον ορίζοντα του κατανοητού.

Ποίηση, γροθιά – γροθιά, απλωμένο χαλί από είδη αγριολούλουδων στο χιόνι των σελίδων. Άρωμα και χρώμα και γεύση που υποπτεύεσαι στο στόμα ενός μακρινού ρήτορα κι ωστόσο πλάι σου, στην αγκαλά σου, μέσα σου. «αποσύρομαι εχέμυθη/κρατώντας/σημειώσεις με την πλάτη στον τοίχο/η ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα/είναι συμπτωματική/για του λόγου το αληθές/σβήνω τα μάτια απ΄ τις λέξεις/άλλα μάτια δεν έχω». Λιτότητα όπως η παλέτα μιας αγιογραφίας. Χρώματα καθαρά, περιγράμματα ξεκάθαρα, νόημα που συλλαμβάνεται ακριβώς στο σημείο του ασύλληπτου. Με κανένα τρόπο δεν μιλάς για στεγνό, αδιαπέραστο τοίχο, αλλά για υγρό ουρανό, για παλλόμενη υπόθεση· για κυματαγωγή μιλάς. Κλείνεις το βιβλίο και σαν να αποβιβάζεσαι από τρικυμία. Σε λίγο ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ήταν ένα κομμάτι ζυμάρι και τόση ώρα, πόση ώρα δεν μπορεί να πει, πλάθονταν στην έμπειρη, στην διάπυρη παλάμη του δημιουργού. Αμήν.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΜΠΟΧΟΛΗ

FRACTAL 6/12/2017

Η συμπόρευση της ποίησης

Η ποίηση είναι ένας υπαινιγμός. Σχόλιο στο τυχαίο του κόσμου, στο ηρακλείτειο «άελπτον», στο απρόβλεπτο και αφανές, στο άτοπον. Η ποίηση είναι μία συμπόρευση. Στην απρόβλεπτη επανάσταση της ζωής, στο αναπάντεχο, πέρα από κάθε σκέψη προσμονής, γεγονός, που έρχεται για να αναθεωρήσει τις ζωές μας και να τις τοποθετήσει σε νέα μοίρα, απρόβλεπτη, μοίρα όμως ουσίας και συνειδητής βίωσης των πραγμάτων. Η ποίηση είναι η τρυφερότητα στο άγγιγμα του λόγου, τρυφερότητα, που τη μαρτυρεί η αρχαία ετυμολογική της απαρχή, στενά συνδεδεμένη με την απαλή πόα, το δροσερό λουλούδι των απότομων ομηρικών βράχων και των ησιόδειων ψηλών βουνών. Η ποίηση είναι ο ίδιος ο θρίαμβος της αβρότητας στην σκληρή, καθεστηκυία, συμπαγώς προβλέψιμη, εξέλιξη των ροών του βίου.

Αυτή την εμπνευσμένη στις ανατροπές της ποίηση ανιχνεύουμε στην νέα ποιητική συλλογή της Νιόβης Ιωάννου από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (2017), με τον χαρακτηριστικό τίτλο Εις άτοπον, που από μόνος του συνιστά έναυσμα φιλοσοφικής, στοχαστικής, διαπραγμάτευσης. Και αυτήν την ποίηση αγαπάμε, την ποίηση που καταδεικνύεται όπως εδώ, βακτηρία και πολύτιμο πνευματικό στήριγμα στην αμετάκλητη πρόκληση, στην δυσοίωνη αλλαγή, που όμως δεν οδηγεί στην φθορά της παραίτησης, αλλά στην ανανέωση της στόχευσης. Και όλα αυτά με ένα προσωπικό λογοτεχνικό ύφος, το ύφος της Νιόβης Ιωάννου, λυρικά αισθαντικό, ξεχωριστά προσωπικό και συνάμα ευφυές στη μεταβλητότητα που ευαγγελίζεται. Ό,τι μεταβάλλεται, επιβιώνει, αυτό που ο χρόνος με την αλλαγή και την αλλοίωση φθείρει, η ποιητική γλώσσα το κάνει να διαρκεί, ακριβώς γιατί το εξελίσσει με την διαρκή ανανέωση στη ματιά και την εσωτερική διαπραγμάτευση.

«Τις λέξεις σου φορώ
που συνεχίζουν τις μορφές
από σελίδα σε σελίδα ως να ξεχάσουν
με σώματα φθαρμένα από χάδια και ψιθύρους
Τα χέρια σου φορώ συλλογισμένα
να σκάβουν τον πλησίον
περιμένοντας την καρδιά του ν’ απλωθεί καλοσύνη τρεμάμενη
Τη γλώσσα που με επινόησε μιλώ με τη φωνή σου
χαμηλώνοντας τη μουσική στον πρώτο αναγκαίο θάνατο»

(Εις άτοπον)

Ο φόβος, ο τρόμος, ο εγκλωβισμός στην επιθυμία, οι μνήμες που πονούν γίνονται φυλακή και εσωτερική αναγκαία δύναμη απολύτρωσης, το πρώτο σκαλοπάτι στη πορεία της γνώσης. Ο ενδιάμεσος σταθμός, το τίποτα. Η πραγματική, «εις άτοπον», εποικοδομητική-σχήμα οξύμωρον όπως υπονοείται εδώ-ανατροπή.

δύο άνθρωποι
τέσσερις
ίσως οκτώ
το κεφάλι του σκύλου
ανάβει και σβήνει
γύρω ποτήρια με
χείλη κεφαλαία μικρά
το σκοτάδι
αφαιρώ από τον ίσκιο μου
τα πουλιά
τώρα που κανείς
δεν κοιτάζει το δάσος
πόσο φοβάμαι
το κλαδί που χτυπά
στο παράθυρο

(Φοβάμαι)

μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δύο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σχοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί από τις χούφτες του

(Με τρόμο)

με ξένες μνήμες
ονειρεύτηκα
κόκκινα ψάρια
από άλλων τρικυμίες
πηδούσαν
απ’ το παράθυρο
όταν έσβηνε το φως

(Μνήμες από λέπια)

έμαθα πως
ρωτούσες για μένα
το σιωπηλό μου φόρεμα
κρατώντας
αγκαλιά
όμως κανείς δε με γνώριζε
μνήμη
από χίλια σκοτάδια το σώμα μου

(Έμαθα)
εκείνοι
οι άνθρωποι
ακόμα
παραμονεύουν τα μάτια μου
όμως δεν έχω
τίποτα
πλέον να σώσω

(Τίποτα)

Οι λέξεις είναι σηματοδότες. Και ορίζουν τη μορφή της σκέψης στο δημιουργικό χάος του τροφοδότη νου. Με τον μικρόκοσμο των λέξεων, λέει ο δοκιμιογράφος Χρίστος Τσολάκης, ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης, του ανθρώπινου μόχθου. Γέφυρα όμως στην άπειρη αφυπνισμένη συνειδητότητα, το «τίποτε», που η ποιήτρια καθοριστικά προβάλλει• το καθαρτήριο της σκέψης, ο ιδεατός ά-τοπος χώρος, στον οποίον η πνευματική υπόσταση καθαίρεται από τις δανεικές έξωθεν ιδέες και κρίσεις που γίνονται δεσμώτες, ακριβώς γιατί «κτίζουν» έναν λεπτοφυή, δεύτερο, επίκτητο, εαυτό που φυλακίζει. Το «τίποτε», το προσωπικό «τίποτε», εκεί που η ατομική πνευματική αρχή στοχεύει «εις άτοπον», γιατί απελευθερώνεται. Λυτρώνεται από την πνευματική φενάκη, που άδηλα την καταδυναστεύει και προβάλλει την ξένη ιδέα ως οικεία. Ο άχρονος και γι’ αυτό αιώνιος κόσμος του «τίποτε», εκεί όπου ο άνθρωπος αποδεσμεύει τον έγκλειστο εσωτερικό πυρήνα του κι ανακαλύπτει την αληθινή πηγή της αυτογνωσίας του. «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα», διατείνεται ο Σωκράτης, «μη λεωφόρους οδούς στείχειν», συμβουλεύει ο Πυθαγόρας, «σε μία ψυχή τελείως ελεύθερη από σκέψεις και συναισθήματα ούτε η τίγρη δεν μπορεί να μπήξει τα νύχια της» αποφαινέται η στοχαστική θυμοσοφία της Ανατολής. Και αυτήν την πνευματική παρακαταθήκη γενεών, λαών και πολιτισμών μας θυμίζει με τη σεμνή, προικισμένη, γραφή της η Νιόβη Ιωάννου.

το ίδιο δάσος μας ακολουθεί
με τα δέντρα και τα πουλιά και τα φύλλα
με το ποτάμι ραγισμένο
στου κοριτσιού τη μεγάλη φωνή-το φόρεμά του πνίγηκε μονάχα-

το ίδιο δάσος…

στις παρομοιώσεις των σκιών αδηφάγο
στων κυνηγών τα απαράλλαχτα μάτια
ανυποψίαστο
το ίδιο δάσος μας ψιθυρίζει
πίσω μη δεις.

(Πίσω μη δεις)

Η ποίηση δεν είναι αναπόληση εαυτού και αυτοκριτική. Δεν είναι έκφραση ατομικού ή συλλογικού συναισθήματος, κραυγή ψυχής και αποφόρτιση εσωτερικού βάρους, δήλωση έντονων προσωπικών και κοινωνικών στιγμών, αντίδραση στη δράση. Αυτά είναι τα πρωτόλεια βήματα της ποίησης, αναγκαία βέβαια, αλλά όχι πρωτεύοντα, αναβαθμοί ωστόσο μίας ανέλιξης που οδηγεί στο καίριο, το κύριο, στο ουσιώδες, τίποτε άλλο πέρα από την ανακάλυψη και αφύπνιση του ίδιου του πνεύματος. Γιατί η ποίηση, μόνο τότε είναι μεγαλειώδης, όταν φιλοσοφεί και συν-κινεί πνευματικά και τέτοια ποίηση υπήρξε στο παρελθόν και έθρεψε την ανθρωπότητα, με εκκίνηση τον Όμηρο και συνέχεια άλλους μεγάλους λογοτέχνες, Έλληνες και ξένους. Γιατί είναι αναντίρρητη η αλήθεια ότι η πνευματικότητα, μόνο όταν τροφοδοτηθεί με συγκίνηση, αποκτά νόημα και μπορεί να εκφράσει σε δυσθεώρητα ύψη το μέγεθος και την αξία της ανώτερης ιδέας, που άλλως θα έμενε στο επίπεδο μίας απλής παράστασης πόνου, το περισσότερο μίας κομψής ελεγείας. Κι εκτιμούμε τους ποιητές εκείνους που πίσω από το έργο τους αφήνουν να εννοηθούν οι ελιγμοί του πνεύματος που υφέρπουν και οι δημιουργικές θεωρητικές ενατενίσεις. Κάτω από το πρίσμα αυτό η ποιητική εργασία της Νιόβης Ιωάννου μας προσφέρει πολλές και γόνιμες εσωτερικές συνειδητοποιήσεις και ενοράσεις. Κι εκτιμούμε την ποίηση που πλαταίνει ακόμη περισσότερο τους δρόμους όχι μόνο της ψυχής, αλλά και του νου.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 07/06/2017

Μοναχικός παρατηρητής του κόσμου

Napoli di Romania ή η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος…
ένα μικρό κοριτσάκι, γεννημένο στη Γερμανία, περπατούσε, έπαιζε, και χαιρόταν τη ζωή στα στενά σοκάκια του Ναυπλίου κι ένιωθε να διαβαίνει την ιστορία.
Κλειστός, μοναχικός χαρακτήρας, απόμακρη στις παρέες… κι όπως τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή μας… ο χαρακτήρας χτιζόταν μέσα σε ένα διαφορετικό εσωτερικά ψυχολογικό, και πνευματικό περιβάλλον.
Έδειχνε το διαφορετικό, που αποδεικνύεται σήμερα να έχει ακολουθήσει, τον δύσκολο δρόμο του λόγου. Όλα λειτουργούσαν στο υποσυνείδητο της, παιδάκι ήταν και δεν το αντιλαμβανόταν.
Όταν έπρεπε να μάθει ένα ποίημα για τις σχολικές γιορτές, η κυρία Παναγιώτα, η μητέρα της, της έγραφε στο μαγνητόφωνο το ποίημα και το έβαζε να παίζει όλη μέρα, για πολλές μέρες, μέχρι που στο τέλος, η μικρή, θέλοντας και μη, το μάθαινε.
Και τα χρόνια περνούν, τα βήματα στα στενοσόκακα μεγαλώνουν μέσα σε μια εφηβεία γεμάτη σκιρτήματα πρωτόγνωρα κι ερωτήματα, για τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις και όλα τα παρεπόμενα τους.
Με ενδιαφέρον και περιέργεια, μπροστά στις αναζητήσεις και τα ερωτήματα της, επιδόθηκε μέσα από την πρώιμη ποιητική γραφή να δίνει τις δικές της απαντήσεις και εκδοχές.
Η μητέρα της που διάβαζε τα γραφτά της άρχισε να την θεωρεί αντισυμβατικό χαρακτήρα, με μια αίσθηση θαυμασμού όμως που προσπαθούσε να την κρύψει για να μην πάρουν τα μυαλά της αέρα.
Την καμάρωνε μέσα στη σιωπή της γιατί κι εκείνη ήταν απειθάρχητη με τα κακώς κείμενα της ζωής.
Αρκετές ήταν οι φορές που η έφηβη κοπέλα, πήγαινε σε εγκαταλειμμένα σπίτια, έμπαινε μέσα κρυφά κι ανάμεσα στα σκονισμένα αντικείμενα ξεδίπλωνε τις σκέψεις της στο χαρτί κάνοντας τις λέξεις ν’ αλυχτούν στην όψη της μνήμης, μ’ απρόσμενες στιγμές μπροστά στο χρόνο να στέκουν επίμονα στο φέγγος της νύχτας.
Ήταν οι στιγμές που η εις Άτοπον απαγωγή, άρπαζε το μυαλό της… το οδηγούσε μακριά από τη τυπική λογική προς τη συλλογιστική μέθοδο. Επάνω στο λευκό χαρτί αποτυπώνονταν οι προθέσεις των σκέψεων της φανερώνοντας την υπερβατική προσωπική της αλήθεια. Την αλήθεια ενός άδολου κόσμου που έκρυβε στη ψυχή της απέναντι στις αντιθέσεις της ζωής, του τι είναι σωστό και τι λάθος
Λάξευε τις λέξεις μέσα στις πρώιμες αβέβαιες νεανικές διαπιστώσεις… η πρώιμη φωνή της δεν είχε αντίκρισμα, ήταν όμως εκείνο το μολύβι που χάραζε μέρα τη μέρα σχήματα στην άμμο… που έχτιζε κομμάτι κομμάτι, νοερά το μέλλον, κοιτάζοντας πάντα, δίχως φόβο, κατάματα τ’ αστέρια να αρνούνται να δώσουν εκείνο το απτό νόημα στη μοναξιά της θάλασσας.
Η έφηβη κοπέλα της Napoli di Romania μεγαλώνει σ’ έναν χρόνο που τρέχει αμείλικτος, επάνω σε χειμώνες και καλοκαίρια με μια άλλη ειλικρίνεια,
αμετάκλητη στη μακρόχρονη πείρα της μεταμόρφωσης αφήνοντας να παίζουν πίκρες και χαμόγελα στα χείλη της, ενώ σωπαίνοντας οι στιγμές της φλυαρούν για το αίμα που στάζουν τα ασύνορα βλέμματα…
Μέσα σε εκείνα τα χρόνια, σπουδάζει και τελειώνει στην Αθήνα τη Γαλλική Ακαδημία. Με ένθερμη προσήλωση μεγαλώνει ένα υπέροχο παλικάρι, το γιο της τον Αλέξανδρο… αλλά ποτέ δεν σταματά να γράφει ποιήματα…
Οι λευκές σελίδες ως ένα σφιχτοδεμένο δίχτυ λέξεων παγίδευαν το πλέγμα των φράσεων κρατώντας τη διαχρονικότητα τους, παρά τον αδιάφορο χρόνο που μεσολαβεί πάντα στα ανθρώπινα, να μπορούν πάντα να διατηρούν την αλήθεια της προσωπικής της έκφρασης, όπως τότε σε εκείνο το δωμάτιο.

ΘΥΜΑΜΑΙ

ήμουν σε κείνο το δωμάτιο
θυμάμαι
κάτω απ’ τις πατημασιές
των αλόγων
θαμμένη για χρόνια
δεν είχα πια μαλλιά να κρατηθώ
η φωνή μου
άλλαζε δέρμα στο πάτωμα
και τα μάτια … τα μάτια μου
άδεια γραμμή
που περίμενε
κάποιος να σπάσει την πόρτα
στον τοίχο ψηλά
ένας Χριστός καρφωμένος
μαχόταν για την ψυχή μου
με τα χέρια σταυρωμένα
στο στήθος
πιο κάτω
το σιδερένιο κρεβάτι
λευκή επιμονή
τσαλακωμένη
στη σάρκα
κι η πολυθρόνα
στο χείλος του γκρεμού
-στους κίτρινους φίλους άρεσε
από κοντά
να θαυμάζουν το θάνατο-
δυτικά το παράθυρο
μισάνοιχτο
χελιδόνια λευκά στις κουρτίνες
όταν φυσούσε
έτρεχαν στο φεγγάρι
κι επέστρεφαν
επέστρεφαν
χιλιάδες επέστρεφαν
κι ακουμπούσαν απαλά
τα φτερά τους
στο πάτωμα

από τη συλλογή Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας

Κι ότι δεν της αρκούσε, κι ότι δεν της αρκεί, βρίσκει διέξοδο μέσα στην ποίηση, ξαναδημιουργεί τη ζωή, από την αρχή… της δίνει σχήμα, την επινοεί μέσα από κάθε ιδέα, κάθε σκέψη και μέρα τη μέρα γινόταν… έγινε τελικά, στάση ζωής.
Ιδεατές οι απόψεις της για τα ουσιώδη κεφάλαια της ζωής… ιδιαίτερα το αίσθημα της δικαιοσύνης ήταν και είναι πάντα το χαρακτηριστικό στοιχείο της που την έκανε και την κάνει να αντιδρά στην αδικία, πιστεύοντας βαθιά μέσα της πως πάντα θριαμβεύει το καλό.
Όμοια όμως πίστη τρέφει και για τα υπόλοιπα σημαντικά κεφάλαια όπως τη γέννηση το θάνατο… την ποθητή αγάπη, αλλά κυρίως εκείνο της διαιώνισης, την αρχή όλων, τον έρωτα, που τον χειρίστηκε με έκφανση πλατωνική για να περισώσει, να προστατέψει ίσως, όσο γινόταν την απομυθοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων.
Συνεπώς, η ποίηση όλο και πιο πολύ γινόταν η αναγκαία της απεικόνιση ενός ρεαλιστικού κόσμου, καθώς η ίδια -η ποίηση- της έθετε ένα σημαντικό όριο μέσα στη φιλολογία της εν πολλοίς υπερρεαλιστικής εκφραστικότητας της, σε στΗχο πλάγιο και μόνο

Και καθώς μέσα στους στίχους της εκφράζεται μια υπέρμετρη δυναμική… βλέπουν το φως τρεις ποιητικές συλλογές.
Φως – πλην δύο, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη… Σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις Οσελότος.. Εις άτοπον, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Στους στίχους της εκφράζεται το αίσθημα του ανικανοποίητου, της αναζήτησης του ιδεατού… της ταύτισης με το απόλυτο της ψυχής.

Ακόμη και στις συνοπτικές πεζογραφικές, de profuntis αναφορές, γεμάτες υπαινικτικά στοιχεία και αλληγορίες, τύπου Μπωντλέρ, αφήνουν έντονη την αίσθηση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου.

Κείμενο

Έκλεισε δυνατά την πόρτα. Το δωμάτιο αναβόσβηνε μαζί με το χαμογελαστό της πρόσωπο στην κορνίζα. Τελευταία όλα έμοιαζαν σα να συνέβαιναν εδώ και κάπου αλλού ταυτόχρονα. Πήγαιναν κι έρχονταν αθόρυβα, μεταφέροντας το θάμπος των στιγμών που ζητούσαν να παραμείνουν ανεξιχνίαστες. Η μουσική απ’ το πλαϊνό δωμάτιο όλο και δυνάμωνε. Το τραπέζι στρωμένο από πέρυσι τέτοια μέρα. Πεινούσε και κρύωνε. Ξάπλωσε στον καναπέ και κάρφωσε τα μάτια του στο ταβάνι. Παρακολούθησε τη μικρή αράχνη που ύφαινε στον τοίχο τον ιστό της. Εδώ κι ένα χρόνο του κρατούσε συντροφιά. Του άρεσε να την αφήνει να μπερδεύεται στις σκέψεις του, να πλέκει διαδρόμους που δεν οδηγούσαν πουθενά. Βούλιαξε μέσα στο τριμμένο παλτό κι ανάσανε κοφτά στο σπασμένο μικρό καθρεφτάκι. Αν είχε πεθάνει θα μπορούσε τουλάχιστον να δει τη μορφή του. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά. Το δωμάτιο αναβόσβηνε πιο γρήγορα. Αυτή η απαλή επιστροφή στο τίποτα τον έκανε να φοβάται όλο και λιγότερο. Παρατήρησε τις δυο μεγάλες ρυτίδες που χαράκωναν το μέτωπό του… τα μαλλιά του που είχαν ασπρίσει…

Ένας λόγος που θέλει να επουλώσει βαθιές πληγές μιας αποκρουστικής πραγματικότητας, να διαχύσει φως σε σκοτεινές ψυχές από συμπεριφορές που αιμορραγούν πληρώνοντας η ίδια για όσους δεν ξεχωρίζουν τις αξίες και μένουν έρμαιοι σε μια ζωή χωρίς ουσία.
Σαν μοναχικός παρατηρητής του κόσμου γράφει σε άλλη διάσταση σαν να μην αποτελεί σώμα του. Η διαφορετικότητα της σκέψης και η υπερβολική προσωπική ευαισθησία δεν μπορεί να την εντάξει σε καμιά κοινωνική ομάδα. Πολλές αχτίδες πλημμυρίζουν το νου της, όπως γράφει στο ποίημα που ακολουθεί Στη Σοφίτα, από τη συλλογή σε στΗχο πλάγιο και μόνο

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

τόσα δωμάτια εντός μου
κάθε μέρα κι από ένα τακτοποιώ
τελευταία τη σοφίτα αφήνω
κι ας με χλευάζει η θέα στον ακάλυπτο
ρέστα από προηγούμενες ζωές
τα κέρματα κάτω απ’ το κρεβάτι
την αισθητική μου προκαλούν
όμως συνήθισα
το ελλιπές υπόλοιπο να μη γνωρίζω
δε με συμπάθησε ποτέ
των αριθμών η ακρίβεια
κι όμως ό,τι μου ζήτησαν έδωσα
ακρωτηριασμένη ως το δέκα μετρούσα
κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή

σε στΗχο πλάγιο και μόνο, εκδόσεις οσελότος 2014

Σιωπηρά αφοσιώνεται στα δικά της ψυχικά βάθη κι εκφράζεται στα ίδια σκοτάδια της νύχτας πίνοντας γέλια του δρόμου μαζί με αλήθειες και ανθρώπινους θυμούς αφήνοντας πάντα την πόρτα των σκέψεων της μισάνοιχτη να μοιάζουν φαινομενικά όλα ετούτα σε μια ακίνητη γραφή, αλλά τόσο ευέλικτη που οδηγεί τις σκέψεις μας σε νέες κατευθύνσεις υποβάλλοντας μας να ψάξουμε και να προβληματιστούμε, στο δικό της ποιητικό μύθο.
Υπερρεαλισμός μέσα από συναίσθημα… αυτός είναι ο όρος που δίνω στη τελευταία της ποιητική συλλογή, Εις Άτοπον από τις εκδόσεις Μανδραγόρας και τούτο γιατί με πεποίθηση στέκει νηφάλια στο χάος των λέξεων με μια τεχνική αρτιότητα που είναι το προσόν της έκφρασης της να μας βάζει στην ατμόσφαιρα της, να θέλγει τα συναισθήματα μας και να μας αρέσει να διαβάζουμε πέρα απ’ τα συνήθη σαν κάτι σαν τίποτα.

ΣΑΝ ΚΑΤΙ … ΣΑΝ ΤΙΠΟΤΑ

χιτώνες κενοί μαραμένοι
θα σμίξουν στον ύπνο μας
τους ώμους της εγκόσμιας μοναξιάς
τρυφερά θ’ αγκαλιάσουν
τα τραύματα πορφυρά μελιστάλαχτα
θα έχουν κοπάσει
στους αγκώνες των οικείων
γδαρμένες οι πόρτες
θ’ ανοίξουν
-άγνωστα αρχικά, σιωπή να θυμίζουν-
χίλιες σκιές … ύστερα χώμα
κι ο χρόνος στα οστά του κρυμμένος
απόηχος από άδεια αγγίγματα
σαν κάτι … σαν τίποτα
ποτέ
να συνέβη

Εις Άτοπον, εκδόσεις Μανδραγόρας 2017

Υπερρεαλισμός στα ίδια απογεύματα, πίνει γέλια και θρήνους των δρόμων και ξεχνιέται έρμαια κλεισμένη στη υπομονή της δημιουργίας. Εις Άτοπο χρόνο κάνει τον λόγο αιώνιο και πάντα επίκαιρο, να συναντιέται μετά από χρόνια στο άπειρο με μια διαχρονικότητα που θα έχει τη δύναμη να λιγοστεύει το χρόνο και να αποδεικνύει πως στέκεται ως η συνεπέστερη εκπρόσωπος της υπερρεαλιστικής έκφρασης.

 

ΣΕ ΣΤΗΧΟ ΠΛΑΓΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

diavasame.gr.1/4/2015

Ηχούν οι λέξεις ρυθμικά σε μουσική συναισθημάτων άδηλων σε στήχο πλάγιο μόνο… Σύλληψη ενός ποιητικού λόγου πνευματικού, εκφραστικού και ωραίου. Να δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματα που εγείρονται μεταμορφωμένα σε εικόνες μιας εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, σε μια δημιουργία που προκαλεί αισθητική συγκίνηση.

Η Νιόβη Ιωάννου με το ταλέντο της, τη φαντασία, και τη δύναμη τής πνευματικής σύλληψης, με γνήσια και βαθιά ευαισθησία εκφράζει τις ψυχικές αγωνίες, τους ανθρώπινους πόθους και προσδοκίες, γίνεται δείκτης μιας διαπροσωπικής επικοινωνίας στον ουσιαστικό και ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ποιητικής τέχνης. Μια έκφραση απόλυτης γλωσσικής εκφοράς που σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική στα ποιήματά της, γιατί μας δείχνουν πώς να αισθανόμαστε την τέχνη του ποιητικού λόγου της. Λόγος που διακρίνεται για την ακρίβεια των λέξεων, υπηρετώντας πιστά την πλούσια ελληνική γλώσσα μας… Για τη δοτικότητα ελεύθερων εννοιών από ιδιοκατασκεύαστες δεσμεύσεις, όπως προλήψεις-δόγματα-ιδεοληψίες. Για την εκφραστική πλαστικότητα του ρυθμού απόδοσης, φανερώνοντας έμπρακτα την ποιητική αυτοτέλεια της συνολικής άποψης τής ποιήτριας.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, εγείρεται ο έρωτας και θα ολοκλήρωνα με ένα απόφθεγμα αυτή την ενότητα, με τη δυναμική και το πάθος που κυοφορούνται μέσα του: «Από αγάπη μπορεί και να πεθάνεις, από έρωτα μπορεί και να σκοτώσεις». Στη δεύτερη, αναγνωρίζεται έντονα το υπαρξιακό στοιχείο. Όπως ο Νίτσε, έτσι κι ο Σαρτρ, με τον δικό του τρόπο σκέψης και έκφρασης, προέτρεψε τον άνθρωπο να αναζητήσει το ηθικό χρέος του πέρα από τις ηθικές αρχές που έχουν καθιερωθεί παραδοσιακά. Σε αυτήν την πεπατημένη και η Νιόβη καταθέτει τη δική της άποψη προς αυτό το κοινό σημείο στην ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στον κόσμο, που καταδεικνύει συγκεκριμένα τον προβληματικό χαρακτήρα της, εννοώ την ύπαρξη… μέσα από τον ποιητικό της λόγο.

Στην τρίτη ενότητα διαφαίνεται ξεκάθαρα η αντιδραστική αίσθηση της ποιήτριας, για τα κακώς κείμενα της αστικής τάξης, όπου πασχίζει να τα επικρίνει με ποιητική βούληση ως απαραίτητη προϋπόθεση, για την πραγματοποίηση θετικών αλλαγών. Καταγράφει λες αποστασιοποιημένη από τα κοινωνικά, ψυχικά και αισθηματικά συμβάντα… αλλά ως αυθύπαρκτη οντότητα τα στηλιτεύει και τα καταδεικνύει με υπερβολική αφοσίωση, σφοδρή αγάπη για την τέχνη της, ως υποχρέωση υπερβολικού ιδανικού καθήκοντος. Το αποτέλεσμα άρτιο από κάθε άποψη – σαν καθρέφτης που αντικατοπτρίζει είδωλα, νοηματοδοτεί δημιουργώντας εικόνες για τη ζωή και τις ανθρώπινες αξίες, ιδέες και απόψεις.

 

ΦΩΣ-2

 

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ

Φως μείον δύο

«Φως μείον δύο» είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Νιόβης Ιωάννου και ίσως ένας τέτοιος τίτλος να ξάφνιαζε τους φυσικούς, δεν μπορεί όμως να ξαφνιάσει τους ποιητές. Όπως με τον ίδιο τρόπο ο στίχος του Εμπειρίκου: «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» μπορεί να φέρει σε αμηχανία όσους ασχολούνται με τις θετικές επιστήμες, όχι όμως και τους ποιητές.

Επειδή η πραγματικότητα διαβάζεται με δυο τρόπους, με τον τρόπο που ορίζει η επιστήμη και με τον τρόπο που ορίζει η τέχνη. Με την επιστήμη νιώθουμε τη σιγουριά του στέρεου εδάφους κάτω από τα πόδια μας, με την τέχνη μπορούμε να πετάξουμε, να πάμε σε τόπους που ονειρευόμαστε, να ανοίξουμε νέες διαστάσεις στη ζωή μας που χωρίς αυτές η ζωή θα ήταν μονότονη και πληκτική. Κι ακόμα μπορούμε να κρατήσουμε στην αιωνιότητα το φευγαλέο, είτε αυτό είναι ένα βλέμμα, μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια εικόνα που θάμπωσε την όρασή μας.

Φως μείον δύο λοιπόν, δηλαδή δυο βήματα πριν από το φως. Κι όμως αυτά τα δυο βήματα που δεν μπορούμε να κάνουμε μας κρατούν ακόμα στο σκοτάδι.

Επειδή «άνθρωποι είμαστε», όπως λέει η ποιήτρια στο πρώτο ποίημα της συλλογής της. Σύντομοι όσο ένα άγγιγμα της βροχής, απροσδιόριστοι, άνθρωποι που φθίνουν, που μετρούν την ευτυχία στα βήματα που δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Αυτό το φευγαλέο, το εφήμερο του ανθρώπου θέλει να παγιδέψει και να το κρατήσει στην αιωνιότητα:

Κάποιος είπε πως μπορούμε
να γίνουμε ουρανός
κι απομείναμε να κοιτάζουμε ψηλά
άνθρωποι είμαστε.

Ο Ουρανός είναι μια ματαιωμένη υπόσχεση. Εκεί κατοικεί αυτό που η γλώσσα μας λέει «Θεός». Η ποιήτρια τον αναφέρει ονομαστικά σε τρία της ποιήματα:

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος
(στο ποίημα: «Ήταν εκείνη»)

…κι όταν έγινε πλατανόφυλλο συνάντησε το Θεό
να προσεύχεται κόντρα στο ρεύμα…
(στο ποίημα: «Αθώα απάντηση»)

…περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού…
(Στο ποίημα «Σα φύλλο… σα βροχή… σαν ψίθυρος» )

Καθαρά υπαρξιακοί υπαινιγμοί που γίνονται σαφέστεροι στο ποίημά της «Εδώ θα μείνω»:

Μαθαίνω από την αρχή
το κενό να κατοικώ
ανάμεσα στις λέξεις
χιλιάδες μάτια παιδικά
κι ούτε μια απορία
έξω οι απαντήσεις
πωλούνται χονδρική
υπερήλικες κι οι ερωτήσεις
κι ο νάνος χειροκροτάει
κάτω απ’ το δίχτυ
το επόμενο νούμερο
το δικό του
εδώ θα μείνω
να ματώνω τα χέρια μου
στην τριανταφυλλιά
που προσπαθεί να θυμηθεί.

Εκεί λοιπόν θα μείνει, στο κενό, απορρίπτοντας τις απαντήσεις που πωλούνται έτοιμες και συσκευασμένες στο εμπόριο. Θα ματώνει τα χέρια της προσπαθώντας να πάρει απάντηση από μια τριανταφυλλιά, από την αρχέγονη φύση δηλαδή που έχει όμως πια σήμερα χάσει τη μνήμη της.

Επανέρχομαι στο ποίημα «Ήταν εκείνη» και σας το διαβάζω ολόκληρο:

Τον εαυτό της υποδύθηκε
δεν ήταν ρόλος
ένα ξέφωτο ήταν
διάσπαρτο από κόκκινα μήλα

ο Παράδεισος ταξίδευε αιώνες μακριά
κρυμμένος στο δέρμα του φιδιού
ελπίζοντας σ’ ένα αβέβαιο βλέμμα

εκείνη τον εαυτό της υποδύθηκε
σ’ ένα σενάριο νικημένο εξαρχής
δεν την εξαπάτησε ο όφις
πολύ πριν τον Παράδεισο
γεννήθηκε η Αμαρτία

ο Θεός ήθελε πάντα να είναι Μόνος

Η Εύα εδώ αθωώνεται, γιατί δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να είναι ο εαυτός της. Και ο Θεός ήδη είχε εφεύρει, πριν πλάσει τον παράδεισο, την έννοια της αμαρτίας και είχε προκαθορίσει το μέλλον. Ήθελε να είναι μόνος. Έτσι όμως και ο άνθρωπος θα μείνει τελικά μόνος.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Αθώα απάντηση» ο άνθρωπος, μόνος τώρα στον κόσμο, δυσκολεύεται να τον ερμηνεύσει:

το βλέμμα του ήταν ξένο
κάτι πολύτιμο έπρεπε να φυλάξει σε τόπο κενό…
κι έμαθε πως στη μοναξιά των πραγμάτων
που αγγίζουμε συχνότερα
κραυγάζει ανεπαλήθευτη η απάντηση
στο αιώνιο αίνιγμα των ανθρώπων.

Η ίδια υπαρξιακή μοναξιά αναδύεται και στα επόμενα τρία ποιήματα, από τα οποία σας διαβάζω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Σα φύλλο…σα βροχή.. σαν ψίθυρος»

…έτρεχε στο δάσος
να συναντήσει τις προσευχές των ανθρώπων
είχαν πάψει από καιρό να ζητιανεύουν αγγέλους
στις τύψεις τους φύτευαν κυκλάμινα
και περίμεναν στη λάσπη ν’ ανθίσει το βλέμμα του Θεού
οι απαντήσεις αιώνες τώρα μύριζαν βρεγμένο χώμα
κι η παρένθεση ουρανού
μόνο γιατί έπρεπε να αιωρείται μια απουσία.

Στην «Άνω τελεία» ο άνθρωπος με μια γενναία απόφαση αποδέχεται τη μοναξιά του αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα ελπίδας να του ζεσταίνει την καρδιά. Και αυτή του είναι αρκετή για να ζήσει:

…κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά
προσπαθούμε
να παραμείνουμε γαντζωμένοι
σε μια άνω τελεία
που αιωρείται στο κενό
όπως η ελπίδα
που υπάρχει
χωρίς ν’ ακουμπά πουθενά
αιωρούμενη στο φως

μας αρκεί!

Αυτό όμως, αυτή η μοναξιά του ανθρώπου τον κάνει να αναζητά ακόμα περισσότερο το πλησίασμα του άλλου. Πάντα ελπίζει ότι η συνάντηση θα σπάσει τα φράγματα, ότι η ένωση είναι κάτι που μπορεί να το βιώσει κανείς.

«Άγνωστοι άνθρωποι»

Ο άνθρωπος αναζητά τον Άνθρωπο
χρειάζεται απεγνωσμένα ν’ αγαπηθεί…

όταν ο άνθρωπος συναντά τον άνθρωπο
δυο παιδιά στέκονται δακρυσμένα
το ένα απέναντι στο άλλο
ξέρουν πως δεν θα γνωριστούν ποτέ.

Ο άνθρωπος αναζητά λοιπόν απελπισμένα τον άλλο άνθρωπο, όμως, όταν τον συναντήσει, θα απογοητευθεί. Δεν θα μπορέσει να ενωθεί μαζί του. Οι κόσμοι τους θα παραμείνουν χωριστοί και η μοναξιά τους θα συνεχιστεί.

Εκεί κάπου, σ’ αυτή την απέλπιδα προσπάθεια να ξεπεράσουμε τη μοναξιά μας, γεννιέται και ο έρωτας, η ανάγκη του, η αγωνία του, η ομορφιά του. Η Νιόβη Ιωάννου μετά την υπαρξιακή της περιπλάνηση θα μας μιλήσει γι’ αυτόν:

«Ανορθόγραφοι έρωτες»

Ανορθόγραφοι έροτεσ
που μας εξόντωσαν…

Και περιπαιχτικά γράφει τη λέξη «έρωτες» ανορθόγραφα για να μας πει απλά ότι η ανάγκη μας για τον έρωτα δεν θα μας δώσει οπωσδήποτε αυτό που λαχταρούμε. Θα μας δώσει ίσως μια καρικατούρα του έρωτα, μια σχέση ελαττωματική, παραμορφωμένη. Η μοναξιά και το κενό καραδοκούν λοιπόν κι εδώ, μετά τη μοναξιά των ουρανών.

Στο ποίημα «Συνάντηση» πάλι ο έρωτας ξυπνά την ανάγκη της αρμονίας, της ένωσης με τον άλλον που όμως δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα:

…χρόνια τώρα
να ασθμαίνουν στην ίδια πορεία
συγκλίνοντας στο ανεκπλήρωτο…

και πιο κάτω:

…το φιλί τους ήταν απόγνωση

κι ύστερα σιωπή
βαθιά απέραντη σιωπή
από κείνες που ξέρουν να φωνάζουν
πιο δυνατά από τις λέξεις
χωρίς όμως να λυτρώνουν…

Το ίδιο και στο ποίημα
«Νιώθοντας»

…αγαπήσαμε τη σιωπή του έρωτα
…αγκαλιάσαμε με πείσμα
την ανέξοδη ελπίδα…

Με πείσμα, με επιμονή αναζητούμε όλοι το μικρό παράδεισο του έρωτα, ακόμα κι όταν τα γεγονότα μάς διαψεύδουν. Ακόμα κι όταν μεγαλώνοντας καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν τέλειοι έρωτες και ιδανικοί πρίγκιπες των παραμυθιών:

«Απαξιώνοντας το μήλο»

…έμαθα να μην ελπίζω στο φιλί
απαξιώνοντας τους «πρίγκιπες.

Στο «Αμάρτημα σε λίστα αναμονής» η ανάμνηση του έρωτα τυραννά τη μνήμη:

…αδάμαστοι πόθοι
που αλητεύουν στη μνήμη…
όσο ο έρωτας
ξεκουράζει τους σπασμούς του στο μαξιλάρι
κι η επιθυμία βουλιάζει νωχελικά στα σεντόνια.

Ο έρωτας λοιπόν είναι η απόπειρα να διαρρήξουμε το κενό μέσα στο οποίο αιωρούμαστε, και φαίνεται ότι κάποιες στιγμές καταφέρνουμε και βιώνουμε τη μαγεία του. Στο τέλος όμως ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Ο έρωτας γίνεται ανάμνηση που στριφογυρνά στη σκέψη μας με την αδιόρατη μελαγχολία του κι εμείς συνεχίζουμε τη μοναχική μας πορεία.

Τι μας μένει λοιπόν; Από πού θα κρατηθούμε για να προχωρήσουμε στο ταξίδι της ζωής, όταν όλες μας οι απόπειρες να ενωθούμε με τους άλλους έχουν αποτύχει;

Ίσως, μας λέει η ποιήτρια, να βρούμε την κρυμμένη αξία της ύπαρξής μας σε κείνες τις μικρές στιγμές που χάραξαν ανεξίτηλα το ταξίδι μας στον κόσμο:

«Λέξεις που σώπασαν»

…κυοφορείς καιρό μετά
αυτές τις λίγες στιγμές
που έγιναν αιώνιες για σένα
μόνο με τη δύναμη της αλήθειας τους

«Εγώ… η στιγμή μου»

Δυνατή ή αδύναμη
περιέχομαι
σε κάθε στιγμή
που αποφασίζει για μένα…

Ακόμα θα βρούμε την κρυφή αξία της ζωής, αν γυρίσουμε πίσω, στις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια ομορφιά που όσο ήμασταν παιδιά δεν μπορέσαμε ίσως να εκτιμήσουμε σωστά:

«Μικρές πατρίδες»

Στη μικρή μας πόλη
τα καλοκαίρια αναρριχώνταν
σε κατάλευκα ανθάκια γιασεμιών…

Μπορούμε ακόμα να νιώσουμε την ομορφιά της φύσης που μας περιβάλλει:

«Φθινόπωρο»

Φθινόπωρο γλυκό πορτοκαλί
…κόρες ακριβές
βρόχινης σιωπής…

Ακόμα και στο ονειροπόλημα υπάρχει η ομορφιά της ζωής, όταν μπορούμε να χρωματίζουμε έναν ασπρόμαυρο κόσμο με τα χρώματα της φαντασίας μας:

«Όσοι ονειρεύονται»

Οι ονειροπόλοι

μεθώντας με αγάπη
από σκονισμένα ρήματα
φυτεύουν
κόκκινες ουτοπίες
σε ασπρόμαυρους κήπους
και ταξιδεύουν
με τα’ άρωμά τους

για να έχει η ανάσα τους
μια στάλα ουρανό.

Υπάρχουμε λοιπόν μέσα στις στιγμές μας, σε κάποιες στιγμές που είναι πιο δυνατές, πιο καίριες από τις υπόλοιπες στιγμές που πάνω τους τρέχει ολόκληρη η ζωή μας. Αυτές οι στιγμές μάς οριοθετούν, μας δίνουν το στίγμα μας. Υπάρχουμε ακόμα στις ονειροπολήσεις μας, όταν βάζουμε χρώμα στη γκρίζα ζωή μας αφήνοντας τη φαντασία μας να τρέξει ανέμελη στα ονειρικά της τοπία. Υπάρχουμε στις αναμνήσεις μας, όταν τις ανασύρουμε στην επιφάνεια και ξαναζούμε τα παιδικά μας χρόνια. Κι ακόμα υπάρχουμε, όταν αφηνόμαστε να μας παρασύρει ένα γλυκό φθινοπωρινό τοπίο.

Η ζωή όμως δεν είναι μόνο έρωτας, ονειροπόληση και μικρές στιγμές που τις κρατάμε στη μνήμη μας σαν πολύτιμο φυλαχτό. Η ζωή είναι και αυτό που πληγώνει τα μάτια μας, όταν αποφασίζουμε να βγούμε από τον εαυτό μας και να ανακατευτούμε με το πλήθος. Εδώ οι εικόνες μάς τραυματίζουν:

«Όσο η πόλη κοιμάται»:

Μοχθηρός ο χειμώνας και φέτος…
Η αξιοπρέπεια γονάτισε
σε λιγδερά συσσίτια

«Αγνές μέρες»

Εκεί που οι άδικοι
του φιδιού το δέρμα αλλάζοντας
δικαιοσύνη απονέμουν

«Κι όμως γνωρίζαμε»

Το μελάνι ως τώρα
ήξερε να γράφει ιστορία
καλύτερα απ’ το αίμα

«Έτσι γράφουν ιστορία»

Έπιασε ψύχρα
κι οι εποχές
μας προσπερνούν ρακένδυτες
…σταυρώνεται η πολιτεία…

«Αξιοπρέπεια προς πώληση»

Σήμερα η επιβίωση
πωλείται σε ληγμένες συσκευασίες

Η πόλη εδώ έχει χάσει την αξιοπρέπειά της, οι άνθρωποι στριμώχνονται στα συσσίτια, τριγυρνούν στους δρόμους ρακένδυτοι, ενώ κάποιοι άλλοι κάπου αλλού αποφασίζουν για τη μοίρα του τόπου αδιάφοροι. Μελαγχολία και θλίψη για τον άνθρωπο που έχει ξεπέσει αλλά και οργή για κείνον τον άλλον άνθρωπο που ανάλγητος αποφασίζει ερήμην μας. Όχι όμως απαισιοδοξία. Γιατί:

«Άκυρο»

Δυο τρία παιδάκια
κυνηγούν τη σκιά τους στον ήλιο
….
Εκείνα θα συνεχίσουν να ακυρώνουν
όλα τα αναίσχυντα συμβόλαια
που στη σιωπή μας
εξαργυρώνουν το θάνατο με το γέλιο τους.

Επειδή, ό,τι άσχημο κι αν συμβαίνει τώρα, δεν μπορεί να ακυρώσει την ελπίδα που επωάζει η νέα γενιά. Αυτή θα ακυρώσει τα συμβόλαια της ντροπής και θα δώσει ξανά στον άνθρωπο την αξία του.

Στις «Μικρές ιστορίες» ωστόσο εμείς που πια δεν είμαστε παιδιά είναι δύσκολο να διατηρήσουμε την προσωπική μας ελπίδα, γιατί γίναμε αυτό που δεν θέλαμε. Κι αυτό που επιθυμήσαμε δεν τολμήσαμε να το πραγματοποιήσουμε:

Κι αν τώρα οι μορφές μας
κρέμονται δυσανάγνωστες
σε ετοιμόρροπα δοκάρια
είναι γιατί είμαστε
ό,τι φοβηθήκαμε να ονειρευτούμε.

Μια λεπτή διακριτική μελαγχολία διαπερνά τους στίχους των περισσότερων ποιημάτων της συλλογής, όμως πού και πού βλέπει κανείς μια αλλαγή της διάθεσης, ένα μειδίαμα, ένα στίχο που κρύβει μέσα του την ελπίδα. Σαν κάποια εσωτερική δύναμη να ωθεί την ποιήτρια να σηκώσει το κεφάλι και να δει τον κόσμο με μια πιο αισιόδοξη ματιά.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε μια πρωτότυπη κατά τη γνώμη μου εμμονή της ποιήτριας με τα σημεία στίξης. Τα σημεία στίξης από μόνα τους δεν έχουν καμιά ποιητική αξία , όμως αν χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα, τότε αποχτούν ένα ξεχωριστό νόημα μέσα στην ποίηση. Η Νιόβη Ιωάννου επανέρχεται κάθε τόσο στην τελεία, στην άνω τελεία, στο κόμμα, στο θαυμαστικό, στο ερωτηματικό, στην παρένθεση, στα αποσιωπητικά, αλλά της αρέσει να βάζει στην ποίησή της και άλλα στοιχεία από τη γραμματική. Ένα ολόκληρο ποίημά της τιτλοφορείται»: «Άνω τελεία»:


Κι εμείς χαμένοι
ανάμεσα σε κόμματα
και υστερόβουλα ερωτηματικά

γαντζωμένοι σε μια άνω τελεία

και αλλού:

«Νιώθοντας»

σε τελείες
κόμματα
θαυμαστικά
και πολλά ερωτηματικά ανάμεσα

Το ίδιο παρατηρούμε και στο ποίημα:

«Εντός παρενθέσεως»;

κι ύστερα κρύφτηκες
σε μια παρένθεση

Και εδώ επίσης:

«Παρατείνοντας»:

τι μπλέξιμο κι αυτό
κανένας δε σου’ μαθε
πως όταν μπαίνει μια τελεία
δε χρειάζεται να συνεχίζεις
με αποσιωπητικά
παρατείνοντας…

τι πολεμάς να αποσιωπήσεις…
το τέλος είναι σιωπηλό από μόνο του
και αμείλικτο με τα σημεία στίξης

εξαιρείται η τελεία.

Αλλά και αλλού:

Η παρένθεση ουρανού

Σε χρόνο παρατατικό
τα ρήματα σωπαίνουν το επιφώνημα

Και μόνο μια πεισματάρα παρένθεση
επιμένει…
αφορίζοντας τον πόνο
στις τελείες
αδιάβαστων θαυμαστικών.

Εδώ τα σημεία στίξης αποχτούν ποιητικό βάθος, το ερωτηματικό γίνεται εναγώνιο ερώτημα, η άνω τελεία γίνεται ημιτελές συναίσθημα που ζητά να ολοκληρωθεί, το θαυμαστικό γίνεται μυστικό συναίσθημα, η παρένθεση γίνεται μικρή κρυφή απόδραση, τα αποσιωπητικά είναι ένας ολόκληρος ανομολόγητος εσωτερικός κόσμος. Βρίσκω ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη αυτή τη μεταφορά των σημείων στίξης στην ποίηση με τη μεγεθυμένη συμβολική σημασία τους.

Και φυσικά στην ίδια ευρύτερη κατηγορία εντάσσω και το ποίημά της «Ανορθόγραφοι έρωτες» όπου η ποιήτρια παίζει με την ορθογραφία για να μας μιλήσει για κάτι βαθύτερο, όπως είναι ο έρωτας.

Προσωπικά θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε δυο ποιήματα της συλλογής που μιλούν για το παρελθόν με τη γνωστή γλυκιά ακαθόριστη νοσταλγία που πάντα νιώθουμε, όταν γυρίζουμε πίσω στο χρόνο.

Στο ποίημα «Σε χρυσό περίγραμμα» ένας παλιός βενετσιάνικος καθρέφτης κρατά μέσα του φυλακισμένα τα αμέτρητα είδωλα των ανθρώπων που στάθηκαν μπροστά του. Όμως ο καθρέφτης δεν αιχμαλωτίζει μόνο τις ψυχρές αντανακλάσεις των ανθρώπων, αλλά αιχμαλωτίζει και κρατά στην αιωνιότητα και τα συναισθήματά τους:

Φυλακισμένα είδωλα σε επίχρυση κορνίζα
γελούν, δακρύζουν, ερωτεύονται, σωπαίνουν

εντός του οι χαρές μάς γνέφουν παρακλητικά
ξεθωριασμένες λύπες

αιώνιες φιγούρες μάς κοροϊδεύουν
στοιχειώνοντας το μέλλον.

Το άλλο ποίημα είναι οι «Μικρές πατρίδες» . Κι εδώ υπάρχει γνήσια νοσταλγία για τη γενέτειρα μικρή πόλη που κάθε καλοκαίρι ευωδιάζει από το γιασεμί, για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ζουν όλη τους τη ζωή στα ασβεστωμένα σπίτια με ευγένεια ψυχής και καρτερία. Μια ολόκληρη πόλη ευωδιάζει από γλυκές αναθυμιάσεις, από μεθυστικές εισπνοές της μυρωμένης καλοκαιρινής νύχτας.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι η Νιόβη Ιωάννου έχει ποιητική φλέβα, έχει ευαισθησία, έχει βλέμμα που διαπερνά τα πράγματα και βλέπει πίσω από αυτά και κυρίως έχει την ικανότητα να μεταπλάθει αυτό που βλέπει σε αληθινή ποίηση. Ο αινιγματικός ουρανός, ο άνθρωπος που ζει κάτω από αυτόν και νιώθει τη μοναξιά του κόσμου, ο άνθρωπος που θέλει να πλησιάσει τον άλλον άνθρωπο, που τον πληγώνει η αδικία και η απληστία, που θέλει να ερωτευτεί και που κοιτάζει με ελπίδα τα παιδιά, δηλαδή κοιτάζει με ελπίδα το μέλλον, με άλλα λόγια ο άνθρωπος σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής γίνεται αντικείμενο της ποίησής της.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

fractal 31/8/2016

Κάποια είπε, πως μπορούμε να γίνουμε ουρανός… και δεν είναι τυχαίος ο λόγος όταν προέρχεται από την ποιήτρια Νιόβη Ιωάννου, στο βιβλίο της, «Φως – 2»

Τα καλά λόγια συνηθίζονται ακόμη κι αν δεν εμπνέουν τα γραφόμενα, όταν όμως έχεις να κάνεις με λόγο ποιοτικό και ουσιαστικό, τότε η έμπνευση που σου χαρίζει είναι αρκετή για να εκφράζεσαι αυθόρμητα, δίχως δεύτερη σκέψη κι ερωτηματικά, καθώς ακόμη και ένστικτο λειτουργεί ακολουθώντας την αλάθητη πορεία του.

Ωστόσο, είναι δύσκολο για τον όποιο σχολιαστή να εκφράσει ξεκάθαρα τις απόψεις του, το πιο πιθανό να έχει λάθος εκτιμήσεις είτε καλές είτε επικριτικές είναι αυτές.

Το κάθε βιβλίο έχει τη τύχη του, τη δική του πορεία να κάνει η οποία προσδιορίζεται – κρίνεται από τους πολλούς – τους αναγνώστες- κι όχι από τον έναν κριτή… όμως με την ποιότητα του λόγου της Νιόβης δεν θα είναι υπερβολή ότι κι αν ακούσετε.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στον Άνθρωπο, στον Έρωτα και στην Επανάσταση

Τι άλλο πιο σημαντικό θα μπορούσε να προσδώσει σε αυτά τα τρία στοιχεία: Ουμανισμό… Λυρισμό… Ύπαρξισμό…

Ανθρωποκεντρική λοιπόν η γραφή της Νιόβη… και πως αλλιώς θα μπορούσε να εκφραστεί ως ποιήτρια που σέβεται το λόγο της δίνοντας αξία σε κάθε λέξη με συνείδηση γνωρίζοντας καλά εγκυμονεί κινδύνους να καταστεί ένα ποίημα αστείο ή αδύναμο αν δεν υπάρχει η υπευθυνότητα από τον δημιουργό η ποιοτική γνώση και απόδοση του.

Είναι πολύ σπουδαίο στη ποιητική γραφή και έκφραση να υπάρχει συνείδηση και σεβασμός για το τι; και ειδικά το πώς εκφράζεται.

Και στο παρόν βιβλίο… αν θα έπρεπε να αναλύσω τον κάθε στίχο, θα δημιουργούσα ένα δοκίμιο τουλάχιστον 80 σελίδων… κι αυτό γιατί σε κάθε στίχο σε όποια από τις τρεις ενότητες… υπάρχουν αλήθειες, αλληγορίες και ζητήματα ψυχής που προσπαθεί η ποιήτρια να τα φωτίσει ως τα βάθη τους.

Σε πολλά ποιήματα υπάρχει μια υπαινικτική διάθεση για όσα εμείς οι άνθρωποι βιώνουμε και πράττουμε ηθελημένα ή αθέλητα.

Πάει καιρός που συνηθίσαμε/στη θολή όραση/εισπνέοντας σκόνη/
από αδιέξοδους χωματόδρομους.

Άλλος ένας τυχαίος στίχος στην επιλογή του, ο ένας καλύτερος και δυνατότερος από τον άλλον, μου γέννησαν το ερώτημα…

Πως θα μπορέσω να αγγίξω έστω και λίγο σε βάθος ένα έργο με αυτή τη δυναμική σύνθεση που αποτελεί αυτή η συλλογή Φως – 2.

Καθώς πέρα από το μέσο έκφρασης των συναισθημάτων της ποιήτριας είναι και ο τρόπος που κατανοεί τα πάθη και τους σκοπούς της εποχής της.

Τονίζω με κάθε ειλικρίνεια, μετά από πολύ εμπεριστατωμένη ανάγνωση των ποιημάτων της, ότι η Νιόβη Ιωάννου κατέχει μια έμπειρη γραφή που στο μέλλον θα την ζηλέψουν αρκετοί ομότεχνοι της.

Η ars gratia artis, η τέχνη για την τέχνη, χρειάζεται υπηρέτες σοβαρούς και η Νιόβη είναι και θα αποδείξει ότι θα παραμείνει πλέον ως μία από αυτές τις ακάματες μορφές της, που δεν θα πάψει στο μέλλον να την υπηρετεί με ψυχή και πνεύμα προοδευτικό και αστείρευτο.

Γι’ αυτό το λόγο και η θεματολογία της δεν μένει μόνο στο γλαφυρό κομμάτι του έρωτα…

Αλλά έχει μια πλήρη ποιητική σύνθεση στην οποία η έκφραση των αισθημάτων, των εικόνων που δημιουργεί , η αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων, ακόμα και η έκθεση επιστημονικών ή φιλοσοφικών αντιλήψεων, που περνούν ως απαλός άνεμος ενός στοχευμένου λόγου… επιτυγχάνεται όχι μόνο με τη σημασία των λέξεων και των συνδυασμών τους, αλλά και με μια μορφική διάταξη του προσωπικού ύφους της, καθώς χρησιμοποιεί τις ουσιαστικές έννοιες των λέξεων σε μια σωστή ακολουθία με αποτέλεσμα η εκφραστική γλώσσα της να κερδίσει τη αξιοσύνη που απαιτεί η σωστή ποίηση.

Τούτη την σπουδαία τέχνη υπηρετεί η Νιόβη Ιωάννου, επηρεασμένη κι αυτή από τις δύσκολες συνθήκες που φέρνουν στον κόσμο άνομα συμφέροντα. Στην Τρίτη ενότητα στηλιτεύει τα κακώς κείμενα προσπαθώντας με τον δικό της τρόπο να αφυπνίσει συνειδήσεις για αντίδραση, αντίσταση σε όσα υποχθόνια σχέδια διαχειρίζονται τις τύχες μας.

Βρισκόμαστε οι λαοί σε μια επικίνδυνη καμπή σε μια καθοδηγούμενη πορεία ελεγχόμενη από μια κεντρική εξουσία.

Ο μόνος τρόπος για να αντιταχθούν -οι λαοί- στο ισοπεδωτικό πνεύμα της παγκοσμιοποίησης με όσα αυτό δεινά συνεπάγεται, είναι η παιδεία, η οποία αφορά την επιστροφή στις ρίζες του πολιτισμού κάθε εθνότητας, κάθε λαού.

Μια ανάλογη προσπάθεια είναι κι αυτό το πόνημα της Νιόβης Ιωάννου, να αντιτάξει με το λόγο της την άλλη, τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού.

Νομίζω πως σε αυτή την ποιοτική ποίηση δεν έχουν τα δικά μου λόγια να προσθέσουν κάτι περισσότερο γιατί η αλληλουχία των λέξεων, το ύφος, ο ρυθμός, τα νοήματα που αφήνουν είναι τόσο δυνατά δομημένα που δεν έχουν ανάγκη από καμία υποστήριξη.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s